© AKRIVIADIS
Mozart Concerti Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής Γιώργος Πέτρου
2
Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης
Mozart Concerti Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής 2.11.2025 WOLFGANG AMADEUS MOZART (1756-1791) Κοντσέρτο για φαγκότο και ορχήστρα σε σι ύφεση μείζονα, Κ.191 Allegro | Andante ma adagio | Rondo. Tempo di minuetto
Αντάντε για φλάουτο και ορχήστρα σε ντο μείζονα, Κ.315 Κοντσέρτο για φλάουτο, άρπα και ορχήστρα σε ντο μείζονα, Κ.299 Allegro | Andantino | Rondo. Allegro
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 3 σε σολ μείζονα, Κ.216 Allegro | Adagio | Rondo. Allegro - Andante - Allegretto - Tempo I
Κοντσέρτο για δύο πιάνα και ορχήστρα σε μι ύφεση μείζονα, K.365 Allegro | Andante | Rondo. Allegro
ΦΑΓΚΟΤΟ
Αλέξανδρος Οικονόμου ΦΛΑΟΥΤΟ
Ζαχαρίας Ταρπάγκος ΑΡΠΑ
Μαρία Μπιλντέα ΒΙΟΛΙ
Jesús Merino ΦΟΡΤΕΠΙΑΝΟ
Τίτος Γουβέλης Γιώργος Πέτρου Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής σε όργανα εποχής ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Γιώργος Πέτρου
Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Ξενοφώντα Κωνσταντινίδη για την ευγενική παραχώρηση της άρπας Erard του 1802.
3
Κοντσέρτο για φαγκότο Το καλοκαίρι του 1773, ο Μότσαρτ, συνοδευόμενος από τον πατέρα του Λέοπολντ, ταξίδεψε (για τρίτη φορά) στη Βιέννη, με την προοπτική να διεκδικήσει τη θέση του αρχιμουσικού στην αυλή του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄, μιας και ο βοημικής καταγωγής συνθέτης Φλόριαν Γκάσσμαν, που κατείχε ως τότε την περίοπτη θέση, δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του λόγω σοβαρής ασθένειας. Μπορεί το σχέδιο αυτό να μην τελεσφόρησε (εξαιτίας αντιδράσεων από τη Μαρία Θηρεσία), ωστόσο οι μουσικές εμπειρίες που ο δεκαεπτάχρονος συνθέτης αποκόμισε στη μουσική πρωτεύουσα της Ευρώπης την εποχή εκείνη στάθηκαν πολύτιμες και έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη συνθετική του ωρίμανση και εξέλιξη. Με την επιστροφή του στο Ζάλτσμπουργκ στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1773, τα έργα που γεννήθηκαν τους επόμενους μήνες –μια σειρά Συμφωνιών και το Πέμπτο κοντσέρτο για πιάνο σε ρε μείζονα (το πρώτο πρωτότυπο κοντσέρτο του για πιάνο) μεταξύ άλλων– αποδεικνύουν περίτρανα πως, αν και τόσο νέος, ο Μότσαρτ είχε ήδη ενηλικιωθεί πλήρως ως δημιουργός και έμπαινε επισήμως σε μια δεύτερη συνθετική περίοδο, διοχετεύοντας το ταλέντο και τις γνώσεις του σε μια μουσική πρωτόγνωρης φαντασίας και αισθητικής τελειότητας. Ένα από τα έργα εκείνης της εποχής είναι και το Κοντσέρτο για φαγκότο σε σι ύφεση μείζονα, Κ.191, το πρώτο από τα κοντσέρτα του συνθέτη για πνευστό όργανο και το μοναδικό που σώζεται για το όργανο αυτό. Κρίνοντας από τη συνήθη πρακτική της εποχής, είναι μάλλον απίθανο το Κοντσέρτο να γράφτηκε χωρίς να υπάρχει η προοπτική να εκτελεστεί δημόσια, αλλά δεν είναι γνωστό ούτε πότε παίχτηκε για πρώτη φορά ούτε για ποιον γράφτηκε. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι πιθανώς προοριζόταν για τον βαρόνο Τανταίους φον Ντύρνιτς (17561807), ερασιτέχνη (αλλά εξαιρετικών επιδόσεων) φαγκοτίστα στο Μόναχο, ο οποίος ξέρουμε από την υπάρχουσα αλληλογραφία ότι είχε παραγγείλει τρία κοντσέρτα στον Μότσαρτ. Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν σώζεται, ενώ το εν λόγω Κοντσέρτο ολοκληρώθηκε στις 4 Ιουνίου 1774, προτού οι δύο άνδρες γνωριστούν το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς. Το Κοντσέρτο του Μότσαρτ θεωρείται έκτοτε από τα σημαντικότερα και ομορφότερα για το ιδιαίτερο αυτό πνευστό όργανο. Καταρχάς, είναι εντυπωσιακό το πώς ο συνθέτης αξιοποιεί τις αρετές του οργάνου: την ικανότητά του να κινείται από το ένα άκρο της έκτασής του στο άλλο με ταχύτητα και ευελιξία, τη «σκούρα» μελωδικότητά του ιδίως στην ψηλή του περιοχή αλλά και τις διαπεραστικές βαθιές του νότες. Ενδεικτικό τού πόσο άρρηκτα συνυφασμένη είναι η γραφή του σολιστικού μέρους με το χαρακτήρα του φαγκότου είναι το γεγονός ότι οι κατά καιρούς απόπειρες να μεταγραφεί το Κοντσέρτο για βιολοντσέλο (κάτι θεωρητικά εξαιρετικά απλό) έχουν αποτύχει παταγωδώς. Παράλληλα, έχει επιτευχθεί μια ιδεώδης ηχητική ισορροπία ανάμεσα στο φαγκότο και την ορχήστρα, παρόλο που η δεύτερη δεν έχει επ’ ουδενί αδιάφορα συνοδευτικό ρόλο αλλά μετέχει ενεργά στη μουσική δράση. Στο πρώτο και στο τρίτο μέρος κυριαρχεί η εύθυμη διάθεση και η ενεργητικότητα· το αργό μέρος είναι αναμενόμενα πιο αισθαντικό και βασίζεται σε μια μελωδία που παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την άρια «Porgi, amor» από την όπερα Οι γάμοι του Φίγκαρο. ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ
4
Αντάντε για φλάουτο Το Αντάντε για φλάουτο σε ντο μείζονα, K.315 γράφτηκε το 1778, όσο ο Μότσαρτ ήταν στο Μάνχαϊμ, περίοδο κατά την οποία ο συνθέτης βρισκόταν σε στενή επαφή με την εξαιρετική τοπική ορχήστρα και τους δεξιοτέχνες πνευστούς της. Το έργο συνδέεται με την παραγγελία του ολλανδού ερασιτέχνη φλαουτίστα και προστάτη των τεχνών Φερδινάνδου Ντε Ζαν, ο οποίος είχε ζητήσει από τον Μότσαρτ να του συνθέσει κοντσέρτα και κουαρτέτα για φλάουτο. Φαίνεται πως το Αντάντε προοριζόταν ως εναλλακτικό αργό μέρος για το Κοντσέρτο για φλάουτο σε σολ μείζονα, K.313, πιθανώς επειδή ο Ντε Ζαν θεώρησε το αρχικό Adagio ma non troppo υπερβολικά απαιτητικό τεχνικά. Παρά τη λιτότητα και τη σύντομη διάρκειά του, το έργο αυτό καταδεικνύει την απόλυτη ωριμότητα του Μότσαρτ στο ύφος του λυρικού μέτρου και της μελωδικής καθαρότητας. Η γραμμή του σολίστ είναι τραγουδιστή και ευγενικά διαμορφωμένη, υποστηριζόμενη από διακριτική συνοδεία εγχόρδων, όμποε και κόρνων. Η μορφή του είναι τριμερής (Α–Β–Α): το αρχικό θέμα, απλό και ήρεμο, εναλλάσσεται με ένα σύντομο επεισόδιο σε λα ελάσσονα που προσδίδει στιγμιαία σκιά και στοχασμό, πριν η γαλήνη του πρώτου μέρους επανέλθει με αίσθηση ισορροπίας και πληρότητας. Παρά τη γνωστή παραδοχή του Μότσαρτ σε κάποια επιστολή του ότι δεν μπορεί να υποφέρει το φλάουτο, το Αντάντε αποδεικνύει το αντίθετο: πρόκειται για ένα έργο στο οποίο ο συνθέτης δείχνει να κατανοεί βαθιά τη φωνή και τη φυσική εκφραστικότητα του οργάνου. Η μουσική του χαρακτηρίζεται από ευγένεια, διαφάνεια και αβίαστη μελωδικότητα – μια στιγμή καθαρής λυρικής ανάσας μέσα στο corpus των συμφωνικών και κοντσερτάντε έργων της περιόδου του Μάνχαϊμ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΙΑΤΡΑΣ
Κοντσέρτο για φλάουτο και άρπα Όσο βρισκόταν στο Παρίσι, στα 1778, ο Μότσαρτ είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον γάλλο δούκα Αντριάν-Λουί ντε Μποννιέρ, διατελέσαντα πρέσβη της Γαλλίας στο Λονδίνο. Ο δούκας, φιλόμουσος και ερασιτέχνης φλαουτίστας ο ίδιος, αρχικά υποδέχθηκε με θέρμη τον νέο συνθέτη και τον εμπιστεύθηκε μάλιστα ως δάσκαλο σύνθεσης της κόρης του, που έπαιζε άρπα. Για πατέρα και κόρη ο Μότσαρτ συνέθεσε το Κοντσέρτο για φλάουτο και άρπα σε ντο μείζονα, Κ.299 τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς, παρόλο που δεν έτρεφε ιδιαίτερα αισθήματα για κανένα από τα δύο όργανα, θεωρώντας πως εξέφραζαν το «γαλλικό γούστο», το οποίο και αποστρεφόταν. Η σχέση του δούκα με τον αυστριακό συνθέτη έμελλε εντούτοις να έχει άδοξο τέλος, καθότι ο ευγενής –που τον βάραιναν υπόνοιες για οικονομικές ατασθαλίες στο παρελθόν– τελικά δεν κατέβαλε στον Μότσαρτ την αμοιβή του για το σύνολο των μαθημάτων στην κόρη του αλλά ούτε για τη σύνθεση του κοντσέρτου.
5
Το Κοντσέρτο για φλάουτο και άρπα αποτελεί ουσιαστικά μια Συμφωνία κοντσερτάντε, έναν ιδιαίτερο τύπο μουσικού έργου που είχε μεγάλη απήχηση –ιδίως στη Γαλλία– μεταξύ 1770 και 1830, ως φυσική απόρροια των κοινωνικών αλλαγών της εποχής, και δη της ανάπτυξης της αστικής τάξης. Στιλιστικά, διακρίνεται για τη μελωδική της ποικιλία και μια ανάλαφρη και αισιόδοξη διάθεση, όπως αυτή που διέπει κατά κανόνα μια σερενάτα ή ένα ντιβερτιμέντο. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά πρυτανεύουν και στο εν λόγω Κοντσέρτο, που με τη λιτή του ενορχήστρωση φαίνεται να γράφτηκε ως «μουσική σαλονιού», με την υψηλή έννοια του όρου ασφαλώς. Σε αυτή την κατεύθυνση, ο Μότσαρτ αποφεύγει τόσο την πολύπλοκη αντιστικτική γραφή όσο και την ευρεία έκφραση της γκάμας των συναισθημάτων, στοιχεία που καθορίζουν τα κοντσέρτα της ώριμης περιόδου του. Αντίθετα, διατηρεί αμείωτα σχεδόν μια ατμόσφαιρα απλότητας, νηφάλιου λυρισμού και συναισθηματικής θέρμης στο διάλογο των δύο σολιστικών οργάνων. Ούτε σε δομικό επίπεδο επιφυλάσσει κάποιο μέρος εκπλήξεις, αφού το πρώτο είναι γραμμένο σε κλασική φόρμα σονάτας, το δεύτερο είναι μια τυπική ασματική φόρμα και το τρίτο, όπως τόσο συχνά στο κοντσέρτα του Μότσαρτ, ένα χαριτωμένο και ανάλαφρο ροντό. Το μέρος της άρπας στο Κοντσέρτο, στο μόνο έργο του Μότσαρτ για άρπα, βρίθει τεχνικών δυσκολιών, λόγω κυρίως της αντιμετώπισης της γραφής με μάλλον πιανιστικό τρόπο. Αξίζει να τονίσουμε ότι το εν λόγω Κοντσέρτο ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα το μοναδικό για αυτόν το συνδυασμό οργάνων. Μόλις τον 20ό αιώνα –και δη στο δεύτερο μισό του– συνέθεσαν κάποιοι συνθέτες, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο Ιάπωνας Τόρου Τακεμίτσου και ο Αμερικανός Λόουελ Λήμπερμαν, έργα για τα δύο αυτά όργανα και ορχήστρα. Τ.Γ.
Κοντσέρτο για βιολί σε σολ μείζονα Τη χρονιά γέννησης του Μότσαρτ, ο πατέρας του Λέοπολντ, σημαίνων βιολονίστας και συνθέτης της εποχής, δημοσίευε την Πραγματεία για τις θεμελιώδεις αρχές εκτέλεσης του βιολιού, έργο αναφοράς ως προς τα τεχνικά ζητήματα της βιολιστικής εκτέλεσης και ερμηνείας. Κοντά στον πατέρα του, ο νεαρός Μότσαρτ έγινε από παιδί θαυμάσιος βιολονίστας, προκαλώντας αίσθηση με τις πρώιμα αποκτηθείσες ικανότητές του. Λίγα χρόνια αργότερα (1773) ανέλαβε μεταξύ άλλων καθήκοντα εξάρχοντος στην ορχήστρα της αυλής του Αρχιεπισκόπου του Ζάλτσμπουργκ, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1777. Μετά την εγκατάστασή του στη Βιέννη (1781) και υπό το βάρος της δύσκολης σχέσης του τόσο με τον πατέρα όσο και με τον πρώην εργοδότη του, ο Μότσαρτ έπαψε οριστικά να παίζει ή να γράφει για το βιολί, στρέφοντας το συνθετικό και εκτελεστικό του ενδιαφέρον προς τα πληκτροφόρα όργανα, ενώ σε βραδιές αφιερωμένες σε κουαρτέτα εγχόρδων στη Βιέννη προτιμούσε να παίζει βιόλα.
6
Και τα πέντε κοντσέρτα για βιολί του Μότσαρτ είναι έργα της περιόδου του στην αυλή του Αρχιεπισκόπου· πιο συγκεκριμένα, γράφτηκαν όλα το 1775, πλην του πρώτου, που είναι ελαφρώς παλαιότερο. Το Τρίτο κοντσέρτο για βιολί σε σολ μείζονα, Κ.216 ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1775, αλλά
δεν είναι γνωστό ούτε πότε έγινε η πρώτη του εκτέλεση ούτε αν σολίστ ήταν ο ίδιος ο συνθέτης ή ο βιρτουόζος ιταλός βιολονίστας (επίσης στην υπηρεσία του Αρχιεπισκόπου) Αντόνιο Μπρουνέττι (1744-1786). Πάντως, παρά τη χρονική εγγύτητα των κοντσέρτων, τα τρία τελευταία είναι εντυπωσιακά ωριμότερα, γεγονός ενδεικτικό της ασυνήθιστα ταχείας προόδου του δημιουργού τους. Δικαιολογημένα λοιπόν το Τρίτο κοντσέρτο μαζί με τα δύο επόμενα είναι από τα πρώιμα έργα του Μότσαρτ που διατηρούν ως σήμερα σταθερή θέση στο συναυλιακό ρεπερτόριο. Το ρυθμικά ενεργητικό πρώτο μέρος εξελίσσεται στο δομικό πλαίσιο της σονάτας-κοντσέρτου. Τα δύο κύρια θέματα χαρακτηρίζονται από λυρισμό και τυπική μοτσάρτεια χάρη, ενώ σολίστ και ορχήστρα συνδιαλέγονται με λεπτότητα. Στο δεύτερο μέρος, τα όμποε, που στο πρώτο έχουν αρκετά προβεβλημένο ρόλο, σιγούν και τη θέση τους παίρνουν τα φλάουτα. Τα έγχορδα της ορχήστρας –τα βιολιά και οι βιόλες με σουρντίνα, και τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα παίζοντας πιτσικάτο– συνοδεύουν την αιθέρια, οπερατικών καταβολών μελωδία του σόλο βιολιού, δημιουργώντας σαγηνευτική ατμόσφαιρα «νυχτερινού». Το φινάλε είναι ένα ροντό, εύθυμο και από πολλές απόψεις παιγνιώδες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο κεντρικά, διαδοχικά επεισόδια: στο πρώτο (Andante), το σόλο βιολί ξετυλίγει μια μελαγχολική μελωδία σε σολ ελάσσονα υπό τη διακριτική συνοδεία των εγχόρδων με πιτσικάτο, ενώ, στο δεύτερο (Allegretto), η βασική τονικότητα της σολ μείζονος επιστρέφει με πανηγυρικούς τόνους. Αντί της αναμενόμενης λαμπερής κατάληξης του έργου, ο συνθέτης προτιμά ένα χαμηλόφωνο κλείσιμο, στο οποίο όμποε και κόρνα έχουν τον τελευταίο λόγο. Τ.Γ.
Κοντσέρτο για δύο πιάνα Αν και η σύνθεση έργων για δύο πιάνα γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη κατά τον 19ο και κυρίως τον 20ό αιώνα, ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ είχε ήδη συνθέσει εξαίσια κοντσέρτα για δύο, τρία και τέσσερα πληκτροφόρα, η γραφή των οποίων ανάγεται κατά προσέγγιση στη δεκαετία του 1730. Ο Μότσαρτ συνέχισε την παράδοση αυτή γράφοντας την περίφημη Σονάτα για δύο πιάνα σε ρε μείζονα, K.448 (1781), το Κοντσέρτο για δύο πιάνα σε μι ύφεση μείζονα και το Κοντσέρτο για τρία πιάνα σε φα μείζονα, K.242 (1776), το οποίο αργότερα μετέγραψε για δύο πιάνα, εξερευνώντας έτσι περαιτέρω τις μεγάλες συνθετικές δυνατότητες που προσέφερε ο συνδυασμός των πιάνων. Η ακριβής χρονολογία σύνθεσης του Κοντσέρτου για δύο πιάνα σε μι ύφεση μείζονα, K.365 δεν είναι γνωστή. Κάποιοι την τοποθετούν γύρω στο 1779-1780, ενώ άλλοι στo 1777. Σίγουρα πάντως γράφτηκε πριν ο συνθέτης εγκαταλείψει το Ζάλτσμπουργκ για να εγκατασταθεί μόνιμα στη Βιέννη (αρχές του 1781). Πιθανότατα, η πρώτη εκτέλεση του Κοντσέρτου έγινε στο Ζάλτσμπουργκ από τον ίδιο τον Μότσαρτ και την αδερφή του Μαρία Άννα (γνωστή με το υποκοριστικό Νάννερλ). Στην προσπάθειά του να αναγνωριστεί και να επιβληθεί ως συνθέτης στην αυστριακή πρωτεύουσα, ο νεαρός Μότσαρτ είχε ανάγκη αφενός την οικονομική και ηθική στήριξη ευγενών, αφετέρου την αδιάλειπτη παρουσίαση του συνθετικού του έργου στο απαιτητικό βιεννέζικο κοινό. Στο πρόσωπο της μαθήτριάς του Γιοζέφα Μπάρμπαρα φον Άουερνχαμμερ (1758-1820) ο Μότσαρτ βρήκε μια εύπορη και ευγενούς καταγωγής νέα πρόθυμη να του
7
προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη. Μην έχοντας χρόνο να συνθέσει κάτι νέο για εκείνη, ζήτησε από τον πατέρα του (Σεπτέμβριος 1781) να του στείλει το υλικό του Κοντσέρτου για δύο πιάνα, προκειμένου να το ερμηνεύσει ο ίδιος με τη δεσποινίδα φον Άουερνχαμμερ. Oι δυο τους το παρουσίασαν για πρώτη φορά στην οικία των Άουερνχαμμερ στη Βιέννη στις 23 Νοεμβρίου 1781, ενώ δημόσια ξανά την επόμενη άνοιξη στο πλαίσιο ενός διάσημου τότε κύκλου πρωινών συναυλιών στο βιεννέζικο πάρκο Άουγκαρτεν. Ο Μότσαρτ, κατανέμοντας ισοβαρώς τα δεξιοτεχνικά περάσματα, αντιμετωπίζει ισότιμα τους δύο σολίστ, οι οποίοι άλλοτε συμπληρώνουν από κοινού τη μελωδική εξέλιξη και άλλοτε οδηγούνται σε μια ενεργητική αντιπαράθεση μοτιβικών στοιχείων, διατηρώντας στο ακέραιο τη δυνατότητα ανάδειξης των προσωπικών τους αρετών και ιδιαίτερων ικανοτήτων. Το πρώτο μέρος, ίσως το πιο δεξιοτεχνικό από τα τρία για τα δύο πιάνα, είναι γραμμένο σε τυπική φόρμα σονάτας κοντσέρτου βασισμένη σε δύο αντιθετικά θέματα, το πρώτο εξωστρεφές και αισιόδοξο, ενώ το επόμενο πιο δραματικό και εκφραστικό. Καθ’ όλη τη διάρκειά του, η ροή της μουσικής είναι εντυπωσιακά αβίαστη και φυσική. Ο ίδιος ο συνθέτης κατέγραψε μια δεξιοτεχνική καντέντσα, όπως άλλωστε έκανε και για το τρίτο μέρος. Στο δεύτερο μέρος, η ορχήστρα, μετά τη σύντομη εισαγωγή της, αναλαμβάνει αμιγώς συνοδευτικό ρόλο, αφήνοντας στο προσκήνιο τους δύο σολίστ. Εδώ, η ατμόσφαιρα είναι εξόχως λυρική και παραπέμπει αισθητικά στον τόσο αγαπημένο από τον Μότσαρτ χώρο της όπερας, με τους πιανίστες να διανθίζουν ευφάνταστα και με απολύτως οπερατικό τρόπο την εκάστοτε μελωδική γραμμή. Το Κοντσέρτο κλείνει με ένα ζωηρό και δυναμικό σύνθετο ροντό. Το κύριο θέμα ανακαλεί ένα αυστριακό παραδοσιακό τραγούδι, παιγνιώδες και ανάλαφρο αλλά με αρμονικές εκπλήξεις. Τ.Γ.
8
Αλέξανδρος Οικονόµου Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και ξεκίνησε τη μουσική του πορεία σε ηλικία 11 ετών, µε δάσκαλο τον πατέρα του. Το 1992 έλαβε το δίπλωμά του µε άριστα και α΄ βραβείο από το Ωδείο Φ. Νάκας, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στην Ανώτατη Ακαδημία Μουσικής του Μονάχου µε υποτροφίες από το DAAD και το Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης, αποφοιτώντας µε δίπλωμα μάστερ. Ως σολίστ έχει συνεργαστεί µε όλες τις ελληνικές συμφωνικές ορχήστρες και έχει εμφανιστεί σε κορυφαίες αίθουσες της Ευρώπης και του κόσμου, αποσπώντας διακρίσεις σε διεθνείς διαγωνισμούς. Έχει ηχογραφήσει µε όργανα εποχής για τις εταιρείες Deutsche Grammophon, Decca Classics και MDG μεταξύ άλλων. Από το 1995 είναι σόλο φαγκότο στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και διδάσκει στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ.
Ζαχαρίας Ταρπάγκος Μόνιμος φλαουτίστας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έχει εμφανιστεί ως σολίστ σε κορυφαίες αίθουσες: Τσαϊκόφσκι (Μόσχα), Συμφωνικής της Βοστώνης, Tokyo Opera City, Queen Elizabeth Hall (Λονδίνο), Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Τεχνών στο Βερολίνο, Seine Musicale (Παρίσι), Τεάτρο Ρεάλ (Μαδρίτη), Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Συνεργάτης της Καμεράτας, έχει ηχογραφήσει με όργανα εποχής για τις εταιρείες Deutsche Grammophon και Decca Classics, ενώ έχει συμμετάσχει στα διεθνή φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και BBC Proms μεταξύ άλλων. Ως μουσικός δωματίου έχει εμφανιστεί σε διεθνή φεστιβάλ στο Αβέιρο, την Οχρίδα και στην Αίθουσα Σαντόρι στο Τόκιο. Παράλληλα, οργανώνει και στηρίζει προγράμματα μουσικής εκπαίδευσης για παιδιά σε δυσμενείς συνθήκες, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ζωής τους μέσω της μουσικής.
Μαρία Μπιλντέα Γεννήθηκε στο Βουκουρέστι και σπούδασε άρπα στο Μουσικό Λύκειο Τζώρτζε Ενέσκου και στην Ακαδημία Μουσικής του Βουκουρεστίου. Σε ηλικία 18 ετών εμφανίστηκε ως σολίστ στο Ατενέουλ Ρομάν του Βουκουρεστίου. Υπήρξε πρώτη αρπίστρια της Κρατικής Ορχήστρας στο Πλοέστι, της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, της Ορχήστρας των Χρωμάτων και από το 1993 της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ. Δημιούργησε το πρώτο τμήμα άρπας στην Ελλάδα (Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, Athenaeum, Ωδείο Αθηνών). Έχει εμφανιστεί ως σολίστ σε Ευρώπη, Καναδά και ΗΠΑ, συνεργαζόμενη με τους Σερ Νέβιλ Μάρρινερ, Θεόδωρο Κουρεντζή, Πατρίκ Γκαλλουά, Χάιμε Μαρτίν, Κωνσταντίνο Καρύδη, Κριστιάν Μαντάλ και Βαγγέλη Παπαθανασίου. Είναι μέλος των συνόλων Kyklos, Aeolian Harps και MusicAeterna (2014-2018), σολίστ της Ορχήστρας Εθνικής Ραδιοφωνίας του Βουκουρεστίου και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μουσικής Βουκουρεστίου, κάτοχος PhD. Παίζει με συλλεκτική άρπα Horngacher.
9
© ILIAS SAKALAK
© ROZA ZAH
10
© ILIAS SAKALAK
11
Jesús Merino Από τους πιο σπουδαίους ισπανούς βιολονίστες της γενιάς του. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορική ερμηνευτική πρακτική, ο Χεσούς Μερίνο συνεργάζεται τακτικά ως κορυφαίος και σολίστ με τα σύνολα Il Pomo d’Oro, Concerto Köln, La Chapelle Harmonique, Ensemble Artaserse, Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, Bremer Barockorchester και Le Concert Lorrain. Εμφανίζεται επίσης με σημαντικά μπαρόκ σύνολα: Akademie für Alte Musik Berlin, Collegium Vocale Gent, L’Arpeggiata, Continuum, Cappella Mediterranea και Dresdner Festspielorchester μεταξύ άλλων. Ως σύγχρονος βιολονίστας, έχει διατελέσει κορυφαίος της Καμεράτας της Γενεύης και προσκεκλημένος κορυφαίος της Ορχήστρας Δωματίου στο Μάνχαϊμ, της Ορχήστρας του Φεστιβάλ του Ουέξφορντ, της Φιλαρμονικής της Κάτω Σαξονίας, της Συμφωνικής Ορχήστρας του Άαχεν και της Συμφωνικής του Δήμου Αθηναίων. Το 2022 ίδρυσε το σύνολο Il Fervore, που ασχολείται με την αναβίωση και εκτέλεση μουσικής του 17ου και 18ου αιώνα από ισπανικά και ιταλικά αρχεία. Έχει ηχογραφήσει για τη Ραδιοφωνία της Ισπανίας (RNE), της Στουτγάρδης (SWR), του Αμβούργου (NDR), της Κολωνίας (WDR), τη Radio France και τη France Musique, καθώς και για τις δισκογραφικές εταιρείες Deutsche Harmonia Mundi, Outhere Music και CPO μεταξύ άλλων. Με το σύνολο Concerto Köln κυκλοφόρησε πρόσφατα δύο άλμπουμ: Vivaldi (Sony Classical), ως κορυφαίος και μαέστρος με τον Μάρτιν Φραιστ (Martin Fröst), και Concertos 4 Violins (Berlin Classics), ως σολίστ μαζί με τους Μαγιούμι Χιρασάκι, Εβγκένι Σβιρίντοφ και Σούνσκε Σάτο. Γεννημένος στην Κουένκα το 1991, μαθήτευσε κοντά στη Λίνα Τουρ στο Ωδείο της Αραγωνίας, συνεχίζοντας στη συνέχεια με τους Έμπερχαρτ Φελτς (Βερολίνο), Σεμπάστιαν Χάμμαν (Λουκέρνη), Πέτρα Μύλλεγιανς (Φραγκφούρτη) και Ρίτσαρντ Γκουίλτ (Κολωνία). Από το 2020 έως το 2022 ήταν καθηγητής μπαρόκ βιολιού και ιστορικής ερμηνείας στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής της Μαδρίτης.
Τίτος Γουβέλης Από τους πλέον καταξιωμένους έλληνες πιανίστες. Έχει συμπράξει ως σολίστ με τη Βασιλική Εθνική Ορχήστρα της Σκoτίας, την Κρατική Ορχήστρα της Τρανσυλβανίας, τις Κρατικές και Δημοτικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, την Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου κ.ά., συνεργαζόμενος με διακεκριμένους αρχιμουσικούς (Κρίστοφ Πόππεν, Μισέλ Τιλκέν, Αλπασλάν Ερτύνγκεαλπ, Νίκο Αθηναίο, Βύρωνα Φιδετζή, Βασίλη Χριστόπουλο, Γιώργο Πέτρου κ.ά.).
12
Έχει δώσει ρεσιτάλ αλλά και συναυλίες μουσικής δωματίου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία, Ρουμανία, Σερβία, Τουρκία, Νότια Κορέα, Νιγηρία και Κύπρο). Το ρεπερτόριό του εκτείνεται από το μπαρόκ μέχρι και τον 21ο αιώνα.
© YANNIS GUTMANN
Σημαντική θέση σε αυτό κατέχει η ελληνική δημιουργία· έχει ερμηνεύσει (ζωντανά ή σε ηχογράφηση) έργα άνω των εξήντα ελλήνων συνθετών, αρκετά σε πρώτη εκτέλεση. Είναι επίσης συντάκτης των προγραμμάτων της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ενώ κείμενά του φιλοξενούνται στα έντυπα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και του Φεστιβάλ Αθηνών. Δίνει συχνά εισαγωγικές ομιλίες πριν από συναυλίες της ΚΟΑ και του Μεγάρου. Διδάσκει πιάνο στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο ιστορικό Ωδείο Αθηνών, στο οποίο είναι Έφορος της Σχολής Πληκτροφόρων. Έχει πραγματοποιήσει ηχογραφήσεις για τις εταιρείες MDG, GENUIN και Subways Music. Είναι επίσης παραγωγός των εκπομπών «Μαθήματα πιάνου» και «Η κάμαρα με τα μυστικά» στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ. Σπούδασε πιάνο με τον Άρη Γαρουφαλή στο Ωδείο Αθηνών, τον Πήτερ Κέιτιν στο Βασιλικό Κολέγιο Μουσικής του Λονδίνου και τον Φάλι Πάβρι στη Βασιλική Ακαδημία της Σκοτίας, ως υπότροφος του Σωματείου Τζίνα Μπαχάουερ, του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης και του ΙΚΥ. Για χρόνια μελέτησε κοντά στον διάσημο πιανίστα και παιδαγωγό Ντομινίκ Μερλέ στο Παρίσι. Επίσης, μελέτησε εκκλησιαστικό όργανο ως υπότροφος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με τον Νίκολας Κύναστον. Έχει κερδίσει βραβεία σε πανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς, καθώς και το βραβείο «Μυκονίου» της Ακαδημίας Αθηνών.
13
Γιώργος Πέτρου Έχοντας στο ενεργητικό του μία υποψηφιότητα για Grammy και ένα βραβείο ECHO Klassik, ο Γιώργος Πέτρου έχει διαγράψει λαμπρή διεθνή σταδιοδρομία, και θεωρείται από τους σπουδαιότερους σύγχρονους ερμηνευτές της μουσικής του 18ου αιώνα καθώς και της όπερας της εποχής του μπελκάντο, χάρη στη φαντασία, το δυναμισμό και τη μουσικότητα που διακρίνει τις ερμηνείες του. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Αθηνών και συνέχισε στο Βασιλικό Κολέγιο και στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου, με υποτροφίες της Βασιλικής Ακαδημίας και του Ιδρύματος Ωνάση. Αρχικά σολίστ πιάνου, μεταπήδησε στη διεύθυνση ορχήστρας. Έχει λάβει τους τιμητικούς τίτλους Chevalier de l’οrdre des Arts et des Lettres από τη γαλλική κυβέρνηση και Associate of the Royal Academy of Music (ARAM) από τη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου. Από το 2022 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ «Χαίντελ» του Γκαίττινγκεν. Από το 2020 έως το 2022, διετέλεσε μουσικός διευθυντής της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ. Από το 2012 διευθύνει την Καμεράτα εντός και εκτός Ελλάδας, ενώ ηχογραφεί με τις μεγαλύτερες διεθνείς δισκογραφικές εταιρείες. Εμφανίζεται τακτικά σε σημαντικά λυρικά θέατρα και αίθουσες συναυλιών: Αρένα της Βερόνας, Σκάλα του Μιλάνου, Λα Φενίτσε της Βενετίας, Πετρουτσέλλι του Μπάρι, Όπερες της Ζυρίχης, της Λωζάννης, Κόμισε Όπερ του Βερολίνου, Όπερες της Στουτγάρδης, της Φραγκφούρτης, της Κολωνίας, της Λειψίας, Θέατρο του Καπιτωλίου της Τουλούζης, Βασιλική Όπερα των Βερσαλλιών, Εθνική Όπερα του Ρήνου στο Στρασβούργο, Όπερα της Νορμανδίας στη Ρουέν, Όπερα της Νίκαιας, Βασιλική Όπερα της Σουηδίας, Βασιλική Όπερα της Ολλανδίας, Εθνική Όπερα της Κορέας, Τεάτερ αν ντερ Βην στη Βιέννη, Τεάτρο Ρεάλ της Μαδρίτης, Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Έλβα στο Αμβούργο, Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων στο Παρίσι και Παλάου ντε λα Μούζικα της Βαρκελώνης. Εμφανίζεται σε σπουδαία φεστιβάλ: Όπερας Ροσσίνι του Πέζαρο, Πεντηκοστής του Ζάλτσμπουργκ, ΒΒC Proms, «Χαίντελ» της Χάλλε και της Καρλσρούης, Βάλε ντ’ Ίστρια στη Μαρτίνα Φράνκα. Συνεργάζεται τακτικά με όλες τις ελληνικές ορχήστρες και με διάσημα σύνολα στο εξωτερικό. Παράλληλα με τη διεύθυνση ορχήστρας, ο Γιώργος Πέτρου έχει αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για τη σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου. Έχει σκηνοθετήσει και διευθύνει παραγωγές όπερας, οπερέτας και μιούζικαλ: Ιουστίνος του Βιβάλντι (Λυρικό Θέατρο των Ανακτόρων του Ντρότνινγκχολμ της Στοκχόλμης), Δηιδάμεια του Χαίντελ (Φεστιβάλ Όπερας του Ουέξφορντ), Ιούλιος Καίσαρας του Χαίντελ (Βασιλική Όπερα της Ολλανδίας – Διεθνές Φεστιβάλ του Γκαίττινγκεν), Ιδομενέας του Μότσαρτ, O Βαπτιστικός του Σακελλαρίδη (Θέατρο Ολύμπια), Σεμέλη του Χαίντελ (Θέατρο Ολύμπια – Διεθνές Φεστιβάλ του Γκαίττινγκεν), Sweeney Todd του Σόντχαϊμ, West Side Story του Μπέρνσταϊν, Κiss me Kate του Πόρτερ και Company του Σόντχαϊμ (MMA – Φεστιβάλ Αθηνών). Η όπερα Iούλιος Καίσαρας του Χαίντελ, σε δική του σκηνοθεσία, προτάθηκε από δύο ειδικά έντυπα ως η καλύτερη παραγωγή της χρονιάς στην Ολλανδία, ενώ η σκηνοθεσία του στον Ιουστίνο απέσπασε θριαμβευτικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο. Οι ηχογραφήσεις του έχουν λάβει πολυάριθμες διακρίσεις: Diapason d’Or, Gramophone – Editor’s Choice, ECHO Klassik, BBC Music Magazine – Recording of the Month και Διεθνές Βραβείο του περιοδικού Opera. Πολλές δισκογραφικές δουλειές του θεωρούνται ηχογραφήσεις αναφοράς.
14
© AKRIVIADIS
15
© AKRIVIADIS
Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής
16
Από τους πιο δραστήριους φορείς του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, ιδρύθηκε το 1991 από το Σύλλογο Οι Φίλοι της Μουσικής ως μόνιμη ορχήστρα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Αρχιμουσικοί της διετέλεσαν ο Αλέξανδρος Μυράτ (1991-2009), o Σερ Νέβιλ Μάρρινερ (καλλιτεχνικός διευθυντής της το 2000-2001 και επίτιμος πρόεδρός της το 2001-2007) και ο βρετανός μαέστρος Κρίστοφερ Ουόρρεν-Γκρην (2004-2009). Με τον Γιώργο Πέτρου επικεφαλής της Ορχήστρας από το 2012, η Καμεράτα κερδίζει διεθνή αναγνώριση υπό την ονομασία Armonia Atenea. Εμφανίζεται στις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών και στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα της Ευρώπης: Σκάλα του Μιλάνου, Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων, Αίθουσα Πλεγέλ στο Παρίσι, Βασιλική Όπερα των Βερσαλλιών, Μουζίκφεραϊν και Τεάτερ αν ντερ Βην στη Βιέννη, Θέατρο του Καπιτωλίου της Τουλούζης, Όπερα του Μονπελλιέ, Αίθουσα Μποζάρ των Βρυξελλών, Κονσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ, Αίθουσα Τσαϊκόφσκι της Μόσχας, Κοντσέρτχαους του Ντόρτμουντ, Όπερα του Βήσμπαντεν, Μπαρόκ Θέατρο της πόλης του Μπαϋρόυτ, Θέατρο Κυβιγιέ του Μονάχου, Παλάου ντε λα Μούζικα της Βαρκελώνης, Τεάτρο Ρεάλ της Μαδρίτης, Θέατρο Μανοέλ της Μάλτας, Ουίγκμορ Χολ του Λονδίνου, Όπερα της Λωζάννης, Αίθουσα συναυλιών «Τζεμάλ Ρεσίτ Ρέι» της Κωνσταντινούπολης.
Η Ορχήστρα συμμετέχει σε διεθνείς καλλιτεχνικές διοργανώσεις, όπως τα φεστιβάλ: Μπαρόκ του Μπαϋρόυτ, Ζάλτσμπουργκ, «Ενέσκου» στο Βουκουρέστι, «Χαίντελ» της Χάλλε και της Καρλσρούης, «Κλάρα» των Βρυξελλών, Παλαιάς Μουσικής του Ίνσμπρουκ, Όπερα Ράρα της Κρακοβίας, «Γκλουκ» της Νυρεμβέργης, Bάλε ντ’ Ίστρια στη Μαρτίνα Φράνκα της Ιταλίας, καθώς και στον κύκλο συναυλιών La Seine musicale στο Παρίσι, αποσπώντας κάθε φορά διθυραμβικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο. Από το 2012, η Καμεράτα έχει ανεβάσει στη Ελλάδα πάνω από 20 σκηνικές παραγωγές (πολλές σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση), σε συμπαραγωγή με πολιτιστικούς φορείς, όπως το ΜΜΑ, το Φεστιβάλ Αθηνών, η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, και σε συνεργασία με κορυφαίους σκηνοθέτες και δημιουργούς από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι το πρώτο ελληνικό σύνολο που ηχογράφησε για τις σημαντικότερες διεθνείς δισκογραφικές εταιρείες: Deutsche Grammophon, Decca, MDG, Sony, αποσπώντας σημαντικές διακρίσεις: Diapason d’Or, Gramophone – Editor’s Choice (2 φορές), BBC – Recording of the Month, CHOC – Classica, Preis der deutschen Schallplattenkritik, καθώς και το βραβείο για την καλύτερη ηχογράφηση όπερας της χρονιάς από το βρετανικό Opera. Σημαντικό επίτευγμα για την Ορχήστρα αποτελεί επίσης το γεγονός ότι οι θεατές του μουσικού τηλεοπτικού καναλιού Mezzo ψήφισαν την παράσταση Αλέξανδρος του Χαίντελ ως την καλύτερη παραγωγή όπερας του 2012.
17
ΦΛΑΟΥΤΟ ΤΡΑΒΕΡΣΟ
Ζαχαρίας Ταρπάγκος, Αντιγόνη Τσάλλα ΟΜΠΟΕ
Δημήτρης Βάμβας, Tatjana Zimre ΦΑΓΚΟΤΑ
Αλέξης Οικονόμου, Γιάννης Ευαγγελάτος ΚΟΡΝΑ
Κώστας Σίσκος, Μαρία Φωτιά ΒΙΟΛΙΑ Ι
Sergiu Nastasa (εξάρχων), Φανή Βοβώνη, Jesús Merino, Lorena Padrón Ortiz, Andrés Murillo, Valentina Mattiussi, Γιώργος Παναγιωτόπουλος ΒΙΟΛΙΑ ΙΙ
Otilia Alitsei, Αθανάσιος Μαρτζούκος, Γιάννης Αγρανιώτης, Αγγέλα Φαναριώτη, Φίλιππος Matasaru ΒΙΟΛΕΣ
Laurentiu Matasaru, Ricardo Gil Sánchez, Άλκηστις Μισούλη ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΑ
Ιάσων Ιωάννου, Candela Gómez Bonet, Christopher Humphrys ΚΟΝΤΡΑΜΠΑΣΑ
Jonathan Álvarez, Άγγελος Ρεπαπής
18
ΕΚΔΟΣΗ ΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ & ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ | ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ANNA ΠΛATAKH | CREATIVE DIRECTOR K2DESIGN | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΠΑΝΟΣ ΚΑΣΙΑΡΗΣ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR
Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής Επερχόμενες συναυλίες ΝΟΕ | ΔΕΚ | ΙΑΝ
19.11.2025
Schubert 8 – Beethoven 5 FRANZ SCHUBERT Συμφωνία αρ. 8 σε σι ελάσσονα, D 759, «Ημιτελής» LUDWIG VAN BEETHOVEN Συμφωνία αρ. 5 σε ντο ελάσσονα, έργο 67 Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Πέτρου
28.12.2025
Claudio Monteverdi Vespro della Beata Vergine Μουσική διεύθυνση: Emiliano Gonzalez Toro
4.1.2026
Πρωτοχρονιά με άρωμα Βιέννης Μουσική της αυτοκρατορικής Βιέννης από τη θρυλική οικογένεια των Στράους Μουσική διεύθυνση: Διονύσης Γραμμένος
19
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ
ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ