Skip to main content

Τὸ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν | 07 | ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019

Page 1

ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν ὡραίων τεχνῶν

θεωρητικὸ περιοδικό*

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ, ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΑΛΗΣ, ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΥΔΕΡΟΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΔΕΛΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΛΑΘΡΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΚΗ-ΛΥΚΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΕΡΑΜΑΡΗ

*θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019

ΤΕΥΧΟΣ

7


ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν ὡραίων τεχνῶν

θεωρητικὸ περιοδικό*

ΤΕΥΧΟΣ 7, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019, ΤΙΜΗ 3€

Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ἐκδότης: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ љ ΤO ΚΟΙΝOΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ. Ὑπεύθυνος σύμφωνα μὲ τὸν νόμο: Δημήτρης Πισίνας Διευθυντής συντάξεως: Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ. EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: Ἐκδόσεις Μαΐστρος, Ἱπποκράτους 146, 11472 Νεάπολη, Ἀθήνα, τηλ. 210 810 42 62 - Φαξ 210 810 261 Ἠλεκτρονικὸ ταχυδρομεῖο: contact&maistros.info, tokoinon@yahoo.com www.maistros.info Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ, Ἐλευθερία Μπαλκογιαννάκια, Γαδίλων 9-11, Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 3 € Συνδρομὴ γιὰ τρία τεύχη: 10€ (+5 € ταχυδρομικά έξοδα) Συνδρομές-Ἐμβάσματα: Τράπεζα Πειραιῶς ΙBAN: GR62 0172 0720 0050 7203 9757 094

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ σ. 3 «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΕ ΒΕΒΑΙΟ ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ» *σ. 5 AΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ (ΜΕΡΟΣ Β’) τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ *σ. 7 ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Γιώργου Γώτη *σ. 8 Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΑ τοῦ Βασίλη Κωνσταντούδη *σ. 10 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΚΟΡΝΤΟΝ, ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ, ΕΡΕΒΟΣ τοῦ Δημήτρη Ξυδεροῦ (Μετάφραση) σ.14 Ο ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΣΤΟ ΔΑΔΙ τοῦ Σπύρου Γεωργίου *σ. 15 ΛΕΝΕ Ο ΧΑΡΟΣ ΕΙΝ’ ΣΤΡΑΒΟΣ τῆς Κυριακῆς Περιστεράκη-Λυκουροπούλου *σ. 16 ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ (συνέντευξη) τοῦ Ὀρφέα Περίδη *σ. 17 ΤΟῦ ὁΣΙΟΥ ΠΑΤΡὸΣ ἡΜῶΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, ΤΟῦ ἀΠὸ ἘΠΑΡΧΩΝ *σ. 18 ΛΗΘΗ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ *σ. 20 ΒΥΖΑΝΤΙΟ: Ο ΚΑΤ’ ΕΞΟΧΗΝ ΔΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ τοῦ Ἀντώνη Καλδέλλη (συνέντευξη) *σ. 22 ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΙΝ τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ *σ. 23 Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΩΣ ΖΗΤΗΜΑ ΜΟΡΦΗΣ τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου *σ. 26 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ - ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ *σ. 28 ΒΗΘΕΣΔΑ τοῦ Νίκου Βαραλῆ *σ.30 ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ τοῦ Ἀλέξανδρου Βαναργιώτη *σ.31 «ΘΕΙΟΣ ΒΛΑΝΤΟ» τῆς Εὐαγγελίας Παπαθανασίου *σ.33 ΚΑΠΟΤΕ ΗΘΕΛΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ τοῦ Κώστα Λάνταβου *σ.34 ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΣΙΩΛΗ τοῦ Κωνσταντίνου Μπλάθρα * σ. 36 ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΣΗΤΟ ΦΟΝΙΑ ΝΤΟΥΦΤ τοῦ Τάσου Δενέγρη *σ. 37 ΔΙΑΛΕΓΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΔΕΝΕΓΡΗ τοῦ Γιώργου Μαρκόπουλου *σ. 38 Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ *σ. 39 ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗ τοῦ Γιάννη Πατίλη *σ. 40 ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ τοῦ Ἀργύρη Χιόνη


«ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΕ ΒΕΒΑΙΟ ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ» Μὲ τὸ τεῦχος αὐτὸ τὸ περιοδικό μας κλείνει δύο χρόνια ζωῆς. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸ 7ο τεῦχος ἐγκαινιάζουμε μιὰ νέα περίοδο: τὸ περιοδικὸ κυκλοφορεῖ πλέον μὲ τὴν φροντίδα τῶν ἐκδόσεων Μαΐστρος, στὸ πλαίσιο μιᾶς εὐρύτερης συνεργασίας ποὺ ἐγκαινιάστηκε μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ ποιητικοῦ βιβλίου REC τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου. Διατηροῦμε φυσικὰ τὴν αὐτοτέλειά μας ὡς πρὸς τὸν τίτλο, τὸ ὕφος καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ περιοδικοῦ ὡς ἕνα βῆμα ἐκφράσεως τοῦ Ὁμίλου Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ. Ἀλλάζουμε τὸ σχῆμα μας, ὑπακούοντας στὶς ὑποδείξεις πολλῶν φίλων, ἀλλὰ παραμένουμε πιστοὶ στὶς ἀρχές μας καὶ στοὺς σκοποὺς ποὺ ἐξ ἀρχῆς ἔχουμε θέσει. Τὸ εἰσαγωγικὸ κείμενο τοῦ 1ου μας τεύχους ἔκανε λόγο γιὰ μιὰ μεγάλη ἀνατροπή. Αὐτὸς παραμένει ὁ στόχος μας κι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μᾶς ἔκανε μὲ τὶς μικρές μας δυνάμεις νὰ «βγοῦμε στὴν ἀγορά». Γιὰ μᾶς ἡ μεγάλη ἀνατροπὴ συνίσταται στὴν ἀνάγκη ἑνὸς πνευματικοῦ ἀναπροσανατολισμοῦ τῆς σημερινῆς οἰκουμένης, πέρα ἀπὸ τὰ ἀντιθετικὰ σχήματα ποὺ ἐπικράτησαν κατὰ καιροὺς στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὑπηρετοῦμε τὴν ἀνάγκη μιᾶς συνθέσεως καὶ στὸ πλαίσιο αὐτὸ προσπαθοῦμε νὰ ἀναδείξουμε τὴν πνευματικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν ἱστορικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας στὶς οἰκουμενικές τους διαστάσεις, μακριὰ ἀπὸ τὴν προκρούστεια κλίνη ἑνὸς ἑλληνοκεντρικοῦ ἐθνικισμοῦ. Ἔτσι, μὲ ἰδιαίτερη αἰσιοδοξία διαβάζουμε τὴν ἐπισήμανση τοῦ σύγχρονου γάλλου συγγραφέα Μισὲλ Οὐελμπέκ: Δὲν πιστεύω πὼς ἡ Ρωσία ἔχει ἀναλάβει τὸν ρόλο τοῦ οἰκουμενικοῦ καθοδηγητῆ τῆς ἀνθρωπότητας –ὁ θαυμασμός μου γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι δὲν προεκτείνεται τόσο πολύἀλλὰ θαυμάζω τὴν ἐπιμονὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὶς περιοχές της, πιστεύω πὼς ὁ Ρωμαιοκαθολικισμὸς θὰ ἔκανε καλὰ νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπ΄ αὐτήν, καὶ πιστεύω πὼς ὁ «οἰκουμενικὸς διάλογος» θὰ μποροῦσε χρήσιμα νὰ περιοριστεῖ σὲ ἕνα διάλογο μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μόνο μιὰ «θρησκεία τῆς Βίβλου» ὅπως λέγεται πολύ πρόχειρα· εἶναι ἐπίσης, καὶ ἴσως πάνω ἀπ’ ὅλα, μιὰ θρησκεία τῆς Ἐνσάρκωσης). Ξέρω δυστυχῶς πὼς τὸ Μεγάλο Σχίσμα τοῦ 1054 ἦταν, γιὰ τὴ Χριστιανικὴ Εὐρώπη, ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους· ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη, πιστεύω πὼς τὸ τέλος δὲν εἶναι ποτὲ βέβαιο πρὶν ἔρθει. (Ἰανουάριος 2019 στὸ https://harpers.org/archive/2019/01/donald-trump-is-a-good-president Βλέπε καί: https://neoplanodion.gr/2018/12/17/)

Ἐπιμένοντας λοιπὸν στὰ ἀρχικά μας αἰτήματα γιὰ: 4 τὴν ἀναβάπτιση στὴν πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν ποὺ δίνει νόημα στὴν ἀγάπη, 4 τὴν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν, 4 τὴν κοινότητα ποὺ δὲν συνθλίβει τὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου ~3~


ὄχι γιὰ νὰ δημιουργήσουμε μιὰ νέα οὐτοπία, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ ἔχουμε ὡς κριτήριο μιᾶς ζωῆς «ποὺ δὲν κατανοεῖ τὴν ἐπιβίωση ὡς αὐταξία, ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὴ φιλοσοφία ὡς μνήμη θανάτου καὶ ἀντιμετωπίζει τὸν θάνατο μὲ τὴν προσδοκία τῆς Ἀνάστασης κι ὄχι τῆς τέφρας», βαδίζουμε πρὸς τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἐνσάρκωσης, ψάλλοντας τὸν κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸ ὕμνο τῶν Χριστουγέννων: Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς,* ἡ πολυαρχία τῶν ἀνθρώπων ἐπαύσατο·* καὶ σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς Ἁγνῆς,* ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται.* Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον,* αἱ πόλεις γεγένηνται·* καὶ εἰς μίαν Δεσποτείαν Θεότητος,* τὰ Ἔθνη ἐπίστευσαν.* Ἀπεγράφησαν οἱ λαοί,* τῷ δόγματι τοῦ Καίσαρος·* ἐπεγράφημεν οἱ πιστοί,* ὀνόματι θεότητος,* σοῦ τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ ἡμῶν.* Μέγα σου τὸ ἔλεος, δόξα σοι. Ἄ.Κ.

Ὁ Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

εἶναι μιὰ παρέα φίλων ποὺ ἀναζητᾶ νέους φίλους. Δὲν ἔχει σοβαροὺς σκοπούς, οὔτε σαφεῖς στόχους. Οἱ τέχνες, τὰ γράμματα, ὁ πολιτισμὸς ἀποτελοῦν οὐσιώδεις ἀξίες ἐφ’ὅσον προϋποθέτουν τὴν ἀγάπη, τὴν φιλία, τὸν ἔρωτα, τὴν κοινότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Αἰσθητικῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἔκφραση συναντᾶ οὐσιώδεις ἀξίες τῆς ζωῆς, τὸ ΚΟΙΝΟΝ ἐνθουσιάζεται. Καὶ λειτουργεῖ ὡς ταμεῖον ἀρωγῆς καὶ ἀλληλοβοηθείας. Διότι μᾶς συγκινεῖ κάθε προσπάθεια ἐκφραζομένη διὰ τοῦ λόγου, τοῦ ἤχου, τῆς εἰκόνος, τῆς σωματικῆς κινήσεως ἢ τῆς συνήθους καθημερινότητος ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ δεῖ μὲ μιὰ παρθενικὴ ματιὰ τὸν κόσμο.

& Γιατί ἕνα ἀκόμη ἔντυπο; v Γιατὶ ἀντὶ γιὰ τὴν πληθώρα τῶν ἀναρτήσεων διυλίζουμε κείμενα ποὺ νομίζουμε ὅτι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὰ διαβάσει κανείς. v Γιατὶ ἡ πνευματικὴ δημιουργία πρέπει νὰ ἔχει τὴν ὑλική της ὑπόσταση.

XΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

REC

ἕνα πεζὸ ποίημα ἀφιερωμένο στὴν ἀλήθεια ποὺ ὄσο πιὸ μακρυὰ κρύβεται ἀπὸ τὰ μάτια μας, τόσο περισσότερο ὀμορφαίνει. ΣΧΕΔΙΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΙΩΣΗΦ ΧΑΛΒΑΤΖΟΓΛΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

Τὸ Κοινὸν τῶν ὡραίων τεχνῶν љ Ἐκδόσεις Μαΐστρος ~4~


ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ (ΜΕΡΟΣ B΄) Στοὺς τρεῖς μῆνες ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴ δημοσίευση τοῦ Α΄ μέρους (βλ. Τὸ Κοινόν, τχ. 6, Σεπτέμβριος 2019) ἡ τουρκικὴ ἐπιθετικότητα ξεδιπλώνεται μὲ ἐπιταχυνόμενους ρυθμοὺς σὲ ὅλα τὰ μέτωπα. Ἡ εἰσβολὴ στὴ Συρία δὲν ἀφήνει περιθώρια ἀμφιβολίας γιὰ τὴ σοβαρότητα τῆς ἀπειλῆς, ἐνῶ ὁ τρόπος ποὺ ἡ τουρκικὴ ἐπιχείρηση ἀντιμετωπίστηκε ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς «παῖκτες» (ΗΠΑ καὶ Ρωσία) διαλύει ὅποιες ἐλπίδες μπορεῖ νὰ εἶχε κανεὶς γιὰ «ἄνωθεν» προστασία τῆς χώρας μας, εἴτε ἐκ δυσμῶν εἴτε ἐξ ἀνατολῶν. Ἀποκτᾶ λοιπὸν δραματικὴ ἐπικαιρότητα ἡ πρὸ εἰκοσαετίας προφητικὴ διάγνωση τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη πὼς ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται ἄσχημα στριμωγμένη μεταξὺ μιᾶς εἰρήνης ποὺ τὴν περιθωριοποιεῖ καὶ ἑνὸς πολέμου πού, ἂν γινόταν, θὰ τὴν ὁδηγοῦσε σὲ συντριβή (βλ. Ἐπίμετρο στὸ βιβλίο Θεωρία τοῦ Πολέμου, Θεμέλιο, 1997). Ἀπέναντι στὸν κίνδυνο, τὸ ἑλλαδικὸ πολιτικὸ σύστημα δείχνει παραλυμένο· ἀπρόθυμο καὶ κατ’ οὐσίαν ἀνίκανο γιὰ ὁποιαδήποτε ἀνασχετικὴ κίνηση. Γεγονὸς ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴ γνώμη μου νὰ κάνει μόνο μὲ τὸν ἐνδοτισμὸ τῶν τελευταίων δεκαετιῶν, ἀλλὰ μὲ βαθύτερα καὶ πιὸ ριζικὰ ἐθνικὰ ἀδιέξοδα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ διέξοδος ἀπ’ αὐτὸ δίλημμα, τὸ «ἀντικειμενικὰ τρομακτικὸ καὶ ψυχολογικὰ ἀφόρητο» (φράση τοῦ Κονδύλη, ὅ.π.), θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ κατ’ ἀρχὴν μὲ ὅρους πνευματικούς, μὲ ὅρους ποὺ θίγουν αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἀδιέξοδα. Κατ’ ἀρχὰς ἡ Ἑλλάδα ὀφείλει νὰ ἐγκαταλείψει τὴ στρατηγικὴ τοῦ παθητικοῦ ἀμυντισμοῦ· τὴν μονοσήμαντη δηλαδὴ ὑπεράσπιση τοῦ status quo (σύνορα, διεθνεῖς συνθῆκες κλπ). Γιὰ μιὰ περίοδο μετὰ τὸ ’90 –τότε δηλαδὴ ποὺ ἄρχισε ἡ κατάρρευση τοῦ μεταπολεμικοῦ συστήματος διεθνῶν σχέσεων– ἡ ἁπλὴ ὑπεράσπιση τοῦ status quo μπορεῖ νὰ ἦταν καλή, ἐνδεχομένως καὶ ὑποχρεωτικὴ τακτικὴ γιὰ νὰ κερδίσει ἡ Ἑλλάδα χρόνο. Ὅμως καὶ τότε, καὶ πολὺ περισσότερο σήμερα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ τὸ πλαίσιο γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση οὔτε τῆς Τουρκίας, οὔτε τῶν ἄλλων ἐνδοβαλκανικῶν διενέξεων. Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ριζικῶν γεωπολιτικῶν ἀνακατατάξεων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ὁ ἀναθεωρητισμὸς τῆς τουρκικῆς ἡγεσίας (ἡ συστηματικὴ δηλαδὴ ἐκ μέρους της ἀμφισβήτηση τῶν μεταπολεμικῶν ρυθμίσεων ποὺ ὁρίζουν τὰ ἐδαφικὰ ὅρια τοῦ τουρκικοῦ κράτους) δὲν ὀφείλεται σὲ κάποια παραξενιά της, ἀλλά, ἀντιθέτως, στὴν ἔγκαιρη καὶ ἀκριβὴ ἐκ μέρους της διάγνωση τοῦ βασικοῦ χαρακτήρα τῆς ἐποχῆς στὴν ὁποία ἔχουμε εἰσέλθει (θα τὸ δοῦμε αὐτὸ λίγο πιὸ κάτω). Γι’ αὐτὸ καὶ τελικὰ ἡ ὑπεράσπιση τοῦ status quo, δεδομένων μάλιστα τῶν εὐρωπαϊστικῶν ψευδαισθήσεων τῆς ἑλληνικῆς ἡγεσίας, κατέληξε ὄχι στὸ νὰ κερδίσουμε, ἀλλὰ νὰ χάσουμε χρόνο. Τώρα ἡ Τουρκία εἶναι πλέον πολὺ πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ πολὺ πιὸ ἕτοιμη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀπόψεις: στρατηγική, ὀργανωτικὴ συγκρότηση, διπλωματία, ἐξοπλισμοὺς – τὰ πάντα. Ὄχι ὅτι δὲν ἔχει καὶ ἡ Τουρκία ἀδυναμίες, καὶ μάλιστα πολύ σοβαρές, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ Ελλάδα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὶς ἐκμεταλλευτεῖ σ’ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο. Αὐτὸ ποὺ θὰ μποροῦσε καὶ ποὺ ὀφείλει νὰ κάνει ἡ Ἑλλάδα –ἢ μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ ὁ Ἑλληνισμὸς– εἶναι νὰ ἐπιχειρήσει νὰ ἀλλάξει συνολικὰ τὸ γήπεδο τῆς ἀναμέτρησης. Νὰ μεταθέσει ὅλες τὶς διαβαλκανικὲς διαφορές, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἑλληνοτουρκικῶν, σὲ ἕνα εὐρύτερο περιφερειακὸ ἐπίπεδο (αὐτὸ ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὸν ἄξονα Βαλκάνια Αἰγαῖο - Μικρὰ Ἀσία) μὲ δύο κεντρικὰ ζητούμενα: (α) συνεννόηση-συνεργασία, (β) ἀπὸ κοινοῦ οὐδετερότητα τῶν κρατῶν τῆς περιοχῆς αὐτῆς ἀπέναντι στὸν ἀνταγωνισμὸ ΗΠΑ-Ρωσίας. Εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα γιὰ νὰ ἀποκτήσει ἡ Ἑλλάδα διεθνὴ ὑπόσταση, ἀναπληρώνοντας τὸ ἔλλειμμα ἰσχύος σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. Φαίνεται ἐκτὸς πραγματικότητας, ἀλλὰ δὲν εἶναι. Ἔχοντας ὡς φόντο τὴν παγκόσμια οἰκονομικὴ κρίση καὶ τὰ μεγάλα οἰκονομικοκοινωνικὰ ἀδιέξοδα, ἡ ἐποχή μας δὲν χαρακτηρίζεται μόνο ἀπὸ τὴν ἀνακατανομὴ ἰσχύος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐξάπλωση σὲ παγκόσμα κλίμακα ἑνὸς πανανθρώπινου αἰτήματος ἐλευθερίας μαζὶ μὲ τὴν ἐλπίδα-ἀπαίτηση μιᾶς ὑποτυπώδους δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς συμμετοχῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὶς δυνατότητες τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ γιὰ εὐημερία. Οἱ τάσεις αὐτὲς διαπερνοῦν τὰ μεγάλα ἀνὰ τὸν κόσμο πολιτικὰ κινήματα τῆς τελευταίας δεκαετίας, ἀλλὰ καὶ τὶς μεγάλες μεταναστευτικὲς ροές. Αὐτὲς ~5~


εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ κινητήριος δύναμη τῶν ἐξελίξεων καὶ ὄχι οἱ σχεδιασμοὶ τῶν κέντρων ἐξουσίας. Ἀκόμα και ὅταν τὰ κέντρα ἐξουσίας πετυχαίνουν τελικὰ νὰ καθορίσουν τὴν ἔκβαση τῶν γεγονότων –πράγμα ποὺ συμβαίνει συνήθως, ἀλλὰ ὄχι πάντα– αὐτὸ τὸ καταφέρνουν χειραγωγώντας τὶς καταστάσεις· δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ἴδια ποὺ τὶς δημιουργοῦν. Ἡ διπλὴ αὐτὴ πραγματικότητα –ἀπὸ τὴ μιὰ τὰ παίγνια ἰσχύος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ ἀνάγκες καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ἀνθρώπων– ὁρίζει τὸ πλαίσιο ὅσων συμβαίνουν στὴν περιοχή μας. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔχει σημασία νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ ἄξονας Βαλκάνια - Αἰγαῖο - Μικρὰ Ἀσία, ὑπῆρξε ἤδη ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα πεδίο ἰσχυρῆς διεκδίκησης καὶ σφοδροῦ ἀνταγωνισμοῦ ὅλων τῶν δυνάμεων ποὺ ἐρίζουν γιὰ τὴν παγκόσμια κυριαρχία, οἰκονομική, πολιτικὴ ἢ στρατιωτική. Καὶ αὐτὸ καθόρισε ἀρνητικὰ τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ δυναμικὸ τῶν συγχρόνων κρατῶν τῆς περιοχῆς, ὑπονομεύοντας ἐκ γενετῆς τὰ αἰτήματα τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας ποὺ εἶχαν ὁδηγήσει στὴ σύστασή τους. Διότι ἀπὸ γεωπολιτικὴ καὶ μόνο ἄποψη –ἀκόμα δηλαδὴ καὶ ἂν παραβλέψει κανεὶς τὴν ἱστορία καὶ τὸν πολιτισμὸ ποὺ προδιαγράφουν ὡς κοινὴ τὴ μοίρα τῶν πληθυσμῶν σὲ Βαλκάνια καὶ Μικρὰ Ἀσία– εἶναι σαφὲς πὼς τὰ ἐπιμέρους ἐθνικὰ κράτη, ἀποκομμένα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, δὲν μποροῦν, νὰ ἔχουν πλήρη κυριαρχία· δὲν μποροῦν νὰ σταθοῦν ὑποτυπωδῶς ἀνεξάρτητα μέσα στὸν διεθνὴ ἀνταγωνισμό. Δὲν διαθέτουν ἐπαρκὲς μέγεθος (σὲ ἔκταση, πληθυσμὸ καὶ οἰκονομικοὺς πόρους), κυρίως ὅμως τοὺς ὑπερβαίνει τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου τῶν δικτύων ποὺ τὰ διασχίζουν. Διεκδίκησαν λοιπὸν μιὰ θέση προνομιακοῦ κατὰ τὸ δυνατόν «πελάτη» μιᾶς μεγάλης δύναμης, διαφορετικῆς τὸ καθένα, ὑποκαθιστώντας τὸν ἀρχικὸ ριζοσπαστικὸ πατριωτισμὸ ποὺ τὰ συνέστησε μὲ ἕνα νόθο εἶδος συλλογικῆς ἰδιοτέλειας. Πούλησαν τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία καὶ τὴν πραγματικὴ ἀνεξαρτησία γιὰ μιὰ μερίδα ἐλάχιστης καὶ ὑποτελοῦς ἰσχύος. Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἐγγενὴς ἀντίφαση ὅλων τῶν Βαλκανικῶν κρατῶν, περιλαμβανομένης καὶ τῆς Τουρκίας. Μόνο ποὺ ἡ Τουρκία ἔχει μιὰ βασικὴ διαφορά. Σὰν κληρονόμος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ κατάφερε νὰ σταθεροποιηθεῖ στὰ σημερινά της ὅρια, εἶναι τὸ μόνο κράτος τῆς περιοχῆς ποὺ ἔχει τὸ δυναμικὸ ἐκεῖνο ὥστε νὰ φαντάζεται ὅτι θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως νὰ «κατέχει» τὴν περιοχή, ἔχοντας τὸν ἀποκλειστικὸ ἔλεγχο ἑνὸς μεγάλου τμήματός της, καὶ ἐλέγχοντας μὲ διάφορους ἔμμεσους τρόπους τὴν ὑπόλοιπη. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάση τοῦ τουρκικοῦ ἀναθεωρητισμοῦ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ δυτικὰ τῆς Τουρκίας (Αἰγαῖο, Βαλκάνια), καὶ ὄχι οἱ δῆθεν «ἰδεοληψίες» τοῦ Ἐρντογάν, οὔτε ἡ δῆθεν «φυλετικὴ βαρβαρότητα» τῶν Τούρκων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ ἀντίφαση ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς βίωναν ὅλα τὰ ὑπόλοιπα κράτη τῆς περιοχῆς τείνει τώρα νὰ πολωθεῖ ἐξ αἰτίας τοῦ βάθους τῆς κρίσης καὶ τῆς ὀξύτητας τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἰσχυρῶν. Γιὰ τὴν ὥρα φαίνεται πὼς τὰ περισσότερα κράτη ἀποδέχονται τὴ λογικὴ τῆς περαιτέρω δορυφοροποίησής τους, κυρίως στὶς ΗΠΑ, προσπαθώντας νὰ ἱκανοποιήσουν ὅσα μποροῦν ἀπὸ τὰ ἐθνικά τους αἰτήματα στὴ λογικὴ τῆς «πελατείας». Αὐτὸ ὅμως τελικὰ τὰ ὑποχρεώνει σὲ ἄκρα ὑποτέλεια καὶ σὲ ἐξ ἴσου ἀκραῖες ἐπιλογὲς μὲ διαλυτικὲς συνέπειες γιὰ τὰ ἴδια καὶ τὶς κοινωνίες: ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὸ μεταναστευτικὸ ἕως τὸ ἐνδεχόμενο ἄμεσης ἐμπλοκῆς σὲ πολεμικὲς περιπέτειες. Καὶ αὐτὸ το τελευταῖο, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἀκραῖο ἀπ’ ὅλα, προκαλεῖται ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῶν ΗΠΑ νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν περιοχὴ σὰν προκεχωρημένο φυλάκιο στὴν περικύκλωση τῆς Ρωσίας. Αὐτὸ εἶναι ἕνα νέο δεδομένο ποὺ θέτει τὰ κράτη τῆς περιοχῆς στὸ δίλημμα «ὑποτέλεια ἢ ἐπιβίωση», καὶ ξαναφέρνει στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο τὸ ζήτημα τῆς ἀνεξαρτησίας ἀπὸ τὸν κυρίαρχο. Προκύπτει ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἐναλλακτικῆς στρατηγικῆς ποὺ θὰ ποντάρει στὴ δυναμικὴ τῆς περιοχῆς καὶ στὶς ἀνάγκες τῶν λαῶν, καθὼς καὶ στὶς ἀντιφάσεις τῶν κέντρων ἰσχύος. Πλήρης ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία μὲ τὴν κυριολεξία τοῦ ὅρου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, μποροῦν ὅμως τὰ βαλκανικὰ κράτη νὰ διεκδικήσουν τὴν οὐδετερότητά τους ἀπὸ τὸν ἀμερικανορωσικὸ ἀνταγωνισμὸ καὶ ἀπὸ κάθε ἐνδεχόμενο πολεμικῆς ἐμπλοκῆς. Καὶ μποροῦν ἐπίσης νὰ ἀναζητήσουν τρόπους συνεργασίας γιὰ τὴν κοινὴ ἐκμετάλλευση τῶν πόρων τῆς περιοχῆς μὲ διαβαλκανικὴ συνεννόηση, θέτοντας σὲ δεύτερη μοίρα τὴ συμμετοχὴ τῶν διεθνῶν πατρώνων. Δὲν εἶναι ἁπλό, δὲν εἶναι εὔκολο καὶ θὰ ἔχει κόστος. Εἶναι ὅμως ἡ μόνη πραγματικὴ δυνατότητα εἰρηνικῆς διεξόδου. Βασίλης Ξυδιᾶς ~6~


ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΑ ΦΥΛΛΑ Τὰ φύλλα τῶν δέντρων φτιάχνουν μιὰ κοίτη γιὰ τὸ ποτάμι τοῦ ἥλιου τῆς σελήνης τὸν χείμαρρο γιὰ τοῦ ἀνέμου τὰ λόγια. Τὰ φύλλα ποὺ ἄκουσες τὴν ἄνοιξη τὴ μουσική τους ἴσως δώσουν τὸ φθινόπωρο ρυθμὸ στὰ βήματά σου. ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ Ἡ γῆ σταμάτησε νὰ κινεῖται γιὰ λίγο κι ὅλα ἀλλάζουν θέση τώρα. Στὸν οὐρανὸ τριγυρνᾶ ἕνα πρόβατο μὲ ἕνα μαχαίρι στὸ στόμα. Καὶ στὰ κλουβιά κελαηδᾶνε σφαγμένα πουλιά. ΣΤΗΛΕΣ ΚΑΠΝΟΥ Πετᾶμε μόνοι πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ στεριὲς δίχως φτερὰ καὶ ὅσο βυθιζόμαστε στὸν οὐρανὸ τόσο μικραίνει ὁ κόσμος. Στῆλες καπνοῦ διαλυόμαστε ἀργά. Στὸ ὄνειρό μου ἐγὼ στὸ δικό σου ἐσὺ ἀνάλαφροι θὰ ξυπνήσουμε θεραπευμένοι ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Γιῶργος Γώτης

⩷ ~7~


ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΑ ἢ Ἡ τρύπα τῆς αὐτοαναφορικότητας

Στὸν Β.Κ. γιὰ τὴν ἀφορμή

Τὸ δωμάτιο ἀνάστατο. Χαρτιὰ πάνω σ’ ἄλλα χαρτιά, ἄτακτα ριγμένα στὸ τραπέζι, στὸ γραφεῖο, στὸν καναπέ, κάτω στὸ χαλί. Χαρτιὰ ἀπὸ φωτοτυπίες ἄρθρων, χειρόγραφα ἢ καὶ τὰ δύο μαζί, χωρὶς σειρά, χωρὶς ταξινόμηση, σχεδὸν πεταμένα. Ἐφημερίδες παλιὲς καὶ καινούργιες, οἱ περισσότερες στὴ γωνία ποὺ τὶς τοποθετοῦσε λίγο πρὶν ἀποφασίσει νὰ τὶς πετάξει, ἀλλὰ καὶ περιοδικὰ ποὺ μὲ τόση λαχτάρα τὰ ἀγόραζε γιὰ νὰ μάθει τὰ ματαίως ὑποσχόμενα, χωρὶς καμμιὰ σειρά, τάξη ἢ ὀργάνωση. Καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλα αὐτὰ αὐτὸς ἔψαχνε. Ἦταν καὶ τὰ βιβλία, ἑλληνόγλωσσα καὶ ἀγγλόγλωσσα, κάποια ἀνοιχτὰ σὲ σελίδα ποὺ στὸ παρελθόν κάτι ἐνδιαφέρον ἔψαχνε νὰ βρεῖ, καὶ ἄλλα κλειστά, σφραγισμένα μυστικά, κι αὐτὰ ἀνάμεσα καὶ κάτω ἀπὸ τὰ χαρτιά, τὶς ἐφημερίδες, τὰ διάφορα περιοδικά. Ἀκόμα, φάκελοι ἀνοιχτοί, σκισμένοι ἄτσαλα ἢ κλειστοί μὲ προσκλήσεις γιὰ ἐγκαίνια ἐκθέσεων, γάμους φίλων καὶ γνωστῶν, βαπτίσεις νηπίων, λογοτεχνικὲς ἐκδηλώσεις, μουσικὲς παραστάσεις, φάκελοι μὲ λογαριασμούς ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ἀποδείξεις πληρωμῆς κοινοχρήστων καὶ ἄλλες. Καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλα αὐτὰ αὐτὸς ἔψαχνε. Ἔψαχνε συνέχεια, ἐπίμονα μὲ ἀγωνία καὶ βιασύνη. Γιατὶ ἔπρεπε νὰ τὸν βρεῖ, τὸν χρειαζόταν ὁπωσδήποτε. Ἦταν σίγουρος ὅτι κάπου ὑπῆρχε, κάπου ἦταν κρυμμένος, ἀνάμεσα στὴν τόση ἀνοργανωσιὰ καὶ τὴν ἀταξία, ὁ χάρακας τὸν περίμενε. Θυμᾶται τὴ μέρα ποὺ μπῆκε στὸ βιβλιοπωλεῖο γιὰ φωτοτυπίες καὶ θυμήθηκε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀγοράσει καὶ ἕνα χάρακα ποὺ δὲν εἶχε καὶ τὸν χρειαζόταν τόσο πολύ, νὰ χαράσσει εὐθεῖες γραμμές, νὰ μετράει τὸ πολύ καὶ τὸ λίγο, νὰ ἑνώνει σημεῖα ξένα μεταξύ τους καὶ μακρινά. Ἀπὸ τοὺς διάφορους ποὺ τοῦ ἔδειξε ὁ βιβλιοπώλης, διάλεξε ἕναν λευκοῦ χρώματος, μὲ ράχη ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε στὴ χρήση του καὶ μὲ διπλή βαθμονόμηση. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ μὲ ἑκατοστὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ ἴντσες. Τὸν ἀγόρασε καὶ τὸν ἔβαλε κάπου γιὰ νὰ τὸν βρίσκει εὔκολα ὅταν τὸν χρειάζεται. Ἀλλὰ ποῦ; Τώρα ποὺ τὸν χρειάζεται δὲν τὸν βρίσκει πουθενά. Ξανασαρώνει πάλι τὸ δωμάτιο, μὲ τὸ βλέμμα στὴν ἀρχή, ὕστερα μὲ τὰ χέρια. Ἀνακατώνει τὰ χαρτιά, κλείνει καὶ ἀνοίγει βιβλία, ἀπομακρύνει τὰ περιοδικά, προσπαθεῖ νὰ μαζέψει τὶς ἐφημερίδες, κοιτάει πίσω ἀπὸ τὶς βιβλιοθῆκες, κάτω ἀπὸ τὸν καναπέ, ἀνοίγει τὰ συρτάρια, τὰ ἀδειάζει, δὲν βρίσκει τίποτε, τὰ ξαναγεμίζει, τὰ κλείνει, σηκώνει τὶς ἄκρες τοῦ χαλιοῦ μήπως, ἀλλὰ ὄχι, κοιτάει πάνω ἀπὸ τὰ ἄλλα βιβλία, κοιτάει μὲ ἐπιμονὴ καὶ προσοχή, μήπως, ἀλλὰ ὄχι. Ξανακοιτάει, ξαναψάχνει, στὰ ἴδια μέρη, σὲ διαφορετικά, μὲ τὸν ἴδιο ἢ διαφορετικὸ τρόπο. Πουθενά. Ἀπελπίζεται. Κάθεται νὰ ξεκουραστεῖ. Κοιτάει τὸ δωμάτιο. Ὄχι πλέον συγκεκριμένα, ἐξεταστικά, ἐξαντλητικά. Tὸ βλέμμα του ἀφήνεται σὲ αὐτὸ ποὺ βλέπει. Τα πράγματά του, οἱ σιωπηλοὶ σύντροφοί του. Ἔχει βραδιάσει, τὸ φῶς ἔχει λιγοστέψει, σηκώνεται καὶ ἀνάβει τὴν λάμπα. Ἀσυναίσθητα κοιτάει στὸ τζάμι τῆς μπαλκονόπορτας νὰ δεῖ ἔξω νὰ ξεφύγει λίγο ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο ἀλλὰ τὸ βλέμμα του ἀνακλᾶται καὶ ἐπιστρέφει στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ δωματίου, στὴν ἀκαταστασία, στὴν ἀπουσία τοῦ χάρακα. Tὸ φῶς ποὺ ἄναψε δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ξεχαστεῖ. Πόσο μετανιώνει τώρα ποὺ δὲν τακτοποιεῖ τὰ πράγματά του, ποὺ τὰ ἀφήνει στὴν τύχη ~8~


τους, ποὺ δὲν εἶναι σὲ μία σειρὰ ὀργανωμένα νὰ τὰ βρίσκει ὅποτε θέλει εὔκολα καὶ γρήγορα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὥρα γιὰ πισωγυρίσματα καὶ ψευτοενοχές. Κοιτάει τὸν ὑπολογιστὴ καὶ θυμᾶται τὸν φίλο του τὸν Βασίλη. Τοῦ χρωστάει μιὰ ἀπάντηση, στὰ τόσα μηνύματα ποὺ λαμβάνει ἀπὸ αὐτόν. Θὰ τοῦ στείλει κάτι στὰ γρήγορα, θὰ εἶναι καλὸ καὶ γιὰ αὐτὸν νὰ καθαρίσει λίγο τὸ μυαλό του καὶ μετὰ θὰ συνεχίσει τὴ δουλειά. Ἀνοίγει τὴν σελίδα τῆς ἀλληλογραφίας καὶ ξεκινᾶ: Ἀγαπητέ μου Βασίλη, ἀλλὰ σταματᾶ, πῶς νὰ συνεχίσει; Δὲν ξέρει. Ὄχι, πρέπει καὶ οἱ ἴδιες οἱ λέξεις, ὄχι μόνο τὸ περιεχόμενό τους ἀλλὰ καὶ ἡ σειρά τους, ὁ ἦχος τους, τὸ δέσιμό τους νὰ δείχνει, νὰ δημιουργεῖ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἐναγώνιας ἀναζήτησης, νὰ εἶναι κομμάτια αὐτοῦ τοῦ αἴσθήματος, τὰ κύτταρά του ἀλλὰ ἴσως καὶ οἱ οδηγοί του. Σιωπᾶ γιὰ λίγο καὶ ξεκινᾶ: «Tὸ δωμάτιο ἀνάστατο. Χαρτιὰ πάνω σ’ ἄλλα χαρτιά, ἄτακτα ριγμένα στὸ τραπέζι, στὸ γραφεῖο, στὸν καναπέ, κάτω στὸ χαλί. Χαρτιά ἀπὸ φωτοτυπίες ἄρθρων, χειρόγραφα ἢ καὶ τὰ δύο μαζί, χωρὶς σειρά, χωρὶς ταξινόμηση, σχεδόν πεταμένα. Ἐφημερίδες παλιὲς καὶ καινούργιες, οἱ περισσότερες στὴ γωνία ποὺ τὶς τοποθετοῦσε λίγο πρὶν ἀποφασίσει νὰ τὶς πετάξει, ἀλλὰ καὶ περιοδικά ποὺ μὲ τόση λαχτάρα τὰ ἀγόραζε γιὰ νὰ μάθει τὰ ματαίως ὑποσχόμενα, χωρὶς καμμιὰ σειρά, τάξη ἢ ὀργάνωση. Καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλα αὐτὰ αὐτὸς ἔψαχνε. Ἦταν καὶ τὰ βιβλία, ἑλληνόγλωσσα καὶ ἀγγλόγλωσσα, κάποια ἀνοιχτὰ σὲ σελίδα ποὺ στὸ παρελθὸν κάτι ἐνδιαφέρον ἔψαχνε νὰ βρεῖ, καὶ ἄλλα κλειστά, σφραγισμένα μυστικά, κι αὐτὰ ἀνάμεσα καὶ κάτω ἀπὸ τὰ χαρτιά, τὶς ἐφημερίδες, τὰ διάφορα περιοδικά. Ἀκόμα, φάκελοι ἀνοιχτοί, σκισμένοι ἄτσαλα ἢ κλειστοὶ μὲ προσκλήσεις γιὰ ἐγκαίνια ἐκθέσεων, γάμους φίλων καὶ γνωστῶν, βαπτίσεις νηπίων, λογοτεχνικὲς ἐκδηλώσεις, μουσικὲς παραστάσεις, φάκελοι μὲ λογαριασμοὺς ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ἀποδείξεις πληρωμῆς κοινοχρήστων καὶ ἄλλες. Καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλα αὐτὰ αὐτὸς ἔψαχνε. Ἔψαχνε συνέχεια, ἐπίμονα μὲ ἀγωνία καὶ βιασύνη. Γιατὶ ἔπρεπε νὰ τὸν βρεῖ, τὸν χρειαζόταν ὁπωσδήποτε. Ἦταν σίγουρος ὅτι κάπου ὑπῆρχε, κάπου ἦταν κρυμμένος, ἀνάμεσα στὴν τόση ἀνοργανωσιὰ καὶ τὴν ἀταξία, ὁ χάρακας τὸν περίμενε». Σταματάει νὰ πάρει μιὰν ἀνάσα. Ξανακοιτάει τὶς γραμμὲς ποὺ ἔγραψε. Πάντα τὸ ἀποτέλεσμα φτωχότερο τῶν προσδοκιῶν. Ἀλλὰ νιώθει ἕνα ἄνοιγμα, ποὺ μίλησε, ποὺ φανερώθηκε στὰ μάτια κάποιου ἄλλου, ποὺ εἶπε τὸ ἀδιέξοδό του. Βάζει τὰ χέρια του πίσω ἀπὸ τὸ κεφάλι του πλέκοντας τὰ δάκτυλά του. Τραβιέται λίγο πρὸς τὰ πίσω νὰ χαλαρώσει νὰ ξεκουραστεῖ. Σηκώνει ἀσυναίσθητα τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ πάνω, πάνω ἀπὸ τὴν ὀθόνη τοῦ ὑπολογιστῆ καὶ τότε τὸν βλέπει. Εἶναι ἐκεῖ πάνω ἀπὸ τὴν ὀθόνη, στέκεται ἤρεμα ὁ λευκὸς χάρακας ποὺ ἔψαχνε. Τὸν περίμενε. Ναί. Πῶς δὲν τὸν εἶχε προσέξει σὲ ὅλο τὸ ψάξιμο ποὺ ἔκανε. Πῶς. Τὸν παίρνει στὰ χέρια του, βλέπει τὶς χαραγματιές του ποὺ μετροῦν τὸ πολὺ καὶ τὸ λίγο, εἶναι ὁ κανόνας ποὺ ἔψαχνε, ποὺ ἑνώνει σημεῖα ξένα καὶ μακρινά. Ἀλλὰ δὲν ἔχει καιρὸ γιὰ χάσιμο. Ἡ δουλειὰ τὸν περιμένει, τώρα ποὺ βρῆκε τὸν χάρακα. Πρὶν ὅμως πρέπει νὰ στείλει τὸ μήνυμα στὸν φίλο του τὸν Βασίλη, νὰ τὸ ὁλοκληρώσει. Συμπληρώνει τὸ κείμενο ποὺ ἔχει ἤδη γράψει πληκτρολογώντας τὴν παρακάτω φράση: «Ναί, τὸν περίμενε μέσα στὴ χαρούμενη ἀκαταστασία τῶν πραγμάτων του, τοῦ ἑαυτοῦ του». Βασίλης Κωνσταντούδης

~9~


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΥΔΕΡΟΣ

Μετάφραση

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΚΟΡΝΤΟΝ, ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ ΕΡΕΒΟΣ Εἶδα ἕνα ὄνειρο, ποὺ διόλου ὄνειρο δὲν ἦταν, Ὁ λαμπρὸς ἥλιος ἐξαφανίστηκε, καὶ τ’ ἄστρα Ἐρεβώδη περιπλανήθηκαν στὸν ἀέναο χῶρο, Δίχως ἀκτίνες, καὶ ἀδιάβατα· καὶ ἡ παγερὴ γαία Τυφλὴ αἰωρήθηκε καὶ κηλιδωμένη στὸν ἀφέγγαρο ἀέρα· Τὸ πρωινὸ ἦλθε κι ἔφυγε - κι ἦλθε, καὶ μέρα δὲν ἔφερε, Καὶ οἱ ἄνδρες τὰ πάθη τους λησμόνησαν στὸν τρόμο Ὅθεν ἡ ἀπόγνωσή τους: καὶ ὅλες οἱ καρδιὲς Εἶχαν ψυχράνει σὲ μιὰ ἐγωιστικὴ γιὰ φῶς προσευχή: Καὶ δίπλα σὲ φωτιὲς ζοῦσαν - καὶ οἱ θρόνοι, Τὰ παλάτια τῶν ἐστεμμένων βασιλέων - οἱ καλύβες, Τὰ οἰκήματα ὅλων αὐτῶν ποὺ διαμένουν, κάηκαν γιὰ πυρσοί· πόλεις ἀναλώθηκαν, Καὶ οἱ ἄνδρες συγκεντρώθηκαν γύρω ἀπὸ τοὺς φλεγόμενους τοὺς οἴκους Γιὰ νὰ κοιτάξουν ἀκόμη μιὰ φορὰ ὁ ἕνας τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου· Εὐτυχεῖς ἦταν αὐτοὶ ποὺ κατοικούσανε στὸ ὄμμα Τῶν ἠφαιστείων, καὶ ὁ κρατήρας τους: Μιὰ ἔντρομη ἐλπίδα ποὺ ὅλον τὸν Κόσμο περιέκλειε· Δάση πυρπολήθηκαν - ὥρα μὲ τὴν ὥρα ὅμως Ἔπεσαν καὶ ξεθώριασαν - καὶ οἱ κροταλίζοντες κορμοὶ Μ’ ἕναν κρότο ἀφανίστηκαν - κι ὅλα ἦταν μαῦρα. Τὰ μέτωπα τῶν ἀνδρῶν στὸ ἀπελπισμένο φῶς Φόρεσαν μιὰ ὄψη ἀπόκοσμη, σὰν ἀπὸ σπασμοὺς Οἱ λάμψεις ἐπάνω τους ἔπεσαν· σωριάστηκαν κάποιοι Καὶ τοὺς ὀφθαλμούς τους ἔκρυψαν καὶ θρήνησαν· καὶ κάποιοι ξεκούρασαν Τὶς σιαγόνες τους στὰ σφιγμένα τους χέρια, καὶ χαμογέλασαν· Καὶ ἄλλοι πέρα δῶθε ἔσπευσαν, καὶ τάισαν Τὶς νεκρώσιμους σωρούς τους μὲ καύσιμα, καὶ θωροῦσαν Μὲ παράφρονα ἀνησυχία τὸν ἀνιαρὸ οὐρανό, Τὸ πέπλο ἑνὸς παρελθόντος Κόσμου· καὶ τότε ξανὰ Τοὺς ἔριξαν μὲ κατάρες στὴ σκόνη ἐπάνω, Καὶ τὰ δόντια ἔτριξαν καὶ οὔρλιαξαν: ἔσκουξαν τ’ ἄγρια πτηνά, Καὶ, τρομοκρατημένα, στὸ ἔδαφος φτερουγήσανε. Καὶ τ’ ἄχρηστα πτερά τους χτύπησαν· τ’ ἀγριότερα κτήνη Ἦλθαν πειθήνια καὶ τρεμάμενα· καὶ εἷρπαν ἔχιδνες Καὶ κουλουριάστηκαν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, Μὲ συριγμούς, ἀλλὰ ἄκεντρες - σφαγιάστηκαν γιὰ τροφή: Καὶ ὁ Πόλεμος, ποὺ γιὰ μιὰ στιγμὴ ἔπαυσε, Κορέστηκε ξανά: - ἕνα γεῦμα ἀγοραζόταν Μὲ αἷμα, καὶ καθεὶς ξέχωρα χόρτασε βλοσυρὰ Καταβροχθίζοντας στὴ σκοτεινιὰ ἐαυτόν: μήτε ἀγάπη ἀπέμεινε· ~10~


GEORGE GORDON, LORD BYRON

DARKNESS I had a dream, which was not all a dream, The bright sun was extinguish’d, and the stars Did wander darkling in the eternal space, Rayless, and pathless; and the icy earth Swung blind and blackening in the moonless air Morn came and went - and came, and brought no day, And men forgot their passions in the dread Of this their desolation: and all hearts Were chill’d into a selfish prayer for light: And they did live by watchfires - and the thrones, The palaces of crowned kings - the huts, The habitations of all things which dwell, Were burnt for beacons; cities were consumed, And men were gathered round their blazing homes To look once more into each other’s face Happy were those who dwelt within the eye Of the volcanoes, and their mountain-torch: A fearful hope was all the world contained; Forests were set on fire - but hour by hour They fell and faded-and the crackling trunks Extinguish’d with a crash - and all was black. The brows of men by the despairing light Wore an unearthly aspect, as by fits The flashes fell upon them; some lay down And hid their eyes and wept; and some did rest Their chins upon their clenched hands and smiled; And others hurried to and fro, and fed Their funeral piles with fuel, and look’d up With mad disquietude on the dull sky, The pall of a past world; and then again With curses cast them down upon the dust, And gnash’d their teeth and howl’d: the wild birds shriek’d, And, terrified, did flutter on the ground. And flap their useless wings; the wildest brutes Came tame and tremulous; and vipers crawl’d And twined themselves among the multitude, Hissing, but stingless - they were slain for food: And War, which for a moment was no more, Did glut himself again: - a meal was bought With blood, and each sate sullenly apart Gorging himself in gloom: no love was left; ~11~


Ἡ γῆ ὅλη δὲν ἤτανε παρὰ μιὰ σκέψη - κι αὐτὸ ἦταν ὁ θάνατος, Ἄμεσος καὶ ἄδοξος· καὶ ὁ πόνος Τοῦ λιμοῦ ἔθρεψε ὅλα τὰ σωθικά - ἄνδρες Ἀπέθαναν, καὶ τὰ ὀστᾶ τους ἄταφα ἦταν ὅπως καὶ ἡ σάρκα τους· Ὁ ἰσχνὸς ἀπὸ ἰσχνὸ καταβροχθίστηκε, Ἀκόμα καὶ οἱ σκύλοι ἐπιτέθηκαν στοὺς αὐθέντες τους, ὅλοι ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, Καὶ αὐτὸς ἦταν πιστὸς σ’ ἕνα πτῶμα, καὶ κρατοῦσε Τὰ πτηνὰ καὶ τὰ κτήνη καὶ τοὺς λιμοκτονοῦντες ἄνδρες μακριὰ ἀλυχτώντας, Ὡσότου τοὺς ἔσφιξε ἡ πείνα, εἴτε οἱ ἐγκαταλελειμμένοι θανόντες Δελέασαν τοὺς ἄτονους σιαγόνες τους· ὁ ἴδιος τροφὴ δὲν ἐπιζήτησε, Ἀλλὰ μ’ ἕνα οἰκτρὸ καὶ διαρκὲς βογγητό, Καὶ μιὰ θλιβερὴ καὶ ἀδιάκοπη κραυγή, λείχοντας τὸ χέρι ποὺ δὲν ἀπάντησε μὲ θωπεία - ἀπέθανε. Λιμοκτονοῦσε σὲ κύματα τὸ πλῆθος· ὅμως δύο Ἀπὸ μιὰ κολοσσιαία πόλη ἐπιβίωσαν, Καὶ ἦταν ἐχθροί: συναντήθηκαν δίπλα Στὶς θνήσκουσες ἑνὸς θυσιαστηρίου θράκες Ὅπου στοιβάχτηκε ἕνας σωρὸς ἀπὸ πράγματα ἱερὰ Γιὰ χρήση ἀνίερη· σκάλισαν, Κι ἔγδαραν τρέμοντας μὲ τὰ ψυχρά τους σκελετωμένα χέρια Τὶς ἐξασθενημένες τέφρες, καὶ ἡ ἐξασθενημένη τους πνοὴ Φύσηξε γιὰ λίγη ζωή, καὶ μιὰ φλόγα ἔφτιαξε Ἡ ὁποία ἦταν λοιδορία· καὶ ὕψωσαν Τοὺς ὀφθαλμούς της καθὼς ἀναζωπυρωνόταν, καὶ παρατηροῦσαν Καθενὸς τὶς ὄψεις - θώρησαν, καὶ ἔσκουξαν, καὶ ἀπέθαναν, Παρὰ τὴν ἀμοιβαία τους φρικαλεότητα ἀπέθαναν, Ἀνίδεος ποιός ἦταν σὲ ποιανοῦ τὸ μέτωπο ἐπάνω Ὁ λιμὸς εἶχε γράψει Δαίμων. Κενὸς ἦταν ὁ κόσμος, Ὁ πολυπληθὴς καὶ ὁ ἰσχυρὸς ἕνας σβῶλος ἦταν, Δίχως ἐποχές, δίχως βότανα, δίχως δένδρα, δίχως ἀνθρώπους, δίχως ζωή Ἕνας σβῶλος θανάτου - ἕνα χάος ἀπὸ ἄργιλο σκληρό. Οἱ ποταμοί, οἱ λίμνες, καὶ ὁ ὠκεανὸς ὅλα ἀκίνητα ἔστεκαν, Καὶ τίποτα δὲ σάλευε μέσα στὰ σιωπηλά τους ἔγκατα· Πλοῖα δίχως ναῦτες σαπίζοντας κείτονταν στὴ θάλασσα, Καὶ τὰ ἰστία τους κομματιασμένα σωριάστηκαν: ὅπως ἔπεφταν Στὴν ἄβυσσο ἀποκοιμήθηκαν ἀκυμάτιστα Τὰ κύματα ἦταν νεκρά· οἱ παλίρροιες στὸν τύμβο τους, Ἡ Σελήνη, θεραπαινίδα τους, εἶχε πρωτύτερα ἐκπνεύσει· Καὶ οἱ ἄνεμοι μαράθηκαν στὸν στάσιμο ἀέρα, Καὶ τὰ νέφη χάθηκαν· Τὸ Ἔρεβος δὲ χρειαζόταν βοήθεια ἀπὸ ἐτοῦτα - Ἦταν αὐτὸ τὸ Σύμπαν! Ἔπαυλη Ντιοντάτι, Ἰούλιος 1816

~12~


All earth was but one thought - and that was death Immediate and inglorious; and the pang Of famine fed upon all entrails - men Died, and their bones were tombless as their flesh; The meagre by the meagre were devour’d, Even dogs assail’d their masters, all save one, And he was faithful to a corse, and kept The birds and beasts and famish’d men at bay, Till hunger clung them, or the dropping dead Lured their lank jaws; himself sought out no food, But with a piteous and perpetual moan, And a quick desolate cry, licking the hand Which answer’d not with a caress - he died. The crowd was famish’d by degrees; but two Of an enormous city did survive, And they were enemies: they met beside The dying embers of an altar-place, Where had been heap’d a mass of holy things For an unholy usage; they raked up, And shivering scraped with their cold skeleton hands The feeble ashes, and their feeble breath Blew for a little life, and made a flame Which was a mockery; then they lifted up Their eyes as it grew lighter, and beheld Each other’s aspects - saw and shriek’d, and died Ev’n of their mutual hideousness they died, Unknowing who he was upon whose brow Famine had written Fiend. The world was void, The populous, and the powerful was a lump, Seasonless, herbless, treeless, manless, lifeless, A lump of death - a chaos of hard clay. The rivers, lakes, and ocean all stood still, And nothing stirr’d within their silent depths; Ships sailorless lay rotting on the sea, And their masts fell down piecemeal; as they dropp’d, They slept on the abyss without a surge - The waves were dead; the tides were in their grave, The Moon, their mistress, had expired before; The winds were wither’d in the stagnant air, And the clouds perish’d; Darkness had no need Of aid from them - She was the Universe!

~13~

Villa Diodati, July1816


ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΣΤΟ ΔΑΔΙ Θά ’ταν κατὰ τὸ ἀπομεσήμερο, στὰ 1965 ἢ 1966, στὸ χωριὸ τῆς θείας μου, στὸ Δαδί ἢ ἀλλιῶς Ἀμφίκλεια –δὲν πήγαινα ἀκόμη σχολεῖο κι οἱ γονεῖς μου, δὲν ξέρω γιὰ ποιούς λόγους, συνήθιζαν κάποιους μῆνες νὰ μὲ ἀφήνουν ἐκεῖ– ὅταν στὸν τσιμεντένιο δρόμο μὲ τὶς πολλὲς λακκοῦβες σταμάτησε τὸ αὐτοκίνητο, χρώματος λευκοῦ. Μαζὶ μὲ ἄλλους συγγενεῖς, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους εἶχε προστεθεῖ κι ὁ θεῖος μου ὁ παπα-Γιάννης, ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀθήνα μὲ τὴ γυναίκα του, ψηλὸς μέσα στὰ μαῦρα του ράσα, μὲ μαλλὶ πυκνὸ ποὺ ξεκινοῦσε δυὸ δάχτυλα πάνω ἀπ’ τὰ φρύδια, στεκόμουν κι ἐγὼ λίγα μέτρα μακριά. Κατέβηκαν δυὸ ἄντρες ἄγνωστοι σὲ μένα. Ὁ ἕνας φοροῦσε μαῦρα γυαλιὰ καὶ κουβαλοῦσε ἕνα ἀκορντεὸν στὴν πέτσινη θήκη του. Ὁ ἄλλος ἦταν ἔντονα μελαχρινὸς καὶ φανερὰ συνεσταλμένος. Ὁ παπα-Γιάννης πλησίασε πρῶτος καὶ μὲ μεγάλη θέρμη τοὺς ἀγκάλιασε, ἰδίως τὸν μελαχρινό. Ἔδειχναν νὰ εἶναι πολὺ γνωστοί. Κατευθυνθήκαμε ὅλοι πρὸς τὸ σπίτι. Αὐτὸς μὲ τὸ ἀκορντεὸν ἀλαφρὰ ὑποβασταζόμενος. Περάσαμε τὸ κατώφλι καὶ οἱ μεγάλοι καθίσανε στὴν τραπεζαρία. Στὸν ἴδιο χῶρο ὑπῆρχε κι ἕνα σιδερένιο μεγάλο κρεβάτι, ὅπου ξάπλωνε τὸ ζεῦγος τοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ντιβανοκασέλα, μιὰ ντουλάπα, ἡ ραπτομηχανὴ τῆς ξαδέρφης μου, κι ἕνα ἔπιπλο βιτρίνα. Οἱ καρέκλες ἕνα γύρω βόλεψαν τοὺς πάντες. Ὁ μελαχρινὸς κάθισε στὴ θέση τοῦ νοικοκύρη τοῦ σπιτιοῦ, ἐνῶ ὁ ἄλλος, μὲ τὰ μαῦρα γυαλιά, ἀκριβῶς ἀπέναντι. Θυμᾶμαι κουβέντες ποὺ ἔπιανα στὸν ἀέρα, καθὼς ὄλη ἡ προσοχή μου ἦταν στραμμένη πρὸς τὸν ξεχωριστὸ ἐπισκέπτη. Καθόταν ἀνέκφραστος κι ἀμίλητος. «Γιατί δὲν ἦρθε;», «Συναντηθήκατε στὸ βουνὸ ἀλλὰ ἐκείνη ἔφυγε πιὸ γρήγορα;» κι ἄλλα τέτοια. Ὑπῆρχε μιὰ ἀναταραχή. Κάποιο ζευγάρι ἦταν στὰ χωρίσματα, κι ὅλοι προσπαθοῦσαν νὰ μάθουν τὴν αἰτία. Ὁ παπα-Γιάννης ἀλλὰ καὶ ἡ παπαδιά του ἦταν αὐτοὶ ποὺ εἶχαν τὴν ἄνεση νὰ συμβουλεύουν τὸν μελαχρινό. Ἄκουγα: «Εἶναι πολὺ καλὴ καὶ σοῦ ταιριάζει», «Ἀφοῦ τὴν ἀγαπᾶς», «Νὰ τρέξεις νὰ τῆς μιλήσεις βρὲ Στέλιο». Αὐτὸς δὲν ἔβγαζε μιλιά, ἀλλὰ τὸ πρόσωπό του τώρα εἶχε σοβαρέψει ἀκόμα πιὸ πολύ. Κάποια στιγμή ὁ ἄντρας μὲ τὰ μαῦρα γυαλιά ἔβγαλε τὸ ἀκορντεὸν ἀπὸ τὴ θήκη καὶ ἀνοιγοκλείνοντάς το ἄφησε δυὸ νότες στὸν ἀέρα. Σὰν νὰ κατάλαβε ὅμως γρήγορα τὴ διάθεση τοῦ ἀπέναντι τὸ ἄφησε ἥσυχα δίπλα του κι ὅση ὥρα παρέμειναν στὸ σπίτι δὲν τὸ ξαναέπιασε. Δὲν πρέπει νὰ εἶχε περάσει πολύ ὥρα. Ἀπ’ ἔξω ἔφτανε ὁ θόρυβος ἀπὸ ὁμιλίες κι ἕνας τοῦ σπιτιοῦ, μᾶλλον ἡ θεία μου, ἔφερε τὴν πληροφορία πὼς πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ, κυρίως νέοι, ἔχουν μαζευτεῖ καὶ θέλουν νὰ δοῦν τὸν Στέλιο. Πράγματι, βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἤδη μισάνοιχτη πόρτα εἶδα μὲ ἔκπληξη τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ. Ἔνιωσα ἀπότομα νὰ ψηλώνω. Τὸ σπιτάκι ποὺ μὲ φιλοξενοῦσε σὰν νὰ μεγάλωνε κι αὐτό, συνέπεια τῆς αἴγλης ποὺ γιὰ λίγο εἶχε ἀποκτήσει ἀναπάντεχα. Σπῦρος Γεωργίου Σημ. Ὁ Καζαντζίδης χώρισε μὲ τὴ Μαρινέλλα τὸ 1966. Ὁ Κώστας Σταματάκης, ποὺ ἔχασε τὸ φῶς του σὲ ἡλικία μόλις ἑφτὰ μηνῶν, συνεργάστηκε μὲ τὸν Καζαντζίδη ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ ’60 (Ἡ πιὸ μεγάλη ἁμαρτία, Αὔριο σὲ χάνω κ.ἄ.). Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀτάκα τοῦ Καζαντζίδη, «Σταματάκη, χρυσά μου δάχτυλα». ~14~


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΚΗ-ΛΥΚΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΛΕΝΕ Ο ΧΑΡΟΣ ΕΙΝ’ ΣΤΡΑΒΟΣ Λένε ὁ Χάρος εἶν’ στραβός – ἐγὼ τὸ βλέπω πὼς δὲν βλέπει ποὺ παίρνει νέους καὶ παιδιὰ πολλοὺς χωρὶς νὰ πρέπει παίρνει τὴ μάνα ἀπ’ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιά ἀπ’ τὴ μάνα καὶ δὲν λυπᾶται ποὺ χτυπᾶ πένθιμα ἡ καμπάνα. Εἴτε λεβέντης εἴτε νιὰ αὐτὸς δὲ συγκινιέται οὔτε τῆς μάνας τὴν καρδιὰ ποὺ κλαίει δὲ συλλογιέται. Χάρε γιατί δὲ ζήτησες τὰ μάτια σου ν’ ἀνοίξεις νὰ δεῖς τὸ νιὸ νὰ λυπηθεῖς καὶ τὸ σπαθί νὰ κρύψεις; Οἱ ἄνθρωποι ἀμέριμνοι ὁ Χάρος… στὸ καρτέρι θὰ μᾶς ἁρπάξει θὰ διαβεῖ δὲν θὰ μᾶς ξαναφέρει διαβάτες εἰς τὸ διάβα τους ὁ Χάρος εἰς τὴν ἄκρη θὰ μᾶς ἁρπάξει θὰ διαβεῖ χωρίς νὰ χύσει δάκρυ. Γι’ αὐτὸ ἄνθρωπε ἂν μπορεῖς γλέντα τὸν κόσμο ψεύτη ἀφοῦ ἀργὰ ἢ γρήγορα φεύγουμε σὰν τὸν κλέφτη.

Κυριακὴ Περιστεράκη-Λυκουροπούλου

Ἡ Κυριακὴ Περιστεράκη-Λυκουροπούλου γεννήθηκε στὴ Νάξο, στὸ χωριὸ Σκαδό, τὸ 1932. Τὸ παραπάνω ποίημά της κατέγραψε ἀκούγοντάς το ἀπὸ τὴν ἴδια, ὅπως καὶ ὁρισμένα ἄλλα, ἡ Παρὴ Γεωργίου. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ στὸν τοπικὸ κυκλαδικὸ τύπο. ~15~


ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΙ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

συνέντευξη

Εἶναι τὸ τραγούδι ποίημα; Ποιά εἶναι ἡ «εἰδοποιὸς διαφορὰ» μεταξὺ ποιήματος καὶ τραγουδιοῦ; Ὅλοι θὰ συμφωνήσουμε ὅτι τὸ ποίημα ἔχει μουσικότητα ἐνῶ τὸ τραγούδι εἶναι μελοποιημένο ποίημα. Κάποια ποιήματα δὲν θέλουμε νὰ τὰ ἀκούσουμε μελοποιημένα γιατί μᾶς ἀρέσει ἡ μουσικότητα τοῦ ποιήματος νὰ πλανιέται, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ κάποια βιβλία ποὺ δὲν θέλουμε νὰ γίνονται κινηματογραφικὲς ταινίες. Κάποια ποιήματα ἐπιβάλλουν σιωπὴ γιατὶ εἶναι ἀποτέλεσμα περισυλλογῆς, ἔχουν ἐσωστρέφεια ἐνῶ τὸ τραγούδι ἔχει ἐξωστρέφεια. Καθώς τὸ κοινό τῆς ποίησης συρρικνώθηκε στὴ διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰώνα, τὸ τραγούδι (εἴτε ὡς τραγουδοποιΐα, εἴτε ὡς μελοποιημένη ποίηση) κάλυψε αὐτὴ τὴν ἀπόσταση, ἔφερε πιὸ κοντὰ τὴν ποίηση στὸ κοινό; Ἤ, τὸ τραγούδι ἔπαιξε τὸν ρόλο ποὺ θὰ ἔπαιζε ἄλλοτε ἡ ποίηση; Τὸ τραγούδι ἔχει μεγαλύτερη δημοτικότητα ἀπ’ τὸ ποίημα λόγῳ τῆς ἐξωστρέφειας ποὺ τὸ διακρίνει. Ποιά εἶναι ἡ δική σου τοποθέτηση ἀπέναντι στὴν μελοποίηση τῆς ποίησης; Τὸ ποίημα εἶναι εἰκόνες καὶ συναισθήματα ποὺ χορεύουν μὲς στὸ μυαλό σου ἐνῶ μὲ τὸ τραγούδι θέλει νὰ χορέψει καὶ τὸ σῶμα. Ἂν μὲ τὸ ποίημα ποὺ διαβάζεις χορεύει καὶ τὸ σῶμα σου τότε νὰ τὸ μελοποιήσεις, μὲ γειά σου καὶ χαρά σου. Μιὰ ζωντανὴ συνύπαρξη λόγου καὶ μουσικῆς ὑπάρχει στὴν ἐκκλησιαστική μας ὑμνογραφία ποὺ ψάλλεται καὶ σήμερα μὲ ἰδιαίτερη ἀπήχηση (Ἀκάθιστος Ὕμνος, Μεγάλη Ἑβδομάδα, Παρακλητικὸς Κανόνας κλπ). Ἔχει ἀξιοποιηθεῖ δεόντως αὐτὴ ἡ παράδοση ἀπὸ τοὺς σύγχρονους δημιουργούς; Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι καὶ τὰ δημοτικὰ τραγούδια εἶναι τὰ πρῶτα μαθήματα ποὺ παίρνει ὁ σύγχρονος δημιουργός, ὁ μελοποιός. Μπορεῖ νὰ προσβλέπει κανεὶς σὲ μιὰ ἑνότητα λόγου καὶ μουσικῆς; Σὰν μουσικὸς θὰ ἔλεγα ὅτι ἡ ὁμιλία ἔχει μιὰ μουσικότητα ὅπως καὶ κάθε λέξη, αὐτὴ ἡ μελωδία τῆς γλώσσας καὶ ἡ συγκίνηση τῶν νοημάτων ἐμπνέει τοὺς μουσικοσυνθέτες, τὸν ρυθμό τὸν ἐπιβάλλει ὁ τονισμὸς τοῦ κειμένου. Ἔτσι γεννιέται ἕνα τραγούδι, μιὰ ἑνότητα λόγου καὶ μουσικῆς γίνεται γεγονός. ❧ ~16~


ΜΗΝΑΙΟΝ Γ΄ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

ΜΝΗΜΗ ΤΟῦ ὉΣίΟΥ ΠΑΤΡὸΣ ἡΜῶΝ ΘΕΟΔΟύΛΟΥ, ΤΟῦ ἀΠὸ ἘΠάΡΧΩΝ Αὐτὸς ζοῦσε ἐπὶ τῆς βασιλείας Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου καὶ ἦταν Πατρίκιος καὶ Ἔπαρχος Πραιτωρίων. Ζοῦσε ἀνεπίληπτα μὲ τὴ γυναίκα του καὶ βλέποντας τὶς ἁρπαγὲς καὶ τὶς πλεονεξίες τῶν καταδυναστευόντων, παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξουσία. Ὅταν ἡ γυναίκα του ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή, μοίρασε τὴν περιουσία του ποὺ ἦταν μεγάλη -ὥς πεντακόσια λίτρα χρυσοῦ- στοὺς φτωχοὺς καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἔδεσσα. Ἀνέβηκε σὲ ἕναν κίονα κι ἔμεινε ἐκεῖ τριάντα χρόνια, ἀκολουθώντας τὴ μοναχικὴ ζωή. Καὶ μάλιστα ἀξιώθηκε μὲ θεῖα χαρίσματα. Καὶ πιὰ δὲν ἔτρωγε παχύτερη τροφὴ παρὰ μόνο τὴν Κυριακὴ τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἁγία Ἀναφορά, δηλαδὴ τὸ ἀντίδωρο. Μετὰ ἀπ’αὐτὰ ἐνοχλήθηκε ἀπὸ λογισμοὺς καὶ παρακαλοῦσε νὰ μάθει μὲ ποιόν ἔχει ἐξισωθεῖ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν εὐαρεστήσει τὸν Θεό. Καὶ ἄκουσε ὅτι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἴσος μὲ τὸν Κορνήλιο τὸν ἐκ μίμων ποὺ ζεῖ στὴν Δαμασκὸ καὶ τὸν φωνάζουνε Πανδοῦρο. Αὐτὸ παραλίγο νὰ φέρει τὸν Ὅσιο σὲ ψυχικὴ σύγχυση. Πάντως ἔργο τοῦ ἐχθροῦ τῶν ψυχῶν μας ἦταν αὐτὸς νὰ συγχυστεῖ κατ’αὐτὸν τὸν τρόπο. Κι ἀφοῦ ἔφτασε στὴ Δαμασκὸ καὶ βρῆκε τὸν Κορνήλιο, πέφτει στὰ πόδια του ζητώντας νὰ μάθει τὸν τρόπο ποὺ ζεῖ αὐτός. Αὐτὸς τοὔλεγε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλὸς κι ὅτι δὲν ἔχει τίποτα καλό. Ἀλλὰ καθὼς ἐπέμενε ὁ γέρων καὶ τὸν παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα, ἀναγκάστηκε νὰ τοῦ πεῖ. Ἐγώ, τοῦ λέει, πάτερ, ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία συναναστράφηκα τοὺς μίμους καὶ τοὺς ἀγύρτες καὶ γιὰ πολὺ χρόνο ἐποριζόμουν ἔτσι τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τὸ ζῆν. Ὥσπου κάποτε ἀναλογίστηκα τὰ πολλά μου κακὰ κι ἀφοῦ ἔφερα στὸ μυαλό μου τὴν ἀνταπόδοση τῆς μέλλουσας κρίσης, ἀπεῖχα ἀπ’ ὅλα τὰ κακὰ καὶ ἄρχισα κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἐπιμελοῦμαι τὸν καθαρὸ βίο καὶ τὴν ἐλεημοσύνη. Ἀλλὰ ἐπέμενε καὶ πάλι ὁ γέρων καὶ τὸν παρακαλοῦσε καὶ τὸν ἐξόρκιζε νὰ τοῦ πεῖ καὶ τὰ ὑπόλοιπα κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε. Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρό, ἅγιε πατέρα, κάποια γυναίκα σπουδαία ποὺ λαμπρυνόταν καὶ μὲ τὰ πλούτη καὶ μὲ τὴ δόξα καὶ μὲ τὴ σωφροσύνη, τὴν πάντρεψαν οἱ δικοί της μὲ κάποιον ἄντρα. Αὐτὸς εἶχε ροπὴ πρὸς τὴν ἀκολασία καὶ τὴ σπατάλη κι ὄχι μόνο κατανάλωσε τὴν περιουσία τῆς γυναικὸς καὶ τὴ δικιά του, ἀλλὰ καὶ ἄλλα δανείστηκε καὶ τὰ κατέφαγε∙ καὶ γι’αὐτὸ κλείστηκε στὴ φυλακὴ ἀπὸ τοὺς δανειστὲς γιὰ πολλὰ χρόνια, ἀφήνοντας τὴ γυναίκα του σὲ θλίψη ἀπαρηγόρητη, ἡ ὁποία βλέποντας τὸν ἐλεεινὸ ἐκεῖνο νὰ ψωμολυσσάει στὴ φυλακὴ τῆς ἔφυγε ἡ ψυχή. Ὅμως ἄρχισε νὰ ἐπαιτεῖ καὶ νὰ σαλεύει ἡ ψυχή της σὰν τὴν γλωσσίδα τῆς ζυγαριᾶς φοβούμενη τὸ ὀλίσθημα τῆς πορνείας ἐπειδὴ ἦταν ὄμορφη. Αὐτὴν λοιπὸν τὴ συνάντησα ἐγὼ κι ἀφοῦ ἔμαθα τὴν αἰτία, πόνεσε ἡ ψυχή μου. Δάκρυσα καὶ τῆς εἶπα. Πόσο εἶναι τὸ χρέος σας, γυναίκα; Μοῦ λεει, τετρακόσια νομίσματα κύριε. Κι ἐγὼ ἀφοῦ μέτρησα ἀκριβῶς τὰ δικά μου βρέθηκα νἄχω διακόσια τριάντα νομίσματα. Κι ἐπειδὴ δὲν ἀρκοῦσαν γιὰ τὸ ποσό, πούλησα κάποια κινητὰ εἴδη καὶ κοσμήματα ἀκόμη δὲ καὶ τὰ καλύτερά μου ροῦχα κι ἀφοῦ μάζεψα τὸ ποσὸ τῶν τετρακοσίων νομισμάτων, τἄδωσα στὰ χέρια τῆς γυναίκας καὶ τῆς εἶπα: Πάρε αὐτὰ γυναίκα καὶ πήγαινε ἐν εἰρήνῃ. Ἐλευθέρωσε τὸν ἄντρα σου ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ παρακάλεσε τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ νὰ μὲ ἐλεήσει τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Αὐτὰ ἄκουσε ὁ Θεόδουλος κι εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ κι ἀφοῦ ἀνέβηκε πάλι στὸν κίονα ἔζησε λίγα χρόνια ἀκόμα μὲ τὴν καλὴ ἐλπίδα καὶ ταξίδεψε γιὰ τὸν Κύριο. (ἀπόδοση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος) ~17~


ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΔΕΛΛΗ

Ὁ ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΔΕΛΛΗΣ εἶναι καθηγητὴς τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ στὸ τμῆμα κλασικῶν σπουδῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πολιτείας τοῦ Ὀχάιο (ΗΠΑ). Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα καὶ σπούδασε στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Μίτσιγκαν, ὅπου ἀναγορεύτηκε διδάκτορας τὸ 2001. Γιὰ περισσότερα βλ. Ὁ βυζαντινὸς Παρθενώνας, Ψυχογιὸς 2013 καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν συνέντευξη στὸν ἱστότοπο: https://smerdaleos.wordpress.com/2017/11/14

⩷

Ἡ συνομιλία τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου καὶ τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου μὲ τὸν συγγραφέα ἔγινε τὸ καλοκαίρι τοῦ 2019.

⩷

Παραθέτουμε ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου Hellenism in Byzantium, καὶ στὴ σελ. 22 τὸ χωρίο τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ, στὸ ὁποῖο παραπέμπει ὁ Καλδέλλης:

ΛΗΘΗ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ […] Σύγχρονοι ἱστορικοὶ τοῦ Βυζαντίου ἔχουν ὁρίσει τὸν πολιτισμό του ὡς τὴ σύγκλιση τῶν «Ρωμαϊκῶν πολιτικῶν ἐννοιῶν, τῆς Ἑλληνικῆς κουλτούρας, καὶ τῆς Χριστιανικής πίστης». Αὐτὲς δὲν εἶναι σύγχρονες κατηγορίες· ἀνακλοῦν τὸ πῶς μερικοὶ Βυζαντινοὶ λόγιοι ἀντιλαμβάνονταν τὴν συνθετικὴ φύση τῆς κουλτούρας τους. Γιὰ παράδειγμα, σὲ ἕναν λόγο γιὰ τὴ Σταύρωση, ὁ ρήτορας καὶ φιλόσοφος Μιχαὴλ Ψελλὸς τοῦ 11ου αἰώνα σχολίασε τὴν τρίγλωσση ἐπιγραφὴ ποὺ ἦταν τοποθετημένη στὸ Σταυρό. Τὰ Λατινικά, ἐξηγεῖ, ἐκπροσωποῦν τὴν τελειότητα στὰ πρακτικὰ ζητήματα καὶ τὴν πολιτικὴ ἰσχύ, καθὼς οἱ Ρωμαῖοι ἦταν ὁ πιὸ ἐνεργητικὸς καὶ ἰσχυρὸς λαός· τὰ Ἑλληνικὰ ἐκπροσωποῦν τὴν μελέτη τῆς φύσης, καθὼς οἱ Ἕλληνες ξεπέρασαν τοὺς πάντες σχετικὰ μὲ τὴ γνώση γιὰ τὴν φύση τῶν ὄντων· καὶ τὰ Ἑβραϊκὰ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀλάνθαστη θεολογία, καθὼς οἱ Ἑβραῖοι ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ κατανόησαν τὸν Θεό. Σὲ μιὰ ἄλλη πολιτισμικὴ σφαίρα, ἦταν ἡ σύνδεση τῆς ἑλληνικῆς φαρμακευτικῆς, τῆς χριστιανικῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους πρόνοιας ποὺ ὁδήγησαν στὸ Βυζάντιο στὴν ἐφεύρεση τοῦ νοσοκομείου ὅπως τὸ ξέρουμε σήμερα. Αὐτὸ τὸ εὑρετικὸ μοντέλο μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε τὴ δυναμικὴ τῆς Βυζαντινῆς κουλτούρας σὲ πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐκφράσεις της. Ὁ Συνέσιος τῆς Κυρήνης ἦταν ταυτόχρονα πλατωνιστὴς φιλόσοφος, χριστιανὸς ἐπίσκοπος, καὶ ρήτορας πολιτικὸς στὴν τοπική του ἐπαρχία στὴν Κωνσταντινούπολη. Λάβετε υπ’ ὄψιν τὴ δήλωσή του στὸν Ἀνύσιο ὅτι «δὲν ἔχω ἐπιλέξει μιὰ ἀπολίτικη φιλοσοφία… δεδομένου ὅτι ἡ φιλάνθρωπη θρησκεία μας ὁδηγεῖ σὲ ἕνα χαρακτήρα ποὺ νοιάζεται γιὰ τὴν πολιτεία». Ἔχει σημειωθεῖ πὼς ὁ ἔπαινός του γιὰ τὸν Ἀνύσιο ὡς στρατιώτη εἶναι τυπικὰ ρωμαϊκός, ἐνῶ οἱ ἠθικὲς καὶ πολιτικὲς δηλώσεις του ὑπονοοῦν τὴ δυνατότητα τῆς ἐπίτευξης ἁρμονίας μεταξύ τῶν ἀξιῶν τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς χριστιανικῆς πίστης. Αὐτὸ τὸ βιβλίο θὰ ἐντοπίσει τὶς ἀπόπειρες τῶν Βυζαντινῶν νὰ συμβιβάσουν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ποὺ βρίσκονται σὲ ἀνταγωνισμὸ καὶ νὰ χαρτογραφήσει τὶς ἐξελισσόμενες ἀντανακλάσεις τῆς σχετικῆς ἀξίας τοῦ καθενός στὴν πολύπλοκη κληρονομιὰ ποὺ τοὺς ἄφησε ἡ ὕστερη ἀρχαιότητα. Ἦταν στὴν πραγματικότητα ~18~


ἡ μοναδικὴ φορὰ στὴν ἱστορία ποὺ αὐτὰ τὰ τρία πολιτισμικὰ συστατικὰ ἑνώθηκαν τόσο δυνατὰ καὶ τόσο ξεκάθαρα. Εἶναι εἰρωνικὸ ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα ποὺ τὸ Βυζάντιο δὲν ἔχει μελετηθεῖ μὲ περισσότερη συμπάθεια στὴ Δύση παρὰ ἔχει ἀπορριφθεῖ ὡς δομικά μὴ-δυτικό, ἀνατολίτικο, «ξένο». Πῶς ἔχει γίνει αὐτὸ; Πρῶτον, ἡ Ρωμαϊκή του ταυτότητα ἔχει ἀμφισβητηθεῖ ἢ παραθεωρηθεῖ, καὶ ἀποδοθεῖ ὡς ἀποκλειστικὸ κτῆμα τῆς Δύσης· δεύτερον, ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει ταξινομηθεῖ ὡς ἀνατολίτικη βάσει τῶν μὴ-οἰκείων (πιὸ ἀρχαίων) πρακτικῶν καὶ λόγῳ τῆς βίαιης μοίρας της ὑπὸ τὴν κατάκτηση τῶν Ὀθωμανῶν, ποὺ σχημάτισαν τὶς προκαταλήψεις τῶν δυτικῶν ταξιδιωτῶν καὶ τῶν πρώιμων μοντέρνων ἀκαδημαϊκῶν· καὶ τρίτον, ὅταν δὲν ἔχει οἰκειοποιηθεῖ καὶ παραμορφωθεῖ ἀπὸ τὸν μοντέρνο ἐθνικισμό, ὁ Βυζαντινὸς Ἑλληνισμὸς ἔχει περιορισθεῖ σὲ ζητήματα χειρογράφων καὶ ἀττικίζουσας πεζογραφίας τὰ ὁποῖα κανεὶς δὲν θέλει νὰ διαβάσει (ἢ ἔτσι μᾶς λένε) καὶ τὰ ὁποῖα λίγοι μποροῦν οὕτως ἢ ἄλλως. Στὴν πραγματικότητα πολλὰ ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ θὰ μελετηθοῦν ἐδῶ δὲν εἶχαν ἀκόμα δημοσιευτεῖ ὅταν οἱ βασικὲς ὀπτικὲς γιὰ τὸ Βυζάντιο ἐπικράτησαν. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ γεγονός δὲν δικαιολογεῖ τὰ ἐπίπεδα τῆς προκατάληψης. Γιὰ τὰ τελευταῖα 500 χρόνια ἡ Δύση ἔχει φανταστεῖ τὴ σχέση της μὲ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα σὰν μιὰ σχέση δυναμικὰ καὶ ζωτικὰ διανοητική, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ σὲ πρόσφατες ἐργασίες συνεχίζει νὰ ἀντιμετωπίζει τὸ Βυζάντιο ὄχι ὡς ἕναν πραγματικὸ μέτοχο ἀλλὰ μόνο ὡς τὸν φροντιστὴ τῆς κλασικῆς παράδοσης γιὰ τὸ ἀπώτερο ὄφελος τῆς Δύσης, τοῦ «πραγματικοῦ» κληρονόμου της. Ὁπότε ἡ ἱστορία τῶν χειρογράφων περνάει μέσα ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ τοὺς Ἄραβες, ἀλλὰ ἡ ἱστορία τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς διανόησης συνήθως μεταπηδᾶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο στὴν Ἀναγέννηση. Αὐτὸ εἶναι λήθη στὴν ὑπηρεσία τῆς ἰδεολογίας. Μετάφραση: Γιῶργος Καλογερόπουλος *ἀπὸ τὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου Anthony Kaldellis, Hellenism in Byzantium. The Transformation of Greek Indentity and the Reception of Classical Tradition, Cambridge University Press, 2007, σς 1-5.

~19~

… ἡ ἱστορία τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς διανόησης συνήθως μεταπηδᾶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο στὴν Ἀναγέννηση. Αὐτὸ εἶναι λήθη στὴν ὑπηρεσία τῆς ἰδεολογίας.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΔΕΛΛΗΣ

ΒΥΖΑΝΤΙΟ: Ο ΚΑΤ’ ΕΞΟΧΗΝ ΔΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

συνέντευξη

Γιατί κατὰ τὴ γνώμη σας ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον νὰ ἀποκαταστήσουμε τὴ «ρωμαϊκὴ ταυτότητα» τοῦ Βυζαντίου; Ποιές ἑρμηνευτικές συνέπειες ἔχει μιὰ τέτοια μετατόπιση; Ἡ ἄρνηση τῆς ρωμαϊκότητας τοῦ Βυζαντίου ἔχει δύο σκέλη: πρῶτο τὴν διάθεση δυτικῶν κρατῶν (κυρίως τοῦ παπικοῦ καὶ τῆς Γερμανικῆς αὐτοκρατορίας) νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὴν ρωμαϊκὴ παράδοση ὡς ἀποκλειστικὰ δυτική, καὶ δεύτερο τὴν ἔμφαση ποὺ δίνεται στὴ νεοελληνικὴ ἱστοριογραφία στὴν ἑλληνικότητα τοῦ Βυζαντίου (γιὰ νὰ ἐξασφαλιστεῖ ἡ «συνέχεια» τοῦ ἔθνους). Κανείς δὲν ἔχει συμφέρον νὰ παραδεχτεῖ ὅτι οἱ «Βυζαντινοὶ» (ὅρος-ἐφεύρημα τοῦ 19ου αἰώνα) ἦταν καὶ ὀνομάζονταν Ρωμαῖοι. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ρωμαϊκότητάς τους ἔτσι ἀντικρούει αὐτὴ τὴν ἀποσιώπηση τῆς ἀλήθειας, ποὺ εἶναι προϊὸν ἐσκεμμένης διαστρέβλωσης. Παράλληλα φωτίζει τὰ σαθρὰ ἰδεολογικὰ θεμέλια πάνω στὰ ὁποῖα χτίστηκαν οἱ βυζαντινὲς σπουδές. Ἀνοίγει τεράστιους χώρους γιὰ νέα ἔρευνα καθὼς πολλὲς πλευρὲς τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ ἀναμένουν ἐπανερμηνεία μὲ βάση τὴ ρωμαϊκὴ παράδοση, π.χ. στὸν χῶρο τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Βυζαντινῶν. Στὶς πηγές, οἱ Ρωμαῖοι προσδιορίζονται μὲ βάση τὴ γλώσσα τους (τὰ «Ρωμαίικα»), τὴν πολιτεία, τὴ χώρα, τὰ ἔθιμα, καὶ τοὺς νόμους τους, ἀκόμα καὶ τὴν καταγωγή τους, ὅπως τὴν φαντάζονταν, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ρωμαίους. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ παραπέμπουν σὲ μιὰ ἐθνικὴ ἢ ἐθνοτικὴ συλλογικὴ ταυτότητα, καὶ ὄχι σὲ μία ποὺ ἦταν «πολυεθνική» ἢ «οἰκουμενική». Ἀκόμα καὶ ἡ Ὀρθοδοξία λειτουργοῦσε ὡς ρωμαϊκὴ θρησκεία, δηλαδὴ ὡς «ἡ θρησκεία τῶν Ρωμαίων». Τέλος, ἀντιπαραθέτει στὴ νεορομαντικὴ φαντασίωση περὶ «μυστικιστικοῦ» πολιτισμοῦ τὸν γειωμένο πραγματισμὸ τῆς ρωμαϊκῆς παράδοσης, ἑνὸς κράτους-δικαίου βασισμένο στὴν ἀποτελεσματικὴ φορολόγηση καὶ τὴν κυριαρχία τῶν «κοινῶν πραγμάτων». Μπορεῖτε νὰ μᾶς ἀναφέρετε συνοπτικὰ κάποιες ἀπὸ τὶς βασικὲς παρανοήσεις ποὺ ἐπικρατοῦν στὴν πρόσληψη τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας; Πρώτη παρανόηση εἶναι ὅτι τὸ πολίτευμα ἦταν ἀπόλυτη μοναρχία. Στὴν πραγματικότητα, οἱ αὐτοκράτορες ἦταν ἰδιαίτερα εὐάλωτοι σὲ πραξικοπήματα καὶ λαϊκὲς στάσεις, κυρίως ὅταν ἔφθινε ἡ δημοτικότητά τους, καὶ προσπαθοῦσαν πάντα νὰ ἐξευμενίσουν τὴν κοινὴ γνώμη. Μιὰ δεύτερη εἶναι ὅτι τὸ βυζαντινὸ κράτος ἦταν τυραννικό, καταπιεστικὸ καὶ ἀνελεύθερο. Ὁπωσδήποτε διέθετε θεσμοὺς ποὺ ἦταν πιὸ παρεμβατικοὶ στὴν κοινωνία ἀπὸ ἄλλα ἀρχαῖα καὶ μεσαιωνικὰ κράτη, μὰ ἔτσι κατάφερε νὰ ἐπιβιώσει γιὰ χίλια χρόνια. Οἱ ὑπήκοοί του ἀντιδροῦσαν δυναμικὰ ὅταν ἔνιωθαν καταπιεσμένοι, καὶ τὸ κράτος ἔκανε πίσω. Μάλιστα, τὰ παράπονα ποὺ ἀκοῦμε ἔρχονται συχνὰ ἀπὸ τὴν ἐλὶτ ποὺ τῆς ἀπαγόρευε τὸ κράτος νὰ καταπιέζει τοὺς ἀδύναμους. Μιὰ τρίτη εἶναι ὅτι τὸ Βυζάντιο ἔχει διαφορετικὴ ταυτότητα ὡς πολιτισμὸς ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ρώμη. Στὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ φυσικὴ προέκταση τοῦ ρωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ (ὅπως καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ χριστιανικοῦ). Μάλιστα, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελεῖ κέντρο βάρους τῆς ἔρευνας γιὰ τὴν ρωμαϊκὴ ἱστορία (χίλια χρόνια ἀπὸ τὸν Ρωμύλο μέχρι τὸν Κωνσταντίνο, χίλια ἐξακόσια ἀπὸ τὸν Κωνσταντίνο μέχρι τοὺς τελευταίους Ρωμιούς τῆς Ἀνατολῆς). Καὶ πολλὲς ἄλλες παρανοήσεις. Ποιός λόγος σᾶς ὠθεῖ νὰ γράψετε μιὰ νέα «βυζαντινὴ ἱστορία»; Ἡ κατάσταση στὸ χῶρο εἶναι τραγική. Πολλοὶ ἀκόμα χρησιμοποιοῦν τὸ σύγγραμμα τοῦ Ὀστρογκόρσκι, ποὺ γράφτηκε τὴ δεκαετία τοῦ 1930. Ὅμως ἀπὸ τότε ἔχουν ἀλλάξει ὅλα τὰ δεδομένα. Ἡ ἀγορὰ ~20~


ἔχει πλημμυρίσει πρόσφατα ἀπὸ «σύντομες ἱστορίες τοῦ Βυζαντίου», ποὺ δὲν παραπέμπουν στὶς πηγὲς καὶ στὴν πρόσφατη βιβλιογραφία καὶ χτυπᾶνε μόνο τὰ highlights τῆς ἱστορίας. Τέλος ἔχουμε συλλογικοὺς τόμους ποὺ μόνο οἱ εἰδικοὶ μποροῦν νὰ τοὺς παρακολουθήσουν καὶ στεροῦνται θεματικῆς ἑνότητας καὶ συνοχῆς ὕφους. Κατέληξα λοιπὸν στὸ συμπέρασμα ὅτι χρειαζόμαστε μιὰ νέα ἱστορία, μονογραφία ἑνὸς συγγραφέα, ποὺ νὰ παραπέμπει στὶς πηγὲς καὶ τὴν βιβλιογραφία, νὰ εἶναι κομψὰ γραμμένη ὥστε νὰ εἶναι κατανοητὴ στὸ εὐρὺ κοινό, νὰ ἐνσωματώνει τὰ τελευταῖα δεδομένα τῆς ἔρευνας καὶ νὰ καταπιάνεται ὄχι μόνο μὲ γεγονότα ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴ καὶ τὴν δημογραφικὴ ἱστορία τοῦ Βυζαντίου. Τί ὀφείλει ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς στὸ Βυζάντιο; Χαίρομαι ποὺ μοῦ κάνατε αὐτὴν τὴν ἐρώτηση γιατὶ μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ τονίσω ὅτι «ὁ δυτικὸς πολιτισμός» δὲν ὑπάρχει, οὔτε ὑπῆρξε ποτέ. Ὡς ἔννοια εἶναι πρόσφατο κατασκεύασμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν μὲ στόχο νὰ προάγει τὴν αὐτοκρατορικὴ πολιτικὴ τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὴν (δῆθεν) πολιτιστικὴ ταυτότητα τῆς ἐλίτ της. Στὴν πράξη ὑπάρχει μόνο ἕνα σύνολο πλουσίων καπιταλιστικῶν χωρῶν τοῦ βορρᾶ ποὺ κυβερνῶνται (πρὸς τὸ παρὸν) κυρίως ἀπὸ λευκούς. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτηση περὶ τοῦ τί χρωστάει ἢ δὲν χρωστάει στὸ Βυζάντιο αὐτὸ τὸ μόρφωμα. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα εἶναι θέμα ὁρισμοῦ. Ἂν τὸ «δυτικό» εἶναι τὸ προϊὸν τῆς μίξης ἀρχαίων ἑλληνικῶν, ρωμαϊκῶν καὶ χριστιανικῶν παραδόσεων, τότε τὸ Βυζάντιο εἶναι ὁ κατεξοχὴν «δυτικὸς» πολιτισμός: εἶναι ὁ μόνος ποὺ τὰ συνδύασε στὴν πρωταρχική τους μορφή. Ἂν μιλᾶμε γιὰ τὶς κοινωνίες τοῦ δυτικοῦ μεσαίωνα, τὸ Βυζάντιο τοὺς ἔδωσε πολλά. Αὐτὸ ἔχει μελετηθεῖ ἐκτενῶς, ἀπὸ τὸν τομέα τῆς τέχνης σὲ αὐτὸν τοῦ πολιτικοῦ λεξιλογίου καὶ τῆς κρατικῆς ὀργάνωσης, ὅπου τὸ Βυζάντιο ἦταν γιὰ πολλοὺς αἰῶνες ὁ «χρυσὸς κανόνας» πρὸς μίμηση. Προσθέτουμε τὴν ὀργάνωση καὶ τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ τὸν «χριστιανικὸ οὑμανισμό», δηλαδή τὰ ἐργαλεῖα ποὺ ἐπέτρεψαν σὲ Χριστιανοὺς νὰ ἀπολαμβάνουν τὴν ἀρχαία τέχνη καὶ λογοτεχνία, ἀκόμα καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς θεούς, χωρίς κρίσεις συνείδησης. Δεδομένου ὅτι προσεγγίζουμε τὴν ἱστορία μὲ σκοπό νὰ ἀπαντήσουμε σὲ ἐρωτήματα σημερινά, ἡ ἐπανατοποθέτησή μας ἀπέναντι στὸ Βυζάντιο μπορεῖ νὰ συμβάλει σὲ ἕναν ἐπαναπροσανατολισμὸ τοῦ σύγχρονου κόσμου; Ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας δὲν κοιτάει πάντα στὸ παρόν. Κάποια ἐρωτήματα εἶναι σημερινά (π.χ., γιὰ τὴν οἰκονομία ἢ τὴ θέση τῶν γυναικῶν), ἄλλα ὅμως εἶναι ριζωμένα σὲ βυζαντινοὺς προβληματισμοὺς (π.χ., θέματα πολιτικῆς τάξης, νόμου καὶ θεολογίας). Ὅπως ὅμως καὶ νὰ προκύπτει ἡ ἱστορικὴ γνώση συμβάλλει ἐλάχιστα στὸν ἐπαναπροσανατολισμὸ τοῦ σύγχρονου κόσμου ἢ στὴν τρέχουσα πραγματικότητα. Σκεφτεῖτε ὅτι δὲν ἔχουμε καταφέρει κἂν νὰ ἐξαλείψουμε τὸ Ναζισμό, παρὰ τὴν ἀδιαμφισβήτητη γνώση μας γιὰ τὸ ποῦ ὁδηγεῖ, καθὼς καὶ τὴν ἀπόλυτη ἀναντιστοιχία γνώσης καὶ πράξης στὸ θέμα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς. Τὸ Βυζάντιο μπορεῖ ὡστόσο νὰ συμβάλλει σὲ ἐπίκαιρες συζητήσεις σὲ θεωρητικὸ ἐπίπεδο, π.χ., σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ καταργεῖται ἢ εὐνουχίζεται ἡ δημοκρατία πῶς μποροῦν οἱ πολίτες νὰ ἀντισταθοῦν, ἔστω καὶ ἐξωθεσμικά, στὴν κατάχρηση τῆς ἐξουσίας ἀπὸ «αὐλικοὺς καὶ ἀριστοκράτες»; Τὸ Βυζάντιο ἦταν ἐπίσης ἀνοιχτὸ σὲ ξένους μετανάστες καὶ πρόσφυγες καὶ ἱκανὸ νὰ τοὺς ἀφομοιώνει καὶ νὰ τοὺς μετατρέπει σταδιακὰ σὲ Ρωμαίους, ποὺ ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὰ «πάτρια ἤθη» τῆς Ρωμανίας. Γιατί πολλὰ σύγχρονα κράτη ὑστεροῦν σὲ αὐτό; Ἡ ἀπάντηση ἐμπλέκει τὴν ρωμαϊκὴ θεώρηση τῆς πολιτείας, ποὺ δὲν εἶχε φυλετικὰ κριτήρια, καὶ τὴν τοξικὴ δράση τοῦ σύγχρονου ρατσισμοῦ. Ἐπίσης θέτει καὶ τὸ ἐρώτημα πῶς κατάφερε νὰ ἐπιβιώσει ἕνα κράτος μέσα στὰ χίλια πιὸ δύσκολα χρόνια τῆς ἱστορίας, διατηρώντας παράλληλα τὴν ταυτότητά του καὶ τὴν πολιτιστική του φυσιογνωμία. Παρόμοια περίπτωση δὲν ὑπάρχει στὴν ἱστορία. ❧ ~21~


ΜΙΧΑΗΛ ΨΕΛΛΟΣ

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΙΝ 49. Ἐπεὶ δὲ καὶ πρόγραμμά τι ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἔθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι ρωμαϊκοῖς καὶ ἑλληνικοῖς καὶ ἑβραϊκοῖς κατασεσημασμένον γράμμασι, τὰ δὲ γράμματα οὗτός ἐστὶν ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, κερδήσωμέν τινα κἀντεῦθεν ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ἐφόδια καὶ πρὸς ἀρετὴν καὶ κατανόησιν φύσεως καὶ θεολογίαν προσλάβωμεν. Δεῖ γὰρ τὸν εἰς τὸ τάγμα τοῦ Λόγου καταγραφέντα ἢ τα τρία συσχεῖν ἢ τὰ γὲ δύο ἤ, εἰ μὴ τοῦτο, πάντως τὸ πρῶτον τῶν ἄλλων καὶ οἷον στοιχειωδέστατον · ἡ γὰρ πρακτικὴ ἀρετὴ τὸν ἑλόμενον ταύτην μετὰ τῆς μερίδος τῶν σωζόμενων ἱστᾷ ἢ μετὰ ταύτης καὶ ἡ ἀκριβὴς τῶν ἐν τῇ κτίσει λόγων κατάληψις ἢ σὺν ταύταις καὶ περὶ τήν θεολογίαν τελεωτάτη σοφία. Τῆς μὲν οὖν πρακτικῆς σύμβολον ἀκριβὲς ἡ ρωμαϊκὴ γλῶττά τε καὶ ἰσχύς· πρακτικώτατον γὰρ τὸ γένος καὶ συντονώτατον καὶ πρὸς ὅ,τι τύχοι δραστήριον. Τῆς δὲ φυσιολογίας τὸ ἑλληνικὸν γένος τεκμήριον ἐναργέστατον· πρῶτοι μὲν γὰρ Ἕλληνες τήν τε φύσιν τῶν ὄντων καὶ τῶν μετεώρων τοὺς λόγους διέγνωσαν. Τῆς δέ γε θεολογίας Ἑβραῖοι μάρτυρες ἀψευδέστατοι · ἀρχαιότεροι γὰρ τῶν Ἑλλήνων καὶ πρῶτοι διεγνωκότες Θεόν. Ἐγὼ δὲ ὥσπερ ἄν, εἰ τότε παρῆν ὁπηνίκα ὁ τῆς δόξης ἐσταύρωτο Κύριος, ἀπεστράφην ἂν τὰς ὄψεις καὶ τοσοῦτον ἴσως ἐφιλοσόφησα ὅσον μή ἰδεῖν σῶμα θεῖον γυμνὸν ἀνηρτημένον έπί σταυροῦ, οὕτω δή καὶ νῦν οὐ πάνυ τι τῷ λόγῳ σχολάζων περὶ τὸν Κύριον, ἀλλ’ ἄλλο τι καὶ ἄλλο τῶν περὶ ἐκεῖνον κατανοεῖν πειρώμενος, τὰ κατ’ ἐκείνου τετολμημένα παρίημι. * Gautier, P., Un discours inedit de Michel Psellos sur la Crufixion, Revue des Etudes Byzantins 49, 1991, sel.54.1041-55.1060 ~22~

Ἐπειδὴ καὶ κάποια ἐπιγραφὴ πάνω στὸν σταυρὸ ἔθεσαν οἱ Ἰουδαῖοι γραμμένη μὲ γράμματα ρωμαϊκὰ καὶ ἑλληνικὰ καὶ ἑβραϊκά, καὶ τὰ γράμματα ἔλεγαν αὐτὸς εἶναι ὁ βασιλιὰς τῶν Ἰουδαίων, θὰ κερδήσουμε κάτι ἀπὸ τὰ ἐφόδια τῶν ἀλλοτρίων καὶ θὰ προσλάβουμε κάτι καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γιὰ τὴν θεολογία καὶ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς φύσεως. Καὶ πρέπει σ’αὐτὸ ποὺ ἔχει γραφτεῖ στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Λόγου ἢ καὶ τὰ τρία νὰ συσχετίζονται ἢ τὰ δύο ἤ, ἂν ὄχι αὐτό, πάντως τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἄλλα καὶ μάλιστα τὸ πιὸ βασικό. Γιατὶ ἡ πρακτικὴ ἀρετὴ αὐτὸν ποὺ τὴν προτιμᾶ τὸν τοποθετεῖ στὴ μερίδα τῶν σωζομένων ἢ μαζὶ μ’ αὐτὴν καὶ ἡ ἀκριβὴς κατανόηση τῶν λόγων μέσα στὴν κτίση ἢ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἡ περὶ τὴν θεολογία τέλεια σοφία. Τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς λοιπὸν ἀκριβὲς σύμβολο εἶναι ἡ ρωμαϊκὴ γλώσσα καὶ δύναμη· γιατὶ εἶναι γένος πρακτικώτατο καὶ συντονισμένο καὶ δραστήριο σὲ ὅ,τι κι ἂν τύχει. Ἀλλὰ τῆς φυσιολογίας τὸ ἑλληνικὸ γένος εἶναι ἡ ἐναργέστατη ἀπόδειξη· γιατὶ πρῶτοι οἱ Ἕλληνες διέκριναν τὴν φύσι τῶν ὄντων καὶ τῶν οὐρανίων. Καὶ τῆς θεολογίας οἱ Ἑβραῖοι εἶναι οἱ πιὸ ἀψευδεῖς μάρτυρες· γιατὶ αὐτοὶ εἶναι ἀρχαιότεροι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ οἱ πρῶτοι ποὺ διέκριναν τὸν Θεό. Κι ἐγώ, ἂν τότε ἤμουν παρὼν ἐκεῖ ὅπου σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, θὰ ἀπέστρεφα τὸ βλέμμα μου καὶ θὰ φιλοσοφοῦσα τόσο ὥστε νὰ μὴν δῶ τὸ θεῖο σῶμα γυμνὸ ἀναρτημένο στὸν σταυρό, ἔτσι καὶ τώρα ὄχι λιγότερο ἀσχολούμενος με τὸν λόγο γιὰ τὸν Κύριο, ἀλλὰ προσπαθώντας κάτι ἄλλο νὰ κατανοήσω διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ σχετικὰ μὲ ἐκεῖνον, ὅσα τολμήσανε ἐναντίον του τὰ προσπερνῶ. (ἀπόδοση: Ἄ. Κ.)


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΩΣ ΖΗΤΗΜΑ ΜΟΡΦΗΣ Τὸ αἴτημα τῆς ἀντικειμενικότητας ἐγκυτιώνεται στὸν ὁρισμὸ τῆς Ἱστορίας. Τί εἶναι ἡ Ἱστορία; Ὀρθότερα τί ὀνομάζουμε ὡς ἱστορικὴ τέχνη; Ὁ Λέοντας Διάκονος λακωνικὰ σημείωνε: «Τὸ ἀληθίζειν (…) τοῦτο τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἄλλων μᾶλλον ἁρμόττει». Λίγες ἀράδες παρακάτω: «Τῇ ἱστορίᾳ [προσήκειν] ἀλήθειαν». Grosso modo, ἡ Ἱστορία εἶναι ἡ τέχνη τοῦ νὰ λὲς τὴν ἀλήθεια γνωρίζοντάς την. Κατὰ κάποιο τρόπο μιλώντας γιὰ τὴν τέχνη τοῦ ἱστορικοῦ καὶ τὴν Ἱστορία, ἀκόμη καὶ διακρίνοντάς τις, δὲν κάνουμε κάτι περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ ταυτολογοῦμε. Ἡ πρόταση ἐτούτη ὅμως εἶναι ἕνας σκοτεινὸς τόπος ἀκριβῶς γιατὶ θὰ πρέπει μὲ κάποιον τρόπο νὰ ὁριστεῖ ἡ ἀντικειμενικότητα, κι ἡ διαδικασία αὐτὴ ἔχει διάφορες βαθμίδες˙ ἠθικές, ἐπιστημολογικές, γραμματολογικές, θεολογικές, πρακτικές. Πρώτιστο εἶναι νὰ δύναται κανεὶς νὰ διακρίνει τὴν πραγματικότητα ἀπὸ τὴν Ἱστορία κι αὐτὸ γιατὶ ἡ Ἱστορία ἀπὸ μόνη της ἀποτελεῖ μία πρώτη παραποίηση τοῦ πραγματικοῦ. Ἡ πραγματικότητα συνιστᾶ μία μορφὴ ξεχειλίσματος : αἰσθημάτων, νοημάτων. Ἡ Ἱστορία - ὡς συγγραφικὸ κι ἐπιστημονικὸ εἶδος – συνιστᾶ τὴν πρώτη μορφὴ κριτικῆς πρὸς τὴν πραγματικότητα, ἀφοῦ διακρίνει, πολλὲς φορὲς μὲ αὐτοματισμούς, τὰ οὐσιώδη γιὰ τὸν αὐτόπτη, ἔπειτα γιὰ τὸν ἀναγνώστη. Κατόπιν κι ὁ ἀναγνώστης εἶναι κριτὴς τῆς πραγματικότητας καὶ τῆς Ἱστορίας, καθὼς διακρίνει τὰ «χρηστικὰ» οὐσιώδη ἀπὸ τὰ ἐπουσιώδη: Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κοινωνική, τὴν ἀτομική ἢ τὴν ἐνορατική του συνθήκη. Σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις λοιπὸν πραγματικότητα καὶ Ἱστορία ταυτίζονται στὸ ἐπίπεδο τῆς φαινομενολογίας, κι ἀρκεῖ κανεὶς γιὰ νὰ τὸ καταλάβει, σκεπτόμενος, πὼς πρὶν καταγραφεῖ τὸ ἱστορικὸ γεγονός, ἡ «προϊστορικὴ» φάση, ὡς βιωμένη πραγματικότητα ὁρίζει ἀπόλυτα τὸ ἱστορικὸ φαινόμενο, συνεπῶς καὶ τὴν ἱστορικὴ γραφὴ ὡς τὴν τέχνη τοῦ νὰ ἀφηγεῖσαι τὴν ἀλήθεια. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι ἁπλὸ καὶ ἀρκεῖ νὰ σταθοῦμε στὸν ἐπιγραμματικὸ ἀφορισμὸ τοῦ Ζωναρᾶ, πὼς οἱ ἱστορικοὶ διαφωνοῦν μεταξύ τους στὰ περισσότερα γιὰ νὰ μπορέσει κανεὶς νὰ ἀναφερθεῖ σὲ «ἀντικειμενικὲς» ἐντυπώσεις. Στὸ Προοίμιο τῆς Συνόψεως Ἱστοριῶν τοῦ Σκυλίτζη, ἡ μομφὴ τοῦ Ζωναρᾶ ἀποκτᾶ διαυγέστερη μορφή: Οἱ σύγχρονοι ἱστορικοὶ ἦταν ἐπιπόλαιοι καὶ παρέλειπαν τὰ πραγματικὰ σημαντικὰ γεγονότα, κι ἂν ἀκόμη τὰ κατέγραφαν τὰ μετέφεραν λάθος βλάπτοντας τὸν ἀναγνώστη. Ἡ ἀντικειμενικότητά τους συσκοτιζόταν ἀπὸ τὴν σκοπιμότητά τους, καθώς ἔγραφαν χάριν ἐπαίνων ἢ ψόγων, ὥστε ὁ «ἱστορικὸς» νὰ μοιάζει ἢ μὲ κόλακα ἢ μὲ συκοφάντη. Ἁπτὴ ἀπόδειξη, πὼς ἀκόμη κι ἀφηγούμενοι τὰ ἴδια γεγονότα ἀδυνατοῦσαν νὰ τὰ παραστήσουν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἔτσι ποὺ κανεὶς νὰ μὴν καταλαβαίνει γιὰ ποιό ἀκριβῶς πράγμα μιλοῦσαν «διαφερόμενοι ἰλίγγου καὶ ταραχῆς τοὺς ἀκροατὰς». Ἡ ἀληθὴς ἀφήγηση, ὡστόσο, δὲν συνεπάγεται μία ἀβρόχοις ποσί διέλευση τῆς ἱστορικῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας ἀκριβῶς γιατὶ πάντοτε προκύπτει ὁ ὁρισμὸς τῆς ἀλήθειας ὡς μεταφυσικὸ αἴτημα. Τὸ αἴτημα τῆς ἀλήθειας ὅμως στὸν Λέοντα Διάκονο ἀρθρώνεται κι ὡς ἐπιστημολογικό αἴτημα. Ἡ πλήρης πρόταση ἔχει ὡς ἑξῆς: «Φασὶ οἱ τὸν λόγον σοφοί, ῥητορικῇ μὲν προσήκειν δεινότητα, ποιητικῇ δὲ μυθοποιΐαν, τῇ δὲ ἱστορίᾳ ἀλήθειαν». Αὐτὴ ἡ διάκριση τῶν τύπων τῆς γνώσης καὶ τῶν μορφῶν ἀνάλυσής της ἀποτελεῖ μία πρόταση ποὺ τὴν συναντᾶμε συχνά. Ὡστόσο, δὲν σημαίνει ἐκφραστικὴ τυποποίηση ἀλλὰ συνειδητὴ διάκριση γνωστικῶν κατηγοριῶν καὶ γνωστικῶν ποιοτήτων (ρητορική - δεινότητα˙ ποιητική – μυθοποιΐα, ἱστορία – ἀλήθεια). Τὸ ὅτι πράγματι αὐτὴ ἡ διάκριση ὡς ἐπιστημολογικὴ πρόταση εἶχε φιλοσοφικὸ ~23~


ὑπόβαθρο ἤδη τὸ συναντᾶμε στὸν Ψελλό: Ἐὰν ἕνα ζήτημα εἶναι γραμματολογικὸ θὰ πρέπει νὰ ἀπευθυνόμαστε στὰ ἐργαλεῖα τῆς γραμματικῆς˙ ἀναζητώντας ἐργαλεῖα σὲ ἄλλους γνωστικοὺς χώρους θὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ παραλογισμούς. Ἐὰν κάποιος ζητᾶ νὰ ἑρμηνεύσει τὸν Πλάτωνα, θὰ πρέπει νὰ προσεγγίζει καὶ νὰ κατανοεῖ τὸ ζήτημα μὲ πλατωνικὰ ἐργαλεῖα. Ὁ ὑποκειμενισμὸς μέσα ἀπὸ τὴν ἔκφραση προσωπικῶν ἰδεῶν ὡς μεθοδολογικῶν καὶ ἑρμηνευτικῶν μέσων συσκοτίζει τὴν οὐσία τῆς μελέτης. Ἔχει σημασία πὼς συντριπτικὰ οἱ Βυζαντινοὶ ἱστορικοὶ ἐπαναλαμβάνουν αὐτὸν τὸν τόπο. Ὁ Νικήτας Χωνιάτης ὁρίζοντας τὴν Ἱστορία ἐπέλεγε νὰ τὴν περιγράψει ὡς συνθήκη σκοποῦ καὶ ἀποτελέσματος, πλησιάζοντας τὴν κατανόηση τοῦ Θεμίστιου, πὼς στὸν ὁρισμὸ θὰ πρέπει νὰ ἐγκυτιώνεται τὸ καθαυτὸ συμπέρασμα. Τὴν ἴδια στιγμὴ συνειδητὰ διέκρινε τὸν γνωστικό της χῶρο ἀπὸ τὴν ρητορικὴ καὶ τὴν ποιητική, ὄχι μόνο σὲ ἐπίπεδο ἐργαλείων, ἀλλὰ σκοποθεσίας. Ὅπως θὰ δοῦμε αὐτὴ ἡ διάκριση διαμόρφωνε καὶ τὸν παράγοντα τῆς αἰσθητικῆς. Σημείωνε: «Τέλος γὰρ σκοπιμώτατον τὴν ἀλήθειαν ἔχουσα, καὶ τῆς ῥητορικῆς δεινότητος καὶ τῆς ποιητικῆς λογοποιίας ἀφεστῶσα κατὰ διάμετρον, καὶ τὰ τούτων διωθεῖται χαρακτηριστικά». Ἡ ἰδέα αὐτή, τῆς γνωστικῆς ἐπάρκειας ἑνὸς ἀντικειμένου καὶ τῆς ἐπιμονῆς στὸ σύστημα τῶν ἀρχῶν του ἐπανέρχεται συνεχῶς καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ τὴν συναντάᾶμε σὲ ἕνα ἁπλό, ἀλλὰ ἐξαιρετικά παραστατικὸ παράδειγμα τοῦ Κεκαυμένου: «Ἂν μπορεῖς νὰ ἀποκτήσεις γνώση ὅλων τῶν τεχνῶν νὰ τὸ κάνεις, ἀλλ´ ὅμως νὰ μὴν ἀφήσεις τὴν τέχνη ποὺ εἶχες ἐξαρχῆς καὶ πέσεις σὲ μιὰν ἄλλη, ἂν δὲν εἶναι αἰσχρὴ ἢ ἐπιζήμια, γιατὶ δὲν θὰ σὲ ὠφελήσει. Βλέπεις, ὁ ναύτης δὲν μπορεῖ νὰ γίνει στρατιώτης, ὁπότε ἂν γίνει στρατιώτης θὰ χαθεῖ, οὔτε ὁ γραμματικὸς νὰ γίνει χαλκιάς, καὶ οὕτω καθεξῆς (…) Ἐγὼ σοῦ λέω σὲ ναύτη νὰ μὴ δώσεις νὰ καβαλικέψει ἄλογο, γιατὶ δὲν θὰ τὸ φροντίσει. Βλέπεις τὸ πλοῖο οὔτε τρώει οὔτε πίνει, καὶ νομίζει ὅτι καὶ τὸ ἄλογο θὰ τὸ ὑπηρετήσει ὅπως τὸ πλοῖο». Οἱ διακρίσεις αὐτές, κυρίως αὐτὴ τῆς Ἱστορίας ἀπὸ τὴν ποιητικὴ καὶ τὴν ρητορική, δὲν ἦταν συμπτωματικές. Αὐτονόητα, ἐπιδιωκόταν ἡ ἀνάδειξη τοῦ γνωστικοῦ χώρου, τοῦ εἴδους, συνεπῶς καὶ ὑπόρρητα ἡ προσωπικὴ ἀξία τοῦ ἱστορικοῦ ὡς μάρτυρα. Ἡ οὐσία ὅμως τοῦ πράγματος ἔγκειται στὴν θέση συγκεκριμένων γραμματολογικῶν καὶ ὑφολογικῶν κωδίκων ὡς ἀσφαλιστικῶν δικλείδων τῆς ἀντικειμενικῆς γραφῆς. Ἡ συνειδητότητα τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ σήμαινε μία τροπὴ στὴν ἱστορικὴ ὀπτικὴ καὶ κυρίως συνεπαγόταν διαφορετικὲς ἑρμηνεῖες τοῦ κοσμικοῦ καὶ τοῦ ἀτομικοῦ πεπρωμένου. Τὸ αἴτημα αὐτὸ καθίσταται γραμματολογικὸ ζητούμενο. Στὸν Ζωναρᾶ γιὰ παράδειγμα τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς συνιστᾶ ζήτημα οὐσίας. Ἡ σύλληψη τῆς μορφῆς δεσμεύει τὸν χειρισμὸ τοῦ ἱστορικοῦ ὑλικοῦ· τὸ προσωπικὸ ὕφος περιγράφει τὸν βαθμὸ ἀντικειμενικότητας. Σκοπὸς ἦταν ἡ πρόταση ἑνὸς συγγραφικοῦ μέτρου ποὺ θὰ διέκρινε τὴν οὐσία ἀπὸ τοὺς πλατειασμοὺς καὶ τὴν βραχυλογία. Αὐτὸ τὸ μέτρο ἐντοπίζεται στὸν χειρισμὸ τῆς γλώσσας. Ἡ οὐσία βρίσκεται στὴν ἁπλότητα καὶ ἡ ἁπλότητα μορφώνει ἕνα συμπαγὲς ἔργο, ποὺ ἀποδίδει τὴν βαθύτατη διάσταση τῶν γεγονότων. Ὁ Σκυλίτζης αὐτὸ τὸ πλεόνασμα οὐσίας τὸ ἐξέφραζε μὲ στερητικοὺς γραμματικοὺς τύπους περιγράφοντας τὸν ἀντικειμενικὸ ἱστορικό λόγο ὡς ἀφελῆ καὶ ἀπερίεργο. Ὁ Χωνιάτης μὲ τὴν σειρά του παρέθετε ἕνα βερμπαλιστικὸ ἐκφραστικὸ σχῆμα γιὰ νὰ ἀποδομήσει καὶ νὰ εἰρωνευτεῖ τοὺς βερμπαλισμοὺς τῶν ἱστορικῶν: «Μὴ τὸ κομπηρὸν καὶ δυσφραδὲς καὶ κρημνώδεσιν ἀποδιειλημμένον λέξεσιν ὡς ἐπίπαν ἀσπασαμένων, εἰ καὶ χαίνοντές εἰσιν εἰς τοῦτο πολλοί (…) καὶ τὸ φᾶρος τῶν ὀνομάτων εἰλικρινὲς καὶ ἀπέριττον περικεῖσθαι φιλεῖ, οὐ μὴν κεκομψευμένον καὶ ἔξαλλον». Ὁ Ἀτταλειάτης, ὑπογράμμιζε, πὼς στὴν Ἱστορία καθαυτὴ ταιριάζει ἡ ἁπλότητα τοῦ ὕφους, ~24~


καθὼς ἡ λιτότητα ἐξόριζε τὴν ἀσημαντολογία. Χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο ἀκαιρολογία γιὰ νὰ περιγράψει τὴν θέση του, ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων συνδεόταν μὲ τὸ ἱστορικό ζήτημα: ἀκαιρολογία σημαίνει νὰ εἶσαι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου – ἐκτὸς Ἱστορίας. Σὲ αὐτὰ τὰ πλαίσια, ὁ Ζωναρᾶς κατανοοῦσε πὼς τὸ αἴτημα τῆς ἀντικειμενικότητας προϋπέθετε τὴν εὐλάβεια συγκεκριμένων γραμματικῶν κανόνων. Ὁ ἱστορικὸς ἔπρεπε νὰ ἀποκλείει σολοικισμούς, λεξιπλασίες, βαρβαρισμούς. Σημείωνε: «Συντεθεῖσθαί τε αὐτὰ σολοικότερον καὶ ἰδιωτικαῖς λέξεσιν ἐκφέρεσθαι ἢ καὶ βαρβάροις ἐνίοτε, ὥστε ἐντεῦθεν ἀηδῶς τοὺς λόγοις ὡμιληκότας πρὸς αὐτὰ διατίθεσθαι». Ὁ Ζωναρᾶς εἶναι τόσο ἐπίμονος μὲ τὸ ὑφολογικὸ ζήτημα ὡς παράγοντα ἀπόδοσης τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας ὥστε νὰ ὑπογραμμίζει στὸ Προοίμιο τῆς Ἐπιτομῆς Ἱστοριῶν, πὼς ὄχι μόνο δανείστηκε τὸ ὑλικὸ τῶν παλαιῶν ἱστορικῶν, ἀλλὰ φρόντισε νὰ ἀποδώσει κατά τὸ δυνατόν τὸ ὕφος τους, καθὼς ἡ ἰδέα τοῦ λόγου ὅριζε τὸν βαθμό ἀντικειμενικῆς προσέγγισης τῶν γεγονότων. Τὰ παραπάνω θὰ ἀποτελοῦσαν κοινοὺς ἀφορισμοὺς τῶν λογιότατων ἐὰν δὲν συνδέονταν μὲ μία δεδομένη πολεμική, ποὺ στὴν οὐσία της παρέπεμπε σὲ διάκριση σχολῶν. Ἡ θέση αὐτὴ εἶναι ἐντονότερη στὸν Σκυλίτζη. Στὸ Προοίμιο τῆς Συνόψεως Ἱστοριῶν θεωρεῖ ἀπαραίτητο νὰ καταριθμήσει τὶς πηγές του. Ἐξίσου ἀπαραίτητο θεωρεῖ καὶ τὸ νὰ τὶς κρίνει. Ὁρίζει ὡς κριτήρια ὕφους καὶ ἀντικειμενικότητας τὸν Γεώργιο Σύγκελλο καὶ τὸν Θεοφάνη τὸν Ὁμολογητή. Ἐξηγεῖ τὸν λόγο: «Διάβασαν τὰ ἱστορικὰ βιβλία μὲ μεγάλη προσοχή καὶ τὰ συνόψισαν μὲ γλώσσα ποὺ, ἐνῶ ἦταν ἁπλὴ καὶ λιτή, ὅμως ἄγγιζε τὴν οὐσία τῶν γεγονότων». Μὲ ὑπόρρητο τρόπο ὁ Σκυλίτζης διαβεβαιώνει τὸν ἀναγνώστη πὼς ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς τὶς πηγὲς καὶ στὸν ἴδιο ὑπάρχει ποιοτικὴ συγγένεια, καθὼς τὸ ἔργο του σὲ κάθε ἐπίπεδο ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ δικοῦ τους ἔργου. Οἱ συγκαιρινοί του ἦταν ἀνάξιοι γιὰ νὰ φέρουν τὸν τίτλο τοῦ ἱστορικοῦ: «Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸν (ἐννοεῖ τὸν Θεοφάνη τὸν Ὁμολογητή) κανεὶς ἄλλος δὲν ἀφιερώθηκε σὲ τέτοιου εἴδους ἔργο. Δοκίμασαν βέβαια κάποιοι, ὅπως ὁ δάσκαλος ὁ Σικελιώτης καὶ ὁ σύγχρονός μας ὕπατος τῶν φιλοσόφων καὶ ὑπέρτιμος, ὁ Ψελλός, καὶ κοντὰ σὲ αὐτοὺς καὶ ἄλλοι. Ἀλλὰ καθὼς ἀσχολήθηκαν μὲ αὐτὴ τὴ δουλειὰ ἐπιπόλαια, ἀπέτυχαν νὰ εἶναι ἀκριβεῖς, παραλείποντας τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν σημαντικότερων γεγονότων». Ὁ Σκυλίτζης καταγράφει τὴν ἀνεπάρκεια τῶν ἱστορικῶν χωρίς ὅμως –παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις του– νὰ διστάσει νὰ παραθέσει τὶς πηγές του. Συντάσσοντας τὸν κατάλογό του ἐπιδιώκει: α. νὰ ὑποβάλλει σὲ μία εὐθεία κριτική τὶς πηγές, β. νὰ δείξει τὸ περιβάλλον ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἄντλησε γιὰ τὸ δικό του ἔργο, γ. νὰ στρέψει τὴν προσοχὴ τῶν ἀναγνωστῶν του στὰ κείμενα αὐτά, συνεπῶς νὰ ὀξύνει τὸ κριτικό τους πνεῦμα μέσα ἀπὸ τὶς προσωπικές του παρατηρήσεις. Πέρα ἀπὸ τὸ κλασσικὸ ρεπερτόριο μομφῶν, ὅπως ἡ προσωπικὴ σκοπιμότητα ἢ ἡ ἐγκωμιαστικὴ διάθεση ἢ ἡ ἐμπάθεια ἢ ἡ συμπάθεια τῶν ὁμοτέχνων, ὁ Σκυλίτζης προτείνει τὴν λογικὴ ὡς τὸν ὁρισμένο γνώμονα κριτικῆς τῆς ἀντικειμενικότητας τοῦ ἱστορικοῦ ἔργου. Ἡ παράμετρος αὐτὴ ἔχει α. ἠθικὸ χαρακτήρα καθὼς ἀποτρέπει τὸν ὑποκειμενισμὸ (τὰ ἐμπαθῶς ἢ καὶ πρὸς χάριν λεχθέντα ἀποδιοπομπήσαντες)˙ β. συγκροτεῖ τὸ ἑνιαῖο ἔργο ὄχι ὡς σύνθεση πληροφοριῶν ἀλλὰ ὡς ἑνότητα νοήματος (τὰς διαφορὰς καὶ διαφωνίας παρέντες)˙ γ. ἐπιδιώκει νὰ διακρίνει μεταξὺ μυθολογικοῦ καὶ πραγματικοῦ (ἀποξέσαντες ὅσα ἐγγὺς ἐρχόμενα εὕρομεν τοῦ μυθώδους). Οἱ ἀρχὲς αὐτὲς συνοψίζονται ὡς ἑξῆς: «Ἐπ´ἀκριβὲς ἱστορίας ἀναλεξάμενοι (…) τὰ δὲ εἰκότα καὶ ὁπόσα μὴ τοῦ πιθανοῦ ἀπέπιπτε συλλεξάμενοι». Εὐάγγελος Σταυρόπουλος

~25~


KEIMENA ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ: ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΛΑΩΝ… […] Ὁ Γκαῖτε δὲν εἶναι πιὰ γιὰ μᾶς τὸ ἰδανικὸ τοῦ δημιουργοῦ ποὺ ἡ πλησιέστερη ἱστορία παρουσιάζει· τονίζω τοῦτο γιατὶ οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες οἱ πιὸ εἰλικρινὰ ποθοῦντες τὴν ἀναγέννηση τῆς χώρας τους τρέφουν μιὰ τέτοια βαθειὰ φιλοσοφικὴ πλάνη· τί χρωστάει ὁ Γκαῖτε στὸ Σπινόζα εἶναι γνωστό· δὲν ἔχει ὅμως, φαντάζομαι, εἰπωθεῖ πὼς τὸ σύμπαν τοῦ Σπινόζα εἶναι κιόλας στὴ στοιχειωδέστερη μορφή του τὸ σύμπαν τοῦ Γκαῖτε καὶ πὼς ὁ Γερμανὸς ποιητὴς δὲν κατασταλάζει σὲ μιὰν ἐνατένιση τῆς πραγματικότητας ποὺ νὰ μὴν ἐμπεριέχεται, βαλμένη σ’ ἕναν αὐστηρότερο ρυθμὸ καὶ προικισμένη μὲ μιὰ αἰδὼ λατρείας ποὺ ὁ ὀλύμπιος ποιητὴς ἀγνοεῖ, στὸ σύστημα τοῦ Σπινόζα. Μήτε ὁ Σαίξπηρ μήτε ὁ Γκαῖτε προσθέτουν κάτι τὸ ἀναγκαῖο στὴν ἀνησυχία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου· στὴν ἀνησυχία ἐκείνη ποὺ δὲν βρῆκε τὸν καιρὸ γιὰ τὴν ἤρεμη ἀπουσία ἀπὸ τὸ πρόβλημα ζωῆς καὶ θανάτου ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται ἂν θὰ γεννηθεῖ ἢ ἂν δὲ θὰ γεννηθεῖ ποτέ. Ἴσως μονάχα ὁ Ντοστογιέφσκι ἀνάμεσα στοὺς πρόσφατους δημιουργοὺς μᾶς πείθει νὰ σταματήσουμε λίγο πιότερο τὴν προσοχή μας· ὁ Ντοστογιέφσκι ἀπαντῶντας σ’αἰώνια ἐρωτήματα ξεπερνάει τὰ ὅρια τῶν τελευταίων φιλοσοφιῶν, ἐκείνων ἀπ’ ὅπου δύσκολα ξεφεύγει γιὰ ἄλλα ὅρια ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος· κι ἔχω ὑπ’ ὄψη μου τοὺς Χέγκελ Κίρκεγκωρντ Νίτσε. Γιατὶ ὁ Ντοστογιέφσκι σήκωσε καθ’ ὅλο τὸ πλάτος τῆς ψυχῆς του, σὰν πρωταρχικὸ καὶ συνολικὸ πρόβλημα τοῦ πολιτισμοῦ, τὸ πρόβλημα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Κ’ ἡ πράξη του ὑπῆρξε πράξη γεροῦ ἀνθρώπου, ἀνθρώπου ποὺ νιώθει τὴ μοῖρα τοῦ λαοῦ του δική του μοῖρα, ἀνθρώπου ποὺ δὲ γύρεψε τὴ μοναξιὰ σὰ δύναμη ὅπως ὁ Κίρκεγκωρντ καὶ ὁ Νίτσε. Ἐγὼ σὰν Ἕλληνας βλέπω τὴν ἀπόστασή μου ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι· νιώθω πὼς θὰ μπορούσε νὰ εἶχε πεῖ μὲ περισσότερη λιτότητα ὅσα εἶπε· ἀλλὰ θὰ μ’ ἐνδιαφέρει καὶ θὰ ἐξακολουθήσει νὰ μ’ ἐνδιαφέρει, ἐφ’ ὅσο δὲ θὰ ἔρθει ἄνθρωπος ποὺ τὴν ἀναγκαιότητα τῶν ὁριστικῶν σκέψεων ἐκείνου θὰ τονίσει, ἢ μιὰν ἄλλη ἀναγκαιότητα ἀκόμη πιὸ πλατειά… Πάντως, καὶ σήμερα, τὸ πρόβλημα τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι τὸ κοινὸ πρόβλημα a priori τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν… Ἀπὸ τὸν Πρόλογο στὴ «Συμβολὴ σὲ μιὰ φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης», στὸ Γ. Σαραντάρη. Ἔργα, τ. 1, ἐπιμ. Σοφία Σκοπετέα, Βικελαία Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη, Ἡράκλειο, 2001, σς 135-136

~26~


ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΝΑΙ Ἦταν καιρὸς ποὺ ἤθελα νὰ διαβάσω τὸ Μαγικὸ Βουνὸ τοῦ Τόμας Μάν, τὸ προαισθανόμουν πὼς ἦταν πένθιμο βιβλίο, ταίριαζε γάντι στὴν κατάστασή μου, σίγουρα εἶχε ἔρθει ἡ στιγμή. Τὸ ἔπιασα λοιπὸν στὴν ἀρχὴ μὲ θαυμασμό, ἔπειτα μὲ αὐξανόμενη ἐπιφυλακτικότητα. Μολονότι ἡ ἔκτασή του καὶ οἱ φιλοδοξίες του ἦταν σημαντικὰ εὐρύτερες, τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ ἔργου ἦταν τελικὰ ἀκριβῶς τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνο τοῦ Θανάτου στὴ Βενετία. Ἐξίσου ὅσο ἐκεῖνος ὁ χαζόγερος ὁ Γκαῖτε (ὁ μεσογειακοῦ ταμπεραμέντου Γερμανὸς οὑμανιστής, ἕνας ἀπ’ τοὺς μεγαλύτερους ξεκούτηδες τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας), ἐξίσου ὅσο ὁ ἥρωάς του, ὁ Ἄσενμπαχ, (ὁ ὁποῖος βέβαια ἦταν πολὺ πιὸ συμπαθητικός), ὁ Τόμας Μάν, ὁ ἴδιος ὁ Τόμας Μάν, καὶ ἦταν πολὺ σοβαρὸ αὐτό, εἶχε σταθεῖ ἀνίκανος νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴ σαγήνη τῆς νιότης καὶ τῆς ὀμορφιᾶς, ποὺ τελικὰ τὶς ἔθετε πάνω ἀπὸ κάθε τὶ ἄλλο, πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς διανοητικὲς καὶ τὶς ἠθικὲς ἀρετές, σὲ τελευταία ἀνάλυση εἶχε κι αὐτὸς κυλιστεῖ μπροστά τους μὲ τρόπο εἰδεχθῆ, χωρὶς τὸν παραμικρὸ ἐνδοιασμό. Ἔτσι ὅλη ἡ κουλτούρα τοῦ κόσμου δὲν παρεῖχε κανένα ἠθικὸ ὄφελος, κανένα πλεονέκτημα, μιᾶς καὶ τὴν ἴδια ἐποχή, ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἐποχή, ὁ Μαρσὲλ Προὺστ συμπέραινε στὸ τέλος τοῦ Ἀνακτημένου Χρόνου, μὲ θαυμαστὴ εἰλικρίνεια, πὼς ὄχι μόνο οἱ κοσμικὲς σχέσεις ἀλλὰ οὔτε κἂν οἱ φιλικὲς σχέσεις δὲν πρόσφεραν τίποτα τὸ οὐσιαστικό, πὼς ἦταν ἁπλούστατα χάσιμο χρόνου, ὁ δὲ συγγραφέας, σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι πιστεύει ὁ κόσμος, δὲν εἶχε καθόλου ἀνάγκη ἀπὸ διανοητικὲς συζητήσεις, ἀλλὰ ἀπὸ «ἐλαφροὺς ἔρωτες μὲ ἀνθισμένα κορίτσια». […] Τὸ τέλος τοῦ Μαγικοῦ Βουνοῦ ἦταν ἀκόμα πιὸ θλιβερὸ ἀπ’ ὅ,τι ἄφηνε νὰ φανεῖ ἡ πρώτη ἀνάγνωση: δὲν σήμαινε μόνο ὅτι ἡ κατρακύλα, τὸ 1914, σ’ ἕναν παράλογο ὅσο καὶ φονικὸ πόλεμο ἀνάμεσα στοὺς δύο ὑψηλότερους πολιτισμοὺς τῆς ἐποχῆς σηματοδοτοῦσε τὴ χρεοκοπία κάθε ἰδέας εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλά, μὲ τὴν τελικὴ ἐπικράτηση τῆς ζωικῆς ἕλξης, σήμαινε ἐπίσης τὸ ὁριστικὸ τέλος κάθε πολιτισμοῦ, κάθε κουλτούρας. […] Ὁ Θεὸς ἀσχολεῖται μαζί μας στὴν πραγματικότητα, μᾶς σκέφτεται κάθε ὥρα καὶ στιγμή, καὶ μᾶς δίνει ὁδηγίες ἐξαιρετικὰ ἀκριβεῖς, μερικὲς φορές. Αὐτὰ τὰ ξεσπάσματα ἀγάπης ποὺ φουσκώνουν στὰ στήθη μας μέχρι ποὺ μᾶς κόβουν τὴν ἀνάσα, αὐτὲς οἱ στιγμὲς φώτισης, αὐτὲς οἱ στιγμὲς ἔκστασης, οἱ ἀνεξήγητες βάσει τῆς βιολογικῆς μας φύσης ὡς ἁπλῶν πρωτευόντων, εἶναι ἐξόχως πρόδηλα σημάδια. Καὶ καταλαβαίνω, σήμερα, τὴν ὀπτικὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐπανειλημμένη δυσαρέσκειά του μπροστὰ στὴ σκληρότητα τῶν καρδιῶν: ἔχουν ὅλα τὰ σημάδια καὶ δὲν τὰ λαμβάνουν ὑπόψη. Πρέπει στ’ ἀλήθεια νὰ δώσω καὶ τὴ ζωή μου γι’ αὐτοὺς τοὺς βρωμιάρηδες; Πρέπει στ’ ἀλήθεια νὰ γίνω τόσο ξεκάθαρος; Φαίνεται πὼς ναί. Ἀπὸ τὸ βιβλίο Μισὲλ Οὐελμπέκ, Σεροτονίνη, μτφρ. Γιῶργος Καράμπελας, Ἑστία 2019, σς 303-305 & 316

~27~


ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΑΛΗΣ

ΒΗΘΕΣΔΑ Τὸ αὐλάκι εἶναι ἕνα ὅριο. Ἂν πᾶς πιὸ πέρα βρίσκεις σκοτάδι ἂν μείνεις ἐδῶ χάνεσαι στὴν ἐπανάληψη. Κι ὅμως περίμενα κοντὰ σαράντα χρόνια. Τὰ βράδια ἔρχονταν ὁ ἄγγελος κι ἔπαιζε μὲ τὸ νερό. Μιλούσαμε γιὰ τοὺς ὡραίους νεκρούς μας αὐτοὺς ποὺ χάθηκαν ἀνάμεσα στὸν ὕπνο καὶ στὸν θάνατο Μ’ ἔβαζε νὰ κολυμπῶ στὰ μάτια τοῦ Θεόφιλου καὶ νὰ μαζεύω κομμένα πόδια, χαμογελαστὰ κρανία μὲ καπελάκια ἀκόμα τοῦ παλιοῦ καιροῦ καὶ κρίνα κρίνα πολλὰ μὲ σκόνη, κρίνα ὡραίων πανσέληνων. Τὸ πρωὶ ἔφευγε ἀφήνοντας ἕνα «χαῖρε» στὸν ἀέρα. Κι ἐμένα μὲ ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατάχαμα δίπλα στὸ νερό. Ξεχνοῦσα νὰ τοῦ πῶ νὰ πάρει αὐτὸ τὸ ψεύτικο σκοτάδι αὐτὸ ποὺ βλέπω τὶς σκιὲς γιὰ στέρεο πράγμα νὰ μοῦ τὸ πάρει μιὰ στιγμὴ νὰ δῶ καὶ γὼ τὸν χρόνο λίγο. Κι ἐρχότανε ξανὰ τὸ βράδυ ὁ ἄγγελος καὶ πάλι τὸ ξεχνοῦσα γιατὶ μοῦ ἄρεσε τῆς παρέας του ἡ ἐλευθερία νὰ ταξιδεύω ὡς παιδὶ σὲ ὑπόγεια νερὰ συναντώντας σοφοὺς λαγοὺς κόκκινες θάλασσες τῶν ἀφανῶν μιὰ ἱερότητα τοῦ ἄχρονου ποὺ μοῦ ταιριάζει. Διάβασα τὴν ἱστορία ἀπὸ τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν ξέρω ἀλλὰ δὲν ἔγινε ἔτσι σᾶς ὁρκίζομαι. Ἦταν πιὸ ὡραῖος ἀπὸ τὸν ἄγγελο Ὅταν μὲ κοίταξε εἶδα πὼς ἔμοιαζε τὸ βλέμμα του μὲ κεῖνο τοῦ πατέρα, ὅταν πονοῦσα. Ὅταν μὲ ρώτησε «τί θέλεις;» «Τίποτα» τοῦ εἶπα, «κάθισε δίπλα μου». ~28~


Καὶ καθίσαμε κι οἱ δυὸ στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας Καὶ τὸ νερό πέρασε μέσα μου χαθήκαμε καὶ οἱ δυὸ στὴ σιωπή αὐτὴ τὴν ὡραία σιωπὴ γεμάτη μ’ ὁσμὲς τῶν νεραντζιῶν καὶ μιὰ ἁπαλὴ λευκότητα.

Νίκος Βαραλῆς

~29~


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ Μὲ πῆρε ἡ θεία μου νὰ πᾶμε στὸ χωριό. Ἦταν Ὀκτώβρης, μεσημέρι, Τρίτη. Δυὸ τρία ρείκια στὸ μικρὸ τὸ πλυσταριὸ δίπλα στὸ πλίθινο τὸ γερασμένο σπίτι. Ἄρχισ’ ἐκείνη βιαστικὰ νὰ καθαρίζει, κάθισα ἐγὼ στὰ σκαλοπάτια μόνος. Εἶχε ἡ ψυχή μου πάψει πλέον νὰ ἐλπίζει, ἄδεια ἡ σκέψη μου καὶ ἄδειος λὲς ὁ χρόνος. Κοιτοῦσα ἐπίμονα στὸ βάθος πέρα. Νωρίς τ’ ἀπόγευμα ἔφεραν τὸν πατέρα.

ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 2 Κάποιοι κοντά σου ψιθυρίζαν τὸ ψαλτήρι. Ἔξω βροχὴ ἀπ’ τὸ πρωῒ λυσσοῦσε. Ἀέρας τὰ μαλλιά μας τυραννοῦσε. Κόσμος πολύς, σὰν νὰ ΄ταν πανηγύρι. Μὲς στὴν καρδιά μου θύελλα βουβὴ καὶ στὸ μυαλό μου σύγχυση καὶ τρέλα. Σ’ ἐξόδιο οὐρανὸ γκρὶ καὶ μαβὴ Βγῆκα κρατώντας τὴ δική σου τὴν ὀμπρέλα. Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης

⩷

~30~


ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

«ΘΕΙΟΣ ΒΛΑΝΤΟ» Φσὶν–φσούν, φσὶν-φσούν, φσὶν-φσοὺν ἡ σκούπα εἶχε πιάσει δουλειά. Ἀπὸ μακριὰ τὴν ἀκούγαμε καὶ τρέχαμε. Μαζευόμασταν τότε γύρω του καὶ καθόμασταν στὸ γρασίδι καὶ κοιτούσαμε. Φσὶν– φσούν, φσὶν- φσούν, φσὶν- φσούν ἡ σκούπα συνέχιζε. Ἐκεῖνος ἀπορροφημένος ἔκανε πὼς δὲν μᾶς ἔβλεπε. Πὼς δὲν τὸν ἔνοιαζε ποὺ καθόμασταν καὶ τὸν κοιτάζαμε. Πεταγόταν τότε πρῶτος-πρῶτος ὁ ἐξυπνάκιας ὁ Χάρης καὶ φώναζε: «Θεῖο Βλάντο, θεῖο Βλάντο πὲς ἀλεύρι!» Γιὰ νὰ συμπληρώσει κάθε φορὰ ὁ Γιάνναρος, «ὁ τσαγκάρης σὲ γυρεύει!» Καὶ ὅλοι ξεσπούσαμε στὰ γέλια, ποιός θὰ γελάσει πιὸ δυνατά, λὲς καὶ ἀκούγαμε τὸ ἀστεῖο γιὰ πρώτη φορά. Ἐκεῖνος πάλι ἔκανε πὼς δὲν ἄκουγε. Σκυφτὸς συνέχιζε μέχρι νὰ τελειώσει ὅλη τὴν τσιμεντένια αὐλὴ μπροστὰ ἀπὸ τὸ κτίριο μὲ τὰ γραφεῖα. Τὸ πιὸ ψηλὸ κτίριο τῆς περιοχῆς, σὰν ὄρθιο κουτὶ φαινόταν ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς μικρῆς γειτονιᾶς. Ἐμεῖς σκουντούσαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ χαζογελούσαμε ὅλη τὴν ὥρα μαζί του. Ἦταν ἡ διασκέδαση τῆς Τρίτης καὶ τῆς Παρασκευῆς. Αὐτὲς τὶς δυὸ μέρες ἐρχόταν καὶ σκούπιζε ὁ θεῖος Βλάντο τὸ κτίριο. Μέσα δὲν τολμούσαμε νὰ μποῦμε, θὰ τὸ διασκεδάζαμε κι ἐκεῖ σίγουρα πιὸ πολύ περιμένοντας νὰ σκοντάψει στὸν κουβά μὲ τὰ σαπουνόνερα, ἀλλὰ εἶχε καὶ θυρωρό τὸ κτίριο ποὺ ἦταν ἄγριος καὶ μᾶς μάλωνε. Ἔτσι περιοριζόμασταν στὴν αὐλή. Ἐκεῖνος δὲν μιλοῦσε οὔτε σὲ μᾶς οὔτε εἴδαμε νὰ μιλάει ποτὲ σὲ κάποιον. Σιωπηλὸς ἐρχόταν, σιωπηλὸς ἔφευγε. «Θεῖο Βλάντο» ἀκούσαμε μιὰ μέρα τὴ Ρίτσα, ποὺ ἔρχεται καὶ βοηθάει τὸν πατέρα της στὸ περίπτερο, νὰ τὸν φωνάζει. Μᾶς ἄρεσε, μᾶς φάνηκε ἀστεῖο καὶ γελούσαμε. Ἡ Ρίτσα κάτι ἤθελε νὰ πεῖ, ἀλλὰ δὲν τόλμησε. Φαινόταν θυμωμένη, ὅμως δὲν μίλησε. Ἀλλὰ ποιό κορίτσι τολμοῦσε νὰ τὰ βάλει μὲ μιὰ παρέα ψευτοπαλικαράδων ποὺ τριγυρνοῦσε καὶ τρομοκρατοῦσε τὴ γειτονιά; Οἱ γυναῖκες θύμωναν μαζί μας καὶ μᾶς ἔβαζαν τὶς φωνές, ἦταν κι αὐτὸ μέρος τῆς διασκέδασής μας. Τὰ ἀπογεύματα ὅταν οἱ ἄντρες τους ἔλειπαν στὰ καφενεῖα κι ἐκεῖνες κάθονταν μπροστὰ στὰ πεζούλια κουβεντιάζοντας σπάγαμε μεγάλες πλάκες. Τὴ μιὰ κόβαμε κάποιο σκοινὶ μὲ τὴν ἁπλωμένη μπουγάδα, τὴν ἄλλη κυνηγούσαμε τὰ σκυλιὰ ξεφωνίζοντας σὰν παλαβά, κρυβόμασταν πίσω ἀπὸ τὶς πόρτες γιὰ νὰ τὶς τρομάξουμε, κρύβαμε τοὺς κάδους τῶν σκουπιδιῶν τοὺς πηγαίναμε κάθε φορὰ σὲ ἄλλη γωνία καὶ ὅποια ἄλλη ἀγορίστικη σαχλαμάρα ἔβαζε ὁ νοῦς μας. Αὐτὲς φώναζαν, μᾶς κυνηγοῦσαν, μᾶς ἀπειλοῦσαν. Μόνο ὁ θεῖος Βλάντο δὲν ἀντιδροῦσε. Δὲν μιλοῦσε, δὲν μᾶς κοίταζε κἄν. Σὰ νὰ μὴν ὑπήρχαμε. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἀκάθεκτοι. Κάθε Τρίτη καὶ Παρασκευή ἐκεῖ. Νὰ τὸν κοροϊδεύουμε. Νὰ σχολιάζουμε τὰ μεγάλα παπούτσια του καὶ νὰ γελᾶμε. Φοροῦσε ὁ ἄτιμος κάτι παπούτσια, ἴδιος κλόουν. Συνέχεια τὰ ἴδια, τεράστια παπούτσια χειμώνα καλοκαίρι. Τόλμησε μιὰ μέρα ὁ Τάκος, ὁ πιὸ μικρός, νὰ πεῖ «κρίμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος» καὶ τὸν ἀρχίσαμε ὅλοι στὶς καρπαζιὲς μέχρι ποὺ τοῦ κοκκινίσαμε τὸ σβέρκο. Ἀπὸ τότε δὲν ξαναμίλησε. Ὁ καιρὸς περνοῦσε, ἐμεῖς μεγαλώναμε καὶ ὁ θεῖος Βλάντο γερνοῦσε. Πέρασε τὸ καλοκαίρι, ἦρθε τὸ φθινόπωρο καὶ μετὰ ὁ χειμώνας. Ἐμεῖς στὸ Γυμνάσιο πιά, καμαρώναμε τὸ χνοῦδι στὸ πάνω χεῖλος ποὺ ἔβγαλε πρῶτος ὁ Γιάνναρος, ἀλοιθωρίζαμε γιὰ κανένα κορίτσι καὶ κάναμε τοὺς καμπό~31~


σους ὅταν περνοῦσε κάποια κοπέλα, ποιός θὰ τὴν πειράξει πρῶτος. Κάθε Τρίτη καὶ Παρασκευὴ ὁ θεῖος Βλάντο σκούπιζε ὅλο καὶ πιὸ σκυφτός. «Σε λίγο θὰ τοῦ πέφτει ὁ μπερὲς ἀπὸ τὸ κεφάλι!» ξεφώνισε μιὰ Τρίτη ὁ Περικλῆς καὶ μᾶς φάνηκε τόσο ἀστεῖο ποὺ μᾶς ἔπιασε νευρικὸ γέλιο. Οὔτε τὸν μπερέ του τὸν ἔβγαζε ὁ θεῖος Βλάντο. Μόνο καμιὰ φορὰ στὶς μεγάλες ζέστες. Τὴν Παρασκευὴ μετὰ τὴν Πρωτοχρονιά μαζευτήκαμε πάλι μὲς στὸ κρῦο νὰ ποῦμε τὰ δικά μας καὶ νὰ κάνουμε καμιὰ σαχλαμάρα περιμένοντας τὸν θεῖο Βλάντο νὰ φανεῖ. Ἀλλὰ δὲν φάνηκε. Εἴπαμε θὰ τοῦ ἔδωσαν ἄδεια νὰ πάει στὶς Μπαχάμες καὶ φύγαμε γελώντας. Ἀλλὰ δὲν ἦρθε οὔτε τὴν Τρίτη. Οὔτε τὴν ἑπόμενη Παρασκευή. Ἐμεῖς εἴχαμε βέβαια τὶς δικές μας ἔννοιες, τάχα γιὰ τὰ μαθήματα, ἔκανε καὶ κρῦο καὶ σὰν νὰ ἀνακουφιστήκαμε ποὺ δὲν τρέχαμε νὰ πειράξουμε καὶ τὸν θεῖο Βλάντο. Ἔτσι πέρασε ἕνας μήνας. Μιὰ μέρα, ἦταν Σάββατο θυμᾶμαι, καθόμασταν σ’ ἕνα παγκάκι δίπλα στὸ ἄγαλμα κι ὁ Στέργιος μᾶς ἔλεγε ὅτι εἶχε δοκιμάσει νὰ καπνίσει, ὅταν εἴδαμε τὴ Ρίτσα νὰ ἔρχεται. Σταματήσαμε καὶ τὴν κοιτάζαμε σὰ χαζά, γιατὶ ἦταν ὡραῖο κορίτσι ἡ Ρίτσα. Φαινόταν κλαμένη. Τὰ μάτια της ἦταν κόκκινα. Μᾶς κοίταξε μὲ ἕνα βλέμμα ποὺ δὲν θὰ τὸ ξεχάσω στὴ ζωή μου ὅλη. Οὔτε οἱ ἄλλοι νομίζω. «Ὁ θεῖος Βλάντο πέθανε. Αὐτὰ εἶναι γιὰ σᾶς. Μοῦ εἶπε νὰ σᾶς τὰ δώσω γιατὶ σᾶς ἄρεσαν τόσο πολύ», μᾶς εἶπε. Καὶ ἔφυγε. Ἄνοιξε τότε ὁ Χάρης τὴ σακούλα ποὺ εἶχε ἀφήσει καὶ σήκωσε τὸ κεφάλι καὶ μᾶς κοίταξε σὰ χάνος. Μέσα ἦταν ἕνα ζευγάρι τεράστια παλιά παπούτσια. Εὐαγγελία Παπαθανασίου

~32~


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ

ΚΑΠΟΤΕ ΗΘΕΛΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ Κάποτε ἤθελα τὸ φεγγάρι στὸ χέρι μου, ὑπερτιμημένο καὶ ἄστατο, τώρα πιὰ δὲν τὸ θέλωτὰ κύματα τοῦ ἔρωτα δὲν σπᾶνε πιὰ ἐντός μου. Ἴσως εἶναι χρήσιμο σὲ φερέλπιδες ποιητὲς σὲ νιόβγαλτους ἐραστὲς σὲ καλλιεργημένους ἀστούς. Κάποτε ἤθελα τ’ ὁλόγιομο φεγγάρι στὸ χέρι μου, νὰ κάψει τὸ χέρι μου νὰ νοιώσω τὸν πόνο τὸν ἀφόρητο πόνο ποὺ θ’ ἄλλαζε τὴν ἀλήθεια τὴν δική μου ἀλήθεια – αὐτὴν ποὺ μοῦ ἔδωσε ὅσα ποθοῦσα ἀλλὰ μοῦ πῆρε τὸν ἑαυτό μου. Κάποτε ὀνειρευόμουν τὸ φεγγάρι στὸ χέρι μου, τώρα στὸ κατώφλι τῆς σιωπῆς ἀποδιώχνω κάθε ψευδαίσθηση δέχομαι τὴν πραγματικότητα ὡς ἔχει, μοῦ ἀρκεῖ ἡ ἀποτύπωση τοῦ παρόντος ἐλευθερώνοντας λέξεις…

19 ἕως 22/8/2016

Κώστας Λάνταβος

⩷ ~33~


ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΛΑΘΡΑΣ

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΣΙΩΛΗ Παρακαλῶ σας γυναῖκες ποὺ περάσατε ἀπὸ ’δῶ Τῆς μοίρας ἤτανε γραφτό, γιὰ νὰ μιμηθῶ ἀτάκα ταινίας του, ὁ Σταῦρος Τσιώλης νὰ τελειώσει τὸ κινηματογραφικό του ἔργο καὶ τὴ ζωή του μὲ τὴν ταινία Γυναῖκες ποὺ περάσατε ἀπὸ ’δῶ (2017). Ἡ ταινία ἦρθε νὰ ὁλοκληρώσει τὴν τριάδα τῶν ἔργων του μὲ ἐξίσου ἀφηγηματικὸ καὶ παράδοξο περὶ γυναικῶν τίτλο. Προηγήθηκε τὸ ἐμβληματικὸ Παρακαλῶ γυναῖκες μήν κλαῖτε (1992), μὲ τὸ ὁποῖο κορυφώθηκε ἡ πολύχρονη συνεργασία του μὲ τὸν Χρῆστο Βακαλόπουλο, ταινία ρέκβιεμ καὶ κύκνειο ἄσμα γιὰ τὸν Χρῆστο – κι ἔτσι μοιράστηκαν τὸν θάνατο ὅπως τὴ ζωή, ἀφοῦ καὶ τοῦ Σταύρου ρέκβιεμ ἦταν ἡ τελευταία του περὶ γυναικῶν ἐλεγεία. Ἀκολούθησε τὸ Ἂς περιμένουν οἱ γυναῖκες (1998), ποὺ πιὰ κανέναν δὲν περιμένουν, ὡς γνωστόν. Ἔχουν ἀλλάξει ἄρδην οἱ καιροί, ἀπὸ τότε ποὺ ἡ Πέμυ Ζούνη, ὡς Ἀγγελική, ζητοῦσε νὰ πάρει στὸ σπίτι τὴν ἀδελφὴ της Ἀλεξάνδρα – ἡ Δήμητρα Χατούπη σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατούς της ρόλους. Ἄλλωστε, οἱ ἄνδρες πάντα ἀργοποροῦν στὸ δρόμο. Ἦταν ὁ Τσιώλης σκηνοθέτης γυναικῶν; Παραδόξως ναί! Κι ἂς εἶναι ὅλοι του οἱ πρωταγωνιστὲς ἄντρες, ἂν ἐξαιρέσεις τὴν πιὸ πάνω Ἀπουσία καὶ τοὺς Ἀκατανίκητους ἐραστές (1988), ὅπου, ἡ Ὄλια Λαζαρίδου –φίλη κοινή τοῦ Χρήστου καὶ τοῦ Σταύρου– εἶναι ποὺ περιμαζεύει τὸν μικρὸ Βασίλη, ποὺ τό ’χε σκάσει ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα ἤδη ἀπ’ τὸν Μικρὸ Δραπέτη (1969), τὴν πρώτη του ταινία. Σὲ ὅλο του τὸ ἔργο, λοιπόν, ποὺ ξεκινάει μ’ αὐτὸν τὸν μικρὸ δραπέτη –ἀπό τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Τσιώλης, ὅπως καὶ σύμπας ὁ ἑλληνικὸς κινηματογράφος, ψωμιζόταν στοῦ Φίνου– κάποιοι ἄνδρες παίρνουν τοὺς δρόμους γιὰ νά ’βρουν ἄλλος τὴ γιαγιά του στὸ χωριό, τὴν ἀγαπητικιά του ἄλλος, ἄλλοι νὰ πιάσουν τὴν καλή, ἄλλος νά ’βρει τὴν προδοσία τῆς νεκρῆς του γυναίκας, ποὺ τάχα βρέθηκε μιὰ μέρα μὲ τὸν καλύτερό του φίλο γιὰ... Ἔρωτα στὴ Χουρμαδιά (1990) –ἀπ’ τὶς πιὸ λυρικὲς ταινίες του– ἄλλος νὰ συναντήσει τὸν ἔρωτα καθ’ ὁδόν – ὅπως εἶναι στοὺς ἔρωτες πάντα γραφτὸ νὰ συμβαίνει. Δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ ξομπλιάσω ἕνα-ἕνα τὰ ἔργα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ παιδιοῦ, ποὺ εὐτύχησε νὰ τὸν υἱοθετήσει ἀπὸ νωρὶς ὁ κινηματογράφος μας κι ἐκεῖνος πάλι μὲ ἀφοσίωση παιδιόθεν νὰ τοῦ ἀφιερωθεῖ. Ἀλλά ὁ δρόμος τῆς ἀνδρικῆς ἀναζήτησης τῆς γυναίκας σ’ ὅλα του σχεδὸν τὰ ἔργα, ἔχει περιδιαβάσει, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ γυναικῶν, ἕνα ζωντανὸ πορτραῖτο τους: τῆς κόρης, τῆς μάνας, τῆς ἐρωμένης, τῆς συζύγου, τοῦ θέματος μ’ ἄλλα λόγια στὶς πιὸ πολλὲς κουβέντες –καὶ δίχως ἄλλο στὴν καρδιά– ὅλων τῶν ἀνδρῶν. Χαμένα κορμιὰ οἱ πρωταγωνιστές του – ἀκόμα καὶ σ’ ἐκεῖνες τὶς καλογυαλισμένες περιπέτειες, ποὺ τὸν ἔκαναν σκηνοθέτη μεγάλων εἰσπράξεων, στὸν Πανικό (1969) πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα καὶ στὴ Ζούγκλα τῶν πόλεων (1970)· ἄντρες πάντως ποὺ λείπουν ἀπ’ τὸ σπίτι. Περιπλανώμενοι. Ὅλοι τους κουβαλοῦν κι ἀπό ’να τραῦμα (ἀπο)χωρισμοῦ. Κι ἀπὸ ταινία σὲ ταινία ἡ πληγὴ δὲν κλείνει, μειώνεται ὁ πόνος της καμμιὰ φορὰ μέσα στὴ φιλία ἢ μὲς στὴ συγχώρεση ἤ, ἔστω, σ’ ἕνα σουρεαλιστικό κρεσέντο. ~34~


«Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο θά ’πρεπε νὰ τὸν κάνουμε ἅγιο», ἄλλη ἀτάκα, ποὺ ξεστομίζει στὸ τέλος τοῦ Παρακαλῶ γυναῖκες, ὁ βοηθὸς τοῦ Θεοφάνη· τὴν θυμήθηκε ὁ Μπακιρτζῆς στὴν κηδεία τοῦ σκηνοθέτη. Ἅγιο ποιόν; Αὐτὸν ποὺ σ’ ὅλο τὸ ἔργο πρίν, τὸν ἔβριζαν πὼς εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακῆς τους μοίρας, ποὺ χάσανε τὸ κορίτσι καὶ τοὺς τρῶνε οἱ δρόμοι, τὸν τοκιστὴ κι ἀντεραστή τους συνάμα. Στοῦ Τσιώλη τὶς ταινίες ὑπάρχει –πάντα σχεδόν– μιὰ ἱστορία ποὺ βλέπουμε κι ἄλλη μιά –ἡ πιὸ συναρπαστική–, ἐκείνη ποὺ ἀκοῦμε. Ποὺ εἶναι στὰ λόγια τῶν ἡρώων του κάθε στιγμὴ τοῦ ἔργου. Οἱ ἥρωες μοιάζουν τοῦ σκηνοθέτη: λένε ἀκατάπαυστα ἱστορίες. Ὄχι, πρὸς Θεοῦ, ἀδιάφορες ἢ διασκεδαστικὲς μόνο ἱστορίες, μὰ ἀγαπησιάρικες καὶ πονετικές· κάτι σὰν ἐξομολόγηση, ἄλλοτε στ’ ἀστεῖα, ἄλλοτε σοβαρά. Οἱ ἄντρες στὶς ταινίες του φεύγουν ἢ ἔρχονται – μὰ ποτέ τους δὲν φτάνουν. Ἡ περιπλάνησή τους εἶναι μιὰ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Ψάχνουν τὴ γιατρειά – ἀλλά δὲν θέλουν νὰ ξεχάσουν. Ποιός θέλει; Οἱ γυναῖκες, ἢ Ἡ Γυναίκα –ἔτσι συνήθως συμβαίνει–, ποὺ πέρασε, ἀφήνει πίσω της, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δάκρυ, καὶ κάτι πολύτιμο. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή, νὰ πάρει ἡ εὐχή! Ὁ Τσιώλης ἦταν ὁ σκηνοθέτης τῆς γυναικείας ἀπουσίας. Τῆς πανταχοῦ παρούσης παρουσίας τους. Ποτὲ δὲν φεύγουν οἱ ἔρωτες στ’ ἀλήθεια. Μὴν ἀναζητήσετε τὴ λύση τῶν αἰνιγμάτων στὶς ἱστορίες του σὲ τίποτα ἐμ(ἔκ)φυλα ἢ φεμινιστικά· κι ἂς εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ τρυφεροὺς γιὰ τὶς γυναῖκες του ὁ Σταῦρος. Θὰ χάσετε τὸν καιρό σας. Οἱ γυναῖκες του ποὺ πέρασαν –κι οἱ ἄντρες πού ᾽φύγαν– ἀφήνουν κάτι μοναδικό, πολύτιμο, ἀνεξίτηλο πίσω τους καὶ πάνω στὸ σῶμα τῶν ταινιῶν του. Γιατί, ποιός ἄλλος ἀγάπησε τόσο πολὺ τὶς γυναῖκες σὰν τὸν Τσιώλη; Κωνσταντῖνος Μπλάθρας

~35~


ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΓΡΗΣ

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΣΗΤΟ ΦΟΝΙΑ ΝΤΟΥΦΤ Ἀπ’τὸ αἷμα ποὺ χύθηκε ἀναίτια Κι ἀπ’τοῦ κόσμου τὴν κατακραυγὴ.

Στὸ πεδίο βολῆς τοῦ Ἁϊ-Γιάννη Ντουφεκίζουν τὸν ξένο φονιὰ Πρὶν τὴ μέρα χαράξει ὁ ἥλιος Μὲ βροχὴ καὶ πηχτὴ καταχνιά.

Ἀρκετοὶ θὰ τὰ βάλουν μαζί μου Θὰ σκεφτοῦν πὼς ὑμνῶ τὸ φονιὰ Πὼς τὰ ἔχω τελείως χαμένα Ἢ μὲ δέρνει φριχτὴ ἀπονιά.

Οὔτε δάκρυ νὰ λάμψει τὸ μάτι Ἢ λυγμὸς νὰ θολώσει τὸ νοῦ Σκοτεινὴ σὰν σπηλιὰ ἡ μορφή του Μακρινὴ σὰν σκιὰ τοῦ βουνοῦ.

Πρέπει ὅμως νὰ τοὺς διευκρινίσω Πὼς ὁ νάρθηκας τοῦ ποιητῆ Εἶναι ὁ χῶρος ποὺ βρίσκεται πίσω Ἀπ’τὸ μάτι τὸ νοῦ καὶ τὸ αὐτί.

Νὰ τοῦ δέσουν τὰ μάτια του ἀρνήθη Στὸ δοκάρι ἐστάθη στητὸς Τοῦ τρυπῆσαν οἱ σφαῖρες τὰ στήθη Κι ἐσκορπίστηκε σὰν κουρνιαχτός.

Εἶναι ἡ ἄλλη πλευρὰ τῶν πραγμάτων Ἡ ἀθέατη στὸ δικαστὴ Μία στάλα συμπόνιας κι ἀγάπης Στὸ φονιὰ τὸν τρελὸ τὸν ληστή.

Κίνητρό του δὲν ἦταν τὸ χρῆμα Φονικὸ καὶ λαχτάρα σκοπὸς Καὶ ποὺ γράφω ἐτοῦτο τὸ ποίημα Ὁ ἀχὸς εἶναι ἀκόμα νωπὸς

Τόσο αἷμα καὶ πάλι δὲν φτάνει Ντουφεκίσαν τὸν Ντοὺφτ τὸ φονιά Στὸ πεδίο βολῆς τοῦ Ἁϊ-Γιάννη Μὲ βροχὴ καὶ πηχτὴ καταχνιά.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴ θολὴ ἱστορία Ἀπ’ τὴν τόσο μοιραία σφαγὴ

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Τὸ πνεῦμα τῆς ἄμυνας, Πατάκης, 1999

~36~

7.3.1979


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΙΑΛΕΓΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΔΕΝΕΓΡΗ Στὴν ὑπηρεσία μιᾶς ποίησης προσωπικῆς, ὁ Τάσος Δενέγρης, ποιητὴς λεπτουργός, ποιητὴς στυλίστας, ποιητὴς μὲ μοναδικῆς ἀξίας εἰκονοπλαστικὴ ἱκανότητα, προσδιορίζει σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔργο του μὲ τὸν πιὸ εὐδιάκριτο τρόπο,τὸν χῶρο του. Ἕναν χῶρο που τὸν ὁρίζει ἡ βαθιά ἐρημιὰ τοῦ θανάτου ἡ ὁποία, ὅμως, παρ’ ὅλα αὐτά, τοῦ ἀφήνει τὰ περιθώρια νὰ μᾶς παραδίδει, μὲ ἀρκετὲς μάλιστα ἐναλλαγές, ποιήματα ποὺ τὰ χαρακτηρίζει ἡ πρόθεση ἑνὸς ἀνάλαφρου, τραγουδιστικοῦ συχνὰ παιχνιδίσματος μὲ τὴ λέξη καὶ τὴν δύναμή της. Ὅσο γιὰ τὸ τοπίο, στὸ ὁποῖο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κινεῖται ἡ ποίηση τοῦ Δενέγρη, ἀπὸ τὸ γενικὸ καὶ «παγκόσμιο» ποὺ ἦταν ἀρχικὰ καὶ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἂν μάλιστα σκεφτοῦμε τὶς τέσσερις πρῶτες συλλογές του, στὴν συνέχεια γίνεται σαφῶς πιὸ συγκεκριμένο, κινούμενο, θὰ τολμοῦσα νὰ ἔλεγα, ἐντὸς τῆς Ἀττικῆς, κυρίως, γιὰ νὰ δώσει ἔτσι τὴν εὐκαιρία στὸν Δενέγρη, ἀφ’ ἑνὸς νὰ μᾶς τονίσει τὴν σύγχρονη ἀσφυξία μας καί, ἀφ’ἑτέρου, ἰδιαιτέρως αὐτό, μνῆμες παιδικῆς ἡλικίας· μνῆμες ἀπὸ τὴν παγερότητα τῆς Κατοχῆς καὶ τῆς μετέπειτα τραγικῆς ἐμφυλιακῆς περιόδου. Γιὰ τὸν λόγο τοῦτο, ἂς σταθεῖ ὁ ἀναγνώστης στὰ ἐξαιρετικῆς ποιότητας ποιήματα, τὰ ὁποῖα φέρουν τοὺς τίτλους: «Ἐπιτάφιος γιὰ τὸν μισητὸ φονιὰ Ντούφτ» (ζοφερὸ ποίημα παρὰ τὴν φιλοπαίγμονα «ἀπόσταση» τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸ ἀφηγεῖται), «Στὸ ἄλσος τοῦ Γηροκομείου» (πνιγμένο ἀπὸ φθινόπωρα κορμιῶν ἀλλὰ καὶ σούρουπα ζωῆς), «Δεκεμβριανά» (ὅπου οἱ ἀπόηχοι ἀπὸ τὶς σφαῖρες ποὺ ἔπεφταν κάπου μακριὰ) καὶ «Λουκία» (γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὶς κρῦες –θὰ συμπλήρωνα- μνῆμες ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, ποὺ ἀνέφερα πιὸ πάνω, τὶς τόσο σκιαχτερές, τὶς τόσο ἀνατριχιαστικές). Γιὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ ὅμως, καὶ ἀφοῦ δηλώσω ὅτι θὰ ἤθελα νὰ συμπεριλάβω καὶ τὰ τέσσερα προαναφερθέντα ποιήματα στὴν ἐδῶ ἐπιλογὴ-προτίμησή μου, μιὰ καὶ τὴν «Λουκία» τὴν «τίμησα» δύο φορές, μία στὸ βιβλίο μου γιὰ τὴν ποίηση στὸ ἑλληνικὸ ποδόσφαιρο καὶ μιὰ ἄλλη στὸν τόμο Ποιήματα ποὺ ἀγαπήσαμε, ποὺ κάναμε μαζὶ μὲ τὸν ἀξέχαστο φίλο μου Κωστὴ Νικολάκη, ἐδῶ, δὲν ἔχω λόγο νὰ μὴν αἰσθάνομαι πλήρης καὶ βαθύτατα ἱκανοποιημένος καθότι θὰ θυμηθοῦμε τὸ σπάνιας αἰσθητικῆς καὶ ποιότητας ποίημα «Ἐπιτάφιος γιὰ τὸν μισητὸ φονιὰ Ντούφτ», τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος ἔχει ἐπηρεάσει καὶ ἐμένα, στὸ ποίημά μου «Ὁ φοβερὸς φονιὰς Τζὼν Μπόλ». Γιῶργος Μαρκόπουλος

⩷ ~37~


Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ (1943-2011) ΤΑ ΨΑΡΙΑ Α΄ Τὰ ψάρια τραγουδοῦν τραγούδια ποὺ κανένας δὲν ἀκούει, οὔτε τὰ ψάρια τὰ ἴδια. Ἀνοίγουνε τὰ στόματά τους κι ἡ μουσικὴ ποὺ πάει νὰ βγεῖ ἐπιστρέφει μέσα τους, σπρωγμένη ἀπ’ τὸ νερό. Τὰ ψάρια καταπίνουν τὸ τραγούδι τους ἀδιάκοπα. Ἡ κοιλιά τους εἶναι ἕνας κλειστὸς μουσικὸς θάλαμος. Γι’ αὐτὸ κι ὅταν τσιμποῦν τ’ ἀγκίστρι δὲν εἶναι ἀπὸ λαιμαργία, ὅπως πιστεύουνε οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ γιατὶ ἐλπίζουν ὅτι θὰ μπορέσει νὰ ἀκουστεῖ, ἐπιτέλους, ἡ φωνή τους ἔξω ἀπ’ τὸ νερό. Ἀντὶ γι’ αὐτὸ πεθαίνουν ἀπὸ ἀσφυξία σπαρταρώντας. Γιὰ ὅσους ὅμως ξέρουν, γιὰ τοὺς πιὸ ἁγνοὺς ψαράδες, ἐτοῦτο τὸ σπαρτάρισμά τους εἶναι γεμᾶτο μουσική. ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ Θά ‘ρθει μιά μέρα ποὺ τὰ δέντρα θὰ μισήσουν τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ σταματήσουν νὰ παράγουν ἴσκιο, θροΐσματα κι ὀξυγόνο. Θὰ πάρουνε τὶς ρίζες τους καὶ θὰ φύγουν. Μεγάλες τρύπες θὰ μείνουνε στὴ γῆ ἐκεῖ ποὺ ἦταν πρὶν τὰ δέντρα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι καταλάβουνε τί ἔχασαν, θὰ πᾶνε καὶ θὰ κλάψουνε πικρὰ πάνω ἀπ’ αὐτὲς τὶς τρῦπες. Πολλοὶ θὰ πέσουνε μέσα. Τὰ χώματα θὰ τοὺς σκεπάσουν. Κανεὶς δὲν θὰ φυτρώσει. (Ἀπὸ τὰ Λεκτικὰ Τοπία, Καστανιώτης, 1983) ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΚΥΡΙΑ, χτενίζω μὲ τὰ μάτια τὸν ὁρίζοντα. Ἕνα σύννεφο σκόνης τὴν ἄφιξή της προαγγέλλει· ἕνα σύννεφο σκόνης, λὲς κι εἶναι ἴλη ἱππικοῦ ποὺ ἐπελαύνει. Ἔτσι ἔρχεται ἡ Σκοτεινὴ Κυρία, ὡς ἴλη ἱππικοῦ ποὺ ἐπελαύνει. Κι ἐγώ, ρίχνω τὰ ὅπλα καταγῆς καὶ παραδίνομαι. (Στὸ ὑπόγειο, Νεφέλη, 2004)

~38~

Ὁ Ἀργύρης Χιόνης σὲ φωτογραφία τοῦ 1971 ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ Γιάννη Πατίλη.

Γεννήθηκε τὸ 1943 στὰ Σεπόλια. Φοίτησε σὲ νυχτερινὸ σχολεῖο καὶ ἐργάστηκε σὲ διάφορες δουλειὲς πρὸς βιοπορισμὸ ὣς τὸ 1967 ποὺ ἔφυγε γιὰ τὴ Γαλλία. Τὸ 1968 ἐγκαταστάθηκε στὸ Ἄμστερνταμ ὅπου καὶ σπούδασε Ἰταλικὴ Φιλολογία. Ἀπὸ τὸ 1982 ἕως τὸ 1992 ἐργάστηκε στὶς Βρυξέλλες στὸ μεταφραστικὸ τμῆμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Ἀπὸ τὸ 1992 ἐγκαταστάθηκε στὸ Θροφαρὶ Κορινθίας ἀσχολούμενος ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ποίηση καὶ τὴν γεωργία. Ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀνήμερα τῶν Χριστουγέννων τοῦ 2011.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ Εἶσ᾿ ἕνα τέρας, Ἐρατώ, π᾿ ἀνάθεμά σε· ἔπαψες πιὰ νὰ μὲ θυμᾶσαι καὶ μ᾿ ἄνηβα μειράκια κοιμᾶσαι. (ΠΕΡ86) Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ τελευταῖο δημοσιευμένο σὲ αὐτοτελῆ ἔκδοση ποίημα τοῦ Ἀργύρη Χιόνη. Περαίνει, εὐλόγως, τὴν τελευταία ἑνότητα, μὲ τὸν «ξεκαρφωτικὸ» τίτλο «Παίγνια καὶ Σάτιρες», τῆς τελευταίας του ποιητικῆς συλλογῆς Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει (2010). Θέλει νὰ κλείσει, παιγνιωδῶς μὲν ἀλλὰ κάπως ἄγαρμπα, τοὺς λογαριασμούς του μὲ τὴ Μούσα, ποὺ μὲ τῆς ἡλικίας τὸ παράπονο τὴ βλέπει τώρα νὰ τοῦ κάνει νερά. Ὅπως καὶ τὸ πρῶτο πρῶτο του ποίημα, μὲ τὸ ὁποῖο ἀνοίγει ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ Ἀπόπειρες φωτός τοῦ 1966, εἶναι καὶ αὐτὸ μιὰ ἐπίκληση σὲ δεύτερο πρόσωπο στὴ Σκοτεινὴ Κυρία. Καὶ εἶναι καὶ τὰ δύο γραμμένα τελείως ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκεία του ποιητικὴ μορφολογία, κάτι σὰν σημειώσεις του στὸ περιθώριό της. Τὸ 1986 εἶχα ζητήσει ἀπὸ τὸν Ἀργύρη Χιόνη, διαμένοντα τότε στὶς Βρυξέλλες, νὰ μοῦ δώσει τὸ πρῶτο του βιβλιαράκι, ποὺ δὲν τὸ εἶχα... Μοῦ τὸ ἔστειλε μὲ δισταγμό, ποὺ τὴν αἰτία του δὲν δίστασε νὰ τὴ συμπεριλάβει στὴν τρυφερή του ἀφιέρωση (σὲ ἰδιόγραφο τότε μονοτονικὸ ποὺ ἀργότερα τὸ ἐγκατέλειψε γιὰ νὰ υἱοθετήσει, καὶ χειρογράφως πλέον, τό... πολυτονικό!): Στο φίλο μου Γιάννη Πατίλη, | με πολλή αγάπη, αλλά και πολύ | δισταγμό (πρόκειται, πράγματι, για εφηβικές απόπειρες), | Αργύρης Χιόνης | Βρυξέλλες, μετά απὸ είκοσι έτη Ἔχοντας κάνει, κοντὰ ἕναν μήνα τώρα, μιὰ τεράστια ἐκδρομὴ βασάνου καὶ ἀναψυχῆς σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔργο του, ἀνέτρεξα καὶ σ᾿ ἐκεῖνο τὸ πρῶτο του βιβλιαράκι, ποὺ μὲ πατρικὸ καθῆκον, ἀλλὰ παίρνοντας καὶ τὶς ἀναγκαῖες προφυλάξεις, συμπεριέλαβε τὸ 2006 στὴ συγκεντρωτική του ἔκδοση Ἡ Φωνὴ τῆς Σιωπῆς. Ἀντιγράφω τώρα ἐδῶ, γιὰ νὰ κλείσω μαζί του, τὸ πρῶτο πρῶτο της «ποιηματάκι»: Πάνω στὸν ἦχο/τῆς φωνῆς σου /τὴ ζωή μου/στοίχειωσα./Ἂν σταματήσεις/τὸ τραγούδι/θὰ τελειώσει /ὁ κόσμος. (Ἀπόπειρες φωτός, ἐκδ. Δωδεκάτη Ὥρα, Ἀθήνα, Φθινόπωρο 1966) Δὲν γνωρίζω ἄλλη προσευχὴ εἰκοσιτριάχρονου ποιητῆ «ἐφηβικῶν ἀποπειρῶν» γιὰ τὸ μέλλον του ποὺ ἡ Σκοτεινὴ Κυρία νὰ τοῦ τὴν ἱκανοποίησε ὁλόψυχα τόσο γενναιόδωρα καὶ ὁλοκληρωτικά. Ἂς εἶναι εὐτυχισμένος ἐκεῖ στὴ Σιωπὴ τοῦ Τίποτα ποὺ κατοικεῖ. Νέα Σμύρνη, Μάιος 2015

Τὰ ποιήματα καὶ τὸ κείμενο ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γιάννη Πατίλη, Τὸ περιέχον περιεχόμενο. Ὁ ποιητὴς Ἀργύρης Χιόνης (1943-2011), Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, Ἐκδόσεις Γαβριηλίδη, σς 92,94,133 καὶ 51-52 ~39~


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ (1943-2011)

ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ

Ἀπορία ἀναξιοπαθοῦντος

Θυμήσου, σὲ παρακαλῶ, πὼς ἀπὸ χῶμα μ’ ἔπλασες κι ἔγινα τὸ δοχεῖο ποὺ σὲ περιέχει, ποὺ σχῆμα δίνει στὴ ρευστἠ ὑπόστασή σου. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀξία σου μεγάλη, ὅπως τοῦ πιὸ ἀκριβοῦ αἰθέριου ἐλαίου, κι ἐλάχιστη ἡ δική μου, ὅπως μιᾶς πήλινης κοινῆς φιάλης, χωρὶς ἐμένα ὅμως νὰ σὲ περιέχω, χωρὶς τὴν ταπεινή μου προστασία, ἐξατμίζεσαι. Καὶ τώρα θέλεις νὰ μὲ κάνεις πάλι χῶμα…

ISSN: 2623-307X


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Τὸ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν | 07 | ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019 by Ektipotiki-Axion - Issuu