Πριν από πολλά χρόνια , η άνοιξη περίμενε με ανυπομονησία, να φύγει πια ο χειμώνας από τη γη για να έρθει κι εκείνη.
Ετοίμασε με μεγάλη προσοχή τη βαλίτσα της, έβαλε μέσα χρώματα, αρώματα, σποράκια, τσουγκράνα, φτυάρι, , αυγά από
χελιδόνια, αυγά από πεταλούδες, το ψεκαστήρι της και μια μαγική σκόνη.
Κάθισε λοιπόν κι έγραψε ένα μήνυμα που το έστειλε μ΄ένα περιστέρι στον χειμώνα όπου του έγραφε: « Μήπως ήρθε ο καιρός καλέ μου φίλε, να φύγεις πια από τη γη και να πας να ξεκουραστείς;»
«Όχι είναι νωρίς ακόμα, μην βιάζεσαι» της απάντησε. Η άνοιξη ζωγράφισε με όμορφα ζωηρά χρώματα καινούρια λουλούδια στο αεροπλανάκι της ( ήταν πολύ βολικό μέσο μεταφοράς, γιατί με το αυτοκίνητο ή το
πλοίο δεν μπορείς να πας σε όλη την Ελλάδα). Πέρασε ακόμα λίγος καιρός κ ι όλοι οι φίλοι της, της έστελναν μηνύματα « άντε καλή μας άνοιξη, πότε επιτέλους θα έρθεις; Κουραστήκαμε πια , όλο κρύο και χιόνια…» .
Είδε κι απόειδε η άνοιξη παίρνει το αεροπλανάκι της κι έρχεται στην Ελλάδα. Προσγειώθηκε δίπλα σ έ να χωράφι που ήταν γεμάτο χιόνια. Κι η λιμνούλα παραπέρα κι αυτή είχε παγώσει κι είχε γίνει κρύσταλλο το νερό της.
Η άνοιξη δεν έχασε καιρό. Πήρε το αεροπλανάκι της κι άρχισε να σκορπά παντού από τη μαγική της σκόνη. ( είναι
μαγική γιατί την έφτιαξε μια αγαπημένη μαγισσούλα , που αγαπά την άνοιξη και δεν τελειώνει ποτέ). Έριξε ψηλά στον ουρανό και διέλυσαν τα σκούρα γκρι σύννεφα και φάνηκε ο ήλιος. Έριξε στη γη, έλιωσε το χιόνι κι άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα πρώτα πράσινα χορταράκια, έριξε στις λίμνες και τα ποταμάκια κι έλιωσαν οι πάγοι , έριξε στη θάλασσα και γαλήνεψε.
Είδε κι απόειδε ο χειμώνας, μάζεψε τα κρύα, τα χιόνια, τους κεραυνούς, τις καταιγίδες , τις φουρτούνες του , αποχαιρέτισε την άνοιξη κι έφυγε.
Κι όπως ο ήλιος ζέσταινε χαρούμενος τη γη η Ειρήνη, ένα μικρό κορίτσι , βγήκε να παίξει και να δει αν ήταν καλά οι τριανταφυλλιές στο χωράφι της.
Τότε την πλησίασε η άνοιξη και της έδωσε εργαλεία και σποράκια να φυτέψει στο βρεγμένο χώμα για να βγουν όμορφα πολύχρωμα λουλούδια. Της είπε: « να ανοίξεις τρύπες και με προσοχή να
φυτέψεις τα σποράκια και να τους ρίξεις λίγο χώμα να τα σκεπάσεις. Μετά να τα προσέχεις και να αγαπάς τα λουλουδάκια κι αν κάνει πολύ ζέστη να τους ρίχνεις λίγο νερό με το λάστιχο».
Σε λίγο καιρό ο τόπος γέμισε λαλάδες, μαργαρίτες και κρινάκια. Γύρω τους
πετούσαν μελισσούλες για να ρουφήξουν το χυμό από τη γύρη τους.
Κι όταν ζεστάθηκε το χώμα κι άρχισαν και τα δέντρα σιγά- σιγά να βγάζουν πρώτα τα φυλλαράκια τους και μετά να γεμίζουν τα κλαδιά τους με άνθη που μοσχομύριζαν. Πρώτη ‘άνθισε η
αμυγδαλιά και μετά ακολούθησαν η λεμονιά κι άλλα δέντρα.
Η άνοιξη ήταν πολύ απασχολημένη να χρωματίζει και να αρωματίζει τόσο λουλούδια και άνθη γύρω της. ΄Επειτα έπρεπε να βάλει σε ασφαλές και ζεστό μέρος τα αυγά της πεταλούδας και στις φωλιές τα αυγά των χελιδονιών για
να γεννηθούν νέες πεταλούδες και νέα χελιδονάκια. Κάποιες φορές όταν ο ήλιος έκαιγε πολύ , έφευγε πάλι νεράκι από τη θάλασσα, γινόταν απαλά γαλάζια συννεφάκια που έπεφταν με μια γλυκιά βροχή και πότιζαν λουλούδια, δέντρα και φυτά και γέμιζαν τα ποταμάκια και τις λιμνούλες για να μην διψάσουν οι άνθρωποι , τα ζώα, τα πουλιά και τα δέντρα.
Σε λίγο γέμισε ο τόπος από πολύχρωμε μικρές πεταλούδες κι ασπρόμαυρα μικρά χελιδονάκια.
Κι όπως ζεστάθηκαν τα ζώα που ήταν σε χειμερία νάρκη ( η χελώνα, η αρκούδα, το φίδι κλπ), άρχισαν κι αυτά να ξυπνούν.
Βγήκαν και τα μυρμηγκάκια , πεινασμένα από τις μυρμηγκότρυπες τους κι άρχισαν να ψάχνουν για ψιχουλάκια και σποράκια.
Επέστρεψαν τα χελιδόνια και τα άλλα πουλιά από τα ζεστά μέρη κι άρχισαν να πετούν χαρούμενα γύρω από τα δέντρα και να τραγουδούν. Κι οι άνθρωποι μικροί και μεγάλοι βγήκαν χαρούμενοι και τραγουδούσαν στις εξοχές. Έφτασε και το Πάσχα.
Άσπρα λαγουδάκια και καφετιά κουνελάκια. έπαιζαν και χοροπηδούσαν ανάμεσα στα χόρτα και τα δέντρα. Βγήκαν σεργιάνι κι οι πασχαλίτσες πάνω στους κορμούς των φυτών. Βγήκαν κι οι κάμπιες, οι αράχνες,οι ακρίδες , τα κουνούπια….
Γέμισε η γη ζωντάνια. Γέμισε ο κόσμος χρώματα κι ο αέρας μεθυστικά αρώματα.
Κι άνοιξη κάθισε να ξαποστάσει και να καμαρώσει το έργο της που έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής.
Όταν τέλειωσε έπαιρνε κάθε μέρα το αεροπλάνο της και για τρεις ολόκληρους μήνες πετούσε πάνω από την Ελλάδα κι ευχαριστιόταν με όσα έβλεπε.
Μετά τους τρεις μήνες, καλωσόρισε το καλοκαίρι, αποχαιρέτησε τους φίλους της, πήρε το αεροπλάνο της και πέταξε μακριά, αφού έδωσε την υπόσχεση πως θα ξανάρθει και του χρόνου!
ΤΕΛΟΣ
Το παραμύθι αυτό δημιουργήθηκε από τα παιδιά του 11ου Νηπιαγωγείου Χίου από την Παρασκευή 29/3 μέχρι την Τετάρτη 3/4/2019 με θέμα την άνοιξη.
Τα παιδιά είπα αρχικά και καταγράψαμε λέξεις σχετικές με την άνοιξη και με βάση αυτό το λεξιλόγιο έφτιαξαν αυτήν την όμορφη ιστορία, την εικονογράφησαν και στο τέλος έδωσαν τίτλο.