ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν ὡραίων τεχνῶν
θεωρητικὸ περιοδικό*
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΟΣ ΒΑΞΕΒΑΝΙΔΗΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ, ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ, ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ, π. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΪΣΤΡΑΛΗΣ, ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΑΡΙΝΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΣΩΝΗΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ TA XAΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΒΑΡΘΗ *θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος
ΜΑΪΟΣ 2020
ΤΕΥΧΟΣ
8
ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν ὡραίων τεχνῶν θεωρητικὸ περιοδικό
ΤΕΥΧΟΣ 8, MAΪΟΣ 2020, ΤΙΜΗ 3€
Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ἐκδότης: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ љ ΤO ΚΟΙΝOΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ. Ὑπεύθυνος σύμφωνα μὲ τὸν νόμο: Δημήτρης Πισίνας Διευθυντής συντάξεως: Ἄγγελος Καλογερόπουλος Ἁγίου Γεωργίου 26Β 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: Ἐκδόσεις Μαΐστρος Ἱπποκράτους 146, 11472 Νεάπολη, Ἀθήνα τηλ. 210 810 42 62 - Φαξ 210 810 261 Ἠλεκτρονικὸ ταχυδρομεῖο: contact&maistros.info tokoinon@yahoo.com www.maistros.info Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ Ἐλευθερία Μπαλκογιαννάκια Γαδίλων 9-11 Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 3 € Συνδρομὴ γιὰ τρία τεύχη: 10€ (+5 € ταχυδρομικά έξοδα) Συνδρομές-Ἐμβάσματα: Τράπεζα Πειραιῶς ΙBAN: GR62 0172 0720 0050 7203 9757 094
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ σ.3 ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΩΣ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ τοῦ Β. Σταυρόπουλου * σ.4 ΤΙΝΑ ΜΕ ΛΕΓΟΥΣΙΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ; * σ.5 ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ (ΜΕΡΟΣ Γ΄) τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ * σ.7 ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ Η ΚΕΦΑΛΗ τοῦ π. Δημήτρη Μαϊστράλη * σ.8 ΤΟ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΖΑΜΠΕΛΙΟΥ τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου * σ.11 ΤΟΜΑΣ ΧΑΡΝΤΥ, Ο ΚΤΗΤΟΡΑΣ τοῦ Θανάση Γαλανάκη (μετάφραση) * σ.14 ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΙ ΛΕΝΕ; Τοῦ Βασίλη Κωνσταντούδη * σ.17 ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου * σ.18 Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟ ΩΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ τοῦ Ζορὶς Κὰρλ Οὐισμάν (μτφρ. Β. Σταυρόπουλος) * σ.20 Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ τοῦ Μισὲλ Οὐελμπέκ, (ἀποσπάσματα συζήτησης, μτφρ. Γιῶργος Καλογερόπουλος) * σ.23 «ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ» τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη * σ.24 ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ τοῦ Δημήτρη Μαγριπλῆ * σ.26 «ΔΙΠΛΗ ΓΡΑΜΗ» τοῦ Γιάννη Πατσώνη * σ.28 DAL LAKE MEMORY τοῦ Γεράσιμου Δενδρινοῦ * σ.30 Η ΑΓΚΑΛΙΑ τῆς Εὐαγγελίας Παπαθανασίου * σ.32 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Ν. Βαξεβανίδη * σ.33 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Κωνσταντίνου Ἰωαννίδη * σ.34 ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΙΤΣ; τοῦ Σπυρίδωνος Μαρίνη * σ.36 Η «ΑΗΔΟΝΟΛΑΛΙΑ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ τοῦ Σωτήρη Γουνελᾶ * σ.38 ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ τοῦ Ἠλία Κεφάλα * σ.40 ΕΥΧΗ τοῦ Χρίστου Λάσκαρη (χειρόγραφο ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ Γιάννη Πατίλη)
ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΩΣ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ
Καὶ τὴν Κοινὴν Ἑλληνικὴ Λαλιὰ ὣς μέσα στὴν Βακτριανὴ τὴν πήγαμεν, ὣς τοὺς Ἰνδούς. Γιὰ Λακεδαιμονίους νὰ μιλοῦμε τώρα! Κ. Καβάφης, «Στα 200 π.Χ.»
[...] Ἡ Ἑλλάδα μεταπολιτευτικὰ ἐπέλεξε νὰ ἀποθέσει τὶς δυνάμεις της στὴν ἀγκαλιὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης. Αὐτὴ τὴν ὁλοκλήρωση δὲν τὴν προσέλαβε ὅμως ὡς πολιτικὴ ἐνηλικιότητα, ἀλλ΄ ὡς κηδεμονία. Κι εἶναι προκλητικὰ ἐμφανὲς αὐτὸ ἀκόμη καὶ στὸν λόγο ἐκείνων ποὺ διέβλεπαν ἀπὸ δεκαετίες τὸ Finis Greciae: Τὸ «τέλος» τῆς Ἑλλάδος τῶν σύγχρονων πολιτικῶν χιλιαστῶν δὲν μπορεῖ νὰ ἰδωθεῖ ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκή της προοπτική. Ἀκόμη κι ἂν τὴν παρακάμψουν, τὰ γεγονότα ποὺ συγκροτοῦν τὴν «παρακμὴ» ἔχουν χαρακτήρα δυτικοῦ εἰσαγόμενου προβλήματος. Κατὰ ἀντίστοιχο τρόπο ὅταν κανεὶς μιλᾶ γιὰ τὸ τέλος τῆς Εὐρώπης αὐτονόητα ἀναφέρεται καὶ στὸ τέλος τῆς Ἑλλάδας. Ποιός εἶναι ὅμως αὐτὸς ποὺ μᾶς δίδαξε καὶ μᾶς ἔπεισε πὼς στανικὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ Ἱστορία βαδίζει πρὸς μία καὶ μόνο κατεύθυνση; Ἡ Ἱστορία δὲν βαδίζει πρὸς μία καὶ μόνο κατεύθυνση. Τὸ βασικὸ πρόβλημα εἶναι πὼς ἡ Ελλάδα ἀνέλαβε ἀδιαμαρτύρητα τὸν ρόλο τοῦ κυματοθραύστη τῆς περιφέρειας. Ἐξίσου ἐπιπόλαια ἐπέλεξε νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὸν οἰκονομικὸ ρεαλισμὸ πρὶν καλλιεργήσει τὸν πολιτικό της πολιτισμό. Στὴν οὐσία ἡ βαθιὰ κρίση τοῦ πολιτικοῦ συστήματος προκαλεῖται καὶ συντηρεῖται ἀπὸ τὴν ἀδυναμία κατανόησης κι ἑρμηνείας τῶν πολιτικῶν τοῦ κέντρου. Γιὰ νὰ ἀποφορτιστεῖ ἡ ἐντροπία θὰ πρέπει νὰ συνταχθοῦν τάξεις νοήματος καὶ ὁράματος, γιατὶ χωρὶς ὅραμα, χωρὶς προοπτικὴ τὸ νόημα παρουσιάζει κανιβαλικὲς ροπὲς καὶ φασίζοντα διάκοσμο. Ἡ συνθήκη ἰδωμένη ρεαλιστικὰ καταδεικνύει πὼς οἱ δυνάμεις ποὺ ἀντενεργοῦν βρίσκονται στὸν πυρήνα τῆς Εὐρώπης. Καὶ πάντοτε καταρρέει τελευταῖο τὸ κέντρο γιατὶ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διαχειρίζεται δυναμικότερα τὶς ἰδεολογικές ἀρχὲς ἐκεῖνες –πέραν τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως– ποὺ συγκροτοῦν καὶ συγκρατοῦν τοὺς δεσμοὺς τοῦ κοινοτικοῦ σώματος. Ἡ ἀδυναμία τῆς Εὐρώπης γιὰ μακροχρόνιους, μακροσκοπικούς σχεδιασμοὺς ὑπογραμμίζει τὴν διακατοχή της ἀπὸ μία ἐλλειπτικὴ ἐξιδανίκευση, ἀπὸ ἰδέες ξέχωρες ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ἐκεῖνο ποὺ ἐπείγει εἶναι ἡ ἐνεργοποίηση τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ ἱστορικῆς πείρας, ποὺ δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ σὲ ἰδεοληψίες, ἰδεολογήματα καὶ ψυχοπαθογενεῖς ταυτίσεις μὲ τὴν ἐξουσία.
r
~3~
ΤΙΝΑ ΜΕ ΛΕΓΟΥΣΙΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ; Τί μένει τελικὰ ἀπὸ ὅλον αὐτὸν τὸν θόρυβο σχετικὰ μὲ τὸν κορωνοϊὸ καὶ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Μεταλήψεως; Ὅτι ὅσοι ἀποτελοῦμε σήμερα τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα, ἔχουμε δημιουργήσει μιὰ μεγάλη σύγχυση, ἔχουμε ὁδηγήσει τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἀδελφούς μας σὲ μιὰ μεγάλη πλάνη. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ θρησκευτικὴ κοινότητα, σὰν ὅλες τὶς ἄλλες. Πολλοὶ ἐπιφανεῖς ποὺ νιώθουν ὅτι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀντιλαμβάνονται τὴν πίστη τους ὡς μιὰ προσωπικὴ-ἐσωτερικὴ σχέση μὲ τὸ θεῖο καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς καὶ τὰ «μυστήρια» ἁπλῶς ἐντάσσονται στὰ θρησκευτικά μας καθήκοντα. Ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ ἀέναη ἐπανάληψη τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἁπλῶς … θεολογίες. Γιατὶ ἡ Ἐκκλησία ποὺ «ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά», ἡ Ἐκκλησία ποὺ θέλει ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς συναγμένους ἐπὶ τὸ αὐτὸ «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν», ἡ Ἐκκλησία ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ παραθέσουμε τὴν ζωή μας στὸν Χριστὸ, δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἐμεῖς βιώνουμε. Ἡ ἐκκλησία ποὺ ἐμεῖς βιώνουμε εἶναι ἕνα ἀκόμα σωματεῖο, μιὰ ΜΚΟ. Κι ἐμεῖς διατηροῦμε τὴν ἐπαφή μας μαζί της «γιὰ τὸ καλό». Γιὰ νὰ μᾶς πᾶνε καλὰ τὰ πράγματα. Ἡ «Ὀρθοδοξία» μας εἶναι ἐξάρτυμα μιᾶς ἐθνικοθρησκευτικῆς ἰδεολογίας, πολλὲς φορὲς προβληματικῆς ἀκόμα κι ἂν προβάλλεται γιὰ πολιτικοὺς καὶ πατριωτικοὺς λόγους. Στὸ πρόσωπό μας οἱ «ἄλλοι» δὲν βλέπουν «Θεοῦ πρόσωπο». Τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ ἐμεῖς κάναμε στὸν ἐλάχιστο ἀδελφό μας, δὲν εἶναι μόνο ὅτι δὲν τοῦ σταθήκαμε στὴν πείνα, στὴ δίψα, στὴ γύμνια, στὴ φυλακή, στὴν ξενιτιὰ καὶ στὴν ἀρρώστια, εἶναι ὅτι ἀλλοιώσαμε στὰ μάτια του τὸ πρόσωπο τοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὸ ΚΟΙΝΟΝ, Ἄ.Κ.
r
συνέχεια ἀπὸ τὴν προηγούμενη σελίδα
Ἐκεῖνο ποὺ ἐπείγει εἶναι ἡ ἐνίσχυση τῆς Δημοκρατίας κι ὄχι ἡ ἀπαξίωσή της σὰν ἐργαλεῖο ἑνὸς χρεωκοπημένου πολιτικοῦ συστήματος. Ἐκεῖνο ποὺ προέχει ἐπιτέλους εἶναι ἡ διάκριση τοῦ νεοελληνικοῦ κρατισμοῦ ἀπὸ τὸν ἑλληνισμό. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ κάθε τρόπο πρέπει νὰ περιοριστεῖ εἶναι ἡ δαιμονιώδης ἔνταση τῶν πολιτικῶν καὶ πνευματικῶν ἐλὶτ νὰ βλέπουν τὴν Ἑλλάδα χωρὶς τὴν ἑλληνικότητα. Παρίσι 2015 / Αθήνα 2020
Βαγγέλης Σταυρόπουλος
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ Ἡ κρισιμότητα τῶν περιστάσεων ποὺ ζοῦμε τὴν περίοδο αὐτὴ καὶ ἡ κρίση ποὺ κορυφώνεται αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ ἑτοιμάζουμε τὸ παρὸν τεῦχος μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ προτάξουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ κείμενο τοῦ Βαγγέλη Σταυρόπουλου, ποὺ ἤδη ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ «Ἀντίφωνο», πέραν τῆς καθιερωμένης του συνεργασίας δίκην εἰσαγωγικοῦ κειμένου. Ἐννοεῖται ὅτι κάθε κείμενο ἐκφράζει τὸν συγγραφέα του καὶ τὸ περιοδικό μας εὐχαρίστως τὸ δημοσιεύει ἐφ’ ὅσον συμβάλλει σὲ μιὰ δημιουργικὴ ἀναθεώρηση τῆς ματιᾶς μας ποὺ συνίσταται ὄχι στὸ νὰ ἀνακαλύπτουμε καὶ νὰ καταγγέλουμε τοὺς ἐχθροὺς ποὺ στήνονται -ἤ, καμμιὰ φορά, ποὺ στήνουμε- ἀπέναντί μας, ἀλλὰ νὰ ἀναδεικνύουμε τὶς ἰδιαίτερες δικές μας δυνάμεις, καὶ τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις στὶς ὁποῖες αὐτὲς στηρίζονται. ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ~4~
ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ (ΜΕΡΟΣ Γ΄) Ἡ γεωπολιτικὴ κρίση χτυπᾶ μὲ βροντώδη πλέον τρόπο τὴν πόρτα τῆς μικρῆς καὶ ἀνέτοιμης γι’ αὐτὴν Ἑλλάδας, ποὺ βιώνει τὸν κίνδυνο χωρὶς ψυχραμία, χωρὶς πνευματικὸ βάθος καὶ χωρὶς στρατηγική. Κατὰ συνέπεια ὅλα βαίνουν καλῶς ἐναντίον μας –ὅπως ἔλεγε ὁ Μάρκος Βαμβακάρης– μὲ ἰλιγγιώδη, μάλιστα, ταχύτητα. Καὶ ἐμεῖς ὑποχρεωνόμαστε νὰ ἀφιερώσουμε ἕνα ἀκόμα ἄρθρο γιὰ τὴν τουρκικὴ πρόκληση, συμπληρώνοντας τὰ δύο προηγούμενα, ποὺ δημοσιεύθηκαν στὸ 6ο καὶ 7ο τεῦχος τοῦ Κοινοῦ. 1. Τούτη τὴν ὥρα φαίνεται πὼς τὸ πρόβλημα συνοψίζεται σὲ μία καὶ μόνη λέξη: Ἐρντογάν. Ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πιὸ περίπλοκα. Διότι ὅσο καὶ ἂν ἡ ἀπειλὴ ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὶς ἠγεμονικὲς βλέψεις τοῦ Ἐρντογὰν εἶναι ἀπολύτως πραγματικὴ –ὅπως μὲ ἐπιμονὴ τονίστηκε στὰ προηγούμενα ἄρθρα– δὲν μπορεῖ ἐντούτοις νὰ ἀντιμετωπιστεῖ σὰν κάτι μεμονωμένο, ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν εὐρύτερη γεωστρατηγικὴ ἀντιπαράθεση· ὅπου τὸ τερὲν καθορίζεται ἀπὸ μεγαλύτερους «παῖκτες», ἰδιαίτερα δὲ ἀπὸ τὴν ἀναμέτρηση ΗΠΑ-Ρωσίας. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Ἐρντογὰν δὲν ἦρθε ἀπὸ τὸ πουθενά, καὶ δὲν ἔρχεται μόνος του. Ἦρθε σὰν φυσικὸ προϊὸν τῆς παγκόσμιας πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καὶ πολιτισμικῆς κρίσης καὶ τῆς βίαιης ἀναδιανομῆς πλούτου καὶ ἰσχύος ποὺ λαμβάνει χώρα τὶς τελευταῖες δεκαετίες σὲ παγκόσμια κλίμακα. Καὶ θρέφεται ἀπὸ τοὺς ἀνταγωνισμοὺς καὶ τὶς συγκρούσεις ποὺ προκαλεῖ ἡ ἀναδιανομὴ αὐτή. Ὁ ἴδιος βέβαια τὸ τραβάει περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τοῦ ἐπιτρέπεται. Ἀλλὰ αὐτὸ δείχνει ἀκριβῶς τὴν ἀνεξέλεγκτη δυναμικὴ τῶν καταστάσεων. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἡ ἀπειλὴ ποὺ βιώνουμε τώρα δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι προάγγελος ἀκόμα πιὸ ἀπειλητικῶν ἐξελίξεων. Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση τὰ δεινὰ ποὺ μᾶς περιμένουν θὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ τὴν ὀριεντὰλ ἐκδοχὴ βαρβαρότητας ποὺ βιώνουμε τώρα. 2. Δὲν θέλω μὲ ὅλα τοῦτα οὔτε νὰ ὑποβαθμίσω τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ ἀποτελεῖ γιὰ τὴ χώρα μας ἡ τουρκικὴ ἐπιθετικότητα, οὔτε νὰ διαφωνήσω μὲ αὐτὸ ποὺ τονίζεται πλέον ἀπὸ ἀρκετὲς πλευρὲς: τὴν ἀνάγκη γιὰ μιὰ ἄμεση καὶ ἀποφασιστικὴ στάση ἀποτροπῆς. Μακάρι νὰ ἦταν κάτι τέτοιο ἐφικτό. Προσωπικὰ ὅμως δὲν πιστεύω πὼς μιὰ Ἑλλάδα μὲ καταρρακωμένη τὴν ἐθνική της κυριαρχία καὶ μὲ ἕνα πολιτικὸ σύστημα πειθήνια προσκολλημένο στὸ εὐρωατλαντικὸ πλαίσιο (τοὺς θεσμοὺς τῆς ΕΕ καὶ τὴν πολιτικὴ τῶν ΗΠΑ), μπορεῖ πραγματικὰ νὰ σηκώσει κεφάλι καὶ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπειλὴ σὲ ὅλες της τὶς διαστάσεις – τὴν ἄμεση καὶ τὴν ἐπικείμενη. Ὅλοι γνωρίζουμε πὼς τὸ εὐρωπαϊκὸ θεσμικὸ πλαίσιο καὶ οἱ προτεραιότητες τῶν δυτικῶν μας ἐταίρων μᾶς ὑπαγορεύουν συγκεκριμένα πράγματα: (α) Νὰ προσχωρήσουμε σὲ μιὰ στρατηγικὴ συμφωνία μὲ τὴν Τουρκία, ἀποδεχόμενοι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἀναθεωρητικῶν ἀπαιτήσεών της, ὅπως αὐτὲς συνοψίζονται στὶς ἰδέες περὶ «γαλάζιας πατρίδας» (θαλάσσια σύνορα καὶ ΑΟΖ σὲ Αἰγαῖο καὶ Ἀνατολικὴ Μεσόγειο) καὶ περὶ τῶν «συνόρων τῆς καρδιᾶς» τους (πολιτισμικὴ καὶ πολιτικὴ ἐπέκταση ἔξω ἀπὸ τὰ ἐπίσημα κρατικὰ σύνορα, σὲ περιοχὲς μὲ τουρκογενεῖς καὶ μουσουλμανικοὺς πληθυσμοὺς στὰ Βαλκάνια καὶ ἀλλοῦ). Καὶ (β) ὅσον ἀφορᾶ τὸ προσφυγικὸ-μεταναστευτικό, ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐμπλέκεται στὴν ἑλληνοτουρκικὴ ἀντιπαράθεση, νὰ ἀποδεχθοῦμε τὸν ρόλο τοῦ συνοριοφύλακα τῆς Εὐρώπης, μετατρέποντας ὅλη τὴ χώρα σὲ ἕνα ἐκτεταμένο hot spot – ἴσως παζαρεύοντας τὰ οἰκονομικὰ ἀνταλλάγματα. Ὅλοι οἱ «σώφρονες» πολιτικοί μας πρὸς τὰ ἐκεῖ τείνουν. Θέλουν νὰ πιστεύουν ὅτι ἂν δώσουν κάτι, θὰ καταφέρουν νὰ ἀνταποκριθοῦν καὶ στὶς δύο ὑποχρεώσεις τους: καὶ θὰ ἔχουν ἐξευμενίσει τὸ θηρίο, καὶ θὰ ἔχουν πράξει αὐτὸ ποὺ τοὺς ζητεῖται. Αὐταπατῶνται ὅμως. Διότι τὸ πρώτιστο γιὰ τὸν Ἐρντογὰν δὲν ~5~
εἶναι τὸ οἰκονομικὸ (πετρέλαια κλπ). Αὐτὸ ποὺ κυρίως τὸν ἐνδιαφέρει εἶναι ὁ γεωπολιτικὸς ἔλεγχος τῆς περιοχῆς. Ἂν ἀπ’ αὐτὸν ἀπορρέουν καὶ οἰκονομικὰ ὠφέλη, ἀκόμα καλύτερα· ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ βασικός του στόχος. Γι’ αὐτὸ καὶ καμμία συμφωνία «συνεκμετάλλευσης» καὶ καμμία «Χάγη» δὲν πρόκειται νὰ ἀνακόψει τὴ διεκδικητική του ὁρμή. Ἴσα ἴσα, θὰ τὴν τροφοδοτήσουν ἀκόμα περισσότερο. Ἡ Τουρκία δὲν θὰ ἀρκεστεῖ σ’ αὐτὰ ποὺ θὰ τῆς παραχωρηθοῦν, ἀκόμα καὶ ἂν τῆς δοθοῦν ὅλα ὅσα διεκδικεῖ· καὶ ὅ,τι κερδίσει ἀπὸ μιὰ συμφωνία μὲ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἀποτελέσει γι’ αὐτὴν τὸ προγεφύρωμα γιὰ νέες διεκδικήσεις, μὲ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀποφασιστικότητα ἐκ μέρους της. 3. Τούτων δοθέντων, ἡ ἐπίκληση γιὰ στάση πυγμῆς ἀπέναντι στὴν Τουρκία μονομερῶς, χωρὶς ἀνάλογη ἀποφασιστικότητα ἀπέναντι στοὺς δυτικοὺς ἐταίρους καὶ συμμάχους, ὄχι μόνο εἶναι ἀνεπαρκής, ἀλλὰ θὰ φέρει τὸ ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Γιὰ παράδειγμα, ἕνα πολὺ πιθανὸ σενάριο εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἕνα «ὑποχρεωτικὸ» –γιὰ τὴν τιμὴ τῶν ὅπλων– πολεμικὸ ἐπεισόδιο Ἑλλάδας-Τουρκίας νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ θὰ προσφέρει στὸ ἑλληνικὸ πολιτικὸ σύστημα τὸ φύλλο συκῆς ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ προσχωρήσει στὴ συμφωνία ποὺ ὅλοι πιέζουν νὰ ἀποδεχθεῖ. Καὶ ἐπιπλέον θὰ ἔχει τὴ δικαιολογία πὼς ἔκανε ὅ,τι ἦταν ἀνθρωπίνως δυνατόν γιὰ νὰ τὴν ἀποφύγει – ἀκόμα καὶ πόλεμο. Εἶναι μιὰ δοκιμασμένη τεχνικὴ γιὰ νὰ ὑποχωρεῖς μὲ τὸ κεφάλι ψηλά. Προκαλεῖς μιὰ κρίση φτάνοντας τὰ πράγματα στὰ ἄκρα· καὶ μετά, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη καὶ τὶς συμβουλὲς τῶν καλοπροαίρετων τρίτων, κάνεις περήφανα πίσω γιὰ νὰ ἀποτρέψεις, ὑποτίθεται, τὰ χειρότερα. Τὴ δίδαξε ὁ Ἀ. Παπανδρέου στὴν ἑλληνοτουρκικὴ κρίση τοῦ 1987, ποὺ κατέληξε ἕνα χρόνο μετά, τὸ 1988, στὴ συμφωνία τοῦ Νταβός. Τὴν ἐφάρμοσε ἐπίσης ὁ Κ. Σημίτης στὴν κρίση τῶν Ἰμίων τὸ 1996, καταλήγοντας καὶ αὐτὸς στὴν ἑλληνοτουρκικὴ συμφωνία τῆς Μαδρίτης τὸ 1997. Καὶ κάτι ἀνάλογο ἔκανε καὶ ὁ Ἀλ. Τσίπρας τὸ καλοκαίρι τοῦ 2015. Αὐτὰ τὰ γνωρίζει, βέβαια, πολὺ καλὰ ὁ Ἐρντογάν, καὶ γι’ αὐτὸ κάνει τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅ,τι μπορεῖ γιὰ νὰ προκαλέσει μιὰ πολεμικῆς φύσεως ἐμπλοκή. Βάζει ἔτσι τὴν ἑλληνικὴ πλευρὰ στὸ ἑξῆς δίλημμα: εἴτε νὰ παραστήσει πὼς δὲν καταλαβαίνει, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν νὰ παραιτηθεῖ de facto ἀπὸ τὰ δικαιώματά της (αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἤδη συμβαίνει), εἴτε νὰ ἀπαντήσει στρατιωτικά, πράγμα ποὺ θὰ προκαλέσει τὴ διαιτητικὴ ἐπέμβαση τῶν ἐνδιάμεσων τρίτων καὶ θὰ μᾶς ἐξαναγκάσει τελικῶς σὲ μιὰ συμφωνία· τουτέστιν, στὴ de jure ἀποδοχὴ ἑνὸς μικρότερου ἢ μεγαλύτερου μέρους τῶν τουρκικῶν ἀπαιτήσεων. 4. Ἡ οὐσία λοιπὸν εἶναι πώς, εἴτε ἀμαχητί (αὐτὸ ποὺ εἰσηγοῦνται οἱ ρεαλιστὲς/ἐνδοτικοί), εἴτε μὲ πόλεμο (ὅπως προτείνουν οἱ πατριῶτες/ἀδιάλλακτοι), ἡ Ἑλλάδα καλεῖται νὰ ἀποδεχθεῖ τὴ συρρίκνωση τῆς ἐδαφικῆς της κυριαρχίας, συνυπογράφοντας ἕνα γεωπολιτικὸ μνημόνιο, σὲ συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ οἰκονομικοῦ μνημονίου. Αὐτὴ τὴ μοίρα ἔχει προδιαγράψει γιὰ μᾶς τὸ «πολιτισμένο» φιλελεύθερο δυτικὸ στρατόπεδο. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν νὰ ὑπάρξει πραγματικὴ ἀποτροπή, ἂν δὲν εἶναι διμέτωπη· ἂν δηλαδὴ ἡ Ἑλλάδα δὲν βρεῖ τρόπο νὰ συνδυάσει τὴν ἀποτρεπτικὴ ἄμυνα πρὸς τὰ ἀνατολικὰ μὲ τὴ στοιχειώδη ἀνάκτηση τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας πρὸς τὰ δυτικά. Εἶναι αὐτὸ ἐφικτό; Ὑπὸ τὶς παροῦσες συνθῆκες, σίγουρα ὄχι. Ὑπὸ ἄλλες, ἐνδεχομένως ναί. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι μιὰ ἄλλη συζήτηση.* Bασίλης Ξυδιᾶς * Σὲ προηγούμενα τεύχη τοῦ Κοινοῦ, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα κείμενά μου, ἔχω περιγράψει μιὰ ἐναλλακτικὴ βαλκανικὴ καὶ μεσογειακὴ στρατηγικὴ τῆς χώρας· μιὰ στρατηγικὴ «εἰρηνικοῦ ἀναθεωρητισμοῦ», ποὺ σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸν βίαιο καὶ ἰδιοτελὴ ἀναθεωρητισμὸ τῆς Τουρκίας, θὰ ἦταν πρὸς κοινὸ ὄφελος ὅλων τῶν λαῶν τῆς περιοχῆς. Ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, αὐτὴ εἶναι μιὰ ἄλλη συζήτηση. ~6~
π. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΪΣΤΡΑΛΗΣ
ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ Η ΚΕΦΑΛΗ Ἔσκυψα ἀπὸ πάνω του. Δὲν κουνοῦσε πιά. Τὸν φίλησα καὶ δὲν μοῦ ἀποκρίθηκε. Ἔβαλα τὸ αὐτί μου στὴν καρδιά του. Δὲν χτυποῦσε πιά ... Τὸ σῶμα τοῦ καπετάν-Ζέζα κειτότανε ἄψυχο. Τὸ λείψανο τοῦ Παύλου Μελᾶ, ποὺ μεταφέρεται ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο καὶ φτάνει ὣς ἐμᾶς. Καὶ ἡ κεφαλή του, χωριστὰ ὰπ’ τὸ σῶμα, ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς γλυκομιλᾶ, «νὰ εἰρηνέψει τὰ μέρη», νὰ ἑνώσει τὰ Βαλκάνια, σὲ θεογνωσία νὰ μᾶς φέρει. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ περνᾶ μέσ’ἀπ’ ὅλα τὰ χρόνια, ἀπὸ αἰώνα σ’ ἄλλον αἰώνα καὶ φτάνει ὣς ἐμᾶς καὶ μᾶς στοιχειώνει!...
π. Δημήτρης Μαϊστράλης
~7~
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΟ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΖΑΜΠΕΛΙΟΥ Ἡ σχετικοποίηση τῶν ἀντικειμενικῶν κινήτρων τῶν βυζαντινῶν ἱστορικῶν συνέβαλε –κατὰ τὸν Ζαμπέλιο– στὴν ὑποτίμηση τῆς δυνατότητας μιᾶς διαμορφωτικῆς συμβολῆς τους στὸ συλλογικὸ νεοελληνικὸ συνειδητό. Αὐτὸ κυρίως γιατὶ διέκρινε πὼς τὸ ἔργο τους ἀποτελοῦσε ἀπολογία τῶν κυρίαρχων τάξεων, ἐνῶ ἡ Ἱστορία θὰ πρέπει νὰ ἀπευθύνεται καὶ νὰ κρίνεται ἀπὸ τὸ λαϊκὸ σῶμα. Μόνον ὅταν ἡ Ἱστορία εἶναι λαϊκή, μόνον τότε ὑπηρετεῖ τὸ ἔθνος. Ἡ ἔντασή του αὐτὴ ποὺ ἐκκινεῖ καὶ ἐξαντλεῖται στὶς ἀρχὲς τῶν Γαλλικῶν Φώτων παρουσιάζει μία ἐγγενῆ ἐπικινδυνότητα: Ὁ Ζαμπέλιος δὲν ἐξηγεῖ τὸν τρόπο γραφῆς τῆς Ἱστορίας, μήτε τὶς ἀρχὲς ποὺ διέπουν τὸ ἔργο τοῦ ἱστορικοῦ ἀκόμα κι ὡς ἐθνικοῦ ἀφηγητῆ. Ἀναγνωρίζει ὅμως τὸν λαὸ ὡς αὐστηρὸ καὶ ἔσχατο ἑρμηνευτή της, ἀποφεύγοντας νὰ περιγράψει τὴν διαμεσολαβητικὴ ἰσχὺ καὶ αὐθεντία τοῦ ἴδιου τοῦ «λαϊκοῦ» ἱστορικοῦ. Θὰ πρέπει νὰ προσεχθεῖ πὼς δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποια κοινωνική, ἀλλὰ σὲ μία δημοτική ἱστορία. Κι ἀκριβῶς ἐδῶ ἀρχίζουν νὰ συγχέονται τὰ ὅρια δημοτικότητας καὶ λαϊκισμοῦ, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ εἶναι καὶ ἀνέξοδο, καθὼς ἡ πεμπτουσία τῆς σκέψης του προσανατολίζεται στὴν συγκρότηση τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς ἰδεολογίας, δηλαδὴ τῶν καταστατικῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ τῶν μέσων πρόσληψής τους. Ἐπ΄αὐτῶν προσπορίζουμε δύο κριτικὲς θέσεις συγχρόνων τοῦ Ζαμπέλιου –βεβαίως– καὶ ἰδεολογικῶν του ἀντιπάλων: Ὁ Στ. Κουμανούδης τὸν ἀποκαλοῦσε ὡς τὸν «ἐπικινδυνωδέστερον κόλακα τοῦ ἔθνους μας», καθὼς τὸ ἱστορικό του ἔργο ἀπέβλεπε μόνο στὴν ἀνάδειξη τῶν Ἑλλήνων ὡς «λαοῦ περιούσιου, ἔθνους ἁγίου, βασιλείου ἱερατεύματος».1 Ὁμοίως ὁ Ἰακ. Πολυλᾶς: «Πολύμορφο τέρας ἡ κολακεία. (…) καὶ κολακεύεται τὸ ἔθνος· κολακεία ὀλεθριώτερη τῆς ἀρχαίας, καὶ ἐνεργητικώτερη, διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ διότι ὁ Τύπος κυκλοφορεῖ εἰς τὸ διψασμένο πλῆθος τὰ ἐλεεινὰ μίγματα, ναρκωτικὰ τῆς πατριωτικῆς καὶ προοδευτικῆς ὁρμῆς του (ἐννοεῖ τοῦ Ζαμπέλιου)»2. Ἡ ἐκτίμηση τῶν Πολυλᾶ καὶ Κουμανούδη ὑπῆρξε εἰλικρινὴς ἀσχέτως προθέσεων. Ἡ εἰλικρίνειά της συμπυκνώνεται στὴν προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἡ νεοελληνικὴ διανόηση προσέλαβε καὶ συνέχεε συνθῆκες, φαινόμενα, ἀντιλήψεις. Γιὰ παράδειγμα, στὸν σημαντικότατο πρόλογό του στὴν ἔκδοση τοῦ ἔργου τοῦ Ζαμπέλιου «Λόγιοι καὶ Γλῶσσαι τῆς ιδ΄ Ἑκατονταετηρίδος», ὁ Ἀντώνης Ζέρβας ἐκτιμᾶ –ὀρθότατα- πὼς ἡ συμβολὴ τοῦ πρώτου στὴν διαμόρφωση τῆς «ἐπίσημης ἰδεολογίας τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους» ὑπῆρξε καθοριστική καὶ ἀδιαμφισβήτητη. Ὁ Ζέρβας διευκρινίζει πὼς ὁ ὅρος ἰδεολογία πρέπει νὰ φέρει τὴν πρώτη θετική του σημασία γι’ αὐτὸ καὶ παραπέμπει στὴν περιγραφὴ τοῦ Λεξικοῦ τῆς Πρωίας: «(Ἰδεολογία ὀνομάζουμε) τὸ σύνολον πολιτικῶν ἢ κοινωνιολογικῶν πεποιθήσεων ὑπὸ τὴν θεωρητικὴν ἢ πρακτικήν αὐτῶν σημασίαν». Καὶ ὑπερθεματίζει πὼς ἡ οὐσία τῆς νεοελληνικῆς κρατικῆς ἰδεολογίας συγκροτεῖται στοιχειωδῶς ἀπὸ τὴν «ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ τὴν ἀνατολικὴ ὀρθοδοξία», γιὰ νὰ καταλήξει: «Ἡ ἰδεολογία εἶναι τὸ ὄχημα διὰ τοῦ ὁποίου ἡ σκέψη μετατρέπεται σὲ γνώμη, ὁρίζει σκοποὺς καὶ μέσα, κινητοποιεῖ καὶ συνενώνει καὶ ταυτοχρόνως προάγει 1
ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Σ., Στέφανος Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα Βιογραφίας, Ἀθήνα 1999, σελ. 201-202 ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ, Πόθεν ἡ μυστικοφοβία τοῦ κ. Σπ. Ζαμπελίου; Στοχασμοί, Κέρκυρα 1860, σελ. 30
2
~8~
τὴν κριτικὴ σκέψη, παρέχοντας τὴ δυνατότητα νὰ ἀμφισβητοῦνται τὰ προφανῆ καὶ τὰ νόμιμα, ἡ φωνὴ τοῦ Ζαμπέλιου θὰ ἀπηχεῖται σὲ κάθε μας πνευματικὸ ἐγχείρημα». Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας ὡστόσο ἀποφεύγει νὰ διακρίνει πὼς δὲν ἀρκεῖ ἡ περιγραφὴ τῶν συστατικῶν –ἐν προκειμένῳ τῆς «ἀνατολικῆς ὀρθοδοξίας»- ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἡ ἱστολογική τους διερεύνηση. Τί σημαίνει ἀνατολικὴ ὀρθοδοξία; Γιατί τελικὰ νὰ ὑφίσταται ὡς συστατικὸ στοιχεῖο τῆς νεοελληνικῆς ἰδεολογίας; Βεβαιότατα, μὲ τίμιο τρόπο, καταλήγει στὸν ἱστοριονομικὸ ὁρισμὸ τοῦ Ζαμπέλιου γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὴν θέση του καὶ κλείνοντας σημειώνει: «Ἡ ἱστορική του ἀντίληψη (ἐννοεῖ τοῦ Ζαμπέλιου) παραμένει θεολογική, ἐξ οὗ καὶ οἱ συχνὲς ἀναφορὲς στὴν Θεία Πρόνοια». 3 Ἐκ τοῦ ἀναλυτικοῦ ἀποτελέσματος ἀφαιρετικὰ προκύπτει πὼς ἡ ἀνατολικὴ ὀρθοδοξία σημαίνει τὸ θεολογικὸ περιεχόμενο τῆς ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Καὶ γιατί νὰ ὀνομάζουμε «θεολογικὴ» τὴν ἱστορικὴ ἀντίληψη τοῦ Ζαμπέλιου, ποὺ τελικά, μὲ ἕναν τρόπο παράδοξο, ἀπὸ τὴν δική του χαμηλὴ σκοπιά, πῆρε γενναία θέση δίπλα στοὺς Burckhardt καὶ Schleiermacher ὀνομάζοντας τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν ἀπόλυτο ἑρμηνευτὴ τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, ὡς τὸν ἄγγελο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ μεσσιανικοῦ πεπρωμένου τῆς Νέας Ἑλλάδας; Ἡ ἑρμητικότητα τοῦ Ζαμπέλιου καὶ ἡ ἔνταση τῶν παρα–θεολογικῶν σχημάτων τῆς σκέψεώς του διεγνώσθη ἀπὸ τὸν Κουμανούδη ὅταν εἰρωνικὰ ρωτοῦσε: «Τὶς ἀπεκάλυψε τὸ βούλευμα τοῦτο τοῦ Θεοῦ τῷ Ζαμπελίῳ; Ἡ ἱστοριονομικὴ ἐπιστήμη ἐκ τῶν ὑστέρων;». Ἢ ἀπὸ τὸν Πολυλᾶ ὅταν τὸν ἀποκαλοῦσε «θεόσοφο ἱστορικό». Καὶ εἶχαν δίκιο καθὼς ὁ Ζαμπέλιος ὅσο πρόθυμα παραδινόταν σὲ θεοσοφικές περιδινήσεις, τόσο εὔκολα καὶ ἐπιπόλαια ἀπέρριπτε τὴν παράδοση τῶν παλαμιστῶν ἀποκαλώντας τὶς σχετικὲς ἔριδες ὡς «δυσοιώνιστον μετεωρολεσχία», ἐκτιμώντας πὼς τίποτα θετικὸ δὲν προσέφεραν ὅλα τοῦτα στὴν Νέα Ἑλλάδα εἰ μὴ μόνον τὴν «θρησκευτικὴ καὶ φιλολογικὴ συντήρηση». Εἶναι ἀκραία ὀξύμωρο πὼς ὁ Ζαμπέλιος οὔτε κἂν ὑποψιαζόταν τὸ ζήτημα τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδας ὡς τὸ οὐσιωδέστερο στοιχεῖο τοῦ ἱστορικοῦ προβλήματος. Ἀντιθέτως ὅμως διαγίγνωσκε τὸ μυστικὸ νόημα τῆς Ἱστορίας καὶ κήρυττε ὡς μόνον ἑρμηνευτὴ τὸν λαὸ ἀκριβῶς γιατὶ ἐνδιαφερόταν νὰ διαπλάσσει ἰδεολογικὰ τὴν βάση τῆς διαμορφώσεως τῆς ἐθνικῆς συνείδησης. Ὁ μεγαλοϊδεατισμὸς ὡς ἰδεολογικὴ θέση ὑπῆρξε μία ἁπλὴ ριπὴ αὐτοῦ τοῦ μεσσιανικοῦ ἀνέμου ποὺ κατέκλυζε τὴν σκέψη τοῦ Ζαμπέλιου. Οἱ ἀκραῖες ἀφαιρέσεις του συγκροτοῦσαν μία ἐξωϊστορικὴ κατανόηση ποὺ διεκδικοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό της τὴν μόνη δυνατὴ ἱστορικὴ ἑρμηνεία. Ἡ σύναξη τῶν θέσεών του καταμαρτυρᾶ τί ἀκριβῶς σημαίνει ἡ ἀναγωγή τους σὲ ἐπίσημη κρατικὴ ἰδεολογία τῆς Νέας Ἑλλάδος. Ὁ χριστιανισμὸς γιὰ τὸν Ζαμπέλιο ἦταν μία φυσικὴ θρησκεία καθὼς «ὁ Ἕλλην λατρεύει τὴν Ὀρθοδοξίαν μᾶλλον ὡς φρόνημα τοῦ γένους του». Χωρὶς ὑπεκφυγὲς ὁ Χριστιανισμὸς ὀνομάζεται κατώτερος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, περισσότερο μία ἐπιμέρους χρηστικὴ ἐμφάνεια καθότι «στοιχεῖο τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διότι τὶς (…) ἡ φύσις καὶ ὁ σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ἀποκαλύψεως; (…) Ἡ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπερίληπτος ἐπέκτασις, ἑνὸς Ἑλληνισμοῦ ποὺ εἶναι (…) κυρίαρχος καὶ ὅμοιος κατ΄ ἐθνισμόν». Αὐτὴ ἡ φυσικὴ θρησκεία δὲν μοιάζει πὼς εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ ἱερατεῖο καθότι στὴν σκέψη του ἡ θεσμικὴ Ἐκκλησία εἶναι διαρκῶς διακεκριμένη ἀπὸ τὴν πνευματικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐνῶ ὅταν καλεῖται νὰ μιλήσει γιὰ τοὺς ἀνατολικοὺς Πατέρες τοὺς ἀναγνωρίζει πρωτίστως ὡς γνήσιους Ἕλληνες ἀντικαθεστωτικούς –διάβαζε ἐχθροὺς τῆς Ρώμης ἢ τῆς Κωνσταντινουπόλεως– ἀριστοκράτες.
3
ΖΑΜΠΕΛΙΟΥ, Σπ., Λόγιοι καὶ Γλῶσσαι τῆς ιδ΄ ἑκατονταετηρίδος, Ἴνδικτος, Ἀθήνα 1998, σελ. 9-11. ~9~
Τὸ νόημα τῆς ἴδιας τῆς Ἱστορίας εἶναι ἡ ἑλληνικότητά της γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς ἱστορικῆς συνειδήσεως ταυτίζεται μὲ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ ὡς μόνης ἀρχῆς τοῦ πανανθρώπινου ἱστορικοῦ πεπρωμένου. Ὑπῆρξε τέτοια ἡ ἔντασή του ὥστε κατέληγε νὰ ὑποστηρίζει πὼς ἡ αἵρεση τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης δὲν σχετιζόταν μὲ θεολογικὲς παρεκκλίσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀδυναμία τῶν Δυτικῶν νὰ ἀντιληφθοῦν πὼς τὸ ὀρθόδοξο δόγμα ἦταν ταυτισμένο μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς Ἱστοριονομίας, δηλαδὴ μὲ τὸ μεσσιανικὸ πεπρωμένο τῆς Ἑλλάδας: Ἡ Ἑλλάδα θυσιάστηκε γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ὁ Χριστὸς τὴν θεωρεῖ μνηστή του στὸν ἀρραβώνα τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ἀβίαστα ὁ ἑλληνισμὸς ἐμφαίνεται ὡς τῶν ἐφετῶν ἡ ἀκρότητα, ὑφιστάμενος, ὁ ἴδιος, ὡς ἡ ἀνώτατη μορφὴ πνευματικότητας καὶ ἡ μόνη δύναμη καθολικῆς προαγωγῆς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὥστε νὰ μεταβάλει τὴν ὄψη τοῦ κόσμου καὶ νὰ μεταθέτει ἐπ΄ ἄπειρον τὶς ἀντοχὲς τῆς Ἱστορίας. Μὲ τὶς ἴδιες ἀφαιρετικές ἐντάσεις κατανοοῦσε τὰ δεινὰ καὶ τὴν ἐθνικὴ αἰχμαλωσία: Ἡ ἀναγέννηση τῶν Ἑλλήνων μποροῦσε νὰ ἐπέλθει μόνο διά τοῦ λουτροῦ τῆς δουλείας. Ἡ βαρβαρότητα τῶν Ρωμαίων, ἡ βαναυσότητα τῶν Δυτικῶν κατὰ τὶς Σταυροφορίες καὶ ὁ ὀθωμανικὸς ζυγὸς ἐνθάρρυναν τὴν καλλιέργεια τῶν ταυτοτικῶν χαρακτηριστικῶν τῶν Ἑλλήνων· ἡ διάβαση ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ κολαστήρια, τὸ παράδοξο αὐτὸ πουργκατόριο, συνέτεινε στὴν ἀνάδειξη τῆς μυστηριακῆς ἀποστολῆς τοῦ ἔθνους. Ὅλοι τους ἦταν τὰ ὄργανα ἐξαγνισμοῦ καὶ καθαρισμοῦ του, γιὰ αὐτὸ καὶ ὅταν ἀναφέρεται στὸν σταυροφορικὸ πυρετὸ τὸν περιγράφει ὡς ἐφαρμογὴ τῶν εὐαγγελικῶν παραγγελμάτων καὶ γεγονός ἱδρυτικό, καθὼς δήλωνε τὴν βίαιη ὁρμὴ ἐκτινάξεως τῶν ἐθνῶν στοὺς ὁρίζοντες τοῦ ἱστορικοῦ μέλλοντος. Ἡ κακότητα ἔχει θέση σχετικοῦ μεγέθους, ὅταν στὴν θέση τοῦ ἀπόλυτου θρονιάζεται ὁ ἐθνικὸς σκοπός, ὅπως ἀκριβῶς ἡ βαναυσότητα τῶν Δυτικῶν καθοσιώνεται χάρη στὴν δυναμικὴ τοῦ ἀναγεννησιακοῦ πνεύματος. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν σκέψη του εἶναι ὁ ἐμφατικὰ ἑλληνικός φιλοσκεπτικισμός, ἡ καβαφικὴ ἱστορικὴ μελαγχολία. Σημείωνε ὁ Ζαμπέλιος πὼς οἱ ρωμαϊστὲς ὅταν ἀναφέρονταν στὴν παρακμὴ τῆς Ρώμης δὲν συμπεριλάμβαναν τοὺς Ἕλληνες σὲ αὐτὸ τὸ σχῆμα, καθὼς Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία καὶ Ἑλληνισμὸς ἦταν ἔννοιες διαμετρικὰ ἀντίθετες, ὅσο μεταξύ τους ἡ βαρβαρότητα κι ὁ πολιτισμός. Ἡ ἄρνηση τοῦ σχήματος ἀκμῆς–παρακμῆς συνειδητὰ ἐκπορευόταν ἀπὸ τὴν λογικὴ τῆς ἱστορικῆς προόδου, τῆς ἀχαλίνωτης αὐξήσεως ὅπου ἡ ἰδέα τῆς μελαγχολίας ἦταν ἀσύμβατη καὶ ἀνεπίτρεπτη, ὅσο ἡ ἐθνικὴ ἱστορία διὰ τῆς θείας Πρόνοιας κατέφεγγε τὸ οἰκουμενικὸ πεπρωμένο. Κι ἦταν ἀδύνατο ἡ ὁρμὴ αὐτῆς τῆς προόδου νὰ ἐμπνεύσει στὸν Ζαμπέλιο τὴν ἰδέα πὼς ἡ θέση του αὐτὴ ἦταν βαθύτατα ἀνιστορική, καθιστώντας τὴν Ἱστορία ὡς ἕνα ἀφηρημένο μετα–ανθρώπινο πεδίο. Δὲν ἔχει σημασία τὸ γεγονὸς πὼς οἱ ἰδέες τοῦ Ζαμπέλιου ὑποχώρησαν ἀπέναντι στὴν πειθαρχία τοῦ Παπαρρηγόπουλου. Οὔτε πὼς ἡ ἑλληνοχριστιανικὴ ἰδεολογία εἶναι παιδί του. Σημασία ἔχει πὼς οἱ ἰδέες του –αὐτὲς οἱ ἰδέες του– διεσπάρησαν μυστικά, ὅπως ἀκριβῶς μυστηριωδῶς ἔβλεπε νὰ συμπλέκονται οἱ περίοδοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ διασπορὰ αὐτὴ δὲν ἐπῆλθε συνειδητὰ ἀλλὰ ταυτιστικά: Ὅσο τὸ νεαρὸ ἔθνος ἀδύναμο νὰ συντάξει μία ρυθμολογία κατέφευγε σὲ μεσσιανικὲς ἀφαιρέσεις, ποὺ βλέποντάς τες νὰ καταρρέουν καὶ νὰ ἐξαντλοῦνται, ἄφηνε τὶς πραγματικὲς ζωτικὲς δυνάμεις τῆς παραδόσεώς του νὰ ὑποχωροῦν στὴν ἐπέλαση τῆς ἐκκοσμικεύσεως. Ὥστε, ἐκεῖνο ποὺ ὁ Ζαμπέλιος ἐπιχείρησε γενναία νὰ περισώσει ἀτενίζοντας ἀξιοπρεπῶς τὸ Βυζάντιο, τελικὰ τὸ καταρράκωσε ὑποτάσσοντας ἀνεπίγνωστα τὸν Λόγο στὸν σκοπὸ τοῦ Ἔθνους. Καὶ τὸ Βυζάντιο ἦταν πολιτισμὸς τοῦ Λόγου. Εὐάγγελος Σταυρόπουλος ~10~
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
ΤΟΜΑΣ ΧΑΡΝΤΥ, Ο ΚΤΗΤΟΡΑΣ ΤΗΟΜΑΣ HARDY, THE CHURCH-BUILDER
μετάφραση
I. The church flings forth a battled shade Over the moon-blanched sward: The church; my gift; whereto I paid My all in hand and hoard; Lavished my gains With stintless pains To glorify the Lord.
Ι. Μπροστά της ρίχνει ἡ ἐκκλησιὰ σκιὰ ἐπιβλητικὴ στὴ φεγγαρόλουστη ὅλο χλόη πλατεία· ἡ ἐκκλησιά· τὸ δῶρο μου· ποὺ πλήρωσα γι’ αὐτὴ ὅ,τι εἶχα στὸ πουγκί μου κι εἶχε ἀξία· Χαρίζω τὴ δουλειὰ μὲ πρόθυμη καρδιὰ κι ἀπέδωσα στὸν Κύριο τὴ λατρεία.
II. I squared the broad foundations in Of ashlared masonry; I moulded mullions thick and thin, Hewed fillet and ogee; I circleted Each sculptured head With nimb and canopy.
ΙΙ. Θὰ στήσω τὰ θεμέλια γερὰ μὲ λεπτοδουλεμένη μαστοριά· καλούπωσα χωρίσματα φαρδιὰ μὰ καὶ λεπτά, φινιρισμένα καὶ καμπυλωτά: κι ἔβαλα στεφανάκι σὲ κάθε κεφαλάκι ὅλα τὰ φωτοστέφανα γυρτά.
III. I called in many a craftsmaster To fix emblazoned glass, To figure Cross and Sepulchre On dossal, boss, and brass. My gold all spent, My jewels went To gem the cups of Mass.
ΙΙΙ. Καὶ φώναξα μετὰ ἕναν πρωτομάστορα, νὰ φτιάξει ἕνα πανέμορφο βιτρώ, τὰ ἅγια νὰ ὑψώσει καὶ Σταυρό, γλυπτά, Ἰερὸ κι εἰκόνες νὰ ἱστορήσω. Χρυσάφι ἀφιερώνω, κοσμήματα, τὰ λιώνω τὸ Ἅγιον Ποτήριον νὰ στολίσω.
IV. I borrowed deep to carve the screen And raise the ivoried Rood; I parted with my small demesne To make my owings good. Heir-looms unpriced I sacrificed, Until debt-free I stood.
IV. Δανείστηκα, χρεώθηκα, νὰ γίνει σκαλιστὸς καὶ νὰ ὑψωθεῖ ἐλεφάντινος Σταυρός· καὶ τά ’σπασα, δὲν εἶμαι πιὰ συνέταιρος ὥστε ν’ ἀφιερωθῶ ἐδῶ ἀδιάσπαστος. Κειμήλια, δὲν σεβάστηκα προσωπικά, θυσιάστηκα καὶ πάλι πλέον βρίσκομαι ξεχρέωτος.
~11~
V. So closed the task. «Deathless the Creed Here substanced!» said my soul: «I heard me bidden to this deed, And straight obeyed the call. Illume this fane, That not in vain I build it, Lord of all!»
V. Κι ἀφοῦ ὁλοκληρώθηκε, «Ἀθάνατη ἡ Πίστη σου κι ἐδῶ πιὰ ἑδραιώθηκε», εἶπε ἡ καλὴ ψυχή μου αὐτὴ τὴ ρήση. «Γιὰ Ἐσὲ ἔγινα μύστης Σου κι εὐθὺς ἐγὼ ὑπάκουσα στὴν Κλήση. Φωτὸς ἅπλωσε ἰμάτια καὶ πές μου, ὅτι ὄχι μάταια, Θεέ μου, αὐτὸ τὸ ἀφιέρωμα ἔχω χτίσει».
VI. But, as it chanced me, then and there Did dire misfortunes burst; My home went waste for lack of care, My sons rebelled and curst; Till I confessed That aims the best Were looking like the worst.
VI. Συνάντησα τὴν τύχη μου ἀνέμελα, μεγάλες συμφορὲς ἐμφανιστῆκαν· τὸ σπίτι μου διαλύθηκε συθέμελα κι οἱ γιοί μου ἀντάρτεψαν κι ἀφιονιστῆκαν· παραδοχὴ λυπητερὴ οἱ στόχοι μου οἱ καλύτεροι οἱ χείριστοι τῶν χείριστων φανῆκαν.
VII. Enkindled by my votive work No burning faith I find; The deeper thinkers sneer and smirk, And give my toil no mind; From nod and wink I read they think That I am fool and blind.
VII. Γιὰ τὸ ἔργο ποὺ τὸ ἔταξα καιόμενος δὲν πῆρα πίσω πίστη ποὺ νὰ καίει· μορφάζει, μειδιᾶ κάθε σκεπτόμενος καὶ λέει ὅτι ἡ φρόνησή μου παραπαίει. Ὅπως κοιτοῦν καὶ νεύουν, μαντεύω ὅτι μαντεύουν, πὼς ἐθελοτυφλῶ κι ὁ νοῦς μου πλέει.
VIII. My gift to God seems futile, quite; The world moves as erstwhile; And powerful Wrong on feeble Right Tramples in olden style. My faith burns down, I see no crown; But Cares, and Griefs, and Guile.
VIII. Τὸ τάμα μου στὸν Θεὸ λὲν’ εἶναι τρύπιο· ὁ κόσμος στὸ παλιὸ συχνὰ ἐπιστρέφει· τοῦ Λάθους ἡ ἰσχὺς τὸ ἰσχνὸ τὸ Δίκιο σὰν ἄλλοτε πατᾶ καὶ καταστρέφει. Ἡ πίστη μου ἕνα ψέμα, δὲν ἀντικρίζω στέμμα· μονάχα Πονηριά, Ἀνάγκη, Νέφη.
~12~
IX. So now, the remedy? Yea, this: I gently swing the door Here, of my fane –no soul to wis– And cross the patterned floor To the rood-screen That stands between The nave and inner chore.
IX. Καὶ τώρα, ποιά ἡ λύση; Ναί, αὐτή: σιγὰ-σιγὰ τὴ θύρα δρασκελῶ ἐδῶ στὴν ἐκκλησιά μου –οὔτε ψυχή– βαδίζω πάνω στὸ μωσαϊκὸ πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο ποὺ βλέπω ὑψωμένο ἀνάμεσα ἀπ’ τὴν κλίτη καὶ τὸ Ἱερό.
X. The rich red windows dim the moon, But little light need I; I mount the prie-dieu, lately hewn From woods of rarest dye; Then from below My garment, so, I draw this cord, and tie
Χ. Κόκκινα παραθύρια ἀπ’ τὸ φεγγάρι μὰ λίγο φῶς ζητάω μόνο ἐγώ· στὸ νέο στέκω τὸ προσκυνητάρι, τοῦ ξύλου τὸ βερνίκι, διαλεχτό· τραβῶ κι ὕστερα βγαίνει ἀπ’ τὴν ζεστή μου χλαίνη ὁ σπάγγος τοῦτος μὲ κόμπο γερό.
XI. One end thereof around the beam Midway ‘twixt Cross and truss: I noose the nethermost extreme, And in ten seconds thus I journey hence– To that land whence No rumour reaches us.
ΧΙ. Καὶ τὸ ἕνα του τὸ ἄκρο στὸ δοκάρι στὸ μέσο ἀπὸ κολόνα καὶ Σταυρό· καὶ σφίγγω τὴ θηλιά, ὅσο τῆς πάρει· σὲ δέκα δευτερόλεπτα καιρὸ σαλπάρω γιὰ τὸ ὅπου τοῦ χλοεροῦ τοῦ τόπου ποὺ εἶναι τὰ λόγια βάρος περιττό.
XII. Well: Here at morn they’ll light on one Dangling in mockery Of what he spent his substance on Blindly and uselessly!... «He might,» they’ll say, «Have built, some way, A cheaper gallows-tree!»
ΧΙΙ. Λοιπόν: ἡ αὐγὴ αὐτὴ θενὰ φωτίσει κρεμάμενο, γελοῖο τὸ σαρκίο ἐκείνου ποὺ παλιὰ εἶχε ἀποφασίσει τυφλὰ νὰ φτιάξει τοῦτο τὸ χαλκεῖο!... Θὰ ποῦνε «Θὰ μποροῦσε νὰ χτίσει, ὅσο ζοῦσε φτηνότερο τοῦ θάνατου ἰκρίο». Θανάσης Γαλανάκης
⩷ ~13~
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ
ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΙ ΛΕΝΕ; Στὸν Μ. Χ. Γειά σας! Καταρχὰς νὰ σᾶς πῶ εὐθὺς ἐξαρχῆς ὅτι κάνατε πολὺ καλὰ ποὺ εἶστε ἐδῶ καὶ μὲ διαβάζετε. Δὲν θὰ τὸ μετανιώσετε. Θὰ ἔχουμε ἐκπλήξεις, ἀνατροπές, μυστήριο καὶ ἄλλα πολλά, γιὰ αὐτὸ, μὴ διστάσετε καθόλου, συνεχίστε τὸ διάβασμα. Ἀλλὰ μιὰ στιγμή: ἄρχισα τὴν πάρλα καὶ ξέχασα νὰ σᾶς συστηθῶ. Λοιπόν, εἶμαι τὸ κείμενο ποὺ διαβάζετε… Ἐντάξει ἔχετε 5΄΄ γιὰ νὰ συνέλθετε. Τὸ καταλαβαίνω: ἔχετε συνηθίσει τὰ κείμενα νὰ σᾶς μιλοῦν γιὰ χίλια δυὸ πράγματα ἀλλὰ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Καὶ δικαιολογημένα θὰ μὲ ρωτήσετε: καὶ πῶς σοῦ ἦρθε νὰ μιλήσεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου; Βασικὰ δὲν ξέρω, ἀλλὰ νά, πρὶν ἀπὸ καιρὸ μὲ ἔπιασαν πάλι τὰ ὑπαρξιακά μου, τί εἶμαι, τί κάνω, ποιός εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ὕπαρξής μου κλπ. Δὲν ἦταν ἡ πρώτη φορά, ἀλλὰ τώρα ἕνας φίλος ποὺ τοῦ τὸ ἐκμυστηρεύτηκα, μοῦ σύστησε νὰ μιλήσω γιὰ αὐτὰ μὲ ἕναν φυσικό. «Οἱ φυσικοὶ ἔχουν καθαρὴ σκέψη καὶ ὅταν εἶσαι μπερδεμένος σὲ βοηθοῦν νὰ βάλεις τὰ πράγματα σὲ μιὰ σειρά, νὰ τὰ ὀργανώσεις καλύτερα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα βλέπεις τί κάνεις» μοῦ εἶπε. Συμφώνησα μαζί του. Ἡ πρώτη συνάντηση ὅμως δὲν ξεκίνησε καὶ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο. Ὁ φυσικός μας ἦταν ἀρκετὰ καχύποπτος. «Ναί, σίγουρα μποροῦμε νὰ σὲ βοηθήσουμε ἀλλὰ γιὰ θέματα ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸν ὑλικὸ κόσμο ποὺ μᾶς περιβάλλει. Ἂς μὲ ρωτοῦσες γιὰ τὰ ἄτομα καὶ τὰ μόρια καὶ τὶς νανοδομὲς ποὺ φτιάχνουν, ἢ ἀκόμη καὶ τὰ τεράστια κβάζαρς, ἀλλὰ ἐσὺ δὲν ἔχεις καμία σχέση μὲ ὅλα αὐτὰ. Ἐσὺ εἶσαι ἕνα σύνολο ἀπὸ λέξεις ἢ ἀπὸ συλλαβὲς ἢ καλύτερα ἀπὸ γράμματα». Λέγοντας τὴν τελευταία λέξη, σταμάτησε ἀπότομα, τὸ βλέμμα του χάθηκε γιὰ λίγο στὸ κενό, καὶ μετά μὲ φωνὴ πολὺ θερμότερη εἶπε: «Μὰ γιὰ καθίστε, ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ περίεργη ἀναλογία. Ναί, ναί. Κοίταξε νὰ δεῖς. Δὲν τὸ εἶχα σκεφθεῖ ποτέ». Καὶ κοιτώντας με στὰ μάτια: «Ὁ ὑλικὸς κόσμος ποὺ μελετᾶμε οἱ φυσικοὶ ἐπιστήμονες ξεκινάει ἀπὸ τὰ πολὺ-πολὺ μικρὰ κουάρκς, πηγαίνει στὰ πρωτόνια καὶ νετρόνια ποὺ μαζὶ μὲ τὰ ἠλεκτρόνια ἀπαρτίζουν τὰ ἄτομα, μετά ἔχουμε τὰ μόρια καὶ σὲ μεγαλύτερη κλίμακα τὰ στερεὰ ἢ τὰ ὑγρὰ ἢ ἂν πᾶμε στὰ βιολογικά, τὸ DNA καὶ τὰ μεγάλα ὀργανικὰ μόρια, μετὰ τὰ κύτταρα, τοὺς ἰστούς, καὶ τοὺς ὀργανισμούς. Δηλαδή, ὑπάρχει μιὰ ἱεραρχικὴ δομὴ ποὺ ὀργανώνει τὸν ὑλικὸ κόσμο. Τὸ ἴδιο δὲν εἶναι καὶ μὲ ἐσένα; Γιὰ πές μου, ἀπὸ τί ἀποτελεῖσαι;» Ἂν καὶ δὲν τὸ εἶχα σκεφθεῖ ποτέ ἔτσι, τοῦ εἶπα ἄμεσα: «Ἀπὸ λέξεις». «Καὶ οἱ λέξεις;» μὲ ξαναρώτησε. «Ἀπὸ συλλαβὲς καὶ αὐτὲς ἀπὸ γράμματα», γιὰ νὰ τὸν προλάβω. Καὶ πρόσθεσα, ἀφοῦ μπῆκα στὸ νόημα: «Καὶ οἱ λέξεις φτιάχνουν προτάσεις καὶ οἱ προτάσεις παραγράφους καὶ οἱ παράγραφοι τὸ κείμενο, δηλαδὴ ἐμένα». «Δηλαδή;» «Τί δηλαδή;» τοῦ ἐπέστρεψα τὴν ἐρώτηση. «Κάθε πράγμα ποὺ πιάνουμε, κάθε ὑλικό σῶμα κρύβει στὸ βάθος του μιὰ ἱεραρχικὴ δομὴ παραπλήσια μὲ τὴ δική σου, σὰ νὰ εἶναι ἕνα κείμενο ὕλης». Ἂν καὶ μοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ ἀναλογία συνέχισα σχεδὸν ψελλίζοντας «Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ λέω κάτι, μεταφέρω κάτι σὲ αὐτὸν ποὺ μὲ διαβάζει. Τὰ πράγματα τί λένε;». Σχεδὸν σὰ νὰ μὴν ἄκουσε τὴν τελευταία ἐρώτησή μου εἶπε: «Αὐτὸ πράγματι ἀξίζει νὰ τὸ σκεφτοῦμε βαθύτερα». Καὶ γιὰ ἕναν φυσικὸ αὐτὸ σημαίνει ὧρες μελέτης, ἀφοσίωση χρόνου καὶ μυαλοῦ, κόλλημα κανονικὸ δηλαδή. Οἱ ἑπόμενες συναντήσεις μας ἦταν πιὸ ἐπίπονες καὶ κουραστικὲς ἀπὸ τὴν πρώτη. Οἱ ἐρωτήσεις ἀπανωτές. Πῶς ἐπιλέγω τὶς λέξεις μου, τί χαρακτηριστικά ἔχουν, γιατί μπαίνει πρῶτα ἡ μία καὶ μετὰ ~14~
ἡ ἄλλη, τί καθορίζει τὸν ἀριθμὸ τῶν γραμμάτων τους, πόσο τυχαία εἶναι ἡ σειρά τους, ποιές οἱ «δυνάμεις» μεταξὺ τῶν λέξεων, γιατί ὑπάρχουν οἱ προτάσεις καὶ πάει λέγοντας. Μεταξὺ τῶν συναντήσεών μας, μεσολαβοῦσαν διαστήματα ἀπρόβλεπτης διάρκειας στὰ ὁποῖα ὅπως ὑποψιαζόμουν προσπαθοῦσε ἐπίμονα νὰ μὲ καταλάβει ἀπὸ τὰ δεδομένα ποὺ μάζευε στὶς συναντήσεις μας. Στὴν ἀρχὴ τὸν ἀπασχολοῦσε πολὺ αὐτὸ ποὺ ὀνόμαζε μαθηματικὴ ἀναπαράστασή μου καὶ δοκίμαζε διάφορες ἰδέες, μετά ὅλο καὶ περισσότερο ἑστίαζε στὴν κλίμακα καὶ στὶς συσχετίσεις. Ἀπὸ ὅ,τι κατάλαβα μὲ τὴν λέξη κλίμακα προσπαθοῦσε νὰ ξεχωρίσει τὶς λέξεις ποὺ βρίσκονται κοντὰ μέσα μου μὲ αὐτὲς ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἢ τὶς λέξεις ποὺ μοιάζουν μεταξύ τους (γιὰ παράδειγμα εἶναι μεγάλες σὲ μῆκος) μὲ αὐτὲς ποὺ δὲν μοιάζουν (τὶς μικρὲς καὶ συνηθισμένες). Τὴν ἄλλη ἔννοια, τὶς συσχετίσεις, δὲν τὴν καταλάβαινα καθόλου, ὥσπου μιὰ μέρα τὸν ρώτησα. «Εἶναι τὸ πόσο πολὺ θυμᾶται ἡ μία λέξη σου τὴν άλλη, δηλαδὴ τὸ πόσο ἐπηρεάζεται, πόσο σχετίζεται ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη», μοῦ ἀπάντησε σὰ νὰ ἦταν τὸ πιὸ φυσιολογικὸ πράγμα. Στὴν προτελευταία συνάντησή μας, ἦρθε φουριόζος, ἐνθουσιώδης, τὰ μαλλιά του σχεδὸν ἀνέμιζαν στὸ γρήγορο περπάτημά του. «Νομίζω ὅτι βρῆκα κάτι πολὺ ἐνδιαφέρον», μοῦ εἶπε. «Ὑπολόγισα προσεκτικὰ τὴ συνάρτηση συσχέτισής σου καὶ βρῆκα ὅτι οἱ λέξεις σου σχετίζονται ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι πολὺ μακριά, πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία πρόταση καὶ μία παράγραφο. Καὶ τὸ ἀκόμη πιὸ ἐντυπωσιακό: ὅταν ἀλλάξω τὴ σειρὰ τῶν λέξεων σου καὶ τὶς ἀνακατέψω τυχαία, αὐτὲς οἱ συσχετίσεις μηδενίζονται. Ἄρα ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὴ θέση ποὺ τοποθετοῦνται παρότι αὐτὸ δὲν φαίνεται. Σὰ νὰ ὑπάρχει ἕνα ἀόρατο χέρι ποὺ τὶς τοποθετεῖ διατηρώντας μιὰ ὑπόγεια, ἀόρατη μνήμη καὶ συνοχή». Παρότι δὲν τὸ ἤθελα, τὸν ἔκοψα λίγο ἀπότομα: «Μὰ ἂν ἀλλάξουμε τὴ σειρά τῶν λέξεων μου, δὲν θὰ εἶμαι τὸ ἴδιο, θὰ ἔχει χαθεῖ τὸ νόημά μου». «Νόημα;» ρώτησε μὲ φωνή ἀπορίας χωρὶς νὰ φανεῖ ὅτι ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴ διακοπή. «Τί σημαίνει αὐτό;» συνέχισε. «Ὅτι ἂν κάποιος μὲ διαβάζει δὲν θὰ καταλαβαίνει τί τοῦ λέω, δὲν θὰ μπορῶ νὰ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ εἶμαι». «Δηλαδή, αὐτὸ ποὺ λὲς νόημα, ἐξαρτᾶται ἀπὸ κάτι ἢ κάποιον ἔξω ἀπὸ ἐσένα;» μὲ ρωτάει πάλι· καὶ ἡ φωνή του σὰ νὰ βάθυνε ὑποψιαζόμενη κάτι τὸ πρωτόγνωρο. «Καὶ φυσικά, ἀφοῦ κάθε κείμενο γράφεται γιὰ νὰ διαβαστεῖ». «Κάθε κείμενο γράφεται γιὰ νὰ διαβαστεῖ» ἐπανέλαβε ἀργά-ἀργὰ σκεφτόμενος κάθε λέξη. Καὶ σὰ νὰ βυθίστηκε σὲ μιὰ νέα θάλασσα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξερευνήσει ὅλο τὸν βυθό της, ζήτησε συγγνώμη καὶ ἔφυγε βιαστικά. Ἡ τελευταία συνάντησή μας θύμιζε τὴν πρώτη ἀλλὰ μὲ ἀντεστραμμένους τοὺς ρόλους. Ὁ φυσικός μας θύμιζε ἐμένα σὲ ἐκείνη τὴ συνάντηση: Τὸν εἶχαν πιάσει τὰ ὑπαρξιακά του ἐνῶ, ὅπως φαντάζεσθε, τὰ δικά μου μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ εἶχαν ἐξαφανισθεῖ. Ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ μοῦ εἶπε κατάλαβα ὅτι τὸν ἀπασχολοῦσε αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ τοῦ ἀνέφερα καὶ κυρίως ὅταν τὸ πήγαινε στὰ δικά του, δηλαδὴ στὰ ὑλικὰ πράγματα τῆς φυσικῆς ποὺ μελετοῦσε. «Εἶναι κάτι νέο γιὰ τὴ σκέψη μου», μοῦ ἔλεγε. «Εἶσαι σίγουρος ὅτι ἔχει νόημα τὸ νόημα στὰ δικά σου;» τὸν ρωτοῦσα γιὰ νὰ χαλαρώσω λίγο τὴν ἀτμόσφαιρα ἀλλὰ χωρίς ἀνταπόκριση. «Σὲ ἐσένα, ἡ ἱεραρχικὴ δομὴ κορυφώνεται στὴ συνοχή σου, δηλαδὴ στὸ νόημά σου ὅπως μοῦ εἶπες, στὴν ἱκανότητά σου νὰ ἐπικοινωνεῖς αὐτὸ ποὺ εἶσαι ἢ τουλάχιστον κάτι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶσαι. Τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὴν ἱεραρχικὴ δομὴ κάθε ὑλικοῦ πράγματος ποὺ μελετᾶμε; Γιατί ὑπάρχει;». «Μήπως πρέπει νὰ τολμήσουμε ἕνα ἅλμα στὴ σκέψη μας; Αλλά, τί εἴδους καὶ πῶς θὰ γίνει αὐτό; Μπορεῖς νὰ μᾶς βοηθήσεις καὶ πῶς;». Τὸν ἄκουγα μὲ προσοχὴ ἀλλὰ, δὲν μποροῦσα πλέον νὰ τὸν παρακολουθήσω, οὔτε νὰ τὸν βοηθήσω περισσότερο. Συμπόνεσα τὴ μοναξιά του καὶ εὐχήθηκα τὸ καλύτερο καθὼς τὸν ἔβλεπα λίγο ~15~
σκυμμένο καὶ σκεφτικὸ νὰ ἀπομακρύνεται ἀργὰ στὸν δρόμο καὶ νὰ χάνεται στὴ βοή του. Θὰ μὲ ρωτήσετε τώρα πῶς καὶ θυμήθηκα ὅλη αὐτὴ τὴν ἱστορία, ἀφοῦ ἔχει γίνει χρόνια πρίν. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὸ ἐνδιάμεσο συχνὰ τὸν σκεφτόμουν καὶ ἀναρωτιόμουν ποῦ τὸν ὁδήγησαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ προβληματισμοί. Ὥσπου στὸ τελευταῖο τεῦχος του ΚΟΙΝΟΥ ποὺ κρατᾶτε στὰ χέρια σας ἔπεσα σὰ σὲ καθρέφτη στὸ κείμενό του μὲ τίτλο «Καὶ τὰ πράγματα τί λένε;». Καὶ τότε κατάλαβα… Βασίλης Κωνσταντούδης
~16~
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1. Νὰ συντομέψω ἕνα βράδυ τὸν ὕπνο μου χωρὶς νὰ θελήσω μετὰ νὰ τὸν διεκδικήσω νὰ βάλω στὴ φωτιὰ τὸ γάλα ἑνὸς ἄλλου ξεχνώντας γιὰ λίγο τὸ δικό μου ν’ ἀκούσω τὸ ἀηδόνι νωρίτερα ἀπὸ τὴν ἑωθινὴ καμπάνα.
3. Νὰ μείνω μόνο ἕνα δεντράκι φυτεμένο ἀπὸ ἕνα χέρι ποὺ σχεδὸν δὲ μὲ ἄγγιξε μεγαλωμένο γιὰ κάποιο λόγο ποὺ κανείς δὲ μοῦ εἶπε νὰ με ρωτοῦν τί εἶναι ἡ ἁπλότητα καὶ νὰ σωπαίνω.
2. Τὸ πιστεύω, πῶς ἀλλιῶς θὰ ἐρχόσουν ἂν ὄχι μὲ ἔλεος; Ἀδημονῶ νὰ σὲ δῶ καὶ τὸ ξέρω πὼς μέσα μου βρίσκονται τὰ χωράφια ποὺ κόβει δρόμο ὁ ἔρωτάς σου. Πῶς νὰ κρατήσω λοιπὸν τὴ χαρά μου ποὺ ἔχω πόρτα γιὰ νὰ χτυπήσεις χωρὶς νὰ ἔχω σκεπή.
4. Τί ἀφήνει πίσω της ἡ ἀγάπη ἄλλο ἀπὸ μιὰ νύχτα ποὺ δὲν ἔφτασε γιὰ κανέναν ἀπὸ τοὺς δυὸ κι ἕνα ξημέρωμα ποὺ ὅταν ἔρθει πιὸ πολὺ απ’ τὸ σήμερα θὰ φωτίσει τὸ χθές. Χρῆστος Ἀναγνωστόπουλος
~17~
ΖΟΡΙΣ ΚΑΡΛ ΟΥΙΣΜΑΝ
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟ ΩΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ Ὁ Durtal, ὁ πρωταγωνιστὴς τοῦ ἔργου τοῦ Ζορὶς Κὰρλ Οὐισμὰν (J-K. Huysmans), Là–Bas, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀράδες ἐπιχειρεῖ μία ἀποδόμηση τοῦ νατουραλισμοῦ τῆς ἐποχῆς του, βρίσκοντάς τον ἄσκοπο ἕως χυδαῖο εἰδικὰ στὶς λογοτεχνικές του ἐκφράσεις. Ὅμως ὁ Οὐισμὰν παρεμβάλει μία ἐξαίρεση ὑποστηρίζοντας πὼς ὁ νατουραλισμὸς εἶναι ταιριαστὸς στὰ θρησκευτικὰ παραστατικὰ ἔργα παραθέτοντας ὡς κορυφαῖο παράδειγμα τὴν Σταύρωση τοῦ Γερμανοῦ ζωγράφου Ματίας Γκρύνεβαλντ (Matthias Nithart-Grünewald) (1475-1528). Προτάσσουμε τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ τοῦ Οὐισμὰν ἐπειδὴ θεωροῦμε ὅτι τὸ ἔργο του εἶναι μία ἀπὸ τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις τοῦ ἔργου τοῦ Οὐελμπέκ. (Σ.τ.Μ)
[…] Κατὰ κάποιον τρόπο, διακρινόταν μιὰ μορφὴ μεταστοιχείωσης –εἴτε σὲ θέση χαλαρώσεως, εἴτε συμπίεσης– ὡσὰν μία φυγὴ πέρα τῶν αἰσθήσεων, πρὸς τὸ ἀτελεύτητο ἄπειρο. […] Τὴν ἀποκάλυψη τοῦ νατουραλισμοῦ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν εἶχε δεχθεῖ τὸν προηγούμενο χρόνο, ἀκριβῶς στὴν στιγμὴ ποὺ αἰσθανόταν ἐξοργισμένος –βεβαίως λιγότερο ἀπὸ ὅ,τι σήμερα– μὲ τὸ ἐξευτελιστικὸ θέαμα ποὺ παρουσίαζε τὸ τέλος τούτου τοῦ αἰώνα. Ἦταν στὴν Γερμανία μπροστὰ ἀπὸ μιὰ Σταύρωση τοῦ Ματίας Γκρύνεβαλντ. […] Μὲ θαυμαστὴ διαύγεια, ξανάβλεπε αὐτὸν τὸν πίνακα, ἐδῶ ἀκριβῶς, μπροστά του, τώρα ποὺ τὸν ἀνακαλοῦσε. […] μέσα στὴν κάμαρά του δέσποζε ὁ Χριστός, ὑπέροχος, πάνω στὸν σταυρό του, καθώς τὸ κάτω μέρος του διέτρεχε, ὡσὰν ἁρμός, ἕνα στραβοπελεκημένο κλαδί δέντρου, ποὺ ἔγερνε ὅμοιο μὲ τόξο, ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ σώματος. […] Ἐξαρθρωμένα, σχεδὸν βγαλμένα ἀπὸ τοὺς ὤμους, τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ φαίνονταν λὲς κι εἶχαν ὁλόκληρα δεθεῖ σφιχτὰ ἀπὸ τὶς τυλιγμένες ζωστῆρες τῶν μυώνων. […] Τὰ μεγάλα του ἀνοιχτὰ χέρια κατέληγαν στὰ συσπώμενα ἀπὸ τὸν πόνο δάχτυλα, ποὺ κι ἔτσι ἀκόμα ἐξακολουθοῦσαν νὰ εὐλογοῦν, ὡς μιὰ παράδοξη χειρονομία παρακλήσεως καὶ ἐπίκρισης. […] Οἱ σάρκες πρήζονταν, ὑγρὲς καὶ μπλαβιασμένες, κατάστικτες μὲ κοκκινίλες ποὺ φαίνονταν σὰν τσιμπήματα ψύλλων […]. Ἀπὸ τὴν βαθιὰ πληγὴ τῆς πλευρᾶς ξεχυνόταν ἕνας πηχτὸς αἱμάτινος ποταμός, σκοτεινὸς στὸ χρῶμα σὰν τὸν χυμὸ τῶν μούρων […]. Ἀπὸ τὸ στῆθος διακρίνονταν ρόδινες ροὲς αἵματος, σταγόνες γαλακτώδεις, ποὺ ἔφερναν στὰ ἀφρώδη κρασιὰ τῆς Moselle […]. Πάνω ἀπὸ αὐτὸ τὸ ράκος ἕτοιμο νὰ ξεσπάσει, τὸ κεφάλι φάνταζε ἀνταριασμένο καὶ πελώριο˙ περιβεβλημένο ἕναν κακοπλεγμένο ἀκάνθινο στέφανο, κρεμόταν ἐξαντλημένο καὶ μόλις ποὺ μισάνοιγε τὰ χλωμά του μάτια, ποὺ μέσα τους ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀχνοφέγγει τὸ βλέμμα τοῦ πόνου καὶ τοῦ τρόμου. Τὸ πρόσωπο ἦταν χαρακωμένο, τὸ μέτωπο συντετριμμένο, οἱ παρειὲς στεγνές˙ ὅλα του τὰ χαρακτηριστικά –καταβεβλημένα– ἔκλαιγαν, ὅσο τὸ στόμα του, ἔχασκε ὀρθάνοιχτο, γελώντας μὲ τὰ σαγόνια τεντωμένα ἀπὸ τὰ τρομαχτικά τραντάγματα τοῦ τέτανου. […] ~18~
Μπροστά σὲ τοῦτον τὸν Ἐσταυρωμένο ποὺ ἦταν βαμμένος αἷμα καὶ ποτισμένος δάκρυα, οἱ ἀγαθοὶ Γολγοθάδες ποὺ ἡ Ἐκκλησία υἱοθέτησε μετὰ τὴν Ἀναγέννηση, ἀπεῖχαν κατὰ πολύ. Αὐτὸς ὁ Χριστὸς μὲ τέτανο δὲν ἦταν ὁ Χριστὸς τῶν πλουσίων, ὁ Ἄδωνις τῆς Γαλιλαίας, ὁ καθωσπρέπει νεαρός, τὸ ὄμορφο παλικαράκι μὲ τὰ πυρὰ μαλλιά, τὴν γενειάδα μὲ τὴν καλοχτενισμένη χωρίστρα […], ποὺ ἐδῶ καὶ τέσσερις αἰῶνες ἐξακολουθοῦν νὰ λατρεύουν οἱ πιστοί. Ἐτοῦτος ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Χριστὸς τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, τοῦ Τερτυλλιανοῦ, ὁ Χριστὸς τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ λαϊκὸς Χριστός, ὁ ἄσχημος, γιατί ἔφερε ἐπ΄ ὤμων τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ λάμβανε, ἐν ταπεινώσει, τὶς πλέον ἀχρεῖες μορφές. (…) Ἐκεῖνο τὸ πληγωμένο κεφάλι σκόρπιζε θεῖες μαρμαρυγές˙ μιὰ ὑπεράνθρωπη ἔκφραση λάμπρυνε τὶς πονεμένες σάρκες, τὴν φωταύγεια τῶν χαρακτηριστικῶν. Αὐτὸ τὸ τυραννισμένο κομμάτι κρέας ἦταν τὸ κορμὶ ἑνὸς Θεοῦ, ποὺ χωρὶς τὸ φωτοστέφανο, χωρὶς τὴν δόξα, φορώντας αὐτὴν τὴν περιπαιχτικὴ χοντροκομμένη κορώνα, τὴν ποτισμένη πηγμένο αἷμα ἀπὸ τὶς ροὲς τῶν πληγῶν, φανέρωνε τὴν θεία καὶ ὑπερουράνια φύση τοῦ Ιησοῦ. Joris-Karl Huysmans, Là Bas, Κεφάλαιο Ι, 1891, Μετάφραση Βαγγέλης Σταυρόπουλος
ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙ Ο ΟΥΕΛΜΠΕΚ; Στὸ προηγούμενο τεῦχος εἴχαμε σταθεῖ ἰδιαίτερα στὴν ἀναφορὰ τοῦ Μισὲλ Οὐελμπὲκ σχετικὰ μὲ τὸ Μεγάλο Σχίσμα τοῦ 1054. Τὸ περιοδικό μας δὲν φιλοδοξεῖ νὰ ἐμπλακεῖ σὲ θεολογικὲς ἔριδες. Ὑπακούει ὅμως στὴ ρήση τοῦ Γιώργου Σαραντάρη, τὴν ὁποία παραθέταμε ἐπίσης στὸ προηγούμενο τεῦχος ἀντικρυστὰ μὲ τὸ παράθεμά μας ἀπὸ τὸν Οὐελμπέκ: «τὸ πρόβλημα τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι τὸ κοινὸ πρόβλημα a priori τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν…». Ἐπιδιώξαμε λοιπὸν νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Μισὲλ Οὐελμπὲκ νὰ μᾶς διευκρινήσει τὶς ἀπόψεις του σχετικὰ μὲ τὸ πρόβλημα τοῦ Χριστιανισμοῦ σήμερα. Στὴν προσπάθεια αὐτὴ συνέβαλαν ὁ Κώστας Καρανάτσης καὶ ὁ Βαγγελης Σταυρόπουλος. Εὐχαριστοῦμε δὲ τὸν Λάκη Προγκίδη γιὰ τὴν προθυμία του νὰ μᾶς βοηθήσει στὴν ἐπικοινωνία αὐτή. Λάβαμε τὴν ἀπάντηση ποὺ παραθέτουμε καὶ μεταφράζουμε ἀποσπάσματα τῆς συνέντευξής του στὸ περιοδικὸ First Things ( Μάϊος 2019), στὴν ὁποία μᾶς παρέπεμψε:
~19~
ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ
Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ «Τὸ κακὸ ἔρχεται ἀπὸ πολὺ παλιὰ»
Ἀποσπάσματα μιᾶς συζήτησης γιὰ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία […]
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ Μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε στὴν ἱστορία τῆς σκέψης μιὰ παράξενη οἰκογένεια μυαλῶν ποὺ θαυμάζουν τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἰσχύ της στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν ἀνθρώπων, καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα τὴν ὀργάνωση τῶν ἀνθρώπινων κοινωνιῶν, καὶ νὰ τὸ κάνουν παρὰ τὸ ὅτι δὲν εἶναι Χριστιανοί. Ὁ πρῶτος καὶ πιὸ ἀξιοσημείωτος ἐκπρόσωπος αὐτῆς τῆς τάσης εἶναι σίγουρα ὁ Αὔγουστος Κόντ (Auguste Comte). Μὲ τὸν ἀμίμητο τρόπο του, ὁ Κὸντ περιγράφει τὴν ταμπέλα «προτεστάντης» ὡς χαρακτηριστική. Ἕνας Προτεστάντης (Διαμαρτυρόμενος) ξέρει μόνο νὰ διαμαρτύρεται – εἶναι στὴ φύση του. Ὁ Ζοζὲφ ντὲ Μέστρ, τὸν ὁποῖο ἐπικαλεῖται ὁ Κὸντ ἐγκρίνοντάς τον, σημείωσε πὼς ὁ Προτεστάντης θὰ εἶναι δημοκράτης ἐπὶ Μοναρχίας καὶ ἀναρχικὸς ἐπὶ Δημοκρατίας. Γιὰ τὸν ντὲ Μέστρ, εἶναι χειρότερο νὰ εἶσαι Προτεστάντης ἀπ’ ὅτι ἄθεος. Ἕνας ἄθεος μπορεῖ νὰ ἔχει χάσει τὴν πίστη του γιὰ σεβαστοὺς λόγους, καὶ εἶναι δυνατόν νὰ ἐπιστρέψει στὴν πίστη, ὅπως ἔχει γίνει· μα ὁ Προτεσταντισμός, γράφει, «εἶναι μόνο μιὰ ἄρνηση». Διανοητικὰ ὁ πιὸ ἀξιοσημείωτος σὲ αὐτὴ τὴν παράξενη οἰκογένεια «μὴ-Χριστιανῶν Καθολικῶν», ὁ Κόντ, εἶναι καὶ ὁ πιὸ συμπαθής, ἐπειδὴ ἡ γραφική του μεγαλομανία τὸν ὁδηγεῖ, ἐν τέλει, σὲ συχνὲς συμπάθειες πρὸς ὅλους αὐτοὺς ποὺ θεωρεῖ ἕτοιμους νὰ συμφωνήσουν μὲ τὸν θετικισμό του: τοὺς συντηρητικούς, τοὺς προλετάριους, τὶς γυναῖκες, τὸν Τσάρο Νικόλαο τὸν Ι… Βασικά, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντικαταστήσει τὸν Πάπα στὴ Ρώμη καὶ νὰ ἀναλάβει ὅλη τὴν Καθολικὴ ὀργάνωση. Οἱ Καθολικοὶ θὰ ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ ἀναλάβουν τὸ –στὰ μάτια του πολύ ἁπλὸ– ἔργο τῆς μεταστροφῆς στὴν θετική του πίστη. Ἐπικαλούμενος τὸν Κὸντ μὲ τὴ σειρά του, ὁ Σὰρλ Μωρράς, ὁ ἡγέτης τῆς Action francaise, ἔδωσε τόσο μεγάλη σημασία στὴν πολιτικὴ ἀποτελεσματικότητα, γεγονὸς τὸ ὁποῖο τὸν ὁδήγησε σὲ βασικὲς συμπεριφορὲς οἱ ὁποῖες ἦταν θανατηφόρες ὅσο καὶ ἀνήθικες. Ὁ πιὸ ἐνδιαφέρων σύγχρονος ἐκπρόσωπος αὐτῆς τῆς τάσης στὴ Γαλλία εἶναι ὁ Ερὶκ Ζεμούρ. Γιὰ χρόνια, μοῦ θύμιζε κάποιον χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ προσδιορίσω ποιόν. Ἔπειτα πρόσφατα, μοῦ ἦρθε ἡ ἀπάντηση: Ὁ Ζεμούρ εἶναι ἀκριβῶς ὁ Νάφτα ἀπὸ τὸ Μαγικὸ Βουνὸ τοῦ Τόμας Μάν. Ὁ Λέο Νάφτα εἶναι ὁ πιὸ συναρπαστικὸς Ἰησουίτης στὴν παγκόσμια λογοτεχνία. Στὴν ἀτελείωτη διαμάχη μεταξὺ τοῦ Σεττεμπρίνι καὶ τοῦ Νάφτα, ὁ Μὰν παίρνει μιὰ ἀσαφὴ θέση· νοιώθουμε πὼς δὲν εἶναι ξεκάθαρο γιὰ αὐτόν. Ὁ Νάφτα κερδίζει τὸν Σεττεμπρίνι σὲ κάθε σημεῖο· ἡ εὐφυΐα του ξεπερνᾶ αὐτὴ τοῦ Σεττεμπρίνι, ὅπως ἀκριβῶς τοῦ Ζεμούρ ξεπερνᾶ αὐτὴ τῶν τωρινῶν ἀντιπάλων του. Ἀλλά, μὲ ἕναν ἐπίσης ἀδιαμφισβήτητο τρόπο, ὅλη ἡ συμπάθεια τοῦ Μὰν (ὅλο καὶ πιὸ ξεκάθαρα, καθώς προχωρᾶ τὸ βιβλίο) κατευθύνεται πρὸς τὸν Σεττεμπρίνι, καὶ αὐτὸς ὁ Ἰταλὸς σαλιάρης ἀνθρωπιστὴς καταλήγει νὰ μᾶς κάνει νὰ κλάψουμε, κάτι τὸ ὁποῖο ὁ χαρισματικὸς Νάφτα θὰ ἦταν ἀνίκανος νὰ κάνει. ~20~
Ἂν ξαφνικὰ καὶ ριζικὰ ἀλλάξουμε σκηνικό, ἀφήνοντας τὶς ἄκρες τῆς πολιτισμένης Εὐρώπης τοῦ 1900 καὶ μεταφερθοῦμε στὴν καρδιὰ τῆς Ρωσικῆς ὑστερίας, μποροῦμε νὰ προσθέσουμε ἕνα ἀκόμη ἀντικείμενο στὸ ντοσιέ μας: τὴ διάσημη σκηνὴ ἀπ’ τοὺς Ἀδελφοὺς Καραμαζὸφ ὅπου, τοποθετώντας τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Μεγάλο Ἱεροεξεταστὴ ἐπὶ σκηνῆς, ὁ Ντοστογιέφσκι ἐπιτίθεται βίαια στὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία, εἰδικὰ στὸν Πάπα καὶ τοὺς Ἰησουίτες. Ἔχοντας ἐπιστρέψει στὴ γῆ, ὁ Χριστὸς φυλακίζεται ἄμεσα ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχές. Ὁ μέγας Ἱεροεξεταστής, τὸν ἐπισκέπτεται στὴ φυλακή, καὶ ἐξηγεῖ πὼς ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὀργανωθεῖ πολὺ καλὰ χωρὶς αὐτόν, πὼς δὲν τὸν χρειάζεται πλέον- καὶ πώς, πράγματι, τὴν ἐνοχλεῖ. Ὁ Ἱεροεξεταστὴς δὲν ἔχει λοιπὸν ἄλλη ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸ νὰ ἐκτελέσει ξανὰ τὸν Χριστό. Αὐτὴ ἡ σκηνή, τὴν ὁποία ὁ Φρόυντ ἀποκάλεσε «μιὰ ἀπ’ τὶς ὑψηλότερες στιγμὲς τῆς λογοτεχνίας ὅλου τοῦ κόσμου», βυθίζει τὸν καθολικὸ ἀναγνώστη σὲ μιὰ βαθιὰ ἀμηχανία. Διότι τί, ἀλήθεια, θὰ συνέβαινε ἐὰν ὁ Χριστὸς ἐπέστρεφε καὶ περπατοῦσε στοὺς δρόμους τῆς Ρώμης, διδάσκοντας καὶ κάνοντας θαύματα; Πῶς θὰ ἀντιδροῦσε ὁ Πάπας; ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Ποιοί εἶναι, ἀκριβῶς, αὐτοὶ οἱ αἰῶνες τοῦ μεγαλείου τῆς Ἐκκλησίας; Κατά τὴ γνώμη μου ὁ καθένας ἔχει τὴν ἐποχὴ τῆς προτίμησής του, καὶ μοῦ φαίνεται πὼς ἡ ἀρχιτεκτονικὴ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τοποθετούμαστε. Σὲ ἕνα Ρωμαϊκοῦ τύπου μοναστήρι νοιώθω γαλήνια, συνδεδεμένος μὲ τὸ θεῖο. Μὲ τοὺς Γοτθικοὺς καθεδρικούς, εἶναι ἤδη κάτι διαφορετικό. Ἡ ὀμορφιά παίρνει ἐκεῖ ἕνα χαρακτήρα ποὺ ὁ Κὰντ ἀργότερα θὰ ἀποκαλέσει Ὑψηλὸν (ὀμορφιὰ συνοδευόμενη ἀπὸ μιὰ αἴσθηση κινδύνου, ὅπως σὲ μιὰ μεγάλη θύελλα στὴ θάλασσα, ἢ μιὰ καταιγίδα ψηλὰ στὰ βουνά). Σὲ μιὰ μπαρὸκ ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει τίποτα καλό, θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ εἶναι σὰν σὲ παλάτι ἢ σὲ θέατρο. Μοῦ φαίνεται πὼς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης διέπραξε διάφορα λάθη στὴν ἀρχὴ τοῦ δωδέκατου αἰώνα: διαχωρίστηκε ἀπὸ τὶς Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες· προσπάθησε νὰ συμφιλιώσει τὴ λογικὴ μὲ τὴν πίστη· ἐπιχείρησε νὰ παρέμβει σὲ ζητήματα προσωρινῆς ἰσχύος· καὶ ἔδωσε μεγάλη σημασία στὴν Ἐσχάτη Κρίση καὶ, συνεπῶς, σὲ ζητήματα ἠθικῆς. Αὐτὰ τὰ λάθη κατέστησαν δυνατὲς τὶς πολιτισμικὲς καταστροφὲς οἱ ὁποῖες ἦταν ἡ Ἑλληνο-Λατινική Ἀναγέννηση καὶ, πάνω ἀπ’ ὅλα, ὁ Προτεσταντισμός – ποὺ μέσα ἀπὸ τὴν σχετικὴ δράση τους, ἀναγκαστικὰ ὁδήγησε στὸν Διαφωτισμό, καὶ ἄρα στὴν κατάρρευση τοῦ ὄλου πράγματος. Ἄρα τὸ κακὸ ἔρχεται ἀπὸ πολὺ παλιά. ΣΕΞ Ἡ προσοχὴ ποὺ δίνει ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία στὴν σεξουαλικότητα τῶν πιστῶν της μοῦ φαίνεται ἀξιοσημείωτα ὑπερβολική. Δὲν ἔχει τὶς ρίζες της στὶς ἀπαρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὡς συνήθως, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἄμεμπτος –«εἶναι καλύτερα νὰ παντρευτεῖς ἀπ’ τὸ νὰ καεῖς»- καὶ μερικὲς φορὲς ἀκόμη καὶ μεγαλειώδης – «οἱ δυὸ θὰ γίνουν ἕνα σῶμα». Τὰ πράγματα πᾶνε ξεκάθαρα λάθος μὲ τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο, μὰ αὐτὸ παραμένει ἄνευ συνεπειῶν γιὰ πολλοὺς αἰῶνες. Τὰ πράγματα πραγματικὰ ἐκφυλίζονται στὴ μοντέρνα ἐποχή, καθὼς ἡ Ἐκκλησία ὑποχωρεῖ σὲ ἑνὸς εἴδους πουριτανισμό. Εἴμαστε ἀκόμη σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, καὶ πρέπει νὰ παραδεχτῶ πὼς ντρέπομαι πραγματικὰ ὅταν ἀκούω διάφορους ἱεράρχες νὰ ἀντιτίθενται σθεναρὰ στὴ χρήση προφυλακτικοῦ, εἴτε ἔχεις AIDS εἴτε δὲν ἔχεις. Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τί στὸ διάολο τοὺς ἐνδιαφέρει; ~21~
Γιὰ πολύ καιρό, εἶχα τὴν ἐντύπωση πὼς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία φαινόταν πιὸ σοφὴ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ ἤξερε νὰ διατηρεῖ μιὰ διάθεση ἀνεκτικότητας. Μὰ ἦταν μιὰ διάχυτη ἐντύπωση γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκα νὰ βρῶ ὑποστήριξη βάσει γραπτῶν (ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ τοποθετηθοῦν σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖο στὰ μάτια τους εἶναι δευτερεῦον) – μέχρι, ποὺ σὲ ἕνα ἄρθρο τοῦ Ὀλιβιὲ Κλεμὰν (Olivier Clément) -ξεκάθαρα, εἶναι πάντα ἀναγκαῖο νὰ ἀνατρέχεις σὲ καλούς συγγραφεῖς- ἔπεσα πάνω σὲ αὐτὸ τό, στὰ μάτια μου φωτεινό, ἀπόσπασμα τοῦ Ἀθηναγόρα τοῦ Ι, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως: «Ἐὰν ἕνας ἄνδρας καὶ μιὰ γυναίκα ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον πραγματικά, δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ μπῶ στὸ κρεβάτι τους: Ὅλα ὅσα κάνουν εἶναι ἅγια.» ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ Μπορεῖ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ ἐπανακτήσει τὸ περασμένο της μεγαλεῖο; Ναί, ἴσως, δὲν ξέρω. Θὰ ἦταν καλὰ ἂν ἐκινεῖτο ὁριστικὰ μακριὰ ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμὸ καὶ μετακινιόταν πιὸ κοντὰ στὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ἑνότητα θὰ ἦταν ἡ καλύτερη λύση, μὰ δὲ θὰ ἦταν εὔκολο. Τὸ ζήτημα τοῦ Φιλιόκβε θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ λυθεῖ ἀπὸ ἱκανοὺς θεολόγους. Τὸ πρόβλημα τῆς ἐγκατάστασης Δυτικῶν βαρόνων στὴ Μέση Ανατολή δὲν ὑφίσταται πλέον· ἀκόμη καὶ ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ τὸ ἐγκατέλειψε. Ὡστόσο, γιὰ τὸν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, τὸ νὰ ἀποκηρύξει τὴν παγκόσμια φιλοδοξία του καὶ νὰ ἔχει μόνο μιὰ τιμητικὴ ὑπεροχὴ ἐπὶ τῶν πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀντιοχείας, θὰ ἦταν, ἴσως, δύσκολο νὰ τὸ χωνέψει. Τουλάχιστον, ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἐὰν μιμοῦνταν τὴν Ὀρθόδοξη σεμνότητα, θὰ περιόριζε τὴν παρέμβασή της σὲ τομεῖς ποὺ δὲν εἶναι ἀπευθείας στὴν ἐπάρκειά της (ἀνέφερα τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, τὴν διακυβέρνηση τοῦ κράτους, καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη). Θὰ ἔπρεπε ἐπίσης νὰ ἐγκαταλείψει τὴν μανία της νὰ ὀργανώνει συμβούλια, τὰ ὁποῖα εἶναι, πάνω ἀπ’ ὅλα, εὐκαιρία νὰ πυροδοτηθοῦν σχίσματα. Θὰ ἔπρεπε ἀκόμη νὰ ἐγκαταλείψει καὶ τὶς ἐγκυκλίους, καὶ νὰ βάλει φρένο στὴ δογματική της ἐφευρετικότητα. (Ἡ Ἄμωμος Σύλληψη, καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα τὸ παπικὸ ἀλάθητο, προσβάλλουν τὴ λογικὴ πολύ ἄμεσα. Ἡ λογικὴ εἶναι ἕνα μεγάλο, εἰρηνικὸ ζῶο, τὸ ὁποῖο ἀποκοιμιέται εὔκολα κατὰ τὴ διάρκεια τῶν λειτουργιῶν, μὰ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀποφύγουμε ἀχρείαστες προκλήσεις.) Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ τὸν Πεντηκοστιανισμὸ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ πὸπ μουσικὴ ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὴν γκόσπελ καὶ τὰ μπλούζ. Ἀκόμη εἶναι σημαντικὸ νὰ μὴν ξεχάσει καὶ μιὰ δόση τρέλας - ὁ Ντοστογιέφσκι δίνει τὴ Ρωσικὴ ἐκδοχή: «Ἐὰν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ διαλέξω μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀλήθειας, διαλέγω τὸν Χριστό». Γιὰ τὴ Γαλλικὴ ἐκδοχή, ἔχουμε τὸν Βλάσιο Πασκάλ. Βασικὰ συνοψίζεται σὲ αὐτό: Ἡ Καθολική Ἐκκλησία, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας της, ἔχει δώσει μεγάλη σημασία στὴ λογικὴ (χειροτερεύοντας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, προφανῶς, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Προτεσταντισμοῦ). Ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικὸ ὄν: αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια κατὰ καιρούς. Μὰ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἕνα πλάσμα ἀπὸ σάρκα καὶ συναισθήματα. Θὰ ἦταν καλὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνᾶμε αὐτό. https://www.firstthings.com/article/2019/05/restoration Μετάφραση: Γιῶργος Καλογερόπουλος
~22~
ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
«ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ» Τὸ χειρότερο μάθημα στὴ Θεολογικὴ Σχολή, ἔλεγε ὁ Γέροντας, εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὶς δογματικὲς διαφορές. Λέγεται «Συμβολική». Τί ἔλεγε ὁ Γέροντας; -Τὸ χειρότερο μάθημα εἶναι αὐτό. Εἶν’ ἀνάγκη νὰ τονίζουμε τί μᾶς χωρίζει;Τί μᾶς χωρίζει;Τόσους αἰῶνες κάνουνε ἑνωτικὲς προσπάθειες μετὰ τὸ Σχῖσμα, τὸν 10ο αἰῶνα, καὶ μέχρι τώρα τί κάνανε;Τίποτα. Ὄχι ὅτι ἐγὼ συμφωνῶ μ’ αὐτὰ ποὺ πρεσβεύουνε αὐτοί, ἀλλὰ ὁ τρόπος ποὺ τοὺς ἀντιμετωπίζομε καὶ ἀντιμετωπίζομε τὰ πράγματα δὲν εἶναι Ὀρθόδοξος. Δὲν εἶναι Ὀρθόδοξος!
❧
Ὁ Γέροντας Πορφύριος, ὅμως, μιλοῦσε μὲ θετικὸ τρόπο γιὰ τὸν Πάπα. Γιατί;Ἔλεγε: -Ὅπως ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία… Ἔφυγε ἀπ’τὴν Ὁρθοδοξία! Ἄρα εἶναι αἱρετικός, ἄρα ἐκτὸς τῆς ποίμνης. Οἱ κινήσεις ποὺ κάνουν οἱ διάφοροι μεγάλοι εἶναι προσπάθειες, καὶ γινόντουσαν καὶ στὸ Βυζάντιο. Μὴ σᾶς κάνει ἐντύπωση. Πολλὲς ἑνωτικὲς προσπάθειες. Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία γέμει. - Θὰ ἔρθει ὥρα, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Πάπας θὰ λειτουργήσει μὲ τὸ Ὀρθόδοξο τυπικό. Λειτουργεῖ καὶ τώρα μὲ τὴν Οὐνία. Ἄλλο πρᾶγμα. Ἡ Οὐνία εἶναι ἀπάτη. Θὰ λειτουργήσει μὲ Ὀρθόδοξο Τυπικὸ καὶ σιγά-σιγὰ θὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπ’ ὅπου ἔφυγε. -Ὁ Πάπας, ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος, θά ‘ρθεῖ ὥρα, τὴν ὥρα αὐτὴ τὴν ξέρει μόνο ὁ Παντοκράτωρ, ποὺ θὰ μετανοήσει γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε. Οἱ πρόγονοί του. Οἱ προκάτοχοί του. Θὰ μετανοήσει! […] -Καὶ τί θὰ κάνει; ἔλεγε ὁ Γέροντας. Θ’ ἀρχίσει νὰ λειτουργεῖ μὲ τὸ Ὀρθόδοξο Τυπικό.
❧
Καὶ τί μοῦ εἶπε στὸ τέλος ὁ Γέροντας; -Παιδί μου, ὅλα αὐτὰ εἶναι καλὰ γιὰ μᾶς. [σ.σ. Ἐννοοῦσε τὰ ὀφέλη ποὺ θὰ εἴχαμε ἀπὸ τὴν ἔνταξή μας στὴν Εὐρώπη]. Ἀλλὰ ἐμεῖς τί ἔχομε νὰ δώσουμε στὴν Εὐρώπη; Κατάλαβες τί ἐρώτησε; -Ἐμεῖς τί ἔχομε νὰ δώσουμε στὴν Εὐρώπη;Τί ἔχουμε Γέροντα; Λεφτὰ δὲν ἔχουμε, δύναμη δὲν ἔχουμε. -Ἔχουμε, βρέ, ἕνα καὶ μοναδικό: Τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ὄχι νὰ τοὺς κάνουμε Κατήχηση. Νὰ γίνουμε ἐμεῖς καλύτεροι, γιὰ νά ‘ρθουν κι αὐτοὶ ἀπὸ κοντά μας. Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, Ἱστορίες ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πορφύριο τὸν νέο τὸν Καυσοκαλυβίτη, σελ. 29, 75,32 , Κυπρὴς, Ἀθήνα 2019
~23~
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ
ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ Μᾶς εἶχαν μαζέψει ὅλους μέσα. Ὁλόκληρο οἰκοδομικὸ τετράγωνο καὶ κάποιους γνωστούς. Μιλᾶμε γιὰ πολὺ κόσμο. Κοιτούσαμε ἀπὸ τὶς γρίλιες τῶν παραθύρων καὶ περιμέναμε. Γύρω γύρω, ἀπὸ τὸ τετράγωνο εἶχαν στήσει συρμάτινο φράχτη καὶ στὴν μπροστινὴ ἔξοδο κατασκεύασαν ξύλινο κιόσκι. Ἐμεῖς ἀκούγαμε ἐμβατήρια καὶ ἔκτακτες εἰδήσεις. Ὅτι γινόταν ἦταν γιὰ τὸ καλό μας. Τὸ πράμα εἶχε ἀπογίνει καὶ χρειάζονταν μέτρα. Αὐτὰ ὑλοποιοῦνταν. Ἀνεβοκατέβαινα τοὺς ὀρόφους. Οἱ πόρτες κλειστὲς μὰ ἀπὸ παντοῦ φωνὲς καὶ κλάματα. Μιὰ κυρία τραβοῦσε τὸ παιδί της ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ ἐκεῖνο τσίριζε τρομαγμένο. -Μπὲς μέσα, τοῦ εἶπα καὶ ἔκλεισα τὴν πόρτα τοῦ διαμερίσματός του. Σιγή, ὕστερα ἔτρεξα στὴν ἄκρη τοῦ διαδρόμου. Λίγο πρὶν τὴν σκάλα ὑπηρεσίας συνάντησα τὴν γάτα τοῦ Τάκη. Εἶχε χαθεῖ. Τὴν πῆρα καὶ ἄρχισα νὰ κατεβαίνω ὀρόφους. Στὸν τρίτο χτύπησα τὸ κουδούνι καὶ τὴν παρέδωσα. Τὴν πῆρε ἀμίλητος καὶ μοῦ ἔδειξε τὴν ἀγάπη του. Βρέθηκα νὰ κρατῶ ἔνα μῆλο. Ἕνα κατακόκκινο μῆλο γιὰ φάγωμα. -Θὰ μοῦ τὸ δώσεις; Μοῦ εἶπε μιὰ μικρή. Δὲν δίστασα, μὲ τὰ χέρια ἐλεύθερα εἶχα περισσότερες πιθανότητες νὰ πετάξω. Δὲν εὕρισκα ὅμως διέξοδο. Ὅλα ἀμπαρωμένα, ἀκόμη καὶ τὰ παράθυρα τοῦ φωταγωγοῦ ἑρμητικὰ κλειστά. Προσπάθησα νὰ ἀνοίξω ἔνα. Πῆγα νὰ κόψω τὰ χέρια μου. Ἦταν τόσο ἀσφαλισμένα ποὺ οὔτε καὶ γίγαντας νὰ ἤμουν δὲν θὰ μποροῦσα. -Ἔλα ἐδῶ, μοῦ φώναξε μιὰ γιαγιά. Τὴν ἤξερα καὶ τὴν ἐμπιστευόμουν. Ἔτρεξα κοντά της. Διέσχισα τὸ σαλόνι της καὶ μὲ θριαμβικὸ τρόπο μοῦ ἄνοιξε τὴν μπαλκονόπορτά της. -Θὰ ἐρχόμουν μαζί σου μὰ δὲν ἔχω κουράγιο… Μὲ ἄφησε νὰ πάρω φόρα καὶ νὰ σου! Πετῶ. Τί ὄμορφη νύχτα. Ἔναστρη. Χιλιάδες φωτάκια νὰ γίνονται ὅλα συστάδες χρωμάτων ποὺ παίζουν σὲ σχήματα. Παράξενα μὰ θελκτικά. Ἄλλαζαν μορφὲς καὶ ἀποτελοῦσαν μιὰ ἄχρονη ρυθμικὴ συναυλία. Στὸ κέντρο ἔνα μικρὸς κύκλος μαῦρος ἀπορροφοῦσε τὰ πάντα. Ἔκανα λίγο στὸ πλάι νὰ περάσει μιὰ πέτρα. Εὐτυχῶς. Ἂν τὴν ἔτρωγα στὸ κεφάλι θὰ ἤμουν ἀκόμη ἔνα θραῦσμα. Δὲν τὸ ἤθελα. Μοῦ ἀρέσουν τὰ πάντα ἀκέραια. Ὅπως καὶ ὁ ἦχος στὴν πιὸ ἀπόλυτή του μορφή, τὴν σιωπή. Ἔτσι βουτοῦσαν στὸ μαῦρο. Γλυκὰ καὶ σιωπηρά. Εἶχα μαγευτεῖ. Ἀπίστευτες ἀποχωρήσεις ἀπὸ τὸ πλάνο. Μιὰ ἠλεκτρικὴ σκούπα, ἔνας ἐκσκαφέας κίτρινος, ὁ μικρὸς στρατιώτης μὲ τὸ ξύλινο πόδι, μιὰ πλαστικὴ σακούλα μὲ πεταμένα καλούδια, ἕνας τεράστιος βόλος ἀπὸ μπετόν. Τὰ χρώματα ἔκαναν παιχνίδια σὰν ἀγκαλιές, τὰ ἔκλειναν μέσα τους καὶ μὲ ἰδιαίτερη τεχνικὴ τὰ ἔσπρωχναν βελουδένια στὴν τρύπα. Εἶχε γεμίσει ἄνθη ὁ χρόνος. Μικρὰ καὶ μεγάλα καὶ κάθε φορὰ νὰ μυρίζουν ἀκόμη πιὸ μεθυστικά. Ζαλίστηκα. Ἔπιασα ἔνα ἀνοιξιάτικο κρίνο. Μιά, δυὸ καὶ ἐκεῖ ποὺ θα τρίτωνε ἄφησα τὸν κλῶνο του καὶ ἔσκισα τὸ τοπίο εὐθεία στὴν ἄκρη. Βρέθηκα πάλι μακριά. Κοίταξα κάτω καὶ εἶδα φῶτα ἀνοιχτὰ στὸν ἕκτο. Κατέβηκα στὴν μπροστινὴ βεράντα καὶ κάθισα. Μέσα ἔνα ζευγάρι τρωγότανε μὲ τὰ ροῦχα του. Ἄκουσα κίνηση στὸ δρόμο. Ἕνα καμιόνι μετέφερε φαντάρους. Πάνοπλοι ἔπιασαν θέσεις παντοῦ. Ὅλο τὸ τετράγωνο ἔμοιαζε ~24~
κάστρο. Εἴμαστε πλέον καὶ τυπικὰ ἐντὸς καὶ ἀσφαλεῖς, ἔτσι μᾶς εἶπαν. Οἱ μέρες πέρασαν μὲ ἀσφάλεια καὶ χάζι. Σὰν τὰ μικρὰ γουρουνάκια ἐτρώγαμε ἀπὸ τὰ ἕτοιμα καὶ ἀφοδεύαμε. Κοιμόμαστε καὶ ἀναπαραγόμαστε, ἀκούγαμε συμφωνικὴ μουσικὴ καὶ κάναμε ἀσκήσεις πειθαρχίας καὶ γυμναστικὲς ἐπιδείξεις. Κάθε ὄροφος εἶχε καὶ μιὰ στολίτσα. Στὸν ἕκτο ντυθήκαμε μαῦροι. Μὲ δική μου πρωτοβουλία ἀφήσαμε μόνο μιὰ καρδούλα κόκκινη στὸ στῆθος. Αὐτὸ μᾶς πρόδιδε ὅταν εἶχε συσκότιση, μὰ τέλειος δὲν εἶναι κανείς. Ἄσε ποὺ ἔτσι γλυτώσαμε ἀπὸ τὴν συσχέτισή μας μὲ τὶς σακοῦλες ἀπορριμμάτων. Τὰ σκουπίδια μὲ τὶς καρδοῦλες μᾶς ἔλεγαν. Καμία ἀπώλεια. Οἱ ἄλλοι ὄροφοι εἶχαν προβλήματα. Στὸ ὑπόγειο εἶχαν τοποθετηθεῖ ὅλοι οἱ ξένοι. Βρέθηκαν στὸ δικό μας τετράγωνο χωρὶς οὔτε μιὰ ἀλλαξιὰ ροῦχα. Φτωχοὶ καὶ ρακένδυτοι κοιμόντουσαν στοιβαγμένοι σὲ ξύλινους πάγκους καὶ ἔτρωγαν τὰ ἀποφάγια μας. Περίμεναν νὰ γυρίσουν στὰ σπίτια τους ἐπὶ ματαίῳ. Ὅταν θὰ ἐπέστρεφε ἡ ὁμαλότητα. Τοὺς ἀνέβαζαν στὸν ἕβδομο δῆθεν νὰ ἁπλώσουν τὰ ροῦχα. Τὴν ὥρα ποὺ ἅπλωναν, ἕνα ἑλικόπτερο καθόταν πάνω τους καὶ ἄδειαζε τὸν χῶρο ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀδύναμους. Αὐτοὶ ἔκαναν μιὰ περιστροφικὴ ἀνάβαση στὸν ρυθμὸ τοῦ ἕλικα καὶ ἔπεφταν κατόπι στὸν ἀκάλυπτο. Παράπλευρες ἀπώλειες. Ἐμεῖς μαζεύαμε τὰ κομμάτια ἀπὸ τὸν κῆπο. Βάζαμε φωτιὰ καὶ τὰ καίγαμε. Ἀντὶ γιὰ ξύλα μᾶς εἶχαν τόνους βιβλία. Μικρά, μεγάλα, μὲ εἰκόνες, μὲ καλλιγραφικὰ γράμματα, μὲ χάρτινο ἢ καὶ δερμάτινο ἐξώφυλλο, μὲ φωτογραφίες ἢ ζωγραφιές, μὲ ποίηση, μὲ λογοτεχνία ἢ ἐπιστημονικά, ἀστυνομικὰ καὶ ἐκεῖνα μὲ τὰ παραμύθια γιὰ τὰ μικρὰ παιδιά. Τεράστιες φλόγες ποὺ ἔκαναν τὴν νύχτα μέρα στὴν κυριολεξία. Τί χρειάζονταν; Ἀπαγορεύονταν μόνο τὸ κάψιμο τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ αὐτὸ γιὰ λόγους ἠθικοὺς καὶ σεβασμοῦ στὸν πολιτισμό μας. Ἄσε ποὺ θὰ τὸ διάβαζαν ὅταν θὰ εἶχαν τὸν χρόνο. Ἔτσι δήλωναν. Πάνω ποὺ τέλειωσαν τὰ ἕτοιμα καὶ ἄρχισαν τὰ συσσίτια ὁ πέμπτος ὄροφος ξύπνησε. Δὲν ἦταν μαθημένος στὴν ἀνέχεια ὅπως οἱ παρακάτω ὄροφοι. Ἀνακάλυψε ὅτι φορᾶ τὸ ἴδιο χρῶμα μὲ τὶς τέντες ποὺ σκέπαζαν μέχρι κάτω τὸ κτίριο. Τὸ σχέδιο ἦταν ἕνα γλίστρημα. Μιὰ σωτήρια πτώση στὸ κενό. Ἤθελε θάρρος πολὺ καὶ φυσικὰ ἀποφασιστικότητα. Μόλις νύχτωσε μαζεύτηκαν κρυφὰ στὶς βεράντες. Τὴν ὥρα ποὺ ἄλλαζε βάρδια καὶ οἱ φαντάροι κοιτοῦσαν τὴν ὥρα, ἔπεσαν πάνω στὶς τέντες καὶ τέντα στὴν τέντα γλιστρώντας, χάθηκαν κάπου ἔξω ἀπὸ τὴν μάντρα. «Τσουλήθρα στὸ ἄγνωστο» λεγόταν τὸ σχέδιο. Ἂν καὶ παιδὶ τοῦ ἕκτου, ποὺ σημαίνει προνόμια καὶ συνεργασία μὲ τὶς ἀρχές, τοὺς ἀκολούθησα μὲ μιὰ δική τους στολή. Λευκὸς καὶ μετὰ τὴν δεύτερη τέντα ψηλὰ στὸν ἀέρα. Προσγειώθηκα δυστυχῶς πίσω ἀπὸ τὴν τεράστια ἀγγελικὴ μὰ τὴν πέτρινη μάντρα δὲν τὴν πέρασα. Ἀπὸ τότε ζῶ κάτω ἀπὸ τὴν σκιά της. Μὲ τὸν καιρὸ ἔμαθα νὰ ζῶ μὲ ἀέρα καὶ ἥλιο. Δροσίζομαι μὲ τὸ νερό τῆς βροχῆς καὶ ἄρχισα νὰ βγάζω ρίζες. Ἅπλωσα τὰ χέρια μου σὰν ἱκέτης καὶ μὲ τὸ χρόνο βλάστησαν. Ὅλοι μιλοῦν γιὰ ἔνα ὄμορφο δένδρο. Μὲ συμφέρει νὰ ἔχουν τέτοια ἐντύπωση. Τίποτα δὲν προδίδει τὶς βλέψεις μου. Ἰδιαίτερα ὅταν τὶς νύχτες κάνω χάζι τὰ ἀστέρια καὶ ἀνθίζομαι ἐλεύθερος. Αὐτοὶ εὐφραίνονται καὶ κατουροῦν μὲ ἀνακούφιση μὰ ἔτσι γλυτώνω τὸ κόψιμο καὶ ὅσο ὑπάρχω, δὲν ξέρω πῶς, μὰ νοιώθω κοντά. Τὰ εἰσιτήρια ἄλλωστε γιὰ τὸν «παράδεισο» εἶναι φτηνά, ἀρκεῖ νὰ τὰ κλείσεις κάποιους μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή σου. Δημήτρης Μαγριπλῆς ~25~
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΣΩΝΗΣ
ΔΙΠΛΗ ΓΡΑΜΗ* Eμένα η μαμά μου έχει πολλὰ δάκρια κρυμένα. Μια μέρα που μας έδιωξε η δασκάλα μας, γιατί είχανε απεργίες, γύρισα νωρίς στο σπίτι μας. Χτυπούσα, χτυπούσα την πόρτα, γιατί το κουδούνι μας είχε χαλάσει και δεν κουδούνιζε. Ύστερα άνοιξε η μαμά και αμέσως πήγε στη βρίση κι έπλενε τα μάτια της. Μετά με έβαλε το χτεσινό φαί. Ηταν κρύο, η σάλτσα κοματάκια. Μετά πήρε τηλέφωνο τον μπαμπά, μα έλειπε. Τότε είπε ζήτα τον εσύ. Μια κυρία με ρώτησε, εσύ ποιος είσαι; Το παιδί του είπα, κι εκείνη είπε να μην ξαναπάρετε εδώ. Μετά η μαμά ανέβηκε στο δωμάτιο κι εγώ έβλεπα ντιβιντί με τον μικρό Νικόλα. Μ’αρέσει ο μπαμπάς του και ο Κλοτέρ που είναι αλιτάκος, δεν μ’αρέσει ο προδότης ο Ανιάν, που κάνει τον σπασίκλα ούτε ο Σουπιάς που τους βάζει όλο μαρς. Ο Κλοτέρ φτιάχνει τις σούστες όταν χαλάνε τα ποδίλατα. Εμένα το ποδίλατο μου όταν είχε φουίτ το κόλησε ο Ζάχος στην Ποδιλατούπολη και το έφερνε γίρες για δοκιμή, ου-ου-ου, φίνα. Δώστου! Ύστερα πείνασα γιατί το κρύο φαγητό δεν σε χορταίνει. Αυτό το λέει η γιαγιά και πήγα να το πω στη μαμά να μου κάνει πατάτες τηγανιτές με αυγόφετες, μα εκείνη είχε το κεφάλι της κάτω από ένα μαξιλάρι και ήταν ξαπλομένη σαν την Μινουί, τη γάτα μας. Σαν κουλουράκι. Το μαξιλάρι κουνιόταν. Το έβαλα στα αυτιά μου είπε για να μην ακούω τη διπλανή. Η διπλανή μας βάζει δυνατά τα πρωινάδικα. Βλέπει σινταγές από την τηλεόραση, όμως δεν τα αρπάζει εύκολα όλα. Μια μέρα, μας έφερε κάτι τρουφίτσες μα η μαμά τις έριξε στον κάδο και είπε να μας λείπουν αυτά. Τι θέλεις πάλι; με είπε και τα μάτια της ήταν κοκκινισμένα. Τα σκούπιζε μ’ ένα μαντιλάκι που μοσχομύριζε. Πώς ήθελα να πήγαινα κοντά της να το μύριζα κι εγώ και να με χάιδευε. Μα με είπε, πάνε κάτω κι έρχομαι. Είδα που είχε μίξες στη μύτη. Άμα κλαις πολύ και δεν φεύγουν τα δάκρυα από τα μάτια, φεύγουν από αλλού. Μόνο άμα κατρακιλάνε δεν έχεις κόκκινα μάτια. Τότε λάμπουν. Όταν έφαγα τις πατάτες με τα μάτια αυγά, νίσταξα και κοιμήθηκα στον καναπέ. Δεν σου έκανα αυγόφετες, είπε γιατί η ζάχαρη κάνει τεριδόνα. Τα δοντάκια μου είναι κάπως μαύρα, κάπως κίτρινα. Ξύπνησα γιατί ήρθε ο μπαμπάς. Μιλούσανε μουρμουριστά. Έχεις και παράπονα;της είπε. Εγώ έκανα πως κοιμόμουν. Τότε η μαμά είπε, άλλη φορά να μην κρύβεσαι. Ακουγόταν τότε το ρολόι, τακ-τακ-τακ, πολύ δυνατά. Μετά του είπε, με πετάς ως την μοδίστρα; Με τέτοια κίνηση; Πού να παρκάρω; Έλα, αν βρω διπλή γραμμή, είπε εκείνος και μπήκαμε στο Τουγιότα. Εγώ κάθησα δίπλα του κι έβλεπα στο καθρεφτάκι την μαμά που κάθησε πίσω. Ξέρω όλες τις μάρκες από τ’ αυτοκίνητα, μερικές δεν τις έχω δει, ποτέ, αλλά είδα και τις ακριβές, καγιέν, χρώμα λαδί, και τζιπ, χρώμα γιαλιστερό ποντικί. Η μαμά είπε, ξέρεις δεν πάω βόλτα. Ο μπαμπάς με μάλωσε που δεν έβαλα τη ζώνη και ακουγόταν ο Γιαπωνέζος που σφύριζε βούι-βούι…βιού…Ή την περνάς ή βγαίνεις έξω φώναξε, οι τροχέοι δεν αστειεύονται κι έβαλε ένα σιντί με μουσική χωρίς λόγια. Σταματήσαμε κοντά σε μια παλιά λαχαναγορά, εκεί που έχει το μαγαζάκι της η Φωτίκα. Γιατί λένε διπλή γραμμή; Μετρούσα μία γραμμή το πεζοδρόμιο, δύο τα κράσπεδα, τρία το κολλημένο δίπλα μας * Ὁ συγγραφέας υἱοθετεῖ μιὰ «παιδικὴ» ἀνορθογραφία, γι’αὐτὸ καὶ ἀκολουθεῖ τὸ μονοτονικὸ σύστημα, ὅπως θὰ ἔγραφε σήμερα ἕνα παιδί. ~26~
Φιατάκι, τέσσερα το δικό μας, που ήταν πιο τσίλικο. Η μαμά κατεβαίνοντας με πήρε μαζί της. Η κυρία Φωτίκα μιλάει μια μέρα ρωσικά μια άλλη ποντιακά. Γελάει χορταστικά, έχει χαρές και πανηγύρια, λέει η μαμά. Γιατί να μην έχει αφού και τα σκυλιά της είναι δεμένα; Δεμένα είπε; λυμένα; Πάντως είναι ελληνικιά μπαμπούσκα. Μόλις με είδε, είπε: α, καλόστο το παιδόπον το τρανόν. Αυτά είναι και λίγο ελληνικά. Αχ μιάζεις την μικρέσα μου είπε, ανοιχτά ομάτια έχεις. Όταν λέει το όχι βάζει ένα κε μπροστά. Κέχεν θα πει δεν έχει. Πάνω σε μια βυσινιά πολυθρόνα κάθονταν ένας τεμπελόγατος. Σουκ, Τσάκο, τον είπε, παζάρ κέντονε. Δηλαδή, σήκω πάνω, δεν είναι παζάρι εδώ. Και ο γάτος πήδηξε πίσω από το παραβάν. Αυτό κουρτίνα να κρύβεσαι είναι, - …η μαμά σ’ γιατί κι τρώει; με ρώτησε. Δυο φοράς, ράβω τα ρούχα της. Καλύτερα να ανοίγατα παρά να στενεύοτα. Δίαιτες πα κάνει;Τ’ εμόν…αχ!...Τ’ εσόν…και με φίλησε. Μύριζε μανταρίνι και κραγιόν. Τα μεμέ της ήταν λίγο ροζ και λίγο σαν το γάλα. Έβγαζε τις καρφίτσες από το στόμα της και τις πέρναγε στο φουστάνι της μαμάς. Αυτό το λένε πρόβα. Ύστερα μας κέρασε πασταφλόρα που είχε μαρμελάδα ξινούτσικη. Όπως πάει η γλώσσα της παν και τα χέρια της, είπε η μαμά. Χρυσοχέρα είναι. Και κουβαρντού, γιατί όλο παίρνει λιγότερα λεφτά και λέει χαλάλι σου, να τα παλιώσεις όρθια. Τα ρούχα. Ύστερα μπήκαμε στο αμάξι του μπαμπά και της είπε, να μην βάλεις άλλη φορά το παιδί να μπλοφάρει. Μπλόφες κάνει ο Κλοτέρ, μα όχι εγώ. Η μαμά όταν φτάσαμε βρόντηξε την πόρτα. Ο μπαμπάς έβαλε μπρος και οι ρόδες τίναξαν κάτι λάσπες ξερές, γιατί έστριψε απότομα. Όταν ξεκλείδωσε τη πόρτα του σπιτιού μας η μαμά, με έβαλε ένα άλλο ντιβιντί. Εκείνη πήγε στο μαξιλάρι της. Γιάννης Πατσώνης
~27~
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ
DAL LAKE MEMORY Μὲ τὴ μνήμη ἐπιβιώνοντας γιὰ μῆνες, μᾶς χωρίζει μιὰ μεγάλη ἀγκαλιὰ ἀπουσίας κι ἐκείνη ἡ ὕστατη, τρομώδης κραυγή σου μετὰ τὸ ἀναποδογύρισμα τῆς βάρκας, στὰ παγωμένα νερὰ τῆς λίμνης Ντὰλ τοῦ Σριναγκάρ, στὸ μακρινὸ Κασμὶρ μὲ τὶς αἰώνια χιονισμένες κορυφές, τὰ πλατύσκαλα χωράφια τοῦ ρυζιοῦ, τὶς φυτεῖες τοῦ τσαγιοῦ καὶ τὰ πρόσωπα στὸ χρῶμα τῆς στάχτης. Ξένοι σύντροφοι, εὐκαιριακοί, κι ὁ πρωινὸς ἥλιος, οἱ μόνοι μάρτυρες τῆς ἀνάληψής σου στὸν οὐρανὸ μὲ τοὺς ἀλλότριους, ἀλλὰ τόσο ἀδιάφορους θεούς, ἐνάντια στοὺς ὁποίους ἕνα σταυρὸ ἀπὸ καλάμια μόλις ποὺ πρόλαβα στὴν ὄχθη νὰ καρφώσω. Κατὰ τὴν ἐναέρια ἐπιστροφὴ μὲ τὴ σορό σου στὸ Νέο Δελχί, Ντουμπάι, καὶ ἀπὸ κεῖ στὴν πατρίδα, ἔτσι μετέωρος πάνω ἀπὸ ἐρήμους καὶ γυμνά ὁροπέδια, ἔνιωθα πὼς χάραζα πάνω σ’ ἐκεῖνα τὰ ἐδάφη τὸν ἴδιο δρόμο ἀπατηλῆς δόξας μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς νεκρούς, ποὺ κατὰ καιροὺς ἐνταφίασα καὶ τὴ ζωὴ ἀφιέρωσα ἔχοντας ἐμπόδια, στερήσεις, καὶ μάταια ταξίδια – πάντα γιὰ τὸν ἄλλον κυλοῦσε ἡ ζωή μου, γιὰ τὸν ἄλλον, ποὺ γλιστροῦσε τόσο εὔκολα μέσα σὲ σκοτεινὲς στοές, πεδία μαχῶν κι ἀναμέτρησης ἡ καθημερινότητά μας, κι αἰωνίως χαμένοι ἀνάμεσα στὴν ἀπόλαυση καὶ στὴν ἀναμονή. Τώρα τὶς νύχτες, ὅταν ἀνέλπιστα ζωντανεύεις, μέσα στὴν ἴδια κάμαρα τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς θλίψης, προβάλλω στὸ παράθυρο γιὰ νὰ δῶ ξανὰ τὸ ἴδιο τμῆμα τοῦ χωματόδρομου, χαραγμένο, ἀπὸ αὐτοκίνητα κι ἀπρόσωπους διαβάτες.
~28~
Ἀδυνατώντας πιὰ νὰ ζῶ στὴν πόλη ποὺ μεγάλωσες, συχνὰ παίρνω τὰ λεωφορεῖα μὲ ἄγνωστο προορισμό, ἄλλο δρομολόγιο πλὴν τοῦ κοιμητηρίου δὲν ξέρω, ἡ μέρα μου γίνεται καὶ πάλι προσευχή, τρόμος, θλίψη οὔτε πιὰ ξέρω ἂν θὰ μπορέσω νὰ σταθῶ κάπου ποὺ θ’ ἀκούω τὸ γέλιο σου, τὰ λόγια ποὺ μοῦ ἔλεγες στὸ τηλέφωνο, πότε ψιθυριστὰ καὶ πότε μεγαλόφωνα, λὲς κι ἀπευθυνόσουν σὲ μιὰ πόλη ποὺ σὲ ἤξερε, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ ζεῖ τόσο ἄδικα καὶ ὠμὰ μετά ἀπὸ σένα. Μέρα τὴ μέρα, ὅλα πιὰ στενεύουν, γίνονται μιὰ λόγχη αἰχμηρὴ ἐνάντιά μου, ἀπόμεινες ἕνα μάρμαρο νὰ σὲ θυμίζει ἕνα χλοερὸ γρασίδι, ἡ βάρκα τῆς λίμνης ποὺ σὲ σκέπασε, πρὶν μᾶς πάει πρὸς τ’ ἀνοιχτὰ τοῦ νεροῦ, ἕως ὅτου φανοῦν πλάι στὶς ὄχθες ξύλινα σπίτια φωτισμένα, σὰν ἀστέρια μακρινὰ νύχτας ψυχρῆς, ποὺ τ’ ἀγναντεύουμε βέβαιοι πὼς θὰ ξαναφανοῦν ὄχι μόνο τὴν ἑπομένη, ἀλλὰ καὶ τὴν μεθεπομένη, μπορεῖ καὶ γιὰ πάντα, ἐρήμην μας. Γεράσιμος Δενδρινός
⩷ ~29~
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Η ΑΓΚΑΛΙΑ Ποτέ της δὲν θὰ ξεχάσει αὐτὴ τὴν ἀγκαλιά. Μέχρι νὰ σφαλίσει ὁ Θεὸς τὰ μάτια της ὁριστικά, θὰ τὴ θυμᾶται. Μόνο μιὰ μεγάλη, ἀληθινὴ ἀγκαλιὰ μπορεῖ νὰ διώξει μακριὰ ὅλους τοὺς φόβους. Νὰ γεμίσει ἕνα σκοτεινό, κρῦο δωμάτιο μὲ φῶς καὶ ζεστασιά. Ἀκριβῶς ὅπως τότε, τὴ μέρα ποὺ ἔφυγε ὁ Γιάννης. Ὁ Γιάννης της. Τὸ μωρό της. Ὁ κανακάρης της. Ὁ μονάκριβός της. «Μὴ στεναχωριέσαι μάνα» τῆς εἶπε. «Θὰ φωνάζεις τὴ Νατάσα ἀπὸ πάνω κι ἐκείνη θὰ σοῦ βάζει τὸ κομπιοῦτερ καὶ θὰ τὰ λέμε στὸ σκάιπ!» Τί ἦταν αὐτὸ τὸ σκάιπ οὔτε ποὺ ἤξερε. Καὶ οὔτε ἤθελε νὰ μάθει. Αὐτὸ ποὺ ἤξερε ἦταν ὅτι θὰ ἔμενε μόνη. Πιὸ μόνη ἀπὸ ποτέ. Περίμενε ἀπὸ καιρὸ ὁ Γιάννης αὐτὴ τὴν εἰδοποίηση. «Θὰ στείλω τὰ χαρτιά μου, μάνα, στὴν Ἀμερική», τῆς εἶπε μιὰ μέρα. «Στεῖλ’ τα, γιέ μου» τοῦ ἀπάντησε ἀπορροφημένη στὰ ἀμπελόφυλλα ποὺ ζεμάτιζε γιὰ νὰ τοῦ κάνει τὸ ἀγαπημένο του, ντολμαδάκια γιαλαντζί. Σάμπως δὲν τὰ εἶχε στείλει ὣς τώρα κι ἀλλοῦ; Ἀπὸ πουθενὰ ἀπάντηση. Κι ἂν ἐρχόταν κανένα γράμμα, ἦταν γιὰ νὰ τοῦ ποῦν «λυπούμαστε». Ὄχι πὼς δὲν εἶχε τὰ προσόντα ὁ Γιάννης της. Εἶχε γίνει τρανὸς μὲ τὶς σπουδές του καὶ τὰ πτυχία ποὺ εἶχε μαζέψει. «Ἔχει ὁ Θεός, παλικάρι μου» τοῦ ἔλεγε. «Μὴν ἀπογοητεύεσαι. Θά ‘ρθει καὶ σένα ἡ σειρά σου. Κάποιος θὰ ἀναγνωρίσει τὴν ἀξία σου». Τὸν Γιάννη ὅμως τὸν ἔτρωγε ἡ ἀγωνία κι ἂς μὴν τὸ ἔδειχνε. Τόσες στερήσεις ἔκανε ἡ μάνα, νὰ μὴν τὴν ξεκουράσει κι αὐτὸς λίγο κάποια στιγμή; Τελείωσε καὶ τὸ δεύτερο μεταπτυχιακό, πάντα δουλεύοντας ὅπου ἔβρισκε. Τώρα ἔψαχνε πάλι ὅ,τι δουλειὰ νά ‘ναι. Καὶ πήγαινε ἀπὸ τὴ μιὰ στὴν ἄλλη. Σὲ καφετέριες, σὲ φούρνους, στὶς διανομές, σὲ φορτωτικές, σὲ προποτζίδικα, σὲ μπάρ, δὲν τὸν ἔνοιαζε. Φτάνει νὰ εἶχε δουλειὰ ἐκεῖνος καὶ νὰ σταματήσει ἐπιτέλους ἡ Εὐανθία νὰ σκουπίζει ξένα σπίτια. «Ἔχουμε κρίση, μάνα! Τίποτα δὲν κουνιέται, ἀνεργία, ὁ κόσμος τὰ φέρνει δύσκολα βόλτα» τῆς ἔλεγε κάθε μέρα. Ἡ Εὐανθία δὲν καταλάβαινε τί κρίση ἦταν αὐτή. Ἐκείνη πάντα δύσκολα τὰ ἔφερνε βόλτα. Πάντα, ἀκόμα καὶ τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε ὁ μακαρίτης. Καὶ ὅλοι στὴ γειτονιά τους τὸ ἴδιο. Φτώχεια κι ἀνέχεια ὅσο πίσω καὶ νὰ κοιτάξει. Ἡ μόνη της ἡλιαχτίδα τοῦτο δῶ τὸ παιδί. Καὶ τὸ γράμμα ἦρθε. Ἡ Εὐανθία τὸ ἄφησε στὴ συρταριέρα ὅπως κάθε φορά. Δὲν τὸ ἄνοιξε. Ἦταν γιὰ τὸν Γιάννη. Ἐκεῖνος ἦρθε τὸ βράδυ ἀργά. Ἔκανε μπάνιο, ἔφαγε καὶ ἔπεσε ξερός. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ εἶδε καὶ τῆς ἔβαλε τὶς φωνές. «Ρὲ μάνα! Ἦρθε τὸ γράμμα ἀπὸ τὴν Ἀμερική καὶ δὲν μοῦ εἶπες; Ἄ, ρὲ μάνα!» καὶ τὸ ἄνοιξε βιαστικά. Γούρλωσε τὰ μάτια του καὶ ἔβγαλε μιὰ φωνή. Ἡ Εὐανθία τρόμαξε. Βγῆκε ἀπὸ τὴν κουζίνα μὲ τὸ μπρίκι στὸ χέρι. Τὴν πῆρε ἀγκαλιὰ καὶ τὴν ἔφερε δυὸ σβοῦρες ποὺ ἔχασε τὸ φῶς της. «Σιγά, παιδάκι μου! Σιγά! Ζαλίστηκα!» ἐκεῖνος δὲν μποροῦσε νὰ κρατηθεῖ ἀπὸ τὴ χαρά του. Φώναζε πηγαίνοντας πάνω–κάτω μέσα στὸ σπίτι «Μὲ πῆραν, μάνα! Μὲ πῆραν!» Μετὰ ἄρχισε νὰ τηλεφωνεῖ στοὺς φίλους του. Μέχρι τὸ βράδυ τὸ σπίτι εἶχε γεμίσει κόσμο. Τὰ κορίτσια ποὺ ἔμεναν ἀπὸ πάνω, ὁ Τάκης, ὁ παιδικός του φίλος, ὁ Νίκος καὶ ἡ Δώρα ἀπὸ τὴ σχολή, ὁ Θανάσης καὶ ὁ Πέτρος ~30~
ἀπὸ τὸ μεταπτυχιακό, ὁ κυρ-Θόδωρος ἀπὸ τὸν φοῦρνο ποὺ δούλευε τελευταία, ὡς και ὁ Στέφανος ποὺ εἶχαν χαθεῖ ἀπὸ τότε ποὺ δούλευε στὸ προποτζίδικο. Ἦρθε κι ὁ κύριος Δημήτρης, ὁ γείτονας, μὲ τὴ γραβατούλα του, τὸ σακάκι του, πάντα περιποιημένος. Μιλοῦσαν ὅλοι ἐνθουσιασμένοι, μακάριζαν τὸν Γιάννη γιὰ τὴν καλή του τύχη. «Ἄ, ρὲ μπαγάσα! Τὴν καλύτερη δουλειὰ ἔκανες! Νὰ φύγεις, τί νὰ κάνεις ἐδῶ; Ἐδῶ δὲν ἔχουμε στὸν ἥλιο μοῖρα!» «Μπράβο, ρὲ Γιάννη! Τὰ κατάφερες! Στὴ μεγαλύτερη κατασκευαστικὴ ἑταιρεία σὲ δέχτηκαν!» «Θὰ πᾶς μπροστά! Τώρα ἀρχίζει ἡ ζωή! Τώρα σοῦ ἀνοίγονται δρόμοι!» Ἡ Εὐανθία τὰ εἶχε χαμένα. Δέχονταν τὰ συχαρίκια, χαμογελοῦσε, τοὺς ἔβγαλε πορτοκαλάδες καὶ καφέδες καὶ ἔτρεξε νὰ πάρει μερικὰ κεράσματα. Τὸ βράδυ δὲν ἔκλεισε μάτι. Οἱ σκέψεις ἀνακατεμένες τὴ ζάλιζαν ὅλη νύχτα. «Κι αὐτὸ τώρα εἶναι γιὰ καλό; Νὰ φύγει τὸ παιδί; Νὰ πάει τόσο μακριά; Κι ἂν δὲν τὰ βρεῖ ὅπως τὰ θέλει; Τί θὰ κάνει ἐκεῖ πέρα μόνος του; Θὰ τοῦ φέρονται καλά; Ὄχι, εἶναι γιὰ καλό του! Ἔτσι θὰ πάει μπροστά! Βρῆκε τὴ θέση ποὺ ἤθελε. Ναί, ἀλλὰ νὰ πάει τόσο μακριά;» Δέκα μέρες ἀργότερα ὁ Γιάννης ἦταν ἕτοιμος. Διαβατήρια, βίζες, τὰ πτυχία μεταφρασμένα, τὰ βιογραφικά του, ὅλα. Ἡ Εὐανθία μιὰ βδομάδα σιδέρωνε καὶ ταίριαζε τὰ ροῦχα στὴ βαλίτσα. Ἔβαζε καὶ ἔβγαζε. «Μάνα, μὴ σκᾶς γιὰ τὰ ροῦχα. Μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ θὰ παίρνω θὰ ἀγοράσω τὰ καλύτερα!» τῆς εἶπε περήφανος. Τὸν κοίταξε στὰ μάτια. «Νὰ μὴν ξεχάσεις ποτέ σου ἀπὸ ποῦ ξεκίνησες!» τοῦ εἶπε καὶ τὸν ἀγκάλιασε. Τὸ ταξὶ ἦρθε. «Μάνα, θὰ τὰ λέμε στὸ σκάιπ!» τῆς φώναξε καὶ ἔκλεισε τὴν πόρτα. Ἡ Εὐανθία μπῆκε στὸ ἄδειο σπίτι. Βουβὰ τὴν κοίταζαν ὅλα γύρω της. Κάθισε σὲ μιὰ καρέκλα. Μέχρι ποὺ ἔπεσε τὸ σκοτάδι καὶ μάκρυναν οἱ σκιές, ἡ Εὐανθία δὲν εἶχε κουνηθεῖ. Ὁ πόνος εἶχε μαρμαρώσει τὸ κορμί της. Διψοῦσε, πεινοῦσε, πιάστηκε; Δὲν ἤξερε. Δὲν ἤξερε τίποτα πιά. Δἐν ἄκουγε. Δὲν ἔνιωθε. Δὲν ἄκουσε ποὺ τῆς χτυποῦσαν. Ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ μπῆκε ὁ κύριος Δημήτρης, ὁ γείτονας. Ἄναψε ἕνα φῶς καὶ πῆγε κοντά της. «Μὴν κλαῖς Εὐανθία» τῆς εἶπε. «Ἔτσι εἶναι τὰ παιδιά. Ἀνοίγουν τὰ φτερά τους καὶ φεύγουν». Τὸν κοίταξε μὲ θολὰ μάτια. Κουβέντα δὲν ἔβγαινε, εἶχε στεγνώσει τὸ λαρύγγι της. Τότε ἐκεῖνος τῆς ἔπιασε τὸ χέρι. «Δὲν εἶσαι μόνη, Εὐανθία. Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ. Κι ἂν θέλεις κι ἐσύ, μπορῶ νὰ μείνω». Ἔσκυψε, ἄνοιξε τὰ χέρια του καὶ τὴν ἔκλεισε στὴν ἀγκαλιά του. Εὐαγγελία Παπαθανασίου
⩷ ~31~
Ν. ΒΑΞΕΒΑΝΙΔΗΣ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
(Ὀμφάλιος λῶρος τῆς κραυγῆς μου)
Γυρεύω λέξεις ἐπικίνδυνες, -ποὺ ἀρνοῦνται τὴν ὑποταγὴ στὴ χωροταξία τῆς φράσης. Γυρεύω λέξεις ἀμφίσημες, -ποὺ δὲν θὰ κρίνονται μὲ τὰ συνήθη μέτρα καὶ σταθμά. Γυρεύω λέξεις μουσικές, -ποὺ ἐνεργοποιοῦν τοὺς ξεχασμένους ἤχους τῶν νεκρῶν. Εἶναι τότε ποὺ ἀνοίγει τὸ τρίτο μάτι τῆς νύχτας μὲ τὶς θαμμένες εὐωδιὲς καὶ τὰ χαμένα ξόρκια μὲ τοὺς λησμονημένους προγόνους καὶ τὴν ἀρχαία μοναξιά. Ξεχύνεται στὸ φῶς ἡ ΓΛΩΣΣΑ μὲ ἀγκυλώνει καὶ μὲ πνίγει.
Ἔγραψα ποίηση – μ΄ ἄλλα λόγια συνεργάστηκα μὲ τὸ μηδέν. Ν. Καροῦζος
Ὀκτώβριος ’88-Ὀκτώβριος ‘96
ΝΗΦΑΛΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΥΧΤΑ Ἔρχεται πάντα μεσάνυχτα, χειμωνιάτικα, αὐτὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης Κάθεται ἀπρόσκλητος στὸ γραφεῖο μου Παίζουμε σκάκι καὶ ἀκοῦμε Μότζαρτ Μὲ ρωτάει γιατὶ χάθηκα ἀπὸ τὴν Φωκίωνος Νέγρη -Μετώκησα, τοῦ ἀπαντῶ Μὲ ρωτάει, γιατί σταμάτησα νὰ πίνω μελάνι -Δὲν ξέρω τί νὰ ἀπαντήσω Τελειώνουμε τὴν παρτίδα, μένουμε σιωπηλοὶ Τὴν αὐγὴ φεύγει μέσα ἀπὸ τὸν παλιὸ καθρέπτη, ἀφήνοντας ἕνα παλίμψηστο χειρόγραφο – τὸ σχέδιο ἑνὸς κοκκινολαίμη … Πάντα νικάει στὸ σκάκι
Ἀθήνα, 19/20-02-2018
Ν. Βαξεβανίδης ~32~
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
ΜΙΑ ΦΛΟΥΔΑ ΘΑΥΜΑ ΙΣΩΣ ΑΠΟΜΕΝΕΙ Περικυκλώνω τὸν ἑαυτό μου καὶ ἔχω ἄγνοια τοῦ ἔξω κόσμου.
Μ’ ἕνα Ζάναξ ἔχασα τὴν ποίηση μιᾶς λαμπρῆς μέρας. Ὁ Διαβήτης ἄνοιξε τὰ πόδια του, γιὰ νὰ κάνει μεγαλύτερο κύκλο.
Τὸ αἷμα μου κυλάει σιωπηλὰ σὲ μιὰ ἡσυχία ποὺ διδάσκει ὀμορφιά.
Οἱ σπίθες δὲν πρόλαβαν νὰ ὑπογράψουν. Ἔφυγαν κι ἔσβησαν ἀνώνυμες. Ἡ μοναξιὰ σὲ μιὰ σβησμένη ἀκοὴ σὰν λατομεῖο ποὺ δὲν ἔχει ὀρυκτὰ. Σὰν βούτυρο σκοτάδι στὸ τηγάνι καὶ λιώνει κι ἔρχεται τὸ φῶς.
Ὅμως στὸ φῶς καθένας βλέπει τὰ δικά του καὶ ἀγνοεῖ τοῦ διπλανοῦ τὴν ἱστορία.
Μέλλον μὲ δόντια ἀσφράγιστα καὶ ἀπονευρωμένα, ὅμως μιὰ φλούδα θαῦμα ἴσως ἀπομένει.
Δράμα, 12-13 Ὀκτωβρίου 2019
Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΖΑΝΑΞ Ὁ ἄγγελος Ζάναξ κατεβαίνει σὲ 15 λεπτὰ καὶ μὲ σκεπάζει μ‘ ἕνα σεντόνι ἡρεμίας. Δὲν φοβᾶμαι πιὰ τὸν γκρεμὸ οὔτε τὸν πνιγμό. Βρίσκομαι σὲ μιὰ γλυκιὰ γαλήνια ἐρημιὰ καὶ βλέπω πέρα νὰ χορεύουν ἡ ρίγανη, τὸ κύμινο, ἡ κανέλα, τὸ χαμομήλι, ἡ μαντζουράνα καὶ τὸ δεντρολίβανο. Ἀφουγκράζομαι τὸ συνεχόμενο σύρσιμο τῆς ζωῆς ποὺ φεύγει. Νιώθω τὴν πέτρα καὶ τὸ χῶμα ἀδέρφια μου. Ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα θὲς δὲν θὲς παραδέχεσαι αὐτὰ ποὺ κάποτε σὲ φόβιζαν καὶ δὲν ἤθελες νὰ σκεφθεῖς. Δὲν θὰ βρεθῶ ποτὲ ξανὰ στὸν λόφο μὲ τὰ καλαμπόκια καὶ τὰ χρωματιστὰ στρογγυλὰ κολοκύθια. Δὲν θὰ βρεθῶ ποτὲ ξανὰ στοὺς λόφους καὶ στὰ βουνά, στὰ μονοπάτια καὶ στὰ χωράφια ποὺ ἵδρωσα καὶ δίψασα. Τρῶς τὸ μῆλο τῆς ζωῆς καὶ μένουν λίγα κουκουτσάκια.
Δράμα, 14-15 Ὀκτωβρίου 2019
Κωνσταντῖνος Ἰωαννίδης
~33~
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΑΡΙΝΗΣ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΙΤΣ; Τί εἶναι κὶτς ἢ μᾶλλον τί σημαίνει κίτς; Ἕνα ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ Cultur Chronik μὲ τίτλο «τί εἶναι τὸ κίτς;» μᾶς λέει ὅτι ὁ ὅρος εἶναι γερμανικῆς προέλευσης καὶ προῆλθε ἀπὸ τοὺς καλλιτεχνικοὺς κύκλους τοῦ Μονάχου τὸ 1870 σὰν συνώνυμο τῆς λέξης «trash» (ἄτεχνο, φτηνοδουλειά). Ἡ σημασία αὐτὴ ποὺ δίνει ὁ Kluge στὸ Etymologisches Wörterbuch σημαίνει, ὅτι τὸ κὶτς δὲν εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς τέχνης οὔτε ἔλλειψη καλαισθησίας. Καὶ τὰ δύο ὑπῆρχαν πάντα, καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι κάθε ἔργο τῆς κλασικῆς ἀρχαιότητας, εἶναι πράγματι ἕνα κλασικό, ἀτόφιο ἔργο τέχνης. Ἀλλὰ τί γίνεται στὴν περίπτωση ποὺ θὰ θελήσουμε νὰ ζητήσουμε κάπως πιὸ σαφεῖς ὁρισμούς, ὅπως π.χ. γιὰ τὴ σχέση τοῦ Κὶτς μὲ τὴν τέχνη; Kitsch, γράφει ὁ Χέρμαν Μπρὸχ (Hermann Broch, Quelques remarques à propos du kitsch, ed. Allia, Paris, 2001), δὲν εἶναι ἡ κακὴ τέχνη: περιέχει ἕνα ξεχωριστὸ καὶ αὐτορυθμιζόμενο σύστημα, τὸ ὁποῖο ὑπάρχει σὰν ἕνα ξένο σῶμα μέσα στὴν ἴδια τὴν τέχνη σὰν ὁλότητα ἢ ὑπάρχει δίπλα σ’ αὐτή. Μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ –κι αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ ἁπλή μεταφορά- μὲ τὸ βασίλειο τοῦ Ἀντιχρίστου σὲ σχέση μὲ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ κίτς, ὅπως τὸ θεωρεῖ ὁ Μπρὸχ εἶναι ὁ δαίμονας μέσα στὸ σύστημα ἀξιῶν τῆς τέχνης, γι’ αὐτὸ καὶ ὁποιοσδήποτε, ποὺ κάνει κίτς, δὲν εἶναι ἀπαραίτητα κάποιος ποὺ κάνει τέχνη χαμηλῆς ποιότητας. Δὲν εἶναι κάποιος ποὺ ἔχει λίγο ἢ καθόλου ταλέντο. Δὲν πρέπει μὲ κανένα τρόπο νὰ ἀξιολογηθεῖ μὲ αἰσθητικὰ κριτήρια, θὰ ἐπισημάνει ἡ Kipphoff. Γιὰ ἕναν κὶτς ἡ τέχνη δὲν εἶναι μιὰ πραγματικότητα, ἀλλὰ μιὰ δυνατότητα νὰ δραπετεύσει κανεὶς ἀπ’ τὴν πραγματικότητα. Μὲ τὴν ἐνσωμάτωση τῆς τέχνης στὴ ζωή του δὲν σκοπεύει στὸ νὰ ἀποκτήσει μιὰ βαθιὰ ἀντίληψη ἀλλὰ νὰ τροφοδοτήσει τὶς αὐταπάτες του καὶ νὰ ἀποσπάσει λίγη παρηγοριὰ ἀπὸ ἕνα ἔργο τέχνης ποὺ τοῦ προσφέρει ἕνα προκατασκευασμένο μήνυμα, ἐντελῶς ξεκομμένο ἀπὸ τὸ γενικὸ πλαίσιο τοῦ ἔργου. Ὁ Γερμανιστής Οὐῶλτερ Κίλλυ (Walter Killy) ἔγραψε στὸ ἔργο του Deutscher Kitsch ὅτι «ἡ πραγματικὴ δυσκολία ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὄτι ἡ κοινοτοπία (τετριμμένο, ἀσήμαντο) τοῦ κὶτς ἐπιτρέπει πολύ εὔκολα στὸν καθένα νὰ παραβλέψει τὴ βασικὴ ἀλήθεια, ὅτι τὸ Κὶτς ἀποτελεῖ στὴν οὐσία μιὰ νοθευμένη μορφὴ τέχνης». Ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀναλυτές τοῦ κὶτς, ὁ Γάλλος Abraham Moles, διευθυντὴς τοῦ Ἰνστιτούτου Κοινωνικῆς Ψυχολογίας στὸ Στρασβοῦργο, (Psychologie du Kitsch, L’art du bonheur, ed. Denoël, 1971) μᾶς λέει, ὅτι τὸ κὶτς εἶναι μία λέξη τοῦ γερμανικοῦ νότου ποὺ ἐμφανίστηκε μὲ τὴν σημερινή της ἔννοια τὸ 1860. Kitschen σημαίνει κάνω κάτι ἀπρόσεκτα, γρήγορα, κοινῶς φτιάχνω νέα ἔπιπλα μὲ τὰ παλιά. Τὸ κὶτς χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀκαταλληλότητα, τὴν συσσώρευση, τὴν συναισθησιακὴ ἀντίληψη (τὴ σύγχρονη ἀντίληψη δύο ἢ περισσοτέρων αἰσθημάτων διαφόρου τύπου) καὶ τὴν ἄνεση. Τὸ κὶτς συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν τέχνη μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ συνδέεται τὸ ψεύτικο μὲ τὸ αὐθεντικό, κι ὅπως λέει ὁ Broch «ὑπάρχει μιὰ σταγόνα κὶτς μέσα σὲ κάθε τέχνη». Ἑπομένως, τὸ κὶτς εἶναι ἕνα συνεχές, παγκόσμιο κοινωνικὸ φαινόμενο, μεγάλης διάστασης, ποὺ παρέμεινε στὴν συνείδηση τῶν λατινογενῶν γλωσσῶν ἕνα φαινόμενο σὲ λανθάνουσα μορφὴ λόγῳ ἔλλειψης καθορισμοῦ ἀπὸ τὸν κατάλληλο ὅρο. Σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν οἰκουμενικότητα τοῦ κὶτς ὁ Moles ἰσχυρίζεται, ~34~
ὅτι τὸ κὶτς εἶναι περισσότερο μία κατεύθυνση παρά ἕνας σκοπός: ὅλοι τὸ ἀποφεύγουν –Κὶτς εἶναι μιὰ καλλιτεχνικὴ βρισιά- ὅλοι ὅμως ἐπανέρχονται σ’ αὐτό, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ καλλιτέχνης ποὺ ἐνδίδει στὰ γοῦστα τοῦ κοινοῦ γιὰ ν’ ἀρέσει καὶ νὰ ἐκτιμηθεῖ, ὁ θεατὴς ποὺ δοκιμάζει καὶ ἐκτιμᾶ. Ἂς μὴν ξεγιελιόμαστε. Στὸ βάθος ὅλων μας ὑπάρχει τὸ κὶτς, εἶναι συνεχὲς σὰν τὴν ἁμαρτία: Ὑπάρχει θεολογία τοῦ κίτς. Ἡ διαχρονικότητα ποὺ βλέπει ὁ Moles στὸ κίτς, στηρίζεται στὸ γεγονός, ὅτι τὸ κὶτς τοποθετεῖται ἀνάμεσα στὸν συρμὸ (μόδα) καὶ τὸν συντηρητισμὸ ὡς ἀποδοχὴ «τῶν πιὸ πολλῶν», καὶ γι’ αὐτὸ τὸ κὶτς εἶναι οὐσιαστικά δημοκρατικό. Εἶναι ἡ τέχνη τῆς ἀποδοχῆς, ποὺ δὲν σοκάρει τὸ πνεῦμα μας μὲ μιὰ ὑπερβατικότητα ἔξω ἀπὸ τὴν καθημερινότητά μας, ποὺ δὲν μᾶς ξεπερνᾶ, κυρίως ποὺ δὲν μᾶς καλεῖ νὰ ξεπεράσουμε τὸν ἑαυτό μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κὶτς εἶναι στὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου. Ἂν ἡ τέχνη ἀποτελεῖ τὸ πάνω ἀπὸ τὸ κοινό μέτρο, ἔρχεται τὸ κὶτς καὶ διαλύει τὴν αὐθεντικότητα σ’ ἕνα κατώτερο βαθμὸ γιὰ νὰ τὴν κάνει προσιτὴ καὶ ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλους. Ἔτσι, τὸ κὶτς γίνεται ἡ τέχνη τῆς εὐτυχίας καὶ κάθε ἀπειλὴ τῆς εὐτυχίας τοῦ πολιτισμοῦ θὰ ἀποτελεῖ συγχρόνως μία ἀπειλὴ γιὰ τὸ κίτς. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκουμενικότητά του. Σπυρίδων Μαρίνης (προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τέχνη τῆς ἀλλοίωσης. Νεοβυζαντινὲς ὄψεις τοῦ Κίτς».)
~35~
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ
Η «ΑΗΔΟΝΟΛΑΛΙΑ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ Ὑπάρχει ἕνα μικρὸ ποίημα μὲ τὸν παραπάνω τίτλο ποὺ περιλαμβάνεται στὴν ἔκδοση τῶν Ἔργων (Ι) τοῦ Σαραντάρη, τὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς δύο τόμους ποὺ ἐπιμελήθηκε ἡ Σοφία Σκοπετέα καὶ ἐξέδωσε ἡ Βικελαία Βιβλιοθήκη Ἡρακλείου Κρήτης. Στὸ ποίημα αὐτό, ποὺ μάλιστα ἔχει προμετωπίδα τὸ στιχάριο «Ἡ Ἑλλάδα/ Ἔχει λαλιὰ ποὺ ὄμορφα θὰ ταξιδέψει», ὁ Γ. Σ. μᾶς δίνει ἕνα δεῖγμα τῆς αἰθέριας σχέσης του μὲ τὴν χώρα, ὅπου πρόλαβε νὰ ζήσει μόλις μιὰ δεκαετία καὶ γιὰ τὴν ὁποία παρ’ ὅλα αὐτὰ πολέμησε, σταλμένος στὴν πρώτη γραμμή, ἄνθρωπος αὐτὸς ἄλλης ποιότητας καὶ ἄλλου κόσμου. Πολλοὶ ἴσως δυσανασχετήσουν μὲ τὴν ἁπλότητα τοῦ λόγου, μὲ τὴν πατριδο-θρησκευτικὴ διάθεση τῆς πρώτης στροφῆς. Ἂς ξέρουν ὡστόσο, κι ἂς τὸ ξέρουμε ὅλοι μας, ὅτι τὸ ποίημα ἀνήκει στὴν συλλογή του Στοὺς φίλους μιᾶς ἄλλης χαρᾶς, ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο στὰ 1940 καὶ ποὺ φαίνεται νὰ ἀγγίζει ἀπὸ κοντὰ ἢ ἀπὸ μακριὰ τὰ ρίγη μιᾶς ἱστορικῆς ὥρας κρίσιμης, λίγο πρὶν τὸν πόλεμο. Φαίνεται πὼς σὲ κάποια στιγμὴ ποὺ ὁ μοναχικός μας ποιητής-φιλόσοφος ἀναπόλησε τὸν ἐρχομό του ἀπὸ τὴν Ἰταλία καὶ τὰ πρῶτα σκιρτήματα τῆς λαχτάρας του νὰ μείνει ὁριστικὰ ἐδῶ, ἐνθυμούμενος καὶ κάποια δημοτικὰ ἄσματα, ἐνθυμούμενος ἀξέχαστες λαϊκὲς παραδόσεις μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὁ τόπος κατὰ καιροὺς μεγαλούργησε, σκάρωσε αὐτὸ τὸ μικρό ποίημα, λιτὸ καὶ ἀπέριττο σὰν τὸ στεφάνι τοῦ Σολωμοῦ Γινομένο ἀπὸ λίγα χορτάρια Ποὖχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ Καὶ τὸ χάρισε στὴν πατρίδα του τὴν ἑλληνική, ἀποκαλώντας την «Ἀηδονολαλιά». Εἶναι γνωστὴ στοὺς λίγους, ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν περίπτωσή του, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὰ πουλιά, ἡ ἰδιαίτερη σχέση του, σχέση ποὺ ἀνεβαίνει σὲ μεταφυσικὰ ὕψη καὶ μᾶς σηκώνει, μᾶς τραβάει ψηλά, νὰ ἀκούσουμε τὰ φτερουγίσματα, νὰ μισοϊδοῦμε, τὰ πουλιά-ἀγγέλους, νὰ ἀναγεννηθοῦμε ἔστω γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀπὸ τὸ ἀντίκρισμά τους. Νὰ λοιπόν, ποὺ τὸ ποιηματάκι αὐτὸ εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν πουλιῶν, αὐτῶν μάλιστα τῶν τεσσάρων (ἀετός, περιστέρι, πέρδικα, χελιδόνι) ποὺ τὰ ἀπαντᾶμε σὲ πολλοὺς ἑλληνικοὺς τόπους, ποὺ τὰ τραγουδοῦμε στὰ τραγούδια μας, παρ’ ὅτι στὶς μέρες μας τὸ τοπίο ἄλλαξε τόσο καὶ ἀλλάζει καθημερινά, ποὺ τὸ ἄκουσμά τους φαντάζει παράταιρο μεσ’ στὸν βουερὸ ρυθμὸ τῆς μεγαλούπολης καὶ τοὺς ποικίλους ξενόφερτους βομβαρδισμούς. Καὶ καθὼς ὁ Γ.Σ. μᾶς δείχνει τὰ πουλιὰ καὶ μᾶς ἀνοίγει τὸν ὁρίζοντα γιὰ νὰ πετάξουμε καὶ μεῖς, αὐτός, στὴν τελευταία στροφὴ μᾶς λέει ὅτι «πῆγε πιὸ μπροστά», σὰν νὰ ξεπέρασε τὰ πουλιά, κι αὐτὸ γιατὶ ἤθελε νὰ «σηκώσει σημαία», νὰ «κεντήσει τ’ ἄλογο» Ποὺ θὰ μᾶς φέρει πέρα. Χωρὶς νὰ κουδουνίζει ἐθνικοπατριωτικὰ καὶ εἰδικὰ ἡ τελευταία στροφή, εἶναι σὰν νὰ ἑτοιμάζει ~36~
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
ΑΗΔΟΝΟΛΑΛΙΑ Ἀηδονολαλιά ὡραία μου πατρίδα Πάνω σ’ ἐσένα πέταξα Και πῆγα ὅπου πάει Ἡ προσευχή σου Πῆγα μὲ τὸν ἀετὸ Καὶ μὲ τὸ περιστέρι Μὲ τὴν πέρδικα Καὶ μὲ τὸ χελιδόνι Καὶ πῆγα πιὸ μπροστὰ Νὰ σηκώσω σημαία Νὰ κεντήσω τ’ ἄλογο Ποὺ θὰ μᾶς φέρει πέρα
Γιῶργος Σαραντάρης
τοὺς ἀνθρώπους στὴν Ἑλλάδα γιὰ τὸ χρέος, γιατί βέβαια λέξεις ὅπως σημαία καὶ ἄλογο ἔχουν ἕνα μόνιμο συμβολισμό, ποὺ ὅμως κι αὐτὸς παρουσιάζεται ἐδῶ μὲ μιὰ ποιητικὴ καὶ παιδικὴ λεβεντιά, μιὰν ἀνδρεία σεμνὴ ποὺ φαίνεται νὰ τὴν ἔχουμε λησμονήσει σήμερα. Κι ὅλα αὐτά, ὄχι μόνο ἀπευθύνονται στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ταυτόχρονα τὰ δανείζεται ἀπὸ αὐτήν, ΑΥΤΑ τὴν ἀποτελοῦν καὶ τὴ σημαίνουν: ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἡ ἀηδονολαλιὰ ποὺ προσεύχεται, εἶναι ὁ ἀετός, τὸ περιστέρι, ἡ πέρδικα, τὸ χελιδόνι, ἡ σηκωμένη σημαία, τὸ ἄλογο ποὺ τὸ κεντᾶς μὲ τὰ σπιρούνια, ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ «πέρα», ἡ κατάληξη, ποὺ μιλᾶ γιὰ τὴν ὑπέρβαση μὲ τὴν ὁποία ἦταν ταυτισμένος ὁ ποιητής. Τὸ μικρὸ αὐτὸ ποίημα, ἂν τὸ ἀφήσουμε νὰ εἰσχωρήσει μέσα μας μπορεῖ νὰ μᾶς σηκώσει ψηλά, «λίγο ψηλότερα» ποὺ ἔλεγε ὁ ἄλλος ποιητής. Νὰ ξαναδοῦμε τὸν κόσμο ἀπ’ τὴν ἀρχή, νὰ καθαρίσουμε τὰ μάτια μας. Σωτήρης Γουνελᾶς ~37~
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ (Χάβαρι Ἠλείας 1931 - Πάτρα 2008)
ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Χρησιμοποίησα τὶς λέξεις κατὰ προτίμηση τὶς πιὸ σκοτεινές. Μ᾽ αὐτὲς ἐργάστηκα, μ᾽ αὐτὲς καὶ μὲ τὸ φόβο. Στὴ λέξη θάνατος κατέφυγα πολλὲς φορές. Μοῦ φαινόταν ἡ μόνη ἀληθινή.
(Φωτογραφία ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ Γιάννη Πατίλη)
Ἐραστὴς τοῦ ὀλιγόστιχου καὶ ἐπιγραμματικοῦ ποιήματος ὁ Χρίστος Λάσκαρης ἐμφανίζει μιὰν ἀράγιστη λογοτεχνικὴ φυσιογνωμία ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ ποὺ παρουσιάστηκε στὰ γράμματα. Ἡ θεματική του εἶναι ἑνιαία καὶ δὲν διακόπτεται ἀπὸ σπασμωδικὲς ἀναζητήσεις, οὔτε ἀπὸ πειραματικὲς γλωσσικὲς ἀνακατατάξεις. Ἴσως αὐτὸ νὰ ὀφείλεται ὅτι ἐμφανίστηκε στὰ γράμματα κάπως ἀργά (1979), ὅταν ἡ γλωσσικὴ καὶ ἐκφραστική του ὡριμότητα εἶχε παγιωθεῖ. Ἔτσι σὲ ὅλες τὶς ποιητικὲς συλλογές του ὁ ἀναγνώστης ἀφουγκράζεται τοὺς ψιθύρους ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ὑπερασπίζεται πεισματικὰ τὴ μοναξιά του καὶ μετατρέπει κατὰ τὸν καλύτερο λειτουργικὸ τρόπο τὶς εἰκόνες τοῦ περίγυρου σὲ δραστικὴ ποιητικὴ οὐσία. Ὁ Χρίστος Λάσκαρης προέρχεται ἀπὸ τὴ χαμηλόφωνη ποίηση τοῦ μεσοπολέμου καὶ τὴν ἐξευγενισμένη ἀτμόσφαιρα μελαγχολίας καὶ παραίτησης ποὺ ἐκείνη εἶχε δημιουργήσει. Τὰ ἴχνη τοῦ Κώστα Καρυωτάκη βέβαια εἶναι τὰ πλέον ἐμφανῆ. Ὡστόσο ὁ Χρίστος Λάσκαρης ἀφομοιώνει τὸ κλίμα αὐτὸ τῆς ἀναιτιολόγητης ἀνίας, θέτοντας τὴ δική του προσωπικὴ σφραγίδα καὶ μετατοπίζοντας τὴν ποιητικὴ κατάσταση σὲ ἕνα διαφορετικότερο πλαίσιο: συνδυάζει τὰ πράγματα μὲ τὶς αἰτίες τους καὶ τὶς καταστάσεις με τὴν προοπτική τους. Μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ λιτότητα, σχεδὸν μὲ ἕνα λακωνικὸ καὶ γυμνὸ λόγο, ὁ Χρίστος Λάσκαρης ἁλιεύει τὶς λεπτομέρειες τῆς καθημερινότητας καὶ τὶς παραθέτει σὲ ἀντίστιξη μὲ τὶς ἀκμὲς τῶν βιωμάτων του. Μετέρχεται ἕναν ἐλεγειακὸ τόνο καὶ μιὰ διαυγὴ γλώσσα, κατακτώντας ἕνα αὐστηρὰ ὁριοθετημένο νόημα, χωρὶς τὸν κίνδυνο τοῦ ἐκτροχιασμοῦ του σὲ παρακείμενους εἱρμούς. Ὁ Λάσκαρης μᾶς ὁδηγεῖ ἄμεσα ἐκεῖ ποὺ θέλει ἐξ ἀρχῆς. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ ποίησή του καθρεπτίζει μονοσήμαντα τὴν πεζότητα τοῦ ἀστικοῦ βίου καὶ τοὺς ἀθέατους μηχανισμοὺς φθορᾶς καὶ διάβρωσης τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου. Ὀ Λάσκαρης ἀνακαλύπτει αὐτὲς τὶς κατα~38~
στάσεις ποὺ δροῦν ὑπογείως καὶ ἀνεπαισθήτως ὑποσκάπτουν τὴ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ ποιήματά του ἀκολουθοῦν ἔτσι, βῆμα πρὸς βῆμα, τὴν ἀνθρώπινη πορεία πρὸς τὴν πτώση καὶ τὸν θάνατο. Ἡ ποίησή του συνιστᾶ μιὰ τριπλὴ παραδοχὴ τῆς ὕπαρξης: θρηνητήρια αὔληση γιὰ τὸ ἀνάξιο καὶ ἀδύναμο παρόν, κατηφὴ ἀποδοχὴ τοῦ προσδοκώμενου τέλους καὶ πνιγηρὴ νοσταλγία μιᾶς παραδείσιας μακρινῆς ἐποχῆς. Αὐτὴ ἡ ἄφατη νοσταλγούμενη ἐποχὴ φθάνει μέχρι τὴν ἄμωμη παιδικὴ ἡλικία καὶ μερικὲς φορές, ἀσυναισθήτως, τὴν ξεπερνάει φθάνοντας μέχρι καὶ τὶς προμήτριες ὀνειρικὲς καταστάσεις. Μὲ μικρά, λοιπόν, καὶ πυκνὰ ποιήματα ὁ Λάσκαρης μᾶς εἰσάγει στὶς ἀθέατες στιγμὲς τοῦ ἀνθρώπινου βίου, μὲ τὶς ὁποῖες δείχνει τὴν ἀργή, σιωπηλὴ καὶ ἐξουθενωτικὴ παρακμή του. Ὁ Χρίστος Λάσκαρης ἔμεινε στὸ περιθώριο τῆς κυρίαρχης θεματικῆς ποὺ ἀπασχόλησε τὴ β΄ μεταπολεμική γενιά, στὴν ὁποία ἀνήκει. Οἱ ἰδεολογίες καὶ ὁ ἀντίκτυπος τῶν πραγμάτων στὸ κοινωνικὸ σύνολο δὲν τὸν ἐπηρέασαν ποιητικά, ἴσως γιατὶ καὶ ἡ ἴδια ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνεργητικῆς του παρουσίας ἔδειχνε νὰ τὰ ξεπερνάει. Τὸ ἐνδιαφέρον του στάθηκε ὁ κεχωρισμένος ἄνθρωπος, τὸ ἄτομο, καὶ οἱ ὑπαρξιακές του συνιστῶσες. Μέσα ἀπὸ τὸ ἀτομικὸ ἐπίπεδο διαβλέπει τὴ σύνολη μοίρα. Χωρὶς νὰ τὸ τονίζει καὶ νὰ τὸ ἀναλύει διεξοδικά, ἀλλὰ μόνο ὑπαινικτικὰ καὶ ἀκροθιγῶς, ἀγωνίζεται γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας. Στοχάζεται πάνω στὴν ἀνθρώπινη μοίρα καὶ προβάλλει τὸ ἄμεμπτο ἦθος ὡς κυρίαρχη ἀξία τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἡ ποίησή του εὔστοχη, προσβάσιμη, ἐλευθερόφρονη καὶ ἐλεγειακὴ μᾶς συγκινεῖ καὶ μᾶς ἑλκύει μὲ τὴν ἀδιατάρακτη ἀλήθεια της. Τὰ ἐκφραστικά του μέσα συνεχίζουν τὴν παράδοση τῶν ποιητῶν τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας, ἐπιμένοντας στὴ σαφήνεια καὶ τὴ λειτουργικότητα τῆς ἐπιγραμματικῆς σύμπτυξης. Ἡ γλώσσα, ποὺ ὑποστηρίζει τὴν προσπάθειά του, εἶναι κατασταλαγμένη καὶ ἰσόρροπη, στέκοντας στὸ μέσον μιᾶς καθημερινῆς ἀστικῆς συνομιλίας. Ἠλίας Κεφάλας
⩷
Αὐτοβιογραφούμενος ψυχικὰ ὁ ποιητὴς Χρῖστος Λάσκαρης ἐκφράζει μὲ ἀτομικοὺς ὅρους κάτι καθολικότερο: τὸ φοβερὸ συναίσθημα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀπαξίωσης ποὺ αἰσθάνεται τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα στὴ συνάντησή του μὲ τὴν σύγχρονη ἀποξενωμένη καθημερινότητα, πράγμα ποὺ ἀνακαλεῖ ἁπτὰ καὶ διαρκῶς, τὸ μὲ κάθε ἄλλο τρόπο ἀπωθούμενο ἀπὸ τὴν σύγχρονη ζωή, ἀλλὰ εὐτυχῶς διασωζόμενο μὲ τὴν ποίηση αὐτή, αἴσθημα τοῦ προσωπικοῦ μας θανάτου. Γιάννης Πατίλης, «Χρῖστος Λάσκαρης. Μιὰ σπάνια ποίηση γιὰ μᾶς τοὺς πολλούς», Πλανόδιον, τχ.45, σ. 245, Δεκέμβριος 2008
⩷
…ἡ ποίηση τοῦ Χρίστου Λάσκαρη εἶναι σὰν τὸ βλέμμα του, εὐθύβολη καὶ μαγνητική, μὲ μιὰ μελαγχολία ποὺ δὲν κρύβει τὴν κύρια, ἀπὸ τὶς λίγες βεβαιότητες, ποὺ συχνὰ ἐπικαλεῖται, πὼς ὅλα τελειώνουνε σ’ ἕνα μονὸ κρεβάτι, εἴτε πρόκειται γιὰ τὴν μοναξιά, εἴτε γιὰ τὸν θάνατο ποὺ ἀποτελεῖ καὶ θεματικὴ ἐμμονή του.
Ἡρὼ Νικοπούλου, Πλανόδιον, ὅ.π. σ. 242
~39~
ΙSSN: 2623-307X
Χειρόγραφο ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ Γιάννη Πατίλη