Skip to main content

Τὸ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν | 05 | ΜΑΡΤΙΟΣ 2019

Page 1

TO KOINON

ΤΕΥΧΟΣ

5

τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ

π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ *

ΜΑΡΤΙΟΣ 2019

ΧΡΥΣΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ,

ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΛΙΚΗ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΝΑΤΣΗΣ,

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ,

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΑΡΘΑ ΦΡΙΝΤΖΗΛΑ, π. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΦΩΚΑΣ ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΕΝΕΣΙΔΗ *θεωρητικός, ή, όν: ὁ ἀγαπῶν τὴν θεωρίαν : παρατήρηση, θέαση, ἐξέταση, κοίταγμα· θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος


TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ

Π

Ε

Ρ

Ι

Ε

Χ

Ο

Μ

Ε

Ν

Α

ΤΕΥΧΟΣ 5, ΜΑΡΤΙΟΣ 2019

2

π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ ΤΙΜΗ 3€

Ο ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΥΠΟΨΙΑΖΕΤΑΙ τῶν Ἄγγελου Καλογερόπουλου – Εὐάγγελου Σταυρόπουλου.0….…0σ. 3 ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΚΗΠΟΝ τοῦ Κ.Π. Καβάφη0…........................................................................................…0σ. 4 ΤΟ «ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΚΗΠΟΝ»ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ τοῦ Ἠλία Κεφάλα0….......................................................................................…0σ. 5 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου (συνέντευξη στὴ Μαρία Διαλούπη)0…...................................................…0σ. 6 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ τῆς Μάρθας Φριντζήλα0…..........................................................................…0σ. 8 ΣΕΛΙΔΑ ΑΠΟ ΧΩΜΑ τοῦ Σπύρου Γεωργίου0….............................................................................…0σ. 9 ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΑ * H ΑΦΙΣΑ τοῦ Κώστα Καρανάτση0…........................................................................…0σ. 10 Η ΑΡΧΗ - ΕΝΑ ΤΟΣΟΔΑ ΜΙΚΡΟΥΛΙ ΣΗΜΕΙΟ τοῦ Βασίλη Κωνσταντούδη0…................................................................…0σ. 11 ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ: ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ [Α΄]. τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου0….........................................................…0σ. 12 ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ ΣΥΛΛΟΓΟΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ (ἐπιστολὴ)0…....................................................................................................…0σ. 14 ΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΕΙΣ τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ0…....................................................................................…0σ. 15 Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ τοῦ Δημήτρη Μαγριπλῆ0….......................................................................…0σ. 16 NΙΚΟΛΑΟΣ ΜΠΕΡΝΤΙΑΓΙΕΦ (1874-1948) τοῦ Πατρὶκ ντὲ Λομπιὲ Μετάφραση: Δημήτρης Μπαλτᾶς0…....…0σ. 17 Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ τῆς Εὐρυδίκης Παπάζογλου0…...............................................................…0σ. 18 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΝΕΤ ΦΟΝ ΝΤΡΟΣΤΕ-ΧΙΛΣΧΟΦ τῆς Χρύσας Ἀλεξοπούλου0…...................................................................…0σ. 19 ΠΟΙΗΜΑΤΑ τῆς Ἀλίκης Καλομοίρη0…..................................................…0σ. 20 ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ τοῦ Γιάννη Μενεσίδη0….............................................................................…0σ. 21 ΜΕΙΖΩΝ ΔΕ ΤΟΥΤΩΝ Η ΑΓΑΠΗ τοῦ π. Γεράσιμου Φωκᾶ0….......................................................................…0σ. 22 Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ (1959-2015) τοῦ Γιάννη Πατίλη0…..................................................................................…0σ. 23 ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΕΑΡΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΜΕ ΒΑΤΡΑΧΟΠΕΔΙΛΑ τοῦ Δημήτρη Ἁρμάου0…...........................................................................…0σ. 24

Ὁ Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ εἶναι μιὰ παρέα φίλων ποὺ ἀναζητᾶ νέους φίλους. Δὲν ἔχει σοβαροὺς σκοπούς, οὔτε σαφεῖς στόχους. Οἱ τέχνες, τὰ γράμματα, ὁ πολιτισμὸς ἀποτελοῦν οὐσιώδεις ἀξίες ἐφ’ὅσον προϋποθέτουν τὴν ἀγάπη, τὴν φιλία, τὸν ἔρωτα, τὴν κοινότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Αἰσθητικῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἔκφραση συναντᾶ οὐσιώδεις ἀξίες τῆς ζωῆς, τὸ ΚΟΙΝΟΝ ἐνθουσιάζεται. Καὶ λειτουργεῖ ὡς ταμεῖον ἀρωγῆς καὶ ἀλληλοβοηθείας. Διότι μᾶς συγκινεῖ κάθε προσπάθεια ἐκφραζομένη διὰ τοῦ λόγου, τοῦ ἤχου, τῆς εἰκόνος, τῆς σωματικῆς κινήσεως ἢ τῆς συνήθους καθημερινότητος ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ δεῖ μὲ μιὰ παρθενικὴ ματιὰ τὸν κόσμο. ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν θεωρητικὸ περιοδικό. Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ὑπεύθυνος ἔκδοσης: Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ, Γαδίλων 9-11, Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 3 € Συνδρομὴ γιὰ ἕνα χρόνο: 10€. ΤΗΛ: 210 2524173 - 697 3370742. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ-ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ: Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ e-mail: tokoinon@yahoo.gr


Ο ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΥΠΟΨΙΑΖΕΤΑΙ Ξεκινῶ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ «ἑλληνικότητα», ἔτσι ὅπως ἀπασχόλησε τὸν νεοελληνικὸ στοχασμό, εἶναι πλέον θέμα ἥσσονος σημασίας. Ὅ,τι ἐνδιαφέρον ἦταν νὰ εἰπωθεῖ εἰπώθηκε κατὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰώνα. Κατὰ τὰ ἄλλα συνεχίζεται μιὰ συζήτηση ποὺ ἐπαναλάμβάνει ὄχι τόσο τὶς ἐνδιαφέρουσες σκέψεις σημαντικῶν προσωπικοτήτων, ἀλλὰ θέσεις πού, ἐνσυνείδητα ἢ μή, συνεχίζουν ἕναν μεγαλοϊδεατισμὸ ἀγνοώντας τὰ πραγματικὰ δεδομένα. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ Ἕλληνες ὡς Ἕλληνες, δηλαδὴ ὁ λαὸς ἑνὸς περιφερειακοῦ κράτους, νὰ κομίσουν μιὰ οἰκουμενικῶν διαστάσεων ἀλήθεια, παρὰ μόνο ἂν μεταφέρουν στὴ σημερινὴ πραγματικότητα ἀπολήξεις ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ γαλουχήθηκε μὲ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ ἐκφράστηκε στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Καὶ δὲν εἶναι μιὰ ἐθνικὴ ὑπεροχὴ ἑνὸς περιούσιου λαοῦ. Ὅταν αὐτὴ ἡ ἀνεκτίμητη πνευματικὴ παράδοση γίνεται ἐξάρτυμα μιᾶς ἐθνικῆς ἰδεολογίας δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὁδηγήσει σὲ στρεβλώσεις τόσο τοῦ πνευματικοῦ ὅσο καὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου. Προκειμένου νὰ ἀπεγκλωβιστοῦμε ἀπὸ αὐτὴν τὴν παγίδα θεωροῦμε ἀπαραίτητο νὰ ἐγκαταλείψουμε τὶς γενικότητες καὶ τὴν προκρούστεια προσαρμογὴ τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας σὲ ἰδεολογικὰ προτάγματα ποὺ μᾶς βολεύουν, καὶ νὰ σκύψουμε μὲ ἐπιμέλεια στὴν ἄμεση παράδοσή μας, αὐτὴν τῆς Τουρκοκρατίας (ὅπως ἤδη μᾶς προέτρεπαν σοφοὶ στοχαστές, φερ’ εἰπεῖν ὁ Β. Τατάκης) καὶ αὐτὴν τῆς Ὕστερης Βυζαντινῆς περιόδου. Στὴν ὑστεροβυζαντινὴ περίοδο συναντᾶμε μεγάλα πνευματικὰ μεγέθη, τόσο μὲ τὴν κοσμικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ σημασία. Σὲ μιὰ ἐποχὴ γόνιμη καὶ δημιουργικὴ ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως στὴ θεολογία (Παλαμᾶς), στὴ μουσικὴ (Κουκουζέλης), στὴ ζωγραφικὴ (Πανσέληνος) ἡ κοινωνία ἀδυνατεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὰ βήματα αὐτῆς τῆς ἄνθησης καὶ ἡ πολιτικὴ ζωὴ περιχαρακώνεται πίσω ἀπὸ ἀντιθετικὰ σχήματα ποὺ καλλιεργοῦν τὸν φανατισμὸ καὶ πολὺ συχνὰ ὁδηγοῦν σὲ ἀσυνεπεῖς καὶ ἀναξιόπιστες πρακτικές. Ποιοί λόγοι ἐμποδίζουν ἐκείνη τὴν κοινωνία νὰ παρακολουθήσει καὶ νὰ μπολιάσει στὴν πράξη καὶ στοὺς θεσμούς της τὰ πνευματικά της ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ νὰ τὰ στρεβλώνει ὥστε νὰ ἐγκλωβίζεται στὶς ἀντιθέσεις της καὶ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ προχωρήσει στὴ σύνθεση; Μήπως αὐτὴ ἡ πολιτικὴ κληρονομιὰ μᾶς ἔχει κληροδοτήσει τὴν πολιτικὴ τῶν διχασμῶν στὴ νεώτερη ἱστορία μας; Καὶ μήπως αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ θέλουμε μιὰ οἰκουμενικὴ πνευματικὴ παράδοση νὰ τὴν συρρικνώσουμε σὲ ἐθνικὴ ἰδεολογία;

Τὰ ἱστορικὰ διλήμματα ποὺ ἐξέφρασε ἡ μεγάλη μερίδα τῆς νεοελληνικῆς διανόησης ἤδη στὶς παραμονὲς τοῦ ἐθνικοῦ ἀγώνα ἀπέδιδαν τὸν περιρρέοντα εἰσαγόμενο δυτικὸ προβληματισμὸ ὅπως τὸν συγκρότησαν τὰ Φῶτα καὶ ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση. Βεβαίως, αὐτή τους ἡ θέση ἦταν εὐνόητη, πλὴν ὅμως σύμπτωμα μιᾶς ὑστεροβυζαντινῆς ψυχοπαθολογίας: Τὰ ζητήματα τῆς «ἐθνικῆς» ἰδιοπροσωπίας ἀντιμετωπίζονταν κατ΄ ἀναφορὰ πρὸς τοὺς Ἄλλους καὶ ὄχι ὡς ζητήματα ἐσωτερικοῦ τύπου. Συνεπῶς, ἡ ἐθνικὴ εὐδαιμονία συνδεόταν μὲ μία divini iuris (ἐλέῳ Θεοῦ) ἐθνικὴ ὑπεροχή, ἐνῶ ἡ κακοδαιμονία εἴτε ταυτιζόταν μὲ τὴν παρακατιανὴ πρὸς τὰ φωτισμένα ἔθνη Ἑλλάδα, εἴτε ἀπὸ μιὰ ἱστορικὰ συμπλεγματικὴ Δύση. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἐντάχθηκε ἡ μελέτη τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ: Τὸ Βυζάντιο ἀντιμετωπίστηκε ὄχι μόνο ὡς μέρος ἑνὸς εὐρύτατου δυτικοῦ μεσαίωνα, ἀλλὰ κι ὡς τὸ ἱστορικὸ κάρφος ποὺ ἀναχαίτισε τὴν μετάβαση τῆς Ἑλλάδας στὴ νεωτερικότητα. Εἴτε πρόκειται γιὰ μεταρρυθμιστὲς εἴτε γιὰ συντηρητικούς, τὸ Βυζάντιο ἀπετέλεσε τὸ ἰδεολογικὸ ἐργαλεῖο μιᾶς ὕπουλης πολιτικῆς προπαγάνδας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, οἱ «παραδοσιοκράτες» ἐπιμένουν στὴν ἀνάγκη ἐνὸς ἀναβαπτισμοῦ τῆς Δύσεως στὰ νάματα τῆς «δικῆς μας» παραδόσεως. Ὁ κοινὸς παρονομαστὴς αὐτῶν εἶναι ἡ διαχρονικὴ πρόθεση ἐπιβολῆς τῶν ἀντιλήψεων τῶν πνευματικῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν ὀλιγαρχῶν στὸν καθολικὸ χαρακτήρα τῆς πολιτισμικῆς μνήμης καὶ τῆς μεταφυσικῆς θέσης. Τὸ Βυζάντιο ὡς Αὐτοκρατορία της Νέας Ρώμης ἐνδύθηκε μιὰ αἰώνια νεότητα ἡ ὁποία περισσότερο ἀπὸ ποτὲ στὶς μέρες μας ἀναδεικνύεται στὴν γεύση τῶν πνευματικῶν της καρπῶν. Ἡ θεμελιακὴ προσφορὰ τοῦ Βυζαντίου στὴν δυτικὴ πολιτισμικὴ παράδοση, δηλαδὴ στὸν εὐρωπαϊκὸ ἀνθρωπισμὸ -συμπεριλαμβανομένης τῆς χώρας μας– εἶναι πὼς ἀποτελεῖ τὸν μοναδικὸ διαβιβαστὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς κλασσικῆς παιδείας. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε καὶ σκεφτόμαστε, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἐγγραμματοσύνη καὶ τὴν ἀξία τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὁ βυζαντινὸς ἄνθρωπος θέλησε νὰ διαφυλάξει στὰ χειρόγραφα, στὴν προφορικὴ παράδοση, στὴν μεταφυσικὴ ἀντίληψή του. Ὁ κατασκευαστὴς τῆς παιδαγωγικῆς μας διόπτρας ἦταν Βυζαντινός. Ὁ Εὐρωπαῖος εἶναι περισσότερο Βυζαντινός ἀπὸ ὅ,τι ὑποψιάζεται. Αὐτὸ σημαίνει –κατὰ πρῶτον– πὼς πρέπει συντεταγμένα νὰ ἀποτινάξουμε τὶς συμπλεγματικές μας ἄμυνες ἀπέναντι στὴν βαθύτατα βυζαντινή μας ταυτότητα. Καὶ τέλος πάντων νὰ ἀναζητήσουμε φιλόπονα τὶς ἀπαντήσεις μέσα ἀπὸ μιὰ ἐντατικὴ κι ἐκτατικὴ ἀνάγνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας. «Τοιουτρόπως», γιὰ νὰ ἐπαναλάβω τὸν Σολωμό, θὰ κατανοήσουμε τὸν τόπο ὅπου γιὰ χίλιους ἐκατὸ χρόνους «ἡ Μεταφυσικὴ ἔγινε Φυσική». Κι ἀνάποδα.

Ἄγγελος Καλογερόπουλος

Εὐάγγελος Σταυρόπουλος

3


ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΚΗΠΟΝ Ἤθελα νὰ ‘χω ἕνα σπίτι ἐξοχικὸ μ’ ἕναν πολὺ μεγάλο κῆπο – ὄχι τόσο γιὰ τὰ λουλούδια, γιὰ τὰ δέντρα καὶ τὲς πρασινάδες (βέβαια νὰ βρίσκονται κι αὐτά, εἶν’ εὐμορφότατα) ἀλλὰ γιὰ νὰ ‘χω ζῶα. Ἄ, νὰ ‘χω ζῶα! Τουλάχιστον ἑπτὰ γάτες – οἱ δυὸ κατάμαυρες καὶ δυὸ σὰν χιόνι κάτασπρες, γιὰ τὴν ἀντίθεσι. Ἕναν σπουδαῖο παπαγάλο, νὰ τὸν ἀγρικῶ νὰ λέγει πράγματα μ’ ἔμφασι καὶ πεποίθησιν. Ἀπὸ σκυλιά, πιστεύω τρία θὰ μ’ ἔφθαναν. Θὰ ‘θελα καὶ δυὸ ἄλογα (καλὰ εἶναι τ’ ἀλογάκια). Κι ἐξ ἅπαντος τρία, τέσσαρα ἀπ’ τ’ ἀξιόλογα τὰ συμπαθητικὰ ἐκεῖνα ζῶα, τὰ γαϊδούρια, νὰ κάθονται ὀκνά, νὰ χαίροντ’ οἱ κεφαλές των. Κ.Π. Καβάφης

4


ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

ΤΟ «ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΚΗΠΟΝ» ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ Ὁ Κ. Π. Καβάφης (Ἀλεξάνδρεια 1863-Ἀθήνα 1933), ὁ μεγαλύτερος ἴσως Ἕλληνας ποιητὴς μετὰ τὸν Ὅμηρο, δὲν ἐξέδιδε τὰ ποιήματά του κατὰ συλλογὲς μὲ τὴ συνηθισμένη μορφὴ ποὺ ξέρουμε. Κυκλοφοροῦσε πότε πότε μερικὰ ποιήματά του σὲ «τεύχη» (π.χ. τὸ 1904, τὸ 1910), μοιράζοντάς τα σὲ διαλεγμένους φίλους. Πρώτη συλλογικὴ ἔκδοση τῶν ποιημάτων του ἔγινε μετὰ τὸν θάνατό του στὴν Ἀλεξάνδρεια (1935). Ὁ Κ. Π. Καβάφης ἀκμάζει ποιητικά μετὰ τὸ 1900, ὅταν περνάει μὲ ὡριμότητα στοὺς τρόπους τῆς ρεαλιστικῆς ποίησης. Προηγήθηκε ἡ θητεία του στὸν ρομαντισμὸ (1882-1894) καὶ στὸν συμβολισμὸ (1894-1900), ἀλλὰ σχεδὸν ὅλα τὰ ποιήματά του (πλὴν ἐλαχίστων, ὅπως π.χ. «Ἡ πόλις», 1896) τῆς περιόδου αὐτῆς τὰ ἀποκήρυξε. Ἐλέγχοντας ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ ποιήματά του ἀναγνώρισε ὡς ἀντιπροσωπευτικά του μόνον 154. Ὁ Γ. Π. Σαββίδης ὅμως ἔφερε στὸ φῶς ὅλα τὰ ἄγνωστα ποιήματα (ἀποκηρυγμένα καὶ ἀνέκδοτα), ποὺ εἶχαν γραφτεῖ ἀπὸ τὸ 1886 ἕως καὶ τὸ 1923, προκειμένου νὰ κατανοηθεῖ καλύτερα τὸ ἔργο του. Μᾶλλον γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ μ’ αὐτά, θὰ ἔλεγα. Ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ δοῦμε καὶ τὸ κάτι παραπάνω ποὺ βρέθηκε ἀργότερα. Κριτικοὶ ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο ἔχουν ἀναλύσει καὶ ὑμνήσει σχολαστικὰ τὴν καβαφικὴ ποίηση καὶ θὰ ἦταν περιττὸ αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ προσθέσουμε κάτι περισσότερο ἢ διαφορετικότερο ποὺ νὰ ἀφορᾶ στὸ σύνολό της. Θὰ ποῦμε δυὸ λόγια ὅμως γιὰ ἕνα παράδοξο ποίημα μὲ τίτλο «Σπίτι μὲ κῆπον», ποὺ ἔγραψε ὁ Κ. Π. Καβάφης τὸ 1917 καὶ παρέμεινε στὰ ἀνέκδοτά του, μέχρι νὰ μᾶς τὸ γνωρίσει ὁ Γ. Σαββίδης τὸ 1968. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ διάβασα ἔχει μείνει στὴ μνήμη μου μιὰ θαμπὴ ἐντύπωση ἀνεξήγητης γοητείας. Τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ χαρακτήρισα ἤδη ὡς παράδοξο μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ συνιστᾶ μιὰ ἀσυνήθιστη θεματικὴ καταφυγὴ γιὰ τὸν δημιουργό του. Μιλάει γιὰ ἕνα σπίτι ἐξοχικό, ποὺ τὸ περιβάλλει μεγάλος κῆπος καὶ εἶναι γεμᾶτο μὲ ζῶα: ἑπτὰ γάτες, ἕνας παπαγάλος, τρία σκυλιά, δύο ἄλογα καὶ τρία-τέσσερα ὀκνὰ γαϊδούρια νὰ περιτρέχουν τὴν αὐλή του. Ὅλο τὸ ποίημα συνίσταται στὴν ἔκφραση μιᾶς ἐπιθυμίας μονάχα καὶ δὲν φαίνεται νὰ στοχεύει σὲ καμία ἄλλη νοηματικὴ κατεύθυνση. Ἔχει ἀπηυδήσει λοιπὸν ὁ ποιητὴς τῆς «Ἰθάκης» ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πολύβουα δρομάκια τοῦ ἄστεως; Θέλει τὴν ἀπομόνωσή του καὶ τὴ συντροφιὰ μόνο τῶν ζώων μέσα στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνοιχτοῦ χώρου; Καὶ γιατί ὁ δημιουργός του τὸ ἄφησε παραπεταμένο στὴν ἄκρη; Τὸ θεώρησε ἁπλοϊκὸ κατασκευάσμα, ποὺ δὲν χωροῦσε στὸ ἔργο του τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, καθὼς ὁ ποιητὴς ὑψωνόταν σὲ διαρκεῖς φιλοσοφικὲς ἐνατενίσεις μέσα ἀπὸ τὰ ποιήματά του;

Ὁ Μ. Πιερῆς (1981) τὸ χαρακτήρισε ὡς ἐντελῶς ἀρνητικὸ στίγμα μέσα στὴν περίοδο τῆς ὡριμότητάς του. Τάχα πολὺ παιδικὸ καὶ πολὺ παιχνιδιάρικο, ἀλλὰ καὶ πολὺ σοφὸ τὸ ἐξέλαβε ὁ Κυριάκος Χαραλαμπίδης (1980). Ὡστόσο τὸ ποίημα αὐτὸ, διαφυγὴ κατὰ τὴ γνώμη μου ἀπὸ τὴ λανθάνουσα ρομαντικὴ διάθεση τοῦ ποιητῆ, ὅσο καὶ νὰ εἶχε στὸ μεταξὺ ἀποστασιοποιηθεῖ ἀπὸ αὐτήν, εἶναι πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ψυχολογικῆς κατὰστασης τοῦ ποιητῆ. Ἐδῶ βρισκόμαστε στὰ δύσκολα χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ Καβάφης «προσέχει» πολὺ τὴν ἰδιωτική του ζωή, ὅπως προσέχει καὶ τὴν ὑψηλὴ ποιότητα τῆς ποίησής του ποὺ φροντίζει ἀγωνιωδῶς νὰ εἶναι ἀψεγάδιαστη. Ἡ ἔνταση αὐτὴ τὸν κατατρώει. Κάποια στιγμὴ θέλει νὰ ἀνασάνει, νὰ νιώσει ἐλεύθερος καὶ νὰ ξεκουραστεῖ. Νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὰ βλέμματα τῆς ἀδιακρισίας. Ἐπιζητᾶ λοιπὸν τὴν κάθετη ἀλλαγὴ μὲ ἕναν σχεδὸν αἰφνίδιο τρόπο: ἐκδηλώνει πάραυτα μιὰ τάση φυγῆς ἀπὸ τὴν κοσμοσυρροὴ τῆς πόλης καὶ τὴν παράδοσή του στὴ γαλήνη τῆς ἐξοχῆς. Ξεσπάει μὲ ἀπροκάλυπτη τὴν ἔκφραση μιᾶς ἐξεζητημένης γιὰ τὰ μέτρα του ἐπιθυμίας: «νἄχω ζῶα, ἄ, νἄχω ζῶα». Καὶ ἀπαριθμεῖ στὸ ποίημα πράγματα καὶ τρόπους ζωῆς ποὺ λείπουν ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν πραγματική του ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ποίησή του. Αὐτὴ βέβαια ἡ κρίση εἶναι στιγμιαία, εἶναι ἴσως μιὰ ψευδαίσθηση. Ὁ ποιητὴς συνέρχεται, διάγει πάλι τὸν ἰδιόμορφα μονήρη βίο του καὶ ὁμνύει εἰς μάτην. Καὶ κυρίως εἰσάγει στὴν ποίησή του ὅλο καὶ περισσότερα στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν στὸ ἐντελῶς στενὸ πραγματολογικὸ περιβάλλον τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀστοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κλείνεται σθεναρὰ στὸ σῶμα του, στὸ μυαλό του, στὶς μύχιες αἰσθήσεις του, μακριὰ ἀπὸ κάθε μνεία ἀνοικτῶν ὁριζόντων, ἐκτὸς ἐκείνων τῆς ἱστορίας. Τὸ ποίημα, ποὺ σημειωτέον ξεχωρίζει γιὰ τὴν γνωστή, αὐτάρεσκη καὶ παιγνιδίζουσα χάρη τοῦ Καβάφη, ἔμεινε ἔκτοτε στὴν ἄκρη ἀδρανές. Καὶ μαζὶ του ἔμειναν σὲ ἀχρησία καὶ οἱ ἀσθενεῖς ὑποψίες τῶν περὶ ἄλλου τρόπου ζωῆς ἐκφραστικῶν σχημάτων, μὴ βρίσκοντας πλέον χῶρο νὰ ἀναπτυχθοῦν σὲ μιὰ κατεξοχὴν «δραματικὴ ποίηση» (Ἄγρας). Ἐξ ἄλλου μέσα σὲ ὅλον τὸν Καβάφη δὲν ὑπάρχει καμία μεταφορά, μόνο κυριολεξίες (Γ. Θέμελης, 1964). Πῶς νὰ θεωρήσει λοιπὸν ἀντιπροσωπευτικό του ὁ Καβάφης ἕνα τέτοιο ποίημα; Ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτά, ἐγὼ ποὺ εἶμαι ἐμψυχωτὴς καὶ λάτρης τοῦ ἀνοιχτοῦ χώρου, τῆς πρωτογενοῦς καὶ ἀνέγγιχτης φύσης, τὸ διαβάζω καὶ τὸ ξαναδιαβάζω συνεχῶς. Καὶ πάντα γοητεύομαι. Ἠλίας Κεφάλας 5


ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Συνέντευξη)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

«Γεράνι μὲς στὴ γλάστρα ποὺ ἡ χαραυγὴ τὴν ποτίζει» (Ραφαὲλ Ἀλμπέρτι) Ἐρωτήματα τῆς Μαρίας Διαλούπη

ΕΡ.: Τί ἐννοεῖτε μὲ τὸν ὅρο «ποιητικὴ εἰκόνα»; Πῶς ἀποτυπώνεται; Ὁ ποιητὴς προσπαθεῖ νὰ καταστήσει τὴν ποιητικὴ εἰκόνα ἁπτὴ μὲ τὸν λόγο; Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ πῶς ἀποτυπώνεται ἢ ὄχι ἡ ποιητικὴ εἰκόνα, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ δοῦμε γενικότερα τὴν ἔννοια τῆς εἰκόνας. Ὑπάρχουν δύο εἴδη εἰκόνας στὴν Τέχνη. Ἡ εἰκαστικὴ καὶ ἡ ποιητικὴ εἰκόνα. Νὰ πῶ, ἐξ ἀρχῆς, ὅτι τόσο ὁ ὅρος «εἰκαστικὴ» ὅσο καὶ ὁ ὅρος «ποιητικὴ» εἰκόνα, εἶναι ὅροι καταχρηστικοί. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητοι γιὰ νὰ καταγράψουμε τὶς διαφορὲς ποὺ ἔχουν τὰ δύο εἴδη τῆς εἰκόνας, ὅπως ἐμεῖς τὰ ὀρίζουμε. Εἰκαστικὴ εἰκόνα εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀποτυπώνεται, π.χ στὸν καμβά (δηλαδὴ ἡ ζωγραφικὴ εἰκόνα) ἢ ἐκείνη ποὺ ἀναπαρίσταται στὸ φὶλμ (δηλαδὴ ἡ φωτογραφία ἢ ἡ κινηματογραφικὴ εἰκόνα). Εἴπαμε ἤδη ὅτι ἡ εἰκαστικὴ εἰκόνα ἀναπαρίσταται. Ἀντίθετα, τὸ δεύτερο εἶδος τῆς εἰκόνας, δηλαδὴ ἡ ποιητικὴ εἰκόνα δὲν ἀναπαρίσταται. Σ’ αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ θὰ στηρίξουμε, κατ’ ἀρχάς, τὴν ὅποια ἀνάλυσή μας γιὰ τὴν ποιητικὴ εἰκόνα. Ἡ ποιητική, λοιπόν, εἰκόνα, δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ μὲ τὶς αἰσθήσεις (μὲ τὴν ὅραση) ἀλλὰ μὲ τὸν νοῦ. Εἶναι, δηλαδή, μιὰ νοητὴ εἰκόνα. Δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ ἐμᾶς ἀλλὰ μέσα σὲ μᾶς. Νὰ μιὰ δεύτερη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δυὸ εἰκόνες. Βέβαια ἡ τρίτη καὶ πιὸ ἀκριβὴς διαφορὰ εἶναι πὼς ἡ εἰκαστικὴ εἰκόνα φτιάχνεται μὲ χρώματα καὶ σχήματα (καὶ σελιλόιντ), ἐνῶ ἡ ποιητικὴ εἰκόνα φτιάχνεται ἀπὸ λέξεις. Ἑπομένως, μποροῦμε τώρα καλύτερα νὰ ποῦμε πὼς ἡ μιὰ ἀπευθύνεται στὶς αἰσθήσεις ἐνῶ ἡ ἄλλη στὴν νόηση. Νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιῶς; Ἡ ποιητικὴ εἰκόνα «λέγεται», δὲν «δείχνεται». Ἂν ἤθελα, τώρα νὰ μιλήσω κάπως πιὸ «εἰδικά», θὰ ἔλεγα πὼς ἀφοῦ ἡ ποιητικὴ εἰκόνα δὲν ἀποτυπώνεται στὴν ὕλη, δηλαδὴ στὴν φύση, στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὅμως, σημαίνει καὶ πὼς δὲν ἀντιγράφεται. Μένει, λοιπόν, νὰ ποῦμε πὼς αὐτὴ ἡ εἰκόνα δημιουργείται ἀπὸ τὸ μηδέν, δὲν ἀναπαράγεται. Θὰ πεῖτε, ὅμως, καὶ τὰ «Ἡλιοτρόπια» τοῦ Βὰν Γκὸγκ ἢ οἱ ὑπερρεαλιστικὲς εἰκόνες τοῦ Νταλὶ ποῦ ὑπάρχουν στὴν φύση; Αὐτὲς ὅμως δὲν εἶναι ποιητικές εικόνες. Εἶναι ἡ ποίηση ποὺ βάζει ὁ καλλιτέχνης μέσα σ΄αὐτές, εἶναι δηλαδὴ ἡ ὑποκειμενική του ματιά. Ὅπως ὑπάρχει καὶ ἡ ὑποκειμενικὴ ματιὰ τοῦ θεατῆ, ποὺ ἑρμηνεύει τὴν εἰκόνα ὅπως αὐτὸς νομίζει. Νὰ σημειώσουμε, πάνω σ’αὐτό, μιὰ σχετικὴ φράση τοῦ Παζολίνι ποὺ λέει: «Εἶναι τελείως βέβαιο ὅτι οἱ ματιὲς ἑνὸς χωρικοῦ μιᾶς καθυστερημένης περιοχῆς τῆς γῆς καὶ ἑνὸς καλλιεργημένου ἀστοῦ, ὅταν βλέπουν κάτι, ἀγκαλιάζουν δύο διαφορετικὲς μορφὲς πραγματικότητας. Ὄχι μόνο ἀντιλαμβάνονται δύο διαφορετικὲς σειρὲς πραγμάτων ἀλλὰ καὶ ἀκόμη τὸ ἴδιο τὸ 6

ἀντικείμενο παρουσιάζει, στὶς δυὸ ματιές, δύο διαφορετικὰ πρόσωπα». Ἡ εἰκόνα δηλαδὴ τοῦ καθενὸς ἀπ΄ αὐτοὺς εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν πρωτότυπη, καμμιὰ ὅμως ἀπὸ τὶς δυὸ δὲν εἶναι ποιητική. Ἁπλῶς, ὑπάρχει μιὰ ἄλλη ἐκδοχή, μιὰ ἄλλη ἑρμηνεία τῆς φύσης, ἀκόμη καὶ μιὰ προέκτασή της ποὺ δίνεται ἀπὸ τὴν ματιὰ τοῦ δημιουργοῦ ἢ τοῦ θεατῆ καὶ ποὺ τὴν δημιουργεῖ ἡ ποίηση. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὲς ποιητικὲς εἰκόνες. Αυτὲς εἶναι εἰκαστικὲς εἰκόνες ποὺ ἔχουν μέσα τους ποίηση καὶ ποὺ ἀναπαρίστανται. Εἶναι ἄλλο ὅμως ἀπὸ τὴν ποιητικὴ εἰκόνα, ποὺ δὲν ἀναπαρίσταται. Νὰ δώσω ἐδῶ ἕνα πρῶτο παράδειγμα ποὺ μᾶς δείχνει τὴν διαφορὰ τῆς ποιητικῆς ἀπὸ τὴν εἰκαστικὴ εἰκόνα. Ἡ εἰκόνα, ἀπὸ μακρυά, ἑνὸς μπλὲ λεωφορείου ποὺ ἀνεβαίνει μιὰ κίτρινη πλαγιά, εἶναι μιὰ εἰκαστικὴ εἰκόνα. Ἡ εἰκόνα, τώρα, ἑνὸς μπλὲ λεωφορείου ποὺ ἀνεβαίνει μιὰ κίτρινη πλαγιὰ καὶ ποὺ μέσα του ταξιδεύουν χαρούμενοι ἄνθρωποι, χωρίς νὰ φαίνονται, εἶναι μιὰ ποιητικὴ εἰκόνα. Ἄρα ἡ ποιητικὴ εἰκόνα προέρχεται, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπιπλέον πληροφορία. Τὴν πληροφορία ποὺ συμπληρώνει αὐτὸ ποὺ δὲν βλέπουμε καὶ ποὺ τὴν δίνει, σ΄αὐτὴ τὴν περίπτωση, μόνο ὁ λόγος. Ἔτσι ὁ λόγος, δηλαδὴ ἡ ποίηση, μοιάζει νὰ εἶναι ὁ καταλύτης, ἡ μαγιὰ στὴν Τέχνη γιὰ νὰ λάβει ἡ εἰκόνα μιὰ ἄλλη ὑπόσταση, νὰ γίνει δηλαδὴ ποιητικὴ. Ἂς πάρουμε ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἀπὸ ἕνα ποίημα τοῦ Λόρκα. Σ’ ἕνα ἀπόσπασμα αὐτοῦ τοῦ ποιήματος, βλέπουμε μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἰκόνες ποὺ εἶναι εἰκαστικὲς καὶ μάλιστα κινηματογραφικές. Εἶναι ἀκόμη διαδοχικές, θὰ μποροῦσαν συνεπῶς νὰ προβληθοῦν στὴν ὀθόνη σὰν μιὰ ἑνότητα, μιὰ σεκάνς, ὅπως λένε στὸ σινεμά. Λέει τὸ ποίημα: «Σὰν περάσαμε τὰ βατόμουρα/ τὰ σκοῖνα καὶ τ’ἀγκάθια/ κάτω ἀπ’τὸν κότσο τῶν μαλλιῶν της/ μιὰ τρύπα ἔγινε στὰ λασπονέρια./ Ἔβγαλα ἐγὼ τὴ γραβάτα/ Ἐκείνη τὸ φόρεμα/ Ἐγώ τὴ ζώνη μου μὲ τὸ πιστόλι./ Ἐκείνη τὰ τέσσερά της μπλουζάκια./ Μήτε νάρδοι μήτε σαλιγκάρια/ ἔχουν τόσο φίνο τὸ δέρμα/ μήτε τὸ κρύσταλλο μὲ τὸ φεγγάρι/ δὲ λάμπουνε μ’αὐτὴ τὴ λάμψη./ Οἱ μηροί της μοῦ ξεφεῦγαν σὰν ψάρια ξαφνισμένα». Αὐτὸς ὁ τελευταῖος στίχος εἶναι εἰκόνα ποιητική! Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν δείξεις στὸ σινεμά. Μπορεῖς μόνο νὰ τὴν πεῖς στὸ ποίημα. Καὶ εἶναι τὸ ἀπάνθισμα ἀπ’ ὅλες τὶς προηγούμενες εἰκόνες κι αὐτὴ ποὺ κάνει ὅλη τὴν σκηνή ἕνα ποίημα. ΕΡ: Μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεράνει διαφορετικὰ πράγματα, νὰ συμπεράνει δηλαδὴ τὴν ποιητικὴ εἰκόνα μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἢ μὲ ἴδιο; Ἡ ἀπάντηση ἔρχεται καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἀπὸ αὐτὸ ποὺ διευκρινίσαμε πρίν. Ὅτι δηλαδή, δὲν πρέπει νὰ συγχέ-


ουμε τὴν ποιητικὴ εἰκόνα μὲ τὴν ἑρμηνεία μιᾶς εἰκαστικῆς εἰκόνας. Συνήθως ἡ εἰκαστικὴ εἰκόνα ἔχει πολλὲς ἑρμηνεῖες, πολλὲς ὄψεις, ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε ἴδιες μεταξύ τους, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ποιητικὴ εἰκόνα ποὺ ἔχει μόνο μιὰ ἐκδοχή. Ἢ ἂν τὸ λέγαμε ἀλλιῶς, ἡ ποιητικὴ εἰκόνα δὲν ἐπιδέχεται ἑρμηνείας, δηλαδή εἶναι πιὸ συγκεκριμένη. Εἶπαν ὅτι «ἡ Αριστερὰ στὴν Ἀμερικὴ ἔλεγε παλιὰ ὅτι ἡ τραγωδία δὲν εἶναι στὸ Βιετνὰμ ἀλλὰ στὶς ΗΠΑ». Ἂν τὸ δοῦμε κι ἐμεῖς ἔτσι, ἀντίθετα ἀπ’ ὅτι θὰ περίμενε κανείς, ἡ ποιητικὴ εἰκόνα ἂν καὶ εἶναι νοητή, εἶναι πιὸ συγκεκριμένη, πιὸ στέρεη, σὲ σχέση μὲ τὴν εἰκαστικὴ ποὺ παρ’ ὅ,τι προέρχεται ἀπὸ τὴν ὕλη (χρῶμα, σχῆμα κ.λ.π), εἶναι πιὸ ἀφηρημένη. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ εἰκαστική, ὡς ὑλικὴ εἰκόνα, δέχεται περισσότερες ἑρμηνεῖες ἀπὸ τὴν ποιητικὴ εἰκόνα ποὺ, ἂν καὶ νοητή, ἑρμηνεύεται μὲ πολύ λίγες παραλλαγές. Ἴσως ἡ φαντασία νὰ συνεργάζεται περισσότερο μὲ τὴν ὕλη παρὰ μὲ τὴν νόηση, ποὺ εἶναι ἄυλη. Ἀλλὰ εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ ἑρμηνεία μιᾶς εἰκόνας καὶ ἄλλο ἡ ποιητικὴ εἰκόνα.

Πάντως, ἀντικειμενικά, ἕνα ἔργο τέχνης δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες ἢ τὰ προτερήματά του ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐντύπωση ποὺ προκαλεῖ. Εἴτε τὴν πρώτη φορὰ εἴτε τὴν δεύτερη. Τώρα ἂς κάνουμε αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶτε. Ἂς διαβάσουμε ἕνα ποίημά μου καὶ ἂς μιλήσουμε λίγο πάνω σ’ αὐτὸ γιὰ τὴν ποιητικὴ εἰκόνα. Θὰ ἀκούσετε τὸ ποίημα «ΑΜΛΕΤ», ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Ἡ σιωπηρὴ ἀναχώρηση τῶν ἑσπερινῶν μουσικῶν. Ἕνα ποίημα γιὰ τὴν παρακμή.

ΕΡ: Ἡ ποιητικὴ εἰκόνα ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτόν ποὺ διαβάζει τὸ ποίημα (τὸν δημιουργό καὶ τὸν ἀναγνώστη); Παράδειγμα: νὰ ἀκούσουμε ἕνα ποίημά σας καὶ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν ποιητικὴ εἰκόνα;

Ἂς ποῦμε κάποια λόγια σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ θέμα μας, τὴν εἰκόνα. Βλέπουμε ὅτι οἱ τρεῖς πρῶτοι στίχοι αὐτοῦ τοῦ ποιήματος εἶναι τρεῖς διαφορετικὲς ποιητικὲς εἰκόνες. Ὁ πρῶτος στίχος «Δὲν εἶμαι πιὰ ἕνας ἄνεμος ἀπὸ στήθη ἀγαπημένος», εἶναι ἕνας στίχος ποὺ μᾶς δημιουργεῖ μιὰ αἴσθηση. Τὴν δροσιὰ μιᾶς βραδυνῆς αὔρας δίπλα στὴν θάλασσα ἢ ἑνὸς ἀνοιξιάτικου πρωινοῦ, κάπου στὴν ἐξοχή, ὅταν ἤμασταν παιδιά ἢ ἀκόμη καὶ νέοι, μὲ ἀνοιχτὸ τὸ πουκάμισό μας στὸ στῆθος. Ἐκεῖνο τὸ ἁπαλὸ χάδι τῆς νυχτερινῆς αὔρας ἢ τοῦ πρωινοῦ ἀνέμου, εἶναι μιὰ ἀγάπη γιὰ τὴν ζωή, μιὰ αἰσιοδοξία ἢ μιὰ ὑπόσχεση, μιὰ χαρὰ ποὺ ἀποτυπώνεται πάνω στὸ τρυφερὸ στῆθος μας. Καὶ ποὺ μένει ἀξέχαστη σὰν μιὰ μοναδική, ἀγαπημένη μας ἐμπειρία. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἑπόμενος στίχος «δὲν εἶμαι νύχτα σὲ νυφικὸ οὐρανό», δοσμένος μὲ τὸν ἴδιο ἀποφατικὸ τρόπο, δηλώνει κι αὐτὸς μιὰ εἰκόνα ποὺ περιγράφει, χωρὶς νὰ ἀποτυπώνει, μιὰ ἰδιαίτερη νύχτα ποὺ τὴν ὀμορφιά της αἰσθάνεται μόνη, ἀπ’ὄλους γύρω της, ἡ νύφη μιᾶς καὶ εἶναι μιὰ μοναδική νύχτα στὴν ζωή της. Τέλος, ὁ τρίτος στίχος «οὔτε ξημέρωμα παιδικὸ ἀπὸ ταξίδια», εἶναι ἕνα γλυκὸ ξημέρωμα στὴν αὐλὴ ἢ τὸν δρόμο, ἡ ἀρχὴ μιᾶς ἠμέρας, ὅπως τὴν ἔβλεπαν τότε τὰ παιδικά μας μάτια βγαίνοντας ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ μᾶς εἶχαν ξυπνήσει γιὰ νὰ πᾶμε ἕνα ταξίδι μὲ τοὺς γονεῖς μας ἢ μιὰ ἐκδρομὴ μὲ τὸ σχολεῖο μας. Ὅλες αὐτὲς εἶναι ποιητικὲς εἰκόνες ποὺ τὶς «βλέπουμε» μόνο μὲ τὴν συγκίνησή μας καὶ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ παρασταθοῦν πουθενὰ στὴν ὕλη. Ἀντίθετα μὲ τὴν τελευταία εἰκόνα ποὺ εἶναι εἰκαστική. Τέλος α΄ μέρους

Μιλήσατε γι’ αὐτὸν ποὺ διαβάζει καὶ εἴπατε ἀκόμη «ν’ ἀκούσουμε ἕνα ποίημα». Ἐδῶ βάζετε ἕνα θέμα ποὺ εἶναι γνωστὸ στὴν ποίηση ὡς δίλημμα, γιὰ τὸ ἂν εἶναι προτιμότερο νὰ διαβάζει κανεὶς τὸ ποίημα (ὡς ἀναγνώστης) ἢ νὰ τὸ ἀκούει (ὡς ἀκροατής). Ἢ ἀλλιῶς ἂν ἡ ποίηση πρέπει νὰ τυπώνεται ἢ νὰ ἀπαγγέλλεται. Ἐμεῖς δὲν θὰ ἀπαντήσουμε ἐδῶ σ’ αὐτὸ ἀλλά, ὅπως καὶ νἄχει, νομίζω ὅτι ἡ ποιητικὴ εἰκόνα δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση ἢ τὴν ἀκρόαση τοῦ ποιήματος. Παρ’ ὅλο ποὺ στὴν μιὰ περίπτωση γίνεται ἀντιληπτὴ μέσα ἀπὸ τὴν ὅραση καὶ στὴν ἄλλη μέσα ἀπὸ τὴν ἀκοή, ὁ στίχος ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχεται, καὶ στὴν μιὰ καὶ στὴν ἄλλη ἐκδοχή, γίνεται εἰκόνα μέσα μας. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν εἰκαστικὴ εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει στὸν χῶρο, ἔξω ἀπὸ ἐμᾶς. Τώρα ἂν ἐννοεῖτε πὼς μιὰ καλὴ ἀπαγγελία ἢ μιὰ πιὸ προσεκτικὴ ἀνάγνωση μπορεῖ νὰ ἀποκαλύψει περισσότερες πτυχὲς τῆς ἴδιας εἰκόνας, πρὸς ὠφέλειά μας, αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ συμβαίνει γενικότερα στὴν Τέχνη. Ὅταν, λόγου χάρη, βλέπουμε μιὰ ζωγραφιὰ ἢ ἕνα ἔργο στὸν κινηματογράφο ἢ ὅταν διαβάζουμε ἕνα ποίημα, περισσότερο ἀπὸ μιὰ φορά, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἀνακαλύπτουμε ὁλοένα καὶ περισσότερα χαρίσματα μέσα του. Ὅπως ἐνδεχομένως καὶ κάποιες ἀδυναμίες ποὺ δὲν τὶς εἴχαμε προσέξει «μὲ τὴν πρώτη».

ΑΜΛΕΤ Δὲν εἶμαι πιὰ ἕνας ἄνεμος ἀπὸ στήθη ἀγαπημένος. Δὲν εἶμαι νύχτα σὲ νυφικὸ οὐρανὸ οὔτε ξημέρωμα παιδικὸ ἀπὸ ταξίδια. Εἶμαι ὁ Ἄμλετ ποὺ ἀντίκρυσες καὶ τὰ μάτια σου στάθηκαν ὅπως τὰ πουλιὰ πάνω ἀπὸ τὰ νεκρὰ ποτάμια.

7


ΜΑΡΘΑ ΦΡΙΝΤΖΗΛΑ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ ΤΟΠΙΟ

Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ τοπίου εἶναι ἱκανὴ νὰ σὲ τρελάνει. Ἡ λάσπη σχηματίζει βουνά, λακοῦβες καὶ δρομίσκους ποὺ ὁδηγοῦν σ’ ἕνα ρηχὸ κατηφορικὸ φαράγγι. Στὶς γουβίτσες ἀπ’ τὰ χνάρια τῶν ζώων φυτρώνει χιόνι καὶ λίγος πάγος. Θυμήθηκα τὸ κορίτσι ἀπ’ τὸ Περού ποὺ δάκρυζε κρυσταλλάκια ἀπ’ τὰ μάτια καὶ τὴν προσκυνοῦσαν κλαίγοντας οἱ πατατάνθρωποι. Τὸ κορίτσι αὐτό ἴσως νὰ τὸ ἔλεγαν Ἀμέλια ἢ Ὀρτανσία. Δὲν μπορῶ νὰ φέρω τώρα στὴν μνήμη ἂν ξαφνικὰ ἔπαψε νὰ δακρύζει κρυσταλλάκια ἢ ἂν ἔχασε ὅλη τὴν δύναμή της ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόγευμα ποὺ λιποθύμησε στὴν μέση τῆς πλατείας τὴν ὥρα τῆς περιφορᾶς τοῦ Ἐπιταφίου.

Τὸ μυαλό τους δὲν κοιμόταν μήτε ἡσύχαζε, ἔβοσκε σὲ τρύπες μέσα στὴν πιὸ πυκνὴ σκιά. Ἀκούγανε τὰ λόγια μου μὲ προσοχὴ κι ἔκριναν χωρὶς ἀλαζονεία ἢ ἀπροθυμία. Ἀναζητοῦσα μιὰ ἀσφαλὴ λύση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὰ παιδιά μου θὰ καταφέρουν νὰ πατήσουνε τοῦ φιδιοῦ τὸ κεφάλι.

Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ Εἶχε νυχτώσει γιὰ τὰ καλά. Μόλις εἶχα τελειώσει τὸ μπάνιο μου καὶ καθόμουν στὸ κρεβάτι φορώντας τὴν ρόμπα μου. Ἀπὸ τὴν κουζίνα ὁ βραστήρας μοῦ φώναξε πὼς τὸ νερὸ ἦταν ἕτοιμο. Τὴν στιγμὴ ποὺ σηκωνόμουν γιὰ νὰ πάω νὰ βάλω τὸ τσάι, ἄκουσα θόρυβο στὴν ἐξώπορτα. Στάθηκα. Ὁ θόρυβος σταμάτησε, πῆγα νὰ κάνω ἕνα βῆμα κι ἀκούστηκε σιγανὴ μιὰ φωνή. Μιλοῦσε σὰν νὰ μὴν ἤθελε νὰ τὸν ἀκούσουν οἱ γείτονες: -Μάρθα; Μπορεῖτε νὰ μοῦ ἀνοίξετε; Εἶναι ἀνάγκη. -Ποιός εἶστε; -Εἶμαι ὁ Ρήγας Φερραῖος, σᾶς ἔφερα ἕνα βιβλίο μου. -Ἐσεῖς; Πῶς μὲ βρήκατε; Πῶς γνωρίζετε ποῦ μένω; -Μάρθα, γνωρίζω περισσότερα ἀπὸ ὅσα ὑπολογίζετε. Θὰ μοῦ ἀνοίξετε; Ξεκλείδωσα καὶ δίχως τὸν παραμικρὸ δισταγμὸ ἄνοιξα διάπλατα τὴν πόρτα. Ὁ Ρήγας Φερραῖος στεκόταν καὶ μὲ κοιτοῦσε μὲ τὰ ὁλοστρόγγυλα μάτια του. Σήκωσε τὸ χέρι καὶ μοῦ πρόσφερε τὸ βιβλίο. -Ὁρίστε. Σᾶς τὸ δανείζω. -Δὲν θέλετε νὰ περάσετε μέσα; Μόλις ἑτοίμαζα τσάι. -Ὤ, ὄχι, εἶμαι περαστικός. Δὲν ἔχω χρόνο γιὰ ἐπισκέψεις. Μόλις τὸ διαβάσετε θὰ ξαναπεράσω νὰ τὸ πάρω. -Δὲν ἔχω λόγια, δὲν ἔχω λόγια, εἶπα καθὼς ἔπαιρνα στὰ χέρια τὸ βιβλίο. Τὸν εὐχαρίστησα, καληνύχτισα κι ἔκλεισα τὴν πόρτα. Ἐνῶ κατευθυνόμουν στὴν κουζίνα, μοῦ ἦρθε στὸν νοῦ ἡ εἰκόνα του ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ἱστορίας. Εἶναι πολὺ πιὸ ἀδύνατος ἀπὸ κοντά.

8

Ψιθύρισαν: Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί οἱ σκέψεις σου ζητᾶνε ἀπόκριση ἐπειδὴ προσδοκᾶς τοὺς τέλειους ἀπογόνους. Μὴν ὀνειρεύεσαι τὴν μάχη ἔχει χαθεῖ ἀπὸ καιρὸ κι ὄλα τὰ ἔθνη τῶν ἀπογόνων σου θὰ εἶναι πρόσκαιρα καὶ γι’ αὐτὸ εὐλογημένα. Καὶ τώρα γύρνα πίσω οἱ φύλακες ἕνα μας νεῦμα περιμένουν καὶ θὰ σοῦ δείξουνε τὸν δρόμο. Εὐχαρίστησα σκύβοντας τὸ κεφάλι ταπεινὰ καὶ εἶδα λυμένο τὸ κορδόνι τοῦ παπουτσιοῦ μου. Μάρθα Φριντζήλα


ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΣΕΛΙΔΑ ΑΠΟ ΧΩΜΑ Καὶ

νὰ ὁ γιατρός, δεινὸς κολυμβητής, πλησιάζει στὴν ἀποβάθρα μὲ ἁπλωτές. Τὸν περιμένουν ἕνα ζευγάρι ὑποδήματα καὶ μιὰ πετσέτα. Κι ἐπίσης πατέρας καὶ κόρη, ἐν παραλλήλῳ κάθε φορά, σχεδὸν πάντα τὴν ἴδια ὤρα, μ’ ἐκείνη νὰ τὸν ἀφήνει λίγο πιὸ μπροστά. Κι ἀκόμη οἱ δυὸ συνταξιοῦχοι. Μὲ καπελάκι δὲν ἀπομακρύνονται πολύ, σχεδιάζουν νὰ εἶναι γρήγορη κι εὐκταία ἡ ἐπιστροφή. Ὅλοι αὐτοὶ σὲ λίγο θὰ ἐξαφανιστοῦν ἀπὸ τὴν ὅραση. Ἡ στεριὰ ποὺ περπατοῦν θὰ καλύψει εὔκολα τὰ ἴχνη τους. Μόνο γιὰ λίγο ἡ πλατιά, δύσκολη στὸ νὰ τὴ διασχίσεις ἐπιφάνεια, θὰ ἔχει προβάλλει κάτι ἀπ’ τὸν καθένα. Χτιστὲς πετροῦλες πέφτετε, σὰν σᾶς χτυπᾶ βαριὰ ἡ μπάλα τῶν παιδιῶν, ξεκολλώντας ἀπ’ τὴ μάντρα. Μὰ ἐγὼ μὲ μιὰ κίνηση ἁπλὴ σᾶς βάζω πάλι πίσω, καλύπτοντας ὄλα τὰ κενά, ἀφοῦ ἀνήκετε στὸ ἔργο. Ἔντονο κίτρινο τοῦ τριφυλλιοῦ, νὰ εἶσαι ἐσὺ ποὺ ἡ θάλασσα σήμερα πῆρε ἕνα χρῶμα ἀτόφιο; Ὅταν πέφτει τὸ σκοτάδι, ἡ βροχὴ ἀκούγεται περισσότερο.

v Ἔχει

τριάντα χρόνια νὰ ’ρθει πίσω, σαράντα δύο ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγε κορίτσι, καὶ τώρα ἀπ’ τὸ τηλέφωνο δὲν χορταίνει ἑλληνικὰ (τ’ ἀκούει ἀπὸ μιὰν ὑπάλληλο τῆς τράπεζας τυχαία). Βροχὴ στὴ Βαλτιμόρη ἀπ’ τὸ πρωὶ τῆς λέει, βρέχει καταρρακτωδῶς γιὰ δέκα μέρες, κι ἕνα φῶς παλιὸ τὴ φτάνει, καθὼς ἀκούει τὴν ἀπάντηση ἀπ’ τὸ σύρμα.

Διασχίζοντας ἀπ’ τὴν μιὰ ὣς τὴν ἄλλη ἄκρη τὸ παρά-

θυρο κι ἀκολουθώντας μὲ τὸ βλέμμα τὴν πορεία του, σκέφτομαι τοὺς ἐπιβάτες αὐτοῦ τοῦ ἀεροπλάνου, ποὺ ἀντίθετα ἀπὸ μένα περνᾶνε ὧρες στὸν οὐρανό, ταξιδεύοντας ἴσως ἀπ’ τὴν μιὰν ἄκρη τῆς γῆς στὴν ἄλλη. Γίνονται ἄνθρωποι καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσης. Νά, ὅπως ἡ θάλασσα. Γαλήνια, μὲ μικρὰ σπασίματα μόνο στὴν ἐπιφάνειά της, ποὺ δηλώνουν ἐσωτερικότητα καὶ βάθος, διστακτικὴ μᾶς δροσίζει τὴν πατούσα, κι ὕστερα χαιρετάει μὲ χαμόγελο καὶ πάει παραπέρα.

v Ἀπ’ τὴ μακρινὴ βρύση κατευθείαν τὸ νερὸ στὸ διψασμένο

στόμα (τὸ ρουφοῦσαν προτεταμένα χείλη) ἢ στὶς γλαστροῦλες μὲ τὰ γεράνια… Λάστιχο ποτίσματος τῆς δεκαετίας τοῦ ’60, σὰν φίδι ἄκακο τοῦ κήπου, κάπου κουλουριασμένο ἀκόμα. Τζαμάκια σπασμένα μὲ μορφὲς ποὺ ἔχουν ἀπ’ τὸν ἥλιο σβήσει. Χῶμα ἀφράτο ὅπου ἀνήκουμε καὶ φῶς ποὺ σπαταλιέται στὰ μάρμαρα. Ὑπομονή, μέχρι νὰ πέσει ἠ νύχτα, νὰ λάμψουνε ψηλὰ τ’ ἀστέρια, νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ νὰ γίνουμε ἕνα, ἀφοῦ ἡ μέρα μᾶς χωρίζει. Χῶμα τῆς πατρίδας μου: μικρὴ ἄπλα γιὰ τὶς ἀποικίες τῶν φυτικῶν πληθυσμῶν, κυρίως τῶν χαμηλῶν μυριστικῶν θάμνων ποὺ προσπερνᾶμε μὲ ἀπαρέσκεια στὸ διάβα μας. Πλησιάζει τὴ θάλασσα τὸ μικρὸ χελωνάκι. Τὰ τεράστια κύματα τὸ σπρώχνουν πρὸς τὰ ἔξω. Ὅμως αὐτὸ ἐπιμένει νὰ μπεῖ στὸ ἄπειρο νερό, σὰν νὰ ἀνοίγει τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του.

Σπῦρος Γεωργίου

9


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΝΑΤΣΗΣ

ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΑ

H ΑΦΙΣΑ

ἀποσπάσιμα ἡμερολογίου στὴ μνήμη τῆς Μάρθας Πύλια Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 1984 (…) τρεῖς λάκκους στὸ χῶμα, τριάντα ἑκατοστὰ βάθους, ἔσκαβα ‘χθές· στὶς δυὸ φύτεψα ἀχλαδιές, στὴν τρίτη κερασιά. Τ’ἀπόγευμα ἔκοβα ξύλα, σκαμνιές, κι ὁ ἀγέρας μάνιαζε βγάνοντας τὰ νερὰ τῆς λίμνης στὸν Μῶλο. (…) Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 1984 (…) σιμὰ στὶς σαράντα ὀκτὼ ὧρες μὲ τὸν ἀγέρα συντροφιά. Ἀπὸ τὰ Περιστέρια καὶ τὸ Λάκμο ποδοβολάει Ἀνατολίσιος σὲ κύματα, βουητό μεγάλο. Ἡ λίμνη, στολισμένη ἀσπίδα, ἀνταριάζει καὶ στὸν ἀγέρα προτάσσει ὑγρό, τὸ στοιχειὸ τὴς Κυρα-Φροσύνης. Τὴν Παμβώτιδα πάντα ἀναστατώνει τοῦτος ὁ ἀγέρας· ἀνακατώνονται τὰ σωθικά της καὶ τὰ ψάρια κολυμπᾶνε στὰ βαθιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὴ μανία ποὺ τὰ θέλει στεριανά (…). Ξεμπρατσώνονται ἀγέρας καὶ νερό, σ’ ἁλώνι (…). Κοιτάζουν τότες οἱ Γιαννιῶτες τὸ σύννεφο ποὺ ραπίζει μὲ τὸν ἀγέρα· ἂν ἀπὸ τοῦ βουνοῦ τὴ ράχη φύγει ἢ καρφωθεῖ. Ἂν καρφωθεῖ, κι ὁ οὐρανὸς μείνει βαρύς, χιόνι ἢ βροχὴ θὰ ‘χει ἡ πόλη. Ἂν πάλι σηκωθεῖ δυτικὸς ἀγέρας ἀπὸ τοῦ Κάστρου τὰ μέρη, πέφτει ὁ Ἀνατολίσιος ἀπὸ τὸν Λάκμο, σὲ πλαγιὰ τῆς Πίνδου, καὶ χάνεται. Ἡ λίμνη ἡσυχάζει καὶ παίρνει γλυκὰ στὸν κόρφο τὰ στοιχειά της, χαρίζοντας πάλι τὴ γαλήνη στὴν πολιτεία τῶν Γιαννίνων. Σὰν γαλήνεψαν τὰ νερὰ πῆρα τὴν ἀπόφαση (…). Προσθήκη: Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 1985, πετοῦσα γιὰ τὸ Παρίσι.

* Ἀργυρόκαστρο, ὅπου ὅταν φυσάει ἀπό ‘κεῖ ὁ ἀγέρας λέγεται Καστρίσιος.

10

Καθώς πλάγιαζε ἡ ‘μέρα, σήμερα ὄχι ‘χθές, οὔτε προχθὲς ποὺ ἔβρεχε, τὸ φῶς γιόμισε τὰ μάτια θύμησες. Τὰ χρώματα τῆς δύσης τοῦ ἥλιου ρετουσάριζε τὶς ἀποχρώσεις τῆς μοναδικῆς ἀφίσας ποὺ εἶχα σὰν ἤμουν ἔφηβος, ἕνα ἡλιοβασίλεμα. Μέναμε στὴν ὁδὸ Κρήτης. Βιβλιοθήκη ἐκεῖ δὲν εἶχα, μὰ εἶχα ἐπιτέλους τὸ δικό μου δωμάτιο· καμιὰ δεκαριὰ βιβλία ἀκατάστατα σκορπισμένα ἀπ’ ἐδῶ καὶ ‘κεῖ. Γιὰ γραφεῖο, θυμᾶμαι, χρησιμοποιοῦσα τὸ παλιὸ τραπέζι ποὺ εἴχαμε στὴν κουζίνα τῆς ὁδοῦ Σερρῶν· στὸ συρτάρι του, ποὺ κάποτε τακτοποιούσαμε μαχαιροπίρουνα, τοποθετοῦσα μολύβια, γόμες καὶ χαρτιά. Μιὰ ψάθινη καρέκλα, τὸ ξύλινο κρεβάτι καὶ δίπλα του ἕνα κομοδίνο π’ ἀναρωτιέμαι τί ν’ ἀπέγινε. Σ’ ἕναν τοῖχο, καρφωμένο τὸ κάδρο μὲ τὴ Γλυκοφιλοῦσα φυλακισμένη σὲ τζάμι, ἀπὸ σεβασμό, μὴν τυχόν καὶ δραπετεύσει ἀπὸ τὶς σχολικὲς ἀγωνίες καὶ τὶς ποδοσφαιρικὲς ἀνησυχίες, οἱ προσευχές μου· καὶ σὲ ἄλλο τοῖχο ἡ ἀφίσα μὲ τὸ ἠλιοβασίλεμα, κρεμασμένο. Αὐτὸς ἦταν ὁ διάκοσμος τῆς πρώτης μου κάμαρης. Θέλετε γιατὶ ἦταν ἡ πρώτη μου ἀφίσα, θέλετε γιατὶ μὲ τὴν ἀγορά της ἐξανεμίστηκε τὸ χαρτζιλίκι καὶ οἱ οἰκονομίες μου ἢ ἀκόμη γιατὶ ἦταν ἀγορὰ τοῦ κεφαλιοῦ μου, δὲν ξεχνῶ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Πενήντα ἢ ἐκατὸ δραχμὲς μιὰ παραλία, νερά νὰ χρυσίζουν καὶ κορμιά κόντρα στὸ φῶς πεταμένα ἀνάκατα στὰ καρότσια τῶν πλανόδιων τὶς Κυριακές, δὲν ἦταν καθόλου φθηνὲς γιὰ ‘κείνην τὴν ἐποχή. Ὁ ἥλιος ποὺ γιόμιζε τὰ μάτια μου θύμησες, τυλιγμένος τώρα ρολό, στὸ πατάρι τοῦ καινούργιου μας σπιτιοῦ· ὁδὸς Θήρας. Πιστεύω πὼς δὲν τσαλακώθηκε ὅπως τὰ χρόνια μου. Ἐξ ἄλλου οἱ ἀράχνες, σύμμαχοι, θὰ ἔχουν ὑφάνει ἰστὸ στὰ ἀφελῆ μυρμήγκια ποὺ ἡ στράτα τους θὰ τὰ ἔφερε στὰ νεανικά μου χρόνια. Εὐαίσθητα τὰ μάτια μου στὸ φῶς, πλημμύρισαν ἐφηβεία. Κώστας Καρανάτσης


ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ

Η ΑΡΧΗ - ΕΝΑ ΤΟΣΟΔΑ ΜΙΚΡΟΥΛΙ ΣΗΜΕΙΟ Μὲ τρομάζει ἡ σιωπὴ τοῦ σύμπαντος (Βλάσιος Πασκάλ) Τὸ σύμπαν εἶναι ἡ ἀγκαλιά μας (Ν.Γ. Πεντζίκης) στὸν π. Ἀλέξανδρο Φαντασθεῖτε ἕνα σημεῑο, ἕνα μόνο μικρούλι σημεῑο στὸ μέσο ἑνὸς κενοῦ χώρου. Ὄχι, λάθος. Ὄχι ἑνὸς κενοῦ χώρου, ἀφοῦ τότε χῶρος δὲν ὑπῆρχε. Ἕνα μικρούλι σημεῑο στὴ μέση τοῦ πουθενά. Ὄχι, πάλι λάθος. Οὔτε στὴ μέση, ἀφοῦ τότε δὲν ὑπῆρχαν διαστάσεις, οὔτε πάνω, μέση καὶ κάτω. Ἕνα μόνο σημεῑο μὲ μηδενικὲς διαστάσεις. Αὐτό, τίποτε ἄλλο. Φαντασθεῖτε τώρα αὐτὸ τὸ σημεῑο ὑπὲρ-πυρακτωμένο καὶ ὑπὲρ-πυκνὸ ὅσο δὲ γίνεται (μὲ ἄπειρη θερμοκρασία καὶ πυκνότητα) νὰ ἐκρήγνυται καὶ νὰ ἀρχίζει νὰ διαστέλλεται. Καὶ νὰ ἡ ἀρχή. Δεκατρία δισεκατομμύρια καὶ ἑπτακόσια ἑκατομμύρια χρόνια πρίν, τὸ σύμπαν ξεκινᾶ νὰ ὑπάρχει, νὰ ζεῖ, νὰ ἀναπνέει μὲ αὐτὴ τὴν ἔκρηξη. Ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀπὸ τὸ ἀπόλυτο τίποτα. Ἔτσι, μιὰ κίνηση δωρεάν. Μιὰ ἔκπληξη. Ἕνα πολύτιμο δῶρο, τὸ πολυτιμότερο. Ἡ ἔκρηξη αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή. Ἡ ἀρχὴ τῶν πάντων. Ὅλων αὐτῶν ποὺ βλέπουμε καὶ ποὺ δὲν βλέπουμε. Τῆς νύχτας μὲ τὰ ἀμέτρητα ἀστέρια, τῶν γαλαξιακῶν σμηνῶν ποὺ στροβιλίζονται στὸ κενό, τῶν μακρινῶν κβάζαρς καὶ πάλσαρς, τοῦ ἥλιου ποὺ μᾶς φωτίζει, τῆς θάλασσας ποὺ μᾶς ταξιδεύει, τῶν ἀνθισμένων λιβαδιῶν, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν πεταλούδων. Ἡ ἀρχὴ τῶν προγόνων μας, ἡ δική μας ἀρχή, ἢ καλύτερα ἡ ἀρχὴ τῆς ἀρχῆς μας. Τὰ ἐρωτήματα πολλά. Μὰ πῶς; Τί περιεῖχε αὐτὸ τὸ μικρούλι σημεῖο καὶ σὲ ποιά μορφή; Πῶς καὶ γιατί ἔγινε; Οἱ ἀπαντήσεις λίγες. Τὸ σημεῖο αὐτὸ λόγῳ τῆς ἄπειρης θερμοκρασίας καὶ πυκνότητας ἀποτελεῖ ἀνωμαλία στὶς ἐξισώσεις τῶν ἐπιστημονικῶν θεωριῶν ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ ἄρα δὲν μποροῦν νὰ λυθοῦν καὶ νὰ μας δώσουν πληροφορίες γιὰ τὸ τί ἔγινε. Στὴ γλώσσα τῶν καθημερινῶν μας λέξεων τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι στὸ σημεῑο αὐτὸ βρίσκονταν συμπιεσμένες ὅλη ἡ μάζα καὶ ἡ ἐνέργεια ποὺ ἔχει τὸ σύμπαν μέχρι καὶ σήμερα καὶ γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ ἔπρεπε ἡ πυκνότητα καὶ ἡ θερμοκρασία του νὰ εἶναι ἄπειρες. Ἐπίσης ὅλες οἱ μορφὲς τῶν δυνάμεων ποὺ ἕλκουν καὶ ἀπωθοῦν τώρα τὰ ἄτομα τοῦ ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, τὰ συστατικὰ τῶν πυρήνων τους, τὰ μόρια τῶν πραγμάτων ποὺ πιάνουμε, τοὺς πλανῆτες ποὺ γυρίζουν γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἦταν ἑνωμένες σὲ μία καὶ μόνη δύναμη. Σὲ τί μορφὴ ὑπῆρχαν σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ μάζα καὶ ἡ ενέργεια στὴν ἀρχὴ-ἀρχὴ δὲν τὸ ξέρουμε, ὅπως καὶ τὶ μορφή εἶχε αὐτὴ ἡ ἑνιαία δύναμη ἀφοῦ δὲν ἔχουμε τὴν κατάλληλη ἐπιστημονικὴ θεωρία γιὰ νὰ τὰ περιγράψουμε. Τὸ σύμπαν κρατᾶ καλὰ φυλαγμένο τὸ μυστικὸ τῆς ἀρχῆς του. Ἂν ἡ ἀνθρώπινη σκέψη στὴν ἐπιστημονικὴ ἐκδοχή της θεωρηθεῖ ἡ μνήμη τοῦ Σύμπαντος αὐτὴ σταματᾶ κάποια ἀπειροελάχιστα κλάσματα τοῦ δευτερολέπτου μετὰ τὴ δημιουργία του. Ὅπως ἡ μνήμη ἡ δική μας σταματᾶ λίγα χρόνια μετὰ τὴ γέννησή μας. Καὶ ὅπως τὰ πρῶτα χρόνια μας ποὺ δὲν θυμόμαστε μᾶς καθορίζουν ἀποφασιστικὰ ἔτσι καὶ αὐτὲς οἱ ἀρχικὲς στιγμὲς τοῦ σύμπαντος. Γιὰ

σκεφθεῖτε. Τὸ ἀρχικὸ σημεῖο εἶχε ὅλη τὴ μάζα καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ σύμπαντος, ἄρα καὶ τὴν ἐλάχιστη μάζα του δικοῦ μου σώματος, καὶ τὴν ἐλάχιστη ἐνέργεια ποὺ χρειάζομαι γιὰ τὴν μικρὴ ζωή μου ἢ τὴν ἀκόμα ἐλαχιστότερη γιὰ νὰ γράψω αὐτὸ τὸ κείμενο. Παράξενη αὐτο-αναφορικότητα. Γράφω γιὰ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐνέργειας ποὺ χρειάζομαι γιὰ νὰ γράψω. Καὶ ἡ συνέχεια; Τί γίνεται μετὰ τὴν μεγάλη ἔκρηξη καὶ τὸν πρῶτο ἀπειροελάχιστο χρόνο τῆς ἄγνοιάς μας; Τὸ μικρούλι ἀλλὰ ὑπερ-πυρακτωμένο καὶ ὅλο ἐνέργεια σημεῖο ἐκρήγνυται στὸ πουθενὰ γιὰ νὰ δημιουργήσει τὸ κάτι καὶ μετὰ τὰ πάντα. Καὶ τὸ πρῶτο ποὺ δημιουργεῖ μαζὶ μὲ τὴ μάζα καὶ τὴν ἐνέργεια εἶναι ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος. Δηλαδή ἡ δυνατότητα νὰ λέμε ὁ Γιάννης κάθεται κοντύτερα σὲ μένα ἀπὸ τὴν Μαρία καὶ ὅτι ἐγὼ γεννήθηκα μετὰ τὸν ἀδελφό μου. Χῶρος καὶ χρόνος δὲν ὑπῆρχε ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῑο. Δημιουργοῦνται μαζὶ μὲ τὴ μάζα καὶ τὴν ἐνέργεια. Ἑπομένως, ἂν δοῦμε τὴν στιγμὴ τῆς ἔκρηξης ἀπὸ μέσα ( ὅπως καὶ πρέπει ἀφοῦ ἔξω δὲν ὑπῆρχε) εἶναι σὰ νὰ συνέβη ταυτόχρονα σὲ ὅλο τὸν χῶρο. Καὶ αὐτὴ ἡ δημιουργία τοῦ χωρόχρονου γίνεται καθὼς τὸ Σύμπαν ἀρχίζει νὰ ψύχεται καὶ νὰ ἀραιώνει, δηλαδὴ νὰ μειώνονται ἡ θερμοκρασία καὶ ἡ πυκνότητά του. Μαζὶ μὲ αὐτὴ τὴν μείωση, ἡ μάζα καὶ ἡ ἐνέργεια ἀρχίζουν νὰ παίρνουν συγκεκριμένες μορφές, νὰ γεννιέται ἡ ὕλη καὶ νὰ ἀπελευθερώνεται τὸ φῶς. Στὴν ἀρχὴ οἱ μορφὲς ποὺ ἐμφανίζονται εἶναι οἱ ἁπλούστερες καὶ πιὸ στοιχειώδεις, ἐνῶ στὴ συνέχεια μὲ ἕναν τρόπο ἐξίσου θαυμαστὸ καὶ ἀπρόβλεπτο ἀναδύονται ἀπὸ αὐτὲς πιὸ σύνθετες καὶ πολυπλοκότερες μαζὶ μὲ τους δικούς τους νόμους καὶ κανονικότητες. Ἔτσι φτάνουμε στὴ δημιουργία τῶν πρώτων ἀτόμων, τῶν μορίων καὶ τῶν ἄστρων. Ἐπίσης, ταυτόχρονα μὲ αὐτὴ τὴν ἐξέλιξη καὶ σταδιακὰ ἡ μία καὶ ἑνιαία δύναμη ἀρχίζει νὰ ἐμφανίζει τὰ διαφορετικὰ τέσσερα πρόσωπά της, αὐτὰ ποὺ ἀναγνωρίζουμε καὶ σήμερα, καὶ γίνεται ἡ δύναμη ποὺ συγκρατεῖ τὸ φεγγάρι γύρω ἀπὸ τὴ Γῆ καὶ ἑλκύει κάθε σῶμα ποὺ ἔχει μάζα σὲ κάθε ἄλλο ποὺ ἔχει ἐπίσης μάζα, ἡ δύναμη ποὺ συγκρατεῖ τὰ ἠλεκτρόνια γύρω ἀπὸ τὸν πυρήνα, ἡ δύναμη ποὺ συγκρατεῖ τὰ συστατικὰ τοῦ πυρήνα, ἡ δύναμη ποὺ εἶναι ὑπεύθυνη γιὰ τὶς ραδιενεργὲς διασπάσεις. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ἡ ἀνθρώπινη σκέψη στὴν ἐπιστημονικὴ ἐκδοχή της μπορεῖ νὰ χρησιμοποιήσει τὰ ἐργαλεῖα της, δηλαδὴ τὶς θεωρίες της καὶ τὰ μαθηματικά τους γιὰ νὰ στήσει μιὰ ἀφήγηση γιὰ τὸ τί συνέβη στὴν ἐξέλιξη τοῦ σύμπαντος. Ὡστόσο, χρέος τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι νὰ πάρει ὅσα στοιχεῖα μπορεῖ ἀπὸ αὐτὲς καὶ νὰ ἀναστοχαστεῖ πάνω σὲ αὐτὰ μὲ τόλμη καὶ σύνεση, νὰ τὰ ἐντάξει στὴν πνευματική του πορεία, νὰ ἐμπνευσθεῖ στὴν καθημερινή του ζωὴ καὶ ἔτσι νὰ δώσει στὶς ἐπιστημονικὲς θεωρίες μία νέα πνοὴ καὶ συγκίνηση. Βασίλης Κωνσταντούδης 11


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ: ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ [Α΄] τοῦ Γιώργη Κατὰ τὴν σύσταση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους ἀναζητήθηκαν οἱ δομικοὶ ἐκεῖνοι ὅροι ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ θεμελιωνόταν ἡ πολιτειακὴ παράδοση καὶ ἡ θεσμική του νομιμότητα. Οἱ παράγοντες αὐτοὶ ἦταν καθαρὰ ἱστορικοῦ χαρακτήρα. Σχεδὸν αὐτόματα –δὲν θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ποτὲ συναισθηματικὰ– οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες ἀπαίτησαν ἡ ἱστορική τους αὐτοσυνείδηση ὄχι μόνο νὰ συνδεθεῖ μὲ τὸ Βυζάντιο, ἀλλὰ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἀπορροὴ μιᾶς μακρᾶς ρωμαϊκῆς πολιτικῆς καὶ θεσμικῆς ἱστορίας. Ἡ πλέον σαφὴς αὐτὴ πρόθεση ἐκφράστηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Νομικὴ Διάταξη τῆς Ἀνατολικῆς Χέρσου Ἑλλάδος (Σάλωνα, Νοέμβριος 1821), κατὰ τὴν διατύπωση τῆς ὁποίας τὸ ἀστικὸ σκέλος τοῦ ἰσχύοντος δικαίου θὰ ρυθμιζόταν ἀπὸ τοὺς «κοινωνικοὺς νόμους τῶν ἀειμνήστων Χριστιανῶν αὐτοκρατόρων». Ἀνάλογου χαρακτήρα διατάξεις συντάχθηκαν κατὰ τὴν ψήφιση τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας (Δεκέμβριος 1821), κατὰ τὸ Προσωρινὸ Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος (Α’ Ἐθνοσυνέλευση, Ἐπίδαυρος, 1822), ὡσαύτως, κατὰ τὶς Β΄ (Ἄστρος 1823) καὶ Γ΄ Ἐθνοσυνελεύσεις (Τροιζήνα, 1827). Πολὺ νωρὶς ὁ Ἀδ. Κοραῆς, κι ἀρκετοὶ διακεκριμένοι νομικοὶ τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Κ. Μεταξᾶς καὶ ὁ Ν. Καλλέργης, ἐπέκριναν αὐτὲς τὶς διατάξεις, ἰδίως δὲ τὶς παραγράφους 97η καὶ 98η τοῦ Προσωρινοῦ Πολιτεύματος. Ἡ θέση τους συνοψιζόταν στὸ ὅτι τὸ Ρωμαϊκὸ Δίκαιο ἦταν τὸ μέσον ἐπιβολῆς τῶν Γραικορωμαίων αὐτοκρατόρων στοὺς ταλαίπωρους Γραικούς. Μάλιστα ὁ Κοραῆς ὑποστήριζε πὼς ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ χριστιανικοῦ στοιχείου στὴν ρωμαϊκὴ δικαιϊκὴ παράδοση ἐπιβάρυνε τὴν ἤδη ἀφόρητη κατάσταση. Ἦταν τόση ἡ ἐμπάθεια, ὥστε κατέληγε ἐπιθετικὰ εἰρωνευόμενος: «Ἀπόδειξις ἀναντιρρήτως τῆς εὐνομίας των (τῶν ρωμαϊκῶν νόμων) εἶναι ἡ ὑπὸ τοὺς Τούρκους καταστροφή των». Τὸ ζητούμενο τῆς ρωμαϊκῆς ταυτότητας σὲ θεσμικὸ ἐπίπεδο ἢ ἀκόμη στὰ πλαίσια μιᾶς εὐρύτερης «ἑλληνικῆς» πολιτικῆς ἱστορίας δὲν εἶναι καθόλου νέο. Ἀντιθέτως, ἐντοπίζεται ἀκόμη καὶ μέσα στοὺς κόλπους τῆς βυζαντινῆς διανόησης, ἄλλοτε ὑπὸ τὴν μορφὴ τοῦ ἐρωτήματος «τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε λέγοντας ρωμαϊκὸ πολίτευμα», κι ἄλλοτε ὡς τὸ ζητούμενο τοῦ περιεχομένου τῶν «ρωμαϊκῶν πολιτειακῶν παραδόσεων». Προσκομίζω τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰωάννη Ζωναρᾶ (ιβ΄αἰ.), ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πλέον ἐμβριθεῖς νομικούς. Ὁ Ζωναρᾶς τίθεται ἀπέναντι στὸν φιλορωμαϊκὸ ἱστορισμὸ τῆς ἐποχῆς του ποὺ στὸν νεότερο κόσμο ἐνέπνευσε μέρος τοῦ ρομαντισμοῦ. Σημείωνε στὴν Ἐπιτομὴ Ἱστοριῶν πὼς ἦταν ἀδύνατον γιὰ τὸν πολιτικὸ στοχαστὴ νὰ ἀναφερθεῖ στὸ ρωμαϊκό πολίτευμα ὡς μία ὁμοιογενῆ ἔκφραση ἀρχῶν, σκοπῶν, ἐκδηλώσεων: «Ἐὰν κάποιος θελήσει νὰ συγκρίνει τὸ ὅραμα μὲ τὴν 12

προηγούμενη κατάσταση τῆς ἡγεμονίας τῶν Ρωμαίων, ὅταν ἡ γερουσία καὶ οἱ δικτάτορες καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ ὁ δῆμος ἐμπλέκονταν ἐνεργὰ στὴν διοίκηση τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, θὰ βρεῖ ἄλλοτε τὸν δῆμο νὰ ἀντιμάχεται τὴν γερουσία καὶ νὰ ξεσηκώνονται στάσεις, καὶ ἄλλα ἡ βουλὴ νὰ διατάζει, καὶ ἄλλα τὸ πλῆθος νὰ ὑποστηρίζει, ὥστε τελικὰ νὰ βρίσκονται σὲ ἐμφύλια διαμάχη καὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα νὰ ρέπουν πρὸς μία χείριστη καὶ ἀρρωστημένη κατὰσταση». Ὁ Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1815-1881) ἔγκαιρα ἀντιλήφθηκε πὼς τὸ νεοελληνικὸ ἱστορικὸ πρόβλημα ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπιστεῖ καὶ νὰ ἰδωθεῖ ὡς ζήτημα αὐτοσυνείδησης. Τοῦτο θὰ πεῖ ὡς ἱδρυτικὸ σημεῑο τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας, ἂν ὄχι ὡς ζητούμενο τῆς ἐπίσημης κρατικῆς ἰδεολογίας: «Ἐπειδὴ δὲ τὸ πλεῖστον τοῦ γένους βεβυθυσμένον ἦτο ἐν ἀπαιδευσίᾳ καὶ ἀγνοίᾳ παντελεῖ τῆς πατρώας ἱστορίας του, διὰ τοῦτο τὸ σχέδιον τῆς ἐπισκευάσεως ἔμενε, σχετικῶς πρὸς τὴν ὁλοκληρίαν τοῦ γένους, περιορισμένον ἐντὸς τοῦ συλλόγου τῶν λογίων (…)». Ἡ προσωπική του συμβολὴ ἔγκειται στὴν θεώρηση τοῦ Βυζαντίου ὡς συνδέσμου μεταξὺ ἀρχαιότητας καὶ νέου ἑλληνισμοῦ, ἄγοντας ὄχι τόσο στὴν κατανόηση τῆς ἑλληνικότητας, ὅσο στὴν κατάδειξη τῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς τελειότητας τῆς Νέας Ελλάδας ἔναντι τῶν παρελθουσῶν ἱστορικῶν περιόδων. Πρὶν ὅμως ἀπὸ ὅλα τοῦτα, ὁ Ζαμπέλιος κατέθεσε μία βασικότατη ἐρώτηση, ἡ ὁποία μένει ὣς τὶς ἡμέρες μας, παρὰ τὶς συναισθηματικὲς ἐκρήξεις τῶν συγκαιρινῶν μας λογιότατων, ἀναπάντητη. Συνοψίζεται στὰ ἑξῆς: Τί σημαίνει γιὰ τὸν νέο Ἕλληνα ἡ ρωμαϊκὴ ταυτότητα; Τί ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἰδιοπροσωπία του ὁ Ἕλληνας ὡς ρωμαϊκὸ καὶ πῶς πολιτισμικὰ καὶ πολιτικὰ τὸ ἐκφράζει; Πόσο Ρωμαῖος εἶναι ἕνας Νεοέλληνας; Τὸ ἐρώτημα αὐτό, ὁ Ζαμπέλιος θεώρησε πὼς πρέπει νὰ ἀπαντηθεῖ αὐτοσυνειδησιακὰ καὶ ἀναφορικὰ στὸ ἱστορικὸ περιβάλλον. Ἔσπευσε νὰ διατυπώσει τὰ ἐρωτήματα μὲ τρόπο ἀνατομικό: «Ἦλθε καιρὸς κρίσεως. Τίνες ὑμεῖς; Τίνες οἱ πατέρες ὑμῶν; Τίς ἡ ἀληθινὴ γῆ τῆς γενεᾶς σας; Πόθεν ἔρχεσθε νῦν; Τί δὲ ζητεῖτε; Ὀνομάζεσθε Ἕλληνες! (…) Δὲν ἐκαλοῦντο δὲ Ρωμαῖοι οἱ πατέρες σας, καὶ δὲν καλεῖται Ρωμαῖος ἔτι ὁ λαός σας, καὶ Ρωμαϊκὴ ἡ χυδαία γλώσσα σας; (…) Ἔχομεν, λέγετε, τὴν ἐνδόμυχον συναίσθησιν, ἔχομεν ὑπὲρ ἑαυτῶν πεποιθήσεις ἀδιασείστους! (…) Καυχῶνται γὰρ ἐπὶ εὐθείᾳ ἑλληνικῇ καταγωγῇ, καὶ ἐν τούτοις ἀντιποιοῦνται τὴν Ρωμαϊκὴν τοῦ Κωνσταντίνου κληρονομίαν. Καὶ τὸ ἀνάπαλιν, ἐνῶ Ρωμαῖοι, ἕως πρὸ ὀλίγου ἐπωνομάσθησαν, ἰδοὺ νῦν ἐξιδιάζονται τὴν ἔνδοξον γῆν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Σπάρτης! (…) τὸ μὲν πρωὶ καλοῦνται κατὰ λόγον ἱστορικὸν Ἕλληνες, ἐν


δὲ μεσημβρίᾳ λέγονται κατὰ λόγον πολιτικὸν Ρωμαῖοι, τὸ δὲ ἑσπέρας ἀμφότερα συμβιβάζονται γίνονται Γραικορωμαῖοι». Οἱ ἱστορικοί, κατὰ τὸν Ζαμπέλιο, τὸν συμβιβασμὸ αὐτῶν τῶν παραδόσεων κατάφεραν νὰ τὸν ἐπιτύχουν μέσα ἀπὸ τὴν πρόσληψη τοῦ Βυζαντίου ὡς πολιτισμικῆς καὶ ἐθνολογικῆς γέφυρας, ἂν καὶ τὸ Βυζάντιο δὲν ἦταν παρὰ μία παλαίστρα μὲς τὴν ὁποία ἀγωνιζόταν ὁ δαίμων τῆς βαρβαρότητας ἐναντίον τοῦ δαίμονος τῶν φώτων. Ἐκεῖνος ὄφειλε νὰ καταδείξει ἕναν οὐσιωδέστερο δεσμὸ περισσότερο μυστικιστικὸ ἀπὸ ὅ,τι ἐθνογραφικό. Πρῶτα σκοπιμότητας: Ἡ ἱστορικὴ παράδοση εἶχε ἀνάγκη τὴν πνευματική, γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ νέα Ἑλλὰς στρέφεται πρὸς τὴν Ἐκκλησία ἡ ὁποία κατὰ τοὺς βυζαντινοὺς χρόνους δὲν ἦταν παρὰ ἕνα σκοτεινὸ θέσμιο ποὺ ἐξυπηρετοῦσε λόγιους ὀλιγάρχες καὶ καταπίεζε τὸν λαό. Γιὰ τὸν νέο ἐλληνισμὸ ὅμως ὁ Χριστιανισμὸς συντάσσεται ὡς πνευματικὴ πυροβολαρχία ποὺ διευρύνει τοὺς ὁρίζοντες τῶν ὁραμάτων καὶ συγκροτεῖ ἑνότητα. Κατὰ Ζαμπέλιο, ἡ ἑνότητα αὐτὴ εἶναι τριμερής: Ἑλληνισμός, Χριστιανισμός, Ρωμαϊκότητα, ὅροι, ποὺ ἀντιστοιχοῦν σὲ τρεῖς διακεκριμένες παραδόσεις: Ἱστορική, Πνευματική, Πολιτική. Ἐξ αὐτῶν ἡ ἐπικρατέστερη παράδοση εἶναι ἡ Ἑλληνική, καθὼς τὸ πρωτεῦον ἐθνολογικὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι ἡ γλωσσικὴ ἑνότητα. Κατὰ τὴν ἱστοριονομία, ὅταν ἀναφερόμαστε στὴν Νέα Ρώμη δὲν ἐννοοῦμε παρὰ τὴν Νέα Ἀθήνα, τὴν ἑστία δηλαδὴ ἑνὸς χριστιανικοῦ Πανελληνίου: «Ρώμη (…) οὐδὲν ἄλλον ἐκφράζει, ἢ τὴν σύμπηξιν τῶν Ἑλληνικῶν λαῶν εἰς μοναρχικὴν πολιτείαν μίαν καὶ ἀδιαχώριστον». Συνεπῶς, «οἰκοδεσπότης» τῆς νέας Ἑλλάδος εἶναι ὁ Ἑλληνισμός, κηδεμόνας ἡ Ἑκκλησία, ἁπλὸς νοικάρης καὶ φύλακας ὁ Ρωμαϊσμός. Μάλιστα, ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἐξελληνίζεται μέσα ἀπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ὀρθοδοξίας, ἀλλιώτικα, μέσα ἀπὸ τὴν δημοκρατικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Κατὰ τοὺς μεσαιωνικοὺς χρόνους ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρξε ρωμαϊκή, παρὰ μονάχα στὸν βαθμὸ ποὺ ἡ ρωμαϊκότητα προβαλλόταν ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς ὡς μάταιη ἐπίδειξη καὶ φιλοπρωτία ἀπέναντι στὴν προηγμένη Δύση. Μάλιστα, ὁ Ζαμπέλιος ὑποστήριζε πὼς οἱ νεότεροι, μὲ πρῶτον τὸν Μοντεσκιέ, λαθεμένα ἀποδέχονταν τὴν Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης ὡς θεσμικὴ καὶ ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Πέρα ἀπὸ τὸ σύμβολο τῶν ἀετῶν δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καμία οὐσιαστικὴ κοινότητα μεταξὺ τῶν δύο.

Ἡ τωρινὴ ὅμως συνθήκη τῆς νέας Ἑλλάδας παρέπεμπε σὲ μιὰ ἀπόκρυφη τάξη: «Νέα φάσις ἱστορίας. Ἀπόκρυφος μετα-πολίτευσις. Πνεῦμα Κυρίου ἦλθεν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπεσκίασεν αὐτήν». Καὶ δὲ μοιάζει διόλου ἀλλόκοτο ποὺ ὁ Ζαμπέλιος κατέληγε σὲ μία ὁριακὰ παρα-θεολογικὴ ὀπτικὴ: Στὴν σκέψη του Ἕλληνας σήμαινε τὸν Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, Χριστιανὸς τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Οἱ καταβολὲς τῶν νεοελλήνων ὑποβλύζουν ἤδη στὸ γεγονὸς τῆς θείας Ἐνανθρώπισης. Ἑλληνισμός, Χριστιανισμός, Ρωμαϊκότητα καθυποδεικνύουν τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος. Στὴν οὐσία, τὸ Βυζάντιο ἀποτελοῦσε τὸ πεδίο μιᾶς ἱστορικῆς προόδου, τὰ ἐπικρατέστερα χαρακτηριστικὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποτελοῦσαν τὸ δομικὸ ὑλικὸ τῆς νέας Ἑλλάδος. Ἡ ὑποφώσκουσα ἰδέα ἀναδεικνύει τὶς ἀπαρχὲς ἑνὸς ἐθνικοῦ μεσσιανισμοῦ, ὅπου ὁ νέος ἑλληνισμὸς ἀποκαθίσταται ὡς Περιούσιος Λαὸς στὴν ἀρχέγονη Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, τὴν παλαιὰ Ἑλλάδα – τὸ οὐσιῶδες, ὁ κύκλος ὁ γεωγραφικός. Ἡ ἐποχὴ τῆς νέας Ἑλλάδος εἶναι ὁ χρυσὸς ἱστορικὸς αἰώνας τοῦ Ἠσιόδου ἢ τῶν βυζαντινῶν μεσσιανικῶν ὁράσεων, ὁ αἰὼν τῆς πράξεως, πεδίο πρόσφορο γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἐπερχόμενου μεγαλοϊδεατισμοῦ. Στὴν οὐσία ὅμως ὁ ἐπιθετικὸς αὐτὸς ἱστορισμός, ὅποιες κι ἂν ὑπῆρξαν οἱ ρομαντικὲς διέξοδοί του, ὁδηγοῦσε τὴν νέα Ἑλλάδα σὲ μία ἱστοριολογικὴ ἀφαίρεση ὅπου τὰ πάντα βιάζονταν πρὸς ἕναν ἔξω–ἱστορικὸ ὁρίζοντα, στὸ αὐτονόητο παραλήρημα τοῦ ἐκλεκτοῦ Ἔθνους, ποὺ ὡς ἱδεολογικὴ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ θὰ ἔδινε ἄφεση στὶς ὅποιες στρατευμένες στρεβλώσεις μιᾶς βαθιᾶς πολιτισμικῆς παραδόσεως. Ὅμως καὶ πάλι τὸ ἐρώτημα τοῦ Ζαμπέλιου παρέμενε ἀναπάντητο, ἂν καὶ πλέον εἶχε ἔτι συσκοτισθεῖ: Πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἰδωθεῖ ὁ Ρωμαϊσμός; Ἔστω, πῶς πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε –κατὰ Ζαμπέλιο- τὸ Βυζάντιο; «Πολλάκις ὁ φιλομαθὴς ἰατρὸς μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πελάτου προβαίνει εἰς αὐτοψίαν τοῦ νεκροῦ (…). Τοιαύτην τινά διάγνωσιν προτιθέμεθα καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ πράξωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου σώματος τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας. (…) Ὅταν αὐτόπται διερευνήσωμεν τὰ ζωτικὰ τοῦ πτώματος ὄργανα, θέλομεν ἴσως ἐκτιμήσει διαφερόντως τὴν ψυχολογικὴν τοῦ ἀποβιώσαντος διοργάνωσιν». Εὐάγγελος Σταυρόπουλος

13


ΚΕΙΜΕΝΑ

«ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ»* ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ ΣΥΛΛΟΓΟΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ Ἕνεκα δυνατῆς ἀσθενείας καὶ ἄλλων σχετικῶν περιπετειῶν ἐκωλύθην ἀπὸ καιροῦ, μ’ὅλην τὴν συνεχῆ ἐν τῷ νῷ τηρουμένην ἐπιθυμίαν, ἥν εἶχον νὰ ἀπαντήσω πάραυτα εἰς τὸ μετὰ πλείστου ὅσου ἐνθουσιασμοῦ καὶ εὐχαριστήσεως ληφθὲν καὶ ἀναγνωσθὲν ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ σύλλογος εὐηρεστήθη νὰ μὲ τιμήσῃ διὰ τῆς ἐκλογῆς μου ὡς μέλους αὐτοῦ - ἐκωλύθην λέγω, νὰ ἀπαντήσω καὶ νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μου μάλιστα διὰ τὴν πρός με εὐμένειαν τοῦ συλλόγου, καθόσον ὁ προορισμὸς αὐτοῦ εἶνε ὑψηλὸς -γνωρίζω τοῦτο ἐξ ἑτέρου ἀρχαιοτέρου τοῦ ὑμῶν, ἀλλὰ ναυαγήσαντος, οὗτινος καὶ ἤμην εἷς τῶν ἱδρυτῶν- καὶ τοσοῦτον ὑψηλὸς μάλιστα, ὅσον δύσκολος ἡ πραγματοποίησις τῆς ἰδέας, ὡς ἐκ τῶν φυλετικῶν προλήψεων τῶν διαφόρων τῆς Ἀνατολῆς ἐθνοτήτων καὶ κυρίως ὡς ἐκ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν ξένων δυνάμεων καὶ τῶν σατανικῶν ραδιουργιῶν αὐτῶν. Ἀλλ’οὐχί! Βεβαιώθητε, ἀδελφοί, ὅταν σταθῶμεν σταθεροὶ καὶ μὲ πᾶσαν θυσίαν ἐπιμείνωμεν, δὲν εἶνε ἀκατόρθωτος ὁ σκοπός. Ναί, εἶνε, ἐπαναλέγω, δύσκολος καὶ λίαν, ἀπαιτεῖ δὲ καὶ χρόνον καὶ ὑπομονὴν ἡ πραγματοποίησις τῆς εὐγενοῦς ἰδέας, ὡς ἐκ τῶν μικροφιλοτιμιῶν τῶν ἐθνοτήτων τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλ’ ἅμα χωνευθῇ -καὶ οὗτος πρέπει νὰ εἶνε ὁ σκοπὸς καὶ τὸ πρῶτον μέλημα τοῦ Συλλόγου- ἡ ὀρθὴ ἰδέα, ὅτι ἡ σήμερον διαρπαζομένη Ἀνατολὴ εἶνε μία καὶ ἡ αὐτὴ οἰκογένεια καὶ ὅτι ὁ πολίτης τῶν ἄλλων δυνάμεων τῆς Εὐρώπης δύναται μὲν νὰ ἔλθῃ ὡς ἐπισκέπτης ἢ νὰ συγκατοικήσῃ ἂν θέλῃ εἰς τὴν χώραν μας, ἀλλ’οὐδέποτε, ὡς ἔχει τὴν ἀπαίτησιν, ὡς κηδεμὼν καὶ σύμβουλος ἐπιβαλλόμενος, ἐν πάσῃ δ’ εὐκαιρίᾳ καὶ ἅρπαξ χωρῶν μας- ὅταν, λέγω, 14

θέσωμεν τὴν Δύσιν καὶ τὸν Βορρᾶν εἰς τὴν θέσιν των καὶ ἐντὸς τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἀμοιβαῖον δίκαιον ἑκάστου, τότε πάραυτα γίνεται ἡ ἐνσάρκωσις τῆς ἰδέας τῆς Ἀνατολικῆς Ὁμοσπονδίας ἀρχίζῃ νὰ ὑποφώσκῃ ὁ ἥλιος τοῦ πολιτικοῦ ἔαρος τῆς βεβυθισμένης εἰς τὸ σκότος Ἀνατολῆς καὶ τίθεται ὁ θέμελος τῆς ἀληθοῦς ἀνεξαρτησίας τῶν σήμερον ἀκρωτηριαζομένων καὶ τσολοπατουμένων παρὰ τῶν δυνάμεων τοῦ Βορρᾶ καὶ τῆς Δύσεως ἐθνοτήτων της. Τότε θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ τὰ μικρὰ συμφέροντα, τὰ νῦν παριστανόμενα ἀνοικονόμητα καὶ ἅτινα θολοῦσι τὸν νοῦν καὶ μᾶς διαιροῦν, θὰ διαλυθοῦν ὡς νέφη εἰς πνοὴν ἀνέμου τότε θὰ ἐννοήσωμεν καὶ τὰς πολιτικὰς δολοπλοκίας τῶν δυνάμεων καὶ δώσωμεν εἰς τὴν ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ αὐθαιρεσίαν καὶ ληστρικὴν τάσιν τοῦ τε Βορρᾶ καὶ τῆς Δύσεως ἕν μάθημα διὰ τὴν αὐθάδειάν των. Τὸ σέβας μου εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ συλλόγου καὶ τοὺς ἐγκαρδίους ἀσπασμοὺς εἰς τοὺς νέους συναδέλφους, οὓς ἀποκτῶ σήμερον. 30 μαρτίου 1890 Θεόδωρος Γενναίου Κολοκοτρώνης Νέα Ἐφημερίς, 105/ 15 Ἀπριλίου 1890, Κυριακή. * Ἡ «Ἀνατολικὴ Ὁμοσπονδία» (1880) εἶναι πολιτικὴ κίνηση μὲ κύριο σκοπό της τὴ δημιουργία μιᾶς βαλκανικῆς ὁμοσπονδίας. Πρωταγωνιστικὸ ρόλο ἔπαιξε ὁ Λεωνίδας Βούλγαρης, ἐνῶ πρόεδρός της ἀπὸ τὸ 1884 ἦταν ὁ Νότης Μπότσαρης.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ

ΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΕΙΣ Θὰ ἔχει ἀσφαλῶς πέσει στὴν ἀντίληψή σας τὸ ἐθνικοπατριωτικὸ τραγουδάκι «Μὴν παραχαράσσετε τὴν ἱστορία», ποὺ ἔγινε viral στὸ διαδίκτυο, καὶ μετὰ γεννήθηκε ἡ φοβερὴ ὑποψία μήπως εἶναι σλαβικό. Πολλοὶ προσπάθησαν νὰ λύσουν τὸ αἴνιγμα, ἀλλὰ τὰ στοιχεῖα φαίνεται νὰ χάνονται σ’ ἕνα ἀδιευκρίνιστο βάθος χρόνου, ὅπου κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ μὲ σιγουριὰ ποιὰ παραλλαγὴ προηγεῖται καὶ ποιὰ ἕπεται, καὶ ἂν τελικὰ τὸ τραγούδι εἶναι σύγχρονο δικό μας ἢ σλάβικο παραδοσιακό.1 Εἶναι σὰν ἡ ὑπόθεση αὐτὴ νὰ ἦλθε γιὰ νὰ ἀποκαλύψει μὲ εἰρωνικό, ὄσο καὶ προφητικὸ μαζὶ τρόπο, τὴν ἴδια τὴν οὐσία τοῦ μακεδονικοῦ ζητήματος, ὅπως καὶ ὅλων γενικὰ τῶν ἐνδοβαλκανικῶν διενέξεων: Ὅτι δηλαδή, διεκδικώντας οἱ βαλκανικοὶ λαοί, ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του, μιὰ κληρονομιὰ ποὺ εἶναι –ἢ ποὺ ἔγινε στὴν πορεία τῶν αἰώνων– κοινή, τελικά, ὄχι μόνο παραχαράσσουμε τὴν ἱστορία (ἄλλος λιγότερο, ἄλλος περισσότερο), ἀλλὰ συνάμα φαλκιδεύουμε τὶς πιὸ καίριες καὶ πιὸ δυναμικὲς πτυχὲς τῆς ἐθνικῆς μας ὑπόστασης, καὶ ὑπονομεύουμε τὴν ἐλευθερία-αὐτοδιάθεση-αὐτοκυριαρχία τῶν λαῶν μας στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον. Συμπεριφερόμαστε σὰν τὰ ἀποξενωμένα ἀδέλφια καὶ ξαδέλφια μιᾶς ἑνιαίας οἰκογένειας, ποὺ ζοῦσε κάποτε ὅλη μαζὶ στὴν ἴδια πολυκατοικία, καὶ τώρα, ποὺ ἡ πολυκατοικία γκρεμίστηκε, προσπαθοῦμε νὰ διαμοιράσουμε τὸ οἰκόπεδο σὲ χωριστὲς κάθετες ἰδιοκτησίες σύμφωνα μὲ τὰ ποσοστὰ τῶν παλαιῶν διαμερισμάτων μας. Καὶ ὁ καθένας μας προβάλλει τὸ –αὐθεντικὸ ἢ κίβδηλο– ἐξ ἀδιαιρέτου μερίδιό του, διεκδικώντας κομμάτια τοῦ οἰκοπέδου γιὰ δικό του καὶ μόνο λογαριασμό. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, οἱ νεώτεροι «Βορειομακεδόνες» ἀφελληνίζουν ἢ καὶ ἐκσλαβίζουν κατὰ τὸ δοκοῦν τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, μήπως καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀποκτήσουν ἀρχαιότερους καὶ πιὸ ἰσχυροὺς τίτλους κυριότητας ἐπὶ τοῦ label «Μακεδονία», ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲν διστάζουν νὰ ἀποσλαβοποιοῦν τεχνητὰ τὴ δική τους σλαβομακεδονικὴ ταυτότητα ἐπειδὴ τὸ ἐπιτάσσει ἡ ἀνάγκη συνοχῆς τοῦ κράτους τους (βλ. συνύπαρξη μὲ ἀλβανικὴ μειονότητα). Ἀλλὰ καὶ ἡ νεοελληνικὴ ἱστορικὴ συνείδηση δὲν μπορεῖ νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ τὸ ἀφήγημα μιᾶς δῆθεν ἀμιγοῦς ἑλληνικότητας, ποὺ ἀνάγεται φαντασιακὰ κατευθείαν στὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα, λὲς καὶ οἱ ἐνδιάμεσες χιλιετίες δὲν εἶναι παρὰ ἀσήμαντες παρενθέσεις. Λησμονοῦμε ἔτσι, ἢ ἀποσιωποῦμε τὶς ἱστορικὲς κα-

ταστάσεις ποὺ ἔχουν παρεμβληθεῖ ἐνδιάμεσα· μεταξὺ ἄλλων καὶ τοὺς αἰῶνες σλαβικῆς παρουσίας στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Μὲ δυὸ λόγια, ὅλες γενικὰ οἱ σύγχρονες ἐθνικὲς ἀφηγήσεις τῶν βαλκανικῶν κρατῶν, στήνουν ἕνα ἐθνικὰ «καθαρὸ» παρελθὸν σὰν τὸ σκηνογραφικὸ πλαίσιο τῆς σημερινῆς ἐδαφικῆς καὶ πολιτισμικῆς τους περιχαράκωσης. Ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἄποψη τὸ λάθος αὐτὸ λέγεται «ἀναχρονισμός»: προσαρμογὴ τῶν καταστάσεων καὶ τῶν δεδομένων τοῦ παρελθόντος ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν σημερινῶν. Χειρότερη ὅμως ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ λαθροχειρία εἶναι ἡ ἀλλοίωση τῆς συλλογικῆς μνήμης τῶν λαῶν. Ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της εἶναι ἐκδήλωση μιᾶς γενικότερης ἀλλοτρίωσης-ἀποξένωσης τῶν συγχρόνων βαλκανικῶν ἐθνῶν, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν πραγματική τους ἱστορία, ἀλλὰ καὶ ἁπὸ τὸν πραγματικὸ ἑαυτό τους. Διότι βγαίνοντας οἱ βαλκανικοὶ λαοὶ ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ δεσποτεία καὶ μπαίνοντας στὸ πνευματικὸ σύμπαν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, υἱοθέτησαν –ἑκόντες ἄκοντες– μιὰ πνευματικὴ καὶ ἰδεολογικὴ ἀντίληψη περὶ ἔθνους ξένη πρὸς τὴ δική τους ψυχοσύνθεση καὶ τὴ δική τους ἱστορικὴ ἐμπειρία.2 Ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη ἀνεφύησαν οἱ ἐπιμέρους βαλκανικοὶ ἐθνικισμοί, ποὺ καλλιεργήθηκαν καὶ συνεχίζουν νὰ καλλιεργοῦνται ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ κόσμου τούτου σὰν ἐργαλεῖα γιὰ τὰ κυριαρχικὰ γεωπολιτικά τους παίγνια. Ἂν εἶχε πραγματοποιηθεῖ τὸ παμβαλκανικὸ σχέδιο τοῦ Ρήγα ἴσως τὰ πράγματα νὰ εἶχαν ἐξελιχθεῖ ἀλλιῶς. Κανεὶς δὲν ξέρει. Τὸ θέμα εἶναι πὼς –εἴτε ἀπὸ ἱστορικὴ νομοτέλεια, εἴτε λόγω τῶν συγκυριῶν, εἴτε ἐξ αἰτίας τῶν σχεδίων τῶν μεγάλων δυνάμεων– τὰ μικρὰ βαλκανικὰ κράτη ποὺ διαδέχθηκαν τὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία δὲν ὑπῆρξαν ποτέ, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ κάποιες ἐλάχιστες ἀναλαμπές, πραγματικὰ δημοκρατικά, οὔτε πραγματικὰ ἐλεύθερα. Καὶ ἡ μεγαλύτερη, ὅπως φαίνεται, ἐπιτυχία τῶν ξένων κυρίων τους εἶναι τούτη: πὼς ἔχουν πείσει τοὺς βαλκανικοὺς λαοὺς ὅτι δὲν ὑπῆρξε, οὔτε θὰ ὑπάρξει ποτὲ γι’ αὐτοὺς περιθώριο πραγματικῆς ὑλοποίησης τοῦ πρωταρχικοῦ ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ τους ὁράματος. Καὶ πὼς ἂν τοὺς πιάνει ποῦ καὶ ποῦ τὸ μαράζι γιὰ τὴ χαμένη τους ἀξιοπρέπεια καὶ αὐτοεκτίμηση, θὰ πρέπει νὰ ἐκτονώνονται στρεφόμενοι ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἰδοῦ ἡ μεγάλη παραχάραξη.

ιὰ καλὴ παρουσίαση τοῦ ζητήματος, ἡ πιὸ τεκμηριωμένη άπὸ Μ ὅσες ἔπεσαν στὴν ἀντίληψή μου, εἶναι αὐτὴ τῆς ἱστοσελίδας agonaskritis.gr («Σλαβικό παραδοσιακό ή δημιουργημένο κατά τα πρώτα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία το “μην παραχαράσσετε την ιστορία”;» 15/2/2019), ἐνῶ ἐξ ἴσου ένδιαφέρουσα, καὶ μὲ κάποια ἐπιπλέον στοιχεῖα εἶναι καὶ αὐτἡ τοῦ nooz.gr («Μήπως έγινε μια μικρή… παραχάραξη στο τραγούδι “Μην παραχαράζετε την ιστορία”;» 15/2/2019). Στὸ βιβλίο μου «Βαλκανικὴ Κοινοπολιτεία» (ἐκδ. Δόμος, 1994)

ἐξηγῶ γιατί, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἡ ἔννοια τῆς συλλογικῆς ταυτότητας (ἐκ φύσεως στατικὴ στὴν προσέγγισή της) εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκὴς γιὰ νὰ περιγράψει τὸν χαρακτῆρα, καὶ κυρίως, τὸ ἱστορικὸ πεπρωμένο τῶν βαλκανικῶν ἐθνῶν. Χαρακτῆρα καὶ πεπρωμένο ποὺ προκύπτουν –ὅπως γράφω ἐκεῖ– «ἀπὸ τὴ δυναμικὴ μιᾶς ἱστορικῆς συνάντησης». Ὁλόκληρο τὸ βιβλίο εἶναι ἀναρτημένο στὴν ἱστοσελίδα antifono.gr. Βλ. εἰδικότερα: Κεφ. 7 «Τὸ “ὀρθόδοξο τόξο” – Ἡ δυναμικὴ τῆς “συνάντησης”», και Κεφ. 8 «Πέραν τῆς “ταυτότητας”».

1

2

Βασίλης Ξυδιᾶς

15


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ἡ Ἑλλάδα δὲν πεθαίνει ποτὲ. Μᾶς ἔβαλαν σὲ παράταξη. Τετράδες. Στοιχηθήκαμε καὶ μετὰ ἀπὸ τὸ προσοχή, ἡμιανάπαυση, τραγουδήσαμε ὅλοι μαζὶ ἕνα πρωινὸ ἆσμα. - Ἡ Ἑλλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει… Πάρτι. Λίγο ἔλειψε νὰ τὸ πιστέψουμε, μὰ ὁ λόχος προσγειώθηκε στὴν ἀγγαρεία στὶς τουαλέτες. Ἡ προσωποποίηση τοῦ ἐχθροῦ. Ὅλες τούρκικες καὶ κατασκατωμένες. Ἀναρωτηθήκαμε γιὰ τὸ εἶναι μας. Τί κρύβουμε μέσα μας; Διότι καὶ ὁ ἐχθρὸς εἰκόνα μας εἶναι καὶ μυρίζει. Φυσικὰ δείξαμε χαρακτήρα. Σὲ λίγο ὅλα ἔλαμπαν ἀπὸ καθαριότητα καὶ γιὰ τὰ ἑπόμενα δέκα λεπτά, ἡ καλλιόπη ἔμοιαζε σαλόνι. Ξανὰ παράταξη καὶ παρέλαση μπροστὰ ἀπὸ τὸ διοικητήριο. - Τρία καὶ ἐμπλοκή … Ἀκούγεται λὲς καὶ γίνεται σεισμός. Στὸ γήπεδο μὲ χτύπησε ἡ μπότα. Μιλᾶμε γιὰ κάλο καὶ μάλιστα ἀνυπόφορο. Μετὰ τὸν δεύτερο γύρο πῆγα στὸ ἰατρεῑο. Ἀσπιρίνη, ἐλεύθερος ἀρβυλῶν καὶ ὑπηρεσία γραφείου. Ὁ λοχαγός μοῦ ἀνέλυσε τὸ σχέδιο τῆς κυβέρνησης. Ἀναπτυξιακό θαῦμα. Ἔμεινα ἄλαλος. Μετὰ ἀπὸ ἐρώτηση ἀνακεφαλαίωσης, ἀπάντησα «μάλιστα κύριε διοικητά». Ὁ ἄνθρωπος ἡσύχασε καὶ μὲ ἔστειλε νὰ πάρω τυρόπιτα στὸ ΚΨΜ. Ἐπέστρεψα ἀνανεωμένος καὶ συνεχίστηκε ἡ κατήχηση. Ἡ φιλοσοφία ἦταν ἀνατρεπτική. Ἀπαιτοῦσε ἀντιθετικά σχήματα καὶ σχέδια στὸν πίνακα. Κοιτοῦσα γιὰ ἀκροατήριο ἀλλὰ ὅλοι ἔλειπαν σὲ ὑπηρεσίες. Ἔπρεπε μόνος νὰ ὑποστῶ τὸ μάθημα καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνω κάθε τόσο περίληψη τῶν προαναφερθέντων. Τὸ ὑπέμεινα μέχρι τὸ σημεῑο ποὺ ἔπρεπε νὰ πάρω θέση. Ἐκεῖ ἄρχιζα τὰ βογγητὰ καὶ ὑποχωροῦσε τονίζοντάς μου νὰ ἀλείψω μὲ βαζελίνη τὰ ἄρβυλα. Θεώρησα πρέπον νὰ συμμορφωθῶ. Ἔπιανα νὰ ἁπλώνω στὸ δέρμα καὶ τὰ μούσκεψα. Ἦρθε πάνω ἀπὸ τὸ ἐργόχειρο, ἐπιθεώρησε, μοῦ εἶπε «εὖγε» καὶ φυσικὰ νὰ τὰ ἀφήσω στὸ μπαλκόνι γιὰ νὰ στεγνώσουν. Ἤμουν ἀνυπεράσπιστος. Χωρὶς ἀπασχόληση ἔπρεπε νὰ ἀκούω δίχως ἀνάσα. Σὲ κάποια στιγμὴ ἐγέρθηκα, πῆρα κιμωλία καὶ ἄρχισα νὰ χαράσσω γραμμὲς μὲ τὶς ὑποδείξεις του. Θυμᾶμαι μιὰ εὐθεία ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω, μετὰ ἡμικυκλικὴ περιφορὰ πρὸς τὰ δεξιά, εὐθεία κάτω, δύο ἐφαπτόμενοι κύκλοι ποὺ τέμνονται στὴν βάση καὶ ὡς ἔξοδος γραμμὲς ἀποσπώμενες ὡς ἀχτίνες ἀπὸ τὰ μπαλάκια. Τὸ κοίταξε μὲ ἔνταση, ἦρθε πρόσθεσε μιὰ σχι-

16

σμὴ στὸ κορυφαῖο ἡμικύκλιο καὶ λείανε τοὺς ἐδαφιαίους κύκλους. Σωστὸ ἀναφώνησε καὶ κάθισε στὸ γραφεῖο του μὲ σπουδή. - Πρόοδος καὶ εὐημερία μὲ στέρεες βάσεις… τὸ κατανοεῖς; Ἔγνευσα καταφατικά. - Καὶ τὸ θεωρεῖτε ἀπαραίτητο, κύριε Λοχαγέ; - Φυσικά, ἐπιβάλλεται. Κοιτοῦσα μιὰ τὴν ἄδεια βαζελίνη, μιὰ τὸ ἀναπτυξιακὸ σχέδιο τῆς κυβέρνησης καὶ μοῦ ἦρθε ζάλη. Τόση ἀνάπτυξη δὲν τὴν ἄντεχα… Τὸ κατὰλαβε καὶ προχώρησε στὸ ἐπίμετρο μὲ πατρικὴ φροντίδα καὶ διάθεση. - Παιδί μου ἡ Ἑλλάδα δὲν πεθαίνει ποτέ, ὅπως λέει καὶ τὸ τραγούδι, μόνο λίγο καιρὸ ξαποσταίνει καὶ ξανὰ πρὸς τὴν δόξα τραβᾶ. Ἐκεῖ ἀνάμεσα στὸ ξαπόσταμα καὶ τὴν δόξα χρειάζεται ἕνα σπρώξιμο. Αὐτὸ ἔχει συλλάβει ἡ εθνοσωτήρια κυβέρνηση καὶ μὲ τὸ ἀναπτυξιακὸ ἐργαλεῑο, ποὺ σχεδίασες, θὰ ὁδηγήσει τὴ χώρα σὲ ἕνα σὸκ ποὺ θὰ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἔγερση. Ὅλα θὰ πᾶνε καλά στὸ τέλος. Ὁ νεκρὸς θὰ ἀναστηθεῖ… Ἡσύχασα, ἦταν καὶ ἡ ὥρα γιὰ φαγητό. Κατέβηκα τὶς σκάλες καὶ πῆγα τουαλέτες. Σκεφτόμουν τὸ σχῆμα καὶ φυσικὰ τὸ φιλοσοφικὸ ἀξίωμα τοῦ θανάτου πρὶν τὴν ἀνάσταση. Αὐτό ἦταν ἡ αἰτία γιὰ τὰ χάλια ποὺ ζοῦμε. Δὲν ὑπάρχει ὁλοκλήρωση τοῦ θεωρήματος καὶ ἔτσι τὴν πατᾶμε. Πάνω ποὺ βυθιζόμαστε ἕνας ἀπὸ μηχανῆς θεὸς βάζει τὸ χέρι του καὶ τὴν βγάζουμε καθαρή. Αὐτὸ φταίει. Τὸ ἀπόγευμα θὰ μοῦ ἔκανε περαιτέρω ἀνάλυση γιὰ τὸν ἀρνητικὸ ρόλο τῶν ἰδεοληψιῶν στὴν συλλογική ζωή. Ἐπρεπε νὰ φρεσκαριστῶ. Πῆγα στὰ μπάνια. Εἶχε λαὸ τσίτσιδο μὲ τὰ ἀναπτυξιακά του ἐργαλεῖα σὲ θέα. Ἔξω ἀκουγόταν τὸ μονότονο «ἕν–δυὸ» καὶ ὁ ἥλιος χτυποῦσε σαραντάρι. Μετὰ τὴν μεσημεριανὴ κατὰκλιση, παρουσιάστηκα ξανὰ στὸ γραφεῑο. Ἦταν ἀξιωματικὸς ὑπηρεσίας καὶ μὲ ἕνα τεράστιο φραπὲ κοιτοῦσε ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τὸ γήπεδο. Ἔκανα νὰ καθαρίζω τὸ γραφεῑο καὶ πάνω ποὺ θὰ ἔσβηνα τὸν πίνακα, μπῆκε φουριόζος καὶ μὲ φωνὲς μὲ σταμάτησε. Δὲν ἤθελε νὰ τὸ πειράξω. Ἀντιθέτως πῆρε μιὰ κόκκινη κιμωλία καὶ μὲ καλλιγραφικὰ γράμματα ἔγραψε ὑπερήφανα: «Σωτήριο ἔτος 2018. Πρώτη φορὰ ἀριστερά». Ζούσαμε τὴν νέα μεταπολίτευση. Δημήτρης Μαγριπλῆς


ΠΑΤΡΙΚ ΝΤΕ ΛΟΜΠΙΕ

NΙΚΟΛΑΟΣ ΜΠΕΡΝΤΙΑΓΙΕΦ (1874-1948) Μετάφραση: Δημήτρης Μπαλτᾶς Ὁ Νικόλαος Μπερντιάγιεφ εἶχε, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μητέρας του, καταγωγὴ γαλλικὴ καὶ ρωμαιοκαθολική, ἐνῶ ἡ συζυγός του ἡ Λύντια, μετὰ τὸν γάμο της, μεταστράφηκε στὸν ρωμαιοκαθολικισμό. Ἀπὸ τὸ 1925 ὣς τὸ 1948 ἔζησε στὸ Παρίσι ὅπου ἡ φιλία του μὲ τοὺς Μαριταὶν τὸν ἔφερε πιὸ κοντὰ σὲ περιβάλλοντα ρωμαιοκαθολικά. Ἡ μαρτυρία του εἶναι ἔμμεση, δὲν ἔχει γράψει αὐτὸ ποὺ σκεφτόταν γιὰ μία Ἐκκλησία ποὺ δὲν ἦταν ἡ δική του, ἀλλὰ μέσα στὰ πολυάριθμα ἔργα του ἔκανε σκέψεις ἤ μερικὲς φορὲς ἁπλὲς παρατηρήσεις ποὺ ἐπιτρέπουν νὰ σχηματίσουμε μία ἰδέα περὶ τῆς εἰκόνας ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ρωμαιοκαθολικισμό. Ὁ Ζὰκ Μαριταὶν καὶ ὁ Νικόλαος Μπερντιάγιεφ συναντήθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ στὸ Παρίσι τὸ 1925 καὶ τοὺς ἔφερε σὲ ἐπαφὴ ἡ σύζυγος τοῦ Λεὸν Μπλουά. Τὸ 1927 τὸ ἔργο Ὁ Νέος Μεσαίωνας τοῦ Μπερντιάγιεφ ἐκδόθηκε στὴν συλλογὴ «Roseau d’Οr» ποὺ διηύθυνε ὁ Mαριταὶν καὶ τὴν ἑπόμενη χρονιὰ οἱ μηνιαῖες συναντήσεις τόσο στὴν Μεντόν ὅσο καὶ στὸ Κλαμάρ ἐγκαινίασαν ἕναν οἰκουμενικὸ διάλογο, ρωμαιοκαθολικό-ὀρθόδοξο, γιὰ τὸν μυστικισμὸ στὴν θρησκεία. Ὁ Μπερντιάγιεφ, μεγαλωμένος στὴν παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας κατὰ τρόπο πολὺ τυπικό, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτήν καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν του στὸ Κίεβο, τὸ 1894, ἔγινε μαρξιστής. Ἀφοῦ παντρεύτηκε μὲ τὴν Λύντια τὸ 1904, ἔγινε χριστιανὸς τὸ 1905. Ἐντούτοις, ὅπως ὁ Πεγκύ, ὁ Μπερντιάγιεφ προτιμοῦσε νὰ μιλάει γιὰ τὴν συνέχεια. Αἰσθανόταν χριστιανὸς κοντὰ στὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ διατήρησε πάντοτε τὶς ἀποστάσεις του ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ 1917. Ὅταν τὸ 1905 ξέσπασε ἡ πρώτη ρωσικὴ ἐπανάσταση, ὁ Μπερντιάγιεφ ἦταν 31 ἐτῶν. Ἡ ἀριστοκρατικὴ καταγωγή του δὲν τὸν εἶχε ἐμποδίσει νὰ γίνει μαρξιστής, ἀλλὰ ὁ ὑλισμὸς δὲν ἀπαντοῦσε στὶς προσδοκίες του καὶ μεταστράφηκε στὴν Ὀρθοδοξία, ὅπως ἔκανε τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Σέργιος Μπουλγκάκωφ. Εἶχε συναντήσει προσωπικὰ τὸν Τολστόι καὶ συναναστρεφόταν διανοουμένους ὅπως τὸν Βιατσεσλάβ Ἰβάνωφ, τὸν Βασίλι Ροζάνωφ, τὸν Πάβελ Φλωρένσκυ, τὸν Συμεὼν Φράνκ, ἐνῶ πολέμησε ἐναντίον τῆς ἰδεολογίας τῶν μπολσεβίκων μέχρι τὴν σύλληψή του ἀπὸ τὴν Τσεκὰ καὶ τὴν ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἐπικεφαλῆς της, τὸν Φέλιξ Ντζερζίνσκι, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὴν ἐπιλογὴ μεταξύ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἐξορίας. Κυνηγημένος ἀπὸ τὴν Ρωσία, ὁ Μπερντιάγιεφ εἶχε ἤδη ἕνα ἔργο μπροστά του, ὅταν ἔφθασε στὴν Γαλλία, ἀφοῦ πέρασε δύο χρόνια στὴν Γερμανία. Προσωπικότητα ποὺ δὲν ἐντάσσεται σὲ κάποια κατηγορία, πιστός, σταθερὸς στὴν Ἐκκλησία τῆς Μόσχας, καὶ καταγγέλλων τόσο τίς δικατορίες ὅσο καὶ τὸν ἀστικὸ φιλελευθερισμό. Ἐχθρικὸ σὲ κάθε θρησκευτική ἐξουσία, τὸ ἔργο του εἶναι ξένο τόσο στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ὅσο καὶ στὸν ρωμαιο-καθολικισμό, ἀλλὰ ἡ εὐλάβειά του γιὰ τὸν Χριστὸ τὸν κάνει ἕναν αὐθεντικὸ χριστιανό, βασανισμένο καὶ ἀπομονωμένο,

γαλουχημένο ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι, τὸν Σοπενχάουερ καὶ τὸν Νίτσε. Ἡ ἀναζήτησή του, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος θά ὀνομάσει μυστικὸ γνωστικισμό, ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν ἀγαπημένο Γιάκομπ Μπαῖμε (1575-1624), στοχαστὴ περὶ τοῦ ἀδημιούργητου Ungrund. Ἔγραψε πολλὰ γιὰ τὴν ἐσχατολογία καὶ ὑποστήριζε τὴν πνευματικὴ ἀναγκαιότητα μιᾶς ἀποκαταστάσεως, δηλαδὴ τῆς μὴ αἰωνιότητας τῆς κολάσεως. Ἀνέπτυξε τὴν σκέψη του πάνω στὸν ὑπαρξιακὸ περσοναλισμὸ χριστιανικῆς ἐμπνεύσεως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Μ. Χάιντεγγερ καὶ τὸν Κ. Γιάσπερς. Ὁ Νικόλαος Μπερντιάγιεφ ἦταν ὀρθόδοξος, χωρίς νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ παρέμεινε μέλος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας μετά τὴν ἔνταξη διὰ τοῦ Μητροπολίτη Εὐλόγιου τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας τοῦ Παρισιοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἂν καὶ ἀρνοῦνταν νὰ ἐκπροσωπήσει τὴν Ὀρθοδοξία στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, ὁ Μπερντιάγιεφ δὲν θέλησε νὰ ἔρθει σὲ ρήξη μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Μόσχας, ἐνῶ τὸ 1945 ἀπέρριψε τὴν πρόσκληση τῶν σοβιετικῶν Ἀρχῶν νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ρωσία. Κατὰ βάθος ὁ Μπερντιάγιεφ δὲν ἐκπροσωποῦσε κανέναν παρὰ μόνον τὸν ἑαυτό του, ἐνῶ δὲν ἀσχολοῦνταν κανείς, καὶ κυρίως ἡ Ὀρθόδοξη Ρωσική Ἐκκλησία, μὲ τίς θεοσοφικὲς σκέψεις του. Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν θέση τοῦ Μπερντιάγιεφ στὴν Ἐκκλησία, θά πρέπει νὰ διαβάσουμε τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν Χομιακώφ ποὺ ἐξέδωσε τὸ 1911. Ὁ Μπερντιάγιεφ βλέπει σ’ αὐτὸν τὸν λαϊκό, ἐμπνευστὴ τῆς Κίνησης τῶν Σλαβόφιλων, ἕναν μεγαλοφυῆ θεολόγο: Μέ αὐτόν ἡ ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ ἀπέκτησε πλήρη αὐτοσυνειδησία, ἐξέφρασε τὸν πρωταρχικὸ χαρακτήρα τῆς θρησκευτικῆς πορείας της. Ὁ Ντοστογιέφσκι ὑπῆρξε ἐπίσης ἕνας δάσκαλος γιὰ τὸν Μπερντιάγιεφ, ἀλλὰ δὲν πῆγε πιὸ μακριά ἀπὸ τὸν Σαλαβιώφ. Ἡ ρωμαιοκαθολικὴ σύζυγός του, ἡ Λύντια, καὶ ὁ φίλος του Μαριταὶν πρόσφεραν μιὰ πιὸ θετικὴ εἰκόνα τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν Χομιακὼφ καὶ τὸν Ντοστογιέφσκι. Ὁ Μπερντιάγιεφ ἀσκοῦσε κριτικὴ στὸν θωμισμὸ καὶ στὴν ἀντικειμενική του μεταφυσική, ἀρνοῦνταν τὴν αὐθεντία τῶν Κανόνων, ἀλλὰ ἐκτιμοῦσε τούς μυστικοὺς τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ. Πράγματι, δὲν μᾶς ἔδωσε σκέψεις πάνω στὴν ὀργάνωση τῆς πολιτικῆς κοινωνίας καὶ δὲν ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἐκκλησιολογία. Πατρὶκ ντὲ Λομπιὲ (μετάφραση: Δημήτρης Μπαλτᾶς) Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ: Ὁ Πατρὶκ ντὲ Λομπιὲ (Patrick de Laubier) (1935-2016) ἦταν ἐπὶ πολλὰ χρόνια καθηγητὴς τῆς κοινωνιολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Γενεύης. Πολλὲς ἐργασίες του ἀφοροῦν τὸν σλαβικὸ κόσμο. Τὸ 2001 χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπὸ τὸν Πάπα Ἰωάννη-Παῦλο τὸν Β΄. Τὸ ἀπόσπασμα ποὺ παρουσιάζεται ἐδῶ σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση, προέρχεται ἀπὸ τὸ βιβλίο του Les Russes et Rome. Grands regards orthodoxes sur l’Eglise romaine, ἐκδ. François-Xavier de Guibert, Paris 2010, σσ. 67-73).

17


ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ: «Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥ» Τὸ ἠθογραφικό αὐτὸ διήγημα, «Ὁ ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ», εἶναι τὸ τελευταῖο καὶ ἀνολοκλήρωτο ἔργο του Ἀ. Παπαδιαμάντη (βλ. Ἀ. Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα, τ. 4ος, ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, σελ. 367-380). Γραμμένο τὸ 1910, λίγο πρὶν τὸ θάνατό του, ἀποτυπώνει κατὰ τρόπο ρεαλιστικὸ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὶς μορφὲς συνύπαρξης Ἑβραίων καὶ Χριστιανῶν στὴν ἑλληνικὴ κλειστὴ κοινωνία τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰώνα. Καταγράφει πὼς οἱ προκαταλήψεις τῶν Χριστιανῶν ἔναντι τῶν Ἑβραίων προκαλοῦν στοὺς ἴδιους τοὺς φορεῖς τους δυσκολία νὰ τὶς διαχειριστοῦν σὲ ψυχολογικὸ ἐπίπεδο καὶ καλεῖ τὸν ἀναγνώστη νὰ προβληματιστεῖ σὲ βάθος ἐπὶ τοῦ ἀντισημιτισμοῦ, δίδοντας τὴ δική του ὀπτικὴ μὲ ἕναν λογοτεχνικὰ ἤπιο τρόπο. Τὸ ἀφήγημα ἀπηχεῖ τὶς λεπτὲς ἰσορροπίες ποὺ καθιστοῦν ἐφικτὴ τὴ συμβίωση Χριστιανῶν καὶ Ἑβραίων στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία. Σε ἕνα πρῶτο στοιχειακὸ ἐπίπεδο, Χριστιανοὶ καὶ Ἑβραῖοι συνυπάρχουν ἐνώπιον τῆς κοινῆς σὲ ὅλους ἐνστικτικῆς ἀνάγκης καὶ ἀπόλαυσης, στὸ φαγητό. Ὅμως, σὲ πρωταρχικὸ ἐπίπεδο κοινωνικῆς παρουσίας, ὅπως εἶναι τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο συστήνεται κάποιος, οἱ Ἑβραῖοι τοῦ ἀφηγήματός μας ἐπιλέγουν ὀνόματα κοινὰ καὶ στὰ δύο θρησκεύματα, ὅπως Ἠλίας ἢ Ζαχαρίας, ὥστε νὰ φαίνονται Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν προδίδουν τὴ θρησκευτική τους συνείδηση. Ὁ Ἑβραῖος ἥρωας τοῦ διηγήματος, συστήνεται ὡς Σάββας (καὶ «ὀλίγοι εἴξευραν ὅτι ἦτο Ἑβραῖος»). Ἐπιπλέον, κατὰ τὴ συμμετοχή τους στὴ λατρεία τῶν θρησκειῶν τους, ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρωταγωνιστὲς τοῦ ἀφηγήματος, ὁ Ἑβραῖος συμμετεῖχε στὶς χριστιανικὲς γιορτές, ἐνῶ ποτὲ δὲν συνέβαινε τὸ ἀντίστροφο. Τὰ ἀντισημιτικὰ στερεότυπα καὶ οἱ προκαταλήψεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτά, πυροδοτοῦνται ὅταν οἱ Χριστιανοὶ ἀφηγηματικοὶ ἥρωες ἀποδίδουν τὴν προσωπικὴ κακοτυχία τους στὸν Ἑβραῖο, ὅπως στὴν περίπτωση τῆς πυρκαγιᾶς στὸ σπίτι τοῦ Ἀλμπέργου, τὸ βράδυ ποὺ φιλοξενοῦσε τὸν ἄστεγο Ἑβραῖο Σάββα ἢ ὅταν ὁ Σάββας γίνεται ὁ ἀποδιοπομπαῖος τράγος, «ἔνοχος» στὴ συνείδηση τοῦ Χριστιανοῦ Κερκυραίου γιὰ τὸ περιστατικὸ ἄγριας δολοφονίας ἑβραιοπούλας στὴν Κέρκυρα καὶ ἑπομένως ἀξιομίσητο πρόσωπο καὶ ἀντικείμενο βιαιοπραγιῶν. Ὁ παραλογισμὸς τῆς προκατάληψης θολώνει τὸ νοῦ του. Ἡ μεγάλη δύναμη τῶν στερεοτύπων, ἡ λογικὴ προσέγγιση τῆς πραγματικότητας, καὶ τὰ ψυχολογικὰ δεδομένα τῆς ἐμπειρίας ποὺ γεννοῦν ἀντιφατικὲς ἐκτιμήσεις συγκρούονται στὴ συνείδηση τῶν Χριστιανῶν ἡρώων, καὶ ἡ κρίση τους παραπαίει μεταξύ λογικῆς καὶ προκατάληψης.

18

Ὁ μύθος προσφέρει ψυχολογικὴ ἀσφάλεια σὲ ὅσους τὸν ἀποδέχονται, ἐνῶ ἀντίθετα, ὄσοι τὸν ἀμφισβητοῦν καὶ ἀναζητοῦν ἀποδείξεις γιὰ τὴν ἰσχύ του βρίσκονται σὲ δυσχερὴ θέση. Ἡ νηφάλια καὶ ἀπροκατάληπτη στάση τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπέναντι στοὺς Ἑβραίους ἀρχίζει νὰ διαφαίνεται ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τῆς ἀφήγησης ὅπου παρουσιάζει τὸν Ἑβραῖο ἥρωα τοῦ ἀφηγήματος ὡς ἕναν ἄνθρωπο τῆς βιοπάλης, γλωσσομαθή, πολυτεχνίτη, τέλειο κοσμοπολίτη, μὲ ἔντονη θρησκευτικὴ συνείδηση, τὴν ὁποία ἔκρυβε, ἀλλὰ «ὁ οἶνος τῆς κατανύξεως» τὴν ἔφερνε στὴν ἐπιφάνεια, μὲ διάθεση νὰ διαλύσει τοὺς μύθους τῶν Χριστιανῶν φίλων του μὲ τὴν πειθώ, μὲ εὐαισθησία καὶ χωρὶς διάθεση ρεβανσισμοῦ καὶ ἐκδικητικότητας. Ὁ Παπαδιαμάντης ἀποκαλεῖ τὸν Ἑβραῖο ἥρωα τοῦ ἀφηγήματος πότε μὲ τὸ ἑβραϊκό του ὄνομα καὶ πότε μὲ τὸ χριστιανικό, ὡσὰν νὰ ὑπενθυμίζει στοὺς ἀναγνῶστες ὅτι ὁ ἤρωάς του ὀφείλει συνεχῶς νὰ αὐτοπροστατεύεται καὶ νὰ μην προκαλεῖ. Ἀκόμη καὶ ὁ τίτλος τοῦ διηγήματος –ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ– παραπέμπει σὲ νοητικὲς διεργασίες, οἱ ὁποῖες συνδέονται μὲ συμπεριφορὲς ἐν πολλοῖς ἀνεξήγητες καὶ δυσερμήνευτες. Ἡ ἀπρόσμενη ἐξέλιξη κατὰ τὴν ἐκτύλιξη τοῦ μύθου, ὅπου τελικὰ ἡ δολοφονημένη νέα δὲν ἦταν Χριστιανή, ἀλλὰ Ἑβραία, ὁδηγεῖ ἀναπόδραστα καὶ στὴν ἀνατροπὴ τῶν συναισθημάτων τοῦ ἀναγνώστη, ἀλλὰ καὶ τῆς ὀπτικῆς μὲ τὴν ὁποία ὣς τότε ἀξιολογοῦσε τὰ πράγματα. Ἡ ανατροπὴ αὐτὴ προετοιμάζει τὸ ἔδαφος μὲ τὸν καλύτερο τρόπο γιὰ νὰ τεθεῖ ὁ ἀναγνώστης πρὸ τῆς προβληματικῆς ποὺ θέτει ὁ συγγραφέας σχετικὰ μὲ τὴν ἀβασάνιστη ἐσωτερίκευση μιᾶς ἀντισημιτικῆς στάσης. Ἡ ἐσωτερικὴ πίεση εἶναι μεγάλη: «Ἡ ἀνάκρισις φωτίζει τὰ σκοτεινὰ ἢ σκοτίζει τὰ φωτεινά; Οἱ Ἑβραῖοι προσκυνοῦν τὸν Ἰεχωβὰ καὶ τὸν Χρυσοῦν Μόσχον ἢ οἱ Χριστιανοὶ δουλεύουν Θεὸν καὶ Μαμωνάν;». Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ δοθοῦν ἀξιόπιστες καὶ βέβαιες ἀπαντήσεις: «Ποτὲ δὲν θὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν». Ὅμως ὑπάρχει μιὰ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία ποὺ ὑπερβαίνει κάθε νοητικὴ κατασκευή, ἠ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία καὶ μπορεῖ νὰ δώσει μιὰ ὁριστικὴ καὶ ἑδραία ἀπάντηση: Ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος πόνος: «τὰ δάκρυα τοῦ Σάλβου ἦσαν δάκρυα….. Μήπως οἱ Ἑβραῖοι δὲν εἶναι ἄνθρωποι;». Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ θέαση τῆς πραγματικότητας εἰσηγεῖται ὁ Παπαδιαμάντης, μὲ συνέπεια νὰ ἀπορρίπτει τὴν ὅποια πεποίθηση ἢ συμπεριφορὰ τὴν ἀκυρώνει. Εὐρυδίκη Παπάζογλου


ΧΡΥΣΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΝΕΤ ΦΟΝ ΝΤΡΟΣΤΕ-ΧΙΛΣΧΟΦ DIE UNBESUNGENEN

ΟΙ ΑΨΑΛΤΟΙ

‘s gibt Graeber, wo die Klage schweigt Und nur das Herz von innen blutet, Kein Tropfen in die Wimper steigt Und doch die Lava drinnen flutet; ‘s gibt Graeber, die wie Wetternacht An unserm Horizonte stehn Und alles Leben niederhalten, Und doch, wenn Abendrot erwacht, Mit ihren goldenen Fluegen when Wie milde Seraphimgestalten.

Ὑπάρχουν μνήματα ὅπου ὁ θρῆνος σιωπᾶ Καί μόνο ἡ καρδιὰ ἐντὸς ματώνει, Σταγόνα στὰ βλέφαρα καμιὰ δὲν ἀνεβαίνει Κι ὅμως μέσα ἡ λάβα πλημμυρίζει. Ὑπάρχουν μνήματα ποὺ στέκουν Ὅπως ἡ νύχτα στὸν ὁρίζοντά μας, Καὶ δαμάζουν κάθε τὶ ζωντανό, Κι ὅταν τὸ δειλινὸ ξυπνᾶ, Μὲ τὰ χρυσά τους τὰ φτερὰ πεταρίζουν Σὰν ἤρεμες φιγοῦρες Σεραφείμ.

Zu heilig sind sie fuer das Lied, Und maegt’ge Redner doch vor allen, Sie nennen dir, was nimmer schied, Was nie und nimmer kann zerfallen; O, wenn dich Zweifel drueckt herab, Und moechtest atmen Aetherluft, Und moechtest schauen Seraphsfluegel, Dann tritt an deines Vaters Grab! Dann tritt an deines Bruders Gruft! Dann tritt an deines Kindes Huegel!

Ἅγια εἶναι πολὺ γιὰ τὸ τραγούδι αὐτό, Κι ὅμως ρήτορες δεινοὶ μπροστὰ σὲ ὅλους Σοῦ μιλᾶνε γι’ αὐτὰ ποὺ ποτὲ δὲν χάθηκαν γι’ αὐτὰ ποὺ δὲν γίνεται νὰ διαλυθοῦν ποτὲ. Ὤ, ἂν ἡ ἀμφιβολία σὲ πιέζει Καὶ θέλεις ν’ ἀναπνεύσεις τὸν αἰθέρα, Καὶ τὰ φτερὰ θέλεις νὰ δεῖς τῶν Σεραφείμ, Τότε μπὲς στὸν τάφο τοῦ πατέρα σου! στοῦ ἀδελφοῦ σου τότε μπὲς τὴν κρύπτη! Τότε στὸν τύμβο τοῦ παιδιοῦ σου μπές!

NOT

ΑΝΑΓΚΗ

Was redet ihr soviel von Angst und Not In eurem tadellosen Treiben? Ihr frommen Leute, schlagt die Sorge tot, Sie will ja doch nicht bei euch bleiben!

Γιατί τόσο πολὺ μιλᾶτε γιὰ φόβο καὶ ἀνάγκη Στὶς ἀψεγάδιαστες κινήσεις σας; Ἐσεῖς ἄνθρωποι εὐσεβεῖς, τὴν ἔγνοια μέχρι θανάτου τὴν χτυπᾶτε, Μά ἐκείνη κοντὰ σας δὲν θέλει νὰ ‘ναι.

Doch wo die Not, um die das Mitleid weint, Nur wie der Tropfen an des Trinkers Hand, Indes die dunkle Flut, die keiner meint, Verborgen steht bis an der Seele RandIhr frommen Leute wollt die Sorge kennen, Und habt doch nie die Schuld gesehn! Doch sie, sie duerfen schon das Leben nennen Und seine grauenvollen Hoehn. Hinauf schallt’ s wie Gesang und Loben, Und um die Blumen spielt der Strahl, Die Menschen wohnen still im Tal, Die dunklen Geier horsten droben.

Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἡ ἀνάγκη, ποὺ ἡ συμπόνια τὴν θρηνεῖ, Μόνη σὰν τὴ σταγόνα στὸ χέρι τοῦ πότη, Ἐκεῖ καὶ ἡ σκοτεινὴ πλημμύρα, ποὺ κανεὶς δὲν ἐννοεῖ, Κρυμμένη στέκεται μέχρι τῆς ψυχῆς τὴν ἄκρη Ἐσεῖς ἄνθρωποι εὐσεβεῖς, θέλετε τὴν ἔγνοια νὰ γνωρίζετε Ἀλλά ποτὲ δὲν εἴδατε τὴν ἐνοχή! Αὐτοὶ ὅμως, αὐτοὶ ἐπιτρέπεται νὰ λένε τὴ ζωὴ Καὶ τὸν φρικτὸ τὸν σαρκασμό της. Πρὸς τὰ πάνω ἀντηχεῖ σὰν ὕμνος καὶ σὰν ἔπαινος, Κι ἀπ’ τὰ λουλούδια γύρω ἡ ἀκτίνα παίζει, Οἱ ἄνθρωποι βουβοὶ στὴν κοιλάδα κατοικοῦν Οἱ μαῦροι γύπες φωλιάζουν ἐκεῖ πάνω

1 2

τά μνήματα οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι

19


ΑΛΙΚΗ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ο ΤΥΦΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

ΦΩΝΑΞΕ ΜΕ ΔΥΝΑΤΑ

Τὰ ὡραῖα ἀπομεσήμερα λίγο ἐδῶ καὶ περισσότερο ἐκεῖ τὸ χέρι μόνο ἰχνογραφοῦσε μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια ὅ,τι τοῦ ὑπαγόρευε τὸ ἀόρατο μοντέλο

Φώναξέ με δυνατὰ Νὰ σπάσουν τὰ κλεῖθρα Στὸν Ἄδη ν’ ἀκουστεῖ Τὸ χαρμόσυνο μήνυμα Πὼς ἠγέρθης νεκρὸς Καταυγάζων.

ΑLZHEIMER

Φώναξέ με δυνατά Νὰ συντριβοῦν τὰ δεσμὰ Τῆς ἀμφιβολίας καὶ νὰ πέσουν ἀπὸ τῆς Πίστης τὰ ὁλόλευκα χέρια

Ὡστόσο ἡ μάνα ἔρχεται τρέμοντας καὶ ψάχνοντας ψελλίζει - «χίλια...» Φιλιά; Xρόνια; Εὐχές;

Ἀλίκη Καλομοίρη

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΕΤ ΦΟΝ ΝΤΡΟΣΤΕ-ΧΙΛΣΧΟΦ συνέχεια ἀπὸ τὴν προηγούμενη σελίδα

Ἡ Ἀννὲτ φὸν Ντρόστε-Χίλσχοφ (Annette von DrosteHülshoff) καταγόταν ἀπὸ Καθολικὴ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῆς παλιᾶς Βεστφαλίας. Ἦταν τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ τέσσερα παιδιὰ τοῦ Clemens-August II.von Droste-Hülshoff καὶ τῆς Therese von Haxthausen. Γεννήθηκε στὶς 12 Ἰανουαρίου τοῦ 1797 στὸ κάστρο Βεστφάλιαν Χίλσχοφ κοντὰ στὸ Μύνστερ. Ἔζησε γενικὰ περιορισμένη ζωή. Στὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ τὴν ἐφηβεία της ἦταν συχνὰ ἄρρωστη καὶ αὐτὸ ὀφειλόταν στὴν πρόωρη γέννησή της. Ἐκτὸς αὐτοῦ, εἶχε μεγάλου βαθμοῦ μυωπία. Ἡ μόρφωσή της προσφέρθηκε οἴκοι μὲ διάφορους δασκάλους, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ἀπὸ τὸ 1812 ἕως τὸ 1819 καὶ ὁ καθηγητὴς Ἄντον Ματθίας Σπρίκμαν, γνωστὴ προσωπικότητα στὸν χῶρο τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Νομικῆς ἐπιστήμης. Στὸ πρῶτο της μεγάλο ταξίδι (1825) ἐπισκέφτηκε τὴν Κολωνία, τὴ Βόννη καὶ τὸ Κόμπλεντς. Στὴ Βόννη μπῆκε σὲ ἕνα κύκλο φίλων τοῦ ἐξαδέλφου της, στὸν ὁποῖο μεταξύ ἄλλων ἀνῆκαν οἱ Γιοχάννα καὶ Ἀντέλε Σοπενχάουερ καὶ ἡ κόρη τοῦ Γκαῖτε Ὀττίλι. Στὴ Βόννη, τὴν ὁποία ἐπισκέφθηκε ἀρκετὲς φορὲς μέχρι τὸ 1842, ἡ Ἀννὲτ φὸν Ντρόστε-Χίλσχοφ συναντήθηκε ἐπίσης μὲ τὸν Ἄουγκουστ Βίλχεμ Σλέγκε (σημαντικὸ Γερμανὸ ποιητὴ καὶ μεταφραστή). Ἂν καὶ τὸ ἔργο της ἦταν ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον καὶ ἀλληλογραφοῦσε μὲ διανοούμενους τῆς ἐποχῆς της, ὅπως οἱ ἀδελφοὶ Γκρίμ, δεῖγμα ἀναγνώρισης, καὶ ἡ ἴδια ἤθελε νὰ καταφέρει νὰ ζεῖ ἀπὸ τὰ γραπτά της, αὐτό δὲν κατέστη δυνατόν, παρότι εἶχε τὴν ὑποστήριξη ἀπὸ τὴ μητέρα της, ἡ ὁποία ἀπὸ πολὺ νωρίς εἶχε καταλάβει τὴν κλίση της στὴν ποίηση καὶ στὴ γραφὴ γενικότερα. Ἡ Ἀννὲτ φὸν Ντρόστε-Χίλσχοφ ἀσχολήθηκε πολὺ σο20

βαρὰ μὲ τὴ λογοτεχνικὴ δημιουργία καὶ ἔδωσε ἔργο ἐξαιρετικῆς τέχνης. Οἱ μπαλάντες της ἔγιναν διάσημες, καθὼς καὶ τὸ μυθιστόρημά της Die Judenbuche (Ἡ ἑβραϊκή ὀξιά). Ἡ Ἀννὲτ ἀπέκτησε τὸ 1843 ἕνα σπίτι, τὸ Fürstenhäusle, στὰ περίχωρα τοῦ Meersburg, ἀνάμεσα στοὺς ἀμπελῶνες, τόπος ποὺ ἀποτέλεσε καὶ πηγὴ ἔμπνευσής της. Τὸ ἀπόγευμα τῆς 24ης Μαΐου 1848, ἡ ποιήτρια πέθανε ἐκεῖ, στὸ Meersburg, πιθανῶς ἀπὸ σοβαρὴ πνευμονία. Ὁ τάφος της βρίσκεται στὸ νεκροταφεῖο τοῦ Meersburg κοντὰ στὸ παλιὸ παρεκκλήσι. Ἡ Ἀννὲτ φὸν Ντρόστε-Χίλσχοφ ἀσχολήθηκε ἐπίσης σοβαρὰ καὶ μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὴ σύνθεση ἀκολουθώντας οἰκογενειακὴ παράδοση, καθὼς ὁ πατέρας της ἦταν μουσικὸς κι ἔπαιζε βιολὶ καὶ ὁ θεῖος της, ἀδελφὸς τοῦ πατέρα της, ἦταν γνωστὸς συνθέτης. Ἡ ἴδια μελοποίησε πολλὰ δικά της ποιήματα. Καί ὁ διάσημος συνθέτης Σούμαν, μὲ τὴν οἰκογένεια τοῦ ὁποίου ἡ ποιήτρια διατηροῦσε φιλικὲς σχέσεις, εἶχε μελοποιήσει μία δική της ποιητικὴ σύνθεση. Πάντως ἀπέφευγε ἡ ἴδια νὰ παίζει τίς συνθέσεις της δημοσίως καὶ τελικὰ ἀποφάσισε νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ποίηση καὶ νὰ ἀφήσει γιὰ τὰ παρασκήνια τὴ μουσική. Ἡ φήμη τῆς Ἀννὲτ φὸν Ντρόστε-Χίλσχοφ ὀφείλεται κυρίως στὸ μυθιστόρημά της Die Judenbuche καὶ στὰ λυρικὰ ποιητικά της ἔργα, κείμενα ποὺ ἐπέζησαν πέρα ἀπὸ τὴν ἐποχή της. Ἡ ποιήτρια κάποτε διατύπωσε τὴν ἐπιθυμία της ὡς ἑξῆς: «Δὲν θέλω νὰ γίνω φημισμένη τώρα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια θά ἤθελα νὰ διαβάζομαι». Αὐτὸ τὸ κατὰφερε ἀναμφισβήτητα. Χρύσα Ἀλεξοπούλου


ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΝΕΣΙΔΗΣ

ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ Ὁ οὐρανὸς ὡς φυσικὸς χῶρος εἶναι ἀχανὴς καὶ ἀπροσδιόριστος, ἀκατανόητος καὶ ἀνεξερεύνητος, ἀπόμακρος καὶ μεταφυσικός. Εἶναι ὁ χῶρος ποὺ δημιουργεῖ ἀνάταση καὶ λαχτάρα γιὰ διερεύνηση καὶ προσπέλαση. Ὁ χῶρος αὐτὸς τοῦ οὐρανοῦ παριστάνεται σὰν ἐπιφάνεια. Γίνεται δισδιάστατος, ὅπως δισδιάστατη εἶναι καὶ ἡ ζωγραφικὴ ἐπιφάνεια. Γιὰ νὰ γίνει προσβάσιμος καὶ οἰκεῖος στὸν καλλιτέχνη οἱ ἀποστάσεις σμικρύνονται καὶ ἡ βαρύτητα καταργεῖται. Ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανὸς ἐναγκαλίζονται καὶ προσφέρουν διόδους ἀλληλοπεριχώρισης. Ὁ καλλιτέχνης εἰσχωρεῖ στὸν χῶρο τοῦ ζωγραφικοῦ οὐρανοῦ μὲ μορφὲς καὶ σχήματα ποὺ δὲν κινδυνεύουν ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Χαίρεται μὲ αὐτὴ τὴ δυνατότητα, κάνει ὑπερβάσεις, κινεῖται. Αἰσθάνεται τοὺς χώρους τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς σὰν ἐπιφάνειες ἑνιαῖες. Ἀναζητᾶ στὸν οὐρανὸ τοὺς προσφιλεῖς του κεκοιμημένους καὶ τοὺς μνημονεύει. Ἡ ὅρασή του δὲν εἶναι εὐθύγραμμη, ἀλλὰ κινούμενη περιμετρικά. Ἡ συνείδησή του εἶναι φορτωμένη μὲ εἰκόνες, ποὺ τὶς ἀναπλάθει συνειρμικὰ συνθέτοντας νέες μορφὲς καὶ νέες καταστάσεις. Ἡ μνήμη ἀνεπηρέαστη ἀπὸ τὸν χρόνο συνεισφέρει τὴν συναισθηματικὴ πρώτη ὕλη. Ἡ κάθε καταγραφή, παρότι ἐπίπεδη, ἀποκτᾶ ἔτσι βάρος και βάθος. Τὰ πράγματα ἀπο-

δίδονται ἐν παραθέσει, ἀποτυπώνονται ἀγαπητικὰ καὶ προσευχητικὰ καλύπτοντας ὁλόκληρη τὴν ἐπιφάνεια. Μιὰ τέτοια καταγραφὴ προϋποθέτει σθεναρὰ δομικὰ ὑλικὰ ἀνθεκτικὰ στὸν χρόνο. Σχήματα ποὺ μεταφέρουν λόγο καὶ ρυθμό. Σχήματα γονιμοποιημένα ποὺ θυμίζουν καλλιεργημένη γῆ, προορισμένη νὰ ἀποδώσει καινούργια σοδειὰ καὶ να προσφέρει χαρὰ καὶ ἐλπίδα στὴν ἐπιφάνεια καὶ τὸν καλλιτέχνη. Σχήματα ποὺ ὀνοματίζονται μὲ λόγια προσευχῆς καὶ ἀντιβαίνουν στὸν χρόνο. Σχήματα ποὺ βασίζονται σὲ ἀριθμοὺς καὶ σὲ γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, ποὺ συμβολίζουν ἀριθμούς. Αὐτὰ μεταφέρουν λόγο μὴ ἀναγνώσιμο, σὲ μέλος ἀνάλογο τοῦ «τεριρέμ» τῆς βυζαντινῆς ὑμνωδίας. Ἀκόμη, τὸ φῶς τοῦ μὴ σκιασμένου χώρου, στὸν ὁποῖο δὲν ἐπεμβαίνει ὁ καλλιτέχνης, γίνεται τὸ ὄχημα ποὺ ἀφήνει τὸ μάτι νὰ περιδιαβαίνει καὶ μεταφέρει χαρὰ στὴν ἐπιφάνεια. Καὶ ὡς φωτίσματα τίθενται καὶ πρόσωπα, πουλιὰ ἢ σύννεφα. Ἔτσι γίνεται ὁ ζωγραφικὸς οὐρανὸς πεδίο ἐναρμόνισης τῆς ψυχῆς τοῦ καλλιτέχνη μὲ τὸν Δημιουργό του, ποὺ ὡς φῶς ἐκπέμπει τὶς ἀκτῖνες του σὲ ὅλη τὴν ἐπιφάνεια καὶ διαχέει παντοῦ χαρὰ καὶ παραμυθία. Γιάννης Μενεσίδης, 2015 21


ΠΡΟΣΩΠΑ π. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΦΩΚΑΣ

ΜΕΙΖΩΝ ΔΕ ΤΟΥΤΩΝ Η ΑΓΑΠΗ Θυμᾶμαι στὸ Βελιγράδι στὴ Σερβία μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία πήγαμε μὲ ἕνα διάκο, μετὰ τοὺς βομβαρδισμοὺς τῆς ἡμέρας ἐκείνης, μόνο μιᾶς ἡμέρας ἤτανε, ἐπήγαμε καὶ εἴδαμε, ἐβομβάρδισαν ἕνα νοσοκομεῖο καὶ ἕνα σχολεῖο. Τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ἀδελφοί μου, ἤτανε μέσα στὰ ἐρείπια, μέσα στὰ τσιμέντα, μέσα στὰ σίδερα, μέσα στὰ τοῦβλα κομμάτια ἀπὸ μικρὰ παιδάκια καὶ εἶπα στὸν Πατριάρχη, ὁ Πατριάρχης ἤτανε ἅγιος, ἀδελφοί μου, ὄντως ἄγιος, μεγάλης ἀρετῆς ἄνθρωπος. «Μὰ Πατριάρχη μου, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουνε παιδιά, δὲν ἔχουνε μανάδες, δὲν ἔχουνε ψυχή;» Καὶ μοῦ εἶπε ὁ Πατριάρχης, ποὺ εἶχε πνεῦμα Θεοῦ: «Καὶ παιδιὰ καὶ μανάδες ἔχουνε, καὶ γυναῖκες καὶ ἀδέλφια. Καρδιὰ δὲν ἔχουνε, παιδί μου». Καὶ τοῦ εἶπα κι ἐγώ: «Τότε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς ξεθεμελέψει, νὰ μὴ μείνει κανείς, ἀφοῦ δὲν ἔχουνε καρδιά». Καὶ μοῦ εἶπε: «Ὄχι παιδάκι μου, λέει στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο ὁ Χριστὸς: Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν». Ἀκοῦτε, ἀδελφοί μου; Αὐτὸ εἶναι τοῦ Σταυροῦ τὸ κήρυγμα, αὐτὴ εἶναι ἡ δική μας ἀπάντηση, ὄχι αὐτὸ ποὺ λέω ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός, ποὺ λέμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Χριστός, αὐτὸ ποὺ λέει ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸ ποὺ λένε οἱ Ἅγιοι. Τὸ δικό μας κήρυγμα, τὸ δικό μας ἦθος εἶναι «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν» καὶ σήμερα βλέπετε τί γίνεται, βλέπετε μὲ τὴν τρομοκρατία τί θύματα, τί ἀνθρώπους ἀνυπεράσπιστους, ἀθώους, τί μαρτύριο, τί πληγή, τί αἷμα, τί κρουνὸς αἵματος, τί ἀντεκδίκηση, τί τραγωδία! Ζοῦμε, ἀδελφοί μου, σήμερα σὲ ἕνα κόσμο τόσο ἀβέβαιο, δὲν ξέρουμε τί θὰ γίνει αὔριο. Σὲ ἕνα κόσμο μὲ τόση ἀπελπισία, μὲ τόση ἀπαισιοδοξία, καὶ ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία καὶ στήνει τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι «τὸ ξῦλον τὸ εὐσκιόφυλλον» νὰ μποῦμε ἀπὸ κάτω, νὰ κουρνιάσουμε ἀπὸ κάτω, νὰ ἀπαγκιάσουμε ἀπὸ κάτω, νὰ φωλιάσουμε ἀπὸ κάτω, νὰ σκεπαστοῦμε ἀπὸ κάτω νὰ βροῦμε λίγη ἀσφάλεια, λίγη γαλήνη ψυχῆς. Ἔρχεται ὁ Χριστός νὰ πεῖ καὶ πάλι καὶ πολλάκις καὶ μυριάκις γι’ αὐτὴ τὴν αγάπη, ἔρχεται ὁ Παῦλος ποὺ κηρύσσει τὴν Ἐσταυρωμένη Ἀγάπη, τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ πεῖ: «Ἡ ἀγάπη ... οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει·» Καὶ θυμᾶμαι, ἀδελφοί μου, ἕνα σύγχρονο Ἅγιο, μεγάλο Ἅγιο, γίγαντα του πνεύματος, τὸν Γέροντα Σωφρόνιο. Ὅταν βομβάρδιζαν οἱ Γερμανοὶ στὸν Πόλεμο ἦταν αὐτὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ γράφει ἐκεῖ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀρετῆς, ποὺ ἔκανε τὴν Ἀγγλία Ὀρθοδοξία, ποὺ ἔκανε τὴν Εὐρώπη Ὀρθοδοξία, ποὺ ἔκανε τὴν Ἀγγλία Ἅγιον Ὄρος, 22

τέτοια ἀρετὴ ποὺ εἶχε, καὶ γράφει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ στὰ Καρούλια ποὺ ἦταν: «Ὑψώνω τὰ χέρια μου πιὸ πολὺ γιὰ τοὺς Γερμανοὺς ποὺ βομβαρδίζουν, παρὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι θύματα ἀπὸ κάτω». Αὐτὸ εἶναι τὸ δικό μας μήνυμα, ἀδελφοί μου, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε εἶναι δύσκολο, εἶναι πολύ δύσκολο, θέλει πολλὴ δουλειά, θέλει πολλὴ ἐξομολόγηση, πολλὴ ταπείνωση, πολλὴ νηστεία γιὰ νὰ φτάσουμε στὴ θυσία, νὰ φτάσουμε στὴν Ἀγάπη. Ὁ Χριστὸς ὅμως μᾶς ἱκετεύει, ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸ Σταυρό Του μᾶς προκαλεῖ, μᾶς περιμένει, μᾶς ὑπομένει καὶ ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει,«νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη». Ἀναρτήθηκε 10 Μαρτίου 2018 https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=15 68801189833924&id=868968116483905&__tn__=K-R


Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ (1959-2015) Συντροφικός, ἀνοιχτόκαρδος καὶ πάντα δοτικός· τῆς παρέας, τοῦ ποτοῦ καὶ τοῦ τσιγάρου, μὲ ὑπὲρ τὸ δέον βροντῶδες παρατεταμένο γέλιο…, καὶ μὲ μιὰ ματιὰ -θεέ μου!- ἀληθινὰ ταπεινή, σὰν νὰ τοῦ ἔκανες χάρη ποὺ μιλοῦσες μαζί του – καμμιὰ σχέση μὲ ἐκεῖνο τὸ τέρας μεθοδικότητας καὶ γνώσεων, ποὺ ἀναδυόταν μόλις ἔκλεινε τὴν πόρτα πίσω του γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴ μονιά του… [σ. 15] … δὲν ἦταν φιλόλογος στὰ ποιήματά του, ὅπως λανθασμένα νομίζουν ἀρκετοί, ἦταν ποιητὴς καὶ στὰ φιλολογικά του!... [σ. 26] Τί εἶναι στὸ μεγαλύτερό της μέρος ἡ ποίηση τοῦ Ἀρμάου κοιταγμένη σὲ μιὰ πρώτη πρόχειρη ἀνάγνωση… Ἕνα ἀρχιπέλαγος πολιτισμικῶν δεικτῶν πάσης φύσεως (τμήματα φιλολογικῶν παραθεμάτων ἀπὸ νεκρὲς καὶ ζωντανὲς γλῶσσες, ὅροι μουσικῆς ἢ ζωγραφικῆς, τίτλοι λογοτεχνικῶν ἔργων ἢ κινηματογραφικῶν ταινιῶν, πρόσωπα τῆς ἱστορίας ἢ ἥρωες τῆς λογοτεχνίας, συνήθως δεύτερης καὶ τρίτης σειρᾶς σὲ ἀναγνωρισιμότητα), ποὺ ξεπροβάλλουν ὡς παράξενες νησίδες πάνω άπὸ τὸ continuum μιᾶς γλώσσας ρέουσας καὶ λαμπερὰ ἐκφραστικῆς, πλούσιας σὲ κοιτάσματα ἑλληνικῆς κάθε λογῆς καὶ τέλεια ρυθμισμένης, ὅπου ὁ ἴαμβος, κυρίαρχος, ποτὲ δὲ χάνει τὸν βηματισμό του… Ποιητική, ἀσφαλῶς, ποὺ χρωστᾶ πολλὰ καὶ στὸν τρόπο συνθέσεως τῶν Cantos τοῦ Ἔζρα Πάουντ. [σ. 31-32] … ζοῦσε τὸν πολιτισμὸ σὰν νὰ ἐξαρτιόταν ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ συνέχισή του ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιο, και, συνάμα, ὡς προσωπικό του ἀγώνα ψυχοπνευματικῆς ἐπιβίωσης μέσα σὲ ἕναν ἄθλιο καὶ τραυματικὸ γιὰ τὴν φιλοτιμία του κόσμο! [σ.38] … εἶχε πεῖ κάποτε μιὰ σοφὴ κουβέντα: «Ἡ “δυσκολία”, τώρα, στὴν ποίηση εἶναι κάτι ποὺ ὡς γνωστόν, κρατάει λίγο: μιὰ γενιὰ ἀναγνωστῶν μετά, ὅλα ἔχουν γίνει “ἐφημερίδα” – μὰ ὁ ἦχος μένει»… Ἔτσι ἔλεγε, ὑπερασπιζόμενος ὄχι μόνον τὴν ὅποια «δυσκολία» της, ἀλλὰ -αὐτὸ ποὺ βαθύτερα γνωρίζει κάθε πραγματικὸς ποιητὴς- τὴ ρυθμικὴ ἀγωγὴ τῆς ποίησής του καὶ τῆς ποίησης γενικότερα, τὸ μοναδικὸ σωματικὸ ἀπομεινάρι ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, αὐτὴν τὴν ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα «ἀκουστικότητά» της δηλαδή, κατεναντίον –μάλιστα!- καὶ τῆς ἔντυπης μορφῆς!... Κι ὅταν σκεφτόταν γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀφάνεια τῆς πραγματικῆς ποίησης στὸν καιρό μας κι ἔλεγε «Δὲν θὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ ἐποχὴ ποὺ οἱ καρποί της ὡρίμασαν στὸ ὑπέδαφος», ἐγὼ καὶ τὴν δική του ποίηση σκέφτομαι γιὰ λογαριασμό του. Μπορῶ νὰ φύγω τώρα; ... Ὄχι, πρὶν νὰ μοῦ πεῖς τί θὰ θυμᾶσαι στὰ χρόνια ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο Ἀρμάο;... Νὰ σοῦ πῶ...Τὰ βουρκωμένα μάτια του στὸ πρόσωπό

«Δημήτρης Ἀρμάος», λάδι σὲ καμβά. Ἠρώ Νικοπούλου.

ΝΗΠΙΩΝ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Νὰ μὲ προσέχεις τώρα πιὸ πολὺ χαλῶ Μὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ δὲν ξέρει μέσα-ἐδῶ ἀπὸ γηρασμὸ κι ἀπὸ Παραίτηση Καὶ δὲν εἶναι ὅ, τι χαμηλότερο νιώσαμε σὲ καλύτερους καιροὺς Τώρα ποὺ λάμψη ἀλλοτινὴ χυμάει μιὰ κατὰ ’κεῖ μιὰ κατὰ ’δῶ Πρὶν ξεψυχήσει Καὶ ποὺ βαθουλωμένες ἀπὸ ἐφηβικὲς περπατησιὲς Πλάκες ἀργοσερνάμενα ἀντηχοῦν τὰ ἴδια πόδια στὸ πετάρισμα Καὶ τὴν ἀργὴ τοῦ κύκνου ἀνύψωση Παρακαλῶ σε πρόσεχέ με πιὸ πολὺ σὰ νὰ ἤμουν βρέφος Θὰ φύγουμε ἀπὸ ’δῶ κι οἱ δυό μας νήπια Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Βίαιες ἐντυπώσεις τῶν ἐτῶν 1975-2007, ἐκδ. Ὕψιλον, 2009, σ. 70 του τὸ κατακόκκινο, ὅταν ἕνα γλυκὸ ἀπόγευμα ἔξω ἀπὸ τὸ ἕκτο Ἑσπερινὸ Λύκειο Μιχαὴλ Βόδα καὶ Μακεδονίας, μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸ πῶς ἔχασε τὸ ἀγαπημένο του σκυλί... [σ. 51-52] Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γιάννη Πατίλη, Δημήτρης Ἀρμάος, Πρόσωπο και ἔργο, Gutenberg - Γιῶργος & Κώστας Δαρδανός, (2016)

23


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ (1959-2015)

ΙSSN: 2623-307X

[...]

Ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τῆς Ζωῆς Μπέλλα


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Τὸ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν | 05 | ΜΑΡΤΙΟΣ 2019 by Ektipotiki-Axion - Issuu