ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 23–24 Μ Ε
Τ Η Ν
Υ Π Ο Σ Τ Η Ρ Ι Ξ Η
Τ Ο Υ
Υ Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Υ
Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Υ
ΚΑΜΕΡΆΤΑ ΟΡΧΉΣΤΡΑ ΤΩΝ ΦΊΛΩΝ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΉΣ
© AKRIVIADIS.GR
ΑΙΘΟΥΣΑ ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ
22.10.2023
ΚΑΜΕΡΆΤΑ – ΟΡΧΉΣΤΡΑ ΤΩΝ ΦΊΛΩΝ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΉΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
ΓΙΏΡΓΟΣ ΠΈΤΡΟΥ
JOHANN SEBASTIAN BACH (1685-1750) Ορχηστρική σουίτα αρ. 3 σε ρε μείζονα, BWV 1068 1. Εισαγωγή 2. Air 3. Gavotte I 4. Gavotte II 5. Bourrée 6. Gigue
Ορχηστρική σουίτα αρ. 4 σε ρε μείζονα, BWV 1069 1. Εισαγωγή 2. Bourrée Ι 3. Bourrée ΙΙ 4. Gavotte 5. Menuet I 6. Menuet II 7. Réjouissance ΔΙΑ ΛΕΙΜΜΑ
GEORG FRIEDRICH HÄNDEL (1685-1759) Μουσική των νερών: Σουίτα αρ. 1 σε φα μείζονα, HWV 348 1. Εισαγωγή 2. Adagio e staccato 3. [άνευ ένδειξης] 4. Andante 5. [άνευ ένδειξης] 6. Air 7. Minuet 8. Bourrée 9. Hornpipe 10. [άνευ ένδειξης]
Σουίτα αρ. 2 σε ρε μείζονα, HWV 349 1. [άνευ ένδειξης] 2. Alla Hornpipe 3. Minuet 4. Lentement 5. Bourrée
Σουίτα αρ. 3 σε σολ μείζονα, HWV 350 1. [άνευ ένδειξης] 2. Rigaudon 3. [άνευ ένδειξης] 4. Menuet 5. [άνευ ένδειξης] 6. [άνευ ένδειξης] 7. [άνευ ένδειξης]
JOHANN SEBASTIAN BACH Ορχηστρική σουίτα αρ. 3 σε ρε μείζονα, BWV 1068 Ορχηστρική σουίτα αρ. 4 σε ρε μείζονα, BWV 1069
6
Για έναν πολυγραφότατο συνθέτη όπως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, είναι αξιοπερίεργο το πόσο μικρός είναι ο όγκος των καθαρά ορχηστρικών του έργων σε σχέση με τα φωνητικά, που είναι εκατοντάδες. Αν εξαιρέσει κανείς τα κοντσέρτα του για διάφορα σόλο όργανα και ορχήστρα, τα αμιγώς ορχηστρικά του έργα περιλαμβάνουν μόνο τα έξι Βρανδεμβούργια κοντσέρτα και τις τέσσερις Ορχηστρικές σουίτες. Οι Σουίτες είναι γραμμένες σε γαλλικό στιλ και γι’ αυτό εκείνη την εποχή ονομάζονταν Ouvertures (εισαγωγές) – από τη γαλλική Ouverture, που είναι και το μεγαλειώδες εναρκτήριο μέρος κάθε σουίτας. Προκειμένου να αντιληφθούμε το πώς ένας γερμανός συνθέτης εκείνης της εποχής ήταν εξοικειωμένος με το γαλλικό μουσικό στιλ, πρέπει να πάμε λίγο πίσω στο χρόνο και να αναφερθούμε στον γάλλο συνθέτη Ζαν-Μπατίστ Λουλλύ (Jean-Baptiste Lully, 1632-1687), ο οποίος υπηρέτησε μεγάλο μέρος της ζωής του ως συνθέτης της Αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Ο Λουλλύ, θέλοντας προφανώς να ικανοποιεί την προτίμηση του Λουδοβίκου για το μπαλέτο, έγραφε άφθονους χορούς στις όπερές του – μάλιστα ο βασιλιάς ενίοτε ανέβαινε ο ίδιος στη σκηνή και χόρευε μαζί με τους χορευτές! Με δεδομένο ότι η χορευτική μουσική ήταν ιδιαίτερα αρεστή στον Λουδοβίκο, ο Λουλλύ διαμόρφωνε σουίτες αποτελούμενες από τα χορευτικά μέρη των οπερών του, προτάσσοντας την ορχηστρική ουβερτούρα της όπερας ως μια εντυπωσιακή εισαγωγή στην ακολουθία των χορών. Οι σουίτες συνόδευαν τη βραδινή διασκέδαση του βασιλιά και, πράγματι, επιτελούσαν το σκοπό τους με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Το στιλ των ορχηστρικών αυτών σουιτών από χορούς έγινε γνωστό και εκτός Γαλλίας, σε μεγάλο βαθμό χάρη στον «κοσμοπολίτη» συνθέτη Georg Muffat (1653-1704), που μαθήτευσε κοντά στον Λουλλύ και συνέθεσε ανάλογου περιεχομένου σουίτες, οι οποίες έγιναν γνωστές (και) στον γερμανικό κόσμο. Ο Μπαχ, ακολουθώντας το πρότυπο του γαλλικού στιλ (για το οποίο έτρεφε, αποδεδειγμένα, ιδιαίτερη εκτίμηση και αγάπη σε όλη του τη ζωή), συνέθεσε τέσσερις Ορχηστρικές σουίτες, για τις οποίες ωστόσο δεν γνωρίζουμε ούτε την ακριβή χρονολογία σύνθεσης ούτε τη σειρά με την οποία γράφτηκαν (η αρίθμηση που ακολουθείται σήμερα οφείλεται στον γερμανό μουσικολόγο Wolfgang Schmieder, που είναι ο υπεύθυνος για την επίσημη καταλογογράφηση των έργων του Μπαχ στον 20ό αιώνα). Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Ορχηστρικές σουίτες γράφτηκαν την περίοδο 1717-1723, όταν ο Μπαχ υπηρετούσε ως αρχιμουσικός στην Αυλή του πρίγκιπα Λεοπόλδου στο Καίτεν (Σαξονία - Άνχαλτ). Εκεί ο Μπαχ βίωσε ένα φιλελεύθερο περιβάλλον, στην υπηρεσία ενός πραγματικά φιλόμουσου ευγενούς (που έπαιζε με άνεση βιολί, βιόλα ντα γκάμπα και τσέμπαλο), έχοντας στη διάθεσή του ένα αξιόλογο οργανικό σύνολο και μεγάλα περιθώρια έκφρασης, ιδίως στο χώρο της οργανικής, κοσμικής μουσικής, της οποίας ο Λεοπόλδος ήταν λάτρης. Ωστόσο, το διασωζόμενο μουσικό υλικό από τις Ορχηστρικές
σουίτες ανάγεται στα χρόνια που ο Μπαχ έζησε στη Λιψία, από το 1723 ως το θάνατό του. Εκεί κατείχε τη θέση του κάντορα στο ναό του Αγ. Θωμά, ενώ παράλληλα διηύθυνε από το 1729 ως το 1741 το Collegium Musicum, μια ομάδα φοιτητών, ερασιτεχνών και λιγοστών επαγγελματιών μουσικών, που συγκεντρώνονταν τακτικά για να μοιραστούν την απόλαυση της μουσικής εκτέλεσης. Για τις ανάγκες των συναυλιών του Collegium Musicum, o Μπαχ συνέθεσε υπέροχη κοσμική μουσική και αναβίωσε παλιότερα έργα του. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος αν οι Σουίτες γράφτηκαν επί τούτου για τις συναυλίες του Collegium Musicum ή αποτελούν μεταμορφώσεις προγενέστερων έργων (χαμένων σήμερα) από την περίοδο που ο συνθέτης ζούσε στο Καίτεν. Ανεξάρτητα από το πότε γράφτηκαν, οι Ορχηστρικές σουίτες αποδεικνύουν τη σπάνια μεγαλοφυΐα του συνθέτη τους, που είχε την ικανότητα να διαποτίζει τη μουσική του με πνευματικότητα και υψηλή αισθητική, ακόμα και αν γράφονταν με πρόθεση και διάθεση ανάλαφρη, χορευτική και διασκεδαστική. Οι Εισαγωγές των Σουιτών ανοίγουν με μια αργή και πομπώδη ενότητα, σμιλεμένη με τρόπο ώστε να έλκει εξαρχής την προσοχή του ακροατηρίου, ακολουθούμενη από ένα γρήγορο και εξωστρεφές τμήμα με δυναμική πολυφωνική πλοκή. Από εκεί και μετά, σε όλες τις Σουίτες η ακολουθία των χορών είναι δομημένη κατά τρόπο που καλύπτει ισορροπημένα ένα μεγάλο εύρος διαθέσεων και ταχυτήτων. Η Air της Τρίτης Σουίτας, με την αιθέρια μελωδία της πάνω από την ατμοσφαιρική συνοδεία των εγχόρδων, είναι αναμφίβολα το πιο διάσημο μέρος όλων των Σουιτών. Μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς της οφείλεται σε μια προβεβλημένη μεταγραφή της για σόλο βιολί και συνοδεία πιάνου, στα τέλη του 19ου αιώνα, που ονομάστηκε «Air για τη σολ χορδή», μιας και ο βιολιστής παίζει όλη τη μελωδία στη χαμηλότερη αυτή χορδή του οργάνου. Η Gavotte είναι ένας παλιός χορός της γαλλικής υπαίθρου, μέτριας ταχύτητας και η Bourrée, εύθυμη και γεμάτη ζωντάνια, με χαρακτηριστικές άρσεις στις ενάρξεις των φράσεων. Το Μενουέτο, με καταγωγή από τη νότια Γαλλία, είναι ένας αριστοκρατικός χορός μέτριας ταχύτητας, σε αντίθεση με την ξέφρενη Gigue, που λειτουργεί ως εντυπωσιακό φινάλε στην Τρίτη Σουίτα. Ανάλογα εντυπωσιακό είναι και το φινάλε της Τέταρτης (Réjouissance), που σημαίνει «χαρά», συνδέεται με μουσικές γραμμένες για επίσημους εορτασμούς και προσφέρει μια πανηγυρική, υψηλών τόνων κατακλείδα.
GEORG FRIEDRICH HÄNDEL Μουσική των νερών Η βασίλισσα Άννα της Μεγάλης Βρετανίας, τελευταία του Οίκου των Στιούαρτ, πέθανε άκληρη τον Αύγουστο του 1714. Η Πράξη Διευθέτησης του 1701 από το βρετανικό κοινοβούλιο απέκλειε από το θρόνο τους μη προτεστάντες μονάρχες και, έτσι, ο πλησιέστερος εν ζωή συγγενής της που πληρούσε τους όρους διαδοχής ήταν ο δεύτερος εξάδελφός της, Γεώργιος Λουδοβίκος, μέχρι τότε πρίγκιπας και ηγεμόνας του Αννόβερου, που έγινε ο Γεώργιος Α΄ της Μ. Βρετανίας. Ο Χαίντελ, ήδη από το 1710 αρχιμουσικός της Αυλής του Γεωργίου στο Αννόβερο, ταξίδεψε στο Λονδίνο για το ανέβασμα της όπεράς του Ρινάλντο το 1711, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Επιστρέφοντας στο Αννόβερο, ζήτησε άδεια να εγκατασταθεί, για ένα χρονικό
7
διάστημα, στη βρετανική πρωτεύουσα. Ωστόσο η εγκατάστασή του το 1712 στο Λονδίνο κάθε άλλο παρά προσωρινή έμελλε να είναι, αφού εκεί έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο η γένεση αλλά και η πρώτη εκτέλεση της Μουσικής των Νερών, ενός από τα πλέον προβεβλημένα έργα του μεγάλου συνθέτη, καλύπτεται μέχρι σήμερα από μια αχλή θρύλου. Κατά τον πρώτο βιογράφο του συνθέτη, Τζον Μεϊνγουέαρινγκ (John Mainwaring, 1735-1807), ο Χαίντελ ένιωθε υπόλογος απέναντι στον νέο βασιλιά, αφού στο παρελθόν είχε εγκαταλείψει την Αυλή του στο Αννόβερο, και προσπαθούσε με κάποιον τρόπο να επανορθώσει. Έτσι ο φίλος του, βαρόνος Κίλμανσεκ, σχεδίασε μια «πλωτή» δεξίωση για τον βασιλιά, με βάρκες στον Τάμεση, για τις ανάγκες της οποίας ανέθεσε στον Χαίντελ να γράψει μουσική και να ανακτήσει έτσι την εύνοια του μονάρχη. Δημοσίευμα της ιστορικής αγγλικής εφημερίδας The Daily Courant αναφέρεται σε μια πλωτή δεξίωση, το βράδυ της 17ης Ιουλίου 1717, κατά την οποία βασιλιάς και καλεσμένοι διένυσαν μέσα σε βάρκες μια διαδρομή από το Γουάιτχολ μέχρι το Τσέλσι, υπό τους ήχους μουσικής του Χαίντελ, δείπνησαν και επέστρεψαν μετά τις 4 το πρωί. Δεδομένου ότι ο Μεϊνγουέαρινγκ δεν αναφέρει χρονολογία, θεωρήθηκε ότι το γεγονός που περιγράφει έλαβε χώρα εκείνη τη θερινή βραδιά του 1717. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται πιθανό, αφού ανάλογες βραδιές είχαν γίνει και τα προηγούμενα χρόνια (1715, 1716) και, αν πράγματι χρειαζόταν να λυθεί κάποιας μορφής παρεξήγηση μεταξύ μονάρχη και συνθέτη, αυτή θα είχε σίγουρα προηγηθεί χρονικά. Επίσης, κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα αν η μουσική που ακούστηκε τον Ιούλιο του 1717 είναι η ίδια με τη Μουσική των Νερών, έτσι όπως φτάνει μέχρι τις μέρες μας, με ποια σειρά παίχτηκαν τα διάφορα μέρη και σε ποια ακριβώς στιγμή της βραδιάς. Περιέργως, το χειρόγραφο του Χαίντελ –πλην δύο μερών– δεν έχει σωθεί, σε αντίθεση με τα περισσότερα χειρόγραφά του. Επιμέρους εκδόσεις κάποιων μεμονωμένων μερών της μουσικής έγιναν κατά τα επόμενα χρόνια και σχεδόν όλα εκδόθηκαν (αλλά σε μεταγραφή για τσέμπαλο) το 1743. Η πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση του πρωτότυπου ορχηστρικού έργου έγινε το 1788, επιμελημένη από τον άγγλο συνθέτη και οργανίστα Σάμιουελ Άρνολντ (Samuel Arnold, 1740-1802). Και οι τρεις Σουίτες από τη Μουσική των Νερών, που ακούγονται στην αποψινή συναυλία, διέπονται από ανάλαφρη, ενίοτε χορευτική και σίγουρα πανηγυρική διάθεση, που υλοποιείται από ενορχηστρωτικής άποψης κυρίως με την πρωταγωνιστική παρουσία των κόρνων (στην πρώτη) και των τρομπετών (στη δεύτερη), πέραν ασφαλώς από τα καθιερωμένα έγχορδα, που πλαισιώνονται από όμποε και φαγκότα. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η Πρώτη Σουίτα σηματοδοτεί και το «ντεμπούτο» του κόρνου επί βρετανικού εδάφους. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της πρώτης εκτέλεσης της Μουσικής των Νερών, υποθέτει κανείς ότι χρειάστηκε μεγάλος αριθμός μουσικών στα έγχορδα, προκειμένου το ηχητικό αποτέλεσμα να έχει τη λάμψη και τον όγκο για μια συναυλία «εν πλω». Αντίθετα, είναι εξαιρετικά απίθανο να χρησιμοποιήθηκε κοντίνουο, αφού η μεταφορά τσέμπαλου σε βάρκες θα ήταν δυσχερής και ο ήχος του πολύ ασθενής –αν όχι ανύπαρκτος– σε ανοιχτό χώρο. ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ
8
ΚΑΜΕΡΑΤΑ – ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ Γνωστή διεθνώς με την ονομασία Armonia Atenea, η Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής είναι από τους πιο σημαντικούς φορείς του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Με πολυσχιδή δραστηριότητα και φήμη εντός και εκτός Ελλάδας, αποτελεί πυλώνα της καλλιτεχνικής ζωής της χώρας μας και διακεκριμένο πρεσβευτή της μουσικής παραγωγής της Ελλάδας στο εξωτερικό. Από το 2009, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου, εξειδικεύτηκε στις ιστορικές πρακτικές ερμηνείας με όργανα εποχής. Έκτοτε, η ορχήστρα κατόρθωσε σε ελάχιστο χρόνο να τοποθετηθεί ανάμεσα στα σημαντικότερα αντίστοιχα σύνολα του κόσμου. Με «ερμηνείες αναφοράς στη μουσική του 18ου αιώνα και ειδικά στη μουσική του Χαίντελ», εντάσσει παράλληλα στο ρεπερτόριό της συμφωνική μουσική του 19ου και 20ού αιώνα, καθώς επίσης παραγωγές μουσικού θεάτρου (όπερα, οπερέτα, μιούζικαλ). Η Καμεράτα πραγματοποιεί τακτικές εμφανίσεις στις σημαντικότερες ευρωπαϊκές αίθουσες και φεστιβάλ, με ηχογραφήσεις για τις σημαντικότερες διεθνείς δισκογραφικές εταιρείες (Deutsche Grammophon, DECCA , MDG, Sony) και σημαντικές διακρίσεις (Diapason d’Or, Gramophone Editor’s Choice-2 φορές, BBC-Recording of the Month, CHOC-Classica, Preis der deutschen Schallplattenkritik-Βραβείο των γερμανών κριτικών δίσκου), καθώς και το βραβείο για την καλύτερη ηχογράφηση όπερας της χρονιάς (Opera Awards) από το βρετανικό περιοδικό Opera.
ΒΙΟΛΙΆ Ι
ΦΛΆΟΥΤΟ
Sergiu Nastasa, εξάρχων Jesús Merino Ruiz Emilija Kortus Andrés Murillo Aliza Vicente Γιώργος Παναγιωτόπουλος
Δημήτρης Κούντουρας ΌΜΠΟΕ
Rodrigo Gutiérrez Δημήτρης Βάμβας Marta Blawat ΦΑΓΚΌΤΟ
ΒΙΟΛΙΆ ΙΙ
Otilia Alitsei Αθανάσιος Μαρτζούκος Αγγελική Φαναριώτη Αγγελική Κασδά Γιάννης Αγρανιώτης ΒΙΌΛΕΣ
Laurentiu Matasaru Luise Stahl
Αλέξης Οικονόμου ΚΌΡΝΑ
Κώστας Σίσκος Μαρία Φωτιά ΤΡΟΜΠΈΤΕΣ
Russell Gilmour Adam Wood Σπύρος Αρκούδης ΤΣΈΜΠΑΛΟ
ΒΙΟΛΟΝΤΣΈΛΑ
Πάνος Ηλιόπουλος
Ιάσων Ιωάννου Christopher Humphrys
ΘΕΌΡΒΗ
ΚΟΝΤΡΑΜΠΆΣΟ
ΤΎΜΠΑΝΑ
Άγγελος Ρεπαπής
Δημήτρης Δεσύλλας
Θοδωρής Κίτσος
9
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΟΥ Από τους κορυφαίους διευθυντές ορχήστρας της γενιάς του, διαγράφει λαμπρή σταδιοδρομία, με εμφανίσεις σε μεγάλα θέατρα, αίθουσες συναυλιών, διεθνή φεστιβάλ και συνεργασίες με διάσημες ορχήστρες. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ερμηνευτές της μουσικής του 18ου αιώνα και του μπελκάντο, διαθέτοντας ευρύτατο ρεπερτόριο, με έμφαση στις ιστορικές πρακτικές ερμηνείας και στην όπερα. Τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί επίσης με τη σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου και όπερας, υπογράφοντας σημαντικές παραγωγές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από το 2021 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής στο ιστορικό Διεθνές Φεστιβάλ Χαίντελ του Γκαίττινγκεν. Έχει αποσπάσει το δισκογραφικό βραβείο ECHO Klassik, ενώ ήταν υποψήφιος στα βραβεία Grammy 2018 για την καλύτερη ηχογράφηση όπερας. Η γαλλική κυβέρνηση τον τίμησε με τον τίτλο του «Ιππότη Γραμμάτων και Τεχνών», ενώ η Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου, με τον τίτλο «Associate» (ARAM). Η Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής τού απένειμε το Μεγάλο Βραβείο Μουσικής για το 2018. Ο Γιώργος Πέτρου έχει πραγματοποιήσει πολυάριθμες ηχογραφήσεις για τις μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες (Deutsche Grammophon, Decca, Oehms Classics, MDG), οι οποίες έχουν αποσπάσει διεθνείς διακρίσεις. Σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Αθηνών και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Βασιλικό Κολέγιο Μουσικής και στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου, με υποτροφίες της ίδιας της Βασιλικής Ακαδημίας και του Ιδρύματος Ωνάση.
10
ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ Κ ΕΙΜΕΝ Α Τ Ι ΤΟΣ ΓΟΥ ΒΕ Λ ΗΣ | ΕΠΙΜΕ Λ ΕΙ Α ΕΝ Τ Υ ΠΟΥ Ε Λ Λ Η Π Ε Τ ΡΑ Ν Τ Η | C R E AT I V E D I R EC TO R K2DESIGN | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΠΑΝΟΣ Κ ΑΣΙΑΡΗΣ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR
© ILIAS SAKALAK
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ
ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ