ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ
2020 21
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ ΑΛΕΞΙΑ ΜΟΥΖΑ
ΡΕΣΙΤΑΛ ΓΙΑ ΔΥΟ ΠΙΑΝΑ
13.1. 2021
ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΔΜ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ ΑΛΕΞΙΑ ΜΟΥΖΑ ΡΕΣΙΤΑΛ ΓΙΑ ΔΥΟ ΠΙΑΝΑ
Live Streaming - Χωρίς διάλειμμα
JOHANNES BRAHMS (1833-1897)
Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Χάυντν, έργο 56b Θέμα - Κοράλ Αγ. Αντωνίου: Andante Παραλλαγή 1: Andante con moto Παραλλαγή 2: Vivace Παραλλαγή 3: Con moto Παραλλαγή 4: Andante Παραλλαγή 5: Poco presto Παραλλαγή 6: Vivace Παραλλαγή 7: Grazioso Παραλλαγή 8: Poco presto Φινάλε: Andante
GEORGE GERSHWIN / PERCY GRAINGER (1882-1961) Πόργκυ και Μπες, Φαντασία για δύο πιάνα
ΣΕΡΓΚΕΪ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ (1873-1943) Σουίτα αρ. 2 σε ντο μείζονα, έργο 17 Εισαγωγή (alla marcia) Βαλς (presto) Ρομάντσα (andantino) Ταραντέλα (presto)
Πιάνο ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ ΑΛΕΞΙΑ ΜΟΥΖΑ
JOHANNES BRAHMS Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Χάυντν, έργο 56b Οι παραλλαγές και η μουσική δωματίου απασχόλησαν ιδιαίτερα τον Μπραμς. Ας θυμηθούμε τις Παραλλαγές σε ένα θέμα του Σούμαν για πιάνο, τις Παραλλαγές σε θέμα και φούγκα του Χαίντελ για πιάνο, τις Παραλλαγές σε θέμα του Παγκανίνι για πιάνο. Το ενδιαφέρον του για τον Χάυντν ο Μπραμς το χρωστάει στον φίλο του Καρλ Φέρντιναντ Πολ, που το 1870 του επέστησε την προσοχή σε ένα ντιβερτιμέντο (Hob. II: 46) του Χάυντν για πνευστά. Το θέμα του δεύτερου μέρους γοήτευσε ιδιαίτερα του Μπραμς, που το αντέγραψε για μελλοντική χρήση. Πρόκειται για παλιό παραδοσιακό ύμνο, το «Χορωδιακό (Κοράλ) του Αγίου Αντωνίου», πάνω στο οποίο ο Μπραμς άρχισε να συνθέτει Παραλλαγές. Το έργο γράφτηκε στο Τούτσινγκ της Βαυαρίας, σε δύο εκδοχές: για ορχήστρα και για δύο πιάνα. Η δεύτερη εκδοχή, που παρουσιάζεται στο σημερινό live streaming, ερμηνεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1874 στη Βιέννη, σε συναυλία της τάξης πιάνου του Άντον Ντορ. Η ορχηστρική εκδοχή είχε ήδη παρουσιαστεί, τον Νοέμβριο του 1873, για πρώτη φορά με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τον συνθέτη στο πόντιουμ. Αν και κατεξοχήν ρομαντικός, ο Μπραμς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την επεξεργασία παλαιότερου υλικού και οι Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Χάυντν αποτελούν άρτιο δείγμα αυτού του ενδιαφέροντός του. Χαρούμενες, ανεπιτήδευτες, γραμμένες με μεγάλη επιδεξιότητα, απηχούν την καθαρότητα και τη χάρη του κλασικού ύφους του Χάυντν συνυφασμένη με τη θερμή γραφή του Μπραμς και των ρομαντικών του συγχρόνων. Από τις πιο δημοφιλείς συνθέσεις του Μπραμς, ήταν και για τον ίδιον πολύ αγαπημένο έργο.
GEORGE GERSHWIN / PERCY GRAINGER Πόργκυ και Μπες, Φαντασία για δύο πιάνα Αναμφισβήτητα ο Τζωρτζ Γκέρσουιν υπήρξε ο πιο επιτυχημένος και αγαπητός αμερικανός συνθέτης. Η μουσική του ιδιοφυΐα έδωσε εξαιρετικά δείγματα γραφής τόσο στο χώρο του τραγουδιού όσο και της συμφωνικής μουσικής. Αναγνωρίστηκε σύντομα από τους ευρωπαίους ομολόγους του, τον Μπεργκ, τον Στραβίνσκι, τον Ραχμάνινοφ κ.ά., που τον επαίνεσαν για το φοβερό του χάρισμα στη μελωδία, την πρωτοτυπία, τον συναισθηματικό πλούτο και τη διακριτή αφρο-αμερικανική ταυτότητα της γραφής του. Το 1935 ο Γκέρσουιν συνέθεσε την περίφημη όπερα Πόργκυ και Μπες, που ανέβηκε στο Μπρόντγουεϋ τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, με 82 τραγουδιστές και 45μελή ορχήστρα, κάνοντας αρχικά 124 παραστάσεις. Οι πανέμορφες, συγκινητικές μελωδίες της όπερας στάθηκαν αφορμή έμπνευσης για πολλούς μεταγενέστερους συνθέτες, που τις μετέγραψαν, τις διασκεύασαν και τις επεξεργάστηκαν με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ανάμεσα στις διασκευές ξεχωρίζει αυτή του αυστραλο-αμερικανού πιανίστα και συνθέτη Πέρσυ Γκρέιντζερ. Έργο απαιτητικό, αληθινός άθλος για τους πιανίστες, η Φαντασία για δύο πιάνα «Πόργκυ και Μπες» γράφτηκε το 1951 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Γκρέιντζερ και τον O. Νόρμαν Γκρέυζον (W. Norman Grayson) στο Δημαρχείο της Νέας Υόρκης στις 21 Απριλίου της ίδιας χρονιάς.
ΣΕΡΓΚΕΪ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Σουίτα αρ. 2 σε ντο μείζονα, έργο 17 H Δεύτερη σουίτα του Ραχμάνινοφ γράφτηκε το 1901. Δεν είναι απλώς σύγχρονη με το δημοφιλέστατο Δεύτερο κοντσέρτο για πιάνο, αλλά και γράφτηκε παράλληλα με αυτό. Η επιτυχία που σημείωσαν τα δύο αυτά έργα βοήθησε τον συνθέτη να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή του, μετά την αποτυχία της Πρώτης συμφωνίας του, τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Η Δεύτερη σουίτα γράφτηκε κατά την παραμονή του Ραχμάνινοφ στην Ιταλία, όπου έμενε μαζί με τον διάσημο βαθύφωνο Φιοντόρ Σαλιάπιν. Αντίθετα από την Πρώτη σουίτα, η Δεύτερη δεν ακολουθεί κάποιο διατυπωμένο πρόγραμμα. Πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μόσχα στις 24 Νοεμβρίου 1901 από τον ίδιον τον συνθέτη και από τον ξάδελφό του, πιανίστα και αρχιμουσικό, Αλεξάντρ Σιλότι, που υπήρξε μαθητής του Λιστ και δάσκαλος του Ραχμάνινοφ. Έργο εξαιρετικά μεγάλων απαιτήσεων, ξεκινά με ένα εντυπωσιακό πρώτο μέρος, ζωηρό, επιβλητικό, γεμάτο δύναμη και αισιοδοξία. Το γοητευτικό Βαλς που ακολουθεί δίνει στον συνθέτη την ευκαιρία για δεξιοτεχνική γραφή. Διαπνέεται από τη χαρακτηριστική νοσταλγική διάθεση που διέκρινε και άλλα έργα του της ίδιας περιόδου. Μια γενναιόδωρη μελωδία ορίζει το μεσαίο τμήμα. Έπεται μια ονειρική Ρομάντσα, που προβλέπει τρυφερό διάλογο ανάμεσα στα δύο πιάνα και αξιοποιεί θεματικό υλικό από τα προηγούμενα μέρη. Παρότι η διακοσμητική γραφή κυριαρχεί, η μουσική δεν χάνει την εκφραστικότητά της. Η Ιταλία, όπου γράφτηκε η Δεύτερη σουίτα, εμφανίζεται στο τελευταίο μέρος με τη μορφή μιας ζωηρής ταραντέλας. Ο διονυσιακής διάθεσης λαϊκός χορός δίνει στον Ραχμάνινοφ την ευκαιρία να συνθέσει μουσική σπάνιου πλούτου. ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ
Αναδημοσίευση από έντυπο πρόγραμμα του κύκλου Μεγάλοι Ερμηνευτές 2005-2006
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ
Θεωρείται από τους πιο ενδιαφέροντες πιανίστες της γενιάς του. Την καλλιτεχνική περίοδο 2020-2021 συνεργάζεται με τον Κρίστοφ Έσενμπαχ και την ΚΟΑ ερμηνεύοντας το Πέμπτο κοντσέρτο του Μπετόβεν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Την ερχόμενη περίοδο είναι προσκεκλημένος στο Φεστιβάλ Μενουχίν στο Γκστάαντ, στο Φεστιβάλ Πιάνου του Πορρεντρουί, στο Φεστιβάλ Μπαρόκ Μουσικής της Μάλτας, ενώ κάνει το ντεμπούτο του ως ρεσιταλίστ στη σειρά συναυλιών της Ραδιοφωνίας του Ρόττερνταμ, και εμφανίζεται σε ρεσιτάλ και σε συναυλίες μουσικής δωματίου στην Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και στο Βέλγιο. Συναυλίες που, λόγω της πανδημίας, αναβλήθηκαν συμπεριλαμβάνουν εμφανίσεις με το Τρίτο κοντσέρτο του Ραχμάνινοφ, το Τέταρτο κοντσέρτο και τη Χορική Φαντασία του Μπετόβεν, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
Τις προηγούμενες σεζόν εμφανίστηκε στο Φεστιβάλ της Πιέτρα Σάντα με τον βιολονίστα Βαντίμ Ρέπιν και τον πιανίστα Μπόρις Μπερεζόφσκι, στα Φεστιβάλ της Αλικαρνασσού, της Βηρυτού, της Κωνσταντινούπολης, στο Φεστιβάλ Αθηνών, καθώς και στα Sommets Musicaux του Γκστάαντ, στο Φεστιβάλ Σοπέν της Nοάν, και στο Φεστιβάλ Lisztomanias του Σατωρού στη Γαλλία. Έχει συνεργαστεί με ορχήστρες του εξωτερικού, μεταξύ άλλων, την Ορχήστρα Δωματίου της Αγίας Πετρούπολης, την Ορχήστρα του Φράιμπουργκ, τη Συμφωνική της Βασιλείας, την Ορχήστρα Δωματίου της Νορμανδίας, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Το 2008 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην περιοδεία της ΚΟΑ στην Κίνα για τους εορτασμούς των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου. Η αγάπη του για τη μουσική δωματίου αποτυπώνεται στις συνεργασίες του με τους καλλιτέχνες: Νοέ Ινουί, Λέοναρντ Έλσενμπροχ, Γιώργο Δεμερτζή, Ανρί Ντεμαρκέτ, Μισέλ Νταλμπερτό, Nικολά Ντωτρικούρ, Φρανσουά Σαλκ, και με το Κουαρτέτο Εγχόρδων Dudok. Έχει ηχογραφήσει δίσκους με τον Δημήτρη Τηλιακό, τον Γιώργο Δεμερτζή, τον Iβάν Καρίζνα, τον Νοέ Ινουί, την Οφηλί Γκαγιάρ και τον Αλεξίς Κοσσενκό, ενώ έχει δημιουργήσει το ντούο
Inui-Varvaresos με τον Νοέ Ινουί, καθώς και το σχήμα Fourtissimo με τους πιανίστες Ραν Ντανκ, Σογιόν Κέιτ Λη και Κονσταντίν Σουχοφέτσκι. Είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ μουσικής δωματίου «Up to 8» της Θεσσαλονίκης. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ο Βασίλης Βαρβαρέσος πήρε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό της Young Concert Artists στη Νέα Υόρκη, ο μικρότερος τότε πιανίστας που πρώτευσε στο διαγωνισμό αυτό. Ένα χρόνο μετά έκανε το ντεμπούτο του στην Ουάσινγκτον, και στη συνέχεια στις μεγαλύτερες αίθουσες της Αμερικής και της Ευρώπης. Έχει εμφανιστεί ως ρεσιταλίστ στο Zενκλ Χολ του Κάρνεγκι Χολ, στο Κέννεντυ Σέντερ της Ουάσινγκτον, τη Βιβλιοθήκη Μόργκαν, το Έιβερυ Φίσερ Χολ και το Άλις Τάλλυ Χολ της Νέας Υόρκης, καθώς και στο Κίμμελ Σέντερ της Φιλαδέλφειας, και το Μουσείο «Ιζαμπέλλα Γκάρντνερ» της Βοστόνης. Μετά το ντεμπούτο του στο Κάρνεγκι Χολ προσκλήθηκε να δώσει ρεσιτάλ στον Λευκό Οίκο για τον τότε πρόεδρο Μπαρράκ Ομπάμα. Στην Ευρώπη έκανε το ντεμπούτο του στο Ατενέου του Βουκουρεστίου, στην αίθουσα Γκαβώ του Παρισίου και Τόνχαλλε της Ζυρίχης, στη Μουζίκφεραϊν της Βιέννης και την Κοντσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ.
Γνήσια εκλεκτικιστής, ο Βαρβαρέσος γράφει επίσης μουσική για σειρά ταινιών, συμπεριλαμβανομένων και των νέων αφιερωμάτων στον Μπρανκούζι και την Τζούλι Μέρετου από την Checkerboard Film Foundation, ενώ συγγράφει ένα βιβλίο για τον Κλωντ Ντεμπυσσύ και δίνει σειρά μάστερκλας στην Καλιφόρνια, το Σινσιννάτι και το Τσάρλεστον. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να μελετάει πιάνο σε ηλικία πέντε ετών. Σπούδασε αρχικά με τη Μιλένα Μολλόβα και στη συνέχεια έκανε τις προπτυχιακές, μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές του στη Σχολή Τζούλλιαρντ της Νέας Υόρκης με τους Τζερόμ Λόουενταλ, Βίντα Καπλίνσκι και Ρόμπερτ Μακντόναλντ. Ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του με το diplôme d’artiste-interprète στην τάξη του Μισέλ Νταλμπερτό. Έχει κερδίσει το τρίτο βραβείο στο Διαγωνισμό «Ενέσκου» το 2014 και στο Διαγωνισμό Piano Masters του Μόντε Κάρλο. Ηχογραφεί για τις εταιρείες NAVIS Classics, BIS Records, Aparté Records και Mirare Records. Ο πρώτος του δίσκος με την Aparté, V for Valse, έλαβε διθυραμβικές κριτικές και βαθμολογήθηκε με πέντε αστέρια από την εφημερίδα Le Figaro.
©Manios
ΑΛΕΞΙΑ ΜΟΥΖΑ
Πιανίστρια με «καταπληκτική ενέργεια, καθαρότητα και ακρίβεια», σύμφωνα με τις κριτικές, η Αλεξία Μουζά κέρδισε σε ηλικία έντεκα ετών το αριστείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό πιάνου «Φίλων 2000». Nικήτρια, μεταξύ άλλων, του διεθνούς διαγωνισμού για πιάνο και ορχήστρα της ιταλικής πόλης Καντού (2005), του διαγωνισμού για πιάνο «Γιώργος Θυμής» στη Θεσσαλονίκη (2008) και του διαγωνισμού «Μαίρη Χαιρογιώργου» στην Αθήνα (2006). Το 2015, πήρε το πρώτο βραβείο στον διεθνή πιανιστικό διαγωνισμό Ντήλια Στάινμπεργκ στη Μαδρίτη, εκπροσώπησε την Ελλάδα στον ανά πενταετία διεθνή διαγωνισμό Σοπέν
στη Βαρσοβία και πήρε το τρίτο βραβείο στον ανά τριετία διεθνή διαγωνισμό στο Χαμαμάτσου της Ιαπωνίας. Πήρε το Πρώτο Μεγάλο Βραβείο του Διεθνούς Μουσικού Διαγωνισμού στο Μανχάτταν (2018) και το Πρώτο Μεγάλο Βραβείο του Διεθνούς Μουσικού Διαγωνισμού στο Βερολίνο (2019). Ως προσκεκλημένη σολίστ, η Αλεξία Μουζά έχει συνεργαστεί με την Ορχήστρα Χάυντν του Μπολτσάνο - Τρέντο, τη Συμφωνική του Τόκιο, τη Συμφωνική του Μπακάου, την Εθνική Συμφωνική της Ακαδημίας Σολίστ του Καζακστάν, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, λαμβάνοντας εξαιρετικές κριτικές από τον αθηναϊκό Τύπο. Έχει επίσης εμφανιστεί με τη Συμφωνική «Σιμόν Μπολίβαρ» της Βενεζουέλας μπροστά σε ένα ενθουσιώδες ακροατήριο, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων (Αθήνα) και την Κρατική Συμφωνική του Μεξικού. Έχει δώσει ρεσιτάλ πιάνου και έχει συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ στη Βόρεια και Νότια Αμερική, στην Ασία και την Ευρώπη.
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ