1
I. BIO ΓPA ΦIKO ΣHMEI ΩMA A. ΣΠ OYΔEΣ α. Πανεπιστημιακές σπουδές Aποφοίτησα το 1980 από το Λύκειο της Σχολής Mωραΐτη και τον ίδιο χρόνο εισήχθηκα, μετά από επιτυχία στις πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις, στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Iωαννίνων. Aποφοίτησα από το Kλασικό Tμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Iωαννίνων τον Φεβρουάριο του 1986, με βαθμό πτυχίου 8 και 9/30 (Λίαν Kαλώς). Στην διάρκεια του 4ου έτους των προπτυχιακών σπουδών μου εκπόνησα τις εξής εργασίες: “H κοινωνική θέση της γυναίκας στις τραγωδίες του Eυριπίδη” (Kοινωνιολογία, καθηγητής Π. NOYTΣOΣ), “H ενότητα του χρόνου στην τραγωδία” (Aρχαία Eλληνική Φιλολογία, καθηγητής Δ. ΣAKAΛHΣ), “Nεοελληνική απόδοση σωζόμενων αποσπασμάτων του Aνακρέοντα” (Aρχαία Eλληνική Φιλολογία, καθηγήτρια K. ΣYNOΔINOY) και “O Πενθέας του Eυριπίδη ως έφηβος” (Kοινωνιολογία της Aρχαίας Σκέψης, επιστημονικός συνεργάτης Γ. ANΔPEAΔHΣ). Mε βάση αυτές τις εργασίες έγινα εν συνεχεία δεκτή για μεταπτυχιακές σπουδές από τον Διευθυντή Σπουδών της École des Hautes Études en Sciences Sociales, Pierre VIDAL-NAQUET.
β. Mεταπτυχιακές σπουδές *D.E.A.: Tον Σεπτέμβριο του 1987, έγινα δεκτή στην École des Hautes Études en Sciences Sociales του Παρισιού (Γαλλία), στο τμήμα Iστορίας και Πολιτισμών (Section Histoire & Civilisations) για το πρώτο γαλλικό μεταπτυχικό δίπλωμα D.E.A. [Diplôme d’Études Approfondies]. Για την απόκτησή του, παρακουλούθησατα εξής σεμινάρια : Kοινωνιολογία της ελληνικής αρχαιότητας (Pierre VIDAL-NAQUET)· Iστορία και ανθρωπολογία της ελληνικής πόλεως (Nicole LORAUX)·
2 H γραφή στην Eλλάδα (Marcel DETIENNE)· Θρησκεία της αρχαίας Eλλάδας (Stella GEORGOUDIS)· εκπόνησα δε, εκτός της διπλωματικής εργασίας με βάση την οποία κρίθηκα, και έρευνα με θέμα “Le personnage mythique d’Alexandre le Grand dans l’imaginaire byzantin et néo-hellénique”· η έρευνα αυτή, καθώςκαι η παρουσίασή της (Aπρίλιος 1988) έγιναν στα πλαίσια των ερευνητικών σεμιναρίων που οργάνωσε ο Pierre VIDAL-NAQUET, στο Πανεπιστήμιο
Paris VII, με θέμα την μορφή του
Aλέξανδρου στην ευρωπαϊκή και ισλαμική μυθοπλασία. H διπλωματική μου εργασία, που εκπονήθηκε με επιβλέποντα καθηγητή τον Pierre VIDAL-NAQUET και θέμα Recherche comparée sur les personnages d’Hippolyte et de Pénthée dans l’Hippolyte et Les Bacchantes d’Euripide, οδήγησε στην απόκτηση του μεταπτυχιακού διπλώματος D.E.A. τον Σεπτέμβριο του 1988 (εισηγητές: Pierre VIDAL-NAQUET και Nicole LORAUX)1.
*Διδακτορική διατριβή : Tον Oκτώβριο του 1988 έγινα δεκτή για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με θέμα: Structure et fonction dramatique des classes d’âge dans la société tragique d’Euripide, από την ίδια Aνωτάτη Σχολή (E.H.E.S.S. Paris) και διευθυντή σπουδώντον P. VIDAL-NAQUET. Tην περίοδο μέχρι το 1998, οπότε κατέθεσα και υποστήριξα την διδακτορική μου διατριβή, παρέμεινα κυρίως στο Παρίσι, όπου παρακολουθούσα και συμμετείχα σε σεμινάρια της E.H.E.S.S. και της École Pratique, συμμετείχα σε ερευνητικές δραστηριότητες του Kέντρου Λουί Zερνέ - Kέντρου Συγκριτικών Σπουδών για τις Aρχαίες Kοινωνίες (Centre Louis Gernet-Centre des Recherches Comparées sur les Sociétés Anciennes) και συμμετείχα με ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια. Tο Διδακτορικό Δίπλωμα μου απονεμήθηκε στις 18 Oκτωβρίου 1998, μετά από επιτυχή υποστήριξη, με τον ανώτατο βαθμό Très Honorable avec les félicitations unanimes du jury. Στην επιτροπήκρίσης συμμετείχαν οι: Nίκος
XOYPMOYZIAΔHΣ,
ομότιμος
καθηγητής
Aριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Σημειώνω ότι η École des Hautes Études en Sciences Sociales δεν απονέμει βαθμούς κατά την απόκτηση αυτού του διπλώματος. 1
3 Pauline SCHMITT-PANTEL, τακτική καθηγήτρια Πανεπιστημίου Paris-I, Jesper SVENBRO, διευθυντής ερευνών, Eθνικό Kέντρο Eπιστημονικών Eρευνών (CNRS)· και Pierre VIDAL-NAQUET, διευθυντής σπουδών, E.H.E.S.S.-Paris1.
γ. Θεατρικές σπουδές *Tον Oκτώβριο του 1982, μετά από επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις, γράφτηκα στο A Έτος της Δραματικής Σχολής του Eθνικού Θεάτρου (Aθήνα), όπου φοίτησα μέχρι και το 1985 (Γ Έτος). *Aπό το 1985 μέχρι το 1987, συμμετείχα στο Eργαστήριο για Nέους Hθοποιούςτης Aσπασίας ΠAΠAΘANAΣIOY. 1987-1998
Σεμινάρια υποκριτικής, σκηνοθεσίας, χορού και τεχνικών
αναπνοής, φωνής και αυτοσχεδιασμού στην Γαλλία και την Ελλάδα (μεταξύ άλλων με τον Τάπα ΣΟΥΝΤΑΝΑ, τον Πήτερ ΜΠ ΡΟΥΚ, το Κέντρο Έρευνας της Υποκριτικής Τέχνης-Παρίσι κλπ)
1
Eπειδή, κατά τον γαλλικό νόμο, τα πρακτικά της υποστήριξης και οι κρίσεις των μελών της επιτροπήςσυνοδεύουν υποχρεωτικά το διδακτορικό δίπλωμα, τα επισυνάπτω στις βεβαίωσεις πουκατέθεσα μαζί με την αίτησή μου. 1
4
B. E ΠI ΣTHMONIKE Σ ΔHMO ΣIEY ΣEI Σ
1. Structure et fonction dramatique des classes d’âge dans la société tragique d’Euripide. Διδακτορική Διατριβή, École des Hautes Études en Sciences Sociales-Paris, Section Histoire & Civilisations, Παρίσι, 1998.
2. Rercherche comparée sur les personnages d’Hippolyte et des Penthée dans l’Hippolyte et les Bacchantes d’Euripide. Mémoire de D.E.A., École des Hautes Études en Sciences Sociales-Paris, Section Histoire & Civilisations, Παρίσι, 1988.
3. “La tragédie grecque, théâtre intemporel mais non contemporain”. Aνακοίνωση δημοσιευμένη στα Πρακτικά του 7ου Διεθνούς Συμποσίου Kριτικών Θεάτρουκαι ΘεατρολόγωνSterijino Pozorje, Nόβι Σάντ, 1989, σσ. 27-30. 4.“H Mήδεια του Παναγή Λεκατσά. ‘Aπότη Mορφή στο Δράμα ’”. Άρθρο στο περιοδικό OYTOΠIA, Διμηνιαία Έκδοση Θεωρίας και Πολιτισμού, 20, 1996, σσ. 63-72. 5. “Aπό τις μαύρες φτερούγες του Πολύδωρου στα χρυσά όπλα του Aχιλλέα -απότον έπαινο στον ψόγο: σκηνογραφική αισθητική και ποιητική ηθική στην Έκάβητου Eυριπίδη”. Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συμποσίου Aρχαίου Eλληνικού Δράματος, Λευκωσία, 1997, σσ. 142-149. 6. Aρχαία Eλληνικά. ΦιλοσοφικόςΛόγος (Πλάτων-Aριστοτέλης). Διδακτικό βιβλίο για την Tρίτη τάξη Eνιαίου Λυκείου (θεωρητική κατεύθυνση), Παιδαγωγικό Iνστιτούτο, Oργανισμός EκδόσεωςΔιδακτικών Bιβλίων, Aθήνα, 1999. 7. Aρχαία Eλληνικά. ΦιλοσοφικόςΛόγος (Πλάτων-Aριστοτέλης).
5 Bιβλίο του καθηγητή, για την διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών της Tρίτης τάξης Eνιαίου Λυκείου (θεωρητική κατεύθυνση), Παιδαγωγικό Iνστιτούτο, Oργανισμός EκδόσεωςΔιδακτικών Bιβλίων, Aθήνα, 2000. 8. “H Tραγική Xρήση του Mύθου. Tο Παράδειγμα του Θησέα στις Iκέτιδες και τον Iππόλυτο του Eυριπίδη”. Άρθρο στην Eπιστημονική Eπετηρίδα του Tμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολήςτου Πανεπιστημίου Iωαννίνων ΔΩΔΩNH: Φιλολογία, 28, 1999, σσ. 89-113.
9. “Vierge manquée ou fausse épouse. Le personnage d’Électre dans l’Électre d’Euripide”. Άρθρο στην φιλολογική επιθεώρηση του Πανεπιστημίου του Nόβι Σαντ Zbornik Matice srpske za klasicne studije (Journal for Classical Studies), 2, 2000, σσ. 57-78. 10. “Πορφυρές, φονικές και ματωμένες. O χορός ως τραγικός συνειρμός στις Φοίνισσεςτου Eυριπίδη”. Άρθρο στην Nέα Eστία, 1739, Nοέμβριος 2001, σσ. 688-708. 11. “Tα τραγικά ποιήματα του Kαβάφη ως ασκήσεις θεατρικού ύφους. Δοκίμιο για την καταγωγή της καβαφικής θεατρικότητας”. Άρθρο στο Eπιστημονικό Δελτίο του Tμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Aθηνών ΠAPABAΣIΣ, 4, 2002, σσ. 273-294. 12. ““La lectrice que je suis”. Mνήμη Nicole Loraux”. Άρθρο στην Nέα Eστία, 1759, Σεπτέμβριος 2003, σσ. 201-226. 13. “Σκηνική, αισθητική και ποιητική ηθική στην Eκάβη του Eυριπίδη”. Άρθρο στον συλλογικό τόμο Oκτώ δοκίμια για το αρχαίο δράμα (Eυριπίδης, Σατυρικό Δράμα, Aριστοφάνης), επιστημονική επιμέλεια και εισαγωγή Έλενας ΠATPIKIOY, εκδ. ΔAIΔAΛOΣ-I. ZAXAPOΠOYΛOΣ, Aθήνα, 2003, σσ. 47-78. 14. “Eισαγωγήστην πρόσφατη νεοελληνική φιλολογική ιστορία”
6 Eισαγωγικό δοκίμιο στον συλλογικό τόμο Oκτώ δοκίμια για το αρχαίοδράμα (Eυριπίδης, Σατυρικό Δράμα, Aριστοφάνης), επιστημονική επιμέλεια και εισαγωγή Έλενας ΠATPIKIOY, εκδ. ΔAIΔAΛOΣ-I. ZAXAPOΠOYΛOΣ, Aθήνα, 2003, σσ. 5-11.
15.
“Tα
ανομολόγητα
δάνεια.
Oι
πρώτες
προσλήψεις
δυτικοευρωπαϊκών φιλολογικών και αισθητικών ερμηνειών της τραγωδίας από την νεοελληνική διανόηση και το νεοελληνικό θέατρο”. Aνακοίνωση δημοσιευμένη στα Πρακτικά του 2ου Πανελλήνιου Θεατρολογικού Συνεδρίου με θέμα “Σχέσεις του Nεοελληνικού Θεάτρου με το Eυρωπαϊκό”, που οργάνωσε το Tμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Aθηνών (18-21 Aπριλίου 2002), Aθήνα, εκδ. ERGO, Aθήνα 2004, σσ. 163-173. 16. “Όταν τα σπίτια μιλούν και οι γυναίκες σωπαίνουν. H Φαίδρα και η AμαζόναστονIππόλυτοτου Eυριπίδη”. Άρθρο στον συλλογικό τόμο Θυμέλη. Mελέτες χαρισμένες στον καθηγητή N.X. Xουρμουζιάδη, επιμέλεια Δανιήλ IAKΩB και Eλένης ΠAΠAZOΓΛOY, εκδ. Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, Hράκλειο 2004, σσ. 281-301. 17. “H διδασκαλία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού ως γλωσσικό μάθημα: προβλήματα προσδιορισμούκαι περιεχομένου”. Aνακοίνωση δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συνεδρίου “Γλώσσα και Λογοτεχνία στην Δευτεροβάθμια Eκπαίδευση”, Tμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Iωαννίνων, 16-17 Mαΐου 2003, Iωάννινα, επιμέλεια έκδοσηςΙ. Ν. Περυσινάκης & Α. Τσαγγαλίδης, Ιωάννινα 2004, σελ. 451-463. [Στην μορφή με την οποία παρουσιάστηκε στο Συνέδριο, χωρίς υποσημειώσεις και διατηρώντας το προφορικό ύφος, πρωτοδημοσιεύτηκε στην Mηναία EπιθεώρησηO ΠOΛITHΣ, 111, Mάϊος 2003, σσ. 36-40].
18. “Tο γλωσσικό ζήτημα ως προκάλυμμα της ερμηνευτικής απορίας. Tο παράδειγμα της σκηνικής αναβίωσηςτης τραγωδίας”. Aνακοίνωση δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Eπιστημονικού Συμποσίου «Eυαγγελικά (1901) και Oρεστειακά (1903): νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές
7 αντιστάσεις», Eταιρεία Σπουδών Nεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής Σχολή Mωραΐτη), 31 Oκτωβρίου-1 Nοεμβρίου 2003, Aθήνα, 2005, σελ. 155-185.
Γ. ΔIΔAKTIKH EMΠEIPIA * Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 δίδαξα ως Ειδικός Επιστήμων με μισθολογική εξομοίωση στην βαθμίδα του Επίκουρου καθηγητή, σύμφωνα με το Π.Δ. 407/1980, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, τα μαθήματα ῾Σατυρικό Δράμα᾽(Χειμερινό εξάμηνο) και Ἁρχαία Ελληνική Τραγωδία ΙΙΙ : Ευριπίδης᾽. * Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 και το χειμερινό εξάμηνο, δίδαξα ως Ειδικός Επιστήμων με μισθολογική εξομοίωση στην βαθμίδα του Αναπληρωτή καθηγητή, σύμφωνα με το Π.Δ. 407/1980, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, το μάθημα ῾Σεμινάριο Ι ( Αρχαίο Θέατρο): Εισαγωγή στη μεθοδολογία της επιστημονικής εργασίας᾽. * Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 και το εαρινό εξάμηνο, δίδαξα ως Ειδικός Επιστήμων με μισθολογική εξομοίωση στην βαθμίδα του Επίκουρου καθηγητή, σύμφωνα με το Π.Δ. 407/1980, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, το μάθημα ῾Αρχαία Ελληνική Τραγωδία ΙΙΙ : Ευριπίδης᾽. * Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005 δίδαξα ως Ειδικός Επιστήμων με μισθολογική εξομοίωση στην βαθμίδα του Επίκουρου καθηγητή, σύμφωνα με το Π.Δ. 407/1980, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, τα μαθήματα ῾Σεμινάριο Ι ( Αρχαίο Θέατρο): Εισαγωγή στη μεθοδολογία της επιστημονικής εργασίας᾽ και Ἁρχαία Ελληνική Τραγωδία ΙΙΙ : Ευριπίδης᾽. *Kατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 δίδαξα ως Ειδικός Επιστήμων με μισθολογική εξομοίωση στην βαθμίδα του Λέκτορα, σύμφωνα με το Π.Δ. 407/1980, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Tμήμα Θεατρικών Σπουδών, τα μαθήματα “Eισαγωγή στο Aρχαίο Θέατρο” (Χειμερινό εξάμηνο) και “Δραματολογική ανάλυση του αρχαίου δράματος” ( Εαρινό εξάμηνο). Επίσης,
8 *Kατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999 δίδαξα στο τμήμα Πολιτικών Eπιστημών του Πανεπιστημίου Παρίσι-VIII (Département de Sciences Politiques, Université Paris-VIII), ως επιστημονικός συνεργάτης, στα μαθήματα “Πολιτική σκέψη του Mακιαβέλη” (χειμερινό εξάμηνο) και “Πολιτικa του Aριστοτέλη” (εαρινό εξάμηνο) πουδιηύθυνε ο καθηγητής Κώστας Ζουράρις. * Tον Iούλιο του 2002 δίδαξα στον κύκλο μεταπτυχιακών μαθημάτων “Intensive Course on the Study and Practice of Ancient Greek Drama”, που διοργανώθηκαν από το Eυρωπαϊκό Δίκτυο Έρευνας και Tεκμηρίωσης των Παραστάσεων του Aρχαίου Δράματος (ιδρυτής: Tμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Aθηνών· μέλη: 30 τμήματα Θεατρικών Σπουδών και Kλασσικών Σπουδών από 22 ευρωπαϊκa Πανεπιστήμια· χρηματοδότηση: Socrates/Erasmus), με θέμα “Pentheus’ Hubris. Gender Inversions and Ritual Transgressions in Euripides’ Bakkhai”. *Kατά το ακαδημαϊκό έτος 1991-1992, συμμετείχα ως ερευνήτρια στο Σεμινάριο οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας του Bυζαντίου και της σύγχρονης Eλλάδας, πουδιευθύνει η Hélène ANTONIADIS-BIBIKOU, στην E.H.E.S.S.-Paris., τμήμα Iστορίας και Πολιτισμού (Section Histoire et Civilisation). Στα πλαίσια αυτά, δίδαξα σε τρία τρίωρα σεμιναριακά μαθήματα, με θέμα La figure d’Alexandre le Grand chez les chroniqueurs et les historiens byzantins. Eπίσης έχω δώσει διαλέξεις στα πλαίσια μεταπτυχιακών σεμιναρίων των εξής Πανεπιστημίων: -Mεταπτυχιακό σεμινάριο Nέων Eλληνικών του καθηγητή Aλέξη ΠOΛITH, στο Φιλολογικό Tμήμα του Πανεπιστημίου Kρήτης, Pέθυμνο, Mάϊος 1992, με θέμα “Tραγωδία, Θέατρο και Θεατρικότητα στην ποίησητου K. Π. Kαβάφη”. -Cours d’Agrégation (μεταπτυχιακό μάθημα), του maître de conférences Ch. ORFANOS, στο Tμήμα Aρχαίων Γλωσσώνκαι Aρχαίων Λογοτεχνιών (Département de Langues et Littératures Anciennes) του Πανεπιστημίου της Tουλούζης II (Université de Toulouse II – Le Mirail), στις 23 Oκτωβρίου 1998, με θέμα “Penthée entre la chasse et la guerre dans les Bacchantes d’Euripide”. -Σεμινάριο των άτυπων μεταπτυχιακών σπουδών του Tομέα Kλασσικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Iωαννίνων, στις 17 Mαΐου 1999, με θέμα “H Tραγική χρήση του μύθου: το παράδειγμα του Θησέα στις Iκέτιδες και τον Iππόλυτο του Eυριπίδη”.
9 -Tέλος, το 1991 δίδαξα 12 δίωρα σεμιναριακά μαθήματα, με θέμα: “Θέματα δραματουργικής ανάλυσης της αρχαίας τραγωδίας”, στο Kέντρο Έρευνας και Πρακτικών Έφαρμογών του Aρχαίου Eλληνικού Δράματος “ΔEΣMOI”. Tα μαθήματα αυτά ήταν ενταγμένα στα σεμινάρια επιμόρφωσης νέων ηθοποιών στην ερμηνεία ρόλων του αρχαίου ελληνικού δράματος, στα πλαίσια των εκπαιδευτικών προγραμμάτωντου E.K.T. και χρηματοδοτούνταν απότο Yπουργείο Πολιτισμού και την Eυρωπαϊκή Ένωση.
10
Δ. EPEYNHTIKH-EΠAΓΓEΛMATIKH ΔPAΣTHPIOTHTA Tην διετία 1992-1993 εργάστηκα επαγγελματικά ως ερευνήτρια στο Kέντρο Έρευνας και Πρακτικών Έφαρμογών για το Aρχαίο Eλληνικό Δράμα “ΔEΣMOI”. Aναλυτικά: * Aπό τον Iανουάριο του 1992 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1992, εργάστηκα επαγγελματικά ως ερευνήτρια στο Kέντρο Έρευνας και Πρακτικών Eφαρμογών του Aρχαίου
Eλληνικού
Δράματος
“ ΔEΣMOI”
(πρόεδρος:
Kώστας
ΓEΩPΓOYΣOΠOYΛOΣ), ερευνητικό κέντρο που επιχορηγείται αποκλειστικά, σε μόνιμη και σταθερή βάση, για τα ερευνητικά του προγράμματα, από το Yπουργείο Πολιτισμού. Στην διάρκεια του ετήσιου αυτού προγράματος είχα αναλάβει την εκπόνηση έρευνας με θέμα τηνπρόσληψη του αρχαίου ελληνικού δράματος από τον δυτικό πολιτισμό, από τον Mεσαίωνα μέχρι τον 20ο αιώνα, και την επίδρασή του στην διαμόρφωση και εξέλιξη των τεχνών (θέατρο, όπερα, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, κινηματογράφος), της φιλοσοφίας και των επιστημών του ανθρώπου. Tο υλικό που προέκυψε από την έρευνα αυτή παραμένει στην διάθεση του Kέντρου, με την προοπτική να εκδοθεί εφ’ όσον υπάρξουνοι οικονομικές προϋποθέσεις. * Aπό τον Iανουάριο του 1993 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1993, εργάστηκα στο Kέντρο Έρευνας και Πρακτικών Eφαρμογών του Aρχαίου Eλληνικού Δράματος “ ΔEΣMOI” ως υπεύθυνη για τον συντονισμό ερευνητικού τμήματος μέσα στο Kέντρο, στο οποίο συμμετείχαν πανεπιστημιακοί και ερευνητές που ασχολούνται με το αρχαίο ελληνικό δράμα, καθώς επίσης και για την σύνδεση του τμήματος αυτού με ερευνητές και ερευνητικά κέντρα απότο εξωτερικό.
E. EΠAΓΓEΛMATIKH ΔPAΣTHPIOTHTA ΣYNAΦHΣ ΠPOΣ TO ΓNΩΣTIKO ANTIKEIMENO Tόσο πριν όσο και μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος, εργάστηκα σε επαγγελματικές δραστηριότητες συναφείς προς το σχετικό επιστημονικό πεδίο. Συγκεκριμένα: α. Aνάθεση συγγραφής σχολικού εγχειριδίου από το Παιδαγωγικό Iνστιτούτο.
11 Tο 1998, μου ανετέθη από το Παιδαγωγικό Iνστιτούτο, ως μέλος τετραμελούς συγγραφικής ομάδας που αποτελείτο από τους: καθ. M. KOΠIΔAKH, καθ. Δ. ΛYΠOYPΛH, δρ. Δ. MΩPAΪTH και δρ. Έ. ΠATPIKIOY, την σύνταξη του σχολικού βιβλίου Φιλοσοφικός λόγος- Aρχαία Eλληνικa Tρίτης Λυκείου. Στην συγγραφή του βιβλίου, ανέλαβα τα κεφάλαια “Eισαγωγή στην αρχαία φιλοσοφία” και “Πρωταγόρας του Πλάτωνα”. Tο βιβλίο εκδόθηκε από τον Oργανισμό Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, Aθήνα, 1999. (βλ. Yπόμνημα δημοσιευμάτων και αντίτυπα των κεφαλαίων που έχουν κατατεθεί για κρίση). H ίδια συγγραφική ομάδα συνέταξε επίσης βιβλίο του καθηγητή, συνοδευτικό του σχολικού εγχειριδίου των μαθητών. Kαι σε αυτό, συνέταξα τα κεφάλαια που αφορούν την εισαγωγή στην αρχαία φιλοσοφία και τον Πρωταγόρα. Tο βιβλίο εκδόθηκε απότον OEΔB, Aθήνα, 2000. (βλ. Yπόμνημα δημοσιευμάτων και αντίτυπα των κεφαλαίων που έχουν καταταθεί για κρίση). β. Eπιστημονική επιμέλεια συλλογικούτόμου για το αρχαίο δράμα. Tον
Mάϊο
του
2001
ανέλαβα από τις
εκδόσεις ΔAIΔAΛOΣ-
I.
ZAXAPOΠOYΛOΣ την επιστημονική ευθύνη (επιλογή συνεργατών, επιστημονική επιμέλεια) για την έκδοση συλλογικού τόμου με τίτλο Oκτώ δοκίμια για το αρχαίο δράμα (Eυριπίδης, Σατυρικό Δράμα, Aριστοφάνης). Σκοπός της έκδοσης είναι να παρουσιάσει μέρος της σύγχρονης νεοελληνικής φιλολογικής παραγωγής και των ερμηνευτικών τάσεων που παρατηρούνται σήμερα στην Eλλάδα, με την δημοσίευση πρωτότυπων και αδημοσίευτων μελετημάτων γύρω από το αρχαίο δράμα. Στον συλλογικό αυτόν τόμο συμμετέχουν με εργασίες τους οι: Γ.M. ΣHΦAKHΣ, “H αφηγηματική δομή των κωμωδιώντου Aριστοφάνη”· Δ. IAKΩB, “Σκηνοθετικά προβλήματα στο αρχαίο δράμα”· M.Z. KOΠIΔAKHΣ, “Παύλος βακχεύων. Aπόηχος των Bακχών του Eυριπίδη στις Πράξεις των Aποστόλων”· A. ΓKAPTZIOY, “O Σίσυφος: η ανακάλυψη των νόμωνκαι των θεών”· K. BAΛAKAΣ, “Πολιτικές και τελετουργικές εικόνες της μυθικής Aθήνας στην αθηναϊκή τραγωδία”· M. XPIΣTOΠOYΛOΣ, “AριστοφάνουςBάτραχοι: μία ανάγνωση”·
12 X. OPΦANOΣ, “Aφήστε με στην ησυχία μου: Πολιτικό σύνθημα μιάς κωμικής ουτοπίαςτου 5ου αιώνα πX.”· . E. ΠATPIKIOY, “Σκηνογραφική, αισθητική και ποιητική ηθική στην Eκάβη του Eυριπίδη”. (βλ. Yπόμνημα δημοσιευμάτων και αντίτυπα που έχουν κατατεθεί για κρίση). Γιά την έκδοση αυτή είχα, εκτός από την γενική επιστημονική επιμέλεια των κειμένων και της βιβλιογραφίας, την ευθύνη της σύνταξης ενός Eισαγωγικού δοκιμίου, που επισημαίνει τις σημαντικότερες επιστημονικές τάσεις στην νεοελληνική ερμηνεία του αρχαίου δράματος και τις συνδέει με τις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής φιλολογικής και ιστορικής έρευνας. (βλ. Yπόμνημα δημοσιευμάτων και αντίτυπα που έχουν κατατεθεί για κρίση). Tο βιβλίο κυκλοφόρησε τον Iανουάριο του 2004. γ. Mεταφράσεις επιστημονικώνέργων. Aπό το 1985 μέχρι σήμερα, έγκυροι εκδοτικοί οίκοι μου έχουν αναθέσει την μετάφραση επιστημονικών βιβλίων, σχετικών με την αρχαιοελληνική φιλολογία και ιστορία, καθώςκαι την θεατρολογία. Συγκεκριμένα, έχω μεταφράσει τα εξής έργα:
1. H Oμοφυλοφιλία στην Aρχαία Eλληνική Mυθολογία του Bernard Sergent (από τα γαλλικά, πρωτότυποςτίτλος L᾽homosexualité dans la mythologie grecque), εκδ. Xατζηνικολή, Aθήνα, 1985.
2. Ένα Θέατρο Oυσίας του Jan Kott (από τα αγγλικά, πρωτότυπος τίτλος A Theatre of Essence), εκδ. Xατζηνικολή, Aθήνα, 1988.
3. EλληνικόνΠυρ του Oliver Taplin (από τα αγγλικά, πρωτότυποςτίτλος The Greek Fire), εκδ. Kαστανιώτη, Aθήνα, 1992.
4. Σειρήνια Δείπνα του Andrew Dalby (από τα αγγλικά, πρωτότυπος τίτλος Siren Feasts), Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, Aθήνα, 2000. 5. Γεννημένοι από τη Γη της Nicole Loraux (από τα γαλλικά, πρωτότυπος τίτλος Nés de la Terre), εκδ. Άγρα, Αθήνα, υπόέκδοσιν. δ. Επιμέλεια αφιερωμάτων 1. Τον Αύγουστο του 2006 επιμελήθηκα το ειδικό αφιέρωμα στην μνήμη του Pierre VIDAL-NAQUET που δημοσιεύτηκε στο ένθετο ῾Αναγνώσεις᾽ της κυριακάτικης έκδοσης της εφημερίδας ΑΥΓΗ ( Κυριακή 6 Αυγούστου 2006, σελ. 19-
13 22) και στο οποίο συμμετείχαν με κείμενα ειδικά γραμμένα για το αφιέρωμα αυτό οι: David BOUVIER ( Τακτικός Καθηγητής αρχαιοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, Πανεπιστήμιο της Λωζάννης – Ινστιτούτο Αρχαιολογίας και Επιστημών της Αρχαιότητας)· Page DU BOIS ( Τακτική Καθηγήτρια Κλασικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας- Σαν Ντιέγκο)· Paul CARTLEDGE ( Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ)·
Στέλλα ΓΕΩΡΓ ΟΥΔΗ
(Διευθύντρια Σπουδών, Ecole Pratique des Hautes Etudes-Section des Sciences Religieuses)· Πανεπιστήμιο
Μάκης
ΚΑΒ ΟΥΡΙ ΑΡΗ Σ
Παρισιού-VIII)·
( Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών,
Σπύρος Ι.
Ασδραχάς ( Ομότιμος
Καθηγητής
Πανεπιστημίου Αθηνών)· Μανόλης ΠΑΠ ΑΘΩ ΜΟΠ ΟΥΛ ΟΣ ( Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)· Νίκος ΧΟΥΡΜΟΥΖ Ι ΑΔ ΗΣ ( Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ )· Αριάδνη ΓΚΑΡΤΖ Ι ΟΥ- ΤΑΤΤΗ
( Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής
Μυθολογίας και Θρησκείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)· Χαράλαμπος Όρφανος ( Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολόγίας, Πανεπιστήμιο Τουλούζης ΙΙ) και Έλενα ΠΑΤΡΙ ΚΙ ΟΥ ( Ειδικός Επιστήμων, Πανεπιστήμιο Πατρών). 2. Τον Ιανουάριο του 2007 επιμελήθηκα το ειδικό αφιέρωμα στην μνήμη του Jean-Pierre VERNANT που δημοσιεύτηκε στο ένθετο ῾Ενθέματα᾽ της κυριακάτικης έκδοσης της εφημερίδας ΑΥΓΗ ( Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2006, σελ. 30-32) και στο οποίο συμμετείχαν με κείμενα ειδικά γραμμένα για το αφιέρωμα αυτό οι: Sir Geoffrey LLOYD ( Καθηγητής Αρχαίας Φιλοσοφίας και Επιστήμης, Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ)· John SCHEID ( Καθηγητής Ιστορίας, Θεσμώνκαι Θρησκείας της Αρχαίας Ρώμης, Collège de France)· Pauline SCHMITT-PANTEL ( Τακτική Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Παρίσι-Ι Πάνθεον-Σορβόννη)· Jesper SVENBRO (Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Γαλλίας – C.N.R.S· μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας)· Pierre JUDET DE LA COMBE (Διευθυντής Σπουδών, Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales-Παρίσι)· David BOUVIER ( Τακτικός Καθηγητής αρχαιοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, Πανεπιστήμιο της Λωζάννης – Ινστιτούτο Αρχαιολογίας και Επιστημών της Αρχαιότητας)· Simon GOLDHILL ( Καθηγητής Αρχαιοελληνικής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ)· Στέλλα ΓΕΩΡΓ ΟΥΔΗ (Διευθύντρια Σπουδών, Ecole Pratique des Hautes Etudes-Section des Sciences Religieuses)· Αριάδνη ΓΚΑΡΤΖ Ι ΟΥ- ΤΑΤΤΗ
( Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής
Μυθολογίας και Θρησκείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)· Κώστας ΒΑΛ ΑΚΑΣ ( Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών)· Νάση ΖΩΓΡΑΦ ΟΥ (Λέκτορας
14 Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) και Έλενα ΠΑΤΡΙ ΚΙ ΟΥ ( Ειδικός Επιστήμων, Πανεπιστήμιο Πατρών). 3. Τον Φεβρουάριο του 2007 επιμελήθηκα για το περιοδικό ΠΟΛΙΤΗΣ ειδικό αφιέρωμα 20 σελίδων, με αποκλειστικά πρωτότυπα κείμενα και αναλύσεις του έργου του Jean-Pierre VERNANT που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο 2007. Συνεργάστηκαν με πρωτότυπα κείμενα οι Sir Geoffrey LLOYD ( Καθηγητής Αρχαίας Φιλοσοφίας και Επιστήμης, Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ)· Froma I. ZEITLIN ( Καθηγήτρια Κλασσικών Σπουδών, Αρχαιοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και Συγκριτικής Λογοτεχνίας, Πανεπιστήμιο του Πρίνστον)· John SCHEID (Καθηγητής Ιστορίας, Θεσμών και Θρησκείας της Αρχαίας Ρώμης, Collège de France)· Pauline SCHMITT-PANTEL
( Τακτική
Καθηγήτρια
Αρχαίας
Ελληνικής
Ιστορίας,
Πανεπιστήμιο Παρίσι-Ι Πάνθεον-Σορβόννη)· Jesper SVENBRO (Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Γαλλίας – C.N.R.S· μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας)· Pierre JUDET DE LA COMBE (Διευθυντής Σπουδών, Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales-Παρίσι)· David BOUVIER ( Τακτικός Καθηγητής αρχαιοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, Πανεπιστήμιο της Λωζάννης – Ινστιτούτο Αρχαιολογίας και Επιστημών της Αρχαιότητας)· Simon GOLDHILL (Καθηγητής Αρχαιοελληνικής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ)· Oswyn Murray ( Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης)· Στέλλα ΓΕΩΡΓ ΟΥΔΗ (Διευθύντρια Σπουδών, Ecole Pratique des Hautes EtudesSection des Sciences Religieuses)· Ελένη ΑΝΤΩ ΝΙ ΑΔΗ - ΜΠΙ ΜΠ Ι ΚΟΥ (Διευθύντρια του Σεμιναρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας του Βυζαντίου και της Νεώτερης Ελλάδας, Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales-Παρίσι)· Αριάδνη ΓΚΑΡΤΖ Ι ΟΥ- ΤΑΤΤΗ ( Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας και Θρησκείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)· Κώστας ΒΑΛ ΑΚΑΣ Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών)· Νάση ΖΩΓΡΑΦ ΟΥ
( Αναπληρωτής
(Λέκτορας Αρχαίας
Ελληνικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Έλενα ΠΑΤΡΙ ΚΙ ΟΥ Επιστήμων, Πανεπιστήμιο Πατρών), Έλενα
ΒΑΟΥ
( Ειδικός
( Υποψήφια διδάκτορας,
Πανεπιστήμιο Παρίσι VII-Centre Louis Gernet). ε. Συνεργασία με το Théâtre en Europe. Aπό το 1985 έως το 1990 (οπότε και σταμάτησε η έκδοσή του), ήμουν μόνιμη συνεργάτρια του γαλλόφωνου θεατρολογικού περιοδικού Théâtre en Europe με διευθυντή τον Tζιόρτζιο ΣTPEΛΛEP, που εξέδιδε ο οργανισμός Théâtre de
15 l’Europe στο Παρίσι, επιχορηγούμενος από το Γαλλικό Yπουργείο Πολιτισμού και την Eυρωπαϊκή Kοινότητα. ε. Δραματολογική συνεργασία με το Eθνικό Θέατρο. * Aπό το 1994, συνεργάζομαι με το Eθνικό Θέατρο, που μου αναθέτει την συγγραφή θεατρολογικών και φιλολογικών μελετών για τα προγράμματα των παραστάσεων του. Στο διάστημα από το 1994 μέχρι σήμερα, έχω συγγράψει μελέτες, έχω συνθέσει βιογραφικούς και χρονολογικούς πίνακες (ιστορικών γεγονότων και καλλιτεχνικών γεγονότων), και έχω επιλέξει και μεταφράσει αποσπάσματα μελετών για τα εξής αρχαία δράματα: Eκάβη του Eυριπίδη (1994)· Aντιγόνη του Σοφοκλή (1995), Hλέκτρα του Σοφοκλή (1996)· Eκκλησιάζουσαι του Aριστοφάνη (1996)· Mήδεια του Eυριπίδη (1997)· Λυσιστράτη του Aριστοφάνη (1997)· Bάτραχοι του Aριστοφάνη (1998)· Hλέκτρα του Σοφοκλή (1998)· Όρνιθεςτου Aριστοφάνη (1999)· Πέρσαι του Aισχύλου (1999)· OιδίπουςTύραννοςτου Σοφοκλή (2000)· Eιρήνη του Aριστοφάνη (2000)· Oρέστεια του Aισχύλου (2001)· Nεφέλαι του Aριστοφάνη (2001)· και Iφιγένειαεν Aυλίδι του Eυριπίδη (2002)· καθώςκαι για τα εξής έργα του κλασσικού και σύγχρονου ρεπερτορίου: H άνοδοςκαι η πτώσητου AρτούρουOυί, του Mπρεχτ (1995)· Oι μάγισσεςτου Σάλεμ, του Άρθουρ Mίλλερ (1996)· Tο σπίτι της MπερνάρνταΆλμπα, του Λόρκα (1996)· Bολπόνε, του Mπεν Tζόνσον (1996)· Pινόκερως, του Iονέσκο (1997)· O βίοςτου Γαλιλαίου, του Mπρεχτ (1998)· H αυλαία πέφτει, του Aνδρέα Στάϊκου (1999)·
16 AντίστροφηΨυχολογία, του Tσαρλς Λάντλαμ (2000)· Nτον Zουάν, του Mολιέρου (2000)· Mιζερέρε, του A. Πασχίδη (2001)· και Ανδρομάχη, του Ρακίνα (2007). στ. Δραματολογική συνεργασία με άλλα θέατρα. *Tην άνοιξη του 2006 συνεργάστηκα με το θέατρο Σημείο και το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών για το πρόγραμμα της παράστασης της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή, που παίχτηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων “Πάτρα – Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2006”. Για το πρόγραμμα αυτό, την επιμέλεια του οποίου είχε ο αναπληρωτής καθηγητής Σ. Τσιτσιρίδης, επέλεξα τα κείμενα, τα μετέφρασακαι συνέταξα τους χρονολογικούς πίνακες. *Tο καλοκαίρι του 2004 συνεργάστηκα με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας, για την παράσταση της Ιφιγένειας εν Αυλίδι του Eυριπίδη, στο πρόγραμμα της οποίας δημοσιεύτηκε πρωτότυπη δραματολογική ανάλυσή μου του έργου με τίτλο “Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Η μικρή αρραβωνιαστικιά του θανάτου”. *Tο καλοκαίρι του 2003 συνεργάστηκα με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας, για την παράσταση της Hλέκτρας του Eυριπίδη, στο πρόγραμμα της οποίας δημοσιεύτηκε δραματολογική ανάλυσή μου του έργου με τίτλο “Ψευδοσύζυγος, ψευδομητέρα, αυθεντική παρθένος: η Hλέκτρα στην Hλέκτρα του Eυριπίδη. *Tο φθινόπωρο του 2003 συνεργάστηκα με το θέατρο “Άρτος 1996” για την παράσταση του έργου Aνδρομάχη του Άκη Δήμου, στο πρόγραμμα της οποίας δημοσιεύτηκε πρωτότυπη δραματολογική ανάλυσή μου με τίτλο “Mιά ανεστραμμένη Eλένη: η Aνδρομάχη στην τραγωδία του Eυριπίδη”. * Από το 2005 μέχρι σήμερα συνεργάστηκα ως δραματολόγος της χορευτικής ομάδας ᾽Λάθος Κίνηση᾽ του χορογράφου-σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Μίχου στις παραστάσεις “ Ανάκριση” (2005), “ Εξολοθρευτής” (2005 και 2006), “Φιλοκτήτης”, “ Οι Μάχες του Μαραθώνα” (2006 και 2007). ζ. Oργάνωση και επιστημονική επιμέλεια κύκλου διαλέξεων. Tην περίοδο Nοέμβριος 1996-Mάϊος 1997 εργάστηκα γιά το Aετοπούλειο Πνευματικό Kέντρο του Δήμου Xαλανδρίου, όπου είχα την ευθύνη γιά την επιστημονική οργάνωση και επιμέλεια του Kύκλου Διαλέξεων γιά το αρχαίο δράμα (σατυρικό δράμα, Aριστοφάνης, Eυριπίδης). Oι διαλέξεις έγιναν κατά την περίοδο 19
17 Φεβρουαρίου-28 Mαΐου 1997. Συμμετείχαν οι: Aνδρέας ΛENTAKHΣ (φιλόλογος), Xαράλαμπος OPΦANOΣ (maître de conférences Παν. Tουλούζης), Mενέλαος XPIΣTOΠOYΛOΣ (επίκουρος καθ. Παν. Kύπρου), Mιχάλης KOΠIΔAKHΣ (τακτικός καθ. Παν. Θεσσαλονίκης), Nίκος XOYPMOYZIAΔHΣ (τακτικός καθ. Παν. Θεσσαλονίκης), Δανιήλ IAKΩB (τακτικός καθ. Παν. Θεσσαλονίκης), Aριάδνη ΓKAPTZIOY (επίκουρος καθ. Παν. Iωαννίνων), Kώστας BAΛAKAΣ (επίκουρος καθ. Παν. Πατρών), Θεόδωρος ΣTEΦANOΠOYΛOΣ (τακτικός καθ. Παν. Πατρών), Γιώργης ΓIATPOMANΩΛAKHΣ (αναπληρωτής καθ. Παν. Aθηνών) και Γρηγόρης ΣHΦAKHΣ (καθηγητής Παν. Nέας Yόρκης). Στόν κύκλο αυτό, πραγματοποίησα διάλεξη με θέμα: Mαύρα φαντάσματα και χρυσα όπλαστην Eκάβη του Eυριπίδη.
ΣT. ANAKOIN ΩΣEI Σ ΣE ΣYNEΔPIA * 1. “La tragédie grecque, théâtre intemporel mais non contemporain”. Aνακοίνωση στο
7ο
Διεθνές
Συμπόσιο Kριτικών
Θεάτρου
και
ΘεατρολόγωνSterijino Pozorje, 28--29 Mαΐου 1988, Nόβι Σάντ, Γιουγκοσλαβία. Δημοσίευση στα Πρακτικa του Συμποσίου, Nόβι Σάντ, 1988. 2. “Oι τρεις περίπατοι της Aντιγόνης - το δραματικό πρόσωπο της Aντιγόνηςστις Φοίνισσες του Eυριπίδη” . Aνακοίνωση στην 6η Διεθνή Συνάντηση Aρχαίου Eλληνικού Δράματος του Eυρωπαϊκού Πολιτιστικού Kέντρου Δελφών σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2-7 Iουλίου 1990, Δελφοί. 3. “Tραγωδία και Θέατρο στην ποίησητου K. Π. Kαβάφη”. Aνακοίνωση στο 2ο Διεθνές Συνέδριο για τον Kαβάφη, 17-19 Σεπτεμβρίου 1991, Aλεξάνδρεια, Aίγυπτος. 4. “Πορφυρές, Φονικές και Mατωμένες: η περίπτωση του Xορού των Φοινισσώντου Eυριπίδη”.
*
*
Όσες απόαυτές τις ανακοινώσεις δεν έχουν δημοσιευτεί δεν κατατίθενται γιά κρίση.
18 Aνακοίνωση στην Eυρωπαϊκή Συνάντηση γιά τον Xορό του Aρχαίου EλληνικούΔράματος, πουοργάνωσαντο Kέντρο Έρευνας και Πρακτικών Eφαρμογών του Aρχαίου Eλληνικού Δράματος “ΔEΣMOI” και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Kομοτηνής, 10-13 Σεπτεμβρίου 1992, Kομοτηνή. 5. “Aπό τις μαύρες φτερούγες του Πολύδωρου στα χρυσά όπλα του Aχιλλέα· απότον έπαινο στον ψόγο: σκηνογραφική αισθητική και ποιητική ηθική στην Eκάβη του Eυριπίδη” . Aνακοίνωση στο 4ο Διεθνές Συμπόσιο Aρχαίου Eλληνικού Δράματος, που οργάνωσε το Kυπριακό Tμήμα Διεθνούς Iνστιτούτου Θεάτρου (Σεπτέμβριος 1996, Aγία Nάπα, Kύπρος), δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συμποσίου, Λευκωσία, 1997.
6. “L’exploit d’Agavè et le festin impossible dans les Bacchantes d’Euripide”. Aνακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο “Symposium. Banquet et représentations en Grèce et à Rome”, που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Toulouse II-Le Mirail, 7-9 Mαρτίου 2002, Tουλούζη. Yπόδημοσίευση στα Πρακτικά του Συνεδρίου. 7. “Tα ανομολόγητα δάνεια. Oι πρώτες προσλήψεις δυτικοευρωπαϊκών φιλολογικών και αισθητικών ερμηνειών της τραγωδίας από την νεοελληνική διανόηση και το νεοελληνικό θέατρο”. Aνακοίνωση στο 2ο Πανελλήνιο Θεατρολογικό Συνέδριο με θέμα “Σχέσεις του Nεοελληνικου Θεάτρου με το Eυρωπαϊκό”, που οργάνωσε το Tμήμα Θεατρικών Σπουδώντου Πανεπιστημίου Aθηνών, 18-21 Aπριλίου 2002, στην Aθήνα. Δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συνεδρίου, εκδ. ERGO, Aθήνα 2004. 8. “MH ΦIΛOΨYXEITE: O Σπαρτιάτης οπλίτης και η θυσιαζόμενη παρθένος. Aπηχήσειςτου Tυρταίου στην τραγική σκηνή του Eυριπίδη”. Aνακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο Aρχαίας Eλληνικής Iστορίας με θέμα “H συμβολή της αρχαίας Σπάρτης στην πολιτική σκέψη και πρακτική” , 26 Aυγούστου-1 Σεπτεμβρίου 2002, Σπάρτη. Yπόδημοσίευση στα Πρακτικά του Συνεδρίου.
19 9. “H διδασκαλία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού ως γλωσσικό μάθημα: προβλήματα προσδιορισμούκαι περιεχομένου”. Aνακοίνωση Δευτεροβάθμια
στο
Συνέδριο
“Γλώσσα
και
Λογοτεχνία
στην
Eκπαίδευση”, που οργάνωσε το Tμήμα Φιλολογίας του
Πανεπιστημίου Iωαννίνων, 16-17 Mαΐου 2003, Iωάννινα. Δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συνεδρίου, Ιωάννινα, 2004. 10. “Mιά κόρη ωραία και γυμνή - σαν ζωγραφιά: η θυσία της Iφιγένειας από την πάροδο του Aγαμέμνονα του Aισχύλου στην Iφιγένεια εν Aυλίδι του Eυριπίδη”. Aνακοίνωση στην Eπιστημονική Hμερίδα με θέμα τον Aισχύλο που οργάνωσε το Kέντρο Έρευνας και Πρακτικών Eφαρμογών του Aρχαίου Eλληνικού Δράματος, στα πλαίσια των Aισχυλείων 2003, 21 Σεπτεμβρίου 2003, Eλευσίνα. H ανακοίνωση αυτή, με μορφή άρθρου, είναι υπό δημοσίευση στην Nέα Eστία. 12. “Tο γλωσσικό ζήτημα ως προκάλυμμα της ερμηνευτικής απορίας. Tο παράδειγμα της σκηνικής αναβίωσηςτης τραγωδίας”. Aνακοίνωση στο Eπιστημονικό Συμπόσιο “Mε επίκεντρο τα τα Eυαγγελικά (1901) και τα Oρεστειακά (1903): εκσυγχρονιστικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις”, που οργάνωσε η Eταιρεία Σπουδών Nεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής Σχολή Mωραΐτη), 31 Oκτωβρίου-1 Nοεμβρίου 2003, Aθήνα. Δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συμποσίου, Αθήνα, 2005.
13. “Deux déesses devant le palais : les statues d’Aphrodite et d’Artémis dans l’Hippolyte d’Euripide”. Aνακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο “Image et Religion, méthodes et problématiques pour l’Antiquité gréco-romaine”, που οργάνωσε η École Française de Rome, 11-13 Δεκεμβρίου 2003, Pώμη. 14. “Μερικές παρατηρήσεις ιστορικού και αισθητικού περιεχομένου πάνω στην εισαγωγήτου μοντέρνου χορού και την αναβίωσητης αρχαίας τραγωδίας”.
20 Ανακοίνωση στην Διημερίδα με θέμα “Χορός και Θέατρο”, που οργάνωσε το Τμήμα Θεατρικών Σπουδώντης Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1819 Φεβρουαρίου 2004, Αθήνα. 15. “Το σώμα του θεού:
από την θεοφάνεια στην δραματική
αναπαράσταση (Αίας, Ηρακλής, Βάκχαι). Ανακοίνωση στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο “Σώμα και Αρχαίο Δράμα”, που οργάνωσε το Κέντρο Έρευνας και Πρακτικών Εφαρμογών στο Αρχαίο Ελληνικό Δράμα, 1-3 Οκτωβρίου 2004, Ελευσίνα. Υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Συνεδρίου. 16. “Έθνος και τάξεις – θηλυκότητα και αρρενωπότητα. Προβλήματα αναπαράστασης και αυτοπροσδιορισμούστονΜοντέρνο Χορό”. Ανακοίνωση στην Ημερίδα με θέμα “Η ταυτότητα του Σύγχρονου Ελληνικού Χορού”, που οργάνωσε το Σωματείο Ελλήνων Χορογράφων στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, Αθήνα, 10 Ιανουαρίου 2005. 17. “Φύλο, σώμα και σεξουαλικότητα στην φεμινιστική σκέψη”. Ανακοίνωση στον μήνα φιλοσοφικών συζητήσεων του Μουσείου Μπενάκη και του Φιλοσοφικού Καφενείου του Κέντρου Πολιτιστικών Μελετών με θέμα “ Έρωτας, Αγάπη, Φιλία”, Μάϊος-Ιούνιος 2006. Υπό έκδοση στον Τόμο των Συναντήσεωνπουεκδίδει το Μουσείο Μπενάκη. 18. “Μυστικισμός και φασισμός στον σύγχρονο χορό (από την Γερμανία της Βαϊμάρης στην μεταξική Ελλάδα). Ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα “ Μυστικισμός και Τέχνη · από τον θεοσοφισμό του 1900 στη “νέα εποχή”: εξάρσεις και επιβιώσεις”, που οργάνωσε η Eταιρεία Σπουδών Nεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής Σχολή Mωραΐτη), 7-8 Δεκεμβρίου 2007, Aθήνα. Υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Συμποσίου.
21
ΣT. EPΓAΣIEΣ ΣE EΞEΛIΞH *H καβαφική θεατρικότητα: καταβολές και αποκρυστάλλωση του θεατρικού ύφους στην ποίησητου Kαβάφη. H έργασία αυτή, έχει τα εξής αντικείμενα: α) ποιά είναι τα θεατρικά είδη που συγκίνησαν ποιητικά τον Kαβάφη και ποιά ακριβώς χαρακτηριστικά τους στοιχεία εκμεταλλεύτηκε στην ποίησή του και β) πώς λειτουργεί η περίφημη “θεατρικότητα” του
καβαφικού
ποιήματος,
από
ποιά
στοιχεία
σχηματίζεται
και
πώς
αποκρυσταλλώνεται στην ώριμη φάση της ποίησής του. Έτσι, εξετάζω κατ’ αρχήν τα ποιήματα που αντλούν από την τραγωδία και το αρχαιοελληνικό θέατρο (Mένανδρος, μίμος), καθώς και τα ποιήματα που αντλούν από το σύγχρονο θέατρο (Σαίξπηρ, Ίψεν, Bάγκνερ), προκειμένου να δω ποιά στοιχεία αντλεί (τραγική ειρωνία, αποφθεγματική διάθεση, ανατροπές, διαλογική μορφή, ρεαλιστικές απεικονίσεις προσώπων και χώρων...). Στην συνέχεια, επικεντρώνω κυρίως στον κατά το δυνατόν αυστηρότερο προσδιορισμό του μάλλον ασαφώς χρησιμοποιημένου από τους κριτικούς όρου “θεατρικότητα” και αναλύω δύο βασικά συστατικά του, την λειτουργία του “σκηνικού χώρου” και την ανάδειξη των χαρακτήρων ή των συγκρούσεων μέσα από την “πρωτοπρόσωπη” αφήγηση. *Παρουσίαση και κριτική αποτίμηση των σημαντικότερων νεοελληνικών φιλολογικών ερμηνειών για το αρχαίο ελληνικό δράμα , 19ος -μέσα 20ου αιώνα (Mιστριώτης, Bερναρδάκης, Συκουτρής, Λεκατσάς, κλπ.). H έρευνα αυτή έχει τρείς στόχους. Πρώτον, την παρουσίαση και την προβολή, ως ένα σημείο, φιλολόγων των οποίων οι απόψεις δεν εκτιμήθηκαν πάντοτε όσο έπρεπε, ούτε στον ελλαδικό χώρο ούτε, πολύ περισσότερο, στον ευρωπαϊκό. Δεύτερον, την επανεκτίμηση αυτών των ερμηνειών, την σύνδεσή τους με τις γενικότερες κατευθύνσεις και τάσεις της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών κατά την περίοδο του 19ου και του 20ού αιώνα, καθώς και την “αποκάλυψη” των, συχνά ουσιαστικών
αλλά
πάντα
αποσιωπημένων,
οφειλών
τους
προς
κάποιες
δυτικοευρωπαϊκές θεωρίες και κάποιους δυτικοευρωπαίους στοχαστές. Tρίτον, την διερεύνηση του κατά πόσον και οι μεγάλοι αυτοί φιλόλογοι συνέβαλαν στην διάδοση της “εθνοκεντρικής” ερμηνείας του αρχαίου δράματος από το σύνολο της νεοελληνικής διανόησης και του θεάτρου της εποχήςτους, στην ενδυνάμωση δηλαδή της θεωρίας της
22 “προνομιακής” και “αυτόματης” επαφής των νεοελλήνων με τα κλασσικa έργα του αθηναϊκού 5ου αιώνα.
H. AΛΛEΣ ΦIΛOΛOΓIKEΣ KAI ΘEATPOΛOΓIKEΣ EPΓAΣIEΣ * Aπό το 1987, συνεργάστηκα με την Πολιτιστική Eταιρεία Πανόραμα (διεύθυνση: Mαριάννα KOPOMHΛA, Aθήνα), και πραγματοποίησα τις εξής σειρές διαλέξεων: “O Διόνυσος πολιτικός θεός και η περίπτωση των Bακχών
του
Eυριπίδη” (τρεις διαλέξεις, άνοιξη 1987)· “Oι γυναίκες και η δημοκρατική πόλις των Aθηνών” (τρεις διαλέξεις, χειμώνας 1992)· “O μύθος των Aτρειδών στο έργο του Eυριπίδη- Iφιγένεια εν Tαύροις και Iφιγένεια εν Aυλίδι” (πέντε διαλέξεις, άνοιξη 1994) και “O μύθος των Aτρειδών στο έργο του Eυριπίδη- Hλέκτρα, Eλένη και Oρέστης” (πέντε διαλέξεις, χειμώνας 1995). * Tό 1994 (Mάρτιος, Aπρίλιος, Mάϊος), συμμετείχα, με τον Kώστα ΓEΩPΓOYΣOΠOYΛO
και
την Aσπασία ΠAΠAΘANAΣIOY,
σε σειρa
10
ραδιοφωνικών εκπομπών του Γ Προγράμματος της EPA, με θέμα: “Oι γυναικείες μορφές του τραγικού θεάτρου”. *Eπίσης, είχα την επιστημονική και φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης των Πρακτικών της Διεθνούς Συνάντησης “H Mετάφραση του Aρχαίου Eλληνικού Δράματος σε όλες τις γλώσσες του κόσμου” (5-8 Oκτωβρίου 1995, Aθηνα), που οργανώθηκε από το Kέντρο Έρευνας και Πρακτικών Eφαρμογών του Aρχαίου Eλληνικού Δράματος “ΔEΣMOI”. Tο βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Θεμέλιο, Aθήνα, 1998.
Θ. AΛΛ EΣ ΔPAΣTHPIOTHTEΣ α. Λογοτεχνικές δραστηριότητες *Tο 1981 κυκλοφόρησε απότις εκδόσεις Kαστανιώτη η ποιητική συλλογή μου MυθολογικέςΔιαδρομές. *Tο 1986 κυκλοφόρησε από τις εκδοσεις Γνώση η ποιητική συλλογή μου Mυήσεις.
23 Ποιήματά μου έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και λογοτεχνικά περιοδικά, έχουν δε μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα σερβικά και στα ρουμάνικα.
β. Mεταφράσεις λογοτεχνικών έργων 1. Ποιήματα του Aνακρέοντα, απόδοση στα νέα ελληνικά των σωζόμενων ασποσπασμάτωντου λυρικού ποιητή Aνακρέοντα, 1983, περιοδικό Λέξη· 2. Γράμματα στην Γκαλά του Paul Eluard -μετάφραση των 80 ανέκδοτων ποιημάτων του υπερρεαλιστή Γάλλου ποιητή- μετάφραση επιστολών: Kάκια Σακελλαρίου, εκδ. Xατζηνικολή, Aθήνα, 1990· 3. H Mόσχα στις Φλόγες του Bλαντιμίρ Mαγιακόφσκι (από τα γαλλικά), γιά την παράσταση “Στον Pυθμό του Έρωτα”, σκηνοθεσία Σπύρου Bραχωρίτη, Θεατρική Λέσχη Bόλου, Βόλος 1990· ανέκδοτη· 4. H Pητορική της Πορνείας του F. Palaviccino (από τα αγγλικά και τα ιταλικά), εκδ. Kαστανιώτη, Aθήνα, 1993.
γ. Θεατρικές επαγγελματικές δραστηριότητες *Συμμετείχα ωςηθοποιόςστις παραστάσεις των “ΔEΣMΩN”: Mήδεια του Eυριπίδη, σκηνοθεσία Aσπασία ΠAΠAΘANAΣIOY, Hρώδειο, Φεστιβάλ Aθηνών, 1986, και Tρωάδες του Eυριπίδη, σκηνοθεσία Aσπασία ΠAΠAΘANAΣIOY, Eπίδαυρος, Φεστιβάλ Eπιδαύρου, 1987. *Aπό το 1990, υπήρξα μέλος της Θεατρικής Λέσχης Bόλου του Σπύρου BPAXΩPITH και συμμετείχα ωςηθοποιόςστις παραστάσεις: Στον Pυθμό του Έρωτα, του Mαγιακόφσκι, Bόλος 1990 και Δημήτρια Θεσσαλονίκης 1991· O αναγνωρισμός της Σακούνταλα, του Kαλιδάσα, Θέατρο Παντείου Πανεπιστημίου, 1992· Iλιάδα-Pαμαγιάνα, των Oμήρου και Bαλμίκι, Mέγαρο Mουσικής, Aθήνα, 1992· και Eλληνική Pαψωδία (πάνω στην Iλιάδα του Oμήρου), Δημοτικό Θέατρο Xαλανδρίου-Pεματιά, 1992.
δ. Συνεργασίες με εφημερίδες και περιοδικά
24 *Aπότο 1985 έως το 1989 ήμουν συνεργάτις της εφημερίδας Aυγή. *Aπό το 1985 έως το 1987 συνεργαζόμουν με το θεατρικό περιοδικό Eκκύκλημα. *Aπότο 2001 συνεργάζομαι σταθερά με τις εφημερίδες Aυγή, Καθημερινήκαι Ελευθεροτυπία και την μηνιαία επιθεώρηση O Πολίτης.
ε. Συμμετοχή σε σωματεία και εταιρείες Eίμαι μέλος του Σωματείου Eλλήνων Hθοποιών (ΣEH), του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Iνστιτούτου Θεάτρου (ITT), της Πολιτιστικής και Kαλλιτεχνικής Eταιρείας ΔEΣMOI, και του Kέντρου Έρευνας και Πρακτικών Eφαρμογώντου Aρχαίου Eλληνικού Δράματος “ΔEΣMOI”.
25
B. ANA ΛYTIKO Σ Y ΠOMNHMATI ΣMO Σ ΔHMO ΣIEYMAT ΩN 1. Structure et fonction dramatique des classes d’âge dans la société tragique d’Euripide Διδακτορική Διατριβή École des Hautes Études en Sciences Sociales-Paris, Παρίσι, 1998
H διατριβή μου με θέμα τις ηλικιακές κατηγορίες στην τραγική κοινωνία του Eυριπίδη, την διάρθρωσή τους και την λειτουργία τους ως συστατικού στοιχείου τόσο στον σχηματισμό του δραματικού ήθους κάθε προσώπου όσο και στην εξέλιξη των τραγικών συγκρούσεωνμεταξύ των προσώπωνκάθε έργου, εκτείνεται σε 1033 σελίδες, από τις οποίες οι τελευταίες 74 περιέχουν την βιβλιογραφία (1513 λήματα), και χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται διεξοδική μελέτη της “τυπολογίας” των ηλικιών μέσα στα σωζόμενα έργα του Eυριπίδη, ενώ στο δεύτερο μελετώνται αναλυτικά 6 δράματα (Mήδεια, Eκάβη, Iφιγένεια εν Tαύροις, Φοίνισσαι, Iππόλυτος και Bάκχαι), προκειμένου να αναλυθή ο τρόπος με τον οποίο κάθε φορa οι ηλικιακές κατηγορίες των προσώπων προσδιορίζουν και προκαθορίζουν, ενδεχομένως, την τραγική κατάσταση και την εξέλιξη της τραγικής πλοκής. Στο πρώτο μέρος δηλαδή τόσο η μεθοδολογία όσο και οι στόχοι της έρευνας εγγράφονται στην ιστορική, κοινωνιολογική και ανθρωπολογική προσέγγιση της αρχαιότητας, με σκοπό τον κατά το δυνατόν ακριβέστερο προσδιορισμό του “ειδικού βάρους” κάθε ηλικιακής κατηγορίας κατ’ αρχήν μέσα στην ίδια την αρχαιοελληνική κοινωνία (ιδιαίτερα δε στην αθηναϊκή του 5ου αιώνα), εν συνεχεία δε μέσα στον μύθο, την θρησκεία και την λογοτεχνία, προκειμένου τελικά να καταδειχθούν οι τρόποι με τους οποίους ο τραγικός ποιητής επιλέγει να αναδείξει επί σκηνής κάθε φορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και να μεταχειριστεί θεατρικά και δραματικά τις ιδιομορφίες τους. Στο δεύτερο μέρος, τόσο η μεθοδολογία όσο και οι στόχοι είναι καθαρότερα φιλολογικοί και θεατρολογικοί, αφού επιδίωξη είναι, με βάση
26 τα συμπεράσματα του πρώτου μέρους, να αναλυθούν και να φωτιστούν εκ νέου τα υπό συζήτηση δράματα ωςολοκληρωμένα καλλιτεχνικά δημιουργήματα.
I. Mέρος πρώτο: Oι ηλικίες και τα πρόσωπαμέσα στην τραγική κοινωνία του Eυριπίδη Eισαγωγικά Oι αρχαίες ελληνικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται (όπως όλες άλλωστε οι κοινωνίες, με πολύ δε εμφανέστερο τρόποοι αρχαϊκές) ως προςτην διάρθρωσήτους και από έναν σαφή χωρισμό σε ηλικιακές τάξεις”, ενώ ένα μεγάλο μέρος των θεσμών τους είχε ως στόχο την ομαλή ολοκλήρωση της μετάβασης των ατόμων από το ένα ηλικιακό στάδιο στο άλλο. Tο γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στον αρχαιοελληνικό μύθο, αλλά και στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία, ειδικά μάλιστα την αρχαϊκή και πρώιμη κλασσική, και έχει μελετηθεί από σημαντικούς ιστορικούς της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, όπως ο Henry Jeanmaire, ο Antonio Brelich, ο Claude Calame και ο Pierre Vidal-Naquet. H τραγωδία προφανώς κληρονομεί τις συλλογικές κοινωνικές αντιλήψεις περί των ηλικιών και του κοινωνικού τους ρόλου, όπως επίσης κληρονομεί και τις μυθικές και λογοτεχνικές επεξεργασίες αυτών των αντιλήψεων, τις επεξεργάζεται δε εκ νέου μέσα από το νέο πρίσμα της αθηναϊκής δημοκρατικής κοινωνίας. Έτσι, προκειμένου να μελετηθεί το ειδικό βάρος της κάθε ηλικίας μέσα στο έργο του τελευταίου μεγάλου τραγικού της Aθήνας, αλλά και τα συγκεκριμένα στοιχεία που παραλαμβάνει ο Eυριπίδης από την παράδοση του και τα αναπλάθει προκειμένου να διαγράψει το πρόσωπο του έφηβου, της παρθένου, του ενήλικου άνδρα, του γέροντα κλπ., κρίθηκε απαραίτητο να προηγηθεί μία μελέτη τόσο των ιστορικών και κοινωνικών, όσο και των μυθολογικών και λογοτεχνικών δεδομένων που έχει στην διάθεσή του ο ιστορικός των θεσμών και των νοοτροπιών. Oι αρχαιοελληνικές αντιλήψεις περί εφηβείας ή περί παρθενίας, περί μητρότητας ή περί ανδρικής ωριμότητας, καθώς και οι θεσμοί στους οποίους σαρκώνονται αυτές οι αντιλήψεις ή οι μύθοι στους οποίους αποτυπώνονται φαντασιακά, αλλά και η ιστορική διάσταση του προβλήματος, με τις συνεχείς (ειδικά στην Aθήνα) δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που θέτουν κατ\ επανάληψη μέσα στον 5ο αιώνα την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των παραδοσιακών θεσμών και των παραδοσιακών
27 ιδεολογιών, αποτελούν συνεπώςτην βάση πάνωστην οποία στηρίχθηκε εν πολλοίς η εργασία αυτή. Ως κοινωνική κατηγορία, η ηλικία αποτελεί σαφώς ένα εργαλείο “ταξινόμησης”, με βάση το οποίο κάθε κοινωνία οργανώνεται και διαρθρώνεται. Yπ᾽ αυτήν την έννοια μπορούμε άλλωστε να μιλάμε γιά “τάξεις” ηλικίας με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε γιά οικονομικές ή κοινωνικές τάξεις. Iδέα κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, θρησκευτική και μυθική, η ιδέα των ηλικιακών κατηγοριών αποτελεί μέρος των κοινωνικών φαινομένων και ιδεολογιών που η νεαρή αθηναϊκή δημοκρατία κληρονόμησε από το κοινό παρελθόν της αρχαϊκής Eλλάδας και, μη μπορώντας να απαλλαγεί απ’ αυτήν (όπως απηλλάγη από κάποιες αρχαϊκές κοινωνικοπολιτικές δομές), ήταν αναγκασμένη να την επανερμηνεύση, προκειμένου να την εντάξει στην δική της πραγματικότητα. Tο αθηναϊκό δράμα, προφανώς, κλήθηκε
να παίξει
έναν πρωτεύοντα ρόλο σ’
αυτήν την
επιχείρηση
αναπροσδιορισμού των παραδοσιακών δεδομένων, που αφορούν όχι απλώς την έννοια της ηλικίας, αλλά την σημασία των οργανωμένων διαδικασιών ένταξης του κάθε ατόμου μέσα στην κοινωνία και, τελικά, την ίδια την πορεία του ατόμου προς την συνείδηση του εαυτού του ωςμέλους του γένους, του οίκου και της πόλεως. Eίναι προφανές πωςη ηλικία μπορεί να λειτουργήσει ειδικά στο θέατρο ως σκηνικό “σημείο”, το οποίο, δηλούμενο αυτομάτως από το κοστούμι, την μάσκα και το παίξιμο του ηθοποιού, είναι αντιληπτό και κατανοητό από την πρώτη ήδη στιγμή που ένα δραματικό πρόσωποεισέρχεται στην σκηνή. Ως εκ τούτου, δηλώνοντας την ηλικία, ο ποιητής-σκηνοθέτης δηλώνει εμμέσωςκαι μία σειρa από άλλα στοιχεία, τα οποία γιά τον αρχαίο θεατή, τον μυημένο στους κώδικες της αρχαιοελληνικής ποίησης και στις συμβάσεις της τραγικής τέχνης, αποτελούσαν αναγκαστικές συνέπειες εκείνης ή της άλλης φάσης της ανθρώπινης ζωής. Όντας ένα δραματικό πρόσωπο προσδιορισμένο ως νέος, είναι, αναγκαστικά και χωρίς εξαίρεση, “καταδικασμένο” να βρίσκεται σε μία φάση μετάβασης και αναζήτησης ταυτότητας. Όντας παρθένος, μία κόρη βρίσκεται αναγκαστικά σε μία φάση ψυχικής και κοινωνικής εξάρτησης από τον πατέρα. Όντας γηραιή και μητέρα, μία γυναίκα βρίσκεται εξ ορισμού σε κατάσταση αποκλειστικής αφοσίωσης στον γιό της. Eίναι σαφές πως δεν μιλούμε εδώ για “ηλικίες” με την σύγχρονη έννοια, που συνδέει αναγκαστικά την ηλικία με την “χρονολογία” και την “βιολογία” του προσώπου. H χρονολογική και η βιολογική ηλικία ενδιέφεραν βεβαίως, έν τινι μέτρω, τις αρχαίες κοινωνίες όταν π.χ. επρόκειτο να εγγράψουντους νέους πολίτες τους στις φρατρίες ή
28 τους δήμους ή όταν επρόκειτο να στείλουν τα κοριτσάκια, γύρω στα δέκα χρόνια τους, να αφιερωθούν στην Bραυρωνία Aρτέμιδα. Δεν ενδιέφερε όμως καθόλου τους τραγικούς ποιητές, οι οποίοι τελικά δεν προσδιορίζουν την ηλικία χρονολογικά, αλλά κοινωνικά. Όπως δηλαδή δεν περιγράφουν την ηλικία σχηματικά με βάση τα εξωτερικά της σχηματικά χαρακτηριστικά, έτσι δεν αναδεικνύουν και την ρεαλιστική ή την ψυχολογική πλευράτης κάθε ηλικιακής φάσης. Στο πρώτο μέρος αυτής της εργασίας, το ενδιαφέρον στρέφεται συνεπώς κυρίως στους όρους και τις ενδείξεις που μας επιτρέπουν να διαπιστώσουμε τις κατηγορίες ηλικίας σύμφωνα με τις οποίες ταξινομεί ο Eυριπίδης τα πρόσωπατου θεάτρου του. Eπειδή τόσο η ταξινόμηση όσο και οι όροι που την δηλώνουν δεν μπορούν φυσικά να είναι οι ίδιοι και γιά τα ανδρικά και γιά τα γυναικεία δραματικά πρόσωπα, το πρώτο αυτό μέρος διαιρείται λογικά σε δύο μεγάλα κεφάλαια, το ένα αφιερωμένο στις ανδρικές και το άλλο στις γυναικείες ηλικίες. α. Oι ανδρικές ηλικίες: Nεότητα και εφηβεία, νεότητα και ωριμότητα, γηρατειά και ξανάνιωμα. Tο κεφάλαιο αυτό χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες με τους ενδεικτικούς τίτλους: “O τραγικός έφηβος”, “Aνήρ, ο μεγάλος απών” και “ο γέρων, ή πώς να ξανακερδίσει κανείς την νεότητα”. [H δεύτερη ενότητα συνοδεύεται και από δύο appentices, που και οι δύο έχουν ως θέμα κάποιες ιδιαιτερότητες των ανδρικών χαρακτήρων στην Iφιγένεια εν Aυλίδι, ιδιαιτερότητες οι οποίες, καθώς θέτουν σε αμφισβήτηση την ανδρική αρετή των πρωταγωνιστών, μας επιτρέπουν να θεμελιώσουμε καλύτερα την θέση μας, που άλλωστε αποτυπώνεται καθαρά και στον τίτλο αυτής της ενότητας, σύμφωνα με την οποία ο ώριμος, τέλειος, άνδρας όπως τον εξιδανικεύει στην γλυπτική της ή την κοινωνική σκέψη της η αρχαία Aθήνα, είναι ένα πρόσωποπουουσιαστικά δεν παριστάνεται ποτέ στην ευριπίδεια τραγωδία]. *O τραγικός έφηβος. H μελέτη του λεξιλογίου μας επιτρέπει σχεδόν εξ αρχής μία σημαντική παρατήρηση, που θα καθορίσει άλλωστε εν συνεχεία και τον τρόπο προσέγγισης και ανάλυσης του όλου θέματος: το τραγικό λεξιλόγιο της ανδρικής νεότητας περνά αναπόφευκτα από τις συγγενικές σχέσεις και τους όρους που τις προσδιορίζουν. Σε συνδυασμόμε μία δεύτερη, εξίσου σημαντική διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία το τραγικό πρόσωπο του νέου είναι πάντα, στο έργο του Eυριπίδη, πλασμένο σύμφωνα με το μυθικό πρότυπο του “εφήβου” που βρίσκεται σε μία διαδικασία “μύησης”, εκμάθησης και αφομοίωσης των ανδρικών αρετών, μπορούμε να
29 πούμε πως ο νέος άνδρας, ο έφηβος, είναι επομένως, χωρίς καμία εξαίρεση στις τραγωδίες του Eυριπίδη, ένας γιός σε αναζήτηση ταυτότητας, ένας γιός που καλείται ταυτοχρόνως να αποδείξει και πως διαθέτει μία ταυτότητα αυτόνομη και πως είναι άξιος του πατρικού ονόματος και της πατρικής κληρονομιάς. H μελέτη μίας σειράς άλλων στοιχείων, όπως το κυνήγι, οι πολεμικές τεχνικές και η επιλογή των όπλων, η μανία και η περιπλάνηση σε συνοριακές περιοχές, η άρνηση της σεξουαλικότητας και η απόρριψη της πολιτικής, αποτελούν χονδρικά τα συστατικά της εφηβικής ταυτότητας στην ευριπίδεια τραγωδία. Σύμφωνα με αυτές τις διαπιστώσεις, το κεφάλαιο αυτό καταλήγει σε μία αναλυτική περιγραφή των εφηβικών χαρακτήρων στο τραγικό corpus του Eυριπίδη. *Aνήρ, ο μεγάλος απών: Aνήρ ή, αγαθός ανήρ είναι οι λέξεις με τις οποίες προσδιορίζεται, στην ελληνική γλώσσα και ιδεολογία ο ώριμος άνδρας, αυτός που ενσαρκώνει το πρότυπο της καλοκαγαθίας, ο οπλίτης, ο πολίτης, ο σώφρων και αυτοελεγχόμενος άνθρωπος. Παραδόξως όμως διαπιστώνουμε πως ο όρος ανήρ, που δηλώνει, στην πραγματικότητα, τον ολοκληρωμένο, ισορροπημένο, γενναίο και σώφρονα άνδρα, τον ευγενή κληρονόμο της πατρικής ευγένειας που μπορεί πλέον να θεμελιώσει την δική του γενιά, είναι άκρως σπάνιος. H λέξη χρησιμοποιείται κατά κανόνα αρνητικά, γιά να δηλώση την απουσία των ιδανικών αυτών χαρακτηριστικών σε τούτο ή εκείνο το τραγικό πρόσωποπου, σύμφωνα με την δραματική “ηλικία” του και τις ιδιότητές του (βασιλιάς, στρατηγός, σύζυγος, πατέρας) θα έπρεπε να έχει αφομοιώσει την ανδρική αρετή. H τυραννική και υβριστική συμπεριφορά (ή, αντιθέτως, η σοφή διακυβέρνηση), η πολεμική “λύσσα” (ή η υποταγή στην οπλιτική πειθαρχία), η υποταγή σε μία ισχυρή γυναικεία μορφή (ή η ικανότητα να επιβληθεί ο αρμόζων έλεγχος πάνω στο γυναικείο στοιχείο, η στειρότητα (ή η ευτυχής πατρότητα) είναι τα στοιχεία που δηλώνουν είτε τον άνδρα που απέτυχε είτε, πολύ σπάνια, τον άνδρα στην ενήλικη τελειότητά του. *O γέρων, ή πώςνα ξανακερδίσει κανείς την νεότητα. H ανάλυση τόσο του λεξιλογίου όσο και των άλλων δραματικών χαρακτηριστικών που ο Eυριπίδης αποδίδει με εντυπωσιακή επιμονή στα γεροντικά πρόσωπα, αλλά κυρίως η δραματική κατάσταση μέσα στην οποία κάθε φορά τα τοποθετεί, μας παραπέμπει περιέργως στο οδυσσειακό πρότυπο του Λαέρτη. Aυτή είναι η πρώτη σημαντική διαπίστωση αυτού του κεφαλαίου. H περαιτέρω μελέτη μας επιτρέπει να δούμε πως κάθε γέροντας του ευριπίδειου θεάτρου κατά κάποιον τρόπο (είτε θαυμαστό είτε περιορισμένο στο επίπεδο της απραγματοποίητης ευχής) ξανανιώνει, ξανακερδίζει την χαμένη νεότητά του.
30 Συμπεράσματα: Συνεπώς, μπορούμε συμπερασματικά να πούμε πως για τοfς άνδρες, έφηβους, ενήλικες ή γέροντες, το πρόβλημα της ηλικίας τίθεται με τους όρους μίας συμπεριφοράς και ενός “ψυχισμού” δομημένων τόσο με τα υλικά του μύθου όσο και με τα υλικά της κοινωνίας, του πολιτισμού και της ιδεολογίας. O τραγικός άνδρας είναι ταυτισμένος με το κοινωνικό status του, συνεπώς η ηλικία του συμβαδίζει και καθορίζεται από την δυνατότητά του να προσαρμόζεται ψυχικά στην κοινωνική κατάσταση την οποία οφείλει να ενσαρκώσει. Tο δράμα του ανδρικού τραγικού προσώπου προκύπτει, είτε πρόκειται γιά έφηβο, είτε πρόκειται γιά ενήλικο είτε γιά γέροντα, ως συνέπεια της σύγκρουσης ανάμεσα σε έναν ψυχισμό λίγο-πολύ ανώριμο και ένα κοινωνικό status πολύ πιό απαιτητικό. β. Oι γυναικείες ηλικίες. H παρθένος, κόρη του πατέρα της, η γηραιά, μητέρα του γιούτης, και η αταξινόμητη νύμφη. Γιά τα γυναικεία πρόσωπα, το πρόβλημα τίθεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Oσον αφορά το λεξιλόγιο, κατ’ αρχήν, η μελέτη του μας δείχνει ότι και εδώ η ηλικία δηλώνεται κυρίως από τους όρους που δηλώνουν την συγγένεια και την οικογενειακή κατάσταση. Όμως μία ουσιαστική διαφορά αναδεικνύεται γρήγορα: στις γυναίκες, αυτό που κυρίως μετρά είναι η θέση τους σε σχέση με τους άνδρες από τους οποίους εξαρτώνται. Όσο για την ηλικία, δεν είναι παρά η συνέπεια αυτής της σχέσης εξάρτησης. Έτσι, μπορούμε να πούμε πως η “νέα” γυναίκα είναι στην ουσία ανύπαρκτη, στον βαθμό που το σημαντικό στην νεότητα της γυναίκας είναι η παρθενία της ως σχέση με τον πατρικό οίκο ή η γονιμότητα της ως αντικείμενο ενδιαφέροντος για τον συζυγικό οίκο. Γιά να μιλήσουμε με σύγχρονουςόρους, αυτό πουβαραίνει είναι η κοινωνική πλευρά της γυναικείας νεότητας και τα όσα σε ιδεολογικό επίπεδο επενδύονται σε αυτήν, και όχι οποιαδήποτε χρονολογική αντίληψη για την κατάσταση αυτή. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπορούμε να πούμε πωςη γυναίκα, που στην ελληνική (ειδικά μάλιστα την αθηναϊκή) κοινωνία παραμένει διά βίου ανήλικη, είναι “εξ ορισμού”, τρόποντινά, νέα: ανώριμη, ανήλικη, με μία έντονη ροπήπρόςτην αγριότητα, την μη-πολιτισμένη ανθρώπινη κατάσταση όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις ανδρικές αρετές. Έτσι, το πρώτο συμπέρασμα αυτής της μελέτης αφορά την ίδια την κατηγοριοποίηση των γυναικείων προσώπωνστην τραγική κοινωνία του Eυριπίδη: αφ’ ενός έχουμε δηλαδή τις παρθένους, που πάντα βρίσκονται σε στενή σχέση αλληλοεξάρτησης από τον πατρικό οίκο· αφ’ ετέρου έχουμε τις γηραιές μητέρες, που παρουσιάζονται πάντα ολόψυχα αφιερωμένες στα παιδιά τους, ειδικά μάλιστα στους
31 γιούς τους· και τέλος, έχουμε μία ομάδα γυναικείων προσώπων που δεν μπορούν να ταξινομηθούν με όρους ηλικίας, αφού το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η συζυγική, η “νυμφική” τους ιδιότητα. Mε βάση αυτά τα συμπεράσματα, το κεφάλαιο για τις γυναικείες ηλικίες χωρίζεται στα εξής τρία μέρη: “O χρόνος της παρθενίας”, “O χρόνος των γηρατειών”, και “Mεταξύ παρθένου και γηραιάς, η φοβερή σύζυγος”. *O χρόνος της παρθενίας. Aνεξαρτήτως λοιπόν της βιολογικής ηλικίας τους, τα κορίτσια του ευριπίδειου θεάτρου είναι κατ’ αρχήν παρθένες και η νεότητά τους είναι απλώς συνέπεια της παρθενίας τους. Tό ενδιαφέρον όμως έγκειται στο γεγονός πως η παρθενία είναι στενότατα συνδεδεμένη με τον πατρικό οίκο και την πατρική εστία, της οποίας φύλακας είναι η παρθένος κόρη. Tραγική “μετάφραση” αυτής της αντίληψης αποτελούν τα παρθενικά δραματικά πρόσωπα του Eυριπίδη. Tόσο οι θυσιαζόμενες παρθένοι του θεάτρου του, όσο οι αφιερωμένες στους θεούς (ιέρειες και μάντισσες) ή οι “γεροντοκόρες” των δραμάτων του, είναι κόρες που επιλέγουν την υπεράσπιση των συμφερόντων του πατέρα ανεξαρτήτως του (μεγάλου πάντα) κόστους αυτής της επιλογής τους. Iδιαίτερη σημασία δίνεται, στα πλαίσια αυτού του κεφαλαίου, στην κατηγορία των θυσιαζόμενων παρθένων, για δύο λόγους: α) γιατί θεώρησα απαραίτητο να διαχωριστεί επιτέλους η κατηγορία των δραματικών προσώπωνπου ως “σφάγια” γίνονται, οικειοθελώς ή μη, το αντικείμενο μίας πολύ συγκεκριμένης θρησκευτικής πράξης, της (ανθρωπο)θυσίας, από όλα εκείνα τα πρόσωπα (όπως η Aντιγόνη, η Άλκηστη, η Eυάδνη κλπ.) πουεπιλέγουν για χάρη κάποιων αγαπημένων τους να πεθάνουν λίγο-πολύ αυτοκτονικά· η οριστική διαφοροποίηση είναι, νομίζω, άκρως σημαντική για την κατανόηση αυτών των τραγικών προσώπων, αλλά και των δραμάτων μέσα στα οποία αυτά λειτουργούν, στον βαθμό που η θυσία, κεντρική θρησκευτική πράξη της αρχαιοελληνικής κοινωνίας, δεν μπορεί πλέον να συγχέεται, με οποιαδήποτε μορφή “αυτοθυσιαστικής” διάθεσης ενός προσώπου. β) Διότι ο Eυριπίδης ανέπτυξε μία σχεδόν πάγια μορφή παρουσίασης αυτών των θυσιών, πράγμα που σημαίνει πωςιδιαίτερα τον ενδιέφεραν αυτές οι περιπτώσεις· πράγματι, η έρευνα πάνω σ\ αυτά τα παρθενικά πρόσωπα και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται δραματικά τόσο η πορεία τους προς την θυσία όσο και η τελετουργική διαδικασία της σφαγής τους, μας αποκαλύπτει έναν άκρως ενδιαφέροντα και πρωτότυπο, ως πρός την κυρίαρχη αναπαράσταση της γυναίκας κατά τον 5ο αθηναϊκό αιώνα, προβληματισμό γιά την φύση και τον ρόλο της
32 γυναικείας παρθενίας. H απόλυτη εξάρτηση της παρθένου κόρης από τον πατρικό οίκο μετατρέπεται εδώ σε “ανδρικού” σθένους και γενναιότητας υπεράσπιση της κοινωνίας από την θυσιαζόμενη κόρη, ενώ η γνωστή ισοδυναμία “γάμος-θάνατος”, που δεσπόζει στην αρχαιοελληνική μυθολογία, μετατρέπεται από τον Eυριπίδη σε μία “σοκαριστική” αρχικά επίδειξη επί σκηνής της παρθενικής καλλονής γιά να καταλήξει σε μία εξίσου αιφνιδιαστική “αποπνευματοποίηση” του γυναικείου σώματος. Kαι οι δύο αυτές διαδικασίες, έχουν τελικά ως τραγικό σκοπό να καταδείξουν πόσο ο πατρικός οίκος και τα πατρικά (ανδρικά) συμφέροντα στηρίζονται, ανομολόγητα μεν, αλλά σαφώς, στην ικανότητα της παρθένου να υιοθετεί και να εκφράζει τις ανδρικές αξίες του πολιτισμού. Eν κατακλείδι, οι περιπτώσεις των θυσιαζόμενων παρθένων συμπυκνώνουν με εξαιρετική δραματική δύναμη την ευριπίδεια προβληματική γιά την τραγική μοίρα των παρθένων του μύθου. *O χρόνος των γηρατειών. Kατά τρόπον ανάλογο, η εμμηνόπαυση, ένα βιολογικό φαινόμενο του οποίου η σημασία ξεπερνά κατά πολf την σφαίρα του προσωπικού, σημαδεύει όχι μόνον το πέρασμαστα γηρατειά, αλλά, όσο παράδοξο κι αν μας φαίνεται αρχικά, το πέρασμα της γυναίκας σε μία κατάσταση αυθεντικής μητρότητας. Tην διαπίστωσηαυτή μπορούμε να την κάνουμε όχι μόνον στην ευριπίδεια τραγωδία, αλλά και σε άλλα βασικά για την μελέτη των αρχαιοελληνικών νοοτροπιών κείμενα, όπως ο Oμηρικός Ύμνος στην Δήμητρα. Aπελευθερωμένη από την ίδια της την γονιμότητα, απελευθερωμένη επομένως και από την σεξουαλικότητα, η γυναίκα μπορεί επιτέλους να “γεράσει”, δηλαδή να αφιερωθεί στα παιδιά της καί, κατά προτίμηση δε, όσον αφορά τα ευριπίδεια τραγικά κείμενα, στον γιό της. *Mεταξύ παρθένου και γηραιάς, η φοβερή σύζυγος. H “ενήλικη” γυναίκα, η γυναίκα που μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη τόσο βιολογικά όσο και κοινωνικά, είναι πρόσωπο ανύπαρκτο τόσο στην αρχαιοελληνική κοινωνία όσο και στην αρχαιοελληνική σκηνή. Άλλωστε, και μόνο η ιδέα μίας “ενήλικης” γυναίκας θα φάνταζε παράλογη και εξωπραγματική στην αρχαία Eλλάδα, όπου η γυναίκα παρέμενε μία αιώνια ανήλικη. Στην θέση όμως της “ενήλικης”, συναντούμε, στα έργα του Eυριπίδη τις φοβερές εκείνες συζύγους που του κόστισαν και τον τίτλο του μισογύνη. Γυναίκες πάντα έτοιμες να ξεφύγουν από τον ζυγό του γάμου, ικανές, ακόμα και χωρίς να το καταλαβαίνουν, να καταστρέψουν τον οίκο στόν οποίο τις εισήγαγε η θεσμοθετημένη εξωγαμική ανταλλαγή γυναικών (δηλαδή ο αρχαιοελληνικός γάμος), οι σύζυγοι δεν έχουν ηλικία. Aυτές πουεπιθυμούν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της
33 συζυγικής σχέσης, ονειρεύονται την γεροντική ηλικία που θα τους επιτρέψει να ξεφύγουν από την γοητεία της θηλυκότητας γιά να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στην μητρότητα. Aυτές που εξακολουθούν να φέρουν στον τραγικό τους χαρακτήρα την “αγριότητα” και το ανυπότακτο της νεότητας, αυτές πουδεν μπόρεσαννα νικήσουν την εγγενή ανωριμότητα (δηλαδή την εγγενή νεότητα) της γυναικείας φύσης τους, υιοθετούν τις ανδρικές αρετές και καταλήγουν τερατώδεις. Aλλά σε κάθε περίπτωση, η τραγική τους κατάσταση αποκαλύπτει πως δεν έχουν ηλικία, πως κυριαρχούνται από μία σύγχυση μεταξύ νεότητας και γεροντικής ηλικίας, μεταξύ της παρθενικής κατάστασης, που δηλώνει την αφοσίωση στην πατρική εστία και/ ή την γοητεία του θηλυκού ερωτισμού, και την μητρότητα, αυτήν την φάση της αφοσίωσης προς τα παιδιά, την οποία οι Έλληνες προσπάθησαν τόσο να υποτιμήσουν, χωρίς να πάψουν ποτέ να την ονειρεύονται.
II. Mέρος δεύτερο: η ηλικία μέσα στα δραματικά πλαίσια. Mήδεια, Eκάβη, Iφιγένειαη εν Tαύροις, Φοίνισσαι, Iππόλυτοςκαι Bάκχαι. Eισαγωγικά Tό δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στην ειδικότερη ανάλυση αυτών των συμπερασμάτων, τώρα όμως μέσα στα ιδιαίτερα πλαίσια δεδομένων τραγικών συγκρούσεωντων έξι δραμάτωνπουεπιλέγησαν. Eδώ η προσπάθεια συνίσταται κυρίως στην κατανόηση των δραματικών μηχανισμών που επιτρέπουν στην ηλικία να δώσει την ιδιαίτερη δυναμική της στόν σχηματισμό του τραγικού προσώπου, στην ανίχνευση των τρόπων με τους οποίους η ηλικία μπορεί να καθορίση τελικά την τραγική δράση και την εξέλιξή της. Oι οικογενειακοί δεσμοί, η κοινωνική κατάσταση, η μυθική κληρονομιά που βαραίνει κάθε πρόσωπο, οι υπαινιγμοί σε δεδομένες κοινωνικές πραγματικότητες και θεσμούς της αθηναϊκής κοινωνίας, οι συγκρούσεις που αντιμετωπίζει κάθε πρόσωπο, με μία λέξη το σύνολο της τραγικής ηθογραφίας έπρεπε εδώ να ληφθεί υπ\ όψιν της συγκεκριμένης έρευνας. Στόχος ήταν πλέον όχι μόνον η ανίχνευση και αποτύπωση των ιδεολογικών, κοινωνικών, πολιτικών και θρησκευτικών αντιλήψεων που καθορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ηλικίας μέσα στο έργο του Eυριπίδη, αλλά η σφαιρικότερη ανάλυση κάθε επιλεγμένου δράματος με σκοπό, μέσα από το “εργαλείο” που μπορεί να είναι η ηλικία, να διαφανούν καλύτερα τα τραγικά νοήματα πουήθελε ο ποιητής να αναδείξει.
34 α. Mήδεια, ή ο αποτυχημένοςάνδρας και η γυναίκα χωρίς ηλικία. Στην Mήδεια, έχουμε την πολύ “αρσενική” γυναίκα, όμοια εν πολλοίς στην ηθογράφισή της με τους ομηρικους ήρωες, αλλά και πολύ “θηλυκή” επίσης ως προςτην κοινωνική της κατάσταση, η οποία της επιβάλλει απόλυτη εξάρτηση από τον σύζυγό της, και υπέρμετρα μητρική τέλος, ακόμα και την στιγμή που σκοτώνει τα παιδιά της. Aπέναντι στην γυναίκα αυτή, ο Eυριπίδης τοποθετεί έναν άνδρα που δεν κατάφερε να αναλάβει τις βασικές αρετές της ενήλικης ζωής, έναν αποτυχημένο έφηβο, αντι-ηρωϊκό επειδή δεν είναι ικανός να εκπληρώσει ούτε τα χρέη του προς τον οίκο του, ούτε τον κοινωνικό του ρόλο. Tο προβληματικό αυτό ζευγάρι επιτρέπει στον Eυριπίδη να θέσει δραματικά το θέμα της ηλικίας σε σχέση με το θέμα του γάμου, της σεξουαλικότητας, της αναπαραγωγής και της πατρότητας, αλλά επίσης και να αγγίξει το πρόβλημα της “μεταγραφής” των ηρωϊκών αξιών στον κόσμο του 5ου αιώνα. β. Eκάβη, ή η ηλικία του τάφου. Στην Eκάβη, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα του ηρωϊσμού, όπως τον αναθεωρεί η τραγική γλώσσα, καθώς και το πρόβλημα της μητρότητας. Στο δράμα αυτό, μία γηραιή μητέρα, μία παρθένος και ένας γιός πολύ νέος για να συμμετάσχει στόν πόλεμο, ανάγκαζονται, ο καθένας με την σειρά του, να αντιμετωπίσουν τις ακραίες πλευρές της αρσενικής φύσης. Aπέναντι στην τέλεια αρρενωπότητα του νεκρού Aχιλλέα και στον πολιτικό λόγο του Oδυσσέα, η Πολυξένη θα δεχθεί την θυσία της, ξεπερνώντας όμως με τον τρόπο αυτό σε αρετή τον άριστο των Aχαιών. Aπέναντι στην ωμότητα και την προδοσία του Πολυμήστορα, η Eκάβη θα αφήσει ελεύθερο το πένθος της, που μεταμορφωμένο σε εκδίκηση θα αποτελέσει την σκληρότερη τιμωρία γιά τον δολοφόνο του Πολύδωρου, επαναφέροντας έτσι την τάξη ενός κόσμου διαταραγμένου από το έγκλημα. Στο πρόσωπο της Πολυξένης θα μελετήσουμε επομένως την θυσιαζόμενη παρθένο, ένα πρόσωπο που επανέρχεται με εντυπωσιακή συχνότητα στο θέατρο του Eυριπίδη, ενώ στο πρόσωπο της Eκάβης θα δούμε το ξεδίπλωμα της μητρικής φύσης σε μία κατάσταση ακραίου πένθους. Παράλληλα όμως, θα δούμε πώς αναδεικνύεται και επανατοποθετείται τραγικά το μέγα πρόβλημα της ανδρικής αρετής: ο Eυριπίδης παραλαμβάνει εδώ το ομηρικό πρότυποτου Aχιλλέα και το τοποθετεί στο βάθοςτης σκηνής, αφήνοντας μπροστά σ’ αυτό το ιδεολογικό σκηνικό να αναπτυχθούν θετικές και αρνητικές εκφάνσεις του ανδρικού μοντέλλου, όπωςαυτό εξελίσσεται στην δική του κοινωνία, της αθηναϊκής δημοκρατίας.
35 γ. Iφιγένειαη εν Tαύροις, ή η ηλικία της σωτηρίας. Στην Iφιγένεια την εν Tαύροις, μία κόρη καθηλωμένη στην στιγμή της παρθενίας, που την έζησε άλλωστε τραυματικά ως θυσιαστική σφαγή στην Aυλίδα, και ένας έφηβος που “περιπολεί” στα όρια του πολιτισμού και της αγριότητας, θα συναντήσουν το πρόσωποτης βαρβαρότητας. H διπλή αυτή συνάντηση μας επιτρέπει όχι μόνο να μελετήσουμε εις βάθος το προσωπο της παρθενίας και το πρόσωπο της εφηβείας στην τραγική κοινωνία του Eυριπίδη, αλλά και να δούμε τους τρόπους με τους οποίους, κατά τον τραγικό ποιητή, μπορεί να επιτευχθεί η ένταξη των καταστάσεων αυτών στο κοινωνικό σώμα. Tο άκρως ενδιαφέρον στην τραγωδία αυτή έγκειται, κατά την ανάλυσή μας, στο γεγονός ότι ο ποιητής βρίσκει, μέσα από την διαδικασία αναγνώρισης της αδελφής και του αδελφού, έναν τρόπο να απεικονίσει τραγικά την διαδικασία εσωτερικής αυτοαναγνώρισης του τραγικού προσώπου. Προκειμένου να αναγνωριστεί από την αδελφή του, ο Oρέστης πρέπει να δεχθεί να “αναγνωρίσει” τον εαυτό του, να αποδεχθεί δηλαδή μία ταυτότητα που απεγνωσμενα προσπαθεί να αποκρύψει. Tο ακόμα σημαντικότερο είναι πωςστην διαδικασία αυτή ο οδηγός του είναι η παρθένος κόρη της οικογένειας. O οίκος του Aγαμέμνονα διασώζεται δηλαδή στο τέλος του δράματος όχι μέσα από την εκδικητική δράση του μητροκτόνου γιού, αλλά μέσα απότην σωτήρια δράση της παρθένουπουυπερασπίζεται τα συμφέροντα του πατρικού οίκου. δ. Φοίνισσαι, ή ο συγκεχυμένοςχρόνος Στις Φοίνισσες, τα προβλήματα της αιμομιξίας, της επιστροφής στην πατρική γη, της μητρικής αφοσίωσης και της παρθενικής αποφασιστικότητας, της αγριότητας του εφηβικού πολέμου και της απόλυτης αδυναμίας των ανδρικών γηρατειών, προβάλλονται πάνωστο ματωμένο φόντο της τρομερής θηβαϊκής μυθολογίας. Έτσι , τα οιδιπόδεια προβλήματα τίθενται ξανά από τον Eυριπίδη σε ένα δράμα χωρdς λύση. H Iοκάστη αποδεικνύεται στο δράμα αυτό μία υπέρ-μητέρα, που πεθαίνει από “υπερβολική μητρότητα”, αν μπορούμε να πούμε. Aλλά οι γιοί της, ο Eτεοκλής και ο Πολυνείκης, τέκνα ενός αιμομικτικού γάμου, δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις συμπεριφορές της εφηβείας τους, και αλληλοσκοτώνονται προκειμένου να αποδείξουν τα δικαιώματά τους σε μία πόλη την οποία είναι ανίκανοι να κυβερνήσουν. Tο πολιτικό εμφανίζεται εδώ σε μία απόλυτη ταύτιση με το οικογενειακό: η αποτυχία της οικογένειας των Λαβδακιδών στο επίπεδο της “αναπαραγωγής” και του γάμου είναι ισοδύναμη με την αποτυχία της στο πολιτικό επίπεδο (τό οποίο, μέσα από ένα ακομα ευριπίδειο ανατρεπτικό παράδοξο, το εκφράζει κυρίως η Iοκάστη, η γηραιή μητέρα).
36 Aπότην πλευρά του Oιδίποδατώρα, παρακολουθούμε μέσα στο δράμα αυτό τον κύκλο του ανθρώπινου χρόνου, που καταλήγει απολύτως φαύλος στην περίπτωση του πατροκτόνου και αιμομίκτη, αιωνίως εξοριζόμενου, γιού του Λάϊου. O Oιδίποδας, το βρέφος που εξετέθη στον Kιθαιρώνα γιά να πεθάνει αβοήθητο, μετατρέπεται από τα γηρατειά και, κυρίως, από την εγγενή του αδυναμία να αφομοιώσει τα χαρακτηριστικά της ανδρικής ωριμότητας, σε ένα “γερασμένο βρέφος” την στιγμή της δεύτερης, τελικής του εκδίωξης από την Θήβα. Mοναδική αρωγός του, η παρθένος κόρη του Aντιγόνη, μία ακόμα ευριπίδεια παρθένοςπου απορρίπτει τον γάμο γιά να αφιερωθεί στον πατέρα της, πουπαίρνει στο πλάϊ του την “μητρική” θέση και τον υποβαστάζει στην εξορία του εκτός των ορίων του πολιτισμού. ε. Iππόλυτοςκαι Bάκχαι, ή η ηλικία του κυνηγιού. Tό τελευταίο κεφάλαιο συνίσταται σε μία παράλληλη ανάγνωση του Iππόλυτου και των Bακχών. H σύγκριση ανάμεσα στα δύο δράματα μπορεί να μας αποκαλύψει με μεγάλη καθαρότητα τις ιδιαιτερότητες του καθενός. Kυνήγι και πόλεμος, πολιτική και σεξουαλικότητα, σχέση του εφήβου γιού με την μητρική μορφή, διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας και ένταξη στην κοινότητα, είναι τα πεδία στα οποία εκδηλώνεται, σαφώς με αρνητικό τρόπο, η καθήλωση του Iππόλυτου στο “εφηβικό” στάδιο και η άρνηση του Πενθέα να αποδεχθεί τις κοινωνικές διαδικασίες της σταδιακής μύησης και ένταξης στόν κόσμο και στις αξίες των ενηλίκων. O Iππόλυτος παρουσιάζεται καθηλωμένος στο στάδιο της παρθενικής νεότητας, της απόρριψης της σεξουαλικότητας και του γυναικείου στοιχείου. O Eυριπίδης διευρύνει την μυθική αντιμετώπιση, βάζοντας τον Iππόλυτό του σε αντιπαράθεση τόσο με το μητρικό-γυναικείο πρόσωπο, όπως εκφράζεται από την μητριά του Iππόλυτου, την Φαίδρα, όσο και με το πατρικό μοντέλλο του Θησέα. H σύγκρουση που στόν μύθο εκφράζεται κατά τρόποσχηματικό, παίρνει τώρα ένα ψυχολογικό και κοινωνικό βάθος. O Πενθέας, από την άλλη μεριά, είναι όχι ο έφηβος που καθηλώνεται στην εφηβική απόρριψη του πολιτισμού και των διαδικασιών του, αλλά ο έφηβος που θεωρεί πως μπορεί να σφετεριστεί ανδρικές ιδιότητες χωρίς να τις κατακτήση πρώτα, μέσα από την υποταγή στην εκπαιδευτική-μυητική διαδικασία της πολιτικής κοινωνίας. H κατάληξή του είναι ακόμα πιό τραγική. Γιατί αν ο Iππόλυτος, έστω την ύστατη στιγμή, αναγνωρίζεται από τον Θησέα (που τον σκοτώνει έμμεσα) ως πραγματικός γιός του, ο Πενθέας, που κομματιάζεται από την μητέρα του, δεν θa έχει καν την τύχη να δει την ταυτότητά του να αναγνωρίζεται.
37 2. Recherche comparée sur les personnages d’Hippolyte et de Penthée dans l’Hippolyte et les Bacchantes d’Euripide
Mémoire de D.E.A. École des Hautes Études en Sciences Sociales-Paris, Παρίσι, 1988
H διπλωματική αυτή εργασία (90 σελίδες, από τις οποίες 6 σελίδες βιβλιογραφίας) είχε ως στόχο την συγκριτική μελέτη δύο τραγικών προσώπων, του Iππόλυτου και του Πενθέα, όπως τα παρουσιάζει ο Eυριπίδης στον Iππόλυτο και τις Bάκχες αντιστοίχως, προκειμένου να αναδειχθούν τα “εφηβικά” χαρακτηριστικά που ο ποιητής χρησιμοποιεί στην ηθογράφισή τους, καθώς και οι “εφηβικές” συμπεριφορές τους, που οδηγούν, μέσα από παράλληλους δρόμους, στην καταστροφή τους. Tα κοινά χαρακτηριστικά των δύο πρωταγωνιστών είναι προφανή: και οι δύο είναι νέοι, εχθροί μίας θεότητας “ύποπτης” (σεξουαλικά, όπως δεν παύουν να το τονίζουν και ο Iππόλυτος γιά την Aφροδίτη και ο Πενθέας γιά τον Διόνυσο!), και οι δύο καταστρέφονται από την εκδικητική οργή της θεότητας αυτής. Aκόμα και οι θάνατοί τους είναι αντίστοιχοι, αφού και οι δύο πεθαίνουν απότο χέρι ενός γονιού πουαρνείται να τους αναγνωρίσει ως παιδιά του (του Θησέα, πουκαταριέται τον νόθο Iππόλυτο, και της Aγαύης, που, σε μία κρίση αρνητικής διονυσιακής μανίας, βλέπει τον Πενθέα ως θήραμα και τον κατασπαράζει με τις μαινάδες της). Πρόθεση της μελέτης αυτής είναι όμως να καταδείξει κάποιες πολύ πιό σοβαρές αναλογίες: ο Iππόλυτος είναι ένας φημισμένος κυνηγός, αλλά και ο Πενθέας, από την μεριά του, παρουσιάζεται να έχει στενές σχέσεις με το κυνήγι. Kαθώς όμως η κυνηγητική δραστηριότητα δεν είναι διόλου αθώα μέσα στην μυθική σκέψη και τις ιδεολογικές επεξεργασίες των Eλληνων, η σχέση των δύο πρωταγωνιστών με το κυνήγι μπορεί να ερμηνευθεί και ως συμπύκνωση των παραβιάσεων που και οι δύο διαπράττουν απέναντι στην πολιτική, πολιτιστική και θρησκευτική νομιμότητα της κοινωνίας τους. Στο πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο “Πατέρες, μητέρες και γιοί”, μελετώνται κατ’ αρχήν τα δύο πρωταγωνιστικά πρόσωπαως “παίδες” και ως “νέοι”, εν συνεχεία δε ως “γιοί” σε σχέση με τις μητέρες τους, ο Iππόλυτος σε σχέση με την μητέρα του, την
38 κυνηγό και πολεμίστρια Aμαζόνα, ο Πενθέας σε σχέση με την δική του μητέρα, την κατ᾽ ανάγκην κυνηγό Aγαύη, προκειμένου να καταδειχθεί πόσο και οι δύο είναι σημαδεμένοι τόσο “ψυχολογικά” όσο και πολιτικά-κοινωνικά από τις μητέρες αυτές. Παραδόξως, και οι δύο είναι περισσότερο γιοί των μητέρων τους, παρά των πατέρων τους: ο Eχίων, πατέρας του Πενθέα, είναι εντελώς απώναπό τις Bάκχες, ενώ ο Θησέας, πατέρας του Iππόλυτου, είναι απών όταν ξεκινά το έργο, και η απουσία του αυτή καθορίζει και την εξέλιξη του δράματος. Mε αυτά τα δεδομένα της πατρικής απουσίας, γίνεται προφανές πως τόσο η Tροιζήνα όσο και η Θήβα πάσχουν πολιτικά από μία κρίση εξουσίας, η οποία βαραίνει καθοριστικά την τραγική εξέλιξη των νεαρών πρωταγωνιστών. Στο δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο “Iππόλυτος, ο τραγικός κυνηγός, Aκταίων, το σκοτεινό είδωλό του στις Bάκχες, και Θησέας, ο παραδειγματικός αντίποδας”, ο Iππόλυτος βρίσκεται ειδικότερα στο κέντρο της μελέτης μας. O Iππόλυτος συγκρίνεται με τον “συνάδελφό” του, τον άλλο καταραμένο κυνηγό του ελληνικού μύθου, τον Aκταίωνα, πουως ξάδελφος του Πενθέα, είναι σημείο αναφοράςγιά το τί δεν θa πρέπει επ᾽ ουδενί να μιμηθεί ως συμπεριφορά και στάση ζωής ο Πενθέας στις Bάκχες ! Kαι οι δύο έφηβοι κυνηγοί ακολουθούν ανεστραμμένους κώδικες συμπεριφοράς: και ο Iππόλυτοςκαι ο Aκταίων έχουν κάποιες “διεστραμμένες” σεξουαλικές συμπεριφορές (ο πρώτος την απόλυτη παρθενία, ο δεύτερος την οφθαλμολαγνεία), και οι δύο ακολουθούν μη πολιτισμένα διατροφικά μοντέλλα. Kαι φυσικά, και οι δύο καταλήγουν στην θεομαχία, τον πόλεμο κατά της θεότητας. Aπέναντι στα αρνητικά αυτά μυθικά και τραγικά πρότυπα, ο Eυριπίδης τοποθετεί, στον Iππόλυτο, το θετικό παράδειγμα του έφηβου Θησέα, που κατέκτησε τελικά και την πατρική αναγνώριση και τον πατρικό θρόνο, και έγινε ο μυθικός θεμελιωτής της αθηναϊκής δημοκρατίας. Στο τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο “Πενθέας, ο καταραμένος έφηβος, και Διόνυσος, το ένδοξο τέκνο του Διός”, παρακολουθούμε κατ’ αρχήν το τριπλό κυνηγητικό παιχνίδι που ενορχηστρώνει ο Eυριπίδης: ο Διόνυσος, θεός που συνδέεται με τις άγριες πλευρές του κυνηγιού, παρουσιάζεται ως “θήραμα” του Πενθέα αρχικά, γιά να εμφανιστεί, στο τέλος του έργου, ως θριαμβευτής κυνηγός, που συλλαμβάνει το πραγματικό θήραμα του έργου, τον Πενθέα. Aλλά η ανατροπή αυτή επιτυγχάνεται χάρη στο τρίτο κυνήγι, αυτό της μητέρας του Πενθέα, Aγαύης, που έχει υποστεί την μαιναδική τρέλλα ως εκδίκηση του Διόνυσου γιά την ασέβειά της, και “κυνηγά” τον γιό της, ανίκανη να τον αναγνωρίσει, νομίζοντας πως κυνηγά και κατασπαράζει ένα θήραμα. O Διόνυσος δεν είναι όμως απλώς ο ένδοξος κυνηγός σε σχέση με έναν άλλο, αποτυχημένο, τον
39 Πενθέα. Eίναι ο υποδειγματικός έφηβος, που προσπαθεί να αναγνωριστεί ως γιός του Διός και να κατακτήσει την θέση πουτου ανήκει στην κοινωνία των θεών, τον Όλυμπο. Ως εκ τούτου, βρίσκεται στους αντίποδες του Πενθέα, που νομίζει κατέχει νόμιμα την θέση του βασιλιά μέσα στην πόλη της μητέρας του, την Θήβα, αλλά θa βρεθεί εκδιωγμένοςκαι απότο βασιλικό αξίωμα και απότην οικογενειά του. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως το κυνήγι, η απόρριψη της σεξουαλικότητας και του γάμου, η παρθενία (στην περίπτωση του Iππόλυτου) και η υιοθέτηση γυναικείων ρούχων (στην περίπτωση του Πενθέα), η καταστρατήγηση των κανόνων του πολέμου (στην περίπτωση του Πενθέα) και η νοθεία της καταγωγής (στην περίπτωση του Iππόλυτου) είναι στοιχεία που φέρουν μίαν έντονη πολιτική φόρτιση. Σε τελευταία αναλυση, η αποτυχία των προσώπων αυτών είναι αποτυχία πολιτική, στόν βαθμό τουλάχιστον που, στην τραγωδία, ο ψυχισμός των δραματικών προσώπων είναι εξ ορισμού “πολιτικός”, αφού και εξαρτάται και αντανακλά το πολιτικό τους status. Άλλωστε, η πρώτη ύβρις των δύο προσώπων είναι η “θεομαχία”, που μέσα στα τραγικά πλαίσια, αποτελεί σαφώς “πολιτική” παραβιάση, διότι δεν απειλεί μόνον την συμπαντική τάξη, όπως θα περιμέναμε σε κείμενα θεολογικής προβληματικής, αλλά, κυρίως, την πολιτική τάξη.
40 3. “La tragédie grecque, théâtre intemporel mais non contemporain” Πρακτικά του 7ου Διεθνούς Συμποσίου Kριτικών Θεάτρου και Θεατρολόγων Sterijino Pozorje (Nόβι Σάντ, 28-29 Mαΐου 1988), Nόβι Σάντ, 1989, σσ. 27-30. Γιά το ευρωπαϊκό θέατρο των ημερών μας, κυρίως μάλιστα γιά τους σκηνοθέτες, η τραγωδία έχει αναδειχθεί σε υπέρτατο στοίχημα της ικανότητας, της προσαρμοστικότητας, της ευρηματικότητας και της ιδιοφυίας τους. Όμως, παγιδευμένοι στην άρτια μορφή της και στόν ουσιαστικό κλασσικισμό τους (παρά τις διαδοχικές εισαγωγές νέων -ισμών), οι άνθρωποι του θεάτρου συχνά αναζητούν μόνον την χειραγώγηση αυτής της μορφής, αφήνοντας κατά μέρος τα αινίγματά της. Tο ερώτημα που τίθεται όμωςαμείλικτο είναι το κατά πόσονη τραγωδία, προϊόν μίας κοινωνίας και ενός πολιτισμού ριζικά διαφορετικού από τον δικό μας, μπορεί να μας θέσει ακόμα κρίσιμα ερωτήματα και κατά πόσον εμείς, από την μεριά μας, μπορούμε να “ανεβάσουμε” στην σκηνή τα ερωτήματα αυτά. H τραγωδία ως είδος επέλεξε συνειδητά (αν μπορούμε να το πούμε έτσι) να μην είναι “σύγχρονη”. Eξού και δεν άντλησε ποτέ τα θέματά της απότην επικαιρότητα. Όμως ένα σύγχρονο ανέβασμα αποτελεί, εκ των πραγμάτων, προσαρμογή σε μία επικαιρικότητα, αυτήν του κοινού της, στον βαθμό μάλιστα που κάθε σκέψη πάνωστο παρελθόν είναι αναγκαστικά και μία σκέψη πάνω στο παρόν. Eίναι όμως βέβαιο πως όταν αναζητούμε αναλογίες, πολιτιστικές, κοινωνικές, πολιτικές, γλωσσικές, δεν παραποιούμε αντί να “μεταφράζουμε”; Eίναι χαρακτηριστικό πωςη προσαρμογή και ο εκμοντερνισμός της τραγωδίας σταματά κατά κανόνα στόν εκσυγχρονισμό της όψεως, του σκηνικού και των κοστουμιών δηλαδή, ενώ καμία προσπάθεια δεν γίνεται γιά την ανακάλυψη ενός υποκριτικού και ερμηνευτικού κώδικα που θα επιτρέπει μία ουσιαστική επικοινωνία ανάμεσα στον αρχαίο λόγο, την απόδοσή του σε μία σύγχρονη γλώσσα και το κοινό, πουθα κληθεί να παρακολουθήσει, να κατανοήσει και, εντέλει, να κρίνει.
41 4. H Mήδεια του Παναγή Λεκατσά: “Aπότη μορφή στο δράμα” OYTOΠIA, Διμηνιαία ΈκδοσηΘεωρίας και Πολιτισμού, 20, 1996, σσ. 63-72. Tο άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε σε ειδικό τεύχος του περιοδικού OYTOΠIA αφιερωμένο στον Παναγή Λεκατσά (επιμέλεια αφιερώματος: Xρίστος AΛEΞIOY & Aριάδνη ΓKAPTZIOY-TATTH) και αποτελεί ανάλυση και αποτίμηση της μελέτης του, συνοδευτικής στην μετάφρασή του της Mήδειας του Eυριπίδη, που δημοσιεύτηκε το 1973 με τίτλο “H Mήδεια του Eυριπίδη. H Mορφή και το Δράμα” στο ιστορικό περιοδικό ΘEATPO του Kώστα Nίτσου (τ. 31, 1973). O Λεκατσάς, που εισήγε στην χώρα μας την εθνολογική προσέγγιση της ελληνικής αρχαιότητας όπως την επεξεργάστηκε κυρίως η περίφημη Σχολή του Kαίημπριτζ στις αρχές του αιώνα, αλλά και την μαρξιστική προοπτική στην αρχαιοελληνική ιστοριογραφία, επιχειρεί
στην μελέτη αυτή μία εξαιρετικά
ενδιαφέρουσα ανάλυση ενός δράματος που, στην διεθνή φιλολογική βιβλιογραφία, είχε εγκλωβιστεί στα πλαίσια της ψυχολογικίζουσας ερμηνείας μίας ακραίας, έως παθολογικής, ερωτικής απελπισίας και είχε θεωρηθεί ως προάγγελος του ψυχολογικού αστικού θεάτρου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση της Mήδειας, η συνάντηση εθνολογίας, κλασσικής φιλολογίας και μαρξισμού συνδυάζεται με ένα πρώιμο (γιά τα ελληνικά δεδομένα μάλιστα) ενδιαφέρον για τις κοινωνικές διαστάσεις του γυναικείου ζητήματος. Έτσι, η Mήδεια κατά Λεκατσά είναι βεβαίως κατ᾽ αρχήν μία εκπεσούσα μητριαρχική θεότητα, αλλά επίσης και μία κακομεταχειρισμένη γυναίκα, παγιδευμένη στις αντιφάσεις και τις αδικίες της πατριαρχικής κοινωνίας. H μελέτη του Λεκατσά, συνεπής προς τις εθνολογικές και ανθρωπολογικές επιστημονικές επιλογές του, που τον έφεραν τόσο κοντά στην Σχολή του Kαίημπριτζ (Frazer, Cornford, Jane Harrison), στρέφεται κατ’ αρχήν στο μυθικό και τελετουργικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται το ευριπίδειο δράμα. Mελετώντας το διαθέσιμο υλικό για τις τελετουργίες της Ήρας Aκραίας της Kορίνθου, όπου ετάφησαν τα παιδιά της Mήδειας μετά τον φόνο τους από τους Kορίνθιους (όπως θέλει η πρό του Eυριπίδη μυθική παράδοση), και την ετήσια τελετουργική απομόνωση δεκατεσσάρων παιδιών της πόλης στο ιερό της, ο Λεκατσάς καταλήγει πωςπρόκειται γιά μία ακόμα περίπτωση μυητικών τελετών ενήβωσης. Aκολουθώντας λοιπόν τον ιταλό μελετητή A. Brelich,
42 που πρώτος εισήγε την ανθρωπολογική κατηγορία των “τελετών της μετάβασης” στην μελέτη της αρχαιοελληνικής θρησκείας, ο Λεκατσάς μιλά γιά μυήσεις, στην διάρκεια των οποίων τα αγόρια περνούν απότο εφηβικό στο ενήλικο στάδιο και τα κορίτσια από την παρθενική “αγριότητα” στην εκμάθηση του συζυγικού και μητρικού τους ρόλου και θεωρεί πωςτέτοιο πρέπει να ήταν το λησμονημένο νόημα της τελετουργίας αυτής, ενώ πιστός στην ιδέα των “αιτιολογικών” μύθων που επεξεργάστηκε η Σχολή του Kαίημπριτζ, ισχυρίζεται πωςη απώλεια αυτού του νοήματος με το πέρασματου χρόνου κατέστησε αναγκαία την δημιουργία του μυθικού λόγου περί των παιδιώντης Mήδειας. Περνώντας στην συνέχεια στο θεϊκό πρόσωποτης προευριπίδειας Mήδειας, ο Λεκατσάς ερευνά με άκρα μεθοδικότητα την μυθική μορφή. Λάτρης όμως του σύγχρονου μύθου περί μητριαρχίας, όπωςτον συνέλαβε και τον πρωτοδιατύπωσε ο Bachofen, αλλά κυρίως όπως τον επεξεργάστηκε ο Engels, δεν μπορεί παρά να δει στο πρόσωποαυτής της εκπεσούσας θεότητας την νικημένη μητριαρχική θέαινα. Ως τέτοια, η Mήδεια συνδυάζει την δυϊκότητα των πρωτόγονων θηλυκών θεοτήτων και είναι ταυτοχρόνως ζωοδότις και μιασματική, θεραπεύτρια και φαρμακεύτρια, ευεργετική και καταστροφική. H πατριαρχική κοινωνία θα επιλέξει, θεωρεί ο Λεκατσάς, να τονίσει φυσικά τα αρνητικά χαρακτηριστικά της. Παρά τις αβέβαιες θεωρητικές βάσεις από τις οποίες ξεκινά αυτή η προσέγγιση, ο Λεκατσάς καταλήγει εντούτοις σε ένα απρόσμενο και άκρως ενδιαφέρον συμπέρασμα: στην μορφή της ευριπίδειας Mήδειας ως μορφής που αποτυπώνει την ιστορία της γυναίκας. Iσχυριζόμενος δε, στο τελευταίο μέρος της μελέτης του, που αφορά πιά ειδικά το δράμα του Eυριπίδη, πως, αντίθετα με τα όσα και το κοινό και οι φιλόλογοι πιστεύουν, ο τραγικός ποιητής δεν επαυξάνει την κακουργία της ηρωΐδας του αποδίδοντάς της τον φόνο των παιδιών της, αλλά, αντιθέτως, αναδεικνύει την πολυπλοκότητά της και καταδεικνύει την ανδρική ευθύνη στο γυναικείο δράμα, ο Λεκατσάς πρωτοτυπεί κατά τρόπονπουπραγματικά μας εκπλήττει. Έστω κι αν εν συνεχεία δεν εμβαθύνει περισσότερο την πρωτότυπη αυτή ερμηνεία, έστω κι αν τελικά δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται και ο ίδιος πόσο επιτέλους απομακρύνεται με την θέση του η ερμηνεία των δραματικών χαρακτήρων του τραγικού θεάτρου από την παρερμηνεία της ψυχολογικής ανάλυσής τους, και μόνη αυτή η συνεισφορά του είναι αρκετή για να δικαιολογεί την επανεκτίμηση του συνολικού του έργου πάνωστην αρχαία ελληνική τραγωδία.
43 5. Aπότις μαύρες φτερούγες του Πολύδωρου στα χρυσάόπλατου Aχιλλέα - απότον έπαινοστόνψόγο. Σκηνογραφική αισθητική και ποιητική ηθική στην Eκάβη του Eυριπίδη Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συμποσίου Aρχαίου Eλληνικού Δράματος, Kυπριακό Tμήμα Διεθνούς Iνστιτούτου Θεάτρου, (Σεπτέμβριος 1996, Aγία Nάπα, Kύπρος) Λευκωσία, 1997, σσ. 142-149.
H αριστοτελική ποιητική, σε απόλυτη συμφωνία με τους αρχαϊκούς λυρικούς ποιητές και τις ιδεολογικές επεξεργασίες των αρχαϊκών ελληνικών κοινωνιών, θέλει την ποίηση “διασπασμένη” σε δύο κατηγορίες, με βάση την σχέση τους προς την αφηγούμενη πράξη : ο έπαινος οδηγεί στην επική και την δραματική ποίηση, ο ψόγος στην ιαμβική ποίηση και την κωμωδία. Στην μελέτη αυτή προτείνω επομένωςνα δούμε την Eκάβη του Eυριπίδη ως νεωτεριστική δραματοποίηση του νοήματος της παραδοσιακής ποίησης: του επαίνου και του ψόγου. H δραματοποιήση αυτής της “ηθικής” ποιητικής περνά και μέσα από την σκηνογραφική και σκηνοθετική αισθητική του έργου : τα χρυσά όπλα του Aχιλλέα, το απαστράπτονφάντασμα του οποίου φωτίζει το πρώτο μέρος, ενώ οι μαύρες φτερούγες του φαντάσματος του Πολύδωρου καθορίζουν την φρικτή εκδίκηση της Eκάβης.
44 6. Aρχαία Eλληνικά. Φιλοσοφικός Λόγος (Πλάτων-Aριστοτέλης) Διδακτικό σύγγραμμα γιά το μάθημα των αρχαίων ελληνικών της Γ τάξης Eνιαίου Λυκείου (θεωρητική κατεύθυνση), Παιδαγωγικό Iνστιτούτο, έκδ. Oργανισμός EκδόσεωςΔιδακτικών Bιβλίων, Aθήνα, 1999. Tο βιβλίο αυτό γράφτηκε μετά από ανάθεση από το Παιδαγωγικό Iνστιτούτο. H συγγραφική ομάδα αποτελείται από τοfς καθηγητές κκ. Mιχάλη KOΠIΔAKH, Δημήτρη ΛYΠOYPΛH, την Δρ. κ. Δέσποινα MΩPAΪTH και την Δρ. κ. Έλενα ΠATPIKIOY. Eκδόθηκε από τον Oργανισμό Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, το 1999 και είναι εν χρήσει. Στο βιβλίο αυτό ανέλαβα να συντάξω την “Eισαγωγή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία”, και το πρώτο μέρος, για τον Πρωταγόρα του Πλάτωνα (εισαγωγή, ερμηνευτικά σχόλια στις ενότητες 318-326). H Eισαγωγή (σελ. 9-45) αποτελείται από τα κεφάλαια “Oι ιστορικές συνθήκες γέννησης της φιλοσοφίας”, “Oι προσωκρατικοί”, “Oι σοφιστές και το κίνημα του διαφωτισμού”, “O Σωκράτης”, “O Πλάτων”. Eιδικά για το πρώτο κεφάλαιο, θεώρησα σκόπιμο να επιμείνω ιδιαίτερα στους ιστορικοfς και πολιτικους παράγοντες που καθιστούν πρόσφορη βάση για την γέννηση της φιλοσοφίας την ελληνική πόλη του 6ου αιώνα. Έτσι, γίνεται ειδική μνεία στην δημιουργία του ιστορικού φαινομένου της ελληνικής πόλης, και μάλιστα στην σημασία του αποικισμού, καθώς και στον πολιτικό ρόλο που έπαιξαν μέσα σ\ αυτήν οι πρώτοι φιλόσοφοι, οι προσωκρατικοί. Eπίσης, υπογραμμίζεται ο ρόλος της ανακάλυψης του φωνητικού αλφαβήτου και της διάδοσης του γραπτού λόγου, καθώς και η σημασία της εφεύρεσης του νομίσματος στην επεξεργασία μίας “αφηρημένης” σκέψης, πουβοήθησε σημαντικά την ανάπτυξη του φιλοσοφικού λόγου. Στο κεφάλαιο που αφορά τοfς προσωκρατικούς γίνεται μνεία όχι μόνον στις μεγάλες προσωπικότητες πουδεσπόζουνστην σκέψη του 6ου αιώνα και των αρχώντου 5ου, αλλά και στα ζητήματα που έθεσε κάθε φιλοσοφική γενιά, στα οντολογικά προβλήματα που αντιμέτωπισαν δηλαδή οι Ίωνες φιλόσοφοι και στα προβλήματα της αλλαγής και της γνώσης που δίχασαν τους φιλοσόφους της Kάτω Iταλίας και τον Hράκλειτο.
45 Tο κεφάλαιο για τους σοφιστές ξεκινά με μία επισκόπηση των μεγάλων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αλλαγών, που σημάδεψαν την ελληνική ιστορία μετά τα Mηδικά. Yπογραμμίζονται ιδιαίτερα οι αλλαγές στην παιδεία και οι ειδικές συνθήκες που κατέστησαν την Aθήνα κέντρο του ελληνικού πολιτισμού. Στην συνέχεια, αναλύονται οι νέες κατευθύνσεις του φιλοσοφικού στοχασμού και η συνεισφορά των μεγάλωνσοφιστών στην εξέλιξη της φιλοσοφίας. Tα κεφάλαια γιά τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα αποτελούνται από δύο μέρη το καθένα, το ένα αφιερωμένο στα του βίου τους και το δεύτερο στα βασικά στοιχεία της φιλοσοφικής τους σκέψης. Tο δεύτερο μέρος (σελ. 49-91) αποτελείται αφ’ ενός από μία εισαγωγή στον Πρωταγόρα, στην υπόθεση και το φιλοσοφικό θέμα του διαλόγου, στον μύθο του Προμηθέα και στις άλλες μυθικές εκδοχές του (Hσίοδος και Aισχύλος) και αφ’ ετέρου από το πρός διδασκαλία κείμενο (μύθος του Προμηθέα, 318-326), χωρισμένο σε διδακτικές ενότητες και εμπλουτισμένο με ερμηνευτικά σχόλια και θέματα για συζήτηση.
46 7. Aρχαία Eλληνικά. Φιλοσοφικός Λόγος (Πλάτων-Aριστοτέλης) Bιβλίο του καθηγητή, γιά την διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών της Γ τάξης Eνιαίου Λυκείου (θεωρητική κατεύθυνση), Παιδαγωγικό Iνστιτούτο, έκδ. Oργανισμός EκδόσεωςΔιδακτικών Bιβλίων, Aθήνα, 2000. Tο βιβλίο αυτό γράφτηκε μετά από ανάθεση από το Παιδαγωγικό Iνστιτούτο, με σκοπό να αποτελέσει βοήθημα πρός τοfς καθηγητές που θa διδάξουν τον Φιλοσοφικό Λόγο στην Γ τάξη του ενιαίου λυκείου. H συγγραφική ομάδα αποτελείται από τους Mιχάλη KOΠIΔAKH, Δημήτρη ΛYΠOYPΛH, Δέσποινα MΩPAΪTH και Έλενα ΠATPIKIOY. Eκδόθηκε από τον Oργανισμό EκδόσεωςΔιδακτικών Bιβλίων, το 2000. Γιά το βιβλίο αυτό ανέλαβα να επιλέξω, να μεταφράσω (όπου χρειαζόταν) και να παρουσιάσω κείμενα διακεκριμένων μελετητών της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, με σκοπό να διαφωτιστούν κάποια δύσκολα θέματα και να αποκτήσει ο καθηγητής του Λυκείου μεγαλύτερη εξοικείωση με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και σκέψη. Eπέλεξα τα κείμενα με κριτήριο τόσο την βαρύτητα και την σημασία κάποιων μελετητών διεθνούς αναγνωρίσεως στην ερμηνεία της αρχαιοελληνικής σκέψης, όσο και την δυνατότητα των κειμένων αυτών να “ερεθίσουν” τον καθηγητή, να του προσφέρουν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα που θέτει η σχολική μελέτη των πλατωνικών κειμένων, και να τον συνδράμουν στην προσπάθεια να δείξει, μέσα στην σχολική τάξη, τον πλούτο και την επικαίρη σημασία (πολιτική, κοινωνική και διανοητική) της σοφιστικής και της πλατωνικής σκέψης σήμερα.
47 8. H τραγική χρήση του μύθου: το παράδειγμα του Θησέα στις Iκέτιδες και στονIππόλυτοτου Eυριπίδη Eπιστημονική Eπετηρίδα του Tμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου IωαννίνωνΔΩΔΩNH: Φιλολογία, 28, 1999, σσ. 89-113. Tο γεγονός ότι ο θησεϊκός μύθος υπήρξε από πολύ νωρίς αντικείμενο εκλογικευμένης επεξεργασίας από την πλευρά της αθηναϊκής πόλεως που τον ανέδειξε σε “βασιλέα-θεμελιωτή της δημοκρατίας”, είχε συνέπειες και στον χώρο της τραγωδίας. Aντίθετα από άλλους μύθους, τους οποίους η τραγική ποίηση ανέδειξε (όπως αυτόν του Oιδίποδα), ή άλλους, τους οποίους εφηύρε”, ή πάλι από άλλους, των οποίων πριμοδότησε μία συγκεκριμένη εκδοχή, καθιστώντας την ιδιαιτέρως δημοφιλή τόσο στο πανελλήνιο όσο και διαχρονικά (όπως αυτήν της ταυρικής περιπέτειας της Iφιγένειας), ο μύθος του Θησέα δεν φαίνεται να έτυχε ειδικής επεξεργασίας και εκμετάλλευσης από τους τραγικοfς ποιητές. Δεν πρέπει, για παράδειγμα, εξ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από τις υποθέσεις των χαμένων έργων, οι Aθηναίοι τραγικοί να “εφηύραν” κάποιες περιπέτειες για τον εθνικό τους ήρωα, όπως δεν πρέπει να πριμοδότησαν κάποιες τοπικές εκδοχές που δεν είχαν ενταχθεί στην κανονική βιογραφία του. Tο γεγονός αυτό μας επιτρέπει επομένωςνα μελετήσουμε και να αξιολογήσουμε καλύτερα την ιδιαίτερη ιδεολογική χρήση του θησεϊκού μύθου στις τραγωδίες στις οποίες ο ήρωας εμφανίζεται ως δραματικό πρόσωπο. Mας επιτρέπει δηλαδή να αναλύσουμε τις αποχρώσεις που επιλέγει να τονίσει ο ένας ή ο άλλος τραγικός ποιητής, ο οποίος μη μπορώντας ή μη θέλοντας να κατασκευάσει ή να ανασκευάσει κάποιες μυθικές περιπέτειες του Θησέα, κάνει τελικά μία πολύ επιτήδεια, επιτηδευμένη και λεπτή επεξεργασία της επίσημης εκδοχής, προκειμένου να αναδείξει εκείνην ή την άλλη πλευρά του ήρωα πουτον ενδιαφέρει. Στην περίπτωση των Iκέτιδων, δύο είναι τα σημεία στα οποία, κατά την κρίση μου, ο Eυριπίδης, χωρίς να ανατρέπει την “επίσημη” μυθική εκδοχή, νεωτερίζει και προβάλλει μία δική του ερμηνεία. Tο ένα είναι η παρουσία της Aίθρας, της μητέρας του Θησέα, που τον πείθει τελικά να βοηθήσει τις Aργείες ικέτιδες. H μητέρα εμφανίζεται εδώ να έχει ένα μοναδικό κύρος, πουσαφώςέλειπε απότις γυναίκες του 5ου αιώνα, και μάλιστα να “διδάσκει” στον γιό της την πολιτική αρετή. H σχέση του Θησέα με την
48 Aίθρα είναι αυτή που του επιτρέπει τελικά να αναδειχθεί σε πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη της Aθήνας και να αναδείξει, με την σειρά του, την Aθήνα, ως τόπουπεράσπισης του δικαίου. Tο δεύτερο στοιχείο που εξετάζουμε εδώ, και στο οποίο θεωρούμε πωςο Eυριπίδης εισάγει τον δικό του προβληματισμό και τον δικό του ιδιαίτερο φωτισμό, είναι η ηλικία του Θησέα. O Θησέας εμφανίζεται εδώ ως βασιλιάς της Aθήνας, έχει δηλαδή ξεπεράσει πρό πολλού το στάδιο της εφηβείας και των εφηβικών κατορθωμάτων που του επέτρεψαν να κατοχυρώσει την ηρωική του ταυτότητα, αλλά είναι ακόμα, κατά τον Eυριπίδη, αρκετά νέος ώστε να μην έχει διασφαλίσει την ταυτότητά του ως ενήλικος άνδρας. Aυτό σημαίνει πως έχει ακόμα έναν δρόμο να διανύσει προκειμένου να κατακτήσει όχι απλώςτην ηρωϊκή ταυτότητα, που εμπεριέχει όπωςγνωρίζει κάθε αναγνώστης ή ακροατής του αρχαιοελληνικού μύθου, πλήθος από αμφίσημα, έως και σαφώς αρνητικά, στοιχεία, αλλά την ταυτότητα του δημοκρατικού ήρωα, του Aθηναίου πολίτη. O Θησέας πρέπει να αποδείξει πωςμπορεί να αφομοιώσει τις ανδρικές αρετές της σωφροσύνης, πωςμπορεί να πολεμήσει ως οπλίτης, στρατηγός ενός οπλιτικού στρατεύματος, και πως μπορεί να κερδίσει την δόξα όχι πιά γιά τον εαυτό του, μα γιά την Aθήνα. Στον Iππόλυτο, ο Θησέας παρουσιάζεται επίσης ως ενήλικος άνδρας, βασιλιάς, σύζυγος και πατέρας. Kι όμως, και εδώ έγκειται το τραγικό παράδοξο που, θεωρούμε, αναδεικνύει ο Eυριπίδης, είναι ακόμα καθηλωμένος στα γεγονότα της εφηβείας τους. O Eυριπίδης τον παρουσιάζει να “πληρώνει” με εξορία ενός έτους το μίασμα που ακόμα φέρει, μετά απότόσα χρόνια, γιά τον φόνο των πενήντα Παλλαντίδων. Tον παρουσιάζει δηλαδή να “ξαναγυρνά” στα πρώτα περιστατικά της εφηβείας του, όταν προσπαθούσε ακόμα να κατοχυρώσει την ταυτότητά του ως γιός του Aιγέα. Aλλά η καθυστερημένη αυτή εξορία δεν φαίνεται να λύνει το αιωνίως άλυτο προβλημα της ταυτότητας του τραγικού ήρωα, αφού ο Θησέας, προκειμένου να τιμωρήσει τον Iππόλυτο για την υποτιθέμενη μοιχεία που αυτός διέπραξε εις βάρος του πατέρα του, επικαλείται την δεύτερη πατρική καταγωγή του, την θεϊκή, από τον Ποσειδώνα και ζητά από τον θεό, εάν όντως είναι πατέρας του, να σκοτώσει τον Iππόλυτο. O Θησέας εμφανίζεται συνεπώςνα αναζητά ακόμα αποδείξεις γιά την ταυτότητα του πατέρα του, να παραπαίει ανάμεσα σε δύο πατέρες, τον θεϊκό και τον ανθρώπινο, και να μην μπορεί να αναλάβει την πατρική ιδιότητά του σε σχέση με τον Iππόλυτο ακριβώς διότι δεν έχει λύσει το δικό του “πρόβλημα” ωςγιός του Aιγέα και του Ποσειδώνα.
49 9. “Vierge manquée ou fausse épouse. Le personnage d’Électre dans l’Électre d’Euripide”
Zbornik Matice srpske za klasicje studije (Journal for Classical Studies), 2, 2000, σσ. 57-78. Στόχος του άρθρου είναι να αναχθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ήθους της Hλέκτρας, όπωςτην παρουσιάζει ο Eυριπίδης στο ομώνυμο δράμα, στα κοινωνικά χαρακτηριστικά του θεσμού της επικλήρου κόρης, προκειμένου να καταδειχθεί τί επιδιώκει ο ποιητής με την υπερβολική και άκρωςρεαλιστική μορφή (σύμφωνα με τους ερμηνευτές του δράματος) πουαποδίδει στην ηρωΐδα του. H επίκληρος κόρη, η κόρη ενός πατέρα που δεν έχει αρσενικό κληρονόμο, παντρευόταν τον πλησιέστερο πατρικό συγγενή και ο γιός τον οποίο γεννούσε, θεωρούμενος ως γιός του εκ μητρός παπού του, κληρονομούσε όχι τον βιολογικό πατέρα του, αλλά τον άκληρο πεθαμένο πρόγονό του. H ευριπίδεια Hλέκτρα, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ίδιων των δραματικών προσώπων, αποτελεί κίνδυνο για τον Aίγισθο ακριβώς λόγω της θέσης της ως επικλήρου. Γι’ αυτό ο σφετεριστής την παντρεύει με τον Aυτουργό, που λόγω της κατώτερης οικονομικής του κατάστασης, δεν μπορεί να λειτουργήσει ωςσύζυγοςτης επικλήρου πριγκίπισσας. H κοινωνική ταπείνωση της Hλέκτρας, όπως γλαφυρά παρουσιάζεται στο δράμα αυτό με τα έντονα “ρεαλιστικά” στοιχεία, εντείνει όμως το πένθος της. Πένθος και κοινωνικός αποκλεισμός συνοδεύονται, όμως, όπως προτείνω, και από μία σύγχυση όσον αφορά την γυναικεία διάσταση του προσώπου της Hλέκτρας. Στερημένη από την παρθενική ομορφιά της, αλλά παρθένα μέσα σε έναν ανολοκλήρωτο γάμο, η Hλέκτρα δεν μπορεί να συμμετάσχει στους χορούς των παρθένων πρός τιμήν της θεάς του γάμου, της Ήρας. Aλλά, από την άλλη μεριά, η αμφισημία της κατάστασής της, της επιτρέπει, παρά πάσαν προσδοκίαν, να εκπληρώσει τελικά την αποστολή της ως επίκληρος κόρη. Γιατί ακριβώς εκεί θα βασιστεί το “μηχάνημα” της υποτιθέμενης μητρότητάς της, στο οποίο θα παγιδεύσει την μητέρα της και με το οποίο θα επιτρέψει στον Oρέστη να ολοκληρώσει την εκδίκηση και να εμφανιστεί ως νόμιμος κληρονόμος του πατέρα του. Έτσι , η παρθένος Hλέκτρα γίνεται, τρόπον τινά, “μητέρα” του αδελφού της, τον οποίο
50 αποκαθιστά, όσο επιτρέπει βεβαίως η φρίκη της μητροκτονίας, στην θέση του ως γιού του Aγαμέμνονα.
51 10. “Πορφυρές, Φονικές και Mατωμένες: ο χορός ως τραγικός συνειρμός στις Φοίνισσες του Eυριπίδη” Nέα Eστία, 1739, Nοέμβριος 2001, σσ. 688-708. O χορός των Φοινισσών του Eυριπίδη, που αποτελείται από παρθένους της Φοινίκης, εγκλωβισμένες στην πόλη των Θηβώντην πολιορκημένη απότον στρατό των Eπτά, αποτελεί ένα “μυστήριο” γιά την φιλολογική κριτική. Γιατί ο Eυριπίδης εισάγει εδώ έναν χορό, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τα τραγικά τεκταινόμενα και δεν έχει τίποτα να προσφέρει στην δραματική ένταση, εκτός από τον εξωτισμό του. Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στην θεωρία του “τραγικού συνειρμού”, ο οποίος πολύ συχνά παρατηρούμε να διατρέχει την σύνθεση και την εικονοπλασία των λυρικών μερών της τραγωδίας γενικώς, όπως άλλωστε διατρέχει την μυθική σκέψη στο σύνολό της. Δεν είναι δηλαδή στην συγγένεια τους με την βασιλική οικογένεια της Θήβας (συγγενείς από τον Φοίνικα Kάδμο), που πρέπει να αναζητήσουμε την εξήγηση της σκηνικής τους παρουσίας, αλλά στον ποιητικό συνειρμό του ίδιου του συλλογικού τους ονόματος. Φοίνισσες: οι κόρες αυτές έρχονται από την χώρα που παράγει την πορφύρα και αποτελούν ένα είδος σαρκωμένου ποιητικού συνειρμού, άκρως μάλιστα φορτισμένου. Tο “λογοπαίγνιο” φοίνιος-φόνιος είναι πολύ συχνό στα τραγικά κείμενα, ιδιαίτερα μάλιστα στα κείμενα του Eυριπίδη. Γιατί το φοίνιο χρώμα, το χρώματης πορφύρας, δεν είναι μόνο το χρώμα της πολυτέλειας, αλλά, στην ποιητική γλώσσα, το χρώμα του αίματος και του φόνου. Tο λογοπαίγνιο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στο έργο αυτό και το διατρέχει σταθερά επαναλαμβανόμενο, από την αρχή ως το τέλος. Kαι φυσικά, είναι άκρως ταιριαστό σε ένα δράμα που έχει ως θέμα του τις αιματηρές συνέπειας της αιμομιξίας. Oι κόρες της Φοινίκης είναι επομένωςη χορική μεταφορά του “φοινικικού” αίματος και του “φοινικικού” φόνου. Eίναι οι “φονικές”, οι “ματωμένες”, οι “πορφυρές”, και μεταφέρουν στην σκηνή όλο το ποιητικό και συμβολικό βάροςτης φόνιας πορφύρας.
52 11. “Tα τραγικά ποιήματα του Kαβάφη ως ασκήσεις θεατρικού ύφους. Δοκίμιο γιά την καταγωγή της καβαφικής θεατρικότητας” Άρθρο δημοσιευμένο στον 4ο τόμο του Eπιστημονικού Δελτίου του Tμήματος Θεατρικών Σπουδώντου Πανεπιστημίου AθηνώνΠAPABAΣIΣ, 2002, σσ. 273-294. Στο άρθρο αυτό εξετάζω τις ιδιότυπες σχέσεις της καβαφικής ποιητικής και αισθητικής με την τραγωδία αφ’ ενός και το θέατρο αφ’ ετέρου. Στόχος είναι κυρίως η ανάδειξη κάποιων πλευρών της ποίησης του Kαβάφη, που συνήθως αποδίδουν οι κριτικοί με τον όρο “θεατρικότητα”, αλλά και η ανίχνευση της καταγωγής και των λογοτεχνικών προγόνωντης “θεατρικότητας” αυτής. Kατ’ αρχήν, εξετάζω εκ νέου τα ποιήματα (τόσο τα αποκηρυγμένα ή ανέκδοτα, όσο και αυτά του επίσημου σώματος των 154 “νομίμων”) που αντλούν θεματικά από την αρχαιοελληνική τραγωδία. Mία πρώτη διαπίστωση είναι πως τα Aνέκδοτα και τα Aποκηρυγμένα έχουν να μας δώσουν πολύ περισσότερο υλικό για μελέτη από τα επίσημα. Tα πρώτα (Aποκηρυγμένα), σαφώς αποτυχημένα, κλασικιστικά ποιήματα, φανερώνουν όμως την ελληνιστική κατεύθυνση ως πρός τα γούστα αλλά και ως πρός την αισθητική, του νεαρού ακόμα Aλεξανδρινού. Tα δεύτερα (Aνέκδοτα) είναι άκρως τολμηρά ως πρόςτην αισθητική τους ποιήματα. Tο κοινό χαρακτηριστικό τους, γενικώς, είναι πωςσ’ αυτά ο Kαβάφης δεν αντλεί απλώς από τραγικά θέματα, αλλά μεταχειρίζεται “τραγικούς” τρόπους, έχοντας πλήρως αφομοιώσει τα διδάγματα που τον ενδιάφεραν από το τραγικό είδος: ειρωνία, ανατροπή, θεατρικότητα, ιδιότυπη εσωτερικότητα. Στα “νόμιμα” ποιήματα συναντούμε, παραδόξως, λιγότερες, ελαχιστες σχεδόν αναφορές στην τραγωδία, κατά κανόνα έμμεσες και υπαινικτικές. Eντούτοις, εάν τα Aποκηρυγμένα και τα Aνέκδοτα μας προσφέρουνκυρίως υλικό γιά να αποδείξουμε την ενασχόληση και το ενδιαφέρον του Kαβάφη γιά την τραγωδία, τα νόμιμα είναι εκείνα που μας επιτρέπουν να δούμε χειροπιαστά την εφαρμογή των διδαγμάτων που το τραγικό θέατρο προσέφερε στην διαμόρφωσητης καβαφικής ποιητικής.
53 12. ““La lectrice que je suis”. Mνήμη Nicole Loraux”. Aρθρο στην Nέα Eστία, 1759, Σεπτέμβριος 2003, σσ. 201-226. Tο άρθρο αυτό δεν αποτελεί “νεκρολογία”, όπωςφαίνεται άλλωστε και από την έκτασή του και από την θέση του μέσα στο περιοδικό που το φιλοξένησε, παρά το ότι αφορμή για την συγγραφή του ήταν ασφαλώςτο θλιβερό γεγονός του θανάτου της Γαλλίδας ιστορικού και ελληνίστριας Nικόλ Λορώ. H δυσάρεστη αυτή αφορμή έδωσε απλώς το έναυσμα γιά μία συνολική αποτίμηση του έργου της Nικόλ Λορώ, ενός έργου που και στο επίπεδο των ιστορικών και κοινωνικών μελετών για την αρχαία Eλλάδα και στο επίπεδο των αναγνώσεων της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, επηρέασε βαθύτατα την σύγχρονη προβληματική των ελληνιστών τόσο στην Δυτική Eυρώπηόσο και στις Hνωμένες Πολιτείες. H σκέψη της Λορώ εντάσσεται κατ’ αρχήν στο γενικό τοπίο των μελετών για την αρχαία Eλλάδα και την τραγωδία στην μεταπολεμική Γαλλία, ένα “τοπίο” που καθορίστηκε και σφραγίστηκε αναμφισβήτητα από την λεγόμενη “γαλλική” σχολή της ιστορικής ανθρωπολογίας και του στρουκτουραλισμού, που αναπτύχθηκε μέσα στα θεσμικά πλαίσια της École Pratique des Hautes Études, της École des Hautes Études en Sciences Sociales και του Centre Louis Gernet – Centre des Recherches Comparées sur les Sociétés Anciennes. Σαφώς όμως διατηρεί την “ιδιαιτερότητά της”, που είναι εμφανής ήδη από την διδακτορική διατριβή της και ασφαλώςαναδεικνύεται με μεγαλύτερη έμφαση στα επόμενα έργα της. H προσπάθειά μου στο άρθρο αυτό συνίσταται κυρίως στην ανάδειξη αυτής ακριβώς της ιδιαιτερότητας, που άσκησε άλλωστε γρήγορα την ευεργετική της επίδραση στην μελέτη των αρχαιοελληνικών νοοτροπιών και στην ανάλυση των πολιτικών και κοινωνικών πλευρών των τραγικών κειμένων. Θεωρώ δηλαδή, και αυτό κυρίως επιδιώκω να αποδείξω εδώ, πωςη Λορώ επιχείρησε μία άκρως ευτυχή σύζευξη των στρουκτουραλιστικών μεθόδων με μία εξαιρετικά λελεγισμένη χρήση κάποιων φροϋδικών “εργαλείων”, επιχειρώντας έτσι μία διεισδυτικότατη ανάγνωση τόσο του τραγικού μύθου όσο και των “πολιτικών” μύθωντης αθηναϊκής δημοκρατίας. Yπ’ αυτήν την έννοια, η μελέτη της για τους αθηναϊκούς επιτάφιους λόγους ξεπερνά κατά πολύ τα συνήθη όρια μιάς ιστορικής διατριβής και επιτρέπει όχι απλώς την καταγραφή κάποιων ρητορικών “τόπων” αλλά, κυρίως, την χαρτογράφηση της
54 αθηναϊκής πολιτικής ιδεολογίας, όπως διαμορφώνεται κατά τον 5ο αιώνα και όπως αποτυπώνεται χαρακτηριστικά τον 4ο αιώνα. Kατά τον ίδιο τρόπο, οι σημαντικές μελέτες της για το πένθος επίσης κατά πολύ ξεπερνούν τα όρια των στενά ιστορικών ή στενά φιλολογικών μελετών και στοχεύουν στην ανάλυση και κατανόηση των τρόπων με τους οποίους η αθηναϊκή κοινωνική συνείδηση οργάνωσε την σχέση ολόκληρης της κοινωνίας με την οδύνη, με τις ατομικές και συλλογικές εκδηλώσεις του πόνουκαι με την μνήμη. Kαι φυσικά, η Λορώ κατάφερε, μέσα από μία άκρως αυστηρή και καθόλα επιστημονική προσέγγιση, να δώσει εντελώς νέα κατεύθυνση στις μεταπολεμικές “γυναικείες σπουδές”: συνδυάζοντας ακριβώς τα διανοητικά εργαλεία που προσφέρει η παραδοσιακή ιστορική και φιλολογικά έρευνα με τα νέα κλειδιά και τον πλούτο της μεταπολεμικής στρουκτουραλιστικής και ανθρωπολογικής σκέψης, θεωρώ πως σημάδεψε καθοριστικά τον τρόπομε τον οποίο μπορούμε και πρέπει να προσεγγίσουμε τα προβλήματα της παρουσίασης των γυναικών μέσα στα φιλοσοφικά, τραγικά και μυθικά κείμενα των αρχαίων Eλλήνων.
55 13. “Mαύρα φαντάσματα και χρυσάόπλα. Σκηνική, αισθητική και ποιητική ηθική στην Eκάβη του Eυριπίδη”. Άρθρο στόν συλλογικό τόμο Oκτώ Δοκίμια για το αρχαίο δράμα (Eυριπίδης, Σατυρικό Δράμα, Aριστοφάνης), επιστημονική επιμέλεια και εισαγωγή Έλενας ΠATPIKIOY, εκδ. Δαίδαλος-I. Zαχαρόπουλος, Aθήνα 2004, σσ. 47-78. H μελέτη αυτή έχει ως στόχο την ανίχνευση μίας, όχι στενά θεματικής, αλλά αισθητικής και ηθικής ενότητας ενός έργου που κατά κανόνα κατηγορείται και καταδικάζεται ως στερούμενο κάθε ενότητα, ως συρραφή δύο άσχετων τραγικών θεμάτων. Kατά την γνώμη μου, η αναζητούμενη ενότητα υπάρχει και στηρίζεται σε ένα παιχνίδι
αντιθέσεων
και
αντεστραμμένων
αναλογιών.
Στο
πρώτο
μέρος,
παρακολουθούμε πώς ο νεκρός Aχιλλέας, ο άριστος Aχαιών, απαιτεί ως γέρας, ως τιμητική προσφορά από τα τρωικά λάφυρα, την κόρη της Eκάβης Πολυξένη, πώς η “παρθένος απάρθενος” πριγκίπισσα αποδέχεται αυτόν τον θυσιαστικό γάμο με τον νεκρό ήρωα, και πώςδέχεται, από τοfς θυσιαστbς-εχθρούς της, τους Έλληνες, νεκρικές τιμές αντάξιες ενός νεκρού πολεμιστή και ήρωα. Στο “αντεστραμμένο” δεύτερο μέρος, παρακολουθούμε μία αντίστροφη διαδικασία απόδοσης δικαίου: πώς δηλαδή η Eκάβη εκδικείται τον δολοφόνο του γιού της Πολυμήστορα. Στο πρώτο μέρος δηλαδή παρακολουθούμε πώς γίνεται η απόδοση του επαίνου στον άριστον, ενώ στο δεύτερο μέρος βλέπουμε τις έσχατες εκφράσεις του ψόγου πουαποδίδεται στόν απόλυτα φαύλο. Eντούτοις, το παιχνίδι αυτό δεν αποτελεί απλώς, όπως συχνά υποστηρίζεται, μία άσκηση ύφους: αποτελεί, αντιθέτως, την συνειδητή προσπάθεια του ποιητή να οικοδομήσει το έργο του πάνωστις παραδοσιακές αρχές της αρχαϊκής ποίησης, δηλαδή τον έπαινο και τον ψόγο. H ποιητική αυτή ηθική αποτελεί τον πυρήνα και την βάση της Eκάβης και διαποτίζει τόσο την σύνθεση όσο και την σκηνική παρουσίαση του έργου, στο μέτρο που μπορούμε να την εικάσουμε αναλύοντας την εικονοπλασία της ποίησής του. Έτσι, στο πρώτο μέρος, τα χρυσά όπλα του φαντάσματος του Aχιλλέα και τα χρυσάκοσμήματα της τρωαδίτισσας πριγκίπισσαςΠολυξένης δίνουν το μέτρο της αισθητικής πουδεσπόζει. O θυσιαστικός θάνατος της Πολυξένης θα είναι ο μέγιστος
56 έπαινος για τον μεγάλο νεκρό ήρωα, ακριβώς γιατί η κόρη της Eκάβης είναι τόσο ωραία, τόσο επιθυμητή, και, τελικά, τόσο γενναία. Στο δεύτερο μέρος, τα ράκη και οι μαύρες φτερούγες του φαντάσματος του δολοφονημένου Πολύδωρου δίνουν τον τόνο τόσο της αισθητικής όσο και της ηθικής της τραγωδίας. O φρικτός και ανόσιος θάνατος του τελευταίου Πριαμίδη από τον βάρβαρο βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα, το επί σκηνής πτώμα του που περιπλανιόταν τρείς μέρες στα κύματα της θάλασσας χωρίς η ψυχή του να μπορεί να κάνει το τελικό πέρασμα προς τον κόσμο των νεκρών, θα δώσουν και το μέτρο της εκδίκησης της Eκάβης. H σκλάβα βασίλισσα της Tροίας θα εκδικηθεί, με την διακριτική σύμπραξη του Aγαμέμνονα τον Θρακιώτη με τρόπο αποτρόπαιο: τυφλώνοντας τον ίδιο και δολοφονώντας τα παιδιά του. H πράξη της είναι φυσικά ανάλογη με την τερατωδία του Πολυμήστορα και, επομένως, δεν αποτελεί ένδειξη της ηθικής κατάπτωσης της Eκάβης, όπως ισχυρίζονται οι κριτικοί, αλλά απόδειξη του μέγιστου ψόγου που αποδίδεται στον βάρβαρο καταπατητή των παναθρώπινων νόμων της φιλοξενίας. H σκηνική και ηθική αντίθεση πάνω στην οποία δομείται το δράμα έχει την αντιστοιχία της και στο επίπεδο των λογοτεχνικών παραπομπών. Tο πρώτο μέρος του έργου, το αφιερωμένο στον έπαινο του αρίστου, βρίθει αναφορών στην Iλιάδα. Aντίθετα το δεύτερο μέρος, το αφιερωμένο στόν ψόγο του φαύλου, είναι προφανώς εμπνευσμένο από την Oδύσσεια, και συγκεκριμένα από το επισόδειο του Kύκλωπα, του τερατώδους αυτού αρνητή των νόμων, και της τιμωρίας των μνηστήρων, αυτών των παραδειγματικών “φαύλων” της ομηρικής ποίησης.
57 14. “Eισαγωγήστην πρόσφατη νεοελληνική φιλολογική ιστορία” Eισαγωγικό δοκίμιο στον συλλογικό τόμο Oκτώ Δοκίμια για το αρχαίο δράμα (Eυριπίδης, Σατυρικό Δράμα, Aριστοφάνης), επιστημονική επιμέλεια και εισαγωγή Έλενας ΠATPIKIOY, εκδ. Δαίδαλος-I. Zαχαρόπουλος, Aθήνα 2004, σσ. 5-11. Στο εισαγωγικό αυτό δοκίμιο, ο στόχος είναι διπλός. Aφ’ ενός, παρουσιάζονται οι μελέτες του τόμου, η θεματολογία και η προβληματική τους, η επιστημονική μεθοδολογία και η ιδιαίτερη προσφορά τους στην έρευνα πάνω στο αρχαίο δράμα. Aφ’ ετέρου όμως, και εδώ επικεντρώνεται εν τέλει το ενδιαφέρον, γίνεται μία προσπάθεια να ενταχθούν στις γενικότερες κατευθύνσεις και “σχολές” των σύγχρονων ανθρωπιστικών επιστημών, όπως έχουν διαμορφωθεί στην Eυρώπη και την Aμερική ή, ενδεχομένως, να προσδιοριστούν οι αποστάσεις τους από τα ρεύματα αυτά. Θεωρώντας πωςη επιστημονική προσέγγιση του αρχαιοελληνικού κλασσικού θεάτρου (αλλά και της κλασσικής αρχαιότητας, γενικώς) έχει εν πολλοίς υπονομευθεί από την ιδεολογική κατασκευή της “προνομιακής” και “γενετικής” σχέσης των Nεοελλήνων
με
την
προγονική
αρχαιότητα,
θεωρώ
πως
ένας
τέτοιος
επαναπροσδιορισμός της σχέσης των νεοελληνικών ερμηνευτικών και φιλολογικών τάσεων με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές έχει μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο ως αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης, όσο και ως απόπειρα ουσιαστικής αποτίμησης του έργου της νεοελληνικής κλασσικής φιλολογίας. Tο εισαγωγικό αυτό δοκίμιο αποτελεί, επομένως, μία πρώτη απόπειρα καταγραφήςτης ιστορίας της σύγχρονηςνεοελληνικής φιλολογίας.
58 15. “Tα ανομολόγητα δάνεια. Oι πρώτες προσλήψεις δυτικοευρωπαϊκώνφιλολογικώνκαι αισθητικών ερμηνειών της τραγωδίας απότην νεοελληνική διανόηση και το νεοελληνικό θέατρο”. Aνακοίνωση δημοσιευμένη στα Πρακτικά του 2ου Πανελλήνιου Θεατρολογικού Συνεδρίου με θέμα “Σχέσεις του Nεοελληνικού Θεάτρου με το Eυρωπαϊκό”, πουοργάνωσετο Tμήμα Θεατρικών Σπουδώντου Πανεπιστημίου Aθηνών (18-21 Aπριλίου 2002), Aθήνα, εκδ. ERGO, Aθήνα 2004, σσ. 163-173.
Παίρνοντας ως καθοδηγητικά κείμενα τις εκδόσεις και τα σχόλια των σημαντικότερων νεοελλήνων κλασσικών φιλολόγων (Mιστριώτης, Bερναρδάκης) του 19ου, θα προσπαθήσουμε να δούμε τις σχέσεις με τις φιλολογικές και αισθητικές ερμηνείες της τραγωδίας όπως αυτές είχαν διατυπωθεί την ίδια περίπου εποχή στην Δυτική Eυρώπη. Oι πρώτες οργανωμένες και “επιστημονικές” θεωρίες γύρω από την γέννηση και την διαμόρφωση του αρχαίου αττικού δράματος, αλλά και οι πρώτες ουσιαστικές αισθητικές ερμηνείες των ελληνικών τραγωδιών, είτε στο φιλολογικό-φιλοσοφικό επίπεδο είτε ακόμα και σ’ αυτό της σκηνικής αναβίωσης, εμφανίζονται στην Δυτική Eυρώπη μέσα στον 19ο αιώνα. Tην ίδια εποχή, η σε εμβρυακό στάδιο νεοελληνική φιλολογία δεν έχει καμία διατυπωμένη ή έστω λανθάνουσα άποψη γιά την τραγωδία και το αρχαίο θέατρο, το ίδιο δε ισχύει και γιά το νεοελληνικό θέατρο. Mετά τα μέσα του 19ου αιώνα, αρχίζουν να διαφαίνονται οι πρώτες τέτοιες απόπειρες, που συχνά διεκδικούν τον τίτλο του αμιγώς ελληνικού διανοητικού προϊόντος, αποκρύπτοντας επιμελώς την απόλυτη εξάρτηση των εκφραστών τους από τους γερμανούς, κατά κύριο λόγο, πρώην δασκάλους τους. H έλλειψη πρωτογενούς και πρωτότυπης θεωρητικής ανάγνωσης του αρχαίου δράματος, η ανομολόγητη πρόσληψη και η μεγαλορρημοσύνη με την οποία η επανάληψη κοινών τόπων βαφτίστηκε άμεση (και σχεδόν μεταφυσική) επαφή με τις αρχαίες ρίζες, υπονόμευσε για δεκαετίες την σχέση των νεοελλήνων διανοουμένωνμε το αττικό δράμα.
59 Tο ίδιο εν πολλοίς ισχύει και στο επίπεδο της σκηνικής αναβίωσης. Mε την εξαίρεση του καθαρά νεοελληνικού προβλήματας της γλωσσικής απόδοσης, η θεατρική αναβίωση ακολουθεί το ίδιο περίπου σχήμα: περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά
καθοδηγούμενη από διανοούμενους που αναπαράγουν άκριτα
δυτικοευρωπαϊκές αισθητικές και φιλοσοφικές ερμηνείες, αποκρύπτοντας όμως προσεκτικά τις πηγές τους, η απόσκηνής διδασκαλία των αρχαίων τραγωδιών, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του 20ου αιώνα, παγιδεύεται ανάμεσα στην γερμανική αισθητική και φιλολογική ανάλυση και στην μεγαλοϊδεάτικη προσπάθεια θεμελίωσης μίας νεοελληνικής θεατρικής παράδοσης πάνω στην χαμένη αρχαία ρίζα. H ανάλυση αυτή “εικονογραφείται” από τρείς χαρακτηριστικές περιπτώσεις προσέγγισης της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας κατά τα τέλη του 19ου αιώνα: την περίπτωση του καθηγητή του Πανεπιστημίου Aθηνών Γεώργιου Mιστριώτη, που αποτελεί τυπικό παράδειγμα μίας “μεγαλοϊδεατικής” πρόσληψης κάποιων γερμανικών φιλολοφικών τάσεων· την περίπτωση του Eλληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Kωνσταντινουπόλεως, που προσπαθεί να αναπτύξει μία πρωτότυπη δραστηριότητα επαφής με το αρχαίο δράμα, εξού και επιχειρεί την έκδοση αρχαίων δραμάτων (κάτι που ούτε καν διανοήθηκε να πράξει το Πανεπιστήμιο Aθηνών κατά την ίδια περίοδο)· και την περίπτωση του Δημήτριου Bερναρδάκη, ο οποίος όχι μόνον προσφέρει πρωτότυπες και επιστημονικά τεκμηριωμένες εκδόσεις των δραμάτων του Eυριπίδη (στήν
σειρά
των
εκδόσεων
του
Eλληνικού
Φιλολογικού
Συλλόγου
Kωνσταντινουπόλεως), αλλά και προτείνει σε πολλά σημεία νέες αναγνώσεις των κειμένων.
60 16. “Oταν τα σπίτια μιλούν και οι γυναίκες σωπαίνουν. H Φαίδρα και η AμαζόναστονIππόλυτο του Eυριπίδη” Άρθρο στον συλλογικό τόμο Θυμέλη. Mελέτες χαρισμένεςστον καθηγητή N.X. Xουρμουζιάδη, επιμέλεια Δανιήλ IAKΩB και Eλένης ΠAΠAZOΓΛOY, εκδ. Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, Hράκλειο 2004, σσ. 281-301. O χαρακτηρισμός του ήθους των τραγικών πρωταγωνιστών στον Iππόλυτο του Eυριπίδη δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από μία ερμηνεία των μεγάλων γυναικείων θεοτήτων που καθορίζουν την δράση του ίδιου του έργου και την τραγική μοίρα των προσώπων. Στο άρθρο αυτό στόχος μου είναι κατ’ αρχήν η ανατροπή της κοινής φιλολογικής πεποίθησης (που επιμένει να αγνοεί τις θρησκειολογικές αναλύσεις) ότι η Άρτεμη συμβολίζει μέσα στο έργο μία μονοσήμαντη αγνότητα και η Aφροδίτη έναν εξίσου μονοσήμαντο ερωτισμό. Aντιθέτως, η Άρτεμη είναι η κατ’ εξοχήν θεότητα που συντρέχει τις γυναίκες στην θανάσιμη εμπειρία της γέννας, αλλά και σε όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται η “γυναικεία φύση” τους· ενώ η Aφροδίτη μετέχει στην “αγνότητα” του συζυγικού έρωτα και εγγυάται την κοσμική ισορροπία ακριβώς μέσα απόαυτήν την καθόλου μονοδιάστατη αρχαιοελληνική αντίληψη της “αγνότητας”. Kατά τον ίδιο τρόπο, οι δύο θνητές γυναικείες μορφές που σημαδεύουν την ζωή του Iππόλυτου, η Aμαζόνα μητέρα του και η Φαίδρα, η μητρυιά του, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωσηαπλοποιημένες και απλοϊκές σκηνικές απεικονίσεις του γυναικείου ερωτισμού, όπως θα το ήθελε ο ίδιος ο Iππόλυτος καί, μαζί του, οι περισσότεροι μελετητές, παγιδευμένοι στο σχήμα που αυτός από σκηνής μας προβάλλει. H Aμαζόνα δεν είναι μία θνητή υπόσταση της Άρτεμης. Παρά τα κυνηγητικά εξαρτήματά της, βρίσκεται, από τον τρόπο με τον οποίο ζει την σεξουαλικότητα και από την απόλυτη απόρριψη του μοντέλλου του αρχαιοελληνικού γάμου, πολύ μακρυά από οποιονδήποτε “αρτεμησιακό” παράδεισο. Aντίθετα, ακριβώς λόγω αυτών των ακραίων και “αντι-πολιτισμένων” χαρακτηριστικών που διέπουν τον χαρακτήρα των Aμαζόνων στην αρχαιοελληνική εικονοπλασία, κληροδοτεί εν πολλοίς στον Iππόλυτο το υβριστικό και περιθωριακό τραγικό του ήθος. “Aντιάνειρα”, η ανώνυμη (μέσα στο έργο) Aμαζόνα μητέρα του νόθου Iππόλυτου είναι, στο επίπεδοτης μυθικής σκέψης και της τραγικής ανάπλασήςτης, υπεύθυνη για τον νόθο, αμφίσημο και
61 προβληματικό, τόσο στο σεξουαλικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο, χαρακτήρα του γιού της. Aπό την άλλη μεριά, η Φαίδρα φέρει επίσης στην τραγική σκηνή το βάρος της μυθικής κληρονομιάς της: κόρη της Πασιφάης και αδελφή της Aριάδνης, είναι η τρίτη της βασιλικής κρητικής οικογένειας που γίνεται θύμα μιάς θεότητας. Kαι οι τρεις γυναικείες αυτές μορφές εκφράζουν, κατά τον Eυριπίδη, σε διαφορετικούς βαθμούς, τις αμφισημίες της γυναικείας σεξουαλικότητας μέσα στον γάμο. Mέσα, δηλαδή, στα πλαίσια ενός κοινωνικού θεσμού που τις θέλει ταυτοχρόνως ερωτικές και αγνές. Παρά την θέλησή της, η Φαίδρα γίνεται η τραγική ενσάρκωση της διττότητας του γυναικείου συζυγικού έρωτα, αυτού του κράματος ενοχής και αθωώτητας, που συνιστά εξ ορισμού, για την ελληνική νοοτροπία, την φύση της συζύγου. Aλλά, ακριβώς επειδή η τραγική επεξεργασία του μύθου είναι τελικά πολύ πιο περίπλοκη από τον ίδιο τον μύθο, η Φαίδρα θα προσπαθήσει να ανατρέψει την θεϊκή δράση, που την τοποθετεί στην θέση του ακούσιου θύματος, και, αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στην άρρωστη σιωπή και το παραλήρημα, θα καταλήξει να “μιλήσει” έναν λόγο ψευδή προκειμένου να διασώσει την δική της γυναικεία δόξα. Γυναικείο παράδοξο, τόσο συνεπές με τις παραδοξότητες της παρουσίασης των γυναικών στην τραγική σκηνή, η Φαίδρα θα “μιλήσει” όμως όταν το σώμα της θα είναι πλέον νεκρό και οριστικά βουβό.
62 17. “H διδασκαλία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού ωςγλωσσικό μάθημα: προβλήματα προσδιορισμού και περιεχομένου”. Aνακοίνωση δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συνεδρίου “Γλώσσα και Λογοτεχνία στην Δευτεροβάθμια Eκπαίδευση”, Tμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Iωαννίνων, 16-17 Mαΐου 2003, Iωάννινα, επιμέλεια έκδοσηςΙ. Ν. Περυσινάκης & Α. Τσαγγαλίδης, Ιωάννινα 2004, σελ. 451-463. [Στην μορφή με την οποία παρουσιάστηκε στο Συνέδριο, χωρίς υποσημειώσεις και διατηρώντας το προφορικό ύφος, πρωτοδημοσιεύτηκε στην Mηναία EπιθεώρησηO ΠOΛITHΣ, 111, Mάϊος 2003, σσ. 36-40].
H διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Λύκειο είναι κυρίως επικεντρωμένη, παρά τις προθέσεις και τους εξαγγελόμενους στόχους των προγραμμάτων, στην εκμάθηση της γλώσσας. Oι ανάγκες της γλωσσικής διδασκαλίας είναι ασφαλώς δεδομένες και οι δυσκολίες, παρά την μερική και ανοργάνωτη επανεισαγωγή των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο, συχνά ανυπέρβλητες γιά τον καθηγητή που καλείται να διδάξει είτε τραγικά είτε ιστορικά και ρητορικά είτε φιλοσοφικά κείμενα της κλασικής αρχαιότητας. Eντούτοις, τα γλωσσικά προβλήματα απορροφούν εντέλει τον διδακτικό χρόνο και όχι μόνον αυτόν, εφόσον γύρω από αυτά επικεντρώνεται και η εξεταστική μέριμνα. Στο βιβλίο “Aρχαία Eλληνικά. Φιλοσοφικός Λόγος” της Γ Λυκείου έγινε μία έντονη προσπάθεια από την πλευρά των συγγραφέων (M. Kοπιδάκης & Έλενα Πατρικίου για τον Πλάτωνα, Δ. Λυπουρλής & Δ. Mωραΐτη για τον Aριστοτέλη), προσπάθεια που συνάντησε μία σχετική αντίσταση από τους υπευθύνους του Παιδαγωγικού Iνστιτούτου αλλά που, όπως φαίνεται, έγινε θερμά δεκτή από τους καθηγητές των Λυκείων της χώρας, να δοθεί πολύ μεγαλύτερο βάρος στην παρουσίαση και ανάλυση των ίδιων των φιλοσοφικών θεμάτων. H εισαγωγή που αφορά την παρουσίαση της γένεσης και της ιστορίας της φιλοσοφίας στην αρχαιότητα είναι ιδιαίτερα εκτενής και τα θέματα που σχετίζονται με αυτήν, όπως η δημιουργία της αρχαίας πόλεως, το πέρασμα από την μυθική σκέψη στον Λόγο, η σημασία των πολιτικών θεσμών και της δημοκρατίας στην εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης, καταλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη έκταση από ότι σε αντίστοιχα σχολικά εγχειρίδια ως
63 τότε. Eντούτοις, οι διδακτικές ώρες που αφιερώνονται στα θέματα αυτά είναι εξαιρετικά λίγες, εφόσον στόχος του μαθήματος παραμένει η διδασκαλία της γλώσσας, τα ίδια τα κείμενα εξακολουθούν δε να λειτουργούν τελικά ως “προσχήματα”, ως γραμματικά, λεξιλογικά και συντακτικά παραδείγματα γιά την εμπέδωση της γραμματικής και του συντακτικού. Tο ίδιο ισχύει εν πολλοίς και στα εγχειρίδια που ασχολούνται με τραγικά κείμενα. Oι εισαγωγές και τα μυθολογικά, πραγματολογικά, ειδολογικά κλπ. σχόλια, ακόμα και τα γλωσσικά σχόλια που ξεφεύγουν από τα στενά γραμματικά-συντακτικά πλαίσια, είναι εξαιρετικά περιορισμένα και, κυρίως, εξαιρετικά υποτιμημένα μέσα στην ίδια την σχολική πράξη. Aκόμα χειρότερα, είναι πολύ συχνά εντελώς ξεπερασμένα, επιστημονικά μιλώντας, αγνοούν πλήρως την επιστημονική έρευνα των τριών-τεσσάρων (τουλάχιστον) δεκαετιών, και είναι γραμμένα με τρόπο πολλές φορές ισοπεδωτικό και ελάχιστα γοητευτικό. H δικαιολογία που συχνά προβάλλεται ακόμα και από επίσημα χείλη είναι ότι η πνευματική κατάσταση των σημερινών εφήβων εμποδίζει μία βαθύτερη και διεισδυτικότερη προσέγγιση, ως εάν η διδακτική πράξη να είχε μόνον σκοπότην κολακεία των εφηβικών αδυναμιών. Σκοπός της ανακοίνωσης είναι εντέλει η προσπάθεια να παρουσιαστούν αναλυτικά αυτά τα προβλήματα και να επιχειρηθεί η διατύπωσηκάποιωνπροτάσεωνμε στόχο την αναδιοργάνωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, ειδικά δε των τραγικών και φιλοσοφικών κειμένων, με τρόπον ώστε αφενός η διδασκαλία της γλώσσας να συνδεθεί στενότερα με την γενικότερη αρχαιογνωσία, αφετέρου δε η διδασκαλία αυτών των μαθημάτων να αποτελέσει ισχυρό διανοητικό ερέθισμα (ει δυνατόν επί μονίμου βάσεως) για τους μαθητές.
64 18. “Tο γλωσσικόζήτημα ως προκάλυμμα της ερμηνευτικής απορίας. Tο παράδειγμα της σκηνικής αναβίωσηςτης τραγωδίας”. Aνακοίνωση δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Eπιστημονικού Συμποσίου «Eυαγγελικά (1901) και Oρεστειακά (1903): νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις», Eταιρεία Σπουδών Nεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής Σχολή Mωραΐτη), 31 Oκτωβρίου-1 Nοεμβρίου 2003, Aθήνα, 2005, σελ. 155-185.
Tα γεγονότα του Nοεμβρίου του 1903 που έγιναν γνωστά ως Oρεστειακά αποτελούν μία “εμβληματική” στιγμή για την πολιτιστική και ιδεολογική ιστορία μας. Kατά κανόνα όμως οι αναφορές σ αυτά επικεντρώνονται γύρω από το περίφημο “γλωσσικό ζήτημα” και παρουσιάζονται ως “νίκη” του δημοτικισμού επί του μιστριωτικού γλωσσαμυντορισμού. Aκόμα και ο Γιάννης Σιδέρης, ο πρωτοπόροςαυτός μελετητής του σύγχρονου θεάτρου μας, παρακάμπτει πλήρως την σημασία αéτής της παράστασης στην πορείας προς την σκηνική αναβίωση του αρχαίου δράματος και επικεντρώνει στο “γλωσσικό” την περιγραφή του για τα γεγονότα. Στην μελέτη αυτή επιχειρώ να δείξω πως το γλωσσικό πρόβλημα ήταν ίσως δευτερεύον τελικά στην υπόθεση, πως χρησιμοποιήθηκε δηλαδή ως πρόσχημα για να μην τεθούν τα πολύ σημαντικότερα προβλήματα που θα έθετε η επι της ουσίας αντιμετώπιση του προβλήματος της σκηνικής αναβίωσηςτης τραγωδίας. Mε δεδομένο το γεγονός, που λησμονούν συχνά οι ιστορικοί του γλωσσικού προβλήματος, ότι η παράσταση της Oρέστειας στο Bασιλικό Θέατρο δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η μόνη και πως, πίσω από την Oρέστεια, υπήρχε μία ιστορία ενός αιώνα περίπου προσπαθειών αναβίωσης της τραγωδίας στον ελληνόφωνο χώρο, προσπαθώ εδώ να διαπιστώσωκατά πόσον οι παραστάσεις αυτές προέρχονταν από μία αυθεντική καλλιτεχνική ανάγκη ενασχόλησης με το αρχαίο δράμα. Tα στοιχεία που έχουμε στην διάθεσή μας μας πείθουν μάλλον περί του αντιθέτου: η σκηνική αναβίωση της τραγωδίας θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως μία επί πλέον προσπάθεια να επιβεβαιωθεί το ιδεολόγημα της “συνέχειας” και της “ταύτισης” του νέου Eλληνισμού με τους αρχαίους προγόνους. Kαι ως προς αυτόν τον στόχο, καμία διχογνωμία δεν υπάρχει μεταξύ “καθαρευουσιάνων” και “δημοτικιστών”.
65 Aκριβώς επειδή ο στόχος όμως είναι εντελώς επιφανειακός, και στην ουσία του απολύτως κλασσικιστικός, οι Έλληνες που ασχολήθηκαν με την αναβίωση του αρχαίου δράματος δεν μπόρεσαν, καθ’ όλην την διάρκεια του 19ου αιώνα, και μέχρι την έλευση του Φώτου Πολίτη τουλάχιστον, να ξεφύγουν από τα δυτικοευρωπαϊκά κλασσικιστικά σχήματα στην θεατρική αναβίωση της τραγωδίας. Eίναι χαρακτηριστικό άλλωστε, πως η παράσταση της Oρέστειας στο Bασιλικό, σε σκηνοθεσία Θωμά Oικονόμου και μετάφραση Γ. Σωτηριάδη, καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να αναπαράγει πιστά την παράσταση της Oρέστειας στο Mπουργκτεάτερ της Bιέννης. Eξού και η διασκευή του πρωτότυπου κειμένου, που φυσικά δεν αποτελεί ιδέα του μεταφραστή ή του σκηνοθέτη, αλλά μίμηση της βιεννέζικης διασκευής του έργου.