Για την προστασία του κοινού και των καλλιτεχνών το Μέγαρο έχει λάβει όλα τα προβλεπόμενα μέτρα υγειονομικής προστασίας. Η μέγιστη χωρητικότητα των αιθουσών του Μεγάρου έχει περιοριστεί στο 85%.
H ΑΙΓΕΑΣ Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρία Πολιτιστικού και Κοινωφελούς Έργου συστάθηκε το 2015 από τους Θανάση και Μαρίνα Μαρτίνου, οργανώνοντας επίσημα το ήδη εξαιρετικά πλούσιο σε ατομικό επίπεδο κοινωνικό τους έργο. Σκοπός της ΑΙΓΕΑΣ ΑΜΚΕ είναι η δημιουργία δομών και προγραμμάτων που στηρίζουν την κοινωνία σε διάφορους τομείς όπως: Υγεία, Εκπαίδευση, Πολιτισμός, Αθλητισμός, Εκκλησία, Σώματα Ασφαλείας, Έργα υποδομής και Κοινωνικής Πρόνοιας.
The AEGEAS Non-Profit Civil Company was incorporated in 2015 by Athanasios and Marina Martinou, to undertake their, already valuable, individual non-profit, cultural and social work. AEGEAS aims at adopting programs and creating infrastructures to support Society in many different fields such as: Health, Education, Culture, Sports, Religious Heritage, Public Security and Social Welfare.
Μ Ε Γ Α Λ Ε Σ Ο Ρ Χ Η Σ Τ Ρ Ε Σ - Μ Ε Γ Α Λ Ο Ι Μ Α Ε Σ Τ Ρ Ο Ι | 30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΓΑΡΟ
27, 29, 30 & 31.10.2021 Α Ι Θ Ο Υ Σ Α Χ Ρ Η Σ Τ Ο Σ Λ Α Μ Π Ρ ΑΚΗΣ
Daniel Barenboim Staatskapelle Berlin Συμφωνίες Μπραμς & Σούμαν 27.10 ROBERT SCHUMANN (1810-1856)
Συμφωνία αρ. 1 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 38, «της Άνοιξης» Andante un poco maestoso – Allegro molto vivace Larghetto | Scherzo. Molto vivace | Allegro animato e grazioso JOHANNES BRAHMS (1833-1897)
Συμφωνία αρ. 1 σε ντο ελάσσονα, έργο 68
Un poco sostenuto – Allegro | Andante sostenuto Un poco allegretto e grazioso | Adagio – Allegro non troppo, ma con brio
29.10 ROBERT SCHUMANN
Συμφωνία αρ. 2 σε ντο μείζονα, έργο 61
Sostenuto assai – Un poco più vivace – Allegro, ma non troppo Scherzo: Allegro vivace | Adagio espressivo | Allegro molto vivace JOHANNES BRAHMS
Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, έργο 73
Allegro non troppo | Adagio non troppo | Allegretto grazioso (quasi andantino) Allegro con spirito
30.10 ROBERT SCHUMANN
Συμφωνία αρ. 3 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 97, «του Ρήνου» Lebhaft | Scherzo: Sehr mäßig | Nicht schnell | Feierlich | Lebhaft JOHANNES BRAHMS
Συμφωνία αρ. 3 σε φα μείζονα, έργο 90
Allegro con brio | Andante | Poco Αllegretto | Allegro
31.10 ROBERT SCHUMANN
Συμφωνία αρ. 4 σε ρε ελάσσονα, έργο 120
Introduktion: Ziemlich langsam – Lebhaft | Romanze: Ziemlich langsam Scherzo: Lebhaft | Langsam – Lebhaft JOHANNES BRAHMS
Συμφωνία αρ. 4 σε μι ελάσσονα, έργο 98
Allegro non troppo | Andante moderato | Allegro giocoso Allegro energico e passionato
Staatskapelle Berlin μουσική διεύθυνση daniel barenboim
ΝΤΑΝΙΕΛ ΜΠΑΡΕΝΜΠΟΪΜ Μια ζωή στη μουσική
Για τη Στάατσκαπελλε του Βερολίνου
Η Staatskapelle, η ορχήστρα που βρήκα στην Staatsoper [ο Μπάρενμποϊμ είναι αρχιμουσικός της Ορχήστρας από το 1992], ήταν σαν μια αντίκα, πολύ όμορφη αλλά καλυμμένη από πολλά στρώματα σκόνης. Ήξερα ότι η ποιότητά της ήταν πολύ καλή, κι έτσι άρχισα να «ξεσκονίζω». Με αμιγώς μουσικούς όρους, έβγαλα στο φως τα θετικά στοιχεία της ορχήστρας: το τονικό ύψος, τη συντονισμένη ατάκα και το παίξιμο του συνόλου με κοινό στόχο. […] Την ορχήστρα την είχαν απασχολήσει τα σωστά θέματα, όπως το φραζάρισμα και η αναζήτηση του ήχου, ενώ διέθετε μια εγγενή μουσική ορθότητα. […] Έπρεπε να αναγνωριστεί το ότι η Staatskapelle δεν είναι αποκλειστικά μια ορχήστρα για όπερα, αλλά επίσης και μια συμφωνική ορχήστρα με μακριά παράδοση. Είναι η δεύτερη πιο παλιά ορχήστρα του κόσμου. Ένα σημαντικό πρώτο βήμα ήταν να διευρυνθεί το ρεπερτόριο και να προστεθεί σύγχρονη μουσική. Τώρα πια, μαζί με έναν ολοκληρωμένο κύκλο Βάγκνερ, παίζουμε Μπουλέζ και Κάρτερ.
© Holger Kettner
για το τονικό ύψος
Το απόλυτο αυτί σε βοηθάει να διορθώνεις το τονικό ύψος. Το τονικό ύψος δεν υπάρχει εν κενώ, εφόσον συχνά επηρεάζεται από τη σωστή ή λανθασμένη ισορροπία μεταξύ των οργάνων. Μια νότα μπορεί να είναι πολύ ψηλή ή πολύ χαμηλή, ή μια συγχορδία μπορεί να μην ακουστεί αρκετά καθαρή, γιατί είναι λάθος ως προς την ισορροπία αυτή. Ή οι άνω αρμονικοί μπορεί να ακούγονται είτε πολύ αδύναμοι είτε πολύ δυνατοί σε μια συγχορδία, ή ο ήχος να μην είναι ομοιογενής. Όταν ένα ξύλινο πνευστό, όπως το όμποε, παίζει μια συγχορδία, μπορεί να ακουστεί υπερβολικά διαπεραστικό και πιο σκληρό από τα άλλα όργανα, κι αυτό αμέσως ηχεί φάλτσο και μη καθαρό. Μπορεί να νομίζεις ότι το όμποε παίζει πολύ ψηλά, στην πραγματικότητα όμως να παίζει απλώς πολύ σκληρά. Με τις ορχήστρες που γνωρίζεις καλά μπορείς να διορθώσεις τέτοιες ατέλειες κατά τη διάρκεια της πρόβας. Δεν αντιμετωπίζω τέτοια προβλήματα με την Ορχήστρα του Βερολίνου...
|7|
για τη σχέση με το κοινό
Ένας από τους κινδύνους όταν παίζεις σε συναυλίες είναι ότι μπορεί να ανησυχείς υπερβολικά για τις αντιδράσεις του κοινού. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να ανεβαίνεις στη σκηνή με τη σκέψη ότι θα εντυπωσιάσεις, ούτε και με την επιθυμία να μεταδώσεις μια ξεχωριστή αίσθηση. Πιστεύω ότι η καλύτερη επικοινωνία μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού εδραιώνεται όταν ο καλλιτέχνης, από τη στιγμή που θα ανεβεί στη σκηνή, αγνοεί το κοινό. Όταν ο καλλιτέχνης συγκεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στη μουσική, το κοινό προσλαμβάνει μια πολύ έντονη αίσθηση της μουσικής. Αλλά αυτό, φυσικά, δεν είναι πάντα εύκολο! Θυμάμαι τον Ρούμπινσταϊν να λέει ότι δεν μπορούσε ποτέ να μελετήσει εάν κάποιος ήταν παρών. Ακόμα και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, όταν ερχόταν ο σερβιτόρος για να του φέρει πρωινό, άρχιζε αμέσως να παίζει πιάνο για τον σερβιτόρο. Δεν ήταν το ίδιο με το να παίζει μόνος του!
για την καλλιτεχνική εξέλιξη
Υπάρχει ένα όριο στο τι μπορεί κάποιος να παίξει ή να διευθύνει, αλλά είναι σημαντικό να διατηρεί κανείς μια φιλοπερίεργη στάση στα πράγματα. Ο Κλέμπερερ την είχε αυτή την περιέργεια – ερχόταν σε πρόβες έργων που δεν τα γνώριζε. Ο Κλάουντιο Αράου, που είχε ευρύτατο ρεπερτόριο, ήξερε έναν τεράστιο αριθμό έργων που ο ίδιος δεν τα έπαιζε. Πιστεύω ότι αυτή η ακόρεστη περιέργεια είναι η μόνη εγγύηση ότι θα συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε.
για την αφομοίωση ενός μουσικού έργου
|8|
Έχω μάθει πολλά για τη μουσική διαβάζοντας βιβλία που δεν έχουν καμία σχέση με τη μουσική – έργα του Σπινόζα και του Αριστοτέλη, για παράδειγμα. Πάντοτε, τα βιβλία για τη μουσική φαίνεται να λένε μάλλον υποκειμενικά πράγματα για εκείνους που τα έγραψαν! Οι φιλοσοφικές έννοιες μπορεί να έχουν εφαρμογή στο τι αισθάνεται κάποιος για τη μουσική. Στο Περί ψυχής ο Αριστοτέλης αναφέρεται στις λειτουργίες της ψυχής: πρώτα η αίσθηση, μετά η φαντασία και η μνήμη, και μετά η νόηση. Για μένα αυτό αντιπροσωπεύει τον σωστό δρόμο για την αφομοίωση μιας μουσικής σύνθεσης. Είναι μια αέναη διαδικασία προσαρμογής στο έργο, αφομοίωσης του έργου μέχρι να γίνει κομμάτι του εαυτού μας. Μόνο εάν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, μπορούμε να το αναδημιουργήσουμε. Κατά την εκτέλεση του έργου, όμως, η αριστοτελική σειρά αντιστρέφεται: χρησιμοποιούμε τη νόηση προτού ξεκινήσουμε, και μετά, μέσω των αισθήσεών μας, ξαναθυμόμαστε την πρώτη μας
αίσθηση. Η αισθητηριακή εντύπωση μιας μουσικής σύνθεσης μπορεί να βιωθεί είτε μέσω της ανάγνωσης είτε μέσω της εκτέλεσης. Κάθε μουσικός έχει την ικανότητα να ακούει μια σύνθεση όταν τη διαβάζει. Η πρώτη αισθητηριακή επαφή του είναι εξαιρετικά υποκειμενική – αντιλαμβάνεται το έργο μέσω της εντύπωσης που του προκαλεί, και αυτή η αντίληψη δεν είναι πάντοτε αξιόπιστη ή αναγκαστικά συμβατή με τη γνώση του ίδιου του έργου. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα και αστεία ιστορία που διευκρινίζει αυτό που εννοώ. Όταν ρώτησαν τον Μπραμς ποια εκτέλεση της Δεύτερης συμφωνίας του θεωρούσε καλύτερη –είχαν ήδη γίνει πολλές εκτελέσεις της Συμφωνίας μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα– απάντησε ότι άκουγε την καλύτερη εκτέλεσή της όταν διάβαζε την παρτιτούρα.
για την ερμηνεία
Ο Γκαίτε έλεγε ότι δεν ήξερε πόσα πράγματα είχε δανειστεί από την Ηθική του Σπινόζα ή πόσα πράγματα είχε προσθέσει σε αυτό το έργο. Τη στιγμή που αφομοιώνεις κάτι, αυτό γίνεται κομμάτι του εαυτού σου, μετά όμως πρέπει να το προσαρμόσεις στις ανάγκες σου. Γενικά στη μουσική, και ειδικότερα στην εκτέλεση, είναι σημαντικό να κατανοείς τη φύση αυτού που ο Σπινόζα αποκαλούσε «κατηγορήματα». Διαφορετικά κατηγορήματα δεν είναι απλώς διαφορετικές όψεις ενός πράγματος. Διαφορετικές εκτελέσεις δεν είναι απλώς διαφορετικές ερμηνείες, αλλά συχνά διαφορετικές όψεις του ίδιου πράγματος. Γι’ αυτό και οι εκτελέσεις σπάνια είναι τόσο διαφορετικές όσο θεωρούμε: η ουσία της ερμηνείας είναι η ίδια. Ούτε όμως είναι και τόσο όμοιες όσο φανταζόμαστε. Από τη στιγμή που η σχέση του μέρους με το όλο είναι σωστή, τα μέρη διαφοροποιούνται χωρίς να αλλάζουν το οργανικό σύνολο. Από τη στιγμή που κάποιος κατανοεί και έχει συναίσθηση της δομής και της φύσης μιας μουσικής φράσης, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την εκφράσει. Αυτό είναι άλλο ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί η φιλοσοφική σκέψη να βοηθήσει στην αποσαφήνιση κάποιων όψεων της μουσικής ερμηνείας.
Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια και τον κύριο Φραγκούλη που ευγενικά μας παραχώρησαν την άδεια αναδημοσίευσης αποσπασμάτων από το βιβλίο D. Barenboim Mια ζωή στη μουσική, μετ. Θέμελης Γλυνάτσης, Αλεξάνδρεια, 2012.
|9|
ROBERT SCHUMANN Συμφωνία αρ 1
© Monika Rittershaus
© Monika Rittershaus
.
Ο Σούμαν έγραψε την πρώτη του συμφωνία το 1841, σε μια από τις ευτυχέστερες και πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής του. Έχοντας μόλις καταφέρει να παντρευτεί την αγαπημένη του Κλάρα Βηκ, μετά από πολυετή αντιδικία με τον πατέρα της, και περιμένοντας τη γέννηση της πρώτης του κόρης ο τριαντάχρονος συνθέτης βίωνε αναμφίβολα πρωτόγνωρη χαρά και αισιοδοξία. Η προσωπική του ευτυχία, σε συνδυασμό με την έντονη παρότρυνση της συζύγου του, τον ώθησε στη σύνθεση του πρώτου μεγάλου συμφωνικού του έργου – ήταν μια φιλοδοξία που έτρεφε για χρόνια ο συνθέτης, έπειτα, μάλιστα, και από την καταξίωση των πιανιστικών έργων και τραγουδιών του. Αυτή η αισιοδοξία αποτυπώνεται άμεσα στον τίτλο της Πρώτης συμφωνίας: «Της άνοιξης». Το έργο αποτελεί κυριολεκτικά μια έκρηξη ενθουσιασμού και γλυκιάς ανυπομονησίας για τη ζωή που ανθίζει και κατακλύζει τα πάντα, διαλύοντας τα βαριά σύννεφα της θλίψης, όπως αποτυπώνεται και στην ποίηση του Άντολφ Μπαίττγκερ [Adolf Böttger], που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης της σύνθεσης. Ωστόσο, ο ίδιος ο Σούμαν διασαφηνίζει πως δεν πρόκειται για αυστηρά περιγραφική μουσική, αλλά περισσότερο για τη συναισθηματική έκφραση της αναγέννησης. Η Συμφωνία αποτελείται από τέσσερα μέρη, κατά τα πρότυπα του Μπετόβεν και του Σούμπερτ, τους οποίους τόσο πολύ θαύμαζε ο συνθέτης. H αργή εισαγωγή του πρώτου μέρους, με τη φανφάρα στα χάλκινα πνευστά, θυμίζει τα σκοτεινά σύννεφα του χειμώνα και μας οδηγεί προοδευτικά στο γρήγορο τμήμα του, όπου τα σύννεφα σκορπίζουν από τον ερχομό της άνοιξης. To Larghetto του δεύτερου μέρους, γεμάτο ευαισθησία και τρυφερότητα, συνδέεται άμεσα με το ζωηρό Scherzo του τρίτου μέρους, που έρχεται ορμητικά και χωρίς διακοπή θυμίζοντας δροσερό χορό κάτω από τα αστέρια του ανοιξιάτικου ουρανού. Το καταληκτικό μέρος, Allegro animato e grazioso, επαναφέρει τόσο την αρχική τονικότητα της σύνθεσης όσο και την εορταστική φανφάρα της εισαγωγής και αποτελεί, κατά δήλωση του συνθέτη, έναν αποχαιρετισμό στην άνοιξη αλλά και μια δήλωση της ψυχικής ανάτασης που υπόσχεται η έλευσή της.
| 11 |
JOHANNES BRAHMS Συμφωνία αρ 1 .
Τον 19ο αιώνα η σκιά του Μπετόβεν έπεφτε βαριά επάνω στους συνθέτες, οι οποίοι προσπαθούσαν να φανούν αντάξιοί του, και ο νεαρός Μπραμς δεν αποτελούσε εξαίρεση. Πώς θα μπορούσε κάποιος να δημιουργήσει ένα έργο εξίσου σημαντικό με τις μπετοβενικές συμφωνίες; Με ποιο θάρρος να τολμήσει να συγκριθεί με τον γίγαντα της συμφωνικής μουσικής; Αυτή η αγωνιώδης πίεση υποχρέωσε τον τελειομανή Μπραμς να καθυστερήσει για είκοσι σχεδόν χρόνια την ολοκλήρωση της Πρώτης συμφωνίας του. Ωστόσο, η τεράστια επιτυχία της πρεμιέρας της, το 1876, αντάμειψε τον συνθέτη, που θεωρήθηκε αμέσως διάδοχος του σπουδαίου κλασικού, με τον περίφημο μαέστρο Χανς φον Μπύλοφ [Hans von Bülow] να χαρακτηρίζει το έργο «δέκατη συμφωνία Μπετόβεν». Άλλωστε, οι ομοιότητες ανάμεσα στους δύο συνθέτες είναι ορατές τόσο ως προς τη φόρμα όσο και ως προς τα επιμέρους στοιχεία των έργων. Το χαρακτηριστικό «μοτίβο της μοίρας», που διατρέχει την Πέμπτη συμφωνία του Μπετόβεν αλλά και τη Σονάτα για πιάνο αρ. 23 («Απασιονάτα»), ξεπροβάλλει διακριτικά στο δυναμικό πρώτο μέρος της Συμφωνίας του Μπραμς, αποτίνοντας φόρο τιμής στον συνθέτη που «στοίχειωσε» τη συμφωνική μουσική του 19ου αιώνα. Τα δύο κεντρικά μέρη της Συμφωνίας, γεμάτα λυρισμό και εκφραστικότητα, αναδεικνύουν την εσωτερική ευαισθησία του Μπραμς, η οποία κορυφώνεται με το τρυφερό σόλο του βιολιού στο δεύτερο μέρος. Το καταληκτικό μέρος ξαφνιάζει με τη σκοτεινή, δυσοίωνη εισαγωγή του, που γεννάει αισθήματα αγωνίας και τρόμου, τα οποία, ωστόσο, διαλύονται αμέσως μετά με το λαμπερό σόλο του γαλλικού κόρνου και τη γλυκύτητα του φλάουτου. Το μήνυμα της ελπίδας κορυφώνεται με την πανέμορφη μελωδία των εγχόρδων, που παραπέμπει και πάλι έμμεσα στον Μπετόβεν και συγκεκριμένα στην περίφημη «Ωδή στη χαρά» της Ένατης συμφωνίας του, και τη θριαμβευτική κατάληξη του έργου με σύσσωμη την ορχήστρα. Χάρη στην Πρώτη συμφωνία του, ο Μπραμς κατατάσσεται στο πάνθεον των σπουδαίων συνθετών του Ρομαντισμού.
| 12 |
ROBERT SCHUMANN Συμφωνία αρ 2 .
Η Συμφωνία αρ. 2 σε ντο μείζονα γράφτηκε το 1846. Ο Σούμαν, που η ψυχική ζωή του ήταν μια διαρκής εναλλαγή κατάθλιψης και χαράς, βρισκόταν εκείνη την περίοδο σε μεγάλη αναταραχή. Άρχισε να συνθέτει το έργο έχοντας μόλις αναρρώσει από έναν ακόμα νευρικό κλονισμό. Παρέμενε εύθραυστος, τον βασάνιζαν εμμονές και εμβοές που συντάραζαν τον ευαίσθητο ψυχισμό του. Όμως ακόμα και τις σκοτεινές ώρες κρατούσε ζωντανή την ελπίδα ότι θα ανακάμψει. Αυτό το σφιχταγκάλιασμα της τραγωδίας και του θριάμβου αντανακλάται στη Δεύτερη συμφωνία, που είναι γεμάτη συναισθηματικές αντιφάσεις, συγκινησιακές εξάρσεις, αλλά και όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία των συνθέσεων του Σούμαν, όπως ο εμπνευσμένος λυρισμός και ο τολμηρός πειραματισμός. Με έναν τέτοιο θαρραλέο νεωτερισμό ξεκινάει η μυστηριακή εισαγωγή του πρώτου μέρους: μια απαλή, σαν ερωτικό κάλεσμα, μελωδία εμφανίζεται από τα χάλκινα πνευστά, ενώ τα έγχορδα στρώνουν ένα πολύχρωμο χαλί με την ήπια κινητική υφή τους. Πρόκειται για ενορχήστρωση πρωτοφανή για την εποχή, αφού έως τότε τα στεντόρεια χάλκινα χρησιμοποιούνταν κυρίως για να ενισχύσουν ηχηρά την αρμονία, αλλά σπάνια για να εκφράσουν μελωδικούς σκοπούς. Η μελωδία αυτή εμφανίζεται ως συνδετικός κρίκος σε όλα τα μέρη του έργου, διασφαλίζοντας τη συνοχή του. Στο ζωηρό Allegro που ακολουθεί, τα έγχορδα κυριαρχούν για πρώτη φορά με γρήγορες κινήσεις και σχεδόν νευρωτικούς τονισμούς, για να μας οδηγήσουν στο υπέροχο, ταχύτατο Scherzo, με τα βιολιά να δίνουν ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας, ακρίβειας και αντοχής, ενώ η υφή των δύο Trio παραπέμπει ενορχηστρωτικά σε ένα έξοχο δείγμα μουσικής δωματίου. Όμως, η μεγαλύτερη ομορφιά αυτής της Συμφωνίας περιέχεται στο τρίτο μέρος, ένα Adagio τέτοιας λυρικής έντασης που ξεχωρίζει ανάμεσα στα αργά μέρη των έργων της εποχής του: λιτή ενορχήστρωση και μια απογειωτική τραγική μελωδία, που οδηγείται σε εκστατική κορύφωση, για να λυθεί σε μια παρατεταμένη κάθοδο από τρίλιες στα έγχορδα και από το θλιμμένο τραγούδι των ξύλινων πνευστών. Η Συμφωνία κλείνει με ένα θριαμβευτικό τέταρτο μέρος, που σφύζει από σθένος και αυτοπεποίθηση, με το πρώτο θέμα στα έγχορδα, θρασύ και πανηγυρικό, το δεύτερο θέμα από τα ξύλινα πνευστά σαν γλυκιά ανάμνηση του Adagio, και τέλος το μοτίβο της εισαγωγής από τα χάλκινα που οδηγεί το έργο στην ενθουσιώδη κατάληξη. Μια μεγαλειώδης συμφωνία, γεμάτη δύναμη, μυστήριο και λυρισμό.
| 13 |
JOHANNES BRAHMS Συμφωνία αρ 2 .
Μετά την ενθουσιώδη αποδοχή της Πρώτης του συμφωνίας, ο Μπραμς άρχισε να συνθέτει πλέον συμφωνικά έργα με αυτοπεποίθηση και τόλμη. Κι ενώ η ολοκλήρωση της Πρώτης διήρκεσε σχεδόν είκοσι χρόνια, η Δεύτερη συμφωνία του, στη λαμπερή τονικότητα της ρε μείζονας, γράφτηκε μέσα σε ένα καλοκαίρι και μάγεψε το κοινό της Βιέννης, όπου πρωτοπαρουσιάστηκε. Το έργο, εμπνευσμένο από το αλπικό τοπίο του χωριού Παίρτσαχ, όπου διέμενε ο συνθέτης το 1877, γεννάει εικόνες του ανθισμένου αγρού και της ήρεμης λίμνης κάτω από τον μπλε ουρανό της χαραυγής, χωρίς, όμως, να λείπουν οι στιγμές πρόσκαιρης αγωνίας. Από τα αρχικά κιόλας μέτρα του πρώτου μέρους διαφαίνεται μια γαλήνια και χαρούμενη διάθεση, με την παραλλαγμένη γλυκιά μελωδία του περίφημου «Νανουρίσματος» –που ο συνθέτης είχε γράψει εννέα χρόνια νωρίτερα– να φωτίζει αχνά το μέρος, σαν πυγολαμπίδες σε καλοκαιρινή νύχτα. Μια ζεστή, εκφραστική μελωδία στα τσέλα εισάγει το Adagio non troppo, που κινείται ανάμεσα σε μείζονες και ελάσσονες τονικότητες, σαν η αναστάτωση και η γαλήνη να βαδίζουν χέρι χέρι. Το τρίτο μέρος έχει τον χαλαρό χαρακτήρα μιας σερενάτας, γεμάτης χάρη και γοητεία, με δύο παιχνιδιάρικα περάσματα presto και έναν πλούτο μετακινούμενων τονισμών. Το φινάλε της Συμφωνίας ακτινοβολεί ενέργεια και ενθουσιασμό από την αρχή ως το τέλος. Τα σύννεφα μοιάζουν να απομακρύνονται, μετά τα ήσυχα πρώτα μέτρα, και η μουσική συνεχίζει λαμπερά μέχρι το τέλος, με έναν ορχηστρικό θριαμβευτικό βρυχηθμό που θυμίζει τον δοξαστικό Μπετόβεν, αλλά και τις προσωπικές πινελιές του Μπραμς, με το εκστατικό σόλο στο κλαρινέτο ή με τον ζεστό βηματισμό των εγχόρδων που ακολουθεί αμέσως μετά, φτάνοντας σταδιακά σε πανηγυρική κορύφωση.
| 14 |
ROBERT SCHUMANN Συμφωνία αρ 3 .
Η Συμφωνία «του Ρήνου», όπως ονομάστηκε η Τρίτη συμφωνία του Σούμαν, γράφτηκε το 1850, λίγο αφότου ο συνθέτης μετακόμισε με την οικογένειά του στο Ντύσσελντορφ, προκειμένου να εργαστεί ως μαέστρος στην τοπική ορχήστρα. Η πόλη τον μάγεψε αμέσως και η επαγγελματική του θέση του εξασφάλιζε διαρκή πρόσβαση σε μουσικούς, γεγονός που τον ώθησε στη σύνθεση. Το 1851 έγινε η πρεμιέρα της Συμφωνίας –της μόνης από τις τέσσερις συμφωνίες του που έχει πέντε μέρη, κάτι ασυνήθιστο για την εποχή–, την οποία διηύθυνε ο ίδιος. Το έργο χαρακτηρίζεται από ορμή και μεγαλοπρέπεια, αλλά και από κεφάτη ρυθμική και μελωδική ευρηματικότητα, με το σαρωτικό εναρκτήριο μέρος του, γεμάτο αυτοπεποίθηση και γνήσια αίσθηση χαράς, να καθηλώνει τον ακροατή. Σαν δροσερό καλοκαιρινό αεράκι, τo Scherzo του δεύτερου μέρους αποδίδει τη χαλαρωτική ατμόσφαιρα της εξοχής, παραπέμποντας σε αυστριακό λέντλερ [Ländler], τον χαριτωμένο αντικριστό χορό. Το τρίτο μέρος, ένα αργό ιντερλούδιο με τα κόρνα και τα ξύλινα πνευστά να τραγουδούν το πανέμορφο θέμα πάνω από τα συνοδευτικά έγχορδα, θυμίζει τα περίφημα τραγούδια του συνθέτη. Όμως το μέρος που περισσότερο από κάθε άλλο γεννάει ζωηρές εικόνες στη φαντασία του ακροατή είναι το τέταρτο. Επηρεασμένο, πιθανώς, από την τελετή ενθρόνισης του Καρδιναλίου Γκάισσελ [Geissel], την οποία είχε παρακολουθήσει ο συνθέτης στον γοτθικό καθεδρικό της Κολωνίας, το μέρος αυτό αποπνέει κάτι μεγαλειώδες, αλλά ταυτόχρονα σεμνό και ιερό, με το ηχόχρωμα των τριών τρομπονιών να θυμίζει μεσαιωνική πολυφωνία. Η αισιόδοξη ενεργητικότητα επιστρέφει στο τελευταίο μέρος, για ένα ζωηρό και χαρούμενο φινάλε που αντικατοπτρίζει την ηλιόλουστη κοιλάδα του Ρήνου. Πόσο ειρωνικό, στ’ αλήθεια, αν σκεφτεί κανείς ότι τέσσερα μόλις χρόνια μετά τη σύνθεση του λαμπερού αυτού έργου ο συνθέτης θα ριχνόταν στα νερά του αγαπημένου του ποταμού για να δώσει τέλος στη ζωή του...
| 15 |
JOHANNES BRAHMS Συμφωνία αρ 3 .
Με την αυτοπεποίθηση που του έδινε η επιτυχία των δύο πρώτων Συμφωνιών του και άλλων μεγάλων συμφωνικών έργων, όπως το Γερμανικό ρέκβιεμ, το Κοντσέρτο για βιολί, τα Κοντσέρτα για πιάνο κ.ά., ο πενηντάχρονος Μπραμς γράφει, το 1883, την Τρίτη συμφωνία του –τη μικρότερη σε έκταση από όλες– μέσα σε τέσσερις μόλις μήνες. Η Συμφωνία διαγράφει ένα αφηγηματικό τόξο, με μια κυκλική μορφή που επανεμφανίζει τις κυρίαρχες μελωδίες στα διαφορετικά της μέρη, δίνοντας στο έργο εξαιρετική συνοχή. Μια ακόμα ιδιαιτερότητα της σύνθεσης είναι η κατάληξη όλων των μερών της με έναν ήρεμο, απαλό τρόπο, που αιφνιδιάζει σε σχέση με τα ηχηρά και εντυπωσιακά φινάλε των άλλων Συμφωνιών. Το έργο, εσωτερικά αυτοβιογραφικό, ισορροπεί θαυμαστά ανάμεσα στην παθιασμένη αναστάτωση και τον ευαίσθητο λυρισμό που συχνά συναντάμε στις συνθέσεις του Μπραμς, ξεχειλίζοντας από τρυφερές μελωδίες. Το πρώτο θέμα –που επιστρέφει στο τέλος του πρώτου και του τελευταίου μέρους του– αποτελεί έμμεση αναφορά στη Συμφωνία «του Ρήνου» του Σούμαν, ο οποίος τόσο πολύ είχε στηρίξει τον συνθέτη από τα πρώτα του βήματα. Η ένταση που χτίζεται από την εναλλαγή των χαρούμενων μειζόνων και των θλιμμένων ελασσόνων κλιμάκων και η ρυθμική αστάθεια που χτίζεται από τη διαδοχή διμερούς και τριμερούς ρυθμού χαρακτηρίζει ολόκληρη τη Συμφωνία, δίνοντας το στίγμα της από το πρώτο κιόλας μέρος: Allegro con brio. Το αργό Andante, στο δεύτερο μέρος, έχει το χαρακτήρα μιας σερενάτας ξύλινων πνευστών, που παιχνιδίζουν με τα έγχορδα κάτω από τον έναστρο ουρανό. Το πρώτο θέμα εμφανίζεται λυρικό στο κλαρινέτο και καταλήγει με μια ηχώ στα έγχορδα, με το σοβαρό δεύτερο θέμα, σε ύφος λιτανείας, να επιστρέφει στο τελευταίο τμήμα, όπου το διαδέχεται η βαθιά μελαγχολία της μοναχικής ψυχής στο τρίτο μέρος, Poco Allegretto. Η ταραχώδης αναστάτωση με την οποία ξεκινάει το τελευταίο μέρος του έργου αποφορτίζεται στην coda, με την επιστροφή στην αρχική τονικότητα της φα μείζονας και την ήπια ηχώ του πρώτου μέρους, ενώ οι επαναλαμβανόμενες συγχορδίες των τελευταίων μέτρων μοιάζουν να οδηγούν προς την εξιλέωση.
| 16 |
ROBERT SCHUMANN Συμφωνία αρ 4 .
Η Συμφωνία σε ρε ελάσσονα γράφτηκε αμέσως μετά τη μνημειώδη επιτυχία της λαμπερής και πρόσχαρης Πρώτης συμφωνίας του Σούμαν. Το νέο έργο, σκοτεινό και δραματικό, ακολουθούσε μια πρωτοποριακή, για τα δεδομένα της εποχής, φόρμα. Η μουδιασμένη, ωστόσο, αντίδραση του κοινού στη μορφολογική αυτή καινοτομία κατά την πρεμιέρα της Συμφωνίας, το 1841, σε συνδυασμό με την άρνηση του εκδότη να την εκδώσει, φοβούμενος ότι θα επισκιάσει την επιτυχία και τις πωλήσεις της Πρώτης συμφωνίας, οδήγησαν τον Σούμαν στην απόφαση να αφήσει στην άκρη το έργο. Το αναθεώρησε δέκα χρόνια αργότερα. Η νέα πρεμιέρα έγινε το 1853, οπότε ο Σούμαν είχε ήδη γράψει κι άλλες δύο, επιτυχημένες, συμφωνίες· έτσι, η Συμφωνία σε ρε ελάσσονα εμφανίζεται επισήμως ως τέταρτη, αντί για δεύτερη. Το έργο χαρακτηρίζεται από συμπαγή ενότητα, χάρη στον θεματικό μετασχηματισμό που αναδύεται στα διαφορετικά μέρη του αλλά και στην αδιάλειπτη διαδοχή τους, που σχηματίζει μια αδιάσπαστη μουσική ροή. Η αρχική μελωδία της αργής εισαγωγής επιστρέφει στα επόμενα μέρη με ρυθμικές και μελωδικές μεταμορφώσεις. Με μια δεξιοτεχνική μετάβαση η μουσική επιταχύνει σταδιακά, καθώς ένα νέο πρόσχαρο θέμα εμφανίζεται στα έγχορδα. Η ανάπτυξη εισάγει νέα θέματα και επεκτείνεται σχεδόν ως το τέλος του μέρους, επιτρέποντας στα νέα θέματα να εξελιχθούν και να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους, μέχρι την κορύφωση στη λαμπερή τονικότητα της ρε μείζονας. Η συναισθηματική Ρομάντζα του δεύτερου μέρους δίνει έμφαση στις αντιθέσεις της ορχηστρικής υφής, ενώ ταυτόχρονα εξερευνά την τρυφερή ομορφιά του λυρικού τραγουδιού, με τη μελαγχολική μελωδία στο τσέλο και το όμποε να οδηγεί πίσω στη ζοφερή μελωδία με την οποία άρχισε το έργο. Με μια έξυπνη παραλλαγή της κυκλικής μελωδίας του πρώτου μέρους χτίζεται το θέμα στο δυναμικό και ενεργητικό Scherzo, ενώ στο ενδιάμεσο αντιθετικό τμήμα του τρίτου μέρους ηχεί υπενθυμιστικά η τραγουδιστική μελωδία του σόλο βιολιού του προηγούμενου μέρους. Μια αργή εισαγωγή συνδέει το Scherzo με το δραματικό φινάλε, που ξεσπάει με καταιγιστική ορμή και ευφορία παραθέτοντας και πάλι το υλικό των προηγούμενων μερών. Μια μεγαλειώδης φανφάρα στα γαλλικά κόρνα αναγγέλλει το λαμπερό θέμα λίγο πριν από την πληθωρική κατάληξη. Ο Σούμαν σημειώνει εδώ έναν από τους τελευταίους θριάμβους του, προτού οδηγηθεί οριστικά στην παράνοια.
| 17 |
JOHANNES BRAHMS Συμφωνία αρ 4
ΕΛΕΝΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
| 18 |
© Monika Rittershaus
Με την Τέταρτη συμφωνία του ο Μπραμς επιτυγχάνει μια σχεδόν μυστικιστική υπέρβαση, γεννημένη από αντίπαλα συναισθήματα: μελαγχολία και χαρά, σοβαρότητα και λυρισμός, επισημότητα και ευχαρίστηση. Η Συμφωνία ακολουθεί την κλασική τετραμερή φόρμα διατηρώντας διακριτή ενότητα ανάμεσα στα μέρη της. To έντονο εναρκτήριο μέρος, Allegro non troppo, αποκαλύπτει το χάρισμα του συνθέτη στην οικονομία των μέσων. Η λυρική, σαν αναστεναγμός, μελωδία του πρώτου θέματος αρχίζει με τέσσερις νότες, τις οποίες ο συνθέτης θα αναπτύξει ευρηματικά σε όλο το έργο. Η κατάληξη του μέρους είναι σπαρακτική, με τα έγχορδα να αγγίζουν τις ψηλές περιοχές σαν να αφήνουν την τελευταία τους ανάσα. Το δεύτερο μέρος, Andante moderato, ξεκινάει με μια σεμνή μελωδία στα γαλλικά κόρνα, ενώ τα ξύλινα πνευστά παίζουν μαζί της εναλλάσσοντας την τονικότητα της μι ελάσσονας και της μι μείζονας με αποκλίσεις στον αρχαϊκό φρύγιο τρόπο. Με αυτή την αναφορά ο Μπραμς ανατρέχει, κατά την προσφιλή του συνήθεια, σε παλαιότερες μουσικές περιόδους. Τα ρυθμικά pizzicati στα έγχορδα δίνουν την αίσθηση ενός αισθησιακού χορού. Η ήρεμη ζεστασιά της αρχής εξελίσσεται σε μια παθιασμένη μελωδική έκρηξη από τα τσέλα. Το τρίτο μέρος, Allegro giocoso, δείχνει καθαρά τον υψηλό δημιουργικό οίστρο του συνθέτη, που εμπνέεται από τα καλοκαιρινά τοπία των βουνών της Αυστρίας, όπου παραθέριζε. Η μουσική του είναι γεμάτη ενέργεια και χιούμορ, αλλά και παρεκκλίσεις σε μακρινές τονικές περιοχές. Εντελώς αναπάντεχα, το τελευταίο μέρος ανασύρει από την εποχή του Μπαρόκ μια εκπληκτική σακόν. Εδώ η οκτάμετρη φράση, που προέρχεται από την Καντάτα αρ. 150 του Μπαχ, υπόκειται σε 32 παραλλαγές διαφορετικού ύφους, που καταλήγουν στην πομπώδη κορύφωση του έργου. Σε αντίθεση με τους επικριτές του, που ισχυρίζονταν ότι η μουσική του είναι πολύ εγκεφαλική, εδώ ο Μπραμς συνθέτει μια απολαυστική και απόλυτα αισθαντική μουσική, σμιλεμένη με πάθος και μαεστρία.
© Holger Kettner
.
© MoNIKA RITTeRSHAUS
DANIEL BARENBOIM
| 20 |
ο ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, από τους σημαντικότερους σύγχρονους καλλιτέχνες, έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή στη διεθνή μουσική ζωή με την πολύπλευρη δράση του. εδώ και δεκαετίες εμφανίζεται ως πιανίστας και μαέστρος στις μεγαλύτερες πόλεις της ευρώπης και σε όλο τον κόσμο, ενώ είναι εμπνευστής και ιδρυτής πολλών επιτυχημένων μουσικών προγραμμάτων. Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1942. διδάχθηκε πιάνο αρχικά από τη μητέρα του, αργότερα από τον πατέρα του, και έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ σε ηλικία επτά ετών στο Μπουένος Άιρες. Το 1952 μετακόμισε στο ισραήλ με τους γονείς του. Σε ηλικία έντεκα ετών, πήρε τα πρώτα του μαθήματα διεύθυνσης, στο Ζάλτσμπουργκ, με τον Ίγκορ Μαρκέβιτς. Το καλοκαίρι του 1954 γνώρισε τον Βίλχελμ Φούρτβαινγκλερ
και έπαιξε πιάνο γι’ αυτόν. ο Φούρτβαινγκλερ ενθουσιάστηκε κι έγραψε ένα γράμμα αποκαλώντας τον εντεκάχρονο πιανίστα «πραγματικό φαινόμενο». Μέχρι το 1956, ο Μπάρενμποϊμ σπούδασε αρμονία και σύνθεση με τη νάντια Μπουλανζέ στο Παρίσι. Σε ηλικία δέκα ετών έκανε το ντεμπούτο του ως σολίστ στη Βιέννη και τη Ρώμη, κι ακολούθως στο Παρίσι (1955), στο Λονδίνο (1956) και στη νέα υόρκη (1957), όπου έπαιξε με τον Λίοπολντ Στοκόφσκι. Έκτοτε, περιοδεύει στην ευρώπη, στις ΗΠΑ, στη νότια Αμερική, την Αυστραλία και την Άπω Ανατολή. Πολυάριθμες ηχογραφήσεις μαρτυρούν το καλλιτεχνικό του μέγεθος ως πιανίστα και μαέστρου. Το 1954 άρχισε να ηχογραφεί σόλο, μεταξύ άλλων τις Σονάτες για πιάνο του Μπετόβεν. Τη δεκαετία του 1960 ηχογράφησε τα κο-
ντσέρτα για πιάνο του Μπετόβεν υπό τον Όττο Κλέμπερερ, τα Κοντσέρτα για πιάνο του Μπραμς με τον σερ Τζον Μπαρμπιρόλλι, καθώς και όλα τα Κοντσέρτα για πιάνο του Μότσαρτ με την Αγγλική Ορχήστρα Δωματίου (English Chamber Orchestra), διευθύνοντας από το πιάνο. Συνεργάζεται τακτικά ως συνοδός πιανίστας σε ρεσιτάλ σπουδαίων τραγουδιστών, όπως ο Ντήτριχ Φίσερ-Ντήσκαου. Ως μαέστρος έκανε το ντεμπούτο του το 1967, διευθύνοντας τη Φιλαρμονική του Λονδίνου, και έκτοτε έχει διευθύνει κορυφαίες ορχήστρες σε όλο τον κόσμο, μεταξύ άλλων, τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τη Φιλαρμονική του Βερολίνου, με τις οποίες συνεργάζεται εδώ και δεκαετίες. Από το 1975 έως το 1989, ως αρχιμουσικός της Ορχήστρας του Παρισιού, παρουσίασε σε πρώτη εκτέλεση πολλά σύγχρονα έργα. Ως μαέστρος όπερας έκανε το ντεμπούτο του στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, το 1973, διευθύνοντας Ντον Τζοβάννι. Από το 1981 έως το 1999 διηύθυνε κάθε καλοκαίρι παραστάσεις στο Φεστιβάλ του Μπαυρώυτ, μεταξύ άλλων, τα έργα Τριστάνος και Ιζόλδη, Το δακτυλίδι του Νίμπελουνγκ, Πάρσιφαλ και Οι αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης. Από το 1991 έως τον Ιούνιο του 2006 ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ διετέλεσε αρχιμουσικός της Συμφωνικής του Σικάγου. Το 2006 οι μουσικοί της ορχήστρας τον ανακήρυξαν ισόβιο επίτιμο αρχιμουσικό τους. Με το κορυφαίο αυτό σύνολο ολοκλήρωσε μια σειρά επιτυχημένων ηχογραφήσεων, μεταξύ των οποίων έργα Μπραμς, Μπρούκνερ, Τσαϊκόφσκι, Στράους και Σαίνμπεργκ. Από το 1992 ο Μπάρενμποϊμ είναι μου-
σικός διευθυντής στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου (Unter den Linden), ενώ από το 1992 έως τον Αύγουστο του 2002 διετέλεσε και καλλιτεχνικός της διευθυντής. Το φθινόπωρο του 2000 η Στάατσκαπελλε του Βερολίνου τον ανακήρυξε ισόβιο αρχιμουσικό της. Τόσο στο οπερατικό όσο και στο συναυλιακό ρεπερτόριο, ο ίδιος και η Στάατσκαπελλε δουλεύουν μεγάλους κύκλους έργων, τους οποίους παρουσιάζουν στο Βερολίνο και σε παγκόσμιες περιοδείες. Η παρουσίαση κύκλων με δέκα μεγάλα έργα του Βάγκνερ στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου είχε παγκόσμια απήχηση· το ίδιο και οι κύκλοι με τις Συμφωνίες Μπετόβεν, Σούμαν, Σούμπερτ και Μπρούκνερ. Άλλοι κύκλοι περιλάμβαναν τις συμφωνίες και τα ορχηστρικά τραγούδια του Μάλερ (μαζί με τον Πιερ Μπουλέζ), όπερες και ορχηστρικά έργα Μπεργκ, Σαίνμπεργκ και Ντεμπυσσύ. Εκτός από τα σπουδαία έργα του κλασικού και ρομαντικού ρεπερτορίου και του κλασικού μοντερνισμού, ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ και η Στάατσκαπελλε του Βερολίνου επικεντρώνονται στη σύγχρονη μουσική δημιουργία. Έχουν παρουσιάσει σε παγκόσμια πρεμιέρα τη μοναδική όπερα του Έλλιοτ Κάρτερ What Next? και του σερ Χάρρισον Μπέρτουιστλ The Last Supper. Το συμφωνικό τους ρεπερτόριο περιλαμβάνει συνθέσεις Μπουλέζ, Ριμ, Κάρτερ και Γαιργκ Bίντμαν. Από τις πολυάριθμες ηχογραφήσεις του μαέστρου και της Ορχήστρας ξεχωρίζουν οι τρεις ρομαντικές όπερες του Βάγκνερ (Ο ιπτάμενος Ολλανδός, Ταγχώυζερ και Λόενγκριν), Φιντέλιο του Μπετόβεν, Ηλέκτρα του Στράους και Βότσεκ του Μπεργκ, οι
| 21 |
| 22 |
Συμφωνίες Μπετόβεν, Μπραμς, Σούμαν, Μπρούκνερ και Έλγκαρ, καθώς και τα Κοντσέρτα για πιάνο Μπετόβεν, Σοπέν, Λιστ και Μπραμς, με σολίστ τον ίδιο τον Μπάρενμποϊμ. Το 2003, ο μαέστρος και η Ορχήστρα τιμήθηκαν με το Βραβείο «Β. Φούρτβαινγκλερ». Τη χρονική περίοδο 2007-2014, ο Μπάρενμποϊμ δραστηριοποιήθηκε στο Θέατρο της Σκάλας του Μιλάνου, ενώ από το 2011 ήταν μουσικός διευθυντής της. Εκεί παρουσίασε σε νέα παραγωγή τα έργα Τριστάνος και Ιζόλδη και Το δακτυλίδι του Νίμπελουνγκ, έδωσε συναυλίες με συμφωνικά έργα και με μουσική δωματίου. Το 1999 ίδρυσε την ορχήστρα Western-Eastern Divan, μαζί με τον παλαιστίνιο λογοτέχνη Έντουαρντ Σαΐντ. Κάθε καλοκαίρι, μέσω του μουσικού αυτού προγράμματος, νέοι μουσικοί από το Ισραήλ, την Παλαιστίνη και τον αραβικό κόσμο έρχονται σε επαφή και δουλεύουν από κοινού. Η Ορχήστρα επιδιώκει να φέρει τις πολλές και διάφορες πολιτισμικές παραδόσεις της Μέσης Ανατολής σε διάλογο μέσω της μουσικής. Από την πρώτη στιγμή, οι μουσικοί της Στάατσκαπελλε του Βερολίνου συνέβαλαν σε αυτή την πρωτοβουλία στηρίζοντας ως μέντορες τα μέλη της Western-Eastern Divan. Από το 2015, πάντα με πρωτοβουλία του Μπάρενμποϊμ, ταλαντούχοι νέοι μουσικοί του αραβικού κόσμου σπουδάζουν στην Ακαδημία «Μπάρενμποϊμ-Σαΐντ» στο Βερολίνο. Αυτή η ακαδημία μουσικής και ανθρωπιστικών επιστημών προσφέρει, από το φθινόπωρο του 2016, ένα τετραετές πρόγραμμα πτυχιακών σπουδών σε ενενήντα σπουδαστές και σπουδάστριες, στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου.
Στην Όπερα αυτή, στην Αίθουσα «Πιερ Μπουλέζ», ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ εμφανίζεται συχνά ως μαέστρος, πιανίστας, μουσικός δωματίου και συνοδός πιανίστας. Το 2016 ίδρυσε ένα τρίο με πιάνο, με τον βιολονίστα Μίκαελ Μπάρενμποϊμ και τον τσελίστα Κίαν Σολτάνι, και το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου εμφανίστηκαν στο Κολόν της Αργεντινής. Την περίοδο 2017-18, στην Αίθουσα «Μπουλέζ», ερμήνευσαν όλα τα Τρίο για πιάνο του Μπετόβεν, καθώς και σύγχρονες δημιουργίες. Ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις. Έχει λάβει το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Große Verdienstkreuz mit Stern und Schulterband), τον Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής της Γαλλίας, έχει ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, έχει τιμηθεί με το σημαντικό βραβείο τεχνών Praemium Imperiale από τον αυτοκρατορικό οίκο της Ιαπωνίας και έχει γίνει Πρεσβευτής του ΟΗΕ για την Ειρήνη. Η βασίλισσα Ελισάβετ του απένειμε τον τίτλο του Ιππότη Διοικητή του πιο εξαιρέτου τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ έχει συγγράψει πολλά βιβλία, μεταξύ άλλων, την αυτοβιογραφία Μια ζωή στη μουσική (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012, μετ. Θ. Γλυνάτσης), Παραλληλίες και παραδοξότητες, μαζί με τον Έντουαρντ Σαΐντ (Νεφέλη 2004, μετ. Κ. Σχινά), Everything is Connected: The Power of Music, Dialoghi su musica e teatro. Tristano e Isotta (με τον Πατρίς Σερώ) και Musik ist alles und alles ist Musik Erinnerungen und Einsichten. [ danielbarenboim.com ]
© PeTeR ADAMIK
STAATSKAPELLE BERLIN
Από τα αρχαιότερα ορχηστρικά σύνολα του κόσμου και με σχεδόν 450 χρόνια παράδοσης, η Στάατσκαπελλε του Βερολίνου ιδρύθηκε το 1570, ως ορχήστρα της Αυλής, από τον πρίγκιπα-εκλέκτορα ιωακείμ Β΄ του Βρανδεμβούργου. Με την ίδρυση της Βασιλικής Αυλικής Όπερας, το 1742, από τον Φρειδερίκο τον Μέγα, το Σύνολο επέκτεινε τη δραστηριότητά του και έκτοτε παρέμεινε στενά συνδεδεμένο με την Όπερα του Βερολίνου Unter den Linden. Πολλοί σημαντικοί μουσικοί έχουν διευθύνει την ορχήστρα, τόσο σε οπερατικές παραγωγές όσο και στις τακτικές σειρές συναυλιών που οργανώνει ήδη από το 1842, μεταξύ άλλων: Γκασπάρε Σποντίνι, Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ, Τζάκομο Μέγερμπεερ, Ρίχαρντ Στράους, Έριχ κλάιμπερ, Βίλχελμ Φούρτβαινγκλερ,
Χέρμπερτ φον κάραγιαν, Φραντς κονβίτσνυ και Ότμαρ Σούιτνερ. Από το 1992 ο ντάνιελ Μπάρενμποϊμ (γενν. 1942, Μπουένος Άιρες) είναι ο κύριος αρχιμουσικός της ορχήστρας, ενώ το 2000 οι μουσικοί τον αναγόρευσαν ισόβιο μουσικό διευθυντή τους. Η ορχήστρα προσκαλείται τακτικά για συναυλίες στα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσικά κέντρα, στο ισραήλ, στην Άπω Ανατολή, τη Βόρεια και νότια Αμερική. Ανάμεσα στα μουσικά της επιτεύγματα είναι η παρουσίαση όλων των Συμφωνιών και των κοντσέρτων για πιάνο του Μπετόβεν σε Βιέννη, Παρίσι, Λονδίνο, νέα υόρκη και Τόκιο, η παρουσίαση κύκλων με Συμφωνίες Σούμαν και Μπραμς, ο κύκλος όλων των σκηνικών έργων του Βάγκνερ, και η παρουσίαση του κύκλου Το Δακτυλίδι του Νίμπελουνγκ στην ιαπωνία το 2002.
| 23 |
Το 2007 το Σύνολο παρουσίασε, υπό τον Μπάρενμποϊμ και τον Πιερ Μπουλέζ, τις Συμφωνίες και τα ορχηστρικά τραγούδια του Μάλερ στην Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Τον ίδιο κύκλο παρουσίασαν και στο Μουζίκφεραϊν της Βιέννης, καθώς και στο κάρνεγκι Χολ της νέας υόρκης. Έχουν επίσης ερμηνεύσει κύκλο με συμφωνίες του Μπρούκνερ στη Βιέννη (ιούνιος 2012) και το Δακτυλίδι του Νίμπελουνγκ (κοντσερτάντε) στα Proms του Λονδίνου (καλοκαίρι 2013). ο περίφημος κύκλος του Μπρούκνερ παρουσιάστηκε επίσης στο Σαντόρι Χολ του Τόκιο, στο κάρνεγκι Χολ της νέας υόρκης και στην Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Παρισιού. Η κρατική ορχήστρα του Βερολίνου έχει πλούσια ηχογραφική παρουσία τόσο στο οπερατικό όσο και στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Πρόσφατα κυκλο-
| 24 |
φόρησαν οι ηχογραφήσεις της των εννέα Συμφωνιών του Μπρούκνερ, των κοντσέρτων για πιάνο του Σοπέν, του Λιστ και του Μπραμς, καθώς και μεγάλων συμφωνικών έργων Στράους, Σιμπέλιους, Τσαϊκόφσκι, ντβόρζακ, Έλγκαρ και ντεμπυσσύ. Έχει συμμετάσχει σε πολλές παραγωγές όπερας, μεταξύ άλλων, Ταγχώυζερ και Πάρσιφαλ του Βάγκνερ, Τροβατόρε του Βέρντι, Λούλου του Μπεργκ, Η μνηστή του Τσάρου του Ρίμσκι-κόρσακοφ και Σκηνές από τον «Φάουστ» του Γκαίτε του Σούμαν. Για τα 450α γενέθλια της Staatskapelle Berlin, κυκλοφόρησε μια δισκογραφική έκδοση με τις Μεγάλες Ηχογραφήσεις της ορχήστρας υπό τη διεύθυνση σπουδαίων αρχιμουσικών, ενώ εκδόθηκε βιβλίο και οργανώθηκε έκθεση για να προβληθεί η μακριά και πλούσια ιστορία της. [ staatskapelle-berlin.de ]
εκδοΣΗ οΜΜΑ διευΘυνΣΗ ΠΡοΒοΛΗΣ & εΠικοινΩνιΑΣ ΕλΕνη ∆Ι∆ΑΣΚΑλοΥ | ΤΜΗΜΑ εκδοΣεΩν λητω τΣΕΚοΥρΑ εΠιΜεΛειΑ ενΤυΠου ∆ΕΣΠοΙνΑ ΠΑΠΑΓΙΑννοΠοΥλοΥ | εΞΩΦυΛΛο POST-SPECTACULAR OFFICE ΣΧεδιΑΣΜοΣ ενΤυΠου ΜΑρΙΑ ΖΑχΑρΙοΥ∆ΑΚη | ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΜΠΥλη ΑΕΒΕ
Experience world-class opera, concerts
Experience world-class opera, concerts and ballet with the over 450-years-old and ballet with the over 450-years-old Staatskapelle Berlin, general music Staatskapelle Berlin, general music director Daniel Barenboim and internationally renowned director Daniel Barenboim and internationally renowned soloists.Welcome Welcometoto historical, extensively restored opera soloists. thethe historical, extensively restored opera houseUnter Unterden denLinden Linden centre of Berlin, home house in in thethe centre of Berlin, home to a to a almost280-year 280-yearlong, long, outstanding artistic tradition. almost outstanding artistic tradition.
FI N D O U T MOR E ABO U T O UR SE A S O N
FIN D OU T SMORE ABO LI U TN.DE O UR SEAS ON STA AT OP ER–BER STA AT S OPER–BERLIN.DE
1991-2021
© Yannis Bournias
με πυξίδα τον άνθρωπο και ορίζοντα τον κόσμο Στα τριάντα χρόνια λειτουργίας του, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει καθιερωθεί ως φορέας πολιτισμού με διεθνή ακτινοβολία. Η δημιουργία του άλλαξε το αστικό τοπίο και διαμόρφωσε μια νέα συνθήκη πρόσληψης της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής. Το Μέγαρο, μια πραγματική πολιτεία των τεχνών, υπηρετεί τις κλασικές αξίες και ενθαρρύνει την πρωτοποριακή σκέψη. Η κλασική μουσική σε όλο το φάσμα της, οι συμφωνικές ορχήστρες, η όπερα και το ρεσιτάλ τραγουδιού, η λόγια δημιουργία και η δημοτική παράδοση, η ελληνική μουσική και οι ήχοι του κόσμου, οι ιστορικοί και οι σύγχρονοι συνθέτες, οι νέοι σολίστ και οι διεθνώς καταξιωμένοι ερμηνευτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής του Μεγάρου, το οποίο διαρκώς διευρύνει τη σχέση του με το σύνολο των παραστατικών και εικαστικών τεχνών: το μπαλέτο, ο σύγχρονος χορός, οι θεατρικές παραστάσεις, οι προβολές και οι εκθέσεις αναδεικνύονται μέσα από ένα δυναμικό πρόγραμμα που στοχεύει να ψυχαγωγήσει αλλά και να εκπαιδεύσει. Η έρευνα, οι διαλέξεις και οι εκπαιδευτικές δράσεις για παιδιά και νέους κρατούν ανοιχτό προς όλους το διάλογο, μέσα στο πλαίσιο μιας πλουραλιστικής κοινωνίας των ιδεών. Πίσω από όλα αυτά, το όραμα που σχεδόν εκατό χρόνια πριν ενέπνευσε τη δημιουργία του και η ενέργεια των ανθρώπων που πιστεύουν και στηρίζουν τους σκοπούς του. Τριάντα χρόνια μετά, το Μέγαρο ανταποκρίνεται στις προκλήσεις μιας νέας πραγματικότητας, με πυξίδα τον άνθρωπο και ορίζοντα τον κόσμο.
εΠιΣΗΜοΣ ΧοΡΗΓοΣ ΑεΡοΜεΤΑΦοΡΩν
YΠοΣΤΗΡικΤΗΣ
ΧοΡΗΓοI εΠικοινΩνιΑΣ