TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ *
ΤΕΥΧΟΣ
2
ΜΑΡΤΙΟΣ 2018
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ, MAΡΙΑ ΛΕΜΟΝΗ, π. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΪΣΤΡΑΛΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΕΝΙΔΗΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΙΣΤΡΙΩΤΗΣ, ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, ΛΑΚΗΣ ΠΡΟΓΚΙΔΗΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
*θεωρητικός, ή, όν, ἀγαπῶν τὴν θεωρίαν : παρατήρηση, θέαση, ἐξέταση, κοίταγμα· θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος
TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ ΤΕΥΧΟΣ 2, ΜΑΡΤΙΟΣ 2018
Π
Ε
Ρ
Ι
Ε
Χ
Ο
Μ
Ε
Ν
Α
Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΩΣ ΣΧΟΛΕΙΟ
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ ΤΙΜΗ 2,5€
τοῦ Βασίλη Κωνσταντούδη................................................................... σ. 3 «ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΝ» ΕΙΣ ΕΥΤΡΑΦΗΣ ΖΑΒΙΝΑΣ τῆς Ἀριστέας Παπαλεξάνδρου ........................................................... σ. 4 ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ; τοῦ Λευτέρη Ξανθόπουλου..................................................................... σ. 6 ΝΙΚ ΚΕΗΒ, ΕΤΟΙΜΑΣΘΕΙΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ (μετάφραση) τοῦ π. Δημητρίου Μαϊστράλη............................................................... σ. 7 Γ. ΓΟΥΟΡΝΤΣΓΟΥΟΡΘ, ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ (μετάφραση)............................. σ. 8 Γ. ΜΠ. ΓΕΗΤΣ, ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΕΙΣ (μετάφραση) τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου........................................................ σ. 9 ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΪΚΟΣ τοῦ Λάκη Προγκίδη..................................................................................σ. 10 Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου . ........................................................σ. 12 ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ τοῦ Γιώργου Βαρθαλίτη.........................................................................σ. 14 ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΔΕΛΛΗΣ, Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ τοῦ Ἀλέξανδρου Μιστριώτη................................................................. σ.16 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τῆς Τασούλας Καραγεωργίου..............................................................σ. 18 Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ......................................................................................σ. 19 ANTE PORTAS τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου.......................................................... σ. 20 ΚΑΙ ΠΟΥ ‘ΝΑΙ Ο ΚΡΟΚΟΣ τῆς Μαρίας Λεμονῆ................................................................................... σ.21 Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΕΝΙΔΗΣ...........................................................σ. 23 ΕΡΕΤΜΟΣ τοῦ Διονύση Μενίδη................................................................................σ. 24
Ὁ Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ εἶναι μιὰ παρέα φίλων ποὺ ἀναζητᾶ νέους φίλους. Δὲν ἔχει σοβαροὺς σκοπούς, οὔτε σαφεῖς στόχους. Οἱ τέχνες, τὰ γράμματα, ὁ πολιτισμὸς ἀποτελοῦν οὐσιώδεις ἀξίες ἐφ’ὅσον προϋποθέτουν τὴν ἀγάπη, τὴν φιλία, τὸν ἔρωτα, τὴν κοινότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Αἰσθητικῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἔκφραση συναντᾶ οὐσιώδεις ἀξίες τῆς ζωῆς, τὸ ΚΟΙΝΟΝ ἐνθουσιάζεται. Καὶ λειτουργεῖ ὡς ταμεῖον ἀρωγῆς καὶ ἀλληλοβοηθείας. Διότι μᾶς συγκινεῖ κάθε προσπάθεια ἐκφραζομένη διὰ τοῦ λόγου, τοῦ ἤχου, τῆς εἰκόνος, τῆς σωματικῆς κινήσεως ἢ τῆς συνήθους καθημερινότητος ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ δεῖ μὲ μιὰ παρθενικὴ ματιὰ τὸν κόσμο.
ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν - θεωρητικὸ περιοδικό. Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ὑπεύθυνος ἔκδοσης: Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ, Γαδίλων 9-11, Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 2,5 € Συνδρομὴ γιὰ τρία τεύχη: 10€. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: tokoinon@yahoo.com ΤΗΛ: 210 2524173- 6973370742. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ-ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ: Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ ΙSSN: 2623-307X
Εἰκαστικὴ φροντίδα: Ἰωσὴφ Χαλβατζόγλου. Τὰ κοσμήματα τῶν σελ. 5, 8 καὶ 15 εἶναι τοῦ π. Δημητρίου Μαϊστράλη. 2
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ
Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΩΣ ΣΧΟΛΕΙΟ Πιθανολογῶ ὅτι μπορεῖ νὰ ὀφείλεται καὶ στὶς σπουδές μου στὴ φυσική, ὅπου σίγουρα ἡ σκέψη καὶ μεθοδολογία ἔχουν μιὰ διάσταση ἀνιστορικὴ καὶ ἀφαιρετική. Ἀλλὰ τὸ βλέπω καὶ σὲ ἄλλους φίλους καὶ γνωστοὺς ἀπὸ διαφορετικὰ πεδία καὶ λέω μήπως εἶναι κάτι γενικότερο. Ποιό πράγμα; Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν καθόμαστε νὰ σκεφτοῦμε καὶ νὰ γράψουμε εἰδικὰ γιὰ θέματα ποὺ κατατάσσονται στὴν κατηγορία τῶν κοινωνικῶν/πολιτικῶν ζητημάτων, ὅπως αὐτὸ τῆς πατρίδας, συχνὰ ἔχουμε μία αἴσθηση αἰωνιότητας τῆς τωρινῆς κατάστασής μας: ὅτι δηλαδὴ πάντα ἤμασταν στὸ γραφεῖο μας διαβάζοντας, γράφοντας καὶ σκεφτόμενοι μὲ τὶς συγκεκριμένες διανοητικές μας ἱκανότητες ποὺ αὐτονόητα τὶς θεωροῦμε αὐτόνομα δικές μας. Ἐννοῶ ὅτι ξεχνᾶμε μία βασικὴ παράμετρο (ἴσως τὴν σημαντικότερη) τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης. Τὴν ἱστορικότητα μας. Τὸ ὅτι κάποτε ἤμασταν ἀδύναμα μωράκια ποὺ ἐκλιπαρούσαμε γιὰ λίγο γάλα καὶ ἕνα χάδι, ἔφηβοι διψασμένοι γιὰ γνώση καὶ ἐμπειρίες, νέοι μὲ ὁράματα καὶ τὶς πρῶτες διαψεύσεις καὶ ὅτι θὰ γίνουμε γέροι μὲ μιὰ διαφορετική σοφία ἀλλὰ καὶ ἀνασφάλεια καὶ φόβο. Γεννιόμαστε σὲ συγκεκριμένο χωροχρονικὸ πλαίσιο, σὲ μιὰ ἀγκαλιά ἀπὸ γλώσσα, συναισθήματα, σύμβολα, γνώσεις, ἀξίες, πίστη, σὲ μιὰ ἀγκαλιὰ ποὺ φτιάχνουν οἱ ἄνθρωποι γύρω μας, πρῶτα ἡ οικογένειά μας καὶ μετὰ οἱ ἄνθρωποι τοῦ τώρα καὶ τοῦ χθές τοῦ τόπου ποὺ μεγαλώνουμε, τῆς πατρίδας μας. Εἴμαστε αὐτὸ ποὺ ἔχουμε γίνει μεγαλώνοντας μέσα στὴν οἰκογένειά μας καὶ τὴν πατρίδα μας. Καὶ τὰ δύο τὰ κουβαλᾶμε μέσα μας. Εἶναι ἐμεῖς καὶ εἴμαστε αὐτά. Ἀλλὰ εἴμαστε καὶ κάτι περισσότερο. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ εγκλωβιστοῦμε, νὰ περιοριστοῦμε σὲ αὐτά. Καὶ αὐτὸ εἶναι εύκολα παραδεκτό γιὰ τὴν οἰκογένεια. Μιὰ οἰκογένεια λειτουργεί ὑγιῶς καὶ ἰσορροπημένα ὅταν δίνει τὴ δυνατότητα στὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν σὲ αὐτὴ νὰ ἀνοιχτοῦν πέρα ἀπὸ αὐτὴ καὶ νὰ συνδιαλεχθοῦν μὲ δημιουργικότητα, τόλμη καὶ φαντασία μὲ τὸν ἔξω κόσμο. Μὲ δεξιότητες καὶ ἱκανότητες ποὺ ἀπέκτησαν μέσα στὴν οἰκογένεια καὶ ἀνανεώνουν κάθε φορά ποὺ αἰσθάνονται ὅτι τὸ χρειάζονται. Τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν ἰσορροπημένη οἰκογένεια εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὸ ἄνοιγμα στὸν κόσμο, ὅπως ἀπαραίτητο εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἄνοιγμα. Μὲ ἕναν παρόμοιο τρόπο σκέφτομαι καὶ τὴ σχέση μου μὲ τὴν πατρίδα μου. Εἶναι τὸ μεγάλο σχολεῖο ποὺ μαθαίνουμε τὰ πρῶτα γράμματα τῆς ζωῆς, ἡ μεγάλη οἰκογένεια ποὺ μέσα της ζοῦμε τὶς πρῶτες συγκινήσεις. Εἶναι ἐκεῖ ποὺ διαμορφώνεται τὸ πῶς μαθαίνουμε καὶ τὸ πῶς συγκινούμαστε καὶ ἑπομένως εἶναι ἐκεῖ ποὺ ἀποκτοῦμε τὴ δυνατότητα νὰ μαθαίνουμε καὶ νὰ συγκινούμαστε ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νὰ συνατήσουμε τὸν ἔξω κόσμο καὶ νὰ συνδιαλεχθοῦμε μαζί του. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ ἐμβαθύνουμε στὰ γράμματα καὶ τὶς συγκινήσεις τῆς πατρίδας καὶ στὰ δικά
της πῶς, τόσο καλύτερα καὶ δημιουργικότερα θὰ μιλήσουμε καὶ θὰ ἀκούσουμε τὸν ἔξω κόσμο. Καλύτερα καὶ γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ αὐτόν. Ὅσο περισσότερο μαθητεύσουμε στὰ ἐπιγράμματα καὶ τὴ δημοτικὴ ποίηση, τὴ Βυζαντινὴ ζωγραφικὴ καὶ τὸν Θεόφιλο, τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Μάξιμο Ὁμολογητή, τὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου τόσο καλύτερα μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε τὰ χαϊκοὺ τῶν Γιαπωνέζων καὶ τὸν Μπουκόφσκι, τοὺς ἰμπρεσιονιστὲς καὶ τὸν κυβισμό, τὸν Βιντγκεστάιν, τὶς προκλήσεις τῆς σύγχρονης φυσικῆς καὶ τὸν Τωκβίλ. Καὶ ὅσο περισσότερο γνωρίσουμε καὶ βιώσουμε τὶς ἀκροθαλασσιὲς τῆς Λέσβου, τὰ βουνὰ τῶν Πιερίων, τὶς πεδιάδες τῆς Λάρισας καὶ τοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας καὶ τὶς πλατεῖες τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων μας, τόσο πιὸ πολὺ θὰ ἀγαπήσουμε τὰ νερὰ στὰ νησιὰ τῆς Καραβαϊκῆς, τὰ δάση τῆς νότιας Γερμανίας, τὰ βουνὰ τῶν Ἄλπεων, τὶς λεωφόρους τοῦ Σὰν Φρανζίσκο καὶ τὶς πλατεῖες τῆς Σεβίλλης. Ἀλλὰ ἡ μαθητεία στὴν πατρίδα δὲν εἶναι χρονικὰ περιορισμένη. Ἡ πατρίδα εἶναι καὶ ἐπιστροφή. Ἐπιστρέφουμε στὴν πατρίδα γιὰ νὰ ἀνανεώσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο πέρα ἀπὸ αὐτή, καὶ κάθε φορὰ ἀποκαλύπτονται νέες πτυχές της κρυμμένες στὰ πρῶτα μάτια μας. Καὶ μὲ αὐτὲς τὶς ἀποκαλύψεις προχωρᾶμε πιὸ πέρα τὴ σχέση μας μὲ τὸν ἄλλο καὶ τὸν ἔξω κόσμο γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε πάλι στὴν πατρίδα καὶ νὰ ξαναφύγουμε, μέχρι κάποια στιγμή (ἂν συμβεῖ αὐτὸ) πατρίδα καὶ ἔξω κόσμος νὰ ἔλθουν κοντά, νὰ γίνουν ἕνα, τὸ σῶμα μας, ὁ κόσμος μας, ἡ φίλια ἐξορία μας, ὁ δρόμος μας. Δύο ἄκρα προσπαθῶ νὰ ἀποφύγω, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι ἄκρα, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι ψεύτικα. Τὸ ἕνα νὰ πῶ ὅτι ἡ πατρίδα εἶναι ὁ τελικὸς προορισμός μου, τὸ τέλος τοῦ δρόμου, τὸ τέλειο καὶ ἀψεγάδιαστο κομμάτι τοῦ κόσμου. Καὶ ἐγὼ ὁ τυχερὸς ποὺ ἔτυχε νὰ γεννηθῶ σὲ αὐτὸ ἀφοῦ τὰ ἔχω ὅλα ἕτοιμα καὶ δὲν ἔχω νὰ κάνω κάτι, νὰ προχωρήσω πρὸς τὰ κάπου. Τὸ μόνο ποὺ μοῦ μένει εἶναι νὰ ἀμύνομαι κάθε φορά ποὺ θίγεται ἡ τελειότητά της καὶ νὰ ἀγωνίζομαι νὰ πείσω κάθε διαφωνούντα γιὰ αὐτήν. Τὸ ἄλλο εἶναι νὰ πῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει πατρίδα ἢ ὅτι δὲν τὴ χρειάζομαι. Δὲ χρειάζομαι νὰ μαθητεύσω σὲ αὐτὴν γιὰ νὰ ἀνοιχτῶ στὸν κόσμο, μοῦ ἀρκεῖ μόνο ἡ διάθεσή μου καὶ ὁ ἴδιος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ μὲ τί φωνὴ καὶ τί γλώσσα θὰ μιλήσω μὲ τὸν ἔξω κόσμο, μὲ τὶ πῶς θὰ τὸν καταλάβω; Ἡ ἀλήθεια ποὺ αἰσθάνομαι ὅτι κρύβει ἡ σχέση μου μὲ τὴν πατρίδα εἶναι πιό σύνθετη ἀπὸ τὶς δύο παραπάνω ἀκραῖες ἁπλοποιήσεις. Ὅπως κάθε ἀλήθεια τῆς ζωῆς εἶναι πιὸ πέρα ἀπὸ τὶς ἁπλοποιήσεις τοῦ μυαλοῦ μας. Καὶ ὅπως κάθε ἀλήθεια τῆς ζωῆς μπορεῖ νὰ κρύβει μία δύναμη καταξίωσης τῆς ὕπαρξής μας, ἀνοίγοντάς την στὰ πέρα ἀπὸ αὐτὴ μέσα ἀπὸ τοὺς περιορισμούς της. Βασίλης Κωνσταντούδης 3
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ Κ.Π. ΚABAΦHΣ
ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΑΝ
Κατήντησα σχεδὸν ἀνέστιος καὶ πένης. Αὐτὴ ἡ μοιραία πόλις, ἡ Ἀντιόχεια ὅλα τὰ χρήματά μου τά ‘φαγε: αὐτὴ ἡ μοιραία μὲ τὸν δαπανηρό της βίο.
Ἂν πάλι μ’ ἐμποδίσουνε μὲ τὰ συστήματά τους – τοὺς ξέρουμε τοὺς προκομένους: νὰ τὰ λέμε τώρα; ἂν μ’ ἐμποδίσουνε, τί φταίω ἐγώ.
Ἀλλὰ εἶμαι νέος καὶ μὲ ὑγείαν ἀρίστην. Κάτοχος τῆς ἑλληνικῆς θαυμάσιος (ξέρω καὶ παραξέρω Ἀριστοτέλη, Πλάτωνα τί ρήτορας, τί ποιητάς, τί ὅ,τι κι ἄν πεῖς). Ἀπὸ στρατιωτικὰ ἔχω μιὰν ἰδέα, κ’ ἔχω φιλίες μὲ ἀρχηγούς τῶν μισθοφόρων. Εἶμαι μπασμένος καμπόσο καὶ στὰ διοικητικά. Στὴν Ἀλεξάνδρεια ἔμεινα ἕξι μῆνες, πέρσι∙ κάπως γνωρίζω (κ’ εἶναι τοῦτο χρήσιμον) τὰ ἐκεῖ: τοῦ Κακεργέτη βλέψεις καὶ παληανθρωπιές, καὶ τὰ λοιπά.
Θ’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν Ζαβίνα πρῶτα, κι ἂν ὁ μωρὸς αὐτὸς δὲν μ’ ἐκτιμήσει, θὰ πάγω στὸν ἀντίπαλό του, τὸν Γρυπό. Κι ἂν ὁ ἠλίθιος κι αὐτὸς δὲν μὲ προσλάβει, πηγαίνω παρευθὺς στὸν Ὑρκανό.
Ὅθεν φρονῶ πὼς εἶμαι στὰ γεμάτα ἐνδεδειγμένος γιὰ νὰ ὑπηρετήσω αὐτὴν τὴν χώρα, τὴν προσφιλῆ πατρίδα μου Συρία. Σ’ ὅ,τι δουλειὰ μὲ βάλουν θὰ πασχίσω Νὰ εἶμαι στὴν χώρα ὠφέλιμος. Αὐτὴ εἶν’ ἡ πρόθεσίς μου.
Θά μὲ θελήσει πάντως ἕνας ἀπ’ τοὺς τρεῖς. Κ’ εἶν’ ἡ συνείδησίς μου ἥσυχη γιὰ τὸ ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς. Βλάπτουν κ’ οἱ τρεῖς τοὺς τὴν Συρία τὸ ἴδιο. Ἀλλά, κατεστραμμένος ἄνθρωπος, τί φταίω ἐγώ. Ζητῶ ὁ ταλαίπωρος νὰ μπαλωθῶ. Ἂς φρόντιζαν οἱ κραταιοὶ θεοὶ νὰ δημιουργήσουν ἕναν τέταρτο καλό. Μετὰ χαρᾶς θά πήγαινα μ’ αὐτόν
Πίνακας Ἰωσήφ Χαλβατζόγλου 4
ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
«ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΝ» ΕΙΣ ΕΥΤΡΑΦΗΣ ΖΑΒΙΝΑΣ Εἶναι ἀπὸ τὶς λίγες φορὲς ποὺ ἐπιχειρῶ νὰ μιλήσω γιὰ τὸν Καβάφη καὶ τὸ κάνω καὶ πάλι μὲ μεγάλη ἀμηχανία. Δὲν κομίζω γλαύκα στὴν προσπάθειά μου νὰ δείξω πόσο σύγχρονός μας εἶναι. Τὸ ἐπιχειρῶ μάλιστα, σχολιάζοντας ἕνα ἀπὸ τὰ περισσότερο γνωστὰ ἱστορικὰ ―ἢ ἀκριβέστερα ψευδοϊστορικά― του ποιήματα: τὸ «Ἂς φρόντιζαν». Ἀπαντήσεις ἑτοιμοπαράδοτες, καὶ προπαντὸς ἀπαντήσεις ἀντικειμενικές, δὲν ἔχω. Κανεὶς νομίζω δὲν ἔχει. Ἀπ’ τὴν μεριά μου, θὰ συνοψίσω τὸ πῶς ἐγὼ διαβάζω τὸ «Ἂς φρόντιζαν», ποὺ ὅσο περνάει ὁ καιρός, κι ἐναλλάσσονται καὶ ἄλλοι κάθε τόσο σύγχρονοί μας Ζαβίνες, Γρυποί, Ὑρκανοί, στο Μαξίμου τῆς δικῆς μου μοιραίας Ἀντιόχειας, ὅλο καὶ περισσότερο μοῦ ἀρέσει. Βεβαίως, δὲν εἶμαι ἡ πρώτη ποὺ θὰ ἀναφέρω πὼς ἴσως κανεὶς ἄλλος δὲν ἀποδείχτηκε καλύτερος ἀναγνώστης τοῦ ἔργου του, ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καβάφη, ὅταν ἔγραφε πὼς «εἶναι ποιητὴς τοῦ μέλλοντος». Αὐτὸ τὸ μέλλον του ἀποβαίνει ἐντέλει τὸ σκοτεινὸ δικό μας παρόν, μὲ τὰ συστήματά τους. Τὰ συστήματα αὐτῶν, ποὺ συνοψίζονται συνήθως, καὶ εἰς τὰ δι’ ἡμᾶς, σὲ τρεῖς: σὲ τρεῖς ποὺ βλάπτουν […] τὴν Συρία τὸ ἴδιο. Ὅσο γιὰ μᾶς, ἀνέστιοι καὶ πένητες, κάπου μοιάζουμε ―πῶς νὰ τὸ κάνομε― στὸν ἥρωα τῆς ἱστορίας, καθώς ἐνῶ τοὺς ξέρουμε τοὺς προκομμένους: νὰ τὰ λέμε τώρα;, ὅλο καὶ σὲ κάποιον Ζαβίνα ἀφεθήκαμε νὰ μᾶς ἀρνηθεῖ. Τὸ αὐτοσχόλιο λοιπὸν τοῦ Καβάφη ὅτι εἶναι ποιητὴς τοῦ μέλλοντος, ὑπαγορευόταν ἴσως λιγότερο ἀπὸ ματαιοδοξία καὶ περισσότερο, κατὰ τὴν γνώμη μου, ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ὅτι θὰ ἐρχόταν μία ἐποχὴ ποὺ ἡ ἀσύμβατη μὲ τὰ ποιητικὰ δεδομένα τοῦ καιροῦ του, ποίησή του, θὰ ἐπιβαλλόταν ὡς μεγάλη ποίηση. Καὶ ἦρθε ὁ καιρός. Καὶ ἔρχεται. Μοντέρνος ὡς πρὸς τὸν τρόπο, ἀποδείχτηκε σύγχρονος τοῦ μέλλοντός του, πιθανόν καὶ τοῦ δικοῦ μας μέλλοντος. Καὶ ὁ λόγος δὲν εἶναι μόνον ὁ πεζολογικὸς χαρακτήρας, ἡ ἰδιότυπη εἰρωνεία, καὶ ἡ ἀπουσία κάθε περιττοῦ, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ μαζὶ
καὶ προπάντων ἡ τόλμη μὲ τὴν ὁποία χειρίστηκε τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου «νὰ κάμει τὴν ζωή του ὅπως τὴν θέλει», ὥστε νὰ «καταντᾶ τὸ αὔριο πιὰ σὰν αὔριο νὰ μὴ μοιάζει». Θὰ τολμοῦσα, μάλιστα, νὰ χαλάσω τὴ μαγιονέζα τῶν εἰδημόνων, κι ἔτσι μεταξὺ σοβαροῦ καὶ ἀστείου ―προφανῶς κι αὐθαίρετα―, θὰ πρόσθετα τὸν Καβάφη στοὺς ποιητὲς προφῆτες. Αὐτὸς βέβαια δὲν ἐπροφήτευσε ἐσθῆτες κοριτσιῶν νὰ ἀνεμίζουν στὸ ἡλιόλουστο Αἰγαῖο, οὔτε χελιδόνια τὴν ἄνοιξη·* κατέστησε ὅμως τὸν ὁλόδικό του τρόπο μία ἐσαεὶ ἐξομολόγηση τοῦ ὅτι «ἡ ζωὴ ἀπὸ μόνη της δὲν ἐπαρκεῖ».** Εἰς ἑαυτόν τοῦ μέλλοντός του, λοιπόν, μὲ τὴν ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων θητεία του στὰ ἀνθρώπινα, γίνεται ὁ Καβάφης εἰς ἑαυτόν τοῦ μέλλοντός μας. Γιατί τελικά τὸ ἑκάστοτε «Εἰς ἑαυτὸν» μονόπρακτό του εἶναι πράγματι σὰν νὰ γράφτηκε «γιὰ τὸν καθένα [μας] χωριστά». Σὰν νὰ τσαλακώθηκε ὁ ἀνώνυμος ἥρωας τοῦ ποιήματος, γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἐνοχή, κάθε ποὺ κατεστραμμένοι ἄνθρωποι ζητοῦμε οἱ ταλαίπωρο[ι] νὰ μπαλωθ[οῦμε]. Ἄλλωστε, ὑπήρξαμε, ὅσο νὰ πεῖς, κι ἐμεῖς, μπασμέν[οι] κάμποσο στὰ διοικητικά. Κι εἶναι Αὐτὴ ἡ μοιραία πόλις, ἡ Aντιόχεια ποὺ ὅλα τὰ χρήματά μ[ας] τἄφαγε. Δὲν φταῖμε ἐμεῖς· οὔτε τὰ φάγαμε μὲ κάποιον εὐτραφῆ Ζαβίνα, ὅ,τι κι ἂν δήλωσε κάπου ἐκεῖ… στὴν Ἀντιόχεια… κατὰ τὸ 201... Ἀριστέα Παπαλεξάνδρου
* Δὲν ἔχω βεβαίως, πρόβλημα μὲ ὅσους τὰ ἐπροφήτευσαν, ἀλλά, ἴσως, μὲ ὅσους ἀποφαίνονται ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ποιηταὶ ἐπροφήτευσαν μόνον αὐτά… γεγονός ποὺ, κατά τὴν ταπεινή μου γνώμη, τοὺς ἀδικεῖ, περιορίζοντας τὸ πολυδιάστατο τῆς γραφῆς τους σὲ μονομερεῖς ἀναγνώσεις. **Η φράση ἀπὸ τὸν Ἡρόστρατο τοῦ Πεσσόα.
5
ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ (συνέντευξη)
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ; Ἔχετε ὑπηρετήσει μὲ ἐπιτυχία τὸν κινηματογράφο κι ἔχετε ἐπίσης ἕνα πλούσιο λογοτεχνικὸ ἔργο. Πῶς προσδιορίζετε τὴ σχέση τοῦ κινηματογράφου μὲ τὴ λογοτεχνία; Ὁτιδήποτε καὶ ἂν κάνεις, ὑποκρύπτει τὴν ἐσωτερικὴ ἀνάγκη γιὰ ἀφήγηση, δηλαδὴ ἐπιθυμεῖς μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀφηγηθεῖς μιὰ ἱστορία ποὺ σὲ βασανίζει, σὲ παιδεύει, σὲ εὐχαριστεῖ, σὲ διαολίζει, σὲ τρομάζει εἴτε χρησιμοποιώντας τὸν κινηματογράφο εἴτε τὴν θεατρικὴ φόρμα, ἢ τὸ ποίημα, τὸ κόμιξ κλπ. Ἡ ρίζα λοιπὸν καὶ οἱ καταβολὲς τῆς δημιουργίας βρίσκονται στὴν ἀνάγκη σου νὰ πεῖς κάτι μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο καὶ νὰ τὸ ἀκούσουν οἱ ἄλλοι τριγύρω σου. Ὁ ὅρος «παραμυθὰς» μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια (story teller), ταιριάζει ἀπόλυτα στὸν δημιουργό, τὸν σκηνοθέτη, τὸν δραματουργό, τὸν ποιητή, στοὺς ὁποίους ἀναφερόμαστε. Πολὺ εὔκολα μπορῶ νὰ μνημονεύσω γιὰ παράδειγμα τὸν μεγάλο σύγχρονο παραμυθά τοῦ ἀμερικανικοῦ κινηματογράφου τὸν Στῆβεν Σπίλμπεργκ καὶ ἀκόμα, ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους παραμυθάδες στὴν λογοτεχνία μας, τὸν Νίκο Καζαντζάκη. Ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα ἀφήγησης, ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ συμβάσεις. Ἡ προδιάθεση καὶ ἡ κλίση σου θὰ σοῦ υπαγορεύσουν, ἀπὸ νωρὶς στὴν βιολογική σου ζωὴ καὶ θὰ σὲ καθοδηγήσουν μὲ ποιό μέσον (μὲ ποιὰ μορφὴ σύμβασης) καὶ μὲ ποιόν τρόπο θὰ ἐκφραστεῖς. Οἱ ταινίες σας ξεκινᾶνε ἀπὸ μιὰ σκηνοθετικὴ σύλληψη (εἰκόνα) ἢ ἀπὸ μιὰ λογοτεχνικὴ ἔμπνευση (λόγος); Οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο, ὅλα ξεκινᾶνε ἀπὸ μιὰ ἰδέα. Ἂν ἡ ἰδέα εἶναι αὐθεντική, ἂν ἔχει ἀλήθεια, ἂν ἀκουμπάει γερὰ στὸν περιβάλλοντα κόσμο καὶ πιστεύεις ὅτι θὰ ἐνδιαφέρει καὶ κάποιον ἄλλον ἐκτὸς ἀπὸ ἐσένα, τότε ἡ ἰδέα ποὺ σὲ βασανίζει ἐξελίσσεται μέσα στὸ κεφάλι σου, πολλὲς φορὲς καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώκεις καὶ προκειμένου γιὰ τὸ κινηματογραφικὸ ἔργο, γίνεται πρῶτα στόρι, γίνεται περίληψη, γίνεται σύνοψη, γίνεται treatment, καὶ τέλος καταλήγει στὸ πλῆρες σενάριο μὲ τοὺς ὁλοκληρωμένους χαρακτῆρες, τοὺς διαλόγους καὶ μὲ ἀρχή, μέση καὶ τέλος. Ἡ συγγραφὴ τοῦ σεναρίου ὑπακούει σὲ μεγάλο βαθμό σὲ αὐστηροὺς κανόνες τεχνικῆς τῆς δραματουργίας. Ἀκόμα καὶ ἡ γέννηση τοῦ ποιήματος, ἀπὸ μιὰ ἰδέα ξεκινάει καὶ πάει καὶ γίνεται αἴφνης ποίημα, ποὺ ὅμως αὐτὴ τὴν διαδρομή δὲν τὴν ξέρεις, δὲν τὴν ὁρίζεις. Ὁ κινηματογράφος -ἀλλὰ καὶ τὸ σήριαλ- θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν μιὰ σύγχρονη μορφὴ λογοτεχνίας; Ὄχι αξιολογικά, ἀλλὰ ὡς εἶδος. 6
Ὄχι, σὲ καμιὰ περίπτωση. Δὲν μπορεῖ καμμία μορφὴ κινούμενης εἰκόνας νὰ ἀνταγωνιστεῖ τὸν γραπτὸ λόγο. Τὸ κάθε εἶδος ἔχει τὰ δικά του εἰδικὰ χαρακτηριστικά. Ὁ κινηματογράφος καὶ τὸ σήριαλ εἶναι μορφὲς ἀφήγησης μὲ ἰσχὺ στὸν παρόντα χρόνο, δηλαδὴ στὴ χρονικὴ στιγμὴ ποὺ κατασκευάζονται, προβάλλονται καὶ καταναλώνονται καὶ μάλιστα μορφὲς ἀφήγησης ἀπόλυτα θεμιτές, χρήσιμες γιὰ τὴν καθημερινότητα τοῦ θεατῆ-ἀποδέκτη (τοῦ κάνουν πιὸ εὔκολη τὴ ζωή) καὶ νόμιμες. Δὲν ἔχουν καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὴν ποίηση καὶ τὸν πεζό λόγο, ποὺ βάζουν τὸ μεγάλο στοίχημα, πρὶν καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα μὲ τὸν Χρόνο. Εἶναι τὸ σενάριο λογοτεχνία; Τὸ σενάριο εἶναι μιὰ πυξίδα, ἕνας μπούσουλας, μιὰ σειρὰ σημειώσεων καὶ τεχνικῶν ὅρων γιὰ τὸν σκηνοθέτη καὶ τοὺς ἄμεσους συνεργάτες του, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πραγματοποίηση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ κινηματογραφικοῦ ἔργου. Ὅταν τελειώσει ἡ ταινία, ὁ προορισμὸς τοῦ ἀρχικοῦ σεναρίου εἶναι ὁ κάδος τῶν ἀχρήστων. Τὰ σενάρια ποὺ κυκλοφοροῦν στὴν ἐκδοτικὴ ἀγορὰ ὡς βιβλία, πολὺ μικρὴ σχέση ἔχουν μὲ τὸ ἀρχικὸ σενάριο γυρίσματος (shooting script). Ἀποτελοῦν καταγραφὴ τῆς τελειωμένης ταινίας (release script), δηλαδὴ τῆς ὁριστικῆς βερσιὸν ποὺ βγῆκε στὴν διανομὴ καὶ βεβαίως δὲν εἶναι λογοτεχνία, ἀλλὰ περισσότερο ἀποτελοῦν ἕνα ἐγχειρίδιο ποὺ παραπέμπει τὸν φανατικὸ κινηματογραφόφιλο στὴν συγκεκριμένη ταινία. Τὸ σενάριο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σταθεῖ σὰν ἕνα λογοτεχνικό κείμενο, ὅπως ἡ τραγωδία ἢ τὸ θέατρο - ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν παράσταση; Κυρίαρχο στοιχεῖο στὸ σινεμὰ εἶναι ἡ εἰκόνα. Ἡ εἰκόνα ὁδηγεῖ τὴν ἐξέλιξη τοῦ μύθου καὶ ὁρίζει τὴν δράση, ἀκολουθώντας, στὶς καλύτερες στιγμές του τὸν ἀριστοτελικὸ ὁρισμὸ γιὰ τὴν τραγωδία. Στὸ θέατρο κυρίαρχο στοιχεῖο εἶναι ὁ προφορικὸς λόγος, ἑπομένως ἕνα θεατρικὸ ἔργο μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἐν δυνάμει λογοτεχνία, μπορεῖς δηλαδὴ νὰ διαβάσεις λόγου χάριν μερικὲς σελίδες στὸ κρεβάτι σου ἀπὸ τὸ «Περιμένοντας τὸν Γκοντὸ» τοῦ Μπέκετ ἢ τὸν «Βυσσινόκηπο» τοῦ Τσέχωφ πρὶν σὲ πάρει ὁ ὕπνος! Καὶ σὲ αυτήν ὅμως τὴν περίπτωση τὸ τυπωμένο κείμενο λειτουργεῖ ὡς συμπληρωματικὸ πρὸς τὴν θεατρικὴ παράσταση. Λευτέρης Ξανθόπουλος
π. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΪΣΤΡΑΛΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ NICK CAVE (1957-)
ΝΙΚ ΚΕΪΒ
GET READY FOR LOVE
ΕΤΟΙΜΑΣΘΕΙΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Get ready for love! Praise Him! Get ready for love! Praise Him! Get ready for love! Get ready for love!
Ἑτοιμασθεῖτε γιὰ τὴν ἀγάπη! Αἰνεῖτε Αὐτόν! Ἑτοιμασθεῖτε γιὰ τὴν ἀγάπη! Αἰνεῖτε Αὐτόν! Ἑτοιμασθεῖτε γιὰ τὴν ἀγάπη! Ἔσεσθε ἕτοιμοι!
Well, most of all nothing much Ever really happens And God rides high up in the ordinary sky Until we find ourselves at out most distracted And the miracle that was promised Creeps quietly by
Πάνω ἀπ’ ὅλα, λοιπόν, τίποτα τὸ πολὺ ποτὲ παραγματικὰ δὲν συμβαίνει. Καὶ ὁ Θεὸς ἱππεύει μεγαλόσχημος μὲς στὸν συνηθισμένο οὐρανὸ Ὥσπου νὰ βροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας στὸ μεγαλύτερό μας σάστισμα Καὶ τὸ ὑποσχεμένο θαῦμα ν’ ἁπλωθεῖ ἀθόρυβα σιγά-σιγά.
Calling every boy and girl Calling all around the world Get ready for love! Praise Him!
Καλώντας κάθε ἀγόρι καὶ κορίτσι Καλώντας ὅλη τὴν οἰκουμένη Ἑτοιμασθεῖτε γιὰ τὴν ἀγάπη! Αἰνεῖτε Αὐτόν!
The mighty wave their hankies from their High-windowed palace Sending grief and joy down in supportable doses And we search high and low without Mercy or malice While the gate to the Kingdom swings Shut and closes
Τὸ μέγα, ἀπ’ τὰ μαντήλια τους, κῦμα στὸ παλάτι τους μὲ τὰ ψηλὰ παραθύρια Κάτω στέλνει θλίψη καὶ χαρὰ σὲ δόσεις ὑποφερτὲς Κι ἐμεῖς ἐρευνοῦμε παντοῦ δίχως ἔλεος ἢ μοχθηρία Ἐνῶ κλείνει ἐρμητικὰ ἡ Πύλη πρὸς τὴν Βασιλεία.
Calling every boy and girl Calling all around the world Praise Him till you’ve forgotten What you’re praising Him for Praise Him till you’ve forgotten What you’re praising Him for Then praise Him a little bit more Yeah, praise Him a little bit more
Καλώντας κάθε ἀγόρι καὶ κορίτσι Καλώντας ὅλη τὴν οἰκουμένη. Δοξάστε Αὐτόν, μέχρι νὰ λησμονήσετε γιὰ ποιὸ λόγο Τὸν δοξάζετε Δοξάστε Αὐτὸν, μέχρι νὰ λησμονήσετε Γιὰ ποιὸ λόγο Τὸν δοξάζετε Καὶ τότε Δοξάστε Τον ἀκόμα μιὰ φορὰ Ναι, δοξάστε Τον ἀκόμα μιὰ φορά
I searched the seven seas and I’ve looked Under the carpet And browsed through the brochures That govern the skies Then I was just hanging around, doing Nothing and looked up to see His face burned in the retina of your eyes
Τὶς ἑφτὰ θάλασσες ἐρεύνησα καὶ κάτω ἀπ’ τὸ χαλὶ ἔχω κοιτάξει Καὶ περιδιάβασα μὲς στὰ φυλλάδια ποὺ κυβερνοῦν τοὺς οὐρανοὺς Μετὰ ἁπλῶς περιφερόμουν, μὴν κάνοντας τίποτα καὶ σήκωσα τὰ μάτια γιὰ νὰ δῶ Τὸ πρόσωπό Του φλεγόμενο μὲς στὸν ἀμφιβληστροειδή χιτώνα τῶν ματιῶν σας.
Calling every boy and girl Calling all around the world Get ready for love! Praise Him! Get ready for love! Praise Him!
Καλώντας κάθε ἀγόρι καὶ κορίτσι Ὅλη τὴν οἰκουμένη καλώντας Ἑτοιμασθεῖτε γιὰ τὴν ἀγάπη! Αἰνεῖτε Αὐτόν! Ἑτοιμασθεῖτε γιὰ τὴν ἀγάπη! Αἰνεῖτε Αὐτόν! 7
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ WILLIAM WORDSWORTH (7/4/1770 – 23/4/1850)
DAFFODILS
ΓΟΥΪΛΛΙΑΜ ΓΟΥΟΡΝΤΣΓΟΥΟΡΘ
ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ
I wandered lonely as a cloud That floats on high o’er vales and hills When all at once I saw a crowd, A host,of golden daffodils; Beside the lake,beneath the trees, Fluttering and dancing in the breeze.
Μόνος πλανιόμουν μὲ τοῦ σύννεφου τὴ χάρη Ποὺ ἐπιπλέει πάνω ἀπὸ λόφους ἁπλωμένο Ὅταν μὲ μιᾶς εἶδα μπροστά μου ἕνα σμάρι Ἀπὸ ἀσφόδελους, νὰ λάμπει χρυσαφένιο. Δίπλα στὴ λίμνη, κάτω ἀπ’ τὰ κλαδιὰ Νὰ κυματίζουν,νὰ χορεύουν στὴ δροσιά.
Continuous as the stars that shine And twinkle on the milky way, They stretched in never-ending line Along the margin of a bay: Ten thousand saw I at a glance Tossing their heads in sprightly dance.
Χωρὶς σταματημό, ὅπως τ’ ἀστέρια Ποὺ τρεμοσβήνουνε στὸ γαλαξία Ἁπλώνονταν σ’ ἀπάτητα λημέρια Στῆς ὄχθης τὴν εὐθύγραμμη πορεία Δέκα χιλιάδες εἶδα στὴ στιγμὴ Τὴ χαίτη νὰ τινάζουν τὴν ξανθή.
The waves beside them danced; but they Out-did the sparkling waves in glee: A poet could not but be gay In such a jocund company: I gazed-and gazed-but little thougth What wealth the show to me had brougth:
Δίπλα τους λικνίζονταν τὸ κύμα Μὰ ἐκεῖνοι τὸ περνοῦσαν σὲ χαρά. Ἕνας ποιητὴς θὰ ἦταν κρίμα Νὰ λυπηθεῖ μὲ τέτοια συντροφιά. Κοιτοῦσα μὰ δὲ σκέφτηκα καθόλου τί ἔχει φέρει Αὐτὸ τὸ θέαμα,τί πλοῦτο μοῦ προσφέρει.
For oft, when on my couch I lie In vacant or in pensive mood, They flash upon that inward eye Which is the bliss of solitude; And then my heart with pleasure fills And dances with the daffodils.
Γιατὶ συχνά, ὅταν ξαπλώνω στὸ κρεβάτι Μὲ ἀφηρημάδα ἢ σὲ σκέψη Ἀστράφτουνε μέσα σὲ κεῖνο τὸ ἐντός μου μάτι Ποὺ εἶναι τῆς μοναξιᾶς ἡ τέρψη. Καὶ τότε ἡ χαρά μου τὴν καρδιὰ φιλεύει Κι αὐτὴ μὲ τοὺς ἀσφόδελους χορεύει.
8
WILLIAM BUTLER YEATS (13/6/1865- 28/1/1939)
ΓΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΑΤΛΕΡ ΓΕΗΤΣ
WHEN YOU ARE OLD
ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΕΙΣ
When you are old and grey and full of sleep, And nodding by the fire,take down this book And slowly read,and dream of the soft look Your eyes had once,and of their shadows deep;
Ὅταν γεράσεις, γκριζομάλλα κι ἀπό νύστα νικημένη Κι ἔτσι γερμένη δίπλα ἀπ’ τὴ φωτιά, πάρε στὰ χέρια σου ἐτοῦτο τὸ βιβλίο Καὶ διάβασε ἀργὰ καὶ συλλογίσου τὸ χαμένο μεγαλεῖο Ποὺ ἡ ματιά σου ἄλλοτε σκορποῦσε ἡ ὀνειρεμένη.
How many loved your moments of glad grace, And loved your beauty with love false or true, But one man loved the pilgrim soul in you, And loved the sorrows of your changing face;
Πόσοι ἀγαπῆσαν τὶς στιγμὲς τῆς γελαστῆς μορφῆς σου Καὶ λάτρεψαν μ’ ἔρωτα ψεύτικο ἢ αληθινὸ τὴν ὀμορφιά σου. Μὰ ἕνας μονάχα ἀγάπησε τὶς λῦπες ποὺ ἀλλάζαν τὴ θωριά σου Κι ἀγάπησε τὴν προσκυνήτρα τὴν ψυχή σου.
And bending down beside the glowing bars Murmur,a little sadly,how Love fled And paced upon the mountains overhead And hid his face amid a crowd of stars.
Καὶ σκύβοντας μπρὸς στὴ φωτιὰ ποὺ σιγοκαίει, ὅπως θαρρεῖς σὲ παραμύθι Ψιθύρισε, λίγο θλιμμένα, πῶς ἡ Ἀγάπη πέταξε μακρυὰ Καὶ σιωπηλὰ περνώντας πάνω ἀπ’ τὰ βουνὰ Τὸ πρόσωπό της ἔκρυψε στῶν ἀστεριῶν τὰ πλήθη.
Καὶ τὰ δύο ποιήματα δημοσιεύονται ἐδῶ στὴν ἀγγλικὴ γλώσσα ἀπὸ τὴν ἔκδοση: Τhe Οxford Βook of Εnglish Verce, Oxford, Clarendon Press, 1924
ΔΥΟ ΑΡΑΔΕΣ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ Ἡ ἐπιλογὴ τῶν δύο αὐτῶν ποιημάτων δὲν εἶναι τυχαία. Ἀπηχεῖ τὴν προτίμησή μου πρὸς τὴν ἀγγλικὴ (ὄχι ἀγγλόφωνη) ποίηση. Ὁ Γ. Γουόρντσουορθ θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους Ἄγγλους ρομαντικοὺς καὶ ὁ Ἰρλανδὸς Γ.Μπ. Γέητς ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους «μεταφυσικοὺς» ποιητὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα. Καὶ τὰ δύο ποιήματα ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἑλληνικὰ μὲ ἢ χωρὶς ὁμοιοκαταληξία. Ἐδῶ προσπάθησα νὰ τὰ ἀποδώσω θέλοντας, περισσότερο,νὰ πετύχω τὴν ὁμοιοκαταληξία μ΄ἕνα τρόπο ποὺ νὰ πλησιάζει, ὅσο εἶναι δυνατό,τὸ πρωτότυπο ποὺ σημαίνει νὰ πλησιάζει τὸ ὕφος,δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ ποίημα. Ἰδιαίτερη μνεία στὸ ποίημα «Ὅταν γεράσεις» ποὺ τὸ γνώρισα, γιὰ πρώτη φορά, σὲ θερινὸ σινεμά -ἀρχὲς τῆς δεκαετίας του ΄70- στὰ Πατήσια. Ὅταν στὴν ταινία Ἐπαναστάτης χωρὶς αἰτία, ἀκούγεται ἡ δεύτερη στροφή του. Χρῆστος Ἀναγνωστόπουλος
9
ΛΑΚΗΣ ΠΡΟΓΚΙΔΗΣ
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΪΚΟΣ
Συνέντευξη
Μπορεῖτε νὰ συνοψίσετε –μετά ἀπὸ τὶς τόσες μελέτες σας καὶ τόσα γραπτά– ποῦ ἔγκειται ἡ ἰδιαίτερη ἀξία τοῦ Παπαδιαμάντη; Στὸ γεγονὸς ὅτι μπόλιασε τὴν τέχνη τοῦ μυθιστορήματος μ’ ἕνα πολιτισμικὸ βάθος ἄγνωστο καὶ ἀσύλληπτο γιὰ τοὺς ὁμοτέχνους του. Ἀπὸ τὸν Βοκκάκιο, τὸν Ραμπελαὶ καὶ τὸν Θερβάντες μέχρι τὶς μέρες μας οἱ μυθιστοριογράφοι προσφεύγουν, ὅταν προσφεύγουν, στὸ προ-μυθιστορηματικὸ παρελθὸν σὰν σὲ ἀνάμνηση. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, αὐτὸ τὸ ἴδιο παρελθὸν εἶναι ζωντανό, ὁλοζώντανο ὑπαρξιακὸ ὑλικό. Δὲν ἔχω βέβαια στὸ νοῦ μου τὴν ἀναγκαία σχέση τῶν ἔργων τέχνης μὲ τὴν παράδοση. Μὲ τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ κάτι τὸ τελείως διαφορετικό, κάτι ποὺ πάει πέρα ἀπὸ τὸν διαχωρισμὸ ανάμεσα σὲ παράδοση καὶ μοντερνισμὸ μὲ τὴν ὁποία οἱ λεγόμενοι Νέοι Χρόνοι σημάδεψαν τὸ φαντασιακὸ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοὺ. Στὸν Παπαδιαμάντη δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ρῆγμα. Τὸ ἔργο του εἶναι ταυτόχρονα μοντέρνο καὶ παραδοσιακό, σύγχρονο καὶ ἀρχαϊκό. Πρόκειται γιὰ ἕνα λογοτεχνικὸ θαῦμα πού, ἀπ’ ὅ,τι ξέρω, δὲν ἔχει τὸ ὄμοιό του. Θαῦμα ἐξαιρετικὰ πολύτιμο γιὰ τὸν σημερινὸ κόσμο ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ ξεκόψει ἀπὸ τὸ παρελθὸν μὲ ὅλα τὰ μέσα. Καὶ ὄχι μόνο. Ὅταν κι ὅποτε βλέπει καὶ παραδέχεται ὅτι κάτι δὲν πάει καλά μ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο, βρίσκει τὸν τρόπο νὰ φορτώσει τὴν αἰτία τοῦ κακοῦ στὰ «κατάλοιπα» τοῦ παρελθόντος ποὺ καταφέρνουν νὰ ξεφεύγουν ἀκόμα ἀπὸ τὴ λαιμητόμο τῆς προόδου του. Προβάλλεται ἡ ἄποψη –πάλαι τε καὶ ἐπ’ἐσχάτων– ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι «προνεωτερικός», ὁ χριστιανισμός του λατρευτικός, χωρίς μεταφυσικὴ ἀγωνία, ἐνῶ ἀναδεικνύει κυρίως τὶς πτυχὲς ἑνὸς λαϊκοῦ χριστιανισμοῦ. Ἑπομένως, δὲν μπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρει τὸν σύγχρονο κόσμο. Πῶς ἀντιμετωπίζετε μιὰ τέτοια στάση; Ὅπως τὸ εἶπα κιόλας, ἡ ἀξιολόγηση τῶν ἔργων τέχνης μὲ βάση τὰ κελεύσματα τῶν καιρῶν εἶναι πολιτισμικὸ δημιούργημα τῆς Εὐρώπης τῶν Νέων Χρόνων (ἀπὸ τὸν 16ο αιώνα καὶ μετά). Ἡ μεγάλη ὅμως τέχνη εἶναι καὶ ἔχει τὴ δική της ζωή. Ὁ Ὅμηρος, ὁ Δάντης, ὁ Ραμπελαὶ καὶ ὁ Σαίξπηρ εἶναι σύγχρονοί μας. Μᾶς βλέπουν, μᾶς παρακολουθοῦν καὶ μαντεύουν τὰ στραβοπατήματα τῆς ψυχῆς μας. Βέβαια ἐὰν οἱ ψυχές μας στεγνώσουν τελείως ἐξ αἰτίας τῆς προστριβῆς τοὺς μὲ τὴ φαντασμαγορία τῆς κατανάλωσης, ὁ Παπαδιαμάντης θὰ μᾶς φαίνεται «ξεπερασμένος». Ἀλλὰ «ξεπερασμένος» θὰ μᾶς φαίνεται τότε καὶ ὁ Ὅμηρος καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι δικό τοὺς, εἶναι δικό μας. Ἂν κρίνουμε τὰ ἔργα τέχνης μὲ τὰ χρησιμοθηρικά κριτήριά μας, νὰ ξέρουμε τουλάχιστον ὅτι καὶ τὰ ἔργα τέχνης μᾶς κρίνουν μὲ τὰ δικά τοὺς –τὰ ὁποῖα 10
κριτήρια φτιάχνονται μὲ βάση τὶς ἀπαντήσεις ποὺ δίνουν αὐτὰ τὰ ἔργα στὰ σημαντικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι μὲ βάση τοὺς δεῖκτες ἀκροαματικότητάς τοὺς. Ὅσο τώρα γιὰ τὸ θέμα τοῦ χριστιανισμοῦ τοῦ Παπαδιαμάντη, ἔχω νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: ἡ τέχνη τὴν ὁποία ὑπηρέτησε ὁ Παπαδιαμάντης, τὸ μυθιστόρημα –τόσο μὲ τὰ μυθιστορήματά του ὅσο καὶ μὲ τὰ διηγήματά του–, εἶναι ἀλληλένδετη μὲ τὸν χριστιανικὸ πολιτισμό. Ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἀλληλένδετη ἡ τραγωδία μὲ τὸν παγανιστικὸ ἢ ἀρχαιο-ελληνικὸ πολιτισμό. Μιλάω βέβαια γιὰ τὶς ἀπαρχὲς τούτης τῆς τέχνης, γιὰ τὶς ρίζες της, γιὰ τὸν ὀντολογικό της πυρήνα. Ἄλλο πράγμα οἱ μετέπειτα διακλαδώσεις της ἀνὰ τὴν ὑφήλιο. Καὶ ἄλλο πράγμα ἀκόμα τὸ θρησκευτικό ἢ μὴ πιστεύω συγγραφέων καὶ ἀναγνωστῶν. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι χριστιανός. Ἀπό τὰ γεννοφάσκια του. Ὁ ἴδιος δὲν ἀσχολήθηκε ποτὲ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς πίστης του ὑπακούοντας στὶς ταξινομήσεις τῶν κοινωνιολόγων μας. Τὸ μόνο λοιπόν ποὺ ἔχω νὰ προσθέσω σ’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο εἶναι ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης, χάρη ἀκριβῶς στὸν πηγαῖο καὶ βαθύτατο χριστιανισμό του, εἰσχώρησε ἴσως ὅσο κανένας ἄλλος στὰ μύχια τῆς μυθιστορηματικῆς τέχνης. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει κατὰ καιροὺς μεταφραστεῖ σὲ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Γιατί αὐτὲς οἱ μεταφράσεις δὲν καταστάθηκαν ἱκανες νὰ τὸν συστήσουν στὸ εὐρωπαϊκὸ ἀναγνωστικό κοινό; Οἱ αἰτίες εἶναι πάρα πολλές. Θὰ σταθῶ στὶς τρεῖς κυριότερες, κατὰ τὴ γνώμη μου. Πρῶτον, ἡ ἐπὶ ἕνα περίπου αἰώνα ἐθελοτυφλία τῆς ἐπίσημης κριτικῆς μας ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀξία τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου. Τὸ ξένο ἀναγνωστικὸ κοινὸ θὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη μόνο ὅταν ἀντιληφθεῖ ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πιστεύουμε στὴν παγκόσμια ἐμβέλεια τοῦ ἔργου του καὶ ὅτι τὸν θεωροῦμε ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς λογοτεχνίας μας. Δεύτερον, ὁ ἐγγενὴς αὐτισμὸς τῶν μεγάλων (ποσοτικὰ καὶ ποιοτικὰ) λογοτεχνιῶν. Εἶναι δύσκολο νὰ δεχτοῦν ὅ,τι δὲν φαίνεται νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοὺς ἢ τουλάχιστον νὰ τὶς μιμεῖται. Θυμίζω, γιὰ παράδειγμα, τοὺς πηχυαίους τίτλους μὲ τοὺς ὁποίους ἀνακοινώθηκε στὴ Γαλλία τὸ Νόμπελ τοῦ 1988: «Μαφούζ, ὁ Ζολά τοῦ Νείλου.» Κάπως κάτι δικό τοὺς πρέπει νὰ τοὺς θυμίζει τὸ ξένο ἔργο γιὰ νὰ ευαρεστηθοῦν αὐτὲς οἱ λογοτεχνίες νὰ τὸ ἀγκαλιάσουν. Σκεφτεῖτε λοιπὸν πόσο δυσκολεύουν τὰ πράγματα γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ σὲ κανένα πρότυπο. Καὶ τρίτον καὶ σημαντικότερο, μὰ τὸ εἶπα κιόλας, ἡ συνολικὴ ἀπαξίωση τοῦ παρελθόντος τὴν ὁποία επιβάλλει ἡ ἰδεολογία τῆς προόδου. Ἀκούω ἤδη τὸν ἀντίλογο: Τώρα ποὺ ὅλων τὰ βλέμματα εἶναι στραμμένα πρὸς τὶς ραγδαῖες ἐξελίξεις τῆς ἐπιστήμης, τώρα ποὺ
τὸ ἀνθρώπινο εἶδος εἶναι στὰ πρόθυρα τοῦ νὰ ἐμπιστευτεῖ τὴν ἀναπαραγωγή του στὶς μηχανές, μὲ τὶς βάρκες, τὰ εξωκκλήσια καὶ τὰ γραΐδια τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ ἀσχολούμαστε; Ἂς μην ασχολούμαστε. ἡ παπαδιαμαντικὴ Κιβωτός δὲν πρόκειται νὰ βουλιάξει. Ἐμεῖς βουλιάζουμε ὅλο καὶ περισσότερο στὸ κενό, στὸ ἀπέραντο, ἀπροσμέτρητο ψυχικὸ καὶ πνευματικὸ κενὸ ποὺ ἀνοίγουν μέσα μας τοῦτες οἱ ραγδαῖες ἐξελίξεις. Τί σημαίνουν ὅλ’ αὐτὰ; Ὅτι τὸ παιγνίδι τῆς ἐξόδου τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς χώρας μας χάθηκε ὁριστικά καὶ αμετάκλητα; Δὲν ξέρω. Ὁ Ντοστογιέφσκι ἄρχισε νὰ γίνεται γνωστός στὸ εὐρύτερο γαλλικό κοινό σαράντα περίπου χρόνια μετά τὸ θάνατό του χάρη σὲ μιὰ διάλεξη τοῦ Αντρὲ Ζὶντ στὰ 1918. Γνωρίζετε ἂν ἔχουν γίνει σοβαρὲς προσπάθειες –καὶ μὲ ποιο ἀποτέλεσμα– γιὰ νὰ κατακτήσει ὁ Παπαδιαμάντης ἕνα περισσότερο συγγενές ἀναγνωστικό κοινό, τὸ βαλκανικό ἢ τὸ ρωσικό; Ὄχι δὲν τὸ γνωρίζω. Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ λογοτεχνικὴ ἀξία τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τόσο μοναδικὴ καὶ ἰδιάζουσα ὥστε τὶς ἴδιες δυσκολίες ποὺ θὰ βρεῖ στὴν ἐπαφή του μὲ τοὺς ἀναγνῶστες τῶν χωρῶν τῆς δυτικῆς Εὐρώπης θὰ τὶς βρεῖ καὶ μὲ τοὺς ἀναγνῶστες τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Ρωσίας. Ἐγὼ πιστεύω στὴν ἀπαράμιλλη ἀξία αὐτοῦ τοῦ ἔργου καὶ στὴν ἱκανότητά του ν’ ἀγγίζει ἀνθρώπους ἐκ προοιμίου ξένους πρὸς τὶς παραδόσεις μας. Στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’90 εἶχα τὴν τύχη νὰ γνωρίσω ἕναν γαλλόφωνο αλγερινὸ ποιητή καὶ μυθιστοριογράφο, τὸν Μοχάμεντ Ντίμπ. Εἶχε πρόσφατα διαβάσει τὸ «Ἀπόλαυσις στὴ γειτονιά», τὸ ὁποῖο εἶχα μεταφράσει ἐκεῖνο τὸν καιρὸ γιὰ ἕνα λογοτεχνικὸ γαλλικὸ περιοδικό. Μοῦ εἶπε ἐπὶ λέξει: «Θὰ ἔδινα ὅλο μου τὸ ἔργο γι’ αὐτὸ τὸ διήγημα.» Ὑποστηρίζετε ὅτι ἡ ἀφύπνιση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη θὰ εἶναι ἕνα βῆμα γιὰ νὰ καλυφθεῖ ἡ «μαύρη τρύπα» τῆς δυτικής διανόησης ποὺ καλύπτει τὴν «μετά τὴν ἀρχαιότητα ἑλληνικὴ συνιστῶσα». Ἔχετε κάποιες ἐνδείξεις ποὺ νὰ σᾶς κάνουν νὰ ἐλπίζετε ὅτι μπορεῖ νὰ συμβεῖ πράγματι αὐτὴ ἡ ἀφύπνιση; Δυὸ λόγια κατ’ ἀρχὴν γι’ αὐτὴ τὴ «μαύρη τρύπα». Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ σημερινὴ Δύση τείνει νὰ κρίνει τὸ σύνολο τοῦ κόσμου μὲ βάση τὸ δικό της κριτήριο τῆς προόδου. Καὶ τείνει ἐπιπλέον νὰ ἐπιβάλλει αὐτὸ τὸ κριτήριο ἀξιολόγη-
σης τῶν κοινωνιῶν μας στὰ μυαλὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Σύμφωνα μ’ αὐτὸ τὸ κριτήριο, καθαρὰ ἰδεολογικό, καθαρὰ αὐθαίρετο, καθαρὰ ἀκυρωτικὸ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἱστορικὸς χρόνος συλλαμβάνεται πάντα σὰν μιὰ μετάβαση ἀπὸ ἕνα «ὀπισθοδρομικό» παρελθὸν σ’ ἕνα «καλύτερο» μέλλον. Ἡ «μαύρη τρύπα» εἶναι λοιπόν συνέπεια τῆς απαξίωσης ὅλων εκείνων τῶν στοιχείων τοῦ παρελθόντος ποὺ δὲν βολεύονται στὴν προκρούστεια κλίνη τῆς προόδου. Παράδειγμα τελείως σχηματικό: ἡ ἀρχαία Ἀθήνα βολεύεται σ’ αὐτὴ τὴν κλίνη, ἔχει καλῶς, τὴν κρατᾶμε, τὸ Βυζάντιο, ὄχι, ἀπορρίπτεται. Τὰ πράγματα δὲν ἦταν πάντα ἔτσι. Δὲν ἦταν μάλιστα ποτὲ ἔτσι γιὰ κανένα πολιτισμό. Ἐξ ἄλλου ἡ ἴδια ἡ σημερινὴ Δύση διαμορφώθηκε μέσα ἀπὸ μιὰ δημιουργικὴ πνοὴ ποὺ θὰ ὀνόμαζα παπαδιαμάντεια: Ἐννοῶ τὸ μεγάλο κίνημα τοῦ οὑμανισμοῦ τὸ ὁποῖο βαφτίζω ἐδῶ «παπαδιαμάντειο» γιὰ νὰ τονίσω ὅτι σ’ ἐκείνους τοὺς καιρούς, ἀπὸ τὰ μέσα περίπου τοῦ 15ου ἕως τὰ μέσα τοῦ 16ου αιώνα, ἡ Δύση, προκειμένου νὰ γεννηθεῖ ἡ ἴδια, προσέφυγε στὸ παρελθὸν της, στὸ παρελθὸν στὸ σύνολό του, χωρίς νὰ ὑποτιμᾶ καμιὰ συνιστῶσα του. Ἆρα, συμπέρασμα: Ὅταν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς σημερινῆς Δύσης γιὰ τὸ οὑμανιστικό παρελθὸν της ἀφυπνιστεῖ, θ’ ἀφυπνιστεῖ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Ἔχουμε ἐνδείξεις ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ ἐλπίζουμε σ’ αὐτὴ τὴν ἀφύπνιση; Δυστυχῶς ὄχι. Ἀλλά εἴμαστε, τόσο ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι λαοὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἡπείρου, συνυπεύθυνοι γιὰ τὴν τύχη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἐν γένει. Λάκης Προγκίδης
Ὁ Λάκης Προγκίδης ἀπὸ τὸ 1998 μὲ τὸ δοκίμιό του Ἡ κατάκτηση τοῦ μυθιστορήματος (Ἑστία, 1998) προκάλεσε ἰδιαίτερη συζήτηση στὶς παπαδιαμαντικὲς σπουδὲς τοποθετώντας τὸν Παπαδιαμάντη στὴ μεγάλη παράδοση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ μυθιστορήματος. Μεσολάβησε τὸ Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ Δύση (Ἑστία, 2002) καὶ ἀκολούθησε τὸ τρίτο δοκίμιο Ὑπὸ τὴν παπαδιαμαντικὴν δρῦν (Ἑστία, 2017) ὅπου ἐμμένει στὴν ἀνάγκη νὰ ἀναδειχθεῖ ἡ διεθνὴς ἐμβέλεια τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη.
11
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ Ἑρμηνευτικό σχόλιο στὶς ὑπ΄ἀριθμὸν 87η καὶ 88η ριμάδες τοῦ Χριστόφορου Μυτιληναίου (ΙΑ΄αι.) τῆς ἐκδόσεως De Groote.
τοῦ Ἄγγελου
Εἴς τινα φίλον, ἐξ ἀγροῦ σταφυλὰς πέμψαντα Σὺ μέν μὲ καρποῖς δεξιοῖ τῆς ἀμπέλου, ἐγὼ δὲ καρποῖς τῆς συκῆς χαίρω μάλα˙ καὶ γὰρ προτιμῶ τὴν συκῆν τῆς ἀμπέλου, μεμνημένος μὲν καὶ καλῶν συκῆς πάλαι, μεμνημένος δὲ καὶ κακῶν τῆς ἀμπέλου˙ ἡ μὲν γὰρ ἐνδύει μὲ γυμνὸν καὶ σκέπει, ἥ δ´ἐνδεδυμένον μὲ γυμνοῖ τὸν τάλαν˙ ἡ μὲν καλύπτει τὴν ἐμὴν πρὶν αἰσχύνην, ἡ δὲ θριαμβεύει μὲ καὶ καταισχύνει˙ καὶ μαρτυροῦσι τοῦ γένους ἀρχηγέται, Ἀδὰμ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον Νῶε, σύκοις μὲ γοῦν εὔφραινε, βοτρύων δ´ἅλις˙ τῆς ἀμπέλου γὰρ τὴν συκῆν κρείττω κρίνω, καλόν τι ποιῶν καὶ καλῶς ἄρα κρίνων˙ τὴν μὲν γὰρ ἐχθρὰν οἶδα, τὴν δ´εὐεργέτιν˙ σύκοις μὲ τέρπε˙ ῥὰξ δὲ πολλὰ χαιρέτω.
Εἰς τὸν αὐτὸν, σῦκα πέμψαντα. Ἔπεμψας ἡμῖν ἐξ ἀγροῦ τοῦ σοῦ σῦκα, ἡμεῖς δὲ καρποῖς χαἰρομεν τῆς ἀμπέλου, ὡς τῆς συκῆς κρίνοντες αὐτὴν βελτίω˙ ἡ μὲν γὰρ αὐτῶν καὶ κατηράθη πάλαι, ἥ δ´ηὐλογήθη μυστικωτέρῳ τρόπῳ˙ καὶ τὴν μὲν οἴσεις θῦμα τῷ θεοῦ δόμῳ, ἥ δ´οὐ μετάσχῃ τοῦδε τοῦ θείου κλέους˙ καὶ μαρτυρεῖ μοι δεσπότης θεὸς λόγος, τὴν μὲν συκῆν πρὶν εἰς ἀρὰν κατακρίνας, ὡς μηδὲ καρπὸν ἐξενεγκεῖν εἰσέτι, τὴν ἄμπελον δὲ τιμιωτάτην κρίνας, ὡς κλῆσιν αὐτῆς εἰς ἑαυτὸν ἑλκύσαι καὶ πρὸς μαθητὰς τοὺς ἄγαν φιλουμένους οἰκεῖον αἷμα τῆσδε τὸν καρπὸν φάναι. ἐκ βοτρύων τοίνυν με δεξιοῦ, φίλε, σύκων ἀποστὰς ὡς ἀρᾶς πεπλησμένων.
Κάποιος φίλος ἔστειλε πεσκέσι στὸν Μυτιληναῖο σταφύλια ἀπὸ τὸ ἀμπέλι του. Ὁ Μυτιληναῖος τὸν παρακαλεῖ τὴν ἑπόμενη φορὰ νὰ τοῦ στείλει σύκα – τὰ προτιμᾶ ἀπὸ τὰ σταφύλια (αρ. 87). Ὁ φίλος στέλνει σύκα στὸν Μυτιληναῖο μὰ ἐκεῖνος τώρα τοῦ ζητᾶ σταφύλια – τὰ προτιμᾶ ἀπὸ τὰ σύκα (αρ. 88). Ἡ φιλοσοφία τῶν δύο στιχουργημάτων ἀναπτύσσεται στὴν διάρθρωση pro et contra θέσεων. Τὸ ἀμπέλι τίθεται απέναντι στὸ σῦκο καὶ τανάπαλιν σὲ μία ἀναμέτρηση ποὺ παραπέμπει σὲ ρητορικό ἀγώνα ἢ τουλάχιστὸν σὲ δικανικὸ διάλογο, καθώς ἡ ποιητικὴ σχηματίζεται ὡς διαμόρφωση ἐπιχειρημάτων, τόπων λογικῶν καὶ σημείων θεολογικῶν. Ι. Ἄμπελος (Vitis vinifera) Contra
Pro
- Τὸ μεθύσι γυμνώνει τὸν ἄνθρωπο. - Τὸν κάνει δημόσιο θέαμα καὶ κοινὴ ντροπή. -ὡ ς παράδειγμα παραθέτει τὸν Νῶε (= Γένεσις 9,20-21) ΙΙ. Συκῆ (Ficus carica)
- Ἡ ἄμπελος ἔχει εὐλογηθεῖ μὲ μυστηριακό τρόπο. - Ἀποτελεῖ προσφορὰ στὶς ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ - Ὁ Χριστός ἔδωσε στὸν ἑαυτό του τὸ ὄνομα τῆς ἀμπέλου (= Ιωαν. 15,1) - Τὸν καρπό της τὸν ἀποκάλεσε αἷμα του (= Μτθ. 26,2728˙ Μρκ. 14,23-24˙ Λκ. 22,20˙ Ιωαν. 6,53-56).
Pro
Contra
- Ἐνδύει καὶ σκεπάζει τὸν γυμνό ἄνθρωπο, τὸν ἁμαρτωλό. - Καλύπτει τὴν ντροπή. - Ἐνέδυσε τὸν Ἀδὰμ κατὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν Παράδεισο (=Γένεσις3,7)
- Τὴν καταράστηκε ὁ Χριστός (= Μτθ. 21,19˙ Μρκ. 11,1214,20˙ Λκ. 13,6-9). -Δὲν ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὴ προσφορά.
Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Μυτιληναίου κατηγοριοποιοῦνται σὲ α. λογικά, β. ἁγιογραφικά, γ. ἐκκλησιαστικά–κανονιστικά 12
Τὸ μοναδικὸ λογικὸ –καὶ φυσιολογικό- ἐπιχείρημα εἶναι αὐτὸ τῆς ὐπογράμμισης τῶν ἐπιβλαβῶν ἀποτελεσμάτων τῆς οἰνοποσίας.
Ἡ κριτικὴ δὲν στρέφεται στὸ ἀτομικὸ ἐπίπεδο, στὸν βαθμὸ ἐπιβάρυνσης τῆς ὐγείας, ἀλλὰ στὸ κοινωνικό. Ἔτσι, τὸ κρασὶ εἶναι ἐπιβλαβές, καθώς ἐκθέτει τὸ ἄτομο στὴν κοινωνία: «ἐνδεδυμένον μὲ γυμνοῖ τὸν τάλαν (…) θριαμβεύει μὲ καὶ καταισχύνει». Ὡς γραφικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς ντροπῆς δείχνεται ὁ Νῶε, κατὰ τὸ Γένεσις 9,20-21. Ἡ παραπομπὴ αὐτὴ δὲν συνδέει τὸ βίωμα μὲ τὴν συμβολικὴ κατάσταση, ἀλλὰ ρεαλιστικὰ ἀποδίδει τὸν ἐξευτελισμό τοῦ οἰνοπότη στὸ γραφικὸ περιβάλλον. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Νῶε, παρατίθεται τὸ γραφικὸ παράδειγμα τῆς γύμνωσης τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς κάλυψής του μὲ τὸ φῦλλο τῆς συκῆς. Ἀναλόγως ἡ κατάρα τῆς συκῆς ἀπὸ τὸν Χριστό καὶ ἡ εὐλογία τῆς ἀμπέλου, ὡς συμβόλου ἢ μᾶλλον ὡς καταστασιακῆς εἰκόνας τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ κι ὡς ἱδρυτικό ὑλικό τῆς μεταβολῆς τοῦ οἴνου στὸ Κυριακὸ αἷμα κατὰ τὴν θεία Εὐχαριστία. Ἀπὸ τὸ τελευταῖο αὐτὸ σημεῖο, προκύπτει ἡ δεσμευτικὰ ἐκκλησιαστικὴ–λειτουργικὴ–κανονιστικὴ μορφὴ τῆς χρησιμότητας τοῦ ἀμπελιοῦ, ὁπότε καὶ τοῦ κρασιοῦ ὡς παραγώγου του στὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἐὰν ἐπιμείνουμε στὰ δύο στιχουργήματα, θὰ διακρίνουμε δύο συμπαγεῖς μορφές: α. Τὸ ὑπ’ ἀριθμόν 87ο (= Εἴς τινα φίλον, ἐξ ἀγροῦ σταφυλὰς πέμψαντα) παραπέμπει μόνο σὲ παλαιοδιαθηκικές ἀναφορές: Στὸ Γένεσις 3,7 καὶ στὸ 9,20-21. Στην ριμάδα αὐτὴ νικητὴς ἀναδεικνύεται ἡ συκῆ. β. Στὸ ὑπ’ ἀριθμόν 88ο (= Εἰς τὸν αὐτόν, σῦκα πέμψαντα) παραπέμπονται μόνο καινοδιαθηκικὲς ἀναφορές : Στὰ Ἰωαν. 15,1, Μτθ. 26,27-28˙ Μρκ. 14,23-24˙ Λκ. 22,20˙ Ἰωαν. 6,53-56, Μτθ. 21,19˙ Μρκ. 11,12-14,20˙ Λκ. 13,6-9. Σὲ αὐτὴ τὴν ἀναμέτρηση νικητὴς εἶναι τὸ ἀμπέλι. Συνεπῶς, τὰ δύο στιχουργήματα συγκροτοῦν μὲ τρόπο διαλεκτικὸ τὰ δύο ἁγιογραφικά περιβάλλοντα∙ αὐτὸ τῆς Παλαιᾶς (αρ. 87) καὶ αὐτὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης (ἀρ. 88). Σύμβολο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἡ συκὴ (= πτωτικὸς ἄνθρωπος) καὶ ἀναλόγως σύμβολο τῆς Καινῆς Διαθήκης ἡ ἄμπελος (= ἀναστὰς ἄνθρωπος). Στὴν πρώτη περίπτωση ἡ συκὴ συμβολίζει τὴν παράδοση τοῦ Νόμου, τὴν αἰσχύνη τοῦ Προπάτορα καὶ τὸν Περιούσιο Λαό. Στὴν δεύτερη περίπτωση, ἡ συκὴ γίνεται τὸ ἀντικείμενο τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς κατάρας τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ τῆς ἀκαρπίας της. Σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ παράδοση ἡ συκιὰ συμβολίζει τὴν Ἰουδαϊκὴ Συναγωγὴ καὶ, γιὰ νὰ μνημονεύσουμε τὸ ὑμνογραφικό επίγραμμα: «Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, * καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων * ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος». Τὸ πλήρωμα τοῦ Νόμου καὶ ἡ κατάργηση τῆς Συναγωγῆς σημαίνει τὴν ἀποκάλυψη τῆς μυστικῆς ἀμπέλου, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὡς Ἐκκλησία, δηλαδή ὡς Κυριακὸ Σῶμα, Ἡ εὐχαριστιακὴ συγκρότηση εἶναι μία μυστικὴ συγκρότηση ποὺ ἀφορᾶ στὴν καθόλου ἕνωση, στὴν βρώση καὶ στὴν πόση τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ ἄμπελος εὐλογεῖται καὶ καθαγιάζεται ὡς λειτουργικὸ ὑλικό, ἀφοῦ τὸ παράγωγό της, ὁ οἶνος
μεταβάλλεται μυστικὰ στὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Σὲ επίπεδο ἀναμετρήσεως συκῆς – ἀμπέλου τὸ τελευταῖο αὐτὸ σημεῖο δίνει ποιοτικὸ προβάδισμα στὴν δεύτερη. Σημαίνει ὅμως ἧττα τῆς συκῆς ἢ μήπως ὑποβάθμισή της; Καθόλου∙ αντιθέτως, ὁ Μυτιληναῖος χρειάζεται καὶ τὶς δύο γιὰ νὰ συντάξει τὴν ἑνότητα τῆς ἁγίας Γραφῆς, δηλαδή τῆς καθόλου ἀναμνηστικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σημασία τῆς στιχουργικῆς αὐτῆς ἑνότητας εἶναι μεγάλη. Καταρχὴν γιατὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει πῶς ἕνα ποίημα μὲ σαφῆ κοσμικὰ χαρακτηριστικά, στὴν οὐσία, ἀποτελεῖ θρησκευτικὴ σύνθεση. Ἡ κοσμικότητα ἔγκειται στὴν πρώτη ὕλη∙ ἡ θρησκευτικότητα στὴν ποιητική της. Ἐν προκειμένῳ, τὰ ποιήματα δὲν εἶναι κρυπτικά, ὅσο κι ἂν τὰ ἐπίπεδα ἀνάγνωσης πολλὲς φορὲς μοιάζουν ἀπρόσιτα: ὁ μετασχηματισμὸς ἑνὸς κοσμικοῦ μοτίβου σὲ θρησκευτικὴ εἰκόνα προϋποθέτει μία ἐμπεδωμένη θεολογία τῆς ὕλης, ποὺ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μυτιληναίου κουβεντιαζόταν μὲ ἐπίκεντρο τὸ δογματικὸ ζήτημα τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν τιμίων Δώρων. Τὸ σημαντικότερο, ὡστόσο, χαρακτηριστικὸ τῶν δύο αὐτῶν στιχουργημάτων εἶναι ἑρμηνευτικοῦ εἴδους. Τοῦτο διότι ὁ Μυτιληναῖος φέρνει διαλεκτικὰ ἀπέναντι τὶς δύο πηγὲς τῆς ἁγιογραφικῆς παραδόσεως μὲ ἕναν τρόπο ἀμφίρροπο: Δὲν ἐπικρατεῖ ἡ αὐθεντία καμίας ἐκ τῶν δύο, ἀντιθέτως, ἐπιχειρηματολογικά, ἐξουδετερώνονται τὰ pro μὲ τὰ contra καὶ τὰ contra ἀπὸ τὰ pro. Συνεπῶς, ὅσο ἀληθὴς μπορεῖ νὰ εἶναι μία ἁγιογραφικὴ θέση τόσο ἀληθὴς μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ μία ἄλλη, ἀκόμη καὶ ἂν οὐσιωδῶς θεολογικὰ ἀντιτίθενται: Τὸ ἐπίκεντρο εἶναι ἡ ἐργασία τῆς συνθέσεως καὶ τῆς ἑρμηνευτικῆς ἱκανότητας. Εὐάγγελος Σταυρόπουλος
13
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Μιὰ συνομιλία
Ὁ Γιῶργος Βαρθαλίτης, ποιητής, δοκιμιογράφος καὶ μεταφραστής,ἔχει ἐργαστεῖ πάνω στὴν βυζαντινὴ κοσμικὴ ποίηση καὶ ἔχει ἐκδώσει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ: Γεωμέτρης, Ἰωάννης, Ὁ τρομερὸς τὸν νοῦ μου ὁ ἔρωτας τυφλώνει, Ἁρμός (2012) Ἰωάννης Γεωμέτρης, Χριστόφορος Μυτιληναῖος, Μιχαὴλ Μάρουλλος Τραχανιώτης, Τρεῖς μεγάλοι Βυζαντινοὶ ποιητές [ἀνθολόγηση, μετάφραση], Ἁρμὸς (2017). Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐνδιαφέρουσα αὐτὴ ἡ έργασία του σὲ ἕνα παρθένο ἀκόμα ἔδαφος γιὰ τὴν φιλολογία μας εἴχαμε τὴν ἀκόλουθη συνομιλία. Γιατί ἡ βυζαντινή κοσμική ποίηση; Ἐδῶ θὰ επιμέριζα τὴν ἐρώτηση σὲ δύο σκέλη: α) Γιατί ἡ βυζαντινή κοσμικὴ ποίηση καὶ β) Γιατί ἡ ποίηση τοῦ Γεωμέτρη. Ξεκινῶ μὲ τὸ πρώτο σκέλος: α) Γιατί οἱ ρυθμοὶ καὶ ἡ γλώσσα της εἶναι πιὸ κοντὰ στὴ Νέα Ἑλληνική καὶ μποροῦμε νὰ τὴ νιώσουμε καλύτερα (σὲ σχέση μὲ τὴν ἀρχαία). Δὲν μᾶς ἐμποδίζει ἡ ἀρχαία προσωδία, γιατί ἀντικαθίσταται ἀπὸ ρυθμοτονικὰ σχήματα. Ἐπίσης ἐγκαταλείπεται ἡ ὁμηρίζουσα γλώσσα τοῦ ἀρχαίου επιγράμματος καὶ χρησιμοποιείται μιὰ κοινή, ἂν μου επιτρέπεται, ἀττικίζουσα. β) Οἱ ποιητὲς αὐτοὶ δὲν αὐτοαποκαλοῦνται πουθενὰ ποιητὲς καὶ δὲν ὀνομάζουν τὰ δημιουργήματά τους ποιήματα (γιὰ αὐτὸ ἔχει τὴν ἀξία του τὸ γεγονός πὼς ὁ Ευστάθιος, ἀποκαλεῖ τὸ Εἰς τὸν Ἀράχνην «ποίημα», ὅπως ἔχει τὴν ἀξία του τὸ ὅτι ὁ ἁγιογράφος τῆς Μεγάλης Μονῆς των Μετεώρων γράφει πλάι στὴ ζωγραφία τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ὑμνογράφου «Ἰωσήφ ὁ Ποιητής». Γράφουν, λοιπόν, οἱ βυζαντινοὶ χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν ὑπερφίαλην ἀντίληψη καὶ τῶν σύγχρονων καὶ κάποιων ἀρχαίων γιὰ τὴν ποιητική τέχνη, αὐτὴ τὴν ψωνίτιδα ποὺ σατιρίζει ὁ Πετρώνιος ὅταν μᾶς παρουσιάζει τὸν Εὔμολπο νὰ πρωτοσυστήνεται μὲ τὴ φράση «ego sum poeta». Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε τὴν καλή ποιήση αὐτῶν ποὺ ποτὲ δὲν εἶπαν οὔτε μέσα τους οὔτε ἔξω αὐτὴ τὴ φράση. γ) Εἶναι κάτι καινούργιο, ἐντελῶς καινούργιο σὲ σχέση μὲ τὴν ἀρχαιότητα. δ) Εἶναι μέγα ὄργανο χιοῦμορ καὶ εἰρωνίας. ε) Διαβάζεται, μετά ἀπὸ χίλια χρόνια, εὐχάριστα. Ἡ μεγάλη ποίηση τῶν μοντερνιστῶν τοῦ 20ου αἰώνα, πέρα ἀπὸ ὁρισμένες ἐξαιρέσεις (κυρίως αὐτοὺς ποὺ ἔγραψαν λίγα: Ἔλιοτ, Μπίσοπ, Τρὰκλ καὶ λίγους ἄλλους) δὲν διαβάζεται στὸ σύνολό της. Ποιός θὰ ἄντεχε νὰ διαβάσει ὅλον τὸν Ἄσμπερυ; Ἔρχομαι στὸν Γεωμέτρη. Εἶναι ἀσυνήθιστη γιὰ κάθε ἐποχὴ περίπτωση. Ὁ Μαλλαρμέ, λέει πὼς ὁ στίχος θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἀποτυπώσει νευρικὲς ἐξάψεις. Πιστεύω πὼς μᾶς παρέχει ἕνα κριτήριο, ποὺ ἐφαρμόζεται καὶ στὴν παλιότερη καὶ τὴ νεώτερη ποίηση. Πῶς θὰ ξεχωρίσω ἀνάμεσα στὰ χιλιάδες λυρικὰ κομμάτια ποὺ γράφτηκαν αὐτὰ ποὺ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ποιήση; Ἡ ύπαρξη ἢ ὄχι τῆς νευρικῆς ἔξαψης κάνει νὰ ξεχωρίζει 14
ὁ εἷς μέσα στοὺς μυρίους. Πῶς θὰ μπορέσω νὰ ξεχωρίσω στὴν πληθωρικὴ στιχογραφία τῆς ἀρχαιότητας ἢ τοῦ μεσαίωνα τὰ πραγματικά ποιήματα; Ἡ ἀπάντηση εἶναι τὸ προσωπικὸ πάθος, ἡ φλόγα, ἡ τρέλα. Δὲν τὸ ’χουν ὄλοι αὐτό. Οἱ πιὸ πολλοί κάνουν πὼς τὸ ’χουν... Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πρὸς ἀξιοποίηση καὶ μελέτη ποὺ μπορεῖ νὰ προκαλέσει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώστη; Γιὰ τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη ἡ βυζαντινὴ ποίηση -καὶ δη ἡ κοσμικὴ- ἀποτελεῖ terra incognita. Τὰ τελευταῖα χρόνια, βέβαια, ἔχει ἀναφανεῖ μιὰ δυναμικὴ ὁμάδα ἐρευνητῶν ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴν βυζαντινὴ κοσμικὴ ποίηση (κι ἐδῶ ἀσφαλῶς τὸ σχετικὸ ἐνδιαφέρον ἔχει κεντριστεῖ καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς εἶναι μιὰ ἀνεξερεύνητη περιοχὴ τῆς ἐλληνικῆς γραμματείας), ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐρευνητικὴ ἐνασχόληση δὲν ἔχει ἐπηρεάσει τὸ εὐρὺ κοινό. Ὅσον ἀφορᾶ τὴ βυζαντινὴ ὑμνογραφία τὸ ὑλικὸ εἶναι ἀπέραντο καὶ τιθασσεύεται δύσκολα. Ἀντίθετα, ὁ χῶρος τῆς κοσμικῆς ποίησης εἶναι ἐποπτεύσιμος. Κι ἐδῶ ὅμως ἂν μιλούσαμε μὲ ποσοτικοὺς ὅρους καὶ συγκριτικά, θὰ διαπιστώναμε πὼς τὸ διασωθὲν ὑλικὸ εἶναι ἀρκετὰ πλούσιο. Π.χ. μὲ μιὰ πρόχειρη ἐκτίμηση, ἔχει φτάσει στὰ χέρια μας μεγαλύτερος ὄγκος στιχογραφημάτων ἀπὸ ὅσο διασώθηκαν στὴν ἑλληνιστικὴ καὶ τὴ ρωμαϊκὴ ἐποχή. Αὐτὸ ποὺ προέχει εἶναι νὰ γίνει μιὰ κριτικὴ ἀξιολόγηση αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ, γιατὶ δὲν παρουσιάζουν ὅλα ὅσα ἔφτασαν στὰ χέρια μας τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη. Ἐνῶ, δηλαδή, στὴν περίπτωση τῆς ἀρχαίας ποίησης τὸ «ξεκαθάρισμα» τὸ ἔκανε ὁ χρόνος, στὴ βυζαντινὴ ποίηση χρειάζεται μιὰ πιὸ κριτικὴ τοποθέτηση, γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε τὸ καλύτερο. Πῶς ἀξιολογεῖς τὴν βυζαντινὴ κοσμικὴ ποίηση σὲ σχέση μὲ τὴν ἐκκλησιαστική υμνογραφία; Ἡ κοσμικὴ ποίηση ἔχει τὰ δυνατὰ χαρτιά της σὲ σχέση μὲ τὴν ὑμνογραφία. Ποιά εἶναι αυτά; α) Αὐστηρὰ κι ἆρα πιὸ ἔκτυπα ρυθμικά σχήματα β) Ἀξιοποίηση τῶν τεχνασμάτων τῆς δεύτερης σοφιστικῆς, ἀλλὰ καὶ συνομιλία μὲ τὴν ἀρχαία ποίηση γ) Μεγάλη θεματικὴ ποικιλία δ) Χιοῦμορ ε) προσωπικὸς τόνος. στ) Πρωτολυρικὰ στοιχεῖα, δηλαδή στοιχεῖα ποὺ προαναγγέλουν τὴ νεώτερη λυρικὴ αἴσθηση.
Παρ’ ὅλο ποὺ τὶς γνώσεις μας στὴν βυζαντινὴ ποίηση τὶς χρωστᾶμε σὲ σπουδαίους εὐρωπαίους μελετητὲς ὠστόσο ἡ ποίηση αὐτὴ δὲν κατέχει καμιά θέση στὸν δυτικὸ κανόνα τῆς λογοτεχνίας. Δὲν συγκαταλέγεται στοὺς μεγάλους ποιητές ὁ Ρωμανός ὁ Μελωδός ἢ ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος. Ἡ ὅποια ἀξία τους ἐντάσσεται σὲ μιὰ παράδοση ἡ ὁποία ἐπίσης κατέχει περιθωριακὴ θέση στὴν ἀντίληψη τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Πιστεύεις ὅτι αὐτὴ ἡ εκτίμηση εἶναι δυνατόν νὰ αλλάξει; Ἡ βυζαντινὴ ποίηση κατ΄ ἀρχήν ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ ἐμᾶς τοὺς νεοέλληνες. Εἶναι τὸ προηγούμενο στάδιο τῆς γλώσσας μας καὶ μποροῦμε νὰ τὴν νιώσουμε βαθύτερα καὶ νὰ ἀφουγκραστοῦμε τοὺς ρυθμούς της. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία ποίηση μᾶς χωρίζει ἡ προσωδία. Δὲν μπορεῖς νὰ καταλάβεις τὴν ἀρχαία ποίηση ἂν δὲν ἀναστήσεις τοὺς ἤχους καὶ τὰ μέτρα της. Ἀρκεῖ νὰ σημειώσω πὼς ὁ δεκαπεντασύλλαβος, ὁ πολιτικὸς στίχος, γεννήθηκε στὸ Βυζά-
ντιο καὶ χρησιμοποιήθηκε καὶ στὴ λόγια καὶ τὴ δημώδη ποίηση. Γιὰ τὸν δυτικό άνθρωπο τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἴδια. Ὑπάρχουν καὶ νεώτερες καὶ ἀρχαῖες καὶ μεσαιωνικὲς παραδόσεις ποὺ τραβᾶν περισσότερο τὸ ἐνδιαφέρον του. Π.χ. ὁ Ὁμάρ Καγιάμ καὶ οἱ Χίλιες καὶ μιὰ Νύχτες ἔχουν πολιτογραφηθεί στὴν παράδοσή του. Ἡ βυζαντινὴ σάτιρα εἶναι ἀπὸ τὶς σημαντικότερες τῆς δυτικῆς γραμματείας (κι ἐδῶ ἐντάσσω καὶ κείμενα ὅπου ὑπάρχει ὑποδόρια σάτιρα, ὅπως στὶς βυζαντινὲς μυθιστορίες καὶ στὸν Ψελλὸ), ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν καταλάβεις αὐτὴ τὴ σάτιρα πρέπει νὰ ξέρεις τὴ γλώσσα. Ἆρα, δὲν πιστεύω πὼς σὲ γενικὲς γραμμὲς θὰ ἀλλάξει ἡ κατάσταση. Νὰ σημειώσω πὼς καὶ ἡ νεολατινική γραμματεία, ποὺ κι αὐτὴ ἔχει σημαντικὰ ἐπιτεύγματα, βρίσκεται στὸ περιθώριο. Γιῶργος Βαρθαλίτης
Εἰς σαρκικὸν ἔρωτα
Στὸν σαρκικὸ ἔρωτα
Ἔρως ὁ δεινὸς ἐκτυφλοῖ μου τὰς φρένας ἀλλ’αἰθριἀζει σὸς πόθος με, Χριστέ μου
Ὁ τρομερὸς τὸν νοῦ μου ὁ ἔρωτας τυφλώνει, μὰ τὸ σκοτάδι διώχνει ὁ πόθος σου, Χριστέ μου Ἰωάννης Γεωμέτρης (μτφρ. Γιῶργος Βαρθαλίτης)
15
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΙΣΤΡΙΩΤΗΣ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΔΕΛΛΗΣ, Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ (ἐκδόσεις Ψυχογιός 2013)
Αὐτὸ τὸ βιβλίο θὰ μποροῦσε νὰ τὸ χαρακτηρίσει κανεὶς ἐντυπωσιακὸ καθὼς ἀνοίγει μπροστὰ στὰ μάτια μας ἕναν ἄγνωστὸ κόσμο. Φέρνει μεθοδικά στὴν ἐπιφάνεια στοιχεῖα ποὺ ἐπίμονα ἀγνοήθηκαν καὶ ἀφοροῦν τὴν Παναγία τὴν «Ἀθηνιώτισσα». Τὸν Παρθενώνα, δηλαδή, ποὺ εἶχε ἀφιερωθεῖ πιθανὸν ἤδη τὸν 6ο αἰώνα στὴν Παναγία τῶν Ἀθηνῶν. Καταδεικνύει πὼς ἡ ἱστορία τοῦ Παρθενώνα ὡς Ναοῦ ἀφιερωμένου στὴν «Παναγία τὴν Ἀθηνιώτισσα» εἶναι μεγαλύτερη σὲ χρονικὴ ἔκταση ἄπ’ ὅτι ὡς εἰδωλολατρικοῦ ναοῦ καὶ μὲ τεράστια ἀκτινοβολία σὲ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία. Ἐκπλήσσει, γιὰ παράδειγμα, ὅτι ὁ Βασίλειος Β’ ὁ Βουλγαροκτόνος ἔκανε ὅλο τὸ ταξίδι μέχρις ἐκεῖ γιὰ νὰ ἑορτάσει τὴν νικηφόρα ἐκστρατεία του ἐναντίον τῶν Βουλγάρων. Αὐτὸ χωρὶς νὰ χαθεῖ ποτὲ ἡ ἐπίγνωση πὼς ἀρχικά ἦταν ναὸς τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς. Τὰ ἀγάλματα π.χ. τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Ἀθηνᾶς ἔμειναν στὰ ἀετώματα ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνες καὶ ὑπῆρχε ἀπόλυτὴ ἐπίγνωση τοῦ παρελθόντος καταγεγραμμένη μὲ σαφήνεια στὶς πηγές. Ἡ ἀναφορὰ στὸ ἀρχαῖο κλέος ἦταν συχνὰ πηγὴ ὑπερηφάνειας ἢ ἀκόμα νοσταλγίας. Ἡ ἔρευνα τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει ἀνακαλέσει τὴν πεποίθηση πὼς ἡ Ἀθήνα ἦταν ἀσήμαντη καὶ πὼς οἱ Ἀθηναῖοι «περιδιαβάζουν μὲ νωθρὴ ἀδιαφορία τὰ ἔνδοξα κατάλοιπα τῆς ἀρχαιότητας καὶ εἶναι τέτοιος ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ χαρακτήρα τους, ὥστε δὲν εἶναι σὲ θέση οὔτε κἂν νὰ θαυμάσουν τὴν ἰδιοφυία τῶν προγόνων τους». Ἀναρωτιέται κανεὶς ἀπὸ ποῦ βγάζει τὰ συμπεράσματά του καὶ τὰ λέει αὐτὰ ὁ Gibbon (1737-1794). Ἡ σημερινὴ λατρεία καὶ ὁ θαυμασμὸς ποὺ ἀγκαλιάζει τὸν Παρθενώνα φαίνεται πὼς ξεκινᾶ τὸν 7ο αἰώνα. Προηγουμένως τὸ Ἐρέχθειο ἦταν τὸ ἱερὸ κτίσμα τῆς Ἀκρόπολης μὲ τὸ πραγματικὰ ἱερὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς. Τὸ χρυσελεφάντινο ἄγαλμα μπορεῖ νὰ ἦταν ἐντυπωσιακὸ ἀλλὰ ἡ προστάτιδα τῆς πόλης ἦταν ἔνα ξύλινο ἄγαλμα ποὺ εἶχε πέσει ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἡ Ἀθηνά Πολιάδα, ἡ πρωταγωνίστρια τῶν Παναθηναίων. Ὁ Παρθενώνας ἦταν ἔνα πολιτικὸ ἐργαλεῖο, μᾶλλον, παρὰ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ἔτσι, δὲν προκαλεῖ ἔκπληξη πὼς οἱ ἀρχαῖοι περιηγητὲς δὲν ἀναφέρουν τὸν Παρθενώνα μὲ ἰδιαίτερο ἐνθουσιασμό, ἂν τὸν ἀναφέρουν διόλου. Τὸ βιβλίο αὐτὸ φωτίζει τὴν μετάβαση ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο κόσμο στὴν Χριστιανική ἐποχή. Τὸ κάνει συστηματικὰ μὲ συγκεκριμένες αναφορές, χωρὶς ἅλματα κι ἔτσι ἀποδίδει στὴν ἐποχὴ ἐκείνη μιὰ πολυπλοκότητα ποὺ μοιάζει νὰ βάζει τὰ πράγματα στὴν θέση τους. Ὁ Παρθενώνας γίνεται τόσο σημεῖο ρήξης, ὅσο καὶ συνέχειας μεταξὺ δύο κόσμων. 16
Ἀκόμα καὶ ἡ ἐμμονὴ μὲ τὸ «φῶς» ποὺ τυλίγει πλέον ὅλη τὴν Ἀττικὴ φαίνεται νὰ ἔχει τὴν ἀρχὴ της στὴν βυζαντινὴ φιλολογία καὶ τὸν «δικό της» Παρθενώνα. Κι ὅπως ὅλα αὐτὰ ξετυλίγονται ὁ Παρθενώνας «ἀλλάζει» μπροστὰ στὰ μάτια μας. Χωρὶς νὰ ἀλλάξει τίποτα. Διότι ἀρκεῖ νὰ μετακινηθεῖ ἡ ἀφήγηση καὶ τότε καταλαβαίνουμε πόσο πολύ οἱ ἀφηγήσεις καὶ οἱ ἀπόψεις ποὺ προβάλλουμε στὰ πράγματα διαμορφώνουν ἀκατάπαυστα τὸν κόσμο. Ἀλλὰ δὲν σταματᾶ ἐδῶ ἡ μεταμόρφωση. Στοὺς νεότερους χρόνους ἡ λατρεία τοῦ Χριστιανικοῦ Παρθενώνα ἄλλαξε πάτρωνα. Ἀγνοήθηκε συστηματικὰ τὸ Χριστιανικὸ κομμάτι, ἀλλὰ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἔμεινε. Στόχος ἦταν νὰ διαχωριστεῖ ὁ αρχαῖος κόσμος ἀπὸ τὸν λεγόμενο βυζαντινό. Ἔτσι, στοὺς καιροὺς τῆς Νεωτερικότητας, ξεκίνησε μιὰ ἀποσιώπηση καὶ «ἀπόξεση» τοῦ Χριστιανικοῦ Παρελθόντος. Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον πὼς ἡ ἀρχὴ γίνεται μὲ τὸν ἀρχαιοδίφη Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco di Ancona) τὸ 1444, ὅταν τὴν Ἀθήνα κυβερνοῦσαν οἱ Φλωρεντινοί. «Εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἀποσιώπησε κάθε πληροφορία γιὰ τὴ Χριστιανικὴ ἱστορία τοῦ κτιρίου καὶ εἶδε τὸ ναό ὡς ἔνα ἀμιγῶς κλασσικὸ μνημεῖο (μιὰ διαστρέβλωση ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μετατραπεῖ σὲ ἀρχαιολογικὴ πραγματικότητα ἀπ’ τοὺς κλασικιστὲς ἀρχαιολόγους τοῦ 19ου αιώνα…» Ἡ πραγματοποίηση ἑνὸς ἀφηγήματος ἐπὶ καὶ ἐρήμην τῆς πραγματικότητας εἶναι ἔνα συχνὸ μοτίβο στὴν ἱστορία τῆς Ἀθήνας τῶν νεότερων χρόνων. Ὅσο γιὰ τὸν Αγκωνίτη, εἶναι πιστὸς στὸ ἰδεολογικὸ «πρόγραμμα» τῆς Ἀναγέννησης. Καὶ μόνο ὁ ὅρος «Ἀναγέννηση» ἐμπεριέχει τὴν ἀπαίτηση πρὶν ἄπ’ ὅλα ἑνὸς θανάτου ὥστε νὰ ἔρθει ἔπειτα αὐτή ἡ… νέα γέννηση. Σήμερα, ἀκόμα, στὸν δυτικὸ κόσμο, μὲ τρόπο υπόρρητο κυριαρχεῖ ὁ Ὀριενταλισμός, μιὰ ἑδραιωμένη ἀντίληψη πὼς ἡ Ἀνατολή εἶναι ἀνίκανη νὰ ἐκτιμήσει τὸ ὡραῖο, δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸ τοπίο καὶ τὸν χῶρο κι ἔτσι μόνον οἱ δυτικοὶ μποροῦν νὰ προστατέψουν νὰ ἐκτιμήσουν καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ παρελθόν καὶ τὰ ἀρχαῖα του σημάδια. Ὁ συγγραφέας ἐξηγεῖ καὶ δίνει παραδείγματα τῆς ἀφήγησης αὐτῆς. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δικαιολογεῖ ἐδῶ καὶ πολλούς αἰῶνες ληστρικὲς πρακτικὲς καὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὶς μη-δυτικὲς κοινωνίες τὰ μνημεῖα ἀλλὰ καὶ τὴν συμβολική τους διαχείριση, τὴν ἱστορία τους. Κι ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν κἂν ἄποψη γιὰ τὸ συλλογικὸ «νόημα» καὶ τὴν προοπτική τους. Αὐτὸ, μέχρις ἑνὸς σημείου, ἐξηγεῖ, χωρὶς νὰ δικαιολογεῖ, γιατί οἱ Ταλιμπάν καὶ τὸ Ισλαμικὸ Κράτος καταστρέφουν μνημεῖα. Οἱ λόγοι εἶναι πολλοὶ ἀλλὰ συνδέεται μὲ μιὰ κίνηση ἀνάκτησης τῆς
δυνατότητας νὰ προσδιορίζουν τὴν ταυτότητα τους. Ἡ ἀπελπισία ποὺ ἀποπνέει μιὰ τέτοια καταστροφικὴ ἀντίδραση ἀπορρέει ἀπὸ τὸ γεγονός πὼς ἡ συμβολικὴ σύγκρουση εἶναι κάποτε περισσότερο καθοριστικὴ ἀπὸ τὴν στρατιωτική. Τὰ πράγματα ἔχουν φτάσει στὸ ἀπροχώρητο, σὲ αὐτὲς τὶς χῶρες ἡ «ὀριενταλιστική» ἀφήγηση ἔχει πλέον ἐσωτερικευθεῖ καὶ τὴν ἀναπαράγουν οἱ ἴδιες οἱ κοινωνίες ποὺ καταστέλλει. Σ’ αὐτὴ τὴ μάχη ἡ εἰκόνα τοῦ Παρθενώνα εἶναι κρίσιμη. Ἀποτελεῖ συγκολλητική οὐσία αὐτοῦ τοῦ ἀφηγήματος. Σήμερα ἀκόμα μαίνεται μιὰ πάλη συμβολικὴ στὴν ὁποία ἡ Ἑλλάδα, ἐρήμην της, παίζει ρόλο. Τὸ βιβλίο θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μικρότερο, ἔχει π.χ.
ἐπαναλήψεις ἀλλὰ παράλληλα ἔχει πολλές ἐνδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Μεταξὺ ἄλλων παρουσιάζονται γοητευτικές, σχεδὸν ἀστεῖες «μικρὲς» ἱστορίες τῆς Ἀθήνας καὶ τοῦ Παρθενῶνος, ὅπως π.χ. τὰ χαράγματα (γκραφίτι) πάνω στὴν Ἀκρόπολη τόσα καὶ τέτοια ὥστε νὰ τὴν καθιστοῦν ἔνα «λίθινο χρονικὸ», ἔνα ἀρχεῖο-βιβλίο γεμᾶτο πληροφορίες γιὰ τὴν ἱστορία τῆς πόλης. Μεταξύ τους ὑπάρχει μιὰ παράκληση στὴν Παναγία ἀπὸ κάποιον γιατρό. Ζητᾶ νὰ ἀρρωστήσει αυτὸς μὲ τὸν οποῖο τὸν ἀπατᾶ ἡ γυναίκα του ὥστε νὰ τὸν ἀναλάβει, ὡς ασθενῆ του. Μᾶλλον θέλει νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ… Ἀλέξανδρος Μιστριώτης
d ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ Στὶς μέρες μας προαναγγέλλεται συχνὰ τὸ τέλος. Τὸ τέλος τῆς ἱστορίας, τὸ τέλος τῆς θρησκείας, τὸ τέλος τῆς φιλοσοφίας, τὸ τέλος τῆς ποίησης. Ἀλλὰ πρὸς τὸ παρὸν οἱ προφῆτες τοῦ τέλους διαψεύδονται. Ἡ ζωὴ συνεχίζεται κανονικά. Δηλαδὴ παραμένει ἀκόμη ἀπρόβλεπτη. Κι ἔτσι ἐνῶ ἡ ποίηση ἐνδιαφέρει λίγους ἀνθρώπους ἐν τούτοις συνεχίζει τὴν πορεία της μέσα ἀπὸ βιβλία καὶ διαδικτυακοὺς τόπους. Καὶ κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν ἀπόφαση κάποιων ἀνθρώπων νὰ τῆς ἀφοσιωθοῦν. Γιατὶ δὲν διαλέγουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ κάτι ἄλλο ποὺ θὰ τοὺς ἀποφέρει δόξα, ἀναγνωρισιμότητα ἤ καὶ λεφτὰ ἀκόμα; Πιστεύω ὅτι τὴν ποίηση δὲν τὴν ἐπιλέγει ὁ ποιητής. Ἀλλὰ ἡ ποίηση ἐπιλέγει τὸν ποιητή. Κι ἀφοῦ τὸν ἐπιλέξει αὐτὸς γίνεται πιὰ «σκεῦος ἐκλογῆς». Δηλαδὴ ὑπάκουος θεράπων, χωρὶς ὡστόσο νὰ χάνει τὴν ἐλευθερία του. Στὴν ποίηση, ὅπως καὶ στὴν ἀσκητική, παραδόξως ἡ ὑπακοὴ εἶναι ὁδὸς ἐλευθερίας. Βεβαίως, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιτάξει κανεὶς ὅτι μιὰ τέτοια ἀντιμετώπιση τῆς ποίησης δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μεταφυσικὸ παραλήρημα κι ὅτι ὁ ποιητὴς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐκφράζει -μ’ἕναν χαλαρὰ ἐλεγχόμενο τρόπο- τὰ βαθύτερα κινήματα τοῦ ψυχισμοῦ του. Σὰν ἕνα εἶδος ψυχανάλυσης δηλαδή, ἀλλὰ μὲ μία λόγια ἐπεξεργασία. Κι αὐτὸ σωστὸ εἶναι. Ἀλλὰ ἡ ἐγκυρότητα τῆς τελικῆς ἀπάντησης κρίνεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ἑνὸς ἄλλου πρωταρχικοῦ ἐρωτήματος: ἡ ποίηση ποὺ γράφουμε ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ποὺ νιώθουμε μὲ τὸ συναίσθημα ἤ μὲ τὴ λογικὴ ἤ μᾶς ἀποκαλύπτεται ὡς διατύπωση μιᾶς τελειωτικῆς -ἀλλὰ πάντοτε προσωπικῆς- ἀλήθειας; Ἀληθειας ποὺ ἀνταποκρίνεται στὸ θαῦμα τοῦ ὁποίου γινόμαστε μέτοχοι; Ὑπολογίζοντας μάλιστα τὸ θαῦμα στὴν πρωταρχική του σημασία: δηλαδή, ὡς ἀπορία. Ἡ ἀπορία, τὸ θαυμάζειν, γεννᾶ τὴ φιλοσοφία, γεννᾶ καὶ τὴν ποίηση. Δηλαδή, ἡ ποίηση ἀρχίζει ἐκεῖ ποὺ ἡ γλώσσα, ὅπως τὴν ξέραμε, τελειώνει. Δὲν ἔχει νὰ μᾶς πεῖ πολλὰ καινούργια πράγματα. Καὶ πρέπει νὰ ποῦμε ἀλλιῶς, μὲ τὰ δικά μας λόγια, τὰ ἴδια πράγματα. Ὅταν αὐτὸ τὸ ἀλλιῶς κατορθωθεῖ τότε μετακινεῖται ὁ ὄγκος τῆς πραγματικότητας καὶ ἡ γνωστή μας πραγματικότητα κερδίζει μιὰ νέα διάσταση. ΣτΣ
C 17
ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Ἐναλλακτικὲς Ἐκδόσεις 2015
Ὁ Δημήτρης Γαλάνης εἶναι ἕνα νέο παιδὶ ποὺ μέσα στὴ δίνη τοῦ ἄγριου καιροῦ ποὺ τόσο βάναυσα ἔπληξε κυρίως τὴ γενιά του αναζήτησε ἀσφαλὲς καταφύγιο στὴ δημιουργία. Τὸν Δημήτρη Γαλάνη εἶχα τὴ χαρὰ νὰ τὸν ἔχω μαθητὴ στὸ Ποιητικὸ Εργαστήρι τοῦ Ἱδρύματος «Τάκης Σινόπουλος» καὶ νὰ ἐκτιμήσω ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἔφεσή του πρὸς τὴ γραφὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση τῆς ποίησης, τὴ σεμνότητα, τὴν εὐγένεια καὶ τὴ μοναδικὴ ἐργατικότητά του. Οἱ ἀρετὲς ποὺ συγκεντρώνει αὐτὸ τὸ νέο παιδὶ καὶ ποὺ μὲ τὀση ἐνάργεια ἀποτυπώνονται στὴ συλλογή του θὰ ἔλεγα ὅτι ἀνταποκρίνονται σὲ πρότυπα ἑνὸς κοινοτικοῦ βίου, σταθερὰ στηριγμένου σὲ παραδοσιακὲς ἀξίες πρὸς τὶς ὁποῖες τὸ βιβλίο κάνει ἔκκληση γιὰ ἐπιστροφὴ. Χαρακτηριστικὸ ὁ τίτλος τῆς συλλογῆς ἀπὸ τὴν ὁποία παραθέτω τὸ ὁμώνυμο ποίημα: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Ἂν αργήσω, θὰ ‘ναι γιατί συνάντησα στὸν δρόμο μου ἕνα λουλούδι μόνο του ἀνάμεσα στὶς πέτρες. Μέχρι νὰ ἔρθω, σὲ παρακαλῶ, δέξου αὐτὰ τὰ χελιδόνια ποὺ σοῦ στέλνω· θὰ χτίσουν μιὰ φωλιά νὰ βάλεις μέσα τὴ σιωπή μου. Δύο εἶναι οἱ προμετωπίδες τῆς συλλογῆς: Ἡ μία ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο: Ἥλιος γὰρ οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δὲ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν, στὴν ὁποία καθὼς ὑποθέτω λανθάνει ἕνα αἴτημα δικαιοσύνης τὴν ὁποία ἀποκαθιστᾶ ἡ τιμωρία τῆς ἀλαζονείας. Μία δεύτερη προμετωπίδα ποὺ ἀνήκει στὸν ποιητὴ Αρχίλοχο: γίνωσκε δ’ οἷος ῥυσμὸς ἀνθρώπους ἔχει, στὴν ὁποία μέσῳ τῆς εἰς ἑαυτὸν ὑπόδειξης τοῦ ἀρχαίου ἕλληνα λυρικοῦ διατυπώνεται μιὰ φιλοσοφικὴ παραίνεση γιὰ ἐνατένιση τῶν ἀνθρωπίνων ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς γνώσης πὼς ὁ ἀνθρώπινος ρυθμὸς προϋποθέτει ἴσα μερίδια στὴν εὐτυχία καὶ στὴ δυστυχία. Καὶ οἱ δύο προβάλλουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ έπιταγὴ Μέτρον ἄριστον ποὺ τόσο
18
πολὺ ταιριάζει μὲ τὸν ἤρεμο καὶ σώφρονα χαρακτήρα τοῦ Δημήτρη Γαλάνη. Ἐντυπωσιάζει ἡ σταθερή του προσήλωση στὴν παράδοση ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλεῖ μονίμως σχεδὸν τὸ ποιητικὸ ὑλικό του. Ἡ συνομιλία τοῦ Δημήτρη Γαλάνη μὲ τὰ παλαιότερα κείμενα εἶναι πολυδιάστατη καὶ ἀγκαλιάζει τόσο τὸ σύνολο τῆς ἑλληνικῆς ποιητικῆς γραμματείας, δηλαδὴ τὴ λόγια γραμματεία, ἀρχαία καὶ νέα, ὅσο καὶ τὴ λαϊκὴ τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ. Στὸν χῶρο μάλιστα τῆς τελευταίας προσέρχεται μὲ τὰ ἐφόδια τῆς ἄλλης μεγάλης ἀγάπης του ποὺ εἶναι ἡ μουσική, βυζαντινὴ καὶ παραδοσιακή, καὶ συχνὀτατα ἐπιτυγχάνει νὰ παγιδεύσει στὰ ποιήματά του τοὺς ἐξαίσιους ἤχους της Ὁ Δημήτρης Γαλάνης ἐνωτίζεται τὴ μουσικὴ τῶν στίχων τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ τὴν ὁποία ἀναπαράγει καὶ ἀνασυνθέτει σὲ δικά του ποιήματα στὰ ὁποῖα ἀξιοποιεῖ γόνιμα τὶς τεχνικὲς τῆς δημοτικῆς ποίησης, ὅπως εἶναι ἡ ἐρωταπόκριση, ἡ ἐπανάληψη καὶ ἀλλοῦ τὸ τριαδικὸ σχῆμα. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν τεσσάρων ποιημάτων μὲ τὸν εὔγλωττο τίτλο «Δημοτικὰ τραγούδια» ἀπὸ τὴν ὁποία παραθέτω τὸ ποίημα: ΤΟΥ ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΥ Μὲ τὶ θὰ ἔρθεις Κωσταντὴ καὶ πῶς θὰ σὲ γνωρίσω Μ᾿ ἕνα σκυφτὸ γεράνι μὲ λυγισμένο σκίνο Μ᾿ ἕνα κρυφὸ μαχαίρι, μ᾿ ἕνα λευκὸ μαντήλι. Μηδὲ σκυφτὸ γεράνι καὶ λυγισμένο σκίνο Μηδὲ κρυφὸ μαχαίρι μηδὲ λευκὸ μαντήλι Μονάχα ἕνα καράβι ἀπὸ ἀλαργινὸ λιμάνι ἀρματωμένο μὲ τὰ φύλλα τῶν κισσῶν στὴν πρύμη μὲ τὸ ἀμπέλι τὸ ξανθὸ δεμένο στὸ κατάρτι τρεῖς καλογήρους Κρητικοὺς στὴ μέση καὶ νὰ ψάλλουν νὰ ψάλλουν τὸ χερουβικὸν καὶ τ᾿ «Ἄξιον ἐστίν ὡς». Θὰ ἄξιζε νὰ ἐπαινεθεῖ ὁ καταληκτικὸς στίχος ὁ ὁποῖος ἐνσωματώνει ἁρμονικὰ στὸ ἰαμβικὸ μέτρο τὸν λόγιο τίτλο του βυζαντινοῦ ἄσματος. Ἀναμένουμε ἀπὸ τὸν ἄξιο νέο ποιητὴ ἀξιοποιώντας τὰ ἐφόδια ποὺ τοῦ ἔχει παράσχει ἡ Ἐπιστροφὴ νὰ ἀναζητήσει νέους ποιητικοὺς δρόμους. Τασούλα Καραγεωργίου
ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Ἑπτὰ σκέψεις γιὰ ἕναν ἀναστάσιμο ἐθνικὸ ριζοσπαστισμό 1. «Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλάδα δὲν πεθαίνει ποτέ, πάει νὰ πεῖ πὼς καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἀναστηθεῖ», εἶχε πεῖ κάποτε ὁ Μάνος Χατζιδάκις (Ὁ καθρέφτης καὶ τὸ μαχαίρι, Ἴκαρος, 1988). Τώρα ποὺ ἡ Ἑλλάδα μοιάζει νὰ φτάνει στὰ τελευταία της, τὸ ἐρώτημα εἶναι: μπορεῖ ἡ Ἑλλάδα νὰ ἀναστηθεῖ; Μ’ ἄλλα λόγια, μπορεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς – μὲ ὅ,τι σημαίνει αὐτὴ ἡ ἔννοια – νὰ ἐπιβιώσει τῆς ἑλλαδικῆς κατάρρευσης;* 2. Πλησιάζοντας διακόσια χρόνια ἀπὸ τὸν ξεσηκωμὸ τοῦ 1821 ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται σὲ ἱστορικὸ ἀδιέξοδο. Ἀσφαλῶς ἔχουν ὑπάρξει χειρότερες στιγμὲς στὸ παρελθὸν (χρεοκοπίες, φτώχεια, πόλεμοι κλπ), ὅμως τώρα φαίνεται πὼς ἔχει στερέψει ἡ δυναμικὴ ποὺ κρατοῦσε τὴ χώρα στὰ πόδια της. Τὸ κακὸ εἶναι πολυεπίπεδο καὶ καταλαμβάνει ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ἐθνικῆς ὑπόστασης: ἡ οἰκονομία καὶ τὸ κράτος ἔχουν καταρρεύσει· ἡ κοινωνία ἀποσαρθρώνεται (διάλυση μικρομεσαίων στρωμάτων, ἀποψίλωση τῆς χώρας ἀπὸ τὰ μορφωμένα της νιάτα)· ἡ ἐξωτερικὴ περικύκλωση ἐπιτείνεται (προσφυγικό, μακεδονικό, τουρκικὲς ἀπειλὲς κ.ἄ.) καὶ μάλιστα σὲ συνθῆκες ἀσφυκτικῆς παγκόσμιας πόλωσης. Τὸ πολιτικὸ σύστημα μαζὶ μὲ τὴ διεθνὴ ἐπιτροπεία ἐνορχηστρώνουν καὶ ἐπισπεύδουν τὴν καταστροφή, κάνοντας ὅ,τι μποροῦν γιὰ νὰ τὴν καταστήσουν ἀναπόφευκτη. Οἱ ἀμήχανες καὶ ἀποσπασματικὲς ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ, παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς ἐξάρσεις, καταλήγουν καὶ αὐτὲς νὰ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ φαύλου κύκλου. Ἂν δὲν συμβεῖ κάποιο ἀναπάντεχο θαῦμα, τίποτα δὲν δείχνει ἱκανὸ νὰ αναστρέψει τὴν πορεία τῶν πραγμάτων. 3. Ὁρισμένοι τὸ εἶχαν προβλέψει ἀπὸ δεκαετίες, μὲ πιὸ χαρακτηριστικὴ τὴ δυσοίωνη προφητεία τοῦ Finis Graeciae (Χρ. Γιανναρᾶς, 1987). Ἐν τούτοις καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γιανναρᾶς καὶ ἄλλοι πολλοὶ – τοῦ γράφοντος περιλαμβανομένου – ἐπιζητήσαμε κατὰ καιροὺς διάφορες συμβατικὲς στρατηγικὲς σωτηρίας καὶ ἐπιβίωσης, ἂν καὶ σὲ ἀντίθετες ὁ καθένας κατευθύνσεις (ἀπὸ τὸ «ἀντιμνημόνιο» ἔως τὸ «μένουμε Εὐρώπη»). Σήμερα γίνεται ὅλο καὶ πιὸ φανερὸ πὼς καμία ἀπ’ αὐτὲς τὶς «ἀμυντικὲς» στρατηγικὲς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀποτέλεσμα. Δὲν ὑπάρχουν πλέον περιθώρια γιὰ νέες ψευδαισθήσεις, οὔτε οἰκονομικοκοινωνικοῦ οὔτε ἐθνοπατριωτικοῦ τύπου. Οἱ πρῶτες κατέπεσαν με τὸν ΣΥΡΙΖΑ, ἐνῶ γιὰ ὅσους ἔχουν μάτια νὰ βλέπουν, τὰ συλλαλητήρια γιὰ τὸ μακεδονικὸ ἔδειξαν τὰ ὅρια τῶν δεύτερων. 4. Κι ἐνῶ ὁ ἑλλαδικὸς Τιτανικὸς βυθίζεται, καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαῖο καὶ ἐπιτακτικὸ νὰ σκεφτοῦμε ἀλλιῶς· ριζοσπαστικὰ μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης. Νὰ ἀποταυτίσουμε τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὸ ἐθνικὸ-κρατικό του ἔνδυμα, αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο συγχωνεύτηκε τοὺς δύο τελευταίους
αἰῶνες, καὶ νὰ προσπαθήσουμε νὰ διασώσουμε ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας ὅ,τι πραγματικὰ εἶναι οὐσιῶδες. Οὐσιῶδες, τόσο γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα στὸ σύνολό της. Στὴν πραγματικότητα ἡ ὑποχρέωση δὲν εἶναι καινούργια. Διότι αὐτὸ μᾶλλον ἐννοοῦσε ὁ Σολωμὸς – καὶ ὄχι ὁτιδήποτε ἄλλο – ὅταν ἔλεγε πὼς το έθνος πρέπει νὰ μάθει νὰ θεωρεῖ ἐθνικὸ ὅ,τι εἶναι ἀληθές. Αὐτὸ εἶναι ποὺ δὲν κάναμε στὰ διακόσια χρόνια τῆς σχετικῆς, ἔστω, ἐλευθερίας καὶ αὐτοκυβέρνησής μας σὰν Ἕλληνες· καὶ τώρα τὸ πληρώνουμε. 5. Προσωπικά, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ἤδη τῆς δεκαετίας τοῦ ’90 – ἀμέσως μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ ἀνατολικοῦ μπλόκ, μετὰ τὸ ἐπιφαινόμενο “τέλος” τῶν πολιτικῶν ἰδεολογιῶν καὶ τὴν ἰσχυρὴ ἐμφάνιση τοῦ ἰσλαμικοῦ φονταμενταλισμοῦ, ὅταν ἀκόμα βρισκόμασταν στὰ πρῶτα, αἰσιόδοξα στάδια τῆς παγκοσμιοποίησης, πρὶν τὴν ὁλοκληρωτικὴ διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας, πρὶν οἱ Τοῦρκοι διατυπώσουν τὴ στρατηγικὴ τοῦ Νεο-οθωμανισμοῦ, κι ἐνῶ ἡ Ἑλλάδα φαινόταν νὰ κρατᾶ κάποια γερὰ χαρτιὰ στὰ χέρια της – εἶχα ὑποστηρίξει πὼς ὀφείλαμε νὰ ἀναζητήσουμε μιὰ νέα ἐθνικὴ στρατηγικὴ μὲ ἡγεμονικὲς φιλοδοξίες στὸν χῶρο τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Νὰ βάλουμε σὲ δεύτερη μοίρα τὴν ὑποστήριξη τῶν δικαίων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους, καὶ νὰ διερευνήσουμε στρατηγικὲς ὑπέρβασης τῶν βαλκανικῶν ἐθνοκρατισμῶν – μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ – τόσο στὸ γεωπολιτικὸ πεδίο, ὅσο καὶ στὸ πεδίο τῆς ταυτότητας. Σήμερα, 25 χρόνια μετὰ – μὲ δεδομένη τὴν κρίση τῆς παγκοσμιοποίησης σὲ διεθνὲς ἐπίπεδο, ὄντας σὲ συνθῆκες οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς καταβαράθρωσης τῆς χώρας, περικυκλωμένοι ἀπὸ σοβαρὲς ἑστίες γεωπολιτικῆς σύγκρουσης, καὶ μὲ τὰ χειρότερα ἴσως ἀκόμα μπροστά μας – δὲν μποροῦμε ἀσφαλῶς νὰ μιλᾶμε γιὰ ὑπέρβαση μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ ἐννοοῦσα τότε, μὲ τὴν ἔννοια δηλαδὴ μιᾶς κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ὁμαλῆς συνθετικῆς μετεξέλιξης καὶ μὲ ἡγεμονικὴ τὴ θέση τῆς Ἑλλάδας στὴν εὐρύτερη περιοχή της. Θὰ πρέπει μᾶλλον νὰ εἴμαστε ἔτοιμοι γιὰ διάβαση μέσα ἀπὸ πιὸ χαοτικὲς καὶ θραυσματικὲς καταστάσεις, ἐνδεχομένως καὶ μέσα ἀπὸ μιὰ ἐθνικὴ συντριβή. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀλλάζει τὶς θεμελιώδεις παραμέτρους τοῦ προβλήματος. Ἴσα ἴσα, καθιστᾶ ἀκόμα πιὸ ἐπιτακτικὸ τὸν ριζικὸ ἐθνικὸ ἀναστοχασμὸ καὶ τὴν ἐπικέντρωση στὰ οὐσιώδη· σ’ αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε κανεὶς εἴτε νὰ κρατηθεῖ σὰν σὲ ἐπιμέρους ναυαγοσωστικὲς σχεδίες, ἂν ἰσχύσει τὸ χειρότερο σενάριο, τῆς συντριβῆς· εἴτε νὰ πατήσει σ’ αὐτά, σὰν σὲ ἐφαλτήρια, γιὰ νὰ θέσει σὲ κίνηση εὐρύτερες ἀνασυνθετικὲς διαδικασίες, ἂν ἐπικρατήσει 19
τὸ καλύτερο σενάριο, μιᾶς ἔστω καὶ δύσκολης μετεξέλιξης τῆς τωρινῆς κατάστασης. 6. Δὲν εἶμαστε, ἀσφαλῶς, σὲ θέση – οὔτε σὰν χώρα, οὔτε σὰν λαός, οὔτε σὰν πρόσωπα – νὰ ἐλέγξουμε τὴν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων· καὶ μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ δὲν θὰ εἶχε νόημα ἕνα πλῆρες στρατηγικὸ σχέδιο. Μποροῦμε ὅμως να προσδιορίσουμε τὰ βασικὰ πεδία· τὰ μέτωπα στὰ ὁποῖα θὰ κριθεῖ ἡ ὑπόθεση. Ἤδη ἀνέφερα δύο βασικοὺς ἄξονες: (α) τὸν γεωπολιτικὸ-ἐδαφικό, ποὺ ἀφορᾶ κυρίως τὴν κρατικὴ καὶ κοινωνικὴ ὑπόσταση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ (β) τὸν ἰδεολογικὸ-πνευματικό, τὸ ζήτημα τῆς ταυτότητας, τῶν ἀξιακῶν προτεραιοτήτων καὶ τῶν οὐσιωδῶν ἀναγκῶν σὲ προσωπικὸ καὶ συλλογικὸ ἐπίπεδο. Προφανῶς δὲν πρόκειται γιὰ δύο ξεχωριστὲς καταστάσεις. Εἶναι δύο διακριτὲς ἀλλὰ διαπλεκόμενες διαστάσεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Ὅμως νομίζω πὼς εἴπαμε ἀρκετὰ γιὰ τὴν ὥρα. Ἐλπίζω πὼς στὸ ἑπόμενο τεῦχος τοῦ ΚΟΙΝΟΥ θὰ μπορέσω νὰ ἀναπτύξω τὶς σκέψεις μου γι’ αὐτοὺς τοὺς δύο ἄξονες ἀναλυτικά. 7. Ὣς τότε θὰ ἤθελα νὰ ἐνθαρρύνω ὅποιον ἔχει διάθεση νὰ ρίξει μιὰ ματιὰ στὸ διαδίκτυο, στὸ antifono.gr, στὰ δύο βίντεο μὲ τὴν ὁμιλία καὶ τὶς παρεμβάσεις τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη στὴν ἐκδήλωση «Ἡ παράδοση ὡς κίνδυνος καὶ ὡς ἐλπίδα», ποὺ ἔλαβε χώρα στὸ Μέγαρο Μουσικῆς την πρωταπριλιὰ τοῦ 2013 μὲ συνομιλητὲς τὸν Μάριο Μπέγζο καὶ τὸν Θανάση Παπαθανασίου. Εἶπε κάποια στιγμὴ χωρὶς καθόλου νὰ ἀστειεύεται ὁ π. Βασίλειος (2ο βίντεο, 34:00-34:10): «Μοῦ ἀρέσει ἡ ἀποτυχία, καὶ μοῦ ἀρέσει ἡ σύγχυση, καὶ μοῦ ἀρέσει νὰ
τὰ κάνουμε θάλασσα, καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔκανε ἔτσι, νὰ τὰ κάνουμε θάλασσα». Λίγο πρὶν εἶχε πεῖ τοῦτο (1ο βίντεο, 25:30-26:00 και 27:15-27:30): «Ἐγὼ λέω ὅτι εἶναι μεγάλο πράγμα νὰ εἶσαι Ἕλληνας Ὀρθόδοξος... δηλαδὴ νὰ εἶσαι μὴ Ἕλληνας καὶ μὴ Ὀρθόδοξος. Νὰ εἶσαι μιὰ Θεοφάνεια. Ὁ Ἑλληνισμὸς μὲ τὴν τρέλα του, καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τὴ σώφρονα μανία καὶ τὴ νηφάλιο μέθη σὲ ὁδηγεῖ στὸ ξεπέρασμα τῶν πάντων. ... Ἀλλὰ ἐὰν τυχὸν ὑποφέρουμε στὴ ζωή μας, ἂν φτάσουμε σὲ ἀπόγνωση, ἂν διαλυθοῦμε καὶ δὲν ὑπάρχουμε, τότε θὰ νιώσουμε ὅτι ἔρχεται Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἀνιστᾶ». Ὄντας συντονιστὴς αὐτῆς τῆς ἐκδήλωσης εἶχα τὴ δυνατότητα νὰ παρακολουθήσω προσεκτικὰ τὰ λεγόμενα καὶ νὰ συνειδητοποιήσω ὅτι ὁ ἁγιορείτης γέροντας κατ’ οὐσίαν ἀπαντοῦσε μὲ τὸν δικό του ρηξικέλευθο τρόπο στὴν ἀπορία τοῦ Μάνου Χατζιδάκι γιὰ τὴν Ἑλλάδα ποὺ δέν μπορεῖ νὰ πεθάνει, καθὼς καὶ σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ ὅπως εἶπα παραπάνω, μηχανευόμασταν ἀδιέξοδες στρατηγικὲς σωτηρίας καὶ ἐπιβίωσης. Βασίλης Ξυδιᾶς * Ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτοῦ τοῦ ἐρωτήματος, ποὺ ἀφορᾶ τὴν ὑπόσταση καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θὰ ἤθελα νὰ συνεχίσω τὴ συζήτηση ποὺ ἄνοιξε στὸ πρῶτο τεῦχος τοῦ ΚΟΙΝΟΥ ὁ Ἄγγελος Καλογερόπουλος μὲ τὸ σημείωμά του «ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ». Θεωρῶ ὅτι πρόκειται κατ’ οὐσίαν γιὰ τὸ ἴδιο θέμα, παρ’ ὅλο ποὺ ἐκεῖ ὁ Ἄγγελος Καλογερόπουλος πιάνει τὸ νῆμα ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη του, συζητώντας τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα μὲ ἀφετηρία τὴν ἀνάγκη ἑνὸς γενικότερου πνευματικοῦ ἀναπροσανατολισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τοῦ δυτικοῦ κόσμου.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
ANTE PORTAS Εἶδα τὸν γιό μου νὰ κοιτάζει τὸν τοῖχο βουβός. Εἶδα τὴν κόρη μου νὰ κλαίει κρυφὰ στὴ γωνιά της. Μύρισα τὸ χνῶτο τοῦ ξένου ποὺ φώναζε: Ἀνοῖξτε τὶς πόρτες Γκρεμίστε τοὺς τοίχους. Εἶμαι τὸ σφυρὶ τοῦ Θεοῦ. 20
ΜΑΡΙΑ ΛΕΜΟΝΗ
…ΚΑΙ ΠΟΥ ‘ΝΑΙ Ο ΚΡΟΚΟΣ; Καὶ ποῦ εἶναι ὁ Κρόκος; Δὲν ἀξιώθηκα νὰ τοῦ τὸ πῶ Βλέπω κι εὐγνωμονῶ στὸ χρυσὸ δειλινὸ τὸ Μουσεῖο σου τὸ Βυζαντινό.
Διονύσης Σαββόπουλος
Στὸ τέλος τῆς Λεωφόρου Στρατοῦ, δύο δρόμους πάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα λουσμένο τὴ μέρα στὸ ἐκτυφλωτικό του φῶς, «ἁπλωμένο» σὲ μιὰ μεγάλη ἔκταση, στέκεται τὸ Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, ἔργο δημόσιο, ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ τῆς μεταπολεμικῆς ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ἐμβληματικὸ τοῦ σπουδαίου δημιουργοῦ του, τοῦ Κυριάκου Κρόκου. Ὁ Κυριάκος Κρόκος γεννήθηκε τὸ 1941 στὸ χωριὸ Πλάτανος τῆς Σάμου καὶ πέθανε πρόωρα τὸν Ἰούνιο τοῦ 1998, μόλις 57 ἐτῶν. Ἔπειτα ἀπὸ τὶς ἀρχιτεκτονικές του σπουδὲς στὸ ΕΜΠ καὶ μιὰ μαθητεία του στὸ Παρίσι δίπλα στὸν Γιάννη Τσαρούχη, ἀνοίγει ἀρχιτεκτονικὸ γραφεῖο στὴν Ἑλλάδα. Τὸ 1997 βραβεύεται μὲ τὸ Α΄Βραβεῖο στὸ διαγωνισμὸ γιὰ τὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο Θεσσαλονίκης. Τὸ 1990, ἡ πρότασή του, στὰ πλαίσια διεθνοῦς διαγωνισμοῦ γιὰ τὴν κατασκευὴ Μουσείου γιὰ τὴν Ἀκρόπολη διακρίνεται μὲ ἔπαινο, ἐνῶ τὸ 1996 ἐκπροσωπεῖ τὴν Ἑλλάδα στὴν 6η Διεθνὴ Μπιενάλε Ἀρχιτεκτονικῆς στὴν πόλη τῆς Βενετίας. Ἡ ἐποχὴ τοῦ Κρόκου εἶναι ἡ ἐποχὴ τοῦ μεταμοντέρνου ἐκλεκτικισμοῦ ἡ ὁποία ἐπαναφέρει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἱστορία, ποὺ ὁ μοντερνισμὸς ἀπαξίωσε, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐποχὴ ποὺ ἔχει ξεπεράσει τὴν ἀνάγκη τῶν ἄμεσων ἀναφορῶν στὴν τοπικὴ παράδοση καὶ ἀξιοποιεῖ ὅλα τὰ τεχνολογικὰ δεδομένα στὸν κατασκευαστικὸ τομέα. Στὴν ἑλληνικὴ ἀρχιτεκτονική, ἡ ὁμάδα τῶν ἀρχιτεκτόνων τοῦ μοντερνισμοῦ, ἡ δημιουργικὴ ἀντίθεση τοῦ Δημήτρη Πικιώνη καὶ ἡ καταλυτική καὶ ἀπόλυτη σκιὰ τοῦ Ἄρη Κωνσταντινίδη, εἶναι οἱ βασικὲς συνιστῶσες ποὺ διαμορφώνουν τὸ κλίμα τῶν δεκαετιῶν τοῦ ΄70 καὶ τοῦ ΄80. Ὅμως ὁ Κρόκος ἀκολουθεῖ τὸν προσωπικό του δρόμο καὶ ἀναζητᾶ στὴν προσωπική του μνήμη, στὴν φύση καὶ τὴν ἱστορία τοῦ τόπου του τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ διαμορφώσουν τὴν προσωπική του ἔκφραση.
Ἔλεγε: …δὲν πρέπει νὰ ἀφήσουμε νὰ σβήσουν οἱ εἰκόνες ποὺ τὸ παιδικὸ κοίταγμα χάραξε στὴ μνήμη μας. Πρέπει νὰ βρίσκουμε πάντοτε τὸν τρόπο νὰ ξυπνᾶμε αὐτὴ τὴ μνήμη καὶ νὰ τὴν τρέφουμε. Ἢ παρακάτω: Ὁ Πικιώνης ἤξερε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Μπρὰκ ὅτι ἡ πρόοδος στὴν τέχνη δὲν ἔγκειται στὸ νὰ ἐπεκτείνεις τὰ ὅριά σου, ἀλλὰ στὸ νὰ τὰ γνωρίσεις καλύτερα1. Ὅσοι γνώρισαν τὸν Κρόκο ἀπὸ κοντά, μιλοῦν γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ἐσωστρεφὴ καὶ λιγομίλητο, στοχαστικὸ καὶ ἐπίμονο παρατηρητὴ τῶν πάντων, εὐγενικὸ καὶ γαλήνιο, μὲ μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὴ ζωγραφική. Γιὰ ἕναν ἀρχιτέκτονα τελειομανή, συνεπὴ στὴν κεντρική ἰδέα τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ πρόθυμο νὰ ἀκούσει τὶς προτάσεις καὶ τὶς συμβουλές τῶν συνεργατῶν του, εἰδικῶν καὶ ἁπλῶν μαστόρων, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο εὐθὺ καὶ εἰλικρινὴ ποὺ ἀγωνίστηκε σκληρὰ νὰ ἀρθρώσει ἕναν ἀρχιτεκτονικὸ λόγο ἐξ ἴσου εἰλικρινὴ καὶ μὲ εὐδιάκριτες τὶς βασικές του προθέσεις. Μὲ βαθιά πίστη στὴν ἀξία τῆς ἀρχιτεκτονικῆς γιὰ τὴν κοινωνία, μὲ βαθὺ σεβασμό στὴ γνώση τοῦ ἁπλοῦ τεχνίτη, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴ δύναμη τοῦ χρόνου νὰ δικαιώνει τὴν ἐπιλογὴ τῶν σωστῶν ὑλικῶν, μὲ ὑποταγὴ στὴ μορφοποιητικὴ ἱκανότητα τῆς φύσης, ὁ Κρόκος στὸ ξεκίνημα κάθε ἀρχιτεκτονικοῦ του ἔργου ἀφιέρωνε πολλὴ σκέψη καί, βάζοντας τὸ μυαλό του σὲ μεγάλη ἔντα-
Ἀπὸ συνέντευξη στὸν καθηγητή της ΑΣΚΤ Ἀνδρέα Γιακουμακάτο, δημοσιευμένη στὸν συνοδευτικὸ κατάλογο τῆς ἐκπροσώπησης στὴν Μπιενάλε τοῦ 1996. 1
21
ση, ἀναζητοῦσε μιὰ δυνατὴ κεντρικὴ ἰδέα, ἕνα κυρίαρχο ὅραμα ποὺ θὰ τὸν τροφοδοτοῦσε μὲ τὴν ἀπαραίτητη κινητήρια δύναμη2.
μονοπατιῶν της. Οἱ διαδρομὲς τῶν μονοπατιῶν προεκτείνονται νοερὰ ἀπὸ τὸ αἴθριο σὲ ἕνα δῶμα-στέψη τῆς κατασκευῆς ποὺ ἔχει τὶς διαστάσεις τοῦ Παρθενώνα καὶ προορίζεται νὰ προστατέψει τὰ γλυπτά του. Ἡ μελέτη του αὐτὴ κινεῖται σὲ μιὰ τυπολογία ποὺ στηρίζεται στὰ τρία βασικὰ στοιχεῖα ποὺ ὁρίζονται καὶ γιὰ τὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο: αὐλὴ εἰσόδου-ἐσωτερικὸ αἴθριο, σπειροειδὴς πορεία ποὺ συνδέεται μὲ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ τῆς ἐπίσκεψης στὸν χῶρο τῶν ἐκθεμάτων καὶ δυνατότητα εἰσβολῆς τοῦ φυσικοῦ φωτός. Ὅπως καὶ στὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο, ἡ ἐσωτερικὴ κλειστὴ αὐλὴ λειτουργεῖ ὡς κόμβος ποὺ κατευθύνει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ σὲ διοικητικὰ γραφεῖα καὶ εὐθεία στὴν αἴθουσα μὲ τὸ πωλητήριο καὶ τὰ ἐκδοτήρια εἰσιτηρίων. Τελικά τὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ εἶχε ἀποφασίσει ὅτι ἤθελε γιὰ ἀρχιτέκτονα ἕνα διάσημο ὄνομα καὶ τὸ οἰκόπεδο Μακρυγιάννη γιὰ τὴ θέση τοῦ Μουσείου. Ἀλλά: Ἡ τεχνολογία εἶναι δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ τὸν πολιτισμό… Ἐάν ὁ πολιτισμός ἦταν ἡ κινητήριος δύναμη, τότε θὰ εἶχε γίνει δεκτή ἡ πρόταση τοῦ Κυριάκου Κρόκου (γιὰ τὴ θέση Κοίλη). Γιατὶ ἦταν μέσα στὸ πνεῦμα τοῦ τόπου καὶ ἀποτελεῖ ἐκδοχὴ γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ ἑλληνικὴ παράδοση. Ὁ Κρόκος εἶναι συνεχιστὴς τῆς παράδοσης ποὺ ἐναντιώθηκε στὴν ἁπλοϊκή, τεχνολογικὴ καὶ ὀρθολογιστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ μοντερνισμοῦ3. Μαρία Λεμονῆ
Πρόταση γιὰ τὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης Ἴσως νὰ ἦταν μεγάλη τύχη γιὰ τὴν Ἀθήνα ἂν τὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης τὸ εἶχε ὑλοποιήσει ὁ Κυριάκος Κρόκος. Τὸ 1990, ἡ πρότασή του στὸν πρῶτο διεθνὴ διαγωνισμὸ γιὰ τὸ μουσεῖο βραβεύτηκε μὲ ἔπαινο τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς ἀλλὰ δὲν προκρίθηκε. Ἔμειναν ὅμως τὰ πρωτότυπα σχέδια καὶ οἱ μακέτες τῆς πρότασης καὶ τὸ κοινὸ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ δεῖ, τόσο στὸ περίπτερο τῆς Μπιενάλε, ὅσο καὶ στὴν ἔκθεση «Κυριάκος Κρόκος (1941-1998)» ποὺ ὀργάνωσε τὸ μουσεῖο Μπενάκη τὸν Μάιο τοῦ 2012. Ξεκινώντας ἀπὸ τὰ ὑψώματα τῆς Πνύκας ὁ οἰκισμὸς τῆς ἀρχαίας Κοίλης ἀκολουθοῦσε τὸ φυσικὸ ἀνάγλυφο τῆς χαράδρας, μεταξὺ τοῦ λόφου τῶν Μουσῶν καὶ τῆς Πνύκας, καὶ ἐκτεινόταν νοτιοδυτικὰ τοῦ λόφου. Ἡ μελέτη ἀναπτύσσεται γύρω ἀπὸ ἕνα αἴθριο τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ πυρήνας τοῦ κτιρίου, ὅπως σημειώνει ὁ ἴδιος. Τὸ αἴθριο βρίσκεται στὸ σημεῖο συνάντησης τῶν δύο λόφων, τῶν Νυμφῶν καὶ τῶν Μουσῶν, στὸ σημεῖο συνάντησης τῶν
Γιῶργος Μακρῆς, Γιὰ τὸν Κυριάκο Κρόκο, Ἐνθύμηση, Ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 2008, σ. 10 2
22
Wilfried Wang συζήτηση μὲ τὸν Ἠλία Κωνσταντόπουλο δημοσιευμένη στὸ ἠλεκτρονικὸ περιοδικὸ Lasttapes, τχ 5, Μάιος 2012, (www. lasttapes.gr/old/item/145-wanginterview.htm) 3
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΕΝΙΔΗΣ Ὁ Πάουντ γράφει πὼς ἡ λογοτεχνία δὲν ὑπάρχει στὸ κενό, λειτουργεῖ σὲ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα κι οἱ συγγραφεῖς προωθώντας στὰ ἔσχατα ὅρια τὶς προθέσεις τους, πρέπει νὰ ἀπογυμνώνουν τὸν στόχο τους καὶ νὰ τὸν σημαδεύουν μὲ εὐστοχία, μακριά ἀπὸ ὑπεκφυγὲς καὶ ἀκροβασίες. Μιὰ τέτοια ποίηση, σαφὴς στὶς προσδοκίες της καὶ εἰλικρινὴς στὴν εὐαίσθητη ἀγωνιστικότητά της, εἶναι ἡ ποίηση τοῦ Δ. Μενίδη καὶ αὐτὴν τὴν ποίηση βρίσκουμε συγκεντρωμένη στὴν παρούσα ἔκδοση, μὲ μία προσεκτική, ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητή, σταχυολόγηση σκέψεων καὶ ποιημάτων, δημοσιευμένων καὶ μή, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ἐπαναπροσδιορισμὸ καὶ νέα ἐξακρίβωση τῆς ποιητικῆς του θέσης ἔναντι τοῦ κοινοῦ του. Ἡ ἴδια πάντα ποιητικὴ πρόθεση, καθαρὴ καὶ αὐθεντική, γίνεται τώρα πιὸ αἰχμηρή, γιὰ νὰ στηλιτεύσει τὶς ἀδικίες καὶ τὰ παθολογικὰ σημεῖα τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας. Παραμένει ὅμως ἀμετάβλητη ἡ ὁραματική θέαση του κόσμου, λυρικά θεμελιωμένη σὲ ἕνα ποιητικὸ σκηνικὸ λιτὸ καὶ ταυτόχρονα μεγαλόπνοο, μὲ ἔξοχα ἀνοίγματα στιχουργικῆς εὐφράδειας καὶ σεμνῆς λογοτεχνικῆς στάσης. Τῆς ἴδιας ἀκριβῶς στάσης μὲ τὴν ὁποία ὁ ὡραῑος αὐτὸς δημιουργὸς ἀντίκρισε, ποιητικά, τὴ ζωὴ του καὶ πορεύτηκε. Ἀγγελική Κομποχόλη Εἰσαγωγικὸ σημείωμα στὴν ἔκδοση Διονύσης Μενίδης, Ὁ Ἀχιλλέας καὶ ὁ Αἴαντας παιζουν πεσσούς. Ποιήματα 1981-2013: ὅσα ἄντεξαν,ὅσα ξαναδουλεύτηκαν καὶ ὅσα σχεδὸν γραφτήκανε ξανά, Ἀθήνα 2015
ΟΤΙ ΘΥΜΑΤΑΙ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΜΟΥ ΠΝΕΥΜΑ
Σὲ μιὰν Εὐρώπη ποὺ ἔχει ἀποβλακωθεῖ: Τραγούδια μὲ τὴν Ἔντιθ Πιάφ, τὴν πάλαι ποτὲ Πόλη τοῦ Φωτός, ἀντάξια τοῦ ὀνόματός της τότε, γιατὶ δὲν εἶχε πρώτη μούρη, τόσους μὰ τόσους μπουρδολόγους νὰ ἐντυπωσιάζουν ὅπως σαλτιμπάγκοι ποὺ ξερνᾶνε φλόγες στὶς πλατεῖες. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φωτοδότες τῆς ἐποχῆς μας: ὑπαλληλίσκοι τραπεζιτῶν καί στρατόκαυλων, ἀγριοδιανοούμενοι μπατσόσκυλα πού, μέρα νύχτα, ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ, διυλίζουνε τὸν κώνωπα στὸ ὄνομα τῆς Δημοκρατίας κι ἀνοίγουνε τὸν δρόμο στὴ Βαρβαρότητα, ἑδραιώνοντας τὸν ὁλοκληρωτισμὸ τῶν ἀπόλυτων οἰκουμενικῶν ἀξιῶν, ἐθίζοντας τὴν κοινωνία νὰ ὑποτάσσεται ἑκουσίως στὸ φασισμὸ τοῦ κάθε πικραμένου μαλάκα. ΤΟ ΤΟΞΟ ΚΑΙ Η ΛΥΡΑ (α΄ έκδοση «ΔΕΛΦΙΝΙ», 1994)
Στὸ ξεκίνημα τοῦ νέου αἰώνα –καὶ ἤδη ἀπὸ τὴν τελευταία δεκαετία τοῦ προηγούμενου- μιὰ πλαστὴ αἰσιοδοξία πλανιόταν στὴ «μία» Ἑλλάδα ποὺ ἔβλεπε -ἐπιτέλους- μέσα στὸ γυαλιστερὸ ὅραμα τῆς παγκοσμιοποίησης νὰ εὐοδώνεται ὁ πολυπόθητος ἐκδυτικισμὸς καὶ ἐκσυγχρονισμός της. Ὅσοι ὅμως βλέποντας καὶ τὴν «ἄλλη» Ἑλλάδα καθόλου δὲν συμμερίζονταν αὐτὴ τὴν αἰσιόδοξη προοπτικὴ ἢ θὰ κατέφευγαν σὲ μιὰ γεροντοκορίστικη γκρίνια μὲ μιὰ μεγάλη δόση συντηρητισμοῦ ἤ θὰ παρέμεναν σκεπτικοὶ ἐπιδιδόμενοι στὴ σοβαρὴ μελέτη τῶν πραγμάτων μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐπιπολαιότητα τῶν γενικοτήτων. Σ’αὐτὴ τὴν τελευταία κατηγορία ἀνῆκε καὶ ὁ Διονύσης Μενίδης ποὺ συνέβη νὰ τὸν γνωρίσω ἐκείνη τὴν ἐποχή. Κοντὰ στὴν ἡλικία, εἴχαμε περάσει μέσα ἀπὸ παράλληλους δρόμους τὴν μεταπολιτευτική εὐφορία τῶν νεανικῶν μας χρόνων. Καὶ τὴν εἴχαμε ἀφήσει πίσω μας ὥστε καμιὰ πίστη μας ἢ ἀπιστία νὰ μὴν καταλήγει σὲ μιὰ «συγκροτημένη» ἰδεολογία ποὺ θὰ προσαρμόζει τὴν πραγματικότητα στὸ δικό της κρεβάτι τοῦ Προκρούστη. Γνωριστήκαμε μέσα ἀπὸ τὴν ποίηση. Τὸ φιλόξενο βιβλιοπωλεῖο τῆς «Παρουσίας» καὶ τοῦ «Ναυτίλου» στὴ συνέχεια, ἦταν –καὶ εἶναι- ἰδανικὸς τόπος τέτοιων συναντήσεων. Εἶχα διαβάσει τὴ συλλογή του Νερόμυλος -ἔκδοση τῆς «Παρουσίας» (1998)- μὲ γνώριζε κι αὐτὸς ἀπὸ τὰ ποιήματά μου καὶ τὴ συνεργασία μου στὸ Πλανόδιον. Ἀπὸ τὶς πρῶτες μας συζητήσεις ἀντιληφθήκαμε ὅτι ἕνα κοινό μας σημεῖο ἦταν ὅτι ἐντάσσαμε τὴν ποίηση μέσα σὲ μιὰ ἑνότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς –χωρὶς νὰ δίνουμε ἀπαραιτήτως σ’αὐτὴν τὸ ἴδιο περιεχόμενο- κι ὅτι παραγγέλνοντας τὸ ἑπόμενο ποτὸ βρίσκεις ἀκόμα περισσότερα σημεῖα γιὰ νὰ συμφωνήσεις μὲ κάποιον. Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Νέα Εὐθύνη, τχ 32 23
ΙSSN: 2623-307X
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΕΝΙΔΗΣ (1955-2014)
* Ἡ πρώτη μορφὴ τοῦ ποιήματος «Ἐρετμός ἀθηρηλοιγός»