ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ & ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Πίνακας περιεχομένων ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 1: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ........................................................ 4 Εκπαιδευτική Υποενότητα 1.1 Περιβαλλοντικοί όροι στην εγκατάσταση και λειτουργία μονάδων .................................................................4 1.1.1
Εισαγωγή – νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο ...................................................... 4
1.1.2
Ταξινόμηση των επιμέρους βιομηχανικών δραστηριοτήτων ................................. 31
1.1.3
Εφαρμογή νέων προτύπων παραγωγής και υιοθέτηση τάσεων περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης. .................................................................................................. 47
1.1.4
Εργαλεία ελέγχου περιβαλλοντικών όρων .............................................................. 59
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 1 ......................................................................................... 98 Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 1 ....................................................... 98 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 2: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ........................................ 101 Εκπαιδευτική Υποενότητα 2.1 Περιβαλλοντικοί όροι τεχνικών και άλλων έργων υποδομής ...................................................................... 102 2.1.1
Εισαγωγή – νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο τεχνικών έργων ........................ 102
2.1.2
Παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων ............................................................. 113
2.1.3
Βελτίωση περιβαλλοντικών επιδόσεων ................................................................ 118
2.1.4
Σύγχρονες τεχνολογίες ανάκτησης και αξιοποίησης ανακυκλούμενων υλικών ... 132
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 2 ....................................................................................... 166 Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 2 ..................................................... 166 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 3: ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ........................................... 169 Eκπαιδευτική Υποενότητα 3.1. Χρηματοδότηση περιβαλλοντικών έργων και δραστηριοτήτων και περιβαλλοντικοί στόχοι ............................. 169 3.1.1
Εισαγωγή – Δυνατότητες χρηματοδότησης περιβαλλοντικών έργων .................. 169
3.1.2
Προστασία περιβάλλοντος – Κυκλική οικονομία .................................................. 183
3.1.3
Μέθοδοι επίτευξης περιβαλλοντικών στόχων ...................................................... 209
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 3 ....................................................................................... 226 Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 3 ..................................................... 227 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 4: ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ...................................................... 230 Eκπαιδευτική Υποενότητα 4.1 Ειδικοί Περιβαλλοντικοί όροι στο σχεδιασμό, εφαρμογή και επίβλεψη έργων - Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων ............................................................................. 231 4.1.1
Κατηγορίες έργων και δραστηριοτήτων για περιβαλλοντική αδειοδότηση ......... 231
4.1.2
Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων................................................................ 247 2
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 4.1.3
Έγκριση και παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων .......................................... 270
4.1.4
Πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις. .............................................................. 274
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 4 ....................................................................................... 287 Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 4 ..................................................... 287 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 5: ΔΕΙΚΤΕΣ ΑΠΟΔΕΚΤΩΝ ............................................................... 290 Εκπαιδευτική Υποενότητα 5.1 Παρακολούθηση δεικτών και ποιότητας αποδεκτών .............................................................................. 291 5.1.1
Παρακολούθηση περιβαλλοντικών δεικτών ......................................................... 291
5.1.2
Διαχείριση αποβλήτων σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους ................... 326
5.1.3
Μετρήσεις περιβαλλοντικών παραμέτρων ........................................................... 350
5.1.4
Έλεγχος λειτουργίας περιβαλλοντικών εγκαταστάσεων ....................................... 357
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 5 ....................................................................................... 357 Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 5 ..................................................... 382 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 6:«ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ » .................................................. 385 Εκπαιδευτική Υποενότητα 6.1: Βασικές Γνώσεις ............................. 385 6.1.1 Αρχές Βιοχημείας....................................................................................................... 385 6.1.2
Νομοθετικό πλαίσιο προστασίας περιβάλλοντος και ανακύκλωση προιόντων ... 389
6.1.3
Συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης σύμφωνα με διεθνή πρότυπα ............ 400
Εκπαιδευτική Υποενότητα 6.2: Ειδικές γνώσεις .............................. 408 6.2.1
Κατηγορίες και χαρακτηριστικά αποβλήτων ......................................................... 408
6.2.2
Στάδια επεξεργασίας αποβλήτων.......................................................................... 429
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 6 ....................................................................................... 510 Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 6 ..................................................... 510 ΓΛΩΣΣΑΡΙ ............................................................................................................................... 513 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ....................................................................................................................... 514 ΠΡΟΣΘΕΤΟ ΥΛΙΚΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ .......................................................................................... 516 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΩΝ 1-2-3-4-5-6 ΕΝΟΤΗΤΩΝ ............................................................................................................................ 517
3
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 1: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής ενότητας είναι η παρουσίαση των παρακάτω αντικειμένων που αφορούν τους Περιβαλλοντικούς όρους στην εγκατάσταση και λειτουργία μονάδων: Εισαγωγή – νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο Ταξινόμηση των επιμέρους βιομηχανικών δραστηριοτήτων Εφαρμογή νέων προτύπων παραγωγής και υιοθέτηση τάσεων περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης Εργαλεία ελέγχου περιβαλλοντικών όρων ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Με την ολοκλήρωση αυτής της εκπαιδευτικής ενότητας οι καταρτιζόμενοι θα είναι σε θέση: συστηματοποιούν αναζητούν, μελετούν, κατανοούν και να εφαρμόζουν τη νομοθεσία τήρησης περιβαλλοντικών όρων ανά περίπτωση /είδος κ.λπ. μονάδων και δραστηριοτήτων να παρακολουθούν και να τηρούν όλους τους σχετικού δείκτες και τους όρους περιβαλλοντικής λειτουργίας μιας μονάδας ανάλογα το είδος και την κατηγορία της εφαρμογής και συγκριτικής αξιοποίησης σε σχέση με τα νομοθετικά επιτρεπτά όρια εκπομπών με τα αντίστοιχα όρια έκθεσης των βιομηχανιών, μονάδων κ.λ.π. σχεδιάζουν κατάλληλες τεχνικές, μεθόδους και στρατηγικές προς συμμόρφωση με την υφιστάμενη ελληνική και διεθνή νομοθεσία
ΕΝΝΟΙΕΣ – ΚΛΕΙΔΙΑ
Bιομηχανικές δραστηριότητες, Περιβαλλοντικοί όροι, νέα πρότυπα παραγωγής
Εκπαιδευτική Υποενότητα 1.1 Περιβαλλοντικοί όροι στην εγκατάσταση και λειτουργία μονάδων
1.1.1
Εισαγωγή – νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο
4
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το περιβάλλον, ως αγαθό κοινό σε όλους, συνεπάγεται ένα χρέος εγρήγορσης εκ μέρους τόσο του κράτους όσο και των ιδιωτών, με στόχο την οριοθέτηση της οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να μην καταλήξει απειλή για την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας. Με δεδομένο, ότι οι φορείς επιχειρηματικών συμφερόντων συχνά παραβλέπουν τη σημασία της διατήρησης των περιβαλλοντικών αγαθών προτάσσοντας πάση θυσία τη συρρίκνωση του κόστους τους, ο Συνήγορος του Πολίτη οδηγείται να ενεργεί ακόμη και προληπτικά, διαμεσολαβώντας για την ομαλή συνύπαρξη περιβάλλοντος και επιχειρηματικής δράσης.
Ωστόσο, ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει, ιδιαίτερα σήμερα, την ανάγκη να δοθεί ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη μέσω ενός ασφαλούς, σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου πολιτικής, το οποίο να λαμβάνει υπόψη τόσο τις περιβαλλοντικές όσο και τις οικονομικές παραμέτρους, να μην αποτρέπει αναπτυξιακές πρωτοβουλίες αλλά αντίθετα να τις διευκολύνει. Δυστυχώς, οι ενδείξεις που έχει ο Συνήγορος δεν είναι ενθαρρυντικές. Αποτελεί κοινό τόπο ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες υφίστανται μέχρι σήμερα την ταλαιπωρία της γραφειοκρατίας, τα βάρη της φορολογίας, τον λαβύρινθο της πολυδιάσπασης και της πολυπλοκότητας της πολεοδομικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας, τις συγκρούσεις χρήσεων γης και τις συνέπειες της συναρμοδιότητας φορέων. Οι συχνές ανατροπές της νομοθεσίας σε σχέση με τα βάρη και τους όρους επενδυτικών πρωτοβουλιών αποτελούν κρίσιμο αποτρεπτικό παράγοντα νέων 5
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επενδύσεων. Αντίστοιχα είναι τα προσκόμματα που προκαλούν στην αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων η ασάφεια ή η αναβλητικότητα κατά την εφαρμογή προστατευτικών διατάξεων υπέρ του φυσικού ή του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Η κρίση που βιώνουμε σήμερα επιτάσσει περισσότερο από ποτέ την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας σε μια πορεία ανάπτυξης στοχεύοντας στη μείωση –όπου αναγκαίο- της πολυδαίδαλης δημόσιας διοίκησης, στην απλοποίηση των μηχανισμών και επομένως, στην απελευθέρωση του δυναμισμού των υγιών δημιουργικών δυνάμεων της χώρας μέσα από την επιχειρηματικότητα. Η εμπειρία της Αρχής έχει δείξει ότι η αποτελεσματικότητα της επιχειρηματικής δράσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητά της να λειτουργεί μέσα σ’ ένα περιβάλλον οικονομικής ελευθερίας χωρίς υπέρβαρη και διαβρωμένη γραφειοκρατία και μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο χωρίς εμπόδια, απόλυτα σαφές, σταθερό και διεθνώς ανταγωνιστικό, αλλά και τη συνεργασία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με τήρηση και σεβασμό της νομοθεσίας. Το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με άλλα δικαιώματα, όπως της δημόσιας υγείας, του κοινωνικού συμφέροντος ή της προστασίας του περιβάλλοντος. Στην έννοια, όμως, του δημοσίου συμφέροντος εμπίπτουν, επίσης, η απασχόληση και η οικονομική ανάπτυξη, που συγκρούονται πολλές φορές με τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος. Στο σημείο αυτό καλείται ο νομοθέτης να ισορροπήσει τα αντικρουόμενα, κατά τα φαινόμενα, συμφέροντα με τη θέσπιση διαδικασιών που ακολουθούνται από τη Διοίκηση και εγγυώνται την ακώλυτη τήρηση των σχετικών συνταγματικών δικαιωμάτων.
6
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Από την άλλη, η βιομηχανική ανάπτυξη, αν και αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ευημερία μιας χώρας, έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την παραγωγή αποβλήτων, όπως και γενικότερα επιπτώσεων στο περιβάλλον, η διαχείριση των οποίων πρέπει να διασφαλίζει την προστασία του περιβάλλοντος. Για το λόγο αυτό η υποχρέωση έκδοσης διοικητικής άδειας για την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων έχει ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα καθιερωθεί από τον εθνικό νομοθέτη σχετικά με τα βιομηχανικά εργοστάσια, τα βιοτεχνικά εργαστήρια και τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις (ν.ΔΚΣΤ'/1912, 15/21.10.22, ν.3214/55). Η άδεια αυτή, σύμφωνα με τα πρώτα νομοθετικά κείμενα, εκδιδόταν μετά από λεπτομερή εξέταση των συνθηκών γειτνίασης των ανωτέρω εγκαταστάσεων με κατοικημένες περιοχές και των όρων, που έπρεπε να τηρούνται για την προστασία του προσωπικού, των περιοίκων και του κοινού από κάθε κίνδυνο βλάβης, υγείας ή ενόχλησης από τη λειτουργία της εγκατάστασης. Βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης μιας δραστηριότητας αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί η σύννομη χωροθέτησή της. Περαιτέρω, με τη θέσπιση του ν. 1650/86 καθιερώθηκε η αρχή της προληπτικής δράσης για την προστασία του περιβάλλοντος με την επιβολή όρων και προϋποθέσεων για όλα τα έργα και τις δραστηριότητες που μπορεί να επιφέρουν υποβάθμιση ή βλάβη 7
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στο
περιβάλλον
και
προβλέφθηκε
συγκεκριμένη
προηγούμενη
διαδικασία
αδειοδότησης με σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας του. Στη συνέχεια, με τις αλλαγές στη νομοθεσία, μια επιχείρηση προκειμένου να λειτουργήσει σύννομα όφειλε να εφοδιαστεί με άδειες από διαφορετικούς φορείς. Ωστόσο, η έλλειψη κωδικοποίησης της νομοθεσίας, η έλλειψη ενιαίας αδειοδοτούσας αρχής και η μη συνεργασία των συναρμόδιων υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό των προαπαιτούμενων αδειοδοτήσεων χωρίς χρονική και λειτουργική αλληλουχία και χωρίς δεσμευτικές αποκλειστικές προθεσμίες, δημιουργούσε σοβαρές καθυστερήσεις και περιορισμούς στην επιχειρηματικότητα. Προκρίθηκε, λοιπόν η ανάγκη δημιουργίας ενός ξεκάθαρου θεσμικού πλαισίου για την ανάπτυξη μιας υγειούς επιχειρηματικότητας. Η επιτυχία ενός τέτοιου συστήματος απαιτούσε την απλούστευση και επιτάχυνση των διαδικασιών, την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου, τη μείωση των απαιτούμενων χρόνων αδειοδότησης, την προστασία της ιδιοκτησίας και τη μείωση της αβεβαιότητας των επιχειρήσεων για τη χωροθέτηση των δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, τα τελευταία χρόνια η νομοθεσία που διέπει την αδειοδότηση των επιχειρήσεων μεταβάλλεται συνεχώς με στόχο την απλούστευση της διαδικασίας. Οι νόμοι 3982/11 (ΦΕΚ Α' 143/17.6.2011) «Απλοποίηση της αδειοδότησης τεχνικών επαγγελματικών και μεταποιητικών δραστηριοτήτων και επιχειρηματικών πάρκων και άλλες διατάξεις» και 4014/11 (ΦΕΚ 209/Α/2011) «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και
δραστηριοτήτων,
περιβαλλοντικού
ρύθμιση
ισοζυγίου
και
αυθαιρέτων άλλες
σε
διατάξεις
συνάρτηση
με
δημιουργία
αρμοδιότητας
Υπουργείου
Περιβάλλοντος. είναι το αποτέλεσμα των διεργασιών αυτών. Τελευταία, η υιοθέτηση του νόμου 4262/14 (ΦΕΚ 114 Α/10-05-2014) :
8
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
«Απλούστευση της αδειοδότησης για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις» μεταρρυθμίζει το σύστημα αδειοδότησης απλουστεύοντας ακόμη περισσότερο τη διαδικασία, αλλάζοντας το πλαίσιο αδειοδότησης και μεταθέτοντας ουσιαστικά το ελεγκτικό βάρος από το στάδιο της έναρξης της δραστηριότητας της επιχείρησης στο στάδιο λειτουργίας της. Ωστόσο, οι εφαρμοστικές διατάξεις του νέου νόμου δεν έχουν ακόμη εκδοθεί με αποτέλεσμα στην παρούσα φάση ο ν. 3982/2011 να ισχύει παράλληλα δημιουργώντας σύγχυση στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Πέραν της διαδικασίας αδειοδότησης, κύρια παράμετρος για το επενδυτικό περιβάλλον αποτελεί η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού, αλλά και περαιτέρω η εφαρμογή της πολεοδόμησης, δηλαδή η ολοκλήρωση των προβλεπόμενων υποδομών, αφού η καθυστέρηση αυτών δυσχεραίνει τόσο την αδειοδότηση όσο και τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Τόσο ο νέος νόμος 4269/2014 «Χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση» όσο και οι παλαιότεροι σχετικοί δεν εμπεριέχουν δεσμευτικούς χρόνους υλοποίησης προς τη διοίκηση, δεσμευτική αρμοδιότητα των εμπλεκόμενων σε κάθε στάδιο σχεδιασμού και οι ρόλοι δεν είναι σαφώς διακριτοί. Επισημαίνεται ότι και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εκδοθεί οι εφαρμοστικές διατάξεις, γεγονός που δε βοηθά στη δημιουργία ενός σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος.
9
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Στην πράξη, ο Συνήγορος του Πολίτη -κατά τη διερεύνηση σημαντικού αριθμού αναφορών- διαπιστώνει προβλήματα κατά τη διαδικασία χωροθέτησης και λειτουργίας των επιχειρήσεων του δευτερογενούς τομέα (βιομηχανίες –βιοτεχνίες), τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: - ασυμβατότητα της χωροθέτησης των επιχειρήσεων με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από την ισχύουσα χωροταξική, πολεοδομική και περιβαλλοντική νομοθεσία, - λειτουργία επιχειρήσεων χωρίς να διαθέτουν τις νόμιμες άδειες και εγκρίσεις ή καθ’ υπέρβαση αυτών και κατά παράβαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, - αδυναμία ή καθυστέρηση της διοίκησης να προβεί στον έλεγχο της τήρησης των όρων της άδειας και ανοχή εκ μέρους των ελεγκτικών αρχών για τις υφιστάμενες μη νόμιμες επιχειρήσεις, - παράλειψη επιβολής των προβλεπόμενων κυρώσεων Στις περιπτώσεις αυτές η τήρηση της νομιμότητας -όπως αυτή έχει διαπιστωθεί από το ΣτΠ- προσκρούει συχνά σε αντικειμενική αδυναμία της διοίκησης να ανταποκριθεί (για οικονομικούς, κοινωνικούς ή άλλους λόγους), ακόμη και όταν υπάρχει ή προβάλλεται ως υπάρχουσα η σχετική βούληση συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις του ΣτΠ.
10
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Συνοψίζοντας, αξίζει να τονιστεί η δημιουργία συνθηκών εμπιστοσύνης στο επιχειρηματικό περιβάλλον, για την οποία απαιτείται, εκτός από το σταθερό θεσμικό περιβάλλον
και
τον
περιορισμό
των
εμποδίων
στην
επιχειρηματικότητα,
αποτελεσματικότητα στην επίλυση διαφορών. Η εξωδικαστική επίλυση διαφορών δια της διαμεσολάβησης αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και για την ανάπτυξη αισθήματος εμπιστοσύνης και σταθερότητας, όχι μόνο στο ευρύ κοινωνικό σύνολο, αλλά και στην επιχειρηματική κοινότητα. Χωροθέτηση H χωροθέτηση των εγκαταστάσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, τη γειτνίαση με οικισμούς, την ύπαρξη Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου ή Ζωνών Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων. Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει ήδη αναδείξει τη χωροθέτηση ως το σημαντικότερο πρόβλημα στο οποίο προσκρούουν οι επιχειρήσεις κατά τα διάφορα στάδια της αδειοδότησής τους. Παρά τις προτάσεις που κατά καιρούς έχει καταθέσει η Αρχή για την αντιμετώπιση των παρατηρούμενων δυσλειτουργιών και προβλημάτων, τα περισσότερα από αυτά εξακολουθούν να υφίστανται. 11
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εν προκειμένω, η Αρχή επιλέγει να παρουσιάσει κάποια από τα ζητήματα αυτά, όπως προέκυψαν μέσα από τη διερεύνηση σχετικών αναφορών : Τα προβλήματα οφείλονται κατά κανόνα στην ασάφεια των χρήσεων γης που προκαλείται κατ’ αρχάς από την έλλειψη ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού. Καθίστανται, μάλιστα, εντονότερα στις εκτός σχεδίου περιοχές, στις οποίες κατευθύνεται κυρίως η ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς είναι περισσότερο
ελκυστικές
για
τη
χωροθέτηση
βιομηχανικών
–
βιοτεχνικών
εγκαταστάσεων αφενός λόγω του χαμηλότερου κόστους γης και αφετέρου λόγω των προβλημάτων και των περιορισμών στις εντός σχεδίου περιοχές. Η έλλειψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα, α) την υπερσυγκέντρωση μονάδων σε συγκεκριμένες περιοχές, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και η φέρουσα ικανότητα τους, αντίθετα με τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η χωροθέτηση μονάδων αν δεν έχουν καθοριστεί οι ζώνες υποδοχής.
Χαρακτηριστική περίπτωση άναρχης άτυπης βιομηχανικής συγκέντρωσης, η οποία έχει προκαλέσει σοβαρή ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος του ευαίσθητου οικοσυστήματος του Ασωπού και επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, αποτελεί η ευρύτερη περιοχή Οινοφύτων-Σχηματαρίου
12
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) β) την εγκατάσταση ανταγωνιστικών χρήσεων π.χ. εγκατάσταση οχλουσών βιομηχανιών σε γεωργική γη ή πλησίον κτηνοπτηνοτροφικών μονάδων. Το «Ειδικό πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τη βιομηχανία και η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτού», το οποίο εγκρίθηκε με την υπ’ αρ. 11508/2009 ΥΑ, αντί να δώσει νέες κατευθύνσεις στην οργάνωση του χώρου, προσαρμόστηκε σε πολλές περιοχές στην ήδη διαμορφωμένη αυθαίρετη οικονομική και πολεοδομική κατάσταση. Επισημαίνεται ότι αν και η ως άνω Υπουργική Απόφαση προέβλεπε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, για την υλοποίηση των απαιτούμενων εκτάσεων των υποδοχέων, οι σχετικές διαδικασίες δεν έχουν ξεκινήσει έως σήμερα. Επιπλέον, με το άρθρο 5 παρ. 7 του νέου νόμου 4269/14 για τη χωροταξική μεταρρύθμιση παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις του «Ειδικού χωροταξικού πλαισίου», αν και έχουν παρέλθει προ πολλού όλες οι τασσόμενες προθεσμίες και το θέμα παραμένει ουσιαστικά αρρύθμιστο. Απαιτείται, λοιπόν, περαιτέρω λεπτομερής σχεδιασμός των χρήσεων γης, καθώς και των πολεοδομούμενων υποδοχέων, για την οργάνωση της άτυπης βιομηχανικής συγκέντρωσης. Στα προηγούμενα προστίθεται η παράλληλη ισχύς διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος με διαφορετικό αντικείμενο (δάση, δασικές εκτάσεις, εθνικοί δρυμοί, αρχαιολογικοί χώροι, υγρότοποι, ζώνες ειδικής προστασίας, τόποι κοινοτικής σημασίας, ρέματα, αιγιαλοί κ.λ.π.) που δεν έχουν κωδικοποιηθεί σε ενιαίο κείμενο. Επίσης, εμφανής είναι η έλλειψη σαφούς οριοθέτησης των προστατευόμενων περιοχών της χώρας με αποτέλεσμα υψηλό βαθμό ασάφειας ως προς τις επιτρεπόμενες χρήσεις. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα
αποτελεί
η
χωροθέτηση
αιολικού
πάρκου
σε
αμφισβητούμενη ως προς το καθεστώς προστασίας της περιοχής, στη θέση ΤούμπαΑνθοβούνι του όρους Βαρνούς στην περιοχή των Πρεσπών στο Νομό Φλώρινας. Κρίσιμο είναι το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις προστατευόμενων περιοχών δεν έχουν προχωρήσει οι διαδικασίες σύνταξης των προβλεπόμενων ειδικών περιβαλλοντικών μελετών και των αντίστοιχων προεδρικών διαταγμάτων, που απαιτούνται για την ουσιαστική προστασία των εν λόγω περιοχών και τον καθορισμό των χρήσεων και των επιτρεπόμενων ενεργειών και δράσεων. Ως εκ τούτου
13
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) σημειώνονται καθυστερήσεις κατά τη χωροθέτηση δραστηριοτήτων στις εν λόγω περιοχές Για να επισπευστούν οι διαδικασίες της περιβαλλοντικής αδειοδότησης στις περιπτώσεις έλλειψης σχετικών προβλέψεων, προβλέπεται η υποβολή ειδικής οικολογικής αξιολόγησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4014/1110.
Ζήτημα
τίθεται
εν
προκειμένω
λόγω
της
ενδεχόμενης
υπερσυγκέντρωσης
δραστηριοτήτων και αλλοίωσης του χαρακτήρα της περιοχής, οπότε η προβλεπόμενη ειδική περιβαλλοντική μελέτη είτε θα εναρμονιστεί με τη διαμορφωμένη κατάσταση είτε θα εξαιρέσει κάποιες από τις ήδη αδειοδοτημένες μονάδες θέτοντας ζητήματα ασφάλειας δικαίου. Χαρακτηριστικό των προβλημάτων που γεννά η ασάφεια του καθεστώτος χρήσεων γης στις εκτός σχεδίου περιοχές ήταν και παραμένουν οι μεγάλες καθυστερήσεις που παρατηρούνται κατά τη διαδικασία χαρακτηρισμού ακινήτων ως δασικών ή μη, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 998/79, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, λόγω της έλλειψης δασολογίου που θα κατέγραφε με αδιαμφισβήτητο τρόπο τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Συνεπώς, η ενσωμάτωση στις Αποφάσεις Έγκρισης Περιβαλλοντικών όρων, της προβλεπόμενης από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας πράξης χαρακτηρισμού της έκτασης, αν και απλοποιεί τη διαδικασία, δεν αίρει
14
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ουσιαστικά την ως άνω χρονοβόρα διαδικασία, λόγω της καθυστέρησης σύνταξης και ανάρτησης των δασικών χαρτών. Κρίσιμο είναι το γεγονός ότι νομοθετικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις, που αφορούν στη χωροθέτηση επιχειρήσεων έχουν κριθεί αντισυνταγματικές από τα αρμόδια δικαστήρια. Συνεπώς η έκδοση αδειών και εγκρίσεων, οι οποίες στηρίζονται σε αυτές, διατρέχουν τον κίνδυνο να ακυρωθούν σε περίπτωση ενδεχόμενης προσβολής τους με αίτηση ακύρωσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ρύθμιση σχετικά με τη λειτουργία επιχειρήσεων, χαμηλής, μέσης και υψηλής όχλησης εντός οικισμού και σε απόσταση 500 μέτρων από τα όριά τους. Εν προκειμένω, όπως είχε επισημάνει ο Συνήγορος του Πολίτη, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και τη σχετική εγκύκλιο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε (υπ’αριθ. 31255/1987), απαγορεύεται εντός των ορίων οικισμών και σε ακτίνα 500 μέτρων από τα όριά τους η ανέγερση οχλουσών βιομηχανικών και βιοτεχνικών εγκαταστάσεων ασχέτως από το βαθμό όχλησης (χαμηλής, μέσης, υψηλής) που προκαλούν στο περιβάλλον. Ωστόσο, με το άρθρο 6 του ν. 3325/05 επετράπη εκ νέου, αντίθετα από τη νομολογία, εντός οικισμών μέχρι 2.000 κατοίκων και σε απόσταση 500 μέτρων περιμετρικά αυτών, η εγκατάσταση και λειτουργία επαγγελματικών εργαστηρίων χαμηλής όχλησης. Σε νεότερη απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας (3218/2010) έκρινε ότι είναι αντίθετη στο άρθρο 24 του Συντάγματος, η διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3325/200514. Παρ’ όλα αυτά το άρθρο 6 διατηρήθηκε σε ισχύ. Συνεπώς, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα κριθέντα από τη νομολογία, ενδέχεται να ακυρωθούν εκ νέου οι εκδιδόμενες, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του ν. 3982/2011, άδειες εγκατάστασης και να συνεχιστεί η προαναφερόμενη ανασφάλεια δικαίου, τόσο για τις εμπλεκόμενες στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων υπηρεσίες, όσο και για τους ιδιοκτήτες των εγκαταστάσεων ή τους τρίτους, όπως επεσήμανε ο Συνήγορος του Πολίτη σε σειρά σχετικών αναφορών. Επιπλέον, η έλλειψη θεσμοθετημένων χρήσεων γης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις που επιτρέπουν την ίδρυση επιχειρήσεων χαμηλής όχλησης εντός των οικισμών οδηγεί στην υπερσυγκέντρωσή τους σε συγκεκριμένες περιοχές, σε άμεση γειτνίαση με κατοικίες. Η συγκέντρωση πολλών δραστηριοτήτων σε μία περιοχή
15
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ανατρέπει αυτομάτως τη «χαμηλή όχληση» σε «υψηλή» και αυξάνει ουσιωδώς την επιβάρυνση της περιοχής. Η Αρχή έχει επισημάνει το ζήτημα αυτό κατά τη διερεύνηση υπόθεσης αδειοδότησης εργαστηρίου χαμηλής όχλησης, σε περιοχή που ήταν συγκεντρωμένα 25 εργαστήρια, στον οικισμό του Αγίου Σύλλα, στο Ηράκλειο Κρήτης15. Ωστόσο με τις διατάξεις του Ν.4269/14 (ΦΕΚ 142 Α/28-06-2014) «Χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση - Βιώσιμη ανάπτυξη» επιτρέπεται η χωροθέτηση εργαστηρίων χαμηλής όχλησης αλλά και δραστηριοτήτων μεταποίησης προϊόντων χαμηλής και μέσης όχλησης χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ενδεχόμενη υπερσυγκέντρωση αυτών. Πριν εφαρμοστούν στην πράξη, οι ως άνω διατάξεις καταργήθηκαν με το πολυνομοσχέδιο του Μαίου 2016, με διάταξη του οποίου επαναφέρθηκε το καθεστώς των κατηγοριών και περιεχομένου χρήσεων γης του ΠΔ/23-2-87 (ΦΕΚ-166/Δ/6-3-87). Αν και ήδη από το ν. 1650/86 (άρθρο 24), προϋπόθεση για την εγκατάσταση της δραστηριότητας ήταν οι θεσμοθετημένες ειδικές ζώνες υποδοχέων, αυτές μέχρι σήμερα στην πλειοψηφία τους δεν έχουν καθοριστεί. Είναι προφανές ότι η έλλειψη θεσμοθετημένων ζωνών βιομηχανικών ή άλλων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων εκ μέρους της Διοίκησης, έχει οδηγήσει σε αποσπασματικές και προσωρινές λύσεις που ως αποτέλεσμα έχουν την προσβολή αφενός του περιβάλλοντος και αφετέρου της αρχής της ασφάλειας δικαίου Εντονότερο καθίσταται το πρόβλημα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η τροποποίηση κανονιστικών διατάξεων -είτε λόγω της επέκτασης των οικισμών και της αλλαγής των χρήσεων γης είτε επειδή κρίθηκε αναγκαίο για την εξυγίανση μιας περιοχής-
επέβαλε
τη
μετεγκατάσταση
των
υφιστάμενων
παραγωγικών
δραστηριοτήτων. Εν προκειμένω, το κόστος της Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της θεσμοθετημένης, με το υπ. αρ. Γ66458 Πολεοδομικό Διάταγμα (ΦΕΚ 1085/96) ζώνης του
16
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Βιοτεχνικού Πάρκου Μέσης Όχλησης ΒΙΠΑ-ΒΙΟΠΑ (ΕΜ), στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 περιοχή του Δήμου Ασπροπύργου. Ωστόσο, σήμερα, 20 περίπου χρόνια μετά την έγκριση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, δεν έχει καταρτιστεί και ολοκληρωθεί η σχετική Πολεοδομική Μελέτη για την εν λόγω βιομηχανική περιοχή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μη πολεοδόμηση και οργάνωση της, καθώς και την απουσία βασικών δικτύων υποδομής, συνθήκες αρνητικές, που επηρεάζουν όχι μόνο την ποιότητα του ευρύτερου περιβάλλοντος και τη λειτουργία της πόλης, αλλά και τη λειτουργία των ίδιων των επιχειρήσεων. Περαιτέρω, η καθυστέρηση προστασίας της περιοχής δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για την κατάληψη τμημάτων γης με αυθαίρετες κατασκευές, συντείνοντας στη διαμόρφωση «Οικισμού» εντός της θεσμοθετημένης βιομηχανικής περιοχής. Προσπάθειες για τη δημιουργία υποδοχέων βιομηχανικών δραστηριοτήτων, που ξεκίνησαν με ιδιωτική πρωτοβουλία, δεν προχώρησαν. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στην ως άνω περίπτωση του ΒΙΠΑ-ΒΙΟΠΑ (ΕΜ) του Δήμου Ασπροπύργου, έγινε προσπάθεια, λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης της πολεοδόμησής της, για τη δημιουργία Βιομηχανικής και Επιχειρηματικής Περιοχής ΒΕΠΕ Ασπροπύργου σε τμήμα αυτής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν. 2545/97, η οποία, όμως, δεν τελεσφόρησε. Και τούτο, διότι ο φορέας ΒΕΠΕ, η «Επενδυτική 17
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ασπροπύργου Ανώνυμος Εταιρεία Τεχνικών Έργων» δεν ανταποκρίθηκε στις νόμιμες υποχρεώσεις της, αφού δεν κατέθεσε την πολεοδομική μελέτη εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Στη
συνέχεια,
στην
ίδια
περιοχή,
ξεκίνησε
προσπάθεια
δημιουργίας
Επιχειρηματικού Πάρκου Τύπου Β, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα των διατάξεων του ν. 3982/2011. Με την υπ’ αρ. πρωτ. Φ/Α.6/6/4524/361/24-4-2012 ΚΥΑ καθορίστηκαν η θέση, η έκταση και τα όρια Επιχειρηματικού Πάρκου Τύπου Β, καθώς και η Εταιρεία Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου, ενώ ταυτόχρονα εγκρίθηκε και η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η προς οριοθέτηση έκταση του Επιχειρηματικού Πάρκου αποτελείται από δύο τμήματα, το βόρειο και το νότιο. Παρά ταύτα, εκτός των ορίων του Πάρκου, τα επιμέρους τμήματα παραμένουν ως ΒΙΠΑ-ΒΙΟΠΑ, όπως αυτή χαρακτηρίστηκε με το υπ. αρ. Γ66458 ΠΔ/96, αφήνοντας περιθώρια διαφορετικής εκμετάλλευσης του χώρου. Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί, επίσης, η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης αναφορικά με το πλαίσιο διοίκησης και διαχείρισης των βιομηχανικών περιοχών. Αξίζει να σημειωθεί η περίπτωση της Βιομηχανικής Περιοχής τύπου ΒΙ.ΠΕ. Βόλου, η οποία λειτουργεί έως σήμερα χωρίς ο φορέας διαχείρισης να φροντίσει εγκαίρως για την έκδοση του Κανονισμού Λειτουργίας υπό τον τύπο διατάγματος ή υπουργικής απόφασης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5 του ν. 4458/1965, όπως εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 63 του ν. 3982/2011. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το μη ουσιαστικό έλεγχο της τήρησης όρων λειτουργίας των δραστηριοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην εν λόγω περιοχή. Συνέπεια αυτού ήταν η πρόκληση περιβαλλοντικής ζημίας από μονάδα που λειτουργούσε εντός της ΒΙ.ΠΕ. χωρίς να τηρεί τα προβλεπόμενα.
18
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Οι μεγάλες καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση διαδικασιών λειτουργούν σε βάρος της επιχειρηματικότητας. Οι λόγοι που επιβαρύνουν την κατάσταση αυτή αφορούν, κυρίως, στην άγνοια και την ελλιπή ενημέρωση των υπηρεσιών σχετικά με τη νομοθεσία, τον ελλιπή συντονισμό μεταξύ παράλληλων διαδικασιών, στις περιπτώσεις μεγάλης εμπλοκής των υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης και του δημόσιου τομέα, την ποσοτική και ποιοτική ανεπάρκεια σε ανθρώπινο δυναμικό, την υποστελέχωση των υπηρεσιών σε επιστημονικό προσωπικό, αδυναμία κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, την αδυναμία βούλησης για ολοκλήρωση της διαδικασίας, την έλλειψη δομών και καθυστερήσεις στις γνωμοδοτήσεις υπηρεσιών Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη: α) το χρόνο που απαιτείται για το λεπτομερή σχεδιασμό χρήσεων γης, σε συνέχεια του ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού για τη βιομηχανία και του νέου νόμου για τη χωροταξική μεταρρύθμιση, β) την ανάγκη θεσμοθετημένων υποδοχέων που θα είναι απαλλαγμένοι από χωροταξικές, περιβαλλοντικές και λοιπές δεσμεύσεις τόσο για τη μετεγκατάσταση ομοειδών επιχειρήσεων και την εξυγίανση της άτυπης βιομηχανικής συγκέντρωσης όσο και την υποδοχή νέων δραστηριοτήτων, για την επιτάχυνση της διαδικασίας χωροθέτησης και την ασφάλεια δικαίου, κρίνεται αναγκαία η επίσπευση των 19
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διαδικασιών ίδρυσης Επιχειρηματικών Πάρκων. Ωστόσο, δεδομένου ότι η πρωτοβουλία ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου ανήκει σε ανώνυμη εταιρία, και επομένως πρόκειται για μορφή ιδιωτικής πολεοδόμησης, η πολεοδόμηση του πάρκου -σύμφωνα με τη νομολογία22- θα πρέπει να γίνει με προεδρικό διάταγμα. Το άρθρο 18 του νέου ν.4262/14 προβλέπει πλέον τη διαδικασία δημιουργίας Οργανωμένων Υποδοχέων Δραστηριοτήτων (Επιχειρηματικού Πάρκου) με ιδιωτική πρωτοβουλία. Παράλληλα και ανεξάρτητα από την ιδιωτική πρωτοβουλία πολεοδόμησης κρίνεται αναγκαία η άμεση δραστική και συντονισμένη παρέμβαση των συναρμόδιων υπηρεσιών για την επιτάχυνση των διαδικασιών με στόχο την ολοκλήρωση της πολεοδόμησης
στις
ήδη
θεσμοθετημένες
περιοχές
ανάπτυξης
παραγωγικών
δραστηριοτήτων. Προς αυτήν την κατεύθυνση λειτουργεί θετικά η μείωση των επιπέδων χωροταξικού-πολεοδομικού σχεδιασμού, που προάγει ο ν. 4262/2014. Ωστόσο, από μόνη της δεν επαρκεί για τη συντόμευση του συνολικού χρόνου υλοποίησης του πολεοδομικού σχεδιασμού στις υπό κρίση περιοχές, αφού προβλήματα εμφανίζονται και κατά την εφαρμογή των σχεδίων, στο στάδιο υλοποίησης των πράξεων εφαρμογής του ν. 1337/1983. Τα προβλήματα αυτά αφορούν τόσο σε διοικητικές δυσλειτουργίες όσο –και κυρίως- στην απόδοση χρηματικών αποζημιώσεων ή στην εμπλοκή είσπραξης των εισφορών σε χρήμα. Περιβαλλοντική πολιτική: γενικές αρχές και βασικό πλαίσιο Η ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική βασίζεται στις αρχές της προφύλαξης, της πρόληψης και της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Τα πολυετή προγράμματα περιβαλλοντικής δράσης ορίζουν το πλαίσιο των μελλοντικών ενεργειών σε όλους τους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής. Είναι ενσωματωμένα σε οριζόντιες στρατηγικές και λαμβάνονται υπόψη στις διεθνείς περιβαλλοντικές διαπραγματεύσεις. Τέλος, εξίσου καίριας σημασίας είναι η εφαρμογή τους. Νομική βάση Άρθρα 11 και 191 έως 193 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η ΕΕ είναι αρμόδια να ενεργεί σε όλους τους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής, όπως είναι η ρύπανση του ατμοσφαιρικού αέρα και των
20
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) υδάτων, η διαχείριση των αποβλήτων και η κλιματική αλλαγή. Το πεδίο της περιορίζεται από την αρχή της επικουρικότητας και από την υποχρεωτική ομοφωνία στο Συμβούλιο στους τομείς των δημοσιονομικών ζητημάτων, της αστικής και αγροτικής χωροταξίας, των χρήσεων γης, της ποσοτικής διαχείρισης των υδάτινων πόρων, των επιλογών που αφορούν τις πηγές ενέργειας και της δομής του ενεργειακού εφοδιασμού. Αρχές και εξέλιξη Η ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική χρονολογείται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Παρισίων του 1972, όπου οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων (μετά την πρώτη διάσκεψη του ΟΗΕ για το περιβάλλον) δήλωσαν τ ην ανάγκη να πλαισιωθεί η οικονομική επέκταση από μια κοινοτική περιβαλλοντική πολιτική και ζήτησαν ένα πρόγραμμα δράσης. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1987 εισήγαγε ένα νέο «περιβαλλοντικό κεφάλαιο» που αποτέλεσε την πρώτη νομική βάση μιας κοινής περιβαλλοντικής πολιτικής με σκοπό τη διαφύλαξη της ποιότητας του περιβάλλοντος, την προστασία της ανθρώπινης υγείας και τη διασφάλιση της ορθολογικής χρήσης των φυσικών πόρων. Οι μεταγενέστερες αναθεωρήσεις των Συνθηκών ενίσχυσαν τη δέσμευση της Κοινότητας υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος και τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην ανάπτυξη μιας περιβαλλοντικής πολιτικής. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιέρωσε το περιβάλλον ως επίσημο πεδίο πολιτικής της ΕΕ, εισήγαγε τη διαδικασία της συναπόφασης και κατέστησε γενικό κανόνα στο Συμβούλιο την ειδική πλειοψηφία. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ καθιέρωσε την υποχρέωση ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις τομεακές πολιτικές της ΕΕ, με σκοπό την προαγωγή της βιώσιμης ανάπτυξης. Η «καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής» κατέστη ειδικός στόχος με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, όπως και η βιώσιμη ανάπτυξη στο πλαίσιο των σχέσεων με τις τρίτες χώρες. Η νομική προσωπικότητα επιτρέπει πλέον στην ΕΕ να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες. Γενικές αρχές
21
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ βασίζεται στις αρχές της προφύλαξης, της πρόληψης και της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος στην πηγή, και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η αρχή της πρόληψης είναι ένα εργαλείο διαχείρισης κινδύνων που δύναται να ενεργοποιηθεί εάν υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα ως προς κάποιον εικαζόμενο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον, ο οποίος προκύπτει από συγκεκριμένη ενέργεια ή πολιτική. Για παράδειγμα, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τις πιθανές βλαβερές συνέπειες ενός προϊόντος, είναι δυνατό να δοθούν εντολές να σταματήσει η διανομή του προϊόντος αυτού ή να αποσυρθεί από την αγορά εάν, μετά από αντικειμενική επιστημονική αξιολόγηση, παραμείνει η αβεβαιότητα. Τα μέτρα αυτά πρέπει να μην εισάγουν διακρίσεις, να είναι αναλογικά και να αναθεωρούνται μόλις γίνονται διαθέσιμα περισσότερα επιστημονικά στοιχεία. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» υλοποιήθηκε με την Οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη, που αποσκοπεί στην πρόληψη ή διαφορετικά στην αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικότοπους, σε ύδατα και έδαφος. Οι φορείς που ασκούν ορισμένες επαγγελματικές δραστηριότητες όπως η μεταφορά επικίνδυνων ουσιών ή δραστηριότητες που συνεπάγονται απόρριψη σε
22
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ύδατα, οφείλουν να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα σε περίπτωση άμεσης απειλής για το περιβάλλον. Εάν έχει ήδη προκληθεί βλάβη, οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να την αποκαταστήσουν και να πληρώσουν τη δαπάνη. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας διευρύνθηκε τρεις φορές για να συμπεριλάβει τη διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων, τη λειτουργία τόπων γεωλογικής αποθήκευσης και την ασφάλεια των υπεράκτιων δραστηριοτήτων άντλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Επιπλέον, η ενσωμάτωση περιβαλλοντικών πτυχών σε άλλα πεδία αρμοδιότητας της ΕΕ έχει γίνει πλέον σημαντική έννοια της ευρωπαϊκής πολιτικής από τότε που πρωτοεμφανίστηκε σε μια πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Κάρντιφ του 1998. Τα τελευταία χρόνια, η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής πολιτικής έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο, για παράδειγμα στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής, όπως αποτυπώνεται στην παράλληλη ανάπτυξη της δέσμης μέτρων της ΕΕ σχετικά με το κλίμα και την ενέργεια ή στον Χάρτη πορείας για τη μετάβαση σε μια ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών επιπέδων ανθρακούχων εκπομπών έως το 2050.
23
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Βασικό πλαίσιο Α. Τα προγράμματα δράσης για το περιβάλλον Από το 1973, η Επιτροπή εκδίδει πολυετή προγράμματα δράσης για το περιβάλλον τα οποία καθορίζουν μελλοντικές νομοθετικές προτάσεις και στόχους για την περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ. Το 2013, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο ενέκριναν το 7ο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον για το διάστημα μέχρι το 2020, υπό τον τίτλο «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας». Στηριζόμενο σε ορισμένες στρατηγικές πρωτοβουλίες, το πρόγραμμα ορίζει εννέα πρωταρχικούς στόχους, μεταξύ των οποίων: • η προστασία της φύσης • η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων • η βιώσιμη οικονομική μεγέθυνση με αποδοτική χρήση των πόρων και χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα • και ο αγώνας κατά των περιβαλλοντογενών απειλών για την υγεία. Το πρόγραμμα τονίζει επίσης την ανάγκη για καλύτερη εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, προηγμένη επιστήμη, επενδύσεις και ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών πτυχών στις άλλες πολιτικές. Β. Οριζόντιες στρατηγικές 24
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το 2001, η ΕΕ καθιέρωσε τη Στρατηγική της για την αειφόρο ανάπτυξη (SDS), η οποία συμπλήρωνε την προγενέστερη στρατηγική της Λισαβόνας για την προώθηση της ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης με μία περιβαλλοντική διάσταση. Η αναθεωρημένη στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη της ΕΕ, που ανανεώθηκε το 2006 για να συνδυάσει τις εσωτερικές με τις διεθνείς διαστάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης, προσβλέπει στη συνεχή βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσω της προώθησης της ευημερίας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής συνοχής. Η στρατηγική Ευρώπη 2020 για την ανάπτυξη ευθυγραμμίζεται με τους στόχους αυτούς και αποσκοπεί σε μια «έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη». Στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτής, η «εμβληματική πρωτοβουλία για μια Ευρώπη που χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τους πόρους» δείχνει τον δρόμο για τη βιώσιμη μεγέθυνση και προωθείτη μετάβαση σε μια οικονομία αποδοτικής αξιοποίησης των φυσικών πόρων και χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Επιπροσθέτως, το 2011 η ΕΕ δεσμεύτηκε για την ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας και της υποβάθμισης των οικοσυστημικών υπηρεσιών έως το 2020 (στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα). Γ. Διεθνής συνεργασία σε περιβαλλοντικά θέματα Η ΕΕ διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για το περιβάλλον. Συμμετέχει σε πολυάριθμες παγκόσμιες, περιφερειακές ή υποπεριφερειακές περιβαλλοντικές συμφωνίες για ευρύ φάσμα ζητημάτων, όπως η προστασία της φύσης και η βιοποικιλότητα, η κλιματική αλλαγή, καθώς και η διασυνοριακή ρύπανση αέρα και υδάτων. Για παράδειγμα, στη 10η διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα, που πραγματοποιήθηκε στη Nagoya της Ιαπωνίας το 2010, η ΕΕ είχε μείζονα συμβολή στην επίτευξη συμφωνίας σχετικά με μια παγκόσμια στρατηγική για την ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας έως το 2020.
25
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Ομοίως, η Ένωση συνέβαλε στον καθορισμό πολλών σημαντικών διεθνών συμφωνιών που εγκρίθηκαν το 2015 σε επίπεδο Ηνωμένων Εθνών, όπως το Θεματολόγιο του 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (που περιλαμβάνει τους 17 παγκόσμιους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης (ΣΒΑ) και τους 169 συνδεδεμένους στόχους τους), τη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και το πλαίσιο Σεντάι για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών. Το ίδιο έτος, η Ένωση επίσης συμβλήθηκε ως μέρος στη Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES). Δ. Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και συμμετοχή του κοινού Ορισμένα έργα (ιδιωτικά ή δημόσια) που ενδέχεται να έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, π.χ. η κατασκευή ενός αυτοκινητόδρομου ή ενός αεροδρομίου, υπόκεινται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ). Ομοίως, μια σειρά από δημόσια σχέδια και προγράμματα (π.χ. για τη χρήση της γης, τις μεταφορές, την ενέργεια, τα απόβλητα ή τη γεωργία) υπόκεινται σε ανάλογη διαδικασία γνωστή ως
26
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (ΣΠΕ). Σε αυτή την περίπτωση, τα περιβαλλοντικά ζητήματα έχουν ήδη ενσωματωθεί κατά τη φάση του σχεδιασμού, και οι πιθανές επιπτώσεις λαμβάνονται υπόψη προτού ένα έργο εγκριθεί ή αδειοδοτηθεί, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας.
Και στις δυο περιπτώσεις, η διαβούλευση με το κοινό αποτελεί κεντρικό στοιχείο. Αυτό χρονολογείται από τη Σύμβαση του Aarhus, μια πολυμερή περιβαλλοντική συμφωνία υπό την αιγίδα της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (ΟΕΕ/ΗΕ), η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2001 και στην οποία η ΕΕ και όλα τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη. Εγγυάται τρία δικαιώματα στο κοινό: συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων για το περιβάλλον, πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους οι δημόσιες αρχές (π.χ. για την κατάσταση του περιβάλλοντος ή για την ανθρώπινη υγεία όταν αυτή επηρεάζεται από την κατάσταση του περιβάλλοντος), και το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη όταν τα δυο άλλα δικαιώματα δεν έχουν γίνει σεβαστά. Ε. Εφαρμογή, επιβολή του νόμου και εποπτεία Η περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ ξεκίνησε να δημιουργείται τη δεκαετία του 1970. Πολλές εκατοντάδες οδηγίες, κανονισμοί και αποφάσεις είναι σήμερα σε ισχύ σε αυτό το πεδίο. Όμως, η αποτελεσματικότητα της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή της σε εθνικό, περιφερειακό και 27
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) τοπικό επίπεδο, ενώ η ανεπαρκής εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας παραμένουν ένα σοβαρό ζήτημα. Ζωτικής σημασίας είναι η εποπτεία τόσο της κατάστασης του περιβάλλοντος όσο και του επιπέδου εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ. Για να διορθώσουν τις μεγάλες αποκλίσεις στον βαθμό εφαρμογής μεταξύ των κρατών μελών,το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καιτο Συμβούλιο ενέκριναν το 2001 (μηδεσμευτικά) ελάχιστα πρότυπα για τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις. Για την καλύτερη επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέψουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις για τα σοβαρότερα περιβαλλοντικά αδικήματα. Στα αδικήματα αυτά περιλαμβάνονται, για παράδειγμα: • η παράνομη εκπομπή ή απόρριψη ουσιών στον αέρα, στα ύδατα ή στο έδαφος • η παράνομη εμπορία αγρίων ειδών • η παράνομη εμπορία ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος • και η παράνομη μεταφορά ή απόρριψη αποβλήτων.
Το δίκτυο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή και την επιβολή του δικαίου του περιβάλλοντος (IMPEL) είναι ένα διεθνές δίκτυο των περιβαλλοντικών αρχών των κρατών μελών της ΕΕ, των υπό ένταξη και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, καθώς και της Νορβηγίας, που δημιουργήθηκε για να προωθήσει την επιβολή της νομοθεσίας, προσφέροντας μια πλατφόρμα στους υπευθύνους χάραξης πολιτικής, στους περιβαλλοντικούς επιθεωρητές και στους αρμοδίους για την επιβολή της νομοθεσίας, ώστε να ανταλλάσσουν ιδέες και βέλτιστες πρακτικές. Τον Μάιο του 2016 η Επιτροπή δρομολόγησε την επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής, ένα νέο εργαλείο που προορίζεται να συμβάλει στην επίτευξη της πλήρους εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ και το οποίο συμβαδίζει
με
τον
έλεγχο
καταλληλότητας
(Πρόγραμμα
βελτίωσης
της
καταλληλότηταςκαι της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου — REFIT) των υποχρεώσεων παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων δυνάμει της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ, ούτως ώστε αυτή να καταστεί απλούστερη και λιγότερη δαπανηρή.
28
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Το 1990 ιδρύθηκε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), με έδρα την Κοπεγχάγη, για να στηρίζει την εκπόνηση, εφαρμογή και αξιολόγηση της περιβαλλοντικής πολιτικής και για να ενημερώνει το ευρύ κοινό σχετικά με το θέμα αυτό. Ο εν λόγω οργανισμός της ΕΕ (ανοικτός και σε τρίτες χώρες) είναι αρμόδιος για να παρέχει ορθή και ανεξάρτητη ενημέρωση ως προς την κατάσταση και τις προοπτικές του περιβάλλοντος. Συνεπώς συλλέγει, διαχειρίζεται και αναλύει δεδομένα και συντονίζει το Ευρωπαϊκό δίκτυο πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον (Eionet). Για να βοηθήσει τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις και να αναπτύσσουν περιβαλλοντική νομοθεσία και περιβαλλοντικές πολιτικές,
η
ΕΕ
έθεσε,
επίσης,
σε
λειτουργία
το
Ευρωπαϊκό
πρόγραμμα
παρακολούθησης της γης (Copernicus), το οποίο ανταποκρίνεται σε προβληματισμούς που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ξηρά, τη θάλασσα, την ατμόσφαιρα και την κλιματική αλλαγή.
29
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Για τους ρύπους που εκλύονται στον αέρα, στο νερό και στο έδαφος, καθώς και για τις εκτός του χώρου των εγκαταστάσεων μεταφορές αποβλήτων και ρύπων σε λύματα, το Ευρωπαϊκό μητρώο έκλυσης και μεταφοράς ρύπων (Ευρωπαϊκό ΜΕΜΡ) παρέχει καίρια περιβαλλοντικά δεδομένα προερχόμενα από περισσότερες από 30 000 βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην ΕΕ, στην Ισλανδία, στο Λιχτενστάιν, στη Νορβηγία, στη Σερβία και στην Ελβετία. Το μητρώο είναι διαθέσιμο στο κοινό δωρεάν στο διαδίκτυο. Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ. Κατά την όγδοη κοινοβουλευτική περίοδο έχει ασχοληθεί με τη νομοθεσία που απορρέει από το σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία (απόβλητα, μπαταρίες, οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους, υγειονομική ταφή, κ.λπ.), τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής (επικύρωση της συμφωνίας του Παρισιού, επιμερισμός των προσπαθειών, καταλογισμός των χρήσεων γης, των αλλαγών χρήσεων γης και της δασοκομίας στο πλαίσιο των σχετικών με την
30
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) κλιματική αλλαγή δεσμεύσεων της Ένωσης, μεταρρύθμιση του συστήματος εμπορίας εκπομπών (ETS), κ.λπ.) και άλλα. Το Κοινοβούλιο έχει αναγνωρίσει επανειλημμένα ως κεντρική προτεραιότητα την ανάγκη βελτιωμένης εφαρμογής. Σε ψήφισμά του με τίτλο «Βελτίωση των οφελών από τα περιβαλλοντικά μέτρα της ΕΕ: οικοδόμηση εμπιστοσύνης μέσω της βελτίωσης της γνωστικής βάσης και της ικανότητας απόκρισης» επέκρινε το ανεπαρκές επίπεδο εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στα κράτη μέλη και διατύπωσε ορισμένες συστάσεις για μια αποτελεσματικότερη εφαρμογή, όπως η διάχυση των βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ περιφερειακών και τοπικών αρχών. Στη θέση του για το τρέχον πρόγραμμα περιβαλλοντικής δράσης, το Κοινοβούλιο τόνισε την ανάγκη αυστηρότερης επιβολής της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Ζήτησε επίσης περισσότερη ασφάλεια για τις επενδύσεις που στηρίζουν την περιβαλλοντική πολιτική και τις προσπάθειες καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, και υποστήριξε ότι πρέπει να λαμβάνονται περισσότερο και με πιο ουσιαστικό τρόπο υπόψη τα περιβαλλοντικά ζητήματα στις άλλες πολιτικές
1.1.2
Ταξινόμηση των επιμέρους βιομηχανικών δραστηριοτήτων
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΚΛΑΔΟΙ Εισαγωγή Με την έννοια βιομηχανικοί κλάδοι περιγράφεται η ταξινόμηση των διαφόρων βιομηχανικών μονάδων σε ομάδες με κριτήριο την παραγωγή παρεμφερών προϊόντων ή την ανάπτυξη παρεμφερών δραστηριοτήτων. Τα κριτήρια ταξινόμησης με βάση τα οποία κατηγοριοποιούνται οι διάφορες βιομηχανίες, ποικίλλουν ανάλογα με την οπτική γωνία που αντιμετωπίζεται η κατάταξη τους. Η πιο επίσημη κατάταξη έχει γίνει από την Στατιστική Υπηρεσία που έχει χωρίσει την ελληνική βιομηχανική παραγωγή σε 21 κλάδους, καθένας από τους οποίους διαιρείται σε επιμέρους υποκλάδους. Μέσα από την ομαδοποίηση αυτή, που στηρίζεται κυρίως στη μορφή του προϊόντος, παρακολουθούνται τα οικονομικά μεγέθη τόσο των βιομηχανιών όσο και
31
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) των κλάδων και εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα για τη γενικότερη πορεία κάποιας βιομηχανικής δραστηριότητας. Όπως είναι ευνόητο, η παραγωγική διαδικασία σε αρκετούς από τους κλάδους προϋποθέτει φυσικές μετατροπές για τον μετασχηματισμό των πρώτων υλών στα τελικά προϊόντα. Σε πάρα πολλούς όμως κλάδους είναι απαραίτητη η χημική επεξεργασία σε κάποια καίρια φάση της παραγωγικής διαδικασίας. Τα προϊόντα της χημικής βιομηχανίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε ως καταναλωτικά αγαθά είτε ως ενδιάμεσα προϊόντα για παραγωγή καταναλωτικών αγαθών με περαιτέρω φυσικές ή χημικές μετατροπές. Κατάταξη βιομηχανικών κλάδων Περίπου το 1/4 της συνολικής παραγωγής χημικών προϊόντων παγκοσμίως καταναλώνεται για παραγωγή άλλων χημικών προϊόντων. Συνεπώς η χημική βιομηχανία θεωρείται ο καλύτερος πελάτης του εαυτού της. Αν και η χημική βιομηχανία αναπτύσσεται, ραγδαία σήμερα σε κλάδους που βρίσκονται σε ορισμένες διεπιστημονικές περιοχές, όπως η βιοτεχνολογία και η φαρμακευτική βιομηχανία, η κλασσική υποδιαίρεσή της την χωρίζει στην ανόργανη και στην οργανική. Η πρώτη ασχολείται με ανόργανες ενώσεις και στοιχεία, ενώ η δεύτερη με οργανικές ενώσεις.
32
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η κύρια πρώτη ύλη για τους ανόργανους κλάδους είναι ανόργανα προϊόντα εξόρυξης όπως ορυκτά και μεταλλεύματα μαζί με αέρα και νερό (ή θάλασσα), ενώ στους οργανικούς κλάδους οι κύριες πρώτες ύλες είναι το πετρέλαιο, οι γαιάνθρακες, το ξύλο και γενικώς φυσικής και ζωικής προέλευσης υλικά. Στους ανόργανους βιομηχανικούς κλάδους εντάσσονται μερικές σημαντικότατες επιχειρήσεις για την οικονομία, όπως είναι α) οι βιομηχανίες οξέων και λιπασμάτων, β) οι βιομηχανίες κεραμικών υλικών, στις οποίες με την καθαρά επιστημονική έννοια περιλαμβάνονται οι βιομηχανίες τσιμέντων και γυαλιών, γ) οι βιομηχανίες σιδήρου και χάλυβος, δ) οι βιομηχανίες παραγωγής άλλων μετάλλων, ε) οι βιομηχανίες επεξεργασίας και μορφοποίησης μετάλλων, στ) τα βιομηχανικά μη μεταλλικά ορυκτά, ζ) τα δομικά υλικά, η) τα βιομηχανικά προϊόντα που προκύπτουν από την αξιοποίηση του θαλασσινού νερού, θ) ό,τι έχει σχέση με την επεξεργασία του νερού και τέλος ι) οι βιομηχανίες παραγωγής των διαφόρων αερίων. Επίσης στον ανόργανο κλάδο κατατάσσονται οι ορυκτοί και τεχνητοί άνθρακες, σε αντίθεση με τους οργανικούς κλάδους όπου κατατάσσονται τα προϊόντα αεριοποίησης και λοιπής αξιοποίησης. Η
κατάταξη
αυτή
δεν
είναι
απόλυτη
αφού
υπάρχουν
βιομηχανικές
δραστηριότητες που ανάλογα την οπτική γωνία με την οποία αντιμετωπίζονται, μπορούν να περιληφθούν σε περισσότερους κλάδους. Έτσι η βιομηχανία τσιμέντων με καθαρά επιστημονικά κριτήρια κατατάσσεται στα κεραμικά υλικά, με κριτήριο την προέλευση των πρώτων υλών ανήκει στα μη βιομηχανικά ορυκτά ενώ με κριτήριο την χρήση και αποστολή του προϊόντος ανήκει στα δομικά υλικά. Οι οργανικοί βιομηχανικοί κλάδοι περιλαμβάνουν, εκτός από τους τομείς της αξιοποίησης των ορυκτών καυσίμων, και τις εξής βιομηχανίες μεταξύ άλλων : α) Τις βιομηχανίες πετρελαίου (διυλιστήρια) και πετροχημικών προϊόντων γενικότερα. Είναι γνωστό ότι από το πετρέλαιο και τα πετροχημικά παράγωγά του
33
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) παρασκευάζεται το μεγαλύτερο μέρος (3/4 περίπου) του συνόλου των χημικών προϊόντων της παγκόσμιας αγοράς. Τα πολυμερή, το συνθετικό ελαστικό, τα βερνίκια, οι κόλλες, τα συνθετικά υφάσματα και τα δέρματα είναι προϊόντα μερικών τυπικών βιομηχανικών κλάδων στην κατηγορία αυτή. β) Τις βιομηχανίες που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη τους υδατάνθρακες (σάκχαρα, άμυλο, κυτταρίνη). Σε αυτές ανήκουν οι βιομηχανίες ζάχαρης, ζύθου, οινοπνευματοποιίας, παιδικών τροφών, ξύλου, χάρτου και υφανσίμων ινών. γ) Τις βιομηχανίες λιπών, ελαίων, σαπουνιών καθώς και απορρυπαντικών. δ) Τις βιομηχανίες τροφίμων (γεωργικές βιομηχανίες, γάλα, δημητριακά). ε) Τις φαρμακευτικές βιομηχανίες στ) Τις βιομηχανίες χρωμάτων και ζ) Τις βιομηχανίες εκρηκτικών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και τα προϊόντα από τις οργανικές βιομηχανίες ανήκουν στο 50% κ. β. της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, ως προς την αξία τους υπερβαίνουν το 75% αφού οι τρεις τελευταίες κατηγορίες που αναφέρθηκαν μαζί με τις βιομηχανίες αρωμάτων ανήκουν σε κλάδους μικρού σχετικά όγκου παραγωγής αλλά μεγάλης προστιθέμενης αξίας.
Παραδείγματα Βιομηχανικής Παραγωγής Βιομηχανική παραγωγή αλουμινίου 34
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η μοναδική πρώτη ύλη για παραγωγή αλουμινίου είναι ο βωξίτης,που αποτελείται από ένα μείγμα ορυκτών του αλουμινίου, ορυκτών του σιδήρου και χαλαζία. Σε μικρότερες ποσότητες υπάρχουν καολινίτης, οξείδια του τιτανίου και ασβεστίτης και σε ίχνη, στοιχεία που χαρακτηρίζονται ως σπάνιες γαίες. Για να είναι ένας βωξίτης οικονομικά εκμεταλλεύσιμος πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 52% Α12Ο3 και λιγότερο από 5% SiΟ2. Η παραγωγή του γίνεται σε δύο φάσεις : α) Παραγωγή καθαρής αλουμίνας (Al2O3) από τους βωξίτες με την μέθοδο Bayer, β) Παραγωγή αλουμινίου από την αλουμίνα με ηλεκτρόλυση με την μέθοδο Holl - Heroult. Όπως φαίνεται στην Εικόνα 3.13 η μέθοδος Bayer συνίσταται στην προσθήκη λειοτριβήμενου βωξίτη σε πυκνό υδατικό διάλυμα NaOH μέσα σε αυτόκλειστα και την κατεργασία σε υψηλή θερμοκρασία (150 - 260 °C) και πίεση 25 - 40 Atm για δύο ώρες. Στις συνθήκες αυτές διαλυτοποιούνται τα αργιλικά συστατικά ενώ παραμένουν αδιάλυτα τα υπόλοιπα ορυκτολογικά συστατικά και κυρίως τα οξείδια του σιδήρου και το SiO2. Το απόρριμμα της διαδικασίας αυτής είναι γνωστό ως κόκκινη λάσπη (ερυθρά ιλύς, λόγω του χρώματος του), παράγεται σε μεγάλες ποσότητες και η απόρριψη του αποτελεί πρόβλημα για τις βιομηχανίες παραγωγής αλουμινίου. Ένα μέρος του ΝαΟΗ ανακυκλώνεται και συμπληρώνει την απαίτηση της διαδικασίας που είναι 160Kg ανά τόνο παραγόμενης αλούμινας. Από το διαλυτό μέρος της διεργασίας (Αl(ΟΗ)4) προκύπτει Αl(ΟΗ)3 και με πύρωση του τελευταίου στους 1000 °C παραλαμβάνεται τελικά η αλουμίνα.
35
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Εικόνα 3.13: Διάγραμμα παραγωγικής διαδικασίας αλουμινίου Η β' φάση περιλαμβάνει την ηλεκτρόλυση της αλουμίνας μέσα από μία εξαιρετικά ενεργεισβόρα διεργασία, εφόσον αφενός γίνεται σε τήγμα αλουμίνας σε κρυόλιθο (Na3AlF6) σε θερμοκρασία 950 °C, αφετέρου απαιτεί υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που μπορεί να φθάσει και τις 15.000 kwh/t αλουμινίου. Η προσθήκη του κρυόλιθου είναι απαραίτητη επειδή υποβιβάζει σημαντικά το σημείο τήξης της αλούμινας που διαφορετικά θα ήταν 2050 °C. Το αλουμίνιο και τα κράματά του έχουν ορισμένα σημαντικά τεχνικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τα άλλα μέταλλα (ελαφρά, αγώγιμα, ανθεκτικά) και χρησιμοποιούνται σε μεγάλη έκταση στις ηλεκτροτεχνικές κατασκευές, στα μεταφορικά μέσα, στην οικοδομική και στη συσκευασία. Μετά τον σίδηρο, το αλουμίνιο είναι το μέταλλο με τη μεγαλύτερη παγκόσμια κατανάλωση. Η Ελλάδα αποτελεί την 8η χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο όσον αφορά τα αποθέματα βωξίτη τα οποία κατά 90% χρησιμοποιούνται για παραγωγή αλουμινίου. Παράλληλα, όπως φαίνεται στον Πίνακα 3.3, η Ελλάδα ανήκει στις 6 κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες παραγωγής αλουμινίου. 36
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η Ελλάδα εκτός από την υψηλή θέση που καταλαμβάνει στη γενική κατάταξη των χωρών που παράγουν αλουμίνιο, έχει αναπτύξει έντονη δραστηριότητα και στην κατεργασία του για παραγωγή διαφόρων προϊόντων τόσο στον χώρο των δομικών υλικών, όσο και σε οικιακής χρήσης προϊόντα. Από το παραγόμενο αλουμίνιο στην Ελλάδα το 30% περίπου καταναλώνεται από διάφορες μεταλλουργικές βιομηχανίες και το υπόλοιπο 70% εξάγεται.
Βιομηχανική παραγωγή οξέων και λιπασμάτων Η
βιομηχανία
λιπασμάτων
είναι
χαρακτηριστικό
παράδειγμα
μιας
καθετοποιημένης βιομηχανίας, μιας βιομηχανίας δηλαδή που χρησιμοποιεί δικά της προϊόντα ως ενδιάμεσα για την παραγωγή νέων. Να σημειωθεί ότι ο κλάδος αυτός είναι από τους λίγους παρεμφερείς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Ως ενδιάμεσα προϊόντα για την παραγωγή των λιπασμάτων χρησιμοποιούνται διάφορα ανόργανα οξέα (H2SΟ4, ΗΝΟ3, Η3ΡO4) καθώς και αμμωνία (ΝΗ3). Αυτό συμβαίνει δεδομένου ότι τα απαραίτητα συστατικά που πρέπει να έχει ένα λίπασμα για να βελτιώσει το έδαφος είναι το άζωτο (Ν), ο φώσφορος (Ρ) και το κάλιο (Κ). Επομένως τα λιπάσματα διακρίνονται σε αζωτούχα, φωσφορικά και καλιούχα και χαρακτηρίζονται από τρεις αριθμούς που αντιστοιχούν κατά σειρά στην περιεκτικότητά τους σε άζωτο (Ν), οξείδιο φωσφόρου (Ρ2O5) και οξείδιο του καλίου (Κ2O). Τα απλά λιπάσματα, αυτά δηλαδή που έχουν ένα μόνο από τα τρία συστατικά, έχουν μηδενικούς τους άλλους δύο αριθμούς, σε αντίθεση με τα σύνθετα. Από το 1950 και μετά επικρατεί η τάση για σύνθετα και μάλιστα με κατά το δυνατόν αυξημένη περιεκτικότητα σε λιπαντικά στοιχεία. Χαρακτηριστικά στην Ευρώπη, περισσότερο από το 90% του φωσφόρου και του καλίου και περίπου το 50% του αζώτου παράγονται με μορφή συνθέτων λιπασμάτων.
37
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι πηγές φωσφορικών και καλιούχων λιπασμάτων είναι αντίστοιχα τα σημαντικότερα ορυκτά τους, όπως οι φωσφορίτες (ή φθοριοπατίτες) για τον φώσφορο και οι συλβίνες και καρναλίτες για το κάλιο. Για τα αζωτούχα λιπάσματα χρησιμοποιούνται ενώσεις με αμμωνία, θειική αμμωνία - (NH4)2SO4, νιτρική αμμωνία (ΝΗ4ΝO3) και η ουρία (NH2CONH2) που λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο (46%) είναι το πιο συμπυκνωμένο αζωτούχο λίπασμα και εκτιμάται ότι μελλοντικά θα ξεπεράσει σε ποσότητα τις υπόλοιπες μορφές αζωτούχων λιπασμάτων. Η παραγωγή λιπασμάτων προϋποθέτει: α) Την παραγωγή των H2SO4, ΗΝO3 και Η3ΡO4 και της ΝΗ3 που είναι οι πρώτες ύλες για τα λιπάσματα. Ας σημειωθεί ότι η παραγωγή των περισσοτέρων οξέων συνοδεύεται από συμπαραγωγή ποσότητας ατμού υψηλής πίεσης που μπορεί να μετατραπεί σε ηλεκτρική ενέργεια ή να αξιοποιηθεί για άλλες χρήσεις στο εργαστήριο, β) Την παραγωγή των απλών λιπασμάτων (NH4)2SO4, ΝΗ4ΝO3, Ca(H2PO4)2.H2O που στηρίζονται στις αντιδράσεις εξουδετέρωσης της αμμωνίας με τα αντίστοιχα οξέα τα δύο πρώτα και στην αντίδραση θειικού ή φωσφορικού οξέος με φωσφορίτη η τρίτη. γ) Την παραγωγή σύνθετων λιπασμάτων, όπου η περισσότερο διαδεδομένη μέθοδος είναι η κοκκοποίηση πολτού που προκύπτει από την εξουδετέρωση μίγματος των οξέων με αμμωνία, οπότε το σημαντικότερο λίπασμα που προκύπτει είναι το ΝΗ4Η2ΡO4 ή το (ΝΗ4)2ΗΡO4. Στην Εικόνα φαίνεται μια βιομηχανική εγκατάσταση παραγωγής θειικού οξέος (H2so4)
38
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
στην Εικόνα παρουσιάζεται ένας βιομηχανικός αντιδραστήρας σύνθεσης αμμω- νίας (ΝΗ3).
Τσιμεντοβιομηχανία 39
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Είναι κλάδος της βιομηχανίας των μη μεταλλικών ορυκτών με αντικείμενο την παρασκευή τσιμέντου. Το τσιμέντο είναι η πιο γνωστή υδραυλική κονία, είναι δηλαδή υλικό που με την επίδραση νερού σχηματίζει σταθερές ένυδρες ενώσεις ελάχιστα υδατοδιαλυτές με μεγάλη μεταξύ τους συνάφεια, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου σκληραίνουν και αυξάνουν τη συνοχή των πολτών που προκύπτουν από αυτές. Το Πόρτλαντ και οι διάφοροι άλλοι τύποι τσιμέντου αποτελούν τις κυριότερες μορφές που χρησιμοποιούνται στις δομικές κατασκευές. Κλίνκερ τσιμέντου Πόρτλαντ είναι το προϊόν που προκύπτει από το ψήσιμο σε υψηλή θερμοκρασία (1.380 -1.420 °C) ενός καλά ομογενοποιημένου μείγματος πρώτων υλών, το οποίο αποτελείται περίπου από 75% ασβεστόλιθο και 25% αργιλοπυριτικά υλικά. Στη συνέχεια, το τσιμέντο προκύπτει από την κοινή άλεση (συνάλεση) του κλίνκερ με την κατάλληλη ποσότητα γύψου. Ανάλογα με τον τύπο του τσιμέντου κατά τη συνάλεση προστίθενται και άλλα υλικά, κυρίως ποζολάνες, οι οποίες βελτιώνουν ορισμένες ιδιότητες του. Επειδή τα κύρια συστατικά του τσιμέντου Πόρτλαντ είναι οι ασβεστοπυριτικές ενώσεις, οι πρώτες ύλες για την παρασκευή του πρέπει να εξασφαλίζουν CaO και SiΟ2 στις κατάλληλες μορφές και αναλογίες. Τα συστατικά αυτά σπάνια βρίσκονται με την απαιτούμενη αναλογία σε μία πρώτη ύλη (σε ειδικές μάργες μόνο). Συνήθως χρησιμοποιούνται δύο πρώτες ύλες, μία με μεγάλη περιεκτικότητα σε CaO (κατά κανόνα ο ασβεστόλιθος) και μία με μεγάλη περιεκτικότητα σε SiO2 (διάφοροι άργιλοι). Οι άργιλοι περιέχουν, επίσης, συνήθως αλουμίνα (Αl2O3), οξείδια του σιδήρου (Fe2O3) και σε μικρότερο ποσοστό αλκάλια και άλλες ενώσεις. Πολλές φορές, όταν το Αl2O3 και το Fe2O3 δεν είναι σε ικανοποιητικά ποσοστά, στις δύο πρώτες ύλες χρησιμοποιούνται επιπλέον πρώτες ύλες που ονομάζονται διορθωτικά υλικά, όπως βωξίτες, αποφρύγματα σιδηροπυρίτη ή πυριτική άμμος, προκειμένου να συμπληρωθούν οι αναλογίες μεταξύ των κύριων οξειδίων. • Παραγωγική διαδικασία. Τα βασικά στάδια της παραγωγικής διαδικασίας μιας βιομηχανίας τσιμέντου περιλαμβάνουν την προετοιμασία του μείγματος των πρώτων υλών, την έψηση και την τελική άλεση του κλίνκερ προς τσιμέντο. • Προετοιμασία του μίγματος. Για να διευκολυνθεί ο σχηματισμός των επιθυμητών ενώσεων του τσιμέντου Πόρτλαντ στο κλίνκερ κατά την έψηση είναι απαραίτητο το μείγμα των πρώτων υλών να υποστεί διαδοχική ελάττωση του μεγέθους
40
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) με παράλληλη ανάμειξη των συστατικών του. Η προετοιμασία του μείγματος των πρώτων
υλών
περιλαμβάνει
διαδοχικά
τα
στάδια
της
θραύσης,
της
προομογενοποίησης, της άλεσης και της ομογενοποίησης, έτσι ώστε το προς έψηση μίγμα (φαρίνα) να παρουσιάζει τις κατά το δυνατόν μικρότερες αποκλίσεις στη σύστασή του, ενώ παράλληλα να έχει κόκκους που να μην ξεπερνούν τα 75 - 90 μm. Η προσθήκη των υλικών για τη διόρθωση της σύστασης του μείγματος των πρώτων υλών γίνεται κατά κανόνα στην προομογενοποίηση. Για τη θραύση των υλικών χρησιμοποιούνται θραυστήρες με σφυριά δυναμικότητας μεγαλύτερης από 1.000 t/h, με τους οποίους επιτυγχάνεται μεγάλος βαθμός μείωσης μεγέθους και οικονομικότερη θραύση. Συνήθως η θραύση των πρώτων υλών, λόγω της διαφορετικής φύσης τους, γίνεται σε διαφορετικούς θραυστήρες, από περιορισμένο όμως αριθμό βιομηχανιών εφαρμόζεται η από κοινού θραύση. Για την άλεση χρησιμοποιούνται κλειστά κυκλώματα άλεσης με σφαιρόμυλους, στα οποία υπάρχει διαχωριστής που χωρίζει το υλικό σε χονδρόκοκκο και λεπτόκοκκο κλάσμα και επιστρέφει το πρώτο στο μύλο για συμπληρωματική άλεση. Τα τελευταία χρόνια για την άλεση των πρώτων υλών χρησιμοποιούνται κάθετοι μύλοι με περιστρεφόμενους τροχούς. Η προομογενοποίηση έχει σκοπό την ανάμειξη όλων των διαφορετικής σύστασης πρώτων υλών, ώστε να δημιουργηθεί ένα μείγμα που να έχει τις ίδιες ιδιότητες σε όλη τη μάζα του και επομένως να μπορεί να ψηθεί χωρίς προβλήματα με τη μικρότερη κατανάλωση ενέργειας. • Έψηση. Είναι η βασική διεργασία για την παραγωγή τσιμέντου, αφού κατά τη διάρκεια της οποίας γίνονται οι διαδοχικές αντιδράσεις που οδηγούν στον σχηματισμό των διπλών και τριπλών οξειδίων που απαρτίζουν το κλίνκερ. Τα σημαντικότερα από αυτά, που καλούνται και ορυκτολογικά συστατικά, είναι τα C2S, C3S, C3A, C4AF, (C = CaO, S = SiO2, A = Al2O3 και F = Fe2O3). Η θερμοκρασία σχηματισμού τους αρχίζει από τους 1.000 °C και ολοκληρώνεται στους 1.300 - 1.450 °C. Η έψηση πραγματοποιείται σε περιστρεφόμενες καμίνους.
41
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Με τα νεότερα συστήματα η κατανάλωση έχει μειωθεί στις 750 - 800 kcal/kg, τιμή σημαντικά μικρότερη από τις 1.400 kcal/kg που ισχύει για τις καμίνους με υγρή μέθοδο ή τις 900 - 1.000 kcal/kg που ίσχυαν για τις πρώτες καμίνους ξηρής μεθόδου. Ως καύσιμο χρησιμοποιείται άνθρακας, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει αντικαταστήσει τα υγρά καύσιμα που ήταν σε χρήση παλαιότερα. • Τελική άλεση. Είναι μια ιδιαίτερα καθοριστική διεργασία τόσο για την εκδήλωση των ιδιοτήτων του τσιμέντου όσο και για τη διάκριση των διαφόρων τύπον του. Στη φάση αυτή προστίθεται η γύψος (σε ποσοστό 4 - 5%) για τη ρύθμιση του χρόνου πήξης. Με την τελική άλεση προσδίδεται στο τσιμέντο η επιδιωκόμενη λεπτότητα. Η λεπτότητα άλεσης επηρεάζει την ενυδάτωση του τσιμέντου και γενικά είναι παραδεκτό ότι όσο λεπτότερο είναι ένα τσιμέντο τόσο πιο άμεσα αντιδρά και αναπτύσσει αντοχές. Η συνολική παραγωγή τσιμέντων όλων των τύπων στην Ελλάδα κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια μεταξύ 12.000.000 και 13.000.000 t, των οποίων το 40% περίπου είναι του τύπου II. Από την παραγωγή τσιμέντου το 40-45% εξάγεται, ποσότητα που καθιστά την Ελλάδα από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές χώρες τσιμέντου στην Ευρώπη. Παράλληλα εξάγονται περίπου 1.000.000 t κλίνκερ πριν πραγματοποιηθεί η τελική άλεση. Η παραγωγή καλύπτεται από τέσσερις εταιρείες, που διαθέτουν συνολικά οκτώ σύγχρονα 42
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ως επί το πλείστον βιομηχανικά συγκροτήματα. Ένα από αυτά παρουσιάζεται στην Εικόνα 3.16. Από αυτές τις εταιρίες, οι δύο μεγαλύτερες καλύπτουν το 85% της παραγωγής.
Η βιομηχανική παραγωγή των τροφίμων Αντικείμενο της είναι η επεξεργασία και η μετατροπή εδώδιμων πρώτων υλών, όπως είναι τα δημητριακά, τα φρούτα, τα λαχανικά, το γάλα, τα αυγά, το κρέας και τα ψάρια καθώς και άλλων υλών, όπως είναι τα καρυκεύματα και τα πρόσθετα τροφίμων, σε θρεπτικά τρόφιμα που ανταποκρίνονται στις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες Η σωστή επεξεργασία, η βέλτιστη αξιοποίηση και η καλή συντήρηση αποτελούν τα ιδιαίτερα αντικείμενα της τεχνολογίας τροφίμων. Ο κλάδος των τροφίμων αποτελεί τον σημαντικότερο κλάδο του ελληνικού μεταποιητικού τομέα και εμφανίζει μια σταθερά αναπτυξιακή πορεία που όλα δείχνουν ότι θα συνεχισθεί. Απασχολεί το μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, έχει τα περισσότερα καταστήματα καθώς και τις περισσότερες πωλήσεις, εξαγωγές και επενδύσεις. Τα πρωτεία αυτά δεν προέρχονται όλα από βιομηχανικές δραστηριότητες, καθώς σημαντικό ποσοστό της παραγωγής τροφίμων δεν προέρχεται από βιομηχανικές δραστηριότητες. Η συνεχιζόμενη εισαγωγή νέων τεχνικών στην επεξεργασία, αξιοποίηση, συντήρηση και συσκευασία των τροφίμων έχει συμβάλει καθοριστικά στην άνοδο του κλάδου. Η παραγωγή διαιρείται σε πολλούς σταδιακά υποκλάδους, άλλες είναι μεταξύ άλλων η γαλακτοβιομηχανία, οι βιομηχανίες χυμών, ποτών, τομάτας, ελαίων και λιπών, 43
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ζυμαρικών, αρτοσκευασμάτων και μπισκότων, ζάχαρης, σοκολάτας και αλλαντοποιίας. Καθένας από άλλες υποκλάδους άλλες έχει τη δική του παραγωγική διαδικασία η οποία άλλες φορές είναι πολύπλοκη και απαιτεί πολλά στάδια και εξειδικευμένο εξοπλισμό (π.χ. ζάχαρη, Εικόνα 3.17) και άλλες φορές είναι αρκετά απλούστερη (π.χ. αρτοσκευάσματα). Ισχύει και εδώ αυτό που αναφέρθηκε άλλες πρώτες ύλες, ότι δηλαδή το προϊόν μιας βιομηχανίας τροφίμων είναι πρώτη ύλη για άλλες. Έτσι το αλεύρι, η ζάχαρη και το γάλα αποτελούν την πρώτη ύλη στα αρτοσκευάσματα κ.λ.π.
• Διεργασίες για παραγωγή τροφίμων Κατά τη βιομηχανική παραγωγή των τροφίμων χρησιμοποιείται μεγάλος αριθμός διεργασιών για τη μετατροπή των πρώτων υλών σε τελικά προϊόντα. Οι διεργασίες αυτές διακρίνονται σε μηχανικές, φυσικές, φυσικοχημικές, χημικές και βιοχημικές. Οι μηχανικές περιλαμβάνουν την άλεση (π.χ. αλεύρια), την ανάμειξη, που χρησιμοποιείται
για
την
ομοιόμορφη
κατανομή
των
συστατικών,
τη
γαλακτοματοποίηση που περιλαμβάνει ανάμειξη λιπαρής και υδατικής φάσης, τη σχηματοποίηση που αφορά τη μορφοποίηση του υλικού και τους μηχανικούς διαχωρισμούς.
44
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι φυσικές περιλαμβάνουν τη θέρμανση και την ψύξη, τη συμπύκνωση που γίνεται είτε με εξάτμιση είτε με μεμβράνες για θερμοευαίσθητα τρόφιμα καθώς και την εκχύλιση και την κρυστάλλωση. Οι διεργασίες που περιλαμβάνονται στην παραγωγή της ζάχαρης είναι σχεδόν στο σύνολο τους φυσικές. Από τις φυσικές διεργασίες το ζεμάτισμα, η παστερίωση, η αποστείρωση, η ψύξη, η κατάψυξη και η ξήρανση είναι διεργασίες συντήρησης. Οι φυσικοχημικές διεργασίες περιλαμβάνουν μια φυσική διεργασία ταυτόχρονα με τη χρήση κάποιας πρόσθετης ουσίας. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η διαύγαση του κρασιού με προσθήκη ζελατίνας ή μπεντονίτη.
Οι χημικές διεργασίες περιλαμβάνουν κυρίως αντιδράσεις οξείδωσης, όπως είναι η λεύκανση των αλεύρων. Άλλες διεργασίες είναι η υδρογόνωση (π.χ. έλαια), η αναγωγή, η υδρόλυση (όξινη ή αλκαλική), η διόγκωση με χημικά (π.χ. το Baking Powder που είναι όξινο φωσφορικό άλας του νατρίου), η απολύμανση (χλωρίωση) κ.ά. Οι βιοχημικές είναι διεργασίες που γίνονται στα τρόφιμα με δράση ενζύμων και κατατάσσονται σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες: τις υδρολύσεως (παραγωγή ζυθογλεύκους), τις οξειδοαναγωγής, τις ισομερισμούς και τις σχηματισμούς πηγμάτων
45
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) (π.χ. για την παραγωγή του τυριού). Οι ζυμώσεις αποτελούν βιοχημικές διεργασίες κατά τις οποίες επιδιώκεται η μετατροπή πρώτων υλών με χρήση μικροοργανισμών κάτω από αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες σε σταθερότερα προϊόντα με καλύτερα χαρακτηριστικά. Τα κυριότερα προϊόντα που παράγονται με ζύμωση είναι η μπύρα (εικόνα 3.18), το κρασί, το ξύδι, το γιαούρτι, τα προϊόντα αρτοποιίας κ.λ.π. • Η συντήρηση των τροφίμων Δεδομένου ότι τα διάφορα τρόφιμα ως προϊόντα βιομηχανικής παραγωγής φτάνουν στην κατανάλωση μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, υπάρχει ο κίνδυνος να υποστούν αλλοιώσεις ενζυμικής ή χημικής φύσης.
46
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι μέθοδοι συντήρησης στοχεύουν στην παρεμπόδιση της δράσης των μικροοργανισμών, επειδή οι μικροβιακές δράσεις είναι ταχύτερες και δραστικότερες. Ταξινομούνται στις εξής τρεις γενικές μεθόδους : 1) της απομάκρυνσης των μικροοργανισμών, 2) του περιορισμού της δράσης των μικροοργανισμών 3) της καταστροφής των μικροοργανισμών. Κάθε μία από τις μεθόδους αυτές περιλαμβάνει ειδικότερες διεργασίες (μικροδιήθηση, φυγοκέντρηση στην 1η μέθοδο, ψύξη, κατάψυξη, ξήρανση και συμπύκνωση στην 2η
μέθοδο
και
ζεμάτισμα,
παστερίωση,
αποστείρωση
και
χρησιμοποίηση κατάλληλων ακτινοβολιών στην 3η μέθοδο). Η συσκευασία των τροφίμων έχει στόχο την προστασία τους από αλλοιώσεις και τη διατήρηση της ποιότητάς τους. Ειδικότερα πρέπει να προστατεύει από την εξωτερική ρύπανση, την απορρόφηση οσμών, το οξυγόνο, το φως, την πρόσληψη και την απώλεια υγρασίας κ.ά. Χρησιμοποιούνται διάφορα υλικά συσκευασίας ανάλογα με το προϊόν, όπως γυαλί, πλαστικά, μέταλλα (λευκοσίδηρος, αλουμίνιο) κ.λ.π. 1.1.3 Εφαρμογή νέων προτύπων παραγωγής και υιοθέτηση τάσεων περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης (ΣΠΔ) είναι το σύνολο των μεθόδων και
των διαδικασιών (οργανωτική δομή, υπευθυνότητες, πρακτικές, πόροι κλπ.) για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής διαχείρισης και τη διατήρηση της πολιτικής που έχει υιοθετήσει μια επιχείρηση. Στο κεφάλαιο αυτό παρουσιάζονται αναλυτικά τα κίνητρα εφαρμογής των επιχειρήσεων να υιοθετήσουν ένα ΣΠΔ, τα οφέλη και τα προβλήματα εφαρμογής. Μεγάλο τμήμα του κεφαλαίου καταλαμβάνουν τα Πρότυπα ΣΠΔ ISO 14001 (που είναι διεθνώς αναγνωρισμένο πρότυπο για την περιβαλλοντική διαχείριση των επιχειρήσεων και παρέχει οδηγίες και απαιτούμενα σημεία ελέγχων, που πρέπει να εφαρμόζονται στις δραστηριότητες εκείνες που έχουν επίδραση στο περιβάλλον) και το EMAS (Ευρωπαϊκό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου, που αποσκοπεί στη διαρκή οικολογική πρόοδο των βιομηχανικών δραστηριοτήτων, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις
σε
αξιολόγηση
και
βελτίωση
της
οικολογικής απόδοσης
των
εγκαταστάσεών τους, καθώς και στην κατάλληλη ενημέρωση του κοινού), ενώ
47
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) εκτεταμένη αναφορά γίνεται στην αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης των επιχειρήσεων. Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης Στις αρχές του 21ου αιώνα, παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο ενώ κεντρικός στόχος σε παγκόσμιο επίπεδο, τόσο για κυβερνήσεις όσο και για επιχειρήσεις, γίνεται πλέον η αειφόρος ανάπτυξη. Τα συσσωρευμένα περιβαλλοντικά προβλήματα, που άρχισαν να γίνονται αντιληπτά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, άλλαξαν σταδιακά τις αντιλήψεις τόσο των κοινωνιών όσο και των επιχειρήσεων για τη σχέση τους με το περιβάλλον. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζοντας το διογκούμενο κύμα της περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης των κυβερνήσεων αλλά και της κοινωνίας γενικότερα άρχισαν να αντιμετωπίζουν τη ρύπανση του περιβάλλοντος ως άμεσο αποτέλεσμα της λειτουργίας τους και να δραστηριοποιούνται στην κατεύθυνση ελέγχου. Η διαχείριση των περιβαλλοντικών θεμάτων επιβλήθηκε, αρχικά, στις επιχειρήσεις από το εξωτερικό τους περιβάλλον και δεν ήταν αποτέλεσμα εσωτερικής επιλογής και αναδιοργάνωσης των παραγωγικών διαδικασιών τους. Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η κυρίαρχη αντίληψη των επιχειρήσεων ήταν ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν ήταν παρά ένα επιπλέον στοιχείο λειτουργικού κόστους στο βαθμό που επιβαλλόταν η αποτελεσματική προστασία του από το νόμο. Κατά τη δεκαετία του 1990, όμως, οι επιχειρήσεις στράφηκαν προς περισσότερο προκαταρκτικές-προληπτικές πρακτικές για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των δραστηριοτήτων τους. Σήμερα, είναι πια αποδεκτό ότι η συστηματική διαχείριση των περιβαλλοντικών θεμάτων είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα και την οικονομική ανάπτυξη των επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές. Οι επιχειρήσεις ενσωματώνουν πλέον τις περιβαλλοντικές στρατηγικές στις εταιρικές στρατηγικές τους, υιοθετούν την «Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη» και εφαρμόζουν ποικίλα εργαλεία για να πετύχουν καλύτερη περιβαλλοντική διαχείριση, όπως είναι τα Συστήματα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης (ΣΠΔ).
48
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Ενα ΣΠΔ ορίζεται ως το τμήμα του συνολικού συστήματος διαχείρισης ενός οργανισμού ή μιας επιχείρησης, που περιλαμβάνει την αναγκαία οργανωτική δομή, τις δραστηριότητες, τις διαδικασίες, τους επιμέρους ρόλους και τις ειδικότερες υπευθυνότητες του προσωπικού, τις κατάλληλες πρακτικές, τις διεργασίες και τους πόρους με στόχο την επαρκή αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των προϊόντων, υπηρεσιών ή λειτουργιών του/της. Το ΣΠΔ, επιλαμβάνεται και διαχειρίζεται τόσο τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις από τις διεργασίες, τα προϊόντα και τις λειτουργίες ενός οργανισμού ή μιας επιχείρησης. Ένα ΣΠΔ μπορεί να εφαρμοστεί με αρκετούς διαφορετικούς τρόπους. Εξαρτάται από τον τομέα ή τη δραστηριότητα και από τις ανάγκες της διοίκησης. Παρόλα αυτά, κάποια βασικά στοιχεία θα πρέπει να υπάρχουν, όπως π.χ. καθορισμένη περιβαλλοντική πολιτική, συγκεκριμένο περιβαλλοντικό πρόγραμμα ή σχέδιο δράσης, κατάλληλη υποστηρικτική οργανωτική δομή, γενικότερη ενσωμάτωση στις
υπόλοιπες
λειτουργίες
του
οργανισμού-επιχείρησης
και,
τέλος,
ένα
αποτελεσματικό σύστημα τεκμηρίωσης ώστε να συλλέγονται, να αναλύονται, να ελέγχονται και να ανακτώνται οι σχετικές πληροφορίες, διορθωτικές και προληπτικές ενέργειες, ανασκοπήσεις του συστήματος διαχείρισης, της διοίκησης κτλ. Τα ΣΠΔ αποτελούν μια διαρκή διαδικασία και συστηματοποίηση των σχετικών δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης, που αποσκοπεί στη συνεχή βελτίωση των περιβαλλοντικών και των οικονομικών της επιδόσεων. 49
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σκοπός, λοιπόν, ενός συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης είναι να προωθήσει τη συνεχή περιβαλλοντική βελτίωση σε ένα οργανισμό/επιχείρηση, όπως αυτή
καθορίζεται
αναλυτικότερα
στην
περιβαλλοντική
του
πολιτική.
Ο
οργανισμός/επιχείρηση οφείλει να επιδεικνύει επαρκή συμμόρφωση με την πολιτική του τόσο μέσα από τις εσωτερικές επιθεωρήσεις όσο και από την αξιολόγηση από ένα τρίτο ανεξάρτητο φορέα. Ο κύκλος εφαρμογής ενός συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης παρουσιάζεται στο Σχήμα
Κύκλος εφαρμογής ενός Συστήματος Περιβαλλοντικής Διαχείρισης. Ένα ΣΠΔ πρέπει να είναι: Πλήρες - Δεν επικεντρώνεται μόνο σε θέματα οργάνωσης, αλλά και σε διεργασίες, προϊόντα και υπηρεσίες, - αναφέρεται σε όλα τα τμήματα ενός οργανισμού/επιχείρησης, - όλοι οι εργαζόμενοι έχουν περιβαλλοντικές υπευθυνότητες και είναι ενήμεροι γι’ αυτές. Κατανοητό - Με τον καθορισμό καλά προσδιορισμένων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων για όλους τους εργαζόμενους, - Καλά καθορισμένοι περιβαλλοντικοί σκοποί και στόχοι για την εφαρμογή και συντήρησή του, 50
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) - Επαρκής και κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού για την κατανόηση των περιβαλλοντικών θεμάτων αλλά και του συστήματος γενικότερα, - Κατάλληλες διαδικασίες επιθεώρησης και αναθεώρησης με στόχο τη συνεχή βελτίωσή του. Ανοικτό - Ενθάρρυνση συνεργασίας και εσωτερικής επικοινωνίας, - Κατάλληλη, κυκλική διαδικασία συνεχούς βελτίωσης των λειτουργιών του οργανισμού-επιχείρησης και, συνεπώς, της περιβαλλοντικής επίδοσής του. Το πρότυπο ISO 14001 δημοσιεύθηκε, αρχικά, το 1996 και περιλαμβάνει τις απαιτήσεις ενός συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης. Το Νοέμβριο του 2004 δημοσιεύθηκε η αναθεωρημένη μορφή του ISO, το ISO 14001:2004. Το Κοινοτικό Σύστημα Οικολογικής Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EMAS, Environmental Management & Assessment System) είναι ένα διοικητικό εργαλείο για τις επιχειρήσεις και τους άλλους οργανισμούς, που έχει, επίσης, ως σκοπό να βελτιώσει την περιβαλλοντική επίδοσή τους. Από το 2001 και μετά την αναθεώρησή του (Αρ. Κανονισμού Dir. 761/2001, ψήφιση στις 19/3/01 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο), το EMAS είναι πλέον διαθέσιμο προς εφαρμογή σε όλους τους οργανισμούς-επιχειρήσεις όλων των τομέων και κλάδων συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών. Κίνητρα των επιχειρήσεων για την εφαρμογή ενός ΣΠΔ Οι υπερασπιστές των ΣΠΔ ισχυρίζονται, ότι τα αναμενόμενα οφέλη από την εφαρμογή τους μπορούν να παρακινήσουν τα ανώτατα στελέχη των επιχειρήσεων για την ουσιαστική υιοθέτηση ενός συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης από αυτές. Τα κίνητρα αυτά μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες, εξωτερικά και εσωτερικά: 1. Εξωτερικά κίνητρα Η βελτίωση της εικόνας της επιχείρησης, Οι πιέσεις της τοπικής κοινωνίας, Η είσοδος σε διεθνείς αγορές, Η απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, Η απαίτηση πιστοποίησης από τους πελάτες, Η συμμόρφωση με τη νομοθεσία.
51
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 2. Εσωτερικά κίνητρα Η μείωση κόστους, Η βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης, Η βελτίωση της εσωτερικής λειτουργίας και οργάνωσης της επιχείρησης, Η καλύτερη διαχείριση των περιβαλλοντικών θεμάτων, Η αύξηση της παραγωγικότητας, Η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, και Η κρατική υποστήριξη μέσω των επιδοτήσεων. Όφελος και κόστος των επιχειρήσεων από την εφαρμογή ΣΠΔ Από την εφαρμογή ενός ΣΠΔ και την πιστοποίηση μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού με το αντίστοιχο πρότυπο μπορούν να προκύψουν ορισμένα ιδιαίτερα σημαντικά οφέλη. Ο συγκεκριμένος προσδιορισμός τους όμως σε μία επιχείρηση είναι πολύ δύσκολο να γίνει, στο βαθμό που συνυπάρχουν με οφέλη που προκύπτουν από τη συνολική επιχειρηματική στρατηγική. Ταυτόχρονα, η εφαρμογή ενός ΣΠΔ συνεπάγεται και ορισμένα κόστη – προβλήματα - δυσκολίες πέρα από τα αναμενόμενα οφέλη, που θα πρέπει να αξιολογηθούν προκαταρκτικά από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και να ληφθούν υπόψη στη συνέχεια (και) από τους φορείς πιστοποίησης (Πίνακας 5.2). Μερικά από αυτά τα προβλήματα-δυσκολίες, που εμποδίζουν την εφαρμογή τους συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και έχουν καταγραφεί στη βιβλιογραφία, είναι η σχετική (γραφειοκρατική) πολυπλοκότητα των διαφόρων προτύπων ΣΠΔ (που είναι κυρίως το ISO 14001 και το EMAS), η έλλειψη επαρκών κινήτρων, η μη-κατάλληλη προσέγγιση για την αποτελεσματική εφαρμογή τους, η έλλειψη ικανοποιητικής δέσμευσης από τη διοίκηση, η έλλειψη ουσιαστικής συμμετοχής των εργαζομένων και γενικότερα, οι ασαφείς ευθύνες του προσωπικού. Αύξηση περιθωρίου κέρδους Καλύτερη διαχείριση πρώτων υλών (καλύτερες παραγωγικές διαδικασίες, λιγότερο σκραπ). Οικονομία στο κόστος μεταφοράς και αποθήκευσης (λιγότερα υλικά). Μικρότερο κόστος διάθεσης απορριμάτων – αποβλήτων (λιγότερα υλικά). Μικρότερες δαπάνες ασφάλισης (χαμηλότερο περιβαλλοτνικό ρίσκο). Αύξηση πωλήσεων
52
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Καλύτερη ποιότητα – καινοτομία (εις βάθος γνώση προϊόντων και διαδικασιών παραγωγής). Βελτιωμένη εικόνα οργανισμού (image). Διείσδυση σε νέες αγορές (καινοτόμμα προϊόντα, φιλικά προς το περιβάλλον). Βελτίωση σχέσεων με πελάτες. Ελάττωση κεφαλαίου κίνησης Λιγότερα υλικά σε στοκ (αποφυγή απορριμάτων). Ελάττωση επενδύσεων παγίων Ελαττωμένες επενδύσεις σε αντιρρύπανση (λόγω καλύτερης πρόληψης). Ευχερέστερη
και
οικονομικότερη
απόκτηση
αδειών
επεκτάσεων
εγκαταστάσεων. Λιγότερες ανάγκες αποθηκευτικών χώρων (καλύτερη διαχείριση υλικών). Ελάττωση φορολογικού συντελεστη Αξιοποίηση φορολογικών κινήτρων. Ελάττωση κόστους χρήματος Προσέλευση επενδυτών (καλύερο image, μικρότερο ρίσκο). Καλύτεροι όροι δανεισμού (καλύτερο image, μικρότερο ρίσκο). Ελάττωση περιθωρίου κέρδους Επιπλέον
κόστος
υλοποίησης
και
λειτουργίας
του
συστήματος
περιβαλλοντικής διαχείρισης Υψηλότερο κόστος παραγωγής, ως αποτέλεσμα χρήσης εξοπλισμού προσαρμογής στις νομοθετικές ρυθμίσεις Ελάττωση πωλήσεων Υψηλότερες τιμές για να αντισταθμίσει το κόστος προσαρμογής στις νομοθετικές ρυθμίσεις. Αύξηση κεφαλαίου κίνησης Περισσότερο ακριβά υλικά και ενέργεια (παρά τη φιλικότητά τους στο περιβάλλον). Αύξηση επενδύσεων παγίων Εγκατάσταση τεχνολογίας αντιρρύπανσης.
53
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Αύξηση φορολογικού συντελεστη Αύξηση κόστους χρήματος Υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, ως αποτέλεσμα της διαπίστωσης του περιβαλλοντικού κινδύνου που απεικονίζεται στις εκθέσεις του οργανισμού. Τα μέρη ενός ΣΔΠ Ένα πλήρες σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης απαρτίζεται, συνήθως, από τις εξής επτά ενότητες- υποσυστήματα: Ενότητα 1: Η εταιρική στρατηγική και το περιβάλλον, Ενότητα 2: Επιδόσεις και διαχειριστικές πρακτικές. Αρχική επισκόπηση, Ενότητα 3: Σχεδίαση περιβαλλοντικής πολιτικής, Ενότητα 4: Εφαρμογή περιβαλλοντικής πολιτικής, Ενότητα 5: Παρακολούθηση συστήματος, Ενότητα 6: Έλεγχος και αξιολόγηση, Ενότητα 7: Επικοινωνιακή περιβαλλοντική πολιτική. Η λειτουργική επικοινωνία των επί μέρους ενοτήτων απεικονίζεται στο Σχήμα
Λειτουργική επικοινωνία μεταξύ των επιμέρους ενοτήτων ενός ΣΠΔ. Ενότητα 1 Η εταιρική στρατηγική και το περιβάλλον 54
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η στρατηγική του οργανισμού σε σχέση με το περιβάλλον θα πρέπει να διασαφηνίζει: Τη βασική επιχειρηματολογία και λογική, που διέπει την προσπάθεια εγκατάστασης του ΣΠΔ. Τους γενικούς στόχους του οργανισμού σε σχέση με τα γενικότερα περιβαλλοντικά ζητήματα: o Τη δέσμευση απόλυτης συμμόρφωσης με τους ισχύοντες κανονισμούς σχετικά με τις εκπομπές ρύπων, καθώς και τυχόν άλλες περιβαλλοντικές οχλήσεις που προκαλεί ο οργανισμός-επιχείρηση. o Τη δέσμευση δρομολόγησης συγκεκριμένων διαδικασιών για τη συνεχή βελτίωση των σχετικών περιβαλλοντικών επιδόσεων. Η στρατηγική αποτελεί το κορυφαίο κείμενο του ΣΠΔ, δηλαδή τη βάση πάνω στην οποία θα διατυπωθεί η συγκεκριμένη πολιτική, θα σχεδιαστούν τα αντίστοιχα προγράμματα και θα τεθούν οι σχετικοί στόχοι. Ενότητα 2: Επιδόσεις και διαχειριστικές πρακτικές. Αρχική επισκόπηση Πριν από τη σχεδίαση της πολιτικής είναι απαραίτητο να προηγηθεί μια συνοπτική αλλά πλήρης επισκόπηση της ευρύτερης σχέσης της λειτουργίας του οργανισμού με το περιβάλλον. Η αρχική επισκόπηση αποτελεί μια πρώτη ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης. Με τον τρόπο αυτό η εταιρεία προσεγγίζει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία της τόσο σε σχέση με τις λειτουργίες όσο και σε σχέση με τη διαχείριση. Η πρώτη αυτή καταγραφή σε συνδυασμό με τη βασική στρατηγική κατεύθυνση της εταιρείας αποτελούν τα σημεία κλειδιά με βάση τα οποία θα σχεδιαστεί η κατάλληλη περιβαλλοντική πολιτική. Ενότητα 3: Σχεδίαση περιβαλλοντικής πολιτικής Η σχεδίαση μιας συνεκτικής περιβαλλοντικής πολιτικής ξεκινάει από την αναγνώριση όλων των πιθανών αλληλεπιδράσεων του οργανισμού-επιχείρησης με το περιβάλλον. Αν και η προηγούμενη φάση έχει προσφέρει τη δυνατότητα να κωδικοποιηθεί με λεπτομέρεια η συγκεκριμένη σχέση, δεν αποκλείεται οι δυνητικές επιπτώσεις να υπερβαίνουν αυτές που ανιχνεύονται στην ανάλυση της παρούσας κατάστασης. Ενδεχομένως, δηλαδή, κάποιες από τις αλληλεπιδράσεις αυτές να πρέπει να προβλεφθούν ως πιθανές στο μέλλον, ακόμη και αν δεν έχουν εκδηλωθεί προς το
55
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) παρόν. Η δεύτερη προ-εργασία είναι η πλήρης αποδελτίωση των νομικών και άλλων θεσμικών υποχρεώσεων του οργανισμού-επιχείρησης. Ο σεβασμός του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου είναι το σημείο αφετηρίας, ο στοιχειώδης και ο πλέον προφανής στόχος κάθε συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης. Τέλος, η υπό διαμόρφωση πολιτική εξειδικεύεται με τη μορφή συγκεκριμένων προγραμμάτων διαχείρισης, για το καθένα από τα οποία θα πρέπει να εξειδικεύονται με εξαιρετικά σαφή τρόπο τα εξής: Στόχοι, γενικοί (objectives) και ειδικοί (targets), Xρονοδιάγραμμα υλοποίησης των στόχων, Απαραίτητοι ρόλοι (γενικά) για την υλοποίηση των στόχων, Απαιτούμενα μέσα πέραν του ανθρώπινου δυναμικού για την υλοποίηση των στόχων, Ρίσκο κατά την υλοποίηση και εναλλακτικά σχέδια (contingencies). Ενότητα 4: Εφαρμογή περιβαλλοντικής πολιτικής Η εφαρμογή των πολιτικών που υιοθετήθηκαν στο προηγούμενο βήμα αποτελεί το πιο δύσκολο και χρονοβόρο στάδιο του όλου έργου. Η εφαρμογή περιλαμβάνει τα εξής επιμέρους στοιχεία: - (απάντηση στο ερώτημα «Ποιοι;») Αντιστοίχιση των ρόλων, που κρίθηκαν απαραίτητοι (σε προηγούμενη φάση) με συγκεκριμένα άτομα, στελέχη της επιχείρησης και καθορισμός του υπεύθυνου παρακολούθησης και συντήρησης του συστήματος. 0 υπεύθυνος αυτός θα πρέπει να έχει την έγκριση της διοίκησης, στην οποία και θα αναφέρεται απευθείας. - (απάντηση στο ερώτημα «Πώς;») Εξακρίβωση ότι το αρμόδιο (που ορίστηκε κατά την προηγούμενη φάση) προσωπικό θα έχει καλή και πρακτική κατανόηση της πολιτικής του οργανισμού-επιχείρησης στα θέματα της περιβαλλοντικής διαχείρισης, καθώς και των επιπτώσεων που αναμένεται να έχει η εφαρμογή της συγκεκριμένης εταιρικής πολιτικής στο περιβάλλον. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί και το ενδεχόμενο κατάρτισηςεπιμόρφωσης του προσωπικού στα σχετικά τεχνικά και διαχειριστικά ζητήματα. Επίσης, θα πρέπει να γίνει ο λεπτομερής καθορισμός της ροής της πληροφορίας και των διαδικασιών εργασίας (workflow) του αρμόδιου προσωπικού.
56
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) (απάντηση στο ερώτημα «Tι;») Λεπτομερής τεκμηρίωση του ΣΠΔ ώστε να είναι δυνατός ο εσωτερικός και εξωτερικός έλεγχός του (audit) και η διαπίστωση της ικανοποιητικής προσαρμογής του ή μη σε ένα από τα εφαρμοζόμενα πρότυπα. Η τεκμηρίωση παίρνει τη μορφή ενός πλήρους φακέλου (handbook), όπου περιγράφονται τα διάφορα τμήματα του συστήματος και υπάρχουν και παραπομπές σε συνοδευτικό υλικό. Όλα τα έγγραφα έχουν σαφείς ημερομηνίες παραγωγής και λήξης/αναθεώρησης. Κοινοποίηση σε προμηθευτές, υπεργολάβους και άλλους συνεργάτες των τυχόν απαιτήσεων που θέτει απέναντί τους ο συγκεκριμένος οργανισμός-επιχείρηση λόγω της εφαρμογής του ΣΠΔ. Ενότητα 5: Παρακολούθηση του συστήματος Ένα ιδιαίτερα σημαντικό ερώτημα είναι η υπόδειξη μιας μεθόδου για την αποτελεσματική
παρακολούθηση
και
αξιολόγηση
της
προσαρμογής
της
πραγματικότητας, ως προς τους στόχους που έχουν τεθεί από την πολιτική διαχείρισης του περιβάλλοντος της επιχείρησης. Η μέθοδος αυτή βασίζεται στη συσχέτιση των περιεχομένων τριών πινάκων. Ο πρώτος πίνακας περιέχει ποσοτικές μετρήσεις σχετικές με τις πραγματικές επιπτώσεις της επιχείρησης στο περιβάλλον (environmental effects register). Ο δεύτερος πίνακας περιέχει μεγέθη – στόχους (environmental objectives register) της περιβαλλοντικής πολιτικής που έχει υιοθετηθεί στο προηγούμενο βήμα 3 και ο τρίτος πίνακας περιλαμβάνει τα αντίστοιχα μεγέθη που προβλέπονται από το ισχύον νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο (environmental regulations register). Mε τη σύγκριση των μεγεθών των τριών αυτών πινάκων διαπιστώνεται κατά πόσο ο οργανισμός είναι συνεπής στη δέσμευσή του να βρίσκεται μέσα στα όρια που θέτει η σχετική νομοθεσία και κατά πόσο υφίσταται η διάσταση της συνεχούς βελτίωσης στη σχετική (περιβαλλοντικώς φιλική) λειτουργία του οργανισμού. Ενότητα 6: Έλεγχος και αξιολόγηση Ο έλεγχος του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης γίνεται τόσο από την ίδια την επιχείρηση (internal audit), όσο και από κατάλληλους πιστοποιημένους εξωτερικούς συνεργάτες. O έλεγχος αποσκοπεί στην επαναθεώρηση, βελτιωση και προσαρμογή οποιουδήποτε επιμέρους συστατικού του συστήματος (π.χ. στρατηγική,
57
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) πολιτική, στόχοι, διοίκηση, εργαλεία και μέσα παρακολούθησης κτλ.), ώστε να παίρνονται υπόψη: Η
υποκειμενική
διάθεση
της διοίκησης
του
οργανισμού
για
«σκληρότερους» ή «χαλαρότερους» στρατηγικούς ή τακτικούς στόχους. Αλλαγές στις δραστηριότητες του οργανισμού ή στις επιμέρους λειτουργίες του. Αλλαγές στη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία. Αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο. Eυρήματα αυτού καθ΄ εαυτού του ελέγχου (εσωτερικού ή εξωτερικού) και οι συστάσεις των ελεγκτών. Ο
εξωτερικός
έλεγχος
(audit)
εκτελείται
από
ειδικούς
προς
τούτο
διαπιστευμένους επιστήμονες (accredited verifiers) και αποσκοπεί στη διαπίστωση της πλήρους και σωστής δομής και λειτουργίας του ΣΠΔ. Προκειμένου ο έλεγχος αυτός να είναι εφικτός, είναι απαραίτητο η τεκμηρίωση του ΣΠΔ να είναι πλήρης. Εκτός, δηλαδή, από τη γενική περιγραφή του συστήματος θα πρέπει να περιέχονται λεπτομερή αναλυτικά μεγέθη και εγγραφές σχετικά με τα εξής: Μετρήσεις των παραμέτρων που προβλέπονται από το σύστημα και αξιολόγησή τους, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η νομοθετική συμμόρφωση του συστήματος και η συνεχής βελτίωσή του. Εκπαίδευση προσωπικού, ώστε να προκύπτει η συνεχής στήριξη με τις απαραίτητες ανθρώπινες ικανότητες της λειτουργίας του συστήματος. Πράξεις εσωτερικού ελέγχου, ώστε να προκύπτει ο καθοδηγητικός ρόλος της διοίκησης στη στρατηγική προσαρμογή του συστήματος, όταν αυτό είναι απαραίτητο. Αποτελέσματα εξωτερικών ελέγχων, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση της συμμόρφωσης του οργανισμού στα σχόλια των εξωτερικών ελεγκτών. Ενότητα 7: Επικοινωνιακή περιβαλλοντική πολιτική Η απαίτηση για κοινοποίηση στο ευρύτερο κοινό των δραστηριοτήτων του οργανισμού-επιχείρησης σχετικά με τις περιβαλλοντικές του επιδόσεις και τους σχετικούς στόχους που θέτει, αποτελεί θεμελιακό χαρακτηριστικό των ΣΠΔ.
58
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η απαίτηση αυτή είναι πολύ περισσότερο ενισχυμένη στη περίπτωση του ΕΜΑS, όπου υφίσταται η ανάγκη παραγωγής και δημοσίευσης από τον οργανισμό μιας ειδικής «Έκθεσης για το Περιβάλλον» (environmental report). Αυτό αποτελεί και μια σημαντική διαφορά από το ISO 14001, όπου αν και προβλέπεται η ανάγκη της δημοσιοποίησης των σχετικών δραστηριοτήτων και στόχων, δεν υπάρχει ωστόσο η υποχρέωση για την έκδοση της ειδικής περιβαλλοντικής έκθεσης, με τον πολύ σαφή τρόπο που αυτό ορίζεται στο πρότυπο EMAS. Ένα ώριμο επικοινωνιακό σύστημα προϋποθέτει: Υπόδειξη του υπεύθυνου ατόμου από το προσωπικό της επιχείρησης, που θα παραλαμβάνει τα σχετικά ερωτήματα με το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης. Ύπαρξη από την εταιρεία μιας σαφούς διαδικασίας επεξεργασίας και διαχείρισης των ερωτημάτων που παραλαμβάνονται από τους εξωτερικούς ελεγκτές. Επεξεργασία και προετοιμασία κατάλληλου υλικού με αποδέκτη το ευρύ κοινό (π.χ. τμήμα δημοσίων σχέσεων) και τους πελάτες (π.χ. τμήμα marketing/ πωλήσεων). Η επιλογή του πρότυπου ΕΜΑS επιτάσσει, επιπλέον των παραπάνω, τη δημοσιοποίηση της Έκθεσης για το Περιβάλλον, που περιλαμβάνει ειδικότερα: Τη στρατηγική του οργανισμού για το περιβάλλον και τις αντίστοιχες πολιτικές, στις οποίες την έχει εξειδικεύσει. Την αναλυτική περιγραφή των υπολοίπων συστατικών του συστήματος (στόχοι, συγκεκριμένα άτομα προσωπικού, μετρήσεις, ελέγχους, επικοινωνιακή πολιτική κτλ.), όπου συμπεριλαμβάνονται και οι τρεις θεμελιώδεις πίνακες (registries), που περιγράφονται στην προηγούμενη ενότητα 5 για την «Παρακολούθηση του Συστήματος». Την αξιολόγηση του συστήματος, όπως αυτή αφορά και «διαβάζεται» από: o Την κοινωνία γενικότερα, o Τους μετόχους, o Τους πιστωτές του οργανισμού. Το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης οφείλει να αποδεικνύει όχι μόνο τη θετική του επίπτωση στο Περιβάλλον αλλά και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του με την εφαρμογή αμιγών οικονομικών κριτηρίων. 1.1.4
Εργαλεία ελέγχου περιβαλλοντικών όρων
59
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Διαδικασία Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων ανά κατηγορία Στο άρθρο 3 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104 περιγράφεται η διαδικασία της Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) καθώς και της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΕΠΟ) για έργα και δραστηριότητες της Α1 Υποκατηγορίας: Για τη διενέργεια ΠΠΕΑ ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει φάκελο ο οποίος περιέχει Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων τύπου Ι στην αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η ΠΠΕ περιλαμβάνει πληροφορίες ως προς τη θέση και το μέγεθος του έργου , το είδος και την εφαρμοζόμενη τεχνολογία, τις συνθήκες της περιοχής που θα πραγματοποιηθεί το έργο κυρίως ως προς το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, τη χρήση των φυσικών πόρων, τη συσσωρευτική δράση με άλλα έργα ή δραστηριότητες, την παραγωγή αποβλήτων, την προκαλούμενη ρύπανση, την πρόληψη των ατυχημάτων και συνοπτική περιγραφή των κύριων εναλλακτικών λύσεων με υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής του λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις τους
60
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στο περιβάλλον.
Η αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ αφού εξετάσει το φάκελλο και διαπιστώσει ότι είναι πλήρης, τον διαβιβάζει στο κατά περίπτωση συναρμόδιο Υπουργείο, στις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων και στη Δ/νση Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ. Επίσης το διαβιβάζει κατά περίπτωση στους Οργανισμούς Αθήνας και Θεσσαλονίκης για να διατυπώσουν τη γνώμη τους.
61
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η αρμόδια υπηρεσία Περ/ντος του ΥΠΕΧΩΔΕ αφού παραλάβει τις γνωμοδοτήσεις (ή περάσει η προθεσμία των 15 ημερών) προβαίνει στη θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση επί της ΠΠΕΑ η οποία υπογράφεται από το Γενικό Δ/ντή Περ/ντος του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση μαζί με το φάκελο της ΠΠΕ διαβιβάζονται στο οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο προκειμένου να λάβουν γνώση και να ενημερώσουν τους φορείς εκπροσώπησής τους σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 1650/86 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 και 3 του ν. 3010/2002. Σε περίπτωση θετικής γνωμοδότησης ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει φάκελο στην ίδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ που διενήργησε και την ΠΠΕΑ. Ο φάκελος περιέχει τη θετική γνωμοδότηση (ΠΠΕΑ) και Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Η ΜΠΕ περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες: • Περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος με τα απαραίτητα στοιχεία και τεκμηριώσεις προκειμένου να γίνει αξιολόγηση των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων του έργου στον άνθρωπο, τη χλωρίδα και την πανίδα, στο έδαφος, τα νερά στον αέρα, το κλίμα και το τοπίο, στα υλικά αγαθά και την πολιτιστική κληρονομιά . • Περιγραφή των μέτρων που προβλέπεται να ληφθούν προκειμένου να μειωθούν ή να αποφευχθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον • Συνοπτική περιγραφή των κύριων εναλλακτικών λύσεων με υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής του λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Η αρμόδια υπηρεσία Περ/ντος του ΥΠΕΧΩΔΕ εφόσον διαπιστώσει ότι ο φάκελος είναι πλήρης τον διαβιβάζει στα συναρμόδια Υπουργεία και φορείς και κατά περίπτωση στους Οργανισμούς Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Επίσης στο οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο για δημοσιοποίηση του φακέλου της ΜΠΕ και γνωμοδότηση. Μέσα σε 35 ημέρες από την παραλαβή του φακέλου οι ανωτέρω φορείς πρέπει να στείλουν τις παρατηρήσεις τους και το Νομαρχιακό Συμβούλιο τη γνωμοδότησή του. Μετά την παραλαβή των ανωτέρω και εφόσον έχει παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία εκδίδεται η απόφαση έγκρισης ή μη των περιβαλλοντικών όρων από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και τους συναρμόδιους Υπουργούς. Η απόφαση αποστέλλεται στο
62
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο προκειμένου να λάβουν γνώση και να ενημερωθούν οι φορείς και οι πολίτες. Για τα έργα και τις δραστηριότητες της υποκατηγορίας Α2 η διαδικασία είναι ίδια με μόνη διαφορά ότι αρμόδια υπηρεσία για την διεκπεραίωση του φακέλου της ΠΠΕΑ και της ΜΠΕ είναι η υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Περιφέρειας. Η θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση υπογράφεται από το Γενικό Δ/ντή της Περιφέρειας και η απόφαση έγκρισης ή μη των περιβαλλοντικών όρων από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Επίσης η ΠΠΕ που υποβάλλεται είναι τύπου ΙΙ. Η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων διαβιβάζεται στην αρμόδια κεντρική υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ.
Για τα έργα και τις δραστηριότητες της υποκατηγορίας Β3 , ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΠΠΕ) τύπου ΙΙ. Η υπηρεσία εντός 10 ημερών αξιολογεί εάν για συγκεκριμένο έργο ή δραστηριότητα θα το κατατάξει στην υποκατηγορία Α2 ή Β4. Εάν το κατατάξει στην υποκατηγορία Α2, η ως άνω αρμόδια υπηρεσία προβαίνει σε ΠΠΕΑ. Αν το κατατάξει στην υποκατηγορία Β4 εκδίδεται σχετική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας η οποία διαβιβάζεται στο οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο προκειμένου να λάβει γνώση. Παράλληλα η απόφαση μαζί με το φάκελο στέλνεται στην αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης προκειμένου να ακολουθήσει τη διαδικασία για την κατηγορία αυτή. Τα κριτήρια με τα οποία γίνεται η αξιολόγηση (αν δηλαδή η δραστηριότητα θα καταταγεί στην υποκατηγορία Α2 ή Β4 είναι:
63
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Τα χαρακτηριστικά του έργου ως προς το είδος και το μέγεθος, τη συσσωρευτική του δράση, τη χρήση των φυσικών πόρων , την παραγωγή αποβλήτων, τη ρύπανση και τον κίνδυνο ατυχημάτων. • Η χωροθέτηση του έργου: Εξετάζεται η χρήση γης, η ικανότητα απορρόφησης του φυσικού περιβάλλοντος με ιδιαίτερη προσοχή στους υγρότοπους , τις δασικές και παράκτιες περιοχές και τις περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους (ΝΑΤURA κλπ), οι χώροι ιστορικής ή αρχαιολογικής σημασίας και οι περιοχές στις οποίες ήδη καταστρατηγούνται τα πρότυπα για την ποιότητα του περιβάλλοντος που καθορίζει η νομοθεσία. • Τα χαρακτηριστικά των ενδεχόμενων επιπτώσεων: Έκταση, μέγεθος και πολυπλοκότητα, διάρκεια , συχνότητα και αναστρεψιμότητα των επιπτώσεων.
Στόχευση και διαδικασίες H Μόνιμη Επιτροπή Ενέργειας και Περιβάλλοντος (ΜΕΕΠ), στο πλαίσιο της λειτουργίας της -και με δεδομένα τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΤΕΕ ΤΚΜ, το ΤΕΕ Ελλάδας, αλλά και η ελληνική κοινωνία γενικότερα (ενεργειακή φτώχεια), συνεπώς με ελάχιστους πόρους- καλείται να διαχειριστεί τρέχοντα θέματα, που άπτονται του αντικειμένου της, και να αναδείξει καινοτόμους κατευθύνσεις και διαδρομές με στόχο την ενημέρωση των συναδέλφων μας μηχανικών και γνώμονα το
64
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) συμβουλευτικό θεσμικό ρόλο προς την πολιτεία, στην πορεία για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη βελτίωση του περιβάλλοντος. Μοναδικό όχημα στην κατεύθυνση αυτή αποτελούν τα μέλη της Μόνιμης Επιτροπής και των Ομάδων Εργασίας, που εθελοντικά προσφέρουν το χρόνο τους και τις γνώσεις τους, αλλά και συνδράμουν οικονομικά, καθώς καλύπτουν τα έξοδα μετακίνησής τους, στις περιπτώσεις που η έδρα τους βρίσκεται εκτός Θεσσαλονίκης. Προκειμένου να καταλήξουν σε χρήσιμα συμπεράσματα και προτάσεις, η Μόνιμη Επιτροπή και οι Ομάδες Εργασίας, θα πρέπει να έχουν όσο το δυνατόν καλύτερη πρόσβαση σε πληροφόρηση, η οποία θα προκύψει μέσα από τους διαύλους επικοινωνίας που θα αναζητηθούν τόσο με τη Μόνιμη Επιτροπή Ενέργειας του ΤΕΕ Ελλάδας όσο και με όλους τους φορείς που εμπλέκονται στο αντικείμενο της Μόνιμης Επιτροπής (ενδεικτικά αναφέρονται το ΥΠΕΝ, οι περιφερειακοί δήμοι στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, η ΡΑΕ, οι ΔΕΗ- ΑΔΜΗΕ-ΛΑΓΗΕ-ΔΕΔΔΗΕ, η ΔΕΠΑ, ο ΦΟΔΣΑ, το ΚΑΠΕ, το ΕΚΕΤΑ, τα Πανεπιστήμια κ.ά.). Κύριο μέλημα της Μόνιμη Επιτροπή θα είναι η εξωστρέφεια και η διάδοση της γνώσης και πληροφόρησης μέσω σεμιναρίων, ημερίδων, εκδηλώσεων, έκδοσης ενημερωτικών φυλλαδίων, καθώς και σχετικών δημοσιεύσεων στο Newsletter του ΤΕΕ ΤΚΜ. ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ Το αντικείμενο που καλείται η ΜΕΕΠ να επεξεργαστεί είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο και, βάσει του περιεχομένου του, μπορεί να οργανωθεί σε μια σειρά από θεματικούς άξονες, οι οποίοι σε ένα βαθμό απασχόλησαν τις αντίστοιχες Μόνιμες Επιτροπές σε προηγούμενες θητείες και για την τρέχουσα περίοδο επικαιροποιούνται ως ακολούθως: Νομοθεσία – Θεσμικό πλαίσιο: παρακολούθηση, επεξεργασία, σχολιασμός και προτάσεις για το περιβάλλον και την ενεργειακή πολιτική Παρακολούθηση της ελληνικής νομοθεσίας – Σχολιασμός και διαβούλευση νομοσχεδίων Επεξεργασία υφιστάμενης νομοθεσίας και προτάσεις για νέο θεσμικό πλαίσιο προς την πολιτεία Πολιτική περιβάλλοντος διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών
65
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Παρακολούθηση της ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο ελληνικό δίκαιο Περιβαλλοντική ευθύνη Φορείς διαχείρισης (καταγραφή φορέων ΠΚΜ, ΦΕΚ, αρμοδιότητες)
Τακτοποίηση αυθαιρέτων και περιβάλλον Ελεγκτές περιβάλλοντος Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και αποθήκευση ενέργειας Εξέταση των κριτηρίων (εάν υπάρχουν θεσμοθετημένα) για τον καθορισμό των προτεραιοτήτων στην επιλογή αδειοδοτήσεων έργων ΑΠΕ. (Π.χ. τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στις στέγες του πολεοδομικού συγκροτήματος στο πλαίσιο του προγράμματος “Εξοικονόμηση κατ’ οίκον” vs. κατασκευή μεγάλου αιολικού πάρκου στη Λήμνο κτλ.) Βιωσιμότητα των τιμολογίων πώλησης και των μακροχρόνιων συμβολαίων αγοράς ενέργειας Έργα ΑΠΕ στον αγροτικό τομέα Η εξέλιξη στην τεχνολογία των μπαταριών για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας.
66
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Στην ηλεκτροκίνηση. Στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας σε συνδυασμό με τις ΑΠΕ Ωριμότητα τεχνολογίας. Δυνατότητα ένταξης στο σχεδιασμό του Μεταβατικού Μηχανισμού Αποζημίωσης Ευέλικτης Ισχύος (ΜΜΑΕΙ) στο Διασυνδεδεμένο Ηλεκτρικό Σύστημα της χώρας μας. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για αντικατάσταση των συμβατικών εφεδρειών, με κόστος που φτάνει τα 25.000 ευρώ/MW, με συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας από μπαταρίες; Ανυπαρξία θεσμικού πλαισίου για αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας σε μπαταρίες και διασύνδεσή της στο ηλεκτρικό δίκτυο, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η εξέλιξη στην τεχνολογία παραγωγής υδρογόνου για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Χρήση της παραγωγής του υδρογόνου από ηλεκτρική ενέργεια, ως ενδιάμεσου σταδίου στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και σύγκρισή του με την εξελισσόμενη τεχνολογία μπαταριών σε τεχνικοοικονομική βάση. Φωτοβολταϊκά Αυτοπαραγωγή (Net metering) Δημοπρασίες Πόσο ώριμη είναι η ολοκληρωμένη λύση της συνδυασμένης τεχνολογίας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Φ/Β και αποθήκευση σε μπαταρίες; Στο πλαίσιο των τελευταίων ανακοινώσεων για κόστος παραγωγής από Φ/Β κάτω των 50 Ευρώ ανά μεγαβατώρα, για τα μεγάλα έργα, και των τιμών των μπαταριών που συνεχώς βαίνουν μειούμενες με ρυθμό κοντά στο 10% ετησίως. Γεωθερμία Προτάσεις για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου στη γεωθερμία με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη και τις νέες επενδύσεις. Συμπαραγωγή Ενέργειας Συμπαραγωγή ενέργειας από βιομάζα και βιοαέριο. Συμπαραγωγή ενέργειας από φυσικό αέριο. Αιολική Ενέργεια
67
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εξέταση των κριτηρίων (εάν υπάρχουν θεσμοθετημένα) για τον καθορισμό των προτεραιοτήτων στην επιλογή αδειοδοτήσεων αιολικών πάρκων Η ελληνική αγορά αιολικής ενέργειας. Συσχέτιση
εγκατεστημένης
ισχύος
με
στόχους
του
2020.
Διερεύνηση
αναγκαιότητας για νέα έργα, προκειμένου να εκπληρωθούν οι εθνικές υποχρεώσεις. Συσχέτιση
της
αιολικής
παραγωγής
με
τη
μείωση
του
κόστους
ηλεκτροπαραγωγής. Βιομάζα
Αξιοποίηση βιομάζας στην παραγωγή ενέργειας και βιοκαυσίμων. Αξιοποίηση βιομάζας στην παραγωγή υδρογόνου. Εξοικονόμηση Ενέργειας στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Δράσης Ενεργειακής Απόδοσης Οικιακός τομέας Πρόγραμμα «Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον» Συμψηφισμός προστίμων αυθαιρέτων με εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης Ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών Δημόσιος τομέας Πρόγραμμα «Εξοικονομώ Ι&ΙΙ» στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ενεργειακή αναβάθμιση δημοσίων κτιρίων, Πράξεις ΕΠΠΕΡΑΑ
68
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εφαρμογή συστήματος ενεργειακής διαχείρισης με βάση το πρότυπο ISO 50001 σε φορείς του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα Ενεργειακοί υπεύθυνοι σε κτίρια του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα Τριτογενής τομέας Ενεργειακή αναβάθμιση σε κτίρια επαγγελματικής χρήσης Τομέας μεταφορών Ανάπτυξη μετρό Θεσσαλονίκης Διατομεακά μέτρα Ανάπτυξη ευφυών συστημάτων μέτρησης ενέργειας ΣΥΣΤΗΜΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ (EMAS) Τα κύρια στάδια του EMAS Για να καταχωρηθεί ένας οργανισμός-εταιρεία-επιχείρηση στο EMAS, θα πρέπει να συμμορφωθεί με τα ακόλουθα: Να συντάξει μια περιβαλλοντική ανασκόπηση, εξετάζοντας όλες τις περιβαλλοντικές πτυχές των δραστηριοτήτων του, των προϊόντων και των υπηρεσιών του, καθώς και τις μεθόδους για να αξιολογήσει τα προηγούμενα, όπως, επίσης, το νομικό και το ρυθμιστικό πλαίσιο και τις υπάρχουσες διοικητικές πρακτικές και διαδικασίες που αφορούν το περιβάλλον. Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της ανασκόπησης, να καθιερώσει ένα αποτελεσματικό σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, το οποίο να στοχεύει στην επίτευξη της περιβαλλοντικής πολιτικής του οργανισμού, που καθορίζεται από την ανώτατη διοίκηση. Το σύστημα διαχείρισης θα πρέπει να θέτει ευθύνες, στόχους, μέσα, λειτουργικές διαδικασίες, ανάγκες εκπαίδευσης, διαδικασίες παρακολούθησης και καταγραφής και κατάλληλο σύστημα επικοινωνίας. Να διεξάγει τακτικές περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις, αξιολογώντας ειδικότερα το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, όσον αφορά τη συμμόρφωσή του με τη δηλωθείσα περιβαλλοντική πολιτική και με το πρόγραμμα του οργανισμούεταιρείας, καθώς και τη συμμόρφωση με τις σχετικές περιβαλλοντικές νομικές απαιτήσεις.. Να παρέχει μια δήλωση της περιβαλλοντικής επίδοσής του, στην οποία θα παρουσιάζονται τα μέχρι τώρα αποτελέσματα που είχε έναντι των περιβαλλοντικών
69
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στόχων, καθώς και τα μελλοντικά βήματα προκειμένου να βελτιώνεται συνεχώς η περιβαλλοντική επίδοσή του. Η περιβαλλοντική ανασκόπηση, το ΣΠΔ, η περιβαλλοντική επιθεώρηση και η περιβαλλοντική δήλωση, θα πρέπει να εγκριθούν από έναν αναγνωρισμένο (πιστοποιημένο) φορέα. Στη συνέχεια, η επικυρωμένη δήλωση θα πρέπει να σταλεί στο αρμόδιο όργανο για το EMAS, ώστε η επιχείρηση να εγγραφεί στους σχετικούς καταλόγους και να δημοσιευθεί αυτή η εγγραφή, προτού να γίνει χρήση του επίσημου λογότυπου.
Λειτουργία ενός Συστήματος Οικολογικής Διαχείρισης και Ελέγχου (ΕΜΑS). Βασικά σημεία του EMAS Στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα περιβαλλοντικά εργαλεία (π.χ. κανονισμοί, ντιρεκτίβες κλπ.) αποτελούν τη βάση για το μεγαλύτερο μέρος της περιβαλλοντικής ισχύουσας νομοθεσίας τους. Όμως, παρά τις ντιρεκτίβες και τους κανονισμούς που εκδίδονται από την Ε.Ε. και τη διεθνή και την εθνική δράση, η ποιότητα του περιβάλλοντος ακόμα δεν 70
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) βελτιώνεται τόσο γρήγορα όσο μερικοί θα ήλπιζαν. Από την άλλη μεριά, για πολλούς οργανισμούς-εταιρείες η απλή συμμόρφωση με τις νομοθετικές απαιτήσεις είναι μόνο το πρώτο βήμα προς τη βιώσιμη ανάπτυξη. Αντιδραστικές στρατηγικές διοίκησης, όπως π.χ. είναι η αποκατάσταση του περιβάλλοντος, αφού έχει ήδη καταστραφεί και η πληρωμή των ποινικών κυρώσεων για την παραβίαση της νομοθεσίας, επιβαρύνουν τα οικονομικά των επιχειρήσεων και υπονομεύουν τα κέρδη τους. Επομένως, τα οφέλη των εθελοντικών συστημάτων διαχείρισης, όπως είναι το EMAS, γίνονται όλο και περισσότερο προφανή. Τα ακόλουθα τρία κύρια χαρακτηριστικά είναι το κλειδί για την επιτυχή εφαρμογή του Κοινοτικού Συστήματος Οικολογικής Διαχείρισης και Ελέγχου: Επίδοση: Το EMAS είναι ένα εθελοντικό σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, που βασίζεται σε ένα εναρμονισμένο σύστημα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο τη βελτίωση της περιβαλλοντική επίδοσης των οργανισμών-εταιρειών, οι οποίοι δεσμεύονται να αξιολογούν και να μειώνουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους. Διαφάνεια: Οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες όσον αφορά την περιβαλλοντική επίδοση ενός οργανισμού-εταιρείας, είναι μια σημαντική πτυχή του στόχου του EMAS. Επιτυγχάνεται προς μεν το εξωτερικό περιβάλλον μέσω της περιβαλλοντικής δήλωσης, η οποία παρέχει τις πληροφορίες στο κοινό για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και την περιβαλλοντική επίδοση του οργανισμού, προς μέσα δε στον ίδιο τον οργανισμό, μέσω της ενεργούς συμμετοχής των εργαζομένων στην εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης.
71
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το λογότυπο του EMAS, το οποίο μπορεί να επιδειχθεί στις επικεφαλίδες όλων των εγγράφων, στις περιβαλλοντικές δηλώσεις, στις διαφημίσεις των προϊόντων, στις διάφορες δραστηριότητες και στις υπηρεσίες είναι ένα ελκυστικό οπτικό εργαλείο, όπου μπορεί να φανεί η δέσμευση του οργανισμού για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσής του και την αξιοπιστία των παρεχόμενων πληροφοριών. Αξιοπιστία: Η διαδικασία εγγραφής και πιστοποίησης με το EMAS από εξωτερικό και ανεξάρτητο φορέα (αρμόδια όργανα, φορείς και ελεγκτές πιστοποίησης υπό τον έλεγχο των κρατών – μελών της Ε.Ε.) εξασφαλίζει τη δημόσια αξιοπιστία αλλά και την γενικότερη αξιοπιστία του συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και της πληροφόρησης του οργανισμού-εταιρείας προς το κοινό (με την περιβαλλοντική δήλωση). Παράδειγμα Εφαρμογής του EMAS στον Τομέα Τροφίμων & Ποτών Η Siozitex είναι μια επιχείρηση στην Τυνησία που απασχολεί 80 υπαλλήλους και παράγει ελαιόλαδο και σαπούνι. Η Siozitex δέχονταν την πίεση των τοπικών αρχών για να μειώσει τις αέριες εκπομπές και τα υγρά της απόβλητα λόγω της θέσης της επιχείρησης (κοντά σε κατοικημένη περιοχή),. Η εταιρεία πήρε την απόφαση να συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα πρόληψης της ρύπανσης, που οργανώθηκε από το Τυνησιακό Κέντρο για Καθαρότερη Παραγωγή. Αυτό το πρόγραμμα ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας της Τυνησίας με την Κεντρική Υπηρεσία των Η.Π.Α. για τη Διεθνή Ανάπτυξη (USAID). Η Siozitex παράγει και ραφινάρει ελαιόλαδο από την ελαιοζύμη για την πώλησή του ως βρώσιμο ελαιόλαδο και χρησιμοποιεί την ελαιοζύμη ως αρχική πρώτη ύλη. Η μονάδα είναι μοναδική στην περιοχή αυτή, παράγοντας ελαιόλαδο από την ελαιοζύμη. Οποιοδήποτε ελαιόλαδο, το όποιο δεν μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία από την επιχείρηση και να χρησιμοποιηθεί για κατανάλωση, χρησιμοποιείται για να κατασκευαστεί στη συνέχεια σαπούνι. Τα προβλήματα και οι κύριες περιβαλλοντικές επιδράσεις των δραστηριοτήτων της Siozitex προσδιορίστηκαν μέσω του κέντρου ελέγχου πρόληψης της ρύπανσης. Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα τυνησιακών και αμερικανικών
72
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) εμπειρογνωμόνων στον τομέα της εξαγωγής ελαιόλαδου, κατασκευής σαπουνιών και πρόληψης της ρύπανσης. Τα κυριότερα προβλήματα που προσδιορίστηκαν ήταν: Οι υπερβολικές εκπομπές εξανίου κατά τη διάρκεια της εκχύλισης της ελαιοζύμης, Οι εκπομπές διαφόρων μορίων και οξειδίων του αζώτου από τους λέβητες, Η υπερβολική ποσότητα υγρών αποβλήτων από την άμεση επαφή μεταξύ του εξανίου και του νερού ψύξης, Η απώλεια ελαίου στο ρεύμα του νερού, και Η άμεση απορροή λιπαρών οξέων και νερού επιρυπασμένου με εξάνιο στη θάλασσα. Η επιχείρηση έχει αρχίσει να εφαρμόζει τα μέτρα που αφορούν την πρόληψη της ρύπανσης. Μετά από την αρχική συμμετοχή της με το πρόγραμμα της CP3 και την ανάπτυξη ενός προγράμματος δράσης, η επιχείρηση αναγκάστηκε από τις τοπικές αρχές να μετακινήσει τις εγκαταστάσεις της. Ο έλεγχος πρόληψης ρύπανσης προσδιόρισε 19 δυνατότητες πρόληψης της ρύπανσης (Πίνακας 5.4) που θα μπορούσαν να προσφέρουν ήδη από τον πρώτο χρόνο της εφαρμογής τους ένα κέρδος της τάξης των US$ 451.000, επενδύοντας αρχικά (για τις σχετικές βλετιώσεις και τροποιήσεις της παραγωγικής διαδικασίας) το ποσό των US$ 412.000. Διάφορες συστάσεις, όπως π.χ. η ψύξη του ελαιόλαδου από τον διαχωριστή (stripper) ελαιόλαδου/εξανίου, η προσθήκη ροομέτρων και ελέγχων της διεργασίας στο στάδιο του ραφιναρίσματος και ο αναβαθμισμένος εξοπλισμός κατά τη διεργασία της απόσμησης, μπορούν να βοηθήσουν την μονάδα να παραγάγει ελαιόλαδο ανώτερης ποιότητας προς κατανάλωση.
73
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Επιπλέον, αρκετές από τις συστάσεις μπορούν να βοηθήσουν την Siozitex να μειώσει τον όγκο των υγρών της αποβλήτων περίπου κατά 50%, καθώς και να μειώσει το φορτίο των υδρογονανθράκων, το επίπεδο του χημικά απαιτούμενου οξυγόνου (COD) και την ποσότητα των στερεών στα υγρά απόβλητα.
74
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η επιχείρηση έχει υπερνικήσει τον αρχικό σκεπτικισμό της, όσο αφορά τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, μόλις συνειδητοποίησε ότι το πρόγραμμα πρόληψης της ρύπανσης, όχι μόνον θα βελτίωνε την περιβαλλοντική απόδοσή της, αλλά θα επέτρεπε και τη σημαντική μείωση του κόστους παραγωγής της. Η Siozitex έχει διορίσει μια ομάδα εργασίας, η οποία λειτουργεί υπό την επίβλεψη της CP3, και ενός ειδικευμένου τοπικού συμβούλου για να εφαρμόσει τις συστάσεις πρόληψης της ρύπανσης. Μερικές συστάσεις έχουν τεθεί ήδη σε εφαρμογή. Π.χ. δύο εναλλάκτες θερμότητας (τύπου κελύφους-σωλήνων) έχουν αγοραστεί και
75
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) έχουν εγκατασταθεί για να προθερμάνουν το εξάνιο (πριν από την εκχύλιση) στους 60° C. Η Siozitex έχει, επίσης, αγοράσει δύο φίλτρα Niagara για να μειώσει τον όγκο των απωλειών των υγρών αποβλήτων και του εξανίου στην απορροή της διεργασίας της απόσμησης. Η συγκεκριμένη ομάδα εργασίας πραγματοποιεί, επίσης, πειράματα για να καθορίσει τον καταλληλότερο τρόπο για την απομάκρυνση του 12% της υγρασίας από την ξηρή ελαιοζύμη και το εάν το συγκεκριμένο επίπεδο υγρασίας θα δώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα τόσο για την εξαγωγή του ελαιόλαδου όσο και για την καύση της στη συνέχεια. Η ακόλουθη ομάδα έρευνας, επίσης, ψάχνει εξονυχιστικά στην αγορά για τα κατάλληλα ροόμετρα και τους μετρητές πίεσης, για να εξασφαλίσει την καλύτερη μέτρηση και τον έλεγχο των διαδικασιών παραγωγής. Μόλις η επιχείρηση εγκατασταθεί εντελώς στις νέες εγκαταστάσεις της, η εφαρμογή του προγράμματος θα προχωρήσει με γρηγορότερο ρυθμό. Σύγκριση ISO 14000 και EMAS
Βασικό χαρακτηριστικό και των δύο προτύπων είναι ο εθελοντικός τους χαρακτήρας. Και τα δύο καθοδηγούν τις επιχειρήσεις στο να καθιερώσουν και να εφαρμόσουν συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και πολιτικές στις παραγωγικές διαδικασίες τους. Τις βοηθούν να εκτιμήσουν τη λειτουργία των ΣΠΔ, που εφαρμόζουν 76
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) με ένα συστηματικό και αντικειμενικό τρόπο ενώ παράλληλα τις παροτρύνουν να υποβάλλουν αναφορές και εκθέσεις στο κοινό σχετικά με τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις.Παρόλο που τα δύο πρότυπα έχουν τους ίδιους στόχους, διαφέρουν σε πολλά σημεία. Αυτές οι διαφορές παρουσιάζονται στη συνέχεια, όπου φαίνεται ότι το EMAS προχωρά ένα βήμα πιο μακριά από το ISO 14001, όσον αφορά τις απαιτήσεις του. Συγκεκριμένα: Το EMAS είναι μέρος της νομοθεσίας της Ε.Ε. (εθελοντικός κανονισμός). Το ISO 14001 είναι διεθνές πρότυπο. Το ISO 14001 εφαρμόζεται παγκοσμίως ενώ το EMAS εφαρμόζεται μόνο στην Ε.Ε. Και στα δύο πρότυπα έχουν δικαίωμα συμμετοχής όλοι οι οργανισμοίεταιρείες-επιχειρήσεις δημόσιες ή ιδιωτικές. Το EMAS επικεντρώνεται στη συνεχή βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης του οργανισμού και στην παροχή ενημέρωσης προς στο κοινό (προστασία περιβάλλοντος στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης). Το ISO 14001 επικεντρώνεται στη συνεχή βελτίωση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης που εφαρμόζει ο οργανισμός (η βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης προκύπτει από την εφαρμογή του ΣΠΔ). Στο EMAS η περιβαλλοντική επισκόπηση είναι απαραίτητη και πρέπει να πιστοποιείται. Στο ISO 14001 δεν επιβάλλεται γραπτή περιβαλλοντική επισκόπηση, αλλά μόνο αναγνώριση και αξιολόγηση των περιβαλλοντικών πτυχών. Και στα δύο πρότυπα υπάρχει δέσμευση στην περιβαλλοντική πολιτική για συνεχή βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης, συμμόρφωση με τη σχετική νομοθεσία και πρόληψη της ρύπανσης. Στο EMAS είναι απαραίτητη η δημοσίευση μιας ετήσιας περιβαλλοντικής δήλωσης, που να περιλαμβάνει πραγματικά δεδομένα για την περιβαλλοντική επίδοση των οργανισμών που το εφαρμόζουν. Στο ISO 14001 η ενέργεια αυτή δεν απαιτείται. Στο EMAS η περιβαλλοντική πολιτική, το πρόγραμμα και το σύστημα διαχείρισης πρέπει να είναι διαθέσιμα (με αρκετές πληροφορίες) για το κοινό. Αντιθέτως, στο ISO 14001 μόνο η περιβαλλοντική πολιτική είναι διαθέσιμη για το κοινό.
77
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Στο EMAS ο οργανισμός-εταιρεία φροντίζει ώστε όλοι οι συνεργαζόμενοι προμηθευτές και υπεργολάβοι να συμμορφώνονται με την περιβαλλοντική πολιτική του. Στο ISO 14001 δεν υπάρχει αντίστοιχη απαίτηση στο πρότυπο. Στο EMAS καθορίζονται λεπτομερώς οι αρμοδιότητες επικύρωσης και τα καθήκοντα ενός περιβαλλοντικού επαληθευτή (auditor). Στο ISO 14001 λεπτομέρειες για την επικύρωση δεν προδιαγράφονται. Στο EMAS σαν μέγιστη συχνότητα ελέγχου ή κύκλου ελέγχου καθορίζονται τα 3 χρόνια. Στο ISO 14001 η συχνότητα των ελέγχων δεν καθορίζεται.
Στο EMAS υπάρχει αναγνωρίσιμο λογότυπο για τη διαφήμιση του οργανισμού. Στο ISO 14001 η διαφήμιση της εταιρείας για το ΣΠΔ δεν προδιαγράφεται. Στο EMAS υπάρχει αρμόδιος φορέας σε κάθε κράτος – μέλος για την καταχώρηση των οργανισμών. Στο ISO 14001 δεν υπάρχει εθνικός αρμόδιος φορέας. Kανονισμός Reach (Reach) Η Ευρωπαϊκή Ένωση καθιέρωσε το ολοκληρωμένο σύστημα REACH για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων, και ιδρύει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων. Με το σύστημα REACH απαιτείται από τις επιχειρήσεις που παράγουν και εισάγουν χημικά προϊόντα να αξιολογούν τους κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση τους και να λαμβάνουν τα 78
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση κάθε κινδύνου που διαπιστώνεται. Η βιομηχανία επωμίζεται το βάρος της απόδειξης της ασφάλειας των χημικών προϊόντων που παράγονται ή διατίθενται στην αγορά. Σκοπός του κανονισμού είναι να εξασφαλισθούν υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, με παράλληλη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας στον τομέα των χημικών προϊόντων. Η καταχώριση συνιστά το θεμελιώδες στοιχείο του συστήματος REACH. Οι χημικές ουσίες που παράγονται ή εισάγονται σε ποσότητες του ενός τόνου και άνω ετησίως καταχωρίζονται υποχρεωτικώς σε κεντρική βάση δεδομένων, την οποία διαχειρίζεται ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων. Ουσία που δεν έχει καταχωρισθεί δεν επιτρέπεται να παραχθεί ούτε να διατεθεί στην ευρωπαϊκή αγορά. Η υποχρέωση καταχώρισης επιβάλλεται από την 1η Ιουνίου 2008, αλλά έχει προβλεφθεί μεταβατικό καθεστώς, που σε ορισμένες περιπτώσεις εκτείνεται μέχρι την 1η Ιουνίου 2018 για ορισμένες ουσίες που πρέπει να προκαταχωρίζονται. Ωστόσο, από την
υποχρέωση
καταχώρισης
εξαιρούνται
ορισμένες
ομάδες
ουσιών
(που
απαριθμούνται στον κανονισμό), όπως: τα πολυμερή (τα μονομερή που συνθέτουν τα πολυμερή πρέπει εντούτοις να καταχωρίζονται)· ορισμένες ουσίες για τις οποίες ο κίνδυνος θεωρείται αμελητέος (νερό, γλυκόζη κ.τ.λ.)· ορισμένες ουσίες που υπάρχουν στη φύση και που δεν έχουν τροποποιηθεί χημικά· ουσίες που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της έρευνας και ανάπτυξης, υπό ορισμένες συνθήκες.
Για την καταχώριση ουσίας, η βιομηχανία (κατασκευαστές και εισαγωγείς) οφείλει να παρέχει στοιχεία σχετικά με τις ιδιότητες και τις χρήσεις της χημικής ουσίας, 79
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) καθώς και οδηγίες προφύλαξης από αυτήν (τεχνικός φάκελος). Τα δεδομένα που απαιτούνται είναι ανάλογα με τις παραγόμενες ποσότητες και τους κινδύνους που ενέχει κάθε ουσία (για παράδειγμα, διεξοδικές δοκιμές τοξικότητας όσον αφορά τις ουσίες που παράγονται ή εισάγονται σε ποσότητες άνω των 1.000 τόνων). Επιπλέον, στην αίτηση καταχώρισης ουσίας που εισάγεται ή παρασκευάζεται σε ποσότητα 10 τόνων και άνω ετησίως πρέπει να αναφέρονται λεπτομερώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη ουσία, καθώς και τα διαφορετικά πιθανά σενάρια έκθεσης σ’ αυτήν και τα μέτρα διαχείρισης των σχετικών κινδύνων (έκθεση χημικής ασφάλειας). Χαλαρότερο καθεστώς καταχώρισης ισχύει για τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα που απομένουν επιτόπου, εφόσον παρασκευάζονται υπό αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες, καθώς και για τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα που μεταφέρονται και χρησιμοποιούνται υπό αυστηρό έλεγχο σε ποσότητες κατώτερες των 1.000 τόνων. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται μόνο ταξινόμηση, μέτρα διαχείρισης των κινδύνων και ήδη διαθέσιμα στοιχεία όσον αφορά τις ιδιότητες. Απαιτούνται περισσότερες πληροφορίες εάν μεταφέρεται ποσότητα άνω των 1.000 τόνων τέτοιας ουσίας. Ειδικό καθεστώς ισχύει, επίσης, για την καταχώριση των ουσιών που περιέχονται σε αντικείμενα: λαμβάνοντας υπόψη τα εκατομμύρια αντικείμενα που διατίθενται στην αγορά της ΕΕ, καθώς και το δυνητικό κίνδυνο που ενέχουν ορισμένα από αυτά τα αντικείμενα για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον, πρέπει να καταχωρίζονται ορισμένες ουσίες που είναι ενσωματωμένες στα αντικείμενα. Η καταχώριση αυτή είναι υποχρεωτική όταν η επίμαχη ουσία ελευθερώνεται κατά κανόνα όταν χρησιμοποιείται το αντικείμενο και περιέχεται στα αντικείμενα αυτά σε ετήσια ποσότητα άνω του ενός τόνου ανά παραγωγό ή εισαγωγέα. Για τις ουσίες που συνήθως δεν ελευθερώνονται αλλά είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνες και η ελάχιστη συγκέντρωσή τους είναι 0,1% και διατίθενται στην αγορά σε ποσότητα άνω του ενός τόνου ανά παραγωγό ή εισαγωγέα ετησίως, η υποχρέωση αυτή λαμβάνει τη μορφή απλής κοινοποίησης, με βάση την οποία ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων δύναται να απαιτήσει την καταχώριση της ουσίας.
80
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων ανατίθεται να διαχειρίζεται τη βάση δεδομένων, να είναι ο αποδέκτης των φακέλων καταχώρισης και να καταρτίζει τεχνικούς οδηγούς για να βοηθούν τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς καθώς και τις αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Υπολογίζεται ότι κατά τα πρώτα 11 έτη εφαρμογής του συστήματος REACH θα καταχωριθούν σχεδόν 30.000 ουσίες που ήδη κυκλοφορούν στην αγορά. Προβλέπεται εξάλλου ότι για περίπου 80% όλων των ουσιών που θα καταχωρισθούν δεν θα χρειαστεί να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα. Μέσω της αξιολόγησης ο Οργανισμός έχει τη δυνατότητα να εξακριβώνει ότι η βιομηχανία εκπληρώνει τις υποχρεώσεις. Προβλέπονται δύο είδη αξιολόγησης: η αξιολόγηση του φακέλου και η αξιολόγηση της ουσίας.
81
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η αξιολόγηση του φακέλου είναι υποχρεωτική για κάθε αίτηση. Η αξιολόγηση του φακέλου θα μπορεί επίσης να διενεργηθεί για να ελεγχθεί εάν η καταχώριση ανταποκρίνεται στις προβλεπόμενες απαιτήσεις. Αναμένεται ότι ο Οργανισμός θα εξετάσει εις βάθος τουλάχιστον 5% των φακέλων που θα υποβληθούν. Ουσίες για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχουν κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον είναι επίσης δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, ούτως ώστε να καθοριστεί κατά πόσον απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες. Το πρόγραμμα αξιολόγησης των ουσιών καταρτίζεται από τον Οργανισμό, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές. Εάν υπάρχουν υπόνοιες ότι ουσία ενέχει κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον, ο Οργανισμός περιλαμβάνει την 82
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ουσία σε ειδικό κατάλογο και ορίζεται κράτος μέλος το οποίο θα διενεργήσει αξιολόγηση, ώστε να καθοριστεί αν πρέπει να ζητηθούν περαιτέρω πληροφορίες από τον καταχωρούντα. Από την αξιολόγηση είναι δυνατόν να προκύψουν τα ακόλουθα συμπεράσματα: η ουσία πρέπει να υπόκειται στη διαδικασία περιορισμών ή αδειοδότησης· πρέπει να εναρμονιστούν η ταξινόμηση και η επισήμανση της ουσίας· πρέπει να διαβιβαστούν πληροφορίες στις υπόλοιπες αρχές, ώστε αυτές να είναι σε θέση να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Για παράδειγμα, εάν στο πλαίσιο της αξιολόγησης μιας ουσίας συγκεντρωθούν πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα διαχείρισης του κινδύνου, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους όρους χρήσης της ουσίας, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να διαβιβαστούν στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία αυτή.
Για τις ουσίες που προξενούν άκρως σοβαρές ανησυχίες μπορεί να απαιτείται η χορήγηση άδειας από την Επιτροπή για συγκεκριμένες χρήσεις. Ο στόχος είναι να διασφαλιστούν επαρκώς ο έλεγχος των κινδύνων που ενέχουν αυτές οι ουσίες και η προοδευτική αντικατάστασή τους από άλλες κατάλληλες ουσίες ή τεχνολογίες, όταν τούτο θα είναι τεχνικώς και οικονομικώς εφικτό.
83
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ο Οργανισμός δημοσιεύει και ενημερώνει τακτικά κατάλογο ουσιών «κατάλογος υποψηφίων ουσιών» που έχουν εντοπιστεί ως έχουσες χαρακτηριστικά που προξενούν άκρως σοβαρές ανησυχίες. Στον εν λόγω κατάλογο μπορούν να εμφανίζονται: οι ΚΜΤ (καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες και τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες)· οι ΑΒΤ (ανθεκτικές στη διάσπαση, βιωσυσσωρεύσιμες και τοξικές ουσίες)· οι αΑαΒ (άκρως ανθεκτικές στη διάσπαση και άκρως βιωσυσσωρεύσιμες ουσίες)· ορισμένες ουσίες που προκαλούν ανησυχία και έχουν σοβαρές και μη αναστρέψιμες επιδράσεις στον άνθρωπο και στο περιβάλλον, όπως οι ενδοκρινικοί διαταράκτες Περιβαλλοντική επίδοση Σύμφωνα με το πρότυπο ISO 14031, η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης είναι η διαδικασία επιλογής των κατάλληλων περιβαλλοντικών δεικτών και μέτρησης, ανάλυσης, αξιολόγησης, καταγραφής και δημοσιοποίησης της περιβαλλοντικής επίδοσης μιας επιχείρησης σύμφωνα με σαφώς προκαθορισμένα κριτήρια. Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης είναι μία εσωτερική διαδικασία και ένα εργαλείο σχεδιασμένο να παρέχει στη διοίκηση αξιόπιστες και επαληθεύσιμες πληροφορίες σε συνεχή βάση, ώστε να προσδιορίζεται εάν η περιβαλλοντική επίδοση μιας επιχείρησης ικανοποιεί τα κριτήρια που έχουν τεθεί από τη διοίκηση της εταιρείας Οι επιχειρήσεις πρέπει να ικανοποιήσουν τις αυξανόμενες απαιτήσεις τους για την απόκτηση λεπτομερέστερης γνώσης της περιβαλλοντικής τους επίδοσης, για την αξιολόγηση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους αλλά και για την ανταπόκριση στις (ενδεχόμενες) έντονες πιέσεις των ρυθμιστικών αρχών, των τοπικών κοινωνιών, των εργαζομένων, των μη-κυβερνητικών οργανώσεων, καθώς και άλλων ενδιαφερόμενων μερών. Κατά συνέπεια, έχει δημιουργηθεί μία αυξανόμενη ανάγκη για εργαλεία, που θα επιτρέπουν την αξιόπιστη ποσοτικοποίηση και τη μέτρηση της περιβαλλοντικής επίδοσης των επιχειρήσεων. Οι Περιβαλλοντικοί Δείκτες χρησιμοποιούνται για την αποτύπωση των περιβαλλοντικών δεδομένων μιας επιχείρησης με ένα κατανοητό και
84
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ακριβή τρόπο. Στο ISO 14031 περιγράφονται δύο γενικές κατηγορίες δεικτών για την αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης: Δείκτες περιβαλλοντικής επίδοσης: Υπάρχουν δύο τύποι δεικτών περιβαλλοντικής
επίδοσης,
oι
δείκτες
διοικητικής
επίδοσης,
που παρέχουν
πληροφορίες σχετικά με τις προσπάθειες της διοίκησης να επηρεάσει την περιβαλλοντική επίδοση των λειτουργιών του οργανισμού και οι δείκτες λειτουργικής επίδοσης που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την περιβαλλοντική επίδοση των λειτουργιών του οργανισμού. Δείκτες περιβαλλοντικής κατάστασης: Οι δείκτες περιβαλλοντικής κατάστασης παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του περιβάλλοντος. Αυτή η πληροφόρηση μπορεί να βοηθήσει ένα οργανισμό να κατανοήσει καλύτερα τις επιπτώσεις ή τις πιθανές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων του και, έτσι, να συμβάλλει στο σχεδιασμό και εφαρμογή της αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης. Αξιολόγηση της Περιβαλλοντικής Επίδοσης των Επιχειρήσεων Ένας οργανισμός, που εφαρμόζει Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης, θα πρέπει να αξιολογεί την περιβαλλοντική του επίδοση σε σχέση με την περιβαλλοντική του πολιτική, τους αντικειμενικούς του σκοπούς και στόχους, καθώς και άλλα κριτήρια περιβαλλοντικής επίδοσης.
85
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Αντίθετα, η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης μπορεί να βοηθήσει έναν οργανισμό χωρίς σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης να αναγνωρίσει τις περιβαλλοντικές του πτυχές, να προσδιορίσει ποιες από αυτές θα αντιμετωπίσει ως σημαντικές, να καθορίσει κριτήρια για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής του επίδοσης και να την αξιολογήσει βάσει αυτών των κριτηρίων. Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης και οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι βοηθούν τη διοίκηση ενός οργανισμού, να αξιολογήσει το επίπεδο της περιβαλλοντικής του επίδοσης και να αναγνωρίσει τις πιθανές περιοχές για περαιτέρω βελτίωση. Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης είναι μία συνεχής διαδικασία συλλογής και αποτίμησης στοιχείων και πληροφοριών για την εξασφάλιση μιας επίκαιρης αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης αλλά και της τάσης της επίδοσης με την 86
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) πάροδο του χρόνου. Αντίθετα, οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι διενεργούνται περιοδικά ώστε να διακριβώσουν τη συμμόρφωση σε συγκεκριμένες απαιτήσεις.
Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης μιας επιχείρησης προϋποθέτει, ότι η επιχείρηση έχει τα μέσα για να μετρήσει την περιβαλλοντική της επίδοση. Σύμφωνα με τον κανονισμό EMAS τα αποτελέσματα των μετρήσεων πρέπει να εμφανίζονται με ένα επαρκώς σαφή τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μπορεί να τα κατανοήσει και να τα ερμηνεύσει. Το πρότυπο ISO 14031 για την αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις επιχειρήσεις για εσωτερική χρήση και όχι, π.χ., για τη συγκριτική αξιολόγηση διαφορετικών εγκαταστάσεων της ίδιας εταιρείας. Η περιβαλλοντική δήλωση του EMAS παρέχει στο κοινό τη δυνατότητα να ελέγξει το κατά πόσο η επιχείρηση πέτυχε τους στόχους του περιβαλλοντικού της προγράμματος. Παρόλα αυτά, το περιεχόμενο της περιβαλλοντικής δήλωσης δεν είναι απόλυτα προκαθορισμένο από το EMAS, καθώς αναφέρονται μόνο τα κύρια σημεία που θα πρέπει να καλυφθούν.
87
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Έτσι, είναι αναμενόμενο να υπάρχουν προβλήματα στις δημοσιευμένες περιβαλλοντικές δηλώσεις, όπως π.χ. να μην καλύπτονται κάποια από τα ειδικότερα ζητήματα που αναφέρονται στον κανονισμό EMAS. Αυτή η πρακτική μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της αξιοπιστίας του EMAS και είναι σημαντικό να λυθούν αυτά τα προβλήματα, ειδικά τη στιγμή που όλο και περισσότερες περιβαλλοντικές δηλώσεις δημοσιοποιούνται και είναι διαθέσιμες στο κοινό Σε κάθε περίπτωση, η δέσμευση της διοίκησης για την εφαρμογή της αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης είναι απαραίτητη. Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης πρέπει να είναι ανάλογη με το μέγεθος, την τοποθεσία, τον τύπο, τις ανάγκες και τις προτεραιότητες του οργανισμού, να είναι οικονομικά αποδοτική και να γίνει συστατικό μέρος των λειτουργιών και δραστηριοτήτων του οργανισμού-εταρείας, που εφαρμόζει το ΣΠΔ. Η πληροφόρηση που παρέχεται από την αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης, μπορεί να βοηθήσει έναν οργανισμό ή μια επιχείρηση να: Προσδιορίσει τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να ικανοποιήσει τα κριτήρια περιβαλλοντικής επίδοσης, Αναγνωρίσει τα σημαντικά περιβαλλοντικά θέματα, Αναγνωρίσει τις ευκαιρίες για
την καλύτερη διαχείριση των
περιβαλλοντικών του θεμάτων (π.χ. στην πρόληψη της ρύπανσης), Αναγνωρίσει τις τάσεις της περιβαλλοντικής του επίδοσης, Αυξήσει την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα του οργανισμού, 88
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Να αναγνωρίσει στρατηγικές ευκαιρίες. Θα πρέπει, επίσης, να γίνεται τακτικός απολογισμός της αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης, ώστε να αναγνωρίζονται νέες ευκαιρίες για τη βελτίωσή της. Χαρακτηριστικά και στόχοι των δεικτών περιβαλλοντικής επίδοσης Οι
περιβαλλοντικοί δείκτες
θα
πρέπει να
έχουν τα
παρακάτω
χαρακτηριστικά: Ξεκάθαροι ως προς την τιμή τους, δηλαδή να μην υπάρχει αμφιβολία για το ποια κατεύθυνση είναι θετική και ποια αρνητική. Ξεκάθαροι ως προς το περιεχόμενό τους, δηλαδή εύκολα κατανοητοί, με ενότητες ξεκάθαρες και εκφρασμένοι με ευνόητους αριθμούς. Ελκυστικοί: ενδιαφέροντες, εντυπωσιακοί και να προτείνουν ενεργή δράση. Σχετικοί με την πολιτική: για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων και των λιγότερο ισχυρών. Εφικτοί: μετρήσιμοι με εύλογο κόστος για την παραγωγή τους. Επαρκείς: πληροφορία όχι υπερβολική, ούτε ελλιπής, ώστε να παρέχεται ικανοποιητική εικόνα της συνολικής κατάστασης. Επίκαιροι: να συλλέγονται χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις. Δημοκρατικοί: να υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ των δεικτών και πρόσβαση στα αποτελέσματα.
89
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Συμπληρωματικοί: να μετρούν, όσα δεν μπορεί να μετρήσει ο άνθρωπος (όπως π.χ. τις ραδιενεργές εκπομπές). Συμμετοχικοί: να χρησιμοποιούν όσα μπορούν να μετρηθούν από τους επιστήμονες (π.χ. όπως ποιότητα νερού ποταμών ή τοπική βιοποικιλότητα) και να τα συνθέτουν. Ιεραρχικοί: ώστε ο χρήστης να μπορεί να εμβαθύνει σε λεπτομέρειες, αν το επιθυμεί, αλλά και να λαμβάνει γρήγορα τη γενική πληροφορία. Φυσικοί: εφόσον η βιώσιμη ανάπτυξη σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με φυσικές έννοιες (π.χ. τροφή, νερό, ρυπογόνους παράγοντες, δάση, νοικοκυριά, υγεία κτλ.), είναι καλύτερο να μετράται, όπου αυτό είναι δυνατό, σε φυσικές μονάδες (π.χ., τόνοι πετρελαίου αντί για την αξία του πετρελαίου σε δολάρια, έτη υγιούς ζωής αντί για ενός δαπάνες για τη βελτίωση ενός υγείας). Καθοδηγητικοί: να παρέχουν έγκαιρη πληροφορία για ανάλογη δράση. Δοκιμαστικοί: πιλοτικοί, διαθέσιμοι για συζήτηση, για απόκτηση γνώσης και για ενδεχόμενες αλλαγές. 90
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Γενικότερα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αποτελεσματικών δεικτών είναι:
Οι
αποτελεσματικοί δείκτες είναι κατάλληλοι: Δείχνουν κάτι, που θέλει κανείς να ξέρει και πρέπει να ταιριάζουν με το σκοπό ενός μέτρησης. Οι αποτελεσματικοί δείκτες είναι εύκολα κατανοητοί ακόμη και από ανθρώπους που δεν είναι ειδικοί. Για να ξέρει κανείς πότε απαιτείται να δράσει, πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσει τι πληροφορία του παρέχει ενός περιβαλλοντικός δείκτης. Οι αποτελεσματικοί δείκτες είναι αξιόπιστοι και μπορεί κανείς να εμπιστευθεί την πληροφορία που παρέχουν. Ενός δείκτης είναι χρήσιμος, μόνο όταν ξέρει κανείς ότι μπορεί να πιστέψει αυτό που του δείχνει. Η αξιοπιστία δεν είναι το ίδιο με την ακρίβεια. Δεν είναι απαραίτητο ενός δείκτης να είναι ακριβής αλλά πρέπει να παρέχει μια αξιόπιστη εικόνα του συστήματος που μετρά. Οι αποτελεσματικοί δείκτες βασίζονται σε προσβάσιμα δεδομένα. Η πληροφορία είναι διαθέσιμη ή μπορεί να συλλεχθεί εγκαίρως ώστε να προλάβει κανείς να δράσει. Για να είναι ενός δείκτης χρήσιμος στην πρόληψη ή την επίλυση ενός προβλήματος, θα πρέπει να παρέχει την πληροφορία όσο υπάρχει ακόμα καιρός για να διορθωθεί το πρόβλημα. Στόχος των δεικτών περιβαλλοντικής επίδοσης είναι: Να συγκρίνουν την περιβαλλοντική επίδοση μέσα στο χρόνο, Να δώσουν έμφαση στις δυνατότητες βελτιστοποίησης, Να αναζητήσουν ειδικότερους περιβαλλοντικούς στόχους, Να αναγνωρίσουν τις δυνατότητες περιορισμού του κόστους, και Να επιτρέψουν σύγκριση της περιβαλλοντικής επίδοσης μεταξύ διαφορετικών ή ομοειδών επιχειρήσεων (benchmarking). Οι περιβαλλοντικοί δείκτες χρησιμοποιούνται και ως εργαλείο επικοινωνίας για την εξωτερική και εσωτερική περιβαλλοντική ενημέρωση και μπορούν να παρέχουν τεχνική υποστήριξη στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης. Συμβολή των ΣΠΔ στη βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης – Ανάλυση εμπειρίας Η χρήση περιβαλλοντικών δεικτών μπορεί να βοηθήσει το σύστημα ISO 14001 στη μέτρηση των βελτιώσεων στη διάρκεια του χρόνου. Η έγκαιρη αναγνώριση και
91
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) θέσπιση παρόμοιων δεικτών επιτρέπει σε μια εταιρεία να λάβει αποφάσεις σχετικά με τα μέτρα που χρειάζεται να πάρει, προκειμένου να παρουσιάζει συνεχή βελτίωση. Είναι σχετικά εύκολο να αναγνωρίσει κανείς μεμονωμένα μέτρα περιβαλλοντικής βελτίωσης για ένα δεδομένο έτος αλλά η εικόνα δεν είναι εξίσου καθαρή όταν επιθυμούμε τη μακροπρόθεσμη βελτίωση. Εάν οι περιβαλλοντικοί δείκτες επιλεγούν εγκαίρως, η μέτρηση και η έκθεσή τους θα έχει την ευχέρεια να «ωριμάζει» με το χρόνο, ακριβώς όπως και το ίδιο το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης. Οι περιβαλλοντικοί δείκτες μπορούν να βοηθήσουν, ώστε να αποκτήσουν οι εταιρείες που τους χρησιμοποιούν μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα αποδοτικότητας. Κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη στη θέσπιση ενός συστήματος δεικτών είναι η μέτρηση τόσο απόλυτων όσο και «κανονικοποιημένων» μεγεθών. Τις πρώτες φορές που εφαρμόστηκε το ISO 14001 πολλές εταιρείες καθόρισαν ορισμένους απόλυτους σκοπούς και στόχους, που αργότερα συνειδητοποίησαν ότι αυτοί δεν ήταν εφικτοί. Ο γενικότερος στόχος του ISO 14001 είναι η ύπαρξη επιτυχημένων εταιρειών που έχουν συγχρόνως και περιβαλλοντική επιτυχία. Θεωρείται ένδειξη ευημερίας όταν μια πιστοποιημένη κατά ISO 14001 εταιρεία αυξάνει την παραγωγή της. Ορθώς ορισμένοι σκοποί και στόχοι, οι οποίοι χρησιμοποιούν κανονικοποιημένους, ποσοτικούς δείκτες για την αξιολόγηση της προόδου, είναι, συνήθως, εκείνοι οι οποίοι αποδεικνύονται περισσότερο χρήσιμοι για τη διοίκηση της εταιρείας. Παραδείγματα τέτοιων δεικτών είναι τα λίτρα χρησιμοποιούμενου νερού ανά μονάδα προϊόντος ή οι kWh ηλεκτρισμού ανά ώρα εργασίας εργαζόμενου. Η αξιολόγηση της εταιρικής περιβαλλοντικής επίδοσης θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα συγκεκριμένο συνδυασμό περιβαλλοντικών δεικτών, ο οποίος, στη συνέχεια, θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να συγκριθούν με άλλες αντίστοιχες τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Αυτοί οι δείκτες θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικοί, να μειώνουν την πολυπλοκότητα και να διατηρούν την ευελιξία του συστήματος που περιγράφουν. Οι εταιρείες θα έχουν τη δυνατότητα να συγκρίνουν την τρέχουσα περιβαλλοντική τους επίδοση με τις μέσες τιμές των αντίστοιχων δεικτών στον κλάδο. Η αξιολόγηση και αποτίμηση της περιβαλλοντικής επίδοσης έχουν πολλαπλές διαστάσεις.
92
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Πρόκληση είναι η δημιουργία απλών περιβαλλοντικών δεικτών, οι οποίοι θα εξαλείψουν αυτή την πολυδιάστατη ιδιότητα και θα επιτρέψουν τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών ή/και ομοειδών επιχειρήσεων τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η σύγκριση της περιβαλλοντικής επίδοσης μεταξύ επιχειρήσεων περιπλέκεται ακόμη περισσότερο εξαιτίας των αλλαγών στις διαδικασίες της παραγωγής μιας βιομηχανικής επιχείρησης χρόνο με το χρόνο. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν τους περιβαλλοντικούς δείκτες της επιχείρησης. Γι’ αυτό το λόγο, θεωρείται καλύτερη η επιλογή μερικών περιβαλλοντικών δεικτών γενικής χρήσης, οι οποίοι θα έχουν εφαρμογή στο συγκεκριμένο κλάδο και θα παρέχουν μια γενική σύγκριση χωρίς μεγάλη πολυπλοκότητα.
Η χρήση των απόλυτων δεικτών βιώσιμης ανάπτυξης φέρνει τις πιστοποιημένες κατά ISO 14001 εταιρείες στο επόμενο στάδιο. Δημιουργεί τις βάσεις για συγκριτική ανάλυση μεταξύ διαφορετικών εταιρειών και βιομηχανιών. Δείκτες, όπως είναι η χρήση του νερού, η κατανάλωση της ενέργειας αλλά και το δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη, είναι ιδανικοί για το σκοπό αυτό. Χρήση νερού:
93
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού θεωρείται ως ένα από τα μεγαλύτερα περιβαλλοντικά προβλήματα σε πολλά μέρη του κόσμου, γεγονός που καθιστά τη μείωση της κατανάλωσής του και την επαναχρησιμοποίησή του πολύ σημαντική. Ο δείκτης αυτός μπορεί να μετρήσει όχι μόνο τη χρήση επιφανειακών και υπόγειων υδάτων αλλά και τη βροχόπτωση στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης ώστε να μπορεί να συλλεχθεί και να χρησιμοποιηθεί ακόμη και το νερό της βροχής. Χρήση υλικών: Η χρήση των υλικών είναι ένας απόλυτος δείκτης, που περιλαμβάνει όλα τα υλικά-πρώτες ύλες εκτός από τα καύσιμα και το νερό και συναντάται ευρέως σε διάφορες ομάδες δεικτών για το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, για να είναι εύκολη η χρήση αυτού του δείκτη θα πρέπει να υπάρχει ένα καλό σύστημα παρακολούθησης και καταγραφής όλων των υλικών, που χρησιμοποιούνται στην εταιρεία. Χρήση ενέργειας: Η χρήση της ενέργειας υπολογίζεται σε εκατομμύρια Btu (British Thermal Units) και στοχεύει στην αθροιστική συμβολή όλων των διαφορετικών πηγών ενέργειας, π.χ. κατανάλωση πετρελαίου, ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου που καταναλώνεται στην ίδια εγκατάσταση. Η παρακολούθηση καθεμιάς πηγής ξεχωριστά είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη λήψη σχετικών αποφάσεων από τη διοίκηση. Για παράδειγμα, μπορεί ο δείκτης της να αποκαλύψει ανεπιθύμητα αυξημένη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας σε ορισμένα τμήματα της επιχείρησης, που είναι τόσο περιβαλλοντικό όσο και οικονομικό ζήτημα. Δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη: Αυτός ο απόλυτος δείκτης είναι πολύ δύσκολο να μετρηθεί πέρα από τα όρια της εγκατάστασης μιας επιχείρησης. Αυτό οφείλεται, συνήθως, στη μεγάλη κλίμακα της παραγωγής και στην έλλειψη ενός αποτελεσματικού συστήματος παρακολούθησης της μεταφοράς των πρώτων υλών και των προϊόντων, της μετακίνησης των εργαζομένων, της συσκευασίας και άλλων υλικών σε ετήσια βάση. Η έλλειψη ακριβών μεθόδων υπολογισμού της ενσωματωμένης παρακολούθησης στα βασικά υλικά και προϊόντα ενέργειας είναι ένας επιπλέον περιορισμός. Σχετικές μελέτες έχουν δείξει ότι το δυναμικό παγκόσμιας υπερθέρμανσης μίας εγκατάστασης,
94
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) είναι μόνο ένα μικρό κλάσμα της συνολικής επίπτωσης μιας εταιρείας στην υπερθέρμανση του πλανήτη για ολόκληρο τον κύκλο ζωής των υλικών και των προϊόντων της.
Παρόλα αυτά, η μέτρηση του δυναμικού υπερθέρμανσης του πλανήτη σε επίπεδο εγκατάστασης είναι ένα πρώτο πολύ σημαντικό βήμα και βοηθά τις εταιρείες να σχηματίσουν μία σαφή εικόνα των επιπτώσεων, των σχετικών με την κατανάλωση ενέργειας αποφάσεών τους και να προσπαθήσουν για τη βελτίωση της κατάστασης που αντιμετωπίζουν. Ποσότητα των PBTs: Η ποσότητα των «επίμονων» (παραμενόντων, persistent), βιοσυσσωρεύσιμων (bioaccumulative) και τοξικών (toxic) χημικών ενώσεων (PBTs) είναι ένας ακόμα απόλυτος δείκτης. Ποσοστό
προϊόντων
που
σχεδιάστηκαν
για
αποσυναρμολόγηση,
επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση: Η μέτρηση του ποσοστού των προϊόντων που είναι σχεδιασμένα για αποσυναρμολόγηση, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση μπορεί να είναι δύσκολη, κυρίως εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των προϊόντων μιας εταιρείας και της ραγδαίας μεταβαλλόμενης σύστασης των παραγόμενων προϊόντων από αυτήν. Μια επιπλέον δυσκολία στην εφαρμογή ενός τέτοιου δείκτη προκύπτει από το γεγονός ότι συχνά οι πελάτες δεν επιτρέπουν την (επανα)χρήση ενός ανακυκλωμένου προϊόντος για λόγους ασφάλειας (π.χ. στην αυτοκινητοβιομηχανία). Παρόλα αυτά, με την όλο και αυξανόμενη πίεση για επιστροφές προϊόντων, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση ενός, ενός ο δείκτης σίγουρα θα είναι πιο 95
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) χρήσιμος στο μέλλον. Η εφαρμογή και ο έλεγχός του θα απαιτεί, βεβαίως, τη θέσπιση ενός καλού συστήματος εντοπισμού των προϊόντων.
Ποσοστό βιοδιασπώμενων συσκευασιών: Ο δείκτης αυτός αναγνωρίζει το πρόβλημα των υλικών, όπως τα πλαστικά, τα οποία μπορούν να παραμείνουν επ’ αόριστον στο περιβάλλον και τα οποία κατά την παραγωγή, την ανακύκλωση ή/και την αποτέφρωσή τους μπορεί να παράγουν τοξικές εκπομπές (όπως είναι π.χ. η διοξίνη από το PVC), που επηρεάζουν αρνητικά τους εργαζόμενους, την κοινωνία και τα οικοσυστήματα. Υπάρχει ένα αυξανόμενο κίνημα για τον περιορισμό ή ακόμα και την απαγόρευση τέτοιων χημικών προϊόντων. Αυτή τη στιγμή είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθεί αυτός ο δείκτης, καθώς οι εταιρείες δεν τηρούν επαρκή αρχεία για τη χρήση των συσκευασιών τους.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί, επίσης, ότι οι περιβαλλοντικοί δείκτες ξεπερνούν την εμβέλεια του ISO 14001 και άλλων ΣΠΔ. Θέτουν διάφορα κοινωνικά ζητήματα, ζητήματα υγείας και ευεξίας των εργαζομένων, καθώς και θέματα οικονομικής βιωσιμότητας.
96
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Αναμένεται ότι καθώς οι εταιρείες θα ενστερνίζονται ολοένα και περισσότερο την κοινωνική τους ευθύνη, θα κινηθούν σε πιο ολοκληρωμένες μετρήσεις και εκθέσεις της συνολικής επίδοσής τους σε όλες τις διαστάσεις της, δηλαδή στην περιβαλλοντική, την κοινωνική και την οικονομική. Ένα ακόμα βήμα παραπέρα θα είναι η εξέταση των επιπτώσεων έξω από τα όρια της εγκατάστασης μιας επιχείρησης, δηλαδή σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής των προϊόντων και υπηρεσιών. Καθίσταται, επομένως, ξεκάθαρο ότι οι περιβαλλοντικοί δείκτες από μόνοι τους δεν δύνανται να μεταβάλλουν το υφιστάμενο υπόδειγμα παραγωγής. Ισχυρές κυβερνητικές πολιτικές, στήριξη από την ανώτερη εταιρική διοίκηση και πιέσεις πελατών και επενδυτών είναι κάποιοι από τους (ενδεχομένως) σημαντικούς παράγοντες, που μπορούν να καλλιεργήσουν τη μετάβαση σε συστήματα παραγωγής, τα οποία στηρίζονται στη βιώσιμη ανάπτυξη. Μέχρι τότε, οι διάφοροι δείκτες μπορούν σίγουρα να αφυπνίσουν τις συνειδήσεις των εταιρειών να υποστηρίξουν τη λήψη αποφάσεων και να προωθήσουν τη συνεχή βελτίωση.
97
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 1 Στην ενότητα 1,
παρουσιάζονται οι Περιβαλλοντικοί όροι στην εγκατάσταση και
λειτουργία μονάδων και συγκεκριμένα η Εισαγωγή στην νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο, η Ταξινόμηση των επιμέρους βιομηχανικών δραστηριοτήτων, η Εφαρμογή νέων προτύπων παραγωγής και υιοθέτηση τάσεων περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης και η Εργαλεία ελέγχου περιβαλλοντικών όρων
Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 1 Επιλέξτε τη σωστή απάντηση στις παρακάτω ερωτήσεις / διατυπώσεις ΕΡΩΤΗΣΗ 1
Το περιβάλλον, ως αγαθό κοινό σε όλους, συνεπάγεται ένα χρέος
εγρήγορσης εκ μέρους τόσο του κράτους όσο και των ιδιωτών, με στόχο την οριοθέτηση της οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να μην καταλήξει απειλή για την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 2
ΛΑΘΟΣ
Κατά τη βιομηχανική παραγωγή των τροφίμων χρησιμοποιείται
μεγάλος αριθμός διεργασιών για τη μετατροπή των πρώτων υλών σε τελικά προϊόντα. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 3
ΛΑΘΟΣ
Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης (ΣΠΔ) είναι το σύνολο των
μεθόδων για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής διαχείρισης και τη διατήρηση της πολιτικής που έχει υιοθετήσει μια επιχείρηση. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ 98
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
ΕΡΩΤΗΣΗ 4
Η Στατιστική Υπηρεσία έχει χωρίσει την ελληνική βιομηχανική
παραγωγή σε ……. κλάδους, καθένας από τους οποίους διαιρείται σε επιμέρους υποκλάδους ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4
ΕΡΩΤΗΣΗ 5
Α
30 Β
15
Γ
21
Σκοπός, ενός Συστήματος Περιβαλλοντικής Διαχείρισης είναι να
προωθήσει τη συνεχή περιβαλλοντική βελτίωση σε ένα οργανισμό/επιχείρηση, όπως αυτή καθορίζεται αναλυτικότερα στην περιβαλλοντική του πολιτική. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 5
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 6
Ένα Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης είναι ….
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 6
Α
ΕΡΩΤΗΣΗ 7
Πλήρες Β
Κατανοητό
Γ
όλα τα παραπάνω
Ένα
Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείριση είναι ένα κλειστό
Α
ΣΩΣΤΟ
Σύστημα. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 7
Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 8
ΛΑΘΟΣ.
Η Ενότητα 2 ενός Συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης
αναφέρεται στην εταιρική στρατηγική και το περιβάλλον . ΑΠΑΝΤΗΣΗ 8
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
99
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΡΩΤΗΣΗ 9
Τα κίνητρα για τις επιχειρήσεις προκειμένου να υιοθετήσουν ένα
Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης είναι … ΑΠΑΝΤΗΣΗ 9
ΕΡΩΤΗΣΗ 10
Α
Εξωτερικά Β
Εσωτερικά
Γ
όλα τα παραπάνω
Ένα Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης απαρτίζεται, από οκτώ
ενότητες- υποσυστήματα. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 10
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
100
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 2: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής ενότητας είναι η παρουσίαση των παρακάτω αντικειμένων που αφορούν τους Περιβαλλοντικούς όρους τεχνικών και άλλων έργων υποδομής και συγκεκριμένα : Εισαγωγή – νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο τεχνικών έργων Παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων Βελτίωση περιβαλλοντικών επιδόσεων Σύγχρονες τεχνολογίες ανάκτησης και αξιοποίησης ανακυκλούμενων υλικών
ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Οι καταρτιζόμενοι θα αποχτήσουν ικανότητες και δεξιότητες σχετικά με: συστηματοποιούν αναζητούν, μελετούν, κατανοούν και να εφαρμόζουν τη νομοθεσία τήρησης περιβαλλοντικών όρων ανά περίπτωση /είδος κ.λπ. έργων σε όλα τα στάδιά του (μελέτη, εφαρμογή, επίβλεψη, λειτουργία κ.λπ.) παρακολουθούν και να τηρούν όλους τους σχετικού δείκτες και τους όρους περιβαλλοντικής λειτουργίας ενός έργου ανάλογα το είδος και την κατηγορία του σε όλα του τα στάδια εφαρμογής και συγκριτικής αξιοποίησης σε σχέση με τα νομοθετικά επιτρεπτά όρια δεικτών και μεταβλητών – μετρήσεων κ.λπ. σχεδιάζουν κατάλληλες τεχνικές, μεθόδους και στρατηγικές προς συμμόρφωση με την υφιστάμενη ελληνική και διεθνή νομοθεσία ΕΝΝΟΙΕΣ – ΚΛΕΙΔΙΑ Περιβαλλοντκές επιδόσεις, ανακύκλωση, τεχνικά έργα, περιβαλλοντικοί όροι
101
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εκπαιδευτική Υποενότητα 2.1 Περιβαλλοντικοί όροι τεχνικών και άλλων έργων υποδομής 2.1.1 Εισαγωγή – νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο τεχνικών έργων ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ
Για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4014/11 «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος» (ΦΕΚ 209/Α/2011). Με τον νέο νόμο, εισάγονται εκτός των άλλων και οι εξής καινοτομίες: απλοποιούνται και εξορθολογίζονται οι διαδικασίες για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων και δραστηριοτήτων και μειώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για την έκδοση των σχετικών αποφάσεων.
Mειώνεται ο αριθμός των έργων και δραστηριοτήτων για τα οποία απαιτείται υποβολή και αξιολόγηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) προκειμένου να αδειοδοτηθούν περιβαλλοντικά θεσπίζονται υποχρεωτικοί περιοδικοί τακτικοί και έκτακτοι έλεγχοι από αρμόδιες υπηρεσίες και ιδιώτες επιθεωρητές με στόχο την πραγματική
διασφάλιση
της
προστασίας 102
του
περιβάλλοντος
καταργούνται
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αλληλοεπικαλυπτόμενες αδειοδοτήσεις (άδεια διάθεσης λυμάτων, άδειες διαχείρισης μη επικινδύνων και επικινδύνων αποβλήτων, έγκριση επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση) και ενσωματώνονται στην απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Για την έκδοση των Αποφάσεων Έγκρισης περιβαλλοντικών Όρων καταργούνται οι συνυπογραφές άλλων Υπουργών επιμηκύνεται η διάρκεια ισχύος των Αποφάσεων έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) σε 10 έτη, ή σε 12 για έργα που διαθέτουν ISO, ή σε 14 για όσα διαθέτουν EMAS και παρατείνεται η διάρκεια ισχύς των υφιστάμενων ΑΕΠΟ μέχρι τη συμπλήρωση δεκαετίας από την έκδοσή τους καταργείται η υποχρέωση υποβολής προμελέτης Περιβαλλοντικών επιπτώσεων, και καθίσταται πλέον η υποβολή της προαιρετική για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων εντός του δικτύου Natura 2000, προβλέπεται η υποβολή και αξιολόγηση «Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης» προβλέπεται η δημιουργία Ηλεκτρονικού περιβαλλοντικού μητρώου και Ηλεκτρονική υποβολή της ΜΠΕ και παρακολούθηση της διαδικασίας έκδοσης ΑΕΠΟ ή τροποποίησης/ανανέωσης κλπ. δημιουργείται η Περιβαλλοντική Ταυτότητα Έργου, που θα περιλαμβάνει κάθε περιβαλλοντική πληροφορία για το έργο. Ειδικότερα: Με την ΥΑ 1958/12 (ΦΕΚ 21/Β/2012) όλα τα έργα και οι δραστηριότητες για τα οποία απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση έχουν καταταγεί σε δυο κατηγορίες: την Α (η οποία υποδιαιρείται στις υποκατηγορίες Α1 και Α2) και την Β και σε 12 ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες. Στην υποκατηγορία Α1 κατατάσσονται τα έργα και οι δραστηριότητες που ενδέχεται να προκαλέσουν πολύ σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ενώ στην υποκατηγορία Α2 κατατάσσονται τα έργα και οι δραστηριότητες που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Η κατηγορία Β περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Οι ομάδες αυτές είναι οι ακόλουθες: ομάδα 1η: Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών ομάδα 2η: Υδραυλικά έργα ομάδα 3η: Λιμενικά έργα ομάδα 4η: Συστήματα περιβαλλοντικών υποδομών
103
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ομάδα 5η: Εξορυκτικές δραστηριότητες ομάδα 6η: Τουριστικές εγκαταστάσεις και έργα αστικής ανάπλασης, κτιριακού τομέα, αθλητισμού και αναψυχής ομάδα 7η: Πτηνοκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις ομάδα 8η: Υδατοκαλλιέργειες ομάδα 9η: Βιομηχανικές και συναφείς εγκαταστάσεις ομάδα 10η: Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ομάδα 11η: Μεταφορά ενέργειας, καυσίμων και χημικών ουσιών ομάδα 12η: Ειδικά έργα και δραστηριότητες Για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων της Α κατηγορίας, ακολουθείται συνοπτικά η εξής διαδικασία:
Ο φορέας του έργου ή της δραστηριότητας, εφόσον το επιθυμεί, ζητά από την αρμόδια περιβαλλοντική αρχή γνωμοδότηση Προκαταρκτικού Προσδιορισμού Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων (ΠΠΠΑ). Κατόπιν και εφόσον δοθεί θετική γνωμοδότηση ΠΠΠΑ, ή για περιπτώσεις που δεν έχει επιλεγεί από τον φορέα του έργου η υποβολή φακέλου ΠΠΠΑ, υποβάλλεται Μελέτη
Περιβαλλοντικών
Επιπτώσεων
(ΜΠΕ).
Η
ΜΠΕ
δημοσιοποιείται
και
ολοκληρώνεται η διαδικασία διαβούλευσης επ΄αυτής και η αρμόδια περιβαλλοντική
104
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αρχή αφού αξιολογήσει και σταθμίσει τις σχετικές γμωμοδοτήσεις και απόψεις συντάσσει την ΑΕΠΟ ή την απόφαση απόρριψης. Αρμόδια υπηρεσία για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών μελετών των έργων και δραστηριοτήτων Α1 υποκατηγορίας είναι η Δ/νση Περιβαλλοντικών Αδειοδοτήσεων (ΔΙΠΑ) του ΥΠΕΚΑ και μέχρι τη σύστασή της, η Ειδική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (ΕΥΠΕ), ή το Τμήμα Γενικών Περιβαλλοντικών Θεμάτων της Δ/νσης Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού, ή το Τμήμα Βιομηχανιών της Δ/νσης Ελέγχου Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης και Θορύβου (ΕΑΡΘ), ανάλογα με την ομάδα του έργου ή της δραστηριότητας. Οι ΑΕΠΟ για τα έργα και τις δραστηριότητες Α1 υποκατηγορίας είναι αποφάσεις Υπουργού ΠΕΚΑ. Για τα έργα και δραστηριότητες Α2 υποκατηγορίας αρμόδιες υπηρεσίες είναι οι υπηρεσίες περιβάλλοντος των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και οι ΑΕΠΟ είναι αποφάσεις των Γενικών Γραμματέων αντίστοιχα. Για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων Β κατηγορίας δεν απαιτείται η υποβολή και αξιολόγηση ΜΠΕ, αλλά υπόκεινται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των απαιτούμενων κατά περίπτωση αδειών που προβλέπονται για την κατασκευή, εγκατάσταση ή λειτουργία τους. Έως την έκδοση του συνόλου των επιμέρους κανονιστικών πράξεων που προβλέπονται στο ν. 4014/11, ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 30 του νόμου) ΝΕΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΛΟΙΠΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΛΟΙΠΑ ΣΥΝΟΔΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΕΝΙΚΑ Κάθε έργο/δραστηριότητα που εντάσσεται στους σχετικούς πίνακες υπόκεινται σε περιβαλλοντική αδειοδότηση Περιβαλλοντική αδειοδότηση: θέσπιση περιβαλλοντικών όρων που οφείλει να τηρεί ο φορέας Περιβαλλοντικοί όροι: αποφάσεις διοικητικών οργάνων:
105
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Α) Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) Β) Υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) Κάθε έργο/δραστηριότητα έχει επιπτώσεις: - στην ατμόσφαιρα - στο έδαφος - στα ύδατα - στο ακουστικό περιβάλλον - στην αισθητική τοπίου Φάση κατασκευής – Φάση λειτουργίας. Άρθρο 24 του Συντάγματος: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. ΒΑΣΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ Ν. 1650/86: Για την προστασία του περιβάλλοντος Ορισμοί: Ρύπανση – Μόλυνση – Υποβάθμιση 3 κατηγορίες έργων Περιβαλλοντικοί Όροι απαραίτητοι πριν την άδεια Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Ατμόσφαιρα – Νερό – Έδαφος Ποινικές και Διοικητικές Κυρώσεις Μελετητοκεντρικός τρόπος προσέγγισης Περίπλοκες και Χρονοβόρες μήνες για έργα Α1) διαδικασίες (>20 Ex ante έλεγχος και όχι ex post Ανάγκη για βελτίωση των μελετών 4 κατηγορίες έργων (Α1,Α2,Β3,Β4) ΝΕΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ – Ν.4014/11 Απλοποίηση διαδικασιών Κατάργηση της Β3 κατηγορίας έργων
106
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Κατάργηση των μελετών για την κατηγορία Β έργων (επιτάχυνση διαδικασιών)
Κατάργηση προμελέτης Ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών όρων στην άδεια λειτουργίας Προδιαγραφές ΜΠΕ Θέσπιση διαδικασιών αδειοδότησης (προθεσμίες, γνωμοδοτούντες φορείς). Νέα κατάταξη έργων: Α1, Α2 και Β (άρθρο 1) Εξαιρέσεις: αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, έργα Εθνικής Άμυνας (άρθρο 1), έργα ανάκτησης/διάθεσης αποβλήτων Έργα που δεν υπάρχουν στην κατάταξη (άρθρο 1) Τεχνική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΤΕΠΕΜ) (άρθρο 7) Υφιστάμενα έργα στερούμενα περιβαλλοντικών όρων (άρθρο 9) Έργα σε περιοχές Natura (άρθρο 10) Κατάργηση της άδειας διάθεσης λυμάτων ή βιομηχανικών αποβλήτων (άρθρο 12) ΚΕΣΠΑ – ΠΕΣΠΑ (άρθρο 13) Μητρώο πιστοποιημένων αξιολογητών ΜΠΕ (άρθρο 16) ΗΠΜ (άρθρο 18) 107
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Γνωμοδοτήσεις και Δημόσια Διαβούλευση (άρθρο 19) Περιβαλλοντικές Επιθεωρήσεις (άρθρο 20) Διοικητικές Κυρώσεις (άρθρο 21) - Διοικητικές (άρθρ. 21): σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα επιβάλλονται κυρώσεις Αρμόδια υπηρεσία ανάλογα με το ύψος του προστίμου Ποινικές (άρθρ. 28 του ν.1650/86): συγκεκριμένες ποινές ανάλογα με τη σοβαρότητα της πράξης. ΝΕΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ – Ν.4014/11 άρθρο 11 - ΠΠΠΑ Περιεχόμενο μελέτης ΠΠΠΑ Τοπογραφικό διάγραμμα (και σε ηλεκτρονική μορφή), ΕΓΣΑ ‘87, φωτογραφική αποτύπωση Συνοπτική περιγραφή του έργου Συνοπτική περιγραφή εναλλακτικών λύσεων Πρόταση με τα κύρια θέματα της ΜΠΕ, θιγόμενη περιοχή μελέτης, εξειδικευμένες μελέτες Χάρτης προσανατολισμού Χάρτης περιοχές Τυχόν γνωμοδοτήσεις Βιβλιογραφικές πηγές Σφραγίδα και υπογραφή μελετητή. Περιεχόμενο μελέτης ΜΠΕ -
Συνοπτική περιγραφή – Σκοπιμότητα έργου
-
Αναλυτική περιγραφή
-
Εναλλακτικές λύσεις
-
Υφιστάμενη κατάσταση
-
Εκτίμηση επιπτώσεων
-
Πρόγραμμα παρακολούθησης
-
Κωδικοποίηση όρων Χάρτες: προσανατολισμού, περιοχής, εναλλακτικών λύσεων, χρήσεων γης,
επιπτώσεων, θέσεων παρακολούθησης Σφραγίδα: πρώτη & τελευταία σελίδα, χάρτες, σχέδια
108
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μελέτη Ανανέωσης/ Τροποποίσης (σύμφωνα με ΥΑ 170225/14) Σχετικοί Χάρτες ΑΕΠΟ σε ισχύ Όλες τις σχετικές άδειες της εγκατάστασης. Ν. 4014/2011 ΥΑ 1958/2012 - ΤΡΟΠ. 207/41/12- ΟΜΑΔΕΣ 4, 6, 7, 9 ΤΡΟΠ. Οικ.173829/14 ΟΜΑΔΕΣ 2,6, 9 – ΤΡΟΠ. Οικ.65150/1780/2013 ΟΜΑΔΑ 7 Ν. 4042/12 (ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ – ΑΠΟΒΛΗΤΑ) ΥΑ οικ. 167563/ΕΥΠΕ/13 (ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΓΙΑ ΕΡΓΑ Α) ΥΑ 52983/1952/13 (ΕΙΔΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ) ΥΑ 15277/2012 (ΕΓΚΡΙΣΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ) Ν. 4014/2011 ΥΑ 1958/2012 ΤΡΟΠ. 207/41/12- ΟΜΑΔΕΣ 4, 6, 7, 9 ΤΡΟΠ. Οικ.173829/14 ΟΜΑΔΕΣ 2,6, 9 ΤΡΟΠ. Οικ.65150/1780/2013 ΟΜΑΔΑ 7 Ν. 4042/12 (ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ – ΑΠΟΒΛΗΤΑ) ΥΑ οικ. 167563/ΕΥΠΕ/13 (ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΓΙΑ ΕΡΓΑ Α) ΥΑ 52983/1952/13 (ΕΙΔΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ) ΥΑ 15277/2012 (ΕΓΚΡΙΣΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ) ΛΟΙΠΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΥΑ 59388/3363/88: ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ
109
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
ΚΥΑ 11764/653/06: ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΟΙΝΟΥ ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/06: ΣΜΠΕ 22 ΦΕΚ Π.Π.Δ. ΧΡΗΣΕΙΣ ΓΗΣ: ΣΕ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΦΟΡΕΙΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΞΙΟΥ-ΛΟΥΔΙΑ-ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ: ΚΥΑ 12966/09 ΚΟΡΩΝΕΙΑΣ-ΒΟΛΒΗΣ: ΚΥΑ 6919/04 ΚΕΡΚΙΝΗΣ: ΚΥΑ 42699/06 Ν. 4258/14: ΥΔΑΤΟΡΕΜΑΤΑ Ν. 4042/12: ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ Ν. 2939/01: ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΩΝ ΚΥΑ 50910/03: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΚΥΑ 13588/725/06: ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ –ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΚΑ – ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΥΑ 36259/1757/Ε103: ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΕΚΚ ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ 148352/15 (ΑΔΑ: ΩΝΓΣ465ΦΘΗ-ΛΛ8): ΑΛΛΑΓΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑΣ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΑΕΠΟ: οικ. 161486/14 (ΑΔΑ: ΒΙΚ50-06Μ): 10ετή ισχύς- παράταση μέχρι 31-03-16 110
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οικ. 122343/04: ΣΥΝΟΔΑ ΕΡΓΑ Οικ. 203913/12 (ΑΔΑ: Β4ΜΛ0-Μ89): Έργα επείγοντος χαρακτήρα ΝΕΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ – YA 1958/12 - δραστηριότητες με κινητήρια ισχύ κάτω των 10 kw και παροχής υπηρεσιών εκτός αυτών της ΚΥΑ οικ.2219/146/Φ.15, δεν υπάγονται στο Ν. 3982/11 - μοριοδότηση κριτηρίων για κατάταξη έργων (χρήση γης, ικανότητα φυσικού περιβάλλοντος, επιπτώσεις) Περιβαλλοντική Αδειοδότηση έργων Α' Ανανέωση Τροποποίηση Υποβολή Φακέλου Συμμόρφωσης ΤΕΠΕΜ ΥΑ 167563/13 Έργα Α1 Προκαταρκτικός Προσδιορισμός Απαιτήσεων (ΠΠ ΠΠΑερ)ιβαλλοντικών Υποβολή φακέλου ΠΠΠΑ Υποβολή Εντύπου Τ και Υ Διαβίβαση φακέλου για γνωμοδοτήσεις Δρηγμοόυσιος διάλογος με ευθύνη του φορέα του Θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
Υποβολή φακέλου ΜΠΕ (σύμφωνα με ΥΑ οικ.170225/14 ) Υποβολή Εντύπου Τ και Υ Η Αρχή συμπληρώνει Δ3 με έλεγχο ελλιπής, διακοπή διαδικασίας) πληρότητας. Διαβίβαση φακέλου για γνωμοδοτήσεις
111
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Έναρξη δημόσιας διαβούλευσης Διαβίβαση όλων εντός 45 ημερών στο ΥΠΕΝ ΚΕΣΠΑ: α) έλλειψη διαβιβάσεων, β) αντιφατικά δεδομένα Έκδοση ΑΕΠΟ ή απόρριψη αιτήματος Προκαταρκτικός Προσδιορισμός Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων (ΠΠΠΑ) Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Υποβολή φακέλου ΜΠΕ (σύμφωνα με ΥΑ οικ.170225/14) Διαβίβαση φακέλου για γνωμοδοτήσεις Έναρξη δημόσιας διαβούλευσης Τεχνική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΤΕΠΕΜ) Εργοτάξια, αποθεσιοθάλαμοι, διόδια, αντιθορυβικά μέτρα κ.α. Γενική εκτίμηση των παραπάνω στην ΑΕΠΟ του έργου Προσοχή: για δανειοθάλαμο απαιτείται τροποποίηση ΑΕΠΟ Τεχνική Περιγραφή – Υπολογισμοί, μοντέλα διαφοροποίησης περιβάλλοντος – συμμόρφωση με την ΑΕΠΟ – τοπογραφικό –φωτογραφική αποτύπωση Έντυπο Υ: Έντυπο Υποβολής Στοιχείων Γνωμοδοτήσεις (π.χ. Δασών, Πολιτισμού) ΥΑ 170225/14 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΠΕ Προδιαγραφές για: ΠΠΠΑ ΜΠΕ Ειδικές απαιτήσεις για ΜΠΕ Απαιτήσεις ανά Ομάδα της ΥΑ1958/12 Τροποποίηση ή Ανανέωση ΚΑΤΑΤΜΗΣΗ ΕΡΓΩΝ “ο κατακερματισμός (σαλαμοποίηση) ενός έργου σε πολλά επί μέρους έργα αντιστρατεύεται τις αρχές της Εθνικής και Ευρωπαϊκής νομοθεσίας σχετικά με την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη ενιαία αντιμετώπιση και ενδεχομένως την μη ορθή εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον”. Συνοδά έργα: 1. εξυπηρετούν το κυρίως έργο 2. δεν έχουν αυτόνομη λειτουργία
112
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
3. είναι απαραίτητα για την ομαλή κυρίως έργου λειτουργία του ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΙΣ ΑΕΠΟ ή ΣΤΙΣ ΠΠΔ ΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ Όταν το έργο θα κατασκευαστεί σε δασικές εκτάσεις Ο φορέας μαζί με ΜΠΕ ή ΠΠΔ συνυποβάλλει: πράξη χαρακτηρισμού (μαζί με τελεσιδικία) για δημόσιες δασικές εκτάσεις Kτηματική Υπηρεσία και Αγροτ. Ανάπτυξης Η ΜΠΕ θα αξιολογεί και άλλες λύσεις Προσοχή: υπογραφή Δασολόγου στις ΜΠΕ Μετά την περιβαλλοντική αδειοδότηση καθορισμός ανταλλάγματος χρήσης
2.1.2
Παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων - Άρθρο 47: Περιβαλλοντική παρακολούθηση
- Άρθρο 48: Έκθεση περιβαλλοντικής παρακολούθησης - Άρθρο 49: Εξωτερικός ελεγκτής περιβάλλοντος - Άρθρο 50: Επιθεωρητές - Άρθρο 51: Καθήκοντα και εξουσίες επιθεωρητών - Άρθρο 52: Αδικήματα και ποινές - Άρθρο 53: Τέλη και επιβαρύνσεις Άρθρο 47: Περιβαλλοντική Παρακολούθηση (1) Διευθυντής ΤΠ (ΔΤΠ) μερινά για την παρακολούθηση των σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον από ένα έργο και των περιβαλλοντικών όρων του, 113
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μπορεί να προβαίνει σε παρακολούθηση οποιουδήποτε όρου με Επιθεωρητές, ζητά και λαμβάνει στοιχεία και διαπιστώσεις από κρατικές υπηρεσίες που έχουν ήδη ρυθμίσεις παρακολούθησης, ζητά από τον κύριο του έργου την ετοιμασία ειδικής μελέτης για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον μετά την επιθεώρηση / παρακολούθηση, θέτει στη διάθεση του κοινού τα αποτελέσματα των παρακολουθήσεων. Κύριος του έργου έχει ευθύνη να παρακολουθεί τις αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και να λαμβάνει άμεσες επανορθωτικές δράσεις, υποβάλλει έκθεση παρακολούθησης στην Περιβαλλοντική Αρχή, ετοιμάζει ειδική μελέτη για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον μετά την επιθεώρηση / παρακολούθηση, εφόσον του ζητηθεί. Άρθρο 48 Έκθεση Περιβαλλοντικής Παρακολούθησης
Κύριος του έργου μεριμνά να συντάσσεται έκθεση περιβαλλοντικής παρακολούθησης ανά έτος, στην οποία να περιέχονται στοιχεία και πληροφορίες για την υλοποίηση των υποχρεώσεων που τέθηκαν στους όρους, δημοσιεύει ηλεκτρονικό αντίγραφο της έκθεσης σε δικτυακό τόπο και παραχωρεί ηλεκτρονικό αντίγραφό της στο ΔΤΠ. Άρθρο 49 Εξωτερικός ελεγκτής περιβάλλοντος
114
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εγκρίνεται από το ΔΤΠ για να παρακολουθεί τους περιβαλλοντικούς όρους και ο ρόλος του είναι να: βοηθά στη διατήρηση από μέρους του κυρίου του έργου κατάλληλων και ορθών περιβαλλοντικών στοιχείων και αρχείων, παρέχει επαγγελματική ελεγκτική γνώμη για το κατά πόσον οι περιβαλλοντικές εκθέσεις που ετοιμάζονται παρουσιάζουν επαρκή εικόνα της περιβαλλοντικής διαχείρισης του έργου και των λειτουργιών του, εξετάζει την επάρκεια της εσωτερικής περιβαλλοντικής διαχείρισης του έργου και των πρακτικών και διαδικασιών παρακολούθησης και να υποβάλλει συστάσεις για βελτίωσή τους. Αντίγραφα των εκθέσεων του υποβάλλονται στο ΔΤΠ. Άρθρο 50 Επιθεωρητές Για συμμόρφωση των περιβαλλοντικών όρων ο Υπουργός ΓΑΑΠ ορίζει επιθεωρητές: Υπαλλήλους ΤΠ Υπαλλήλους άλλων τμημάτων, με τη σύμφωνο γνώμη του Υπουργού των τμημάτων αυτών Υπαλλήλους της τοπικής αρχής Πρόσωπα που εργοδοτούνται με σύμβαση στη δημόσια υπηρεσία Καθήκοντα επιθεωρητών δύναται να ασκούν οι επιθεωρητές που ορίστηκαν από τον Υπουργό ΓΑΑΠ με άλλους νόμους (Βιομηχανικών Εκπομπών, Ρύπανσης των Νερών, Αποβλήτων) Οι Επιθεωρητές επιδεικνύουν δελτίο ταυτότητας που εκδίδει ο ΔΤΠ, κατά την πραγματοποίηση τακτικών και έκτακτων ελέγχων στην κατασκευή/λειτουργία του έργου. Άρθρο 51 Καθήκοντα και εξουσίες επιθεωρητών (1) Εισέρχεται σε οποιοδήποτε χώρο, εργοτάξιο ή υποστατικό στο οποίο διενεργείται οποιαδήποτε εργασία ή δραστηριότητα σχετική με το έργο. Προβαίνει σε έλεγχο όρων με κινηματογραφήσεις ή φωτογραφίσεις ή μετρήσεις ή δειγματοληψίες εφόσον τις κρίνει αναγκαίες.
115
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Αξιώνει την παρουσίαση και προβαίνει σε επιθεώρηση οποιωνδήποτε καταχωρήσεων, αρχείων, μητρώων, βιβλίων ή εγγράφων τα οποία περιέχουν πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου οποιουδήποτε όρου που τέθηκε και αφορά το έργο. Εισέρχεται σε οποιοδήποτε χώρο, εργοτάξιο ή υποστατικό στο οποίο διενεργείται οποιαδήποτε εργασία ή δραστηριότητα σχετική με το έργο. Προβαίνει σε έλεγχο όρων με κινηματογραφήσεις ή φωτογραφίσεις ή μετρήσεις ή δειγματοληψίες εφόσον τις κρίνει αναγκαίες.
Αξιώνει την παρουσίαση και προβαίνει σε επιθεώρηση οποιωνδήποτε καταχωρήσεων, αρχείων, μητρώων, βιβλίων ή εγγράφων τα οποία περιέχουν πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου οποιουδήποτε όρου που τέθηκε και αφορά το έργο. Σε περίπτωση που ο επιθεωρητής διαπιστώσει ότι ο κύριος του έργου ή/και ο φορέας εκμετάλλευσης δεν έχει συμμορφωθεί με τα μέτρα που ορίζονται στην ειδοποίηση εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου ή δημιουργείται κίνδυνος σοβαρής βλάβης προσώπου ή περιβάλλοντος, μπορεί να επιδώσει απαγορευτική ειδοποίηση: αναφέρει ότι ο επιθεωρητής έχει την πιο πάνω γνώμη, αναφέρει της λόγους οι οποίοι δημιουργούν ή θα δημιουργήσουν τον κίνδυνο, δίνει οδηγίες για συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για εξάλειψη ή μείωση του κινδύνου, ορίζει χρονική περίοδο μετά την παρέλευση της οποίας το έργο θα παύσει να εκτελείται ή λειτουργεί και η επανακατασκευή ή επαναλειτουργία του αρχίζει μόλις εκλείψουν οι λόγοι κινδύνου. 116
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Άρθρο 52 Αδικήματα Κάθε πρόσωπο που προβαίνει: σε παράβαση περιβαλλοντικών όρων, σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή διαταγμάτων, εν γνώσει του σε ψευδή ή παραπλανητική δήλωση, εσκεμμένα ή από αμέλεια αντίθετα στον Νόμο ή παρέχει ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ή ανακριβή στοιχεία σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα, σε παρεμπόδιση του επιθεωρητή στην εκτέλεση των καθηκόντων και εξουσιών του, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε ποινές. Άρθρο 52 Αδικήματα Κάθε πρόσωπο που προβαίνει: σε παράβαση περιβαλλοντικών όρων, σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή διαταγμάτων, εν γνώσει του σε ψευδή ή παραπλανητική δήλωση, εσκεμμένα ή από αμέλεια αντίθετα στον Νόμο ή παρέχει ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ή ανακριβή στοιχεία σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα, σε παρεμπόδιση του επιθεωρητή στην εκτέλεση των καθηκόντων και εξουσιών του, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε ποινές. Άρθρο 53 Τέλη και επιβαρύνσεις Ο Υπουργός ΓΑΑΠ με διατάγματα καθορίζει τα τέλη για κάλυψη των εξόδων των πιο κάτω: εξέταση αιτήσεων που αφορούν την έκδοση οδηγιών, αξιολόγηση πληροφοριών ή Μελετών που υποβάλλονται, εξέταση αιτήσεων εγγραφή ή ανανέωσης εγγραφής στο Μητρώο, παραχώρηση οποιουδήποτε εγγράφου ή πληροφορίας, παρακολούθηση
των
επιπτώσεων
ενός
έργου και
περιβαλλοντικών όρων. Ο κύριος του έργου οφείλει να πληρώσει εντός 60 ημερών από την παραλαβή τιμολογίου.
117
υλοποίηση
των
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σε περίπτωση άρνησης πληρωμής, το ποσό θα ανακτάται σε δικαστήριο ή θα αναστέλλεται η ισχύς της Περιβαλλοντικής Έγκρισης ή Αιτιολογημένης Διαπίστωσης ή Γνωμοδότησης,μέχρι την αποπληρωμή του. 2.1.3
Βελτίωση περιβαλλοντικών επιδόσεων Η βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης και ιδίως της ενεργειακής
αποδοτικότητας των προϊόντων, καθώς και η ενθάρρυνση της αποδοχής τους στην αγορά αποτελούν τους κύριους στόχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το σχέδιο δράσης απαριθμεί τις πρωτοβουλίες που θα αναλάβει η Επιτροπή σε 3 τομείς: 1.
Νέα πολιτική προϊόντων.
2.
Βελτιστοποιημένη παραγωγή και προώθησή της.
3.
Βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή σε διεθνές επίπεδο.
Το έντονο ενδιαφέρον που υπάρχει σήμερα και αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, οδήγησε στην υιοθέτηση νέων τεχνολογικών λύσεων αλλά και στον εμπλουτισμό της νομοθεσίας με νέες νομοθετικές ρυθμίσεις με αυστηρότερες διατάξεις. Επειδή όμως είναι προτιμότερη η πρόληψη, δημιουργήθηκε η ανάγκη διαμόρφωσης μιας νέας νοοτροπίας και επιχειρησιακής πρακτικής για τον περιορισμό των
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων
από
τις
δραστηριότητες
των
διαφόρων
επιχειρήσεων. Μία ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων επιδιώκεται με ρυθμίσεις που θεσμοθετούνται και έχουν εθνική, ευρωπαϊκή ή και διεθνή ισχύ. Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται τα Συστήματα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης (ΣΠΔ). Τα ΣΠΔ εφαρμόζονται εθελοντικά από δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις ανά τον κόσμο, οι οποίες με την πιστοποίησή τους μπορούν να
118
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) τεκμηριώσουν την περιβαλλοντική τους αξιοπιστία, ενώ παράλληλα βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, τις επιδόσεις και τα οικονομικά τους μεγέθη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα προδιαγραφών για ΣΠΔ αποτελούν το διεθνές πρότυπο ISO 14001 και ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός EMAS.
Το Διεθνές Πρότυπο ISO 14001:1996 διευκρινίζει ότι οι οργανισμοί από τους οποίους χρησιμοποιείται οφείλουν να αξιολογούν και να βελτιώνουν την επίδοση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισής τους. Υπάρχει, εξάλλου, αναγνώριση της ανάγκης για προσδιορισμό των κατάλληλων μέτρων επίδοσης, τα οποία θα στρέψουν τους οργανισμούς μακριά από το κυνήγι της πιστοποίησης, βοηθώντας τους ταυτόχρονα να εστιάσουν στα σημαντικότερα θέματα του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης που εφαρμόζουν. Κατά συνέπεια, καθίσταται πλέον απαραίτητο ένα εργαλείο το οποίο μπορεί να βοηθήσει τους
119
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) οργανισμούς, ανεξαρτήτως κλάδου και μεγέθους, να αξιολογήσουν την περιβαλλοντική τους επίδοση. Η Αξιολόγηση της Περιβαλλοντικής Επίδοσης είναι ένας σχετικά νέος όρος με τον οποίο περιγράφεται μία εσωτερική διοικητική διαδικασία, η οποία παρέχει αξιόπιστες πληροφορίες στη διοίκηση του οργανισμού ώστε να διευκολύνει τις στρατηγικές αποφάσεις όσον αφορά την περιβαλλοντική του απόδοση. Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης βοηθά έναν οργανισμό να προσδιορίσει τις σημαντικές περιβαλλοντικές πλευρές του και να προσδιορίσει οποιεσδήποτε απαραίτητες ενέργειες ώστε να επιτύχει τους αντικειμενικούς σκοπούς και περιβαλλοντικούς του στόχους σε συνεχή βάση. Επί του παρόντος, η διαδικασία υπόκειται σε μια διεθνή προσπάθεια τυποποίησης από τον οργανισμό ISO μέσω της σειράς ISO 14000 και συγκεκριμένα με τα πρότυπα ISO 14031 και ISO 14032. Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης αποτελεί μία συνεχή εσωτερική διαδικασία αλλά και ένα διοικητικό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιεί δείκτες με σκοπό την εξαγωγή στοιχείων και πληροφοριών συγκρίνοντας την παρελθοντική και παρούσα περιβαλλοντική επίδοση ενός οργανισμού σε σχέση με τα κριτήρια της περιβαλλοντικής επίδοσης που ο ίδιος έχει ορίσει (ISO 14031,1997). Με τον όρο κριτήρια περιβαλλοντικής επίδοσης νοούνται οι αναμενόμενοι περιβαλλοντικοί σκοποί ή στόχοι που τίθενται από τη διοίκηση ενός οργανισμού. Συχνά η οικονομική επίδοση μιας εταιρείας παρακολουθείται μέσα από οικονομικούς δείκτες. Με τον ίδιο τρόπο η επίδοση μιας εταιρείας σχετικά με περιβαλλοντικά θέματα μπορεί να παρακολουθηθεί μέσω περιβαλλοντικών δεικτών. Στα πλαίσια της ολοένα αυξανόμενης ευαισθητοποίησης των εταιρειών για την προστασία του περιβάλλοντος, η χρήση περιβαλλοντικών δεικτών συνεχώς αυξάνεται. Η μέτρηση κάποιου δείκτη καθορίζει τη θέση της εταιρείας σε σχέση με το μετρούμενο χαρακτηριστικό. Η εταιρεία γνωρίζοντας που βρίσκεται μπορεί να καθορίσει ενέργειες βελτίωσης του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού. Αφού υλοποιηθούν οι ενέργειες που έχουν αποφασιστεί, μέσα από την παρακολούθηση του δείκτη θα προσδιοριστεί η νέα θέση της εταιρείας, δηλαδή το ποσοστό βελτίωσης.
120
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι περιβαλλοντικοί δείκτες αξιοποιούν τα περιβαλλοντικά δεδομένα που έχει η εταιρεία και είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι στη δημιουργία περιβαλλοντικών αναφορών. Έτσι έχουν διπλό όφελος : • Για την ίδια την εταιρεία. Οι δείκτες είναι χρήσιμοι για την παρακολούθηση της περιβαλλοντικής επίδοσης και τη στοχευμένη βελτίωση συγκεκριμένων περιοχών. • Για τους ενδιαφερόμενους φορείς και φυσικά πρόσωπα (π.χ. πελάτες, καταναλωτές, συνεργάτες). Οι δείκτες είναι χρήσιμοι για τη συνοπτική και περιεκτική παρουσίαση της περιβαλλοντικής επίδοσης της εταιρείας και την ενημέρωση των ενδιαφερόμενων. Οι περιβαλλοντικοί δείκτες είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για την παρακολούθηση της περιβαλλοντικής επίδοσης για μεγάλο χρονικό διάστημα π.χ. τριετία ή πενταετία. Η εταιρεία ξεκινά συλλέγοντας και αναλύοντας δεδομένα για κάποιο έτος (έτος αναφοράς). Η ίδια παρακολούθηση επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και παρουσιάζεται η εξέλιξη της περιβαλλοντικής επίδοσης μέσα από πίνακες, διαγράμματα κλπ, ανάλογα με τους δείκτες και τις ανάγκες της εταιρείας. Οι δείκτες αυτοί σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Μπορεί να σχετίζονται με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της εταιρείας, την κατανάλωση υλικών, την κατανάλωση φυσικών πόρων, τη διαχείριση αποβλήτων. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί από την εταιρεία στην επιλογή του κατάλληλου δείκτη ανάλογα με το χαρακτηριστικό που θέλει να παρακολουθήσει, τις επιπτώσεις στο περιβάλλον από τις δραστηριότητες της εταιρείας και τις δυνατότητες βελτίωσης. Για να υπάρχουν συγκρίσιμα αποτελέσματα από χρόνο σε χρόνο η επιλογή σχετικών ως προς κάποιο μέγεθος δεικτών είναι προτιμότερη (π.χ. υπολογισμός του δείκτη ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντων ανά έτος). Τα διεθνή πρότυπα ISO 14031-14032 περιγράφουν κατηγορίες δεικτών επίδοσης, ωστόσο δεν καθορίζουν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για την ανάπτυξη και μέτρηση αυτών. Σκοπός της συγκεκριμένης διατριβής είναι η παρουσίαση μεθοδολογίας για την Αξιολόγηση Περιβαλλοντικών Επιδόσεων (ΑΠΕ).
121
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Στα πλαίσια της έρευνας γίνεται αναφορά στην μεθοδολογία καθορισμού των περιβαλλοντικών δεικτών, η οποία βασίζεται στις περιβαλλοντικούς κινδύνους της βιομηχανίας, λαμβάνοντας υπόψη την ανάλυση εισροών-εκροών, τις περιβαλλοντικές πλευρές της παραγωγής, καθώς και την περιβαλλοντική πολιτική και στόχους της εταιρείας. Για τη μείωση του μεγάλου αριθμού δεικτών εφαρμόζεται μια τεχνική βασισμένη στην εκτίμηση της επικινδυνότητας, με βάση τη συχνότητα, τον κίνδυνο και τις επιπτώσεις των περιβαλλοντικών κινδύνων που οι συγκεκριμένοι δείκτες εκφράζουν. Για τη διαδικασία αξιολόγησης χρησιμοποιείται η μέθοδος UTASTAR, ενώ τα σενάρια δημιουργούνται με τη μεθοδολογία σχεδιασμού πειραμάτων (fractional design). Επίσης χρησιμοποιείται μια εναλλακτική μέθοδος που βασίζεται στην θεωρία της ασαφούς λογικής.
Η Περιβαλλοντική Διαχείριση Η προστασία του περιβάλλοντος στις επιχειρήσεις έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια σε μια από τις βασικές δραστηριότητες της διοίκησης τους. Η σημασία της οικολογικής διαχείρισης σε όλους τους τομείς των επιχειρήσεων από την παραγωγή, την πώληση μέχρι και την τελική διάθεση είναι τόσο μεγάλη, ώστε να συνδεθεί με το
122
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) γενικό σχεδιασμό, ο οποίος διενεργείται από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων, αποτελώντας πλέον ένα στρατηγικό συντελεστή της παραγωγής. Η καθιέρωση και εφαρμογή της περιβαλλοντικής διαχείρισης προϋποθέτει βούληση, εκτίμηση και υποστήριξη της ανώτερης διοίκησης των επιχειρήσεων για την εφαρμογή των νομοθετικών ρυθμίσεων, την ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των εργαζομένων και την παροχή πληροφοριών και ενημέρωση του κοινού. Σημαντικότατο εργαλείο για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης μιας επιχείρησης είναι η εφαρμογή της περιβαλλοντικής διαχείρισης. Περιβαλλοντική διαχείριση είναι το τμήμα της συνολικής διαχείρισης της επιχείρησης, το οποίο περιλαμβάνει την οργανωτική δομή, τις ευθύνες, τις πρακτικές, τις διαδικασίες, τις μεθόδους και τους πόρους για τον καθορισμό και την εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής σε μία επιχείρηση ή τους φορείς που σχετίζονται με αυτή. Η περιβαλλοντική διαχείριση είναι μια σειρά διαδικασιών και πρακτικών που έχουν στόχο τη συμμόρφωση με τις νομοθετικές ρυθμίσεις και πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος μιας επιχείρησης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που καθορίζουν την περιβαλλοντική πολιτική, τους αντικειμενικούς σκοπούς και υπευθυνότητες, καθώς και το σχεδιασμό των περιβαλλοντικών στόχων, την αποτίμηση των αποτελεσμάτων και τη διαρκή αξιολόγηση της επίδρασης των διεργασιών αλλά και των αποβλήτων στο περιβάλλον. Τα οφέλη από την περιβαλλοντική διαχείριση για μια εταιρεία ή οργανισμό είναι πολλαπλά και πέρα από την ίδια την προστασία του περιβάλλοντος, περιλαμβάνουν τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις κείμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, την πρόβλεψη των μελλοντικών διορθωτικών ενεργειών, την ασφάλεια και την προστασία των εργαζομένων, τον προσδιορισμό του απαιτούμενου κόστους, την επίσημη προστασία των επιχειρήσεων και φυσικά, την προώθηση μιας καλύτερης εικόνας της επιχείρησης. Η Περιβαλλοντική Πολιτική Περιβαλλοντική πολιτική είναι η έκφραση των στόχων και των αντικειμενικών σκοπών μιας εταιρείας ή οργανισμού αναφορικά με το περιβάλλον, όπως αυτοί διατυπώνονται επίσημα από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη. Η περιβαλλοντική πολιτική εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του οργανισμού και οφείλει να σέβεται και να συμμορφώνεται με τους αντίστοιχους περιβαλλοντικούς κανονισμούς
123
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) και την ισχύουσα νομοθεσία. Η ανάπτυξη της περιβαλλοντικής πολιτικής θα πρέπει να διέπεται από τα εξής χαρακτηριστικά: • Να είναι σύμφωνη με τη φύση, την κλίμακα και τις περιβαλλοντικές δράσεις της εταιρείας. • Να περιλαμβάνει δεσμεύσεις για τη συνεχή βελτίωση, πρόληψη και περιορισμό της ρύπανσης και τη συμμόρφωση με τη σχετική περιβαλλοντική νομοθεσία. • Να παρέχει το πλαίσιο για το σχεδιασμό και την επιθεώρηση των αντικειμενικών σκοπών και στόχων. • Να είναι διαθέσιμη σε κάθε ενδιαφερόμενο. Σε επίπεδο οικονομίας, τα οφέλη μιας περιβαλλοντικής πολιτικής είναι σημαντικά. Η αυστηρότερη περιβαλλοντική πολιτική δημιουργεί κίνητρα για καινοτομίες, οι οποίες μακροχρόνια μπορούν να βελτιώσουν την ανταγωνιστική θέση ενός οργανισμού, αντισταθμίζοντας τα κόστη που δημιουργεί η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής. Για παράδειγμα, καινοτομική αντιστάθμιση υφίσταται όταν η επιχείρηση γίνεται πιο αποτελεσματική όσον αφορά την επεξεργασία και μείωση των αποβλήτων, καθώς και όταν η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της οδηγεί σε βελτίωση του ίδιου του παραγόμενου προϊόντος. Επιπροσθέτως, δημιουργείται το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης, το οποίο παρατηρείται όταν οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να επιτύχουν υψηλότερες τιμές για «πράσινα προϊόντα», τα οποία αυτές πρώτες εισάγουν στις διεθνείς αγορές. Συνεπάγεται λοιπόν, ότι μία στοχοθετημένη περιβαλλοντική πολιτική αποτελεί για τις δυναμικές επιχειρήσεις τρόπο αύξησης της ανταγωνιστικότητας τους αλλά και βελτίωσης της εικόνας τους προς το καταναλωτικό κοινό. Αξιολόγηση της Περιβαλλοντικής Επίδοσης (ΑΠΕ) Κατά γενική πλέον ομολογία, σημειώνεται ένα συνεχώς αυξανόμενο και έντονο ενδιαφέρον όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και την τεκμηρίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης των επιχειρήσεων και οργανισμών, καθιστώντας την ως ένα από τα σημαντικότερα μέτρα της επιτυχίας όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο.
124
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Καθώς όλο και περισσότερες εταιρίες αποκτούν συνείδηση όσον αφορά την περιβαλλοντική ποιότητα και την κοινωνική τους υπευθυνότητα, προβάλλει πλέον επιτακτική η ανάγκη για εργαλεία τα οποία θα εξασφαλίζουν την κατάλληλη και αντικειμενική ποσοτικοποίηση ή εκτίμηση της απόδοσης όσον αφορά το περιβάλλον. Ορισμένοι οργανισμοί έχουν εισάγει και υιοθετήσει στόχους και δείκτες που αφορούν την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων και πρώτων υλών. Ωστόσο, πολλοί περισσότεροι είναι οι οργανισμοί, οι οποίοι έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την ανάπτυξη και χρήση δεικτών επίδοσης (Kuhre, 1998). Για τον λόγο αυτό, η μέτρηση και αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης αποτελεί μια κρίσιμη και συστηματική διαδικασία για τις επιχειρήσεις όλων των βιομηχανικών κλάδων, οι οποίες επιδιώκουν να συμβαδίζουν με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και ταυτόχρονα να παρακολουθούν την απόδοση τους με βάση το τρίπτυχο "περιβάλλον- κοινωνία- οικονομική βιωσιμότητα". Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης ορίζεται ως "μία συνεχής εσωτερική διαδικασία και ένα διοικητικό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιεί δείκτες με σκοπό την εξαγωγή στοιχείων και πληροφοριών συγκρίνοντας την παρελθοντική και παρούσα περιβαλλοντική επίδοση ενός οργανισμού σε σχέση με τα κριτήρια της περιβαλλοντικής επίδοσης που ο ίδιος έχει ορίσει" (ISO 14031, 1997). Με τον όρο κριτήρια περιβαλλοντικής επίδοσης νοούνται οι αναμενόμενοι περιβαλλοντικοί σκοποί ή στόχοι που τίθενται από τη διοίκηση ενός οργανισμού. Η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης χρησιμοποιείται για να περιγράψει την επίσημη, μεθοδική διαδικασία της καταμέτρησης, ανάλυσης, έκθεσης και επικοινωνίας της απόδοσης της περιβαλλοντικής διαχείρισης μιας επιχείρησης. Η διαδικασία
αυτή
αφορά
τη
συλλογή
πληροφοριών
και
τη
μέτρηση
της
αποτελεσματικότητας με την οποία ένας οργανισμός συνεχώς διαχειρίζεται τα περιβαλλοντικά του ζητήματα. Κατά συνέπεια, με απλά λόγια, η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης μπορεί να οριστεί ως ένα εργαλείο που βοηθά στη σύγκριση της πραγματικής περιβαλλοντικής επίδοσης ενός οργανισμού με τη στοχοθετημένη επίδοση του, όπου η σύγκριση είναι δυνατή μέσω της χρήσης δεικτών.
125
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σύμφωνα με έναν άλλο ορισμό, η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης αποτελεί "μια συγκεντρωτική μέθοδο μέτρησης και καταγραφής των αποτελεσμάτων της διαχείρισης του οργανισμού υπό τις περιβαλλοντικές πτυχές των δραστηριοτήτων, των προϊόντων ή των υπηρεσιών του". Ανεξάρτητα από τον ορισμό, η ΑΠΕ πρέπει να διενεργείται τακτικά από τον οργανισμό και, δεδομένου ότι πρόκειται για μια τρέχουσα διαδικασία, είναι συνήθως προτιμότερο για τον οργανισμό να καθιερώσει ένα σύστημα συνεχούς ελέγχου για τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές παραμέτρους. Επομένως, η ΑΠΕ δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται περιστασιακά μόνο από εξωτερικά συμβαλλόμενα μέρη όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εξωτερικών συμβούλων. Η διαδικασία της αξιολόγησης μπορεί να αναπαρασταθεί γραφικά, όπως στο σχήμα 2.1, με βάση τη ροή των πληροφοριών και τις σχέσεις που λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα οργανισμό. Η εκτίμηση της επίδοσης βρίσκεται στο κέντρο. Οι αρνητικές πλευρές που υπόκεινται σε αξιολόγηση τοποθετούνται δεξιά και οι θετικές αριστερά.
Περιλαμβάνονται οι σημαντικότερες πλευρές όπως ο αέρας, το νερό και το έδαφος. Το σχήμα 2.1 δείχνει παραστατικά τον τρόπο με τον οποίο οι θετικές και αρνητικές πλευρές πρέπει να αξιολογηθούν σε μια συνεχή μορφή. Επιπλέον, πρέπει να συμπεριληφθεί η μετάδοση και επικοινωνία της επίδοσης. Εσωτερικά, η επικοινωνία είναι σημαντική ώστε να βοηθήσει τους υπαλλήλους στην πραγματοποίηση των ευθυνών τους. Εξωτερικά, είναι απαραίτητη η μετάδοση και επικοινωνία της περιβαλλοντικής επίδοσης σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη 126
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σχήμα 2.1 Ροή πληροφοριών και σχέσεων της ΑΠΕ Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης αποτελεί μία διαδικασία συγκρίσιμη και συμβατή με τα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, καθώς και ένα εργαλείο το οποίο αφορά τον καθορισμό και την εφαρμογή δεικτών, για την παρακολούθηση της απόδοσης του οργανισμού. Ένας οργανισμός με κάποιο ΣΠΔ σε ισχύ μπορεί να αξιολογήσει την περιβαλλοντική του απόδοση με βάση την περιβαλλοντική του πολιτική, τους αντικειμενικούς σκοπούς και στόχους και άλλα κριτήρια συμμόρφωσης με το περιβάλλον. Ένας οργανισμός, από την άλλη, που δε διαθέτει κάποιο ΣΠΔ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ΑΠΕ ως μέσο για τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικών πλευρών του, καθορίζοντας ποιες από αυτές θα θεωρήσει εφεξής ως σημαντικές, θέτοντας κριτήρια για την απόδοσή του όσον αφορά το περιβάλλον και τις επιπτώσεις σε αυτό και αξιολογώντας στη συνέχεια με βάση αυτά τα κριτήρια, την περιβαλλοντική του επίδοση. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αξιολόγηση της περιβαλλοντικής επίδοσης Οφέλη από την ΑΠΕ 127
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η ΑΠΕ, όπως συμβαίνει και με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις, βοηθά τη διοίκηση μιας επιχείρησης να αξιολογήσει με ορθό τρόπο την περιβαλλοντική της επίδοση και να προσδιορίσει τις περιοχές όπου απαιτείται περαιτέρω βελτίωση. Αποτελεί μια συνεχή διαδικασία συλλογής και αξιολόγησης στοιχείων και πληροφοριών ώστε να προκύψει μια έγκυρη εκτίμηση της επίδοσης. Η διαφορά της ΑΠΕ με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις έγκειται στο ότι οι τελευταίες διεξάγονται περιοδικά για να ελεγχθεί η προσαρμογή και συμμόρφωση με τις καθορισμένες απαιτήσεις. Παραδείγματα άλλων εργαλείων που η διοίκηση ενός οργανισμού θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ώστε να παρέχει επιπρόσθετες πληροφορίες στην ΑΠΕ, περιλαμβάνουν τις αρχικές περιβαλλοντικές ανασκοπήσεις καθώς και την Ανάλυση του Κύκλου Ζωής. Ενώ όμως η ΑΠΕ εστιάζεται στη συνεχή περιγραφή της περιβαλλοντικής επίδοσης και περιγράφει την απόδοση των προϊόντων και υπηρεσιών καθ’όλη τη διάρκεια ζωής τους, οι αρχικές περιβαλλοντικές αναθεωρήσεις αντικατοπτρίζουν μια πρώτη ανάλυση των επιλογών προστασίας και βελτίωσης του περιβάλλοντος. Η μέτρηση και παρακολούθηση της απόδοσης με τη βοήθεια των δεικτών είναι σημαντική για τον έλεγχο της συμμόρφωσης ενός οργανισμού με την απαίτηση για συνεχή βελτίωση της περιβαλλοντικής του επίδοσης. Οι δείκτες οφείλουν να καθιστούν σαφές μέχρι ποιο σημείο έχουν γίνει κατανοητοί οι περιβαλλοντικοί στόχοι και εάν έχουν επιτευχθεί. Ένα περιβαλλοντικό πρόγραμμα πρέπει να αποσκοπεί στην καθιέρωση συγκεκριμένων μέτρων, που απορρέουν από ποσοτικούς στόχους οι οποίοι προσδιορίστηκαν μέσω της περιβαλλοντικής αποτίμησης. Συχνά, οι εταιρίες σχεδιάζουν μέτρα και προσπαθούν έπειτα να αξιολογήσουν τη δυνατότητα βελτίωσής τους, και μόνο στη συνέχεια αποφασίζουν για τα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Με τη βοήθεια της ΑΠΕ, ελέγχονται επισταμένως τα σχετικά στοιχεία των περιβαλλοντικών πλευρών και επιπτώσεων όπως οι πρώτες ύλες, η ενέργεια, οι αέριες και άλλες εκπομπές, τα απόβλητα, ο θόρυβος, οι νομικές απαιτήσεις και η οργάνωση της προστασίας του περιβάλλοντος στους χώρους του οργανισμού και εν συνεχεία τίθενται νέοι στόχοι βάσει τόσο των παροντικών, όσο και των προηγούμενων στοιχείων.
128
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η μέθοδος της αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης έχει μεγάλο αριθμό εφαρμογών και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πλήθος οργανισμών, ανεξαρτήτως κλίμακας και δραστηριότητας και σε διαφορετικά στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Εφαρμόζεται ήδη παγκοσμίως από οργανισμούς του κατασκευαστικού τομέα, οργανισμούς παροχής υπηρεσιών υγείας, εταιρείες μεταφορών, οργανισμούς ηλεκτροδότησης αλλά και στον δημόσιο τομέα με σκοπό τη βελτίωση της περιβαλλοντικής απόδοσης, την παροχή μιας βάσης για την αξιολόγηση της επίδοσης, τη
συμμόρφωση
με
τους
κανονισμούς
και την αύξηση
της
λειτουργικής
αποδοτικότητας. Η διαδικασία της αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης συμβάλει ώστε ένας οργανισμός να κατορθώσει: Να βελτιώσει το ίδιο το περιβάλλον: δεδομένου ότι ο οργανισμός παρακινείται να ελαχιστοποιήσει τις αποτιμημένες περιβαλλοντικές πλευρές και επιδράσεις, υπάρχει μια άμεση θετική επίδραση στο περιβάλλον.
Να
βελτιώσει
την
οργανωτική
του
αποτελεσματικότητα
και
κερδοφορία: Σαν αποτέλεσμα της διαδικασίας της ΑΠΕ, μπορεί να παρουσιαστεί βελτίωση των παραγωγικών διαδικασιών, γεγονός το οποίο συμβάλει σε αυξημένη αποδοτικότητα και σε μείωση του κόστους. Να υποβοηθήσει τη διαχείριση του κόστους και των δαπανών: Ως συνέπεια της ορθότερης κατανομής των πόρων, η διοίκηση του οργανισμού ωφελείται με τον καλύτερο έλεγχο των δαπανών ή του κόστους. Με τη βοήθεια της ΑΠΕ, διευκολύνεται ο εντοπισμός των περιβαλλοντικών εξόδων και των οικονομικών κερδών, καθώς και η μείωση του κόστους. Ορισμένοι δείκτες μπορούν να συνδεθούν με τις δαπάνες και συνεπώς να οδηγήσουν στην επιτυχημένη διαχείριση του κόστους. Να καθορίσει τον κατάλληλο επιμερισμό της ενέργειας και των πόρων: Η ΑΠΕ μπορεί να παρέχει στη διοίκηση πληροφορίες για τις βασικές περιοχές όπου πρέπει να διατεθούν οι πόροι και η χρησιμοποιούμενη ενέργεια, προκειμένου να βελτιωθεί η περιβαλλοντική απόδοση του οργανισμού. Να καθορίσει εάν ικανοποιούνται τα κριτήρια περιβαλλοντικής επίδοσης που έχουν τεθεί από τον ίδιο τον οργανισμό: Καθώς παράγονται στοιχεία
129
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) και πληροφορίες κατά τη διαδικασία της ΑΠΕ, η διοίκηση οφείλει να γνωρίζει εάν επιτυγχάνονται οι περιβαλλοντικοί σκοποί και οι αντικειμενικοί στόχοι. Μέσω της ΑΠΕ, οι διορθωτικές ενέργειες καθίστανται πλέον εμφανείς. Να κατανοήσει τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων του στο περιβάλλον: Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οφέλη της ΑΠΕ και εάν δεν επιτυγχάνεται τουλάχιστον εν μέρει, η διαδικασία της ΑΠΕ είναι ανεπιτυχής. Η αξιολόγηση πρέπει να περιέχει ποιοτικές και ποσοτικές πληροφορίες για την κατανόηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Να επιτύχει και να καταδείξει συμμόρφωση με τους νόμους και τους κανονισμούς: Μέσω της εκτίμησης της περιβαλλοντικής επίδοσης, ο οργανισμός θα είναι σε θέση να προσδιορίσει το βαθμό στον οποίο πληροί τις περιβαλλοντικές ρυθμιστικές απαιτήσεις. Να θέσει τη βάση για τη συνεχή βελτίωση του υπάρχοντος συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης (ΣΠΔ): Δεδομένου ότι η ΑΠΕ σε συνεχή βάση επιτρέπει την άμεση σύγκριση με τα κριτήρια περιβαλλοντικής απόδοσης και καθώς τα αποτελέσματα της διαδικασίας χρησιμοποιούνται για τις απαραίτητες διορθώσεις, ενθαρρύνεται η συνεχής βελτίωση του ΣΠΔ. Να θέσει τη βάση για την ανταμοιβή των υπαλλήλων: Οι πληροφορίες που προκύπτουν κατά την ΑΠΕ μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επιβράβευση εκείνων των υπαλλήλων που φροντίζουν πραγματικά για την πορεία του οργανισμού προς τη συνεχή περιβαλλοντική βελτίωση επιδεικνύοντας ταυτόχρονα οικολογική ευαισθητοποίηση. Να βελτιώσει τις σχέσεις με την τοπική κοινωνία και τους πελάτες του: Καθώς πραγματοποιείται η εξωτερική επικοινωνία των αποτελεσμάτων της ΑΠΕ, τουλάχιστον εν μέρει, βελτιώνονται οι σχέσεις με την κοινωνία και τους πελάτες καθώς η επιχείρηση καταδεικνύει το ενδιαφέρον της για το περιβάλλον. Η διαδικασία αποτελεί την κατάλληλη βάση για μια τέτοια επικοινωνία, καθώς και για την εκπόνηση περιβαλλοντικών εκθέσεων. Να βελτιώσει το επίπεδο πληροφόρησης και ετοιμότητας μέσα στον οργανισμό:
δεδομένου
ότι
τα
αποτελέσματα
130
και
τα
ευρήματα
της
ΑΠΕ
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αναμεταδίδονται
μέσα
στην
οργάνωση,
το
επίπεδο
της
περιβαλλοντικής
συνειδητοποίησης αυξάνεται. Να πραγματοποιεί συνεχή έλεγχο και συγκριτική αξιολόγηση των επιδόσεων (benchmarking): εφόσον οι πληροφορίες από τη διαδικασία της ΑΠΕ είναι κατάλληλα τεκμηριωμένες και όλοι οι οργανισμοί είναι πρόθυμοι να καταδείξουν την απόδοση τους, η ΑΠΕ αποτελεί ένα άριστο όργανο για την ενθάρρυνση της αξιολόγησης μέσα στις επιχειρήσεις όσον αφορά την περιβαλλοντική τους απόδοση. Να υποστηρίξει προγράμματα και συστήματα οικολογικής σήμανσης: καθώς πραγματοποιείται ο άμεσος έλεγχος της περιβαλλοντικής επίδοσης μέσω της ΑΠΕ, είναι εύκολο να εντοπιστεί η συμμόρφωση με τα αυστηρά κριτήρια που τίθενται στα προγράμματα οικολογικής σήμανσης. Η διαδικασία αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης επιπλέον: Παρέχει ενδείξεις των περιβαλλοντικών κινδύνων, τους οποίους καλείται να αντιμετωπίσει ο οργανισμός κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του. Παρέχει κίνητρα για στρατηγική δράση, σύμφωνη με τις αρχές της αειφόρου και βιώσιμης ανάπτυξης και από όλα τα διαφορετικά συμβαλλόμενα μέρη μέσα στο οργανισμό. Παρέχει πληροφορίες για την σύγκριση της απόδοσης των οργανισμών του ίδιου τομέα. Παρέχει την απαραίτητη δομή και στρατηγική για την πλήρωση των περιβαλλοντικών στόχων των εμπλεκόμενων μερών και των πελατών.
131
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 2.1.4 Σύγχρονες τεχνολογίες ανάκτησης και αξιοποίησης ανακυκλούμενων υλικών ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ Κατά μέσο όρο παράγονται 1,14 κιλά/κάτοικο την ημέρα, ενώ το 10% των αστικών απόβλητων παράγεται αποκλειστικά από εμπορικές δραστηριότητες. Από τη συνολική ετήσια παραγόμενη ποσότητα προκύπτει ότι το 85% συλλέγεται και αποθέτεται με κανονική ροή, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 15%, που αφορά κυρίως σε απομονωμένες ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης αστικών αποβλήτων, περιλαμβάνει την εφαρμογή προγραμμάτων για τη βελτιστοποίηση του συστήματος συλλογής, τον περιορισμό της παραγωγής τους, την διαλογή στην πηγή, την ανακύκλωση των διαχωρισθέντων υλικών, την εφαρμογή συστημάτων μεταφόρτωσης για την αύξηση της οικονομικής αποδοτικότητας του συστήματος, τη χρήση μεθόδων επεξεργασίας με στόχο την ενεργειακή αξιοποίηση ή την επαναχρησιμοποίηση των υλικών και τη διάθεση του τελικού υπολείμματος σε σύγχρονους χώρους υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων (ΧΥΤΥ). Σύμφωνα και με όσα ορίζει η ΚΥΑ 29407/3508 για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων, δεν επιτρέπεται η διάθεση σε ΧΥΤΑ αποβλήτων που δεν έχουν υποστεί επεξεργασία και ως επεξεργασία ορίζονται οι φυσικές, θερμικές, χημικές ή βιολογικές διεργασίες, συμπεριλαμβανομένης της διαλογής, που μεταβάλλουν τα χαρακτηριστικά των αποβλήτων, προκειμένου να μειωθεί ο όγκος ή οι επικίνδυνες ιδιότητές τους, να διευκολυνθεί η διακίνησή τους ή να βελτιωθεί η ανάκτηση χρήσιμων υλών. Άρα, ως επεξεργασία εννοείται η διαλογή στην πηγή (συσκευασιών, οργανικών, πράσινων, επικίνδυνων οικιακών κ.α.), η μηχανική διαλογή, η μεταφόρτωση και η δεματοποίηση, καθώς και όλες οι τεχνολογίες θερμικής, φυσικής, χημικής και βιολογικής επεξεργασίας. Θα πρέπει να επισημάνουμε, πως δεν υπάρχει βέλτιστη τεχνολογία για το σύνολο των περιπτώσεων διαχείρισης στερεών αποβλήτων, καθώς κάθε μία από αυτές παρουσιάζει μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τους αρμόδιους φορείς (ΦοΔΣΑ) που θα κληθούν να κατασκευάσουν και να λειτουργήσουν τα έργα . Κρίσιμη παραμέτρος σχεδιασμού είναι η ποιοτική και ποσοτική σύσταση των αποβλήτων αλλά και ο βαθμός ανάπτυξης της αγοράς για την αξιοποίηση των προιόντων (RDF, Compost, ανακυκλώσιμα). Οι 132
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) παράμετροι αυτοί επηρεάζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας που θα επιλεχθεί, τόσο από οικονομική , όσο και από τεχνική και περιβαλλοντική άποψη . Καθίσταται πρόδηλο ότι η επιλογή της βέλτιστης τεχνολογίας, θα πρέπει να τεκμηριώνεται μέσω της εκπόνησης εξειδικευμένων τεχνικών μελετών. Ακολούθως αναλύονται οι σημαντικότερες μέθοδοι επεξεργασίας των αστικών αποβλήτων. Επαναχρησιμοποίηση συσκευασιών Η επαναχρησιμοποίηση των συσκευασιών αποτελεί μια σημαντική διαδικασία για τη μείωση των απορριμμάτων. Αναφέρεται σήμερα σχεδόν αποκλειστικά στις γυάλινες φιάλες, μπορεί όμως να επεκταθεί και σε άλλες συσκευασίες, όπως τα πλαστικά. Κατά την εφαρμογή αυτής της διαδικασίας ο αγοραστής προκαταβάλλει στον πωλητή χρηματικό ποσό που του επιστρέφεται κατά την επιστροφή της συσκευασίας. Κατόπιν η συσκευασία επανέρχεται στο χώρο παραγωγής, όπου γίνεται πλύση και ακολούθως επαναχρησιμοποιείται.
Σημαντικός
επαναχρησιμοποίησης
των
παράγοντας
συσκευασιών
είναι
για η
την
επιτυχία
της
σωστή
ενημέρωση
και
ευαισθητοποίηση των καταναλωτών, καθώς και το κόστος περισυλλογής, επιστροφής, πλύσης και εμφιάλωσης των συσκευασιών. Διαλογή στην πηγή Με τη διαλογή υλικών στην πηγή παραγωγής των στερεών αποβλήτων απορριμμάτων επιτυγχάνεται μείωση της ποσότητας που οδηγείται προς τελική διάθεση, με παράλληλη αξιοποίηση υλικών. Η διαλογή στην πηγή αποτελεί εναλλακτικό και συμπληρωματικό στάδιο της συνολικής διαχείρισης των στερεών αποβλήτων. Οι παράμετροι από τους οποίους εξαρτάται η λειτουργικότητα ενός προγράμματος διαλογής στην πηγή είναι: το είδος και η ποσότητα των προς διαλογή – ανακύκλωση υλικών η ποιότητα των ανακτώμενων υλικών η ύπαρξη αγορών για την απρόσκοπτη απορρόφησή τους η ευκολία υλοποίησης και το κόστος άλλων εναλλακτικών τεχνικών διαχείρισης των στερεών αποβλήτων που εφαρμόζονται στην υπό εξέταση περιοχή. Στην Ελλάδα συλλέγονται χωριστά και εκτρέπονται από το ρεύμα των σύμμεικτων αποβλήτων, τα απόβλητα που εμπίπτουν στο Ν.2939/01, δηλαδή τα υλικά συσκευασίας, ΑΗΗΕ κ.α. Σε κάθε περίπτωση, η διαλογή στην πηγή θα πρέπει να
133
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επεκταθεί στη χώρα μας, καθώς αφενός μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αύξηση του βαθμού ανακύκλωσης των υλικών, αφετέρου είναι σύμφωνη με τις γενικές κατευθύνσεις της Ε.Ε. για τη διαχείριση των απορριμμάτων. Επισημαίνεται δε, πως σύμφωνα με τη νέα Οδηγία 2008/98/ΕΚ, προβλέπεται η χωριστή συλλογή μέχρι το 2015 τουλάχιστον 4 ρευμάτων υλικών (χαρτί, πλαστικό, γυαλί, μέταλλο). Η εφαρμογή συστημάτων διαλογής στην πηγή, προυποθέτει την ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης των πολιτών μέσω της εφαρμογής προγραμμάτων ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, τα οποία είναι απαραίτητα για τη βιώσιμη λειτουργία των συστημάτων. Άλλωστε η διαλογή στη πηγή είναι η μοναδική μέθοδος διαχείρισης που προϋποθέτει τη συμμετοχή των πολιτών. Η ΕΕΑΑ διαθέτει και χορηγεί σακούλες ανακύκλωσης στους δήμους με τους οποίους έχει συνάψει σύμβαση για να μπορούν οι πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στο πρόγραμμα
ανακύκλωσης
της
πόλης
τους
σακούλα ανακύκλωσης Αποθήκευση: Τα κριτήρια επιλογής του τύπου και τη χωρητικότητα των δοχείων που χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση στερεών αποβλήτων είναι: τα χαρακτηριστικά των στερεών, τη συχνότητα συλλογής και τον διαθέσιμο χώρο.
134
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Όταν πρόκειται για τη παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων επικίνδυνων αποβλήτων, ο επιδιωκόμενος χρόνος αποθήκευσης είναι μόλις λίγες ημέρες. Όταν παράγονται μικρές ποσότητες και με ασυνεχή τρόπο, ο χρόνος αποθήκευσης προσεγγιστικά είναι διάστημα κάποιων μηνών. Η θέση που θα τοποθετηθούν τα δοχεία εξαρτάται από: το διαθέσιμο χώρο, τη δυνατότητα προσπέλασης οχημάτων σε αυτόν. Συνήθως τα containers εναπόθεσης των απορριμάτων ανήκουν σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής. Για την επιτόπου αποθήκευση στερεών αποβλήτων χρησιμοποιούνται συμβατικά δοχεία (πλαστικά, μεταλλικά), χάρτινες ή Αποθήκευση: Τα κριτήρια επιλογής του τύπου και τη χωρητικότητα των δοχείων που χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση στερεών αποβλήτων είναι: τα χαρακτηριστικά των στερεών, τη συχνότητα συλλογής και τον διαθέσιμο χώρο. Όταν πρόκειται για τη παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων επικίνδυνων αποβλήτων, ο επιδιωκόμενος χρόνος αποθήκευσης είναι μόλις λίγες ημέρες. Όταν παράγονται μικρές ποσότητες και με ασυνεχή τρόπο, ο χρόνος αποθήκευσης προσεγγιστικά είναι διάστημα κάποιων μηνών. Η θέση που θα τοποθετηθούν τα δοχεία εξαρτάται από: το διαθέσιμο χώρο, τη δυνατότητα προσπέλασης οχημάτων σε αυτόν. Συνήθως τα containers εναπόθεσης των απορριμάτων ανήκουν σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής. Για την επιτόπου αποθήκευση στερεών αποβλήτων χρησιμοποιούνται συμβατικά δοχεία (πλαστικά, μεταλλικά). Συλλογή: Στο τομέα της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας τα συμβατικά στερεά απόβλητα που παράγονται σε σημειακές θέσεις συλλέγονται αρχικά σε κάδους. Από εκεί, μεταφέρονται σε μεγαλύτερα δοχεία (containers) συμπιεστές (compactors), ενδεχομένως σε συνδυασμό,με δοχεία αποθήκευσης, εξοπλισμό για άλλη επεξεργασία. Στις κατοικίες τα απορρίμματα συλλέγονται σε πλαστικές σακούλες και μεταφέρονται ιδιωτικά σε κάδους αποκομιδής προσπελάσιμους σε απορριμματοφόρα οχήματα. Η συλλογή γίνεται με τη χρήση μεγάλων κινητών δοχείων. Οι απαιτήσεις σε οχήματα και προσωπικό προκύπτουν κατόπιν έρευνας και υπολογισμού του απαιτούμενου χρόνου για τις επιμέρους δραστηριότητες και του όγκου των προς συλλογή αποβλήτων. Οι επιμέρους δραστηριότητες είναι: Φόρτωση – εκφόρτωση
135
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Παραμονή στους χώρους φόρτωσης και εκφόρτωσης Διαδρομές Η επιλογή των διαδρομών και του χρονοδιαγράμματος γίνεται λαμβάνοντας υπόψη της παραμέτρους της ελαχιστοποίησης διαδρομών και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ανάλογα με τον φόρτο απορριμμάτων που έχει κάθε πόλη. Τα δρομολόγια εφαρμόζονται από τους δήμους και πιο συγκεκριμένα από την υπηρεσία καθαριότητας. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι το συνολικό κόστος συλλογής - μεταφοράς φθάνει το 90-95% του συνολικού κόστους διαχείρισης των αστικών απορριμμάτων. Μεταφόρτωση στερεών αποβλήτων: Ως μεταφόρτωση καλείται ο κύκλος εργασιών μετακίνησης των αποβλήτων από τα μέσα συλλογής σε άλλα μέσα συγκέντρωσής τους, προκειμένου στη συνέχεια να μεταφερθούν προς περαιτέρω διαχείριση. Στους σταθμούς μεταφόρτωσης (ΣΜΑ) τα απορρίμματα μεταφορτώνονται σε ειδικά οχήματα κατάλληλα για κίνηση σε μεγάλες αποστάσεις. Οι σταθμοί αυτοί πρέπει να χωροθετούνται σε κεντροβαρικά σημεία ως προς τις πηγές δημιουργίας των απορριμμάτων, ώστε τα απορριμματοφόρα οχήματα μετά την συμπλήρωση του φορτίου τους να διανύουν την ελάχιστη δυνατή απόσταση μέχρι τον ΣΜΑ, όπου ξεφορτώνουν και επιστρέφουν και πάλι στο έργο της αποκομιδής. Στη συνέχεια, τα οχήματα από τον ΣΜΑ μεταφέρουν τα απορρίμματα σε μονάδα/ες επεξεργασίας ή/και τελικής διάθεσης, έχοντας πολλαπλάσιο ωφέλιμο φορτίο από εκείνο των απορριμματοφόρων. Οι σταθμοί μεταφόρτωσης ταξινομούνται ανάλογα με τη δυναμικότητά τους (μικροί/μεγάλοι), το είδος των πάγιων εγκαταστάσεων (σταθεροί/κινητοί) και το βαθμό συμπίεσης των απορριμμάτων που επιτυγχάνουν. Σταθερός θεωρείται ο σταθμός μεταφόρτωσης όπου όλες οι απαραίτητες διαδικασίες εκτελούνται σε συγκεκριμένο χώρο με την κατάλληλη πάγια εγκατάσταση και τεχνική υποδομή ενώ κινητός σταθμός μεταφόρτωσης θεωρείται οποιοσδήποτε τύπος οχήματος ή συνδυασμός οχημάτων, που φέρει τον κατάλληλο εξοπλισμό για την υποδοχή των αποβλήτων χωρίς τη μεσολάβηση πάγιων εγκαταστάσεων.
136
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Τα απόβλητα, κατά τη διαδικασία αυτή υφίστανται συμπίεση, η οποία στοχεύει στην επίτευξη του μέγιστου επιτρεπόμενου, κατά περίπτωση, ωφέλιμου φορτίου για την περαιτέρω μεταφορά τους. Η συμπίεση αυτή γίνεται συνήθως σε containers ενώ εναλλακτικά,
σε
συγκεκριμένες
περιπτώσεις,
δεματοποίηση
των αποβλήτων, με
χρήση
ενδέχεται
να
πραγματοποιηθεί
εγκαταστάσεων υψηλού
βαθμού
συμπίεσης.Η εγκατάσταση σταθμού μεταφόρτωσης είναι αποδοτική όταν η απόσταση του χώρου διάθεσης είναι μεγαλύτερη των 30km και η ημερήσια ποσότητα των απορριμμάτων ξεπερνά τους 20 τόνους. Ακολουθεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα υπολογισμού χρήσης ή μη σταθμού μεταφόρτωσης, ώστε να γίνει πιο κατανοητός ο στόχος που εξυπηρετεί.
ΚΕΝΤΡΑ ΔΙΑΛΟΓΗΣ ΥΛΙΚΩΝ- Κ.Δ.Α.Υ Τα Κέντρα Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών (Κ.Δ.Α.Υ.) είναι εγκαταστάσεις όπου με συνδυασμό μεθόδων μηχανικής – χειρωνακτικής διαλογής, διαχωρίζονται ομάδες υλικών τα οποία προέρχονται από διαλογή στην πηγή (ανακυκλώσιμα). Στη συνέχεια, τα υλικά υφίστανται ποιοτική αναβάθμιση και δεματοποίηση ανά υλικό. Έτσι μπορούν 137
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) να επιτευχθούν οι απαιτήσεις ποιότητας για την απορρόφησή τους από την αγορά και εξασφαλίζονται υψηλότερες τιμές πώλησης. Ο σχεδιασμός ενός Κ.Δ.Α.Υ. και η επιλογή του αντίστοιχου εξοπλισμού εξαρτάται από τις ποσότητες και το είδος των εισερχόμενων υλικών καθώς και από τις απαιτήσεις της αγοράς ως προς τα ανακτώμενα προϊόντα. Μηχανική ανακύκλωση Στις εγκαταστάσεις μηχανικής ανακύκλωσης ΚΔΑΥ πραγματοποιείται διαχείριση κυρίως των μικτών οικιακών στερεών αποβλήτων και επιτυγχάνεται μηχανικός διαχωρισμός, ανάκτηση καθώς και περαιτέρω επεξεργασία υλικών που περιέχονται σε αυτά. Τα υλικά που ανακτώνται είναι κυρίως: Βιοαποδομήσιμα οργανικά Χαρτί - Πλαστικό Μίγμα χαρτιού και πλαστικού Σιδηρούχα μέταλλα - Αλουμίνιο Τα παραπάνω υλικά εφόσον υποστούν περαιτέρω επεξεργασία ανακυκλώνονται, με εξαίρεση το μίγμα χαρτιού και πλαστικού το οποίο χρησιμοποιείται ως καύσιμο υλικό. Οι μέθοδοι μηχανικής επεξεργασίας οι οποίοι μπορούν να συνδυαστούν με όλες τις μεθόδους βιολογικής επεξεργασίας, ταξινομούνται στις εξής βασικές κατηγορίες: Τεχνολογίες προετοιμασίας των αποβλήτων Τεχνολογίες διαχωρισμού των αποβλήτων
138
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Οι τεχνολογίες προετοιμασίας των αποβλήτων αφορούν στη διάνοιξη των σάκων, την ελάττωση του μεγέθους και την αποκατάσταση της ομοιομορφίας των αποβλήτων. Τεχνολογικός εξοπλισμός ανακυκλούμενων υλικών. Είσοδος Εργοστασίου – Ζυγιστήριο: Όλα τα οχήματα ζυγίζονται μία φορά, είτε στην είσοδο αν πρόκειται για απορριμματοφόρα και φορτηγά κλαδιών, είτε στην έξοδο κατά την παραλαβή των προϊόντων ή την απομάκρυνση των αχρήστων. Η ζύγιση των εισερχομένων οχημάτων γίνεται μέσω των δύο γεφυροπλαστιγγών εισόδου, ενώ των εξερχόμενων μέσω της γεφυροπλάστιγγας εξόδου. Για την γρήγορη εξυπηρέτηση των οχημάτων, όλη η διαδικασία ελέγχου, ζύγισης, καταγραφής και καθοδήγησης των απορριμματοφόρων οχημάτων είναι πλήρως αυτοματοποιημένη, χωρίς να απαιτείται η έξοδος του οδηγού του οχήματος ή η πληκτρολόγηση πληροφοριών. Για το σκοπό αυτό όλα τα οχήματα εφοδιάζονται με μαγνητική κάρτα, η οποία περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, ήτοι τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος, τον Δήμο προέλευσής του, τον τύπο των μεταφερόμενων υλικών και το απόβαρό του. Μονάδα υποδοχής-τροφοδοσίας απορριμμάτων: Η Μονάδα Υποδοχής και Τροφοδοσίας των Απορριμμάτων εξυπηρετεί την παραλαβή των σύμμεικτων απορριμμάτων που προσέρχονται με την εκκένωση των απορριμματοφόρων. Επιπλέον
139
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) παρέχει αποθηκευτική ικανότητα για την παραλαβή της μέγιστης ποσότητας απορριμμάτων τη Δευτέρα. Από τη Μονάδα Υποδοχής, τα απορρίμματα, μετά την απομάκρυνση των ογκωδών, δοσομετρούνται ομαλά προς την επεξεργασία τους.
Στόχος της μονάδας μηχανικού διαχωρισμού είναι ο διαχωρισμός των εισερχομένων σύμμεικτων απορριμμάτων προς παραγωγή τεσσάρων κλασμάτων: o Του κλάσματος προς κομποστοποίηση, για την παραγωγή εμπορεύσιμου compost κατόπιν ελεγχόμενης βιοαποδόμησης των οργανικών. o Του κλάσματος προς παραγωγή καύσιμης ύλης RDF ,από μίγμα χαρτιού, πλαστικού και άλλων ελαφρών καύσιμων υλικών, σε τελική μορφή δεμάτων. o Σιδηρούχα (μαγνητιζόμενα) μέταλλα. Σφυρόμυλοι:όπου τααπόβλητα υφίστανται σημαντική μείωση του μεγέθους τους με τη βοήθεια σφυριών που ταλαντώνονται. Το πρόβλημα τους είναι ότι είναι ακατάλληλοι να διαχειριστούν δοχεία υπό πίεση Μεγάλοι σφυρόμυλοι έχουν την δυνατότητα να επεξεργάζονται 2500-3500kg/ώρα, με μοτέρ ηλεκτρικής ισχύος 110 kWκαι βάρος 2500 κιλών. Περιστροφικοί κόπτες: Περιστρεφόμενα μαχαίρια ή δίσκοι περιστρέφονται με χαμηλή ταχύτητα και υψηλή ροπή. Η διατμητική τους δράση σχίζει ή τέμνει τα περισσότερα υλικά εκτός από μεγάλα αντικείμενα που μπορούν να καταστρέψουν τους κόπτες αυτούς. Περιλαμβάνουν 2-3 άξονες κοπής και η ισχύς τους κυμένεταο από 10400 hpανάλογα με τον όγκο διαχείρισης του εκάστοτε εργοαστασίου. 140
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
περιστρεφόμενος κόπτης. Περιστρεφόμενα τύμπανα ή θραυστήρες κυλίνδρου: Το υλικό ανυψώνεται καθώς προσκολλάται στα τοιχώματα του τύμπανου και κατόπιν πέφτει στο κέντρο, λόγω της βαρύτητας, επιτυγχάνοντας ανάδευση και ομογενοποίηση των αποβλήτων. Τα κοφτερά αντικείμενα που ενυπάρχουν στα απόβλητα (γυαλί, μέταλλα) συνεισφέρουν στη μείωση του μεγέθους των πιο μαλακών υλικών, όπως το χαρτί και ταβιοαποδομήσιμα, χωρίς να κονιορτοποιούνται τα ίδια. Η ισχύς τους είναι από 6108000 hp . Σφαιρόμυλοι: Περιστρεφόμενα τύμπανα φέρουν βαριές σφαίρες για να τεμαχίσουν ή να κονιορτοποιήσουν τα απόβλητα. Περιστρεφόμενα τύμπανα υγρής φάσης με κόπτες: Μετά από την προσθήκη νερού, τα απόβλητα δημιουργούν μεγάλα συσσωματώματα που θρύβονται από τους κόπτες κατά την περιστροφή του τύμπανου. Θραυστήρες πλαστικών σάκων: Μπορεί να είναι τύπου περιστροφικού κόπτη (με αυξημένες ανοχές μεταξύ των περιστρεφόμενων μαχαιριών κοπής, ώστε να σχίζεται μόνο ο σάκος και να μην τεμαχίζεται το περιεχόμενο), παλινδρομικής χτένας ή οδοντοφόρων αλυσίδων. Ο σπαστήρας δεμάτων αυτοματοποιεί την εργασία και είναι ουσιαστικά μια μεταφορική ταινία όπου τα δέματα θα τοποθετηθούν και με ένα σύστημα περιστρεφόμενων αξόνων που ξύνουν το δέμα των μπουκαλιών, εξάγουν τα ενιαία μπουκάλα με μια καθορισμένη ταχύτητα.
141
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Κόσκινα: Διαχωρίζουν το μέγεθος και την πυκνότητα του υλικού σε υπερμεγέθη υλικά.Τα κόσκινα χρησιμοποιούνται για να ξεφορτώσουν τα μικρά κομμάτια από τα μπουκάλια PET και HDPE μετά από το σπαστήρα δεμάτων. Στην πραγματικότητα τα μικρά κομμάτια μπορεί να είναι καπάκια, μικρές πέτρες, σπασμένο γυαλί, μικρά κομμάτια PVC, κτλ. Επίσης ένα κόσκινο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν δοσομετρητής-τροφοδότης στην επόμενη ταινία μεταφοράς κάνοντας πιο εύκολη την χειροκίνητη ή την αυτόματη ταξινόμηση. Χειρωνακτικός διαχωρισμός: Τα υλικά περνούν μέσω της ταινίας (ιμάντα) μπρόστα από το εκπαιδευμένο προσωπικό των ΚΔΑΥ και ξεχωρίζονται από αυτά που δεν είναι κατάλληλα προς της αξιοποίηση της ανακύκλωσης. Τα ελλατωματικά υλικά π.χ λερωμένα υλικά, τυχόν οργανικά, σύμμεικτα, φεύγουν από την διαδικασία και προωθούνται σε κάποιο ΧΥΤΥ. Μαγνητικοί διαχωριστές: Οι τύποι τους είναι ηλεκτρικοί αλλά και υδραυλικοί. Η μέθοδος χρησιμοποιείται γα να διαχωρίζει τα μαγνητικά από τα μη μαγνητικά υλικά. Το υλικό περνάει μέσα από το μαγνητικό πεδίο ενός ηλεκτρομαγνήτη, οπότε τα μαγνητικά συστατικά του έλκονται από τον μαγνήτη και διαχωρίζονται. Διαχωριστές με επαγωγικά ρεύματα: Χρησιμοποιέιται για τιν διαχωρισμο υλικών διαφορετικής ηλεκτρικής αγωγιμότητας. Η αρχή της μεθόδου μοιάζει με τον μαγνητικό διαχωρισμό, αλλά στην θέση του μαγνήτη υπάρχει ένα ηλεκτρόδιο. Διαχωριστές επίπλευσης αφρού: Οι παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο σχεδιασμό ενός δοχείου επίπλευσης είναι: - Ο λόγος ανάμεσα στην επιφάνεια του δοχείου και τον όγκο των φολίδων σε κάθε χρονική στιγμή. Ο φαινομενικός όγκος των ξηρών φολίδων. Η πυκνότητα του κάθε υλικού (χρήσιμου και προσμίξεων). Η ταχύτητα του νερού στην επιφάνεια του δοχείου. Η παροχή εξόδου του δοχείου. Ο τρόπος τροφοδοσίας των φολίδων στο δοχείο. Η ανάμειξη κάτω από την επιφάνεια. Η γωνία των πλευρών στον πάτο. Η καθαρότητα του νερού
142
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι υδροκυκλώνες (κυκλώνες που χρησιμοποιούν νερό αντί για αέρα) χρησιμοποιούν τη φυγόκεντρο δύναμη του νερού που περιστρέφεται μέσα στον κύλινδρο, για να διαχωρίσουν υλικά πυκνότητας μεγαλύτερης του 1 g/cm3 στην άκρη, ενώ υλικό μικρότερης πυκνότητας μένει στο κέντρο. Η κίνηση του νερού ενισχύει τη διαφορά της ειδικής πυκνότητας των υλικών. Αεροδιαχωριστές: Ο διαχωρισμός με αέρα είναι ένας εύκολος σχετικά τρόπος για να διαχωριστούν διαφορετικά υλικά και χρησιμοποιείται στις ακόλουθες εφαρμογές. - Για να αφαιρέσει το χάλυβα, τις πέτρες και την άμμο από το τεμαχισμένο φιλμ, επειδή το φιλμ είναι ελαφρότερο - Για να χωριστούν οι πλαστικές ετικέτες από τις φολίδες. - Για τον διαχωρισμό πολύ μικρών τεμαχιδίων που παράγονται από τις διάφορες μηχανές παραγωγής, παραδίδοντας ένα προϊόν χωρίς σκόνη.
Βαλλιστικοί διαχωριστές και οπτικοί διαχωριστές : Διαχωρίζουν με βάση την πυκνότητα και την ελαστικότητα αλλά και την οπτική ιδιότητα των υλικών. Κοκκοποιητές: Στους κοκκοποιητές που διαχειρίζονται βρώμικα υλικά είναι σημαντικό να είναι φτιαγμένοι από ανθεκτικά υλικά και να είναι μεγάλος ο χρόνος που χρειάζεται να αντικατασταθούν οι λεπίδες. Υπάρχουν 2 κατηγορίες κοκκοποιητών, ξηρής και υγρής λειτουργίας. Οι κοκκοποιητές ξηρής λειτουργίας χρησιμοποιούνται για όλα τα απορρίμματα που δεν χρειάζονται πλύση, η ξηρή λειτουργία καθίστα τη μηχανή παραγωγικότερη επειδή μπορεί να εξοπλιστεί με αναρροφητήρες (ανεμιστήρες) που θα απορροφήσουν τα κομμάτια πλαστικού από το πλέγμα και θα βοηθήσουν στην ψύξη της συσκευής, του στροφέα και του ίδιου του υλικού. Οι κοκκοποιητές υγρής λειτουργίας (με χρήση νερού) είναι λιγότερο αποδοτικοί, αν συγκρίνουμε ίδιου
143
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μεγέθους μηχανήματα, αλλάς την περίπτωση βρώμικου υλικού, οι λεπίδες έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και το σύστημα αυτοκαθαρίζεται.
Κοκοποιητής Μηχανικός φυγοκεντρικός ξηραντήρας: Η ποιότητα και η ταχύτητα της ξήρανσης εξαρτάται από το πάχος των φολίδων πχ του πλαστικού. Υπάρχουν 5 τύποι ξηραντικών συσκευών που κυκλοφορούν ευρέως στην αγορά: Φυγοκεντρικοί ξηραντήρες. Πρέσες συμπίεσης. Συστήματα θερμού αέρα. Περιστρεφόμενες σχάρες με κυκλοφορία θερμού αέρα. Συσσωματοποιητές Φίλτρα και πρέσες – ταξινόμηση Οι αρχές του συστήματος στηρίζονται στο διαχωρισμό του υλικού με βάση το μέγεθος με τη χρήση ενός ή περισσότερων κοσκίνων ή σχαρών. Υπάρχουν πολλές μεταβλητές και θα πρέπει η κάθε σχάρα να είναι διαφορετικής διαμέτρου οπών και με τη χρήση
144
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) κατάλληλου ρεύματος θερμού αέρα μπορεί οι φολίδες να πάνε στη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Οι ταξινομητές μπορεί να είναι είτε επίπεδοι, είτε επικλινείς ή κυκλικοί και η επιλογή εξαρτάται από το υλικό που πρόκειται να ταξινομηθεί.
πρέσα ανακυκλώσιμων Επιπλέον υπάρχουν συστήματα που σπάνια χρησιμοποιούνται: Ρευστοστερεές κλίνες .- Φούρνοι μικροκυμμάτων συνεχούς λειρουργίας. Φούρνοι υπέρυθρου φωτός συνεχούς λειρουργίας ΘΕΡΜΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ Η θερμική επεξεργασία των στερεών αποβλήτων περιλαμβάνει όλες τις διαδικασίες μετατροπής του περιεχομένου τους σε αέρια, υγρά και στερεά προϊόντα, με ταυτόχρονη ή συνεπακόλουθη αποδέσμευση θερμικής ενέργειας. Οι τεχνικές θερμικής επεξεργασίας μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: αποτέφρωση – καύση αεριοποίηση τεχνική του πλάσματος πυρόλυση 145
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Καύση Η αποτέφρωση ή πιο κοινά η καύση των στερεών απορριμμάτων ουσιαστικά εκπροσωπεί μια αρκετά παλαιά και διαδεδομένη διεργασία η οποία δεν έχει καμία εφαρμογή στην Ελλάδα. Περιλαμβάνει την ανάπτυξη υψηλών θερμοκρασιών, με παρουσία φλόγας, για την οξείδωση των επιμέρους στοιχείων αυτών, δηλαδή την ένωσή τους με το οξυγόνο. Στόχος της εν λόγω διεργασίας είναι η εξάτμιση, η αποσύνθεση ή καταστροφή των οργανικών στοιχείων των απορριμμάτων, παρουσία οξυγόνου (είτε σε στοιχειομετρική αναλογία, είτε σε περίσσεια), καθώς και η ταυτόχρονη μείωση του προς τελική διάθεση όγκου τους. Αυτό πραγματοποιείται με χρήση είτε της απαιτούμενης στοιχειομετρικά ποσότητας αέρα είτε με περίσσεια αέρα. Οι προϋποθέσεις για την επίτευξη πλήρους καύσης των αποβλήτων είναι: επαρκής ποσότητα καύσιμου υλικού και οξειδωτικού μέσου (O2) στην εστία καύσης επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας ανάφλεξης σωστή αναλογία μίγματος (καύσιμης ύλης - οξυγόνου) συνεχής απομάκρυνση των αερίων τα οποία παράγονται κατά την καύση συνεχής απομάκρυνση των υπολειμμάτων της καύσης
Κατά την καύση εκτός των τυπικών προϊόντων καύσης (διοξείδιο του άνθρακα, ατμός, μονοξείδιο του άνθρακα) παράγεται ανάλογα με την ποιότητα των αποβλήτων και μια σειρά άλλων ουσιών όπως διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου, υδροχλώριο, υδροφθόριο, πολυκυκλικοί υδρογονάνθρακες κλπ. Επίσης, κατά την καύση των στερεών αποβλήτων παραμένουν στερεά υπολείμματα, τα οποία αντιστοιχούν στο 25-40% του βάρους των εισερχομένων αποβλήτων. Η ποσότητα των υπολειμμάτων εξαρτάται από τη σύνθεση των αποβλήτων και τα τεχνικά χαρακτηριστικά της εγκατάστασης. Διακρίνονται σε τέφρα που παράγεται στο χώρο της καύσης (απομακρύνονται μετά την εσχάρα), τέφρα από τους λέβητες (υπολείμματα τα οποία δημιουργούνται στις θερμαντικές επιφάνειες των λεβήτων και συγκεντρώνονται στις χοάνες κάτω από το λέβητα), ιπτάμενη τέφρα και σκόνη που κατακρατείται στα φίλτρα (συγκεντρώνεται
146
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στις χοάνες κάτω από τα ηλεκτρόφιλτρα ή σακκόφιλτρα) και υπολείμματα τα οποία παράγονται από τα συστήματα καθαρισμού των αερίων. Οι μονάδες αποτέφρωσης σχεδιάζονται ώστε να επεξεργάζονται είτε σύμμεικτα απόβλητα είτε εναλλακτικά καύσιμα που προέρχονται από την επεξεργασία των αποβλήτων (SRF-RDF). Διαφοροποιούνται τόσο σε σχέση με τον τύπο του συστήματος καύσης (κινούμενων εσχαρών, περιστρεφόμενου κλιβάνου, ρευστοποιημένης κλίνης) όσο και σε σχέση με το σύστημα ελέγχου της ρύπανσης. (υγρή /ξηρή επεξεργασία απαερίων, σακκόφιλτρα, ηλεκτροστατικά φίλτρα, πλυντρίδες κ.α.). Για την επεξεργασία των σύμμεικτων αποβλήτων χρησιμοποιείται το σύστημα κινούμενων εσχαρών ενώ οι άλλοι τύποι συστημάτων καύσης χρησιμοποιούνται συνήθως για την αποτέφρωση επεξεργασμένων ρευμάτων αποβλήτων. Η θερμική επεξεργασία (στοιχειομετρική καύση), αποτελεί ώριμη μέθοδο επεξεργασίας στερεών αποβλήτων με πλήθος εργοστασίων να λειτουργούν στα κράτη μέλη της Ε.Ε. και λόγω των παραγόμενων αέριων εκπομπών, διέπεται από πολύ αυστηρό πλαίσιο ελέγχου, το οποίο στοχεύει στην ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Ειδικά τα συστήματα αντιρρύπανσης, χρησιμοποιούν τεχνολογία αιχμής και έχουν καταφέρει να περιορίσουν σημαντικά τις παραγόμενες αέριες εκπομπές τα τελευταία χρόνια. Θα πρέπει να σημειωθεί πως λειτουργούν περίπου 600 εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων παγκοσμίως και περρισότερες από 400 απο αυτές βρίσκονται στην Ε.Ε. Όλες οι κατηγορίες υπολείμματος από τη θερμική επεξεργασία απαιτούν προσεκτική διαχείριση. Η διάθεση σε χώρο ταφής πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εκπλυσιμότητα των διαφόρων συστατικών που περιέχουν τα υπολείμματα αυτά. Η ιπτάμενη τέφρα περιέχει υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, διαλυτών αλάτων, οργανικών και την υψηλότερη περιεκτικότητα από όλα τα κατάλοιπα σε χλωριωμένες οργανικές ενώσεις. Θεωρείται επικίνδυνο απόβλητο και αν δεν εφαρμοστεί κάποια μέθοδος αδρανοποίησής της θα πρέπει να διατεθεί σε χώρο διάθεσης επικίνδυνων αποβλήτων. Η τέφρα βάσης μπορεί να διατεθεί μετά την ψύξη της σε ΧΥΤΑ αλλά συνήθως αξιοποιείται στην οδοποιία, καθώς στα κράτη μέλη της Ε.Ε.
147
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) έχουν αναπτυχθεί εθνικές προδιαγραφές για την αξιοποίησή της, σε αντίθεση με την ελληνική πραγματικότητα. Περιγραφή της διαδικασίας της καύσης: Η διαδικασία ξεκινά με την εκφόρτωση των απορριμμάτων από τα απορριμματοφόραστον χώρο αποθήκευσης (σιλό). Από το σιλό μέσω του εναέριου γερανού τααπορρίμματα εισέρχονται στη χοάνη παροχής που ρυθμίζει μια συνεχή ροήαπορριμμάτων στις σειόμενες κινούμενες εσχάρες όπου γίνεται παροχή θερμού αέρακαύσης μέσω ενός φυσητήρα, κάτω από την εσχάρα μεταφοράς με αποτέλεσμα, με τη βοήθεια της ακτινοβολίας από τα αντανακλαστικά τοιχώματα του κλιβάνου, την αφαίρεση ενός μεγάλου μέρους από την υγρασία των απορριμμάτων που πρόκειται να καούν (φάση ξήρανσης σε θερμοκρασία 100 ΟC). Ακολουθεί η φάση της εξαερίωσης των πτητικών αερίων σε θερμοκρασία 250ΟC. Κατόπιν μέσω των κινούμενων σχαρών τα απορρίμματα οδηγούνται στην εστία όπουαναμειγνύονται
με
την
κατάλληλη
ποσότητα
αέρα,
αναφλέγονται
(σε
θερμοκρασίες 500-600 ΟC). Η θεωρητική ποσότητα του αέρα καύσης μπορεί να υπολογιστεί από αναλύσειςπου γίνονται στα απορρίμματα. Συνήθως όμως χρειάζεται μεγάλη περίσσεια αέρα για να πραγματοποιηθεί τέλεια καύση και να αποφευχθεί η διάβρωση του λέβητα. Η καύση συντηρείται από μόνη της λόγω της υψηλής θερμογόνου δύναμης των απορριμμάτων ή με την προσθήκη μικρών ποσοτήτων βοηθητικού καυσίμου. Η θερμοκρασία στο χώρο καύσης είναι συνήθως μεταξύ 300-1200 ΟC. Μεγαλύτερες θερμοκρασίες αποφεύγονται γιατί προκαλείται μερική τήξη της στάχτης που επικολλάταιπάνω στα τοιχώματα και δημιουργούν προβλήματα σκωρίας. Η εστία του κλιβάνου έχεισυνήθως ανθεκτικά πυρίμαχα ανακλαστικά τοιχώματα. Νεότεροι τύποι κλιβάνου διαθέτουν υδάτινα τοιχώματα με άμεση μεταφορά θερμότητας από το χώρο καύσης στονερό των σωλήνων. Διαφορετικά, μετά την πυρίμαχη εστία υπάρχει ο ατμολέβητας πουτα καυσαέρια αποδίδουν ένα μεγάλο μέρος της θερμότητας των προς παραγωγή ατμών. Η διαφορετική σύνθεση των απορριμμάτων από εποχή σε εποχή ή ακόμη και από περιοχή σε περιοχή ως και η ποσότητα τους μέσα στο θάλαμο καύσης έχουν σαναποτέλεσμα τον διαφορετικό χρόνο παραμονής τους.
148
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Για να γίνει πλήρης καύση, τααπορρίμματα πρέπει να παραμείνουν στο θάλαμο καύσης από μία μέχρι 3 ώρες και 30 λεπτά. Επειδή πολλές από τις οργανικές ενώσεις που περιέχουν τα απορρίμματα είναι οργανικά ασταθείς, ελευθερώνονται πολλά επιβλαβή αέρια. Αυτά σε μοντέρνεςεγκαταστάσεις μετά την κύρια εστία καύσης και πριν τον ατμολέβητα διέρχονται από ένα μετακαυστήρα για να εξασφαλιστεί η πλήρης καύση τους.Κατά τη διάρκεια της καύσης εκπέμπονται αέρια, παράγεται τέφρα καθώς επίσης καιυγρά απόβλητα, τα οποία προέρχονται από τον καθαρισμό των αερίων. Τα εκπεμπόμενα αέρια αποτελούνται από αιωρούμενα σωματίδια, προϊόντα καύσης και οργανικά σώματα που δεν έχουν καεί. Στα αιωρούμενα σωματίδια περιλαμβάνονται ανόργανα σωματίδια καθώς και τέφρα. Το μέγεθος τους ποικίλει από λιγότερο του ενός μικρού μέχρι και το μέγεθος της άμμου. Τα καυσαέρια κατόπιν διοχετεύονται στα ηλεκτροστατικά φίλτρα, τα οποία συγκρατούν τα ανόργανα αιωρούμενα σωματίδια και την αιωρούμενη τέφρα. Για να χρησιμοποιηθούν τα ηλεκτροστατικά φίλτρα αυτά, η θερμοκρασία των καυσαερίων πρέπει να βρίσκεται περίπου στους 400 ΟC. Έτσι τα αέρια διαβιβάζονται σε εναλλάκτη θερμότητας με σύγχρονη παραγωγή ατμού. Κατόπιν οδηγούνται στην καμινάδα όπου συνήθως ένας ισχυρός ανεμιστήρας εξασφαλίζει τον αναγκαίο αερισμό. Τα υπολείμματα καύσης (τέφρα και άκαυστο υλικό ψύχονται με νερό στα λουτρά ψύξης μεταφέρονται με ταινίες σε σπαστήρα και μετά στην εγκατάσταση διαλογής όπου με μαγνήτες έλκονται τα μεταλλικά αντικείμενα προς ανακύκλωση τους.Από ένα άνοιγμα στη βάση του θαλάμου καύσης απομακρύνεται η ιπτάμενη τέφρα. Τα υπολείμματα της καύσης μετά τους μαγνητικούς διαχωριστές καθώς και ιπτάμενη τέφρα οδηγούνται τελικά για ταφή.Τέλος, τα υγρά απόβλητα από την έκπλυση των ρύπων στα διάφορα στάδια της καύσης,οδηγούνται σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας υγρών αποβλήτων. Πυρόλυση
149
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Πυρόλυση είναι η μέθοδος ανάκτησης ενέργειας με την παραγωγή αερίου καυσίμου,κατά την οποία λαμβάνει χώρα φυσική και χημική αποσύνθεση των οργανικών ουσιών που βρίσκονται στα απορρίμματα υπό την επίδραση θερμότητας σε περιβάλλον απουσίας αέρα ή οξυγόνου. Είναι μια πολύ ελαστική διαδικασία, η οποία παρέχει τη δυνατότητα για Παρασκευή πολλών καυσίμων από πρώτες ύλες. Κατά την πυρόλυση διασπόνται χημικοί δεσμοί και λαμβάνονται προϊόντα υψηλού ενεργειακού περιεχομένου, τα οποία ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να είναι στερεά,υγρά ή αέρια. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα μέσα σε ειδικό κλίβανο υπό πίεση, λίγο μεγαλύτερη από την ατμοσφαιρική σε θερμοκρασία 500C, για την παραγωγή υγρού (λαδιού), ή μέχρι 700 C, οπότε παράγεται κυρίως αέριο και κάρβουνο. Η τροφοδοσίατου κλιβάνου, ανάλογα με τον τύπο του, μπορεί να γίνεται είτε με ακατέργαστα απορρίμματα, είτε με κατεργασμένα σε μορφή μικρών τεμαχίων.Η θερμότητα που απαιτείται για την επίτευξη της πυρόλυσης, συνήθωςαντλείται από την καύση ενός μέρους (1:5) των παραγόμενων αερίων καυσίμων. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι η περιεκτικότητα σε νερό της πρώτης ύλης πρέπει να είναι μικρότερη από 40%, διαφορετικά δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί η μέθοδος. Κατά τη διάρκεια 150
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) της πυρόλυσης οι περισσότερες από τις θερμικά ασταθείς οργανικέςενώσεις μετατρέπονται σε χρήσιμα καύσιμα αέρια (κυρίως H2, N2, CH4, CO, CO2 , C2H4, C2H6 (αιθάνιο), C6H6 (βενζόλιο), C7H8 (τουλουένιο) κλπ) των οποίων η θερμογόνος δύναμη εξαρτάται από το είδος του πυρολυτικού αντιδραστήρα, όπου γίνεται η αντίδραση χαμηλής ή υψηλής θερμοκρασίας και από τη σύσταση των απορριμμάτων. Επίσης, προκύπτει ένα κλάσμα που αποτελείται από πίσσα και διάφορα ελαιώδηπροϊόντα, που υπό κανονική θερμοκρασία περιβάλλοντος είναι σε υγρή κατάσταση και περιέχει χημικές ενώσεις όπως οξικό οξύ, ακετόνη, μεθανόλη, ακεταλδεϋδη κλπ. Η θερμογόνος δύναμη του κλάσματος αυτού είναι 10000 BTU/Lb.Τέλος, προκύπτει ένα στερεό υπόλειμμα που περιέχει στερεό άνθρακα και μερικά άλλα αδρανή υλικά, με πολύ μικρή θερμογόνο δύναμη που στην ουσία το καθιστούν άχρηστο ως καύσιμο. Οι χημικές αντιδράσεις της πυρόλυσης είναι ενδόθερμες (σε αντίθεση με αυτές της καύσης) και η ενέργεια των αερίων που παράγονται είναι 4 φορές μεγαλύτερη από την απαιτούμενη για την πυρόλυση θερμότητα.
151
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Από το παραγόμενο λοιπόν αέριο, ένα μέρος χρησιμοποιείται για να καλύψει τις ανάγκες τις εγκατάστασης σε ενέργεια και το υπόλοιπο μπορεί να καεί επί τόπου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με τη βοήθεια αεριοστροβίλου. Στο παρακάτω διάγραμμα αναλύεται η διαδικασία της πυρόλυσης
152
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
διαδικασία πυρόλυσης.
Η τροφοδοσία είναι συνεχής σε ένα περιστρεφόμενο κλίβανο και τα εξερχόμενα αέρια περνάνε πάνω από τα εισερχόμενα απορρίμματα για να υποβοηθηθεί η πυρόλυση. Επίσης, χρειάζονται μεγάλες ποσότητες βοηθητικού καυσίμου. Τα εξερχόμενα αέρια περνάνε σε άλλη μονάδα καύσης όπου αναμειγνύονται με τον αέρα και καίγονται. Η θερμοκρασία σε αυτή τη φάση είναι πολύ υψηλή (1000οC). Στη συνέχεια περνούν από ένα εναλλάκτη θερμότητας για την παραγωγή ατμού. Τα αέρια πριν διοχετευθούν στην ατμόσφαιρα πρέπει να καθαριστούν αλλά η διαδικασία είναι απλούστερη από ότι στην περίπτωση της καύσης, διότι τα αιωρούμενα σωματίδια είναι πολύ λιγότερα. Η μονάδα αυτή παράγει αέριο με χαμηλή θερμογόνο δύναμη αλλά λόγω της πολύ χαμηλής περιεκτικότητάς του σε αιωρούμενα σωματίδια έχει το πλεονέκτημα να μπορείνα χρησιμοποιηθεί μαζί με το φυσικό αέριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι επέρχεται μεγάλη μείωση του όγκου μέχρι και 95% του αρχικού,καθώς επίσης και του βάρους μέχρι 75%. Πλεονεκτήματα- μειονεκτήματα πυρόλυσης ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ: 1. Η θερμοκρασία διάσπασης είναι πολύ χαμηλότερη από τη θερμοκρασία καύσης, με ανάλογη πολύ μικρότερη θερμική καταπόνηση όλης της εγκατάστασης. 153
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 2. Η διάσπαση γίνεται σε αναγωγική ατμόσφαιρα και όχι οξειδωτική όπως η καύση. 3. Η περιεκτικότητα της τέφρας σε άνθρακα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι στην καύση. 4. Τα μέταλλα που περιέχουν τα απορρίμματα δεν οξειδώνονται κατά την πυρόλυση και είναι πιο εύκολα εμπορεύσιμα. 5. Το παραγόμενο αέριο αξιοποιείται σε άλλη εστία από τον πυρολυτικό αντιδραστήρα. 6. Από την καύση του αερίου της πυρόλυσης δεν παράγεται τέφρα και ο καθαρισμός των παραγόμενων αερίων είναι απλούστερος. 7. Ο αρχικός όγκος των απορριμμάτων μειώνεται περισσότερο απ’ ότι στην καύση.
ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ: 1. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της μεθόδου είναι ότι απαιτείται μεγάλη διεργασία στα απορρίματα όπως τεμαχισμός με αποτέλεσμα το υψηλό κόστος μηχανολογικού εξοπλισμού.
154
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 2. Επίσης, η συνεχής χρησιμοποίηση βοηθητικού καύσιμου για να γίνει η πυρόλυση,είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας. 3. Τα παράγωγα της πυρόλυσης έχουν αρκετά προβλήματα και δεν μπορόυν να διατεθούν στο περιβάλλον κατευθείαν χωρίς άλλη επεξεργασία. 4. Οι εγκαταστάσεις καθαρισμού των αερίων και των υγρών αποβλήτων απαιτούν πολύ μεγάλο κόστος. 5. Η τεχνική της πυρόλυσης των απορριμμάτων είναι μια σχετικά νέα μέθοδος που απαιτεί περαιτέρω μελέτη και εφαρμογή.
ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΥΛΙΚΩΝ Αρχικά, τα εισερχόμενα απορρίμματα ζυγίζονται και μετά αποτίθενται σε κάποιο από τα φορτηγά που χρησιμοποιούνται ως μεταφορικά μέσα για να μεταφέρουν τα απορρίμματα. Δεν είναι απαραίτητος κάποιος ιδιαίτερος χειρισμός. Ο μόνος διαχωρισμός που απαιτείται θα γίνει σε υπερμεγέθη κομμάτια που δεν χωράνε στο φορτηγό, σε βαριά μεταλλικά αντικείμενα. Επικίνδυνα απορρίμματα και ιατρικά απόβλητα χειρίζονται ξεχωριστά και δεν αναμιγνύονται με άλλα απόβλητα. Το σύστημα είναι σχεδιασμένο ώστε να 155
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επεξεργάζεται απορρίμματα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Κατά τη διάρκεια των ωρών διανομής τα απορρίμματα διανέμονται πιο γρήγορα από ότι αεριοποιούνται. Μέρος των απορριμμάτων αποθηκεύεται γιαεπεξεργασία τη νύχτα. Τα υπερμεγέθη υλικά μεταφέρονται και κατόπιν οδηγούνται στην αποθήκευση. Ο κύκλος των απορριμμάτων ολοκληρώνεται κάθε 3-4 μέρες. Αν για οποιοδήποτε λόγο η εγκατάσταση σταματήσει να λειτουργεί τα απορρίμματα που λαμβάνονται οδηγούνται σε περιοχές αποθήκευσης που έχουν σχεδιασθεί για να χειρίζονται τον φόρτο απορριμμάτων
Ο ΘΕΡΜΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ /ΥΑΛΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ
Ο όρος πλάσμα περιγράφει κάθε αέριο του οποίου τουλάχιστον ένα ποσοστό των ατόμων ή μορίων του είναι μερικά ή ολικά ιονισμένο. Ο ιονισμός αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Στην περίπτωση της επεξεργασίας αποβλήτων με την τεχνική του πλάσματος, το αέριο μεταπίπτει στην κατάσταση του πλάσματος συνήθως με τη βοήθεια της θερμότητας που δημιουργείται από ηλεκτρική αντίσταση τόξου στήλης πλάσματος. Το τόξο αυτό βρίσκεται μεταξύ δύο ηλεκτροδίων (άνοδος και κάθοδος) και αποτελείται από ένα ηλεκτρικά αγώγιμο αέριο, μετατρέποντας έτσι τον ηλεκτρισμό σε θερμότητα. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνονται πολύ υψηλότερες θερμοκρασίες σε σχέση με τις υπόλοιπες τεχνικές θερμικής επεξεργασίας. Πιο συγκεκριμένα, η μέση θερμοκρασία του αερίου μπορεί να υπερβεί τους 6.000οC. Το αέριο σε κατάσταση πλάσματος, παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη χημική δραστικότητα συγκριτικά με τα περισσότερα αέρια σε μεγάλες θερμοκρασίες και πιέσεις και μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε μια ποικιλία χημικών διαδικασιών. Τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση της τεχνολογίας αυτής προκύπτουν κατά κύριο λόγο από την υψηλή κινητική ενέργεια που χαρακτηρίζει τα ιόντα και τα ηλεκτρόνια του πλάσματος, αλλά και τα άτομα του ουδετέρου αερίου.
156
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η μερική μεταφορά αυτής της ενέργειας στις χημικές ενώσεις κάνει δυνατές χημικές αντιδράσεις, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν από τις εξώθερμες αντιδράσεις των συμβατικών διαδικασιών καύσης. Εφαρμόζοντας την τεχνική του πλάσματος, λαμβάνει
χώρα η αεριοποίηση / υαλοποίηση του περιεχομένου των
εισερχομένων στερεών αποβλήτων. Πιο συγκεκριμένα, υπό την επίδραση των πολύ υψηλών θερμοκρασιών, το οργανικό κλάσμα των αποβλήτων αεριοποιείται και σχηματίζει το αέριο σύνθεσης (μίγμα μονοξειδίου του άνθρακα και υδρογόνου) και απαέρια.
Ο χρόνος που απαιτείται προκειμένου να λάβει χώρα η καταστροφή των οργανικών ενώσεων εξαρτάται από την επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας και το χρόνο παραμονής των οργανικών ενώσεων στην ιονισμένη ατμόσφαιρα ή σε υψηλή θερμοκρασία.
Παράλληλα, το ανόργανο μέρος των αποβλήτων μετατρέπεται σε τηγμένο υπόλειμμα, το οποίο μετά από ψύξη σχηματίζει ένα σταθερό, αδρανές, υψηλής
157
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) πυκνότητας υαλώδες υλικό.Τα τελικά προϊόντα από την εφαρμογή της τεχνολογίας του πλάσματος είναι: Το παραγόμενο αέριο σύνθεσης, το οποίο προκύπτει από την πλήρη αεριοποίηση όλων των πτητικών συστατικών (οργανικό μέρος των αποβλήτων) του εισερχόμενου ρεύματος. Η σύσταση του αερίου καθώς και το ενεργειακό του περιεχόμενο, εξαρτώνται άμεσα από το είδος και το οργανικό περιεχόμενο του εισερχόμενου προς επεξεργασία ρεύματος αποβλήτων. Το παραπάνω μίγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδοτικό καύσιμο στη μονάδα πλάσματος μειώνοντας με τον τρόπο αυτό το λειτουργικό κόστος ή εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εμπορεύσιμο προϊόν. Το υαλώδους μορφής, αδρανές υλικό το οποίο δημιουργείται από την υαλοποίηση του ανόργανου μέρους των επεξεργαζόμενων αποβλήτων. Το υπόλειμμα αυτό είναι ομογενές και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατασκευαστικό υλικό σε διάφορες εφαρμογές (π.χ. κατασκευή δρόμων) - Τα απαέρια, τα οποία ύστερα από κατάλληλα επεξεργασία διοχετεύονται στην ατμόσφαιρα. Αναφορικά με τα ανώτατα επιτρεπτά όρια των εκπομπών από μονάδες που χρησιμοποιούν την τεχνολογία του πλάσματος, ισχύουν τα ίδια όρια με τις υπόλοιπες μονάδες θερμικής επεξεργασίας. Τα υγρά απόβλητα, τα οποία προκύπτουν από τη διαδικασία καθαρισμού των απαερίων. Ανάλογα με την ποιοτική και ποσοτική σύσταση των αποβλήτων αυτών, είναι δυνατόν να απαιτείται εγκατάσταση επεξεργασίας τους έτσι ώστε να είναι ασφαλής η τελική τους διάθεση. Η τεχνολογία πλάσματος δεν έχει εφαρμοστεί σε εμπορική κλίμακα στην Ε.Ε. αλλά υπάρχουν παγκοσμίως εγκαταστάσεις που την εφαρμόζουν για την επεξεργασία των στερεών αποβλήτων, ενώ στην Ιαπωνία κοντά στις πόλεις Mihama and Mikata, λειτουργεί μονάδα πλάσματος για την επεξεργασία 20 tn/d αστικών στερεών αποβλήτων και 4 tn/d αστικής ιλύος. Πιλοτικά προγράμματα εφαρμόζονται παγκοσμίως, αλλά η πολυπλοκότητα της σύστασης των σύμμεικτων ΑΣΑ δεν έχει προς το παρόν επιτρέψει την εμπορική εφαρμογή της για την επεξεργασία αυτού του ρεύματος. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΑΡΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΕΡΙΩΝ Το αέριο εξερχόμενο από τον αντιδραστήρα ακολουθεί που θα αναλύσουμε:
158
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Περνά από τον αρχικό εναλλάκτη θερμότητας, όπου η θερμοκρασία του μειώνεται από τους 1000οC στους 650οC. Έπειτα, το αέριο περνά στον διαχωριστή κυκλώνα υψηλής θερμοκρασίας όπου, περίπου το 85% των σωματιδίων απομακρύνεται. Ένα μικρότερο ποσοστό των μετάλλων παρασύρεται μαζί τους και εγχέονται στο λιωμένο γυαλί. Περνά από έναν ακόμα εναλλάκτη θερμότητας. Σε αυτή τη φάση μπορεί να γίνει και ανάκτηση θερμότητας εάν αυτό είναι επιθυμητό. Το αέριο περνά μέσα από μια συσκευή καθαρισμού αερίων όπου το υδροχλωρικό οξύ καθαρίζεται. Το υγρό αυτό περνά από μια σειρά μεμβρανών όπου τα σωματίδια και τα μέταλα απομακρύνονται. Τα μέταλα και τα σωματίδιασε αυτό το στάδιο δεν μπορούν να επιστραφούν στο γυαλί, αλλά μπορούν ναπωληθούν σε ένα διυλιστήριο ή να μεταφερθούν σε ΧΥΤΑ. Αυτό το μικρό ποσοστό υλικού είναι το μόνο υλικό που μπορεί να γυρίσει πίσω στον ΧΥΤΑ καιαντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% των πρώτων υλών τροφοδοσίας. Υφίσταται επιλεκτική καταλυτική οξείδωση για την απομάκρυνση των NOx. Περνά από κατακόρυφο διαχωριστή για την απομάκρυνση των οξέων και τωνπτητικών ουσιών. Τελικός καθαρισμός με ενεργό άνθρακα. Οι υδρατμοί στο αέριο συμπυκνώνεται και χρησιμοποιείται για να δώσει στην υπόλοιπη εγκατάσταση καθαρό νερό. Το αέριο τότε πηγαίνει στην τουρμπίνα αερίου. Το H2S μετατρέπεται σε διοξείδιο του θείου. Μετά την εκκένωση της τουρμπίνας, τααέρια οδηγούνται σε μια συσκευή καθαρισμού όπου το SO2 μετατρέπεται σε NaSH. Η τελευταία διαδικασία έχει μικρότερο κόστος αλλά απαιτεί
περισσότερο
υδροξείδιοτου νατρίου και έχει μεγαλύτερο κόστος λειτουργίας. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΤΜΟΥ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Ο ατμός υψηλής πίεσης από τον πρώτο εναλλάκτη θερμότητας πηγαίνει σε μιατουρμπίνα ατμού όπου μετατρέπεται σε ηλεκτρική ενέργεια. Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται καλύπτει τις περισσότερες απαιτήσεις για εσωτερική ενέργεια. Το καύσιμο αέριο πηγαίνει σε μια τουρμπίνα αερίου/ ατμού για να παράξει ηλεκρική ενέργεια
159
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Όλη η διαθέσιμη θερμότητα χρησιμοποιείται για να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια ή ατμός. Η θερμοκρασία εκκένωσης της τουρμπίνας είναι λιγότερο από 270 F. Μια εγκατάσταση σχεδιασμένη για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να παράξει περίπου 1 MW ηλεκτρικής ενέργειας για κάθε τόνο απορριμμάτων,που όμως εξαρτάται από το περιεχόμενο υγρασίας και τον χαρακτηρισμό των απορριμμάτων.
Πλεονεκτήματα αεριοποίησης
-Έχει μικρές εκπομπές αερίων επιβλαβών για το περιβάλλον. Η αεριοποίηση του πλάσματος μπορεί να μεταχειριστεί επικίνδυνα και μη απορρίμματα. Μια εγκατάσταση αεριοποίησης πλάσματος μπορεί να επεξεργαστεί αστικά, τοξικά και νοσοκομειακά απόβλητα ή μίξη και των τριών. Η αεριοποίηση του πλάσματος είναι μια τεχνική όπου τα απορρίμματα δεν αποτεφρώνονται. Η αεριοποίηση του πλάσματος δεν παράγει τέφρα ή άλλα παραπροϊόντα όπως αλλοιωμένη βιομάζα που πρέπει να αποτεθεί σε ΧΥΤΑ μετά την αρχική επεξεργασία. Έτσι δεν έχουμε κόστος διάθεσης για τα παραπροϊόντα. Η ανάκτηση υλικών είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη θερμική τεχνική.Έτσι από το να χρησιμοποιεί ακατέργαστα υλικά η αεριοποίηση του πλάσματος τα παράγει. Οι εκπομπές σε αέρα, νερό και έδαφος είναι οι χαμηλότερες από κάθε άλλη διαδικασία.
Όσον αφορά τα βιοαποδομήσιμα αστικά απόβλητα, οι μονάδες βιολογικής επεξεργασίας μπορούν να δεχθούν: Το βιοαποδομήσιμο κλάσμα μετά από διαλογή στην πηγή, το οποίο μετά από μια αερόβια φάση βιοσταθεροποίησης μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κομπόστ» και χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα, χαμηλές συγκεντρώσεις ρύπων και πολλές διεξόδους αξιοποίησης (π.χ. ως εδαφοβελτιωτικό). Ένα εμπλουτισμένο σε βιοαποδομήσιμα υλικά κλάσμα, που προέρχεται από εγκαταστάσεις μηχανικής διαλογής. Δεδομένου ότι η μηχανική διαλογή (δηλαδή οι
160
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μηχανικοί διαχωρισμοί με χρήση μηχανολογικού εξοπλισμού όπως κόσκινα, μαγνήτες, κ.λ.π.), εφαρμόζεται σε σύμμεικτα απορρίμματα όπως αυτά έρχονται με τα απορριμματοφόρα, η ποιότητα εμπλουτισμένου αυτού κλάσματος και κατ’ επέκταση του προϊόντος μετά τη βιολογική επεξεργασία, εξαρτάται από τις επιμέρους διεργασίες της μηχανικής διαλογής. Σε κάθε περίπτωση όμως η ποιότητα του τελικού προϊόντος είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή του κομπόστ που περιγράφηκε παραπάνω, γι’ αυτό και συνήθως αναφέρεται ως υλικό «τύπου κομπόστ».Η κομποστοποίηση οδηγεί στην παραγωγή ενός σταθεροποιημένου υλικού (κομπόστ υψηλής ποιότητας ή υλικό τύπου κομπόστ), η βιολογική ξήρανση στην παραγωγή δευτερογενούς καυσίμου εμπλουτισμένου σε βιοαποδομήσιμα υλικά και υψηλής θερμογόνου δύναμης, ενώ η αναερόβια χώνευση στην παραγωγή ενέργειας (βιοαέριο) και ενός σχετικά σταθεροποιημένου, υδαρούς υπολείμματος. Το υπόλειμμα της αναερόβιας χώνευσης μοιάζει με λάσπη και απαιτείται η αφαίρεση υγρασίας και περαιτέρω αερόβια σταθεροποίηση ώστε να μετατραπεί επίσης σε υλικό «τύπου κομπόστ» και να έχει ανάλογες χρήσεις. Παράγοντες κομποστοποίησης Η σωστή και γρήγορη βιολογική αποδόμηση των οργανικών υλικών, με τη διαδικασία της κομποστοποίησης, εξαρτάται από ορισμένους βασικούς παράγοντες. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι : α) οι αερόβιες συνθήκες, β) η υγρασία, γ) η σχέση άνθρακα προς άζωτο (C/N), δ) το μέγεθος των τεμαχιδίων του προς ζύμωση υλικού, ε) η θερμοκρασία ζύμωσης και στ) το pH. Ο περιοδικός αερισμός του ζυμούμενου υλικού είναι απαραίτητος για να παρέχεται ηαπαιτούμενη ποσότητα οξυγόνου στους αερόβιους μικροοργανισμούς που πραγματοποιούν τη ζύμωση του υλικού. Όταν η περιεκτικότητα σε οξυγόνο του ατμοσφαιρικού αέρα μέσα στη ζυμούμενη μάζα πέσει κάτω του 5% περίπου, τότε αρχίζουν να επικρατούν αναερόβιες συνθήκες που επιβραδύνουν τη ζύμωση και
161
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προκαλούν την παραγωγή δύσοσμων αερίων. Η οξυγόνωση των απορριμμάτων γίνεται,είτε με ρεύμα αέρα, είτε με γύρισμα των σωρών, ανά ορισμένα χρονικά διαστήματα, ανάλογα με τον προγραμματισμένο χρόνο λιπασματοποιήσεως (κάθε 2-3 ημέρες ή περισσότερο).
Η παρουσία ελεύθερου νερού στο ζυμούμενο υλικό είναι απαραίτητη για τις βιοτικές ανάγκες και τη μετακίνηση των μικροοργανισμών. Η συνολική ποσότητα υγρασίας πουαπαιτείται για την ομαλή πορεία της ζύμωσης εξαρτάται από τη φύση του υλικούκαι συνήθως κυμαίνεται μεταξύ του 55% και 65% σε υγρή βάση. Περίσσεια όμως νερού κλείνει τους πόρους εισόδου του αέρα και την τροφοδότηση σε οξυγόνο. Η σχέση C/N επηρεάζει αποφασιστικά την ταχύτητα της βιολογικής αποδόμησης του υλικού γιατί από τη διαθέσιμη ποσότητα του βασικού στοιχείου Ν στους μικροοργανισμούς, εξαρτάται η ταχύτητα της αποδόμησης των οργανικών ενώσεων τουC για τον προσδιορισμό από αυτούς της απαιτούμενης ποσότητας C και ενέργειας. Ωστόσο, τα απορρίμματα (ιδίως με πολύ χαρτί) έχουν δυσμενή λόγοθρεπτικών υλικών, που μπορεί όμως να βελτιωθεί με την προσθήκη αζωτούχων ενώσεων π.χ λάσπη . Στο τελικό προϊόν της λιπασματοποιήσεως ο λόγος C/N γίνεται περίπου ίσος με 20, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να δεσμευθεί κατά τη ζύμωση το άζωτο του εδάφους.Το μέγεθος των τεμαχιδίων του υλικού επηρεάζει την ποσότητα του νερού και αέρα που μπορεί το υλικό να συγκρατήσει κατά τη ζύμωση αλλά και ταυτόχρονα τη διαθέσιμη συνολική 162
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επιφάνεια που προσφέρεται στους μικροοργανισμούς για προσβολή. Μια ορισμένη κοκκομετρική σύσταση του υλικού από τεμαχίδια με διάμετρο λίγων χιλιοστών μέχρι και πέντε εκατοστών περίπου θεωρείται ικανοποιητική. Η θερμοκρασία ζύμωσης του υλικού εξασφαλίζει την ανάπτυξη της κατάλληλης μικροχλωρίδας και ταυτόχρονα τη νέκρωση διάφορων παθογόνων του ανθρώπου και των φυτών όπως επίσης και των σπόρων διάφορων ανεπιθύμητων ζιζανίων και φυτών.Η αποδόμηση των οργανικών ουσιών είναι γενικά εξώθερμη αντίδραση, με αποτέλεσμανα ανεβαίνει αρχικά η θερμοκρασία του σωρού (στους 65-70 οC) και προοδευτικά να ελαττώνεται, με όριο τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, όταν ολοκληρωθεί πρακτικά ηαποδόμηση και απομείνει η ωρίμανση. Τα απορρίμματα είναι συνήθως ουδέτερα (pH=7). Στην αρχική φάση της χώνευσης επικρατούν όξινες συνθήκες, ενώ αργότερα γίνονται αλκαλικές. ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όλα τα κριτήρια πού αναφέραμε παραπάνω συλλέγονται και αναγράφονται σε έναν πίνακα αξιολόγησης. Κάθε κριτήριο λαμβάνει και από έναν συντελεστή ανάλογα με την επικινδυνότητα του. Το σύνολο της βαθμολόγησης είναι και το μέτρο καταλληλότητας του συγκεκριμένου χώρου. Έτσι σχηματίζεται ένας πίνακας όπου αναγράφονται όλοι οι χώροι της περιφέρειας και γίνεται επιλογή από αυτόν ή αυτούς που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο βαθμό. Η κατανομή των συντελεστών αξίας γίνεται από ομάδα ειδικών. Όλοι οι συντελεστές αθροισμένοι φτάνουν το 100.
163
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Μέθοδοι υγειονομικής ταφής Βασικό στοιχείο σχεδιασμού ενός χώρου υγειονομικής ταφής αποτελεί η μέθοδος που θα ακολουθηθεί για τη διάστρωση των απορριμμάτων. Δεν υπάρχει μέθοδος κατάλληλη για όλους τους χώρους. Η επιλογή της μεθόδου εξαρτάται κάθε φορά από τη μορφολογία του εδάφους και το είδος των απορριμμάτων που θα διατεθούν. Επιφανειακή μέθοδος Εφαρμόζεται όταν είναι δύσκολη η εκσκαφή του εδάφους για τη διάνοιξη τάφρων.Τα απορρίμματα ξεφορτώνονται και διαστρώνονται σε στενές λωρίδες στην επιφάνειατου εδάφους σχηματίζονται στρώσεις βάθους περίπου 50 - 80 cm. Κάθε στρώση συμπιέζεται καθώς προχωρεί η διαδικασία πλήρωσης του χώρου κατά τη διάρκεια της ημέρας μέχρις ότου το πάχος των συμπιεσμένων απορριμμάτων φθάσει τα 2,50 – 3 μέτρα. Στο τέλος της ημέρας τα απορρίμματα καλύπτονται με στρώση κατάλληλου αδρανούς υλικού, πάχους περίπου 15 - 30 cm το οποίο επίσης πρέπει να συμπιεσθεί. Το υλικόεπικάλυψης εξασφαλίζεται από εκσκαφές στο γύρω χώρο, ή μεταφέρεται με φορτηγάαπό αλλού. Συνήθως, πριν αρχίσει η λειτουργία της χωματερής, 164
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) κατασκευάζεται ένα ανάχωμα στη μία πλευρά του χώρου, για να διευκολυνθεί και η συμπίεση των απορριμμάτων. Το πλάτος του χώρου στονοποίο εναποτίθενται και διαστρώνονται τα απορρίμματα κυμαίνεται από 3 - 8 μέτρα.Τα συμπιεσμένα απορρίμματα μαζί με το υλικό επικάλυψης μιας μέρας αποτελούν ένα κύτταρο που αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο κοινό σε όλες τις μεθόδους υγειονομικής ταφής. Κάθεστρώση απορριμμάτων αποτελείται από πολλά κύτταρα τοποθετημένα το ένα δίπλα στοάλλο. Οι στρώσεις τοποθετούνται διαδοχικά η μία πάνω στην άλλη μέχρι τα απορρίμματα φθάσουν το τελικό ύψος που προβλέπεται από τον αρχικό σχεδιασμό του χώρου. Η μέθοδος των διαδοχικών τάφρων Αυτή η μέθοδος εφαρμόζεται όταν στο χώρο υπάρχει υλικό επικάλυψης σε αρκετό βάθος και όταν ο υδροφόρος ορίζοντας είναι πολύ χαμηλός. Τα απορρίμματα αποτίθενται σε τάφρους μήκους 30 - 120 m, βάθους 1 - 2 m και πλάτους 5 - 8 m. Στην αρχή της διαδικασίας γίνεται εκσκαφή ενός τμήματος της τάφρου και το χώμα αποτίθεται σε σωρό, στο πίσω μέρος της πρώτης τάφρου. Τα απορρίμματα κατόπιναποτίθενται στην τάφρο, διαστρώνονται σε λεπτές στρώσεις πάχους 50 - 80 cm και συμπιέζονται. Η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό ύψος. Το μήκος της τάφρου που χρησιμοποιείται κάθε μέρα πρέπει να υπολογίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε στο τέλος της ημέρας τα απορρίμματα να έχουν φθάσει το επιθυμητό ύψος, το μήκος επίσης πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις των απορριμματοφόρων που έρχονται να ξεφορτώσουν. Το υλικό επικάλυψης εξασφαλίζεταιμε την εκσκαφή της διπλανής τάφρου ή συνεχίζοντας την εκσκαφή της τάφρου που ήδη χρησιμοποιείται.
165
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 2 Στην
ενότητα
2,
παρουσιάζονται
αντικείμενα
που
αναφέρονται
στους
Περιβαλλοντικούς όρους τεχνικών και άλλων έργων υποδομής και συγκεκριμένα στην Εισαγωγή – νομοθεσία και κανονιστικό πλαίσιο τεχνικών έργων, στην Παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων, στην Βελτίωση περιβαλλοντικών επιδόσεων και στις σύγχρονες τεχνολογίες ανάκτησης και αξιοποίησης ανακυκλούμενων υλικών.
Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 2 Επιλέξτε τη σωστή απάντηση στις παρακάτω ερωτήσεις / διατυπώσεις
Επιλέξτε τη σωστή απάντηση στις παρακάτω ερωτήσεις / διατυπώσεις ΕΡΩΤΗΣΗ 1
Η βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης και ιδίως της
ενεργειακής αποδοτικότητας των προϊόντων, καθώς και η ενθάρρυνση της αποδοχής τους στην αγορά αποτελούν τους κύριους στόχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 2
ΛΑΘΟΣ
Η Αξιολόγηση της Περιβαλλοντικής Επίδοσης είναι ένας σχετικά
νέος όρος με τον οποίο περιγράφεται μία εξωτερική διοικητική διαδικασία, η οποία παρέχει αξιόπιστες πληροφορίες στη διοίκηση του οργανισμού ώστε να διευκολύνει τις στρατηγικές αποφάσεις όσον αφορά την περιβαλλοντική του απόδοση. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
166
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΡΩΤΗΣΗ 3
Η αποτέφρωση ή πιο κοινά η καύση των στερεών απορριμμάτων
ουσιαστικά εκπροσωπεί μια νέα διεργασία η οποία δεν έχει καμία εφαρμογή στην Ελλάδα.. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 4
ΛΑΘΟΣ
Η ανάπτυξη της περιβαλλοντικής πολιτικής θα πρέπει να διέπεται
από τα εξής χαρακτηριστικά ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4
Α
Να είναι σύμφωνη με τη φύση, την κλίμακα και τις
περιβαλλοντικές δράσεις μιας εταιρείας Β
Να περιλαμβάνει δεσμεύσεις για τη συνεχή βελτίωση,
πρόληψη και περιορισμό της ρύπανσης και τη συμμόρφωση με τη σχετική περιβαλλοντική νομοθεσία Γ
ΕΡΩΤΗΣΗ 5
Όλα τα παραπάνω
Η επαναχρησιμοποίηση των συσκευασιών αποτελεί μια σημαντική
διαδικασία για τη μείωση των απορριμμάτων. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 5
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 6
ΛΑΘΟΣ
Η διαδικασία της αξιολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης
συμβάλει ώστε ένας οργανισμός να κατορθώσει ΑΠΑΝΤΗΣΗ 6
Α
Να βελτιώσει το ίδιο το περιβάλλον Β
Να βελτιώσει την οργανωτική του αποτελεσματικότητα
Γ
όλα τα παραπάνω
και κερδοφορία
ΕΡΩΤΗΣΗ 7
Κινητός
θεωρείται ο σταθμός μεταφόρτωσης όπου όλες οι
απαραίτητες διαδικασίες εκτελούνται σε συγκεκριμένο χώρο με την κατάλληλη πάγια εγκατάσταση και τεχνική υποδομή ενώ Σταθερός σταθμός μεταφόρτωσης θεωρείται οποιοσδήποτε τύπος οχήματος ή συνδυασμός οχημάτων, που φέρει τον κατάλληλο
167
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) εξοπλισμό για την υποδοχή των αποβλήτων χωρίς τη μεσολάβηση πάγιων εγκαταστάσεων. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 7
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 8
ΛΑΘΟΣ.
Στις εγκαταστάσεις μηχανικής ανακύκλωσης πραγματοποιείται
διαχείριση κυρίως των μικτών οικιακών στερεών αποβλήτων και επιτυγχάνεται μηχανικός διαχωρισμός, ανάκτηση καθώς και περαιτέρω επεξεργασία υλικών που περιέχονται σε αυτά . ΑΠΑΝΤΗΣΗ 8
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 9
Οι σταθμοί μεταφόρτωσης ταξινομούνται ανάλογα .
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 9
Α
ΕΡΩΤΗΣΗ 10
με τη δυναμικότητά τους (μικροί/μεγάλοι), Β
το είδος των πάγιων εγκαταστάσεων (σταθεροί/κινητοί)
Γ
όλα τα παραπάνω
Η θερμική επεξεργασία των στερεών αποβλήτων περιλαμβάνει
όλες τις διαδικασίες μετατροπής του περιεχομένου τους σε αέρια, υγρά και στερεά προϊόντα, με ταυτόχρονη ή συνεπακόλουθη αποδέσμευση θερμικής ενέργειας. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 10
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
168
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 3: ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής ενότητας είναι η παρουσίαση των παρακάτω αντικειμένων: Εισαγωγή – Δυνατότητες χρηματοδότησης περιβαλλοντικών έργων Προστασία περιβάλλοντος – Κυκλική οικονομία Μέθοδοι επίτευξης περιβαλλοντικών στόχων.
ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Οι καταρτιζόμενοι θα αποχτήσουν ικανότητες και δεξιότητες σχετικά με: Την αναγνώριση των δυνατοτήτων χρηματοδότησης έργων περιβαλλοντικής σημασίας σε επίπεδο επιχείρησης Την
ικανότητα
επιλογής
χρηματοδοτικών
εργαλείων,
αξιοποίησης
χρηματοδοτικών ευκαιριών σε σχέση με τα υλοποιούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα και πρωτοβουλίες Την ικανότητα σχεδιασμού και υποβολής προτάσεων χρηματοδότησης στο πλαίσιο των υλοποιούμενων χρηματοδοτικών εργαλείων την ανάπτυξη των οφελών που θα προκύψουν μέσω της έρευνας και της καινοτομίας από την εφαρμογή διαφόρων χρηματοδοτικών εργαλείων
ΕΝΝΟΙΕΣ – ΚΛΕΙΔΙΑ Προστασία περιβάλλοντος, – Κυκλική οικονομία, χρηματοδότηση περιβαλλοντικών έργων
Eκπαιδευτική Υποενότητα 3.1. Χρηματοδότηση περιβαλλοντικών έργων και δραστηριοτήτων και περιβαλλοντικοί στόχοι
3.1.1
Εισαγωγή – Δυνατότητες χρηματοδότησης περιβαλλοντικών έργων Η πολιτική συνοχής αποσκοπεί στην προώθηση της αρμονικής ανάπτυξης σε
ολόκληρη την ΕΕ, υλοποιώντας δράσεις που να οδηγούν στην ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής ιδίως με τη μείωση των διαφορών του 169
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επιπέδου ανάπτυξης των επιμέρους περιοχών και των λιγότερο ευνοούμενων περιφερειών. Η πολιτική συνοχής αποτελεί την μεγαλύτερη ενιαία πηγή χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα περιβαλλοντικά έργα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εθνικές και περιφερειακές αρχές συνεργάζονται για την ανάπτυξη, την παράδοση και τη χρηματοδότηση πολιτικών, έργων και δράσεων. Υφίσταται σειρά μηχανισμών χρηματοδότησης για την προώθηση της συνοχής. Οι πόροι έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια ενώ παράλληλα αυξάνεται η εστίαση στους περιβαλλοντικούς στόχους. Όλες οι δράσεις συνοχής πρέπει να σέβονται την περιβαλλοντική νομοθεσία και να συμβάλουν συνολικά στη βιώσιμη ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρηματοδότηση υποστηρίζει επενδύσεις για υποδομές μεγάλης κλίμακας. Οι ως άνω υποδομές θα πρέπει να εξασφαλίζουν μακροχρόνια οφέλη και να περιλαμβάνουν έργα, όπως οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας υδάτων και αποβλήτων
Η χρηματοδότηση υποστηρίζει τις επενδύσεις στην εκπαίδευση και την επιμόρφωση, βοηθώντας τις τοπικές αρχές, τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις να λάβουν περισσότερο υπόψη την προστασία του περιβάλλοντος.
170
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η προώθηση της οικολογικής καινοτομίας και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας για «πράσινα στελέχη» ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αποτελούν προτεραιότητες. Τα έργα θα βοηθήσουν όλες τις χώρες καθώς και διάφορες περιφέρειες ανά την την Ευρωπαϊκή Ένωση να συμμορφωθούν με τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς και να αναπτύξουν τις ικανότητές τους στον συγκεκριμένο τομέα. Οι επενδύσεις μπορούν να τονώσουν τις επιλογές υπέρ της οικολογικής καινοτομίας, των βιώσιμων μορφών ενέργειας και των μεταφορών με χαμηλές εκπομπές άνθρακα καθώς και να προωθήσουν τις νέες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Το πρόγραμμα LIFE αποτελεί το κύριο χρηματοδοτικό μέσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιβάλλον. Το LIFE συμβάλλει στην αειφόρο ανάπτυξη και στην επίτευξη των σκοπών και στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», στηρίζει την εφαρμογή του 7ου Προγράμματος Δράσης για το Περιβάλλον και άλλες στρατηγικές και σχέδια της ΕΕ για το περιβάλλον και για το κλίμα. Μέσω του προγράμματος LIFE χρηματοδοτούνται μέτρα και έργα με ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία για τα κράτη-μέλη. Το πρόγραμμα EU LIFE δημοσιεύει ετήσιες προσκλήσεις για υποβολή προτάσεων, υπογραμμίζοντας τη δέσμευση του να στηρίξει έργα που συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Οι στόχοι του προγράμματος LIFE συντίθενται στα κάτωθι: Να συμβάλλει προς μια αποδοτική, φιλική προς το κλίμα, χαμηλών εκπομπών άνθρακα οικονομία, στην προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος, διατηρώντας και βελτιώνοντας τη βιοποικιλότητα, τα οικοσυστήματα και ειδικότερα το δίκτυο Natura 2000. Να προωθήσει την εφαρμογή και ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών και κλιματικών στόχων στις πολιτικές και πρακτικές των κρατών – μελών . Να βελτιώσει την περιβαλλοντική και κλιματική διακυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα. Να υποστηρίξει την εφαρμογή του 7ου Προγράμματος Περιβαλλοντικής Δράσης. Στο πρόγραμμα LIFE για τη νέα περίοδο χρηματοδότησης 2014-2020, καθιερώνονται δύο υποπρογράμματα, το πρώτο για το Περιβάλλον και το δεύτερο για την Κλιματική Δράση.
171
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Συνολικός Προϋπολογισμός Προγράμματος Ο προϋπολογισμός για την περίοδο 2014-2020 ανέρχεται σε 3,456 δισ. €. Συνοπτική περιγραφή τομέων Προγράμματος ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Το σκέλος «Περιβάλλον» του νέου προγράμματος (καλύπτει το 75% του προϋπολογισμού) καλύπτει ως προτεραιότητες: • περιβάλλον και αποδοτικότητα των πόρων • φύση και βιοποικιλότητα • περιβαλλοντική διακυβέρνηση και πληροφόρηση Ακολουθούν οι επί μέρους τομείς: • Φύση και Βιοποικιλότητα • Νερό, συμπεριλαμβανομένου του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος Απορρίμματα • Αποδοτικότητα των Πόρων, συμπεριλαμβανομένων των εδαφών και των δασών και πράσινη κυκλική οικονομία • Περιβάλλον και Υγεία, συμπεριλαμβανομένων των χημικών και του θορύβου 172
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Ποιότητα Ατμόσφαιρας και εκπομπές αέριων ρύπων (συμπεριλαμβάνεται το αστικό περιβάλλον) • Πληροφόρηση και διακυβέρνηση ΔΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΙΜΑ Το σκέλος «Δράση για το κλίμα» (καλύπτει το 25% του προϋπολογισμού) καλύπτει: • μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, • προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, • κλιματική διακυβέρνηση και πληροφόρηση. Οι επιμέρους τομείς Προτεραιότητας περιλαμβάνουν: • Τον Μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ο οποίος συνεισφέρει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, • Την Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η οποία υποστηρίζει τις προσπάθειες που οδηγούν σε αυξημένη ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή, • Την Κλιματική διακυβέρνηση και πληροφόρηση. Στους ειδικούς στόχους περιλαμβάνονται: • Η εφαρμογή και ανάπτυξη της Ενωσιακής πολιτικής και νομοθεσίας και των κύριων δράσεων στις πολιτικές • Η βελτίωση και ενσωμάτωση των γνωσιακών βάσεων στην πράξη • Η Ανάπτυξη και εφαρμογή ολοκληρωμένων στρατηγικών και σχεδίων δράσης
173
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
• Η ανάπτυξη και κατάδειξη καινοτόμων τεχνολογιών, συστημάτων, μεθόδων και εργαλείων για αναπαραγωγή, μεταφορά και ενσωμάτωση Βασικά χαρακτηριστικά Προγράμματος Το πρόγραμμα LIFE εκτός από τα «παραδοσιακά έργα» όπως έργα πιλοτικά (καινοτόμα), επίδειξης, βέλτιστων πρακτικών, έργα πληροφόρησης ευαισθητοποίησης και διάδοσης περιλαμβάνει επίσης μια νέα κατηγορία έργων, τα ολοκληρωμένα έργα, στρατηγικές και έργα για το περιβάλλον ή το κλίμα, τα οποία θα λειτουργούν σε εκτεταμένη εδαφική κλίμακα και που θα χρηματοδοτούνται από κοινού με τουλάχιστον μία ακόμη σχετική χρηματοδοτική πηγή. Επίσης περιλαμβάνει έργα τεχνικής βοήθειας, έργα οικοδόμησης δυναμικού και προπαρασκευαστικά έργα. Συγκεκριμένα: Το 81% κατ’ ελάχιστο του προϋπολογισμού του προγράμματος, περίπου 2,8 δισ. ευρώ θα διοχετευτούν σε: 1. Παραδοσιακά έργα: καλές - βέλτιστες πρακτικές, καινοτόμα - πιλοτικά έργα, έργα επίδειξης, έργα διάδοσης ενημέρωσης και πληροφόρησης, 174
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 2. Ολοκληρωμένα έργα: τα οποία στοχεύουν στην εφαρμογή σε μεγάλες περιοχές, σχεδίων και στρατηγικών που απαιτούνται από τη νομοθεσία της ΕΕ στους τομείς του νερού, της φύσης, των απορριμμάτων, της ατμόσφαιρας, καθώς και του μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτή, 3. Προπαρασκευαστικά έργα: που προσδιορίζονται από την Επιτροπή ώστε να στηρίξουν τις ανάγκες για την εφαρμογή και ανάπτυξη των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών πολιτικών και της νομοθεσίας, 4. Έργα οικοδόμησης δυναμικού: οικονομική στήριξη σε δράσεις που απαιτούνται ώστε να ενισχυθεί η ικανότητα των κρατών – μελών με στόχο να γίνει πιο ενεργή η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα Η δυνατότητα υποβολής για την πρώτη περίοδο (2014-2017) ολοκληρώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2015. Οι λειτουργικές επιχορηγήσεις οι οποίες υποστηρίζουν ορισμένες λειτουργικές και διοικητικές δαπάνες μη κερδοσκοπικών φορέων, καθώς και οι επιδοτήσεις άλλου τύπου δεν θα πρέπει να ξεπερνούν το 19%. ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ; Το πρόγραμμα LIFE μπορεί να χρηματοδοτεί δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Οι προτάσεις μπορούν να υποβάλλονται από νομικά πρόσωπα με έδρα στην ΕΕ. Δικαιούχοι μπορεί να είναι: δημόσιοι οργανισμοί, ιδιωτικές κερδοσκοπικές εταιρείες, ιδιωτικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες (περιλαμβάνοντας και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις). Μια πρόταση LIFE μπορεί να υποβληθεί τουλάχιστον από ένα συντονιστή δικαιούχο και μπορεί να περιλαμβάνει έναν ή περισσότερους συμπράττοντες δικαιούχους ή / και μπορεί να περιλαμβάνει έναν ή περισσότερους συγχρηματοδότες του έργου. Υπάρχει δυνατότητα συμμετοχής στο πρόγραμμα Τρίτων Χωρών, ενώ είναι δυνατή η συνεργασία με Διεθνείς Οργανισμούς. Ποσοστά χρηματοδότησης Το σκέλος Περιβάλλον του προγράμματος χρηματοδοτείται με το 75% του συνολικού προϋπολογισμού (2,59 δισ. ευρώ) και με το υπόλοιπο 25% (864 εκ. ευρώ) χρηματοδοτείται το σκέλος για την Κλιματική Δράση.
175
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το μέγιστο ποσοστό χρηματοδότησης για όλα τα έργα κατά την πρώτη διάρκεια του προγράμματος (2014-2017) ανέρχεται έως το 60% των επιλέξιμων δαπανών και για τη δεύτερη περίοδο (2018-2020) έως το 55%. Για όλη τη διάρκεια του προγράμματος (2014-2020) για τα ολοκληρωμένα έργα, τα έργα τεχνικής βοήθειας, τα προπαρασκευαστικά έργα και τα έργα που χρηματοδοτούνται στον τομέα προτεραιότητας «Φύση και Βιοποικιλότητα», η χρηματοδότηση ανέρχεται έως το 60% των επιλέξιμων δαπανών και έως το 75% των επιλέξιμων δαπανών για τα έργα που αφορούν σε οικοτόπους ή είδη προτεραιότητας. Τουλάχιστον 55% του ποσού, που προορίζεται για επιδοτήσεις δράσης στο πλαίσιο έργων για το Περιβάλλον, θα χορηγείται σε μέτρα στήριξης της διατήρησης της φύσης και βιοποικιλότητας. Επιλέξιμες δαπάνες Μόνο οι δαπάνες που υποβάλλονται για δράσεις που θα εφαρμοστούν κατά τη διάρκεια του έργου μπορούν να είναι επιλέξιμες. Μισθοδοσία Προσωπικού– Ο υπολογισμός του κόστους βασίζεται στον ακαθάριστο μισθό + τις εισφορές βάσει της εθνικής νομοθεσίας (ασφάλιση, σύνταξη κτλ.). Ισχύει ο κανόνας του 2% για τους δημόσιους φορείς. Για παράδειγμα αν ένα δημόσιος φορέας προκειμένου να καλύψει την ιδία συμμετοχή του (το 40% των συνολικών επιλέξιμων δαπανών) δηλώσει τη μισθοδοσία του υφιστάμενου προσωπικού θα πρέπει να συνεισφέρει στις επιλέξιμες δαπάνες τουλάχιστον 2.000 € επιπλέον. Ταξιδιωτικά έξοδα – σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες των δικαιούχων του έργου, Εξωτερική βοήθεια (υπεργολαβία) – περιορίζεται στο 35% του συνολικού προϋπολογισμού, Αναλώσιμα, π.χ. για τη συντήρηση παγίων αγαθών και εξοπλισμού, Γενικά έξοδα, (λογαριασμοί τηλεφώνου, νερού, γραφική ύλη, κ.λ.π.) μέχρι 7% των επιλέξιμων δαπανών, Πάγια αγαθά – 100% για έργα ΝΑΤ, για τα υπόλοιπά μόνο το κόστος της απόσβεσης μπορεί να χρηματοδοτηθεί από την κοινοτική στήριξη (μέχρι 25% για υποδομές, μέχρι 50% για εξοπλισμό), πρέπει να έχουν το logo του LIFE,
176
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Πρωτότυπα – 100% αν αναπτυχθούν ειδικά για ένα έργο LIFE, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για εμπορικούς σκοπούς για τουλάχιστον 5 χρόνια μετά τη λήξη του έργου, Αγορά ή μακροπρόθεσμη χρηματοδοτική μίσθωση γης για λόγους προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος ( διατήρηση και αποκατάσταση του δικτύου Natura 2000). Ανοιχτός διαγωνισμός – υποχρεωτικός για συμβόλαια πάνω από 130,000 €. Οι δημόσιοι φορείς πρέπει να συμμορφώνονται με την εθνική νομοθεσία. Η καλή σχέση ποιότητας/τιμής πρέπει να επιδεικνύεται ακόμη κι αν δεν χρειάζεται δημόσιος διαγωνισμός. Ειδικές συνθήκες Έχουν εγκριθεί για το πρόγραμμα LIFE δύο πολυετή προγράμματα εργασίας. Το πρώτο πρόγραμμα έχει διάρκεια τέσσερα (4) χρόνια και το δεύτερο τρία (3) χρόνια. Σε κάθε πολυετές πρόγραμμα εργασίας ορίζονται τα εξής: • Η
κατανομή
κεφαλαίων
στους
τομείς
προτεραιότητας,
στους
τύπους
χρηματοδότησης στο πλαίσιο κάθε υπο-προγράμματος • Τα θέματα έργων που υλοποιούν τις θεματικές προτεραιότητες για τα έργα που θα χρηματοδοτηθούν στην αντίστοιχη περίοδο • Ποιοτικά και ποσοτικά αποτελέσματα, δείκτες, στόχοι για κάθε τομέα προτεραιότητας • Η τεχνική μεθοδολογία για τη διαδικασία επιλογής έργων και τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης για τις επιχορηγήσεις Ενδεικτικά χρονοδιαγράμματα H χορήγηση 250 εκατ. ευρώ σε 210 νέα περιβαλλοντικά έργα των χωρών μελών της ΕΕ συνολικής αξίας 515 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος LIFE+, το οποίο είναι το ευρωπαϊκό ταμείο για το περιβάλλον, αποφάσισε σήμερα στις Βρυξέλλες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην Ελλάδα επιλέχτηκαν 16 έργα συνολικής αξίας 25,8 εκατ. ευρώ από τα οποία το ήμισυ θα καλυφθεί από την ΕΕ. Τη χορήγηση 250 εκατ. ευρώ σε 210 νέα περιβαλλοντικά έργα των χωρών μελών της ΕΕ συνολικής αξίας 515 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος 177
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) LIFE+, το οποίο είναι το ευρωπαϊκό ταμείο για το περιβάλλον, αποφάσισε σήμερα στις Βρυξέλλες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην Ελλάδα επιλέχτηκαν 16 έργα συνολικής αξίας 25,8 εκατ. ευρώ από τα οποία το ήμισυ θα καλυφθεί από την ΕΕ. Το πρόγραμμα LIFE+ είναι το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό μέσο για το περιβάλλον, με συνολικό προϋπολογισμό 2.143 δισ. ευρώ για την περίοδο 2007-2013. Συνολικά για την ΕΕ τα προγράμματα που επιλέχτηκαν για κοινοτική χρηματοδότηση καλύπτουν δράσεις για τη διατήρηση της φύσης, την περιβαλλοντική πολιτική και την ενημέρωσης και επικοινωνία. Όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, για την Ελλάδα, τα 16 έργα συνολικής αξίας 25,8 εκατ. ευρώ που επιλέχτηκαν για κοινοτική χρηματοδότηση είναι τα εξής: LIFE+ Περιβαλλοντική Πολιτική και Διακυβέρνηση (10 έργα - 18,2 εκατομμύρια) - PROTEAS (Πολυτεχνείο Κρήτης). Ο βασικός στόχος του έργου είναι η κατάρτιση ενός πρωτοκόλλου ορθών πρακτικών στο πλαίσιο ενός συστήματος διαχείρισης της υγείας, της ασφάλειας και του περιβάλλοντος. Ο απώτερος στόχος του έργου είναι να συνδράμει στην εφαρμογή του κανονισμού REACH και να μειώσει τον κίνδυνο από τις εκπομπές ή τις τυχαίες εκλύσεις επικίνδυνων ουσιών. WASTE-C-CONTROL (Ε.ΠΕ.Μ. - Εταιρεία Περιβαλλοντικών Μελετών - Α.Ε.) Το έργο WASTE-C-CONTROL στοχεύει στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (GHG) με την ανάπτυξη ενός λογισμικού εργαλείου το οποίο θα αξιολογεί, θα παρακολουθεί, θα ελέγχει και θα αναφέρει τις εκπομπές που απορρέουν από τον συνολικό κύκλο ζωής των δραστηριοτήτων διαχείρισης των στερεών αποβλήτων. Θα αξιολογεί διαφορετικές επιλογές διαχείρισης αποβλήτων παρέχοντας τη δυνατότητα στο WASTE-C-CONTROL να προσδιορίζει διαδικασίες και πρακτικά εργαλεία στο πλαίσιο των τοπικών σχεδίων δράσης οι οποίες θα μειώνουν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από δραστηριότητες διαχείρισης αποβλήτων σε τοπικό επίπεδο. Adapt2Change (Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ) Λάρισας) Ο γενικός στόχος του έργου είναι να δείξει την προσαρμογή της αγροτικής παραγωγής στην κλιματική αλλαγή και στην περιορισμένη παροχή νερού. Ειδικότερα, στοχεύει στη μείωση του νερού που χρησιμοποιείται στις αγροτικές εργασίες εισάγοντας μια μέθοδο ανακύκλωσης του νερού μέσα από ένα κλειστό, πλήρως αυτοματοποιημένο, υδροπονικό σύστημα θερμοκηπίου.
178
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
CARBONTOUR (Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου) Το έργο CARBONTOUR στοχεύει στην ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης μεθοδολογίας για τη μέτρηση των εκπομπών ισοδυνάμων CO2 από τις εγκαταστάσεις τουριστικών καταλυμάτων και τον στρατηγικό σχεδιασμό μέτρων περιορισμού των εκπομπών. Το κύριο προϊόν του έργου θα είναι ένα φιλικό προς τον χρήστη λογισμικό εργαλείο. eSYMBIOSIS (Νομαρχία Βοιωτίας) Ο γενικός στόχος του έργου eSYMBIOSIS είναι η δημιουργία μιας διαδικτυακής πλατφόρμας για τη βιομηχανική συμβίωση, που θα επιτρέπει την επικοινωνία ανάμεσα στους δυνητικούς εταίρους και θα προσφέρει αυτοματοποιημένη αντιστοίχιση εταίρων σύμφωνα με τους οικονομικούς και περιβαλλοντικούς στόχους, διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο την εφαρμογή της βιομηχανικής συμβίωσης ως μίας περιβαλλοντικής πολιτικής σε όλα τα επίπεδα. SAGE10 (Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο) Το έργο SAGE10 στοχεύει στην προώθηση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του αγροοικοσυστήματος και της οικονομίας. Το έργο θα αναπτύξει μια καινοτόμο διαδικασία εκτίμησης επιπτώσεων για την αντικειμενική αξιολόγηση των δυνητικών συνεπειών που μπορεί να έχουν οι προτεινόμενες αγροτικές πρακτικές στο περιβάλλον. Η διαδικασία εκτίμησης επιπτώσεων θα πρέπει να λειτουργεί ως ένα εργαλείο που θα καθορίζει την προτεραιότητα
κάθε
δραστηριότητας
και
θα
εξασφαλίζει
την
πιστοποίηση
ISO14001/EMAS στα αγροκτήματα. ROADTIRE (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) Στόχος του έργου ROADTIRE
είναι
να
αναδείξει
την
καινοτόμο 179
χρήση
του
ανακυκλωμένου
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) βουλκανισμένου καουτσούκ από τα ελαστικά στο τέλος του κύκλου ζωής τους στην κατασκευή δρόμων. Ο τελικός στόχος είναι να καταδειχθεί η ύπαρξη αγοράς για τα ελαστικά στο τέλος του κύκλου ζωής τους στα έργα πολιτικού μηχανικού και έτσι να μειωθεί ο αριθμός των συλλεγόμενων ελαστικών που αποθηκεύονται ή στέλνονται για χρήσεις με υψηλότερο αποτύπωμα άνθρακα. ENERGY-WASTE (ΕΠΑΝΑ Α.Ε.) Το έργο θα αναπτύξει και θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα επίδειξης εφοδιαστικής διαχείρισης προκειμένου να αξιοποιηθεί το θερμικό περιεχόμενο των μη ανακυκλώσιμων αστικών αποβλήτων από το εργοστάσιο ανακύκλωσης της ΕΠΑΝΑ. Για αυτό τον λόγο θα παρουσιάσει ένα προηγμένο σχέδιο αεριοποίησης για την αξιοποίηση της ενέργειας που παράγεται από τα ρεύματα μη ανακυκλώσιμων υλικών στα σύγχρονα εργοστάσια ανακύκλωσης, δείχνοντας πώς αυτή η προσέγγιση μπορεί να μειώσει τις συνολικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τα ρεύματα των αστικών αποβλήτων. ACEPT-AIR (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. «Δημόκριτος») Στόχος του έργου είναι η καταπολέμηση των επιπτώσεων των μειζόνων και ελασσόνων πηγών αιωρούμενων σωματιδίων που έχουν ως αποτέλεσμα συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τα όρια που θέτει η ΕΕ. Θα δημιουργηθεί μια βάση δεδομένων που θα περιέχει πληροφορίες σχετικά με τα φυσικο-χημικά χαρακτηριστικά των αιωρούμενων σωματιδίων της ατμόσφαιρας, την ένταση της πηγής ανθρωπογενών εκπομπών και τα πρωτογενή και δευτερογενή υλικά που εκπέμπονται φυσικά και προέρχονται από τοπικές ή/και μακρινές πηγές. Θα αναπτυχθεί μια μεθοδολογία με στόχο τη δημιουργία ενός μηχανισμού λήψης μακροπρόθεσμων αποφάσεων με πολλαπλές χρήσεις για τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. SOL-BRINE (Δήμος Τήνου) Το έργο προωθεί την ιδέα της αφαλάτωσης θαλασσινού νερού με μηδενικά υγρά απόβλητα και στοχεύει στην ανάπτυξη ενός προηγμένου ηλιακού συστήματος επεξεργασίας της άλμης, προωθώντας τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα συστήματα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων (άλμης) και εξαλείφοντας την ανάγκη διάθεσης της άλμης. Το σύστημα επεξεργασίας άλμης, που συνάδει με την αρχή των μηδενικών υγρών αποβλήτων (Zero Liquid Discharge - ZLD) και με την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα, θα συμβάλει σημαντικά στην
180
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προστασία των εσωτερικών επιφανειακών υδάτων, των παράκτιων και των υπόγειων υδάτων.
LIFE+ Φύση και Βιοποικιλότητα (4 έργα - 5,5 εκατομμύρια) LIFE+ Φύση (2 έργα). - ARCTOS/KASTORIA (Νομαρχία Καστοριάς) Στόχος του έργου είναι η βελτίωση της κατάστασης διατήρησης της καφέ αρκούδας σε ό,τι αφορά την κατάσταση του ενδιαιτήματος και τον πληθυσμό της, αντιμετωπίζοντας μεγάλες απειλές που σχετίζονται με το οδικό δίκτυο, την οδική κυκλοφορία και τη θνησιμότητα που οφείλεται στον ανθρώπινο παράγοντα. ACCOLAGOONS (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης) Το έργο στοχεύει στην αποκατάσταση της υδρολογικής και οικολογικής κατάστασης της λιμνοθάλασσας της Επανωμής προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση διατήρησης των ενδιαιτημάτων προτεραιότητας στις παράκτιες λιμνοθάλασσες και των θαλάσσιων λιβαδιών ποσειδωνίας καθώς και των ειδών προτεραιότητας που διαβιούν εκεί, όπως τα είδη Numenius tenuirostris και Phalacrocorax pygmeus.
181
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
LIFE+ Βιοποικιλότητα (2 έργα). - SKYROSBIODIVERSITY Στόχος του συγκεκριμένου έργου LIFE+ Βιοποικιλότητας είναι η καθιέρωση ολοκληρωμένων μεθόδων σχεδιασμού και διαχείρισης που θα είναι ικανές να βελτιώσουν τη βιοποικιλότητα παραμένοντας παράλληλα συμβατές με τη βιώσιμη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Οι δραστηριότητες θα βασίζονται στην ανάπτυξη ενός σχεδίου δράσης βιοποικιλότητας το οποίο θα επικεντρώνεται σε σημαντικά ενδιαιτήματα και είδη της Σκύρου.
VERENIKE (Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας/ Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών) Στόχος του έργου είναι η βελτίωση της βιοποικιλότητας κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης των οικοσυστημάτων που έχουν πληγεί από πυρκαγιές μέσω μιας νέας τεχνολογίας βασισμένης στην εκ των προτέρων βλάστηση σε <<μικροθήκες>> (miniplugs) η οποία θα δοκιμαστεί σε μεγάλο εύρος ειδών. Τα δενδρύλλια που παράγονται με τη χρήση της νέας τεχνολογίας θα μεταφυτευτούν σε τρεις περιοχές έρευνας στην Κεντρική Μακεδονία, όπου θα παρακολουθείται και θα αξιολογείται η ανάπτυξή τους. 182
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) LIFE+
Ενημέρωση
και
Επικοινωνία
(2
έργα
-
2
εκατομμύρια).
-
PROM.SUS.FIS.PR.PRESPA (Εταιρεία Προστασίας Πρεσπών) Εκστρατεία για την ευαισθητοποίηση των κατοίκων της περιοχής και των ενδιαφερόμενων μερών, των δημόσιων αρχών και του ευρέος κοινού: γενικός στόχος του έργου είναι η προώθηση της διατήρησης των απειλούμενων ενδημικών και σπάνιων ψαριών της περιοχής και η εφαρμογή βιώσιμων αλιευτικών πρακτικών. Θα επιδιωχθεί η ενημέρωση των κατοίκων της περιοχής, των επαγγελματιών και ερασιτεχνών ψαράδων σχετικά με τη σημασία των βιώσιμων αλιευτικών πρακτικών σε όλη τη λεκάνη των Πρεσπών και των κανονισμών, προκειμένου να διατηρηθούν οι πληθυσμοί των γηγενών ψαριών των λιμνών. Thalassa (MOm/Ελληνική Εταιρεία Μελέτης και Προστασίας Μεσογειακής Φώκιας) Στόχος του έργου είναι ο μετριασμός των άμεσων κινδύνων, ανθρωπογενούς προέλευσης, για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα όλων των σπάνιων, απειλούμενων και σημαντικών θαλάσσιων θηλαστικών που ζουν στα ελληνικά ύδατα. Προκειμένου να επιτευχθεί ο ανωτέρω στόχος, το έργο στοχεύει να ευαισθητοποιήσει επιλεγμένες πληθυσμιακές ομάδες σχετικά με τα θαλάσσια θηλαστικά στην Ελλάδα, τη σημασία που έχουν τα συγκεκριμένα είδη για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, τους άμεσους κινδύνους που αντιμετωπίζουν και τα μέτρα διατήρησης που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της προκήρυξης υποβολής προτάσεων, η προθεσμία της οποίας έληξε τον Νοέμβριο του 2009, υποβλήθηκαν στην Επιτροπή περισσότερες από 600 αιτήσεις από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς από τα 27 κράτη μέλη ΕΕ. Από αυτές επιλέχθηκαν 210 για να συγχρηματοδοτηθούν μέσω των τριών πτυχών του προγράμματος: LIFE+ Φύση και Βιοποικιλότητα, LIFE+ Περιβαλλοντική Πολιτική και Διακυβέρνηση και LIFE+ Ενημέρωση και Επικοινωνία.
3.1.2 Προστασία περιβάλλοντος – Κυκλική οικονομία Κυκλική Οικονομία, το μέσο για την προστασία του περιβάλλοντος.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει ενταθεί η συζήτηση γύρω από την προστασία του περιβάλλοντος και την αλλαγή του παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου. Η επέμβαση του ανθρώπινου 183
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) παράγοντα στο περιβάλλον, ιδίως από την Βιομηχανική Επανάσταση και έπειτα έχει προκαλέσει μεγάλο εύρος προβλημάτων που απαιτούν πολιτικές για την προστασία του. Ως αντίδοτο για τον περιορισμό των παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων αλλά και για την επίτευξη της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι ο αναδυόμενος όρος της Κυκλικής Οικονομίας.
Τα παγκόσμια περιβαλλοντικά προβλήματα Το περιβάλλον δεν γνωρίζει από σύνορα, συνεπώς η ρύπανση και οι επιβλαβείς δραστηριότητες που συμβάλλουν στην υποβάθμισή του έχουν γενικό χαρακτήρα. Τα κυριότερα παγκόσμια περιβαλλοντικά προβλήματα που απασχολούν τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ποικίλλουν. Αρχικά, το βασικότερο όλων είναι η κλιματική αλλαγή, που οφείλεται στο φαινόμενο του θερμοκηπίου το οποίο προκαλείται από την απελευθέρωση στην ατμόσφαιρα αερίων του διοξειδίου του άνθρακα. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι πολυδιάστατες στις τροφές, το νερό, τα ύδατα και γενικότερα στην κοινωνική εξέλιξη. Εκτός της κλιματικής αλλαγής, σημαντικά προβλήματα είναι η ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλεί την στοιβάδα του Όζοντος, η ρύπανση θαλάσσιων υδάτων μέσω των τοξικών ουσιών και της βιομηχανικής δραστηριότητας αλλά και η ρύπανση από τις
184
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) πλαστικές ύλες. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η υπερεκμετάλλευση των φυσικών ενεργειακών πόρων. Η μη χρησιμοποίηση άλλων πηγών όπως ΑΠΕ οδηγεί σε συρρίκνωση των φυσικών πόρων λαμβάνοντας υπόψην την ραγδαία δημογραφική άνοδο. Ως το 2050, εκτιμάται ότι ο πληθυσμός θα φθάσει τα 9,7 δις, συνεπώς θα χρειάζονται σχεδόν 2,5 πλανήτες σαν τον δικό μας για να καλυφθούν οι ανάγκες. Η Κυκλική Οικονομία αποτελεί μέσο για την Βιώσιμη Ανάπτυξη; Εξετάζοντας τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ και ιδιαίτερα τον Στόχο 12 παρατηρείται σε διεθνές επίπεδο η ανάγκη για στροφή σε ένα διαφορετικό παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο. Ο Στόχος 12 αναφέρεται στην “Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή”. Για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης θα πρέπει να αλλάξει ο τρόπος που παράγουμε και καταναλώνουμε τα προϊόντα. Η αποτελεσματική διαχείριση των φυσικών πόρων και ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε τα τοξικά απόβλητα συμβάλλουν σημαντικά στην επίτευξη αυτού του σκοπού. Αυτή η αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την Κυκλική Οικονομία. Η έννοια της κυκλικής οικονομίας έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια ως μία πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, της ανόδου των τιμών πόρων και την μεταστροφή του παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου.
Το γραμμικό μοντέλο εξορύσσω-παράγω- κατασκευάζω-απορρίπτω ξεπέρασε πλέον τα όριά του. Η κυκλική οικονομία αποτελεί ένα νέο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο που θα αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση ανάλωσης πρώτων υλών, μέσω της μεγιστοποίησης των δυνατοτήτων αξιοποίησής τους με τη μορφή επαναχρησιμοποιώ, επισκευάζω, ανακυκλώνω.
185
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Συγκεκριμένα η Κυκλική Οικονομία περιλαμβάνει διάφορες εκφάνσεις όπως η ανακύκλωση, η αποδοτική χρήση των πόρων, η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η επανακατασκευή των προϊόντων, η επέκταση της ζωής του προϊόντος, αλλαγή καταναλωτικού προτύπου και το συνεργατικό μοντέλο οικονομίας. Οφέλη από την Κυκλική Οικονομία Η Κυκλική Οικονομία αποτελεί βασικό μέσο για την επίτευξη του στόχου της Ε.Ε για το 2030 που είναι να μειώσει κατά 40% τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, 27% αύξηση της χρήσης των ΑΠΕ, 27% αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Η περιβαλλοντική προστασία βρίσκεται στον πυρήνα τόσο της ΕΕ όσο και του ΟΗΕ. Παράλληλα, μέχρι το 2035 περισσότεροι από 535εκ τόνοι εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου θα έχουν μειωθεί. Μόνο το 40% των αποβλήτων ανακυκλώνεται, ενώ το 17% της ενεργειακής κατανάλωσης παράγεται από ΑΠΕ. Χαμηλή είναι και η ανακύκλωση πλαστικών, καθώς λιγότερο από το 25% ανακυκλώνεται. Επίσης και ο κατασκευαστικός τομέας παίζει σημαντικό ρόλο καθώς μεγάλος όγκος οικοδομικών αποβλήτων. Τα οικοδομικά απόβλητα αποτελούν το 25%-30% των αποβλήτων στην Ε.Ε. Συνεπώς παρατηρείται ότι υπάρχει η δυνατότητα επέκτασης της Κυκλικής Οικονομίας σε διάφορους τομείς ώστε να αυξηθούν τα προσδοκώμενα οφέλη.
186
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Το υπάρχον παραγωγικό μοντέλο κοστίζει στην Ε.Ε περίπου 7τρις ευρώ ετησίως. Μία ενδεχόμενη στροφή στην Κυκλική Οικονομία θα μπορούσε να μειώσει αυτό το κόστος κατά 600 δις ευρώ ετησίως. Παράλληλα, το ΑΕΠ θα μπορούσε να αυξηθεί ως 7% μέχρι το 2030 μέσω των επενδύσεων στο νέο παραγωγικό μοντέλο. Επίσης η Κυκλική Οικονομία θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, θα αντιμετωπίσει το φαινόμενο περιορισμού των πόρων και της ανόδου των τιμών, θα δημιουργήσει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες. Έως το 2035 εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν περισσότερες από 500,000 θέσεις εργασίας, ενίσχυοντας έτσι την προστιθέμενη αξία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παραδείγματα Κυκλικής Οικονομίας Τα παραδείγματα από την ενσωμάτωση της Κυκλικής Οικονομίας στην παραγωγική και καταναλωτική διαδικασία ποικίλλουν. Σε αυτό το πλαίσιο γνωστή εταιρεία ένδυσης στις ΗΠΑ ζητά από τους καταναλωτές να επιστρέφουν τα ρούχα τους όταν πλέον δεν τα χρειάζονται ώστε να τα μετατρέπει σε πράγματα όπως μόνωση για κτίρια, υλικό για μαξιλάρια,νέες κλωστές για ρούχα. Παράλληλα, τα δερμάτινα καθίσματα αμερικανικής αεροπορικής εταιρίας χρησιμοποιούνται με ελάχιστη μεταποίηση για την παραγωγή παπουτσιών, τσαντών, ποδοσφαιρικών μπαλών, και μια από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές στα είδη λιανικής 187
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) συγκεντρώνει κάθε χρόνο δύο εκατομμύρια τόνους άδειες συσκευασίες τις οποίες είτε ανακυκλώνει είτε επαναχρησιμοποιεί. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις βασίζονται στην επαναχρησιμοποίηση των προϊόντων, που αποτελεί βασική διαδικασία της Κυκλικής Οικονομίας. Η κυκλική οικονομία: Παρόν και μέλλον Η ανάγκη για την κυκλική οικονομία, μιας αυτοτροφοδοτούμενης δηλαδή παραγωγικής και καταναλωτικής διαδικασίας, με ελαχιστοποίηση του αποτυπώματος στις πρώτες ύλες και το περιβάλλον,προκύπτει από την αλόγιστη χρήση πόρων στην παραγωγική διαδικασία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι εξαντλούνται ανεπιστρεπτί οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι του πλανήτη, ενώ καταστρέφεται σταδιακά η βιόσφαιρα λόγω της μόλυνσης του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής που αυτό συνεπάγεται. Η κυκλική οικονομία είναι, λοιπόν, ένα σύνολο οικονομικών δραστηριοτήτων που εστιάζει στη μείωση της σπατάλης των πόρων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση ανανεώσιμων πόρων, φυτικών και ζωικών υποπροϊόντων και βιοαποικοδομήσιμων υλικών, την ανάκτηση και την επαναχρησιμοποίηση προϊόντων, αλλά και την παραγωγή ενέργειας από τα απόβλητα παραγωγικών διαδικασιών, τη διατήρηση ενός προϊόντος σε καλή λειτουργική κατάσταση για μακρύ χρονικό διάστημα, τη χρησιμοποίηση προϊόντων για την παροχή υπηρεσιών σε πολλαπλούς χρήστες (sharing economy), και τη χρήση της υπηρεσίας που προσφέρει ένα προϊόν και όχι την κατοχή αυτού του ίδιου του προϊόντος.
188
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Οι 10 προωθημένες παρεμβάσεις που εξετάζονται στο παρόν κείμενο αφορούν σε ένα νέο κύμα επενδύσεων στην κυκλική οικονομία που εκτιμάται ότι μπορούν να αγγίξουν τα €320 δισ. Και επικεντρώνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: την κυκλική κινητικότητα (μεταφορές), την κυκλική διατροφή και τα κυκλικά κτίρια (δομημένο περιβάλλον), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλου είδους παρεμβάσεις. Πρόκειται για ένα νέο κύμα επενδύσεων στην κυκλική οικονομία που, μαζί με τις επενδύσεις που ήδη υλοποιούνται, θα μπορούσαν να βάλουν την ευρωπαϊκή οικονομία σε μια αξιόπιστη πορεία μετάβασης από τη γραμμική στην κυκλική οικονομία.. Α. Κυκλική κινητικότητα 1) Ολοκληρωμένα συστήματα μετακίνησης Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα όπου συνυπάρχουν δημόσια μέσα μεταφοράς και αυτοκίνητα πολλών χρηστών (uber, κ.ά.). Οι επενδύσεις που απαιτούνται εστιάζονται στην παραγωγή αυτοκινήτων μηδενικής μόλυνσης (που κινούνται με ηλεκτρισμό, υδρογόνο και άλλες τεχνολογίες), τη δημιουργία σχετικών υποδομών (π.χ. σταθμοί φόρτισης μπαταριών 189
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αυτοκινήτων, χώροι μετεπίβασης επιβατών από μέσα μαζικής μεταφοράς σε αυτοκίνητα της οικονομίας διαμοιρασμού, λωρίδες αποκλειστικής κυκλοφορίας για αυτοκίνητα μηδενικής μόλυνσης, κ.ά.), και, τέλος, ηλεκτρονικές εφαρμογές πλοήγησης και
ψηφιοποιημένα
συστήματα
πληρωμών
για
το
ολοκληρωμένο
σύστημα
μετακίνησης. Το
σημερινό
σύστημα
ατομικής
ιδιοκτησίας
αυτοκινήτου,
που
παραμένει
παρκαρισμένο 92% του χρόνου, και όταν οδηγείται χρησιμοποιούνται μόνο 1,5 από τις 5 διαθέσιμες θέσεις, με το 50% της αστικής γης να καταλαμβάνεται από δρόμους και χώρους στάθμευσης-είναι μάλλον αναποτελεσματικό, καθώς δημιουργεί υψηλό κόστος κυκλοφοριακής συμφόρησης (2% του ΑΕΠ σε πόλεις, όπως το Παρίσι και η Στουτγάρδη) και ευθύνεται για τη μόλυνση του περιβάλλοντος και της ατμόσφαιρας λόγω των εκπομπών ρύπων, κ.ο.κ. που θα μπορούσαν να μειωθούν εάν περιορισθεί και ο στόλος των κυκλοφορούντων οχημάτων. Υπολογίζεται ότι επενδύσεις €100 δισ. μπορούν να γίνουν με χρονικό ορίζοντα το 2025, εάν 1,6 εκατ. ηλεκτρικά αυτοκίνητα προστεθούν στον στόλο των αυτοκινήτων πολλών χρηστών με το κόστος κάθε αυτοκινήτου στις €25.000 1 εκατ. σταθμοί φόρτισης μπαταριών ηλεκτρικών αυτοκινήτων κατασκευασθούν με €11.600 κόστος ανά σταθμό 50 πόλεις τουλάχιστον υιοθετήσουν το ολοκληρωμένο σύστημα μετακινήσεων με κόστος ψηφιακής υποδομής €200 εκατ. Ανά πόλη αυξηθούν κατά 100 δισ. τα επιβατοχιλιόμετρα στα δημόσια μέσα μεταφοράς με κόστος €0,07 ανά επιβατοχιλιόμετρο.
190
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πρόγραμμα Horizon 2020, προβλέπει χρηματοδότηση €119 εκατ. σε δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων για νεωτερισμούς στις μεταφορές και τη δημιουργία έξυπνων πόλεων καθώς και ψηφιακούς αυτοματισμούς στους δρόμους 2) Σχεδιασμός και παραγωγή κυκλικών αυτοκινήτων Πρόκειται για αυτοκίνητα μηδενικών εκπομπών ρύπων που παράγονται με ανθεκτικά υλικά και στοχεύουν στην ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίησή τους. Ήδη, υπάρχουν ενδείξεις ότι η βιομηχανία κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η επαναμεταποίηση ανταλλακτικών αυτοκινήτων λαμβάνει όλο και περισσότερο υπόψη την προοπτική για αποσυναρμολόγηση. Υπάρχουν, επίσης, εταιρείες που ήδη πειραματίζονται με τη χρήση ανθεκτικών υλικών, οι πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων αυξάνονται ραγδαία, πολλές εταιρίες εργάζονται για την κατασκευή αυτόνομων (χωρίς οδηγό) οχημάτων, κ.ο.κ. Όλες αυτές οι αναδυόμενες τάσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν και στην παραγωγή αυτοκινήτων πλήρως συμβατών με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας. Τα κυκλικά αυτοκίνητα θα περιλαμβάνουν συστατικά μέρη που θα μπορούσαν να αντικατασταθούν
από
επαναμεταποιημένα 191
ανταλλακτικά
και
θα
διαθέτουν
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) χαρακτηριστικά που θα επιτρέπουν τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της επίδοσής τους. Τα κυκλικά αυτοκίνητα θα είναι έτσι σε θέση να χρησιμοποιούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, όντας κατασκευασμένα από πιο ανθεκτικά υλικά και με σκοπό την εύκολη ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση τους, σε αντίθεση με το σημερινό πρότυπο της παραγωγής στη βάση της σχεδιασμένης απαρχαίωσης που ενσωματώνει ημερομηνία λήξης της χρήσης του προϊόντος. 3) Επαναμεταποίηση ανταλλακτικών αυτοκινήτων Πρόκειται για μεταποιητικές διαδικασίες που αποσκοπούν στην ανακατασκευή ενός χρησιμοποιημένου προϊόντος ώστε να μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί ως καινούριο, σε αντίθεση με την ανακύκλωση, όπου το προϊόν αποσυντίθεται σε πρώτες ύλες που επαναχρησιμοποιούνται. Με την επαναμεταποίηση αποφεύγεται η παραγωγή νέων ανταλλακτικών με σημαντικό όφελος για το περιβάλλον, ενώ δημιουργούνται και νέες αγορές κυρίως για πελάτες που είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν ανταλλακτικά αυτοκινήτων φθηνότερα, καθώς
δεν
ενδιαφέρονται
για
τις
τελευταίες
βελτιώσεις
που
μπορεί
να
ενσωματώνονται στην παραγωγή νέων ανταλλακτικών. Σημειώνεται ότι η διαδικασία της επαναμεταποίησης χρησιμοποιεί 85% λιγότερη ενέργεια απ’ ό,τι η μεταποίηση και χαμηλότερη κατανάλωση νερού. Έρευνες δείχνουν ότι με μειωμένα κόστη εισροών και αυξημένη χρήση εργασίας, η επαναμεταποίηση απολαμβάνει αυξημένη κατά 50% κερδοφορία, ενώ ταυτόχρονα η παραγωγική διαδικασία βασίζεται πολύ λιγότερο στην εφοδιαστική αλυσίδα και επηρεάζεται πολύ λιγότερο από ελλείψεις σε εισροές ή μεταβλητότητα στις τιμές τους. Ήδη,
το
εργοστάσιο
επαναχρησιμοποιεί
43%
επαναμεταποίησης
της
των σκελετών των
Renault
στο
Choisy
le
Roi
αποσυρμένων αυτοκινήτων και
ανακυκλώνει το 48% των υλικών σε χυτήρια για την παραγωγή νέων ανταλλακτικών. Μια γενίκευση της διαδικασίας επαναμεταποίησης των ανταλλακτικών αυτοκινήτων απαιτεί ενδεχομένως η ιδιοκτησία τους να παραμείνει με την εταιρεία παραγωγής ώστε να μπορούν να εξασφαλίζουν μια αξιόπιστη ροή εισροών στην παραγωγική τους διαδικασία. Β. Κυκλική διατροφή
192
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η μετάβαση σε μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης τροφίμων υιοθετώντας τις αρχές της κυκλικής οικονομίας, δεν αποτελεί απλά ευκαιρία βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά και παγκόσμια ανάγκη.To υφιστάμενο μοντέλο δεν επαρκεί για να καλυφθούν οι ανάγκες των 795 εκ. υποσιτισμένων ανθρώπων παγκοσμίως, ή των 2 δις επιπλέον που εκτιμάται ότι θα είναι η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού μέχρι το 2050. Εφαρμογή αναγεννητικών αγροτικών πρακτικών Πρόκειται για ένα συνδυασμό πρακτικών αγροτικής καλλιέργειας που αποκαθιστούν το έδαφος και αναζωογονούν το οικοσύστημα, συμπεριλαμβανομένων της οργανικής γεωργίας, της αειφόρου γεωργίας (permaculture), της καλλιέργειας χωρίς όργωμα (no till polyculture) και άλλων Υπολογίζεται ότι επενδύσεις €15 δισ. μπορούν να γίνουν με χρονικό ορίζοντα το 2025 εάν οι αναγεννητικές πρακτικές εφαρμοσθούν σε 300 εκατ. στρέμματα με κόστος €60 ανά στρέμμα και εάν η μέθοδος της γεωργίας ακριβείας (precision agriculture), δηλαδή καλλιεργητικές μέθοδοι που σκοπεύουν στη χρήση ιδανικών ποσοτήτων νερού, λιπασμάτων, κλπ. μέσω συλλογής και αξιοποίησης δεδομένων από το περιβάλλον, εφαρμοσθεί σε 70 εκατ. στρέμματα με κόστος μηχανολογικού εξοπλισμού €10 ανά στρέμμα.
Σημειώνεται, επίσης, ότι το πρόγραμμα Horizon 2020 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει και χρηματοδότηση €70 εκατ. Για δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης ρομποτικής τεχνολογίας για γεωργικές μεθόδους ακριβείας στην καλλιέργεια και συγκομιδή αγροτικών προϊόντων. 193
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Αξιοποίηση θρεπτικών στοιχείων από τα οργανικά απόβλητα Πρόκειται για την ανάκτηση θρεπτικών στοιχείων (nutrients) και ενέργειας (βιοαέριο) από οργανικά απόβλητα με τη χρήση διαφόρων μεθόδων. Οι οργανικές ουσίες αποσπώνται από τη βιομάζα μέσω βιοχημικών διαδικασιών (βιοδιυλιστήρια) και χρησιμοποιούνται είτε στην τροφική αλυσίδα (πρωτεΐνες), είτε ως αγροτικές εισροές (λιπάσματα) είτε, τέλος, στη χημική βιομηχανία (πολυαιθυλένιο). Η βιομάζα υπόκειται, επίσης, σε επεξεργασία μέσω μη αερόβιας αποσύνθεσης (anaerobic digestion) για την παραγωγή βιοαερίου προς χρήση στην παραγωγή ενέργειας ή την κίνηση οχημάτων. Σήμερα στην Ευρώπη το 44% των οργανικών αποβλήτων συλλέγεται και είτε κομποστοποιείται, είτε ανακυκλώνεται, ενώ το υπόλοιπο 56% είτε θάβεται στη γη, είτε καίγεται, συνιστώντας μια τεράστια σπατάλη ενσωματωμένων χημικών θρεπτικών στοιχείων δυνητικής παραγωγής ενέργειας. Στην Ευρώπη η παραγωγή βιοαερίου από τα οργανικά απόβλητα γίνεται από εργοστάσια που είναι σε θέση να διαχειριστούν 7,8 εκατ. τόνους οργανικών αποβλήτων το χρόνο, ποσότητα που ισοδυναμεί, όμως, μόνο με το 5% των οργανικών αποβλήτων που παράγονται στο επίπεδο της συλλογής αποβλήτων από τις δημοτικές αρχές. Τα εργοστάσια μη αερόβιας αποσύνθεσης διαθέτουν ευελιξία καθώς είναι σε θέση να διαχειριστούν ποικίλα είδη αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των υγρών αποβλήτων νερού και αποχέτευσης. Και το παραγόμενο βιοαέριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο για την κίνηση δημοτικών λεωφορείων, με πολλαπλά οφέλη για το περιβάλλον και τα οικονομικά των δήμων. Η μετάβαση από την γραμμική οικονομία της απόρριψης των αποβλήτων στην κυκλική οικονομία της διαχείρισης της βιομάζας προϋποθέτει μια μεγάλη αύξηση στο διαχωρισμό, συλλογή και επεξεργασία των οργανικών αποβλήτων. Μια τέτοια αλλαγή μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 5% και της χρήσης συνθετικών λιπασμάτων κατά 10% μέχρι το 2030. Αγροτικές καλλιέργειες σε αστικά αγροκτήματα εσωτερικού χώρου Πρόκειται κυρίως για την παραγωγή φρούτων και λαχανικών χωρίς τη χρήση χώματος και ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών σε καθετοποιημένους εσώκλειστους αστικούς χώρους, χρησιμοποιώντας τις τεχνολογίες της αεροπονίας, υδροπονίας και ενυδροπονίας (για την παραγωγή ψαριών), πολλές φορές σε ολοκληρωμένα συστήματα
194
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ελαχιστοποιώντας τη χρήση θρεπτικών ουσιών και λιπασμάτων/ φυτοφαρμάκων, απελευθερώνοντας ταυτόχρονα τη χρήση γης για άλλους σκοπούς. Η αεροπονία είναι η παραγωγή από αιωρούμενα φυτά με τις ρίζες τους να ραντίζονται με νερό που περιέχει θρεπτικά συστατικά, ενώ στην υδροπονία, οι ρίζες είναι σε νερό. Και στις δύο περιπτώσεις εξασφαλίζονται ιδανικές συνθήκες θερμοκρασίας, υγρασίας και περιεκτικότητας σε άλατα για τη μέγιστη απόδοση. Η ενυδροπονία συνδυάζει υδροπονία με ιχθυοκαλλιέργεια σε εσωτερικό χώρο, σε ένα κλειστό σύστημα όπου το νερό με τα απορρίμματα των ψαριών διοχετεύεται για να ποτισθούν τα φυτά, με βακτήρια να επενεργούν για την παραγωγή φυσικών λιπασμάτων και τις ρίζες των φυτών να καθαρίζουν το νερό που επανέρχεται στις δεξαμενές με τα ψάρια, κ.ο.κ. Η στροφή προς τη βιώσιμη γεωργία χωρίς χώμα είναι μάλλον αναπόφευκτη δεδομένων των πληθυσμιακών πιέσεων παγκοσμίως, αλλά και της κλιματικής αλλαγής. Μέχρι το 2050, ο αστικός πληθυσμός αναμένεται να αυξηθεί κατά 3 δισ. Άτομα και η ανάγκη για τροφή (ανθρώπων και ζώων) αναμένεται να διπλασιασθεί. Με τις παραδοσιακές μεθόδους, αυτό απαιτεί τη δέσμευση 10 δισ. στρεμμάτων γης για καλλιεργητικούς σκοπούς. Ταυτόχρονα, ακραία καιρικά φαινόμενα δημιουργούν τεράστιες αβεβαιότητες ως προς την επιτυχή συγκομιδή αλλά και τις διακυμάνσεις των τιμών. Τα καθετοποιημένα αγροκτήματα εσωτερικού χώρου εν είδη πολυόροφων θερμοκηπίων χρησιμοποιούν από 70% έως 98% λιγότερο νερό από τις παραδοσιακές καλλιέργειες, αν και απαιτούν υψηλές καταναλώσεις ενέργειας για φωτισμό/ θέρμανση που ελπίζεται να μειωθούν με τη χρήση λαμπτήρων LED και συναφείς τεχνολογίες που βελτιώνονται συνεχώς. Υπάρχουν, όμως, πολλαπλές ωφέλειες από τη μείωση της σπατάλης κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, τη μείωση της χρήσης και την αποφυγή της υποβάθμισης του εδάφους, μείωση μέχρι και 70% της χρήσης λιπασμάτων και 100% της χρήσης φυτοφαρμάκων, παραγωγή τροφής χωρίς τη χρήση χημικών, μείωση του μεταφορικού κόστους και της συναφούς μόλυνσης της ατμόσφαιρας, και, τέλος, τη σταθερή αγροτική παραγωγή σε όλες τις εποχές και ανεξαρτήτως των καιρικών συνθηκών. Μέχρι το 2025 θα μπορούσαν να επενδυθούν €45 δισ. εάν η καλλιεργητική έκταση σε αστικά αγροκτήματα επεκταθεί κατά 11 εκατ. τετραγωνικά μέτρα με κόστος €3750 ανά τετραγωνικό μέτρο παραγωγής φρούτων και λαχανικών.
195
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ανάπτυξη νέων πηγών πρωτεΐνης Πρόκειται για την κάλυψη της υπερβολικής ζήτησης για κρέας και ψάρια, που αργά ή γρήγορα δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί από την πλευρά της προσφοράς, με εναλλακτικές πηγές πλήρους πρωτεΐνης, όπως έντομα, φύκια και μικροάλγες (υδρόβιοι μονοκυτταρικοί οργανισμοί). Η παραγωγή κρέατος και ψαριών υφίσταται περιορισμούς καθώς το 30% των εδαφών είναι πλέον υποβαθμισμένο, ενώ το 61% των πληθυσμών εμπορευματοποιημένων ψαριών έχουν ήδη εξαντληθεί, ενώ το 29% των πληθυσμών που ψαρεύονται γίνεται με ρυθμό που δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή των ψαριών. Η παραγωγή κρέατος από την άλλη πλευρά ευθύνεται για τις μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από αγροτικές πηγές, ενώ απαιτεί και την κατανάλωση τεράστιων ποσοτήτων νερού. Ταυτόχρονα, οι τροφές πλήρους πρωτεΐνης που παράγονται παραδοσιακά πολλές φορές εμπεριέχουν ίχνη αντιβιοτικών, τοξικών χημικών ουσιών και πλαστικών. Επισημαίνεται ότι το 70% των πηγών πλήρους πρωτεΐνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα εισάγεται, κυρίως σόγια για ζωικές τροφές. Στην ικανοποίηση της αυξανόμενης ζήτησης για πλήρη πρωτεΐνη μπορεί να συμβάλλει η στροφή από την παραγωγή κρέατος στην παραγωγή πουλερικών και ψαριών, ή άλλων φυτικών υποκατάστατων, που απορροφούν λιγότερους πόρους στην παραγωγή τους. Υπάρχουν, όμως, και πρόσθετες πηγές πλήρους πρωτεΐνης προς αξιοποίηση. Για παράδειγμα, η χρήση εντόμων και βακτηρίων για ζωικές τροφές, φυκιών και μικροάλγων για ζωικές τροφές και κατανάλωσης από ανθρώπους, και, τέλος, φυτικά υποκατάστατα πλήρων πρωτεϊνών για ανθρώπινη χρήση. Υπάρχουν, βεβαίως και λιγότερο κοινωνικά αποδεκτές, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, εναλλακτικές όπως η εμπορευματοποίηση εντόμων ή κρέατος που παράγεται σε εργοστάσιο χωρίς εκτροφή ζώων. Τα εναλλακτικά αυτά προϊόντα είναι φιλικά προς το περιβάλλον καθώς οι απαιτήσεις σε πόρους για την παραγωγή τους είναι πολύ μικρότερες. Για παράδειγμα, οι μικροάλγες μπορούν να παράξουν 5 φορές περισσότερο φυτικό λίπος απ’ ό,τι το καλαμπόκι ανά στρέμμα, ενώ τα έντομα απαιτούν 10 φορές λιγότερη γη, λιγότερη φυτική τροφή και παράγουν λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου απ’ ότι οι αγελάδες. Η υγεία των ανθρώπων και των ζώων μπορεί να βελτιωθεί καθώς τα εναλλακτικά αυτά προϊόντα όχι μόνο είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά αλλά και το μίγμα
196
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αμινοξέων που περιέχουν τα καθιστούν εύπεπτα, χαρακτηριστικό που μειώνει την ανάγκη για τη χρήση αντιβιοτικών στην τροφική αλυσίδα. Τα αμινοξέα αυτά βελτιώνουν επίσης την παραγωγή μαλλιού στα πρόβατα και γάλακτος στις αγελάδες. Σημειώνεται, τέλος ότι το περιεχόμενο σε πρωτεΐνες των εντόμων ανέρχεται σε 55-70%, των φυκιών σε 47%, των βακτηρίων σε 60%, ενώ οι μικροάλγες έχουν υψηλό περιεχόμενο σε φυτικά έλαια. Τα έντομα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να μετατρέψουν τα απόβλητα από τα ελαιουργεία ή τα ζυθοποιεία και άλλα υποπροϊόντα της αγροτοβιομηχανικής επεξεργασίας σε τροφές ζώων για κοτόπουλα, χοιρινά και ψάρια, καθώς και σε τροφές κατοικιδίων, κ.ά. Οι μικροάλγες μπορούν να αντικαταστήσουν το καλαμπόκι ως τροφή στα βοοειδή και το 30% του σογιάλευρου ως τροφή για κοτόπουλα και χοιρινά. Η παραγωγή υποκατάστατων κρέατος έχει ήδη ξεκινήσει. Μια εταιρεία στην Αμερική παρασκευάζει ήδη κιμά χωρίς κρέας από μανιτάρια, γλυκόζη, το ασπράδι του αυγού και νερό. Άλλη εταιρεία παράγει 100% φυτικό κρέας από πρωτεΐνες μπιζελιού, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του κρέατος και πωλείται στο κρεοπωλείο του σουπερμάρκετ. Υπολογίζεται ότι μπορούν να επενδυθούν μέχρι το 2025 €2 δισ. εάν η ζήτηση για τα εναλλακτικά αυτά προϊόντα πρωτεΐνης διαμορφωθεί σε 1,5 εκατ. Τόνους με κόστος επένδυσης €1500 ανά τόνο. Η Κυκλική Οικονομία στην Ελλάδα
197
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Στην Ελλάδα ο όρος Κυκλική Οικονομία έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την οικονομική ύφεση. Ακόμα δεν έχουν υπάρξει πρωτοβουλίες που θα ενσωματώσουν το συγκεκριμένο παραγωγικό μοντέλο. Μάλιστα η Ελλάδα το 2014 ήταν η χώρα με τις περισσότερες περιβαλλοντικές παραβιάσεις στην ΕΕ, ενώ υιοθετεί καθυστερημένα τις περιβαλλοντικές νομοθεσίες. Τόσο η ανακύκλωση όσο και η χρήση ΑΠΕ βρίσκονται σε χαμηλό επίπεδο. Ιδιαίτερα η χρήση των ΑΠΕ ανέρχεται στο 15% της ενεργειακής κατανάλωσης στην Ελλάδα, με εξίσου χαμηλή να είναι η ενεργειακή αποδοτικότητα. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και ότι το 80% των αστικών αποβλήτων οδηγείται σε ΧΥΤΑ. Ιδιαίτερα η αξία των ανακυκλώσιμων υλικών εκτιμάται στα 200εκ ευρώ ετησίως, όπου τα 150εκ από αυτά χάνονται λόγω της κακής διαχείρισης.
Τι χρειάζεται προσεχώς;
198
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σε μία κρίσιμη περίοδο τόσο για την οικονομία όσο και για την υιοθέτηση πολιτικών για την επίτευξη της Βιώσιμης Ανάπτυξης, η Κυκλική Οικονομία φαντάζει ως το ιδανικό μέσο προς αυτήν την κατεύθυνση. Όλες οι εκφάνσεις της συμβάλλουν στον περιορισμό της περιβαλλοντικής υποβάθμισης χωρίς να περιορίζεται η οικονομική δραστηριότητα. Οι ευκαιρίες που μπορεί να προκύψουν ποικίλλουν, ωστόσο απαιτούνται θεμελιώδεις αλλαγές τόσο στην παραγωγή και σχεδιασμό ενός προϊόντος όσο και στα επιχειρηματικά και καταναλωτικά πρότυπα. Η ενίσχυση της χρηματοδότησης τόσο από τα διαρθρωτικά ταμεία όσο και από σχετικά ευρωπαϊκά προγράμματα για δραστηριότητες και επενδύσεις σχετικές με την Κυκλική Οικονομία αποτελούν σημαντικό στοιχείο. Παράλληλα, για την ταχύτερη ενσωμάτωση της Κυκλικής Οικονομίας στην οικονομική δραστηριότητα απαιτείται η συμμετοχή όλων των τμημάτων της κοινωνίας, εκτός από τους λήπτες αποφάσεων αναγκαία είναι και η ευαισθητοποίηση των ΜΚΟ, των επιχειρηματικών οργανώσεων, ερευνητικών ιδρυμάτων κ.α αρμόδιων φορέων.
199
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η Κυκλική Οικονομία αποτελεί ευκαιρία και ανάγκη για την Ελλάδα. Εντάσσεται στη σχετική Ευρωπαϊκή στρατηγική – που προχωράει ταχύτατα – και ανταποκρίνεται στα ελληνικά χαρακτηριστικά της οικονομίας. Αποτελεί μια μείζονα και επιτακτική αναγκαιότητα εξαιτίας της μεγάλης καθυστέρησης που παρουσιάζει η Ελλάδα αλλά και των
περιορισμένων
διαθέσιμων
πόρων
και
των
ιδιαίτερων
γεωγραφικών
χαρακτηριστικών της χώρας (πχ. νησιωτικότητα, απομακρυσμένες – ορεινές περιοχές). Η Κυκλική οικονομία μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για την παραγωγική ανασυγκρότηση και έχει σαφή περιφερειακή διάσταση. Στηρίζεται στην ορθή αξιοποίηση των πόρων, στην ιδέα της ανακύκλωσης-επαναχρησιμοποίησης και στο μοντέλο της βιομηχανικής συμβίωσης. Επιδιώκει και ενθαρρύνει την χρήση δευτερογενών υλικών και αποβλήτων ως παραγωγικών πόρων και χρήσιμων υλικών, προσδίδοντας μια αειφορική διάσταση στο παραγωγικό μοντέλο. Η χώρα μας παρουσιάζει μεγάλες δυνατότητες εφαρμογής αυτού του παραγωγικού/οικονομικού μοντέλου για πολλούς λόγους, όπως :
200
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Διαθέσιμοι φυσικοί πόροι και αναξιοποίητοι δευτερογενείς πόροι και απόβλητα. • Επιστημονικό δυναμικό και τεχνογνωσία αλλά και παραγωγική και τεχνική παράδοση σε τεχνικά επαγγέλματα. •
Πρωτογενής
τομέας
με
δυνατότητες
ανάπτυξης
και
ανάγκες
εκσυγχρονισμού και μείωσης του κόστους παραγωγής. • Χαμηλοί δείκτες στην παραγωγικότητα των πόρων, καθώς και στην παραγωγικότητα της ενέργειας (και στην ενεργειακή απόδοση) • Διαθέσιμο πλαίσιο στρατηγικής από ΕΕ και διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία. Σημαντικά πλεονεκτήματα της κυκλικής οικονομίας είναι η μεγάλη υπεραξία σε αντίστοιχες επενδύσεις λόγω του μικρού κόστους πρώτων υλών και της έντασης γνώσης που απαιτεί σε πολλές περιπτώσεις, η απορρόφηση/αξιοποίηση νέων επιστημόνων και η συμβατότητά της με την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και την κοινωνική οικονομία. Η κυκλική οικονομία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το μέχρι το 2015 ανορθόδοξο και κοντόφθαλμο ελληνικό οικονομικό μοντέλο. Αναφέρεται στην οικονομία του πραγματικού προϊόντος, τροφοδοτεί τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα της οικονομίας, στηρίζεται στην οικονομία της γνώσης και της εξειδίκευσης, παράγει υψηλή υπεραξία, αξιοποιεί και σέβεται τους φυσικούς και περιβαλλοντικούς πόρους, μειώνει την εξάρτηση από τις εισαγωγές και βελτιώνει το εμπορικό ισοζύγιο, δημιουργεί θέσεις εργασίας, προσαρμόζεται σε όλα τα οικονομικά μεγέθη, δεν έχει πάντα ανάγκη αρχικών κεφαλαίων, βελτιώνει τους δείκτες παραγωγικότητας των πόρων και της ενέργειας και είναι απολύτως συμβατή με τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και την κοινωνική οικονομία. 1. Η ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ Το μοντέλο της κυκλικής οικονομίας είναι εύκολα προσαρμόσιμο στην ελληνική οικονομία λόγω της πληθώρας ευκαιριών και δυνατοτήτων αξιοποίησης πόρων που παρουσιάζει, της διαθέσιμης γνώσης και εξειδίκευσης των νέων Ελλήνων και Ελληνίδων επιστημόνων αλλά και των αλλαγών που γίνονται αυτή την περίοδο στη χώρας μας,
201
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) γενικότερα στην οικονομία και την ανάπτυξη αλλά και ειδικότερα στον τομέα της διαχείρισης αποβλήτων. Η ολοκλήρωση των Περιφερειακών Σχεδιασμών, η έναρξη κατασκευής έργων επεξεργασίας σύμμικτων απορριμμάτων αλλά και καθαρών ρευμάτων (πχ. οργανικό), η αξιοποίηση RDF στην Τσιμεντοβιομηχανία και Compost στην γεωργική παραγωγή είναι ενδεικτικοί τομείς της κυκλικής οικονομίας όπου απαιτούνται παράλληλες δράσεις κανονιστικών ρυθμίσεων και προδιαγραφών, ανάπτυξης νέας επιχειρηματικότητας, χρηματοδότησης, περιβαλλοντικής βιομηχανίας και οργάνωσης θυλάκων, κλπ. Η κρίση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, η ανεργία ιδιαίτερα των νέων και η υπό-ανάπτυξη δημιουργούν περισσότερες ευκαιρίες στην Κυκλική Οικονομία. Η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων για αγορά πρώτων υλών, η ευελιξία των μικρομεσαίων και των κοινωνικών επιχειρήσεων, η ανάγκη για εργασία των νέων επιστημόνων, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας τροφοδοτούν τις πρωτοβουλίες ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης. Η κυκλική οικονομία στην Ελλάδα μπορεί να τροφοδοτήσει ένα ποιοτικό άλμα στην οικονομία, που θα αποτελεί αναπτυξιακό μετασχηματισμό. Δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, τροφοδοτεί την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, τη δημιουργία νέων επαγγελμάτων και την κοινωνική οικονομία, που είναι ακόμα σε πολύ χαμηλό επίπεδο στην Ελλάδα. Περαιτέρω πλεονεκτήματα είναι η αποκέντρωση της μεταποίησης που δημιουργεί η επαναχρησιμοποίηση και η ανακύκλωση, ενώ είναι συμβατή και φιλική προς τον ελληνικό παραγωγικό ιστό που χαρακτηρίζεται από μικρό μέγεθος επιχειρήσεων. Υποστηρίζει την ανταγωνιστικότητα και βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, εφόσον εξασφαλίζει φθηνές πρώτες ύλες, αντιμετωπίζει την επερχόμενη αύξηση των τιμών των περιορισμένων πρώτων υλών και βοηθάει την εξοικονόμηση κόστους στις Βιομηχανίες. Επίσης δημιουργεί νέα επαγγελματική και επιχειρηματική ύλη με πραγματικό προϊόν και όχι υπηρεσίες ενώ η μετατροπή των καταναλωτών σε χρήστες υιοθετεί καταναλωτικές τάσεις προς προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον, χωρίς να υποτιμούμε την επίτευξη ασφαλών λύσεων στην διάθεση των αποβλήτων, χωρίς πρόστιμα από την ΕΕ.
202
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σκοπός της Εθνικής Στρατηγικής είναι η επιτάχυνση των δράσεων κυκλικής οικονομίας και η απελευθέρωση αναπτυξιακού δυναμικού. Διαπιστώνοντας τα οφέλη της κυκλικής οικονομίας, τον διατομεακό χαρακτήρα πολλών δράσεων που την αφορούν και τις θεσμικές εμπλοκές που παρατηρούνται στην προώθησή της επιλέχθηκε ο διυπουργικός συντονισμός και η διατύπωση δημόσιας πολιτικής για το θέμα. Βασικά περιεχόμενα της δημόσιας πολιτικής για την κυκλική οικονομία είναι : 1. Χρηματοδοτικά εργαλεία 2. Σχεδιασμός και θέσπιση ρυθμιστικού πλαισίου και κανονισμών, καθώς και άρση γραφειοκρατικών εμποδίων 3. Σύνδεση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και της κοινωνικής οικονομίας με την τεχνολογική καινοτομία και ανάπτυξη και υποστήριξη πιλοτικών/επιδεικτικών δράσεων κυκλικής οικονομίας 4. Βελτίωση της διακυβέρνησης και της δικτύωσης και επιτάχυνση διαδικασιών
Ενδεικτικοί τομείς, όπου απαιτούνται ενέργειες της δημόσιας πολιτικής, μπορεί να είναι: ✓ Σειρά παρεμβάσεων θεσμικού χαρακτήρα που θα ενισχύσουν την κυκλική οικονομία, τον αρθρωτό σχεδιασμό και την ανοιχτή καινοτομία, ✓ Καθορισμός προτεραιοτήτων με οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Καθορισμός δεικτών αξιολόγησης του μοντέλου της κυκλικής οικονομίας, ✓ Διευκόλυνση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών κυκλικής οικονομίας και βιομηχανικής συμβίωσης (μείωση διοικητικού κόστους, πριμοδότηση στις δημόσιες προμήθειες, οικο-βιομηχανικά πάρκα, δημιουργία κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου και προσαρμογή υφιστάμενου), ✓ Έξυπνα χρηματοδοτικά εργαλεία με ενισχύσεις και φοροελαφρύνσεις, ✓ Αξιοποίηση των δημόσιων επενδύσεων, του ΕΣΠΑ, της Επενδυτικής Τράπεζας, του πακέτου Juncker και άλλων Ταμείων και πόρων, ✓ Θεσμοθέτηση ανοιχτών αδειών, προώθηση των ανοιχτών τεχνολογιών, αξιοποίηση των προϊόντων ανοιχτής καινοτομίας- ειδικά στα ακαδημαϊκά ιδρύματα και τη δημόσια διοίκηση, 203
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ✓ Θέσπιση προδιαγραφών, ✓ Δημιουργία βάσεων δεδομένων και αξιοποίηση πληροφορίας για καθορισμό δεικτών αξιολόγησης της κυκλικής οικονομίας στους διάφορους τομείς, ✓ Κίνητρα ανάπτυξης της κοινωνικής επιχειρηματικότητα, της συνεργατικότητας και της κοινωνικής οικονομίας σε τομείς επαναχρησιμοποίησης πόρων και υλικών (ecoindustrial clusters, patent pools), ✓ Πολιτικές προς την κατεύθυνση του «έξυπνου εργοστασίου» (smart factory), που θα είναι καινοτόμο, υψηλής τεχνολογίας, πράσινο, σπονδυλωτό, και ενδεχομένως ψηφιοποιημένο, ✓ Επικοινωνιακή εκστρατεία ευαισθητοποίησης των πολιτών παράλληλα με κίνητρα. Η Εθνική Στρατηγική για την Κυκλική Οικονομία δημιουργεί πολλαπλά οικονομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά οφέλη και πρέπει να υιοθετηθεί ως δημόσια πολιτική. Στην Ελλάδα της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, της διαρροής ανθρώπινου και επιστημονικού δυναμικού, της αδυναμίας εφαρμογής καινοτόμων τεχνολογιών, ο στόχος της Δίκαιης και Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι συμβατός με τις επιδιώξεις για ανασχεδιασμό
προϊόντων,
διαδικασιών,
ενίσχυση
της
διάρκειας
ζωής,
της
επισκευασιμότητας και της ανακυκλωσιμότητας των υλικών, σχεδιασμό και επεξεργασία των πάντων ως πολύτιμων πόρων.
2. ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΣΧΕΔΙΟ
204
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης του δευτερογενούς τομέα στην Ελλάδα είτε θα θεμελιωθεί στη σύγχρονη τάση της κυκλικής οικονομίας είτε μεσοπρόθεσμα θα προσκρούσει σε νέα αδιέξοδα, αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της εξάντλησης των φυσικών πόρων, της ανόδου των τιμών των πρώτων υλών και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του τρέχοντος βιομηχανικού μοντέλου. Επιπλέον, η μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία προσφέρει συγκριτικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και είναι φιλικότερη προς την ήδη υπάρχουσα δομή του ελληνικού παραγωγικού ιστού που χαρακτηρίζεται από μικρό μέγεθος επιχειρήσεων. Ενισχύει τις προοπτικές βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μακροπρόθεσμα, καθώς αντιμετωπίζει την επερχόμενη ισχυρή αύξηση των τιμών των περιορισμένων πρώτων υλών και βοηθάει την εξοικονόμηση κόστους στις Βιομηχανίες. Διατηρεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τις περιορισμένες πρώτες ύλες. Προσφέρει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ενώ υιοθετεί Καταναλωτικές τάσεις προς προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον. Καινοτόμες μορφές της κατανάλωσης μπορεί να είναι ένας τομέας όπου οι νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες θα προκύψουν κατά τη διάρκεια της μετάβασης προς την κυκλική οικονομία, π.χ. κοινή χρήση υποδομών (συνεργατική οικονομία), και η αυξημένη χρήση ψηφιακών πλατφορμών. Η μετάβαση από το γραμμικό μοντέλο ανάπτυξης σε κυκλικό συνιστά ποιοτικό άλμα και αναπτυξιακό μετασχηματισμό. Δημιουργούνται τοπικές θέσεις εργασίας και ευκαιρίες για κοινωνική ένταξη. Η μετάβαση στην κυκλική οικονομία δημιουργεί προστιθέμενη αξία επενδύσεων με οικονομικά αποδοτικά μέτρα, οδηγεί στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και μειώνει την εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες. Συνδέεται στενά με τις βασικές προτεραιότητες της ΕΕ για την απασχόληση και την ανάπτυξη, την κοινωνική οικονομία και τη βιομηχανική καινοτομία, ενώ παράλληλα δημιουργεί νέα γνώση, τεχνολογία και επαγγελματικές δεξιότητες βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα. Τέσσερα επιπρόσθετα οφέλη προκύπτουν εμμέσως και παράλληλα: α) Η ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, ιδιαίτερα στους τομείς της προετοιμασίας για επαναχρησιμοποίηση, επισκευών, επιδιορθώσεων.
205
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) β) Η δημιουργία νέων επαγγελμάτων για την υλοποίηση των ανωτέρω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. γ) Η διάδοση, ωρίμανση και διάχυση των τεχνολογιών που θα εφαρμοστούν και η χρήση τους από νέους επαγγελματίες και εργαζόμενους είναι ένα πρόσθετο όφελος για τη χώρα. δ) Η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, εφόσον σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί, παράγοντας πλούτο μέσω της κοινωνικής οικονομίας και με διάθεση πρόσθετων πόρων για να στηθούν κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις πλάι στις παραγωγικές μονάδες. ΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ για μια ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ Πυλώνες της Εθνικής Στρατηγικής Κυκλικής Οικονομίας και ταυτόχρονα στοιχεία αναπτυξιακού μετασχηματισμού και αλλαγής αναπτυξιακού προτύπου αποτελούν οι : ➢ Βιώσιμη Διαχείριση Πόρων, με βασικές επιδιώξεις την αύξηση της αποδοτικότητάς τους, την επανεξέταση των αλυσίδων αξίας, την ορθολογική διαχείριση αποβλήτων, την επανάχρηση κτιρίων και την επαναχρησιμοποίηση του νερού ή τη συλλογή βρόχινων και πηγαίων νερών. ➢ Ενίσχυση της Κυκλικής Επιχειρηματικότητας, με ενθάρρυνση της ιδέας του οικοσχεδιασμού, της παραγωγής προϊόντων με μεγάλη διάρκεια ζωής, της επισκευής, ανακαίνισης, επαναχρησιμοποίησης, αναπαλαίωσης, προώθηση της βιομηχανικής συμβίωσης (clusters, πάρκα καινοτομίας, εκκολαπτήρια επιχειρήσεων, πλατφόρμες ανταλλαγής γνώσης-πληροφορίας), της προώθησης μοντέλων καινοτόμας επιχειρηματικότητας (πχ οικονομίας του διαμοιρασμού), υποστήριξη της βιολογικής οικονομίας, της προώθησης πράσινων και κυκλικών δημόσιων προμηθειών, της υποστήριξης χρήσης δευτερογενών υλικών. ➢ Κυκλική Κατανάλωση, με πλήρη ενημέρωση των πολιτών, αξιοποίηση Οικολογικού Σήματος και άλλων κινήτρων, με εκπαίδευση και βασικές επιδιώξεις την αειφόρο κατανάλωση τροφίμων (αποτροπή απόρριψης, αστική καλλιέργεια), την αποτροπή υπερβολικής χρήσης πόρων (τρόφιμα-ποτά, ένδυση, συσκευασία, ΗΗΕ), την πρόληψη παραγωγής αποβλήτων μέσω προετοιμασίας για επαναχρησιμοποίηση, επισκευής και επιδιόρθωσης, τον έλεγχο του λιανικού ηλεκτρονικού εμπορίου και τελικά την προώθηση υπηρεσιών χρήσης αντί της προμήθειας προϊόντων. 206
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΚΥΚΛΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Στο πλαίσιο των Στρατηγικών αυτών, οι κύριοι μακροπρόθεσμοι στόχοι στη χώρα μας (2030) είναι: 1) Ενσωμάτωση κριτηρίων οικολογικού σχεδιασμού και ανάλυση κύκλου ζωής των προϊόντων, αποφεύγοντας την εισαγωγή επικίνδυνων ουσιών στην παραγωγή τους και διευκολύνοντας την επιδιορθωσιμότητα και την επέκταση της διάρκειας ζωής. Η χρήση μη επικίνδυνων ουσιών βελτιώνει παράλληλα την ποιότητα των αποβλήτων κατά την παραγωγική διαδικασία, μειώνοντας και τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. 2) Αποτελεσματική εφαρμογή της ιεράρχησης της διαχείρισης των αποβλήτων, προωθώντας την πρόληψη της δημιουργίας και ενθαρρύνοντας την επανάχρηση και ανακύκλωση. 3) Δημιουργία και προώθηση Οδηγών βελτίωσης ενεργειακής απόδοσης στις παραγωγικές διαδικασίες. 4) Προώθηση καινοτόμων μορφών κατανάλωσης, όπως η χρήση υπηρεσιών αντί αγοράς προϊόντων ή η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ψηφιακών πλατφορμών 5) Προβολή ενός ορθολογικού μοντέλου κατανάλωσης, στη βάση της διαφάνειας της πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά αγαθών και υπηρεσιών, τη διάρκεια ζωής τους και την ενεργειακή τους απόδοση. 6) Διευκόλυνση και δημιουργία κατάλληλων διαύλων ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμού μεταξύ των διοικήσεων, της επιστημονικής κοινότητας και των οικονομικών και κοινωνικών φορέων, ώστε να δημιουργηθούν συνέργειες συμβατές με τη μετάβαση στο κυκλικό μοντέλο. 7) Προβολή της σημασίας της μετάβασης από τη γραμμική στην κυκλική οικονομία, προωθώντας διαφάνεια στις διαδικασίες, αναπτύσσοντας την ενημέρωση των πολιτών, την κατάρτιση και ευαισθητοποιώντας την κοινωνία. 8) Επεξεργασία διαφανών και εφικτών δεικτών παρακολούθησης της υλοποίησης της μετάβασης. Η ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Η Στρατηγική της Κυκλικής Οικονομίας πρέπει να ενσωματωθεί στον Κυβερνητικό σχεδιασμό και στις τομεακές πολιτικές των Υπουργείων, στην Εθνική Αναπτυξιακή
207
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Στρατηγική 2021 και τις ανάλογες εξειδικεύσεις της, στα οικονομικά και αναπτυξιακά εργαλεία και στις νέες τους εκφράσεις (αναπτυξιακή - επενδυτική Τράπεζα), και να σηματοδοτήσει το σύνολο της κυβερνητικής αναπτυξιακής πολιτικής.
Η επιτυχημένη μετάβαση προς την κυκλική οικονομία απαιτεί την παράλληλη εφαρμογή δράσεων σε όλα τα στάδια της αλυσίδας αξίας : στην εξόρυξη πρώτων υλών και στον σχεδιασμό προϊόντων και υλικών (ΠΑΡΑΓΩΓΗ), στη διακίνηση και κατανάλωση αγαθών, στην επισκευή, επανάχρηση είτε ανακατασκευή τους με ενημέρωση του κοινού, έρευνα και καινοτομία (ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ), στην επεξεργασία και ανακύκλωση (ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ) και την εκ νέου αξιοποίηση υλικών, καθώς και του νερού (ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ). Η ολιστική προσέγγιση του θέματος της κυκλικής οικονομίας απαιτεί παράλληλα τρόπους συλλογικότερης λειτουργίας των βασικών παραγόντων (Διοίκηση, Αγορά, ΜΜΕ, Κοινωνία, ΟΤΑ, Πολίτες) αλλά και βελτιωμένο συντονισμό της Διοίκησης (Κυβέρνηση, Υπουργεία, οργανισμοί, φορείς). ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Το σύνολο των δράσεων, για την επόμενη διετία, περιλαμβάνει παρεμβάσεις στα πεδία: • Κανονιστικών και Νομοθετικών ρυθμίσεων για την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας και την άρση γραφειοκρατικών αγκυλώσεων • Xρηματοδότησης και οικονομικών κινήτρων 208
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Βελτίωσης της γνώσης, των διαδικασιών διαχείρισης και ανταλλαγής της και σύνδεσής της με την παραγωγή, την οικονομία και την κοινωνία • Ενίσχυσης της διακυβέρνησης της κυκλικής οικονομίας και της δικτύωσης.
3.1.3 Μέθοδοι επίτευξης περιβαλλοντικών στόχων Γενικά
Η ανάπτυξη της περιβαλλοντικής επιστήμης τις τελευταίες δεκαετίες, η επέλευση μεγάλης κλίμακας περιβαλλοντικών ατυχημάτων ή καταστροφών και η συνακόλουθη ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος οδήγησαν τα κράτη και τη διεθνή κοινότητα στη διαμόρφωση περιβαλλοντικής πολιτικής. Βασική επιδίωξη της πολιτικής αυτής είναι η προστασία του περιβάλλοντος τόσο με την προληπτική έννοια όσο και με την έννοια της κατά το δυνατόν επανόρθωσης ή αποκατάστασης των περιβαλλοντικών συνθηκών, όπου αυτές έχουν υποστεί χειροτέρευση ή βλάβη. Η περιβαλλοντική πολιτική, σε πολλές περιπτώσεις, συνεπάγεται ενέργειες ή παραλείψεις, οι οικονομικές επιπτώσεις των οποίων είναι τόσο σημαντικές ώστε να μη μπορεί να αγνοηθούν για πολύ, κάτι το οποίο δεν έγινε επαρκώς αντιληπτό κατά τα πρώιμα στάδια. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου αποδίδεται συγκριτικά μεγάλη σημασία στην οικονομική πλευρά των πραγμάτων, στα πρώτα βασικά νομοθετήματα για την προστασία του περιβάλλοντος (όπως ο νόμος για τον καθαρό αέρα - clean air act - του 1970 ή ο νόμος για το καθαρό νερό - clean water act –του 1972) αναφερόταν ρητά ότι κατά τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικών όρων και προδιαγραφών απαγορευόταν η συνεξέταση οικονομικών παραμέτρων όπως το κόστος ή η ωφέλεια. Οι οικονομικές αναγκαιότητες, όμως, δεν βράδυναν να καταστούν αισθητές, με αποτέλεσμα μέσα σε μια δεκαετία από τα πρώτα νομοθετήματα που μόλις αναφέρθηκαν η συνεξέταση του κόστους και του οφέλους των μέτρων περιβαλλοντικής πολιτικής να αποτελέσει επίσημη πολιτική όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και αλλού. Έτσι το Συμβούλιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), του οποίου η χώρα μας είναι μέλος, το 1991 παρότρυνε τις χώρες μέλη όχι μόνο να συνεξετάζουν τις οικονομικές παραμέτρους αλλά και να κάνουν ευρύτερη και
209
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περισσότερο συγκροτημένη χρήση των οικονομικών εργαλείων στην περιβαλλοντική τους πολιτική και διαχείριση.
Με αφετηρία αναλύσεις και πορίσματα της οικονομικής ανάλυσης που είχαν προκύψει τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η περιβαλλοντική οικονομική αποτελεί ένα σχετικά νέο κλάδο της οικονομικής επιστήμης, οποίος αναπτύχθηκε στα πρόσφατα χρόνια, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε εφαρμοσμένο επίπεδο, υπό την επήρεια και των εξελίξεων που αναφέρθηκαν. Στόχους της αποτελούν η καλίτερη κατανόηση της οικονομικής διάστασης της περιβαλλοντικής πολιτικής και η συμβολή στη διαμόρφωση εργαλείων πολιτικής για την επίτευξη των περιβαλλοντικών επιδιώξεων. Περιβαλλοντικές εξωτερικές οικονομίες Το
πρόβλημα
που προκύπτει σε
σχέση με
τη
λειτουργία
και την
αποτελεσματικότητα της αγοράς, όταν οι δραστηριότητες μιας ή περισσότερων οικονομικών μονάδων προκαλούν κοινωνικό κόστος, χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση του ιδιωτικού τους κόστους ή κοινωνικό όφελος χωρίς αντίστοιχη ιδιωτικοοικονομική τους ωφέλεια, έχει επισημανθεί από την οικονομική επιστήμη ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αρκετές δεκαετίες πριν από την ανάπτυξη της σύγχρονης περιβαλλοντικής επιστήμης. Οι εξωτερικές αρνητικές οικονομίες που προκύπτουν όταν 210
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προκαλείται κοινωνικό κόστος χωρίς αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση του ιδιωτικού κόστους (negative external economies ή negative externalities) και οι θετικές εξωτερικές οικονομίες που προκύπτουν όταν παράγεται κοινωνική ωφέλεια χωρίς αντίστοιχο ιδιωτικοοικονομικό όφελος (positive external economies ή positive externalities) θεωρούνται ως μια από τις σοβαρές ατέλειες του μηχανισμού των τιμών (market failure) που παρεμποδίζουν τη βελτιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος και δικαιολογούν την κρατική παρέμβαση, με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας στη λειτουργία της αγοράς. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι οικονομολόγοι που πρώτοι επισήμαναν το πρόβλημα, σε εποχή που ακόμη, όπως μόλις αναφέρθηκε, η περιβαλλοντική επιστήμη και η περιβαλλοντική οικονομική ανάλυση με τη σημερινή τους μορφή δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί,
χρησιμοποίησαν
παραδείγματα
περιβαλλοντικής
όχλησης
ή
περιβαλλοντικού οφέλους για να καταστήσουν σαφέστερη την επιχειρηματολογία τους. Η ιδιωτική οικονομική μονάδα έχει σκοπό το κέρδος. Στο βαθμό που μια δραστηριότητα της προκαλεί περιβαλλοντικό κόστος χωρίς αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση της, είναι πολύ πιθανόν ότι θα αδιαφορεί γι’ αυτό, αφού δεν έχει αντίκτυπο στο κέρδος της. Αν πρόκειται για αναλώσιμο στοιχείο του περιβάλλοντος όπως π.χ. ένα πεπερασμένο κοίτασμα, θα τείνει σε ανάλωση υψηλότερη όχι μόνο της περιβαλλοντικά αλλά, ενδεχόμενα, και της οικονομικά βέλτιστης. Αν πρόκειται για άλλης μορφής περιβαλλοντικό αγαθό, το μηδενικό για την οικονομική μονάδα τίμημα για ενδεχόμενη βλάβη του, μηδενίζει και το οικονομικό κίνητρο για την προστασία του ή τον περιορισμό της βλάβης του. Αν και δεν αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις ένας επιχειρηματίας να μην ενεργεί με μοναδικό γνώμονα το κέρδος, και να ενδιαφέρεται και για κάποιες άλλες διαστάσεις των παραγωγικών του δραστηριοτήτων, τα περιθώρια που του αφήνει η πραγματικότητα της αγοράς να συνεξετάζει και άλλους παράγοντες, όταν λαμβάνει τις αποφάσεις του, είναι πολύ περιορισμένα.
Αν θελήσει να αναλάβει κόστος που δεν είναι υποχρεωμένος να αναλάβει, για την εξυπηρέτηση σκοπών άλλων από το κέρδος του – όπως π.χ. ο περιορισμός των δυσμενών επιπτώσεων των δραστηριοτήτων του στο περιβάλλον - με την προκύπτουσα
211
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επιβάρυνση του κόστους του υποσκάπτει την ανταγωνιστική του θέση, αφού δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι οι ανταγωνιστές του θα τον μιμηθούν. Έτσι ή θα υποχρεωθεί να αναθεωρήσει τη στάση του και να επικεντρώσει τον ενδιαφέρον του στην κερδοφορία ή θα θέσει σε κίνδυνο το οικονομικό μέλλον της επιχείρησης του Μορφές παρέμβασης για την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών προβλημάτων Όπως ήδη αναφέρθηκε, όταν πρόκειται για σοβαρές ατέλειες της αγοράς, αναγνωρίζεται από την οικονομική επιστήμη η ανάγκη κρατικής ή και άλλης μορφής κοινωνικής παρέμβασης, προκειμένου να βελτιωθεί το οικονομικό αποτέλεσμα και να αποσοβηθούν ή να περιοριστούν οι επιβλαβείς οικονομικές συνέπειες από αυτές. Η παρέμβαση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές. Ένας τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος συνίσταται στην κανονιστική κρατική παρέμβαση. Έτσι, λ.χ., αν μια οικονομική μονάδα μολύνει την ατμόσφαιρα με εκπομπές καυσαερίων
ή
αιωρούμενων
σωματιδίων,
ένας
τρόπος
αντιμετώπισης
του
περιβαλλοντικού προβλήματος που προκύπτει είναι η επιβολή δια νόμου τεχνικών όρων και περιορισμών στις εκπομπές αυτές και η τιμωρία της όταν τους παραβαίνει. Η παρέμβαση μπορεί να λαμβάνει ακραιφνώς τεχνικό χαρακτήρα ή να αφήνει στους ενδιαφερόμενους κάποια περιθώρια χρησιμοποίησης του οικονομικού λογισμού, προκειμένου να επιτύχουν τη συμμόρφωση.
212
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Στην πρώτη περίπτωση οι τεχνικοί αυτοί όροι και περιορισμοί μπορεί να είναι λεπτομερειακοί και συγκεκριμένοι όχι μόνο ως προς τα περιβαλλοντικά αποτελέσματα αλλά και ως προς τις μεθόδους και τον εξοπλισμό. Στη δεύτερη περίπτωση, η παρέμβαση μπορεί να λαμβάνει γενικότερη μορφή, όπως π.χ. ο προσδιορισμός ενός ανώτατου ορίου εκπομπών, χωρίς να προσδιορίζεται τεχνικά ο τρόπος επίτευξης τους. Στην περίπτωση αυτή οι τρόποι συμμόρφωσης, όπως λ.χ. το είδος του φίλτρου που θα εγκατασταθεί για να συλλαμβάνει τα αιωρούμενα σωματίδια ή οι όποιες άλλες τεχνικές λύσεις, αφήνονται να αποφασιστούν από τις επιχειρήσεις, τις οποίες αφορά η κανονιστική ρύθμιση. Εκείνο που χρειάζεται προσοχή από την πλευρά της παρεμβαίνουσας αρχής είναι η κύρωση σε περιπτώσεις παράβασης να ρυθμίζεται έτσι ώστε να έχει αποτελεσματικό αποτρεπτικό χαρακτήρα.
213
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Χρειάζεται επίσης μέριμνα για τη δημιουργία ή την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου, ώστε η πιθανότητα εντοπισμού τυχόν παραβάσεων να είναι αυξημένη και να αποθαρρύνονται έτσι οι παραβάσεις. Εναλλακτικός τρόπος αποθάρρυνσης μιας οικονομικής μονάδας που προκαλεί περιβαλλοντική όχληση και άσκησης πίεσης σ’ αυτήν να την περιορίσει– σε αντιδιαστολή με την θέσπιση τεχνικών κανόνων και την αστυνόμευση της εφαρμογής τους - είναι η λεγόμενη εσωτερίκευση (internalization) της αρνητικής ή της θετικής εξωτερικής οικονομίας, κάτι που μπορεί να μεθοδευτεί κυρίως μέσα από οικονομικά αντικίνητρα ή κίνητρα. Στόχος της εσωτερίκευσης στην περίπτωση αρνητικών εξωτερικών οικονομιών είναι η οικονομική επιβάρυνση του οχλούντος κατ’ αναλογία του κοινωνικού περιβαλλοντικού κόστους που συνεπάγονται οι δραστηριότητες του, έτσι ώστε κατά τη λήψη των αποφάσεων του να έχει κίνητρο να συνυπολογίζει και την περιβαλλοντική βλάβη που προκαλεί. Στην περίπτωση της οικονομικής μονάδας που μολύνει την ατμόσφαιρα με εκπομπές καυσαερίων ή αιωρούμενων σωματιδίων, για την οποίαν έγινε λόγος, αντί της τεχνικού περιεχομένου κανονιστικής ρύθμισης μπορεί να επιβληθεί φόρος ή τέλος, υπολογισμένο έτσι ώστε να δημιουργείται επαρκές οικονομικό κίνητρο συμμόρφωσης προς τον περιβαλλοντικό κανόνα και επαρκές αντικίνητρο συνέχισης της πρότερης 214
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) συμπεριφοράς. Η προσέγγιση αυτή συνοψίζεται ενίοτε στην αρχή «ο μολύνων πληρώνει». Η αρχή αυτή δεν έχει την έννοια ότι, εφόσον κανείς πληρώνει, αποκτά το δικαίωμα να μολύνει, όπως μερικές φορές φαίνεται να ερμηνεύεται από περιβαλλοντικά ακραιφνείς, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται ορθά το νόημα των οικονομικών κινήτρων και αντικινήτρων. Είναι προφανές ότι μια τέτοια προσέγγιση, ότι δηλ. «μπορεί κανείς να
μολύνει αρκεί να
πληρώνει» θα ήταν εντελώς
αναποτελεσματική από την άποψη του επιδιωκόμενου στόχου, ο οποίος δεν είναι ταμιευτικός αλλά αποβλέπει στον περιορισμό της περιβαλλοντικής όχλησης. Η αρχή «ο μολύνων πληρώνει» έχει την έννοια ότι η οχλούσα συμπεριφορά του καθίσταται γι’ αυτόν τόσο οικονομικά ασύμφορη, λόγω του κόστους που του επιφέρει, ώστε αυτός να έχει κίνητρο να αναζητήσει τρόπους συμμόρφωσης προς τον περιβαλλοντικό κανόνα. Αντί του οικονομικού αντικινήτρου, μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις,να δημιουργείται κίνητρο με τη μορφή λ.χ. της επιδότησης. Αυτό ταιριάζει όταν πρόκειται για θετικές εξωτερικές οικονομίες. Σε ότι όμως αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, η πρακτική σημασία των θετικών εξωτερικών οικονομιών, αν και όχι αμελητέα, είναι γενικά μικρότερη. Το πρόβλημα κάτω από τις σύγχρονες συνθήκες έγκειται κυρίως στην περιβαλλοντική όχληση και όχι τόσο στις αγαθές περιβαλλοντικές επιδράσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων.
215
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η επιδότηση προσφέρεται επίσης ως εναλλακτική λύση σε σχέση με το φόρο ή το τέλος, όταν, π.χ., για λόγους έντονου εξωτερικού ανταγωνισμού από χώρες όπου οι περιβαλλοντικοί κανόνες είναι χαλαροί, μπορεί να κριθεί ότι είναι εθνικά ασύμφορη η οικονομική επιβάρυνση των επιχειρήσεων για τις οποίες πρόκειται, η οποία θα προέκυπτε από υποχρεώσεις σχετικές με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια τέτοια περίπτωση το κόστος της επιθυμητής συμμόρφωσης προς τους ισχύοντες περιβαλλοντικούς κανόνες επιβαρύνεται το κοινωνικό σύνολο με τη μορφή μιας επιδότησης αντί να το επιβαρυνθούν οι οχλούσες μονάδες, και να τεθεί έτσι σε κίνδυνο η επιβίωση τους λόγω του εξωτερικού ανταγωνισμού. Η κάθε μια από τις δυο κατηγορίες εργαλείων για τον περιορισμό του περιβαλλοντικού κοινωνικού κόστους, που μόλις αναφέρθηκαν – καθώς επίσης και η όποια ενδιάμεση, σύνθετη εκδοχή τους - έχει τα πλεονεκτήμα-τα και τα μειονεκτήματά της και η επιλογή σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τον επιδιωκόμενο στόχο. Έτσι, λ.χ., όταν η εξασφάλιση ενός αγαθού θεωρείται κατά κάποιον τρόπο αδιαπραγμάτευτη, είναι προτιμότερη η αντιμετώπιση της ατέλειας της αγοράς με αυστηρές κανονιστικές διατάξεις τεχνικού κυρίως χαρακτήρα. Εάν, π.χ., μια δραστηριότητα ενοχοποιείται για σοβαρή βλάβη στην υγεία ή την ασφάλεια του κοινού, δεν θα γινόταν εύκολα αποδεκτή η ιδέα να αφεθεί ελεύθερος να την ασκεί 216
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) όποιος είναι διατεθειμένος να πληρώσει. Διότι ναι μεν, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα κατά τον προσδιορισμό του φόρου ή του τέλους, έτσι ώστε να δημιουργείται αποτελεσματικό αποτρεπτικό αντικίνητρο, όμως εξαιρέσεις μπορεί να προκύψουν. Ο φόρος ή το τέλος ρυθμίζονται έχοντας πάντοτε κατά νου τις συνήθεις περιπτώσεις. Δεν είναι δυνατό να επιβάλλεται εξοντωτικό οικονομικό αντικίνητρο για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κάποια οικονομική μονάδα να προτιμήσει να συνεχίσει να μολύνει και να πληρώνει. Όπου, ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο να αστοχεί το οικονομικό κίνητρο, έστω και κατ’ εξαίρεση, κρίνεται ως απαράδεκτο, είναι φανερό ότι το εν δυνάμει δραστικότερο μέσο του προσδιορισμού υποχρεωτικών τεχνικών ορίων ή προδιαγραφών είναι καταλληλότερο. Προτιμότερη είναι επίσης η επιβολή αυστηρών τεχνικών κανόνων όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών προβλη μάτων που προκαλούνται από παραγωγικές δραστηριότητες του δημόσιου τομέα, αφού στην περίπτωση αυτή το οικονομικό κίνητρο δεν έχει την ισχύ που έχει στον ιδιωτικό τομέα. Μια δημόσια επιχείρηση μπορεί να αδιαφορήσει για το οικονομικό αντικίνητρο και να συνεχίσει να μολύνει. Όταν οι περιβαλλοντικές συνέπειες από την άσκηση μιας δραστηριότητας δεν λαμβάνουν τόσο σοβαρή μορφή όπως λ.χ. η σαφής βλάβη της ανθρώπινης υγείας, και πρόκειται για τον ιδιωτικό τομέα, η χρησιμοποίηση οικονομικών κινήτρων ή αντικινήτρων είναι προσφορότερη. Πλεονέκτημά της έναντι της κανονιστικής ρύθμισης, είναι ότι επιστρατεύει τον μηχανισμό των τιμών και αξιοποιεί τις δυνατότητες που αυτός προσφέρει για την επίτευξη δεδομένου αποτελέσματος με τον οικονομικότερο τρόπο. Το κόστος για δεδομένο περιβαλλοντικό αποτέλεσμα σε όρους περιβαλλοντικών παραμέτρων, π.χ. το κόστος που απαιτείται για να περιοριστούν οι ατμοσφαιρικοί ρύποι σε μια περιοχή κάτω από κάποια ανώτατα επιτρεπτά όρια, διαφέρει μεταξύ οικονομικών μονάδων. Εξαρτάται δε τόσο από τη διαδικασία και την τεχνική της παραγωγής που χρησιμοποιεί η κάθε παραγωγική μονάδα όσο και από παράγοντες όπως η γεωγραφική της θέση, οι ώρες λειτουργίας της, οι επικρατούντες άνεμοι, κλπ..
217
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Έτσι, λ.χ., το κόστος για δεδομένη μείωση των εκπομπών συγκεκριμένου ρύπου μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό μεταξύ ενός διυλιστηρίου πετρελαίου και μιας θερμικής μονάδας παραγωγής ηλεκτρισμού. Και οι συνέπειες από δεδομένη εκπομπή ρύπων στην ποιότητα του περιβάλλοντος σε δεδομένη περιοχή μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την απόσταση της παραγωγικής μονάδας από τα σημεία υψηλών συγκεντρώσεων του εν λόγω ρύπου, τους επικρατούντες ανέμους, κλπ. Η επιβολή ενός ομοιόμορφου τεχνικού κανόνα ή περιορισμού σε όλες τις ρυπογόνες μονάδες μια περιοχής, ανεξάρτητα από τους παράγοντες αυτούς, μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο δεδομένο αποτέλεσμα σε όρους περιβαλλοντικών παραμέτρων ανεξάρτητα από το κόστος του, κάτι που οδηγεί σε σπατάλη. Αν αντί της αυστηρής επιβολής ενός τεχνικού αποτελέσματος ή περιορισμού γενικής ισχύος υιοθετηθεί μια περισσότερο ευέλικτη προσέγγιση, η οποία μέσα από οικονομικά κίνητρα και αντικίνητρα είναι δυνατό να επιτύχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα σε όρους περιβαλλοντικών παραμέτρων, μπορεί με τον τρόπο αυτό να εξοικονομηθεί κόστος. Και η εξοικονόμηση μπορεί, όπως έχουν δείξει μελέτες για συγκεκριμένες περιοχές και μορφές ρύπων, να λαμβάνει μεγάλη έκταση. Έχουν επισημανθεί περιπτώσεις όπου το κόστος μπορεί να μειωθεί και στο ένα δέκατο σε σχέση με μια αυστηρά κανονιστική
Στη σημασία τέτοιου είδους οικονομικών παραγόντων στηρίζεται και η τακτική της δημιουργίας αγοράς για ορισμένες μορφές ρύπων ή περιβαλλοντικών βλαβών. 218
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μέσα από τέτοιου είδους αγορές επιτρέπεται σε συγκεκριμένη ρυπογόνα επιχείρηση, η οποία σε δεδομένη περίοδο το βρίσκει συγκριτικά δαπανηρότερο να λάβει τα μέτρα που χρειάζονται για να συμμορφωθεί με τις θεσπισμένες περιβαλλοντικές παραμέτρους να αγοράζει δικαιώματα ρύπανσης από άλλη ή άλλες μονάδες που το βρίσκουν συμφέρον να περιορίζουν τους ρύπους τους κάτω από τα επιτρεπτά όρια προκειμένου να διαθέσουν το “πλεόνασμα περιβαλλοντικού αγαθού» που έτσι δημιουργούν, έναντι τιμήματος, σε άλλους ρυπαντές. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να περιορίζεται το συνολικό κόστος για την επίτευξη δεδομένου περιβαλλοντικού αποτελέσματος και να παρέχεται στις επί μέρους οικονομικές μονάδες ευελιξία ως προς τη χρονική κλιμάκωση των επενδύσεων που χρειάζεται να αναλάβουν για τη συμμόρφωση με τους περιβαλλοντικούς όρους. Έτσι λ.χ. κατά την εφαρμογή του προγράμματος μετάβασης στην αμόλυβδη βενζίνη στις ΗΠΑ από το 1982 έως το 1986, επιτράπηκε η συναλλαγή σε «δικαιώματα μείωσης του μολύβδου» μεταξύ διυλιστηρίων πετρελαίου, με την αγορά τέτοιων δικαιωμάτων από τα βραδυπορούντα διυλιστήρια και την πώληση τους από εκείνα που προχωρούσαν με γρηγορότερους ρυθμούς στη μετάβαση προς την παραγωγή αμόλυβδης βενζίνης.
219
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Πραγματοποιήθηκαν πολλές συναλλαγές και χωρίς αυτό να παρεμποδίσει την έγκαιρη επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, δόθηκε στις επί μέρους επιχειρήσεις διύλισης η δυνατότητα προσαρμογής με τον ρυθμό που ήταν οικονομικά συμφερότερος στην κάθε μια. Εκτιμάται ότι έτσι, χωρίς να θίγεται το τελικό περιβαλλοντικό αποτέλεσμα, εξοικονομήθηκε κόστος εκατοντάδων εκ. δολαρίων Άλλο πλεονέκτημα των οικονομικών κινήτρων και αντικινήτρων όταν το πρόβλημα επιδέχεται αυτού του είδους την αντιμετώπιση, είναι ότι με τη χρησιμοποίηση τους μπορεί να περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό η ανάγκη της αστυνόμευσης που υπάρχει στην περίπτωση κάθε κανονιστικής ρύθμισης. Όπου δημιουργείται επαρκές οικονομικό κίνητρο ή αντικίνητρο η συμμόρφωση είναι σχεδόν αυτόματη, γιατί οι ενδιαφερόμενοι αποκτούν συμφέρον να συμμορφώνονται.
220
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Αποκτούν συμφέρον να σπεύδουν οι ίδιοι να προκαλέσουν τον έλεγχο και τη διαπίστωση της προόδου που έχουν πραγματοποιήσει για να επιτύχουν τη μείωση ή την άρση της οικονομικής τους επιβάρυνσης αντί να χρειάζεται από την πλευρά του δημοσίου η διατήρηση υπηρεσιών γενικής αστυνόμευσης της εφαρμογής των τεχνικών κανόνων με όχι πάντοτε ικανοποιητικά αποτελέσματα από την άποψη του επιδιωκόμενου στόχου. Κάτω από τις σύγχρονες συνθήκες, εκτός από την παρέμβαση του κράτους με τρόπους όπως αυτοί που προαναφέρθηκαν, προκειμένου να αντιμετωπιστούν προβλήματα περιβαλλοντικής όχλησης, έχουν αναπτυχθεί και άλλοι μηχανισμοί για την άσκηση πιέσεων προς το σκοπό αυτό. Η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος σε συνδυασμό και με την εκτίμηση πολλών επιχειρήσεων ότι έχουν οικονομικό συμφέρον να καλλιεργούν, με πράξεις ή παραλείψεις τους, ευνοϊκή γι’ αυτές εικόνα στην κοινή γνώμη, συντελούν σε επιχειρηματικές αποφάσεις που μπορεί να έχουν ευνοϊκό περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Πέρα δηλ. από την κυβερνητική πολιτική και η στάση της κοινωνίας και των παραγόντων που τη διαμορφώνουν δημιουργεί κίνητρα και αντικίνητρα συμμόρφωσης προς περιβαλλοντικούς κανόνες, τα οποία, αν και εκ πρώτης όψεως μπορεί να έχουν δεοντολογικό χαρακτήρα, κατά βάθος όμως είναι οικονομικά. Η οικονομική αξιολόγηση περιβαλλοντικών μέτρων και πολιτικών και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αναπτυξιακών έργων.
Θέματα περιβαλλοντικού κόστους και περιβαλλοντικού οφέλους εγείρονται όχι μόνο σε συνάρτηση με την άσκηση της ιδιωτικής παραγωγικής δραστηριότητας αλλά και σε σχέση με την επενδυτική δραστηριότητα φορέων του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα καθώς και σε σχέση με τη διαμόρφωση περιβαλλοντικής πολιτικής από την πλευρά του δημοσίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις σκοπός είναι κυρίως η πρόληψη της περιβαλλοντικής βλάβης κατά περίπτωση και το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από οικονομικά κίνητρα ή τεχνικούς κανόνες γενικής εφαρμογής. Για τις περιπτώσεις αυτές έχουν επινοηθεί από την οικονομική επιστήμη άλλα εργαλεία. Όταν λ.χ. πρόκειται για την κατασκευή ενός μεγάλου δημοσίου έργου με
221
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ενδεχόμενες σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις ένας τρόπος για να συνεξεταστούν και οι επιπτώσεις αυτές στη διαδικασία διαμόρφωσης της απόφασης είναι η κατάρτιση μελέτης κόστους/οφέλους, όπως λέγεται. Σκοπός μιας τέτοιας μελέτης είναι, εκτός από την ανάλυση των στοιχείων εκείνων κόστους και οφέλους ενός έργου με τη στενή έννοια του όρου και με βάση τις τιμές της αγοράς και η προσπάθεια οικονομικής αποτίμησης αποτελεσμάτων ή παρενεργειών του (externalities) οι οποίες δεν διαλαμβάνονται στον μηχανισμό των τιμών. Μια κατηγορία τέτοιων αποτελεσμάτων ή παρενεργειών είναι και οι περιβαλλοντικές. Η προσέγγιση αυτή δεν οδηγεί πάντοτε σε ικανοποιητικά αποτελέσματα είτε διότι η αποτίμηση αστοχεί, είτε διότι παρεισφρέουν πλάνες ή υπάρχει επιστημονική άγνοια περί τα πραγματικά περιστατικά. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις, με την κατάρτιση τέτοιων μελετών περιορίζεται το περιθώριο του σφάλματος και οδηγείται κανείς σε αποφάσεις λιγότερο ατυχείς από εκείνες στις οποίες θα κατέληγε, δίχως τη συστηματική προσπάθεια αποτίμησης κόστους και ωφελειών και της συνεξέτασης της ροής τους στη διάρκεια του χρόνου. Η τελευταία έχει μεγάλη οικονομική σημασία, αφού, σε σχέση με αυτήν, η αστοχία, όταν δεν διεξάγεται συστηματική ανάλυση, μπορεί να λάβει πολύ μεγάλη έκταση. Η προσπάθεια αποτίμησης του κόστους και των ωφελειών μπορεί επίσης να αποδώσει χρήσιμους καρπούς και κατά τη διαμόρφωση της περιβαλλοντικής πολιτικής που αποβλέπει στη ρύθμιση της περιβαλλοντικής συμπεριφοράς των παραγωγικών μονάδων είτε αυτές ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα, είτε ανήκουν στο δημόσιο. Η αξιολόγηση μπορεί να αφορά είτε την ουσία της πολιτικής και τους επιδιωκόμενους με αυτήν στόχους, είτε τη μεθόδευση της έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται το κόστος επίτευξης του περιβαλλοντικού αποτελέσματος. Όταν για τα στοιχεία του κόστους και του οφέλους που συνδέονται με ένα δημόσιο έργο ή με κάποιο μέτρο περιβαλλοντικής πολιτικής υπάρχουν τιμές στην αγορά, η εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού του δείκτη κόστους οφέλους χρειάζεται να γίνεται με προσοχή αλλά δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα. Οι δυσχέρειες αυξάνονται υν όταν για μερικά από αυτά δεν υπάρχουν τιμές στην αγορά.
222
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Έτσι, λ.χ., για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας μιας εναλλακτικής εμπορικής χρήσης μιας έκτασης γης, σε συγκεκριμένη θέση, σε μια αστική περιοχή, που εξετάζεται αν πρέπει να γίνει κοινόχρηστο πάρκο, μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως βάση οι εμπορικές τιμές για συγκρίσιμες περιοχές. Για την εκτίμηση, όμως, της αξίας της χρήσης της γης αυτής ως χώρου κοινόχρηστου πρασίνου, τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία είναι πολύ δυσκολότερο να εξευρεθούν, διότι το εν λόγω αγαθό είναι δημόσιο αγαθό εκτός αγοράς. Η αποτίμηση της αξίας περιβαλλοντικών αγαθών ή του κόστους οχλή σεων για τις οποίες δεν υπάρχει τιμή στην αγορά επιχειρείται με δυο διαφορετικές προσεγγίσεις. Σύμφωνα με την πρώτη επιδιώκεται η συναγωγή συμπερασμάτων με βάση στοιχεία για τιμές ή κόστος που συναρτώνται με το αγαθό ή την όχληση για την οποίαν πρόκειται. Έτσι, λ.χ., για την ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος δεν υπάρχει τιμή στην αγορά. Πρόκειται για ένα σύνθετο αγαθό, σε σχέση με το οποίο δεν διεξάγονται αγοραπωλησίες. Αν, όμως, πρόκειται για τον πολεοδομικό σχεδιασμό μιας περιοχής και τη βελτιστοποίηση των όρων δόμησης και των λοιπών πολεοδομικών ρυθμίσεων, προσεγγιστικές απαντήσεις για την αξία που αποδίδει το κοινό στην ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος, όπως αυτή προσδιορίζεται από την κάλυψη, τα ύψη των κτισμάτων, την έκταση και την ποιότητα των κοινόχρηστων χώρων και του πρασίνου, κλπ., μπορεί να δοθούν, εξετάζοντας παράγοντες, όπως η πρόσθετη απόσταση που αποδέχονται να μετακινούνται οι κάτοικοι μιας περιοχής που θεωρείται ότι διαθέτει ικανοποιητική ποιότητα δομημένου περιβάλλοντος για να πάνε από το σπίτι στη δουλειά και το αντίστοιχο κόστος σε χρόνο και καύσιμα, η διαφορά στις αξίες των ακινήτων σε σύγκριση με άλλες περιοχές, που θεωρείται ότι έχουν υποδεέστερη ποιότητα δομημένου περιβάλλοντος, κλπ. Με ανάλογο τρόπο η αξία που αποδίδεται από τους τουρίστες σε μια καλλίτερη ποιότητα δομημένου περιβάλλοντος αντανακλάται στη διαφορά στα επίπεδα του κόστους διαμονής που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν, σε σύγκριση με τουριστικές περιοχές που υστερούν από την άποψη αυτή. Η έμμεση αυτή προσέγγιση συνεπάγεται βεβαίως αυξημένα περιθώρια σφάλματος σε σύγκριση με τις περιπτώσεις όπου
223
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) υπάρχουν αγοραίες τιμές για συγκεκριμένο στοιχείο κόστους ή οφέλους. Με τη δέουσα όμως προσοχή κατά τις εκτιμήσεις μπορεί να δώσει χρήσιμα αποτελέσματα. Στα θέματα όμως του περιβάλλοντος υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις όπου η εξεύρεση τέτοιων έμμεσων τρόπων οικονομικής αποτίμησης δεν είναι κατορθωτή. Έτσι λ.χ. είναι εξαιρετικά δύσκολο να επινοήσει κανείς τρόπο για να αποτιμήσει οικονομικά την αξία, η οποία εμπεριέχεται στην πιθανότητα, μια μορφή ζωής του φυτικού βασιλείου να περικλείει ουσίες, οι οποίες στο μέλλον να χρησιμεύσουν για τη θεραπεία μιας ανθρώπινης ασθένειας.
Σε τέτοιες περιπτώσεις στη σύγχρονη οικονομική του περιβάλλοντος, έχει αρχίσει, ως λύση ανάγκης, να γίνεται δεκτή και η άντληση πληροφόρησης με βάση ερωτηματολόγια. Ζητείται δηλ. η γνώμη του κοινού για την αξία ορισμένων αγαθών ή την απαξία πραγμάτων ή συνθηκών που τους ενοχλούν και με βάση τις απαντήσεις επιχειρείται να συναχθούν συμπεράσματα. Αποτελεί παράδοση στην οικονομική ανάλυση, τα οικονομικά μεγέθη να κρίνονται με βάση την οικονομική συμπεριφορά των ανθρώπων και όχι τις δηλώσεις τους. Οι γνώμες των ανθρώπων και οι δηλώσεις τους δεν θεωρούνται αξιόπιστος τρόπος προσέγγισης της οικονομικής πραγματικότητας. Παρόλα αυτά κρίνεται, από μια 224
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μερίδα τουλάχιστον των αναλυτών, ότι είναι προτιμότερο να προσπαθεί κανείς με τρόπο συστηματικό να κάνει εκτιμήσεις για το κόστος και το όφελος, όσο σημαντικές και αν είναι οι αδυναμίες των μεθόδων που χρησιμοποιούνται, παρά να αποδέχεται εκ προοιμίου ότι μια ορθολογική προσέγγιση είναι αδύνατη και να επαφίεται σε τρόπους λήψης αποφάσεων οι οποίοι είναι εξ υπαρχής αυθαίρετοι. Όταν πρόκειται για ιδιωτικές επενδύσεις από την πραγματοποίηση των οποίων είναι ενδεχόμενο να προκύψουν σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, λόγω της κλίμακάς τους ή λόγω άλλων χαρακτηριστικών, επιβάλλεται συνήθως από τον νομοθέτη ως προϋπόθεση για την αδειοδότηση τους η κατάρτιση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ανάλογα με τα πορίσματα της κατά περίπτωση μελέτης, που έχει κατά κύριο λόγο τεχνικό χαρακτήρα, είτε δεν παρέχεται η αδειοδότηση είτε, όταν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις δεν είναι τόσο σοβαρές ή μπορούν να αντιμετωπιστούν, τίθενται όροι για την πραγματοποίηση της, που αποσκοπούν στην πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση τους
225
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 3 Στην ενότητα 3,
περιγράφονται η Χρηματοδότηση περιβαλλοντικών έργων και
δραστηριοτήτων και οι περιβαλλοντικοί στόχοι και συγκεκριμένα: η Εισαγωγή – οι Δυνατότητες
χρηματοδότησης
περιβαλλοντικών
έργων,
η
Προστασία
του
περιβάλλοντος, – η Κυκλική οικονομία και οι Μέθοδοι επίτευξης περιβαλλοντικών στόχων.
226
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 3 Επιλέξτε τη σωστή απάντηση στις παρακάτω ερωτήσεις / διατυπώσεις ΕΡΩΤΗΣΗ 1
Η πολιτική συνοχής αποτελεί την μεγαλύτερη ενιαία πηγή
χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα περιβαλλοντικά έργα ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 2
ΛΑΘΟΣ
Το πρόγραμμα LIFE μπορεί να χρηματοδοτεί δημόσιους και
ιδιωτικούς φορείς. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 3
ΛΑΘΟΣ
Στην Ελλάδα ο όρος Κυκλική Οικονομία έχει αναδυθεί πριν την
οικονομική ύφεση ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 4
Οι στόχοι του προγράμματος LIFE συντίθενται στα κάτωθι.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4
Α
Να συμβάλλει προς μια αποδοτική, φιλική προς το κλίμα,
χαμηλών εκπομπών άνθρακα οικονομία Β
Να προωθήσει την εφαρμογή και ενσωμάτωση των
περιβαλλοντικών και κλιματικών στόχων στις πολιτικές και πρακτικές των κρατών – μελών Γ
ΕΡΩΤΗΣΗ 5
Όλα τα παραπάνω
Το πρόγραμμα LIFE αποτελεί το κύριο χρηματοδοτικό μέσο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιβάλλον. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 5
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
227
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΡΩΤΗΣΗ 6
Το επιχειρησιακό σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία στην
Ελλάδα περιλαμβάνει παρεμβάσεις στα πεδία ΑΠΑΝΤΗΣΗ 6
Α
Κανονιστικών και Νομοθετικών ρυθμίσεων για την ενίσχυση της
κυκλικής οικονομίας και την άρση γραφειοκρατικών αγκυλώσεων
ΕΡΩΤΗΣΗ 7
Η
Β
Xρηματοδότηση και οικονομικά κίνητρα
Γ
όλα τα παραπάνω
κυκλική
οικονομία
αποτελεί
ένα
νέο
παραγωγικό
και
καταναλωτικό μοντέλο που θα αποσκοπεί στην μεγιστοποίηση ανάλωσης πρώτων υλών, μέσω της ελαχιστοποίησης των δυνατοτήτων αξιοποίησής τους με τη μορφή επαναχρησιμοποιώ, επισκευάζω, ανακυκλώνω ΑΠΑΝΤΗΣΗ 7
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 8
ΛΑΘΟΣ.
Το μοντέλο της κυκλικής οικονομίας είναι εύκολα προσαρμόσιμο
στην ελληνική οικονομία λόγω της πληθώρας ευκαιριών και δυνατοτήτων αξιοποίησης πόρων που παρουσιάζει . ΑΠΑΝΤΗΣΗ 8
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 9
ΛΑΘΟΣ
Βασικά περιεχόμενα της δημόσιας πολιτικής για την κυκλική
οικονομία είναι. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 9
Α
Χρηματοδοτικά εργαλεία, Β
Σχεδιασμός και θέσπιση ρυθμιστικού πλαισίου και
κανονισμών, καθώς και άρση γραφειοκρατικών εμποδίων Γ
ΕΡΩΤΗΣΗ 10
Η
όλα τα παραπάνω
κυκλική
οικονομία
είναι,
,
ένα
σύνολο
οικονομικών
δραστηριοτήτων που εστιάζει στη μείωση της σπατάλης των πόρων που
228
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση ανανεώσιμων πόρων ΑΠΑΝΤΗΣΗ 10
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
229
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 4: ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής ενότητας είναι η παρουσίαση των
. Ειδικών
Περιβαλλοντικών όρων στο σχεδιασμό, εφαρμογή και επίβλεψη έργων - Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και συγκεκριμένα : Κατηγορίες έργων και δραστηριοτήτων για περιβαλλοντική αδειοδότηση Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων Έγκριση και παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων Πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις
ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Οι καταρτιζόμενοι θα αποχτήσουν δεξιότητες σχετικά με: την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων και των ευκαιριών από τις διαδικασίες και τις λειτουργίες των αρμόδιων φορέων επίβλεψης, χωρικού σχεδιασμού και έγκρισης έργων και δραστηριοτήτων σε εθνικό και περιφερειακό – τοπικό επίπεδο ικανότητες σύνταξης τεκμηριωμένων προτάσεων για την τη λήψη και εφαρμογή / αποτελέσματα αποφάσεων σχετικά με νέα απαραίτητα μέτρα και ενέργειες για την τήρηση των όρων προστασίας του περιβάλλοντος δεξιότητες Συστηματοποίησης του κανονιστικού πλαισίου για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων σε σχέση με την μελέτη, επίβλεψη, κατασκευή, αποκατάσταση σε έργα και δραστηριότητες
ΕΝΝΟΙΕΣ – ΚΛΕΙΔΙΑ περιβαλλοντική αδειοδότηση, περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων
230
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Eκπαιδευτική Υποενότητα 4.1 Ειδικοί Περιβαλλοντικοί όροι στο σχεδιασμό, εφαρμογή και επίβλεψη έργων - Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων
4.1.1 Κατηγορίες έργων και δραστηριοτήτων για περιβαλλοντική αδειοδότηση
Η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων είναι μια ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία, για την οποία γίνονται προσπάθειες καθορισμού της ήδη από το 1986 μέσω θεσμικών πλαισίων. Τα δύο κύρια κομβικά σημεία της νομοθεσίας που καθορίζουν τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης είναι η ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (ΦΕΚ 332Β/20-3-2003) και η πρόσφατη υπουργική απόφαση ΥΑ με αριθμό οικ. 167563/ΕΥΠΕ (ΦΕΚ 964Β’/19-04-2013), σύμφωνα με την οποία αδειοδοτούνται περιβαλλοντικά τα έργα έως σήμερα. Η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης διαφοροποιείται ανά κατηγορία και ανά ομάδα έργων και δραστηριοτήτων. Για τις ανάγκες της παρούσας διπλωματικής στο παρόν κεφάλαιο θα γίνει σαφής καθορισμός της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης των μελετών τροποποίησης υφιστάμενου έργου ή δραστηριότητας της υποκατηγορίας Α2, σύμφωνα με τους νόμους Ν. 1650/86 και Ν. 4014/11. ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (ΦΕΚ 332Β/20-3-2003) Η ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 «Διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3010/2002» , η οποία τροποποίησε την ΚΥΑ 69269/5387/1990, έθεσε σε εφαρμογή τον νόμο Ν. 3010/2002, ο οποίος με τη σειρά του τροποποίησε τον Ν. 1650/86. Η ΚΥΑ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 20/03/2003. Με την παρούσα απόφαση αποσκοπείται η εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.3010/2002 και συγχρόνως η συμμόρφωση με τις οδηγίες 85/337 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον» και 97/11 του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 των Ευρωπαϊκών. Κοινοτήτων «περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337 231
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον» καθώς και με την οδηγία 96/61 του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης» που έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕL 175/40/5.7.85) (EEL 257/26/10.10.96) και (EEL 73/51/14.3.97) αντίστοιχα ώστε στο πλαίσιο μιας ισόρροπης ανάπτυξης να καθίσταται περισσότερο ευχερής και αποτελεσματική η πρόληψη και η αποτροπή της ρύπανσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος με την αξιολόγηση των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων των δημοσίων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων των κατηγοριών Α και Β. Διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) για έργα και δραστηριότητες της υποκατηγορίας 2 της κατηγορίας Α Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κεφαλαίου Β της ΚΥΑ 11074/703/Φ104/2003, καθορίζονται τα στάδια της Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης για έργα και δραστηριότητες της υποκατηγορίας Α2, τα οποία είναι τα εξής: 1. Για την διενέργεια Π.Π.Ε.Α., ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Περιφέρειας που συνοδεύεται από φάκελο ο οποίος περιέχει Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΠΠΕ) τύπου ΙΙ σε έξι (6) τουλάχιστον αντίγραφα. Η ΠΠΕ περιλαμβάνει πληροφορίες ως προς: Τη θέση, και το μέγεθος του έργου, Το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία, τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου ή της δραστηριότητας Τις συνθήκες της περιοχής που θα πραγματοποιηθεί το έργο ή δραστηριότητα, κυρίως ως προς το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον Τη χρήση των φυσικών πόρων Τη συσσωρευτική δράση με άλλα έργα ή δραστηριότητες Την παραγωγή αποβλήτων Την προκαλούμενη ρύπανση και τις οχλήσεις Την πρόληψη ατυχημάτων ιδίως από τη χρήση ουσιών ή τεχνολογίας
232
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Συνοπτική καταρχήν περιγραφή των μέτρων που προβλέπονται προκειμένου να αποφευχθούν, να μειωθούν και εφόσον είναι δυνατό, να επανορθωθούν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις Συνοπτική περιγραφή των κύριων εναλλακτικών λύσεων που μελετά ο κύριος του έργου ή της δραστηριότητας και υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής του, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων τους στο περιβάλλον__ 1.1. Οι προδιαγραφές και το περιεχόμενο της ΠΠΕ καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και στοιχεία που την τεκμηριώνουν καθορίζονται, σύμφωνα με την παράγραφο. 10 του άρθρου 4 του Ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο. 10 εδάφιο .β του άρθρου 2 του Ν.3010/2002. Τα κείμενα και οι χάρτες της ΠΠΕ υποβάλλονται και σε ηλεκτρονική μορφή. 1.2. Σε περίπτωση που ο φάκελος δεν είναι πλήρης, η ως άνω αρμόδια υπηρεσία, το αργότερο εντός 10 ημερών από την υποβολή του, ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα για τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή/και στοιχεία που πρέπει να συμπληρώσουν το φάκελο.
2. Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της Περιφέρειας αφού εξετάσει τον φάκελο και διαπιστώσει ότι είναι πλήρης και πριν γνωμοδοτήσει επί του περιεχομένου του, τον διαβιβάζει εντός 10 ημερών από την υποβολή του, στις κατά περίπτωση συναρμόδιες 233
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Περιφερειακές ή Νομαρχιακές υπηρεσίες και φορείς, στις κατά τόπο αρμόδιες Εφορίες Αρχαιοτήτων καθώς και κατά περίπτωση στους Οργανισμούς Αθήνας και Θεσσαλονίκης ή στους Οργανισμούς του άρθρου 3 του Ν.2508/1997 εφόσον αυτοί έχουν συσταθεί για να διατυπώσουν τη γνώμη τους. Σε περίπτωση που κατά την υποβολή του φακέλου, ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει μία ή περισσότερες από τις άνω απαιτούμενες γνωμοδοτήσεις κάποιου(ων) Υπουργείου(ων) ή φορέα(ων), η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ αφού διαπιστώσει ότι ο φάκελος είναι πλήρης και ότι η(οι) γνωμοδότηση (εις) αυτή(ες) ανταποκρίνεται(ονται) στο περιεχόμενό του, δεν προβαίνει στην προαναφερόμενη διαδικασία διαβίβασης του στο(α) εν λόγω Υπουργείο(α) ή φορέα(εις). Είναι δυνατόν κατά την εξέταση του φακέλου και πριν την διαβίβαση του για γνωμοδοτήσεις η ως άνω αρμόδια υπηρεσία να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο πρόσθετα στοιχεία και τεκμηριώσεις αν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος. Μέσα σε 15 ημέρες από την παραλαβή του φακέλου οι προαναφερόμενες υπηρεσίες, φορείς και Οργανισμοί διαβιβάζουν τη γνώμη τους ως άνω αρμόδια Υπηρεσία της Περιφέρειας. 3. Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της Περιφέρειας από την παραλαβή των ως άνω γνωμοδοτήσεων ή άλλως από την παρέλευση της προθεσμίας της παραγ.2 και ανεξάρτητα από το αν έχουν διαβιβασθεί ή όχι απόψεις, προβαίνει εντός 5 ημερών σε Π.Π.Ε.Α που συνίσταται σε θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση επί της Π.Π.Ε σύμφωνα με το άρθρο 4 (παρ.10) του Ν.1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 (παρ. 6 εδάφιο .α) του Ν.3010/2002 λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που__ περιγράφονται στο εδάφιο (β) της παραγράφου 6 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 του Ν.3010/2002. 4. Η θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση υπογράφεται από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή της οικείας Περιφέρειας. Η θετική γνωμοδότηση ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα που καθορίζεται σ’ αυτήν. 5. Μετά την Π.Π.Ε.Α. ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο εδάφιο γ της παραγ.6 του άρθρου 2 του Ν.3010/2002. Σε περίπτωση θετικής γνωμοδότησης και εφόσον κληθεί ο ενδιαφερόμενος να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία έγκρισης
234
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περιβαλλοντικών όρων σύμφωνα με το άρθρο 7 της παρούσας θα πρέπει να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της αρμόδιας υπηρεσίας και ενδεχομένως εφόσον του έχει ζητηθεί να υποβάλλει πρόσθετα στοιχεία και τεκμηριώσεις για επιμέρους περιβαλλοντικούς τομείς (μέσα) και παραμέτρους. 6. Η θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση μαζί με το φάκελο της Π.Π.Ε διαβιβάζονται στο(α) οικείο(α) Νομαρχιακό(ά) Συμβούλιο(α) προκειμένου να λάβουν γνώση και να ενημερώσουν τους πολίτες και τους φορείς εκπροσώπησης τους σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του Ν.1650/86 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 (παρ. 1 εδάφιο .δα) και 3 του Ν.3010/2002.
Διαδικασία αξιολόγησης επιπτώσεων από τη βελτίωση, τροποποίηση, επέκταση ή εκσυγχρονισμό ή ανανέωση έργου ή δραστηριότητας υποκατηγορίας Α2 Για μελέτες ανανέωσης ή τροποποίησης της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργα και δραστηριότητες της υποκατηγορίας Α2, που εξετάζονται και στην παρούσα
διπλωματική
εργασία,
λαμβάνονται
υπόψη
πέρα
από
τα
όσα
προαναφέρθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 13 του Κεφαλαίου Β της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, σύμφωνα με τις οποίες ισχύουν τα ακόλουθα: 1. Προκειμένου να εκτιμηθεί αν από τον εκσυγχρονισμό, επέκταση βελτίωση, τροποποίηση υφιστάμενων έργων ή δραστηριοτήτων επέρχονται ουσιαστικές 235
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει φάκελο του οποίου το περιεχόμενο καθορίζεται στην απόφαση της παρ.10 του άρθρου 4 του Ν.1650/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 (παρ.10β) του Ν.3010/2002. Ο φάκελος αυτός υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία ανάλογα με την υποκατηγορία στην οποία εντάσσεται το έργο ή η δραστηριότητα, η οποία εντός 30 ημερών αποφαίνεται αν απαιτείται η υποβολή ΠΠΕ προκειμένου να γίνει νέα προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση ή ΜΠΕ ή Περιβαλλοντική Έκθεση προκειμένου να επιβληθούν νέοι περιβαλλοντικοί όροι, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης. 2. Σε περίπτωση ανανέωσης της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ή παράτασης της χρονικής ισχύος της), ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει φάκελο του οποίου το περιεχόμενο καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 10 του άρθρου 4 του Ν.1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 (παραγ.10β) του Ν.3010/2002. Ο φάκελος αυτός υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία ανάλογα με την υποκατηγορία στην οποία εντάσσεται το έργο ή η δραστηριότητα η οποία εντός 30 ημερών αποφαίνεται αν απαιτείται ή όχι η υποβολή νέας ΜΠΕ ή Περιβαλλοντικής Έκθεσης. 3. Σε περίπτωση έργων ή δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ του άρθρου 5 της υπ’ αριθ. ΗΠ 15393/2332/2002 ΚΥΑ (Β’ 1022) η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης με την επιφύλαξη του άρθρου 14 (παραγ.1) επανεξετάζει και ενδεχομένως αναπροσαρμόζει τους περιβαλλοντικούς όρους όταν: Η ρύπανση από την εγκατάσταση είναι τέτοια ώστε να πρέπει να αναθεωρηθούν οι ισχύουσες οριακές τιμές εκπομπής ή να καθορισθούν νέες οριακές τιμές εκπομπής, Ουσιαστικές μεταβολές των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών επιτρέπουν σημαντική μείωση των εκπομπών χωρίς υπερβολικό κόστος, Η ασφάλεια εκμετάλλευσης της διεργασίας απαιτεί την εφαρμογή άλλων τεχνικών, Αυτό επιβάλλεται από νέες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. 5.2. ΥΑ οικ: 167563/ΕΥΠΕ (ΦΕΚ 964Β’ /19-04-2013)
236
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σε συνέχεια του Ν. 4014/11 εκδόθηκε η ΥΑ με αριθμό οικ: 167563/ΕΥΠΕ/2013 «Εξειδίκευση των διαδικασιών και των ειδικότερων κριτηρίων περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων και δραστηριοτήτων των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 7 του Ν. 4014/2011, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 13 αυτού, των ειδικών εντύπων των ανωτέρω διαδικασιών, καθώς και κάθε άλλου σχετικού με τις διαδικασίες αυτές θέματος». Στην παρούσα απόφαση δίνονται οι διαδικασίες έκδοσης ΑΕΠΟ για έργα και δραστηριότητες υποκατηγορίας Α1 (Άρθρο 4), για έργα και δραστηριότητες υποκατηγορίας, Α2 (Άρθρο 5), για ανανέωση ΑΕΠΟ έργων και δραστηριοτήτων των υποκατηγοριών Α1 και Α2 (Άρθρο 6) και για τροποποίηση ΑΕΠΟ και δραστηριοτήτων των υποκατηγοριών Α1 και Α2 (Άρθρο 7). Να σημειωθεί ότι με την νέα νομοθεσία έχει καταργηθεί η προμελέτη έργων και δραστηριοτήτων, η οποία καθίσταται πλέον προαιρετική. Επίσης έχει καταργηθεί η απαίτηση υποβολής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τα έργα της κατηγορίας Β και αντικαταστάθηκε η ΑΕΠΟ με Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ). 5.2.1. Διαδικασία τροποποίησης ΑΕΠΟ για έργα και δραστηριότητες των υποκατηγοριών Α1 και Α2 Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 7της ΥΑ με αριθμό οικ. 167563/ΕΥΠΕ/2013, οι διαδικασίες για την τροποποίηση ΑΕΠΟ για έργα και δραστηριότητες των υποκατηγοριών Α1 και Α2 είναι οι εξής: 1. Για τον εκσυγχρονισμό, επέκταση, βελτίωση ή τροποποίηση έργων και δραστηριοτήτων των υποκατηγοριών 1 και 2 της κατηγορίας Α, τα οποία διαθέτουν, σε ισχύ, εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, ο φορέας του έργου ή της δραστηριότητας υποβάλλει στην αρμόδια περιβαλλοντική αρχή το έντυπο υπό στοιχείο Υ συνοδευόμενο κατά περίπτωση από Φάκελο Τροποποίησης ΑΕΠΟ, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 11 του Ν. 4014/2011, με τις απαραίτητες τεκμηριώσεις. 2. Η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την υποβολή του φακέλου, ελέγχει την τυπική πληρότητα αυτού και ιδίως αν η υποβληθείσα μελέτη τροποποίησης ΑΕΠΟ εμπεριέχει τουλάχιστον τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 11 του Ν. 4014/2011 στοιχεία, με τις απαραίτητες
237
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) τεκμηριώσεις. Τα αποτελέσματα του ελέγχου καταχωρίζονται στο έντυπο υπό στοιχείο Δ5, στο οποίο αποτυπώνονται και οι τυχόν ελλείψεις του φακέλου και τα πεδία και στοιχεία προς συμπλήρωση. 3. Εφόσον ο φάκελος κριθεί επαρκής, η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή ζητεί από το φορέα του έργου ή της δραστηριότητας να καταθέσει τα κατά περίπτωση απαιτούμενα αντίγραφα του φακέλου, συνοδευόμενα από το έντυπο υπό στοιχείο Υ. η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή, με το έντυπο υπό στοιχείο Δ6, διαβιβάζει ένα__ αντίγραφο του φακέλου στο οικείο Περιφερειακό Συμβούλιο για δημοσιοποίηση στο πλαίσιο της ενημέρωσης του κοινού, χωρίς να απαιτείται διαδικασία διαβούλευσης. Αν ο φάκελος κριθεί ελλιπής, η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή, με το έντυπο υπό στοιχείο Δ5 στο οποίο καταγράφονται οι διαπιστωθείσες ελλείψεις και τα απαιτούμενα πεδία και στοιχεία προς συμπλήρωση, ενημερώνει σχετικά το φορέα του έργου ή της δραστηριότητας, διακόπτει τη διαδικασία τροποποίησης και θέτει το φάκελο στο αρχείο. 4. Εφόσον ο φάκελος κριθεί επαρκής σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3, η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή, εντός χρονικού διαστήματος είκοσι πέντε (25) εργασίμων ημερών από την υποβολή του φακέλου, αξιολογεί τα υποβληθέντα στοιχεία και εφόσον εκτιμήσει ότι δεν επέρχεται ουσιαστική μεταβολή των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εκδίδει νέα τροποποιημένη ΑΕΠΟ ή απόφαση περί μη τροποποίησης ΑΕΠΟ, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία εκσυγχρονισμού, επέκτασης, βελτίωσης ή τροποποίησης του έργου ή της δραστηριότητας και τις ισχύουσες γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις. Στις περιπτώσεις αυτές, η νέα ΑΕΠΟ ή η απόφαση περί μη τροποποίησης ισχύουσας ΑΕΠΟ εκδίδεται από το Γενικό Διευθυντή της αρμόδιας περιβαλλοντικής αρχής, ή εν απουσία αυτού, από τον ιεραρχικώς προϊστάμενό του. Εφόσον η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή διαπιστώσει ότι λόγω των διαφοροποιήσεων επέρχεται ουσιαστική μεταβολή των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη λειτουργία του έργου ή της δραστηριότητας, ζητεί σύμφωνα με το υπόδειγμα που αποτυπώνεται στο έντυπο υπό στοιχείο Δ7 την υποβολή νέας ΜΠΕ, προκειμένου να τηρηθεί η διαδικασία των άρθρων 4 ή 5 της παρούσας.
238
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 5. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2 του Ν. 4014/2011 η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή επιβάλλει με απόφαση του Γενικού Διευθυντή τους πρόσθετους περιβαλλοντικούς όρους ή τροποποιεί τους αρχικούς κατόπιν σχετικής ενημέρωσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας. Η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή δύναται επίσης να ζητήσει την εκπόνηση ειδικής μελέτης ή νέας ΜΠΕ για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν διαπιστωθεί από τις επιθεωρήσεις. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διαδικασία των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου. 6. Οι εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι των έργων και δραστηριοτήτων του Παραρτήματος Β.Ι. της Υπουργικής απόφασης οικ. 48963/5.10.2012 (Β’ 2703) επανεξετάζονται από την αρμόδια περιβαλλοντική αρχή λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις συμμόρφωσης και τυχόν άλλα διαθέσιμα στοιχεία και, όπου απαιτείται, αναπροσαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις σύμφωνα με τις οποίες: η ρύπανση από την εγκατάσταση είναι τέτοια ώστε να πρέπει να αναθεωρηθούν οι ισχύουσες οριακές τιμές εκπομπών της άδειας ή να περιληφθούν σε αυτήν νέες οριακές τιμές εκπομπών ή η ασφάλεια εκμετάλλευσης απαιτεί την εφαρμογή άλλων τεχνικών ή απαιτείται για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με νέο ή αναθεωρημένο ποιοτικό πρότυπο περιβάλλοντος. Για τις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζεται η διαδικασία του παρόντος άρθρου κατόπιν σχετικής ενημέρωσης του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας.
Τυποποιημένα έντυπα για τις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης Προκειμένου να τυποποιηθούν οι διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων και δραστηριοτήτων καθορίζονται στο άρθρο 11 της ΑΠ υπ’ αριθμόν οικ: 167563/ΕΥΠΕ/2013, τα τυποποιημένα έντυπα που συνοδεύουν το φάκελο για την έκδοση ΑΕΠΟ. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 11 περί έγκρισης τυποποιημένων εντύπων για τις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 7 του Ν. 4014/2011 ακολουθούνται οι ακόλουθες διαδικασίες: 1. προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης το παράρτημα και τα ηλεκτρονικά ή μη έντυπα υπό στοιχεία Τ, Υ, Δ1, Δ2, Δ3, Δ4, Δ5, Δ6 και
239
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Δ7 που ακολουθούν και με τα οποία τυποποιούνται οι διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 7 του Ν. 4014/2011. 2. Τα έντυπα αναρτώνται σε επεξεργάσιμη μορφή στο δικτυακό τόπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (www.ypeka.gr), στη θεματική ενότητα περιβάλλον. 3. Το σύνολο των εντύπων συνοδεύεται από το ηλεκτρονικό έντυπο Τ στο οποίο καταχωρίζονται τα κύρια στοιχεία του έργου ή της δραστηριότητας. 4. Η χρήση των πιο πάνω εντύπων στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης, είναι προαιρετική. Στη συνέχεια ακολουθεί πίνακας (Πίνακας 5.1) που περιέχει αναλυτικά όλα τα έντυπα που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης.
Τα έντυπα Τ, Υ, Δ5, Δ6. Δ7 και Δ11 συνοδεύουν το φάκελο τροποποίησης για έκδοση ΑΕΠΟ υφιστάμενων έργων και δραστηριοτήτων των υποκατηγοριών Α1 και Α2. Ηλεκτρονικό Περιβαλλοντικό Μητρώο (ΗΠΜ) 240
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες της νέας νομοθεσίας αποτελεί η δημιουργία του Ηλεκτρονικού Περιβαλλοντικού Μητρώου, εφεξής αποκαλούμενο ως «ΗΠΜ». Η δημιουργία του ΗΠΜ αποσκοπεί στην επιτάχυνση των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην εντατικοποίηση των ελέγχων. Το Ηλεκτρονικό Περιβαλλοντικό Μητρώο αποτελεί συνέχεια βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών που χρηματοδοτήθηκαν στα πλαίσια του 7ου προγράμματος πλαισίου για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, οι οποίες προσαρμόστηκαν προκειμένου να αποτελέσουν επιχειρησιακό εργαλείο για το ΥΠΕΚΑ. Βασικός στόχος της εφαρμογής του ΗΠΜ είναι η βελτιστοποίηση των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τη μετατροπή της υφιστάμενης αδειοδοτικής κατάστασης σε μια πλήρως ηλεκτρονική πλατφόρμα διεκπεραίωσης και ροής εργασιών. Με το ΗΠΜ θα ολοκληρώνονται ηλεκτρονικά όλες οι διαδικασίες έκδοσης, ανανέωσης και τροποποίησης των Αποφάσεων Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) και θα παρακολουθείται η εφαρμογή των ΑΕΠΟ και των ΠΠΔ, στα πλαίσια του Ν. 4014/2011. Η λειτουργία του θα συνεισφέρει στην ελαχιστοποίηση του χρόνου έκδοσης των περιβαλλοντικών αδειών, στην ενίσχυση της διαδικασίας δημοσιοποίησης και διαβούλευσης επί των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και κυρίως στην ενίσχυση της διαφάνειας κατά την διάρκεια όλων των σχετικών διαδικασιών. Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με την ΥΑ 5955/2014 (ΦΕΚ 1817Β/02-07-2014), το ΗΠΜ αναλύεται σε ένα σύνολο διακριτών λειτουργιών και περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τις ακόλουθες: Πρόσβαση πιστοποιημένων χρηστών Ηλεκτρονικό περιβαλλοντικό μητρώο για τις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων και δραστηριοτήτων της Α κατηγορίας της ΥΠ 1958/2012 και τις διαδικασίες υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) των έργων και δραστηριοτήτων της Β κατηγορίας της ΥΠ 1958/2012 και ειδικότερα: 1. Ηλεκτρονική υποβολή μελετών περιβάλλοντος για τα έργα και δραστηριότητες της Α κατηγορίας, παρακολούθηση και διεκπεραίωση της Έκδοσης του Προκαταρκτικού Προσδιορισμού Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων (ΠΠΠΑ), της Απόφασης Έγκρισης
241
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), της απόφασης ανανέωσης ΑΕΠΟ, της απόφασης τροποποίησης ΑΕΠΟ, της αξιολόγησης Τεχνικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΤΕΠΕΜ) 2. Ηλεκτρονική διαχείριση των ροών εργασίας και εγγράφων / εντύπων των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης 3. Ηλεκτρονική υποβολή δηλώσεων υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για τα έργα και δραστηριότητες της Β κατηγορίας 4. Ηλεκτρονικό πρωτόκολλο και δημιουργία και λήψη για την περιβαλλοντική αδειοδότηση κάθε έργου ή δραστηριότητας Α ή Β κατηγορίας ενός μοναδικού χαρακτηριστικού αριθμού που καλείται Περιβαλλοντική Ταυτότητα (ΠΕΤ) και που παραμένει αμετάβλητος ακόμη και σε περίπτωση ανανέωσης ή τροποποίησης ή κατάργησης της αντίστοιχης ΑΕΠΟ ή των ΠΠΔ ή αλλαγής του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας. 5. Μητρώο πιστοποιημένων αξιολογητών ΜΠΕ 6. Διασύνδεση και διαλειτουργικότητα με ηλεκτρονικά μητρώα άλλων δημόσιων αρχών μέσω διαδικτύου 7. Διαδικτυακή πύλη Στο ΗΠΜ καταχωρίζονται όλες οι ενέργειες και πληροφορίες για όλα τα στάδια των διαδικασιών έκδοσης, ανανέωσης, τροποποίησης, των ΑΕΠΟ των έργων και δραστηριοτήτων της Α κατηγορίας, των διαδικασιών υπαγωγής σε ΠΠΔ των έργων και δραστηριοτήτων της Β κατηγορίας, καθώς και το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στην πέραν αυτών περιβαλλοντική επίδοση ενός έργου ή μιας δραστηριότητας κατά τη διάρκεια του συνολικού κύκλου ζωής τους. Οι βασικοί χρήστες του ΗΠΜ είναι: Ο μελετητής – φορέας του έργου που χρησιμοποιεί το ΗΠΜ για την υποβολή της ΜΠΕ και την παρακολούθηση της όλης διαδικασίας Οι αρμόδιες περιβαλλοντικές υπηρεσίες που διενεργούν την περιβαλλοντική αδειοδότηση Οι φορείς, που συμμετέχουν και γνωμοδοτούν στην περιβαλλοντική αδειοδότηση
242
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι πολίτες και περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίοι έχουν πλέον τη δυνατότητα να ενημερώνονται και να παρακολουθούν την πορεία οποιασδήποτε περιβαλλοντικής αδειοδότησης και των αποτελεσμάτων της Τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει το ΗΠΜ είναι τα εξής: Η αυτοματοποίηση των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης με την εφαρμογή ηλεκτρονικού συστήματος διαχείρισης Η βελτίωση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης με πιο ποιοτικές και διαφανείς διαδικασίες Η απλούστευση των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης, η συντόμευση του απαιτούμενου χρόνου ελέγχου και έγκρισης, η μείωση της γραφειοκρατίας και του κόστους Η δυνατότητα διαμοιρασμού υπηρεσιών και πληροφορίας από το ΗΠΜ προς τρίτα συστήματα βάση της υπηρεσιοστραφής αρχιτεκτονικής (Service Oriented Architecture) πάνω στην οποία είναι βασισμένο το ΗΠΜ Η διαδικτυακή πύλη του ΗΠΜ είναι προσβάσιμη από την ηλεκτρονική διεύθυνση http://eprm.ypeka.gr/ την οποία χρησιμοποιούν όλοι οι εμπλεκόμενοι στις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης φορείς και Υπηρεσίες της Διοίκησης, οι φορείς των έργων και δραστηριοτήτων και οι μελετητές τους καθώς και το ενδιαφερόμενο κοινό. Το περιβάλλον του ΗΠΜ παρουσιάζεται στην εικόνα 5.1. που ακολουθεί.
243
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σημειώνεται ότι από τον Μάιο του 2012 λειτουργεί ειδικός δικτυακός τόπος (www.aepo.ypeka.gr) , για την ανάκτηση όλων των περιβαλλοντικών αδειών (ΑΕΠΟ) των έργων και δραστηριοτήτων κατηγορίας Α. Για την λειτουργία του έχει εκδοθεί Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1470/Β/03-04-12). Σύγκριση των ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (ΦΕΚ 332Β/20-3-2003) και ΥΑ οικ: 167563/ΕΥΠΕ (ΦΕΚ 964Β’ /19-04-2013) Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, με τη νέα νομοθεσία έχουν επιταχυνθεί και ταυτοχρόνως απλοποιηθεί οι διαδικασίες της περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων, εξασφαλίζοντας την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος. Στις εικόνες που ακολουθούν (Εικόνα 5.2 και Εικόνα 5.3) παρουσιάζονται διαγραμματικά
οι
διαδικασίες
περιβαλλοντικής
αδειοδότησης
έργων
και
δραστηριοτήτων για έργα υποκατηγορίας Α2, σύμφωνα με τις δύο νομοθεσίες.
Διάγραμμα 5.1: Διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης για έργα υποκατηγορίας Α2, σύμφωνα με τον Ν. 1650/86
244
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Διάγραμμα 5.2: Διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης για έργα υποκατηγορίας Α2, σύμφωνα με τον Ν. 4014/2011 Έπειτα λοιπόν απ όλα όσα προαναφέρθηκαν στο παρόν κεφάλαιο και από τη σύγκριση των διαγραμμάτων που προηγήθηκαν (Εικόνα 5.2 και Εικόνα 5.3), προκύπτει ότι οι κυριότερες αλλαγές που επέφερε ο νέος νόμος όσον αφορά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης για όλα τα έργα όλων των κατηγοριών, οι οποίες ισχύουν και για τις μελέτες τροποποίησης που εξετάστηκαν στο παρόν κεφάλαιο είναι οι εξής: Καταργήθηκε η απαίτηση υποβολής μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) για τα έργα κατηγορίας Β, δηλαδή περίπου 13.300 φάκελοι (9.100 Β4 και 4.200 Β3 ετησίως) και αντικαταστάθηκε η Α.Ε.Π.Ο. με Πρότυπους Περιβαλλοντικούς Όρους («Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, ΠΠΔ») οι οποίες δίνονται αυτόματα (χωρίς πράξη υπαγωγής) από την υπηρεσία της Περιφέρειας που δίνει την άδεια λειτουργίας. Μεγάλος αριθμός έργων υπάγεται πλέον στην κατηγορία Β. Τα έργα αυτά συνιστούν περίπου το 70% του συνολικού αριθμού ειδών έργων ή δραστηριοτήτων. Καταργήθηκε η προμελέτη, η οποία πλέον καθίσταται προαιρετική, (περίπου 2.800 φάκελοι ετησίως). Με το προϋφιστάμενο καθεστώς για όλα τα έργα κατηγορίας Α και κατηγορίας Β3 απαιτείτο υποχρεωτικά υποβολή και αξιολόγηση Προμελέτης και Μελέτης
Περιβαλλοντικών
Επιπτώσεων, 245
προκειμένου
να
αδειοδοτηθούν
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περιβαλλοντικά. Αξιοσημείωτο στοιχείο συνιστά η μείωση των αιτημάτων προμελετών περιβάλλοντος μετά την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του νόμου. Ο μέσος όρος αιτημάτων τα έτη 2005-2009 ήταν 2627 φάκελοι, ενώ τα έτη 2012 και 2013 ήταν αντίστοιχα 44 και 42 φάκελοι. Μειώθηκαν τα έργα και οι δραστηριότητες για τα οποία απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση σύμφωνα με ότι προβλέπει η σχετική ευρωπαϊκή Οδηγία Δίνεται η δυνατότητα περιβαλλοντικής αδειοδότησης στα ήδη υφιστάμενα έργα που λειτουργούν χωρίς περιβαλλοντικούς όρους ή κατά παράβαση αυτών (άρθρο 9). Τυποποιήθηκαν όλες οι διαδικασίες που αφορούν στην αξιολόγηση των σχετικών μελετών περιβάλλοντος, καθώς πλέον ακολουθούνται οι ίδιες πρακτικές τόσο από τις αδειοδοτούσες αρχές, όσο και από τους γνωμοδοτούντες φορείς και το κοινό. Μειώθηκαν οι απαιτούμενοι χρόνοι για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων και δραστηριοτήτων. Ο συνολικός χρόνος αδειοδότησης στα έργα κατηγορίας Α2 από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση ανέρχεται σε τέσσερις μήνες. Εξαλείφθηκαν οι χρόνοι που απαιτούνταν για να υπογραφούν οι κοινές υπουργικές
αποφάσεις
που
απαιτούνταν
με
το
προϋφιστάμενο
καθεστώς
περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Η έγκριση περιβαλλοντικών όρων πλέον για τα έργα αυτά είναι απόφαση μόνο του Υπουργού ΠΕΚΑ, ενώ η ανανέωση ή τροποποίηση των αποφάσεων είναι απόφαση υπογραφής του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος. Έτσι η Διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τον νέο Ν.4014/2011 λοιπόν περιλαμβάνει την υποβολή φακέλου Μ.Π.Ε., τον έλεγχο τυπικής πληρότητας (δέκα εργάσιμες ημέρες για τα Α2), την αποστολή Μ.Π.Ε. προς φορείς της διοίκησης, καθώς και δημοσιοποίηση Μ.Π.Ε. για την έναρξη της διαδικασίας διαβούλευσης (δύο εργάσιμες ημέρες), τη συλλογή γνωμοδοτήσεων και απόψεων του κοινού (σαρανταπέντε / τριανταπέντε εργάσιμες ημέρες), την αξιολόγηση και στάθμιση γνωμοδοτήσεων και απόψεων (είκοσι/ δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες), τη σύνταξη Α.Ε.Π.Ο. (εικοσιπέντε / δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες) και την έκδοση Α.Ε.Π.Ο.
246
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Συμπερασματικά λοιπόν προκύπτει ότι ο νέος νόμος έχει συνεισφέρει σημαντικά στην απλοποίηση,
στον
εξορθολογισμό
και
στην
συντόμευση
των
διαδικασιών
περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ενώ παράλληλα διασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος. Έχει ήδη επιτευχθεί ο στόχος υποδεκαπλασιασμού των υποβαλλόμενων μελετών, καθώς επίσης και η μείωση τόσο των απαιτούμενων χρόνων όσο και του κόστους των διοικητικών βαρών. Ταυτόχρονα έχει επιτευχθεί η βελτίωση των ποιότητας των μελετών και η ενδυνάμωση των περιβαλλοντικών ελέγχων.
4.1.2
Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων
Η έννοια της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Μια
μελέτη
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων,
γνωστή
και
ως
«εκτίμηση
περιβαλλοντικών επιπτώσεων», αποτελεί την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων που μπορεί να εγκυμονούν στην εκπόνηση ενός έργου, καθώς και στη μετέπειτα λειτουργία του. Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνεται σε μια επίσημη έκθεση, την οποία και καταθέτουν οι υπεύθυνοι ενός έργου πριν από την έναρξη υλοποίησής του. Πιο συγκεκριμένα, στόχος μιας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι η έγγραφη αποτύπωση, ο έλεγχος και η αξιολόγηση των κινδύνων που εγκυμονεί ένα οποιοδήποτε έργο για το φυσικό περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να συντελεστεί, 247
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) καθώς επίσης και στο σχετικό οικοσύστημα, όπως επίσης και στην ανθρώπινη κοινότητα στης οποίας το στενότερο και ευρύτερο περιβάλλον πρόκειται να υλοποιηθεί το έργο. Πέραν των παραπάνω, οι Ρεμουντάκη, Φερεντίνος, Γεωργιάδης, Ζιώμας, Καλλέργης, Ιγνατιάδου & Σκορδίλης αναφέρουν πως οι μελέτες εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων αναλύουν και αξιολογούν και τους κινδύνους που μπορεί να εγκυμονεί ένα έργο και στην πολιτιστική κληρονομιά ενός μέρους, τα υλικά αγαθά τους και γενικά ο,τιδήποτε έχει να κάνει με πόρους και πράγματα μικρότερης ή μεγαλύτερης αξίας σε μια τοποθεσία όπου πρόκειται να υλοποιηθεί κάποιο έργο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανθρώπινη υγεία και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την υλοποίηση ενός έργου. Κατά βάση, οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντάσσονται στην ευρύτερη περιβαλλοντική πολιτική ενός κράτους, αφού η εκπόνησή τους αφορά κυρίως τον έλεγχο και τη κατά το δυνατόν μεγαλύτερη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων. Όταν πρόκειται να σχεδιαστεί και να εκπονηθεί ένα έργο, ειδικά αυτά μεγαλύτερης κλίμακας, εμπλέκονται πολλά διαφορετικά μέρη και φορείς, όπως το κράτος, η πολιτεία, η τοπική αυτοδιοίκηση, οι επενδυτές, οι πολίτες, διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις και οι εταιρίες που αναλαμβάνουν τη δόμηση των έργων, συμπεριλαμβανομένων και των μηχανικών. Μέσα στα πλαίσια αυτά, οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων αποτελούν ένα από τα διάφορα πεδία διαπραγμάτευσης μεταξύ των παραπάνω εμπλεκόμενων μερών. Σύμφωνα με τις Stoumpidi & Adam, η ορθή πρόβλεψη και ο ορθός σχεδιασμός ενός έργου επιβάλλουν το ότι κύριος στόχος της διαδικασίας υλοποίησης ενός έργου θα πρέπει να είναι η ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου, η βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων, η προστασία όλων των σχετικών με το έργο περιβαλλοντικών παραμέτρων, η εφαρμογή όλων των απαραίτητων μέτρων προστασίας από την αρχική φάση της κατασκευής μέχρι και την ολοκλήρωση του έργου, καθώς επίσης και η βιώσιμη αξιοποίηση του έργου και των υποδομών του, εφόσον μελλοντικά και για οποιοδήποτε λόγο διακοπεί η λειτουργία του. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή μελετών εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων βοηθά στο να υπάρχει σαφές νομικό πλαίσιο γύρω από ένα έργο, ώστε σε περίπτωση
248
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) που κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη παραβεί μέρος των διατάξεων της μελέτης, να είναι δυνατόν να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες και να επιβληθούν συγκεκριμένες και προβλεπόμενες κυρώσεις.
Πρωτίστως, η ανάγκη για την εκπόνηση των εν λόγω μελετών πηγάζει από την ανάγκη προστασίας τους περιβάλλοντος, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση επιτυγχάνεται μέσω του ελέγχου και της μείωσης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός έργου. Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντάσσονται στα ευρύτερα πλαίσια της περιβαλλοντικής πολιτικής κάθε χώρας μεμονωμένα, καθώς επίσης και συνολικά σε διεθνές επίπεδο. Με την πάροδο των ετών, έχει παρατηρηθεί και καταγραφεί επιστημονικά πολύ σημαντική επιβάρυνση του περιβάλλοντος λόγω της ανθρώπινης και κυρίως της βιομηχανικής δραστηριότητας σε ολόκληρο τον πλανήτη, με την υπερθέρμανση του πλανήτη και το λεγόμενο φαινόμενο του θερμοκηπίου να βρίσκονται στο επίκεντρο. Μέσα στα πλαίσια αυτά, η ευαισθησία περί προστασίας του περιβάλλοντος σε διεθνές επίπεδο είναι ιδιαίτερα αυξημένη, κάτι που άλλωστε διαφαίνεται και από το ότι ενώ σε παλαιότερες εποχές το να φέρονται οι οργανισμοί υπεύθυνα απέναντι στο περιβάλλον ήταν ως έναν βαθμό πράξη εθελοντισμού και κοινωνικής υπευθυνότητας, πλέον οι επιχειρηματικές και βιομηχανικές δραστηριότητες διέπονται από πολύ αυστηρούς 249
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) νόμους σε ό,τι αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και τη μόλυνση της ατμόσφαιρας. Οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντάσσονται και αυτές στο παραπάνω ευρύτερο πλαίσιο και την ευρύτερη προσπάθεια τα έργα να μην έχουν σοβαρές επιπτώσεις για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Πέραν της προφανούς ανάγκης να προστατευτεί το περιβάλλον κατά το μέγιστο δυνατόν, προκύπτει από την έως τώρα ανάλυση πως οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι σημαντικές και στα πλαίσια της θέσπισης ενός συγκεκριμένου πλαισίου για την υλοποίηση ενός έργου. Αναφέρθηκε νωρίτερα πως οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων αποτελούν εργαλείο διαπραγμάτευσης μεταξύ των άμεσα και έμμεσα εμπλεκόμενων μερών σε ένα έργο. Όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα και συναλλαγή, έτσι και στην περίπτωση ενός έργου θα πρέπει να υπάρχει ένα έγγραφο, του οποίου οι διατάξεις να διέπουν τη λειτουργία των εμπλεκόμενων μερών, ένα είδος συμβολαίου, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τόσο εμπορική φύση, αλλά περιβαλλοντική. Η σημασία των μελετών περιβαλλοντικών κινδύνων στα πλαίσια αυτά έγκειται στο ότι προστατεύονται όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Από την μια μεριά, αυτοί που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την υλοποίηση ενός έργου ενημερώνονται λεπτομερώς για το έργο που πρόκειται να υλοποιηθεί και τις προεκτάσεις-επιπτώσεις του. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζονται στο ότι το έργο θα πραγματοποιηθεί με βάση τα όσα έχουν αποδεχθεί και συμφωνήσει, προκειμένου να διασφαλίσουν την προστασία του περιβάλλοντός τους, όπως επίσης και της υγείας τους και της ποιότητας ζωής τους. Από την άλλη, οι εν λόγω μελέτες εξασφαλίζουν και τους επενδυτές ενός έργου, υπό την έννοια ότι από τη στιγμή που υλοποιείται το έργο στο οποίο έχουν επενδύσει μέσα σε εγκεκριμένα και συμφωνημένα από όλους πλαίσια, είναι διασφαλισμένη η ολοκλήρωση του έργου, άρα και η επένδυσή του.
250
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Στο ίδιο μήκος κύματος, οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς εξασφαλίζουν και αυτοί νομική κάλυψη, από τη στιγμή που καλούνται να εγκρίνουν ή να απορρίψουν ένα έργο με βάση τις πιθανές περιβαλλοντικές προεκτάσεις που μπορεί να έχει. Με άλλα λόγια, οι μελέτες περιβαλλοντικών κινδύνων λειτουργούν ως άλλο ένα συμβόλαιο, το οποίο προστατεύει τα εμπλεκόμενα μέρη στο φλέγον θέμα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός έργου. Για την ειδική περίπτωση της Ελλάδας, το Σύνταγμα της Ελλάδας (Άρθρο 24) αναφέρει πως η ανάγκη για ενεργή προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας, με αποτέλεσμα η προστασία του περιβάλλοντος να αποτελεί ουσιαστικά αναπόσπαστο κομμάτι των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το άρθρο 106 του Συντάγματος προβλέπει επίσης πως η πολιτεία έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την οικονομική και κοινοτική ανάπτυξη της χώρας, όπως επίσης και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να προφυλαχθούν όλες οι πηγές εθνικού πλούτου. Τόσο η οικονομική ανάπτυξη, όσο και η περιβαλλοντική προστασία, θα πρέπει να συνυπάρχουν στα ευρύτερα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης. Μέσα στα παραπάνω πλαίσια, ο βασικός τρόπος για να επιτευχθεί βιομηχανική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την περιβαλλοντική προστασία είναι να εξασφαλιστεί ότι σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής ενός έργου ή μιας οποιασδήποτε αναπτυξιακής δραστηριότητας τα πάντα γίνονται με βάση έναν υπεύθυνο σχεδιασμό, με κύριο
251
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς επίσης και με την εφαρμογή κατά το δυνατόν των βέλτιστων πρακτικών. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων διασφαλίζει την εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος μέσα από μια εκτενή, μεθοδική και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία αποτελεί αντικείμενο δημόσιας διαβούλευση. Η αφύπνιση για τα περιβαλλοντικά προβλήματα των τελευταίων χρόνων και η προσπάθεια για ανάπτυξη με αντίστοιχη προστασία του περιβάλλοντος, οδήγησε πολλές βιομηχανικές χώρες σε στρατηγικές καλύτερης αντιμετώπισης και διαχείρισης των νέων αναπτυξιακών σχεδίων. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πλέον κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα επιφέρει κάποιες επιπτώσεις στο περιβάλλον, μικρές ή μεγάλες, θετικές ή αρνητικές, άμεσες ή έμμεσες. Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξουν πρότυπα, αρχές και επιλογές, που μπορούν να εγγυηθούν μια Βιώσιμη και Ισόρροπη Ανάπτυξη που θα σέβεται τη Φύση, τον Άνθρωπο και τον Πολιτισμό. Ένας από τους καταλληλότερους τρόπους για να γίνεται περιβαλλοντική αξιολόγηση των τεχνικών έργων και δραστηριοτήτων είναι η εφαρμογή προληπτικών μέτρων με το διεθνώς αναγνωρισμένο εργαλείο, την Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΕΠΕ). Προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητή η έννοια του θεσμού της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός έργου ή μιας δραστηριότητας, ακολουθούν ορισμένοι ορισμοί οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με τον θεσμό αυτό. Επίπτωση: Κάθε αλλαγή, θετική ή αρνητική, που προκαλείται στα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος, εξαιτίας ενός έργου ή δραστηριότητας. Έργο: Κάθε νέα κατασκευή, επέκταση, ανακαίνιση ή συντήρηση και η δημιουργία αυτοτελούς λειτουργίας από οικονομικής ή τεχνικής άποψης καθώς και κάθε σχετική τεχνική εργασία που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση. (Ν. 1650/86) Δραστηριότητα: Κάθε επέμβαση στο φυσικό περιβάλλον και το τοπίο καθώς και οτιδήποτε αφορά την εκμετάλλευση φυσικών πόρων και ενδέχεται να προκαλέσει ρύπανση ή υποβάθμιση στο περιβάλλον. (Ν. 1650/86) Εκτίμηση Επιπτώσεων: Η επίσημη ανάλυση πρόβλεψης και αξιολόγησης των εν δυνάμει επιπτώσεων μιας νέας πολιτικής πριν αυτή υιοθετηθεί.
252
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ο όρος "εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων" (environmental impact assessment) ποικίλει στις διάφορες χώρες λαμβάνοντας πολλές φορές και διαφορετικές έννοιες. Κατά καιρούς έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί για την Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων με κοινό πάντα στοιχείο την προστασία του περιβάλλοντος. Μια λακωνική θεώρηση σύμφωνα με τον Cashmore, είναι αυτή που ορίζει την ΕΠΕ ως ένα εργαλείο λήψης αποφάσεων και που σκοπό έχει να προσδιορίσει και να εκτιμήσει τις πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις κύριες προτεινόμενες ενέργειες ανάπτυξης. Ο πιο συνήθης ορισμός είναι αυτός του Munn, σύμφωνα με τον οποίο οι ΕΠΕ παρουσιάζονται ως ανάγκη προσδιορισμού και πρόβλεψης των επιπτώσεων στο περιβάλλον και στην υγεία και την ποιότητα ζωής του ανθρώπου, από νομοθετικές διατάξεις, προγράμματα, πολιτικές, έργα και δραστηριότητες, αλλά και ερμηνείας και να γνωστοποίησης πληροφοριών γύρω από τις επιπτώσεις. Η έμφαση του θεσμού της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εν συγκρίσει με πολλούς άλλους μηχανισμούς για την προστασία του Περιβάλλοντος, δίνεται στην πρόληψη. Η αρχή της πρόληψης, αντικατέστησε στην πρώτη θέση των περιβαλλοντικών αρχών, την αρχή του ρυπαίνοντος (« ο ρυπαίνων πληρώνει»). Το γεγονός αυτό, οφείλεται σε μια σειρά λόγων, όπως είναι η ύπαρξη πληθώρας περιβαλλοντικών προβλημάτων πολλά των οποίων έχουν αποκτήσει καθολικό χαρακτήρα, η σημαντική πολλές φορές μείωση της «φέρουσας ικανότητας» των διαφόρων οικοσυστημάτων, οι εκτεταμένες επιδράσεις που δημιουργούν ιδιαίτερα τα μεγάλα έργα και τα προγράμματα στους παράγοντες και μεταβλητές του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και η υιοθέτηση σε διεθνές επίπεδο, της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης. Με την αρχή της πρόληψης, μετατοπίστηκε το βάρος της περιβαλλοντικής προστασίας, από την αποκατάσταση στην πρόληψη.
253
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η υλοποίηση της αρχής της πρόληψης επέρχεται σε σημαντικό βαθμό, με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στα πλαίσια της οποίας, επιχειρείται να εκτιμηθούν εκ των προτέρων, πάσης φύσεως επιδράσεις που προκαλούνται στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, από έργα δραστηριότητες και προγράμματα, σε επίπεδο σχεδιασμού, κατασκευής/υλοποίησης και λειτουργίας. Η προσπάθεια εκ των προτέρων εκτίμησης και μείωσης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός έργου, σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης, είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι συμβάλλει στον μετριασμό των περιβαλλοντικών κινδύνων και καταστροφών και γενικότερα στην προώθηση μιας περισσότερο βιώσιμης ανάπτυξης. Η ΕΠΕ ενθαρρύνει την ανίχνευση των επιπτώσεων σε πρώιμη φάση και τη δημιουργία ενός καταλόγου των πιθανών επιδράσεων. Προτείνει εναλλακτικές λύσεις και επανορθωτικά μέτρα, σε περίπτωση που ανιχνεύονται δυσμενείς επιπτώσεις. Έτσι η ΕΠΕ πρέπει όχι απλώς να προηγείται της κατασκευής του έργου, αλλά να πραγματοποιείται αρκετά νωρίς, ώστε με την κατάλληλη ένταξη στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, να μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για την επιλογή της βέλτιστης εναλλακτικής λύσης. Αν και ο θεσμός της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων(ΕΠΕ), δεν περιορίζεται μόνο στην εκπόνηση των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ), οι τελευταίες αποτελούν τον βασικό μηχανισμό της λειτουργίας του. Σαν τελικό προϊόν της 254
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΠΕ θεωρείται συνήθως μια Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και έτσι πολλές φορές οι δύο αυτές έννοιες συγχέονται. Σύμφωνα με το N. 1650/1986 και την KYA 69269/5387/90 η Μ.Π.Ε. είναι μια συστηματική μελέτη με αυστηρά καθορισμένη δομή και περιεχόμενο ως προς την περιγραφή του έργου ή της δραστηριότητας, τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των βασικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, την περιγραφή των μέτρων για την πρόληψη, τη μείωση ή αποκατάσταση των αρνητικών επιπτώσεων σε αυτό, την εξέταση των εναλλακτικών λύσεων με στόχο την αποτελεσματικότερη λειτουργία (του έργου ή της δραστηριότητας) με τις ελάχιστες περιβαλλοντικές επιπτώσεις σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Οι
περιβαλλοντικές
μελέτες
αποτελούν
αδιαμφισβήτητα
ένα
από
τα
σημαντικότερα εργαλεία διασφάλισης των περιβαλλοντικών προτύπων στα δημόσια έργα καθώς και της εναρμόνισής τους με το φυσικό περιβάλλον. Βασικό αντικείμενο των Μ.Π.Ε. δεν είναι τόσο η περιγραφή και ανάλυση του υπάρχοντος περιβάλλοντος, όσο η πρόβλεψη της εξέλιξής του στο μέλλον, κάτω από την επίδραση του έργου. Η μεγάλη δυσκολία της πρόβλεψης οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως η ανεπάρκεια των στοιχείων, η πολυπλοκότητα του περιβάλλοντος. κλπ. Για την εκτίμηση του κινδύνου δυσμενούς αλλαγής του περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η επίδραση του έργου πάνω στην αρχική κατάσταση του περιβάλλοντος αλλά επίσης και η φυσιολογική εξέλιξη της αρχικής κατάστασης. Έτσι η τελική κατάσταση αποτελεί συνδυασμό της τελικής φυσικής κατάστασης και της αλλαγής που επήλθε από την επίδραση του έργου. Η πληρότητα, η αξιοπιστία μιας ΜΠΕ αλλά και η σφαιρική προσέγγιση των επιδράσεων στα πλαίσια αυτής, είναι προφανές ότι συμβάλουν αποτελεσματικά στην υλοποίηση της αρχής της πρόληψης. Βασικά στοιχεία που επηρεάζουν μεταξύ των άλλων την αξιοπιστία των μελετών αυτών, είναι η συνύπαρξη ποσοτικών και ποιοτικών μεταβλητών,
η
υποκειμενικότητα
των
κρίσεων,
η
καταλληλότητα
των
χρησιμοποιουμένων μεθόδων και τεχνικών εκτίμησης, η ιδιαιτερότητα των σχεδίων και προγραμμάτων και οι διαφορές τους με τα έργα, η πρόβλεψη στα πλαίσια της μελέτης
255
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μηχανισμού παρακολούθησης της λειτουργίας του έργου και της υλοποίησης του προγράμματος κτλ. Με άλλα λόγια στόχος των ΜΠΕ είναι να εξετάζουν όλο το φάσμα των πιθανών σημαντικών επιπτώσεων και των εναλλακτικών λύσεων ενός έργου. Οι δύο αυτές απαιτήσεις ικανοποιούνται αντίστοιχα με τις διαδικασίες screening και scoping όπως είναι γνωστές από τη διεθνή ορολογία. Η πρώτη σημαίνει την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της ΕΠΕ καθώς και την εξέταση για τον αν θα χρειαστεί η σύνταξη της ΜΠΕ ή όχι, επομένως και την κατηγοριοποίηση του έργου για το οποίο απαιτείται ΕΠΕ και η δεύτερη σημαίνει την οριοθέτηση του περιεχομένου της ΕΠΕ και την αναγνώριση των πιθανών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που χρειάζεται να εξεταστούν λεπτομερώς.
Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, οι ΜΠΕ αποτελούν μια ιδιαίτερη πολύπλοκη διαδικασία, γι ‘αυτό και η σύνταξη της συγκεκριμένης μελέτης θα πρέπει να γίνεται από πιστοποιημένους μελετητές με γνώση της ισχύουσας νομοθεσίας. Για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στην εκπόνηση των Μ.Π.Ε., ειδικά όταν αυτές αφορούν έργα και δραστηριότητες με ιδιαιτερότητες και πολυσύνθετο χαρακτήρα, απαιτείται η συνεργασία επιστημόνων με διαφορετικές ειδικότητες ανάλογα με τις ανάγκες της μελέτης.
256
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Χωρίς να καλύπτεται όλο το φάσμα επιστημόνων, αναφέρονται ενδεικτικά μερικοί καθώς και το αντικείμενο με το οποίο θ’ ασχοληθούν στη διαδικασία εκπόνησης μιας σύνθετης Μ.Π.Ε.: 1. Πολιτικοί ή χημικοί μηχανικοί θα ασχοληθούν με τα υγρά απόβλητα. 2. Δασολόγοι ή βιολόγοι θα ασχοληθούν με επιδράσεις στη χλωρίδα και στην πανίδα. 3. Χωροτάκτες θα ασχοληθούν με τους χάρτες και τη συγκέντρωση των επιμέρους στοιχείων. 4. Χωροτάκτες, πολεοδόμοι, αρχιτέκτονες θα ασχοληθούν με θέματα αρχιτεκτονικά, πολεοδομίας και χωροταξίας. 5. Φυσικό πολιτικοί ή μηχανολόγοι ή χημικοί μηχανικοί, ειδικευμένοι σε μοντελοποίηση και συγκεκριμένα σε μοντέλα διασποράς θα ασχοληθούν με τη διασπορά των αερίων ρύπων. Αυτό το κομμάτι είναι πολύ σημαντικό σε κάποια μεγάλα έργα, όπως αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια, θερμοηλεκτρικοί σταθμοί κλπ.. 6. Τοξικολόγοι θα διερευνήσουν τις επιδράσεις των τοξικών στο περιβάλλον. Σήμερα ασχολούνται με τις M.Π.E. κυρίως μηχανικοί όλων των ειδικοτήτων, όπως πολιτικοί, χωροτάκτες, χημικοί, μεταλλειολόγοι, μηχανολόγοι, τοπογράφοι, μηχανικοί περιβάλλοντος κ.λ.π.. Επίσης ενεργό ρόλο διαδραματίζουν επίσης δασολόγοι, γεωπόνοι, βιολόγοι, ιχθυολόγοι, γεωλόγοι, χημικοί, φυσικοί, περιβαλλοντολόγοι κλπ. Στόχοι και κατευθυντήριες γραμμές της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων Οι ΜΠΕ αποτελούν μια μέθοδο ανάλυσης, η οποία επιχειρεί να προβλέψει τις επιπτώσεις προτεινόμενων έργων στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον της περιοχής στην οποία θα υλοποιηθούν περιλαμβάνοντας και τις επιπτώσεις στην κοινότητα και στους εργαζομένους της επιχείρηση, ώστε στο πλαίσιο της ισόρροπης ανάπτυξης του εθνικού χώρου να καταστεί ευχερής και αποτελεσματική η προσπάθεια για την αποτροπή της ρύπανσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος.
257
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στοχεύουν στην αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από ένα προγραμματιζόμενο έργο ή δραστηριότητα, προκειμένου να προεγκριθεί η χωροθέτησή του και να προσδιοριστούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις που πρέπει να τεθούν για την κατασκευή και λειτουργία του. Οι ΜΠΕ αποτελούν εργαλείο υποστήριξης της περιβαλλοντικής διαχείρισης το οποίο επιτρέπει να εκτιμηθούν οι πιθανές συνέπειες στο περιβάλλον πριν την έγκριση του έργου, ώστε να είναι δυνατή η εξέταση εναλλακτικών λύσεων οι οποίες θα τις ελαχιστοποιούν. Πιο συγκεκριμένα, οι περιβαλλοντικές μελέτες αποσκοπούν στην απογραφή των προστατευτέων στοιχείων του περιβάλλοντος και στον προσδιορισμό του είδους της απαιτούμενης προστασίας. Αποσκοπούν ακόμα στην προληπτική εκτίμηση των συνεπειών από τα έργα και τις δραστηριότητες του ανθρώπου στα προστατευτέα 258
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αντικείμενα και στην αξιολόγηση των συνεπειών αυτών, ως προς τη δυνατότητα αζήμιας για το περιβάλλον υλοποίησης τους, όταν οι επιπτώσεις τους μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη λήψη κατάλληλων διοικητικών μέτρων ή ρυθμίσεων (π.χ. κανόνες για τον τρόπο κατασκευής ή λειτουργίας) ή με έργα προστασίας περιβάλλοντος. Επιπρόσθετα, οι περιβαλλοντικές μελέτες αποσκοπούν στον προσδιορισμό των κατάλληλων μέτρων διαχείρισης των προστατευτέων στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, με στόχο τουλάχιστον τη διατήρησή τους σε ικανοποιητική κατάσταση. Ο αντικειμενικός στόχος μιας ΜΠΕ είναι να διασφαλίσει ότι από την υλοποίηση του υπό μελέτη έργου δεν θα προκύψει σημαντική αρνητική επίδραση στο περιβάλλον και ότι οι πιθανές συνέπειες θα αναγνωριστούν εγκαίρως, ώστε να ληφθούν υπόψη κατά το σχεδιασμό του έργου. Οι ΜΠΕ εκπονούνται πριν από οποιαδήποτε άλλη επενδυτική κίνηση και στοχεύουν: να παρουσιάσουν προβλέψεις για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προτεινόμενων έργων, με σκοπό να εντοπιστούν πιθανές συνέπειες για το περιβάλλον να επιτρέψουν την εξέταση εναλλακτικών λύσεων, οι οποίες μπορούν να μετριάσουν επαρκώς τις περιβαλλοντικές επιδράσεις και να παρέχουν στις δημόσιες υπηρεσίες – ειδικά σε αυτές που έχουν σχέση με το έργο – και στις τοπικές αρχές τη δυνατότητα να σχολιάσουν το προτεινόμενο έργο. Οι ΜΠΕ θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι όλων των επενδυτικών δραστηριοτήτων. Είναι αναγκαίο η συγκεκριμένη διαδικασία, που αφορά στη μελέτη, στην παρακολούθηση και στη συμμετοχή των πολιτών, να εφαρμόζεται σε κάθε επένδυση είτε πρόκειται για έργο χρηματοδοτούμενο από δημόσιους είτε από ιδιωτικούς φορείς. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκπονήσει ένα βοηθητικό εγχειρίδιο, το οποίο περιγράφει λεπτομερώς το τι ακριβώς πρέπει να εμπεριέχει μια μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ώστε να συμμορφώνεται με τις ευρωπαϊκές οδηγίες εν ισχύ, όπως αυτές αναλύθηκαν στην προηγούμενη ενότητα.
259
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Αρχικά, λοιπόν, ο υπεύθυνος για το έργο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, μπορεί να έχει οποιαδήποτε νομική μορφή, πρέπει να προσκομίσει μια λεπτομερή περιγραφή του έργου, για το οποίο και συντάσσεται η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η περιγραφή αυτή αναφέρεται όχι μόνο στην τοποθεσία του έργου, αλλά και στο είδος και τη μορφή, όπως επίσης και αναλύονται διεξοδικά όλες οι επιμέρους εργασίες που θα πρέπει να πραγματοποιηθούν, προκειμένου η τοποθεσία να λάβει τη μορφή που ενδείκνυται για την υλοποίηση του έργου. Πέραν των παραπάνω, η περιγραφή θα πρέπει να περιλαμβάνει και την περιγραφή των πόρων – φυσικών και υλικών – που θα πρέπει να δαπανηθούν – χρησιμοποιηθούν για την εκπόνηση του έργου, όπως επίσης και για την προβλεπόμενη απαιτούμενη ενέργεια και τις πηγές που θα χρειαστούν για την παραγωγή της ενέργειας αυτής. Η δεύτερη ενότητα μιας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων που εκπονείται με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα περιλαμβάνει το λεγόμενο βασικό σενάριο. Στο σενάριο αυτό περιλαμβάνεται η περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος, στο οποίο θα πραγματοποιηθεί το έργο και στο οποίο πρόκειται να γίνουν άμεσες ή έμμεσες αλλαγές. Η περιγραφή αυτή αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση και αξιολόγηση των αλλαγών που πρόκειται να προκληθούν σε περιβαλλοντικό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθούν οι όποιοι έλεγχοι γίνουν κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση του έργου. Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, το βασικό σενάριο πρέπει να είναι «δυναμικό», λαμβάνοντας υπόψη του και διαφαινόμενες μελλοντικές περιβαλλοντικές αλλαγές, στο βαθμό, βέβαια, που κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Προφανώς, η συλλογή των πληροφοριών περί των περιβαλλοντικών αλλαγών που πρόκειται να συντελεστούν λόγω του έργου θα πρέπει να γίνεται από έγκριτες και αξιόπιστες
πηγές,
όπως
αντίστοιχες
προηγούμενες
μελέτες
περιβαλλοντικών
επιπτώσεων για έργα που αφορούν την ίδια ή εφάμιλλη περιοχή και που έχουν εγκριθεί, τα ευρωπαϊκά πρότυπα που είναι σε ισχύ, επίσημες βάσεις δεδομένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αξιόπιστες βάσεις δεδομένων επίσημων φορέων βιομηχανικών κλάδων, κυρίως αυτών των οποίων η δραστηριότητα έχει σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον τρίτη ενότητα μια μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων
260
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) πρέπει να περιλαμβάνει τη λεπτομερή περιγραφή των συγκεκριμένων περιβαλλοντικών παραγόντων που εμπλέκονται στην εκπόνηση ενός έργου. Κατά βάση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διακρίνει τους περιβαλλοντικούς παράγοντες σε τέσσερεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη αναφέρεται στους παράγοντες που αφορούν την κλιματική αλλαγή, στο βαθμό δηλαδή στον οποίο ένα έργο ενδέχεται να συντελέσει στην όξυνση του φαινομένου του θερμοκηπίου, το οποίο και είναι απόλυτα συνυφασμένο με την κλιματική αλλαγή. Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτήν των ατυχημάτων και καταστροφών. Με άλλα λόγια, στην κατηγορία αυτή καταγράφονται εκείνοι οι παράγοντες ενός έργου που ενδέχεται να ενισχύσουν τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος ή καταστροφής, τόσο στο περιβάλλον, όσο και στους κατοίκους του και την πολιτιστική κληρονομιά του. Η επόμενη κατηγορία αναφέρεται στους παράγοντες που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα, δηλαδή τους παράγοντες εκείνους ενός έργου που ενδέχεται να προκαλέσουν αλλαγές στη χλωρίδα και την πανίδα, με ιδιαίτερη μνεία να γίνεται και για τυχόν υγρά στοιχεία του εν λόγω περιβάλλοντος, όπως θάλασσες, λίμνες και ποτάμια. Η τέταρτη και τελευταία κατηγορία παραγόντων αναφέρεται στους παράγοντες που επηρεάζουν τις φυσικές πηγές και πόρους. Οι παράγοντες αυτοί συγκεκριμένα αναφέρονται τόσο στην καταστροφή φυσικών πηγών, όσο και στην υπερβολική χρήση τους κατά το στάδιο υλοποίησης του.
261
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η τέταρτη ενότητα της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων που υπόκεινται στα κριτήρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει την περιγραφή των πολύ σημαντικών επιπτώσεων για το περιβάλλον και αυτούς που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με αυτό. Πιο συγκεκριμένα, αφού στην προηγούμενη ενότητα εντοπίζονται όλοι οι παράγοντες που ενδέχεται να προκαλέσουν αλλαγές στο περιβάλλον όπου πρόκειται να εκπονηθεί ένα έργο, στην ενότητα αυτή καταγράφονται μόνο οι παράγοντες που ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις για το περιβάλλον, καθώς και ποιες ακριβώς θα είναι οι επιπτώσεις αυτές. Η σοβαρότητα των επιπτώσεων δεν κρίνεται μόνο από το μέγεθος και την ενδεχόμενη χρηματική αξία αποκατάστασής τους, αλλά και από το βαθμό ευαισθησίας των ανθρώπων και λοιπών μερών που εμπλέκονται άμεσα στο περιβάλλον αυτό, δηλαδή από το βαθμό στον οποίο τα μέρη αυτά είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν στις αλλαγές που πρόκειται να γίνουν στο περιβάλλον χωρίς να υπάρχουν σοβαρές συνέπειες για αυτούς. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ πως η αξιολόγηση της σοβαρότητας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων απαιτείται με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα να γίνεται όχι μόνο μεμονωμένα για κάθε έναν από τους παράγοντες, αλλά και αθροιστικά.
262
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Στην πέμπτη ενότητα μιας μελέτης γίνεται υποχρεωτική αναφορά εναλλακτικών στρατηγικών και δράσεων. Πιο συγκεκριμένα, οι υπεύθυνοι ενός έργου θα πρέπει στο σημείο αυτό να περιγράψουν εναλλακτικά σχέδια εκπόνησης συγκεκριμένων μερών του έργου, σε μια προσπάθεια να μειωθούν όσο γίνεται περισσότερο οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους. Τα δεδομένα που εντάσσονται στην ενότητα αυτή είναι πολύ σημαντικά, καθώς βοηθούν στη γρηγορότερη έγκριση της μελέτης, αλλά και στην έλλειψη μεγάλων αργοποριών στα στάδια υλοποίησης του έργου. Όσο σημαντική είναι η ανεύρεση και πρόταση εναλλακτικών σχεδίων δράσης, άλλο τόσο είναι και δύσκολη, κυρίως ως προς την έγκριση των στρατηγικών, δεδομένου ότι πέραν του ενιαίου ευρωπαϊκού πλαισίου εκπόνησης των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. έχει τη δική του νομοθεσία, που πολλές φορές αντικρούει αυτή των άλλων κρατών-μελών, όπως και της Ε.Ε. γενικότερα. Πιο σημαντικά, οι υπεύθυνοι ενός έργου έχουν και την υποχρέωση να στοιχειοθετήσουν τις εναλλακτικές που προτείνουν, να δηλώσουν δηλαδή τους λόγους για τους οποίους οι εναλλακτικές αυτές θα μπορούσαν να επιφέρουν μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου. 263
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η έκτη ενότητα της μελέτης περιλαμβάνει τα μέτρα που προτίθεται να λάβει ο υπεύθυνος ενός έργου, προκειμένου να αποφύγει, να διορθώσει ή να μειώσει μια περιβαλλοντική επίπτωση, όπως επίσης και να αποζημιώσει τα μέρη που μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά από αυτήν. Όσον αφορά την έβδομη ενότητα, αυτή περιλαμβάνει την περιγραφή των τρόπων, μεθόδων και τεχνικών με τους οποίους οι υπεύθυνοι ενός έργου προτίθενται να πραγματοποιούν ελέγχους κατά τα στάδια υλοποίησης, ώστε να αποφευχθούν ή να διορθωθούν τυχόν αποκλίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις προβλεπόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου). Πέραν αυτού, και όπως υποστηρίζεται και από τους Phillips και Lock, η ορθή διαδικασία ελέγχων είναι πολύ σημαντική, καθώς, εκτός από την πρόληψη τυχόν αποκλίσεων από το αρχικό πλάνο, είναι δυνατόν να βοηθήσουν τους υπεύθυνους ενός έργου να εντοπίσουν τυχόν αστοχίες ή λανθασμένες εκτιμήσεις κατά το στάδιο αρχικού σχεδιασμού του έργου. Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, αυτό σημαίνει πως οι υπεύθυνοι ενός έργου μπορεί κατά το στάδιο της υλοποίησης να ανακαλύψουν πως κάποια επιμέρους δραστηριότητα μπορεί τελικά να έχει πιο σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις αρχικά προβλεπόμενες, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να ενεργοποιήσουν άμεσα κάποια εναλλακτική λύση. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ πως όπως συμβαίνει με τις προτάσεις εναλλακτικών μεθόδων και δράσεων, έτσι και οι έλεγχοι υπόκεινται εκτός από τους κανονισμούς της Ε.Ε. και στη νομοθεσία του εκάστοτε κράτους-μέλους. Έτσι, ακόμη και αν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι που περιλαμβάνονται στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι σύμφωνοι με τις αντίστοιχες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι δυνατόν οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους-μέλους να ζητήσουν πρόσθετους ελέγχους, προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση και με την εκάστοτε εθνική νομοθεσία. ΑΛΛΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ Πέρα από τις παραπάνω επιμέρους ενότητες, τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθιστά ως υποχρεωτικό να υπάρχουν σε μια μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, οι οδηγίες που έχει εκπονήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρονται και σε ποιοτικές-μη
264
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) τεχνικές παραμέτρους της μελέτης. Πιο συγκεκριμένα, προφανώς και αυτονόητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαιτεί οι μελέτες να είναι ευανάγνωστες και κατανοητές.
Πέραν αυτού, βασική απαίτηση των σχετικών ευρωπαϊκών οδηγιών είναι οι μελέτες να έχουν εκπονηθεί από επαγγελματίες με εξειδίκευση στο αντικείμενό τους, ώστε οι προτάσεις περί περιβαλλοντικών επιπτώσεων να είναι τόσο αξιόπιστες, όσο και στοιχειοθετημένες. Ιδανικά, οι επαγγελματίες αυτοί θα πρέπει να προέρχονται από συγκεκριμένη εκπαίδευση και έπειτα να αναφέρονται σε συγκεκριμένες λίστες. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και για την υποχρέωση των υπευθύνων των έργων να συμπεριλαμβάνουν στις μελέτες και τη μεθοδολογία που έχει ακολουθηθεί για την εκπόνησή τους, τόσο σε επίπεδο έρευνας και συλλογής πληροφοριών, όσο και σε επίπεδο πρότασης εναλλακτικών λύσεων, δράσεων και μεθόδων υλοποίησης του έργου υπό εξέταση. Η εκβιομηχάνιση και η δημιουργία νέων δραστηριοτήτων με τη χρήση νέων τεχνολογιών, είχε ως αποτέλεσμα τις σοβαρές ανησυχίες του ανθρώπου για την ποιότητα του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτή η κατάσταση άρχισε να διαφαίνεται κατά τα μέσα του προηγούμενου αιώνα στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Αποτελεί γεγονός ότι τα πρώτα βήματα ανάπτυξης της βιομηχανίας έγιναν σε ένα περιβάλλον υγιές, εύρωστο και κυρίως ικανό να απορροφήσει οποιαδήποτε σχεδόν επίπτωση, όσο αρνητική κι αν ήταν.
265
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Καθώς όμως υπήρξε επιτάχυνση του ρυθμού βιομηχανικής ανάπτυξης μετά τα μέσα του αιώνα, οι επιπτώσεις στο περιβάλλον αθροιστικά από τις βιομηχανικές μονάδες ήταν πάρα πολλές κι άρχισαν να διαφαίνονται οι πρώτες ανησυχίες για το περιβάλλον και για τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων που ανέκυπταν. Από τη δεκαετία του 1970 άρχισαν εμφανίζονται τα αποτελέσματα από τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός συνολικού ρυθμιστικού πλαισίου για την προστασία του περιβάλλοντος.
Μέχρι τότε, η προστασία του περιβάλλοντος και οι σχετικές αρμοδιότητες ήταν διάσπαρτες σε πολλές λειτουργικές δομές των κρατών. Η υπάρχουσα δομή καθώς επίσης και οι κατά περίπτωση επεμβάσεις, απεδείχθησαν ανεπαρκείς, με αποτέλεσμα να αποτελεί ανάγκη η σύσταση ειδικών φορέων για τον αποκλειστικό χειρισμό των θεμάτων περιβάλλοντος. Την ίδια δεκαετία, εντυπωσιακή ήταν η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης και οικολογικής αλληλεπίδρασης. Αυτό ήταν αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων, όπως η αύξηση του πληθυσμού, η έξαρση της αστυφιλίας, η έντονη εκβιομηχάνιση, η ραγδαία ανάπτυξη νέων προϊόντων. Παράλληλα, υπήρξε μια νέα επιστημονική θεώρηση των επιδράσεων της ρύπανσης και της απαιτούμενης χρηματοδότησης για τις βελτιώσεις του περιβάλλοντος.
266
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Επιπλέον, η αναγνώριση του γεγονότος ότι ανθρώπινες δραστηριότητες σε μια περιοχή είναι δυνατό να επηρεάσουν ανθρώπους σε μεγαλύτερες αποστάσεις, για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και με τρόπους σημαντικά διαφορετικούς, οδήγησε στη δημιουργία ενός διαφορετικού –με τα μέχρι τότε δεδομένα- πλαισίου σκέψης κι αντιμετώπισης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εξέλιξη της διαδικασίας της προστασίας του περιβάλλοντος σε διεθνές ζήτημα με την ανάγκη για διεθνή συνεργασία να είναι επιτακτική. Στην Ευρώπη η ανάγκη αυτή εμφανιζόταν μεγαλύτερη, λόγω της ύπαρξης αρκετών ανεξάρτητων χωρών σε σχετικά μικρή έκταση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί οντότητα που παράγει πολιτική και δεσμευτικούς θεσμούς για όλα τα κράτη μέλη της. Γι’ αυτό το λόγο, είναι σημαντική η εξέταση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαμόρφωση της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ελλάδας. Η προσπάθεια της Ε.Ε. για ένα καλύτερο περιβάλλον χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν στη διάσκεψη κορυφής του Παρισιού τέθηκαν οι βασικές
οργανωτικές
και
πολιτικές
αρχές.
Η
διαμόρφωση
της
κοινοτικής
περιβαλλοντικής πολιτικής έγινε σε μια παράλληλη διαδρομή με την εξέλιξη της Ε.Ε. . Αυτή η κοινοτική πολιτική εκφράστηκε μέσα από διατάγματα, διακηρύξεις, εκθέσεις και προγράμματα. Ήδη από τη διάσκεψη του Παρισιού αποφασίστηκε η σύνταξη ενός Προγράμματος Δράσης για την προστασία του περιβάλλοντος κάθε τέσσερα χρόνια, με το οποίο καθορίζονται οι στρατηγικοί στόχοι της περιβαλλοντικής πολιτικής και τα μέσα εφαρμογής της. Στη συνέχεια, το 1973 εκδόθηκε από την ΕΟΚ το πρώτο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον, ακολουθούμενο στη συνέχεια από ακόμη δύο. Συνολικά έχουν εκπονηθεί έξι τέτοια προγράμματα από τα οποία αναδύονται σταδιακά οι βασικές αρχές και η φιλοσοφία της κοινοτικής πολιτικής που συνοψίζεται στα ακόλουθα σημεία: Αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται στο περιβάλλον από τους υπαίτιους γι’ αυτές (1ο και 2ο πρόγραμμα). Πρόληψη –κατά το δυνατόν- της ρύπανσης του περιβάλλοντος αντί της θεραπείας (3ο πρόγραμμα). Συνύπαρξη της περιβαλλοντικής πολιτικής με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη (4ο πρόγραμμα).
267
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εξασφάλιση μιας βιώσιμης ανάπτυξης σύμφωνα με την οποία η ικανοποίηση των αναγκών των σημερινών γενεών θα γίνεται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες (5ο πρόγραμμα). Αντιμετώπιση προβλημάτων σε τομείς που χρειάζεται περισσότερη δράση (κλίμα, φύση, υγεία, διατήρηση φυσικών πόρων και διαχείριση αποβλήτων) στη βάση της βελτίωσης της ποιότητας ζωής των πολιτών Έπειτα από μερικά χρόνια, και συγκεκριμένα στις 27 Ιουνίου του 1985 εκδόθηκε η πρώτη Κοινοτική Οδηγία υπ’ αριθμόν 85/337/ΕΟΚ.Η Οδηγία αυτή αφορά στην αξιολόγηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων. Αναφέρεται στην αναγκαιότητα εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, πριν από την απόφαση υλοποίησης ενός έργου ή δραστηριότητας, σε κάθε είδους περιβάλλον, τόσο κατά τη φάση κατασκευής, όσο και κατά τη φάση λειτουργίας. Η Κοινοτική Οδηγία (ΚΟ) 85/337 το 1985 είχε ευρύτατες επιπτώσεις τόσο στην περιβαλλοντική νομοθεσία των χωρών της Κοινότητας, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάστηκε να την αναπροσαρμόσουν, όσο και σε αυτό καθαυτό το περιβάλλον, εφόσον για τα μεγάλα έργα η ΜΠΕ έγινε πια αναπόσπαστο στοιχείο της πρότασης που υποβάλλεται για έγκριση χρηματοδότησης. Σύμφωνα με την οδηγία, τα έργα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, σε αυτά τα οποία είναι απαραίτητη η σύνταξη Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και σε αυτά που οι αρμόδιες αρχές θα κρίνουν αν είναι απαραίτητη η σύνταξη μελέτης. Η ανωτέρω οδηγία τροποποιήθηκε τρεις (3) φορές. Το 1977, η 85/337 τροποποιήθηκε με τη νέα Οδηγία 97/11, στην οποία γίνονται αλλαγές των κατηγοριών των έργων, θεσπίζοντας διαδικασίες οριοθέτησης του πεδίου εφαρμογής και του περιεχομένου των ΜΠΕ, ενώ επίσης ενισχύει την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, καθιερώνει την παρακολούθηση του έργου, δημιουργεί ευνοϊκότερους όρους για τις διαβουλεύσεις με το κοινό και καθορίζει τη διαδικασία για τις περιπτώσεις διασυνοριακής ρύπανσης. Στις Οδηγίες αυτές βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό και η μετέπειτα σχετική Ελληνική Νομοθεσία. Το 2003 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη τροποποίηση της ΚΟ 85/337 μετ ην Οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης
268
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μαΐου 2003 με την οποία αφορούσε τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και στην προσφυγή αυτού στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα. Τέλος τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 με την οποία ενσωματώθηκαν έργα που αφορούσαν τη μεταφορά, δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Η αρχική οδηγία του 1985 και οι τρεις τροποποιήσεις της έχουν κωδικοποιηθεί από την οδηγία 2011/92/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011.
Από το 1986 μέχρι σήμερα, ακολούθησαν αρκετές αλλαγές και τροποποιήσεις της ελληνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας με σκοπό αφενός την ενσωμάτωση στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και αφετέρου στην απλούστευση των διαδικασιών με κοινωνικό και οικονομικό όφελος. Όσον αφορά άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εφαρμογή του θεσμού ξεκίνησε το 1988. Πριν από το έτος 1988, εκπονούνταν προαιρετικά Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, κυρίως για μεγάλα δημόσια έργα. Στη Γαλλία ο θεσμός λειτουργεί από το έτος 1978. και εκπονούνται περίπου 5.500 Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ετησίως. Παρόλα αυτά η εφαρμογή του θεσμού θεωρείται ατελής και δεν αναμένεται περαιτέρω αύξηση του αριθμού των ΜΠΕ. Στη Γερμανία πριν από την ενσωμάτωση της Οδηγίας 85/337 στην εθνική
νομοθεσία
είχαν
εκπονηθεί
περίπου
Επιπτώσεων.
269
250
Μελέτες
Περιβαλλοντικών
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σήμερα εκτιμάται ότι εκπονούνται περίπου 1000 Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ετησίως. Στην Ιταλία η εφαρμογή της Οδηγίας 85/337 δεν θεωρείται, μέχρι σήμερα, ικανοποιητική. Στην πράξη η συμμετοχή του κοινού είναι περιορισμένη. Εκπονούνται μερικές δεκάδες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ετησίως. Εκτιμάται όμως ότι αν συμπεριληφθούν και οι δραστηριότητες του Παραρτήματος ΙΙ της Οδηγίας 85/337, θα απαιτούνται περίπου 3000 ΜΠΕ το χρόνο. Τέλος, στην Ολλανδία, θεωρείται το καλύτερο πλαίσιο εφαρμογής Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην Ευρώπη. Η Ολλανδία απέκτησε νομοθεσία για ΜΠΕ τη δεκαετία του ’70, επηρεασμένη από την προϋπάρχουσα σχετική νομοθεσία του Καναδά, και διαδραμάτισε ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στη διατύπωση του περιεχομένου της Κοινοτικής Οδηγίας. Η ολλανδική νομοθεσία αποτελείται από έναν ολοκληρωμένο και απλό νόμο που εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα (εθνικό και τοπικό) και σε όλες τις δραστηριότητες (νομοθεσίες και έργα). Το περιεχόμενο της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων δεν είναι καθορισμένο και προσδιορίζεται κάθε φορά ανάλογα με το είδος του έργου και με τη συμμετοχή του κοινού.
4.1.3 Έγκριση και παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων Διαδικασία Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) για έργα και δραστηριότητες της
υποκατηγορίας 2 της κατηγορίας Α Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κεφαλαίου Β της ΚΥΑ 11074/703/Φ104/2003, καθορίζονται οι διαδικασίες που ακολουθούνται προκειμένου να εγκριθούν οι Περιβαλλοντικοί Όροι για έργα και δραστηριότητες της υποκατηγορίας Α2. Οι διαδικασίες αυτές είναι οι εξής: 1. Ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος της Περιφέρειας, που συνοδεύεται από φάκελο ο οποίος περιέχει: α) Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) τύπου ΙΙ σε έξι (6) τουλάχιστον αντίγραφα η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες: Περιγραφή του έργου ή της δραστηριότητας Περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος με τα απαραίτητα στοιχεία και τεκμηριώσεις προκειμένου να γίνει αξιολόγηση και εκτίμηση 270
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) των κυριότερων άμεσων και έμμεσων περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου ή της δραστηριότητας: Στον άνθρωπο, στην πανίδα και στη χλωρίδα Στο έδαφος, στα νερά, στον αέρα, στο κλίμα και στο τοπίο Στα υλικά αγαθά και στην πολιτιστική κληρονομιά Στην αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγόντων που αναφέρονται. Στις προηγούμενες περιπτώσεις Συνοπτική περιγραφή των μέτρων που προβλέπονται να ληφθούν προκειμένου να αποφευχθούν, να μειωθούν και εφόσον είναι δυνατό να επανορθωθούν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον Συνοπτική περιγραφή των κύριων εναλλακτικών λύσεων που μελετά ο κύριος του έργου και υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής του, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων στο περιβάλλον,
Απλή (μη τεχνική) περίληψη των
πληροφοριών που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις. Σε περίπτωση που το προτεινόμενο έργο ή δραστηριότητα περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ του άρθρου 5 της ΗΠ.15393/2332/2002 ΚΥΑ (Β’ 1022) η ΜΠΕ περιλαμβάνει επιπλέον τις ακόλουθες πληροφορίες: Τα κατάλληλα προληπτικά αντιρρυπαντικά μέτρα ιδίως με τη χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών όπως ορίζονται στο Παράρτημα Ι παραγ.6 του άρθρου 16 της παρούσας απόφασης συμπεριλαμβανομένων των μέτρων παρακολούθησης των εκπεμπόμενων ρύπων. Την επιλογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν λαμβάνοντας υπόψη τα Κοινοτικά και Διεθνή δεδομένα και πρακτικές. Τις πρώτες και βοηθητικές ύλες, τις ουσίες και την ενέργεια που χρησιμοποιούνται ή παράγονται από την εγκατάσταση Τις πηγές εκπομπών της εγκατάστασης Τη φύση και τις ποσότητες των προβλεπόμενων εκπομπών της εγκατάστασης καθώς και προσδιορισμό των σημαντικών επιπτώσεων των εκπομπών στο περιβάλλον
271
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Την προβλεπόμενη τεχνολογία και τις άλλες τεχνικές που αποσκοπούν στην πρόληψη των εκπομπών που προέρχονται από την εγκατάσταση ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, στη μείωση τους Ενδεχομένως τα μέτρα πρόληψης και αξιοποίησης των αποβλήτων που παράγει η εγκατάσταση Τα αναγκαία μέτρα μετά την οριστική παύση της δραστηριότητας ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος ρύπανσης κι ο χώρος να αποκαθίστανται ικανοποιητικά. Τα προβλεπόμενα μέτρα παρακολούθησης των εκπομπών στο περιβάλλον.
Οι προδιαγραφές και το περιεχόμενο της ΜΠΕ καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τα στοιχεία που την τεκμηριώνουν καθορίζονται, σύμφωνα με την παραγ.10 του άρθρου 4 του Ν.1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με την παραγ.10 α εδάφιο .β του άρθρου 2 του Ν.3010/2002. Τα κείμενα και οι χάρτες της ΜΠΕ υποβάλλονται και σε ηλεκτρονική μορφή.Τη θετική γνωμοδότηση (ΠΠΕΑ) του αρμόδιου Γενικού Διευθυντή της Περιφέρειας σύμφωνα με το άρθρο 6 (παράγραφος 3), μαζί με αντίγραφο του θεωρημένου από την ως άνω Υπηρεσία χάρτη και τοπογραφικού σχεδίου απ’ όπου εμφαίνεται η προεπιλεγείσα αλλά και οι εναλλακτικές λύσεις του έργου ή της δραστηριότητας. Σε περίπτωση που ο φάκελος δεν είναι πλήρης η ως άνω αρμόδια υπηρεσία, το αργότερο εντός 10 ημερών από την υποβολή του, ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα για τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή/και στοιχεία που πρέπει να συμπληρώσουν στο φάκελο. 272
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 2. Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της Περιφέρειας αφού εξετάσει τον φάκελο και διαπιστώσει ότι είναι πλήρης πριν προβεί στην έκδοση απόφασης έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων και εφόσον το κρίνει σκόπιμο τον διαβιβάζει εντός 10 ημερών από την υποβολή του στις συναρμόδιες Περιφερειακές και Νομαρχιακές Υπηρεσίες και Φορείς κατά περίπτωση στους Οργανισμούς Αθήνας ή Θεσσαλονίκης ή στους Οργανισμούς του άρθρου 3 του Ν.2508/1997, εφόσον αυτοί έχουν συσταθεί για να εκφράσουν τυχόν παρατηρήσεις επί του περιεχομένου του. Επίσης ο φάκελος διαβιβάζεται και στο οικείο ή στα οικεία Νομαρχιακά Συμβούλια για δημοσιοποίηση του φακέλου της ΜΠΕ και γνωμοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.3010/2002, 2.1. Εάν ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει τον προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 φάκελο με την ΜΠΕ, μαζί με τον φάκελο της ΠΠΕ, ή σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας της ΠΠΕΑ σύμφωνα με το άρθρο 6, η αρμόδια υπηρεσία περιβάλλοντος της Περιφέρειας ελέγχει την πληρότητα του φακέλου της ΜΠΕ πριν την ολοκλήρωση της ΠΠΕΑ. Στην περίπτωση αυτή και εφόσον επακολουθήσει θετική γνωμοδότηση επί της ΠΠΕ, η άνω αρμόδια υπηρεσία διαβιβάζει άμεσα το φάκελο της ΜΠΕ στο(α) Νομαρχιακό(ά) Συμβούλιο(α). 2.2. Είναι δυνατόν πριν από τη διαβίβαση του φακέλου η αρμόδια υπηρεσία να απαιτήσει την υποβολή και πρόσθετων στοιχείων και τεκμηριώσεων για την καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος 3. Σε περίπτωση που η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της Περιφέρειας κρίνει ότι ένα έργο ή δραστηριότητα ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον άλλου Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όταν το ζητήσει Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ενδέχεται να θίγει σοβαρά, η υπηρεσία αυτή εισηγείται στην αρμόδια Κεντρική υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ τη διαβίβαση πληροφοριών στο ενδιαφερόμενο Κράτος-Μέλος το ταχύτερο δυνατόν και όχι αργότερα από την προθεσμία που ορίζεται στην παραγ.2 σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.3010/2002 4. Μέσα σε 35 ημέρες από την παραλαβή του φακέλου οι προαναφερόμενες υπηρεσίες, Φορείς, Οργανισμοί, διαβιβάζουν στην ως άνω αρμόδια υπηρεσία τις τυχόν
273
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) παρατηρήσεις τους και το οικείο ή τα οικεία Νομαρχιακά Συμβούλια της(τις) γνωμοδότηση(εις) τους. 5. Μετά την παραλαβή της (των) ως άνω γνωμοδότησης(εων) ή άλλως μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγ.4 και ανεξάρτητα από το αν έχει(ουν) διαβιβασθεί ή όχι η(οι) γνωμοδότηση(εις) αυτή(ες), εκδίδεται μέσα σε 15 ημέρες η απόφαση έγκρισης ή μη περιβαλλοντικών όρων από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, μετά από σχετική εισήγηση της ως άνω αρμόδιας υπηρεσίας Περιβάλλοντος της Περιφέρειας όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 (παρ. 2) του Ν.1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 (παρ. 2) του Ν.3010/2002. Το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης καθορίζεται στο άρθρο 12 της παρούσας απόφασης. 6. Η απόφαση έγκρισης ή μη περιβαλλοντικών όρων διαβιβάζεται στο (α) οικείο (α) Νομαρχιακό(ά) Συμβούλιο(α) για να λάβει(ουν) γνώση και να ενημερώσει(ουν) τους πολίτες και τους φορείς εκπροσώπησης τους σύμφωνα με το άρθρο 5 (παρ. 3) του Ν.1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 (παρ. 3) του Ν.3010/2002. 7. Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της Περιφέρειας διαβιβάζει αντίγραφα των αποφάσεων εγκρίσεων περιβαλλοντικών όρων στην αρμόδια κεντρική υπηρεσία περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ.
4.1.4
Πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις.
Οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων ανήκουν στην ευρύτερη πολιτική προστασίας του περιβάλλοντος, τόσο σε εθνικό, όσο σε κοινοτικό και διεθνές επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, τόσο η εθνική νομοθεσία, όσο και η νομοθεσία της Ε.Ε. βασίζονται σε κάποια συγκεκριμένα πρότυπα, τα οποία και επιτάσσουν να ακολουθούνται από όλους τους φορείς που εμπλέκονται στην εκπόνηση ενός έργου. Με βάση τα πρότυπα αυτά έχουν αναπτυχθεί και οι λεγόμενες Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), όπως και οι Πρότυπες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Για την ακρίβεια, οι ΠΠΔ αποτελούν τις δεσμεύσεις και τα πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος, τα οποία και θα πρέπει να ακολουθούνται για το σχεδιασμό και την υλοποίηση των έργων, πέραν των ειδικότερων μέτρων που πρέπει
274
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) να λαμβάνονται, ανάλογα με το είδος του έργου, την κατηγορία και το μέγεθός του κάθε φορά. Με άλλα λόγια, οι ΠΠΔ αναφέρονται σε βασικές περιβαλλοντικές διατάξεις, με τις οποίες θα πρέπει να εναρμονίζονται συγκεκριμένα έργα και κατά βάση αυτά για τα οποία δεν απαιτείται η υποβολή ειδικής μελέτης εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αλλά και όπως αναλύθηκε και στην προηγούμενη ενότητα, για τα έργα που υπάγονται στις δραστηριότητες Β κατηγορίας δεν απαιτείται η υποβολή και έγκριση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά τα έργα αυτά υπόκεινται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των απαιτούμενων κατά περίπτωση αδειών που προβλέπονται για την κατασκευή, εγκατάσταση ή λειτουργία τους. Η ίδια πηγή αναφέρει πως υπάρχουν 12 διαφορετικές ομάδες ΠΠΔ, ανάλογα με το είδος έργου που αφορούν, ενώ όλες οι ΠΠΔ διευκρινίζονται και ορίζονται από συγκεκριμένο ΦΕΚ. Ο πίνακας που ακολουθεί παρουσιάζει τις ομάδες ΠΠΔ για το κάθε είδος έργου, όπως αυτές περιλαμβάνονται στη σχετική ελληνική νομοθεσία και όπως τις παρουσιάζει επακριβώς στην επίσημη ιστοσελίδα του το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Οι οργανισμοί που έχουν αναλάβει την υλοποίηση ενός έργου οφείλουν να υποβάλλουν σχετική αίτηση στη Διεύθυνση Περιβάλλοντος, προκειμένου να ενταχθεί το έργο τους στις ΠΠΔ.
275
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
ΦΕΚ 2505/Β/7-10/2013 Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για έργα και δραστηριότητες της κατηγορίας Β της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του Παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21), όπως εκάστοτε ισχύει.
Άρθρο 1 Πεδίο Εφαρμογής – Σκοπός 276
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 1. Με την παρούσα απόφαση καθορίζονται οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 του Ν. 4014/2011 (Α΄ 209) όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, για έργα και δραστηριότητες της κατηγορίας Β της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος 1 της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 2. Για άλλα έργα και δραστηριότητες της κατηγορίας Β της υπουργικής απόφασης 1958/2012, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που τυχόν απαιτούνται για την κατασκευή ή/και τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4014/2011 και μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων σχετικών αποφάσεων της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του ίδιου νόμου. 3. Σκοπός της παρούσας απόφασης είναι η προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος με τον προσδιορισμό όλων των αναγκαίων μέτρων και περιορισμών που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την κατασκευή και λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 2 Αρμόδια Υπηρεσία 1.
Για τα έργα και τις δραστηριότητες του πεδίου εφαρμογής της παρούσας
που κατατάσσονται στην υποομάδα «Έργα οδοποιίας» της 1ης ομάδας «Έργα χερ− σαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21), όπως ισχύει, αρμόδια για την υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλο− ντικές Δεσμεύσεις είναι η Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού (ΔΙ.ΠΕ.ΧΩ.Σ.) της οικείας Περιφέρειας. 2. Για τα έργα και δραστηριότητες που κατατάσσονται στην υποομάδα «Έργα εναέριων μεταφορών» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21), όπως ισχύει, αρμόδια για την υπαγωγή σε ΠΠΔ είναι η Διεύθυνση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η οποία χορηγεί για το έργο με α/α 27 το πιστοποιητικό καταλληλότητας χώρου και την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του Π.Δ. 19/2009 (Α’ 35), όπως ισχύει, και για το έργο με α/α 28 τις άδειες ίδρυσης
277
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) κατασκευής και λειτουργίας εκμετάλλευσης του Π.Δ. 158/2002 (Α΄ 137), όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 348/2003 (Α΄ 315) και ισχύει. 3. Για τα έργα και δραστηριότητες που κατατάσσονται στην υποομάδα «Συνδυασμένες μεταφορές και λοιπά συγκοινωνιακά έργα» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21), αρμόδια για την υπαγωγή σε ΠΠΔ είναι η Υπηρεσία η οποία χορηγεί τις άδειες ίδρυσης και λειτουργίας του Π.Δ. 79/2004 (Α΄ 62) όπως ισχύει, ήτοι η Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της οικείας Περιφερειακής Ενότητας. 4. Η ως άνω αρμοδιότητα υπαγωγής σε ΠΠΔ αφορά τόσο σε νέα έργα και δραστηριότητες όσο και σε υφιστάμενα/νες που εκσυγχρονίζονται, τροποποιούνται ή βελτιώνονται ή των οποίων η άδεια ανανεώνεται, επανεκδίδεται ή εκδίδεται για πρώτη φορά.
Άρθρο 3 Διαδικασία υπαγωγής σε ΠΠΔ 1. Ο φορέας του έργου ή της δραστηριότητας ή ο εξουσιοδοτημένος από αυτόν μελετητής υποβάλει στην κατά το άρθρο 2 αρμόδια υπηρεσία, συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη δήλωση υπαγωγής του έργου σε ΠΠΔ σε έντυπη και σε ψηφιακή μορφή. 1. Το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής ορίζεται στο Παράρτημα Α της παρούσας απόφασης. Η δήλωση συνοδεύεται από την τεκμηρίωση που ορίζεται στο άρθρο 4 της παρούσας απόφασης. 2. Μετά την εξέταση των υποβληθέντων στοιχείων και εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι εφαρμογής των οριζόμενων στις παραγράφους 6 ή 7 του παρόντος άρθρου, πραγματοποιείται η αυτοδίκαιη υπαγωγή του έργου ή της δραστηριότητας σε ΠΠΔ, ως εξής: Στις περιπτώσεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 2, υπάγεται το έργο ή η δραστηριότητα σε ΠΠΔ, με ευθύνη της αρμόδιας κατά περίπτωση Υπηρεσίας. Στην περίπτωση αρμοδιότητας ΔΙ.ΠΕ.ΧΩ.Σ. (παρ. 1 άρθρου 2) χρησιμοποιείται ως βάση το υπόδειγμα 1 του Παραρτήματος Β, ενώ στις άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ως βάση το υπόδειγμα 2. 3. Για τα έργα και τις δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της παρούσας, η υπαγωγή του έργου σε ΠΠΔ εκδίδεται εντός 20 εργάσιμων ημερών από την υποβολή
278
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) της δήλωσης υπαγωγής και της απαραίτητης τεκμηρίωσής της. Στην περίπτωση έργων και δραστηριοτήτων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 της παρούσας, η υπαγωγή σε ΠΠΔ συνοδεύει την κατά περίπτωση άδεια και χορηγείται στον ενδιαφερόμενο μαζί με αυτήν εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για την χορήγηση της εν λόγω άδειας. Σε περιπτώσεις όπου έργα ή δραστηριότητες εκ των ως άνω πρόκειται να επεκταθούν, εκσυγχρονιστούν ή τροποποιηθούν χωρίς να απαιτείται έκδοση νέας άδειας ή τροποποίηση της υφιστάμενης, η πράξη υπαγωγής του έργου σε ΠΠΔ εκδίδεται εντός 20 εργάσιμων ημερών από την υποβολή της δήλωσης υπαγωγής και της απαραίτητης τεκμηρίωσής της. 4. Για τα έργα και τις δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της παρούσας, η υποβολή της δήλωσης υπαγωγής σε ΠΠΔ και της κατά το άρθρο 4 απαιτούμενης τεκμηρίωσης, πραγματοποιείται εγκαίρως ώστε η σχετική διαδικασία υπαγωγής σε ΠΠΔ να ολοκληρωθεί πριν την έναρξη οποιασδήποτε εργασίας κατασκευής. Για το έργο με α/α 27 «Ελικοδρόμια (ως μεμονωμένες εγκαταστάσεις) της υποομάδας «Έργα εναέριων μεταφορών» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21), όπως ισχύει, η δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ υποβάλλεται μαζί με τα δικαιολογητικά που είναι απαραίτητα για την έκδοση του πιστοποιητικού καταλληλότητας χώρου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 του Π.Δ. 19/2009 (Α΄ 62) όπως ισχύει. Για το έργο με α/α 28 «Πεδία απογείωσης - προσγείωσης αεραθλητικών μέσων» της υποομάδας «Έργα εναέριων μεταφορών» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21), όπως ισχύει, η δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ υποβάλλεται μαζί με δικαιολογητικά που είναι απαραίτητα για την έκδοση της άδειας ίδρυσης−κατασκευής του Π.Δ. 158/2002 (Α΄ 137), όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 348/2003 (Α΄ 315) και ισχύει. Για τα έργα και δραστηριότητες της υποομάδας «Συνδυασμένες μεταφορές και λοιπά συγκοινωνιακά έργα» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21) όπως ισχύει, η δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ υποβάλλεται μαζί με τα δικαιολογητικά που είναι απαραίτητα για την έκδοση της
279
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) άδειας ίδρυσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του Π.Δ. 79/2004 (Α΄ 62) όπως ισχύει. 5. Σε περίπτωση έργων ή δραστηριοτήτων που χωροθετούνται εντός περιοχών που εμπίπτουν στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, η υπαγωγή σε ΠΠΔ αποτελεί και έγκριση επέμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του Ν. 4014/2011 (Α΄ 209) όπως εκάστοτε ισχύει. 6. Σε περιπτώσεις που η δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ δεν είναι συμπληρωμένη σε όλα τα απαιτούμενα για την κάθε περίπτωση πεδία ή δεν έχουν προσκομιστεί όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 4 της παρούσας στοιχεία τεκμηρίωσης, η αρμόδια υπηρεσία του άρθρου 2 της παρούσας εντός 10 εργάσιμων ημερών επιστρέφει το φάκελο με έγγραφό της, στο οποίο υποδεικνύει τα απαιτούμενα προς συμπλήρωση πεδία ή στοιχεία. 7. Εάν από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη χορήγηση της κατά περίπτωση άδειας ή τα στοιχεία της δήλωσης υπαγωγής, προκύπτει είτε ότι το συγκεκριμένο έργο δεν είναι συμβατό με τις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ή με τα στοιχεία περιβαλλοντικής ευαισθησίας της περιοχής (π.χ. σε περίπτωση αρνητικού πορίσματος της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης), ή εάν διαπιστωθεί ασυμβατότητα με τις θεσμοθετημένες χρήσεις γης, ή ότι το έργο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης, η υπηρεσία του άρθρου 2 της παρούσας εντός 15 εργάσιμων ημερών ενημερώνει εγγράφως το φορέα του έργου ή της δραστηριότητας και δεν προβαίνει σε υπαγωγή του έργου σε ΠΠΔ ή αναστέλλει την έκδοση της κατά περίπτωση σχετικής άδειας. 8. Για έργο ή δραστηριότητα του πεδίου εφαρμογής της παρούσας το οποίο δεν έχει υπαχθεί σε ΠΠΔ κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση οποιαδήποτε άλλης μετέπειτα άδειας. 9. Η κατά τα ανωτέρω δήλωση υπαγωγής επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του φορέα του έργου ή του μελετητή κατά το Ν. 1599/1986 (Α΄ 75), όπως εκάστοτε ισχύει. Σε περίπτωση που ο φορέας του έργου ή ο μελετητής εν γνώσει του υποβάλει ψευδή ή ανακριβή στοιχεία στη δήλωση υπαγωγής υπόκειται στις κυρώσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986 όπως εκάστοτε ισχύουν και η υπαγωγή του έργου σε ΠΠΔ καθίσταται αυτοδικαίως άκυρη ως μη νόμιμη. Ως εκ τούτου το έργο ή η
280
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) δραστηριότητα δεν είναι πλέον περιβαλλοντικά αδειοδοτημένο και εάν η υλοποίηση ή η λειτουργία του έχει ξεκινήσει, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986 (Α΄ 160) όπως εκάστοτε ισχύει.
Άρθρο 4 Τεκμηρίωση της δήλωσης υπαγωγής σε ΠΠΔ 1. Η δήλωση υπαγωγής του έργου ή της δραστηριότητας σε ΠΠΔ συνοδεύεται από την ακόλουθη τεκμηρίωση: 1.1. Συνοπτική τεχνική έκθεση του έργου ή της δραστηριότητας και τυχόν συνοδών έργων. 1.2. Χαρτογραφική απεικόνιση του έργου ή της δραστηριότητας και της περιοχής του, ως εξής:
1.2.1. Χάρτης προσανατολισμού στην περιοχή του έργου, κατάλληλης διαθέσιμης κλίμακας σε υπόβαθρο ΓΥΣ. 1.2.2. Τοπογραφικό διάγραμμα γενικής διάταξης του έργου (οριζοντιογραφία, κάτοψη ή διάγραμμα κάλυψης), σε κατάλληλη κλίμακα, σε συντεταγμένες των συστημάτων αναφοράς ΕΓΣΑ ΄87 και WGS84 1.2.3. Χάρτης χρήσεων γης της περιοχής του έργου, σε κατάλληλη κλίμακα, σύμφωνα με τον θεσμοθετημένο χωρικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό, όπως Ειδικά, Περιφερειακά Χωροταξικά ή Ρυθμιστικά Σχέδια, Γ.Π.Σ., Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π., Ζ.Ο.Ε., κανονιστικές πράξεις προστασίας της φύσης κ.ά., από τον οποίο να προκύπτει το επιτρεπτό υλοποίησης του έργου.
1.3. Γνωμοδότηση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας σχετικά με το εάν η περιοχή όπου χωροθετείται το έργο ή η δραστηριότητα είναι αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με τις εξαιρέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Ν. 4014/2011 (Α΄ 209) όπως ισχύει, η σύμφωνη γνώμη εφόσον το έργο ή η δραστηριότητα χωροθετείται εν όλω ή εν μέρει εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, ζωνών προστασίας Α΄ και Β΄ ή πλησίον αρχαίου κατά την έννοια των άρθρων 12, 13 και 10 παρ. 3, αντίστοιχα, του Ν. 3028/2002 (Α΄ 153). Στη γνωμοδότηση είναι δυνατόν να προσδιορίζονται πρόσθετες
281
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ή ειδικές περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, οι οποίες θα συμπεριληφθούν από την κατά το άρθρο 2 αρμόδια υπηρεσία στην απόφαση ή πράξη υπαγωγής.
1.4. Στην περίπτωση που το έργο ή η δραστηριότητα ή μέρος αυτών χωροθετείται εκτός σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων οικισμών, υποβάλλονται επιπλέον: 1.4.1. Πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης, όπου απαιτείται, με βάση τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (εξαιρούμενων των έργων που εκτελούνται από δασικές Υπηρεσίες). 1.4.2. Βεβαίωση από την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου καθώς και από την οικεία Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 της υπουργικής απόφασης 15277/2012 (Β΄ 1077) όπως εκάστοτε ισχύει, για τη μη ύπαρξη άλλων διαθέσιμων εκτάσεων σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 45 του Ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως εκάστοτε ισχύει, μόνο για τις περιπτώσεις έργων του πεδίου εφαρμογής της παρούσας τα οποία εγκαθίστανται σε δημόσιες δασικές εκτάσεις. Δεν απαιτείται η εν λόγω βεβαίωση για έργα δημόσιων οδών. 1.4.3. Γνωμοδότηση του οικείου Δασαρχείου για τα σχετικά θέματα αρμοδιότητας του, με τυχόν απαιτούμενες για δασικούς λόγους πρόσθετες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, οι οποίες θα συμπεριληφθούν από την κατά το άρθρο 2 αρμόδια υπηρεσία κατά την υπαγωγή σε ΠΠΔ. Η γνωμοδότηση αυτή ζητείται με βάση το υπόδειγμα του Παραρτήματος Γ και εκδίδεται με βάση το υπόδειγμα του Παραρτήματος Δ. Δεν απαιτείται η εν λόγω γνωμοδότηση για έργα των δασικών Υπηρεσιών.
1.5. Στις περιπτώσεις που χρειάζεται η εφαρμογή της παραγράφου 1.α του άρθρου 10 του Ν. 4014/2011 (έργο ή δραστηριότητα εντός περιοχής του δικτύου Natura 2000, πλην των περιπτώσεων της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, και οι διατάξεις προστασίας της περιοχής δεν περιέχουν σχετικές πρόνοιες για περιβαλλοντική αδειοδότηση), η σχετική απόφαση του Περιφερειάρχη για την έκδοση των ενδεχομένως απαιτούμενων πρόσθετων όρων της παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν. 4014/2011.
282
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 1.6. Σε περίπτωση έργου ή δραστηριότητας για τα οποία έχει ήδη εκδοθεί Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), αντίγραφο της απόφασης αυτής μαζί με τυχόν ανανέωση ή τροποποίησή της.
2. Σε περίπτωση που κάποια από τα παραπάνω στοιχεία τεκμηρίωσης περιλαμβάνονται στον φάκελο έκδοσης των κατά περίπτωση αδειών ή εγκρίσεων, τις οποίες θα συνοδεύει η υπαγωγή σε ΠΠΔ, δεν απαιτείται να συνυποβληθούν με τη δήλωση υπαγωγής του έργου σε ΠΠΔ.
Άρθρο 5 Χρονική διάρκεια ισχύος – Τροποποίηση υπαγωγής σε ΠΠΔ 1. Η υπαγωγή σε ΠΠΔ για τα έργα και δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης, παραμένει σε ισχύ εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή στα στοιχεία της δήλωσης υπαγωγής του έργου σε ΠΠΔ. Μεταγενέστερες τροποποιήσεις των ΠΠΔ, όπως αυτές καθορίζονται ακολούθως στο άρθρο 6 της παρούσας απόφασης, εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος τους σε έργα και δραστηριότητες που έχουν ήδη υπαχθεί, χωρίς απαίτηση εκ νέου υπαγωγής τους. 2. Πριν την υλοποίηση οποιασδήποτε μεταβολής των στοιχείων του έργου ή της δραστηριότητας που δηλώθηκαν κατά την υπαγωγή σε ΠΠΔ, ο φορέας του έργου ή ο εξουσιοδοτημένος μελετητής του υποβάλει στην υπηρεσία του άρθρου 2 της παρούσας απόφασης, τη δήλωση υπαγωγής του παραρτήματος Α και τα δικαιολογητικά που ορίζονται στο άρθρο 4, προκειμένου να εκτιμηθεί αν απαιτείται τροποποίηση της υπαγωγής του έργου σε ΠΠΔ. Στην περίπτωση που απαιτείται, η υπηρεσία του άρθρου 2 της παρούσας απόφασης υπαγάγει εκ νέου το έργο σε ΠΠΔ σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3 της παρούσας, άλλως εκδίδει έγγραφο περί μη αναγκαιότητας νέας υπαγωγής σε ΠΠΔ.
283
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
3. Δεν απαιτούνται οι γνωμοδοτήσεις, πράξεις και βεβαιώσεις των παραγράφων 1.3 καθώς και 1.4.1, 1.4.2 και 1.4.3 του άρθρου 4 της παρούσας σε περιπτώσεις υφιστάμενων έργων που εκσυγχρονίζονται, βελτιώνονται ή τροποποιούνται χωρίς αλλαγή των ορίων του γηπέδου τους.
Άρθρο 6 Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις 1. Οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για τα έργα του πεδίου εφαρμογής της παρούσας που ανήκουν στην υποομάδα «Έργα οδοποιίας» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21) καθορίζονται στο παράρτημα E. 2. Οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για τα έργα του πεδίου εφαρμογής της παρούσας που ανήκουν στην υποομάδα «Έργα εναέριων μεταφορών» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» του παραρτήματος Ι της υπουργικής απόφασης 1958/2012 (Β΄ 21) καθορίζονται στο παράρτημα ΣΤ. 3. Οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για τα έργα του πεδίου εφαρμογής της παρούσας που ανήκουν στην υποομάδα «Συνδυασμένες μεταφορές και λοιπά συγκοινωνιακά έργα» της 1ης ομάδας «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών» υπουργικής απόφασης1958/2012 (Β΄ 21) καθορίζονται στο παράρτημα Ζ. 284
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 4. Πρόσθετες ή ειδικές περιβαλλοντικές δεσμεύσεις που ενσωματώνονται στις ΠΠΔ κατ’ εφαρμογή των πα ραγράφων 1.3, 1.4.3 και 1.5 του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης, κατισχύουν ως ειδικότερες των δεσμεύσεων του σχετικού εκ των ως άνω παραρτημάτων. 5. Η τήρηση των ΠΠΔ αποτελεί ευθύνη του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας και είναι υποχρεωτική τόσο κατά τη φάση κατασκευής όσο και κατά τη φάση λειτουργίας. Ο φορέας του έργου ή της δραστηριότητας διατηρεί ακέραια την ευθύνη για την τήρηση των ΠΠΔ έστω και αν μέρος ή το σύνολο των εργασιών κατασκευής ή λειτουργίας πραγματοποιούνται από τρίτους, ανεξαρτήτως των τυχόν ευθυνών που φέρουν και οι τελευταίοι για κάθε πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει τους όρους της παρούσας απόφασης καθώς και της εκάστοτε ισχύουσας περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Άρθρο 7 Μεταβατικές διατάξεις 1. Οι φάκελοι περιβαλλοντικών εκθέσεων, καθώς και αντίστοιχοι φάκελοι αιτημάτων για ανανέωση ή τροποποίηση ΑΕΠΟ που έχουν υποβληθεί πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας και σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του Ν. 4014/2011 (Α΄ 209) για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης, ολοκληρώνονται ως προς την αξιολόγησή τους και εκδίδονται αντίστοιχα οι ΑΕΠΟ και οι αποφάσεις ανανέωσης ή τροποποίησης ΑΕΠΟ, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός εάν ο φορέας του έργου ή της δραστηριότητας ζητήσει την υπαγωγή του στις διατάξεις της παρούσας απόφασης. 2. Έργα και δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης και διαθέτουν ΑΕΠΟ, υπάγονται σε ΠΠΔ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα απόφαση με δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ που υποβάλλεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη λήξη της ΑΕΠΟ. Σε περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια ισχύος της ΑΕΠΟ πρόκειται να υλοποιηθούν εργασίες επέκτασης, εκσυγχρονισμού ή τροποποίησης του έργου, η υπαγωγή σε ΠΠΔ γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της παρούσας απόφασης και ανεξαρτήτως του χρόνου λήξης της ΑΕΠΟ. ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
285
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι Καρακώστα και Νικολάου αναλύουν την περίπτωση του έργου κατασκευής και λειτουργίας ΧΥΤΑ στο Νομό Ιωαννίνων και συγκεκριμένα στην περιοχή «Ελληνικό», αναλύοντας τη διαδικασία και τα κριτήρια με βάση τα οποία λήφθηκε η συγκεκριμένη απόφαση υλοποίησης του έργου. Οι ερευνητές, οι οποίοι παρουσίασαν τις προτάσεις και την ανάλυσή τους στα πλαίσια του Γ’ Περιβαλλοντικού Συνεδρίου Μακεδονίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αναφέρονται στο γεγονός πως το έργο επεξεργασίας σκουπιδιών, λημμάτων και λοιπών απορριμμάτων είναι ουσιαστικής και ζωτικής σημασίας για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Εντούτοις, όμως, ακόμη και για την έγκριση ενός τέτοιου έργου απαιτείται η αξιολόγηση όχι μόνο των σαφών περιβαλλοντικών
πλεονεκτημάτων
του,
αλλά
και
των
παρενεργειών
και
περιβαλλοντικών επιπτώσεων που μπορεί να έχει. Πιο συγκεκριμένα, οι ερευνητές ασχολούνται αρχικά με την επιλογή της περιοχής «Ελληνικό», την οποία και χαρακτηρίζουν ως μια σωστή επιλογή, καθώς η εν λόγω περιοχή βρίσκεται πολύ κοντά στην κύρια πηγή παραγωγής στερεών αποβλήτων του Νομού Ιωαννίνων, το έδαφός της έχει πάχος τέτοιο που να επιτρέπει την κατασκευή και λειτουργία του ΧΥΤΑ, ενώ δεν υπάρχει οπτική επαφή από οικισμούς, κάτι που πέρα από υγειονομικό, έχει και αισθητικό ενδιαφέρον. Αξίζει να σημειωθεί πως η περιοχή αξιολογήθηκε και από πολιτιστική άποψη, καθώς αρχαιολογικοί φορείς πρότειναν την εν λόγω τοποθεσία, αφού είχε πραγματοποιηθεί έλεγχος για τυχόν αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Αυτό συνάδει με την ανάλυση των Ρεμουντάκη και συν., σύμφωνα με τους οποίους οι μελέτες εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να αναλύουν και να αξιολογούν και τους κινδύνους που μπορεί να εγκυμονεί ένα έργο και στην πολιτιστική κληρονομιά ενός μέρους. Χωρίς αμφιβολία, για την έγκριση του έργου σημαντικό ρόλο έπαιξε το ότι η λειτουργία του ΧΥΤΑ θα βοηθούσε στο να σταματήσει η ανεξέλεγκτη διάθεση απορριμμάτων σε πολλά αφύλακτα σημεία του νομού, σε συνδυασμό με το ότι πέρα από την υγεία και την ποιότητα ζωής των κατοίκων, η έλλειψη οργανωμένου ΧΥΤΑ επηρέαζε αρνητικά και την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Αναφορικά με την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, δεν εντοπίστηκαν επιπτώσεις για τη φάση κατασκευής του έργου, οι οποίες δεν θα εξαλείφονταν με την ολοκλήρωση της κατασκευής.
286
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Όσον αφορά τη λειτουργία του έργου, προνοήθηκε οι εκσκαφές να γίνουν σε βάθος τέτοιο που να μην επηρεάζει την αισθητική του γειτονικού περιβάλλοντος, ενώ είναι σημαντικό και το ότι η ελαχιστοποίηση της ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων σε διάφορες περιοχές κατέστησε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου ως απόλυτα θετικές. Για τους παραπάνω λόγους, κρίθηκε πως το εν λόγω έργο πληρούσε τις απαιτούμενες περιβαλλοντικές προδιαγραφές και τα πλεονεκτήματά του υπερτερούσαν των όποιων μειονεκτημάτων του, με αποτέλεσμα το έργο να εγκριθεί, χωρίς να γίνει καμία προσφυγή στο ΣτΕ από άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενα μέρη.
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 4 Στην
ενότητα 4, γίνεται η παρουσίαση των . Ειδικών Περιβαλλοντικών όρων στο
σχεδιασμό, εφαρμογή και επίβλεψη έργων – κα Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και συγκεκριμένα Κατηγορίες έργων και δραστηριοτήτων για περιβαλλοντική αδειοδότηση, Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, Έγκριση και παρακολούθηση περιβαλλοντικών όρων και Πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις
Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 4 Επιλέξτε τη σωστή απάντηση στις παρακάτω ερωτήσεις / διατυπώσεις ΕΡΩΤΗΣΗ 1
Αρμόδια περιβαλλοντική αρχή είναι η διοικητική αρχή, η οποία
είναι αρμόδια για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων και δραστηριοτήτων ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 2
ΛΑΘΟΣ
Η πολιτική περιβάλλοντος υπόκειται στον έλεγχο της «αρχής της
αναλογικότητα. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2
Α
ΣΩΣΤΟ 287
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 3
Οι βασικές περιβαλλοντικές αρχές είναι πέντε (5)
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 4
ΛΑΘΟΣ
Οι Άδειες Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (AEΠΟ) έχουν διάρκεια
…..έτη ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4
ΕΡΩΤΗΣΗ 5
Α
20 Β
15
Γ
10
Δραστηριότητες θεωρούνται οι επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον
και το τοπίο, καθώς και αυτές που αφορούν εκμετάλλευση φυσικών πόρων, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν ρύπανση ή υποβάθμιση στο περιβάλλον ΑΠΑΝΤΗΣΗ 5
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 6
ΛΑΘΟΣ
Γνωμοδοτούντες
φορείς
για
την
έκδοση
Άδειων
Έγκρισης
Περιβαλλοντικών Όρων είναι ΑΠΑΝΤΗΣΗ 6
ΕΡΩΤΗΣΗ 7
Α
Οι δημόσιες αρχές Β
Το οικείο Περιφερειακό Συμβούλιο
Γ
όλα τα παραπάνω
Η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αναφέρεται και στο
είδος, στο μέγεθος και στα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου ή της δραστηριότητας ΑΠΑΝΤΗΣΗ 7
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ.
288
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΡΩΤΗΣΗ 8
Κάθε έργο ή δραστηριότητα υπόκειται σε προληπτικές και τακτικές
ή έκτακτες επιθεωρήσεις για τον έλεγχο της τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και της εν γένει περιβαλλοντικής νομοθεσίας . ΑΠΑΝΤΗΣΗ 8
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 9
Η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (Ε.Π.Μ.) αποβλέπει.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 9
Α
στην
τεκμηρίωση
και
αξιολόγηση
της
σημασίας
του
προστατευτέου αντικειμένου, Β
στη διατύπωση προτάσεων μέτρων προστασίας ή και
διαχείρισης του προστατευτέου αντικειμένου Γ
ΕΡΩΤΗΣΗ 10
όλα τα παραπάνω
Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων
κατηγορίας Α, δεν απαιτείται διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης ΑΠΑΝΤΗΣΗ 10
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
289
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 5: ΔΕΙΚΤΕΣ ΑΠΟΔΕΚΤΩΝ ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής ενότητας είναι η παρουσίση της Παρακολούθησης δεικτών και ποιότητας αποδεκτών με τα παρακάτω αντικείμενα: Παρακολούθηση περιβαλλοντικών δεικτών Διαχείριση αποβλήτων σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους Μετρήσεις περιβαλλοντικών παραμέτρων Έλεγχος λειτουργίας περιβαλλοντικών εγκαταστάσεων ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Οι καταρτιζόμενοι/νες στην ενότητα αυτή θα είναι σε θέση να: αξιολογούν το βαθμό ρύπανσης των υδάτων και να προτείνουν σχέδια βελτίωσης και συμμόρφωσης με τη νομοθεσία εκτιμούν την επικινδυνότητα της ρύπανσης των αποδεκτών μέσω μαθηματικών μοντέλων διεκπεραιώνουν διαδικασίες σύνταξης τοπικές αρχές αξιολογούν τεχνολογίες διύλισης, αποθήκευσης και ποιοτικού ελέγχου πόσιμου νερού ικανότητες ως προς την εφαρμογή μαθηματικών μοντέλων εκτίμησης της ρύπανσης των υδάτων και της μακροπρόθεσμης επικινδυνότητας
ΕΝΝΟΙΕΣ – ΚΛΕΙΔΙΑ Περιβαλλοντικές εγκαταστάσεις, περιβαλλοντικοί παράμετροι, περιβαλλοντικοί δείκτες
290
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Εκπαιδευτική Υποενότητα 5.1 Παρακολούθηση δεικτών και ποιότητας αποδεκτών 5.1.1 Παρακολούθηση περιβαλλοντικών δεικτών Τι είναι οι Δείκτες;
Οι Δείκτες είναι σειρές μετρήσεων με σκοπό την απλοποίηση, ποσοτικοποίηση και επικοινωνία της πληροφορίας. Η χρησιμοποίησή τους εξυπηρετεί την ανάδειξη της πληροφορίας που δεν είναι εμφανής, όπως για παράδειγμα το ποσό της ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν δείκτης για την συγκριτική ενεργειακή αξιολόγηση διαφορετικών μεθόδων παραγωγής. Οι Δείκτες επιτελούν τρεις βασικές λειτουργίες : Αυξάνουν την ποσότητα και την ποιότητα της πληροφορίας Παρέχουν κατανοητές πληροφορίες στους αποφασίζοντες Μετρούν την «πρόοδο» ως προς την επίτευξη κάποιου στόχου
Περιβαλλοντικοί Δείκτες - Δείκτες Aειφορίας Οι Περιβαλλοντικοί Δείκτες ή αλλιώς Δείκτες Αειφορίας σχεδιάζονται για την μέτρηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων οποιουδήποτε συνόλου διεργασιών είτε πρόκειται για ολόκληρο τον πλανήτη, για μια περιοχή, μια χώρα ή έναν οργανισμό. Στις μέρες μας ενώ χρησιμοποιούνται κατά κόρον στις εθνικές απογραφές (π.χ. εθνική απογραφή για τα αέρια του θερμοκηπίου) υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την χρησιμοποίησή τους και σε επιχειρήσεις για την μέτρηση και αναφορά των περιβαλλοντικών τους επιδόσεων. Μέτρηση περιβαλλοντικών επιδόσεων στην πράξη. 291
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η μέτρηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων ορίζεται από τον παγκόσμιο οργανισμό τυποποίησης (ISO) ως «η συνεχής εσωτερική πρακτική διοίκησης που χρησιμοποιεί δείκτες για την παροχή δυναμικών πληροφοριών σχετικών με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις ενός οργανισμού. Οι μετρήσεις με τη χρήση των δεικτών μπορούν να γίνουν με τρεις διαφορετικούς τρόπους παρέχοντας πληροφορίες σε διαφορετικές θεματικές σχετικές με το περιβάλλον: Οι επιδόσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία της εταιρίας: Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται μετρούν τις περιβαλλοντικές επιδόσεις που συνδέονται άμεσα με την παραγωγική διαδικασία της επιχείρησης. Για παράδειγμα η ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, η ποσότητα αποβλήτων που παράγεται σε ένα χρόνο, το ποσό του απαραίτητου νερού για την παραγωγή ενός προϊόντος κ.α. Οι επιδόσεις που σχετίζονται με τη διοίκηση της εταιρίας: Οι δείκτες που παρουσιάζουν περιβαλλοντικές πληροφορίες απόλυτα συνδεδεμένες με τη διοίκηση της εταιρίας όπως ο αριθμός των περιβαλλοντικών στόχων που επιτεύχθηκαν, ο αριθμός των εργαζομένων που εκπαιδεύτηκαν σε περιβαλλοντικά ζητήματα, τα κόστη που προκύπτουν από την περιβαλλοντική διαχείριση κ.α.
Οι επιδόσεις που σχετίζονται με το άμεσο περιβάλλον: Οι δείκτες χρησιμοποιούνται για την παρουσίαση πληροφορίας σχετική με τις επιδράσεις στο άμεσο περιβάλλον της εταιρίας, όπως η τιμή του BOD (βιοχημικά απαιτούμενο οξυγόνο) των αποβλήτων που διοχετεύονται στον παρακείμενο αποδέκτη, ή το επίπεδο του θορύβου στα όρια του οικοπέδου της εγκατάστασης.
292
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Γιατί θα έπρεπε να εξετάσω τους Περιβαλλοντικούς Δείκτες Ένα γνωστό ρητό αναφέρει ότι «δεν μπορείς να διαχειριστείς ότι δεν μπορείς να μετρήσεις. Η ρήση αυτή ισχύει και στην περιβαλλοντική διαχείριση καθώς είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να βελτιώσει κανείς τις περιβαλλοντικές επιδόσεις ενός οργανισμού, αν δεν τις μετράει συστηματικά. Πιο συγκεκριμένα η μέτρηση και η καταγραφή των περιβαλλοντικών επιδόσεων μπορεί να βοηθήσει τον οργανισμό σας με τους ακόλουθους τρόπους: • Διερεύνηση του βαθμού συμμόρφωσης της επιχείρησής σας με τις υπάρχουσες νομικές διατάξεις, όρια εκπομπών κ.τ.λ. • Ανάδειξη των λειτουργιών που επιβαρύνουν το περιβάλλον και χρίζουν ιδιαίτερης προσοχής και των ευκαιριών για βελτίωση της παραγωγικότητας. • Συστηματική καταγραφή των περιβαλλοντικών επιδόσεων και τήρηση ιστορικών αρχείων που μπορούν να εξυπηρετήσουν τις περιβαλλοντικές εκθέσεις. • Αποτίμηση της επιτυχίας προς την επίτευξη κάποιου στόχου και πρόσβαση σε πληροφορίες συγκρίσιμες προς τις επιδόσεις κάποιας άλλης εταιρίας. • Εύκολη επικοινωνία μεταξύ των άμεσα ενδιαφερομένων. Για παράδειγμα οι πληροφορίες που συλλέγονται μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για τον έλεγχο συμμόρφωσης με τη νομοθεσία, όσο και για τη μέτρηση του οικονομικού αποτελέσματος από διαφορετικούς χρήστες.
293
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Τι πόρους θα χρειαστώ; Είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποιου είδους μετρήσεις διενεργούνται στην επιχείρησή σας (για παράδειγμα η καταγραφή των τιμολογίων κατανάλωσης του νερού και του ηλεκτρικού ρεύματος). Οποιαδήποτε επιπλέον καταγραφή που δεν θα επιβάρυνε πολύ το κόστος διοίκησης της επιχείρησής σας. Αν χρησιμοποιείτε κάποια τοξική ουσία στην παραγωγική σας διαδικασία για παράδειγμα, η συστηματική παρακολούθηση των τιμολογίων αγοράς θα μπορούσε να υποδείξει τις μικρές διακυμάνσεις, τις διαρροές κ.τ.λ. Όπως εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς το κόστος της χρησιμοποίησης περιβαλλοντικών δεικτών είναι ανάλογο των παραμέτρων που μετρούνται αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιβαρύνει σημαντικά το συνολικό κόστος της επιχείρησής σας καθώς τα δεδομένα ούτως ή άλλως υπάρχουν. Επιπλέον κόστη μπορούν να προκύψουν από την παρακολούθηση παραμέτρων για τα οποία δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση στα δεδομένα (δείτε τα παραδείγματα των δεικτών), αλλά όπως σε όλα τα εργαλεία για την
294
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ορθή διοίκηση της εταιρίας σας έτσι και εδώ μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τους δείκτες ανάλογα με τις δυνατότητες και τις απαιτήσεις της εταιρείας σας. Οι ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό ακολουθούν την ίδια λογική. Το πιο πιθανό είναι το υπάρχον προσωπικό της επιχείρησής σας να επαρκεί με την κατάλληλη εκπαίδευση για να εκμαιεύσει την πληροφορία που χρειάζεστε.
Τι θα πρέπει να κάνω; Πρώτο Βήμα- Αναγνώριση των σημαντικότερων περιβαλλοντικών προβλημάτων της επιχείρησής σας. Οι σχέσεις της επιχείρησής σας με το περιβάλλον πρέπει να καθοριστούν με σαφήνεια. Από τις πρώτες ύλες, την ενέργεια, τις εκροές, τα προϊόντα μέχρι τις υπηρεσίες και τα απόβλητα πρέπει να εντοπίσετε τις σημαντικότερες αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον και τα προβλήματα που πιθανών να προκύπτουν. Αν έχετε εφαρμόσει ή σχεδιάζετε συστήματα ISO 14001 ή EMAS τότε αυτές οι σχέσεις θα έχουν ήδη αποσαφηνιστεί. Όταν πρόκειται για πολύ μικρές επιχειρήσεις τότε συστήνετε η επαφή με το αντίστοιχο επιμελητήριο, ή γραφεία περιβαλλοντικών μελετών που μπορούν να κάνουν αντίστοιχες αναλύσεις για λογαριασμό τρίτων. Βήμα Δεύτερο- Επιλογή των κατάλληλων δεικτών Η επιλογή των σωστών δεικτών είναι κρίσιμη για την παροχή αξιοποιήσιμων πληροφοριών στους ενδιαφερόμενους. Και σε αυτό το σημείο θα ήταν ίσως χρήσιμο αν συνεργαζόσασταν με κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το επιμελητήριό σας, ή εξωτερικούς συμβούλους που θα σας βοηθήσουν να επιλέξετε τους σωστούς περιβαλλοντικούς δείκτες. Κατά την επιλογή των δεικτών οι ακόλουθοι παράγοντες θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν: •
Η περιβαλλοντική νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της επιχείρησής σας.
•
Η περιβαλλοντική πολιτική της εταιρίας σας
•
Όλα τα σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία
της επιχείρησής σας •
Οι διαφορετικές οπτικές γωνίες των άμεσα ενδιαφερομένων (οι μέτοχοι- χρήστες
προϊόντων - υπηρεσιών - προμηθευτές κ.α. έχουν διαφορετικά συμφέροντα)
295
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) •
Οι πληροφοριακές ανάγκες των άμεσα ενδιαφερόμενων (η παρουσίαση της
πληροφορίας πρέπει να εξυπηρετεί όλους τους τελικούς αποδέκτες). Ο πίνακας που ακολουθεί δίνει παραδείγματα δεικτών όπως προτείνονται από την Παγκόσμια Πρωτοβουλία για τις Περιβαλλοντικές Εκθέσεις (Global Reporting Initiative.
Παράδειγμα χρήσης περιβαλλοντικών δεικτών από τη βιομηχανία Τροφίμων - Ποτών. Η βιοτεχνία “Country Fresh Pork” είναι μια μεσαίου μεγέθους επιχείρηση παραγωγής αλλαντικών στην Ιρλανδία. Στις αλυσίδες παραγωγής της κατασκευάζονται λουκάνικα, μπέικον, χοιρινές μπριζόλες κ.α. Η διαχείριση των υγρών αποβλήτων που προκύπτουν από τη διαδικασία παραγωγής γίνεται από ιδιόκτητη εγκατάσταση βιολογικού καθαρισμού που λειτουργεί υπό τις απαραίτητες άδειες. Τα κυρίαρχα περιβαλλοντικά προβλήματα που απασχολούν την επιχείρηση “Country Fresh Pork” μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: • Πρώτες ύλες • Στερεά απόβλητα • Υγρά απόβλητα • 'Aλλου τύπου εκπομπές • Χρήση Νερού • Κατανάλωση ενέργειας • Το περιβαλλοντικό προφίλ των προμηθευτών της επιχείρησης • Οι Μεταφορές • Ο Θόρυβος • Οι περιβαλλοντικές επιδράσεις που προκύπτουν από τη χρήση των προϊόντων και
των υπηρεσιών • Η χρήση γης
296
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας
Οι πιθανοί δείκτες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να ποσοτικοποιηθούν τα παραπάνω προβλήματα και να σχεδιαστεί η στρατηγική αντιμετώπισής τους είναι οι ακόλουθοι.
ΣΤΟΧΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ Ένας από τους κύριους στόχους των περιβαλλοντικών δεικτών είναι η κοινοποίηση
πληροφοριών
σχετικά
με
το
περιβάλλον
και
τις
ανθρώπινες
δραστηριότητες. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι στο να επισημαίνουν τις αναδυόμενες σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων παρακολούθησης. Σύμφωνα με Smeets και Weterings οι περιβαλλοντικοί δείκτες χρησιμοποιούνται για: «να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα περιβαλλοντικά προβλήματα, προκειμένου οι φορείς χάραξης πολιτικής να εκτιμούν τη σοβαρότητά τους, να στηρίζουν την αναπτυξιακή πολιτική και την προτεραιότητα ρύθμισης, με προσδιορισμό των βασικών παραγόντων που προκαλούν τις πιέσεις στο περιβάλλον, καθώς και να παρακολουθούν τις επιπτώσεις των πολιτικών αποκρίσεων» . Στον Πίνακας 1-4, αναφέρονται οι δύο λειτουργίες που υπογραμμίζει ο OECD και συμπληρώνει τα παραπάνω.
297
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Για να εξασφαλιστεί ότι οι δείκτες εξυπηρετούν το σκοπό για τον οποίο προορίζονται και ότι ελέγχουν τον τρόπο που είναι ειδικά επιλεγμένοι και αναπτύσσονται, κρίνεται απαραίτητο να οργανώνονται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο. Ο πίνακας 1 του Παραρτήματος ΙΙ, παρουσιάζει μία χρονολογική επισκόπηση των εννοιολογικών πλαισίων των περιβαλλοντικών δεικτών καλύπτοντας: την κλίμακα για την οποία σχεδιάστηκαν, τον πρωταρχικό τους στόχο, το σύστημα των στόχων που επικεντρώνονται και τα σχόλια/μειονεκτήματα που παρουσιάζει το κάθε πλαίσιο αντίστοιχα. ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ Υπάρχουν πολλοί τρόποι κατηγοριοποίησης των περιβαλλοντικών δεικτών. Σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση των Storksdieck και Otto-Zimmermann, μπορούν να ανήκουν στις τρεις ομάδες: Περιβαλλοντικοί δείκτες που ανήκουν στο κλασικό μοντέλο το οποίο τους διαχωρίζει ανάλογα με την κατηγορία και το θέμα στο οποίο αναφέρονται. Χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση των σημαντικών περιβαλλοντικών στοιχείων όπως του SO2 για την ατμοσφαιρική ρύπανση. Δείκτες βιωσιμότητας (sustainable indicators), που περιλαμβάνονται δείκτες που βασίζονται στο συνδυασμό των περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών στοιχείων δηλαδή οι αυτοί του κλασικού μοντέλου εμπλουτισμένοι από άλλους και προσδιορίζουν το επίπεδο βιωσιμότητας. Δείκτες συνολικής ποιότητας (total quality indicators), ή μοναδικοί ολοκληρωμένοι δείκτες όπως ο EPI (Environmental Performance Index), που παρακολουθούν έμμεσα την ποιότητα του περιβάλλοντος, εξετάζοντας της πρόοδο που επιτελείται σε ποικιλία επιπέδων και παράλληλα ελέγχουν την επίτευξη των διακηρυγμένων στόχων και σκοπών, την πρόοδο και τα αποτελέσματα.
Η ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ OECD Το έργο του OECD, περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες δεικτών οι οποίες ανταποκρίνονται σε ένα συγκεκριμένο σκοπό και πλαίσιο. Έχουν σχεδιαστεί για τον έλεγχο της περιβαλλοντικής προόδου και των παραγόντων που εμπλέκονται σε αυτό, και για την ανάλυση των περι-βαλλοντικών πολιτικών, που περιλαμβάνονται στον
298
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) βασικό σύνολο των περιβαλλοντικών δεικτών, έχουν συμφωνηθεί από κοινού από τις χώρες μέλη του οργανισμού για τη χρήση και τη δημοσίευση τους. Οι τρείς βασικές κατηγορίες αναλύονται στη συνέχεια
ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ (CORE ENVIRON-MENTAL INDICATORS, CEI) Έχουν ως στόχο την παρακολούθηση της περιβαλλοντικής προόδου και απόδοσης. Πιο συ-γκεκριμένα, η κατηγορία αυτή, έχει σχεδιαστεί για να βοηθήσει εκτός από την παρακολούθη-ση της περιβαλλοντικής προόδου και τον εντοπισμό των παραγόντων που εμπλέκονται σε αυτή αλλά και στην ανάλυση των περιβαλλοντικών πολιτικών. Οι Βασικοί Περιβαλλοντικοί Δείκτες, συμπεριλαμβάνονται στην βασική ομάδα των περιβαλλοντικών δεικτών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται και δημοσιεύονται τακτικά από τον οργανισμό.
299
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η βασική ομάδα αποτελεί-ται από περίπου 50 δείκτες, καλύπτει θέματα που αντικατοπτρίζουν
τις
κύριες
περιβαλλοντι-κές
ανησυχίες
των
OECD
μελών,
ενσωματώνοντας βασικούς δείκτες που προέρχονται από τομεακές ομάδες και από εκάστοτε περιβαλλοντικές εκτιμήσεις. Τόσο οι άμεσοι όσο και οι έμμεσοι δείκτες (direct και indirect) ταξινομούνται σύμφωνα με το μοντέλο PSR: - σε δείκτες περιβαλλοντικών πιέσεων, - σε δείκτες περιβαλλοντικών συνθηκών - και σε δείκτες των αποκρίσεων της κοινωνίας (indicators of society’s responses).
ΚΥΡΙΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ (KEY ENVIRONMENTAL INDICATORS – KEI), Εγκρίθηκαν από τους Υπουργούς Περιβάλλοντος του OECD, και αποτελούν μία περιορισμέ-νη σειρά των βασικών δεικτών. Επιλέγονται από την βασική ομάδα του οργανισμού για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς της επικοινωνίας. Επιπρόσθετα, ενημερώνουν το ευρύ κοινό και επίσης, παρέχουν βασικά σήματα κλειδιά στους φορείς χάραξης πολιτικών.
300
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΚΛΑΔΙΚΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ (SECTORAL ENVIRONMENTAL INDICATORS – SEI) Έχουν
σχεδιαστεί
με
σκοπό
την
ενσωμάτωση
των
περιβαλλοντικών
προβληματισμών στις τομεακές πολιτικές. Κάθε ομάδα εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο τομέα (μεταφορές, ενέργεια, κατανάλωση των νοικοκυριών, τουρισμός, γεωργία). Οι δείκτες, κατατάσσονται ακολουθώντας μία προσαρμογή του PSR μοντέλου που αντικατοπτρίζει
τις
τομεακές
τάσεις
συσχετισμένες
με
το
περιβάλλον,
τις
αλληλεπιδράσεις τους με το περιβάλλον (αρνητικές - θετικές επιδράσεις) τις οποίες σχετίζει με τις οικονομικές και πολιτικές εκτιμήσεις. Οι δείκτες που προέρχονται από περιβαλλοντικές εκτιμήσεις, έχουν σχεδιαστεί για να βοηθήσουν στην ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών προβληματισμών στις οικονομικές πολιτικές και στις πολιτικές διαχείρισης πόρων. Εστιάζουν στον υπολογισμό περιβαλλοντικών δαπανών και των φυσικών πόρων που σχετίζονται με την βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων και τον υπολογισμό της ροής των φυσικών υλικών. ΔΕΙΚΤΕΣ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ
ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗΣ
(DECOUPLING
ENVIRONMENTAL
INDICATORS – DEI) Μετρούν το επίπεδο της αποσύνδεσης των περιβαλλοντικών πιέσεων από την οικονομική ανάπτυξη. Σε συνδυασμό με τους δείκτες για τις αξιολογήσεις των χωρών μελών του OECD, καθίστανται πολύτιμα εργαλεία για τον έλεγχο της πορείας των χωρών προς την αειφόρο ανάπτυξη. Ουσιαστικά παρακολουθούν την πρόοδο προς τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Σύμφωνα με την τυπολογία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA), οι δείκτες μπορούν να ταξινομηθούν σε 4 ομάδες ανάλογα με την απάντηση στις ερωτήσεις που παρατίθενται στον Πίνακας 1-6
ΠΛΑΙΣΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΕΙΚΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ
301
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το πλαίσιο των δεικτών είναι η ραχοκοκαλιά ενός δείκτη και περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία που συντελούν στον καθορισμό του δείκτη όπως είναι οι μετρήσιμοι στόχοι, οι κατηγορίες πολιτικής και δεικτών. Ένα καθιερωμένο πλαίσιο δεικτών βοηθά στην ερμηνεία ενός συνόλου δεικτών και μπορεί να προσφέρει έναν εννοιολογικό χάρτη για τον προσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ των διάφορων θεμάτων. Επιπλέον, είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση της σύνδεσης μεταξύ ορισμένων παρατηρούμενων τάσεων σε δεδομένα και ενέργειες ή πολιτικές που οδήγησαν σε αυτές τις εξελίξεις. Δεν υπάρχει ενιαία προσέγγιση για την κατασκευή ενός πλαισίου δεικτών. Ο OECD, δημοσίευσε εκτενή και ποικίλη βιβλιογραφία σχετικά με το σχεδιασμό των πλαισίων ο οποίος βασίστηκε στην τεράστια εμπειρία του ως προς την ανάπτυξη μέτρων, περιβαλλοντικών επιδόσεων και αξιολογήσεων. Τα πλαίσια έχουν δομηθεί βασισμένα
στη
λογική
της
«αιτίας-αποτελέσματος»,
η
οποία
βοηθά
τους
προγραμματιστές των περιβαλλοντικών δεικτών να προσδιορίσουν τα κατάλληλα εξαρτήματα για τη μέτρηση κάποιου φαινομένου. ΠΛΑΙΣΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΕΙΚΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ Το πλαίσιο των δεικτών είναι η ραχοκοκαλιά ενός δείκτη και περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία που συντελούν στον καθορισμό του δείκτη όπως είναι οι μετρήσιμοι στόχοι, οι κατηγορίες πολιτικής και δεικτών. Ένα καθιερωμένο πλαίσιο δεικτών βοηθά στην ερμηνεία ενός συνόλου δεικτών και μπορεί να προσφέρει έναν εννοιολογικό χάρτη για τον προσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ των διάφορων θεμάτων. Επιπλέον, είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση της σύνδεσης μεταξύ ορισμένων παρατηρούμενων τάσεων σε δεδομένα και ενέργειες ή πο-λιτικές που οδήγησαν σε αυτές τις εξελίξεις. Δεν υπάρχει ενιαία προσέγγιση για την κατα-σκευή ενός πλαισίου δεικτών. Ο OECD, δημοσίευσε εκτενή και ποικίλη βιβλιογραφία σχετικά με το σχεδιασμό των πλαισίων ο οποίος βασίστηκε στην τεράστια εμπειρία του ως προς την ανάπτυξη μέτρων, περιβαλλοντικών επιδόσεων και αξιολογήσεων (OECD, 2003). Τα πλαίσια έχουν δομηθεί βασισμένα στη λογική της «αιτίας-αποτελέσματος», η οποία βοηθά τους προγραμματιστές των περιβαλλοντικών δεικτών να προσδιορίσουν τα κατάλληλα εξαρτήματα για τη μέτρηση κάποιου φαινομένου.
302
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Απεικόνιση του πλαισίου PSR. Πηγή: (Hammond, et al., 1995) - ιδία επεξεργασία ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ «ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ-ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ-ΑΠΟΚΡΙΣΗ» Το πλαίσιο Κινητήρια Δύναμη-Κατάσταση-Απόκριση (Driving Force-StateResponse
DSR),
αποτελείται
από
την
«Κινητήρια
δύναμη»
στην
οποία
συμπεριλαμβάνονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες, οι διαδικασίες και τα μοτίβα που έχουν αντίκτυπο στη βιώσιμη ανάπτυξη, από την «Κατάσταση» (State) της βιώσιμης ανάπτυξης και από την «Απόκριση» (Response), που αφορά τις επιλογές πολιτικής και άλλες αντιδράσεις που προκαλούνται από τις αλλαγές του τομέα της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο όρος «Πίεση» έχει αντικατασταθεί από εκείνο της «Κινητήριας δύναμης» για να φιλοξενήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την προσθήκη των κοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών δεικτών. Επιπλέον, με τη χρήση του όρου «Κινητήρια δύναμη», οι επιπτώσεις στην βιώσιμη ανάπτυξη μπορούν να είναι τόσο θετικές όσο και αρνητικές, όπως συχνά παρατηρείται στις περιπτώσεις των κοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών δεικτών. Το πλαίσιο DSR είναι στην πραγματικότητα ένα πλέγμα που ενσωματώνει τρεις τύπους δεικτών οριζόντια και τις διαστάσεις της αειφόρου ανάπτυξης κάθετα, δηλαδή την κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική και θεσμική διάσταση. ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ «ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ-ΠΙΕΣΗ-ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ-ΕΠΙΠΤΩΣΗ-ΑΠΟΚΡΙΣΗ»
303
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το πλαίσιο DPSIR (Κινητήρια Δύναμη-Πίεση-Κατάσταση-Επίπτωση-Απόκριση), βασίζεται στο πλαίσιο Πίεση-Απόκριση (Stress-Response framework) το οποίο αναπτύχθηκε από τη Στατιστική Υπηρεσία του Καναδά στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή η προσέγγιση εξελίχθηκε μεταξύ άλλων από τον OECD και τα Ηνωμένα Έθνη και για πρώτη φορά εκπονήθηκε στην σημερινή του μορφή σε δύο μελέτες από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (EEA). Οι κινητήριες δυνάμεις, αντιπροσωπεύουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές εξελίξεις, ασκώντας πιέσεις στο περιβάλλον και όλες αυτές οι αλληλεπιδράσεις οδηγούν στη μεταβολή της περιβαλλοντικής κατάστασης. Αυτή η μεταβολή οδηγεί σε επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσουν κοινωνικές αποκρίσεις που ανατροφοδοτούν πίσω την Κινητήριο Δύναμη, την Πίεση, την Κατάσταση ή τις Επιπτώσεις. Το πλαίσιο DPSIR, είναι ένα πλαίσιο αποδεκτό και ευρέως διαδεδομένο, με σκοπό τη διεπιστημονική ανάπτυξη δεικτών, του συστήματος και του μοντέλου σύλληψης. Οι δείκτες ως εργαλεία ολοκληρωμένης αποτίμησης, βοηθούν στη θεώρηση μιας συστηματικής ανάλυσης μεταξύ των σχέσεων του ανθρώπινου και περιβαλλοντικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, η κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη ακούν πίεση στο περιβάλλον και σαν συνέπεια η κατάσταση του περιβάλλοντος αλλάζει (βιοποικιλότητα, συνθήκες διαβίωσης, διαθεσιμότητα πόρων). Αυτή η αλλαγή, επομένως, οδηγεί σε κοινωνική αντίδραση η οποία λειτουργεί σαν ανάδραση στις κινητήριες δυνάμεις ή στην κατάσταση ή απευθείας στις επιπτώσεις μέσω της υιοθέτησης δράσεων αντιμετώπισης. Αυτά είναι τα πέντε στοιχεία σύμφωνα με τον
304
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
305
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Απεικόνιση του πλαισίου DPSIR. ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ PSR, DSR ΚΑΙ DPSIR Το πλαίσιο PSR, αποτελεί ένα μέσο για την οργάνωση και την αξιολόγηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των περιβαλλοντικών πιέσεων, της κατάστασης του περιβάλλοντος και των περιβαλλοντικών απαντήσεων ως σχέσεις αιτίας και αποτελέσματος και εκπροσωπούνται μέσω δεικτών. Εστιάζει σε ανθρωποκεντρικές πιέσεις. Τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων στα περιβαλλοντικά
προβλήματα
αποδείχθηκαν
προβληματικά,
διότι
έτεινε
να
παραγκωνίσει φυσική μεταβλητότητα, καθώς δεν λαμβανόταν υπόψη αυτός ο παράγοντας. Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Αειφόρο Ανάπτυξη προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό με την προσθήκη του πλαισίου DSR (Κινητήρια Δύναμη-Κατάσταση-Απόκριση) στο πλαίσιο PSR, όπου η κινητήρια δύναμη είναι μία πίεση η οποία έχει διευρυνθεί για να συμπεριλάβει όχι μόνο τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και δημογραφικές πιέσεις, αλλά και τις πιέσεις που προκύπτουν από το
306
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) φυσικό σύστημα. Ούτε το PSR ούτε το DSR περιέχει μια κατηγορία που να επικεντρώνεται στις βασικές αιτίες δημιουργίας των πιέσεων
Τα πλαίσια PSR, DSR,DPSIR. Σύμφωνα με τους Bowen και Riley, κανένα πλαίσιο δεν καθορίζει τη χρήση των όρων «πίεση» και «οδηγός», επομένως λείπει μία κατηγορία που να υπογραμμίζει και να εξηγεί τις βασικές αιτίες που προκαλούν τις πιέσεις που προκύπτουν. Ένα μοντέλο που μετρά τους ρύπους αλλά δεν δίνει καμία πληροφορία σχετικά με τις κοινωνικές συνθήκες που συντελούν και επηρεάζουν τη δημιουργία ρύπων, δεν παρέχει τα δεδομένα που απαιτούνται για να εμπνεύσει ουσιαστική αλλαγή. Κανένα από τα δύο πλαίσια δε μπορεί να αντιμετωπίσει τα κίνητρα πίσω από τις αντιδράσεις στις αλλαγές στην κατάσταση του περιβάλλοντος. Κατά κάποιο τρόπο τα δύο αυτά πλαίσια εκπροσωπούν όλες τις αλλαγές στην κατάσταση και ως εκ τούτου όλες τις πιέσεις που οδηγούν σε αλλαγές της κατάστασης. Όπως ο Bowen και ο Riley παρατηρούν, οι κοινωνικοί πόροι για την αντιμετώπιση των αλλαγών στην περιβαλλοντική κατάσταση κρίνεται περιορισμένη και ως εκ τούτου οι αντιδράσεις γίνονται κατά προτεραιότητα ακολουθώντας μια σειρά παραγόντων. Τα θέματα αυτά, έχουν ωθήσει τη δημιουργία του νεότερου πλαισίου DPSIR, με σκοπό την επίτευξη μιας πιο ολοκληρωμένης αξιολόγησης. 307
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η προσέγγιση του DPSIR πλαισίου, παρέχει μία περιορισμένη κατανόηση των κινητήριων δυνάμεων για τις περιβαλλοντικές αλλαγές, χωρίς να λαμβάνει υπόψη πως οι αντιδράσεις και οι τυχόν διαμάχες που μπορεί να προκύψουν πρέπει να αντιμετωπιστούν. Προκύπτει πως το πλαίσιο DPSIR, δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς σαν μία ρεαλιστική αντανάκλαση του «πως είναι τα πράγματα» αλλά αναπαράγει, επιμέρους θέσεις.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΑ ΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Ο κόσμος αναπτύσσεται συνεχώς και γίνεται ολοένα και πιο αστικός. Περίπου το 65% του παγκόσμιου πληθυσμού αναμένεται να ζει σε αστικές περιοχές μέχρι το 2025. Λόγω του γρήγορου ρυθμού της αστικοποίησης, τα φυσικά οικοσυστήματα αντικαθίστανται από τις πόλεις.
308
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η αστικοποίηση προωθεί την ταχεία κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη και παράλληλα οδηγεί σε πολλά προβλήματα όπως η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, έλλειψη κατοικιών, πόρων μείωση της βιοποικιλότητας των αποτελεσμάτων «θερμικής νησίδας» ηχορύπανση, ατμοσφαιρική ρύπανση, υδατική ρύπανση. Αρκετές δημοσιεύσεις κατά την τελευταία δεκαετία έχουν δείξει μια ανησυχητική υποβάθμιση της ποιότητας του περιβάλλοντος στις πόλεις. Ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες, πολλές πόλεις αντιμετωπίζουν απαράδεκτα χαμηλό βιοτικό επίπεδο, σε βαθμό που ακόμα και η ανθρώπινη υγεία βρίσκεται σε κίνδυνο. Στην Ευρώπη, η κατάσταση είναι γενικά πιο ευνοϊκές αλλά εξακολουθεί να υπάρχει λόγος σοβαρής ανησυχίας. Η κοινή γνώμη, συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο τη σημασία του βιώσιμου αστικού περιβάλλοντος που θα εξαλείψει ή θα μετριάσει αυτά τα προβλήματα και πολλές χώρες έχουν ήδη θεσπίσει στρατηγικές για την προώθηση της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης η οποία στηρίζεται στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης.
Σημαντικές αστικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.
ΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΤΟΝ ΒΙΩΣΙΜΟ ΑΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ
309
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ο σχεδιασμός για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί ως η διαδικασία σχεδιασμού δράσεων με σκοπό την επίτευξη και τη διατήρηση σταθερού του επιπέδου διαβίωσης με την πάροδο του χρόνου στα διάφορα χωρικά συστήματα. Η συμβολή των περιβαλλοντικών δεικτών κρίνεται αναγκαία διότι αποτελούν εργαλεία και μέσα για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση της προόδου του σχεδιασμού με σκοπό την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης. Στο σχεδιασμό παρέχουν ένα γενικό πλαίσιο, με αρχές, στόχους και μέτρα διαχείρισης για μια περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά, παρέχοντας ποιοτικές και ποσοτικές πληροφορίες για θέματα και προβλήματα που χαρακτηρίζουν μια περιοχή συμβάλλοντας στην επίτευξη βιώσιμων αποτελεσμάτων. Προκύπτει πως είναι σημαντικά εργαλεία για:
Την ακριβή αποτίμηση της υφιστάμενης κατάστασης και την παρακολούθηση των εξελίξεων που διαδραματίζονται. Την επιλογή πολιτικών και δράσεων που απαντούν στα αστικά προβλήματα και την ορθολογικότερη κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Την συστηματική παρακολούθηση της πορείας εφαρμογής και της αποδοτικότητας των μέτρων πολιτικής και των συγκεκριμένων δράσεων που τα υλοποιούν.
310
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τη συστηματική ενημέρωση των πολιτών για την πορεία και τις επιδόσεις των τοπικών προγραμμάτων. Την πρόβλεψη της μελλοντικής κατάστασης των χωρικών συστημάτων έπειτα από την εφαρμογή σχεδιασμού σε αυτό.
Βιώσιμοι Δείκτες είναι αριθμητικές μετρήσεις, που έχουν σκοπό να καταγράψουν την κατάσταση μια περίπλοκης κοινωνικής, οικονομικής και φυσικής κατάστασης. Δε χρησιμοποιούνται μόνο για τον έλεγχο της προόδου και για να δημιουργήσουν πρόοδο, αλλά είναι εργαλεία που κάνουν τη θεωρία πράξη.
Μετά από την μελέτη και εξέταση των δεικτών στα πλαίσια του αστικού σχεδιασμού, καθορίζεται το εύρος τιμών των δεικτών ώστε να ικανοποιούνται οι αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, και αν οι ελάχιστες, οι μέγιστες τιμές των δεικτών και τα όρια τους (thresholds) ξεπεραστούν, καθίσταται απαραίτητη η εφαρμογή μιας παρεμβατικής πολιτικής - αναθεώρησης διορθωτικού ή κατασταλτικού χαρακτήρα.
Τα τελευταία χρόνια, αξίζει να σημειωθεί πως, οι κλασικοί δείκτες, έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, ως προς την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων των μετρήσεων τους στον αστικό χώρο και έχουν αρχίσει να αντικαθίστανται από τους σύνθετους δείκτες περιβαλλοντικής
αστικής
βιωσιμότητας,
διότι
συνδέουν
την
περιβαλλοντική,
οικονομική και κοινωνική διάσταση. Η χρήση τους προτείνεται για επιστημονικές 311
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διεργασίες καθώς συγκεντρώνουν πολλά στοιχεία και μεταβλητές, με σκοπό την ανάπτυξη ενός ενιαίου συμπεράσματος. Μετά από την μελέτη και εξέταση των δεικτών στα πλαίσια του αστικού σχεδιασμού, καθορίζεται το εύρος τιμών των δεικτών ώστε να ικανοποιούνται οι αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, και αν οι ελάχιστες, οι μέγιστες τιμές των δεικτών και τα όρια τους (thresholds) ξεπεραστούν, καθίσταται απαραίτητη η εφαρμογή μιας παρεμβατικής πολιτικής-αναθεώρησης διορθωτικού ή κατασταλτικού χαρακτήρα. Τα τελευταία χρόνια, αξίζει να σημειωθεί πως, οι κλασικοί δείκτες, έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, ως προς την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων των μετρήσεων τους στον αστικό χώρο, και έχουν αρχίσει να αντικαθίστανται από τους σύνθετους δείκτες περιβαλλοντικής
αστικής
βιωσιμότητας,
διότι
συνδέουν
την
περιβαλλοντική,
οικονομική και κοινωνική διάσταση. Η χρήση τους προτείνεται για επιστημονικές διεργασίες καθώς συγκεντρώνουν πολλά στοιχεία και μεταβλητές, με σκοπό την ανάπτυξη ενός ενιαίου συμπεράσματος. σε έναν αριθμό μεμονωμένων δεικτών. Οι τρείς αυτές διαστάσεις είναι της αστικής κατάστασης, του αστικού συντονισμού και του αστικού δυναμικού. Σε όλους τους δείκτες έχουν δοθεί βάρη όπου έχει χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της αναλυτικής ιεραρχικής διαδικασίας (AHP).
II. Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (CDI - CITY DEVELOPMENT INDEX): Προτάθηκε από το Κέντρο των Ηνωμένων Εθνών (HABITAT) και αποτελείται από πέντε υποδείκτες: (i) τον δείκτη υποδομών, (ii) έναν διττό και ισοβαρή δείκτη που απαρτίζεται από το ποσοστό των ανεπεξέργαστων λυμάτων στο σύνολο των λυμάτων και το ποσοστό της διά-θεσης των στερεών αποβλήτων στο σύνολο των στερεών αποβλήτων, (iii) έναν διττό δείκτη υγείας (ποικιλοτρόπως σταθμισμένο) ο οποίος λαμβάνει υπόψη το προσδόκιμο ζωής και την παιδική θνησιμότητα, (iv) έναν διττό ισοβαρή δείκτη εκπαίδευσης που υπολογίζεται από το άθροισμα των ποσοστών παιδείας με τη συνδυασμένη εγγραφή και
312
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) (v) ένα ευρετήριο προϊόντων της πόλης που βασίζεται στη λογαριθμική τιμή του ΑΕΠ
III. Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΠΟΛΗΣ (SCI - SUSTAINABLE CITY INDEX): Οι ιθύνοντες βασίστηκαν σε τρεις διαστάσεις δεικτών για την κατάταξη των πόλεων της Μ. Βρετανίας ως προς το επίπεδο της βιωσιμότητας στο οποίο, όπου με ένα δίκαιο και ισορροπημένο τρόπο επιλέχθηκαν 13 δείκτες για τη δημιουργία του SCI. Οι τρεις διαστάσεις είναι οι Περιβαλλοντικές Επιπτώσεις της πόλης, που περιγράφουν τον αντίκτυπο της πόλης στο περιβάλλον σε σχέση με τη χρήση των πόρων και τη ρύπανση, η Ποιότητα Ζωής των κατοίκων και η Μελλοντική Απόδειξη, που δηλώνει πόσο καλά μια πόλη προετοιμάζεται για ένα βιώσιμο μέλλον.
IV. ECOSISTEMA URBANO PERFORMANCE INDEX (EUPI): Είναι ένα έργο που ξεκίνησε το 1994, και ανέπτυξε ένα καλά οργανωμένο σύστημα 20 περ-βαλλοντικών δεικτών και κάνει δοκιμές μέχρι και σήμερα για 103 κύριους δήμους της Ιταλίας. Το έργο αξιολογεί την ποιότητα των πόρων και τη διαχείριση και προστασία του περιβάλλοντος. Οι δείκτες χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των πόλεων, της επιρροής των δραστηριοτήτων και του σύγχρονου τρόπου ζωής στους περιβαλλοντικούς πόρους. Ακόμη αξιολογούν τις δράσεις που εφαρμόζονται ως απόκριση σε αυτές τις πιέσεις. Ο EUPI, επιτρέπει την οργάνωση των περιβαλλοντικών δεδομένων των πόλεων για τον εντο-πισμό κριτηρίων αξιολόγησης της αειφορίας και της περιβαλλοντικής επίδοσης.
313
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
V. ΒΙΩΣΙΜΟ ΣΗΑΤΛ: ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΝΤΑΣ ΔΕΙΚΤΕΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ. Όντας αντιμέτωποι με υγειονομικά προβλήματα, τα διοικητικά στελέχη διάφορων πολεοδομικών ενοτήτων του Σηάτλ, ήρθαν σε συμφωνία ως προς την συμμετοχική επιλογή δεικτών μέτρησης της μακροπρόθεσμης ευημερίας των κατοίκων της κοινότητας. Το 1998, ακολούθησαν μια συμβουλευτική διαδικασία και πρότειναν ένα σύνολο 40 δεικτών, που κάλυπτε περιβαλλοντικά, πληθυσμιακά, οικονομικά ζητήματα μέσα από συνδυαστικές προσεγγίσεις όπως νεολαία και εκπαίδευση, υγεία και κοινωνία.
VI. Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ISSI (ISSI INDEX): Το Ινστιτούτο της Αειφόρου Ανάπτυξης της Ιταλίας, ανέπτυξε έναν δείκτη μέτρησης της βιωσιμότητας της χώρας, ως σύνθεση τριών δεικτών επίδοσης που μετρούν τη βιωσιμότητα στους τομείς του περιβάλλοντος, της κοινωνίας και της οικονομίας. Οι δείκτες αυτοί βασίζονται στους καταλόγους που εκδίδονται από την Ε.Ε, την CSD, τον OECD επιτρέποντας την συγκριτική αξιολόγηση σε κάθε επίπεδο. Ο σύνθετος δείκτης ISSI αποτελεί ένα πολυδιάστατο εργαλείο παρουσίασης του βαθμού βιωσιμότητας το οποίο επιτρέπει συγκρίσεις σε περιφερειακό και εθνικό
314
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επίπεδο και ανάγονται βάσει της τιμής-στόχου, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα σε διάφορες χρονικές περιόδους. Από την ενδεικτική αναφορά σε δείκτες που αναφέρονται σε τοπικό-αστικό επίπεδο, επισημαίνεται πως η παρακολούθηση της αστικής βιωσιμότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χρησιμοποιεί την περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική διάσταση κάτω από την ομπρέλα του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, δηλαδή τους τέσσερις πυλώνες της έννοιας της βιωσιμότητας ενώ παρατηρείται πως όσοι δείκτες εστιάζουν στην περιβαλλοντική διάσταση της βιωσιμότητας δεν έχουν λάβει υπόψη τους τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά της υπό εξέταση περιοχής.
ΣΥΝΘΕΤΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗΣ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ Οι σύνθετοι δείκτες βιωσιμότητας, επιχειρούν να συνδυάσουν επιμέρους βασικούς δείκτες με σκοπό την καλύτερη απεικόνιση του επιπέδου ανάπτυξης και ευημερίας. Η χρήση δεικτών αστικής βιωσιμότητας αποτελεί διεθνώς ένα σημαντικό εργαλείο για την αξιολόγηση των αστικών κατάσταση (οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική) και την παρακολούθηση της προόδου που έχει επιτευχθεί προς την κατεύθυνση της αειφόρου ανάπτυξης. Για την εξαγωγή συμπερασμάτων και αποτελεσμάτων, λαμβάνουν υπόψη, στοιχεία από παραπάνω από έναν τομέα όπως ο συνδυασμός περιβαλλοντικών και οικονομικών δεδομένων. Έχουν σχεδιαστεί με σκοπό την προώθηση ενός βιώσιμα αναπτυγμένου περιβάλλοντος και γι’ αυτό κιόλας βασίζονται στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης. Παρακάτω αναλύονται οι 6 πιο αντιπροσωπευτικοί σύνθετοι δείκτες για τη χρήση τους στις πολιτικές και στο σχεδιασμό σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με βιβλιογραφική ανασκόπηση. I. ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ (ENVIRONMENTAL SUSTAINABILITY INDEX - ESI) Αναπτύχθηκε το 2002 και εφαρμόστηκε σε 142 χώρες, ενώ το 2005 σε 146 χώρες. Είναι μέτρηση της συνολικής προόδου προς την κατεύθυνση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας
και
περιβαλλοντικής
παράλληλα
βιωσιμότητας
ένας ο
συγκριτικός
οποίος
315
παρέχει
δείκτης
εθνικού
ένα
μηχανισμό
επιπέδου για
την
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περιβαλλοντική διαχείριση. Η κατάταξη ESI παρέχει μια σχετική μετρητή της περιβαλλοντικής διαχείρισης. Ο ESI περιλαμβάνει 68 βασικούς δείκτες οι οποίοι αθροίζονται για την ανάδειξη των 21 κεντρικών δεικτών. Η τιμή του ESI για κάθε οικονομία προκύπτει από τη μέση αξία των 21 κεντρικών δεικτών. Κάθε μεταβλητή-βασικός δείκτης είναι ομαλοποιημένη στο σύνολο δεδομένων στην 100-βάθμια κλίμακα και λαμβάνει 0 για χαμηλό βαθμό βιωσιμότητας και 100 για υψηλό βαθμό βιωσιμότητας. Αποτελεί εργαλείο πολιτικής για τον εντοπισμό θεμάτων που χρήζουν προσοχής στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων προστασίας του περιβάλλοντος και σε ολόκληρη την κοινωνία γενικότερα. Είναι ένα εργαλείο για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής σε παγκόσμια κλίμακα(Σχήμα 2-1, Ει-κόνα 2-3). -
Διαγραμματική ροή δημιουργίας της τιμής του δείκτη ESI. Πηγή: (Esty, et al., 2005) – ιδία επεξεργασία. II. ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ (ENVIRONMENT QUALITY INDEX – EQI) Αναπτύχθηκε για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων. Οι βασικοί περιβαλλοντικοί δείκτες καθορίζονται και επιλέγονται
με
βάση
τη
θεωρία
της
χρησιμότητας
των
πολυμεταβλητών
(multiattributility theory) ενώ τα βάρη έχουν υπολογιστεί, χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία της αναλυτικής διαδικασίας ιεραρχίας (Analytic Hierarchy Process - AHP). Ο EQI υπολογίζεται από το μέσο σταθμι-σμένο όρο (μέση τιμή) των περιβαλλοντικών δεικτών, όπου καθένας τους λαμβάνει τιμή από το 1 έως το 10 και αξιολογείται 316
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) χρησιμοποιώντας το βοηθητικό πρόγραμμα γραμμικής συνάρτησης, το οποίο δίνει τα βάρη κάθε δείκτη ανάλογα με τη σημασία του κάθε περιβαλλοντικού παράγοντα.
III.
ΔΕΙΚΤΗΣ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ
ΦΙΛΙΚΟΤΗΤΑΣ
(INDEX
OF
ENVIRONMENTAL
FRIENDLINESS – IEF) Είναι ένα γενικό μοντέλο που ομαδοποιεί τα προβλήματα που πραγματεύονται οι δείκτες βάσει των άμεσων και έμμεσων δεδομένων πιέσεων για τη δημιουργία του σύνθετου Δείκτη Περιβαλλοντικής Φιλικότητας. Το πεδίο εφαρμογής του δείκτη έχει σχεδιαστεί για να καλύπτει τα βασικά περιβαλλοντικά προβλήματα όπως το φαινόμενο του θερμοκηπίου, την καταστροφή του όζοντος της ατμόσφαιρας, την όξυνση των εδαφών, τον ευτροφισμό, την εξάντληση των πόρων, φωτογραφιών-οξείδωσης, την υποβάθμιση της βιοποικιλότητας, των προβλημάτων ηχορύπανσης κ.α.. IV. ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ (ENVIRONMENTAL PERFORMANCE INDEX – EPI) Είναι ένα όργανο μέτρησης των επιδόσεων των πολιτικών για τη μείωση των περιβαλλοντικών πιέσεων που προκαλούνται στην ανθρώπινη υγεία, της προώθησης της ζωτικότητας των οικοσυστημάτων και της διαχείριση των φυσικών πόρων. Ο EPI αποσκοπεί στην αξιολόγηση ενός συνόλου περιβαλλοντικών ζητημάτων που παρακολουθούνται μέσω έξι κατηγοριών πολιτικής, τις οποίες υποχρεούνται να υιοθετήσουν όλες οι κυβερνήσεις. 317
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Όλοι οι δείκτες λαμβάνουν τιμές από το 0 που είναι η χαμηλότερη τιμή έως το 100 που είναι η μέγιστη τιμή και συνδέεται με την επίτευξη του στόχου. Τα βάρη και οι δείκτες εκτιμώνται χρησιμοποιώντας πολυκριτηριακή ανάλυση ενώ τελικά το κύριο συστατικό στοιχείο παρουσιάζεται υπό μορφή σταθμισμένου αθροίσματος (Εικόνα 2-4).
Ο Σύνθετος δείκτης EPI. ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΥΠΑΘΕΙΑΣ (ENVIRONMENTAL VULNERABILITY INDEX – EVI)
Δείκτης Περιβαλλοντικής Ευπάθειας με αύξουσα τιμή Έχει αναπτυχθεί για την εκτίμηση των πιθανών ζημιών που προκαλούνται από διάφορα περιβαλλοντικά προβλήματα. Για τη σύνθεση του EVI, χρησιμοποιούνται συνολικά 50 δείκτες οι οποίοι καταμερίζονται σε 32 δείκτες επικινδυνότητας, 8 δείκτες ανθεκτικότητας και 10 δείκτες μέτρησης της περιβαλλοντικές ζημίας. Όλοι οι δείκτες είναι ισοβαρείς προκειμένου να συναθροιστούν σε ένα αριθμητικό μέσο. Η κλίμακα κυμαίνεται μεταξύ της τιμής 1 (δηλώνοντας την χαμηλή ευπάθεια και υψηλή ανθεκτικότητα) και 7 (που υποδεικνύει τη χαμηλή ανθεκτικότητα και υψηλή ευπάθεια).
318
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
VI. ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ (ECOLOGICAL FOOTPRINT – EF) Το Οικολογικό Αποτύπωμα, είναι ένα εργαλείο που υπολογίζει την κατανάλωση των πόρων και τις ανάγκες αφομοίωσης των αποβλήτων μιας ορισμένης ομάδας ανθρώπων ή μιας κοινωνίας. Σε μία πόλη για παράδειγμα, υπό συγκεκριμένες συνθήκες (πληθυσμός, συγκεκριμένα πρότυπα υλικών, υπάρχουσα τεχνολογία) είναι πιθανό να υπολογισθεί η απαραίτητη ποσότητα υδάτων σε συγκεκριμένη έκταση, προκειμένου μία κοινωνία να διατηρήσει τα υφιστάμενα πρότυπα κατανάλωσης και ευημερίας.
319
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Η συνολική έκταση των οικοσυστημάτων που είναι απαραίτητη για την επιβίωση της πόλης αποτελεί το Οικολογικό Αποτύπωμα. Χρησιμοποιείται σε εθνικό επίπεδο για την εκτίμηση της βιωσιμότητα των χωρών συγκριτικά με άλλες χώρες.
320
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οικολογικό Αποτύπωμα ανά χώρα, με κόκκινο οι χώρες με υψηλό οικολογικό αποτύπωμα Από το αντιπροσωπευτικό δείγμα παραπάνω, προκύπτει πως κάθε δείκτης σχεδιάστηκε να λειτουργήσει σαν συγκριτικό εργαλείο. Καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών θεμάτων χωρίς όμως να επικεντρώνονται σε έναν περιβαλλοντικό τομέα. Εάν εξεταστεί σε βάθος το περιεχόμενο των επί μέρους μεταβλητών οι οποίες συμμετέχουν στον προσδιορισμό κάθε δείκτη θα φανεί το ότι δε λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα τοπικά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της υπό εξέτασης περιοχής.
Οι υπάρχουσες μεταβλητές και υπομεταβλητές που συμμετέχουν σε κάθε δείκτη μετρούν γενικευμένα χαρακτηριστικά σε κάθε περίπτωση. Όλες οι προσπάθειες παρακολούθησης της αστικής βιωσιμότητας αφενός αξιοποιούν τα διαθέσιμα εργαλεία όπως είναι οι περιβαλλοντικοί δείκτες και τα πλαίσια ανάπτυξης αυτών (PSR, DPSIR) και αφετέρου δεν εστιάζουν στην «από κάτω προς τα πάνω (bottom up) ολοκληρωμένη προσέγγιση της βιωσιμότητας, αλλά περιορίζονται στην αναφορά και στην εξέταση του βαθμού βιωσιμότητας κυρίως σε εθνικό επίπεδο.
ΡΥΠΑΝΣΗ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΔΑΦΟΥΣ Νερό είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες στους οποίους στηρίζεται η συντήρηση και ανάπτυξη της ζωής. Ανάλογα με τη περιεκτικότητα του σε άλατα το νερό χαρακτηρίζεται ως γλυκό όταν περιέχει λιγότερο από 1g αλάτων/l και ως αλμυρό όταν περιέχει περισσότερο από 1g αλάτων/l. Από το συνολικό απόθεμα νερού στον πλανήτη, 321
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περίπου το 97.3% βρίσκεται στους ωκεανούς. Το υπόλοιπο περίπου 2.7% βρίσκεται στους παγετώνες (2.1%), στα υπόγεια νερά (0.6%) στις λίμνες, τα ποτάμια και τα ρεύματα (0.015%) και στην ατμόσφαιρα (0.009%). Υπάρχει μία συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ των ωκεανών, των ηπείρων και της ατμόσφαιρας όπου αποθηκεύονται μεγάλες ποσότητες νερού. Η αλληλεπίδραση αυτή παριστάνεται με τον κύκλο του νερού στη φύση που δίνεται σχηματικά στην παρακάτω Εικόνα 1
Σημειώνουμε ότι ο ανεφοδιασμός του άμεσα διαθέσιμου γλυκού νερού σε υγρή μορφή (λίμνες-ποτάμια-ρεύματα) ανανεώνεται συνεχώς από τη βροχή ή το χιόνι. Οι τρεις πιο σημαντικές διαδρομές στον παγκόσμιο κύκλο του νερού είναι η βροχόπτωση, η εξάτμιση και η μεταφορά ατμού με τη βροχόπτωση να αποτελεί το σημαντικότερο μέρος ( περίπου 385000 κυβικά χιλιόμετρα ετησίως). Το μόριο του νερού διαθέτει συγκεκριμένες φυσικοχημικές ιδιότητες που το καθιστούν μοναδικό σε σχέση με άλλες χημικές ενώσεις και ουσιαστικό συστατικό για τη ζωή στον πλανήτη. Πολλές από αυτές τις ιδιότητες σχετίζονται με την ικανότητα του να σχηματίζει δεσμούς υδρογόνου. Οι χαρακτηριστικές φυσικοχημικές ιδιότητες του νερού
322
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) είναι οι εξής: η μεγάλη θερμοχωρητικότητα, η διαπερατότητα του στο ορατό φως και στο εγγύς υπεριώδες (επιτρέπει τη φωτοσύνθεση σε μεγάλα βάθη), η επιφανειακή τάση που είναι μεγαλύτερη όλων των υγρών, η πολύ μικρή ηλεκτρολυτική διάσταση, η υψηλή διηλεκτρική σταθερά, η συμπεριφορά του κατά τη πήξη (μέγιστη πυκνότητα στους 4οC) και κυρίως η διαλυτική του ικανότητα. Η μεγάλη διαλυτική ικανότητα του νερού επιτρέπει δυστυχώς και την εύκολη ρύπανσή του. Στα πλαίσια του μαθήματός θα ασχοληθούμε με τα επιφανειακά και υπόγεια νερά και τη ρύπανσή τους. Τα επιφανειακά νερά είναι τα νερά των ποταμών, των λιμνών και των θαλασσών. Ρυπαίνονται κυρίως από τα παραδοσιακά οργανικά απόβλητα (ανθρώπινα, ζωικά κλπ) και από τα βιομηχανικά απόβλητα. Οι ρύποι μπορούν να εισέλθουν στα επιφανειακά ύδατα είτε μέσω σημειακών πηγών (πχ χωματερές, ΧΥΤΑ, εργοστάσιο) είτε μέσω μησημειακών πηγών (π.χ. φυτοφάρμακα και λιπάσματα στο νερό των απορροών). Τα υπόγεια νερά είναι τα νερά των πηγαδιών, των πηγών και γενικότερα τα νερά που είναι αποταμιευμένα στο υπέδαφος. Περιέχουν διάφορα άλατα, τα οποία εξαρτώνται από την ορυκτολογική σύσταση των πετρωμάτων μέσα από τα οποία το ατμοσφαιρικό και το επιφανειακό νερό διηθείται και αποταμιεύεται στους υπόγειους ταμιευτήρες. Τα υπόγεια νερά ρυπαίνονται από τους ρύπους που διαχέονται μέσω του εδάφους. Το μέτωπο ρύπανσης μεταφέρεται περαιτέρω με διάφορες υδροδυναμικές διεργασίες (πχ μετατόπιση και διάχυση). Ρύπος είναι μία ουσία η οποία είναι παρούσα σε μεγαλύτερη από τη φυσιολογική συγκέντρωση ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας και η οποία έχει μία σαφώς αρνητική/καταστρεπτική επίδραση επάνω στο περιβάλλον ως σύνολο ή σε κάποια σημαντική του συνιστώσα. Από τον παραπάνω ορισμό προκύπτει ο κανόνας ότι «η συγκέντρωση ορίζει το ρύπο». Έτσι για παράδειγμα το φωσφορικό άλας που περιέχεται στο νερό που αποβάλλεται σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων θεωρείται ρύπος ο οποίος πρέπει κανονικά να αφαιρεθεί από το απόβλητο νερό. Εντούτοις, η ίδια χημική ουσία είναι και βασικό συστατικό των φωσφορικών λιπασμάτων που ένας αγρότης αγοράζει σε πολύ υψηλές τιμές. Σε πρώτη προσέγγιση, η χρήση της ουσίας στο λίπασμα δεν την καθιστά ρυπογόνο. Όσον αφορά στον καθορισμό της τοξικότητας μίας χημικής ουσίας επισημαίνουμε ότι είναι συχνά ένα αμφισβητούμενο ζήτημα μεταξύ των επιστημόνων. Η τυποποιημένη
323
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μέθοδος για
τον
έλεγχο
της
τοξικότητας μίας
ουσίας
είναι
η
εκτέλεση
προκαθορισμένων βιολογικών αναλύσεων σε σχετικά υψηλή δόση (κατά πολύ υψηλότερη από τα την συνήθη συγκέντρωση της ουσίας στο περιβάλλον) ώστε να παραχθούν τα αναμενόμενα δυσμενή αποτελέσματα στα πειραματόζωα.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΡΥΠΩΝ Οργανικές Ενώσεις Μία γενική ταξινόμηση των οργανικών ρύπων είναι η ακόλουθη: α) Στερεά απόβλητα: Είναι οι ρύποι οι οποίοι μπορούν να αναπτυχθούν στις αποθέσεις ιλύος και να δημιουργήσουν αναερόβιες συνθήκες. Το 75% περίπου των στερεών αποβλήτων που έχουν υψηλές τιμές TOC (της τάξης των 160 mg/l) είναι οργανικής φύσης. β) Βιοαποικοδομήσιμες οργανικές ουσίες: Αυτές οι ουσίες περιλαμβάνουν ενώσεις πολλών διαφορετικών τύπων όπως πρωτεΐνες, υδατάνθρακες (πχ σάκχαρα, κυτταρίνη), λίπη (κατά κανόνα λιγότερο βιοαποικοδομήσιμα) και απορρυπαντικά. Σε αυτή την κατηγορία ενώσεων ανήκουν και οι ενώσεις αζώτου και φωσφόρου γνωστές ως οργανικό άζωτο (πχ αμινοξέα που είναι βασικός δομικός λίθος των πρωτεϊνών) και οργανικός φώσφορος (πχ. Μόρια ΑΤP που είναι βασικός δομικός λίθος του DNA). Η παρουσία τους μπορεί να οδηγήσει στην μείωση της συγκέντρωσης του διαλυμένου οξυγόνου στο νερό με επακόλουθο τη δημιουργία συνθηκών ευτροφισμού. γ) Ρύποι υψηλής προτεραιότητας: Ως τέτοιες χαρακτηρίζονται οι οργανικές ενώσεις με γνωστή (ή πιθανή) συμπεριφορά ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή ιδιαίτερα τοξικές για τους έμβιους οργανισμούς. Παραδείγματα τέτοιων ουσιών είναι οργανικοί διαλύτες όπως το βενζόλιο, το αιθυλoβενζόλιο, το τολουόλιο, το μονοχλωροβενζόλιο, το διχλωρομεθάνιο και πολλά φυτοφάρμακα. δ) Πτητικές οργανικές ενώσεις (VOCs): Σε αυτές περιλαμβάνονται ενώσεις με σημεία βρασμού κάτω από αυτό του νερού ή με τάση ατμών μεγαλύτερη από 1 mm Hg στους 25oC. Ανιχνεύονται συχνότερα στα υπόγεια νερά και χρησιμοποιούνται κυρίως ως διαλύτες στη βιομηχανία. Περισσότερο τοξικές θεωρούνται το βινυλοχλωρίδιο, το τετραχλωροαιθυλένιο,
το
τριχλωροαιθυλένιο,
τετραχλωράνθρακας.
324
το
διχλωροαιθάνιο
και
ο
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ε) Δυσώδεις ενώσεις: Χαρακτηριστικές δυσώδεις οργανικές ενώσεις είναι οι αμίνες, οι διαμίνες, τα ινδόλια, τα μερκαπτάνια και τα οργανικά σουλφίδια. Το κατώτατο όριο ανίχνευσης της οσμής τους μπορεί να φθάσει και το 1 ppb.
α. Φυτοφάρμακα Με τον όρο φυτοφάρμακα εννοούμε ένα μεγάλο πλήθος συνθετικών οργανικών ουσιών τα οποία χρησιμοποιούνται ως εντομοκτόνα (καταπολέμηση επιβλαβών εντόμων), ζιζανιοκτόνα (καταπολέμηση αγριόχορτων) ή μυκητοκτόνα (καταπολέμηση των μυκήτων). Υπάρχουν περίπου 22 οικογένειες συνθετικών υδατοδιαλυτών φαρμάκων με τις κυριότερες να είναι τα οργανοχλωριωμένα, τα οργανοφωσφορικά και τα καρβαμιδικά. Το πιο γνωστό οργανοχλωριωμένο φυτοφάρμακο είναι το DDT. Σε μικρές συγκεντρώσεις
δεν
έχει
ιδιαίτερα
υψηλή
τοξικότητα.
Εντούτοις
είναι
μη
βιοαποικοδομήσιμο και έχει τάση υψηλής βιοσυσσώρευσης πράγμα που το κάνει ιδιαίτερα τοξικό σε μεγάλες συγκεντρώσεις. Η παραγωγή και χρήση του απαγορεύθηκε το 1972 στις ΗΠΑ (και το 1977 στην Ελλάδα). Άλλα χρησιμοποιούμενα οργανοχλωριωμένα φυτοφάρμακα είναι τα Aldrin, Dieldrin, Heptaclor, Chlordane, Kepone, endosulfan. Γενικά, τα φυτοφάρμακα που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα για να διασπαστούν και συσσωρεύονται στους λιπώδεις ιστούς. Ως αποτέλεσμα, οι οργανισμοί που βρίσκονται στις ανώτερες βαθμίδες της τροφικής αλυσίδας συσσωρεύουν υψηλές συγκεντρώσεις αυτών των ουσιών.
β. Οργανικοί διαλύτες Παράγονται κυρίως από το πετρέλαιο και χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία για τη διάλυση μη πολικών (ή ελάχιστα πολικών) οργανικών ενώσεων. Τέσσερις κοινοί οργανικοί διαλύτες γνωστοί με τα αρχικά BTEX (Βενζόλιο, Τολουόλιο, αιθυλοβενζόλιο, ξυλόλιο) συνιστούν μη βιοαποικοδομήσιμες οργανικές ουσίες που συναντούνται στα υγρά απόβλητα καθώς και στις πηγές πόσιμου νερού. Η μακρόχρονη έκθεση στο βενζόλιο έχει συσχετισθεί με πρόκληση λευχαιμίας στους ανθρώπους.
325
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εντούτοις ο κυριότερος τρόπος προσβολής του ανθρώπου από βενζόλιο είναι μέσω του αέρα. Άλλα παραδείγματα οργανικών διαλυτών είναι η ακετόνη και οι χλωριωμένοι διαλύτες (πχ. χλωροφόρμιο, τριχλωροαιθυλένιο, χλωριούχο μεθυλένιο). Γενικά όλες οι ενώσεις αυτές έχουν κατά κανόνα χαμηλό σημείο ζέσεως και υψηλή τάση ατμών στις συνήθεις περιβαλλοντικές συνθήκες και για το λόγο αυτό μέρος τους μεταφέρεται στην ατμόσφαιρα (πτητικές οργανικές ενώσεις). γ. Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAHs) Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAHs) απασχολούν κυρίως την αέρια ρύπανση, εντούτοις συναντώνται και στα φυσικά νερά μέσω των υγρών αποβλήτων διαφόρων βιομηχανιών, μέσω διαρροών του αργού πετρελαίου ή και μέσω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Είναι ελάχιστα διαλυτοί στο νερό και για το λόγο αυτό ένα πολύ μεγάλο τμήμα τους προσροφάται στα αιωρούμενα στερεά σωματίδια του νερού. Εντούτοις, η παρουσία ανιονικών απορρυπαντικών μπορεί να αυξήσει την διαλυτότητά τους στο νερό μέχρι και 10000 φορές. Οι PAHs συνήθως από μόνοι τους δεν έχουν συνδεθεί με καρκινογενέσεις. Εντούτοις, είναι γνωστό ότι εμπλέκονται σε διάφορες δευτεροβάθμιες χημικές αντιδράσεις (πχ μέσω του μεταβολισμού, ή μέσω της αντίδρασής τους με το φως – φωτοοξείδωση) οι οποίες παράγουν συχνά επικίνδυνα μεταλλαξιογόνα. Έτσι αναφέρουμε το βενζοπυρένιο ως μία από τις πιο γνωστές ενώσεις τύπου PAH η οποία μπορεί μέσω του μεταβολισμού να μετατραπεί στην καρκινογόνο ένωση 7,8-διολ-9,10-εποξείδιο του βενζοπυρενίου. 5.1.2 Διαχείριση αποβλήτων σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους Διαχείριση Αποβλήτων
Προτεραιότητα του Ελληνικού Κράτους στον τομέα της περιβαλλοντικής πολιτικής αποτελεί η υιοθέτηση πολιτικών, μέτρων και έργων που στόχο έχουν την αποτελεσματική και ορθολογική διαχείριση των αποβλήτων, για την αειφόρο χρήση των πόρων και την πρόληψη της υποβάθμισης ή την αποκατάσταση, διατήρηση ή βελτίωση του περιβάλλοντος.Το ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής διαχείρισης αποβλήτων είναι: η ενιαία και ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του συνόλου των ρευμάτων αποβλήτων, 326
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) η
ιεράρχηση
των
δραστηριοτήτων
με
προτεραιότητα
στην
πρόληψη,
προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση, ανάκτηση πόρων και ενέργειας και τελική διάθεση υπολειμμάτων η ευθύνη του παραγωγού, και η αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς. Το πλαίσιο αυτό σηματοδοτείται με τη θέση σε ισχύ του Νόμου 4042/2012 (ΦΕΚ24/Α/13-2-2012) που ενσωματώνει την οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα 2008/98/EΚ.
Ο Νόμος ενοποιεί και εκσυγχρονίζει τη νομοθεσία διαχείρισης όλων των ρευμάτων αποβλήτων, αποσαφηνίζοντας κάποιες σημαντικές έννοιες και διατάξεις, όπως τον ορισμό και τον αποχαρακτηρισμό του αποβλήτου, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και στη «διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού» και θέτει σαφέστερες απαιτήσεις για όλον τον κύκλο διαχείρισης των αποβλήτων, αποσκοπώντας στην
ενθάρρυνση
της
πρόληψης
παραγωγής
και
της
προετοιμασίας
για
επαναχρησιμοποίηση των αποβλήτων, στη σημαντική ώθηση της ανακύκλωσης και εν γένει της ανάκτησης των αποβλήτων, στη λογική της προώθησης της κυκλικής οικονομίας και της αποδοτικότερης διαχείρισης των πόρων. Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής και δράσεων του ΥΠΕΚΑ ανήκει και η αντιμετώπιση διαχρονικών προβλημάτων στη διαχείριση αποβλήτων, με αιχμή την ολοκλήρωση του προγράμματος εξάλειψης της ανεξέλεγκτης διάθεσης αστικών αποβλήτων σε ΧΑΔΑ και την αντιμετώπιση προβληματικής λειτουργίας εγκαταστάσεων 327
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διαχείρισης αποβλήτων, πρακτικές που αφενός οδηγούν σε υποθέσεις καταγγελίας ενώπιον του ΔΕΕ αφετέρου, και κυρίως, στερούν από την ανάπτυξη της χώρας φυσικούς και οικονομικούς πόρους. Για την εφαρμογή της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ και του Νόμου 4042/2012, ο προγραμματισμός του ΥΠΕΚΑ προβλέπει: Κατάρτιση του Εθνικού Στρατηγικού Προγράμματος Πρόληψης Παραγωγής Αποβλήτων Αναθεώρηση του Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων, που λειτουργεί ως στρατηγικός σχεδιασμός για το σύνολο των ρευμάτων αποβλήτων και κατάρτιση Ειδικών Εθνικών Σχεδίων Διαχείρισης Αποβλήτων για ειδικά ρεύματα σε εθνική κλίμακα. Προσαρμογή των Περιφερειακών Σχεδίων Διαχείρισης Αποβλήτων στη στοχοθεσία και κατευθύνσεις της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, του ν.4042/2012 και του αναθεωρημένου εθνικού σχεδιασμού. Τα αναθεωρημένα Περιφερειακά Σχέδια περιλαμβάνουν την εκτίμηση των αναγκών για νέα προγράμματα συλλογής, ολοκληρωμένη κοστολόγηση των υπηρεσιών διαχείρισης αποβλήτων, σχεδιασμό πρόσθετων υποδομών και προγραμμάτων διαχείρισης αποβλήτων, καθώς και τις σχετικώς απαιτούμενες επενδύσεις.
Αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ) To Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ), το οποίο διαμορφώθηκε από κοινού με το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, μετά από 328
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επεξεργασία προηγηθείσας μελέτης, και αφού ελήφθησαν υπόψη απόψεις και προτάσεις υπηρεσιών, φορέων και πολιτών ευρέως αριθμού και φάσματος, καθορίζει τη στρατηγική, τις πολιτικές τους στόχους και τις δράσεις για τη διαχείριση των αποβλήτων σε εθνικό επίπεδο για την επόμενη εξαετία, ως το 2020. Η διαβούλευση που προηγήθηκε και μεγάλες δημόσιες εκδηλώσεις διαλόγου που διοργανώθηκαν (ΚΕΔΕ, ΕΝΠΕ, ΤΕΕ, ΕΕΔΣΑ) εμπλούτισαν το περιεχόμενο του ΕΣΔΑ και δημιούργησαν προϋποθέσεις γόνιμου διαλόγου στο επόμενο κρίσιμο διάστημα, προκειμένου αυτό να εξειδικευτεί σε επίπεδο Περιφερειών και Δήμων, ενώ πολλά μέτρα και κατευθύνσεις του θα κατοχυρωθούν νομοθετικά. Το νέο ΕΣΔΑ συμπυκνώνει τη ριζικά διαφορετική πολιτική αντίληψη της νέας διακυβέρνησης προς ένα εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης αποβλήτων σύγχρονο και φιλικό
στο
περιβάλλον,
με άξονες προτεραιότητας
την αποκέντρωση
των
δραστηριοτήτων σε επίπεδο δήμων των οποίων αναβαθμίζεται ο ρόλος, την ποιοτική και ποσοτική ενίσχυση της ανακύκλωσης με έμφαση στη διαλογή στην πηγή, την διακριτή διαλογή και επεξεργασία του οργανικού κλάσματος, τη μικρή κλίμακα των μονάδων επεξεργασίας και ανάκτησης, την ενθάρρυνση της κοινωνικής συμμετοχής, και κυρίως την κατοχύρωση του δημόσιου χαρακτήρα της διαχείρισης αποβλήτων.
329
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι φιλόδοξοι στόχοι του ΕΣΔΑ υιοθετούν πλήρως την φιλοσοφία της ιεράρχησης της διαχείρισης των αποβλήτων της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας, υπερβαίνοντας τη λογική των συγκεντρωτικών μονάδων διαχείρισης σύμμεικτων αστικών αποβλήτων υπέρ της διαλογής στην πηγή ανακυκλώσιμων και βιοαποβλήτων και της μείωσης της παραγωγής αποβλήτων. Ανταποκρίνονται έτσι στις σύγχρονες και πιεστικές ανάγκες και στο κοινοτικό κεκτημένο, έτσι ώστε η διαχείριση των αποβλήτων στη χώρα μας να τεθεί στην υπηρεσία του περιβάλλοντος και της βιώσιμης ανάπτυξης, με παράλληλη δραστική μείωση του κόστους διαχείρισης επ’ ωφελεία της κοινωνίας και των πολιτών. Σηματοδοτεί την ανατροπή των ακολουθούμενων μέχρι σήμερα πολιτικών των κυβερνήσεων της τελευταίας τουλάχιστον 10ετίας και κατευθύνει προς μια οικονομία και μια κοινωνία με μηδενικά απόβλητα, μια κοινωνία που θα μετατρέπει τα απόβλητα σε πόρους προάγοντας την έννοια της Κυκλικής Οικονομίας στην πράξη. Με βάση το παραπάνω πλαίσιο, η εθνική πολιτική για τα απόβλητα είναι προσανατολισμένη στους εξής στόχους-ορόσημα για το 2020: τα κατά κεφαλή παραγόμενα απόβλητα να έχουν μειωθεί δραστικά,
η προετοιμασία προς
επαναχρησιμοποίηση και η ανακύκλωση με χωριστή συλλογή ανακυκλώσιμων βιοαποβλήτων
να εφαρμόζεται στο 50% του συνόλου των αστικών στερεών
αποβλήτων, η ανάκτηση ενέργειας να αποτελεί συμπληρωματική μορφή διαχείρισης, όταν έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια κάθε άλλου είδους ανάκτησης και η υγειονομική ταφή να αποτελεί την τελευταία επιλογή και να έχει περιοριστεί σε λιγότερο από το 30% του συνόλου των Αστικών Στερεών Αποβλήτων (ΑΣΑ). Το ΕΣΔΑ εκτός από τα ΑΣΑ περιλαμβάνει τη διαχείριση και άλλων ρευμάτων αποβλήτων όπως τα βιομηχανικά απόβλητα, τα γεωργοκτηνοτροφικά, κλπ. Τo Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ) και το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Πρόληψης Δημιουργίας Αποβλήτων εγκρίθηκαν με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 49 της 15.12.2015 «Τροποποίηση και έγκριση του Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων (Ε.Σ.Δ.Α.) και του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου Πρόληψης Δημιουργίας Αποβλήτων που κυρώθηκαν με την 51373/4684/ 25−11−2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
σύμφωνα
με
το
άρθρο
330
31
του
Ν.
4342/2015»
ΠΥΣ
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
49/15.12.2015 (ΦΕΚ 174Α) Διευκρινήσεις για τη διαδικασία έγκρισης των ΠΕΣΔΑ Περιφερειακά Σχέδια Διαχείρισης Αποβλήτων Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Επικίνδυνων Αποβλήτων Η εθνική πολιτική, οι στρατηγικές και προοπτικές στη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων, έως το 2020, καθορίζονται στο Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Επικίνδυνων Αποβλήτων (ΕΣΔΕΑ), σύμφωνα με τις τάσεις της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020», την πρόταση για το 7ο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον και τον Οδικό Χάρτη για την αποδοτικότητα των πόρων. Το ΕΣΔΕΑ, όπως και το ΕΣΔΑ, διαμορφώθηκε μετά από επεξεργασία προηγηθείσας μελέτης και αφού ελήφθησαν υπόψη απόψεις των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων στον τομέα διαχείρισης των επικίνδυνων αποβλήτων και σχόλια στο πλαίσιο προηγηθείσας δημόσιας διαβούλευσης. Το Σχέδιο αποσκοπεί στη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας και αποβλέπει στον κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου και στη μετάβαση της μια οικονομία των κοινωνικών αναγκών, στο πλαίσιο μιας Κυκλικής Οικονομίας. Ιδιαίτερη σημασία για την επίτευξη αυτού του σκοπού έχει η πλήρης εφαρμογή της πυραμίδας ιεράρχησης στη διαχείριση, με προτεραιότητα στην πρόληψη παραγωγής, ακολουθούμενη από την προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, την ανακύκλωση, την ανάκτηση ενέργειας και τέλος την ασφαλή διάθεση, ως τελευταία επιλογή διαχείρισης. 331
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το ΕΣΔΕΑ εγκρίθηκε με την ΚΥΑ οικ.62952/5384/2016 (ΦΕΚ Β’ 4326, 30.12.2016). Η έγκριση του ΕΣΔΕΑ έχει ως πρώτη άμεση συνέπεια για την Ελλάδα την αποτροπή της χρηματικής κύρωσης των 3.000 ευρώ/ημέρα, που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο της Ε.Ε. στη χώρα μας. Η μείωση της παραγόμενης ποσότητας απορριμμάτων συνιστά τον βασικό στόχο προς τον οποίο κατευθύνονται όλες οι στρατηγικές της πολιτείας, αλλά και οι συμπεριφορές της κοινωνίας. Μόνο μέσα από τη σταδιακή αναδιάρθρωση των στρατηγικών των πρακτικών και συμπεριφορών παραγωγών και καταναλωτών, θα μπορούσε να επιτευχθεί ο στόχος. Βραχυπρόθεσμα και πάντως παράλληλα προς το στόχο αυτό, θα πρέπει να ληφθούν και όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθολογική διαχείριση των απορριμμάτων, έτσι ώστε να εξοικονομηθούν φυσικοί πόροι και να περιοριστούν οι δυσμενείς επιπτώσεις της διάθεσης τους στο περιβάλλον. To μείζον ζήτημα παραμένει η κοινωνική αποδοχή των μεθόδων διαχείρισης απορριμμάτων καθώς και η χρηματοδότησή τους. Οι βασικές κατηγορίες των αστικών απορριμμάτων είναι: 1. οργανικά ή βιοαποδομήσιμα ή ζυμώσιμα 2. ανακυκλώσιμα 3. ακάθαρτα
Οργανικά είναι τα απορρίμματα που είναι βρώσιμα. Ανακυκλώσιμα είναι οι συσκευασίες που προέρχονται από Βιομηχανία ή Βιοτεχνία και είναι καθαρές χωρίς δηλαδή προσμείξεις με οργανικές ύλες. Τα ακάθαρτα είναι όσα προέρχονται από υλικά βιομηχανίας και τα χρησιμοποιούμε ως βοηθητικά για τις ανάγκες μας. Τέλος, σύμμεικτα είναι τα προβληματικά απορρίμματα. Αυτά που έχουν δηλαδή ανακατωθεί μεταξύ τους και πλέον δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το ένα από το άλλο. Αυτά δεν οδηγούνται σε ανακύκλωση και φυσικά δεν κομποστοποιούνται.
332
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Υγειονομική ταφή απορριμμάτων Υγειονομική Ταφή είναι η μέθοδος της ελεγχόμενης και οργανωμένης διάθεσης των αποβλήτων στο έδαφος, στους χώρους υγειονομικής ταφής αποβλήτων (ΧΥΤΑ). Είναι η διαδικασία εκείνη κατά την οποία τα απορρίμματα που πρόκειται να διατεθούν διαστρώνονται σε στρώσεις ύψους 2-3 μέτρων, συμπιέζονται και καλύπτονται με κατάλληλο αδρανές υλικό στο τέλος της καθημερινής λειτουργίας. Όταν ο χώρος διάθεσης φθάσει στην τελική του χωρητικότητα, τοποθετείται μια τελική στρώση αδρανούς υλικού πάχους 0,60μ. περίπου και μετά στρώμα χώματος κατάλληλο για δενδροφύτευση, ώστε να υπάρξει αποκατάσταση του τοπίου. Ενδεικτική απεικόνιση ποσοτήτων απορριμμάτων που καταλήγουν σε ΧΥΤΑ (κιλό/ άτομο έκαστο έτος) σε διάφορες χώρες της Ε.Ε. το 2001
Η υγειονομική ταφή απορριμμάτων παραμένει ο πλέον γνωστός τρόπος διαχείρισης απορριμμάτων στην Ελλάδα. Παρά τη διάκριση των λεγόμενων ΧΥΤΑ 333
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) (Χώροι
Υγειονομικής
Ταφής
Απορριμμάτων)
σε
νόμιμους
και
παράνομους,
εξακολουθούν ως σήμερα να λειτουργούν εκατοντάδες παράνομοι.
Όπως χαρακτηριστικά s: «Νόμιμοι κρίνονται όσοι έχουν χωροθετηθεί έστω υποτυπωδώς με αντίστοιχη μελέτη διαχείρισης. Σε κάθε περίπτωση η μέθοδος των ΧΥΤΑ τεκμαίρεται ως ξεπερασμένη, αλλά προς το παρόν απαραίτητη, αφού η διάδοχη κατάσταση δεν έχει παγιωθεί. Στη πραγματικότητα δεν έχει καν εξευρεθεί. Οι επιπτώσεις της πρακτικής είναι πασιφανείς: Aπομείωση χρηστικότητας γης Επιβάρυνση περιβάλλοντος Αστική υποβάθμιση όμορων περιοχών Αντικίνητρο οικονομικό και επενδυτικό Ταύτιση περιοχών με ΧΥΤΑ με αρνητικές συνέπειες σε τουρισμό, κοινωνία Έλλειμμα κοινωνικής εμπιστοσύνης σε ΧΥΤΑ Έλλειψη αντισταθμιστικών πολιτικών με αποτέλεσμα τη πλήρη απαξίωση χώρου»
334
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα δημοσιεύματα στον τύπο: «Δυστυχώς, παρά τις αρνητικές συνέπειες της πρακτικής αυτής, βάσει Ε.Ε., η Ελλάδα παραμένει πολύ πίσω στο θέμα της ανακύκλωσης με το 81% των αστικών απορριμμάτων να καταλήγει σε ΧΥΤΑ. Σαν να μην έφτανε αυτό, η Ελλάδα έχει πολλάκις καταδικαστεί για λειτουργία μη νόμιμων ΧΥΤΑ από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και ιδίως από το 2005 μέχρι και σήμερα οι καταδίκες αυτές συνεπάγονται αυστηρά πρόστιμα25. Οι ΧΑΔΑ (Χώροι Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Απορριμμάτων) έχουν επιφέρει βαριές καμπάνες στην Ελλάδα.26 Μόνο το 2015 κόστισαν 29,5 εκατομμύρια ευρώ για λειτουργία 46 παράνομων χωματερών27. Στην Ελλάδα λειτουργούν ακόμη 46 ανεξέλεγκτες χωματερές, ενώ 136 έχουν κλείσει, χωρίς όμως να έχουν αποκατασταθεί. Μόνο η Περιφέρεια Ηπείρου δεν έχει καμία χωματερή. Αντίθετα, στην Πελοπόννησο λειτουργούν 20 χωματερές. Η μη διαχείριση των απορριμμάτων στη συγκεκριμένη περιφέρεια κοστίζει σε πρόστιμα 3,8 εκατομμύρια ευρώ κάθε εξάμηνο. Στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης λειτουργούν 2 χωματερές, στην Κεντρική Μακεδονία δεν υπάρχει ΧΑΔΑ, στα Ιόνια νησιά λειτουργούν 3, στη Δυτική Ελλάδα λειτουργούν 4 ΧΑΔΑ, στη Στερεά Ελλάδα λειτουργεί μία χωματερή, στην Αττική λειτουργούν 3 ΧΑΔΑ, στο Βόρειο Αιγαίο 2 ΧΑΔΑ είναι ενεργοί, στο Νότιο Αιγαίο 11 ΧΑΔΑ ενεργοί, στην Κρήτη μόνο ένας μη αποκατεστημένος
335
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΧΑΔΑ. Να σημειωθεί πως πρόστιμα προβλέπονται και για όσους χώρους ναι μεν έχουν κλείσει, δεν έχουν όμως αποκατασταθεί ακόμα28.» Η εξεύρεση των χώρων για τη διάθεση των απορριμμάτων είναι ένα από τα πλέον καίρια προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα. Αυτό οφείλεται στο σχετικά μικρό διαθέσιμο χώρο της κάθε περιοχής, στην κακή διάθεση των απορριμμάτων μέχρι σήμερα, παρά τις κυρώσεις, στην αυξανόμενη περιβαλλοντική συνείδηση των κατοίκων και στο ότι δεν υπάρχει σωστός σχεδιασμός γι 'αυτό το τόσο σοβαρό θέμα. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη της εποχής μας να επιλεγούν οι χώροι διάθεσης των απορριμμάτων με αντικειμενικά και κοινωνικά κριτήρια. Ο προσδιορισμός του χώρου είναι κάτι το πολύ σημαντικό. Ο κατάλληλος χώρος για ΧΥΤΑ είναι κάτι πολύ δύσκολο να εξευρεθεί και ακόμα δυσκολότερο να συμφωνηθεί σε επίπεδο κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Όλοι συμφωνούν σε ΧΥΤΑ και όχι ανεξέλεγκτες χωματερές, αλλά μακριά από τη περιοχή τους με ό, τι αυτό σημαίνει. Η συλλογή, η κωδικοποίηση και η αξιολόγηση των στοιχείων είναι από τα πλέον βασικά πράγματα για την εξεύρεση και προεπιλογή των χώρων διάθεσης. Από την ορθή συλλογή και την αξιοπιστία των στοιχείων εξαρτάται και η σωστή ή καλύτερη τελική απόφαση της επιλογής του χώρου. Πέραν της υγειονομικής ταφής και των ανεξέλεγκτων χώρων απόθεσης των απορριμμάτων υπάρχουν και άλλες μέθοδοι με εμφανή όμως μειονεκτήματα. Η αποτέφρωση για παράδειγμα παράγει ρύπους επιβαρύνοντας το περιβάλλον, η κομποστοποίηση απέτυχε προς το παρόν, ενώ το κόστος κρίνεται υπερβολικό. Είναι σαφές ότι η ανακύκλωση και η ανάκτηση ενέργειας είναι οι μόνες κατευθύνσεις στις οποίες οφείλει να κινηθεί η Ελλάδα, αν θέλει όχι απλά να εναρμονιστεί με το κοινοτικό δίκαιο και τις κοινοτικές πολιτικές, αλλά επί της ουσίας να επιλύσει το μείζον ζήτημα της ορθής διαχείρισης των απορριμμάτων με χαμηλό κόστος και γνώμονα τη προστασία του περιβάλλοντος. Οτιδήποτε πέραν αυτών θα επιφέρει μόνο αρνητικές συνέπειες για τη κοινωνία και για το περιβάλλον πέραν φυσικά της οικονομίας. Αποτέφρωση απορριμμάτων Πρόκειται για μια μέθοδο διαχείρισης απορριμμάτων, που προκαλεί την οργή των οικολογικών οργανώσεων29, λόγω της επιβάρυνσης, που προκαλεί στο περιβάλλον. Βάσει Greenpeace30: «Στη θεωρία, η καύση των αποβλήτων περιγράφεται ως μία
336
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μέθοδος που εξαφανίζει το πρόβλημα των απορριμμάτων. Στην πράξη αποδεικνύεται εξαιρετικά επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία λόγω της εκπομπής διοξινών και άλλων τοξικών αέριων, της δημιουργίας υγρών και στερεών τοξικών αποβλήτων καθώς και της συμβολής της στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Επιπλέον το κόστος της είναι πολλαπλάσιο αυτού της ανακύκλωσης ή της επαναχρησιμοποίησης υλικών». Η αλήθεια είναι πως το μεγάλο θέμα με την αποτέφρωση απορριμμάτων είναι το κόστος, αφού όλες οι μελέτες υπογραμμίζουν πως είναι πολύ ακριβότερη από την υγειονομική ταφή. Η ανάκτηση ενέργειας από τα απορρίμματα είναι σχεδόν μηδαμινή στην Ελλάδα. Με την επεξεργασία των ποσοτικών και ποιοτικών στοιχείων των απορριμμάτων διαμορφώνονται τα τελευταία χρόνια διάφορα σενάρια, τα οποία προσβλέπουν στην υλοποίηση προγραμμάτων θερμικής επεξεργασίας, αλλά έχουν ως εμπόδια την έλλειψη πολιτικής βούλησης και τεχνογνωσίας. Βέβαια, ας επισημανθεί εδώ πως και η κοινωνική αποδοχή για το εγχείρημα είναι ακόμα ανύπαρκτη.» Kαι εν συνεχεία: «Η θερμική επεξεργασία των στέρεων αποβλήτων διαθέτει τα εξής πλεονεκτήματα32: Μειώνει τον όγκο των απορριμμάτων σε τεράστιο βαθμό Μειώνει τη μάζα των απορριμμάτων σημαντικά Εύκολος σχεδιασμός ανεξαρτήτως ποσοτήτων των αποβλήτων Από την άλλη πλευρά, η θερμική επεξεργασία των στέρεων αποβλήτων διαθέτει τα εξής μειονεκτήματα: Υψηλό κόστος κατασκευής Υψηλό κόστος λειτουργίας Εξειδικευμένο προσωπικό Δυσκολία αξιοποίησης της παραγόμενης θερμότητας (περισσότερο σε μικρές εγκαταστάσεις) Χρήση
δαπανηρών
συστημάτων
ελέγχου
και
παρακολούθησης
της
προκαλούμενης ατμοσφαιρικής ρύπανσης Εκπομπές επικίνδυνων ρύπων μέσω των καυσαερίων» Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα: «Η ιδέα της καύσης απορριμμάτων γεννήθηκε στη Γερμανία, ενώ η Δανία αποδεικνύουν είναι μία από τις χώρες της ΕΕ που παράγουν
337
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περισσότερα απόβλητα ανά κάτοικο και είναι παγκόσμιος ηγέτης στην αποτέφρωση των οικιακών αποβλήτων. Μάλιστα, στη Δανία όσο περισσότερα απόβλητα παραχθούν τόσο το χειρότερο είναι πλέον, αφού αυτά συνιστούν βασική πηγή παραγωγής ενέργειας. Η χώρα που καίει τα περισσότερα απόβλητα, παράγει και τα περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η Δανία είναι το τέλειο παράδειγμα της σύνδεσης μεταξύ καύσης αποβλήτων και παραγωγής αποβλήτων. Βέβαια, βάσει νομοθεσίας και στόχων της Ε.Ε. αυτό θα πρέπει να αλλάξει μέχρι το 2020, αφού η εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα είναι τεράστια από τη καύση αποβλήτων.» Κομποστοποίηση απορριμμάτων Σύμφωνα με την Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωση: «Η κομποστοποίηση είναι μια φυσική διαδικασία, η οποία μετατρέπει τα οργανικά υλικά σε μια πλούσια σκούρα ουσία. Αυτή η ουσία ονομάζεται κομπόστ ή χούμους ή εδαφοβελτιωτικό. Η κομποστοποίηση είναι ένας άμεσος και σημαντικός τρόπος ανακύκλωσης. Έχει υπολογιστεί ότι το 35% των οικιακών απορριμμάτων μπορούν να κομποστοποιηθούν35. Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου αυτής είναι: Αντιμετώπιση διάβρωσης εδαφών Ορθολογική διαχείριση και προστασία διαθέσιμων υδάτων Απόλυτη κοινωνική αποδοχή λόγω «πράσινου» χαρακτήρα Χαμηλότατο κόστος
Τα μειονεκτήματα της μεθόδου είναι: Αμφίβολα αποτελέσματα Περιορισμένος όγκος διαχείρισης Αφορά μόνο το 35% των οικιακών απορριμμάτων»
338
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Υπάρχουν διάφοροι τύποι κομποστοποίησης απορριμμάτων και σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μέθοδο φιλική προς το περιβάλλον, σύμφωνη με το νομοθετικό πλαίσιο της Ε.Ε. και με χαμηλό κόστος. Σαφώς και θα μπορούσε να συνιστά ιδανικό μέσο για διαχείριση απορριμμάτων36, αλλά και πάλι ως συμπληρωματική μέθοδος και όχι ως κύρια. Όταν μια μονάδα κομποστοποίησης37 λειτουργεί αναερόβια, παράγει βιοαέριο, το οποίο στη συνέχεια μετατρέπεται σε ηλεκτρική και θερμική ενέργεια, η οποία έχει εμπορική αξία και αποδίδει οικονομικά. Από αυτή την οπτική, όταν τα βιοαπόβλητα δε διαχειρίζονται με την καλύτερη δυνατή μέθοδο, εκτός από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα χαμένα πλεονεκτήματα από την ορθή διαχείριση. Η εφαρμογή της διαλογής των βιοαποβλήτων στην πηγή είναι σημαντική για πολλούς λόγους. Τα περιβαλλοντικά και τα νομικά ζητήματα δεν είναι τα μόνα, μολονότι είναι επείγοντα και δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το γεγονός όμως παραμένει, ότι η συλλογή και η επεξεργασία των βιοαποβλήτων, με τον καλύτερο τρόπο, αποδίδει και οικονομικά παράγοντας ηλεκτρική και θερμική ενέργεια και άριστης ποιότητας κομπόστ. Σε αυτήν τη βάση, είναι σημαντική η προώθηση καλών πρακτικών, με μια διαχειριστική προσέγγιση από την πηγή στην πηγή, ενσωματώνοντας ολόκληρους τους κύκλους παραγωγής και κατανάλωσης. Για τη διάχυση των πλεονεκτημάτων αυτών, απαιτείται η συνεργασία αλλά και η ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, των ιδρυμάτων, των μονάδων επεξεργασίας και των ιδιωτών. Διαλογή στη πηγή 339
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Θέτοντας το φιλόδοξο στόχο της δημιουργίας της «Ευρωπαϊκής κοινωνίας της ανακύκλωσης, με υψηλό επίπεδο εξοικονόμησης φυσικών πόρων», η Ευρωπαϊκή Οδηγία 98/2008/ΕΚ ζητάει από κάθε Ευρωπαϊκή χώρα να εφαρμόσει μια συστηματική προσέγγιση αναφορικά με τη συλλογή και διαχείριση των αποβλήτων. Θέτει επίσης κι έναν ποσοτικό στόχο: μέχρι το 2020, τουλάχιστον το 50% των δημοτικών στερεών αποβλήτων πρέπει να επαναχρησιμοποιείται ή να ανακυκλώνεται Η διαλογή στην πηγή δεν είναι μόνο θέμα νομικής υποχρέωσης είναι επίσης ένα θέμα περιβαλλοντικό και οικονομικό. Οι ισχυρότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις που απορρέουν από τη διαχείριση των απορριμμάτων, όταν αυτά θάβονται, είναι οι εκπομπές μεθανίου στην ατμόσφαιρα, η παραγωγή στραγγισμάτων στο έδαφος και η χρήση γης. Η επονομαζόμενη Οδηγία για τους ΧΥΤΑ (1999/31/ΕΚ) απευθύνεται σε αυτά τα προβλήματα και θέτει την προοδευτική μείωση της ποσότητας βιοαποδομήσιμων υλικών, που οδηγούνται προς ταφή (βιοαπόβλητα και χαρτί). Πρόκειται για τεχνική ανακύκλωσης με την οποία επιτυγχάνεται ανάκτηση υλικών προτού αναμειχθούν με την υπόλοιπη μάζα των απορριμμάτων. Τα υλικά (γυαλί, πλαστικό, χαρτί, κλπ) συλλέγονται ξεχωριστά. Λαμβάνονται υπόψη: - Είδος και ποσότητα υλικών - Ποιότητα ανακτώμενων υλικών. - Δυνατότητα επανα-απορρόφησής υλικών από την αγορά. - Οικονομικό κόστος μεθόδου σε σχέση με εναλλακτικές τεχνικές διαχείρισης που εφαρμόζονται στην περιοχή. Τα βασικά πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι: Αμεσότερη ανάκτηση χρήσιμων υλικών. Έτσι μειώνεται η ποσότητα αποβλήτων που οδηγείται προς τελική διάθεση. Περιβαλλοντικά φιλική μέθοδος που προϋποθέτει τη συμμετοχή των νοικοκυριών. Μειονεκτήματα μεθόδου: Δεν αποτελεί ολοκληρωμένη τεχνική επεξεργασίας αποβλήτων, αλλά απαιτείται συνδυασμός με άλλες μεθόδους. Στα αστικά στερεά απόβλητα πάντα περιλαμβάνονται απόβλητα που δεν μπορούν να ανακτηθούν άμεσα. Ανάκτηση ενέργειας και απορρίμματα
340
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Θερμική επεξεργασία Είναι ήδη κατανοητό πως η ανάκτηση ενέργειας εδράζεται κατά βάση στη μέθοδο της αποτέφρωσης απορριμμάτων. Υπάρχουν και άλλες τεχνολογίες ανάκτησης ενέργειας40 από τα απορρίμματα και αυτές είναι κυρίως η πυρόλυση και η αεριοποίηση, η οποία έχει αναπτυχθεί πρόσφατα. Η βασική διαφορά των τριών τεχνολογιών είναι το ποσοστό του οξυγόνου κατά τη θέρμανση των απορριμμάτων. Η καύση λειτουργεί με τη περίσσεια οξυγόνου, η πυρόλυση με την απουσία οξυγόνου, ενώ η αεριοποίηση είναι κάτι ενδιάμεσο. Στις τεχνολογίες αυτές ο σκοπός είναι η ανάκτηση του ενεργειακού περιεχομένου των απορριμμάτων. Από τις τρεις τεχνολογίες ανάκτησης ενέργειας μόνο η καύση έχει εφαρμοσθεί ευρέως, σαν μέθοδος τελικής διάθεσης των απορριμμάτων, ενώ η πυρόληση και η αεριοποίηση είναι στη φάση ερευνητικών και κυρίως πιλοτικών μονάδων και ως εκ τούτου θα ήταν απρόσφορο να αναλυθούν. Τα απορρίμματα είναι ένα εξαιρετικά ανομοιογενές υλικό41 και συγκεντρώνονται στην εγκατάσταση αποτέφρωσης σε μια μη συνεχή βάση με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Από την άλλη, η καύση τους πρέπει να είναι συνεχής και το καιγόμενο υλικό όσο το δυνατόν περισσότερο ομοιογενές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι απαραίτητος ένας χώρος ενδιάμεσης αποθήκευσης και ομογενοποίησης μεταξύ της ασυνεχούς προσαγωγής και της συνεχούς καύσης. Η κοινοτική νομοθεσία, όπως ήδη αναφέρθηκε, απαγορεύει πλέον την καύση των απορριμμάτων χωρίς ανάκτηση ενέργειας και έχει εισάγει μια σειρά αυστηρών περιβαλλοντικών απαιτήσεων για τις εγκαταστάσεις καύσης. Αυτό συνεπάγεται υψηλό κόστος κατασκευής και λειτουργίας, ενώ ακόμα και σε κράτη-μέλη με παράδοση στη καύση απορριμμάτων, όπως η Δανία, τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί μια κάμψη στις εγκαταστάσεις καύσης. Ταυτόχρονα, αναζητούνται διαρκώς νέες μέθοδοι διαχείρισης απορριμμάτων με ανάκτηση ενέργειας. Καύση απορριμμάτων Η καύση των απορριμμάτων συνιστά σπουδαία εναλλακτική περίπτωση διαχείρισης απορριμμάτων, η οποία όμως δεν έχει τύχει ουσιαστικής εφαρμογής στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τη Φούντη: «Η έννοια "Καύση Απορριμμάτων" δεν συνεπάγεται
341
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) την ανεξέλεγκτη καύση διαφόρων ειδών απορριμμάτων σε χωματερές ή υπαίθριους χώρους. Αντίθετα, εννοείται «η θερμική καταστροφή των καταλλήλων προς καύση απορριμμάτων
σε
ειδικές
εγκαταστάσεις
με
ταυτόχρονη
εκμετάλλευση
της
παραγόμενης θερμότητας». Αυτό το σημείο είναι και το ουσιαστικό, αφού η καύση δύναται ως μέθοδος να μειώσει σημαντικά τον όγκο απορριμμάτων, αλλά ταυτόχρονα να οδηγήσει σε παραγωγή ενέργειας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, σε πολλές Ευρωπαϊκές Χώρες η καύση αποτελεί βασική μέθοδο επεξεργασίας απορριμμάτων. Σε Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία λειτουργούν εκατοντάδες μονάδες καύσης με αξιοσημείωτα αποτελέσματα. «Τα απορρίμματα όσον αφορά τη δυνατότητα καύσης τους δύναται να καταταγούν σε δύο κατηγορίες. Κατ’ αρχήν σε αυτά που καίγονται, όπως τα ζυμώσιμα υλικά, δηλαδή πλαστικό, χαρτί, ξύλο, ελαστικά, δέρμα κ.α., και αυτά που δεν καίγονται όπως το γυαλί, τα μέταλλα, τα αδρανή κ.α. Η περιεκτικότητα που παρουσιάζουν τα απορρίμματα σε υγρασία και τέφρα, καθώς και σε καύσιμη ύλη, εξαρτώνται από τη σύσταση των απορριμμάτων, ανάλυση των απορριμμάτων εκφράζει και τον τρόπο με τον οποίο δύναται να αναμιχθούν τα διάφορα υλικά, αφού ενέχονται κίνδυνοι. Η ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων, συνδέεται με το ποσό της θερμότητας που είναι δυνατόν να εκλυθεί κατά την καύση τους. Το ποσό της θερμότητας που εκλύεται κατά την καύση της μονάδας μάζας ενός υλικού εκφράζεται ως η θερμογόνος δύναμη του υλικού αυτού. Ανάλογα με τη φυσική κατάσταση των υδρατμών που παράγονται κατά την καύση, η θερμογόνος δύναμη αναφέρεται ως ανώτερη (οι υδρατμοί συμπυκνώνονται σε υγρό ) και σε κατώτερη (οι υδρατμοί παραμένουν στην αέρια φάση). Η θερμογόνος δύναμη ενός υλικού είναι συνάρτηση της περιεκτικότητας του στα βασικά καύσιμα στοιχεία , που δεν είναι άλλα, από τον άνθρακα και το υδρογόνο. Σε μικρότερο βαθμό είναι και το θείο.
342
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Όπως αναφέρθηκε, σημαντικό ρόλο στη καύση του υλικού έχει η υγρασία. Η υγρασία, το νερό δηλαδή, που περιέχεται στα απορρίμματα αποτελεί εμπόδιο για την εύκολη καύση τους επειδή απαιτεί σημαντικό ποσό ενέργειας για να απομακρυνθεί ώστε να μπορέσουν τα απορρίμματα να καούν και να αποδώσουν το θερμικό φορτίο που περιέχουν. Από την άλλη, η τέφρα αποτελείται κυρίως από ανόργανα συστατικά που περιέχονται στα απορρίμματα (μέταλλα, γυαλί, και άλλα αδρανή όπως χώμα), τα οποία δε μπορούν να καούν φυσικά, ενώ μάλιστα θα πρέπει να απομακρυνθούν από το χώρο στον οποίο γίνεται η καύση των απορριμμάτων ταχέως. Πάντως, τα απορρίμματα καίγονται όταν η περιεκτικότητά τους σε νερό δεν ξεπερνά το 50%, η περιεκτικότητα σε τέφρα το 60% και η καύσιμη ύλη να είναι τουλάχιστον 25%.» «Καύση, λοιπόν, είναι η διαδικασία κατά την οποία επιτυγχάνεται οξείδωση των απορριμμάτων σε υψηλή θερμοκρασία με παρουσία οξυγόνου. Κατά τη διαδικασία αυτή τα απορρίμματα αποσυντίθενται θερμικά με παρουσία περίσσειας αέρα. Τη διαδικασία της θερμικής επεξεργασίας των απορριμμάτων επηρεάζουν οι ακόλουθες παράμετροι: η ομοιογένεια των υλικών το μέγεθος και η κατανομή των τεμαχίων η επιφάνειά τους 343
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) η θερμική αγωγιμότητα τους η θερμοκρασία ανάφλεξης η δυνατότητα αποθήκευσης το ειδικό βάρος η θερμογόνος δύναμη της καύσιμης ύλης η ποσοτική σύνθεση της καύσιμης ύλης η περιεκτικότητα σε πτητικά η περιεκτικότητα σε επικίνδυνες ουσίες και το σημείο τήξης της τέφρας Η επίδραση αυτών των παραμέτρων είναι δύσκολο να προσδιορισθεί, λόγω της ανομοιογένειας του εκάστοτε υλικού.» Όσον αφορά τη διαδικασία κατά Φελεσκούρα-Παπαϊωάννου: «τα απορρίμματα προσάγονται στην εγκατάσταση αποτέφρωσης, λεγόμενη μονάδα καύσης, είτε με απορριμματοφόρα είτε μέσα σε κοντέινερ προερχόμενα από σταθμούς μεταφόρτωσης, όπως επίσης και μεμονωμένους μικροπαραγωγούς. Συνήθως, υπόκεινται σε δειγματοληψία για προσδιορισμό της σύστασής τους. Οδική ή σιδηροδρομική προσαγωγή είναι οι τύποι μεταφοράς απορριμμάτων στις μονάδες καύσεις. Σημαντική είναι η ομογενοποίηση και το στοίβαγμα των απορριμμάτων προκειμένου να είναι αποτελεσματική η καύση. Οι τάφροι απορριμμάτων διαστασιολογούνται για ενδιάμεση αποθήκευση ποσότητας τριών ως πέντε ημερών. Η τάφρος χωρίζεται σε τρεις ζώνες, αυτές του ξεφορτώματος, της ανάμιξης και του στοιβάγματος.
344
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Πριν τη καθεαυτή διαδικασία της καύσης, πρέπει να προηγηθούν κάποιες άλλες προεργασίες. Η ομογενοποίηση των απορριμμάτων, η διαλογή καθώς και σε ορισμένες περιπτώσεις η λιπασματοποίηση είναι οι βασικές. Όσον αφορά τα προϊόντα της διαδικασίας αποτέφρωσης αυτά είναι κατ’ αρχήν απαέρια που μετά τον καθαρισμό τους είναι κατάλληλα για διάθεση στην ατμόσφαιρα και η ανόργανη τέφρα από την οποία με περαιτέρω επεξεργασία μπορεί να γίνει και ανάκτηση υλικών. Επίσης, το σκραπ που είναι δυνατόν να ανακτηθεί είναι περίπου το 2,5% της ποσότητας των τροφοδοτούμενων απορριμμάτων. Η τελικά προκύπτουσα τέφρα χρησιμοποιείται ως αδρανές υλικό για δομικές χρήσεις, όπως για παράδειγμα στην οδοποιία, τσιμεντοβιομηχανία, είτε οδεύει προς υγειονομική ταφή. Όσον αφορά το υγρό απόβλητο ως αποτέλεσμα των διαδικασιών σβέσης της τέφρας και ψύξης των αερίων και η θερμότητα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι πολύ σημαντικά, ιδίως τη σημερινή εποχή.» Η καύση συνιστά αναμφισβήτητα μια από τις δημοφιλέστερες μεθόδους διάθεσης αστικών αποβλήτων εδώ και πολλά χρόνια, ενώ η εφαρμογή της σε πολλές χώρες, ιδίως ευρωπαϊκές, κρίνεται επιτυχής.
345
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) «Με την καύση των οικιακών απορριμμάτων επιτυγχάνεται μείωση του αρχικού όγκου τους τουλάχιστον κατά 70% και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και 80% και του αρχικού βάρους κατά 40% σε μέσο όρο επιτυγχάνοντας σε ικανοποιητικό βαθμό έναν από τους βασικούς στόχους όλων των μεθόδων ανάκτησης υλικών ή ενέργειας από τα απορρίμματα, την ελαχιστοποίηση δηλαδή των απορριμμάτων που οδηγούνται προς ταφή. Αυτό σημαίνει ότι η καύση είναι η πιο ενδεδειγμένη μέθοδος διαχείρισης απορριμμάτων στις αστικές περιοχές. Πέρα απ’ αυτό η καύση, με ορισμένες παραλλαγές πάντα, είναι η μόνη ενδεδειγμένη και υποχρεωτική μέθοδος ασφαλούς διάθεσης του πλέον μολυσματικού μέρους των αστικών απορριμμάτων, των μολυσματικών νοσοκομειακών απορριμμάτων τα οποία σύμφωνα και με την ισχύουσα νομοθεσία πρέπει να συλλέγονται και να διατίθενται χωριστά από τα υπόλοιπα αστικά απορρίμματα. Η παραγωγή ενέργειας είναι ένα από τα πολύ θετικά στοιχεία της μεθόδου προς την κατεύθυνση επίλυσης των ενεργειακών προβλημάτων όλων σχεδόν των χωρών του πλανήτη. Από την άλλη πλευρά, η καύση επιβαρύνει, όπως είναι φυσικό, το περιβάλλον με τις μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπονται και δεν είναι συμβατές στις περισσότερες περιπτώσεις με τις πράσινες επιταγές της κοινοτικής πολιτικής.» Αυτό συνεπάγεται είτε τον περιορισμό χρήσης της μεθόδου σε χώρες που εξαρτώνται από αυτήν είτε την αναβάθμιση των υπαρχόντων μονάδων, ώστε να είναι συμβατές με τις νέες προδιαγραφές. Καταλήγοντας, να αναφερθεί πως βάσει Φελεσκούρα-Παπαϊωάννου: «Η μετατροπή ενός υπάρχοντος συστήματος καθαρισμού απαερίων προκειμένου να γίνει συμβατό με υψηλότερες προδιαγραφές είναι πολλάκις μια λογική λύση. Το κόστος της μετατροπής είναι συνήθως μεγαλύτερο από τη διαφορά κόστους μεταξύ των δύο συστημάτων γιατί περιλαμβάνονται έξοδα μετατροπής στον υπάρχοντα και σημαντικά έξοδα μελέτης, σχεδιασμού και εγκατάστασης. Χώρος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων Τα εργοστάσια υγειονομικής ταφής οφείλουν να επεξεργάζονται με τέτοιο τρόπο τα απορρίμματα, ώστε τίποτα από αυτά που συγκεντρώνονται εκεί να μην μένει άχρηστο. Πρώτα από όλα γίνεται διαλογή και ένα μεγάλο ποσοστό από αυτά όπως γυαλί, χαρτί, μέταλλα, πάνε για ανακύκλωση. Άλλα υλικά συμπιέζονται και χάνουν το
346
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μεγαλύτερο μέρος από τον όγκο τους και αφού ολοκληρώσουν την επεξεργασία τους γίνονται λιπάσματα. Το ίδιο γίνεται και με τα υγρά που στραγγίζουν από την συμπίεση των απορριμμάτων. Τίποτα από τα υγρά απόβλητα δεν πρέπει να απορροφάται από τη γη, γιατί στους ΧΥΤΑ προβλέπεται ένα απόλυτα στεγανό σύστημα συγκέντρωσης του 100% των υγρών.50 Παρ’ όλα αυτά για να αποκλειστεί η παραμικρή πιθανότητα να καταλήξουν στην θάλασσα υγρά απόβλητα, από μια πιθανή βλάβη του συστήματος αποστράγγισης,
απαγορεύεται
να
εγκατασταθεί
εργοστάσιο
επεξεργασίας
απορριμμάτων σε απόσταση μικρότερη των 5 χιλιομέτρων από την θάλασσα. Κάτι τέτοιο
διασφαλίζει,
όπως
είναι
κατανοητό,
τις
αυστηρές
περιβαλλοντικές
προδιαγραφές, που οφείλουν οι ΧΥΤΑ να καλύπτουν. Ο σχεδιασμός, η τεχνολογία και οι τεχνικές διαχείρισης των ΧΥΤΑ έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και η εξέλιξη συνεχίζεται. Προκειμένου η επιλογή του χώρου να κριθεί ορθή, θα πρέπει να εξετάζονται τα υδρογεωλογικά στοιχεία της περιοχής, ώστε να μη δημιουργείται κανένας κίνδυνος ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα. «Οι σύγχρονοι ΧΥΤΑ51 οφείλουν να διαθέτουν ειδική επικάλυψη στον πυθμένα τους από φυσικά ή τεχνητά υλικά για στεγανοποίηση, κατάλληλα συστήματα συλλογής και επεξεργασίας των στραγγισμάτων, καθώς και σύστημα συλλογής του βιοαερίου. Κατά τη μέθοδο της υγειονομικής ταφής, τα απορρίμματα διαστρώνονται, συμπιέζονται, και εν τέλει σκεπάζονται με αδρανές υλικό (χώμα, μπάζα, κομπόστ κλπ). Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται στο ελάχιστο ο κίνδυνος από τη διασπορά των απορριμμάτων, καθώς και οι δυσάρεστες οσμές. Τα στραγγίσματα είναι εκείνα τα υγρά, τα οποία δημιουργούνται στον ΧΥΤΑ από την αποσύνθεση του οργανικού μέρους των απορριμμάτων και από τη διείσδυση στη μάζα τους των νερών της βροχής. Κατά την πορεία των υγρών μέσα από τη μάζα των απορριμμάτων διαλύονται και παρασύρονται διάφορες ουσίες και έτσι μπορούν να μολύνουν τα επιφανειακά και υπόγεια νερά. Η διαδικασία αυτή πάντως συνεχίζεται για πολλά χρόνια μετά και το κλείσιμο των ΧΥΤΑ.
347
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Κατά την κατασκευή ενός νέου ΧΥΤΑ πρέπει να εγκατασταθούν συστήματα συλλογής και επεξεργασίας των στραγγισμάτων, ώστε να προστατευτούν τα επιφανειακά και υπόγεια νερά. Τα οργανικά υλικά που ενταφιάζονται στον ΧΥΤΑ αποσυντίθενται σταδιακά απουσία οξυγόνου (αναερόβια ζύμωση). Η διαδικασία αυτή εκλύει διάφορα αέρια που αποκαλούνται συλλογικά βιοαέριο. Το βιοαέριο αποτελείται κατά βάση από σχεδόν ίσα μέρη μονοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου, ενώ σε μικρές ποσότητες περιλαμβάνει αμμωνία, διοξείδιο του άνθρακα, υδρογόνο, υδρόθειο, άζωτο και οξυγόνο. Η ανεξέλεγκτη παραγωγή βιοαερίου μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο έκρηξης και πυρκαγιάς, ενώ το μεθάνιο συνεισφέρει σημαντικά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Αντίθετα, αν συγκεντρωθεί με κατάλληλα συστήματα, το βιοαέριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ενέργειας από τα σκουπίδια. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται η εκπόνηση μελέτης η οποία θα εξετάζει την βιωσιμότητα της κατασκευής και λειτουργίας εγκατάστασης ενεργειακής αξιοποίησης του βιοαερίου. Βασικά στοιχεία που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι η ποσότητα του παραγόμενου βιοαερίου, το περιεχόμενο του σε μεθάνιο και γενικότερα η θερμογόνος δύναμή του. Πέραν του βιοαερίου σημαντικές παράμετροι είναι το είδος και η ποσότητα των άλλων αερίων που περιέχονται σε αυτό, οι πιθανές διακυμάνσεις ως 348
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προς την ποσότητα και τη σύστασή του, οι εναλλακτικές μορφές αξιοποίησης της παραγόμενης ενέργειας, η υποδομή που απαιτείται για τη μεταφορά της παραγόμενης ενέργειας στους χρήστες, ανάλογα με τη χρήση, η εγγύτητα των χρηστών στην εγκατάσταση αξιοποίησης. Τέλος, χρήσιμο είναι να μελετώνται οι ποσότητες και οι τύποι των αποβλήτων που θα διατίθενται στο ΧΥΤΑ και να εκτιμώνται οι μελλοντικές ποσότητες βιοαερίου που αναμένεται να παραχθούν στο συγκεκριμένο χώρο. Μόνο μέσω μακροπρόθεσμων μελετών, είναι δυνατόν να κριθεί αν και κατά πόσο μια επένδυση θα είναι αποδοτική σε βιοαέριο και φυσικά σύμφωνη με τους περιβαλλοντικούς κανόνες.» Χώρος υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων Ο όρος ΧΥΤΥ αναφέρεται σε μέθοδο ελεγχόμενης και οργανωμένης διάθεσης των απορριμμάτων στο έδαφος υπό από αυστηρές και συγκεκριμένες προδιαγραφές. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι στο ΧΥΤΥ δεν αποθέτουμε όλα τα απορρίμματα, αφού υπάρχει συστηματική ανακύκλωση στην οποία οδηγούνται, χαρτί, αλουμίνιο, πλαστικό, σίδηρος, γυαλί, ξύλο και ό,τι άλλο υλικό μπορεί να ανακυκλωθεί και να επαναχρησιμοποιηθεί. Αρχικά, γίνεται διαλογή στην πηγή με τη γνωστή διαδικασία της ανακύκλωσης και στη συνέχεια ό,τι έχει μείνει συμπιέζεται, έτσι ώστε να καταλαμβάνει μικρότερο όγκο. Στη συνέχεια ακολουθεί μηχανική ανακύκλωση και κομποστοποίηση σε εργοστάσια μηχανικής ανακύκλωσης και επεξεργασίας, κομποστοποίησης ή άλλης μορφής επεξεργασία όπως είναι η καύση ή πυρόλυση, αναλόγως με τα υλικά.
349
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σε συνέχεια όλως αυτών, το υπόλειμμα που απομένει, καταλήγει εν τέλει στον ΧΥΤΥ προκειμένου να ταφεί (θεωρητικά αιωνίως). Αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας είναι να καταλήγουν στον ΧΥΤΥ πρακτικά μόνο υπολείμματα τροφών κατά κύριο λόγο. Συνέπεια είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής του ΧΥΤΥ σε σχέση με έναν ΧΥΤΑ. Ένας ΧΥΤΥ είναι και αυτός φυσικά επιστρωμένος με κατάλληλο υλικό (μεμβράνη), που αποτρέπει τη διαρροή των υγρών που παράγουν τα απόβλητα όταν αποσυντίθενται, στα υπόγεια νερά και το έδαφος. Από την άλλη η «αιώνια» παραμονή του σε έναν χώρο προκαλεί αρνητικές εντυπώσεις σε τοπικές κοινωνίες, καθιστώντας και αυτήν τη μέθοδο κοινωνικά μη αποδεκτή 5.1.3 Μετρήσεις περιβαλλοντικών παραμέτρων Πρόγραμμα παρακολούθησης περιβαλλοντικών παραμέτρων
Το πρόγραμμα παρακολούθησης των περιβαλλοντικών παραμέτρων αφορά σε εκείνες τις ενέργειες με τις οποίες εξασφαλίζεται η ακριβής εκτίμηση και παρακολούθηση της κατάστασης των περιβαλλοντικών μέσων που αναμένεται να θιγούν ή να επιβαρυνθούν στις φάσεις προετοιμασίας, κατασκευής, λειτουργίας και αποκατάστασης (μετά το πέρας των εργασιών) του επενδυτικού έργου, καθώς και στις μεταβλητές του Έργου οι οποίες είναι κρίσιμες για την περιβαλλοντική του συμπεριφορά, όπως π.χ. τα παραγόμενα απόβλητα. Η συνεχής και ακριβής γνώση της κατάστασης του περιβάλλοντος ανά πάσα χρονική στιγμή δίνει τη δυνατότητα ορθότερης εκτίμησης της αποτελεσματικότητας των όρων,
μέτρων,
περιορισμών
και
παρεμβάσεων
που
προτείνονται
για
την
ελαχιστοποίηση των προκαλούμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ως εκ τούτου, το πρόγραμμα παρακολούθησης περιβάλλοντος αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα τυχόν επανεξέτασης και τροποποίησης των μέτρων αυτών, σε περίπτωση που δεν επιτευχθούν οι στόχοι περιβαλλοντικής διαχείρισης. Συνοψίζοντας, οι κύριες αρχές της περιβαλλοντικής διαχείρισης που διέπουν το προτεινόμενο έργο, από το στάδιο του σχεδιασμού μέχρι την τελική φάση αποκατάστασης του περιβάλλοντος είναι οι εξής: • Καθορισμός της περιβαλλοντικής στρατηγικής, • Σχεδιασμός του υπό μελέτη προτεινόμενου έργου, • Κατασκευή και λειτουργία των νέων εγκαταστάσεων, 350
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Παρακολούθηση της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος, και • Έλεγχος και τυχόν διόρθωση των μέτρων, όρων, δράσεων και παρεμβάσεων της διαδικασίας της περιβαλλοντικής διαχείρισης. Ειδικότερα, με την υλοποίηση του προγράμματος παρακολούθησης περιβάλλοντος επιτυγχάνονται τα παρακάτω: • Εκτίμηση του βαθμού επίτευξης των περιβαλλοντικών στόχων καθώς και νομοθετημένων
όρων
και
κατωφλίων
που
αφορούν
τις
μεταβλητές
των
περιβαλλοντικών μέσων, • Εκτίμηση των πιθανών μεταβολών στα περιβαλλοντικά μέσα ως συνέπεια των φάσεων ανάπτυξης (περιλαμβάνει και την κατασκευή εγκαταστάσεων), λειτουργίας, κλεισίματος και αποκατάστασης του προτεινόμενου έργου, • Εκτίμηση της ακρίβειας των επιπτώσεων που προβλέφθηκαν στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), •
Εκτίμηση
του
βαθμού
εφαρμοσιμότητας
και
αποτελεσματικότητας
των
επανορθωτικών μέτρων που προτείνονται στην Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, • Δυνατότητα άμεσης και επιστημονικά τεκμηριωμένης πληροφόρησης των αρμόδιων υπηρεσιών, ενδιαφερόμενων φορέων και πολιτών, για την κατάσταση του περιβάλλοντος σε όλες τις φάσεις του έργου. Στην συνέχεια παρουσιάζουμε μερικές μετρήσεις χημικών και φυσικών παραμέτρων, όπως διενεργούνται και είναι απαραίτητες για την περιβαλλοντική παρακολούθηση (κυρίως στον αέρα – στην ατμόσφαιρα), αλλά και για την ασφάλεια της εργασίας και την λειτουργία του εξοπλισμού διαχείρισης σε Χ.Υ.Τ.Α., Χ.Υ.Τ.Υ. και μονάδες διαχείρισης απορριμμάτων
και
αποβλήτων
γενικότερα.
Α. ΒΙΟΑΕΡΙΟ Το βιοαέριο είναι προϊόν της αναερόβιας (δηλαδή σε συνθήκες έλλειψης οξυγόνου) αποικοδόμησης οργανικής ουσίας. Παράγεται όπου συσσωρεύονται λύματα και απορρίμματα, απόβλητα κτηνοτροφίας, γεωργικά υπολείμματα και άλλα οργανικά απόβλητα. Τα κύρια συστατικά του είναι το μεθάνιο (CH4) και το διοξείδιο του άνθρακα (CO2). Αν διαφεύγει στην ατμόσφαιρα συμβάλλει σημαντικά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου καθώς μάλιστα το μεθάνιο είναι 25 φορές ισχυρότερο αέριο θερμοκηπίου απότι το CO2. Σήμερα οι συγκεντρώσεις 351
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στην ατμόσφαιρα αγγίζουν τα 400 και 1,8 ppm (μέρη ανά εκατομμύριο) για το CO2/CH4 αντίστοιχα από περίπου 280/0,8 ppm προ 200 ετών.
Επίσης το μεθάνιο είναι εκρηκτικό αέριο, με κάτω όριο ανάφλεξης στον αέρα ίσο με συγκέντρωση 5% κατ’ όγκον, και συνεπώς, αν διαφεύγει ανεξέλεγκτα υπογείως προς γειτονικά κτίρια και εγκαταστάσεις, ενδέχεται να προκαλέσει εκρήξεις και πυρκαγιές. Για αυτούς τους λόγους το βιοαέριο των Χ.Υ.Τ.Α. συλλέγεται με κατάλληλο δίκτυο κατακόρυφων και οριζόντιων αγωγών και καίγεται ελεγχόμενα σε πυρσό. Αναλόγως των τεχνικοοικονομικών δεδομένων, μπορεί επιπλέον να αξιοποιείται για την παραγωγή θερμικής ή/και ηλεκτρικής ενέργειας σε κατάλληλους λέβητες και μηχανές εσωτερικής καύσης.Η μέτρηση της σύστασης του βιοαερίου – της συγκέντρωσης δηλαδή σε αυτό των CH4-CO2-O2 – γίνεται εύκολα με φορητούς αναλυτές ειδικούς για βιοαέριο. Οι αναλυτές αυτοί είναι εύχρηστες και ελαφρές συσκευές, με καλή προστασία κελύφους (IP65), και διαθέτουν εσωτερική αντλία αναρρόφησης, φίλτρα προστασίας και μνήμη πολλών εκατοντάδων μετρήσεων. Καλόν είναι να διαθέτουν και αντιεκρηκτικά πιστοποιητικά για να χρησιμοποιούνται και σε κλειστούς χώρους χωρίς προφυλάξεις. Επιπλέον παράμετροι που μπορούν να μετρώνται περιοδικά με τους
352
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) φορητούς αναλυτές βιοαερίου:1. Το υδρόθειο - H2S, χρήσιμη παράμετρος λόγω τοξικότητας και διαβρωτικότητας. Το υδρόθειο στο βιοαέριο προκύπτει ανάλογα με τις θειούχες ενώσεις που περιέχουν τα απορρίμματα (π.χ. γύψος). Επειδή προκαλεί διάβρωση, οι κατασκευαστές ΜΕΚ βιοαερίου θέτουν ένα πολύ χαμηλό όριο συγκέντρωσής του, για την αξιοποίηση του βιοαερίου σε αυτές, οπότε συνήθως απαιτείται μία βαθμίδα απομάκρυνσης του υδρόθειου από το αντλούμενο βιοαέριο. Με την μέτρηση του υδρόθειου πριν και μετά την μονάδα απομάκρυνσής του, μπορεί να προσδιορίζεται η αποτελεσματικότητα της μονάδας και η ανάγκη συντήρησης. Το μονοξείδιο του άνθρακα – CO, δείκτης εσωτερικών αναφλέξεων στο σώμα του Χ.Υ.Τ.Α.3. Η θερμοκρασία και πίεση του βιοαερίου.4. Η ατμοσφαιρική πίεση, καθώς αλλαγές στο βαρομετρικό επηρεάζουν την έκλυση βιοαερίου.5. Η χαμηλή παροχή εκτόνωσης του βιοαερίου από στεγανά φρεάτια ελέγχου διαφυγής, ή σε ανενεργά φρεάτια
στο
σώμα
του
ΧΥΤΑ6.
Η
παροχή
βιοαερίου
σε
αγωγούς
άντλησης/συγκέντρωσης. Αυτή η μέτρηση είναι δυνατή με διάφορα αισθητήρια π.χ. με σωλήνες Pitot, ανεμόμετρα, μέτρηση της διαφορικής πίεσης σε εγκατεστημένα διαφράγματα κ.ο.κ.Όλες οι ανωτέρω μετρήσεις μπορούν να περιλαμβάνονται στο ίδιο φορητό όργανο. Με αυτό ένας μηχανικός, υπεύθυνος για το δίκτυο συλλογής – ελέγχου – διαχείρισης/αξιοποίησης του βιοαερίου μπορεί να: Ελέγχει την διαφυγή βιοαερίου από το σώμα του ΧΥΤΑ μετρώντας σε κατάλληλα φρεάτια ή τάφρους περιμετρικά του ΧΥΤΑ• Ελέγχει την σύσταση/ποιότητα του παραγόμενου βιοαερίου• Ελέγχει και ρυθμίζει την αντλούμενη παροχή βιοαερίου από κάθε φρεάτιο ή κλάδο, ώστε να βελτιστοποιείται η ποιότητα και παροχή για την αξιοποίησή του.Αντίστοιχα υπάρχουν αναλυτές σταθερής τοποθέτησης, που μετρούν συνεχώς ή περιοδικά την σύσταση του βιοαερίου (συ¬νή¬θως CH4-CO2-O2-H2S). Τοποθετούνται σε κεντρικά σημεία του δικ¬τύ-ου συλλογής και μετρούν την σύσταση ανά 15...60 λεπτά. Καθώς η παραγωγή του βιοαερίου είναι μία αργή διαδικασία και οι όποιες αλλαγές είναι επίσης αργές, αυτή η συ¬χνό¬τητα είναι επαρκής. Οι σταθεροί αναλυτές μπορούν να εφο¬διάζονται με διατάξεις βαλβίδων ώστε να αναρροφούν δείγμα από 2 ή περιςσότερα σημεία του δικτύου εναλλάξ, και να μετρούν τις συγκεντρώσεις στα σημεία αυτά. Όλες οι μετρήσεις είναι διαθέσιμες ως
353
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) σή¬¬ματα για τα PLC-SCADA της εγκαταστάσεις και μπορούν να απο¬θηκεύονται και σε ενσωματωμένα στον αναλυτή καταγραφικά.
Για την συνεχή μέτρηση της παροχής βιοαερίου σε κρίσιμα σημεία του δικτύου άντλησης, χρησιμοποιούνται ροόμετρα μάζας, ειδικά για βιοαέριο, με αντιεκρηκτική πιστοποίηση.Όπως όλα τα όργανα που μετρούν μη καθαρά αέρια, οι σταθεροί και φορητοί αναλυτές βιοαερίου χρειάζονται συντήρηση αντλιών, καθαρισμό – αλλαγή φίλτρων/υδατοπαγίδων και βαθμονόμηση ανά 6-12 μήνες, οπότε είναι σημαντικό να υπάρχει πρόβλεψη για την αντίστοιχη τεχνική κάλυψη. Β. ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΣΕ ΚΛΕΙΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ Το μεθάνιο, λόγω εκρηξιμότητας, και το υδρόθειο, λόγω τοξικότητας, είναι δύο ενώσεις που περιλαμβάνονται στο βιοαέριο και μέσω διαφυγής του μπορούν να συγκεντρωθούν σε ιδιαίτερα επικίνδυνα επίπεδα σε γειτονικά κτίρια, φρεάτια, υπόγεια και άλλους κλειστούς χώρους όπου υπάρχει εξοπλισμός ή προσωπικό.Το μεθάνιο έχει κάτω όριο ανάφλεξης (Low Explosion Limit) ίσο με συγκέντρωση 5% κ.ο. (100% LEL = 5% v/v), και συνεπώς η όποια συγκέντρωσή του σε χώρους με εξοπλισμό ή προσωπικό πρέπει να παραμένει πολύ κάτω από αυτό το όριο. Το όριο για λήψη μέτρων (αερισμός, διακοπή ηλεκτρικής τροφοδοσίας, εκκένωση) είναι συνήθως μεταξύ 10% και 40% LEL.Για το υδρόθειο η Ελληνική νομοθεσία προβλέπει όριο έκθεσης των εργαζομένων ίσο με 10 ppm, άρα σε τυχόν υπέρβαση θα πρέπει πάλι να λαμβάνονται μέτρα προστασίας (αερισμός με ανεμιστήρες, εκκένωση του προσωπικού κοκ).
354
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι επικίνδυνες συγκεντρώσεις μεθανίου και υδρόθειου, η επαρκής συγκέντρωση οξυγόνου αλλά και τυχόν συγκεντρώσεις άλλων κοινών επικίνδυνων αερίων – όπως τα CO-CO2-O3-SO2-ΝΟ μπορούν να ελέγχονται με φορητά όργανα μικρών διαστάσεων, που φορά πάνω του ένας εργαζόμενος και μετρούν συνεχώς. Τα πολυόργανα αυτά έχουν μικρές διαστάσεις (κι¬νη¬τού τηλεφώνου) και χαμηλό βάρος, και μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στην στο¬λή εργασίας. Διαθέτουν εσωτερική μνήμη και οπτικοακουστικούς-δονητικούς συνα¬γερμούς με επιλεγόμενο όριο ενεργοποίησης, για να προειδοποιούν τον εργαζόμενο που τα φορά.Εναλλακτικά μπορούν να τοποθετούνται σταθερά αισθητήρια συνεχούς μέτρησης στους χώρους που χρειάζεται, και να συνδέονται με κεντρικούς πίνακες με συναγερμούς, φαροσειρήνες, αυτοματισμούς. Τα αισθητήρια αυτά είναι μεταδότες βιομηχανικού τύπου και συνδέονται εύκολα σε PLC – SCADA – πίνακες πυρανίχνευσης ή ειδικούς πίνακες επιτήρησης επικίνδυνων αερίων.Και σε αυτές τις διατάξεις είναι απολύτως
απαραίτητο
να
ελέγχεται
περιοδικά
η
απόκρισή
τους
και
να
βαθμονομούνται, ανά 3...6 μήνες ή και συχνότερα.Γ. ΕΛΕΓΧΟΣ ΟΣΜΩΝ Είναι γνωστή η όχληση από τις οσμές ενός Χ.Υ.Τ.Α. Επειδή η οσμή είναι υποκειμενικός παράγοντας, η μέτρησή της πάντοτε περιλαμβάνει την συμμετοχή ενός ή περισσότερων (πάνελ) ανθρώπων, που καλούνται να «μυρίσουν». Το αισθητήριο της μέτρησης είναι δηλαδή η μύτη ενός ή περισσότερων ανθρώπων. Η μονάδα μέτρησης της οσμής (Odor Unit) είναι πρακτικά η αραίωση με καθαρό αέρα, μετά την οποία η οσμή γίνεται οριακά αισθητή (από το 50% των συμμετεχόντων όταν πρόκειται για πάνελ). Δηλαδή αν χρειάζεται να αραιωθεί το δείγμα 500 φορές (1:500 αραίωση με καθαρό αέρα) τότε η οσμή έχει 500 OU. Προφανώς όσο μεγαλύτερος είναι ο δείκτης αραίωσης τόσο εντονότερη είναι η οσμή.Το πρότυπο που περιγράφει την μέθοδο αναφοράς είναι το EN 13725:2006. Η λεγόμενη ολφακτομετρική μέθοδος μπορεί να γίνεται επιτόπου ή με συλλογή δείγματος και εργαστηριακή μέτρηση, και οι κατάλληλες συσκευές (οσμόμετρα) μπορεί να είναι από σχετικά απλές μάσκες με δύο εισόδους (φίλτρο οσμών και πρωτογενές δείγμα) με ρυθμιζόμενη σχέση αναρρόφησης μεταξύ των δύο εισόδων, έως πολύ σύνθετες και ακριβές εργαστηριακές συσκευές ελεγχόμενης αραίωσης. Γ
ΕΛΕΓΧΟΣ ΜΙΚΡΟΒΙΑΚΟΥ ΦΟΡΤΟΥ
355
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ο προσδιορισμός του μικροβιακού φόρτου του αέρα περιλαμβάνει την δειγματοληψία (σε υγρό μέσο συνήθως) και την εργαστηριακή ανάλυση σε εξειδικευμένα εργαστήρια (καλλιέργεια, ELISA test, LAL). Για την δειγματοληψία που μπορεί να γίνεται από το ίδιο το προσωπικό του Χ.Υ.Τ.Α. θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν παράγοντες όπως:• Ευχρηστότητα συσκευής και εξαρτημάτων, απλότητα λειτουργίας Καλό ποσοστό κατακράτησης και των μικρότερων σωματιδίων διαμέτρου <1μm• Ταχεία και αποτελεσματική αναρρόφηση μεγάλου όγκου αέρα• Δυνατότητα επιλογής του κατάλληλου υγρού μέσου για την δέσμευση Εξαρτήματα που να μπορούν να αποστειρώνονται εύκολα Δυνατότητα λειτουργίας με μπαταρίες για επαρκή χρόνο, καθότι κάποιες μετρήσεις θα χρειασθούν να γίνουν σε χώρους μακριά από κτίρια και ηλεκτρικές παροχές.Εναλλακτικά η δειγματοληψία μπορεί να ανατίθεται στο εργαστήριο που διενεργεί την μέτρηση.Ε. ΕΛΕΓΧΟΣ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Η απόρριψη ραδιενεργών υλικών και αποβλήτων μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και να προκαλέσει μακροχρόνια ραδιορύπανση του περιβάλλοντος. Η πιο «αθώα» και συνηθισμένη περίπτωση είναι τα απορρίμματα ατομικής υγιεινής ανθρώπων που έχουν υποστεί διαγνωστικές εξετάσεις ή θεραπείες με ραδιενεργές ουσίες. Τα ισότοπα που περιέχουν είναι πάντως γενικά βραχύβια και σε περίπου μία εβδομάδα έχουν αδρανοποιηθεί. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που στους κάδους απορριμμάτων καταλήγουν ισχυρές ραδιενεργές πηγές από παλαιά εξαρτήματα και υλικά βιομηχανικής και νοσοκομειακής χρήσης (αλεξικέραυνα, όργανα μέτρησης στάθμης, νοσοκομειακές πηγές ραδιοθεραπείας κλπ.) που μπορούν να προκαλέσουν ραδιορύπανση επί πολλές δεκαετίες. Για την αποφυγή εισόδου ραδιενεργών σε Χ.Υ.Τ.Α τοποθετούνται στις εισόδους οχημάτων, συνήθως στην περιοχή των ζυγιστηρίων, σταθερά ανιχνευτικά συστήματα τύπου πύλης με μεγάλης επιφάνειας και ευαισθησίας ανιχνευτές γ-ακτινοβολίας. Τα απορριμματοφόρα διέρχονται από την πύλη και εάν εντοπιστεί ραδιενέργεια και βεβαιωθεί με δεύτερη διέλευση και μέτρηση, το φορτίο πρέπει να αδειάσει σε κατάλληλο χώρο και να γίνει δευτερογενής έλεγχος με φορητά όργανα που έχουν
356
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) δυνατότητα φασματοσκοπικής ανάλυσης ώστε να εντοπιστεί η πηγή, η ενεργότητά της και να ταυτοποιηθεί το ισότοπο. Σε περιπτώσεις χαμηλής ενεργότητας και βραχύβιου ιατρικού ισοτόπου, το φορτίο μπορεί να γίνει δεκτό. Διαφορετικά καλούνται οι αρμόδιες αρχές (Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας) για την παραλαβή και διαχείριση της πηγής. 5.1.4 Έλεγχος λειτουργίας περιβαλλοντικών εγκαταστάσεων ΕΘΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΕΤΗΣΙΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΟΝΤΙΚΩΝ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 20 ΤΟΥ Ν. 4014/2011. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 4014/2011 (Α΄ 209), όλα τα έργα και οι δραστηριότητες που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, δηλαδή εκείνα που κατατάσσονται στην κατηγορία Α΄ για την περιβαλλοντική τους αδειοδότηση, εντάσσονται σε σχέδιο περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων. Το σχέδιο αυτό καταρτίζεται από το Σώμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων1 (ΣΕΠΔΕΜ), και αναθεωρείται το αργότερο κάθε πέντε χρόνια. Βάσει του σχεδίου αυτού, το ΣΕΠΔΕΜ, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, καταρτίζει εξειδικευμένα προγράμματα τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων. Σκοπός των ανωτέρω διατάξεων είναι να καταστεί αποτελεσματικότερος ο περιβαλλοντικός έλεγχος και να επιτευχθεί μεγαλύτερος βαθμός συμμόρφωσης των ελεγχόμενων εγκαταστάσεων, έργων και δραστηριοτήτων και επομένως μεγαλύτερος βαθμός προστασίας του περιβάλλοντος, μέσω του συστηματικού περιοδικού ελέγχου που θα γίνεται με καθορισμένη συχνότητα και βάσει εκτίμησης του περιβαλλοντικού κινδύνου κάθε δραστηριότητας. Ειδικά, για τις δραστηριότητες που υπάγονται στην Οδηγία 2010/IED για τις βιομηχανικές εκπομπές, η υποχρέωση συστηματικού περιβαλλοντικού ελέγχου με προκαθορισμένη συχνότητα αποτελεί και κοινοτική υποχρέωση. Αρχές και σκοποί κατάρτισης του εθνικού σχεδίου περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων Το παρόν εθνικό σχέδιο εισάγει ένα νέο μοντέλο διενέργειας των τακτικών και έκτακτων περιβαλλοντικών ελέγχων στη χώρα μας, το οποίο στηρίζεται:
357
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στην ανάλυση και εκτίμηση του περιβαλλοντικού κινδύνου κάθε έργου και δραστηριότητας, με βάση την τυπολογία, το μέγεθος και τα άλλα χαρακτηριστικά τους, που οδηγεί στον προσδιορισμό της κατηγορίας κινδύνου κάθε έργου/δραστηριότητας, στην ιεράρχηση (προτεραιοποίηση) των ελέγχων, με βάση, αφενός τις ενδείξεις συμμόρφωσης/μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία και αφετέρου, την εθελούσια συμμετοχή επιχειρήσεων σε πιστοποιημένο σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης EMAS (σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΚ 1221/2009). Οι βασικές αρχές τις οποίες υπηρετεί το παρόν σχέδιο είναι: Η διαφάνεια για τις ελεγχόμενες δραστηριότητες και όλες τις περιβαλλοντικές ελεγκτικές υπηρεσίες, Η αποτελεσματικότητα όσον αφορά στον περιοδικό έλεγχο όλων των έργων/δραστηριοτήτων κατηγορίας Α΄ της χώρας, Η αποδοτικότητα, μέσω καλύτερης αξιοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού και συντονισμού των συναρμοδίων υπηρεσιών, Η αξιοπιστία των ελέγχων, με τη χρήση έγκυρων και αναγνωρισμένων διαδικασιών / μεθοδολογιών, Η δυναμικότητα, με την εισαγωγή αυτοματοποιημένων διαδικασιών και τη συστηματική παροχή έγκυρων πληροφοριών στο πλαίσιο της προβλεπόμενης αξιολόγησης των αποτελεσμάτων του προγράμματος, σε συνεργασία με τις περιφερειακές υπηρεσίες, η οποία θα τροφοδοτήσει και τον επανασχεδιασμό των τακτικών ελέγχων εντός της πενταετίας, Η εφαρμοσιμότητα του σχεδίου, που ενισχύεται από τη συνεργασία όλων των αρχών ελέγχου στην τελική διαμόρφωση του προγράμματος τακτικών ελέγχων. Ειδικότερα, οι σκοποί που επιδιώκονται μέσω του παρόντος σχεδίου είναι οι εξής: Η τακτική παρακολούθηση με στόχο τη συμμόρφωση ως προς την περιβαλλοντική νομοθεσία και τους περιβαλλοντικούς όρους, Η προώθηση της εφαρμογής και ενδεχομένως της επικαιροποίησης των περιβαλλοντικών όρων ως προς την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, Ο εντοπισμός και η αποφυγή, πρόληψη και αντιμετώπιση περιβαλλοντικών ατυχημάτων και περιστατικών ρύπανσης, Η ορθολογική διαχείριση των παραγόμενων αποβλήτων,
358
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η παρακολούθηση αέριων εκπομπών με στόχο τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, Ο εντοπισμός προβλημάτων διαχείρισης στερεών και υγρών αποβλήτων, Ο έλεγχος των συστημάτων ανακύκλωσης, επεξεργασίας και μείωσης υγρών και στερεών αποβλήτων, η τήρηση των μελετών και η προσαρμοστικότητα στις συγκεκριμένες ανάγκες της βιομηχανικής ή άλλης δραστηριότητας, Η μέτρηση της απόδοσης των συστημάτων διαχείρισης αποβλήτων και η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων, Η συγκριτική καταγραφή, ανάλυση και περιοδική ενημέρωση σχετικά με την ισχύουσα εθνική και ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία, Η παρακολούθηση όλων των περιβαλλοντικών παραμέτρων κατά τη λειτουργία της κάθε δραστηριότητας σε εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, Ο έλεγχος κατανάλωσης ενέργειας, νερού και φυσικών πόρων, Η συντονισμένη λήψη μέτρων και προώθηση ενεργειών για την επίλυση περιβαλλοντικών προβλημάτων, Η ενεργοποίηση του συνόλου των αρχών ελέγχου με βάση τις νομικές υποχρεώσεις τους.
Αρχές που υλοποιούν το σχέδιο περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων. Οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του παρόντος σχεδίου, είναι: Οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος του Σώματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων, που διενεργούν περιβαλλοντικούς ελέγχους σε όλα τα έργα και δραστηριότητες. 359
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι Δ/νσεις Περιβάλλοντος & Χωρικού Σχεδιασμού των 7 Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας για τα έργα και δραστηριότητες της χωρικής αρμοδιότητας τους, ανεξαρτήτως της κατηγορίας του έργου ή της δραστηριότητας. Οι Δ/νσεις Περιβάλλοντος & Χωρικού Σχεδιασμού των 13 Περιφερειών της χώρας για τα έργα και δραστηριότητες της χωρικής αρμοδιότητας τους, ανεξαρτήτως της κατηγορίας του έργου ή της δραστηριότητας. Τα Κλιμάκια Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ.) που συστήνονται σε κάθε Περιφέρεια, για τα έργα και δραστηριότητες της χωρικής αρμοδιότητας του, ανεξαρτήτως της κατηγορίας του έργου ή της δραστηριότητας Μητρώο ελεγχόμενων δραστηριοτήτων. Για τη σύνταξη και εφαρμογή ενός σχεδίου επιθεωρήσεων, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει ο συνολικός κατάλογος των περιβαλλοντικά αδειοδοτημένων έργων και δραστηριοτήτων, έτσι ώστε όλες οι ελεγχόμενες δραστηριότητες να έχουν ίση αντιμετώπιση. Επειδή τέτοιος κατάλογος δεν υπήρχε, αποφασίστηκε η δημιουργία μητρώου ελεγχόμενων δραστηριοτήτων από την ομάδα εργασίας του παρόντος Σχεδίου. Το μητρώο δημιουργήθηκε και τηρείται στο ΣΕΠΔΕΜ και περιλαμβάνει 6.252 έργα και δραστηριότητες κατηγορίας Α που έχουν λάβει Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων και των οποίων ο έλεγχος εντάσσεται στο παρόν σχέδιο. Από αυτά, τα 1006 έργα και δραστηριότητες κατατάσσονται στην υποκατηγορία Α1 και τα 5246 έργα και δραστηριότητες στην υποκατηγορία Α2. Το μητρώο περιλαμβάνει: Τα έργα και τις δραστηριότητες που αδειοδοτήθηκαν περιβαλλοντικά από τις 28-5-2012 έως τις 31-12-2016 και επομένως οι αποφάσεις έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων τους και τα λοιπά στοιχεία τους είναι αναρτημένα στον διαδικτυακό τόπο aepo.gr. Πρόκειται για 2.622 περιπτώσεις. Τα έργα και τις δραστηριότητες που αδειοδοτήθηκαν περιβαλλοντικά πριν τις 28-5-2012, όμως στη συνέχεια οι περιβαλλοντικοί τους όροι τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν ή παρατάθηκαν, οπότε τα στοιχεία αυτής της τροποποίησης ή της παράτασης είναι αναρτημένα στον διαδικτυακό τόπο aepo.gr. Πρόκειται για 3.478 περιπτώσεις.
360
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τα έργα και οι δραστηριότητες που υπάγονται στις διατάξεις της Οδηγίας I.E.D. 2010/75/ΕΕ περί βιομηχανικών εκπομπών (Παράρτημα Ι της ΥΑ 36060/1155/2013), ανεξάρτητα της ημερομηνίας αδειοδότησης τους, σύμφωνα με τον κατάλογο που παρείχε η Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης του ΥΠΕΝ, καθώς και τα στοιχεία που
συλλέχθησαν
από
τον
ιστότοπο
του
Προγράμματος
«Διαύγεια»
(https://www.diavgeia.gov.gr) και από άλλες πηγές. Πρόκειται για συνολικά 470 δραστηριότητες. Στο μητρώο δεν κατέστη δυνατόν να περιληφθούν όσα έργα και δραστηριότητες έλαβαν έγκριση περιβαλλοντικών όρων πριν τις 28-5-2012, χωρίς έκτοτε να γίνει καμία τροποποίηση ή παράταση της ισχύος της και επομένως τα στοιχεία τους δεν βρίσκονται αναρτημένα στο διαδικτυακό τόπο http://aepo.ypeka.gr του ΥΠΕΝ, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάγονται στις διατάξεις της Οδηγίας I.E.D. Για τα έργα αυτά δεν υπάρχουν συγκεντρωμένα στοιχεία ούτε είναι άμεσα εφικτή η συγκέντρωσή τους από όλες τις αδειοδοτούσες αρχές. Εκτιμάται ότι τα διαφορετικά αρχεία στα οποία βρίσκονται οι ισχύουσες Αποφάσεις Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων υπολογίζονται σε περίπου 75 και εξ αυτών τα 3 στο ΥΠΕΝ, 13 στις έδρες των Περιφερειών, 7 στις έδρες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων & 52 στις Υπηρεσίες Δόμησης των πρώην εδρών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Για την αντιμετώπιση αυτού του θέματος έχει προταθεί από το ΣΕΠΔΕΜ4 η ένταξη έργου στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ΥΜΕΠΕΡΑΑ 2014-2020 για τη συγκέντρωση των παλαιότερων αυτών στοιχείων και τη συμπλήρωση του παρόντος Μητρώου, χωρίς όμως να έχει εγκριθεί έως τώρα το εν λόγω έργο. Στο Μητρώο δεν περιλαμβάνονται έργα και δραστηριότητες που κατατάσσονται στην κατηγορία Β΄. Τέλος είναι προφανές ότι στο Μητρώο δεν έχουν περιληφθεί τα έργα και οι δραστηριότητες που δεν υπόκεινται σε περιβαλλοντική αδειοδότηση (είτε έχουν λάβει «απαλλαγή» είτε όχι), καθώς και όσα λειτουργούν παράνομα, χωρίς δηλαδή να έχουν λάβει την απαιτούμενη περιβαλλοντική άδεια. Διαδικασία κατάρτισης του μητρώου ελεγχόμενων δραστηριοτήτων. Για την κατάρτιση του παρόντος σχεδίου, ήδη από το 2015, το ΣΕΠΔΕΜ ξεκίνησε έγγραφη επικοινωνία με όλες τις αρμόδιες αρχές περιβαλλοντικής αδειοδότησης και ελέγχου, με στόχο τη συλλογή στοιχείων για τα αδειοδοτημένα έργα και
361
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) δραστηριότητες, το ανθρώπινο δυναμικό που είναι διαθέσιμο για τον περιβαλλοντικό έλεγχο στις περιφερειακές υπηρεσίες, τους περιβαλλοντικούς ελέγχους που έχουν πραγματοποιηθεί κατά τα έτη 2012-2014 και την υποβολή προτάσεων σχετικά με τις προτεραιότητες του ελέγχου. Παρά την άμεση απόκριση των περισσότερων περιφερειακών υπηρεσιών, η συλλογή των ως άνω δεδομένων ήταν σε μεγάλο βαθμό ελλιπής, ειδικά όσον αφορά στον κατάλογο των αδειοδοτημένων έργων και δραστηριοτήτων Α΄ κατηγορίας. Ως εκ τούτου, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία της βάσης δεδομένων aepo.ypeka.gr του
ΥΠΕΝ,
όπως
αναφέρθηκε
παραπάνω,
δεδομένου
ότι
το
Ηλεκτρονικό
Περιβαλλοντικό Μητρώο (ΗΠΜ) πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 18 του ν. 4014/2011 δεν έχει τεθεί ακόμα σε λειτουργία. Η βάση αυτή περιέχει στοιχεία για 7.508 έργα και δραστηριότητες που αδειοδοτήθηκαν από τις 28-5-2012 ως τις 31-122016.
Από τα στοιχεία αυτά διαγράφηκαν 1.430 εγγραφές που αφορούσαν σε έργα και δραστηριότητες που είχαν συμπεριληφθεί παραπάνω από μια φορά (λόγω ανανέωσης ή τροποποίησης της ΑΕΠΟ) και στο μητρώο τελικά εντάχθηκαν 6.252 έργα και δραστηριότητες Α΄ κατηγορίας.
362
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Για την ανάλυση του περιβαλλοντικού κινδύνου και την ιεράρχηση των ελέγχων ήταν απαραίτητο να ληφθούν υπόψη ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά κάθε έργου και δραστηριότητας. Για το σκοπό αυτό συλλέχτηκαν και ενσωματώθηκαν στο μητρώο ελεγχόμενων δραστηριοτήτων τα ακόλουθα δεδομένα και χαρακτηριστικά λειτουργίας για κάθε έργο και δραστηριότητα: Κατάταξη σε υποκατηγορία Α1 ή Α2 καθώς και σε ομάδα έργων και δραστηριοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο Ι του ν. 4014/2011 και τα Παραρτήματα της ΥΑ 37674/2016 (Β΄ 2471). Συμπληρώθηκε από τα στοιχεία της βάσης δεδομένων http://aepo.ypeka.gr και, στις περιπτώσεις όπου δεν ήταν συμπληρωμένο το σχετικό πεδίο ή ήταν λανθασμένο5, βάσει της υπηρεσίας που εξέδωσε τη σχετική ΑΕΠΟ ή από το περιεχόμενο της ίδιας της ΑΕΠΟ. Κατάταξη σε αύξοντα αριθμό (α/α) εντός της κάθε ομάδας έργων ή δραστηριοτήτων, βάσει της ΥΑ 37674/2016: Συμπληρώθηκε με βάση το περιεχόμενο της ΑΕΠΟ, καθώς είναι απαραίτητο έτσι ώστε να αποδοθεί διαφορετική εμπειρική ιεράρχηση σε συγκεκριμένες υποομάδες έργων και δραστηριοτήτων της ΥΑ 37674/2016, όπως περιγράφεται στην επόμενη παράγραφο καθώς και αναλυτικότερα στο κεφάλαιο Η.3. Εμπειρική
ιεράρχηση
των
έργων
και
δραστηριοτήτων,
ανά
ομάδα/υποομάδα της ΥΑ 37674/2016: Η ιεράρχηση αυτή διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του παρόντος σχεδίου και ορίστηκαν τρεις κατηγορίες (χαμηλή, μεσαία, ψηλή) ανάλογα με τις ανάγκες ελέγχου συγκεκριμένων ομάδων δραστηριοτήτων, με βάση τις προτάσεις των Περιφερειακών υπηρεσιών και την εμπειρία από του ελέγχους στη χώρα μας έως τώρα. Χαρακτηρίστηκαν συνολικά: - 1835 έργα και δραστηριότητες ως χαμηλής ιεράρχησης, - 2820 έργα και δραστηριότητες ως μεσαίας ιεράρχησης, και - 1597 έργα και δραστηριότητες ως ψηλής ιεράρχησης. Υπαγωγή στις διατάξεις:
363
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) - της οδηγίας 2010/75/ΕΕ περί βιομηχανικών εκπομπών (I.E.D.) (Παράρτημα Ι της ΥΑ 36060/1155/2013)
- της οδηγίας 2012/18/ΕΚ για την αντιμετώπιση των κινδύνων
μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες (SEVESO III). - του παραρτήματος Ι του κανονισμού 166/2006/ΕΚ για τη σύσταση ευρωπαϊκού μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων (Ε-PRTR). - της οδηγίας 1999/13/ΕΚ για τις εκπομπές που οφείλονται στη χρήση διαλυτών - του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43/ΕΚ για την προστασία των οικοτόπων, δηλαδή το έργο έχει χωροθετηθεί μέσα σε περιοχή του δικτύου NATURA 2000. Συμπληρώθηκαν με βάση τους καταλόγους των αρμόδιων υπηρεσιών του ΥΠΕΝ και έγινε επιπλέον διασταύρωση7 των στοιχείων με το περιεχόμενο της ΑΕΠΟ κάθε έργου/δραστηριότητας και με τα στοιχεία που έχουν αποστείλει ηλεκτρονικά οι αρμόδιες αδειοδοτούσες και ελεγκτικές υπηρεσίες των Περιφερειών και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Ειδικά για την εύρεση όμως ένταξης ή μη όμως έργου/δραστηριότητας στο δίκτυο NATURA 2000, αξιοποιήθηκαν οι γεωγραφικές συντεταγμένες του έργου που περιλαμβάνονται στη βάση aepo.gr, που όμως ήταν συμπληρωμένες μόνον στο 83% των εγγραφών. Καταγράφηκαν συνολικά: 470 δραστηριότητες που υπάγονται στη οδηγία 2010/75/ΕΕ (I.E.D.), 154 δραστηριότητες που υπάγονται στην οδηγία 2012/18/ΕΚ (SEVESO II), εκ των οποίων 76 υπάγονται σε ανώτερη βαθμίδα (upper tier) και 78 σε κατώτερη βαθμίδα (lower tier), 218 δραστηριότητες που υπάγονται στον κανονισμό 166/2006/ΕΚ (Ε-PRTR) για την έκλυση και μεταφορά αέριων ρύπων, 1005 δραστηριότητες που υπάγονται στο άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, δηλαδή βρίσκονται εντός προστατευόμενων περιοχών του δικτύου NATURA 2000.
Εθελούσια συμμετοχή στο κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου EMAS (κανονισμός 1221/2009/ΕΚ). Καταγράφηκαν συνολικά 26 δραστηριότητες. Ιστορικό συμμόρφωσης (αποτελέσματα ελέγχων προηγούμενων ετών).
364
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το στοιχείο αυτό είναι καθοριστικής σημασίας για την προτεραιοποίηση των ελέγχων. Συμπληρώθηκε με βάση τις τηρούμενες βάσεις δεδομένων του ΣΕΠΔΕΜ, τους καταλόγους περιβαλλοντικών ελέγχων για τα έτη 2012, 2013 και 2014 που εστάλησαν από τις περιφερειακές ελεγκτικές υπηρεσίες, καθώς και από αναζήτηση σχετικών στοιχείων στο πρόγραμμα «διαύγεια». Ποσοτικά στοιχεία για τους διενεργηθέντες ελέγχους αναφέρονται στο Παράρτημα ΙV. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά είναι αποσπασματικά. Για να καταστούν πλήρη, απαιτείται να σταλούν από τις συναρμόδιες αρχές νέα στοιχεία για τους ελέγχους των ετών 2015-2016, να συμπεριληφθούν8 τα ήδη υποβληθέντα στοιχεία καθώς επίσης να σταλούν στοιχεία από ορισμένες υπηρεσίες που δεν έχουν απαντήσει καθόλου. Καταγράφηκαν συνολικά 889 έλεγχοι Το μητρώο ελεγχόμενων δραστηριοτήτων καταρτίστηκε στο πλαίσιο του παρόντος Προγράμματος, τηρείται και επικαιροποιείται από το ΣΕΠΔΕΜ. Ορισμένα συγκεντρωτικά στοιχεία του μητρώου δίνονται στον παρακάτω Πίνακα 1:
365
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Ανάλυση επικινδυνότητας & προσδιορισμός της συχνότητας των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων για κάθε έργο ή δραστηριότητα Η.1. Επιλογή μοντέλου για την ανάλυση επικινδυνότητας Η κατάρτιση προγραμμάτων τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων βασίζεται ουσιαστικά στην απόδοση προτεραιότητας (ιεράρχηση) των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, η οποία μπορεί να γίνει μέσω ανάλυσης επικινδυνότητας (risk assessment) των έργων και δραστηριοτήτων που ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία. Για την ανάλυση περιβαλλοντικής επικινδυνότητας των εγκαταστάσεων, πολλές χώρες έχουν αναπτύξει πληθώρα εργαλείων και μεθοδολογιών, προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες διοικητικές δομές και τις ανάγκες της κάθε διοίκησης.
366
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η παρούσα ομάδα εργασίας επέλεξε να εφαρμόσει το μοντέλο «Ολοκληρωμένης Εκτίμησης των Κινδύνων» (Integrated Risk Assessment Method – IRAM) για την ανάλυση
επικινδυνότητας,
το
οποίο
αναπτύχθηκε
το
2012
από
ομάδα
εμπειρογνωμόνων που συμμετείχαν σε σχετικό πρόγραμμα του ευρωπαϊκού δικτύου IMPEL9.
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «EasyTools – Risk Assessment Guidance Book» της ομάδας εμπειρογνωμόνων του δικτύου IMPEL, η μέθοδος IRAM σχεδιάστηκε ώστε να είναι ευέλικτη, εφαρμόσιμη σε κάθε είδος επιθεωρήσεων και προσαρμοσμένη στις ανάγκες της οδηγίας 2010/75/ΕΚ για τις βιομηχανικές εκπομπές και της οδηγίας SEVESO. Αυτή η μέθοδος επιχειρεί να συνδυάσει τα πλεονεκτήματα των άλλων μεθοδολογιών, περιορίζοντας, όσο δυνατόν τα μειονεκτήματά τους, όπως αναλύεται παρακάτω. Αναλυτική παρουσίαση του επιλεγέντος μοντέλου ανάλυσης επικινδυνότητας «IRAM» Η μέθοδος «IRAM» που επιλέχτηκε να χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση επικινδυνότητας των έργων και δραστηριοτήτων του μητρώου, διαχωρίζει τα κριτήρια 367
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επίπτωσης (impact criteria), δηλαδή τα κριτήρια που αφορούν την περιβαλλοντική επίπτωση μιας δραστηριότητας στην υγεία και το περιβάλλον, από τα κριτήρια επίδοσης/αξιολόγησης του φορέα λειτουργίας της δραστηριότητας. Η βαθμολόγηση των κριτηρίων επίπτωσης συνδέεται άμεσα με την εκτίμηση των επιμέρους κατηγοριών επικινδυνότητας και επομένως του συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου κάθε δραστηριότητας, ενώ τα κριτήρια επίδοσης έχουν περιορισμένη μόνο επίδραση στο μοντέλο. Στη μεθοδολογία αυτή εφαρμόζεται ο «κανόνας επικινδυνότητας», δηλαδή ορίζεται ο αριθμός των επιμέρους κατηγοριών επικινδυνότητας με μέγιστη βαθμολόγηση που απαιτείται ώστε ο συνολικός περιβαλλοντικός κίνδυνος μιας εγκατάστασης να ισούται με τη μέγιστη βαθμολόγηση. Εάν ο αριθμός των επιμέρους κατηγοριών επικινδυνότητας με τη μέγιστη βαθμολόγηση είναι μικρότερος από τον «κανόνα επικινδυνότητας», τότε ο συνολικός περιβαλλοντικός κίνδυνος μιας εγκατάστασης είναι μικρότερος κατά ένα βήμα από τη μέγιστη βαθμολόγηση των επιμέρους κατηγοριών. Όσο περισσότερα κριτήρια επίπτωσης εισάγονται στην ανάλυση, και άρα περισσότερες επιμέρους κατηγορίες επικινδυνότητας, τόσο μεγαλύτερος πρέπει να είναι ο αριθμός κριτηρίων με μέγιστη βαθμολόγηση που θα απαιτείται για να καθοριστεί η υψηλότερη επικινδυνότητα και άρα η μεγαλύτερη συχνότητα επιθεωρήσεων.10 Κατά αυτόν τον τρόπο αποσυνδέεται η πιο «αυστηρή» βαθμολόγηση από τη συχνότητα επιθεώρησης. Ένα ακόμη πλεονέκτημα της μεθόδου IRAM είναι ότι αποφεύγεται το πρόβλημα των υψηλών επικινδυνοτήτων από ορισμένα κριτήρια να ισοπεδώνονται από χαμηλές επικινδυνότητες άλλων κριτηρίων, που αποτελεί βασικό μειονέκτημα άλλων μοντέλων, όπως της μεθόδου «γραμμικής μέσης τιμής των κριτηρίων επικινδυνότητας» όπου η επικινδυνότητα υπολογίζεται ως ο μέσος όρος των τιμών των επί μέρους κριτηρίων. Δίνεται, επίσης η δυνατότητα χρήσης όρων και συντελεστών στάθμισης στην βαθμολόγηση του κάθε κριτηρίου επίπτωσης και επίδοσης, προκειμένου να δοθεί διαφορετική βαρύτητα στην επίδραση κάποιων κριτηρίων κατά την ανάλυση επικινδυνότητας και ενδεχομένως να δοθεί μεγαλύτερη προτεραιότητα σε ορισμένα κριτήρια πολιτικής ιεράρχησης.
368
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Συνδυάζοντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά, οι βασικές αρχές λειτουργίας και τα στάδια εφαρμογής της μεθόδου IRAM συνοψίζονται στα ακόλουθα: Διαμορφώνονται οι επιμέρους κατηγορίες επικινδυνότητας βάσει των επιμέρους κριτηρίων επίπτωσης. Οι κατηγορίες αυτές μεταβάλλονται μόνο κατά ένα βήμα προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ανάλογα με τα κριτήρια επίδοσης του φορέα λειτουργίας/εκμετάλλευσης της εγκατάστασης. Καθορίζεται ο «κανόνας επικινδυνότητας», δηλαδή ο αριθμός των επιμέρους κατηγοριών επικινδυνότητας που απαιτείται να λάβουν τη μέγιστη βαθμολόγηση, ώστε η κατηγορία συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου της εγκατάστασης να εξισώνεται με τη μέγιστη αυτή βαθμολόγηση. Η τιμή του μέγιστου βαθμού μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών επικινδυνότητας προσδιορίζει την κατηγορία συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου και επομένως τη συχνότητα επιθεώρησης, υπό την προϋπόθεση ότι ο ικανοποιείται ο «κανόνας επικινδυνότητας». Αλλιώς, εάν δεν ικανοποιείται ο κανόνας αυτός, τότε η κατηγορία συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου ισούται με το μέγιστο βαθμό των επί μέρους κατηγοριών επικινδυνότητας, μειωμένο κατά ένα βήμα. Το άθροισμα των βαθμολογήσεων όλων των επιμέρους κατηγοριών επικινδυνότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκτιμηθεί η χρονική διάρκεια και κατ΄επέκταση το οικονομικό κόστος που απαιτείται για να πραγματοποιηθεί ο κάθε έλεγχος Εφαρμογή του μοντέλου «IRAM» στις δραστηριότητες του μητρώου Για την ανάλυση επικινδυνότητας εφαρμόστηκε η μέθοδος IRAM στο σύνολο των 6.252 έργων και δραστηριοτήτων του μητρώου ελεγχόμενων δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με την παραπάνω μεθοδολογία, επιλέχτηκαν τα ακόλουθα 7 κριτήρια επίπτωσης: 1. Η κατάταξη του έργου/δραστηριότητας στην υποκατηγορία Α1 ή Α2 σύμφωνα με την κατάταξη της ΥΑ 37674/2016 (Β΄2471) «Τροποποίηση και κωδικοποίηση της ΥΑ 1958/2012», 2. Η υπαγωγή του έργου/δραστηριότητας στο Παράρτημα I της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης),
369
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 3. Η υπαγωγή του έργου/δραστηριότητας στην Οδηγία 96/82/EK (Seveso II) για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες, με διαφοροποίηση σε μονάδες ανώτερης βαθμίδας (upper tier) και μονάδες κατώτερης βαθμίδας (lower tier), 4. Η υπαγωγή του έργου/δραστηριότητας στην Οδηγία 1999/13/ΕΚ για τον περιορισμό των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων που οφείλονται στη χρήση οργανικών διαλυτών σε ορισμένες δραστηριότητες και εγκαταστάσεις, 5. Η υπαγωγή του έργου/δραστηριότητας στον Κανονισμό ΕΚ/166/2006 για τη σύσταση ευρωπαϊκού μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων, 6. Η χωροθέτηση ή μη του έργου/δραστηριότητας εντός κάποιας προστατευόμενης περιοχής του δικτύου NATURA 2000, 7. Μία εμπειρική ιεράρχηση για κάθε ομάδα/υποομάδα δραστηριοτήτων, που καθορίστηκε στο πλαίσιο του παρόντος σχεδίου. Για την ιεράρχηση αυτή ορίστηκαν τρεις κατηγορίες (χαμηλή, μεσαία, ψηλή) ανάλογα με τις ανάγκες ελέγχου συγκεκριμένων κατηγοριών/υποομάδων δραστηριοτήτων, με βάση τα ευρήματα και την εμπειρία των ελέγχων στη χώρα μας έως τώρα και λαμβάνοντας υπόψιν τις προτάσεις των περιφερειακών αρχών ελέγχου. Η χρήση της εμπειρικής αυτής ιεράρχησης κρίθηκε απαραίτητη ώστε να προσαρμοστεί η προτεραιοποίηση των ελέγχων στα δεδομένα της χώρας μας και ιδιαίτερα ως προς τα έργα και τις μη-βιομηχανικές δραστηριότητες. Η κατηγορία στην οποία κατατάχθηκε κάθε ομάδα έργων ή δραστηριοτήτων παρουσιάζεται στο Παράρτημα Ι του παρόντος. Κάθε κριτήριο επίπτωσης βαθμολογήθηκε από 1 ως 5, όπου η βαθμολόγηση «5» αντιστοιχεί στην υψηλότερη κατηγορία επικινδυνότητας και «1» στη χαμηλότερη. Στο Παράρτημα ΙΙ παρουσιάζονται τα κριτήρια επίπτωσης που χρησιμοποιήθηκαν και η βαθμολόγησή τους. Στον παρόντα σχεδιασμό επιλέχτηκε να χρησιμοποιηθεί ένας όρος στάθμισης (0,5) στο κριτήριο επίπτωσης που αφορά την υπαγωγή έργου/δραστηριότητας στον κανονισμό ΕΚ/166/2006 (e- PRTR) για τη σύσταση ευρωπαϊκού μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων, καθώς επίσης στο κριτήριο της εμπειρικής ιεράρχησης, ώστε τα κριτήρια αυτά να έχουν ελαφρά μικρότερη επίδραση στην ανάλυση επικινδυνότητας.
370
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Πέραν των κριτηρίων επίπτωσης, κάθε έργο ή δραστηριότητα αξιολογείται και με τα παρακάτω κριτήρια επίδοσης του κάθε φορέα λειτουργίας/εκμετάλλευσης (βλ. αναλυτικότερα στο Παράρτημα ΙΙ): Την ενεργή καταχώριση έργου/δραστηριότητας στο μητρώο του συστήματος οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου EMAS (Κανονισμός ΕΚ αριθ. 1221/2009), Το
ιστορικό
συμμόρφωσης
έργου/δραστηριότητας
στους
περιβαλλοντικούς όρους και τις διατάξεις της κείμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας, βάσει πορισμάτων προηγούμενων περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων. Τα επιμέρους αυτά κριτήρια επίδοσης λαμβάνουν τιμές «-1», «0» ή «1» και η επίδραση τους μπορεί να είναι κατ΄αντιστοίχιση θετική, αρνητική ή ουδέτερη στην εκτίμηση επικινδυνότητας. Στην περίπτωση των κριτηρίων επίδοσης επιλέχτηκε να μη χρησιμοποιηθεί συντελεστής βαρύτητας σε κάποιο κριτήριο, αλλά όλα τα κριτήρια να έχουν την ίδια βαρύτητα. Η μέση τιμή των επιμέρους κριτηρίων επίδοσης, στρογγυλοποιημένη στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό, δίνει το συνολικό βαθμό επίδοσης για κάθε φορέα λειτουργίας/εκμετάλλευσης, ο οποίος λαμβάνει τιμές «-1», «0» ή «1». Εν συνεχεία, ο συνολικός βαθμός επίδοσης του συγκεκριμένου φορέα προστίθεται σε κάθε επιμέρους κριτήριο επίπτωσης, για να προκύψει η επιμέρους κατηγορία επικινδυνότητας που αντιστοιχεί σε κάθε κριτήριο επίπτωσης. Κατά αυτόν τον τρόπο, η επίδραση του κριτηρίου επίδοσης μπορεί να είναι θετική, αρνητική ή ουδέτερη στην εκτίμηση επικινδυνότητας. Δηλαδή, μια καλή επίδοση του φορέα λειτουργίας/εκμετάλλευσης που βαθμολογείται με «-1» μειώνει την εκτιμώμενη επικινδυνότητα κατά ένα βήμα, ενώ μια αρνητική επίδοση που βαθμολογείται με «+1» αυξάνει την εκτιμώμενη επικινδυνότητα. Τέλος, για να υπολογιστεί η κατηγορία συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου κάθε έργου και δραστηριότητας, χρησιμοποιούνται οι επιμέρους κατηγορίες επικινδυνότητας και εφαρμόζεται ο «κανόνας επικινδυνότητας». Ως κατηγορία συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου λαμβάνεται η μεγαλύτερη τιμή από τις επί μέρους κατηγορίες επικινδυνότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η τιμή αυτή παρουσιάζεται σε τουλάχιστον δύο επί μέρους κατηγορίες επικινδυνότητας.
371
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Αν δεν πληρείται η προαναφερόμενη απαίτηση («κανόνας 2»), τότε ως τελική κατηγορία επικινδυνότητας λαμβάνεται η μεγαλύτερη τιμή από τις επί μέρους κατηγορίες επικινδυνότητας μειωμένη κατά μία μονάδα. Ως «κανόνας επικινδυνότητας» επιλέχθηκε ο αριθμός «δύο» από την παρούσα ομάδα εργασίας, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των κριτηρίων επίπτωσης που έχουν χρησιμοποιηθεί. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι για ένα έργο καθορίζεται η υψηλότερη δυνατή συχνότητα επιθεώρησης εάν τουλάχιστον δύο κριτήρια επίπτωσης βαθμολογηθούν με τον υψηλότερο βαθμό. Προσδιορισμός συχνότητας επιθεώρησης για κάθε έργο ή δραστηριότητα Σε κάθε κατηγορία συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου, αντιστοιχήθηκε μία ελάχιστη συχνότητα περιβαλλοντικής επιθεώρησης, ως ο μέγιστος χρόνος επανελέγχου (ή μέγιστος χρόνος μεταξύ δύο ελέγχων). Για κάθε έργο/δραστηριότητα, καθορίστηκε ο μέγιστος χρόνος επανελέγχου τους, που λαμβάνει τις εξής τιμές: 1,2,3,4,5, ή 10 έτη. Συνοπτικά στοιχεία για τους χρόνους επανελέγχου των έργων/δραστηριοτήτων του Μητρώου παρουσιάζονται παρακάτω στον Πίνακα 2. Ο συνολικός αριθμός 372
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επιθεωρήσεων που απαιτείται να διενεργηθούν εντός της πενταετούς διάρκειας του σχεδίου για όλη την επικράτεια, όπως προκύπτει, είναι 5.618 επιθεωρήσεις
της συχνότητας ελέγχου με βάση τις απαιτήσεις της νομοθεσίας – Συνολικός αριθμός ελέγχων που απαιτούνται για την υλοποίηση του προγράμματος Το αποτέλεσμα της προαναφερόμενης ανάλυσης κινδύνου καθορίζει τους χρόνους διεξαγωγής των τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, χωρίς όμως να έχουν
ληφθεί
υπόψη
οι
ελάχιστες
συχνότητες
επιθεωρήσεων
έργων
και
δραστηριοτήτων που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων της κείμενης ευρωπαϊκής και εθνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα: Στην οδηγία 2010/75/ΕΕ (IED), στο άρθρο 23, παράγραφος 4, ορίζεται ότι: «Η περίοδος μεταξύ δύο επιτόπου επισκέψεων βασίζεται σε συστηματική εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων και δεν υπερβαίνει το 373
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ένα έτος για τις εγκαταστάσεις που δημιουργούν τους μεγαλύτερους κινδύνους και τρία έτη για τις εγκαταστάσεις που δημιουργούν τους μικρότερους κινδύνους». Στην οδηγία 2012/18/ΕΕ (SEVESO III), άρθρο 20, παράγραφος 4, ορίζεται ότι: «Το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών επισκέψεων χώρων δεν υπερβαίνει το ένα έτος για μονάδες ανώτερης βαθμίδας και τα τρία έτη για μονάδες κατώτερης βαθμίδας, εκτός αν η αρμόδια αρχή έχει καταρτίσει πρόγραμμα επιθεωρήσεων με βάση συστηματική εκτίμηση των κινδύνων μεγάλου ατυχήματος στις αντίστοιχες μονάδες». Στο νόμο 4014/2011 (ΦΕΚ Α΄209), άρθρο 20, παράγραφος 10(β), οι ελάχιστοι χρόνοι διεξαγωγής των τακτικών επιθεωρήσεων με αυτοψία ορίζονται ως ακολούθως: - Κάθε έτος τουλάχιστον, για τις εγκαταστάσεις του Παραρτ. Ι της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ (IED) που κατατάσσονται στην κατηγορία Α1. Σε περίπτωση που ο φορέας λειτουργίας της εγκατάστασης συμμετέχει στο EMAS, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να διενεργούν επιθεώρηση σε πιο αραιά διαστήματα που, όμως, δεν ξεπερνούν την τριετία, Κάθε 3 έτη τουλάχιστον, για τις εγκαταστάσεις του Παραρτ. Ι της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ (IED) που κατατάσσονται στην κατηγορία Α2. Σε περίπτωση που ο φορέας λειτουργίας της εγκατάστασης συμμετέχει στο EMAS, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να διενεργούν επιθεώρηση σε πιο αραιά διαστήματα που, όμως, δεν ξεπερνούν την πενταετία. Κάθε 3 έτη τουλάχιστον, για έργα/δραστηριότητες των ομάδων 4, 5, 7, 8, 9 και 10 του άρθρου 3 της ΚΥΑ 15393/2332/2002 (Β΄1022) που κατατάσσονται στην υποκατηγορία Α1 και δεν ανήκουν στο Παράρτημα I της οδηγίας 2010/75. Κάθε 5 έτη τουλάχιστον, για έργα/δραστηριότητες των ομάδων 4, 5, 7, 8, 9 και 10 του άρθρου 3 της ΚΥΑ 15393/2332/2002 (Β΄1022) που κατατάσσονται στην υποκατηγορία Α2 και δεν ανήκουν στο Παράρτημα I της οδηγίας 2010/75. Κατά τη φάση κατασκευής του έργου και κάθε 5 έτη τουλάχιστον από την έναρξη λειτουργίας του έργου/δραστηριότητας, για έργα/δραστηριότητες της κατηγορίας Α΄ των ομάδων 1, 2, 3, και 6 του άρθρου 3 της ΚΥΑ 15393/2332/2002 (Β΄1022).
374
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Επίσης, στο νόμο 4014/2011 (ΦΕΚ Α΄209), άρθρο 20, παράγραφος 17 προβλέπεται ότι, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, θα εξειδικευτεί περαιτέρω ή θα τροποποιηθεί η διαδικασία και η συχνότητα περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων ανά υποκατηγορία και ανά ομάδα έργων και δραστηριοτήτων που περιγράφεται στην παράγραφο 10 του νόμου αυτού.
Βάσει των ανωτέρω προβλέψεων, η συχνότητα διεξαγωγής των επιθεωρήσεων διορθώθηκε μόνον ως προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2010/75/ΕΕ (I.E.D.). Για τις δραστηριότητες που υπάγονται στην οδηγία, η ελάχιστη συχνότητα περιβαλλοντικών ελέγχων διορθώθηκε ώστε το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών επισκέψεων να μην υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τα τρία έτη, καθώς επίσης να μην υπερβαίνει το ένα έτος για τις δραστηριότητες που έτυχαν εκτίμησης συνολικού περιβαλλοντικού κινδύνου ίσης ή μεγαλύτερης του 4,5 στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης. Μετά τη διόρθωση αυτή, ο συνολικός αριθμός ελέγχων που απαιτείται να διενεργηθούν για όλη την επικράτεια και για όλη τη 5ετή διάρκεια του σχεδίου είναι 5.717 επιθεωρήσεις. Όσον αφορά στις διατάξεις τις οδηγίας 2012/18/ΕΕ (SEVESO III), δεν διορθώθηκαν οι εκτιμώμενες συχνότητες, δεδομένου ότι στην ΚΥΑ υπ΄αρ. 172058/2016 - ΦΕΚ Β΄354 (με την οποία ενσωματώνεται στο εθνικό δίκαιο η εν λόγω οδηγία 2012/18/ΕΕ), ορίζεται η αδειοδοτούσα αρχή ως η αρμόδια υπηρεσία για τη διεξαγωγή των επιθεωρήσεων και την τήρηση των ελάχιστων συχνοτήτων περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19 της εν λόγω οδηγίας. Επομένως
375
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αποσυνδέεται η νομική αυτή απαίτηση από το γενικό σχεδιασμό των τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων. Τέλος, όσον αφορά στις απαιτήσεις της παραγράφου 10(β), του άρθρου 20 του νόμου 4014/2011 (ΦΕΚ Α΄209), δεν διορθώθηκαν οι εκτιμούμενες συχνότητες. Ο λόγος ήταν ότι κρίθηκε σημαντικό να επικεντρωθούν οι έλεγχοι σε έργα και εγκαταστάσεις που εγκυμονούν τους σοβαρότερους περιβαλλοντικούς κινδύνους. Επιπρόσθετα προωθείται από το ΣΕΠΔΕΜ η εφαρμογή της παρ. 17 του άρθρου 20 του ν. 4014/2011 ώστε με την έκδοση Υπουργικής Απόφασης να τροποποιηθεί η ελάχιστη συχνότητα περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων σε συμφωνία με τα αποτελέσματα της παρούσας ανάλυσης επικινδυνότητας. Διαθέσιμο προσωπικό για τον περιβαλλοντικό έλεγχο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από το ΣΕΠΔΕΜ11, το διαθέσιμο προσωπικό που υπηρετεί στις αρχές περιβαλλοντικού ελέγχου είναι 329 άτομα, εκ των οποίων: - 17 άτομα υπηρετούν στο ΣΕΠΔΕΜ (Τμήματα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος Βορείου & Νοτίου Ελλάδος και ΣΥΓΑΠΕΖ), - 224 άτομα υπηρετούν στις Δ/νσεις ΠΕΧΩΣΧ των 13 Περιφερειών (στην Δ/νση ΠΕΧΩΣΧ στην έδρα κάθε Περιφέρειας και στα Τμήματα Περιβάλλοντος και Υδροοικοινομίας των Περιφερειακών Ενοτήτων), - 51 άτομα υπηρετούν στις συναρμόδιες Δ/νσεις των ΠΕΧΩ (δηλαδή στις Δ/νσεις Ανάπτυξης, Υγείας, Τεχνικών έργων κλπ) και συμμετέχουν στα ΚΕΠΕ. Σημειώνεται ότι τα ΚΕΠΠΕ δεν διαθέτουν διοικητική αυτοτέλεια και γραμματειακή υποστήριξη, οπότε οι πράξεις τους υλοποιούνται μέσω των Δ/νσεων ΠΕΧΩ των Περιφερειών με αποτέλεσμα η λειτουργία του ΚΕΠΠΕ σε ορισμένες περιπτώσεις να προσθέτει διοικητικό βάρος στη λειτουργία
της
υπηρεσίας,
χωρίς
να
αυξάνει
πάντοτε
σημαντικά
την
αποτελεσματικότητά της. Γι αυτό το λόγο δεν συνυπολογίστηκαν τα ΚΕΠΠΕ στο συνολικά διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό. Σημειώνεται πάντως ότι σε άλλες περιπτώσεις τα ΚΕΠΠΕ προσφέρουν ουσιαστική συνδρομή στη διενέργεια των περιβαλλοντικών ελέγχων, ιδίως σε Περιφερειακές Ενότητες όπου οι υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες, - 88 υπηρετούν στις Δ/νσεις ΠΕΧΩ των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.
376
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Διαδικασίες για τις έκτακτες περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις Όπως ήδη αναφέρθηκε στην παράγραφο Δ1 ανωτέρω, κάθε χρόνο διεξάγεται από τις αρμόδιες αρχές μεγάλος αριθμός έκτακτων περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία που απεστάλησαν στο ΣΕΠΔΕΜ. Πολλές φορές μάλιστα διεξάγονται πολλαπλές επιθεωρήσεις στις ίδιες δραστηριότητες, λόγω έλλειψης συντονισμού των συναρμοδίων υπηρεσιών. Σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 20 του ν.4014/2011, οι έκτακτες περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις διενεργούνται μόνον σε ειδικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα: - για τη διερεύνηση σοβαρών περιβαλλοντικών καταγγελιών, - σε συμβάντα με ιδιαίτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, - σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 9 (ε) του ίδιου ανωτέρω άρθρου, ορίζονται διαδικασίες για έκτακτες περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις ως μέρος του παρόντος σχεδίου. Κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, με το παρόν σχέδιο ορίζονται συγκεκριμένες διαδικασίες για τις έκτακτες επιθεωρήσεις που αποσκοπούν στην αποτελεσματική υλοποίηση του παρόντος σχεδίου και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και των διαθέσιμων πόρων. Οι διαδικασίες αυτές είναι οι εξής: 1. Κάθε αρχή ελέγχου διενεργεί κατά προτεραιότητα τις τακτικές επιθεωρήσεις που προβλέπονται στο ετήσιο πρόγραμμα τακτικών επιθεωρήσεων, οι οποίες θα πρέπει να διενεργούνται οπωσδήποτε εντός του έτους όπου αυτές εντάχθηκαν. 2. Οι έκτακτες επιθεωρήσεις σε έργα κατηγορίας Α ή Β διενεργούνται κατά δεύτερη προτεραιότητα, και εφόσον δεν προκαλούν στην αρμόδια αρχή ελέγχου αδυναμία διεξαγωγής
των
τακτικών
επιθεωρήσεων.
Εξαίρεση
αποτελούν
οι
έκτακτες
επιθεωρήσεις σε περιβαλλοντικά ατυχήματα ή συμβάντα ιδιαίτερης σημασίας. Ειδικότερες διαδικασίες για τον χειρισμό των καταγγελιών και τη διενέργεια έκτακτων επιθεωρήσεων ορίζονται οι εξής: 3. Η αξιολόγηση των καταγγελιών/αναφορών ως προς τη σημασία τους, γίνεται από την αρμόδια αρχή ελέγχου όπου κατατίθεται η καταγγελία/αναφορά. Οι αναφορές που υποβάλλονται ταυτόχρονα σε πολλές αρχές ελέγχου, αξιολογούνται πρώτα από την πιο
377
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) κεντρική αρχή (κατά σειρά το ΣΕΠΔΕΜ, οι υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, οι υπηρεσίες των Περιφερειών). Η αξιολόγηση της κάθε αναφοράς μπορεί να οδηγεί α) σε εντολή να διενεργηθεί έλεγχος για τα καταγγελόμενα, β) στη διαβίβαση της σε άλλη υπηρεσία, ή γ) στην αρχειοθέτησή της ( βλ. σημείο 5 παρακάτω). 4. Τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την αξιολόγηση των καταγγελιών είναι: η συνάφεια με το πεδίο αρμοδιότητας των αρχών περιβαλλοντικού ελέγχου, η σοβαρότητα των καταγγελομένων σε σχέση με τον κίνδυνο που μπορεί να προκύπτει για το περιβάλλον και την υγεία, η σαφήνεια και ακρίβεια, η βασιμότητα, η επαναληψιμότητα του αναφερόμενου περιστατικού, ο χρόνος που έχει παρέλθει από το περιστατικό, η αρχική εκτίμηση για τον εάν τα καταγγελόμενα στοιχειοθετούν παράβαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. 5. Οι καταγγελίες που αφορούν σε έργα ή δραστηριότητες που έχουν ήδη ενταχθεί στο παρόν σχέδιο Επιθεωρήσεων, ελέγχονται στο πλαίσιο του τακτικού ελέγχου τους κατά το χρόνο που ορίζεται από τα ετήσια Προγράμματα. Μόνον εάν αν η σοβαρότητα της καταγγελίας είναι τέτοια που επιβάλει οπωσδήποτε τον άμεσο έλεγχο αυτής, θα πρέπει να επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τα ετήσια Προγράμματα. 6. Οι καταγγελίες που επαναλαμβάνονται κατά τρόπο καταχρηστικό θα πρέπει να τίθενται στο αρχείο, βάσει της παρ. 3 του άρ. 4 του Ν. 2690/1999 (Α΄45). Ομοίως οι καταγγελίες που είναι αόριστες ή ασαφείς, δηλαδή δεν περιγράφουν πραγματικά γεγονότα, δεν θα πρέπει να εξετάζονται. Οι καταγγελίες που αφορούν σε θέματα που ήδη έχουν ελεγχθεί πρόσφατα από άλλες υπηρεσίες, δεν θα πρέπει να ελέγχονται ξανά. 7. Οι ανώνυμες καταγγελίες αντιμετωπίζονται όπως οι επώνυμες καταγγελίες, δηλαδή αξιολογούνται ως προς την πραγματική σημασία των γεγονότων που περιγράφουν, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι είναι ανώνυμες. Αυτό συμβαίνει επειδή πολλές σοβαρές καταγγελίες υποβάλλονται συχνά από άτομα που γνωρίζουν πραγματικά περιστατικά λόγω της θέσης τους, εξαιτίας όμως της οποίας μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο σε περίπτωση δημοσιοποίησης των στοιχείων τους. Πάντως οι ανώνυμες καταγγελίες δεν δημιουργούν υποχρέωση απάντησης από την υπηρεσία. 8. Οι καταγγελίες που υποβάλλονται στο ΣΕΠΔΕΜ και που αφορούν σε θέματα περιορισμένης τοπικά σημασίας, διαβιβάζονται στις Περιφερειακές ή δημοτικές αρμόδιες αρχές και εξετάζονται από αυτές.
378
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 9. Οι καταγγελίες που παραλαμβάνονται από το ΣΕΠΔΕΜ και τις Περιφερειακές αρχές ελέγχου και που αφορούν στην παράνομη διάθεση αστικών απορριμμάτων, προϊόντων εκσκαφών και άλλων μη-επικινδύνων αποβλήτων σε κοινόχρηστους χώρους, διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες των οικείων Δήμων (υπηρεσία καθαριότητας, τεχνική υπηρεσία) λόγω αρμοδιότητας που προκύπτει από τις εξής διατάξεις: α) ΚΥΑ 50910/2727/16-12-2003 (Β΄1909) (παραρτήματα άρθρου 17), β) Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, Άρθρο 75 παρ. Ι τομέας β΄ («Περιβάλλον») γ) Ν. 3852/2010/Α΄87 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης», άρθρο 94 εδάφιο 25. Το ανωτέρω ισχύει και για παράνομη διάθεση σε ιδιωτικούς χώρους, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή οι δημοτικές υπηρεσίες εφαρμόζουν τις διαδικασίες του οικείου δημοτικού κανονισμού καθαριότητας, απαιτώντας την απομάκρυνση των απορριμμάτων από τον ιδιοκτήτη ή απομακρύνοντας οι ίδιες τα απορρίμματα και καταλογίζοντας τα έξοδα και το προβλεπόμενο πρόστιμο στον ιδιοκτήτη. 10. Οι καταγγελίες που παραλαμβάνονται από το ΣΕΠΔΕΜ και τις Περιφερειακές αρχές ελέγχου και που αφορούν σε παράνομες επιχωματώσεις-εκχερσώσεις, διάνοιξη οδών σε περιοχές εκτός σχεδίου, καταστροφή βλάστησης, δασικών εκτάσεων και υγροτόπων, μπορεί να διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες δόμησης των οικείων Δήμων, ή εναλλακτικά στα αρμόδια Δασαρχεία ή στις Κτηματικές Υπηρεσίες εάν πρόκειται για περιοχές αρμοδιότητάς τους. 11. Οι καταγγελίες που παραλαμβάνονται από το ΣΕΠΔΕΜ και τις Περιφερειακές αρχές ελέγχου και που αφορούν στην πρόκληση υπερβολικού θορύβου από καταστήματα αδειοδοτημένα από τους οικείους Δήμους, μπορεί να διαβιβάζονται για έλεγχο στις αρμόδιες υπηρεσίες των 5. Οι καταγγελίες που αφορούν σε έργα ή δραστηριότητες που έχουν ήδη ενταχθεί στο παρόν σχέδιο Επιθεωρήσεων, ελέγχονται στο πλαίσιο του τακτικού ελέγχου τους κατά το χρόνο που ορίζεται από τα ετήσια Προγράμματα. Μόνον εάν αν η σοβαρότητα της καταγγελίας είναι τέτοια που επιβάλει οπωσδήποτε τον άμεσο έλεγχο αυτής, θα πρέπει να επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τα ετήσια Προγράμματα. Οι καταγγελίες που επαναλαμβάνονται κατά τρόπο καταχρηστικό θα πρέπει να τίθενται στο αρχείο, βάσει της παρ. 3 του άρ. 4 του Ν. 2690/1999 (Α΄45). Ομοίως οι
379
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) καταγγελίες που είναι αόριστες ή ασαφείς, δηλαδή δεν περιγράφουν πραγματικά γεγονότα, δεν θα πρέπει να εξετάζονται. Οι καταγγελίες που αφορούν σε θέματα που ήδη έχουν ελεγχθεί πρόσφατα από άλλες υπηρεσίες, δεν θα πρέπει να ελέγχονται ξανά. Οι ανώνυμες καταγγελίες αντιμετωπίζονται όπως οι επώνυμες καταγγελίες, δηλαδή αξιολογούνται ως προς την πραγματική σημασία των γεγονότων που περιγράφουν, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι είναι ανώνυμες. Αυτό συμβαίνει επειδή πολλές σοβαρές καταγγελίες υποβάλλονται συχνά από άτομα που γνωρίζουν πραγματικά περιστατικά λόγω της θέσης τους, εξαιτίας όμως της οποίας μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο σε περίπτωση δημοσιοποίησης των στοιχείων τους. Πάντως οι ανώνυμες καταγγελίες δεν δημιουργούν υποχρέωση απάντησης από την υπηρεσία. Οι καταγγελίες που υποβάλλονται στο ΣΕΠΔΕΜ και που αφορούν σε θέματα περιορισμένης τοπικά σημασίας, διαβιβάζονται στις Περιφερειακές ή δημοτικές αρμόδιες αρχές και εξετάζονται από αυτές. Οι καταγγελίες που παραλαμβάνονται από το ΣΕΠΔΕΜ και τις Περιφερειακές αρχές ελέγχου και που αφορούν στην παράνομη διάθεση αστικών απορριμμάτων, προϊόντων εκσκαφών και άλλων μη-επικινδύνων αποβλήτων σε κοινόχρηστους χώρους, διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες των οικείων Δήμων (υπηρεσία καθαριότητας, τεχνική υπηρεσία) λόγω αρμοδιότητας που προκύπτει από τις εξής διατάξεις: α) ΚΥΑ 50910/2727/16-12-2003 (Β΄1909) (παραρτήματα άρθρου 17), β) Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, Άρθρο 75 παρ. Ι τομέας β΄ («Περιβάλλον») γ) Ν. 3852/2010/Α΄87 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης», άρθρο 94 εδάφιο 25.
380
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Το ανωτέρω ισχύει και για παράνομη διάθεση σε ιδιωτικούς χώρους, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή οι δημοτικές υπηρεσίες εφαρμόζουν τις διαδικασίες του οικείου δημοτικού κανονισμού καθαριότητας, απαιτώντας την απομάκρυνση των απορριμμάτων από τον ιδιοκτήτη ή απομακρύνοντας οι ίδιες τα απορρίμματα και καταλογίζοντας τα έξοδα και το προβλεπόμενο πρόστιμο στον ιδιοκτήτη. Οι καταγγελίες που παραλαμβάνονται από το ΣΕΠΔΕΜ και τις Περιφερειακές αρχές ελέγχου και που αφορούν σε παράνομες επιχωματώσεις-εκχερσώσεις, διάνοιξη οδών σε περιοχές εκτός σχεδίου, καταστροφή βλάστησης, δασικών εκτάσεων και υγροτόπων, μπορεί να διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες δόμησης των οικείων Δήμων, ή εναλλακτικά στα αρμόδια Δασαρχεία ή στις Κτηματικές Υπηρεσίες εάν πρόκειται για περιοχές αρμοδιότητάς τους. Οι καταγγελίες που παραλαμβάνονται από το ΣΕΠΔΕΜ και τις Περιφερειακές αρχές ελέγχου και που αφορούν στην πρόκληση υπερβολικού θορύβου από καταστήματα αδειοδοτημένα από τους οικείους Δήμους, μπορεί να διαβιβάζονται για έλεγχο στις αρμόδιες υπηρεσίες των
381
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 5 Στην ενότητα 5, γίνεται η παρουσίση των εννοιών Παρακολούθηση δεικτών και ποιότητας αποδεκτών και συγκεκριμένα Παρακολούθηση περιβαλλοντικών δεικτών Διαχείριση αποβλήτων σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους Μετρήσεις περιβαλλοντικών παραμέτρων Έλεγχος λειτουργίας περιβαλλοντικών εγκαταστάσεων
Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 5 Επιλέξτε τη σωστή απάντηση στις παρακάτω ερωτήσεις / διατυπώσεις ΕΡΩΤΗΣΗ 1
Οι Δείκτες είναι σειρές μετρήσεων με σκοπό την απλοποίηση,
ποσοτικοποίηση και επικοινωνία της πληροφορίας ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 2
ΛΑΘΟΣ
Ένας από τους κύριους στόχους των περιβαλλοντικών δεικτών είναι
η κοινοποίηση πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 3
ΛΑΘΟΣ
Η ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων, δεν συνδέεται με το
ποσό της θερμότητας που είναι δυνατόν να εκλυθεί κατά την καύση τους ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 4
Οι Δείκτες επιτελούν …… βασικές λειτουργίες
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4
Α
4 Β
5 382
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Γ
ΕΡΩΤΗΣΗ 5
3
Οι Περιβαλλοντικοί Δείκτες σχεδιάζονται για την μέτρηση των
περιβαλλοντικών επιδόσεων μόνον για μια περιοχή, μια χώρα ή έναν οργανισμό ΑΠΑΝΤΗΣΗ 5
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 6
ΛΑΘΟΣ
Κατά την επιλογή των δεικτών οι ακόλουθοι παράγοντες θα πρέπει
να λαμβάνονται υπ’όψιν …… ΑΠΑΝΤΗΣΗ 6
Α
Η περιβαλλοντική νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της
επιχείρησής σας •
Β Γ
ΕΡΩΤΗΣΗ 7
Η περιβαλλοντική πολιτική της εταιρίας
όλα τα παραπάνω
Η μέτρηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων ορίζεται από τον
παγκόσμιο οργανισμό τυποποίησης (ISO) ως «η συνεχής εσωτερική πρακτική διοίκησης που χρησιμοποιεί δείκτες για την παροχή δυναμικών πληροφοριών σχετικών με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις ενός οργανισμού. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 7
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 8
ΛΑΘΟΣ.
Το Οικολογικό Αποτύπωμα, είναι ένα εργαλείο που υπολογίζει την
κατανάλωση των πόρων και τις ανάγκες αφομοίωσης των αποβλήτων μιας ορισμένης ομάδας ανθρώπων ή μιας κοινωνίας. . ΑΠΑΝΤΗΣΗ 8
Α
ΣΩΣΤΟ Β
ΕΡΩΤΗΣΗ 9 ΑΠΑΝΤΗΣΗ 9
ΛΑΘΟΣ
Oι περιβαλλοντικοί δείκτες ομαδοποιούνται σε ……..ομάδες Α
4
Β
2
383
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Γ
ΕΡΩΤΗΣΗ 10
3
«Βιώσιμοι Δείκτες είναι αριθμητικές μετρήσεις, που έχουν σκοπό
να καταγράψουν την κατάσταση μια περίπλοκης κοινωνικής, οικονομικής και φυσικής κατάστασης. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 10
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
384
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 6:«ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ » ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής ενότητας είναι η παρουσίαση των βασικών και ειδικών γνώσεων που αφορούν Περιβαλλοντική Προστασία και Ανακύκλωση Προϊόντων. Συγκεκριμμένα θα εξεταστούν αντικείμενα που αναφέρονται στην Νομοθεσία του περιβάλλοντος, στα Συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης όπως επίσης και σε θέματα κατηγοριοποίησης και διαχείρισης αποβλήτων ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Όταν ολοκληρώσετε τη μελέτη του υλικού της εκπαιδευτικής ενότητας θα είστε σε θέση να γνωρίζετε:
Αρχές Βιοχημείας
Νομοθετικό πλαίσιο προστασίας περιβάλλοντος και ανακύκλωσης προϊόντων Συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης Κατηγορίες αποβλήτων Στάδια επεξεργασίας αποβλήτων
ΕΝΝΟΙΕΣ – ΚΛΕΙΔΙΑ Απόβλητα, αλουμίνιο, χαρτί, πλαστικό, γυαλί, ρύπανση, υγρά απόβλητα
Εκπαιδευτική Υποενότητα 6.1: Βασικές Γνώσεις 6.1.1 Αρχές Βιοχημείας Βιοχημεία
Βιοχημεία , ή αλλιώς βιολογική χημεία, είναι η διεπιστημονική, κοινή περιοχή των βασικών επιστημών της Χημείας και της Βιολογίας, η οποία πραγματεύεται τη μελέτη των χημικών διεργασιών και των ουσιών που περιλαμβάνουν τη λεγόμενη «ζωντανή ύλη», μέσα, αλλά και έξω, εφόσον έχουν οποιαδήποτε σχέση με τους ζωντανούς οργανισμούς. Οι Νόμοι της Βιοχημείας διέπουν όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και τις διεργασίες της ζωής τους, αλλά συνεχίζονται, τουλάχιστον για ένα επιπλέον χρονικό διάστημα, ακόμη και μετά το θάνατο του καθενός. Με τον έλεγχο της ροής των πληροφοριών μέσω της βιοχημικής επικοινωνίας (βιοπληροφορική) και της
385
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ροής της χημικής ενέργειας μέσω του μεταβολισμού, οι βιοχημικές διεργασίες δείχνουν το τρόπο λειτουργίας και την πολυπλοκότητα του φαινομένου της ζωής. Για παράδειγμα, σε κάθε ζωντανό κύτταρο, υπάρχει μια κρίσιμη βιολογική διεργασία που ονομάζεται αναπνοή. Αυτή η διαδικασία είναι η μετατροπή της γλυκόζης σε
χρήσιμη
μορφή ενέργειας,
που
αποθηκεύεται
προσωρινά
στην τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP). Η μελέτη της βιοχημείας αποκαλύπτει τις πολλές χημικές διεργασίες που εμπλέκονται για τη μετατροπή της γλυκόζης σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Η βιοχημεία υποδιαιρείται σε τρία (3 κύρια) πεδία, τα οποία είναι: 1. Δομική βιολογία 2. Ενζυμολογία 3. Μεταβολισμός Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η βιοχημεία πέτυχε να εξηγήσει ζωτικές διεργασίες που αφορούν και τα τρία αυτά πεδία. Σχεδόν όλες οι πλευρές των επιστημών ζωής έχουν αποκαλυφθεί και αναπτυχθεί με βιοχημική μεθοδολογία και έρευνα. Η βιοχημεία εστιάζει στην κατανόηση της χημικής βάσης που επιτρέπει στα βιολογικά χημικά είδη να αρχίζουν τις διεργασίες που συμβαίνουν μέσα στα ζωντανά κύτταρα, αλλά και ενδιάμεσα σε αυτά, που με τη σειρά τους σχετίζονται πολύ με τη μελέτη και την κατανόηση των ιστών και των οργάνων, όπως και ολόκληρων των ζωντανών οργανισμών, τόσο δομικά, όσο και λειτουργικά. Η βιοχημεία είναι στενά συγγενική με τη μοριακή βιολογία, δηλαδή τη μελέτη των μοριακών μηχανισμών στα βιολογικά φαινόμενα. Μεγάλο μέρος της βιοχημείας ασχολείται με τις δομές, τις λειτουργίες και τις αλληλεπιδράσεις βιολογικών μακρομορίων, όπως οι πρωτεΐνες, τα νουκλεϊκά οξέα, οι υδατάνθρακες και τα λιπίδια, που παρέχουν τη δομή των κυττάρων και διενεργούν πολλές από τις λειτουργίες που είναι συνδεδεμένες με τη ζωή. Ωστόσο, η χημεία των κυττάρων εξαρτάται επίσης και από αντιδράσεις με μικρότερα χημικά είδη. Όχι μόνο μόρια, αλλά επίσης ιόντα και ελεύθερες ρίζες. Αυτά μπορεί να είναι ανόργανα (όπως για παράδειγμα το νερό και τα μεταλλικά ιόντα) ή οργανικά (όπως για παράδειγμα τα αμινοξέα). Οι μηχανισμοί χημικών αντιδράσεων με τους οποίους τα κύτταρα λαμβάνουν, αποθηκεύουν ή και χρησιμοποιούν ενέργεια που προέρχεται από το
386
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περιβάλλον τους ονομάζεται μεταβολισμός. Τα ευρήματα της βιοχημείας εφαρμόζονται κυρίως στην ιατρική, στη διατροφή και στη γεωργία. Στην ιατρική η βιοχημεία ερευνά αίτια και θεραπείες για ασθένειες. Στη διατροφή η βιοχημεία ερευνά τη διατήρηση της υγείας και της ευεξίας, καθώς και διατροφικές ελλείψεις. Στη γεωργία, οι βιοχημικοί ερευνούν εδάφη και λιπάσματα. Επίσης, προσπαθούν να ανακαλύψουν τρόπους βελτίωσης της καλλιέργειας και αποθήκευσης καλλιεργειών, καθώς και τον έλεγχο των παρασίτων. Το πλαίσιο Μεγάλο μέρος της βιοχημείας ασχολείται με τη μελέτη της σύνθεσης, της δομής, των λειτουργιών και των αλληλεπιδράσεων των κυτταρικών αλλά και διακυτταρικών συστατικών όπως οι πρωτεΐνες, τα σάκχαρα τα λιπίδια, τα νουκλεϊκά οξέα και άλλα βιομόρια και βιοϊόντα, αν και υπάρχει μια σχετική αύξηση της ενασχόλησης με τις διεργασίες και τις αλληλεπιδράσεις και μια σχετική ελάττωση της ενασχόλησης με τις ανεξάρτητες ουσίες καθεαυτές. Ανάμεσα στον τεράστιο αριθμό των διαφορετικών βιομορίων, που πολλά από αυτά είναι πολύπλοκα και σχετικά μεγάλα (συχνά αποκαλούνται «βιοπολυμερή»), αποτελούνται από πολλές όμοιες υπομονάδες (που αποκαλούνται
«βιομονομερή»).
Κάθε
τάξη
βιοπολυμερών
έχει
ένα
διαφορετικό σύνολο υπομονάδων, (συνήθως) συγκεκριμένης τάξης βιομονομερών Για παράδειγμα, μια πρωτεΐνη είναι ένα βιοπολυμερές και αποτελείται υπομονάδες βιομονομερή, που ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο σύνολο περίπου 20 πρωτεϊνικών αμινοξέων. Η βιοχημεία, λοιπόν, ασχολείται κατεξοχήν με τέτοιες σπουδαίες για το φαινόμενο της ζωής, χημικές ουσίες και με τις αντιδράσεις τους, οι οποίες συνήθως ελέγχονται καταλυτικά από ειδικά βιοπολυμερή, που ονομάζονται ένζυμα. Η Βιοχημεία ασχολείται με τον κυτταρικό μεταβολισμό, αλλά και με το ενδοκρινικό σύστημα, σε επίπεδο πολυκύτταρου οργανισμού, που το επηρεάζει. Διάφοροι τομείς της Βιοχημείας ασχολούνται με τον γενετικό κώδικα, τη σύνθεση πρωτεϊνών, τη μεταφορά ουσιών διαμέσου ημιπερατών μεμβρανών και με τη μετάδοση ηλεκτρικών ή και χημικών μηνυμάτων. Εδώ και πάνω από 40 χρόνια η βιοχημεία ήταν τόσο επιτυχής εξηγώντας τις διεργασίες της ζωής, που τώρα πλέον σχεδόν όλες οι Βιολογικές Επιστήμες, από τη Βοτανική και τη Γεωπονία ως τη Φαρμακολογία και την Ιατρική βασίζονται σε μεγάλο
387
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ποσοστό στη βιοχημική έρευνα. Σήμερα, ο κύριος στόχος της αποκαλούμενης «καθαρής βιοχημείας» είναι η κατανόηση του πώς ακριβώς τα βιομόρια δίνουν εντολές ελέγχου μέσα στα ζωντανά κύτταρα, φαινόμενα που με τη σειρά τους καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη μελέτη και κατανόηση της λειτουργίας ολόκληρων οργανισμών και των οικοσυστημάτων τους. Σημειώνεται πως η Βιοχημεία εξετάζει τα χημικά φαινόμενα που συνδέονται με την έμβια ύλη, σε αντίθεση με τη Βιοφυσική που εξετάζει τα φυσικά φαινόμενα που συνδέονται με τη μη έμβια ύλη.
Ιστορία της Βιοχημείας Οι Γκέρτυ Κορί (Gerty Cori) και Καρλ Κορί (Carl Cori) κέρδισαν μαζί το Βραβείο Νόμπελ το 1947, για την ανακάλυψή από αυτούς του κύκλου Κορί στο Roswell Park Memorial Institute medium. Κάποτε πιστεύονταν γενικά ότι η ζωή και τα υλικά της είχαν κάποια ουσιώδη διαφορά, σε κάποια ουσία ή ιδιότητα, που δεν την είχε η μη ζώσα ύλη. Και επομένως, ότι μόνο ζωντανά όντα μπορούν να παράγουν βιομόρια. Έπειτα, όταν το 1828 ο Φρήντριχ Βέλερ (Friedrich Wöhler) δημοσίευσε τη σύνθεση της οργανικής ουρίας από το ανόργανο ισομερές της κυανικό αμμώνιο, απέδειξε ότι είναι δυνατή η τεχνητή σύνθεση οργανικών ενώσεων. Η σύνθεση της ουρίας ήταν η αυγή της Οργανικής Χημείας, αλλά η αυγή της Βιοχημείας ήταν η ανακάλυψη του πρώτου ενζύμου, της αμυλάσης (που τότε ονομάστηκε «διαστάση»), το 1833 από τον Ανσέλμ Παγιέ (Anselme Paye). Ο Έντουαρτ Μπούχνερ (Eduard Buchner) συνεισέφερε με την πρώτη επίδειξη μιας πολύπλοκης βιοχημικής διεργασίας έξω από ένα κύτταρο, το 1896: Την αλκοολική ζύμωση με κυτταρικά εκχυλίσματα ζύμης. Η πρώτη χρήση του όρου «βιοχημεία» έγινε το 1882 και είναι γενικά αποδεκτό ότι αναφέρθηκε ως «φυσικολογική χημεία». Από τότε, η βιοχημεία προόδευσε, ειδικά από τα μέσα του 20ού αιώνα, με την ανάπτυξη νέων τεχνικών, όπως η χρωματογραφία, η περίθλαση ακτίνων X, η διπλή πόλωση, η ιντερφερομετρία, η φασματοσκοπία NMR, η ραδιοϊσοτοπική επισήμανση, η ηλεκτρονική μικροσκοπία και οι μοριακές δυναμικές προσομοιώσεις. Αυτές οι τεχνικές επέτρεψαν την ανακάλυψη και τη λεπτομερή ανάλυση πολλών βιομορίων και
388
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μεταβολικών οδών μέσα στα κύτταρα, όπως η γλυκόλυση και ο κύκλος του κιτρικού οξέος (ή «κύκλος του Κρεμπς»). Ένα άλλο σημαντικό ιστορικό συμβάν για τη βιοχημεία ήταν η ανακάλυψη του γονιδίου και του ρόλο του ως αποθήκη και μεταφορέας πληροφοριών στο κύτταρο. Αυτό το τμήμα της βιοχημείας συχνά ονομάζεται μοριακή βιολογία. Από τη δεκαετία του 1950 οι Τζέιμς Γουάτσον (James D. Watson), Φράνσις Κρικ (Francis Crick), Ρόζαλιντ Φράνκλιν (Rosalind Franklin) και Μωρίς Γουΐλκινς (Maurice Wilkins) έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη επίλυση του ζητήματος της δομής του DNA και πρότειναν τη σχέση του με τη μεταφορά της γενετικής πληροφορίας. Το 1959, οι Τζωρτζ Μπηντλ (George Beadle) και Έντουαρντ Τάτουμ (Edward Tatum) έλαβαν το Βραβείο Νόμπελ για την εργασία τους σε μύκητες, δείχνοντας ότι ένα γονίδιο παράγει ένα ένζυμο. Το 1988, ο Κόλιν Πίτσφορκ (Colin Pitchfork) ήταν ο πρώτος άνθρωπος που καταδικάστηκε για φόνο με χρήση εξέτασης DNA ως αποδεικτικό υλικό. Αυτό έδωσε ώθηση στην εγκληματολογία.
6.1.2 Νομοθετικό πλαίσιο προστασίας περιβάλλοντος και ανακύκλωση προιόντων Τα απορρίμματα με οικονομικούς όρους
Το περιβάλλον σχετίζεται άμεσα με την παγκόσμια οικονομία διότι την εφοδιάζει με πρώτες ύλες, τις οποίες στην συνέχεια ο άνθρωπος μετασχηματίζει σε καταναλωτικά προϊόντα μέσω της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και με ενέργεια η οποία τροφοδοτεί αυτόν τον μετασχηματισμό. Όμως οι πρώτες ύλες και η ενέργεια αυτή δεν χάνονται (1ος νόμος θερμοδυναμικής) αλλά επιστρέφουν στο περιβάλλον ως απόβλητα. Τα οικονομικά του περιβάλλοντος αφορούν σε δύο διακριτές κατηγορίες: α) τα οικονομικά των φυσικών πόρων, β) τα οικονομικά των ποικίλων μορφών και πηγών ρύπανσης του αέρα, του νερού και του εδάφους. Αυτή η δεύτερη θεματολογία αφορά στις ανεπιθύμητες εκροές του οικονομικού συστήματος, δηλαδή τα απόβλητα, και κερδίζει συνεχώς έδαφος ως το μείζον διεθνές περιβαλλοντικό ζήτημα των ημερών μας.
389
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Εξωτερικό κόστος είναι το οικονομικό κόστος από την καταστροφή του περιβάλλοντος (γεωργικών εκτάσεων, υδάτινων πόρων κ.α.), την αλλαγή του κλίματος και την επιβάρυνση της δημόσιας υγείας, ως αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης ή κακής διαχείρισης των απορριμμάτων. Το εξωτερικό αυτό κόστος επιβαρύνει την oικονομία. Η συλλογή και διάθεση των απορριμμάτων προκαλεί κόστος για το κοινωνικό σύνολο όπως: •
Μόλυνση, Ηχητικές ενοχλήσεις.
•
Οπτικές ενοχλήσεις, Επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία.
•
Επιδράσεις στο οικοσύστημα.
•
Επιδράσεις στα κτίρια: οι αέριοι ρύποι που παράγονται στις χωματερές μπορεί να
φθάσουν σε τέτοια επίπεδα ώστε να δημιουργούνται συνθήκες διάβρωσης. •
Κλιματική Αλλαγή.
Η διαχείριση των αποβλήτων, όπως κάθε επένδυση, συνεπάγεται κόστος στο σήμερα για τρέχοντα και μελλοντικά οφέλη. H οικονομική ορθότητα της εφαρμογής της θα πρέπει να κρίνεται με βάση μια δυναμική ανάλυση κόστους-οφέλους.
Απορρίμματα και γραμμική οικονομία Πολύτιμα υλικά χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων, την κατασκευή υποδομών, την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών ή την παροχή ενέργειας. Όταν αυτά καταναλωθούν ή δεν είναι πλέον χρήσιμα, γίνονται σκουπίδια. Έως τώρα, η οικονοµία λειτουργούσε κυρίως σύµφωνα µε το µοντέλο: «παίρνω-φτιάχνω-απορρίπτω» - ένα γραµµικό µοντέλο - στο οποίο κάθε προϊόν αναπόφευκτα φτάνει στο «τέλος της ωφέλιµης ζωής» του. Κάθε χρόνο στην ΕΕ, χρησιμοποιούνται σχεδόν 15 τόνοι υλικών ανά άτοµο, ενώ κάθε πολίτης της ΕΕ παράγει, κατά µέσο όρο, πάνω από 4,5 τόνους αποβλήτων ετησίως, εκ των οποίων πάνω από το µισό καταλήγει σε ΧΥΤΑ. Η γραµµική οικονοµία, η οποία βασίζεται αποκλειστικά στην εξόρυξη πόρων, δεν αποτελεί πλέον βιώσιµη επιλογή.
Τι είναι η κυκλική οικονομία Το κυκλικό μοντέλο είναι μία βιομιμητική προσέγγιση προς την αειφορία. Αυτή η σχολή σκέψης έχει ως παράδειγμα τη φύση, και θεωρεί ότι τα συστήματά παραγωγής και κατανάλωσης
θα
έπρεπε
να
λειτουργούν
390
όπως
οι
φυσικοί
οργανισμοί,
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επαναχρησιμοποιώντας τα υλικά και τους πόρους που απελευθερώνουν στο περιβάλλον (Κυκλική Οικονομία). Στοχεύει στην επανένταξη των αποβλήτων στην παραγωγική διαδικασία. Έτσι ώστε να κλείνουν οι ανοιχτές γραμμικές ροές και τα φυσικά αγαθά να αναγεννώνται. Με τον τρόπο αυτό οδηγούμαστε στην αειφορία. «Κυκλική οικονομία είναι εκείνη που έχει σχεδιαστεί ώστε να επιτυγχάνει την αποκατάσταση και να διατηρεί τα προϊόντα, τα συστατικά στοιχεία και τα υλικά στην ύψιστη δυνατή χρησιμότητα και αξία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Αποσκοπεί στην αξιοποίηση της ανανεώσιμης ενέργειας, καταργεί τη χρήση τοξικών χημικών ουσιών και εξαλείφει τα απόβλητα μέσω προσεκτικού σχεδιασμού».
Απορρίμματα και κυκλική οικονομία Η κυκλική οικονομία χαρακτηρίζεται από εφαπτόμενους κύκλους στη βάση των οποίων βρίσκεται ο καταναλωτής/χρήστης. Η γραμμική αλυσίδα δεν παύει να υφίσταται, καθώς υπάρχει ακόμα η ανάγκη εξόρυξης πρώτων υλών και κατασκευής προϊόντων. Στο τέλος της γραμμικής αλυσίδας παραμένει η υγειονομική ταφή απορριμμάτων. Πλέον όμως υπάρχουν και όλες οι ροές συμβιωτικών δράσεων, που αποσκοπούν στη μείωση της παραγωγής υλικών και εξόρυξης πρώτων υλών αλλά και στην ελαχιστοποίηση των αποβλήτων. Η κυκλική οικονομία είναι το αύριο σήμερα, αλλά δεν είναι κάτι καινούριο! Η φιλοσοφία του «δεν πετάμε τίποτα» ήταν κυρίαρχη κατά το κοντινό παρελθόν στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, το χρησιμοποιημένο λάδι γινόταν σαπούνι, το δέρμα από τα πρόβατα γινόταν κάπα, τα κομματάκια από ύφασμα γίνονταν σκεπάσματα ή διακοσμητικά κ.ο.κ. Το γραμμικό οικονομικό μοντέλο παρά τις διαφοροποιήσεις που έχει ίσως υποστεί, θεμελιώνεται στην εποχή της εκβιομηχάνισης. Οι βιομηχανίες αντλούν πόρους, παράγουν προϊόντα με χρήση ενεργειακής και εργατικής δύναμης και τα πωλούν σε έναν τελικό καταναλωτή - ο οποίος στη συνέχεια τα απορρίπτει όταν δεν εξυπηρετούν πλέον το σκοπό τους. •
Κάθε σύστημα που βασίζεται στην κατανάλωση και όχι στην αποκατάσταση
των πόρων συνεπάγεται σημαντικές απώλειες σε όλη την αλυσίδα προστιθέμενης αξίας (παραγωγή, εμπορία, υπηρεσίες).
391
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) •
Αντίθετα «Η κυκλική οικονομία αντιπροσωπεύει μία αναπτυξιακή
στρατηγική που συνεπάγεται οικονομική ανάπτυξη χωρίς αύξηση της κατανάλωσης πόρων, με βαθιά μεταρρύθμιση των αλυσίδων παραγωγής και των καταναλωτικών συνήθειων και επανασχεδιασμό των βιομηχανικών συστημάτων σε επίπεδο συστήματος».
Η ελληνική περιβαλλοντική πολιτική για τα απορρίμματα Το Άρθρο 24 του Συντάγματος 1. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. 2. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως ο νόμος ορίζει. 3. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής. 4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Οι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης, όπως ο νόμος ορίζει.
392
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 5. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών. Με την παραπάνω διάταξη, η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους. Το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει προληπτικά και καθοριστικά μέτρα για αυτό.
Προστασία και Διαχείριση Βιοτόπων και Φυσικού Περιβάλλοντος: Νόμος 3937/2011 «Διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις» Ο Ν. 3937/2011 έχει ως σκοπό την αειφόρο διαχείριση και αποτελεσματική διατήρηση της βιοποικιλότητας, ως πολύτιμου, αναντικατάστατου και σπουδαίας σημασίας εθνικού κεφαλαίου. Οι χερσαίες, υγροτοπικές, θαλάσσιες ή μεικτού χαρακτήρα περιοχές χαρακτηρίζονται πλέον ως: •Περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης. •Περιοχές προστασίας της φύσης •Φυσικά Εθνικά ή Περιφερειακά Πάρκα •Περιοχές προστασίας οικοτόπων και ειδών. Διακρίνονται σε Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (Ε.Ζ.Δ.) και Καταφύγια Άγριας Ζωής (Κ.Α.Ζ.), σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.). Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος πρέπει να ακολουθεί τις παρακάτω βασικές αρχές.
Βασικές αρχές προστασίας του περιβάλλοντος: 1. Αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης 2. Αρχή της πρόληψης 3. Αρχή της προφύλαξης 4. Αρχή της φέρουσας ικανότητας 5. Αρχή της βιοποικιλότητας 6. Αρχή της Κοινής Φυσικής Κληρονομιάς 7. Αρχή ήπιας ανάπτυξης ευπαθών οικοσυστημάτων 8. Αρχή χωρονομίας
393
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 9. Αρχή πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αστικό Περιβάλλον - Πολεοδομικός και Χωροταξικός Σχεδιασμός: Ο Χωροταξικός σχεδιασμός ρυθμίζεται βασικά από το Νόμο 2742 για τον "Χωροταξικό Σχεδιασμό και Αειφόρο Ανάπτυξη και άλλες διατάξεις" (Νόμος 2742/1999 - ΦΕΚ Α 207 / 07.10.1999). Οι κατευθυντήριες αρχές του νόμου συνοψίζονται ως εξής: •
Ανάδειξη του Χωροταξικού Σχεδιασμού ως πλαισίου ενίσχυσης και
ανάδειξης της ποικιλότητας και πολυμορφίας του εθνικού χώρου. •
Συλλογική δράση και την κοινή ευθύνη για τη διαμόρφωση και την
αποτελεσματική εφαρμογή του Χωροταξικού Σχεδιασμού. •
Έγκαιρη και αξιόπιστη παρακολούθηση των χωρικών εξελίξεων σε
ευρωπαϊκό, δια-περιφερειακό και ενδο-περιφερειακό επίπεδο. •
Διεύρυνση, τον εμπλουτισμό και την ανανέωση των εργαλείων και
μηχανισμών άσκησης χωροταξικού σχεδιασμού. •
Αρχή της εμπιστοσύνης και του δικαίου στη χωροθέτηση ιδιωτικών και
δημόσιων έργων. περιοδικής διαδικασίας αναθεώρησης των πλαισίων.
Στόχοι της πρώτης αρχής είναι: • Η καθιέρωση στρατηγικών κατευθύνσεων και πλαισίων Χωροταξικού σχεδιασμού και βιώσιμης ανάπτυξης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, και • ο εκσυγχρονισμος του περιεχομένου του χωροταξικού σχεδιασμού ώστε αυτός να ικανοποιεί εναρμονισμένα αναπτυξιακούς στόχους, στόχους κοινωνικής συνοχής και στόχους προστασίας του περιβάλλοντος και να υλοποιεί δυναμικά τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης.
Για την προώθηση της δεύτερης αρχής: • Ιδρύεται Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, ως
οργάνου
κοινωνικού
διαλόγου και
διαβούλευσης
με
συμμετοχή
εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και βασικών κοινωνικών και επιστημονικών φορέων. 394
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Συνίσταται Επιτροπή Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού, που συγκροτείται από αρμόδιους Υπουργούς, προκειμένου να επιτευχθεί ο απαιτούμενος συντονισμός των συναρμόδιων φορέων. • μηχανισμών στρατηγικού σχεδιασμού σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, με δυνατότητα εξειδίκευσης τους σε συγκεκριμένες διοικητικές ενότητες ενδοπεριφερειακού επιπέδου ή ειδικές θεματικές ενότητες εθνικού χώρου (π.χ. παράκτιες, νησιωτικές περιοχές), • μηχανισμών ολοκληρωμένης παρέμβασης σε κρίσιμες γεωγραφικές ενότητες του εθνικού
χώρου
(π.χ.
παράκτιες,
ορεινές,
δυσπρόσιτες,
νησιωτικές,
παραμεθόριες, σεισμοπαθείς ή άλλες περιοχές), καθώς και σε μειονεκτούσες αστικές περιοχές με έντονα προβλήματα αναπτυξιακής υστέρησης, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής υποβάθμισης, • νέων καινοτόμων μηχανισμών τεχνογνωστικής στήριξης του χωροταξικού σχεδιασμού, μέσω της δημιουργίας Εθνικού Δικτύου Πληροφοριών για το Χωροταξικό Σχεδιασμό. Στόχος του είναι να επιτρέψει τη συνεχή τροφοδότηση του εθνικού, ειδικού και περιφερειακού σχεδιασμού της χώρας με αξιόπιστα και συγκρίσιμα στοιχεία και πληροφορίες και την επεξεργασία του στο πλαίσιο του συστήματος πληροφορικής. Μέσω του δικτύου αυτού συστηματοποιείται η συνεργασία και η συμπληρωματικότητα των διαφόρων δημόσιων φορέων για την αποτελεσματική κατάρτιση και εφαρμογή του χωροταξικού σχεδιασμού και παράλληλα δημιουργείται μια στέρεη και ευέλικτη τεχνική και επιστημονική βάση, η οποία επιτρέπει την ανταλλαγή και τη διάδοση πληροφοριών που αφορούν την κατάσταση του χώρου.
Στόχοι της τέταρτης αρχής είναι η καθιέρωση: •
διαδικασίας συνεχούς παρακολούθησης των εγκεκριμένων στρατηγικών
χωροταξικών πλαισίων, •
διαδικασίας, ανά δύο έτη, αξιολόγηση για όλες τις κλίμακες και τα επίπεδα
του χωροταξικού σχεδιασμού, •
περιοδικής διαδικασίας αναθεώρησης των πλαισίων. 395
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Προστασία και Διαχείριση Θαλάσσιου Περιβάλλοντος «Με το Ν. 3983/2011 «Εθνική στρατηγική για την προστασία και διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος – Εναρμόνιση με την οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 και άλλες διατάξεις» ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2008/56 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τη θαλάσσια στρατηγική, η οποία αποτελεί τον περιβαλλοντικό πυλώνα της μελλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα αυτό.
Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης σε σχέση με το περιβάλλον (ενδεικτικά αποσπάσματα) Σκοπός του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (Γ.Π.Χ.Σ.Α.Α.) είναι ο προσδιορισμός στρατηγικών κατευθύνσεων για την ολοκληρωμένη χωρική ανάπτυξη και την αειφόρο οργάνωση του εθνικού χώρου για τα επόμενα 15 χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη: • την ανάγκη για: α) προώθηση της αειφόρου, ισόρροπης και σφαιρικά ανταγωνιστικής ανάπτυξης, β) κατοχύρωση της παραγωγικής και κοινωνικής συνοχής, γ) διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς στο σύνολο του εθνικού χώρου και στις επιμέρους ενότητές του και δ) ενίσχυση της θέσης της χώρας στο διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο, • τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα, σε διεθνές και κοινοτικό επίπεδο, για τη διαχείριση του χώρου, το περιβάλλον και την αειφορία. Η ιδιαίτερη γεωμορφολογία της χώρας θέτει αναπτυξιακούς περιορισμούς (φραγμούς και ασυνέχειες στην κατανομή των δραστηριοτήτων στο χώρο). Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί και τον καθοριστικό παράγοντα για το, εξαιρετικής ποιότητας, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον της. Η ανάδειξή του, με τη χρήση κατάλληλων αναπτυξιακών πολιτικών και, κυρίως, με τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής, μπορεί να αποτελέσει το συγκριτικό πλεονέκτημα της αναπτυξιακής πορείας της Χώρας. 396
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η γεωργία αποτελεί δραστηριότητα η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών (θέσεις εργασίας), στην παραγωγή ασφαλών γεωργικών προϊόντων και τροφίμων και στη διατήρηση της φυσιογνωμίας της υπαίθρου και του κοινωνικού ιστού. Παράλληλα, συντελεί στη δημιουργία ποικίλων ημιφυσικών οικοτόπων και τοπίων τα οποία, πέραν της αισθητικής αξίας, συνιστούν ενδιαιτήματα για την πλούσια πανίδα και χλωρίδα της χώρας μας. Όμως, η αλόγιστη χρήση λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων, καθώς και οι αδόκιμες πρακτικές άρδευσης και, ενίοτε, η ακατάλληλη χρήση της γεωργικής γης, τραυματίζουν την περιβαλλοντική κληρονομιά και υποβαθμίζουν την βιοποικιλότητα. Η χώρα είναι πλούσια σε μεταλλεύματα και ορυκτά. Οι σχετικές δραστηριότητες συναντώνται σχεδόν σε όλους τους νομούς της χώρας, ακόμη και στις νησιωτικές περιοχές, όπου απαντώνται διάφορα κοιτάσματα και ορυκτά και τα οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω της συμβολής τους στην παραγωγική διαδικασία. Η χωρική διάσταση της εξορυκτικής και της μεταλλευτικής δραστηριότητας συνδέεται με την ανάγκη αναγνώρισης των ορυκτών πόρων ως ισότιμων προς τους λοιπούς φυσικούς πόρους και με την εξασφάλιση της δυνατότητας αξιοποίησής τους, κατά τρόπο συμβατό με την προστασία του περιβάλλοντος και την άσκηση τουριστικών ή άλλων δραστηριοτήτων. Εκτιμάται ότι, με την προϋπόθεση τήρησης των απαιτούμενων περιβαλλοντικών όρων και μέτρων, η άσκηση μεταλλευτικών δραστηριοτήτων μπορεί να συμβάλλει στην τοπική ανάπτυξη περιοχών με περιορισμένες οικονομικές δραστηριότητες και στη συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο χώρα. Ως προς τη μορφή της χωρικής ανάπτυξης, διαπιστώνονται εμφανώς έντονες τάσεις αστικής εξάπλωσης, κυρίως γύρω από τα δυναμικά αστικά κέντρα, στις παράκτιες περιοχές αλλά και στη λοιπή επικράτεια, ιδιαίτερα κατά μήκος των οδικών αξόνων. Η αστική ανάπτυξη στις πιο πάνω περιοχές ενθαρρύνεται αφενός από τη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων και τη βελτίωση της προσβασιμότητας και αφετέρου από την κερδοσκοπία στη γη και την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στις χρήσεις γης. Εκτιμάται, πάντως, ότι η εν λόγω αστική διάχυση έρχεται σε αντίθεση με τα πρότυπα της αειφόρου και της ‘συμπαγούς’ πόλης, καθότι αυξάνει το κόστος των υποδομών,
397
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) την κυκλοφορία και την
κατανάλωση ενέργειας, ενώ επιπλέον υποβαθμίζει
την
ποιότητα του περιβάλλοντος. Βαρύνουσα θέση, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, κατέχουν οι συνοριακές περιοχές, οι οποίες διακρίνονται στις περιοχές του ηπειρωτικού τμήματος, που είναι κατά κανόνα ορεινές και στις περιοχές του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου. Οι περιοχές αυτές προσφέρονται για την ανάπτυξη συνεργασιών με τις γείτονες χώρες στους τομείς της επιχειρηματικότητας, του τουρισμού, του πολιτισμού, της κοινής διαχείρισης των υδατικών πόρων και των αποβλήτων, της προστασίας του περιβάλλοντος και του διασυνοριακού ελέγχου, καθώς και για την ανάπτυξη υποδομών και δικτύων πληροφόρησης, επικοινωνίας και ενέργειας.
Εξοικονόμηση Ενέργειας και Ανανεώσιμες Πηγές: •
Η αιολική
•
Η ηλιακή και η γεωθερμική ενέργεια
•
Η ενέργεια κυμάτων
•
Η παλιρροϊκή ενέργεια
•
Η υδραυλική ενέργεια
•
Τα αέρια τα εκλυόμενα από χώρους υγειονομικής ταφής,
•
Τα αέρια τα εκλυόμενα από εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού
•
Τα βιοαέρια
Στις πόλεις καθημερινά καλύπτουμε τις ενεργειακές μας ανάγκες, σχεδόν αποκλειστικά, από τις συμβατικές πηγές ενέργειας, δηλαδή το πετρέλαιο, τη βενζίνη και τον άνθρακα. Ο ηλεκτρισμός που χρησιμοποιούμε προέρχεται από τις πηγές αυτές, oι οποίες, παρόλη τη σπουδαία συνεισφορά τους στο σύγχρονο πολιτισμό, ρυπαίνουν ανεπανόρθωτα το περιβάλλον και εξαντλούνται με γοργούς ρυθμούς. Αντιθέτως, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) αναπληρώνονται μέσω των φυσικών κύκλων και θεωρούνται πρακτικά ανεξάντλητες. Ο ήλιος, ο άνεμος, η γεωθερμία, τα ποτάμια, οι οργανικές ύλες, όπως το ξύλο και ακόμη τα απορρίμματα οικιακής και γεωργικής προέλευσης, είναι πηγές ενέργειας, που η προσφορά τους δεν εξαντλείται ποτέ. Εξάλλου, η αξιοποίησή τους για την παραγωγή ενέργειας δεν επιβαρύνει το 398
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περιβάλλον. Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογο δυναμικό ΑΠΕ, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν μια πραγματική εναλλακτική λύση για την κάλυψη μέρους των ενεργειακών μας αναγκών, συνεισφέροντας στη μείωση της εξάρτησης από συμβατικά καύσιμα, στην ελάττωση του φαινόμενου του Θερμοκηπίου, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ανάπτυξη αποκεντρωμένων περιοχών.
Εξοικονόμηση Ενέργειας και Ανανεώσιμες Πηγές Η αιολική ενέργεια προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα, πράγμα που εξηγεί γιατί είναι η περισσότερο ταχέως αναπτυσσόμενη πηγή ενέργειας στον κόσμο. Οι ερευνητικές προσπάθειες έχουν στόχο να ανταποκριθούν στις ανάγκες για ευρύτερη χρήση της αιολικής ενέργειας.
Πλεονεκτήματα Απορρέοντας από τον άνεμο, η αιολική ενέργεια είναι μια καθαρή πηγή ενέργειας. Η αιολική ενέργεια δεν μολύνει την ατμόσφαιρα όπως τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρισμού τα οποία στηρίζονται στην καύση ορυκτών καυσίμων, όπως άνθρακα ή φυσικό αέριο. Οι ανεμογεννήτριες δεν εκλύουν χημικές ουσίες στο περιβάλλον οι οποίες προκαλούν όξινη βροχή ή αέρια του θερμοκηπίου.
Μειονεκτήματα Η αιολική ενέργεια πρέπει να συναγωνιστεί τις συμβατικές πηγές ενέργειας σε επίπεδο κόστους. Ανάλογα με το πόσο ενεργητική, ως προς τον άνεμο, είναι μια τοποθεσία, το αιολικό πάρκο μπορεί ή δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστικό ως προς το κόστος. Παρότι το κόστος της αιολικής ενέργειας έχει μειωθεί δραματικά τα τελευταία 10 χρόνια, η τεχνολογία απαιτεί μια αρχική επένδυση υψηλότερη από εκείνη των γεννητριών που λειτουργούν με καύση ορυκτών. Η ισχυρότερη πρόκληση στη χρησιμοποίηση του ανέμου ως πηγή ενέργειας είναι ότι ο άνεμος είναι περιοδικά διακοπτόμενος και δεν φυσά πάντα όταν ο ηλεκτρισμός απαιτείται. Η αιολική ενέργεια δεν μπορεί να αποθηκευτεί (εκτός αν χρησιμοποιηθούν μπαταρίες). Επιπλέον, δεν μπορούν όλοι οι άνεμοι να τιθασευτούν ώστε να καλυφθούν, τη στιγμή που προκύπτουν, οι ανάγκες σε ηλεκτρισμό.
399
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τα κατάλληλα σημεία για αιολικά πάρκα συχνά βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές, μακριά από πόλεις όπου χρειάζεται ο ηλεκτρισμός. 6.1.3 Συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης σύμφωνα με διεθνή πρότυπα Στο πλαίσιο του συστήματος περιβαλλοντικής προστασίας της ΕΕ τρεις γενικές αρχές
έχουν μεγάλη σημασία για το περιβάλλον: 1. Η αρχή της ενσωμάτωσης των περιβαλλοντικών παραμέτρων στις ευρωπαϊκές πολιτικές, σύμφωνα με την οποία το περιβάλλον παύει να είναι απλή παράμετρος και προάγεται σε κύρια συνιστώσα και των άλλων. 2. Η αρχή της επικουρικότητας, η οποία αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ε. Ε και των κρατών μελών όσον αφορά περιβαλλοντικά ζητήματα. Σύμφωνα με την αρχή αυτή «η Κοινότητα δε διαθέτει τεκμήριο αρμοδιότητας για θέματα που άπτονται του περιβάλλοντος αλλά επεμβαίνει όταν το έννομο αυτό αγαθό διασφαλίζεται με μεγαλύτερη επιτυχία με τη δική της δράση και όχι από εκείνη των κρατών μελών». 3. Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης σύμφωνα με την οποία οι οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να εναρμονίζονται με τα περιβαλλοντικά δεδομένα ώστε να μην υπάρχει κατασπατάληση των φυσικών πόρων και κατά αυτόν τον τρόπο να μην εκτίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των αναγκών των μελλοντικών γενεών 14 και ταυτόχρονα να προάγουν την κοινωνική συνοχή.
Αρχές και εξέλιξη ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής Η ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική χρονολογείται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Παρισίων του 1972. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999) καθιέρωσε την υποχρέωση ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις τομεακές πολιτικές της ΕΕ. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1993) καθιέρωσε το περιβάλλον ως επίσημο πεδίο πολιτικής της ΕΕ. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999) καθιέρωσε την υποχρέωση ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις τομεακές πολιτικές της ΕΕ. •
Η αρχή της πρόληψης είναι ένα εργαλείο διαχείρισης κινδύνων.
400
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) •
Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» υλοποιήθηκε με την Οδηγία για την
περιβαλλοντική ευθύνη (ELD), που αποσκοπεί στην πρόληψη ή διαφορετικά στην αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικότοπους, σε ύδατα και έδαφος. •
Τα πρόσφατα χρόνια, η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής πολιτικής έχει
σημειώσει μεγάλη πρόοδο, παραδείγματος χάριν, στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής, όπως αποτυπώνεται στην παράλληλη ανάπτυξη της δέσμης μέτρων της ΕΕ σχετικά με το κλίμα και την ενέργεια ή ο Χάρτης πορείας για τη μετάβαση σε μια ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών επιπέδων ανθρακούχων εκπομπών το 2050, που θα επιδιώκει φθηνούς τρόπους οι οποίοι θα καταστήσουν την ευρωπαϊκή οικονομία πιο φιλική προς το κλίμα και λιγότερο ενεργοβόρα. Οι ειδικότερες αρχές στις οποίες στηρίζεται η πολιτική της ΕΕ στον τομέα του περιβάλλοντος είναι οι ακόλουθες: •
Η Αρχή της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, σύμφωνα με την οποία οι προσβολές στο περιβάλλον θα πρέπει να αποφεύγονται εκ των προτέρων.
•
Η Αρχή της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή, σύμφωνα με την οποία η δυσμενής επίδραση κάθε δραστηριότητας στο περιβάλλον πρέπει να περιορίζεται στην πηγή της ρύπανσης όπου είναι απαραίτητο να γίνεται και η καταπολέμηση της πριν διαχυθεί σε ευρύτερο χώρο.
•
Η Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», σύμφωνα με την οποία αυτός που προξενεί ρύπανση πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα φέρει τα βάρη της επανόρθωσης και όχι το κοινωνικό σύνολο έτσι ώστε ο ρυπαντής να λαμβάνει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα.
Βασικό πλαίσιο: Τα προγράμματα δράσης για το περιβάλλον. Οριζόντιες στρατηγικές για το περιβάλλον. Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και συμμετοχή του κοινού. Τα προγράμματα δράσης για το περιβάλλον (ΠΔΠ) - εκ των οποίων έχουν υπάρξει τώρα έξι - έχουν συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της 401
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Το έκτο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έληξε τον Ιούλιο του 2012. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει έκτοτε ζητήσει από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να προτείνουν διάδοχο πρόγραμμα. Αυτό έχει υπάρξει και είναι το έβδομο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον το οποίο διαρκεί μέχρι το 2024. Προτεραιότητες του προγράμματος: 1. Προστασία, διατήρηση και ενίσχυση του φυσικού κεφαλαίου της EE. 2. Μετατροπή της EE σε μια πράσινη και ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα και αποδοτικής χρήσης των πόρων. 3. Προστασία των πολιτών της EE από περιβαλλοντικές πιέσεις και κινδύνους για την υγεία και την ευημερία. 4. Μεγιστοποίηση των οφελών της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της EE μέσω βελτίωσης της εφαρμογής της. 5. Βελτίωση της βάσης γνώσεων και αποδεικτικών στοιχείων για την περιβαλλοντική πολιτική της EE. 6. Διασφάλιση των επενδύσεων στην περιβαλλοντική και την κλιματική πολιτική και αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού εξωτερικού κόστους. 7. Βελτίωση της ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής διάστασης και της συνοχής των πολιτικών. 8. Ενίσχυση της αειφορίας των πόλεων της EE. 9. Αύξηση της αποτελεσματικότητας της Ένωσης όσον αφορά την αντιμετώπιση διεθνών περιβαλλοντικών και κλιματικών προκλήσεων. Βασικό πλαίσιο: •
Διεθνής συνεργασία σε περιβαλλοντικά θέματα.
•
Εφαρμογή των πολιτικών.
•
Έλεγχος των πολιτικών.
•
Εποπτεία των πολιτικών.
Οι φυσικοί πόροι όπως είναι το νερό, ο αέρας, τα εδάφη και η βιοποικιλότητα αλληλεξαρτώνται σε σύνθετα οικοσυστήματα, πέραν των συνόρων των χωρών. Η ΕΕ πρωτοστατεί
στη
δημιουργία
συστημάτων
περιβαλλοντικής
προστασίας
και
αποκατάστασης σε περιφερειακό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο: δίνεται προτεραιότητα
402
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) στην περιβαλλοντική συνεργασία με τις γειτονικές της χώρες (Α. Ευρώπη, Β. Αφρική, Μέση Ανατολή) διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή διάσκεψη κορυφής της Ναγκόγια το 2010, όπου συμφωνήθηκε μια συνολική στρατηγική για την καταπολέμηση της απώλειας της βιοποικιλότητας προώθησε τη βιώσιμη ανάπτυξη στη διεθνή διάσκεψη Ρίο+20 το 2012, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περισσότερο συντονισμένη δράση με στόχο την αντιμετώπιση παγκόσμιων περιβαλλοντικών προκλήσεων. •
Η περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ ξεκίνησε να δημιουργείται στη
δεκαετία του 1970. Πολλές εκατοντάδες οδηγίες, κανονισμοί και αποφάσεις είναι σήμερα σε ισχύ σε αυτό το πεδίο. Όμως, η αποτελεσματικότητα της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή της σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, ενώ η ανεπαρκής εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας παραμένουν ένα σοβαρό ζήτημα. Ζωτική είναι η εποπτεία — τόσο της κατάστασης του περιβάλλοντος όσο και του επιπέδου εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ. •
Τον Μάιο 2016 η Επιτροπή δρομολόγησε την επισκόπηση της εφαρμογής
της περιβαλλοντικής πολιτική, ένα νέο εργαλείο που προορίζεται να συμβάλει στην επίτευξη της πλήρους εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, που συμβαδίζει με τον έλεγχο καταλληλότητας (Πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου ή εν συντομία REFIT) των υποχρεώσεων παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων δυνάμει της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ ούτως ώστε αυτή να καταστεί απλούστερη και λιγότερη δαπανηρή.
Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παίζει βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ. Κατά την 7η κοινοβουλευτική περίοδο (2009-2014), το Κοινοβούλιο, συν-νομοθετώντας με το Συμβούλιο της Ευρώπης, ενέκρινε, μεταξύ άλλων, νομοθετήματα για τις εκλύσεις από οχήματα και βιομηχανίες, τα ηλεκτρονικά απόβλητα, τις πλαστικές σακούλες, τις παράνομες μεταφορές αποβλήτων και για τη διάλυση παλαιών πλοίων.
403
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Στη θέση του για το τρέχον πρόγραμμα περιβαλλοντικής δράσης, το Κοινοβούλιο τόνισε επίσης την ανάγκη αυστηρότερης επιβολής της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Εποπτεία των πολιτικών: Κατά τις διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Κοινοβούλιο πέτυχε να βελτιωθούν τα ποιοτικά πρότυπα για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. Η περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ ξεκίνησε να δημιουργείται στη δεκαετία του 1970. Πολλές εκατοντάδες οδηγίες, κανονισμοί και αποφάσεις είναι σήμερα σε ισχύ σε αυτό το πεδίο. Όμως, η αποτελεσματικότητα της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή της σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, ενώ η ανεπαρκής εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας παραμένουν ένα σοβαρό ζήτημα. Ζωτική είναι η εποπτεία — τόσο της κατάστασης του περιβάλλοντος όσο και του επιπέδου εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ.
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Η ανάπτυξη της βιομηχανίας και η εξέλιξη της τεχνολογίας έδωσαν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παρεμβαίνει δραστικά στις φυσικές διαδικασίες και να διαταράσσει ριζικά το φυσικό του περιβάλλον. Οι ενεργειακές ροές μεταβλήθηκαν. Οι κυρίαρχες πηγές ενέργειας ήταν και συνεχίζουν να είναι μη ανανεώσιμες (ορυκτά καύσιμα), τις οποίες οι σύγχρονες βιομηχανικές δραστηριότητες υπερκαταναλώνουν και σπαταλούν αλόγιστα. Από τότε μέχρι και σήμερα, οι κύκλοι της ύλης διακόπτονται από τον όγκο και το είδος των αποβλήτων που παράγονται, τα οποία δεν μπορούν να αποικοδομηθούν και συσσωρεύονται στο περιβάλλον με τη μορφή διάφορων ειδών ρύπανσης που απειλούν την ποιότητα ζωής και αυτή την επιβίωση του πλανήτη. Το περιβάλλον και τα προβλήματα του δεν λαμβάνονταν καθόλου υπόψη στα μοντέλα της βιομηχανικής ανάπτυξης μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα. Το περιβάλλον θεωρούνταν αυτονόητα ανεξάντλητος πόρος για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και επιδιώξεων και ακούραστος αποδέκτης αποβλήτων, ενώ η φύση αποκτούσε αξία μόνο ως εμπορεύσιμο αγαθό. Από τις μεγαλύτερες συνέπειες της βιομηχανικής ανάπτυξης ήταν ότι προκειμένου να καλυφθούν οι τεράστιες ενεργειακές ανάγκες, χρησιμοποιήθηκαν σε κλίμακα όλο και αυξανόμενη, μη ανανεώσιμοι φυσικοί πόροι, προκαλώντας τα
404
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Η ενεργειακή αυτή σπατάλη και ο καταναλωτισμός των βιομηχανικών κοινωνιών, δεν συντέλεσαν μόνο στην ταχύτατη εξάντληση ορυκτών καυσίμων και κοιτασμάτων μετάλλων, τα οποία σχηματίστηκαν στη διάρκεια μακρών γεωλογικών περιόδων, αλλά συνιστούν τις κυριότερες εστίες ρύπανσης. Η ρύπανση βέβαια δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο, όμως παλαιότερα είχε τοπικό κυρίως χαρακτήρα και η φύση τελικά εξομάλυνε τις καταστάσεις. Σήμερα, οι ολοένα αυξανόμενες βιομηχανικές, αστικές και γεωργικές δραστηριότητες διοχετεύουν τεράστιες ποσότητες ρυπαντικών ουσιών, συχνά τοξικών στο περιβάλλον. Η κίνηση του αέρα και η κυκλοφορία του νερού διασκορπίζουν τους ρύπους στην οικόσφαιρα ενώ πλήθος τοξικών ουσιών ενσωματώνονται στους οργανισμούς και βιοσυσσωρεύονται κατά μήκος των τροφικών αλυσίδων. Έτσι η ρύπανση, εκτός από καθαρά τοπικό φαινόμενο, αποκτά παγκοσμιότητα και δρα διατοπικά και διαχρονικά. Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, το 60% ή και περισσότερο του πληθυσμού ζει στις πόλεις, ενώ το 36% του εργατικού δυναμικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης απασχολείται στις βιομηχανίες. Παρόλο που οι αστικές και βιομηχανικές δραστηριότητες εκτείνονται στο 5% της συνολικής έκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η κατάσταση του περιβάλλοντος καθώς και η ποιότητα ζωής. Αυξημένη βιομηχανική παραγωγή, για παράδειγμα, οδηγεί σε μεγαλύτερη ζήτηση πρώτων υλών και γης για κατασκευές, σε μείωση αποθεμάτων, σε μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας και σε αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση. Αποτέλεσμα αυτών είναι η επιβάρυνση του περιβάλλοντος και η αυξημένη ρύπανση. Μια αναπτυγμένη οικονομία είναι δυνατόν να παρέχει μεγαλύτερες δυνατότητες για επενδύσεις στην τεχνολογία του περιβάλλοντος και στην τεχνολογία αναζήτησης νέων πρώτων υλών. Αντίθετα μια μη αποδοτική οικονομική δραστηριότητα δημιουργεί περιβαλλοντικά προβλήματα, επειδή η εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων γίνεται με χαμηλό βαθμό απόδοσης, άρα με μεγάλες εκπομπές στην ατμόσφαιρα, αποθάρρυνση για περιβαλλοντικές επενδύσεις και αυξημένα επίπεδα ρύπανσης. Όπως φαίνεται, ο τρόπος με τον οποίο οι παραπάνω παράγοντες επιδρούν στο περιβάλλον είναι πολύπλοκος και αντικρουόμενος οπότε είναι δύσκολο να προβλέψουμε την τελική επίδραση στο περιβάλλον των αστικών και βιομηχανικών περιβαλλοντικών πρωτοβουλιών. Θα πρέπει επίσης να αναφερθούν και άλλοι
405
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) σημαντικοί παράγοντες που επιδρούν στην ποιότητα του περιβάλλοντος όπως οι φυσικές διαδικασίες (αλλαγές κλίματος, διάβρωση, διαδοχή της βλάστησης), τα υιοθετημένα όρια εκπομπής ρύπων και ποιότητας περιβάλλοντος καθώς και η περιβαλλοντική νομοθεσία.
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ Οι κύριες πηγές ρύπανσης λόγω βιομηχανικής δραστηριότητας οφείλονται σε: Θερμοηλεκτρικούς σταθμούς (σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη, κάρβουνο κ.λ.π.). Το μέγεθος των προβλημάτων ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις περιοχές όπου λειτουργούν θερμοηλεκτρικοί σταθμοί εξαρτάται από το μέγεθος της ηλεκτροπαραγωγής, από το χρησιμοποιούμενο καύσιμο, λιγνίτη, πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, από τη εγγύτητα του σταθμού σε κατοικημένες περιοχές και από τις επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες. Στη χώρα μας τα κύρια προβλήματα εντοπίζονται στις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ που λειτουργούν στους νομούς Φλώρινας, Κοζάνης και Αρκαδίας. Μεγάλες βιομηχανικές μονάδες. Η έννοια "μεγάλες βιομηχανικές μονάδες" περιλαμβάνει εδώ είτε τις πλέον ενεργοβόρες, είτε αυτές που το είδος και η ποσότητα παραγωγής τους, καθώς και η διακίνηση πρώτων υλών και προϊόντων δημιουργούν εκτεταμένα προβλήματα. Στην κατηγορία αυτή, υπάγονται τα διυλιστήρια, οι τσιμεντοβιομηχανίες, τα εργοστάσια παραγωγής λιπασμάτων, οι χαλυβουργίες και οι μονάδες εξόρυξης και επεξεργασίας μετάλλων. Γενικά οι μονάδες αυτές βρίσκονται στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο, την Καβάλα και τη Χαλκίδα. Βιοτεχνικές μονάδες. Βρίσκονται σε περιοχές όπου υπάρχει συσσώρευση πολλών, έστω και μικρών βιομηχανικών-βιοτεχνικών μονάδων και κυρίως στις περιοχές εκείνες όπου υπάρχει άμεση γειτονία με κατοικημένες περιοχές, όπως για παράδειγμα, συμβαίνει στη Ελευσίνα, στον Ασπρόπυργο, στη Δραπετσώνα, στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης κ.ά. Μεμονωμένες βιομηχανικές μονάδες. Βρίσκονται σε περιοχές όπου λειτουργούν μεμονωμένες βιομηχανικές μονάδες που σχετίζονται με την τοπική γεωργική παραγωγή ή με την τοπική ύπαρξη προϊόντων υπεδάφους (π.χ. κονσερβοποιεία, λατομεία). Κατά κανόνα τα προβλήματα από τις μονάδες αυτές δεν είναι εκτεταμένα.
406
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μεμονωμένες βιοτεχνικές μονάδες. Φούρνοι, βαφεία αυτοκινήτων, εργαστήρια επίπλων κ.λ.π. υπάρχουν διάσπαρτα σε όλες σχεδόν τις αστικές περιοχές της χώρας, όπου η ανάμειξη τέτοιων δραστηριοτήτων μέσα στον αστικό ιστό αποτελεί σχεδόν θλιβερό κανόνα. Σήμερα η βιομηχανία της χώρας μας αποτελεί μία σημαντική πηγή ρύπανσης μέσω των στερεών, υγρών και αερίων αποβλήτων της. Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η κύρια πηγή ρύπανσης. Ακόμη και στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας που είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο ποσοστό της μεταποίησης της χώρας (50% περίπου), η σημαντικότερη πηγή ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι οι αέριες εκπομπές από την κυκλοφορία. Η συμμετοχή των ρύπων που εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα και προέρχονται από τη βιομηχανία στις συνολικές εκπομπές από όλες τις πηγές (κυκλοφορία, κεντρική θέρμανση, βιομηχανία) κυμαίνεται ανάλογα με τον ρύπο. Έτσι για τον καπνό είναι 19%, για τα σωματίδια 100%, για το διοξείδιο του θείου 72%, για οξείδια του αζώτου 28%, για το μονοξείδιο του άνθρακα 0% και για τους υδρογονάνθρακες 32%. Η εικόνα αυτή, αν και δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία, είναι παρόμοια στο σύνολο σχεδόν των αστικών κέντρων της χώρας.
ΟΙ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΟΙ ΡΥΠΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ, ΚΥΡΙΩΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Το διοξείδιο του θείου (SO2) είναι αέριο άχρωμο, με οξεία ερεθιστική οσμή και οξειδώνεται με φωτοχημική ή καταλυτική διαδικασία σε τριοξείδιο του θείου (SO3). Απορροφώντας την ατμοσφαιρική υγρασία σχηματίζει θειικό οξύ το οποίο είτε πίπτει στο έδαφος με τη βροχή είτε προσροφάται από τα αιωρούμενα στον αέρα σωματίδια σχηματίζοντας θειικά άλατα σε μορφή σωματιδίων. Σοβαρές βλάβες προκαλούνται στο φυτικό κόσμο καθώς το διοξείδιο του θείου μειώνει την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα. Στα μάρμαρα προκαλούν διαβρωτικές διεργασίες και θεωρείται υπεύθυνο για την καταστροφή των μνημείων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα μνημεία του Παρθενώνα στην Ακρόπολη και το Κολοσσαίο στη Ρώμη που άντεξαν την επίδραση της ατμόσφαιρας για χιλιάδες χρόνια και υποφέρουν από σοβαρές καταστροφές που προξενήθηκαν στις τελευταίες δεκαετίες. Υλικά όπως το δέρμα, το χαρτί, οι ηλεκτρικές συνδέσεις, οι μπογιές και τα τεχνητά υφάσματα όπως το νάιλον επηρεάζονται έντονα από το διοξείδιο του θείου. Τέλος, μέταλλα όπως ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος, ο χαλκός και το νικέλιο διαβρώνονται με αυξημένους ρυθμούς υπό την
407
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) παρουσία διοξειδίου του θείου. Το διοξείδιο του θείου αντιδρώντας με την υγρασία της ατμόσφαιρας ή τη βροχή μετατρέπεται σε θειικό οξύ που αποτελεί το βασικότερο συστατικό της όξινης βροχής. Το υδρόθειο H2S είναι ιδιαίτερα δηλητηριώδες. Τα οξείδια του αζώτου (NΟx) θεωρούνται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της φωτοχημικής ρύπανσης. Το διοξείδιο του αζώτου έχει έντονη μυρωδιά και κόκκινο καφέ χρώμα, που ίσως συμβάλλει στην όψη της σκουριάς που έχει η φωτοχημική αιθαλομίχλη. Όταν έλθει σε επαφή με υγρασία στον αέρα, τότε σχηματίζεται το εξαιρετικά διαβρωτικό νιτρικό οξύ. Τα οξείδια του αζώτου θεωρούνται ότι κατέχουν το δεύτερο ρόλο μετά τις ενώσεις θείου όσον αφορά στη συμβολή τους στη δημιουργία όξινης βροχής και μπορούν να ελαττώσουν την ανάπτυξη φυτών. Σε αντίθεση με τις ενώσεις θείου, που η συμβολή τους στην όξινη βροχή μειώνεται λόγω αποθείωσης των ορυκτών καυσίμων, η συμβολή των οξειδίων του αζώτου αυξάνει.
Εκπαιδευτική Υποενότητα 6.2: Ειδικές γνώσεις 6.2.1 Κατηγορίες και χαρακτηριστικά αποβλήτων Τα Απόβλητα διακρίνονται σε στερεά απόβλητα, αέριους ρύπους και υγρά απόβλητα
(ή λύματα). Τα συµβατικά στερεά απόβλητα διακρίνονται σε: •
υπόλοιπα
τροφίµων
(garbage):
προέρχονται
από
όλα
τα
στάδια
προετοιµασίας τροφής. Είναι ζωικά και φυτικά υπόλοιπα. • στερεά υπόλοιπα (rubbish) εκτός τροφίµων ή άλλων υλικών που µπορούν να υποστούν σήψη: είναι χαρτιά, πλαστικά, υφάσµατα, ελαστικά, ξύλα, δέρµατα, γυαλί, κεραµικά, µεταλλικά κουτιά, µέταλλα κλπ. • στάχτες και κατάλοιπα καύσης (ashes and residues): αποτελούνται από σκόνες, στάχτες, κάρβουνα και µικρά κοµµάτια µερικώς καµένων υλικών. Τα κατάλοιπα των µονάδων παραγωγής ενέργειας δεν ταξινοµούνται εδώ. • υλικά οικοδοµών (demolition and construction wastes): περιλαµβάνουν σκόνη, πέτρες, τούβλα, τσιµέντο, γύψο, ξυλεία, στέγες, υδραυλικό και ηλεκτρολογικό εξοπλισµό. • διάφορα απόβλητα: εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, σκουπίδια από δρόµους, από χαντάκια κλπ. 408
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • στερεά απόβλητα από εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων (treatment plant wastes): εδώ ταξινοµούνται όλα τα στερεά και ηµιστερεά (λάσπες) από τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας νερού, αστικών και βιοµηχανικών αποβλήτων. • αγροτικά απόβλητα (agricultural wastes): εδώ ταξινοµούνται τα απόβλητα διαφόρων δραστηριοτήτων όπως καλλιέργειες πάσης φύσεως, παραγωγή γάλακτος, κτηνοτροφία, κτηνοτροφές.
Μέταλλα: «Στα μέταλλα περιλαμβάνεται το σύνολο των µεταλλικών υλικών που απαντώνται στα απορρίµµατα. Συνηθίζεται να γίνεται ένας διαχωρισµός σε σιδηρούχα και µη σιδηρούχα µέταλλα (κυρίως λόγω της µαγνητικής ιδιότητας των πρώτων), µε τα τελευταία να έχουν ως κυριότερο αντιπρόσωπο το αλουμίνιο. Πρόκειται για ανόργανα υλικά και παραδείγματα είναι τα κουτιά από κονσέρβες, κουτάκια ποτών, αλουμινόχαρτο, πώματα, σκεύη, καπάκια αλουμινίου κ.λπ. Σε ορισµένες αναλύσεις έχουν εξετασθεί ως ξεχωριστή υποκατηγορία και οι µπαταρίες λόγω της σχετικά υψηλότερης επικινδυνότητάς τους.» Γυαλί Το γυαλί είναι υλικό στερεό και άμορφο, δηλαδή δεν παρουσιάζει κρυσταλλική δομή. Είναι ημιδιάφανο ή διάφανο, εύθραυστο, άκαμπτο και σκληρό. Ως υλικό είναι χημικά και βιολογικά αδρανές, πλήρως ανακυκλώσιμο και, κατά συνέπεια, ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε κατασκευή συσκευασιών τροφίμων και ποτών. Το γυαλί, αφού παρασκευαστεί ως πρώτη ύλη, μπορεί να πάρει το επιθυμητό σχήμα με τρεις τρόπους: Είτε με εμφύσηση (φυσητό γυαλί) είτε με τη βοήθεια καλουπιών είτε με συσκευές που δημιουργούν φύλλα («ελάσματα») γυαλιού. Η διαχείριση αποβλήτου γυαλιού απαιτεί υαλουργίες. Απαντάται ο διαχωρισμός του σε λευκό, καφέ και πράσινο γυαλί, όσον αφορά την ανακύκλωση, καθώς η παραγωγή καφέ και λευκού γυαλιού απαιτεί υαλότριµµα µόνο του ίδιου χρώµατος. Πλαστικό Πλαστικό: Ο όρος πλαστικό είναι κοινή ονομασία που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ευρεία ποικιλία συνθετικών ή ημισυνθετικών οργανικών στερεών υλικών. Με τον όρο πλαστικό περιλαµβάνεται το σύνολο των πολυµερών
409
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) απορριµµάτων. Η κατηγορία αυτή γίνεται διαρκώς µεγαλύτερη κατά τα τελευταία χρόνια ως συνέπεια της αλλαγής των καταναλωτικών συνηθειών (στροφή σε συσκευασµένα προϊόντα, κ.λπ.). Χαρακτηριστικό της κατηγορίας αυτής είναι η έντονη ανοµοιογένειά της, λόγω των πολλών χρησιµοποιούµενων πολυµερών (π.χ. PVC, PE, PP, PS, PET, ABS, κ.λπ.). Τα πλαστικά υλικά είναι πολύ ανθεκτικά στη διάβρωση και συχνά ευρισκόμενα ανεξέλεγκτα στο φυσικό περιβάλλον προκαλούν αντιαισθητικό και δυσάρεστο αποτέλεσμα. Πολλά πλαστικά δεν είναι αποικοδομήσιμα στη Φύση, με αποτέλεσμα τη συσσώρευσή τους χωρίς προοπτική διάσπασής τους. Κάποια πλαστικά όταν καίγονται εκλύουν
τοξικούς
ατμούς.
Αν
δεν
ανακυκλώνονται,
προκαλούν
σημαντικό
περιβαλλοντικό πρόβλημα. Πλαστικά απόβλητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η παραγωγή πλαστικού στην ΕΕ θα αυξάνεται με ρυθμό 5 % ετησίως. Ενώ μόνο το 24 % των πλαστικών αποβλήτων ανακυκλώνεται, περίπου το 50 % απορρίπτεται σε χώρους υγειονομικής ταφής, και το υπόλοιπο αποτεφρώνεται. Η δημόσια διαβούλευση για τα πλαστικά απόβλητα που πραγματοποίησε η Επιτροπή το 2013 έδειξε ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για την περισσότερο διατηρήσιμη χρήση του πλαστικού και ισχυρή υποστήριξη για την εξάλειψη της υγειονομικής ταφής του και καλύτερο σχεδιασμό των πλαστικών προϊόντων. Η πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής που επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύσουν τη χρήση των πλαστικών σακουλών, καθώς και οι προτάσεις για την αύξηση της ανακύκλωσης και την εγκατάλειψη της υγειονομικής ταφής, που παρουσιάζονται στην παρούσα ανακοίνωση, αποτελούν σημαντικά βήματα για τη βελτίωση της διαχείρισης των πλαστικών αποβλήτων. Προς μια νέα παγκόσμια συμφωνία κατά της περιβαλλοντικής μόλυνσης από πλαστικά οδεύει η πλειοψηφία των κρατών-μελών του ΟΗΕ. Η συμφωνία στοχεύει στην εξάλειψη των πλαστικών αποβλήτων που ρυπαίνουν τις θάλασσες, καταστρέφουν τη θαλάσσια ζωή και αποτελούν αιτία θανάτου τεράστιου αριθμού θαλάσσιων θηλαστικών. Παρόλα αυτά, Μ. Βρετανία και ΗΠΑ, οι δύο μεγαλύτεροι παραγωγοί πλαστικών απορριμμάτων παγκοσμίως, δε δείχνουν ιδιαίτερη πρόθεση να συμβάλλουν στο διάλογο που έχει ανοίξει στη διεθνή κοινότητα, ώστε να υπάρξει μια πολυμερής συμφωνία.
410
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ομάδα εργασίας του ΟΗΕ συνεδρίασε με τηλεδιάσκεψη, προκειμένου να συζητηθεί το φαινόμενο της πλαστικής ρύπανσης και των επιπτώσεών της στο περιβάλλον. Πάνω από τα 2/3 των χωρών του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένων των Αφρικανικών, Βαλτικών, Βόρειων και Αρκτικών χωρών, καθώς και εκείνων της Καραϊβικής και της ΕΕ, δήλωσαν πρόθεση διαμόρφωσης μίας νέας συμφωνίας. Η συνθήκη θα προσομοιάζει σε εκείνη του Παρισιού. Σημειώνεται, ότι η εκροή πλαστικών στους ωκεανούς αναμένεται να τριπλασιαστεί μέχρι το 2040, δεδομένων των ρυθμών που ακολουθεί η παραγωγή, η κατανάλωση και η διαχείρισή τους. Αυτό μεταφράζεται σε έως και 29 εκατομμύρια τόνους το χρόνο, που ισοδυναμεί με 50 κιλά για κάθε τετραγωνικό μέτρο ακτογραμμής στον κόσμο. Οι μέχρι στιγμής ανακοινωμένες και καταβληθείσες προσπάθειες της διεθνής κοινότητας, εκτιμώνται να μειώσουν την ένταση πλαστικών απορριμμάτων κατά μόνο 7%. Στο μεταξύ, μόλις βρεθούν στη θάλασσα, τα πλαστικά διασπώνται σε μικροτμήματα, και στη συνέχεια καταναλώνονται από έμβιους οργανισμούς, με αποτέλεσμα την αποψίλωση της θαλάσσιας ζωής κάθε χρόνο και περισσότερο. Ένα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο έχουν διαπιστώσει οι επιστήμονες, καθώς, σύμφωνα με έρευνα, η μόλυνση από τα πλαστικά πέφτει σαν βροχή πάνω από τις πόλεις με τη μορφή μικροσωματιδίων, τα οποία οι κάτοικοι εισπνέουν ή καταναλώνουν με διάφορους τρόπους. Η μόλυνση από τα μικροπλαστικά έρχεται να προστεθεί σε αυτήν των καυσαερίων, και σύμφωνα με έρευνα οι άνθρωποι καταπίνουν έκαστος τουλάχιστον 50.000 μικροσωματίδια πλαστικού κάθε χρόνο, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν τοξικά χημικά και μικρόβια. Η έρευνα δείχνει ότι ολόκληρος ο πλανήτης έχει μολυνθεί από την παρουσία μικροπλαστικών στην ατμόσφαιρα και οι επιστήμονες είναι πεπεισμένοι ότι δεν υπάρχει πόλη που να μην έχει σοβαρό πρόβλημα, καθώς πηγές μικροπλαστικών υπάρχουν παντού, ακόμη και στα ρούχα και στα είδη συσκευασίας. Όπως σημειώνουν, η έρευνα περιορίζεται μόνο σε τέσσερις πόλεις (Λονδίνο, Αμβούργο, Παρίσι και Ντονγκουάν -Κίνα) και αυτή με το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το Λονδίνο, όπου καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά μικροπλαστικών, σε βαθμό που οι επιστήμονες δηλώνουν ότι έχουν ξαφνιαστεί.
411
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι επιστήμονες τονίζουν ότι πρέπει να γίνουν επειγόντως έρευνες για τις επιπτώσεις των μικροπλαστικών στην υγεία, τα οποία υπάρχουν παντού: από τα χιόνια της Αρκτικής έως το έδαφος των βουνών, στο νερό των ποταμών και των ωκεανών. Πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο παράγονται περίπου 335 εκατομμύρια τόνοι νέου πλαστικού και μεγάλο μέρος αυτής της ποσότητας πηγαίνει στο περιβάλλον. Στο Λονδίνο, συγκέντρωσαν το πλαστικό που έπεφτε στην ταράτσα ενός 9ώροφου κτιρίου, ώστε να διασφαλιστεί ότι προέρχεται μόνο από την ατμόσφαιρα. Στα οκτώ δείγματα που πήραν, μέτρησαν από 575 έως 1.008 μικροσωματίδια ανά τετραγωνικό μέτρο κάθε μέρα και προέρχονταν από ίνες ακρυλικού, κυρίως από αυτό που χρησιμοποιείται στα ρούχα. Μόνο το 8% των ευρημάτων προερχόταν από το πλαστικό συσκευασιών. Το μέγεθός του ήταν μεταξύ 0,2 και 0,5 χιλιοστών, δηλαδή τέτοιο που να μπορεί να περάσει στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της αναπνοής ή του σάλιου. Υπάρχουν και μικρότερα σωματίδια, τα οποία μπορούν να περάσουν στο αίμα ή τους πνεύμονες, προκαλώντας προβλήματα για την υγεία, ωστόσο η σύστασή τους δεν ήταν δυνατόν να αναλυθεί. Χαρτί Κατά παράδοση, οι Κινέζοι χρονολογούν την εφεύρεση του χαρτιού στα 105 μ.Χ.. Το χαρτί είναι υλικό αποτελούμενο κυρίως από φυτικές ίνες ή από τμήματα φυτικών ινών διαπλεγμένα ή συμπιεσμένα σε συνεκτικό ενιαίο σύνολο, διαμορφωμένο σε λεπτά και ξηρά φύλλα, που χρησιμοποιείται ιδίως για γραφή και εκτύπωση, αλλά και για ποικίλες άλλες χρήσεις όπως περιτύλιγμα, υλικό συσκευασίας, αποτύπωση φωτογραφιών, διήθηση διαφόρων υγρών κ.ά. Σύμφωνα με μελέτες εκτιμάται ότι το 40% των απορριμμάτων από υλικά συσκευασίας αποτελείται από χαρτί και χαρτόνι. Στα απορρίμματα με υλικό από χαρτί περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως χαρτιά και χαρτόνια που προέρχονται κυρίως από έντυπο υλικό και συσκευασίες προϊόντων. Ύφασμα Περισσότερα από 80 δισεκατομμύρια υφασμάτινα προϊόντα παράγονται μέσα σε ένα χρόνο και, σύμφωνα με την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των
412
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ηνωμένων Πολιτειών, η Αμερική συγκέντρωσε περίπου 16 εκατομμύρια τόνους πεταμένων υφασμάτων μόνο το 2015. Τα υφασμάτινα αντικείμενα θάβονται όπως τα υπόλοιπα απορρίμματα, ωστόσο κάποια από αυτά χρειάζονται πολύ καιρό για να αποσυντεθούν. Ειδικότερα, τα συνθετικά υφάσματα μένουν για πολλά χρόνια στο έδαφος, σαν το πλαστικό, και διαχέουν σε αυτό τοξικές ουσίες. Σχεδόν το 100% των ρούχων, αλλά και τον υφασμάτων που έχουμε στο σπίτι όπως τα σεντόνια και οι πετσέτες μπορούν να ανακυκλωθούν, ανεξαρτήτως ποιότητας και κατάστασης. Ξύλο Τα απορρίμματα ξύλου που συμπεριλαμβάνονται στα αστικά απορρίμματα περιλαμβάνουν μια μεγάλη γκάμα υλικών, π.χ. ξύλινες συσκευασίες και παλέτες, ξύλο κατασκευών και κατεδαφίσεων (στέγες, θύρες, πλαίσια παραθύρων, πατώματα, οικοδομική ξυλεία), ογκώδη απορρίμματα (έπιπλα, παγκάκια, φράχτες), και βιομηχανικά απορρίμματα ξύλου (στρωτήρες, στύλοι, τύμπανα καλωδίων). Τα απορρίμματα προέρχονται κυρίως από δημοτικά απόβλητα και από τον κλάδο της συσκευασίας ξύλου (παλέτες), και αποτελούν ένα μίγμα υλικών με διαφορετικό βαθμό επιμόλυνσης από χημικές ουσίες. Η ταξινόμηση γίνεται σε τρεις βασικές κατηγορίες: (α) Ξύλο χωρίς χειρισμούς, (β) Μη επικίνδυνο ξύλο που έχει χειριστεί, (γ) Επικίνδυνο εμποτισμένο ξύλο. Δέρμα Η βιομηχανία επεξεργασίας δέρματος παράγει μεγάλες ποσότητες στερεών οργανικών απορριμμάτων από ακατέργαστα δέρματα, ημι-κατεργασμένο δέρμα, καθώς και ιλύ ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας λυμάτων. Εάν αυτά τα στερεά απόβλητα δεν υποστούν
σωστή
επεξεργασία
και
απόρριψη,
μπορούν
να
προκαλέσουν
περιβαλλοντική ζημιά στο έδαφος και στα υπόγεια ύδατα, καθώς και εκπομπές οσμών και δηλητηριωδών αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Για παράδειγμα η ευρωπαϊκή βιομηχανία υποδημάτων παράγει πάνω από 1000 εκατομμύρια ζεύγη υποδήματα κάθε χρόνο, εκ των οποίων το 70 τοις εκατό έχει δερμάτινο υλικό πάνω του. Εκτιμάται ότι αυτή η διαδικασία παράγει 100.000 τόνους απορριμμάτων δέρματος, τα περισσότερα από τα οποία απορρίπτονται τελικά σε χώρους υγειονομικής ταφής ή με αποτέφρωση.
413
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ζυμώσιμα (Υπολείμματα τροφής – πράσινα απόβλητα) Τι είναι τα οικιακά ζυμώσιμα απορρίμματα; Τα οικιακά ζυμώσιμα απορρίμματα είναι υπολείμματα τροφών κουζίνας, δηλαδή, υπολείμματα μαγειρεμένου φαγητού (εκτός από
κόκκαλα), φρούτα, λαχανικά
ληγμένα
τρόφιμα
- φαγητά
και
χρησιμοποιημένα χαρτιά κουζίνας. Ζυμώσιμα θεωρούνται και τα απόβλητα από κήπους και πάρκα (πράσινα απόβλητα). Το μέσο ποσοστό των ζυμώσιμων στα ελληνικά απορρίμματα προσεγγίζει το 50%. Ιδιαίτερα στην ελληνική επαρχία τα ποσοστά των ζυμώσιμων είναι ακόμα υψηλότερα (60%). Στις φτωχές χώρες τα ζυμώσιμα είναι περισσότερα, ενώ στις πλουσιότερες υπάρχει πιο πολύ χαρτί, πλαστικό κλπ. Αδρανή απόβλητα Τα
αδρανή
απόβλητα
ή
αλλιώς
οικοδοµικά
απορρίµµατα
(συµπεριλαµβανοµένων των κατεδαφίσεων και των εκσκαφών γαιών θεµελίωσης διαφόρων έργων) ανέρχονται στην Ε.Ε. σε 300 εκατοµµύρια τόνους ετησίως, ενώ άλλες πηγές ανεβάζουν την τιµή αυτή σε 450 εκ. τόνους. Το ρεύµα αυτό σε ποσοτικούς όρους είναι από τα µεγαλύτερα, µαζί µε αυτά από τις µεταλλευτικές και αγροτικές δραστηριότητες, ενώ η διαχείρισή του είναι αντίθετη µε τις αρχές της αειφορίας και προκαλεί αξιοσηµείωτες περιβαλλοντικές οχλήσεις. Μπορεί να γίνει διαχωρισµός των αδρανών απορριµµάτων ανάλογα µε την προέλευσή τους στις ακόλουθες κατηγορίες: • Υλικά Εκσκαφών • Υλικά Οδοποιίας • Υλικά Κατεδαφίσεων – Μπάζα • Εργοταξιακά Απορρίµµατα Λάστιχα οχημάτων Χρησιμοποιημένα ελαστικά είναι τα λάστιχα από κάθε είδους όχημα, όπως Ι.Χ., φορτηγά, μοτοποδήλατα, τρίκυκλα, ελαφρά τετράτροχα, καθώς και μηχανήματα έργων και γεωργικά, τα οποία μετατρέπονται σε απόβλητα όταν δεν χρησιμοποιούνται άλλο. Κάθε χρόνο, φτάνουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους παγκοσμίως 1 δισεκατομμύρια ελαστικά, τα 250.000.000 στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Ελλάδα το 2008 παράχθηκαν 54,638 τόνοι ελαστικών, το 57% των οποίων είναι επιβατικά ελαστικά και το 43% είναι
414
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ελαστικά φορτηγών. Το 20% κατά βάρος των εισαγόμενων ποσοτήτων ελαστικών έρχονται στην χώρα μας με τα εισαγόμενα αυτοκίνητα. Έρευνα του Παγκόσμιου Ανεξάρτητου Οργανισμού «Analytics Emissions» δείχνει πως η ρύπανση από τη φθορά των ελαστικών αυτοκινήτων μπορεί να είναι 1.000 φορές χειρότερη από τις εκπομπές καυσαερίων, των εξατμίσεων. Υγρά απόβλητα είναι ύδατα, τα οποία μπορούν να προκύψουν είτε από ανθρώπινες δραστηριότητες όπως τουαλέτα και απόνερα οικιακής χρήσης, είτε από βιομηχανικές δραστηριότητες. Η ποιοτική και ποσοτική σύσταση των υγρών αποβλήτων εξαρτάται από την πηγή προέλευσής τους. Για την διασφάλιση της ποιότητας των λυμάτων που καταλήγουν στο περιβάλλον, τα λύματα επεξεργάζονται με στόχο την απομάκρυνση μη επιθυμητών σωματιδίων, βαρέων μετάλλων και θρεπτικών ουσιών. Τα συστήματα που χρησιμοποιούνται διαφέρουν ανάλογα με τον όγκο των λυμάτων. Πάντα όμως η επεξεργασία των αποβλήτων υπακούει σε οδηγίες και κανονισμούς που έχουν στόχο την εξασφάλιση της ποιότητας των αποβλήτων ώστε να μην δημιουργεί η απόρριψή τους πρόβλημα στο περιβάλλον. Ανάλογα τη χρήση από όπου προήλθαν, ορίζουμε τα υγρά απόβλητα στις παρακάτω κατηγορίες: • Οικιακά υγρά απόβλητα, απόβλητα που παράγονται από τις διάφορες ατομικές δραστηριότητες όπως είναι το μπάνιο και τα απόνερα τόσο σε οικιακό και ξενοδοχειακό επίπεδο όσο και σε εμπορικό, για παράδειγμα υγρά απόβλητα αεροδρομίων και εμπορικών καταστημάτων. • Βιομηχανικά υγρά απόβλητα, απόβλητα που παράγονται σε διάφορες βιομηχανίες,
για
παράδειγμα
μεταλλουργικές,
ηλεκτροπαραγωγικές
ή
κλωστοϋφαντουργικές. • Γεωργικά υγρά απόβλητα, απόβλητα που παράγονται από κάθε γεωργική δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα οι εντατικές κτηνοτροφικές μονάδες.
Ο όρος «Ρύπανση»
415
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η λέξη «ρύπανση» έχει μπει στην καθημερινότητά μας μόλις τις τελευταίες δεκαετίες διότι η ρύπανση σαν φαινόμενο είναι αποτέλεσμα του «ανθρώπινου πολιτισμού». Mε τoν όρο «ρύπανση», εννοούμε την παρουσία στο περιβάλλον ρύπων (δηλαδή κάθε είδους ουσίας, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε τέτοια ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα, ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.
Ρύπανση στο έδαφος – Ρύπανση στον αέρα – Ρύπανση στη θάλασσα Ρύπανση του εδάφους είναι η συγκέντρωση σ’ αυτό ρυπογόνων ουσιών σε τέτοιες ποσότητες που αλλοιώνουν τη σύσταση του, προκαλούν βλάβες στους οργανισμούς και διαταραχές στα φυσικά οικοσυστήματα. Η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην υγεία των ανθρώπων. Σε μορφές ατμοσφαιρικής ρύπανσης οφείλονται το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η τρύπα του όζοντος και η όξινη βροχή. Η ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος συμβαίνει όταν επικίνδυνα υλικά εισέρχονται στη θάλασσα. Τα υλικά αυτά προέρχονται από: τις θαλάσσιες μεταφορές, απορρίψεις σκουπιδιών στη θάλασσα ή από εγκαταστάσεις ανθρώπινων δραστηριοτήτων κοντά στη θάλασσα.
Ρύπανση στη θάλασσα Θαλάσσια απορρίμματα: Τα θαλάσσια απορρίμματα ρυπαίνουν τις παραλίες, είναι επιβλαβή για τη θαλάσσια ζωή και δημιουργούν ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα αποβλήτων, του οποίου η αντιμετώπιση είναι δαπανηρή. Τα θαλάσσια Απορρίμματα (Marine Litter), αποτελούν ένα από τα πιο σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι θάλασσες και οι παράκτιες περιοχές τους. Πρόκειται για ένα παγκόσμιο πρόβλημα, το οποίο δεν γνωρίζει σύνορα και δυνητικά μπορεί να προέρχεται από πολλές και διαφορετικές πηγές. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση του προβλήματος
των
«Θαλάσσιων
Απορριμμάτων»,
416
περιλαμβάνει
πολλές
και
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διαφορετικές πτυχές και παραμέτρους όπως περιβάλλον, οικονομία, δημόσια υγεία και αισθητική. Αποτελεί ένα πολύπλοκο και πολυδιάστατο πρόβλημα με σημαντικές επιπτώσεις στο θαλάσσιο και παράκτιο περιβάλλον
και συνδέεται άμεσα με τις
ανθρώπινες δραστηριότητες.
Τα απόβλητα επιφέρουν επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων. Η επίπτωση των κάθε είδους αποβλήτων στην υγεία εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Όταν για παράδειγμα παρατηρείται συστηματική συσσώρευσή τους σε κάποιο χώρο, είναι δυνατό να συγκεντρώνονται στα απόβλητα κάθε είδους οργανισμοί (π.χ. παράσιτα και έντομα) οι οποίοι με τη σειρά τους αποτελούν δυνητικό μεταφορέα ασθενειών (εξάπλωση επιδημιών). Υπάρχει επίσης η πιθανότητα να μολυνθούν οι υδάτινοι πόροι από την ανεξέλεγκτη απόρριψη αποβλήτων δημιουργώντας και πάλι κίνδυνο επιδημιών. Ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι/ες στην αποκομιδή και διαχείριση των απορριμμάτων κινδυνεύουν από βιολογικούς-χημικούς ρυπαντές που μπορούν να προκαλέσουν μια ευρεία γκάμα παθολογικών καταστάσεων από ήπια αναπνευστικά προβλήματα μέχρι και σοβαρές καταστάσεις στις οποίες διακυβεύεται σοβαρά η υγεία του/της εργαζόμενου/ης. Φυσικά τα απορρίμματα αποτελούν εστίες κινδύνων όχι μόνο για την ατομική αλλά και για τη δημόσια υγεία. Τα απόβλητα επιφέρουν επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων στην αποκομιδή και διαχείριση των απορριμμάτων. Οι εργαζόμενοι/ες σε χώρους διάθεσης αποβλήτων κινδυνεύουν να τραυματιστούν από αντικείμενα όπως οι σύριγγες, που επίσης μπορεί να αποτελούν εστίες μολύνσεων ή ασθενειών. Αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, οι ιοί του AIDS και της ηπατίτιδας Β και C μπορούν να μεταδοθούν με αυτό τον τρόπο. Η επαναχρησιμοποίηση ορισμένων αποβλήτων, όπως άδεια μπουκάλια, μπορεί να δημιουργήσει γενικότερα προβλήματα υγείας, αν αυτά δεν έχουν απολυμανθεί. •
Κίνδυνοι σε ΧΥΤΑ
•
Βιοδιάσπαση
•
Ανάφλεξη απορριμμάτων
•
Ασθένειες 417
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) •
Φυσικοί παράγοντες κινδύνου
Οι εργαζόμενοι/ες σε χώρους, όπως αποτεφρωτήρες η χώρους υγειονομικής ταφής των απορριμμάτων (ΧΥΤΑ), πρέπει να εφοδιασθούν με εξοπλισμό κατάλληλο για την εργασία τους. ο οποίος τακτικά να ανανεώνεται, όπως επίσης και να εκπαιδευτούν κατάλληλα. Πρέπει επίσης να γίνονται τακτικοί έλεγχοι για την αποφυγή επιδημιών. Το μεθάνιο που εκλύεται στις ανεξέλεγκτες χωματερές, είναι εύφλεκτο και τα γειτονικά κτίρια κινδυνεύουν από διαρροή μεθανίου, το οποίο ενδεχόμενα να προκαλέσει έκρηξη γύρω από αυτές ή πυρκαγιά. Οι οδοκαθαριστές και οι εργαζόμενοι/ες σε τέτοιους χώρους κινδυνεύουν, επειδή εργάζονται κάτω από συνθήκες, που ευνοούν την ανάπτυξη παθογόνων μικροοργανισμών και την αυτανάφλεξη λόγω υψηλών θερμοκρασιών. Συνεπώς είναι δυνατές οι συνέπειες στην υγεία από βιολογικούς και χημικούς ρυπαντές. Η φύση των εργασιών διαχείρισης αποβλήτων ενέχει υψηλή επικινδυνότητα προς τους/τις εργαζόμενους/ες στον κλάδο αυτό. Οι εργαζόμενοι/ες εκτίθενται σε επιβλαβής παράγοντες μέσω των αποβλήτων τα οποία χειρίζονται, όπως μολυσματικά, τοξικά, διαβρωτικά, εύφλεκτα – εκρηκτικά κ.λπ. Επιπλέον οι ίδιες εργασίες ενέχουν υψηλή επικινδυνότητα, αφού περιλαμβάνουν ανύψωση φορτίων, μεταφορά επί οχημάτων χωρίς ασφάλεια, έκθεση σε κάθε είδους καιρικές – περιβαλλοντικές συνθήκες (ψύχος, καύσωνας) κ.λπ. Έτσι απαιτείται ειδική μέριμνα για την προστασία των εργαζομένων τόσο από τυχόν επαγγελματικές ασθένειες, όσο και από ενδεχόμενα ατυχήματα. Για το σκοπό αυτό οι περιβαλλοντικές άδειες που ήδη εκδίδονται από τις αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες περιέχουν ειδικούς όρους για την προστασία των εργαζομένων, όπως ιατρικές εξετάσεις, ειδική σήμανση, κατάλληλη εκπαίδευση κλπ ότι είναι σημαντικό να αντιμετωπίζουμε τα οικολογικά προβλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κίνδυνοι προς τους/τις εργαζόμενους/ες κατά τη διαχείριση των αποβλήτων δύναται να είναι: άμεσοι, που συνεπάγονται βραχυχρόνια επίπτωση μέσω ενός τυχαίου περιστατικού που οδηγεί σε ατύχημα (π.χ. πτώση από ύψος και σπάσιμο χεριού), έμμεσοι, που συνεπάγονται μακροχρόνια επίπτωση μέσω σταδιακής και αθροιστικής συνέπειας που οδηγεί σε επαγγελματική ασθένεια (π.χ. έκθεση σε αμίαντο και πρόκληση καρκίνου του πνεύμονα). 418
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Άμεσοι κίνδυνοι κατά την εκτέλεση εργασιών διαχείρισης αποβλήτων αποτελούν: γλίστρημα, παραπάτημα, πτώση (π.χ. εργάτες που στηρίζονται όπισθεν κινούμενου απορριμματοφόρου), τρύπημα, σκίσιμο, ανατροπή μηχανήματος έργου (π.χ. ανυψωτής σε σταθμό μεταφόρτωσης, εκσκαφέας σε ΧΥΤΑ κλπ), οδικό ατύχημα κατά τη μεταφορά των αποβλήτων. Έμμεσοι κίνδυνοι κατά την εκτέλεση εργασιών διαχείρισης αποβλήτων αποτελούν: έκθεση σε βιολογικούς, φυσικούς και χημικούς παράγοντες (χημικές ουσίες, υπολείμματα τροφίμων, νεκρά ζώα, δυσοσμία, θόρυβος) μυοσκελετικές παθήσεις (κουβάλημα, φόρτωμα κλπ), έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες (π.χ. ακραίες καιρικές συνθήκες), ψυχολογικές παράμετροι (άγχος, πίεση), κοινωνικές παράμετροι (ξενοφοβία, παρενόχληση, εκφοβισμός κλπ), εφόσον τις εργασίες εκτελούν κυρίως άτομα ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων (π.χ. αλλοδαποί, πρώην ναρκομανείς, μακροχρόνια άνεργοι κλπ). Για την αντιμετώπιση των παραπάνω κινδύνων τίθενται ειδικά μέτρα και όροι μέσω της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας. Οι παράμετροι που καθορίζουν το πόσο επικίνδυνη είναι μια χημική ουσία είναι: 1. η οδός εισόδου στο σώμα 2. η ποσότητα & η δόση της εισερχόμενης ουσίας 3. η τοξικότητα της ουσίας 4. ο τρόπος απομάκρυνσης της ουσίας από το σώμα 5. οι βιολογικές μεταβλητές.
Οδοί εισόδου των επικίνδυνων ουσιών στο σώμα: – Δερματική επαφή μέσα από ακέραιο δέρμα ή παρουσία δερματικής βλάβης ή επαφή με τους οφθαλμικούς επιπεφυκότες. – Κατάποση με επαφή χεριού-στόματος (συνήθως όταν ο/η εργαζόμενος/η τρώει, πίνει ή καπνίζει με ακάθαρτα χέρια.) και – Εισπνοή μολυσμένου αέρα από πτητικούς ρυπαντές, σκόνες κλπ. – Ενέσιμη είσοδος επικίνδυνης ουσίας από νύγματα μολυσμένης βελόνας ή εκδορές από αιχμηρά αντικείμενα.
419
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Υγεία και χημικά απορρίμματα Η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ ή ΕΡΑ ορίζει ένα τοξικό χημικό ως οποιαδήποτε ουσία η οποία μπορεί να είναι επιβλαβής για το περιβάλλον ή επικίνδυνη για την υγεία σας σε περίπτωση εισπνοής, κατάποσης ή απορρόφησης μέσω του δέρματος. Μπορούμε να διακρίνουμε τα ακόλουθα είδη τοξικών ουσιών: • Τοξικές ουσίες • Πολύ τοξικές ουσίες • Τοξικές στην αναπαραγωγή ουσίες • Επιβλαβείς ουσίες • Διαβρωτικές ουσίες • Ερεθιστικές ουσίες • Καρκινογόνες ουσίες • Μεταλλαξιγόνες ουσίες Πολλά χρήσιμα προγράμματα οικιακής χρήσης περιέχουν τοξικές χημικές ουσίες. Κοινά παραδείγματα περιλαμβάνουν: απορρυπαντικό πλυντηρίου, βερνίκι επίπλων, βενζίνη, φυτοφάρμακα, αμμωνία, χημική λεκάνη της τουαλέτας,
λάδι μηχανής,
οινόπνευμα, λευκαντικό, οξύ μπαταρίας. Αν και αυτές οι χημικές ουσίες μπορεί να είναι χρήσιμες, ακόμα και απαραίτητες, είναι σημαντικό να θυμάστε ότι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται και να απορρίπτονται σύμφωνα με τις οδηγίες στη συσκευασία τους. Τα Ιατρικά Απόβλητα διαφοροποιούνται σε 4 κατηγορίες βάσει των επικίνδυνων ιδιοτήτων τους: 1.
Μη επικίνδυνα, τα συστατικά των οποίων είναι παρόμοια με τα οικιακά
απόβλητα. 2.
Απόβλητα που ελλοχεύουν κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων οι
οποίοι έρχονται σε επαφή με αυτά: Αυτά περιλαμβάνουν τυπικά ιατρικά προϊόντα, που έχουν μολυνθεί με αίμα, ούρα ή άλλα υγρά του σώματος. 3.
Απόβλητα
που
συνιστούν
επιδημιολογική
απειλή
λόγω
υψηλού
μολυσματικού κινδύνου: τα απόβλητα αυτά περιλαμβάνουν μολυσμένα υλικά από συγκεκριμένες ασθένειες. 420
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 4.
Απόβλητα
που
εγκυμονούν
άλλους
κινδύνους
(περιβαλλοντικούς,
τοξικολογικούς, κλπ.), και είναι αυτά που απορρίπτονται από τα χειρουργεία των νοσοκομείων (π.χ. ηλεκτρονικές συσκευές, απολυμαντικά και καθαριστικά, φάρμακα, πετρελαιοειδή, μπογιές). Έρευνες σχετικά με την παραγόμενη ποσότητα των ιατρικών αποβλήτων που έγιναν σε παγκόσμιο επίπεδο απέδειξαν ότι η ποσότητα αυτή διαφοροποιείται όχι μόνο από χώρα σε χώρα, αλλά και στο εσωτερικό των χωρών. Η παραγωγή ιατρικών αποβλήτων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το είδος και η ειδικότητα της υγειονομικής μονάδας, η δυναμικότητά της, η αναλογία χρήσης ανακυκλώσιμων υλικών από το προσωπικό κ.λπ. Ο κύριος παράγοντας όμως σχετίζεται με την οικονομική κατάσταση της εκάστοτε χώρας. Είναι λογικό ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες η παραγωγή ιατρικών αποβλήτων είναι αρκετά μικρότερη από την αντίστοιχη των αναπτυγμένων χωρών.
Συμπεριφορά των ραδιενεργών αποβλήτων στη φύση - Το παράδειγμα του Τσέρνομπιλ Τα πουλιά που ζουν μόνιμα ή είναι περαστικά από την περιοχή του Τσερνόμπιλ μελέτησαν δύο ερευνητές του Πανεπιστημίου Pierre et Marie Curie του Παρισιού προκειμένου να εντοπίσουν τις συνέπειες της διαβίωσης σε ραδιενεργό περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι η ραδιενέργεια δημιουργεί μεγάλα ποσά ελεύθερων ριζών στον οργανισμό και ότι αυτός αξιοποιεί τα αντιοξειδωτικά που διαθέτει προκειμένου να εξουδετερώσει τις ελεύθερες ρίζες και ως εκ τούτου να αποσοβήσει τις συνέπειες της έκθεσης σε ραδιενέργεια. Το φαινόμενο της εξουδετέρωσης των ελεύθερων ριζών από τα αντιοξειδωτικά έχει μελετηθεί στα αποδημητικά πουλιά τα οποία κατά τη διάρκεια των πτήσεων εκτίθενται σε μεγάλα ποσά κοσμικής ακτινοβολίας. Πηγές ραδιενεργών αποβλήτων. Οι επιπτώσεις της ραδιενέργειας στον άνθρωπο Ανεξάρτητα πάντως από το είδος του ραδιενεργού στοιχείου, η έκθεση στην ιονίζουσα ακτινοβολία έχει σοβαρές επιδράσεις στην ανθρώπινη φυσιολογία. Ειδικότερα, η ιονίζουσα ακτινοβολία διασπά τους χημικούς δεσμούς σε μόρια (DNA, πρωτεΐνες) των κυττάρων μας. Ο οργανισμός μας ανταποκρίνεται στην πρόκληση θέτοντας σε λειτουργία τους μηχανισμούς επιδιόρθωσης που διαθέτει. Ωστόσο, όταν η
421
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επίθεση που έχει δεχθεί είναι ισχυρή (μεγάλη δόση ακτινοβολίας) και διασκορπισμένη σε ολόκληρο το σώμα (σε αντίθεση με την θεραπευτική ακτινοβολία που είναι πάντοτε εντοπισμένη), οι μηχανισμοί επιδιόρθωσης δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν. Οι ιστοί και κυτταρικοί τύποι που πολλαπλασιάζονται έντονα, είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο από την ιονίζουσα ακτινοβολία. Μεταξύ αυτών είναι τα αιμοποιητικά κύτταρα του μυελού των οστών, αλλά και τα επιθηλιακά κύτταρα του γαστρεντερικού συστήματος. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ναυτία και οι εμετοί είναι τα πρώτα συμπτώματα της έκθεσης σε ραδιενέργεια, ακολουθούμενα από διάρροιες πυρετό και πονοκεφάλους. Ισχυρές δόσεις ακτινοβολίας οδηγούν σε πολυοργανική ανεπάρκεια και θάνατο. Εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις, η ιονίζουσα ακτινοβολία έχει και μακροπρόθεσμες συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό. Οι μεταλλάξεις που υφίσταται το DNA από την ακτινοβολία, οδηγούν σε εμφάνιση καρκίνου. Καθώς το DNA είναι το υλικό που κληροδοτείται από τη μια γενιά στην επόμενη, οι επιπτώσεις της έκθεσης σε ραδιενέργεια συχνά διαπιστώνονται και σε απογόνους των θυμάτων. Οι πηγές ρύπανσης των υπόγειων υδροφορέων διαχωρίζονται σε σημειακές και μη σημειακές. Στην κατηγορία των σημειακών πηγών εντάσσονται οι ανεξέλεγκτες χωματερές, σταθμοί επεξεργασίας λυμάτων, βιομηχανίες, βιοτεχνίες, κτηνοτροφικές μονάδες, αστικά λύματα, φρεάτια κ.λπ. Οι μη σημειακές πηγές προέρχονται κυρίως από τη γεωργία, τη διάβρωση πετρωμάτων και την εισροή θαλασσινού νερού από υπεράντληση των παράκτιων υδροφορέων και είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις τους. Οι σπουδαιότεροι ρύποι εδαφών και υπογείων νερών έχουν κοινές πηγές και μπορεί να είναι: Βαρέα μέταλλα όπως μόλυβδος, χρώμιο, κάδμιο, αρσενικό, χαλκός, σίδηρος, μαγγάνιο και ραδιενεργά απόβλητα. Συνθετικές οργανικές χημικές ουσίες όπως οργανικοί διαλύτες, βιομηχανικά απόβλητα,
αντιβιοτικά, εντομοκτόνα και ζιζανιοκτόνα (πχ. DDT, αλντρίνη,
εξαχλωριούχο βενζόλιο). Παθογόνα μικρόβια που μπορεί να προκαλέσουν ασθένειες όπως πχ. δυσεντερία, κ.ά.
422
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Νιτρικά ιόντα προερχόμενα από λιπάσματα, βόθρους και υπονόμους. Άλατα από υφαλμύρωση, είσοδο της θάλασσας σε υπόγειους υδροφορείς ή εκχιονισμό οδοστρωμάτων. Υπό τον όρο «οπτική ρύπανση» νοείται κάθε μορφή διατάραξης ή προσβολής της περιβαλλοντικής αισθητικής. Σε αντίθεση με τις λοιπές μορφές ρύπανσης, οι οποίες έχουν άμεσες επιπτώσεις στην υγεία και στην αρμονική ανάπτυξη του ανθρωπίνου σώματος, η οπτική ρύπανση επιδρά κυρίως στον ψυχισμό του ατόμου. Προκαλεί βλάβη στον τουρισμό. Προκαλεί υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου. Το είδος αυτό ρύπανσης είναι δυνατόν να εκδηλωθεί σε κάθε ειδικότερο στοιχείο του περιβάλλοντος, τόσο στον χώρο του φυσικού περιβάλλοντος, κυρίως υπό την έννοια της βλάβης ή διατάραξης του τοπίου, όσο και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, είτε πρόκειται για πολιτιστικό περιβάλλον είτε για οικιστικό. Η οπτική ρύπανση σχετίζεται με την αισθητική. Ό,τι βλέπεις σε επηρεάζει. Υπάρχει τεράστια διαφορά στο να βλέπει κάποιος την εξοχή ή τη θάλασσα από το να βλέπει το τσιμέντο και τον τοίχο μιας πολυκατοικίας. Έντονη οπτική ρύπανση έχουμε σε όλες σχεδόν τις μεγαλουπόλεις και τις βιομηχανικές περιοχές. Από έρευνες ψυχολόγων έχουν σχετιστεί ακόμη και τα χρώματα που βλέπει κάποιος με τον ψυχισμό του. Όταν βλέπεις μπλε και πράσινο χαλαρώνεις, ηρεμείς. Όταν βλέπεις σκούρα χρώματα όπως γκρι, σταχτί, μαύρο επηρεάζεται αρνητικά η ψυχολογία σου. Σε κουράζουν. Είναι δύσκολο να αποδειχθεί ότι η οπτική ρύπανση προκαλεί κατάθλιψη, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν προκαλεί. Σίγουρα πάντως συμβάλλει. Όπως συμβάλλει και στην αύξηση του στρες, του άγχους και της κούρασης. Υπάρχει και θέμα ασφάλειας. Όταν δίπλα στο φανάρι που είναι έντονο κόκκινο για να το προσέχει ο πολίτης υπάρχουν πενήντα κατακόκκινες υπερδιπλάσιες ταμπέλες, τι θα προσέξει ο πολίτης; Το φανάρι ή τις διαφημίσεις; Τις διαφημίσεις». «Υπάρχουν λύσεις. Να βάλουμε πράσινο στις βεράντες μας. Να κρύψουμε τις κεραίες από τα μπαλκόνια και τα κουτιά των air-condition. Να φροντίζουμε να έχουμε καλή διακόσμηση με απλά πράγματα η οποία όμως να συμφωνεί και με το περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Όσον αφορά στο κράτος πρέπει άμεσα να προβεί στη δημιουργία χώρων πράσινου, σε καλύτερο πολεοδομικό σχεδιασμό και μείωση των διαφημιστικών πινακίδων».
423
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Σε σχέση με την οπτική ρύπανση μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι υπάρχει: Έλλειψη κοινά αποδεκτών μεθοδολογιών, οι οποίες να μπορούν να εκτιμήσουν με αντικειμενικό τρόπο το μέγεθος των μεταβολών που επιφέρει μια εκμετάλλευση στο τοπίο. Έλλειψη σαφώς προσδιορισμένων και γενικά αποδεκτών κριτηρίων και μεθοδολογιών εκτίμησης. Η αισθητική αλλοίωση του τοπίου εντάσσεται στην κατηγορία των προβλημάτων «ευζωίας». Κατά συνέπεια, είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριστεί ένα αποδεκτό επίπεδο «ρύπανσης» του τοπίου. Σημαντικότερες εστίες οπτικής ρύπανσης στη φύση συνιστούν οι διάφορες μορφές προσβολής του τοπίου, κυρίως δε σε περίπτωση καταστροφών του από πυρκαγιά, αποψίλωση και συναφείς αιτίες, θαλάσσιας ρύπανσης ή εκμετάλλευσης λατομικών και μεταλλευτικών χώρων, οπότε προκύπτει ανάγκη αποκατάστασης της περιοχής μετά τη βλάβη ή το πέρας της δραστηριότητας και επαναφοράς του τοπίου στην προτέρα κατάσταση. Ευρωπαϊκός Κατάλογος Αποβλήτων (Ε.Κ.Α.) σύµφωνα µε το Παράρτημα της απόφασης 2000/532/ΕΚ. Ο ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων περιλαμβάνει 20 κεφάλαια: 01 έως 20 (2-ψήφιοι κωδικοί). Οι κωδικοί 01 έως 12 και 17 έως 20 δηλώνουν τις πηγές παραγωγής αποβλήτων. Κάθε κεφάλαιο εξειδικεύεται σε υποκεφάλαια (4ψήφιοι κωδικοί). Σε κάθε υποκεφάλαιο περιλαμβάνονται οι διάφορες κατηγορίες αποβλήτων. Η κατηγορία ενός αποβλήτου προσδιορίζεται πλήρως με έναν 6- ψήφιο κωδικό. Στην κατηγοριοποίηση ενός επικίνδυνου αποβλήτου είναι απαραίτητη η χρήση του αστερίσκου στον 6-ψήφιο κωδικό. Π.χ. 01 04 07* απόβλητα που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες από φυσική και χημική επεξεργασία ορυκτών που δεν περιέχουν μέταλλα.
ΧΗΜΙΚΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ Οι κατασκευαστές ρούχων χρησιμοποιούν χιλιάδες χημικές ουσίες. Τα έπιπλα εμπλουτίζονται μερικές φορές με επιβραδυντικά φλόγας ή εντομοαπωθητικά και πολλά είδη παιδικής φροντίδας είναι κατασκευασμένα από πλαστικό. Τα δάπεδα και ο αέρας στα σπίτια και τα γραφεία μας μπορεί να περιέχουν ίχνη χημικών ρύπων.
424
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Όλοι μας, αλλά ιδιαίτερα τα παιδιά και τα κατοικίδια ζώα, εκτίθενται σε ένα σύνθετο κοκτέιλ χημικών. Πώς μπορούν οι πολίτες της ΕΕ να ενημερωθούν για τις χημικές ουσίες που φέρνουν στο σπίτι;
ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ Οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να ρωτήσουν τους προμηθευτές εάν τα προϊόντα προς πώληση περιέχουν τοξικά χημικά. Εάν ναι, ο προμηθευτής πρέπει να προσδιορίσει ποια από όλα. Σύμφωνα με το νόμο, πρέπει να δοθούν απαντήσεις εντός 45 ημερών. Τα οικιακά προϊόντα
όπως απορρυπαντικά, κόλλες, αφροί, σιλικόνες κλπ
επισημαίνονται με προειδοποιητικά σύμβολα, συσκευάζονται με ασφάλεια και περιέχουν οδηγίες για ασφαλής χρήση και αποθήκευση.
ΧΗΜΙΚΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Πώς παρακολουθεί η Ε.Ε. τις χημικές ουσίες που είναι στην αγορά; Η Ε.Ε. απαιτεί πλήρη διαφάνεια σχετικά με τη σύσταση των προϊόντων και για αυτό έχει βγάλει την οδηγία REACH. Η οδηγία REACH βασίζεται στην αρχή ότι τα χημικά προϊόντα που παράγονται και διατίθενται στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επηρεάζουν δυσμενώς την ανθρώπινη υγεία ή το φυσικό περιβάλλον. Για το σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις πρέπει να διαθέτουν συγκεκριμένες γνώσεις σχετικά με τις ιδιότητες των χημικών ουσιών και να διαχειρίζονται τους πιθανούς κινδύνους. Ο κανονισμός REACH απαιτεί επίσης από τις επιχειρήσεις ή τα μεμονωμένα άτομα που χρησιμοποιούν στο πλαίσιο των βιομηχανικών ή επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων μια χημική ουσία, είτε σε καθαρή μορφή είτε σε μείγμα, να παρέχουν πληροφορίες στους παρασκευαστές και τους προμηθευτές των χημικών ουσιών ή στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA). Οι επιχειρήσεις αυτές ονομάζονται μεταγενέστεροι χρήστες. Οι μεταγενέστεροι χρήστες διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην προαγωγή της ασφαλούς χρήσης των χημικών ουσιών, αφενός, μεριμνώντας για την ασφαλή χρήση τους στις
425
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) εγκαταστάσεις τους και, αφετέρου, κοινοποιώντας σχετικές πληροφορίες τόσο στους προμηθευτές όσο και στους πελάτες τους.
Ο κανονισμός REACH Δυνάμει του κανονισμού REACH συλλέγονται συνεχώς δεδομένα σχετικά με τους κινδύνους που εγκυμονεί η χρήση χημικών ουσιών για την υγεία και την ασφάλεια. Ο καταχωρίζων (ο παρασκευαστής ή ο εισαγωγέας), ο οποίος υποχρεούται να διαβιβάζει τα δεδομένα αυτά στον ECHA, οφείλει επίσης να κοινοποιεί τις σχετικές πληροφορίες στον μεταγενέστερο χρήστη, παρέχοντάς του αναλυτικό δελτίο δεδομένων ασφαλείας το οποίο περιέχει σενάρια έκθεσης, με αναφορά σε επιχειρησιακές συνθήκες και σε μέτρα διαχείρισης κινδύνων για την ασφαλή χρήση των χημικών ουσιών, τα οποία σενάρια έχουν ως στόχο να διευκολύνουν την εκπαίδευση των εργαζομένων και τη διαδικασία διεξαγωγής της εκτίμησης κινδύνων. Ταυτόχρονα, ο καταχωρίζων έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται από τους μεταγενέστερους χρήστες σχετικά με τη συνάφεια των προτεινόμενων μέτρων διαχείρισης κινδύνων, ιδίως στην περίπτωση που τα μέτρα κρίνονται ακατάλληλα.
Κατηγορίες απορριμμάτων 01 Απόβλητα που προκύπτουν, από εξερεύνηση, εξόρυξη, εργασίες λατοµείου, φυσική και χηµική επεξεργασία ορυκτών. 02 Απόβλητα από γεωργία, κηπευτική, υδατοκαλλιέργεια, δασοκοµία, θήρα και αλιεία, προετοιµασία και επεξεργασία τροφίµων. 03 Απόβλητα από την κατεργασία ξύλου και την παραγωγή ταµπλάδων και επίπλων, καθώς και πολτού χαρτιών και χαρτονιών. 04 Απόβλητα από τις βιοµηχανίες δέρµατος, γούνας και υφαντουργίας. Παραδείγματα: 01 01
απόβλητα από την εκσκαφή ορυκτών.
01 01 01 απόβλητα από την εκσκαφή ορυκτών που περιέχουν μέταλλα. 02 01 01 λάσπες από πλύση και καθαρισμό. 02 01 02
απόβλητα ιστών ζώων.
03 01 01 απόβλητα φλοιών και φελλών.
426
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 03 02 απόβλητα συντήρησης ξύλου. 04 01 απόβλητα από τις βιομηχανίες δέρματος και γούνας. 04 01 02 απόβλητα ασβέστωσης. 05 Απόβλητα από τη διύλιση πετρελαίου, τον καθαρισµό φυσικού αερίου και την πυρολυτική επεξεργασία άνθρακα. 06 Απόβλητα από ανόργανες χηµικές διεργασίες. 07 Απόβλητα από οργανικές χηµικές διεργασίες. 08 Απόβλητα από την παραγωγή, διαµόρφωση, προµήθεια και χρήση (Π∆ΠΧ)επικαλύψεων (χρώµατα, βερνίκια και σµάλτο υάλου), κολλών, στεγανωτικών και τυπογραφικών µελανιών. Παραδείγματα 05 01 απόβλητα από τη διύλιση πετρελαίου. 05 01 05* πετρελαιοκηλίδες. 06 01 02*θειικό οξύ και θειώδες οξύ. 07 01 απόβλητα από την παραγωγή, διαμόρφωση προμήθεια και χρήση (ΠΔΠΧ) βασικών οργανικών χημικών ουσιών. 07 05 απόβλητα από την ΠΔΠΧ φαρμακευτικών προϊόντων. 08 01 απόβλητα από την ΠΔΠΧ καθώς και την αφαίρεση χρωμάτων και βερνικιών. 09 Απόβλητα από τη φωτογραφική βιοµηχανία. 10 Απόβλητα από θερµικές επεξεργασίες. 11 Απόβλητα από τη χηµική επιφανειακή επεξεργασία και την επικάλυψη µετάλλων και άλλων υλικών· υδροµεταλλουργία µη σιδηρούχων µετάλλων. 12 Απόβλητα από τη µορφοποίηση και τη φυσική και χηµική επιφανειακή επεξεργασία µετάλλων και πλαστικών. Παραδείγματα 09 01 01* διαλύματα εμφανιστηρίου και ενεργοποίησης με υδατική βάση. 09 01 10 κάμερες μιας χρήσης χωρίς μπαταρίες. 10 01 02 πτηρική τέφρα άνθρακα. 10 01 0 πτηρική τέφρα τύρφης και (ακατέργαστου ξύλου). 11 01 05* οξέα καθαρισμού. 12 01 02 σκόνη και σωματίδια σιδηρούχων μετάλλων.
427
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 12 01 04 σκόνη και σωματίδια μη σιδηρούχων μετάλλων. 13 Απόβλητα ελαίων και απόβλητα υγρών καυσίµων (εκτός βρωσίµων ελαίων, 05 και 12) . 14 Απόβλητα από οργανικούς διαλύτες, ψυκτικές ουσίες και προωθητικά (εκτός 07 και 08). 15 Απόβλητα από συσκευασίες· απορροφητικά υλικά, υφάσµατα σκουπίσµατος, υλικά φίλτρων και προστατευτικό ρουχισµό µη προδιαγραφόµενα αλλιώς. Παραδείγματα 16 Απόβλητα µη προδιαγραφόµενα αλλιώς στον κατάλογο. 13 01 11* συνθετικά υδραυλικά έλαια. 14 06 04* λάσπες ή στερεά απόβλητα που περιέχουν αλογονωμένους διαλύτες. 15 01 03 ξύλινη συσκευασία. 16 01 07* φίλτρα λαδιού 17 Απόβλητα από κατασκευές και κατεδαφίσεις (περιλαµβάνεται χώµα εκσκαφής από ρυπασµένες τοποθεσίες). 18 Απόβλητα από την υγειονοµική περίθαλψη ανθρώπων ή ζώων ή/και από σχετικές έρευνες (εξαιρούνται απόβλητα κουζίνας και εστιατορίων που δεν προκύπτουν άµεσα από το σύστηµα υγείας). 19 Απόβλητα από τις µονάδες διαχείρισης αποβλήτων, εγκαταστάσεις επεξεργασίας υγρών αποβλήτων εκτός σηµείου παραγωγής και την προετοιµασία ύδατος προοριζοµένου για κατανάλωση από τον άνθρωπο και ύδατος για βιοµηχανική χρήση. 20 ∆ηµοτικά απόβλητα (οικιακά απόβλητα και παρόµοια απόβλητα από εµπορικές δραστηριότητες, βιοµηχανίες και ιδρύµατα). Παραδείγματα 17 01 01 σκυρόδεμα. 17 01 02 τούβλα. 18 01 01 κοπτερά εργαλεία. 19 01 02 σιδηρούχα υλικά που αφαιρέθηκαν από την τέφρα κλιβάνου. 20 01 10 ρούχα. 20 1 14* οξέα
428
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
6.2.2 Στάδια επεξεργασίας αποβλήτων ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ
Τι είναι τα απόβλητα Ηλεκτρικού και Ηλεκτρονικού Εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) Σύμφωνα με την οδηγία Directive 2002/96/EC της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δίνεται ο παρακάτω ορισμός: «Ηλεκτρικός και Ηλεκτρονικός Εξοπλισμός (electrical and electronic equipment - EEE) είναι ο εξοπλισμός, η ορθή λειτουργία του οποίου εξαρτάται από ηλεκτρικά ρεύματα ή ηλεκτρομαγνητικά πεδία και ο οποίος έχει σχεδιασθεί να λειτουργεί υπό ονομαστική τάση μέχρι 1000V εναλλασσόμενου ρεύματος και μέχρι 1500V συνεχούς ρεύματος». Ο όρος απόβλητα από ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό (ΑΗΗΕ), αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα υλικών και πρόκειται ουσιαστικά για ένα πολύπλοκο ρεύμα στερεών αποβλήτων. Τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου το οποίο όχι μόνο δεν βρίσκει λύση αλλά αντίθετα διογκώνεται με ταχύ ρυθμό. Κάθε χρόνο οι άνθρωποι πετάνε στα σκουπίδια εκατομμύρια ηλεκτρονικές συσκευές από τηλεοράσεις και υπολογιστές μέχρι κάμερες, τηλέφωνα και κάθε είδους gadget. Ανακύκλωση ΑΗΗΕ (αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού) είναι η διαδικασία μετατροπής των αποβλήτων αυτών σε προϊόντα ίδιας ή διαφορετικής χρήσης, αφού έχουν προηγηθεί συγκεκριμένα στάδια επεξεργασίας που έχουν ως αποτέλεσμα την αφαίρεση των επικινδύνων στοιχείων από αυτά και την ανάκτηση των αξιοποιήσιμων υλικών τους. •
ΑΗΗΕ οικιακής προέλευσης»: τα ΑΗΗΕ που προέρχονται από νοικοκυριά και
από εµπορικές, βιοµηχανικές, ιδρυµατικές και άλλες πηγές, η φύση και η ποσότητα των οποίων είναι παρόµοιες µε των προερχόµενων από νοικοκυριά. •
Λευκά προιόντα: Μεγάλες οικιακές εφαρμογές, όπως ψυγεία, πλυντήρια
•
Καφέ
κ.α. προϊόντα:
Οπτικοακουστικός
ηχοσυστήματα κ.α.
429
εξοπλισμός
όπως
τηλεοράσεις,
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) •
Γκρι εμπορεύματα (grey ware): Ο όρος αναφέρεται στα προϊόντα του τομέα
πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών (π.χ. Η/Υ, φωτοαντιγραφικά, fax κ.α.). •
B2B (Business to Business WΕΕΕ): AHHE μη οικιακής προέλευσης.
•
Ορφανά προϊόντα-Ιστορικά απόβλητα : Τα ΑΗΗΕ από προϊόντα που
διατέθηκαν στην αγορά πριν από τις 13 Αυγούστου 2005 αλλά και προϊόντα όπου οι εταιρίες που τα παρασκεύασαν έχουν κλείσει. Η ανακύκλωση των αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) έχει ιδιαίτερη σημασία όχι τόσο για την ανάκτηση υλικών αλλά κυρίως για τη διαχείριση των επικίνδυνων υλικών που εμπεριέχονται στις περισσότερες συσκευές. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαιτεί την ανακύκλωση των ΑΗΗΕ σε πιστοποιημένες μονάδες όπου ανακτώνται υλικά όπως ο χαλκός, ο χρυσός, το ασήμι κλπ και εμποδίζεται η διαρροή στο περιβάλλον επικίνδυνων βαρέων μετάλλων όπως ο μόλυβδος, ο υδράργυρος, το κάδμιο, το εξασθενές χρώμιο κ.α. Οι υψηλότερες τιμές των μετάλλων διεθνώς, σε συνδυασμό με την προώθηση της οργανωμένης συλλογής, λόγω της οδηγίας 2002/96/ΕΚ για τα απόβλητα του ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, και της μετέπειτα οδηγίας 2012/19/ΕΕ, επέφεραν αύξηση των ποσοτήτων ΑΗΗΕ που συλλέγονται χωριστά από τα οικιακά απόβλητα. Παρά τη θέσπιση κανόνων και εφαρμογή ενός νομοθετικού πλαισίου, στην Ε.Ε. μόλις το 1/3 των ΑΗΗΕ ανακυκλώνεται μέσω των εγκεκριμένων συστημάτων. Το υπόλοιπο ποσοστό είτε εξακολουθεί να πηγαίνει σε ΧΥΤΑ, είτε εξάγεται σε τρίτες χώρες, συχνά παράνομα. Μεγάλο μερίδιο των μη δηλούμενων αλλά συλλεγόμενων ΑΗΗΕ, είτε υποβάλλεται σε επεξεργασία εντός της ΕΕ χωρίς τη δέουσα περιβαλλοντική φροντίδα, είτε αποστέλλεται παράνομα σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπου μέρη των πολύτιμων υλικών ανακυκλώνονται κατά τρόπο επικίνδυνο για την υγεία και το περιβάλλον. Το πρόβλημα διογκώνεται από το γεγονός ότι τα ΑΗΗΕ είναι τα ταχύτερα αυξανόμενα απόβλητα στην Ε.Ε. όπου, από 8,3-9,1 εκατομμύρια τόνους το 2005, θα φτάσουν τα 12,3 εκατομμύρια τόνους, το 2020. Σήμερα αποτελούν το 4% των αστικών αποβλήτων στην Ε.Ε.Στη χώρα μας η ετήσια παραγωγή αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού εκτιμάται στους 80.000-115.000 τόνους ετησίως .
430
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού έχουν προσδιοριστεί από την ελληνική νομοθεσία ως ρεύμα αποβλήτων προτεραιότητας, λόγω της επικινδυνότητάς τους, της ταχείας αύξησης του όγκου τους και των σημαντικών επιπτώσεων που προκαλεί η παραγωγή του ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού στο περιβάλλον. Τα έσοδα από τη διαχείριση των ΑΗΗΕ στην Ε.Ε. αποτιμώνται σε περίπου 2 δις ευρώ ετησίως ενώ εκτιμάται ότι το 2020 θα ανέρχονται σε 5,6 δις ευρώ ετησίως. Δεδομένου ότι πρόκειται για δραστηριότητα που επιτελείται ως επί το πλείστον εντός της ΕΕ, η διαχείριση των συγκεκριμένων αποβλήτων δημιουργούν έσοδα και απασχόληση, αφού ο κλάδος είναι υψηλής έντασης εργασίας. Η επεξεργασία ΑΗΗΕ στην ΕΕ, χωρίς τις κατάλληλες διαδικασίες, προξενεί ζημιές στο περιβάλλον, ιδίως λόγω της απελευθέρωσης βαρέων μετάλλων, όπως για παράδειγμα, υδραργύρου από τους συμπαγείς λαμπτήρες φθορισμού και τις επίπεδες οθόνες ή μολύβδου από τις τηλεοπτικές συσκευές. Με βάση τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την περίοδο 2011-2020, από εξοπλισμό ψύξης και κλιματισμού ελευθερώνονται κατά μέσον όρο ετησίως περισσότεροι από 6.700 τόνοι αερίων του θερμοκηπίου, τα οποία καταστρέφουν το όζον, με αποτέλεσμα κλιματικές ζημίες ύψους 1 δις ευρώ ετησίως.Η ακατάλληλη επεξεργασία και ανεξέλεγκτη απόρριψη αποβλήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες συνιστά πρόβλημα για την υγεία των ανθρώπων, που εκτίθενται σε άκρως τοξικές ουσίες όταν αφαιρούν τα πολύτιμα υλικά από τα ΑΗΗΕ, χωρίς μεθόδους προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος. Παρά τη θέσπιση κανόνων και εφαρμογή ενός νομοθετικού πλαισίου, στην Ε.Ε. μόλις το 1/3 των ΑΗΗΕ ανακυκλώνεται μέσω των εγκεκριμένων συστημάτων. Το υπόλοιπο ποσοστό είτε εξακολουθεί να πηγαίνει σε ΧΥΤΑ, είτε εξάγεται σε τρίτες χώρες, συχνά παράνομα. Μεγάλο μερίδιο των μη δηλούμενων αλλά συλλεγόμενων ΑΗΗΕ, είτε υποβάλλεται σε επεξεργασία εντός της ΕΕ χωρίς τη δέουσα περιβαλλοντική φροντίδα, είτε αποστέλλεται παράνομα σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπου μέρη των πολύτιμων υλικών ανακυκλώνονται κατά τρόπο επικίνδυνο για την υγεία και το περιβάλλον. Το πρόβλημα διογκώνεται από το γεγονός ότι τα ΑΗΗΕ είναι τα ταχύτερα αυξανόμενα απόβλητα στην Ε.Ε. όπου, από 8,3-9,1 εκατομμύρια τόνους το 2005, θα φτάσουν τα
431
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 12,3 εκατομμύρια τόνους, το 2020. Σήμερα αποτελούν το 4% των αστικών αποβλήτων στην Ε.Ε.Στη χώρα μας η ετήσια παραγωγή αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού εκτιμάται στους 80.000-115.000 τόνους ετησίως . Τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού έχουν προσδιοριστεί από την ελληνική νομοθεσία ως ρεύμα αποβλήτων προτεραιότητας, λόγω της επικινδυνότητάς τους, της ταχείας αύξησης του όγκου τους και των σημαντικών επιπτώσεων που προκαλεί η παραγωγή του ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού στο περιβάλλον. Τα έσοδα από τη διαχείριση των ΑΗΗΕ στην Ε.Ε. αποτιμώνται σε περίπου 2 δις ευρώ ετησίως ενώ εκτιμάται ότι το 2020 θα ανέρχονται σε 5,6 δις ευρώ ετησίως. Δεδομένου ότι πρόκειται για δραστηριότητα που επιτελείται ως επί το πλείστον εντός της ΕΕ, η διαχείριση των συγκεκριμένων αποβλήτων δημιουργούν έσοδα και απασχόληση, αφού ο κλάδος είναι υψηλής έντασης εργασίας. Η επεξεργασία ΑΗΗΕ στην ΕΕ, χωρίς τις κατάλληλες διαδικασίες, προξενεί ζημιές στο περιβάλλον, ιδίως λόγω της απελευθέρωσης βαρέων μετάλλων, όπως για παράδειγμα, υδραργύρου από τους συμπαγείς λαμπτήρες φθορισμού και τις επίπεδες οθόνες ή μολύβδου από τις τηλεοπτικές συσκευές. Με βάση τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την περίοδο 2011-2020, από εξοπλισμό ψύξης και κλιματισμού ελευθερώνονται κατά μέσον όρο ετησίως περισσότεροι από 6.700 τόνοι αερίων του θερμοκηπίου, τα οποία καταστρέφουν το όζον, με αποτέλεσμα κλιματικές ζημίες ύψους 1 δις ευρώ ετησίως.Η ακατάλληλη επεξεργασία και ανεξέλεγκτη απόρριψη αποβλήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες συνιστά πρόβλημα για την υγεία των ανθρώπων, που εκτίθενται σε άκρως τοξικές ουσίες όταν αφαιρούν τα πολύτιμα υλικά από τα ΑΗΗΕ, χωρίς μεθόδους προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος. Αν δεν χρησιμοποιούνται βέλτιστες πρακτικές, χάνονται ανακυκλώσιμα πολύτιμα μέταλλα και πλαστικές ύλες, και προκαλείται σοβαρή υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Με τη σωστή διαχείριση, ελαχιστοποιούνται οι διαρροές επικίνδυνων ουσιών στο περιβάλλον και ανακτώνται πολύτιμα μέταλλα και υλικά. Με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, τα υλικά αυτά (ως ποσοστό του βάρους των ΑΗΗΕ) είναι: • Σίδηρος – ατσάλι 47,9%
432
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Πλαστικό 20,6% • Χαλκός 7% • Γυαλί 5,4% • Αλουμίνιο 4,7% • Πίνακες κυκλωμάτων 3,1% • Υπόλοιπα 11,3% Στην κατηγορία των υπολοίπων, περιλαμβάνονται πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσός και άργυρος αλλά και επικίνδυνες ουσίες όπως ο μόλυβδος, ο υδράργυρος κ.λπ. Οδηγία 2012/19/ΕΕ σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ; Η οδηγία αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου, ενθαρρύνοντας την αειφόρο παραγωγή και κατανάλωση. Αυτό επιτυγχάνεται με τους εξής τρόπους: •
την πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού
εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) •
την προώθηση της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και άλλων
τρόπων ανάκτησης των αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΗΗΕ)*· •
την υποστήριξη της αποδοτικής χρήσης των πόρων και της ανάκτησης
πολύτιμων δευτερογενών πρώτων υλών. ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ Η νομοθεσία: •
αναδιατυπώνει και καταργεί την αρχική οδηγία για τα ΑΗΗΕ (οδηγία
2002/96/ΕΚ) η οποία είχε τροποποιηθεί ουσιωδώς μετά την έγκρισή της· •
κατατάσσει τα ΑΗΗΕ σε διάφορες κατηγορίες, όπως μικρό και μεγάλο
εξοπλισμό, εξοπλισμό ανταλλαγής θερμότητας, οθόνες, λαμπτήρες και μικρό εξοπλισμό πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, •
δεν εφαρμόζεται σε ορισμένους τύπους ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού
εξοπλισμού, ιδίως σε υλικό για στρατιωτικούς ή διαστημικούς σκοπούς, λαμπτήρες πυράκτωσης, ενεργά εμφυτεύσιμα ιατρικά βοηθήματα ή μέσα μεταφοράς. Οι χώρες της ΕΕ οφείλουν τα εξής:
433
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) να ενθαρρύνουν τη συνεργασία κατασκευαστών και ανακυκλωτών για τον σχεδιασμό ηλεκτρικού εξοπλισμού που μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί, να αποσυναρμολογηθεί ή να ανακτηθεί σύμφωνα με την οδηγία περί οικολογικού σχεδιασμού (οδηγία 2009/125/ΕΚ)· να ελαχιστοποιούν τη διάθεση των ΑΗΗΕ ως αδιαχώριστων αστικών αποβλήτων· να επιτρέπουν στους οικιακούς χρήστες και στους διανομείς τη δωρεάν επιστροφή των ΑΗΗΕ· να απαγορεύουν τη διάθεση των ΑΗΗΕ που συλλέγονται ξεχωριστά και δεν έχουν υποβληθεί σε ορθή επεξεργασία· να εξασφαλίζουν ελάχιστο ετήσιο ποσοστό συλλογής ΑΗΗΕ. Από το 2016 το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 45% του συνολικού βάρους του ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού που πωλήθηκε κατά τα τελευταία 3 έτη και από το 2019 ο εν λόγω στόχος θα αυξηθεί σε 65%, ποσοστό που ισοδυναμεί με στόχο συλλογής της τάξεως του 85% των συνολικών παραγόμενων ΑΗΗΕ. Οι χώρες μπορούν να θέσουν πιο φιλόδοξους στόχους. Οι χώρες της ΕΕ πρέπει επίσης: •
να ελέγχουν όλες τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας των ΑΗΗΕ για επίσημη
άδεια, •
να καταρτίζουν μητρώο όλων των εταιρειών που παράγουν ή εισάγουν
ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό· •
να διενεργούν επιθεωρήσεις για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη
νομοθεσία και να θεσπίζουν κυρώσεις για τις παραβάσεις της νομοθεσίας· •
να απαιτούν από τους κατασκευαστές την επίτευξη των ελάχιστων στόχων
επεξεργασίας για τις διάφορες κατηγορίες ΑΗΗΕ, •
να χρηματοδοτούν τη δαπάνη συλλογής, επεξεργασίας, ανάκτησης και
περιβαλλοντικώς ορθής διάθεσης εκ μέρους όλων των χρηστών, πλην των ιδιωτικών νοικοκυριών, των προϊόντων που διατίθενται προς πώληση από τις 13 Αυγούστου 2005, •
να παρέχουν πληροφορίες στο κοινό σχετικά με τον τρόπο επιστροφής και
συλλογής των ΑΗΗΕ. Τι είναι το Σύστημα RoHS (Restriction of Hazardous Substances) To σύστημα RoHS είναι γνωστό επίσης και ως οδηγίας 2002/95/EC
434
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τα περισσότερα ηλεκτρονικά προϊόντα χρησιμοποιούν στοιχεία και χημικές ουσίες που θα βλάψουν το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Η οδηγία RoHS είναι ένα σύστημα εγκεκριμένο από την ΕΕ και από πολλές χώρες στον κόσμο, το οποίο δίνει οδηγίες σχετικά με τον προσδιορισμό του μέγιστου ποσού αυτών των στοιχείων ή εάν δεν απαιτούνται καθόλου, για τα οποία πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα περισσότερα από τα στοιχεία προκειμένου να λειτουργήσουν τα προϊόντα. To σύστημα RoHS Η απεριόριστη και ανεξέλεγκτη χρήση επιβλαβών στοιχείων που υπάρχουν σε συσκευές Ηλεκτρικού και Ηλεκτρονικού Εξοπλισμού έχει ως αποτέλεσμα εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για το περιβάλλον μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσε περιοριστικές οδηγίες για το θέμα αυτό. Το Συμβούλιο της Ευρώπης θεώρησε σκόπιμο να χρησιμοποιούνται αυτά τα στοιχεία και τα χημικά, τουλάχιστον εντός των μέγιστων ορίων. Όλες οι εταιρείες που έχουν πιστοποιηθεί με RoHS έχουν υποβληθεί σε έλεγχο και ανάλυση από διαπιστευμένο εργαστήριο. Η ακριβής αξιολόγηση της συμμόρφωσης με την οδηγία RoHS στο πλαίσιο του ελέγχου, της ανάλυσης και της επικύρωσης των προϊόντων παρέχει ασφάλεια στους κατασκευαστές και ενισχύει την εικόνα και την αναγνώρισή τους στην αγορά. Τα επιβλαβή στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως σε ηλεκτρονικά προϊόντα όπως το μόλυβδο κάδμιο συν 6 πολύτιμο χρώμιο, αξιολογούνται με δοκιμές και ανάλυση στο εργαστήριο. Οι μέθοδοι δοκιμής ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με τη δομή του προϊόντος. Σε γενικές γραμμές, οι ακόλουθες μέθοδοι χρησιμοποιούνται σε αυτές τις δοκιμές: XRF Mapping, XRF Screening, Wet Chemical Analysis, Modular Rosh concept για λιανοπωλητές και εισαγωγείς και πρόγραμμα πιστοποίησης RoHS για ομοιογενή υλικά και εξαρτήματα. Χρησιμοποιώντας μία από αυτές τις μεθόδους, προσδιορίζεται εάν υπάρχουν επιβλαβείς ουσίες στα προϊόντα και πόσο, εάν υπάρχει, και ένα συμβάν συμμόρφωσης δίνεται για το Πιστοποιητικό RoHS. Ο μόλυβδος είναι ένα από τα πιο επιβλαβή και χρησιμοποιημένα μέταλλα. Μπορεί να εισέλθει στο σώμα μέσω αναπνοής ή πέψης και να προκαλέσει προβλήματα υγείας. Η χρήση μολύβδου έχει μειωθεί σημαντικά μετά την οδηγία RoHS. Ο υδράργυρος, ένα
435
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) άλλο στοιχείο που μπορεί να είναι εξαιρετικά επιβλαβές, έχει επίσης μειωθεί σημαντικά μετά από αυτές τις οδηγίες. Εν ολίγοις, οι οδηγίες RoHS είναι εξαιρετικά σημαντικές για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Επιπλέον, η οδηγία εξετάζει επίσης θέματα ανακύκλωσης. Το πιστοποιητικό RoHS είναι ένα πλήρες έγγραφο ασφαλείας. Με την οδηγία RoHS, έχουν τεθεί περιορισμοί στη χρήση ουσιών που περιγράφονται στην οδηγία και αποτελούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον σε ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά οχήματα. Με αυτό το χαρακτηριστικό, η οδηγία RoHS παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο παγκόσμιο εμπόριο. Το σύστημα RoHS, το οποίο αναγκάζει τους παραγωγούς προϊόντων που χρησιμοποιούν επιβλαβή στοιχεία και χημικά στο περιεχόμενό του να είναι ευαίσθητα στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία, έχει ενημερωθεί πολλές φορές. Αυτές οι οδηγίες, που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά από το 2003, άλλαξαν και ενημερώθηκαν 10 χρόνια αργότερα. Το RoHS έχει ενημερωθεί για να συμμορφώνεται με τον Κανονισμό REACH και τις οδηγίες που ονομάζονται Νέο Νομοθετικό Πλαίσιο (νέο νομικό πλαίσιο). Οι κανονισμοί που θεσπίστηκαν με το νέο νομικό πλαίσιο συγκεντρώνονται κυρίως σε δύο θέματα. Αυτοί είναι οι κανονισμοί για τη διαπίστευση και την εποπτεία της αγοράς για τη διάθεση προϊόντων στην αγορά, και η απόφαση που αποτελεί το γενικό πλαίσιο για τη διάθεση προϊόντων στην αγορά. Το REACH είναι μια σχετικά νέα νομοθεσία της ΕΕ, η οποία εισήχθη προκειμένου να προστεθούν ορισμένες χημικές ουσίες που δεν συμπεριλήφθηκαν στην πρώτη έκδοση και να εντοπιστούν άλλα συναφή θέματα. Όπως η οδηγία RoHS, το REACH επικεντρώνεται στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον και αναπτύχθηκε για να περιορίσει τη χρήση χημικών ουσιών για την προστασία αυτής της περιοχής. Αρχές της οδηγίας RoHS Η πρώτη αρχή των οδηγιών RoHS είναι η προστασία της ανθρώπινης και της ανθρώπινης υγείας. Οι περισσότερες ηλεκτρονικές συσκευές που χρησιμοποιούνται επί του παρόντος περιέχουν πολλά επιβλαβή στοιχεία και ουσίες που θα επηρεάσουν την ανθρώπινη υγεία βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
436
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ο μόλυβδος εισέρχεται στο ανθρώπινο σώμα με εισπνοή ή πέψη και δημιουργεί διάφορα προβλήματα υγείας. Το μόλυβδο, ειδικότερα, επηρεάζει περισσότερο το κεντρικό νευρικό σύστημα στο ανθρώπινο σώμα. Τα νεφρά και τα αναπαραγωγικά συστήματα καταστρέφονται επίσης από το τοξικό αποτέλεσμα του μολύβδου. Όχι μόνο μόλυβδος, αλλά και άλλα στοιχεία και χημικές ουσίες που αναφέρονται στην οδηγία RoHS απειλούν την ανθρώπινη υγεία. Μια άλλη αρχή της οδηγίας, είναι η προστασία του περιβάλλοντος. Τα ηλεκτρονικά απόβλητα αυξάνονται καθημερινά στον κόσμο και τα περισσότερα από αυτά περιέχουν επιβλαβή στοιχεία και χημικά. Τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, τα οποία περιέχουν τα στοιχεία και τις χημικές ουσίες που αναφέρονται στην οδηγία, είναι η ομάδα αστικών αποβλήτων που έχει την υψηλότερη παγκόσμια αύξηση. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των ηλεκτρονικών αποβλήτων είναι τρεις φορές γρηγορότερος από τον ρυθμό αύξησης των συνολικών αποβλήτων. Εκτός από την αύξηση αυτή, τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά απόβλητα έχουν μεγαλύτερη σημασία λόγω των συνιστωσών τους. Η οδηγία RoHS επικεντρώνεται στην ανακύκλωση και τα απόβλητα αυτά είναι εξαιρετικά επικίνδυνα για το περιβάλλον, εάν δεν χρησιμοποιούνται οι κατάλληλες μέθοδοι ανακύκλωσης. Υπό την έννοια αυτή, η οδηγία RoHS περιορίζει τη χρήση ουσιών που είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία και απαιτεί την ανάκτηση ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Ένας υπολογιστής, αποτελείται από πολλές πλακέτες κι άλλα κατασκευαστικά μέρη που περιέχουν μέταλλα όπως χαλκό, ψευδάργυρο, κασσίτερο,μόλυβδο ή κάδμιο. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι επιβλαβή για την υγεία ή το περιβάλλον όταν ο υπολογιστής χρησιμοποιείται στην καθημερινότητά μας. Όταν, όμως, τον πετάξουμε στη χωματερή ή στη φύση, τα τοξικά μέταλλα που περιέχει θα απελευθερωθούν. Με την επεξεργασία των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών αποβλήτων μας ανακτώνται αξιοποιήσιμα υλικά, όπως μέταλλα, γυαλί και πλαστικό, τα οποία επαναχρησιμοποιούνται στην διαδικασία παραγωγής. Επομένως, η ανακύκλωση συνεισφέρει στον περιορισμό της βιομηχανικής ρύπανσης, καθώς μειώνεται η παραγωγή τοξικών αερίων και σωματιδίων που ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα ή βιομηχανικών αποβλήτων που ρυπαίνουν το νερό και το υπέδαφος.
437
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ταυτόχρονα, με τη μείωση των παραγωγικών διαδικασιών, εξοικονομείται ενέργεια και περιορίζονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Ανακύκλωση Υπολογιστών Επιπλέον, με την ανακύκλωση των παλιών ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών συμβάλλουμε στη διαφύλαξη του ορυκτού πλούτου, απαραίτητη προϋπόθεση για την αειφόρο ανάπτυξη και το βιώσιμο μέλλον για τα μελλοντικών γενεών. Ειδικότερα, με την ανακύκλωση επιτυγχάνεται μείωση της εξόρυξης των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, όπως είναι τα μεταλλεύματα και το πετρέλαιο, με αποτέλεσμα την αποφυγή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Εκτός της προστασίας του περιβάλλοντος, η ανακύκλωση των ηλεκτρικών συσκευών έχει ως αποτέλεσμα πολλά οικονομικά οφέλη για τους πολίτες. Και καθώς η ανακύκλωση επεκτείνεται, αυτά γίνονται σημαντικότερα. Ανακύκλωση Υπολογιστών Ειδικότερα, μέσω της ανακύκλωσης των ηλεκτρικών συσκευών ελαφρύνεται το κόστος αποκομιδής και μεταφοράς προς τους Χ.Υ.Τ.Α. Οι κατασκευαστές που παράγουν προϊόντα σε μεγάλο βαθμό από ανακυκλωμένα υλικά έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν το κόστος παραγωγής των προϊόντων τους, καθώς μειώνουν τις ανάγκες τους σε πρώτες ύλες και ενεργειακές πηγές, σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις. Μακροπρόθεσμα, χαμηλότερο κόστος για τη βιομηχανία σημαίνει χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Τα απόβλητα εξοπλισμού πληροφορικής, σύμφωνα με τους Mmereki et al., 2015, περιέχουν μεγαλύτερη ποσότητα πολύτιμων μετάλλων από τις οικιακές συσκευές. Συγκεκριμένα, το κινητό τηλέφωνο περιέχει βασικά μέταλλα όπως χαλκό (Cu) και κασσίτερο (Sn), ειδικά μέταλλα όπως λίθιο (Li) και κοβάλτιο (Co), και πολύτιμα μέταλλα, όπως αργυρό (Ag) και χρυσό (Au). Οι πλακέτες PCBs που βρίσκονται στις περισσότερες ηλεκτρονικές συσκευές, ενδέχεται να περιέχουν αρσενικό (Αs), κάδμιο (Cd), χρώμιο (Cr), μόλυβδο (Pb), υδράργυρο (Hg) και άλλες τοξικές ουσίες. Τα ψυγεία, οι καταψύκτες και οι
μονάδες
κλιματισμού,
που
δε
χρησιμοποιούνται
πια,
περιέχουν
χλωροφθοράνθρακες (CFCs) που καταστρέφουν το όζον. Επιπλέον, οι οθόνες των υπολογιστών και των τηλεοράσεων, στο τέλος της ζωής τους, περιέχουν βάριο, κάδμιο, χαλκό, μόλυβδο, ψευδάργυρο κ.ά.
438
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Οι ΗΠΑ και άλλες αναπτυγμένες χώρες στην ΕΕ και στην Ιαπωνία, απαγόρευσαν τη διάθεση οθονών που διαθέτουν σωλήνα καθοδικών ακτινών (Cathode Ray Tubes, CRTs) στους χώρους υγειονομικής ταφής, εξαιτίας των τοξικών χαρακτηριστικών τους. Στον παρακάτω πίνακα παρέχεται μια επισκόπηση της σύστασης συγκεκριμένων συσκευών. Διαχείριση ανακύκλωσης Ηλεκτρονικών Υπολογιστών •
Πλήρης ή μερική αποσυναρµολόγηση και απορρόφηση των υλικών στην
εγχώρια αγορά µε βάση την υφιστάμενη κατάσταση. •
Πλήρης αποσυναρµολόγηση και απορρόφηση των υλικών στην εγχώρια
αγορά µε την προοπτική ανάπτυξης κατάλληλων τεχνολογιών και υποδομών. •
Πλήρης ή μερική
αποσυναρµολόγηση και µεταφορά των υλικών στο
εξωτερικό. •
Πλήρης ή μερική αποσυναρµολόγηση, απορρόφηση υλικών στην εγχώρια
αγορά και θερµική επεξεργασία υπολείµµατος µε βάση την υφιστάμενη κατάσταση. •
Πλήρης ή μερική αποσυναρµολόγήση, απορρόφηση υλικών στην εγχώρια
αγορά µε την προοπτική ανάπτυξης κατάλληλων τεχνολογιών και θερμική επεξεργασία υπολείµματος. •
Πλήρης ή μερική αποσυναρµολόγηση, µεταφορά υλικών στο εξὠτερικό και
θερμική επεξεργασία υπολείµµατος. ΟΥΣΙΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΗΗΕ Τα πιο επικίνδυνα συστατικά που περιέχονται στα ΑΗΗΕ, αφορούν στα βαρέα μέταλλα όπως ο μόλυβδος, ο υδράργυρος, το χρώμιο, στις αλογονούχες ενώσεις (CFC), στα πλαστικά
και
στα
ηλεκτρονικά
κυκλώματα
που
περιέχουν
βρωμιούχους
φλογοεπιβραδυντές. Επιπροσθέτως άλλα επικίνδυνα συστατικά που πιθανώς να περιέχονται στα ΑΗΗΕ είναι ο αμίαντος, το νικέλιο και ο χαλκός και το αρσενικό. Είδη αποβλήτων Ηλεκτρικού και Ηλεκτρονικού Εξοπλισμού Μεγάλες οικιακές συσκευές. Μικρές οικιακές συσκευές. Εξοπλισμός πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών. Καταναλωτικά είδη. Φωτιστικά είδη.
439
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά εργαλεία (εξαιρουμένων των μεγάλης κλίμακας σταθερών βιομηχανικών εργαλείων). Παιχνίδια και εξοπλισμός ψυχαγωγίας και αθλητισμού. Ιατροτεχνολογικά προϊόντα (εξαιρουμένων των εμφυτεύσιμων και μολυσμένων). Όργανα παρακολούθησης και ελέγχου. Συσκευές αυτόματης διανομής. Είδη αποβλήτων Ηλεκτρικού και Ηλεκτρονικού Εξοπλισμού 1)
Εξοπλισμός ανταλλαγής θερμότητας
Ψυγεία, καταψύκτες, μηχανήματα
αυτόματης διανομής προϊόντων σε ψύξη, συσκευές κλιματισμού, συσκευές αφύγρανσης, αντλίες θέρμανσης, θερμάστρες που περιέχουν λάδι και άλλες συσκευές ανταλλαγής θερμότητας που χρησιμοποιούν ρευστά πλην του νερού για την ανταλλαγή θερμότητας. 2)
Οθόνες και εξοπλισμός που περιέχει οθόνες με επιφάνεια μεγαλύτερη
των 100 cm2
Οθόνες, τηλεοράσεις, κορνίζες LCD, φορητοί υπολογιστές (laptops),
μικρού μεγέθους φορητοί υπολογιστές (notebooks). 3)
Λαμπτήρες Ευθείς λαμπτήρες φθορισμού, συμπαγείς λαμπτήρες φθορισμού
(compact),
λαμπτήρες
φθορισμού,
λαμπτήρες
εκκενώσεως
υψηλής
έντασης,
συμπεριλαμβανομένων των λαμπτήρων νατρίου υψηλής πίεσης και των λαμπτήρων αλογονούχων μετάλλων, λαμπτήρες νατρίου χαμηλής πίεσης, λαμπτήρες LED.
4) Μεγάλου μεγέθους εξοπλισμός (οποιαδήποτε εξωτερική διάσταση μεγαλύτερη από 50cm):
Πλυντήρια ρούχων, στεγνωτήρια ρούχων, πλυντήρια πιάτων,
συσκευές μαγειρικής, ηλεκτρικές κουζίνες, ηλεκτρικά μάτια, φωτιστικά είδη, εξοπλισμός αναπαραγωγής ήχου και εικόνων, μουσικός εξοπλισμός (εξαιρουμένων των εκκλησιαστικών οργάνων), συσκευές χρησιμοποιούμενες για πλέξιμο και ύφανση, μεγάλοι υπολογιστές (mainframes), μεγάλες μηχανές εκτύπωσης, φωτοαντιγραφικά μηχανήματα, κερματοδέκτες τυχερών παιχνιδιών, μεγάλες ιατρικές συσκευές, μεγάλα όργανα παρακολούθησης και ελέγχου, μεγάλα μηχανήματα αυτόματης διανομής προϊόντων και χρημάτων, φωτοβολταϊκά πλαίσια (panels).Πλην φωτοβολταϊκών πλαισίων. 5. Μικρού μεγέθους εξοπλισμός (καμιά εξωτερική διάσταση μεγαλύτερη από 50 cm): Ηλεκτρικές σκούπες, σκούπες χαλιών, συσκευές ραπτικής, φωτιστικά είδη, 440
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) φούρνοι μικροκυμάτων, ανεμιστήρες, ηλεκτρικά σίδερα, φρυγανιέρες, ηλεκτρικά μαχαίρια, ηλεκτρικοί βραστήρες, ρολόγια, ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές, ζυγαριές, συσκευές περιποίησης μαλλιών και σώματος, αριθμομηχανές, ραδιόφωνα, κάμερες μαγνητοσκόπησης
(βιντεοκάμερες),
μαγνητοσκόπια
(συσκευές
αναπαραγωγής
εικόνας), συσκευές ηχογράφησης υψηλής πιστότητας (hi−fi), μουσικά όργανα, εξοπλισμός αναπαραγωγής ήχου και εικόνων, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά παιχνίδια, αθλητικός εξοπλισμός, υπολογιστές για ποδηλασία, καταδύσεις, τρέξιμο, κωπηλασία κ.λπ., ανιχνευτές καπνού, συσκευές θερμορύθμισης, θερμοστάτες, μικρά ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά εργαλεία, μικρές ιατρικές συσκευές, μικρά όργανα παρακολούθησης και ελέγχου, μικρά μηχανήματα αυτόματης διανομής προϊόντων, μικρές συσκευές με ενσωματωμένα φωτοβολταϊκά πλαίσια 6. Μικρού μεγέθους εξοπλισμός πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών (καμιά εξωτερική διάσταση μεγαλύτερη από 50cm) Κινητά τηλέφωνα, GPS, αριθμομηχανές τσέπης, δρομολογητές (routers), προσωπικοί υπολογιστές, εκτυπωτές, τηλέφωνα. ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ και ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ Τα ΑΗΗΕ αποτελούν σημαντική πηγή τοξικών και καρκινογόνων ουσιών αλλά παράλληλα είναι και πολύτιμη πηγή δευτερογενών πρώτων υλών. Για τους λόγους αυτούς η ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών αποβλήτων είναι σημαντική για τη ζωή μας. Διαδικασία ανακύκλωσης ΑΗΗΕ Τα ΑΗΗΕ περιέχουν πλήθος κατασκευαστικών υλικών, η πλειοψηφία των οποίων μπορεί να ανακτηθεί και αξιοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι μέθοδοι επεξεργασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταξινομούνται στις εξής 2 βασικές κατηγορίες: -Τεμαχισμός (shredding) των υλικών και μετέπειτα εφαρμογή διαφόρων μεθόδων διαχωρισμού των επιμέρους κλασμάτων. -Αποσυναρμολόγηση των κατασκευαστικών μερών, η οποία διακρίνεται σε μη καταστρεπτική (δεν καταστρέφονται τα επιμέρους τμήματα) και μερικώς καταστρεπτική (καταστρέφονται ορισμένα τμήματα π.χ. συνδέσεις). Στην
παρούσα
φάση,
η
διαδικασία
της
αποσυναρμολόγησης
δεν
είναι
αυτοματοποιημένη κάτι που προβλέπεται να συμβεί πλήρως στο μέλλον, ως αποτέλεσμα και του περιβαλλοντικού σχεδιασμού των προϊόντων (DFE-design for the
441
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) environment). Η χειρωνακτική αποσυναρμολόγηση και ο διαχωρισμός των ΑΗΗΕ, ανεβάζει το κόστος επεξεργασίας με αποτέλεσμα να πραγματοποιείται μόνο για τα πολύτιμα υλικά που περιέχονται στα ΑΗΗΕ. Η έλλειψη κατασκευαστικών δεδομένων για τις παλιές ηλεκτρικές συσκευές αλλά και το εύρος των προϊόντων και των υλικών που περιέχονται στα ΑΗΗΕ, δυσχεραίνουν την αυτοματοποίηση της διαδικασίας αποσυναρμολόγησης και την αποδέσμευση της από τον ανθρώπινο παράγοντα. ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ •
Παγκόσμιο ταχύτατα αναπτυσσόμενο και διογκούμενο ρεύμα αποβλήτων.
•
Διαφορετικές τοπικές νομοθεσίες και συστήματα διαχείρισης των ΑΗΗΕ (όπου
υπάρχουν και εφαρμόζονται). •
Πολλά υλικά είναι τοξικά και μη βιοαποικοδομίσιμα
Οφέλη από την ΑΗΗΕ •
Προστατεύεται το περιβάλλον και αναβαθμίζεται η ποιότητας ζωής των πολιτών.
•
Μειώνεται ο όγκος των απορριμμάτων τα οποία καταλήγουν στα ΧΥΤΑ.
•
Γίνεται εξοικονόμηση πρώτων υλών.
•
Γίνεται εξοικονόμηση ενέργειας.
•
Δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας.
•
Δημιουργία ενός καλύτερου περιβάλλοντος για εμάς και τα παιδιά μας.
•
Αποτελεί δείκτη πολιτισμού.
Τι θεωρείται όχημα Σύμφωνα με την Οδηγία 2000/53 ως «όχηµα» ορίζεται οποιοδήποτε όχηµα χαρακτηρισµένο ως κατηγορίας M1 ή N1, καθώς και τα τρίκυκλα μηχανοκίνητα οχήµατα, όπως ορίζονται στην Οδηγία 92/61/ΕΟΚ, πλην των τρίκυκλων μοτοσικλετών. Οχήματα που ανήκουν στην κατηγορία Μ1 είναι αυτά τα οποία προορίζονται για τη μεταφορά προσώπων και φέρουν κατ' ανώτατο όριο, εκτός της θέσεως του οδηγού, έως οκτώ θέσεις καθήμενων και οχήματα κατηγορίας Ν1 αυτά τα οποία προορίζονται για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχουν μέγιστο βάρος μη υπερβαίνον τους 3,5 τόνους. Όχημα στο τέλος του κύκλου ζωής του είναι κάθε όχημα που αποτελεί «απόβλητο», με την έννοια ότι ο κάτοχος του το απορρίπτει ή σκοπεύει ή υποχρεούται να το κάνει.
442
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) α) εγκαταλείπεται σε δημόσιους, δημοτικούς ή κοινοτικούς δρόμους στους οποίους απαγορεύεται η στάθμευση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 30 ημέρες, β) εγκαταλείπεται σε άλλους δημόσιους, δημοτικούς ή κοινοτικούς ή λιμενικούς κοινόχρηστους ή μη χώρους και οδούς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 90 ημέρες και χωρίς την άδεια της αρμόδιας Υπηρεσίας ή Αρχής, γ) εγκαταλείπεται σε ιδιωτικούς χώρους χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση του κύριου ή νομέα του χώρου κατά δήλωσή του, δ) αποτελεί γενικά κίνδυνο για το περιβάλλον, την υγεία και της ασφάλεια των κατοίκων, καθώς και για την δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, ιδίως όταν λόγω της καταστάσεως που βρίσκεται δεν δύναται να ανταποκριθεί στον σκοπό για τον οποίο προορίζεται. Εγκαταλειμμένο όχημα που δεν αναζητηθεί από τον ιδιοκτήτη του εντός 45 ημερών από την επικόλληση του ειδικού αυτοκόλλητου από τις αρμόδιες υπηρεσίες, είναι όχημα στο τέλος του κύκλου ζωής. Στην Ευρώπη, τα οχήματα που εγκαταλείπονται κάθε χρόνο φτάνουν τα 8-9 εκατομμύρια και ανήκουν στην κατηγορία των Ο.Τ.Κ.Ζ. (Οχήματα Τέλους Κύκλου Ζωής). Τα μέταλλα από τα οποία αποτελείται ένα αυτοκίνητο με την πάροδο του χρόνου οξειδώνονται και σταδιακά, μολύνουν το υπέδαφος αλλά και την ατμόσφαιρα. Ανάλογες περιβαλλοντικές επιπτώσεις προκαλούν και τα υγρά που εμπεριέχονται εντός των κλειστών κυκλωμάτων του οχήματος (λάδια, υγρά φρένων, κτλ) τα οποία υπολογίζονται σε 2-3 εκατ. τόνους. Ωστόσο από το σύνολο των μερών ενός αυτοκινήτου σε πρακτικό επίπεδο και σύμφωνα με τους ειδικούς, μόνο το 75% αυτών μπορεί να ανακυκλωθεί, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό συνήθως καταλήγει σε τόπους συγκέντρωσης απορριμμάτων. Δηλαδή σε γενικές γραμμές κάθε αυτοκίνητο μπορεί να αποδώσει 700 κιλά ανακυκλώσιμου μετάλλου και 300 κιλά περίπου άχρηστων αποβλήτων. Αν λάβουμε υπ όψιν ότι από ένα αυτοκίνητο μπορούν να προκύψουν 700 κιλά μετάλλου, 10 κιλά ορυκτελαίου, 3 κιλά οξέων μπαταρίας, 7 κιλά μολύβδου, 40 κιλά εύφλεκτων ελαστικών, 1 κιλό αμιάντου και αρκετές ακόμη επιβλαβείς για το περιβάλλον ουσίες, είναι ξεκάθαρο ότι τα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα δύνανται να προκαλέσουν μια αρκετά μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή. Bάσει της Κοινοτικής Οδηγίας 2000/53/Ε δημιουργήθηκαν τα κέντρα ανακύκλωσης, όπου οι ιδιοκτήτες αποσύρουν τα οχήματά τους και λαμβάνουν πιστοποιητικό
443
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) καταστροφής. Σήμερα, το 75% των μερών ενός αυτοκινήτου μπορεί να ανακυκλωθεί. Aπό την 1/1/2015, σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει όλα τα κράτη-μέλη, μέσω των διαδικασιών ανακύκλωσης οχημάτων να ανακτούν το 95% των στοιχείων που έχουν χρησιμοποιηθεί και να ανακυκλώνουν το 85%, ώστε να περιοριστεί το ποσοστό των μη επαναχρησιμοποιούμενων στοιχείων κατά 10%. Η ανακύκλωση οχημάτων στην Ελλάδα Μέχρι το 2004, την ευθύνη των εγκαταλελειμμένων οχημάτων είχε ο εκάστοτε δήμος, ο οποίος τα συγκέντρωνε και τα παρέδιδε στον ΟΔΔΥ, για να καταλήξουν σε δημοπρασίες και από εκεί σε ανταλλακτικά και τεμαχισμό από εταιρείες χωρίς άδεια και χωρίς να τηρούνται έστω στοιχειώδη μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος. Το 2004, με τη σύσταση της ΕΔΟΕ (Συστήματος Εναλλακτικής Διαχείρισης Οχημάτων Τέλους Κύκλου Ζωής), τα ανακυκλωθέντα αυτοκίνητα στην Ελλάδα έφτασαν τα 1.080. Τα επόμενα χρόνια, οι αριθμοί πολλαπλασιάστηκαν, με κορύφωση το 2009 που εφαρμόστηκε η κρατική απόσυρση και 146.713 αυτοκίνητα οδηγήθηκαν στην πρέσα. Το 2015, χάρη και στην απόσυρση έχουν ανακυκλωθεί 68.430 οχήματα, ενώ το συνολικό νούμερο της 8ετίας 2007-2015 είναι 432.870. Ακόμα κι έτσι όμως, η ανακύκλωση στη χώρα μας βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο. Τα κύρια χαρακτηριστικά της Ελληνικής πραγματικότητας που
θα μπορούσαν να
αναφερθούν (κυρίως πριν το 2004) είναι: •
Ελάχιστες απαιτήσεις αποταξινόμησης. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο για
την αποταξινόμηση των οχημάτων διέπεται από χαλαρές διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν την διαιώνιση των προσωρινών αποταξινομήσεων και την εξορισμού ακινητοποίηση του οχήματος οπουδήποτε για μεγάλο χρονικό διάστημα. •
Παράνομα διαλυτήρια οχημάτων. Τα παλαιά ή κατεστραμμένα αυτοκίνητα
μαζεύονται από ελεύθερους επαγγελματίες οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην πώληση μεταχειρισμένων ανταλλακτικών και σιδήρων.Η συγκέντρωση και επεξεργασία τους
πραγματοποιείται
σε
χώρους
οι
οποίοι
στερούνται
περιβαλλοντικών
προδιαγραφών. •
Χαμηλό επιίπεδο περιβαλλοντικής συνείδησης. Όπως και για τα υπόλοιπα
προϊόντα στο τέλος του κύκλου ζωής των έτσι και για τα οχήματα δεν υπήρχε μία
444
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ξεχωριστή πρωτοβουλία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού σε θέματα ανακύκλωσης και προστασίας του περιβάλλοντος. Περιγραφή Συστήματος Εναλλακτικής Διαχείρισης Οχημάτων Τέλους Κύκλου Ζωής (ΕΔΟΕ) Από τον Ιανουάριο του 2004, η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει με τη σύσταση της ΕΔΟΕ (Εναλλακτική Διαχείριση Οχημάτων Ελλάδος), της μόνης εγκεκριμένης, αδειοδοτημένης και μη κερδοσκοπικής εταιρείας για την εναλλακτική διαχείριση των Ο.Τ.Κ.Ζ. Η ΕΔΟΕ συστάθηκε από τους 33 επίσημους αντιπροσώπους αυτοκινήτων στην Ελλάδα και τελεί υπό την εποπτεία του ΥΠΕΚΑ. Η Εναλλακτική Διαχείριση Οχημάτων Ελλάδος είναι ένα Συλλογικό Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης, (Σ.Σ.Ε.Δ.), εγκεκριμένο από τον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης, (Ε.Ο.ΑΝ) και είναι το νόμιμο σύστημα ανακύκλωσης οχημάτων στην Ελλάδα, (άδεια λειτουργίας ΑΔΑ 7Ν9346Ψ8ΟΖ-ΦΛ2). Η λειτουργία του συστήματος διέπεται από το Προεδρικό Διάταγμα 116/2004 και τις προϋποθέσεις του Ν.4496/2017. Σήμερα λειτουργεί ένα αυτοχρηματοδοτούμενο σύστημα δωρεάν παραλαβής και επεξεργασίας των ΟΤΚΖ (οχημάτων στο τέλος του κύκλου ζωής τους), το οποίο αποτελείται από ένα δίκτυο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους κλάδους συλλογής και επεξεργασίας παλαιών μετάλλων και μεταχειρισμένων ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις είναι εφοδιασμένες με τις κατάλληλες άδειες λειτουργίας, σύμφωνα με το ΠΔ116/2004. Σε αυτές τις εταιρείες απευθυνόμαστε εφόσον θέλουμε να διαγράψουμε οριστικά το παλιό μας αυτοκίνητο, το οποίο στη συνέχεια θα καταστραφεί και θα ανακυκλωθεί. Η όλη διαδικασία είναι πολύ απλή και το κυριότερο, δωρεάν. Το αυτοκίνητο μπορεί να αποσυρθεί από την κυκλοφορία όποτε θελήσει ο ιδιοκτήτης του (μέχρι 20/12 κάθε έτους, εφόσον δεν επιθυμεί να πληρώσει τα επόμενα τέλη κυκλοφορίας). Η παράδοση γίνεται σε οποιοδήποτε κέντρο Εναλλακτικής Διαχείρισης με το σήμα της ΕΔΟΕ. Η παράδοση του οχήματος προς ανακύκλωση αποτελεί νομική υποχρέωση κάθε τελικού χρήστη. Η παράδοση του οχήματος γίνεται δωρεάν.
445
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ο νόμος της ανακύκλωσης οχημάτων ισχύει για όλα τα επιβατικά και ελαφρά φορτηγά με μεικτό βάρος έως 3,5 τόνους. Πιστοποιητικό καταστροφής Με την παράδοση του αυτοκινήτου δίδεται η βεβαίωση παραλαβής. Οκτώ μέρες μετά θα αποσταλεί ταχυδρομικώς το πιστοποιητικό καταστροφής, το οποίο αποτελεί το μόνο νόμιμο έγγραφο για την αποταξινόμηση του αυτοκινήτου (οριστική παράδοση πινακίδων του αυτοκινήτου). Τα νομιμοποιητικά έγγραφα του αυτοκινήτου (άδεια, πινακίδες) παραδίδονται στο κέντρο (συλλογής ή επεξεργασίας). Μετά την έκδοση του πιστοποιητικού καταστροφής, τα νομιμοποιητικά έγγραφα παραδίδονται από το κέντρο στις αρμόδιες Aρχές. Διαδικασία ανακύκλωσης οχήματος Η ανακύκλωση οχημάτων αντιμετωπίζεται ουσιαστικά ως απορρύπανση. Έτσι λοιπόν: Η απορρύπανση χωρίζεται σε δύο στάδια, σε εκείνο που αφαιρούνται τα στερεά υλικά και σε εκείνο που αφαιρούνται τα υγρά Πάνω στην ψηλή μεταλλική κατασκευή βρίσκεται ένας τεχνίτης που «γδύνει» το αυτοκίνητο απομακρύνοντας τις ρόδες, τις μπαταρίες, τον καταλύτη και το φρέον του κλιματιστικού, ενώ ελέγχει για ενδεχόμενη ύπαρξη φιάλης υγραερίου, όπως συμβαίνει συχνά στα ταξί. Τα υλικά που αφαιρούνται αποθηκεύονται ανά κατηγορία και ακολουθούν διαφορετικούς «δρόμους». Στη συνέχεια, με τη βοήθεια ενός κλαρκ το αυτοκίνητο μεταφέρεται στο διπλανό ικρίωμα για το δεύτερο στάδιο της απορρύπανσης, όπου γίνεται η απάντληση όλων των υγρών (τα καύσιμα, τα λάδια της μηχανής και του κιβωτίου, τα υγρά των φρένων και του ψυγείου, το νερό από τους υαλοκαθαριστήρες). Η απάντληση γίνεται με ειδικές αντλίες, διαφορετική για κάθε υγρό, ενώ και η αποθήκευση γίνεται σε ξεχωριστές δεξαμενές. Για λόγους ασφαλείας, η δεξαμενή της βενζίνης είναι υπόγεια. Όλα τα υγρά ακολουθούν τη δική τους πορεία ανακύκλωσης στη χημική βιομηχανία. Καθαρό από επικίνδυνα στερεά και τοξικά υγρά, το «κουφάρι» του αυτοκινήτου μεταφέρεται εν συνεχεία στο πρεσοψάλιδο. Πρόκειται για μια τεράστια μηχανή, αποστολή της οποίας είναι να κάνει το αυτοκίνητο κυριολεκτικά κομματάκια. Το
446
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) πρεσοψάλιδο τροφοδοτείται από την «αρπάγη», ένα βαρύ όχημα εξοπλισμένο με μια πανίσχυρη δαγκάνα. Η «αρπάγη» γαντζώνει το αυτοκίνητο και το ρίχνει μέσα στο πρεσοψάλιδο. Αυτό με τη σειρά του αρχικά συμπιέζει το αυτοκίνητο και στη συνέχεια το τεμαχίζει. Το πρεσοψάλιδο μπορεί να «καταπιεί» ακόμη και φορτηγά, εφόσον προηγουμένως αυτά κοπούν σε μικρότερα κομμάτια από ένα τρίτο τεράστιο μηχάνημα, το ψαλίδι. Τα κομμάτια μεταφέρονται σε μια άλλη μηχανή για το επόμενο στάδιο που είναι η διαλογή. Εδώ γίνεται ο διαχωρισμός του σίδερου σιδήρου από τα υπόλοιπα μέταλλα, όπως το αλουμίνιο, αλλά και τα υλικά που δεν μπορούν να ανακυκλωθούν, όπως ορισμένα πλαστικά, τα αφρολέξ από τα καθίσματα και άλλα. Η διαλογή του σίδερου γίνεται με μεγάλους ηλεκτρομαγνήτες, ωστόσο σημαντικό μέρος της διαδικασίας απαιτεί και χειρονωκτική δουλειά. Το σίδερο, το μαντέμι, το αλουμίνιο και τα υπόλοιπα υλικά που μπορούν να ανακυκλωθούν στοιβάζονται ξεχωριστά, φορτώνονται σε φορτηγά και μεταφέρονται στα εξειδικευμένα εργοστάσια για περαιτέρω επεξεργασία. Τα κομμάτια μεταφέρονται σε μια άλλη μηχανή για το επόμενο στάδιο που είναι η διαλογή. Εδώ γίνεται ο διαχωρισμός του σίδερου σιδήρου από τα υπόλοιπα μέταλλα, όπως το αλουμίνιο, αλλά και τα υλικά που δεν μπορούν να ανακυκλωθούν, όπως ορισμένα πλαστικά, τα αφρολέξ από τα καθίσματα και άλλα. Η διαλογή του σίδερου γίνεται με μεγάλους ηλεκτρομαγνήτες, ωστόσο σημαντικό μέρος της διαδικασίας απαιτεί και χειρονωκτική δουλειά. Το σίδερο, το μαντέμι, το αλουμίνιο και τα υπόλοιπα υλικά που μπορούν να ανακυκλωθούν στοιβάζονται ξεχωριστά, φορτώνονται σε φορτηγά και μεταφέρονται στα εξειδικευμένα εργοστάσια για περαιτέρω επεξεργασία. Τι είναι ο καταλύτης ενός αυτοκινήτου; Καταλύτης ονομάζεται η ουσία η οποία διευκολύνει μια χημική αντίδραση, χωρίς όμως να λαμβάνει μέρος σε αυτήν. Στα αυτοκίνητα ο καταλύτης είναι ένα κεραμικό στοιχείο το οποίο τοποθετείται στο σύστημα εξαγωγής των καυσαερίων (εξάτμιση). Το κεραμικό αυτό αφαιρεί σε ένα μεγάλο ποσοστό από τα καύσιμα του αυτοκινήτου τις βλαβερές για τον άνθρωπο ουσίες που εμπεριέχονται.
447
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Συγκεκριμένα, ο καταλύτης είναι ένα πορώδες κεραμικό με μεγάλη επιφάνεια από την οποία περνούν τα καυσαέρια και ενώνονται με το οξυγόνο. Με άλλα λόγια οξειδώνονται ή αν θέλετε «καίγονται». Στο κεραμικό αυτό υπάρχουν μεταξύ άλλων σε διαφορετικές ποσότητες Πλατίνα (Pt), Παλλάδιο (Pl) και Ρόδιο (Rh). Τα πολύτιμα αυτά μέταλλα είναι υπεύθυνα για τη χημική διεργασία που ακυρώνει τις βλαπτίκες ουσίες στα εκπεμπόμενα καύσιμα. Σήμερα, τα περισσότερα είδη οχημάτων που λειτουργούν με
βενζίνη
διαθέτουν
καταλύτη:
αυτοκίνητα,
φορτηγά,
τρένα,
αεροπλάνα,
μοτοσυκλέτες και λεωφορεία. Ποια μέθοδος αξιοποιείται για την ανακύκλωση καταλυτών; Οι καταλύτες οδηγούνται σε ειδικό εργοστάσιο που απομακρύνονται όλα τα τοξικά στοιχεία και επιστρέφουν ως «καθαρό» μέταλλο. Για την ανακύκλωση καταλυτών και την ανάκτηση των πολύτιμων μετάλλων που εμπεριέχονται στους παλιούς καταλύτες αξιοποιείται η πυρομεταλλουργική μέθοδος. Μέσω της πυρομεταλλουργίας επιτυγχάνονται υψηλότερα ποσοστά ανάκτησης των μετάλλων Πλατίνα, Παλλάδιο και Ρόδιο. Πως καθορίζεται η αξία ενός καταλύτη για ανακύκλωση; Η αξία του κάθε καταλύτη καθορίζεται από πολλούς παράγοντες. Οι σημαντικότεροι είναι η περιεκτικότητα του καταλύτη σε πολύτιμα μέταλλα και οι τρέχουσες τιμές των μετάλλων στα χρηματιστήρια. Το σημαντικότερο χρηματιστήριο για τα πολύτιμα μέταλλα είναι το Χρηματιστήριο Πλατίνας και Παλλαδίου στο Λονδίνο Η αναλογία μεταξύ των πολύτιμων μετάλλων στον καταλύτη εξαρτάται από τον τύπο του κινητήρα και το καύσιμο που χρησιμοποιεί. Η ανακυκλωση καταλυτων συμβάλει στην ανάκτηση των εν λόγω πολύτιμων μετάλλων. Ανακύκλωση Ελαστικών Ένα δισεκατομμύριο ελαστικών οχημάτων παντός τύπου από μοτοποδήλατα μέχρι βαρέα φορτηγά, φτάνει παγκοσμίως στο τέλος της ζωής του κάθε χρόνο εκ των οποίων τα 250.000.000 βρίσκονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα ελαστικά αυτά αποτελούν απόβλητο που χρίζει ιδιαίτερη διαχείριση. Τα ελαστικά κατασκευάζονται από φυσικό και συνθετικό καουτσούκ, ενώ χρησιμοποιείται επίστρωση από χάλυβα προκειμένου να αυξηθεί η αντοχή τους στο σημείο όπου ενώνονται με τις ζάντες. Περιέχουν, επίσης και άλλα συστατικά, όπως
448
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) λινά, οξείδιο ψευδαργύρου, θείο και διάφορες άλλες οργανικές ουσίες. Στην Ελλάδα εισάγονται 47000-50000 τόνοι ελαστικών σε ετήσια βάση, με το 43% να είναι ελαστικά φορτηγών και το 57% επιβατικών οχημάτων. Το 20% κατά βάρος των εισαγόμενων ελαστικών απορρίπτεται στην Αττική. Κάτω από αυτή την οπτική γωνία, η ανάγκη για ανακύκλωση των ελαστικών είναι κάτι παραπάνω από επιτακτική. Η απόρριψη των ελαστικών σε ΧΥΤΑ - ποσό μάλλον σε χωράφια και γενικότερα στο φυσικό περιβάλλον προκαλεί σοβαρά προβλήματα. Προβλήματα από την απόρριψη ελαστικών στο περιβάλλον • Αποτελούν εστία μικρόβιων και μολυσματικών ασθενειών. • Απελευθερώνουν στο έδαφος το νερό και τον αέρα, πληθώρα επικίνδυνων και ρυπογόνων τοξίνων. • Η αποσύνθεση τους είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα. • Αποτελούν εστία επικινδύνων πυρκαγιών. • Η μαζική απόρριψη τους υποβαθμίζει αισθητικά το φυσικό περιβάλλον. Τα οφέλη από την ανακύκλωση ελαστικών είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην χωρά μας, χρειάζονται ακόμα κίνητρα και νομοθετικές ρυθμίσεις ώστε η ανακύκλωση να γίνεται πραγματικότητα και τα προϊόντα της όπως η πούδρα καουτσούκ και τα τρίμματα να έχουν εμπορικές εφαρμογές . Αναγόμωση ελαστικών επισώτρων •
Ένα ελαστικό επίσωτρο με πλαίσιο σε καλή κατάσταση μπορεί να
αναγομωθεί (πλήρωση με ελαστικό υλικό) μία φορά (νόμιμα) στον κύκλο ζωής του. Με αυτήν την τεχνολογία έχουμε επαναχρησιμοποίηση του ελαστικού (δηλ. εκ νέου χρήση του για τον σκοπό που αρχικά παράχθηκε). Η αναγόμωση έχει σκοπό να αυξήσει την περίοδο χρήσης και να παρατείνει τη χιλιομετρική χρήσή των ελαστικών επισώτρων. •
Ορισμένα από τα γνωστά πλεονεκτήματα, που παρουσιάζουν τα
αναγομωμένα ελαστικά επίσωτρα, είναι ότι εξασφαλίζουν την ίδια χιλιομετρική χρήση με συγκρίσιμα νέα ελαστικά επίσωτρα, παρέχοντας συγχρόνως επιδόσεις και ασφάλεια υψηλού επιπέδου. Επιπλέον, τα εν λόγω προϊόντα είναι φιλικά με το περιβάλλον και επιτρέπουν την εξοικονόμηση ενέργειας σε σύγκριση με την παραγωγή νέων ελαστικών ετησώτρων και μάλιστα σε χαμηλότερο κόστος από αυτά.
449
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τελικά προϊόντα επεξεργασίας ελαστικών (ενδεικτικά) Μπάλες ελαστικών •
Οι δεματοποιημένες μπάλες ελαστικών μπορούν να χρησιμοποιηθούν
μεταξύ άλλων στην κατασκευή κυματοθραυστών και φραγμάτων, κοιτών και πρανών ποταμών καθώς και χειμάρρων. Όπου επικρατούν ασταθείς συνθήκες οι μπάλες ελαστικών αποτελούν εναλλακτική λύση σε αντικατάσταση μιας σειράς συμβατικών υλικών, όπως είναι οι λίθινες κατασκευές, το τσιμέντο, το χαλίκι, οι αμμόσακοι προστασίας. Ηχομονωτικά αναχώματα •
Όλο και περισσότερες κυβερνήσεις απαιτούν την χρήση ηχομονωτικών
πετασμάτων/αναχωμάτων για τη μείωση του θορύβου ένθεν και ένθεν μεγάλων οδικών αρτηριών, ιδιαίτερα όταν αυτές διέρχονται μέσα από κατοικημένες περιοχές. Η αντιμετώπιση του θορύβου μπορεί να πραγματοποιηθεί τόσο με χρήση ολόκληρων ελαστικών όσο και με την χρήση τρίμματος ελαστικού ως πληρωτικού υλικού σε ειδικές κατασκευές πετασμάτων. Ελαφρύ πληρωτικό υλικό ως υπόστρωμα οδοποιίας •
Τεμάχια ελαστικού συνιστώνται ως ελαφρύ πληρωτικό υλικό για χρήση σε
πολλές εφαρμογές μεταξύ των οποίων είναι και η κατασκευή υποστρώματος δρόμων. Ιδιαίτερα σε περιοχές όπου το υπέδαφος είναι σαθρό και ασταθές ενδείκνυται η συγκεκριμένη εφαρμογή. Όσο μικρότερες είναι οι διαστάσεις των τεμαχίων τόσο μεγαλύτερη είναι η αντοχή του δρόμου στην κυκλοφορία καθώς και στο συνολικό βάρος της υπερκείμενης κατασκευής. Θερμομόνωση •
Τα τεμάχια μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως θερμομονωτικό υλικό σε έργα
οδοποιίας, σε εκσκαφές σωληνώσεων/αποχετεύσεων, ως πληρωτικό υλικό, κατασκευές κτιρίων καθώς και σε εμπορικές και βιομηχανικές κατασκευές. Χρησιμοποιούνται σε αντικατάσταση παραδοσιακών μονωτικών υλικών όπως είναι το εξελασμένο πολυστυρένιο (XPS), ελαφρά υλικά όπως το LECA (διαστελόμενο αργιλώδες αδρανές υλικό), η ιπτάμενη τέφρα από θερμοηλεκτρικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και οι σκωρίες μετάλλων, υλικά τα οποία έχουν περίπου τις ίδιες ιδιότητες με τα τεμάχια ελαστικών.
450
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μεταχειρισμένα ανταλλακτικά Το ΠΔ116(ΦΕΚ81Α/05.03.04) καθορίζει το νομικό πλαίσιο για τη διαχείριση των ΟΤΚΖ. Πιο συγκεκριμένα, θεσπίζει τα μέτρα, τους όρους και τα προγράμματα για την εναλλακτική διαχείριση ΟΤΚΖ, των χρησιμοποιούμενων ανταλλακτικών τους και των απενεργοποιημένων καταλυηκών μετατροπέων, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2000/53/ΕΚ για τα ΟΤΚΖ. Τα υλικά ενός ΟΤΚΖ έχουν μεγάλη αξία και ως μεταχειρισμένα ανταλλακτικά. Συχνά μάλιστα η αξία του υλικού για τα μη μεταλλικά εξαρτήματα είναι σχεδόν μηδενική. Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι αν τεθεί ως στόχος η μεγιστοποίηση της αξιοποίησης των ΟΤΚΖ, αυτό οδηγεί στην ανάγκη μεγιστοποίησης της εξαγωγής ανταλλακτικών από το ΟΤΚΖ, αρκεί να υπάρχει ζήτηση για τα ανταλλακτικά αυτά και η τιμή πώλησης τους να υπερκαλύπτει το κόστος για την αποσυναρμολόγηση και την διάθεσή τους. Το εμπόριο ανταλλακτικών φαίνεται να είναι το κλειδί για τη βιωσιμότητα του κέντρου ανακύκλωσης. Όμως, η μεγιστοποίηση του κύκλου εργασίας του κέντρου ανακύκλωσης από την πώληση των επιμέρους συστατικών του ΟΤΚΖ, εγκυμονεί το κίνδυνο «διαρροής», υλικών από τα εναλλακτικά συστήματα διαχείρισης, τη μη ικανοποιητική προώθηση μερικών από αυτά σε επόμενα στάδια ανακύκλωσης, και την εκ νέου λαθραία κυκλοφορία τους (για παράδειγμα, τα ελαστικά). Υπάρχουν σημαντικά οφέλη από την ανακύκλωση οχημάτων: •
Περιορίζουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος, αφού πολλά τοξικά
απόβλητα δεν καταλήγουν σε αλόγιστες ποσότητες στο περιβάλλον. •
Eπανατροφοδοτούμε τη βιομηχανία με πρώτες ύλες, που προκύπτουν από
την ανακύκλωση των διαφόρων μερών των παλαιών αυτοκινήτων. •
Αποδεσμεύουμε αρκετές εκατοντάδες πολύτιμες θέσεις πάρκινγκ, που
είναι κατειλημμένες από ακινητοποιημένα οχήματα. •
Δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας.
«XPYΣOΦOPA ΣKOYΠIΔIA» Η ελληνική αγορά της ανακύκλωσης είναι μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα αγορά αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο τζίρος για τον ιδιωτικό τομέα ξεπερνάει το 1 δισ. ετησίως.
451
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Tο σίγουρο είναι ότι τα σκουπίδια κρύβουν «χρυσάφι», μεταφορικά και ενίοτε κυριολεκτικά. Στην Ελλάδα οι εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο γνώρισαν το 2014 σημαντική ανάκαμψη για πρώτη φορά από το 2009. Mε βάση τα στοιχεία οι ποσότητες που συλλέχθηκαν το 2014 έφτασαν τους 45.000 τόνους, ενώ ανακτήθηκαν υλικά (σίδηρος κ.λπ.) 21,5 χιλ. τόνων. Tο «χρυσάφι» κρύβεται ωστόσο στα λεγόμενα ψηφιακά απόβλητα, δηλαδή κινητά τηλέφωνα και κομπιούτερ που περιέχουν ελάχιστες ποσότητες χρυσού. Oι ποσότητες αυτές υπολογίζονται σε 200-400 γραμμάρια περίπου ανά τόνο τέτοιων αποβλήτων. Δεδομένου ότι στην Eλλάδα καταλήγουν στα σκουπίδια περί τους 6.000 τόνους το χρόνο, θα μπορούσε να «συγκεντρωθεί» πάνω από 1 τόνος χρυσού. Eάν βέβαια υπήρχαν στη χώρα μας οι ειδικές μονάδες ανάκτησης, όπως στο εξωτερικό. Ανακύκλωση πλαστικού Aπό περιβαλλοντική άποψη, η ανακύκλωση πλαστικού είναι σηµαντική γιατί πολλά πλαστικά που περιέχουν χλώριο (π.χ. πολυβινυλοχλωρίδιο) όταν καίγονται παράγουν πολύ τοξικές ενώσεις (διοξίνες και φουράνες) και γιατί τα πιο πολλά πλαστικά διασπώνται δύσκολα. H βιομηχανία πλαστικών κατασκευάζει πολλά είδη. Xρησιμοποιεί κυρίως τα εξής παράγωγα: PET (τερεφθαλικός εστέρας του πολυαιθυλενίοτ), HDPE (υψηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο), LDPE (χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο) και PP (πολυπροπυλένιο). Η πρώτη ύλη για την παρασκευή του πλαστικού, ως υλικό κατασκευασμένο με βάση τις ανθρακικές ενώσεις είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πετρέλαιο. Τα Πλαστικά νούμερο 2 HDPE (πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας): Παραδείγματα αυτού του τύπου είναι τα μπουκάλια γάλακτος και χυμών, μπουκάλια απορρυπαντικών
σαμπουάν,
βιομηχανικών
ελαίων,
συσκευασίες
γιαουρτιών,
βουτύρων, σακούλες δημητριακών και κάποια παιχνίδια. Θεωρείται μία πιο ασφαλής επιλογή πλαστικών, παρόλο που κάποιες μελέτες έδειξαν διαρροή ουσιών (ύποπτες για ενδοκρινολογικές διαταραχές) σε τροφές ειδικά μετά από έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία (για παράδειγμα, ηλιακή ακτινοβολία).
452
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ανακυκλώνεται σε: Καινούργια μπουκάλια, κάδους απορριμμάτων , πλακάκια, σωλήνες αποχέτευσης, σπιτάκια κατοικιδίων, φράχτες κ.λπ. Πλαστικά νούμερο 3 (Βινύλιο) ή PVC: Βρίσκεται σε μπουκάλια καθαριστικών και απορρυπαντικών, σαμπουάν, μαγειρικών ελαίων, επενδύσεις καλωδίων, ιατρικό εξοπλισμό, παράθυρα, σωλήνες, επιχρίσματα. Το PVC
χρησιμοποιείται σε πάρα
πολλούς τομείς της ζωής μας. Ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εύκαμπτο υλικό (π.χ. παιχνίδια, μεμβράνες συσκευασίας, είδη ρουχισμού, κουρτίνες μπάνιου), ως υλικό μέσης σκληρότητας (π.χ. σωληνώσεις, ελαστικά μέρη αυτοκινήτου) και ως σκληρό έως άκαμπτο υλικό (π.χ. οικοδομικά υλικά). Θεωρείται πλέον πολύ επικίνδυνο και για την υγεία και για το περιβάλλον γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγεται η χρήση του. Ανακυκλώνεται σε: πατώματα, υλικά ραπτικής, λασπωτήρες αυτοκινήτων, λούκια δρόμων, καλώδια, σαμαράκια σε δρόμους, στρώματα. Πλαστικά νούμερο 4 LDPE (πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας): Βρίσκεται σε μπουκάλια
που συμπιέζονται,
σακούλες
ψωμιού, κατεψυγμένων προϊόντων,
καθαριστηρίων, σουπερμάρκετ, βαλίτσες, ρούχα, έπιπλα, χαλιά. Θεωρείται σχετικά ασφαλές καθώς δεν περιέχει καμία από τις γνωστές επιβλαβείς χημικές ουσίες. Ανακυκλώνεται σε: Κουτάκια, κάδους απορριμμάτων και κομποστοποίησης, επένδυση φακέλων, υλικά ξυλείας και πατώματα, υλικά ραπτικής, λασπωτήρες αυτοκινήτων, λούκια δρόμων, καλώδια, σαμαράκια σε δρόμους, στρώματα. Πλαστικά νούμερο 5 PP (πολυπροπυλένιο): Είναι εύκαμπτο, σκληρό και ημιδιαφανές πλαστικό και έχει υψηλή αντοχή σε διαλύτες. Βρίσκεται σε: Συσκευασίες γιαουρτιών, μπουκάλια σιροπιών και αρτυμάτων (κέτσαπ, μουστάρδα κλπ), καπάκια, καλαμάκια, μπουκαλάκια φαρμάκων. Θεωρείται σχετικά ασφαλές. Ανακυκλώνεται σε: Καλώδια μπαταριών, βούρτσες, σκούπες, φανάρια δρόμων, ξύστρες πάγου, ράγες ποδηλάτων, στέκες μαλλιών, κουτιά, ψάθες, συρτάρια χαρτικών Πλαστικά νούμερο 6 PS (πολυστυρένιο): Βρίσκεται σε σκεύη μίας χρήσης, δίσκους για συσκευασμένα κρέατα, συσκευασίες αυγών, συσκευασίες διανομής φαγητού, φαρμάκων, πλαστικά ποτήρια του καφέ, πλαστικά μαχαιροπίρουνα, πιάτα μιας χρήσης μπουκαλάκια, θήκες CD. Κάποια παραδείγματα αυτής της κατηγορίας είναι
453
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) τα, κ.α. Πρέπει να αποφεύγεται γιατί διαρρέει στα τρόφιμα (κυρίως όταν είναι ζεστά και λιπαρά) ουσίες (στυρένιο) τοξικές για τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα. Ανακυκλώνεται σε: Μονωτικά υλικά, αυγοθήκες, αεραγωγούς, χάρακες, συσκευασίες διανομής φαγητού. Πλαστικά νούμερο 7 OTHER (Διάφορα): Βρίσκεται σε μπουκάλια νερού, αλεξίσφαιρα υλικά, γυαλιά ηλίου,DVD, θήκες υπολογιστών και iPod, πινακίδες, νάιλον, δοχεία τροφίμων. Το πολυκαρβονικό (PC) και η μελαμίνη είναι χαρακτηριστικά πλαστικά αυτής της κατηγορίας. Πλαστικά νούμερο 7 OTHER (Διάφορα) … συνέχεια: Εκατοντάδες μελέτες τα τελευταία χρόνια συνέδεσαν την BPA με πλήθος σοβαρών προβλημάτων όπως καρδιοπάθειες, παχυσαρκία, διαβήτης, κ.α. Η δισφαινόλη Α
(BPA) επηρεάζει το αμυντικό και αναπαραγωγικό σύστημα του
οργανισμού, είναι ορμονικός διαταράκτης (επειδή μιμείται τις ανθρώπινες ορμόνες), ενώ ενοχοποιείται για την εμφάνιση καρκίνου. Η μελαμίνη επίσης χρησιμοποιείται ευρέως σε πιάτα, ποτήρια, κουτάλια, κτλ. Η κατανάλωση ζεστών γευμάτων σε δοχεία μελαμίνης προκαλεί διαρροή αυτής της χημικής ουσίας στο φαγητό. Μελέτες έχουν δείξει ότι αν η μελαμίνη καταναλωθεί σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας. Ανακυκλώνεται σε: Πλαστική απομίμηση ξύλου, προϊόντα κατά παραγγελία. Πηγές παραγωγής πλαστικών Αναλυτικά, οι πηγές παραγωγής πλαστικών στα απορρίμματα είναι: • Μεταφορές, όπως αυτοκίνητα, ποδήλατα, μοτοσικλέτες, φορτηγά κ.λπ. • Συσκευασία, όπως μπουκάλια, δοχεία τροφίμων, σακούλες και πλαστικά περιτυλίγματα. •
Οικοδομές και κατασκευές όπως σωλήνες, αποχετεύσεις, πατώματα,
μονώσεις, πόρτες και παράθυρα. •
Ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όπως καλώδια και συσκευές επικοινωνίας.
•
Επιπλώσεις όπως έπιπλα, καρπέτα, κουρτίνες, έπιπλα γραφείου και
καλύμματα τοίχων. •
Καταναλωτικά όπως τσάντες, παιχνίδια, εργαλεία κήπων και εξοπλισμός
εργαστηρίων.
454
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) •
Βιομηχανία.
•
Θερμοκήπια. Αξιοσημείωτο είναι το δίκτυο που έχει αναπτυχθεί με έδρα
την Κρήτη για την συλλογή των χρησιμοποιημένων καλυμμάτων των θερμοκηπίων από ΡΕ, τα οποία οδηγούνται στην Κρήτη όπου και ανακυκλώνονται σε ειδικές εγκαταστάσεις που λειτουργούν εκεί. Συλλογή πλαστικών Αρκετά πρόσφορη µεθοδολογία ανάκτησης του PVC, είναι η συλλογή πόρταπόρτα (και όχι η τοποθέτηση σε κοντέινερς) και πιθανόν η µεταφορά του µε ειδικό όχηµα για συµπίεση. Λόγω των προβληµάτων που υπάρχουν, οι προσπάθειες για ανάκτηση πλαστικού έχουν εστιασθεί στα είδη που ανακυκλώνονται ευκολότερα (PET και HDPE). Από ΡΕΤ (Polyethylene terepthalate) είναι κατασκευασµένες οι φιάλες που περιέχουν ανθρακούχα αναψυκτικά λοιπά µπουκάλια αναψυκτικών, ενώ από HDPE (High density polyethelane) είναι τα κουτιά γάλακτος, αναψυκτικών και εµφιαλωµένου νερού. Λόγω της χαρακτηριστικής σχέσης όγκου:βάρους, τα πλαστικά µπουκάλια θραύονται και δεµατοποιούνται για την οικονοµικότερη µεταφορά τους στη βιοµηχανία, όπου κατά την επεξεργασία τους αποµακρύνονται οι προσµίξεις (ετικέτες, κατάλοιπα και σκόνη). Αν και τα θερµοπλαστικά διαθέτουν τη δυνατότητα επαναθέρµανσης και επαναδιαµόρφωσης, η επαναθέρµανση υποβαθµίζει τελικά τα πλαστικά. Αρκετά πρόσφορη µεθοδολογία ανάκτησης του PVC, είναι η συλλογή πόρταπόρτα (και όχι η τοποθέτηση σε κοντέινερς) και πιθανόν η µεταφορά του µε ειδικό όχηµα για συµπίεση. Λόγω των προβληµάτων που υπάρχουν, οι προσπάθειες για ανάκτηση πλαστικού έχουν εστιασθεί στα είδη που ανακυκλώνονται ευκολότερα (PET και HDPE). Από ΡΕΤ (Polyethylene terepthalate) είναι κατασκευασµένες οι φιάλες που περιέχουν ανθρακούχα αναψυκτικά λοιπά µπουκάλια αναψυκτικών, ενώ από HDPE (High density polyethelane) είναι τα κουτιά γάλακτος, αναψυκτικών και εµφιαλωµένου νερού. Λόγω της χαρακτηριστικής σχέσης όγκου:βάρους, τα πλαστικά µπουκάλια θραύονται και δεµατοποιούνται για την οικονοµικότερη µεταφορά τους στη βιοµηχανία, όπου κατά την επεξεργασία τους αποµακρύνονται οι προσµίξεις (ετικέτες, κατάλοιπα και σκόνη). Αν και τα θερµοπλαστικά διαθέτουν τη δυνατότητα
455
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) επαναθέρµανσης και επαναδιαµόρφωσης, η επαναθέρµανση υποβαθµίζει τελικά τα πλαστικά. Άλλα προβλήµατα στα ανακυκλωµένα πλαστικά, εµφανίζονται λόγω βιολογικών προσµίξεων που δεν καταστρέφονται. Τα µπουκάλια PET και HDPE δε µπορούν να χρησιµοποιηθούν αυτούσια ως περιέκτες. Τα πλαστικά προϊόντα προέρχονται από ένα είδος ρητίνης ή από σύνθεση ρητινών πολλών ειδών. Η ανακύκλωση στις µονάδες κατεργασίας πλαστικού είναι πιο εύκολη σε πολλές περιπτώσεις. Το πλαστικό σκράπ λειοτεµαχίζεται, αναµιγνύεται µε παρθένους κόκκους (ρητίνες) και τήκεται στην κανονική
διαδικασία
κατασκευής
πλαστικού.
Σε
πολλές
περιπτώσεις,
η
επαναχρησιµοποίηση πλαστικού είναι πιο πολύπλοκη διαδικασία. Κλειδί στην ανακύκλωση πλαστικού είναι η διάθεση ρητίνης γνωστού µοριακού βάρους χωρίς προσµίξεις. Εκτός των άλλων, αυτό αποτελεί κριτήριο για τη δυνατότητα της µετέπειτα ανακύκλωσής του. Τύποι ομάδων ανακυκλώσιμων πλαστικών • Ρεύμα μη αναμεμειγμένων ειδών πλαστικού (producer, home scrap) που μπορεί να επανεισαχθεί κατ' ευθείαν στην παραγωγή. • Ρεύμα ανάμεικτων πλαστικών με γνωστή σύσταση και ελεύθερο προσμίξεων (commingled scrap). • Ρεύμα συλλεχθέντων οικιακών και βιομηχανικών απορριμμάτων (μείγμα) που περιέχουν και μη πλαστικές προσμίξεις (post-comsumer scrap - π.χ. μετακαταναλωτικά απορρίμματα νοικοκυριών). Κατηγορίες ανακύκλωσης (ASTM D-5033-90) • Πρωτογενής, ή εσωτερική ή ανακύκλωση κλειστού βρόγχου: Ανατροφοδότηση του σκάρτου παραγωγής στις μονάδες για την παραγωγή προϊόντων εφάμιλλων με τα υπόλοιπα. • Δευτερογενής, ή μετά τη χρήση ή φυσική-μηχανική ανακύκλωση: Μετατροπή των μετακαταναλωτικών πλαστικών (post-consumer scrap) με κάποια (φυσική) επεξεργασία σε προϊόντα που θα πουληθούν για κάποιες εφαρμογές. Το scrap μπορεί να έχει διαχωρισθεί στα συστατικά του ή όχι!
456
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Τριτογενής, ή χημική ανακύκλωση για ανάκτηση πρώτων υλών: Διεργασίες που διασπούν τα μετακαταναλωτικά πολυμερή στα μονομερή τους. Παραγωγή χημικών ή καυσίμων. • Τεταρτογενής ή θερμική ανακύκλωση με ανάκτηση ενέργειας: (Ελεγχόμενη) καύση των μετακαταναλωτικών πολυμερών(σαν καύσιμο) για ανάκτηση της θερμικής τους ενέργειας. Διαδικασία ανακύκλωσης πλαστικών • Συλλογή από καταναλωτές. • Διαχωρισμός. • Καθαρισμός. • Ξαναλειώσιμο. • Μορφοποίηση νέου προϊόντος. • Αν δεν μπορεί να γίνει ο διαχωρισμός: Ανακύκλωση αναμεμιγμένων πλαστικών. Παράδειγμα: Ανακύκλωση του PET από μπουκάλια • Τα μπουκάλια PET είναι η πιο επιτυχής ιστορία ανακύκλωσης πλαστικών. • Γενικά καθαρό ανακυκλωμένο υλικό χωρίς προσμίξεις. • Πρόβλημα: η πιθανότητα αποσύνθεσης (degradation) του PET από τις πολλές αναθερμάνσεις. Λύσεις για το ανακυκλωμένο, χαμηλότερης ποιότητας PET από μπουκάλια: – Χρήση του σε εφαρμογές, όπου το χαμηλότερο μοριακό βάρος και η υψηλότερη κρυσταλλικότητα είναι ανεκτά ή και επιθυμητά Π.χ. σε υφάσματα fleece ή ίνες για ρούχα, χαλιά, μονωτικά υπνόσακων: Για κάθε ζακέτα fleece από ανακυκλωμένο PET χρησιμοποιούνται 25 ανακυκλωμένα μπουκάλια: – Συν-έγχυση με παρθένο PET για συσκευασίες. – Χημική τροποποίηση (reactive extrusion) για ανάκτηση μοριακού βάρους. Πλεονεκτήματα ανακύκλωσης πλαστικών Εξοικονομούνται μη ανανεώσιμα ορυκτά καύσιμα και ενέργεια. Μειώνεται η ποσότητα των στερεών κατάλοιπων που καταλήγουν στις χωματερές και οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2), οξειδίου του αζώτου (NO) και διοξειδίου του θείου (SO2).
457
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μειώνουμε την κατανάλωση ενέργειας κατά δύο τρίτα.
Πλαστικά Μπουκάλια Τα πλαστικά μπουκάλια, αν δεν «τσαλακωθούν», αυξάνουν τον όγκο των σκουπιδιών (έχει υπολογιστεί ότι ο όγκος που καταλαμβάνουν κάθε ένα είναι 2,5 φορές το βάρος τους) και χρειάζονται 400 - 500 χρόνια για να αρχίσουν να αποσυντίθενται. Αντίθετα, ανακυκλώνοντας μισό κιλό ΡΕΤ πλαστικά μπουκάλια, εξοικονομούμε ενέργεια αντίστοιχη με 12.000 ΒΤU. Πλαστικές Σακούλες Παράγωγο του πετρελαίου και σύμβολο της κοινωνίας μιας χρήσης, η πλαστική σακούλα έχει κατακλύσει τη ζωή μας. Πάνω από 60.000 τόνοι πλαστικού μιας χρήσης καταναλώνονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Η παραγωγή τους υπολογίζεται ότι στοιχίζει περίπου 300 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 5 ευρώ το κιλό. Πολλαπλάσιο είναι το κόστος και από τη στιγμή που θα πεταχτούν. Αυξάνουν τον όγκο των σκουπιδιών, η διαχείριση τους είναι δύσκολη. Θα πρέπει να αναφερθεί πως απαιτουνται τουλάχιστον 20 χρόνια για την αποσύνθεση μιας πλαστικής σακούλας. Εκατομμύρια πουλιά και ψάρια πεθαίνουν εξαιτίας των πλαστικών που καταλήγουν στη θάλασσα. Υπό προϋποθέσεις (ιδιαίτερα αυξημένες συγκεντρώσεις) το πλαστικό που αποσυντίθεται στο χώμα μπορεί μέσω του νερού που ποτίζει τις καλλιέργειες να διεισδύσει στη διατροφική αλυσίδα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφερόμαστε στις πολυκυκλικές οργανικές ενώσεις (φαινόλες κ.α.) που σε αυξημένες συγκεντρώσεις μπορούν να επιδράσουν τοξικά στον ανθρώπινο οργανισμό. Μειονεκτήματα ανακύκλωσης πλαστικών Η συλλογή των πλαστικών αποβλήτων είναι δύσκολη. Στη διάρκεια της διαδικασίας ένα ποσοστό των απορριμμάτων παραμένει ως απόβλητο εξαιτίας των ουσιών που περιέχουν τα πλαστικά. Τα ΡΕΤ, ΡΡ, PVC, ΡΕ δεν μπορούν να αναμειχθούν ώστε να παραχθεί δευτερογενής ύλη ενώ το PVC δεν πρέπει να ανακυκλωθεί. Μια άλλη βασική δυσκολία στην ανακύκλωση πλαστικών, έγκειται στον διαχωρισμό των διαφόρων πολυμερών, τα οποία χαρακτηρίζονται από διαφορετικές
458
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) φυσικοχημικές καιμηχανικές ιδιότητας και θεωρούνται ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Η επεξεργασία ενός τέτοιου μίγματος είναι αδύνατη σε συνήθεις συνθήκες κατεργασίας και μορφοποίησης, γιατί για παράδειγμα το πολυαιθυλένιο έχει χαμηλότερο σημείο τήξης και κατά την τήξη του περιβάλλει και παρεμποδίζει την τήξη των άλλων πολυμερών. Φωτο-βιοαποικοδομήσιμα πλαστικά Εναλλακτικά,
μπορούν
να
χρησιμοποιηθούν
τα
λεγόμενα
φωτο-
βιοαποικοδομήσιμα πλαστικά που έχουν τα εξής πλεονεκτήματα: • Αποικοδομούνται σε οποιοδήποτε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο. • Μπορούν να έχουν προγραμματισμένη διάρκεια ζωής. • Είναι πιο ανθεκτικά, πιο εύχρηστα και φθηνότερα. • Είναι λεπτότερα και απαιτείται λιγότερη πρώτη ύλη για την παραγωγή
τους.
• Μπορούν να ανακυκλωθούν και να λιπασματοποιηθούν. • Απαιτείται λιγότερη ενέργεια για να παραχθούν και να μεταφερθούν. • Είναι ασφαλή για αποθήκευση τροφίμων. Για το λόγο αυτό συνιστούν ιδανικά υλικά συσκευασίας. Ανακύκλωση χαρτιού Χαρτί, είναι ένα υλικό που κατασκευάζεται από πολτό ξύλου ή άλλες φυτικές ίνες με βιομηχανική κατεργασία, συνήθως σε λεπτά φύλλα και χρησιμοποιείται ως επιφάνεια για να γραφεί ή να τυπωθεί κάτι, για περιτύλιγμα, για τη διακόσμηση τοίχων κ.λπ. Το χαρτί κατασκευάζεται από υψηλά συμπυκνωμένες ίνες κυτταρίνης. Ο προσανατολισμός του συνόλου της Ελληνικής χαρτοβιομηχανίας στη χρήση ανακυκλωμένου χαρτιού (λόγω του μικρότερου απαιτούμενου βαθμού καθετοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας) καθιστά την ανακύκλωση χαρτιού αρκετά ελκυστική στη χώρα μας και ήδη υλοποιούνται αρκετά προγράμματα διαλογής στην πηγή και συλλογής, ορισμένα από τα οποία μπορούν να χαρακτηρισθούν και μακροχρόνια. Εν γένει, όσο μεγαλύτερες είναι οι ίνες του χαρτιού, τόσο καλύτερη η ποιότητά του και τόσο υψηλότερη η τιμή αγοράς του. Με την ανακύκλωση υποβαθμίζονται οι ίνες (η ανάμιξη και επεξεργασία με νερό τις σπάει και τις κονταίνει) και, ως εκ τούτου, το χαρτί δε μπορεί να επανα-ανακυκλωθεί άπειρες φορές. Στις βιομηχανίες το χαρτί αναμειγνύεται με νερό σχηματίζοντας το χαρτοπολτό. Ο υδροπολτοποιητής 459
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) (hydropulper) διαχωρίζει τις ίνες του χαρτιού, οι οποίες μαζί με το νερό συνθέτουν το μίγμα από το οποίο απομακρύνονται στη συνέχεια τα μέταλλα και οι διάφορες προσμίξεις. Στο μίγμα προσθέτονται χημικά για απομελάνωση, λόγω δε του ότι παραμένει αρκετό μελάνι σ΄αυτό, το τελικό προϊόν έχει χρώμα φαιό. Ο καθαρός πολτός μπορεί να μετατραπεί σε 100% προϊόν ανακυκλωμένου χαρτιού, ενώ υπάρχει μια σειρά προϊόντων, τα οποία δεν μπορούν να συλλεχθούν ή να ανακυκλωθούν. Συσκευασίες Tetra Pak Για την παραγωγή των υλικών συσκευασίας, η Tetra Pak χρησιμοποιεί χαρτόνι (73%), πλαστικό (22%) και –για τις ασηπτικές συσκευασίες- φύλλα αλουμινίου (5%). Το πλαστικό (πολυαιθυλένιο) χρησιμοποιείται σε στρώσεις και από τις δύο πλευρές του χαρτονιού για να προστατεύει τη συσκευασία από την εξωτερική και εσωτερική υγρασία. Οι χάρτινες συσκευασίες που έχουν σχεδιαστεί για μεγάλη διάρκεια ζωής ή για όξινο περιεχόμενο περιλαμβάνουν και στρώσεις αλουμινίου. Αυτή η στρώση, προσφέρει πρόσθετη προστασία του περιεχομένου από το οξυγόνο, τα βακτήρια, διάφορες οσμές και γεύσεις και το φως. Οι συσκευασίες Tetra Pak είναι πλήρως ανακυκλώσιμες, εφόσον υπάρχει η κατάλληλη μονάδα επεξεργασίας. Το 2009, το ποσοστό ανακύκλωσης συσκευασιών αυτού του είδους ήταν 33%, συνεχώς αυξανόμενο από το 1992. Πάντως, η ανακύκλωση συσκευασιών Tetra Pak παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες, καθώς απαιτεί ειδικές εγκαταστάσεις. Το 19% περίπου της συνολικής κατανάλωσής του χαρτιού δεν ανακυκλώνεται, όπως π.χ. χαρτιά από τσιγάρα και σοκολάτες, ταπετσαρίες, συσκευασίες ορισμένων χυμών γιατί περιέχουν και άλλα υλικά συσκευασίας (πλαστικό και ίσως αλουμίνιο κ.λπ.), χαρτιά τουαλέτας ή χαρτιά που περιέχουν υπολείμματα τροφών κ.α. Τα προϊόντα χαρτιού που μπορούν να ανακυκλωθούν είναι οι εφημερίδες, το χαρτόνι, οι συσκευασίες, τα επιστολόχαρτα, τα περιοδικά, οι κατάλογοι, οι ευχετήριες κάρτες, το χαρτί περιτυλίγματος κ.α. Μία ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι ότι σε χώρες όπως η Σουηδία, ο Kαναδάς και η Φινλανδία, παρότι υπάρχει αυξημένη περιβαλλοντική ευαισθησία των πολιτών, οι ρυθμοί ανακύκλωσης μεταχειρισμένου χαρτιού είναι χαμηλοί γιατί υπάρχουν πολλά
460
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) δάση και η τιμή του ανακυκλωμένου χαρτιού είναι χαμηλή, ως αποτέλεσμα της έντονης παραγωγής χημικού χαρτοπολτού. Ανταυτού, το παλαιόχαρτο χρησιμοποιείται εδώ και ως καύσιμο. Διαδικασία ανακύκλωσης χαρτιού Βήμα 1: Αρχικά, οι ποσότητες του χαρτιού που πρόκειται να ανακυκλωθούν, συλλέγονται σε αποθηκευτικούς χώρους της επιχείρησης. Βήμα 2: Στη συνέχεια τα χαρτιά περνάνε μέσα από μία πρέσα προκειμένου να μειωθεί όγκος τους. Βήμα 3: Διαμόρφωση του φύλλου χαρτιού επί της χαρτοποιητικής μηχανής. Βήμα 4: Εξέρχονται της πρέσας δεματοποιημένα σε κύβους και τα δέματα χαρτιού ρίχνονται μέσα στους πολτοποιητές. Βήμα 5: Στους πολτοποιητές η αναλογία χαρτιού και νερού είναι 5% και 95% αντίστοιχα. Εκεί το χαρτί θερμαίνεται μέχρι να αρχίσει να λιώνει Βήμα 6: Ο ζεστός πολτός εισάγεται σε ειδικές πρέσες υψηλής θερμοκρασίας στις οποίες στεγνώνεται και λειαίνεται ώστε να πάρει την τελική μορφή του χαρτιού. Βήμα 7: Το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή ενός λεπτού φύλλου χαρτιού το οποίο τυλίγεται σε ρολά. Βήμα 8: Στη συνέχεια τα ρολά κόβονται στο σχήμα και μέγεθος που ζητά ο εκάστοτε αγοραστής. Βήμα 9: Εξέρχονται της πρέσας δεματοποιημένα σε κύβους και τα δέματα χαρτιού ρίχνονται μέσα στους πολτοποιητές. Βήμα 10: Και έτσι το χαρτί στοιβάζεται στους αποθηκευτικούς χώρους. Στη συνέχεια φορτώνεται σε φορτηγά. Πλεονεκτήματα ανακύκλωσης χαρτιού Τι κερδίζουμε από ένα τόνο ανακυκλωμένο χαρτί; • Σώζονται 15-20 δέντρα. • 30 κυβικά μέτρα νερού. • Εξοικονομούνται 410kWh ηλεκτρικής ενέργειας. • Επιτυγχάνεται μείωση ρύπανσης κατά 74% • Μειώνεται ο όγκος των αποβλήτων που οδηγείται στους Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων.
461
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Δημιουργούνται 5πλάσιες θέσεις εργασίας. Η χρήση χαρτιού και χαρτονιού έχει γίνει τόσο διαδεδοµένη που, αν δεν γινόταν ανακύκλωση, τότε θα υπήρχε πραγµατικό πρόβληµα αφανισµού των δασών. Όσον αφορά στην περιβαλλοντική µόλυνση και στην κατανάλωση ενέργειας, το ανακυκλωµένο χαρτί υπερέχει σηµαντικά της παραγωγής χαρτιού από ξυλοπολτό µε χηµικά ή µηχανικά µέσα. Με τη χηµική µέθοδο πολτοποίησης ενδέχεται να µένουν ρυπογόνα κατάλοιπα από τις χηµικές αντιδράσεις, ανάλογα µε τα στοιχεία που χρησιµοποιούνται. Με τη µηχανική µέθοδο πολτοποίησης ξοδεύονται μεγάλες ποσότητες ενέργειας, πολύ περισσότερες από όσες ξοδεύονται µε τις µεθόδους που χρησιµοποιούνται στην ανακύκλωση. Ένα επιπλέον πλεονέκτηµα της βιοµηχανίας ανακύκλωσης είναι οι πολλές νέες θέσεις εργασίας που έχει δηµιουργήσει. Μειονεκτήματα ανακύκλωσης χαρτιού Η πολτοποίηση του παλιόχαρτου απαιτεί τεράστιες ποσότητες νερού, το οποίο νερό μετά πηγαίνει για βιολογικό καθαρισμό, ώστε να μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί. Η χημική κατεργασία που υπόκειται το παλιόχαρτο για να πολτοποιηθεί σκοπό έχει τον καθαρισμό του χαρτοπολτού από ξένες ουσίες (πλαστικά, μεταλλικά κτλ), οι οποίες ξένες ουσίες απομακρύνονται και, αν δε χρησιμοποιηθούν για καύση προς ενέργεια, καταλήγουν ως απορρίμματα στις χωματερές. Επίσης η απομελάνωση του χαρτοπολτού μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, αν δε γίνει σωστός βιολογικός καθαρισμός στο νερό που απομακρύνεται, ενώ έχει δεσμεύσει το μελάνι. Γι’ αυτό χρειάζεται οργάνωση και συνέπεια στη διατήρηση της καθαριότητας σε χώρους όπου γίνεται η ανακύκλωση και σε χώρους όπου συλλέγεται το παλιόχαρτο, ώστε αυτοί οι χώροι να μην καταντήσουν ανθυγιεινοί. Ανακύκλωση αλουμινίου Το αλουμίνιο ή αργίλιο είναι το τρίτο κατά σειρά στοιχείο μετά το οξυγόνο και το πυρίτιο που συναντάται στον φλοιό της γης. Το αλουμίνιο προέρχεται από το ορυκτό «βωξίτης» που μετά από την εξόρυξή του μετατρέπεται σε αλουμίνα και στην συνέχεια με ηλεκτρόλυση μετατρέπεται σε μέταλλο αλουμίνιο.
462
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το αλουμίνιο που έχει σημείο τήξης 635-660ο C ανάλογα με την καθαρότητα, μεταποιείται με διέλαση, με έλαση, με χύτευση, με μηχανουργικά εργαλεία κατεργασίας για την παραγωγή τελικών προϊόντων ή τμημάτων αυτών για χρήση στην οικοδομή, στη συσκευασία, στις μεταφορές, στον οικιακό εξοπλισμό και σε μηχανολογικές, ηλεκτρικές ή ηλεκτρονικές εφαρμογές. Οι χαρακτηριστικές ιδιότητες του αλουμινίου και των κραμάτων του, καθώς και η υψηλή τεχνολογία που εφαρμόζεται εξηγούν το σημερινό ευρύ φάσμα των εφαρμογών του. Η χρήση του αλουμινίου και των κραμάτων του εξασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση πολύ καλή ποιότητα στα τελικά προϊόντα με χαμηλό παραγωγικό κόστος. Το αργίλιο ή αλουμίνιο (Aluminium) είναι το χημικό στοιχείο με σύμβολο Al. Διαδικασία ανακύκλωσης αλουμινίου Αρχικά, οι ποσότητες του αλουμινίου που πρόκειται να ανακυκλωθούν, συλλέγονται σε αποθηκευτικούς χώρους π.χ. κάδους. Πριν γίνει η μεταφορά, μερικές φορές τα υλικά τα πιέζονται σε πρέσα για να έχουν μικρότερο όγκο κι έτσι γίνεται οικονομία σε χώρο και σε μεταφορικά. Μετά μεταφέρονται σε χώρους διαλογής. Μετά πηγαίνουν στο σπαστήρα όπου τα κάνουν μικρά κομμάτια για να λιώσει εύκολα. Έπειτα περνάνε από ένα μαγνήτη για να αφαιρεθούν σιδερένια κουτιά που ίσως υπάρχουν και μέσα από κόσκινα για να φύγουνε οι άλλες μη μεταλλικές ουσίες, όπως χρώματα, πλαστικά κ.ά. Τα κομμάτια του αλουμινίου πηγαίνουν στις βιομηχανίες ανακύκλωσης και ρίχνονται σε μια δεξαμενή η οποία έχει λιωμένο αλουμίνιο. Τα κομμάτια εκεί μέσα λιώνουν στους 700ο C. για να φτιάξουμε το ανακυκλωμένο αλουμίνιο χρειαζόμαστε το 15% της ενέργειας που χρειαζόμαστε για την ίδια ποσότητα αλουμινίου που φτιάχνετε από βωξίτη. Αφού λιώσει το αλουμίνιο καθαρίζεται με διάφορες διαδικασίες. Το λιωμένο αλουμίνιο μπαίνει μέσα σε καλούπια και έτσι φτιάχνονται μεγάλες πλάκες που έχουν πάχος μισό μέτρο και ζυγίζουν 15 τόνους. Κατόπιν οι πλάκες περνάνε από κυλίνδρους για να γίνουν πιο λεπτές. Μετά τυλίγονται σε ρολά και πηγαίνουν στα εργοστάσια παραγωγής κουτιών. Τι είναι το γυαλί Η κατασκευή του γυαλιού άρχισε γύρω στο 1500 π.Χ στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Το πρώτο φυσικό γυαλί ήταν ο οψιδιανός.
463
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Το γυαλί είναι υλικό στερεό και άμορφο, δηλαδή δεν παρουσιάζει κρυσταλλική δομή. Είναι ημιδιάφανο ή διάφανο, εύθραυστο, άκαμπτο και σκληρό. Η διαφάνειά του αφορά στο ορατό φως, γιατί το κοινό γυαλί είναι αδιάφανο για την υπεριώδη ακτινοβολία. Ως υλικό είναι χημικά και βιολογικά αδρανές, πλήρως ανακυκλώσιμο και, κατά συνέπεια, ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε κατασκευή συσκευασιών τροφίμων και ποτών. Το γυαλί το χρησιμοποιούμε συχνά στη ζωή μας σε διάφορες μορφές. Όταν βρεθεί όμως στη φύση δεν αποσυντίθεται γι' αυτό πρέπει να το ανακυκλώνουμε. Παρασκευή γυαλιού Συνοπτικά: Το γυαλί κατασκευάζεται από άμμο και κάποια άλλα βοηθητικά συστατικά. Για να καταφέρουμε να το φέρουμε σε τέτοια κατάσταση με τέτοιες ιδιότητες, ζεσταίνουμε αυτό το μίγμα σε θερμοκρασία 1700 βαθμών κελσίου! Το κύριο συστατικό που βάζουμε είναι ένα είδος λευκής άμμου που ονομάζεται πυριτία. Αυτό αναμιγνύεται με ένα είδος σόδας και με ασβεστόλιθο. Το γυαλί υποδιαιρείται σε κατηγορίες, σε λευκό, πράσινο και καφέ. Γυαλί καφέ χρώματος χρησιμοποιείται για μπουκάλια μπύρας και φαρμάκων, τα οποία είναι χημικά ευαίσθητα στο φως, ενώ γυαλί πράσινου χρώματος χρησιμοποιείται για μπουκάλια κρασιών και αναψυκτικών. Ανάμεσα στις πηγές παραγωγής του είναι τα εργοστάσια κατασκευής, εμφιάλωσης και συσκευασίας μπουκαλιών. τα κέντρα διασκέδασης, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα νοικοκυριά και διάφορα καταστήματα. Η ανακύκλωση του γυαλιού Η ανακύκλωση του γυαλιού περιλαμβάνει μπουκάλια, γυάλινα δοχεία, τζάμια, πιάτα, θερμοανθεκτικά γυαλιά και κρύσταλλα. Το προς ανακύκλωση γυαλί συλλέγεται ανάμικτο σε ξεχωριστούς υποδοχείς (κοντέινερς), σε δοχεία για κάθε χρώμα, σε κέντρα ανακύκλωσης, ή με τη μέθοδο της συλλογής πόρτα-πόρτα. Με την τελευταία μέθοδο, η συλλογή του γυαλιού μπορεί να γίνεται και μαζί με άλλα υλικά. Κατά τη συλλογή, το γυαλί θραύεται για να μειωθεί ο όγκος του και δημιουργείται το υαλόθραυσμα. Στις βιομηχανίες το υαλόθραυσμα καθαρίζεται και τεμαχίζεται σε πολύ μικρά κομμάτια που έχουν τη μορφή άμμου. Κατόπιν αναμιγνύεται με πυριτική άμμο και θραύσματα ασβεστόλιθου και τήκεται για παραγωγή νέου γυαλιού. Με τη χρήση του
464
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) υαλοθραύσματος επιτυγχάνεται σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, διότι έτσι είναι μικρότερη η απαιτούμενη θερμοκρασία τήξης στον κλίβανο. Στους κλιβάνους γίνεται χρήση χρωματιστού υαλοθραύσματος χωρίς πρόβλημα στο τελικό προϊόν, ανάλογα με την ποιότητα του παραγόμενου γυαλιού για πράσινο γυαλί: 35%, για καφέ γυαλί: 5-10%, για καθαρό (λευκό) γυαλί: 1-5%. Τα προϊόντα του γυαλιού διαφέρουν ως προς τη χημική σύσταση και το χρώμα. Το υαλόθραυσμα πρέπει να είναι συμβατό με τα προϊόντα που θα κατασκευασθούν και να προέρχεται από ανάλογες ποιότητες προϊόντων που θα πρέπει να ταιριάζουν στο χρώμα (π.χ. πράσινο γυαλί για υαλόθραυσμα από πράσινο γυαλί). Οι τιμές αγοράς του διαχωρισμένου γυαλιού είναι υψηλότερες από εκείνες του ανάμικτου (το τελευταίο χρησιμοποιείται για παραγωγή μόνον πράσινου γυαλιού). Προϊόντα της βιομηχανίας γυαλιού είναι οι φιάλες, τα τζάμια παραθύρων, διάφορα βάζα και διακοσμητικά (πεπιεσμένο και φυσικό γυαλί). Επιπλέον, τα τελικά προϊόντα της ανακύκλωσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε υαλοβάμβακες, fiberglass και σήματα στους δρόμους. Τα ελληνικά υαλουργεία δέχονται 45.000 τόνους υαλόθραυσμα ετησίως για ανακύκλωση. Το ποσό αυτό μπορεί να αυξηθεί και να φτάσει τους 140.000 τόνους ετησίως. Έτσι θα εξοικονομηθούν σημαντικές πρώτες ύλες όπως άμμος (περίπου 90.000 τόνοι ετησίως) και σόδα (34.000 τόνοι ετησίως). Ο
δεύτερος
τρόπος
αφορά
τα
μπουκάλια
που
δεν
μπορούν
να
επαναχρησιμοποιηθούν και τα διάφορα άλλα γυάλινα αντικείμενα. Αυτά συγκεντρώνονται σε ειδικούς κάδους και σε επόμενη φάση μεταφέρονται σε κέντρα συγκέντρωσης όπου γίνεται ο διαχωρισμός του γυαλιού ανάλογα με το χρώμα του (άσπρο, πράσινο, μπλε, καφέ). Μετά το γυαλί θραύεται σε μικρά κομματάκια (το υαλόθραυσμα) και καθαρίζεται από ξένες ουσίες (καπάκια, χαρτιά, πλαστικά κ.λπ.). Τα υλικά που μπορούν να μαγνητιστούν (όπως για παράδειγμα τα καπάκια) απομακρύνονται με ισχυρούς μαγνήτες. Τα ελαφριά αντικείμενα (χαρτιά, ελαστικά προϊόντα, κλπ) απομακρύνονται με αέρα που φυσάει στην επιφάνεια της μεταφορικής ταινίας που μεταφέρει το υαλόθραυσμα. Η απομάκρυνση άλλων υλικών γίνεται με το χέρι.
465
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Στη συνέχεια το γυαλί πλένεται με νερό για να απομακρυνθούν οι οργανικές ενώσεις, κυρίως σάκχαρα. Τέλος το υαλόθραυσμα οδηγείται στον κλίβανο τήξης για να κατασκευαστεί και πάλι γυαλί. Τι είναι τα ΑΛΕ Το ορυκτέλαιο είναι κατά βάση μίγμα υδρογονανθράκων που προέρχονται από παραφινικό ή ναφθενικό αργό πετρέλαιο. Στη βάση αυτή προστίθενται συστατικά όπως οργανομεταλλικές ενώσεις Ba, Zn, Mg, Ca, P, με σκοπό τη βελτίωση των λιπαντικών και των άλλων επιθυμητών ιδιοτήτων (όπως αντοχή, χρόνος ζωής κλπ) του τελικού προϊόντος. Σύμφωνα με το ΠΔ 82/2004 νοούνται απόβλητα λιπαντικών ελαίων: «κάθε βιομηχανικό ή λιπαντικό έλαιο ορυκτής συνθετικής ή μικτής βάσης, το οποίο κατέστη κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προοριζόταν αρχικά, και κυρίως τα χρησιμοποιημένα λάδια κινητήρων εσωτερικής καύσεως και κιβωτίων ταχυτήτων και τα λιπαντικά
έλαια
μηχανών,
στροβίλων
και
υδραυλικών
συστημάτων
συμπεριλαμβανομένων και των αποβλήτων λιπαντικών ελαίων που προέρχονται από τα πλοία, άλλα μέσα μεταφοράς ή σταθερές εγκαταστάσεις». Με τον όρο “αναγεννημένα ορυκτέλαια” νοούνται τα κλάσματα των βασικών ορυκτελαίων που έχουν ανακτηθεί και που μετά από μίξη με πρόσθετα, επανεισάγονται στην αγορά με τις ίδιες προδιαγραφές των αρχικών Π.Ο. Με βάση τον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων, τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ταξινομούνται στην κατηγορία με τον κωδικό 13 «Απόβλητα ελαίων και απόβλητα υγρών καυσίμων». Αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (Χ.Ο) Στα απόβλητα ορυκτελαίων που συλλέγονται νόμιμα γίνεται αναγέννηση. Η αναγέννηση είναι μια διαδικασία που απομακρύνει ή μειώνει τα επικίνδυνα στοιχεία με αποτέλεσμα τα αναγεννημένα ορυκτέλαια να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά σαν να είναι παρθένα ορυκτέλαια. Με αυτή τη διαδικασία παράγεται ένα προϊόν που είναι ιδίας ποιότητας με τα πρωτογενή, ενώ προστατεύεται το περιβάλλον και επιτυγχάνεται εξοικονόμηση πρώτων υλών.
466
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Η αναγέννηση των Χ.Ο. αποτελεί από περιβαλλοντική άποψη την πλέον ενδεδειγμένη πρακτική διαχείρισής τους, σε σύγκριση με άλλες εναλλακτικές μεθόδους όπως: Η επανεισαγωγή τους στην τροφοδοσία διυλιστηρίων αργού πετρελαίου. Χρήση τους ως καυσίμων, χωρίς ή μετά από προ-επεξεργασία. Διάθεση τους με αποθήκευση ή εναπόθεση στο έδαφος. Τα οφέλη της αναγέννησης αφορούν την ανακύκλωση των αποβλήτων λιπαντικών ελαίων ως την καλύτερη λύση αξιοποίησης τους αντί της καύσης ή χειρότερα ταφής τους. Επομένως η συλλογή και αναγέννηση μειώνει ουσιαστικά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκύπτουν από τις άλλες μεθόδους αξιοποίησης των ΑΛΕ. Τεχνολογίες Αναγέννησης με κατεργασία (διύλιση) με θειικό οξύ Κλασική μέθοδος που εφαρμόζεται για την αναγέννηση των Χ.Ο. είναι η κατεργασία (διύλιση) τους με θειικό οξύ. Με τον τρόπο αυτό γίνεται καταστροφή και δέσμευση των οργανομεταλλικών και ασταθών οργανικών ενώσεων και των ενανθρακωμάτων. Η μέθοδος αυτή συνίσταται σε προσθήκη πυκνού H2SO4 σε αφυδατωμένη πρώτη ύλη (Χ.Ο.) και το μίγμα αναδεύεται στους 40ο C με τη βοήθεια αέρα. Μετά από διαχωρισμό, η φάση του οξέως απομακρύνεται, ενώ η ελαιώδης φάση υφίσταται κατεργασία με άργιλο ή άλλα προσροφητικά υλικά, όπως γη διατόμων με σκοπό την απομάκρυνση των κολλοειδών ενανθρακωμάτων που περιέχει και τον αποχρωματισμό των Χ.Ο. Οι χρησιμοποιημένες αποχρωστικές γαίες οδηγούνται σε φιλτρόπρεσσα από όπου απαλλάσσονται από τα αναγεννημένα ορυκτέλαια που περιέχουν. Με το συγκεκριμένο τρόπο επεξεργασίας προκύπτουν όξινες λάσπες, η διαχείριση των οποίων αποτελεί αρκετά μεγάλο πρόβλημα. Η σταθερότητα των πρόσθετων των ορυκτελαίων οδήγησε στην ανάγκη για βελτιώσεις της μεθόδου. Συγκεκριμένα, σήμερα η μέθοδος εφαρμόζεται σε συνδυασμό με θερμική κατεργασία υπό κενό. Παράλληλα έχουν αναπτυχθεί και εναλλακτικές τεχνικές αναγέννησης Χ.Ο. οι οποίες βασίζονται στην ίδια τεχνολογία, χωρίς τη χρήση Η2SO4. 1. Τεχνολογία Κ.Τ.Ι. (Κλασματική Υδρογόνωση Βασικών Αποσταγμάτων)
467
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Παράγει υψηλής ποιότητας αναγεννημένα ορυκτέλαια (σε ποσοστό 82% της χρησιμοποιούμενης πρώτης ύλης) και υπόλειμμα σε μορφή ιλύος. 2. Τεχνολογία MOHAWK (Mohawk Oil Company / Καναδάς) Παράγει υψηλής ποιότητας προϊόν με ελαχιστοποίηση της χρήσης νερού, ενώ απαιτεί φθηνότερο κόστος κατασκευής της μονάδας. 3. Τεχνολογία BERC-NIPER (εκχύλιση με διαλύτες) Οι διαλύτες που χρησιμοποιούνται ανακτώνται και επιστρέφουν στο κύκλωμα. Το παραγόμενο προϊόν φθάνει στο 75-80% της πρώτης ύλης, ενώ παράγεται ως παραπροϊόν καλής ποιότητας αποχρωστική γη (με δυνατότητα άμεσης χρησιμοποίησης της). 4. Τεχνολογία PROP Στα παραγόμενα απόβλητα περιλαμβάνεται ουδέτερο φωσφορικό υλικό, ενώ τα υγρά απόβλητα επειδή αποτελούνται από κλάσματα βενζίνης και ελαφρούς υδρογονάνθρακες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμο. Ανακύκλωση υφάσματων Ποιά είναι η διαδικασία της ανακύκλωσης ρούχων; Ο πολίτης το μόνο που έχει να κάνει είναι να τοποθετήσει τα υφάσματα μέσα στον ειδικό κάδο. Από εκεί συλλέγονται, διαχωρίζονται ανάλογα με το χρώμα και το υλικό, επεξεργάζονται και τα νέα προϊόντα είναι έτοιμα να ξαναχρησιμοποιηθούν. Η διαδικασία ανακύκλωσης ρούχων Τα ρούχα
συλλέγονται σε κάδους ανακύκλωσης ρούχων και υποδημάτων
(χρώματος κόκκινου), που βρίσκονται τοποθετημένοι έξω από σε δημόσιους χώρους, όπως σχολεία, δημαρχεία κ.λπ. Τα ρούχα μαζεύονται τακτικά και αποθηκεύονται σε μεγάλες αποθήκες για σκοπούς διαχείρισης και αποστολής στο εξωτερικό. Εκτός από τους κάδους τα είδη ρουχισμού εναλλακτικά συλλέγονται και συγκεντρώνονται σε μικρές αποθήκες, ή σε άλλους χώρους συγκέντρωσης που διαθέτουν τοπικές αρχές, σχολεία, κοινωνικά παντοπωλεία, εκκλησίες, φιλανθρωπικές και μη κερδοσκοπικές οργανώσεις. Τα ρούχα που συλλέγονται προωθούνται σε εργοτάξια διαλογής, πολλά από τα οποία εργοδοτούν εκατοντάδες άτομα.
468
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Μετά από μικρή διαλογή, τα καλύτερα ρούχα προσφέρονται δωρεάν σε κοινωνικά ευπαθείς ομάδες στην Ελλάδα σε συνεργασία με τις κοινοτικές αρχές, τα κοινωνικά παντοπωλεία ή άλλους οργανισμούς. Περαιτέρω, ο ρουχισμός διατίθεται για την κάλυψη βασικών αναγκών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως οι φυσικές καταστροφές. Το υπόλοιπο ποσοστό εξάγεται με σκοπό την επανάχρηση. Μέρος του υλικού, τα ακατάλληλα για επανάχρηση ρούχα, ανακυκλώνονται για δημιουργία ρούχων καθαρισμού, στουπιών, μονωτικού και άλλου υλικού Κατά τη διαλογή τα ρούχα χωρίζονται σε κατηγορίες αναλόγως της ποιότητας, του είδους των ινών από τις οποίες είναι φτιαγμένα, του είδους επεξεργασίας που μπορούν να τύχουν , του χρώματος που έχουν κ.λπ. Η κατηγοριοποίηση γίνεται από εξειδικευμένα άτομα και ξεπερνά σε πολλά εργοτάξια τις 200 κατηγορίες. Για τα υφάσματα με πολυεστέρα, η διαδικασία είναι διαφορετική. Τεμαχίζονται και, στη συνέχεια, κοκκοποιούνται και ακολουθεί ειδική επεξεργασία. Μετά λιώνουν και χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία νέων ινών, που θα μετατραπούν με τη σειρά τους σε νέα υφάσματα πολυεστέρα. Τι είναι το ξύλο Το ξύλο (ή ξύλωμα όπως είναι γνωστό στη βοτανική ορολογία, αγγλικά: wood) είναι ο συμπαγής, πορώδης και ινώδης, δομικός ιστός που (αρχικά) βρίσκεται στο βλαστό και στις ρίζες των δέντρων, καθώς και σε (κάποια) άλλα ξυλώδη φυτά. Χρησιμοποιείται για χιλιάδες χρόνια τόσο ως καύσιμο όσο και ως κατασκευαστικό υλικό. Αποτελείται πρωτίστως από οργανική ύλη, καθώς και ανόργανη ύλη (και πιο συγκεκριμένα) από φυσικής προέλευσης σύνθετες ίνες κυτταρίνης που είναι (σχετικά) ανθεκτικές στην καταπόνηση, ενσωματωμένες σε μια βάση λιγνίνης, που αντιστέκεται στη συμπίεση. Μερικές φορές το ξύλο ορίζεται πιο στενά ως το υλικό των κορμών των δέντρων, και μερικές άλλες με ευρύτερο ορισμό που συμπεριλαμβάνει στο υλικό αυτό και κάθε παρόμοιο ιστό που μπορεί να βρίσκεται επίσης στις ρίζες των δέντρων ή και σε (ξυλώδεις) θάμνους. Ταξινόμηση απορριμμάτων ξύλου με βάση την Ευρωπαϊκή νομοθεσία Κατηγορία A: Παραπροϊόντα και υπολείμματα βιομηχανιών κατεργασίας ξύλου (Υπολείμματα ξύλου χωρίς ή με χημικό χειρισμό και μίγματα).
469
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Κατηγορία Β: Χρησιμοποιημένο ξύλο (Ξύλο χωρίς ή με χημικό χειρισμό και μίγματα). Κατηγορία C: Κατάταξη σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή προδιαγραφή EN 15359. Τα καύσιμα που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να αποτεφρώνονται σύμφωνα με την οδηγία για την αποτέφρωση των αποβλήτων 2000/76/ΕΚ. Κατηγορία D: Επικίνδυνα απόβλητα (Ξύλο που έχει εμποτιστεί με συντηρητικά). Στρατηγικές για τη διαχείριση των απορριμμάτων ξύλου Οι τρέχουσες στρατηγικές για τη διαχείριση των απορριμμάτων ξύλου περιλαμβάνουν υγειονομική ταφή, αποτέφρωση και ανακύκλωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναλύσει τις επιπτώσεις των στρατηγικών αυτών στο περιβάλλον, κάνοντας ξεκάθαρο ότι η ανακύκλωση δεν επιβαρύνει καθόλου το περιβάλλον και αποτελεί την επιθυμητή πρακτική (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 1997). Η εναπόθεση απορριμμάτων σε χωματερές και η αποτέφρωση, κάτι που δεν είναι σπάνιο ακόμα και σήμερα σε αρκετές περιοχές στην Ευρώπη, δημιουργούν σημαντικά προβλήματα απειλώντας το περιβάλλον, την υγεία και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων με διάφορους τρόπους, π.χ. εκπομπές CO2, CH4, SO2, NOX, HCl, διοξινών, ρύπανση υπόγειων και επιφανειακών υδάτων από τοξικές ουσίες, συσσώρευση των επικίνδυνων ουσιών στο έδαφος, κ.λπ. Διαδικασία ανακύκλωσης ξύλου 1. Απορρίμματα ξύλου: Τα απορρίμματα προέρχονται κυρίως από δημοτικά απόβλητα και από τον κλάδο της συσκευασίας ξύλου (παλέτες), και αποτελούν ένα μίγμα υλικών με διαφορετικό βαθμό επιμόλυνσης από χημικές ουσίες. Η ταξινόμηση γίνεται σε τρεις βασικές κατηγορίες: (α) Ξύλο χωρίς χειρισμούς, (β) Μη επικίνδυνο ξύλο που έχει Ξύλο χωρίς χειρισμό Ξύλο με χειρισμούς Ξύλο που περιέχει ρύπους Επικίνδυνο ξύλο Βιομηχανία μοριοπλακών Παραγωγή ενέργειας Βιομηχανία ξύλου Ηλεκτρισμός Θέρμανση Ανακύκλωση χειριστεί, (γ) Επικίνδυνο εμποτισμένο ξύλο. 2. Προ-επιλογή: Καθορίζεται μετά από συμφωνία μεταξύ του προμηθευτή των απορριμμάτων ξύλου και της βιομηχανίας. Το ξύλο που περνάει στο επόμενο στάδιο πρέπει να είναι απαλλαγμένο από επικίνδυνες χημικές ουσίες.
470
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 3.Ταξινόμηση:
Παρτίδες
απορριμμάτων
ξύλου
χωρίς
ή
με
χειρισμούς
ταξινομούνται οπτικά και απομακρύνονται ξένες ύλες, όπως πλαστικά, χαρτί, μέταλλα, κ.λπ. 4. Μίξη: Τα απορρίμματα αναμιγνύονται με υπολείμματα της παραγωγής καθώς και με υπολείμματα υλοτομικών εργασιών. Τα ποσοστά του κάθε μέρους μπορούν να ποικίλουν σε ευρεία όρια ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και τη βιομηχανία. 5.
Τεμαχισμός/ταξινόμηση: Το μίγμα τεμαχίζεται και κατόπιν καθαρίζεται από
τυχόν παρουσία μετάλλων και άλλων υλικών με μαγνήτες και με αέρα. Τα επόμενα στάδια είναι ίδια όπως σε μια κανονική γραμμή παραγωγής ξυλοπλακών, για παράδειγμα, στην περίπτωση μοριοπλακών: αποθήκευση σε σιλό, ξήρανση, ανάμιξη τεμαχιδίων-συγκολλητικής ουσίας, στρωμάτωση, πίεση, κλιματισμός – παρύφωση και άλλες κατεργασίες. Η συσκευασία των προϊόντων Η συσκευασία προστατεύει τα προϊόντα από διάφορους κινδύνους, διευκολύνει τους χειρισμούς κατά τη διακίνηση και την αποθήκευση, βελτιώνει την εμφάνιση του προϊόντος αποτελώντας ταυτόχρονα διαφήμιση, αποκλείει τη νοθεία των προϊόντων και διευκολύνει την αγορά των προϊόντων εξοικονομώντας χρόνο για τον καταναλωτή. Το συσκευασμένο προϊόν συχνά είναι ακριβότερο και ελέγχεται δύσκολα ή και καθόλου ως προς την ποιότητά του. Τέλος, τα υλικά συσκευασίας και η πολλαπλή συσκευασία υποβαθμίζουν και ρυπαίνουν το περιβάλλον όταν απορρίπτονται. ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ Μέχρι σήμερα για την εναλλακτική διαχείριση των συσκευασιών και των αποβλήτων συσκευασίας έχουν εγκριθεί τρία (3) συλλογικά και ένα (1) ατομικό σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης και ειδικότερα: 1. Συλλογικό Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών «Σ.Σ.Ε.Δ.ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ» της ΕΕΑΑ Α.Ε. Με την υπ’ αριθμό 106453/2003 (ΦΕΚ 391 Β') Υπουργική Απόφαση εγκρίθηκε το Σύστημα Συλλογικής Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών ΣΣΕΔ-ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ. Στο μετοχικό κεφάλαιο του συστήματος συμμετέχουν με ποσοστό 65% οι Υπόχρεοι Διαχειριστές
(μέσω
της
εταιρείας
«ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ
ΥΛΙΚΩΝ
ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ
ΑΕ
ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ») και με 35% οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (μέσω της ΚΕΔΚΕ).
471
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Δραστηριοποιείται στο σύνολο της επικράτειας, παρέχοντας τη δυνατότητα σε όλους όσους διαχειρίζονται μη επικίνδυνες συσκευασίες (συσκευαστές και εισαγωγείς πλήρων συσκευασιών) να εκπληρώνουν τις νομικές τους υποχρεώσεις σχετικά με την αξιοποίηση/ανακύκλωση των αποβλήτων συσκευασιών από τις δραστηριότητες τους, με ισότιμη συμμετοχή. Οι πλαστικές σακούλες Η ανακύκλωση των πλαστικών σακούλων δεν είναι εύκολη υπόθεση καθώς αυτές πολλές φορές είναι ανακατεμένες με άλλα απορρίμματα. Ακόμα είναι δύσκολη η ποσοτικοποίηση της επίδοσης ενός προγράμματος ανακύκλωσης για σακούλες. Επιπλέον,
ιδιαίτερη
προσοχή
χρειάζεται
με
τις
βιοδιασπώμενες
ή
φωτοδιασπώμενες σακούλες, όπως αυτές που δίνουν πολλά σούπερ μάρκετ. Οι σακούλες αυτές μοιάζουν με τις απλές πλαστικές σακούλες, αλλά δεν είναι ίδιες. Ενώ οι απλές πλαστικές σακούλες μπορούν να ανακυκλωθούν και να γίνουν πλαστικό φιλμ, οι βιοδιασπώμενες αποσυντίθενται και δεν ανακυκλώνονται. Επίσης, υπάρχει περίπτωση η διαδικασία αποσύνθεσής τους να ξεκινήσει ενώ βρίσκονται στους μπλε κάδους ή στο κέντρο διαλογής, δημιουργώντας πολλά μικροσκοπικά κομματάκια και συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός πολτού σκουπιδιών. Μέτρα για δραστικό περιορισμό της χρήσης της πλαστικής σακούλας στα κράτημέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως και κατά 80% πρότεινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνοντας ότι κάθε χρόνο πάνω από 700 χιλιάδες τόνοι, που μεταφράζονται σε πάνω από 8 δισ. σακούλες, καταλήγουν στα σκουπίδια. Κάθε Eυρωπαίος πολίτης χρησιμοποιεί σχεδόν 200 τέτοιες λεπτές σακούλες το χρόνο και 9 στις 10 φορές τις πετάει μετά από κάθε χρήση, γεγονός που, σύμφωνα με τον αρμόδιο επίτροπο προκαλεί «τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή». Όπως είπε ο Γιάνες Ποτότσνικ, οι σακούλες συνιστούν σύμβολο της κουλτούρας «απόρριψης», καθώς «ενώ τις χρησιμοποιούμε μόνο για λίγα λεπτά», χρειάζονται εκατοντάδες χρόνια για να διαλυθούν. Η Κομισιόν λέει ότι εναπόκειται σε κάθε κράτος-μέλος η επιλογή για το πώς θα απαλλαγεί από τις πλαστικές σακούλες. Η ίδια προτείνει τρεις τρόπους: την εισαγωγή
472
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ειδικής επιπλέον χρέωσης, τον καθορισμό εθνικών στόχων μείωσης της χρήσης ή την πλήρη απαγόρευσή τους. Τουλάχιστον 269.000 τόνοι, δηλαδή πέντε τρισεκατομμύρια πλαστικά, κολυμπούν στον παγκόσμιο ωκεανό, ενώ 8 εκατομμύρια νέοι τόνοι εισέρχονται ετησίως. Η διάσπασή τους σε πολύ μικρότερα κομμάτια, τα μικροπλαστικά, καθιστά την απομάκρυνσή τους από το θαλάσσιο περιβάλλον, σχεδόν αδύνατη. Ειδικά η πλαστική σακούλα, χρειάζεται ένα δευτερόλεπτο να παραχθεί, 20 λεπτά κατά μέσο όρο να χρησιμοποιηθεί, και προκαλεί μόλυνση για περισσότερο από 450 χρόνια μέχρι να αποσυντεθεί πλήρως. Πρόκειται για έναν σοβαρότατο κίνδυνο για το θαλάσσιο οικοσύστημα, αλλά και για τη δημόσια υγεία, ενώ ακόμα δεν γνωρίζουμε ακριβώς τις επιπτώσεις, καθώς πρόκειται για ένα φαινόμενο της τελευταίας 50ετίας. Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι είναι υπεύθυνη για τον θάνατο εκατομμυρίων θαλασσίων θηλαστικών, ψαριών, και πτηνών, ενώ όπως έχει παραδεχθεί και ο ΟΗΕ, σε περίπτωση που δεν αντιστραφεί η κατάσταση, η Μεσόγειος αναμένεται να μετατραπεί σε μία «σούπα από πλαστικό», την οποία, μέσω της κατάποσης των μικροπλαστικών από τα ψάρια, αλλά και το πλαγκτόν, θα τη βρίσκουμε στο πιάτο μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επικίνδυνα απόβλητα (ΕΠ.ΑΠ.) Με τον όρο «επικίνδυνα απόβλητα» εννοούμε τα απόβλητα που περιέχουν ουσίες που χαρακτηρίζονται ως τοξικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, ραδιενεργές, ερεθιστικές και μεταλλαξιογόνες καθώς και κάθε ουσία που μπορεί να προκαλέσει αλλοιώσεις στα νερά (επιφανειακά ή υπόγεια), τον αέρα ή το έδαφος. Οι κυριότερες κατηγορίες επικινδύνων αποβλήτων είναι: Τα βιομηχανικά απόβλητα (ενδεικτικά από τους κλάδους μεταλλουργίας, διύλισης αργού πετρελαίου, παραγωγής χημικών προϊόντων και φυτοφαρμάκων, κ.λπ.). Τα επικίνδυνα απόβλητα υγειονομικών μονάδων . Τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια . Τα πολυχλωροδιφαινύλια και πολυχλωροτριφαινύλιο (PCB/PCT). Οι συσσωρευτές μολύβδου και οι ηλεκτρικές στήλες. Σύμφωνα με την υπηρεσία προστασίας περιβάλλοντος των ΗΠΑ τα επικίνδυνα απόβλητα:
473
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) • Είναι δύσκολα ή καθόλου αποικοδομήσημα στη φύση. • Δύναται να συσσωρεύονται βιολογικά. • Μπορούν να αποβούν θανατηφόρα. • Επιφέρουν επιζήμια συσσωρευτικά αποτελέσματα (μετάλλαξη, τερατογένεση, καρκινογένεση). Πολλές χημικές ουσίες είναι επικίνδυνες λόγω της αντιδραστικότητας, της αναφλεκτηκότητας, της τοξικότητας και λοιπών τυπικών χαρακτηριστικών τους. Ταξινόμηση των ΕΠ.ΑΠ Εκρηκτικές ύλες (explosives), Δυναμίτης Συμπιεσμένα αέρια (compressed gases), διοξείδιο του θείου Εύφλεκτα υγρά (flammable liquids), καύσιμα Εύφλεκτα στερεά ( flammable solids), καρβίδιο του ασβεστίου Οξειδωτικά υλικά (oxidizing materials), υπεροξείδιο του λιθίου Διαβρωτικά υλικά (corrosive materials), καυστική σόδα Δηλητηριώδη υλικά (poisonous materials), υδροκυανικό οξύ Ραδιενεργά υλικά (radioactive material), πλουτώνιο Καρκινογόνα υλικά ( Carcinogens) Νοσοκομειακά απόβλητα Η διαχείριση των νοσοκομειακών αποβλήτων που παράγονται σε επίπεδο χώρας εκτιμάται από το ΥΠΕΚΑ σε 14.000 τόνους ετησίως, από τα οποία το 53% παράγεται στην περιοχή της Αττικής και το 14% στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Η συλλογή και διαχείρισή τους αποτελεί σημαντικό πρόβλημα. Το 37% των νοσηλευτικών ιδρυμάτων διαθέτει κλίβανους για την αποτέφρωση των αποβλήτων αυτών, οι οποίοι όμως δεν διαθέτουν αντιρρυπαντική τεχνολογία, ενώ η πλειοψηφία τους είναι παλιάς τεχνολογίας και δεν λειτουργούν σωστά. Μάλιστα οι αποτεφρωτήρες αυτοί είναι σημαντικότατες πηγές έκλυσης διοξινών. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στις υγειονομικές μονάδες ανήκουν: • Δημόσια θεραπευτήρια • Δημοτικοί υγειονομικοί σταθμοί • Ιδιωτικά θεραπευτήρια • Στρατιωτικά νοσοκομεία • Κέντρα υγείας • Κέντρα αιμοδοσίας • Διαγνωστικά και ερευνητικά εργαστήρια εμβαδού άνω των 200m 2 και με προσωπικό άνω των πέντε ατόμων • Μικροβιολογικά εργαστήρια • Κτηνιατρεία • Κτηνιατρικά
474
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διαγνωστικά και ερευνητικά εργαστήρια εμβαδού άνω των 200 m 2 με προσωπικό άνω των πέντε ατόμων Η ασφαλής διαχείριση των μολυσματικών νοσοκομειακών αποβλήτων μπορεί να γίνει με διάφορες τεχνολογίες αποστείρωσης και απολύμανσης, που παρέχουν ικανοποιητική καταστροφή των μολυσματικών και παθογόνων παραγόντων. Το πιο σημαντικό στοιχείο για την ορθολογική διαχείριση των νοσοκομειακών απορριμμάτων είναι ο διαχωρισμός τους σε διάφορες ομάδες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους. Στην πράξη ο διαχωρισμός των απορριμμάτων γίνεται ανάλογα με την προέλευση τους. Τα απόβλητα υγειονομικών μονάδων (ΑΥΜ) διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: αστικά απόβλητα, ειδικά ρεύματα αποβλήτων και επικίνδυνα απόβλητα. Τα επικίνδυνα απόβλητα υγειονομικών μονάδων διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες: Επικίνδυνα Απόβλητα Αμιγώς Μολυσματικά (ΕΠ.ΑΠ.ΑΜ): Απόβλητα που έχουν μολυνθεί από αίμα ή άλλα βιολογικά υγρά που περιέχουν αίμα ώστε να είναι ορατό, πχ. βελόνες, σύριγγες, χειρουργικά νυστέρια, γάντια μιας χρήσεως, κ.λπ. Μεικτά Επικίνδυνα Απόβλητα (ΜΕΠ.ΑΠ.): Απόβλητα από ανάπτυξη ερευνητικών δραστηριοτήτων και μικροβιολογικών- βιοχημικών εξετάσεων, πχ. πλάκες, τρυβλία και άλλα μέσα που έχουν μολυνθεί από παθογόνους παράγοντες. Ανατομικά απόβλητα: ιστοί, όργανα και μέρη σώματος μη αναγνωρίσιμα. Άλλα Επικίνδυνα Απόβλητα (ΑΕΠ.ΑΠ.) Επικίνδυνες χημικές ουσίες, όπως: χλωροφόρμιο, τριχλωροαιθυλένιο, ξυλένιο, ακετόνη, μεθανόλη, οξέα, αλκάλια και άλλα οξειδωτικά. Διαλύτες από ακτινολογικά εργαστήρια. Αμάλγαμα οδοντιατρικής. Ληγμένα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των κυτταροστατικών. Οι πρώτες τρείς κατηγορίες αποτεφρώνονται. Στην τέταρτη κατηγορία γίνεται διαχωρισμός και ορισμένα είδη οδηγούνται στην ανακύκλωση. Ανακύκλωση μπαταριών Πάνω από 10 δισεκατομμύρια μπαταρίες παράγονται κάθε χρόνο στη γη. Στις Η.Π.Α. αγοράζονται κάθε χρόνο δύο δισεκατομμύρια μπαταρίες. Στη Γαλλία κυκλοφορούν κάθε χρόνο 720 εκατομμύρια μπαταρίες, βάρους 26.500 τόνων. Στην ελληνική αγορά κυκλοφορούν κάθε χρόνο:
475
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) -Μερικές χιλιάδες συσσωρευτές βιομηχανικού τύπου (βιομηχανίες, ΟΤΕ, στρατός) που είναι συνήθως μολύβδου ή καδμίου/νικελίου - Περίπου 1.000.000 μπαταρίες αυτοκινήτων. (Οι περισσότερες είναι μολύβδου.) - 100.000.000 μπαταρίες «οικιακής χρήσης» διαφόρων μεγεθών και τύπων, ενώ 5.000.000 είναι οι μπαταρίες σε σχήμα κουμπιού (κομβιόσχημες). (Αριθμοί προηγούμενης δεκαετίας. Οι παραπάνω αριθμοί σήμερα είναι μεγαλύτεροι). Από τις «οικιακές» υπολογίζεται ότι το 80% είναι απλές μπαταρίες ψευδαργύρου/άνθρακα και οι υπόλοιπες είναι αλκαλικές. Ένας αριθμός περίπου 20.000.000 μπαταριών που κυκλοφορούσαν μέχρι τώρα κάθε χρόνο στην Ελλάδα ήταν αυτές που περιείχαν υδράργυρο σε ποσοστό 0,001-1 % του βάρους τους. Κίνδυνοι από τις μπαταρίες Κίνδυνοι για τον άνθρωπο ατομικά: Κίνδυνος ανάφλεξης. Κίνδυνος από διαρροή υγρών. Κίνδυνος αν προσπαθήσει κάποιος να τις ανοίξει ή να τις τρυπήσει. Κίνδυνος κατάποσης (ιδιαίτερα για τις μπαταρίες σχήματος «κουμπιού»). ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι μπαταρίες πρέπει να αποθηκεύονται σε σημεία του σπιτιού που να μην φτάνουν τα παιδιά . Στην περίπτωση κατάποσης τηλεφωνήστε αμέσως γιατρό. Κίνδυνοι για το περιβάλλον: Ανάφλεξη –καύση – μόλυνση του αέρα. Φθορά του περιτυλίγματος – μόλυνση του εδάφους και των υπόγειων νερών. Οι ουσίες που περιέχει μια μικρή μπαταρία (όπως αυτές που έχουν τα ρολόγια μας ή οι φωτογραφικές μας μηχανές) είναι ικανές να ρυπάνουν 1 κυβικό μέτρο χώμα ή 400 κυβικά μέτρα νερό.. Η διαδικασία ανακύκλωσης μπαταριών Η διαδικασία ανακύκλωσης χωρίζεται στα παρακάτω στάδια, στα οποία υπάρχουν αυστηροί ποιοτικοί έλεγχοι για την ομαλή πορεία της παραγωγής και την επίτευξη μέγιστης ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων: Παραλαβή και αποθήκευση χρησιμοποιημένων μπαταριών. Θραύση Μπαταριών.
476
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Διαχωρισμός Υλικών. Διαχωρισμός Υλικών | Υψηλής ποιότητας πολυπροπυλένιο, Pb< 1500ppm. Διαχωρισμός Υλικών | Βαριά Πλαστικά (εβονίτης, PVC, ABS κ.λπ.). Διαχωρισμός Υλικών | Υψηλής ποιότητας μεταλλικά στοιχεία >96% (πόλοι και πλέγματα). Τροφοδοσία υλικών για φούρνο (πάστα μολύβδου, πλάκα-πλέγματα, ανθρακίτης, σίδηρος, ανθρακικό νάτριο). Χύτευση (Φούρνος) στους 1000°C. Τήγμα μολύβδου προς επεξεργασία/εξευγενισμό. Εξευγενισμός. Καλούπωμα. Παραγωγή καθαρού μολύβδου και κραμάτων μολύβδου (99.99%). Ανακύκλωση λαμπτήρων Είναι εύκολο να αναγνωρίσετε τις λάμπες που ανακυκλώνονται, η συσκευασία τους έχει το σήμα του διαγραμμένου κάδου. Ανακυκλώνονται όλοι οι λαμπτήρες οικονομίας, φθορισμού, καθώς και οι λαμπτήρες ατμών νατρίου χαμηλής ή υψηλής πίεσης, ατμών υδραργύρου υψηλής πίεσης και οι λαμπτήρες τεχνολογίας LED. Δε συλλέγονται λαμπτήρες πυρακτώσεως και αλογόνου. Η Ανακύκλωση Συσκευών ΑΕ είναι εγκεκριμένος φορέας ανακύκλωσης λαμπτήρων στην Ελλάδα. Στο Σύστημα είναι εγγεγραμμένες οι μεγαλύτερες εταιρίες παραγωγής λαμπτήρων παγκοσμίως, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 90% του όγκου λαμπτήρων που διακινείται στην ελληνική αγορά. Η Ανακύκλωση Συσκευών ΑΕ διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες συλλογής, μεταφοράς και επεξεργασίας των λαμπτήρων γίνονται με ορθό περιβαλλοντικά τρόπο, ώστε να επιτευχθεί ο τελικός στόχος, η εισαγωγή των ανακτημένων υλικών τους σε ένα νέο κύκλο παραγωγής. Μια λάμπα ή ένας λαμπτήρας που δε μπορεί να δώσει άλλο φως θεωρείται άχρηστος, αλλά μπορεί να προσφέρει πολλά ακόμα. Πώς; Μέσω της ανακύκλωσης, που αναπτύσσεται πια και στον τομέα των φωτιστικών, των λαμπτήρων, των λαμπών. Πάνω από 90 τόνοι λαμπτήρων και φωτιστικών στηλών συγκεντρώθηκαν στην Ελλάδα το 2011 σε περίπου 2.400 σημεία συλλογής και πήραν το δρόμο της ανακύκλωσης.
477
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Ισως θα έχετε δει σε πολλά καταστήματα ηλεκτρικών ειδών, σούπερ μάρκετ, εμπορικά ειδών φωτός, τους ειδικούς κάδους για τη συλλογή και ανακύκλωση των λαμπτήρων και των λαμπών. Σήμερα, υπάρχουν τοποθετημένοι σε καταστήματα και δήμους 1.589 κάδοι πανελλαδικά. Εκτός των κάδων αυτών, υπάρχουν 800 κάδοι τοποθετημένοι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς, τόσο για την αντικατάσταση των λαμπτήρων στις εγκαταστάσεις τους όσο και για την εξυπηρέτηση του προσωπικού τους. Το περασμένο έτος τα σημεία συλλογής έχουν αυξηθεί κατά 25% σε σχέση με το 2010. Την ευθύνη της ανακύκλωσης των λαμπτήρων έχει η εταιρεία Ανακύκλωση Συσκευών Α.Ε., υπεύθυνη για την ανακύκλωση ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών. ΥΓΡΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ Τα υγρά απόβλητα αποτελούνται ουσιαστικά από νερό το οποίο έχει χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος μέσα από διάφορες εφαρμογές. Κύριες πηγές προέλευσης τους καθίστανται οι κατοικίες, τα ιδρύματα και οι διάφορες εμπορικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Λόγω της ραγδαίας αύξησης του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η ταυτόχρονη βιομηχανική ανάπτυξη οδήγησαν στην υπερκατανάλωση νερού από τον άνθρωπο και στην άμεση μετατροπή αυτού του πολύτιμου για τη ζωή του ανθρώπου αγαθού σε απόβλητο. Συνήθως τα υγρά απόβλητα εγκυμονούν αρκετές ρυπαντικές και μολυσματικές ουσίες. Επομένως, η απευθείας διάθεση τους σ’ ένα φυσικό υδάτινο αποδέκτη μπορεί να προκαλέσει προβλήματα τόσο στον αποδέκτη όσο και στα έμβια όντα. Επιφέρει δε συνέπειες κυρίως στον άνθρωπο. Ωστόσο σημαντικό για την προστασία τόσο του περιβάλλοντος όσο και της δημόσιας υγείας είναι οι απαραίτητες θεμελιώδεις γνώσεις των χαρακτηριστικών των υγρών αποβλήτων. Παράλληλα, σημαντικό θεωρείται η αντίληψη της επίδρασης τους στο περιβάλλον, τις μεθόδους επεξεργασίας που μπορούν να εφαρμοστούν για την απομάκρυνση και την εξουδετέρωση συστατικών και μεθόδων για την αξιοποίηση ή την ασφαλή διάθεση των στερεών που εμφανίζονται κατά την επεξεργασία τους. Για την προστασία του περιβάλλοντος από τις αρνητικές επιπτώσεις της απόρριψης των υγρών αποβλήτων και την πλήρη διαχείριση τους εκδόθηκε η Οδηγία 91/271/ ΕΟΚ 21.05.1991. Σύμφωνα με αυτή τα αστικά λύματα είναι υγρά απόβλητα που προέρχονται
478
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) από χώρους υγιεινής, από διαδικασίες καθαριότητας κατοικιών, γραφείων, καταστημάτων, υπολείμματα
τουαλέτας,
απόνερα
κουζίνας
και
λουτρού.
Τα
υγρά
απόβλητα
περιλαμβάνουν ως συστατικά τους οργανικές ουσίες σε διάλυση ή αιωρούμενα σωματίδια, λίπη, έλαια, ανόργανες ουσίες και σε μικρές ποσότητες διαλυμένα αέρια όπως η αμμωνία (NH3) και το υδρόθειο (H2S).
Επεξεργασία αποβλήτων. Για πιο αποτελεσματική επεξεργασία των υγρών αποβλήτων κατασκευάζονται ειδικές μονάδες επεξεργασίας υγρών αποβλήτων (ΜΕΥΑ) που χαρακτηρίζεται από το βαθμό επεξεργασίας και υποδηλώνει ποια από τα βλαβερά συστατικά μπορεί να απομακρύνει. Η ΜΕΥΑ αποτελείται από τρία στάδια, την πρωτοβάθμια, τη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια επεξεργασία. Κατά την πρωτοβάθμια επεξεργασία απομακρύνονται σχεδόν όλα τα ογκώδη στερεά, η άμμος και τα αιωρούμενα σωματίδια μέσω της μεθόδου της καθίζησης. Στη δευτεροβάθμια επεξεργασία λαμβάνει χώρα η βιολογική επεξεργασία που αποσκοπεί στην απομάκρυνση των οργανικών συστατικών, ακόμα και των παθογόνων μικροοργανισμών. Στο στάδιο αυτό εφαρμόζεται χλωρίωση και ανοξικές συνθήκες. Τέλος, κατά την τριτοβάθμια επεξεργασία, πραγματοποιείται απομάκρυνση των θρεπτικών στοιχείων, όπως το άζωτο και ο φώσφορος. Οι εφαρμοζόμενες κατά την τριτοβάθμια επεξεργασία διεργασίες είναι είτε φυσικές (π.χ. αερισμός για την απομάκρυνση της NH3 ή αντίστροφη ώσμωση για ΝΟ3 ΚΑΙ PO4) είτε χημικές (π.χ. ιζηματοποίηση για απομάκρυνση PO4) και είτε βιολογικές (π.χ. η ανάπτυξη μικροφυκών και η απονιτροποίηση). Ακόμη, το στάδιο αυτό αποσκοπεί στη μείωση της θολότητας, έτσι ώστε να οδηγεί στην πλήρη απομάκρυνση των παθογόνων στοιχείων όταν κρίνεται απαραίτητο. Συνεπώς, μπορούν τα επεξεργασμένα νερά να επαναχρησιμοποιηθούν. Όσον αφορά τα βιομηχανικά απόβλητα είναι τα απόβλητα που απορρίπτονται από κτίρια και χώρους οι οποίοι χρησιμοποιούνται για οποιαδήποτε εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα και τα οποία δεν είναι οικιακά λύματα. Είναι υγρά απόβλητα βιομηχανικών ή βιοχημικών εγκαταστάσεων που δημιουργούνται κατά την παραγωγική διαδικασία και ίσως να περιέχουν υπολείμματα των υλών που χρησιμοποιούνται. Σε αυτή την κατηγορία δεν συμπεριλαμβάνονται τα λύματα του προσωπικού τα οποία κατατάσσονται στην κατηγορία των αστικών λυμάτων.
479
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τα βιομηχανικά απόβλητα μπορεί να προέρχονται ή από φυσικούς ρυπαντές είτε από χημικούς ρυπαντές βιομηχανικών αποβλήτων. Οι φυσικοί ρυπαντές βιομηχανικών αποβλήτων προσδίδουν στα απόβλητα χρώμα, οσμή και θολότητα. Σε αυτή την κατηγορία εκτός από τη θερμοκρασία ανήκουν οι αδιάλυτες ουσίες ( π.χ. αιωρούμενες, καθιζάνουσες, επιπλέουσες), οι διαλυτές (π.χ. ζάχαρη, αλάτι, διάφορα άλατα, άλλες γλυκαντικές ύλες) και οι κολλοειδείς ουσίες σε λεπτό καταμερισμό, όπως είναι οι ουσίες που προσδίδουν θολότητα. Στους χημικούς ρυπαντές βιομηχανικών αποβλήτων ανήκουν οι οργανικές ουσίες (π.χ. αλκοόλες, υδρογονάνθρακες, λίπη και έλαια, πρωτεΐνες, εντομοκτόνα), οι ανόργανες (π.χ. άζωτο, φώσφορο, χλωριούχα ιόντα, βαρέα μέταλλα) και τα ραδιενεργά στοιχεία και οι ενώσεις τους.. Προεπεξεργασία Στην προεπεξεργασία απομακρύνονται υλικά τα οποία μπορεί να προκαλέσουν ζημιές στο μηχανολογικό εξοπλισμό ή ακόμα και προβλήματα στη συντήρηση και τη λειτουργία του όπως αναφέρεται στο βιβλίο των Metcalf & Eddy, Inc., (2006). Γι’ αυτό απομακρύνονται λίπη και άμμος, ενώ πραγματοποιείται εξισορρόπηση της παροχής και εξομάλυνσης του ρυπαντικού φορτίου. Συνήθως στο στάδιο αυτό χρησιμοποιούνται οι μέθοδοι όπως εσχάρωση, εξάμμωση και εξισορρόπηση παροχής όπως φαίνεται και στην πιο κάτω εικόνα.
Εσχάρωση Η διεργασία αυτή χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση μεγάλων υλικών ούτως ώστε να προστατευτούν οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός από μηχανικές εμφράξεις και τυχόν φθορές. Οι σχάρες που χρησιμοποιούνται στις βιομηχανίες φαίνονται στην εικόνα 5. Υπάρχουν δύο είδη εσχάρωσης. Α) Εσχάρωση αδρομερών: χρησιμοποιείται για την επίτευξη της συγκράτησης μεγάλων
σε
μέγεθος
στερεών
για
αποφυγή
πιθανών
προβλημάτων
έμφραξηςδυσλειτουργίας. Τα είδη των εσχαρών που χρησιμοποιούνται σε αυτή την
480
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) κατηγορία είναι χονδρές εσχάρες με διάκενα (40-150 mm), μεσαίες εσχάρες με διάκενα ( 20-40 mm) και λεπτές εσχάρες με διάκενα ( 5-20mm). Β) Εσχάρωση λεπτοφυών (Κοσκίνισμα): χρησιμοποιείται για την επίτευξη της συγκράτησης μικρότερων στερεών. Χρησιμοποιείται κόσκινο κεκλιμένου δίσκου ή τυμπάνου το οποίο αποτελείται από πλέγμα κατασκευασμένο από ανοξείδωτο σύρμα ή νήμα με ανοίγματα.
Ο μηχανισμός απομάκρυνσης ξεκινά να κινείται αυτόματα όταν οι τοπικές απώλειες, λόγω μείωσης της διατομής του καναλιού από τα στερεά, φθάσουν στα 10- 15 cm. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας τα εσχαρίσματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ανάλογα με την ποιοτική τους σύσταση, για υγειονομική ταφή, άλεση, καύση και διάθεση τους με τα απορρίμματα σύμφωνα με τον Νταρακά (2014) στην εργασία του για τις «Διεργασίες των υγρών αποβλήτων». Εξάμμωση Η άμμος που τυχόν μπορεί να περιέχουν τα λύματα θα πρέπει να απομακρύνεται μόλις εισέλθουν στη μονάδα επεξεργασίας γιατί η παρουσία ίσως δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία τους. Το πιο συχνό πρόβλημα που μπορεί να προκληθεί είναι η άμμος να κατακάθεται στον πυθμένα των δεξαμενών καθίζησης και επομένως να φθείρει τον μηχανολογικό εξοπλισμό των δεξαμενών (π.χ. σαρωτές, αντλίες, αναδευτήρες) ή ακόμα να αυξηθεί ο απαιτούμενος όγκος των δεξαμενών επεξεργασίας ιλύος. Για την υλοποίηση της εξάμμωσης χρησιμοποιούνται αμμοσυλλέκτες, δηλαδή δεξαμενές καθίζησης στις οποίες τα διακεκριμένα στερεά τα οποία βρίσκονται σε υγρό με μικρή πυκνότητα, επιταχύνονται μέχρις ότου φθάσουν να κινούνται με μια οριακή ταχύτητα. Έχουν ως στόχο τον διαχωρισμό των κόκκων άμμου, των σωματιδίων αργίλου ή άλλων αδρανών υψηλής πυκνότητας με διάμετρο μεγαλύτερη από 200 μm που δεν είναι οργανικά και έχουν ταχύτητες καθίζησης μεγαλύτερες από των οργανικών στερεών. Στους 481
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αμμοσυλλέκτες τοποθετούνται διατάξεις πλύσης της άμμου για αντιμετώπιση της ταυτόχρονης καθίζησης και μικρής ποσότητας οργανικών ουσιών. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα λύματα να μην είναι στάσιμα αλλά να βρίσκονται σε συνεχή ροή. Επίσης, καθοριστικό παράγοντα έχει και η θερμοκρασία τους, καθώς και αν η ροή είναι στρωτή ή τυρβώδη. Υπάρχουν τρία είδη αμμοσυλλεκτών που είναι οι κατακόρυφοι, οριζόντιοι και κυκλικοί. Μπορεί να είναι αεριζόμενοι ή μη. Όσον αφορά τα λίπη και τα έλαια που μπορεί να βρεθούν στα υγρά απόβλητα, πιθανόν να δημιουργήσουν προβλήματα στο στάδιο της βιολογικής επεξεργασίας των λυμάτων. Γι’ αυτό η λιποσυλλογή πραγματοποιείται ταυτόχρονα ή πριν της αμμοσυλλογής και χρησιμοποιείται η μέθοδος της επίπλευσης εφόσον τα λίπη έχουν την ικανότητα να μένουν στην επιφάνεια των υγρών αποβλήτων. Το πιο κάτω σχήμα απεικονίζει την τομή ενός αεριζόμενου αμμοσυλλέκτη με ένα λιποσυλλέκτη.
Εξισορρόπηση
Η
εξισορρόπηση
παροχής
εφαρμόζεται
σε
εγκαταστάσεις
επεξεργασίας υγρών βιομηχανικών αποβλήτων, κυρίως όταν η παροχή δεν έχει σταθερή ροή είτε όταν η λειτουργία των βιομηχανικών εγκαταστάσεων περιορίζεται σε μία ή δύο βάρδιες ή επηρεάζεται από την εποχή. Σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις τα απόβλητα παράγονται ταυτόχρονα σε πολλά ρεύματα διαφορετικής σύστασης που εξαρτάται από την παραγωγική διεργασία, με αποτέλεσμα πριν τη βιολογική επεξεργασία να πρέπει να γίνει ανάμιξη και ομογενοποιήση όλων των ρευμάτων που έχουν παραχθεί για τη δημιουργία ενός ομοιόμορφου ποιοτικά αποβλήτου. Αυτή η διαδικασία έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίζει την καλή ανάμιξη των αποβλήτων με ανάδευση ή αερισμό ( επάρκειας 0.5-1.0 m 3 αέρα / m 3 δεξαμενής), επιτυγχάνοντας έτσι την ομογενοποιήση τους. Σε περίπτωση μεγάλου χρόνου παραμονής του αποβλήτου στη δεξαμενή εξισορρόπησης θα πρέπει να 482
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προσφέρεται αερισμός των αποβλήτων για αποφυγή παρουσίας αναερόβιων συνθηκών. Επιπρόσθετα, η διαδικασία της εξισορρόπησης δεν απαιτείται μόνο στο στάδιο της βιολογικής επεξεργασίας, αλλά απαιτείται και σε περιπτώσεις μονάδων επεξεργασίας που λαμβάνει χώρα η φυσικοχημική μέθοδος, ώστε να διατηρούνται σταθερές οι συνθήκες λειτουργίας, καθώς επίσης συμβάλλει και στη μείωση της ροής σχεδιασμού άρα και του μεγέθους των εγκαταστάσεων. Τέλος, στο στάδιο της προεπεξεργασίας, τα στερεά παραπροϊόντα που εμφανίζονται διατίθενται με μεθόδους διάθεσης των στερεών απορριμμάτων. Σε αντίθεση με τα λίπη και τα έλαια, όταν δεν μπορούν να ανακυκλωθούν τότε καίγονται μέσα σε ειδικούς κλίβανους. Πρωτοβάθμια επεξεργασία Κατά την πρωτοβάθμια επεξεργασία απομακρύνεται μέρος από τα αιωρούμενα στερεά, των οργανικών ουσιών, μέρος του ΒΟD όπως επίσης μέρος από τα θρεπτικά συστατικά φωσφόρου και αζώτου. Για την επίτευξη των πιο πάνω πραγματοποιείται καθίζηση που θεωρείται ένα από τα φυσικά φαινόμενα, για την απομάκρυνση των αιωρούμενων σωματιδίων και μέσω της επίπλευσης για απομάκρυνση των ελαφρών στερεών. Καθίζηση Η καθίζηση θεωρείται μία από τις φυσικές διεργασίες διαχωρισμού των αιωρούμενων σωματιδίων, αφού το ειδικό βάρος τους είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του νερού. Μέσω της καθίζησης πραγματοποιείται ο διαχωρισμός των ουσιών που καθιζάνουν και αυτών που επιπλέουν από τα λύματα. Συγκεκριμένα, η μέθοδος αυτή κρίνεται απαραίτητη, όταν τα σωματίδια έχουν μέσο μέγεθος μεγαλύτερο από 100 μm και συγκέντρωση 50 mg/L για τον διαχωρισμό τους. Η εφαρμογή της στηρίζεται στο φαινόμενο της βαρύτητας. Συνήθως εφαρμόζεται για την απομάκρυνση της άμμου στους αμμοσυλλέκτες, για απομάκρυνση χημικών κροκίδων που προκύπτουν μετά τη χημική κροκίδωση, για την πύκνωση των στερεών στους παχυντές ιλύος και για απομάκρυνση των ΤSS που προκύπτουν. Είναι ευρεία η χρήση της λόγω του ότι είναι μία απλή μέθοδος παρά τα προβλήματα που μπορεί να εμφανιστούν στις δεξαμενές καθίζησης και στη μικρή κατανάλωση ενέργειας. Οι δεξαμενές που χρησιμοποιούνται στη μέθοδο αυτή θα πρέπει να είναι ορθογώνιες ή κυκλικές, απ’ όπου τα στερεά καθιζάνουν σε συνθήκες ηρεμίας κάτω από την επίδραση της βαρύτητας με χρόνο παραμονής να κυμαίνεται από 1,5 - 3,0 ώρες με βάση τη μέση παροχή των λυμάτων. Συμπληρωματικά, με τα πιο πάνω, οι παράγοντες που επηρεάζουν τη συγκεκριμένη μέθοδο, την καθίζηση, δηλαδή την απόδοση των δεξαμενών, είναι η μεταβολή της πυκνότητας του νερού (θολότητα, θερμοκρασία, συγκέντρωση αλάτων), οι άνεμοι, οι 483
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διατάξεις ηρεμίας κατά την εισροή του νερού και οι μηχανισμοί για την απομάκρυνση της ιλύος. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι ο βαθμός απόδοσης των δεξαμενών πρωτοβάθμιας καθίζησης καθορίζεται από τη μέθοδο επεξεργασίας που θα εφαρμοστεί πιο πολύ. Δηλαδή αν εφαρμόζεται μηχανική επεξεργασία, η καθίζηση θέτει κάποια όρια. Συγκεκριμένα στην εκροή από τις δεξαμενές δεν επιτρέπεται μεγαλύτερη περιεκτικότητα από 0,3 cm 3 /L σε καθιζάνουσα ιλύς. Στην εφαρμογή της βιολογικής επεξεργασίας με τη μέθοδο της αιωρούμενης βιομάζας, οι απαιτήσεις στο βαθμό απόδοσης των δεξαμενών πρωτοβάθμιας καθίζησης είναι σχετικά μικρές, αρκεί μόνο να απομακρύνονται τα μεγάλα σωματίδια. Οι εκροές των δεξαμενών τελικής καθίζησης που τοποθετούνται μετά από τη βιολογική και χημική επεξεργασία, για να συγκρατούν τους βιολογικούς και χημικούς θρόμβους, είναι πολύ απαιτητικές. Τέλος η ιλύς που προκύπτει από τις δεξαμενές της πρωτοβάθμιας καθίζησης (συνήθως 45 gr / κατ.ημ.) περιέχει σε μεγάλο ποσοστό ανόργανες ουσίες, δηλαδή πολλά αδρανή υλικά (άμμο, χώμα), η οποία έχει την ικανότητα να αφυδατώνεται εύκολα. Έτσι τα λύματα που προκύπτουν από το στάδιο του μηχανικού καθαρισμού δεν έχουν υποστεί ακόμη βιολογική επεξεργασία, και η ιλύς που προκύπτει κατά την πρωτοβάθμια καθίζηση περιέχει μεγάλο ποσοστό οργανικών ουσιών, όποτε θα πρέπει να σταθεροποιούνται πριν την τελική τους διάθεση. Φυσικοχημική Επεξεργασία Με τη μέθοδο αυτή μπορεί να επιτευχθεί η μείωση του οργανικού φορτιού που παρουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό και εξαρτάται από τη φύση των οργανικών ουσιών που περιέχονται στα απόβλητα. Κυρίως χρησιμοποιείται για επεξεργασία βιομηχανικών αποβλήτων, αφού μπορεί να περιέχουν ποσότητες οργανικών και ανόργανων χημικών ουσιών που παρεμποδίζουν τη βιολογική δραστηριότητα. Στη συγκεκριμένη μέθοδο παράγονται μεγάλες ποσότητες ιλύος σε σύγκριση με τη βιολογική επεξεργασία και η παραγόμενη ιλύς περιέχει όλο το αρχικό ρυπαντικό φορτίο και τα χημικά που προστίθενται υπό μορφή ιζημάτων. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η καταστροφή των οργανικών ενώσεων, όπως πραγματοποιείται στη μέθοδο της βιολογικής επεξεργασίας με τη δράση των μικροοργανισμών, αλλά συμβάλλει ώστε να απομακρυνθεί το ρεύμα των αποβλήτων προς την παραγόμενη ιλύς. Επιπλέον, είναι αρκετά περιορισμένη η ικανότητα απομάκρυνσης κολλοειδών, μη προσροφημένων οργανικών ουσιών και διαλυτών ενώσεων φωσφόρου και αζώτου μέσα από αυτή τη μέθοδο. Βασικό ρόλο παίζει η κροκίδωση κατά τη φυσικοχημική επεξεργασία και αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της κροκίδωσης, με την προσθήκη κροκιδωτικών υπό ανάδευση, αφού η απόδοση της διεργασίας εξαρτάται από την επιλογή του κατάλληλου κροκιδωτικού με βάση τη χημική σύσταση των 484
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αποβλήτων, όπου οι μεγάλες ποσότητες κροκιδωτικών έχουν ως συνέπεια την παραγωγή ιλύος. Με την προσθήκη κροκιδωτικών επιτυγχάνεται η συσσωμάτωση των αιωρούμενων στερεών, ενώ με την προσθήκη ιόντων σιδήρου και ασβεστίου δημιουργούνται ιζήματα, μετατρέποντας τις διαλυμένες ουσίες σε αδιάλυτες που απομακρύνονται ευκολότερα με καθίζηση ή επίπλευση Εκτός από την κροκίδωση υπάρχει και η μέθοδος της επίπλευσης. Η τελευταία χρησιμοποιείται για επεξεργασία βιομηχανικών αποβλήτων που περιέχουν σημαντικό φορτίο λεπτών σωματιδίων και λιπών (π.χ. απόβλητα σφαγείου, διυλιστηρίου πετρελαίου, κονσερβοποιείων τροφίμων), δηλαδή απόβλητα που δημιουργούν αφρισμό. Με τη μέθοδο της επίπλευσης επιτυγχάνεται η απομάκρυνση αιωρούμενων στερεών με μεγάλο ειδικό βάρος, γι’ αυτό απαιτούν μεγάλης διάρκειας καθίζησης σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η μέθοδος της επίπλευσης χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες που είναι η επίπλευση με αέρα και η επίπλευση με διαλυμένο αέρα. Κατά την επίπλευση με αέρα, δημιουργούνται φυσαλίδες μέσω της χρήσης της περιστρεφόμενης έλικας ή με ένα σύστημα διάχυσης, αέρα στα απόβλητα. Αν τα απόβλητα δεν εμφανίζουν αφρισμό τότε ο αερισμό για σύντομο διάστημα και δεν είναι αποτελεσματικός για την απομάκρυνση των αιωρούμενων στερεών. Κατά την επίπλευση με διαλυμένο αέρα, στο σύστημα που λαμβάνει χώρα, διαλύεται ο ατμοσφαιρικός αέρας στα υγρά απόβλητα, ο οποίος βρίσκεται υπό πίεση αρκετών ατμοσφαιρών και στη συνέχεια η πίεση διακόπτεται απότομα, οπότε ο υπερκορεσμένος αέρας ελευθερώνεται σε μορφή μικροσκοπικών φυσαλίδων. Τα συσσωματωμένα στερεά στην επιφάνεια της δεξαμενής, που παρουσιάζονται, μπορούν να απομακρυνθούν με διάφορες μεθόδους. Η πιο δημοφιλής μέθοδος είναι η άνοδος της στάθμης που μέσω αυτής μπορεί να επιτευχθεί η υπερχείλιση της επιφανειακά συγκεντρωμένης ιλύος και του διαχωρισμού της. Στο στάδιο, λοιπόν, της πρωτοβάθμιας επεξεργασίας το παραπροϊόν που παράγεται είναι η πρωτογενής λάσπη. Η τελευταία θα πρέπει να σταθεροποιηθεί, να παχυνθεί και να αξιοποιηθεί ενεργειακά με διάφορες διεργασίες, όπως αναερόβια ή αερόβια χώνευση (βιοαέριο) και έπειτα αν θεωρηθεί μη τοξική να διατεθεί σε χώρους υγειονομικής ταφής Δευτεροβάθμια επεξεργασία Η διαδικασία της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων πραγματοποιείται αμέσως μετά τη διαδικασία της πρωτοβάθμιας επεξεργασίας, με στόχο την περαιτέρω μείωση του διαλυτού οργανικού φορτιού (BOD) και των αιωρούμενων στερεών, χρησιμοποιώντας φυσικές, χημικές και βιολογικές διεργασίες. Ακόμα, μπορεί να μειώσει αρκετά τις ποσότητες των αζωτούχων (Ν) και φωσφορικών (P) 485
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ενώσεων που μπορεί να εμφανιστούν μέσα στα υγρά απόβλητα. Γνωρίζοντας ότι το κυριότερο ρυπαντικό φορτίο που εμφανίζεται στα αστικά λύματα προέρχεται από την οργανική σύνθεση. Η τελευταία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη βιολογική επεξεργασία των υγρών αποβλήτων που στηρίζεται στη βιοχημική αποικοδόμηση και μετατροπή των λεπτών και διαλυμένων οργανικών ουσιών σε συσσωματώματα, τα οποία ακολούθως απομακρύνονται μέσω της μεθόδου της καθίζησης. Με βάση, λοιπόν, τη διάσπαση και τη σταθεροποίηση των οργανικών ουσιών που περιέχονται από τους μικροοργανισμούς που παίζουν σημαντικό ρόλο, διακρίνονται σε αερόβια, αναερόβια και αερόβια - αναερόβια διαδικασία.
Όσον
αφορά
τη
βιολογική
διαδικασία
που
πραγματοποιείται,
οι
μικροοργανισμοί που λαμβάνουν μέρος χρησιμοποιούν ένα κομμάτι της τροφής, δηλαδή του υποστρώματος, για αποσύνθεση. Έτσι εξασφαλίζεται η ενέργεια που απαιτείται για τις λειτουργικές ανάγκες τους. Ένα άλλο μέρος της τροφής τους το χρησιμοποιούν για τη σύνθεση της κυτταρικής τους δομής ( Αερόβια βιολογική επεξεργασία λυμάτων Για τη σταθεροποίηση και την απομάκρυνση της σωματιδιακής και διαλυμένης οργανικής ύλης που περιέχεται στα λύματα, μπορεί να επιτευχθεί
βιολογικά
μέσω
αερόβιων
μικροοργανισμών
(π.χ.
βακτήρια).
Οι
μικροοργανισμοί έχουν την ικανότητα να λαμβάνουν ενέργεια μέσα από την κατανάλωση στοιχειακού οξυγόνου και την οξείδωση της οργανικής ύλης των αποβλήτων σε νερό, διοξείδιο του άνθρακα και βιομάζα (σχηματισμός νέων κυττάρων). Η μέθοδος της αερόβιας επεξεργασίας βασίζεται κυρίως στον αερισμό και έπειτα στην ανάμιξη του υγρού αποβλήτου, σε συνθήκες που επιτρέπεται η επικράτηση κατάλληλων αερόβιων μικροοργανισμών σε βιοαντιδραστήρες, ώστε τα διαλυτά και κολλοειδή ρυπαντικά φορτία (π.χ. ολικό άζωτο, ολικό φώσφορο, ΒΟD) του αποβλήτου να μπορούν να μετατραπούν σε προϊόντα που θα έχουν την ικανότητα να διαχωρίζονται εύκολα από την υγρή φάση (π.χ. διοξείδιο του άνθρακα, άζωτο, σχηματισμός νέας βιομάζας). Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι η βιομάζα που παράγεται έχει λίγο μεγαλύτερη σχετική πυκνότητα απ’ αυτή του νερού και μπορεί να απομακρυνθεί από τα επεξεργασμένα υγρά απόβλητα μέσω της καθίζησης με βαρύτητα σε δεξαμενές τελικής καθίζησης. Αν δεν απομακρυνθεί, τότε δεν επιτυγχάνεται ολοκληρωμένη επεξεργασία, γιατί θα προστεθεί ως BOD στην εκροή, αφού θεωρείται εκ φύσεως οργανικό υλικό. Επίσης, οι βιοαντιδραστήρες θα πρέπει να σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοείται η ανάπτυξη των μικροοργανισμών (π.χ. θερμοκρασία, ανάδευση, συγκέντρωση οξυγόνου, pH, αλκαλικότητα).
486
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Αναερόβια βιολογική επεξεργασία λυμάτων Η βιολογική αποικοδόμηση του οργανικού υλικού συντελείται, χωρίς την παρουσία του οξυγόνου, με τη δράση των αναερόβιων μικροοργανισμών που αναπτύσσονται με μόνη πηγή ενέργειας τις οργανικές ενώσεις, κατά την αναερόβια επεξεργασία. Η μέθοδος αυτή κατατάσσεται στις πιο αργές και ευαίσθητες διαδικασίες, στην οποία συμμετέχουν υποχρεωτικά αναερόβιοι μικροοργανισμοί (π.χ. μεθανοβακτήρια, αρχαιοβακτήρια). Τέτοιοι μικροοργανισμοί χαρακτηρίζονται από αρκετά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, μύκητες και πρωτόζωα. Υπάρχουν και θετικά στοιχεία αυτής της μεθόδου, αφού παράγεται μεθάνιο (CH4). Το μεθάνιο (CH4) μαζί με διοξείδιο του άνθρακα (CO2) συνθέτουν το βιοαέριο, στις περιπτώσεις που δεν χρειάζεται αερισμός, όταν επιτυγχάνεται αποικοδόμηση δύσκολων βιοαποικοδομήσιμων ουσιών και όταν είναι αρκετά χαμηλή η παραγωγή ιλύος. Συνήθως η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται για τη ζύμωση ή χώνευση της ιλύος που προκύπτει από τα συστήματα καθίζησης και από την επεξεργασία πυκνών βιομηχανικών ή άλλων αποβλήτων. Επίσης, η ζύμωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αφαίρεση του οργανικού φορτίου στην τροφοδοσία και είναι ευρεία γνωστή η χρήση της για την επεξεργασία των βιομηχανικών αποβλήτων που έχουν υψηλές συγκεντρώσεις οργανικού φορτίου (π.χ. βιομηχανίες παραγωγής ζυμών, αμύλου). Επιπρόσθετα, έχει την ικανότητα να πετύχει υψηλή βιοαποδόμηση, για την επεξεργασία της βιομάζας που προκύπτει από αερόβια επεξεργασία. Λαμβάνει χώρα σε ανοιχτές ή κλειστές δεξαμενές, κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και ανάμιξης. Η πιο δημοφιλής μέθοδος της αναερόβιας επεξεργασίας είναι η αναερόβια χώνευση Αναερόβια χώνευση Μέθοδος ευρέως γνωστή, που κατατάσσεται στην κατηγορία της αναερόβιας επεξεργασίας. Η μέθοδος αυτή πραγματοποιείται σε κλειστές δεξαμενές, χωρίς την παρουσία οξυγόνου, με συνεχή την ανάμιξη μέσω της ανακυκλοφορίας του βιοαερίου ή με μηχανική ανάμιξη, αλλά και με ταυτόχρονο έλεγχο του pH, της θερμοκρασίας και των αιωρούμενων στερεών. Οι δεξαμενές έχουν κυκλικό σχήμα και στον πυθμένα υπάρχει μέσο για συλλογή της ιλύς. Η συλλεγμένη ιλύς επανακυκλοφορεί και θερμαίνεται με τη βοήθεια εναλλακτών για τη διατήρηση της θερμοκρασίας στους 35-37 °C. Τα στερεά έχουν χρόνο παραμονής γύρω στις 20 μέρες ως μέσο όρο ημερών. Ακόμα το βιοαέριο που προκύπτει φυλάγεται μέσα σε αεριοφυλάκιο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καύση σε καυστήρες ή boiler θέρμανσης του νερού κυκλώματος ιλύος. Αυτό που περισσεύει οδηγείται προς καύση ή για ενεργειακή αξιοποίηση. Νιτροποίηση/ Απονιτροποίηση Τα συστήματα ενεργούς ιλύος έχουν ως στόχο να μειώσουν σε μεγάλο βαθμό τους βασικούς ρυπαντές του αποβλήτου, όπως το βιομηχανικό 487
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) απαιτούμενο οξυγόνο (BOD), το ολικό άζωτο, το ολικό φώσφορο και τα αιωρούμενα σωματίδια, σ’ ένα επιτρεπτό όριο. Στους αερόβιους βιοαντιδραστήρες θα πρέπει να ισχύουν οι ιδανικές συνθήκες για pH, θερμοκρασία, θρεπτικών και οξυγόνου, για μεγαλύτερη ανάπτυξη μικροοργανισμών και έπειτα να χρησιμοποιείται το BOD του αποβλήτου σαν υπόστρωμα για μείωση του σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Το πιο συχνό συστατικό που περιέχουν τα υγρά απόβλητα είναι η αμμωνία, η οποία δημιουργεί αρκετά προβλήματα με την παρουσία της στους υγρούς αποδέκτες που διατίθεται. Το πιο συχνό πρόβλημα που μπορεί να προκληθεί είναι ο ευτροφισμός. Ακολούθως, υπάρχουν περιπτώσεις που η προσθήκη χλωρίου σαν απολυμαντικό στα ήδη επεξεργασμένα απόβλητα, έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας σειράς χλωραμίνων, οι οποίες κατατάσσονται στην κατηγορία των απολυμαντικών ενώσεων με μεγάλη διάρκεια ζωής και άσχημη οσμή. Στην περίπτωση που έχουμε τη θάλασσα ως αποδέκτη, η παρουσία αμμωνίας σε αυξημένες συγκεντρώσεις θεωρείται τοξική για τα ψάρια. Γι’ αυτό θα πρέπει να δεσμεύονται μεγάλες ποσότητες οξυγόνου από τον αποδέκτη για την καταστροφή της από τους μικροοργανισμούς που περιέχονται μέσα σε αυτό. Πλέον οι σχετικές νομοθεσίες είναι πιο αυστηρές ως προς τα επιτρεπτά όρια συγκεντρώσεων των αμμωνιακών. Η πιο συχνή εφαρμογή για απομάκρυνση τους είναι η βιολογική νιτροποίηση/ απονιτροποίηση, ή διεργασία stripping, ή συστήματα άβαφων λιμνών με υδρόβια φυτά. Αξίζει να αναφερθεί ότι η βιολογική μέθοδος της νιτροποίησης/ απονιτροποίησης συμβάλλει άμεσα στη μείωση των αμμωνιακών που μπορεί να εμφανιστούν στα απόβλητα και μαζί με τη βιολογική οξείδωση του BOD εφαρμόζεται στα συστήματα ενεργούς ιλύος, αφού περιέχει αρκετά πλεονεκτήματα, όπως σταθερότητα, αξιοπιστία, υψηλό βαθμό απόδοσης, χαμηλό κόστος και αρκετά εύκολο έλεγχο. Από τη δευτεροβάθμια επεξεργασία προκύπτουν κάποια παραπροϊόντα, όπως είναι το βιοαέριο. Περιέχει υψηλή ποσότητα μεθάνιο (CH4), που φτάνει μέχρι το 75% και ποσότητα λάσπης, η οποία έχει παχυνθεί και πλέον οδηγείται σε μονάδες αερόβιας σταθεροποίησης, ή σε μονάδες αναερόβιας σταθεροποίησης και ενεργειακής αξιοποίησης. Αφού υποστεί αφυδάτωση μέσω των τεχνικών διήθησης (π.χ. ξήρανσης) ή φυγοκέντρισης και εφόσον δεν είναι τοξική οδηγείται σε μονάδες κομποστοποίησης ή θάβεται με υγειονομικό τρόπο με τα αστικά απορρίμματα. Το πιο συνηθισμένο φαινόμενο είναι η λάσπη, που προκύπτει από την πρωτογενή και δευτερογενή επεξεργασία, οι οποίες επεξεργάζονται μαζί
488
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Τριτοβάθμια επεξεργασία Η τριτοβάθμια επεξεργασία απομακρύνονται όσες ουσίες έχουν διαφύγει από τη δευτεροβάθμια επεξεργασία και έχουν προκαλέσει κάποια μόλυνση, όπως ενώσεις φωσφόρου, αζώτου και οι παθογόνοι μικροοργανισμοί. Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σε αυτή την κατηγορία είναι η διύλιση-φιλτράρισμα, προσθήκη κροκιδωτικών - συσσωμάτωση κροκίδωσης και η απολύμανση. Κροκίδωση- Συσσωμάτωση Η κροκίδωση σε συνεργασία με τη συσσωμάτωση θεωρούνται από τις σημαντικότερες διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την επεξεργασία των αποβλήτων. Απαιτούν ένα συνδυασμό μεταξύ φυσικών και χημικών συμβάντων για τη δημιουργία νερού που θα είναι κατάλληλη η χρήση του από τον άνθρωπο. Με λίγα λόγια είναι τεχνικές απομάκρυνσης αιωρούμενων στερεών σχετικά μικρού μεγέθους, δηλαδή μεγέθους γύρω στο 10 μm. Κατά τη διαδικασία της κροκίδωσης πραγματοποιείται προσθήκη χημικών ουσιών στα λύματα με θετικό όφελος την επίτευξη της μεταβολής της φυσικής κατάστασης των διαλυμένων και αιωρούμενων σωματιδίων για μεγαλύτερη διευκόλυνση της απομάκρυνσης τους μέσω της καθίζησης τους. Τα τρία βασικότερα στάδια που ακολουθούνται για μία σωστή και πλήρη διαδικασία της κροκίδωσης είναι η προσθήκη χημικών μέσων, οι οποίες θα διασπούνται μέσα στο υγρό διάλυμα κάτω από συνθήκες γρήγορης ανάμιξης και θα αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση του αρχικού διαλύματος μέσω της εξουδετέρωσης των φορτίων που περιέχουν τα κολλοειδή σωματίδια. Ακόμη, μέσα από τις ενδομοριακές συγκρούσεις, τα αποσταθεροποιημένα κολλοειδή σωματίδια που προκύπτουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο και συσσωματώνονται. Έπειτα τα συσσωματώματα, που είναι μεγάλου μεγέθους, απομακρύνονται μέσω της μεθόδου της καθίζησης. Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι το φορτίο που έχουν τα κολλοειδή σωματίδια, που περιέχονται μέσα στα απόβλητα, είναι ένα καθαρό αρνητικό επιφανειακό φορτίο. Το μέγεθος τους (0.01 έως 1 μm) είναι τέτοιο ώστε οι ελκτικές δυνάμεις που εμφανίζονται μεταξύ των σωματιδίων να είναι μικρότερες από τις απωστικές δυνάμεις του ηλεκτρικού φορτίου Η κροκίδωση ορίζεται ως η διαδικασία αποσταθεροποίησης των κολλοειδών σωματιδίων με αποτέλεσμα την αύξηση του όγκου τους ως συνέπεια των συγκρούσεων που δημιουργούνται μεταξύ τους. Η θεωρία των αντιδράσεων της χημικής κροκίδωσης είναι πολύπλοκη. Συνήθως οι αντιδράσεις κροκίδωσης είναι ατελής. Υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθούν πολλές αντιδράσεις με άλλα συστατικά που περιέχονται στο απόβλητο, τα οποία θα έχουν σχέση με τα χαρακτηριστικά του, που αλλάζουν ανάλογα με την εποχή και την διάρκεια της ημέρας 489
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Διύλιση/ Διήθηση- Φιλτράρισμα Η διήθηση ή αλλιώς διύλιση είναι και αυτή με τη σειρά της μία μέθοδος καθαρισμού των λυμάτων. Είναι συμπληρωματική της κροκίδωσης και σκοπός της είναι η πλήρης απομάκρυνση όλων των μικρών σωματιδίων που ίσως έχουν παραμείνει στα λύματα. Είναι πολύ σημαντική διαδικασία, αφού βελτιώνει αρκετά την ποιότητα των λυμάτων, με το διήθημα να πραγματοποιείται με μειωμένα τεχνικά και λειτουργικά προβλήματα κατά την υλοποίηση του. Στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας γίνεται η είσοδος του υλικού μέσα από ένα φίλτρο υπό πίεση, όπου τα σωματίδια συγκρατούνται μηχανικά είτε στο πάνω μέρος του φίλτρου είτε μέσα από τους πόρους του. Οι πιο συχνοί τύποι φίλτρων που εφαρμόζονται στις εγκαταστάσεις καθαρισμού των λυμάτων είναι τρεις και αναφέρονται πιο κάτω. Α) Διήθηση με φίλτρα, πλάκες και πλαίσια: Η διαδικασία πραγματοποιείται μέσα σε κλίνες διήθησης, οι οποίες αποτελούνται από δύο ή περισσότερα υλικά (π.χ. ανθρακίτη, κόκκων γραφίτη, ενεργός άνθρακας), τα οποία είναι συνδυασμένα μεταξύ τους. Για πιο μεγάλη απόδοση μπορούν να χρησιμοποιηθεί συνδυασμός 3-4 κλινών τοποθετημένες σε σειρά. Β) Διήθηση υπό κενό. Τα φίλτρα κενού που χρησιμοποιούνται είναι φίλτρα οριζόντιας επιφάνειας ή φίλτρα περιστρεφόμενων δίσκων ή περιστρεφόμενα τυμπανοειδή. Γ) Διήθηση βαθέως στρώματος. Λαμβάνουν χώρα σε δεξαμενές, που στον πυθμένα τοποθετείται στρώμα διηθητικού, πιο συχνά άμμου και το δάπεδο είναι πορώδες, με αποτέλεσμα να μπορούν εύκολα να διαπεράσουν τα λύματα. Κύριος παράγοντας για σωστή λειτουργία των φίλτρων είναι η καλή έκπλυνσή τους. Υπάρχουν τα φίλτρα άμμου, ευρέως γνωστά, που αποτελούνται από διαδοχικά στρώματα χοντρής ή λεπτής άμμου με ένα ομοιόμορφο μέγεθος των κόκκων (1-1,6 mm) ή στρώματα λεπτού χαλικιού (4-8 mm). Απολύμανση Κατά την απολύμανση των υγρών αποβλήτων ή ακόμη και να καταστραφούν οι παθογόνοι μικροοργανισμοί που αποτελούν κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων. Οι κυριότεροι τρόποι απολύμανσης των υγρών λυμάτων είναι οζόνωση (Ο3), χλωρίωση (Cl2, ClO2, NaOCl, NaOCl2) και η έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία (UV). Ο πιο κάτω πίνακας που ακολουθεί αναγράφει ποια από τις μέθοδος απολύμανσης είναι πιο κατάλληλη για την κάθε περίπτωση που μπορεί να προκύψει.
490
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
Οζόνωση (Ο3) Η διεργασία με το όζον (Ο3) χρησιμοποιείται πιο συχνά για την απολύμανση του πόσιμου νερού. Λόγω της υψηλής οξειδωτικής της ικανότητας, καθίσταται ιδιαίτερα ελκυστική η χρήση της για τη χημική διάσπαση των πιο πολύπλοκων οργανικών ουσιών που παραμένουν μέσα στα υγρά απόβλητα μετά από το στάδιο της βιολογικής επεξεργασίας. Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του όζοντος είναι ότι κατατάσσεται στην κατηγορία των χημικά ασταθών αερίων, με μία αρκετά γρήγορη διάσπαση αμέσως μετά την παραγωγή του από το υγρό οξυγόνο με τη βοήθεια των ηλεκτρικών εκκενώσεων. Ακόμη, κατά την υλοποίηση της πιο πάνω διαδικασίας καταναλώνεται αρκετά μεγάλη ποσότητα ενέργειας. Σημαντικό ρόλο παίζουν κάποιοι παράγοντες στη διάσπαση των υπολειμματικών οργανικών ουσιών από το όζον, αφού οδηγούν σ’ ένα καλό αποτέλεσμα. Οι παράγοντες αυτοί είναι το pH των αποβλήτων, η συγκέντρωση και η δόση του οργανικού φορτίου. Κύριο μειονέκτημα της μεθόδου είναι το υψηλό κόστος τόσο στην εγκατάσταση παραγωγής, όσο και του κόστους λειτουργίας της. Κύριο πλεονέκτημα της είναι ότι ο χρόνος που απαιτείται για την αντίδραση όζοντος με βιολογικά κατεργασμένα υγρά απόβλητα είναι περίπου 15-30 λεπτά. Επίσης, πραγματοποιείται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα 491
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) υγρά απόβλητα που έχουν επεξεργαστεί δεν πρέπει να περιέχουν υπολείμματα της χλωρίωσης ή ακόμα όταν απαιτείται μία διεργασία ακριβώς μετά την αποχλωρίωση. Χλωρίωση Η μέθοδος της χλωρίωσης είναι μία από τις πιο συχνές διεργασίες απολύμανσης των υγρών αποβλήτων που επιτυγχάνεται με χλώριο (π.χ. ελεύθερο χλώριο ή ενώσεις χλωρίου). Οι ποσότητες χλωρίου που απαιτούνται είναι διαφορετικές, αφού εξαρτώνται από τον τύπο των λυμάτων που θα επεξεργαστούν. Τα κυριότερα πλεονεκτήματα της είναι το χαμηλό κόστος και η αποτελεσματικότητα της. Το πιο συχνό πρόβλημα από τη χρήση των ισχυρών οξειδωτικών μέσων απολύμανσης, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το χλώριο, θεωρείται η ανάπτυξη ανεπιθύμητων παραπροϊόντων απολύμανσης. Τα παραπροϊόντα που αναπτύσσονται δυστυχώς έχουν αρκετές αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο περιβάλλον όσο και στην υγεία των ανθρώπων. Οι πιο συχνές αρνητικές επιπτώσεις που εμφανίζονται είναι οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες, διαταραχές και καρκινογενέσεις. Λόγω της τοξικότητας του υπολειμματικού χλωρίου ως προς τα υδρόβια είδη, θα ήταν καλό αν τα λύματα που έχουν υποστεί επεξεργασία αφαιρείται πλήρως το χλώριο τους με αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους της επεξεργασίας. Απολύμανση λυμάτων με χρήση υπεριώδης ακτινοβολίας (UV) Κύριο χαρακτηριστικό της διεργασίας αυτής, είναι να μην χρησιμοποιούνται χημικά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τα επεξεργασμένα ύδατα να μην έχουν καμία αρνητική επίδραση στους οργανισμούς, αμέσως μετά την απομάκρυνση από τον βιολογικό καθαρισμό και τη διάθεσή τους στο περιβάλλον, όπως γίνεται σε άλλες μεθόδους. Με τη χρήση της υπεριώδους ακτινοβολίας καταστρέφεται η γενετική δομή των βακτηρίων, ιών και διάφορων παθογόνων, μηδενίζοντας έτσι την αναπαραγωγή τους. Η δόση της ενέργειας, δηλαδή η δόση που απορρόφα ο μικροοργανισμός, είναι αυτή που καθορίζει αν η απολύμανση με υπεριώδη ακτινοβολία είναι αποτελεσματική. Γι’ αυτό σε μία πιθανή αύξηση της δόσης υπάρχει το ενδεχόμενο να προκύψει μειωμένη απολύμανση, λόγω της προσρόφησης των βακτηρίων στα αιωρούμενα σωματίδια. Σημαντική παράμετρος είναι, όταν ορισμένες ανόργανες και οργανικές ενώσεις που υπάρχουν στα απόβλητα, απορροφούν το ίδιο μήκος κύματος με την εκπεμπόμενη υπεριώδη ακτινοβολία. Τα πλεονεκτήματα της διεργασίας είναι αρκετά. Θεωρείται αποτελεσματική για ποικίλα είδη μικροοργανισμών και δεν έχει οποιαδήποτε επίπτωση στον υδάτινο αποδέκτη, αφού δεν περιέχει χημικές μεταβολές στα απόβλητα. Δεν περικλείει τοξική υπολειμματική συγκέντρωση, είναι σχετικά οικονομική, καθώς επίσης ο εξοπλισμός της καταλαμβάνει σχετικά μικρό χώρο. Εκτός από πλεονεκτήματα, δεν θα μπορούσε να μην έχει και κάποια 492
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) μειονεκτήματα. Το πιο σημαντικό απ’ όλα τα μειονεκτήματα της είναι ότι μειώνεται η απόδοση των συσκευών ακτινοβολίας, όπως επίσης και η διάρκεια ζωής των λαμπτήρων. Για μία σωστή και ολοκληρωμένη απολύμανση με τη μέθοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας θα πρέπει να γίνεται κατά διαστήματα καθαρισμός των λαμπτήρων και να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα η ποσότητα των αιωρούμενων στερεών στα απόβλητα Τα παραπροϊόντα από την τριτοβάθμια επεξεργασία είναι είτε λάσπες είτε παραγωγή βιομάζας. Στις περιπτώσεις που οι λάσπες δεν περιέχουν οποιαδήποτε ποσότητα βαρέων μετάλλων, μπορούν να διατεθούν στους χώρους εναπόθεσης των αστικών απορριμμάτων. Σε αντίθεση η βιομάζα μπορεί να αξιοποιηθεί με βάση την ενέργεια. Επεξεργασία και Διάθεση παραγόμενης λάσπης η διαχείριση της παραγόμενης λάσπης (ιλύος) που προκύπτει μέσα από την επεξεργασία των αποβλήτων. Θεωρείται ως μία μέθοδος ανακύκλωσης των συστατικών της με υψηλή γεωργική αξία και αρκετά οφέλη. Αναπόσπαστο κομμάτι είναι ο έλεγχος και η ρύθμιση της λάσπης πριν τη διάθεσή της στον αποδέκτη για περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η χώνευση της λάσπης μειώνει σε μεγάλο βαθμό την οργανική ύλη και την ποσότητα των παθογόνων μικροοργανισμών που μπορεί να εμπεριέχονται, ενώ η σταθεροποίηση της λάσπης πραγματοποιείται μέσα από τις διεργασίες αερόβιας ή αναερόβιας ή αερόβιας -αναερόβιας επεξεργασίας. Μετά τη σταθεροποίηση της λάσπης ακολουθεί η τελική διάθεση της με τις κυριότερες την υγειονομική ταφή (ΧΥΤΑ). Αυτό κυρίως συμβαίνει όταν δεν μπορούν να διατεθούν με κάποιο τρόπο στο περιβάλλον είτε με καύση ή αποτέφρωση, γιατί μπορεί να δώσει τέφρα η οποία να θεωρείται τοξική κατά κάποιο τρόπο στο περιβάλλον. Άρα θα πρέπει να θαφτεί σε χωματερή ή ακόμα και να αξιοποιηθεί ως εδαφοβελτιωτικό στη γεωργία. Υπάρχουν όμως και κάποιες εναλλακτικές μέθοδοι διάθεσης της λάσπης που προκύπτουν με βάση τα κριτήρια επιλογής του τρόπου χρήσης (περιβαλλοντικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί), όπως είναι η αεριοποίηση, η κομποστοποίηση, η πυρόλυση και η υγρή οξείδωση Περιβαλλοντικές επιπτώσεις από βιομηχανίες & Τρόποι αντιμετώπισης αρνητικών επιπτώσεων Κατά τη λειτουργία των βιομηχανιών είναι αδύνατο να μην εμφανιστεί οποιοδήποτε πρόβλημα ή έστω κάποια ατέλεια, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το σύστημα λειτουργίας καθώς και εξωτερικοί παράγοντες άμεσα συνδεδεμένοι με τις βιομηχανίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μελετηθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκύπτουν από την επεξεργασία νερού καθώς και από τα υγρά απόβλητα που απορρίπτονται από τις 493
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) βιομηχανίες. Οι τελευταίες, που θα αναπτυχθούν πιο κάτω, είναι πετρελαίου και φυσικού αερίου, γαλακτοβιομηχανίες, ελαιοτριβεία και βιομηχανίες παραγωγής ζύθου (μπύρας). Ταυτόχρονα θα εισηγηθούν και τρόποι αντιμετώπισης ή λύσεις για τη μείωση των πιθανών προβλημάτων που δημιουργούνται από τη μη σωστή διαχείριση ή λειτουργία τους. Βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου Το πετρέλαιο είναι μείγμα υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται ευρέως από τον άνθρωπο σ’ όλο τον κόσμο σε διάφορους τομείς. Η χρήση του έχει αρκετά πλεονεκτήματα, όπως χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου, χαμηλότερη τιμή πώλησης πετρελαίου κίνησης, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία και αρκετά μειωμένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Δεν παύει όμως να περιέχει και κάποια αρνητικά στοιχεία που καθίστα επικίνδυνη τη χρήση του. Το σημαντικότερο μειονέκτημα του είναι οι αυξημένες εκπομπές οξειδίων του αζώτου γι’ αυτό απαιτείται η αντικατάσταση του από ένα άλλο συμβατικό καύσιμο, όπως το φυσικό αέριο. Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει αισθητή την παρουσία του το φυσικό αέριο που είναι και αυτό ένα μείγμα υδρογονανθράκων αέριας μορφής με υψηλό ποσοστό μεθανίου (~90%) και δεν είναι τοξικό. Η καύση του προκαλεί ρύπανση στο περιβάλλον, αλλά σε μικρότερα επίπεδα απ’ ότι τα συμβατικά καύσιμα. Συμβάλλει αρκετά στη μείωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, αφού παράγει μικρότερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα απ’ ότι το πετρέλαιο. Ακόμη, δεν προκαλεί όξινη βροχή, καθώς δεν περιέχει θείο. Είναι πολύ εύφλεκτο λόγω της μεγάλης ποσότητας που περιέχει σε μεθάνιο γι’ αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην επεξεργασία και χρήση του. Από τις βιομηχανίες επεξεργασίας πετρελαίου και φυσικού αερίου το πιο γνωστό ρεύμα απόβλητου που παράγεται είναι το παραγόμενο νερό. Τα υγρά απόβλητα, λοιπόν, που παράγονται είναι προϊόν από τον καθαρισμό των διαφόρων δοχείων και σωληνώσεων που περιέχουν πετρέλαιο. Το παραγόμενο νερό ή κοιτάσματα πετρελαίου σε μορφή λυμάτων περιέχουν μείγμα διαφορετικών οργανικών και ανόργανων ενώσεων. Την τελευταία δεκαετία έχει γίνει αισθητή η αύξηση του όγκου των απορριμμάτων σε όλο τον κόσμο, όπως επίσης και της απόρριψης παραγόμενου νερού στο περιβάλλον. Έχει αρχίσει να θεωρείται ένα περιβαλλοντικό θέμα για ανησυχία, αφού μπορεί να προκληθεί ρύπανση των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων καθώς και του εδάφους. Ανέκαθεν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στον σύγχρονο πολιτισμό είναι πολύ σημαντικά, όμως οι περισσότερες δραστηριότητες παραγωγής τους προκαλούν την αύξηση των υγρών αποβλήτων. Σύμφωνα με στοιχεία, που τεκμηριώθηκαν μέσα από το άρθρο «Review of technologies for oil and gas produced water treatment» (2009), τα επιτρεπόμενα όρια κατά την επεξεργασία λαδιού και πετρελαίου που ισχύουν κατά την αλλαγή τους σε 494
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) νερό, στην Αυστραλία ανέρχονται στα 30 mg/L ημερησίως κατά μέσο όρο και 50 mg/L στιγμιαία. Στην Αμερική με βάση την υπηρεσία προστασίας του περιβάλλοντος (USEPA) και τους κανονισμούς που ισχύουν, το μέγιστο επιτρεπτό όριο για το λάδι και το πετρέλαιο είναι 42 mg/L, ενώ το μέσο μηνιαίο όριο ανέρχεται στα 29 mg/L. Λόγω της περιβαλλοντικής ανησυχίας που προκλήθηκε, πολλές χώρες έχουν εφαρμόσει αυστηρότερα ρυθμιστικά πρότυπα για την εκκένωση του παραγόμενου νερού που προκύπτει. Πολλές χώρες με κοιτάσματα πετρελαίου επικεντρώνονται όλο και πιο πολύ σε προσπάθειες για εξεύρεση οικονομικά και γενικά αποτελεσματικών μεθόδων. Αυτό οφείλεται λόγω του μεγάλου όγκου του παραγόμενου νερού και γενικά της μεγάλης πίεσης που ασκείται στα υπόγεια ύδατα των χωρών αυτών. Έτσι ώστε να γίνεται πιο γρήγορη η απομάκρυνση των ρύπων που εμφανίζονται. Βασικοί μέθοδοι για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων είναι ο περιορισμός της συμπλήρωσης των πόρων με γλυκό νερό. Επιπρόσθετα, η επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση του παραγόμενου νερού περιλαμβάνει υπόγειο εμβολιασμό για αύξηση της παραγωγής του πετρελαίου. Το ανακυκλωμένο νερό μπορεί να χρησιμοποιείται στην άρδευση, για τα ζώα, για πότισμα των οικοτόπων και για άλλες βιομηχανικές χρήσεις, για παράδειγμα στον έλεγχο της σκόνης, στο πλύσιμο των αυτοκινήτων και για έλεγχο τυχόν πυρκαγιάς. Επίσης, το παραγόμενο νερό μπορεί να επεξεργαστεί μέσω διαφορετικών φυσικών, χημικών και βιολογικών μεθόδων. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν υπεράκτιες πλατφόρμες λόγω του περιορισμένου χώρου που υπάρχει, θα χρησιμοποιείται συνδυασμός φυσικών και χημικών συστημάτων. Ακόμη, πολλές από τις υφιστάμενες τεχνολογίες δεν έχουν αποκτήσει την ικανότητα να αφαιρούν πλήρως τα αιωρούμενα σωματίδια που περιέχονται μέσα στο πετρέλαιο, γι’ αυτό επικρατέστερη μέθοδος είναι η χημική επεξεργασία. Κατά τη χημική επεξεργασία τόσο η αρχική τιμή όσο και το λειτουργικό κόστος είναι υψηλό, με αποτέλεσμα να διαλύονται τα στοιχεία που είναι ανεπιθύμητα, αλλά υπάρχει κίνδυνος παράγωγης ποσότητας επικίνδυνης ιλύος προς το περιβάλλον. Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις, που βρίσκονται σε χερσαίες περιοχές και ασχολούνται με την επεξεργασία υγρών λυμάτων κυρίως με λιπαρά, χρησιμοποιούν τη μέθοδο της βιολογικής επεξεργασίας που είναι μία μέθοδος οικονομικά αποδοτική και φιλική προς το περιβάλλον. Σε περιπτώσεις που επικρατεί υψηλή συγκέντρωση άλατος ή ακόμα παρουσιάζονται διάφορες παραλλαγές στα χαρακτηριστικά εισροής, αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη θολότητα των λυμάτων στην εκροή, αφού οι λειτουργίες της εισόδου με αυτές της εξόδου του συστήματος επεξεργασίας αλληλεπιδρούν. Για την αποφυγή οποιουδήποτε προβλήματος, που μπορεί να εμφανιστεί κατά την εκροή των επεξεργασμένων λυμάτων από το σύστημα, 495
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) θα ήταν καλό να ενσωματωθεί μια φυσική διεργασία, όπως είναι για παράδειγμα οι μεμβράνες, με σκοπό τη βελτίωση της τελικής εκροής τους από το σύστημα. Αναμφισβήτητα, όλες οι μελλοντικές ερευνητικές προσπάθειες που θα πραγματοποιηθούν είναι πολύ σημαντικές. Θα έχουν ως κύριο στόχο τους τη βελτίωση των υφιστάμενων τεχνολογιών, καθώς επίσης και τη χρήση συνδυασμένων φυσικοχημικών ή βιολογικών μεθόδων επεξεργασίας του παραγόμενου νερού προκειμένου να γίνει ευρέως γνωστή η επαναχρησιμοποίηση τους καθώς και η απαλλαγή τους από ανεπιθύμητα υποπροϊόντα που τα καθιστούν τοξικά. Διαχείριση
αποβλήτων
από
γαλακτοβιομηχανίες
Είναι
πολύ
σημαντικό
τα
γαλακτοβιομηχανικά απόβλητα να διαχειρίζονται με σωστό τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η παρουσία δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπως επίσης και τυχόν αρνητικών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία. Στη δημιουργία μιας νέας εγκατάστασης και σύμφωνα με τον περί Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα, οι βιομηχανίες γάλακτος ανήκουν στην κατηγορία των βιομηχανιών τροφίμων. Απαιτείται εκτός των άλλων και μία Προκαταρτική Έκθεση Επιπτώσεων στο Περιβάλλον. Η διαχείριση των γαλακτοβιομηχανικών υγρών αποβλήτων, για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, πραγματοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παρουσιάζεται κανένας κίνδυνος στην ανθρώπινη υγεία και να μην προκαλείται καμία αρνητική επίπτωση στο περιβάλλον π.χ. στα νερά και στο έδαφος.. Ενα από τα κυριότερα είδη υγρών αποβλήτων που προκύπτουν από την παραγωγική διαδικασία επεξεργασίας γάλακτος είναι ο νορρός γάλακτος ή τυρόγαλο όπως λέγεται. Υπάρχουν και άλλα είδη απόβλητων, όπως αυτά της άλμης, τα ξεπλύματα από χώρους παραγωγής (π.χ. ο καθαρισμός επιφανειών, δεξαμενών, αντλιών και του εξοπλισμού) ή αυτά που προκύπτουν κατά τη διαδικασία της ψύξης τους. Το τυρόγαλο καθίσταται ένας από τους σημαντικότερους ρυπαντές που εξέρχεται από βιομηχανίες γάλακτος προς το περιβάλλον. Είναι το υγρό υπόλειμμα που απομένει από την καθίζηση και απομάκρυνση της καζεΐνης του γάλακτος, όταν παράγεται τυρί, από το οποίο εξαρτάται και το είδος του κάθε φορά. Διακρίνεται είτε σε όξινο (pH<5) το οποίο περιέχει λιγότερες πρωτεΐνες και χρησιμοποιείται πολύ περιορισμένα για βρώση λόγω της όξινης γεύσης του και της υψηλής περιεκτικότητας σε άλατα, είτε σε βασικό ( pH 6-7), αφού έχει υψηλή περιεκτικότητα σε οργανική ύλη. Οι τιμές του τυρογάλακτος σε βιολογικά απαιτούμενο οξυγόνο (ΒΟD) κυμαίνονται από 30 000 - 50 000 ppm και σε χημικά απαιτούμενο οξυγόνο από 60 000 - 80 000
496
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Με βάση μια έρευνα, βρέθηκαν σε πολύ μικρές ποσότητες και μερικά από τα είδη που αποτελούν τα βαρέα μέταλλα τα οποία μπορεί να συναντήσουμε σε απόβλητα γαλακτοβιομηχανίας. Συγκεκριμένα σε δεξαμενή με απόβλητο τυρόγαλο μαζί με νερό που είχαν χρησιμοποιήσει για καθαριστικούς σκοπούς, βρέθηκαν ποσότητες καδμίου, χαλκού, μολύβδου, χρωμίου, υδραργύρου και ψευδαργύρου. Το αποτέλεσμα αυτό επαληθεύτηκε από την έρευνα του 2009 όπου βρέθηκε πάλι ποσότητα βαρέων μέταλλων (π.χ. μόλυβδος, κάδμιο και αλουμίνιο) μέσα στα υγρά απόβλητα των γαλακτοβιομηχανιών. Γνωρίζοντας, λοιπόν, τις αρνητικές επιπτώσεις και κυρίως τις τοξικές επιδράσεις που ασκούν τα βαρέα μέταλλα στους οργανισμούς, κρίνεται απαραίτητη η παρακολούθηση τέτοιων αποβλήτων, αφού πλέον το τυρόγαλο θεωρείται και επισήμως ρυπαντής. Ακόμη, η οργανική προέλευση των αποβλήτων των τυροκομείων, το αυξημένο οργανικό τους φορτίο μαζί με το γεγονός ότι δεν μπορούν να διαλυθούν στο νερό, τα καθιστά ανάμεσα στα ιδιαίτερα ρυπογόνα απόβλητα. Η απόρριψη τους στους κοντινούς υδάτινους αποδέκτες, όπως είναι τα ποτάμια, οι ρεματιές και οι λίμνες, χωρίς κάποια επεξεργασία τους σε κάποιο βιολογικό σταθμό, τις περισσότερες φορές μπορεί να οδηγήσει σε ρύπανση των υπόγειων υδάτων λόγω της τοξικότητας των αποβλήτων, καθώς σε δυσοσμία και σε υποβάθμιση του περιβάλλοντος γύρω από τα τυροκομεία. Αναντίρρητα, υπάρχει περίπτωση να εμφανιστούν κρούσματα σοβαρών επιπτώσεων στους υδρόβιους ζωικούς οργανισμούς. Το πιο συχνό φαινόμενο που παρατηρείται μετά από τέτοιες ενέργειες είναι ο ευτροφισμός κυρίως στα σημεία απόρριψης τέτοιων αποβλήτων, μιας και παρατηρείται έλλειψη οξυγόνου, μετά από τη δέσμευση του από ομάδες μικροοργανισμών που αναπτύσσονται και επικρατούν σε τέτοιους αποδέκτες. Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι η πρόκληση του θανάτου πολλών ειδών ψαριών και ασπόνδυλων. Μεγάλες είναι οι ποσότητες αποβλήτων που παράγονται κατά τη διαδικασία της ψύξης, η οποία για να πραγματοποιηθεί χρειάζονται κάποιες ποσότητες νερού. Τα απόβλητα αυτά παρουσιάζουν υψηλές θερμοκρασίες και υψηλή αγωγιμότητα. Από τα απορρίμματα νορρού γάλακτος παρατηρείται η παρουσία μεγάλου οργανικού φορτίου, όπως επίσης και από την επαναχρησιμοποίηση της άλμης παρουσιάζεται παραγωγή περιοδικών απορριμμάτων
που
περιέχουν
μεγάλο
οργανικό
φορτίο.
Κατά
την
απόρριψη
γαλακτοκομικών προϊόντων, εκτός από τα συστατικά του γάλακτος μπορεί να περιέχουν σάκχαρα, άλατα, χρωστικές ουσίες, σταθεροποιητές ανάλογα με την τεχνολογία παραγωγής που χρησιμοποιείται. Όλα τα πιο πάνω συστατικά που αναφέρθηκαν εμφανίζονται στα βιομηχανικά υδατικά απόβλητα σε έναν μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, είτε μέσω της 497
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) διάλυσης τους είτε από τη μεταφορά τους από τον καθαρισμό του ύδατος. Οι μεγαλύτερες ποσότητες αποβλήτων σε μία τυροκομική μονάδα προέρχονται και από τον καθαρισμό σωληνώσεων, του εξοπλισμού, των εξαμενών αποθήκευσης καθώς επίσης και από δυσλειτουργίες ή λανθασμένους χειρισμούς. Βασικό χαρακτηριστικό τέτοιων αποβλήτων είναι το γεγονός ότι μπορούν να παρουσιάσουν σημαντικές αλλαγές ως προς τα χαρακτηριστικά και τη σύσταση τους. Ανάλογα με τον όγκο του γάλακτος που υποβάλλεται σε επεξεργασία, συναντώνται υψηλές εποχικές διακυμάνσεις, αφού κατά το καλοκαίρι είναι μεγαλύτερος ο όγκος, ενώ κατά τον χειμώνα είναι μικρότερος. Το pH διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, αφού μέσα από τη χρήση όξινων και αλκαλικών καθαριστικών οδηγεί σε αρκετά εμφανείς διακυμάνσεις του. Η κατανάλωση νερού παίζει και αυτή με τη σειρά της μεγάλο ρόλο στις βιομηχανίες παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, αφού χρησιμοποιείται κυρίως για καθαρισμό. Τα μηχανήματα, τα δοχεία μεταφοράς του γάλακτος, οι γραμμές παραγωγής, καθώς και η διατήρηση κανόνων υγιεινής απαιτούν την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων νερού. Η κατανάλωση αυτή ανέρχεται σε ένα τυροκομείο γύρω στο 4,2 kg νερού για κάθε kg παραγόμενου τυριού. Το αλάτισμα θεωρείται διαδικασία με υψηλό ποσοστό κατανάλωσης νερού κατά τη διεκπεραίωση της. Σε κάποιες δευτερεύουσες παραγωγικές διαδικασίες π.χ. ψύξη, καθαρισμός, απολύμανση και παραγωγή ατμού μπορεί να παρατηρηθεί μεγάλη κατανάλωση ύδατος. Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι η ποσότητα του νερού που καταναλώνεται μαζί με τις διάφορες προσμίξεις κυρίως από τα καθαριστικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται, καταλήγουν στα υγρά απόβλητα. Τόσο η χρήση όξινων όσο και αλκαλικών καθαριστικών προϊόντων επηρεάζει πολύ τη σύσταση των υγρών αποβλήτων και οδηγεί σε απόβλητα με υψηλό pH .Τα απόβλητα άλμης και ο νορρός γάλακτος θα ήταν καλό να αποθηκεύονται σε μία στεγανή δεξαμενή και έπειτα να διατίθεται σε κτηνοτροφικές μονάδες για υγρή τροφή. Επιπρόσθετα, τα υγρά απόβλητα μιας γαλακτοβιομηχανίας, για παράδειγμα τα ξεπλύματα της παραγωγικής διαδικασίας, θα έπρεπε λόγω του υψηλού φορτίου που περιέχουν να αποθηκεύονται αρχικά σε μία στεγανή δεξαμενή και μετά να διατίθενται σε μια αδειοδοτημένη μονάδα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων με ή χωρίς ιδιοκτήτη. Τέτοιου είδους απόβλητα θα πρέπει να επεξεργάζονται κατάλληλα για την αφαίρεση λιπών, στερεών, όπως επίσης και για μείωση του οργανικού και μικροβιολογικού φορτίου. Όλα τα απόβλητα που έχουν υποστεί επεξεργασία μπορούν να χρησιμοποιούνται για άρδευση αγροτεμαχίων. Τα απόβλητα που έχουν συλλεχτεί στις λιποπαγίδες, δηλαδή τα εσχαρίσματα ή ακόμα και στερεά υλικά που αφαιρέθηκαν κατά την 498
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προεπεξερασία, θα πρέπει να μεταφέρονται σε εγκεκριμένο χώρο διαχείρισης ή απόρριψης. Όσον αφορά τη λάσπη που προκύπτει κατά τη βιολογική επεξεργασία των αποβλήτων θα πρέπει να πραγματοποιείται κατάλληλη επεξεργασία της και στη συνέχεια να διατίθενται ως εδαφοβελτιωτικό ή ακόμα μπορεί να μεταφέρεται σε μία αδειοδοτημένη εγκατάσταση επεξεργασίας και διάθεσης της. Για την απομάκρυνση των υψηλών οργανικών φορτίων που περιέχονται στα υγρά απόβλητα μπορεί να γίνει με την εφαρμογή κάποιων μεθόδων ή ακόμα και κάποιου βιοαντιδραστήρα. Πιο κάτω γίνεται αναφορά μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν και τα αποτελέσματα τους. Αρχικά δοκιμάστηκε η εφαρμογή ενός συστήματος αερόβιου ενεργούς ιλύος για την απομάκρυνση του οργανικού φορτίου, αλλά λόγω του υψηλού κόστους της και της υψηλής συγκέντρωσης των λιπών δεν βοηθά στην ανάπτυξη μίας ικανοποιητικής ποσότητας μικροβιακής μάζας, όποτε και απορρίπτεται. Η επόμενη μέθοδος που μπορεί να ελαττώσει το οργανικό φορτίο, ώστε μία αερόβια βιολογική επεξεργασία να συνεχίζει να αποδίδει το ίδιο, είναι η αναερόβια βιολογική χώνευση. Με παραγωγή μεθανίου μπορεί να καταστεί βιώσιμη, όμως και αυτή η μέθοδος απορρίπτεται λόγω δύο σημαντικών παραγόντων που καθιστούν την εφαρμογή της στις γαλακτοβιομηχανίες δύσκολη. Οι παράγοντες αυτοί είναι: α) η υψηλή συγκέντρωση οργανικού αζώτου σε σχέση με τον οργανικό άνθρακα του αποβλήτου καθιστά μη δυνατή την ανάπτυξη της μεθόδου αερόβιας νιτροποιήσης – απονιτροποίησης που ακολουθεί τη μέθοδο της αναερόβιας χώνευσης. β) η υψηλή συγκέντρωση λιπών, άνω των 40 mg/L, καθιστούν τη μέθοδο της αναερόβιας χώνευσης ανίκανη. Μέσα από πειράματα, που έγιναν στο Εργαστήριο Οργανικής και Περιβαλλοντικής Τεχνολογίας της Σχολής Χημικών Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην Ελλάδα, ανακαλύφθηκαν δύο τεχνικές που με τον συνδυασμό τους μπορεί να καταστήσει τη μέθοδο της αναερόβιας χώνευσης των υγρών αποβλήτων των γαλακτοβιομηχανιών (π.χ. τυροκομείων) όχι μόνο αποτελεσματική αλλά και βιώσιμη, αφού θα εξάγεται μεγάλη ποσότητα ενέργειας μέσα από αυτή τη διαδικασία. Οι δύο τεχνικές είναι αρχικά η τεχνική με την οξειδωτική διαδικασία με αντιδραστήρια Fenton και η δεύτερη με τη χρήση ιόντων Fe++ για τη δημιουργία κοκκώδους βιολογικής λάσπης με υψηλή ενεργότητα μέσα σε ένα αναερόβιο χωνευτήρα τύπου κλίνης λάσπης ανοδικής ροής UASBR Για την υλοποίηση της όλης διεργασίας λαμβάνονται υπόψη τέσσερις σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν την αποτελεσματικότητα της. Αυτοί οι παράγοντες είναι το pH, οι ποσότητες που προστίθενται του υπεροξειδίου του υδρογόνου (H2O2) και 499
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) θειικός σίδηρος ( FeSO4), αφού επηρεάζουν άμεσα το ποσοστό του COD που οξειδώνεται, τη θερμοκρασία (βέλτιστη τιμή 30°C) και τέλος τον χρόνο οξείδωσης που εξαρτάται με τη θερμοκρασία, για να δώσει αποτελεσματική οξείδωση. Ένα πλεονέκτημα της διεργασίας αυτής είναι η πλήρης διάσπαση των λιπαρών οργανικών ενώσεων σε προϊόντα εύκολα να βιοαποιδομηθούν. Παράλληλα, η προσθήκη των χημικών για τη λειτουργία των αντιδράσεων Fenton δεν αυξάνουν την τοξικότητα των αποβλήτων λόγω του ότι το υπεροξείδιο του υδρογόνου που απομένει διασπάται σε οξυγόνο και νερό, ενώ οι ποσότητες σιδήρου και θειικών που παραμένουν χρησιμοποιούνται ως θρεπτικά συστατικά για περισσότερη βιολογική μετατροπή των οργανικών προϊόντων της οξείδωσης. Επίσης, η βιοαποικοδόμιση του αποβλήτου αυξάνεται μετά από τις οξειδωτικές αντιδράσεις Fenton, αφού μειώνεται αρκετά ο λόγος COD/ BOD του αποβλήτου. Αυτό οφείλεται στην αύξηση του διαλυμένου οξυγόνου λόγω της διάσπασης του υπεροξειδίου του υδρογόνου σε οξυγόνο και νερό και τη μετατροπή των οργανικών ουσιών σε απλούστερες και πιο βιοαποικοδομίσιμες. Ο εξοπλισμός της διεργασίας είναι απλός, όπως και η λειτουργικότητα της μονάδας, όποτε καθίσταται προσιτή τόσο οικονομικά όσο και λειτουργικά. Τέλος, τα υποπροϊόντα που απομένουν μετά την οξείδωση του Fenton οδηγούνται σε μονάδα αναερόβιας χώνευσης για παραγωγή μεθανίου, επιφέροντας σημαντικά έσοδα από τις πωλήσεις του όπως αναφέρεται στην εργασία του Β. Μαργαρίτη. Πλέον όλες οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις επεξεργασίας γάλακτος υποχρεώνονται να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα. Επιπλέον, αναγκάζονται να διαχωρίζουν τα απόβλητα της εγκατάστασης με τέτοιο τρόπο ώστε να τηρούνται οι περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμοι, για διασφάλιση της προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Σημαντική είναι και η άμεση χρήση των μεθόδων που προαναφέρθηκαν από τις υφιστάμενες ή ακόμη και από τις νέες βιομηχανίες γάλακτος για μείωση όσο το δυνατό περισσότερο του ποσοστού των υγρών αποβλήτων τους. Διαχείριση υγρών αποβλήτων από ελαιοτριβεία Τη δεκαετία του 1980 έκαναν την εμφάνιση τους φυγοκεντρικά ελαιοτριβεία μεγαλύτερης δυναμικότητας, στα οποία οι ποσότητες αποβλήτων που προέκυπταν από τη διαδικασία παραγωγής ήταν αυξημένες. Περισσότερες ήταν και οι επιπτώσεις της διάθεσης τους στο περιβάλλον, δηλαδή στα ρυάκια, στα ποτάμια και στο έδαφος σε σχέση με τις ποσότητες που προέκυπταν από τη λειτουργία των παραδοσιακών ελαιοτριβείων. Το 2005 πραγματοποιήθηκε ψήφισμα του Περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών (Γενικοί Όροι Απόρριψης Αποβλήτων Ελαιοτριβείων) Διάταγμα (Κ.Π.Δ. 270/2005), σύμφωνα με το οποίο ενσωματώθηκαν βελτιωμένοι και πιο λεπτομερείς όροι 500
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) απόρριψης αποβλήτων στις Άδειες Απόρριψης Αποβλήτων. Από το 2009 έχουν βελτιωθεί αρκετά οι όροι απόρριψης των αδειών απόρριψης αποβλήτων, οι οποίοι αναφέρονται στο Διάταγμα. Είναι θετικό στοιχείο λόγω του ότι με την τήρηση των Όρων των Αδειών Απόρριψης Αποβλήτων από τους Φορείς Εκμετάλλευσης των ελαιοτριβείων είναι ότι διασφαλίζεται αρκετά η προστασία των υπόγειων και επιφανειακών νερών, όπως επίσης και του εδάφους από τη ρύπανση. Από τα ελαιοτριβεία η κατά όγκο αναλογία αποβλήτων και ελαιόλαδου που προκύπτουν από την παραγωγή ελαιόλαδου ανέρχεται στο 50%, που αποτελεί σημαντικό ποσοστό. Αδιαμφισβήτητα, η παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων πολυαρωματικών ουσιών (π.χ. φαινόλες) συνδυασμένες με υψηλές συγκεντρώσεις λιπαρών και πτητικών οξέων (ψηλής οξύτητας) και των υψηλών συγκεντρώσεων σε άλατα, οδηγούν σε αύξηση της φυτοτοξικότητας των υγρών αποβλήτων ελαιοτριβείων. Ακόμη, από την φυτοτοξικότητα επηρεάζονται τα άλγη που χρειάζονται για την αειφόρο ανάπτυξη και διατήρηση των οικοσυστημάτων του γλυκού νερού που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις φαινόλες. Με την άμεση διάθεση των αποβλήτων χωρίς κανένα έλεγχο μειώνει αρκετά τη διαπερατότητα του από το νερό, προκαλώντας αντιμικροβιακές δράσεις σε ωφέλιμους μικροβιακούς πληθυσμούς του εδάφους από φαινόλες που περιέχουν τα υγρά απόβλητα, καθιστώντας τα σε μη βιο-αποικοδομήσιμα. Επίσης, στους ζωντανούς οργανισμούς που ζουν στα νερά, η μεγάλη συγκέντρωση οργανικών και ανόργανων ουσιών που περιέχουν τα απόβλητα τους δημιουργεί παρενέργειες. Έτσι οι οργανισμοί δεν θα μπορούν να επιβιώσουν σε τέτοιου είδους νερά που έχουν μολυνθεί με τα συγκεκριμένα απόβλητα, καθώς έχουν ξεπεράσει τα επιτρεπτά όρια επιβίωσης τους. Σημαντικές είναι οι ποσότητες νερού που καταναλώνονται για τα ξεπλύματα από χώρους παραγωγής, δηλαδή ο καθαρισμός επιφανειών, δεξαμενών, αντλιών και του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται στα ελαιοτριβεία. Μέχρι σήμερα έχουν προταθεί αρκετές τεχνικές για τη μείωση των υγρών αποβλήτων με βάση το κόστος τους, των εναλλακτικών μεθόδων διαχείρισης αλλά και με τον συνδυασμό τους. Οι πιο γνωστές που έχουν εφαρμοστεί είναι οι φυσικές, χημικές, βιολογικές και θερμικές μέθοδοι και οι συνδυασμοί τους. Παράδειγμα εφαρμογής μεθόδου για μείωση των υγρών αποβλήτων ήταν στην Κρήτη με τη χρήση εξατμισοδεξαμενών. Ουσιαστικά τα απόβλητα αποθηκεύονται μέσα σε δεξαμενές, που στεγανοποιούνται κατά την περίοδο του καλοκαιριού (3 μήνες) και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του ελαιοτριβείου με αποτέλεσμα το υγρό κλάσμα να εξατμίζεται. Μειονέκτημα της μεθόδου αυτής ήταν ότι απαιτούνται μεγάλες εκτάσεις γης για την υλοποίηση της. Οι δυσοσμίες, η παρουσία διάφορων εντόμων λόγω του ότι οι 501
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) δεξαμενές δεν πληρούν τις συνθήκες της σωστής χρήσης τους, όπως και οι μικρές διαστάσεις των δεξαμενών οδηγούν στην υπερχείλιση τους με αποτέλεσμα να μην συμβάλλουν στην άμεση προστασία του περιβάλλοντος, αλλά στην περαιτέρω επιβάρυνση του. Τα συχνότερα προβλήματα που παρουσιάζονται κατά τη διαχείριση υγρών αποβλήτων από ελαιοτριβεία είναι η συνεχής αύξηση χρόνο με τον χρόνο της παραγωγής ελαιόλαδου. Άρα κατά συνέπεια αυξάνεται και ο αριθμός των αποβλήτων τους καθώς και το ότι δεν υπάρχουν αρκετές εγκαταστάσεις διαχείρισης τους Για τη μείωση των πιο πάνω προβλημάτων πραγματοποιήθηκαν αρκετές εργαστηριακές μελέτες και εφαρμόστηκαν διάφορες πιλοτικές εγκαταστάσεις. Δυστυχώς δεν βρέθηκε καμία λύση, άμεσα εφαρμόσιμη, περιβαλλοντικά και οικονομικά αποδεκτή, λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης οργανικών συστατικών που περιέχονται στα απόβλητα και απαιτούν μεγάλες ποσότητες οξυγόνου για την αποικοδόμηση τους. Επιπλέον, η εποχή που λαμβάνει χώρα η παραγωγή των αποβλήτων παίζει σημαντικό ρόλο, αφού αυξάνει και δυσκολεύει το κόστος της αποθήκευσης, της μεταφοράς και της επεξεργασίας τους. Επιπρόσθετα, η αργή αποδόμηση των φαινολικών ενώσεων που συναντάμε στα υγρά απόβλητα κατά την επεξεργασία του ελαιόκαρπου διαδραματίζει και αυτή σημαντικό ρόλο στα πιο πάνω σημεία. Οι πιο γνωστές μέθοδοι και τεχνικές επεξεργασίας υγρών αποβλήτων που προέρχονται από ελαιοτριβεία και που έχουν εφαρμοστεί σε πολλές χώρες τα τελευταία χρόνια είναι οι φυσικοχημικές, βιολογικές, διαχωρισμός με μεμβράνες, θερμικές και απευθείας εφαρμογή των υγρών αποβλήτων ελαιοτριβείου. Πιο κάτω αναλύονται οι μέθοδοι και τα μέσα που χρησιμοποιούνται σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις σύμφωνα με το βιβλίο « Methods of integrated management of olive oil mill wastewater (OMW) in the framework of the EU environmental quality standards (EQS)». Η πρώτη κατηγορία είναι οι φυσικοχημικοί μέθοδοι επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων που αποτελούνται από την κατεργασία με οξείδιο ή υδροξείδιο του ασβεστίου (CaO ή Ca(OH)2) και από τη χρήση λιμνών επεξεργασίας ή εξατμισοδεξαμενών. Η κατεργασία με οξείδιο ή υδροξείδιο του ασβεστίου (CaO ή Ca(OH)2) είναι ευρέως γνωστή στη σημερινή εποχή, αφού συμβάλλει άμεσα στη μείωση του ρυπαντικού φορτίου των αποβλήτων των ελαιοτριβείων. Εφαρμόζει εξουδετέρωση της οξύτητας σε συνδυασμό με κροκίδωση και ακολουθεί η καθίζηση. Επιτυγχάνεται άμεσα ο καθαρισμός των αποβλήτων σε υψηλό ποσοστό γύρω στο 70%. Η διεργασία της εξουδετέρωσης σε συνεργασία με την κροκίδωση πραγματοποιείται με προσθήκη ασβέστη, που στοχεύει στην αύξηση του pH των αποβλήτων και στην εξουδετέρωση των οξέων. Λαμβάνει χώρα μέσα σε μία σηπτική δεξαμενή συγκρατήσεως 502
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) που περιέχει μηχανική ανάδευση. Τα κατακρημνισμένα άλατα, που απομένουν, συμπαρασύρουν ποσότητα των διαλυμένων ή αυτών που βρίσκονται σε αραίωση οργανικών ουσιών με τελικό αποτέλεσμα τη μείωση του ρυπαντικού φορτίου και τον αποχρωματισμό ενός ποσοστού του αποβλήτου. Η δημιουργία λάσπης, που προκύπτει, θεωρείται σοβαρό μειονέκτημα της μεθόδου καθώς και πρόβλημα λόγω του όγκου της και της δυσοσμίας που προκαλεί. Όσον αφορά τη χρήση λιμνών επεξεργασίας ή εξατμισοδεξαμενές είναι μία από τις πρώτες μεθόδους επεξεργασίας υγρών αποβλήτων που εφαρμόστηκαν. Σήμερα η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται ευρέως από τα ελαιοτριβεία της Κρήτης. Αρκετά είναι τα μειονεκτήματα από τη χρήση δεξαμενών εξάτμισης, όπως οι μεγάλες εκτάσεις γης που χρειάζονται για τη δημιουργία τους και ο αυξημένος χρόνος που απαιτούν για υλοποίηση της. Έχουν όμως και αρκετά πλεονεκτήματα, όπως χαμηλό κόστος κατασκευής και λειτουργίας, σχετικά υψηλή αποτελεσματικότητα και ευκολία στη συντήρηση τους. Επιπρόσθετα, μετά την εξάτμιση των υγρών αποβλήτων, τα στερεά που απομένουν από τον διαχωρισμό τους από την υγρή φυσική καθίζηση στην επιφάνεια χρησιμοποιούνται ως λιπάσματα. Σε περίπτωση που υπάρξει οποιαδήποτε διαρροή ή μη σωστή μόνωση των δεξαμενών μπορεί να προκληθεί ρύπανση του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα. Στη σημερινή εποχή τέτοιου είδους δεξαμενές χρησιμοποιούνται για αποθήκευση, αλλά και για εξάτμιση του νερού. Η δεύτερη κατηγορία, αν και δεν χρησιμοποιείται λόγω του ότι παρέμεινε σε πειραματικά στάδια, είναι η θερμική μέθοδος επεξεργασίας των αποβλήτων και συγκεκριμένα η θερμική συμπύκνωση. Μέσω της μεθόδου αυτής γίνεται εξάτμιση των αποβλήτων που βρίσκονται μαζεμένα σε πολυβάθμιους συμπυκνωτές με στόχο τον περιορισμό του τελικού όγκου. Επιτυγχάνεται άμεσα η επαναχρησιμοποίηση του εξατμισμένου συμπυκνωμένου νερού μέσα στο ελαιοτριβείο που εφαρμόζεται η διεργασία για επανάκτηση ελαιόλαδου από τα απόβλητα. Η τρίτη κατηγορία αναφέρεται στις βιολογικές μεθόδους που στόχο έχουν τη βιομετατροπή των αποβλήτων με τη χρήση μικροοργανισμών για τη μείωση του ρυπαντικού φορτίου καθώς και για ανάπτυξη προϊόντων με υψηλή εμπορική αξία που θα μπορούσαν να επιφέρουν αρκετά κέρδη για την κάλυψη των αναγκών της διαχείρισης τους. Η μέθοδος αυτή μπορεί να ευδοκιμήσει εύκολα λόγω του ότι τα υγρά απόβλητα των ελαιοτριβείων έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τα καθιστούν εκλεκτικά υποστρώματα για ανάπτυξη μικροοργανισμών. Τη βιολογική επεξεργασία των υγρών αποβλήτων αποτελούν δύο μεγάλες υποομάδες που είναι η αερόβια βιολογική επεξεργασία και η αναερόβια βιολογική επεξεργασία. Στην αερόβια βιολογική επεξεργασία μπορεί να γίνει 503
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ανάπτυξη ζυμών με απώτερο σκοπό την ανάπτυξη των σακχάρων των αποβλήτων σε αδιάλυτες πρωτεΐνες, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τροφή ζώων, αφού έχουν υψηλή περιεκτικότητα στα αμινοξέα αλλά και σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β, αντικαθιστώντας το αλεύρι σόγιας. Η τεχνική της αερόβιας βιολογικής επεξεργασίας χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στην Ισπανία όταν εμφανίστηκε παραγωγή μονοκυτταρικών πρωτεϊνών από τα υγρά απόβλητα μέσω της ζύμης Candida utilis. Δυστυχώς όμως δεν επικράτησε λόγω του υψηλού κόστους της όπως επίσης και η ταχεία αποδόμηση των σακχάρων κατά την αποθήκευση των ελαιόκαρπων. Στις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ισπανία χωρίς όμως να αποδώσουν καρπούς, χρησιμοποιήθηκαν ποσότητες απόνερων για υπόστρωμα ανάπτυξης της ζύμης Torulopsis Utlis στο οποίο προστέθηκε θειούχο αμμώνιο για περαιτέρω χρήση της στις βιομηχανίες τροφίμων. Κατά τον αερόβιο βιολογικό καθαρισμό χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι οξειδωτικοί οργανισμοί με στόχο τη διάσπαση του οργανικού φορτίου που περιέχεται στα υγρά απόβλητα. Ούτε αυτή η τεχνική δεν κατάφερε να ευδοκιμήσει λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε οργανική ουσία των αποβλήτων και του υψηλού κόστους της ενέργειας που θα χρειαζόταν για τη διάσπαση της. Η διεργασία της βιολιπασματοποίησης έχει στόχο την παραγωγή βελτιωτικού εδάφους και λιπάσματος από τα υγρά απόβλητα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της κάθε χώρας που θα εφαρμοστεί σε οργανική ουσία, τις δυνατότητες των μικροοργανισμό του εδάφους και τις απαραίτητες ποσότητες θρεπτικών συστατικών για τα φυτά. Μέσα από έρευνα που πραγματοποιήθηκε αποδείχθηκε ότι τα απόβλητα των ελαιοτριβείων κάτω από αερόβιες συνθήκες εμπλουτισμού έχουν τη δυνατότητα να ευδοκιμήσουν τα αζωτοδεσμευτικά βακτήρια του γένους Azotobacter. Το πιο πάνω αποτέλεσμα βρέθηκε μετά την υλοποίηση δύο σταδίων. Στο πρώτο στάδιο τα απόβλητα υποβλήθηκαν σε εξουδετέρωση της οξύτητας τους με υδροξείδιο του ασβεστίου (CaO), ενώ στο δεύτερο στάδιο το επεξεργασμένο ρευστό, που απομένει, παρέχεται το κατάλληλο βακτήριο του Azotobacter και αερίζεται σε διάρκεια 3-5 ημερών. Με το πέρας των ημερών τα απόβλητα αποκτούν ένα καστανοκίτρινο χρώμα με παχύρευστη υφή και pH 7,5 – 8,0, πλούσιο σε αζωτοδεσμευτικά. Έτσι κρίνεται κατάλληλο για βελτιωτικό του εδάφους μετά από τη χρήση του ως λίπασμα σε ελιές και πατάτες με άριστα αποτελέσματα. Τα απόβλητα από τα ελαιοτριβεία έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται και για παραγωγή compost, δηλαδή τη βιολογική οξειδωτική διαδικασία αποδομήσεως και σταθεροποίησης οργανικών υλικών υπό συνθήκες με θερμοκρασία πέραν των 45°C. Η τεχνική αυτή δοκιμάστηκε, αφού πρώτα τα απόβλητα αναμίχθηκαν με αγροτικά, δασικά και ανθρώπινα υπολείμματα. Αλλά και αυτή η μέθοδος 504
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) απορρίφθηκε λόγω της ανάγκης για συνεχή έλεγχο των συνθηκών της διαδικασίας (π.χ θερμοκρασία, υγρασία και λόγω O2/ CO2) οδηγώντας έτσι σε αύξηση του κόστους της τεχνικής Στην αναερόβια επεξεργασία πραγματοποιείται αναερόβια ζύμωση αποβλήτων ελαιοτριβείων για την παραγωγή βιοαερίου, δηλαδή βιομεθανοποίηση. Ουσιαστικά αυτή η τεχνική έχει στόχο τον καθαρισμό των αποβλήτων υπό αναερόβιες συνθήκες και την ταυτόχρονη ανάκτηση ενέργειας με τη μετατροπή των οργανικών υλικών σε μεθάνιο. Πιο συχνά η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται για επεξεργασία αποβλήτων με υψηλό ρυπαντικό φορτίο δηλαδή με COD 5000 - 40000 mg/L. Αντίθετα, η τεχνική της αερόβιας επεξεργασίας για απόβλητα σε μικρότερες συγκεντρώσεις δηλαδή 5000 ppm COD. Η διαδικασία πραγματοποίησης της τεχνικής αυτής γίνεται μέσα σε βιοαντιδραστήρες με τα βακτήρια, που λαμβάνουν μέρος να είναι κυρίως οξεογόνα και μεθανογόνα, τα οποία έχουν την ικανότητα να αναπτύσσονται σε θερμόφιλη και μεσόφιλη φάση και σε pH 6-9 σύμφωνα με το άρθρο των Chatjipavlidis, M. Antonakou, D. Demou, F. Flouri, C. Balis (1996). Τα υγρά απόβλητα των ελαιοτριβείων αναμφισβήτητα θεωρούνται κατάλληλα για αναερόβια επεξεργασία, αφού το ρυπαντικό τους φορτίο αποτελείται από διαλυτές και οργανικές ουσίες (π.χ. πηκτίνη, σάκχαρα). Η βιολογική επεξεργασία τους παρεμποδίζεται συχνά από την παραγωγή μεθανίου. Ακόμη, η απουσία ποσοτήτων αζώτου και φωσφόρου, οι υψηλές συγκεντρώσεις COD και BOD και η παρουσία πολυφαινόλων ή λιπαρών οξέων οδηγούν σε αστάθεια στον μεταβολισμό των μικροοργανισμών και οδηγούν στη συσσώρευση πτητικών λιπαρών οξέων. Όμως η τεχνική αυτή έχει ως μειονεκτήματα το υψηλό κόστος του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων της, το εξειδικευμένο προσωπικό για συνεχή ρύθμιση των απαραίτητων λειτουργιών της αναερόβιας ζύμωσης (π.χ. pΗ, θερμοκρασία, περιοχή δράσης των βακτηρίων) σύμφωνα με το άρθρο των Paraskeva P. and E. Diamadopoulos (2006). Συμπερασματικά, λοιπόν, η χρήση δεξαμενών επεξεργασίας ή εξατμισοδεξαμενές θεωρείται ως η πιο κατάλληλη τεχνική επεξεργασίας υγρών αποβλήτων προερχόμενων από τα ελαιοτριβεία παρά τα προβλήματα που ίσως εμφανιστούν. Διαχείριση αποβλήτων από την παραγωγή ζύθου Υπάρχουν τρία βασικά στάδια για τη σωστή παραγωγή του ζύθου. Το πρώτο στάδιο είναι η βυνοποίηση, που πραγματοποιείται καθαρισμός του κριθαριού, διαβροχή του και έπειτα αφήνεται να βλαστήσει και τελικά σχηματίζονται ένζυμα, που χρησιμοποιούνται για τη διάσπαση του αμύλου. Το δεύτερο στάδιο είναι η ζυθοποίηση, κατά την οποία η βύνη, που προκύπτει από το πρώτο στάδιο, αλέθεται και έπειτα διεξάγεται η εκχύλιση της με ζεστό νερό. Στο τέλος γίνεται διήθηση του εκχυλίσματος που δημιουργήθηκε και σχηματίζεται ο ζυθογλεύκος. Το τρίτο στάδιο 505
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) αποτελεί η ζύμωση κατά την οποία γίνεται ψύξη του ζυθογλεύκους και προστίθεται ζύμη για την επίτευξη της αλκοολικής ζύμωσης και παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και αλκοόλης. Ο ζύθος αποθηκεύεται για να ωριμάσει, και στο τέλος διεξάγεται φιλτράρισμα της μπύρας πριν από την εμφιάλωση και τη προώθηση της προς τον καταναλωτή. Δηλαδή η μπύρα διηθείται αρχικά σε φίλτρο σκόνης γης διατομών. Μετά περνά από το φίλτρο σταθεροποίησης, το οποίο περιέχει αδρανή σκόνη πολυμερούς PVPP και κατά την έξοδο της από αυτό το φίλτρο της σταθεροποίησης εισέρχεται σ’ ένα τελευταίο φίλτρο, το χάρτινο και τελικά αποθηκεύεται σε διάφορα δοχεία. Αναπόσπαστο κομμάτι είναι αυτό της εμφιάλωσης της μπύρας, αφού περιλαμβάνει καθάρισμα των φιαλών, την εμφιάλωση, την παστερίωση και τέλος την αποθήκευση των φιαλών. Σημαντικό είναι να αναφερθούν οι μεγάλες ποσότητες νερού που καταναλώνονται, με το μεγαλύτερο μέρος τους, γύρω στο 65-70% να αποβάλλεται στα υγρά απόβλητα. Η παρασκευή της μπύρας, η καθαριότητα, το νερό που χρησιμοποιείται για ψύξη και για άλλες χρήσεις είναι τα πιο συχνά μέσα σπατάλης μεγάλων ποσοτήτων νερού Όσον αφορά τα υγρά απόβλητα, που προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό, είναι αυτά από τη διαδικασία της εμφιάλωσης, λόγω του πλυσίματος των φιαλών (γύρω στο 60%) και από την επεξεργασία της βύνης (γύρω στο 25%). Οι διαδικασίες επεξεργασίας της βύνης και της διεργασίας της ζύμωσης της μπύρας, έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση υψηλού οργανικού φορτίου (BOD και TSS). Κύρια χαρακτηριστικά τέτοιων υγρών αποβλήτων είναι η θερμοκρασία που ανέρχεται στους 30-40°C και το pH που εξαρτάται άμεσα από τα καθαριστικά που χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό των φιαλών. Σύμφωνα με την παγκόσμια οργάνωση υγείας θα πρέπει τα υγρά απόβλητα να είναι περιορισμένου αριθμού, δηλαδή γύρω στο 3 – 5 m 3 σε αντίθεση με τη βιβλιογραφία που το όριο είναι άνω των 5 m 3 . Οι πιο συχνές ουσίες που περιέχονται σε υγρά απόβλητα των εγκαταστάσεων παραγωγής μπύρας είναι δεξτρόζη, ζυθογλεύκος, μαλτόζη, μαγιά, εξαντλημένους σπόρους και υπολείμματα από το φιλτράρισμα. Ο ζυθόγλευκος καταλαμβάνει ποσοστό περίπου 2-6% του συνολικού όγκου τους, αλλά θεωρείται αρκετά σημαντικό για τα υγρά απόβλητα, αφού αυξάνει την συγκέντρωση του BOD. Τα νερά έκπλυσης αποτελούν αρκετά υψηλό ποσοστό σε σχέση με τον ζυθόγλευκο στον συνολικό όγκο νερού που χρησιμοποιείται στην παραγωγική διαδικασία. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι η εμφάνιση μεγάλων συγκεντρώσεων οργανικού φορτίου και στερεών. Για τον πλήρη προσδιορισμό του οργανικού φορτίου, δηλαδή το BOD και το COD, που περιέχεται στα υγρά απόβλητα εφαρμόζεται ο λόγος της ποσότητας των υγρών αποβλήτων προς την παραγόμενη μπύρα. Συνήθως οι μπύρες που παράγονται με χαμηλή ποσότητα αλκοόλ 506
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) έχουν ως αποτέλεσμα τη δυσμενή επιβάρυνση του οργανικού φορτίου των αποβλήτων. Για τις σύγχρονες εγκαταστάσεις παραγωγής μπύρας ισχύουν τα πιο κάτω όρια που είναι τιμές μικρότερες από το 0,3 kg ΒΟD, όπως και μικρότερο από το 0,3 kg TSS ανά m 3 της μπύρας. Ταυτόχρονα, τα υγρά απόβλητα, που προκύπτουν από τη ζυθοποιία, έχουν υψηλές ποσότητες αζώτου και φωσφόρου. Η ποσότητα αζώτου που εμφανίζεται προκύπτει από τη βύνη, τις διάφορες ουσίες που μπορεί να προστίθενται και το νιτρικό οξύ το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για τον καθαρισμό. Η ποσότητα φωσφόρου προέρχεται από τη βυνοποίηση και τη χρήση καθαριστικών, που εμφανίζεται περίπου σε συγκεντρώσεις των 30-100 g/m 3 και έχει άμεση σχέση με το νερό που χρησιμοποιείται στο στάδιο του καθαρισμού. Τα υγρά απόβλητα δεν θα μπορούσαν να λείπουν φυσικά από τις εγκαταστάσεις στις οποίες διεξάγεται η εμφιάλωση της μπύρας. Κατά τη συσκευασία και καθαρισμό των φιαλών παράγονται κάποια όξινα και βασικά απόβλητα που οδηγούν αλλαγές στο pH, αφού επηρεάζεται από τα χημικά καθαριστικά. Το pH για τα απόβλητα κυμαίνεται από 7 έως 12 και είναι συνάρτηση των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα. Για την ελαχιστοποίηση του προβλήματος που εμφανίζεται λόγω της αυξημένης ποσότητας υγρών αποβλήτων κατά την παραγωγή μπύρας, όπως επίσης και για μείωση της κατανάλωσης νερού για τις διάφορες διεργασίες, χρησιμοποιούνται ποικίλες μέθοδοι με απώτερο στόχο την επαναχρησιμοποίηση των νερών αυτών, αφού πρώτα μειωθούν τα ποσοστά οργανικών ρύπων που περιέχουν. Υπάρχουν ποικίλες συμβατικές μέθοδοι για τη μείωση τους, όπως είναι η χρήση αερόβιων ή αναερόβιων συστημάτων, η χρήση ενεργού άνθρακα, βιοαντιδραστήρα με μεμβράνες, διήθηση με μεμβράνες, ηλεκτροχημικές μεθόδους, δημιουργία τεχνητών υγροτόπων ή λιμνών με φύκη. Το σπουδαιότερο παράδειγμα προς μίμηση για ελαχιστοποίηση των ποσοτήτων νερού που χρησιμοποιούνται από τις εγκαταστάσεις παράγωγης μπύρας, θεωρείται η νοτιοαφρικάνικη εταιρεία ζυθοποιίας Breweries που μετά από συγχώνευση της με τη Miller Brewing των ΗΠΑ μετονομάστηκε σε SABMiller. Με βάση τα δεδομένα που παρουσίασε σε έρευνα που διεξήγαγε κατέληξε στο ότι 4,6 L νερού καταναλώνονται για 1L μπύρας, οδηγώντας έτσι στο συμπέρασμα ότι το ποσό των υγρών αποβλήτων που απορρίπτονται είναι πολύ μεγαλύτερο από την ποσότητα της μπύρας που παράγεται, όποτε χρειάζεται άμεση επίλυση του προβλήματος. Σημαντική παράμετρος της επαναχρησιμοποίησης των υγρών αποβλήτων ζυθοποιίας είναι ότι το νερό που παράγεται θα πρέπει να πληροί τα πρότυπα των γλυκών νερών που είναι πολύ σημαντικά. Μέχρι σήμερα ο τρόπος διάθεσης των υγρών αποβλήτων από 507
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) εγκαταστάσεις παραγωγής μπύρας ήταν η απόρριψη μεγάλων ποσοτήτων τους απευθείας στο περιβάλλον χωρίς καμία επεξεργασία λόγω της πίεσης για την ικανοποίηση των αυξημένων ζητήσεων από τους καταναλωτές για παραγωγή μπύρας. Οι βιομηχανίες ζυθοποιίας αναγκάστηκαν να λάβουν κάποια αυστηρά μέτρα για τη μείωση των λυμάτων που απορρίπτονταν στο περιβάλλον χωρίς κάποια επεξεργασία, εφαρμόζοντας την προεπεξεργασία τους, η οποία περιείχε απομάκρυνση όλων των στερεών καθώς και στη μείωση των ρύπων στο νερό. Το μείγμα που προκύπτει περνά μέσα από μία παραδοσιακή διαδικασία επεξεργασίας αστικών λυμάτων που αποτελείται από πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή διεργασίες, οι οποίες κατατάσσονται στις φυσικοχημικές και βιολογικές μεθόδους απορρύπανσης των λυμάτων. Ακόμη, η ποσότητα COD των λυμάτων ζυθοποιίας είναι σχετικά υψηλό, αφού ανέρχεται μεταξύ 2000 mg/L με 6000 mg/L, λόγω των οργανικών παραπροϊόντων που σχηματίζονται, οδηγώντας σε εξάντληση του οξυγόνου που περιέχεται μέσα στο νερό και που προκύπτει από την οξειδωτική χημική διεργασία που διασπάται σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Δυστυχώς τα λύματα που προκύπτουν από τη ζυθοποιία εξακολουθούν να χρειάζονται άμεσες λύσεις για την αποκατάσταση τους χωρίς όμως να έχουν βρεθεί ακόμη. Υπάρχουν ποικίλες μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση τέτοιων λυμάτων, όμως η καθεμιά έχει τα μειονεκτήματα της που πρέπει να ξεπεραστούν για να μπορέσουν να θεωρηθούν κατάλληλες. Ένα παράδειγμα είναι ο ενεργός άνθρακας που αποτελεί φθηνή λύση με εύκολη απομάκρυνση οργανικών ρυπαντών από τα λύματα όμως μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στη δημόσια υγεία. Οι παραγωγοί μπύρας έχουν ως βασικό σκοπό την παραγωγή όσον το δυνατό μεγαλύτερων ποσοτήτων μπύρας παρά στην εύρεση ενός τρόπου επαναχρησιμοποίησης του νερού που χρησιμοποιείται στην επεξεργασία λυμάτων ως πόρο εμπορεύματος και όχι ως απόβλητο. Γι’ αυτό απαιτείται μία λεπτομερής ανάλυση του κόστους των διαφόρων διαδικασιών επεξεργασίας για την επιλογή της καταλληλότερης και της πιο οικονομικής μεθόδου μείωσης των λυμάτων ζυθοποιίας. Διαχείριση αστικών λυμάτων Τα αστικά λύματα θεωρούνται μία από τις μεγαλύτερες κατηγορίες που απαιτεί άμεση διαχείριση για μείωση όσο το δυνατό περισσότερο των ρύπων που προκαλούνται καθώς και προστασία του περιβάλλοντος, των υδάτινων πόρων, της άγριας ζωής και της δημόσιας υγείας, από τις αρνητικές τους επιπτώσεις. Έτσι στόχος της επεξεργασίας τέτοιων λυμάτων είναι η απομάκρυνση μη επιθυμητών θρεπτικών ουσιών, βαρέων μετάλλων και αντικειμένων που ίσως να περιέχουν. Αναμφισβήτητα η παρουσία ενός συστήματος αποχέτευσης πρέπει να υπάρχει σε όλες τις αστικές περιοχές 508
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) που έχουν αυξημένο αριθμό κατοίκων σύμφωνα με τον Δεληγιάννη (2009). Επίσης, και η συλλογή των λυμάτων απαιτεί τουλάχιστον μία βιολογική επεξεργασία τους πριν τη διάθεση τους στο περιβάλλον. Πολύ σημαντικές είναι οι «ευαίσθητες» περιοχές, δηλαδή οι περιοχές που εμφανίζουν το φαινόμενο του ευτροφισμού. Σε τέτοιες περιοχές τα θρεπτικά συστατικά τους, δηλαδή αζώτου και φωσφόρου είναι σε αυξημένες ποσότητες, μεγιστοποιώντας έτσι την ανάπτυξη φυκιών και άλλων ειδών φυτών οδηγώντας στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Γι’ αυτό στις περιοχές αυτές οι αυξημένες απορρίψεις λυμάτων πρέπει να περιορίζονται μέσω της μείωσης του φορτίου των θρεπτικών συστατικών τους. Η ανακύκλωση και η ανάκτηση σημαντικών συστατικών που περιέχονται μέσα στα λύματα (π.χ. φώσφορος ή άλλα μέταλλα) είναι εξίσου σημαντική και απαραίτητη, αφού μειώνεται αρκετά ο όγκος των αποβλήτων με την ταυτόχρονη επαναχρησιμοποίηση πολύτιμων πόρων που αυξάνει το οικονομικό όφελος. Συνοπτικά τα επιθυμητά αποτελέσματα από την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων είναι η μετατροπή των υλικών που περιέχονται στα λύματα σε προϊόντα με σταθερή ποσότητα οξυγόνου για χρήση του στα εσωτερικά ύδατα χωρίς την πρόκληση οποιαδήποτε αρνητικής οικολογικής επίδρασης. Η διάθεση τους πρέπει να γίνεται σε τακτή βάση και να πραγματοποιείται ανακύκλωση και ανάκτηση όλων των σημαντικών συστατικών τους. Επιπλέον, η μέθοδος που θα χρησιμοποιείται για τη διάθεση τους να είναι συμφέρουσα οικονομικά και να προστατεύει άμεσα τη δημόσια υγεία. Οι εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των οικιακών λυμάτων είναι αρκετά διαφορετικές στον σχεδιασμό τους απ’ ότι οι εγκαταστάσεις μεγάλων μονάδων Για τον σχεδιασμό τέτοιων εγκαταστάσεων μικρού μεγέθους λαμβάνεται υπόψη το υψηλό κόστος λειτουργίας και συντήρησης τους, αφού οι τοπικές αρχές αδυνατούν να το καλύψουν όποτε πραγματοποιούνται τεχνοοικονομικές μελέτες για εύρεση μεθόδων με χαμηλό κόστος κατασκευής, λειτουργίας και συντήρησης καθώς και το γεγονός ότι είναι φιλικές προς το περιβάλλον. Οι πιο γνωστές μέθοδοι στο ευρύ κοινό είναι τα συστήματα σηπτικών δεξαμενών ή βόθρων, συστήματα τεχνητών υγροτόπων, εδαφικά συστήματα και συστήματα δεξαμενών σταθεροποίησης. Η πιο διαδεδομένη μέθοδος επεξεργασίας υγρών αποβλήτων από παλιά είναι τα συστήματα σηπτικών δεξαμενών ή βόθρων που συνήθως τα συναντάμε σε μεμονωμένες οικίες ή σε μικρά συγκροτήματα οικιών. Η τεχνική αυτή επιτυγχάνει την καθίζηση ποσότητας αιωρούμενων στερεών και την ταυτόχρονη αναερόβια χώνευση της λάσπης που δημιουργείται στον πυθμένα. Σήμερα έχει αντικατασταθεί από αδιαπέραστες δεξαμενές βόθρου και εφαρμόζεται κυρίως για μικρού μεγέθους παροχές λυμάτων για ευρύ 509
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) προστασία των υπόγειων υδάτων. Στη συνέχεια υπάρχουν τα εδαφικά συστήματα επεξεργασίας λυμάτων που στοχεύουν στον πλήρη έλεγχο των ποσοτήτων των λυμάτων που απελευθερώνονται στο έδαφος σε σχέση με τις φυσικές, χημικές και βιολογικές διεργασίες που βρίσκονται εν δράση στο έδαφος. Για τον σχεδιασμό τέτοιων συστημάτων λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά των υγρών αποβλήτων, του εδάφους, ο τρόπος εφαρμογής τους και κάποιοι σημαντικοί παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη. Τέτοιοι παράμετροι είναι τα αιωρούμενα στερεά, τα διαλυμένα άλατα, τα θρεπτικά συστατικά (άζωτο και φώσφορο), οι τοξικές ουσίες και η οργανική ύλη. Η πιο γνωστή επεξεργασία των λυμάτων που υπάρχουν στην αγορά με βάση τον τρόπο που εφαρμόζονται είναι τα εξής: συστήματα επιφανειακής απορροής, συνδυασμένων τύπων, ταχείας διήθησης και βραδείας διήθησης ή εφαρμογής. Όσον αφορά τα συστήματα δεξαμενών σταθεροποίησης χρησιμοποιούνται μία ή περισσότερες σειρές διεργασιών με βάση τη μικροβιακή ζωή τους καθώς και τα κατώτερα ζώα και φυτά που αναπτύσσονται σε τέτοια συστήματα. Στα συστήματα αυτά λαμβάνουν χώρα πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια επεξεργασία για απομάκρυνση όλων των αιωρούμενων στερεών, μείωση του BOD με χρήση φυκιών και ετερότροφων βακτηρίων και παθογόνων και θρεπτικών συστατικών (π.χ. άζωτο). Κύριοι τύποι δεξαμενών σταθεροποίησης είναι αερόβιες δεξαμενές, μερικής ανάμειξης αεριζόμενων δεξαμενών και δεξαμενές ελεγχόμενης παροχής
Σύνοψη Εκπαιδευτικής Ενότητας 6 Στην ενότητα 6, περιγράφεται και αναλύεται η έννοια της Περιβαλλοντική Προστασία και Ανακύκλωση Προϊόντων και συγκεκριμένα θέματα που αφορούν Αρχές Βιοχημείας, Νομοθετικό πλαίσιο προστασίας περιβάλλοντος και ανακύκλωσης προϊόντων, Συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, Κατηγορίες και χαρακτηριστικά αποβλήτων, Στάδια επεξεργασίας αποβλήτων
Ερωτήσεις Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 6 ΕΡΩΤΗΣΗ 1
Τα αστικά λύματα θεωρούνται μία από τις μεγαλύτερες κατηγορίες
που απαιτεί άμεση διαχείριση για μείωση όσο το δυνατό περισσότερο των ρύπων. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1
Α
ΣΩΣΤΟ 510
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 2
Υπάρχουν δύο βασικά στάδια για τη σωστή παραγωγή του ζύθου.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ 3
Η μέθοδος της χλωρίωσης είναι μία από τις πιο συχνές διεργασίες
απολύμανσης των υγρών αποβλήτων που επιτυγχάνεται με χλώριο ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3
ΕΡΩΤΗΣΗ 4
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
Ανατομικά απόβλητα: ιστοί, όργανα και μέρη σώματος μη
αναγνωρίσιμα ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4
ΕΡΩΤΗΣΗ 5
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
Διήθηση υπό κενό. Τα φίλτρα κενού που χρησιμοποιούνται είναι
φίλτρα κάθετης επιφάνειας ή φίλτρα περιστρεφόμενων δίσκων ή περιστρεφόμενα τυμπανοειδή. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 5
ΕΡΩΤΗΣΗ 6
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
Μεικτά Επικίνδυνα Απόβλητα (ΜΕΠ.ΑΠ.): Απόβλητα από ανάπτυξη
ερευνητικών δραστηριοτήτων και μικροβιολογικών- βιοχημικών εξετάσεων, πχ. πλάκες, τρυβλία και άλλα μέσα που έχουν μολυνθεί από παθογόνους παράγοντες ΑΠΑΝΤΗΣΗ 6
ΕΡΩΤΗΣΗ 7
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
Φυσικοχημική Επεξεργασία Με τη μέθοδο αυτή μπορεί να
επιτευχθεί η μείωση του οργανικού φορτιού που παρουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό και εξαρτάται από τη φύση των οργανικών ουσιών που περιέχονται στα απόβλητα.
511
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΑΠΑΝΤΗΣΗ 7
ΕΡΩΤΗΣΗ 8
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ.
Διήθηση βαθέως στρώματος. Λαμβάνουν χώρα σε δεξαμενές, που
στον πυθμένα τοποθετείται στρώμα διηθητικού, πιο συχνά άμμου και το δάπεδο είναι πορώδες, με αποτέλεσμα να μπορούν εύκολα να διαπεράσουν τα λύματα . ΑΠΑΝΤΗΣΗ 8
ΕΡΩΤΗΣΗ 9
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
Τα υγρά απόβλητα αποτελούνται ουσιαστικά από νερό το οποίο
έχει χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος μέσα από διάφορες εφαρμογές. Κύριες πηγές προέλευσης τους καθίστανται. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 9
ΕΡΩΤΗΣΗ 10
Α
οι κατοικίες,
Β
τα ιδρύματα
Γ
όλα τα παραπάνω
Τα απόβλητα υγειονομικών μονάδων (ΑΥΜ) διακρίνονται σε τρεις
κατηγορίες: αστικά απόβλητα, ειδικά ρεύματα αποβλήτων και επικίνδυνα απόβλητα. ΑΠΑΝΤΗΣΗ 10
Α
ΣΩΣΤΟ
Β
ΛΑΘΟΣ
512
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΓΛΩΣΣΑΡΙ Περιβάλλον: Περιβάλλον σημαίνει οτιδήποτε περιβάλλει μια οντότητα. Οικοσύστημα: Πολύπλοκο και δυναμικό πλέγμα αλληλεπιδράσεων και αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των οντοτήτων.
Φυσικό περιβάλλον: Το βιοτικό και το αβιοτικό περιβάλλον. Αειφόρος ανάπτυξη: Αναφέρεται στην οικονομική ανάπτυξη των ανθρωπίνων κοινωνιών χωρίς να επηρεάζεται η βιωσιμότητα των φυσικών πόρων και αγαθών τόσο στο εγγύς όσο και στο μακρινό μέλλον. Βιώσιμη ανάπτυξη: Η ανάπτυξη που μπορεί να συνεχίζεται απρόσκοπτα. Περιβαλλοντική εκπαίδευση: Εκπαίδευση που διαμορφώνει συνειδητοποιημένους πολίτες σε σχέση με τα ζητήματα του περιβάλλοντος. Βιομηχανικά απορρίμματα: Τα απορρίμματα των βιομηχανιών. ΧΥΤΑ: Χώροι υγειονομικής ταφής απορριμμάτων Αστικά
απορρίμματα:
Είναι
απορρίμματα
οικιακά,
βιοτεχνικά,
εμπορικά,
οδοκαθαρισμού κ.λπ. ανθρωπογενούς κυρίως προελεύσεως που παράγονται από τον αστικό ιστό Αγροτικά απορρίμματα: Τα απορρίμματα της αγροτικής δραστηριότητας. Θαλάσσια ρύπανση: Θαλάσσια ρύπανση είναι η άμεση ή έμμεση προσθήκη από τον άνθρωπο στο θαλάσσιο περιβάλλον (συμπεριλαμβανομένων των εκβολών ποταμών) ουσιών ή ενέργειας, η οποία έχει αρνητικά αποτελέσματα όπως: βλάβες στους ζωντανούς οργανισμούς, δυσάρεστες επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία, παρεμπόδιση των θαλάσσιων δραστηριοτήτων, όπως η αλιεία και γενικότερη υποβάθμιση της ποιότητας του θαλασσινού νερού (ορισμός UNEP ΟΗΕ). Φαινόμενο θερμοκηπίου: Η κατακράτηση της θερμότητας με συνέπεια την αύξηση της θερμοκρασίας στην επιφάνεια της γης.
513
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ελληνική Βιβλιογραφία
Γιαμά Ε. (2001). “Συστήματα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης και Ανάλυση Κύκλου Ζωής σε μεταλλεία βωξίτη”, Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη.
Καραβίας Π. (2006). “Ανάπτυξη Συστήματος Περιβαλλοντικής Διαχείρισης σύμφωνα με το Πρότυπο ISO 14001: Η περίπτωση μιας Ορυζοβιομηχανίας”, Διπλωματική εργασία, Τμήμα μηχανικών παραγωγής και διοίκησης, Πολυτεχνείο Κρήτης.
Α.Π.Θ.; Ο.Ρ.ΘΕ. ;, 2008. Δείκτες Περιβάλλοντος και Αειφορίας για τη Θεσσαλονίκη. Θεσσαλονίκη: Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Θεσσαλονίκης.
Μπριασούλη, Ε., 1997. Δείκτες Αειφορίας; Κριτική Ανασκόπηση της Βιβλιογραφίας. s.l.:Πανεπιστήμιο Αιγαίου: Τμήμα Ανθρωπογεωγραφίας.
Ζαννετοπούλου , Φ., 2009. Παρακολούθηση της Aστικής Bιωσιμότητας μέσω των Περιβαλλοντικών Δεικτών, Αθήνα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Λέκα, Α., Γκούμας , Σ. & Κασσιός, Κ., 2005. Η Σύγχρονη Σημασία και ο Ρόλος των Περιβαλλοντικών Δεικτών στη Διαχείριση του Περιβάλλοντος. Αθήνα: HELECO. Μαυράκη, Δ., Σιταρά, Α. & Λουκάτος, Α., 2005. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ, Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ, Αθήνα: ΤΕΕ.
Ξένη βιβλιογραφία
1. Addelman S. (1962). "Orthogonal Main-Effect Plans for Asymmetrical Factorial Experiments," Technometrics, 4, pp. 21-46.
514
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 2. Andriantiatsaholiniaina, L., V.S. Kouikoglou, and Y.A. Phillis (2004). “Evaluating strategies for sustainable development: Fuzzy logic reasoning and sensitivity analysis”, Ecological Economics, 48 (2), 149-172.
3. Berkhout F. et al. (2001). “Measuring the environmental performance of industry”, EC Environment and Climate Research Programme, Research Theme , Human Dimensions of Environmental Change.
4. Block M.R. (2007). “Identifying environmental aspects and impacts”, American society for quality, USA.
5. Charnes, A. and Cooper, W. (1961). “Management models and industrial applications of linear programming”, Vol. 1, Wiley, New York.
6. Charnes, A., Cooper, W. and Ferguson, R.O. (1955). “Optimal estimation of executive compensation by linear programming”, Management Science, 1 (2), 138-151.
7. CML, Impact assessment (excel spreadsheet). (2004). http://www.leidenuniv.nl/cml/lca2/index.html. 8. Draft ISO TR 14032. (1999). “Environmental Management: Examples of Environmental Performance Evaluation (EPE)”. International Organization for Standardization, Geneva.
Ηλεκτρονικές διευθύνσεις
http://www.smgov.net/Departments/OSE/Task_Force_on_the_Environment/TFE_2006/ augAttachment_2_08_21_06_SCPIP.aspx https://ds.lclark.edu/nstoll/2012/09/20/gis-world-ecological-footprints-per-capita/ http://www.ypeka.gr/Default.aspx?tabid=238&language=el-GR
515
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) ΠΡΟΣΘΕΤΟ ΥΛΙΚΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ 1
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΦΡΑΓΚΟΣ Ι.ΣΠΥΡΙΔΩΝ
2
Διαχείριση στερεών αποβλήτων Κούγκολος, Αθανάσιος. Γ.
3 Προχωρημένες και σύγχρονες διαδικασίες επεξεργασίες υγρών αποβλήτων Αμανατίδου, Ελισάβετ 4
Περιβαλλοντική χημεία και μηχανική ISBN 978-960-418-640-2
5
Τεχνολογίες ανακύκλωσης αποβλήτων Σκορδίλης, Αδαμάντιος Δ.
516
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΩΝ 1-2-3-4-5-6 ΕΝΟΤΗΤΩΝ
Απαντήσεις Ερωτήσεων Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 1 1:
Απάντηση 1. Α
2
Απάντηση 2. Α
3
Απάντηση 3. Β
4
Απάντηση 4. Γ
5
Απάντηση 5. Α
6
Απάντηση 6. Γ
7
Απάντηση 7. Β
8
Απάντηση 8 Β
9
Απάντηση 9 Γ
10
Απάντηση 10 Β
Απαντήσεις Ερωτήσεων Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 2 1:
Απάντηση 1. Α
2
Απάντηση 2. Β
3
Απάντηση 3. Α
4
Απάντηση 4. Γ
5
Απάντηση 5. Α
6
Απάντηση 6. Γ
7
Απάντηση 7. Β
8
Απάντηση 8 Α
9
Απάντηση 9 Γ
10
Απάντηση 10 Α
517
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) Απαντήσεις Ερωτήσεων Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 3 1:
Απάντηση 1. Α
2
Απάντηση 2. Α
3
Απάντηση 3. Β
4
Απάντηση 4. Γ
5
Απάντηση 5. Α
6
Απάντηση 6. Γ
7
Απάντηση 7. Β
8
Απάντηση 8 Α
9
Απάντηση 9 Γ
10
Απάντηση 10 Α
Απαντήσεις Ερωτήσεων Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 4 1:
Απάντηση 1. Α
2
Απάντηση 2. Α
3
Απάντηση 3. Β
4
Απάντηση 4. Γ
5
Απάντηση 5. Β
6
Απάντηση 6. Γ
7
Απάντηση 7. Α
8
Απάντηση 8 Α
9
Απάντηση 9 Γ
10
Απάντηση 10 Β
Απαντήσεις Ερωτήσεων Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 5 1:
Απάντηση 1. Α
2
Απάντηση 2. Α
3
Απάντηση 3. Β
4
Απάντηση 4. Γ
518
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ) 5
Απάντηση 5. Β
6
Απάντηση 6. Γ
7
Απάντηση 7. Α
8
Απάντηση 8 Α
9
Απάντηση 9 Γ
10
Απάντηση 10 Α
Απαντήσεις Ερωτήσεων Αυτοαξιολόγησης Εκπαιδευτικής Ενότητας 6 1:
Απάντηση 1. Α
2
Απάντηση 2. Β
3
Απάντηση 3. Α
4
Απάντηση 4. Α
5
Απάντηση 5. Β
6
Απάντηση 6. Α
7
Απάντηση 7. Α
8
Απάντηση 8 Α
9
Απάντηση 9 Γ
10
Απάντηση 10 Α
519