© Algirdas Bakas
Asmik Grigorian Lukas Geniusas ΧΟΡΗΓΟΣ
Συμβάλλουμε στη δημιουργία μια Κοινωνία Ισότιμων Ανθρώπων
Στην Πειραιώ με το πρόγραμμα EQUALL συμβάλλουμε στη δημιουργία μια κοινωνία χωρί διακρίσει και αποκλεισμού , απαλλαγμένη από στερεότυπα και κάθε μορφή βία απέναντι στι ευάλωτε κοινωνικέ ομάδε .
• Ισότητα των Φύλων: Υποστηρίζουμε πάνω από 3.000 γυναίκε • Μέριμνα για τα Παιδιά: Υποστηρίζουμε πάνω από 15.000 παιδιά • Νέα Γενιά: Υποστηρίζουμε πάνω από 13.000 νέε και νέου • Ευάλωτες Κοινωνικές Ομάδες: Υποστηρίζουμε πάνω από 400 άτομα
Μάθε περισσότερα για τι δράσει μα στο www.equall.gr
Η Πειραιώς υποστηρίζει διαχρονικά τον Πολιτισμό και τους δημιουργούς του, όπως αυτό αποτυπώνεται στο πολύπλευρο πρόγραμμα Εταιρικής Υπευθυνότητας της Τράπεζας. Στόχος μας είναι να συμβάλλουμε στην ανάδειξη και τη διάδοση του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας μας. Πιστεύουμε ότι ο Πολιτισμός, μαζί με τις πνευματικές και ανθρωπιστικές αξίες που εκφράζει, αποτελεί θεμελιώδη κοινωνική αναγκαιότητα και μοχλό ανάπτυξης. Ενθαρρύνοντας την πολιτιστική δημιουργία, συνεργαζόμαστε με τις δυνάμεις εκείνες που διαμορφώνουν δημιουργικά την κοινωνία μας. Για μια ακόμη φορά, έχουμε τη χαρά να υποστηρίζουμε μια σημαντική διεθνή συναυλία, ενισχύοντας περαιτέρω τους δημιουργικούς δεσμούς που έχουμε αναπτύξει με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, έναν από τους κορυφαίους φορείς πολιτιστικής δημιουργίας και προσφοράς της χώρας μας. Πιο συγκεκριμένα, η σοπράνο Ασμίκ Γκριγκοριάν, μια σπουδαία ερμηνεύτρια λυρικού ρεπερτορίου, μαζί με τον διεθνώς αναγνωρισμένο πιανίστα Λούκας Γκένιουσας θα προσφέρουν στο κοινό μια μοναδική μουσική εμπειρία. Μέσα από ένα ταξίδι στο ρωσικό ρομαντικό τραγούδι για φωνή και πιάνο, θα ερμηνεύσουν αριστουργήματα του Τσαϊκόφσκι και του Ραχμάνινοφ.
Γιώργος Χαντζηνικολάου Πρόεδρος Δ.Σ. Πειραιώς
Χρήστος Μεγάλου Διευθύνων Σύμβουλος Πειραιώς
© MAX AVDEEV
© Lina Jushke
ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης
Asmik Grigorian Lukas Geniusas 17.10.2025 ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ (1840-1893) Στη δίνη του χορού, έργο 38, αρ. 3 Πάλι, όπως πάντα, μόνος, έργο 73, αρ. 6 Η μοναχική καρδιά μονάχα, έργο 6, αρ. 6 Ένα δάκρυ τρεμοπαίζει, έργο 6, αρ. 4 Ρομάντσα σε φα ελάσσονα, έργο 5 (σόλο πιάνο) Scherzo humoristique, έργο 19, αρ. 2 (σόλο πιάνο) Έχετε την ευχή μου, δάση, έργο 47, αρ. 5 Μη με κάνεις να μιλήσω, έργο 57, αρ. 3
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
ΣΕΡΓΚΕΪ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ (1873-1943) Στη σιγαλιά της μυστικής νύχτας, έργο 4, αρ. 3 Μην τραγουδάς για μένα, όμορφη κοπέλα, έργο 4, αρ. 4 Παιδάκι, όμορφo σαν το λουλούδι, έργο 8, αρ. 2 Όνειρο, έργο 8, αρ. 5 Τα ρυάκια της άνοιξης, έργο 14, αρ. 11 Μη λυπάσαι, έργο 14, αρ. 8 Σε περιμένω, έργο 14, αρ. 1 Πρελούδιο σε σολ δίεση ελάσσονα, έργο 32, αρ. 12 (σόλο πιάνο) Πρελούδιο σε ρε ύφεση μείζονα, έργο 32, αρ. 13 (σόλο πιάνο) Λυκόφως, έργο 21, αρ. 3 Τι όμορφα που είναι εδώ, έργο 21, αρ. 7 Θα αναπαυθούμε, έργο 26, αρ. 3 Δυσαρμονία, έργο 34, αρ. 13
ΣΟΠΡΑΝΟ
Asmik Grigorian ΠIANO
Lukas Geniušas Με ελληνικούς υπέρτιτλους
Το ρωσικό ρομαντικό τραγούδι Η ρωσική ρομάντσα γεννήθηκε μεταξύ 18ου και 19ου αιώνα μέσα από τη συνάντηση της δυτικοευρωπαϊκής μουσικής με τη ρωσική λαϊκή παράδοση και τη ρομαντική λογοτεχνία. Στα πρώτα της βήματα καλλιεργείται στα αριστοκρατικά σαλόνια, μιμούμενη τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Όλα αλλάζουν με την εμφάνιση του Ρομαντισμού, που ωθεί τους συνθέτες και τους ποιητές να αναζητήσουν έναν αυθεντικά ρωσικό τρόπο έκφρασης. Από το δημοτικό τραγούδι η ρομάντσα αντλεί μελωδικά θέματα, ρυθμικά μοτίβα και φωνητικά ποικίλματα, ενώ στο έργο ποιητών όπως οι Πούσκιν, Λέρμοντοφ και Τιούτσεφ βρίσκει νέο περιεχόμενο και εκφραστική δύναμη. Αυτός ο συνδυασμός αναδεικνύει τη ρομάντσα ως το ρωσικό ανάλογο του γερμανικού λιντ – ως ένα είδος που πηγάζει από τη λαϊκή παράδοση, αξιοποιεί την ποιητική γλώσσα και διαμορφώνεται μέσα από λόγιες μουσικές φόρμες. Στις αρχές του 19ου αιώνα έχει ήδη κατακτήσει ξεχωριστή θέση στην εθνική μουσική της Ρωσίας, γεφυρώνοντας την ατομική έκφραση σπουδαίων δημιουργών με το κοινό αίσθημα. Οι δύο κορυφαίοι συνθέτες που παρουσιάζονται στο πρόγραμμα, ο Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι και ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ, αν και ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, μοιράζονται ισχυρούς δεσμούς μουσικής συγγένειας. Ο Τσαϊκόφσκι προίκισε το ρωσικό τραγούδι με την πιο εκλεπτυσμένη του μορφή, ενώ ο Ραχμάνινοφ το οδήγησε σε νέα μονοπάτια, με τολμηρές αρμονίες και υπαρξιακές αναζητήσεις. Ο Τσαϊκόφσκι έζησε στη Ρωσία της αριστοκρατίας του 19ου αιώνα, όπου την κοινωνική ζωή των σαλονιών λάμπρυναν οι χοροί και η όπερα· η μουσική του φέρει έντονα αυτό το θεατρικό στοιχείο. Από την άλλη, ο Ραχμάνινοφ βίωσε την επανάσταση και την εξορία· τα τραγούδια του αποπνέουν μια αίσθηση μελαγχολίας και απώλειας. Αναγνώριζε τον Τσαϊκόφσκι ως πρότυπό του, μάλιστα συχνά αναφερόταν στο Πρελούδιο σε σολ ελάσσονα, έργο 23, αρ. 5 ως «φόρο τιμής στον δάσκαλο». Ο Τσαϊκόφσκι με τη σειρά του τον στήριξε, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη του στο ταλέντο του. Ο αιφνίδιος θάνατός του όμως το 1893 στέρησε από τον Ραχμάνινοφ μια πατρική φιγούρα, τη στιγμή που άρχιζε να ωριμάζει συνθετικά.
4
Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι Ο Τσαϊκόφσκι είναι η πιο αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία της ρωσικής ρομαντικής μουσικής. Με το έργο του γεφύρωσε τη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση με τη ρωσική ιδιοσυγκρασία, χαρίζοντας στη Ρωσία μια φωνή που μπορούσε να σταθεί ισότιμα στο διεθνές μουσικό στερέωμα. Αν και έγινε γνωστός κυρίως για τις συμφωνίες, τα μπαλέτα και τα ορχηστρικά του έργα, έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για το λυρικό τραγούδι και έγραψε περισσότερα από 100 τραγούδια. Ο συνθέτης διάλεγε με προσοχή τα ποιήματα που μελοποιούσε. Επέστρεφε συχνά στον Γκαίτε, στον Αλεξέι Τολστόι και σε σύγχρονούς του ρώσους ποιητές, αναζητώντας στίχους πάνω σε θέματα που τον συγκινούσαν, όπως η μοναξιά, η αγάπη, η νοσταλγία, η μυστική σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Ως Ρομαντικός, ο Τσαϊκόφσκι δεν χρησιμοποιεί τον ποιητικό λόγο σαν όχημα της μελωδικής του έμπνευσης. Αντίθετα, φροντίζει να αναδείξει όλες τις αποχρώσεις του, μετατρέποντας το ποίημα σε ένα μικρό, αυτοτελές δράμα με τη δύναμη της μουσικής.
Στη δίνη του χορού σε ποίηση Αλεξέι Τολστόι [Έξι ρομάντσες, έργο 38, αρ. 3] Το τραγούδι σκιαγραφεί μια στιγμή ερωτικής μαγείας που γεννιέται μέσα στην οχλοβοή ενός χορού. Ο ποιητής θυμάται τη φευγαλέα συνάντηση με μια αγαπημένη μορφή, τη στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους – ανάμεσα στο πλήθος, τις μουσικές και τα φώτα, το τραγούδι εστιάζει σε μια στιγμή αποκάλυψης. Η μελωδία του Τσαϊκόφσκι, λυρική και τρυφερή, τονίζει την αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική αναταραχή και την εσωτερική συγκίνηση, αποδίδοντας με απλότητα και ζεστασιά το άγγιγμα της πρώτης αγάπης.
Πάλι, όπως πάντα, μόνος σε ποίηση Δανιήλ Μαξίμοβιτς Ράτχαους [Έξι ρομάντσες, έργο 73, αρ. 6] Το τραγούδι, ένα από τα τελευταία που έγραψε ο συνθέτης, μιλά για τη μοναξιά που επιστρέφει αναπόφευκτα, σαν γνώριμη σκιά. Ο ποιητής θυμάται τις ευτυχισμένες στιγμές, καθώς βρίσκεται και πάλι βυθισμένος στη σιωπή και την απομόνωση. Η μουσική του Τσαϊκόφσκι είναι μελαγχολική, με φράσεις που αφήνουν να φανεί η πικρή γεύση της απώλειας, ενώ το πιάνο υπογραμμίζει τη σιωπηλή θλίψη πίσω από τα λόγια με σκοτεινές συγχορδίες που δημιουργούν αίσθηση απομόνωσης. Η δραματική κορύφωση σβήνει σταδιακά σε μια σπαρακτική παραίτηση.
Η μοναχική καρδιά μονάχα σε ποίηση Γκαίτε και μετάφραση στα ρωσικά του Λιεφ Μέι [Έξι ρομάντσες, έργο 6, αρ. 6] Το τραγούδι περιγράφει την αβάσταχτη μοναξιά εκείνου που γνώρισε την αληθινή αγάπη και την έχασε. Ο Τσαϊκόφσκι έντυσε τους στίχους με μια από τις πιο λυρικές μελωδίες του, ενώ η λιτή πιανιστική συνοδεία εναλλάσσει τα αρπίσματα και τις συγχορδίες.
5
Ένα δάκρυ τρεμοπαίζει σε ποίηση Αλεξέι Τολστόι [Έξι ρομάντσες, έργο 6, αρ. 4] Η εικόνα του τίτλου αποτυπώνεται θαυμάσια στη μουσική: μικρές νότες στη συνοδεία θυμίζουν σταγόνες που τρεμοπαίζουν, ενώ η μελωδία πάλλεται σαν λυγμός. Το τραγούδι έχει εξαιρετική οικονομία· σε λιγότερο από τρία λεπτά, ο συνθέτης δημιουργεί μια πλήρη συναισθηματική αφήγηση.
Έχετε την ευχή μου, δάση σε ποίηση Αλεξέι Τολστόι [Επτά ρομάντσες, έργο 47, αρ. 5] Από τα πιο αισιόδοξα τραγούδια του συνθέτη, η ρομάντσα αυτή υμνεί την καταπράσινη σιωπή και τη γαλήνη του δάσους, που γίνεται τόπος παρηγοριάς και πνευματικής ανάτασης. Η μουσική, ανάλαφρη στην αρχή και ολοένα πλουσιότερη στην κορύφωσή της, εκφράζει τη βαθιά ευγνωμοσύνη που εμπνέει η φύση. Εδώ, το προσωπικό δράμα υποχωρεί, καθώς οι ανοδικές φράσεις μοιάζουν να οδηγούν τον ακροατή προς το φως.
Μη με κάνεις να μιλήσω σε ποίηση Γκαίτε και μετάφραση στα ρωσικά του Αλεξάντρ Στρουγκόβσικοφ [Έξι ρομάντσες, έργο 57, αρ. 3] Το τραγούδι είναι μελοποίηση της ρωσικής απόδοσης του ποιήματος «Heiß mich nicht reden» του Γκαίτε από τον Αλεξάντρ Στρουγκόβσικοφ. Το κείμενο ανήκει στον κύκλο τραγουδιών της Μινιόν, από το μυθιστόρημα Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ. Η Μινιόν μιλά με υπεκφυγές, κρύβοντας ένα μυστικό που δεν μπορεί να αποκαλύψει – η προτροπή «μη με κάνεις να μιλήσω» εκφράζει ακριβώς αυτή τη σιωπηλή αγωνία. Η φωνή αποκαλύπτει κάτι πιο βαθύ μέσα από όσα αποσιωπά, και ο ακροατής νιώθει αμέσως ότι γίνεται μάρτυρας μιας εκμυστήρευσης βαθιά προσωπικής, σχεδόν απαγορευμένης.
ΡΟΜΑΝΤΣΑ ΣΕ ΦΑ ΕΛΑΣΣΟΝΑ, ΕΡΓΟ 5 SCHERZO HUMORISTIQUE, ΕΡΓΟ 19, ΑΡ. 2 H νεανική Ρομάντσα σε φα ελάσσονα, έργο 5 θυμίζει «τραγούδι χωρίς λόγια», και το Scherzo humoristique, έργο 19, αρ. 2 είναι ένα ζωηρό κομμάτι, όπου το χιούμορ προκύπτει από τις αιφνίδιες αντιθέσεις. Εδώ, ο Τσαϊκόφσκι προκαλεί τον πιανίστα να επιστρατεύσει τη δεξιοτεχνία του για να ερμηνεύσει ένα παιγνιώδες και απολαυστικό μουσικό πυροτέχνημα.
6
Σεργκέι Ραχμάνινοφ Ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ είναι γνωστός κυρίως ως πιανίστας θρύλος, συνθέτης συμφωνιών και κοντσέρτων που καθόρισαν τον ρωσικό ύστερο Ρομαντισμό. Ωστόσο, όσο ζούσε στη Ρωσία έγραψε πάνω από 80 ρομάντσες, σε στίχους ποιητών όπως οι Πούσκιν, Φετ, Τιούτσεφ, Χάινε, Γκαίτε. Όλα τα τραγούδια του φέρουν τη σφραγίδα της μεγαλόπνοης συμφωνικής και πιανιστικής του γραφής. Ο Ραχμάνινοφ κληρονόμησε την αγάπη του Τσαϊκόφσκι για το λυρικό τραγούδι, όμως η δική του μουσική σηματοδοτεί μια νέα εποχή, πιο περίπλοκη αρμονικά και πιο διχασμένη ιστορικά. Μετά τη φυγή του στη Δύση το 1917, δεν επέστρεψε ξανά στο είδος.
Στη σιγαλιά της μυστικής νύχτας σε ποίηση Αφανάσι Φετ [Έξι ρομάντσες, έργο 4, αρ. 3] Γραμμένο γύρω στο 1892 –όταν ο Ραχμάνινοφ ήταν ακόμη σπουδαστής στο Ωδείο της Μόσχας– αυτό το εκστατικό τραγούδι έχει χαρακτηριστεί το πρώτο φωνητικό του αριστούργημα. Ένα καθοδικό μοτίβο ξεκινά διακριτικά στο πιάνο, περνά στη φωνή και, καθώς κορυφώνεται, επιστρέφει με τη μορφή επιβλητικών συγχορδιών.
Μην τραγουδάς για μένα, όμορφη κοπέλα σε ποίηση Αλεξάντρ Πούσκιν [Έξι ρομάντσες, έργο 4, αρ. 4] Ίσως η πιο διάσημη από τις πρώτες ρομάντσες του Ραχμάνινοφ. Ο ποιητής ικετεύει την αγαπημένη του να μην τραγουδά λυπητερούς σκοπούς από τη Γεωργία, γιατί ξυπνούν μέσα του θλιβερές αναμνήσεις. Τα εξωτικά ηχοχρώματα της Ανατολής στη μελωδία και οι μελισματικές φράσεις, που παραπέμπουν στη μουσική του Αλεξάντρ Μποροντίν, φέρνουν στο νου τοπία της Καυκασίας.
Παιδάκι, όμορφο σαν το λουλούδι σε ποίηση Χάινριχ Χάινε και μετάφραση στα ρωσικά του Αλεξέι Πλεστσέγεφ [Έξι ρομάντσες, έργο 8, αρ. 2] Η μουσική αποπνέει διαύγεια και απλότητα, απόλυτα ταιριαστά με τον τόνο του ποιήματος. Μέσα σε λίγες φράσεις, ο νεαρός Ραχμάνινοφ δείχνει τη φυσική του κλίση προς το λυρισμό, χωρίς περιττές εξάρσεις.
Όνειρο σε ποίηση Χάινριχ Χάινε και μετάφραση στα ρωσικά του Αλεξέι Πλεστσέγεφ [Έξι ρομάντσες, έργο 8, αρ. 5] Σύντομο τραγούδι με ήρεμη και συγκρατημένη κίνηση. Η φωνή ακολουθεί μια λιτή γραμμή, περιγράφοντας την αίσθηση του ονείρου που αφήνει πίσω του ίχνη θλίψης, ενώ το πιάνο έχει υποστηρικτικό ρόλο. Πρόκειται για ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, το οποίο, όπως και το αμέσως προηγούμενο τραγούδι, βασίζεται σε στίχους του Χάινριχ Χάινε. Πιθανή αφορμή για την επιλογή του συνθέτη να μελοποιήσει τα δύο αυτά ποιήματα ήταν ο
7
θάνατος του Αλεξέι Πλεστσέγεφ, ο οποίος είχε μεταφράσει στα ρωσικά πλήθος γερμανών και ουκρανών ποιητών.
Τα ρυάκια της άνοιξης σε ποίηση Φιόντορ Τιούτσεφ [Δώδεκα ρομάντσες, έργο 14, αρ. 11] Ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Ραχμάνινοφ. Το πιάνο ξεσπά σε καταιγιστικά αρπίσματα, σαν χειμωνιάτικος πάγος που σπάει, και η φωνή αναγγέλλει θριαμβευτικά τον ερχομό της άνοιξης.
Μη λυπάσαι σε ποίηση Αλεξέι Απούχτιν [Δώδεκα ρομάντσες, έργο 14, αρ. 8] Ένα ασυνήθιστο ερωτικό τραγούδι, καθώς ο εραστής που έχει φύγει από τη ζωή τραγουδά στην αγαπημένη του, καθησυχάζοντάς την ότι οι ψυχές τους θα ενωθούν ξανά στον Παράδεισο. Η μουσική ξεκινά με τη σοπράνο να κινείται στις χαμηλές νότες της, ενώ εκτινάσσεται στην ψηλή της περιοχή όταν πλέον ο εραστής ενθαρρύνει την καλή του να ζήσει.
Σε περιμένω σε ποίηση Μαρίας Νταβίντοβα [Δώδεκα ρομάντσες, έργο 14, αρ. 1] Γραμμένο το 1894, το τραγούδι εντάχθηκε αργότερα ως πρώτο στον κύκλο Δώδεκα ρομάντσες, έργο 14. Οι στίχοι στο ποίημα της Νταβίντοβα μιλούν σε πρώτο πρόσωπο για την προσμονή μιας νυχτερινής συνάντησης, ενώ η μουσική σηματοδοτεί τη μετάβαση του νεαρού Ραχμάνινοφ στις πιο ώριμες ρομάντσες της δεκαετίας του 1890.
Λυκόφως σε ποίηση Ζαν-Μαρί Γκυγιώ και μετάφραση στα ρωσικά του Ιβάν Τχορζέφσκι [Δώδεκα ρομάντσες, έργο 21, αρ. 3] Οι στίχοι του Ιβάν Τχορζέφκσι είναι η απόδοση στα ρωσικά του ποιήματος «Lever d’étoiles». Η μουσική κυλάει αργά και η φωνή ακολουθεί χαμηλές, σχεδόν απαγγελτικές γραμμές. Το τραγούδι θυμίζει ιμπρεσιονιστικό πίνακα: ενώ η νύχτα πέφτει, μια νεαρή γυναίκα κάθεται μόνη, βυθισμένη στις σκέψεις της, καθώς ένα σμήνος από άστρα λαμπυρίζει πάνω από το γερμένο κεφάλι της.
Τι όμορφα που είναι εδώ σε ποίηση Γκλαφίρα Γκαλίνα [Δώδεκα ρομάντσες, έργο 21, αρ. 7] Το τραγούδι ανήκει σε μια ευτυχισμένη περίοδο στην προσωπική ζωή του συνθέτη. Ο χρόνος μοιάζει να σταματά, καθώς ο ποιητής ατενίζει την ομορφιά της φύσης μέσα σε ένα γαλήνιο, σχεδόν μυστηριακό τοπίο. «Είμαι μόνος με τον Θεό», λέει ο στίχος – και η μουσική το επιβεβαιώνει.
Θα αναπαυθούμε σε ποίηση Άντον Τσέχοφ [Δεκαπέντε ρομάντσες, έργο 26, αρ. 3]
8
Το τραγούδι αντλεί ευθέως τα λόγια του από τον Θείο Βάνια του Άντον Τσέχοφ. Είναι μάλιστα οι φράσεις που κλείνουν το έργο όταν ο Βάνιας και η ανιψιά του, η Σόνια, αντικρίζουν το δίχως προοπτική μέλλον τους στο
κτήμα που εκείνος διαχειρίστηκε επί δεκαετίες. Και οι δύο έχουν αποτύχει στον έρωτα και στη ζωή· καθώς οι υπόλοιποι χαρακτήρες αποχωρούν, εκείνοι μένουν μόνοι, εξαντλημένοι και πικραμένοι. Η νεότερη Σόνια εκφράζει την πίστη ότι κάποτε θα βρουν γαλήνη – ίσως μετά θάνατον. Στη θαυμάσια μελοποίηση του Ραχμάνινοφ, το πιάνο εναλλάσσει επίμονα τη ρε ελάσσονα και τη ρε μείζονα, ενώ η φωνητική γραμμή της Σόνιας παραμένει απλή, αντανακλώντας τη σεμνότητά της.
Δυσαρμονία σε ποίηση Γιάκοφ Πολόνσκι [Δεκατέσσερις ρομάντσες, έργο 34, αρ. 13] Τα τραγούδια του έργου 34 γεννήθηκαν με μεγάλη ευκολία, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Ραχμάνινοφ, πάνω σε ποιήματα που του πρότεινε η συγγραφέας Μαριέτα Σαγκινιάν. Στη «Δυσαρμονία», σε ποίηση του Γιάκοφ Πολόνσκι, ο συνθέτης γράφει ουσιαστικά τον δραματικό μονόλογο μιας γυναίκας εγκλωβισμένης σε μια ανεπιθύμητη σχέση που ονειρεύεται να ξαναβρεθεί με τον πρώην εραστή της. Εδώ, ο Ραχμάνινοφ εμφανίζεται ασυγκράτητος: η φωνητική γραμμή κινείται σε μεγάλη έκταση και αποτελεί πρόκληση για τη σοπράνο. Ένα κύμα χρωματικών κινήσεων στο πιάνο, αλλεπάλληλες αλλαγές μέτρου και διαδοχικές μετατροπίες υπηρετούν την έντονη παραστατικότητα του ποιήματος. Πρόκειται για μια από τις πιο απαιτητικές σελίδες του ρεπερτορίου του για φωνή και πιάνο.
ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΣΕ ΣΟΛ ΔΙΕΣΗ ΕΛΑΣΣΟΝΑ, ΕΡΓΟ 32, ΑΡ. 12 ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΣΕ ΡΕ ΥΦΕΣΗ ΜΕΙΖΟΝΑ, ΕΡΓΟ 32, ΑΡ. 13 Ο Ραχμάνινοφ έτρεφε βαθύ σεβασμό για τον Σοπέν και τον κύκλο των 24 πρελουδίων. Χωρίς να το επιδιώκει εξαρχής, έφτασε κι εκείνος τον ίδιο αριθμό: πρώτα το διάσημο Πρελούδιο σε ντο δίεση ελάσσονα, έπειτα τα δέκα του έργου 23 (1903) και, τέλος, τα δεκατρία του έργου 32 (1910). Το Πρελούδιο σε σολ δίεση ελάσσονα, αρ. 12, συχνή επιλογή του ίδιου του συνθέτη στα ρεσιτάλ του, ισορροπεί ανάμεσα στη λάμψη και τη μελαγχολία: στο ενεργητικό μοτίβο του δεξιού χεριού απαντά μια θρηνητική μελωδία στο αριστερό. Το Πρελούδιο σε ρε ύφεση μείζονα, αρ. 13 αποτελεί το καταληκτικό κομμάτι του έργου 32 και λειτουργεί ως επίλογος. Η γραφή του περιλαμβάνει αναφορές σε προηγούμενα πρελούδια, ενώ η υφή του εμπλουτίζεται από μεγάλες συγχορδίες που ταίριαζαν στην εξαιρετική έκταση του χεριού του Ραχμάνινοφ αλλά είναι απαιτητικές για τους περισσότερους πιανίστες. Οι δε καταληκτικές συγχoρδίες αντηχούν σαν καμπάνες – ένας ήχος που ο Ραχμάνινοφ αγαπούσε ιδιαίτερα.
ΜΑΪΡΑ ΜΗΛΟΛΙΔΑΚΗ
9
Asmik Grigorian «Καλλιτέχνιδα με φλογερή σκηνική παρουσία» (The New York Times), η λιθουανή σοπράνο Ασμίκ Γκριγκοριάν εντυπωσιάζει με την «ερμηνευτική της ευελιξία» (The Times) και την «άγρια, πλούσια και σκοτεινή φωνή της» (Le Monde). Με τακτική παρουσία σε κορυφαίες αίθουσες, στις τελευταίες της εμφανίσεις συγκαταλέγονται η Κρατική Όπερα της Βιέννης, η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και η Σκάλα του Μιλάνου. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Όπερας της Πόλης του Βίλνιους. Έχει αποσπάσει δύο φορές το βραβείο Golden Stage Cross (την υψηλότερη διάκριση για τραγουδιστές στη Λιθουανία), ενώ ανακηρύχθηκε Καλύτερη Λυρική Πρωταγωνίστρια το 2019 στα Αυστριακά Βραβεία Μουσικού Θεάτρου, Λυρική Τραγουδίστρια της Χρονιάς το 2022 από τον ισπανικό φορέα Ópera XXI και Τραγουδίστρια της Χρονιάς στα Βραβεία Opus Klassik το 2023. Το 2024 τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής των Αυστριακών Βραβείων Μουσικού Θεάτρου, ενώ το 2025 της απονεμήθηκε το θεατρικό βραβείο Der Faust για την ερμηνεία της στη Σαλώμη στην Κρατική Όπερα του Αμβούργου. Η περίοδος 2024/25 περιλαμβάνει τις εξής εμφανίσεις: Φεστιβάλ Master of Classic (Βουκουρέστι), μαζί με τον βαρύτονο Aντρέι Ζιλικόφσκι. Ντεμπούτο στο ρόλο της Ελισάβετ στην όπερα Ντον Κάρλο στην Κρατική Όπερα της Βιέννης. Ρούσαλκα: Θέατρο Σαν Κάρλο, σε νέα παραγωγή του Ντμίτρι Τσέρνιακοφ, Λισέου της Βαρκελώνης, Κρατική Όπερα της Βαυαρίας. Ζέντα στον Ιπτάμενο Ολλανδό στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας. Νόρμα στο Τεάτερ αν ντερ Βην στη Βιέννη. Σοπράνο (και οι τρεις ρόλοι) στο Il Trittico (Το τρίπτυχο) του Πουτσίνι στην Όπερα του Παρισιού. Σαλώμη με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου υπό τη διεύθυνση του Αντόνιο Παππάνο. Ρεσιτάλ με τον Λούκας Γκένιουσας (Μέγαρο Τεχνών της Βαλένθιας, Μουζίκφεραϊν της Βιέννης, Φιλαρμονική του Λουξεμβούργου, Θέατρο Σαν Κάρλο, Κάρνεγκι Χολ και Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας). Ρεσιτάλ υπό τη διεύθυνση του Χένρικ Νανάσι στο Θέατρο Ρεάλ της Μαδρίτης. Τέσσερα τελευταία τραγούδια του Ρ. Στράους με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βιέννης στο Μουζίκφεραϊν και με την Ορχήστρα του Κλήβελαντ στο Κάρνεγκι Χολ υπό τον Φραντς Βέλζερ-Μαιστ. Έχει κυκλοφορήσει αρκετές ηχογραφήσεις με την Alpha Classics, μεταξύ των οποίων το ντεμπούτο άλμπουμ της Dissonance, σε συνεργασία με τον Λούκας Γκένιουσας, με ρομαντικά κομμάτια του Ραχμάνινοφ, τη 14η του Σοστακόβιτς, ηχογραφημένη με τη Φιλαρμονική της Ραδιοφωνίας της Γαλλίας υπό τη διεύθυνση του Μίκκο Φρανκ, και το Laws of Solitude, τα Τέσσερα τελευταία τραγούδια του Ρ. Στράους, με ορχήστρα και πιάνο. Επίσης, συμμετέχει σε πολλά DVD με παραγωγές όπερας: Ηλέκτρα και Μάκβεθ από το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και Ρούσαλκα από τη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου.
10
Ξεκίνησε τη διεθνή της καριέρα στις αίθουσες συναυλιών και στην οπερατική σκηνή με μια θριαμβευτική ερμηνεία στη Μαντάμα Μπαττερφλάυ στη Βασιλική Όπερα της Σουηδίας. Ακολούθησαν οι ρόλοι: Σαλώμη, στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, Ρούσαλκα στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου και στο Θέατρο Ρεάλ, Γενούφα στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου και στην Κρατική Όπερα της Βιέννης, και Τατιάνα (Ευγένιος Ονιέγκιν) στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας και στη Σκάλα του Μιλάνου. Επιστρέφει τακτικά στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, με ρόλους όπως Χρυσόθεμις
© Olivia Kahler
(Ηλέκτρα), Σοπράνο (Il Trittico), Λαίδη Μάκβεθ, Μαρί στον Βότσεκ (όλα ηχογραφημένα) και Πολίνα στον Παίκτη. Ως τακτική συνεργάτιδα της Κρατικής Όπερας της Βιέννης, έχει ερμηνεύσει τους ομώνυμους ρόλους στη Μανόν Λεσκώ και την Τουραντότ, Νέντα (Παλιάτσοι), Γενούφα και Τατιάνα (Ευγένιος Ονιέγκιν). Επίσης έχει ερμηνεύσει Μαριέττα από την όπερα του Κόρνγκολντ Die tote Stadt (Η νεκρή πόλη), Λίζα (Ντάμα πίκα) στη Σκάλα του Μιλάνου, Ναστάζια (Μάγισσα) στην Όπερα της Φραγκφούρτης, Τσο Τσο Σαν στην Αρένα της Βερόνας, στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης και στην Όπερα του Βερολίνου, Κυρία Λάβετ (Σουήνυ Τοντ) στην Όπερα της πόλης του Βίλνιους και Ζέντα (Ιπτάμενος Ολλανδός) στο Φεστιβάλ του Μπαϋρόυτ. Συμμετείχε σε συναυλίες: 14η του Σοστακόβιτς με την Ορχήστρα της Ρομανικής Ελβετίας, 9η του Μπετόβεν υπό τον Ρικκάρντο Μούτι στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, Ρέκβιεμ του Βέρντι στην Αίθουσα Συναυλιών του Τσέεσις στη Λετονία και με την Ορχήστρα Γκεβάντχαους στη Λειψία υπό τη διεύθυνση του Βέλζερ-Μαιστ, Μαρί στο Drei Bruchstücke aus Wozzeck (Τρία αποσπάσματα από τον Βότσεκ) στο Θέατρο του Φλωρεντινού Μαΐου και στη Φιλαρμονική του Έλβα υπό τη διεύθυνση του Ζούμπιν Μέτα, Γιολάντα με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Κίριλ Πετρένκο και Τέσσερα τελευταία τραγούδια του Ρ. Στράους με την Ορχήστρα της Ακαδημίας της Αγίας Καικιλίας, τη Φιλαρμονική της Βιέννης υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Γκουστάβο Ντουνταμέλ και στο Θέατρο Μάσσιμο στο Παλέρμο. Έχει συνεργαστεί με κορυφαίους μαέστρους: Τζαναντρέα Νοσέντα, Βασίλι Πετρένκο, Φραντς Βέλζερ-Μαιστ, Υβ Αμπέλ, Βλάντιμιρ Ιουρόφσκι, Μάρκους Στεντς, Μιχαήλ Τατάρνικοφ, Άλαν Γκίλμπερτ και Μάικλ Τίλσον Τόμας, καθώς και με διακεκριμένους σκηνοθέτες: Ντμίτρι Τσέρνιακοφ, Ρομέο Καστελούτσι, Κλάους Γκουτ, Ντάλια Ιμπελχαουπτάιτε, Κρίστοφ Λόυ, Μπάρρι Κόσκυ, Άλεξ Ογέ, Πέτερ Κονβίτσνυ, Ρόμπερτ Ουίλσον και Βασίλι Μπάρχατοφ.
11
Lukas Geniusas Έχοντας αποσπάσει επαίνους για τη «δεξιοτεχνία και την ωριμότητά» του (The Guardian), ο ρωσολιθουανός πιανίστας Λούκας Γκένιουσας έχει καθιερωθεί ως ένας από τους πιο συναρπαστικούς και ξεχωριστούς καλλιτέχνες της γενιάς του. Εμφανίζεται σε ρεσιτάλ στις πιο διάσημες αίθουσες συναυλιών σε όλο τον κόσμο, όπως το Ουίγκμορ Χολ, η Φιλαρμονική του Έλβα στο Αμβούργο, η Κονσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ, η Αίθουσα Γκαβώ του Παρισιού, η Συλλογή Φρικ στη Νέα Υόρκη, η Αίθουσα Βέρντι στο Μιλάνο και η Μεγάλη Αίθουσα του Ωδείου της Μόσχας. Συνεργάζεται με διεθνείς ορχήστρες: Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, Συμφωνική του Τορόντο, Συμφωνική NHK, Ορχήστρα του Παρισιού, Συμφωνική της Πόλης του Μπέρμιγχαμ, Royal Northern Sinfonietta και Ορχήστρα Δωματίου της Σκωτίας, υπό τη διεύθυνση των μαέστρων Έσα-Πέκκα Σαλόνεν, Τουγκάν Σοχίεφ, Μιχαήλ Πλετνιόφ, Μαξίμ Εμελιάνιτσεφ, Λέοναρντ Σλάτκιν, Κριστίνα Πόσκα κ.ά. Ως μουσικός δωματίου, ηχογραφεί και συμπράττει με τον βιολιστή Άυλεν Πρίτσιν, την πιανίστα Άννα Γκενιουσένε και, κυρίως, με τη σοπράνο Ασμίκ Γκριγκοριάν σε μεγάλες διοργανώσεις και αίθουσες της Ευρώπης: Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και της Αιξ-αν-Προβάνς, Φιλαρμονική του Έλβα στο Αμβούργο, Σκάλα του Μιλάνου και Κοντσέρτχαους της Βιέννης. Πρόσφατα παρουσίασε τις πρώτες εκτελέσεις της 1ης Σονάτας για πιάνο του Ραχμάνινοφ στην αρχική της έκδοση, την οποία και ηχογράφησε στην κατοικία του συνθέτη στην Ελβετία. Το CD έλαβε κριτικές 5 αστέρων από το BBC Music και το περιοδικό Gramophone καθώς και τα βραβεία «CD του Μήνα» από το Diapason και «Choc» από το Classica. Τη σεζόν 2024/25 εμφανίστηκε στην εναρκτήρια σειρά συναυλιών στο Μπέχσταϊν Χολ στο Λονδίνο, έδωσε συναυλίες στις ΗΠΑ, στις οποίες συγκαταλέγεται και το ντεμπούτο του στο Κάρνεγκι Χολ, ενώ επέστρεψε στην Ασία για συναυλίες στη Χιροσίμα, το Τόκιο και τη Σαγκάη. Ήταν επίσης resident artist στο Διεθνές Φεστιβάλ Πιάνου Μπαρτολομέο Κριστόφορι στην Πάντοβα. Γεννημένος στη Μόσχα το 1990, αποφοίτησε από το Μουσικό Κολέγιο Σοπέν της Μόσχας το 2008. Έχει διακριθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς, έχοντας βραβευθεί, μεταξύ άλλων, με το Αργυρό Μετάλλιο στο Διαγωνισμό Τσαϊκόφσκι του 2015 και στον Διεθνή Διαγωνισμό Σοπέν του 2010.
12
ΕΚΔΟΣΗ ΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ & ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ | ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ANNA ΠΛATAKH | Creative Director k2design | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR
© MAX AVDEEV
Χορηγός φιλοξενίας
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ
ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ