TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ *
ΤΕΥΧΟΣ
4
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2018
π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, OΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΥΚΟΥΡΑΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ, π. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΪΣΤΡΑΛΗΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΙΣΤΡΙΩΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΥΔΕΡΟΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΡΩΣΣΗΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΟΣ ΤΖΙΓΙΑΝΝΗΣ, Ν.Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, π. ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΣΑΦΟΣ, ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ *θεωρητικός, ή, όν: ὁ ἀγαπῶν τὴν θεωρίαν : παρατήρηση, θέαση, ἐξέταση, κοίταγμα· θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος
TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
Π
Ε
Ρ
Ι
Ε
Χ
Ο
Μ
Ε
Ν
Α
ΤΕΥΧΟΣ 4, NOEMBΡΙΟΣ 2018
2
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ ΤΙΜΗ 3€
ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΧΑΣΤΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ τοῦ Ἀλέξανδρου Μιστριώτη . ............................................................... σ. 3 ΑΤΙΤΛΟ τοῦ Νίκου Καρούζου................................................................................. σ. 4 ΑΜΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΕΩΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ; τοῦ Γιάννη Πατίλη .................................................................................... σ. 5 Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ τοῦ Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου ........................................................... σ. 6 ΣΤΟ ΠΕΔΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ τῆς Ὄλιας Λαζαρίδου .............................................................................. σ. 7 ΝΕΩΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ (ποίημα) τοῦ Κυριάκου Χαραλαμπίδη ................................................................. σ. 8 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου ...................................................... σ. 8 ΤΟ ΕΡΕΙΠΙΟ τοῦ Ἀλέξανδρου Βαναργιώτη .............................................................. σ. 9 ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΨΙΘΥΡΟΥ (ποίημα) τοῦ Ἰωάννη Σεβαστιανοῦ Ρώσση .....................................................σ. 10 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ π. Δημήτρη Μαϊστράλη ................................................................ σ.11 ΚΑΘΙΣΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΔΥΟ ΛΟΓΑΚΙΑ τοῦ π. Ἰωάννη Ἀλεβιζόπουλου ..........................................................σ. 12 ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ τοῦ π. Γαβριὴλ Τσάφου ........................................................................ σ. 14 ΑΔΙΚΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΔΙΚΑΙΑ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ .................................................................................... σ. 15 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΙΟΤ τοῦ Δημήτρη Ξυδεροῦ . .........................................................................σ. 16 ΣΤΑΓΟΝΕΣ τοῦ Γιάννη Πατσώνη .............................................................................σ. 18 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Δημήτρη Α. Δημητριάδη . ............................................................σ. 20 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Νίκου Τζιγιάννη ...............................................................................σ. 20 ΤΟΥ ΥΠΕΡΤΙΜΟΥ ΚΡΑΣΟΠΑΤΕΡΟΣ τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου . ........................................................σ. 21 Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ (1920-2000) τοῦ Γιώργου Λυκούρα . .........................................................................σ. 23 ΙΚΕΣΙΑ τοῦ Γιώργου Λίκου .................................................................................σ. 24
Ὁ Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ εἶναι μιὰ παρέα φίλων ποὺ ἀναζητᾶ νέους φίλους. Δὲν ἔχει σοβαροὺς σκοπούς, οὔτε σαφεῖς στόχους. Οἱ τέχνες, τὰ γράμματα, ὁ πολιτισμὸς ἀποτελοῦν οὐσιώδεις ἀξίες ἐφ’ὅσον προϋποθέτουν τὴν ἀγάπη, τὴν φιλία, τὸν ἔρωτα, τὴν κοινότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Αἰσθητικῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἔκφραση συναντᾶ οὐσιώδεις ἀξίες τῆς ζωῆς, τὸ ΚΟΙΝΟΝ ἐνθουσιάζεται. Καὶ λειτουργεῖ ὡς ταμεῖον ἀρωγῆς καὶ ἀλληλοβοηθείας. Διότι μᾶς συγκινεῖ κάθε προσπάθεια ἐκφραζομένη διὰ τοῦ λόγου, τοῦ ἤχου, τῆς εἰκόνος, τῆς σωματικῆς κινήσεως ἢ τῆς συνήθους καθημερινότητος ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ δεῖ μὲ μιὰ παρθενικὴ ματιὰ τὸν κόσμο.
ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶνθεωρητικὸ περιοδικό. Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ὑπεύθυνος ἔκδοσης: Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ, Γαδίλων 9-11, Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 3 € Συνδρομὴ γιὰ ἕνα χρόνο: 10€. ΤΗΛ: 210 2524173- 6973370742. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ-ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ: Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΙΣΤΡΙΩΤΗΣ
ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΧΑΣΤΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ
Φέτος τὸ καλοκαίρι βρισκόμουν σὲ ἕνα νησὶ καὶ διάβαζα ἕνα βιβλίο. Τὸ ἀπόγευμα θὰ μαθαίναμε γιὰ τὶς φωτιὲς στὸ Μάτι. Τὸ Μάτι ποὺ καίγεται. Ἐκεῖ, στὴν παραλία, εἶχα πάλι στὸ νοῦ τὴν δημόσια συζήτηση καὶ τοὺς φανταστικοὺς ἑαυτούς μας. Ἀνύποπτος, μὲ τὴν τόλμη ποὺ ἔχει κάποιος ποὺ «μιλᾶ» χωρὶς νὰ τὸν ἀκοῦνε, ἔγραψα: «Σᾶς παρακαλῶ, ἀκόμα κι ἂν πληγώνετε μὲ τὴν χαρά σας αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν χαρὰ καὶ μὲ τὴν θλίψη σας ὅσους δὲν ἔχουν κουράγιο πλέον, ἀκόμα κι ἂν παραδοθεῖτε στὴν ἀηδιαστικὴ ἀηδία ποὺ σᾶς προκαλεῖ μιὰ τυφλὴ γενίκευση ποὺ πλανᾶται πάνω ἀπὸ μιὰ κοινωνία σὲ πορεία, ὑπομονετικὴ καὶ σοφή, σπασμωδικὴ καὶ ἀνθρώπινη, ὅπως κι ἐσεῖς, ἀκόμα καὶ τότε, μὴν ξεχνᾶτε καμμιὰ καταστροφὴ δὲν θὰ μᾶς λυγίσει ἀκόμα κι ἂν λυγίσουμε. Ἀκόμα κι ἂν λυγίσουμε «ἑπτάκις ἑπτά» στὸ θαῦμα τοῦ κόσμου θὰ ἐξαντληθοῦμε». Φέτος ἢ μᾶλλον αὐτὰ τὰ χρόνια καὶ μὲ τρόπο μᾶλλον ἀθόρυβο μοιάζει νὰ κλείνει ἕνας κύκλος, ξανὰ καὶ ξανά, ἕνας ἢ πολλοί. Σὲ ἔργο ποὺ προυσίασα στὸ θέατρο ΕΜΠΡΟΣ τὸ 2011 ὑπάρχει ἡ φράση: «ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΧΑΣΤΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ». Κατὰ καιροὺς τὸ βλέπω σὲ διάφορα μέρη καὶ χαμογελῶ κρυφά. Ἦταν μιὰ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστελνα σὲ ἐμᾶς σήμερα. Συνέχιζε στὸν τοῖχο τοῦ θεάτρου μὲ ὅλο καὶ πιὸ μικρὰ γράμματα καὶ ἔμενε στὸ τέλος μισὴ ἀλλὰ τὸ σημαντικὸ ἦταν ἡ «ἀρχή» της. Ὅλον αὐτὸν τὸν καιρὸ ἀποφεύγω νὰ μιλάω γιὰ ὅσα ἔγιναν ἢ δὲν ἔγιναν τότε. Συχνὰ «ἡ κρίση ὡς εὐκαιρία» δικαίωσε ἐγκλήματα καὶ ἡ καλλιτεχνικὴ δραστηριότητα νομιμοποίησε αὐτὰ στὰ ὁποῖα ἀντιστάθηκε. Τώρα οἱ μέρες ἐκεῖνες μοιάζουν ἤδη μακρινές. Ἀκόμα περισσότερο, φέτος πέθανε μιὰ φίλη ἐκείνων τῶν ἡμερῶν, ἡ Βασιλικὴ Δήμου. Τὶς μέρες τοῦ πένθους γιὰ τὴν Βασιλικὴ εἶχα ἔντονο τὸ σημάδι τοῦ καιροῦ, τὴν αἴσθηση πὼς φωτιζόταν μιὰ «στιγμὴ» ποὺ διαρκεῖ ἤδη ἀρκετὰ χρόνια. Τελείωσε ἡ ἐποχὴ ποὺ παλεύαμε στὰ ὅρια τῶν θεσμῶν ἀπέναντι σὲ ἕνα συμπαγὲς μέτωπο, χωρὶς νὰ μετέχουμε. Ἡ φωνή μας δὲν εἶναι τόσο ἀπόμακρη, μποροῦμε καὶ ὀφείλουμε νὰ μιλήσουμε. Μέσα στὸν Αὔγουστο πέθανε ἕνας ἄλλος σημαντικὸς ἄνθρωπος. Ὁ παπα-Γαβριὴλ Τσάφος, ὁ «Παππούλης» τῆς πλατείας Ἀμερικῆς. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ στήριξε χιλιάδες ἀνθρώπους μὲ πολλὴ στοργὴ καὶ ἀγάπη. Ψυχὴ τῆς Κυψέλης καὶ τῶν Πατησίων. Τὸ ἔργο του εἶναι κυριολεκτικὰ τεράστιο σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Πάλι ἡ αἴσθηση δὲν ἦταν θλίψης ἀλλὰ μιᾶς καινούργιας ἀρχῆς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὴν ἡ συνειδητοποίηση πὼς ἐδῶ καὶ καιρό ψάχνω τὸ ὅριο γιὰ κάτι ποὺ τελειώνει καὶ τὸ ξέρω ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τὸ τοποθετήσω κάπου. Τὸ ἴδιο εἶδα στὸν θάνατο τοῦ Τζίμη Πανούση, νὰ τελειώνει μιὰ ἐποχὴ ποὺ οἱ καλοὶ καὶ οἱ κακοὶ ἔμοιαζαν γνωστοί, ποὺ εἶχε πιὸ τολμηρὸ χιοῦμορ, περισσότερη ἀλήθεια καὶ περισσότερο ψέμα. Μιὰ ἄλλη ἐποχὴ ἦταν ἡ ἐποχὴ τοῦ Πανούση κι ὁ ἴδιος ἄλλωστε
ἔμοιαζε τὸν τελευταῖο καιρὸ ἕνας ἄλλος Πανούσης... Ἀλλὰ τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸν Κων. Μητσοτάκη, μὲ τὸν θάνατό του πάλι εἶδα τὸ τέλος μιᾶς ἐποχῆς, ἑνὸς ἄλλου κύκλου ποὺ ξεκινοῦσε μὲ τὸν Ἐθνικὸ Διχασμὸ καὶ πέρναγε μέσα ἀπὸ τὸν Ἐμφύλιο, τὸ μετεμφυλιακό κράτος, τὴν μεταπολίτευση καὶ τὸν δικομματισμό της. Ἐπάλληλοι κύκλοι ποὺ τελειώνουν καὶ ἐμεῖς στὸ χεῖλος τοῦ παρόντος σὲ ἕνα μετέωρο σημεῖο. Αὐτὴ ἡ αίσθηση τοῦ «τέλους ἐποχῆς» μὲ ἔπιασε λοιπὸν καὶ μὲ τὶς φωτιὲς καὶ κάπου ἐδῶ ξαναβρίσκω τὸ σημεῖο ὅπου ξεκίνησα. Ἡ περίοδος τῆς «κρίσης» κατὰ τὴν γνώμη μου ξεκίνησε μὲ τὶς μεγάλες πυρκαγιὲς τὸ 2007, ὅταν ἕνα πλῆθος βουβό, ἀπὸ τὸ πουθενά μαζεύτηκε μπροστὰ στὴν Βουλή. Μὲ μαῦρες σημαῖες καὶ χωρὶς συνθήματα... Εἴχαμε ἕνα προαίσθημα, κάτι ἐρχόταν ποὺ ἦταν ἤδη ἐδῶ. Κάτι ποὺ δὲν ἐξέφραζε καμμία θεσμικὴ «δύναμη», κανένα πολιτικὸ κόμμα ἢ ὁμάδα. Τὸ πολιτικὸ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τῶν θεσμῶν πλέον. Τὸ κοινὸ «νόημα» εἶχε χαθεῖ. Ἢ μᾶλλον βρέθηκε ἔξω στὸ δρόμο. Ὁ καταστροφικὸς «Δεκέμβρης» τοῦ 2008 ποὺ ἔκαψε τὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀλέξη Γρηγορόπουλου ἦταν τὸ ἴδιο σχῆμα ἀνεστραμμένο, ἕνα πλῆθος ποὺ πλέον οὔρλιαζε πὼς οἱ λέξεις εἶχαν ἀδειάσει, πὼς ἡ κρίση νοήματος εἶναι κρίση νομιμοποίησης. Ἡ κοινωνία ποὺ ὑποτίθεται ζοῦσε μιὰ χαρὰ μὲ δανεικὰ εἶπε πολὺ καθαρὰ κάτι ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχει καταγραφεῖ σοβαρά· στὸ λεγόμενο πάρτυ δὲν πήγαμε «ὅλοι μαζὶ». Καὶ πάλι κανεὶς δὲν ἄκουσε, οἱ ἐλίτ, προοδευτικὲς καὶ μή, εἶπαν στὴν κοινωνία πὼς δὲν προτείνει τίποτα. Τὴν κατέκριναν ποὺ δὲν ἔκανε τὴν δουλειὰ τὴν δική τους! Καὶ ὅταν λέμε ἐλὶτ μιλᾶμε γιὰ ὄλων τῶν εἰδῶν τὶς ἐλίτ, πολιτική, οἰκονομική, πολιτιστική, ἀκαδημαϊκή, δημοσιογραφική κ.ο.κ. Τὸ τί ἐπιπολαιότητες ἀκούσαμε τότε δὲ λέγεται. Καὶ συνέχισαν ὅπως καὶ πρίν... καὶ τὴ συνέχεια τὴν ξέρουμε ὅλοι... Ἡ φωτιά στὸ Μάτι εἶναι τὸ κλείσιμο τοῦ ματιοῦ γιὰ τὸ τέλος τῆς ἐποχῆς ποὺ ξεκίνησε τότε. Δὲν εἶναι τὸ τέλος τῶν μνημονίων ἀλλὰ ἡ ὁλοκλήρωση μιᾶς διαδικασίας καὶ ἡ ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης εὐθύνης. Τώρα ὑπάρχει ἀνάγκη γιὰ Λόγο. Γιὰ δουλειὰ στὴν περιοχὴ τοῦ νοήματος ποὺ συνδέεται μὲ πρακτικές. Ἡ σκέψη γιὰ τὸν «ἄλλο» δὲν εἶναι μόνο τὸ φαγητὸ καὶ τὰ ροῦχα, τώρα χρειάζεται νὰ μιλᾶμε γιὰ τὰ πράγματα μὲ μελέτη, μὲ ψυχραιμία, τολμῶ νὰ πῶ καὶ μὲ τρυφερότητα. Δὲν ξέρω τί ἔχουμε νὰ ποῦμε ἀλλὰ ξέρω πὼς ἀκριβῶς τέτοιες στιγμὲς πᾶμε ξανὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ δοῦμε τί ἔχουμε ξεχάσει καὶ βεβαίως νὰ ξαναπιάσουμε τὸ νῆμα. Καὶ νομίζω πὼς ἔχουμε ξεχάσει πολλά. Ἔχουμε χάσει τὴν ὑπομονή μας. Ἔχουμε ξεχάσει πὼς τὰ τελευταῖα δέκα χρόνια διαλύθηκε συστηματικὰ κάθε αἴσθηση δικαίου μὲ «ἀφηγήσεις» ποὺ κάνανε τὸν ἀδύναμο πιὸ ἀδύναμο καὶ τὸν ἰσχυρὸ πιὸ ἰσχυρό. Ἔχουμε ἤδη ξεχάσει πὼς ἂν ὁ κόσμος διαλύεται αὐτὸ γίνεται παραδόξως σὲ ἔναν τόπο ποὺ ξαναφτιάχνεται στὶς λέξεις μας! Ἀλέξανδρος Μιστριώτης 3
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
ΑΤΙΤΛΟ Μὲ θάνατο στοχάσου με στὴν ἐρημοσύνη Οὐρανισκόφωνη χαρὰ καὶ πίκρα χειλεόφωνη Ἅμα πεθαίνεις ἕως ποῦ πεθαίνεις; Κεντρομόλος φεύγεις φυγόκεντρος ἔρχεσαι. 25 Αὐγούστου 1990
Θέλει δύστυχο χῶμα ἡ ἐλιά Νίκος Καροῦζος
4
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
ΑΜΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΕΩΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ;...
Μικρὸ σχόλιο σ’ ἕνα κρίσιμο τετράστιχο τοῦ Νίκου Καρούζου Ὁ ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ πέθανε στὶς 28 Σεπτεμβρίου 1990 στὸ νοσοκομεῖο «Ὑγεία» ὕστερα ἀπὸ μακροχρόνια μάχη μὲ τὸν καρκίνο, σὲ πλήρη ἐπίγνωση τοῦ ἐπικείμενου τέλους. Τριάντα τρεῖς ἡμέρες πρὶν εἶχε ὑπαγορεύσει τὸ παραπάνω τετράστιχο στὴν σύντροφό του Εὔα Μπέη, ποὺ ἄτιτλο καὶ μὲ τὴν χρονολογικὴ ἔνδειξη «25 Αὐγούστου 1990» δημοσιεύτηκε στὴ μεταθανάτια συλλογή του Εὑρέσεις ἀπὸ κυανὸ κοβάλτιο τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἵκαρος. Μεγάλο μέρος τῆς ποιητικῆς δημοφιλίας τοῦ Νίκου Καρούζου, ἰδιαίτερα στοὺς νεώτερους, ὀφείλεται στὴν περιθωριακὴ εἰκόνα τοῦ «καταραμένου» ποὺ καλλιέργησαν συστηματικὰ τὰ συστημικὰ ΜΜΕ, ἐκμεταλλευόμενα τὴν ἀληθῶς πτωχικὴ καὶ πλάνητα ζωὴ τοῦ ποιητῆ τὴν ποτισμένη μὲ θυμό, καπνὸ καὶ ἀλκοόλ, σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ ὑγιεινὴ ὀρθοπρέπεια δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη τηλεκατευθυνόμενο καθημερινὸ «ἰδανικὸ» μιᾶς πνευματικὰ ἀσθενούσας καὶ πολιτικὰ ἀνερμάτιστης κοινωνίας... Γιὰ παράδειγμα, σημειώνω ἀπὸ σχετικὰ πρόσφατη ποιητικὴ συλλογὴ νέου Κυπρίου ποιητῆ: Διάβασα τὴ λίστα τους κι ἐσὺ ἔλειπες / [...] Σὲ βλέπω ἐκεῖ ψηλὰ νὰ πίνεις τὰ οὐζάκια σου / καὶ νὰ καπνίζεις τὸ φοῦμο σου χαμογελώντας / [...] καὶ ἔτσι στὸ μεθύσι σου ἀπάνω, / νὰ τοὺς τὰ λές, / ὅπως τά ‘πες τότε σ’ ἐκεῖνο τὸν μὴ μοῦ ἅπτου / τύπο τοῦ Κολωνακίου / «Στὸν ποῦτσο μου σᾶς γράφω, κύριοι! / κι ἐσᾶς καὶ τὲς λίστες σας! / Τὸ καταλαβαίνετε;»(*) Ἄλλες βαθύτερες προσεγγίσεις ἑστιάζουν στὴν μεταφυσικὴ διάσταση τῆς ποίησης τοῦ Καρούζου, τονίζοντας τὸν ὀντολογικό της προσανατολισμό, ἀλλὰ δὲν μᾶς κάνουν πάντα αἰσθητὸ τὸ «ὂν» πρὸς τὸ ὁποῖο αὐτὴ συγκλίνει ἐρωτικῶς καὶ ἀναφέρεται ἀγωνιωδῶς. Δηλαδὴ τὸ πνευματικὸ σημεῖο «Χριστός». Κάποιοι μάλιστα, ποὺ ταυτίζουν τὸν Χριστὸ μὲ τὸν ἐκκοσμικευμένο χριστιανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας, δυσφοροῦν μπροστὰ σ’ ἕναν τέτοιο βαθύτερο καὶ κεντρικὸ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ποίησής του συσχετισμό. Τὸ παραπάνω τετράστιχο, γραμμένο ἀπὸ ἕναν ποιητὴ γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ὑπαρξιακὴ ἀγωνία τοῦ θανάτου ὑπῆρξε ἡ μήτρα πολλῶν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ποιήματά του καὶ τὸ σημαντικότερο βιωματικὸ καὶ πνευματικὸ θεμέλιο τῆς ποιητικῆς του, τὸ ἐπαληθεύει. Ταυτοχρόνως, τὸ μικρὸ αὐτὸ ποίημα, ποὺ κοιταγμένο σὲ μιὰ πρώτη βιαστικὴ ἀνάγνωση φαίνεται σιβυλλικό, ἀποτελεῖ μιὰ σπουδαία ὅσο καὶ ἀγωνιώδη στὴν προσδοκία της ὁμολογία πίστεως στὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ στὴν
ἕνωση μὲ τὸν Χριστό. Κλειδί της εἶναι ὁ τρίτος στίχος του, ὁ σχεδὸν κωμικὸς στὴν ἀνοικειωτική του δύναμη, ποὺ μᾶς θυμίζει ἐκεῖνο τὸ «ὀλίγον ἔγκυος» τῆς χαριτολογίας... Ἀλήθεια, ὅταν πεθαίνει κανεὶς, ἕως ποῦ πεθαίνει;... Ἔτσι σκεφτόταν ὁ ἄνθρωπος Νίκος Καροῦζος ἐκείνη τὴν μακρὰ καὶ σκληρὴ περίοδο τῆς ζωῆς του, ὅταν ἔβλεπε στοὺς περιπάτους του τὸ χῶμα στὰ παρτέρια καὶ φρικιοῦσε... Τὸν στίχο αὐτὸ ἔρχεται νὰ ἑρμηνεύσει ἀναδρομικὰ ἕνας ἄλλος του στίχος ἀπὸ τὴ σειρὰ «Τὰ μικρὰ δωρήματα» τῆς συλλογῆς Ἀναμνηστικὴ λήθη τοῦ 1982. Γράφει ἐκεῖ: ὁ Ἰησοῦς ὁ ἁλυσόδετος ἀπ’ τὴ βάφτιση ὑπογραμμίζοντας ἔτσι πόσο βαθιὰ στὴν συνείδηση τοῦ ποιητῆ συνδεόταν ἡ Ἀνάσταση μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, μὲ τὴν σωτηριολογικὴ ἐγγραφὴ —δίκην ἁλυσοδέματος— τοῦ βαπτιζομένου στὴν μνήμη τοῦ Σωτῆρος, συμβολισμὸς ποὺ διαφεύγει, ὅπως καὶ προσωπικὰ συχνὰ διαπιστώνω, ἀπὸ τοὺς περισσότερους συμμετέχοντες στὴν ἐκκοσμικευμένη πλέον ἐθιμικὴ τελετουργία. Ἐνῶ, τὴν ἴδια στιγμή, ὁ τελευταῖος στίχος τοῦ τετράστιχου, μὲ τὸ χρονο-λογικό του πρωθύστερο, Κεντρομόλος φεύγεις φυγόκεντρος ἔρχεσαι δείχνει καὶ στὸν πλέον ἀπρόθυμο νὰ δεχτεῖ μιὰ πραγματικὴ —ἂν καὶ σὲ διαρκῆ ἐκκρεμότητα— χριστοκεντρικὴ θεολογία γιὰ τὸν Καροῦζο, ποιό ὑπῆρξε τὸ ἀκραῖα καὶ ἀγωνιωδῶς ποθούμενο «ὀντικὸ» Κέντρο πρὸς τὸ ὁποῖο φερόταν ἤδη ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια ἕως τὴν «τελικὴ» συνάντησή του μὲ τὸ Χῶμα ὁ ἄνθρωπος καὶ ποιητής. Γιάννης Πατίλης
2 9.09.2018. Εἰκοσιοχτὼ χρόνους καὶ μία ἡμέρα ἀπὸ τὴν «κοίμησή» του. (*) Χ ριστόδουλος Καλλῖνος, «Στὸν Νίκο Καροῦζο» (2015), ἀπὸ τὸ Παναγιώτης Νικολαΐδης, Ἡ γενιὰ τῆς Κατοχῆς καὶ τῆς Ἀφθονίας, ἐκδ. Διόραμα, Λευκωσία, 2018, σελ. 70-71.
5
Ν.Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ἔχετε ἀφιερώσει μιὰ ζωὴ στὴ μελέτη τοῦ Παπαδιαμάντη. Θὰ μπορούσατε νὰ συνοψίσετε ποῦ ἔγκειται ἡ ἰδιαίτερη ἀξία του; Στὴν πραγματογνωσία του, ποὺ θὰ ἔλεγε ἴσως ὁ Πεντζίκης, ἤ, ἀκριβέστερα, στὴν «τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν» κατὰ τὸ τροπάριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Πῶς ἀντιμετωπίζετε τὴν ἄποψη ποὺ θέλει νὰ περιορίσει τὸν Παπαδιαμάντη σ’ἕνα πλαίσιο «προνεωτερικὸ» ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρει τὸν σύγχρονο κόσμο; Προνεωτερικοὶ δὲν εἶναι καὶ οἱ ἀρχαῖοι τραγικοί, γιὰ νὰ περιοριστῶ σ’ἕνα μόνο παράδειγμα; Εἶναι βουβοὶ τάχα γιὰ τὸν σύγχρονο κόσμο; Κατὰ τὰ ἄλλα, γιὰ νὰ μὴν μακρηγοροῦμε, παραπέμπω στὸν Λάκη Προγκίδη. Μέσα ἀπὸ τὸν μεταφραστὴ Παπαδιαμάντη διακρίνετε κάποια συνομιλία τοῦ σκιαθίτη συγγραφέα μὲ τὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία τοῦ καιροῦ του; Μολονότι δὲν ἐπιλέγει ὁ Παπαδιαμάντης, ἀλλὰ οἱ ἐργοδότες του, τὰ ἔργα ποὺ μεταφράζει –πολλὰ ἀνήκουν στὴν παρα-λογοτεχνία- τὸ Ἔγκλημα καὶ Τιμωρία προφανέστατα συνομιλεῖ μὲ τὴ Φόνισσα. Κυρίως ὅμως τὸ πρωτότυπό του ἔργο διαλέγεται μὲ τοὺς εὐρωπαίους λογοτέχνες. Μιὰ πρώτη ἀμυδρὴ εἰκόνα –χαρακτηριστικὴ πάντως σὲ ὁρισμένα
σημεῖα- σχηματίζει κανεὶς ἀπὸ τὰ testimonia τῶν Ἁπάντων τῆς ἔκδοσης τοῦ «Δόμου». Ὅπως καὶ νἆναι, κατὰ τὴν παρατήρηση παλαιοῦ μου μαθητῆ καὶ τώρα καθηγητῆ στὴν Ὀξφόρδη, ὁ Παπαδιαμάντης, χωρὶς πιθανότατα νὰ γνωρίζει τοὺς Εὐρωπαίους ἐκπροσώπους τοῦ μοντερνισμοῦ, εἶναι μοντερνιστὴς μὲ κείμενά του ὅπως τὸ διήγημά του «Ὁλόγυρα στὴ λίμνη» καὶ ἡ νουβέλα «Τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια». Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει διεθνὴ ἐμβέλεια; Μπορεῖ νὰ βγεῖ ἐκτὸς συνόρων; Κατὰ τὸν Προγκίδη, κατ’ ἐξοχὴν εὐρωπαϊστή, ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ὁ μόνος ἐξαγώγιμος νεοέλληνας συγγραφέας, ποὺ ἔχει ἀπαντήσει ἀπὸ τὴ Σκιάθο τοῦ 19ου αἰώνα στὰ βασανιστικὰ ἐρωτήματα τοῦ 21ου . Ὑπενθυμίζω, λόγου χάρη, ὅτι διὰ στόματος γηραιοῦ λεμβούχου προειδοποιοῦσε πὼς χαλᾶμε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ (βλ. Ἅπαντα, Δόμος, τόμ. 3, σ. 27-29). Στὸ τρίτο λοιπὸν βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ἤτοι τὸ Ὑπὸ τὴν παπαδιαμαντικὴν δρῦν (Ἑστία 2017), ὁ Προγκίδης διὰ μακρῶν καταδεικνύει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι οἰκουμενικὸς συγγραφέας. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος
v Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΜΕΝΟΣ Μεγάλη εἴδησις! Ἡ «Γυφτοπούλα μας» ἐγένετο Ἰταλὶς ὑπήκοος, χωρὶς ν’ ἀπολέσῃ καὶ τὴν ἑλληνικὴν αὐτῆς ἐθνικότητα. Καὶ ὠνομάσθη λοιπὸν «Τσιγγαρέλλα», τί μελωδικὸν ὄνομα, καὶ ἐνεθρονίσθη εἰς τὰς στῆλας τῆς ἐν Βάρει τῆς Ἰταλίας ἐκδιδομένης ὁμωνύμου ἐφημερίδος. Ὁ μεταφραστὴς εἶναι ὁ ἐν τῇ μεγάλῃ Ἑλλάδι πρωτεργάτης κ. Ἀγησίλαος Γιαννόπουλος, ὁ καὶ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος. Ἀκρόπολις, 13.7.1888
Φιλόμουσός τις κύριος εὐαρεστηθεὶς νὰ παραφράσῃ ἰταλιστὶ τὴν «Γυφτοπούλαν», ἔκρινεν εὔλογον ν᾽ ἀλλοιώσῃ πολλὰ μέρη τῆς ἀφηγήσεως, προσθεὶς οὐδὲν ἧττον ἢ ἀφελῶν. Ὅτε εἶδον κατὰ τύχην ἓν φύλλον τῆς ἐφημερίδος ἐν ᾗ δημοσιεύεται ἡ μετάφρασις, δὲν ἀνεγνώρισα πλέον τὴν «Γυφτοπούλαν». Οὕτως ἐν τῇ σκηνῇ ἐκείνῃ τοῦ πρώτου μέρους, ἐν ᾗ ἐκφεύγει ἐκ τοῦ σιδηρουργείου διὰ μέσου τῶν διωκτῶν της, εἰσάγεται ἡ Ἀϊμὰ φοβουμένη καὶ τρέμουσα, οὐχὶ ὑπὲρ ἑαυτῆς, ἀλλ᾽ ὑπὲρ τοῦ Μάχτου. Τοιοῦτον μελοδραματικὸν αἴσθημα, τὸ κατ᾽ ἐμέ, δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω εἰς τὴν Ἀϊμάν, ἀφοῦ δὲν ἦτο βέβαιον ὅτι ἡ Ἀϊμὰ ἠρωτεύετο τὸν Μάχτον. Καὶ πῶς ἡ Ἀϊμά, αὐτὴ κινδυνεύουσα, φοβεῖται διὰ τὸν Μάχτον, ὅστις δὲν κινδυνεύει; Τοῦτο εἶναι δυσνόητον. Ἔπειτα ὁ Μάχτος κρατεῖ ἀκίνητον τὸν Πρωτόγυφτον ἐπίτηδες, διὰ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν Ἀϊμὰν νὰ φύγῃ, ὡς νὰ προϋπῆρχε συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο περὶ τῆς φυγῆς! Τρίτον ἡ Ἀϊμὰ παραβάλλεται μὲ Νεράϊδα, «μίαν τῶν ὡραίων, πονηρῶν καὶ τρομερῶν ἐκείνων νυμφῶν, δι᾽ ὧν ἡ φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ οἰκίζει μέχρι τῆς σήμερον πάντα τὰ σπήλαια καὶ τοὺς δρυμῶνας». Ὅσον λαμπρὰ καὶ ἂν φαίνεται ἡ παραβολὴ αὕτη, κατ᾽ ἐμέ, εἶναι ἄκαιρος καὶ ἀπροσφυής. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ἡ Γυφτοπούλα, Κεφ.Ι «Οὐδὲν καινόν». 6
ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ
ΣΤΟ ΠΕΔΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ Ἡ Φραγκογιαννοῦ συνάντησε μιὰ νύχτα τὸν κύριο Γιῶργο στὸ Πεδίον τοῦ Ἄρεως. Κάθησαν ὅλο τὸ βράδυ μαζί. Τί εἶπαν δὲν γνωρίζω. Μόνο αὐτὰ τὰ λίγα λόγια μπόρεσα νὰ συγκρατήσω: … Σταθήκατε ἐδῶ ἀπέναντί μου ἀμίλητος καὶ περιμένετε. Κάτι ἀπὸ μένα. Τὸ διαβάζω στὸ πρόσωπό σας. Κι ὅμως ὅ,τι κι ἂν σᾶς πῶ, ἴσως αὐτὴ ἡ σιωπή νὰ εἶναι ὅ,τι πιὸ ἀληθινὸ ἔχουμε νὰ ἀνταλλάξουμε ἐγὼ κι ἐσεῖς. Γιατὶ ἁπλούστατα δὲ λέγονται. Δὲν ἐξηγοῦνται μὲ λέξεις. Μὲ μουσικὴ μπορεῖ. Ἤ, μὲ ἤχους. Ἂς ποῦμε νὰ: Ἀκούω τὴν καρδιά μου νὰ χτυπάει μέσα μου. Πιὸ γρήγορα ἀπ’ ὅ,τι συνήθως. Κάτι περιμένει κι αὐτὴ ὅταν πέφτει ἡ νύχτα. Πανσέληνος ἀπόψε. Κοιτάζει καὶ καταγράφει. Φωτίζει στὰ παιδιά μου τὸ δρόμο. Ἔρχονται, ἀκοῦτε; Τὰ φουστάνια τους στάζουν βροχή. Στὸν ἀέρα μυρωδιὰ ἀπὸ λιβάνι καὶ γαρύφαλλο. Νάτα τὰ κοριτσάκια μου. Ἄλλο κάθεται κάτω στὸ χῶμα, ἄλλο ὄρθιο κρατάει ἕνα σπασμένο κομματάκι καθρέπτη καὶ χτενίζει μὲ μιὰ τσατσάρα τὰ μπερδεμένα του μαλλιά. Τα κοριτσάκια μου. Κάνω νὰ τὰ ξεχάσω μιὰ στιγμὴ μ’
αὐτὰ δὲν μὲ ξεχνᾶνε. Ποτέ. Μεγαλώνουν ἀκόμα μέσα μου, τὸ πιστεύετε κύριε Γιῶργο; Θὰ μᾶς κάνουν ἐδῶ παρέα ὅσο ἐγὼ θὰ σᾶς πῶ ἄλλες ἱστορίες γιὰ ζωντανούς. Γιὰ ζωντανοὺς ποὺ μερικὲς φορὲς εἶναι πιὸ πεθαμένοι ἀπὸ τοὺς πεθαμένους. Κι ἴσως τότε, κύριε Γιῶργο, καταλάβετε. Μὲ καταλάβετε. Οἱ κοπέλες, οἱ ἀλλοδαπὲς κοπέλες ποὺ ἔρχονται νὰ δουλέψουν στὴ χώρα μας σὰν χορεύτριες καὶ καταλήγουν στοὺς οἵκους ἀνοχῆς πληρώνονται τρία εὐρὼ ἀνὰ πελάτη. Ἀκοῦτε; Δυὸ μπουκάλια γάλα, ἕνα πακέτο τσιγάρα. «Μαῦρο γάλα τοῦ πρωινοῦ σὲ πίνουμε τὴ νύχτα, σὲ πίνουμε τὸ πρωῒ καὶ τὸ μεσημέρι, σὲ πίνουμε τὸ βράδυ, πίνουμε, ὅλο πίνουμε»… Μὲ συγχωρεῖτε, ἄλλαξα θέμα. Μόνο στὸν πάτο, μονάχα ἐκεῖ εἴμαστε ὅλοι ἴδιοι… Καὶ πολὺ πικρὴ ἡ μοίρα τῆς γυναίκας. Πολὺ πικρή. Μὰ μὴ στέκεστε ὄρθιος. Καθίστε ἐδῶ, κοντά μου, στὸ παγκάκι. Ἔχουμε ἀκόμα πολὺ καιρὸ μέχρι νὰ ξημερώσει, θὰ σᾶς τὰ πῶ ὅλα. Ἡ νύχτα εἶναι δικιά μας. Κι ἂν ἡ μέρα μᾶς καίει ὅλα μας τὰ ὄνειρα, οἱ νύχτες εἶναι ἐλεύθερες. Καθίστε. Ὄλια Λαζαρίδου
7
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ
ΝΕΩΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ Γυρνᾶ καὶ τήνε βρῆκε νὰ ὑφαίνει τὰ βάσανά του, ἐκεῖνον καρτερώντας. Τί δὲν τὸν ἀναγνώρισε οὔτε τώρα. Ἴσως γιατί δὲ γνώριζε τοῦ τραγουδιοῦ τὸ λόγο: «Πάσχουν νὰ βγάλουν τὸ κακό, μὰ τὸ κακό δὲ βγαίνει». Μήτε κι αὐτὸς λυτρώθηκε ἀπὸ κείνη, ζώντας πολὺ τὸ θάνατο, πολὺ τὴν Οἰκουμένη.
Σὰν ἔφτασε στὴν ποθεινὴν Ἰθάκη, μὲ χίλια δυὸ παλεύοντας τοῦ Ποσειδώνα εὑρήματα καὶ μ’ ὁδηγὸ ἀλάθευτο καπνό, τὴ φρόνιμη γυναίκα του εὕρηκε μὲ ἄλλα δυὸ παιδιά καὶ τρίτο στὴν κοιλιά. Δὲ θύμωσε, δὲν ταίριαζε στὸ χαρακτήρα του νὰ τὴν κακολογήσει – τόσα χρόνια στήριζε αὐτὴ παλάτι καὶ Τηλέμαχο. Μονάχα πῆρε τὰ παιδιά, τὰ πῆγε βόλτα στὴν ἐξοχὴ καὶ τὰ ἔσφαξε. Εἶχε πολὺ καιρὸ νὰ νιώσει τὸ αἷμα στὰ δυὸ ρουθούνια του, νὰ σελαγίσει τ’ ὄνειρο τοῦ δράκοντα καὶ τῆς καλῆς νηρηίδος.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΚΙ ΕΓΩ
ATITΛΟ
Ἀπὸ τότε, ὅποτε βλέπω αὐτὰ τὰ χέρια ποὺ δὲν τὰ γέμισα μὲ χαρὰ ἀπὸ τότε θέλω νὰ τὰ φιλάω σὰ νὰ προλαβαίνω ἀκόμη νὰ τὰ χορτάσω μὲ τὰ φιλιά μου νὰ νιώθω τὴ ζεστασιά τους καὶ νὰ μὴν κοιμᾶμαι ὅπως κάποτε δὲν κοιμόμουν κάτω ἀπὸ τὶς υπαίθριες συνομιλίες τῶν συγγενῶν μου νὰ ἤμαστε οἱ δυό μας -αὐτὰ τὰ χέρια κι ἐγὼὅπως ἡ σύμπτωση ἑνὸς αὐτοκινήτου μὲ τὸ ἡλιοβασίλεμα.
Ἐμένα μὲ πηγαίνει στὸν γκρεμὸ ἡ ὡριμότητά μου καὶ ἡ γνώση, ποὺ μ’ ἔμαθε νὰ ἐξηγῶ ἀντὶ νὰ σπλαχνίζομαι. Ἀκόμη καὶ ἡ κακή μου τύχη νὰ μεγαλώσω σ’ ἕνα σπίτι ποὺ εἶχε κῆπο ἀλλὰ δὲν εἶχε ὁδό.
8
Χρῆστος Ἀναγνωστόπουλος
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ
ΤΟ ΕΡΕΙΠΙΟ Ἂν ἔμπαινε κανεὶς παλιὰ στὸ χωριὸ ἦταν ἀδύνατον νὰ μὴν προσέξει ἕνα πέτρινο διώροφο ἀρχοντικὸ ἀπὸ τὴν πάνω πλευρὰ τῆς πλατείας ὅπου ἀνηφόριζε ἡ Κλιτία -πιθανῶς παραφθορὰ τοῦ «κλιτύς»-, ἕνα βουνὸ ἑπτακοσίων μέτρων στοὺς πρόποδες τοῦ Ἐλικώνα, στὴ μέση τοῦ ὁποίου ἁπλωνόταν τὸ χωριὸ Ἐλαιώνας, περίπου χιλίων κατοίκων. Μιλᾶμε ἀσφαλῶς γιὰ τὶς ἐποχὲς κατὰ τὶς ὁποῖες τὸ χωριὸ γνώρισε μεγάλη ἀκμὴ ἐξαιτίας τῶν τεράστιων ἐλαιώνων ποὺ τὸ κύκλωναν καὶ τὰ καπνά, ποὺ ἀφθονοῦσαν στὴν ἀποξηραμένη Κωπαΐδα. Τὸ σπίτι ἦταν γνωστὸ σὲ ὅλους ὡς «τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Γέωργα», λόγῳ τοῦ ἐπιθέτου τοῦ ἰδιοκτήτη. Ἀπὸ τὴν ἀκμὴ τοῦ χωριοῦ, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἀρχοντικὸ δέσποζε πανέμορφο μὲ τὶς ἀνθισμένες βουκαμβίλιες στὴν πρόσοψη τὰ καλοκαίρια, καὶ τὰ μικρὰ μπαλκόνια μὲ τὰ σκαλιστὰ μπρούτζινα κιγκλιδώματα, μέχρι τὶς μέρες μας ποὺ τὸν χειμώνα στὸ χωριὸ ζοῦν πέντε ψυχὲς ὅλες κι ὅλες, ἔχουν περάσει πολλά χρόνια. Γενιὲς καὶ γενιὲς διαδέχτηκαν ἡ μία τὴν ἄλλη, πολλὰ παιδιὰ γεννήθηκαν καὶ πολλοὶ πέρασαν κάτω ἀπὸ τὰ μαρμάρινα ὑπέρθυρά του, ἀποχαιρετώντας τὰ ἐπίγεια. Καὶ παρόλο ποὺ σὲ μιὰ χρεοκοπία τῶν Γεωργάδων τὸ ἀγόρασε ἕνας Παπατζήκας σὲ πλειστηριασμό, ὡστόσο γιὰ τοὺς κατοίκους του χωριοῦ ἔμεινε πάντα «τὸ ἀρχοντικό τοῦ Γέωργα». -Ποῦ θὰ συναντηθοῦμε ἀπόψε; -Έξω ἀπὸ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Γέωργα. -Ποῦ εἶναι τὸ παλιὸ σχολεῖο; -Εὐθεία μέχρι στὸ σπίτι τοῦ Γέωργα, ἕνα πέτρινο διώροφο στὰ δεξιά σας, καὶ μετὰ θὰ στρίψετε ἀριστερά. Ἐσχάτως, πρὶν εἴκοσι πέντε περίπου χρόνια -παιχνίδια ποὺ συνηθίζει ἡ ζωή- τὸ σπίτι εἶχε περάσει ξανὰ στοὺς Γεωργάδες, ὅταν ἕνας ἀπόγονος Παπατζήκας τὸ ἔχασε στὰ χαρτιά. Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο τὸ χωριὸ γνώρισε μιὰ νέα ἄνθιση. Δυστυχῶς τὰ καλοκαίρια μόνο. Ἔγινε τὸ ἀγαπημένο θέρετρο γιατρῶν, δικηγόρων κι ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ὕψωσαν τὶς βίλες τους σὲ ὅλο τὸ πρανές, ἀνάμεσα στὰ δέντρα, διότι βρίσκεται κοντὰ στὴ Λιβαδειὰ καὶ ἔχει ξηρὸ καὶ δροσερὸ κλίμα. Τὸ χειμώνα ὅλα ἐπιστρέφουν στὸ χάδι τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1999 ποὺ φιλοξενήθηκα σὲ φίλους, «τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Γέωργα» ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἕνα ὄμορφο, ἂν καὶ γερασμένο σπίτι. Στεκόταν ἀξιοπρεπῶς στὸν χρόνο. Εἶχε δεχθεῖ βέβαια κατὰ καιροὺς ὁρισμένες ἐπεμβάσεις, ἀμελητέες ὅμως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Τρύπες καὶ μερεμετίσματα ἀπὸ τὸν ἠλεκτρολόγο καὶ τὸν ὑδραυλικὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ τὸ σπίτι ἀπέκτησε νερὸ καὶ ρεῦμα. Ἐπιπλέον, ὅταν ἡ τουαλέτα ἔπαψε νὰ εἶναι ἔξω, προστέθηκε μὲ τοῦβλα στὸ πίσω μέρος σὲ μιὰ μικρὴ ταρατσούλα ἕνα wc. Ἡ πιὸ σκληρή καὶ ἄθλια ἐπέμβαση ἔγινε χάρη στὶς ἐπιταγὲς κάποιας διεστραμμένης μόδας. Τότε οἱ ἰδιοκτῆτες κάλυψαν τὶς πέτρες μὲ σοβὰ καὶ τὸ ἄσπρισαν. Ἔχασε κάτι ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικότητά του. Ὑπῆρχαν παρ’ ὅλα αὐτὰ τὰ κοσμήμα-
τα τῶν κιγκλιδωμάτων στὰ μπαλκόνια ποὺ παρέπεμπαν στὴν πρότερή του αἴγλη. Ἀπ’ ὅσο πληροφορήθηκα τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ σπιτιοῦ παρέμενε κλειστό. Σὲ δυὸ δωμάτια τοῦ ἰσογείου ζοῦσε μόνη μιὰ γριούλα, ἡ Μαρίκα, ἀπὸ τὸ γένος Γέωργα. Ἡ Μαρίκα δὲν παντρεύτηκε ποτὲ καὶ δὲν ἀπέκτησε ἀπογόνους. Λένε ὅτι τὴν ἤθελε ἕνας Ντίας κάποτε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀγαποῦσε πολὺ τὸ κρασὶ τὸν ἔδιωξε. Ζοῦσε πράγματι στὸ χωριὸ ἕνας γραφικὸς τύπος, μὲ τὸ ὄνομα Ντίας, πότης, ὁ ὁποῖος ἀργὰ τὰ βράδια ἐπιστρέφοντας στὸ σπίτι του τραγουδοῦσε ἕνα παλιὸ λαϊκὸ τραγούδι: «Ἀγάπη μου ἐπικίνδυνη, φοβᾶμαι καὶ τὴ σκιά σου, ἐρείπιο μὲ κατάντησες, μὲ τὸν ἄπιστο τὸν ἔρωτά σου…» Κάποιοι ἰσχυρίζονται ὄτι ὁ συσχετισμὸς Μαρίκας καὶ Ντία ἦταν ἀποκύημα εὐφάνταστων χωριανῶν, ἄλλοι ὅτι ὁ Ντίας τὸ ἔριξε στὸ ποτό, ἀφοῦ ἐκείνη τὸν ἔδιωξε. Ὁρισμένοι ὅτι ἤθελε ἕναν ἄλλο. Κανεὶς δὲν θὰ μάθει ποτὲ τὴν ἀλήθεια. Οἱ βουκαμβίλιες συνέχισαν νὰ ἀνθίζουν κάθε καλοκαίρι, ὅμως ἡ Μαρίκα ὅλο καὶ βάραινε ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ ἀδυνατοῦσε νὰ συντηρήσει τὸ σπίτι. Στὸ τέλος ἀνηφόρισε κι αὐτὴ γιὰ τοὺς τόπους ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός. Οἱ κληρονόμοι, μακρινὰ ἀνίψια, δὲν τὰ βρῆκαν μεταξύ τους. Στὶς πόρτες μπῆκαν λουκέτα. Ἔμεινε τὸ σπίτι σιωπηλὸ ἕρμαιο τῆς φθορᾶς. Μέσα στὰ χρόνια πρῶτα κατέρρευσε ἡ στέγη, μετὰ τὰ ξύλινα πατώματα. Μπῆκαν καὶ κλέφτες – κάτι κυκλοφόρησε γιὰ κρυμμένες λίρες. Ἔσκαψαν νύχτα τοὺς τοίχους ψάχνοντας ματαίως γιὰ κρυψῶνες. Στὶς τραυματισμένες ἐπιφάνειες φύτρωσαν χόρτα καὶ συκιές. Ἐπισκέπτομαι συχνὰ τὸ χωριό. Πρὶν τέσσερα χρόνια, καλοκαίρι πάλι, διέμεινα μερικὲς μέρες στὸ σπίτι τῶν φίλων μου. Τὸ δεύτερο βράδυ τῆς ἐκεῖ παραμονῆς μου, ξαφνικά, ἀκούστηκε τριγμός, κι ὕστερα ἕνας δυνατὸς θόρυβος σὰν βογκητὸ καὶ τὸ σπίτι σωριάστηκε χάμω. Ἔπεσε ἐκεῖ στὴ μέση τοῦ χωριοῦ, ἀνάμεσα στὶς καμαρωτὲς νεόδμητες βίλες τῶν γιατρῶν, τῶν δικηγόρων καὶ τῶν πλούσιων ἐμπόρων ποὺ τὸ περιστοίχιζαν, θυμίζοντας τραγικὰ ὅτι ἡ μοίρα τοῦ κόσμου εἶναι ἡ πτώση. Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ πέτρες καὶ μάρμαρα μεταφέρθηκαν κρυφὰ καὶ στόλισαν τζάκια καὶ εἰσόδους, ἐνῶ τὰ ἐρείπια ἔγιναν κατοικητήριο ποντικῶν, φιδιῶν καὶ χελωνῶν. Οἱ κληρονόμοι ἀναγκάστηκαν νὰ τὰ περιφράξουν μὲ σήτα. Δέντρα ὑψώθηκαν ἀνάμεσα στὰ χαλάσματα. Πολλὲς φορές, τὰ βράδια, μιὰ κουκουβάγια κάθεται σὲ ἕναν τοῖχο καὶ θρηνεῖ. Τὸ κρώξιμό της ἀκούγεται ρυθμικὰ σὰν μετρονόμος στὸ ἆσμα τοῦ γέρου Ντία, ὁ ὁποῖος στὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι τὸ σιγοτραγουδᾶ, ἀλλὰ τὸ περιόρισε πιὰ σὲ μιὰ μόνο φράση ποὺ τὴ διακόπτει καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνει μονότονα χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὴν ὁλοκληρώσει: «ἐρείπιο μὲ κατάντησες μὲ τὸν ἄπιστο τὸν… τὸν… ἐρείπιο μὲ κατάντησες…» Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης 9
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΡΩΣΣΗΣ
ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΨΙΘΥΡΟΥ Ποιητὴς Ἔχω ἀκούσει γιὰ σένα. Ξέρω πὼς ἀνάμεσά μας τριγυρνᾶς, ἀπ’τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ τὶς χαραμάδες ἀπρόσκλητος προβάλλεις μὰ καὶ κλητός, στὶς ἄπειρες στιγμὲς τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας, τὴν ὥρα ποὺ τρῶμε ἢ ὁδηγοῦμε, κοιμόμαστε ἢ μ’ἕνα σπασμὸ ἡ συνουσία μᾶς ξερνᾶ στὸν κόσμο πάλι. Ἀπρόβλεπτος σὲ μᾶς τοὺς μωροὺς κι ὡστόσο γνωρίζοντας τὴν ἀκριβῆ τῆς ἔλευσής σου ὥρα οἱ σοφοί. Ὤ, νηπενθές, παυσίλυπο γιὰ τοὺς βλαστοὺς τῆς Θλίψης, μοναχικὴ τοῦ δέντρου της φυλλορροή, ἔχω ἀκούσει γιὰ σένα, μὰ δὲν μπορῶ νὰ σὲ δῶ, δὲ σὲ διακρίνω μέσα στὸ γκρίζο ἐτοῦτο φῶς. Τί πρόσωπο φορεῖς γιὰ μένα; Ψίθυρος Δὲν ἦρθα, γι’ αὐτὸ δὲ μὲ βλέπεις. Ἕνας ψίθυρος εἶμαι ἀκόμη, φωνὴ ποὺ θέλει τὸ φόβο σου μονάχα ν’ἁπαλύνει, νὰ ἑτοιμάσει τὴν ὁδὸ ὅθε θὰ ἔρθω τῆς τρικυμίας γαληνεύοντας τὸ σάλαγο. Μὴν ἀκοῦς τὴν ὀμορφιά. Μὲ διαβάλλει. Μιὰ στιγμιαία εἶμαι φρίκη ἀντίκρυ στὴν ἀπέραντη φρίκη τῆς ζωῆς. Μὲ κάθε νεογέννητο μαζί του κλαίω. Σὰν πεταλούδα ποὺ τὸ φῶς τῆς λάμπας ξετρελαίνει, ἔτσι κι ἐσεῖς: μὲς στὸ ἀνόητο αἷμα σας, μέσα στὴ δειάφη, τὶς φωτιές, ποὺ καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι συδαυλίζετε, τὸ κάλεσμά σας ἐνωτίζομαι.
10
Κι ὅμως θεῶν ἀθανασία ὀνειρεύεστε! Κοίτα τὰ ὄρνια πῶς γλεντοῦν Μὲ τῶν γυμνῶν τῶν ἄταφων πολεμιστῶν τὰ σπλάχνα καὶ τὰ μάτια! Δὲν ἔχω θέλγητρα νὰ κρύψω τὸ σκουλήκι καθὼς τὴ σήψη τους οἱ ζωντανοί. Δὲν εἶναι ἀδελφός μου ὁ Λοιμός, μὰ τῆς ζωῆς πρωτότοκος. Αὐτός, μὲ γρίφους ἄλυτους, μὲ σκιάχτρα, μὲ χείλη τῆς ἐλπίδας πρόστυχα, τὸν ὕστατο παιδεύει χτύπο τῆς καρδιᾶς. Μὴν τρέμεις λοιπὸν ὅταν καταπάνω σου στρέφεις τὸ μαχαίρι ἢ ἐναγώνια τὸ δρόμο ποὺ θὰ πάρω ἀναζητᾶς. Μὴν καταδέχεσαι φτερά, γιρλάντες τῆς ἐλπίδας. Σκέψου πὼς τοῦτος ὁ ὕπνος δὲ θὰ σὲ προδώσει ποτὲ, πὼς θὰ ‘ναι αἰώνια πιστὸς ὁ ἴσκιος, δίχως ἥλιο. Ὤ, ἄκου τοῦ κύκνου τὴ στερνὴ αἰθέρια μολπὴ καὶ δὲς τὸ ἄστρο ἐκεῖ ψηλὰ ποὺ τώρα μόλις πέφτει.
22.5.2018 Ἰωάννης Σεβαστιανὸς Ρώσσης
π. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΪΣΤΡΑΛΗΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΕΜΟΣ
ΝΥΝ
Ἄγριος, μαῦρος ἄνεμος λεκιάζει τὸ λευκό. Σὲ μιὰν ὄψη καὶ μόνο γυρισμένα τὰ πράγματα, στριμώχνουν τὸ Ἰλαρὸν τοῦ κόσμου Φῶς καὶ σκοτεινιάζει ἀπότομα. Ἀκόμα μιὰ φορὰ τὴ δική σου φωνὴ τὴν αὐλακώνουν παράσιτα, τῆς τρῶνε τὶς καταλήξεις. Τὸ ἀλφάβητο μήπως τοῦ βλέμματος; Οὔτε κι αὐτὸ τὸ μπορεῖ. Ξένες ὑπάρξεις ὁ καθένας μας, μὲ τὴν ἴδια λαχτάρα νὰ λιμνάζει ἐντός μας, χωρὶς ποτὲ νὰ τὸ μάθουμε... Ὁ ἄγριος, μαῦρος ἄνεμος εἶναι ἀλίμονο ἡ ἀνάσα τοῦ ἄλλου, κίνδυνος γιὰ τὴ φευγαλέα μας ὕπαρξη, ποὺ λευκὴ τὴ νομίζουμε. Περνάει, μᾶς κοιτᾶ καὶ γελάει μὲ μᾶς. Γελάει κυρίως μὲ τὰ τραγικά μας ὁ Θεός.
α. Ἡ νύχτα Κάποτε ψάχναμε. Αὐτὰ ποὺ βρήκαμε ἦσαν λασπότοποι. Μάτια ἀγριόγατας σκορπισμένα στὸ μαῦρο. Κι οὔτε μιὰ ἀθωότητα ποὺ νὰ μὴν εἶναι πιασμένη σὲ δόκανο. β. Ἡ μέρα Κάποτε ψάχναμε. Ὅ,τι βρήκαμε εἶναι κι ἄλλες ἀπώλειες -κομμάτια ζωῆς ἀνεπίστρεπτης. Ἕνας γέρος μᾶς ὁδήγησε «Στὸ πηγάδι ποὺ λάμπει! Βαθιὰ κάτω λάμπει. Πολὺ βαθιά...» Σκύψαμε κι εἴδαμε πεταμένους τοὺς ἥλιους μας. Γι’ αὐτὸ οἱ οὐρανοὶ εἶναι πιὰ τόσο γκρίζοι. γ. Ὁ καιρὸς Στρίψαμε στὴ γωνία καὶ μπροστά μας ὅλοι τῆς νιότης οἱ Χριστοὶ προδομένοι. Κάτι ἀνίερες προθέσεις -δικές μας ἢ ἄλλων – σὰν σκοτάδια ποὺ κόβουν τὴ μέρα στὴ μέση, τοὺς διαπομπεύουνε τώρα... π. Δημήτρης Μαϊστράλης
11
π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΘΙΣΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΔΥΟ ΛΟΓΑΚΙΑ γιὰ τὸν πατέρα Γαβριὴλ
ΚΑΘΟΤΑΝ σὲ μιὰ ξύλινη καρέκλα στὸ κέντρο τῆς πολυτάραχης Ἀθήνας γιὰ ὧρες, γιὰ μέρες, γιὰ χρόνια, νὰ περιμένει. Καὶ σὰν διάβαινε κάποια ψυχούλα τὸ κατώφλι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, σκιρτοῦσε τὸ βαρὺ καὶ κουρασμένο του σῶμα, σὰν νὰ ’ρθε ἐπιτέλους τὸ μονάκριβο καὶ χαμένο ἀπὸ πολὺ καιρὸ παιδὶ του. Ὅποιος κι ἄν πέρναγε ἀπ’ τὸ μαντράκι του, ἔνιωθε, πὼς ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸν ἔστελνε καὶ εὐθὺς τὸν ἔκανε σπλάγχνο του. Τὰ λόγια ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν δὲν εἶναι λόγια συνηθισμένα καὶ τυπικὰ, παρὰ εἶναι μιὰ ἀγκαλιὰ ἀπὸ λόγια καὶ ἀναμνήσεις ποὺ μ’ αὐτὰ ὁ π. Γαβριήλ, καιρὸ τώρα, τάιζε τὶς ψυχοῦλες μας. «Καθίστε λίγο νὰ σᾶς πῶ δυὸ λογάκια. Οἱ γονεῖς μου κατάγονταν ἀπ’ τὰ Βουρλὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ μπαμπὰς στὰ δέκα καὶ ἡ μαμὰ ὀχτὼ ἐτῶν, σὰν ἦρθαν στὴν Ἀθήνα μὲ τοὺς πρόσφυγες γονεῖς τους, ἔμειναν ὑπαίθρια καὶ στὴ συνέχεια τοὺς φτιάξανε ξύλινες παράγκες, προσφυγικὸ συνοικισμὸ στὸ Πολύγωνο, δίπλα στὴν παλιὰ σχολὴ Εὐελπίδων. Ὁ μπαμπὰς μαθαίνει τὴν τέχνη τοῦ τσαγκάρη, δουλεύει σκληρὰ. Εἴκοσι ἑνὸς ἐτῶν, ἀγοράζει μὲ τοὺς κόπους του ἕνα οἰκοπεδάκι καὶ χτίζει σιγὰ σιγά τὸ σπιτάκι μας στὸ Πολύγωνο. Γεννιέμαι τὸ ’44, μετὰ ἀπ’ τὴν Καλλιόπη μας καὶ τὴ Δεσποινούλα μας. Λίγο μετὰ ἔρχεται καὶ τὸ Ἐλισαβάκι μας. Τὰ δικὰ μας παραμύθια εἶναι οἱ διηγήσεις τῆς μαμᾶς γύρω ἀπ’ τὶς περιπλανήσεις τῶν συγγενῶν μας, νὰ φτάσουν ἀπ’ τὰ Βουρλὰ στὴ Σμύρνη, περπατώντας τὶς νύχτες γιὰ νὰ γλυτώσουν τὴ σφαγή. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τὴν οἰκογένειά μας ἐσφαγιάσθησαν. Καὶ βλέπω τὴ μαμὰ κάθε ποὺ ἀνάβει τὸ καντήλι, νὰ κλαῖνε τὰ ματάκια της γιὰ τὶς ψυχοῦλες ποὺ φύγανε. Ἕξι μηνῶν παιδάκι εἶμαι καὶ στὸν ἐμφύλιο, στὰ Δεκεμβριανὰ τὸ ’45, μιὰ ὀβίδα πέφτει καὶ γκρεμίζει τὸ μισὸ σπίτι μας. Στὰ τριάντα ὀχτὼ του χρόνια πιάνει τὸν πατέρα μου καρκίνος. Ἐγὼ τότε στὰ τέσσερά μου, ἀντικρύζω τὰ χείλη του νὰ σφίγγονται, τὰ δάχτυλα νὰ σχηματίζουν γροθιά. «Ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα νὰ φύγει ἡ ψυχὴ μου, Ἑλένη μου, ἔλεγε, δὲν θὰ τὴν ἀφήσω.Πῶς θὰ μεγαλώσεις τέσσερα παιδιὰ μικρὰ, ὀρφανά, χωρὶς σύνταξη, σ’ ἕνα σπίτι ποὺ τρέχουν τὰ νερά;» Ὁλόκληρη ἡ γειτονιὰ κινητοποιεῖται, βοηθοῦν τὴ μαμὰ νὰ στήσει ἕνα ξύλινο περιπτεράκι, μὰ λίγες μέ12
ρες πρὶν πεθάνει ὁ μπαμπάς, στὰ σαράντα δύο του, ἕξι χρονῶν ἤμουν τότε, ἐνῶ αὐτὸς χαροπαλεύει, μᾶς στέλνουν τὴν ἀστυνομία καὶ δέκα μέρες μετὰ τὴν κοίμησή του ἔρχονται νὰ τὸ γκρεμίσουν. Μᾶς παίρνει τὸτε ἡ μαμὰ καὶ κλεινόμαστε μέσα.Κάνουν τὸ περίπτερο κομμάτια. Ἐμεῖς τὰ παιδιὰ πεσμένα κάτω στὴ βάση, ἐκείνη γονατιστὴ νὰ κλαίει καὶ νὰ προσεύχεται. «Γιόκα μου, ποῦ ἤρθαμε ἐδῶ, ποῦ βρεθήκαμε ἐδῶ πέρα;» Καὶ ξεκινᾶ ἡ μητέρα μου τὴ ζωὴ ποὺ ξημέρωσε, νὰ ξενοπλένει, μὲ πολλὲς στερήσεις, χωρὶς σύνταξη, γαντζωμένη ὅμως στὸ Χριστό. Βλέπω τὶς ἀδελφοῦλες μου, τὶς μεγαλύτερες, νὰ ἐργάζονται καὶ γιὰ νὰ δείξω στὴ μαμὰ ὅτι ἐγὼ εἶμαι «μπαμπὰς» ἐδῶ πέρα, ἀπὸ ἕξι ἐτῶν, σὰν τελειώνει τὸ σχολεῖο, ἀρχίζω τὴ δουλειά. Δὲν ξέρω τὶ θὰ πεῖ ἐξοχικὸ καὶ διακοπές. Μὲ λαχτάρα ἱδρώνω κάνοντας πολύ, πολύ, πολὺ σκληρὲς δουλειές. Ὅλοι οἱ Μικρασιάτες ζοῦν ταπεινὰ καὶ εὐλογημένα, μὲς στὴ χαρὰ καὶ τὸ τραγούδι. Στὸ σπίτι μας περνᾶ ὅλη ἡ γειτονιά. Γνωρίζω ἔτσι τὴ φτώχεια, τὶς γιαγιάδες, τοὺς παπποῦδες, τοὺς πρόσφυγες ποὺ μεγαλώνω κοντὰ τους. Δίπλα τους μαθαίνω νὰ χαμογελῶ. Ὅλοι αὐτοὶ μὲ διδάσκουν τὴ λιτὴ, τὴν ταπεινὴ ζωή. Ἡ μαμὰ σ’ὅλους ἀνοίγει τὴν πόρτα, ὅλους τοὺς ἀκούει κι ἐγὼ παρακολουθῶ, κατανοῶ, τί σημαίνει φτώχεια, τί σημαίνει πόνος, κούραση, μοναξιὰ στὸν ἄνθρωπο. Γιὰ ’μένα αὐτὸ τὸ κλάμα τῶν γιαγιάδων, ὁ πόνος τῶν γιαγιάδων ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἁπλοϊκὰ τραγουδάκια ποὺ μαθαίνω στὸ κατηχητικὸ σχολειὸ καὶ ποὺ τὰ ’χω σὰν εὐαγγέλιο, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μοῦ λέγουν στὴν καρδιὰ μου: «βρὲ παιδὶ μου τὶ γλυκύτερο ἔχεις νὰ κάνεις, τὶ πιὸ ὡραῖο ἔχεις νὰ προσφέρεις σ’αὐτοὺς τοὺς πονεμένους ἀνθρώπους ἀπ’ τὸ νὰ γίνεις ἱερέας»; Στέκομαι λοιπὸν σὲ μιὰ ἁπλὴ τσίγκινη εἰκόνα καὶ τῆς κρεμῶ τὸν πόθο μου... «Παναγιὰ μου, θέλω νὰ σοῦ ὑποσχεθῶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θέλω νὰ ἀφιερωθῶ σὲ ’σένα, ἐσένα νὰ ὑπηρετῶ»… Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1967, νεαρὸς φοιτητὴς τῆς Ριζαρείου ἤμουν καὶ μοῦ ζητεῖται ἀπὸ τὸν π. Ἰωάννη Σταυριανόπουλο, ἕναν ἱερέα τοῦ Ἁγίου Στυλιανοῦ, ποὺ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἤμουν στὰ χέρια του, νὰ κάνω κατηχητικὸ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα στὴν πλατεία Ἀμερικῆς, τὸ
ἁγιογραφημένο ἀπ’ τὸν Φώτη Κόντογλου. Ὅταν πρωτοέρχομαι, λοιπὸν, στὸν τόπο αὐτὸ ποὺ μαρτύρησε ἡ Ἁγία μας Φιλοθέη, μοῦ δημιουργεῖ τόση κατάνυξη τὸ ἐκκλησάκι, τόσο σεβασμό, ποὺ συγκλονισμένος μπαίνοντας στὸ ἱερὸ νὰ προσκυνήσω, γονατίζω στὸν ἐσταυρωμένο δίπλα καὶ λέγω: «Χριστὲ μου, ἀξίωσέ μὲ νὰ ’ρθω νὰ σὲ ὑπηρετήσω σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι σὰν ἱερέας καὶ ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι, Ἅγιέ μου Ἀνδρέα καὶ Ἁγία μου Φιλοθέη, νὰ κλείσω τὰ μάτια μου». Κυλᾶ ἔτσι ἡ ζωὴ κι ἔρχεται ἡ ὥρα πράγματι καὶ παραλαμβάνω τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ἁγίου Ἀντρέα ἀπὸ τὸν ἅγιο αὐτὸν ἱερέα. Ἀφήνω νὰ βγεῖ ὁ πραγματικὸς μου ἑαυτὸς, ἀρχίζω νὰ δίνω κάτι ποὺ νιώθω ὅτι ἔχει ὑγεία καὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ ἀγκαλιάζουν, γιατὶ μὲ διακρίνει τὸ μικρασιατικὸ ὕφος, τὸ τρυφερὸ ἦθος. Ἡ Μικρὰ Ἀσία εἶχε τρυφερότητα, εἶχε γλύκα, εἶχε καλοσύνη, εἶχε χάδι. Γιὰ νὰ μαζευτοῦν τὰ νέα παιδιὰ μόνο ὁ Θεὸς ξέρει πόσο προσευχήθηκα, πόσα ξενύχτια καὶ πόσα δάκρυα ἔχυσα. Συνειδητοποιῶ πὼς μὲ τὰ νέα παιδιὰ θὰ ἑνωθοῦμε περισσότερο μόνο ἐὰν δουλέψουμε ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον. Γι’ αὐτὸ ἀναζητοῦμε ἕνα οἰκοπεδάκι μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, νὰ φιλοξενοῦνται ἐκεῖ τὰ παιδιὰ, νὰ σκάψουν ἕνα κομμάτι γῆ, νὰ γνωρίσουν τὸ Χριστό. Μαθαίνουμε γιὰ μιὰ ἔκταση στὸ Μήλεσι Ὠρωποῦ. Πάω, νέος κληρικός, νὰ συμμετάσχω κι ἐγὼ τὸ 1982 στὴ δημοπρασία καὶ τὶ νὰ δῶ· ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐνδιαφέρονται εἶναι ὁ π. Πορφύριος καὶ πνευματικά του παιδιά, καθηγηταί, ὁπότε ἐγὼ ἀρχίζω νὰ μαζεύομαι στὴν ἄκρη. Μὲ βλέπει ὅμως ἐκεῖνος καὶ μὲ φωνάζει: -Γιὰ ἔλα ἐδῶ, π. Γαβριήλ. Τί τὸ θέλεις τὸ οἰκόπεδο; μοῦ λέει. -Εε…, π. Πορφύριε, κέντρο νεότητος, μοναστήρι, δὲν ξέρω. -Καὶ θέλεις πολὺ νὰ τὸ πάρεις; -Εε…, π. Πορφύριε, θὰ εὐχόμουν νὰ τὸ πάρω. Μὲ κοιτᾶ, μὲ εὐλογεῖ καὶ μοῦ λέει: «Θὰ τὸ πάρεις!». Γυρνᾶ στὰ πνευματικὰ του παιδιὰ καὶ τοὺς λέει: «Θὰ τ’ ἀφήσουμε νὰ τὸ πάρει ὁ π. Γαβριήλ, νὰ γίνει μοναστήρι». Ἔτσι δημιουργήθηκε τὸ εὐλογημένο αὐτὸ γυναικεῖο ἡσυχαστήριο μὲ γερόντισσα τὴ μοναχὴ Φιλοθέη, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἔργο τῆς ζωῆς μου καὶ ποὺ ὁ Κύριος γνωρίζει, τὸν καταλυτικὸ ρόλο ποὺ θὰ διαδραματίσει στὰ χρόνια ποὺ ἔρχονται. Καὶ συχνὰ λέω στὶς καλογριοῦλες μας: «Σᾶς ἀγαπῶ ὅπως τὶς ἀδελφὲς μου καὶ σᾶς σέβομαι ὅπως τοὺς Ἁγίους.» Τὸ μετόχι τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας τῶν Βρυούλων σὰ σιρμαγιὰ, ὅταν ξεκίνησε, εἶχε δύο πράγματα: Πρῶτα ἦταν οἱ πρεσβεῖες ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τοῦ θείου τοῦ μπαμπᾶ μου, τοῦ Κοδράτου, ἡγουμένου τῆς μονῆς Καρακάλλου, ποὺ σὰν Βουρλιώτης ποὺ ἤτανε, δὲν ἄντεχε νὰ νιώθει ὅτι ἡ Παναγία ἡ Βουρλιώτισσα δὲν εἶχε πιὰ σπίτι. Οἱ Τοῦρκοι οὔτε τὰ θεμέλια δὲν ἄφησαν, νὰ μὴ μαρτυρήσουν. Καὶ ὕστερα ἦταν ἕνα πολύ, πολύ, πολύ, φθαρμένο βιβλιαράκι ποὺ ὀνομαζόταν «οἰκογενειακὸ βιβλιάριο τοῦ πρόσφυγος», στὸ ὄνομα τῆς γιαγιᾶς μου τῆς Καλλιοπῶς,
τῆς μητέρας τοῦ πατέρα μου. Γυμνοὶ ὅταν ἦρθαν τὸ ’22, ἡ πανελλήνιος ἐπιτροπὴ προσφύγων τοὺς παραχώρησε δύο κουβέρτες καὶ ἀργότερα μιάμιση πλάκα σαπούνι. Καὶ λέγω ἀκριβότερη σιρμαγιὰ κι ἀκριβότερη περιουσία ἀπ’ αὐτὰ τὰ δυὸ δὲ θὰ μποροῦσα νὰ ἀποκτήσω στὴ ζωὴ μου. Τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα τὸν παρέλαβα ἕνα ξωκκλήσι, ποὺ ἄνοιγε ποὺ καὶ πού, καὶ ἔγινε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ προσκύνημα. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἁγιασμένο τόπο ξεπετάχτηκαν ὅλα. Ὅμως, ἐν Χριστῷ τὸ λέγω, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια δουλεύοντας ἀπὸ παιδάκι καὶ μετὰ ἀπὸ σαράντα ἐννέα χρόνια ἱερωσύνης δὲν ἔχω ἀπολύτως καμία, καμία, καμία περιουσία καὶ εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ γι’ αὐτὸ, γιατὶ εἶχα μάθει ἀπὸ τὴν μητέρα μου τὴν Μικρασιάτισσα πὼς ὁ ἄγαμος κληρικὸς ποὺ ἐργάζεται, ὅ,τι ἀποκτᾶ, ἀνήκει στὴν ἐκκλησία. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐργαλεῖα γιὰ τὰ παιδιὰ μου, γιὰ νὰ ἐργασθοῦν μεθαύριο. Νὰ τὰ πονέσουν, νὰ τὰ ἀξιοποιήσουν, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο φτιάχτηκαν, νὰ παρηγοριοῦνται καὶ νὰ σώζονται ψυχοῦλες. Τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα ὑπηρέτησα δεκαεπτὰ χρόνια ὁλομόναχος μὰ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπέτρεψε στὴν συνέχεια νὰ ριζώσουν κοντὰ μου καὶ νὰ μὲ διακονήσουν καλύτερα κι ἀπὸ σαρκικὸ τους πατέρα, ὁ π. Ἰγνάτιος κι ὁ π. Σταῦρος, ὁ π. Ἀλέξανδρος, ὁ π. Παναγιώτης καὶ ὁ διάκος μας, ὁ π. Ἰουστίνος, ὅλοι ἅγιοι, γιὰ νὰ τοὺς ἐμπιστευτεῖτε, πνευματικοί. Καὶ σὰν ἐγὼ πεθάνω σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ παύσετε νὰ εὔχεσθε ὑπὲρ ἀναπαύσεως «Γαβριήλ Ἱερομονάχου καὶ τῶν γονέων του, Βασιλείου καὶ Ἑλένης». Θέλω νὰ εὐχαριστήσω ὅλους ἐσᾶς, ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια μὲ συντροφεύσατε στά νιάτα μου, μὲ συντροφεύσατε καὶ στὰ γηρατειὰ μου. Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα κόσκινο κι αὐτὸ ποὺ μένει μὲς στὴν ψυχὴ εἶναι τὰ ὄμορφα. Θυμᾶμαι τὰ ὄμορφα ποὺ ἔζησα κοντὰ σας, γι αὐτὸ, ὅταν μὲ πάρει ὁ Χριστός, ἀπὸ ’κεῖ ποὺ θὰ εἶμαι, θὰ προσεύχομαι γιὰ σᾶς. Ἀνάξιος εἶμαι, ἀλλὰ τὸ ρασάκι ποὺ μοῦ ’δωσε ἡ ἐκκλησία προσπάθησα,ὅσο μποροῦσα, νὰ μὴν τὸ μολύνω. Καὶ νὰ ξέρετε ὅτι κι ὅταν ἐγὼ φύγω, τὰ Πατήσια, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, τὰ Τουρκοβούνια, ποὺ γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα, τὰ Ἐξάρχεια, ὁ ἅγιος Βασίλειος, ποὺ ἔζησα σὰ διάκονος πέντε χρόνια, ἡ Ραφήνα, ποὺ σὰν παιδάκι πηγαίναμε ἐκεῖ μὲ τὶς ἀδελφὲς μου, ὁ Ὠρωπὸς ποὺ ἀγάπησα, τὸ μοναστηράκι μας, ποὺ θὰ ἀναπαύσει τὸ σῶμα μου, αὐτὰ θὰ εἶναι κομμάτια τῆς προσευχῆς μου καὶ τῆς ἔγνοιας μου στὸν οὐρανὸ ποὺ δὲ θὰ τ’ ἀφήσω καθόλου ἀπ’ τὸ μυαλὸ μου. Μὲ τὴν μικρασιατική, τὴν ἀρχοντικὴ ἀγάπη νὰ χορτάσετε κι ἐσεῖς τὸν κόσμο. Τὸ «δόξα σοι, ὁ Θεὸς» καὶ τὸ «εὐχαριστῶ» νὰ μὴ λείπει ἀπ’ τὰ χείλη καὶ τὴν καρδιὰ σας. Αὐτὰ ποὺ σᾶς εἶπα κρατῆστε τα ὑποθήκη… μὴν πεθάνω καὶ τὰ ξεχάσετε.» Ἀλήθεια, τὸν κάθε ἄνθρωπο ὁ παππούλης μας πόσο ξεχωριστὰ τὸν εἶχε στὴν καρδιὰ του. Μιὰ ἐλεήμων καρδία πίσω ἀπ’ τὸ κλειστὸ κουρτινάκι. Κανένα δὲν ἄφησε νὰ φύγει ἀπαρηγόρητος ἀπ’ τὸ πετραχηλάκι του. Πόσες καὶ πόσες ψυχοῦλες κι ἄν πέρασαν ἀπὸ κάτω του. Ἱερεῖς, ἱερασπόστολοι, μοναχοί, ἰατροί, δικαστάδες, μεροκαματιάρηδες, ἄνεργοι, τοξικομανεῖς, φονιάδες, πόρνες, ὁμοφυ13
λόφιλοι, ἄρρωστοι, ζευγαράκια, φοιτητές, παιδιά, μωρά. Ὅλους ἐμᾶς, τὰ μονάκριβά του παιδιά, μᾶς ἀγάπησε, μᾶς σεβάστηκε, μᾶς ἐλέησε, μᾶς ἔντυσε μὲ τὸν καλὸ τὸ λόγο, μᾶς ἐμπιστεύτηκε, ἔχυσε γιὰ μᾶς δάκρυα, ξενύχτισε. Κράτησε ἰσορροπίες. Καὶ νά, τὴν μετέωρη αὐτὴ στιγμὴ τοῦ ἀποχωρισμοῦ, μαζευτήκαμε σὰν τὰ πουλάκια τὸ σούρουπο στὴν γαζία τῆς μικρασιάτικης προσφυγικῆς γειτονιᾶς Σας, ποὺ εἶστε Ἐσεῖς, παππούλη, Σεῖς ποὺ μᾶς θέσατε σφραγίδα στὴν στοργικὴ καρδιὰ σας, μὲ ἀγάπη αἰώνια μᾶς ἀγαπήσατε, μᾶς ἀνοίξατε τὰ φτερὰ καὶ μᾶς ἐμπνεύσατε, νὰ ἀφεθοῦμε στὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς… τὸν Χριστό. «… Κι ἐρχόταν ἡ θεία μου ἡ Στέλλα πολλὲς φορὲς τὰ μεσημέρια σπίτι μας, ποὺ ὀχτὼ χρονῶν σὰν ἦταν, μπροστὰ στοὺς γονεῖς της στὰ Βουρλὰ τῆς Σμύρνης, τὴν ἐβίασαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἀμέσως μετὰ σφάξαν τὸν πατέρα της. Ἐρχόταν λοιπὸν ἡ θεία Στέλλα, ποὺ ’τανε μοδίστρα, μὲ τὴ λάμπα πετρελαίου δούλευε, ἐρχόταν κουρασμένη, νὰ πιεῖ καφεδάκι μὲ τὴ μαμὰ κι ἐγὼ παιδάκι τὴν ἄκουγα καὶ
τὴν ἔβλεπα στὰ μάτια κι ἔβλεπα τὸ στόμα της. Μοῦ ’λεγε λοιπὸν ἡ θεία Στέλλα: «Γιῶργο μου, Γιῶργο μου, -ἦταν τὸ κοσμικὸ μου ὄνομα- τὶ θὰ δοῦν τὰ μάτια μας στὸν παράδεισο!» Κι ἄρχιζε νὰ μοῦ περιγράφει πῶς θὰ εἶναι ὁ παράδεισος, νὰ μιλᾶ γιὰ τὸ Χριστὸ γλυκὰ καὶ ’γὼ παιδάκι ἄνοιγα τὸ στόμα μου, κι ὅλα αὐτὰ τὰ λογάκια της δὲν τὰ χόρταινα, κι αὐτὰ τὰ φύλαγα μέσα στὴν καρδιὰ μου κι ἔλεγα: «Χριστὲ μου, βοήθησέ μὲ νὰ γίνω ἕνας ἱερέας, νὰ προετοιμάζω τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν παράδεισο, ἀλλά ἀξίωσε καὶ ’μένα στὰ γεράματα, ὅταν φύγω, νὰ μπῶ κι ἐγὼ στὸν παράδεισο, μὴ μείνω ἀπ’ ἔξω». π. Ἰωάννης Ἀλεβιζόπουλος Λόγος ἐπικήδειος ποὺ ἐκφωνήθηκε κατὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ π. Γαβριήλ, βασισμένος στὶς ἀφηγήσεις του, στὶς 2/8/2018
π. ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΣΑΦΟΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ Ἂς δοῦμε μερικοὺς ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν Εὐαγγελίων στοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τὴν σημερινὴ ἑορτή, θέλει νὰ ἑλκύσει τὴν προσοχή μας. […] «Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίων εἰς πόλιν Δαυΐδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ…ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ». Δὲν εἶναι πιὰ ὁ καῖσαρ Αὔγουστος, ἀλλὰ ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλέων ποὺ διατάζει «ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην… ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν». Κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ δηλώσει εἰλικρινὰ ποιὰ πόλη ἔχει διαλέξει, μὲ ποιὰ ὁμάδα συνδέεται. Μερικοὶ θὰ διαλέξουν τὴν Ρώμη· ἄλλοι τὴν Ἀθήνα. Θὰ διαλέξω πλούτη ἢ δύναμη ἢ εὐφυΐα; Ὄχι. Αὐτὲς οἱ πόλεις δὲν εἶναι γιὰ μένα. Δὲν θὰ διαλέξω ἀκόμα οὔτε τὴν Ἱερουσαλὴμ, τὸν τόπο ὅπου ὁ Θεὸς φανερώνει τὴν δόξα Του. Κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μου, θέλω νὰ εἶμαι πολίτης τῆς Βηθλεὲμ καὶ νὰ ἔχω αὐτὴ τὴν ταπείνωση κι αὐτὴ τὴν πτωχεία γιὰ μερτικό μου· μαζὶ μὲ τὴν Μαρία, τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν Ἰησοῦ, θὰ ἤθελα νὰ γραφεῖ τὸ ὄνομά μου σ’αὐτὴ τὴ μικρὴ πόλη ποὺ μπορεῖ νὰ καταφρονεῖται ἢ νὰ ἀγνοεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι μεγάλη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. […] «Καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι». Αὐτὴ ἡ γέννηση σὲ μιὰ φάτνη φανερώνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς θέλει νὰ συναριθμεῖται μὲ τοὺς πιὸ φτωχούς, μὲ τοὺς πιὸ ταπεινούς· θὰ βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς ἀπόκληρους, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς φυλακισμένους, τοὺς ἁμαρτωλούς. Καλύτερα φτωχὸς μὲ τὸν Ἰη14
σοῦ παρὰ πλούσιος δίχως τὸν Ἰησοῦ. Προτιμῶ νὰ εἶμαι σὲ μιὰ σπηλιὰ μὲ τὸν Ἰησοῦ, τὴν Μαρία καὶ τὸν Ἰωσὴφ παρὰ στὸ κατάλυμα ὅπου δὲν ὑπῆρχε τόπος γι’ αὐτούς. Ὁπότε πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ κείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Ἰησοῦ δὲν ὑπάρχει τόπος σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. «Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι». […] «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Αὐτὰ τὰ λόγια συνοψίζουν καὶ ἐκφράζουν τὴν γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων τέλεια. Ἂν τοὺς δώσουμε τὸ πλῆρες νόημά τους, θὰ καταλάβουμε ὅτι δὲν ἀφοροῦν μόνο τὸ μυστήριο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρὸς ἔγινε ἄνθρωπος: ἡ διατύπωση αὐτὴ ὑπονοεῖ ἀκόμη μιὰ ἠθικὴ καὶ πρακτικὴ ἐντολή. Ἡ σάρκα μας εἶναι συχνὰ πηγὴ πειρασμοῦ καὶ ἁμαρτίας γιὰ μᾶς. Εἴθε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ λοιπὸν νὰ γίνει σάρκα μέσα μας, εἴθε νὰ εἰσέλθει στὸ σῶμα μας. Εἴθε ἡ δύναμη Αὐτοῦ τοῦ Λόγου (γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Λόγος σαρκώθηκε) νὰ περάσει ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ στὸ ἐσωτερικό, καὶ ἔτσι μέσα στὸ σῶμα μας· τότε ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος θὰ ὑπερισχύσει τοῦ νόμου τῆς σαρκός. Τὰ Χριστούγεννα θὰ ἔχουν ἀληθινὸ νόημα γιὰ μᾶς μόνο ἂν ἡ δική μας σάρκα μεταμορφωθεῖ, ἀλλάξει καὶ κυβερνηθεῖ ἀπὸ τὸν Λόγο ὁ ὁποῖος σὰρξ ἐγένετο. π. Γαβριὴλ Τσάφος Ἀποσπάσματα ἀπὸ δακτυλογραφημένο κείμενο ποὺ ὁ π. Γαβριὴλ εἶχε μοιράσει στὰ πνευματικά του παιδιὰ στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’80.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ
ΑΔΙΚΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΔΙΚΑΙΑ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ἀφιερωμένο στὸν Ζαχαρία Κωστόπουλο, τὸν Κωνσταντίνο Κατσίφα καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ τοὺς σκότωσαν Κάθε θάνατος εἶναι ἄδικος. Καὶ ὁ Θεὸς ἀποδίδει δικαιοσύνη μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ νεκροῦ. Ἡ θεία αὐτὴ δικαιοσύνη, ἡ δικαιοσύνη τῆς ἀνάστασης, δὲν ἔχει νὰ κάνει οὔτε μὲ τιμωρία οὔτε μὲ ἀνταμοιβὴ γιὰ ὅσα ὁ ἄνθρωπος ἔπραξε ἢ δὲν ἔπραξε στὴ ζωή του. Εἶναι ἡ ἀπόδοση στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μιᾶς δεύτερης ὀντολογικῆς δυνατότητας, νὰ κατορθώσει σὲ ἕναν ἄλλο, ἀνακαινισμένο χῶρο καὶ χρόνο, στὸν «μέλλοντα αἰώνα», ὅ,τι δὲν μπόρεσε νὰ πραγματώσει στὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσης στὴν πρώτη του ζωή. Νὰ κατορθώσει τι; Νὰ πραγματώσει τὸν ὀντολογικό του προορισμό. Διότι κάθε ἄνθρωπος εἶναι φορέας μιᾶς ἰδιαίτερης συμπαντικῆς ἐλπίδας, μιᾶς μοναδικῆς καὶ ἀνεπανάληπτης εὐκαιρίας: ἐλπίδας γιὰ ἀναδημιουργία· γιὰ ἀνασύσταση τοῦ παντὸς μὲ ἕναν ἰδιαίτερο, ξεχωριστὸ γιὰ τὸν καθένα τρόπο. Εἶναι ἕνα παιχνίδι (ὅ,τι δηλαδὴ πιὸ σοβαρὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει). Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ρίχνεται στὴν ὕπαρξη σὰν τὸ βότσαλο ποὺ πετοῦν τὰ παιδιὰ στὴν ἀκρογιαλιά. Καὶ στὴν ἐπαφὴ τοῦ Ἐγὼ μὲ τὸ φυσικὸ σύμπαν ἕνα ζωντανὸ ἀνθρώπινο σῶμα σχηματίζεται: ἡ πυκνὴ ἑστία μιᾶς ἐνεργειακῆς ἀκολουθίας ποὺ ἁπλώνεται σὰν κύμα γιὰ νὰ ἀγκαλιάσει ὅλο τὸν ὑπαρκτικὸ χῶρο (ὀργανικὸ καὶ ἀνόργανο, ὑλικὸ καὶ πνευματικό). Καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνταπόκριση ποὺ βρίσκει, φτιάχνει ἐπάλληλα τοπία οἰκειότητας, ὅπως τὸ βότσαλο, ποὺ ὁρίζει τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ μὲ τὰ κύματά του. Ζωντανὸ σῶμα, ἢ σῶμα καὶ ψυχή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀδρανὲς βότσαλο. Καὶ ἡ ἀλλαγὴ ποὺ φέρνει στὸν χῶρο δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα κύμα σὲ μιὰ ἐπιφά-
νεια. Ἡ ἐνέργειά του, φυσικὴ καὶ πνευματικὴ μαζὶ (δύναμη λογική, ἐπιθυμητική, βουλητική), ἀνακαινίζει τὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο ἀφήνοντας ὄχι ἁπλῶς τὸ στατικὸ ἀποτύπωμα τοῦ φυσικοῦ του DNA, ἀλλὰ τὸ ζωντανὸ δυναμικὸ μοτίβο ἑνὸς διαρκοῦς συμπαντικοῦ μετασχηματισμοῦ: ἕναν προσωπικὸ τρόπο γιὰ νὰ ἀλλάζουν τὰ πράγματα, καὶ ἀπὸ ξένα καὶ ἄσχετα νὰ γίνονται οἰκεία καὶ νὰ σχετίζονται. Εἶπα πιὸ πρὶν «ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνταπόκριση ποὺ βρίσκει». Αὐτὸ ποὺ οἱ πολλοὶ δὲν ἀναγνωρίζουμε εἶναι πὼς τὸ παιχνίδι τῆς οἰκείωσης εἶναι παιχνίδι ἐρωτικό. Δὲν τὸ κερδίζει ὁ ἰσχυρός, αὐτὸς ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ὕπαρξή του. Ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ προσφέρεται καὶ γίνεται δεκτὸς ἀπὸ τὶς ἄλλες ὑπάρξεις σὰν δῶρο. Σὰν δῶρο ποὺ πλουτίζει τὴ ζωὴ καὶ τῆς δίνει νόημα. Καὶ ποὺ μόλις κανεὶς τὸ νιώσει, μόλις τὸ οἰκειωθεῖ, μόλις τὸ γνωρίσει, τότε ἀντιλαμβάνεται –ἐντελῶς ἀνεξήγητα– πὼς τίποτα πλέον δὲν θὰ εἶναι ἴδιο, καὶ δὲν θὰ ἔχει ἀξία, χωρὶς αὐτό. Ἔτσι ἡ προσωπικὴ ἐνέργεια πολλαπλασιάζεται. Ὑπερβαίνει τοὺς φυσικοὺς περιορισμοὺς (τῆς ἔκτασης, τῆς ἔντασης καὶ τῆς διάρκειας), τοὺς περιορισμοὺς τῆς φυσικῆς ψυχῆς καὶ τοῦ φυσικοῦ σώματος. Καὶ γίνεται κοινὴ ἐνέργεια. Καὶ ἡ μεμονωμένη ὕπαρξη μετέχει τῆς κοινῆς ὑπάρξεως· γίνεται ὕπαρξη κοινή. Καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται συμπαίκτης τοῦ Θεοῦ στὸ μεγάλο παιχνίδι τῆς ζωῆς, τῆς ἀγάπης, τῆς δημιουργίας. Ὅμως οἱ περισσότεροι, ἂν ὄχι ὅλοι, παίζουμε τὸ παιχνίδι αὐτὸ μὲ τοὺς ὅρους τῆς φυσικῆς καὶ μόνο τάξεως, μὲ ὅρους ἰσχύος. Σὰν νὰ ὑπῆρχε δύναμη ποὺ νὰ μποροῦσε νὰ ἐπεκτείνει τὸν κυματισμὸ ἐπ’ ἄπειρον, χωρὶς σταματημό. Σὰν νὰ μποροῦσε ὅλος ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος νὰ περιληφθεῖ στὰ ὅρια τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας τοῦ ἀτομικοῦ ἀνθρώπου. Δὲν λειτουργοῦμε τὴ φύση πνευματικά, ἀλλὰ ὑποτάσσουμε τὸ πνεῦμα στὴ φύση. Μάταια! Κάποτε ἡ φυσικὴ ἐνέργεια φθίνει. Καὶ τὰ κύματα σβήνουν. Καὶ αὐτὸ ποὺ ξεκινᾶ σὰν ἐρωτικὸ παιχνίδι ἐκτυλίσσεται σὲ δράμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ μέγιστη ἀδικία· ἡ ἀδικία τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ τὴν ὥρα αὐτὴ τοῦ θανάτου, τὴν ὥρα τῆς ἀπόλυτης ἀδυναμίας, τῆς ἀπώλειας κάθε φυσικῆς ἰσχύος, δὲν ἀπελπιζόμαστε «καθὼς οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Παῦλος, Α Θεσ 4,13). Ἐλπίζοντας στὴ θεία δικαιοσύνη προσδοκοῦμε ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Προσδοκοῦμε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ ἁπλωθεῖ καὶ θὰ οἰκειωθεῖ τὴν ὕπαρξή μας –τὸν δικό μας, ἰδιαίτερο, προσωπικὸ τρόπο νὰ ὑπάρχουμε– καὶ θὰ τὴν καταστήσει, ἐπιτέλους, τρόπο συμπαντικό. Βασίλης Ξυδιᾶς 15
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΥΔΕΡΟΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΙΟΤ LA FIGLIA CHE PIANGE
O quam te memorem virgo*
LA FIGLIA CHE PIANGE
O quam te memorem virgo...
Στάσου στὸ ὑψηλότερο λιθόστρωτο τῶν σκαλοπατιῶνΓεῖρε σὲ μιὰ τοῦ κήπου ὑδρίαὝφαινε, ὕφαινε στὰ μαλλιά σου τὸ ἡλιόφωςΚαρφίτσωσε πάνω σου τ’ ἄνθη μὲ μιὰ ἔκπληξη καταπονημένηΠέταξέ τα στὸ χῶμα καὶ γύρισε Μὲ μιὰ φευγαλέα στὸ βλέμμα πικρία: Ὅμως ὕφαινε, ὕφαινε στὰ μαλλιά σου τὸ ἡλιόφως.
Stand on the highest pavement of the stairLean on a garden urnWeave, weave the sunlight in your hairClasp your flowers to you with a pained surpriseFling them to the ground and turn With a fugitive resentment in your eyes: But weave, weave the sunlight in your hair.
Ἔτσι θὰ τὸν εἶχα κάνει νὰ φύγει, Ἔτσι θὰ τὴν εἶχα νὰ στέκει καὶ νὰ θρηνεῖ, Ἔτσι θὰ εἶχε φύγει ἐκεῖνος Καθὼς ἡ ψυχὴ ἀφήνει τὸ σῶμα ρημαγμένο καὶ μελανιασμένο, Καθὼς ὁ νοῦς ἐγκαταλείπει τὸ σῶμα ποὺ μεταχειρίστηκε. Θὰ ἔπρεπε ν’ ἀνακαλύψω Κάποιον τρόπο ἀσύγκριτα ἐλαφρὺ κι ἐπιδέξιο, Κάποιον τρόπο ποὺ θὰ καταλαβαίναμε κι οἱ δύο, Ἁπλὸ καὶ ἀναξιόπιστο ὅπως ἕνα χαμόγελο καὶ μιὰ χειραψία.
So I would have had him leave, So I would have had her stand and grieve, So he would have left As the soul leaves the body torn and bruised, As the mind deserts the body it has used. I should find Some way incomparably light and deft, Some way we both should understand, Simple and faithless as a smile and shake of the hand.
Ἐκείνη ἀπομακρύνθηκε, ἀλλὰ μὲ τὸν φθινοπωρινὸ καιρὸ Ἐξώθησε τὴ φαντασία μου μέρες πολλές, Πολλὲς μέρες καὶ πολλὲς ὧρες: Τὰ μαλλιά της πάνω ἀπ’ τοὺς βραχίονες καὶ γεμᾶτοι ἄνθη οἱ βραχίονές της. Κι ἀναρωτιέμαι πῶς θὰ εἶχαν ὑπάρξει μαζὶ! Θὰ μοῦ ἔχει διαφύγει μιὰ χειρονομία καὶ μιὰ στάση. Ἐνίοτε οἱ συλλογισμοὶ αὐτοὶ ἀκόμα ἐκπλήσσουν Τὸ ταραγμένο μεσονύχτι καὶ τὴ μεσημβρινὴ ἀνάπαυση.
She turned away, but with the autumn weather Compelled my imagination many days, Many days and many hours: Her hair over her arms and her arms full of flowers. And I wonder how they should have been together! I should have lost a gesture and a pose. Sometimes these cogitations still amaze The troubled midnight and the noon’s repose.
16
ΠΡΩΙΝΟ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ Ἐκεῖνοι κροταλίζουν πινάκια προγεύματος σὲ ὑπόγεια μαγειρεῖα, Καὶ κατὰ μῆκος τῶν ποδοπατημένων ἄκρων τῆς ὁδοῦ, Ἔχω κατὰ νοῦ τὶς νωπὲς ψυχὲς τῶν θεραπαινίδων Νὰ βλασταίνουν στὶς πύλες τῆς περιοχῆς ἀπελπισμένα. Τὰ καστανὰ κύματα τῆς ὀμίχλης παίζουν κορώνα-γράμματα Διεστραμμένα πρόσωπα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ὁδοῦ, Κι ἀποσχίζουν ἀπὸ μιὰ περαστικὴ μὲ φορέματα λασπώδη Ἕνα χαμόγελο ἄσκοπο ποὺ αἰωρεῖται στὸν ἀέρα Κι ἐξαφανίζεται στὸ ὕψος τῶν σκεπῶν.
* Ἀφήνουμε τὸν τίτλο ἀμετάφραστο, ἀφοῦ ἔτσι τὸν παραθέτει καὶ ὁ ποιητὴς στὸ πρωτότυπο. Σημειώνουμε ἐδῶ τὴ μετάφραση γιὰ διευκόλυνση τοῦ ἀναγνώστη: «La Figlia che Piange» («Ἡ Κόρη ποὺ θρηνεῖ») «O quam te memorem virgo»: Βιργίλιος, «Αἰνειάς» («Ὤ, πῶς νὰ σὲ μνημονεύσω παρθένε;»)
MORNING AT THE WINDOW They are rattling breakfast plates in basement kitchens, And along the trampled edges of the street I am aware of the damp souls of housemaids Sprouting despondently at area gates. The brown waves of fog toss up to me Twisted faces from the bottom of the street, And tear from a passer-by with muddy skirts An aimless smile that hovers in the air And vanishes along the level of the roofs.
Καὶ τὰ δύο ποιήματα εἶναι ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Προῦφροκ καὶ Ἄλλες Παρατηρήσεις, 1917 (Prufrock and Other Observations, 1917).
17
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΣΩΝΗΣ
ΣΤΑΓΟΝΕΣ Ἕνα ἀπόγευμα ποὺ ἔβρεχε, μιὰ σταγόνα ἔπεσε στὸ πεζοδρόμιο καὶ καθὼς δὲν ὑπῆρχε χῶμα νὰ τὴν σκεπάσει, ἔμενε ἐκεῖ, σὰν μιὰ τοσοδούλα γυάλινη σφαῖρα, ποὺ μέσα της φυλάκιζε τὸν σκοτεινὸ οὐρανό. Ἄ! πόσο θὰ ἤθελε νὰ γνώριζε τὸν μεγάλο δρόμο. Μά, ἂν κατηφόριζε, θὰ χανόταν σὲ καμμιὰ σχισμὴ ἀνάμεσα στὰ πλακάκια, ἂν πάλι ἔμενε ἐκεῖ, θὰ ἐξατμίζονταν· μονάχα ἂν ἔπεφταν κι ἄλλες σταγόνες, ἴσως νὰ ἔφτιαχναν ἕνα τρεμουλιαστὸ ρυάκι καὶ νὰ κυλούσανε κάνοντας τρελά ζὶγκ-ζὰγκ ἀνάμεσα στὰ πόδια τῶν περαστικῶν. Μὰ τώρα, ἀραιὰ καὶ πού, ἔπεφτε καμμιὰ σταγόνα δίπλα της κι ἐκείνη ξεπνοϊσμένη. Ξάφνου, μιὰ πόρτα ἄνοιξε καὶ φάνηκε μιὰ γυναίκα ποὺ κρατοῦσε στὸ ἕνα χέρι μιὰ σκούπα καὶ στὸ ἄλλο ἕνα λάστιχο, ἀπ’ ὅπου πετάγονταν μὲ δύναμη μεγάλη νερὸ ποὺ ἄφριζε. -Λάσπες, γεμίσαμε λάσπες! ἔλεγε κι ἔσπρωχνε μὲ τὴ σκούπα τὸ νερὸ γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν ἐξώπορτά της. Δὲν πρόλαβε ἡ σταγόνα νὰ δεῖ καλύτερα, κι ἕνα ρεῦμα τὴν συνεπῆρε καὶ ὄπ! ὄπ! κόλλησε μὲ τὶς ἀτέλειωτες σταγόνες τοῦ νεροῦ πάνω σὲ ἕνα φῦλλο χαρτιοῦ, ποὺ στροβιλίζονταν ἐκείνη τὴν ὥρα ἀπὸ τὸν ἀέρα. -Ὡραία μου φορτωθήκατε, γκρίνιαξε τὸ χαρτί. Θὰ γεμίσετε μὲ μουντζοῦρες τὰ γράμματά μου. -Ἐγὼ ἔπεσα ἀπὸ ψηλά, εἶπε ἡ σταγονίτσα τῆς βροχῆς… καὶ γράμματα δὲν ξέρω… ὅμως ταξίδεψα πολὺ μὲ τόσα σύννεφα… Νὰ τὰ πεῖς καλύτερα στὶς ἄλλες στάλες τοῦ νεροῦ. -Ἄκου νὰ δεῖς, ἀπὸ τί σύννεφο μᾶς ἦρθες δὲν τὸ ξέρουμε. Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε τὸ πόσιμο νερό, αὐτὸ ποὺ ὅλα τὰ καθαρίζει. Κι ἄρχισε ἡ φασαρία. Ἡ μία ἔλεγε πὼς τὰ σύννεφα εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ἄλλη ἔλεγε πὼς εἶναι ἡ κατάληξη τῆς βροχῆς. Τότε, ἐπειδὴ τὸ χαρτὶ βαρέθηκε, τὶς ρώτησε: -Ποῦ θέλετε νὰ πᾶμε γιὰ περίπατο; -Στὸν κῆπο, πετάχτηκαν οἱ σταγόνες τοῦ νεροῦ. Καθώς ἦταν κλεισμένες μέσα σὲ ντεπόζιτα καὶ δεξαμενές, ἤθελαν ξέφωτα καὶ ἀνοιχτωσιές. -Στὴν ἀγορά, εἶπε ἡ σταγόνα τῆς βροχῆς. Μένοντας τόσον καιρὸ στὸν οὐρανό, εἶχε βαρεθεῖ τὴ μοναξιά. -Μπρός! στὴν πλατεία θὰ σᾶς πάω! Ἐκεῖ καὶ δέντρα ἔχει καὶ μαγαζιά τριγύρω. Κι εὐθύς, μ’ ἕνα φύσημα, βρεθήκανε στὴν κεντρικὴ πλατεία. Μὲ τὴν ψύχρα ποὺ εἶχε καὶ τὴ συννεφιά, κόσμος πολύς δὲν ἔκανε βόλτες καὶ ψώνια, ὅμως στὸ κέντρο τοῦ πάρκου εἶδαν ἕνα λαμπερὸ σιντριβάνι. Τα νερά του τινάζονταν ψηλά, καὶ ἔκαναν πέφτοντας πάλι κάτω μιὰ χρωματιστὴ ὀμπρέλα. Καθὼς σκοτείνιαζε σιγά-σιγά, λαμπιόνια αναβόσβηναν κι οἱ σταγόνες του ἔπεφταν σὰν πυγολαμπίδες στὸ ἁπαλὸ γρασίδι. Ἔγνεψαν στὶς μπα18
Στὴν Ἄννα τὴν δροσοσταλίτσα
λαρίνες αὐτὲς τοῦ σιντριβανιοῦ, ἔτσι ποὺ μοιάζανε μὲ σπίθες, νεροφωτιές, μὰ ἐκεῖνες, στροβιλιζόντανε μὲ ἕναν ξέφρενο χορό, γύρω ἀπὸ ἕναν μαρμάρινο φτερωτὸ θεό, ποὺ κράταγε μιὰ λύρα. Ντράπηκε ἀπ’ τὴν ἀκαταδεξιά του τὸ χαρτὶ καὶ μὲ μιὰ πνοὴ τοῦ ἀέρα βρεθήκανε πάνω ἀπ’ τὴ γέφυρα ποὺ ἕνωνε τὶς δυὸ ὄχθες. Ἀπὸ κάτω κυλοῦσε τὸ σκοτεινό, παρ’ ὅλα τὰ ἀντιφεγγίσματα, ποτάμι. Ζάλη τὶς συνεπῆρε βλέποντάς το νὰ φεύγει στὸ βάθος κι ἔκαναν μιὰ κίνηση ν’ ἀγκαλιαστοῦνε – τώρα πιὰ δὲν εἶχαν τί νὰ χωρίσουν, τὶς εἶχε φέρει πιὸ κοντὰ ἡ προσβολὴ ποὺ ἔνιωσαν στὸ πολύχρωμο σιντριβάνι, λὲς καὶ ἦταν παρακατιανές. Τὸ ποτάμι αὐτὸ τὶς τραβοῦσε νὰ χαθοῦν μέσα στὴν κοίτη του, θύμιζε τὸν προορισμό τους ποὺ ἦταν ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἀσάλευτος βυθός, γιατί στὰ βάθη ἐκεῖ, κύματα δὲν ὑπάρχουν… Οὔτε εἰρωνικὲς ματιὲς ἀπ’ τὶς ψιλόλιγνες νεράιδες… τὶς ἀγέρωχες τοῦ σιντριβανιοῦ. -Ὠχού! ἀναστέναξε κι ἔσφιξε ἡ καρδιὰ τοῦ χαρτιοῦ. Ἂς φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ, σιγὰ τὶς σαπουνόφουσκες! εἶπε καί, μὲ τὴ δίνη τοῦ ἀέρα, βρέθηκαν στὰ κάγκελα μιᾶς βεράντας. Ἐπιτέλους! ἕνα ὄμορφο ἐξοχικό, χτισμένο σὲ πευκοφυτεμένο λόφο. Τὸ φῦλλο τρύπωσε πιὸ μέσα. Σκαλώνοντας σ’ ἕνα αναρριχητικό, ἔβλεπαν, καθὼς ἀνέμιζε τὶς κουρτίνες τὸ βραδινὸ ἀεράκι, ἕνα φωτισμένο μὲ κρυστάλλινους πολυελαίους, μεγάλο σαλόνι. Ἡ μουσικὴ ποὺ ἀκούγονταν θύμιζε καὶ πάλι σταγόνες ποὺ ἔπεφταν ρυθμικά, μ’ ἕνα γλυκὸ σκοπὸ καὶ ἄλλοτε ξέφρενο, ὅπως ὅταν φορτίζονται τὰ σύννεφα καὶ ξεσπάει ἡ μπόρα. Καὶ τὰ ζευγάρια χόρευαν καὶ οἱ κοπέλες ἔγερναν τὸ ὄμορφο κεφάλι τους στὸν ὦμο τῶν συνοδῶν τους, θὰ ψιθύριζαν –τί άλλο;– λόγια ἀγάπης καὶ τρυφερὰ μυστικά. Ξαφνικά, βήματα ἀκούστηκαν. Μιὰ κοπέλα ὅρμησε ἀνάστατη ἔξω… Ἔκλαιγε! Μὰ τί στὸ καλό, πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅλοι στὴ φωτισμένη ἐκείνη σάλα φαινότανε τόσο χαρούμενοι! Τὸ χαρτὶ ἀπ’ ὅ,τι ἤξερε, ἀπ’ ὅ,τι ἔγραφαν ἐπάνω του δηλαδή, νόμιζε πὼς ἔκλαιγαν μόνο οἱ λυπημένοι… Σὲ λίγο, φάνηκε καὶ μιὰ ἄλλη κοπέλα, κι ἀγκαλιάζοντας τὴν πρώτη, τὴν τραβοῦσε πρὸς τὰ μέσα, ἄλλοτε παρακαλώντας την, κι ἄλλοτε μαλώνοντάς την μὲ ἀγανάκτηση. Ἐκείνη προσπαθοῦσε νὰ ξεφύγει κι ἔλεγε «μὲ ταπείνωσε! Πόσο μὲ ταπείνωσε!...» Πλέκοντας σφιχτὰ τὰ χέρια της, πήγαινε μπρὸς πίσω, ὅταν ἡ μιὰ ἀπ’ τὶς δυὸ (ποιά; ἡ ἀνέμελη ἢ ἡ πεισματωμένη;) εἶδε τὸ χαρτί, ἔσκυψε, τὸ πῆρε στὰ χέρια της καὶ ψιθύρισε κομπιάζοντας: -Γιὰ κοίτα, ἕνα γραμματάκι… καὶ ρόδισαν ἀπὸ ἔξαψη τὰ μάγουλά της. - … Γράμμα; Καὶ τί λέει; εἶπε ἡ ἄλλη καὶ σπίθισαν τὰ μάτια της. Μα ἀντὶ γι’ ἀπάντηση, οἱ σταγόνες εἶδαν ἕνα δάκρυ νὰ
πέφτει ἀνάμεσά τους, ποὺ κύλησε, γιατὶ αὐτὴ ποὺ ἔκλαιγε, ἴσως νὰ ἔνιωθε βαθύτερα τὸν πόνο τῆς ἀπουσίας, μετὰ ἀπὸ ἕνα χωρισμό. - Ἔχουν κι οἱ ὀμορφοῦλες σύννεφα στὸ κεφάλι τους, ψιθύρισε μιὰ σταγόνα. - … Ὄνειρα ἔχουν, βεβαίωσε τὸ δάκρυ, ποὺ στριμώχτηκε ἀνάμεσά τους. -… Κι ἄλλες σταγόνες! ἀναφώνησε τὸ φορτωμένο μὲ τὶς ἔγνοιες καὶ στάλες χαρτί. Σ’ ὅλη μου τὴ ζωή, λιγοστὲς ἤτανε οἱ σταγόνες τῆς ξεγνοιασιᾶς, μά … Τί σὲ νοιάζει ἀστέρι τὸ σκοτάδι; Ἡ λάμψη σου ἀνήκει σὲ κόσμο μακρινὸ καὶ μόνο μιά, γιὰ σένα, προσταγὴ ἀκοῦς τὸ νὰ ’σαι ἀληθινό. - … Ἡ νύχτα κι ἂν σὲ τύλιξε, δὲ χάθηκαν τ’ ἀστέρια…, τὸ παρηγόρησε ἡ σταγονίτσα τῆς βροχῆς ποὺ, σὰν οὐρανοκατέβατη, ἀγαποῦσε κι αὐτὴ τοὺς πρίγκιπες τῶν σύννεφων, ὅπως ὀνομάζουν τοὺς ποιητές. Μὰ σταματήσανε, γιατὶ οἱ δυὸ κοπέλες τώρα εἶχαν ἀλλάξει διάθεση καὶ γελοῦσαν περιπαιχτικά: - Ἀκοῦς νὰ γράφει στὸ σημείωμα τὸν μήνα Ὀκτώβριο μ’ ἕνα μι μετὰ ἀπὸ τὸ ὀκτώ! Δὲν ἔμαθε πὼς τὸ γράμμα μι παίρνουν μονάχα οἱ μῆνες Σεπτέμβριος … - … Νοέμβριος, συνέχισε ἡ ἄλλη. - … Καὶ Δεκέμβριος. Αὐτὸς τόσο ἄσχετος καὶ ἀστοιχείωτος εἶναι; Ὅσο γιὰ τὶς ὑποσχέσεις του… Μονιασμένες τώρα καὶ πιασμένες ἀγκαζέ, πέρασαν
στὴ μεγάλη σάλα. Σὲ λίγο αὐτὴ ποὺ ἔκλαιγε στράφηκε πίσω κι ἅρπαξε μὲ μανία τὸ χαρτί. Τσαλακώνοντάς το, τὸ πέταξε κάτω ἀπ’ τὴν βεράντα. Κι ἐκεῖ, τὸ παρεξηγημένο αὐτὸ χαρτάκι συλλογίζονταν: «Λάθη κάνεις στὴν ἀγάπη ὅταν δίνεις τὰ λιγότερα… κι ὕστερα αὐτὲς οἱ ἄσκεφτες γιατί σκαλώσανε σ’ ἕνα σημαδάκι; Τὰ ἄλλα τὰ λόγια δὲν τὰ προσέξανε; Κλάψανε σὰν μικρά παιδιά χωρὶς νὰ ξέρουν κἂν τὴν αἰτία. Μόνο ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ στ’ ἀλήθεια ἀγαπιοῦνται ἔχουν παιδικὴ καρδιά». Ἦταν πιὰ περασμένα μεσάνυχτα καὶ γρήγορα ξημέρωσε. Καὶ τότε ἦρθαν συντροφιὰ οἱ στάλες τῆς πρωινῆς δροσιᾶς. Κι εἶδαν ἐπάνω του γραμμένο: «Ἐγὼ καρδιά μου σ’ ἀγαπῶ … κι ἂς βρίσκομαι μακριά σου… ὣς τὸν Οκτώμβριο1 ποὺ θὰ σὲ ξαναδῶ …» Κι ἔλαμψαν οἱ δροσοσταλίδες μὲ τὶς πρῶτες, ἀνορθόγραφες, θαμπὲς ἀχτίνες. Γιατὶ ἔλαμπαν ἀπ’ ὅπου κι ἂν τὶς ἔβλεπες – ἔτσι τὶς εἶχε μάθει ἡ μητερούλα τους ἡ πάχνη. Γιάννης Πατσώνης
1
Έτσι νὰ γραφεῖ ἀντὶ τοῦ σωστοῦ Ὀκτώβριος.
19
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΛΟΥΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΦΩΣ
ΜΑΘΗΤΕΙΑ
Σπείρα τοῦ μαύρου Τοῦ κατάμαυρου
Βαθιὰ κάτω ἀπ’ τὴ θάλασσα τὶς ρίζες καὶ τὸ βαθὺ πηγάδι
Καὶ πάνω στ’ἄσπρα ἄλογα Καλπάζουν καὶ χιμοῦν Χιμοῦν καὶ καλπάζουν
κάτω ἀπ’ τὰ σκοτεινὰ τοῦνελ καὶ τὸ θάνατο
ὁ Γκαῖτε ὁ Χένρι Τζαίιμς ὁ Βὰν Γκὸγκ ὁ Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος κι ὁ Καροῦζος
στὰ κοιτάσματα τῆς νύχτας τὰ πιὸ βαθιὰ μαθητεύω
διασχίζοντας ποτάμια φαράγγια ἀβύσσους καὶ βάραθρα
σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ διαβάζει μὲ τὰ δάχτυλα ἐρευνώντας τὸ ρητὸ τὸ χῶρο τὰ ἴχνη.
ὁλόασπροι κι αὐτοὶ εἰκοσάρηδες βετεράνοι λουσμένοι στὸ φῶς ξεσηκώνοντας τὸ ἀρχέγονο πένθος
Δημήτρης Α. Δημητριάδης
ΝΙΚΟΣ ΤΖΙΓΙΑΝΝΗΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΟΥΣ ΥΣΤΕΡ´ΑΠΟ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ
ΑΝΗΣΥΧΟΣ ΚΑΙΡΟΣ
Ἁπλώσαμε τὸν γρίφο, στεγνώνουν τὰ μελάνια· Τὸ μήνυμα νωπό: μᾶς παίρνουν τὶς χαρές. Κι ὁ λόγος, ἀντιγύρισε, νὰ κάψει τὰ λιμάνια, Μεσσάπιο καὶ Καντήλι, κορώνουν οἱ πυρές.
Μπαλώνεις τὴν παγίδα· μπουκάρανε στ’ἀμπέλι· Δραγάτες οἱ κηφῆνες, νὰ σοῦ τρυγοῦν τὸ μέλι. Γιὰ τὶς κλεμμένες νύχτες πληρώνεις τοὺς λακέδες – Τὰ μεσημέρια, κόβεις φέτες φτενὲς σκιᾶς – Καὶ δῶθε πᾶνε κι ἄλλοι· μισοὶ χωρὶς λεκέδες, Μισοὶ στοὺς παραδείσους, μὲ φῦλλο μιᾶς συκιᾶς.
Ἀπλήρωτοι ροκάδες, ἀμπάρι καὶ κουβέρτα, Βασίλισσες, τὰ πιόνια, τῆς ἄναυδης στιγμῆς· Κι ἁπλοὶ χαρτογιακάδες, κυβέρνησαν ἀβέρτα· Μᾶς παίξανε στ’ἀλώνια, γιὰ δόξα ἄνευ τιμῆς.
20
Νίκος Τζιγιάννης
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΙΣ
τοῦ ὑπερτίμου κρασοπατέρος Πέτρου τοῦ Ζυφομούστου Παχυμερῶς καὶ ἐπιδρομάδην, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ἀστικὸ στιχούργημα ἐκατὸ περίπου δεκαπεντασύλλαβων πολιτικῶν στίχων ἀνηκόντων στὴν πτωχοπροδρομικὴ παράδοση (12ος αἰ. terminus a quo). Ὁ Πέτρος, ὁ κεντρικὸς ἥρως τῆς ριμάδας, ἔφερε τὸν τίτλο τοῦ ὑπερτίμου. Φαίνεται πὼς πρόκειται γιὰ κάποιον ἀνώτατο ἐκκλησιαστικὸ ἀξιωματοῦχο τῆς ἐποχῆς, φημισμένο γιὰ τὶς κρασοποτικές του ἐπιδόσεις, ἐξ οὗ καὶ κρασοπατέρας. Τὸ ποιημάτιο βρίσκεται στὰ ὅρια τῆς πολιτικῆς ὀρθοδοξίας λόγῳ τῆς κριτικὰ ἀντισυμβατικῆς του γλώσσας. Ὁ ἄξονάς του ἀναπτύσσεται σὲ ἕνα περιβάλλον ὑπερρεαλιστικό, κατευθυνόμενο ἀπὸ οἰνοπνευματικὲς παρενέργειες. Ὁ πότης ἐμβαπτίζοντας στὸ κρασὶ τὸ κοσμικὸ σχῆμα καταλήγει στὴν σύγχυση τῶν παραισθήσεών του μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔξοδός του ἀπὸ ἕναν βαθὺ ὕπνο συμπίπτει μὲ τὴν εἴσοδο στὴν παραισθητικὴ ὅραση, ἔτσι ὥστε καὶ ἡ ἐμβίωση τῆς πραγματικότητας νὰ φαντάζει ὡς μία ἐγκυτίωση στὴν πρωταρχικὴ παραίσθηση: «Ὁ μεθυστὴς ἐξύπνησε, τρίβει τοὺς ὀφθαλμούς του,* Κίτρινον εἶδεν οὐρανὸν γεμᾶτον πεταλοῦδας». Ἡ ἐξομολόγησή του ἐκφράζεται ὡς ἐπιθυμία ποὺ ἐγνωσμένα συνιστᾶ σκάνδαλο: «Ἂς μὲ λιθάσῃ ὁ λαός, ἂς μ´ἀποκεφαλίσῃ». Ἀρθρώνεται ὅμως ὡς προσευχὴ πρὸς τὸν Χριστό, ὥστε λογικοποιούμενη νὰ παρακάμπτει τὴν βλασφημία καὶ νὰ ἀναφέρεται συνάπτοντας τὴν λογικὴ εξάρτηση τῆς παραίσθησης πρὸς τὴν πραγματικότητα: «Εἶδες βουτζίον κρητικὸν γεμᾶτον τὸ τυμπάνιν;* Ὁ ἔκλαμπρος ὁ ἥλιος πολλὰ τοῦ ὁμοιάζει,* καὶ βλέποντας τὸν ἥλιον, ὅτι ἐστὶ μεγάλος,* ὡς ἤκουσα πλατύτερος παρὰ τῆς γῆς τὸ πλάτος,* καὶ δέομαι τὸν Κύριον νὰ τὸν μεταποιήσῃ». Ἐν προκειμένῳ, δύσκολα ὑποστηρίζεται ἂν ὁ ρηματικὸς τύπος μεταποιήσῃ παραπέμπει στὸ ἀντίστοιχο θεολογικὸ λεξιλόγιο, εἶναι ὅμως βέβαιο, πὼς ἐκεῖνο ποὺ ὁ μεθυστὴς ζητᾶ ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἀναφέρεται σὲ μία ἀπόλυτη μεταβολὴ τῆς φυσικῆς τάξεως: «Χριστέ μου νὰ ἐγένετο βουτζὶν ἀντὶ ἡλίου,* πρὸς τὴν εὐρυχωρίαν του νὰ εἶχεν καὶ τὸ βάθος* καὶ να ‘τον ὁλογέματον καλόν κρασὶν ἁκράτον.* Καὶ πάλιν νὰ ἐγένετον ὁ οὐρανὸς καράβιν* καὶ αἱ νεφέλαι ἄρμενον,
τιμόνιν τὸ φεγγάριν,* καραβοκύρις ἄνεμος καὶ ναῦται οἱ ἀστέρες,* καὶ νά τὸν ἔκρουε σεισμὸς καὶ νὰ ‘πεφταν οἱ πίροι,* ὁ βοῦτζος νὰ ἐβρόντιζε καὶ να ‘στραπτεν ἡ κοῦπα,* καὶ νὰ ποταμοφόριζεν ὁ ἄδολος ὁ οἶνος* καὶ νά ἦλθεν εἰς τὸ στόμα μου ἡ ἄβυσσος ἐκείνη». Ἡ ὑπερρεαλιστικὴ αὐτὴ μεταβολὴ συγκροτοῦσε μία ὑπαρξιακὴ ὁμολογία, καθὼς τὸ κρασοπότι δὲν ἦταν παρά μία νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου: «ἂν τύχῃ νὰ ἐγέμιζεν ὁ στόμαχός μου ὁ δόλιος* καὶ ἡ πτωχὴ ἡ κοιλία μου νὰ ‘θελεν κυματίσει,* καὶ θάνατον τολμῶ εἰπεῖν ποσῶς δὲν ἐφοβούμουν». Ἡ παραισθητικὴ πορεία τοῦ Κρασοπατέρα ἔχει ὡς κατάληξη τὴν καταφυγὴ σὲ ἐκκλησιαστικοὺς τόπους. Ἐνθυμούμενος τὴν Παλαιὰ Διαθήκη διακρίνει τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ ὡς ἄφρονα, καθὼς μοιάζει παράλογο ποὺ ὁ Μωυσῆς ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νερό, ἀντὶ γιὰ κρασί: «Τὸ πάλαι γὰρ ὁ Μωϋσῆς ἑξῆντα μυριάδας* Ἑβραίους ἐλυτρώσατο δουλείας Αἰγυπτίων,* καὶ ὕδωρ τοῦτον ἤτησαν, καὶ ἤνοιξε τὴν πέτραν.* Δώδεκα βρύσες ἔρευσαν, πλὴν δὲ κρασὶν οὐκ ἦττον,* κρασὶν δὲ νὰ ζητούσασιν ποσῶς οὐκ ἐτολμοῦσαν.* Λυπεῖται ἡ καρδία μου εἰς τόσην ἀγνωσίαν,* τὸ πῶς οὐκ ἐτολμήσασιν κρασὶον τοῦ αἰτῆσαι». Ὕστερα πάλι ζητᾶ ἀπὸ τὸ κλῆμα νὰ αὐξηθεῖ ξεπερνώντας τὸ ὕψος τοῦ Ἀραράτ – παραπέμποντας στὸν Νῶε, ἐνῶ ἄλλοτε ἀναγνωρίζει τὴν βασιλική του προέλευση στὶς ἐπευλογίες τοῦ Σολομώντα. Θὰ ἐπαναλάβει αὐτὴ τὴν πρόταση ὑποστηρίζοντας πὼς τὸ κλῆμα εἶναι ὁ βασιλέας τῶν φυτῶν. Τὴν συμβολικὴ καὶ νοηματικὴ σχέση βασιλείας – ἀμπέλου θὰ τὴν συναντήσουμε ξανὰ ἀργότερα σὲ μία σύνθεση τοῦ Μανουήλ Φιλῆ ἀφιερωμένη στὸν Μιχαὴλ Θ’ Παλαιολόγο καὶ στὸν διάδοχο Ἀνδρόνικο Β’ (± 1320). Σχεδὸν αὐτονόητα, στὴν ἀπολογητικὴ ὁπλοθήκη τοῦ Κρασοπατέρα ἐντάσσεται τὸ περιστατικὸ τῆς Κανᾶ. Ἡ λογικὴ ἐξάρτηση ὅμως εἶναι ἄλλη: Ἡ ἕως θανάτου κόπωσή του τὸν στρέφει παρακλητικὰ πρὸς τὸν Χριστὸ ζητώντας νὰ λάβει τὴν τελευταία του Μετάληψη. Ἐμπαίζει τὸ μυστήριο ὅμως καὶ τὸ ψυχορράγημα δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ χαρεῖ τὸ κρασί: «Ἰδοὺ, Χριστὲ, ψυχορραγῶ, καὶ κἂν 21
ἂς ἐκοινώνουν,* καὶ κἂν νά μὲ ναμάτιζαν κἂν ἕνα πιθαράκιν,* καθὼς περ τὰ εὐλόγησες ἄλλοτες εἰς τὸν γάμον». Ἡ πνευματική κατάσταση τοῦ μεθυστῆ ἐνοικεῖ στὸ κρασοπότι γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἀνάγει σὲ βάση τῆς προσωπικῆς του πίστεως. Κι ἀφοῦ ἡ πίστη στὴν ἀθανασία στηριζόταν στὴν ἐπενέργεια τοῦ κρασιοῦ, μὲ τρόπο ἀνάλογο, ἡ ἀπουσία του τὸν ὁδηγοῦσε στὴν ἄρνηση τῆς αἰωνιότητας: «Λοιπὸν καὶ τὸν παράδεισον δίχως κρασὶν μισῶ τον». Ἡ προσδοκία του οἰνο–πνευματικοῦ παραδείσου ριζώνει στὴν ἐνθύμηση τῆς παραδόσεως πὼς ὁ τόπος τῆς Ἐδὲμ περικλειόταν ἀπὸ ποταμούς οἴνου: «Ἀλλὰ καὶ ὁ παράδεισος ἐκεῖνος τὸν ἀκούεις* τέσσερας ἔχει ποταμοὺς μεγάλους, θαυμασίους.* Ἂν ἦσαν καὶ οἱ τέσσαρες κρασὶν, ὡς ἐνθυμοῦμαι (…)». Τὸ περιβάλλον του γέμει ὑμνογραφικῶν συνηχήσεων. Παράδειγμα: «Καὶ τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷ ὁ εὔοσμος ὁ οἶνος» παραπέμποντας στὴν οὐσία στὸν στίχο τῶν ἐγκωμίων τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς: «Τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δε, καὶ τοῦ ᾍδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾶς». Καταλήγουν ἐτοῦτα στὴν διεκδίκηση τῆς ἁγιολογικῆς χάριτος, στὸ θαυματούργημα του τοῦ κρασοβρύτη, ἀντὶ τοῦ μυροβρύτη. Συμπότης αὐτὸς μὲ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ τοὺς ἔσερνε σὲ νυχθήμερα μεθύσια: «Ἐκ τῶν ἁγίων γὰρ πολλοὶ λέγονται μυροβρύται,* ἐγὼ δὲ χάριν ἤθελα νὰ γένω κρασοβρύτης.* Φρίττω λοιπὸν ὁ ταπεινὸς, ὅταν τὸ διηγοῦμαι. Τί τὰ πολλά σοι προσλαλῶ καὶ περισσά σοι λέγω;* Ἄν ἔπιναν οἱ ἄγγελοι κρασὶν ὥσπερ ἐμένα* καὶ νὰ ἐκάθιζα ὁμοῦ μετὰ τῶν ἀρχαγγέλων,* εἰς ἑκατὸν νυχθήμερα ἤθελά τους μεθύσει ». Ἡ διήγηση καταλήγει μὲ ἕνα ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα ποὺ θυμίζει πίνακα τοῦ Giuseppe Arciboldo. Ἡ παραίσθηση τὸν μεταμορφώνει σὲ ἕνα ὂν ντυμένο ἀπὸ τὰ σκεύη τῆς κρασοποσίας καὶ τῆς οἰνοποιΐας. Κάθε ἔνδυμα καὶ δι-
22
ακριτικὸ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὰ σύμβολα τῆς μέθης, ὥστε τελικὰ ἐνώπιόν μας ἵσταται ἕνας ἀρχιερέας τοῦ κρασιοῦ ὡς εἰκόνα τῆς ὑπακοῆς στὴ συνθήκη τοῦ πάθους του: «Φόρεμα εἶχα τὸν ἀσκὸν, καπάσιν μισοβοῦτζιν,* σκούφιαν ἀργυρόκουπαν καὶ κάλτζας τὰς κανάτας,* καλίγια πασχαλιάτικα ὡραίας πετζοφλάσκας,* τζιπουρομάγγανον καλὸν ὡραῖον δεκανίκιν.* Τὴν κλίνην ἔποισα ληνὸν καὶ κανατᾶν τὴν σκάφην,* πισάσκιν τὸ προσκέφαλον, ἐγκόλπιν πιθαράκιν ». Ἡ ριμάδα καταλήγει ἀπότομα ὅταν μιὰ μέλισσα τσιμπᾶ τὴν γλώσσα τοῦ μεθυστῆ. Νὰ παραπέμπει ἄραγε ἡ εἰκόνα αὐτὴ σὲ ἕνα εἶδος αὐτολογοκρισίας; Ἀκόμα κι ἔτσι, στὸν Κρασοπατέρα ἡ ἐμπειρία τῶν μυστικῶν παρουσιάζεται ὡς ἐπενέργεια τῆς οἰνοποτικῆς παραισθήσεως. Ἡ ἁγιογραφικὴ ἐπιχειρηματολογία διεκδικεῖ τὴν κανονικότητα τῆς ἐμπειρίας ὡς ἀπορροὴ τῆς αὐθεντίας της. Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ καθιστοῦν τὸν Κρασοπατέρα ἕνα σατιρικὸ ἢ μᾶλλον σκωπτικότατο ποιημάτιο ποὺ ἀπευθύνεται μὲν ἐπὶ προσωπικοῦ πρὸς κάποιον ἐκκλησιαστικὸ ἀξιωματοῦχο, ἀντικρύζοντας ὡστόσο στὸ πρόσωπό του μεγάλο μέρος τοῦ κλήρου καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἀστικοῦ μοναχισμοῦ. Γιὰ τοῦτο κι ἡ εἰκόνα στὴν ὁλότητά της δὲν ἀφορᾶ τόσο στὴν οἰνοποσία, ὅσο στοὺς κληρικοὺς ἐκείνους ποὺ παραδομένοι στὶς χαρὲς τοῦ ἀστικοῦ βίου θεολογοῦσαν μὲ τρόπο τέτοιο ὥστε ἡ ἐμπειρία τῶν μυστικῶν νὰ ἀποστάζεται στὸ ἴδιο καζάνι μὲ τὶς παραισθήσεις τῶν οἰνοποτῶν. Ἢ ὅπως κάποτε θὰ σημείωνε ὁ Ἰωάννης Τζέτζης: « Ὀλίγοι τινὲς ταῖς ἀξίαις τοῦ ἱεροῦ καταλόγου τυγχάνοντες -ὢ τῆς τοῦ θεοῦ ἀνοχῆς-, τοῖς ἔργοις δὲ μεθυσοκότταβοι καὶ οἰνόφλυγες ἄνθρωποι ποτηρίῳ οἴνου καὶ τὴν εὐσέβειαν ἀρνησόμενοι». Εὐάγγελος Σταυρόπουλος
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΥΚΟΥΡΑΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ (1920-2000)
[…] Ἡ γνωριμία μου μὲ τὸν Γιῶργο Λίκο ἦταν ἕνα γεγονὸς σημαντικό. Μαζὶ μὲ τὴ βροντώδη ἀντρίκεια του φωνὴ μοῦ ‘φερε καὶ τὰ πολύχρωμα ποιήματά του. Ἦταν γιὰ μένα μιὰ ἀποκάλυψη, ἔνας εὐγενὴς τῆς ποιήσεως, ὅπου οἱ ὑψηλὲς ἰδέες τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἐλπίδας, τοῦ Ἔρωτα, τῆς Ἀγάπης κυρίως, ἀλλὰ καὶ ἡ θλίψη, ἡ Μοναξιὰ καὶ ὁ Θάνατος μετατρέπονταν σὲ χειροπιαστὰ οὐσιαστικά· σὲ χρώματα, φύλλα καὶ σκιὲς τῆς νύχτας, ἀρώματα καὶ μυρωδιὲς τοῦ ἀγέρα, βράχοι καὶ κύματα θαλασσινά. Ἀρχαῖοι ἥρωες καὶ Ἅγιοι συμπλέκονταν στὸ Ἀρχιπέλαγος πάνω ἀπ’ τὶς ζάρες, τὰ πιθάρια τοῦ λαδιοῦ, ἀπ’ τὶς φίδες, τὰ κοντὰ δέντρα τῆς Σίφνου, καὶ ταξίδευαν στὸν Cabo Tormentozo. Kαὶ ἐγὼ ναυαγὸς νὰ ἀνασταίνομαι κάτω ἀπὸ τὸ φέγγος τῶν ἄστρων τῶν Ἁγίων, νὰ παρασύρομαι στὴν θάλασσα τῶν Σαργασσῶν, νὰ συνταξιδεύω μὲ τοὺς μεγάλους κορμοὺς στὸ Μισισσιπὴ καὶ νὰ βγαίνω στὶς ζεστὲς θάλασσες τοῦ Μεξικοῦ. Καὶ πάλι νὰ ἐπιστρέφω μὲ τὸν ποιητὴ σὰν «τσακισμένος πελαργὸς» μέσα ἀπὸ πόλεμο καὶ μεταπόλεμο στὰ ἄγονα δέντρα καὶ τὶς μυλόπετρες σὲ χώρα ἀναμάρτητη. […] Ὁ ποιητὴς σὲ κάθε ποίημα κουβαλᾶ τὴ δικιά του μελωδία.Οἱ λέξεις καὶ οἱ ἔννοιες βαραίνουν ἀλλιῶς στὸ παιδεμένο του μυαλό. Ὁ συνθέτης ὅμως πρέπει νὰ λύσει τὸ μυστήριο αὐτὸ διαφορετικά, μὲ τὶς τεχνικές ποὺ ξέρει, γιατὶ πρέπει νὰ κοινοποιήσει τὶς μελωδίες καὶ τοὺς ρυθμοὺς τοῦ ποιήματος. Ὁ Γιῶργος Λίκος σοῦ βγάζει τὰ αἰγαιοπελγίτικα καὶ πατρογονικά, μέσα ἀπὸ τραγούδια δημοτικὰ παληὰ καὶ μοτίβα ἐκκλησιαστικὰ καμμιὰ φορά, ὅπως:
ΙΚΕΣΙΑ Κύριε τῶν δυνάμεων Ἄφησέ μὲ ἀκόμη λίγο Νὰ θαυμάσω τὸν ἥλιο Ἀνάμεσ’ ἀπ’τὰ κρύσταλλα Τῶν ματιῶν μου Μέσ’ ἀπ’ τοὺς ἰριδίζοντες Καρποὺς τῆς μοναξιᾶς μου. Ἂν θἄθελα νὰ μελοποιήσω τοὺς στίχους αὐτούς, ἔπρεπε ἀμέσως νὰ πάω στὸ Κύριε τῶν δυνάμεων τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου, σὲ μελωδία δ΄ ἤχου. Τὸ πιὸ ὄμορφο ἐδῶ εἶναι ὅτι λέξεις ἀπρόσφορες γιὰ μουσικὴ ἐκμετάλλευση, ὅπως τὸ «ἰριδίζοντες», δὲν ἀποξενώνουν ἀλλὰ στολίζουν, γίνονται μουσικὰ ἀπαραίτητες, μᾶς συνδέουν μὲ τὰ ἑλληνικά, τὰ βυζαντινά. […] Ὁ Γ. Λίκος μοὔδωσε ποιήματα γεμάτα. […] θεωρῶ ὅτι ἕνας ποιητὴς ποὺ ξεκινᾶ δίπλα ἀπ’ τὸν Ἐμπειρίκο, μέσα στὸ κίνημα τοῦ ἐντυπωσιακοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπερρεαλισμοῦ καὶ αὐτονομεῖται μὲ μιὰ ἰδιαίτερη γραφή, κουβαλώντας τὸ μοντέρνο καὶ τὸ παραδοσιακό, σὰ σὲ μιὰ σύνθεση ἑνὸς τοπίου τῆς Σίφνου μεγαλωμένης στὸν παγκόσμιο χάρτη, δε μπορεῖ, θἆναι μεγάλος ποιητής. Πιστεύω ὅτι ὁ Γιῶργος Λίκος εἶναι μεγάλος ποιητής. Ἡ πορεία του, ποὺ ὁδηγεῖ τὴν ποίησή του, κλείνει μέσα ἀπὸ μιὰ προσήλωση στὴν Ὀρθοδοξία. Ὁ Σίφνιος ποιητὴς πέθανε τὸν Νοέμβριο τοῦ 2000, χωρὶς νὰ τὸν τιμήσουν ὡς ἔπρεπε οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι.
ΠΛΟΗΓΟΣ
στὸν Μίλτο Σαχτούρη
Οἱ ρίζες τῆς πολιτείας λιώνουν Μαζὶ μὲ τοὺς νεκρούς της Τὸ αἷμα πιὰ δὲν ὠφελεῖ Δάκρυα χωρὶς ἁλάτι κρύσταλλο. Τὰ ὄνειρα γυμνὰ καὶ ματωμένα Ἀγάπη Ἀγάπη Ἀγάπη Ἤρεμη φωλιὰ τῶν βράχων Μιᾶς θάλασσας φουρτουνιασμένης Τὰ ὄνειρα γυμνὰ καὶ ματωμένα Σύννεφα· στὰ βλέφαρα τῆς μέρας Μιὰ τοσηδὰ σταλαγματιὰ σκουριᾶς Μίσος καὶ θάνατος Ἀγάπη Ἀγάπη Ἀγάπη Γιῶργος Λίκος, Ποίηση 1944-1990, Νεφέλη 1992
Ὁ ποιητὴς ὁ Λίκος ἦταν ἄγνωστος Καὶ παραμένει Μιχάλης Κατσαρός «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι», ‘Aθηναϊκά Γράμματα, τ. 8, Φεβρουάριος 1958. Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Γ. Λυκούρας, «Μιὰ προσέγγιση τοῦ ποιητικοῦ ἔργου τοῦ Σίφνιου ποιητῆ Γιώργου Λίκου (1920-2000) μέσα ἀπὸ τὴν μελοποιῒα», (σς 387-392) στὸ Πρακτικὰ Β΄Διεθνοῦς Σιφναίικου Συμποσίου, Σίφνος 27-30 Ιουλίου 2002, Ἀθήνα 2006.
23