© Thilo Beu
Verdi vs Wagner
ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος
Verdi vs Wagner 4.11.2025 ΒΑΡΥΤΟΝΟΣ
Άρης Αργύρης ΠΙΑΝΟ
© Thilo Beu
Peter Bortfeldt
RICHARD WAGNER (1813-1883) “Abendlich strahlt...” Μονόλογος του Βόταν από το Χρυσό του Ρήνου GIUSEPPE VERDI (1813-1901) “Son pur queste mie membra... Dio di Giuda...” Άρια του Ναμπούκκο από την Δ΄ Πράξη της ομώνυμης όπερας FRANZ LISZT (1811-1886) Am Grabe Richard Wagners (Στο μνήμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ), S. 202 (σόλο πιάνο) GIUSEPPE VERDI “O Carlo ascolta… Io morrò” Άρια του Ροντρίγκο από την Γ΄ Πράξη του Ντον Κάρλο FRANZ LISZT R.W. – Venezia, S. 201 (σόλο πιάνο) RICHARD WAGNER “Wie Todesahnung... O, du mein holder Abendstern...” Άρια του Βόλφραμ από την Γ΄ Πράξη του Ταγχώυζερ FRANZ LISZT Παράφραση κοντσέρτου πάνω στον Ριγκολέττο του Βέρντι, S. 434 (σόλο πιάνο) GIUSEPPE VERDI “Cortigiani vill razza dannata“ Άρια του Ριγκολέττο από τη Β΄ Πράξη της ομώνυμης όπερας
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
RICHARD WAGNER “Leb wohl»...” Μονόλογος του Βόταν από το Φινάλε της Βαλκυρίας FRANZ LISZT La lugubre gondola (Η πένθιμη γόνδολα), S. 200, αρ. 1 (σόλο πιάνο) GIUSEPPE VERDI “Vanne! Credo in un Dio crudel” Μονόλογος του Ιάγου από τη Β΄ Πράξη του Οθέλλου FRANZ LISZT La lugubre gondola (Η πένθιμη γόνδολα), S. 200, αρ. 2 (σόλο πιάνο) RICHARD WAGNER “Die Frist ist um...” Μονόλογος του Ιπτάμενου Ολλανδού από την Α΄ Πράξη της ομώνυμης όπερας
Με ελληνικούς υπέρτιτλους
Αρκετά συχνά, όταν αναφερόμαστε σε μεγάλους συνθέτες του παρελθόντος, έχουμε την τάση να τους τοποθετούμε –είτε στο λόγο είτε στη σκέψη μας– σε ζεύγη. Mότσαρτ και Μπετόβεν, Σοπέν και Λιστ, Mάλερ και Μπρούκνερ, Ντεμπυσσύ και Ραβέλ είναι μερικά μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα της σύνδεσης μεταξύ συνθετών. Τα κοινά στοιχεία που οδηγούν σε μια τέτοια νοηματική σύζευξη μπορεί να είναι ο χώρος, ο χρόνος, το στιλ ή το επίκεντρο της συνθετικής δραστηριότητάς τους. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη και βαθύτερη θεώρηση στην ουσία του έργου τους καταδεικνύει πως, κατά κανόνα, οι διαφορές μεταξύ τους είναι μάλλον περισσότερες (και σημαντικότερες) από τις ομοιότητες... Ο Τζουζέππε Βέρντι και ο Ρίχαρντ Βάγκνερ συνδέονται δικαιολογημένα στο μυαλό μας, μιας και έζησαν και έδρασαν την ίδια εποχή, τον Ρομαντικό 19ο αιώνα, και ασχολήθηκαν αμφότεροι σχεδόν αποκλειστικά με το ίδιο είδος: την όπερα. Και οι δύο μεγαλούργησαν, γνώρισαν τεράστια καταξίωση ως συνθέτες όπερας και κορυφαίοι εκφραστές του κινήματος του Ρομαντισμού στη μουσική, ενώ η σφραγίδα τους στην εξέλιξη του τόσο απαιτητικού αυτού μουσικο-θεατρικού είδους παραμένει ανεξίτηλη και καταλυτική. Παρ’ όλα αυτά, οι αφετηρίες, τα μέσα και οι στόχοι της καλλιτεχνικής τους δημιουργίας διαφέρουν ριζικά. Κληρονόμος της μεγάλης και ένδοξης παράδοσης της ιταλικής όπερας από τον Κλάουντιο Μοντεβέρντι (15671643) μέχρι τον Τζοακίνο Ροσσίνι (1792-1868), τον Βιντσέντσο Μπελλίνι (1801-1835) και τον Γκαετάνο Ντονιτσέττι (1797-1848), ο Τζουζέππε Βέρντι έδωσε νέα διάσταση στο στιλ του μπελκάντο (κατά λέξη: ωραίο τραγούδι), την έμφαση δηλαδή στην ανάδειξη της ανθρώπινης φωνής και των ικανοτήτων της. Και αυτό έγινε χάρη στο έμφυτο μελωδικό του χάρισμα και τον ασύγκριτο τρόπο που είχε να φέρνει στην επιφάνεια τις πιο λεπτές ποιότητες και την πιο αυθεντική δραματικότητα που μπορεί να διαθέτει μια φωνή, και να τις θέτει στην ιδεώδη υπηρεσία της εγγενούς μουσικότητας της ιταλικής γλώσσας. Βεβαίως, μαζί με τις «αθάνατες» μελωδίες του, ο Βέρντι γνώριζε σε βάθος την τέχνη της ενορχήστρωσης και η ορχηστρική του γραφή πρόσφερε ένα πλούσιο αλλά συνάμα διακριτικό αρμονικό πλαίσιο για τους τραγουδιστές, πάντα με γνώμονα την επίτευξη της μέγιστης δυνατής λάμψης και απήχησης του πρωταγωνιστικού ρόλου τους. Το έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ, από την άλλη, διαπνέεται εν πολλοίς από το όραμα αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Συνθέτης και ποιητής ταυτόχρονα, υπογράφει τόσο τη μουσική όσο και το λιμπρέτο στα μουσικά δράματα της ωριμότητάς του· ο ρόλος της ορχήστρας στα έργα του, μιας γιγαντιαίας ορχήστρας που επεκτείνει όχι μόνο αριθμητικά αλλά και ηχοχρωματικά, είναι παρεμφερής με το ρόλο του Χορού στην αισχύλειο τραγωδία, είναι δηλαδή η γενεσιουργός μήτρα από την οποία εκπορεύεται ο αδόμενος λόγος. Έτσι, ο μύθος προβάλλει ως η «απολλώνια» αποτύπωση μιας «διονυσιακής» ουσίας, ή με άλλα λόγια το τραγούδι γεννιέται ως αναγκαία έκφραση μιας μεγαλειώδους συμφωνικής σύλληψης (ο Νίτσε αναλύει σε βάθος το φιλοσοφικό υπόβαθρο του αισθητικού αυτού εγχειρήματος στη Γέννηση της Τραγωδίας). Ο Βάγκνερ φιλοδοξεί να δημιουργήσει το απόλυτο, καθολικό έργο τέχνης (Gesamtkunstwerk) και να πετύχει την ιδανική ισορροπία βαρύτητας και ομορφιάς ανάμεσα στον (γερμανικό) Λόγο και τη Μουσική. Οι τέσσερις άριες του Βέρντι που παρουσιάζονται στην αποψινή συναυλία προέρχονται από ισάριθμες όπερές του, γραμμένες σε ένα διάστημα 45 ετών. Ο Nαμπούκκο (1842) ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του νέου τότε συνθέτη, το έργο που ο ίδιος θεωρούσε την πρώτη σημαντική του δημιουργία και χαρακτηριστική του ιδιαίτερου ύφους του, με την οποία και εξασφάλισε την αναγνώριση από το ιταλικό κοινό της εποχής (κυρίως χάρη στο περίφημο χορωδιακό «των Εβραίων σκλάβων» από την 3η Πράξη, που έγινε
ένας άτυπος εθνικός ύμνος για τους Ιταλούς). Στην άρια του στην 4η Πράξη της όπερας, ο πρωταγωνιστής Ναβουχοδονόσορ (Nαμπούκκο), βασιλιάς των Βαβυλωνίων, έχοντας χάσει τη δύναμη και τα λογικά του, υποκλίνεται στον θεό των Εβραίων αιχμαλώτων του, αναγνωρίζει ότι είναι ο αληθινός Θεός και ζητά το έλεός Του. Συντετριμμένος είναι και ο γελωτοποιός Ριγκολέττο στην άριά του από τη 2η Πράξη της ομώνυμης όπερας, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1851 στο θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας και βασίζεται στο έργο Ο βασιλιάς διασκεδάζει (1832) του Βικτόρ Ουγκό. Ο γέρος γελωτοποιός στην Αυλή του Δούκα της Μάντοβας ζητά απεγνωσμένα από τους ευγενείς αυλικούς να αφήσουν ελεύθερη τη μονάκριβη κόρη του Τζίλντα (που την έχουν απαγάγει, νομίζοντας ότι είναι η ερωμένη του γελωτοποιού). Η όπερα Ντον Κάρλο υφίσταται σε διάφορες εκδοχές (τόσο σε γαλλικό όσο και σε ιταλικό κείμενο), με την πρώτη παρουσίασή της το 1867. Ο ετοιμοθάνατος Ροντρίγκο, έχοντας μόλις θυσιαστεί ο ίδιος για να σώσει τη ζωή του φίλου του, διαδόχου του ισπανικού θρόνου Ντον Κάρλο, οραματίζεται ένα καλύτερο αύριο για την Ισπανία όταν ο φίλος του βρεθεί στο θρόνο, και τον αποχαιρετά νιώθοντας ηθικά δικαιωμένος για την αυτοθυσία του. To προτελευταίο οπερατικό έργο του μεγάλου ιταλού συνθέτη ήταν ο Οθέλλος, βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό δράμα του Σαίξπηρ, που ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1887 και γνώρισε το θρίαμβο – αμείωτο μέχρι σήμερα. Ο πανούργος Ιάγος, στη 2η Πράξη, εκφράζει με κυνισμό την περιφρόνησή του προς το Καλό και θεωρεί πως με τις δαιμόνιες ραδιουργίες και τα ψέματά του (που τυφλώνουν με ζήλεια τον Μαυριτανό στρατηγό Οθέλλο) ακολουθεί την πραγματική του φύση και την ειμαρμένη του. «Από εδώ ξεκινά η καριέρα μου ως ποιητή και ο αποχαιρετισμός μου στην ιδιότητα του απλού παρασκευαστή κειμένων όπερας». Αυτό έγραψε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ για την όπερά του Ο ιπτάμενος Ολλανδός, που γράφτηκε (λιμπρέτο και μουσική) το 1841 στο Παρίσι και συνιστά σημαντικό σταθμό στην εξέλιξή του ως δημιουργού. Στην 1η Πράξη, ο μυστηριώδης Ολλανδός μιλά για την κατάρα που τον βασανίζει: τιμωρούμενος για την ύβρη του, να δηλώσει δηλαδή πως θα μπορούσε να κάνει το γύρο του ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας αψηφώντας το όποιο εμπόδιο, καταδικάστηκε από τον Διάβολο να αρμενίζει μέχρι το τέλος του κόσμου. Κάθε επτά χρόνια όμως βγαίνει στην ακτή και, αν γνωρίσει τον αληθινό έρωτα μιας γυναίκας, αυτό θα σημάνει και τη λύτρωση από την κατάρα. (Η ιδέα της λύτρωσης μέσα από τον έρωτα έμελλε από εκεί και ύστερα να γίνει κεντρική στη θεματολογία του έργου του Βάγκνερ.) Μετά τον Ιπτάμενο Ολλανδό, επόμενο οπερατικό έργο του συνθέτη ήταν ο Tαγχώυζερ, που γράφτηκε την περίοδο 1843-1845 και έμελλε να γνωρίσει (όπως και ο Ντον Κάρλο του Βέρντι) διαφορετικές εκδοχές (σε γερμανική και γαλλική γλώσσα) τα επόμενα χρόνια. Στην 3η Πράξη, ο ποιητής Βόλφραμ φον Έσενμπαχ τραγουδά έναν άκρως αισθαντικό μονόλογο, απευθυνόμενος στον Αποσπερίτη – που δεν είναι άλλος από τον πλανήτη της Αφροδίτης. Υμνώντας το λαμπρό φως του, βλέπει μια αχτίδα παρηγοριάς για τον επικείμενο θάνατο της αγνής Ελίζαμπεθ και ελπίζει το φως αυτό να συνοδεύσει τη μετάβασή της προς τον Παράδεισο. Μεταξύ της 13ης και 17ης Αυγούστου 1876 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ολόκληρη η Τετραλογία με τίτλο Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ του Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Festspielhaus του Mπαϋρόυτ. Η ιστορική και θριαμβευτική αυτή πρεμιέρα εγκαινίασε το θέατρο που μέχρι σήμερα παραμένει ο αδιαμφισβήτητος ναός της βαγκνερικής τέχνης. Τα τέσσερα μουσικά δράματα του Δαχτυλιδιού (Χρυσός του Ρήνου, Βαλκυρία, Ζήγκφρηντ και Λυκόφως των θεών) απασχόλησαν τον συνθέτη πάνω από το 1848 ως το 1874. Το μυθολογικό υπόβαθρο του Δαχτυλιδιού βρίσκεται στο μεσαιωνικό γερμανικό επικό ποίημα του 12ου αιώνα «Το τραγούδι του Νίμπελουνγκ», που θεωρήθηκε εθνικό έπος για τους Γερμανούς, χαρακτηριζόμενο μάλιστα ως «γερμανική Ιλιάδα». Στον εναρκτήριο μονόλογό του στο Χρυσό του Ρήνου, ο πατέρας των θεών Βόταν, έχοντας χάσει το ένα του μάτι, στοχάζεται για την
ολοκλήρωση του φρουρίου της Βαλχάλα και το τρομερό τίμημα που πλήρωσε για την κατασκευή του, βλέποντας σε αυτό όμως ένα ισχυρό καταφύγιο από τον τρόμο και το κακό. Στην 3η και τελευταία Πράξη της Βαλκυρίας, ο Βόταν, αναγκασμένος να τιμωρήσει την αγαπημένη του κόρη Βρουνχίλδη επειδή αψήφησε την εντολή του, την καταδικάζει σε αιώνιο ύπνο· καθώς κοιμάται, το σώμα της θα κυκλώνει μαγική φωτιά, που μόνο ένας ατρόμητος ήρωας θα μπορέσει να διαπεράσει και να λύσει τα μάγια – την ίδια ώρα που ο Βόταν τραγουδά με σπαρακτικό τρόπο αυτά τα λόγια, στη μουσική εμφανίζεται το μοτίβο που θα συνοδεύσει τον ήρωα Ζήγκφρηντ, ο οποίος (στο επόμενο δράμα της Τετραλογίας) πραγματώνει την προφητεία και ξυπνά την Βρουνχίλδη. Υπό μίαν έννοια, ο Φραντς Λιστ αποτελεί ένα είδος «συνδετικού κρίκου» ανάμεσα στους Βέρντι και Βάγκνερ. Μπορεί ο ίδιος ως συνθέτης να μην ασχολήθηκε με την όπερα, αλλά έτρεφε βαθύτατη εκτίμηση και για τους δύο συναδέλφους του, και αυτό το αποδεικνύει η συνειδητή του απόφαση να μεταγράψει για σόλο πιάνο πληθώρα αποσπασμάτων από τα έργα και των δύο, σε μια προσπάθεια να καταστήσει τη μουσική τους ακόμα πιο γνωστή και προσιτή σε ένα κοινό που ενδεχομένως ως τότε να μην ήταν εξοικειωμένο με τα συνθετικά τους επιτεύγματα. Ίσως η διασημότερη τέτοια μεταγραφή (και σίγουρα από τις δημοφιλέστερες που ο Λιστ έκανε γενικά) είναι η Παράφραση Κοντσέρτου πάνω στον Ριγκολέττο (1859): πρόκειται για μια φαντασία βασισμένη στο διάσημο Κουαρτέτο από την Γ΄Πράξη Bella figlia dell’ amore, όπου τραγουδούν ο Ριγκολέττο, η Τζίλντα, ο Δούκας και η Μανταλένα. Στην παράφρασή του ο Λιστ σεβάστηκε ασφαλώς το πνεύμα της βερντιανής γραφής, αλλά έβαλε και τη δική του σφραγίδα μέσα από πλήθος δεξιοτεχνικά περάσματα, που καθιστούν την Παράφραση ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του ούγγρου συνθέτη. Λιστ και Βάγκνερ συνδέθηκαν επιπλέον με δεσμούς ζωής: το 1870 η κόρη τού Λιστ Κόζιμα έγινε η δεύτερη σύζυγος του Βάγκνερ. Παρά τις όποιες μικρές σκιές στη σχέση των δύο ανδρών κατά καιρούς, η εκτίμηση και η αγάπη που τους συνέδεαν αποδεικνύονταν ισχυρότερες. Έτσι, όταν ο γηραιός Λιστ πληροφορήθηκε το θάνατο του Βάγκνερ στη Βενετία, στις 13 Φεβρουαρίου του 1883, διοχέτευσε τη βαθιά του οδύνη σε πιανιστικά έργα, χαρακτηριστικά του ύφους του κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Εκείνη την εποχή ο Λιστ έγραφε πια με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από εκείνον που είχε διαμορφώσει στα χρόνια της ακμής του: τα έργα του ήταν σύντομα, από αρμονικής άποψης πρωτόγνωρα για τα δεδομένα της εποχής (ανά στιγμές φλερτάροντας ακόμα και με τα όρια της τονικότητας), γραμμένα με λιτότατα εκφραστικά μέσα. Γενικά, ο Λιστ στα τελευταία του χρόνια είχε απεμπολήσει τη λαμπερή, δεξιοτεχνική και συμφωνικών διαστάσεων πιανιστική του γραφή, δίνοντας έμφαση στην εσωτερικότητα και την πνευματικότητα, με μια διάθεση μελαγχολίας και θλίψης. Ο θάνατος του Βάγκνερ αποτέλεσε την αιτία σύνθεσης δύο πιανιστικών κομματιών που διαθέτουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά και ακούγονται στην αποψινή συναυλία. Το Am Grabe Richard Wagners (Στο μνήμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ) γράφτηκε στις 22 Μαΐου 1883, γενέθλια ημέρα του Βάγκνερ, και βασίζεται σε ένα μοτίβο από το έργο με τίτλο Excelsior! του Λιστ, το οποίο έχει μεγάλες ομοιότητες με ένα θέμα που ο Βάγκνερ είχε χρησιμοποιήσει στο τελευταίο του δράμα, τον Πάρσιφαλ. Στο έργο με τίτλο R. W. – Venezia, τα αρχικά R.W. αναφέρονται όπως είναι προφανές στον Βάγκνερ και η Βενετία είναι ο τόπος θανάτου του. Λίγες εβδομάδες πριν πεθάνει, ο Βάγκνερ είχε φιλοξενήσει τον πεθερό του στο Palazzo Vendramin, στο Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας. Εκεί, οι δύο άνδρες έβλεπαν κάποιες φορές νεκρώσιμες πομπές με γόνδολες· o Λιστ έλεγε χαρακτηριστικά πως οι εικόνες αυτές τον έκαναν να διαισθανθεί το επερχόμενο
τέλος του γαμπρού του, και καρπός αυτού του προαισθήματος ήταν το έργο La lugubre gondola (Η πένθιμη γόνδολα), το οποίο εκδόθηκε μετά το θάνατο του Βάγκνερ (το 1885). Αργότερα ανακαλύφθηκε ένα χειρόγραφο με μια άλλη εκδοχή του έργου (με αρκετές διαφορές ομολογουμένως), που εκδόθηκε το 1927: αυτή η εκδοχή έλαβε τον αριθμό 1, ενώ αυτή που είχε εκδοθεί το 1885, τον αριθμό 2. Κοινός παρονομαστής και των δύο, η χρήση μοτίβων που θυμίζουν το δράμα Τριστάνος και Ιζόλδη του Βάγκνερ, η πένθιμη διάθεση και μια αινιγματική αρμονική «αιώρηση»... ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ
Άρης Αργύρης Ο διεθνώς αναγνωρισμένος δραματικός βαρύτονος Άρης Αργύρης έχει καθιερωθεί ως μια από τις σημαντικότερες φωνές της γενιάς του, με πλούσιο ρεπερτόριο που εκτείνεται από τον Βέρντι και τον Πουτσίνι έως τον Βάγκνερ και τον Ρίχαρντ Στράους. Μετά από σπουδές και πρώτες εμφανίσεις στην Ελλάδα και τη Γερμανία, συνεργάζεται σταθερά με μεγάλα ευρωπαϊκά θέατρα και φεστιβάλ, ενώ παράλληλα υπηρετεί το λυρικό θέατρο και ως καθηγητής φωνητικής στο Πανεπιστήμιο των Τεχνών του Βερολίνου (UdK Berlin). Την τρέχουσα καλλιτεχνική περίοδο 2025-2026, ερμηνεύει Αμονάσρο στην Αΐντα, στο Κρατικό Θέατρο του Ντάρμστατ, παρουσιάζει το έργο του Μπραμς Η Ωραία Μαγκελόν (Die schöne Magelone) σε ρεσιτάλ στη Βόννη και στο Ίζερλον, ενώ πραγματοποιεί μεγάλη περιοδεία με την παράσταση «Το Δαχτυλίδι σε μία βραδιά» του Λοριό, με σταθμούς στις πόλεις Στουτγάρδη, Βερολίνο, Μόναχο, Φραγκφούρτη και Αμβούργο. Στις επόμενες σεζόν, ο Άρης Αργύρης θα πραγματοποιήσει δύο σημαντικές πρώτες εμφανίσεις στη γερμανική δραματική σκηνή: ως Τέλραμουντ στον Λόενγκριν του Ρίχαρντ Βάγκνερ και ως Ορέστης στην Ηλέκτρα του Ρίχαρντ Στράους — ρόλοι που σηματοδοτούν μια νέα φάση στην καλλιτεχνική του πορεία, με έμφαση στο βαρύ γερμανικό ρεπερτόριο.
Peter Bortfeldt Ο Πέτερ Μπόρτφελτ έχει εμφανιστεί σε Ευρώπη, Ισραήλ, Βόρεια και Νότια Αμερική, Καναδά, Κίνα και Νότια Κορέα ως σολίστ, μουσικός δωματίου, συνοδός λιντ, μαέστρος και συνθέτης. Ήταν μουσικός προετοιμαστής και μαέστρος στην Όπερα του Άαχεν και της Βόννης, ενώ διηύθυνε ορχήστρες σε συναυλίες και φεστιβάλ. Ως πιανίστας, έχει παίξει σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, έχει συνεργαστεί με διάσημους μαέστρους και έχει στο ενεργητικό του πολλές ηχογραφήσεις (άλμπουμ, ραδιόφωνο, τηλεόραση). Το ρεσιτάλ του, το 1993, για το αυτοκρατορικό ζεύγος της Ιαπωνίας μεταδόθηκε από την ARD-TV. Ερμηνεύει συχνά σύγχρονη μουσική. Παρουσιάζει συχνά σε πρώτη εκτέλεση έργα για πιάνο και μουσικής δωματίου, ενώ πολλοί συνθέτες τού έχουν αφιερώσει έργα τους. Έχει δώσει μαθήματα και διαλέξεις στην Ανώτατη Μουσική Σχολή του Ντέτμολτ καθώς και στη Φραγκφούρτη, στο Διεθνές Εργαστήριο Όπερας «Basoti», στο Σαν Φρανσίσκο, στο Διεθνές Jekerstudio, στο Μάαστριχτ και στο Πανεπιστήμιο των Τεχνών του Βερολίνου. Δίδαξε επίσης στην Ανωτάτη Μουσική Σχολή «Χανς Άισλερ» του Βερολίνου. Σήμερα είναι καθηγητής στην Ανωτάτη Μουσική Σχολή της Κολωνίας. Δίνει ρεσιτάλ λιντ και μαθήματα ερμηνείας λιντ με διάσημους τραγουδιστές, όπως οι Γιόζεφ Πρότσκα, Χάρρυ Πήτερς, Κρίστοφ Ρούνγκε, Άννα Χερμπστ, Λίζα Γκραφ, Κλάουντιους Μουτ και ο βαρύτονος Άρης Αργύρης.
YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ
ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΜΜΑ | Creative Director k2design | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ