ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ
2020 21
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ-ΝΑΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ
ΡΕΣΙΤΑΛ ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟΥ ΠΙΑΝΟΥ
17.02.2021 ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΛΙΣΤ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΡΕΣΙΤΑΛ ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟΥ ΠΙΑΝΟΥ
Μαγνητοσκόπηση συναυλίας: 15.02.2021 Χωρίς διάλειμμα
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ-ΝΑΣΤΟΣ ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΙΑΝΟ
LUDWIG VAN BEETHOVEN (1770-1827)
Σονάτα αρ. 2 για βιολοντσέλο και πιάνο σε σολ ελάσσονα, έργο 5/2 I. II. III.
I. Adagio sostenuto ed espressivo II. Allegro molto più tosto presto III. Rondo. Allegro
ROBERT SCHUMANN (1810-1856)
Φανταστικά κομμάτια για κλαρινέτο και πιάνο, έργο 73
(μεταγραφή για βιολοντσέλο και πιάνο)
I. II. III.
I. Zart und mit Ausdruck (Τρυφερά και με έκφραση) II. Lebhaft, leicht (Ζωηρό, ανάλαφρο) III. Rasch und mit Feuer (Γρήγορο και με φλόγα)
GABRIEL FAURÉ (1845-1924)
Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο σε σολ ελάσσονα αρ. 2, έργο 117 I. II. III.
I. Allegro II. Andante III. Finale: Allegro vivo
LUDWIG VAN BEETHOVEN Σονάτα αρ. 2 για βιολοντσέλο και πιάνο σε σολ ελάσσονα, έργο 5/2
Οι πέντε σονάτες για βιολοντσέλο του Μπετόβεν καλύπτουν και τις τρεις μείζονες δημιουργικές περιόδους του συνθέτη. Στις δύο σονάτες του έργου 5 αποτυπώνεται εύγλωττα η δημιουργική πορεία του Μπετόβεν σε μια περίοδο 20 περίπου χρόνων, από το 1796 έως το 1815. Οι δύο σονάτες του έργου 5 γράφτηκαν κατά την επίσκεψη του συνθέτη στο Βερολίνο τους πρώτους μήνες του 1796. Είναι αφιερωμένες στον Φρειδερίκο Γουλιέλμο Β΄ της Πρωσίας, εξαίρετο ερασιτέχνη βιολοντσελίστα. Κατά την πρώτη τους παρουσίαση, τα έργα ερμήνευσε ο Ζαν Λουί Ντυπόρ, πρώτο βιολοντσέλο στην ορχήστρα του μονάρχη, με τον ίδιο τον εικοσιεξάχρονο συνθέτη στο πιάνο. Ο βασιλιάς εξέφρασε την ευχαρίστησή του προσφέροντας στον Μπετόβεν μια χρυσή ταμπακιέρα που περιείχε εκατό χρυσά λουδοβίκεια. Η Σονάτα αρ. 2 αρχίζει με ένα αργό μέρος και ακολουθούν δύο γοργά. Η δομή αυτή, ασυνήθιστη για την εποχή, πιθανόν να αποτελεί αναφορά στις σονάτες της εποχής του Μπαρόκ. Ίσως πάλι να αντικατοπτρίζει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο συνθέτης επιθυμούσε να αποκαλύψει στον ακροατή, από την πρώτη κιόλας στιγμή, τον πλούσιο ήχο του βιολοντσέλου. Το αρχικό Adagio επιτρέπει στις ποιότητες του έγχορδου οργάνου να αναδειχτούν, προσφέροντάς του το λυρικό μελωδικό θέμα και περιορίζοντας το πιάνο σε συνοδευτικό ρόλο. Στο Allegro που ακολουθεί δημιουργείται μεγαλύτερη ισορροπία ανάμεσα στα δύο όργανα. Και στα τρία θέματά του εξελίσσεται ένας διάλογος ενδιαφέρων, περίτεχνος, έστω και χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξη. Το τελικό Allegro, λιγότερο περίπλοκο από το προηγούμενο, έχει χαρούμενο ύφος και επιτρέπει στο βιολοντσέλο και το πιάνο να λάμψουν μέσα από δεξιοτεχνικές παραλλαγές. ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ
Αναδημοσίευση από έντυπο πρόγραμμα του ΜΜΑ Μεγάλοι Ερμηνευτές, 1996
4
ROBERT SCHUMANN Φανταστικά κομμάτια για κλαρινέτο και πιάνο, έργο 73
Ακολουθώντας την πρακτική των ενταγμένων σε κύκλους σύντομων κομματιών χαρακτήρα για πιάνο, ο Σούμαν συνέθεσε αντίστοιχα έργα μουσικής δωματίου για συνδυασμούς ενός ή δύο οργάνων με πιάνο, τα οποία συνάντησαν εξαρχής τη θετική αποδοχή του κοινού και, κατά συνέπεια, απέκτησαν σταθερή θέση στο σχετικό συναυλιακό ρεπερτόριο. Τα συγκεκριμένα τρία Φανταστικά κομμάτια για κλαρινέτο και πιάνο γράφτηκαν με τη χαρακτηριστική του συνθέτη άνεση μέσα σε δύο μόλις ημέρες, στις 12 και 13 Φεβρουαρίου 1849, αλλά ο τίτλος που τους δόθηκε στην πρώτη τους έκδοση ως έργο 73 (η έκδοση πραγματοποιήθηκε το ίδιο έτος) δεν ταυτίζεται με τον αυθεντικό τίτλο (Soiréestücke) του χειρογράφου, ο οποίος παραπέμπει με αμφισημία στη διάθεση των κομματιών, αλλά και στο προοριζόμενο για την ερμηνεία τους περιβάλλον μιας μουσικής βραδιάς. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι η κυκλικότητα του συνολικού έργου −όπως αυτή διαφαίνεται από τις τονικές και τις μοτιβικές σχέσεις μεταξύ των τριών μερών, τα οποία μάλιστα πρέπει να εκτελούνται χωρίς ενδιάμεσες διακοπές− εδράζεται στο πρότυπο της τετραμερούς σονάτας του Ρομαντισμού, από την οποία εντούτοις έχει απαλειφθεί το γρήγορο πρώτο μέρος σε μορφή σονάτας. Έτσι, το πρώτο κομμάτι, στη λα ελάσσονα, αντιστοιχεί σε ένα αργό μέρος, το δεύτερο, στη λα μείζονα, διαθέτει τη μορφή και το χαρακτήρα ενός σκέρτσο με ενδιάμεσο τρίο, ενώ το τρίτο, επίσης στη λα μείζονα, επέχει σαφώς το ρόλο του τελικού μέρους, που συνιστά το επίκεντρο ενός κύκλου χάρη στην επαναφορά στοιχείων από τα προηγούμενα κομμάτια-μέρη. Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, και τα τρία βασίζονται στην τριμερή ασματική μορφή, την τυπικότερη, δηλαδή, δομική επιλογή όσον αφορά τα κομμάτια χαρακτήρα της ρομαντικής περιόδου. Το πρώτο (Τρυφερά και με έκφραση), συνοδευόμενο καθˊ όλη τη διάρκειά του από τρίηχα στο πιάνο, αναπτύσσει 5
ένα διάλογο μεταξύ των δύο οργάνων βασιζόμενο σε σύντομες, ευλύγιστες μελωδικές φράσεις, ενώ ο χαρακτήρας του παραμένει θλιμμένος (στις εξωτερικές ενότητες) ή στοχαστικός (στη μεσαία ενότητα σε ντο μείζονα), χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις μέχρι την εξαϋλωτική κατακλείδα. Στο ακόλουθο «σκέρτσο» (Ζωηρό, ανάλαφρο) επιταχύνεται η ρυθμική αγωγή, αλλά παραμένει μάλλον ήπιο και συνεχές στην υφή του, χωρίς ιδιαίτερα ξεσπάσματα ή κορυφώσεις· στο τρίο στη φα μείζονα λαμβάνουν χώρα ζωηρές μιμήσεις ανάμεσα στα δύο όργανα με ένα μοτίβο τριήχων. Το φινάλε του κύκλου (Γρήγορο και με φλόγα) διαθέτει, πράγματι, την απαιτούμενη ενεργητικότητα ώστε να αιτιολογείται ως επιστέγασμα του μικρού, αλλά καλά οργανωμένου αυτού κύκλου: οι εξωτερικές ενότητες της μορφής του αντιπαραθέτουν περάσματα πυκνής μιμητικής και ομοφωνικής γραφής, ενώ στη μεσαία ενότητα σε λα ελάσσονα επιβάλλεται προς στιγμήν συνεχής μελωδική ροή μέσα σε ήρεμη μελαγχολική ατμόσφαιρα· η τελική κορύφωση, ωστόσο, πραγματώνεται στην κόντα του μέρους, με ρυθμική πύκνωση, σταδιακή επιτάχυνση της ρυθμικής αγωγής και εμφατική κατάληξη. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΟΥΛΙΑΣ
Αναδημοσίευση από έντυπο πρόγραμμα του ΜΜΑ Μεγάλοι Ερμηνευτές, 2003
GABRIEL FAURÉ Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο σε σολ ελάσσονα αρ. 2, έργο 117 Αν και από τους κορυφαίους παρισινούς συνθέτες, ο μεν τρόπος που χειρίζεται τη φόρμα ο Φωρέ συνδέεται περισσότερο με την κλασική βιεννέζικη παράδοση, με τις επιλογές του δε στην ενοργάνωση −λόγω της εμμονής του στη χρήση εγχόρδων− έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με το δάσκαλο και μέντορά του Σαιν-Σανς, από τους στυλοβάτες της παρισινής λόγιας μουσικής 6
κατά την εποχή εκείνη. Ο Φωρέ έγραψε δύο κουαρτέτα με πιάνο, δύο κουιντέτα, δύο σονάτες για βιολί και πιάνο, που όλα, εκτός από τον αριθμό δύο, είχαν ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό: την πολύ μεγάλη χρονική απόσταση που χώριζε το ένα έργο από το άλλο, η οποία προσέδιδε έναν πλουραλισμό στην εργογραφία τόσο της πρώιμης όσο και της όψιμης συνθετικής του περιόδου. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι δύο σονάτες για βιολοντσέλο και πιάνο, οι οποίες απέχουν χρονικά μόνο τέσσερα χρόνια. Η Σονάτα αρ. 2, έργο 117, γραμμένη το 1921, δεν χαρακτηρίζεται από τις εξάρσεις της Σονάτας αρ. 1 −και αυτό είναι πολύ λογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι η πρώτη σονάτα γράφτηκε σε μια περίοδο πολιτικών και στρατιωτικών αναταραχών (1917), κατά την οποία η παγκόσμια καλλιτεχνική κοινότητα κατέγραψε τις ανησυχίες της αναπτύσσοντας μια γλώσσα ανάλογης αισθητικής−, καθώς το άκρατο πάθος και τα ατελείωτα δεξιοτεχνικά περάσματα έχουν μεταβληθεί σε έναν λεπτό λυρισμό, που, όμως, σε καμία περίπτωση δεν εξοβελίζει από το έργο στιγμές κορύφωσης και μεγάλης δραματικής έντασης. Το πρώτο μέρος, Allegro, είναι γραμμένο σε τυπική «φόρμα σονάτα». Δομικά δεν διακρίνεται από πρωτοτυπία, υφολογικά, όμως, ξεχωρίζει από την ατέρμονη ροή μελωδίας και την παντελή έλλειψη στατικότητας που διέπουν το έργο από την αρχή ως το τέλος. Το δεύτερο μέρος, Andante, το οποίο υφολογικά παραπέμπει απευθείας στην περίφημη Élegie για βιολοντσέλο του συνθέτη έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία: αρχικά προοριζόταν, ως αυτοτελές κομμάτι με τον τίτλο Chant Funéraire, για σύνολο πνευστών, το οποίο και θα αποτελούσε φόρο τιμής για τα εκατό χρόνια από το θάνατο του Ναπολέοντα. Αν και σε αυτή τη μορφή έτυχε θερμής αποδοχής, ο συνθέτης αποφάσισε να το ενοργανώσει εκ νέου και έτσι το κομμάτι έγινε το δεύτερο μέρος της συγκεκριμένης Σονάτας. Το Finale: Allegro vivo είναι γεμάτο ενέργεια και δεξιοτεχνία. Οι γρήγορες, γεμάτες συγκοπές φράσεις, οι ογκώδεις συγχορδίες του πιάνου και τα αιχμηρά pizzicati στο βιολοντσέλο συνθέτουν ένα μέρος με δραματικές αλλαγές. ΣΠΥΡΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Αναδημοσίευση από έντυπο πρόγραμμα του ΜΜΑ Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, 2004-2005
7
Ο ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ-ΝΑΣΤΟΣ
είναι ένας από τους πιο δυναμικούς και ενθουσιώδεις βιολοντσελίστες της νέας γενιάς ελλήνων μουσικών. Παίζει με την ίδια άνεση τόσο μοντέρνο όσο και μπαρόκ βιολοντσέλο, με το ρεπερτόριό του να εκτείνεται από την πρώιμη μπαρόκ μέχρι και τη σύγχρονη μουσική δημιουργία. Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα περιλαμβάνει εμφανίσεις σε σημαντικούς χώρους συναυλιών και σε φεστιβάλ σε Ελλάδα και Ευρώπη (ΜΜΑ, ΜΜΘ, Εναλλακτική σκηνή της ΕΛΣ, Παλάτι του Μεγάλου Δούκα στο Βίλνιους της Λιθουανίας, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, Le Pavillon de Musique de la comtesse du Barry στη Γαλλία, Πολιτιστικό Κέντρο του Κουβέιτ, Φεστιβάλ Αθηνών και Ναυπλίου), καθώς, επίσης, και ζωντανή ερμηνεία στο Τρίτο Πρόγραμμα της ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το 2017, έκανε το ντεμπούτο του στην Αμερική ερμηνεύοντας τις Παραλλαγές σε ένα ροκοκό θέμα του Τσαϊκόφσκι. Έχει συμπράξει ως σολίστ με τις ορχήστρες του Δήμου Αθηναίων και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Μπρέβαρντ (BSO) της Φλόριδας. Από το 2018 διατελεί καλλιτεχνικός διευθυντής του διεθνούς μουσικού Φεστιβάλ Σάμου του ιδρύματος Schwarz, το οποίο βραβεύτηκε ως καλύτερο φεστιβάλ της περιφέρειας για την περίοδο 2018-2019 από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Ο Καραϊσκάκης βραβεύθηκε το 2011 από τον ίδιο οργανισμό ως ο «καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος καλλιτέχνης της χρονιάς». Ανήσυχο πνεύμα, διευρύνει συνεχώς την καλλιτεχνική του δραστηριότητα επιδιώκοντας συνεργασίες στο χώρο του χορού και του θεάτρου με χορογράφους, όπως ο Χρήστος Παπαδόπουλος και ο Pierre Magendie, αλλά και με τη θεατρική ομάδα VASISTAS και την Αργυρώ Χιώτη. Διδάσκει βιολοντσέλο στην Αθήνα, ενώ έχει κληθεί να δώσει σεμινάρια στο πανεπιστήμιο της Φλόριδας. Είναι ιδρυτικό μέλος του Trio el Greco. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο της Μπουλόν-Μπιγιανκούρ στη Γαλλία, αποφοιτώντας με άριστα και δύο πρώτα βραβεία (μουσικής δωματίου και βιολοντσέλου). Συνέχισε με σπουδές στο Πανεπιστήμιο Τεχνών της Ζυρίχης αποσπώντας πτυχία BA και MA. Καθηγητές του ήταν οι Xavier Gagnepain, Raphaël Chrétien και Roel Dieltiens στο βιολοντσέλο και η Hortense Cartier-Bresson στη μουσική δωματίου. Έχει παρακολουθήσει ενεργά σεμινάρια με τους Anner Bylsma, Philippe Muller και Jérôme Pernoo.
9
Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ
αποφοίτησε από το Ωδείο Αθηνών (τάξη Α. Βατικιώτη) και συνέχισε τις σπουδές της στο Ωδείο Τσαϊκόφσκι της Μόσχας, στην Ακαδημία Φραντς Λιστ της Βουδαπέστης, κοντά στον P. Solymos, και στο Μπλούμινγκτον της Ιντιάνας, κοντά στον διακεκριμένο πιανίστα και δάσκαλο G. Sebok. Έχει, επίσης, μελετήσει κοντά στον A. Brendel. Υπήρξε φιναλίστ στους διεθνείς διαγωνισμούς «Μπαχ» στο Τορόντο και «Κλάρα Χάσκιλ». Διακρίθηκε στον διεθνή διαγωνισμό πιάνου της Γενεύης με τα βραβεία «Λήμπσταϊκλ» (Liebstöckl) και «Φατσιόλι» (Fazioli). Μελέτησε θεωρητικά και σύνθεση από μικρή ηλικία με τον Γ.Α. Παπαϊωάννου και, στην Αμερική, με τον Fr. Fox. Έχει ερμηνεύσει ολόκληρο το έργο του Γ.Σ. Μπαχ και του Ρ. Σούμαν και έχει ηχογραφήσει έργα ελλήνων συνθετών, τη μεγάλη Ελληνική Σονάτα του Δ. Μητρόπουλου, ολόκληρο το πιανιστικό έργο του Γ.Α. Παπαϊωάννου, καθώς και έργα των Κουμεντάκη, Κούκου, Σισιλιάνου, Κατσούλη κ.ά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο «Μοτσενίγου» της Ακαδημίας Αθηνών. Από τη βρετανική εταιρεία First Hand Records κυκλοφορεί τετραπλό CD με ολόκληρο το Καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο του Γ.Σ. Μπαχ, καθώς και διπλό CD με τις Γαλλικές σουίτες του Μπαχ. Τις ηχογραφήσεις αυτές τις υποδέχτηκε ο διεθνής Τύπος με διθυραμβικές κριτικές. Η Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών της απένειμε για την ηχογράφηση του Καλώς συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου το «Βραβείο 2018 σε δισκογραφική εργασία ελληνικού ενδιαφέροντος».
11
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ