TO KOINON
ΤΕΥΧΟΣ
6
τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ *
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2019
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΑΧΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΞΥΔΕΡΟΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΝΑΤΣΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΧΑΛΒΑΤΖΟΓΛΟΥ *θεωρητικός, ή, όν: ὁ ἀγαπῶν τὴν θεωρίαν : παρατήρηση, θέαση, ἐξέταση, κοίταγμα· θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος
TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
Π
Ε
Ρ
Ι
Ε
Χ
Ο
Μ
Ε
Ν
Α
ΤΕΥΧΟΣ 6, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2019
2
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ ΤΙΜΗ 3€
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΠΟΜΠΗΙΑΣ τοῦ Γιάννη Χελιδώνη ........................................................................................ σ. 3 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ τοῦ Κωνσταντίνου Καβάφη ........................................................................... σ. 4 ΔΥΟ ΚΑΒΑΦΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ τῆς Τασούλας Καραγεωργίου ....................................................................... σ. 5 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ, συνέντευξη στὴ Μαρία Διαλούπη [Β΄] τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου ............................................................... σ. 6 ΜΑΤΙ, ποίημα τοῦ Θανάση Γαλανάκη ..................................................................................... σ.8 ΠΟΤΕ ΜΙΚΡΗ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; 1978 τοῦ Κώστα Καρανάτση .................................................................................... σ.9 ΛΕΡΗ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ τοῦ Εὐριπίδη Νεγρεπόντη ........................................................................... σ. 11 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΚΟΡΝΤΟΝ, ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ, μετάφραση τοῦ Δημήτρη Ξυδεροῦ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ [Β΄] τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου ................................................................. σ. 12 ΚΑΣΣΙΑΝΗ, ΣΤΙΧΟΙ ΓΝΩΜΙΚΟΙ, μεταγραφή τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη . ........................................................................... σ. 14 ΜΗΝΑΙΟΝ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Θ΄ .......................................................................... σ.15 ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΙΝΟΥ τοῦ Κωνσταντίνου Ζάχου ........................................................................... σ. 17 ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑ ΔΕΙΣ τοῦ Θοδωρῆ Σαμαρᾶ ...................................................................................... σ.18 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΡΟΣΣΕΤΙ, Μετάφραση τοῦ Κώστα Λάνταβου .....................................................................................σ. 19 ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ (ΜΕΡΟΣ Α΄) τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ .............................................................................................. σ.20 ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ τοῦ Σπ. Δ. Κυριαζόπουλου . ........................................................................... σ.21 ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ τοῦ Βασίλη Κωνσταντούδη ........................................................................ σ. 22 ΤΗΝΟΣ τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ τοῦ Γώργου Μαρκόπουλου .......................................................................... σ.23 Ο ΜΑΓΟΣ, ποίημα τοῦ ἈλέξηΤραϊανοῦ . ..................................................................................... σ. 24
Ὁ Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ εἶναι μιὰ παρέα φίλων ποὺ ἀναζητᾶ νέους φίλους. Δὲν ἔχει σοβαροὺς σκοπούς, οὔτε σαφεῖς στόχους. Οἱ τέχνες, τὰ γράμματα, ὁ πολιτισμὸς ἀποτελοῦν οὐσιώδεις ἀξίες ἐφ’ὅσον προϋποθέτουν τὴν ἀγάπη, τὴν φιλία, τὸν ἔρωτα, τὴν κοινότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Αἰσθητικῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἔκφραση συναντᾶ οὐσιωδεις ἀξίες τῆς ζωῆς, τὸ ΚΟΙΝΟΝ ἐνθουσιάζεται. Καὶ λειτουργεῖ ὡς ταμεῖον ἀρωγῆς καὶ ἀλληλοβοηθείας. Διότι μᾶς συγκινεῖ κάθε προσπάθεια ἐκφραζομένη διὰ τοῦ λόγου, τοῦ ἤχου, τῆς εἰκόνος, τῆς σωματικῆς κινήσεως ἢ τῆς συνήθους καθημερινότητος ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ δεῖ μὲ μιὰ παρθενικὴ ματιὰ τὸν κόσμο. ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶνθεωρητικὸ περιοδικὸ. Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ὑπεύθυνος ἔκδοσης: Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ, Γαδίλων 9-11, Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 3 € Συνδρομὴ γιὰ ἕνα χρόνο: 10€. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ- ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ: Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 1905 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: tokoinon@yahoo.gr
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΠΟΜΠΗΙΑΣ* Ὁλόκληρος ὁ νεοελληνικὸς πολιτικοκοινωνικὸς βίος συνιστᾶ ἕνα ἀτελέσφορο δάνειο ἀπ’ τὴ Δύση καὶ λέγω ἀτελέσφορο γιατὶ παρὰ τὴ μεταφύτευση τῶν εὐρωπαϊκῶν θεσμῶν, παρὰ τὴ μετακένωση τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀπεμπόληση κάθε μορφῆς παραδοσιακῆς ὀργάνωσης πνευματικῆς ἢ κοινωνικῆς –ἡ ὁποία εἰρήσθω ἐν παρόδῳ διέσωσε τὸ γένος ἐπὶ αἰῶνες– τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὅποιο ἀποτέλεσμα, δὲν εἶναι ἁπλῶς πενιχρὸ ἀλλὰ φριχτό. Ἀντὶ τῆς συντεταγμένης κατὰ τὰ δυτικὰ πρότυπα πολιτείας μᾶς προέκυψε καὶ προκύπτει διαχρονικὰ τὸ χάος συντεταγμένο μὲ τὴ μορφὴ τῆς προχειρότητας καὶ τῆς ὀργανωτικῆς ἀνικανότητας τὸ ὁποῖο μεταφράζεται στὴν ἀεριτζίδικη καὶ αὐτοσχέδια ἀστικὴ δόμηση τῆς κοινωνίας τοῦ δὲν παράγω τίποτα ἀλλὰ τὰ καταναλώνω ὅλα!!! Ἐὰν δὲν θέλουμε νὰ ἐθελοτυφλοῦμε εἶναι γνωστὸ τοῖς πᾶσι ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς συντεταγμένη πολιτεία δὲν παράγει ἀπὸ δεκαετίες τίποτα, οὔτε στὸν πνευματικὸ οὔτε στὸν ὑλικὸ τομέα πλὴν κάποιων ἀτομικῶν ἐξαιρέσεων οἱ ὁποῖες τονίζουν τὸν ὡς ἄνω κανόνα. Αὐτὸς ὁ λαμπρὸς οἰκονομικὰ –καὶ ὄχι μόνο– σχεδιασμὸς της τελευταίας 50ετίας εἶχε ὡς τίμημα τὴν ἐκχέρσωση τῆς ἑλληνικῆς γῆς, τὴν ἀποβιομηχανοποίηση τῆς χώρας, τὴν ἀμνησία τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, τοῦ γλωσσικοῦ ἀφελληνισμοῦ καὶ πολλὰ ἄλλα συναφῆ, πλὴν ὅμως ἄκρως εἰδεχθῆ. Ὁ ἀκατάσχετος ὅμως καὶ πολύτυπος δανεισμὸς ἔχει ὄχι μόνο ἡμερομηνία λήξεως ἀλλὰ καὶ τίμημα· στὴν μὲν πρώτη περίπτωση ἡ μὴ ὀργανικὴ ἀφομοίωση τῶν δάνειων στοιχείων σὲ μεταβάλλει σὲ πίθηκο, στὴ δεύτερη περίπτωση ἡ ἀδυναμία ἐξυπηρέτησης τοῦ οἰκονομικοῦ δανεισμοῦ καὶ ὁ ἐπαναδανεισμὸς γιὰ τὴν ἀποπληρωμὴ τῶν δανείων (!!!) σὲ μεταβάλλει σὲ παράσιτο. Τὸ παράσιτο τὸ μόνο ποὺ ἐπιζητεῖ εἶναι ἡ ἐπιβίωσή του μὲ ὁποιοδήποτε τίμημα. Μιὰ κοινωνία φθίνουσα ὅμως μπορεῖ νὰ ἀνασυγκροτηθεῖ μόνο ἐφ’ ὅσον κινητοποιηθεῖ ἀπὸ κάτι ποὺ τὴν ξεπερνᾶ, μόνο ἐφ’ ὅσον τεθοῦν κάποιοι στόχοι ἱστορικοὶ ἱκανοὶ νὰ φιλοτιμήσουν συνειδητὰ καὶ μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις, πλὴν ὅμως ὡς τέτοιοι δὲν μποροῦν νὰ ἐννοηθοῦν ἡ αὔξηση τοῦ κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος ἢ ἡ μείωση τοῦ ΦΠΑ κλπ. Ἀκόμη καὶ τὸ δέλεαρ τῆς Ἑνωμένης Ευρώπης ὅπως ὑπέθεταν κάποιοι ἀφελεῖς ὅτι θὰ μᾶς ἐξασφάλιζε ὄχι μόνο τὴν πολιτικὴ σταθερότητα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν φύλαξη τῶν συνόρων μας δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν μαζικὴ ἐπιθυμία μας γιὰ νὰ μὴν μειωθεῖ τὸ ἐπίπεδο τῆς καταναλωτικῆς εὐζωίας. […]
Ἡ παράδοση δὲν εἶναι ἕνας τύπος, εἶναι ἡ συνολικὴ ἐμπειρία ζωῆς ποὺ μᾶς παραδίδεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων γιὰ νὰ ζήσουμε, γιὰ νὰ ὑπάρξουμε. Ἐὰν ἀφορᾶ μόνο τὰ λείψανα τοῦ παρελθόντος εἶναι νεκρολογία, καὶ ὅμως στὸ μέτρο ποὺ ἐκεῖ βρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας, μόνο ἔτσι μποροῦμε νὰ συνυπάρξουμε μὲ τοὺς ἄλλους. Προϋπόθεση τῆς συνύπαρξης εἶναι ἡ ὕπαρξη καὶ ὑπάρχουμε ὄχι γενικὰ κι ἀόριστα ἀλλὰ μὲ συγκεκριμένο τρόπο. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια αὐτὸ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομάσει κανεὶς ζῶσα παράδοση τοῦ Ἕλληνα εἶναι ἡ γλώσσα καὶ ἡ ὀρθόδοξη πίστη! Γιάννης Χελιδώνης
*Στὶς 23 Ἰουλίου συμπληρώθηκαν τρία χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ Γιάννη Χελιδώνη, φίλου καὶ συνοδοιπόρου ἀπὸ τὰ φοιτητικὰ χρόνια κι ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἐρουρέμ. Ἀντιγράφουμε ἐδῶ ἕνα σχόλιο τοῦ Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια στενὸς φίλος τοῦ Χελιδώνη: «[…] σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ μεγάλο χάρισμα νὰ εἶναι ἀναγνῶστες. Δηλαδή, νὰ μποροῦν νὰ διαβάζουν τὴν ἐποχή τους καὶ νὰ τὴν ἑρμηνεύουν σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν τὸ χάρισμα αὐτό. Οἱ ἀναγνῶστες αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὰ παρελθόντα καὶ τὰ παρόντα. […] Ὁ Γιάννης Χελιδώνης, παιδὶ τῆς Σαμαρίνας καὶ τὸν ἔγγαμον βίον του ἀσκήσας στὴν πόλη τῶν Ἀθηναίων, εἶναι ἕνας τέτοιος ἀναγνώστης. Βαθιὰ πονεμένος, εὐαίσθητος καὶ μοναχικός, μὲ τάλαντο συγγραφικὸ ὅσο λίγοι. Μαθητὴς καὶ υἱὸς κατὰ πνεῦμα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτη Κεφαλληνίας κυροῦ Γερασίμου. Δικηγόρος στὸ ἐπάγγελμα, νηπτικὸς στοὺς Ὀρθοδόξους δρόμους καὶ τρόπους». Τὸ κείμενο ποὺ δημοσιεύουμε εἶναι ἀπὸ τὶς τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου τοῦ Γιάννη Χελιδώνη, ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΠΟΜΠΗΪΑΣ, ἐκδ. Ἐρουρέμ, Ἀθήνα 2017, ποὺ ἐκδόθηκε μετὰ τὸν θάνατό του, καὶ στὸ ὁποῖο συγκεντρώθηκαν οἱ λιγοστὲς ἀλλὰ σημαντικὲς δημοσιεύσεις του. ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ
3
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1863-1933)
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ
Ἀλλὰ σὰν ἄκουσε ποὺ ἐκλαῖγαν ἡ γυναῖκες καὶ γιὰ τὸ χάλι του ποὺ τὸν θρηνοῦσαν, μὲ ἀνατολίτικες χειρονομίες ἡ κερά, κ’ ἡ δοῦλες μὲ τὰ ἑλληνικὰ τὰ βαρβαρίζοντα, ἡ ὑπερηφάνεια μὲς στὴν ψυχή του σηκώθηκεν, ἀηδίασε τὸ ἰταλικό του αἷμα, καὶ τὸν ἐφάνηκαν ξένα κι ἀδιάφορα αὐτὰ ποὺ ὡς τότε λάτρευε τυφλὰ ὅλ’ ἡ παράφορη ἀλεξανδρεινὴ ζωή του κ’ εἶπε «Νὰ μὴν τὸν κλαῖνε. Δὲν ταιριάζουν τέτοια. Μὰ νὰ τὸν εξυμνοῦνε πρέπει μᾶλλον, ποὺ ἐστάθηκε μεγάλος ἐξουσιαστής, κι ἀπέκτησε τόσ’ ἀγαθὰ καὶ τόσα. Καὶ τώρα ἂν ἔπεσε, δὲν πέφτει ταπεινά, ἀλλὰ Ρωμαῖος ἀπὸ Ρωμαῖο νικημένος (1907)
Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνὲς τὴν τύχη σου ποὺ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου ποὺ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου ποὺ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις. Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος, ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ φεύγει. Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πὼς ἦταν ἕνα ὄνειρο, πὼς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου· μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς. Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος, σὰν ποὺ ταιριάζει σὲ ποὺ ἀξιώθηκες μία τέτοια πόλι, πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο, κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα, ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους, τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου, κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις. (1911)
Πλουτάρχου Ἀντώνιος (75.1. 75.6.): Πάλιν δ΄ Ἀντώνιος ἔπεμπε Καίσαρα μονομαχῆσαι προκαλούμενος. ἀποκριναμένου δ΄ ἐκείνου πολλὰς ὁδοὺς Ἀντωνίῳ παρεῖναι θανάτου͵ συμφρονήσας ὅτι τοῦ διὰ μάχης οὐκ ἔστιν αὐτῷ βελτίων θάνατος͵ ἔγνω καὶ κατὰ γῆν ἅμα καὶ θάλατταν ἐπιχειρεῖν. καὶ παρὰ δεῖπνον ὡς λέγεται τοὺς οἰκέτας ἐκέλευεν ἐπεγχεῖν καὶ προθυμότερον εὐωχεῖν αὐτόν· ἄδηλον γὰρ εἰ τοῦτο ποιήσουσιν αὔριον ἢ δεσπόταις ἑτέροις ὑπηρετήσουσιν͵ αὐτὸς δὲ κείσεται σκελετὸς καὶ τὸ μηδὲν γενόμενος. τοὺς δὲ φίλους ἐπὶ τούτοις δακρύοντας ὁρῶν͵ ἔφη μὴ προάξειν ἐπὶ τὴν μάχην͵ ἐξ ἧς αὑτῷ θάνατον εὐκλεᾶ μᾶλλον ἢ σωτηρίαν ζητεῖν καὶ νίκην. ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ λέγεται μεσούσῃ σχεδόν͵ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ κατηφείᾳ τῆς πόλεως διὰ φόβον καὶ προσδοκίαν τοῦ μέλλοντος οὔσης͵ αἰφνίδιον ὀργάνων τε παντοδαπῶν ἐμμελεῖς φωνὰς ἀκουσθῆναι καὶ βοὴν ὄχλου μετ΄ εὐασμῶν καὶ πηδήσεων σατυρικῶν͵ ὥσπερ θιάσου τινὸς οὐκ ἀθορύβως ἐξελαύνοντος· εἶναι δὲ τὴν ὁρμὴν ὁμοῦ τι διὰ τῆς πόλεως μέσης ἐπὶ τὴν πύλην ἔξω τὴν τετραμμένην πρὸς τοὺς πολεμίους͵ καὶ ταύτῃ τὸν θόρυβον ἐκπεσεῖν πλεῖστον γενόμενον. ἐδόκει δὲ τοῖς ἀναλογιζομένοις τὸ σημεῖον ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον͵ ᾧ μάλιστα συνεξομοιῶν καὶ συνοικειῶν ἑαυτὸν διετέλεσεν.
4
Πλουτάρχου Ἀντώνιος 75.1.-75.6.: Πάλι ὁ Ἀντώνιος ἔστειλε ἀγγελιαφόρους στὸν Καίσαρα καὶ τοῦ ζητοῦσε νὰ μονομαχήσουν. Καί, ὅταν ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε πὼς ὑπάρχουν πολλοὶ δρόμοι ποὺ ὁδηγοῦνε τὸν Ἀντώνιο στὸν θάνατο, σκεπτόμενος [ὁ Ἀντώνιος] ὅτι δὲν ὑπάρχει θάνατος καλύτερος ἀπὸ αὐτὸν στὸ πεδίaο τῆς μάχης, ἀποφάσισε νὰ πολεμήσει καὶ στὴν ξηρὰ καὶ στὴ θάλασσα. Λέγεται δὲ ὅτι σὲ δεῖπνο κάλεσε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τοὺς ζητοῦσε νὰ τὸν κεράσουνε κρασὶ καὶ νὰ τὸν περιποιοῦνται μὲ μεγαλύτερη προθυμία, γιατί, ὅπως τοὺς εἶπε, ἦταν ἄγνωστο, ἂν θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουνε τὸ ἴδιο καὶ τὴν ἑπομένη μέρα ἢ ἐὰν ἐκεῖνοι μὲν θὰ ὑπηρετοῦσαν ἄλλα ἀφεντικά, ἐνῶ ὁ ἴδιος θὰ ἦταν πιὰ ἕνας σκελετὸς καὶ θά ‘χε ἀπομείνει πλέον ἕνα τίποτα. Καὶ στοὺς φίλους του, ποὺ τοὺς ἔβλεπε νὰ δακρύζουν μὲ ὅλα αὐτά, εἶπε νὰ μὴν τὸν ἀκολουθήσουνε στὴ μάχη ἀπὸ τὴν ὁποία ἔτσι κι ἀλλιῶς ζητοῦσε μόνον ἕναν ἔνδοξο θάνατο καὶ ὄχι σωτηρία καὶ νίκη. Ἐκείνη μάλιστα τὴ νύκτα, τὰ μεσάνυχτα, μέσα στὴν ἡσυχία καὶ στὴ θλίψη ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν πόλη λόγω τοῦ φόβου καὶ τῆς προσμονῆς ἐνὸς ἀβέβαιου μέλλοντος, λέγεται πὼς ξαφνικὰ ἀκούστηκαν μελωδικὲς φωνὲς ἀπὸ κάθε λογῆς ὄργανα καὶ βοὴ ὄχλου μὲ ἤχους ἀπὸ τραγούδια καὶ χοροὺς σατυρικούς, σὰν νὰ ἔκανε παρέλαση ὁ θίασος [τοῦ θεοῦ Διονύσου]. Καὶ ἦταν ἡ πορεία τοῦ θιάσου αὐτοῦ διὰ μέσου τῆς πόλεως πρὸς τὴν πύλη τοῦ τείχους, ἡ ὁποία ἦταν στραμμένη πρὸς τοὺς ἐχθρούς. Φάνηκε δὲ σ’ αὐτοὺς ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ ἐξηγήσουν τὸ σημάδι, πὼς ἐγκαταλείπει πιὰ τὸν Ἀντώνιο ὁ θεός, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἐξομοιωθεῖ καὶ εἶχε κάνει τὴν κατοικία του ναό του [τοῦ Διονύσου]. (μετάφραση: Τασούλα Καραγεωργίου)
ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΔΥΟ ΚΑΒΑΦΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ Τὸ θέμα, ποὺ παρουσιάζω, σχετίζεται μὲ τὴν ἰδιαιτέρως προσφιλῆ στὴν καβαφικὴ ποίηση ἀξιοποίηση τῆς ἱστορικῆς πηγῆς, ἡ ὁποία κατὰ κανόνα γίνεται πρὸς ὄφελος τῆς ποίησης (κυρίως) ἀλλὰ καὶ μιᾶς βαθύτερης κατανόησης τῆς ἱστορίας. Ἔχει δὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον διότι εἶναι μαθητεία στὸ ποιητικὸ ἐργαστήριο τοῦ Καβάφη ἐνῶ παράλληλα ἀποκαλύπτει ὅτι τὰ ἱστορικὰ ποιήματα τοῦ ἀλεξανδρινοῦ ποιητῆ συχνὰ μοιάζουν μὲ παλίμψηστα ἱστορικῶν κειμένων. Θὰ ἐξετάσουμε δυὸ συναφοῦς θεματικῆς ποιήματα: «Τὸ τέλος τοῦ Ἀντωνίου» τὸ ὁποῖο γράφτηκε τὸ 1907, ἀνήκει ὅμως στὰ καβαφικὰ ἀνέκδοτα, καὶ τὸ περίφημο «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον», δημοσιευμένο τὸ 1911. Καὶ τὰ δυὸ ἀντλοῦν τὸ ὑλικό τους ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ Ἀντωνίου τοῦ Πλουτάρχου καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἀφήγηση τῶν τελευταίων δραματικῶν στιγμῶν τοῦ ἑλληνιστικοῦ βασιλείου τῶν Πτολεμαίων τῆς Αἰγύπτου, γύρω στὸ 30 π.Χ. «Τὸ τέλος τοῦ Ἀντωνίου» εἶναι ἀπολύτως ἐντοπισμένο στὸν ἱστορικό του χρόνο, στενὰ συνδεδεμένο μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀφήγηση ἑνὸς πραγματικοῦ ἐπεισοδίου. Βεβαίως καὶ ἐδῶ παρεμβαίνει ἡ ἱκανότητα τοῦ Καβάφη νὰ προσδίδει δραματικὴ λειτουργία στὴν ποιητικὴ ἀνάπλαση τῆς ἱστορίας. Οἱ οἰκέται τοῦ πλουτάρχειου πρωτοτύπου εἶναι στὸ ποίημα ἕνας οἱονεὶ χορὸς γυναικῶν μὲ προεξάρχουσα -κορυφαία τὴν κυρὰ -προφανῶς τὴν Κλεοπάτρα- καὶ γύρω τὶς δοῦλες μὲ τὰ ἑλληνικὰ τὰ βαρβαρίζοντα. Τὸ ποίημα γράφεται ἀπὸ τὴ σκοπιὰ ἑνὸς στρατηγοῦ ποὺ λάτρεψε τυφλὰ τὴν παράφορη ἀλεξανδρεινὴ ζωὴ καὶ ὁ ὁποῖος πρὸ τοῦ τέλους ἀνακτᾶ τὸ ἦθος ἐνὸς Ρωμαίου ἡγέτη ποὺ πέφτει ἀπὸ Ρωμαῖο νικημένος. Παρουσιάζεται δηλαδὴ ὡς σύγκρουση πολιτισμικὴ ἀνάμεσα στὴ ρωμαϊκὴ λιτότητα καὶ στὴν ἀνατολίτικη τρυφηλότητα. Πάντως τὸ αἴτημα τῆς ἀξιοπρεποῦς στάσης εἶναι καὶ ἐδῶ παρόν. Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι εἶναι τὸ μόνο ποὺ ὁ Καβάφης διατηρεῖ (Νὰ μὴν τὸν κλαῖνε. Δὲν ταιριάζουν τέτοια), ὅταν μετὰ ἀπὸ πέντε περίπου χρόνια ξαναγράφει τὸ ποίημα ἀναθεωρώντας τὴν ὀπτική του ἀλλὰ καὶ προκρίνοντας μία διαφορετικὴ στάση ζωῆς στὸ «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον». Στὴν περίπτωση τοῦ «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον»» ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἀρχαίας πηγῆς, - τοῦ Βίου τοῦ Ἀντωνίου τοῦ Πλουτάρχου-, ὁδηγεῖ στὴν ἀπογείωση τῆς ἱστορικῆς ἀφήγησης ἐπιτυγχάνοντας ἐν τέλει -μὲ τοὺς ὅρους πάντοτε
τῆς ποίησης- τὴ βαθύτερη ἑρμηνεία τῆς ἱστορίας. Ἡ εὐθεία ἀναφορὰ στὸν Πλούταρχο ἐντοπίζεται μόνον στὸν τίτλο μὲ τὸ μετέωρο ἀπαρέμφατο, τὸ ἀποκομμένο ἀπὸ τὰ γραμματικά του συμφραζόμενα: ἐδόκει δὲ τοῖς ἀναλογιζομένοις τὸ σημεῖον ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον. Στοὺς ἤχους ποὺ ἀκούγονται μέσα στὴ νύχτα ξαφνικὰ προερχόμενοι ἀπὸ ὄργανα, τραγούδια καὶ φωνὲς κι ἀπὸ σατιρικοὺς χοροὺς τοῦ ὄχλου καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπομακρυνόμενοι σβήνουν πρὸς στὰ τείχη, πρὸς τὰ κεῖ ἀκριβῶς ποὺ εἶναι στρατοπεδευμένοι οἱ ἐχθροί, οἱ φοβισμένοι Ἀλεξανδρινοὶ τοῦ Πλουτάρχου ἀναγνωρίζουν σημεῖον, θεϊκὸ δηλαδὴ σημάδι, ὥσπερ θιάσου τινὸς οὐκ ἀθορύβως ἐξελαύνοντος, σὰν νὰ παρελαύνει δηλαδὴ μὲ θόρυβο διονυσιακὸς θίασος. Εὐφυῶς ὁ Καβάφης, μεταγράφοντας, διατηρεῖ τὸ αἰφνίδιον τοποθετώντας το μάλιστα μαζὶ μὲ τὰ μεσάνυχτα στὸν ἐναρκτήριο στίχο˙ τὸ «ξαφνικά» ὁριοθετεῖ τὴν ἀνατροπὴ μιᾶς προτέρας κατάστασης καὶ αἰφνιδιάζει τὸν ἀναγνώστη. Ἀφαιρεῖ τὴν ἀναφορὰ στὸν ὄχλο, καταργεῖ τὸ ὥσπερ (τὸ σάν) καὶ προσθέτει τὸ ἐπίθετο ἀόρατος στὸν διονυσιακό του θίασο, προσδίδοντας διάσταση μεταφυσικὴ ἢ μυστικιστικὴ στὴν ὅλη εἰκόνα, ἐνῶ χαρακτηρίζει ἐξαίσιες τὶς φωνὲς τοῦ θιάσου. Προβάλλει ἔτσι μαζὶ μὲ τὸ αἴτημα τῆς ἀξιοπρεποῦς ἀντιμετώπισης τοῦ τέλους καὶ τὸ ἄλλο αἴτημα, ἐκεῖνο τῆς καταξίωσης ὄχι πλέον τοῦ θανάτου ἀλλὰ τῆς ἴδιας της ζωῆς, μέσω μιᾶς ἰδεατῆς “Ἀλεξάνδρειας” τῶν ἐκλεκτῶν αἰσθητικῶν ἀπολαύσεων τὴν ὁποία σὲ τελευταία ἀνάλυση ἀδυνατοῦν νὰ ἀλώσουν οἱ ρωμαϊκὲς λεγεῶνες. Ἡ αὐτονόμηση βέβαια ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ πηγὴ δὲν ἀφορᾶ μόνον τὰ παραπάνω, ἀφορᾶ ἐπίσης τὴ χρήση τοῦ δεύτερου ἑνικοῦ προσώπου ποὺ προσδίδει στὸ ποίημα ἐμβέλεια διαχρονικὴ καὶ διάσταση φιλοσοφική. Τὸ ποίημα μὲ τὴν ἀλλεπάλληλη χρήση προτρεπτικῶν προστακτικῶν καὶ ἀποτρεπτικῶν ὑποτακτικῶν λαμβάνει τὸν χαρακτήρα ἑνὸς ἐσωτερικοῦ μονολόγου, ἀνάλογου μὲ ἐκείνη τὴν περίφημη ἀποστροφὴ τοῦ λυρικοῦ Ἀρχίλοχου πρὸς τὸν θυμόν του (γίνωσκε δ’ οἶος ῥυσμὸς ἀνθρώπους ἔχει), ὅπου συναντᾶμε τὸ ἴδιο μοτίβο τῆς καρτερικῆς ἀξιοπρέπειας ἐνώπιον τῶν συμφορῶν τῆς ζωῆς. Τασούλα Καραγεωργίου
5
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
(Συνέντευξη)
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ «Γεράνι μὲς στὴ γλάστρα ποὺ ἡ χαραυγὴ τὴν ποτίζει» (Ραφαὲλ Ἀλμπέρτι) Ἐρωτήματα της Μαρίας Διαλούπη [Β΄] ΕΡ: Ποιά εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς ποιητικῆς εἰκόνας ἀπὸ τὸ λυρισμὸ στὴν ποίηση; Νομίζω ὅτι τὸ περιεχόμενο τῶν ὅρων στὴν Τέχνη εἶναι, καμιὰ φορά, σχετικό. Ὅπως καὶ νὰ ’ναι ὁ λυρισμὸς εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο γνώρισμα τῆς ἔκφρασης, μὲ συναισθηματικὴ ἀξία καὶ προσωπικὸ χαρακτήρα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ δημιουργοῦ. Ὁ λυρισμὸς ξεκίνησε ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ ποίηση ἀλλὰ δὲν ἔμεινε ἐκεῖ οὔτε ἔμεινε ἀποκλειστικὰ στὴν ποίηση. Ἐπειδὴ ὁρίζει τὸ ὕφος ἐμφανίζεται σὲ ὅλες τὶς Τέχνες. Φυσικά, λυρισμὸ ἔχουν καὶ οἱ ἀναπαραστάσεις καὶ λυρικὲς εἰκόνες ἔχει ἄφθονες καὶ ὁ κινηματογράφος. Ἰδιαίτερα αὐτὸς ποὺ ὀνομάζουμε «ποιητικό». Ἐδῶ ὅμως ὡς λυρικὸ ἐννοοῦμε τὸ ὡραῖο, τὸ ποιητικό. Π.χ, οἱ εἰκόνες τοῦ Παρατζάνωφ ἢ τοῦ Ταρκόφσκυ, στὸν κινηματογράφο, εἶναι λυρικὲς εἰκόνες. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ζωγραφιὲς τοῦ Σαγκάλ καὶ τὰ γλυπτὰ τοῦ Ροντέν. Καὶ τόσες ἄλλες. Εἶναι εἰκόνες ποὺ ἀποπνέουν ποίηση, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἕνα τριαντάφυλλο ἀποπνέει τὸ ἄρωμά του. Καμιὰ ὅμως ἀπὸ αὐτὲς δὲν εἶναι ποιητικὴ εἰκόνα, ἀφοῦ ὅλες ἀναπαρίστανται. Πάντως καὶ ἡ ποιητικὴ εἰκόνα ἔχει λυρισμό, ἔχει «ἄρωμα». Συμερασματικά, ἄλλο εἶναι ὁ λυρισμός, «τὸ ἄρωμα μιᾶς εἰκόνας», καὶ ἄλλο ἡ εἰκόνα ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ ἀποπνέει εἴτε αὐτὴ εἶναι εἰκαστικὴ εἴτε ποιητική. Νὰ ποῦμε πάντως ἐδῶ μὲ τὴν εὐκαιρία ὅτι ἡ ποιητικὴ εἰκόνα συνδέεται, κατὰ κάποιον τρόπο, μὲ τὸν λυρισμὸ ἀφοῦ ποιητικὲς εἰκόνες ἔχει μόνο ἡ λυρικὴ ποίηση καὶ μάλιστα στὴν ἐξέλιξή της. Δὲν βρίσκουμε, δηλαδή, ποιητικὲς εἰκόνες οὔτε στὸν Ὅμηρο οὔτε στὰ χορικὰ τῆς τραγωδίας. Ἐπίσης, δὲν ὑπάρχουν ποιητικὲς εἰκόνες οὔτε στὸ δημοτικὸ τραγούδι ποὺ εἶναι, μᾶλλον, πιὸ κοντά στὸν ὁμηρικὸ λόγο καὶ τὸ ἔπος. ΕΡ: Βλέπουμε μιὰ εἰκόνα καὶ λέμε: «αὐτὸ ποὺ συμβαίνει εἶναι ποιητικό».Τὴν ποιητικὴ εἰκόνα τὴν ἀναζητᾶμε συνήθως σὲ κάτι ποὺ δὲν εἶναι ποίημα; Ποιητικὴ εἰκόνα εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει στὸ ποίημα ἢ ποίηση ποὺ ὑπάρχει στὴν εἰκόνα ἢ κάτι ἄλλο; Βλέπετε ὅτι ὁ ὅρος «ποιητικὸ» ἔχει μιὰ πολλαπλὴ ἕννοια μαζὶ καὶ μιὰ προτεραιότητα, μιὰ πρωτοκαθεδρία. Αὐτὸ δὲν ξέρω ἂν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ποίηση καὶ τὴν ὑπεροχὴ τοῦ λόγου, σὲ σχέση μὲ τὶς ἄλλες τέχνες ἢ ἂν εἶναι κάτι ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴ γλώσσα. Ἔχουμε συνηθίσει -νομίζω σ’ ὅλες τὶς γλῶσσες- νὰ ὀνομάζουμε κάτι «ποιητικὸ» ἢ «ποίημα» καὶ νὰ ἐννοοῦμε ὅτι εἶναι ὡραῖο. Ἔτσι «ποίημα» μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα ὡραῖο κομμάτι στὸ πιάνο ἢ καὶ ἕνα ὡραῖο κομμάτι στὸ πιάτο. Γενικὰ ἡ ποίηση ὑπάρχει παντοῦ ὅπου ὑπάρχει καὶ ἡ ὀμορφιά. Ἀλλὰ καὶ σ’ ὅλες τὶς τέχνες ὑπάρχει ὀμορφιά, ἀπὸ τὶς ταινίες τοῦ Φελίνι καὶ τοῦ Σαρλὼ μέχρι τὶς νότες 6
τοῦ Σοπέν ἢ τῶν Beatles καὶ τὰ διηγήματα τοῦ Τσέχωφ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη. Τώρα, στὴν ποίηση ὑπάρχουν ποιητικὲς εἰκόνες τὸ ἴδιο ὅσο καὶ εἰκαστικὲς εἰκόνες. Μπορῶ νὰ πῶ καὶ λιγότερες. Ἕνα ποίημα μπορεῖ νὰ γραφτεῖ μὲ εἰκαστικὲς ἀλλὰ καὶ ποιητικὲς εἰκόνες μαζί. Δὲν εἶναι πάντως ὅλες οἱ εἰκόνες ἑνὸς ποιήματος ποιητικές. Σᾶς ἔφερα πρὶν ἕνα παράδειγμα ἀπὸ ἕνα δικό μου ποίημα μὲ τὴν ἐναλλαγὴ εἰκαστικῶν καὶ ποιητικῶν εἰκόνων μέσα στὸ ἴδιο τὸ ποίημα. Τὸ ἴδιο κάναμε καὶ μὲ ἕνα ἄλλο ποίημα, τοῦ Λόρκα. Διαλέγω τώρα δυὸ ἄλλους σύγχρονους Ἕλληνες ποιητές. Στὸ ποίημα «Ὕλῃ λεπτῇ», τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου, βλέπουμε νὰ συμβαίνει τὸ ἴδιο, μὲ παρόμοιες ἀναλογίες. Διαβάζω μόνο τοὺς τέσσερεις πρώτους στίχους «Τὸ γαλακτῶδες φῶς τοῦ συρμοῦ /διασχίζει τὸ ὑπόγειο σκοτάδι./ Σταγόνες ἰάματος/ συλλαβίζουν στὶς πέτρες/τὰ ἱερὰ ὀνόματα τῶν λαῶν». Βλέπετε ἐδῶ, οἱ δύο πρῶτοι στίχοι εἶναι μιὰ εἰκαστικὴ εἰκόνα. Οἱ ἑπόμενοι τρεῖς εἶναι ποιητικὴ. Ἐπίσης, τὸ ποίημά του γιὰ τὰ νυχτολούλουδα, ὁ Σπῦρος Γεωργίου τὸ τελειώνει μὲ μιὰ ποιητικὴ εἰκόνα. Γράφει γι’ αὐτά: «Γυάλιζε ἀπὸ τὴν μυρωδιά τους τὸ βράδυ». Θὰ σᾶς δώσω ἀκόμη ἕνα παράδειγμα καὶ μάλιστα μιᾶς εἰκαστικῆς εἰκόνας μέσα στὸ ἴδιο ποίημα, ποὺ γίνεται ποιητικὴ καὶ πάλι μὲ τὴ βοήθεια μιᾶς πληροφορίας. Στὰ «Κύματα», ὁ Γιῶργος Σαραντάρης γράφει «Ὑπέροχη μνήμη σηκώνουν τὰ κύματα/ Πότε μᾶς φέρνουν ἥρωες/ Πότε μηνύματα/ Δὲν τὰ βαραίνει ὁ ἄνεμος/ Πηγαίνουν/ Μ’ ἕνα ρυθμὸ πουλιοῦ/ Ποὺ ξαποσταίνει στὸν ἀγέρα/ Καὶ δὲν ἔχει φωλιὰ/ Μήτε σὲ στέγη/ Μήτε σὲ δέντρο». Ὅτι τὸ πουλὶ ξαποσταίνει στὸν ἀγέρα εἶναι μιὰ θαυμάσια παρομοίωση μὲ τὰ κύματα καὶ μιὰ ὡραία εἰκαστικὴ εἰκόνα. Οἱ ἀμέσως ὅμως ἐπόμενοι στίχοι, δοσμένοι μὲ τὴν πληροφορία ὅτι «δὲν ἔχει φωλιά, μήτε σὲ στέγη, μήτε σὲ δέντρο», μεταβάλλουν αὐτὴ τὴν ἴδια εἰκόνα, σὲ ποιητικὴ. Μποροῦμε νὰ δώσουμε ἄπειρα παραδείγματα ποιητικῆς εἰκόνας εἴτε χωριστὰ εἴτε μέσα σ’ ἕνα ποίημα μὲ ἄλλες εἰκαστικὲς εἰκόνες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε περισσότερο τὴ διαφορὰ τους. Σταχυολογῶ μερικά: «Πόσο κομψὲς εἶναι οἱ πολιτεῖες,τώρα ποὺ τραγουδᾶνε καὶ σιάχνονται γιὰ τὸ χορό. Σκορπίζουν κουβέντες ποὺ γίνονται ἀσήμι μόλις τὶς ἀκούσουμε», γράφει ὁ Γιῶργος Σαραντάρης. Καὶ σ’ ἕνα ἄλλο του ποίημα, διαβάζουμε: «Βελάζουν τ’ ἀστέρια στὴν κρύπτη». Καὶ ἡ Ἔ. Ντίκινσον: «Οἱ μοναχικοί, δὲν ξέρουνε γιατί, εἶναι οἱ ἐξόριστοι τῆς Ἀνατολῆς» ἢ «μὴ πηγαίνεις τόσο κοντὰ στὸ σπίτι ἑνὸς τριαντάφυλλου». Καὶ ἀκόμη δυὸ ὡραῖες ποιητικὲς εἰκόνες γιὰ τὴ νύχτα ἀπὸ τὸν Π. Νερούντα: «Νύχτα ποὺ σὲ πλανεύει καὶ ποὺ σκάβει τὰ μάτια» ὅπως καὶ «Κάνω νὰ γυρίζουν τὰ μπράτσα μου μὲς στὴ νύχτα ποὺ εἶναι ὅλη γαλάζια μέταλλα». Ὅπως καταλαβαίνετε, αὐτὲς εἶναι εἰκόνες ποὺ μποροῦμε μόνο νὰ
τὶς ποῦμε, δὲν μποροῦμε νὰ τὶς ἀποτυπώσουμε. Ἀλλὰ ἐπιτρέψτε μου λίγα ἀκόμη παραδείγματα, ὄχι πιὰ τόσο γιὰ τὶς ἀποδείξεις ἀλλὰ γιὰ τὴν εὐχαρίστηση ποὺ μᾶς προσφέρουν αὐτὲς οἱ εἰκόνες. «Ὅ,τι ὑπάρχει ἐκεῖ ἔξω τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τοῦ ζώου τὴν ὄψη» μᾶς λέει ὁ Ρ.M. Ρίλκε, γιὰ νὰ μᾶς τραγουδήσει ἀκόμη: «κοντὰ στὸν κῆπο ὁδήγησέ τον, χάρισέ του τὴν ὑπεροχὴ τῆς νύχτας». Τούτη τὴ «σπασμένη σιαγώνα ἀπ’ τὶς χαμένες βασιλεῖες μας» θὰ μᾶς δείξει ὁ T.Σ. Ἔλλιοτ καὶ «ἕνα ὄμορφο ἔγκλημα ποὺ οὐρλιάζει στὴ λάσπη τοῦ δρόμου», ὁ Ἀ.Ρεμπώ. Ἀλλὰ καὶ «λόχους ἄστρων» βλέπουμε νὰ «περνᾶνε στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου προσαρτώντας ἀπ’ τὰ μαγειριὰ ἕνα κατοικίδιο ἄστρο», ἀπὸ τὸν Σ..Τζ. Πὴρς, ποὺ λέει ἀκόμη τὶς νεροποντὲς «πανηγυρικές». Μιλώντας ὅμως ἀκόμη καὶ γιὰ ἕνα συγκεκριμένο θέμα, διαφέρουν οι εἰκόνες. Ὑπάρχει π.χ. ἡ εἰκόνα τοῦ ἀγγέλου στὸν τάφο τοῦ Ἰησοῦ πρὶν τὴν ἐμφάνισή του στὶς Μυροφόρες. Τὴ μεταφέρω ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο: «Ὀψὲ δὲ σαββάτων ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, θεωρῆσαι τὸν τάφον καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ (ἡ μορφή του) ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών». Αὐτὴ εἶναι μιὰ πολὺ δυνατὴ εἰκόνα ὅσον ἀφορᾶ τὴ λαμπρότητα τοῦ ἀγγέλου, ποὺ «ὅσοι τὴν εἶδαν ἔγιναν σὰν νεκροί». Ὅσο ὅμως δυνατὴ κι ἂν εἶναι μπορεῖ νὰ παρασταθεῖ. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη εἰκόνα ποὺ μιλᾶ γιὰ ἀγγέλους, ἀπολύτως ποιητικὴ, καὶ εἶναι γραμμένη ἀπὸ τὸν Λόρκα ποὺ λέει: «ἄγγελοι μὲ μακρυὰ μαλλιὰ καὶ καρδιὲς ἀπὸ λάδι». Αὐτὴ ἡ εἰκόνα γεννᾶ ἐπίσης συναισθήματα ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ παρασταθεῖ. Ἀλλὰ μιὰ καὶ πλησιάσαμε καὶ τὴ θρησκευτικὴ ζωγραφικὴ (τὴν ἁγιογραφία), ἂς ποῦμε ὅτι ἡ «εἰς Ἄδου κάθοδος» εἶναι μιὰ γνωστὴ σὲ ὅλους μας εἰκόνα ποὺ τὴν ἀπολαμβάνουμε μὲ κατάνυξη ἀλλὰ καὶ χαρά (λόγῳ τοῦ ἀναστάσιμου μηνύματός της). Ἀντίθετα, ὁ στίχος ἀπὸ τὸ ἀναστάσιμο απολυτίκιο «πρωτότοκος τῶν νεκρῶν ἐγένετο», εἶναι μιὰ ποιητικὴ εἰκόνα (κι ἐδῶ ἡ πληροφορία «πρωτότοκος»), ποὺ τὴ νοοῦμε ὡς εἰκόνα ἀλλὰ ποὺ δὲν ἀναπαρίσταται. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ εἰκόνα τῆς βαπτίσεως τοῦ Κυρίου, στὸν Ἰορδάνη, εἶναι μιὰ πασίγνωστη ζωγραφική εἰκόνα. Στὴν ἴδια ἑορτή, τῶν Θεοφανείων, στὴν εὐχὴ τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν ὑδάτων, ἀκοῦμε τὸ στίχο «σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ». Ἕνα στίχο ποὺ δὲν τὸν ἀκοῦμε μόνο ἀλλὰ καὶ τὸν «βλέπουμε», ἀφοῦ εἶναι φυσικὰ μιὰ ποιητικὴ εἰκόνα. ΕΡ: Μέσῳ τῆς ποιητικῆς προσπάθειας ἐπιτυγχάνεται μιὰ βαθειὰ κατασκευὴ τοῦ βιωμένου χώρου ἢ τῆς ποιητικῆς εἰκόνας; Μήπως ὁ βιωμένος χῶρος διαμορφώνει τὴν ποιητικὴ εἰκόνα; Πῶς συνομιλοῦν αὐτὰ τὰ δυό; Τί ἐννοεῖτε «βιωμένος χῶρος»; Ὁ βιωμένος χῶρος εἶναι ὁ τόπος στὸν ὁποῖο κατοικεῖ καὶ πολιτεύεται ὁ ἄν-
θρωπος; Ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο ζεῖ; Ἡ ἐπιστήμη λέει πὼς ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ ὑπόσταση μέσα ἀπὸ τὸν περιβάλλοντα χῶρο του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐπιχειρεῖ ἀσυνείδητα, μέσῳ τοῦ «κατοικεῖν», νὰ ὁρίσει τὸν ἑαυτό του μέσα στὸν κόσμο. Ἂν εἶναι ἔτσι, τότε ὁ «βιωμένος χῶρος» εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ κόσμος μέσα στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος γεννιέται, ἀναπτύσσεται, ἐργάζεται, συγκινεῖται, ἁμαρτάνει, ἀγαπάει, ὀνειρεύεται καὶ πεθαίνει, ποὺ μέσα σ’ αὐτὸν περνάει ὅλη τὴ ζωή του καὶ ποὺ χωρὶς αὐτὸν δὲν ἔχει νόημα ὁ ἴδιος. Εἶναι ὁ τόπος ποὺ πάνω του μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ νὰ καταθέσει τὴν ψυχή καὶ τὸν πολιτισμό του. Ὁ χῶρος ποὺ διαμορφώνει ὄχι μόνο τὴν ποίηση ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ καὶ τὴν τέχνη του. Εἶναι, καλύτερα, τὸ τοπίο ποὺ ἐμπλουτίζεται μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴ συγκίνηση, ὅλα τὰ συναισθήματα, τὶς ἰδέες, τὶς ἀποτυχίες καὶ τὰ κατορθώματά του. Κάνω ἀναφορὰ στὸ τοπίο, γιὰ νὰ δείξω τὴ διαφορά του ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁρίσαμε ὡς τόπο ἀλλὰ καὶ τὴ σχέση του μαζί του. Πάρτε γιὰ παράδειγμα τὴ Σταύρωση. Ὁ Γολγοθάς ἀπὸ μόνος του εἶναι ἕνα τοπίο. Μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο ὅμως ἐπάνω του, γίνεται ἕνας τόπος καὶ μάλιστα μαρτυρίου. Δηλαδή, ἕνας βιωμένος χῶρος. Τὸ ἐρώτημα, λοιπόν, ἀντιστρέφεται. Δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ κατασκευὴ τοῦ βιωμένου χώρου μέσῳ τῆς ποιητικῆς προσπάθειας ἀλλὰ, τὸ ἀντίθετο, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ βιωμένου χώρου ἐπιτυγχάνεται ἡ ποιητικὴ προσπάθεια. Θὰ λέγαμε πὼς ὁλόκληρη ἡ Τέχνη ὀφείλει τὴν ὕπαρξή της στὸν βιωμένο χῶρο. Καὶ φυσικὰ καὶ ἡ Ποίηση καὶ μαζί μ’ αὐτὴ καὶ ἡ ποιητικὴ εἰκόνα. Ἀναφέρθηκα στὸ τοπίο καὶ στὸν τόπο. Καὶ τὰ δύο ἔχουν σχέση μὲ τὴν εἰκόνα. Εἴτε ὡς πρότυπα εἴτε ὡς σύμβολα. Καὶ τὰ δύο επίσης, ἔχουν ὀμορφιά. Διαφέρουν μόνο στὸν τρόπο ἔκφρασης. Μοῦ φαίνεται πως ἡ ποιητικὴ εἰκόνα ἔχει λίγο μεγαλύτερη συγγένεια μὲ τὸ βιωμένο τοπίο, τὸν τόπο. Οἱ μαργαρίτες σ’ ἕνα λιβάδι, τὴν ἄνοιξη, εἶναι ἕνα ἔξοχο τοπίο ποὺ ὅπως καὶ νὰ ἀποδοθεῖ συγκινεῖ μὲ τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα, τὰ ὅπλα τῆς ἀπεικόνισης. Εἶναι μιὰ εἰκαστικὴ ἀποτύπωση. Οἱ μαργαρίτες, τώρα, σ’ ἕνα λιβάδι ὅπου πρίγκηπες πέρασαν λυπημένοι εἶναι μιὰ ἄλλη εἰκόνα ποὺ συγκινεῖ ἐπίσης μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο, ἐκφρασμένη αὐτὴ μὲ τὸ λόγο. Εἶναι ἕνας βιωμένος χῶρος καὶ μιὰ ποιητικὴ εἰκόνα. Μοῦ φαίνεται, ἀκόμη, πὼς ἡ εἰκαστικὴ εἰκόνα (ὄχι ἡ ἑρμηνεία της) ἔχει ὅρια, ἔχει μέτρο. Ἂν δεχτοῦμε ὅτι ἡ ποιητικὴ εἰκόνα ξεπερνάει αὐτὸ τὸ μέτρο, ὡς νοητὴ εἰκόνα, καὶ ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ παρασταθεῖ τότε μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει. Εἶναι λοιπὸν ἡ ποιητικὴ εἰκόνα μιὰ οὐτοπία; Μπορεῖ. Μιὰ οὐτοπία ὅμως ὄχι μὲ τὴν ἔννοια πὼς δὲν ὑπάρχει, μὰ ποὺ ὑπάρχει ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἀγγίξουμε, ποὺ δὲν εἶναι πράγματι ἁπτή. Πῶς λέει ὁ Ἄγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής; Ὅτι στὸ τέλος ὁ κόσμος ἀποκαλύπτεται «εἰκὼν καὶ φανέρωσις τοῦ ἀφανοῦς φωτός..» Ἂν αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια τότε ἴσως καὶ νὰ δεχτοῦμε ἀκόμη, γιὰ τὸ θέμα μας, ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγε ὁ Ζὰν Κοκτώ, πὼς «ἡ ὀμορφιά εἶναι ἀόρατη». Χρῆστος Ἀναγνωστόπουλος 7
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
ΜΑΤΙ —Καθὼς περνᾶ ἡ Σελήνη καὶ κοιτᾶ μὲ τὴ γλυκειὰ θωριά της κάτου ριγᾶ μπρὸς στὴν ἀσκήμια τοῦ θανάτου… ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ, «Στὴ λιβυκὴ τὴν ἔρημο βραδιάζει»
I.
III.
Σκᾶνε τ’ αὐγά, προβάλλουν σαῦρες ζαρωμένες κι εὐθὺς βυθίζονται στῆς ἄμμου τὴν πυρά. Πάνω σὲ κόκκινες κορφὲς ἡλιοκαμένες, ὁ φιδαετὸς πίνει τὴ ζέστη τοῦ Σινᾶ. Πετοῦν σὲ κύκλο ἀποσταμένα τὰ πουλιά. Οὔτε ἕνα δέντρο δὲν ὑπάρχει νὰ κουρνιάσουν. Πιάνουνε κότσο οἱ καλογέροι τὰ μαλλιὰ καὶ στὰ κελιὰ τὸ βράδυ σπεύδουν νὰ πλαγιάσουν… Κι ἄλλοι, νομάδες, ἀνυπόδητοι, σαπροί, ποὺ τῶν σπιτιῶν τους στερηθήκανε τὶς στέγες, στὸ ὀροπέδιο τοῦ Χωρήβ, μόνοι, λεπροί, βόσκουν μὲ τρόπο μαγικὸ κοπάδια αἶγες καὶ μὲς στὸ θρίαμβο τῆς κίτρινης γιορτῆς στέκει ἀγέρωχος μὲ ὑπομονὴ γιὰ αἰῶνες ὁ Παντοκράτωρ, δωρητὴς τῆς ἀορτῆς ποὺ αἱμοδοτεῖ πιστῶν κι ἀπίστων λεγεῶνες.
Ἀπὸ τὴ μία ἐκλαμπρύνεται ἀπὸ φῶς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη τοῦ βαράθρου χαίνει σκότος. Διαλεκτικότατη ἡ κίνησις, σαφῶς, τοῦ πόνου ὁ ἔσχατος σύναμα καὶ ὁ πρῶτος. Βλέμμα τραχύ – κι ὅλο ἀγάπη πατρική, βλέμμα μὲ γέλιο ποὺ ἀχνοφαίνεται – ἢ μὲ κλάμα, βλέμμα ὅλο ψύχρα – καὶ καυτὸ σὰν Ἀφρική, βλέμμα σεντόνι ἁπαλό – δίκοπη κάμα. Κι αὐτὴ ἡ κάμα ἡ κοφτερὴ μὲ διαπερνᾶ – αὐτὸ τὸ βλέμμα, νιώθω, θέλει νὰ πεῖ κάτι. Τὸ ἕνα Του μάτι μ’ εὐσπλαχνία νὰ μὲ κοιτᾶ καὶ τ’ ἄλλο πύρινο, μπλαβό – τοῦ χαμοῦ μάτι.
II. Τὸ καραβάνι ὁλοκληρώνει τὴ δουλειά του. Φτάνει τὸ βράδυ στὴν Ἁγία Αἰκατερίνη, μυρίζει ὁ ἀέρας ὑποψία καμένης βάτου· δίπλα στοὺς Δίδυμους διακρίνεται ἡ Σελήνη. Κι ἀφοῦ τὰ ὀνείρατα περάσαν σὰ σκϊές, ἡμέρα Σάββατο ξυπνῶ ἀπέναντί Του· οἱ ἁμαρτίες μου –φιδιοῦ δαγκωματιές– μοῦ ὑπενθυμίζουν τὴ μὴ ὕπαρξη ἀπορρήτου μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ· λὲς κι ὁ Γαβριὴλ γιὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία μ’ ἑτοιμάζει. Χτυπάει στὶς φλέβες μου τὸ αἷμα τοῦ Ἰσραήλ· Σεφεραδίτης –ἴσως– νά ’μαι ἢ Ἐσκενάζυ;
8
Θεριστὴς τοῦ ’18
Θανάσης Γαλανάκης
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΝΑΤΣΗΣ
ΠΟΤΕ ΜΙΚΡΗ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; 1978 Ἀπογευματινὴ σιγαλιὰ κανάκευε τοῦ καιροῦ τὰ μελλούμενα. Στὸν οὐρανό, τὰ σύννεφα, διάβαιναν φορτηγά. Τὰ χάζευα μπὰς καὶ μάθω τὸν κώδικα κυκλοφορίας τους. Φορτηγὰ κινοῦνταν φορτωμένα εὐχές, λέξεις μαχαίρια, μαντάτα, κρίματα καὶ μιὰ μυρωδιά, τροχονόμος νὰ πλανιέται ἀεράκι, πρὶν τῆς ὥριμης βροχῆς τὸ ξέσπασμα. Ὁ θόρυβος τῆς πλωτῆς Δωδώνης μὲ κατέβασε ἀπὸ τὸ Μιτσικέλι, ψηλά, ποὺ ταξίδευα σύννεφο μὲ τὰ φορτηγά, στὰ χαμηλὰ καὶ προσλιμνώθηκα στῆς Παμβώτιδας τὰ νερά. Τὸ βενζινοκίνητο καΐκι ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὴν προβλήτα καὶ οἱ ἐπιβάτες του διακρίνονταν καθαρά· πέντ’ ἔξι ὅλοι κι ὅλοι, Νησιῶτες. Ὄρθιοι, γύρω ἀπὸ τὸν τιμονιέρη, μιλοῦσαν ἔντονα, ἀλλὰ γελοῦσαν. Ὕστερα, ἡ ματιὰ ἔφερε βόλτα τὴν ἀκρολιμνιά: πῶς σβήνει ὁ χαλασμὸς τῶν νερῶν ἀπὸ τῆς βενζίνας τὸ κακό; Δεκάξι κόρες καὶ μιὰ κυρὰ μ’ ἐρωτικὰ χάδια ἀγκάλιαζαν τὸ κακὸ κι αὐτό, τραγουδώντας τες, ἡσύχαζε μὲ παφλασμό. Στὰ μποστάνια τοῦ Μάτσικα οἱ δουλειὲς συμμαζεύτηκαν· ἐργαλεῖα, ροῦχα καὶ μπότες στὴ θέση τους. Κόφες λάχανα καὶ κουνουπίδια, μάτσα σέλινα, καρώτα καὶ χέρια ἀγκυλωμένα, τὸ νερό παγωμένο. Οἱ χονδρέμποροι τῆς ὁδοῦ Ἀβέρωφ πῆραν τὸ ἐμπόρευμα καὶ κατέβαζαν ρολά· τὴν ἐπαύριον, μὲ τὸ ξημέρωμα, τὰ σήκωναν πάλι. Κυρτὲς φιγοῦρες μὲ ἄγαρμπο περπάτημα ἀνηφόριζαν πρὸς τὸ κέντρο τῆς πόλης, ξεκόβοντας στὰ καφενεῖα τῆς ἀγορᾶς ἢ συνεχίζοντας πρὸς τὸ ρολόι, τὴν κεντρικὴ πλατεία. Στὴν πλατεία, τὰ ἀγόρια κατηφόριζαν τὸ δρόμο ἀπὸ τὸ Διοικητήριο στὸ ρολόι· ὅταν ἔφθαναν ἐκεῖ, ἀνηφόριζαν πάλι ἀπὸ τὴν ἴδια πλευρὰ τοῦ δρόμου, τὸ ἴδιο δρομολόγιο. Γύρευαν τὰ κορίτσια ποὺ τὸ μεσημέρι ἀντάλλαξαν ματιὲς ἔξω ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο Θηλέων κι ἔχουν νταραβέρι. Αὐτὲς δυὸ-δυὸ κι ἄλλοτε ἐπικίνδυνος χείμαρρος πηγαινοέρχονταν στὰ φροντιστήρια διασχίζοντας τὴν πλατεία. Μερικές, ξεπεταγμένα κρίνα, γεύονταν τὰ δίωρα τοῦ φροντιστηρίου μὲ τὸν ἐκλεκτὸ τῆς καρδιᾶς τους σὲ ἀπόκεντρες καφετέριες ἢ λοφάκια, ὀμορφιὲς τῆς πόλης. Στὸ σχόλασμα ξανάσμιγαν μὲ τὶς φίλες τους καὶ, νά τες, διέσχιζαν ξανὰ τὴν πλατεία μὲ φωνὲς καὶ γέλια. Σὰν ἔλαχε ὅμως καὶ περνοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὸ καφενεῖο τῆς «Βρετάνιας» μὲ τοὺς πελώριους καθρέφτες καὶ τὰ μαρμάρινα τραπεζάκια, φρονίμευαν. Ἡ παρουσία συγγενῶν, θαμώνων τοῦ καφενείου, κάλμαρε τῶν κοριτσιῶν τὴ ζάλη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ θαμῶνες σπάνια παρακολουθοῦσαν τὴν κίνηση τοῦ πεζοδρομίου. Ἡ δηλωτὴ δὲν χωράτευε μὲ τὴν ἀφηρημάδα· ἔτσι νὰ γυρνοῦσες τὸ κεφάλι γιὰ νὰ δεῖς ἂν βρέχει ἔξω, χανόταν τὸ παιχνίδι. Περιπλανιόμουν στὴν πόλη ποὺ μεγάλωνε ἀπὸ μικρὴ στὴν πένα τοῦ Χατζῆ. Περιδιάβαινα στὰ κουτουροὺ ξύλι-
νες κολῶνες τῆς ΔΕΗ, φανάρια κρεμασμένα τὴν ὥρα, νὰ ἀνάψουν. Δίχως νὰ τὸ καταλάβω ἔφθασα στὰ πρακτορεῖα τῶν Ἀθηνῶν. Πενήντα μέτρα παρακάτω ἡ πιάτσα τῶν ἀγοραίων ταξί, στὸ Γιαλὶ καφενέ· ἐκεῖ καὶ τὰ κλαρίνα, τὸ στέκι, τὰ ντέφια, τὰ λαοῦτα, βιολιὰ καὶ φωνές. Τέτοιαν ὥρα ὅμως κίνηση δὲν ὑπάρχει καὶ ὁ καφετζὴς συμμάζευε, κλείνει τὸ μαγαζί. Μαζεύει καρέκλες ἀπ’ ἔξω, χειμώνα καλοκαίρι· τὸ ἀγώι τοῦ ταξιτζῆ καὶ ἡ συμφωνία μὲ τὸν κλαριντζή θέλει τὸν καφέ του, μιὰ πορτοκαλάδα ἢ τὸ τσίπουρο καὶ ποῦ νὰ χωρέσει τὸ μελίσσι στὸ μικρὸ τὸν καφενέ, ἕνα ὀρθογώνιο κτίριο σαράντα τετραγωνικῶν· εἶναι; Δὲν εἶναι. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ καφετζὴς κουβαλοῦσε τὶς καρέκλες στὴ σάλα, τὶς ἄφηνε νὰ καθίσουν στὸ δάπεδο μὲ θόρυβο· θὰ καταλάβει ἄραγε ἡ παρέα τῶν φοιτητῶν ὅτι ὁ καφενές κλείνει; Κοντεύει ἕξι ἡ ὥρα, ἀπόγευμα. Δὲν ἔχουν ἀφήσει γωνιὰ γιὰ γωνιὰ αὐτοὶ οἱ φοιτητές, μεγάλωσαν τὴν πόλη. Ξετρύπωσαν τὰ στέκια καὶ γνωρίζουν ποῦ ὁ χορταστικὸς μεζὲς νὰ πιοῦν τὰ τσίπουρα καὶ τὰ κρασιά, ποῦ συχνάζουν οἱ σαλοὶ τῆς πόλης, ποῦ οἱ χαμάληδες καὶ ποῦ οἱ ἐργάτες τῶν σφαγείων γιὰ νὰ ἀλλάξουν τὸν κόσμο! Φθάνουν μέχρι τὴν παράγκα τοῦ μπάρμπα Νίκου, πέρα ἀπὸ τὸ ἀεροδρόμιο, μὲ τὰ πόδια γιὰ τοὺς νόστιμους κεφτέδες· μὲ τὰ πόδια καὶ στὸν ἄλλο Νίκο μὲ τὶς «νύχτες» καὶ τὰ «ἀστέρια», στὴν Ἐλεούσα ἀλλὰ καὶ στοῦ Θωμᾶ, στοῦ Ἀλλὰχ καὶ στὰ ἄλλα τὰ κουτούκια. Ὅλα τὰ ξέρουν αὐτοὶ οἱ φοιτητὲς ἀλλὰ γιὰ τὸν Δημητρρράκη, τὸν σοφὸ σαλὸ τοῦ Χουλιαρᾶ, ρωτᾶνε· στὸ «Παλλὰς» τῆς κεντρικῆς πλατείας. Ἐν τῷ μεταξύ οἱ ἐργάτες στὰ σφαγεῖα ποὺ ἀφήνουν τὶς μυρωδιὲς στὰ Ναυτάκια παραπέρα καὶ οἱ χαμάληδες δὲν πίνουν τὰ ποτήρια ὅπως ἄλλοτε, ἡ φασαρία μεγάλη καὶ πῶς νὰ κατέβει γλυκόπιοτο τὸ φαρμάκι τῆς ζωῆς τους, χαλνιοῦνται. Γι’ αὐτὸ οἱ μαγαζάτορες χωρίστηκαν σ’ αὐτοὺς καὶ ‘κείνους. Σ’ αὐτοὺς ποὺ ἅρπαξαν τὴν εὐκαιρία νὰ κερδίσουν μιὰ νέα πελατεία καὶ ἀνακαίνισαν τὰ μαγαζιά τους καὶ σὲ ‘κείνους ποὺ βλέπουν τοὺς φοιτητὲς στραβά, νὰ τοὺς χαλνοῦν. Οἱ φοιτητὲς πάλι συχνάζουν ἐδῶ κι ἐκεῖ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα καὶ μετά ἀλλάζουν στέκια εἴτε γιατὶ δὲν τοὺς βολεύουν τὰ ὡράρια εἴτε γιατὶ ἄλλαξαν παρέες καὶ ἐὰν τυχὸν βροῦν ταίρι, πάει στράφι ἡ ἀνακαίνιση. Τὸ σούρουπο κένταγε μ’ ἀρχέγονη κλωστὴ στὸν θολωτὸ καμβά, πόντο τὸν πόντο, πέπλο τῆς νυχτιᾶς ὅταν οἱ ψηλοὶ κλῶνοι στὰ πλατάνια ἄρχισαν νὰ λικνίζονται, ὁ καθρέφτης τῆς λίμνης ράϊσε. Ποῦ νὰ χωρέσει ἀνθρώπου νοῦς πὼς τὸ γυαλὶ ἀπὸ τὴ μιὰ στιγμὴ θὰ γίνει θρύψαλα τὴν ἄλλη, ἡ ὀργή. Στὰ στενοσόκακα τοῦ κάστρου, μυρωδιὰ ξύλου καὶ ἀπὸ τὰ μπουριὰ σκορποῦσε ὁ καπνός, τρελὸ χορό, πρὶν προλάβει νὰ ὑψωθεῖ. Δίχως τὸν καπνὸ στὰ ρουθούνια, τὰ σκουπίδια ἔξω ἀπὸ τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ τὰ φα9
νάρια στὶς κολῶνες ποὺ ‘κείνη τὴν ὥρα ἄναψαν, θὰ ἔλεγες πὼς τὸ κάστρο εἶναι ἀκατοίκητο. Τὸ νιαούρισμα μιᾶς γάτας καὶ τὸ κουδούνισμα ἑνὸς ποδηλάτη ποὺ ἐρχότανε ξοπίσω, σὰν ἐφιάλτης μὲ τρόμαξαν. Ἔξοδος ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ κάστρου ποὺ βλέπει τὴ λίμνη, ἐκείνη κοντὰ στὰ ψαράδικα, τὸ καφενεῖο «Νέα Ὑόρκη». Τὰ πόδια βάδιζαν στὸ «Δώδεκα» μὲ τὴ σιγουριὰ ὅτι θὰ ἄκουγαν σὰν ἄλλοτε τὶς φαλαρίδες στὶς καλαμιές, ἀπέναντι. Τὸν Γιῶργο νὰ ἀφήνει τὸ χέρι τῆς Μαρίας καὶ νὰ πηγαίνει στὸ πεζούλι τῆς ἀκρολιμνιᾶς. Τὸ ‘να χέρι πάνω στὸ πόδι στήριζε τὰ αὐτιὰ καὶ τ’ ἄλλο, ποὺ κράταγε τὴν Μαρία, στὴν τσέπη τοῦ τζάκετ. Ἀφουγκραζόταν τὶς φωνὲς καὶ τὰ φτερουγίσματα τῶν πουλιῶν γιὰ νὰ τὰ ἐντοπίσει στὶς καλαμιές, ἀπέναντι στὸ Νησί, τὶς φωλιές τους. Ἐκείνη δὲν τὴν εἶχα ἀκούσει ποτὲ νὰ διαμαρτύρεται γιὰ τὰ πάθη του, ἐξάλλου Ἁγίους ζωγράφιζε. Τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ στεφότανε δίπλα του. Τῆς ἄρεσε τὸ κυνήγι καὶ ἐκείνου ἡ ἁγιογραφία. Ὁ ἄνεμος δὲν ἄφηνε νὰ ἀφουγκραστῶ σὰν ἄλλοτε τὸν Γιῶργο, διηύθυνε τὴ συναυλία μὲ τὰ κλαδιὰ στὰ κρουστὰ καὶ κόντρα μπάσο τὰ νερά. Στὸν παραλίμνιο τὰ φῶτα τῶν αὐτοκινήτων ὁδηγοῦσαν στὴν πλατεία τοῦ Μαβίλη. Στὸ ἄγαλμα παρκάριζαν καὶ κοίταζαν τὴν Ἀνατολή. «Εεε, κυρὰ Ὄλγα, κυρὰ Ὄλγα», ἡ Γίτσα ἄφησε δυὸ γκιούμια νερὸ καταγῆς, καρτερώντας ἀπόκριση ἀπὸ τὸ σπίτι. «Ὢ ὠρή, τι σκούζεις;» Ἡ ἀπόκριση στὸ φωτισμένο παράθυρο σκιά· πρῶτα ἀκούστηκε τὸ μάνταλο κι ὔστερα ἡ πόρτα ἄνοιξε. Στο ἄνοιγμα τῆς πόρτας πρόβαλε γριά, μαυροφοροῦσα. «Ἔρχεται Ἀνατολίσιος κυρὰ Ὄλγα. Τήρα κατά τὰ Περιστέρια, κάθισε τὸ σύννεφο». Ὁ ἀγέρας λυσσομανοῦσε καὶ ἡ ρόμπα τῆς Γίτσας, μιὰ παρδαλή,
10
ἀνασηκώθηκε. «Καλῶς νἄρθει ὁ κακορίζικος» μονολόγησε ἡ γραία καὶ ἔκανε λίγα βήματα ἀπὸ τὴν πόρτα γιὰ νὰ περάσει μὲ τὸν καταρράκτη τῶν ματιῶν της πάνω ἀπὸ τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ, νὰ δεῖ τὰ Περιστέρια. «Οἱ ξεχαρβαλωμένες λαμαρίνες τοῦ Ἀχιλλέα θὰ μᾶς λαχταρίσουν τὸ βράδυ κι οἱ ἔρ’μαις κότες θὰ σκιαχθοῦν». «Σύρε ‘συ καὶ τὶς σιάζω ‘γώ, μην σκανιάζεσαι». Ἡ Γίτσα ζοῦσε μόνη της στὸ ἐρειπωμένο σπίτι, δίπλα στῆς κυρὰ Ὄλγας τὰ μποστάνια. Σπίτι μὲ ἱστορία μεγάλη καὶ γι’ αὐτὸ ἄγνωστη στὴ μεγάλη, πλέον, πολιτεία. Λέγεται πὼς τὰ πολὺ παλιὰ χρόνια ἦταν ναός, τῆς Ἁγίας Τριάδας. Μετά, ὅταν οἱ Τοῦρκοι πήρανε τὴν πόλη, ἔγινε Μεντρεσές κι ἀργότερα, ‘μολογοῦν, κάποιος Τοῦρκος, ἴσως κι Ἀλβανὸς σάχης τὸ ἔκανε κονάκι του. Ὕστερα τὸ κατοίκησαν διάφοροι, ἀμφίβολο τὸ καθεστὼς ἰδιοκτησίας του· μεταπολεμικά, ὅμως, τὸ ‘νοίκιαζε ὁ Μακρὴς γιὰ τὶς χορεύτριες καὶ τὰ μπουλούκια ποὺ ἔφερνε καὶ διασκέδαζε τὴν πόλη στὸν Μῶλο καὶ τὸ Ἄλσος. Κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ξέμεναν, ἀρραβῶνες δίχως λόγο καὶ παντρειές, ἔγινε μπορδέλο. Νερὸ δὲν εἶχε καὶ τὸ φῶς; Πολυτέλεια στὴ συνουσία. Νερὸ καὶ λουλούδια ἔπαιρναν ἀπὸ τὰ μποστάνια γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι. Τὸ νερὸ δωρεάν, τὰ λουλούδια ἀγόραζαν δυὸ δραχμὲς τὸ μάτσο τὰ μερτζούσια, ζήνια, πανσέδες, μαργαρίτες, τριαντάφυλλα κι ἄλλα. Ἡ Γίτσα ξεχάστηκε, τελευταία, στὸ σπίτι, περιμένοντας τὸ θάνατο, τὴν τρέλα ἢ καὶ τὸ σχέδιο πόλεως νὰ περάσει, νὰ τὴν πάρει· ἐξάλλου τί ἐνδιέφερε τὴν πόλη ἡ Γίτσα, μιὰ γριά πουτάνα, μιὰν παλιὰ ἱστορία! «Καληνύχτα κυρὰ Ὄλγα, κι αὔριο μὲ τὸ καλό». Κώστας Καρανάτσης
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ
ΛΕΡΗ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ «Καὶ λερὴ φουστανέλλα μαυρίζει…» ψιθύρισα ξαφνικά. Ξέρω τὴν αἰτία ποὺ ξεκόλλησε ἀπὸ βυθοὺς λήθης τὸν ἑνάμισυ στίχο, ὅμως μάταια προσπάθησα νὰ ἀνελκύσω τὸν τίτλο τοῦ ποιήματος καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ποιητῆ. Κατέφυγα τέλος στὸ γιό μου μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς ὁ ὑπολογιστὴς του θὰ ἀποκάλυπτε τὰ λησμονημένα. Μοῦ παρέδωσε τὸ ἑξῆς σημείωμα: «Ἀπὸ κρότον ὀργάνων βοΐζει Τῆς Γραβιᾶς τὸ βουνὸ ἀντικρύ· Λάμπουν ὅπλα χρυσά, καὶ λερὴ Φουστανέλλα μαυρίζει. Πρώτη στροφὴ τῆς ὠδῆς τοῦ Γ.Χ. Ζαλοκώστα «Τὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς», ὅπως δημοσιεύτηκε στὸ 2ο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ Ὁ Ἀβδηρίτης καὶ τοῦ Διαβόλου τὰ πηδήματα, 2 Ἀπριλίου 1857.» Διάβασα φωναχτὰ σχεδὸν τὴ στροφὴ κι ὕστερα ἐτούτη, ἐντελῶς λησμονημένη ἐδῶ καὶ ἑβδομῆντα τόσα χρόνια: Ἀπὸ κρότον βημάτων βουΐζει Τὸ γραφεῖο μας κι ὅλο χαρὰ ἀνεβαίνουν γραμμὴ τὰ μικρὰ καὶ ἡ σκάλα μας τρίζει Τὸ γραφεῖο ἦταν τοῦ περιοδικοῦ Ἑλληνόπουλο ποὺ ἐκδιδόταν ἀπὸ τὸν «Ἀρχαῖο Ἐκδοτικὸ Οἶκο Δημ. Δημητράκου» καὶ διευθυνόταν ἀπὸ τὸν Ν. Τσεκούρα. Δὲν θυμᾶμαι ἄλλη στροφὴ οὔτε τὸν στιχουργό, ποὺ πάντως ἀνῆκε στοὺς συνεργάτες τοῦ περιοδικοῦ. Οἱ Ἀθηναῖοι ἀναγνῶστες τοῦ Ἑλληνόπουλου, ἀγόρια καὶ κορίτσια, μαζεύονταν συχνὰ στὰ γραφεῖα τοῦ Οἴκου καὶ στὸ πεζοδρόμιο, ἐκεῖ στὴν ἄκρη τῆς πλατείας Συντάγματος. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι μιὰ ἄλλη ἱστορία. Ἐπιστρέφω γιὰ ἰδιαίτερα σοβαροὺς λόγους στὴ «λερὴ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΥΔΕΡΟΣ
φουστανέλλα» τοῦ Ζαλοκώστα. Δὲν ἔχω τὴν ἐκτεταμμένη ὠδή του, ὡστόσο φτάνει καὶ περισσεύει ἡ πρώτη στροφή της γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν ἀπόφαση ἑνὸς καθόλου τυχαίου προσώπου. Στὸ λῆμμα «Νικόλαος Σπηλιάδης» τῆς «Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας» τοῦ «Πυρσοῦ» διαβάζω ἐτοῦτο τὸ ἀξιοθαύμαστο: «Ἐκραγέντος τοῦ Ἀγῶνος τῷ 1821, κατῆλθεν [ἀπὸ τὴν Ὀδησσὸ] εἰς τὴν μαχομένην Ἑλλάδα καὶ περιβληθεὶς τὴν φουστανέλλαν ἔλαβε τὰ ὅπλα.» Ὁ Ν. Σπηλιάδης, λοιπόν, «πρωθυπουργὸς» τοῦ Κυβερνήτου Καποδίστρια καὶ Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας, συγγραφέας, ἐπιπλέον, τῆς «Ἀναιρέσεως», γραμμένης γαλλικὰ καὶ μεταφρασμένης ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν ξεντύθηκε ποτὲ τὴ φουστανέλλα του. Προφανῶς ὄχι λερή, πάντως φουστανέλλα, καὶ δὲν τὸν ἔκοφτε καθόλου ἂν τὴν δανειστήκαμε ἀπὸ τὸν Ἀλήπασα ἢ ἀλλοῦθε. Αὐτὴ τὴ φορεσιὰ τίμησε καὶ ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς τοῦ Σολωμοῦ ποὺ κλαίει παράμερα στὸ πολιορκημένο Μεσολόγγι, αὐτὴν φοροῦσαν ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Νικηταρᾶς, ὁ Μακρυγιάννης – λερὴ καὶ ξελερή. Ὅμως ὁ λάτρης τῶν Νιμπελοῦγκεν ναυτιᾶ ὅταν ἀκούει τὰ ὀνόματα Σουλιῶτες, Κλέφτες, Ἀρματολοί, μυκτηρίζει τοὺς προεδρικοὺς τσολιάδες καὶ θὰ ἐμοῦσε ἂν τύχαινε νὰ δεῖ στὸν ὕπνο του τὴ λερὴ φουστανέλλα τοῦ Ἀνδρούτσου. Οἱ ἐξίσου ἀλλεργικοὶ φίλοι του ἀποτροπιάζονται καὶ τὸν ἀνέντιμο κλεφτοπόλεμο - ἐπαίσχυντη μορφὴ πολέμου, σκέτη μπαμπεσιά. Ἂ ρὲ σαφρακιασμένα! ποὺ λέει ὁ Ρουμελιώτης φουστανελλὰς Μπαρμπαγιῶργος Μπλατσάρας! Εὐριπίδης Νεγρεπόντης
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΚΟΡΝΤΟΝ, ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ
ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΧΑΡΟΛΔ (ἀποσπασμα) CXXXVII. Ὡστόσο ἔχω ζήσει, καὶ δὲν ἔχω ζήσει μάταια: Ὁ νοῦς μου μπορεῖ ν’ ἀπολέσει τὴ δύναμή του, τὸ αἷμα μου τὴ φωτιά του, Καὶ τὸ περίβλημά μου ν’ ἀφανιστεῖ ἀκόμα καὶ σὲ κυριεύοντα πόνο· Ὡστόσο ὑπάρχει ἐτοῦτο μέσα μου τὸ ὁποῖο θὰ ἐξαντλήσει Τὸ Μαρτύριο καὶ τὸ Χρόνο, καὶ θ’ ἀνασαίνει ὅταν ξεψυχήσω· Κάτι ἀπόκοσμο, τὸ ὁποῖο δὲν τὸ φρονοῦν, Ὅπως ὁ μνημονευθεὶς τόνος μιᾶς βωβῆς λύρας, Στὰ ἀπαλειμμένα τους πνεύματα θὰ βυθιστεῖ, καὶ θὰ κινήσει Στὶς καρδιὲς τὶς πετρωμένες ὅλες τώρα τὴ στερνή τύψη τῆς ἀγάπης.
μετάφραση
CHILDE HAROLD’S PILGRIMAGE CXXXVII. But I have lived, and have not lived in vain: My mind may lose its force, my blood its fire, And my frame perish even in conquering pain; But there is that within me which shall tire Torture and Time, and breathe when I expire; Something unearthly, which they deem not of, Like the remember’d tone of a mute lyre, Shall on their soften’d spirits sink, and move In hearts all rocky now the late remorse of love. Δημήτρης Ξυδερός 11
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ [Β΄] : Ἡ βυζαντινὴ ἱστοριογραφικὴ παράδοση ὡς ἀπαρχὴ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος Ὁ Ζαμπέλιος ἀντελήφθη πὼς ἡ ἐργασία του δὲν συνιστοῦσε μία ἁπλὴ ἱστορικὴ διατριβή. Σκοπός του ἦταν ἡ ἐξέταση τῶν ἀπορρήτων οὐσιωδῶν αἰτίων ποὺ γεννοῦν τὰ γεγονότα καὶ τὶς ἱστορικὲς μεταβολές. Ὀνόμασε τὸ σύστημά του «Ἱστοριονομία» καὶ διέθεσε ἑαυτὸν ὡς ἰχνηλάτη καὶ ἐξηγητὴ τῶν ἱστορικῶν νόμων καὶ νοημάτων. Προφανέστατα καὶ ὀρθά, κατανοοῦσε, πὼς ἡ πολιτικὴ ἱστορία καὶ οἱ ἐθνολογικὲς μελέτες δὲν ἐπαρκοῦσαν γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ἡ διαχρονία τῆς ἑνότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ οἱ οὐσιώδεις συνεκτικοὶ ἁρμοὶ ποὺ συγκροτοῦσαν τὸ τριμερὲς σχῆμα τοῦ Παπαρηγόπουλου: Ἀρχαῖος, Βυζαντινός, Νεοελληνικὸς κόσμος. Ἐκ τῶν πραγμάτων στάθηκε στὴ μελέτη τῆς Βυζαντινῆς Ἱστορίας. Μποροῦμε νὰ διακρίνουμε δύο ὁδοὺς προσέγγισης: α. Τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὑφίσταται ἀντικειμενικὰ τὸ βυζαντινὸ ἱστορικὸ υλικὸ στὴν σκέψη του, δηλαδὴ ἡ γνώση τῶν ἱστορικῶν πηγῶν, ἡ ἀξιοποίηση καὶ ἡ κριτική τους καὶ β. Ἡ τοποθέτηση τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ στὸ ἱστοριονομικό του σύστημα, δηλαδὴ ἡ ἑρμηνεία τοῦ βυζαντινοῦ ἱστορικοῦ περιβάλλοντος στὰ πλαίσια τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας τῆς Ἱστορίας. Τὸ πρῶτο σημεῖο, βεβαίως, προϋποθέτει τὸ δεύτερο καὶ σὲ αὐτό, ἐδῶ, θὰ σταθῶ. Θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦ πὼς ὁ Ζαμπέλιος εἶχε μερικότατη ἐποπτεία καὶ γνώση τῶν πρωτογενῶν πηγῶν, εἴτε γιατὶ παρέμεναν ἀνέκδοτες, εἴτε γιατὶ ἦταν δυσεύρετες. Διακρίνεται ὅμως ἀπὸ τὴν εἰλικρινὴ κριτική του διάθεση. Παράδειγμα: Ἀναρωτιέται γιὰ ποιὸ λόγο θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχθεῖ ὁ σύγχρονος ἱστορικὸς τὶς θέσεις τῶν βυζαντινῶν χρονογράφων ὡς ἀντικειμενικές, ἀκόμη κι ὡς πραγματικὰ συμβάντα. Θεωροῦσε δὲ τόσο ἀσφυκτικὴ τὴν κλασσική τους παιδεία ὥστε νὰ ὑποστηρίζει πὼς οἱ διατυπώσεις τους ἁπλὰ βάραιναν καὶ ἀναδείκνυαν γεγονότα ὁλωσδιόλου ἀσήμαντα, ἀποστερώντας τους τὴν ἀντικειμενικότητα. Ὁ Ζαμπέλιος κατανοοῦσε πὼς ὅσα προσπαθοῦσαν νὰ καταγράψουν οἱ βυζαντινοὶ ἱστορικοὶ ἦταν σημαντικὰ κι ἀξιότατα προσοχῆς, διασώζοντας ὡς αὐτὸ τὸ σημεῖο τὸ τεκμήριο τῆς προσωπικῆς του ἀντικειμενικότητας. Διολίσθαινε ὅμως στοὺς συλλογικούς νεοελληνικοὺς ψυχολογισμούς. Οὐσιαστικὰ τοὺς θεωρεῖ συλλήβδην ψεῦτες, ποὺ ὑπηρετοῦσαν μόνο τὰ συμφέροντα τῆς τάξης τους καὶ τῶν ὑψηλῶν προστατῶν τους. Χωρὶς δισταγμὸ παρέδιδαν στὴ φωτιὰ τὰ ἀντικειμενικὰ έργα. Κορφολογῶ ἐκφράσεις του: «Κρίνων τὴν βίβλον [κάθε βυζαντινοῦ ἱστορικοῦ] ἐκ τῶν πρώτων σελίδων, ἐκλαμβάνεις αὐτὴν πολλοῦ λόγου ἀξίαν καὶ περισπούδαστον. (…) Φεῦ! Στραφέντων ἐκείνων τῶν φύλλων, ἕπεται ἡ ἀπογοήτευσις. (…) 12
Τὸ βιβλίον κρημνίζεται κατωκάρα εἰς ἔκθεσιν ξηρὰν ξηρῶν γεγονότων (…) εἰς σχινοτενεῖς θεολογικὰς ἀναπτύξεις ἢ εἰς ἐπιτετηδευμένα ρητορεύματα καὶ περιγραφὰς τετορνευμένας, πολὺν μὲν ἐκπεμπούσας ἦχον, ἀναρμόστους δὲ καὶ ἀνοικείους πρὸς τὸ φροῦδον τῆς ὕλης καὶ τὸ ἀσήμαντον τῆς θέσεως. (…) Ἡ σοβαρευομένη τοῦ συγγραφέως ματαιοσπουδία καταθλίβει τῶν ἀναγνωστῶν τὴν ψυχήν». Ἀποκαλεῖ τὴν ἱστορικὴ ἀφηγηματικὴ ροὴ ὡς «ἀσυναρτησία καὶ ἀσυνέπεια», ἐνῶ στὴν περίπτωση τῆς γλώσσας τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ σημείωνε τὴν «ἀνδραποδώδη καὶ ἀγενῆ» ὑφολογικὴ «κολακεία» του. Συνέχιζε: «Ἡ διάλεκτος καὶ ἡ φιλοσοφία τῶν προπατόρων (ἐννοεῖ τὰ κλασσικὰ ἑλληνικὰ πρότυπα) ἐξευτελίζονται τοιουτοτρόπως, δὲν θεραπεύονται. (…) καὶ ὑποβιβάζονται εἰς στίχους ἀναπεπλησμένους πάσης ναυτίας καὶ φαυλότητας. Ἀναπλάσσεται ἡ διάνοια καὶ διαστρέφονται τὰ ἤθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο (…)». Αὐτὴ ἡ ἐπιθετικὴ προσέγγιση τοῦ Ζαμπέλιου δὲν εἶναι ἀναίτια. Προκρίνει μιὰ ὑφολογική παρατήρηση: Ἐκεῖνο ποὺ διατρέχει τὴν βυζαντινὴ ἱστοριογραφικὴ παράδοση εἶναι ἡ ἀπαραλλαξία τῆς ἀφηγηματικῆς μορφῆς, ὡς ἀπορροὴ καταρχήν, ἑνὸς στατικοῦ γλωσσικοῦ κώδικα. Διακρίνει πὼς ἡ μοναδική τους ἀνάγκη ἦταν ἡ διακονία τῆς συντηρήσεως μιᾶς παραδόσεως χαμένης στὸ παρελθόν, σὲ τύπους ἀπολιθωμένους. Οἱ Βυζαντινοὶ δὲν εἶχαν οὔτε παρόν, οὔτε μέλλον παρὰ μονάχα παρελθόν. Κατὰ τὴν ἔκφρασή του: «Παρὸν (ἐστὶ) ὄνειρον, σκίασμα ἀπατηλὸν καὶ παρημένον. Μόνη δὲ ἀλήθεια καὶ πραγματικότης τὸ παρελθόν. (…) ἄχρηστον καὶ ἀσύνηθες ὑπάρχει τὸ αἴσθημα τῆς μελλούσης ἱστορίας». Κατὰ τὸν Ζαμπέλιο, αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ ἀντίληψη τῶν Βυζαντινῶν προέκυπτε ὡς ἕνα οὐσιῶδες ζήτημα ἐσωτερικότητας. Πάλευαν ἀνάμεσα στὴν παιδεία καὶ τὸν ἑαυτό τους ἀπόλυτα ἀποσπασμένοι ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ἐπειδή ὁ πνευματικός τους βιότοπος ἦταν ἡ ἀρχαιότητα ἀποδεσμεύονταν καὶ ἀπὸ τὶς πολιτικές τους εὐθῦνες. Αὐτὴ εἶναι μία βασική τους διαφορὰ ἀπὸ τοὺς Δυτικούς ὁμοτέχνους τους –μιλώντας γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ιδ΄ αἰῶνος: «Ὁ Δυτικὸς συγγραφεύς (…) δεικνύεται γνήσιον θρέμμα τοῦ καιροῦ του (…), ἔκφρασις ἀνόθευτος τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῆς πατρίδος του (…). Παρ’ ἡμῖν, ἀπ΄ἐναντίας (…) ὁ λόγιος ἂν καὶ καθό πολίτης ἀνήκῃ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν ἐποχήν του, ἀλλ΄ ὅμως καθό συγγραφεύς, αὐτοδεσπότως ἀποσπᾶται τῆς οἰκείας του χρονολογικῆς θέσεως». Ἐπ’ αὐτῆς τῆς διαπίστωσής του, ὁ Ζαμπέλιος συνθέτει μία ἀπὸ τὶς ἰσχυρότερες ἱστοριονομικές του θέσεις. Ὁ διχασμὸς τῶν Βυζαντινῶν ἀνάμεσα στὸ ἀνυπόφορο παρὸν καὶ στὸν ἰδεατὸ τόπο τῆς ἀρχαιότητας διέτρεχε
σύγκορμη τὴν ἱστορία τους, συγκροτώντας μία ἐλλειμματική πρόσληψη τῆς πραγματικότητας ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὸν στατικὸ δημόσιο βίο καὶ τὴν ἱστορική τους περιθωριοποίηση. Κυρίως ὅμως συνέτεινε στὴν ἀδυναμία ἁρμολόγησης ἀτομικῆς καὶ ἐθνικῆς αὐτοσυνείδησης, ὥστε τὸ Βυζάντιο ὁλοένα νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ προοδευμένα δυτικά ἔθνη. Ἐπιστημολογικά τὴν θέση του αὐτή, εὔστοχα, τὴν προσδιορίζει στὴν ὕπαρξη γλωσσικοῦ ζητήματος. Ἐπιγραμματικά : Ἐνῶ στὴν Δύση τὰ δεσπόζοντα ἔργα τοῦ ιδ΄ αἰῶνος γράφονταν στὶς μοντέρνες ἐθνικὲς διαλέκτους ἐγκαταλείποντας τὴν λατινική, οἱ Βυζαντινοὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ προκρίνουν ἀκατάληπτους ἀττικισμοὺς ποὺ οὐδεμία σχέση εἶχαν μὲ τὴν ὑφιστάμενη πραγματικότητα. Κυρίως ὅμως, αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ γεγονός ἑνὸς πολιτισμικοῦ χάσματος ἀνάμεσα στὸν λαὸ καὶ τὶς ἄρχουσες συνομαδώσεις: Τὸ πρόβλημα μὲ τοὺς Βυζαντινοὺς εἶναι –ὑποστηρίζει– πὼς σὲ ἄλλη γλώσσα ἔγραφαν καὶ σὲ ἄλλον κόσμο ζοῦσαν. Ἀντίθετα, ἡ ἐπικράτηση τῶν ἐθνικῶν δημωδῶν γλωσσῶν στὴ Δύση ἀπετέλεσε ἐφαλτήριο γενικῆς, πόσῳ μᾶλλον λογοτεχνικῆς προόδου ποὺ παρότρυνε τὴν αὐτοδιάθεση καὶ τὴν διαμόρφωση μιᾶς ἐλεύθερης πολιτικῆς – ἀτομικῆς ταυτότητας. Τὸ πλέον ἠχηρὸ παράδειγμα εἶναι αὐτὸ τοῦ Δάντη Ἀλιγκιέρι (Dante Alighieri) . Νομίζω κιόλας πὼς ἐτούτη τὴ σύγκριση εἶχε κατὰ νοῦ ὁ Σεφέρης στὶς Δοκιμές του ὅταν ἔθετε ἀπέναντι στὸ βάθος τοῦ Δάντη τὸ ὕψος τῆς σύγχρονής του Μονῆς τῆς Χώρας ἢ ὅταν ἔγραφε στὸν Λορεντζάτο: «Διάβασα τὸ μισό Πουργατόριο τοῦ Dante αὐτὲς τὶς μέρες. Ξαναβρῆκα καταπληκτικοὺς τοὺς στίχους. Μόνο ποὺ εἶμαι κάπως χαμένος μέσα σ’ αὐτὸ τὸ τοπίο. (…) Ἐμεῖς δὲν ἔχουμε Πουργατόριο. Ἔχουμε τὸ Χάρο: Δὲν εἶν’ στὸν Ἄδη ριζικά, δὲν εἶν’ στὸν Ἄδη μοῖρες(…)». Στρέφοντας ὅμως τὸ βλέμμα του ὁ Ζαμπέλιος στὸ Βυζάντιο τί ἀντικρύζει; «Θέσις ἀξιοθρήνητος. Ἐνῶ ἡ Δυτικὴ κοινωνία ὡς χείμαρρος ὁρμητικὸς κυλινδούμενος πρὸς τι ἄγνωστον τέρμα, διατρέχει ράγδην τὴν ὁδὸν τῆς ἀναμορφώσεως, ἡ Ανατολικὴ αὐλὴ (…) δυστυχῶς ἐκπροσωπεύουσα τὸ γένος ἄπαν ἐν τῷ δικαστηρίῳ τῆς ἱστορίας, ὁμοιάζει ἄνθρωπον εἰς τὴν ἐσχάτην ποινὴν καταδικασθέντα (…)». Χωρὶς περιστροφὲς ἡ σχέση θέσης – αντίθεσης, Δύσεως – Ἀνατολῆς, ἀναλογεῖ στοὺς ὅρους πρόοδος – σκοταδισμός. Πέραν τῶν ἀντικειμενικῶν δυσκολιῶν ποὺ ἀντιμετώπιζε ὁ Ζαμπέλιος κατὰ τὴν μελέτη τοῦ πρωτογενοῦς ὑλικοῦ εἶχε τὴν τάση – παρὰ τὴν εὐρύτητά του – νὰ ὑποτιμᾶ οὐσιωδῶς τοὺς Βυζαντινούς. Ἢ νὰ τοὺς ὑποτιμᾶ ἐκλεκτικά. Θέτω τὰ ἐρωτήματα ὡς παραδείγματα : Γιατί ἡ ἀττικὴ τῶν ἱστορικῶν καὶ τῶν λογίων ἦταν μία παρακμιακὴ
γλώσσα κι ὄχι ἡ ἀντίστοιχη τῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων; Πῶς μποροῦσαν κείμενα τῆς γλωσσικῆς ἁπλότητας τοῦ Καντακουζηνοῦ νὰ θεωροῦνται ἀκατανόητα σὲ σχέση μὲ τὴν συστηματικὴ θεολογικὴ παραγωγή; Ὁ ἁπλὸς λαός, ποὺ μὲ βαθιὰ εὐαισθησία προσεγγίζεται ἀπὸ τὸν Ζαμπέλιο, μποροῦσε νὰ συλλάβει τοὺς ἀνακρεόντειους ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους καὶ ὄχι τοὺς ἀνακρεόντειους τῶν λογίων; Ἢ πάλι, πόσο εὔκολο ἦταν γιὰ τὸν Ζαμπέλιο νὰ παραδεῖ πὼς ὅλοι οἱ δυτικοὶ λόγιοι –κι ὄχι ὅλοι οἱ Βυζαντινοὶ- βρίσκονταν ὑπὸ ὑψηλὴ προστασία, τὴν ἐπεδίωκαν καὶ συνωστίζονταν στὶς αὐλὲς ἡγεμόνων, ὅπως γιὰ παράδειγμα στὴ Φλωρεντία ποὺ καμαρώνοντας ὁ Ζαμπέλιος ἀποκαλοῦσε Νέα Ἀθήνα; Ὕστερα ἂς δοῦμε κι αὐτὸ: Πῶς μποροῦσε ὁ Ζαμπέλιος ἀναγνωρίζοντας τὰ δῶρα τῆς ἰταλικῆς ἀναγεννήσεως νὰ μὴν ὑπογραμμίσει τὴν συστηματικὴ μελέτη τῆς κλασσικῆς λατινικῆς –καὶ τῆς κλασσικῆς ἑλληνικῆς βεβαίως- ὡς θεμελιῶδες ζήτημα τῆς σύγκρουσης νομιναλισμοῦ – ρεαλισμοῦ, ὡς ὄχημα τῆς καταστάσεως τῆς ρητορικῆς σὲ παράγοντα ἄνθισης τοῦ πολιτικοῦ ἀστικοῦ βίου, ὡς μοχλὸ δημιουργίας μιᾶς καθαρῆς κριτικῆς τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς παραδόσεως. Πῶς μπορεῖ νὰ παραδεῖ πὼς τὸ ράπισμα τοῦ Λορέντζο Βάλλα (Lorenzo Valla) πρὸς τὴν παπικὴ καθέδρα δόθηκε μὲ τὰ πλέον καθιερωμένα μεθοδολογικὰ ἐργαλεῖα τῆς Curia Romana; Ἢ τέλος μέσα στὸ τόσο φῶς τῆς Δύσης δὲν διακρίνει οὔτε ἐλάχιστα τὴν σκιὰ τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως; Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ καλόπιστα τὰ θέτω. Μοιάζει κιόλας πὼς ἦταν ἀδύνατον ὁ Ζαμπέλιος νὰ ἀντιμετωπίσει διαφορετικὰ τὴν Δύση ὅταν ἀκόμη στὶς μέρες του καὶ στὴν σκέψη του ἡ φωτιὰ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἔκαιγε κραταιά. Παρὰ ταῦτα ὅμως ὀφείλουμε στὸν Ζαμπέλιο –ἐπ’ αὐτῶν– μιὰ κομβικὴ παρατήρηση : Οἱ Ἕλληνες ἐνῶ διέθεταν τὴν παλαιότερη εὐρωπαϊκὴ δημοτικὴ γλώσσα δὲν εἶχαν κατορθώσει νὰ συγγράψουν γραμματική, λεξικό, συντακτικὸ αὐτῆς τῆς γλώσσας. Παρέμεναν στὴν διδαχὴ τῶν ἀρχαίων κανόνων, ποὺ διαμόρφωσαν τὴν νεοελληνικὴ καθαρεύουσα τῶν λογιότατων, μαζί καὶ μία ἀκατανοησία ποὺ συγκροτοῦσε τὸ μακρόσυρτο ἐθνικὸ ζήτημα, ὡς διαχρονικὴ πορεία ἀποδέσμευσης τοῦ ἰδεατοῦ ἀπὸ τὸ πραγματικό. Ἐν προκειμένῳ, ἀκόμη καὶ κακόπιστος νὰ ἤμουν δὲν θὰ μποροῦσα νὰ παραδῶ πὼς ἡ προσπάθεια τοῦ Ζαμπέλιου μὲ ἀγωνία στρεφόταν πρὸς τὴν συμφιλίωση τῶν μακροϊστορικῶν αὐτῶν μεγεθῶν ποὺ προσπαθώντας νὰ συγκροτήσουν, τελικὰ συνέθλιβαν τὴν συλλογικὴ μνήμη τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ μας κράτους. Εὐάγγελος Σταυρόπουλος
13
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
ΚΑΣΣΙΑΝΗ, ΣΤΙΧΟΙ ΓΝΩΜΙΚΟΙ μεταγραφή Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον ἢ κάλλος µορφῆς ἄγαν ἐξῃρηµένον. Κρεῖσσον μόνωσις τῆς κακῆς συνουσίας. Κρεῖσσον ἀσθενεῖν ἢ κακῶς ὑγιαίνειν. Τὸ γὰρ ἀγαθὸν ἔοικεν ἀναφόρῳ, τὸ δ᾽ αὖ πονηρὸν οἷον τῷ κατηφόρῳ· καὶ πᾶς τὶς οἶδε, πόσον κατωφορίζειν εὐκοπώτερον ἤπερ άναφορίζειν. Μισῶ φονέα κρίνοντα τὸν θυμώδη. Μισῶ τὸν μοιχόν, ὅταν κρίνῃ τὸν πόρνον. Μισῶ τὸν μωρὸν φιλοσοφεῖν δοκοῦντα. Μισῶ χρεώστην ἀμερίμνως ὑπνοῦντα. Μισῶ μὴ ζητούμενον καὶ προσλαλοῦντα. Μισῶ τὸν διδάσκοντα μηδὲν εἰδότα. Μισῶ κολοβὸν μακρὸν ἐξουθενοῦντα. Μισῶ σιωπήν, ὅτε καιρὸς τοῦ λέγειν. Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ· ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα, εἰς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος. Πᾶς πολύορκος εἰς ψευδορκίαν πίπτει.
***
***
***
***
*** ***
Γνῶσις ἐν μωρῷ πάλιν ἄλλη μωρία. *** Οὐκ ἔστι μωρῷ φάρμακον τὸ καθόλου οὐδὲ βοήθεια πλὴν τοῦ θανάτου. *** Mωρὸς βαλὼν πέδιλα πανταχοῦ τρέχει. Πάντας δ᾽ ἀγάπα· μὴ θάρρει δὲ τοῖς πᾶσιν.
***
Μιὰ στάλα τύχη, ναί! Τὴν προτιμῶ ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου ὅλη. Καλύτερα ἡ μοναξιὰ ἀπ’ τὴν κακὴ παρέα. Κι ἀπὸ τὴν ἄσχημη γιατρειά, καλύτερα ἡ ἀρρώστια. Ἀνηφοριά ’ναι ἡ ἀρετὴ Κατηφοριὰ ἡ κακία. Κι οἱ πάντες ξέρουν πιὸ πολὺ κόπο ἀπ’ τὶς δυὸ ποιά ἔχει. Μισῶ τὸν φονιὰ ποὺ τὰ σούρνει τοῦ ἀψίθυμου. Μισῶ τὸν μοιχὸ ὅταν κρίνει τὸν πόρνο. Μισῶ τὸν μωρὸ ποὺ περνιέται γιὰ διάνοια. Μισῶ τὸν χρεώστη ποὺ κοιμᾶται ἐν εἰρήνῃ. Μισῶ τὸν ἀνήξερο ποὺ ἀνοίγει τὸ στόμα του. Μισῶ τὸν διδάσκαλο ποὺ τὰ πάντα ἀγνοεῖ. Μισῶ τὸν σακάτη ποὺ χλευάζει τὸ ἀνάστημα. Μισῶ τὴ σιωπὴ ὅταν φτάνει τοῦ λόγου ἡ στιγμή. Χρυσάφι ὁ ἄτυχος κι ἂν βρεῖ θὰ μπλέξει σὲ μπελάδες. Σὲ φίδι ἂν πέσει ὁ τυχερὸς καὶ πάλι κέρδος θά ’χει. Ὅποιος πολυορκίζεται, ψεύτικους ὅρκους δίνει. Ἡ γνώση ’ναι για τὸν μωρὸ μωρία καινούργια πάλι. Ἔξω ἀπ’ τὸν θάνατο δὲν θά ’βρει φάρμακο ο μωρὸς οὔτε βοήθεια ἄλλη. Ἂν βάλει πέδιλα ὁ μωρός, παντοῦ θὰ πάει νὰ τρέξει. Ἀγάπη νά ’χεις γιὰ ὅλους· μὰ ὄχι καὶ ἐμπιστοσύνη.
Κώστας Κουτσουρέλης 14
ΜΗΝΑΙΟΝ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Θ΄
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΟΥ ΑΥΤΟΥ Αὐτὸς ὁ ὅσιος Ἀνδρόνικος ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τὴ μεγάλη, ἀργυροπράτης στὸ ἐπάγγελμα, πολὺ εὐλαβὴς καὶ πλούσιος, κι ὅλο καλοσύνες ἔκανε. Πῆρε γυναίκα του τὴν Ἀθανασία, κι ἦταν κι αὐτὴ σεμνὴ καὶ θεοφιλής. Συμφώνησε μαζί της γιὰ τὸ καλό καὶ μοίραζαν τὴν περιουσία τους πάντα στὰ τρία. Καὶ τὸ ἕνα μέρος τὸ παρεῖχαν ἀφθόνως στοὺς φτωχούς∙ τὸ δεύτερο τὸ ἔδιναν ἄτοκο δάνειο σὲ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη∙ καὶ τὴν τρίτη μερίδα τὴν οἰκονομοῦσαν στὸ ἀργυροπρατεῖο καὶ στὰ ἀναγκαῖα πρὸς τὸ ζῆν. Ἔκαναν δὲ δύο παιδιά, ἀγόρι καὶ κορίτσι. Κι ἀφοῦ γεννήθηκαν τὰ παιδιά τους, δὲν ἔσμιγαν πιὰ μεταξύ τους ἀλλὰ ζοῦσαν καὶ οἱ δύο μὲ σωφροσύνη καὶ προσευχές, καὶ φροντίζοντας ἐνδελεχῶς γιὰ τὶς καλοσύνες σὲ φτωχοὺς καὶ ἀρρώστους. Μετὰ τὰ δώδεκα χρόνια τῆς συμβιώσεώς τους κι ἐνῶ τὰ παιδιά τους ἦταν στὴν ἡλικία ποὺ μποροῦσαν νὰ ἀγαλλιάσουν τοὺς γονεῖς τους, μία τῶν ἡμερῶν πεθάνανε καὶ τὰ δύο. Καὶ ὁ μακάριος Ἀνδρόνικος δὲν ἔδειξε καμιὰ ἀπρέπεια γιὰ ὅ,τι συνέβη, ἀλλὰ μᾶλλον φώναξε κι αὐτὸς τὰ λόγια τοῦ Ἰώβ: γυμνὸς γεννήθηκα κτλ. Ἡ συζυγός του ἡ Ἀθανασία εἶχε λύπη ἀπαρηγόρητη, κι ὅταν ἐτάφησαν τὰ παιδιὰ στὸ Μαρτυρεῖο τοῦ Ἁγίου Ἰουλιανοῦ αὐτὴ δὲν ἤθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ κεῖ, λέγοντας: θὰ πεθάνω κι ἐγὼ ἡ ἴδια μαζί τους καὶ θὰ θαφτῶ μαζί μὲ τὰ παιδιά μου. Κι ὅταν ὁ πατριάρχης πῆρε τὸν μακάριο Ἀνδρόνικο στὸ Πατριαρχεῖο γιὰ παρηγοριά, ἡ γυναίκα δὲν ἔστεργε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ Μαρτυρεῖο, ἀλλὰ ἔμενε ἐκεῖ νὰ χτυπιέται γοερά. Τὰ μεσάνυχτα τῆς φανερώθηκε ὁ μάρτυς Ἰουλιανὸς μὲ σχῆμα μοναχοῦ καὶ τῆς λέει: Τί ἔχεις γυναίκα; Γιατί δὲν ἀφήνεις αὐτοὺς ποὺ κεῖνται ἐδῶ νὰ ἡρεμήσουν; Κι αὐτὴ τοῦ ἀποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε: μὴ βαρυγκομᾶς, κύριε, μὲ τὴ δούλη σου γιατί ἔχω μεγάλο πόνο. Δυὸ παιδιὰ εἶχα μόνο καὶ σήμερα τὰ ξεπροβόδισα καὶ τὰ δύο. Κι αὐτὸς τῆς λέει: Μὴν κλαῖς γι’αὐτά. Κι ἐγὼ σοῦ λέω, γυναίκα, ὅτι μὲ ὅποιο τρόπο ἀπαιτεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου τὴν τροφή, κι εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ δώσεις στὸν ἑαυτό σου νὰ φάει ἔτσι καὶ τὰ νήπια ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ λέγοντας∙ Δικαιοκρίτα, γιὰ τὰ ἐπίγεια ποὺ στερηθήκαμε μὴ μᾶς στερήσεις τὰ ἐπουράνια. Κι αὐτὴ ἄκουσε καὶ κατενύγη καὶ μετέβαλε τὸ πένθος σὲ χαρά, λέγοντας: Ἄρα τὰ παιδιά μου ζοῦν στοὺς οὐρανούς. Τι κλαίω; Καὶ γύρισε νὰ ζητήσει τὸν Ἀββᾶ ποὺ τῆς μίλησε. Γύρισε ὅλο τὸν ναό, ἀλλὰ δὲν τὸν βρῆκε. Καὶ λέει στὸν θυρωρό: Ποῦ εἶναι ὁ Ἀββᾶς ποὺ ἦρθε ἐδῶ πρὶν ἀπὸ λίγο; Τῆς λέει ὁ θυρωρός: Βλέπεις ὅλες τὶς θύρες ἀσφαλισμένες κι ἐσὺ μοῦ λές ποῦ εἶναι ὁ ἀββᾶς ποὺ ἦταν ἐδῶ πρὶν ἀπὸ λίγο; Κατάλαβε ὁ θυρωρός ὅτι εἶχε δεῖ ὀπτασία. Κι αὐτὴ μαζεύτηκε ἀπὸ τὸν φόβο, γύρισε στὸ σπίτι της, διηγήθηκε στὸν ἄντρα της ὅσα εἶδε καὶ ζήτησε νὰ τὴ βάλει σὲ μοναστήρι. Αὐτὸς (γιατὶ κι ὁ ἴδιος τὸ ἴδιο
ποθοῦσε) δέχτηκε εὐχαρίστως τὸν λόγο κι ἔδωσε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του στοὺς φτωχοὺς κι ὅσους δούλους εἶχε ἀγοράσει τοὺς ἐλευθέρωσε. Τὴν ὑπόλοιπη περιουσία του τὴν ἀνέθεσε στὸν πεθερό του καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ κάνει νοσοκομεῖα καὶ ξενοδοχεῖα τῶν μοναχῶν. Κι αὐτὸς ἀφοῦ πῆρε λίγα ἐφόδια ἔφυγε νύχτα ἀπὸ τὴν πόλη, αὐτὸς κι ἡ γυναίκα του μόνο. Κι ἡ μακαρία Ἀθανασία καθὼς εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ σπίτι της ἀνέβλεψε στὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: Θεέ μου, ἐσὺ ποὺ εἶπες στὸν Ἀβραὰμ καὶ στὴ Σάρρα, φύγε ἀπὸ τὴ γῆ σου κι ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου καὶ πήγαινε στὴ γῆ ποὺ θὰ σοῦ δείξω, ἐσὺ καὶ τώρα ὁδήγησέ μας στὸν φόβο σου. Ὀρίστε, ἀφήσαμε τὸ σπίτι μας ἀνοιχτὸ γιὰ τὸ ὄνομά σου. Μὴ μᾶς κλείσεις τὴν θύρα τῆς βασιλείας σου. Κλάψανε καὶ οἱ δύο κι ἔφυγαν. Μόλις φτάσανε στοὺς Ἁγίους Τόπους προσκύνησαν καὶ συνάντησαν πολλοὺς πατέρες. Κι ἐπέστρεψαν ἀπὸ κεῖ καὶ πορεύτηκαν καὶ οἱ δύο στὸν Ἀββᾶ Δανιήλ. Καὶ ζήτησαν νὰ μπεῖ ἡ Ἀθανασία σὲ ἕνα μοναστήρι καὶ τὴν ἔστειλε στὴ Μονὴ τῶν Ταβεννησιωτῶν. Ὁ Ἀνδρόνικος δέχτηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀπὸ τὸν γέροντα κι ἔμεινε κοντά του δώδεκα ἔτη. Ὅταν πέρασαν τὰ δώδεκα χρόνια παρεκάλεσε τὸν Ἀββᾶ Δανιὴλ νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ πάει πάλι νὰ προσκυνήσει στοὺς Ἁγίους Τόπους. Κι αὐτὸς τοῦ ἔδωσε τὴν εὐχή του καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγει. Πηγαίνοντας ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος πρὸς τὴν Αἴγυπτο κάθησε κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ δροσιστεῖ ἀπὸ τὸν καύσωνα. Καὶ νὰ, κατ’οἰκονομίαν Θεοῦ καὶ ἡ γυναίκα του πηγαίνοντας καὶ αὐτὴ στοὺς Ἁγίους Τόπους μὲ ἀνδρικὸ σχῆμα συνάντησε τὸν σύζυγό της, τὸν Ἀνδρόνικο. Κι ἀφοῦ ἀσπαστήκανε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον, ἐκείνη τὸν ἀνεγνώρισε, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τὴν κατάλαβε γιατὶ εἶχε μαραθεῖ τὸ κάλλος της ἀπὸ τὴν πολλὴ ἄσκηση καὶ φαινότανε σὰν Αἰθίοπας. Τοῦ λέει λοιπόν ἐκείνη: Ποῦ πᾶς, κύριε Ἀββᾶ; Τῆς λέει: Στοὺς Ἁγίους Τόπους. Τοῦ λέει: Ἐκεῖ θέλω κι ἐγὼ νὰ πάω. Τῆς λέει λοιπόν: θέλεις νὰ πᾶμε μαζί; Τοῦ λέει: Ὅπως ὁρίζεις. Ἀλλὰ σὰ νὰ μὴν ὑπάρχω, ἔτσι θὰ ταξιδέψουμε, σιωπώντας. Κι ὁ Ἀνδρόνικος τοῦ εἶπε: Ὅπως ὁρίζεις. Καὶ τοῦ λέει: Πράγματι εἶσαι μαθητὴς τοῦ Ἀββᾶ Δανιὴλ; Ναί, τῆς λέει. Δὲν ὀνομάζεσαι Ἀνδρόνικος; τοῦ λέει αὐτή. Ναί, τῆς λέει. Κι ἐκείνη τοῦ εἶπε: Οἱ εὐχὲς τοῦ γέροντα μᾶς συνοδεύουν. Τῆς λέει ὁ Ἀνδρόνικος: Ἀμήν. Καὶ συνταξίδεψαν οἱ δυό τους μαζί. Προσκύνησαν στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐπέστρεψαν σιωπώντας στὴν Ἀλεξάνδρεια. Καὶ λέει ὁ Ἀββᾶς Ἀθανάσιος (γιατὶ ἔτσι εἶχε μετονομαστεῖ ἡ Ἀθανασία) στὸν Ἀνδρόνικο: Θέλεις νὰ μείνουμε μαζὶ σὲ κελλί; Λέει ὁ Ἀνδρόνικος: Ὅπως ὁρίζεις. Ἀλλὰ θέλω πρῶτα νὰ πάω καὶ νὰ πάρω τὴν εὐχὴ τοῦ γέροντα. Τοῦ λέει: Πήγαινε καὶ θὰ σὲ περιμένω στὸ Δεκαοκτώ. Κι ἂν ὑπομένεις νὰ μεί15
νεις μαζί μου σιωπηλῶς, ὅπως ταξιδέψαμε, ἔλα. Εἰ δὲ μή, μὴν ἔρχεσαι. Κι αὐτὸς ἔφυγε καὶ ἀνήγγειλε στὸν γέροντα πῶς εἶχαν τὰ πράγματα. Κι ὁ γέροντας τοῦ εἶπε. Πήγαινε. Ἀγάπα τὴ σιωπὴ καὶ μεῖνε μὲ τὸν ἀδελφό. Εἶναι μοναχὸς ὅπως πρέπει νὰ εἶναι. Κι ἀφοῦ ξαναγύρισε ἔμειναν μαζὶ ὁ Ἀνδρόνικος καὶ ἡ σύζυγός του ἄλλα δώδεκα ἔτη καὶ δὲν κατἀλαβε ὅτι ἦταν ἡ γυναίκα του. Καὶ πολλὲς φορὲς ἐρχόταν ὁ γέροντας γιὰ νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ καὶ συζητοῦσε μαζί τους τὰ περὶ ὠφελείας. Μιὰ φορὰ ποὺ ἦλθε ὁ γέροντας καὶ συναντήθηκαν, ὅταν πῆρε τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ἔτρεξε πίσω του ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος καὶ τὸν πιάνει καὶ τοῦ λέει: Ὁ Ἀββᾶς Ἀθανάσιος πηγαίνει πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ ξαναγύρισε ὁ γέροντας καὶ τὸν βρῆκε νὰ ψήνεται στὸν πυρετό. Κι ἄρχισε νὰ κλαίει ὁ Ἀββᾶς Ἀθανάσιος. Καὶ τοῦ λέει ὁ γέροντας: ἀντὶ νὰ χαρεῖς ποὺ φεύγεις νὰ συναντήσεις τὸν Θεό, κλαῖς; Κι αὐτὸς τοῦ εἶπε: Δὲν κλαίω παρὰ γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο. Ἀλλὰ κάνε ἀγάπη κι ἀφοῦ μὲ θάψετε θὰ βρεῖς ἕνα πιττάκιον (δελτάριο) πλάι στὸ κεφάλι μου. Διάβασέ τὸ καὶ δὸς τὸ στὸν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο. Κι ἀφοῦ προσευχήθηκαν, κοινώνησε καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἦρθαν λοιπὸν νὰ τὸν κηδέψουνε καί, ἰδού, βρέθηκε πὼς εἶναι γυναίκα κι ἀκούστηκε σ’ ὅλη τὴ λαύρα. Ἔστειλε ὁ γέροντας κι ἔφερε ὅλη τὴ Σκήτη καὶ τοὺς ἀδερφοὺς
16
ποὺ κατοικοῦσαν στὴν ἐσώτερη ἔρημο. Καὶ μαζεύτηκαν ὅλες οἱ Λαῦρες τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ συγκεντρώθηκε ὅλη ἡ πόλη καὶ οἱ σκητιῶτες λευκοφοροῦντες. Ἔτσι ἦταν ἡ συνήθεια στὴ Σκήτη. Καὶ κήδεψαν τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ἀθανασίας μετὰ βαΐων καὶ κλάδων δοξάζοντας τὸν Θεὸ ποὺ χάρισε τέτοια ὑπομονὴ στὴ γυναίκα. Ἔμεινε ὁ γέροντας γιὰ νὰ κάνει καὶ τὰ ἕβδομα τῆς μακαρίας Ἀθανασίας καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ θέλησε νὰ πάρει μαζί του τὸν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο. Ἀλλὰ αὐτὸς δὲν δέχτηκε λέγοντας: Θὰ τελευτήσω μαζὶ μὲ τὴν κυρία μου. Καὶ πάλι καθὼς ἐπέστρεφε ὁ γέροντας, τὸν προφταίνει ἕνας ἀδερφὸς καὶ τοῦ λέει: Ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ψήνεται στὸν πυρετό. Καὶ πάλι ἔστειλε ὁ γέροντας μήνυμα στὴ Σκήτη λέγοντας: Ἐλᾶτε γιατὶ ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀκολουθεῖ τὸν ἀδελφὸ Ἀθανάσιο. Κι αὐτοὶ ἤρθανε καὶ πρόλαβαν τὸν ἀδελφὸ ζωντανό. Τοὺς εὐλόγησε καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἔγινε ζήτημα ὅμως μεταξὺ τοῦ Δεκαοκτὼ καὶ τῶν σκητιωτῶν γιὰ τὸ λείψανό του, ποιὸ μέρος θὰ τὸν πάρει. Μόλις καὶ μετὰ βίας λοιπὸν τοὺς ἔπεισε ὁ γέρων νὰ τὸν ἀφήσουν αὐτὸν ἐκεῖ νὰ ταφεῖ μαζί μὲ τὴν συναγωνίστριά του Ἀθανασία. Κι ἔτσι ἔπαψαν τὴ φιλονικία καὶ οἱ δύο δοξάζοντας τὸν Θεὸ τῶν πάντων. Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΑΧΟΣ
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΙΝΟΥ Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση πού ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Μαξίμου, ἀπὸ τὴν ἀρχή ὁ Ἀδάμ, ἐπέλεξε νὰ κινηθεῖ πρὸς αὐτὰ ποὺ ἦταν, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἐπίπεδο ὕπαρξης, κάτω ἀπὸ αὐτόν. Ἐνῶ τοῦ δόθηκε ἡ ἐξουσία νὰ ἄρχει τοῦ ἐνστικτώδους καὶ ἀλόγου τρόπου ζωῆς καὶ μέσα του καὶ γύρω του, ὑπετάγη ἀφρόνως σὲ αὐτόν. Καὶ ἀντὶ νὰ κινηθεῖ πρὸς τὴν ὑπέρβαση τῶν διαιρέσεων πού ἐμφανίζονταν στὸν δρόμο πού εἶχε νὰ διανύσει, κινήθηκε πρὸς τὴ διάσπαση καὶ τῶν στοιχειωδέστερων ἑνοτήτων ποὺ συγκρατοῦσαν τὴ ζωή του. Ὁ ἄνθρωπος τέθηκε καταρχὴν στὴν προοπτικὴ τῆς ὑπέρβασης τῆς ἔντασης τῶν δύο φύλων. Στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ τὴ λύση τοῦ προβλήματος τῆς ἐπιθυμίας γιὰ ἕνα ὂν ποὺ ὑπάρχει καὶ ἀναπτύσσεται μὲ βάση τὸ ἀντίκρυσμα ποὺ ἔχουν τὰ ἔργα του μέσα στὴ συνείδηση ἑνὸς ἂλλου. Τὰ δύο φῦλα περικλείουν καταρχὴν τὴ δυνατότητα ἀναπαραγωγῆς καὶ τὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς ἀρχικοῦ ἐπιπέδου ἑνότητας. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἑλκυόμενος κι ἔχοντας τὴν μέριμνα τῆς παρουσίας μιᾶς ἄλλης ἰσότιμης συνείδησης ποὺ παρουσιάζει καὶ αἰσθητικὰ κάτι τὸ ἀνόμοιο, τὸ περιεχόμενο μιᾶς ἄλλης μορφῆς τοῦ ἀνθρώπινου «εἶναι». Ἐκεῖ ὅμως συναντᾶ τὴν προβληματικὴ τῆς ἐπιθυμίας τῶν σωμάτων. Σὲ κάποιο βαθμὸ καὶ γιὰ κάποιο διάστημα ἡ σχέση τῶν δύο φύλων μπορεῖ νὰ προσφέρει συναισθηματικὴ ἰσορροπία, ὡρίμανση «ἐν τῷ καλῷ» καὶ ἔντονα βιώματα στὴν παρουσία τοῦ ἄλλου. Ὅπως ὅμως δείχνει ἡ καθημερινὴ ἐμπειρία αὐτὸ τὸ ἒδαφος εἶναι ἐπισφαλές. Ἂν ἐπικρατήσει ἐν τῷ βάθει ἡ αἰσθητική, τὸ κριτήριο τῆς ἀπόλαυσης ἢ τῆς ἐξουσίας τότε ἀντὶ γιὰ ἕνωση ἀναπτύσσεται μιὰ μοναχικότητα καὶ ἐν τέλει ἕνα εἶδος ἔχθρας. Μέσα στὴ σχέση ἀναπτύσσονται διεκδικήσεις, ἀναγνωρίζονται περιορισμοί, ἐμμονὲς ἀκόμη καὶ διαστροφές. Ὅμως τὸ εἶδος καὶ ἡ ἔνταση τῆς ἀγάπης ποὺ δημιουργεῖται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους παρ´ὅλες τὶς ἀντιφάσεις ποὺ μπορεῖ νὰ εἰσάγει ἡ φιλαυτία, δὲν εἶναι ἄσχετη μὲ τὶς βαθύτερες ἐφέσεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὁ πλοῦτος τῶν ἰδιαίτερων χαρακτηριστικῶν ποὺ εἰσάγουν στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τὰ δύο φῦλα θὰ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀλλάξει ὁρίζοντα θέασης. Ὅλα ἐνεργοποιοῦνται στὴ σωστή τους προοπτικὴ ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν διοχετεύει ὅλες του τὶς δυνάμεις στὰ αἰσθητὰ ἀλλὰ τὰ προσεγγίζει μέσα ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ αἰώνιου. Ἐμπειρία αἰώνων τῆς ἐκκλησίας ἀποδεικνύει ὅτι ὁ κόσμος γίνεται πιὸ διαυγὴς καὶ πιὸ βαθὺς ὅταν θεωρεῖται παράπλευρα, ἐνῶ ὁ νοῦς εἶναι στραμμένος στὸν Θεό. Τότε ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ σχέσεις καὶ θεωρεῖ τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τήν χαρά καὶ τὴν εἰρήνη τῆς καθαρότητας τοῦ πνεύματος. Γι’ αὐτό τὸ λόγο ἡ ἁγνότητα ὅσο κι ἂν εἶναι δυσεύρετη ἔχει μιὰ δύναμη ποὺ ξεπερνάει αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ ἀποδίδει κάτι ἀπὸ τὶς πραγματικότητες τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἡ σχέση τῶν δύο φύλων
ἀποκτάει τὴ δύναμή της ἀπὸ μιὰ ἄλλη πραγματικότητα ποὺ ἀφορᾶ τὸ μυστήριο τῆς σχέσης τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν καθένα. Ἡ ἐπιθυμία ποὺ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις καὶ σὲ τελευταία ἀνάλυση ἀπὸ ἔνστικτα καί λόγους αἰσθητικῆς ὁδηγεῖ σὲ περιορισμοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἀντέχει ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ στοχαστικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ ἔνταση καὶ ἡ διαμάχη τῶν δύο φύλων. Γιὰ τοὺς πατέρες δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο ἀπὸ ἁγνὴ παρθένο ἔξω ἀπὸ τὴ σαρκικὴ μίξη καὶ ὅτι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὐκ ἔστιν ἄρσεν καὶ θῆλυ. Στὸν Χριστὸ ἔχουμε σύλληψη χωρὶς νὰ παρεμβαίνει ἡ ἡδονὴ καὶ τὸ ἄλογο πάθος. Φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν ἐπιπτώσεις στὴν πρωταρχικὴ διαμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ τὶς ἐνστικτώδεις ἐμπαθεῖς κινήσεις κατὰ τὴν σύλληψη, ὅσο κι ἂν αὐτὸ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τά ὅρια τῆς ὅρασης τῆς σύγχρονης βιολογίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πολλὲς φορές, ξεχωριστὰ ἱερὰ πρόσωπα γενήθηκαν ἀπὸ γονεῖς προβεβηκότες, στοὺς ὁποίους εἶχαν καταπέσει οἱ ὁρμές, ἢ πού εἶχαν ἐκπνευματισθεῖ λόγῳ προσευχῶν καὶ νηστειῶν. Αὐτὸ πού συνέβη μὲ ἕναν «ἀκραῖο» τρόπο στὴ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίζεται διαβαθισμένα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ ὅραμα τῆς ἁγνότητας ἑρμηνεύει ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ μας τὰ ἀδιέξοδα τοῦ τρόπου ζωῆς μας ἀλλὰ καὶ ὁρίζει τήν ἀπελευθέρωσή μας. Τὸ ὅτι στὴν ἐποχή μας κάτι τέτοιο μοιάζει ἀπρόσιτο δὲν ἀφαιρεῖ τίποτε ἀπὸ αὐτὴ τὴν θεμελιώδη προϋπόθεση τοῦ αὐθεντικοῦ βίου. Κωνσταντῖνος Ζάχος
17
ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ
ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑ ΔΕΙΣ ἄθυρμά τε καὶ μαρτυρία ἐμπύρετος ἀπ’ ἀφορμὴ τὴν πολιτεία δυὸ ἐγράψανε δεύτερος κατὰ πενήντα χρόνια τὴν Πολιτεία ὁ Πλάτωνας πρῶτος τοὺς Ὄρνιθες ὁ Ἀριστοφάνης, συμμαρτυροῦντες κι οἱ δυὸ στὰ ἰδανικὰ αἰθέρια ἐλέη μέχρι ποὺ ἦρθε καὶ τρίτωσε τὸ κακὸ λόγῳ τῶν νεωτέρων, Δαρβίνο καὶ Χίτσκοκ κελαηδῆστε ὡραία μου πουλάκια κελαηδῆστε περὶ τὴν πέμπτη ὥρα τὴν χειμερινὴ τῆς νυκτὸς Φλεβάρη–Μάρτη ὅτι ἀληθέστερη ἡ χειμερινὴ λαλᾶνε τὰ πουλιὰ πολλὰ πάμπολλα ἕνα γύρω μὲ πρωτεύοντα τὸν κότσυφα ποὺ ζητάει νὰ μαγέψει τὴν κοσσυφίνα του καὶ δευτερεύουσες τὶς δεκαοχτοῦρες λανζαρρότε ποὺ λαλᾶνε μὲ ὁμοβροντίες ἀργότερα Ἐμάθανε; ἠξεύρανε; τὰ πουλιὰ τοῦ Χίτσκοκ; καὶ πρωτευόντως τὰ πουλιά στὰ ἡμερολόγια τοῦ Δαρβίνου* γιὰ τὰ Γκαλαπάνγκος καὶ τὰ Φώλκλαντς, νησιὰ ὁποὺ δὲν εἶχε πατήσει ἐπιστήμων ἄνθρωπος ἴσαμε τὰ τότε κελαηδῆστε ὡραία μου πουλάκια κελαηδῆστε μὰ τί λένε; τί προσμένουν; φῶς τοῦ ἥλιου καὶ ζευγάρωμα; πηγὴ εὐτυχίας ἐπώδυνης ἄραγε;
τόση φωνὴ ποὺ σχίζουν τον ἀπὸ τὸν λάρυγγά τους, τόση φωνὴ νὰ βγάζουν τὰ πουλάκια κλινήρεις γνωρίζαμε ὅτι κελαδοῦσαν ὅλα μαζὶ περὶ τὴν πέμπτη πρωινὴ κελαηδῆστε ὡραία μου πουλάκια κελαηδῆστε θὰ ἀλλάξει ἡ ὥρα καὶ θὰ ἰδεῖς τὴν ἐπαύριο τὰ κοσσυφάκια θὰ προσμένουν νὰ ξανάρθει ἡ συγκεκριμένη πρωτινή τους ἐκείνη ὥρα τῆς νυκτός, ἡ ἴδια ἐκείνη ἡ πέμπτη νὰ λαλήσουν ὥρα ἀπὸ τοῦ φωτός ἐπιφυλακτικὰ στὴν ἀρχή, δοκιμώτερα καὶ δυνατότερα κατόπιν κι ἂς τήνε λέμε ἐμεῖς ἕκτη πιά, τί ἕκτη; πέμπτη εἶναι ὅτι ἄλλαξεν ἡ ὥρα· κι αὐτὰ θὰ συνεχίσουν ἀδιάφορα νὰ προσμένουν τὴν πέμπτη ὥρα γιὰ νὰ κελαηδήσουν καὶ δὲν ἠξεύρουν ἀπὸ ὡρολόγια δικά μας ψευδὰ πάνυ μέλποντα βαστοῦνε τὸν χρόνο τὸν ἀληθινὸ ἐγκάρδια τὰ πουλάκια κελαηδῆστε ὡραία μου πουλάκια κελαηδῆστε εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων... παράδεισος ἡ κόλαση καὶ κόλαση ἀωρὶ ἡ τῆς νυκτός παράδεισος Θοδωρῆς Σαμαρᾶς
* Κάρολος Δαρβίνος, Ἀρχιπέλαγος Γκαλαπάγκος (μτφρ. Γ. Μερτίκας, ἐκδ. Λεβιάθαν, Ἀθήνα 1996, σσ. 51-52). Ἐδῶ ἐνδιαφέρει ἡ καταληκτικὴ σημείωση ἀπὸ τὸ ἕβδομο κεφάλαιο τῶν Σημειώσεων τοῦ ταξιδιοῦ του μὲ τὸ Beagle (1831-1836), ὅπου ὁ ἔμφρων ἀναγνώστης (δὲς «ἄωρον» τὴν 4 Νοεμβρ. 2017) ἀναγνωρίζει κατ’ ἐλάχιστον τὸ ἔναυσμα τοῦ κειμένου ἐκείνης τῆς ἀνάρτησης ποὺ δόθηκε στὸν Ἄλφρεντ Χίτσκοκ (1963) για νὰ σκηνοθετήσει τὴν ὁμώνυμη ταινία του. Στὴν λέξη «ἁρπακτικὸ» τῆς τελευταίας περιόδου, τοῦ σημειώματος ἐκείνου στὸ «ἄωρον», ἐννοῶ τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ μὲ κεῖνο τὸ «ἰθαγενῶν» ἐννοῶ τὰ δύσμοιρα πτηνά! Ὁ ἴδιος.Ἔγραφα τὸ πρωινὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, 31 Μαρτίου 2019 πρώτη ἡμέρα ἐφαρμογῆς γιὰ πολλοστὴ φορὰ τῆς ψευδοῦς θερινῆς ὥρας στὴν χώρα ἀφοῦ ξαναματαγυρίσαμεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς τὰ ρολόγια μία ὥρα μπροστὰ Θ.Σ.
18
ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΡΟΣΣΕΤΙ μετάφραση REMEMBER
ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ
Remember me when I am gone away, Gone far away into the silent land; When you can no more hold me by the hand, Nor I half turn to go yet turning stay. Remember me when no more, day by day, You tell me of our future that you planned: Only remember me; you understand It will be late to counsel then or pray.
Νὰ μὲ θυμᾶσαι ὅταν θἄχω φύγει μακρυά, Πολὺ μακρυὰ στὴ χώρα τῆς σιωπῆς∙ Ὅταν πιὰ δὲ θὰ μπορεῖς νὰ μὲ κρατήσεις ἀπ᾿ τὸ χέρι, Οὔτε κι ἐγώ, παρὰ τὴ θέλησή μου νά γυρίσω, ἐκεῖ δὲ θἆμαι. Νὰ μὲ θυμᾶσαι ὃταν πιὰ δὲ θὰ μοῦ λὲς καθημερνὰ Τὰ σχέδια γιὰ τὸ μέλλον μας ποὺ εἶχες ἑτοιμάσει: Μόνο νὰ μὲ θυμᾶσαι, κι ὅπως καταλαβαίνεις Τότε θἆναι πολὺ ἀργὰ γιὰ συμβουλὲς ἢ προσευχές.
Yet if you should forget me for a while And afterwards remember, do not grieve: For if the darkness and corruption leave A vestige of the thoughts that once I had, Better by far you should forget and smile Than that you should remember and be sad.
Ἂν γιὰ λίγο ὅμως μὲ ξεχάσεις Κι ἀργότερα μὲ ξαναθυμηθεῖς, μὴ λυπηθεῖς: Γιατὶ ἂν τὸ σκότος κι ἡ φθορὰ ἀφήσουν Κάποιο ἴχνος ἀπ᾿ τὶς σκέψεις ποὺ εἶχα κάποτε ἐγώ, Θἆταν πολὺ καλύτερα νά λησμονήσεις καὶ νὰ χαμογελᾶς Παρὰ νὰ πρέπει νὰ θυμᾶσαι καὶ θλιμμένος νἆσαι.
SONG [WHEN I AM DEAD, MY DEAREST]
ΤΡΑΓΟΥΔΙ
When I am dead, my dearest, Sing no sad songs for me; Plant thou no roses at my head, Nor shady cypress tree: Be the green grass above me With showers and dewdrops wet; And if thou wilt, remember, And if thou wilt, forget.
Ὅταν πεθάνω, πολυαγαπημένε, Μὴν πεῖς τραγούδια θλιβερὰ γιὰ μένα∙ Ρόδα νὰ μὴ φυτέψεις στὸ κεφάλι μου, Μήτε καὶ κυπαρίσσια γιὰ νἄχω ἴσκιο: Πράσινα χόρτα ἐπάνω μου ἂς φυτρώσουν Νὰ τὰ μουσκέβουν δροσοσταλίδες καὶ νεροποντές∙ Κι ἂν θές, ἂς μὲ θυμᾶσαι, Κι ἂν θές, λησμόνησέ με.
I shall not see the shadows, I shall not feel the rain; I shall not hear the nightingale Sing on, as if in pain: And dreaming through the twilight That doth not rise nor set, Haply I may remember, And haply may forget.
Τὸν ἴσκιο δὲ θὰ δῶ, Τὴ βροχὴ δὲ θὰ νοιώσω∙ Τ᾿ ἀηδόνι νὰ κελαηδάει Δὲ θ’ ἀκούσω, σὰν θὰ τὸ παίρνει ὁ πόνος: Κι ὅταν θὰ ὀνειρεύομαι στὸ ἡμίφως Ποὺ ἀνατολὴ δὲν ἔχει μήτε δύση, Χαρούμενα νὰ θυμᾶμαι θὰ μπορῶ, Καὶ νὰ ξεχνῶ χαρούμενα τὸ ἴδιο. Κώστας Λάνταβος
Ἡ Κριστίνα Τζωρτζίνα Ροσέτι (5 Δεκεμβρίου 1830 – 29 Δεκεμβρίου 1894) ἦταν Ἀγγλίδα ποιήτρια καὶ μορφώθηκε στὸ σπίτι ἀπὸ τὴ μητέρα της. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1840, ἡ οἰκογένειά της ἀντιμετώπισε σοβαρὰ οἰκονομικὰ προβλήματα, καθὼς ἐπιδεινώθηκε ἡ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία τοῦ πατέρα της. Ὅταν ἡ ἴδια ἦταν δεκατεσσάρων ἐτῶν ὑπέστη νευρικὸ κλονισμό, γεγονὸς ποὺ ἐπηρέασε καὶ τὴ μετέπειτα ζωή της, καθὼς κατὰ περιόδους ἔπασχε ἀπὸ κατάθλιψη καὶ σχετικὲς ἀσθένειες. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου τῆς ζωῆς της ἡ Ροσέτι, μαζὶ μὲ τὴ μητέρα καὶ τὴν ἀδελφή της συμμετεῖχαν στὸ Ἀγγλο-Καθολικὸ κίνημα ποὺ ἦταν μέρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀγγλίας, καὶ αὐτὴ ἡ θρησκευτικὴ ἀφοσίωση ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴν προσωπικὴ ζωὴ τῆς Ροσέτι γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐφηβείας της εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ τὸν ζωγράφο Τζέιμς Κόλινσον (James Collinson), ἀλλὰ τελικὰ ὁ δεσμός τους διαλύθηκε λόγῳ θρησκευτικῶν διαφορῶν (ὁ Κόλινσον ἀσπάστηκε τὸν Καθολικισμό). Ἀργότερα διατηροῦσε δεσμὸ μὲ τὸν γλωσσολόγο Charles Cayley, ἀλλὰ δὲν παντρεύτηκαν ἐπίσης γιὰ θρησκευτικοὺς λόγους. Κ.Λ
19
ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ (ΜΕΡΟΣ Α΄) Μπλεγμένη στὴ μεγάλη γεωπολιτική δίνη ἀπὸ τὴν Οὐκρανία ὣς τὴ Μέση Ἀνατολή –δὲν τῆς ἔφταναν ὅλα τ’ ἄλλα– ἡ Ἑλλάδα καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἄνευ προηγουμένου τουρκικὴ προκλητικότητα. Τούτη τὴν περίοδο ἡ αἰχμὴ εἶναι τὰ γεωτρύπανα στὴν Κύπρο, ἀλλὰ εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ Τουρκία κλιμακώνει δυναμικὰ τὶς διεκδικήσεις της σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῶν δυτικῶν της συνόρων, Θράκη-Αἰγαῖο-Κύπρος. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συμβαίνει κάτι τέτοιο· τώρα ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πολὺ χειρότερα ἀπὸ παλαιότερες περιπτώσεις, ὅπως π.χ. τὸ 1976 και τὸ 1986-87 μὲ τὸ Χόρα (μετέπειτα Σισμίκ), ἢ τὸ 1996 μὲ τὰ Ἴμια. Κατ’ ἀρχὰς μιλᾶμε γιὰ μιὰ ἄλλη Τουρκία, μὲ ἄλλο διεθνὲς μέγεθος, τόσο ἀπὸ ἄποψη ἰσχύος ὅσο καὶ ἀπὸ ἄποψη ἐπιδιώξεων. Μπορεῖ ἡ ἐπέκταση πρὸς τὴ Δύση (περνώντας διὰ τῆς Ἑλλάδος) νὰ ἦταν σταθερὸς στόχος τοῦ κεμαλικοῦ κράτους ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια, ὅμως τὸ νεο-οθωμανικὸ ὅραμα τοῦ Ἐρντογὰν ἐντάσσει τὸν στόχο αὐτὸν σὲ μιὰ πολὺ πιὸ φιλόδοξη στρατηγική, ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴ μετατροπή τῆς Τουρκίας σὲ μεγάλη δύναμη, ὄχι ἁπλῶς περιφερειακῆς ἀλλὰ παγκόσμιας ἐμβέλειας. Τὸ λέω αυτὸ σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς κρίσεις πολλῶν σχολιαστῶν ποὺ θεωροῦν ὅτι οἱ δηλώσεις καὶ οἱ ἐνέργειες τοῦ Τούρκου προέδρου εἶναι λεονταρισμοὶ γιὰ ἐσωτερικὴ κατανάλωση ἢ ἀκόμα καὶ πράξεις παράφρονα, πού, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς, θὰ ὑποχρεωθεῖ τελικὰ νὰ τὶς μετριάσει, ὑποκύπτοντας, ὑποτίθεται, στοὺς συσχετισμοὺς ὅπως αὐτοὶ τοὺς ἀντιλαμβάνονται. Ὄντας τυφλὰ δυτικοκεντρικοὶ δὲν καταλαβαίνουν πὼς ὁ νεο-οθωμανισμὸς δὲν εἶναι οὔτε πολιτικάντικη ρητορική, οὔτε κάποια ἀνορθολογικὴ νοσταλγία τῶν παλαιῶν ὀθωμανικῶν μεγαλείων. Ἐκφράζει τὴν πραγματικὴ δυναμικὴ μιᾶς σύγχρονης τουρκικῆς ἐλὶτ ποὺ συναισθάνεται τὴν πολυεπίπεδη παρακμὴ τοῦ δυτικοῦ κόσμου, καὶ ἔχοντας πίστη στὶς δικές της δυνάμεις –αὐτὲς ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴ σύνθεση τοῦ τουρκικοῦ-κεμαλικοῦ μὲ τὸ παραδοσιακὸ μουσουλμανικὸ πνεῦμα– θεωρεῖ πὼς ἔχει τὴν ἱστορικὴ εὐκαιρία νὰ διεκδικήσει μιὰ μεγάλη μερίδα στὴν ἀνακατανομὴ ἰσχύος καὶ πλούτου ποὺ συντελεῖται αὐτὰ τὰ χρόνια παγκοσμίως. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ προβλέψει τὴν κατάληξη τοῦ ὑπερφιλόδοξου αὐτοῦ ἐγχειρήματος, εἶναι ὅμως βέβαιο πὼς ὁ Ἐρντογὰν δὲν ἀστειεύεται. Παίζει τὸ παιχνίδι μὲ συνέπεια καὶ ἀποφασιστικότητα, κάνοντας μάλιστα κρίσιμες τομὲς καὶ τροποποιήσεις στὴν τακτικὴ καὶ τὶς συμμαχίες του, καὶ ἀναλαμβάνοντας σοβαρὰ ρίσκα ὅποτε τὸ κρίνει. Καὶ βέβαια, θὰ τὸ πάει μέχρι τέλους. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀποσυρθεῖ εἰρηνικά, ὑπακούοντας φερ’ εἰπεῖν στοὺς κανόνες τοῦ κοινοβουλευτικοῦ fair-play. Καὶ ἂν τελικὰ χάσει δὲν θὰ χάσει ἀναίμακτα, οὔτε χωρὶς κόστος γιὰ τοὺς ἀντιπάλους του. Θὰ πάρει πολλοὺς μαζί του. 20
Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἄλλη ἀπ’ αὐτὴ τοῦ ’80 καὶ τοῦ ‘90, πρὸς τὴν ἀνάποδη –ἐννοεῖται– κατεύθυνση: μὲ διαλυμένη τὴν κοινωνία καὶ καταρρακωμένη κάθε ἔννοια κυριαρχίας. Ἀσφαλῶς τὸ ἑλληνικὸ κράτος ἦταν ἐξαρτημένο καὶ διεφθαρμένο ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του, ὅπως καὶ ἡ ἄρχουσα τάξη του – καθρέπτης καὶ προέκταση τὸ ἕνα τοῦ ἄλλου. Ὑπάρχει ὅμως διαβάθμιση. Ἄλλο ἡ ἐν γένει ἐξάρτηση ἢ ἡ παρακμὴ τῶν τελευταίων πρὸ μνημονίου δεκαετιῶν, καὶ ἄλλο ἡ κατάσταση τοῦ χρεοκοπημένου προτεκτοράτου ποὺ βιώνουμε σήμερα. Εἶναι ἀπὸ τὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ διαφορὰ ποσότητας συνιστᾶ ἄλλη ποιότητα. Ἂν στὸ παρελθὸν ὑπῆρχε μιὰ κρούστα εὐμάρειας καὶ ἰσχύος ποὺ κάλυπτε τὴν πνευματικὴ σαπίλα, τώρα ἡ χώρα μας βρίσκεται στὴν κατάσταση κατάρρευσης καὶ ἀνοικτῆς ἀποικιοποίησης ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε, ἀπολύτως ἀδύναμη νὰ χαράξει κάποιου εἴδους ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐπὶ τῆ βάσει δικῶν της συμφερόντων καὶ ἐπιδιώξεων. Γι’ αὐτὸ καὶ σύσσωμο τὸ πολιτικὸ σύστημα καὶ ὅλες οἱ πτέρυγες τῆς ἐγχώριας ἐλὶτ εὐθυγραμμίζονται στὴ δῆθεν ρεαλιστικὴ τακτικὴ «κατευνασμοῦ τοῦ θηρίου», ποντάροντας ὅλα τους τὰ χαρτιὰ στὴ βοήθεια τῶν δυτικῶν «συμμάχων». Θέλουν νὰ πιστεύουν πὼς ὁ ἄξονας Ἑλλάδα-Κύπρος-Ἰσραὴλ θέτει κατὰ κάποιο τρόπο τὴ χώρα μας ὑπὸ τὴν ὑψηλὴ προστασία τῶν ΗΠΑ καὶ τῆς ΕΕ. Καὶ ἀγνοοῦν προφανῶς ἢ παραβλέπουν τὸ πικρὸ μάθημα τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς· ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἑλλάδα καὶ τὰ ἑλληνικὰ «δίκαια» εἶναι τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ οἱ ἰσχυροὶ τῆς Δύσεως θὰ θυσιάσουν γιὰ νὰ ξανακερδίσουν τὸν πολυπόθητο «ἐπιτήδειο οὐδέτερο» ὅταν ἡ σκόνη καθίσει καὶ ἔρθει ἡ ὥρα τῆς μοιρασιᾶς. Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι τί δυνατότητες ἄμυνας ἔχει ἡ ἑλληνικὴ πλευρὰ ἀπέναντι στὴν τουρκικὴ ἀπειλή. Φοβᾶμαι ὅτι στὸ δεδομένο πλαίσιο τῆς γεωπολιτικῆς σκακιέρας τὰ περιθώρια εἶναι σχεδὸν μηδενικά. Τὸ τραγικὸ στὴ φύση του δίλημμα τὸ εἶχε περιγράψει μὲ συγκλονιστικὴ ἀκρίβεια ἐδῶ καὶ δύο δεκαετίες ὁ Π. Κονδύλης λέγοντας πὼς «ἡ εἰρήνη σημαίνει γιὰ τὴν Ἑλλάδα δορυφοροποίηση καὶ ὁ πόλεμος σημαίνει συντριβή» (βλ. ἐπίμετρο στὸ Θεωρία τοῦ Πολέμου, Θεμέλιο, 1997). Παρ’ ὅλη ὅμως τὴ διαγνωστικὴ διαύγειά του, γνώμη μου εἶναι πὼς ἡ διέξοδος πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση ἀπ’ αὐτὴ στὴν ὁποία τὴν ἀναζητοῦσε ὁ Κονδύλης. Ὄχι δηλαδὴ μὲ ὅρους ἰσχύος, ἀλλὰ μὲ ὅρους πνευματικούς. Μὴ παραβλέποντας τὴ γεωπολιτικὴ –πῶς θὰ μπορούσαμε ἄλλωστε– θὰ πρέπει νὰ ἐπιζητήσουμε πρωτίστως ἐκεῖνο τὸ εἶδος δυνάμεως ποὺ τελειοῦται ἐν ἀσθενείᾳ (Β΄ Κορ. 12,9), καὶ ποὺ ἔχει ἐπιτρέψει στὸν ἐκχριστιανισμένο Ἑλληνισμὸ νὰ ἐπιζεῖ ἐπὶ χιλιετίες παρὰ τὶς στρατηγικές του ἦττες. … Ἀλλὰ θὰ συνεχίσουμε ἐπ’ αυτοῦ, σὺν Θεῷ, στὸ ἑπόμενο τεῦχος. Βασίλης Ξυδιᾶς
ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΠ. Δ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ Ὅ,τι πρέπει νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν ἀποδέσμευσιν αὐτὴν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τῶν φυσικῶν του ἰδιοτήτων καὶ τῶν προσωπικῶν του χαρακτήρων εἶναι ἡ ὀντολογική του σχέσις πρὸς τὰ τεχνικὰ πράγματα. Διὰ τὴν συνάφειάν του πρὸς τὴν ἀφ’ ἑαυτῆς συντελουμένην λειτουργίαν δὲν ἰσχύει τὸ ρῆμα «ἔχειν», ἀλλὰ τὸ ρῆμα «εἶναι». Δὲν κατέχει ἁπλῶς ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος τὰ ἐπιτεύγματα τῆς Τεχνικῆς, ἀλλ’ ἀντιλαμβάνεται τὴν ὕπαρξίν του καὶ ταυτοχρόνως ἐκφράζεται διὰ τῆς διαρρυθμίσεώς των. Ἐὰν ἄλλοτε οἱ χαρακτῆρες τοῦ ἀνθρώπου ἦσαν ἀναπαλλοτρίωτοι, διότι ἐβασίζοντο εἰς τὴν ἀντίστασιν τοῦ κόσμου, ἡ τεχνικὴ ἐποχὴ ἐπιτρέπει τὴν ἐνσωμάτωσίν των διὰ τῆς οἰκονομικῆς των ἐξισώσεως, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πολλαπλασιασθοῦν ἢ νὰ χαθοῦν ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην. Μέσῳ διὰ τοῦτο ἐκ συστήματος παραλλασσομένων ἀντικειμένων προσπαθεῖ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ διακριθῇ ἐκ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ νὰ πληροφορηθῇ έκ τῆς ἀπηχήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ προκαλέσῃ τί ἀξίζει, τί πιστεύει, τί ἀντιπροσωπεύει, τί εἶναι εἰς τὴν ἀτομικήν του ὕπαρξιν, τῆς ὁποίας τὰ γνωρίσματα ἔχουν ἀντικειμενικὰ καὶ προσιτὰ εἰς ὅλους σχήματα. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὸ σύγχρονον φαινόμενον τῆς Τεχνικῆς δὲν παρουσιάζει ἁπλῶς μίαν ἐπιτηδειότητα τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν σχέσιν του πρὸς τὴν ὑλικὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν κρισιμωτέραν καμπὴν τῆς πνευματικῆς του ἱστορίας. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ λέξις «τεχνικὴ» εἶναι σύμβολον μόνον διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν κόσμον, διὰ τὴν συγκρότησίν του ἐκ μεταβλητῶν ἐξωτερικῶν χαρακτήρων ἀντὶ τῶν ἄλλοτε ἀμεταβίβαστων ἀτομικῶν του ἰδιοτήτων, ἔχει ὡς περιεχόμενον τὴν προβληματικὴν δυνατότητα τῆς ὑπάρξεώς του ὡς προσώπου ἢ ὡς ἐνὸς κατ’ ἀρχὴν ἀπροσδιόριστου στοιχείου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς προσθέσεώς του εἰς ἄλλα στοιχεῖα κερδίζει τὰ γνωρίσματα τῶν αὐξομειουμένων ποσοτήτων. Ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ὅμως ἡ Τεχνικὴ δὲν δημιουργεῖ μόνον ἔνα ποσοτικὸν κόσμον πνευματικῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἐπίσης ἔνα κόσμον ἱστορικῶν σχέσεων. Διὰ τῶν λύσεών της, ἐντὸς τῶν ὁποίων συνωθοῦνται οἱ ἄνθρωποι, δημιουργεῖ
προβλήματα πνευματικῆς συμπεριφορᾶς, ἀσυνειδήτους σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ των, πρὸς τὴν ἀντικειμενικήν των θέλησιν καὶ πρὸς τὴν ἀτομικήν των ὕπαρξιν. Ὅσον περισσότερον ὁδεύει ὁ πνευματικὸς κόσμος εἰς τὴν σκιὰν τῶν ἱστορικῶν του προβλημάτων. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι διὰ τῆς Τεχνικῆς πρῶτον ἀπαλλάσσεται ὀ ἄνθρωπος ἐκ τοῦ προσώπου του καὶ δεύτερον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κερδίσῃ τὸ πρόσωπόν του διὰ τῆς συνειδήσεως τῶν ὅρων, διὰ τῶν ὀποίων ἀποδεσμεύεται τῶν φυσικῶν του δυνατοτήτων. Ἡ Τεχνικὴ κατὰ συνέπειαν δημιουργεῖ τὸ πρόβλημα τῆς Τεχνικῆς, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ λυθῇ τεχνικῶς, ἐφ’ ὄσον τεχνικῶς προκύπτει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ μεσιτεύεται εἰς τὴν ἔκφρασίν του, δὲν θὰ δημιουργήσῃ ὅμως τὴν προσωπικήν του διάστασιν διὰ μιᾶς νέας μεσιτεύσεως. Διὰ νὰ θεμελιώσῃ τὸ πρόσωπόν του, πρέπει νὰ συλλάβῃ τὴν τεχνικήν του πρᾶξιν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὠς πρόβλημα. Ὅ,τι διὰ τοῦτο συμβολίζεται διὰ τῆς λέξεως «τεχνικὴ», ἐμφανίζεται ὡς προϋπόθεσις τῆς πνευματικῆς συνδέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν ὕπαρξίν του. Ἐὰν ὅμως ἄλλοτε ἡ θεωρητικὴ αὐτὴ σχέσις ἦτο ἔργον τῶν ἐρασιτεχνῶν τῆς σκέψεως, ἀπὸ σήμερον ἀποτελεῖ τὸν ὅρον τῆς ὐποκειμενικῆς παρουσίας τοῦ πνεύματος, ὁ φορεὺς τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσεται τεχνικῶς ἐκ τῶν φυσικῶν ἀντιστάσεων τῆς ζωῆς. Ἡ ἐξάρτησις τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν ἄπω, οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων ὁρίζεται ἡ θέλησίς του, οἱ σκοποί, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε, τὰ ρεύματα τῆς ἱστορίας, τὰ ὁποῖα τὸν παρασύρουν, ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἀξία τῆς πράξεώς του, ἡ δυνατότητα τῆς ἠθικῆς του αὐθυπερβάσεως καὶ ἠ ἀξιοπρέπεια τοῦ προσώπου του εἶναι τὰ προβλήματα τῆς τεχνικῆς του ἐξουδετερώσεως, τοῦ κεντρικοῦ θέματος τῆς ἐποχῆς, τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ὁποίου ἐπιχειρεῖ μετὰ φόβου πολλοῦ ἡ φιλοσοφία. Σπ.Δ. Κυριαζόπουλου, Ἐνώπιον τοῦ τετάρτου κοσμοϊστορικοῦ γεγονότος, Ἑλληνικὴ Ἀνθρωπιστικὴ Ἑταιρεία, Ἀθῆναι 1970, σς 18-19
21
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Τὸ στομάχι μου γουργουρίζει καὶ σκέφτομαι ὅτι εἶναι ὥρα νὰ φάω κάτι. Διασχίζω τὴν πλατεία Ἁγίας Παρασκευῆς, ὁ ἥλιος καυτὸς ἀπὸ πάνω μου, τέλη Ἰουλίου βλέπετε, ἀλλὰ ἕνα ἐλαφρὺ ἀεράκι ποὺ δροσίζει τὸ δέρμα μου μὲ κάνει νὰ ἀποφασίσω νὰ καθήσω σὲ ἕνα παγκάκι μὲ ὡραία σκιά. Εἶμαι ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ἀνοίγω τὸ τάπερ μὲ τὸ φαγητό, βγάζω τὸ πηρούνι μου, κόβω τὸ ψωμὶ σὲ μπουκιὲς καὶ ἀρχίζω νὰ τρώω. Προτοῦ καταπιῶ τὶς πρῶτες μπουκιές, μία νεκροφόρα πλησιάζει καὶ σταματάει μπροστά στὴν ἐκκλησία. Τότε προσέχω τὰ στεφάνια δίπλα ἀπὸ τὴν εἴσοδό της καὶ καταλαβαίνω ὅτι ἔχει κηδεία. Γυρίζω τὸ βλέμμα μου καὶ τότε σὲ βλέπω νὰ σὲ βγάζουν ἀπὸ τὸ πίσω μέρος τῆς νεκροφόρας, νὰ σὲ σηκώνουν στὰ χέρια μέσα στὸ βαρὺ φέρετρό σου, νὰ ἀνεβαίνουν τὰ σκαλοπάτια. Τρώω πιὸ ἀργά, σχεδὸν ἔχω σταματήσει, σὲ σκέφτομαι στὸ τελευταῖο ταξίδι σου. Ἀδύναμος, σιωπηλός, ἀκίνητος, μὲ ἄδειο σῶμα. Δὲν ξέρω ποιός ἢ ποιά εἶσαι, νέος, γέρος, ὄμορφος, ἄσχημος, πλούσιος ἢ φτωχός. Οὔτε μπαίνω στὸν κόπο νὰ προσέξω τοὺς συγγενεῖς σου γιὰ νὰ βγάλω συμπεράσματα. Τώρα εἶσαι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἤσουν. Τί ἀκριβῶς, δὲν ξέρω. Αὐτὸ ποὺ ξέρω εἶναι ὅτι αὐτὸ τὸ ἀνεξακρίβωτο κάτι τρα-
βάει τὴν προσοχή μου τώρα καὶ σὲ σκέφτομαι. Συνεχίζω νὰ τρώω, συνεχίζω καὶ νὰ σὲ βλέπω. Μέσα σὲ ἕνα φωτεινὸ κενό, δύσκολα μεταφράσιμο σὲ κάτι ἄλλο. Ἀναρωτιέμαι ἂν αὐτὴ ἡ συνάντησή μας θὰ ἔχει συνέχεια. Κάποτε θὰ ἔρθω καὶ ἐγὼ ἐκεῖ ποὺ εἶσαι μὲ κάποιον τρόπο. Στὸ ταξίδι σου, στὸν νέο σου τόπο, σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ λέξεις μας δὲν μποροῦν νὰ ποῦν. Θὰ θυμόμαστε τίποτε ἢ ὅλα θὰ ἔχουν ξεχαστεῖ; Τί σημαίνει νὰ ἔχουν ξεχαστεῖ; Ἔχεις ἤδη μπεῖ μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀκούγεται ἀμυδρὰ ἡ παρακλητικὴ φωνὴ τοῦ παπᾶ καὶ τῶν ψαλτάδων. Τελείωσα τὸ φαγητὸ καὶ μὲ ἀργὲς κινήσεις μαζεύω τὰ πράγματά μου γιὰ νὰ φύγω. Τὰ χρώματα καὶ οἱ φωνὲς γύρω μου μὲ ἀγκαλιάζουν πάλι, οἱ σκέψεις ἐπιστρέφουν, φεύγουν ἀπὸ σένα. Μὲ γρήγορα βήματα ἀπομακρύνομαι καὶ κάθομαι στὴν αὐλὴ τοῦ παρακείμενου Starbucks. Βιάζομαι νὰ ἀνοίξω τὸν ὑπολογιστή μου, νὰ ἁπλώσω τὰ χαρτιά μου, νὰ χαθῶ στὴν γλυκειὰ βεβαιότητα τῶν μαθηματικῶν καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν προβλημάτων μου. Ξαφνικά, τὸ ἀεράκι δυναμώνει καὶ παίρνει τὰ ἀνοιχτὰ χαρτιά μου. Σηκώνομαι καὶ τρέχω νὰ τὰ μαζέψω. Καὶ τότε σὲ ξαναθυμᾶμαι... Βασίλης Κωνσταντούδης
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΗΝΟΣ Τὶς μέρες ἐκεῖνες ἄρχισαν σιγά-σιγὰ νὰ μεταμορφώνονται καταστάσεις καὶ πρόσωπα σχεδὸν αὐτομάτως. Ἕνα πρωῒ βγῆκε ἀπ’ τὴν θάλασσα μιὰ Ἀμφιτρίτη. Πῆρε στὰ χέρια της μιὰ μεσόκοπη ὑπέρβαρη γυναίκα καὶ τὴν ἀπόθεσε στὸ χαμηλὸ καμπαναριὸ τοῦ Ἅι Γιώργη στὸν ἀπέναντι λόφο. Ἄφησε δίπλα της ἕνα παλιὸ σκουριασμένο δρεπάνι ποὖχε θερίσει συμπαγεῖς ἀσπρόμαυρες μνῆμες, χρωματιστὰ κατάλοιπα μεθυστικῆς εὐεξίας ποὺ κομματιάζονται ἀπ’ τὶς ἐναλλαγὲς μιᾶς ἀκατάσχετης ροῆς προτοῦ κλείσει τὰ μάτια της βαριὰ ἀπ’ τὰ χαπάκια τῆς κατάθλιψης. Λίγο μετὰ στὸν περιβάλλοντα χῶρο μέσα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ὄνειρα τῆς μεσόκοπης κοιμωμένης σχηματίζεται εὐκρινῶς ἡ παρουσία τυχόντος νεαροῦ ἀφήνοντας τὴν τριχοφυΐα τῶν κάτω του ἄκρων νὰ ἀναπνέει μέσα ἀπὸ τὸ σκισμένο του τζὴν καὶ μὲ τρόπο σεμνὸ ἐπαναλαμβάνει πρόσφατες κοινοτοπίες ἐμπλουτισμένες μὲ στοιχεῖα πληροφορικῆς καὶ ρινίσματα γνώσεων παντὸς τοῦ ἐπιστητοῦ. Τότε ἕνα μικρὸ παιδὶ ἀρχίζει νὰ χτυπάει τὴν καμπάνα 22
πένθιμα γιατὶ ἦταν βαρὺ τὸ σκοινὶ καὶ μόνο αὐτὸ μποροῦσε. Ἡ Ἀμφιτρίτη, ἀφήνοντας νὰ στροβιλίζονται στρογγυλεμένες πέτρες στὸν ἀέρα κι ἔπειτα νὰ πέφτουν ἁπαλὰ στὸ βουνό, χάνεται στὸν ὁρίζοντα. Ἕνα κορίτσι, σχηματισμένη πιὰ γυναίκα, ἐνδεδυμένη τὸ σχῆμα τῆς μοναχῆς, θηλάζει τὸ βρέφος της, ἐμφανίζεται ἀπροσδόκητα, ἀνεβαίνει τὸ βουνὸ πατώντας ἀπὸ πέτρα σὲ πέτρα –μία κύλησε· φάνηκε τὸ στόμιο μιᾶς βαθιᾶς σπηλιᾶς– κι ἦρθε καὶ πέρασε μπροστὰ ἀπ’ τὸν Ἅι Γιώργη καὶ δάκρυσε ἀκούγοντας τὴν πένθιμη καμπάνα τοῦ παιδιοῦ. Τότε κατέβαινε ὁ νέος ἄνθρωπος ἀπὸ μιὰ πλαγιὰ πρὶν ἀπὸ ὥρα ἁρπαγμένος σ’ ἕναν ἀπροσδιόριστο τόπο συσσωρευμένης ἐνέργειας –κοιτάζει ἀπ’τὸ στόμιο τὴν ἀδειανὴ σπηλιά- ἐνῶ τὸν κατοικεῖ ὁ ἀέρας ποὺ κρέμεται ἀπ’ τ’ ἀδειανὸ πουκάμισο Καὶ σωματοῦται. Ἄγγελος Καλογερόπουλος
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ …μποροῦμε ἀνεπιφύλακτα νὰ ἰσχυριστοῦμε τώρα ποὺ πιὰ ἔκλεισε τὸν κύκλο του, ὅτι δὲν προσπαθεῖ τίποτα ἄλλο ἀπὸ τό, κατεβαίνοντας ὅλο καὶ περισσότερο στὰ βάθη τοῦ «ἐγὼ», νὰ ρίχνει φῶς στὰ ὑπαρξιακὰ σκοτάδια ποὺ τὸν περιέβαλαν, μιὰ καὶ πίστευε πὼς ἐτούτη ἡ ἐπιστροφή του στὸ «ἀρχέτυπο» καὶ στὶς «ρίζες» του ἦταν ὁ πλέον ἐνδεδειγμένος γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ δρόμος. Ἕνας δρόμος, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἀπὸ αὐτὸν (τὸν ποιητὴ ἐννοῶ), τοῦ μηδενὸς καὶ τοῦ «τίποτα» τὸ ὀποῖο μᾶς ἐμπεριέχει καὶ τὸ ὁποῖο καθορίζει τὶς κινήσεις μας, ἡ συνειδητοποίηση, τὴν ὁποία θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ἀφοῦ δείχνει νὰ τὴ θεωρεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν καλλιτεχνικὴ δημιουργία ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὅλη πορεία τοῦ ἀτόμου στὴ ζωή, μετ’ ἐπιμονῆς ἐπεδίωξε, προκειμένου νὰ κρατήσει τὶς ἰσορροπίες του μέσα σὲ ἕναν κόσμο φθορᾶς, ποὺ ἀσφυκτικὰ τὸν περιέβαλε. Καὶ πράγματι ὁ Τραϊανὸς ὑπῆρξε ἕνας ἀνεπανόρθωτα ἐπιλεγμένος, ἂν σκύψει κανεὶς προσεχτικὰ στὸ ἔργο του, ἀπὸ μοίρα κακὴ ποιητής. […] Σὲ κάθε του κίνηση ἀποκλεισμένος ἀπὸ μιὰ ἀτέλειωτη λεπτὴ βροχὴ ( Πάντοτε ἔβρεχε μιὰ γνώριμη βροχή/Ἀρρωστημένο κουκούτσι μὲς στὶς λέξεις μου) ἀπὸ μιὰ τυραννικὴ καὶ ἀπύθμενη νύχτα, μὲ μόνιμο συνοδὸ τὴν ψυχή, τὸ ἐρημικὸ σῶμα (Κι ἦρθε καιρὸς ποὺ νὰ θυμᾶσαι πρέπει/τὶς ἴδιες γραμμὲς σ’ ἔνα κορμὶ ποὺ ἀλλάζει/Μ’ἀπελπισία καὶ ἐγκαρτέρηση) καὶ τὸ τρομαγμένο πρόσωπό του ( Τώρα/Μὲ τὸ χρῶμα σου νὰ ξύνεται/ Νὰ φεύγει ἀπ’τὸ πρόσωπό σου/τὸ πρόσωπό σου νὰ ξύνεται), δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἀσκεῖται ὅλο καὶ περισσότερο στὴ συνειδητοποίηση τῆς μὴ δυνατότητας ἀποφυγῆς τοῦ πεπρωμένου, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἐπιμόνως προσπαθοῦσε νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τὸν φοβερὸ βρόχο τῆς καθημερινότητας καὶ τῆς συνήθειας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ χυδαιότητα τῆς σύγχρονης καταναλωτικῆς κοινωνίας (ἐδῶ ἀνάγεται καὶ ἡ κάποια ἐπήρειά του ἀπὸ τὴν ἀμερικανικὴ beat ποίηση). Ὁ ἔρωτας ποτὲ δὲν λειτούργησε ὡς πηγὴ εὐφροσύνης γι’ αὐτόν, καὶ σὲ ὅλα του τὰ ποήματα δὲν ἀντικαθρεφτίζεται παρὰ μόνον ὡς νύξη, μέσα ἀπὸ εἰκόνες φρίκης· τὸ ἴδιο καὶ τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως. (βλέπε ποίημα «20-10-44») Ὁ Ἀλέξης Τραϊανός, μέσα σ’αὐτὴ τὴν ἀπάνθρωπη τραγικότητα, στὸ μόνο πράγμα ποὺ βρῆκε καταφυγὴ ἦταν τὸ πάθος του γιὰ τὴ φόρμα τοῦ ποιήματος, γιὰ τὶς παρηχήσεις, τὴν ἀκρίβεια καὶ τὴ σημασία τῶν λέξεων, καθὼς καὶ γιὰ τὴν κρυφὴ μουσικότητα τοῦ λόγου, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησε, ἐπιτυγχάνοντας μάλιστα καὶ τὸ καλύτερο δυνατὸν άποτέλεσμα, μὲ βαθιά, θρησκευτικὴ σχεδόν, μέριμνα καὶ προσήλωση. Γιῶργος Μαρκόπουλος, Ἐκδρομὴ στὴν ἄλλη γλώσσα, Νεφέλη, Ἀθήνα 1994, σς 51-53
Πρόσωπο δὲν ὑπάρχεις Τέλειωσες ἄσκημα κάθε νύχτα Ἕνα ταξίδι ἰνκόγκνιτο ἤτανε ὅλα Ἕνας χρόνος ἀγνώριστος σὲ μιὰν ἄγνωστη χώρα Μὰ τώρα ἡ λογική μου γιατί ἔχει γίνει παράλογη Σ’ αὐτὸ τὸ παράθυρο ἀπ’ ὅπου ὑποθέτω δὲν πρόκειται Οὔτε νὰ ’βγει οὔτε νὰ ’μπει καμιὰ ζωὴ Κι ἁπλώνεται πάλι αὐτὸς ὁ κίτρινος ὁρίζοντας Μέσα σ’ ἕνα παγωμένο μνημεῖο μεσημέρι Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ αἷμα μπορεῖ νὰ τὸ πίνει κανεὶς Τὸ πικρό του σῶμα κατεβαίνει ὁλοένα τὸν οὐρανὸ Ἀπὸ μόρια χρονοΰλης τρύπιο νεφέλωμα Ἀπὸ μόνο πὼς θὰ πεθάνω σ’ ἕνα χτὲς ἀπὸ μένα καὶ τίποτα Δίχως νὰ ’χω πολλὰ λόγια νὰ πῶ χαλασμένο Κουράστηκα μὲ τὴν ἄβυσσο Αὐτὴν τὴ φωνή μου Μιλῶ μὲ τὸν Μάλερ Ἕναν ἀμφίβιο τρόμο Ἕναν ὑπόγειο κρότο Ἕναν πυροβολισμὸ πάνω στὸ πρόσωπό μου Σπέρματα τῆς πολιτείας κεραῖες χοάνες μαῦρα ἀγκάθια Ἕνας ποὺ πέρασε ἀπόψε σὰν πάλι Κι οἱ λέξεις μου ἔρχονται καὶ τεντώνουν τὴν ἴδια πάντα μουσικὴ Ὅμως ἡ τελευταία ποίηση γράφτηκε πρὶν ἀπὸ χρόνια Φτάνει πιὰ Μὴ μὲ πεῖς ἄλλο ποιητὴ Πίνω τὸ κίτρινο πρόσωπό μου Ἀλέξης Τραϊανός - Μή μὲ πεῖς ἄλλο ποιητὴ Τὸ Δεύτερο Μάτι τοῦ Κύκλωπα/ Cancerpoems, 1977 v «[…] Ὁ Tραϊανός, σὰν εὐαίσθητος δέκτης ὅλων ὅσων εἴπαμε παραπάνω, προσπαθώντας νὰ ξεφύγει τὸν ἰσοπεδωτικό κλοιό, τείνει σ’ ἕναν λόγο ἀδιόρθωτο, σπασμωδικό, ἀφαιρετικό. Ξέροντας πόσο οἱ λέξεις εἶναι τρομερὰ χρησιμοποιημένες ἀντὶ νὰ τὶς μεταχειριστεῖ ὁ ἴδιος, τὶς ἀφήνει, συχνά, στὴν τύχη τους (ποὺ ἀποδεικνύεται, καμιὰ φορά, θαυμάσιος καλλιτέχνης) ἣ στὴ διάθεση τοῦ ἀναγνώστη νὰ δώσει, δηλαδή, ὅποια σημασία θέλει ἐκεῖνος. […]» TAΣOΣ ΛEIBAΔITHΣ, ἐφημ. Ἡ Aὐγή, 16 Iουλίου 1978 23
AΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ
Ο ΜΑΓΟΣ Θὰ προσπαθήσω νὰ εὐχαριστήσω τοὺς θεατὲς Τοὺς σπάγγους τὸ γυαλιστερό σου πριόνι Εἶμαι στὸ κουτί σου φάλτσε μάγε Μὲ πονᾶς μάγε Θὰ προσπαθήσω νὰ σ’ εὐχαριστήσω σὰν κτῆνος σφαγμένο Τώρα δὲ βλέπω τίποτα πρέπει νὰ φύγω Ἡ νύχτα στάζει ἀπὸ παντοῦ Μέσα στὴ μουσικὴ τὰ κόκαλα τοῦ ἔρωτα Τὸν ἄδειο σπασμὸ Ἄφησέ με θὰ φέρω τὸ φτωχὸ ζῶο στὴν τρύπα του Σέρνοντας πόνο τὸ αἷμα στὶς σκάλες Θὰ κάθομαι μαζί του ἀκούγοντας τοὺς ἀέρες Αὐτὸ τὸ ὀξὺ ποὺ μὲ παραμόρφωσε Ὁ μόνος πού μοῦ μίλησε ἕνας χαζὸς ὁδηγὸς Μοῦ ’πε τὸ χαλασμένο του αὐτοκίνητο νὰ σμπρώξω Λοιπὸν τοὺς γκρέμισα στὸ βάραθρο Ὁ θάνατος εἶναι ἐθνικὸ προϊὸν Γέμισα ποντικοπαγίδες ὅλο τὸ σπίτι Κρέμονται σὰν κλουβιὰ στὸ ταβάνι Στὸ νεροχύτη στὸ σωλήνα ἀποχετεύσεως Στὸ ἀραχνιασμένο κοστούμι τοῦ γάμου μου Κανένα ὄνειρο κάτω ἀπ’ τὴν κρύα κουβέρτα Κι οἱ τοῖχοι τελειώνοντας κάπου ἀπελπισμένα Ἀδέξιοι σὰν ποιήματα.
ΙSSN: 2623-307X
Ἡ Κλεψύδρα μὲ τὶς Στάχτες, 1991