TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ *
ΤΕΥΧΟΣ
1
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2017
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΝΑΤΣΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΤΙΜΟΘΥ ΜΠΛΑΝΤΟΝ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ
*θεωρητικός, ή, όν, ἀγαπῶν τὴν θεωρίαν : παρατήρηση, θέαση, ἐξέταση, κοίταγμα· θεωρίης εἵνεκεν ἐκδημεῖν, Ἡρόδοτος
TO KOINON τῶν ὡραίων τεχνῶν θ ε ω ρ η τ ι κ ὸ
π ε ρ ι ο δ ι κ ὸ
ΤΕΥΧΟΣ 1, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2017
ΤΙΜΗ 2,5€
ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Ν
Α
τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου................................................................................... σ. 3
ΕΝΑ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ
τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.................................................................................................... σ. 4
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ;
τοῦ Δημήτρη Νόλλα................................................................................................................. σ. 5
Ε
ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΚΟΣΤΡΩΤΟ
τοῦ Βασίλη Κωνσταντούδη.............................................................................................. σ. 6
Π
Ε
Ρ
Ι
Ε
Χ
Ο
Μ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
τοῦ Χρήστου Ἀναγνωστόπουλου............................................................................. σ. 8
ΧΑΒΟΣ & ΧΟΥΧΛΟΣ
τοῦ Κώστα Καρανάτση......................................................................................................... σ. 8
ΧΩΡΙΣ ΧΡΩΜΑ
τοῦ Σπύρου Γεωργίου............................................................................................................. σ. 9
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΠΟΜΠΗΪΑΣ
τοῦ Γιάννη Χελιδώνη............................................................................................................σ. 10
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ
τοῦ Τίμοθυ Μπλάντον (μτφ. Γιῶργος Καλογερόπουλος)..........σ. 11
ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ
τοῦ Βασίλη Ξυδιᾶ. .....................................................................................................................σ. 12
Ο ΝΟΜΟΣ ΣΟΥ ΑΛΗΘΕΙΑ
τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου.................................................................................σ. 13
CURRICULUM VITAE
τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη.................................................................................................σ. 14 Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. ........................................σ. 15
ΑΡΟΣΙΣ
τοῦ Γιώργου Ἀναγνωστόπουλου...........................................................................σ. 16
ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν θεωρητικὸ περιοδικὸ. Ἐκδίδεται τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Ὑπεύθυνος ἔκδοσης: Ἄγγελος Καλογερόπουλος, Ἁγίου Γεωργίου 26Β, 19005 Νέα Μάκρη Τυπώνεται στὴν ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΞΙΩΝ, Γαδίλων 9-11, Ριζούπολη, 11142 Ἀθήνα Τιμὴ τεύχους: 2,5 € Συνδρομὴ γιὰ ἕνα χρόνο: 7€. Συνδρομὴ γιὰ ἕνα χρόνο μαζὶ μὲ τὴν ἐτήσια ἔκδοση - ἡμερολόγιο: 10€
Ὁ Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ εἶναι μιὰ παρέα φίλων ποὺ ἀναζητᾶ νέους φίλους. Δὲν ἔχει σοβαροὺς σκοπούς, οὔτε σαφεῖς στόχους. Οἱ τέχνες, τὰ γράμματα, ὁ πολιτισμὸς ἀποτελοῦν οὐσιώδεις ἀξίες ἐφ’ὅσον προϋποθέτουν τὴν ἀγάπη, τὴν φιλία, τὸν ἔρωτα, τὴν κοινότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Αἰσθητικῆς. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀτομικὴ ἔκφραση συναντᾶ οὐσιωδεις ἀξίες τῆς ζωῆς, τὸ ΚΟΙΝΟΝ ἐνθουσιάζεται. Καὶ λειτουργεῖ ὡς ταμεῖον ἀρωγῆς καὶ ἀλληλοβοηθείας. Διότι μᾶς συγκινεῖ κάθε προσπάθεια ἐκφραζομένη διὰ τοῦ λόγου, τοῦ ἤχου, τῆς εἰκόνος, τῆς σωματικῆς κινήσεως ἢ τῆς συνήθους καθημερινότητος ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ δεῖ μὲ μιὰ παρθενικὴ ματιὰ τὸν κόσμο.
Γιατί ἕνα ἀκόμη ἔντυπο τώρα;
v Γιατὶ ἀντὶ γιὰ τὴν πληθώρα τῶν
ἀναρτήσεων διυλίζουμε κείμενα ποὺ νομίζουμε ὅτι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὰ διαβἀσει κανείς. v Γιατὶ ἡ πνευματικὴ δημιουργία πρέπει νὰ ἔχει τὴν ὑλική της ὑπόσταση
Εἰκαστικὴ φροντίδα καὶ ζωγραφιὲς τοῦ τεύχους: Ἰωσὴφ Χαλβατζόγλου 2
AΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ Ἐργάζομαι γιὰ μιὰ μεγάλη ἀνατροπή. Ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει τὴν ἀνάγκη μιᾶς θεμελιώδους πνευματικῆς μετατόπισης. Ἡ παρακμὴ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ –διαπιστωμένη ἤδη ἀπὸ τὸν 20ο αἰώνα– ἔχει ὁδηγήσει σὲ ἕνα πνευματικό, πολιτισμικὸ καὶ κοινωνικὸ ἀδιέξοδο. Ἡ ἀνάδυση τοῦ μουσουλμανικοῦ στοιχείου στὴν πιὸ ἀκραία καὶ φανατικὴ ἐκδοχή του εἶναι περισσότερο ἀπειλητικὴ καθὼς κινητοποιεῖ μάζες ἑνὸς σφριγηλοῦ νεανικοῦ πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ἐμπνέεται ἀπὸ μιὰ ἀπόλυτη πίστη καὶ δικαιώνεται ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ ἀδικημένου. Ἔτσι μοιάζει νὰ βρισκόμαστε σὲ μιὰ διελκυστίνδα: ἀπὸ τὴ μιὰ ἕνας κόσμος σήψης καὶ παραλυσίας ποὺ ὅλο καὶ περισσότερο διαστρεβλώνει τὶς δικές του ἀξίες καὶ ἀρχὲς κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἕνας ἀπειλητικὸς σκοταδισμός. Προβάλλει ἀναγκαῖος ἕνας πνευματικὸς ἀναπροσανατολισμὸς. Ἡ Εὐρώπη ὀφείλει νὰ ἀνακαλύψει ξανὰ τοὺς μυστικούς της καὶ νὰ συναντηθεῖ γόνιμα μὲ τὴν ἐν ὑπνώσει ἀνατολική της πλευρά, ποὺ πολλαπλῶς θὰ ἀνατροφοδοτήσει τὴν κοινωνικὴ καὶ τὴν πολιτικὴ μας ζωή. Ἡ νεοελληνικὴ πνευματικὴ ζωὴ κινήθηκε στὸ διχαστικὸ δίπολο ἀνατολῆς - δύσης σὲ μιὰ προσπάθεια προσδιορισμοῦ τῆς ταυτότητάς μας. Ἂν εἶναι γόνιμο οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀνατολῆς νὰ θυμοῦνται ὄχι μόνον ὅτι ἀπολαμβάνουν σήμερα τὰ ἀγαθὰ –ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ– τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ (μαζὶ φυσικὰ μὲ ὅσα ἀρνητικὰ ὑποφέρουν ὅπως συμβαίνει μὲ κάθε πολιτισμὸ), ἀλλὰ ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι ἀνάγουν τὴν καταγωγή τους στὸν δυτικὸ ρομαντισμό, ἄλλο τόσο γόνιμο εἶναι νὰ θυμοῦνται οἱ ὑποστηρικτὲς τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ ὅτι, σὲ κοινωνίες περιφερειακὲς σὰν τὴ δική μας, περισσότερο συνετέλεσαν στὸν ἐκσυγχρονισμὸ οἱ ὑποστηρικτὲς τῶν παραδόσεων παρὰ οἱ μεταπράτες τῶν νεωτερισμῶν. Ἄν ὅμως ἡ συζήτηση γιὰ τὴν «ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα» δὲν ἔχει οἰκουμενικὸ ἐνδιαφέρον, τότε δὲν ἔχει κανένα ἐνδιαφέρον. Ἡ κοινοτοπία ὅτι ἐμεῖς δὲν γνωρίσαμε Ἀναγέννηση καὶ Διαφωτισμὸ θὰ πρέπει κάποτε νὰ ἀναθεωρηθεῖ καὶ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ πτυχὲς τοῦ πολιτισμοῦ μας ὅπως εἶναι ἡ Κρητικὴ Σχολὴ στὴ ζωγραφικὴ ἢ ὁ Ἐρωτόκριτος στὴν ποίηση, ἀλλὰ καὶ γενικότερα στὴν ὑστεροβυζαντινὴ καὶ μεταβυζαντινὴ –ὅπως λέγεται– γραμματεία μας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναδειχθεῖ ὁ ρόλος ποὺ παίζει ἡ γραμματεία αὐτὴ στὴν πνευματικὴ διαμόρφωση τῶν συνοίκων λαῶν (στὰ ὀθωμανικὰ Βαλκάνια) ἢ ἀκόμα καὶ στὴν τεράστια Ρωσία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ τὸ κίνημα τοῦ νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πρόσληψη τῶν πνευματικῶν κινημάτων τῆς Εὐρώπης συνέβη. Ὡς εἰσαγωγή, ἀλλὰ συνέβη. Ὁ μεταπρατικός του χαρακτήρας, ὡστόσο, ἀντισταθμίζεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι πρωταγωνιστὲς αὐτοῦ τοῦ κινήματος ὑπῆρξαν πολλοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὸ μέλημα μιᾶς συνθέσεως (πχ. Εὐγένιος Βούλγαρις). Καὶ ἡ σύνθεση αὐτὴ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα
μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ἡ πνευματικὴ παράδοση τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ –ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρύτερου πολιτισμοῦ ποὺ ἀναπτύχθηκε σ’αὐτὴ τὴν ἐνδιάμεση περιοχή ἀπὸ τὴν Παλμύρα ὣς τὴ Ραβένα κι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Αἰθιοπία ὣς τὴ Ρωσία– μᾶς ὁδηγεῖ στὸ χῶρο τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν σὲ μιὰν ἀναθεώρηση τοῦ δυτικοῦ κανόνα. Αὐτὴ ἡ ἀναθεώρηση ἀπαιτεῖ τὴν ἀναβάπτιση τῆς παιδείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ –σὲ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο– σὲ ἔργα ποὺ ξεκινᾶνε ἀπὸ τὴν ὕστερη ἀρχαιότητα. Δὲν μπορεῖ ἡ Ἱστορία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο ἀγνοώντας τὸν Γρηγόριο Ναζιανζηνό. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ὁ Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὅταν τοὺς γνωρίσουμε εἰς βάθος, νὰ μὴν μετατοπίσουν τὸν Κανόνα τῆς ποίησης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ ἔργα σὰν τὸ Χρονικὸ τῆς Τέχνης τοῦ Γκόμπριτς ὁ Πανσέληνος ἢ ὁ Θεοφάνης ὁ Κρής. Αὐτὴ ἡ μετατόπιση θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ δοῦμε τὰ νήματα ποὺ συνδέουν αὐτὴν τὴν ἐπισκιασθεῖσα παράδοση μὲ τὸν Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τὸν Ντοστογιέφσκι, τον Καβάφη, τὸν Παπαδιαμάντη ἢ τὸν Ἀντρέι Ταρκόφσκι. Ἡ μετατόπιση αὐτὴ δὲν συνιστᾶ ἐπίθεση ἢ μιὰ νέα ἀντιπαλότητα, ἕνα πολεμικὸ σχῆμα ἀνατολῆς - δύσης ἢ Ὀρθοδοξίας - Διαφωτισμοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν πρόταση μιᾶς συνθέσεως, μιᾶς ἀπόπειρας συμπτώσεως τῶν «ἀντιπάλων» μὲ ἰδιαίτερη εὐγνωμοσύνη μάλιστα γιὰ ὅσα προσέφερε ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς στὴν ἀνάπτυξη μιᾶς παιδείας χωρὶς προκαταλήψεις, γιὰ τὸν σεβασμὸ τοῦ ἄλλου, γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Μὲ δυὸ λόγια, δὲν πρόκειται γιὰ ἄρνηση τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐπανεύρεση τῶν πνευματικῶν του προϋποθέσεων. Γιὰ τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρίσει ἡ Εὐρώπη τὴν ἀνατολική της πλευρά, ποὺ κι ἐμεῖς σήμερα τὴ γνωρίζουμε χάρη στὴν ἀκάματη ἐργασία σπουδαίων εὐρωπαίων ἐργατῶν τοῦ πνεύματος. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι σὲ τέτοιες δύσκολες φάσεις, αὐτὸ ποὺ ἀναζητᾶ ὁ ἄνθρωπος δὲν συνίσταται μόνο στὴν ἀντιμετώπιση μιᾶς οἰκονομικῆς κρίσης, ἀλλὰ στὴν ὑπεράσπιση ἑνὸς πολιτισμοῦ –πολιτισμοῦ ποὺ δὲν συνδέεται ἀπαραιτήτως μὲ ἕνα κράτος ἢ ἕνα ἔθνος– καὶ ποὺ ἐπαναφέρει οἰκουμενικὰ αἰτήματα: τὴν ἀναβάπτιση στὴν πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν ποὺ δίνει νόημα στὴν ἀγάπη, τὴν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν, τὴν κοινότητα ποὺ δὲν συνθλίβει τὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου. Ὡς σημερινοὶ ἄνθρωποι ποὺ θέλουμε μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν κατανοεῖ τὴν ἐπιβίωση ὡς αὐταξία, ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὴ φιλοσοφία ὡς μνήμη θανάτου καὶ ἀντιμετωπίζει τὸν θάνατο μὲ τὴν προσδοκία τῆς Ἀνάστασης κι ὄχι τῆς τέφρας. Ἄγγελος Καλογερόπουλος 3
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
ΕΝΑ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ Διονύσιος Σολωμός ΕΙΣ ΜΑΡΚΟΝ ΜΠΟΤΣΑΡΗ Ἡ Δόξα δεξιὰ συντροφεύει Τὸν ἄντρα ποὺ τρέχει μὲ κόπους Τῆς Φήμης τοὺς δύσβατους τόπους, Καὶ ὁ Φθόνος τοῦ στέκει ζερβιά, Μὲ μάτια, μὲ χείλη πικρά· Ἄλλ’ ὅποτε ἡ μοίρα τοῦ γράψῃ, Τὸν δρόμον τοῦ κόσμου νὰ πάψῃ, Ἡ Δόξα καθίζει μονάχη Στὴν πλάκα τοῦ τάφου λαμπρή, Καὶ ὁ Φθόνος ἀλλοῦ περπατεῖ.
Πάντα θεωροῦσα τὶς δύο αὐτὲς πρῶτες στροφὲς τοῦ ποιήματος τοῦ Σολωμοῦ γιὰ τὸν Μάρκο Μπότσαρη ἕνα πλῆρες αὐτοτελὲς ποίημα, ἐφάμιλλο τοῦ περίφημου ἐπιγράμματός του γιὰ τὰ Ψαρά. Ἡ εἰκόνα τῆς Δόξας καὶ τοῦ Φθόνου ποὺ πλαισιώνουν κάθε προσωπικὸ ἐπίτευγμα εἶναι μιὰ βαθιὰ βιωματικὴ ἀλήθεια. «Καθώς περνοῦν τὰ χρόνια / πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν», δὲν γράφει ὁ Σεφέρης; Ἐξίσου κορυφαία εἶναι ἡ ἐπιτάφια εἰκόνα τῆς δεύτερης στροφῆς, καὶ τὸ μήνυμά της: τὸν Φθόνο μόνο ὁ θάνατος τὸν νικᾶ. Ἕνας ζωγράφος θὰ μποροῦσε νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ αὐτήν. Θαυμάσιες καὶ οἱ δευτερεύουσες εἰκόνες τοῦ ποιήματος: οἱ δύσβατοι τόποι τῆς Φήμης, ὁ κοπιώδης δρόμος τοῦ ἥρωα πρὸς αὐτήν, τὰ πικρὰ μάτια, τὰ πικρὰ χείλη. Τὸ μεσοτονικὸ μέτρο, μὲ τὴν ἱερατικότητα τοῦ ρυθμοῦ του, μᾶς θυμίζει κι αὐτὸ τὸν τριμερὴ βηματισμὸ τοῦ, ἀναπαιστικοῦ ἐκεῖ, τετραστίχου τῆς «Καταστροφῆς τῶν Ψαρῶν». Ὅμως ἡ συνέχεια τοῦ «Εἰς Μάρκον Μπότσαρη», ὅπως σημειώνει ὁ Στυλιανός Ἀλεξίου, εἶναι ἀτυχής. Στἰς ἑπόμενες στροφὲς ὁ Σολωμός, γιὰ νὰ τιμήσει τὸν μεγάλο νεκρό, μπλέκει τοὺς «λεξιθῆρες» μὲ τὴν Τρωάδα καὶ τὸν Πρίαμο μὲ τὴν Συντέλεια, προσπαθώντας νὰ δώσει εὖρος ἐπικὸ καὶ δραματικὸ σὲ μιὰ ἔμπνευση ποὺ στὴν οὐσία της εἶχε ἤδη κορυφωθεῖ στὶς ἐπιγραμματικὲς δύο πρῶτες στροφές. Προφανῶς καὶ ὁ ἴδιος κατανόησε ὅμως ὅτι τὸ πράγμα δὲν ἔβγαινε, ἐξ οὗ καὶ ἐγκατέλειψε τὸ ποίημα. Ἰδίως οἱ τελευταῖοι δύο στίχοι του γιὰ τὴν Ἠχὼ τῆς Δευτέρας Παρουσίας («Παρόμοια στοὺς τάφους θὰ ἐμβῇ / Νὰ κάμῃ καθένας νὰ ἐβγῇ») εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἀποτυχημένοι. Συμβαίνει προφανῶς καὶ στοὺς μεγάλους… Ὅμως αὐτὲς οἱ δύο πρῶτες στροφές, τί ἀριστούργημα! Κώστας Κουτσουρέλης
πηγή: National Geographic
4
ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ (συνέντευξη)
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ; ΕΡ.: Κύριε Νόλλα, εἶστε ἕνας καταξιωμένος συγγραφέας μὲ πλούσιο πεζογραφικὸ ἔργο, ἀλλὰ παράλληλα ἔχετε ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ σενάριο. Ποιές εἶναι οἱ ὁμοιότητες καὶ ποιές οἱ διαφορές; Οἱ ὁμοιότητες –σύνθεση λέξεων σὲ ἀναζήτηση νοήματος τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας– νομίζω εἶναι ἀρκετὰ φανερές. Ἡ κύρια διαφορά τους ἔγκειται στὸ ὅτι ἡ λογοτεχνία συνιστᾶ ἕνα ταξίδι, μιὰ περιπλάνηση συνήθως σὲ ἄγνωστους δρόμους, ἐνῶ τὸ σενάριο εἶναι ἡ τροχιοδρόμηση ἑνὸς δεδομένου θέματος ἀπὸ τὸ σημεῖο Α στὸ σημεῖο Β. Μὲ ἄλλα λόγια εἰπωμένο, τὸ πρῶτο θυμίζει βυζαντινὴ τοιχοποιΐα, ἐνῶ τὸ δεύτερο τὴν κατασκευὴ πολυκατοικίας ἀπὸ ὁπλισμένο σκυρόδεμα. ΕΡ.: Σὲ ποιό βαθμὸ τὸ σενάριο εἶναι μιὰ διεκπεραιωτικὴ ἐργασία, κατ΄ἐντολήν τοῦ σκηνοθέτη; Ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς ἔργου ποὺ δημιουργεῖτε καὶ τὸ ὑπογράφετε; Στὸ βαθμὸ ποὺ στὸ σενάριο ἀναπτύσσεται ἡ ἰδέα, τὸ σχέδιο, μιᾶς σκηνοθετικῆς ἄποψης, τότε ναί, εἶναι μιὰ διεκπεραιωτικὴ ἐργασία, ὅπου δύσκολα ἀνιχνεύονται τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἔργου. ΕΡ.: Εἶναι τὸ σενάριο λογοτεχνία; Ὄχι. Ἀλλά ἡ λογοτεχνία, ἀκόμη καὶ ἡ κακή λογοτεχνία μπορεῖ νὰ γίνει σενάριο μιᾶς καλῆς ταινίας. Σᾶς θυμίζω πὼς ἡ συγγραφὴ ἑνὸς σεναρίου εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένη μὲ τὴν δημιουργία ἑνὸς κινηματογραφικοῦ ἢ τηλεοπτικοῦ ἔργου. Τὸ σενάριο γράφεται γιὰ νὰ γίνει κινούμενη εἰκόνα, ἡ ὁποία ἂν ποτέ δὲν δημιουργηθεῑ, τὸ σενάριο εἶναι ἄχρηστο. Εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξε. Ἐν ἀντιθέσει μὲ ἕνα χειρόγραφο, ποὺ καὶ ἂν παραμείνει γιὰ χρόνια στὸ συρτάρι, εἶναι ζωντανό. Εἶναι μάρτυρας τῆς συγγραφικῆς περιπέτειας, καὶ πάντα σὲ αναζήτηση ἑνὸς μελλοντικοῦ ἐκδότη, ἢ διασκευαστῆ σεναρίων! Ὅπως δηλώνει καὶ ἡ περιπέτεια ἑνὸς μυθιστορήματος τρίτης διαλογῆς, τὸ ὁποῖο ὁ ἰδιοφυής Ὀ. Γουέλς ἀνέσυρε ἀπὸ ἕνα σκονισμένο ράφι καὶ διασκεύασε σὲ σενάριο, δημιουργώντας τὸν «Ἄρχοντα τοῦ τρόμου», μιὰ ἀπ’ τὶς σημαντικότερες ταινίες τοῦ περασμένου αἰώνα. ΕΡ.: Ὁ κινηματογράφος –ἀλλά καὶ τὸ σήριαλ– θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθούν μιὰ σύγχρονη μορφὴ «λογοτεχνίας»;
Ναί, ἔτσι νομίζω. Ἀπ’ ὅταν ἡ ἐποχή μας τοποθέτησε στὸ κέντρο της τὸ θέαμα, ὁ κινηματογράφος καὶ ἡ τηλεόραση θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν μιὰ σύγχρονη –ἀλλιώτικη, διαφορετική– μορφὴ λογοτεχνίας. ΕΡ.: Τὸ σενάριο ἔρχεται νὰ ντύσει μὲ διαλόγους τὴ δημιουργικὴ σύλληψη τοῦ σκηνοθέτη ἢ μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ δημιουργικὸ ἔναυσμα τῆς εἰκόνας; Νομίζω πὼς ἡ εἰκόνα ἐπιβάλλει πάντα τοὺς δικούς της κανόνες στὴ δημιουργική σύλληψη τοῦ ὁποιουδήποτε σκηνοθέτη ἢ σεναριογράφου. ΕΡ.: Ἔχετε σκεφτεῖ ποτὲ νὰ σκηνοθετήσετε ἕνα πεζογράφημά σας; Ποτέ. Μοῦ εἶναι ὐπεραρκετὴ ἡ πνευματικὴ περιπέτεια στὴν ὁποία ὁδηγοῦμαι κάθε φορά ποὺ καταπιάνομαι μὲ τὴν ἀφήγηση μιᾶς ιστορίας. 5
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΔΗΣ
ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΚΟΣΤΡΩΤΟ Ἴσως νὰ τὸ θυμᾶστε, ἴσως καὶ ὄχι: στὶς 11 Ἰουνίου 2013 ἔκλεισαν τὴν ΕΡΤ. Ἤμουν κι ἐγὼ ἐκεῖ, μπροστὰ στὴν ὀθόνη ὅταν τὰ πρόσωπα, τὶς ὁμιλίες, τὰ χρώματα τὰ διαδέχθηκε ἡ ἀδιάκοπη τυχαία ἐναλλαγὴ ἄσπρου καὶ μαύρου σὲ κάθε εἰκονοστοιχεῖο τῆς ὀθόνης. Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ κλείσιμο τῆς ΕΡΤ ἦταν παντοῦ τὸ πρῶτο θέμα συζήτησης. Ἀκόμη καὶ στὴ στάση ποὺ περίμενα τὸ λεωφορεῖο. Ἂν ἔπρεπε νὰ γίνει ἢ ὄχι, τὶ θὰ γίνει μετά, πῶς θὰ ἀντιδράσουν οἱ ἐργαζόμενοι κ.λ.π. Τὴν ἴδια στιγμὴ πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας, πάνω ἀπὸ τὶς πολυκατοικίες καὶ ὅλη τὴν πόλη ὁ οὐρανὸς βάραινε καὶ σκοτείνιαζε προμηνύοντας καλοκαιρινὴ μπόρα. Καὶ νά, δὲν ἄργησαν οἱ πρῶτες χοντρὲς στάλες νὰ ἠχήσουν στὸ στέγαστρο τῆς στάσης καὶ νὰ γκριζάρουν μὲ στρογγυλὲς βοῦλες τὸ λευκὸ πλακόστρωτο ἔξω ἀπὸ τὴ στάση. Ἔσκυψα νὰ δῶ αὐτὸ τὸ σταδιακό γέμισμα τῶν πλακῶν μὲ τὸ γκρὶ τῶν σταγόνων, ἕνα θέαμα ποὺ ἀπὸ παλιὰ μοῦ ἄρεσε χωρὶς νὰ ξέρω τὸ γιατί. Καὶ νὰ μετά ἀπὸ λίγο ἕνα ἐρώτημα ἀναδύθηκε ἀπὸ τὴ θάλασσα τοῦ νοῦ μου πάλι χωρίς νὰ ξέρω τὸ πῶς: Πόσες σταγόνες χρειάζονται γιὰ νὰ γίνει γκρὶ ἕνα πλακάκι σὰν κι αὐτὸ ποὺ εἶχα μπροστά μου, δηλαδὴ γιὰ νὰ διαβραχεῑ πλήρως ἀπὸ τὶς προσπίπτουσες σταγόνες; Ἀμέσως σκέφθηκα τὴν εὔκολη ἐκδοχή: Ἂν οἱ σταγόνες ἦταν κυβικές, ὅμοιες καὶ ἔπεφταν μὲ τὴ μία πλευρά τους καὶ δὲν ἀλληλοεπικαλύπτονταν τότε μία διαίρεση ἀρκοῦσε. Ὁ λόγος τοῦ ἐμβαδοῦ τῆς πλάκας πρὸς τὸ ἐμβαδὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ τετραγώνου θὰ ἔδινε καὶ τὸν ἀριθμὸ τῶν σταγόνων ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ ἀπαντήσουν στὴν ἐρώτησή μας. Ἀλλά, εἶναι φανερό, ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα. Οἱ σταγόνες δὲν εἶναι κυβικὲς οὔτε ἴδιες ἀλλά, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο, δὲν πέφτουν σὲ διάταξη, δηλαδὴ ἡ μία δίπλα στὴν ἄλλη, ἀλλὰ τυχαία. Τυχαία; Ρώτησα τὸν ἑαυτό μου. Τί σημαίνει αὐτὸ; Δὲν εἶχα εὔκολη ἀπάντηση. Αὐτὸ ποὺ σίγουρα ἤξερα εἶναι ὅτι τώρα τὸ ἐρώτημα πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ καλύτερα: Πόσες σταγόνες ποὺ πέφτουν τυχαία χρειάζονται γιὰ νὰ διαβραχεῖ πλήρως ἕνα πλακάκι; Ὅλη τὴν ἡμέρα, παρὰ τὰ πολλὰ ποὺ ἀναγκαστικὰ ἀπασχόλησαν τὸ μυαλό μου, στὸ βάθος σιγόκαιε ἡ μικρὴ φλογίτσα αὐτοῦ τοῦ ἐρωτήματος. Πῶς μποροῦσα νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω τώρα μὲ τὴν τυχαιότητα ποὺ ἔκανε τὰ πράγματα πιό μπερδεμένα; Τὸ βράδυ πῆγα στὴν παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ φίλου ποιητῆ Χρήστου Αναγνωστόπουλου, «Ἕνα παιδί 6
λευκαίνει τὰ ποίμνια», καὶ πρὶν ἀρχίσουν οἱ ὁμιλίες, εἶδα τὸν συνάδελφο φυσικὸ Ἄρη Καλαβέσιο. Ἡ κουβέντα πῆγε πάλι στὴν ἐπικαιρότητα (ΕΡΤ κ.λ.π.), ἀλλὰ γρήγορα καὶ λίγο ἐξομολογητικά τοῦ εἶπα ὅτι ἐμένα ἄλλο ἐρώτημα μὲ ἀπασχολεῖ. Ἀκόμη θυμᾶμαι τὴ λάμψη στὰ μάτια του μόλις τὸ ἄκουσε: «Αὐτὸ εἶναι Φυσική» ἀναφώνησε μὲ ενθουσιασμό. «Νὰ θέτεις ἐρωτήματα μὲ ἀπαντήσεις ποὺ ἰσχύουν γιὰ πάντα. Ἡ ΕΡΤ θὰ κλείσει καὶ θὰ ξανανοίξει, ὅλα τὰ σχόλια ποὺ κάνουμε θὰ τὰ ἔχουμε ξεχάσει ἤδη αὔριο τὸ πρωί, ΑΛΛΑ ὁ ἀριθμὸς τῶν σταγόνων ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ διαβραχεῖ πλήρως ἕνα πλακάκι θὰ εἶναι ὁ ἴδιος γιὰ πάντα καὶ ὅταν ἐμεῑς δὲν θὰ ὑπάρχουμε καὶ γιὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν θὰ πᾶμε ποτέ. Εἶναι μία στάλα αἰωνιότητας στὸ πάντα διψασμένο στόμα τοῦ μυαλοῦ μας». Ἀναθάρρησα, ἀλλὰ τοῦ ἀπάντησα μὲ εἰλικρίνεια: «Δίκιο ἔχεις, μόνο ποὺ δὲν ξέρω ἀκόμη αὐτὸν τὸν ἀριθμό». Γύρισα στὸ σπίτι βιαστικά καὶ στρώθηκα στὴ δουλειά. Εἶχα δύο δρόμους νὰ διαλέξω γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσω τὸ ἐρώτημα: α) τὸν πειραματικό μὲ συστηματικὲς παρατηρήσεις καὶ μετρήσεις, β) τὸν θεωρητικὸ βασισμένο στὰ Μαθηματικὰ καὶ προσομοιώσεις στὸν ὑπολογιστή. Ὁ πρῶτος δύσκολα ὑλοποιήσιμος, ἀποφάσισα νὰ δοκιμάσω τὸν δεύτερο. Πρώτα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ υπολογιστῆ. Προγραμμάτισα μία προσομοίωση τῆς διαβροχῆς τοῦ πλακόστρωτου ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς ἑστιάζοντας στὴν τυχαιότητα τῆς πτώσης τους. Ἔβαλα τὶς πραγματικές διαστάσεις ἑνὸς πλακόστρωτου, λογικὲς τιμὲς γιὰ τὶς διαμέτρους τῶν σταγόνων καὶ ὑπολόγισα τὸν ἀριθμὸ τῶν σταγόνων ποὺ χρειάζονται γιὰ τὴν πλήρη διαβροχή. Αὐτὸν τὸν ἀμετάβλητο, παγκόσμιο ἀριθμὸ σταγόνων ποὺ θὰ χρειαστεῑ καὶ ἕνα πλακάκι μετὰ ἀπὸ 100 χρόνια ἢ ἕνα παρόμοιο πλακάκι στὴν ἄλλη πλευρὰ τῆς γῆς γιὰ νὰ διαβραχεῖ πλήρως. Βρίσκω αὐτὸν τὸν ἀριθμὸ, ἀλλὰ νὰ ποὺ τὰ πράγματα δὲν εἶναι πάντα ὅπως τὰ περιμένουμε: Κάθε φορά ποὺ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἴδια προσομοίωση ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι διαφορετικός. Τὰ ἴδια πλακάκια στὴν ἴδια βροχή, μὲ τὶς ἴδιες σταγόνες, χρειάζονται διαφορετικὸ ἀριθμὸ σταγόνων γιὰ νὰ βραχοῦν πλήρως. Τὸ τίμημα τῆς τυχαιότητας. Ὅμως αὐτοὶ οἱ διαφορετικοὶ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι ὁλότελα διαφορετικοί. Σὰ νὰ φαίνεται ὅτι ἀκολουθοῦν κάποιο σχέδιο, σὰ νὰ κατανέμονται σὲ μία συγκεκριμένη περιοχὴ τιμῶν μὲ συγκεκριμένο τρόπο.
Σηκώνομαι ἀπὸ τὴν καρέκλα τοῦ γραφείου καὶ σκέφτομαι τὸ πρόβλημα ἀπὸ κάποια ἀπόσταση ἀναζητώντας μία βοήθεια, μία κρυμμένη κανονικότητα ποὺ θὰ ἀγγίξει τὶς κανονικότητες τῆς σκέψης μου. Ἡ τυχαιότητα εἶναι ἐκεῖ, τόσο κοντά ποὺ αἰσθάνομαι ὅτι σηκώνω τὸ χέρι μου καὶ μπορῶ νὰ ἀγγίξω τὸ πρόσωπό της. Τοὺς πρώτους τοίχους ποὺ συναντᾶ ἡ σκέψη διαδέχεται σὰ μία ρωγμή ἡ κρίσιμη παρατήρηση: ἡ πιθανότητα νὰ πέσει μία σταγόνα σὲ στεγνὴ περιοχὴ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς διαβροχῆς εἶναι ἀνάλογη τοῦ ἐμβαδοῦ τῆς στεγνῆς περιοχῆς τὴ στιγμή αὐτή. Δηλαδή, ὅσο πιό πολύ διαβρέχεται τὸ πλακάκι τόσο πιό δύσκολο εἶναι νὰ πέσει μία σταγόνα στὸ στεγνὸ μέρος του καὶ ἄρα τόσο πιὸ πολύ μειώνεται ὁ ρυθμὸς διαβροχῆς του. Ἀλλά γιὰ καθίστε: ὅταν μία ποσότητα μεταβάλλεται (ἀδιάφορο ἂν αὐξάνεται ἢ μειώνεται) ἀναλόγως τῆς ἴδιας τῆς ποσότητας τότε αὐτὴ δὲν μπορεῖ παρά νὰ περιγράφεται ἀπὸ μία μορφὴ ἐκθετικῆς συνάρτησης. Αὐτὸ εἶναι. Ἡ τύχη μοῦ χαμογελᾶ. Κάθομαι βιαστικά στὸν ὑπολογιστὴ καὶ ἐπαληθεύω μὲ τοὺς υπολογισμοὺς τὴν ἐκθετικὴ μείωση τῆς στεγνῆς περιοχῆς κατά τὴ διάρκεια τῆς διαβροχῆς. Περασμένα μεσάνυχτα εἶχα στὰ χέρια μου τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὶς προσομοιώσεις καὶ τὴ θεωρητική ανάλυση. Σκέφθηκα τὸν φίλο Ἄρη ποὺ περιμένει τὸν ἕνα, αἰώνιο ἀριθμὸ σταγόνων ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ βραχεῑ συνολικά ἕνα πλακάκι. Δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς τέτοιος ἀριθμὸς δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημάδι τῆς τύχης, τὸ τίμημα τῆς ἄγνοιάς μας ποὺ τὴ συνοδεύει. Ὡστόσο, τὸ παιχνίδι δὲν εἶναι ὁλότελα χαμένο. Ὁ τρόπος ποὺ βρέχεται τὸ πλακάκι παρόλη τὴν τυχαιότητα, φαίνεται νὰ ὑπακούει σὲ συγκεκριμένη μαθηματικὴ περιγραφὴ: τὴν ἐκθετικὴ μείωση. Ἡ ἐκθετικὴ μείωση εἶναι ὁ «σκελετὸς» τῆς ὅλης διαδικασίας. Ἀποκλίσεις μπορεῑ νὰ ὑπάρχουν, ἀλλὰ αὐτὴ ορίζει τὴν βα-
σικὴ συμπεριφορά. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρό δῶρο. Καὶ κάτι ἀκόμα πιὸ περίεργο. Ὅσο αὐξάνω τὸν ἀριθμὸ τῶν σταγόνων καὶ τὴ διάσταση ποὺ ἔχει τὸ πλακάκι τόσο ἡ τυχαιότητα μειώνεται καὶ ἡ ἐκθετικὴ μείωση ἀναδύεται ἀτόφια καὶ πανίσχυρη. Στὸ ὅριο τοῦ ἀπείρου ἡ τυχαιότητα σβήνει. Σηκώνομαι, ἀνοίγω τὴν μπαλκονόπορτα καὶ βγαίνω στὸν καθαρό ἀέρα τῆς νύχτας. Ἡ πόλη σιωπηλή, κουρασμένη καὶ ἀπὸ πάνω ἀχνοφεγγίζοντα ἄστρα καὶ ἕνα μισογεμισμένο φεγγάρι νὰ ἀσημίζει τὶς πολυκατοικίες καὶ τὸ βλέμμα μου. Ὁ κόσμος, ὁ πέρα ἀπὸ ἐμᾶς (ἄστρα, φεγγάρι, ἡ βροχὴ τοῦ προβλήματός μας), ὁ κόσμος ὁ ανθρώπινος (ἡ πόλη) καὶ ἐγὼ (τὸ βλέμμα μου) συναντιόμαστε αὐτὸ τὸ ἥσυχο βράδυ μὲ τὴν τύχη νὰ τοὺς διατρέχει καὶ νὰ τοὺς ἑνώνει. Τί ἄραγε θέλει νὰ μᾶς πει; Τὶ σημαίνει αὐτὴ ἡ συνύπαρξη τῆς τύχης μὲ τοὺς κανόνες καὶ τοὺς νόμους; Πῶς σχετίζονται τὰ διάφορα πρόσωπά της; Ποιά εἶναι τὰ μυστικά δῶρα ποὺ μᾶς φέρνει; Θυμᾶμαι παλιότερες σκέψεις γιὰ τὴ σχέση τύχης καὶ ἀπείρου, τύχης καὶ γλώσσας, ἀλλὰ τὸ μυαλό μου εἶναι πλέον κουρασμένο γιὰ νὰ τὶς ἀνακαλέσει. Κλείνω τὰ μάτια καὶ θυμᾶμαι τὸν ζωγράφο Φράνσις Μπέηκον νὰ λέει ὅτι στὴν τέχνη τὸ τυχαῖο δὲν εἶναι ἀφημένο στὴν τύχη του. Οὔτε στὴν ἐπιστήμη ἀκούω τὸν ἑαυτό μου νὰ ψελλίζει καθώς ἐπιστρέφω στὸ γραφεῑο μου καὶ ξαπλώνω στὸν καναπέ. Σὲ μία πολλαπλότητα ἐπιπέδων, αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρουμε ἀναδύεται σὲ μία ἀδιαχώριστη περίπτυξη μὲ αὐτὸ ποὺ ξέρουμε, ἡ κανονικότητα μὲ τὴν τύχη χοροπηδοῦν ἀγκαλιασμένες, αὐτὸ ποὺ εἴμαστε μὲ αὐτὸ ποὺ δὲν εἴμαστε. Στο ὅριο τοῦ ἀπείρου ... ἀλλά ἐξαντλημένος δὲν μπορῶ νὰ προσθέσω τίποτα παρὰ νὰ γείρω στὸ μαξιλάρι μου. Βασίλης Κωνσταντούδης
7
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Η ΡΩΓΜΗ
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ
Στὸ εἰκονοστάσι, μαυρισμένη ἀπ’ τὴ φωτιὰ σὲ κάποιο ράφι ἀραχνιασμένο ἀκουμποῦσε ἀκόμη ἡ ζωγραφιὰ ἔργο λεπτὸ καὶ δουλεμένο.
Ἀρρωστημένο αὐτὸ τὸ δέντρο ποὺ ἡ ματιά μου ἀπαθανάτισε. Ἂν εἶναι ἡ μνήμη μου θά ‘ναι γιατί πολὺ ἀδυνάτισε.
Εἶχε χρῶμα βαθὺ καὶ μελαγχολικὸ μὲ ὄχι ἕνα πρόσωπο ὅπως πρέπει μὰ ἕνα σβησμένο, μυστικὸ ὅπου κανένας τώρα δὲν τὸ βλέπει.
Μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ φροντίδα μου ἕνα σπυρὶ ποὺ εἶχα φυτέψει ἕνα κλαδάκι, μιὰ ἐλπίδα μου ποὺ εἶχα μονάχος ἀναθρέψει.
Κι ὅπως τὸ κάθε ὡραῖο εἴτε ἰδέα εἴτε σῶμα εἴτε ζωὴ εἶχε στὴ μέση μιὰ ρωγμὴ τῆς ὀμορφιᾶς κατάντημα μοιραῑο.
Μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ ἀγάπη μου ποὺ τέτοιο ἕνα τέλος θά ‘χει. Μὰ ἂν εἶν’ αὐτὴ ποὺ δὲν ἐπέστρεψα αὐτὸ τὸ δέντρο πάντα θὰ ὑπάρχει. Χρῆστος Ἀναγνωστόπουλος
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΝΑΤΣΗΣ
ΧΑΒΟΣ & ΧΟΥΧΛΟΣ Στὶς πλαγιὲς τῆς Μουργκάνας, ποὺ βλέπουν τὴ Λάκκα Πωγωνίου, στὴν Ἤπειρο, σχηματίζονται δυὸ ρέματα. Τὸ χειμώνα, τότε ποὺ ὑπῆρχαν ἀκόμη οἱ ἐποχές, τὰ ρέματα αὐτὰ γινόντουσαν ποτάμια. Τὸ ἕνα κατηφόριζε τὰ νερὰ ποὺ σαλάγαγε στὰ δεξιὰ τοῦ χωριοῦ τῆς Κοσοβίτσας καὶ τ’ ἄλλο τὰ ροβολοῦσε στὰ ζερβὰ τοῦ χωριοῦ. Στὴν Κοσοβίτσα, διηγεῖται ἡ κυρά Δήμητρα, εἶχαν τὰ ἀχούρια τους οἱ Ἁγιομαρινιῶτες γιὰ νὰ ξαποσταίνουν ἀπὸ τὸν κάματο τῆς ἡμέρας στὰ χωράφια καὶ καμιὰ φορά, συμπληρώνει, ξενυχτοῦσαν ἐκεῖ, ἰδίως, ὅταν ὁ καρπὸς ὡρίμαζε. Τὸ χειμώνα, ὅμως, στὰ ζερβά, ὅπως βλέπουμε τὴν Κοσοβίτσα ἀπὸ τὴν Καστάνιανη, ἔρρεε ὁ Χάβος καὶ ζερβὰ ὁ Χοῦχλος. Καὶ ἡ ἀφελὴς ἀφεντιά μου ἐρώτησε: «γιατί κυρά Δήμητρα τοὺς ὀνόμαζαν ἔτσι;». «Γιατὶ ὁ ἕνας, παιδί μου, ἀχοῦσε στὸ κατέβασμα, ἐνῶ ὁ ἄλλος χόχλαζε. Ἔτσι τοὺς ἄκουγαν τὰ αὐτιά μας ἀπὸ τὸ χωριό, τὴν Καστάνιανη, ποὺ στέκει στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου ἀντίκρυ τῆς Μουργκάνας». Κώστας Καρανάτσης 8
ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΧΩΡΙΣ ΧΡΩΜΑ Ὅλος ὁ ὑλικὸς περισπασμὸς τῆς ζωῆς, τὰ αὐτοκίνητα, ἕνα ἡλιοβασίλεμα, τὸ κῦμα ποὺ μᾶς ραντίζει σὲ μιὰ χρυσὴ ἀκτή, ἕνα σπίτι μὲ μιὰ φωτιὰ ποὺ ἀντιπαρατίθεται στὴν ἁλμύρα τοῦ ὠκεανοῦ καὶ βγαίνει νικητής, ὑπάρχουν γιὰ νὰ καταποντίζουν τὴ στιγμὴ ποὺ, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ τὴν μόνη ἀλήθεια, θὰ νιώσουμε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ὁριστικὰ χαμένοι. Εἴμαστε πανίσχυροι. Αὐτὸ ὀφείλεται στὸ λεπτὸ φύλλο ἀδιαφορίας ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπ’ ὅλες τὶς ποινές. Κοιτᾶμε τὸν κόσμο πιάνοντας ἕνα μέρος ἀπάγκιο, βυθισμένοι σὲ μιὰν ἀνύπαρκτη σοβαρότητα. Μόλις ἡ ζωὴ ἀκουμπήσει μὲ χέρι στιβαρό –μὲ τὸ ἕνα της θηριῶδες δάχτυλο– τὸ διάφανο προστατευτικό, αὐτὸ σκίζεται, κι ὅλα ἀρχίζουν νὰ συμβαίνουν εἰς βάρος μας. Τὸ κῦμα, ἀντὶ νὰ ἀποκρούεται ἀπ’ τὸν ἀμετακίνητο βράχο, πλημμυρίζει ξάφνου τὸ ἰσόγειο ποὺ ζοῦμε. Μιὰ μανιώδης θάλασσα μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀπείρου μᾶς τρώει, μετατρέποντάς μας σὲ σπήλαιο. Δὲν προλαβαίνω νὰ σκύψω τὸ κεφάλι καὶ νὰ ἀφοσιωθῶ. Αὐτὴ τὴν κίνηση, ποὺ προϋποθέτει μιὰ κάποιου εἴδους ἀμεριμνησία, ἔρχεται καὶ ἀναιρεῖ, σὰν νὰ κάνει ἕνα παράτολμο βῆμα, ὁ ὑλικὸς κόσμος μὲ τὴ μορφὴ ποὺ ἔχει ἐκείνη τὴ στιγμή γύρω μου. Ἕνα πεζούλι, καλώδια, ὁ ἀπέραντος οὐρανὸς ποὺ εἶναι ἀπὸ πηγμένο χρῶμα, μιὰ θάλασσα ποὺ συνεχῶς προωθεῖται πρὸς τὸ μέρος μου. Θέλει νὰ εἰσχωρήσει ποῦ; Μᾶλλον γιὰ νὰ μὲ συναντήσει μέσα μου. Ἀλλὰ γκρεμίζεται σὲ κενό.
Ἕνα πεῡκο γίνεται, ἄμα ἀλήθεια τὸ κοιτᾶς, νὰ γέρνει
κάπως, σὰ νὰ σοῦ γνέφει. Γράφεις ὅσες λέξεις σὲ πείθουν. Δὲν γράφεις μὲ τὴ θέληση νὰ πείσεις.
Βαδίζω στὴν ἔρημο τῆς καθημερινότητας, μὲ τὰ μάτια χαλασμένα ἀπ’ τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς. Ἡ φλογίτσα τοῦ καντηλιοῦ εἶναι κίτρινη. Τρεμοπαίζει ὅλη νύχτα κι ὅταν σβήνει μυρίζει καμένο λάδι. Κοιτώντας ἕνα κυπαρίσσι μπροστά ἀπ’ τὴ θάλασσα: Τὸ θαλάσσιο νερὸ κι ἡ πράσινη φλόγα του. Φράση ποὺ, ὅπως τὴ σκέφτεται, φαντάζει σὰν στίχος – ἀλλὰ δὲν εἶναι. Γι’ αὐτὸ ἴσως καὶ δὲν τρεμοπαίζει διόλου καὶ παραμένει ἀκίνητη, χωρίς φῶς τὸ βράδυ, αὐτή ἡ φλόγα. Ὅταν γράφουμε ἐπισκεπτόμαστε πάντα ἕνα ἄγνωστο σπίτι, στὸ οποῖο κάποτε εἴχαμε ζήσει.
Τὰ λόγια τῶν ἄλλων πέφτοντας μέσα μας κάποτε ἀνοί-
γουν ἕναν φεγγίτη. Νὰ εἶσαι προετοιμασμένος ν’ ἀκούσεις: σὰν τὸ καπάκι στὸ βρασμό ποὺ βοηθάει νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ πάνω ἕνα χέρι. Μοιάζεις μὲ κάποιον: ὅ,τι αὐτὸς ἀνακαλύπτει καὶ μεταφράζει φτάνει σὲ σένα φρεσκοκομμένο. Στάσου στὸν ἄνεμο ἀντίκρυ, ἂν ζητᾶς νὰ βρεῖς ἕνα θέμα. Ὄγκος γίνεται γιὰ νὰ τὸν πλάσεις. Γρήγορες φράσεις, γρήγορες πινελιές. Πρὶν ἡ σκέψη σκεφτεῖ, πρὶν τὸ χέρι κομπιάσει. Τὶς περισσότερες λέξεις τὶς εὕρισκε κάτω. Λίγες θρόιζαν ἀπ’ τὸν ἄνεμο στὰ ψηλὰ κλαριὰ τῶν δέντρων.
Ἡ σημασία τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ παρουσία τους.
Ὅμως μιὰ παρουσία ποὺ ἐπιβάλλει τὶς τρεῖς διαστάσεις της, ἀνακόπτοντας τὴν ἐπίπεδη, νυσταλέα ἀνάγνωση τοῦ κόσμου. Ν.Υ. Μακρινὴ πολιτεία, οὐρανοξύστες ἀπλησίαστοι, λάμπουσες ἐπιφάνειες – εἰκόνες ἄλλης ζωῆς. Ἀλλὰ ἀπὸ πιὸ κοντά, σὲ πρῶτο πλάνο, κι ἐδῶ ἕνα κοινὸ κιγκλίδωμα. Καὶ στὰ τετράγωνα τοῦ πλέγματος, ποὺ προφυλάσσουν ἀπὸ κάποια πτώση, ἴχνη ἀπὸ σκουριά. Τὸ τραῦμα τῆς φθορᾶς ταπεινώνει τὴν ὑπερφίαλη ὕλη. Ξεραμένα χόρτα στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Ἡ χλομάδα τοῦ θανάτου τὰ κάνει χρυσαφένια. Ὄχι ἡ οὐσία, ἀλλὰ τὰ λόγια ποὺ βρίσκουμε γιὰ νὰ τὴν περιγράψουμε. Ὄχι ἡ ἐπιφάνεια τῆς λίμνης ἀλλὰ ἡ γέφυρά της, ποὺ τὴ διανύει. Σπῦρος Γεωργίου
9
ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΠΟΜΠΗΪΑΣ* Ὁλόκληρος ὁ νεοελληνικὸς πολιτικοκοινωνικὸς βίος συνιστᾶ ἕνα ἀτελέσφορο δάνειο ἀπ’ τὴ Δύση γιατὶ παρὰ τὴ μεταφύτευση τῶν εὐρωπαϊκῶν θεσμῶν, παρὰ τὴ μετακένωση τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀπεμπόληση κάθε μορφῆς παραδοσιακῆς ὀργάνωσης πνευματικῆς ἢ κοινωνικῆς –ἡ ὁποία εἰρήσθω ἐν παρόδῳ διέσωσε τὸ γένος ἐπὶ αἰῶνες– τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὅποιο ἀποτέλεσμα, δὲν εἶναι ἁπλῶς πενιχρὸ ἀλλὰ φριχτό. Ἀντὶ τῆς συντεταγμένης κατὰ τὰ δυτικὰ πρότυπα πολιτείας μᾶς προέκυψε καὶ προκύπτει διαχρονικὰ τὸ χάος συντεταγμένο μὲ τὴ μορφὴ τῆς προχειρότητας καὶ τῆς ὀργανωτικῆς ἀνικανότητας τὸ ὁποῖο μεταφράζεται στὴν ἀεριτζίδικη καὶ αὐτοσχέδια ἀστικὴ δόμηση τῆς κοινωνίας τοῦ δὲν παράγω τίποτα ἀλλὰ τὰ καταναλώνω ὅλα !!! Ἐὰν δὲν θέλουμε νὰ ἐθελοτυφλοῦμε εἶναι γνωστὸ τοῖς πᾶσι ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς συντεταγμένη πολιτεία δὲν παράγει ἀπὸ δεκαετίες τίποτα, οὔτε στὸν πνευματικὸ οὔτε στὸν ὑλικὸ τομέα πλὴν κάποιων ἀτομικῶν ἐξαιρέσεων οἱ ὁποῖες τονίζουν τὸν ὡς ἄνω κανόνα. Αὐτὸς ὁ λαμπρὸς οἰκονομικὰ -καὶ ὄχι μόνο- σχεδιασμὸς της τελευταίας 50ετίας εἶχε ὡς τίμημα τὴν ἐκχέρσωση τῆς ἑλληνικῆς γῆς, τὴν ἀποβιομηχανοποίηση τῆς χώρας, τὴν ἀμνησία τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, τοῦ γλωσσικοῦ ἀφελληνισμοῦ καὶ
ΤΙΜΟΘΥ ΜΠΛΑΝΤΟΝ*
πολλὰ ἄλλα συναφῆ, πλὴν ὅμως ἄκρως εἰδεχθῆ. Ὁ ἀκατάσχετος ὅμως καὶ πολύτυπος δανεισμὸς ἔχει ὄχι μόνο ἡμερομηνία λήξεως ἀλλὰ καὶ τίμημα· στὴν μὲν πρώτη περίπτωση ἡ μὴ ὀργανικὴ ἀφομοίωση τῶν δάνειων στοιχείων σὲ μεταβάλλει σὲ πίθηκο, στὴ δεύτερη περίπτωση ἡ ἀδυναμία ἐξυπηρέτησης τοῦ οἰκονομικοῦ δανεισμοῦ καὶ ὁ ἐπαναδανεισμὸς γιὰ τὴν ἀποπληρωμὴ τῶν δανείων (!!!) σὲ μεταβάλλει σὲ παράσιτο. Τὸ παράσιτο τὸ μόνο ποὺ ἐπιζητεῖ εἶναι ἡ ἐπιβίωσή του μὲ ὁποιοδήποτε τίμημα. Μιὰ κοινωνία φθίνουσα ὅμως μπορεῖ νὰ ἀνασυγκροτηθεῖ μόνο ἐφ’ ὅσον κινητοποιηθεῖ ἀπὸ κάτι ποὺ τὴν ξεπερνᾶ, μόνο ἐφ’ ὅσον τεθοῦν κάποιοι στόχοι ἱστορικοὶ ἱκανοὶ νὰ φιλοτιμήσουν συνειδητὰ καὶ μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις, πλὴν ὅμως ὡς τέτοιοι δὲν μποροῦν νὰ ἐννοηθοῦν ἡ αὔξηση τοῦ κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος ἢ ἡ μείωση τοῦ Φ.Π.Α. κ.λ.π. Ἀκόμη καὶ τὸ δέλεαρ τῆς Ἑνωμένης Ευρώπης ὅπως ὑπέθεταν κάποιοι ἀφελεῖς ὅτι θὰ μᾶς ἐξασφάλιζε ὄχι μόνο τὴν πολιτικὴ σταθερότητα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν φύλαξη τῶν συνόρων μας δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν μαζικὴ ἐπιθυμία μας γιὰ νὰ μὴν μειωθεῖ τὸ ἐπίπεδο τῆς καταναλωτικῆς εὐζωίας. *Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ ὑπὸ ἔκδοση ὁμότιτλο βιβλίο
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ Anthony Kaldellis, The Byzantine Republic: People and Power in New Rome, Cambridge, MA: Harvard University Press, 2015.
Στὸ συναρπαστικὸ νέο του βιβλίο, Ἡ Βυζαντινὴ Δημοκρατία: Λαὸς καὶ Ἐξουσία στὴ Νέα Ρώμη, ὁ Καλδέλης θέτει μιὰ προβοκατόρικη πρόκληση στὴν σύγχρονη Βυζαντινὴ ἱστοριογραφία. Στὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς δύο προγραμματισμένους τόμους, ἡ ἐργασία εἶναι καὶ τολμηρὴ καὶ πολὺ πειστική. Ὁ Καλδέλης ἐπιχειρηματολογεῖ ὅτι ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ἀπὸ τὴν ἀρχή της, τὸν 4ο αἰώνα, ἕως τὴν κατάρρευσή της, τὸν 15ο, δὲν ἦταν ἕνα θεοκρατικὸ κράτος ἀλλὰ μιὰ δημοκρατικὴ μοναρχία. Αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας. Τὸ πεδίο τῶν Βυζαντινῶν σπουδῶν, ἰσχυρίζεται ὁ Καλδέλης, ἔχει γοητευτεῖ ἀπὸ τὴν ἰσχύ τῆς ἴδιας της τῆς ρητορικῆς. Ἡ «Αὐτοκρατορικὴ Ἰδέα», ἡ πίστη ὅτι ἡ θέληση ἑνὸς ἐλέῳ Θεοῦ αὐτοκράτορα συγκροτοῦσε ἀπὸ μόνη της τὴν Βυζαντινὴ πολιτική, εἶναι ἕνα κατάλοιπο τῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητας τοῦ 1930 ἡ ὁποία ἀπολιθώθηκε σὲ μιὰ ἱστοριογραφικὴ τροπή, «ἀνακυκλούμενη διαρκῶς ὡς μιὰ αὐταπόδεικτη ἀλήθεια» (σελ.166). Λίγοι ἱστορικοὶ ἔχουν ἀμφισβητήσει αὐτὸν τὸν ἰσχυ10
ρισμό, καὶ πολλοὶ ἔχουν βρεθεῖ σὲ ἀδιέξοδα προσπαθώντας νὰ τὸν προστατέψουν ὅταν οἱ ἀποδείξεις ἔχουν καταδείξει ἄλλες κατευθύνσεις. Ἡ αὐτοκρατορικὴ ἰδέα παραμένει ἑλκυστικὴ γιὰ τὴν ἁπλότητά της καὶ τὴν ἐπεξηγηματική της δύναμη. Ἡ –σὲ ὅλο τὸ εὗρος τῆς αὐτοκρατορίας– μεταστροφὴ στὸν χριστιανισμὸ τὸν 4ο αἰώνα κατέληξε στὴν ἕνωση Ἐκκλησίας καὶ Κράτους καὶ ὡς ἄρχουσα τάξη υἱοθέτησαν ἕνα νέο ἀξιακό σύστημα γιὰ νὰ ἀντανακλᾶται ἡ ἀλλαγή στὴν κορυφή (τῆς αὐτοκρατορίας). Ἀποτέλεσμα τούτου τὸ βιβλίο «Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου» τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας ἔγινε τὸ μοντέλο τῆς θεϊκῆς βασιλείας καὶ μιᾶς νέας Χριστιανικῆς ταυτότητας ἀναμεμειγμένης μὲ τὴν Ρωμαϊκή. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ αὐτοκράτορας ἦταν ὅ,τι πιὸ κοντινὸ στὸν Θεό καὶ κρατοῦσε τὴν ἐξουσία μόνο μὲ τὴν θέλησή Του, ὁ λαὸς ὡς κοινωνικὴ κατηγορία ἔγινε ἀσήμαντος σὲ ὁποιαδήποτε πολιτικὴ ἀνάλυση στὴν Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία. Ἦταν παρατηρητὴς καὶ παθητικὸ ὑποκείμενο ποὺ δὲν εἶχε καμία ἐξουσία. Ὁ Καλδέλης προσφέρει μιὰ πει-
στικὴ ἐναλλακτικὴ σὲ αὐτὸ τὸ κυρίαρχο ἐπεξηγηματικὸ παράδειγμα. Στὸ 1ο κεφάλαιο, ὁρίζει τὴν Βυζαντινὴ πολιτεία ὡς μιὰ «μετάφραση τῆς ἐξουσίας τοῦ δήμου (λαοῦ)» (σελ. 19). Ἡ δημοκρατικὴ πολιτικὴ ἰδεολογία τῆς Ρώμης συνέχισε νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἀκμάζει μέσῳ τῆς Βυζαντινῆς πολιτείας. Περιλαμβάνοντας ἐξουσιαστές καὶ ἐξουσιαζόμενους, τὸ Βυζαντινὸ πολίτευμα ἦταν μιὰ «ἑνωμένη κοινότητα ἱδρυμένη ἐπάνω σὲ κοινὲς ἀξίες καὶ ἡ νομιμότητα τοῦ συστήματος βασισμένη στὸ αἴτημά του γιὰ τὶς ἀξίες καὶ τὸ εὖ ζῆν τῶν πολιτῶν του στὴν Ρωμαϊκὴ “δημοκρατική” παράδοση» (σελ.13). Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ πολίτευμα ἐγκαθίδρυσε δημοκρατικοὺς κανόνες ποὺ ἦταν πιὸ σημαντικοὶ ἀπὸ ὁποιονδήποτε αὐτοκράτορα τύχαινε νὰ ἔχει τὸν θρόνο, καὶ ὁ αὐτοκράτορας κρατοῦσε νόμιμα τὴν ἐξουσία τόσο ὅσο προασπιζόταν αὐτές τὶς ἀξίες. Τὸ 2ο κεφάλαιο ἐξερευνᾶ βαθύτερα τὴν συνειδητὴ θέσπιση σὲ προτεραιότητα τῶν δημοκρατικῶν ἀξιῶν στὸ Βυζάντιο καταδεικνύοντας τὸ ὅτι οἱ αὐτοκράτορες περιορίζονταν ἀπὸ μιὰ πολιτικὴ ἰδεολογία ποὺ ἔδινε ἔμφαση στὶς προσδοκίες τῆς θητείας (τους). Ὁ αὐτοκράτορας ἔπρεπε νὰ κυβερνᾶ γιὰ τὸ συμφέρον ὅλων τῶν ὑπηκόων του. Μιὰ ἄμεση ἔνσταση ἔρχεται στὸ μυαλό. Ἂν ὁ αὐτοκράτωρ περιορίζονταν ἀπὸ κάποια δημοκρατικὴ ἰδεολογία, γιατί διατηροῦσε ἐξουσία ὑπεράνω τοῦ νόμου; Ὁ αὐτοκράτορας κατεῖχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικυρώνει καὶ νὰ καταργεῖ νόμους καί, ἀσκώντας συνάμα καὶ τὴν ἐκτλεστικὴ καὶ τὴ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὁ αὐτοκράτορας ἦταν πάνω ἀπὸ τὸν νόμο. Ὁ Καλδέλης ἐλίσσεται γύρω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔνσταση πολὺ προσεκτικὰ καὶ ἀποκρίνεται μὲ ακρίβεια στα κεφάλαια 3-5. Οἱ αὐτοκράτορες, παρὰ τὴν ὑπερ-νομική τους ἐξουσία, ἦταν προσκολλημένοι στὴν «δημοκρατικὴ ὁμοφωνία» ἀκολουθώντας ἐθελοντικὰ τοὺς νόμους (σελ.85). Αὐτὴ ἡ ὁμοφωνία πρέσβευε ὅτι κανένας αὐτοκράτορας δὲν μποροῦσε νὰ δράσει ἀτιμώρητα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ δρᾶ γιὰ τὸ συμφέρον τῶν ὑπηκόων του. Νὰ δρᾶ αὐθαιρέτως δὲν ἦταν πολιτικὰ σοφὸ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ αὐτοκρατορικὴ νομιμότητα προερχόταν ἀπὸ τὴν δημοτικότητα ἑνὸς αὐτοκράτορα. Ἀναφέροντας τὸν Ιταλὸ φιλόσοφο Τζιόρτζιο Ἀγκαμπὲν (Giorgio Agamben), ὁ Καλδέλης διαμορφώνει τὴν ἰδέα ὅτι καὶ ὁ αὐτοκράτορας καὶ ὁ λαὸς μποροῦσαν νὰ δράσουν σὰν μιὰ «κατάσταση ἐξαίρεσης» ἀναλαμβάνοντας ἐξουσία ὑπεράνω τοῦ νόμου (σελ.86). Ὁ αὐτοκράτορας δροῦσε ὡς μιὰ κατάσταση ἐξαίρεσης ὅταν ἡ ζωὴ ἦταν σταθερὴ καὶ εἰρηνική. Ὡστόσο, ὁ αὐτοκράτορας δὲν ἦταν ὁ πραγματικὸς μονάρχης. Ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μόνος του κατεῖχε τὴν ἐξουσία νὰ ἐπαναθεμελιώσει τὴν πολιτικὴ σφαίρα ἀφότου αὐτὴ διαλυόταν, ἦταν ὁ πραγματικὸς μονάρχης. Ὁ λαὸς μετέφερε τὴν αὐτοκρατορική του ἐντολὴ καὶ τὴν ἰσχύ του στὸν αὐτοκράτορα κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τελετῶν στέψης, καὶ ἂν ὁ αὐτοκράτορας δὲν ἀνταποκρινόταν στὶς προσδοκίες του, ὁ λαὸς μποροῦσε βίαια νὰ τὸν καθαιρέσει καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσει (ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν πτώση τοῦ Μιχαήλ τοῦ 5ου τὸ 1042). Σὲ τέτοιες περιπτώσεις , ὁ δωρητής μετράει περισσότερο ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ δῶρο. Ἡ Βυζαντινὴ Δημοκρατία ὑπόσχεται πολλὰ καὶ τὰ προ-
σφέρει. Ἐξυφαίνοντας θεωρία καὶ ἀποδείξεις, ὁ Καλδέλης προσφέρει μιὰ θεώρηση ποὺ προκαλεῖ τὸ οἰκοδόμημα τῆς προηγούμενης ἀκαδημαϊκῆς ἄποψης. Ποικιλοτρόπως, αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ βιβλίου. Ἡ ανάκτηση τῆς ἱστορικῆς λαïκῆς ἀντιπροσώπευσης ἀποτελεῖ κλειδὶ στὴν παραγωγὴ νέων παραδειγμάτων ἱστορικῆς ἔρευνας ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ πλειοψηφία τῆς ἱστοριογραφίας τὸν 20ο αἰώνα, εἰδικὰ ὁ μεταμοντερνισμός, ἀρνεῖται τὴν σημασία της. Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Καλδέλης χρησιμοποιεῖ ἔντονα τὴν λέξη «ἰδεολογία», δὲν τὴν χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ διαχωρίσει τὴν ρητορικὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τὰ ἐκλογικευμένα ψεύτικα «πιστεύω» ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἰδεολογία ἀνακλᾶ τὴν πραγματικότητα καὶ δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἀντανάκλαση τοῦ ἑαυτοῦ της (σελ. 3). Εὐελπιστοῦμε αὐτὸ νὰ εἶναι ἄλλη μιὰ ρωγμὴ στὸ τεῖχος ποὺ χτίστηκε ἀπὸ τοὺς Ζὰκ Ντεριντὰ καὶ Μισὲλ Φουκώ. Ὡστόσο, ὑπάρχουν μερικὰ προβλήματα σχετικὰ μὲ τὸ βιβλίο αὐτό. Στυλιστικά ἡ χρήση αἰχμῶν τοῦ δόρατος ὡς ἕναν τρόπο γιὰ τὴν παράθεση ἀποδείξεων εἶναι ἐνοχλητικὴ ὅταν ἡ περαιτέρω ἀνάλυση τοῦ περιεχομένου εἶναι ἡ πρέπουσα, καὶ σὲ κάποια σημεῖα ὁλόκληρα χωρία Ἑλληνικῶν ἢ Λατινικῶν παραμένουν ἀμετάφραστα (δεῖτε γιὰ παράδειγμα τὴν σελίδα 42), κάτι τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἀπωθητικὸ καὶ γιὰ τὸν μέσο ἀναγνώστη καὶ γιὰ τὸν ἐπαγγελματία. Τὸ σπουδαιότερο, ἡ ἰσχυρὴ αἴσθηση τοῦ Καλδέλη γιὰ τὴ συνέχεια μεταξύ τοῦ κλασσικοῦ Ρωμαϊκοῦ κόσμου καὶ τῆς Βυζαντινῆς Ἀνατολῆς σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἔμφαση ποὺ δίνει στὸ κοσμικὸ στοιχεῖο πρακτικὰ καταδεικνύει θρησκευτικὴ μετάλλαξη. Τὸ θρησκευτικὸ πολιτικὸ πνεῦμα τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας μετατρέπεται σὲ μιὰ ἁπλὴ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὶς δημοκρατικὲς ἀξίες ἔτσι ὥστε νὰ συνδέσει ὁ Καλδέλης τὸ κλασσικὸ Ρωμαϊκὸ παρελθόν μὲ τὸν κληρονόμο του στὴν ἀνατολή. Ἡ ανάγκη γιὰ συνέχεια φαντάζει ἐπιβεβλημένη καὶ ἡ ἔντονη ἔμφαση στὸ κοσμικὸ περιττή. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶχε ἀκόμη σημασία. Ἐπίσης ὁ Καλδέλης περιπλανιέται χρονολογικά, κάνοντας τὸν συνολικὸ συλλογισμὸ νὰ φαίνεται λάθος τοποθετημένος. Ἂν καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν παραδειγμάτων ἀντλεῖται ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα, ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἑρμηνεία του στέκει ἐπίσης καὶ γιὰ προηγούμενες περιόδους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ τὸ τελικὸ προϊὸν ὑπερτονίζει τὴν θεωρία παρὰ ἕναν συγκεκριμένο χρόνο καὶ τόπο. Ἡ Βυζαντινὴ Δημοκρατία ἀποτελεῖ οὐσιῶδες ἀνάγνωσμα γιὰ ὁποιονδήποτε στὸ πεδίο τῶν Βυζαντινῶν σπουδῶν καθότι ἀμφισβητεῖ ἐπιτυχῶς τὸ κυρίαρχο ἑρμηνευτικὸ ὑπόδειγμα. Προσφέρει ἕναν πλοῦτο πληροφοριῶν καὶ προτείνει μιὰ νέα κατεύθυνση γιὰ μελλοντικὲς ἐργασίες ἐπάνω στὸ Βυζάντιο. μτφ. Γιῶργος Καλογερόπουλος
*(Timothy Blanton, «Anthony Kaldellis. The Byzantine Republic. Peοple and Power in New Rome») ΠΗΓΗ:https://networks.hnet.org/node/12840 reviews/ 95475/blanton-kaldellis-byzantine-republic-people-and-powernew-rome
11
ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΥΔΙΑΣ
ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ, ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΤΟΥΣ ΠΑΕΙ Ἡ ριζοσπαστικὴ οὐτοπία τοῦ σύγχρονου ἀτομισμοῦ
Τὸ 2002 παίχτηκε στὸ BBC ἕνα ντοκυμαντὲρ τοῦ Ἄνταμ Κέρτις (Adam Curtis) μὲ τίτλο «Ὁ Αἰώνας τοῦ Ἑαυτοῦ». Ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα ὡριαία ἐπεισόδια ποὺ διατρέχουν ὁλόκληρο τὸν 20ο αἰώνα –ἀπὸ τὸν μεσοπόλεμο στοὺς Χίπις, τὸ μεταχίπικο κίνημα τῆς Νέας Ἐποχῆς, τὸν δεξιὸ νεοσυντηρητισμὸ τοῦ Ρήγκαν και τῆς Θάτσερ, καὶ τὸν κεντροαριστερὸ προοδευτικὸ δικαιωματισμὸ τοῦ Κλίντον καὶ τοῦ Τόνυ Μπλαίρ– ἀποκαλύπτοντας βῆμα πρὸς βῆμα τὴν πορεία ἑνὸς ἀνθρωπολογικοῦ μετασχηματισμοῦ τεράστιας σημασίας, ποὺ συνέβη κάτω ἀπὸ τὴ μύτη τῆς ἀνθρωπότητας χωρὶς αὐτὴ καλὰ καλὰ νὰ τὸ πάρει χαμπάρι. Εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ ἄτομο τοῦ «συμφέροντος» στὸ ἄτομο τῆς «ἐπιθυμίας». Θεωρητικὸ ὑπέδαφος καὶ ἀποφασιστικὸς συντελεστής αὐτοῦ τοῦ μετασχηματισμοῦ ὑπῆρξε ἡ ψυχανάλυση μὲ ἐμπνευστὴ καὶ πρωτοπόρο τὸν ἀνηψιὸ τοῦ Φρόυντ, Ἔντουαρντ Μπερνὲζ (Edward L. Bernays, 1891-1995). Βασισμένος στὶς θεωρίες τοῦ θείου του, στὶς ὁποῖες εἶχε πρόσβαση ἀπὸ πρῶτο χέρι, ὁ Μπερνὲζ εἶδε τὸν ἄνθρωπο σὰν τυπικὰ «ἐλεύθερο» καὶ «αὐτοκυβέρνητο» ἄτομο· ὄχι ὅμως σὰν ἔλλογο φορέα συνειδητῶν καὶ ἐκπεφρασμένων συμφερόντων, ὅσο
Υ. Ζ. ΚΑΜΙ: Ξηρὰ Γῆ, 1999-2004, Φωτογραφικὲς ἐκτυπώσεις Iris καὶ ἐλαιογραφίες σὲ χαρτὶ arches, 340,4 x 751,8 ἐκ.
12
σὰν φορέα βαθύτερων καὶ ἐν πολλοῖς ἀσυναίσθητων ἐπιθυμιῶν. Ἔχοντας πάρει μέρος στὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο, καὶ ὄντας ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς πολεμικῆς προπαγάνδας, ὁ Μπερνὲζ συνέλαβε τὴν ἰδέα μιᾶς εἰρηνικῆς καὶ δημοκρατικῆς ἐκδοχῆς τῆς προπαγάνδας καὶ τῆς χειραγώγησης τῶν ανθρώπων – ἢ πιὸ σωστὰ τῶν «μαζῶν» – ὄχι πλέον στὸ πεδίο τοῦ πολέμου, ἀλλὰ τῆς εἰρήνης: (α) στὴν οἰκονομία καὶ τὴν καταναλωτικὴ συμπεριφορά, καὶ (β) στὴν πολιτικὴ καὶ τὴ διαμόρφωση τῆς κοινῆς γνώμης. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἰσηγήθηκε τὴν ἔννοια τῶν «δημοσίων σχέσεων» καὶ τῆς «συμβουλευτικῆς τῶν ἐπιχειρήσεων». Μίλησα παραπάνω γιὰ κάποιο εἶδος «δημοκρατικῆς χειραγώγησης», ποὺ εὔλογα θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ θεωρήσει ἀντιφατική. Ὅμως γιὰ τὸν Μπερνὲζ καὶ τοὺς ἐπιγόνους του, ἡ δημοκρατία τῶν «ἐπιθυμιῶν» τὴν ὁποία ὁραματίστηκαν, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει δίχως χειραγώγηση. Διότι, σύμφωνα μὲ τὴ φροϋδικὴ ἢ φροϋδίζουσα λογική τους, οἱ κατ’ ἀρχήν ἀσυναίσθητες καὶ ἀνεκδήλωτες ἐπιθυμίες μπορεῖ νὰ ἐκδηλωθοῦν μὲ τρόπο βίαιο καὶ καταστροφικό. Κι αὐτό εἶναι ἀσφαλῶς ἐπικίνδυνο. Σὰν ἀπάντηση στὸν κίνδυνο αὐτόν θὰ πρέπει νὰ παρεμβληθεῖ ἕνα «καλό» δημοκρατικὸ κέντρο ἐξουσίας, τὸ ὁποῖο, μέσα ἀπὸ συγκεκριμένα πακέτα προδιαμορφωμένων ἐπιλογῶν, θὰ διασφαλίσει τὴν εἰρηνικὴ καὶ γόνιμη ἐκδήλωση καὶ ἱκανοποίηση κάθε δυνατῆς ἐπιθυμίας, εἴτε στὸ ἐπίπεδο τῆς κατανάλωσης, εἴτε στὸ ἐπίπεδο τῆς πολιτικῆς. Ἑπομένως ἡ δημοκρατία, σύμφωνα πάντα μὲ τὴ λογική ποὺ συζητοῦμε, προϋποθέτει τὴν κυριαρχία τῶν ἔλλογων ἐλὶτ ἐπὶ τῶν κατ’ ἀρχὴν ἀλόγων ἐπιθυμιῶν τῶν «μαζῶν»· ἢ μ’ ἄλλα λόγια, τὴν «ἐλεύθερη» προσαρμογὴ τοῦ λαοῦ στὶς ἐπιλογὲς ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ προσφέρουν οἱ ἐλίτ. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διακρίνει κανεὶς τὴν ἀντιφατικὴ διαλεκτικὴ στὴν ὀποία ὁδηγούμαστε: Μπορεῖ κανεὶς νὰ «ἐπιθυμεῖ» ὅ,τι θέλει, δὲν μπορεῖ ὄμως νὰ ἀποφασίζει γιὰ τὸ ποιό εἶναι τὸ κέντρο ἐξουσίας ποὺ δίνει μορφὴ στὶς ἐπιθυμίες, ἰδίως σ’ αὐτὲς ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὴ δημόσια ζωή. Ἡ δυνατότητα τοῦ ἁπλοῦ πολίτη νὰ ἐκδηλώνει «ἐλεύθερα» τὶς προσωπικές του ἐπιθυμίες στὴν ἰδιωτική του σφαίρα (τρόπος ζωῆς, καταναλωτικὲς επιλογές, σεξουαλικὲς προτιμήσεις κλπ) προϋποθέτει τὴ μερικὴ ἢ ὁλικὴ ἀπόσυρσή του ἀπὸ τὴ δημόσια σφαίρα ὡς ενεργοῦ-δημιουργικοῦ παράγοντα. Κάθε ἄτομο μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ «αὐτοπροσδιορίζεται» καὶ νὰ «αὐτοπραγματώνεται» ἀρκεῖ νὰ περιορίζει τὴν ἀπαίτησή του αὐτὴ στὸν ἰδιωτικό του χῶρο. Εἶναι ἡ πιὸ ριζοσπαστική ἀτομικιστικὴ οὐτοπία ποὺ ὑπῆρξε ποτέ. Χάρη σ’ αὐτήν ὁ σύγχρονος καπιταλισμὸς κατάφερε νὰ καταρρίψει καὶ τὰ τελευταῖα ὀχυρὰ τοῦ γνωστοῦ μας σοσιαλιστικοῦ κοινωνιοκεντρισμοῦ τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20ου αἰώνα. Νὰ εἶναι ἄραγε αὐτὸ τὸ τέλος τῆς Ιστορίας; Βασίλης Ξυδιᾶς
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΝΟΜΟΣ ΣΟΥ ΑΛΗΘΕΙΑ Περίπου πρὶν ἀπὸ μισὸ αἰώνα, ὁ ἀμερικανὸς ἀστροφυσικὸς Frank Drake εἰσηγήθηκε μία ἐξίσωση, ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ὑπολογίσει τὸν πιθανὸ ἀριθμὸ τῶν ἐξωγήινων πολιτισμῶν στὸν Γαλαξία μας. Ἡ ἐξίσωση ἔχει ἑπτὰ μεταβλητές, ὅπου Ν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξωγήινων πολιτισμῶν: N=R* · fp · ne · fl · fi · fc · L . Στεκόμαστε στὶς δύο τελευταῖες μεταβλητές: Ἡ μεταβλητὴ fc περιγράφει ποσοστιαία τὴν πιθανότητα κάποιος ἐξωγήινος πολιτισμὸς νὰ ἀναπτύξει μέσῳ ἐπικοινωνιακῆς τεχνολογίας τὴν δυνατότητα ἀποστολῆς διαστημικῶν μηνυμάτων. Ἡ L τὴν χρονικὴ διάρκεια ὑπάρξεως καὶ ἐντοπισμοῦ ἑνὸς ἐξωγήινου πολιτισμοῦ. Οἱ μεταβλητὲς αὐτὲς μᾶς εἶναι παντελῶς ἄγνωστες. Στὰ 1996, ὁ οἰκονομολόγος Robin Hanson, ἐπιχείρησε μία ἀπάντηση στὸ ἀποκαλούμενο «παράδοξο τοῦ Fermi», τὸ ὁποῖο συμπυκνώνεται στὸ ἐρώτημα: Ἐὰν ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ἐξισώσεως τοῦ Drake ἀληθεύει καὶ πράγματι ὑπάρχουν μερικὲς χιλιάδες ἐξωγήινοι πολιτισμοὶ στὸν Γαλαξία μας, γιατί ποτὲ δὲν κατάφεραν νὰ επικοινωνήσουν μαζί μας; Ὁ Hanson πρότεινε τὴν θεωρία τοῦ Great Filter σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία κάποια ἀπὸ τὶς μεταβλητὲς τῆς ἐξίσωσης τοῦ Drake τείνει στὸ 0. Αὐτὸ σημαίνει, πὼς οἱ ἐνδογαλαξιακοὶ πολιτισμοὶ παρουσιάζουν φορὰ αὐτοκαταστροφική, δηλαδή ἀδυνατοῦν, γιὰ ὁρισμένους λόγους, νὰ ἐπιβιώσουν. Ἐννοεῖται, πὼς κανεὶς μπορεῖ νὰ συμμετρήσει σὲ αὐτὴν τὴν ἐξίσωση τὶς ἀντοχές τῆς ἀνθρωπότητας στὴν πολιτισμική της ποικιλότητα μέν, στὸν κοινό βιολογικό της κώδικα δέ. Ἄν γιὰ παράδειγμα, θεωρούσαμε τὴν εξίσωση ὑπό τὴν ὀπτική τοῦ χριστιανικοῦ μεταφυσικοῦ άξονα, μία ἀπὸ τὶς ἄγνωστες μεταβλητὲς τείνει νὰ μηδενιστεῖ ἐξαιτίας τῆς αὐτοειδωλοποιήσεως τοῦ πολιτισμοῦ ἢ τοῦ βαβελικοῦ του ὀρθώματος. Ἐξάλλου, στὴν κλασσικὴ ἑλληνική σκέψη ἡ πολιτικὴ κοινωνία, μήτρα τοῦ πολιτισμού, δὲν ὑφίσταται παρὰ ὡς μέσον ἐπιβιώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐξορθολογισμένο τὸ ὁρμέμφυτο τῆς επιβίωσης ἀνακαλύπτει, πὼς μοναδικός τρόπος παρατάσεως τοῦ «πολιτισμοῦ» εἶναι ἡ ἀναχαίτιση τῆς αὐτοκαταστροφικῆς του φορᾶς. Ἀντικειμενικὰ πρὸς αὐτὸ σκοπεύει ἡ τέχνη τοῦ Δικαίου. Ἐνδεικτικό, πὼς στοὺς ἀρχαιότερους πολιτισμούς, οἱ ἱστορικὲς καταστροφὲς ἦταν συνώνυμες τοῦ ἀφανισμοῦ τοῦ δικαιϊκοῦ πολιτισμοῦ. Σὲ ἕναν σουμερικὸ θρῆνο (± 2200 π.Χ.) συναντᾶμε: «Ἡ ἡμέρα ἀνατράπηκε, νόμος καὶ τάξη πιὰ δὲν ὑπάρχουν* ἡ θύελλα σὰν πλημμύρα κατατρώγει τὰ πάντα* οἱ διατάξεις τῆς Σουμερίας καταργήθηκαν». Κατὰ τὴν συστηματοποίηση τῶν ἑλληνορωμαϊκῶν δικαιϊκῶν παραδόσεων στὸ ἰουστινιάνειο νομικὸ σῶμα προτάχθηκε τὸ ἀξίωμα «Ἔστι δὲ [νόμος] καὶ θεῖον εὕρημα». Στὴν ἰσαύρεια ἐκδοχή του, τὸ Ρωμαϊκὸ Δίκαιο συνάντησε τὴν χριστιανικὴ ἠθικὴ ὡς μέτρο ἑρμηνείας καὶ ἐκτελέσεώς του, καθώς ἡ φιλανθρωπία δὲν προβαλλόταν ὡς χαρακτηριστικὸ τοῦ ἐνάρετου ἡγέτη, ἀλλά ὡς παράγοντας τῆς νομιμότητάς του. Στὴν βυζαντινὴ αὐτοσυνείδηση, ἡ ἀπουσία λατρείας πρὸς τὸν Θεὸ περιέγραφε τὰ ἔθνη ὡς ἄναρχα. Ἀναλόγως, ἡ ἔλλειψη κείμενου – θετοῦ Δικαίου καθιστοῦσε τοὺς λαοὺς βάρβαρους. Σκοποθετικὴ νομοθετικὴ ἀκρότητα δὲν ἀποτελοῦσε ὁ αὐστηρὸς προσανατολισμὸς πρὸς τὶς πολιτικὲς εὐθῦνες, ἀλλὰ ἡ ἀναμέτρηση μὲ ἕνα μεταφυσικὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἐπίγειος βίος ἀποκτοῦσε διαστάσεις αἰωνιοτήτων, ἐπιδιώκοντας νὰ τὸν καταστήσει στάδιο ἀρετῶν. Μὲ κάποιον τρόπο λοιπόν, χωρίς προφάσεις ἐξιδανικεύσεων, ἡ συμβίωση Ρωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ χριστιανικῆς ἠθικῆς στὸν χῶρο τῆς βυζαντινῆς Οἰκουμένης ἐπεδίωκε ἀνεπίγνωστα νὰ δώσει μία ἄλλη τιμὴ στὴν ἄγνωστη μεταβλητὴ L τῆς ἐξισώσεως τοῦ Drake. Τουλάχιστον, στὸν βαθμό, ποὺ ὡς ἱδρυτικὸ γεγονὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὀνομαζόταν ἡ Ἀνάσταση, κι ὄχι ὁ θάνατος. Εὐάγγελος Σταυρόπουλος 13
ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
CURRICULUM VITAE* Γεννήθηκα στὶς 17 Αὐγούστου 1943 στὴν Ἀρχαία Όλυμπία Ἠλείας. Ἡ οἰκογένειά μου μετοίκησε τὸ 1949 στὴ Νέα Ἐρυθραία Ἀττικῆς, ὅπου ἄρχισα καὶ ἐτελείωσα τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο. Ἀπὸ τὸ 1955 ἕως τὸ 1961 μαθήτευσα στὸ Γυμνάσιο Κηφισιᾶς. Ἀπὸ τὰ πρῶτα γυμνασιακά μου χρόνια προσπάθησα νὰ συνδυάσω τὶς ὑποχρεωτικές μου μαθητικὲς ἐνασχολήσεις μὲ τὴν συστηματικὴ ἐκμάθηση ξένων γλωσσῶν καθὼς καὶ μὲ ἐλεύθερη μελέτη, ποὺ περιελάμβανε ὄχι μόνο κείμενα τῆς νεοελληνικῆς καὶ εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας, ἀλλὰ καὶ ἔργα ἱστορικοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ περιεχομένου. Ἡ ἰδιαίτερη κλίση μου πρὸς τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ μὲ ὁδήγησε, μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ μελέτη τῆς γλώσσας, σὲ μιὰ πρώτη ἀνακάλυψη τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τῶν προσωκρατικῶν, τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Θουκυδίδη, ἡ ὁποία ἄφησε ἴχνη ἰσχυρά, ὥστε νὰ διαγράψουν τὴν πορεία τῶν μελλοντικῶν προβληματισμῶν μου. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μου ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο ἔδωσα ἐξετάσεις στὴ Νομικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν, ἐπιτυγχάνοντας μεταξὺ τῶν πρώτων. Σύντομα διεῖδα ὅτι οἱ νομικὲς σπουδὲς δὲν ἱκανοποιοῦσαν τὰ βαθύτερα ἐνδιαφέροντά μου, καὶ ἔτσι τὶς διέκοψα μετὰ ἕνα, μόλις, χρόνο, γιὰ νὰ δώσω –τὸ 1963- εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις στὴν Φιλοσοφικὴ Ἀθηνῶν. Ἐπέτυχα πρῶτος μεταξὺ τεσσάρων χιλιάδων ὐποψηφίων καὶ παρέμεινα ὐπότροφος τοῦ ΙΚΥ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν μου. […] […] ἡ σχετικὰ ὀλιγόχρονη, ἀλλὰ ἔντονη ἐπίδοσή μου στὴν μελέτη μεσαιωνικῶν κειμένων μοῦ προσεπόρισε ἕνα μόνιμο πνευματικὸ κέρδος, καὶ μάλιστα ὑπὸ διπλὴ ἔννοια: μὲ βοήθησε νὰ δῶ τὴ γέφυρα, ποὺ συνδέει τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Αἰσχύλο μὲ τὸν Παλαμᾶ καὶ τὸν Ἐλύτη, καὶ νὰ συλλάβω, ἔτσι, τὴν θεμε-
λιώδη ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καθὼς καὶ τὸν ἔντονο δυναμισμό, ὁ ὁποῖος ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἑνότητα αὐτή, γεννώντας ἀδιάκοπα λογοτεχνία ὑψηλῆς στάθμης· καὶ οἱ διαπιστώσεις αὐτὲς μοῦ ἔδειξαν, μὲ τὴ σειρά τους, τὴν πνευματικὴ στειρότητα κάθε γλωσσικῆς μισαλλοδοξίας. […] Παρὰ τὸν κοπιώδη καὶ ἄχαρι χαρακτῆρα της ἡ μεταφραστικὴ ἐργασία μὲ ὠφέλησε, γιατί μὲ ἔθεσε ἀπ’εὐθείας ἀντιμέτωπο μὲ τὸ κρίσιμο πρόβλημα τῆς νεοελληνικῆς φιλοσοφικῆς ὁρολογίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἐνιαία ἐπίλυση –ἴσως μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἀκόμη ἀναξιοποίητου γλωσσικοῦ πλούτου τῶν ἀρχαίων σχολιαστῶν, τῆς λογίας βυζαντινῆς παραδόσεως ἢ τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ– ἀποτελεῖ ἕνα μόνιμο desideratum τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. […] θὰ ἤθελα νὰ ἐκπληρώσω μία παλαιότερη ἐπιθυμία μου, διερευνώντας τὶς σχέσεις ἀνάμεσα στὶς φιλοσοφικοαισθητικὲς πραγματεῖες τοῦ Schiller (στὶς ὁποῖες, ἄλλωστε, εἶναι ἀφιερωμένες πενῆντα περίπου σελίδες τῆς διατριβῆς μου) καὶ στὶς κεντρικὲς φιλοσοφικὲς ἰδέες τῆς ποιήσεως τοῦ Σολωμοῦ […] Ἡ μελέτη αὐτὴ θὰ ἀποτελοῦσε μία πρώτη συμβολὴ σὲ μία σειρὰ ἐρευνῶν ποὺ σκοπεύω νὰ παρουσιάσω σχετικὰ μὲ τὴν ἐπίδραση τῆς εὐρωπαϊκῆς φιλοσοφίας στὴν νεώτερη ἐλληνικὴ σκέψη ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας· […] (Μάιος 1980) *Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Curriculum Vitae ποὺ συνέταξε ὁ ἴδιος ὅταν ὑπέβαλε ὑποψηφιότητα γιὰ τὴν Ἕδρα τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ὁ Μὰρξ καὶ ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα, Γνώση,1984 Ὁ Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός. Οἱ φιλοσοφικὲς ιδέες, Θεμέλιο, 1988 Ἰσχὺς καὶ Ἀπόφαση, Στιγμή, 1991 Ἡ παρακμὴ τοῦ ἀστικοῦ πολιτισμοῦ, Θεμέλιο, 1991 Πλανητικὴ Πολιτικὴ μετὰ τὸν Ψυχρὸ Πόλεμο, Θεμέλιο,1992, β΄έκδοση 2011 Ἡ ἡδονή, ἡ ἰσχύς, ἡ οὐτοπία, Στιγμή,1992 Θεωρία τοῦ πολέμου, Θεμέλιο, 1997, 1998 (2η έκδοση) Ὁ Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός. Οἱ φιλοσοφικὲς ιδέες, Θεμέλιο, 1988 Tὸ Ἀόρατο Χρονολόγιο τῆς Σκέψης, Νεφέλη, 1998 Τὸ πολιτικό καὶ ὁ ἄνθρωπος, Θεμέλιο, 2007 Ἡ κριτική τῆς μεταφυσικῆς στὴ νεότερη σκέψη, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, 2012 Συντηρητισμός, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, 2015 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, Ἕλληνας φιλόσοφος καὶ στοχαστής, γεννήθηκε στὶς 17 Αὐγούστου 1943 στὴν Ἀρχαία Ὀλυμπία καὶ πέθανε στὶς 11 Ιουλίου 1998. Τὸ 1991 τοῦ ὰπονεμήθηκε τὸ μετάλλιο Γκαῖτε ἐνῶ ὡς ἀποδέκτης τοῦ Βραβείου Χοῦμπολτ (Humboldt) τὸ 1994-1995 ὑπῆρξε ὑπότροφος τοῦ Ἰνστιτούτου ἀνωτέρων σπουδῶν τοῦ Βερολίνου. 14
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Ὁ Γιῶργος Ἀναγνωστόπουλος γεννήθηκε τὸ 1948 καὶ πέθανε τὸ 2009 μετὰ ἀπὸ μακροχρόνια ἀσθένεια. Σπούδασε στὴν Ἑρμούπολη στὴ Σχολὴ Ἐμποροπλοιάρχων καὶ ἐργάστηκε γιὰ μερικὰ χρόνια στὴ θάλασσα. Ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ μετὰ μέχρι τὴ συνταξιοδότησή του βιοποριζόταν ὡς καθηγητὴς ἀγγλικῶν. Ἐξέδωσε τρία βιβλία μὲ ποιήματα. Ἐκ τῶν συμφραζομένων, ἐκδ. Δόμος 1990. Οἱ Κυριακές τῶν ποιημάτων, ἐκδ. Ἴνδικτος 1999. Ἡ Ἄλαλος Φόρμιγξ, ἐκδ. Τὸ Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2004. Ὁ Γιῶργος Ἀναγνωστόπουλος, ναυτικὸς μὲ ταξίδια ὑπερπόντια, εἶχε μάθει νὰ χαράζει μὲ ἀκρίβεια τὴν πορεία τοῦ καραβιοῦ του. Στὸ πρῶτο ποίημα λοιπὸν τῆς πρώτης του συλλογῆς, μᾶς καταθέτει μιὰ στιγμὴ ἔντασης ἐν τῷ μέσῳ τῆς θαλάσσης. Ἐκεῖ ὅπου τὸ πιὸ σημαντικὸ ἐργαλεῖο γιὰ νὰ βρεῖ κανεὶς τὰ περάσματα εἶναι ὁ χάρτης. Ὁ χάρτης ὁ πολυχρησιμοποιημένος, ἀπὸ πολλοὺς σὰν κι αὐτὸν ναυτικούς, ποὺ προσπάθησαν κι αὐτοὶ νὰ ὁρίσουν μὲ τὴ βοήθειά του τὴ σωστὴ πορεία τους. Τὴν ὥρα τῆς χάραξης ὅμως ὁ ναυτικὸς τοῦ ποιήματος πατᾶ μὲ περίσσια δύναμη τὸ μολύβι στὸ ταλαιπωρημένο χαρτί, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὸς νὰ αἱμορραγεῖ, ἐκλύοντας ἕνα ὑφάλμυρο ὑγρό, προορισμένο, ὅπως λέει, γιὰ μετάληψη ναυτικοῦ, σὲ ὥρα ὕστατης ἀνάγκης. Σπῦρος Γεωργίου, «Εὐδιάκριτη χάραξη πορείας», Πρώτη δημοσίευση: Ἀντίφωνο, http://antifono.gr/portal
ΧΑΡΑΞΙΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ Ἔπιασε τὰ σύνεργα καὶ βάλθηκε νὰ χαράξει τὴν πορεία. Δὲν πρόσεξε ὅτι ὁ χάρτης ἦταν πολυχρησιμοποιημένος καὶ πάτησε παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ἔπρεπε τὸ μολύβι. Ἄρχισε ἀμέσως ἀκατάσχετη αἱμορραγία. Ἀπ᾽τὴ φρέσκια πληγὴ τοῦ χάρτη ἔτρεχε ὑφάλμυρο οὐδέτερου χρώματος υγρὸ προορισμένο γιὰ μετάληψη ναυτικοῦ σὲ ὥρα ὕστατης ἀνάγκης.
Γνώρισα τὸν Γιῶργο Ἀναγνωστόπουλο στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ κι αὐτὸς κι ἐγὼ εἴχαμε ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα φίλο γιὰ νὰ ἐκμυστηρευτοῦμε πόσο βαριὰ μᾶς ἔπεφτε ἡ μοναξιὰ, πόσο φειδωλὸς ἦταν ὁ ἔρωτας τῶν γυναικῶν, πόσο λίγη ἡ ζωὴ ποὺ ζούσαμε μπροστὰ σ’ἐκείνη ποὺ ποθούσαμε. Μέσα σ’αὐτὴ τὴ διαταραγμένη ἀντίληψη τῆς ζωῆς –καὶ καθὼς ἡ δεκαετία τοῦ ’80 ἀντικαθιστοῦσε τὰ εἴδωλά της μὲ μιὰ ἰσοπεδωτικὴ ἀπάθεια– σταθερό μας δείκτη εἴχαμε τὴν πίστη, τὴν ἐμμονὴ στὰ πάτρια καὶ τὴν ποίηση. Παρ’ὅλο ποὺ μὲ περνοῦσε στὰ χρόνια μιὰ δεκαετία εἶχα προηγηθεῖ στὴν ἔκδοση κι ἔτσι ἀπὸ τὴν πλεονεκτικὴ θέση κάποιου ποὺ ἔχει ἤδη δημοσιεύσει πῆρα τὰ πρῶτα του χειρόγραφα. Ἦταν αὐτὰ ποὺ θὰ συγκροτοῦσαν τὴν πρώτη του συλλογὴ Ἐκ τῶν συμφραζομένων καὶ ὅταν διάβασα τὸ ποίημά του «Χάραξις πορείας ἐπὶ χάρτου» νομίζω ὅτι γεύτηκα κι ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὑφάλμυρο ὑγρό. Ἄγγ. Καλογερόπουλος, «Ἡ τελικὴ λέξη τοῦ μεγάλου ταξιδιοῦ», (ἀπόσπασμα ἀνέκδοτης ὁμιλίας σὲ ἐκδήλωση τοῦ ΚΟΙΝΟΥ γιὰ τὸν Γ. Ἀναγνωστόπουλο) 15
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ( 1948-2009)*
*ἀνέκδοτο ποίημα