Skip to main content

Στην Λάπαθο κάποτε...

Page 1

Στη Λάπαθο κάποτε... Διήγημα : Αφροδίτη Ταχλαμπούρη Εικονογράφηση : Αγγελική Πογιαντζή

2ο Γυμνάσιο Αγίου Δημητρίου «Δημήτρης Γληνός» Φεβρουάριος 2019


Στη Λάπαθο κάποτε... Μ

ια καλοκαιρινή και καυτή μέρα ξημέρωσε πάλι στο όμορφο

χωριό της Λαπάθου. Η παρέα από νωρίς, όπως κάθε μέρα, ετοιμαζόταν για το σχολείο μιας και αυτό ξεκινούσε χειμώνα-καλοκαίρι γύρω στις 7:45. Τα παιδιά συνήθιζαν να συναντιούνται στην πλατεία του χωριού και να πηγαίνουν μαζί στο σχολειό. Βέβαια, εκείνη την ημέρα ήταν διαφορετικά. Ήταν η τελευταία μέρα της σχολικής χρονιάς και το καθένα θα πήγαινε με τον γονιό του για να παραλάβει τους βαθμούς. Μετά από αυτό, όπως είθισται κάθε χρονιά, θα συγκεντρώνονταν στο μαγαζάκι του μπαρμπα-Στεφανή, για να συζητήσουν τα νέα της ημέρας. -Αλήθεια, Γεωργία, πώς τα πήγες φέτος; Ρώτησε η Άννα την ξαδέλφη της, ως η πιο περίεργη που ήταν. -Καλά! Απάντησε η Γεωργία που ήξερε πως όλη αυτή η συζήτηση που γινόταν κάθε φορά καταντούσε κουραστική. Τη συζήτηση των δύο κοριτσιών διέκοψε ο Ανδρέας, ο μεγαλύτερος αδελφός της Άννας, ο οποίος αναστατωμένος από τα νέα που έφερε ο πατέρας του, ως ναυτικός, ανακοίνωσε σε εκείνες ένα πολύ σοβαρό γεγονός. -Κορίτσια δεν αφήνετε τώρα αυτές τις συζητήσεις; Τα πράγματα είναι πολύ κρίσιμα για το νησί μας και εμείς δεν έχουμε πάρει χαμπάρι τίποτα. -Τι εννοείς με αυτά που μας λες; Αναρωτήθηκε ο Αχιλλέας , γνωστός στο να διακόπτει τους υπόλοιπους της παρέας. -Αν με άφηνες μια φορά να πω αυτό που θέλω, θα καταλάβαινες περί τίνος πρόκειται. Αλλά βέβαια αλλάζουν οι συνήθειες των ανθρώπων; -Εεεε!!! τώρα τι θα γίνει βρε Ανδρέα θα συνεχίσεις και εσύ καμιά φορά; Είπε η Άννα αγανακτισμένη από αυτή την κατάσταση. -Εντάξει, συνεχίζω αλλά αυτή την φορά χωρίς διακοπές. Έλεγα λοιπόν πως ο πατέρας μου στο τελευταίο ταξίδι για την Τουρκία έμαθε από τον αδελφό του, που μένει εκεί, πως τα πράγματα για εδώ δεν ακούγονται πολύ καλά. Η Τουρκία ετοιμάζεται να λάβει σοβαρές αποφάσεις για εμάς αλλάζοντας την κατάσταση εδώ. -Μα και καλά γίνεται κάτι τέτοιο; Μπορεί δηλαδή η κάθε Τουρκία να αλλάζει τη κατάσταση εδώ όποτε θέλει; Ρώτησε ιδιαίτερα προβληματισμένος ο Αχιλλέας, που για μια ακόμα φορά διέκοψε τον Ανδρέα. -Εγώ πάντως έχω μια απορία, είπε η Γεωργία. Τι είναι πια αυτό το τόσο σοβαρό που θα συμβεί; -Δεν ξέρω! Πάντως αυτό που εγώ γνωρίζω είναι ότι μέρα με την μέρα όλο και καινούργια νέα φανερώνονται, τα οποία όμως δεν ακούγονται ευνοϊκά για το νησί μας Με αυτή την τελευταία φράση έκλεισε η κουβέντα των παιδιών, καθώς είχε φτάσει μεσημέρι και καθένας πήγαινε σπίτι του για το μεσημεριανό [1]


φαγητό. Ωστόσο ,η κουβέντα αυτή άφησε πίσω της πολλά ερωτηματικά και σκέψεις που ταλάνιζαν το μυαλό τους όλο εκείνο το μεσημέρι κάτω από το λιοπύρι του κυπριακού ουρανού. Ένα απόγευμα γεμάτο σκέψεις πέρασε για τα παιδιά. Καρφωμένα στα λόγια του φίλου τους σκέφτονταν τι μπορούσε να σήμαιναν αυτά. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν όμως είναι να μην ασχολούνται με τέτοια θέματα διότι ,όπως έλεγαν και οι γονείς τους ,αυτά δεν είναι για την ηλικία τους. Δύο εβδομάδες έκαναν τα παιδιά να βρεθούν μετά από αυτή την συζήτηση. Κάτι οι διακοπές, κάτι η βοήθεια που έδιναν στους γονείς τους τώρα που δεν είχαν σχολείο , στέρησαν από την παρέα αυτή την καθημερινή συγκέντρωση στο μαγαζάκι του μπαρμπα-Στεφανή. Βέβαια γρήγορα ήρθε η ώρα να ξανασυναντηθούν. Ήταν 8 Ιουλίου, ήμερα γιορτής του Αγίου Προκοπίου. Στον ναό του αγίου γινόταν όπως κάθε έτος ένα μεγάλο πανηγύρι προς τιμή του. Η παρέα μαζί με τους γονείς τους είχε συγκεντρωθεί εκεί από νωρίς. Οι νοικοκυρές είχαν φέρει η καθεμία ξεχωριστές γεύσεις της Κύπρου όπως σεφταλιές, κουπέπια και τα αγαπημένα σε όλους αφέλια. Η μητέρα της Χριστίνας από την Σύγκραση είχε φέρει πατάτες αντιναχτές, την σπεσιαλιτέ της, ένα φαγητό που μόνο εκείνη πετύχαινε εκπληκτικά σε όλη την Αμμόχωστο. -Δεν είναι πολύ ωραίο το πανηγύρι φέτος; Ρώτησε η Άννα την Γεωργία. –Ίσως και το καλύτερο τα τελευταία χρόνια. Μα…. μου φαίνεται πως η ατμόσφαιρα δεν είναι όπως ήταν κάποτε. -Τι εννοείς; -Θυμάσαι τα λόγια που μας είπε ο Ανδρέας; -Ναι, γιατί; -Μου φαίνεται πως δεν είμαστε οι μοναδικοί που έχουμε ακούσει κάτι παρόμοιο και έχουμε μπερδευτεί. -Σίγα και εσύ πια! Μην παίρνεις στα σοβαρά πάντα ό,τι σου λέει ο Ανδρέας. Ο αδελφός μου μερικές φορές είναι υπερβολικός. Εγώ που ρώτησα τον μπαμπά μου μού είπε να μην ασχολούμαι με αυτά, γιατί δεν είναι της ηλικίας μου. Άρα σημαίνει πως τζάμπα σκας γιατί δεν θα είναι κάτι σημαντικό. -Εντάξει ίσως έχεις δίκιο. Τώρα ας πάμε να δούμε τους άνδρες γιατί ξεκίνησαν να χορεύουν τους αντικριστούς και μου υποσχέθηκε ο παππούς φέτος πως θα μπει και αυτός παρόλο που ’χει τα αρθριτικά του. Πέρασαν μέρες μέχρι που η παρέα συγκεντρώθηκε ξανά στον μαγαζάκι του Στεφανή. Συγκεκριμένα ήταν παραμονές των γενεθλίων της Γεωργίας, 19 Ιουλίου του 1974. Κανένα από τα παιδιά δεν θα μπορούσε να λείψει από αυτή την σημαντική μέρα για την φίλη τους. Ωστόσο, οι γονείς των παιδιών φαινόταν πως ήξεραν ότι το κακό πλησίαζε αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να το αποτρέψουν. -Να σε χαίρονται, κόρη μου ,οι γονείς σου. Πάντα γερή και άξια στην ζωή σου και με ένα καλό παλικάρι! Έλεγε η θεία Αιμιλία με θέρμη στην ανιψιά της. [2]


-Να την χαιρόσαστε παιδιά μου, γιατί η χαρά είναι κάτι πολύτιμο που από την μία μέρα στην άλλη χάνεται. Πάντοτε υπάρχουνε κάποιοι που στην κλέβουν μέσα από τα χέρια και μαζί με αυτή όλα όσα σου ανήκουν και σε κάνουν ευτυχισμένο. Και να θυμάστε όλοι παιδιά μου ότι ό,τι συμβαίνει στην ζωή, γίνεται για το καλό μας. Μπορεί εμείς να μην το καταλαβαίνουμε κάποιες στιγμές αλλά στο τέλος όλα φτιάχνουν. Τα λόγια της θείας Αιμιλίας φαινόταν πως κάτι έκρυβαν από πίσω. Κάτι το οποίο θα τους έδινε κουράγιο να αντιμετωπίσουν αυτό που ερχόταν και να μην το βάλουν κάτω γιατί, όπως τόνισε, το καλό στο τέλος θα επικρατήσει. Παρόλα αυτά όμως ο Ανδρέας δεν αρκέστηκε στα λόγια της αλλά ακούγοντας αυτά έσπευσε στον πατέρα του να τον ρωτήσει αν όλα εκείνα που ξεστόμισε η θεία είχαν σχέση με αυτά που του ’χε πει. -Πατέρα, άκουσες τι είπε η θεία; Είμαι σίγουρος πως όλα αυτά σχετίζονται με αυτά που μου έλεγες τις προάλλες. -Αγόρι μου, όπως είπα και στην αδελφή σου, καλύτερα εσείς να μην χώνετε την μύτη σας σε αυτά τα πράγματα. Αυτά είναι για εμάς τους μεγάλους όχι για εσάς. Και στο κάτω κάτω η κυρά Αιμιλία μεγάλωσε και κάποιες φορές ως μεγάλη δίνει σε εσάς τους μικρούς συμβουλές. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο… -Μα... μπαμπά….. -Σου είπα Ανδρέα! Καλά θα κάνεις τώρα να επιστρέψεις στο τραπέζι με τα παιδιά ! Σε λίγο θα κόψουν το γλυκό, αμαρτία να λείπεις. Αυτά τα λόγια είπε ο Διαμαντής στον γιο του προσπαθώντας να καλύψει καταστάσεις που γνώριζε ότι πρόκειται να συμβούν. Εκείνος μέσα του όμως γνώριζε πως σιγά σιγά όλα θα ξεσπούσαν και οι ελπίδες που είχε να μην έλθει η καταστροφή σε αυτά που αγαπούσε όλο και λιγόστευαν. Στο μεταξύ όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από το τραπέζι για να κόψουν το γλυκό της Γεωργίας. -Κάνε μια ευχή ξαδέλφη πριν κόψουν το γλυκό ! Φώναξε η Άννα. -Ωραία! Όμως εγώ θέλω να την πω κι ας λένε ότι άμα την λες δεν πραγματοποιείται, γιατί θέλω να την ακούσετε όλοι, είπε η Γεωργία θέλοντας να δείξει πως μεγάλωσε, καθώς η ευχή που θα έλεγε μόνο σε ένα μεγάλο παιδί άρμοζε. -Εύχομαι του χρόνου τέτοια μέρα τα γενέθλιά μου να μας βρουν πάλι σε αυτό το μέρος, εδώ στην αγαπημένη Αμμόχωστο , όλους μαζί παρέα. Όσα είπε η Γεωργία εκείνη την νύχτα γράφτηκαν ανεξίτηλα στις καρδίες των δικών της ανθρώπων. Λόγια που όχι μόνο έκαναν περήφανους όλους όσους βρέθηκαν εκεί αλλά και λόγια που είχαν μεγάλη συναισθηματική αξία για όλους. Ωστόσο όσο όμορφη ήταν η νύχτα αλλά τόσο και ακόμα περισσότερο άσχημη ήταν η μέρα. Μια μέρα που καταγράφθηκε μέσα στις ψυχές όλων ως η χειρότερη και η πιο πονεμένη τόσο για το νησί όσο και για τους ίδιους. Ήταν πρωί της 20ης Ιουλίου του 1974 , όταν στις 05:30 χτύπησαν οι σειρήνες του πολέμου. Όλοι σηκώθηκαν γρήγορα από τα κρεβάτια τους [3]


ανήσυχοι έχοντας το προαίσθημα ότι ο κίνδυνος χτυπούσε την πόρτα τους. Ο Αντρέας με τον πατέρα του ήταν οι πρώτοι που άνοιξαν το ραδιόφωνο. Τα νέα όμως ήταν τα χειρότερα. Οι Τούρκοι είχαν επιτεθεί απροειδοποίητα, ύπουλα και άνανδρα στο νησί της Αφροδίτης. Μπήκαν στην Κερύνεια, βομβάρδιζαν ήδη το στρατόπεδο της Ελβίκ, η καταστροφή είχε αρχίσει…. -Πατέρα, κοίτα έχουν αρχίσει να βομβαρδίζουν. Έριξαν βόμβες στα στρατόπεδα, πέφτουν αλεξιπτωτιστές εντός του θύλακα Λευκωσίας Αγύρτας. Τι άλλο πρέπει να κάνουν για να φύγουμε από εδώ; Πρέπει να πάρουμε την Άννα τώρα και να φύγουμε. -Σε παρακαλώ , Ανδρέα , ηρέμησε ! Μόνο με ψυχραιμία θα τα καταφέρουμε. -Μα μπαμπά, δεν ακούς τι λένε; Δεν ακούς τα ουρλιαχτά και τις κραυγές απ’ έξω; Τι άλλο θέλεις για να πειστείς; -Φώναξε την Άννα να φύγουμε και πες της να πάρει τα πιο αγαπημένα πράγματα μαζί της. Μπορεί να είναι και η τελευταία φορά που είμαστε εδώ. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του πατέρα στον γιο του. Εκείνος έτρεξε να φωνάξει την αδελφή του από το δωμάτιο της μα μάταια .Δεν ήταν εκεί. Είχε πάει στο τάφο της μητέρας της που την είχε χάσει ξαφνικά ένα βράδυ πριν τρία χρόνια. Έχοντας ακούσει την συζήτηση του πατέρα της και του αδελφού της πήγε εκεί για να συναντήσει την μητέρα της, που τόσο αγαπούσε, ίσως για τελευταία φορά.... Μια βόμβα έπεσε σε στην Αμμόχωστο καταστρέφοντάς την και μαζί με αυτήν τις ζωές των ανθρώπων. Σαν να φύσηξε ένας άνεμος και πήρε μαζί του όλα τα όμορφα και τα καλά. Σαν κάποιος που χαίρεται με το κακό και την ασχήμια να ήθελε να χαλάσει τα πάντα με μια κίνηση και βρήκε τον «καλύτερο» τρόπο. Ααααχ! Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την ημέρα! Υστέρα από 44 χρόνια μόνο πίκρα μπορώ να νιώθω για ό,τι συνέβη εκείνη την ημέρα και δυστυχία. Εγώ τουλάχιστον σώθηκα. Φρόντισαν οι γονείς μου να με πάρουν μαζί με τον Αχιλλέα μακριά από νωρίς και έτσι κατάφερα να κρατήσω το σώμα μου ζωντανό. Ωστόσο η ψυχή μου ήταν νεκρή. Όλα είχαν χαθεί, σκέψεις, φιλίες, οικογένειες, σπίτια, τα πάντα. Το μόνο που είχε μείνει ήταν δυστυχία και απορία. Απορία γιατί δεν γνώριζα για ποιον λόγο συνέβαιναν όλα αυτά. Μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως έφταιγε η ευχή που είχα κάνει τότε στα γενέθλιά μου. Πολλές φορές μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως θα έπρεπε την ευχή αυτή να την είχα κρατήσει για εμένα. Αλλά όλα αυτά ήταν απλές χαζομάρες ενός αθώου παιδικού μυαλού που προσπαθούσε να δικαιολογήσει καταστάσεις για τις οποίες δεν έφταιγε εκείνο. -Έχω ακουστά την ιστορία κυρία Γεωργία, όμως δεν καταλαβαίνω τι θέλετε από εμένα και πώς εγώ μπορώ να βοηθήσω; -Τίποτα το ιδιαίτερο. Αυτό που θέλω μόνο είναι να μου δείξετε το μαγαζάκι στην πλατεία. Έμαθα ότι ανακαινίστηκε και θέλω να το επισκεφτώ. Εδώ πέρασα τα ωραιότερα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας μαζί με τους

[4]


φίλους μου και κυρίως με την Άννα , την αγαπημένη μου ξαδέρφη. Ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται….. -Βεβαίως ακολουθήστε με. -Μανούλα, θέλω να έρθω και εγώ. -Καλύτερα, Άννα μου, να μείνεις εδώ με τον πατέρα σου. Δεν θα αργήσω ,στο υπόσχομαι. Σε λίγο θα είμαι πάλι κοντά σου….

[5]


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Στην Λάπαθο κάποτε... by Maria Michali - Issuu