Skip to main content

Έλληνες Σολίστ στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

Page 1

με την υποστηρι ξ η

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 23–24

του υπουργειου πολιτισμου

ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ σελ. 2

09.10.2023 Γιώργος Μπάνος Λητώ Θώμου

σελ. 8

12.10.2023 Τρίο Εl Greco

σελ. 14

24.10.2023 Έλενα Παπανδρέου

σελ. 18

31.10.2023 Κωνσταντίνος Σφέτσας Στέφανος Θωμόπουλος

σελ. 23

27.11.2023 Τζούλια Σουγλάκου Χαρά Ιακωβίδου

σελ. 27

06.12.2023 Νέλλη Σεμιτέκολο Λίλια Μπογιατζίεβα

σελ. 32

11.12.2023 Ιάσων Κεραμίδης Benedict Klöckner Απόστολος Παληός


© Kitrinakis studio


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

09.10.2023 ΒΙΟΛΙ

Γιώργος Μπάνος ΠΙΑΝΟ

Λητώ Θώμου CÉSAR FRANCK (1822-1890) Σονάτα για βιολί και πιάνο σε λα μείζονα • Allegretto ben moderato • Allegro • Ben moderato: Recitativo-Fantasia • Allegretto poco mosso

Δ ιάλειμμα

EUGÈNE YSAŸE (1858-1931) Από τις Έξι σονάτες για σόλο βιολί: Αρ. 3 («Μπαλάντα») σε ρε ελάσσονα, έργο 27 ERNEST CHAUSSON (1855-1899) Ποίημα, για βιολί και πιάνο, έργο 25 MAURICE RAVEL (1875-1937) Τσιγγάνα, ραψωδία κοντσέρτου

3


César Franck Σονάτα για βιολί και πιάνο Ο Σεζάρ Φρανκ γεννήθηκε στη Λιέγη τον Δεκέμβριο του 1822. Από τα εφηβικά του ήδη χρόνια έδινε συναυλίες ως πιανίστας στο Βέλγιο. Δεκατριών ετών εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, άρχισε μαθήματα αρμονίας με τον Αντόν Ρέιχα, και από το 1837 έως το 1842 φοίτησε στο Ωδείο του Παρισιού. Επαγγελματικά δραστηριοποιήθηκε ως συνθέτης, πιανίστας, μαέστρος χορωδίας, οργανίστας και δάσκαλος μουσικής. Όλες αυτές οι διαφορετικές του ιδιότητες αντικατοπτρίζονται στα ποικίλα είδη που συνέθεσε: ορχηστρικά, μουσική δωματίου, συνθέσεις για πιάνο και για εκκλησιαστικό όργανο, φωνητική μουσική και όπερες. Η Σονάτα για βιολί και πιάνο σε λα μείζονα, από τα πιο γνωστά του έργα, γράφτηκε και παραδόθηκε ως γαμήλιο δώρο στον Εζέν Υζαΰ τον Σεπτέμβριο του 1886. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά δημοσίως στις Βρυξέλλες, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Χαρακτηριστικό της, οι έντονες εναλλαγές στο τέμπο και στις δυναμικές. Στο αργό πρώτο μέρος παρουσιάζεται από το βιολί ο βασικός μελωδικός σκελετός, που χρησιμοποιείται παραλλαγμένος και στα επόμενα μέρη. Στο δεύτερο μέρος, η βασική μελωδία επιταχύνεται και επαναλαμβάνεται, ενώ, παράλληλα με τις διαδοχικές μετατροπίες που έχουν ανοδική πορεία, δίνεται η αίσθηση της «κορύφωσης» και κατ’ επέκταση του «τέλους» (coda). Το τρίτο μέρος μοιάζει με «θρήνο», λες και το μέρος που προηγήθηκε έχει ως αντίστοιχό του το «θάνατο». Η «λύση» επέρχεται στο τελευταίο μέρος, όπου αναπτύσσεται ένας μουσικός διάλογος σε μορφή «κανόνα» ανάμεσα στα δύο όργανα, κάνοντας τη μεταξύ τους συμφωνία να φαντάζει ως σύμβολο «αναγέννησης».

Eugène Ysaÿe Σονάτα αρ. 3 για σόλο βιολί Γεννημένος και αυτός στη Λιέγη, τον Ιούλιο του 1858, ο Εζέν Υζαΰ έλαβε τα πρώτα μαθήματα βιολιού από τον πατέρα του και στη συνέχεια σπούδασε στο Ωδείο της πόλης του. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Παρίσι, όπου γνώρισε σημαντικούς γάλλους συνθέτες της εποχής –Ανρί Βιετάν, Σεζάρ Φρανκ, Γκαμπριέλ Φωρέ, Κλωντ Ντεμπυσσύ και Καμίγ Σαιν Σανς– που επηρέασαν τη ζωή και το έργο του. Το 1879 έγινε διευθυντής στην Ορχήστρα «Μπένγιαμιν Μπίλσε» στο Βερολίνο και, πριν συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια, είχε δώσει ρεσιτάλ ως σολίστ σε πολλές χώρες. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν έργα για ορχήστρα και μουσική δωματίου, ενώ στις περισσότερες το βιολί κρατά κυρίαρχο ρόλο.

4

Το 1924 ο Υζαΰ ολοκλήρωσε μια σειρά από έξι Σονάτες για σόλο βιολί. Πηγή έμπνευσής του στάθηκε ο ούγγρος βιολονίστας Γιόζεφ Σίγκετι, τον οποίον ο Υζαΰ άκουσε να ερμηνεύει μια Σονάτα για σόλο βιολί του Γ.Σ. Μπαχ, σε συναυλία στις Βρυξέλλες. Ο συνθέτης αφιέρωσε καθεμία από τις Σονάτες του Έργου 27 σε έναν βιρτουόζο σολίστ της εποχής, προσπαθώντας, έτσι, να αναδείξει το προσωπικό τους ύφος και στιλ.


Η Σονάτα σε ρε ελάσσονα με τίτλο «Μπαλάντα», τρίτη στη σειρά, είναι αφιερωμένη στον ρουμάνο βιολονίστα Τζόρτζε Ενέσκου. Πλούσια σε ποικίλες υφές, εναλλαγές στο τέμπο και με περίτεχνη δομή, η «Μπαλάντα» παραπέμπει σε έργο μουσικής δωματίου, αν και πρόκειται για σονάτα σε μία κίνηση. Αρχίζει αργά και χωρίς τέμπο, δίνοντας ερμηνευτική ελευθερία στον σολίστ. Το εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της είναι ότι το όργανο άλλοτε μοιάζει να «απαγγέλλει μονόλογο», άλλοτε παίζει μελωδία και συνοδεία ταυτόχρονα, και άλλοτε μπαίνει σε διάλογο με τον εαυτό του, κάτι το οποίο πετυχαίνει ο συνθέτης χρησιμοποιώντας διαφορετικές μουσικές φράσεις που διακόπτονται από μικρές παύσεις. Αυτό το απαιτητικό δεξιοτεχνικά έργο αποδεικνύει την ευφυή μουσική αντίληψη του δημιουργού του.

Ernest Chausson Ποίημα, για βιολί και πιάνο Γεννημένος στο Παρίσι το 1855, ο Ερνέστ Σωσσόν μεγάλωσε σε οικογένεια που ενδιαφερόταν έντονα για τις τέχνες και τα γράμματα. Σπούδασε δικηγόρος με παρότρυνση των οικείων του, όμως δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα. Είκοσι τεσσάρων ετών άρχισε σπουδές στη μουσική: μαθήματα ενορχήστρωσης με τον Ζυλ Μασνέ στο Ωδείο του Παρισιού, καθώς και με τον Σεζάρ Φρανκ, του οποίου το έργο θαύμαζε. Ο Σωσσόν ασχολήθηκε με τη σύνθεση από το 1878 έως το θάνατό του, το 1899, όταν σκοτώθηκε σε δυστύχημα με ποδήλατο. Παρά τη σύντομη καριέρα του, συνέθεσε αρκετά έργα, στα οποία περιλαμβάνονται όπερες, τραγούδια, ορχηστρικά και μουσική δωματίου. Το Ποίημα γράφτηκε για ορχήστρα και βιολί, έπειτα από παρότρυνση του Υζαΰ, στον οποίο και είναι αφιερωμένο. Ολοκληρώθηκε το 1896 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια χρονιά στο Ωδείο της Νάνσυ με τον Εζέν Υζαΰ στο βιολί. Αρχικά έφερε τον τίτλο Le chant de l’amour triomphant: poème symphonique pour violon et orchestre, γι’ αυτό και πολλοί το συνέδεσαν με την ομώνυμη νουβέλα του Ιβάν Τουργκένιεφ∙ έτσι, η σύνθεση ονομάστηκε, τελικά, «Poème». Η εκδοχή για πιάνο και βιολί δημοσιεύθηκε το 1897, ενώ παραμένει άγνωστο αν ολοκληρώθηκε από τον ίδιο τον συνθέτη. Το Ποίημα είναι έργο σε μία κίνηση, με συχνές εναλλαγές στο τέμπο. Ο ιδιαίτερος τρόπος που με τον οποίον ο συνθέτης χειρίζεται την αρμονία δείχνει την επιρροή που του άσκησαν οι δάσκαλοί του Σ. Φρανκ και Ρ. Βάγκνερ.

Maurice Ravel Τσιγγάνα, ραψωδία κοντσέρτου Ο Μωρίς Ραβέλ γεννήθηκε σε βασκικό χωριό της Γαλλίας το 1875. Τρεις μήνες μετά τη γέννησή του, μετακόμισε με την οικογένειά του στο Παρίσι. Επτά ετών άρχισε μαθήματα πιάνου και, πέντε χρόνια αργότερα, μαθήματα αρμονίας. Το 1889 γράφτηκε στο Ωδείο του Παρισιού, το οποίο εγκατέλειψε το 1903, ενώ είχε ήδη διακόψει δύο φορές τις σπουδές του. Το

5


1909 ίδρυσε μαζί με άλλους την Ανεξάρτητη Μουσική Εταιρεία (Société Musicale Indépendante), που είχε σκοπό να ενθαρρύνει και να προβάλει το έργο νέων συνθετών της εποχής. Τα τραγικά γεγονότα του α΄ παγκοσμίου πολέμου τον κατέβαλαν ψυχικά και επηρέασαν το έργο του. Ωστόσο, χάρη στις καινοτόμες περί σύνθεσης ιδέες του, αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ού αιώνα, το έργο του οποίου παραμένει αντικείμενο μελέτης. Η Τσιγγάνα γράφτηκε το 1924 για την ουγγρικής καταγωγής βιολονίστρια Τζέλλυ ντ’ Αράνυι (Jelly d’ Aranyi), την οποία ο Ραβέλ είχε ακούσει δύο χρόνια νωρίτερα στο Λονδίνο. Ο δυναμισμός της και το ρεπερτόριό της με τα τσιγγάνικα τραγούδια τον ενέπνευσαν να συνθέσει την Τσιγγάνα. Το έργο συνενώνει τη μουσική κουλτούρα της Δυτικής Ευρώπης με τη μουσική των Τσιγγάνων και των Ούγγρων – επιρροές που αντικατοπτρίζονται στην απαιτητική τεχνική του έργου, καθιστώντας το «πρόκληση» για κάθε βιολονίστα. Αρχικά το βιολί παίζει χωρίς συνοδεία, δίνοντας την αίσθηση του αυτοσχεδιασμού. Σταδιακά προστίθεται στο βιολί μια δεύτερη φωνή με μοτίβα που αναπτύσσονται στη συνέχεια. Μετά την είσοδο του πιάνου, το έργο παίρνει τη μορφή ουγγρικού παραδοσιακού χορού, με κύριο χαρακτηριστικό μια μουσική φράση που επαναλαμβάνεται έως το τέλος του. ΑΝΝΑ ΜΕΣΑΝΑΓΡΕΝΟΥ

Γιώργος Μπάνος

6

Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Έξι ετών άρχισε μαθήματα βιολιού. Σπούδασε στην Αθήνα (2005-2014) με τους Ν. Σαραντίδου, Δ. Σέμση και Β. Παππά, στο Ίνσμπρουκ (2014-2015) με τον Χ. Κανέττη (Ωδείο του Κρατιδίου του Ίνσμπρουκ) και στη Βιέννη (2015-2018) με τη Lucia Hall (Μουσική Σχολή «Γ.Σ. Μπαχ»). Μέχρι τα δεκατέσσερά του είχε ήδη δώσει ρεσιτάλ και είχε εμφανιστεί με τις ορχήστρες Καμεράτα, Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων (2010) και Ορχήστρα των Χρωμάτων (2012) στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση κ.α. Συνεργάζεται ως εξάρχων και σολίστ με την Ελληνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων από την ίδρυσή της (2017), υπό τον Δ. Γραμμένο. Το 2018 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Τεχνών της Βιέννης (MUC, τάξη P. Vernikov) και λίγο αργότερα, στην Ακαδημία Μπαρενμπόιμ-Σαΐντ στο Βερολίνο (τάξη M. Martin). Το 2019 συνέχισε στην τάξη του M. Μπαρενμπόιμ (bachelor, 2023). Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια και μάστερκλας σε Ελλάδα, Ουγγαρία, Αυστρία, Ιταλία, Βέλγιο και Γερμανία. Έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ άλλων: α’ βραβείο, ειδική διάκριση και υποτροφία ΜΜΑ στο διαγωνισμό ΦΙΛΩΝ (2009 και 2013), ειδικό α΄ βραβείο στον 5ο πανελλήνιο διαγωνισμό «Μαρία Χαιρογιώργου- Σιγάρα» (2014), υποτροφία στον ιταλικό διαγωνισμό «Α. Ποστακκίνι» (2016), α’ βραβείο και ειδική διάκριση «Bundessieger» στον αυστριακό διαγωνισμό «Prima la Musica» (2018) και ετήσια υποτροφία στο διεθνές μάστερκλας του Λ. Καβάκου, στην Αθήνα.


Λητώ Θώμου Από τις σημαντικότερες πιανίστριες της γενιάς της, με πλούσια καλλιτεχνική δραστηριότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ελληνοϊταλικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Αθήνα. Άρχισε μαθήματα πιάνου έξι ετών και στα δεκαεπτά αποφοίτησε από το Εθνικό Ωδείο (τάξη Μυρτώς Μαυρίκου) με α’ βραβείο και αριστείο εξαιρετικής επίδοσης. Δάσκαλοί της, μεταξύ άλλων, υπήρξαν οι μουσικοί: Alexander Jenner και Rudolph Keher στην Ακαδημία της Βιέννης, Jenny Jacharieva, Achilles delle Vigne και Ralph Nattkemper στις Βρυξέλλες, και Germaine Mounier στη θερινή Ακαδημία του Ζάλτσμπουργκ και στην Εκόλ Νορμάλ του Παρισιού (Diplôme supérieur d’exécution με την ανώτατη διάκριση). Βραβεύτηκε στους διεθνείς διαγωνισμούς πιάνου: Για Νέους Πιανίστες στη Μαρσάλα, «Α. Ρουσσέλ» στη Σόφια και Guilde στο Παρίσι, καθώς και στο διαγωνισμό ΧΟΝ στην Αθήνα. Έχει συμπράξει ως σολίστ με ορχήστρες και έχει δώσει συναυλίες μουσικής δωματίου και ατομικά ρεσιτάλ στην Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ελβετία, Βουλγαρία, Ουκρανία) αποσπώντας ενθουσιώδεις κριτικές. Έχει ηχογραφήσει για την Κρατική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Ουκρανίας, και για το Ραδιόφωνο του Βατικανού. Το ρεπερτόριό της περιλαμβάνει –εκτός από τα αριστουργήματα της κλασικής περιόδου– έργα σύγχρονων ελλήνων και ξένων συνθετών, πολλά από τα οποία έχει ερμηνεύσει σε πρώτη πανελλήνια εκτέλεση. Έχει συνεργαστεί με το Μουσικό Σύνολο «Σκαλκώτας», την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, την Ορχήστρα των Χρωμάτων και την Καμεράτα. Το 2012 κυκλοφόρησε το CD metamorphosis, σε συνεργασία με τον ομποΐστα Σπύρο Κοντό, με έργα σύγχρονων ελλήνων συνθετών ηχογραφημένα σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση, το οποίο έλαβε τιμητική διάκριση από την Ένωση Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής ως το καλύτερο CD ελληνικού ενδιαφέροντος για το 2012. Το 2016 κυκλοφόρησε το CD Nostalgica utopica, σε συνεργασία με τον φλαουτίστα Νίκο Νικόπουλο, με έργα του Ευάγγελου Κοκκόρη. Διδάσκει στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας και είναι καλλιτεχνική διευθύντρια στα παραρτήματα του Ωδείου στη Νέα Σμύρνη και την Αγία Παρασκευή.

7


© Angel Sifontes


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

12.10.2023 Τρίο El Greco ΒΙΟΛΙ

Φαίδων Μηλιάδης ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟ

Αλέξης Καραϊσκάκης-Νάστος ΠΙΑΝΟ

Αλεξία Μουζά ANTONÍN DVOŘÁK (1841-1904) Τρίο με πιάνο αρ. 3 σε φα ελάσσονα, έργο 65 • Allegro ma non troppo • Allegretto grazioso - Meno mosso • Poco adagio • Finale. Allegro con brio

Δ ιάλειμμα

JOHANNES BRAHMS (1833-1897) Τρίο με πιάνο αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 101 • Allegro energico • Presto non assai • Andante grazioso • Finale: Allegro molto ΑΡΝΟ ΜΠΑΜΠΑΤΖΑΝΙΑΝ (1921-1983) Τρίο με πιάνο σε φα δίεση ελάσσονα • Largo - Allegro espressivo • Andante • Allegro vivace

9


Antonín Dvořák Τρίο με πιάνο αρ. 3 Ο Αντονίν Ντβόρζακ, από τους σημαντικότερους συνθέτες της ρομαντικής περιόδου, πέρασε τα πρώτα του χρόνια σε ένα χωριό της Τσεχίας, όπου και έλαβε μαθήματα βιολιού και τραγουδιού από τον σχολικό του δάσκαλο και κάντορα Γιόζεφ Σπιτς. Σύντομα ο Αντονίν άρχισε να παίζει σε συναυλίες που λάμβαναν χώρα κοντά στο μέρος όπου μεγάλωνε. Οι γονείς του αναγνώρισαν από νωρίς την έφεσή του στη μουσική και τον στήριξαν για να συνεχίσει τις σπουδές του. Το 1857 γράφτηκε στη Σχολή Εκκλησιαστικού Οργάνου στην Πράγα, απ’ όπου αποφοίτησε το 1859, ως δεύτερος καλύτερος σπουδαστής της χρονιάς του. Το 1862 εγκαινιάστηκε το Εθνικό Θέατρο της Πράγας, και ο Ντβόρζακ προσλήφθηκε στην ορχήστρα του Θεάτρου ως πρώτο βιολί, θέση στην οποία παρέμεινε για μια δεκαετία περίπου. Στο μεταξύ είχε αποκτήσει φήμη στην Τσεχία και οι συνθέσεις του είχαν αρχίσει να γίνονται γνωστές σε όλο τον κόσμο. Συνέθεσε όπερες, μουσική δωματίου, έργα για ορχήστρα, για χορωδία, καθώς και τραγούδια. Το Τρίο με πιάνο σε φα ελάσσονα, έργο 65 ολοκληρώθηκε το 1883 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην πόλη Μπόλεσλαφ της Τσεχίας τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Γραμμένο για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο, το Τρίο έχει θρηνητικό χαρακτήρα και συνδέεται, ενδεχομένως, με το θάνατο της μητέρας του συνθέτη, έναν χρόνο νωρίτερα. Η διάρκεια του τετραμερούς αυτού έργου είναι περίπου σαράντα λεπτά. Λόγω των συνεχών έντονων εναλλαγών της ταχύτητάς του, των δυναμικών και των πολλαπλών μετατροπιών που συμβαίνουν κατά τη διάρκειά του, ο ακροατής αποκτά την αίσθηση μιας διαρκούς διαδοχής διαθέσεων.

Johannes Brahms Τρίο με πιάνο αρ. 3 Ο Γιοχάννες Μπραμς γεννήθηκε στο Αμβούργο. Ο πατέρας του έπαιζε πολλά διαφορετικά μουσικά όργανα, και έτσι ο Γιοχάννες μεγάλωνε σε ένα σπίτι όπου πάντα ακουγόταν μουσική. Επτά ετών άρχισε μαθήματα πιάνου και αργότερα έγινε δεκτός στην τάξη του Έντουαρντ Μάρξεν, που τον μύησε στη μουσική του Γ.Σ. Μπαχ∙ ο Μπραμς τη λάτρεψε. Σημαντικό γεγονός στη ζωή του στάθηκε η γνωριμία του με τον Ρόμπερτ Σούμαν, του οποίου κέρδισε το θαυμασμό και τη φιλία. Όταν ο Σούμαν υπέστη νευρικό κλονισμό και έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, ο Μπραμς ήταν εκείνος που βοήθησε τη γυναίκα του, Κλάρα, και το παιδί του. Μάλιστα, τα χρόνια που έμεινε μαζί με την οικογένεια Σούμαν, ερωτεύτηκε την Κλάρα και μοιραζόταν μαζί της τις ιδέες του για νέα έργα. Το 1862 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου έδωσε πολλές συναυλίες. Εκεί συνέχισε την καριέρα του έως το τέλος της ζωής του.

10

Είχε προοδευτικές ιδέες όσον αφορά τη σύνθεση: βασισμένος σε προϋπάρχουσες φόρμες διαμόρφωσε εντέλει τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο σύνθεσης. Ήξερε να χειρίζεται καλά τις μελωδίες και να τις «δένει» μεταξύ τους, ενώ παράλληλα «διέλυε» τη ρυθμική συμμετρία τοποθετώντας ση-


μαντικές για την εξέλιξη της μελωδίας νότες σε ασθενή μέρη των μέτρων. Το Τρίο με πιάνο αποτελεί επιτυχημένο παράδειγμα της πιο πάνω τεχνικής. Ο Μπραμς συνέθεσε αυτό το έργο το 1886, σε ηλικία 53 ετών, σε μια πολύ δημιουργική του περίοδο. Η πρεμιέρα δόθηκε το ίδιο έτος στη Βουδαπέστη. Το Τρίο είναι γραμμένο για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο και διαρκεί περίπου είκοσι πέντε λεπτά. Το πρώτο μέρος αρχίζει δυναμικά και ξεκάθαρα, ωστόσο στη συνέχεια «σκοτεινιάζει» και εισάγει τον ακροατή σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου: μετά τη γεμάτη ενέργεια αρχή, η δυναμική χαμηλώνει και το τέμπο γίνεται πιο αργό. Το «μυστήριο» που χαρακτηρίζει το Allegro energico δημιουργεί μια αίσθηση «προσμονής», την οποία διαδέχεται στο δεύτερο μέρος η «ανησυχία», μέχρι να δοθεί η λύση και να επέλθει «ηρεμία», κάτι που συμβαίνει στο τρίτο μέρος. Το Andante grazioso αρχίζει αργά, με τα έγχορδα να παίζουν τις κύριες μελωδικές ιδέες, που επαναλαμβάνονται έπειτα από το πιάνο∙ λίγο αργότερα, τα έγχορδα συνδιαλέγονται με το πιάνο. Οι μελωδικές φράσεις μοιάζουν να γλιστρούν και να αναδύονται η μια μέσα από την άλλη, και κάλλιστα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει το τρίτο μέρος του έργου legato (δεμένο). Ενώ σε όλη τη διάρκειά του θυμίζει νανούρισμα, το ήρεμο κλίμα διακόπτεται από το δυναμικό τέλος, που συνδέεται και με το Finale του Τρίο.

ΑΡΝΟ ΜΠΑΜΠΑΤΖΑΝΙΑΝ Τρίο με πιάνο Γενέτειρα του Άρνο Μπαμπατζανιάν (1921-1983) είναι το Γιερεβάν της Αρμενίας. Ο πατέρας του έπαιζε διάφορα παραδοσιακά όργανα και ο Αρνό μεγάλωσε σε μουσικό περιβάλλον. Έλαβε τα πρώτα μαθήματα σύνθεσης από τον Βαρτκές Ταλιάν στο Ωδείο του Γιερεβάν, απ’ όπου αποφοίτησε το 1947. Ένα χρόνο αργότερα άρχισε μαθήματα πιάνου στο Ωδείο της Μόσχας με τον Κονσταντίν Ιγκούμνοφ. Παράλληλα, συνέχισε μαθήματα σύνθεσης με τον Λιτίνσκι, από τους πιο σημαντικούς δασκάλους και συνθέτες της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1950 ο Μπαμπατζανιάν επέστρεψε στη γενέτειρά του, και έγινε καθηγητής πιάνου στο Ωδείο της. Δραστηριοποιήθηκε ως δάσκαλος, σολίστ και συνθέτης. Το Τρίο με πιάνο, που ολοκληρώθηκε το 1952, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1953 με τον Νταβίντ Όιστραχ στο βιολί, τον Σεργκέι Κουσεβίτσκι στο τσέλο και τον συνθέτη στο πιάνο. Οι ίδιοι ερμηνευτές το ηχογράφησαν για τη σοβιετική δισκογραφική εταιρεία Melodiya. To έργο αρχίζει ως Allegro espressivo, με δραματικό ύφος και αργό τέμπο, ενώ το μελωδικό υλικό έχει τις ρίζες του στη σύνθεση «Garun a» του Κομιτάς Βαρνταπέτ. Το ύφος και το τέμπο αλλάζουν σε όλη τη διάρκεια του μέρους καταλήγοντας στην αρχική μελωδία, που παρουσιάζεται αυτή τη φορά από το βιολί στην πιο ψηλή τονικά περιοχή του. Το Andante που ακολουθεί, αργό και λυρικό, δεν προετοιμάζει τον ακροατή για το τελευταίο μέρος, που είναι εντελώς αντίθετο από ό,τι προηγήθηκε. Στο Allegro vivace η μελωδική και ρυθμική βάση είναι φανερά επηρεασμένες από την παραδοσιακή μουσική της Αρμενίας. Το μέρος θυμίζει λαϊκό χορό, που θα τον διακόψει το τσέλο εισάγοντας σταδιακά μια λυρική μελωδία και αλλάζοντας όλο το

11


ύφος στο συγκεκριμένο σημείο. Ο συνθέτης επαναφέρει λίγο αργότερα τη χορευτική ενέργεια χρησιμοποιώντας τα ίδια μοτίβα, και με ευφυή τρόπο επανεκθέτει τη μελωδία της αρχής του έργου, δίνοντας στον ακροατή την αίσθηση ότι το Τρίο θα ολοκληρωθεί με αυτήν. Ωστόσο το τέλος έρχεται με την επανέκθεση των ιδεών του Allegro vivace. ΑΝΝΑ ΜΕΣΑΝΑΓΡΕΝΟΥ

Τρίο El Greco Ιδρύθηκε στην Αθήνα το 2016. Οι τακτικές εμφανίσεις του στο Μέγαρο, το Ωδείο Αθηνών, το ΜΙΕΤ και σε εναλλακτικούς χώρους συναυλιών το έχουν αναδείξει σε ένα από τα πιο ενεργά ελληνικά σύνολα μουσικής δωματίου. Με στόχο μια ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία, το Τρίο El Greco μελέτησε το πρώιμο έργο του Μπετόβεν και ερμήνευσε στο σύνολό του το Έργο 1 του συνθέτη. «Η ερμηνεία τους ξεδίπλωσε τον αρμονικό πλούτο των έργων και ανέδειξε τους μουσικούς διαλόγους, με ελεγχόμενη ένταση και διάφανο ήχο. Η ομοιογένεια του ήχου, που δεν είναι δεδομένη στα σύνολα μουσικής δωματίου, αποτελεί για το Τρίο El Greco μια κατάκτηση.» (περ. Οδός Πανός). Το 2018 συμμετείχαν σε αφιέρωμα στον Γιώργο Τσοντάκη (Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Θεοχαράκη), ενώ το 2019 συμμετείχαν στο 14ο Θερινό Πολιτιστικό Φεστιβάλ στο Κουβέιτ. Το 2020 εκπροσώπησαν το ΜΜΑ στον κύκλο διαδικτυακών συναυλιών του European Concert Hall Organisation και έδωσαν συναυλίες σε αρχαιολογικούς χώρους εντός και εκτός Αθηνών (πρόγραμμα ΥπΠο «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός»).

Φαίδων Μηλιάδης

12

Σπούδασε με τον Κώστα Βοζίκη και την Ιρίνα Ντράγκνεβα στο Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Συνέχισε στο Βασιλικό Κολέγιο Μουσικής του Λονδίνου και μεταπτυχιακά στο Βασιλικό Ωδείο Βρυξελλών με τους Adrian Levine και Kati Sebestyén, με υποτροφία ΙΚΥ. Ασχολήθηκε ενεργά με τη μουσική δωματίου δίνοντας πληθώρα συναυλιών και συμμετέχοντας σε φεστιβάλ και διαγωνισμούς σε σημαντικές αίθουσες της Ευρώπης (Μποζάρ, Αίθουσα Πέρσελ, Αίθουσα Αγίου Μαρτίνου των Αγρών κ.α.), ενώ συμμετείχε σε περιοδείες της Ορχήστρας Νέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε Ευρώπη και Αμερική. Από το 2014 δραστηριοποιείται στην Αθήνα, όπου συνεργάζεται με σημαντικούς καλλιτέχνες και σύνολα μουσικής δωματίου από το χώρο της παλαιάς μουσικής μέχρι της μουσικής δημιουργίας του 21ου αιώνα. Διετέλεσε κορυφαίος στα πρώτα βιολιά της Ορχήστρας της ΕΛΣ. Ως σολίστ έχει συμπράξει με την ΚΟΘ και την ΚΟΑ – στην οποία διετέλεσε εξάρχων από το 2021, ενώ από το 2023 ανέλαβε χρέη κορυφαίου α΄ στα δεύτερα βιολιά. Είναι ιδρυτικό μέλος του πιάνο Τρίο El Greco, με το οποίο εμφανίζεται συχνά εντός και εκτός Αθηνών.


Αλέξης Καραϊσκάκης-Νάστος Από τους πιο δυναμικούς έλληνες βιολοντσελίστες. Παίζει μοντέρνο και μπαρόκ τσέλο, ενώ το ρεπερτόριό του εκτείνεται από την πρώιμη μπαρόκ μέχρι και τη μουσική του 20ού και 21ου αιώνα. Ως μέλος σχημάτων μουσικής δωμάτιου και ως σολίστ έχει δώσει συναυλίες σε Ελλάδα και Ευρώπη (ΜΜΑ, ΜΜΘ, Μουσικό Περίπτερο της Κοντέσας ντι Μπαρρύ στη Λουβεσιέν κ.α.). Από το 2014 συμπράττει με την Armonia Atenea και από το 2016 με το Kyklos Ensemble. Το 2017 έκανε το ντεμπούτο του στην Αμερική ερμηνεύοντας τις Παραλλαγές σε ένα θέμα ροκοκό του Τσαϊκόφσκι. Ιδρυτικό μέλος του Τρίο El Greco και από το 2018 καλλιτεχνικός διευθυντής του Samos Young Artists Festival (SYAF) του ιδρύματος Schwarz. Βραβευμένος ως «καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος καλλιτέχνης της χρονιάς 2011» από την Ένωση Κριτικών Θέατρου και Μουσικής, έχει πάρει δύο πρώτα βραβεία στους Πανελλήνιους Καλλιτεχνικούς Αγώνες Βιολοντσέλου του Υπουργείου Παιδείας (Α και Β κατηγορία). Το 2003 έκανε το ντεμπούτο του ως σολίστ με τη Συμφωνική του Δήμου Αθηναίων. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο Βουλώνης-Μπιγιανκούρ στο Παρίσι αποφοιτώντας με άριστα και δύο πρώτα βραβεία (μουσικής δωματίου και τσέλου), και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Ζυρίχης (BA και MA). Καθηγητές του ήταν οι Xavier Gagnepain, Raphaël Chrétien και Roel Dieltiens στο τσέλο, και η Hortense Cartier-Bresson στη μουσική δωματίου. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με τους Anner Bylsma, Philippe Müller και Jérôme Pernoo.

Αλεξία Μουζά Πιανίστρια με «καταπληκτική ενέργεια, καθαρότητα και ακρίβεια», κέρδισε σε ηλικία 11 ετών στον πανελλήνιο διαγωνισμό πιάνου ΦΙΛΩΝ 2000. Nικήτρια, μεταξύ άλλων, των πιανιστικών διαγωνισμών του Καντού (Ιταλία, 2005), «Γιώργος Θυμής» (Θεσσαλονίκη, 2008) και «Μαίρη Χαιρογιώργου» (Αθήνα, 2006), καθώς και «Ντέλια Στάινμπεργκ» (α΄ βραβείο, Μαδρίτη, 2015) εκπροσώπησε την Ελλάδα στον ανά πενταετία διεθνή διαγωνισμό «Σοπέν» στη Βαρσοβία και πήρε γ΄ βραβείο στον ανά τριετία διεθνή διαγωνισμό στο Χαμαμάτσου. Ήταν, επίσης, νικήτρια στον διεθνή μουσικό διαγωνισμό του Μανχάτταν (Grand Prize, 2018) και του Βερολίνου (Grand Prize, 2019). Ως προσκεκλημένη σολίστ έχει συνεργαστεί με τα σύνολα: Ορχήστρα «­Χάυντν­» του Μπολτσάνο και του Τρέντο, Συμφωνικές του Τόκιο, του Μπακάου, της Κρατικής Ακαδημίας Σολιστών του Καζακστάν, καθώς και με την ΚΟΘ και ΚΟΑ. Επίσης, με τη Συμφωνική «Σιμόν Μπολίβαρ» της Βενεζουέλας, την Ορχήστρα των Χρωμάτων και τη Συμφωνική του Μεξικού. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Άρχισε μαθήματα πιάνου με τη μητέρα της. Ολοκλήρωσε σπουδές στην Ακαδημία της Ίμολας, με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση. Πήρε μάστερ ερμηνείας (2011, Ωδείο Τσεζένας) και Artist Diploma (2013, Κολέγιο Καλών Τεχνών Πανεπιστημίου Βοστόνης), ενώ συνέχισε στη Μουσική Ακαδημία Μπούχμαν-Μέτα, στο Τελ Αβίβ.

13


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

24.10.2023 Η Έλενα Παπανδρέου παίζει Μάνο Χατζιδάκι JOHANN SEBASTIAN BACH (1685-1750) Allemande – Double από την Παρτίτα για βιολί αρ. 1, BWV 1002 ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (1925-1994) • Τα παιδιά κάτω στον κάμπο • Έχω ένα μυστικό • Μυρίζει ο κόσμος γιασεμί • Τα παιδιά του Πειραιά

Δ ιάλειμμα

LEO BROUWER (γεν. 1939) Preludio de la nostalgia (στη μνήμη του Μάνου Χατζιδάκι, 2020) [ Αφιερωμένο στην Έλενα Παπανδρέου ] ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ • Η μικρή Ραλλού • Χάρτινο το φεγγαράκι • Ο αμαξάς

Τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι διασκεύασε για κιθάρα ο Ορέστης Καλαμπαλίκης, εκτός από τη «Θάλασσα πλατιά» που τη διασκεύασε ο Roland Dyens.

15


Από τα νιάτα μου τρέφω απέραντο θαυμασμό για τον Μάνο Χατζιδάκι. Είχα την τύχη να τον συναντήσω κάποιες φορές το διάστημα μεταξύ 1984 και 1994, και αυτές οι συναντήσεις –στις οποίες προσπαθούσα να αναπνέω τη ζωογόνα αύρα του και να μη χάνω λέξη απ’ όσα έλεγε– πάντα με γέμιζαν ευγνωμοσύνη. Μάλιστα, του είχα παίξει ένα ράγκταϊμ του Σκοτ Τζόπλιν, όταν τον πρωτογνώρισα (στη διάρκεια ενός μάστερκλας του δασκάλου μου, Βαγγέλη Μπουντούνη, στο Ρέθυμνο) και τα πολύτιμα σχόλιά του άλλαξαν τον τρόπο που σκέφτομαι τη μουσική που παίζω. Το αποψινό ρεσιτάλ είναι κατά κάποιον τρόπο η παρουσίαση του δίσκου μου, που κυκλοφόρησε φέτος από τη σουηδική εταιρεία BIS, με διασκευές τραγουδιών του Χατζιδάκι. Την ιδέα για το δίσκο την είχαμε από κοινού με τον αγαπημένο φίλο και ιδιοφυή γάλλο κιθαρίστα και συνθέτη Ρολάν Ντυένς. Όταν έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ στην Ελλάδα το 1997, ο Ντυένς έκανε μια διασκευή του τραγουδιού «Ο ταχυδρόμος πέθανε» και το έπαιξε ως bis. Την επομένη, μου πρόσφερε το χειρόγραφο και μου το αφιέρωσε, ενώ το 2005 διασκεύασε το «Θάλασσα πλατιά», και ξανά μου έδωσε το χειρόγραφο, με αφιέρωση. Από το 1997 μέχρι το θάνατό του, ο Ντυένς μού έλεγε συχνά ότι ήθελε να διασκευάσει και άλλη μουσική του Χατζιδάκι, οπότε το 2016 αποφασίσαμε να κάνουμε το κοινό μας όνειρο πραγματικότητα∙ συμφωνήσαμε ότι εκείνος θα ετοίμαζε τις διασκευές για έναν ολόκληρο δίσκο και εγώ θα τις ηχογραφούσα. Δυστυχώς, ο Ντυένς μάς άφησε εκείνη τη χρονιά, αλλά για πολύ καλή μου τύχη, ο μαθητής του, κιθαρίστας και συνθέτης Ορέστης Καλαμπαλίκης ανέλαβε το έργο του δασκάλου του, κάνοντας καταπληκτικές διασκευές, της ίδιας εξαιρετικής ποιότητας με αυτές που πιστεύω ότι θα έφτιαχνε ο Ντυένς, ξακουστός διεθνώς ως διασκευαστής για κιθάρα. Συνάντησα για πρώτη φορά τον κουβανό κιθαρίστα και συνθέτη Λέο Μπράουερ (τον σημαντικότερο εν ζωή συνθέτη για κιθάρα) όταν εμφανίστηκα ως σολίστ κατά τη διάρκεια των μάστερκλας που έδωσε στην Ελλάδα το 1987. Έχω παίξει και ηχογραφήσει μεγάλο μέρος της μουσικής του και γνωρίζοντας ότι έχει διασκευάσει και έργα του Χατζιδάκι, του παρήγγειλα ένα κομμάτι ταιριαστό με το περιεχόμενο του δίσκου μου: Έτσι, το 2020 συνέθεσε και μου αφιέρωσε το «Preludio de la nostalgia», εμπνευσμένο από το χατζιδακικό «Νανούρισμα». Γράφοντας αυτό το κείμενο σκέφτομαι ότι θα αναρωτηθείτε: Τι σχέση έχει ο Μπαχ με όλα αυτά; Μα … ο Μπαχ ταιριάζει με όλα! Κάθε φορά που παίζω Μπαχ νιώθω ότι ξαναέρχομαι σε επαφή με τον μουσικό μου πυρήνα. Έτσι, σκέφτηκα να προσθέσω και μια τέτοια γεύση σε μικρή ποσότητα ως εισαγωγή της βραδιάς. Σε αυτόν εδώ το χώρο, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, έδωσα πριν 30 περίπου χρόνια το πρώτο μου ρεσιτάλ (και πρώτο ρεσιτάλ κιθάρας στο Μέγαρο). Από τότε είχα τη χαρά και την τιμή να παίξω τόσες φορές σε αυτή την αίθουσα που τη θεωρώ από τα αγαπημένα μου μουσικά «σπίτια»! Εδώ συναντώ, κάθε φορά με χαρά, αμέτρητους φίλους, προσωπικούς και της κιθάρας. Ανυπομονώ λοιπόν να σας δω και να ακούσουμε τη μουσική του Χατζιδάκι που τόσο αγαπώ, και που σίγουρα κι εσείς αγαπάτε. ΕΛΕΝΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

16


Έλενα Παπανδρέου Η Έλενα Παπανδρέου, μια «ποιήτρια της κιθάρας» σύμφωνα με την Washington Post, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966. Σπούδασε κιθάρα με τον Βαγγέλη Μπουντούνη και με τον Όσκαρ Γκίλια. Επίσης, με τον Γκόρντον Κρόσκυ στο RNCM της Αγγλίας με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου και έπαιξε σε σεμινάρια των Αλίριο Ντίας, Τζούλιαν Μπρημ, Λέο Μπράουερ και Ρουτζέρο Κιέζα. Κέρδισε α΄ βραβείο σε τρεις διεθνείς διαγωνισμούς: «Μαρία Κάλλας» (Αθήνα, 1984), στο Γκαρνιάνο της Ιταλίας (1985), και στην Αλεσσάντρια της Ιταλίας (1985), ενώ πήρε β΄ βραβείο και το βραβείο NAXOS στο διαγωνισμό Guitar Foundation of America (ΗΠΑ, 1995). Έχει ηχογραφήσει δέκα προσωπικά CD (BIS, NAXOS, SONY Greece κ.ά.). Το 1992 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Σπύρου Μοτσενίγου. Έχει εμφανιστεί σε περίπου 40 χώρες στην Ευρώπη, Βόρεια και Νότια Αμερική και Ασία. Ως Rising Stars έδωσε ρεσιτάλ σε σημαντικές αίθουσες μουσικής (Μουζίκφεραϊν της Βιέννης, της Φιλαρμονικής της Κολωνίας, της Συμφωνικής του Μπέρμιγχαμ, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), ενώ έχει εμφανιστεί στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης, «Τσαϊκόφσκι» της Μόσχας και Κουίν Ελίζαμπεθ Χολ του Λονδίνου. Έχει συνεργαστεί με τους κιθαρίστες: Όσκαρ Γκίλια, Αλίριο Ντίας, Ρολάν Ντυένς, Νικίτα Κόσκιν, Βαγγέλης Μπουντούνης, με τον βιολονίστα Λεωνίδα Καβάκο και τον τσελίστα Λεονίντ Γκορόχοφ. Έχει συμπράξει ως σολίστ με τις ορχήστρες: ΚΟΑ, ΚΟΘ, Καμεράτα, Ορχήστρα των Χρωμάτων, Ορχήστρα της Πάτρας, Ορχήστρα της Αλεσσάντριας (Ιταλία), Ορχήστρα Δωματίου της Κωνσταντινούπολης, Φιλαρμονική του Βουκουρεστίου, ESMDM του Μοντερρέυ (Μεξικό) και με τους μαέστρους: Ντανιέλε Γκάττι, Λαν Σούι, Πωλ Σιανγκ, Kριστιάν Μαντεάλ, Μίλτος Λογιάδης, Βασίλης Χριστόπουλος κ.ά. Έργα τους της έχουν αφιερώσει ο Λέο Μπράουερ, ο Ρολάν Ντυένς, ο Νικίτα Κόσκιν, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Γιώργος Κουμεντάκης και ο Βαγγέλης Μπουντούνης. Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

17


© Frédéric Aranda


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

31.10.2023 ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟ

Κωvσταντίνος Σφέτσας ΠΙΑΝΟ

Στέφανος Θωμόπουλος LUDWIG VAN BEETHOVEN (1770-1827) Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο αρ. 3 σε λα μείζονα, έργο 69 • Allegro ma non tanto • Scherzo. Allegro molto – Trio • Adagio cantabile – Allegro vivace ANTONÍN DVOŘÁK (1841-1904) Ροντό σε σολ ελάσσονα, έργο 94

Δ ιάλειμμα

ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ (1840-1893) Pezzo capriccioso σε σι ελάσσονα, έργο 62 ΑΛΦΡΕΝΤ ΣΝΙΤΚΕ (1934-1998) Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο αρ. 1 (1978) • Largo • Presto • Largo

19


LUDWIG VAN BEETHOVEN Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο αρ. 3 Η σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο, με το ρόλο των δύο οργάνων να είναι σαφώς ισότιμος, γεννιέται αναμφίβολα με τον Μπετόβεν. Μετά τις δύο πρώτες νεανικές του Σονάτες, στις οποίες κυριαρχεί το πιάνο, η Τρίτη σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο μοιράζει για πρώτη φορά την ευθύνη της μουσικής δράσης ισοβαρώς στα δύο όργανα. Γράφτηκε το 1808, σε μια περίοδο ωριμότητας και ακμής του Μπετόβεν, πλάι σε επιβλητικά αριστουργήματα, όπως η Πέμπτη και η Έκτη συμφωνία, η Χορωδιακή Φαντασία και τα δύο Τρίο με πιάνο, έργο 70. Ο συνθέτης έστειλε ένα αντίγραφο της Σονάτας στον αποδέκτη της αφιέρωσης, βαρόνο Γκλάιχενσταϊν, με τη φράση inter lacrimas et luctum [ανάμεσα σε δάκρυα και θλίψη], υπαινισσόμενος τις συνέπειες των Ναπολεόντειων Πολέμων. Ωστόσο η μουσική του έργου, με συμφωνικών διαστάσεων μεγαλοπρέπεια και ρέουσα αφηγηματικότητα, έχει σε μεγάλο βαθμό το ύφος της Ποιμενικής συμφωνίας και αναδεικνύει κυρίως την πιο αισθαντική, ολύμπια και λυρική πτυχή της μουσικής προσωπικότητας του δημιουργού της. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως δεν συναντά κανείς πολλά σημεία όπου το τσέλο και το πιάνο συγκρούονται ή ανταλλάσσουν χειρονομίες γεμάτες δυναμισμό και αιφνίδιες εξάρσεις και υφέσεις, όπως εξάλλου συμβαίνει και στο σύνολο του μπετοβενικού έργου. Η πρώτη εκτέλεση της Σονάτας έλαβε χώρα στις 5 Μαρτίου 1809 στη Βιέννη, από τον τσελίστα Νίκολαους Κραφτ (γιο του τσελίστα για τον οποίον ο Χάυντν είχε γράψει το Κοντσέρτο σε ρε μείζονα) και τη βαρόνη Φον Έρτμαν, από τις καλύτερες πιανίστριες της εποχής και μαθήτρια του Μπετόβεν.

Antonín Dvořák Ροντό Λίγο πριν αναχωρήσει από την Τσεχία για τη Νέα Υόρκη (1892), για να αναλάβει τη θέση του διευθυντή στο νεοϊδρυθέν εκεί Εθνικό Ωδείο Μουσικής, ο τσέχος συνθέτης Αντονίν Ντβόρζακ οργάνωσε μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία σε 39 πόλεις της Βοημίας και της Μοραβίας, εμφανιζόμενος τόσο ως συνθέτης όσο και ως πιανίστας, και συμπράττοντας με τους στενούς του φίλους και συνεργάτες Φέρντιναντ Λάχνερ (βιολί) και Χάνους Βίχαν (βιολοντσέλο). Για τις ανάγκες αυτής της περιοδείας, που πραγματοποιήθηκε τους πρώτους μήνες του 1892, ο Ντβόρζακ συνέθεσε το μελωδικό, ανάλαφρο και χορευτικού χαρακτήρα Ροντό σε σολ ελάσσονα, στις 25 και 26 Δεκεμβρίου 1891. Η αρχική εκδοχή του έργου ήταν για βιολοντσέλο και πιάνο, αλλά στα τέλη του 1893 ο συνθέτης ενορχήστρωσε το μέρος του πιάνου. Η πρεμιέρα του Ροντό δόθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1892 από τον Ντβόρζακ και τον Βίχαν (για τον οποίο αργότερα ο συνθέτης έγραψε και το μεγαλειώδες Κοντσέρτο του για βιολοντσέλο).

ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ Pezzo capriccioso 20

Ο Τσαϊκόφσκι αφιέρωσε το Pezzo capriccioso στον σημαντικό ρώσο βιολοντσελίστα Ανατόλι Μπραντούκοφ. Το έργο γράφτηκε κατά τη διάρκεια


του (όχι ιδιαιτέρως παραγωγικού) καλοκαιριού του 1887, όταν ο συνθέτης επισκέφθηκε έναν ετοιμοθάνατο φίλο του στο Άαχεν της Γερμανίας. Ο Μπραντούκοφ πρόσφερε στον συνθέτη πολύτιμες τεχνικές συμβουλές για τη γραφή του μέρους του τσέλου και έπαιξε μαζί του το έργο για πρώτη φορά, τόσο στην εκδοχή για τσέλο και πιάνο (1888) όσο και στην εκδοχή με συνοδεία ορχήστρας (1889). Το Pezzo capriccioso, που είναι το τελευταίο έργο του Τσαϊκόφσκι για σόλο όργανο και ορχήστρα, αποτελείται από δύο ενότητες: μια πρώτη, αργή και μελαγχολική, και μια δεύτερη, γρήγορη και δεξιοτεχνική. Μετά την πρώτη τους παρουσίαση, οι δύο παράγραφοι επανεμφανίζονται σε συνεπτυγμένη μορφή.

ΑΛΦΡΕΝΤ ΣΝΙΤΚΕ Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο αρ. 1 Ο Άλφρεντ Σνίτκε συνέδεσε το όνομά του με τη συνθετική τεχνική του «πολυστιλισμού», αναμειγνύοντας καλειδοσκοπικά (με ευθείες παραπομπές) στοιχεία διαφορετικών στιλ στη μουσική του έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ωστόσο, με έργα όπως το Κουιντέτο με πιάνο (1976) ή η Πρώτη σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο (1978), ο Σνίτκε εισέρχεται σε μια νέα δημιουργική περίοδο, κατά την οποία προβαίνει σε πιο αφηρημένη και συμβολική χρήση των στιλιστικών του υπαινιγμών. Υπό αυτό το πρίσμα, ολόκληρη η Σονάτα για βιολοντσέλο επικεντρώνεται στην ταυτόχρονη συνύπαρξη της μείζονας και της ελάσσονας συγχορδίας, η οποία και ερευνάται σε βάθος κατά την εξέλιξη τόσο των αργών εξωτερικών μερών όσο και του φρενήρους μεσαίου μέρους. Σε όλο το έργο πρυτανεύει μια σκοτεινή διάθεση που δεν αφήνει καμία «αχτίδα φωτός» να εισέλθει αναλλοίωτη. Η μουσική αρχίζει και τελειώνει μέσα σε μια de profundis απόγνωση, που άλλοτε ξεσπά σε παραληρηματικές κραυγές και άλλοτε εκφράζεται με μυστηριώδεις ψιθύρους – είναι η ειλικρινής απόγνωση του δημιουργού, που συνειδητοποιεί πως ζει σε έναν κόσμο διάλυσης, ακύρωσης και αμφισβήτησης κάθε «καθαρής» αξίας. ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ

Kωνσταντίνος Σφέτσας Γεννήθηκε στο Παρίσι. Έχει ηχογραφήσει για το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας εμβληματικά έργα του ρεπερτορίου όπως τα κον­ τσέρτα των Έλγκαρ, Χάυντν, Σούμαν, Ντβόρζακ, Μποκκερίνι, τις σονάτες των Γκρηγκ, Σνίτκε, Μπραμς, Μότσαρτ, Μπετόβεν, σόλο σουίτες Μπαχ και Μπρίττεν, αλλά και μικρότερα έργα Τσαϊκόφσκι (κύκλος τραγουδιών Οι εποχές) και Σοπέν (Πολωνέζα, έργο 3, Νυχτερινό). Η κρατική Τηλεόραση έχει κάνει εκπομπές-αφιερώματα στην καλλιτεχνική του πορεία. Με την πιανίστα Νέλλη Σεμιτέκολο, μόνιμη συνεργάτιδά του από το 2001, έχουν δώσει ρεσιτάλ μουσικής δωματίου σε όλη την Ελλάδα και στα κυριότερα διεθνή φεστιβάλ της χώρας, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Έχει συνεργαστεί με τον πιανίστα

21


Αναστάσιο Πάππα, ενώ από το 2019 συνεργάζεται με τον πιανίστα Στέφανο Θωμόπουλο. Ως σολίστ έχει ερμηνεύσει κοντσέρτα από το κλασικό και ρομαντικό ρεπερτόριο του οργάνου όσο και έργα του 20ού αιώνα σε παγκόσμιες και πανελλήνιες πρώτες εκτελέσεις. Έχει συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με τους μαέστρους: Η. Βουδούρης, Α. Πυλαρινός, Ρ. Πυλαρινός, Μ. Λογιάδης, Β. Τσαμπρόπουλος και Μ. Μιχαηλίδης. Έχει προσκληθεί κατόπιν επιλογής σε διεθνείς διαγωνισμούς για τη θέση του σόλο βιολοντσέλου σε ορχήστρες του εξωτερικού (Γκουλμπενκιάν της Λισαβόνας, Τονκύνστλερ της Βιέννης, Ορχήστρα της Δυτικογερμανικής Ραδιοφωνίας στην Κολωνία, Γκεβάντχαους της Λειψίας, Συμφωνική της Βέρνης). constantinsfetsas.com

Στέφανος Θωμόπουλος Υπήρξε μαθητής του J. Rouvier και της M.F. Bucquet στο Ωδείο του Παρισιού, καθώς και του H. Austbo στο Ωδείο του Άμστερνταμ. Ως σολίστ έχει συμπράξει με τις ορχήστρες Βελιγραδίου, Οδησσού, Κύπρου, την Ολλανδική Ορχήστρα Δωματίου, την Ορχήστρα της Όπερας του Καΐρου και με όλες τις σημαντικές ελληνικές ορχήστρες. Δίνει συναυλίες σε όλη την Ευρώπη, στις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Βραζιλία και την Ιαπωνία, σε χώρους όπως η Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Παρισιού, η Αίθουσα Γκαβώ και τα Μουσεία του Λούβρου και του Ορσαί, το IRCAM, η Κονσέρτχεμπαου στο Άμστερνταμ, η Όπερα του Μόντε Κάρλο, το Άλτι Χολ στο Κιότο, το ΜΜΑ και το ΜΜΘ, στο Θέατρο της Επιδαύρου και στην Αίθουσα Τσετσίλια Μεϊρέλες στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Κυκλοφορούν επτά CD με ηχογραφήσεις του, μεταξύ άλλων η ηχογράφηση του έργου του Ιάννη Ξενάκη για πιάνο από την εταιρία Timpani, το Τέταρτο κοντσέρτο του Μπετόβεν για πιάνο στην εκδοχή του για μουσική δωματίου, και ο Μακρόκοσμος του Τζωρτζ Γκραμπ. Πειραματίζεται με όλα τα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης και συμμετέχει σε πρωτότυπα πρότζεκτ: με τον Lukas Hemleb στη σκηνική προσαρμογή της Μαρκησίας του Ο του Κλάιστ, με το σύνολο Piandaemonium, και σε σειρά περφόρμανς πάνω σε τροποποιημένα πιάνα, επινοημένα από τον Tal Isaac Hadad, στο πλαίσιο της FIAC 2011 και 2012 στο Γκραν Παλαί στο Παρίσι. Με τον ίδιο καλλιτέχνη συνεργάστηκε στην παρουσίαση του Μικρόκοσμου του Μπάρτοκ και του Μακρόκοσμου του Κραμπ στη Cité de la musique του Παρισιού το 2014. Ο Στέφανος Θωμόπουλος είναι ο πρώτος διδάκτωρ του Ωδείου του Παρισιού, με διατριβή πάνω στο έργο του Ξενάκη για πιάνο. Από το 2010 είναι καθηγητής και διευθυντής του τμήματος πιάνου στο Εθνικό Ωδείο της Νίκαιας. Δίνει σεμινάρια στο πλαίσιο του φεστιβάλ Printemps des Arts στο Μονακό, στην Ακαδημία Musicalta στη Γαλλία, στο Μουσικό Χωριό στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου και στο Φεστιβάλ ΒΟΥΑ στην Κίνα.

22


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

27.11.2023 Sehnsucht – Νοσταλγώντας το μέλλον ΥΨΙΦΩΝΟΣ

Τζούλια Σουγλάκου ΠΙΑΝΟ

Χαρά Ιακωβίδου LUDWIG VAN BEETHOVEN (1770-1827) • Sehnsucht [Λαχτάρα], WoO 134, αρ. 4 • Kennst du das Land [Ξέρεις τη χώρα…], τραγούδι για φωνή και πιάνο σε ποίηση Γκαίτε, έργο 75, αρ. 1 FRANZ SCHUBERT (1797-1828) • 12 Γερμανικοί Χοροί (Ländler) για πιάνο, D. 790 (αποσπάσματα) • Από τα 4 Τραγούδια από τον «Βίλχελμ Μάιστερ», D. 877: αρ. 4 Sehnsucht • Abendstern [Βραδινό αστέρι], D. 806 για φωνή και πιάνο ROBERT SCHUMANN (1810-1856) Από τον κύκλο Frauenliebe und Leben [Η ζωή και η αγάπη μιας γυναίκας], έργο 42: αρ. 5, Helft mir, ihr Schwestern [Βοηθήστε με, αδελφές μου] ALBAN BERG (1885-1935) • Σονάτα για πιάνο, έργο 1 • Από τα Jugendlieder [Νεανικά τραγούδια]: Sehnsucht I-II • Από τα Επτά πρώιμα τραγούδια για φωνή και πιάνο: Liebesode [Ωδή στον

έρωτα] HUGO WOLF (1860-1903) Από τα Goethe-Lieder [Τραγούδια σε ποίηση Γκαίτε]: • Mignon II, Nur wer die Sehnsucht kennt [Μόνο όσοι γνωρίζουν τη λαχτάρα] • Kennst du das Land JOHANNES BRAHMS (1833-1897) • Intermezzo για πιάνο σε λα μείζονα, έργο 118, αρ. 2 Από τα 49 Γερμανικά παραδοσιακά τραγούδια, WoO 33: • αρ. 25, Mein Mädel hat einen Rosenmund [Το κορίτσι μου έχει ρόδινα χείλη] • αρ. 6, Da unten im Tale [Πέρα κάτω στην κοιλάδα]

23


Για τον μεγάλο γερμανό ποιητή και φιλόσοφο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749-1832), το αυστηρό, πειθαρχημένο και συγκροτημένο πνεύμα του ευρωπαϊκού Βορρά είχε ανάγκη τη φαντασία και την ελευθερία της μεσογειακής σκέψης ως το απαραίτητο αντίπαλον δέος· και η αλληλοσυμπλήρωση αυτών των δύο κόσμων ήταν για τον Γκαίτε η ιδεώδης οδός που η ευρωπαϊκή σκέψη όφειλε να ακολουθήσει. Με αυτό το δεδομένο, η μορφή της Μινιόν στο μυθιστόρημα Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (1795-96) αποκτά συμβολικά ιδιαίτερη αξία: Πρόκειται για ένα μικρό κορίτσι από την Ιταλία που απάγεται από περιπλανώμενους ακροβάτες και καταλήγει στη Γερμανία. Εκεί θα τη συναντήσει ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, Βίλχελμ, που γοητευμένος θα αποφασίσει να την αγοράσει. Το τραγούδι της «Kennst du das Land» [Ξέρεις τη χώρα;] όπως και το ποίημα «Sehnsucht» [Λαχτάρα] εκφράζουν την αναπόληση της πατρώας γης, τον πόνο του ξεριζωμού και εμμέσως την εναγώνια ελπίδα της επιστροφής σε έναν κόσμο ομορφότερο και καλύτερο. Για τον γερμανικό καλλιτεχνικό κόσμο του 19ου αιώνα, η Μινιόν αποτέλεσε ένα πρόσωπο-σύμβολο, γι’ αυτό και μέγιστοι συνθέτες (όπως ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ο Φραντς Σούμπερτ και ο Ούγκο Βολφ) μελοποίησαν το σχετικό κείμενο του Γκαίτε, επιχειρώντας με τη μουσική τους να αποτυπώσουν μουσικά τόσο την αθωότητα της Μινιόν όσο και το συναισθηματικό βάθος της νοσταλγίας της. Στο πρόγραμμα της συναυλίας, τα τραγούδια της Μινιόν, που μιλούν για τη νοσταλγία της χαμένης πατρίδας, συμπληρώνονται με εξαίσια γερμανικά λίντερ με θέμα τον ερωτικό πόθο, ντύνοντας τον εκάστοτε ποιητικό λόγο με απέριττες μελωδικές γραμμές και μεστή αρμονική υποστήριξη από το πιάνο. Τα τραγούδια αυτά προβάλλουν άλλοτε την πιο μελαγχολική πλευρά του έρωτα, όπως το «Abendstern» [Βραδινό αστέρι] του Σούμπερτ, τα δύο «Νεανικά τραγούδια» του Μπεργκ και το παραδοσιακό «Da unten im Tale» [Πέρα κάτω στην κοιλάδα] που μελοποίησε ο Μπραμς, άλλοτε την πιο αισθησιακή, όπως η «Ωδή στον έρωτα» του Μπεργκ, άλλοτε την πιο εύθυμη πλευρά του, όπως το «Helft mir, ihr Schwestern» [Βοηθήστε με, αδελφές μου] του Σούμαν και το «Mein Mädel hat einen Rosenmund» [Το κορίτσι μου έχει ρόδινα χείλη] που μελοποίησε ο Μπραμς. Βέβαια, η δύναμη της μεγάλης γερμανικής μουσικής του Ρομαντισμού δεν έγκειται μόνο στο πόσο πιστά και πόσο ουσιωδώς αποδίδει τα νοήματα του λόγου (στην περίπτωση των τραγουδιών για φωνή και πιάνο) αλλά και στο ασύλληπτο βάθος της αμιγώς μουσικής έκφρασης, όταν δεν επενδύει κάποιο ποιητικό κείμενο. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα με τα τρία έργα για σόλο πιάνο που ακούγονται στην αποψινή συναυλία. Ο Σούμπερτ με τους Γερμανικούς χορούς του αποδίδει με αφοπλιστική απλότητα τη χάρη του παραδοσιακού λέντλερ. Ο Μπραμς, στο δεύτερο Ιντερμέτζο του από τα Έξι κομμάτια, έργο 118 (έργα της ωριμότητάς του, που ολοκληρώθηκαν το 1893) ξετυλίγει μια αισθαντική μουσική αφήγηση, που εκτείνεται από την τρυφερότητα και τον νηφάλιο στοχασμό έως το θερμό τραγούδι και το παράφορο ξέσπασμα. Ακόμα μεγαλύτερο εύρος διαθέσεων εξερευνά η Σονάτα, έργο 1 του Αυστριακού Άλμπαν Μπεργκ, γραμμένη κατά την περίοδο 1908-09, όταν ο Μπεργκ ακόμα μελετούσε με τον Άρνολντ Σαίνμπεργκ. Διάχυτος είναι ο εξπρεσιονιστικός αισθησιασμός της πιανιστικής γραφής, με τη μουσική να ισορροπεί ανάμεσα στην τονική αρμονία και την ατονικότητα, πάντα ταραγμένη, πάντα ανήσυχη, πάντα δαιδαλώδης και πολυσήμαντη. 24

ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ


Τζούλια Σουγλάκου Σπούδασε κλασικό τραγούδι, ανώτερα θεωρητικά και πιάνο στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Με την υποτροφία «Μαρία Κάλλας» συνέχισε στο Λονδίνο με τη Βέρα Ρόζα, υπό την καθοδήγηση του Χ. Λαμπράκη. Μελέτησε καθοριστικά με τον Άρη Χριστοφέλλη και τον πιανίστα Δημήτρη Γιάκα. Στην ΕΛΣ έχει ερμηνεύσει πρωταγωνιστικούς ρόλους: Νέντα (Οι παλιάτσοι), Ελβίρα (Ερνάνης), Μαρία (Σιμόνε Μποκκανέγκρα), Ντόννα Ελβίρα (Ντον Τζοβάννι), Κόμισσα (Οι γάμοι του Φίγκαρο), Α΄ Κυρία (Μαγικός αυλός), Άννα Μπολένα, Φράια (Ο χρυσός του Ρήνου) Λεονόρα (Τροβατόρε), Σαντούτσα (Καβαλερία ρουστικάνα), Λαίδη Μάκβεθ (Μάκβεθ), Τζοκόντα, Μητέρα (Ο φυλακισμένος), Αριάδνη στη Νάξο, Όρτρουντ (Λόενγκριν), Κοστέλνιτσκα (Γενούφα), Μαντλόν (Αντρέα Σενιέ), Τζίτα (Τζάννι Σκίκκι) κ.ά. Έχει ερμηνεύσει πρωταγωνιστικούς ρόλους σε όπερες ελλήνων συνθετών: Τα ξωτικά νερά και Ανατολή (Μ. Καλομοίρη), Ρέα, Μάρτυς, Λιονέλλα (Σπ. Σαμάρα), Καρυωτάκης, Λυσιστράτη και Αντιγόνη (Μ. Θεοδωράκη), Η επιστροφή της Ελένης (Θ. Μικρούτσικου), Πούσκιν (Φ. Τσαλαχούρη), Η φόνισσα (Γ. Κουμεντάκη), Ελέγκω (Η κερένια κούκλα του Τ. Ρωσόπουλου), Μήδεια (Μποστ, Ν. Κυπουργού), Δούκισσα (Κρητικοπούλα του Σπ. Σαμάρα) κ.ά. Έχει επανειλημμένα συνεργαστεί με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, σε ορατόρια και όπερες: Μεσσίας, Ρέκβιεμ (Μότσαρτ, Μπραμς), Το ορατόριο των Χριστουγέννων του Σαιν-Σανς, Τα κατά Ιωάννην Πάθη του Μπαχ, Στάμπατ Μάτερ (Περγκολέζι και Μποκκερίνι), Ενάτη του Μπετόβεν, Ηλίας, Παύλος (Μέντελσον), Λειτουργία του Νέλσονα (Χάυντν), Μεγάλη λειτουργία σε ντο ελάσσονα (Mότσαρτ), Μαχαγκόνυ (Βάιλ), Το στρίψιμο της βίδας

25


(Μπρίττεν), Ο αποχαιρετισμός της Ανδρομάχης (Μπάρμπερ), Μήδεια (Μάυρ) κ.ά. Έχει συμπράξει ως σολίστ με όλα τα ορχηστρικά σύνολα και τους μαέστρους της χώρας μας. Έχει δώσει πολλά ατομικά ρεσιτάλ με σπουδαίους πιανίστες, έχει συνεργαστεί με διεθνή φεστιβάλ, και έχει συμμετάσχει σε συναυλίες μουσικής δωματίου, μουσικά αναλόγια, παραστάσεις χοροθεάτρου, κινηματογραφικές, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές παραγωγές.

Χαρά Ιακωβίδου

© CHARIS AKRIVIADIS

Γεννήθηκε στην Αθήνα, σε οικογένεια καλλιτεχνών. Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα και στη συνέχεια στο Παρίσι και στις ΗΠA ως υπότροφος της Ακαδημίας Αθηνών, με τους M.F. Bucquet, L. Fleischer, J. Perry, και J.Cl. Pennetier. Παράλληλα έκανε φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Καθοριστική για τη μουσική της εξέλιξη υπήρξε η γνωριμία και η πολύχρονη μαθητεία της κοντά στον Άλφρεντ Μπρέντελ. Δίνει ρεσιτάλ και συμπράττει με σύνολα μουσικής δωματίου σε μεγάλες αίθουσες στην Ευρώπη, την Ασία (Βιετνάμ) και τις ΗΠΑ (Κάρνεγκι Χολ στη Νέα Υόρκη). Συμμετέχει σε διεθνή φεστιβάλ, και έχει συμπράξει ως σολίστ με την KΟΑ, την Καμεράτα, τη Φιλαρμονική της Νίκαιας, τη Συμφωνική της Ορλεάνης, τη Συμφωνική του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας (Λος Άντζελες). Στο ρεπερτόριό της σημαντική θέση κατέχουν ο Σούμπερτ και οι βιεννέζοι κλασικοί, ενώ τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη μουσική δημιουργία, και συχνά ερμηνεύει έργα σε πρώτη παγκόσμια και σε πρώτη πανελλήνια εκτέλεση. Έχει ηχογραφήσει Σούμπερτ, Μότσαρτ, Χάυντν, Μπετόβεν και Ραβέλ για τη γαλλική δισκογραφική εταιρεία Lyrinx, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο. Με τη φλαουτίστρια Κατερίνα Τσενς έχει, επίσης, εγγράψει σε δίσκο έργα μουσικής δωματίου του Γ. Ιωαννίδη και του Α. Κουνάδη, καθώς και του Τζον Κέιτζ για τη Naxos. Η Χαρά Ιακωβίδου έχει βραβευτεί από τη Fondation Natexis στο Παρίσι. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά τα δοκίμια του Άλφρεντ Μπρέντελ πάνω στη μουσική (εκδ. Νεφέλη).


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

06.12.2023 ΠΙΑΝΟ

Νέλλη Σεμιτέκολο Λίλια Μπογιατζίεβα JOHANNES BRAHMS (1833-1897) Σονάτα για δύο πιάνα σε φα ελάσσονα, έργο 34b • Allegro non troppo • Andante, un poco Adagio • Scherzo. Allegro molto • Finale. Poco sostenuto – Allegro non troppo

Δ ιάλειμμα

ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ (1891-1953) Τρία αποσπάσματα από το μπαλέτο Σταχτοπούτα GEORGE GERSHWIN (1898-1937) Ένας Αμερικανός στο Παρίσι (εκδοχή για δύο πιάνα)

27


JOHANNES BRAHMS Σονάτα για δύο πιάνα Το Κουιντέτο με πιάνο σε φα ελάσσονα, έργο 34 του Γιοχάννες Μπραμς αποτελεί ένα από τα κορυφαία και πλέον μεγαλειώδη έργα του ρεπερτορίου της μουσικής δωματίου. Η σύνθεσή του πέρασε από διάφορα στάδια: Αρχικά (1862) ο συνθέτης το συνέλαβε ως κουιντέτο για έγχορδα (δύο βιολιά, βιόλα και δύο βιολοντσέλα) κατά το πρότυπο του Κουιντέτου σε ντο μείζονα του Σούμπερτ. Αργότερα (1863-1864) το μετέτρεψε σε Σονάτα για δύο πιάνα, την οποία μάλιστα ερμήνευσε ο ίδιος για πρώτη φορά με τον θρυλικό πολωνό βιρτουόζο πιανίστα Καρλ Τάουσιγκ στη Βιέννη στις 17 Απριλίου 1864. Ωστόσο, μετά από προτροπή της Κλάρας Σούμαν, έδωσε στο έργο την τελική του μορφή ως κουιντέτου με πιάνο στα 1865 (με αυτή τη μορφή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 24 Μαρτίου 1868 στο Παρίσι). Σε αντίθεση με την αρχική εκδοχή του έργου ως κουιντέτου εγχόρδων, που ο συνθέτης κατέστρεψε, η εκδοχή για δύο πιάνα εκδόθηκε και παρουσιάζεται μέχρι τις μέρες μας. Όπως συμβαίνει με όλα τα μεγάλα έργα μουσικής δωματίου του Μπραμς, έτσι και η Σονάτα για δύο πιάνα είναι στην ουσία της μια κεκαλυμμένη Συμφωνία, με όλη τη βαρύτητα και το εύρος διαθέσεων και συναισθημάτων που της αναλογεί. Το δέος του συνθέτη απέναντι στις Συμφωνίες του Μπετόβεν και ο πολυετής δισταγμός του να αναμετρηθεί με το είδος αυτό τον οδήγησαν αρκετές φορές, στα πρώτα χρόνια του δημιουργικού του βίου, να διοχετεύει τις μουσικές του συλλήψεις (τόσο βαθιά συμφωνικές στο χαρακτήρα τους!) σε έργα για πιάνο ή μουσικής δωματίου.

ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ Σταχτοπούτα

28

Στα ήδη ταραγμένα χρόνια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Σεργκέι Προκόφιεφ είχε να αντιμετωπίσει και το διαζύγιο από την πρώτη του σύζυγο. Εν μέσω σύνθεσης σημαντικών έργων, όπως οι Τρεις Σονάτες «του πολέμου» για πιάνο (αρ. 6, 7 και 8) και η όπερα Πόλεμος και ειρήνη, ο συνθέτης στράφηκε στο χώρο του παραμυθιού δημιουργώντας το μπαλέτο Σταχτοπούτα, βασισμένο στο πασίγνωστο παραμύθι. Έχοντας βιώσει ακραίες αντιδράσεις από τους χορευτές που είχαν κληθεί να χορέψουν το προηγούμενο μπαλέτο του (Ρωμαίος και Ιουλιέτα), οι οποίοι είχαν θεωρήσει τη μουσική τελείως ακατάλληλη για να χορευτεί, ο Προκόφιεφ έδωσε στη μουσική της Σταχτοπούτας μεγαλύτερη ρυθμική απλότητα και μελωδικότητα, χωρίς ωστόσο να συμβιβάσει τη βαθύτερη ουσία της μουσικής του σκέψης. Στόχος του ήταν πρωτίστως να εκφράσει τον εξιδανικευμένο έρωτα της Σταχτοπούτας και του Πρίγκιπα, από τη γέννηση ως την αίσια κατάληξή του, με μια μουσική που να αγγίζει τις ψυχές των ακροατών ακόμα και χωρίς τη σκηνική δράση. Η μουσική της Σταχτοπούτας, με αστείρευτο μελωδικό πλούτο αλλά και πηγαία δραματικότητα, συνδυάζει ιδανικά τα πέντε βασικά στοιχεία της μουσικής ιδιοσυγκρασίας του Προκόφιεφ, όπως άλλωστε ο ίδιος τα είχε επισημάνει: το κλασικό, το μοντέρνο, το μηχανιστικό, το λυρικό και το γκροτέσκο. Το μπαλέτο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τα Μπαλέτα Μπολσόι το Νοέμβριο του 1945, με τη διάσημη Γκαλίνα Ουλάνοβα στον πρωταγωνιστικό ρόλο.


GEORGE GERSHWIN Ένας Αμερικανός στο Παρίσι Μετά τη θριαμβευτική πρεμιέρα της Γαλάζιας ραψωδίας, το 1924, ο Γκέρσουιν έγινε ευρύτερα γνωστός σε Αμερική και Ευρώπη ως ο συνθέτης που μπορούσε με επιτυχία να συνενώσει τον κόσμο της τζαζ με της λόγιας μουσικής. Μετά το πρώτο του ταξίδι στο Παρίσι, το 1926 –στο περιθώριο των προετοιμασιών για την αγγλική πρεμιέρα του μιούζικαλ Lady Be Good– αποφάσισε να γράψει ένα έργο που θα αποτύπωνε τα αισθήματα ενός αμερικανού επισκέπτη κατά την πρώτη του επίσκεψη στην Πόλη του Φωτός. Έτσι, στις αρχές του 1928 άρχισε τη σύνθεση του έργου με τίτλο Ένας Αμερικανός στο Παρίσι· μάλιστα, από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο, όταν βρέθηκε ξανά στην Ευρώπη, είχε την ευκαιρία να βιώσει εκ νέου την ατμόσφαιρα του Παρισιού και να συναναστραφεί με μουσικές προσωπικότητες της εποχής. Το έργο παρουσιάστηκε με επιτυχία στις 13 Δεκεμβρίου 1928 από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης υπό τη διεύθυνση του Ουόλτερ Ντάμρος. Ο ίδιος ο Γκέρσουιν εξήγησε τη θεματολογία της μουσικής του: «Σκοπός μου είναι να εκφράσω την αίσθηση που έχει ένας αμερικανός επισκέπτης του Παρισιού, καθώς περπατά στην πόλη, ακούει τους θορύβους του δρόμου και ζει τη γαλλική ατμόσφαιρα… Ο αμερικανός φίλος μας μπαίνει σε ένα καφέ και μετά από μερικά ποτά τον πιάνει νοσταλγία για την πατρίδα του. Ωστόσο, βγαίνοντας από το καφέ και αναπνέοντας τον φρέσκο αέρα, αφήνει πίσω του τα νοσταλγικά συναισθήματα και γίνεται ξανά ένας προσηλωμένος παρατηρητής της παρισινής ζωής». ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ

29


Νέλλη Σεμιτέκολο Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο (με τη Φώφη Γραφειάδου και την Κρινώ Καλομοίρη), απ’ όπου πήρε το δίπλωμά της. Συνέχισε ανώτερες σπουδές πιάνου στη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου με τον Έρικ Τεν-Μπεργκ, και ιδιαίτερα μαθήματα με την Αλίς Πάσκους. Συνεργάστηκε επί σειρά ετών με το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής του Θόδωρου Αντωνίου, με τον Μάνο Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα, στους Μουσικούς Αυγούστους του Ηρακλείου και στους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας. Έχει δώσει συναυλίες σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως στη Γερμανία, τη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία, τη Βουλγαρία, και την πρώην Γιουγκοσλαβία. Έχει πάρει μέρος στα Φεστιβάλ Αθήνας, Πάτρας, Ηρακλείου, Κέρκυρας, Καλαμάτας, Πειραιά, Οχρίδας και Λευκάδας. Έχει συνεργαστεί με όλες τις ελληνικές ορχήστρες, καθώς και σε παραγωγές για το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση. Η δισκογραφία της περιλαμβάνει έργα Γρηγορίου, Καλομοίρη, Κουρουπού, Μικρούτσικου, Σκαλκώτα, Σφέτσα και Χρήστου. Έχει διδάξει στο Δημοτικό Ωδείο Καλαμάτας και στο Athenaeum.

Λίλια Μπογιατζίεβα Γεννήθηκε στη Σόφια. Σπούδασε με τον καθηγητή Γκάνεφ στην Εθνική Μουσική Ακαδημία της Σόφιας και ολοκλήρωσε σπουδές στο Ωδείο «Τσαϊκόφσκι» στη Μόσχα, με τον καθηγητή Τ.Δ. Γκούτμαν. Έχει βραβευτεί σε διεθνείς διαγωνισμούς πιάνου στη Σενιγκάλια (Ιταλία, 1979), «Βιάννα ντα Μόττα» (Πορτογαλία, 1983), «Μαρία Κάλλας» (Ελλάδα, 1985) κ.α. Έχει πάρει μέρος σε φεστιβάλ (Μονπελλιέ, Ωβέρ-συρ-Ουάζ, Δουβλίνο, Μοντεβιδέο, Μόσχα, Ταϊβάν, Αθήνα, Σόφια) και συμπράττει ως σολίστ με ορχήστρες και συγκροτήματα μουσικής δωματίου. Η δισκογραφία της περιλαμβάνει έργα Μπαχ, Μπάρμπερ, Σοστακόβιτς και σύγχρονων συνθετών. Έχει διδάξει στη Μουσική Ακαδημία της Σόφιας, στην Αθήνα και στο Παρίσι (περιφερειακό ωδείο CRR, Σκόλα Καντόρουμ, Μονρούζ). Δίνει μάστερκλας σε Γαλλία, Ρωσία, Νορβηγία, Ιταλία, Ελλάδα, Βουλγαρία και ΗΠΑ. Είναι καθηγήτρια στην Ακαδημία Πιάνου στον Πόρο. Επίσης, διοργανώνει τον Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου De Bach au Jazz (2013, 2015 στο Παρίσι, 2018 στην Αθήνα, 2021 online) και είναι μέλος κριτικής επιτροπής διεθνών διαγωνισμών πιάνου («Mαρία Κάλλας» στην Ελλάδα, «Σκριάμπιν» στην Ιταλία, του Κρασνοντάρ στη Ρωσία).

30


ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ / ΕΤΟΣ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος

11.12.2023 ΒΙΟΛΙ

Ιάσων Κεραμίδης ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟ

Benedict Klöckner ΠΙΑΝΟ

Απόστολος Παληός ΣΕΡΓΚΕΪ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ (1873-1943) • Σονάτα σε σολ ελάσσονα για βιολοντσέλο και πιάνο, έργο 19 Lento Allegro scherzando Andante Allegro mosso

Δ ιάλειμμα

ΣΕΡΓΚΕΪ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ • Vocalise (μεταγραφή για βιολί και πιάνο) • Romance σε λα ελάσσονα για βιολί και πιάνο MODEST ALTSCHULER (1873-1963) Μελωδία πάνω σε ένα θέμα του Ραχμάνινοφ (μεταγραφή για βιολί και πιάνο) ΣΕΡΓΚΕΪ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ • Morceaux de salon για βιολί και πιάνο, έργο 6

Romance Dance Hongroise • Ελεγειακό τρίο αρ. 1 σε σολ ελάσσονα για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο

32


Σεργκέι Ραχμάνινοφ Σονάτα, έργο 19 Η Σονάτα σε σολ ελάσσονα ολοκληρώθηκε το 1901 και παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους με τον συνθέτη στο πιάνο και τον Ανατόλι Μπραντούκοφ στο τσέλο. Αποτελείται από τέσσερα μέρη: Lento, Allegro scherzando, Andante, Allegro mosso και διαρκεί περίπου 35 λεπτά. Στην έναρξη του Lento, μια σύντομη εισαγωγή σε αργό τέμπο, το βιολοντσέλο κρατάει τον κύριο ρόλο. Οι εναλλαγές στο τέμπο και στη διάθεση είναι το χαρακτηριστικό αυτού του μέρους. To Allegro scherzando αρχίζει με γρήγορα μοτίβα στο βιολί και στο τσέλο δημιουργώντας ένα κλίμα «αγωνίας» μάλλον, για να καταλήξει σε ένα λυρικό ήρεμο θέμα, όπου ωστόσο δεν παραμένει για πολύ∙ επιστρέφει στην ιδέα που παρουσιάστηκε στην αρχή του μέρους. Οι δύο αυτές βασικές ιδέες επαναλαμβάνονται ως μοτίβο μέχρι το τέλος. Στο Andante ο συνθέτης επαναφέρει, αναπτύσσει και διατηρεί τις λυρικές του ιδέες, ξαφνιάζοντας ενδεχομένως τον ακροατή με τον απρόβλεπτο τρόπο που αλλάζει τις κλίμακες από μείζονες σε ελάσσονες. Στην αρχή του τελευταίου μέρους, Allegro mosso, ο ρυθμός είναι τόσο έντονος που υποβάλλει μια διάθεση εορταστική μάλλον, την οποία όμως –όπως και στα προηγούμενα μέρη– ο συνθέτης δεν θα διστάσει να ανατρέψει πολλές φορές. Μέχρι το τέλος της Σονάτας, ο Ραχμάνινοφ παίζει ξανά με τις ίδιες μελωδίες, και συχνά τις μεταφέρει και σε άλλες τονικότητες.

Vocalise Τόσο ως συνθέτης όσο και ως πιανίστας ο Ραχμάνινοφ υπήρξε από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής του. Η μητέρα του ήταν εκείνη που του εμφύσησε την αγάπη για τη μουσική και η πρώτη που του δίδαξε πιάνο. Εννέα ετών ο Σεργκέι άρχισε μαθήματα στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης. Το 1885 μετακόμισε στη Μόσχα όπου παρακολούθησε μαθήματα με τον Νικολάι Σβέρεφ, και τρία χρόνια αργότερα συνέχισε σπουδές στο Ωδείο της Μόσχας με τον Αλεξάντερ Ζιλότι. Ολοκλήρωσε τις σπουδές στο πιάνο το 1891. Το συνθετικό του έργο είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται, ωστόσο οι κακές κριτικές που έλαβε η Πρώτη συμφωνία του –πρεμιέρα: Μάρτιος 1897– τον κατέβαλαν και τον έκαναν να απομακρυνθεί από τη σύνθεση για τρία χρόνια. Η πρώτη σημαντική παρουσίαση έργων του εκτός Ρωσίας έγινε στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1899, και σχολιάστηκε θετικά από τον Τύπο. Τα γεγονότα της Επανάστασης του 1917 τον έκαναν να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Αρχικά έδωσε σειρά συναυλιών στη Σκανδιναβία, ενώ το 1918 μετακόμισε στην Αμερική όπου και συνέχισε τη μουσική του καριέρα έως το τέλος της ζωής του. Μεταξύ 1910 και 1912 ο Ραχμάνινοφ έγραψε μια σειρά δεκατεσσάρων τραγουδιών βασισμένων σε ποιήματα ρώσων ποιητών του Ρομαντισμού. Τα έργα αυτά προορίζονταν για συγκεκριμένους ερμηνευτές: Το Vocalise (1912), τελευταίο της σειράς, ήταν αφιερωμένο στη σοπράνο Αντονίνα Νεζντάνοβα. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτού του τραγουδιού είναι ότι ο συνθέτης αποφάσισε να μην βάλει λόγια. Έτσι, το έκανε να μοιάζει περισσότερο με θρηνωδία, αφού και η μελωδία που συνέθεσε έχει ιδιαίτερα μελαγχολικό

33


ύφος. Η πρώτη εκδοχή του έργου ήταν για πιάνο και φωνή, και από το χέρι του συνθέτη υπάρχει άλλη μία, ορχηστρική, εκδοχή. Ωστόσο, έχουν γίνει αρκετές μεταγραφές. Η εκδοχή που ακούμε απόψε βασίζεται στην πρωτότυπη παρτιτούρα, με τη διαφορά ότι το μέρος της φωνής παρουσιάζεται από το βιολί.

Romance για βιολί και πιάνο Η Ρομάντζα σε λα ελάσσονα για βιολί και πιάνο ανήκει στις πρώιμες συνθέσεις του Ραχμάνινοφ – ίσως, μάλιστα, στις πολύ πρώτες συνθέσεις του, αφού πιθανότατα γράφτηκε τη δεκαετία του 1880. Το έργο, σε μία κίνηση, διαρκεί περίπου 7 λεπτά, και τον κυρίαρχο ρόλο έχει η μελωδία. Ο ακροατής εισάγεται στο έργο με το βιολί να παίζει μια σύντομη εισαγωγή και το πιάνο σε ρόλο συνοδευτικό. Λίγο αργότερα ακούγεται το βασικό θέμα, γύρω από το οποίο κινείται όλη η σύνθεση. Το τέμπο παραμένει αργό από την αρχή έως το τέλος, ενώ οι μελωδικές φράσεις είναι «δεμένες», κάνοντας τη Ρομάντζα να παραπέμπει περισσότερο σε τραγούδι.

Morceaux de salon, έργο 6 Τα Κομμάτια σαλονιού γράφτηκαν το 1893, λίγο αφότου ο Ραχμάνινοφ είχε ολοκληρώσει σπουδές στη σύνθεση. Το έργο αποτελείται από δύο μέρη, εκ των οποίων το πρώτο φέρει τον τίτλο «Ρομάντζα» (Romance) και το δεύτερο «Ουγγρικός χορός» (Hungarian Dance). Και τα δύο είναι γραμμένα στη ρε ελάσσονα. Η «Romance» εξελίσσεται σε αργό τέμπο, με το βιολί να διατηρεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο και το πιάνο να το συνοδεύει. Η αρχή γίνεται με έκθεση του κύριου θέματος, το οποίο στην ανάπτυξή του αποκτά χαρακτήρα ολοένα και πιο δραματικό, μέσα από τις έντονες διφωνίες που παίζει το βιολί κάνοντας τη μελωδία να μοιάζει με παράπονο ή ακόμα και κλάμα. Στη συνέχεια, ο συνθέτης επαναφέρει το θέμα της αρχής, το οποίο θα καταλήξει σε μια μελωδία που μοιάζει να έχει αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, για να κλείσει στην τονική του έργου. Το επόμενο μέρος, «Hungarian Dance», προδιαθέτει τον ακροατή ήδη από τον τίτλο: Το ύφος γίνεται αμέσως πιο εύθυμο, με πιο γρήγορο τέμπο και έντονες δυναμικές. Εδώ ο ρόλος των οργάνων έρχεται σε ισορροπία, αφού αποκτούν και τα δύο ηγετικό χαρακτήρα και συνδιαλέγονται ισότιμα μεταξύ τους. Τεχνικά, το δεύτερο αυτό μέρος είναι περισσότερο απαιτητικό, ιδίως για το βιολί, λόγω της ταχύτητας.

Ελεγειακό τρίο αρ. 1

34

Το έργο γράφτηκε το 1892, λίγο προτού ο Ραχμάνινοφ ολοκληρώσει σπουδές σύνθεσης στο Ωδείο της Μόσχας, και εκεί πρωτοπαρουσιάστηκε, την ίδια χρονιά, με τον Νταβίντ Κρέιν στο βιολί, τον Ανατόλι Μπραντούκοφ στο βιολοντσέλο και τον ίδιο τον συνθέτη στο πιάνο. Το γενικό ύφος είναι μελαγχολικό, λες και το Τρίο αφηγείται μια δραματική ιστορία. Έργο σε μια


κίνηση, αρχίζει με τα έγχορδα να δημιουργούν ένα ιδιαίτερο υπόβαθρο χρησιμοποιώντας τα πιο αερώδη ηχοχρώματά τους, για να προετοιμάσουν την είσοδο του πιάνου, που παρουσιάζει το κύριο θέμα. Μετά την ανάπτυξη, το πιάνο αποκτά συνοδευτικό ρόλο, καθώς το ίδιο θεματικό υλικό παρουσιάζεται από το τσέλο και έπειτα από το βιολί. Μέρη της κύριας μελωδίας χρησιμοποιούνται σε όλη τη διάρκεια του έργου μέχρι και την ολοκλήρωσή του. Το τέλος αναδίνει μια αίσθηση θλίψης, ενδεχομένως και ματαίωσης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα νεκρικής πομπής.

Modest Altschuler Μελωδία σε ένα θέμα του Ραχμάνινοφ Ο Mόντεστ Αλτσούλερ (1873-1963) γεννήθηκε στο Μογκίλεφ ή Μογκιλιόφ, που τότε ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία και σήμερα στη Λευκορωσία. Υπήρξε βιολοντσελίστας, μαέστρος και συνθέτης. Σπούδασε τσέλο αρχικά στο Ωδείο της Βαρσοβίας, στη συνέχεια στο Ωδείο της Μόσχας, και το 1896 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Εκεί, το 1903, ίδρυσε τη Ρωσική Συμφωνική Ορχήστρα (Russian Symphony Orchestra Society), τα περισσότερα μέλη της οποίας ήταν μετανάστες από τη Ρωσία. Με την κίνησή του αυτή επιχειρούσε να προβάλει τους ομοεθνείς του συνθέτες ερμηνεύοντας πολλά έργα τους σε παγκόσμια πρώτη. Παρέμεινε αφοσιωμένος στην Ορχήστρα και στο έργο της για δεκαεννέα χρόνια, μέχρι το 1922, οπότε και μετακόμισε στο Λος Άντζελες. Εκεί, συνέχισε να συνθέτει ενώ παράλληλα δίδαξε σύνθεση και ενορχήστρωση. Η σχέση του Αλτσούλερ με τον Ραχμάνινοφ άρχισε την περίοδο που σπούδαζαν και οι δυο στο Ωδείο της Μόσχας. Τότε ο Αλτσούλερ είχε ζητήσει από τον Ραχμάνινοφ να αυτοσχεδιάσει μια μελωδία στο πιάνο. Εικάζεται πως κράτησε το χειρόγραφο του έργου, αλλά αργότερα, σε κάποιο ταξίδι του, το έχασε. Χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1940, προσπαθώντας να ανακαλέσει στη μνήμη του τη μελωδία που είχε γράψει ο φίλος του συνέθεσε μια σειρά έργων για βιολοντσέλο. Το τέμπο της Μελωδίας είναι αργό, με «δεμένες» θεματικές φράσεις και μελαγχολικό ύφος, στοιχεία που παραπέμπουν σε έργα της ρομαντικής περιόδου. ΑΝΝΑ ΜΕΣΑΝΑΓΡΕΝΟΥ

35


Ιάσων Κεραμίδης

© NOTOPOULOS STEPHANOS

Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1985. Πέντε ετών άρχισε μαθήματα βιολιού στο Δημοτικό Ωδείο της πόλης. Από το 1998 έως το 2003 μελέτησε βιολί με τον Στέλιο Καφαντάρη στην Καρλσρούη. Συνέχισε σπουδές στο Μουσικό Πανεπιστήμιο της Στουτγάρδης (τάξη Ingolf Turban) και της Καρλσρούης (τάξη Ulf Hoelscher) αποφοιτώντας με άριστα. Το 2011 απέκτησε μεταπτυχιακό σολιστικό δίπλωμα με άριστα και διάκριση «Summa cum laude» παμψηφεί. Το 2012 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα μουσικής δωματίου, στην τάξη του Artemis Quartett, στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου (UdK). Το 2007, ως νικητής της ακρόασης της Συνέλευσης του Κρατιδίου Βάδης-Βυρτεμβέργης απέκτησε ένα βιολί Ferdinandus Gagliano του 1752. Έχει δώσει συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Αυστρία, Τσεχία, Ρουμανία, Γαλλία, Σλοβακία, Ρωσία, Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Νορβηγία, Ουκρανία, Κύπρο, Σερβία, Ελβετία, ΗΠΑ, Βραζιλία, Περού, Ονδούρα, Ν. Αφρική, Ταϊβάν, Ν. Κορέα, Ιαπωνία και Κίνα). Έχει συμπράξει ως σολίστ με ελληνικές και ξένες ορχήστρες (Φιλαρμονικές του Μπάντεν Μπάντεν, του Κόσιτσε, της Μοραβίας, της Σόφιας, του Λούντβιχσχαφεν, Συμφωνική του Νόβγκοροντ, ΚΟΑ, ΚΟΘ, Δημοτική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, Συμφωνική του Μύνστερ και Εθνική Ορχήστρα Λιθουανίας). Έχει πάρει μέρος σε ηχογραφήσεις για τη βαυαρική, την τσεχική και την ιταλική Ραδιοφωνία. Πρόσφατα ηχογράφησε έργα Ρόμπερτ και Κλάρας Σούμαν με τους μουσικούς Ragna Schirmer, Benedikt Klöckner, Julien Heichelbech (Berliner Klassiks) αποσπώ-


ντας θερμές κριτικές. Εξίσου θερμά έγινε δεκτή η ηχογράφηση έργων Πιατσόλλα με τους ESCUALO 5 (BIS). Από το 2013 αποτελεί μέλος της Φιλαρμονικής του Μονάχου (στα κοντσερτίνα). Έχει δώσει σεμινάρια σε όλο τον κόσμο. Από το 2020 δίνει συναυλίες με το Κουιντέτο ESCUALO 5 σε Βραζιλία, Πορτογαλία και Ελλάδα. Από το 2018 είναι μέλος της Ορχήστρας του Φεστιβάλ Λουκέρνης (Luzern Festival Orchester) και της World Orchestra of Peace. Παίζει με βιολί Lorenzo Storioni (1682), (χορηγός Freunde und Förderer der Münchner Philharmoniker) και με δοξάρι Eugene Sartory.

Benedict Klöckner Ο Μπένεντικτ Κλαίκνερ γεννήθηκε το 1989. Από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της γενιάς του, έχει κερδίσει πολλά βραβεία, με πιο πρόσφατο το OPUS Klassik 2021. Συμπράττει ως σολίστ με διάσημα σύνολα: Βασιλική Φιλαρμονική του Λονδίνου, Φιλαρμονική της Γερμανικής Ραδιοφωνίας (Deutsche Radiophilharmonie), Ορχήστρα Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ, σύνολα των γερμανικών ραδιοφωνιών (NDR Radiophilharmonie, MDR Sinfonieorchester), Κρατική Φιλαρμονική της Γερμανίας, Κρεμεράτα της Βαλτικής, Καμεράτα του Όσλο και Ορχήστρα Δωματίου του Μονάχου, υπό τη διεύθυνση των αρχιμουσικών: Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ, Κρίστοφ Έσενμπαχ, Κριστιάν Ματσελάρου, Ίνγκο Μέτσμαχερ, Μίχαελ Ζάντερλινγκ, Χάινριχ Σιφ και Σερ Σάιμον Ρατλ. Εμφανίζεται σε γνωστές αίθουσες συναυλιών: Φιλαρ-


μονικής του Βερολίνου, Κάρνεγκι Χολ της Ν. Υόρκης, Κέννεντυ Σέντερ της Ουάσινγκτον, στο Σικάγο, στη Σεούλ, Σαντόρι Χολ του Τόκιο, Μουζίκφεραϊν της Βιέννης, Γκεβάντχαους της Λειψίας, Τόνχαλλε της Ζυρίχης, Γκαστάιχ του Μονάχου, Κονσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ και Ουίγκμορ Χολ του Λονδίνου. Συνεργάτες του σε συναυλίες μουσικής δωματίου είναι, μεταξύ άλλων: E. Αξ, Λ. Μπατιασβίλι, Γ. Μπασμέτ, Κ. Έσενμπαχ, Β. Φρανκ, Γ. Κρέμερ, Α.Ζ. Μούττερ και Α. Σιφ. Οι ηχογραφήσεις του έχουν επαινεθεί από τον διεθνή Τύπο και έχουν βραβευτεί (OPUS Klassik, Supersonic Award κ.ά.). Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τη Sony ηχογράφησή του στις Σονάτες για τσέλο του Μπραμς, με την πιανίστα Γιου Κοσούγκε. Σε άλλες ηχογραφήσεις του έχει συνεργαστεί με τον Γ. Κρέμερ, τους μαέστρους Χ. Σιφ και Μ. Ζάντερλινγκ, και τον συνθέτη Β. Ριμ. Σπούδασε με τον Martin Ostertag στο Μουσικό Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης, και με τους Frans Helmerson και Gary Hoffman στην Ακαδημία του Κρόνμπεργκ με υποτροφία «Άνγκελα Βίνκλερ». Παίζει με βιολοντσέλο «Ex Maurice Gendron» του Francesco Ruggeri (1680).

38


Απόστολος Παληός Σολίστ πιάνου, δρ. μουσικολογίας και ποιητής. Χαρακτηρίστηκε «από τους πιο ξεχωριστούς πιανίστες των ημερών μας» (Άλντο Τσικκολίνι) και «εξαιρετικά προικισμένος μουσικός» (Κυπριανός Κατσαρής). Γεννήθηκε στην Καρδίτσα. Έλαβε δίπλωμα πιάνου και πτυχία ανώτερων θεωρητικών από το Δημοτικό Ωδείο Λάρισας, σολιστικό δίπλωμα πιάνου από τα Μουσικά Πανεπιστήμια Βερολίνου και Λειψίας, πτυχίο και διδακτορικό στη μουσικολογία από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Υπότροφος πολλών ιδρυμάτων, έχει βραβευτεί σε διεθνείς διαγωνισμούς πιάνου, μουσικής δωματίου και σύνθεσης σε Ελλάδα, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, με διακρίσεις από την Ακαδημία Αθηνών και την Ένωση Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής. Έχει εμφανιστεί ως σολίστ στις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου (της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, Κοντσέρτχαους της Bιέννης, Κάρνεγκι Χολ της Ν. Υόρκης κ.α.), σε διεθνή φεστιβάλ, ενώ έχει συμπράξει με ορχήστρες όπως η Συμφωνική του Βερολίνου και με σημαντικούς αρχιμουσικούς. Έχει ηχογραφήσει, μεταξύ άλλων, για τη Naxos και έχει επανειλημμένα παρουσιάσει έργα σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση. Υπήρξε μέλος του πιανιστικού κουαρτέτου Aurora, του συγκροτήματος σύγχρονης μουσικής Ergon Ensemble και έχει διδάξει πιάνο και μουσική ερμηνεία στα μουσικά τμήματα του ΠΑΜΑΚ και του ΕΚΠΑ. Ως μουσικολόγος-ερευνητής έχει παρουσιάσει ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, ημερίδες και επιστημονικά περιοδικά. apostolos-palios.com

ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ | ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ∆ΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ | Creative Director k2design | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR


γινετε ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ

• Δωρεάν είσοδος στο πάρκινγκ του Μεγάρου τις βραδιές των εκδηλώσεων • Προτεραιότητα στην αγορά εισιτηρίων στη Διακεκριμένη, Α και Β ζώνη • Δωρεάν το πρόγραμμα της εκδήλωσης για την οποία έχετε αγοράσει εισιτήρια • Έκπτωση στα είδη του Μ Shop και στο εστιατόριο FUGA • Ειδικές εκπτώσεις και δωρεάν εισιτήρια ανάλογα με το είδος της συνδρομής • Νέα προνόμια για φίλους κάτω των 30 ετών Μουσική, χορός, όπερα, θέατρο, εκθέσεις, παραστάσεις για νέους και παιδιά: απολαύστε τα όλα με μοναδικά προνόμια και εκπτώσεις. Μοιραστείτε μαζί μας έναν κόσμο έμπνευσης και δημιουργίας. Η υποστήριξή σας είναι πολύτιμη.


ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ

ΧΟΡΗΓΟI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook