TO KOINON
ΤΕΥΧΟΣ
3
τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ *
ΙΟΥΝΙΟΣ 2018
ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ, ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, ΡΟΝΥ ΜΠΟΥ ΣΑΜΠΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΜΟΥΛΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ
*θεωρητικός, ή, όν: ὁ ἀγαπῶν τὴν θεωρίαν : παρατήρηση, θέαση, ἐξέταση, κοίταγμα· θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος OI ZΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟ ΤΕΥΧΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΠΟΚΟΡΟΥ
TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ ΤΕΥΧΟΣ 3, ΙΟΥΝΙΟΣ 2018
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ ΤΙΜΗ 2,5€
ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΙΖΕΙΝ τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ........................................................................................ σ. 3
ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΟ «ΑΓΡΑΦΟΝ» ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ τοῦ Γιώργου Βαρθαλίτη ......................................................................... σ. 4 ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ; τοῦ Δήμου Ἀβδελιώδη ............................................................................ σ. 6
Π
Ε
Ρ
Ι
Ε
Χ
Ο
Μ
Ε
Ν
Α
ΠΕΙΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΥΨΗΛΟΥ τοῦ Σπύρου Γεωργίου ............................................................................. σ. 7 ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Δημήτρη Κοσμόπουλου
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου........................................................ σ. 8
ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ τοῦ Θοδωρῆ Σαμαρᾶ . ............................................................................. σ. 9
Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη .....................................................................σ. 10
ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου .........................................................σ. 11
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ τῆς Ἑλένης Καπετανάκη .......................................................................σ. 12 Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ τοῦ Ρόνυ Μπου Σάμπα .......................................................................... σ.13
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ τοῦ Χρίστου Τσιαμούλη ........................................................................σ. 14
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ τοῦ Δημήτρη Μπαλτᾶ ...........................................................................σ. 15 ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ (11ος αἰ. μ. Χ.) ΠΟΙΗΜΑΤΑ τῆς Τασούλας Καραγεωργίου (μετάφραση)................................. σ. 16 Ο ΠΩΡΙΚΟΛΟΓΟΣ τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου . ......................................................... σ.18
Ο ΔΙΔΥΜΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ κ. Χ Ή Η ΕΛΠΙΔΑ τοῦ Βασίλη Κωνσταντούδη . ...............................................................σ. 20 ΔΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΩΝ τοῦ Γιάννη Χελιδώνη .............................................................................σ. 21
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ 1947-2006 τοῦ Σωτήρη Γουνελᾶ .............................................................................σ. 22
Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΟΜΙΛΕΙ ΣΤΗ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ τοῦ Στέφανου Μπεκατώρου ..............................................................σ. 24 2
Ὁ Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ εἶναι μιὰ παρέα φίλων ποὺ ἀναζητᾶ νέους φίλους. Δὲν ἔχει σοβαροὺς σκοπούς, οὔτε σαφεῖς στόχους. Οἱ τέχνες, τὰ γράμματα, ὁ πολιτισμὸς ἀποτελοῦν οὐσιώδεις ἀξίες ἐφ’ὅσον προϋποθέτουν τὴν ἀγάπη, τὴν φιλία, τὸν ἔρωτα, τὴν κοινότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Αἰσθητικῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἔκφραση συναντᾶ οὐσιώδεις ἀξίες τῆς ζωῆς, τὸ ΚΟΙΝΟΝ ἐνθουσιάζεται. Καὶ λειτουργεῖ ὡς ταμεῖον ἀρωγῆς καὶ ἀλληλοβοηθείας. Διότι μᾶς συγκινεῖ κάθε προσπάθεια ἐκφραζομένη διὰ τοῦ λόγου, τοῦ ἤχου, τῆς εἰκόνος, τῆς σωματικῆς κινήσεως ἢ τῆς συνήθους καθημερινότητος ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ δεῖ μὲ μιὰ παρθενικὴ ματιὰ τὸν κόσμο. ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶνθεωρητικὸ περιοδικὸ. Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ὑπεύθυνος ἔκδοσης: Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ, Γαδίλων 9-11, Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 2,5 € Συνδρομὴ γιὰ ἕνα χρόνο: 10€. ΤΗΛ: 210 2524173- 6973370742. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ-ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ: Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ
ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΙΖΕΙΝ
Ἐπιστρέφοντας στὴν τραγικὴ βίωση τῆς πολιτικῆς Ὑπάρχει κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ὡς οὐσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ ἂν ναί, τὶ σχέση ἔχουμε μ’ αὐτὸ οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες; Καὶ διατηρεῖ αὐτὸ κάποια γενικότερη ἀξία γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ἀνθρωπότητα στὶς μέρες μας;1 Πολλὰ ἔχουν εἰπωθεῖ κατὰ καιρούς. Κατ’ ἐμὲ τὸ νῆμα ποὺ συνδέει τοὺς ἀρχαίους μὲ τοὺς σύγχρονους Ἕλληνες εἶναι ἡ τραγικὴ βίωση τῆς πολιτικῆς. Πρόκειται γιὰ δύο τινά. Τὸ ἕνα εἶναι ἡ διατύπωση κατ’ ἀρχὴν τοῦ πολιτικοῦ αἰτήματος ὡς αἰτήματος ἀληθείας (αὐτόβουλη ἐναρμόνιση τῶν συμπολιτῶν μεταξὺ τους, μὲ τὸν κόσμο καὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους), καὶ τὸ ἄλλο ἡ συνειδητοποίηση, σὲ δεύτερο ἢ καὶ σὲ πρῶτο χρόνο, τῆς ἐγγενοῦς ἀδυναμίας τῆς ἀνθρωπότητας νὰ πραγματώσει αὐτὸ τὸ αἴτημα. Πολλοὶ ἐντοπίζουν τὴν ἑλληνικὴ καινοτομία στὴ θεσμικὴ ἐφεύρεση τῆς δημοκρατίας, καὶ δὴ τῆς ἀθηναϊκῆς. Τὸ σπουδαῖο εἶναι πὼς στὴν ἀπόπειρα γιὰ πολιτικὴ αὐτοθέσμιση –εἴτε δημοκρατική, εἴτε ὁλιγαρχική– οἱ Ἕλληνες εἶδαν τὴ δυνατότητα ὑπέρβασης τοῦ παλιοῦ πατριαρχικοῦ κόσμου, τοῦ κόσμου τῶν δεσμῶν αἵματος, μὲ ὅρους ἀληθείας (ταυτόχρονα συλλογικῆς, συμπαντικῆς καὶ προσωπικῆς).2 Ἴσως καὶ ἄλλοι λαοί, ἄλλες κουλτοῦρες, νὰ ἔχουν προσεγγίσει τὸ ζήτημα μὲ παρόμοιους τρόπους. Ἔχω ὅμως τὴν ἐντύπωση πὼς τὸ ἰδιαίτερα ἑλληνικὸ εἶναι ἡ ἰσόρροπη ἀκροβασία ἀνάμεσα στοὺς δύο ὅρους τοῦ προβλήματος: ἡ ἐμμονὴ στὸ αἴτημα τοῦ πολιτικῶς ἀληθεύειν, μαζὶ μὲ τὴ συναίσθηση τοῦ ἀτελέσφορου χαρακτῆρα του. Αὐτὸ εἶναι ποὺ καθιστᾶ τραγικὴ τὴν ἑλληνικὴ βίωση τῆς πολιτικῆς. Σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἱστορικὴ ἐπίγνωση θεμελιώθηκε τὸ πάντρεμα τοῦ ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν χριστιανισμό. Εἶχαν προηγηθεῖ οἱ Ρωμαῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν λύσει τὸ πρόβλημα μὲ τὸν δικό τους τρόπο. Παραιτούμενοι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ἀληθείας εἶχαν ἀναιρέσει τὸν τραγικὸ χαρακτῆρα τῆς πολιτικῆς, ταυτίζοντας τὴν ἐξουσία μὲ τὴν ἰσχὺ καὶ τὴν ἐναρμόνιση μὲ τὴν εἰρήνη, ἢ πιὸ σωστὰ τὸν μὴ-πόλεμο. Ὅμως τὸ χριστιανικὸ εὐαγγέλιο εἰσήγαγε ἕναν ἐντελῶς νέο, πνευματικὸ τρόπο ὑπέρβασης τῆς ἔντασης μεταξὺ πολιτικῆς καὶ ἀληθείας. Μὲ τὸ «ἐδῶ καὶ ὄχι ἀκόμα», μὲ τὴ διάκριση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν Καίσαρα, καὶ μὲ τὴν προτίμηση τῆς θυσίας ἀπὸ τὴν ἰσχύ, ἡ Ἐκκλησία ἐπέλυσε τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα χωρὶς νὰ καταργήσει κανέναν ἀπὸ τοὺς ὅρους
του. Ἡ νέα αὐτὴ πνευματικότητα ἔδωσε τὴ δυνατότητα γιὰ μιὰ μεγάλη πολιτισμικὴ ἀνασύνθεση τῆς τραγικῆς ἑλληνικῆς μεταφυσικῆς μὲ τὴ ρεαλιστικὴ ρωμαϊκὴ πολιτειολογία. Ἡ ἱσορροπία ἦταν ἀσταθὴς καὶ τὰ θεσμικὰ ἐπιτεύγματα εὔθραυστα· παρ’ ὅλα αὐτὰ ἀπετέλεσαν τὴν πνευματικὴ καὶ ψυχολογικὴ βάση μιᾶς αὐτοκρατορίας ποὺ μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο ἐπιβίωσε ἕντεκα ὁλόκληρους αἰῶνες. Ἡ πολιτικὴ κατάρρευση τοῦ Βυζαντίου ἄφησε τὸ ἱστορικὸ πεδίο ἐντελῶς ἐκτεθειμένο στὴν πνευματικὴ ἀντιπρόταση τῶν Φράγκων, οἱ ὁποῖοι, γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά μετὰ τοὺς ἀρχαίους Ρωμαίους, ἐπαγγέλθηκαν τὴν ἀναίρεση τῆς πολιτικῆς τραγικότητας. Ὅμως ἂν οἱ ἀρχαῖοι τὸ εἶχαν κάνει πριμοδοτώντας τὸν ρεαλισμὸ (ἰσχὺς) σὲ βάρος τῆς μεταφυσικῆς (ἀλήθεια), ἡ Καρολίνεια θεολογία ἀκολούθησε τὴν ἀντίστροφη ὁδό. Ἐπαγγέλθηκε τὴν κατίσχυση τῆς μεταφυσικῆς (τῆς Πολιτείας τοῦ Θεοῦ) ἐπὶ τῆς γήινης πραγματικότητας. Ἔκτοτε, καὶ μέχρι τὶς μέρες μας, ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς συνθλίβεται ἀπὸ τὸ δίλημμα μεταξὺ ὠμοῦ ρεαλισμοῦ καὶ διαφόρων οὐτοπικῶν παραδείσων. Ἀδυνατεῖ νὰ σχετικοποιήσει τὰ πολιτικὰ προγράμματα ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ἔχει συναίσθηση τοῦ τραγικοῦ τους χαρακτῆρα – γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ κάθε φορὰ πὼς ὁ ἐκάστοτε οὐτοπικὸς παράδεισος δὲν εἶναι παρὰ ὁ προθάλαμος μιᾶς ἀντίστοιχης ρεαλιστικῆς κόλασης. Οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες –καὶ ὄχι μόνο3– ζοῦμε ὑπὸ ἕνα διπλὸ βάρος: Ἐνταγμένοι ἔτσι κι ἀλλιῶς στὸ πλαίσιο τῶν δυτικῶν θεσμῶν καὶ τῆς ἀντίστοιχης πολιτειολογείας ποὺ ἐπικρατοῦν διεθνῶς, βιώνουμε τὸ δυτικὸ δίλημμα ὅπως ὅλοι οἱ λαοί, ἀλλὰ βιώνουμε ἐπιπροσθέτως καὶ ἕνα βαθὺ ψυχικὸ χάσμα πρὸς ὅλα αὐτά. Ἕνα χάσμα ποὺ δὲν ὀφείλεται στὶς ἀνατολίτικες, δῆθεν, ἐμμονές μας, ἀλλὰ στὴν ὑποσυνείδητη, ἔστω, συναίσθηση τοῦ τραγικοῦ χαρακτῆρα κάθε πολιτικοῦ θεσμοῦ καὶ κάθε πολιτικοῦ σχεδίου. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ μιὰ ἐκ νέου συνειδητὴ ἐπίκληση τῆς «ἑλληνικῆς ἰδιαιτερότητας» θὰ εἶχε νόημα μόνο σὰν μιὰ ἀφετηρία γιὰ τὴν ἐπανεισαγωγὴ τῆς τραγικῆς συναίσθησης τοῦ πολιτικοῦ διεθνῶς,4 ἐπαναφέροντας ὅμως μαζὶ καὶ τὸ μεταφυσικὸ αἴτημα τοῦ ἀληθεύειν, ποὺ τώρα κοιμᾶται στὰ βαθύτερα ὑποστρώματατα τῆς συλλογικῆς μας συνείδησης. Βασίλης Ξυδιᾶς
ὲ τὸ σημείωμα αὐτὸ συνεχίζω τὸν προβληματισμὸ ποὺ ξεκίΜ νησα στὸ προηγούμενο τεῦχος τοῦ Κοινοῦ στὸ ἄρθρο «Ἡ Ἑλλάδα ἐπιτέλους πεθαίνει. Ἑπτὰ σκέψεις γιὰ ἕναν ἀναστάσιμο ἐθνικὸ ριζοσπαστισμό», Τὸ Κοινόν, τ.2, σ.19-20. 2 Ἔχω προσπαθήσει νὰ περιγράψω ἀναλυτικὰ τὴ διαδρομὴ αὐτὴ ἀπὸ τοὺς προσωκρατικοὺς φυσικοὺς φιλοσόφους στοὺς τραγικοὺς ποιητές, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸν Σωκράτη καὶ τοὺς διαδόχους του σὲ ἕνα παλιότερο ἄρθρο μου («Ἀπὸ τὴν πόλη στὴν ἐκκλησία, Ἀναλόγιον, τ.3, 2002, σ.23- 31).
3
1
ροφανῶς ὑπάρχουν κι ἄλλοι λαοὶ ἐκτὸς ἀπὸ Ἕλληνες μὲ ἀνάΠ λογα ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ βιώματα. Θὰ μποροῦσα μὲ σχετικὴ βεβαιότητα νὰ ἀναφέρω τοὺς λαοὺς μὲ Κελτικὴ προέλευση. 4 Στὸ ἴδιο μῆκος κύματος κινεῖται καὶ ὁ Ἄγγελος Καλογερόπουλος, ποὺ στὸ εἰσαγωγικό του σημείωμα στὸ πρῶτο τεῦχος τοῦ Κοινοῦ γράφει: «Ἂν ὅμως ἡ συζήτηση γιὰ τὴν “ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα” δὲν ἔχει οἰκουμενικὸ ἐνδιαφέρον, τότε δὲν ἔχει κανένα ἐνδιαφέρον». («Γιὰ μιὰ μεγάλη ἀνατροπή», Τὸ Κοινόν, τ.1, σ.3).
3
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Τὸ «Ἄγραφον» τοῦ Σικελιανοῦ βασίζεται σ’ ἕνα «λόγιον» τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ μᾶς τὸ παραδίδει ὁ Ἂλ Γκαζαλὶ καὶ λέει, πάνω-κάτω, τὰ ἑξῆς: «Μιὰ μέρα ὁ Ἰησοῦς κι οἱ μαθητές του πέρασαν δίπλα ἀπὸ ἕνα ψοφίμι σκύλου, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ βρωμάει ἀπὸ τὴ σαπίλα. Πόσο φοβερὰ βρωμάει αὐτὸ τὸ σκυλί!, εἶπαν οἱ μαθητές του. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπάντησε: Ναί, μὰ δέστε πόσο θαυμαστὰ λάμπουν τὰ δόντια του». Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Σικελιανὸς ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν ἀπὸκρυφη παράδοση. Στὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων, λ.χ., ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου καὶ ἀπὸ τὰ Ρητὰ εἰς τὰ παιδικὰ τοῦ Κυρίου τοῦ Ἰσραηλίτη φιλοσόφου Θωμᾶ. Ἂς σημειώσω ἀκόμα ὡς ἔμμεση πηγὴ κι ὡς ἰδεῶδες γιὰ συγκριτικὴ θεώρηση τὸ «Une charogne» τοῦ Μποντλαίρ (Baudelaire). Ἂς πῶ κατ’ ἀρχὰς πὼς τὰ χριστιανικῆς ἐμπνεύσεως ποιήματα τοῦ Σικελιανοῦ εἶναι, κατὰ κανόνα, καλύτερα ἀπὸ τὰ ἀρχαιόθεμά του. Τὸ «Ἄγραφον», ὅμως, μαζὶ μὲ τὴν «Ἱερὰ Ὁδὸ» καὶ τὸ «Στοῦ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι», (θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ δοῦμε κι ὡς τριλογία) εἶναι τὰ καλύτερα ποιήματά του κι αὐτὸ τὸ χρωστᾶνε στὰ ἀφηγούμενα ποὺ συνθέτουν τὸ περιεχόμενό τους. Πουθενὰ ἀλλοῦ ὁ Σικελιανὸς δέν ἔγραψε ποιήματα μὲ τόσο δυνατό, τόσο συγκλονιστικὸ περιεχόμενο - καὶ σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο μόνο μὲ κάποια ἀριστουργη-
4
ματικὰ κομμάτια τοῦ Καβάφη μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ. Στὴν πρώτη φάση τῆς δημιουργίας του, σὲ συνθέσεις, ὅπως ὁ Ἀλαφροήσκιωτος ἢ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων ἢ στὰ μικρὰ λυρικά του, κυριαρχεῖ ἡ εὐδαιμονικὴ ἐγγύτητα τοῦ ἴδιου τοῦ λυρικοῦ μὲ τὴ φύση. Ὑμνουμένη κτίσις καὶ ὑμνωδὸς ἐδῶ ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ὁ φυσιολάτρης ποιητὴς θυμίζει τὸν Ἀδὰμ Καδμόν, τὸν πρωτάνθρωπο τῶν Γνωστικῶν, τόν ἄνθρωπο τοῦ πληρώματος. Δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ δραματικὲς συγκρούσεις. Στὶς τραγωδίες, πάλι, ποὺ τὸν ἀπασχολοῦν σ’ ὅλη τὴν ὄψιμη περίοδο τῆς δημιουργίας του, καὶ ποὺ στὸ περιθώριο αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς δραματουργικῆς δουλειᾶς γράφει τὴ δεύτερη σειρὰ τῶν λυρικῶν του, τέτοιες συγκρούσεις ὑπάρχουν, ἀλλὰ ὁ Σικελιανὸς δεσμεύεται ἀπὸ τὸ μυθολογικὸ ἢ ἱστορικὸ ὑλικὸ του καὶ ἡ φαντασία του δὲν μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα. Αὐτή, λ.χ., ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ τότε στὸ τώρα, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὸ «καὶ νὰ τώρα», θὰ ἦταν ἀδιανόητη σὲ μιὰ τραγωδία. Δὲν θέλω νὰ ποδηγετήσω τὸν ἀναγνώστη καὶ σταματῶ ἐδῶ. Θυμίζω μόνο πὼς τὸ ποίημα εἶναι μιὰ ἄμεση ἀνταπὸκριση τοῦ ποιητῆ στὴν τραγωδία τῆς Κατοχῆς. Τὰ ὑπόλοιπα ἀλληγορούμενα ἂς τὰ καταλάβει μόνος του. Γιῶργος Βαρθαλίτης
ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ
Ἐπροχωροῦσαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Σιὼν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθητές Του, σάν, λίγο ἀκόμα πρὶν νὰ γείρει ὁ ἥλιος, ζυγώσανε ἀναπάντεχα στὸν τόπο ποὺ ἡ πόλη ἔριχνε χρόνια τὰ σκουπίδια, καμένα ἀρρώστων στρώματα, ἀποφόρια, σπασμένα ἀγγειά, ἀπορρίμματα, ξεσκλίδια… Κ’ ἐκεῖ, στὸν πιὸ ψηλὸ σωρὸν ἀπάνω, πρησμένο, μὲ τὰ σκέλια γυρισμένα στὸν οὐρανό, ἑνὸς σκύλου τὸ ψοφίμι, ποὺ – ὡς ξαφνικὰ ἀκούοντας, τὰ κοράκια ποὺ τὸ σκεπάζαν, πάτημα, τὸ ἀφῆκαν – μιὰ τέτοια ὀσμὴν ἀνάδωκεν, ὁποὺ ὅλοι σὰ μ’ ἕνα βῆμα οἱ μαθητές, κρατώντας στὴ φούχτα τους τὴν πνοή, πισωδρομῆσαν… Μὰ ὁ Ἰησοῦς, μονάχος προχωρώντας πρὸς τὸ σωρὸ γαλήνια, κοντοστάθη καὶ τὸ ψοφίμι ἐκοίταζε· ἔτσι, πὄνας δὲν ἐκρατήθη μαθητὴς καὶ Τοῦ ‘πεν ἀπὸ μακρά: «Ραββί, δὲ νιώθεις τάχα τὴ φοβερὴν ὀσμὴ καὶ στέκεσ’ ἔτσι;» Κι Αὐτός, χωρὶς νὰ στρέψει τὸ κεφάλι ἀπ’ τὸ σημεῖο ποὺ κοίταζε, ἀποκρίθη: «Τὴ φοβερὴν ὀσμήν, ἐκεῖνος πὄχει καθάρια ἀνάσα, καὶ στὴ χώρα μέσα τὴν ἀνασαίνει, ὅθ’ ἤρθαμε… Μὰ τώρα αὐτὸ ποὺ βγαίνει ἀπ’ τὴ φτορὰ θαμάζω μὲ τὴν ψυχή μου ὁλάκερη… Κοιτάχτε πῶς λάμπουνε τὰ δόντια αὐτοῦ τοῦ σκύλου στὸν ἥλιο· ὡς τὸ χαλάζι, ὡσὰν τὸ κρίνο, πέρα ἀπ’ τὴ σάψη, ὑπόσκεση μεγάλη, ἀντιφεγγιὰ τοῦ Αἰώνιου, μὰ κι ἀκόμα σκληρὴ τοῦ Δίκαιου ἀστραπὴ κ’ ἐλπίδα!»
ΑΓΡΑΦΟΝ Ἔτσ’ εἶπ’ ἐκεῖνος· κ’ εἴτε νιῶσαν ἢ ὄχι τὰ λόγια τοῦτα οἱ μαθητές, ἀντάμα, σὰν ἐκινήθη, ἀκλούθησαν καὶ πάλι τὸ σιωπηλό Του δρόμο…
Καὶ νὰ τώρα, βέβαια στερνός, τὸ νοῦ μου πῶς σ’ ἐκεῖνα, Κύριε, τὰ λόγια Σου γυρίζω, κι ὅλος μιὰ σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Ἄ!… δῶσε, δὸς καὶ σ’ ἐμένα, Κύριε, ἐνῶ βαδίζω ὁλοένα ὣς ἔξω ἀπ’ τῆς Σιὼν τὴν πόλη, κι ἀπὸ τὴ μιὰ τῆς γῆς στὴν ἄλλην ἄκρη ὅλα εἶναι ρείπια, κι ὅλα εἶναι σκουπίδια, κι ὅλα εἶναι πτώματα ἄθαφτα ποὺ πνίγουν τὴ θεία πηγὴ τ’ ἀνασασμοῦ, ἢ στὴ χώρα εἴτ’ ἔξω ἀπὸ τὴ χώρα· Κύριε, δός μου, μὲς στὴν φριχτὴν ὀσμὴ ὅπου διαβαίνω, γιὰ μιὰ στιγμὴ τὴν ἅγια Σου γαλήνη, νὰ σταματήσω ἀτάραχος στὴ μέση ἀπ’ τὰ ψοφίμια, καὶ ν’ ἀδράξω κάπου καὶ στὴ δική μου τὴ ματιὰν ἕν’ ἄσπρο σημάδι, ὡς τὸ χαλάζι, ὡσάν τὸ κρίνο· κάτι νὰ λάμψει ξάφνου καὶ βαθιά μου, ἔξω ἀπ’ τὴ σάψη, πέρα ἀπὸ τὴ σάψη τοῦ κόσμου, ὡσάν τὰ δόντια αὐτοῦ τοῦ σκύλου, πού, ὦ Κύριε, βλέποντάς τα ἐκειὸ τὸ δείλι, τά ‘χες θαμάσει, ὑπόσκεση μεγάλη, ἀντιφεγγιὰ τοῦ Αἰώνιου, μὰ κι ἀντάμα σκληρὴ τοῦ Δίκαιου ἀστραπὴ κ’ ἐλπίδα!
Ἄγγελος Σικελιανός
5
ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ (συνέντευξη)
Δ. ABΔΕΛΙΩΔΗΣ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ; Ἀσχολεῖστε χρόνια μὲ τὸν κινηματογράφο καὶ τὸ θέατρο, ἀλλὰ εἶναι γνωστὲς καὶ οἱ λογοτεχνικές σας εὐαισθησίες. Ἀντιμετωπίζετε τὸ σενάριο ὡς ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο; Τὸ σενάριο εἶναι σίγουρα ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο, εἴτε εἶναι καλὸ εἴτε δὲν εἶναι καλό, ἀφοῦ ἐξαντλεῖ κανεὶς ὅλη του τὴν τέχνη γιὰ νὰ πείσει πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, πὼς ἀξίζει νὰ ἀναπαραχθεῖ καὶ σὲ ὀπτικοακουστικὴ μορφή. Ἄλλωστε τὸ ἐπίθετο «λογοτεχνικὸ» προσδιορίζει πρωτίστως ὄχι αἰσθητικοὺς μόνο ὅρους ἀλλὰ κυρίως δραματουργικούς∙ δηλαδὴ τὸ πῶς τὸ λογοτεχνικὸ αὐτὸ πλέγμα ἐνορχηστρωμένων εἰκόνων, ἤχων, ἰδεῶν καὶ αἰσθημάτων, θὰ ὀρθώσουν μπροστά μας ἕναν νέο πρωτότυπο καὶ ζωντανὸ ὀργανισμὸ ποὺ θὰ μπορεῖ νὰ μᾶς συναρπάζει . Τὸ σενάριο εἶναι ἁπλῶς ἕνας πρακτικὸς ὁδηγὸς γιὰ τὰ λόγια τῶν ἠθοποιῶν ἢ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ λόγου ποὺ ἔχει ἕνα θεατρικὸ ἔργο; Τὸ σενάριο ὡς λογοτεχνικό, γραπτὸ κείμενο, ἀποτυπώνει μὲ περιγραφὲς εἰκόνων καὶ διαλόγους τὸν ἀρχιτεκτονικὸ σχεδιασμὸ μιᾶς ταινίας, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει ἀκόμα ἀλλὰ πρόκειται νὰ γίνει. Τὸ μέρος ποὺ περιγράφει τὶς εἰκόνες εἶναι φυσικὸ νὰ εἶναι μιὰ ὑποκειμενικὴ ἀνάγνωση γιὰ τὸν κάθε σκηνοθέτη, ἀφοῦ ἂν γυρνοῦσαν πενήντα σκηνοθέτες τὸ ἴδιο σενάριο, εἶναι βέβαιο πὼς θὰ εἴχαμε πενήντα διαφορετικὲς συνθέσεις τῶν εἰκόνων, ἄρα καὶ πενήντα διαφορετικὲς ταινίες. Τὸ μέρος ὅμως τῶν διαλόγων εἶναι τὸ πιὸ περιοριστικό, σὲ πιθανὲς ὑποκειμενικὲς ἀναγνώσεις ἀπὸ τὸν κάθε σκηνοθέτη, ἐπειδὴ οἱ διάλογοι καθορίζουν κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν σοβαρότητα τῶν χαρακτήρων καὶ τὴν ποιότητα τοῦ ἔργου, εἴτε εἶναι θεατρικὸ εἴτε κινηματογραφικό. Τὰ σενάρια ποὺ κυκλοφοροῦν σὲ βιβλία –πχ Ταρκόφσκυ- ὑποδηλώνουν ὅτι μπορεῖ αὐτὸ νὰ ὑπάρξει ὡς αὐτόνομο λογοτεχνικὸ κείμενο; Στὴν περίπτωση τοῦ Ταρκόφσκυ ὅπως καὶ ἄλλων σκηνοθετῶν- συγγραφέων τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου, θὰ ἔλεγα πὼς τὸ σενάριο εἶναι ἕνας ὁδηγὸς μόνο, ἕνα πιστοποιητικὸ ἐγκυρότητας καὶ ἐπιβεβαίωσης γιὰ τὸν ἴδιο τὸν δημιουργό, ποὺ ἀντλεῖ ἔμπνευση καὶ δύναμη ἀπὸ τὴν λογικὴ τάξη καὶ τὴν ἐλλειπτικὴ αἰσθητικὴ τοῦ κειμένου, ποὺ θὰ ἀπογειωθεῖ
6
μετὰ, μὲ τὶς κινούμενες εἰκόνες καὶ τὴν ἀποκαλυπτικὴ προσωπική του ματιά. Ὁ κινηματογράφος –ἀλλὰ καὶ τὸ θέατρο, ἐπιτρέψτε μου καὶ ἡ τηλεόραση- εἶναι τέχνες ποὺ βασίζονται στὴ συνύπαρξη τῶν τεχνῶν. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ θεωρήσουμε καὶ τὸ σενάριο ἕνα εἶδος λογοτεχνίας; Εἶναι σὲ κάθε περίπτωση λογοτεχνία ὅπως τὸ αἰτιολόγησα καὶ πρίν, ἀφοῦ ὁ ὅρος λογοτεχνία σημαίνει τὸν σκεπτικιστικὸ κι ὄχι τυχαῖο τρόπο ποὺ γράφεται ἕνα κείμενο, καὶ ὄχι τὸ καλὸ ἢ τὸ κακὸ ἀποτέλεσμα. Δῆμος Ἀβδελιώδης
ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΠΕΙΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΥΨΗΛΟΥ Καλλωπίζουν τοὺς τάφους τῶν προγόνων, καῖνε ξερόχορτα ἀγναντεύοντας τὸ τοπίο, μετατοπίζουν σπασμένες πλάκες. Ἔπειτα ξεκουράζονται ἀκουμπώντας τὴν πλάτη σ’ ἕνα μαρμάρινο σταυρὸ καπνίζοντας. Σίγουροι πὼς οἱ πεθαμένοι τοὺς ἐπιβραβεύουν, κι ἂς μὴν εἶχαν διαμαρτυρηθεῖ ποτέ. Κομμένα κλαράκια θάμνου μὲ φύλλα μέσα στὸ ἀνθοδοχεῖο. Μεταφερμένα στὸ σπίτι ἀπ’ τὸν κῆπο, πίνουν νερὸ τῆς βρύσης. Τοποθετημένα πλάι στὸ στερεοφωνικό, λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ μιὰ στοίβα βιβλία, δὲν γίνονται ποτὲ κατοικίδια. Ὅπως στ’ αὐτοκίνητα ποὺ τὸ κάθε ἐλάττωμα μᾶς κάνει νὰ προσέχουμε ἀκόμα πιὸ πολὺ τὶς λεπτομέρειες τῆς μηχανῆς στὸ ζέσταμά της, παρόμοια κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀντιλαμβάνεται νὰ μπαίνει στὴν καρδιὰ τὸ λάδι τῆς ζωῆς του νόθο, σκύβει τῆς ἀγάπης ν’ ἀκούσει τὸ παλιὸ γρανάζι.
πάνω του ἀφόρητο τὸ ἐπιτιμητικὸ μάτι τοῦ Βοριᾶ. Ἢ νὰ τὸ δέρνει μιὰ ἀκαταπόνητη θύελλα, πού, ἀόρατη σὲ μᾶς, τὸ πεῦκο μᾶς τὴ φανερώνει.
Ἔχτιζε σὰν τὰ πουλιά, σηκώνοντας ἀπὸ κάτω ὅ,τι πραγματάκι ὑπῆρχε. Ὅλα τ’ ἀνέβαζε ψηλά, τίποτα δὲν ἄφηνε. Κι ὅταν τέλειωνε τὸ ποίημα φαινόταν πὼς ἦταν τῆς ἀνάγκης. Ἀνταποκρίνεται στὴ ζωή, μικρὲς ἐκπλήξεις παντοῦ τὸν συνοδεύουν. Μιὰ παρέα κοριτσιῶν στὸ δρόμο τοῦ μένει ὡς εἰκόνα ἀνεξίτηλη. Ξεμάκραινε μὲ δυνατὲς χεριὲς ἔξω ἀπ’ τὸ ἁλμυρὸ νερό, ἔχοντας στόχο τὸν ἀπέναντι μεγάλο βράχο. Μέτρα πολλὰ κολύμβησης σὲ κῦμα ποὺ τὸν σκέπαζε – κι ὅταν τὴν ταραγμένη κοιτοῦσε ἐπιφάνεια, βγάζοντας τὸ κεφάλι ἔξω ἀπ’ τὸ νερό, στὸ νοῦ του ζωγραφίζονταν εἰκόνες ναυαγίου. Ἀλλὰ τὸ ἤξερε. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἀλλιῶς μετρᾶνε τὴν ἀπόσταση, ἀλλιῶς ὑπολογίζουνε τὸν ὄγκο τοῦ νεροῦ ποὺ πρέπει ν’ ἀφήσουν πίσω. Μὲ τὰ γυαλάκια τοῦ κολυμβητῆ κοιτώντας, τ’ ἀμετακίνητα, σὰν σ’ ἄλλο κόσμο ἤρεμα, σημάδια τοῦ βυθοῦ. Τὸ κυριότερο, ἕνα πουλί, μιὰ δεκοχτούρα σταχτιά, κάθεται πάνω στὸ μικρὸ δέντρο ποὺ φύτεψες, ποὺ φρόντιζες (πῶς μεγάλωσε ἀπότομα!) μισοκρυμμένη, προστατευμένη, ἀνάμεσα στὰ πυκνὰ του φυλλώματα. Εἶναι σὰν νὰ λέει: τὸ δεντράκι σου (αὐτὸ κι ἂν εἶναι χαρά!) δές το, ἔχει περάσει πλέον στὴν δικαιοδοσία τῆς φύσης. Μικρὸ πετούμενο πάνω στὸ φύλλο μετὰ τὴ βροχή, λυγίζεις κι ἄλλο τὸ κλωνάρι. Σὰν τὴν ψυχὴ ποὺ λυγίζει μὲ κάθε μόριο, ἐπιπλέον, ἀπ’ τὸ βάρος τοῦ κόσμου ποὺ τὴν ἀκουμπᾶ. Γερμένο τὸ πεῦκο, κι ἂς μὴ φυσάει. Ἐνῶ τ’ ἄλλα δέντρα ὄρθια κοιτοῦν τὸν ἥλιο, αὐτὸ ἐπιμένει σκυφτό. Σὰν νὰ πέφτει
Σπῦρος Γεωργίου
Στὸ νοῦ του ἔχει τὸ φῶς μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς στιγμιαίας λάμψης – ὅταν ἀντανακλοῦσε τὸν ἥλιο ἕνα ντενεκεδάκι. Τὸν ὁδηγοῦσε ὅ,τι τὸν ἄγγιζε πρῶτο. Ἡ ἄκρη ἀπ’ τὸ κλαρί, ποὺ δὲν ἔβλεπε ὁλόκληρο, στὴ δημιουργία τοῦ δέντρου. Χρησιμοποιοῦσε τὴ σκέψη ὅπως τὰ δάχτυλα. Ἀκράγγιζε μὲ τὸν νοῦ. Ἄπραγος, σὰν ἕνα κομμάτι γερασμένο ξύλο, παρατημένο στὴν ἄκρη, ποὺ διατηρεῖ ἀνεξήγητα τὴν ἱκανότητα νὰ δακρύζει ἀκόμα τὸ ρετσίνι του. Ὑπακούουν, ἂν δοκιμάσεις, ὅλα σ’ αὐτὸ ποὺ εἶσαι. Σηκώνεις τὸ βλέμμα καὶ τὰ σύννεφα ἀμέσως ὀφείλουν τὸ σχῆμα τους σὲ σένα.
7
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ
[Δέσμιον]
[Ἕκτη Σεπτεμβρίου] †6.9.2017
Μισοθαμμένε μου ρυθμέ, τρικλίζεις πρὸς σονέττο ὅπως τοῦ τσακαλιοῦ ἡ κραυγὴ ἀκούγεται πνιγμένη γιατὶ εἶναι ἡ νύχτα θολερὴ καὶ λυπημένη κι ὅλα τὰ δρέπει γιὰ τῶν μαλλιῶν της τὸ μπουκέττο.
Ἦρθε καὶ φέτος ὁ Σεπτέμβριος μὲ τὸ φῶς μελένιο σὲ θάλασσα σκοῦρα πλυμμένο. Μὰ ἐσὺ εἶσαι στάχυ τοῦ Ἰουνίου μεστωμένο κι ὁ νόστος σὲ γαζώνει πυρετὸς κρυφός.
* Ἀνακυκλώσιμο χαρτὶ ἀπὸ φύλλα τῶν ἀνθῶν μὲ τὰ μελάνια τοῦ νεροῦ, πόσο νὰ τὸ στολίσεις. Ξεβάφουνε τὰ γράμματα μὲ τὸ ποὺ θ’ ἀκουμπήσεις καὶ μένει σιδερόπετρα –στὸ στῆθος- τῶν παθῶν.
* Ἀποδημητικὰ σὲ χαιρετίζουνε πουλιὰ καὶ φεύγουν γι’ ἄλλα καλοκαίρια πάλι οἱ ἐλπίδες καὶ οἱ πόθοι καὶ ἀγκαλιὰ ἀνοίγει μέσα σου ἡ λαχτάρα ἡ μεγάλη
* Εὐχή μου μονολόγιστη, θάλασσα χωρὶς ἀκτὴ μὲ βαρκούλα τσακισμένη ἀνοίγομαι ἐντός σου καὶ στοῦ βίου τὴν τρικυμία, στὴν ἰσόβια εἰρκτὴ
* νὰ γίνεις τὸ παντοτεινό τους καλοκαίρι νὰ βρίσκουν στὸ δικό σου στῆθος τὴν φωληὰ τὶς φωτερὲς πηγὲς τὸ πάμφωτο ἀγέρι.
* κράτα με, προτοῦ οἱ φωτιὲς νὰ μ’ ἐξοντώσουν. Στάξε μου τοὺς μαργαρίτες τῶν ἀληθινῶν δακρύων μὲς σὲ λέξεις ἀναμμένες καὶ στὴν ζέστη καὶ στὸ κρύο.
* Εἶσαι τοῦ Ἰουνίου ἡ πέτρα ἡ παληὰ μὲ χαρακιὲς ἀπὸ τοῦ ἡλίου τὸ μαχαίρι στὴν γλῶσσα ποὺ ἡ πνοή σου μόνο ξέρει. Δημήτρης Κοσμόπουλος
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ ΑΠΤΑ Εἶναι τὰ λόγια καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἁπτὰ τὰ χέρια, ποὺ μ’ ἀγκάλιασαν. Τὰ λόγια δὲ μ’ ἀγγίζουν πιά. Μόνο τὰ χέρια πῶς νὰ τὰ ξεχάσει τοῦ παιδικοῦ -ἕως σήμερα- κορμιοῦ μου ἡ ζεστασιά.
ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ Ἂν σημαίνει κάτι ποὺ σωπαίνω εἶναι ἡ ζωή μου ποὺ ἀρχίζω ἀπ’ τὴν ἀρχή. Νὰ σᾶς ἀγγίξω ἀληθινὰ σὰν μιὰ κιθάρα ποὺ ἀπαντάει ὅταν τοῦ κόσμου τὴ χτυπάει ἡ ὀμορφιά καὶ τὴν πονάει. Χρῆστος Ἀναγνωστόπουλος
8
ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ
ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ Ἔπιασα ἕνα παγκάκι στὸ Σύνταγμα. Ἡ ὥρα ἦταν ἤδη περασμένη. Ὅ,τι πρέπει σκέφτηκα. Τὸ πούλμαν μόλις μᾶς εἶχε ξεβράσει. Εἴχαμε μόλις χαρεῖ μιὰν ἀκόμη τραγωδία στὴν Ἐπίδαυρο. Ἐπίδαυρος. Ὢ, ναί! Ἑλληνικὸ φεστιβάλ. Ἱδρώτας, ἀεράκι, χειροκρότημα. Ἀνησυχίες. Μαντάμ, θὰ σᾶς κλωτσήσω. Κάντε λίγο παραπέρα. Μὲ τὸ καπέλο της νὰ δῶ τί θὰ κάνω. Τά ‘τσουξα πρὶν ἀπὸ τὴν παράσταση. Ἕνας θεὸς ξέρει τί θὰ δοῦμε πάλι ἀπόψε... Ὡστόσο τὸ παγκάκι ἦταν ἄδειο. Μετώκησα. Ποιός ἀναβαίνει τώρα στὰ ἐκεῖθεν προάστια. Καλὰ εἶναι κι ἐδῶ. Τὸ συντριβάνι ἄλλωστε ἦταν κλειστό. Ἐπιτέλους, ἐδέησε ὁ δήμαρχος νὰ σεβαστεῖ τὴν ἡσυχία τῶν ἐγκαταβιούντων ἐδωδὰ πολιτῶν. Κι ἔτσι μποροῦσα νὰ κλείσω γιὰ λίγο τὰ βλέφαρα. Νὰ ἡσυχάσω, βρὲ ἀδερφέ! Κατάκοπος ἀπὸ τὸν κλιματισμὸ τοῦ πούλμαν. Ἐδῶ νιώθεις... Θεός! Κάτω ἀπ’ τ’ ἄστρα τῆς πρωτεύουσας. Ξάπλωσα σὲ ἕνα παγκάκι, ὅλο δικό μου. Παραπέρα ἄλλοι συγκάτοικοι, ἀπὸ ἐτῶν. Ὁ καθένας τὸ δικό του παγκάκι. Τὸ συντριβάνι μόνο, αὐτὸ μὲ ἔσωσε. Ἄλλοτε, στὸ παλαιὸ πολυώροφο πανδοχεῖο τῆς σινιόρας Χαρίκλειας στὸν Τάραντα, πλάι στὸ μεγάλο τὸ γιοφύρι τῆς Κάτω Πόλης, εἶδα καὶ ἔπαθα νὰ κλείσω μάτι ἀπὸ τὸ συντριβάνι ποὺ γοργοχτυποῦσε τὰ νερὰ πάλι καὶ πάλι κάτ’ ἀπ’ τὰ παράθυρα, χαμηλὰ κι ὅλο ψηλὰ πεταγόταν τὸ νερὸ στὴν στρόγ-
γυλη πλατειούλα τῆς ὑποδοχῆς. Piazza Fontana; Νομίζω. Τί ἄλλο; Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἡ σινιόρα μόνο μὲ θυμόταν ἀπὸ διετίας. Τὸ ἄρωμά σου, μοῦ εἶπε! Ἂχ! Ἐπιτέλους κοιμήθηκα. Τυλιγμένος στὴν ἀγκάλη μου. Ἐγὼ αὐτός. Ὁ Μορφέας ἦρθε ἁρματηλάτης στεφανηφόρος ἁγιόκλημα, μὲς στὰ σκουπίδια τοῦ ἄστεως, ἐνόσῳ ἀναλογιζόμουν τὰ χορικὰ τῆς παράστασης. Ἄλλοτε ἄφηναν ἀνεξίτηλο τὸ σημάδι τῆς σκηνοθεσίας, σήμερα δὲν πολυνοιάζονται οἱ νεόκοποι σκηνοθέτες. Κατέστρεψαν τὸ πιὸ ἱερὸ κομμάτι τῆς παράστασης. Τὴν σωματούμενη φωνὴ τοῦ ἑνὸς χοροῦ ἀπὸ στήθη νὰ βγαίνει πολλῶν. Ἀπὸ στήθη πολλὰ μία μόνο ἔβγαινε φωνὴ ρυθμικὰ καὶ συγκλόνιζε τὰ δικά μας στήθη. Ἦταν τὸ χορικό. Ὅλος ὁ χορὸς μαζὶ ἀνέβαζε μία μελωδικὴ φωνή. Αὐτὸ μόνον ἐψέλιζες κι ἐσὺ στὸν μακρύ τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Σήμερα τίποτα. Οὔτε ποὺ τὸ κατάλαβες σήμερα τὸ χορικό. Ποιό χορικό; Τὸ ἀνάμειξε κι αὐτὸ στὰ χαλάσματα, ἀπόνερα μιᾶς ἐποχῆς, οὔτε ποὺ τὸ κατάλαβες. Σοῦ ‘φυγε μαζὶ κι ὅλο ποὺ εἶχες ἄλλοτε ἐκεῖνο τὸ βιός. Μόνο τὸ παγκάκι ἐκράτησες. Μὲς στὴ νυχτιὰ μὲ ἐλάχιστο ἕως καθόλου βιός, ὅ,τι ἀκόμη γυρεύω. Ἕνα παγκάκι τὸ χορικό. Ὁ ἴδιος. Θοδωρὴς Σαμαρᾶς
9
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ Ὡς στιχουργὸ τὸν Γκάτσο τὸν ἔχουμε συνδέσει μὲ τὸν λεπταίσθητο λυρισμὸ ποὺ μᾶς ὑποβάλλουν οἱ μελωδίες τοῦ Χατζιδάκι. Πάνω κι ἀπ’ αὐτὸ ὅμως, ὁ Γκάτσος εἶναι ἕνας σπουδαῖος ἀφηγητὴς καὶ ἕνας ὀξυδερκὴς παρατηρητὴς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης. Στὸν «Ἐφιάλτη τῆς Περσεφόνης», τὴ δεκαετία τοῦ 1970, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὰ οἰκολογικὰ κινήματα καὶ τὰ πράσινα κόμματα, μᾶς μίλησε γιὰ τὴ βεβήλωση τῆς φύσης ἀπὸ τὴν ἀπληστία καὶ τὴν ἀσέβειά μας. Ἐκεῖ ποὺ φύτρωνε φλισκούνι κι ἄγρια μέντα κι ἔβγαζε ἡ γῆ τὸ πρῶτο της κυκλάμινο τώρα χωριάτες παζαρεύουν τὰ τσιμέντα καὶ τὰ πουλιὰ πέφτουν νεκρὰ στὴν ὑψικάμινο. Στὸν «Γιάννη τὸν φονιά», ἀφηγηματικὸ κατόρθωμα ἀπὸ τὰ λίγα, σὲ λιγότερο ἀπὸ ἑκατὸ λέξεις (97 γιὰ τὴν ἀκρίβεια) ὁ ποιητὴς ξεδιπλώνει στὰ μάτια μας ἕναν ὁλόκληρο κόσμο. Τὴν ἑλληνικὴ οἰκογένεια τοῦ Μεταπολέμου καὶ τὶς κυριακάτικες τελετές της, τὰ δάκρυα καὶ τὰ χαμένα της ὄνειρα, τὰ ἤθη καὶ τὴ στάση της ἐμπρὸς στὸ ἀκατονόμαστο (: τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν τιμωρία). Τοῦ βγάλαμε γλυκὸ Τοῦ βγάλαμε καὶ μέντα μὰ γιὰ τὸ φονικὸ δὲν εἴπαμε κουβέντα. Στὴν «Ἑλλαδογραφία» καὶ σὲ ἄλλα μεταγενέστερα τραγούδια του προσπάθησε νὰ μᾶς ἀφυπνίσει, νὰ μᾶς δείξει τὸν ἀδιέξοδο δρόμο ποὺ πήραμε, «τὰ ψεύτικα τὰ λόγια τὰ μεγάλα» ποὺ μᾶς σηκῶσαν τὰ μυαλά. Πότε θ’ ἀνθίσουνε τοῦτοι οἱ τόποι; Πότε θὰ ’ρθοῦνε καινούργιοι ἀνθρῶποι νὰ συνοδεύσουνε τὴν βλακεία στὴν τελευταία της κατοικία; Σ’ αὐτόν τὸν βαθύτατα πολιτικὸ καὶ προορατικὸ Γκάτσο θέλω ἐδῶ νὰ σταθῶ. Ὑπάρχει ἕνα τραγούδι του, ποὺ περιλήφθηκε στὴ Μυθολογία τοῦ Μάνου Χατζιδάκι, δίσκο τοῦ 1966. Τίτλος του εἶναι «Ὁ Ἰρλανδὸς κι ὁ Ἰουδαῖος». Τὸ πρωτοτραγούδησε ὁ Γιῶργος Ρωμανός, περισσότερο γνωστὸ ὅμως ἔγινε μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Γιώργου Ζωγράφου. Στὸ τραγούδι αὐτό, ὁ Γκάτσος μᾶς ἀφηγεῖται ἕνα παραμύθι, ἀλλὰ δὲν μένει ἐκεῖ. Τὸ παραμύθι του αὐτὸ τὸ βασίζει στὴν ἐπίκαιρη, τὴ ζωντανὴ ἱστορία, καὶ τὴν ἱστορία τὴν ὑψώνει σὲ ἀλληγορία, σὲ καθολικὸ μύθο ποὺ περικλείει μέσα του ὅλη τὴν πολυαίμακτη ἀνθρώπινη μοίρα. 10
Χρόνια καὶ χρόνια μὲς στὴν ἄμμο ἐκεῖ ποὺ ἀνθίζει ἡ φοινικιὰ δυὸ φίλοι πήγαιναν σὲ γάμο δῶρα κρατώντας καὶ προικιά. Ὁ ἕνας ἦταν Ἰρλανδὸς ὁ ἄλλος ἦταν Ἰουδαῖος. Ἔτσι ἀρχίζει τὸ τραγούδι. Ἡ πορεία τῶν δύο φίλων μέσα στὴν ἔρημο εἶναι δύσκολη, ὅμως ἡ ἐλπίδα δὲν τοὺς ἐγκαταλείπει: Δίψα τοὺς ἔκαιγε τὰ χείλη μὰ πρὶν φωνάξουν τὴ βροχὴ εἶδαν στὴν ἔρημο μιὰ πύλη πού ’γραφε τέλος καὶ ἀρχή. Ἡ σύμπτωση τοῦ τέλους καὶ τῆς ἀρχῆς ἐδῶ, ὅπως ὅλα στὸν Γκάτσο, δὲν εἶναι τυχαία. Εἶναι ὑπόμνηση τῆς ἀέναης ἀνακύκλωσης τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἱστορίας, εἶναι ἄρνηση καὶ πικρὴ παραδοχὴ μαζὶ ὅτι λύση τελική, ὁριστικὴ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ δεινὰ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ὅμως καὶ κατάφαση καὶ γλυκιὰ παραδοχή: στοῦ κύκλου τὰ γυρίσματα, οὔτε ὁ θάνατος δὲν ἔχει τὴν τελευταία λέξη. Διαβαίνουν λοιπὸν τὴν πύλη οἱ δυὸ φίλοι, καὶ ρωτοῦν ποῦ εἶναι τὸ γαμήλιο γλέντι κι ἡ γιορτή, ποὺ πρέπει νὰ πᾶνε μὲ τὰ δῶρα καὶ τὰ προικιὰ ποὺ κομίζουν. Τότε ὅμως μαθαίνουν ὅτι ἔχουν φτάσει ἀργά: Πέρασαν τὰ μεγάλα τείχη καὶ γύρω ἀπὸ τὴν ἀγορὰ κάποιον ρωτήσανε στὴν τύχη ποῦ εἶν’ ὁ γάμος κι ἡ χαρά. Κι αὐτὸς ἁπλώνοντας τὰ χέρια τοὺς ἔδειξε στὸ χῶμα ἐμπρὸς δυὸ πεθαμένα περιστέρια ποὺ ἦταν ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός. Οἱ ἥρωες ποὺ ὁ ποιητής ἐπιλέγει δὲν εἶναι τυχαῖοι. Λίγοι λαοὶ ἔχουν ὑποφέρει τόσο στὴν ἱστορία τους ὅσο οἱ Ἰρλανδοὶ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι. Κι ἂν ἡ μοίρα τοῦ ἐβραϊσμοῦ εἶναι μέσες ἄκρες γνωστή, ἡ μαρτυρικὴ ἱστορία τῶν Ἰρλανδῶν ὄχι. Λίγοι ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τους τὸν μακραίωνο ἀγγλικὸ ζυγὸ ποὺ σήκωσαν, τὴν διὰ γραφειοκρατικῶν μεθόδων ἐξάλειψη τῆς κέλτικης γλώσσας (ὁ Ξεριζωμὸς τοῦ Μπράιαν Φρίελ ποὺ παίχτηκε κι ἐδῶ σὲ μᾶς ἐξιστορεῖ συγκλονιστικὰ τὰ συμβάντα), τὸν μεγάλο ἰρλανδικὸ λιμὸ πού, καὶ ἐδῶ μὲ τὴν ἀγγλικὴ συνέργεια, στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα ἀποδεκάτισε τὸν πληθυσμὸ μειώνοντας τον στὸ μισὸ – συμφορὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀκόμη καὶ σήμερα ἡ Ἰρλανδία δὲν ἔχει συνέλθει.
Στὰ 1966, ποὺ γράφει ὁ Γκάτσος, ὁ Νότος τοῦ νησιοῦ ἔχει ἀποκτήσει ἀπὸ σαράντα χρόνια τὴν ἀνεξαρτησία του, ὅμως στὴ Βόρειο Ἰρλανδία ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι μεικτός, ἡ κατάσταση σιγοβράζει. Θυμίζω ὅτι σιγοβράζει ἐπίσης τότε τὸ Κυπριακό, πράγμα, εἶμαι βέβαιος, ὄχι ἄσχετο μὲ τὴν ἀπόφαση τοῦ Γκάτσου νὰ βάλει ἥρωα στὸ τραγούδι του ἕναν Ἰρλανδό· καὶ στὸ ἑλληνικὸ αὐτὸ νησί, τὸ ἀγγλικὸ «διαίρει καὶ βασίλευε» ἔχει στρέψει τὴ μια ὁμάδα τοῦ πληθυσμοῦ ἐνάντια στὴν ἄλλη. Καὶ εἶναι νὰ ἀνατριχιάζει κανεὶς ἀναλογιζόμενος πόσο προφητικὸς ἀποδείχτηκε ὁ Γκάτσος. Μιὰ χρονιὰ μετὰ, τὸ 1967, στὴν ἱστορικὴ μείζονα Παλαιστίνη θὰ ξεσπάσει ὁ Πόλεμος τῶν Ἕξι Ἡμερῶν, τὸ 1972 θὰ ἔχουμε τὴν τρομοκρατικὴ ἐπίθεση κατὰ τῆς ἰσραηλινῆς ἀποστολῆς στοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες τοῦ Μονάχου, τὸ 1973 τὸν Πόλεμο τοῦ Γιὸμ Κιπούρ, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ ἀκολούθησαν ἔκτοτε. Στὴ Βόρειο Ἰρλανδία μὲ τὴν πορεία τῆς 5ης Ὀκτωβρίου
1968 καὶ τὴ «Μάχη τοῦ Μπογκσάιντ» τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1969 θὰ ξεκινήσει ἕνας κανονικὸς τριακονταετὴς πόλεμος, μὲ κοντὰ 4.000 νεκρούς, ποὺ θὰ κορυφωθεῖ στὴ «Ματωμένη Κυριακὴ» τοῦ 1972 καὶ στὶς ἀπεργίες πείνας τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ IRA στὶς φυλακὲς τῆς Θάτσερ τὸ 1981, πόλεμος ποὺ μόλις στὰ 1998 θὰ σταματήσει (προσωρινά;) μὲ τὴν εἰρηνευτικὴ συμφωνία τῶν δύο μερῶν. Θὰ πεῖ κανείς, ὑπάρχουν, μπορεῖ νὰ τὰ βρεῖ κανεὶς ὅλα αὐτὰ σ’ ἕνα τραγούδι; Κι αὐτὰ κι ἄλλα πολλά, θὰ ἔλεγα. Ἂς ἀκούσουμε ξανὰ τοὺς στίχους τοῦ Γκάτσου κι ἂς ἀναλογιστοῦμε ὅλους ἐκείνους ποὺ αὐτὴν ἐδῶ τὴ στιγμὴ πορεύονται στὴν ἔρημο – στὸ Κουρδιστάν, στὴν Κύπρο, στὴν Καταλωνία καὶ ὅπου ἀλλοῦ. Καὶ ποὺ ρωτοῦν, πόσο συχνὰ μάταια, νὰ μάθουν «ποῦ εἶναι ὁ γάμος καὶ ἡ χαρά». Κώστας Κουτσουρέλης
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ Ι. Tὸ καλοκαίρι ἐκεῖνο καθὼς λιγόστευε ἡ μέρα του ἄφηνε στὸν καιρὸ τὴ διαδοχή του. Κι ἐμεῖς ἀκόμη στὴν ἐργώδη του ραστώνη ἀφημένοι μέχρι ποὺ ἕνα ὁρισμένο δειλινὸ μᾶς τρόμαξαν οἱ μητρικὲς φωνὲς γιὰ νὰ κλειστοῦμε μὲς στὰ σπίτια μας καθὼς τὸ καραβάνι ἦταν τῶν γύφτων νὰ περάσει. Σύννεφο σκόνης, μιὰ μάζα ἀκαθόριστη ἄντρες, γυναῖκες, γέροντες, παιδιά, οἰκοσκευές, συμπράγκαλα, βουή. Εἴχαμε γείρει τὰ σκοῦρα στὰ πρὸ ὀλίγου ἀνοιχτὰ παράθυρά μας καὶ βλέπαμε ἀλλόκοτους τοὺς ξένους νὰ περνοῦν.
Ἔπειτα ποὔπεσε ὁ κουρνιαχτὸς δυὸ μαῦρα μάτια γύφτικα εἴχανε κοντινὰ σταθεῖ στὸ πάλι ἀνοιχτὸ παράθυρό μου. II. Ἐκεῖ μακριὰ κινοῦνται κάποιες σκιές. Τὰ καραβάνια τῶν παλιῶν ταξιδευτῶν. Κάπου πηγαίνουν καὶ δὲν βλέπω ποῦ. Ἐκεῖ μακριὰ στὸ μισοσκόταδο τοῦ χρόνου μου κινοῦνται ἄνθρωποι ποὺ δὲν τοὺς γνώρισα ποτέ. Κι ὅμως κινοῦνται μέσα μου.
Ἄγγελος Καλογερόπουλος
11
ΕΛΕΝΗ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ, ΙΜΠΡΑΧΙΜ ΑΛ ΚΟΥΝΙ Βιολετιά, βαριὰ σύννεφα κατέβαιναν πάνω ἀπὸ τοὺς ἐρημότοπους τοῦ Μαϊμούν. Γαντζώνονταν στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν κι ἔπειτα ξεμάκραιναν στὸ παντοτινὰ ἄδειο τοπίο τῆς ἐρήμου. Κάθε βουνὸ ὀρθωνόταν μονάχο κάτω ἀπ’ τὸν ἄπλετο οὐρανό, ὡστόσο στὴ σειρὰ σχημάτιζαν ἕνα τεῖχος ποὺ χώριζε τὴν ἔρημο στὰ δυό. Στὰ περάσματα ἀνάμεσα στὰ ἀπόμερα βουνὰ ἁπλωνόταν μιὰ θάλασσα ἀπὸ ἕνα ἀργιλῶδες κοκκινόχωμα ὅπου φύτρωναν βλαστοὶ μὲ ἔντονη μυρωδιά. Ἦταν τὸ τέλος τῆς ἄνοιξης, μὰ ὁ ἥλιος δὲν μᾶς τυραννοῦσε ἀκόμα. Τὸ χρυσάφι καὶ ἡ κατάρα τῆς ερήμου Ἰμπραχίμ ἀλ Κούνι Ὁ Ἰμπραχίμ ἀλ Κούνι, ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους σύγχρονους Ἄραβες συγγραφεῖς, γεννήθηκε τὸ 1948 στὴν πόλη Γκανταμὲς τῆς Ν. Δ. Λιβύης. Μεγάλωσε μὲ τὶς παραδόσεις τῆς νομαδικῆς φυλῆς τῶν Τουαρέγκ, τῶν «μπλὲ ἀνθρώπων», ποὺ ὀνομάστηκαν ἔτσι ἐξ αἰτίας τοῦ γαλάζιου πέπλου ποὺ φοροῦν καὶ καλύπτει ὅλο τὸ πρόσωπο ἐκτὸς ἀπὸ τὰ μάτια. Παρότι τὰ 80 βιβλία του, ἔχουν μεταφραστεῖ σὲ 40 γλῶσσες, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μεταφράστηκε στὰ ἑλληνικὰ καὶ τὸ 2017 κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Καστανιώτη τὸ βιβλίο του Τὸ χρυσάφι καὶ ἡ κατάρα τῆς ἐρήμου. Ὁ ἀλ Κούνι προβληματίζεται γιὰ τὴ σχέση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν ἔρημο καὶ γράφει γι’ αὐτή. Τὰ βιβλία του μιλοῦν γιὰ τὴ ζωὴ τῶν νομάδων στὴν ἔρημο ἡ ὁποία, κατὰ τὸν ἴδιο, δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ ἔρημος, μὰ ἕνα σύμβολο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Σὲ συνέντευξή του, τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε στὴν Ἑλβετία, ρωτήθηκε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γράφει γιὰ τὴν ἔρημο ἐνῶ κοιτάζει τὶς Ἄλπεις. Ἔδωσε τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση: «Ἂν ἡ ἀποστολή μου ἦταν νὰ μιλῶ γιὰ τὴν ἔρημο ὡς ἔρημο καὶ μόνον, θὰ ἀδυνατοῦσα νὰ γράψω ἔστω καὶ μία λέξη γι’ αὐτήν. Ἐκδιώχθηκα ἀπὸ τὸν παράδεισό μου ἐνῶ ἤμουν παιδί. Καὶ προφήτης νὰ ἤμουν, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ γράψω 60 βιβλία ἀπὸ μνήμης. Ἔτσι, γιὰ νὰ τὸ κατορθώσω, κατέφυγα σὲ ἄλλου εἴδους μνήμη: ἐκείνη ποὺ οἱ Σούφι ἀποκαλοῦν «ἐσωτερικὴ μνήμη» καὶ οἱ ψυχαναλυτὲς «ἀσυνείδητο». Καὶ γιὰ αὐτὸ, ἡ ἔρημος ποὺ ζεῖ μέσα στὴν καρδιά μου δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια μὲ ἐκείνη ποὺ βρίσκεται ἀπ’ ἔξω». Ὁ ἀλ Κούνι ὑποστηρίζει ὅτι ὁ χρόνος στὴν ἔρημο, εἶναι χρόνος μεταφυσικός, μυθικός. Τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον συμβαίνουν ταυτόχρονα. Λέει: «Ἔρημος σημαίνει ἐλευθερία κι ἐλευθερία σημαίνει θάνατος. Στὴν ἔρημο, κοιτάζουμε τὸ θάνατο στὰ μάτια καὶ γυρνᾶμε σπίτι ἀσφαλεῖς. Κι ἐγώ, προσπαθῶ νὰ ἐξετάσω τὴ χαμένη διάσταση τῆς ἐρήμου. Τὸν χαμένο της παράδεισο». Ὁ «χαμένος παράδεισος» τοῦ ἀλ Κούνι ἐκτείνεται μεταξὺ τῶν βουνῶν τοῦ Ἄαϊρ, τοῦ Γκανταμὲς καὶ τοῦ Ἀγκαντέζ, 12
τῆς Ταμανρασὲτ καὶ τῆς Σαμπχά, εἶναι δηλαδὴ ἡ ὀροσειρὰ Ἀκάκους, Ταντράρτ Ἀκάκους στὰ βερβερικά, ποὺ βρίσκεται στὴν ἐπαρχία τοῦ Γκὰτ στὴ δυτικὴ Λιβύη, ὅπου γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε ὁ συγγραφέας. Ἡ περιοχὴ εἶναι πλούσια σὲ προϊστορικὲς πετρογραφίες -ἀπὸ τὸ 12.000 π.Χ μέχρι τὸ 100 μ.Χ- ποὺ ἀπεικονίζουν φυσικὲς καὶ πολιτιστικὲς μεταβολὲς τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ ἡ ΟΥΝΕΣΚΟ ἀνακήρυξε προστατευόμενη κληρονομιά, τὸ 1985. Ὁ Ἰμπραχίμ ἀλ Κούνι μᾶς ταξιδεύει στὰ μεγάλα ἄδεια τοπία, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἔρημος συναντᾶ τὸν ὁρίζοντα γιὰ νὰ σχηματίσουν ἕνα ἀπέραντο κενό. Οἱ ἀρχαῖοι μῦθοι, οἱ ἀναφορὲς στὸ μυστικιστικὸ Ἰσλὰμ καὶ τοὺς Σούφι, ἡ μεταφυσικὴ ἀλλὰ καὶ ὁ ρωσικὸς ὑπαρξισμός, ἀποτελοῦν κυρίαρχα σημεῖα τοῦ ἔργου ποὺ ὁ ἀλ Κούνι ἀναδεικνύει μὲ λαμπρὸ τρόπο, ταξιδεύοντάς μας σὲ μιὰ λογοτεχνία ὄχι μόνο ἀραβικὴ μὰ καὶ παγκόσμια. Τὸ ἔργο του Τὸ χρυσάφι καὶ ἡ κατάρα τῆς ἐρήμου εἶναι ἕνα βιβλίο μὲ πολλαπλὰ νοήματα. Παρακολουθώντας τὴν περιπέτεια τοῦ Οὐχαγιὰντ καὶ τῆς Μάχρι καμήλας του, γινόμαστε θεατὲς μιᾶς ἰδιαίτερης σχέσης ἐπιβίωσης μέσα στὴν ἔρημο. Τὸ βιβλίο εἶναι ἕνα ὑπαρξιακὸ παραμύθι, μὲ μηνύματα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τὴν εὐτυχία, τὰ ἀνθρώπινα δεσμά, τὴν ἀπώλεια. Ἡ ἀγάπη τοῦ συγγραφέα γιὰ τὴ φυλή του φάνηκε τὸ 2010, ὅταν τὸ Αἰγυπτιακὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ τοῦ ἀπένειμε τὸ βραβεῖο γιὰ τὸν καλύτερο Ἄραβα συγγραφέα ἀπὸ 100.000 αἰγυπτιακὲς λίρες, τὸ ὁποῖο ἐκεῖνος δώρισε στὰ παιδιὰ τῶν Τουαρὲγκ τοῦ Μάλι καὶ τοῦ Νίγηρα. Οἱ Τουαρὲγκ ἀνήκουν στὶς Βερβερικὲς φυλές, τοὺς νομάδες ποὺ κατοικοῦν στὴν ἔρημο Σαχάρα. Ἡ πρώτη καταγραφὴ τῶν φυλῶν αὐτῶν ἔγινε ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο τὸν 5ο αἰώνα π.Χ. Σήμερα ζοῦν καὶ μετακινοῦνται στὴν ἔρημο ποὺ ἀνήκει στὸ Νίγηρα, τὸ Μάλι, τὴν Μπουρκίνα Φάσο, τὴν Ἀλγερία, τὴ Λιβύη, τὸ Μαρόκο καὶ τὴν Τυνησία, λίγοι στὴ βόρεια Νιγηρία. Εἶναι κατὰ συνέπεια νομάδες τῆς κεντρικῆς καὶ νοτιοδυτικῆς Σαχάρας, ὅπως καὶ τοῦ Σάχιλ, τῆς λωρίδας ποὺ ἑνώνει τὸν Ἀτλαντικὸ μὲ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Θρήσκευμά τους, τὸ σουνιτικὸ Ἰσλὰμ μὲ προ-ισλαμικὰ ἤθη κι ἔθιμα, ἀρχαίους μύθους καὶ θρύλους ἐνσωματωμένους στὴν παράδοσή τους. Ὁ Ἲμπν Χαλντοὺν καὶ πολλοὶ περιηγητὲς καὶ γεωγράφοι -Ἲμπν Μπατούτα, Μοχάμαντ ἀλ Ἰντρίσι, ὁ Λέων ὁ Ἀφρικανός- μίλησαν στὰ ἔργα τους γιὰ τὴ φυλὴ τῶν «πεπλοφόρων». Οἱ συνθῆκες τοῦ σήμερα δημιουργοῦν σοβαρὴ ἀπειλὴ γιὰ τοὺς Τουαρέγκ. Τὸ Ἰσλαμικὸ Κράτος στὴ νοτιοδυτικὴ Λιβύη καὶ ἡ Μπόκο Χαρὰμ σὲ Νιγηρία καὶ Μάλι, ὅπως ἐπίσης ἡ ἐκβιομηχάνιση καὶ ἡ χρήση γεωργικῶν μηχανημάτων συνετέλεσαν στὴ φτωχοποίησή τους. Ὁ Ιμπραχὶμ ἀλ Κούνι ὡστόσο πάντα θὰ γράφει γιὰ τοὺς Τουαρὲγκ καὶ τὴν ἔρημο. Ἑλένη Καπετανάκη
ΡΟΝΥ ΜΠΟΥ ΣΑΜΠΑ
Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Ἡ ἀραβικὴ γλώσσα, ὅπως εἶναι γνωστὸ, εἶναι μία σημιτικὴ γλώσσα, δηλαδὴ μία γλώσσα ποὺ γεννήθηκε στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου, καὶ ὕστερα ἐξαπλώθηκε σὲ μεγάλο μέρος αὐτῆς τῆς λεκάνης. Συνεπῶς, πρόκειται γιὰ μιὰ γλώσσα γειτονικὴ τῆς ἑλληνικῆς, τῆς περσικῆς, καὶ φυσικὰ τῶν ἄλλων σημιτικῶν γλωσσῶν ὅπως εἶναι ἡ ἀραμαϊκή, ἡ φοινικική, κλπ. Ἡ γεωγραφικὴ θέση ἀπὸ τὴ μία, καὶ ἡ πολιτικὴ θέση τῶν ὁμιλητῶν της ἀπὸ τὸν 7ο αἰώνα μΧ. τῆς ἔδωσαν τὸ προνόμιο, θὰ ἔλεγα, νὰ εἶναι ἕνας κρίκος ποὺ συνέδεε ὡς ἕνα βαθμὸ ὅλες αὐτὲς τὶς γλῶσσες μεταξύ τους διαμέσου τῆς μετάφρασης. Δίνω ἔμφαση στὴ μετάφραση γιατὶ αὐτὴ εἶναι τὸ καραβάνι μὲ τὸ ὁποῖο ταξιδεύουν οἱ ἰδέες ἀπὸ τὴ μιὰ γλώσσα στὴν ἄλλη, ἀργὰ καὶ μέσῳ πολλῶν δυσκολιῶν. Οἱ μεταφράσεις ἔγιναν ἀπὸ διαφορετικὲς γλῶσσες πρὸς τὰ ἀραβικὰ, καὶ ἀντίστροφα παίζοντας τὸν βασικότερο ρόλο στὴ διαμόρφωση τοῦ πολιτισμικοῦ γίγνεσθαι στὴν εὐρύτερη Μεσόγειο. Ἡ ἀνάγκη γιὰ τὴ μετάφραση εἶναι ζωτικὴ γιὰ ὅποια ζωντανὴ γλώσσα, δηλαδὴ γιὰ ὅποιον ζωντανὸ λαό. Εἶναι ἡ μόνη γέφυρα ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ νικήσει ἡ ἀνθρωπότητα τὴν Βαβέλ ἀλλιῶς. Ἡ μετάφραση ἦταν συνεπῶς ἀπαραίτητη γιὰ τὸν ἀραβικὸ πολιτισμὸ στὴν ἀρχὴ τῆς ἐξάπλωσής του πέραν τῆς κοιτίδας του. Αὐτὸ τὸ μεταφραστικὸ κίνημα στὴν ἀραβικὴ ἐπικράτεια ἀποδείχθηκε χωνευτήρι γνώσεων, στὸ ὁποῖο συνέβαλαν μεταφραστὲς ἀπ’ ὅλες τὶς ἐθνικότητες καὶ ὁ καθένας ἀπὸ καὶ πρὸς τὶς γλῶσσες ποὺ ἤξερε. Μια μετάφραση μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ μὲ τὸ γνωστὸ «φαινόμενο τῆς πεταλούδας». Δρᾶ γιὰ πολὺ καιρὸ μετὰ τὴν ἐκπόνησή της καὶ μὲ τρόπο ἀπρόβλεπτο, ὅπως στὸ παράδειγμα ποὺ θὰ ἀκολουθήσει. Ὁ Σῦρος φιλόσοφος Ἰάμβλιχος ποὺ ἔζησε στὰ μέσα τοῦ 3ου αἰ. μΧ, κατατάσσεται ἀνάμεσα στοὺς νεοπλατωνιστές. Ὅπως εἶναι ἀναμενόμενο ἔγραφε στὰ ἑλληνικά. Ἀλλὰ ἡ Ἱστορία- γιὰ τοὺς λόγους της- ἔβαλε στὴ λήθη μερικὰ ἔργα του. Τον 10ο αἰ., ὁ ἄραβας συγγραφέας Ἲμπν Ἂν-Ναντίμ,1 στὸ βιβλιογραφικὸ ἔργο του Ἀλ-Φίχριστ,2 στὸ λῆμμα γιὰ τὸν Πυθαγόρα, ἀναφέρει τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἰάμβλιχου στὰ Χρυσὰ Ἔπη τοῦ Πυθαγόρα, τὸ ὁποῖο δὲν ἦταν γνωστὸ πλέον στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία.3 Τὸ κείμενο ἦρθε τελικὰ στὴν ἐπιφάνεια μετὰ τὸ 1942 ὅταν ὁ Ρόμπερτ Γκάρρετ (Robert Garret) δώρισε στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Πρίνστον τὴ συλλογή του μὲ τὰ χειρόγραφα.4 Πρόκειται γιὰ χειρόγραφο ποὺ «χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1278-1279»,5 μὲ Ἔζησε καὶ πέθανε στὸ Ἰράκ τὸν 10ο αἰώνα, καὶ κατὰ κάποιους πέθανε τὸν 11οαἰ. μ.Χ. 2 Ἔργο τοῦ Ἴμπν Ἂν-Ναντίμ, γραμμένο τὸ 988 μ.Χ. Αναφέρει 8360 τίτλους βιβλίων ποὺ δείχνουν τὴν κατάσταση τῶν γραμμάτων ἐκείνη τὴν ἐποχή. 3 Ἰάμβλιχος, Ὑπόμνημα εἰς τὰ Πυθαγόρου Χρυσὰ Ἔπη, μτφ. Ἄϊας Νάσερ, ἐκδόσεις Κάκτος, Ἀθήνα 2017, σ. 67. 4 Garrett Collection of Arabic Manuscripts, ἀνακτήθηκε ἀπὸ https://rbsc.princeton.edu/topics/1213/divisions/15 1
ἐλλείψεις ποὺ συμπληρώθηκαν ἀπὸ τὸ σωζόμενο στὴν πόλη Κὸμ τοῦ Ἰράν χειρόγραφο τοῦ 1662.6 Ὁ Ἰάμβλιχος στὸ ὑπόμνημα παραθέτει τὶς προτάσεις τοῦ Πυθαγόρα μία μία καὶ τὶς ἑρμηνεύει ἀπὸ κάτω. Αὐτὸ τὸ ἀραβικὸ κείμενο λοιπὸν μᾶς διασώζει ταυτόχρονα δύο κείμενα: τὰ Χρυσὰ Ἔπη τοῦ Πυθαγόρα καὶ τὸ Ὑπόμνημα τοῦ Ἰάμβλιχου. Χάρη στὴν ἀραβικὴ μετάφραση ἀνακτήθηκαν αὐτὰ τὰ δύο κείμενα σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀραβικὰ. Τὸ ἀραβικὸ μέρος τοῦ Πυθαγόρα ἐπιτρέπει στοὺς μελετητὲς νὰ συγκρίνουν τὸ κείμενο μὲ ἄλλες μεταφράσεις τοῦ Πυθαγόρα στὰ ἀραβικὰ καὶ νὰ φτάσουν σὲ σημαντικὰ συμπεράσματα γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς μετάφρασης καὶ τῆς σχετικῆς ὁρολογίας- βλέπε σκέψη- στὰ ἀραβικὰ. Τὸ 2009 o Συλβαίν Γκουγκενέμ (Sylvain Gouguenheim), στὸ βιβλίο Ὁ Ἀριστοτέλης στὸ Μὸν-Σαὶν-Μισὲλ7 διατύπωσε τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχασε τὴν ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὴν Εὐρώπη, καὶ δὲν εἶχε ἀνάγκη τὴ μεσιτεία τῆς μετάφρασης τῶν Ἀράβων. Ὡστόσο, ἡ ἀπευθείας μετάφραση ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ στὰ λατινικὰ δὲν ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξη τῆς μετάφρασης μέσῳ τῆς ἀραβικῆς γλώσσας οὔτε μπορεῖ νὰ ὑποβιβάσει τὴ σημασία της. Ἡ νοτιοδυτικὴ Εὐρώπη δὲν γνώρισε τὸν ἑλληνισμὸ μέσῳ τῶν λατινικῶν μεταφράσεων. Τὰ χειρόγραφα δὲν ἦταν διαδεδομένα ἀπὸ τὴ μιά, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία εἶχε ἀπαγορεύσει ρητὰ τὴ μελέτη τῶν ἔργων τοῦ Ἀριστοτέλη περὶ φυσικῆς καὶ βιολογίας, σὲ Συνόδους τὸ 1210, 1215, καὶ 1230, ὥσπου ὁ Σίγκερ της Βραβάντης (Siger de Brabant), ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Ἀβερρόη καὶ τὸν Ἀριστοτέλη μετέδιδε τὶς ἀπόψεις του διδάσκοντας στὴ Σορβόννη καὶ ἀναγκάζοντας τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ διορίσει τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη, γιὰ νὰ τοῦ ἀντιπαρατεθεῖ, διδάσκοντας καὶ αὐτὸς στὸ ἴδιο πανεπιστήμιο. Αὐτὴ ἡ πανεπιστημιακὴ ἀντιπαράθεση γνωστὴ στὴν ἱστορία ὡς «σχολαστικὲς διαμάχες» μᾶλλον βρίσκεται στὶς ρίζες τῆς ἰσχύουσας ἐντύπωσης ὅτι τὸ ἔργο τοῦ Ἀριστοτέλη πέρασε στὴν Εὐρώπη χάρη στοὺς Ἄραβες καὶ δὴ τὸν Ἀβερρόη. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Ραφαὴλ ἤδη τὸ 1510-1511 εἶχε ἀναγνωρίσει τὸν σπουδαῖο ρόλο τοῦ Ἀβερρόη καὶ τῶν ἀραβικῶν μεταφράσεων μέχρι τὶς μέρες του ἐνέταξε τὸν ἄραβα φιλόσοφο στὴ δική του «Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν», τὴν οποία ὁ ἴδιος εἶχε ὀνομάσει «τὶς αἰτίες γνώριζε» (Causarum cognitio). Οἱ μεταφραστὲς καὶ οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὶς πολιτισμικὲς σχέσεις ποὺ ἀναφέρθηκαν ἔζησαν μᾶλλον τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας τους σὰν στιγμιαία ἀλλὰ ἡ ἱστορία εὐδόκησε νὰ καταλάβουν σημαντικὴ θέση στὶς σελίδες της γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἐμεῖς ὅσους θησαυροὺς χωρᾶνε τὰ χέρια μας γιὰ μᾶς, καὶ τὴν ἐποχή μας. Ρόνυ Μποὺ Σάμπα Ἰάμβλιχος, Ὑπόμνημα εἰς τὰ Πυθαγόρου Χρυσὰ Ἔπη, ὅ.π. σ. 67. Ἰάμβλιχος, ὅ.π. σ. 68. 7 Συλβαίν Γκουγκενέμ, Ὁ Ἀριστοτέλης στὸ Μὸν-Σαὶν-Μισὲλ: Οἱ ἑλληνικὲς ρίζες τῆς χριστιανικῆς Εὐρώπης, Ὁλκός, Ἀθήνα 2009. 5 6
13
ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΜΟΥΛΗΣ
Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΤΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ, ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ ἂν καὶ ἔχει τὶς ρίζες της στὰ συστήματα (κλίμακες) τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ συγγενεύει μὲ τὶς ἀνατολικὲς μουσικὲς μὲ τὶς ὁποῖες ἦρθε σὲ ἐπαφή. Ἐπιδράσεις τῆς περσικῆς καὶ μετέπειτα ἰσλαμικῆς μουσικῆς ὑπῆρξαν ἀπὸ παλιά, ἀλλὰ ἐντάθηκαν κυρίως ἀπὸ τὰ χρόνια τῶν Παλαιολόγων (13ος αἰ. καὶ ἔπειτα). Ἡ σύγκριση τῶν ἤχων καὶ τῶν μακαμιῶν φανερώνει τὴν ἄμεση σχέση τοῦ μουσικοῦ ὑλικοῦ τους, ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀπόλυτη ταύτιση τῶν δύο εἰδῶν ὅσον ἀφορᾶ τὰ μουσικά τους χαρακτηριστικά, γιατὶ ὑπάρχουν πολλὲς καὶ σαφεῖς διαφορές. Ἡ σχέση τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς μὲ τὸ «ἐξωτερικὸ μέλος», τὴν μουσικὴ δηλαδὴ τῶν ἀνατολικῶν καὶ ἀλλόθρησκων λαῶν, γίνεται ἐφικτὴ κυρίως μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης (1453). Στὴν χειρόγραφη παράδοση βρίσκεται ἱκανὸς ἀριθμὸς μελῶν καὶ κυρίως κρατημάτων, τῶν ἐπιφανέστερων μελουργῶν τῆς βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιοδου, τὰ ὁποῖα ἔχουν παράλληλα μὲ τὴν σήμανση τῶν ἤχων, χαρακτηρισμοὺς τῆς ἐξωτερικῆς μουσικῆς. Ἡ σχέση αὐτὴ ἐντείνεται ἀπὸ τὸν 18ο αἰ, καθὼς ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παναγιώτη Χαλάτζογλου (†1748) καὶ ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ μουσικοὶ ἔγραψαν θεωρητικὲς πραγματεῖες ἐξωτερικῆς μουσικῆς καὶ συλλογὲς τραγουδιῶν (μισμαγιές). Οἱ μουσικοὶ αὐτοὶ στὴν πλειοψηφία τους ἦταν χρῆστες τοῦ ταμποὺρ (σ.σ.: ὄργανο λαουτοειδὲς μὲ μακρὺ χέρι) καὶ τοῦ νέυ ἢ νάι (ἀραβικὸς πλαγίαυλος) καὶ ἔθεσαν τὶς βάσεις γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ λόγιου, ἀστικοῦ, κοσμικοῦ τραγουδιοῦ τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἐγκαινίασαν αὐτὴ τὴ σχέση συγκαταλέγεται ἡ περίφημη τετρανδρία τοῦ 14ου αἰ., Ἰωάννης Κουκουζέλης, Ἰωάννης Γλυκὺς καὶ Ξένος ὁ Κορώνης, καθὼς καὶ αὐτὴ τοῦ 17ου αἰ., Παναγιώτης ὁ Νέος Χρυσάφης, Γερμανὸς Νέων Πατρῶν, ὁ Πέτρος Μπερεκέτης καὶ ὁ Μπαλάσιος Νομοφύλαξ, οἱ μελουργοὶ τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰ. ὁ Ἰωάννης Κλαδᾶς καὶ ὁ Μανουὴλ Χρυσάφης, ἀλλὰ καὶ ἐξέχουσες προσωπικότητες ὅπως ὁ Ἀρσένιος Βατοπαιδινός, ὁ Θεοφάνης Καρύκης, ὁ Παναγιώτης Χαλάτζογλου καὶ ὁ Νικηφόρος Καντουνιάρης καὶ δύο ἀπὸ τοὺς καθιερωτὲς τῆς Νέας Μεθόδου (1814), ὁ Γρηγόριος Πρωτοψαλτης καὶ ὁ Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ. Ὁ 18ος αἰ. εἶναι αἰώνας μεγάλης ἄνθησης τῆς μουσικῆς καὶ σὲ αὐτὸ τὸ ἀνανεωτικὸ κλίμα πρέπει νὰ ἐνταχθεῖ καὶ τὸ θεωρητικὸ τοῦ Χαλάτζογλου μὲ τίτλο Σύγκρισις τῆς ἀραβοπερσικῆς μουσικῆς πρὸς τὴν ἡμετέραν ἐκκλησιαστικήν. Ἕνας ἄλλος μαθητὴς τοῦ Π. Χαλάτζογλου εἶναι ὁ Κύριλλος Μαρμαρινὸς (ἀκμὴ 1730-1760) συνθέτης καὶ συγγραφεὺς ἑνὸς θεωρητικοῦ ἐγχειριδίου μὲ τὸν τιτλο Εἰσαγωγὴ μουσικῆς κατ’ ἐρωταπόκρισιν, ποὺ ἀναφέρεται στοὺς κλάδους τῶν ἤχων (μακὰμ) καὶ τοὺς ρυθμοὺς τῆς ἀραβοπερσικῆς μουσικῆς (οὐσούλ). Ὁ Πέτρος Λαμπαδάριος ἢ Πελοποννήσιος (†1777), ἡ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, ὑπῆρξε γνώστης καὶ μεγάλος 14
δάσκαλος τῆς ἐξωτερικῆς μουσικῆς. Ἡ παράδοση ἀποδίδει στὸν Πέτρο μιὰ ἀνθολογία ἀσμάτων μὲ μακάμια, μπεστέδες καὶ πεσρέφια, ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ σώζεται σήμερα στὴν συλλογὴ Γριτσάνη (ποὺ ἀπόκειται στὴ Ζάκυνθο). Συνεχιστὴς τοῦ Πέτρου ὑπῆρξε ὁ Πέτρος Βυζάντιος (†1808) ποὺ ἐχειρίζετο τὸ ταμποὺρ καὶ τὸ νέυ, ἔχοντας βαθειὰ γνώση τῆς ἐξωτερικῆς μουσικῆς. Σύγχρονος τοῦ Πέτρου Βυζαντίου ὑπῆρξε ὁ Ἰάκωβος Πελοποννήσιος (†1800), πρωτοψάλτης τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος εὐδοκίμησε ὡς συνθέτης ἀνατολικῶν ἀσμάτων. Ὁ Ἀπόστολος Κώνστας ὁ Χῖος (ἀκμὴ17901835), συνθέτης, ἀντιγραφέας καὶ θεωρητικὸς, συνέγραψε τὸ 1800 θεωρητικὸ ἐγχειρίδιο μὲ τίτλο Μουσικὴ τέχνη τῆς κοινῆς παραδόσεως καὶ τεχνολογίας. Πρόκειται γιὰ τὸ πρῶτο θεωρητικὸ ἔργο ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς τῆς προεπαναστατικῆς Ἑλλάδας, ποὺ χρησιμοποιεῖ συχνὰ ἀραβοπερσικοὺς ὅρους. Ἰδιαίτερα στὴν ὀνομασία τῶν ἤχων ἀντιπαραβάλλει ἤχους μὲ μακάμια καὶ χρησιμοποιεῖ τὶς περσικὲς ὀνομασἰες γιὰ τὴν διάταξη τῶν δεσμῶν (τάστων) τῆς πανδουρίδας (ταμπουρᾶ). Τελευταῖος πρὶν τοὺς τρεῖς δασκάλους ὁ Νικηφόρος Καντουνιάρης συγγράφει τὸ 1818 τὴν Μελπομένη ποὺ περιέχει «σεμάγια, σαρκιὰ καὶ μπεστέδες» ἐμπεριέχοντας μέσα στὸ βιβλίο του, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸ σαρκιὰ καὶ μπεστέδες, ἔργα τοῦ Πέτρου τοῦ Πελοποννήσιου. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς δασκάλους καὶ ἐφευρέτες τῆς Νέας Μεθόδου, ὁ μὲν Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ ἐπιθεώρησε καὶ διόρθωσε τὴν συλλογὴ ἀραβοτουρκικῶν ἀσμάτων Εὐτέρπη τοῦ χανεντὲ Ζαχαρία, ὁ δὲ Χρύσανθος, ἐπίσκοπος Προύσης, συνέγραψε τὸ Μέγα Θεωρητικὸ τῆς μουσικῆς στὸ ὁποῖο μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει τοὺς ρυθμοὺς καὶ τὰ μακάμια τῶν Ὀθωμανῶν, ὅπου ἐκεῖ σημειώνει 720 συνολικὰ χρόες (κλίμακες) καὶ ἀντιστοιχίζει τὶς βασικὲς ἀπὸ αὐτὲς μὲ τὰ ἀντίστοιχα «ὀθωμανικὰ μακάμια». Τέλος ὁ πρωτοψάλτης Γρηγόριος (1777-1821) ἀσχολήθηκε μεταξὺ ἄλλων καὶ μὲ τὴν σύνθεση ἀσμάτων ἐξωτερικῆς μουσικῆς. Ἡ παράδοση θέλει πολλοὺς ἐκκλησιαστικοὺς μουσικοὺς κατόχους τῆς κοσμικῆς μουσικῆς καὶ τῶν ὀργάνων, μὲ πρώτη προτίμηση στὸν τομέα τῆς ὀργανοχρησίας τὸ ταμπούρ, «τὸ παρ’ ἡμῖν ἀκριβέστερον ὄργανον» κατὰ τὸν Χρύσανθο. Γιὰ τὴν περιγραφὴ τῶν μελῶν χρησιμοποιοῦνται ἄλλοτε ὀνόματα δηλωτικὰ μουσικῆς ἰδιότητας (πχ. ναγμές, πεσρέφι), μουσικοῦ τρόπου (σεγκιάχ, σουζενάκη), ὀνόματα μουσικῶν ὀργάνων (νάι, μουσχάλι), ἐθνικὰ ὀνόματα καὶ ἐπίθετα (ἀτζεμικόν, ἰσμαηλιτικόν, περσικόν) ἢ ἄγνωστες ὀνομασίες ἐξωτερικῆς προέλευσης (ἐμπαχούμ, σουρχάν). Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καὶ ἡ χρησιμοποίηση τῆς ὀνομασίας τῶν τριῶν φθορῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, ἤτοι μουστεὰρ (ζυγὸς), χησὰρ (σπάθη) καὶ νισαμποὺρ (κλιτόν), στὸ Θεωρητικὸ στοιχειῶδες τοῦ Κυριακοῦ Φιλοξένους (1859) ὅπου ἐκεῖ Συνέχεια στὴ σελίδα 17
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ 16 ου Αἰ. Εἶναι γενικὰ γνωστὸ ὅτι στήν Ρωσία τοῦ 16ου αἰ. συμβαίνουν μεγάλες ἀνακατατάξεις, καθ’ ὅσον διαμορφώνεται σταδιακά, τόσο ἀπὸ γεωγραφικῆς ὅσο καί ἀπὸ πολιτιστικῆς πλευρᾶς, ἡ ρωσικὴ αὐτοκρατορία. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ κρίθηκε τότε ἀπὸ τοὺς τσάρους ἀναγκαῖος ὁ διαφωτισμὸς τῶν Ρώσων, στόν ὁποῖο συνέβαλε καί ἡ προσωπικότητα τοῦ Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, ὁ ὁποῖος ἔζησε, φυλακίστηκε καὶ ἀπέθανε στήν Ρωσία στὰ μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πάντως, οἱ τσάροι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, παρὰ τὰ ἀρκετὰ προβλήματα, ἐπέτυχαν τήν ἐπέκταση τοῦ κράτους σέ μεγάλες περιοχές, κυριεύοντας διαδοχικὰ τὸ Καζάν, τὸ Ἀστραχάν καί μέρος τῆς Σιβηρίας. Αὐτὴ ἡ ἐπέκταση ὅμως δέν συνοδεύτηκε ἀπολύτως ἀπὸ ἀντίστοιχη πρόοδο κοινωνικὴ ἤ πολιτιστική. Φαίνεται, ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡ ρωσικὴ κοινωνία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι μία κλειστή, ἀπαίδευτη, ἀνώριμη, μὲ μεγάλες κοινωνικὲς ἀνισότητες καὶ ἐκκλησιαστικὰ προβληματικὴ κοινωνία. Ἐπισημαίνεται σχετικὰ ὅτι «ἡ μεγάλη ἀμάθεια ὅλων τῶν κοινωνικῶν στρωμάτων εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἐπικράτηση πλήθους πλανῶν, δεισιδαιμονιῶν καὶ προλήψεων … Ἡ μαγεία ἦταν διαδεδομένη … Εὐρύτατα διαδεδομένη ἦταν ἡ ἀστρολογία … ἀναισθησία καί σκληροκαρδία κυριαρχοῦσαν στὴν ρωσικὴ κοινωνία … Ἀποτέλεσμα τῆς προνομιακῆς θέσεως τῶν ἰσχυρῶν ἦταν ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη δικαιοσύνης … Οἱ ἱεροπραξίες γίνονταν χωρὶς τάξη ἐπειδὴ οἱ ἱερεῖς ἀγνοοοῦσαν τὸ Τυπικό … Μοναχοὶ καὶ Μονὲς ἀσκοῦσαν τὴν τοκογλυφία» (Βλ. Δημ. Γόνης, «Ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικὸς [1470-1556]», στόν τόμο Ἁγίου Μαξίμου Γραικοῦ Λόγοι, τ. Α΄, μετ. Μ.Τσυμπένκο, Τιμόθεος Γκιμόν, Ἱερὰ Μεγίστη Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος 2011, σσ. 67-73). Ἀσφαλῶς αὐτὰ ἐξηγοῦνται ὣς ἕνα βαθμὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι στήν Ρωσία τοῦ 16ου αἰ. δέν εἶχε ὀργανωθεῖ ἀκόμα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα. Παρὰ τὰ ἀνωτέρω, ἀλλὰ καί γιὰ τήν ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων, θὰ πρέπει νὰ λεχθεῖ ὅτι τήν ἐποχὴ τοῦ 16ου αἰ. παρουσιάζεται στὴν ρωσικὴ Γραμματεία μία ὤθηση στήν
ἱστοριογραφικὴ δραστηριότητα (λ.χ. ἡ «Ἱστορία τῆς ἅλωσης τοῦ Πσκόφ», 1510, τὸ «Βιβλίο τῶν Ἑκατὸ κεφαλαίων», 1551, τὸ «Ντομοστρόι», 1556) ποὺ δὲν ἔχουν ἰδιαίτερο λογοτεχνικὸ ἐνδιαφέρον. Ἀντιθέτως, σημειώνεται ὅτι τὰ βιβλία «Καλενδάριο τῶν Ἁγίων» καὶ τὸ «Βιβλίο τῶν Βαθμῶν» τοῦ Μακαρίου Μόσχας (1482-1563) ἔχουν μεγαλύτερη λογοτεχνικὴ ἀξία (βλ. σχετικὰ D.S. Mirsky, Ἱστορία τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας, μετ. Ἰ. Ράλλη, Κ. Χατζηδήμου, Ἀθήνα 1977, σ. 18). Ἀπὸ τὰ παραπάνω παραδείγματα συνάγεται ὅτι δέν μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς κατηγορηματικὸς ὅσον ἀφορᾶ τὴν ρωσικὴ κοινωνία τοῦ 16ου αἰ. Ὁπωσδήποτε εἶναι μία δύσκολη, ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, ἐποχή, μέ ἀνακατατάξεις στὸ κοινωνικὸ καὶ τὸ πολιτιστικὸ ἐπίπεδο. Σέ κάθε περίπτωση, εἶναι εὐοίωνο τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ κοινωνία ἀναζητοῦσε διεξόδους διαφωτισμοῦ καὶ προόδου καὶ πρὸς τοῦτο ἐκλήθη στήν Ρωσία ὁ Μάξιμος ὁ Γραικός, ἡ προσωπικότητα τοῦ ὁποίου ἦταν ἤδη γνωστή. Ὁ Μάξιμος ὁ Γραικὸς εἶχε σπουδάσει στὴν Φλωρεντία κοντὰ στὸν Ἰωάννη Λάσκαρι, ἐνῶ ἀργότερα βρέθηκε στὴν Βενετία ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν γνωστὸ τυπογράφο Ἄλδο Μανούτιο. Ἑπόμενος καί κρίσιμος σταθμὸς στὴν ζωή του ὑπῆρξε τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου παρέμεινε δέκα χρόνια. Ἀκριβῶς ἡ μόρφωση ποὺ ἀπέκτησε στὴν Δύση καὶ τὸ ἀσκητικὸ ἦθος ποὺ διαμόρφωσε στὴν Ἀνατολὴ ἀποτέλεσαν τὶς αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες προσεκλήθη στὴν Ρωσία, ὅπου ἄφησε ἕνα τεράστιας σημασίας ἔργο τόσο μεταφραστικὸ πάνω σὲ λειτουργικὰ καί πατερικὰ κείμενα, ὅσο καί ὁμιλητικό. Σὲ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θὰ ἔλεγα ὅτι ἡ κλειστὴ ρωσικὴ κοινωνία τοῦ 16ου αἰ. ἔκανε ἕνα βῆμα ἐξόδου, καθὼς ἐκάλεσε τὸν ἅγιο Μάξιμο ὁ ὁποῖος συνδύαζε καὶ συνδιαμόρφωνε στοιχεῖα τόσο τῆς θύραθεν ὅσο καί τῆς ἔσω σοφίας. Αὐτὸς ὁ συσχετισμὸς ἔχει μεγίστη σημασία γιὰ τὸν φωτισμὸ ἑνὸς λαοῦ, ὅπως τοῦ ρωσικοῦ. Δημήτρης Μπαλτᾶς
ΠΕΡΙ ΕΝΟΤΗΤΟΣ Τὸ ὑπόλοιπο τοῦ δυτικοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους εἶναι διηρημένο σὲ πολλὲς ἡγεμονίες καὶ δεσποτᾶτα, ποὺ διαρκῶς ζοῦν ἐχθρικὰ μεταξύ τους. Οἱ δὲ δυτικοὶ ἡγεμόνες πολεμοῦν μεταξύ τους, ὅπως καὶ οἱ προγενέστεροι δικοί μας εὐρωπαῖοι βασιλεῖς, δεσπότες καὶ ἡγεμόνες, Ἕλληνες, Βούλγαροι καὶ Σέρβοι, τοὺς ὁποίους ὅλους κοινῶς ἐξολόθρευσε ὁ κακοάθεος ἰσμαηλίτης, κατὰ παραχώρησιν ἐναντίον μας ἀπὸ ἄνω. […] ἔτσι πάλι ἡ διαφωνία καὶ ἡ μάχη μεταξὺ τῶν πολλῶν, λόγῳ ὑπερηφανίας, φιλαρχίας καὶ φιλαργυρίας, ἐνοικίζει ἀνάμεσά τους τὸν ἴδιο τὸν θεομάχο καὶ ἀνθρωποκτόνο διάβολο. Ἀπὸ τὸν ὁποῖο στὸ ἑξῆς ἀοράτως στρατηγούμενοι, δὲν παύουν νὰ πολεμοῦν ἀναμεταξύ τους μὲ τραχύτητα, σὰν ἄγρια θηρία, μέχρις ὅτου ἐξολοθρευθοῦν παντελῶς ὁ ἔνας ἀπὸ τὸν ἄλλον. Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους (μτφ.-ἐπιμ.), Ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικός. Ὁ φωτιστὴς τῶν Ρώσων, ἐκδ. Ἁρμός, χχ σ. 158-159
15
ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ (11ος αἰ. μ. Χ.) Πρὸς μοναχὸν Ἀνδρέαν (ἀπόσπασμα)
Πολλοὶ λέγουσιν (εἰ δ᾿ ἀληθεῖς οἱ λόγοι οὐκ οἶδα) πλὴν λέγουσι· καὶ πείθουσί μὲ, ὡς σφόδρα χαίρεις, ὦ μοναστὰ καὶ πάτερ, εἴ τὶς σὲ σεπτοῖς δεξιοῦται λειψάνοις ἀνδρῶν μαρτύρων ἢ σεβαστῶν μαρτύρων, θήκας δὲ πολλὰς λειψάνων θείων ἔχεις, ἃς ἐξανοίγων τοῖς φίλοις σου δεικνύεις· τοῦ Προκοπίου μάρτυρος χεῖρας δέκα, Θεοδώρου δὲ πέντε καὶ δέκα γνάθους, καὶ Νέστορος μὲν ἄχρι τῶν ὀκτὼ πόδας, Γεωργίου δὲ τέσσαρας κάρας ἅμα, καὶ πέντε μαστοὺς Βαρβάρας ἀθλοφόρου· καὶ νῦν μὲν ὀστᾶ δώδεκα βραχιόνων τοῦ καλλινίκου μάρτυρος Δημητρίου, νῦν τ᾿ αὖ καλάμους εἴκοσι σκελῶν ὅλων τοῦ Παντελεήμονος (ὢ τῆς πληθύως!)
Πολλοὶ λένε (κι ἂν εἶναι ἀληθινὰ τὰ λόγια τους δὲν τὸ γνωρίζω), λένε ὅμως καὶ μὲ πείθουν∙ ὅτι πολὺ χαίρεσαι, ὦ μοναχὲ καὶ πατέρα, ἂν κάποιος σοῦ προσφέρει λείψανα σεπτὰ ἀνδρῶν μαρτύρων ἢ σεβαστῶν γυναικῶν, καὶ θῆκες θείων λειψάνων λένε πὼς ἔχεις πολλές, ποὺ τὶς ἀνοίγεις πάντα καὶ τὶς δείχνεις στοὺς φίλους σου · δέκα χέρια τοῦ μάρτυρα Προκόπιου, τοῦ Θεοδώρου δεκαπέντε γνάθους, τοῦ Νέστορος περὶ τὰ ὀκτὼ ποδάρια, τοῦ Γεωργίου δε κάρες τέσσερις καὶ μαστοὺς πέντε τῆς ἀθλοφόρου Βαρβάρας καὶ -πρόσφατα ἀποκτήματα- τὰ ὀστᾶ ἀπὸ τοὺς δώδεκα βραχίονες τοῦ καλλινίκου μάρτυρα Δημήτριου κι ἀκόμα τοὺς καλάμους ἀπὸ τὰ εἴκοσι συνολικὰ σκέλη τοῦ Παντελεήμονος (τί πλῆθος στ’ἀλήθεια!)
Εἰς τὴν τοῦ βίου ἀνισότητα Δίκαια ταῦτα, δημουργέ μου λόγε, πηλὸν μὲν εἶναι πάντας ἀνθρώπους ἕνα καὶ χοῦν τὸν αὐτόν, ἀλλὰ καὶ φύσιν μίαν, τελεῖν δέ πως ἄνισον αὐτοῖς τὸν βίον; ναὶ ναὶ στάσιν τὰ πάντα πάντως οὐκ ἔχει, κἂν γὰρ δεήσῃ συστραφέντα τὸν βίον κύκλους ἑλίττειν βακχικῆς ἀταξίας, ἐν μὲν χιλίοις πλουσίοις ἢ μυρίοις εἷς δυστυχήσας συγκάτεισι τοῖς κάτω, ἐν δ᾿ αὖ πένησιν ἀθλίοις τρισμυρίοις τρεῖς εὐπραγοῦσι καὶ γίνονται τῶν ἄνω. τῷ τοῦ δικαίου τήκομαι ζήλῳ, λόγε, καὶ ταῦτα πρὸς σὲ φθέγγομαι τὸν δεσπότην, σὺ δ᾿ ἀλλ᾿ ἀνάσχου μακροθυμῶν, ὡς ἔθος, καὶ τῶν ἐμῶν ἄκουε νῦν γογγυσμάτων. μὴ τὸν μὲν αὐτὸς ἔπλασας ταῖς χερσί σου, τούτου δὲ πλάστης ἄλλος; ἢ τί λεκτέον; οὐκ ἔργα τῶν σῶν πάντες εἰσὶ δακτύλων; ἀλλ᾿ οἱ μὲν αὐτῶν οὐκ ἀναγκαίων μόνον κατατρυφῶσιν, ἀλλὰ καὶ πολλῷ πλέον καὶ τοῖς περιττοῖς ἐντρυφῶσι τοῦ βίου, οἱ δὲ γλίχονται καὶ μονοβλώμου τρύφους ἢ μᾶλλον εἰπεῖν καὶ τραπέζης ψιχίων. δίκαιε, ποῦ δίκαια ταῦτα τυγχάνει; 16
Εἶναι δίκαιο, ἀλήθεια , δημιουργέ μου λόγε, ἀπὸ ἕνα πηλὸ νὰ ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πλαστεῖ, κι ἀπὸ τὸ ἴδιο χῶμα κι ἀπ’ τὴν ἴδια φύση, κι ὅμως νὰ εἶναι ἄνισος ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων; Ναί, ναὶ τὰ πάντα ὁλοένα γυρίζουν καὶ τίποτα δὲν σταματᾶ, ἂν ὅμως κάποιος ζητήσει ἀνάποδα νὰ γυρίσει ὁ βίος καὶ ν’ ἀρχίσει σὲ κύκλους βακχικῆς αταξίας νὰ στρέφεται, μέσα σὲ χίλιους ἢ ἀκόμα σὲ μύριους πλούσιους ἕνας μονάχα δυστυχὴς θὰ βρεθεῖ μὲ τοὺς κάτω, ἀνάμεσα δὲ σὲ τρισμύριους ἄθλιους πένητες, τρεῖς μοναχὰ εὐπραγοῦντες θὰ βρεθοῦν μὲ τοὺς πάνω. Ἀπὸ ζῆλο δικαίου λιώνω, Λόγε, καθὼς πρὸς ἐσέ, τὸν δεσπότη, ἀπευθύνομαι καὶ σὺ ἄφησε γιὰ λίγο τὰ ἄλλα στῆς μακροθυμίας σου τὸ ἔλεος, ὅπως αρμόζει , κι ἄκουσε τώρα τὸν βογκητὸ τοῦ δικοῦ μου παράπονου. Μήπως τὸν ἕνα τὸν ἔπλασες ἐσὺ μὲ τὰ ἴδια σου χέρια καὶ τοῦ ἄλλου ἄλλος εἶναι ὁ πλάστης; ἢ μήπως κάτι ἄλλο θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ; Δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔργα τῶν δικῶν σου δακτύλων; Πῶς γίνεται, λοιπὸν, οἱ μὲν ὄχι μονάχα τὰ ἀναγκαῖα νὰ ἀπολαμβάνουν, ἀλλὰ καὶ πολὺ περισσότερα, ἀκόμα καὶ μὲ περιττὰ νὰ διάγουνε τὸν τρυφηλό τους βίο, κι οἱ ἄλλοι νὰ ὀνειρεύονται πὼς τρῶνε μιὰ μπουκιὰ ψωμὶ
ἕως πότε στήσειας ἡμῖν τὴν κτίσιν; σύσσεισον αὐτὴν ἢ κατάκλυσον πάλιν· μηδεὶς κιβωτοῦ δευτέρας αὖθις τύχοι, μὴ Νῶέ τὶς γένοιτο καὶ πάλιν νέος· οἴχοιντο πάντες· λείψανον μὴ μεινάτω. εἰ δ᾿, ὡς ὑπέσχου, μακρόθυμε Χριστέ μου, τὴν γῆν ἐς αὖθις οὐ κατακλύζειν θέλεις, καὶ γὰρ φυλάττεις οἶδα τὰς ὑποσχέσεις, Ἄτλαντα χειρὶ σῇ βαλὼν ἐκ τῶν ἄνω τὴν πᾶσαν αὐτῷ συγκατάστρεψον κτίσιν, μιγνὺς πόλον γῇ καὶ τὰ πάντα συμφύρων· οὕτω γὰρ ἂν γένοιτο πάντων ἰσότης.
ἢ, γιὰ νὰ πῶ καλύτερα, τὰ λίγα ἐκεῖνα ψίχουλα ποὺ ἀπ’ τὰ τραπέζια πέφτουν; Δίκαιε, ποῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη σὲ ὅλα αὐτά; Ἕως πότε λοιπὸν γιὰ μᾶς ὀρθὴ θὰ κρατήσεις τὴν κτίση; Ἀπ’ τὰ θεμέλια σεῖσε την ἢ φέρε νέο κατακλυσμό · Νῶε, ὅμως, κανεὶς νὰ μὴν ὑπάρξει νέος Οὔτε κανεὶς σὲ κιβωτὸ Δευτέρα νὰ βρεθεῖ· νὰ πᾶνε ὅλοι νὰ χαθοῦν· λείψανο νὰ μὴν μείνει· ἂν, ὅμως, ὅπως ὑποσχέθηκες, δὲν βούλεσαι κατακλυσμὸ νὰ φέρεις πάλι, καὶ ξέρω πὼς κρατᾶς τὶς ὑποσχέσεις σου, νὰ πιάσεις μὲ τὸ χέρι σου τὸν Ἄτλαντα κι ἀνάποδα τὴν πᾶσα κτίση νὰ γυρίσεις, ἀνακατεύοντας τοὺς πόλους μὲ τὴ γῆ κι ἀναμιγνύοντάς τὰ ὅλα· ἔτσι μονάχα ἰσότητα τῶν πάντων θὰ γινόταν. Μετάφραση: Τασούλα Καραγεωργίου
ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΜΟΥΛΗΣ, Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ…, συνέχεια ἀπὸ σελ. 14 ὀνομάζονται μὲ τὰ ἀντίστοιχα ἀραβοπερσικὰ ὀνόματα μακάμ. Ἡ ἀστικὴ μουσική, ὅπως ἔφτασε μέχρις ἐμᾶς, ἀναπτύχθηκε μέσα στὰ χρονικὰ πλαίσια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατοριας (1453-1909). Μέσα στὰ πλαίσια αὐτά, δραστηριοποιήθηκαν πολλοὶ μουσικοὶ διαφόρων ἐθνοτήτων (Τοῦρκοι, Ἕλληνες, Ἀρμένιοι, Ἑβραῖοι, Βαλκάνιοι καὶ Πέρσες), ποὺ ἀνέδειξαν τὴν Κωνσταντινούπολη ὡς κέντρο τῆς μουσικῆς τῶν λαῶν τῆς ἀνατολικῆς μεσογείου. Μέσα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς συνθέτες σώθηκε καὶ ἕνα μέρος τῆς κοσμικῆς μουσικῆς τοῦ Βυζαντίου, ποὺ μαζὶ μὲ προσμείξεις ἀπὸ τὴν ἀραβοπερσικὴ κυρίως μουσική, ἀποτελεῖ μιὰν ἑνότητα ποὺ φτάνει ὣς τὴν ἐποχή μας. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλεϊμὰν τοῦ Μεγαλοπρεποῦς (1520-1566) καὶ ἔπειτα τὸ περιβάλλον τοῦ παλατιοῦ ἔθαλψε μουσικὰ εἴδη καὶ φόρμες ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ ἡ μουσικὴ ἐμπλουτίστηκε μὲ ἀραβοπερσικὲς ἐπιρροές. Ἡ ἵδρυση τῶν μουσικῶν καφενείων (1555) τῆς Πόλης καὶ τῆς Προύσας, οἱ ἑλληνικὲς ταβέρνες τοῦ Γαλατᾶ καὶ οἱ συντεχνίες τῶν ὀργανοπαιχτῶν, διέδωσαν τὴν μουσικὴ αὐτὴ στὰ λαϊκὰ στρώματα. Ἀπὸ τὴν ἑτερόκλητη ἐθνοφυλετικὴ ζύμωση προέκυψαν νέα εἴδη καὶ μορφὲς ποὺ ἔγιναν τὸ ρεπερτόριο τοῦ ρωμηοῦ μουσικοῦ. Ἡ σημασία τῶν ρωμηῶν συνθετῶν τῆς Πόλης στὴν ἐξέλιξη τῆς μουσικῆς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας εἶναι πολὺ μεγάλη, ὅσον ἀφορᾶ τὴν σύνθεση, τὴν δεξιοτεχνία καὶ τὴν ὀργανοποιΐα. Ὁ πρῶτος γνωστὸς ρωμηὸς τοῦ παλατιοῦ ὑπῆρξε ὁ ταμπουρὶ Ἀγγελῆς (1703). Μαθητής του εἶναι ὁ πρίγκιπας τῆς Μολδαβίας Δημήτριος Καντεμίρ, ποὺ ὑπῆρξε θεωρητικός, συνθέτης καὶ κατέγραψε συνθέσεις τῆς ἐποχῆς του σὲ δική του σημειογραφία. Τὸν 18ο αἰώνα ἐμφανίζονται ὁ χανεντὲς Ζαχαρίας (1700) ποὺ εἰσήγαγε τὸ καλοφωνικὸ εἶδος τοῦ μπεστέ, ὁ τυφλὸς βιολιστὴς Τζώρτζης (τέλη 19ου αι.), ὁ ἀμανετζὴς Γιωργάκης Σιβελιόγλου (1780), ὁ παλατιανὸς χανεντὲς Γιωργάκης Πατζόγλου καὶ ὁ Ἠλίας (†1780). Τὸν 19ο αἰώνα γίνονται γνωστοὶ ὁ κεμετζετζὴς
Γιάννης, ὁ χανεντὲς Σταυράκης, ὁ Γεώργιος Σοῦτζος καὶ ὁ Σταυράκης Γεωργιάδης. Στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ. διαπρέπουν οἱ ἀδελφοὶ Κυριαζῆ (Ἀντώνης, Γιάννης καὶ Χρῆστος) καὶ οἱ λυράρηδες καὶ συνθέτες Βασιλάκης καὶ Νικολάκης. Γνωστοὶ μουσικοὶ τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶναι οἱ οὐτίστες Μᾶρκος Τσολάκογλου καὶ Γιῶργος Μπατζανός, καθὼς καὶ ὁ ἀδελφός του, ὁ λυράρης Ἀλέκος Μπατζανός. Οἱ μουσικὲς ἐπιρροὲς δὲν προέρχονται μόνο ἀπ’ τὴν ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ Βαλκάνια καὶ τὴν Δύση. Στὶς μουσικὲς συναθροίσεις ἐκτελοῦνταν ὅλα τὰ εἴδη τῶν τραγουδιῶν καὶ χορῶν. Ἡ μουσικὴ αὐτὴ ἔχει γίνει σήμερα ἀντικείμενο ἐρεύνης καὶ μελέτης ἀπὸ μουσικολόγους καὶ μουσικοὺς τῆς νεώτερης γενιᾶς, ποὺ βρίσκουν σὲ αὐτὴν ἐπαφὴ μὲ τὶς ρίζες καὶ τὴν ἱστορία τους, ἀλλὰ κυρίως ἀντλοῦν μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν εὐχαρίστηση ποὺ συνεπάγεται ὁ ρυθμικὸς καὶ μελωδικὸς πλοῦτος μιᾶς αὐθεντικῆς καὶ παμπάλαιας παράδοσης ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὰ βαλκάνια μέχρι τὸν νότο τῆς λεκάνης τῆς ἀνατολικῆς μεσογείου. Ἂν ἐξετάσουμε προσεκτικὰ τὴν ἱστορία καὶ τὸ μουσικὸ ὑλικό, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βυζαντίου μέχρι σήμερα, ἡ ἀστικὴ-κοσμικὴ μουσικὴ μὲ τοὺς ἐπώνυμους καὶ τοὺς ἀνώνυμους συνθέτες της εἶναι ὁ συνδετικὸς κρῖκος μεταξὺ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς ἀνώνυμης –λαϊκῆς- δημώδους μουσικῆς, ποὺ τὶς συμπληρώνει σχηματίζοντας ἔτσι τὸ τρίπτυχο τῆς παράδοσης: ἐκκλησιαστικὴ-ἀστικὴ-λαϊκὴ μουσική. Χρῖστος Τσιαμούλης Oἱ περισσότερες πληροφορίες προέρχονται ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Χρίστου Τσιαμούλη, Ἀριθμητικὸ τροπικὸ σύστημα, ἐκδ. Panas music, Ἀθήνα 2010, Χρίστου Τσιαμούλη - Παύλου Ἐρευνίδη, Ρωμηοὶ συνθέτες τῆς Πόλης, ἐκδ. Δόμος. Ἀθήνα 1998.
17
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΠΩΡΙΚΟΛΟΓΟΣ
Σχόλιο στὸ ὁμώνυμο βυζαντινὸ διηγημάτιο Πωρικολόγος ἀποκαλεῖται ὁ γνώστης τῆς φύσεως τῶν ὀπωρῶν. Ὁπότε καὶ ὁ τίτλος τοῦ βυζαντινοῦ διηγημάτιου δὲν μεταγράφεται ὡς ὁ περὶ τῶν ὀπωρῶν λόγος, ἀλλ΄ ὡς ὁ ἐπιστήμων, ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τῶν ὀπωρῶν. Δηλαδὴ ὁ βοτανολόγος, ὁ φυτολόγος, ὁ ριζοτόμος. Τὰ σκηνικὰ τῆς διηγήσεως εἶναι στημένα στὸ Μέγα Παλάτιο. Στὴν μέση καθισμένος ὁ βασιλεύς Κυδώνιος περιστοιχισμένος ἀπὸ ἀνώτατους αὐτοκρατορικοὺς ἀξιωματούχους: Κίτρος, Ρόδης, Νεράτζης, Μῆλος, Ἀπίδης, Ροδάκινος, Δαμάσκηνος. Παρακάθονται οἱ Μούσκουλος, Μοῦρνος, Κεράσης, Τζιτζύφος καὶ Ἀνακάκαβος. Ἡ Σταφυλὴ εἰσέρχεται στὸ φανταστικὸ αὐτοκρατορικὸ κριτήριο κατηγορώντας τὸν σεβαστὸ κατὰ τὴν ἀξία Πέπερο. Κατονομάζει ὡς συνεργάτες του τοὺς ὑπηρέτες του Κύμινο, Θρύμβο, Κόλιανδρο, Ξυλοτζιτζίβερο, Καναβούριο, Γαρύφαλλο, Σπέτζα. Ἡ Σταφυλὴ παρουσιάζει τοὺς μάρτυρές της: τὴν ἡγουμένη Ἐλαίαν, τὴν οἰκονόμισσα Φακή, τὴν καλόγραια Σταφίδα, τὸν κουκουβαομύτη Ἐρέβινθο, τὸν αἱματοειδὴ καὶ πνευματομάχο Κύαμο, τὸν κοιλοπρήστη Φάσουλο καὶ τὸν ἀκέφαλο Λάθυρο. Ὁ Κρομμύδιος παρεμβαίνει κατηγορώντας τὴν Σταφυλὴ καὶ ὑποστηρίζοντας τὴν ἀθωότητα τοῦ Πέπερου. Ἐπικαλεῖται τὴν μαρτυρία τοῦ ἀδελφοῦ του Σκόρδου, τοῦ ἀνηψιοῦ του Ρέφανου, τοῦ θείου του Γόγγυλου, τοῦ πρωτοθείου του Σίνηπα, τοῦ ἐξαδέλφου του Τράκου καὶ τοῦ συμπεθέρου του Πράσου. Ὁ βασιλεὺς παίρνει σοβαρὰ τοὺς λόγους τοῦ Κρομμύδιου καὶ ζητᾶ τὴν ἐπιμαρτυρία περισσότερων ἀξιωματούχων: Τοῦ Νεράτζιου, τῶν Μαρούλιου, Ἀντίδιου, Σέλινου, Μακιδονήσιου, τοῦ Φρύγιου, τοῦ Χρυσολάχανου, τοῦ Σεύκλου καὶ τοῦ Σπανάκιου. Καλεῖ τοὺς κηπουροὺς καὶ τοὺς παραμοναρίους Καρύδιο, Πιστάκιο, Φοινίκιο, Καστάνιο, Ἀμύγδαλο, Λεφτοκάρυο καὶ Κουκουνάριο. Προσέρχονται ὅλοι αὐτοί, μαζὶ τους καὶ ὁ κριτής τοῦ φουσσάτου Πέπων, ὁ Σκαλάριος καὶ ἡ Μελιτζάνα. Ὁμόφωνα καταγγέλλουν τὶς κατηγορίες τῆς Ἀμπέλου ἡ ὁποία καὶ καταδικάζεται μὲ βασιλικὸ πρόσταγμα. Πολλὲς παρατηρήσεις μποροῦν νὰ ἐξαχθοῦν ἀπὸ τὸ διηγημάτιο τοῦ Πωρικολόγου: Πρῶτον, τὸ νομικὸ σκέλος˙ τὸ περιβάλλον τοῦ Πωρικολόγου περιγράφει ἕνα αὐτοκρατορικὸ δικαστήριο στὸ ὁποῖο de jure προεδρεύει ὁ βασιλεύς. Ἡ λογικὴ τῆς συνθέσεως αὐτοῦ τοῦ σώματος καὶ τῆς παρουσίας ἀριθμοῦ ἀνώτατων αὐτοκρατορικῶν λειτουργῶν ἔγκειται:α. στὸ γεγονὸς τῆς κατηγορίας ἑνὸς ὑψηλόβαθμου κρατικοῦ ἀξιωματούχου, τοῦ σεβαστοῦ Πέπερου καὶ β. στὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τῆς κατηγορίας: «Γνωστὸν ἔστω τῇ βασιλείᾳ σου (…) τῶν σῶν πραγμάτων καταφρονούντων καὶ δια18
λεγομένων περὶ τοῦ σοῦ κράτους». Βαρύτατη κατηγορία, καθὼς ἀφορᾶ σὲ ἰδιωτικὴ σύναξη ἀντικαθεστωτικοῦ χαρακτήρα καὶ σὲ πρόθεση καθοσιώσεως. Πιθανὴ ἀπόδειξη τῆς κατηγορίας θὰ ἐπέβαλε στὸν Πέπερο τὴν κεφαλικὴ ποινή. Ἐφόσον ἡ Σταφυλὴ προσέρχεται μὲ κατηγορία ποὺ κολαζόταν μὲ τὴν ἐσχάτη τῶν ποινῶν καὶ οἱ ἰσχυρισμοί της ἀποδεικνυόμενοι ἀβάσιμοι τὴν ὁδηγοῦν στὴν ἐπιβολὴ τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ταυτοπάθειας, δηλαδὴ καταδικάζεται ἐκείνη σὲ θάνατο. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ Πωρικολόγου μαρτυρᾶ πως ὁ συντάκτης του εἶχε εἰδικὲς νομικὲς γνώσεις καὶ γνώριζε τὸ παλατιανὸ δικαστικὸ τυπικὸ. Δεύτερον, τὸ διαιτολογικὸ σκέλος˙ διακρίνουμε γενικὲς ὁμάδες ὀπωρῶν ἢ φυτικῆς προελεύσεως προϊόντων : α. φροῦτα, β. ὄσπρια, γ. μπαχαρικά, δ. λαχανικά, ε. ξηροὺς καρποὺς: Κάθε ὁμάδα παρουσιάζει εἰδικὴ καὶ γενικὴ ὁμοιομορφία, δηλαδή, τὰ φροῦτα μνημονεύονται μαζὶ ὡς μέλη μίας τάξης, ἀναλόγως τὰ καρυκεύματα, τὰ ὄσπρια κ.λπ. Πιθανότατα ἡ λογικὴ αὐτῆς τῆς ἀνάπτυξης ἔγκειται στὸ ὅτι ὁ συντάκτης ἐπιθυμοῦσε ὁ Πωρικολόγος νὰ καταστεῖ ἕνας χρηστικὸς διαιτολογικὸς ὁδηγός. Ίσως κιόλας ἀπευθυνόταν σὲ μικροὺς μαθητές, ὥστε νὰ μπορέσουν μὲ πολὺ ἁπλὸ καὶ διδακτικὸ τρόπο νὰ ἀπομνημονεύσουν εἰδικὲς διατροφολογικὲς κατηγορίες. Δὲν χρειάζεται νὰ εἴμαστε ἀφελεῖς μὲ τοὺς Βυζαντινούς. Ἡ διασκεδαστικὴ αὐτὴ ἱστορία δὲν εἶναι τόσο ἁπλοϊκὴ στὴν οἰκοδόμησή της: Ἡ Σταφυλὴ εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Κρασιοῦ, τοῦ καλοκαρδιστῆ. Ὁ Πέπερος, τὸν ὁποῖο ἡ ἴδια κατηγορεῖ ὡς ἀντιφρονούντα καὶ, ὅλοι οἱ ὁμοειδεῖς του συνεργάτες ἀνήκουν στὰ καρυκεύματα αὐτὰ ποὺ ἀναμιγνύονταν μὲ τὸ κρασὶ γιὰ νὰ τὸ κάνουν δυνατότερο. Ἀναλόγως, ἡ ὁμάδα τῶν ξηρῶν καρπῶν συνόδευε τὴν οἰνοποσία. Ἐνῶ οἱ ὁμάδες τοῦ Κρεμμύδιου καὶ τοῦ Μαρούλιου εἴτε εἶχαν ἀντιμεθυστικὲς ἰδιότητες, εἴτε προετοίμαζαν τὸν ὀργανισμὸ γιὰ τὶς παρενέργειες τῶν οἰνικῶν ὑπερβολῶν. Ἡ ὁμάδα τῆς Ἐλαίας ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κοινὴ οἰκογενειακὴ βάση, περιγράφεται γιὰ τὶς στομαχικὲς ἐνοχλήσεις ποὺ προκαλοῦσε καὶ τὶς διάφορες δυσλειτουργίες στὸ πεπτικὸ σύστημα. Τρίτον, τὸ κοινωνιολογικὸ σκέλος˙ οἱ ὁμάδες κατηγόρων, κατηγορούμενων, μαρτύρων καὶ ὑπεράσπισης ἀντιστοιχοῦν σὲ κοινωνικὲς ὁμάδες ἢ συνομαδώσεις. Ὡς ἑξῆς: Ὁ βασιλεύς Κυδώνιος κι οἱ ἀνώτατοι αὐτοκρατορικοί ἀξιωματούχοι συμβολίζονται ὡς φροῦτα, συνεπῶς παραπέμπουν σὲ εὐγενῆ χαρακτηριστικά. Ὁ Πέπερος καὶ οἱ ὑπηρέτες του ἀντιστοιχοῦν στὴν τάξη τῶν καρυκευμάτων τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν τὸν πλοῦτο. Ὁ Κρομμύδιος δὲν φέρει τίτλο ἢ ἀξία, ὡστόσο, ὁ συντάκτης τὸν περιγράφει ὡς
«δισένδυτο, τρισένδυτο, μακρὺν ἔχων τὸ γένειον ὑπὸ τὴν γῆν συρόμενο μετὰ δριμείας φωνῆς». Φανερὰ περιγράφονται οἱ ἐξωτερικοί φλοιοὶ τοῦ κρεμμυδιοῦ ποὺ φαντασιακὰ παραπέμπουν σὲ ροῦχα. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἐνδυματολογικὴ παρατήρηση σημαίνει τὴν καλὴ οἰκονομικὴ κατάσταση, ὅπως τὸ μακρύ γένι συμβολίζει τὴν ἡλικία ἀλλὰ καὶ τὴν μόρφωση. Ἀνάλογο παράδειγμα, συναντᾶται στὸν Κωνσταντῖνο Μανασσῆ ἀναφορικὰ στὰ μπαρμπούνια: «Ἐρυθρόδερμοι τρίγλαι γενειήτηδές τινες καὶ παλαιγενεῖς καὶ πραγμάτων ἁπάντων τῶν κατὰ θάλασσαν ἔμπειροι». Τὸ μακρὺ γένι τῶν μπαρμπουνιῶν εἶναι δεῖγμα τῆς πείρας τους γιὰ τὰ θαλασσινὰ πράγματα. Ὅμοια ἡ εἰκόνα τοῦ Κρομμύδιου παραπέμπει σὲ αὐτήν τοῦ ἐπηρμένου ὀργίλου λόγιου. Τὰ λαχανικὰ καὶ οἱ ξηροὶ καρποὶ ἀνήκουν σὲ κατηγορίες κατώτερων ἀξιωματούχων. Στα ὄσπρια ὅμως ἀποδίδονται ἐκκλησιαστικοί τίτλοι: Ἡ Ἐλαία ἡγουμένη, ἡ Φακὴ οἰκονόμος, ἡ Σταφίδα καλόγρια. Ἐτοῦτα παραπέμπουν στὸ στερημένο μοναστηριακὸ διαιτολόγιο. Ἔτσι, στὴν θρεπτικὴ ἀξία, στὸ οἰκονομικὸ κόστος καὶ στὴν σπανιότητα διαθέσεως τῶν παραπάνω τροφῶν κρύβονται ἐντάσεις κοινωνικῶν ὁμάδων καὶ κυρίως τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ἀνισότητας. Καθόλου τυχαία καταδικάζεται ἡ ὁμάδα τῶν ταπεινότερων τροφῶν. Σὲ ἀντίθεση, οἱ εὐγενέστερες συσπειρώνονται καὶ ἐξαπολύουν ἐπίθεση, ἀναγνωρίζοντας καὶ προστατεύοντας τὸ κοινό τους συμφέρον. Τέταρτον, τὸ ηθικοπλαστικὸ σκέλος˙ τὸ διηγημάτιο καταλήγει μὲ τὴν ταυτοπαθῆ καταδίκη τῆς Σταφυλῆς: «Ὁ δὲ βασιλεὺς Κυδώνιος ἀπόφασιν δέδωκεν κατὰ τῆς πολυαιμάτου Σταφυλῆς λέγων: «Μηνὶ Σεπτεμβρίῳ ἐπὶ ξύλου κυρτοῦ κρεμασθεῖσα ὑπὸ μαχαιρῶν τε κοπήτω καὶ εἰς ληνὸν βληθήτω, παρ´ἀνθρωπίων ποδῶν πατηθήτω καὶ τὸ αἷμα αὐτῆς ἐκχυθήτω, καὶ οἱ τοῦτο πίνοντες τοὺς τοί-
χους ἔχειν ἐν στήριγμα καὶ βοήθεια. Ἀμήν». Ἡ φυσιολογικὴ ὀπωρικὴ τάξη διασαλεύεται σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο καθὼς ἡ καταδίκη τῆς Σταφυλῆς μετατίθεται στὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα. Ἡ τιμωρία της δὲν ἔχει ἐπιπτώσεις στὸ περιβάλλον τῶν ὀπωρῶν, ἀλλὰ στὴν ἀνθρώπινη ζωή. Καὶ βεβαίως περιγράφεται ὁ τρόπος ἐκτέλεσης τῆς ποινῆς, ὁ τρύγος καὶ τὸ πάτημα κάθε Σεπτέμβριο μὲ μία σισύφεια ἐπαναληπτικότητα ποὺ ἀφορᾶ ὅμως μόνο στὸν ἄνθρωπο. Δικαιολογημένα λοιπὸν στὸν Cod. Ambrosianus O 117 suppl. ὁ συντάκτης ἐπιγράφει τὸ ἔργο ὡς «Στίχος εἰς τὰ πωρικὰ (…) καὶ περὶ τῶν μεθυόντων». Οὐσιαστικά, ἡ διήγηση ἀφορᾶ στὴν μέθη καὶ στὶς ἐπιπτώσεις της. Ἐντονότερα αὐτὸ διαγράφεται στὴν μεταγενέστερη κειμενικὴ ἐκδοχὴ ποὺ διέθετε ὁ Γ. Ζώρας. Ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση τῆς Σταφυλῆς καταγράφεται ὡς ἐξῆς: «Καὶ ὁ βασιλεύς, ἀκούσας τῶν πολλῶν τὴν μαρτυρίαν, ἐπίστευσεν ὅτι ἀληθῶς λέγουσι, καὶ ἐκατηράσατο τὴν Στάφυλον οὕτως: «Ἐπὶ στραβοῦ ξύλου κρεμασθῇς καὶ ὑπὸ μαχαίρας κοπῇς καὶ ὑπὸ ἀνδρὸς πόδας πατηθῇς. Τὸ αἷμα σου νὰ πίνωσιν οἱ πάντες καὶ νὰ κυλίωνται ὡσὰν οἱ χοῖροι εἰς τὴν λάσπην καὶ νὰ λέγουν λόγια κλωθογύριστα ὡς δαιμονιζόμενοι. Τὰ γένεια τους νὰ ξερνοῦσι˙ σκύλοι καὶ γάτες νὰ τοὺς γλείφουν καὶ χοῖροι νὰ τοὺς ἀνεμίζουν, καὶ ὅσοι βλέπουν νὰ τοὺς γελοῦν καὶ νὰ τοῦς ἀναμπαίζουν (…) ». Ὁ Πωρικολόγος εἶναι ἕνα διδακτικὸ διηγημάτιο μὲ θέμα τὴν μέθη καὶ τὶς κοινωνικές της ἐπιπτώσεις. Στο ἀστικὸ αὐτὸ ἀφήγημα ἐκφράζεται ἡ ἄποψη πὼς τὸ κρασί κι ἡ μέθη σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν διάταξη τῆς αὐτοκρατορικῆς γραφειοκρατίας δὲν γνωρίζει διακρίσεις κοινωνικῶν τάξεων, ἀλλὰ ἐξισώνει κάθε ἄνθρωπο –τουλάχιστον– στὸν βαθμὸ τοῦ κοινωνικοῦ του ἐξευτελισμοῦ. Εὐάγγελος Σταυρόπουλος
19
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ
Ο ΔΙΔΥΜΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Χ Ἢ Η ΕΛΠΙΔΑ Ἡ ἱστορία ποὺ θὰ σᾶς διηγηθῶ ἀφορᾶ τὸν κύριο Χ, σημαῖνον πρόσωπο τῆς πόλης μας, καὶ γνωστὸ γιὰ τὴν ἐμβριθῆ γνώση τοῦ κόσμου, τὴν ἱκανότητα ἀνάλυσης καὶ συστηματικῆς μελέτης τῶν φαινομένων καὶ τὴν ἐπιστημονικότητα ποὺ χαρακτήριζε τὴ σκέψη ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴ συμπεριφορά του. Ἡ φήμη του ξεπερνοῦσε τὰ ὅρια τῆς πόλης καὶ γιὰ πολλοὺς γονεῖς θεωροῦνταν ἕνα καλὸ παράδειγμα γιὰ τὰ παιδιά τους. Δὲν ἦταν μάλιστα λίγοι αὐτοὶ ποὺ τὰ ἔστελναν νὰ μαθητεύσουν κοντά του καὶ αἰσθανόντουσαν πολὺ περήφανοι γιὰ αὐτὸ. Ἔτσι ὁ κύριος Χ εἶχε ἀποκτήσει πολλοὺς μαθητὲς καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς καλύτερους τοὺς ἔπαιρνε γιὰ βοηθοὺς στὶς ἔρευνές του. Παρόλη ὅμως τὴ δημοσιότητα τοῦ κ. Χ, ἐλάχιστα ἦταν γνωστὰ γιὰ τὴν οἰκογένειά του, ἀφοῦ σπάνια ἀναφερόταν σὲ αὐτή. Ἔτσι, οἱ περισσότεροι εἶχαν πιστέψει ὅτι δὲν εἶχε ἄλλα ἀδέλφια καὶ ὅτι ὁ πατέρας του μᾶλλον εἶχε πεθάνει πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅμως μία σημαντικὴ ἀλλαγὴ ἔγινε στὴ ζωὴ τοῦ κυρίου Χ. Χωρὶς κανένας νὰ εἶναι βέβαιος γιὰ τὸ πῶς, ὁ κύριος Χ ἀνακάλυψε ὅτι ἔχει ἕναν δίδυμο ἀδελφό. Καὶ μόλις τὸ ἔμαθε ἔνιωσε κάτι μέσα του, κάτι νὰ τὸν σπρώχνει νὰ γνωρίσει τὰ πάντα γύρω ἀπὸ αὐτόν, νὰ στρέψει σχεδὸν ὅλες τὶς ἔρευνές του στὴ μελέτη καὶ τὴ γνώση τοῦ δίδυμου ἀδελφοῦ του. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ ἔχει μεσολαβήσει ἀπὸ τότε ἔχει καταφέρει ἀρκετά. Καταρχάς ρωτώντας ἔμαθε ποῦ βρίσκεται τὸ σπίτι του καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες συστηματικῶν παρατηρήσεων καὶ ἔξυπνου συνδυασμοῦ τους ἐντόπισε μὲ πολλὴ χαρὰ τὸ παράθυρο τοῦ δωματίου τοῦ δίδυμου ἀδελφοῦ του. Ἐπίσης, γρήγορα διαπίστωσε ὅτι ὁ δίδυμος ἀδελφός του δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὸ σπίτι οὐδέποτε. Ἀπὸ τότε κάθε πρωῒ στήνεται ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ βλέπει καλὰ τί γίνεται μέσα καὶ ξεκινᾶ νὰ καταγράφει μὲ ζέση καὶ ἐνθουσιασμὸ τὶς κινήσεις του ἀδελφοῦ του. Πότε σηκώνεται ἀπὸ τὴν καρέκλα του, πόσο περπατάει, πρὸς τὰ ποῦ πηγαίνει, πόσο στέκεται ἀκίνητος, πόσο μιλάει, πόσο σωπαίνει, πῶς κινεῖ τὰ χέρια του, πόσες φορὲς τὰ βάζει στὸ πρόσωπό του, τὶς γκριμάτσες τοῦ προσώπου του, καταγράφει τὰ πάντα. Στὴ συνέχεια ταξινομεῖ τὶς παρατηρήσεις του, σκέφτεται γιὰ ὥρα γύρω ἀπὸ αὐτές, προσπαθεῖ νὰ καταλάβει τί κρύβεται πίσω τους, νὰ τὶς συνδυάσει, νὰ βγάλει κάποια γενικὰ συμπεράσματα ποὺ νὰ ἰσχύουν πάντα, νὰ φτιάξει ὅπως λέμε μία θεωρία γιὰ τὸν ἀδελφό του βάσει τῆς ὁποίας θὰ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει ἀλλὰ καὶ νὰ προβλέψει τὶς κινήσεις του. Τὸ εἴπαμε καὶ στὴν ἀρχὴ∙ θέλει νὰ μάθει τὰ πάντα γύρω ἀπὸ αὐτόν. Σύντομα ὁ ὄγκος τῶν παρατηρήσεών του ἔγινε τόσο μεγάλος ποὺ ἐπιστράτευσε τοὺς καλύτερους ἀπὸ τοὺς βοηθούς του γιὰ 20
τὴν ἀνάλυση καὶ τὴν ταξινόμησή τους. Γιὰ νὰ μὴ χάνει χρόνο ἐγκαταστάθηκε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔφτιαξε ἕνα κατάλληλο παρατηρητήριο καὶ ἔμενε σχεδὸν συνέχεια ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς βοηθούς του ποὺ συνεχῶς αὐξάνονταν ἀφοῦ κάθε μέρα ὅλο καὶ κάτι νέο παρατηροῦσαν στὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, ποὺ ἤθελε νέες μεθόδους ἀνάλυσης καὶ κατανόησης. Ἔτσι περνοῦσαν οἱ μέρες καὶ οἱ ἑβδομάδες καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς πόλης ὄχι μόνο συνήθισαν τὴν παρουσία τῆς ἐρευνητικῆς ὁμάδας ἐκεῖ ἀλλὰ σιγὰ σιγὰ ἄρχισαν νὰ ρωτοῦν γιὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐρευνῶν καὶ γιὰ τὸ τί συμβαίνει μέσα στὸ σπίτι. Στὴν ἀρχὴ ὁ κύριος Χ ἦταν διστακτικὸς στὸ νὰ τοὺς ἐνημερώνει ἀλλὰ μετὰ τὸ ξανασκέφτηκε καὶ ἄρχισε νὰ διοργανώνει σεμινάρια ὅπου προσπαθοῦσε μὲ ἁπλᾶ λόγια νὰ ἐξηγεῖ τί ἔχουν καταλάβει μέχρι τώρα γιὰ τὸν δίδυμο ἀδελφό του καὶ τὶς ἐνέργειές του. Τοῦ ἄρεζε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κόσμου γιὰ τὶς ἔρευνές του. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ προκλήσεις ποὺ τοῦ ἔθεταν οἱ παρατηρήσεις του καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀναλύσεων τῆς ὁμάδας του, τὰ ὁποῖα, ἦταν προφανὲς ὅτι δὲν χωροῦσαν στὶς μέχρι τότε θεωρίες του. Μάλιστα φαινόταν ὅτι ἀμφισβητοῦσαν καίρια αὐτονόητά τους καὶ μερικὲς φορὲς αἰσθανόταν ὅτι σχεδὸν τὸν ἔσπρωχναν νὰ κάνει ἅλματα στὸν τρόπο κατανόησης τοῦ ἀδελφοῦ του, μόνο ποὺ δὲν ἤξερε πρὸς τὸ παρὸν πρὸς ποιά κατεύθυνση ἔπρεπε νὰ γίνουν αὐτά. Καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός, καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ σημαδιακὸ γιὰ τὶς ἔρευνές του περιστατικὸ ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω παρακάτω, ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ τὰ βράδια λίγο πρὶν κοιμηθεῖ καὶ ὅταν ἔμεινε μόνος του γιὰ νὰ ρίξει μιὰ τελευταία ματιὰ στὰ ἀποτελέσματα τῶν παρατηρήσεων τῆς ἡμέρας, ἐρωτήματα περίεργα καὶ μακρινὰ ἀναδυόντουσαν στὴν ἐπιφάνεια τοῦ μυαλοῦ του. Γιατί ὁ δίδυμος ἀδελφός του κάνει αὐτὰ ποὺ κάνει; Γιατί κουνᾶ τὰ χέρια του μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὰ κουνᾶ, γιατί περπατᾶ, ποῦ θέλει νὰ πάει, σὲ ποιόν μιλάει ἀφοῦ εἶναι μόνος του, γιατί ἀνοιγοκλείνει τὰ μάτια του, ὑπάρχει κάποια κανονικότητα, κάποια τάξη πίσω ἀπὸ αὐτὰ ποὺ φαίνεται ὅτι κάνει; Κάποιες φορές, εἶναι ἀλήθεια μὲ πολὺ δισταγμό, τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ τὰ συζητοῦσε μὲ τοὺς καλύτερους βοηθούς του καὶ τότε βιαζόντουσαν ὅλοι τους νὰ συμφωνήσουν ὅτι μᾶλλον δὲν ἔχει νόημα νὰ τὰ σκέφτονται. Ὁ δίδυμος ἀδελφὸς τοῦ κυρίου Χ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μόνος στὸ σπίτι ἀφοῦ δὲν εἶχαν δεῖ ποτέ κανέναν ἄλλο (ἂν καὶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν ὅλο τὸ σπίτι οὔτε κἂν ὅλο τὸ δωμάτιο) καὶ ἡ ὅλη συμπεριφορά του δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἦταν τυχαία ἀφοῦ ποιό θὰ ἦταν τὸ νόημα ἑνὸς σχεδίου πίσω ἀπὸ αὐτή; Παρὰ αὐτὴ τὴ συμφωνία τὰ ἐρωτήματα ποὺ προαναφέραμε δὲν σταμάτησαν νὰ ἔρχονται στὸ μυαλὸ τοῦ κυρίου Χ ὅλο καὶ πιὸ ἔντονα τὰ βράδια ὅταν
ἔμενε μόνος του στὴν ἡσυχία καὶ οἱ εὔκολες ἀπαντήσεις ποὺ εἶχε συμφωνήσει τοῦ φαίνονταν λίγες καὶ φτωχές. Ἕνα βράδυ παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα αὐτά, ξενύχτησε νὰ τὰ σκέφτεται καὶ κοιμήθηκε τὰ ξημερώματα. Τὴν ἄλλη μέρα ἄργησε νὰ σηκωθεῖ καὶ καθὼς βιαστικὰ πήγαινε πρὸς τὸ παρατηρητήριο τῆς ὁμάδας του, ἕνα παιδὶ μὲ ποδήλατο ἀνέμελο ποὺ περνοῦσε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ δὲν ἤξερε τὸ τί γινόταν σταμάτησε ἀπότομα δίπλα του νὰ τὸν ρωτήσει πρὸς τί ὅλες αὐτὲς οἱ ἐγκαταστάσεις καὶ ὁ κόσμος. Μᾶλλον λίγο βαριεστημένα ὁ κύριος Χ τοῦ ἀπάντησε ὅτι μελετοῦν τὴ συμπεριφορὰ τοῦ δίδυμου ἀδελφοῦ του ποὺ εἶναι κλεισμένος στὸ σπίτι ἀπέναντι γιατὶ θέλουν νὰ τὸν γνωρίσουν καλύτερα. Καὶ γιατί δὲν χτυπᾶτε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ νὰ σᾶς ἀνοίξει νὰ μπεῖτε μέσα καὶ νὰ τὸν γνωρίσετε καλύτερα; ρώτησε μὲ ἀφέλεια τὸ παιδί. Ξαφνιάστηκε ὁ κύριος Χ. Δὲν τὸ εἶχε σκεφτεῖ αὐτὸ, μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει; Ὄχι, εἶπε στὸ παιδί, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει, δὲν ἔχει ξαναγίνει ποτέ, ἀλλὰ τὸ παιδὶ χωρὶς νὰ δώσει ἰδιαίτερη σημασία στὴν ἀπάντηση ἀνέβηκε στὸ ποδήλατο καὶ μὲ τὸν ἴδιο ἀνέμελο τρόπο ποὺ ἦλθε, ἔφυγε ἀφήνοντας μόνο του τὸν κύριο Χ. Γιατί νὰ μὴν μπορεῖ νὰ γίνει; ξανασκέφτηκε τὴν πρόταση τοῦ παιδιοῦ ἀλλὰ καὶ τὴ δική του ἀπάντηση. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴν μπορεῖ νὰ γίνει. Μὰ ὅμως δὲν ἔχει ξαναγίνει. Νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα, νὰ τὴν ἀνοίξει ὁ ἀδελφὸς του νὰ τὸν δεῖ κατάματα, νὰ τὸν ἀγκαλιάσει. Θέλει νὰ τὸν γνωρίσει, μὰ νὰ ἀγκαλιάσει τὸ ἀντικείμενο τῆς μελέτης του, νὰ τὸ δεῖ κατάματα; Δὲν τὸ
ἔχει ξανακάνει. Ὄχι δὲν γίνεται. Ἄλλωστε τί ἀπαντήσεις θὰ πρόσφερε αὐτὴ ἡ γνωριμία στὰ ἀνοιχτὰ ἐρωτήματα τῶν ἐρευνῶν τους. Ἀπὸ ποῦ εἶναι σίγουρος ὅτι θὰ μποροῦσε ἡ προσωπικὴ γνωριμία μὲ τὸν ἀδελφό του νὰ συμπλήρωνε τὴ θεωρία γιὰ αὐτὸν ποὺ τόσο καιρὸ προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσει; Σηκώθηκε. Πῆγε νὰ βρεῖ τοὺς βοηθούς του, εἶχε ἤδη ἀργήσει καὶ ἔπρεπε τόσα πράγματα νὰ γίνουν σήμερα. Ἐργάστηκε ἐντατικὰ μέχρι τὸ βράδυ, καὶ κουρασμένος κοιμήθηκε νωρίς. Τὴν ἄλλη μέρα ξυπνάει πολὺ πρωῒ (ἢ εἶναι ἀκόμη στὸ ὄνειρό του;), οἱ ἄλλοι κοιμοῦνται, ἀπόλυτη πρωινὴ γαλήνη. Βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ κατευθύνεται πρὸς τὸ σπίτι τοῦ δίδυμου ἀδελφοῦ του. Παρακάμπτει τὸ παρατηρητήριο τῆς ὁμάδας του καὶ πλησιάζει τὴν πόρτα. Διστάζει. Τί κάνει; Ἀμφιβάλλει. Πρέπει νὰ γυρίσει πίσω, στὶς ἔρευνές του. Σηκώνει τὸ χέρι καὶ χτυπᾶ τὴν πόρτα. Ἔχει ἀκόμη χρόνο νὰ φύγει, δὲν εἶναι ἡ θέση του ἐδῶ. Εἶναι σίγουρος δὲν θὰ κερδίσει τίποτα μὲ αὐτὸ ποὺ κάνει. Ἡ πόρτα ἀνοίγει, προχωρᾶ καὶ εἶναι ἐκεῖ καὶ τὸν περιμένει. Ὁλόιδιος. Τὸν πλησιάζει, τὸν κοιτᾶ κατάματα καὶ τὸν ἀγκαλιάζει καὶ εἶναι σὰ νὰ προσθέτει στὸ κορμί του τὸ ἄλλο μισὸ ποὺ ἔλειπε. Αὐτὸ ποὺ τοῦ ἔλειπε. Αὐτὸ ποὺ ἔψαχνε. Πάντα. Ἡ πεμπτουσία τῶν ἐρευνῶν του. Δὲν γυρίζει νὰ δεῖ ἀλλὰ ξέρει ὅτι εἶναι ἐκεῖ, ὁ συνομιλῶν, ὁ πεθαμένος πατέρας, ἀγκαλιάζει τὸν ἀδελφό του καὶ τὸ βλέμμα του ἀγκαλιάζει καὶ τοὺς δύο ποὺ ἔγιναν ἕνα, τοὺς ἑνώνει στὴ νέα ἀρχή, στὴ νέα ἐλπίδα. Βασίλης Κωνσταντούδης
…ΔΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΩΝ… Στὶς 31 Μαΐου 2015 ἐχειροτονήθη Μητροπολίτης Κεφαλληνίας ὁ π. Γεράσιμος Φωκᾶς καὶ στὶς 22 Ἰουνίου 2015 τὰ χαράματα ἐγκατέλειψε αἰφνίδια καὶ ἀπροσδόκητα τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο. […] Ὑπάρχουν κάποιες στιγμές, ἀπελπιστικὰ μοναχικὲς στὴ ζωὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὅπου ἡ ζωὴ φαντάζει φάρσα, παιγνίδι χωρίς νόημα καὶ σκοπό. Ρωτᾶς καὶ ἡ ἀπάντηση σιωπή. Θυμώνεις καὶ ἀναλογίζεσαι γιατί ὁ Πάνσοφος ἐπέλεξε ὡς τρόπο διαλόγου τὴ Σιωπή. Ἡ μόνη ἀπάντηση θαρρῶ πὼς εἶναι τὰ λόγια ἑνὸς σοφοῦ. Πὼς ὁ Θεός παίζει μαζί μας ἕνα παιχνίδι ἀθῶο καὶ παλιό, παίζει μαζί μας τὸ κρυφτὸ καὶ ἡ Σιωπή δὲν εἶναι παρὰ τὸ παράπονό Του ὅτι λίγοι ψάχνουν νὰ Τὸν βροῦν. Καὶ ἐδῶ ὁ παπα-Γεράσιμος δὲν ἄφησε παραπονεμένο τὸν Θεό. Ἡ ὕπαρξή του ἧταν στραμμένη σὰν βέλος στὴν ἀναζήτηση, στὸ ψάξιμο τοῦ ΕΝΟΣ καὶ τοῦ Μοναδικοῦ γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ἐγκατέλειψε τὰ πάντα, γιὰ νὰ τοῦ ἀνταποδώσει ὁ ΑΦΑΝΗΣ τὰ πάντα. […] «Τὸ καλὸν ἐὰν μὴ καλῶς γένηται δὲν εἶναι ἀρετή, παιδάκι μου» ἔλεγε. Ἐμεῖς ἀπὸ τὸ στόμα του πρωτοακούσαμε ρήσεις μεγάλων καὶ σοφῶν κατὰ Θεὸν ἀνδρῶν. «...Τὸ ὑπὸ συστολὴν ἁμαρτάνειν, ἀρετὴ ἐστί...». «... Ἀνέλεος ἡ κρίσις τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος…», καὶ ὃλα αὐτὰ ὁ παπα-Γεράσιμος δὲν τὰ ἔλεγε ἁπλῶς, τὰ βίωνε, ἦταν χαραγμένα πάνω στὴν ὕπαρξή του. Ὅλη ἡ ζωὴ του μία ἄρνηση στὸ ΕΓΩ, ἕνα ΟΧΙ στὸν ἑαυτό του καὶ μία ἀπέραντη ἀγκαλιὰ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ὅταν τὸν γνώριζες εἶχες τὴν αἴσθηση ὅτι σὲ ἤξερε ἀπὸ παλιά. Ἐξ ἄλλου δὲν τὸν ἀγαπήσαμε πρῶτοι ἐμεῖς, ἀλλά αὐτὸς πρῶτος μᾶς ἀγάπησε μὲ μιὰ ἀγάπη σταυρική. Χῶμα γινόταν ὁ γέροντας, σκαλὶ γιὰ νὰ πατήσεις νὰ φτάσεις στὸν Θεό. Καὶ ἐμεῖς ὄντας μειράκια πνευματικὰ ἀρχίσαμε νὰ ὑποψιαζόμαστε πώς ἡ ἐκκλησία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐκφράζεται διά τῶν Ἁγίων καὶ ὄχι διὰ τῶν λογίων. Γιάννη Χελιδώνη, Οἱ τελευταῖες μέρες τῆς Ἑλλαδικῆς Πομπηΐας, ἐκδ. ΕΡΟΥΡΕΜ, 2018 σ. 50-51 21
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ 1947-2006
Ὁ ποιητὴς αὐτὸς ἤθελε νὰ πεῖ τὶ εἶναι ποίηση καὶ τὶ εἶναι ποιητής. Καὶ βυθομετρήθηκε. Ἀκολούθησε τὴ φωνὴ τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Λειβαδίτη, τοῦ Καρούζου, τοῦ Σαραντάρη, τοῦ Πόε, τοῦ Κάφκα καὶ τοῦ Ἔλιοτ. Ἔσκυψε μέσα του. Κοίταξε γύρω, ἐξέτασε. Ἀναρωτήθηκε ποιὸς καὶ τί εἶναι καὶ ἀποκρίθηκε: Εἶσαι αὐτὸ ποὺ εἶναι ποὺ ἦταν πάντα καὶ θὰ εἶναι. Ἡ μεγάλη τρυφερὴ καρδιὰ εἶσαι Ποὺ τρέμει, ποὺ πονεῖ, ποὺ χαἰρεται Γιὰ τὰ μικρὰ τοῦ κόσμου Ἡ τυχερὴ καρδιὰ εἶσαι Ποὺ ἀλλάζει, ποὺ γυρεύει τ’ ὁλόκληρο τὴν ἀγάπη, Τρέχοντας πίσω ἀπὸ τὸν ἑαυτό τηςἡ ζωντανὴ καλὴ καρδιὰ εἶσαι τοῦ κόσμου Τὸ πονεμένο μάτι τοῦ ἀνθρώπου «Πρωινὸ», Πατριδογνωσία, ἐκδ. Ἑλληνικὰ γράμματα, 2004, σ.115-116 Ἀλήθεια, μια τέτοια καρδιά, πῶς ν’ ἀντέξει σὲ τοῦτο τὸν κόσμο; Σ’ αὐτὴ τὴν ἔρημο, ποὺ ἀναφέρει κάπου ὁ Κάφκα, ἐννοώντας τὸν ἔρημο τόπο ἀνάμεσα στὸ ἕνα πρόσωπο καὶ τὸ ἄλλο, τὴν ἀπουσία ἀληθινῆς συνάντησης, τὴν τρομαχτικὴ ἀνάγκη αὐτοεπιβεβαίωσης (σκέψου τὴν Ἔρημη χώρα τοῦ Ἔλιοτ), τοὺς ἀνθρώπους στὰ ἔργα τοῦ Μπέκετ καὶ τοῦ Ἰονέσκο ποὺ πολλαπλασιάστηκαν καὶ δὲν πήραμε εἴδηση. Ὅλοι αὐτοὶ ἔγιναν τόσο καθημερινοί, τόσο ἐπαναλαμβανόμενοι, τόσο ἐπίκαιροι ποὺ δὲν τοὺς διακρίνεις: νομίζεις πὼς εἶναι κάτι ἄλλο, ξέχωρο ἀπὸ τὴν ἐρημιὰ καὶ τὴν ἀποξένωση. Μα αὐτὸς τοὺς εἶδε, τοὺς ἀναγνώρισε καὶ μαύρισε ἡ ψυχή του. Κι ἄρχισε νὰ περιγράφει τὸ μαρτύριο. Τὸ δικό τους (ποὺ δὲν ξέρουν) καὶ τὸ δικό του (ποὺ ξέρει ἢ μᾶλλον ποὺ βλέπει). Γιατὶ στὴν ποίηση πολλὰ εἶναι ζητήματα ἀκοῆς καὶ πολλὰ εἶναι τῆς ὅρασης. Καὶ ἡ ὅραση ἔχει δύο ὄψεις: Τὴν μέσα καὶ τὴν ἔξω. Ἡ ἔξω σοῦ δίνει «τὰ κοινά», τὴν κοινωνία, κάθε λογῆς «ἀντικειμενοποίηση», ποὺ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἐπιβάλλεται ἀπρόσωπα καὶ ἀνελέητα. Ὁ Στέφανος Μπεκατῶρος τὸ εἶδε, τὸ κατάλαβε καὶ πόνεσε. Πίστεψε ὅτι ἔχει δουλειά, ἔχει ἀποστολή. Να μιλήσει γι’ αὐτὸ ποὺ εἶδε, γι’ αὐτὸ ποὺ ἔνιωσε. Καὶ τὸ εἶπε σ’ αὐτοὺς τοὺς στίχους: Ἀγάπη, τρομερὸ σπαθὶ τῆς ζωῆς μου, τρυφερὸ σῶμα μὲ τὰ μεγάλα προστατευτικὰ φτερὰ λάμψη στὰ μάτια ποὺ ἦταν νὰ σβήσουν, 22
ἄκουσε τὸ τραγούδι μου μέσα στὴ σιωπὴ τοῦ χρόνου δῶσε μου σήμερα μιὰ εὐκαιρία νὰ λάμψω στὴν καταφρόνια τοῦ κόσμου μικρὸ πουλί μὲ πελώρια καρδιὰ νὰ ὑψωθῶ νὰ στείλω τὴ φωνή μου στὰ φτωχὰ στοιχεῖα νὰ πάρω πίσω νὰ σηκώσω τ’ ἀγνοημένα πράγματα ὄνομα νὰ τοὺς δώσω μιὰ θέση ἐλάχιστη μέσα στὴ σκουριά. (ὅ.π. σ. 115) Στο βιβλίο του Πηγάδι μὲ οὐρανὸ (Πλέθρον 1995) ὅπου στὰ πρῶτα πεζὰ ποιήματά του ἀκούγεται Κάφκα καὶ Λειβαδίτης, φτάνει πρὸς τὸ τέλος στὸν Καροῦζο. Μὲ ἕνα φαινομενικὰ σουρεαλιστικὸ τίτλο «Ἀπὸ τὸ ὑπερῶο τῆς Ἑλλάδας ὁ Νίκος Καροῦζος ὁμιλεῖ στὸ φθαρτὸ» βάζει στὸ στόμα ἐκείνου τὸ στίχο: Καλύτερα νὰ ζεῖς νὰ πεθαίνεις μὲ πείνα μὲ ὕπαρξη (ὅ.π. σ. 225). Μὰ καὶ πιὸ κάτω διαβάζουμε τὸ στίχο: «στὸν οὐρανὸ τὴ ζεστή μας πατρίδα», ποὺ εἶναι Σαραντάρης. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ τὰ δυὸ στενὰ κινήθηκε ὁ Στέφανος: τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο «μὲ πείνα μὲ ὕπαρξη» ἀπὸ τὴν μία, καὶ «τὸν οὐρανὸ τὴ ζεστή μας πατρίδα» ἀπὸ τὴν ἄλλη. Πιὸ συχνὰ τὸν ἔπαιρνε ἀπὸ κάτω ὁ θάνατος, ἡ αδυσώπητη φθορὰ ποὺ διάβαζε σὲ πρόσωπα καὶ πράγματα. Κι ἔγραφε τότε στίχους ὅπως: Εἶμαι ἀπὸ μέσα βαμμένος μαῦρος ὅλα τὰ ὄργανα τὰ σωθικὰ κάθε ἀγγεῖο κάθε ὑγρὸ κάθε σάρκινο τοίχωμα ὅλα μὲ ἀνεξίτηλη βαφὴ μαῦρα κατάμαυρα ἀπ’ ὅσα ἔσταξαν σιγὰ σιγὰ ἀπ’ ὅσο ἐπέρασε μέσ’ στὸ κορμί αἰφνίδιο μαῦρο χῶμα. («Αἰφνίδιο μαῦρο», ὅ.π., σ. 195). Ἄλλοτε ὅμως, σὰν σὲ φωταύγεια, ἀναθυμούμενος τὸ στίχο τοῦ Καβάφη «Με τὴ χαρὰ τῆς ἀφθαρσίας μὲς στὰ μάτια» (τίτλος ποιήματος στὴ συλλογὴ Πηγάδι μὲ οὐρανό, Πλέθρον, 1994, σ. 51), κάτι σὰν τὴ θεϊκὴ σφραγίδα τοῦ καθενός μας, ἔγραφε: Τὸ πρωινὸ τί εὐλογία Ἀνοίγεις τὸ παράθυρό σου
Γαλάζιο Ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη Ψηλὰ Κι ὅμως τὸ ἀγγίζεις Τρυφερὸ τὸ βουνὸ σου Πίσω ἀπὸ ἄσπρα κεντημένα Σύννεφα καμιὰ ξένη φωνὴ Κανένα κακὸ κοίταγμα Τιτιβίσματα μόνο καὶ λαλιὲς Φύλλων Ὕστερα στὸ γιαλὸ Χαμηλὰ Χειμώνα καλοκαίρι πάλι Τὸ γαλάζιο Καὶ πίσω ἀπὸ ἕνα ποτήρι Καθαρὸ νερὸ ἥμερο ἐκεῖνο ποὺ ἔρχεται. («Χαμηλὰ καὶ ψηλὰ», ὅ.π., σ. 260) Μα ὁ Μπεκατῶρος ἔκανε καὶ κάτι ἄλλο. Ὄντας βιβλοθηκάριος καὶ μὲ εὐαισθησία γιὰ τὰ κοινὰ ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν προώθηση τῶν βιβλιοθηκῶν στὴ χώρα, ἐπισημαίνοντας τὶς ἐλλείψεις καὶ τὴν κρατικὴ ἀδιαφορία, ἐξοικειωμένος αὐτὸς μὲ τόσα διαβάσματα καὶ θέλοντας νὰ ἐξοικειωθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι. Μὲ τὴ μοναξιὰ τοῦ ποιητῆ καὶ γνωρίζοντας τὴ σημασία τῆς παιδείας, σὲ μιὰ χώρα ποὺ ἡ ἔλλειψή της εἶναι παλαιόθεν διαπιστωμένη, ἔβλεπε ὅτι τὸ ξεμονάχιασμα ἑνὸς βιβλίου καὶ ἡ συγκέντρωση σὲ κατ’ ἰδίαν ἀνάγνωση, μπορεῖ νὰ σπάσει τὸν ἐγκλεισμὸ στὴν ἰσοπεδωτικὴ ἐνδοκοσμικότητα καὶ νὰ βγάλει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία τῆς ἐποχῆς καὶ τὴν ἀποθέωση τῆς ἐπικαιρότητας. Νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴ γενικὴ ἔκπτωση ποὺ διαπίστωσαν καὶ διαπιστώνουν ὅλοι ὅσοι ἐνδιαφέρθηκαν καὶ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὴν μυστηριακή, ποιητικὴ καὶ ἀποκαλυπτικὴ διάσταση τῆς ζωῆς. Ὅσοι βάζουν τὴ ζωὴ πάνω ἀπὸ τὶς ἐπιστημονικὲς θεωρίες καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς Ἀγορᾶς. Γι’ αὐτὸ τὸν σταμάτησε ὁ στίχος τοῦ Ἔλιοτ «the poetry does not matter» ἐπιμένοντας ὅτι ἡ σημασία του εἶναι «Δὲν εἶναι ἡ Ποίηση ποὺ προέχει» καὶ προσθέτοντας ὅτι «Γιὰ τὸν Ἔλιοτ προεῖχαν οἱ πνευματικὲς ἀξίες, προεῖχε ἡ ζωὴ ὡς πνευματικὴ ἀξία, καὶ ἡ ποίηση ἂν ἄξιζε τίποτε, ἄξιζε ὡς μέσον ἢ ὁδὸς (μὲ αἰσθητικὴ ποιότητα ἀσφαλῶς) ποὺ ὁδηγεῖ στὶς πνευματικὲς ἀξίες» (δὲς τὴν β΄ ἔκδοση τῆς Πατριδογνωσίας (1968-1998), στὸ
τέλος, ὅπου καὶ ἀποσπάσματα ἀπὸ συνέντευξή του). Ἡ ποίηση λοιπὸν ὡς μέσον ἢ ὁδός. Γιατί ὅλοι κάπου πηγαίνουμε, γιὰ κάπου τραβᾶμε, εἴτε τὸ γνωρίζουμε, εἴτε ὄχι. Σωτήρης Γουνελᾶς
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ
ΠΡΩΤΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΝ ΕΛΘΕΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ Ὁ μεγάλος αὐτὸς πνευματικὸς ἡγέτης [σ.σ. ὁ Ἔλιοτ], στὴν ἀρχὴ τοῦ πολέμου (1940), σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Κουαρτέτα του, ἔγραψε τὸ ἀκόλουθο ἡμιστίχιο: «The poetry does not matter» (δική μου ἀπόδοση: «Δὲν εἶναι ἡ ποίηση ποὺ προέχει»), ἐλάχιστοι ὅμως τὸν κατάλαβαν μέχρι σήμερα […] Γιὰ τὸν Ἔλιοτ προεῖχαν οἱ πνευματικὲς ἀξίες, προεῖχε ἡ ζωὴ ὡς πνευματικὴ ἀξία, καὶ ἡ ποίηση ἂν ἄξιζε τίποτα ἄξιζε ὡς μέσον ἢ ὁδὸς ( μὲ αἰσθητικὴ ποιότητα ἀσφαλῶς) ποὺ ὁδηγεῖ στὶς πνευματικὲς ἀξίες. Μήπως αὐτοὶ μᾶς λέει πολλὰ γιὰ τὸ σήμερα; Ὅσοι ἀπὸ τοὺς σύγχρονους δημιουργοὺς βάνουν πάνω ἀπὸ τὴ ζωὴ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν τέχνη συντάσσονται κατ’ οὐσίαν μὲ τὶς δυνάμεις τῆς καταστροφῆς. […] Γράφοντας αὐτὰ συνέπεσα μὲ τὴν εἰσβολὴ ἐγκληματιῶν (ἀφάνισαν παιδιά, γέροντες, γυναῖκες - ἀνθρώπους ἀθώους καὶ ἀνυπεράσπιστους χωρὶς νερό, φαγητό, φάρμακα) σὲ χώρα τῆς Βίβλου καὶ μὲ τὸν ἐτήσιο ἑορτασμὸ τῆς ποιήσεως (θερινὸ ἠλιοστάσιο). Ὁ ποιητὴς Φερνάζης τοῦ καβαφικοῦ «Δαρείου» μοῦ ψιθύρισε χαιρέκακα: «Μέσα σὲ πόλεμο – φαντάσου, ἑλληνικὰ ποιήματα». Ναι, ὅσο θὰ ὑπάρχουν Δαρεῖοι μὲ «ὑπεροψίαν καὶ μέθην». Ναί, ἔστω καὶ ἂν οἱ κρατικοδίαιτοι γλεντοῦν τὴν ποίηση «μέσα σὲ πόλεμο». Ναί, ἂν ἡ ποίηση ποὺ γράφουμε εἶναι μορφὴ πνευματικῆς ἀντιστάσεως κατεναντίον τοῦ Κακοῦ καὶ ὑπερασπίσεως τῆς ζωῆς, τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς Πλάσης. Πατριδογνωσία, ἐκδ. Ἑλληνικὰ γράμματα, 2004, σ. 290 & 295
23
ΙSSN: 2623-307X
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ (1947-2006)
(εὐγενὴς παραχώρηση τοῦ Γιάννη Πατίλη ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ περιοδικοῦ Πλανόδιον) Πρώτη μορφὴ τοῦ ποιήματος ποὺ δημοσιεύτηκε ἀργότερα μὲ τὸν τίτλο «Ἀπὸ τὸ ὑπερῶο τῆς Ἑλλάδας ὁ Νίκος Καροῦζος ὁμιλεῖ στὸ φθαρτὸ»