Skip to main content

Θεράπων και Εμμανουήλ

Page 1

1


Μια συγγραφική προσπάθεια από τους Μαθητές της Ε΄ 1 τάξης του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αμαλιάδας Την όλη προσπάθεια συντονίζει ο εκπαιδευτικός του τμήματος : Νικολούτσος Χρήστος

«Εμμανουήλ» Συγγραφική ομάδα: Αθανασόπουλος Σπύρος, Βατσής Διονύσιος,

«Θεράπων» Συγγραφική ομάδα: Αθανασόπουλος Σπύρος, Αντύπας Χαϊκάλης Κλεομένης Αρβανίτη Διονυσία, Βασιλοπούλου Γιώτα Βατσής Διονύσης, Γκέκα Αναστασία Ζεπίστα Άννια, Καραθανάσης Διονύσης Κολτσίδας Ραφαήλ, Κορίζης Δήμήτρης Κυριαζή Ειρήνη, Μπατζαλή Ελευθερία Σπηλιόπουλος Κωνσταντίνος, Φωκάς Δημήτρης

Επιμέλεια εικονογράφησης: Σπυρόπουλος Θεόδωρος, Εκπαιδευτικός Εικαστικών Εικονογράφηση: Οι μαθητές της τάξης Ε΄1 & οι μαθητές της τάξης Ε΄2: Λάγιος Αλέξης, Λιβανά Γεωργία, Σιαψάλη Βασιλική Ψηφιακή παρουσίαση: Τζάννε Ιωάννα, Εκπαιδευτικός Τ Π Ε

2


“Θεράπων και Εμμανουήλ” Λίγο πριν την Μεγάλη Επανάσταση και στο ξεκίνημά της δυο παλικάρια, ο Εμμανουήλ και ο Θεράπων προσπαθούν δίνοντας τον δικό τους αγώνα μέσα από δυσκολίες και κινδύνους να βοηθήσουν στην απελευθέρωση της πατρίδας. Ο εχθρός είναι σκληρός και αδίστακτος αλλά η θέληση και η πίστη στον στόχο τους, τους οδηγούν μέσα από εμπόδια και περιπέτειες στη νίκη.

3


4


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τα δυο διηγήματα του βιβλίου αποτελούν μια συλλογική προσπάθεια των μαθητών/τριών της Ε΄ τάξης στα πλαίσια του εορτασμού των 200 χρόνων από την

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ελληνική επανάσταση του «21». Οι μαθητές/τριες εργάστηκαν ομαδικά πάνω στην κεντρική ιδέα, Η κάθε ομάδα ασχολήθηκε με τη συγγραφή μιας ή δυο ενοτήτων του διηγήματος. Λόγω των έκτακτων μέτρων της πανδημίας οι ομάδες λάμβαναν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας και απόστασης. Ιδιαίτερα η ομάδα των παιδιών που ασχολήθηκε με το δεύτερο διήγημα που έχει τίτλο «Εμμανουήλ» λειτούργησε περισσότερο μέσω mail και κοινωνικών δικτύων. Σημαντική πηγή άντλησης πληροφοριών και εισαγωγής των παιδιών στο πνεύμα του «21» ήταν κάποια στοχευμένα video με θέμα την επανάσταση τα οποία προβάλλονταν με τη συνδρομή της εκπαιδευτικού της πληροφορικής κατά τη διάρκεια του μαθήματός της. Επιπλέον το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ΄ τάξης

και ιστορικές πηγές που αναφέρονταν σε γεγονότα της Ηλείας

(Χρυσανθακόπουλος. Γ., Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας) κατά την περίοδο της Μεγάλης Επανάστασης ήταν πηγές έμπνευσης και καθοδήγησης. Τα παιδιά αξιοποίησαν τη γνώση αυτή εποικοδομητικά. και την εμπλούτισαν με το δικό τους αφηγηματικό τρόπο δημιουργώντας τους ήρωές τους που πάλευαν για αξίες και ιδανικά. Ας διασώσουμε την ιστορική μας μνήμη και συλλογική κληρονομιά, τιμώντας τους απλούς καθημερινούς ήρωες της επανάστασης και τους αγώνες τους μέσα από τις ιστορίες του Θεράποντα και του Εμμανουήλ, οι οποίοι πρόσφεραν ένα σημαντικό λιθαράκι στον αγώνα για τη λευτεριά.

5


ίναι βράδυ, έξω ο αέρας ξυρίζει και το χιόνι κάνει την εμφάνισή του στα πρώτα σπίτια της πάνω γειτονιάς. Οι φτωχοί κάτοικοι έχουν κλειδαμπαρωθεί στα σπίτια τους και το μόνο που φαίνεται ότι ζωντανεύει το ορεινό χωριό είναι ο καπνός από τις καμινάδες που χορεύει αλλόκοτα στο ρυθμό

του

μανιασμένου

βοριά

που

λυσσομανάει. Μέσα σ’ ένα φτωχόσπιτο, το λιγοστό φως από τα κούτσουρα που σιγοκαίονται φαίνεται να είναι το μοναδικό σημάδι ζωής. Δυο φιγούρες σαν σκιές με την αγωνία ζωγραφισμένη στο μισοσκότεινο πρόσωπό τους συζητούν χαμηλόφωνα. « Μην ανησυχείς Γιωργή, όλα θα πάνε καλά! Η Μέλπω σου είναι δυνατή και θα τα 6


καταφέρει.

Είστε

ευλογημένοι»,

και

τον

οι

καθησύχασε

δυο

σας

η

γρια-

Κώσταινα, η μαμή της περιοχής. Και

πράγματι,

ένα

ζωηρό

κλαψούρισμα

έσπασε το μονότονο σφύριγμα του βοριά και σαν ευλογία απλώθηκε στο φτωχικό τους. Τα μάτια της Δέσπως και του Γιωργή έλαμψαν από χαρά και συγκίνηση. - Να μας είναι ευλογημένο γυναίκα! Κι ας είναι κι αυτός ένας ακόμη σκλάβος. - Να το έχει ο θεός καλά, άντρα μου! Εμείς δεν

μπορούμε

να

πάμε

κόντρα

στα

καμώματα του θεού. Τη μοίρα μας την ορίζουν οι Τούρκοι. Ας προσευχηθούμε να το αξιώσει ο θεός να δει την πατρίδα μας ελεύθερη. Αλλά και σκλάβος να μείνει πάλι να το έχει ο θεός καλά και να μας στέκεται στα δύσκολα.

7


Πράγματι,

ο

Θεράπων

άρχισε

να

μεγαλώνει σιγά σιγά και όσο μεγάλωνε τόσο φαινόταν να διαφέρει από τα μεγαλύτερα αδέρφια του, τον Αλέξη και τον Μιχαήλ. - Θεράποντα, ώρα να κοιμηθούμε! Αύριο θα ξυπνήσουμε πριν χαράξει. Να φορτώσουμε τα

τσουβάλια

με

το

στάρι

στα

δυο

μουλάρια, τον Κίτσο και τη Μαριγώ. Πρέπει να βοηθήσουμε τον πατέρα να πάμε το στάρι στο μύλο να το αλέσει. - Μην ανησυχείς Αλέξη, σε λίγο θα σβήσει το καντηλάκι και δεν θα μπορώ να διαβάσω, όσα λέει το βιβλίο που μου έδωσε ο παπα-Γιώργης. - Καλά, τόσο σημαντικό είναι αυτό το ξεθωριασμένο ζωγραφιές

βιβλίο;

έχει

και

Μόνο μερικές

κάποιες λέξεις

γραμματιζούμενες που κανένας μας δεν

8


ξέρει να τις διαβάσει. Εσύ τι προσπαθείς να κάνεις και χάνεις το χρόνο σου; Μου φαίνεται

αύριο,

όταν

με

το

καλό

επιστρέψουμε, θα πάμε στον παπα-Γιώργη να του πούμε να σ’ αφήσει στην ησυχία σου και στην ησυχία μας. Μη μας μπερδεύει με αυτά τα ακαταλαβίστικα που δεν ξέρουμε τι γράφουν. - Ούτε κι εγώ γνωρίζω καλά καλά τι λένε, όμως

ξέρω

ότι

ο

παπα-Γιώργης

με

αγαπάει και προσπαθεί να με μάθει να διαβάζω να γράφω και να λογαριάζω. Και αυτό

μου

αρέσει.

Μ’

αρέσει

να

το

ξεφυλλίζω να βλέπω τις ζωγραφιές με τους ήρωες και να προσπαθώ να διαβάσω την ιστορία τους. - Άστα αυτά τώρα. Κοιμήσου! Σε λίγες ώρες θα πρέπει να είμαστε στο πόδι.

9


Και πριν τελειώσει την κουβέντα του, το καντήλι τσίκνισε καπνούρα και μύρισε απ’ άκρη σε άκρη το φτωχικό τους δωμάτιο. Ήταν

περασμένες

τέσσερις

τα

ξημερώματα και οι μισοσκότεινες μορφές του πατέρα και της μάνας έκαναν την εμφάνισή τους. - Γυναίκα, φτιάξε μου ένα ζεστό για το κρύο και ξύπνα τα παιδιά να με βοηθήσουν να φορτώσουμε τα μουλάρια. - Ναι Γιωργή, αλλά κάνε μου μια χάρη! - Λέγε γρήγορα ωρέ γυναίκα, γιατί έχω δουλειά, αν και ξέρω τι θέλεις. - Αφού

ξέρεις,

γιατί

δεν

αφήνεις

τον

Θεράποντα να μου κάνει παρέα. Είναι μικρός κι αδύναμος. Βάρος θα σου είναι κι όχι βοήθεια.

10


- Μην επιμένεις γυναίκα. Πρέπει να μάθει από μικρός να μπαίνει στα βάσανα της δουλειάς. Πρέπει να μάθει. Έχει χρόνο να καθίσει μαζί σου, όταν με το καλό επιστρέψουμε. - Ότι πεις, εσύ είσαι ο αφέντης του σπιτιού. - Γυναίκα, αφέντες μας είναι οι Τούρκοι κι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε του κεφαλιού τους είτε το θέλουμε είτε όχι. - Ας είναι! Ο θεός τα βλέπει όλα και είναι δίκαιος. Δε θα μας αφήσει στη μοίρα μας. Ο Θεράπων που είχε ήδη ξυπνήσει, άκουσε το διάλογο των γονιών του και βάλθηκε να τους δείξει ότι παρόλο που είναι αδύναμος, θέλει να βοηθήσει στις δουλειές τον πατέρα του και τ’ αδέρφια του. Πετάχτηκε απότομα πάνω και πριν

11


τα

αδέρφια

του

συνέλθουν

από

το

αγουροξύπνημα, είχε ρίξει τρεις χούφτες παγωμένο νερό στο πρόσωπό του από την κανάτα,

είχε

φορέσει

βιαστικά

τα

μπαλωμένα παλιόρουχά του, δώρο του Μιχαήλ, μια και δεν του πήγαιναν και τσουπ, εμφανίστηκε μπροστά στους γονείς του. - Καλημέρα πατέρα! Όπως βλέπεις θα σε βοηθήσω πρώτος, μέχρι να ετοιμαστούν ο Μιχαήλ και ο Αλέξης. - Γυναίκα, αυτό το παιδί με εκπλήσσει συνέχεια. Να είσαι καλά αγόρι μου, αλλά να ξέρεις ότι οι δουλειές εκτός από καλή πρόθεση χρειάζονται όρεξη και πείσμα, να μην τα παρατάς με τις πρώτες δυσκολίες. Και οι δυσκολίες που έχουμε είναι πολλές.

12


- Τι εννοείς πατέρα, εγώ δεν είμαι ικανός όπως τα αδέρφια μου; - Ξέρω ότι έχεις όρεξη για δουλειά. Είσαι όμως μικρός και πρέπει να μαθαίνεις από εμένα και τ’ αδέρφια σου. Άντε τώρα! Πήγαινε

να

τους

βοηθήσεις

να

φορτώσουνε τα τσουβάλια και προσέχτε μη σας μπατάρουν μονόμπατα. Έχουμε δρόμο να κάνουμε μέχρι τον μύλο στο μεγάλο ποτάμι του Ερύμανθου και οι Τούρκοι κάνουν αρκετές περιπολίες. Έξω ήταν ακόμη νύχτα. Στο βάθος του ορίζοντα άρχισε να φαίνεται αναχλά το φως σαν κουρτίνα που σιγά σιγά θα μεγάλωνε και θα αγκάλιαζε χωριά, σπίτια, χωράφια, ζώα, ανθρώπους. Είχανε ήδη προχωρήσει αρκετά έξω από το χωριό, περάσανε τη ρεματιά και βγήκανε στη

13


δημοσιά, στο δρόμο που οδηγούσε στα κεφαλοχώρια

της

Αρκαδίας,

με

τα

επιβλητικά αρχοντικά και τα πλακόστρωτα δρομάκια. Εκεί κοντά, μόλις περάσεις την πετρογέφυρα,

δίπλα

στα

νερά

του

Ερύμανθου ποταμού είχε τον μύλο του ο ονομαστός μυλωνάς, Λιάγκουρας. Όλα πήγανε όπως τα είχε σχεδιάσει ο πατέρας.

Αφού

βγήκε

το

ολόφρεσκο

αλεύρι με το πίτουρο, φορτώσανε τα σακιά στα μουλάρια και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. - Καλοφάγωτο Γιωργή! Και του χρόνου να έχεις περισσότερη σοδειά, γιατί βλέπω ότι μεγαλώσανε οι γιοι σου! - Να’ σαι καλά Λιάγκουρα! Καλές δουλειές και σε σένα.

14


- Καλό δρόμο! Να προσέχεις, γιατί οι Τούρκοι είναι άτιμη φάρα και μπορεί να σε δυσκολέψουν με τόσο αλεύρι. Ο πατέρας ήξερε ότι οι Τούρκοι είναι σκληροί κι αν βρεθούν στο δρόμο του μπορεί να θελήσουν με μπαγαποντιά να του κλέψουν ή να του χαλάσουν τη σοδειά. Ο φόβος του δεν άργησε να επαληθευτεί. Είχαν αφήσει πίσω τους το νερόμυλο, περάσανε τη δημοσιά και κατεβήκανε στη ρεματιά να κόψουν δρόμο για το χωριό. Τα ζώα ήταν ήδη κουρασμένα από το βαρύ φορτίο. Ο Γιωργής με τον Αλέξη και τον Μιχαήλ μουλάρια

οδηγούσανε και

ο

τα

φορτωμένα

Θεράπων

καβάλα

ανυπομονούσε να επιστρέψει στο ζεστό φτωχικό του. Ενώ όλα φαίνονταν ήσυχα, ξαφνικά ακούστηκαν ποδοβολητά αλόγων.

15


Δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους πέντε καβαλαραίοι, σπαχήδες όπως τους ονόμαζαν από το ατρόμητο Λάλα, γνωστοί για τον σκληρό τους χαρακτήρα και την αγριάδα τους. - Τι γίνεται ωρέ γκιαούρηδες, ποιος άνεμος σας φέρνει εδώ; - Τίποτα πασά μου, εγώ φτωχός άνθρωπος είμαι

και

προσπαθώ

να

ταΐσω

την

οικογένειά μου . - Αν κρίνω από την πραμάτεια σου, δε σε λέω και φτωχό. Για να δούμε ωρέ γκιαούρη, τι κρύβεις εδώ μέσα! - Ψάξτε καλά παλικάρια μου! - Στις διαταγές σου, πασά μας! Καθώς βλέπει ο Θεράπων τον Τούρκο να πλησιάζει αγριεμένος το μουλάρι στο οποίο είναι καβάλα, τον πιάνει τρέμουλο,

16


αλλά μια δύναμη

από μέσα του τον

σπρώχνει με παράπονο να πει με φωνή που ίσα ίσα έβγαινε από το αδύναμο στόμα του. - Αλεύρι

είναι,

βοήθησα

κι

εγώ

να

μαζέψουμε το στάρι. - Αφού βοήθησες κι εσύ να μαζέψεις το στάρι, βοήθα τώρα να μαζέψεις και το αλεύρι! Και με μια απότομη κίνηση ο στρατιώτης βγάζει το κοφτερό του μαχαίρι και σχίζει με δύναμη τα σακιά με το αλεύρι. - Τώρα να δούμε πόσο δουλευταράδες είστε! Ο

Θεράπων

βλέποντας

το

αλεύρι

να

σκορπίζει χάμω σαν σκόνη, λύγισε η καρδιά του, αλλά δεν έχασε το θάρρος του. Με λυγμούς

και

χωρίς

να

κατεβαίνει από το άλογο,

17

χάσει

χρόνο

αρπάζει μια


χούφτα αλεύρι και την εκσφενδονίζει με όλη του τη δύναμη στο πρόσωπο του στρατιώτη, ο οποίος δεν περίμενε αυτή τη δυσάρεστη έκπληξη.

Το

στόμα

του

μπούκωσε

με

αλεύρια, το πρόσωπό του άσπρισε μα η καρδιά του παρέμεινε μαύρη. - Διαβολάκι, θα σε πιάσω στα χέρια μου και θα στις βρέξω άσχημα. Πού είσαι; Δεν μπορώ να σε δω έτσι που έγιναν τα μάτια μου! «Είναι άδικο, είναι άδικο», άρχισε να λέει με δακρυσμένα μάτια ο Θεράπων και στην προσπάθειά του να αποφύγει τον οργισμένο Τούρκο μπερδεύεται, γλιστράει και πέφτει στις λάσπες. Ο Τούρκος δε χάνει χρόνο, τον αρπάζει με το ένα χέρι και με το άλλο του φέρνει μια ανάποδη μπατσιά που είδε τον ουρανό ανάποδα και μάτωσε το αδύναμο

18


προσωπάκι του. Ο Αλέξης και ο Μιχαήλ τα έχασαν. Ο πατέρας τους νευρίασε και όρμησε πάνω στους Τούρκους. Αμέσως πετάχτηκαν μπροστά του δυο Τούρκοι, όπου τον χτύπησαν άσχημα και τον πέταξαν μέσα στις λάσπες. - Αυτό να το θυμάστε, για να ξέρετε ποιος κάνει κουμάντο εδώ πέρα! Η

απογοήτευση

και

η

πίκρα

ήταν

ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Ένα κομμάτι από το βιος τους χάθηκε. Όμως η ανακούφιση ότι είναι ζωντανοί και ότι ο ένας

είναι

δίπλα

στον

άλλον

τους

παρηγόρησε και τους έδωσε δύναμη και ελπίδα να συνεχίσουν.

19


Ο χρόνος στο ορεινό χωριό κυλούσε αργά και έκλεινε τις πληγές από το προσωπάκι του Θεράποντα, που τώρα είχε γίνει σωστό παλικαράκι. Ξυπνούσε με το χάραμα μαζί με τα δυο του αδέρφια και βόηθαγαν στις αγροτικές

δουλειές

τον

20

πατέρα

τους.


Η έγνοια του όμως ήταν άλλη. Αγνάντευε ψηλά στην απέναντι βουνοκορφούλα, εκεί που βρισκόταν το ξωκλήσι του Αι-Γιώργη, βουτηγμένο μέσα στο πράσινο και στα πουρνάρια. Ξέκλεβε λοιπόν, λίγο χρόνο και ανηφόριζε κατά κει, έχοντας το φόβο μην τον ανακαλύψουν οι Τούρκοι και βρει τον μπελά του και ο γέροντας, ο παπα-Νικόλας. Ένας σοφός γέροντας με το ζαρωμένο μέτωπο και την άσπρη γενειάδα του να καλύπτει το ήρεμο πρόσωπό του. - Καλώς το’ νε! Έλα πέρνα μέσα μη μας δει κάνα μάτι και κάτσε στον σκίμποδα* να ξαποστάσεις. - Παππούλη, μην ανησυχείς για μένα! Είμαι μια χαρά, γεμάτος όρεξη να μάθω.

Σκίμποδας: χαμηλό σκαμνί. Ιστορία Ε΄. Κεφ. 12. Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο

21


22


- Να μάθεις παιδί μου! Όλη τη γνώση και τη σοφία που κουβαλώ μέσα μου, θέλω να την κάνεις δική σου. Θέλω να γνωρίσεις την ιστορία της πατρίδας μας να μάθεις τους ήρωες που έχυσαν το αίμα τους, για αυτόν εδώ τον τόπο, για να παραμείνει λεύτερος και όχι σκλαβωμένος, όπως είναι σήμερα. Να γνωρίσεις τους αρχαίους Έλληνες, τον Περικλή, τον Σωκράτη αλλά και τους μυθικούς ήρωες, τον Ηρακλή και τον Θησέα. - Παππούλη, έχω ήδη διαβάσει το βιβλίο που μου έδωσες με τους αρχαίους ήρωες της μυθολογίας. - Είσαι πεισματάρης γιε μου και διψάς συνέχεια για μάθηση. Εγώ σου έμαθα αυτά τα λίγα γράμματα. Το μόνο που έχω να σου

23


προσφέρω είναι ένα βιβλίο για την ιστορία μας. - Ποιο βιβλίο παππούλη; Το μόνο που έχεις είναι το ψαλτήρι και το βαγγέλιο. Χωρίς να του απαντήσει ο γέροντας μπήκε στο ιερό και αφού προσκύνησε στην Αγία Τράπεζα γονάτισε σα να’ θελε να κάνει προσευχή. Μα όχι! Το χέρι του έπιασε κάτι σαν δέμα, το τράβηξε έξω το φίλησε και το’ δωσε στο Θεράποντα. - Παρ’ το! Το φυλάω σαν φυλαχτό. Μου το’ δωσε ο δέσποτας να το κρύψω μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Περίμενα τούτη τη στιγμή να στο δώσω. Εδώ είναι γραμμένα σπουδαία πράματα. Παρ’ το! Είναι δικό σου. Στα χέρια σου θα πάρει ζωή.

24


- Παππούλη σ’ ευχαριστώ! Θα το προσέχω σαν τα μάτια μου. Το πήρε και το άνοιξε. Ήταν ένα βιβλίο δερμάτινο με την υπογραφή του Αδαμάντιου Κοραή. - Ποιος είναι αυτός παππούλη; - Ένας σπουδαίος Έλληνας που έγραψε για τις αξίες της πατρίδας μας. Έσφιξε το βιβλίο με τις δυο παλάμες του σαν να

κρατούσε

συλλάβισε

έναν

στο

μικρό

θησαυρό

εξώφυλλο

τη

και λέξη

«Παπατρέχας». Αναρωτήθηκε τι να σημαίνει και πριν προλάβει να ρωτήσει τον γέροντα, ακούστηκαν

ποδοβολητά

αλόγων.

Ο

γέροντας κατάλαβε. - Γρήγορα Θεράπων! Φύγε! Δεν είσαι ασφαλής εδώ. Οι Τούρκοι έρχονται. Φύγε από το παραθυράκι της πίσω πόρτας του

25


ιερού. Θα’ χουμε άσχημα ξεμπερδέματα, αν σε βρουν εδώ οι στρατιώτες. Το μικρόσωμο παιδί πετάχτηκε με όση δύναμη είχε, σούρθηκε μέσα από το μικρό παραθυράκι και ξεμάκρυνε σαν αερικό μέσα στα

πουρνάρια.

Οι

Τούρκοι

κλότσησαν

δυνατά την ξύλινη πορτούλα, η οποία άνοιξε διάπλατα

δείχνοντας

μπροστά

τους

το

γέροντα που τους περίμενε καρτερικά. - Τι γίνεται εδώ, βρε γέρο; - Τι να γίνει πασά μου; Εκκλησία είναι και προσεύχομαι να σας έχει ο θεός καλά και να μας διαφεντεύετε! - Τι λες ωρέ! Τόσο πολύ νοιάζεσαι για μας; Άκου γέρο! Μάθαμε ότι κρύβεις εδώ μέσα εκείνο το παλιόπαιδο. Πού το έχεις; - Δεν είναι κανείς εδώ μέσα εκτός από εμένα και τις πολύτιμες εικόνες μου.

26


Αυτόν που ψάχνετε δε θα τον βρείτε σε αυτό το ξωκλήσι. - Γέρο, είσαι άπιστος και ξέρω ότι μας κρύβεις πράματα. Γνωρίζουμε ότι εδώ μαζεύεις εκείνο το μπασμένο παιδί του Γιωργή και του μαθαίνεις γράμματα. Βάλτο καλά στο ξεροτρόκαλό σου! Εδώ εμείς κάνουμε κουμάντο και πες μας γρήγορα πού το κρύβεις. - Δεν ξέρω αγά μου! Εγώ δε βλέπω καλά καλά και λίγες αράδες γράμματα ξέρω. Μη με ταλαιπωρείς. - Πας φυρί φυρί να φας το κεφάλι σου. Παίζεις

με

τα

νεύρα

μου.

Εμπρός

παλικάρια μου, ψάξτε κάθε τρύπα που μπορεί να κρύβεται αυτό το παλιόπαιδο. - Στις διαταγές σου πασά μας!

27


- Πού’ σαι γκιαούρη, θα σε ξετρυπώσουμε και θα πληρώσεις. - Πασά μου εδώ κοίτα! Αυτή η τρύπα είναι λασπωμένη μέχρι απάνω. Φαίνεται πως το παλιόπαιδο μας κατάλαβε και ξεγλίστρησε. - Παναθεμά το! Τι περιμένετε; Θα το προλάβουμε. Γρήγορα στα άλογα! Όσο για σένα παλιόγερε σου αξίζει τιμωρία. - Πασά μου, να το κάψουμε αυτό το παλιαχούρι και τον παλιόγερο; - Αφήστε τον, δεν ήρθε ακόμα η ώρα του. Μπορεί να τον χρειαστούμε. Αλλά μην αφήνετε τίποτα όρθιο. Κάντε τον να κλάψει η ψυχή του, βλέποντας το ναό του καμένο και άχρηστο, όπως άχρηστος είναι και ο ίδιος. Στο πέρασμά τους οι σπαχήδες Λαλαίοι δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Ράγισε η καρδιά του

28


γέροντα, αλλά δεν κακολόγησε τους εχθρούς του.

«Θα

βρω

το

κουράγιο

να

τα

ξαναφτιάξω», ψιθύρισε δακρυσμένος. Ο

Θεράπων

έκοψε

δρόμο

μέσα

από

κατηφοριές και τη ρεματιά και βρέθηκε στα γνώριμα πατρικά του εδάφη. Κατευθείαν τράβηξε για την αποθήκη, μια χαμοκέλα ετοιμόρροπη, όπου έκρυψε το βιβλίο στο σωρό με τ’ άχυρα. - Πού’ σαι Θεράπων, άργησες λίγο να’ ρθεις. Μα γιατί σε βλέπω αναστατωμένο; Συμβαίνει κάτι; - Τίποτα Αλέξη μου, έπρεπε ήδη να’ χα βγάλει για βοσκή τα ζώα και φοβάμαι μήπως ο πατέρας το καταλάβει. - Δεν πρόλαβε να βγάλει τα ζώα έξω από τη

στάνη

και

χλιμιντρίσματα

ποδοβολητά γυρόφερναν στον αέρα.

29

με


- Καιρό είχαμε να ξανασυναντηθούμε μικρέ! Βλέπω ότι μεγάλωσες και το προσωπάκι σου έχει στρώσει. Μάλλον δεν πήρες το μάθημά σου! - Αγά μου, εγώ το μόνο που ξέρω είναι να βόσκω αυτά τα λίγα ζώα που βλέπεις και να βοηθάω τους γονείς μου. - Και τον γέροντα, ποιος τον βοήθησε ωρέ! Εσύ δεν είσαι που πήγαινες στο ξωκλήσι και μάθαινες γράμματα με τον παπά; Τι δουλειά έχεις στο μοναστήρι; - Αγά μου, συγχώρα με, δεν το’ ξερα αυτό… - Ώστε ομολογείς ωρέ; Τώρα θα δεις! - Εγώ…, λάθος ! Δεν είπα κάτι τέτοιο. - Αφήστε μας ήσυχους! O αδερφός μου είναι μικρός και αδύναμος, για να τα βάλει μαζί σας.

30


- Αυτά ας τα σκεφτόσασταν από πριν. Τώρα είναι αργά για κλάψες. Παλικάρια μου! Δώστε τους ένα καλό μάθημα. - Αφερίμ*, πασά μου, Αφερίμ! Και με μια απότομη κίνηση πέταξαν μέσα στον στάβλο ένα αναμμένο δαδί. Ο στάβλος κάηκε, αλλά το βιβλίο σώθηκε. Ο Θεράπων μόλις αντίκρισε την καταστροφή, άρχισε να κλαίει και να νιώθε τύψεις. Αμέσως ήρθαν δίπλα του τ’ αδέρφια του και ο πατέρας τους, που αφού τα σφιχταγκάλιασε τους είπε «Μη φοβάστε, σημασία έχει που είμαστε ζωντανοί ο ένας δίπλα στον άλλον».

Αφερίμ (τούρκικη λέξη): Μπράβο

31


Η ζωή επανήλθε σιγά σιγά σε ηρεμία και στην καθημερινή φτώχεια. Αυτό όμως δεν πείραζε καθόλου τον Θεράποντα, τον οποίο πού τον έβρισκες πού τον έχανες, το έριχνε στο διάβασμα. Προσπαθούσε να καταλάβει τι λέει το βιβλίο και ό,τι δεν μπορούσε, έσπαγε το κεφάλι του να το βρει! Έπαιρνε σαν φυλαχτό το βιβλίο και κει που έβοσκε τα ζώα, καθόταν σε κάποια μικρή ραχούλα και διάβαζε. Το βράδυ πότε με το καντήλι πότε με το κερί αφοσιωνόταν στο διάβασμα. - Δε βαρέθηκες τόσες ώρες σκυμμένος σ’ αυτά τα βιβλία; Έλα να κοιμηθείς τώρα και αύριο μέρα είναι. - Λίγο ακόμα Αλέξη, λίγο ακόμα θέλω και τελειώνω. Ο Αλέξης που τον αγαπούσε, τον έβλεπε που

σκουντουφλούσε

32

και

τελικά


αποκοιμιόταν πάνω στο βιβλίο. Τον έπιανε με τα δυνατά του μπράτσα και τον έβαζε κοιμισμένο στο μικρό του κρεβατάκι. Ο καιρός περνούσε και ο Θεράπων έγινε σωστό παλικαράκι. Το μυαλό του είχε ωριμάσει, οι σκέψεις του και ο λόγος του έκανε

τους

συγχωριανούς

του

να

τον

βλέπουν με θαυμασμό. Τους μίλαγε για τους αρχαίους

προγόνους

μας

για

το

ότι

αγαπούσαν και αγωνίζονταν για ελευθερία και δημοκρατία. Τους μιλούσε για το καλό και το δίκαιο που πρέπει να νικήσει το κακό και την αδικία. Τους μίλαγε για αξίες και άλλα πολλά που δεν τα καταλάβαιναν πολλές φορές οι απλοί συγχωριανοί του. Και μπορεί τα λόγια του να ακούγονταν όμορφα και ωραία, όμως τους έπιανε ο φόβος μήπως φτάσουν στα αυτιά

33


των Τούρκων όλα αυτά και βρουν τον μπελά τους. Ο πατέρας του ο Γιωργής αν και καμάρωνε, ένιωθε τον κίνδυνο να πλησιάζει για μια ακόμη φορά. - Γυναίκα, ο γιος μας μεγάλωσε και μπορεί όσα λέει να είναι σωστά και δίκαια, είναι όμως επικίνδυνα. Γι’ αυτό είναι εδώ και ο παπα-Νικόλας να μας ορμηνέψει τι θα κάνουμε. - Έχεις δίκιο Γιωργή! Ο Θεράπων μας μεγάλωσε κι εγώ ανησυχώ. - Μη φοβάσαι μητέρα! Ξέρω ότι με όσα λέω σας βάζω σε κίνδυνο. Για εμένα δε με νοιάζει. Δε θέλω όμως να πάθετε κάτι εξαιτίας μου. Γι’ αυτό το αποφάσισα. Θα πρέπει να σας αποχωριστώ. Θα φύγω και θα σας αφήσω στην ηρεμία σας. - Τι είναι αυτά που λες αγόρι μου!

34


- Έχει δίκιο ο Θεράπων! Δεν πρέπει να σας βάλει σε κίνδυνο. Η ώρα να πάρει μια τολμηρή απόφαση έφτασε! - Μα τι’ ναι αυτά που λέτε; Και πού να πας, τι θ’ απογίνεις ; - Μη φοβάσαι μάνα! Το έχουμε συζητήσει με τον παππούλη. - Ακούστε με Γιωργή και Δέσπω! Θα φύγουμε

νύχτα,

πριν

μας

πιάσει

το

ξημέρωμα και μας πετύχουν οι Τούρκοι. - Και πού θα πάτε; - Ο προορισμός μας πάρουμε

τον

δρόμο

είναι μυστικός. Θα για

το

Μεγάλο

μοναστήρι, εκεί που θα έχει ασφάλεια. - Το’ χω ακουστά! Αλλά δεν ξέρω πού βρίσκεται. - Είναι μακρύς ο δρόμος και καλύτερα να μη γνωρίζετε. Το μόνο που πρέπει να κάνετε

35


εσείς είναι να δώσετε την ευχή σας και να προσεύχεστε. Ξεκίνησαν νύχτα, το σκοτάδι ήταν βαθύ, αλλά ο παππούλης ήξερε τα κατατόπια και τα περάσματα, για να αποφύγουν τους Τούρκους. Αυτό έκανε τη διαδρομή τους δύσκολη και κουραστική και το ξημέρωμα βρήκε τον Θεράποντα σε άγνωστα μέρη. - Παππούλη! Να ξαποστάσουμε λίγο να ξεκουραστείς; - Μη φοβάσαι για μένα παιδάκι μου! Ο θεός μου δίνει δύναμη να συνεχίσω! Λίγο ακόμα και κοντεύουμε. Αφού πέρασαν απαρατήρητοι κατά το απομεσήμερο αγνάντεψαν ψηλά πάνω στο βουνό μισοσκεπασμένο με τα έλατα το μοναστήρι της Χρυσοπηγής και κάτω στην πλαγιά το κεφαλοχώρι, τη Δίβρη. Ο

36


Θεράπων αγνάντευε και δε χόρταινε το μάτι του. Είχαν πάρει την ανηφοριά και πλησίασαν αρκετά, όπου ακούστηκαν μέσα από τα έλατα δυο φωνές. - Πού πας γέροντα με το παιδί; - Μη φοβάστε έναν γέροντα. Έχω καιρό να δω τον άγιο ηγούμενο και φέρνω κι αυτό το παιδί να το προστατέψει από την αγριάδα των Τούρκων. - Ποιος είσαι παππούλη; - Πες τε του ότι είμαι ο παπα-Νικόλας και θα καταλάβει. «Φαίνεται να λέει αλήθεια», ακούστηκε να λέει η μια φωνή και ξεπετάχτηκαν μπροστά τους δυο καλόγεροι με τα καριοφίλια τους και τις αρματωσιές τους και τους οδήγησαν μέσα στο Μεγάλο μοναστήρι.

37


Δε χόρταινε το βλέμμα του Θεράποντα να θαυμάζει και να απορεί πώς κατάφεραν άνθρωποι να φτιάξουν στην απόμερη πλαγιά ένα τόσο μεγάλο μοναστήρι! Οι καλόγεροι τους πήγαν στον ηγούμενο που μόλις

αντίκρισε

τον

παπα-Νικόλα

ξαφνιάστηκε και χάρηκε. - Πώς από τα μέρη μας παπα-Νικόλα; Έχω χρόνια να σε δω! - Γεια σου άγιε ηγούμενε! Χαίρομαι που σε βλέπω και σου ζητώ να φιλοξενήσεις αυτό το παιδί μια και το κυνηγούν οι Τούρκοι. - Μείνε ήσυχος! Το μοναστήρι μας έχει ανάγκη από τους νέους μας. Εδώ θα έχει χρόνο να μάθει να διαβάζει και να λογαριάζει. - Άγιε

ηγούμενε

ευχαριστώ

για

την

φιλοξενία! Με λένε Θεράπων και τ’ όνειρό

38


μου είναι να βοηθήσω να λευτερωθούμε από τον κατακτητή. Όσο για το διάβασμα, ξέρω να γράφω και να λογαριάζω. Θέλω όμως το κάτι παραπάνω. - Μπράβο νεαρέ μου! Αυτός είναι ο καημός μου κι εσύ είσαι η ελπίδα μας. Το μοναστήρι της Χρυσοπηγής ήταν ένας θησαυρός γνώσεων για όλους τους νέους που πήγαιναν εκεί. Οι Λαλαίοι προσπάθησαν πολλές φορές να το κάψουν, αλλά μάταια. Οι καλόγεροι δεν το επέτρεψαν ποτέ! Μα το ίδιο έκαναν και οι Διβραίοι. Οι πανίσχυροι Λαλαίοι,

όσες

φορές

προσπάθησαν,

βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα παλικάρια της Δίβρης και τους καλόγερους. Έτσι η Δίβρη και το μοναστήρι της Χρυσοπηγής παρέμεναν ελεύθερα, για να θυμίζουν στους Τούρκους

39


ότι υπάρχει ένα κομμάτι ελληνικό που αντιστέκεται και αναπνέει ελεύθερα. Ο Θεράπων γρήγορα διακρίθηκε απ’ όλους τους νέους στο μοναστήρι. Πού τον έβρισκες πού τον έχανες, ήταν χωμένος μέσα στα βιβλία της μονής. Ο λόγος του ήταν δυνατός και μάγευε τους μοναχούς. Μα και στα χωράφια δεν πήγαινε πίσω, αν και ήταν αδύναμος με ασθενικό σώμα. Ο ηγούμενος τον εμπιστευόταν και πολλές φορές τον έβαζε

να

εμψυχώνει

και

τους

άλλους

μοναχούς. Ένα πρωινό επισκέφτηκε το μοναστήρι ο καπετάν Βιλαέτης, ο ατρόμητος ήρωας του Πύργου που δε φοβόταν τους Τούρκους. Είχε πάει να προσκυνήσει τις εικόνες και του έκανε μεγάλη εντύπωση ο Θεράπων.

40


- Νεαρέ μου, θέλω να έρθεις μαζί μου στον Πύργο, γιατί μιλάς πολύ όμορφα και μου αρέσουν οι ιδέες σου για ελευθερία. Έλα να μάθεις γράμματα τα παιδιά και να ξεσηκώσουμε μαζί όλο το λαό εναντίον των Τούρκων. - Πολύ θα το’ θελα. Αν με εμπιστεύεσαι και μου το επιτρέπει ο ηγούμενος, είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω ! «Θεράπων, έχεις την ευχή μου και ο θεός μαζί σου», ήταν τα λόγια με τα οποία τον αποχαιρέτησε ο ηγούμενος. Ο Φόβος απέναντι στους Τούρκους κατακτητές και στον πανίσχυρο στρατό των Λαλαίων Τούρκων έκανε στην αρχή τους κατοίκους της πρωτεύουσας της Ηλείας να βλέπουν διστακτικά τον Θεράπoντα και οποιαδήποτε συζήτηση για ξεσηκωμό. Οι

41


πλούσιες οικογένειες τον υποδέχτηκαν με χαρά και του εμπιστεύτηκαν τα παιδιά τους. Είχε

κάνει

και

μια

βιβλιοθήκη,

όπου

μαζεύονταν πολλοί νέοι και ο Θεράπων τους μίλαγε για τη δημοκρατία στην αρχαία Ελλάδα και για τον πολιτισμό μας. Ότι πρέπει

να

είμαστε

περήφανοι

για

την

καταγωγή μας και ότι πρέπει να παλέψουμε για αξίες και ιδανικά. Ότι στους Έλληνες δεν ταιριάζει η δουλεία. Είναι γεννημένοι να ζουν ελεύθεροι και να παλεύουν γι’ αυτό. Οι νέοι ακούγοντάς τον ενθουσιάζονταν κι έτσι άρχισαν να σχηματίζονται ομάδες νεαρών, που ήσαν έτοιμες να πολεμήσουν για τη λευτεριά. Μια μέρα καθώς περπατούσε στην αγορά είδε δυο άντρες να τσακώνονται άσχημα και τους ρώτησε «Γιατί μαλώνετε;». Τότε αυτοί

42


τον έβρισαν άσχημα. Ο Θεράπων όμως τους μίλησε με ηρεμία και ότι πρέπει να είμαστε μονιασμένοι για να ελευθερωθούμε. Τότε αυτοί εντυπωσιάστηκαν για την ευγένεια του,

κατάλαβαν

το

λάθος

τους

και

συμφιλιώθηκαν.

Η σπίθα της επανάστασης ήταν έτοιμη να ανάψει από άκρη σε άκρη. Το σύνθημα της επανάστασης δεν άργησε να δοθεί από τον καπετάν Βιλαέτη στην πρωτεύουσα της Ηλείας

και

Γαστούνη,

τον

που

Γεώργιο με

τα

Σισίνη

παλικάρια

στη τους

σήκωσαν τη σημαία της λευτεριάς. Τα νέα δεν άργησαν να φτάσουν στα αυτιά των σκληρών Λαλαίων. Ήταν ζήτημα χρόνου να επιτεθούν και να προσπαθήσουν να

43


πνίξουν πράγματι

τον οι

ξεσηκωμό αδίστακτοι

στο

αίμα.

Και

Λαλαίοι

με

αιφνιδιαστική κίνηση επιτέθηκαν στην πόλη του Πύργου. Ο καπετάν Βιλαέτης με τα παλικάρια του οργάνωνε την άμυνα, αλλά ήταν πολύ ανήσυχος. - Θεράπων, εμείς εδώ θα πολεμήσουμε για τη λευτεριά! Ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνουμε.

Όμως

πρέπει

να

προστατέψουμε τα γυναικόπαιδα και εσύ πρέπει να βοηθήσεις. - Καπετάνιε, περίμενα να πολεμήσω στο πλευρό σου! - Ξέρω ότι είσαι γενναίος! Γι’ αυτό όσο χρόνο

έχουμε,

να

μαζέψεις

τα

γυναικόπαιδα και να τα πας σε ασφαλές σημείο έξω από την πόλη. Θα πας με τον παπα-Αναστάση. Διάλεξε και μερικά από

44


τα παλικάρια της ομάδας σου και ξεκίνα! Ο εχθρός πλησιάζει. - Δεν μπορώ να σας αφήσω μόνους σας. - Θεράπων, αυτόν τον αγώνα τον κάνουμε για τα παιδιά μας. Εμείς δε χαρήκαμε την παιδική μας ηλικία. Ας μην αφήσουμε να πάθουν το ίδιο και αυτά τα παιδιά. Τρέχα και σώστα! Χωρίς

να

χάσει

γυναικόπαιδα

στην

καιρό

μάζεψε

εκκλησία

του

αρκετά Αγίου

Χαραλάμπους και ξεκίνησαν να σωθούν. Μπροστά πήγαινε ο Θεράπων με τον παπαΑναστάση με δυο ετοιμοπόλεμα παλικάρια, πίσω ακολουθούσαν τα γυναικόπαιδα και στο τέλος άλλα δυο παλικάρια, για ασφάλεια. Στο βάθος ακούγονται οι πρώτες τουφεκιές και ο φόβος αρχίζει να κυριεύει τα πρόσωπά τους.

45


«Μη φοβάστε! Κανείς δε θα μας ακουμπήσει. Έχουμε τη βοήθεια του θεού και του Αγίου», ακούστηκε η φωνή του Θεράποντα στην προσπάθειά του να τους καθησυχάσει. Το πλήθος σαν κοπάδι γλίστρησε μέσα από αμπέλια, ελαιώνες και χωράφια και με ασφάλεια έφτασε στους πρώτους λόφους έξω από την πόλη. Οι τουφεκιές χάνονταν στον αέρα, αλλά ο ουρανός στο βάθος, πάνω από την πόλη, άρχιζε να γεμίζει καπνούς. Και τότε οι γυναίκες που αντίκριζαν αυτό το θέαμα έσφιγγαν στην αγκαλιά τα παιδιά τους τα φιλούσαν κι έκλαιγαν. Εκεί που όλα φαίνονταν ότι θα ηρεμούσαν ακούστηκαν τουφεκιές

από

καβαλάρηδων

μια

που

ομάδα άρχισαν

τούρκων να

τους

περικυκλώνουν. Αμέσως ο παπα-Αναστάσης φώναξε «Για όνομα

46

του θεού παιδιά,


χτυπάτε τους, μην υποχωρείτε! Πιάστε πίσω από τους κορμούς και χτυπήστε τους. Μην

τους

αφήνετε

να

πλησιάσουν

τα

γυναικόπαιδα!». Τα

καριοφίλια

βρόντηξαν

και,

όταν

τελείωσαν οι σφαίρες, βγήκαν τα γιαταγάνια και άστραψαν στον ουρανό. Μάχη σώμα με σώμα ανάμεσα στα λιγοστά παλικάρια και τους σκληρούς Λαλαίους Τούρκους. Αυτό όμως έδωσε τη δυνατότητα στον Θεράποντα να κερδίσει χρόνο και να οδηγήσει τα γυναικόπαιδα

μέσα

στο

δάσος.

Τότε

ακούστηκε μια φωνή: «Από δω, ελάτε γρήγορα. Μη χάνουμε χρόνο! Μπείτε μέσα στο πέρασμα. Γρήγορα!». Σύρθηκαν μέσα στο κρυφό πέρασμα και τελευταίος ο Θεράπων, όπου η αγωνία και η ταραχή του ήταν ακόμα ζωγραφισμένη στο

47


πρόσωπό του. Αφού ηρέμησε και διαπίστωσε ότι όλοι ήταν καλά ρώτησε τους χωρικούς. - Ποιοι είστε και πώς βρεθήκατε εδώ; - Μη φοβάστε! Έλληνες είμαστε, μένουμε στο χωριό εδώ! Ακούσαμε τις τουφεκιές και

καταλάβαμε.

Αλλά

θα

τους

περιποιηθούμε κατάλληλα. - Να είστε καλά αδέρφια μου! Μας σώσατε από

τα

χειρότερα.

Όμως,

πρέπει

να

επιστρέψω πίσω, να βοηθήσω τα παλικάρια και τον παπα-Αναστάση. Δεν πρόλαβε να κάνει βήμα και οι Τούρκοι με φωνές και τουφεκιές κατέφτασαν προσπαθώντας να τους τρομάξουν. Όμως για

κακή

τους

τύχη

περικυκλώθηκαν,

μπροστά από τον Θεράποντα και τους χωρικούς και από πίσω από τα παλικάρια του Θεράπονα. Οι Τούρκοι τα έχασαν και

48


όπου φύγει φύγει, παρατώντας τα άλογα και τα τουφέκια τους. «Νικήσαμε, νικήσαμε», βροντοφώναξαν με μια φωνή όλοι και ο ένας έπεφτε στην αγκαλιά του άλλου, οι γυναίκες φύλαγαν με δάκρυα τα παιδιά τους και ευχαριστούσαν το θεό για το καλό που τους έκανε. Ήταν μια μικρή νίκη που τους έδωσε δύναμη και κουράγιο κι ας έπεσε για τη λευτεριά ο παπα-Αναστάσης. Όμως οι νίκες κερδίζονται με αγώνες και θυσίες που δεν έχουν τελειωμό. Αυτό το γνώριζε καλά ο Θεράπων και όλοι, όσοι παλεύανε για τη λευτεριά

αυτού

του

τόπου.

Έτσι

περνοδιάβαινε σε βουνά και σε λαγκάδια σε πεδιάδες και σε ραχούλες, σε

χωριά και

κεφαλοχώρια της Ηλείας και με τον λόγο του

49


προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή την σπίθα της επανάστασης.

50


“Εμμανουήλ” Ο Εμμανουήλ ήταν ένα δεκάχρονο παιδί που έζησε στα τέλη του 18ου αιώνα και

αντιστάθηκε

μικρή

ηλικία

στους

Τούρκους

δείχνοντας

από

πρωτόγνωρο

θάρρος και τόλμη. Ο Εμμανουήλ ζούσε στην Τρίπολη με τους γονείς του, τον πατέρα

του

Ιωάννη,

την

μητέρα

του

Ειρήνη και τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον δεκαεξάχρονο Θεόδωρο. «Εμμανουήλ ξύπνα!», φώναξε η μητέρα του.

«Τώρα

έρχομαι!»,

φώναξε

ο

Εμμανουήλ. Έφαγε το φτωχικό πρωινό του, που με πολλές στερήσεις εξασφάλιζε ο πατέρας του και έτρεξε να συναντήσει τον αγαπημένο του φίλο, Βελισάριο. Ξεκίνησε με χαρά και αγωνία ταυτόχρονα, για να φτάσει γρήγορα και με ασφάλεια στο σπίτι του φίλου του που 51


απείχε λίγα μόνο μέτρα από το δικό του σπίτι.

Όμως,

φτάνοντας

στην

γωνία

αντιλήφθηκε

την

παρουσία

Τούρκων

καβαλάρηδων,

που

περνούσαν

από

την

γειτονιά. Έτσι, απογοητευμένος επέστρεψε στο σπίτι του και έμεινε για ώρα σε περισυλλογή. Από

τις

σκέψεις

του

τον

έβγαλε

η

αναχώρηση του πατέρα του. Ήρθε η είδηση ότι οι Τούρκοι ξεκίνησαν επιδρομές στα χωριά της Καλαμάτας και σκότωναν χωρίς έλεος γυναίκες και παιδιά. Ο πατέρας του Εμμανουήλ το αποφάσισε δίχως δεύτερη σκέψη. «Ελάτε εδώ. Εγώ θα φύγω. Δεν μπορώ να μένω άλλο εδώ άπραγος και οι Τούρκοι να αλωνίζουν. Σύντομα, αν συνεχίσουν έτσι, θα φτάσουν και στην πόρτα μας. Εσείς να

52


προσέχετε. Αγόρια να φροντίσετε την μάνα σας. Και να θυμάστε οτιδήποτε κάνω είναι για το καλό της πατρίδας και το δικό σας μέλλον. Για να δείτε ελεύθερη την πατρίδα μας σύντομα». «Πατέρα, μην νοιάζεσαι για εμάς. Εγώ σαν μεγαλύτερος θα είμαι ο προστάτης για την μάνα μου και τον αδελφό μου. Εσύ να βάλεις τα δυνατά σου στον αγώνα αυτό». είπε ο Θεόδωρος. «Ναι, πατέρα. Εμείς δεν έχουμε ανάγκη. Θα προσέχουμε

το

σπιτικό

μας

και

θα

περιμένουμε να μας φέρεις την είδηση της λευτεριάς», συμπλήρωσε ο Εμμανουήλ. «Στο καλό, να προσέχεις», είπε η γυναίκα του, η Ειρήνη. Την ίδια ώρα η ίδια σκηνή επαναλαμβανόταν στο σπίτι του Βελισάριου, όπου έφευγε ο

53


πατέρας του για την μάχη, όπως και σε πολλά άλλα σπίτια της Τρίπολης. Κάθε εβδομάδα έρχονταν ειδήσεις για τις μάχες και τον αγώνα που έδιναν οι άντρες ενάντια στον σκληρό εχθρό. Άλλες φορές τα νέα ήταν ευχάριστα και έδιναν κουράγιο και ελπίδα

στις

γυναίκες

που

έπρεπε

να

στηρίζουν μόνες τους πια τις οικογένειές τους. Άλλες φορές πάλι τα μαντάτα που έφταναν

δεν

ήταν

καλά

και

θρήνοι

ακούγονταν σε όλη την πόλη. Η μια γυναίκα παρηγορούσε την άλλη και έτσι έπαιρναν δύναμη. «Δεν είναι αλήθεια, δεν μπορεί να είναι αλήθεια»,

ψιθύρισε

ο

Εμμανουήλ.

«Ο

πατέρας μου ζει και πολεμάει. Θα γυρίσει. Δεν μπορεί να πέθανε. Υποσχέθηκε πως θα γυρίσει».

54


Αυτή

ήταν

η

αντίδραση

του

μικρού

Εμμανουήλ, σαν έφτασε λίγες εβδομάδες αργότερα η είδηση ότι ο πατέρας του πέθανε χτυπημένος από τούρκικο όπλο. Μάταια η μάνα του και ο αδελφός του προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν και να τον κάνουν να δεχτεί την αλήθεια. Ακόμα και ο καλός του φίλος, ο Βελισάριος, δεν μπόρεσε να του απαλύνει την λύπη. Για μια εβδομάδα έμεινε κλεισμένος στο σπίτι χωρίς να μιλά σε κανένα. Κάποια στιγμή ήταν σαν να στέρεψαν τα δάκρυά του. Σαν να μεταμορφώθηκε και να μεγάλωσε απότομα. Το βλέμμα του έχασε πια την αθωότητά του, έγινε σκληρό και άγριο. Μέσα του είχε πάρει την απόφαση και έμενε μόνο να την κάνει πράξη. «Δεν θα μείνω κρυμμένος άλλο στο σπίτι χωρίς να κάνω τίποτα. Άντρας είμαι και εγώ

55


και θα διώξω τους Τούρκους από τον τόπο μας. Το χρωστάω στον πατέρα», ανακοίνωσε ένα πρωί στην έκπληκτη μάνα του και έφυγε γρήγορα από το σπίτι. Η μάνα του σταυροκοπήθηκε και άρχισε τα παρακάλια στην Παναγιά να φυλάξει το παιδί της από κάθε κακό. - Θόδωρε,

τρέξε

να

προλάβεις

τον

μικρό...Πού πάει; Έχασε τα λογικά του; Τρέχα και μην γυρίσεις, εάν δεν φέρεις τον μικρό πίσω. - Ηρέμησε, μάνα. Ο μικρός δεν το έχασε. Μεγάλωσε ανησυχείς.

απλά Θα

τον

απότομα. βρω

και

Μην θα

γυρίσουμε πίσω μαζί. Ο Θεόδωρος δεν αναρωτήθηκε πού θα έβρισκε τον αδερφό του. Ήξερε πως πάντα, όταν ήταν λυπημένος, κατέφευγε στον καλό

56


του φίλο Βελισάριο. Εκεί τον βρήκε και αυτήν την φορά. Όμως η έκπληξή του ήταν μεγάλη. Δεν ήταν μόνος με τον Βελισάριο, αλλά και με άλλα παιδιά της γειτονιάς, τον Κομνηνό, τον Κωνσταντίνο, τον Θεοδόσιο και τον Αλέξανδρο. «Δεν έπρεπε να φύγεις από το σπίτι. Η μάνα είναι μόνη και ανησυχεί για σένα. Τι κάνετε μαζεμένοι εδώ τέτοια ώρα; Σε λίγο θα βγουν στους δρόμους οι Τούρκοι. Γυρίστε σπίτια σας», είπε ο Θεόδωρος. «Κανείς δεν θα μου αλλάξει γνώμη. Η απόφαση μου είναι οριστική. Θα αντισταθώ και εγώ στον εχθρό. Και δεν θα είμαι μόνος μου σε αυτόν τον αγώνα. Βλέπεις πως όλα τα αγόρια της γειτονιάς είναι έτοιμα να αγωνιστούν για την πατρίδα. Αν θες, έλα και

57


εσύ μαζί μας», απάντησε αποφασιστικά ο Εμμανουήλ. «Δεν

με

ξαφνιάζει

η

απόφασή

σου

Εμμανουήλ. Πάντα ήσουν θαρραλέο παιδί. Όμως ένας αγώνας θέλει προετοιμασία, αν δεν θέλουμε να πιαστούμε στη φάκα του εχθρού. Φυσικά, και είμαι μαζί σας στον αγώνα αυτό. Ας επιστρέψουμε όμως σπίτι, γιατί σε λίγο βραδιάζει. Και ας δώσουμε νέο ραντεβού με τα παιδιά για τις υπόλοιπες συνεννοήσεις», είπε ο Θεόδωρος και πήρε κοντά του τον Εμμανουήλ. «Ας

γίνει

έτσι,

λοιπόν.

Λογικό

μου

φαίνεται», συμφώνησε ο Εμμανουήλ. Πριν φύγει όμως κανονίστηκε νέα συνάντηση για την επόμενη μέρα. Μέχρι να ανοίξει η πόρτα και να μπουν μέσα οι δυο γιοι της, η κυρία Ειρήνη έκλαιγε με

58


αναφιλητά

και

δεν

έπαψε

λεπτό

να

προσεύχεται στην Παναγία και σε όλους τους αγίους για τον μικρό γιο της. «Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ Παναγίτσα μου!», δεν σταμάτησε να λέει, όταν αντίκρισε τα παιδιά της

να μπαίνουν σπίτι. Αμέσως

έτρεξε στην αγκαλιά τους και η ψυχή της ηρέμησε. Εκείνο το βράδυ χαμογέλασε μετά από καιρό. Δεν ήξερε όμως την απόφαση που είχαν πάρει οι δύο γιοι της και τους κινδύνους που θα είχαν να αντιμετωπίσουν στο εξής. Η επόμενη μέρα κυλούσε αργά μέχρι να φτάσει η ώρα της συνάντησης. Τα δύο αδέλφια με μια δικαιολογία βγήκαν από το σπίτι αφήνοντας την μητέρα τους με την απορία. Ωστόσο δεν διαμαρτυρήθηκε για την φυγή τους.

59


Στο σπίτι του Βελισάριου τους περίμενε μια έκπληξη. Στον αγώνα τους αυτό θα είχαν σύμμαχο και πολύτιμο βοηθό τον ιερέα της εκκλησιάς, τον πατέρα Ευστάθιο, που με όλη του την καρδιά δέχτηκε να τους βοηθήσει. Καταρχάς, έπρεπε να αναζητήσουν έναν χώρο για τις συναντήσεις τους. Ήταν επικίνδυνο να συναντιούνται στο σπίτι του Βελισάριου, γιατί έτσι έβαζαν σε κίνδυνο την οικογένειά του. Ο πατέρας Ευστάθιος ήταν εκείνος που έδωσε την λύση. «Λίγα χιλιόμετρα από την πόλη υπάρχει μια παλιά μονή. Την κατέστρεψαν

οι Τούρκοι

λίγο μετά την Άλωση, αλλά χάρη σε κάποιους εύπορους

συμπολίτες

μας

η

μονή

ξαναχτίστηκε. Είναι απόμερη. Κανείς δεν θα σκεφτεί ότι κρύβεστε εκεί. Το μόνο εμπόδιο είναι η απόσταση».

60


«Μην νοιάζεσαι για αυτό, πάτερ. Είμαστε αποφασισμένοι για όλα», είπαν τα παιδιά με μια φωνή. Αυτή η μονή θα γινόταν το κρυφό σχολειό για

τα

παιδιά

συναντιούνταν,

και για

ο να

τόπος

που

οργανώσουν

θα την

αντίστασή τους. Εκεί θα μαθαίνουν τα νέα για τις βιαιότητες των Τούρκων σε όλη την Ελλάδα, αλλά και τα χαρμόσυνα νέα για τις ηρωικές πράξεις των Ελλήνων. Όλα αυτά τους έκαναν να πεισμώνουν κάθε μέρα και περισσότερο. Η ζωή των παιδιών είχε αποκτήσει νόημα. Στο κρυφό σχολειό έμαθαν πολλά

πράγματα

παράδοση

για

του τόπου

την

ιστορία,

την

και τους αγίους.

Διδάχθηκαν όμως από τον σεβαστό ιερέα αρχές και αξίες που πρέπει να διαθέτουν στην ζωή τους. Κάθε μέρα μάθαιναν και κάτι

61


καινούριο. Για αυτό οι γονείς των παιδιών ήταν ευχαριστημένοι με την συμπεριφορά των παιδιών τους και δεν διαμαρτύρονταν για τις πολύωρες απουσίες τους. Άλλωστε, ο πατέρας Ευστάθιος έβρισκε δικαιολογίες πως χρειαζόταν τα παιδιά στην εκκλησία. Τον τελευταίο καιρό υπήρχε ησυχία στην πλευρά των Τούρκων και το γεγονός αυτό είχε φέρει ηρεμία στην πόλη. Τίποτα δεν φανέρωνε αυτό που θα ακολουθούσε. Ένα βράδυ οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη και έκαψαν πολλά σπίτια και εκκλησίες. Το θέαμα που αντίκρισαν οι κάτοικοι το πρωί ήταν απογοητευτικό. Παντού μύριζε καπνός. Τα παιδιά αμέσως σκέφτηκαν την μονή. Με μεγάλη δυσκολία κατάφεραν να βρουν μια δικαιολογία για να φύγουν από το σπίτι τους. Πήγαν τρέχοντας στην μονή. Για άλλη μία

62


φορά η μονή είχε καταστραφεί από τον ίδιο εχθρό. Τα πρόσωπα των παιδιών γέμισαν με θλίψη και θυμό. Ο πατέρας Ευστάθιος τους έφερε την είδηση: «Οι Τούρκοι έμαθαν ότι εδώ λειτουργούσε κρυφό Παιδιά,

σχολειό. πρέπει

Κάποιος να

μας

πρόδωσε.

προσέχετε.

Ίσως

κινδυνεύετε. Φύγετε από εδώ γρήγορα και κρυφτείτε για λίγες μέρες στα σπίτια σας». Τα παιδιά θύμωσαν, αλλά δεν φοβήθηκαν. «Δεν πρόκειται να τα παρατήσουμε τώρα. Θα σκεφτούμε τις επόμενες πράξεις μας και θα ξαναβρεθούμε. Θα είσαι πάλι μαζί μας, πατέρα Ευστάθιε;», ρώτησε ο Κωνσταντίνος. «Παιδιά μου, ο αγώνας που ξεκινήσαμε δεν μπορεί να τελειώσει έτσι. Θα είμαστε όλοι μαζί μέχρι την ελευθερία. Ας ορκιστούμε ότι θα μείνουμε πιστοί στον αγώνα αυτό μέχρι

63


τέλους», είπε ο πατέρας Ευστάθιος. Έπειτα έβγαλε ένα εικόνισμα και έδωσαν ιερό όρκο όλοι μαζί.. Κατόπιν τα παιδιά γύρισαν σπίτι τους και. για μια εβδομάδα δεν επικοινώνησαν μεταξύ τους. Καθένα όμως σκεφτόταν την συνέχεια του αγώνα τους. Η κατάσταση στην πόλη δεν είχε ηρεμήσει ακόμα. Οι Τούρκοι κάθε μέρα προχωρούσαν σε κλοπές, βιαιότητες και εμπρησμούς προκαλώντας τον φόβο στα γυναικόπαιδα και στους ηλικιωμένους που είχαν παραμείνει στην πόλη. Εκείνο το βράδυ η κυρία Ειρήνη δεν θα το ξεχάσει ποτέ στη ζωή της! Η πόρτα χτύπησε με δύναμη και με μια σπρωξιά άνοιξε απότομα. Εκείνη την στιγμή η Ειρήνη με τους γιους της ζεσταίνονταν γύρω από την φωτιά. Στο

χτύπημα

της

πόρτας

64

πετάχτηκαν


έντρομοι πάνω. Τα αγόρια έκρυψαν την μητέρα τους πίσω για να την προστατέψουν. Οι τρεις Τούρκοι φοβερίζοντάς τους με τα όπλα ζήτησαν από τον μικρό γιο να τους ακολουθήσει. Η οικογένεια κατάλαβε… Το παιδομάζωμα!. Είχε γλιτώσει τα δυο της παιδιά κάποια χρόνια πριν χάρη στον άντρα της, όμως τώρα ποιος θα προστάτευε το στερνοπούλι της; Η σκέψη ότι θα της έπαιρναν τον γιο της και ότι θα τον έκαναν γενίτσαρο την έκανε να τρέμει από φόβο. Αμέσως πετάχτηκε μπροστά τους η μητέρα και με παρακάλια τους είπε «Πάρτε εμένα, όχι τα παιδιά!» Οι τρεις άντρες την έριξαν κάτω. Ο Θεόδωρος δεν θα άφηνε μόνο τον μικρό αδελφό του. Παραδόθηκε και αυτός στους Τούρκους με τη θέληση του, για να είναι

65


πάντα στο πλάι του Εμμανουήλ και να τον προστατεύει. Η πόρτα έκλεισε και έμεινε μόνη πίσω η μητέρα να κλαίει για την τύχη των παιδιών της. Ο προορισμός των παιδιών θα ήταν κάποιο στρατόπεδο

εκπαίδευσης

στην

Κωνσταντινούπολη. Το ταξίδι ήταν μακρύ. Τα δύο παιδιά, αν και φοβισμένα, αναζητούσαν τρόπο να ξεφύγουν, πριν φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο έλειψε μάλιστα να τα καταφέρουν, όταν ο Θεόδωρος με ένα μαχαίρι που είχε πάντα μαζί του χτύπησε θανάσιμα τον Τούρκο που τους φύλαγε. Γρήγορα

όμως

άλλοι

Τούρκοι

τους

πρόφτασαν και τους πήραν μαζί τους. Αυτή την φορά δεν τους άφησαν από τα μάτια τους και δεν τους αντιμετώπιζαν πια σαν παιδιά. Έγιναν πολύ σκληροί απέναντί τους και τους

66


προειδοποίησαν για τα βασανιστήρια που τους περίμεναν. Μόλις έφτασαν στο στρατόπεδο τα’ χασαν. Χιλιάδες παιδιά ντυμένα με ίδιες στολές εκτελούσαν

κάθε

εντολή

των

Τούρκων

στρατιωτικών. «Όλοι αυτοί ήταν Έλληνες χριστιανοί. Και τώρα ξέχασαν τα πάντα;», σκέφτηκαν τα δύο αδέλφια και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Το πρώτο βράδυ ήταν δύσκολο για τα δύο παιδιά. Σκληρά βασανιστήρια τους περίμεναν μέχρι το ξημέρωμα όπου ταλαιπωρημένα και καταματωμένα

δήλωσαν

ότι

θα

συμμορφωθούν στις διαταγές τους. Οι μέρες περνούσαν και τα βασανιστήρια όλο και πλήθαιναν. Ήταν ανυπόφορη η ζωή στο στρατόπεδο. Όλες αυτές τις μέρες που η μοίρα

τους

έφερε

σ’ 67

αυτό

το

μέρος,


σκεφτόντουσαν μεθόδους για να αποδράσουν και να ξεφύγουν απ’ αυτή τη «φυλακή». Ήδη μέσα τους κυοφορούσε ένα σχέδιο: με τα κουτάλια του φαγητού τους θα έσκαβαν βαθιά κάτω από τα κρεβάτια τους και με τη συνεργασία και των υπόλοιπων παιδιών θα κατάφερναν να αποδράσουν και να γυρίσουν στις οικογένειές τους. Μεγαλεπήβολο σχέδιο αλλά,

ποιος

ξέρει,

ίσως

και

να

τα

κατάφερναν. Ένα

μήνα

έσκαβαν,

ώσπου

τα

κατάφεραν! Ο Θεόδωρος μπήκε πρώτος, αλλά πριν οι άλλοι προλάβουν να μπουν, οι Τούρκοι

τους

ανακάλυψαν.

Άρχισαν

να

πυροβολούν στην τρύπα, αλλά ευτυχώς ο Θεόδωρος απέδρασε! Έπειτα τα παιδιά τιμωρήθηκαν σκληρά γι’ αυτό που έκαναν. Ο Εμμανουήλ έμεινε απαρηγόρητος. Ο

68


αδελφός του, που είχε έρθει μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να μην τον αφήσει μόνο, έφυγε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα για πολύ καιρό, επειδή δεν τον έβλεπε. Ωστόσο, ο Θεόδωρος είχε κάνει πολλές προσπάθειες να πάρει πίσω τον αδελφό του χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι, πήρε την απόφαση ν’ αρχίσει το μακρύ ταξίδι μέχρι το σπίτι μόνος του. Όση θλίψη και αν του έφερνε αυτό, έπρεπε να το κάνει. Το ταξίδι λοιπόν άρχισε. Ο Θεόδωρος είχε την ιδέα, για να είναι «αόρατος», να μεταμφιεστεί σε Τούρκο. Έτσι κι έγινε. Δεν ήταν εύκολο αλλά τα κατάφερε. Την άλλη μέρα ήταν αγνώριστος. Δεν έβρισκε εύκολα φαγητό, γι’ αυτό κάποιες φορές έμενε νηστικός. Τις νύχτες κοιμόταν ή σε κάποιον στάβλο ή σε κάποια χριστιανική οικογένεια

69


που τον φιλοξενούσε, όταν έλεγε την ιστορία του. Όλες τις μέρες περπατούσε χωρίς σταματημό, με στόχο το σπίτι του. Όταν σκεπτόταν

τον

Εμμανουήλ,

έκλαιγε

και

ένιωθε τεράστιες τύψεις που τον άφησε. Εν τω μεταξύ ο Εμμανουήλ μεγάλωνε εκεί, χωρίς όμως να ξεχάσει την θρησκεία και την οικογένειά του. Του έλειπε τόσο πολύ η οικογένειά του, που είχε πέσει σε κατάθλιψη. Οι απόπειρές του να αποδράσει δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Όσο και να του συμπαραστέκονταν τα άλλα παιδιά, δεν ήταν αρκετό. Δύο μήνες είχαν περάσει από την απόδραση του Θεόδωρου και ακόμα είχε πολύ δρόμο. Ζούσε σε άθλιες συνθήκες. Ένιωθε τύψεις για τον αδελφό του, του έλειπε η οικογένεια, κοιμόταν με τον φόβο

70


ότι οι Τούρκοι θα τον ανακαλύψουν και πεινούσε πολύ. Φτάνοντας στα βουνά της Ηπείρου αποκαρδιωμένος από τις κακουχίες και την πείνα, έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε στη μέση του δρόμου. Όταν ξύπνησε, βρισκόταν μέσα σ ένα καταφύγιο και είδε μπροστά του μια αναμμένη φωτιά και γύρω γύρω άνδρες οπλισμένους να συζητούν στα ελληνικά. Μαζεύτηκε σε μια γωνίτσα και περίμενε φοβισμένος. Μετά από λίγο τον πλησίασε ο μικρότερος της ομάδας και τον ρώτησε: -Ποιος είσαι; -Είμαι ο Θεόδωρος και κατάγομαι από την Τρίπολη. Στη συνέχεια τους είπε με κλάματα στα μάτια όλη την ιστορία του. Αμέσως κατάλαβαν ότι είναι Έλληνας και του έδωσαν να φάει και ρούχα για να

71


αλλάξει. «Μη φοβάσαι», του απάντησαν. Είμαστε κλέφτες και έχουμε πάρει τα βουνά και πολεμάμε τους Τούρκους με όποιο τρόπο μπορούμε. Του Θεόδωρου του άρεσε πολύ η ιδέα αυτή και τους εκμυστηρεύτηκε ότι στην Τρίπολη κι εκείνος είχε φτιάξει με τους φίλους του μια ομάδα κι είχαν ορκιστεί να πολεμήσουν τους Τούρκους. Αυτό χαροποίησε όλη την ομάδα, γιατί ενώθηκαν όλοι μαζί για έναν κοινό σκοπό. Αργότερα ο Θεόδωρος τους ζήτησε τη βοήθειά τους, για να γυρίσει στον τόπο του. Αυτοί δέχτηκαν με χαρά να τον βοηθήσουν κι έτσι σε λίγες μόνο μέρες ο Θεόδωρος

βρέθηκε

στην

Πάτρα

σε

οικογένεια Ελλήνων. Εκεί τον καλοδέχτηκαν και του έδωσαν

72


να διαβάσει την επαναστατική φυλλάδα του Ρήγα

Φεραίου

με

άκρα

μυστικότητα.

Κατενθουσιάστηκε με τα λόγια του Θούριου κι αποφάσισε να μάθει απέξω τους στίχους για να τους μεταφέρει στους φίλους του. Από

τότε

που

Κωνσταντινούπολη

έφυγε είχαν

από

περάσει

την πέντε

μήνες. Ήξερε ότι κόντευε ο καιρός που θα έφτανε στο σπίτι του γεμάτος εμπειρίες από το ταξίδι αυτό. Εν τω μεταξύ στην Τρίπολη περίμεναν πότε θα έρθει η ώρα να κάνουν επανάσταση. Οι φίλοι του Εμμανουήλ τον σκέπτονταν και στενοχωριούνταν

γι’

αυτόν,

αλλά

όλοι

συνέχιζαν τη ζωή τους, αν και τους έλειπε. Κανείς δεν μπορούσε να παρηγορήσει επίσης την δύστυχη μαμά του, η οποία προσευχόταν μέρα-νύχτα κλαίγοντας.

73


Ο Εμμανουήλ μέρα με τη μέρα όλο και νοσταλγούσε εκεί στο στρατόπεδο κάτι που δεν ήξερε πια τι ακριβώς είναι, κάτι μακρινό που του παίδευε ολοένα το μυαλό. Αυτό συνέβαινε

τις

ανάπαυλας.

ελάχιστες

Όλο

τον

στιγμές

υπόλοιπο

της καιρό

εκπαιδευόταν σκληρά μαζί με τους άλλους γενίτσαρους και γινόταν ικανός στρατιώτης και στυγνός εκτελεστής. Άρχισε να ξεχνά την πατρίδα του, την θρησκεία του, την γλώσσα του. Άρχισε να μετατρέπεται σε Τούρκο (αλίμονο!). Η μέρα που η μάνα των δυο παιδιών θα πετούσε

απ’

τη

χαρά

της

έφτασε.

Ο

Θεόδωρος μετά από πολύ καιρό αντίκρισε επιτέλους το πατρικό του σπίτι. Αμέσως έσκυψε και φίλησε το χώμα που πατούσε και, πριν προλάβει να πάρει ανάσα, άκουσε μια

74


γνώριμη φωνή. - Θεόδωρεεεεεε! Τα κατάφερες; Ήρθες; Πού είναι ο Εμμανουήλ; Ο Θεόδωρος τα ‘χασε. Μέχρι να καταλάβει ποιος μιλάει, βρέθηκε στην αγκαλιά του φίλου του ο οποίος δεν πίστευε στα μάτια του. - Βελισσάριε; Τι κάνεις; Ο Εμμανουήλ, δυστυχώς,

δεν

τα

κατάφερε

να

δραπετεύσει. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην

Κωνσταντινούπολη

σ’

ένα

στρατόπεδο. Από τη φασαρία που έκαναν τα δυο παιδιά πετάχτηκε η μάνα του Θεόδωρου έξω και τον έσφιξε στην αγκαλιά της με δάκρυα στα μάτια.

75


- Παιδί μου!!!! Συνέχεια προσευχόμουν για σας. Πού είναι ο αδερφός σου; Γιατί δεν είναι μαζί σου; - Θα λυπηθείς, μαμά, είπε ο Θεόδωρος. Δεν είναι μαζί μου ο Εμμανουήλ. Δεν τα

κατάφερε

να

αποδράσει.

Δεν

μπόρεσα να τον βοηθήσω…. Όμως κάλεσε τους γείτονες και όλο το χωριό να

τους

πω

τα

νέα.

Όλοι

προετοιμάζονται για την επανάσταση. Ο καιρός κοντοζυγώνει. - Μαζί με τη χαρά, γιέ μου, παίρνω και μεγάλη λύπη που δεν είναι εδώ ο αδερφός σου. Όμως θα τους καλέσω όλους να τους πεις τα νέα. - Κι εσύ, Βελισσάριε, μη στέκεσαι. Πες στα παιδιά να μαζευτούν το απόγευμα στη μονή. Έχω πολλά να σας πω.

76


Αυτά είπε κι έδιωξε τον Βελισσάριο να πάει να τους μαζέψει. Σε λίγα λεπτά πολλοί Έλληνες μαζεύτηκαν στην

αυλή

του

σπιτιού

του

με

άκρα

μυστικότητα κι ο Θεόδωρος τους αφηγήθηκε το ταξίδι του και τους έμαθε τον Θούριο!

Λίγα χρόνια μετά…

Αυτή η παρέα των παιδιών που είχαν πάρει «πατριωτικά» την λευτεριά τους, ήταν από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης του

Γένους.

Κατά

τη

διάρκεια

της

επανάστασης και ενώ μαίνονταν παντού οι μάχες κι ήταν ακόμη αβέβαιη η νίκη, η μοίρα έπαιξε

ένα

παιχνίδι

ανάμεσα

στα

δυο

αδέρφια. Τα έφερε αντιμέτωπα στην ίδια μάχη.

77


Η μάχη ήταν σφοδρή. Οι Τούρκοι δεν είχαν πολλές δυνάμεις. Είχαν χάσει ήδη πολλούς στρατιώτες κι ετοιμάζονταν για οπισθοχώρηση. Σαν ύστατη προσπάθεια να σώσει τη μάχη, ο Γενίτσαρος υψώνει με δύναμη το σπαθί του απέναντι στον ραγιά. Τη στιγμή που πάει να το κατεβάσει, ακούει μια φωνή που του φωνάζει: «Εμμανουήλ, μην το κάνεις, μη!!!». Αμέσως παγώνει και κοιτάζει στα μάτια τον αντίπαλό του. Τα χέρια του παραλύουν από έναν ανείπωτο φόβο. Κατεβάζει το σπαθί και ξεσπά σε λυγμούς. Ο ένας πέφτει στην αγκαλιά του άλλου ξεσπώντας σε αναφιλητά και ευχαριστώντας τον θεό για το καλό που τους έκανε. Τα δυο αδέρφια ήταν και πάλι μαζί!

78


Καπετάν

Βιλαέτης

(1781-1821).

Ο

ατρόμητος

πολεμιστής του Πύργου και ολόκληρης της Ηλείας και επιπλέον μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Υπηρέτησε τον αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο και γνώριζε την πολεμική τέχνη. Μετά τη μάχη του Πύργου, 3 Απριλίου 1821 και στην προσπάθειά του να εκδικηθεί τους Λαλαίους για την καταστροφή που έκαναν,

έπεσε στον αγώνα για την

λευτεριά, λίγο αργότερα, στη μάχη του Σμίλα - Λατζοΐου. Πολέμησε και έπεσε σαν τον Αθανάσιο Διάκο μετά από πολύωρη μάχη με λίγα διαλεχτά ηρωικά παλικάρια. Οι Λαλαίοι σπαχήδες Τουρκαλβανοί. Οι αδίστακτοι και ατρόμητοι αυτοί στρατιώτες θεωρούνταν οι πιο σκληροί και γενναίοι τούρκοι της Πελοποννήσου. Όλη η Ηλεία στέναζε κάτω από τα δεσμά τους και ολόκληροι πληθυσμοί χωριών και πόλεων έφευγαν από τις εστίες τους - τα σπίτια και τις περιουσίες τους - και πήγαιναν να βρουν καταφύγιο στα δάση και σε ορεινά μέρη. Η μάχη στο Πούσι. Η σπουδαιότερη μάχη στην Ηλεία και σε όλη την Πελοπόννησο πριν την κατάληψη της Τριπολιτσάς, τον Ιούνιο του 1821. Ήταν η πρώτη νίκη κατά των Τούρκων της Ηλείας, όπου έλαβαν μέρος εκτός από τους Ηλείους, δυνάμεις από τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, τα Καλάβρυτα, την Αρκαδία, τη Μεσσηνία. Σημαντική ήταν και η

συνδρομή των γυναικών. Η Μάχη

του Λάλα στην Ηλεία άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς, μια και οι Λαλαίοι που αριθμούσαν 15000 πληθυσμό περίπου έκαναν ένα απρόσμενο δώρο στους Έλληνες. Αφού έχασαν τη μάχη, αναγκάστηκαν από τον πασά της Πάτρας Γιουσούφ να εγκαταλείψουν το Λάλα 79


και τις περιουσίες τους και να τον ακολουθήσουν, δίνοντας

τη

πολιορκήσει

δυνατότητα πιο

στον

εύκολα

Κολοκοτρώνη της

να

Τριπολιτσά.

παπα-Αναστάσης. Έπεσε ηρωικά στην προσπάθειά του να σώσει αρκετά γυναικόπαιδα του Πύργου από τη σφοδρότητα των Λαλαίων στη μάχη του Πύργου. Γεώργιος Σισίνης (1769-1831).Γεννήθηκε και έζησε στη Γαστούνη , όπου ήταν πρόκριτος και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Κήρυξε την επανάσταση στην Ηλεία μαζί με τον Βιλαέτη και τους άλλους οπλαρχηγούς το 1821. Διακρίθηκε στη μάχη στο Πούσι, στην Πάτρα και στο

Χλεμούτσι.

Θεράπων, Εμμανουήλ και Θεόδωρος. Οι άγνωστοι ήρωες αυτού του αγώνα, όπου χαρακτηρίζουν τον κάθε απλό Έλληνα και Ελληνίδα που πολέμησαν και έδωσαν τη ζωή τους για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι.

80


81


82


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Θεράπων και Εμμανουήλ by itzanne_sch - Issuu