Skip to main content

Η Αρχιτεκτονική του Συν-Κατοικείν: Θεωρία, Αρχές και Εφαρμογές του Cohousing

Page 1

Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών και Πολιτισμού Τμήμα: Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής

Η Αρχιτεκτονική του Συν-Κατοικείν: Θεωρία, Αρχές και Εφαρμογές του Cohousing

Φοιτήτρια: Κυριάκου Δέσποινα (ΑΜ: 21675061) Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Μιχαλοπούλου Κατερίνα Αθήνα, Φεβρουάριος 2026


Ευχαριστίες Θα ήθελα να ευχαριστήσω την επιβλέπουσα καθηγήτριά μου, κ. Μιχαλοπούλου, για την καθοδήγηση της, καθώς και την οικογένεια μου για την στήριξη και την ενθάρρυνση τους καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας.


Περιεχόμενα Περίληψη..................................................................................................................................................................4 Εισαγωγή.................................................................................................................................................................. 5 1. Η σημασία της κατοίκησης..................................................................................................................... 6 1.1 Χώρος και τόπος: θεμελιώδεις έννοιες.................................................................................... 6 1.2 Το «κατοικείν» ως υπαρξιακή πράξη........................................................................................ 7 1.3 Ο χώρος ως κοινωνικό προϊόν...................................................................................................... 9 2. Ιστορική αναδρομή της συλλογικής κατοίκησης.....................................................................11 2.1 Οι απαρχές της συλλογικής κατοίκησης...............................................................................11 2.2 Η κοινοτική κατοικία στη Σοβιετική Ένωση......................................................................... 12 2.3 Η Ιδέα της Κεντρικής Κουζίνας...................................................................................................13 2.4 Το Μοντέρνο Κίνημα και η Αναζήτηση της Συλλογικότητας.....................................13 2.5 Από τη Συλλογική Κατοίκηση στην Συνεταιριστική Κατοίκηση............................... 14 3. Μελέτη του Cohousing.............................................................................................................................16 3.1 Χαρακτηριστικά του Cohousing................................................................................................16 3.2 Σχεδιαστικές Παράμετροι..............................................................................................................16 4. Προς μία αρχιτεκτονική της συλλογικής κατοίκησης.......................................................... 23 4.1 Θεώρηση.................................................................................................................................................. 23 4.2 Case Studies......................................................................................................................................... 24 4.3 Εφαρμογή στον Ασύρματο........................................................................................................... 32 Συμπεράσματα εργασίας ......................................................................................................................... 36 Βιβλιογραφία...................................................................................................................................................... 38 Πίνακας εικόνων................................................................................................................................................41


Περίληψη Η παρούσα ερευνητική εργασία πραγματεύεται την έννοια της συλλογικής κατοίκησης. Σκοπός της είναι να διερευνήσει τους τρόπους ενσωμάτωσης των υπαρξιακών, κοινωνικών και χωρικών αναγκών των κατοίκων, στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Μεθοδολογικά, η έρευνα εκκινεί μέσα από τη βιβλιογραφική συλλογή στοιχείων που πιθανό να σχετίζονται με το ερευνητικό ερώτημα και εστιάζει στη σημασία της κατοικίας για τον άνθρωπο, με έμφαση στο «κατοικείν» ως τρόπος ύπαρξης. Έτσι, το «κατοικείν» εξετάζεται στη φιλοσοφία και τη θεωρία του χώρου. Στη συνέχεια, γίνεται μία ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της συλλογικής κατοίκησης καταλήγοντας στη σύγχρονη εποχή όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο cohousing. Μελετώνται τα χαρακτηριστικά του cohousing, οι σχεδιαστικές παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό του και εν τέλει οι χωρικές του μεταφράσεις. Με οδηγό τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την θεωρητική μελέτη και τις συνήθεις σχεδιαστικές αρχές, γίνεται ανάλυση και αξιολόγηση τριών υλοποιημένων παραδειγμάτων συλλογικής κατοικία. Η μελέτη καταλήγει με μια απόπειρα εννοιολογικής προβολής των συμπερασμάτων που προέκυψαν από την θεωρητική μελέτη, στο κτίριο της πολυκατοικίας στον Ασύρματο με σκοπό να απαντήσει στο κεντρικό ερώτημα της εργασίας: Πώς η συλλογική κατοίκηση μπορεί να σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο που να ενσωματώνει τις υπαρξιακές, κοινωνικές και χωρικές ανάγκες των κατοίκων; Λέξεις κλειδιά: Συλλογική Κατοίκηση, Κατοικείν, Cohousing, Συλλογικότητα, Σχεδιαστικές Αρχές

4


Εισαγωγή Στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, η κατοίκηση τείνει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη συλλογικότητα και μετασχηματίζεται σε ένα ατομικό καταφύγιο αποκομμένο από το κοινωνικό περιβάλλον. Η επικράτηση τυποποιημένων στεγαστικών μοντέλων, η υπερίσχυση της ιδιωτικότητας και υποχώρηση καθημερινών μορφών συνύπαρξης αποτέλεσαν βασικούς λόγους μελέτης της συλλογικής κατοίκησης για την εργασία. Η εξέλιξη αυτή εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τον ρόλο της αρχιτεκτονικής στην δημιουργία χώρων που εξυπηρετούν την ατομική διαβίωση αλλά και ευνοούν την κοινωνική συνοχή και το αίσθημα του «ανήκειν». Η συλλογική κατοίκηση επαναπροσδιορίζεται ως μία επίκαιρη απάντηση σε ζητήματα κοινωνικής συνοχής, οικονομικής βιωσιμότητας και στεγαστικής κρίσης. Η αποξένωση, η αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών και η δημιουργία απρόσωπων αστικών κέντρων αποκαλύπτουν την κρίση της κατοίκησης σήμερα. Έτσι, παρουσιάζεται η συλλογική κατοίκηση ως ένα μέσο για την επανεξέταση της κοινωνικότητας και την ανάκτηση του νοήματος του χώρου. Η εργασία δομείται σε τέσσερα βασικά κεφάλαια. Το πρώτο, εστιάζει στη θεωρητική διερεύνηση του «κατοικείν» μέσα από υπαρξιακές και κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, σύμφωνα με το έργο του Heidegger, Norberg-Schulz και Bachelard. Στο δεύτερο κεφάλαιο, γίνεται μια ιστορική αναδρομή της συλλογικής κατοίκησης από την βιομηχανική επανάσταση με τις πρώιμες κοινόβιες κατοικίες έως και τα δανέζικα cohousing του ύστερου 20ου αιώνα, αναδεικνύοντας τις αρχές που διαμορφώνουν την χωρική και κοινωνική συλλογικότητα. Ακολουθεί, στο τρίτο κεφάλαιο, η ανάλυση των χαρακτηριστικών και σχεδιαστικών παραμέτρων του cohousing που καθορίζουν την λειτουργικότητα και βιωσιμότητα των κοινοτήτων. Το τέταρτο κεφάλαιο, αποτελεί το συνθετικό και ερευνητικό μέρος της εργασίας, καθώς διατυπώνεται μια προσωπική θεώρηση που προκύπτει από τα προηγούμενα κεφάλαια. Χρησιμοποιείται για την ανάγνωση επιλεγμένων παραδειγμάτων και εφαρμόζεται εννοιολογικά στην πολυκατοικία του Ασύρματου. Η διαδικασία αυτή αναδεικνύει τις δυνατότητες και τα όρια της συλλογικής κατοίκησης εξετάζοντας τις χωρικές και κοινωνικές λειτουργίες της. Συνολικά, η εργασία στοχεύει μέσω μιας τεκμηριωμένης μελέτης να προτείνει ένα πλαίσιο σκέψης που συνδέει τη θεωρητική γνώση, την χωρική οργάνωση και τη σχεδιαστική πρακτική. Στόχος δεν αποτελεί η κατάθεση ενός καθολικού προτύπου αλλά η διαμόρφωση μιας κριτικής και δημιουργικής προσέγγισης που να θέτει την αρχιτεκτονική ως μέσο κοινωνικής συνοχής, υπαρξιακής εμπειρίας.

5


1. Η σημασία της κατοίκησης Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η κατοικία αποτέλεσε έναν χώρο ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους. Πρωταρχικός σκοπός της κατοικίας ήταν η κάλυψη της ανάγκης για επιβίωση μέσω της προστασία του ανθρώπου από εξωτερικούς παράγοντες που απειλούσαν την ύπαρξη του. Παράλληλα συνέβαλε στην εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της καθημερινότητας. Ωστόσο, ο ρόλος της δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτά τα επίπεδα αφού είναι ένας χώρος συνυφασμένος με την ανθρώπινη ύπαρξη, την ατομική ταυτότητα και τη συλλογική ζωή. Στο κεφάλαιο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη την κατοικία ως υπαρξιακό και κοινωνικό φαινόμενο, πέρα από τα όρια της υλιστικής της υπόστασης μελετάται το φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό της πλαίσιο. Βασιζόμενη στις θεωρήσεις του Heidegger, Bachelard, Schulz και Lefebvre, γίνεται συσχέτιση της κατοικίας με τον άνθρωπο ως ων με ατομική και συλλογική υπόσταση. Με αφετηρία τις έννοιες του χώρου και του τόπου εξετάζεται η σημασία του «κατοικείν» και η σύνδεση της με το «να είναι», «να σκέφτεται» και «να συμβιώνει».

1.1 Χώρος και τόπος: θεμελιώδεις έννοιες Τι αφορούν όμως ο «χώρος» και ο «τόπος» ως έννοιες και ποιες οι διαφορές τους; Με την έννοια του χώρου δηλώνεται η συνολική και τρισδιάστατη οργάνωση των στοιχείων. Ο χώρος υφίσταται ως σύνολο τόπων που σχετίζονται μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Heidegger, ο χώρος δεν προϋπάρχει αλλά προκύπτει μέσα από τα βιώματα των ανθρώπων μέσα σε αυτόν (Heidegger, 2008). Η έννοια του βιωμένου χώρου παραβλέπει τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και εστιάζει στις εμπειρίες του ανθρώπου. Βασιζόμενος σε αυτήν τη θεωρία, ο Schulz μιλά για τον υπαρξιακό χώρο, το χώρο που νοηματοδοτεί τον κόσμο για τον άνθρωπο. Αποτελεί δηλαδή ένα στήριγμα στην ύπαρξη του ανθρώπου που τον προσανατολίζει και τον εντάσσει στο περιβάλλον του. ΧΩΡΟΣ

ΤΟΠΟΣ

Εικόνα 1: Διάγραμμα χώρου - τόπου

Ο χώρος δεν μπορεί να υφίσταται με την απουσία των τόπων. Ο τόπος ως έννοια διαθέτει υλικά χαρακτηριστικά αλλά σε αυτόν συμπεριλαμβάνονται και οι καθημερινές και ιστορικές εμπειρίες των ανθρώπων. Ο Schulz διαιρεί τον τόπο σε φυσικό και ανθρωπογενή. Ο ανθρωπογενής συνδέεται με την φύση καθώς είναι το μέσο που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να δημιουργήσει τον κόσμο του με βάση 6


τα βιώματα του (Schulz, 2009). Ένας τόπος έχει «πνεύμα» δηλαδή έναν ξεχωριστό χαρακτήρα που εξαρτάται από μορφή και νόημα του. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Kenneth Frampton, οι μη-τόποι είναι τόποι που έχουν χάσει το «πνεύμα» τους, δεν βιώνονται και χρησιμοποιούνται μόνο στην κίνηση και κατανάλωση, οδηγώντας τη σύγχρονη κοινωνία στην αποξένωση. Οι δύο παραπάνω έννοιες του τόπου και του χώρου δίνουν ουσία στην έννοια της ύπαρξης. Ο χώρος παρέχει την δυνατότητα ύπαρξης και ο τόπος την νοηματοδοτεί. Η αρχιτεκτονική καλείται να δημιουργήσει τόπους προσφέροντας νόημα στην ύπαρξη των χώρων.

1.2 Το «κατοικείν» ως υπαρξιακή πράξη Πώς συμπεριλαμβάνεται όμως το κατοικείν μέσα στον τόπο; Με την έννοια του κατοικείν ασχολήθηκαν οι θεωρητικοί Heidegger, Bachelard και Schulz. Ο Heidegger στην διάλεξη του «Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι» αναζήτησε την σημασία του κατοικείν στην ουσία της. Θεώρησε ότι η διαδικασία του «κτίζω» και του «κατοικώ» ταυτίζονται και αλληλεξαρτώνται. Το κτίζειν δεν είναι απλώς απόδοση υλικής υπόστασης αλλά εμπεριέχει το κατοικείν, το οποίο προϋπάρχει. «Δεν κατοικούμε επειδή έχουμε κατασκευάσει, αλλά κατασκευάζουμε και έχουμε κατασκευάσει επειδή είμαστε κάτοικοι». Έτσι ο Heidegger προσανατολίζει την κατοίκηση προς την υπαρξιακή της διάσταση βασιζόμενος στο ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη εκ φύσεως να σκέφτεται. Το σκέπτεσθαι του δίνει υπόσταση και τον οδηγεί στο είναι του (Heidegger, 2008). Έτσι το κτίζειν, το κατοικείν και το Είναι του ανθρώπου οδηγούν στην κατοίκηση όταν υπάρχει ο συνεχής στοχασμός τους. ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ

ΚΤΙΖΕΙΝ

ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ

Εικόνα 2: Διάγραμμα Κτίζειν - Κατοικείν - Σκέπτεσθαι

Ο Schulz μέσα από το βιβλίο του «Genius Loci» προσπαθεί να ερμηνεύσει τις παραπάνω απόψεις του Heidegger. Εξετάζει ιδιαίτερα την έννοια του τόπου. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος για να υπάρξει μέσα σε αυτόν πρέπει να προσανατολιστεί και να ταυτιστεί μαζί του. Έτσι ασχολείται με την έννοια του «υπαρξιακού χώρου», δηλαδή, τις σχέσεις που δημιουργεί ο άνθρωπος με το περιβάλλον του και επισημαίνει πως ο άνθρωπος και το περιβάλλον του έχουν μια σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης καθώς τα βιώματα συνίστανται μέσα σε μορφές του τόπου και νοηματοδοτούν το κατοικείν. Άλλωστε οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να βιώνουν μόνο καταστάσεις που έχουν νόημα (Schulz, 2009). Και η κατοίκηση δεν είναι απλή στέγαση αλλά τόποι όπου μέσα τους πραγματώνονται βιώματα και εξελίσσεται η ίδια η ζωή. Ο Schulz θεωρεί ότι κύριο έργο της αρχιτεκτονικής είναι η επίτευξη του κατοικείν, δηλαδή η δημιουργία τόπων με ξεχωριστούς χαρακτήρες και νοήματα. 7


ΧΩΡΟΣ

ΤΟΠΟΣ

ΠΝΕΥΜΑ

ΒΙΩΜΑ

ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ

Εικόνα 3: Διάγραμμα Πνέυμα του Τόπου

Από την άλλη την άλλη πλευρά, ο Bachelard στο βιβλίο του «η ποιητική του χώρου» προσανατολίζεται στην συναισθηματική σύνδεση των ανθρώπων με τον χώρο. Η κατοικία για τον ίδιο είναι ένας ποιητικός τόπος που συνδέεται με την οικειότητα και την ονειροπόληση (Bachelard, 2014). Καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου και ήδη από την παιδική ηλικία οι προσωπικές εμπειρίες και μνήμες συνδέονται με τον χώρο στιγματίζοντας τον. Ουσιαστικά το κατοικείν εμπεριέχει στοιχεία για την συγκρότηση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Δηλαδή ο Bachelard δεν εστιάζει στην πρακτική λειτουργία και αρχιτεκτονική του χώρου αλλά θεωρεί το κατοικείν ως ένα παράγοντα διαμόρφωσης της ταυτότητας.

Εικόνα 4: Willem Dafoe, photo by Szilveszter Mako, 2023

8


1.3 Ο χώρος ως κοινωνικό προϊόν Η φαινομενολογία αποδίδει στον χώρο υπαρξιακή υπόσταση, ενώ μία άλλη οπτική, αυτή της κοινωνικής διάστασης, εξετάζει η κοινωνιολογία. Συγκεκριμένα στο έργο του «Η παραγωγή του χώρου», ο Lefebvre ασχολείται με το πως οι κοινωνικές διεργασίες αναπαράγουν και μετασχηματίζουν τον χώρο. Για παράδειγμα, οι πολιτικές πεποιθήσεις, οι κοινωνικές σχέσεις και η ιδεολογία του κάθε ανθρώπου ορίζουν διαφορετικά τον χώρο του. Για τον Lefebvre υπάρχουν τρεις θεμελιώδεις διστάσεις για τον χώρο: οι χωρικές πρακτικές, οι αναπαραστάσεις του χώρου και οι χώροι αναπαράστασης. Οι χωρικές πρακτικές αποτελούν το σύνολο των δραστηριοτήτων και καθημερινών εμπειριών που διαμορφώνουν τον κοινωνικό χώρο. Οι αναπαραστάσεις του χώρου είναι ο σχεδιασμός των χώρων που καλούνται να υλοποιήσουν οι επιστήμονες, ο οποίος διέπεται από κανόνες. Τέλος, οι χώροι αναπαράστασης αφορούν τα βιώματα των ανθρώπων μέσα από εικόνες και σύμβολα. Αυτές οι τρεις διαστάσεις συνιστούν ένα κοινωνικό πεδίο μέσα στο οποίο μπορούν να υπάρχουν και ατομικά και συλλογικά βιώματα. Η μετάβαση από τον προνεωτερικό στον σύγχρονο κόσμο, όπως την περιγράφει ο Lefebvre, αποτέλεσε την μετάβαση από τον «απόλυτο» στον «αφηρημένο» χώρο. Ο πρώτος περιείχε τη σχέση του ανθρώπου με τη περιβάλλον ενώ ο δεύτερος κυριαρχήθηκε από τον ορθολογισμό και την εμπορευματοποίηση (Lefebvre, 1991). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την σταδιακή μετατροπή της κατοικίας από κοινό τόπο συνύπαρξης σε ιδιωτικό καταφύγιο, αντανακλώντας την κρίση στους κοινωνικούς δεσμούς και την αποξένωση του ατόμου.

Εικόνα 5: Συγκρότημα κατοικιών στην Πλάκα με εσωτερική αυλή, απόσπασμα από την ταινία “Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα, 1965

Εικόνα 6: H ζωή 10 ενοίκων σε 10 πανομοιότυπα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας, φωτογραφία από τον Bogdan Gîrbovan

9


Συμπεράσματα κεφαλαίου Συνολικά, μελετώντας τις παραπάνω θεωρήσεις, η κατοικία ξεπερνά την λειτουργική της υπόσταση. Με τρεις αλληλένδετες έννοιες αυτή του χώρου, του τόπου και του κατοικείν ο άνθρωπος φτάνει στην νοηματοδότηση της ύπαρξης του, δίνοντας του ταυτότητα και προσανατολισμό. Οι φαινομενολογικές θεωρήσεις δείχνουν ότι η κατοίκηση αποτελεί υπαρξιακή πράξη, ενώ η κοινωνιολογική προσέγγιση αποκαλύπτει το ρόλο της ως φορέα πολιτισμικών αξιών, κοινωνικών σχέσεων και ρόλων. Μέσα από τις μελέτες αυτές, η κατοικία εμφανίζεται ως σύνδεσμος του ατόμου με την κοινωνία, όπου το προσωπικό βίωμα συναντά τις συλλογικές δομές. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ανάγκη αναστοχασμού του ρόλου της αρχιτεκτονικής. Οφείλει να δίνει την ευκαιρία στο κατοικείν να γίνεται μέσο κοινωνικής συνοχής αλλά και μέσο συνεχούς διαπραγμάτευσης του ανθρώπου με το Είναι του και τον κόσμο.

Εικόνα 7: Collage

10


2. Ιστορική αναδρομή της συλλογικής κατοίκησης Στο προηγούμενο κεφάλαιο εξετάστηκε η κατοικία ως υπαρξιακός τόπος που νοηματοδοτεί τον άνθρωπο και τον συνδέει με τον κόσμο. Έτσι, δημιουργήθηκε το υπόβαθρο ώστε να μελετηθεί στη συνέχεια η συλλογική της μορφή, περνώντας από το ατομικό στο συλλογικό «κατοικείν». Το δεύτερο κεφάλαιο, διερευνά τον τρόπο εξέλιξης της συλλογικής κατοίκησης κάνοντας μία ιστορική αναδρομή, από την Βιομηχανική Επανάσταση μέχρι σήμερα, και εντοπίζοντας το ρόλο της αρχιτεκτονικής στη διαμόρφωση της κοινότητας.

2.1 Οι απαρχές της συλλογικής κατοίκησης Η ιστορία της συλλογικής κατοίκησης ξεκινάει από τις πρώιμες κιόλας κοινωνίες. Από τους πρώτους οικισμούς της Μεσοποταμίας και τις αγροτικές κοινότητες έως τα μοναστήρια του Μεσαίωνα και τις προνεωτερικές συνοικίες, η κοινότητα υπήρξε μέσο αλληλεξάρτησης και κοινωνικής συνοχής.

Εικόνα 8: Ιστορικό χρονοδιάγραμμα συλλογικής κατοίκησης

Τον 19ο αιώνα, η Βιομηχανική Επανάσταση αλλάζει ριζικά τον τρόπο ζωής του ανθρώπου και μαζί της μετασχηματίζονται και οι κοινωνικές δομές. Η μαζική αστικοποίηση και η εργασία στα εργοστάσια οδηγούν στην διαμόρφωση των πρώτων οργανωμένων οικισμών, τις εργατικές κατοικίες. Οι κακές συνθήκες κατοικίας σε συνδυασμό με την έλλειψη υποδομών και υγιεινής συμβάλλουν στο βασικό πρόβλημα της εποχής, το στεγαστικό ζήτημα. Την λύση σε αυτό το ζήτημα, ήρθαν να δώσουν ουτοπιστές και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές, όπως ο Robert Owen στην Αγγλία και ο Charles Fourier στην Γαλλία. Ο Robert Owen, ένας από τους ιδρυτές του ουτοπικού σοσιαλιστικού κινήματος, εφάρμοσε ένα πείραμα κοινωνικής αναδιοργάνωσης, το New Harmony (1825), όπου εργασία, εκπαίδευση και κατοίκηση συνυπάρχουν. Ο Fourier στο έργο του Le Nouveau Monde Industriel (1829) παρουσιάζει την κοινότητα του φαλανστηρίου, 11


δηλαδή ένα μεγάλο συγκρότημα, στο πρότυπο του παλατιού των Βερσαλλιών, σε κάτοψη Π με τη διαίρεση των πτερύγων να ορίζουν και τις χρήσεις τους, σε ιδιωτικές και κοινόχρηστες (Frampton, 1999). Παρότι αυτές οι ουτοπίες απέτυχαν στην εφαρμογή λόγω της εστίασης τους στο σχεδιασμό χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική αλληλεπίδραση των κατοίκων, έδωσαν τη βάση για μία νέα προσέγγιση για την αρχιτεκτονική και τη συλλογική κατοίκηση.

Εικόνα 9: Le Nouveau Monde Industriel (1829)

Εικόνα 10: New Harmony (1825)

2.2 Η κοινοτική κατοικία στη Σοβιετική Ένωση Μετά την λήξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου και λόγω των καταστροφών που αυτός προξένησε στη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση, η κοινωνία αντιμετώπισε ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική κρίση, καθώς και στεγαστικά προβλήματα. Με την αναμόρφωση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και επηρεασμένοι από το κίνημα του κονστρουκτιβισμού, οι σοβιετικοί αρχιτέκτονες θεώρησαν την αρχιτεκτονική όχι μόνο μέσο κάλυψης λειτουργικών αναγκών αλλά και μέσο κοινωνικού μετασχηματισμού. Το 1928 εμφανίζεται ο όρος «σπίτι – κοινότητα» ή Dom – Kommuna με βασικό του στόχο το μετασχηματισμό της παραδοσιακής οικογένειας. Αυτή η οικιστική μονάδα κατέληξε να περιλαμβάνει εκτός από κατοικίες και όλες τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τα παιδιά, από σχολεία μέχρι και αθλητικές εγκαταστάσεις, αποδεσμεύοντας έτσι την γυναίκα από το σπίτι και αφήνοντας της να συμβάλλει και εκείνη στην παραγωγική διαδικασία. Μετά από έρευνα των Stroikom για το σπίτι – κοινότητα οδηγήθηκαν στη πρόταση μια νέας μονάδας κατοικίας τύπου F που προτείνει ένα κοινοβιακό τρόπο ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας κατοικίας αποτέλεσε το Narkomfin στη Μόσχα από τους αρχιτέκτονες Μ. Guinzbourg και I. Millinis οι οποίοι προσπάθησαν μέσα από ένα ενδιάμεσο τύπο κατοικίας να διευκολύνουν την σταδιακή προσαρμογή των ανθρώπων σε μια πιο

Εικόνα 11: Narkomfin, εξωτερικά

12

Εικόνα 12: Narkomfin, εσωτερικά


συλλογική μορφή διαβίωσης. Έτσι ενώ οι κατοικίες από ένα μέχρι πέντε δωμάτια, με εργονομική διαρρύθμιση διέθεταν και στοιχειώδη ιδιωτική κουζίνα, παράλληλα όμως προωθούσαν και τη χρήσης κοινόχρηστων χώρων, όπως κουζίνα και μπάνιο, για ένα πιο συλλογικό τρόπο ζωής (Kopp, 1976). Τα επόμενα χρόνια η υπερβολική κολεκτιβοποίηση που επιβλήθηκε, πιθανό να συνέβαλε στην αποτυχία του της Dom – Kommuna, ωστόσο δεν έπαψε να αποτελεί ορόσημο για την σοβιετική αρχιτεκτονική.

2.3 Η Ιδέα της Κεντρικής Κουζίνας Στην Κοπεγχάγη και τη Στοκχόλμη την ίδια περίοδο γίνεται μια νέα προσπάθεια συλλογικής κατοίκησης που ονομάζεται kollektivhus. Η σύλληψη αυτή στόχευε στην κοινωνική ισότητα, την ισότητα των φύλων και την λειτουργικότητα. Βασικό της χαρακτηριστικό ήταν η κεντρική κουζίνα και η τραπεζαρία που συνήθως βρίσκονταν στο ισόγειο ενώ τα διαμερίσματα του κτιρίου εξυπηρετούνταν από ανελκυστήρες φαγητού. Αυτό γινόταν προκειμένου να εξοικονομείται χρόνος από τις οικιακές εργασίες και οι γυναίκες να έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Το πρώτο παράδειγμα αυτού του τύπου κατοικίας ήταν το κτίριο Fick’s Collective (1903) που έφερε το όνομα του αρχιτέκτονα Otto Fick (Vestbro, 2008). Αυτή η μορφή κατοικίας, προκάλεσε την ανατροπή της ατομικιστικής κατοίκησης και ανέδειξε την αρχιτεκτονική ως κοινωνικό βίωμα καθιστώντας την ως μέσο μετασχηματισμού της κοινωνίας, σε αντίθεση με το σοβιετικό «σπίτι – κοινότητα» που επιβλήθηκε ως μέσο ιδεολογικής επιρροής.

Εικόνα 13: Fick’s Collective (1903)

Εικόνα 14: Fick’s Collective (1903)

2.4 Το Μοντέρνο Κίνημα και η Αναζήτηση της Συλλογικότητας Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αποτέλεσαν περίοδο μιας νέας διαμόρφωσης της αρχιτεκτονικής λογικής, ως αποτέλεσμα των τεχνολογικών εξελίξεων, των κοινωνικών αλλαγών αλλά και της επιρροής της που είχε η μοντέρνα τέχνης σε αυτήν. Την περίοδο εκείνη έγινε επαναπροσδιορισμός του περιεχομένου αλλά και της αρχιτεκτονικής δομής, αυτή τη φορά με βάση τη λειτουργικότητα και τον ορθολογισμό. Το κτίριο πλέον αντιμετωπιζόταν ως «μηχανή κατοίκησης», ένα εργαλείο δηλαδή που να εξυπηρετεί τις ανθρώπινες ανάγκες. Η αισθητική του Μοντέρνου χαρακτηριζόταν από αυστηρή γεωμετρία, ειλικρινή χρήση υλικών, απορρίπτοντας τον διάκοσμο. Σημαντικός εκπρόσωπος του κινήματος ήταν ο Le Corbusier, γνωστός για τα «πέντε σημεία της αρχιτεκτονικής». Χαρακτηριστικό έργο του για τη συλλογική κατοίκηση αποτέλεσε το Unité d’Habitation στη Μασσαλία (1947–1952), εμπνευσμένο από την ιδέα του «Vertical Garden City», με το κτίριο να οργανώνεται σαν μια μικρή πόλη. Ένα συγκρότημα με 18 ορόφους και 337 διαμπερή διαμερίσματα που αναπτύσσονται σε δύο επίπεδα το καθένα. Στο κτίριο υπήρχαν και κοινόχρηστες λειτουργίες για ψυχαγωγία καθώς και απαραίτητες 13


εγκαταστάσεις όπως ιατρείο και καταστήματα. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν οικονομικά υλικά (οπλισμένο σκυρόδεμα) κάνοντας ακόμη πιο προσιτή την επιλογή αυτού του είδους κατοικίας στις οικογένειες που είχαν πληγεί από τον πόλεμο (Frearson, 2014). Ο σχεδιασμός του Unité d’Habitation δέχτηκε κριτική για την αποκοπή που είχε η κοινότητα από την πόλη αλλά και για τα στενά διαμερίσματα και τους σκοτεινούς διαδρόμους. Ωστόσο, άσκησε μεγάλη επιρροή στα επόμενα οικιστικά συγκροτήματα μέχρι τις μέρες μας.

Εικόνα 15: Unité d’Habitation

Εικόνα 16: Unité d’Habitation

2.5 Από τη Συλλογική Κατοίκηση στην Συνεταιριστική Κατοίκηση Αν και τα παραδείγματα των προηγούμενων δεκαετιών είχαν κυρίως πειραματικό χαρακτήρα από τα μέσα του 20ου αιώνα διαμορφώνεται σιγά σιγά ένα πιο οργανωμένο κοινωνικό και αρχιτεκτονικό υπόβαθρο. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στις κοινωνικές μεταβολές, τη θέση της γυναίκας, τις διαφορετικές μορφές της οικογένειας καθώς και την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους. Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, στη Δανία, ξεκίνησαν οι συζητήσεις γύρω από την συνεργατική κατοίκηση από πενήντα νοικοκυριά, δυσαρεστημένα από τις στεγαστικές και κοινωνικές συνθήκες, τα οποία προχώρησαν στην δημιουργία των πρώτων συγκροτήματα (bofaelleskaber) το Sæedammen και το Skråplanet, υπό την καθοδήγηση του Jan Gudmand Høyer. Από τη Δανία αυτή η ιδέα εξαπλώθηκε και στη Σουηδία (kollektivhus), την Ολλανδία (centraal wonen) και στη συνέχεια στην Γερμανία. Στην Δανία βασικό κίνητρο για τη δημιουργία αυτών των κοινοτήτων αποτέλεσε η αντίδραση στο πρότυπο της πυρηνικής οικογένειας κάνοντας μια προσπάθεια μείωσης του φόρτου των νοικοκυριών, ενώ για τις υπόλοιπες χώρες που ακολούθησαν υπήρχε η επιθυμία δημιουργίας κοινοτήτων. Με την έκδοση του βιβλίου των McCamant και Durre το 1987, οι οποίοι μελέτησαν το bofaelleskaber της Δανίας, φτάνει και στην Αμερική αυτού του τύπου η κατοίκηση. Εκεί εμφανίζεται και ο όρος cohousing με το πρόθεμα co να εκφράζει το μαζί, την ενότητα, τη συνεργασία. Το 1987, πραγματοποιείται η έκθεση Brundtland που ορίζει για πρώτη φορά την βιώσιμη ανάπτυξη, δηλαδή την ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες (Brundtland, 1987). Με αποτέλεσμα, το cohousing να στραφεί προς τις εναλλακτικές μορφές δόμησης, προς τη δημιουργία κατασκευών (DIY) και καλλιέργεια μικρών εκτάσεων γης για μια πιο βιώσιμη διαβίωση. Φτάνοντας στο σήμερα, το cohousing καθορίζεται πλέον από την εξέλιξης της ψηφιακής τεχνολογίας και την επίδραση της κλιματικής αλλαγής. Τα σύγχρονα cohousing υιοθετούν μικτά μοντέλα κατοίκησης με τεχνολογικές και βιώσιμες λύσεις, καθώς πολλές φορές ενώνουν και διαφορετικούς τύπους κοινοτικής ζωής (ιδιωτική, συνεταιριστική). Ωστόσο, η αυξανόμενη συμμετοχή επαγγελματιών στην κατασκευή τους, θέτει σε κίνδυνο την αυτονομία και το συλλογικό χαρακτήρα των κοινοτήτων, αφού δεν υπάρχει ενεργή συμμετοχή και δημοκρατική λήψη απο14


φάσεων. Ακόμη καθοριστικός παράγοντας για την δημιουργία των cohousing σήμερα αποτελεί η αντίδραση στην απρόσωπη κατοικία, την αποξένωση και την τάση για εξατομίκευση.

Εικόνα 17: Skråplanet

Εικόνα 18: Skråplanet

Συμπεράσματα κεφαλαίου Η ιστορική εξέλιξη της συλλογικής κατοίκησης αναδεικνύει την διαρκή ανθρώπινη αναζήτηση για κοινότητα, για τη αίσθηση του ανήκειν. Από τους πρώτους οικισμούς μέχρι το cohousing, εκφράζονται οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής τους και πως αυτές επηρεάζουν τον σχεδιασμό των κατοικιών. Κοινός παρονομαστής σε όλες παραμένει η σύνδεση του ανθρώπου με την κοινότητα. Στην σύγχρονη εποχή, η συλλογική κατοίκηση δίνει λύση σε κρίσιμα ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η στεγαστική κρίση και η κοινωνική αποξένωση. Με συνέπεια, να δίνει στον αρχιτέκτονα την ευθύνη και το ρόλο του συντονιστή των κοινωνικών σχέσεων και την ευκαιρία να δημιουργήσει κατοικίες βιώσιμές, ανθρώπινες και συμμετοχικές.

15


3. Μελέτη του Cohousing Στο προηγούμενο κεφάλαιο, παρουσιάστηκε η εξέλιξη του cohousing στην Σκανδιναβία το 1970 και η σταδιακή εξάπλωση της στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της κατοικίας και της συλλογικής ζωής. Πιο συγκεκριμένα σε αυτό το κεφάλαιο, θα αναλυθούν τα χαρακτηριστικά του ως προς την λειτουργία του και οι σχεδιαστικές παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι χωρικές μεταφράσεις.

3.1 Χαρακτηριστικά του Cohousing Το cohousing συγκροτείται από ένα σύνολο αρχών που καθορίζουν την χωρική του οργάνωση καθώς και την λειτουργία του κοινωνικού συστήματος. Σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία (McCamant & Durrett, 2011 και ScottHanson, 2005) αναγνωρίζονται έξι βασικές αρχές που διαχωρίζουν το cohousing από άλλες μορφές συλλογικής κατοίκησης, η παρουσία κοινόχρηστων χώρων, η αυτονομία των ιδιωτικών κατοικιών, η μη ιεραρχημένη συμμετοχική διακυβέρνηση, η έμφαση στη βιώσιμη διαβίωση, ο συνεργατικός σχεδιασμός και η απουσία κοινής οικονομίας.

1. Κοινόχρηστοι χώροι Το σύνολο των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων, γνωστό και ως common house, αποτελεί βασικό στοιχείο των cohousing. Συγκεντρώνει λειτουργίες όπως η κοινή κουζίνα, η τραπεζαρία, το καθιστικό, χώρους ψυχαγωγίας όπως εργαστήρια και παιδότοπους, καθώς και πλυσταριό. Όλοι αυτοί οι χώροι συμβάλλουν στην ενίσχυση την κοινωνικής ζωής, της συνεργασίας και της αίσθησης του «ανήκειν» μέσω της αλληλεπίδρασης των κατοίκων.

Εικόνα 19: Common house

16


2. Ιδιωτικές κατοικίες Κάθε κατοικία διατηρεί την αυτονομία της και είναι πλήρως εξοπλισμένη. Η ανεξαρτησία του κάθε νοικοκυριού είναι κρίσιμη καθώς διασφαλίζει το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και την υγιής συλλογικότητα, αποτρέποντας κάποια τριβή μεταξύ των κατοίκων. Στις κατοικίες περιλαμβάνονται όλοι οι απαραίτητοι χώροι για καθημερινή διαβίωση προσαρμόζοντας τη διάταξή τους ανάλογα με το μέγεθος τους.

Εικόνα 20: Κατοικία

3. Συμμετοχική διακυβέρνηση Οι κοινότητες cohousing διοικούνται με οριζόντιες και συμμετοχικές διαδικασίες χωρίς ιεραρχία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με ψηφοφορία ενισχύοντας έτσι την δημοκρατικότητα και την κοινωνική υπευθυνότητα.

Εικόνα 21: Συμμετοχική διακύβέρνηση

17


4. Βιώσιμη διαβίωση Στην ιδεολογία του cohousing υπάρχει και η περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Η κάθε κοινότητα επιδιώκει το μικρότερο οικολογικό αποτύπωμα εφαρμόζοντας πρακτικές εξοικονόμησης ενέργειας, κοινή χρήση πόρων και ανακύκλωση.

Εικόνα 22: Βιώσιμη διαβίωση

5. Συνεργατικός σχεδιασμός Η δημιουργία τους στηρίζεται στον συμμετοχικό σχεδιασμό, εμπλέκοντας τους κατοίκους από τα πρώτα στάδια μέχρι την τελική υλοποίηση τους. Με αυτόν τον τρόπο καλλιεργείται το αίσθημα ευθύνης και δέσμευσης στην κοινότητα διασφαλίζοντας την συντήρηση τους στον χρόνο.

Εικόνα 23: Συνεργατικός σχεδιασμός

18


6. Οικονομική αυτονομία Το cohousing δεν στηρίζεται σε κοινό οικονομικό σύστημα. Κάθε μέλος είναι οικονομικά ανεξάρτητο και οι κοινόχρηστες δαπάνες καλύπτονται από συλλογικές συνεισφορές.

Εικόνα 24: Οικονομική αυτονομία

3.2 Σχεδιαστικές Παράμετροι Ο σχεδιασμός αυτών των κοινοτήτων αποτελεί μια πρόκληση συνύπαρξης και ισορροπίας ενός συνόλου ιδιωτικών κατοικιών και κοινόχρηστων χώρων και όχι ένα τυποποιημένο μοντέλο κατοικίας. Σύμφωνα με τους McCamant & Durrett (2011), ο σχεδιασμός μια κοινότητας αποτελεί «κοινωνική υποδομή» που καθορίζει τρόπους συνύπαρξης και αλληλεπίδρασης των κατοίκων της. Οι σχεδιαστικές παράμετροι αποτυπώνουν το τρόπο που οι κοινωνικές αρχές του cohousing μεταφράζονται σε χωρικές εκφράσεις.

Εικόνα 25: Διάγραμμα σχεδιαστικών αρχών

19


Ιδιωτικό – δημόσιο Η διάκριση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιο καθώς και η μεταξύ τους σχέση είναι καθοριστική για την διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων μέσα στην κοινότητα. Ο Hertzberger (2013) θεωρεί ότι οι έννοιες «ιδιωτικό» και «δημόσιο» είναι η χωρική έκφραση του «ατομικού» και του «συλλογικού», αντίστοιχα. Έτσι η κατοικία είναι το ιδιωτικό στοιχείο στο οποίο υπάρχει προσωπική ανεξαρτησία και οι κοινόχρηστοι χώροι το δημόσιο στοιχείο προσβάσιμο σε όλους και κατάλληλο για κοινωνική αλληλεπίδραση. Ο Gehl (2013) τονίζει ότι η χωρική δομή και η ποιότητα του δημόσιου χώρου επηρεάζει την αλληλεπίδραση των κατοίκων προκαλώντας ευκαιρίες για τυχαίες αλλά και ουσιαστικές συναντήσεις. Η επίτευξη της ισορροπίας ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο είναι καθοριστική για τον συνδυασμό της ιδιωτικότητας και της συμμετοχικότητας (McCamant & Durrett, 2011).

Εικόνα 26: Διάγραμμα σχεδιαστικών αρχών

Κοινόχρηστοι χώροι (common house) Το Common House ενός Cohousing είναι το κέντρο της καθημερινότητας των κατοίκων και λειτουργεί ως κοινωνικός κόμβος. Περιλαμβάνονται χώροι όπως η κουζίνα, η τραπεζαρία, χώροι ψυχαγωγίας και χρησιμοποιείται για κοινές δραστηριότητες (ScottHanson, 2005). Οι κοινόχρηστοι χώροι δεν αντικαθιστούν τον οικιακό εξοπλισμό των ιδιωτικών κατοικιών αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά. Με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται η συνάντηση και η αλληλεπίδραση των κατοίκων ενισχύοντας έτσι την αίσθηση του «ανήκειν», βασική επιδίωξη αυτών των κοινο-

Εικόνα 27: Διάγραμμα σχεδιαστικών αρχών

20


τήτων. Στους κοινόχρηστους χώρους περιλαμβάνονται και οι υπαίθριοι χώροι που λειτουργούν ως χώροι συνάντησης και όχι ως κενά. Συνήθως, μέσω των κοινών εξωτερικών χώρων επιδιώκεται η οπτική συνέχεια με το εσωτερικό ενθαρρύνοντας την οπτική επαφή και αλληλεπίδραση. Ενδιάμεσοι - μεταβατικοί χώροι Την γεφύρωση του ιδιωτικού με τον δημόσιο χώρο πραγματοποιείται μέσα από τους ενδιάμεσους χώρους. Πρόκειται για ημι-δημόσιες ή ημι-ιδιωτικές περιοχές όπως διάδρομοι, κλιμακοστάσια, αυλές, είσοδος που αποτελούν το πεδίο μετάβασης από το ατομικό στο συλλογικό. Σχεδιασμένοι να ενθαρρύνουν την κίνηση και τη στάση προκαλούν τυχαίες αλληλεπιδράσεις και ενισχύουν την αίσθηση του «ανήκειν». Οι McCamant & Durrett (2011) χαρακτηρίζουν αυτούς τους χώρους ως «πράκτορες κοινωνικότητας» (social catalysts), οι οποίοι παράλληλα ενισχύουν τη διαφάνεια και την ασφάλεια μέσα στην κοινότητα.

Εικόνα 28: Διάγραμμα σχεδιαστικών αρχών

Προσαρμοστικότητα Η συμμετοχή των κατοίκων τόσο στον σχεδιασμό της κοινότητας όσο και στην δυνατότητα ευέλικτης διαμόρφωσης των χώρων κατά τη διάρκεια της παραμονής τους συνιστούν σημαντικούς παράγοντες για την μακροχρόνια διαβίωση τους. Η προσέγγιση αυτή διαμορφώθηκε κατά τη δεκαετία του ’70 από το έργο αρχιτεκτόνων, όπως ο Hertzberger, που ανέδειξαν την σημασία της ευελιξίας σχεδιάζοντας κατοικίες με μεταβλητές εσωτερικές διαρρυθμίσεις και κοινόχρηστους χώρους ελεύθερους στους μετασχηματισμούς από τους κατοίκους. Η δυνατότητας της προσαρμοστικότητας εξασφαλίζει την διαχρονικότητα του σχεδιασμού διευκολύνοντας την ατομική έκφραση μέσα σε ένα συλλογικό πλαίσιο (McCamant & Durrett, 2011).

Εικόνα 29: Διάγραμμα σχεδιαστικών αρχών

21


Σχέση κοινότητας – πόλης Η κοινότητα του cohousing αναφέρεται ως «ένα κύτταρο μέσα στον αστικό οργανισμό» και όχι ένα αποκομμένο συγκρότημα κατοικιών (McCamant & Durrett, 2011). Βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το ευρύτερο αστικό περιβάλλον και λειτουργεί ως μοντέλο κοινοτικής ζωής εντός της πόλης. Στην επίτευξη αυτού του στόχου συμβάλλει και ο σχεδιασμός των εξωτερικών όψεων, ο οποίος οφείλει να ισορροπεί μεταξύ της διασφάλισης της ιδιωτικότητας και της προαγωγής της συλλογικής δραστηριότητας.

Εικόνα 30: Διάγραμμα σχεδιαστικών αρχών

Συμπεράσματα κεφαλαίου Μέσα από την μελέτη των χαρακτηριστικών και των σχεδιαστικών αρχών του cohousing, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη μορφή συλλογικής κατοίκησης είναι αποτέλεσμα μιας ολοκληρωμένης χωρικής και κοινωνικής οργάνωσης θεμελιωμένη σε αξίες συνεργασίας και συμμετοχής. Δεν πρόκειται δηλαδή για μία απλή πολύ-κατοικία αλλά μια πολυδιάστατη μορφή κατοίκησης που επαναπροσδιορίζει την σχέση του ατόμου με την συλλογικότητα. Όπως υπογραμμίζουν οι McCamant & Durrett και οι ScottHanson, ο σχεδιασμός τέτοιων εγχειρημάτων δεν υπακούει σε μια τυπολογική συνταγή αλλά οργανώνεται γύρω από αρχές που προάγουν την κοινωνική αλληλεπίδραση, την εθελοντική συμμετοχή και τη χωρική ταυτότητα της κοινότητας.

22


4. Προς μία αρχιτεκτονική της συλλογικής κατοίκησης Έχοντας μελετήσει την θεωρητική διάσταση του κατοικείν και την ιστορική εξέλιξη της συλλογικής κατοίκησης, σε αυτό το κεφάλαιο, επιδιώκεται η αναγνώριση θεμελιωδών αρχών που την χαρακτηρίζουν και θα λειτουργήσουν ως εργαλείο κριτικής αξιολόγησης σε υλοποιημένα παραδείγματα cohousing και ως εργαλείο εννοιολογικής εφαρμογής στο παράδειγμα της πολυκατοικίας του Ασύρματου στα Πετράλωνα.

4.1 Θεώρηση Η προσέγγιση της κατοικίας ως υπαρξιακού και κοινωνικού φαινομένου, από την ανάλυση του πρώτου κεφαλαίου, αναδεικνύει την υπέρβαση της λειτουργικής της διάστασης και τη συγκρότηση της ως ένα τόπο ταυτότητας, νοήματος και διαμόρφωσης σχέσεων. Κατανοώντας τις έννοιες του χώρου, του τόπου, τη σημασία της αλληλεπίδρασης των ανθρώπων, συμπεραίνεται ότι η χωρική οργάνωση αποτελεί ένα σημαντικό μέσο διαμόρφωσης συνθηκών υγιούς διαβίωσης και κάλυψης βαθύτερων αναγκών του ανθρώπου. Μέσα από την ιστορική αναδρομή της συλλογικής κατοίκησης, προκύπτουν διαχρονικές σταθερές που καθορίζουν τη βιωσιμότητα αυτών των μορφών κατοίκησης. Υπάρχει μία επανάληψη στη σημασία των κοινόχρηστων χώρων, τη συμμετοχή των κατοίκων, την ισορροπία μεταξύ αλληλεπίδρασης και αυτονομίας. Η ανάλυση των προηγούμενων κεφαλαίων, ανέδειξε ότι η συλλογική κατοίκηση δεν αποτελεί ένα σταθερά τυπολογικό μοντέλο αλλά μία εξελισσόμενη κοινωνική και χωρική δομή που διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση του ατόμου με την κοινότητα και το περιβάλλον. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, η παρούσα εργασία επιχειρεί να οργανώσει τις ποιοτικές παραμέτρους που καθιστούν τη συλλογική κατοικία υπαρξιακά ουσιαστική, βιώσιμη και λειτουργική για τους κατοίκους της. Απαντώντας έτσι στο βασικό αρχικό ερώτημα της εργασίας. Πώς μπορεί η συλλογική κατοίκηση να σχεδιαστεί με τρόπο που να ενσωματώνει τις υπαρξιακές, κοινωνικές και χωρικές ανάγκες των κατοίκων; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, παρουσιάζεται με πέντε θεμελιακά χαρακτηριστικά που καλύπτουν αυτές τις ανάγκες των κατοίκων. Αρχικά, η ισορροπία ιδιωτικού και κοινόχρηστου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την διαμόρφωση κοινωνικών σχέσεων, καθώς με βάση τη θεωρητική ανάλυση, η συλλογικότητα ευδοκιμεί σε περιβάλλοντα που προσφέρουν ποικίλους βαθμούς οικειότητας και δίνεται η επιλογή συμμετοχής στους κατοίκους. Δεύτερον, το Common House και οι κοινόχρηστοι χώροι λειτουργούν ως κεντρικά σημεία κοινωνικής ζωής μετατρέποντας των χώρο σε βιωμένο τόπο. Επιπλέον, οι ενδιάμεσοι – μεταβατικοί χώροι διευκολύνουν άτυπες, τυχαίες συναντήσεις που ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και το αίσθημα του ανήκειν. Η προσαρμοστικότητα τόσο των ιδιωτικών όσο και των κοινόχρηστων χώρων αποδεικνύεται απαραίτητα για την μακροχρόνια βιωσιμότητα μιας κοινότητας, καθώς επιτρέπει την ανταπόκριση στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Τέλος, η σύνδεση της κοινότητας με τον αστικό ιστό καθορίζει τον βαθμό με τον οποίο η συλλογική κατοίκηση εντάσσεται σε ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα. Στη συνέχεια, αναλύονται τρία σύγχρονα παραδείγματα συλλογικής κατοίκησης και, εφαρμόζοντας την θεώρηση σε αυτά, γίνεται κριτική αξιολόγηση των διαφορετικών προσεγγίσεων, δείχνοντας τόσο τις δυνατότητες όσο και τους περιορισμούς του καθενός. Η ανάλυση τους αποτελείται από τρία επίπεδα, την κεντρική ιδέα σχεδιασμού, τον σχεδιασμό και την υλικότητα του κάθε έργου. Με βάση αυτά τα επίπεδα, δίνεται το υπόβαθρο για την αξιολόγηση τους σύμφωνα με τα θεμελιώδη στοιχεία της συλλογικής κατοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρείται η εννοιολογική εφαρμογή αυτής της θεώρη23


σης στην πολυκατοικία του Ασύρματου στα Πετράλωνα, διερευνώντας τις δυνατότητες μετασχηματισμού ενός υφιστάμενου κτιρίου μέσω των αρχών της συλλογικής κατοίκησης. Χρησιμοποιώντας τη θεώρηση ως εργαλείο κριτικής και δημιουργικής ανάγνωσης που συνδέει το θεωρητικό υπόβαθρο με την εφαρμογή.

4.2 Case Studies Jystrup Savværk Αρχιτέκτονας: Vandkunsten Τοποθεσία: Jystrup, Denmark Έτος: 1979-1984 Έκταση: 10927 τ.μ. Αριθμός οικιστικών μονάδων: 21

Εικόνα 31: Jystrup Savværk, τοποθεσία

Η κοινότητα Jystrup Savværket δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από οικογένειες που αναζητούσαν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, πιο συλλογικό σε αντίθεση με τον εσωστρεφή χαρακτήρα των συμβατικών πρότυπων κατοίκησης. Σε μία περίοδος κοινωνικοοικονομικής αναδιάρθρωσης στην Δανία, η προσπάθεια αυτή επιδίωκε την δημιουργία ενός μοντέλου συνεργατικής διαβίωσης, εξοικονομώντας χρόνο και πόρους μέσω κοινών δραστηριοτήτων. Η κοινότητα εγκαταστάθηκε στο προάστιο του παραδοσιακού χωριού Jystrup, σε απόσταση 90 λεπτών από την Κοπεγχάγη, ιδανική για οικογένειες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Κεντρική ιδέα: Η κεντρική ιδέα σχεδιασμού στηρίζεται στην έννοια της μετάβασης και της ενοποίησης του ατόμου με άλλους κατοίκους και του ατόμου με το εξωτερικό περιβάλλον. Η ιδέα οργανώνεται σε έναν γραμμικό, εσωτερικό διάδρομο από γυαλί σε 24


σχήμα L, που λειτουργεί ως ραχοκοκαλιά του κτιρίου. Αυτή η γυάλινη «οδός» εκτός από πορεία κυκλοφορίας λειτουργεί και ως φίλτρο μεταξύ ανθρώπου και φυσικού τοπίου.

Εικόνα 32: Διαγραμματική κάτοψη

Εικόνα 33: Τομή

Σχεδιασμός: Οι σχεδιαστικές αρχές του έργου επικεντρώνονται στην γεωμετρική καθαρότητα, τον ρυθμό της δομής και την σχέση ιδιωτικού – δημόσιου. Το σχήμα L και η γραμμικότητα του άξονα καθορίζει την οργάνωση των επιμέρους όγκων, οι οποίοι αναπτύσσονται εκατέρωθεν του διαδρόμου. Η διάταξη αυτή κάνει διακριτή τη σχέση ανάμεσα στις ιδιωτικές και δημόσιες ζώνες, αφού οι δημόσιες τοποθετούνται στην ένωση των αξόνων, στην είσοδο και οι ιδιωτικές εκτείνονται στους άξονες. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη σχέση διαδραματίζει η στέγη, η οποία με την επαναληπτική της γεωμετρία και την εκτεθειμένη ξύλινη δομή της, αποτελεί έναν φανερό κάνναβο που διαιρεί τους χώρους, χωρίς αυστηρά όρια. Βασικό εργαλείο αναγνώρισης των χώρων γίνεται το φυσικό φως διαμορφώνοντας μια ατμόσφαιρα που μεταβάλλεται ανάλογα την ένταση και διεύθυνση του. Η χρήση διαφάνειας συμβάλλει, ακόμη, και στην ενίσχυση της οπτικής συνέχειας επιτρέποντας το φυσικό τοπίο να εισχωρήσει στο εσωτερικό του κτιρίου.

Εικόνα 34: Όψη

Εικόνα 35: Εξωτερικό του κτιρίου

25


Υλικότητα: Πρωταρχικό υλικό για την κατασκευή του κτιρίου αποτέλεσε το ξύλο. Η έκθεση της ξύλινης δομής εκφράζει την κατασκευαστική λογική του κτιρίου αναδεικνύοντας τον ρυθμό επαναληψιμότητας της κατασκευής. Η χρήση του γυαλιού λειτουργεί ως υλικό διαφάνειας. Οι μεγάλες επιφάνειες γυαλιού που χρησιμοποιούνται στους διαδρόμους και στην στέγη λειτουργούν ως αγωγοί φωτός και φίλτρα οπτικών σχέσεων επηρεάζοντας την ατμόσφαιρα των χώρων.

Εικόνα 36: Εσωτερικό κατοικίας

Εικόνα 37: Εσωτερικό κοινόχρηστου χώρου

Το Jystrup Savværket αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συλλογικής κατοίκησης στην Δανία που επιτρέπει τον συνεργατικό τρόπο ζωής και την βιώσιμη κοινωνική συνύπαρξη. Επιτυγχάνεται η οριοθέτηση του ιδιωτικού και του κοινόχρηστου μέσω των κατοικιών και ημι-ιδιωτικών αυλών ενθαρρύνοντας τις συναντήσεις αλλά χωρίς να επιβάλλεται η συλλογικότητα. Η χρήση των γυάλινων επιφανειών προσφέρει οπτική συνέχεια αλλά δεν αναιρεί την ιδιωτικότητα. Το common house λειτουργεί ως κεντρικό σημείο συνάντησης ενώ οι μεταβατικές ζώνες λειτουργούν ως φίλτρα που συνδέουν τις κατοικίες με τον κοινόχρηστο χώρο. Το συγκρότημα διαθέτει την δυνατότητα λειτουργικών προσαρμογών, ωστόσο, η μορφολογία του δεν επιτρέπει σημαντικές αναδιατάξεις. Η σχέση του με τον ευρύτερο οικισμό είναι περιορισμένη, καθιστώντας το εσωστρεφές λόγω της ημιαγροτικής του τοποθεσίας.

26


La Borda Αρχιτέκτονας: Lacol Τοποθεσία: Barcelona, Spain Έτος: 2014-2018 Έκταση: 3000 τ.μ. Αριθμός οικιστικών μονάδων: 28

Εικόνα 38: La Borda, τοποθεσία

Το La Borda αποτελεί μια πρότασης συλλογικής κατοίκησης στην νότια Ευρώπη. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης στην Ισπανία, δημιουργήθηκε ένα ισχυρό κίνημα διεκδίκησης του δικαιώματος στη στέγαση, έτσι αναπτύχθηκε η πρωτοβουλία του La Borda με στόχο τη δημιουργία μιας αυτοδιαχειριζόμενης και βιώσιμης κατοικίας. Τα μέλη δεν κατέχουν τις κατοικίες αλλά το δικαίωμα στην διαμονή του καθώς το κτίριο ανήκει στην συνεταιριστική ένωση. Κεντρική ιδέα: Η κεντρική ιδέα σχεδιασμού βασίζεται σε μια εσωστρεφή διάταξη με τις μονάδες κατοικιών να οργανώνονται γύρω από ένα κεντρικό αίθριο. Ο κεντρικός πυρήνας της σύνθεσης λειτουργεί ως αγωγός φυσικού φωτισμού και αερισμού στις περιμετρικές μονάδες, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζει την κυκλοφοριακή και οπτική σύνδεση ιδιωτικών και κοινόχρηστων χώρων. Σχεδιασμός: Το κεντρικό αίθριο λειτουργεί ως οργανωτικό μέσο, καθοδηγώντας την κυκλοφορία και την αλληλεπίδραση μεταξύ των κατοίκων. Επιπλέον προσφέρει εγκάρσιο αερισμό κατά τους ζεστούς μήνες και λειτουργεί ως θερμοκήπιο κατά τους κρύους μήνες, επιτυγχάνοντας έναν βιοκλιματικό σχεδιασμό. Βασική επιδίωξη αποτέλεσε, κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής όσο και καθ’ όλη τη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής του, η διασφάλιση ενός κτιρίου με τις χαμηλότερες δυνατές περιβαλ27


λοντικές επιπτώσεις. Τα θεμέλια τοποθετήθηκαν όσο το δυνατόν πιο κοντά στην επιφάνεια, με αιωρούμενο δάπεδο τοποθετημένο ένα μέτρο πάνω από το έδαφος για να βοηθήσει στη μόνωση. Οι μονάδες των κατοικιών επαναλαμβάνονται ρυθμικά γύρω από το αίθριο. Η αρθρωτή τυπολογία των διαμερισμάτων επιτρέπει ποικιλία μεγεθών και διαρρυθμίσεων χωρίς να παρεμβαίνουν στην ενιαία γεωμετρία του κτιρίου. Η χρήση μονής ή διπλής όψης στα διαμερίσματα εξασφαλίζει τον διαμπερή αερισμό. Οι κοινόχρηστοι χώροι όπως η κουζίνα, η τραπεζαρία και τα πολυχρηστικά δωμάτια οργανώνονται σε ενιαία διάταξη ενισχύοντας την ροή και την αλληλεπίδραση των κατοίκων.

Εικόνα 39: Αξονομετρικές τομές

Εικόνα 40: Αίθριο

Υλικότητα: Η βασική κατασκευαστική δομή από ξύλο Cross Laminated Timber (CLT) προσδίδει σταθερότητα και θερμομονωτική προστασία, ενώ παράλληλα επιτρέπει μελλοντικές τροποποιήσεις στην διαρρύθμιση των μονάδων. Οι εσωτερικές και οι εξωτερικές ξύλινες επιφάνειες συνδυάζονται με μεταλλικά στοιχεία συνδέοντας την σύγχρονη μορφολογία με την παραδοσιακή μνήμη των ισπανικών «corralas». Χρησιμοποιούνται φυσικά και τοπικά υλικά (σκυρόδεμα, ξύλο, μέταλλο), με απλές γεωμετρίες και λιτές επιφάνειες, ενώ οι κοινόχρηστοι χώροι έχουν διαφανείς ή ημιδιαφανείς όψεις για να ενισχύεται η οπτική σύνδεση.

Εικόνα 41: Όψεις κατοικιών

28


Το La Borda, είναι ένα πείραμα που προέκυψε από τοπικές πρωτοβουλίες με τρεις βασικές επιδιώξεις, ο επαναπροσδιορισμός του παραδείγματος της συλλογικής στέγασης, η βιωσιμότητα και η περιβαλλοντική ποιότητα και η ενεργός συμμετοχή των κατοίκων. Όσον αφορά τα 5 θεμελιώδη στοιχεία, έχει γίνει πετυχημένα η εφαρμογή τους στο σχεδιασμό. Οι μικρές κατοικίες υποστηρίζονται από ένα εκτεταμένο δίκτυο κοινόχρηστων χώρων διαβαθμίζοντας εύστοχα το ιδιωτικό με το κοινόχρηστο. Οι συλλογικές εγκαταστάσεις συγκροτούν την καθημερινή κοινωνική δομή του συγκροτήματος. Οι μεταβατικοί χώροι, όπως τα εξωτερικά κλιμακοστάσια, οι υπαίθριοι διάδρομοι ενθαρρύνουν τις συναντήσεις χωρίς να επιβάλλουν την κοινωνικότητα. Η αρθρωτή ξύλινη κατασκευή και η δυνατότητα να μεταβάλλει τις τυπολογίες προσδίδει προσαρμοστικό χαρακτήρα στο συγκρότημα. Τέλος, η σύνδεση με την πόλη ενισχύεται μέσω της ανοιχτής στάθμης του ισογείου και του αυτοδιαχειριζόμενου χαρακτήρα της λειτουργίας, καθιστώντας το ενεργό σημείο αστικής συμμετοχής.

29


R50 - Cohousing Αρχιτέκτονας: Heide & von Beckerath, ifau und Jesko Fezer Τοποθεσία: Kreuzberg, Berlin Έτος: 2013 Έκταση: 2037 τ.μ. Αριθμός οικιστικών μονάδων: 19

Εικόνα 42: R50 - cohousing, τοποθεσία

Το R50 – Cohousing δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του κινήματος Baugruppe στο Βερολίνο, το οποίο αναδύθηκε μετά την ενοποίηση της Γερμανίας ως μοντέλο οικονομικά προσιτής κατοικίας αντιδρώντας στην αυξανόμενη εμπορευματοποίησης της. Αναπτύχθηκε σε μία περιοχή με έντονη κοινωνική πολυμορφία και ο σχεδιασμός του στηρίχθηκε σε συμμετοχικές διαδικασίες. Το R50 ολοκληρώθηκε το 2013 και αποτελεί ένα σημαντικό παράδειγμα «χαμηλού κόστους – υψηλής ποιότητας αρχιτεκτονικής» συλλογικής κατοίκησης. Κεντρική ιδέα: Η κεντρική ιδέα του R50 θεμελιώνεται στην αρχή του open building, όπως διατυπώθηκε από τον Habraken, δηλαδή στη συστηματική διάκριση μεταξύ του «support» και «infill». Το έργο οργανώνεται γύρω από την έννοια του σταθερού δομικού υποστρώματος (support) και του ευέλικτου επιπέδου πλήρωσης (infill). Σχεδιασμός: Ο φέρων οργανισμός, διατυπωμένος μέσω ενός καθαρού ορθοκανονικού κάνναβου από εμφανές σκυρόδεμα, λειτουργεί ως το αμετάβλητο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να διαμορφώνονται διαχρονικά διαφορετικά χωρικά σενάρια. Η περιμετρική εξωτερική στοά αποτελεί ένα φίλτρο μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος ρυθμίζοντας την ένταση του φυσικού φωτισμού και την μετάβαση από δημόσιο στο ιδιωτικό χώρο. Λειτουργεί ως δεύτερο κέλυφος του κτιρίου 30


πάνω στο οποίο επιτρέπεται η κίνηση των κατοίκων ενισχύοντας την οπτική επαφή και την κοινωνική συνοχή με έναν μη επιτακτικό τρόπο. Οι κατοικίες εκτείνονται από την πρόσοψη του κτιρίου μέχρι και την πίσω όψη επιτρέποντας τον φυσικό αερισμό και φωτισμό. Τα εσωτερικά χωρίσματα αποτελούν ελαφρά στοιχεία, υποδηλώνοντας την προσωρινότητας τους, καθώς έχουν διαμορφωθεί με τρόπο που επιτρέπουν την σύνθεση εναλλακτικών χωρικών σεναρίων. Οι κοινόχρηστοι χώροι αποτελούν συνέχεια των ιδιωτικών κατοικιών και τις συνδέουν με το αστικό περιβάλλον καθώς τοποθετούνται στο ισόγειο όπου βρίσκεται και η είσοδος του κτιρίου.

Εικόνα 43: Αξονομετρικό κτιρίου

Εικόνα 44: Σύνδεση εξωτερικής στοάς με κατοικία

Υλικότητα: Τα υλικά του κτιρίου συνιστούν σημαντικά στοιχεία διάκρισης του σταθερού και μεταβλητού. Ο φέρων οργανισμός από εμφανές σκυρόδεμα λειτουργεί ως σταθερό, αμετάβλητο υπόβαθρο αποτυπώνοντας την έννοια του support. Σε αντίθεση με την περιμετρική στοά, μια μεταλλική κατασκευή, λεπτή και ελαφριά, που προσδίδει διαφάνεια και δημιουργεί ένα δεύτερο ημιδιαφανές επίπεδο. Τα εσωτερικά χωρίσματα, ξύλινα και μεταλλικά πλαίσια με γυψοσανίδα, είναι ελαφριές κατασκευές που υποδηλώνουν την μεταβλητότητας τους.

Εικόνα 45: Κοινόχρηστος χώρος ισογείου

31


Το R50 αποτελεί μια πρόταση συλλογικής κατοίκησης, όπου η σύνθεση της επιλέγει τη δομή έναντι της μορφολογίας, επιτρέποντας στις κατοικίες να εξελίσσονται ανάλογα με τις ανάγκες των κατοίκων. Οι ιδιωτικές κατοικίες λόγω της λογικής του «infill» έχουν την δυνατότητα να ορίσουν τον βαθμό ιδιωτικότητας που επιθυμούν οι κάτοικοι, διακρίνοντας ξεκάθαρα τα όρια τους από τους κοινούς χώρους. Η άμεση πρόσβαση στους κοινόχρηστους χώρους από όλους τους κατοίκους επιτυγχάνει την λειτουργικότητας τους και την καθημερινή αλληλεπίδραση των κατοίκων. Οι μεταβατικοί χώροι κατά μήκος της πρόσοψης εκτός από κυκλοφοριακές ζώνες λειτουργούν και ως χώροι θέασης και κοινωνικής διαπλοκής. Η καθαρότητα του δομικού κάνναβου και η περιμετρική ενδιάμεση ζώνη συγκροτούν ένα ευέλικτο, προσαρμόσιμο πλαίσιο κατοίκησης. Το κτίριο σε σχέση με την πόλη είναι εσωστρεφές περιορίζοντας την αστική ενσωμάτωση αφού μόνο το ισόγειο παραμένει διάτρητο με ένα βαθμό οπτικής προσβασιμότητας καθώς και υπάρχει έλλειψη προγραμμάτων ανοιχτών στο κοινό. Το R50 επιτυγχάνει τον συνδυασμό αρχιτεκτονικής αυστηρότητας και συμμετοχικής εμπειρίας των κατοίκων.

4.3 Εφαρμογή στον Ασύρματο Ο «Ασύρματος» πρόκειται για μία πολυκατοικία της δεκαετίας του ’60 που σχεδιάστηκε από την αρχιτέκτονα Έλλη Βασιλικιώτη με σκοπό τη στέγαση προσφύγων από την Αττάλεια. Βρίσκεται στην συνοικία του Ασύρματου στα Πετράλωνα και οι είσοδοί του βλέπουν την περιφερειακή οδό Φιλοπάππου και την οδό Απολλωνίου. Οι δύο δρόμοι πού περιβάλλουν το οικόπεδο έχουν υψομετρική διαφορά μεταξύ τους, πού στο κέντρο του κτηρίου φτάνει τα 5 μ. Είναι ένα πενταώροφο κτίριο σε σχήμα ημισελήνου και περιλαμβάνει 55 διαμερίσματα και στο ισόγειο φιλοξενούνται κοινόχρηστοι χώροι και καταστήματα. Η εφαρμογή της θεώρησης στον Ασύρματο στοχεύει στην διερεύνηση των μετασχηματικών δυνατοτήτων ενός υφιστάμενου αστικού κτιρίου μέσα από τις αρχές της συλλογικής κατοίκησης. Η προσέγγιση που ακολουθεί έχει εννοιολογικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στην ανάδειξη των χωρικών δυνατοτήτων του κτιρίου χωρίς να επιδιώκει την διατύπωση ενός δεσμευτικού σχεδιαστικού μοντέλου. Η κεντρική ιδέα της πρότασης συγκροτείται γύρω από την έννοια της χωρικής μετάβασης και αυτό εκφράζεται μέσω της πύκνωσης και της αραίωσης. Η μετάβαση αντιμετωπίζεται ως μια συνεχής χωρική εμπειρία κατά την οποία μεταβάλλεται σταδιακά ο βαθμός συλλογικότητας και ιδιωτικότητας. Η πύκνωση οριοθετεί το ιδιωτικό, το οικείο, ενώ η αραίωση ορίζει το δημόσιο, το συλλογικό.

Εικόνα 46: Διάγραμμα κεντρικής ιδέας

32


Η ισορροπία ιδιωτικού – δημόσιου επιτυγχάνεται μέσω της κατακόρυφης διαβάθμισης των χρήσεων του κτιρίου. Το επίπεδο του ισογείου οργανώνεται ως ζώνης χωρικής αραίωσης ενσωματώνοντας δημόσιες και ημι – δημόσιες χρήσεις που διασφαλίζουν την σύνδεση με τον αστικό ιστό. Στα ανώτερα επίπεδα, η πύκνωση εντείνεται σταδιακά διαμορφώνοντας συνθήκες ιδιωτικότητας και οικειότητας.

Εικόνα 47: Διάγραμμα ιδιωτικού - δημόσιου

Η μετάβαση μεταξύ αυτών των επιπέδων πραγματοποιείται ομαλά μέσα από το επίπεδο του Common House που λειτουργεί ως φίλτρο ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό. Το Common House είναι ο κεντρικός πυρήνας της κοινωνικής ζωής των κατοίκων που ενισχύει την αίσθηση της συλλογικότητας μέσω καθημερινών συναντήσεων.

Εικόνα 48: Διάγραμμα common house

33


Οι μεταβατικοί και ενδιάμεσοι χώροι σχεδιάζονται ως περιοχές αραίωσης στα επίπεδα της κατοίκησης με την μορφή αίθριων, κοινόχρηστων εξωστών ξεπερνώντας την λειτουργία της κυκλοφορίας. Προσφέρονται ως τόποι στάσης, παρατήρησης, τυχαίας συνάντησης ενθαρρύνοντας την αλληλεπίδραση των κατοίκων.

Εικόνα 49: Διάγραμμα μεταβατικών χώρων

Στις κατοικίες δίνεται η δυνατότητα αναδιάταξης και μεταβολής της χωρικής πύκνωσης ανάλογα τις ανάγκες των κατοίκων, μέσω μεταβαλλόμενων ορίων. Τέλος, εκτός από την δημόσια χρήση του ισογείου, η σχέση της κοινότητας με την πόλη ενισχύεται μέσω της οπτικής σύνδεσης καθώς υπάρχουν κινητά στοιχεία στις όψεις που ρυθμίζουν το βαθμό της έκθεσης του εσωτερικού του κτιρίου.

Εικόνα 50: Αξονομετρικά μεταβαλλόμενων ορίων

Συνολικά, η εφαρμογή των πέντε χαρακτηριστικών αρχών στην πολυκατοικία του Ασύρματου αποδεικνύουν ότι η συλλογική κατοίκηση μπορεί να ενσωματώσει τις υπαρξιακές, κοινωνικές και χωρικές ανάγκες του ανθρώπου. Η δυαδική λειτουργία της πύκνωσης και της αραίωσης ως εργαλείο μετάβασης εξασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου. Το Common House αποτελεί τον κυριότερο τόπο αλληλεπίδρασης των κατοίκων, ενώ παράλληλα οι μεταβατικοί χώροι ενισχύουν την βιωματική ποιότητα της κατοίκησης.

34


Εικόνα 51: Διάγραμμα σχέσης κοινότητας - πόλης

Εικόνα 52: Απεικόνιση κινητών στοιχείων στις όψεις

Συμπεράσματα κεφαλαίου Η σύνθεση της θεώρησης αποτέλεσε μέσο κατανόησης και διερεύνησης της συλλογικής κατοίκησης αναλυτικά και συνθετικά. Η ανάγνωση των case studies αποκάλυψε τόσο επαναλαμβανόμενες αρχές όσο και διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με το κοινωνικό και χωρικό τους πλαίσιο. Η εφαρμογή στον Ασύρματο επιβεβαιώνει ότι η συλλογική κατοίκηση μπορεί να λειτουργήσει ως ένα δυναμικό σύστημα σχέσεων που να ενσωματώνει υπαρξιακές, κοινωνικές και χωρικές ανάγκες όταν ο σχεδιασμός αντιμετωπίζει την κατοίκηση ως βιωμένο και νοηματοδοτημέτο τόπο.

35


Συμπεράσματα εργασίας Η παρούσα εργασία επιχείρησε να διερευνήσει τη συλλογική κατοίκηση όχι ως μία ενναλακτική μορφή κατοίκησης αλλά ως ένα σύνθετο πεδίο στο οποίο ενσωματώνονται υπαρξιακές, κοινωνικές και χωρικές διαστάσεις του κατοικείν. Η ανάλυση του πρώτου κεφαλαίου, ανέδειξε ότι η κατοικία λειτουργεί πρωτίστως ως τόπος νοηματοδότησης, ταύτισης και συγκρότησης σχέσεων υπερβαίνοντας το ρόλο της λειτουργικής υποδομής. Η διάκριση χώρου και τόπου, η έννοια του βιωμένου χώρου και η κατανόηση της έννοιας του κατοικείν, όπως διατυπώνεται από τον Heidegger, Norberg-Schulz και Lefevre, ανέδειξε την ανάγκη της αρχιτεκτονικής να παράγει βιωμένες χωρικές εμπειρίες που να ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και να νοηματοδοτούν την ζωή του ανθρώπου. Μέσα από την ιστορική αναδρομή φαίνεται ότι σε διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, η συλλογική κατοίκηση επανεμφανίζεται σε διάφορες μορφές δίχως να αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο. Η διαχρονική μελέτη, από την βιομηχανική επανάσταση μέχρι και τα σύγχρονα cohousing, ανέδειξε σταθερές αξίες, όπως η κοινωνική υποστήριξη, η αυτοδιαχείριση, η σημασία των κοινόχρηστων χώρων αλλά και η αξία των ορίων μεταξύ ιδιωτικού και κοινόχρηστου. Στο τρίτο κεφάλαιο, η εστίαση στο cohousing, ως σύγχρονο πρότυπο συλλογικής κατοίκησης, συνέβαλε στην σύνθεση των θεωρητικών και των ιστορικών αναφορών σε ένα συνεκτικό σύνολο χαρακτηριστικών και σχεδιαστικών αρχών. Η έρευνα ανέδειξε ότι η ποιότητα του cohousing δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο μορφολογικό τύπο αλλά από τη χωρική οργάνωση μεταξύ ιδιωτικού και συλλογικού, το ρόλο των κοινόχρηστων χώρων, τη λειτουργία των μεταβατικών χώρων, την ικανότητα προσαρμογής τους και τη σχέση της κοινότητας με την πόλη. Οι αρχές αυτές αντιμετωπίστηκαν ως ένα ανοιχτό σύστημα κριτηρίων επιτρέποντας διαφορετικές χωρικές ερμηνείες χωρίς να δεσμεύουν τον σχεδιασμό σε ένα αυστηρό σύστημα κανόνων. Η σύνθεση της θεώρησης , στο τέταρτο κεφάλαιο, αποτέλεσε οδηγό μετάφρασης των θεωρητικών αρχών σε σχεδιαστικές επιλογές. Η αναλυτική και κριτική ανάγνωση των case studies, απέδειξαν ότι η ποιότητα της συλλογικής κατοίκησης προκύπτει από τη συνεκτική σχέση μεταξύ κεντρικής συνθετικής ιδέας, χωρικής οργάνωσης και κοινωνικών πρακτικών. Η κεντρική ιδέα της μετάβασης, εκφρασμένη μέσω της πύκνωσης και της αραίωσης, λειτούργησε ως εννοιολογικό εργαλείο σύνδεσης της θεώρησης με την εφαρμογή. Μέσω της εφαρμογής, διερευνήθηκε ένας τρόπος μετασχηματισμού και ανάδειξης των δυνατοτήτων ενός υφιστάμενου κτιρίου, χωρίς να επιδιώκεται μια καθολική πρόταση μοντέλου. Συμπερασματικά, η εργασία υποστηρίζει ότι η συλλογική κατοίκηση δύναται να αποτελέσει ένα μέσο κατοίκησης που μετατρέπει το χώρο σε βιωμένη εμπειρία και σε τόπο κοινωνικής ευημερίας. Η θεώρηση που αναπτύχθηκε αποσκοπεί να λειτουργήσει ως ένα ανοιχτό εννοιολογικό εργαλείο, το οποίο μπορεί να τροφοδοτήσει μελλοντική θεωρητική διερεύνηση και σχεδιαστική προσέγγιση, στοχεύοντας στην ανάπτυξη βιώσιμων και κοινωνικά ενεργών μορφών κατοίκησης.

36


Εικόνα 53: Collage συλλογικής κατοίκησης

37


Βιβλιογραφία 1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αγγλικά, μεταφρασμένα και ελληνικά βιβλία: Bachelard, G., Η ποιητική του χώρου. Μεταφράστηκε από Ε. Βέλτσου και Ι. Χατζηνικολή, Αθήνα: Εκδόσεις Βασδέκη, 2014. Heidegger, M., Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι. Μεταφράστηκε από Γ. Ξηροπαΐδη. Αθήνα: Πλέθρον, 2008. Norberg-Schulz, C., Genius loci: Το Πνεύμα του Τόπου: για μια Φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής. Μεταφράστηκε από Μ. Φραγκόπουλο. Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π., 2009. Λέφας, Π., Αρχιτεκτονική και Κατοίκηση: Από τον Heidegger στον Koolhaas. Αθήνα: Πλέθρον, 2008. Lefebvre, H. (1991), ’ The Production of Space’. Oxford, UK and Cambridge, MAQ: Blackwell. Διδακτορικές διατριβές: Χατζησάββα, Δήμητρα Ν. «Η Έννοια του Τόπου στις Αρχιτεκτονικές Θεωρίες και Πρακτικές: Σχέσεις Φιλοσοφίας και Αρχιτεκτονικής στον 20ο αιώνα.» Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2009. http://ikee. lib.auth.gr/ record/113960 Μαΐστρου Ηλιάνα, «χωρική αναζήτηση» του τρίτου χώρου, Ερευνητική εργασία

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αγγλικά, μεταφρασμένα και ελληνικά βιβλία: Chris ScottHanson and Kelly ScottHanson, (2004), The Cohousing Handbook Donnachie, I. (2000), Owen of New Lanark and New Harmony, Tuckwell Press Durrett, C. & McCamant, K. & Hertzman, E. (1994). Cohousing: A Contemporary Approach to Housing Ourselves. California: Ten Speed Press Frampton, Κ. (1999), Μοντέρνα Αρχιτεκτονική: Ιστορία και κριτική, Β’ έκδοση, Αθήνα: ΘΕΜΕΛΙΟ Kopp, Α. (1976), Πόλη και Επανάσταση: Η σοβιετική αρχιτεκτονική και πολεοδομία στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, Αθήνα Ιστοσελίδα: Archdaily (2023, Φεβρ. 10) Architecture Classics: Unite d’ Habitation / Le Corbusier https://www.archdaily.com/85971/ad-classics-unite-d-habitation-le38


corbusier ArchEyes, (2024, Σεπτ, 7), The Narkomfin Building by Moisei Ginzburg and Ignaty Milinis https://archeyes.com/the-narkomfin-building-by-moisei-ginzburg-andignaty-milinis/ Fondation Le Corbusier, Unité d’habitation https://www.fondationlecorbusier.fr/en/work-architecture/achievementsunite-dhabitation-marseille france-1945-1952/ Frearson, A. (2014). Brutalist buildings: Unite d’Habitation, Marseille by Le Corbusier, Dezeen. https://www.dezeen.com/2014/09/15/le-corbusier-unite-d-habitationciteradieuse-marseille-brutalist-architecture/ Le Familistère de Guise, (2017, Σεπτ. 19), Phalanstère, Familistère et cités ouvrières https://www.familistere.com/fr/decouvrir/une-architecture-au-service-dupeuple/phalanstere-familistere-et-cites-ouvrieres Άρθρα: World Monuments Fund, (2006, άνοιξη) Utopian Dreams https://wmf-production.nyc3.digitaloceanspaces.com/documents/19_ pg_30-31_russia_e.pdf Assist. Prof. Dr. Ayça Arslan (2023, Απρ.17-19) Collective Houses: An Expanding Architecture https://eares.org/siteadmin/upload/381714%20EAR0423301.pdf Vestbro, D.U. (2000). From Collective Housing to Cohousing - A Summary of Research. The Journal of architectural and planning research https://www.jstor.org/stable/43030534?seq=1 Vestbro, D.U. From Central kitchen to community co-operationDevelopment of Collective Housing in Sweden https://www.habiter-autrement.org/33_collectifs/contributions-33/ Collective-Housing-in-Sweden-Dick-Urban-Vestbro.pdf

3ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αγγλικά, μεταφρασμένα και ελληνικά βιβλία: Chris ScottHanson and Kelly ScottHanson, (2004), The Cohousing Handbook Durrett, C. & McCamant, K. & Hertzman, E. (1994). Cohousing: A Contemporary Approach to Housing Ourselves. California: Ten Speed Press Άρθρα: Beck, Anna Falkenstjerne, (2020), Developing a Conceptual Framework from the Studies of Danish Intergenerational CoHousing https://vbn.aau.dk/ws/portalfiles/portal/468949018/A.F._Beck_What_is_co_ 39


housing.pdf Henrik Gutzon Larsen, (2018, Απρίλιος), Three phases of Danish cohousing: tenure and the development of an alternative housing form https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/02673037.2019.1569599?n eedAccess=true McCamant, K., & Durrett, C. (1988). Cohousing: A Contemporary Approach to Housing Ourselves. Habitat Press. https://archive.org/details/cohousingcontemp00mcca Vestbro, D.U. (2000). From Collective Housing to Cohousing - A Summary of Research. The Journal of architectural and planning research https://www.jstor.org/stable/43030534?seq=1 Vestbro, D.U. From Central kitchen to community co-operationDevelopment of Collective Housing in Sweden https://www.habiter-autrement.org/33_collectifs/contributions-33/ Collective-Housing-in-Sweden-Dick-Urban-Vestbro.pdf Virginia De Jorge-Huertas, (2024, Ιανουάριος), Typology and Interiority of Cohousing in Europe 1981–2021 https://scholarhub.ui.ac.id/cgi/viewcontent.cgi?article=1087&context=inter iority

4ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ιστοσελίδες: Archdaily (2019, Ιαν. 05), La Borda / Lacol https://www.archdaily.com/922184/la-borda-lacol Archdaily (2015, Φεβρ. 08), R50 – Cohousing / ifau und Jesko Fezer + Heide & von Beckerath https://www.archdaily.com/593154/r50-nil-cohousing-ifau-und-jesko-fezerheide-and-von-beckerath Heide & von Beckerath, (2013), R50 https://heidevonbeckerath.com/single/r50 Lacol, (2018), La Borda https://lacol.coop/en/projectes/la-borda/ Vandkunsten, (2018), Jystrup Sawmill (Jystrup Savværk) https://vandkunsten.com/en/projects/co-living-jystrup

40


Πηγές εικόνων Εικόνα 4: Willem Dafoe, photo by Szilveszter Mako, 2023 https://www.instagram.com/p/C0MXvR0tu0E/ Εικόνα 5: Συγκρότημα κατοικιών στην Πλάκα με εσωτερική αυλή, απόσπασμα από την ταινία “Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα, 1965 Εικόνα 6: H ζωή 10 ενοίκων σε 10 πανομοιότυπα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας, φωτογραφία από τον Bogdan Gîrbovan https://www.iefimerida.gr/sites/default/files/styles/in_article/public/2016-01/d-1_28. jpg.webp?itok=KW3B5z7e Εικόνα 9: Le Nouveau Monde Industriel (1829) https://analoguehumanist.wordpress.com/wp-content/uploads/2022/07/pin4_ anonyme_004f.jpg Εικόνα 10: New Harmony (1825) https://anarchypress.wordpress.com/wp-content/uploads/2026/01/cea3ce95ce9b14ceb1.jpg Εικόνα 11: Narkomfin, εξωτερικά https://images.adsttc.com/media/images/5f29/d5f1/b357/6508/c500/0164/ large_jpg/Narkomfin_Building_2_Ludvig14_under_a_CC_license_via_Wikimedia_ Commons.jpg?1596577249 Εικόνα 12: Narkomfin, εσωτερικά https://aplust.net/imagenes_blog/visita%20narkomfin/narkomfin-10-stories-9.jpg Εικόνα 13: Fick’s Collective (1903) https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/4/48/Kollektivhus_Markelius_1.jpg Εικόνα 14: Fick’s Collective (1903) https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/5/59/Kollektivhus_Markelius_2.jpg Εικόνα 15: Unité d’Habitation https://www.archetype.gr/uploads/editor-photos/dn-R_aGqhu.jpg Εικόνα 16: Unité d’Habitation h t t p s : // w w w. r e s e a r c h g a t e . n e t / p u b l i c a t i o n / 3 6 4 4 6 7 1 3 6 / f i g u r e / f i g 2 / AS:11431281096409456@1668141247599/A-photograph-of-an-interior-of-UnitedHabitation-C-FLC-ADAG.ppm Εικόνα 17: Skråplanet 41


ht t p s : // i m a g e s . s q u a re s p a c e - c d n .c o m /c o nte nt / v 1 /5 7 4 d 8 6 4 5 a 3 3 6 0 c b 2 3 a 0 7 1 5 4 8 / 1 4 8 9 0 0 32 7 0 8 5 1-Z M Y F 3 U S B X D S Y Y I G Q J B U I / i m a g e - a s s e t . jpeg?format=2500w Εικόνα 18: Skråplanet https://skraaplanet.com/billeder-fra-skraaplanets-start Εικόνα 19: Common house https://encrypted-tbn1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTOfPSVyvQnaQ29dLHzbaT2hnQiPlIh7M-aEDerGjxzlrb-D3ow Εικόνα 20: Κατοικία https://encrypted-tbn2.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTBWsJdJcWIz5tnhH7y5KoaXN050-BoIRv7XbujX1oBfLoaPStj Εικόνα 21: Συμμετοχική διακύβέρνηση https://encrypted-tbn2.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcSgJl_XRoRI2iUWwNDsf1_eMfEF0Avi4vIzd15ZwOewC7_Qp93Y Εικόνα 22: Βιώσιμη διαβίωση https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcSMDfIwBVvdGMdQqU3MMMfiZ7YaXXf_zt1GsP5MWC3ruYGG-Lfq Εικόνα 23: Συνεργατικός σχεδιασμός https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTExb2wSz_LejgKE5to5qx3UMbh4VQFniBJLF-LgXFSO_ssyKUl Εικόνα 24: Οικονομική αυτονομία https://www.milkdecoration.com/wp-content/uploads/import/article/2020/01/featured-lepicerie-yaoya-960x1305.jpg Εικόνα 31: Jystrup Savværk, τοποθεσία https://dac.dk/magazine/steder/bofaellesskabet-jystrup-savvaerk-408 Εικόνα 34: Όψη https://encr ypted-tbn1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTJ0GjrIIJm2ktyNJmhoCqFBrzYy57E-WwysXVYMhyoIG80top Εικόνα 35: Εξωτερικό του κτιρίου https://vandkunsten.com/content/2019/01/JS_Square_04-800x800.jpg Εικόνα 36: Εσωτερικό κατοικίας https://f.nordiskemedier.dk/2djnhd7mm15q6fzb.jpg 42


Εικόνα 37: Εσωτερικό κοινόχρηστου χώρου https://vildmedhuse.dk/wp-content/uploads/2020/08/R_Hjortshoj-Jystrup-WEB107_1024-1024x1024.jpg Εικόνα 38: La Borda, τοποθεσία https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTNW4CNagKVriV1h99jT wlihrMhQqZE0EbWuHSpL55qY9nN5xo&s Εικόνα 39: Αξονομετρικές τομές https://www.iaacblog.com/wp-content/uploads/2022/04/tools_interiors-4730x411.jpg Εικόνα 40: Αίθριο https://encrypted-tbn1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcQaNsinOrOtG4PZ5_7LK vRVn6UlyG7TyMCP-QFILzFacTTXii3d Εικόνα 41: Όψεις κατοικιών https://encrypted-tbn3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTL1lsl9YfzGkrjhu3SoRL NK0FkTv2HUSfPnnkIjhKRmoTFwuEG Εικόνα 42: R50 - cohousing, τοποθεσία https://sdg-migration-met.s3.amazonaws.com/wp-content/uploads/2021/07/12212 641/79fb1bbbe69bfd9faef40e9981cc6330-R504727.jpg Εικόνα 44: Σύνδεση εξωτερικής στοάς με κατοικία https://encrypted-tbn1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTPOfBJxC0Ebccwmd_ NKC3I3QZauKxhS7PWaFOwc-zgqNsEY3-6 Εικόνα 45: Κοινόχρηστος χώρος ισογείου ht tps: //e n c r y pted -tb n2.g s t ati c.co m / i m a g es?q =tb n: A N d9Gc Rv1w4QaCZMjh0DpqwuoCGXJfPAxCSaTM-ukeGj74ypM9638Jo

43


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Η Αρχιτεκτονική του Συν-Κατοικείν: Θεωρία, Αρχές και Εφαρμογές του Cohousing by GRADreview - Issuu