© MARIA GRAMMATIKOU
Τίτος Γουβέλης Ραχμάνινοφ Ι
Με κέντρο τον Ραχμάνινοφ Η μουσική του αντιμετωπίστηκε από τη νομενκλατούρα της «σοβαρής» μουσικής στον 20ό αιώνα με συγκαταβατικά χαμόγελα και μπόλικη περιφρόνηση. Ογδόντα χρόνια και κάτι χρόνια μετά το θάνατό του, η μουσική του είναι πάντα εδώ, δικαιωμένη καθολικά. Το αφιέρωμα του Μεγάρου περιλαμβάνει τρία έργα ορόσημα της ωριμότητας του συνθέτη, τις Παραλλαγές Κορέλλι, τη Δεύτερη Σονάτα και τις Σπουδές-Εικόνες, με τον Τίτο Γουβέλη, τον Βασίλη Τσαμπρόπουλο και την Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου· και μια έκπληξη: τη σπάνια όσο και εκρηκτική Πρώτη Σονάτα από την Αλεξία Μουζά. Τα έργα με τα οποία συμπληρώνουν τα προγράμματα των ρεσιτάλ τους οι κορυφαίοι έλληνες ερμηνευτές δεν αποτελούν τυχαίες επιλογές: ο Σοπέν, ο Σούμαν και το ρωσικό πιανιστικό ρεπερτόριο συνιστούν το μουσικό πλαίσιο που φωτίζει την τέχνη του Σεργκέι Βασίλιεβιτς. Φινάλε στον κύκλο με τον Ντένις Κοζούχιν και το σύνολο των έργων του ρώσου συνθέτη για πιάνο και ορχήστρα. Στη φωτογραφία που ακολουθεί, ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ και ο Δημήτρης Μητρόπουλος σε πρόβα, στη σκηνή του Κάρνεγκι Χολ τον Δεκέμβριο του 1942. Σαν σύνδεση «μεταφυσική», στην αίθουσα του Μεγάρου που φέρει το όνομα του έλληνα αρχιμουσικού φιλοξενείται φέτος ο κύκλος με κέντρο τον ρώσο δημιουργό.
Τα επόμενα βήματα του κύκλου Βασίλης Τσαμπρόπουλος 9.12.2025 MOΤΣΑΡΤ Σονάτα για πιάνο αρ. 8 σε λα ελάσσονα, Κ. 310 ΣΟΠΕΝ Φαντασία σε φα ελάσσονα, έργο 49 Βαρκαρόλα σε φα δίεση μείζονα, έργο 60 Μπαλάντα αρ. 4 σε φα ελάσσονα, έργο 52 Νυχτερινό σε ντο δίεση ελάσσονα (Posth.) ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Σονάτα για πιάνο αρ. 2, έργο 36, σε σι ύφεση ελάσσονα (εκδοχή 1913)
Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου 11.2.2026 ΣΟΥΜΑΝ Τρία φανταστικά κομμάτια, έργο 111 Συμφωνικές σπουδές, έργο 13 ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Επιλογή από τις Études-Tableaux, έργα 33 & 39
Αλεξία Μουζά 26.2.2026 ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Σονάτα για πιάνο αρ. 1, σε ρε ελάσσονα, έργο 28 ΣΚΡΙΑΜΠΙΝ Σονάτα για πιάνο αρ. 2, σε σολ δίεση ελάσσονα, έργο 19 ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ Σονάτα για πιάνο αρ. 7, σε σι ύφεση μείζονα, έργο 83
Ντένις Κοζούχιν 31.3.2026 & 1.4.2026 ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 έργο 1, αρ. 2 έργο 18, αρ. 3 έργο 30, αρ. 4 έργο 40 Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι, έργο 43 Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Κορνήλιος Μιχαηλίδης
Σεργκέι Ραχμάνινοφ και Δημήτρης Μητρόπουλος, Νέα Υόρκη, Κάρνεγκι Χολ, Δεκέμβριος 1942 (Αρχείο Δημήτρη Μητρόπουλου, Συλλογή Α. Κώστιου, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη», του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής).
ΜΕ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΝ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος
Τίτος Γουβέλης Ραχμάνινοφ Ι 28.11.2025 AΛΕΞΑΝΤΡ ΣΚΡΙΑΜΠΙΝ (1872-1915) Από τις 12 Σπουδές έργο 8: • αρ. 2 σε φα δίεση ελάσσονα • αρ. 4 σε σι μείζονα • αρ. 7 σε σι ύφεση ελάσσονα • αρ. 12 σε ρε δίεση ελάσσονα Σονάτα αρ. 9, έργο 68 «Μαύρη Λειτουργία»
ΣΕΡΓΚΕΪ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ (1873-1943) Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα του Κορέλλι, έργο 42
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
MOΝΤΕΣΤ ΜΟΥΣΟΡΓΚΣΚΙ (1839-1881) Εικόνες από μια έκθεση • Περίπατος. Allegro giusto, nel modo russico, senza allegrezza, ma poco sostenuto • Ι. Ο νάνος. Sempre vivo • Περίπατος. Moderato commodo assai e con delicatezza • ΙΙ. Το παλιό κάστρο. Andantino molto cantabile e con dolore • Περίπατος. Moderato non tanto, pesamente • ΙΙΙ. Κεραμεικός. Allegretto non troppo, capriccioso • IV. Βοϊδάμαξα. Sempre moderato, pesante • Περίπατος. Tranquillo • V. Μπαλέτο των κλωσόπουλων μέσα στο τσόφλι τους. Scherzino vivo, leggiero • VI. «Σαμουήλ» Γκόλντενμπεργκ και «Σμουίλε». Andante. Grave-energico • Περίπατος. Allegro giusto, nel modo russico, poco sostenuto • VII. Η αγορά της Λιμόζ. Allegretto vivo, sempre scherzando • VIII. Κατακόμβες – Sepulcrum romanum (Ρωμαϊκός τάφος). Largo – Cum mortuis in lingua mortua (Με τους νεκρούς σε μια νεκρή γλώσσα). Andante non troppo, con lamento • IX. Καλύβα πάνω σε κοτοπόδαρα (Μπάμπα Γιάγκα). Allegro con brio, feroce • X . Η μεγάλη πύλη του Κιέβου. Allegro alla breve. Maestoso con grandezza
ΠΙΑΝΟ
Τίτος Γουβέλης
Αλεξάντρ Νικολάιεβιτς Σκριάμπιν 12 Σπουδές, έργο 8 Σονάτα αρ. 9, έργο 68 Ο Αλεξάντρ Νικολάιεβιτς Σκριάμπιν ήταν ένας από τους πιο ιδιοφυείς, τολμηρούς και αμφιλεγόμενους συνθέτες-πιανίστες στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, με φανατικούς υποστηρικτές και επικριτές. Υπήρξε εξαιρετικά χαρισματικός πιανίστας, παρόλο που τα χέρια του μετά βίας έπιαναν ένα διάστημα ενάτης – σε αντιδιαστολή με τον συμμαθητή του Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ, που με το εντυπωσιακά μεγάλο άνοιγμά του έφτανε εύκολα διάστημα δωδεκάτης. Ως ενήλικας ο Σκριάμπιν ερμήνευε δημόσια μόνο δικά του έργα, που περιλαμβάνουν ένα μεγάλο αριθμό συνθέσεων για πιάνο. Ό,τι έγραψε έως το 1903 μαρτυρά τη μεγάλη επιρροή της πιανιστικής γραφής δύο ρομαντικών κολοσσών, του Σοπέν και του Λιστ, και οι πρώτες του συνθέσεις τού χάρισαν το παρατσούκλι «ο Ρώσος Σοπέν»· ωστόσο, ήδη φέρουν την ατομική του υπογραφή. Στη συνθετική του πορεία, η μουσική γίνεται όχημα για να εκφράσει τιτάνια, σαρωτικά συναισθήματα και τη σύγκρουση μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Οι είκοσι έξι συνολικά Σπουδές του Σκριάμπιν καλύπτουν ολόκληρη τη συνθετική του καριέρα, αποκαλύπτοντας τις αλλαγές στη γραφή του. Οι 12 Σπουδές έργο 8, γραμμένες το 1894, δηλαδή δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή του από το Ωδείο της Μόσχας, φέρουν έντονες επιρροές από τον Σοπέν και τον Ραχμάνινοφ. Η γραφή τους, παιδαγωγικής φύσης και ταυτόχρονα δεξιοτεχνική, καταδεικνύει όσα στοιχεία θεωρούσε ο Σκριάμπιν σημαντικά για να κατακτήσουν οι ερμηνευτές. Εδώ, αποκαλύπτεται ολόκληρο το δημιουργικό σύμπαν του συνθέτη, από το ονειρικό και ποιητικό έως το δυναμικό και παθιασμένο. Η ρυθμική πολυπλοκότητα και η χρωματική αρμονία τους δείχνουν προς το μέλλον, αν και ακόμη η βάση της γραφής του είναι κατ’ ουσία υστερο-ρομαντική. Η Σπουδή αρ. 2 σε φα δίεση ελάσσονα (που φέρει την ένδειξη a capriccio, con forza), με ονειροπόλο και δυναμικό χαρακτήρα, ρευστό ρυθμό και χρωματική μελωδία, αντιπαραβάλλει τη ραψωδική μελωδική γραμμή σε πεντάηχα στο δεξί χέρι, με ανοιχτούς αρπισμούς σε τρίηχα στο αριστερό. Σε παρεμφερές κλίμα, και με πεντάηχα απέναντι σε τρίηχα που εναλλάσσονται στα δύο χέρια, κινείται και η Σπουδή αρ. 4 σε σι μείζονα, με «ευχάριστους» (piacevole) κυματισμούς, και με το μεσαίο μέρος να απαιτεί μια λεπτή ισορροπία μεταξύ λυρικής ομορφιάς και συναισθηματικού δράματος. Η Σπουδή αρ. 7 σε σι ύφεση ελάσσονα, γρήγορη, σκοτεινή και ανήσυχη (presto tenebroso, agitato), διακόπτεται στο μεσαίο, γεμάτο πάθος μέρος, για να επιστρέψει και πάλι στο αρχικό κλίμα. Το έργο κλείνει με την καταιγιστική, παθητική (patetico) Σπουδή αρ. 12 σε ρε δίεση ελάσσονα, που σηματοδοτεί την τελική κορύφωση του συνολικού έργου. Δίκαια είναι από τα πιο γνωστά και συχνά εκτελούμενα κομμάτια του για πιάνο.
4
Οι μουσικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις του Σκριάμπιν τον οδήγησαν σταδιακά, κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα σε νέα μονοπάτια,
που υπερέβαιναν το τονικό ιδίωμα, την ίδια περίοδο αλλά και ανεξάρτητα από τους πειραματισμούς του Σαίνμπεργκ και της Σχολής τής Βιέννης με την ατονικότητα. Επηρεασμένος από τις φιλοσοφικές και αισθητικές θεωρίες Γερμανών όπως ο Νίτσε, και οπαδός της Μαντάμ Μπλαβάτσκι (Ελένα Πετρόβνα Μπλαβάτσκι, 1831-1891) και της αποκρυφιστικής Θεοσοφίας της (σύνθεση επιστήμης, θρησκείας και φιλοσοφίας), ανέπτυξε έναν πολύ προσωπικό και αφηρημένο μυστικισμό, δημιουργώντας μια γλώσσα συμβόλων στην οποία τα συμβατικά μουσικά φαινόμενα αποσπώνται από τη συνήθη σημασία τους, μέσω μιας απόκλισης από τις παραδοσιακές τονικές διεργασίες, με τον καλλιτέχνη να συμμετέχει στο κοσμικό μυστήριο της Δημιουργίας. Αυτόν το δρόμο ακολουθούν και οι μονομερείς πλέον Συμφωνίες αρ. 5 έως 10. Η Σονάτα αρ. 9 είναι σύνθεση του 1912-1913 και αποδίδει με μουσικά μέσα την προσήλωσή του στον αποκρυφισμό. Η ονομασία «Μαύρη Λειτουργία» δεν δόθηκε από τον ίδιο, αλλά είχε την έγκρισή του. Ίσως προέκυψε ως «διαβολικός» αντίποδας στη Σονάτα αρ. 7 «Λευκή Λειτουργία», την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Δυναμική, μελωδικά και αρμονικά σαγηνευτική, η ιδιαίτερα απαιτητική τεχνικά γραφή της «Μαύρης Λειτουργίας» αποδίδεται ανά διαστήματα σε τρία πεντάγραμμα, αντί των συνηθισμένων δύο, ώστε να μπορέσουν να διαχωριστούν τα πολυεπίπεδα μοτίβα. Χωρίς να γίνει ποτέ καθαρά ατονική, η μουσική είναι ιδιαίτερα χρωματική, σε σημείο να μην υπάρχει οπλισμός. Ο Σκριάμπιν εδώ παραμένει αρκετά πιστός στη φόρμα σονάτα. Υπάρχουν δύο θέματα και μια αρκετά εκτεταμένη ανάπτυξη. Η ένδειξη «μυθικό» (legendaire) πάνω από το πρώτο μέτρο υποδηλώνει ότι νανουριζόμαστε σε ένα ανησυχητικό όνειρο που πρόκειται να εξελιχθεί σε εφιάλτη. Το έργο ξεκινάει με ένα θέμα σκοτεινό και απόκοσμο, σε κατιούσα χρωματική κίνηση. Ακολουθείται από ένα επαναλαμβανόμενο στακάτο που σημειώνεται στην παρτιτούρα ως «μυστηριωδώς ψιθυρισμένο» (mystérieusement murmuré). Το δεύτερο θέμα είναι απλό και εύθραυστο. Ο Σκριάμπιν συνδυάζει, αναπτύσσει και μεταμορφώνει το υλικό του, ακολουθώντας μια γραφή ολοένα αυξανόμενης πολυπλοκότητας και έντασης. Ο ιλιγγιώδης συνδυασμός των θεμάτων πυκνώνει διαρκώς τη διαφωνία, που μαζί με τις άφθονες τρίλιες και τους αρπισμούς οδηγούν σε δαιμονικό παροξυσμό. Με την επιστροφή του αρχικού «μυθικού» θέματος, η έξαψη κατασιγάζει.
Σεργκέι Ραχμάνινοφ Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα του Κορέλλι, έργο 42 Ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ, αμέσως μετά τον πρόωρο και ξαφνικό θάνατο του Σκριάμπιν στα 1915 –στην κηδεία του οποίου ήταν ένας από αυτούς που σήκωσε το φέρετρο– περιόδευσε στη Ρωσία, δίνοντας σειρά ρεσιτάλ για την οικονομική ενίσχυση της γυναίκας και των τριών παιδιών του εκλιπόντος συνθέτη. Στο ρεπερτόριό του φρόντισε να περιλάβει αποκλειστικά έργα Σκριάμπιν – αυτή ήταν και η πρώτη φορά που ο Ραχμάνινοφ έπαιζε, δημόσια, έργα πέραν των δικών συνθέσεων. Με διευρυμένο πλέον πιανιστικό ρεπερτόριο και συχνές περιοδείες ως σολίστ, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους, ο Ραχμάνινοφ αφήνει στην άκρη τη διεύθυνση και τη σύνθεση, που άλλοτε αποτελούσαν τη βασική του ενασχόληση.
5
Αυτοεξόριστος από την πατρίδα του μετά τη Ρωσική Επανάσταση και με την εγκατάστασή του στην Αμερική το 1918, η περιστασιακή απασχόλησή του με τη σύνθεση απέδωσε μόλις έξι μεγάλα έργα. Ανάμεσα σε αυτά, και η μοναδική νέα σύνθεσή του για σόλο πιάνο, οι Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα του Κορέλλι, που ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 1931, ύστερα από εντατική εργασία τριών εβδομάδων, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του στη Βόρεια Γαλλία. Τις αφιέρωσε στον φίλο του, βιολονίστα Φριτς Κράισλερ, από τον οποίο πιθανότατα γνώρισε και το έργο του Κορέλλι που τον ενέπνευσε, τη Σονάτα για βιολί αρ. 12. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για θέμα του Κορέλλι, αλλά για τη χορευτική μελωδία La folia, με καταγωγή από την Ιβηρική Χερσόνησο του 15ου αιώνα, που χρησιμοποιήθηκε από αμέτρητους συνθέτες ως αρμονικο-μελωδική φόρμουλα για τη δημιουργία παραλλαγών. Στα χέρια του Ραχμάνινοφ η μελωδία χάνει τον χορευτικό της χαρακτήρα και γίνεται πιο επιβλητική, σοβαρή, αλλά και πιο λυρική. Σ’ αυτό το έργο δημιούργησε κάτι περισσότερο από μια απλή σειρά παραλλαγών. Οργάνωσε έναν πραγματικό κύκλο με εσωτερική δομή, ομαδοποιώντας τις παραλλαγές σε τρεις ενότητες, προσθέτοντας ένα ιντερμέδιο μετά την παραλλαγή αρ. 13 και μια τελική κόντα. Όλες οι παραλλαγές είναι γραμμένες στη ρε ελάσσονα, εκτός από τη μεσαία αντιθετική ενότητα, που σηματοδοτείται από το ιντερμέδιο, με τις παραλλαγές αρ. 14 και 15 στη ρε ύφεση μείζονα. Το θέμα παρουσιάζεται απλά, χωρίς στολίδια, πάνω σε μια καθαρή, αυστηρή αρμονική συνοδεία. Οι πρώτες παραλλαγές ακολουθούν σχεδόν πιστά την αρχική αρμονικο-μελωδική δομή του θέματος, ενώ, όσο προχωράμε, η επεξεργασία του υλικού διευρύνεται. Το ρυθμικό στοιχείο παίζει ζωτικό ρόλο στο έργο και οι αρμονίες είναι τολμηρές, ιδιαίτερα στις πιο αργές παραλλαγές αρ. 3, 8 και 9 και στην αριστοτεχνική μετατόπιση της τονικότητας στην απομακρυσμένη ρε ύφεση μείζονα, μετά το ιντερμέδιο. Στην τρίτη ενότητα, έχουμε μια σειρά από γρήγορες παραλλαγές (16-20), που φτάνουν σε δραματική κορύφωση πριν από την αναστοχαστική κόντα, με το θέμα της folia να ακούγεται δωρικό, απαλλαγμένο από κάθε στολίδι. Η επανεμφάνιση ενός τελικού αποσπάσματος του θέματος στην ολοκλήρωση του έργου τονίζει τη στιλιστική διχοτομία μεταξύ του ρομαντικού και μπαρόκ ύφους που υποκρύπτεται σε ολόκληρο το έργο. Οι Παραλλαγές πρωτοπαρουσιάστηκαν στις 12 Οκτωβρίου 1931 στο Μόντρεαλ από τον ίδιο τον συνθέτη, που –γεμάτος αμφιβολία για το έργο του– παρέλειψε σχεδόν τις μισές, ερμηνεύοντας ως αδιαφορία τον παρατεταμένο βήχα του ακροατηρίου!
Μοντέστ Μούσοργκσκι Εικόνες από μια έκθεση
6
Οι Εικόνες από μια έκθεση είναι το μόνο γνωστό έργο για πιάνο του Μοντέστ Μούσοργκσκι, και δεν ακούστηκε ποτέ δημόσια όσο ζούσε ο συνθέτης. Μάλιστα, ακόμη και σήμερα είναι ευρύτερα γνωστό στην ορχηστρική απόδοση του 1922 από τον Μωρίς Ραβέλ, παρά στην πρωτότυπη γραφή του. Ο Μούσοργκσκι συνέθεσε το έργο στη μνήμη του στενού του φίλου, ζωγράφου και αρχιτέκτονα Βίκτορ Χάρτμαν, που έφυγε αιφνίδια από τη ζωή το 1873, σε ηλικία 39 ετών. Ο Χάρτμαν υπήρξε από τους πρώτους ζωγράφους που αποτύπωσαν παραδοσιακά ρωσικά μοτίβα στο έργο τους. Αμέσως μετά το θάνατό του, ο μεγάλος κριτικός της εποχής Βλα-
ντιμίρ Στάσoφ οργάνωσε μια έκθεση με πάνω από 400 ακουαρέλες και σκίτσα του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης. Ο Μούσοργκσκι επισκέφτηκε την έκθεση, και τον Ιούνιο του 1874 έγραψε αυτή τη συλλογή σύντομων κομματιών. Το παραδοσιακό στοιχείο παίζει οργανικό ρόλο στη μουσική του γλώσσα. Ο τρόπος έκφρασής του είναι πρωτότυπος, προσωπικός, άμεσος και ελεύθερος από ακαδημαϊκούς περιορισμούς. Πρόκειται για ένα περιγραφικό έργο, όπου καθένα από τα δέκα κομμάτια στοχεύει στη μουσική απεικόνιση ενός πίνακα. Πολλοί από αυτούς είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του Χάρτμαν στο εξωτερικό: Ιταλία («Το παλιό κάστρο», μπροστά στο οποίο ένας τροβαδούρος τραγουδάει μελαγχολικά), Γαλλία (διαμάχη μεταξύ παιδιών εν ώρα παιχνιδιού στον κήπο του «Κεραμεικού», «Η αγορά της Λιμόζ», όπου γυναίκες διαπληκτίζονται έντονα, οι «Κατακόμβες», όπου απεικονίζεται ο ίδιος ο Χάρτμαν να εξετάζει τις κατακόμβες του Παρισιού υπό το φως ενός φαναριού) και Πολωνία («Βοϊδάμαξα», ένα κάρο με τεράστιους τροχούς που το σέρνουν αργοκίνητα βόδια, «Γκόλντενμπεργκ και Σμούιλε», δύο πίνακες που απεικονίζουν έναν πλούσιο και έναν φτωχό Εβραίο). Ακόμη, ο στραβοκάνης «Νάνος» είναι ένας καρυοθραύστης, που αποδίδεται μουσικά με έναν ασύμμετρο ρυθμό περπατήματος, στριφνές συνηχήσεις και ηχητικά ξεσπάσματα, το παιχνιδιάρικο «Μπαλέτο των κλωσόπουλων μέσα στο τσόφλι τους» είναι παιδικά κοστούμια για μια παράσταση, ενώ η «Καλύβα πάνω σε κοτοπόδαρα» είναι ένα ρολόι που αναπαριστά την καλύβα της μάγισσας Μπάμπα Γιάγκα των ρωσικών λαϊκών παραμυθιών, Σύμφωνα με το θρύλο, καθώς η καλύβα περιστρέφεται πάνω σε κοτοπόδαρα, η μάγισσα εντοπίζει και δελεάζει άτυχους περαστικούς, που καταλήγουν στο πιάτο της. Το έργο ξεκινά με έναν λαϊκότροπο «Περίπατο» (promenade), που επανέρχεται παραλλαγμένος σε διάφορα σημεία, σα συνεκτικός ιστός, συμβολίζοντας την περιδιάβαση του θεατή-συνθέτη από πίνακα σε πίνακα. Η μουσική περιήγηση στην έκθεση τελειώνει θριαμβευτικά με το μεγαλύτερο σε διάρκεια μέρος, τη «Μεγάλη πύλη του Κιέβου» (σχέδιο του Χάρτμαν για το χτίσιμο μιας μεγαλοπρεπούς πύλης). Εδώ ο Μούσοργκσκι χρησιμοποιεί έναν αυθεντικό ρωσικό ύμνο και μιμείται ήχους από καμπάνες. ΜΥΡΤΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
7
Τίτος Γουβέλης Από τους πλέον καταξιωμένους έλληνες πιανίστες. Έχει συμπράξει ως σολίστ με τη Βασιλική Εθνική Ορχήστρα της Σκoτίας, την Κρατική Ορχήστρα της Τρανσυλβανίας, τις Κρατικές και Δημοτικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, την Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου κ.ά., συνεργαζόμενος με διακεκριμένους αρχιμουσικούς (Κρίστοφ Πόππεν, Μισέλ Τιλκέν, Αλπασλάν Ερτύνγκεαλπ, Νίκο Αθηναίο, Βύρωνα Φιδετζή, Βασίλη Χριστόπουλο, Γιώργο Πέτρου κ.ά.). Έχει δώσει ρεσιτάλ αλλά και συναυλίες μουσικής δωματίου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία, Ρουμανία, Σερβία, Τουρκία, Νότια Κορέα, Νιγηρία και Κύπρο). Το ρεπερτόριό του εκτείνεται από το μπαρόκ μέχρι και τον 21ο αιώνα. Σημαντική θέση σε αυτό κατέχει η ελληνική δημιουργία· έχει ερμηνεύσει (ζωντανά ή σε ηχογράφηση) έργα άνω των εξήντα ελλήνων συνθετών, αρκετά σε πρώτη εκτέλεση. Είναι επίσης συντάκτης των προγραμμάτων της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ενώ κείμενά του φιλοξενούνται στα έντυπα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και του Φεστιβάλ Αθηνών. Δίνει συχνά εισαγωγικές ομιλίες πριν από συναυλίες της ΚΟΑ και του Μεγάρου. Διδάσκει πιάνο στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο ιστορικό Ωδείο Αθηνών, στο οποίο είναι Έφορος της Σχολής Πληκτροφόρων. Έχει πραγματοποιήσει ηχογραφήσεις για τις εταιρείες MDG, GENUIN και Subways Music. Είναι επίσης παραγωγός των εκπομπών «Μαθήματα πιάνου» και «Η κάμαρα με τα μυστικά» στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ. Σπούδασε πιάνο με τον Άρη Γαρουφαλή στο Ωδείο Αθηνών, τον Πήτερ Κέιτιν στο Βασιλικό Κολέγιο Μουσικής του Λονδίνου και τον Φάλι Πάβρι στη Βασιλική Ακαδημία της Σκωτίας, ως υπότροφος του Σωματείου Τζίνα Μπαχάουερ, του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης και του ΙΚΥ. Για χρόνια μελέτησε κοντά στον διάσημο πιανίστα και παιδαγωγό Ντομινίκ Μερλέ στο Παρίσι. Επίσης, μελέτησε εκκλησιαστικό όργανο, ως υπότροφος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, με τον Νίκολας Κύναστον. Έχει κερδίσει βραβεία σε πανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς, καθώς και το βραβείο «Μυκονίου» της Ακαδημίας Αθηνών.
8
© Yannis Gutmann
ΕΚΔΟΣΗ ΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ & ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ | ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ΕΛΛΗ ΠΕΤΡΑΝΤΗ | Creative Director k2design | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ
ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ