Skip to main content

Εθνική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ουγγαρίας Alevtina Ioffe Alexander Malofeev

Page 1

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 23–24 Μ Ε Τ Η Ν Υ Π Ο Σ Τ Η Ρ Ι Ξ Η Τ Ο Υ Υ Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Υ Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Υ

ΕΘΝΙΚΉ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΉ ΟΡΧΉΣΤΡΑ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΊΑΣ ALEVTINA IOFFE ALEXANDER MALOFEEV


14.12.2023

ΕΘΝΙΚΉ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΉ ΟΡΧΉΣΤΡΑ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΊΑΣ ALEVTINA IOFFE ALEXANDER MALOFEEV

Η διάσημη ορχήστρα γιορτάζει τα 100 χρόνια της συμπράττοντας με μια κορυφαία αρχιμουσικό και έναν πιανίστα-φαινόμενο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ © CSIBI SZILVIA


MΕΓΑΛΕΣ ΟΡΧΗΣΤΡΕΣ – ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΟΛΙΣΤ ΑΙΘΟΥΣΑ ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ (1891-1953) Ρωμαίος και Ιουλιέτα, μπαλέτο έργο 64 (αποσπάσματα) Παραδοσιακός χορός, από τη Σουίτα αρ. 1 Μοντέγοι και Καπουλέτοι, από τη Σουίτα αρ. 2 Η νεαρή Ιουλιέτα, από τη Σουίτα αρ. 2 Μενουέτο, από τη Σουίτα αρ. 1 Οι μάσκες, από τη Σουίτα αρ. 1 Ο θάνατος του Τυβάλδου, από τη Σουίτα αρ. 1 Ρωμαίος και Ιουλιέτα (Σκηνή του μπαλκονιού), από τη Σουίτα αρ. 1

FRANZ LISZT (1811-1886) Totentanz (Χορός των νεκρών), για πιάνο και ορχήστρα, S. 126 ΔΙΑ ΛΕΙΜΜΑ

FRÉDÉRIC CHOPIN (1810-1849) Andante Spianato & Grande Polonaise brillante, για πιάνο και ορχήστρα, έργο 22 BÉLA BARTÓK (1881-1945) Σουίτα από το μπαλέτο «Ο θαυμαστός μανδαρίνος», έργο 19

ΠΙΑΝΟ

Alexander Malofeev ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Alevtina Ιoffe


ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ Ρωμαίος και Ιουλιέτα, μπαλέτο έργο 64 Το 1934 τα «Σοβιετικά Μπαλέτα» (γνωστά σήμερα ως Μπαλέτα Μαριίνσκι), με έδρα το Κρατικό Ακαδημαϊκό Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου του Λένινγκραντ, πρότειναν στον συνθέτη να γράψει μουσική για ένα μπαλέτο με θέμα την τραγική σαιξπηρική ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Την πρόταση υποστήριζε κυρίως ο σημαντικός ρώσος σαιξπηρικός σκηνοθέτης (και διευθυντής του εν λόγω θεάτρου) Σεργκέι Ράντλοφ, ο οποίος, εκτός του ότι μοιραζόταν με τον Προκόφιεφ το πάθος για το σκάκι, είχε σκηνοθετήσει και το πρώτο ανέβασμα στη Ρωσία της όπεράς του Η αγάπη για τα τρία πορτοκάλια. Ωστόσο, η δολοφονία (1η Δεκεμβρίου 1934) του Σεργκέι Κίροφ, ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Λένινγκραντ, είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο τη μετονομασία των «Σοβιετικών Μπαλέτων» σε «Μπαλέτα Κίροφ», αλλά κυρίως την απομάκρυνση του νεωτεριστή Ράντλοφ από τη διοίκηση του θεάτρου, το οποίο σύντομα απέσυρε την πρόταση που είχε γίνει στον Προκόφιεφ. Ο συνθέτης, αποφασισμένος να γράψει το μπαλέτο, συμφώνησε με τα Μπαλέτα Μπολσόι της Μόσχας να παρουσιάσουν το έργο. Την άνοιξη του 1935 η δημιουργία του μπαλέτου ξεκίνησε με τη συνδρομή του ρώσου δραματουργού Αντριάν Πιοτρόφσκι, του χορογράφου Λεονίντ Λαβρόφσκι και φυσικά του Ράντλοφ. Ο Προκόφιεφ ολοκλήρωσε τη σύνθεση πολύ γρήγορα –μέσα σε πέντε μήνες– στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1935, και την πλήρη ενορχήστρωσή της τον επόμενο μήνα. Η υποδοχή της όμως από τα μπαλέτα Μπολσόι κάθε άλλο παρά θετική υπήρξε· οι χορευτές έκριναν ότι πάνω σε αυτή τη μουσική ήταν αδύνατο να χορέψουν κι έτσι το ανέβασμα ακυρώθηκε. Απογοητευμένος ο Προκόφιεφ, σχηματοποίησε τότε δύο ορχηστρικές σουίτες, έργο 64, με αποσπάσματα από το μπαλέτο. Η πρώτη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 24 Νοεμβρίου 1936 στη Μόσχα και η δεύτερη στις 15 Απριλίου 1937 στο Λένινγκραντ. Επίσης, το 1937 ο συνθέτης μετέγραψε δέκα κομμάτια από το μπαλέτο για σόλο πιάνο. Κάποια χρόνια αργότερα, το 1946, προέκυψε και μια τρίτη ορχηστρική σουίτα, έργο 101, που πρωτοπαίχτηκε στις 8 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς στη Μόσχα. Τελικά, το πρώτο ανέβασμα του έργου Ρωμαίος και Ιουλιέτα έγινε στο Μπρνο της Τσεχίας στις 30 Δεκεμβρίου 1938, σε χορογραφία του Ίβο Πσότα, ο οποίος χόρεψε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η μεγάλη απήχηση των δύο ορχηστρικών σουιτών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ένας μη σοβιετικός φορέας είχε ανεβάσει πρώτος το μπαλέτο συνέβαλαν στην αλλαγή στάσης των μπαλέτων Κίροφ, τα οποία ανέβασαν το μπαλέτο στις 11 Ιανουαρίου 1940 στο Λένινγκραντ, σε χορογραφία του Λαβρόφσκι, με τη θρυλική Γκαλίνα Ουλάνοβα στο ρόλο της Ιουλιέτας. Στόχος του συνθέτη ήταν να φτάσει η μουσική του στην ψυχή των ακροατών, ακόμα και χωρίς τη σκηνική δράση. Η διαχρονική επιτυχία των ορχηστρικών σουιτών τον δικαίωσε απόλυτα. Με τεράστιο μελωδικό πλούτο, χαρακτηριστικά ρυθμικά σχήματα, έντονες ενορχηστρωτικές αντιθέσεις και πηγαία δραματικότητα, η μουσική του έργου συνδυάζει τα βασικά στοιχεία της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του Προκόφιεφ, όπως ο ίδιος τα είχε επισημάνει: το κλασικό, το μοντέρνο, το μηχανιστικό, το λυρικό και το γκροτέσκο.

4


© VICTOR GORIACHEV

5


FRANZ LISZT Totentanz, για πιάνο και ορχήστρα, S. 126 Η ιδέα του «χορού του νεκρών», αυτή η μακάβρια εικόνα του θανάτου προσωποποιημένου, που κρατώντας το δρεπάνι του παίρνει τις ζωές όλων, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης ή πλούτου, κυρίευε τη φαντασία των Ευρωπαίων κατά τον Μεσαίωνα. Το θέμα ενέπνευσε αμέτρητα έργα τέχνης, όπως μια τοιχογραφία του ιταλού ζωγράφου και γλύπτη Oρκάνια (14ος αιώνας) στην Πίζα και μια σειρά ξυλογραφιών του μεγάλου γερμανού ζωγράφου Χανς Χόλμπαϊν του νεότερου (16ος αιώνας). Ο Φραντς Λιστ είχε δει αμφότερα τα έργα αυτά, που με τη σειρά τους αποτέλεσαν την έμπνευσή του για το Χορό των νεκρών. Η πρώτη εκδοχή του έργου για πιάνο και ορχήστρα άρχισε να γράφεται το 1849 και ολοκληρώθηκε το 1853, ως σειρά παραλλαγών πάνω στο γνωστό θέμα Dies irae (Ημέρα οργής) από τη νεκρώσιμη ακολουθία της Καθολικής Εκκλησίας. Τότε το έργο περιείχε (λίγο πριν το τέλος του) και ένα τμήμα στο οποίο ο συνθέτης αξιοποιούσε ένα παλιότερο έργο του για πιάνο και ορχήστρα, το De profundis (Εκ βαθέων), βασισμένο σε έναν εκκλησιαστικό ψαλμό. Ωστόσο η ενότητα, η οποία είχε παρηγορητικό χαρακτήρα, αφαιρέθηκε από τον Λιστ σε μεταγενέστερη αναθεώρηση του έργου, το 1864 – κατά πολλούς η απόφαση αυτή είχε να κάνει και με την ψυχολογική του κατάσταση, μετά τον θάνατο δύο παιδιών του. Το έργο, με τη δεύτερη αυτή μορφή –με την οποία είναι γνωστό μέχρι σήμερα– παίχτηκε για πρώτη φορά στη Χάγη, στις 15 Απριλίου 1865. Σολίστ, ο κορυφαίος πιανίστας της εποχής και γαμπρός του συνθέτη Χανς φον Μπύλοφ, στον οποίον άλλωστε ήταν αφιερωμένο το έργο. Η πιανιστική γραφή είναι εκπληκτικά δεξιοτεχνική και απηχεί τη βιαιότητα και τραγικότητα του θανάτου μέσα από αλλεπάλληλα γκλισάντι, γεμάτες συγχορδίες και σαρωτικά περάσματα σε όλη την έκταση του οργάνου, απέναντι στα οποία βεβαίως αντιπαρατίθενται στιγμές στοχαστικής ηρεμίας, πολυφωνικού χαρακτήρα. Ο μεγάλος συνθέτης Μπέλα Μπάρτοκ σημείωνε εύστοχα για το Χορό των νεκρών: «Το έργο έχει μια φαντασμαγορική, ονειρική ποιότητα, που κάνει κάποιον να νιώθει πως βρίσκεται σε έναν κόσμο όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και όπου καμία αντιπαράθεση δεν είναι υπερβολικά αλλόκοτη».

FRÉDÉRIC CHOPIN Andante spianato & Grande Polonaise brillante, για πιάνο και ορχήστρα, έργο 22

6

Ο πολωνικής καταγωγής χορός της «πολωνέζας» ενέπνευσε αρκετούς συνθέτες πριν και μετά τον Σοπέν (Mότσαρτ, Μπετόβεν, Σούμπερτ, αλλά και Λιστ, Τσαϊκόφσκι, Σκριάμπιν, Moσκόφσκι). Ωστόσο το όνομα του Σοπέν συνδέθηκε άρρηκτα με το χορό αυτόν, ο οποίος αποτέλεσε για τον συνθέτη σταθερό έναυσμα για τη δημιουργία έργων εξαιρετικής λεπτότητας, ομορφιάς και χορευτικής διάθεσης. Η Μεγάλη Πολωνέζα σε μι ύφεση μείζονα είναι ένα νεανικό έργο, που γράφτηκε μεταξύ Σεπτεμβρίου 1830 και Ιουλίου 1831. Ήδη στις αρχές Νοεμβρίου 1830 ο συνθέτης είχε φύγει από τη γενέτειρά του, Πολωνία, αναζητώντας καλύτερες προοπτικές στη Βιέννη. Εκεί παρέμεινε για οκτώ μήνες


περίπου, πριν την οριστική εγκατάστασή του στο Παρίσι. Η έντονη νοσταλγία για την πατρίδα του, η οποία μάλιστα εκείνο τον καιρό βίωνε μια ηρωική αλλά και αιματηρή εξέγερση εναντίον της ρωσικής κατοχής, ήταν αναμενόμενο να αποτυπωθεί στη Μεγάλη Πολωνέζα. Το 1834 ο συνθέτης επέστρεψε στο έργο συμπληρώνοντάς το με ένα εισαγωγικό μέρος για σόλο πιάνο (Andante spianato). Το έργο, με την ενιαία του πλέον μορφή, εκτελέστηκε για πρώτη φορά από τον συνθέτη στις 26 Απριλίου 1835 στο Παρίσι, σε μία από τις ελάχιστες δημόσιες σολιστικές του εμφανίσεις. Το 1836 ο Σοπέν μετέγραψε το έργο για κουαρτέτο με πιάνο και, δύο χρόνια αργότερα, για σόλο πιάνο. Το Andante spianato (σε σολ μείζονα) αποτελεί μια αιθέρια πιανιστική εισαγωγή, απόλυτα συνεπή προς τον όρο spianato, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως επίπεδο, λείο. Πάνω από την ήπια, κυματοειδή συνοδεία του αριστερού χεριού, το δεξί εξυφαίνει μια απαλή μελωδία, που παραπέμπει στην ατμόσφαιρα των Νυχτερινών του. Ακολουθεί ένα εξίσου ήρεμο τμήμα, στο οποίο αμυδρά διακρίνονται ρυθμικά στοιχεία μαζούρκας. Η κυματοειδής κίνηση της αρχής επιστρέφει για λίγο, οδηγώντας σταδιακά στο κλείσιμο του εισαγωγικού αυτού Andante. Η Πολωνέζα αρχίζει με μια θεαματική ορχηστρική φανφάρα, που ξεκάθαρα δίνει και το ρυθμικό στίγμα του τριμερούς χορού της Πολωνέζας. Από εκεί και μετά, το πιάνο διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο: εκθέτει το ρωμαλέο κύριο θέμα, το οποίο και διανθίζει στην πορεία με άκρως δεξιοτεχνικά και λαμπερά περάσματα. Ένα ενδιάμεσο τμήμα (σε ντο ελάσσονα), πάνω στο ρυθμικό σχήμα του πολωνικού χορού, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα πιο σκοτεινή και έντονα αισθαντική. Μετά την επαναφορά του αρχικού θέματος, η εκτενής κόντα οδηγεί σε θριαμβευτική κορύφωση και κατάληξη του έργου.

BÉLA BARTÓK Σουίτα από το μπαλέτο «Ο θαυμαστός μανδαρίνος», έργο 19 Μετά τη μονόπρακτη όπερα Το κάστρο του Κυανοπώγωνα (1911) και το μπαλέτο Ο ξύλινος πρίγκιπας (1915) το τρίτο -και τελευταίο- σκηνικό έργο του Μπέλα Μπάρτοκ ήταν το μπαλέτο-παντομίμα Ο θαυμαστός μανδαρίνος. Την πρωτοχρονιά του 1917, ο Μπάρτοκ διάβασε ένα σύντομο σενάριο του ούγγρου συγγραφέα και σεναριογράφου Μέλχιορ Λένγκυελ (Melchior Lengyel) στο φιλολογικό περιοδικό Δύση, που αποτέλεσε τη βάση και την πηγή έμπνευσης της μουσικής για τον Θαυμαστό μανδαρίνο. Σε μια πρώτη πιανιστική μορφή, το μπαλέτο γράφτηκε από τον Αύγουστο του 1917 ως τον Μάιο του 1919, ενώ η ενορχήστρωση ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1923. Το πρώτο ανέβασμα του έργου, που αποτελεί συνδυασμό χορού και σιωπηλής υποκριτικής με μουσική συνοδεία, έγινε στις 27 Νοεμβρίου 1926 στην Όπερα της Κολωνίας, σε μουσική διεύθυνση του Γιένε Σένκαρ, τότε διευθυντή του θεάτρου. Η υπόθεση θεωρήθηκε σκανδαλώδης για τα συντηρητικά ήθη της εποχής· μετά από μία μόνο παράσταση, το έργο απαγορεύθηκε από τον Κόνραντ Αντενάουερ, τότε δήμαρχο της Κολωνίας. Το 1927 ο συνθέτης σχηματοποίησε μια ορχηστρική σουίτα από τη μουσική του μπαλέτου, που αποτελείται ουσιαστικά από τα δύο τρίτα περίπου της μουσικής, προσθέτοντας στο τέλος μερικά μέτρα, ως καταλληλότερο συμφωνικό επίλογο. Η Σουίτα παίχτηκε για πρώτη φορά στις 15 Οκτωβρίου 1928 στη Βουδαπέστη

7


© EVGENY EVTYUKHOV

8


από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης, υπό τη διεύθυνση του Έρναι Ντόχνανυ. Η ιστορία είναι σκληρή και ανατριχιαστική. Τρεις κακοποιοί εισβάλλουν στο καταθλιπτικό δωμάτιο μιας γυναίκας ελαφρών ηθών και, μη βρίσκοντας χρήματα, την αναγκάζουν να βγει στο παράθυρό της για να προσελκύσει πελάτες. Ένα ηχητικό πανδαιμόνιο (γρήγορες κλίμακες στα έγχορδα και τονικά συγκρουόμενα σχήματα στα πνευστά) αποτυπώνει το θόρυβο του δρόμου, ενώ η είσοδος των τριών ανδρών σηματοδοτείται από ένα χρωματικό σχήμα στις βιόλες, σε αντιδιαστολή με το σπασμωδικό μελωδικό σχήμα στα βιολιά και τα βιολοντσέλα, που αντιπροσωπεύει τη φοβισμένη γυναίκα. Οι προσπάθειες σαγήνευσης των περαστικών εκφράζονται από ένα σόλο του κλαρινέτου. Ένας ηλικιωμένος αγύρτης, που παρωδείται από γκλισάντι στα τρομπόνια, μπαίνει στο δωμάτιο, και ακολουθεί ένας συνεσταλμένος νεαρός (αγγλικό κόρνο). Στην πορεία, όμως, θα φανεί ότι και οι δύο δεν έχουν χρήματα, οπότε οι κακοποιοί τους πετούν έξω βιαίως. Το τρίτο θύμα είναι ένας εξωτικός και μυστηριώδης μανδαρίνος, που ανεβαίνει τα σκαλιά του δωματίου, συνοδευόμενος από ένα εξωτικό (πεντατονικό) θέμα στα τρομπόνια. Φτάνοντας, μένει ανέκφραστος κοιτώντας επίμονα τη γυναίκα. Η άφιξη του μανδαρίνου ταυτίζεται με ένα κατιόν διάστημα τρίτης μικρής στα τρομπόνια, που ακούγεται σαν διαπεραστικό ουρλιαχτό, ενώ ξύλινα πνευστά και έγχορδα παράγουν άγριες τρίλιες. Η γυναίκα επιδίδεται σε έναν ολοένα και πιο αισθησιακό χορό, την έναρξη του οποίου σηματοδοτούν τα έγχορδα. Ο μανδαρίνος, γοητευμένος, την αρπάζει στην αγκαλιά του, η κοπέλα τρομαγμένη ξεφεύγει και εκείνος επιδίδεται σε ένα ξέφρενο κυνηγητό της υπό τους ήχους μιας θυελλώδους αντιστικτικής γραφής βασισμένης σε ανατολίτικο μοτίβο. Η στιγμή που την πιάνει αποτελεί και το τέλος της ορχηστρικής σουίτας. Στη συνέχεια οι κακοποιοί αρπάζουν τον μανδαρίνο και προσπαθούν να τον σκοτώσουν: τον πνίγουν, τον πυροβολούν, τον κρεμάνε από τον πολυέλαιο, αλλά εκείνος περιέργως μένει ζωντανός. Θα αφήσει την τελευταία του πνοή μόνο αφού η γυναίκα, νιώθοντας οίκτο και συμπάθεια γι΄ αυτόν τον περίεργο άνδρα, τον παίρνει στην αγκαλιά της. Η παρτιτούρα του Θαυμαστού μανδαρίνου είναι αναμφίβολα από τις πιο τολμηρές και σκληρές του Μπάρτοκ και γνήσιο απότοκο μιας από κάθε άποψη ταραχώδους εποχής: το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η συνεπακόλουθη διάλυση της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας δημιουργούν πολιτικό χάος στην Ουγγαρία, ενώ μια πανδημία γρίπης κλονίζει την ήδη εύθραυστη υγεία του συνθέτη. Οι έντονοι πειραματισμοί του Μπάρτοκ στην αρμονία, στο ρυθμό και στην ενορχήστρωση έχουν έναν άγριο εξπρεσιονιστικό χαρακτήρα και υπό μία έννοια φωτίζουν την –έστω και μακρινή– συγγένεια με τις αρχές της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης. ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ

9


10


© CSIBI SZILVIA

11


ΕΘΝΙΚΉ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΉ ΟΡΧΉΣΤΡΑ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΊΑΣ Μετά την εποχή του Γιάνος Φέρεντσικ και του Κομπαγιάσι Κεν-Iσίρο, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της, όταν ο Zόλταν Κότσις έγινε γενικός μουσικός διευθυντής της, το 1997. Μέσα σε δύο δεκαετίες, η Ορχήστρα ανανεώθηκε, εμπλούτισε το ρεπερτόριό της με πολλά αξιόλογα ‒σύγχρονα αλλά και παλαιότερα‒ έργα της ουγγρικής μουσικής, ενώ διεύρυνε το ακροατήριό της, διοργανώνοντας συναυλίες μουσικής δωματίου και εκδηλώσεις για το νεανικό κοινό. Παρά το μέγεθός του, το διακεκριμένο ουγγρικό σύνολο λειτουργεί περισσότερο σαν ορχήστρα δωματίου. Οι μουσικοί έχουν τη δυνατότητα να αναδεικνύουν τη μουσική τους προσωπικότητα μέσα από ευαίσθητες ερμηνείες, και ταυτόχρονα να συνεργάζονται μεταξύ τους για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού συλλογικού αποτελέσματος. Μετά τον Κότσις, τη μουσική διεύθυνση της Ορχήστρας ανέλαβε ο βραβευμένος μαέστρος και πρώην μόνιμος αρχιμουσικός της, Zολτ Χάμαρ. Το 2022, τα ηνία της γενικής μουσικής διεύθυνσης ανέλαβε ο Γκιόργκι Βάσεγκυ, ο οποίος έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις από την ουγγρική και τη γαλλική κυβέρνηση. Εξέχουσα θέση στο ρεπερτόριο της Εθνικής Φιλαρμονικής της Ουγγαρίας κατέχει το έργο του Μπάρτοκ, με πολλές ερμηνείες αναφοράς του συνόλου καταγεγραμμένες σε νέα σειρά ηχογραφήσεων. Η Ορχήστρα συνεργάζεται με διεθνούς φήμης μαέστρους και σολίστ, καθώς και με ταλαντούχους νέους ούγγρους μουσικούς. Πραγματοποιεί συχνά εμφανίσεις και περιοδείες σε Ευρώπη και Ιαπωνία, ενώ έχει εμφανιστεί στις μεγαλύτερες συμφωνικές αίθουσες και στα διασημότερα φεστιβάλ του κόσμου.

12


© UGO PONTE

ALEVTINA IOFFE Από τις πλέον πολυδιάστατες και συναρπαστικές μαέστρους της γενιάς της. Η διεθνής σταδιοδρομία της Aλεφτίνα Ιόφε άρχισε το 2018, όταν διηύθυνε τη Λίμνη των κύκνων του Tσαϊκόφσκι στη Γερμανική Όπερα του Βερολίνου. Το 2019 πρωτοεμφανίστηκε στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας, διευθύνοντας Γιολάντα του Τσαϊκόφσκι και Μάβρα του Στραβίνσκι, σε σκηνοθεσία Άξελ Ράνις. Χάρη στην επιτυχημένη αυτή παραγωγή, η Iόφε άρχισε να διευθύνει σε περίφημα λυρικά θέατρα ανά τον κόσμο, αρχής γενομένης από τη Γερμανία: τη σεζόν 2020-21 έκανε το ντεμπούτο της στην Κωμική Όπερα του Βερολίνου διευθύνοντας τη νέα παραγωγή της όπερας μπούφα του Όφενμπαχ Η μεγάλη δούκισσα του Γκέρολσταϊν, σε σκηνοθεσία Μπάρρυ Κόσκυ, ενώ το 2022 στο ίδιο θέατρο διηύθυνε τα Παραμύθια του Χόφμαν. Γεννημένη στη Μόσχα, η Ιόφε μελέτησε διεύθυνση χορωδίας, κλασική φωνητική και πιάνο στο Κρατικό Μουσικοπαιδαγωγικό Ινστιτούτο Ιππολίτοφ–Ιβάνοφ. Σπούδασε διεύθυνση όπερας και συμφωνικής μουσικής στο Κρατικό Ωδείο Tσαϊκόφσκι της Μόσχας. Αργότερα, θήτευσε ως βοηθός μαέστρου δίπλα στον Ντόναλτ Ράννικλς στην Όπερα του Σαν Φρανσίσκο.

13


Το 2009 κέρδισε το τρίτο βραβείο στο Διαγωνισμό «Bίκτορ ντε Σάμπατα» (Ιταλία) με ειδική μνεία από την ορχήστρα. Μεταξύ 2008-2011, διηύθυνε πολλά ρωσικά, ιταλικά και γερμανικά σύνολα. Την περίοδο 2021-2022, ως μουσική διευθύντρια του Θεάτρου Μιχαηλόφσκι της Αγίας Πετρούπολης, υπήρξε η πρώτη γυναίκα επικεφαλής ενός τόσο σημαντικού πολιτιστικού θεσμού στη Ρωσία. Έως το 2021 η Ιόφε ήταν επίσης μουσική διευθύντρια της Κρατικής Όπερας και του Μπαλέτου για το Νεανικό Κοινό «Natalia Sats» στη Μόσχα, θέση που κατείχε για περισσότερο από μία δεκαετία. Έχει διευθύνει μερικές από τις σπουδαιότερες ρωσικές ορχήστρες, ενώ το 2016 εμφανίστηκε στο Φεστιβάλ του Περμ με την Εθνική Ορχήστρα της Ρωσίας, τον Ντένις Ματσούεφ και τους νικητές του Διαγωνισμού Τσαϊκόφσκι. Έχει επίσης συμπράξει με την Εθνική Ορχήστρα της Λιλ, την Ορχήστρα της Ιλ-ντε-Φρανς και τη Στάατσκαπελλε της Βαϊμάρης. Την περίοδο 2022-23 έκανε το ντεμπούτο της στην Όπερα του Γκαίτεμποργκ, στο Tεάτρο Φιλαρμόνικο της Βερόνας και στο Όπερνχαους της Ζυρίχης, συνεργάστηκε στην παρουσίαση συμφωνικών προγραμμάτων με γνωστές ιταλικές ορχήστρες (Ορχήστρα της Τοσκάνης και της Όπερας του Κάλιαρι), και επέστρεψε στην Εθνική Όπερα της Ουάσινγκτον για να διευθύνει την όπερα Λα Μποέμ.

ΑLEXANDER MALOFEEV

14

Το άστρο του άρχισε να ακτινοβολεί στο διεθνές στερέωμα όταν κέρδισε, σε ηλικία 13 ετών, τον Διεθνή Διαγωνισμό Τσαϊκόφσκι 2014 για νέους μουσικούς. Γρήγορα καταξιώθηκε ως ένας από τους διαπρεπέστερους πιανίστες της γενιάς του. Στις πρόσφατες δραστηριότητές του περιλαμβάνονται περιοδείες με αναγνωρισμένες ευρωπαϊκές ορχήστρες και κορυφαίους μαέστρους, καθώς επίσης συναυλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιταλία. Τo 2022-2023, έκανε το ντεμπούτο του στα φεστιβάλ Βερμπιέ, Ραβίνια, Άσπεν και Tάνγκλγουντ, ενώ έδωσε συναυλίες στο Άμστερνταμ, το Σαν Φρανσίσκο, το Λουξεμβούργο, το Μόναχο και αλλού. Ο Ρικκάρντο Σαγύ έγραψε για τον νεαρό ρώσο πιανίστα: «Όταν εμφανίστηκε με τον Β. Γκέργκιεφ στη Σκάλα, μόλις 14 ετών, με εντυπωσίασε. Δεν ήταν απλώς ένα παιδί-θαύμα: αν και πολύ νέος, διαθέτει ήδη υψηλές τεχνικές ικανότητες, μουσικότητα και εκπληκτικό μνημονικό. Γι’ αυτό και είναι ιδανικός ερμηνευτής του 3ου Κοντσέρτου του Ραχμάνινοφ, ενός έργου που προβληματίζει πολλούς πιανίστες σε όλο τον κόσμο.» (Corriere della Sera, Οκτ. 2019). O Αλεξάντερ Mαλοφέεφ γεννήθηκε στη Μόσχα το 2001. Φοίτησε σε δύο θρυλικούς εκπαιδευτικούς θεσμούς της γενέτειράς του, το Ειδικό Σχολείο Μουσικής Γκνεσίν και το Κρατικό Ωδείο Τσαϊκόφσκι. Συνεργάζεται με τις μεγαλύτερες ορχήστρες, όπως, μεταξύ άλλων, η Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, της Εθνικής Ακαδημίας της Αγίας Καικιλίας, του Φεστιβάλ της Λουκέρνης, η Φιλαρμονική της Σκάλας, η Εθνική Συμφωνική της Ιταλικής Ραδιοτηλεόρασης (RAI), η Συμφωνική της Ραδιοφωνίας της Φραγκφούρτης και της Κορέας και οι «Βιρτουόζοι της Μόσχας». Δίνει συναυλίες σε μεγάλες αίθουσες και θέατρα της Ευρώπης, της Ασίας και της Αυστραλίας (Κονσέρτχεμπάου, Σκάλα, Kούρχαουs του Βήσμπαντεν,


© EVGENY EVTYUKHOV

Χέρκουλεν Ζάαλ του Μονάχου, Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Παρισιού, Θέατρο Ηλυσίων Πεδίων, Άλτε Όπερ της Φραγκφούρτης, Πάρκο της Μουσικής στη Ρώμη, Κέντρο Παραστατικών Τεχνών του Κουίνσλαντ, Συναυλιακό Κέντρο Λόττε της Σεούλ, Μπούνκα Καϊκάν του Τόκιο κ.ά.). Εμφανίζεται με σπουδαίους μαέστρους (Σαγύ, Πλετνιόφ, Τσουνγκ, Νεζέ-Σεγκέν, Φαλλέττα, Λουίζι, Κάραμπιτς, Τίλσον Τόμας κ.ά.), ενώ προσκαλείται σε φεστιβάλ της Ευρώπης και των ΗΠΑ (Λα Ροκ ντ’Αντερόν, Λα Φολ Ζουρνέ της Νάντης, του Ρήνου, του Μεράνο, Διεθνές Φεστιβάλ πιάνου Μαριίνσκι κ.λπ.). Έχει αποσπάσει πολυάριθμες διακρίσεις: Grand Prix του Α΄ Διεθνούς Διαγωνισμού για Νεαρούς Πιανίστες (Grand Piano Competition), ιταλικό βραβείο «Νεαρό μουσικό ταλέντο του 2017», πρώτος «Young Yamaha Artist 2017» κ.ά.

ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕ ΛΗΣ | ΕΠΙΜΕ ΛΕΙΑ ΕΝΤ ΥΠΟΥ Ε Λ ΛΗ ΠΕΤΡΑΝΤΗ | CRE ATIVE DIRECTOR K2DESIGN | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤ ΥΠΟΥ ΠΑΝΟΣ Κ ΑΣΙΑΡΗΣ | ΕΚΤ ΥΠΩΣΗ PRINTFAIR

15


ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ

ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Εθνική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ουγγαρίας Alevtina Ioffe Alexander Malofeev by megaron.gr - Issuu