Skip to main content

Δεκαννιά δημιουργοί

Page 1

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙ∆ΑΚΙΣ | 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ

►► Των ΝΟΡΑΣ ΡΑΛΛΗ, ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ, ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ, ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΖΕΒΕΛΕΚΟΥ, ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

ια τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι (23 Οκτωβρίου 1925, Ξάνθη-15 Ιουνίου 1994, Αθήνα) όπως συμπληρώνονται ακριβώς σήμερα, είπαμε αυτή τη φορά να μην απευθυνθούμε σε ανθρώπους που τον γνώρισαν, συνδέθηκαν και συνεργάστηκαν μαζί του -όπως άλλωστε είχαμε κάνει πέρυσι για τα 30 χρόνια από τον θάνατό του- αλλά να επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τι «πέρασε» από το έργο και την προσωπικότητά του στις νεότερες γενιές, ποια δική του φωλιά νερού (για να παραφράσουμε τον Αναγνωστάκη) συντηρήθηκε μέσα στις φλόγες, τι διασώθηκε από το χατζιδακικό μέλος και πνεύμα στην καθημερινότητα ανθρώπων γεννημένων από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’80, αλλά και πιο μετά. Απευθυνθήκαμε λοιπόν σε νέους καλλιτέχνες από όλους τους χώρους, με διαφορετικές πορείες, καταγωγή και βιώματα. Και πόσο ωραία έκπληξη ήταν ότι όλοι θέλησαν να απαντήσουν, αλλά και ότι για όλους ο Χατζιδάκις έχει έναν ή και πολλούς λόγους να έχει θέση στη ζωή τους...

Γ

Γι’ αυτή την ιδιαίτερη επέτειο, που θα μπορούσε ωστόσο να επισημαίνει και την όλο και μεγαλύτερη χρονική απόσταση από τον κορυφαίο συνθέτη και τη «νεότητα» του ύφους και του ήθους του, νέοι καλλιτέχνες, γεννημένοι όλοι από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’80 και μετά, που δεν τον είδαν στην ακμή του ή δεν τον είδαν και καθόλου, παρά μόνο κληρονόμησαν τον απόηχο, αποδεικνύουν με ό,τι λένε στην «Εφ.Συν.» ότι καμιά φορά η αθανασία χαρίζει νερό απ’ του κήπου της τη βρύση στους ποιητές

Δεκαεννιά δημιουργοί για έναν και ένας για όλους ΜΑΡΙΑ ΑΛΑΜΑΝΗ ερμηνεύτρια ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙ∆ΑΚΙ γνωριζόμαστε εδώ και 24 χρόνια. Κι ας μη συστηθήκαμε ποτέ. Για μένα, η μουσική του είναι ένα μεγάλο και ζεστό καταφύγιο. Αυτό αισθάνομαι. Ετσι κι αλλιώς, είμαι πολύ νέα για να μιλήσω για τέτοια μεγέθη, επομένως, μόνο συναισθηματικά μπορώ να προσεγγίσω μια τέτοια ιδιοφυή προσωπικότητα. Τον ακούω και τον τραγουδάω από πολύ μικρή. Οσο μεγαλώνω, όμως, παρατηρώ πως υπάρχει πάντα κάτι νέο να ανακαλύψω. Που δεν είχα προσέξει, που μου είχε διαφύγει. Και αυτό είναι κάτι μαγικό και ζωντανό μαζί. Εχει πάντα μια έκπληξη που με κάνει να περιμένω και την επόμενη. Αυτό που κρατάω είναι κυρίως τη ματιά του στη ζωή. Την αισθητική του. Και την ποίηση. Καμιά φορά σκέφτομαι πόσο λιγότερη θα ήμουν αν δεν είχα στα αυτιά μου και στη φωνή μου τη μουσική, τα τραγούδια και τα λόγια του. Οχι μόνο εγώ. Η χώρα ολόκληρη θα ήταν λιγότερη χωρίς τον Χατζιδάκι. Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή Μα έν’ αγόρι έχει την αγάπη για ντροπή

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΙΑΒΡΑΣ μαέστρος, πιανίστας, αρχιμουσικός στην Οπερα του Βούπερταλ ΠΡΟΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΜΙΑ γενιά που δεν γνώρισε τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι ζωντανά, αλλά μόνο μέσα από τις ηχογραφήσεις και μέσα από έναν, όλων των ειδών, καθολικό φετιχισμό της παρουσίας της μουσικής του μετά τον θάνατό του. Θυμάμαι κάποια στιγμή τη μητέρα μου, που με άκουγε να παίζω κλασική μουσική στο πιάνο -θα ήμουν-δεν θα ήμουν 6 ετών-, να λέει στην καθηγήτριά μου: «Ωραία όλα αυτά, αλλά να παίξει και κανένα που να ξέρουμε». Ετσι, έδωσε «παραγγελιά» στη δασκάλα μου, την Ελισάβετ Κουναλάκη, να κάνει μια πολύ εύκολη μεταγραφή τού «Θαλασσοπούλια μου». Και το έκανε. Αυτό το γεγονός με σημάδεψε από εκείνη την πολύ μικρή ηλικία. Από την αντίδραση που είδα ότι είχαν οι γονείς μου όταν έπαιξα τελικά αυτό το κομμάτι, κατάλαβα πως αυτή η μουσική ήταν σχεδόν μονόδρομος. Θυμάμαι ακόμα πως τα πρώτα βιβλία μουσικής που απέκτησα για να μάθω στο πιάνο ήταν τα τρία τεύχη, σε επιμέλεια Τάσου Καρακατσάνη, με τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι σε πολύ ωραίες εκδοχές. Η μουσική του δεν με άφησε ποτέ. Και πιστεύω πως δεν άφησε ποτέ κανέναν άλλον νέο που ασχολήθηκε με την κλασική μουσική. Για μένα, ήταν και παραμένει το παράδειγμα του συνθέτη που βρήκε τον τρόπο, τη διαδικασία και τον μηχανισμό να μην «κλέβει», αλλά να δανείζεται, να επαναχρησιμοποιεί, να οικειοποιείται, χωρίς ποτέ αυτό να φαίνεται ψεύτικο, δανεισμένο ή φτηνό. Οπως και όλοι οι μεγάλοι συνθέτες όλων των εποχών, εμπνεόταν από πράγματα, από άλλους, και ξαφνικά τα έβρισκε κανείς μέσα στη μουσική του· όμως στο τέλος, αυτό που έμενε ήταν αυτό που λέμε ξεκάθαρα, αναντίρρητα, «χατζιδακικό».


34

Η ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

ΧΡΗΣΤΟΣ-ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟΣ ποιητής, συγγραφέας

σκηνοθέτις και σεναριογράφος

ΕΧΩ ΖΗΣΕΙ για ένα διάστημα σε ένα μικρό διαμέρισμα ακριβώς πάνω στην πλατεία Προσκόπων, μια πολύβουη γωνιά του κέντρου της Αθήνας στις αρχές του Παγκρατίου, με πολλά γνωστά καφέ και εστιατόρια. Ενα εξ αυτών, ο «Μαγεμένος Αυλός», με τα περισσότερα τραπέζια του πάνω στην πλατεία, είναι συνυφασμένο με τον θρυλικό συνθέτη, αφού ως περίοικος σύχναζε εκεί, όπως και πολλοί άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής. Δίπλα στην είσοδο μάλιστα υπάρχει και μια επιγραφή «ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ», η οποία

ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ του από τα παιδικά μου χρόνια και φυσικά μέσα από τις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, με τις οποίες μεγαλώσαμε. Η Λιλιπούπολη ήταν από τα πρώτα μουσικά μου ακούσματα και την αγαπούσα πολύ. Ο Μάνος Χατζιδάκις φάνταζε πάντα, για εμένα, ως ένας οικείος εξωπραγματικός κόσμος. Η μουσική του έχει κάτι που δεν γνωρίζεις από πού προέρχεται, αλλά είναι τόσο συναισθηματικό που σε εξοικειώνει με τις πιο μακρινές σκέψεις σου. Μεγαλώνοντας θαύμαζα όλο και περισσότερο την προσωπικότητά του και τη νηφάλια σκέψη του, που ήξερε να διατυπώνει με τον καλύτερο τρόπο.

λειτουργεί ακόμη και σήμερα ως πόλος έλξης, πέρα από ένας μικρός φόρος τιμής και νοσταλγίας. Το εστιατόριο μάζευε τον περισσότερο κόσμο του τα καλοκαιρινά βράδια: μέχρι και τις 2 μετά τα μεσάνυχτα γέμιζε με ανθρώπους περασμένης κυρίως ηλικίας, που χόρευαν και τραγουδούσαν, ακόμα και σπάζοντας πιάτα! Η συνθήκη αυτή πολύ συχνά με εκνεύριζε, καθώς δυσκόλευε τον ύπνο με έναν τρόπο που θύμιζε κιόλας άλλες εποχές. Μετά όμως σκεφτόμουν ότι βλέποντάς την κάπως θα χαμογελούσε ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις,

ΣΟΝΙΑ ΛΙΖΑ ΚΕΝΤΕΡΜΑΝ

αφού κατά έναν παράδοξο τρόπο οι σκηνές αυτές ήταν συνυφασμένες με το πνεύμα του: ο απτόητος εορτασμός της ζωής, η εξέγερση του σώματος, η ερωτοτροπία με τον χώρο και τον χρόνο, όσο άτεγκτα κι αν συνεχίζουν να έρχονται και να φεύγουνε τα σύννεφα.

ΝΕΡΙΤΑΝ ΖΙΝΤΖΙΡΙΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΟΓΙΩΡΓΗΣ

σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός

συνθέτης

ΑΓΑΠΑΩ ΑΠΕΡΙΣΚΕΠΤΑ, με έναν τρόπο σχεδόν παιδικό, τις φιγούρες που αγαπούν οι άνθρωποί μου. Ετσι γνώρισα τον Μάνο Χατζιδάκι - πρώτα μέσα απ’ τα μάτια των άλλων, και ύστερα, μέσα απ’ τη μουσική του. Από τη Μαρία στον Μενέλαο κι από εκεί στην Ορχήστρα των Χρωμάτων, στις Μουσικές Τρίτες του Τριανόν, στον Σείριο, στη Φλέρυ και σε μια ελληνικότητα που εγώ τότε είχα απολύτως ανάγκη. Μια ελληνικότητα που δεν περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της, αλλά γύρω από τη μοναδικότητα του καθενός μας - διακριτικά, γενναιόδωρα, υπόγεια. Που δεν κοιτούσε τον καθρέφτη της, αλλά τον ουρανό του άλλου. Που ένωνε τους ετερόκλητους, χωρίς να ταξινομεί ή να διαχωρίζει. Που δεν σε καταπίεζε να ανήκεις, αλλά σου έδινε χώρο να συνυπάρχεις. Και η μουσική του; Με περίμενε. Δεν βιαζόταν να τη γνωρίσω. Κι όταν τη γνώρισα, μας πήρε καιρό να συμφιλιωθούμε. Τα είπαμε, απομακρυνθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε. Ηταν η ύστερη εφηβεία - απαιτούσε θέση, αντίδραση, πολιτική. Και η εργογραφία του, σαν μια μουσική γεωγραφία από όπου αναδύονται αδιάκοπα νέοι τόποι, με βοήθησε να διαμορφώσω μια στάση. Μια στάση με τη δική της δύναμη: την τρυφερότητα ως πράξη αντίστασης. Μια σιωπηλή, αλλά επίμονη υπενθύμιση πως η ομορφιά, ακόμη κι όταν μοιάζει εύθραυστη ή αδύναμη, παραμένει το πιο ισχυρό όπλο απέναντι στη φθορά και την ασχήμια.

Ο ∆ΙΣΚΟΣ ΠΟΥ έχω ακούσει τις περισσότερες φορές στη ζωή μου είναι οι «Εξι Λαϊκές Ζωγραφιές», γιατί αισθάνομαι πως εκεί ο Χατζιδάκις κάνει ολοκληρωτικά δικά του έξι τραγούδια που δεν θα μπορούσαν να ανήκουν σε κανέναν άλλον, πέρα από τους δημιουργούς τους. Είχε αυτή τη μαγική ιδιότητα να σέβεται στον ύψιστο βαθμό την ίδια τη μουσική και, ταυτόχρονα, να την κατακτά∙ μια αντίθεση που μονάχα εκείνος μπορούσε να γεννήσει. Η σκηνή όπου η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου ερμηνεύει τον «Ιλισό» στον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου είναι μια στιγμή απόλυτης αισθαντικότητας - η συνύπαρξη της παιχνιδιάρικης τσαχπινιάς του Χατζιδάκι με τον ερωτισμό και το αξεπέραστο νάζι της ηθοποιού. Στέκομαι στην παρουσία του στον κινηματογράφο, γιατί υπέγραψε τη μουσική ορισμένων ταινιών που κυριολεκτικά καθόρισαν τη ζωή μου, όπως η «Κάλπικη λίρα» και η «Στέλλα». Κι αν ποτέ επιλέξω να κάνω καντάδα σε μια γυναίκα που με έχει μαγέψει, θα πάω και θα της τραγουδήσω το «Ας είν’ καλά το γινάτι σου». Μονάχα αυτός και ο Bill Evans λειτουργούν τόσο ψυχοθεραπευτικά πάνω μου. Το «Moon Beams» του δεύτερου και η «Ρυθμολογία» του Χατζιδάκι συνδέονται μέσα μου με τρόπο μαγικό.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΑΛΕ

ΑΡΗΣ ΛΑΣΚΟΣ

εικαστικός

σκηνοθέτης, ηθοποιός

ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ έρχομαι στην Ελλάδα, όταν βρίσκομαι στο αεροπλάνο και αρχίζει η προσγείωση, στο μυαλό μου έρχεται η «Αθανασία» του Μάνου Χατζιδάκι. Σιγοψιθυρίζω τους στίχους «Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά, μα ’ρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά. Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς, Ομορφονιά που δε σε κέρδισε κανείς». Είναι ένα παράπονο οι στίχοι που τους νιώθω ως μετανάστρια, πόσο θα ήθελα να είμαι στη χώρα μου, αλλά οι συνθήκες, ίσως και η Ελλάδα, δεν μου το επιτρέπουν. Από παλιά, όχι μόνο τώρα. Οταν ήμουν μικρή, στο σπίτι μου είχαμε ακούσματα από τον Χατζιδάκι, αλλά με αυτό το τραγούδι έχω συνδεθεί περισσότερο. Είναι ένας καλλιτέχνης αγαπημένος, διαχρονικός, για όλες τις γενιές, και μας εκφράζει όλους γιατί είναι σαν το φως της Ελλάδας. Εχω παρατηρήσει από τις συναναστροφές μου ότι τον γνωρίζουν και οι παλαιότεροι και οι νεότεροι. Και με κάνει περήφανη ότι στα ταξίδια και προς Αμερική και προς Ελλάδα, ακόμα και σε αεροπορικές εταιρείες του εξωτερικού (Emirates, για παράδειγμα) ακούγονται τα τραγούδια του. Είναι μια φιγούρα που μας δίνει στους νέους δημιουργούς κουράγιο, βλέποντας το έργο του και την προσωπική του πάλη για δημιουργία, παίρνουμε θάρρος. Συχνά, ακούω Χατζιδάκι όταν δουλεύω τα έργα μου.

Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙ∆ΑΚΙΣ για μένα είναι η πεμπτουσία της απορίας, του θαυμασμού, του δέους. Δεν ξέρω και δεν μπορώ να συλλάβω πώς ενσαρκώθηκε αυτό το πνεύμα, πώς μπόρεσε αυτός ο συνθέτης να συλλάβει αυτές τις μελωδίες, να αναδείξει τόσους τραγουδιστές, να μεταμορφώσει άλλους τόσους και να τους βρει ένα πρόσωπο «ιδανικό», να παράξει ένα τόσο ευρύ έργο με ορχήστρες, φεστιβάλ, ομιλίες, παρεμβάσεις, ενορχηστρώσεις, ραδιόφωνα, παραστάσεις, μεταφράσεις και αποδόσεις στίχων. Ενας ολοκληρωτικά homo universalis με βαθύ πολιτικό πνεύμα: δεν νομίζω να έχω διαφωνήσει με οτιδήποτε δικό του έχω διαβάσει. Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν να τον είχαμε μαζί μας αυτά τα χρόνια, τι θα έλεγε, ποια παρέμβαση θα έκανε, τι θα δημιουργούσε. Κι αυτή η σκέψη με βρίσκει λίγο μελαγχολικό: εγώ πρόλαβα να τον μάθω στο Γυμνάσιο, να πάρω τον «Μεγάλο Ερωτικό» μέσα από μια εφημερίδα στις αρχές του 2000 και να αλλάξει η ζωή μου, να τραγουδήσω «το τραγούδι της σημαίας» στις εισαγωγικές του Εθνικού, να ακούσω τα τραγούδια του ζωντανά σε επανεκτέλεση από τους αγαπημένους μου τραγουδιστές. Νιώθω, όμως, ότι η νεότερη γενιά δεν έχει αυτήν την τύχη (ευθύνεται ίσως και η αυστηρότητα στη διαχείριση του έργου τα τελευταία χρόνια). Το σήμα του δεν εκπέμπεται τόσο ισχυρά πια. Χρειάζεται να βρούμε έναν νέο τρόπο να τον ξανακούσουμε. Να ακουμπήσουμε και πάλι πάνω του...

ΝΕΦΕΛΗ ΦΑΣΟΥΛΗ ερμηνεύτρια ΓΙΑ ΜΕΝΑ ο Χατζιδάκις -που δεν τον γνώρισα- καθόρισε στο μυαλό μου το όμορφο και το συγκινητικό. Είναι αυτός που τον ρωτάω μέσα μου αν αυτό που κάνω του αρέσει, αν το εγκρίνει, ένα σημείο αναφοράς, ένα άστρο που μου φωτίζει τον δρόμο για το μοντέρνο - το διαφορετικό - το μπροστά.


Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025 Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΛΑΝΔΡΑΚΗΣ πεζογράφος, δραματουργός ΝΟΜΙΖΩ Ή ΕΛΠΙΖΩ πως το πνεύμα του Μάνου Χατζιδάκι παραμένει και διατηρείται στο γνωμικό και της δικής μου γενιάς, όχι μονάχα σαν λεζάντα σε επετείους, αλλά σαν σταθερά ορθολογική και προοδευτική σε μια πραγματικότητα γεμάτη συντηρητισμό και μισαλλόδοξα ουρλιαχτά, μια αναγκαία επαφή με τις πιο λεπτές αισθήσεις του καθενός μας, που χάνουμε και ξεχνάμε μέσα στον τόσο καθημερινό θόρυβο και πόνο. Η μουσική και ο λόγος του διατηρούνται σε όσους από εμάς πιστεύουν ότι η τέχνη μπορεί να είναι βαθιά ελληνική χωρίς ίχνος ψευδοϋπερηφάνειας. Παγκόσμια χωρίς να χάνει τις ρίζες της, μελαγχολική χωρίς να παραιτεί-

ΝΕΦΕΛΗ ΜΑΪΣΤΡΑΛΗ ηθοποιός, συγγραφέας, συνυπεύθυνη της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού με τον Ακύλα Καραζήση

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗΣ ηθοποιός/σκηνοθέτης ΟΤΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ενός καλλιτέχνη καταλήγει να γίνεται καινούργιο λήμμα στο λεξικό, τότε σίγουρα μιλάμε για έναν καλλιτέχνη που έχει γίνει κομμάτι της Ιστορίας. Αυτό που λέμε «χατζιδακικό», αυτό το τόσο μοναδικά τρυφερό, τόσο απαλό σαν χάδι, γαργαλιστικό, εμπνευστικό και βαθιά ονειρικό - αυτό είναι το αποτύπωμα του Μάνου Χατζιδάκι. Και δεν νομίζω ότι τίθεται θέμα γενιάς. Δεν νομίζω ότι υπάρχει γενιά που να αδιαφορεί για το έργο του. Οχι επειδή «οφείλει» να τον θαυμάζει και να τον αγαπάει. Αλλά επειδή απλώς έτσι συμβαίνει. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, όλο και περισσότερο ξαναζωντανεύει το έργο του κι η τρυφερότητα και το φως του ξαναδικαιώνονται, εκ νέου, σε νέους καιρούς, τόσο διαφορετικούς... έτσι που πλέον είναι εμφανές πως ο Μάνος Χατζιδάκις δραπέτευσε από την εποχή που τον γέννησε κι ανήκει πια εκεί που τον τοποθέτησε η Λένα Πλάτωνος στον δίσκο της «Το ’62 του Μάνου Χατζιδάκι»: στ’ αστέρια.

ται. Ειρωνική και διφορούμενη χωρίς να χλευάζει, όπως ακριβώς εκείνο το λεπτό Χαμόγελό Της. Για εμένα προσωπικά, εκτός από τα παραπάνω, ο Μάνος Χατζιδάκις είναι η μορφή του πατέρα μου, Κυριακή πρωί, καθισμένη μπροστά από το DVD με τον δίσκο της «Οδού Ονείρων» ακουμπισμένο πρόχειρα στα γόνατά του, να μας δείχνει διακριτικά πως ο κόσμος πέρα από το σαλόνι και τη γειτονιά μας είναι τεράστιος και, ενίοτε, γεμάτος από γαλήνη και χάρη. Είναι μια μελωδία στο λάπτοπ μου, κάποια άδεια απογεύματα που βρέχει, που από περιορισμένα και σύντομα, ξαφνικά τα πράγματα γίνονται απέραντα και αιώνια. Είναι μια αίσθηση μελαγχολίας για όσους επιζητούν διακαώς την ομορφιά, που καθαρίζει το σημαντικό από το ασήμαντο, ένας προσωπικός στεναγμός για τη στιγμή του ονείρου που κρατάει μια στιγμή, αλλά είναι αρκετή.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΑΡΡΟΣ ηθοποιός/μουσικός

ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΣΚΟΣ «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» που υπήρχε στο πατρικό μου και ακόμη θυμάμαι το εξώφυλλο. Είναι η Ανδρομάχη κι ο Εκτορας που εκίναε για τη μάχη από το τρωικό κάστρο από το «Παραμύθι χωρίς όνομα» (στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης) που μας δίδασκε με ζέση στο πρώτο έτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών ο Φίλιππος Τσαλαχούρης. Επειτα, ακολούθησαν οι «Ορνιθες». Είναι το «Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι» (στίχοι Μ. Κακογιάννης) που εξυμνεί το αδιέξοδο του χαμένου έρωτα με τρόπο υπερφυσικό - χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Είναι η «Οδός Ονείρων», ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους που παντρεύει τις νότες με τις λέξεις σαν να ήταν από πάντα ενωμένες. Είναι η σύνθετη, η λόγια, η εκλεπτυσμένη μουσική, αγκαλιά με το ρεμπέτικο και την ελληνική λαϊκή ψυχή. Ελπίζω να έχουμε κρατήσει από εκείνον, πέραν του σπουδαίου έργου του, τη δίψα του για συνεχή πειραματισμό, την πολυπραγμοσύνη του, την υψηλή του αίσθηση περί ελληνικότητας, την ευαισθησία του απέναντι στα πάθη, την απώλεια και την ουτοπία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ και το «Νιάου βρε γατούλα» έως το πιάνο μου με τα 9/8 «Χασάπικο των διδύμων», ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ένας καλλιτέχνης που δεν χωράει σε χαρακτηρισμούς «mainstream» ή «ποιοτικός» διότι κατάφερνε πάντα να ξεπερνάει τον εαυτό του σε όλα τα terrain

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ σκηνοθέτις, καλλιτεχνική υπεύθυνη στο Θέατρο Μπέλλος Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ υπήρξε για μένα η πρώτη μουσική που άκουσα χωρίς να το ξέρω. Η μητέρα μου με νανούριζε με «Το χαμόγελο της Τζοκόντα». Εκείνος ο δίσκος μού έμαθε ότι η ποίηση μπορεί να κατοικεί μέσα στη μουσική - και η μουσική μέσα στην καθημερινότητα. Ανατρέχω ακόμα σ’ αυτές τις μελωδίες όταν θυμώνω και θέλω να μετατρέψω την οργή σε γαλήνη. Σήμερα, ως σκηνοθέτις, βρίσκω στον Χατζιδάκι κάτι σπάνιο: το θάρρος να υπερασπίζεται την ευαισθησία. Μιλούσε για την ομορφιά, τον έρωτα, την αθωότητα, χωρίς ειρωνεία· κι αυτό, σε μια εποχή κυνισμού, είναι επαναστατικό. Το πνεύμα του ζει κάθε φορά που ένας νέος καλλιτέχνης αρνείται να προσαρμοστεί στον θόρυβο, στην ανθρωποφαγία, στη θηριωδία. Νομίζω πως αυτό είναι το δώρο του στη δική μου γενιά: μας θυμίζει ότι η τέχνη δεν είναι μόδα ή επάγγελμα, αλλά τρόπος να βλέπεις τον κόσμο με ανοιχτή καρδιά.

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ τραγουδίστρια/τραγουδοποιός Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ άγγιζε την παιδική ψυχή μας με λαϊκή αμεσότητα και αριστοκρατική φινέτσα. Αναγνώριζε τις ανάγκες μας και κάλυπτε όλο το φάσμα τους: το «Νιάου βρε γατούλα» ταίριαζε ιδανικά στο ερωτοτρόπημα της Βουγιουκλάκη, όπως και το «Ποιος είν’ τρελός από έρωτα» στα μελαγχολικά μάτια της Νταντωνάκη. Ηξερε πάντα τη σωστή στιγμή για το σωστό μουσικό έργο, τον κατάλληλο ερμηνευτή για τον κατάλληλο στίχο. Ηξερε την παύση μπροστά στην ατέρμονη φασαρία των ημιμαθών. Αυστηρός και τρυφερός, έδεσε το τέλος του με το τέλος μιας ολόκληρης αισθητικής εποχής, που είχε κάτι το υψηλό αλλά

35

όχι δήθεν, το αρμονικό και το προκλητικό, το γεμάτο πίστη σε κάτι νέο που θα μπορούσε να ανθίσει, να αντισταθεί στον κόσμο του πλαστικού που εξαπλωνόταν. Ακουμπούσες πάνω στο Χαμόγελο της Τζοκόντα τις ελπίδες σου και γιατρευόσουν. Ηξερε. Εμείς δεν ξέρουμε. Και όσο η δικαιοδοσία του έργου του περιορίζεται τόσο αυστηρά, τόσο περισσότερο θα χάνουμε τη γνώση εκείνη που ο ίδιος μάς χάρισε. Η φωτιά του είναι τόσο μεγάλη, που αν αφεθεί να κάψει ανεξέλεγκτα, χωρίς να προστατευτούν οι πηγές του, ο τρόπος και το ήθος του, θα καούμε κι εμείς μαζί της. Οσο όμως ταξιδεύει σωστά, έχουμε πολύ νερό να ξεδιψάσουμε.


36

Η ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑ ηθοποιός

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ συνθέτης, ηθοποιός, μουσικός

ΟΛΓΑ ΣΤΕΦΟΥ συγγραφέας, δημοσιογράφος Η ΤΕΧΝΗ ΕΧΕΙ έναν δικό της τρόπο να υπολογίζει τον χρόνο. Υπερβαίνει την ιστορική περίοδο και την ιστορική ανάγκη. Εννοώ το απλό: μια ιστορική συνθήκη μπορεί να γεννά επαναστάτες. Μνημονεύοντας τους θανάτους, μετράμε τη στιγμή που πέρασαν στην αιωνιότητα και έγιναν σύμβολα λαμπρά. Αλλά αν ο καλλιτέχνης δεν είχε γεννηθεί ποτέ, καμία ανάγκη δεν θα είχε δημιουργήσει στη θέση του κάποιον ή κάποια άλλη. Γι’ αυτό κι έχει ουσία η επέτειος της γέννησής τους. Μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι; Τι μεγάλο που θα ήταν αυτό το κενό! Φανταστείτε να μην είχαμε ακούσει ποτέ τον ήχο του μαζί με τους στίχους του Καμπανέλλη και του Γκάτσου ή μια «Στέλλα» χωρίς «την αγάπη που ’γινε δίκοπο μαχαίρι». Μια παιδικότητα χωρίς τη Λιλιπούπολη. Φανταστείτε να μην είχαμε ακούσει ποτέ τη σπαρακτική, βελούδινη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη. Γι’ αυτό γιορτάζουμε γενέθλια: αν δεν υπήρχες, Μάνο Χατζιδάκι, πολλές ψυχές άλλων ανθρώπων δεν θα είχαν καθοριστεί, επηρεαστεί, διαμορφωθεί ίσως. Η δική μου σίγουρα δεν θα ήταν η ίδια κι έτσι υποθέτω με σχεδόν βεβαιότητα πως το αυτό ισχύει γενικώς. Αυτό είναι το μεγαλείο του Μάνου Χατζιδάκι. Πέρασε στην αθανασία από την πρώτη νότα κι έφτιαξε πολλά μικρά αστράκια να λάμπουν στον ήχο του για να μεγαλώνουμε μετρώντας τα κι εμείς.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΕΙΛΑΦΑΜΕΛΗ ηθοποιός ΛΟΓΩ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ατμόσφαιρας -είμαστε μια ωραία ατμόσφαιραο Χατζιδάκις όχι απλά δεν μου ήταν άγνωστος αλλά έχω μνήμες των τραγουδιών του από πολύ μικρή ηλικία. Προφανώς κι αργότερα τον «ξανα-ανακάλυψα». Ετσι που το τραγούδι που επέλεξα για τις κατατακτήριες εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης ήταν η «Περσεφόνη» του. Τώρα πια, με το πέρασμα των χρόνων κι έχοντας πια κάνει «δικά» μου πολλά από τα τραγούδια του και τις μουσικές του, μπορώ να πω χωρίς καμιά αμφιβολία πως πέρα από τις μεγάλες συγκινήσεις που μου έχει προσφέρει με τις μαγικές μουσικές του, τον θεωρώ έναν ιδιοφυή συνθέτη που κατόρθωσε αποκωδικοποιώντας το εντόπιο, και σμιλεύοντάς το με το «δώρο Θεού» ταλέντο του, να το καταστήσει παγκόσμιο. Αλλά δεν ήταν μονάχα η καλλιτεχνική του πλευρά αυτή που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον μου. Εχοντας διαβάσει άρθρα του, παρεμβάσεις, σχόλια, αλλά έχοντας ακούσει προπάντων τον ίδιο να μιλάει και να διηγείται -πώς μιλάει, τι λέει, πώς διηγείται- μου είναι ολοφάνερο πως πρόκειται για μια από εκείνες τις χαρισματικές προσωπικότητες που με τον τρόπο τους είναι και οι έσχατοι φορείς του ήθους του κάθε λαού. Και ο Χατζιδάκις ανήκε σαφέ-

O ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙ∆ΑΚΙΣ ήταν σαν να ζούσε στο σπίτι όπου μεγάλωσα και ταυτόχρονα σαν να έχτισε το σπίτι όπου θα ζούσα και εγώ και πολλοί ακόμα Ελληνες. Ολη η γενιά μου μεγάλωσε τόσο κοντά σε έναν μύθο, τον οποίο μπορεί να μην πρόλαβε στην ενήλικη ζωή της, αλλά είχε την τύχη μετέπειτα να συναντά συνεχώς με τα πολλαπλά του πρόσωπα. Αλλοι έβρισκαν σε αυτόν έναν αναρχικό αστό πιο τολμηρό και πιο κοφτερό απ’ όλους τους κατ’ όνομα επαναστάτες, άλλοι έναν προφήτη που οι ρηξικέλευθες ιδέες του επαληθεύονταν με τα χρόνια ολοένα και περισσότερο, άλλοι τον μέγιστο των λυρικών και τον σπουδαιότερο λόγιο μη λόγιο. Εγώ θα τον συναντάω πάντα σε ένα «Ρολόι στο καπηλειό», σκαρφαλωμένος πάνω στον λεπτοδείκτη, και ο χρόνος όσο πιο πολύ και αν με απομακρύνει από το πλάι του, τόσο πιο κοντά θα με φέρνει στην Ελλάδα που αγαπώ και ξεχνώ, στην επανεφεύρεση της ελληνικότητας ως μιας αδιαίρετης χωροχρονικής συνέχειας όπου η ποίηση θα επαληθεύει τη λαϊκότητα και η λαϊκότητα την ποίηση. Χωρίς ίχνος υπερβολής ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος κάθε Ελληνα συνθέτη της γενιάς μου, ο οποίος θα κοιτάζει με δέος τις μελωδίες του, τα contracanti του, τις ευφυείς του ενορχηστρώσεις, την εικονοπλαστική του δύναμη, αλλά πάνω από καθετί άλλο τη βαθειά και αγνή συγκίνηση που προκαλεί το απολύτως αριστουργηματικό του μουσικό κληροδότημα. Πολλές φορές σκέφτομαι πόσο μου λείπει μια τέτοια μορφή, να μιλούσα μαζί της και να νιώσω ότι ψηλώνω και πάλι.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ άνθρωποι που, μόλις περάσουν από τη ζωή, αφήνουν πίσω τους ένα φως. Ενα φως που δεν σβήνει, γιατί δεν γεννήθηκε από τη φήμη, αλλά από την αλήθεια της ψυχής τους. Ενας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε ο Μάνος Χατζιδάκις. Το αποτύπωμά του εξακολουθεί να διαπερνά τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Με τη μουσική του ένωσε το λόγιο με το λαϊκό, το όνειρο με την καθημερινότητα, το παιδικό με το βαθύ ανθρώπινο. Στα τραγούδια του κατοικούν η ευαισθησία, η ειρωνεία, η τρυφερότητα και η νοσταλγία ενός κόσμου που παλεύει να μη χάσει την ομορφιά του. Για εκείνον, η μουσική δεν ήταν απλώς ήχοι∙ ήταν τελετουργία, ήταν τρόπος να ξορκίζει τη φθορά και να μεταμορφώνει τη σιωπή σε ποίηση. Κάποτε είπε πως «η αξία ενός ανθρώπου βρίσκεται στο μέτρο που αντιστέκεται στην ευτέλεια». Κι αυτή η φράση, πιο επίκαιρη από ποτέ, μοιάζει να μας ψιθυρίζει πως η αληθινή καλλιέργεια δεν βρίσκεται στη λάμψη, αλλά στην εσωτερική αντίσταση απέναντι στο ψεύτικο και το εύκολο. Ο Χατζιδάκις υπήρξε ελεύθερος. Ενας πνευματικός άνθρωπος που στάθηκε όρθιος απέναντι στη μαζικότητα, υπερασπιζόμενος με πάθος την ομορφιά, την ελευθερία και τον πολιτισμό. Το έργο του, ευαίσθητο και δυνατό μαζί, παραμένει ζωντανό∙ μας θυμίζει πως η τέχνη μπορεί να γίνει τρόπος ζωής, και η ζωή –όταν είναι αληθινή– μπορεί να γίνει τέχνη. Μακάρι, στην εποχή μας, να βρίσκονταν ξανά τέτοιες φωτεινές ψυχές που θα μας έδειχναν ότι η ευγένεια, το μέτρο και η ευαισθησία δεν είναι ξεπερασμένα ιδανικά, αλλά βαθιά ανθρώπινες ανάγκες.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook