© Filip Olcan
Βασίλης Τσαμπρόπουλος Ραχμάνινοφ ΙΙ
Με κέντρο τον Ραχμάνινοφ Η μουσική του αντιμετωπίστηκε από τη νομενκλατούρα της «σοβαρής» μουσικής στον 20ό αιώνα με συγκαταβατικά χαμόγελα και μπόλικη περιφρόνηση. Ογδόντα και κάτι χρόνια μετά το θάνατό του, η μουσική του είναι πάντα εδώ, δικαιωμένη καθολικά. Το αφιέρωμα του Μεγάρου περιλαμβάνει τρία έργα ορόσημα της ωριμότητας του συνθέτη, τις Παραλλαγές Κορέλλι, τη Δεύτερη Σονάτα και τις Σπουδές-Εικόνες, με τον Τίτο Γουβέλη, τον Βασίλη Τσαμπρόπουλο και την Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου· και μια έκπληξη: τη σπάνια όσο και εκρηκτική Πρώτη Σονάτα από την Αλεξία Μουζά. Τα έργα με τα οποία συμπληρώνουν τα προγράμματα των ρεσιτάλ τους οι κορυφαίοι έλληνες ερμηνευτές δεν αποτελούν τυχαίες επιλογές: ο Σοπέν, ο Σούμαν και το ρωσικό πιανιστικό ρεπερτόριο συνιστούν το μουσικό πλαίσιο που φωτίζει την τέχνη του Σεργκέι Βασίλιεβιτς. Φινάλε στον κύκλο με τον Ντένις Κοζούχιν και το σύνολο των έργων του ρώσου συνθέτη για πιάνο και ορχήστρα. Στη φωτογραφία που ακολουθεί, ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ και ο Δημήτρης Μητρόπουλος σε πρόβα, στη σκηνή του Κάρνεγκι Χολ τον Δεκέμβριο του 1942. Σαν σύνδεση «μεταφυσική», στην αίθουσα του Μεγάρου που φέρει το όνομα του έλληνα αρχιμουσικού φιλοξενείται φέτος ο κύκλος με κέντρο τον ρώσο δημιουργό.
Oι συναυλίες του κύκλου Τίτος Γουβέλης 28.11.2025 Ραχμάνινοφ: Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα του Κορέλλι, έργο 42 Έργα Σκριάμπιν και Μούσοργκσκι
Βασίλης Τσαμπρόπουλος 9.12.2025 Ραχμάνινοφ: Σονάτα για πιάνο αρ. 2 σε σι ύφεση ελάσσονα, έργο 36 (εκδοχή του 1913) Έργα Μότσαρτ και Σοπέν
Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου 11.2.2026 Ραχμάνινοφ: Επιλογή από τις Études-Tableaux, έργα 33 & 39 Έργα Σούμαν
Αλεξία Μουζά 26.2.2026 Ραχμάνινοφ: Σονάτα για πιάνο αρ. 1 σε ρε ελάσσονα, έργο 28 Έργα Σκριάμπιν και Προκόφιεφ
Ντένις Κοζούχιν 31.3.2026 & 1.4.2026 Ραχμάνινοφ: Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 έργο 1, αρ. 2 έργο 18, αρ. 3 έργο 30, αρ. 4 έργο 40 | Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι, έργο 43 Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Κορνήλιος Μιχαηλίδης
Σεργκέι Ραχμάνινοφ και Δημήτρης Μητρόπουλος, Νέα Υόρκη, Κάρνεγκι Χολ, Δεκέμβριος 1942 (Αρχείο Δημήτρη Μητρόπουλου, Συλλογή Α. Κώστιου, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη», του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής).
ΜΕ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΝ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος
Βασίλης Τσαμπρόπουλος Ραχμάνινοφ ΙΙ 9.12.2025 WOLFGANG AMADEUS MOZART (1756–1791) Σονάτα για πιάνο αρ. 8 σε λα ελάσσονα, Κ. 310/300d • Allegro maestoso • Andante cantabile con espressione • Presto FRÉDÉRIC CHOPIN (1810–1849) Φαντασία σε φα ελάσσονα, έργο 49 Βαρκαρόλα σε φα δίεση μείζονα, έργο 60
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
FRÉDÉRIC CHOPIN Μπαλάντα αρ. 4 σε φα ελάσσονα, έργο 52 Νυχτερινό σε ντο δίεση ελάσσονα (op. posth.) ΣΕΡΓΚΕÏ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ (1873–1943) Σονάτα για πιάνο αρ. 2 σε σι ύφεση ελάσσονα, έργο 36 (εκδοχή του 1913) • Allegro agitato • Non allegro – Lento attacca subito • Allegro molto – Poco meno mosso – Presto
ΠΙΑΝΟ
Βασίλης Τσαμπρόπουλος
Wolfgang Amadeus Mozart Σονάτα σε λα ελάσσονα Οι σονάτες για πιάνο του Μότσαρτ αποτελούν μεγάλο και ποικιλόμορφο τμήμα της οργανικής μουσικής του. Η Σονάτα για πιάνο σε λα ελάσσονα, K.310 γράφτηκε τον Ιούλιο του 1778, σε μια περίοδο ταραχής και θλίψης – η άρρωστη μητέρα του, που τον συνόδευε στο Παρίσι, πέθανε τον ίδιο μήνα. Έτσι γεννήθηκε ένα από τα πιο δραματικά και βαθιά εκφραστικά έργα του. Ανάμεσα στην κλασική ισορροπία και τη γνήσια συγκίνηση, η σονάτα αυτή καθρεφτίζει μια στιγμή προσωπικής κρίσης, αποκαλύπτοντας τη δύναμη του Μότσαρτ να μεταμορφώνει τον πόνο σε διαχρονική μουσική ομορφιά. Πρόκειται για μια από τις μόλις δύο σονάτες του σε ελάσσονα τρόπο. Το πρώτο μέρος (Allegro maestoso) ακολουθεί την καθιερωμένη φόρμα σονάτα με δύο αντιθετικού χαρακτήρα θέματα – ορμητικό, σε παρεστιγμένο ρυθμό, και λυρικό, με βηματική κίνηση συνεχούς ροής. Το μεσαίο, αργό μέρος (Andante cantabile con espressione) ο συνθέτης ζητά να παιχτεί «τραγουδιστά, με εκφραστικότητα». Παραδόξως, ο Μότσαρτ επιλέγει και για αυτό τη φόρμα της διθεματικής σονάτας αντί της συνηθισμένης τριμερούς. Η κεντημένη με λεπτεπίλεπτα στολίδια, γεμάτη λυρισμό κι ονειροπόληση γραφή απαιτεί μεγάλη ακρίβεια, καθαρότητα και ευαισθησία στην ερμηνεία. Το τελικό Presto κινείται ασταμάτητα πάνω σε παρεστιγμένο ρυθμό στο βασικό θέμα και στα ενδιάμεσα επεισόδια, με έντονες αντιθέσεις δυναμικής και σκοτεινές χρωματικές αποχρώσεις, οδηγώντας σε θυελλώδη κατάληξη.
Frédéric Chopin Ο Σοπέν αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη σύνθεση έργων για πιάνο, συνδυάζοντας μια ιδιοφυή μελωδικότητα με τολμηρή αρμονική φαντασία και μια βαθιά αίσθηση μορφής. Αντλώντας λιγότερο από τον βιεννέζικο κλασικισμό και περισσότερο από το ύφος του όψιμου κλασικισμού και του πρώιμου ρομαντισμού, έγραψε έργα που υπάκουαν στην εκφραστικότητα και δεξιοτεχνία του ελαφρού «λαμπερού ύφους» (stile brillante) των σαλονιών και των δημόσιων συναυλιών, επαναπροσδιορίζοντας ταυτόχρονα αυτή τη μουσική και δίνοντάς της νέο βάθος, χωρίς να εγκαταλείψει τις βασικές της αρχές. Οι αρχές της δεκαετίας του 1840 θεωρούνται σημείο καμπής στην καλλιτεχνική του πορεία. Με ανανεωμένο ενδιαφέρον για την αντίστιξη, πιο λιτή χρήση στολιδιών και ισχυρότερη δομική συνοχή, δημιούργησε έργα σπάνιας πολυπλοκότητας και βάθους. Στη θερινή κατοικία της Γεωργίας Σάνδη στη Νοάν, το καλοκαίρι του 1841 ολοκλήρωσε τη Φαντασία σε φα ελάσσονα, έργο 49, ενώ ένα χρόνο αργότερα, με τη συντροφιά του Ντελακρουά αυτή τη φορά, συνέθεσε ορισμένα από τα σημαντικότερα όψιμα έργα του, ανάμεσα σε αυτά και την Μπαλάντα σε φα ελάσσονα, έργο 52.
Φαντασία 4
Η Φαντασία ως είδος αποτυπώνει καθαρά την ελευθερία και την απρόβλεπτη ροή του αυτοσχεδιασμού, όπου μελωδίες αναπτύσσονται και παραλ-
λάσσονται. Στη Φαντασία, έργο 49 αντιλαμβάνεται κανείς την πείρα του Σοπέν στη σύνθεση και τον αυτοσχεδιασμό. Η εξαιρετικά ευρηματική μελωδική και αρμονική της σύσταση την καθιστά ένα μορφολογικό επίτευγμα απαράμιλλης μαεστρίας. Την αφιέρωσε στη μαθήτριά του πριγκίπισσα «Catherine de Souzzo». Όπως διαφαίνεται σε επιστολή του προς τον στενό του φίλο, συνθέτη και πιανίστα Γιούλιαν Φοντάνα, το έργο γράφτηκε σε μια περίοδο προσωπικού στοχασμού και διάχυτης μελαγχολίας: «Σήμερα ολοκλήρωσα τη Φαντασία – ο ουρανός είναι όμορφος, μα η καρδιά μου λυπημένη – αλλά τι σημασία έχει... Αλλιώς, η ύπαρξή μου μπορεί να μην είχε αξία για κανέναν». Έργο μεγάλης πνοής και θεματικού πλούτου, διακρίνεται από στοχαστικότητα, λυρισμό αλλά και σφρίγος. Η ελευθερία στην έκφραση καθώς και η εναλλαγή αντίθετων διαθέσεων και θεματικών στοιχείων αναπτύσσονται με τρόπο μοναδικό και μη συμβατικό. Λόγω της ιδιαιτερότητας της δομής του, το έργο προκάλεσε σύγχυση στους μουσικολόγους της εποχής. Σύμφωνα με τον βαθύ γνώστη του έργου τού Σοπέν Τζιμ Σάμσον, αν και αναμφισβήτητα ο συνθέτης γράφει το έργο πάνω σε ένα υπόβαθρο αλέγκρο σονάτας, ο διάλογος με αυτήν είναι ιδιαίτερα χαλαρός. Ξεκινά με ένα εκτενές αργό πένθιμο εμβατήριο, σε έντονα παρεστιγμένο ρυθμό, που δεν αξιοποιείται περαιτέρω, πέρα από κάποιους μελωδικούς υπαινιγμούς κατά τη διάρκεια του έργου. Ένα γρήγορο κρεσέντο πέρασμα σε τρίηχα οδηγεί στο κυρίως μέρος Allegro, με ένα παθιασμένο, χαρακτηριστικά σοπενικό θέμα. Ένα ήρεμο μέρος σε ρυθμό Lento sostenuto και χαρακτήρα ομοφωνικού χορικού προσφέρει μια σύντομη ανάπαυλα από το πάθος, πριν τη δεξιοτεχνική και δραματική επανέκθεση του υλικού, η οποία ολοκληρώνεται αυτή τη φορά, αλλά στη σχετική (λα ύφεση) μείζονα.
Βαρκαρόλα Το καλοκαίρι του 1846, και πάλι στη Νοάν, ο Σοπέν συνέθεσε τη μοναδική του Βαρκαρόλα, σε φα δίεση μείζονα, έργο 60, την οποία και αφιέρωσε στη βαρόνη φον Στόκχαουζεν, γυναίκα του πρέσβη του Βασιλείου του Αννόβερου στο Παρίσι. Η ιδέα για τη Βαρκαρόλα προήλθε πιθανώς από άλλα κομμάτια του τότε δημοφιλούς είδους: από όπερες του Ροσσίνι και του Ωμπέρ ή τα τρία «Βενετσιάνικα τραγούδια του γονδολιέρη» στη συλλογή του Μέντελσον Τραγούδια χωρίς λόγια, μεταξύ άλλων. Κάτω από το πέπλο του συμβατικού είδους, ο Σοπέν καταφέρνει να ξεφύγει από την κοινότοπη απλή μορφή της μουσικής σαλονιού ή της όπερας και δημιουργεί ένα έργο που συμπυκνώνει την πιανιστική του πείρα και τη μουσική του ωριμότητα, διατηρώντας παράλληλα τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους: μέτρια ρυθμική αγωγή και ομαλή, ρέουσα τραγουδιστική μελωδική γραμμή στο δεξί χέρι, που συνοδεύεται από ένα επαναλαμβανόμενο λικνιστικό σχήμα σε στιλ οστινάτο του αριστερού χεριού και συνηχήσεις σε τρίτες και έκτες. Το μέτρο είναι στα 12/8, και όχι στα 6/8, όπως συνήθως, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα δημιουργίας πλατύτερων, αβίαστων μελωδικών γραμμών. Ύστερα από τρία εισαγωγικά μέτρα, το αριστερό χέρι ξεκινάει τον λικνιστικό του ρυθμό, για να ζευγαρώσει στη συνέχεια με το δεξί, που εισάγει την κύρια τραγουδιστική μελωδία, καθώς αυτή ξετυλίγεται σαν σε όνειρο, με συνεχείς τρίτες, έκτες και τρίλιες, φουσκώνοντας και τέλος ηρεμώντας. Στο μεσαίο μέρος εμφανίζεται μια νέα μελωδία με αντίστοιχη εξελικτική πορεία. Ύστερα από το ήρεμο κλείσιμο και αυτής της ενότητας, το έργο φτάνει σε ένα σημείο ονειροπόλησης που θυμίζει την ατμόσφαιρα των Νυχτερινών και στη συνέχεια εξελίσσεται, κορυφώνεται, οδηγώντας μας πίσω στην αρχική μελωδία τώρα με ένταση και πάθος, για να κλείσει τελικά γλιστρώντας στον ορίζοντα.
5
Μπαλάντα αρ. 4 Την περίοδο του ρομαντισμού, η μπαλάντα ως μουσικό είδος, κατά το πρότυπο του λογοτεχνικού, δήλωνε ένα οργανικό –συνήθως πιανιστικό– μονομερές κομμάτι δραματικού αφηγηματικού χαρακτήρα με μεγάλη διάρκεια. Ο Σοπέν υπήρξε ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο, εγκαινιάζοντας το είδος με την πρώτη (έργο 23) από τις τέσσερις συνολικά μπαλάντες του. Όλες ξεχωρίζουν για την εκφραστικότητα, το λυρισμό και τη μορφολογική τους τόλμη. Συνδυάζουν στοιχεία σονάτας, ρόντο, παραλλαγής και φαντασίας, υφαίνοντας μια εσωτερική μουσική αφήγηση, πλούσια σε αρμονία και συναισθηματικές εντάσεις. Αν και έχουν συσχετιστεί με τα ποιήματα του Άνταμ Μιτσκιέβιτς, ο Σοπέν δεν ανέφερε ποτέ κάποια συγκεκριμένη εξωμουσική έμπνευση. Είναι ενδιαφέρον –και πιθανότατα όχι τυχαίο– πως τα μέτρα 6/4 ή 6/8 που χρησιμοποιεί είναι ίδια με αυτά που βρίσκουμε στις ρομαντικές μπαλάντες για φωνή και πιάνο σε συνθέσεις του Φραντς Σούμπερτ και του Καρλ Λέβε. Η Μπαλάντα αρ. 4 σε φα ελάσσονα, έργο 52 (1842) είναι αφιερωμένη στη βαρόνη Σαρλότ ντε Ρότσιλντ, ζωγράφο, χαράκτρια, μαθήτριά του και μέλος της εξέχουσας ομώνυμης οικογένειας τραπεζιτών της Γαλλίας. Ιδιαίτερα λυρική και στοχαστική, θεωρείται το πιο ώριμο και σύνθετο έργο του είδους· ένα κορυφαίο παράδειγμα αφηγηματικής δύναμης και πιανιστικής ιδιοφυΐας, δομικής πολυπλοκότητας και ισχυρής, στοχευμένης πορείας των μουσικών ιδεών της, που αναπτύσσεται πάνω στο συνδυασμό των τεχνικών τής παραλλαγής και της πολυφωνίας. Μορφολογικά ακολουθεί πολύ χαλαρά τη διθεματική σονάτα, με έκθεση και επανέκθεση του υλικού σε συνεχή επεξεργασία. Η διστακτική, ονειρική εισαγωγή ακολουθείται από το πρώτο, κύριο θέμα σλαβικού χαρακτήρα, με το αριστερό χέρι να συνοδεύει σε ύφος βαλς. Επανέρχεται δύο φορές –με παρεμβαλλόμενο επεισόδιο–, προχωρώντας παραλλαγμένο με προσθήκη φωνών, κλιμακούμενη επεξεργασία, διάνθιση και ένταση, φτάνοντας έως την κορύφωση, για να περάσει στο αντιθετικό δεύτερο θέμα σε γλυκιά (dolce), φωτεινή μείζονα, σε ύφος βαρκαρόλας και χορικού. Και αυτό θα εξελιχθεί και θα κλιμακωθεί, φτάνοντας σε μια εκστατική κορύφωση. Ακολουθεί ένα επεισόδιο-ανάπτυξη με στοιχεία του κύριου θέματος, που κλείνει με μια αιθέρια καντέντσα. Μέσω της εισαγωγής επανέρχεται πάλι το πρώτο θέμα στην αρχική τονικότητα, καταρχάς παρουσιασμένο σε μορφή κανόνα και τη δεύτερη φορά με πεποικιλμένο, λυρικό χαρακτήρα. Η κλιμάκωση και οι πιανίσιμο συγχορδίες προαναγγέλλουν την εντυπωσιακά δεξιοτεχνική και φλογερή κόντα, που κλείνει το κομμάτι.
Νυχτερινό αρ. 20
6
Τα Νυχτερινά του Σοπέν, γραμμένα το διάστημα μεταξύ 1827 και 1846, συνθέτουν έναν πλούσιο μουσικό καμβά με βάθος, συναίσθημα και λυρική ομορφιά. Εμπνευσμένος από τον ιρλανδό συνθέτη Τζον Φιλντ, που πρώτος ανέπτυξε το είδος, ο Σοπέν δημιούργησε μερικά από τα πιο εκφραστικά και εκλεπτυσμένα σύντομα έργα του ρομαντικού ρεπερτορίου για πιάνο, διευρύνοντας το είδος. Το Νυχτερινό σε ντο δίεση ελάσσονα δεν φέρει αριθμό έργου, καθώς εκδόθηκε είκοσι έξι χρόνια μετά το θάνατό του. Πρόκειται ωστόσο για σύνθεση του 1830, την οποία αφιέρωσε στην αδελφή του Λουντβίκα ως άσκηση, πριν εκείνη αρχίσει τη μελέτη του δεύτερου κοντσέρτου του. Αναφέρεται συχνά με την ένδειξη της ρυθμικής αγω-
γής του –Lento con gran espressione–, καθώς δεν είχε τίτλο. Το μόλις εξήντα τεσσάρων μέτρων κομμάτι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τυπικού για το είδος ρομαντικού, ονειρικού χαρακτήρα. Ακολουθεί τριμερή φόρμα: το μεσαίο μέρος παρουσιάζει δύο νέες θεματικές ιδέες, πλαισιωμένο από τα εξωτερικά μονοθεματικά μέρη. Ξεκινά με μια ήσυχη, υπαινικτική, συγχορδιακής διαδοχής εισαγωγή, ενώ σύντομα ξετυλίγεται η κύρια μελωδία, πλατιά, λυρική, μελαγχολική και ονειροπόλα, συνοδευόμενη λιτά στο αριστερό χέρι από αρπίσματα. Η μελωδία επαναλαμβάνεται, μέσα σε πλήθος λεπτεπίλεπτα στολίδια, που της δίνουν ελεύθερο ρυθμικά χαρακτήρα κόντρα στη σταθερότητα της συνοδείας. Στο μεσαίο, αντιθετικό μέρος εισάγονται δύο νέες μελωδικές ιδέες, με αναφορές στο Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο σε φα ελάσσονα του συνθέτη, στοιχείο αναμενόμενο, καθώς το Νυχτερινό γράφτηκε ως είδος άσκησης για το κοντσέρτο, που το συνέθεσε περίπου την ίδια περίοδο (1829). Στην πρώτη μελωδία, ο Σοπέν μεταβάλλει διακριτικά την υφή, προσθέτοντας εδώ κι εκεί μια δεύτερη φωνή στη μελωδική γραμμή, σπάζοντας τη μονοτονία της σχέσης μελωδία–συνοδεία. Στη δεύτερη μελωδική ιδέα, το μέτρο και η ατμόσφαιρα αλλάζουν: το αριστερό χέρι ζωντανεύει και παίζει κύριο ρόλο, ενώ το δεξί προσθέτει μελωδικές πινελιές. Το μεσαίο μέρος καταλήγει σε σιωπή, από την οποία αναδύεται και πάλι η αρχική μελωδία. Με μικρά ξεσπάσματα, η μελωδία προχωρά σαν μέσα σε κυματισμούς, ώσπου να κλείσει ήρεμα και αισιόδοξα με έναν αρπισμό στα δύο χέρια, πάνω στη συγχορδία της ομώνυμης ντο δίεση μείζονος.
Σεργκέι Ραχμάνινοφ Σονάτα αρ. 2 Η Σονάτα αρ. 2 σε σι ύφεση ελάσσονα, έργο 36 του Ραχμάνινοφ, από τις επιβλητικότερες του 20ού αιώνα, είναι από εκείνα τα πιανιστικά αριστουργήματα που απαιτούν υψηλότατου επιπέδου δεξιοτεχνία. Αν και ολοκληρώθηκε σε διάστημα μικρότερο από ένα χρόνο, δουλεύτηκε σε τρεις διαφορετικούς τόπους: στη Ρώμη, στην εξοχική κατοικία του στην Ιβάνοβκα (Ρωσία) και στη Μόσχα, όπου τελείωσε στις 18 Σεπτεμβρίου 1913. Πραγματοποίησε την πρεμιέρα της στη Μόσχα στις 3 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και την αφιέρωσε στον φίλο του Ματβέι Πρέσμαν, συμμαθητή του στα χρόνια των σπουδών τους με τον Νικολάι Ζβέρεφ. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, το 1931, ο Ραχμάνινοφ επανεπεξεργάστηκε το έργο, μικραίνοντας τη διάρκειά του. Όπως σχολίασε για τη σύνθεσή του: «[…] κινούνται ταυτόχρονα πάρα πολλές φωνές και είναι υπερβολικά μακροσκελής. Η Σονάτα του Σοπέν διαρκεί δεκαεννέα λεπτά, και τα λέει όλα». Έχοντας λοιπόν ως πρότυπο αυτό το έργο του Σοπέν, αναζήτησε και για τη δική του Σονάτα αυτή τη θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στην πυκνότητα και την καθαρότητα. Στο σημερινό ρεσιτάλ ερμηνεύεται η πρώτη γραφή, του 1913, εκδοχή στην οποία στρέφονται ξανά πολλοί πιανίστες παρά τις ακραίες δεξιοτεχνικές της προκλήσεις, γοητευμένοι από τη συμφωνική πνοή, την εκρηκτική ενέργεια και τη μεγαλοπρέπεια της γραφής. Αν και διαρθρωμένη σε τρία μέρη, η Σονάτα ξετυλίγεται σχεδόν ως ένα ενιαίο μέρος, δεμένη με θεματικούς μετασχηματισμούς και στοιχεία κυκλικής φόρμας. Το πρώτο μέρος (Allegro agitato), σε φόρμα αλέγκρο σονάτα,
7
βυθίζει τον ακροατή σε μια ηχητική δίνη από τα πρώτα κιόλας μέτρα: ο καθοδικός αρπισμός με τον οποίο ξεκινά γίνεται το βασικό μοτίβο απ’ όπου πηγάζουν πολλές από τις επόμενες μελωδικές ιδέες. Το δεύτερο θέμα, με υφή χορικού, δημιουργεί λαμπερή αντίθεση, ενώ η ανάπτυξη περιπλανιέται σε μακρινούς τονικούς ορίζοντες, με το αριστερό χέρι να μιμείται ήχους καμπάνας. Πρόκειται πιθανότατα για επιρροή από τη χορωδιακή του συμφωνία Οι Καμπάνες, την οποία ο Ραχμάνινοφ συνέθετε ταυτόχρονα με τη Δεύτερη Σονάτα – ένα εφέ που χρησιμοποίησε αρκετά και σε αυτήν, καθώς και σε πολλά άλλα μεταγενέστερα έργα του. Η επανέκθεση και η κόντα ταλαντεύονται ανάμεσα στον μείζονα και ελάσσονα τρόπο, ενώ το μέρος κλείνει με την εντύπωση ενός ανολοκλήρωτου τέλους. Ένα σύντομο ιντερλούδιο οδηγεί στο δεύτερο, λυρικό μέρος (Non allegro), που λειτουργεί ως ανάπαυλα στα χειμαρρώδη ακραία μέρη. Το κύριο θέμα, βασισμένο σε διαδοχικές καθοδικές τρίτες, αντλεί το υλικό του από το πρώτο μέρος, ενισχύοντας την κυκλική συνοχή του έργου. Ακόμη και μέσα σε αυτή τη γαλήνη, το συνθετικό βλέμμα του Ραχμάνινοφ παραμένει ανήσυχο – οι ήχοι του σήμαντρου επιστρέφουν ως ονειρική ανάμνηση. Το φινάλε (Allegro molto) ξεσπά με αδάμαστη ορμή, μετασχηματίζοντας προηγούμενα θέματα σε εντυπωσιακά νέα μοτίβα. Ακολουθεί την ίδια φόρμα με το πρώτο μέρος, με νέα θεματικά στοιχεία που συνυφαίνονται με κάποια του πρώτου, οδηγώντας σε μια λαμπρή, εξαιρετικά χρωματική κόντα. ΜΥΡΤΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
Το πρόγραμμα της βραδιάς έχει διαρθρωθεί ως ένα αφηγηματικό τόξο που διατρέχει τρεις διαφορετικές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες μουσικές και πνευματικές εκφράσεις: τον κλασικισμό του Μότσαρτ, το ρομαντικό βάθος του Σοπέν και την αποκαλυπτική ένταση του Ραχμάνινοφ. Η εναρκτήρια Σονάτα σε λα ελάσσονα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μό τσαρτ, γραμμένη εν μέσω πένθους και μετακινήσεων, αποτυπώνει μια συγκινητική σύζευξη αυστηρότητας και θλίψης. Ο Μότσαρτ, ακόμη και όταν εκφράζει πόνο στη γραφή του, παραμένει ακέραιος και διαυγής, σαν να ενσαρκώνει την κλασική φόρμα στην ουσία της, ως μορφή πνευματικής αυτοκυριαρχίας. Ο Φρεντερίκ Σοπέν δεσπόζει στο πρώτο μέρος μέσα από δύο έργα υψηλής ωριμότητας. Η Φαντασία σε φα ελάσσονα είναι από τις πλέον επιβλητικές και εσωτερικά πολυδαίδαλες συνθέσεις του, ενώ η Βαρκαρόλα αναδίδει ένα λυρισμό σχεδόν μεταφυσικό. Μετά το διάλειμμα, στην Τέταρτη Μπαλάντα η ποιητική του τέχνη φτάνει στο απόγειό της: δομή, πάθος, αφηγηματικότητα και ηρεμία, όλα συνυφασμένα σε μια ενότητα. Την ακολουθεί ένα Νυχτερινό ως εσωτερική ανάσα, πριν την είσοδο στον κόσμο του Ραχμάνινοφ.
8
Η Σονάτα αρ. 2 του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, στην αρχική της έκδοση του 1913, επιλέγεται συνειδητά ως τελική κορύφωση. Έργο πληθωρικό, οραματικό, σχεδόν συμφωνικό στην πιανιστική του γραφή, κλείνει τη βραδιά με την ένταση και τη λάμψη μιας ψυχής που πορεύεται ανάμεσα στην οδύνη και τη λύτρωση. Ένα ρεσιτάλ δεν είναι μόνο μια μουσική εμπειρία· είναι και μια διαδρομή ψυχών μέσα από το άχρονό τους βίωμα. ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ
Βασίλης Τσαμπρόπουλος Καλλιτέχνης που έχει διαγράψει μακρά και σημαντική διεθνή πορεία ως βιρτουόζος σολίστ, μαέστρος και δημιουργός, συμπράττοντας σε ηχογραφήσεις και εμφανίσεις με κορυφαίες ορχήστρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Παράλληλα, έχει αναπτύξει σημαντικό συνθετικό έργο –ιδίως μέσα από τη μακρόχρονη συνεργασία του με τη γερμανική δισκογραφική εταιρεία ECM–, κατακτώντας ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους ευρωπαίους ομοτέχνους του. Από νεαρή ηλικία εμβάθυνε στη φιλοσοφική σκέψη και πραγματοποίησε ανώτατες σπουδές στη Γαλλία (Σορβόννη, Κονσερβατουάρ του Παρισιού) και στις ΗΠΑ (Σχολή Τζούλλιαρντ). Τα τελευταία χρόνια στρέφει σταθερά το δημιουργικό του ενδιαφέρον στη σχέση μουσικής και φιλοσοφίας: συγγράφει δοκίμια και θεωρητικές μελέτες, ενώ διατηρεί στο YouTube την πληρέστερη ελληνική ψηφιακή βιβλιοθήκη φιλοσοφικών διαλέξεων. Οι New York Times τον έχουν χαρακτηρίσει ως «έναν από τους πιο χαρισματικούς και πολυσχιδείς ευρωπαίους μουσικούς», αναγνωρίζοντας το εύρος του έργου του, που εκτείνεται από την ερμηνεία του κλασικού ρεπερτορίου και τη διεύθυνση ορχήστρας έως τον σύγχρονο αυτοσχεδιασμό και τη συμφωνική σύνθεση. Έχει συνεργαστεί με ορχήστρες όπως η Φιλαρμόνια του Λονδίνου, η Φιλαρμονική της Τσεχίας, η Βασιλική Φιλαρμονική της Στοκχόλμης, η Συμφωνική της Βοστόνης, η Συμφωνική της Βαλτιμόρης και η Συμφωνική της Ιταλικής Ραδιοφωνίας. Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα στους κύκλους Μεγάλοι Ερμηνευτές και Μεγάλες Ορχήστρες. Κεντρικό άξονα του ρεπερτορίου του αποτελούν τα έργα των Μπετόβεν, Μότσαρτ, Σοπέν, καθώς και η ρωσική σχολή. Το 2009 τιμήθηκε ως επίτιμο μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ραχμάνινοφ, για τις ερμηνείες του στα έργα του μεγάλου ρώσου συνθέτη. Έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως ένας από τους βαθύτερους ερμηνευτές της μουσικής των Ραχμάνινοφ και Σοπέν. Όπως σημειώνει ο ίδιος: «Δεν αρκεί να αγαπά κανείς τη μουσική. Όσο κι αν το επιθυμεί, η αγάπη του δεν λειτουργεί “εκ φύσεως”. Η μουσική πρέπει να σε αγαπήσει εκείνη πρώτη, “κατά χάριν”, χαρίζοντάς σου το μαγικό της ξόρκι – τον μυστικό τρόπο να την αγαπήσεις, να την κατακτήσεις, όσο εκείνη επιτρέπει. Και αυτό το μυστικό μονοπάτι ονομάζεται ταλέντο».
ΕΚΔΟΣΗ ΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ & ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ | ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ΑΝΝΑ ΠΛΑΤΑΚΗ | Creative Director k2design | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ