ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
&
ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Η μετάβαση χωρίς αυταπάτες πάρχει ένας παλιός πειρασμός απέναντι στα σύνθετα προβλήματα: να τα τεμαχίζουμε σε διαχειρίσιμα μέρη, να τα εξετάζουμε χωριστά και να συγχέουμε την απλοποίηση με την κατανόηση. Ο Edgar Morin αφιέρωσε δεκαετίες στην κριτική αυτής της αυταπάτης. Δεν αρνήθηκε την ανάγκη της ανάλυσης. Υπενθύμισε όμως ότι ο κόσμος δεν αποκαλύπτεται όταν χάνει τις συνδέσεις του. Από αυτή τη διαπίστωση ξεκινά και η φετινή έκδοση για το Περιβάλλον και την Ενέργεια: από τη νέα οικονομία των ορίων. Η μετάβαση δεν μπορεί πια να διαβαστεί ως άθροισμα ξεχωριστών θεμάτων. Οι τιμές της ενέργειας συνδέονται με την κοινωνική αντοχή. Τα δίκτυα με την ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα. Το LNG και οι κρίσιμες ενεργειακές υποδομές με τη γεωπολιτική της μεταβατικής περιόδου. Οι φυσικοί πόροι με τη χρηματοδότηση. Ο κλιματικός κίνδυνος με την ασφαλισιμότητα και τις υποδομές. Για χρόνια, η ενεργειακή και περιβαλλοντική μετάβαση παρουσιάστηκε ως γραμμική διαδρομή: λιγότερες εκπομπές, περισσότερες ανανεώσιμες πηγές, καθαρότερη παραγωγή, πιο ανθεκτικές κοινωνίες. Η κατεύθυνση παραμένει αναγκαία. Αλλά η συζήτηση ενηλικιώνεται. Το 2026 δεν αρκεί να δηλώνεται ο στόχος. Πρέπει να αποδεικνύεται η δυνατότητα εφαρμογής του. Η αλλαγή αυτή έχει πλέον υλικό αποτύπωμα: δίκτυα, αποθήκευση, εξηλεκτρισμός, κόστος εισροών, υδατικό στρες, απόβλητα, ενεργειακή φτώχεια και βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Δεν αφορά μόνο τα υπουργεία Περιβάλλοντος ή τα συνέδρια για το κλίμα. Περνά στους ισολογισμούς, στις επενδυτικές αποφάσεις και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα δεν είναι παρέκκλιση από την κλιματική ατζέντα. Είναι το νέο της πεδίο. Η Ευρώπη πρέπει να κρατήσει μαζί κλιματική φιλοδοξία, παραγωγική ισχύ και κοινωνική συνοχή. Χωρίς επενδύσεις, δίκτυα, τεχνολογική ικανότητα και προσιτή ενέργεια, η μετάβαση κινδυνεύει να παραμείνει ιστορικά αναγκαία αλλά οικονομικά ανεπαρκώς προετοιμασμένη. Στο ίδιο πλαίσιο, το περιβάλλον δεν είναι πια εξωτερικότητα. Το νερό, η γη, η θάλασσα, τα υλικά και τα απόβλητα μπαίνουν στον ισολογισμό, όχι ως ρητορική, αλλά ως πραγματικό κόστος και πραγματικός κίνδυνος. Εκεί όπου η φύση εξαντλείται, η οικονομία χάνει τη σιωπηλή υποδομή της. Εκεί όπου οι φυσικοί πόροι πιέζονται, το κόστος γίνεται παραγωγικό, κοινωνικό και πολιτικό. Η Ελλάδα βρίσκεται στο εσωτερικό αυτής της εξίσωσης με ιδιαίτερη ένταση: μεσογειακή έκθεση, νησιωτικότητα, τουριστική πίεση, ανάγκη υποδομών, ενεργειακό κόστος και κλιματική ευαλωτότητα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα ακολουθήσει τη μετάβαση. Είναι αν θα τη μετατρέψει σε σχέδιο ανθεκτικότητας και παραγωγικής αναβάθμισης ή αν θα τη συναντά ως καθυστέρηση, κρίση και κόστος αποκατάστασης. Το 2030 δεν είναι πια μακρινός ορίζοντας. Είναι κοντινό τεστ. Η πρόκληση δεν είναι να απλοποιήσουμε την εποχή για να την αντέξουμε. Είναι να τη σκεφτόμαστε στην πολυπλοκότητά της και να δρούμε με λιγότερες αυταπάτες, περισσότερη ευθύνη και καθαρότερες αποδείξεις. Γιατί στη νέα οικονομία των ορίων, η μετάβαση δεν θα κριθεί από την πειστικότητα των δεσμεύσεων, αλλά από το αν μπορεί να μετατρέψει την ενεργειακή πίεση, τον κλιματικό κίνδυνο και τους φυσικούς περιορισμούς σε καθαρή ενεργειακή αυτονομία, προσιτή ενέργεια και ανθεκτικότητα που αντέχει στην πράξη.
editorial
Υ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΕΦΟΠΟΎΛΟΎ
ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
4
16
Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ
ΤΟ ΟΡΟΣΗΜΟ ΤΟΎ 2030
18
30
CREATIVE ART DIRECTOR Λουίζα Καραγεωργίου
ΣΎΝΕΝΤΕΎΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ANNA-KAISA ITKONEN
ΎΠΕΎΘΎΝΟΣ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ Δημήτρης Φίλης
Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
ΓΙΑΤΙ Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΔΕΝ ΕΦΕΡΕ ΑΚΟΜΗ ΦΘΗΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ;
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΕΦΟΠΟΎΛΟΎ
H ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΏΝ ΣΎΝΤΑΚΤΏΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΠΟΓΕΎΜΑΤΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ www.efsyn.gr ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΕΎΘΎΝΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ Σωτήρης Μανιάτης ΔΙΕΎΘΎΝΤΗΣ ΣΎΝΤΑΞΗΣ Σωτήρης Γούλατης ΔΙΕΎΘΎΝΤΗΣ ΦΎΛΛΟΎ ΣΑΒΒΑΤΟΚΎΡΙΑΚΟΎ Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου ΎΠΕΎΘΎΝΟΣ ΕΙΔΙΚΏΝ ΕΚΔΟΣΕΏΝ Γιάννης Μπαζαίος
ΔΙΟΡΘΏΣΗ Γκέλυ Κουτρουμπή Νίκος Καλτσάς Μάγδα Κλαυδιανού Ιωάννα Μαργιώκη Αναστασία Μπέσια Δώρα Σελλά ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΕΎΘΎΝΤΡΙΑ Λήδα Θωμάκου ΕΜΠΟΡΙΚΟ Λία Βαζάκα ΔΙΕΎΘΎΝΣΗ ΚΎΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Πάνος Χιονίδης ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΦΏΤΟΓΡΑΦΙΑΣ Στράτος Γερακόπουλος Γιάννης Φοβάκης ΕΚΤΎΠΏΣΗ Καμπύλη ΕΚΔΟΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΏΣΗΣ Α.Ε. ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΚΑΙ ΚΎΡΙΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ Zofrank Holdings Co. Limited ΝΟΜΙΜΟΣ ΕΚΠΡΟΣΏΠΟΣ Σπύρος Κτενάς Ακτή Κονδύλη 10 Τ.Κ. 185 45, Πειραιάς ΤΗΛ.: 211 1045000 e-mail: contact@efsyn.gr
περιεχόμενα
ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ Στέφανος Γούλατης Αντιγόνη Σπανοπούλου
46
64
ΠΏΣ ΠΕΡΝΑ Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ;
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΗΜΕΡΑ;
110 96
118
ΠΟΙΟΣ AGENDA. ΑΣΦΑΛΙΖΕΙ TO REGULATION, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ; RISK, RESPONSIBILITY
ΣΎΝΕΝΤΕΎΞΗ ΜΕ ΤΗ LEENA YLÄ-MONONEN Εκτελεστική διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος
ΓΡΑΦΟΎΝ ΟΙ: ΓΙΏΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, ΡΟΜΙΝΑ ΝΙΚΗΦΟΡΟΎ
ΟΤΑΝ Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ 4
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ 2026; Κλίμα, ενέργεια, φυσικοί πόροι και νέοι κανόνες μετατρέπουν τη βιωσιμότητα σε κόστος, αντοχή και στρατηγική
5
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ 2026;
ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ
ΑΠΌ ΤΗ ΦΙΛΌΔΌΞΙΑ ΣΤΟΝ… ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ Για χρόνια η Ευρώπη μιλούσε για τη μετάβαση σαν σχέδιο προόδου, αλλά το 2026 αναγκάζεται να δει και το… κόστος, όχι μόνο περιβαλλοντικό, αλλά παραγωγικό, κοινωνικό και γεωπολιτικό ֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΕΦΟΠΟΎΛΟΎ
ενεργειακή μετάβαση έπαψε να αντιμετωπίζεται στην Ευρώπη κυρίως ως άσκηση θεσμικής φιλοδοξίας και περνά όλο και πιο καθαρά στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας. Το ερώτημα δεν είναι πια μόνο πόσο γρήγορα θα μειωθούν οι εκπομπές. Είναι με ποιο κόστος, πάνω σε ποια παραγωγική βάση και με ποια κοινωνική κατανομή βαρών. Για μια δεκαετία, η Ευρώπη μπορούσε να παρουσιάζει το κλιματικό της σχέδιο ως συνάντηση ηθικής, τεχνολογικής προόδου και πολιτικής βούλησης. Σήμερα αυτή η ισορροπία δοκιμάζεται. Η ενέργεια παραμένει ακριβή, οι κρίσιμες πρώτες ύλες ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό αλλού, η πίεση στη βιομηχανία αυξάνεται και τα νοικοκυριά μπαίνουν στη νέα φάση ήδη καταπονημένα από τον πληθωρισμό, τη στέγαση και τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Η μετάβαση δεν πατά πια σε έδαφος άνετης συναίνεσης. Πατά σε έδαφος κόστους. Το δείχνει και η ίδια η γλώσσα της Ενωσης. Το Πρόγραμμα Εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026 μιλά για «στιγμή ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας», ενώ η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας (Competitiveness Compass) φέρνει στο κέντρο την ανταγωνιστικότητα, την οικονομική αντοχή και την ανάγκη ταχύτερης προσαρμογής. Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια ύφους. Είναι παραδοχή ότι η μετάβαση έπαψε να είναι μόνο αφήγηση προόδου και έγινε άσκηση αντοχής.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η
6
Η ακριβή ενέργεια, οι νέες εξαρτήσεις, η πίεση στη βιομηχανία, τα φυσικά όρια και η φθορά του κόστους ζωής αλλάζουν το κέντρο βάρους της συζήτησης
Το πραγματικό ζήτημα είναι η παραγωγή Στον πυρήνα της σημερινής πίεσης βρίσκεται η παραγωγή. Η Ευρώπη θέλει να ανοίξει μια νέα βιομηχανική φάση, αλλά το κάνει με ακριβότερη ενέργεια από άλλες μεγάλες οικονο-
μίες, με εξαρτήσεις σε στρατηγικά υλικά, με πιο αργές διοικητικές διαδικασίες και με πολύ άνισες αντοχές ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Το ερώτημα εδώ είναι απλό και σκληρό μαζί: θα παράγει η Ευρώπη τη νέα οικονομία της ή θα την εισάγει; Θα παραμείνει τόπος βιομηχανικής μεταποίησης, τεχνολογικής ανάπτυξης και ποιοτικής απασχόλησης ή θα περιορίζεται όλο και περισσότερο στον ρόλο του ακριβού ρυθμιστή μιας αγοράς που άλλοι τροφοδοτούν; Αν η πράσινη μετάβαση σημαίνει για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υψηλότερο κόστος και για τους ανταγωνιστές τους καλύτερους όρους παραγωγής, τότε η αποτυχία δεν θα είναι επικοινωνιακή. Θα είναι δομική. Εδώ τελειώνει και μια παλιά ευρωπαϊκή ευκολία: η ιδέα ότι αρκεί να θέτεις φιλόδοξους στόχους και η οικονομία θα ακολουθήσει. Δεν ακολουθεί έτσι η παραγωγή. Η παραγωγή μένει όταν έχει ενέργεια σε ανεκτό κόστος, δίκτυα, κεφάλαια, ταχύτητα στις αδειοδοτήσεις, πρόσβαση σε πρώτες ύλες και επαρκή προβλεψιμότητα. Αν αυτά λείψουν, η Ευρώπη κινδυνεύει να πληρώνει τη μετάβαση ως κόστος, αλλά να τη χάνει ως βιομηχανική ευκαιρία.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι κοινωνικό, αλλά όχι με τη μαλακή έννοια του όρου. Είναι πρόβλημα κατανομής του κόστους. Η μετάβαση δεν προστίθεται σε ένα ουδέτερο κοινωνικό τοπίο. Προστίθεται σε μια ήπειρο ήδη επιβαρυμένη από στεγαστικό κόστος, ενεργειακές δαπάνες, διαφορετική αγοραστική δύναμη και μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ εθνικών αφετηριών. Γι’ αυτό και ο Νότος δεν συναντά τη μετάβαση από το ίδιο σημείο με τον Βορρά. Η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία ή η Ιταλία μπαίνουν σε αυτή τη φάση με μεγαλύτερη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, με βαρύτερο στεγαστικό φορτίο, με πιο έντονη θερμική καταπόνηση και, σε πολλές περιπτώσεις, με οικονομίες πιο εκτεθειμένες στον τουρισμό και στις εποχικές ανισορροπίες. Στον βιομηχανικό πυρήνα της Ευρώπης, αντίθετα, το άγχος έχει άλλη μορφή: απώλεια ανταγωνιστικότητας, αναβολή επενδύσεων, παραγωγική διαρροή. Στον πιο εύπορο Βορρά, το ζητούμενο είναι διαφορετικό αλλά εξίσου κρίσιμο: πώς θα διατηρηθεί η κοινωνική συναίνεση χωρίς να κοπεί η φόρα των επενδύσεων και χωρίς να διαρραγεί το αίσθημα δικαιοσύνης.
Οι αριθμοί δείχνουν πόσο άνισες είναι οι αφετηρίες. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών στην Ε.Ε. που επιβαρύνονται υπέρμετρα από το κόστος στέγασης, με 28,9%, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. ήταν 8,2%. Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες χώρες η μετάβαση έρχεται να προστεθεί πάνω σε ήδη εξαντλημένους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η μεσαία τάξη είναι ο αληθινός δείκτης αντοχής Αυτό ακριβώς κάνει τη μεσαία τάξη τόσο κρίσιμη. Οχι ως ρητορικό σύμβολο, αλλά ως πραγματικό μέτρο αντοχής του ευρωπαϊκού συμβολαίου. Αν τα μεσαία στρώματα αισθάνονται ότι πληρώνουν ακριβότερη κατοικία, ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερες μετακινήσεις και ακριβότερη καθημερινότητα, ενώ ταυτόχρονα η εργασία τους γίνεται πιο αβέβαιη, τότε η μετάβαση παύει να βιώνεται ως κοινή επένδυση στο μέλλον. Βιώνεται ως σωρευτική επιβάρυνση του παρόντος. Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο κρίσιμες ευρωπαϊκές διαφωνίες. Αλλοι επιμένουν ότι χωρίς σταθερό κλιματικό προσανατολισμό δεν θα υπάρξουν σοβαρές επενδύσεις. Αλλοι απα-
Η πράσινη μετάβαση θα κριθεί από το αν η Ευρώπη μπορεί να τη χρηματοδοτήσει, να τη στηρίξει παραγωγικά και να μοιράσει το βάρος της χωρίς να αποδυναμώνει την οικονομία της
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η μετάβαση δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία
7
ντούν ότι χωρίς φτηνότερη ενέργεια και όρους παραγωγής δεν θα μείνει αρκετή οικονομία για να επενδύσει. Αλλοι πάλι προειδοποιούν ότι καμία μετάβαση δεν μπορεί να κρατήσει, αν η κοινωνική της βάση αισθάνεται ότι πληρώνει περισσότερα χωρίς να βλέπει χειροπιαστό όφελος. Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πως όλες αυτές οι ενστάσεις έχουν βάση. Και γι’ αυτό η εξίσωση γίνεται τόσο δύσκολη.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η κοινωνική διάσταση δεν έρχεται μετά
8
Ενέργεια, βιομηχανία, φυσικοί πόροι και κόστος ζωής μετατρέπουν τη μετάβαση σε δοκιμασία παραγωγικής αντοχής, κοινωνικής ισορροπίας και πολιτικής αξιοπιστίας
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ευρωπαϊκή παρανόηση των τελευταίων ετών: η ιδέα ότι η κοινωνική διάσταση μπορεί να προστεθεί αργότερα. Το είδαμε στην ενέργεια, όπου η προστασία των ευάλωτων και η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας ενισχύθηκαν μόνο αφού το κόστος έγινε πολιτικό πρόβλημα. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα στη στέγαση και στις ανακαινίσεις: η πράσινη προσαρμογή δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία ούτε για όλες τις χώρες ούτε για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Η ίδια η Επιτροπή, με το Citizens’ Energy Package, δίνει έμφαση στη μείωση των λογαριασμών και στην προστασία των ευάλωτων καταναλωτών, ακριβώς επειδή η κοινωνική διάσταση δεν μπορεί πια να αντιμετωπίζεται ως υστερόγραφη μέριμνα. Η μεγάλη σύγκρουση, λοιπόν, δεν είναι μόνο ιδεολογική. Είναι κατανεμητική. Ποιος πληρώνει περισσότερο; Ποιος προστατεύεται πρώτος; Ποιες επιχειρήσεις έχουν το κεφαλαιακό περιθώριο να επενδύσουν και ποιες πιέζονται στα όρια; Ποιες περιφέρειες διαθέτουν δίκτυα, υποδομές και διοικητική ικανότητα να προσαρμοστούν και ποιες μπαίνουν στη νέα φάση με καθυστέρηση; Αν αυτά τα ερωτήματα μείνουν ανοιχτά, η μετάβαση δεν θα φθαρεί επειδή λείπουν τα επιχειρήματα. Θα φθαρεί επειδή λείπει η αίσθηση δικαιοσύνης.
Τα φυσικά όρια γίνονται οικονομικά όρια Στο μεταξύ, η ίδια η φύση επιστρέφει στην οικονομία όχι ως ιδέα, αλλά ως περιορισμός. Το νερό, η θερμική πίεση, η φθορά των υποδομών, η έκθεση ολόκληρων τομέων σε φυσικούς κινδύνους περνούν όλο και πιο καθαρά στους οικονομικούς υπολογισμούς. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προειδοποιήσει ότι η επιφανειακή λειψυδρία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο σχεδόν το 15% της οικονομικής παραγωγής της ευρωζώνης. Αυτό δεν είναι πια περιβαλλοντική υποσημείωση. Είναι όριο λειτουργίας για την ίδια την οικονομία.
Από αυτό το σημείο και μετά αλλάζει και η έννοια του κόστους. Δεν υπάρχει μόνο ο λογαριασμός της μετάβασης. Υπάρχει και ο λογαριασμός της μη προσαρμογής: των καθυστερήσεων, των φθαρμένων υποδομών, της λειψυδρίας, της απώλειας παραγωγικότητας, της ασφαλιστικής επιβάρυνσης, της απομείωσης αξιών και περιουσιών. Μια οικονομία μπορεί να αγνοεί για ένα διάστημα τα φυσικά της όρια. Δεν μπορεί όμως να τα ακυρώνει. Κάποια στιγμή επιστρέφουν ως κόστος, και συνήθως επιστρέφουν ακριβότερα.
Από τη ρητορική στις δύσκολες προτεραιότητες Το 2026 είναι κομβικό όχι επειδή προσθέτει άλλο ένα κεφάλαιο στην ευρωπαϊκή ατζέντα, αλλά επειδή καταργεί την άνεση των παράλληλων συζητήσεων. Η ενέργεια δεν είναι μόνο τεχνικό θέμα. Η βιομηχανία δεν είναι μόνο υπόθεση επιχειρήσεων. Η κατοικία δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Οι φυσικοί πόροι δεν είναι μόνο περιβάλλον. Ολα μαζί συγκροτούν το νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κριθεί η ευρωπαϊκή σοβαρότητα. Και εδώ φτάνουμε στο ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα. Μπορεί η Ευρώπη να ιεραρχήσει χωρίς να αποσυναρμολογήσει τον εαυτό της; Μπορεί να υπερασπιστεί το κλιματικό της σήμα χωρίς να στραγγαλίσει την παραγωγή; Μπορεί να στηρίξει τη βιομηχανική της βάση χωρίς να μεταθέτει αδιακρίτως το βάρος στα νοικοκυριά; Μπορεί να παραμείνει αξιόπιστη απέναντι στο κλίμα χωρίς να γίνει κοινωνικά δυσβάσταχτη; Από εδώ και πέρα, η Ευρώπη δεν θα κρίνεται μόνο από όσα υπόσχεται. Θα κρίνεται από το αν μπορεί να παραμείνει ταυτόχρονα παραγωγική, κοινωνικά συνεκτική και κλιματικά αξιόπιστη. Αυτό είναι το πραγματικό της τεστ: όχι άλλο ένα τεστ προθέσεων, αλλά τεστ οικονομικής ωριμότητας, πολιτικής ιεράρχησης και κοινωνικής αντοχής. Και εκεί δεν αρκεί να έχει δίκιο. Πρέπει να αντέχει το βάρος των ίδιων της των επιλογών. Ισως, τελικά, το νέο ευρωπαϊκό ερώτημα να μην αφορά μόνο το περιεχόμενο των πολιτικών, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αυτές αξιολογούνται. Αρκεί μια πολιτική να είναι φιλόδοξη, αν δεν είναι εφαρμόσιμη; Αρκεί να είναι συνεπής κλιματικά, αν αποδεικνύεται εύθραυστη κοινωνικά; Και μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη, όταν επιβαρύνει την παραγωγή, οξύνει τις ανισότητες και απαιτεί διαρκείς διορθώσεις για να παραμείνει κοινωνικά και θεσμικά ανεκτή; ■
Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος 2026
ΔΕΗ: επιταχύνει την πράσινη μετάβαση με επενδύσεις €24 δισ.
ευελιξία του ενεργειακού συστήματος. Επιπλέον, ολοκλήρωσε το πρώτο πρόγραμμα repowering αιολικών πάρκων στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας 105 παλιές ανεμογεννήτριες σε 10 νησιά με 24 νέες, υψηλότερης απόδοσης. Η πρόοδος της ΔΕΗ σε θέματα περιβαλλοντικής διαχείρισης αναγνωρίζεται και από διεθνείς οργανισμούς. Το 2025, η ΔΕΗ διατήρησε τη βαθμολογία «Β» στον δείκτη CDP για την Κλιματική Αλλαγή, έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς δείκτες αξιολόγησης περιβαλλοντικών επιδόσεων. Παράλληλα, η ΔΕΗ αναπτύσσει πρωτοβουλίες για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος στις περιοχές όπου δραστηριοποιείται, υλοποιώντας δράσεις προστασίας της βιοποικιλότητας, αποκατάστασης της
φύσης και μείωσης της ρύπανσης, σε συνεργασία με εξειδικευμένους οργανισμούς και φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Μέσα από στοχευμένες πρωτοβουλίες τοπικής κλίμακας, όπως καθαρισμούς παράκτιων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων, προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης μαθητών και δράσεων ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων, συμβάλλει ενεργά στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Κοιτώντας μπροστά, το νέο στρατηγικό πλάνο του Ομίλου ΔΕΗ για την περίοδο 2026-2030 προβλέπει συνολικές επενδύσεις ύψους άνω των €24 δισ., ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά επενδυτικά προγράμματα στην Ευρώπη. Ο Ομιλος σκοπεύει να διπλασιάσει την εγκατεστημένη ισχύ του στα 24,3 GW έως το 2030, επενδύοντας σε ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας και ευέλικτη παραγωγή στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Μέσα από τις επενδύσεις της σε καθαρές μορφές ενέργειας και τις πρωτοβουλίες για την προστασία του περιβάλλοντος, η ΔΕΗ συμβάλλει ενεργά στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και στη δημιουργία ενός πιο βιώσιμου ενεργειακού μέλλοντος.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΏΝ ΣΎΝΤΑΚΤΏΝ
ADVERTORIAL
Μ
ε μείωση των άμεσων εκπομπών CO₂ από ηλεκτροπαραγωγή κατά 58% το 2025 σε σχέση με το 2019 και συνολικές επενδύσεις ύψους άνω των €24 δισ. έως το 2030 σε έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, αποθήκευσης ενέργειας και νέων ενεργειακών υποδομών, η ΔΕΗ συνεχίζει να μειώνει το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα και να επιταχύνει τον μετασχηματισμό του ενεργειακού της χαρτοφυλακίου. Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος είναι αφιερωμένη στη δράση για το κλίμα, αναδεικνύοντας την ανάγκη επιτάχυνσης πρωτοβουλιών που συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παράλληλα, η στρατηγική απολιγνιτοποίησης της ΔΕΗ αποδίδει ήδη μετρήσιμα αποτελέσματα. Το 2025 οι άμεσες εκπομπές CO₂ από λιγνιτικές μονάδες παραγωγής μειώθηκαν κατά 77% σε σύγκριση με το 2019, ενώ η λιγνιτική παραγωγή περιορίστηκε σε 2,7 TWh, που αντιστοιχεί στο 13% της συνολικής παραγωγής της ΔΕΗ. Παράλληλα, η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ ανήλθε σε 7,2 GW από 3,3 GW το 2019. Επιπλέον, η επικύρωση των στόχων μείωσης εκπομπών του Ομίλου ΔΕΗ από το Science Based Targets initiative (SBTi) επιβεβαιώνει την ευθυγράμμισή τους με τα πλέον αναγνωρισμένα διεθνή επιστημονικά πρότυπα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ομιλος στοχεύει σε μείωση των εκπομπών Scope 1 και Scope 2 ανά παραγόμενη MWh κατά 73,7% έως το 2030, σε σχέση με το 2021 που έχει οριστεί ως το έτος βάσης. Σημαντικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης του Ομίλου αποτελεί η ανάπτυξη έργων ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το cluster φωτοβολταϊκών σταθμών σε Πτολεμαΐδα και Αμύνταιο, η μεγαλύτερη ομάδα φωτοβολταϊκών έργων στην Ευρώπη. Οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 2.130 MW αξιοποιούν εκτάσεις των πρώην λιγνιτωρυχείων και εκτιμάται ότι θα αποτρέπουν την εκπομπή άνω του 1,5 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως. Παράλληλα, ο Ομιλος ΔΕΗ επενδύει σε όλες τις μορφές παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ και ευέλικτης παραγωγής, καθώς και σε σύγχρονες τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες και αντλησιοταμίευση, ενισχύοντας τη σταθερότητα και την
9
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ 2026;
ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
AP PHOTO/MICHAEL PROBST
Tο περιβάλλον δεν μπορεί να αγνοηθεί Με αφορμή τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, το ερώτημα είναι γιατί δεν μπορούμε πλέον να το κρατάμε έξω από την οικονομία, την ασφάλεια και την καθημερινή ζωή Ακτιβιστές της Greenpeace και του «Koala Kollektiv» σε διαμαρτυρία κατά της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη, Φρανκφούρτη, 2022
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΕΦΟΠΟΎΛΟΎ
10
Η φετινή Ημέρα Περιβάλλοντος, στις 5 Ιουνίου 2026, ήταν αφιερωμένη στην κλιματική αλλαγή
ια χρόνια, στην Ευρώπη και διεθνώς, τα θέματα περιβάλλοντος έμπαιναν στο τέλος της πρότασης, ως ηθική υποχρέωση ή θεσμική ευαισθησία. Αυτή η άνεση τελείωσε. Οχι επειδή οι αξίες έχασαν το βάρος τους, αλλά επειδή η πραγματικότητα έγινε πιο σκληρή από τη γλώσσα που τη συνόδευε. Τα τελευταία δέκα χρόνια ήταν τα θερμότερα που έχει καταγράψει ποτέ ο πλανήτης. Το 2024 ήταν το θερμότερο έτος που έχει μετρηθεί και το πρώτο ημερολογιακό έτος πάνω από το όριο του 1,5°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Αυτό δεν περιγράφει μια παροδική ανωμαλία. Περιγράφει μια νέα συνθήκη. Είναι οι φυσικές καταστροφές που πυκνώνουν και ακριβαίνουν. Είναι η λειψυδρία και η θερμική πίεση που παύουν να είναι προειδοποίηση και γίνονται περιορισμός για την παραγωγή, τις πόλεις και τις υποδομές. Είναι η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, η ασφάλεια εφοδιασμού και το νέο γεωστρατηγικό άγχος. Είναι το κόστος για τα νοικοκυριά, τη γεωργία, τον τουρισμό, την ασφάλιση, την καθημερινότητα. Η απάντηση είναι πιο δύσκολη ακριβώς επειδή είναι τόσο απλή. Είναι όλα αυτά ταυτόχρονα.
Γ
Από την περιβαλλοντική ανησυχία στην οικονομική αναγκαιότητα Οταν η ενέργεια γίνεται ακριβή, δεν μιλάμε απλώς για αγορά. Οταν το νερό λείπει, δεν μιλάμε μόνο για τη φύση. Οταν οι πόλεις υπερθερμαίνονται, όταν τα δίκτυα πιέζονται, όταν ο ασφαλιστικός κίνδυνος ανεβαίνει, τότε το περιβάλλον παύει να είναι ειδική θεματολογία. Γίνεται όρος λειτουργίας. Οχι στο μέλλον. Τώρα. Οι κοινωνίες δεν στρέφονται στα περιβαλλοντικά ζητήματα
μόνο επειδή πείθονται από την ηθική του επιχειρήματος. Στρέφονται επειδή το κόστος της αδράνειας γίνεται ορατό στους λογαριασμούς, στις καλλιέργειες, στα ακίνητα, στη δημόσια υγεία, στη λειτουργία των πόλεων και στην αντοχή των υποδομών. Η φύση δεν βρίσκεται πια έξω από την οικονομία. Επιστρέφει μέσα σε αυτήν ως πίεση, ως τίμημα, ως περιορισμός. Οι αριθμοί δεν αφήνουν πια χώρο για υπεκφυγές. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί ότι η επιφανειακή λειψυδρία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο σχεδόν το 15% της οικονομικής παραγωγής της ευρωζώνης. Αυτό δεν είναι περιβαλλοντική υποσημείωση. Είναι σκληρός οικονομικός κίνδυνος. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η φύση περνά οριστικά στον λογαριασμό. Και από τη στιγμή που ένας φυσικός περιορισμός αποκτά τέτοιο αποτύπωμα, με ποια σοβαρότητα μπορεί ακόμη να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον θέμα; Το περιβάλλον έγινε και ζήτημα ισχύος. Οποιος ελέγχει την ενέργεια, τις υποδομές, τα στρατηγικά υλικά και την ανθεκτικότητα των συστημάτων του, αποκτά πλεονέκτημα. Οποιος δεν τα ελέγχει, εξαρτάται. Με αυτή την έννοια, η περιβαλλοντική πολιτική δεν είναι απλώς πολιτική προστασίας. Είναι και πολιτική θέσης μέσα σε έναν ασταθή κόσμο. Ισως, τελικά, αυτό να είναι και το πιο σύγχρονο ερώτημα της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος. Οχι γιατί πρέπει να μιλάμε για το περιβάλλον, αλλά γιατί χρειάστηκε να γίνει τόσο ακριβό και τόσο πολιτικό για να το πάρουμε στα σοβαρά. Γιατί όταν περνά στον πυρήνα της ενέργειας, του κόστους ζωής, της παραγωγής και της ασφάλειας, παύει να είναι παράπλευρη ανησυχία. Γίνεται το έδαφος πάνω στο οποίο θα κριθούν η αντοχή των κοινωνιών και η σοβαρότητα των πολιτικών τους ■
Η νέα φάση της αγοράς ενέργειας περνά μέσα από την πρόβλεψη του κόστους, την αυτοπαραγωγή, την εξοικονόμηση και τις πιο σύνθετες ανάγκες νοικοκυριών και επιχειρήσεων
Σ
ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΏΣ ΝΕΟ ΠΕΔΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ADVERTORIAL
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε ότι η ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως σταθερό λειτουργικό έξοδο. Η μεταβλητότητα των αγορών έχει μετατρέψει τον λογαριασμό ρεύματος σε ζήτημα προγραμ-
ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ & ΜΕΤΑΒΑΣΗ
Η PROTERGIA ΟΔΗΓΕΙ ΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ματισμού. Προγράμματα όπως το Protergia Picasso, που επιτρέπουν την επιλογή σταθερού μηνιαίου ποσού για την ηλεκτρική ενέργεια, απαντούν σε αυτή την ανάγκη: μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και καλύτερος έλεγχος του οικογενειακού ή επαγγελματικού προϋπολογισμού. Παράλληλα, αυξάνεται η σημασία της ενεργειακής αυτονομίας. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων, με ή χωρίς μπαταρία, δίνει σε καταναλωτές και επιχειρήσεις τη δυνατότητα να περιορίσουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις της αγοράς και να αξιοποιήσουν περισσότερο την ενέργεια που παράγουν. Αντίστοιχα, παρεμβάσεις όπως
ο φωτισμός LED και οι έξυπνες εφαρμογές διαχείρισης δείχνουν ότι η καθαρότερη ενέργεια αποκτά αξία όταν συνοδεύεται από πιο αποδοτική κατανάλωση. Σημαντικό πεδίο αποτελεί και η ηλεκτροκίνηση. Η ανάπτυξη λύσεων φόρτισης για ιδιώτες, κατοικίες και επιχειρήσεις ενισχύει μια υποδομή που θα είναι κρίσιμη για την αλλαγή στις μετακινήσεις. Για τις επιχειρήσεις, οι φορτιστές δεν είναι μόνο μια τεχνική εγκατάσταση για στόλους, πελάτες ή επισκέπτες. Συνδέονται και με τη σταδιακή ενσωμάτωση πιο βιώσιμων πρακτικών στην καθημερινή λειτουργία τους. Στο επιχειρηματικό σκέλος, η ενέργεια έχει εξελιχθεί σε πεδίο διαχείρισης ρίσκου. Εξειδικευμένες συμφωνίες προμήθειας και χρηματοοικονομικά εργαλεία επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια το ενεργειακό τους κόστος και να περιορίζουν την έκθεσή τους στη μεταβλητότητα. Το κρίσιμο, τελικά, είναι η μετάβαση να φτάσει πιο κοντά στον χρήστη της ενέργειας. Με δίκτυο 85 καταστημάτων σε όλη την Ελλάδα και υπηρεσίες για οικιακούς και επαγγελματικούς πελάτες, η Protergia επιχειρεί να μεταφέρει την ενεργειακή αλλαγή στο επίπεδο της καθημερινής απόφασης: πώς καταναλώνεται η ενέργεια, πώς μειώνεται η σπατάλη, πώς περιορίζεται το ρίσκο και πώς ενισχύεται η αυτονομία. Εκεί θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η επόμενη φάση της ενεργειακής αγοράς.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές, η ασφάλεια εφοδιασμού και η ανάγκη περιορισμού του περιβαλλοντικού αποτυπώματος επηρεάζουν όλο και περισσότερο την καθημερινότητα, η ενεργειακή αλλαγή αποκτά πιο πρακτικό περιεχόμενο. Δεν αφορά μόνο μεγάλα έργα παραγωγής ή θεσμικούς στόχους για το κλίμα. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο ένα νοικοκυριό ή μια επιχείρηση μπορεί να προβλέπει, να ελέγχει και σταδιακά να μειώνει το ενεργειακό του κόστος. Σε αυτή τη λογική κινείται η Protergia, αναπόσπαστο μέρος της METLEN και ένας από τους μεγαλύτερους ιδιώτες παρόχους ενέργειας στην ελληνική αγορά, με περισσότερες από 680.000 παροχές και μερίδιο 23,6% στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Το χαρτοφυλάκιό της δεν περιορίζεται πλέον στην προμήθεια ρεύματος και φυσικού αερίου, αλλά επεκτείνεται σε λύσεις αυτοπαραγωγής, ενεργειακής αναβάθμισης, ηλεκτροκίνησης και εξειδικευμένων συμφωνιών για επιχειρήσεις.
11
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ 2026;
ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Ο λογαριασμός πλήττει τη γεωγραφία της Ελλάδας Η Μεσόγειος θερμαίνεται ταχύτερα, τα νησιά πιέζονται από νερό, ενέργεια και τουρισμό και η Ελλάδα βλέπει την κλιματική κρίση να μετατρέπεται από περιβαλλοντική απειλή σε πραγματικό οικονομικό λογαριασμό
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
12
Στην Ελλάδα, η γεωγραφία λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός: μεγάλη ακτογραμμή, ευάλωτοι υδάτινοι πόροι, θερινές αιχμές κατανάλωσης και ισχυρή εξάρτηση από τον τουρισμό συμπυκνώνουν τις πιέσεις σε λίγους μήνες και σε συγκεκριμένους τόπους
ι πιέσεις που προκαλούν στο περιβάλλον η κλιματική αλλαγή και η άνοδος της θερμοκρασίας στη Μεσόγειο πολλαπλασιάζονται στη χώρα μας, τόσο λόγω των γεωγραφικών χαρακτηριστικών της όσο και εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησής της από τον τουρισμό. Η Μεσόγειος χαρακτηρίζεται σήμερα ένα από τα πιο ευάλωτα κλιματικά «hotspots» στον κόσμο, με συχνότερους καύσωνες και μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής αποτυπώνονται ήδη σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας στις χώρες της Μεσογείου. Στην Ελλάδα, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς τα εκτεταμένα νησιωτικά της συμπλέγματα, η μεγάλη της ακτογραμμή και η ισχυρή της εξάρτηση από τον τουρισμό αυξάνουν τη συνολική έκθεσή της σε κλιματικούς κινδύνους. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) της Τραπέζης της Ελλάδος, η κλιματική αλλαγή «κοστίζει» στην ελληνική οικονομία περίπου 2,2-2,3 δισ. ευρώ ετησίως, δηλαδή κοντά στο 1% του ΑΕΠ. Μάλιστα, έως το 2100 το σωρευτικό κόστος εκτιμάται πως μπορεί να φτάσει τα 200 δισ. ευρώ.
Ο
εξοικονόμησης και περιορισμού της κατανάλωσης και καλύτερος προγραμματισμός.
Το νέο χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό
Νερό και δίκτυα ενέργειας υπό πίεση στα νησιά
Προς την κατεύθυνση της τουριστικής ανάπτυξης με βιώσιμο τρόπο και σεβασμό στο περιβάλλον κινείται και το σχέδιο της πολιτείας για το Νέο Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, το οποίο θέτει σαφείς κανόνες για τη χωρική κατανομή των τουριστικών δραστηριοτήτων, βάζοντας όρια δόμησης, «κόφτες» κλινών και αυστηρότερα κριτήρια φέρουσας ικανότητας ανά περιοχή. Στόχος είναι η εξισορρόπηση της τουριστικής ανάπτυξης με τις δυνατότητες κάθε περιοχής, ώστε να μειώνονται οι πιέσεις στις υποδομές, να ενισχύεται η ανθεκτικότητα των συστημάτων και να προστατεύονται οι προορισμοί από τον υπερτουρισμό και τις περιβαλλοντικές πιέσεις. Σε κάθε περίπτωση, η κλιματική κρίση δεν αποτυπώνεται μόνο ως περιβαλλοντική απειλή αλλά ως ένα σταδιακά αυξανόμενο «κόστος» που αφορά συνολικά την ελληνική οικονομία αλλά και την κοινωνία. Από τα νησιά που δοκιμάζονται κάθε χρόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, μέχρι τον κομβικό για τη χώρα κλάδο του τουρισμού, η πίεση στους φυσικούς πόρους και τις υποδομές αναδεικνύει ένα βασικό ζητούμενο: τη μετάβαση από ένα μοντέλο ανάπτυξης που διαχειρίζεται τις κρίσεις, σε εκείνο που τις προλαμβάνει ■
Στα νησιά, λόγω του τουρισμού, η ζήτηση για νερό και ενέργεια κορυφώνεται κατά τους θερινούς μήνες και την περίοδο των υψηλών θερμοκρασιών. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα συνεχούς πίεσης, όπου οι υποδομές καλούνται να λειτουργήσουν πέρα από τα όρια για τα οποία έχουν σχεδιαστεί. Τα ηλεκτρικά δίκτυα δέχονται αυξημένα φορτία εξαιτίας και της εκτεταμένης χρήσης κλιματιστικών, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν ταυτόχρονα την αποδοτικότητα της μεταφοράς ενέργειας. Παράλληλα, το υδατικό ισοζύγιο γίνεται όλο και πιο εύθραυστο λόγω της περιορισμένης φυσικής ανανέωσης των υδάτινων πόρων, σε συνδυασμό με τη μεγάλη εποχική αύξηση του πληθυσμού και τις ευάλωτες υποδομές ύδρευσης των νησιών. Η πίεση αυτή συνεπάγεται και υψηλότερο κόστος για τις επιχειρήσεις του τουριστικού κλάδου. Η αυξημένη κατανάλωση ενέργειας και οι μεγαλύτερες ανάγκες για νερό οδηγούν σε υψηλότερες λειτουργικές δαπάνες, σε ένα περιβάλλον ήδη επιβαρυμένο. Στην πράξη, αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά την αναδιάρθρωση των αναγκών και την προσαρμογή της λειτουργίας τους: επενδύσεις σε συστήματα
Τουρίστες στα στενά σοκάκια της Οίας στη Σαντορίνη
Η ΒΙΏΣΙΜΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΠΎΡΗΝΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΟΎ ΟΜΙΛΟΎ AKTOR
ADVERTORIAL
ΠΡΑΣΙΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Σημαντικό είναι το αποτύπωμά του στην παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, οι οποίες συμβάλ-
λουν στην πράσινη μετάβαση και την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. Διαθέτοντας ήδη ένα ισχυρό χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ, το 2025 παρήγαγε σχεδόν 47.000 MWh καθαρής ενέργειας. Με στόχο την επίτευξη συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 1,3 GW έως το 2030, αξιοποιεί στρατηγικές συνεργασίες και συνέργειες για την ανάπτυξη νέων έργων παραγωγής και αποθήκευσης πράσινης ενέργειας, δρομολογώντας επενδύσεις άνω του €1 δισ. στον τομέα των ΑΠΕ και των μπαταριών.
ΕΝΔΎΝΑΜΏΣΗ ΤΏΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΏΝ Ο Ομιλος AKTOR έχει διαμορφώσει μια εταιρική κουλτούρα που φέρνει τη βιωσιμότητα στο επίκεντρο των λειτουργιών του και υλοποιεί σειρά σχετικών εκπαιδεύσεων για τους εργαζόμενους, με στόχο την οριζόντια ενσωμάτωση στις εταιρικές πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό, έχει δημιουργήσει τη νέα διαδικτυακή εκπαιδευτική πλατφόρμα AKTOR Drive, η οποία αποτελεί μέρος της ευρύτερης δέσμευσής του για συνεχή ανάπτυξη των ανθρώπων του. Παράλληλα, στηρίζει τη συμπερίληψη, καταγράφοντας αξιοσημείωτη παρουσία γυναικών σε θέσεις ευθύνης.
ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΙΝΏΝΙΕΣ Επιπλέον, στηρίζει έμπρακτα τις τοπικές κοινωνίες στις οποίες δραστηριοποιείται, καθώς και τη νέα γενιά μέσα από πρωτοβουλίες και προγράμματα που προάγουν την εκπαίδευ-
ση και ενισχύουν το κοινωνικό του αποτύπωμα, όπως το AKTOR4TheFuture, το μεγαλύτερο εταιρικό πρόγραμμα υποτροφιών στην Ελλάδα.
ΣΎΓΧΡΟΝΗ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΔΙΑΚΎΒΕΡΝΗΣΗ Σε επίπεδο εταιρικής διακυβέρνησης, ο Ομιλος ενίσχυσε τις Πολιτικές Βιώσιμης Ανάπτυξης, Προμηθειών και Ανθρωπίνου Δυναμικού αντικατοπτρίζοντας τη συνεχή βελτίωση των πρωτοβουλιών του για τη διασφάλιση συμμόρφωσης. Την ίδια στιγμή, η εισαγωγή ρητρών βιωσιμότητας στις συνεργασίες, η ενδυνάμωση της συμμετοχής ανεξάρτητων μελών στο Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και η αύξηση της εκπροσώπησης των γυναικών διαμορφώνουν ένα σύστημα διοίκησης προσανατολισμένο στη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ECOVADIS Η διάκριση που απέσπασε ο Ομιλος AKTOR από τον φορέα EcoVadis, έναν από τους κορυφαίους διεθνείς οργανισμούς αξιολόγησης βιωσιμότητας, τον κατατάσσει στο ανώτερο 15% των εταιρειών παγκοσμίως. Οι επιδόσεις που κατέγραψε ο Ομιλος, σε όλο το φάσμα των σχετικών απαιτήσεων, υπερέβησαν τον μέσο όρο του κλάδου, αποδεικνύοντας τη σταθερή του δέσμευση στην υπεύθυνη επιχειρηματική λειτουργία και τη συστηματική εφαρμογή των πολιτικών ESG.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΏΝ ΣΎΝΤΑΚΤΏΝ
Ο
Ομιλος AKTOR υλοποιεί ένα μεγάλο αναπτυξιακό πρόγραμμα για τον μετασχηματισμό του σε έναν πολυσχιδή Ομιλο με δραστηριότητες σε νέα πεδία της οικονομίας και, ταυτόχρονα, επενδύει με συνέπεια στην καινοτομία και την υλοποίηση έργων που χαρακτηρίζονται από θετικό κοινωνικό αποτύπωμα και περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Κι έχοντας ενσωματώσει τη βιωσιμότητα στον πυρήνα της στρατηγικής του και σε όλο το εύρος των δραστηριοτήτων του, συμβάλλει στην πρόοδο και την ανθεκτικότητα της Ελλάδας. Ο Ομιλος AKTOR υιοθετεί τεχνολογίες εξοικονόμησης πόρων, ενσωματώνει την κυκλική οικονομία σε όλο το φάσμα των λειτουργιών του, εφαρμόζει πιστοποιημένα συστήματα διαχείρισης και προσεγγίζει συστηματικά τη μείωση του περιβαλλοντικού του αποτυπώματος. Δράσεις, όπως η ανακύκλωση και επεξεργασία αποβλήτων, η αξιοποίηση επεξεργασμένου νερού στα εργοτάξια και η υπεύθυνη διαχείριση υδάτινων πόρων, καταδεικνύουν τη δέσμευση του Ομίλου στη βιωσιμότητα, ενώ η υλοποίηση ασκήσεων ανθεκτικότητας για την κλιματική αλλαγή και τη βιοποικιλότητα ενισχύει την έγκαιρη αναγνώριση και διαχείριση περιβαλλοντικών κινδύνων.
13
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ 2026;
Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ… ΕΡΧΕΤΑΙ
Το ημερολόγιο της ενεργειακής πίεσης στην Ευρώπη Η πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου, το κόστος του LNG και οι γεωπολιτικές εντάσεις επαναφέρουν την ενεργειακή ασφάλεια στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών αποφάσεων
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ε μια ήδη εύθραυστη ισορροπία που είχε διαμορφωθεί στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης υπό την πίεση της κλιματικής κρίσης, το περιβάλλον των γεωπολιτικών εντάσεων ενισχύει ακόμη περισσότερο τον προβληματισμό για το μέλλον. Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας σήμερα τίθεται εκ νέου το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας, με την Ευρώπη πλέον να καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ασφάλειας εφοδιασμού, το αυξημένο κόστος των νέων υποδομών αλλά και τους φιλόδοξους στόχους της πράσινης μετάβασης. Εν όψει του επόμενου χειμώνα, οι ανησυχίες εστιάζουν τόσο στα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου όσο και στο αυξημένο κόστος αναπλήρωσης των στρατηγικών αποθεμάτων. Τα φορτία LNG διατηρούν το υψηλό τους κόστος, τα ασφάλιστρα μεταφοράς έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά και οι χρόνοι παράδοσης όλο και πιο αβέβαιοι. Εφόσον η γεωπολιτική ένταση διατηρηθεί, οι μήνες του καλοκαιριού όπως εκτιμούν παράγοντες της αγοράς θα αποτελέσουν μια κρίσιμη περίοδο για την πλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου την ίδια στιγμή ο ανταγωνισμός για φορτία LNG θα παραμένει έντονος και οι διεθνείς αγορές ευάλωτες στις γεωπολιτικές εξελίξεις. Στις τελευταίες συζητήσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης για τους στόχους πλήρωσης των αποθηκών και το χρηματοδοτικό βάρος που συνεπάγεται η επίτευξή τους, έχουν επανέλθει στο προσκήνιο οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιβάρυνση του κόστους. Η συζήτηση στις Βρυξέλλες δεν περιορίζεται μόνο στην τεχνική επάρκεια των αποθεμάτων, αλλά επεκτείνεται και στη στρατηγική κατανομή του κόστους της ενεργειακής ασφάλειας, με αρκετά κράτη-μέλη να ζητούν πιο ευέλικτους μηχανισμούς και διαφοροποιημέ-
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Σ
14
Οι αποφάσεις για τις υποδομές, τις επενδύσεις, την αποθήκευση ενέργειας, τις διασυνδέσεις και τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης θα καθορίσουν και το νέο γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης
νες προσεγγίσεις ως προς τους στόχους αποθήκευσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να απαντήσει τόσο στην πίεση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος όσο και στην ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης με το σχέδιο «AccelerateEU». Δίνοντας πλέον σαφές βάρος στην έννοια της «ενεργειακής ανθεκτικότητας», συνδέοντας την πράσινη μετάβαση όχι μόνο με τους κλιματικούς στόχους, αλλά και με την οικονομική ασφάλεια και τη γεωπολιτική αυτονομία της Ε.Ε.
Το κρίσιμο τεστ για την Ευρώπη Το σχέδιο προβλέπει επιτάχυνση επενδύσεων σε δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και καθαρές τεχνολογίες, ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και νέα μέτρα στήριξης για βιομηχανίες και νοικοκυριά που πιέζονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας. Παράλληλα, η Κομισιόν επιχειρεί να μειώσει την εξάρτηση της Ευρώπης από τις ασταθείς διεθνείς αγορές ορυκτών καυσίμων, σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η Ε.Ε. καλείται ήδη να προετοιμαστεί για τις γεωπολιτικές και εμπορικές συνέπειες που θα προκύψουν από τη σταδιακή μείωση της ζήτησης για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας αναμένεται να αλλάξει όχι μόνο τις αγορές, αλλά και τις διεθνείς ισορροπίες, τις εμπορικές σχέσεις και τα στρατηγικά συμφέροντα κρατών και επιχειρήσεων. Το επόμενο διάστημα αναμένεται έτσι να αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ για την Ευρώπη που επιχειρεί πλέον να συνδυάσει την πράσινη ανάπτυξη με την ενεργειακή ασφάλεια και τη στρατηγική αυτονομία, αναγνωρίζοντας ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να προχωρήσει αποκομμένη από τις γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις ■
HELLENiQ ENERGY
ΠΡΏΤΑΓΏΝΙΣΤΕΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΜΕ ΟΧΗΜΑ ΤΗ ΒΙΏΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΎΞΗ
Mε σημαντικά έργα ΑΠE στην Ελλάδα και τις γειτονικές χώρες, η HELLENiQ ENERGY διευρύνει το γεωγραφικό της αποτύπωμα και ενισχύει τις προοπτικές για την ανάπτυξή της
έμπρακτα τη δέσμευση προς μια πιο βιώσιμη ενεργειακή πραγματικότητα. Η εταιρεία υλοποιεί το πρωτοποριακό, «πράσινο» σχέδιο με την ονομασία «Green Hub North», για την πλήρη απεξάρτηση των Βιομηχανικών Εγκαταστάσεων Θεσσαλονίκης από τη συμβατική ηλεκτρική ενέργεια, αντικαθιστώντας τη με 100% «πράσινη» ενέργεια. Προβλέπει την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών συστημάτων, ισχύος περίπου 200 MW, στην κεντρική Μακεδονία, καθώς και Συστημάτων Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας. Σε μεταγενέστερο στάδιο θα εξεταστούν επενδύσεις σε μονάδες παραγωγής «πράσινου» υδρογόνου και «πράσινης» αμμωνίας. Ταυτόχρονα, η HELLENiQ ENERGY επενδύει στην καινοτομία, διερευνώντας καινούργιες τεχνολογίες, ενώ προωθεί πρακτικές κυκλικής οικονομίας. Οι επιλογές αυτές μεταφράζονται σε συγκεκριμένες επιχειρησιακές πρωτοβουλίες, που μειώνουν την εξάρτηση από παραδοσιακές μορφές ενέργειας. Η ενσωμάτωση των κριτηρίων ESG σε
όλο το εύρος της δραστηριότητας, σε συνδυασμό με ένα σύγχρονο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης ενδυναμώνουν τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Την ίδια ώρα, μέσα από στοχευμένες δράσεις σε τομείς όπως είναι η εκπαίδευση, η υγεία και η κοινωνία, η HELLENiQ ENERGY ενισχύει τη σχέση της με τις τοπικές κοινωνίες, αφήνοντας ουσιαστικό αποτύπωμα. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια ολοκληρωμένη αντίληψη βιωσιμότητας, όπου η επιχειρηματική ανάπτυξη συμβαδίζει με τη δημιουργία αξίας για τους πολίτες. Ο στρατηγικός σχεδιασμός της HELLENiQ ENERGY αποτυπώνει μια ξεκάθαρη επιλογή: τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου ενεργειακού μοντέλου που ανταποκρίνεται στις προκλήσεις τού σήμερα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για το αύριο. Η βιωσιμότητα, ως αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της πορείας, λειτουργεί ως μοχλός σταθερότητας και θέτει τις βάσεις για την ουσιαστική ανάπτυξη της εταιρείας σε βάθος χρόνου.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΏΝ ΣΎΝΤΑΚΤΏΝ
ADVERTORIAL
H
βιωσιμότητα αναδεικνύεται σε βασικό άξονα στρατηγικού προσανατολισμού για την HELLENiQ ENERGY, που συνδέεται άρρηκτα με τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και τη διασφάλιση μακροπρόθεσμης αξίας για την εταιρεία, σε ένα διεθνές περιβάλλον συνεχών προκλήσεων. Η ενεργειακή μετάβαση, σε συνδυασμό με τις πιέσεις για περιορισμό των εκπομπών, δεν αφήνει περιθώρια για αποσπασματικές προσεγγίσεις. Αντιθέτως, απαιτεί μια συνεκτική στρατηγική που ενσωματώνει την υπεύθυνη ανάπτυξη σε κάθε πτυχή της λειτουργίας. Για τον Ομιλο, η βιωσιμότητα λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη που καθοδηγεί κρίσιμες αποφάσεις, ενισχύοντας την προσαρμοστικότητα και τη δυνατότητα ανταπόκρισης στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς. Με αυτά τα δεδομένα, η HELLENiQ ENERGY επενδύει συστηματικά στον εκσυγχρονισμό των βασικών της δραστηριοτήτων, βελτιώνοντας την αποδοτικότητα και μειώνοντας το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα. Η αξιοποίηση προηγμένων τεχνολογιών και η αναβάθμιση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων ενισχύουν τη λειτουργική ευελιξία, διαμορφώνοντας ένα πιο ανθεκτικό μοντέλο. Παράλληλα, η διεύρυνση της παρουσίας της με σημαντικά έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης συμβάλλει ουσιαστικά στη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων, ενισχύοντας την ικανότητα διαχείρισης κινδύνων και δημιουργώντας νέες προοπτικές ανάπτυξης. Κομβική κρίνεται η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου ενεργειακού χαρτοφυλακίου, που ενσωματώνει ΑΠΕ, ηλεκτροπαραγωγή και φυσικό αέριο. Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση σε ένα πιο καθαρό και διαφοροποιημένο ενεργειακό μοντέλο, το οποίο δημιουργεί νέες πηγές εσόδων και ενισχύει τη σταθερότητα της εταιρείας. Το επενδυτικό πλάνο για εγκατεστημένη ισχύ άνω των 2 GW από ΑΠΕ, έως το 2030, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης και ηλεκτροκίνησης, αποδεικνύει
15
Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ 16
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ ΕΩΣ ΤΟ 2030; Η Ευρώπη, οι αγορές και οι επιχειρήσεις περνούν από τις στρατηγικές και τις δεσμεύσεις σε μετρήσιμα αποτελέσματα για ενέργεια, περιβάλλον και βιωσιμότητα
17
Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
ANNA-KAISA ITKONEN Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Η Ευρώπη απέναντι στην ενεργειακή πίεση Η Anna-Kaisa Itkonen, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κλίμα, την Ενέργεια, το Περιβάλλον, τις Μεταφορές και τη Στέγαση, απαντά στην «Εφ.Συν.» για την καθαρή ενεργειακή αυτονομία, τα δίκτυα, τα νησιά και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης στη μετάβαση
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΕΦΟΠΟΎΛΟΎ
18
Για τη Νότια Ευρώπη, η ενεργειακή πίεση συνδέεται πλέον με τη ζέστη, το νερό, τις πυρκαγιές, τις υποδομές και την καθημερινή ανθεκτικότητα
καθαρή ενεργειακή αυτονομία παρουσιάζεται ως ο μόνος διαρκής δρόμος για σταθερό, ασφαλή και προσιτό ενεργειακό εφοδιασμό
ναντι σε μελλοντικούς κραδασμούς. Και αυτός είναι ο δρόμος προς μια ανεξάρτητη Ευρώπη.
■ Εχετε προειδοποιήσει ότι η Ευρώπη ενδέχεται να εισέρχεται σε μια παρατεταμένη περίοδο ενεργειακής πίεσης. Για πολλούς πολίτες, η μετάβαση εξακολουθεί να μοιάζει περισσότερο με βάρος παρά με ασπίδα προστασίας. Γιατί να πιστέψουν ότι η επόμενη φάση θα κάνει την καθημερινότητα ασφαλέστερη και πιο προσιτή; Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μία ακόμα κρίση που συνδέεται με τα ορυκτά καύσιμα. Αυτό οφείλει να λειτουργήσει ως αφύπνιση και ως σημείο καμπής: ως η στιγμή κατά την οποία η Ευρώπη απομακρύνεται από την εξάρτηση από αυτά και κινείται προς την καθαρή ενεργειακή αυτονομία. Μέσω της πρωτοβουλίας AccelerateEU, στηρίζουμε τα κράτη-μέλη ώστε να παρέχουν άμεση ανακούφιση σε όσους δυσκολεύονται περισσότερο στην κοινωνία μας, εντείνοντας παράλληλα την προσπάθεια για καθαρή μετάβαση και εξηλεκτρισμό. Αυτός είναι ο μόνος διαρκής τρόπος για να διασφαλιστεί σταθερός, ασφαλής, καθαρός και προσιτός ενεργειακός εφοδιασμός για όλους τους Ευρωπαίους. Ηδη σήμερα, τα κράτη-μέλη με μεγαλύτερο μερίδιο πηγών χαμηλών εκπομπών άνθρακα στο ενεργειακό τους μείγμα επηρεάζονται λιγότερο από την κρίση. Σε μια χώρα όπως η Σουηδία, όταν η τιμή του φυσικού αερίου αυξάνεται κατά 1 ευρώ ανά MWh, ο λογαριασμός ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται μόλις κατά 0,04 ευρώ ανά MWh, καθώς σχεδόν το σύνολο της ηλεκτροπαραγωγής της Σουηδίας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές και πυρηνική ενέργεια. Ετσι θωρακιζόμαστε απέ-
■ Στη Νότια Ευρώπη, η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στους λογαριασμούς ενέργειας. Αφορά εξίσου την ακραία ζέστη, την πίεση στους υδάτινους πόρους, τη στεγαστική πίεση, την ένταση του τουρισμού και την ευαλωτότητα των υποδομών. Εχει αντιληφθεί πλήρως η Ε.Ε. πόσο στενά αλληλεπιδρούν πλέον αυτές οι πιέσεις και τι θα έπρεπε αυτό να σημαίνει για τις πολιτικές της προτεραιότητες; Η Ευρώπη θερμαίνεται με ρυθμό διπλάσιο από τον υπόλοιπο πλανήτη, ενώ η επιβάρυνση κατανέμεται άνισα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο Νότος είναι ιδιαίτερα ευάλωτος. Αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερες οικονομικές ζημίες, περισσότερες πυρκαγιές, πλημμύρες και ευρύτερες επιπτώσεις για τις κοινωνίες μας. Το πρόσφατο έργο της Επιτροπής το καθιστά σαφές. Η έκθεση European State of the Climate 2025, για την κατάσταση του κλίματος στην Ευρώπη, αποτυπώνει όσα βίωσε η Νότια Ευρώπη: τον δεύτερο σοβαρότερο καύσωνα που έχει καταγραφεί στην Ευρώπη, μέσα στον Ιούλιο, τη χειρότερη ξηρασία στην Κύπρο από το 1901 και πάνω από ένα εκατομμύριο εκτάρια καμένης γης σε ολόκληρη την Ε.Ε., έκταση περίπου τριπλάσια από τον μέσο όρο της περιόδου 2006-2024, με την Ισπανία να αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ των εκπομπών από τις πυρκαγιές. Η Εκθεση Προόδου για την Κλιματική Δράση της Ε.Ε. 2025 είναι ξεκάθαρη: καταιγίδες, καύσωνες, ξηρασίες, πυρκαγιές και πλημμύρες πλήττουν κατοικίες, οδικά δίκτυα, τη φύση, τα δημόσια οικονομικά και την ευρύτερη οικονομία σε όλες τις χώρες της Ε.Ε.
Η
Ο Νότος σε πίεση
σες ανάγκες ενεργειακής υποδομής. Σε αυτά περιλαμβάνεται Η Επιτροπή έχει απαντήσει με ένα συνεκτικό πλέγμα η επιτάχυνση του Great Sea Interconnector, με στόχο τον τερπρωτοβουλιών. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την ματισμό της ηλεκτρικής απομόνωσης της Κύπρου. Ενας ακόμα Ανθεκτικότητα των Υδάτων, που παρουσιάστηδιάδρομος αφορά τη διασύνδεση της Νοτιοανατολικής Ευρώκε τον Ιούνιο του 2025, αντιμετωπίζει τις ξηπης, με στόχο τη βελτίωση της σταθερότητας των τιμών και ρασίες, τις πλημμύρες και τη λειψυδρία. Η της ενεργειακής ασφάλειας στην περιοχή, μεταξύ άλλων μέσω Στρατηγική για την Ενωση Ετοιμότητας αποθήκευσης. Παράλληλα, ο αγωγός TransBalkan Pipeline θα του Μαρτίου 2025 εισάγει την αρχή της αντιστρέψει τη ροή φυσικού αερίου, ενισχύοντας την ανθεκτι«ετοιμότητας εκ σχεδιασμού» σε όλες κότητα του ενεργειακού εφοδιασμού στα Βαλκάτις πολιτικές της Ε.Ε. Το Ευρωπαϊκό νια και στην ανατολική γειτονιά της Ενωσης. Σχέδιο Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή, υπό την ευθύνη του επιτρόπου Νησιά πρώτης γραμμής ΤΟ ΉΜΙΣΥ Hoekstra, θα παρουσιαστεί το δεύτερο ■ Για τις νησιωτικές περιοχές, η πραγματιΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ εξάμηνο του 2026. Η ενεργειακή φτώκότητα αυτή είναι ακόμα πιο οξεία: ασθενέΤΉΣ ΕΥΡΩΠΉΣ χεια, που ήδη πλήττει 47 εκατομμύρια στερες διασυνδέσεις, εντονότερες εποχικές ΣΕ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΕΣ Ευρωπαίους, αντιμετωπίζεται μέσω του αιχμές, μεγαλύτερη έκθεση και βαρύτερη ΥΠΟΔΟΜΕΣ Citizens Energy Package, της Δέσμης καταπόνηση των βασικών συστημάτων. ΚαΠΑΡΑΜΕΝΕΙ για την Ενέργεια των Πολιτών. Παράλτά τη γνώμη σας, κινείται η Ευρώπη αρκετά ΑΚΑΛΥΠΤΟ ληλα, η Δέσμη για τα Δίκτυα εκσυγχρογρήγορα ώστε να στηρίξει τα νησιά όχι μόνο νίζει τις υποδομές που είναι περισσότεως τουριστικούς προορισμούς, αλλά ως περο εκτεθειμένες στους ίδιους φυσικούς ριοχές στην πρώτη γραμμή της μετάβασης; κινδύνους. Στην Ε.Ε. υπάρχουν περισσότερα από 2.400 καΕπιπλέον, η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για την Ενεργειακή τοικημένα νησιά. Παρά την πρόσβασή τους σε ανανεώσιμες Συνδεσιμότητα της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης πηγές ενέργειας, όπως η αιολική και η κυματική ενέργεια, (CESEC) συντονίζει τις προσπάθειες για τη διευκόλυνση διαπολλά εξακολουθούν να εξαρτώνται από ακριβές εισαγωγές συνοριακών και διευρωπαϊκών έργων ενεργειακής υποδομής ορυκτών καυσίμων. στην Κεντρική, Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στο Ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει η πρωτοβουλία Clean Energy for ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρωτοβουλία Energy Highways, EU Islands, η οποία βασίζεται σε Μνημόνιο Συνεννόησης που που αφορά τους κρίσιμους ενεργειακούς διαδρόμους της Ευυπεγράφη τον Ιούνιο του 2020 από 14 χώρες της Ε.Ε. με σημαρώπης και στοχεύει στην αντιμετώπιση οκτώ βασικών σημείντικούς νησιωτικούς πληθυσμούς. Ως παράδειγμα όσων καων συμφόρησης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις πιο επείγουθιστά δυνατά η πρωτοβουλία, η Λέσβος διερευνάται σήμερα
Τα νησιά δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως τουριστικοί προορισμοί, αλλά και ως περιοχές στην πρώτη γραμμή της καθαρής ενεργειακής μετάβασης
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Ανθεκτικότητα εκ σχεδιασμού
19
ως προς τις δυνατότητες αξιοποίησης γεωθερμικής ενέργειας.
Ανθεκτικά νησιά, ανθεκτική Ευρώπη
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η γραμματεία της πρωτοβουλίας Clean Energy for EU Islands παρέχει άμεση υποστήριξη στα νησιά, από έξυπνα ηλεκτρικά συστήματα έως εξειδικευμένα κείμενα για χρηματοδοτικά ζητήματα, ενώ μέσω του προγράμματος Follower Islands διασφαλίζεται η μεταφορά γνώσης και εμπειρίας από νησί σε νησί. Στις 20 Μαΐου, το Clean Energy for EU Islands Forum 2026 άνοιξε τις εργασίες του στη Μαγιόρκα με κεντρικό σύνθημα «Ανθεκτικά νησιά, ανθεκτική Ευρώπη». Στο φόρουμ συμμετείχαν οι ομάδες μετάβασης του προγράμματος «30 for 2030», που αφορά τριάντα πρωτοπόρα νησιά και νησιωτικά συμπλέγματα τα οποία εργάζονται για την πλήρη ενεργειακή τους ανεξαρτησία μέσω 100% ανανεώσιμων πηγών έως το 2030. Οι συμμετέχοντες αντάλλαξαν εμπειρίες και συζήτησαν πρακτικές λύσεις για τις προκλήσεις διακυβέρνησης που αντιμετωπίζουν τα νησιά στην προσπάθειά τους να επιτύχουν φιλόδοξους στόχους απανθρακοποίησης και υψηλά ποσοστά διείσδυσης ανανεώσιμης ενέργειας.
20
Τα δίκτυα, η αποθήκευση και οι διασυνδέσεις αναδεικνύονται σε βασικό τεστ για την ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης
Βαρόμετρο τα δίκτυα ■ Εχετε καταστήσει σαφές ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να οπισθοχωρήσει από την πράσινη μετάβαση. Ομως, σε πολλές από τις πλέον εκτεθειμένες περιοχές, το πραγματικό ερώτημα είναι αν η υλοποίηση συμβαδίζει με τους στόχους σε κρίσιμα πεδία όπως τα δίκτυα, η αποθήκευση, οι διασυνδέσεις και η εφαρμογή. Πού βρίσκεται, λοιπόν, κατά τη γνώμη σας, το πραγματικό σημείο συμφόρησης σήμερα; Οπως αναφέρεται στην Εκθεση για την Κατάσταση της Ενεργειακής Ενωσης 2025, το ενεργειακό σύστημα της Ε.Ε. εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διασυνοριακή δυναμικότητα και έλλειψη ολοκλήρωσης. Το αποτέλεσμα είναι
απότομες αυξήσεις τιμών και περιφερειακές αποκλίσεις. Αυτό εμποδίζει τη βέλτιστη αξιοποίηση της καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας και υπονομεύει την ασφάλεια εφοδιασμού. Το ήμισυ των αναγκών της Ευρώπης σε διασυνοριακές υποδομές παραμένει ακάλυπτο, ενώ οι μακρές αναμονές για τη σύνδεση παραγωγών ανανεώσιμης ενέργειας και καταναλωτών στο δίκτυο πλήττουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και την ίδια τη μετάβαση. Η αποθήκευση αποτελεί ένα ακόμα κρίσιμο σημείο. Η δυναμικότητα αποθήκευσης ενέργειας μέσω συσσωρευτών στην Ε.Ε. ανερχόταν μόλις σε 61 GWh το 2024, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις θεωρούν ότι η Ε.Ε. χρειάζεται να φτάσει σε εγκατεστημένη ισχύ αποθήκευσης 200 GW έως το 2030, δηλαδή τουλάχιστον 18,5 GW ετησίως. Η αναποτελεσματικότητα στη χρήση των υφιστάμενων δικτύων, υπό τη μορφή της ανακατανομής παραγωγής (redispatch), συνεπάγεται ήδη σήμερα κόστος 5,2 δισ. ευρώ ετησίως. Εάν δεν αντιμετωπιστεί, το κόστος αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί στα 26 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030. Παράλληλα, το διασυνοριακό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας στην εσωτερική αγορά αποφέρει ήδη σήμερα οφέλη περίπου 34 δισ. ευρώ ετησίως για τους καταναλωτές.
Το κόστος της καθυστέρησης Με ένα πλήρως διασυνδεδεμένο δίκτυο, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι η καθαρή, προσιτή και εγχώρια παραγόμενη ενέργεια θα ρέει ελεύθερα και με ασφάλεια σε ολόκληρη την ήπειρο. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν να πετύχουν η Ευρωπαϊκή Δέσμη για τα Δίκτυα και η πρωτοβουλία Energy Highways. Η νέα προτεινόμενη προσέγγιση για τις ενεργειακές υποδομές της Ε.Ε. θα συμβάλει στη μείωση των τιμών ενέργειας και θα στηρίξει ένα προσιτό επίπεδο διαβίωσης για όλους τους Ευρωπαίους. Αυτό θα επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, μέσω ισχυρότερης καθοδήγησης και συντονισμού σε επίπεδο Ε.Ε., επιτάχυνσης
Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ
47
εκατ.
Ευρωπαίοι πλήττονται ήδη από ενεργειακή φτώχεια
2.400 και πλέον κατοικημένα νησιά υπάρχουν στην Ε.Ε.
61
GWh
ήταν η δυναμικότητα αποθήκευσης ενέργειας μέσω συσσωρευτών στην Ε.Ε. το 2024
200
Το τεστ του 2029 ■ Εως το 2029, τι θα έπρεπε να έχει αλλάξει στην πράξη ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η Ευρώπη δεν περιορίστηκε στο να απορροφήσει την πίεση, αλλά άρχισε να οικοδομεί ένα πιο ανθεκτικό μοντέλο για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τις πιο ευάλωτες περιοχές της; Τα κράτη-μέλη με μεγαλύτερο μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή πυρηνικής ενέργειας, ή και των δύο, στο ενεργειακό τους μείγμα, καθώς και με πιο ευέλικτα συστήματα δικτύων, επαρκή δυναμικότητα και αποθηκευτική ικανότητα, επηρεάζονται κατά κανόνα λιγότερο από την τρέχουσα ενεργειακή κρίση και τις απότομες διακυμάνσεις των τιμών. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ανακοίνωση AccelerateEU υπογραμμίζει τη σημασία της
επιτάχυνσης της μετάβασης προς περισσότερες εγχώριες πηγές καθαρής ενέργειας. Η Συμφωνία για την Καθαρή Βιομηχανία και το Σχέδιο Δράσης για Προσιτή Ενέργεια εισήγαγαν έναν βασικό δείκτη επιδόσεων για το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική κατανάλωση ενέργειας, θέτοντας ως σημείο αναφοράς το 32% έως το 2030. Παράλληλα, προανήγγειλαν το Σχέδιο Δράσης για τον Εξηλεκτρισμό. Το σχέδιο αυτό, το οποίο προβλέπεται για το καλοκαίρι του 2026, θα επιταχύνει τον οικονομικά αποδοτικό και φιλικό προς το σύστημα εξηλεκτρισμό της ενεργειακής κατανάλωσης της Ε.Ε. στις μεταφορές, στη βιομηχανία και στα κτίρια, με παράλληλες συνεχείς επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια και την ευελιξία. Στο πεδίο της ενεργειακής ανεξαρτησίας, το REPowerEU έχει ήδη μειώσει το ρωσικό φυσικό αέριο από το 45% των εισαγωγών της Ε.Ε. το 2021 στο 12% το 2025, το ρωσικό πετρέλαιο από 27% στις αρχές του 2022 στο 3% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενώ οι εισαγωγές ρωσικού άνθρακα έχουν μηδενιστεί. Ο οδικός χάρτης για τον τερματισμό των εισαγωγών ρωσικής ενέργειας και η προτεινόμενη πανευρωπαϊκή απαγόρευση του ρωσικού LNG από την 1η Ιανουαρίου 2027 πρέπει να μετατρέψουν αυτή την πρόοδο σε μόνιμη διαρθρωτική αλλαγή. Τέλος, η αναθεώρηση του Κανονισμού για τη Διακυβέρνηση αναμένεται να ενσωματώσει μια προοπτική για την ενεργειακή και κλιματική πολιτική μετά το 2030. Το ισχύον πλαίσιο παρακολουθεί την πρόοδο προς τους ενωσιακούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους του 2030, στην πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα της Ε.Ε. έως το 2050. Στο εξής, θα χρειαστεί να στηρίξει την επίτευξη του στόχου της Ε.Ε. για το 2040. Παράλληλα, το πλαίσιο μετά το 2030 ενδέχεται να απαιτήσει μεγαλύτερη ευελιξία για τα κράτη-μέλη, ώστε να σχεδιάσουν οικονομικά αποδοτικές διαδρομές προς την κλιματική ουδετερότητα, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε τομέα της οικονομίας ■
29,91 δισ. ευρώ είναι ο προτεινόμενος προϋπολογισμός του CEF Energy για την περίοδο 2028-2034
75 δισ. ευρώ χρηματοδότησης σε τρία χρόνια προτίθεται να διαθέσει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
και απλούστευσης των διαδικασιών αδειοδότησης, ενίσχυσης της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των φυσικών ενεργειακών υποδομών, καθώς και αποδοτικότερης αξιοποίησης των υφιστάμενων υποδομών μέσω νέων τεχνολογιών, ευελιξίας και αποθηκευτικής ικανότητας. Ο τρέχων μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός της Ε.Ε., για την περίοδο 2021-2027, ήδη στηρίζει τα ενεργειακά δίκτυα, με τον Μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) να διαθέτει 5,8 δισ. ευρώ για διασυνοριακά έργα. Στο πλαίσιο του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028-2034, η Επιτροπή έχει προτείνει πενταπλασιασμό του προϋπολογισμού του CEF Energy, από 5,8 δισ. ευρώ σε 29,91 δισ. ευρώ. Επιπλέον, η Στρατηγική για τις Επενδύσεις σε Καθαρή Ενέργεια, την οποία υιοθέτησε η Επιτροπή στις 10 Μαρτίου 2026, στοχεύει στην κινητοποίηση επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα, βελτιώνοντας τη σύνδεση μεταξύ διαθέσιμων ιδιωτικών κεφαλαίων και του χαρτοφυλακίου ενεργειακών έργων της Ευρώπης. Για τη στήριξη αυτής της στρατηγικής, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων προτίθεται να διαθέσει χρηματοδότηση άνω των 75 δισ. ευρώ σε διάστημα τριών ετών.
GW
αποθήκευσης εκτιμάται ότι θα χρειαστεί η Ε.Ε. έως το 2030
21
Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ
ΕΤΑΙΡΙΚΉ ΒΙΩΣΙΜΉ ΑΝΑΠΤΥΞΉ
Παγκόσμιες τάσεις που διαμορφώνουν την επόμενη μέρα Η εταιρική βιώσιμη ανάπτυξη εισέρχεται σε μια πιο απαιτητική εποχή. Δεν αρκεί πλέον να δηλώνεται ως πρόθεση, ούτε να περιορίζεται στη γλώσσα της υπευθυνότητας ή της φήμης
ο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν η βιώσιμη ανάπτυξη έχει θέση στην επιχειρηματική στρατηγική, αλλά αν οι επιχειρήσεις είναι έτοιμες να την αντιμετωπίσουν ως αυτό που πραγματικά είναι: προϋπόθεση ανθεκτικότητας και μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας. Με άλλα λόγια, το πραγματικό ζητούμενο είναι πόσο γρήγορα και με πόση αξιοπιστία θα ενσωματωθεί στον πυρήνα της επιχειρηματικής λειτουργίας, ώστε να μεταφραστεί σε μετρήσιμο αποτέλεσμα για την κοινωνία, τον πλανήτη και τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας για τους παράγοντες που θα καθορίσουν τη νέα εποχή της βιωσιμότητας σε παγκόσμιο επίπεδο είναι σαφή. Η έρευνα του UN Global Compact CEO Study, που αποτυπώνει την οπτική χιλιάδων CEOs από όλον τον κόσμο –συμπεριλαμβανομένης της χώρας μας–, λειτουργεί ως ένας ουσιαστικός οδικός χάρτης για την εξέλιξη της βιωσιμότητας σε κεντρικό πυλώνα της επιχειρηματικής στρατηγικής. Εχουμε πλέον αφήσει πίσω μας την περιορισμένη προσέγγιση που αντιμετώπιζε τη βιωσιμότητα κυρίως ως ηθική υποχρέωση, έκφραση εταιρικής υπευθυνότητας ή εργαλείο διαφύλαξης της φήμης. Σήμερα αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως επιχειρηματική αναγκαιότητα, άρρηκτα συνδεδεμένη με την οικονομική επίδοση, την παραγωγικότητα, την πρόσβαση σε κεφάλαια και την καινοτομία. Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα ευρήματα της έρευνας: το 88% των CEOs θεωρεί ότι η επιχειρηματική αξία της βιωσιμότητας είναι σήμερα ισχυρότερη σε σχέση με πέντε χρόνια πριν, ενώ η συντριπτική πλειονότητα δηλώνει ότι θα διατηρήσει ή και θα ενισχύσει τις σχετικές δεσμεύσεις της, συμπεριλαμβανομένων των στόχων για την πράσινη μετάβαση.
Τ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΏΤΑΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΎΛΟΎ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Executive Director, UN Global Compact Network Greece
24
Την ίδια στιγμή, όμως, το διεθνές επιχειρηματικό οικοσύστημα αναγνωρίζει ένα ουσιαστικό κενό μεταξύ φιλοδοξίας και ετοιμότητας. Οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται το διακύβευμα, αλλά συχνά δυσκολεύονται να κινηθούν με την απαιτούμενη ταχύτητα, αναφέροντας προκλήσεις όπως η άνιση πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η αποσπασματική διακυβέρνηση και η αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Το κλειδί για το μέλλον της εταιρικής βιωσιμότητας φαίνεται να εντοπίζεται στη μεταστροφή από τις φιλόδοξες υποσχέσεις προς πρακτικές στρατηγικές που εστιάζουν σε απτά αποτελέσματα. Σύμφωνα με την έρευνα, πέντε παράγοντες αναμένεται να καθορίσουν αυτή τη νέα εποχή.
1.
Η συνεργασία στη διαμόρφωση σταθερών ρυθμιστικών πλαισίων. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή αντίληψη που αντιμετώπιζε τη ρύθμιση ως υποχρέωση συμμόρφωσης ή περιορισμό, η νέα προσέγγιση αναγνωρίζει ότι ένα σαφές, συνεκτικό και προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής της βιώσιμης μετάβασης, με τη συνεργασία να παραμένει βασικός πυλώνας προόδου.
2.
Η ενίσχυση της ζήτησης για βιώσιμα προϊόντα και υπηρεσίες από τους καταναλωτές και την αγορά. Ο ρόλος των καταναλωτών αναδεικνύεται σε σημαντικό μοχλό αλλαγής, επηρεάζοντας τις επιχειρηματικές αποφάσεις, τις επενδυτικές κατευθύνσεις και την ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών. Οι επιχειρήσεις που αφουγκράζονται αυτή τη μετατόπιση μπορούν να μετατρέψουν τη βιωσιμότητα σε πηγή καινοτομίας και ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.
3.
Η διεύρυνση της πρόσβασης στην τεχνολογία. Η τεχνολογία, και ιδιαίτερα η τεχνητή νοημοσύνη, αναδεικνύεται σε κρίσιμο
Η επένδυση στις δεξιότητες του μέλλοντος. Η βιώσιμη μετάβαση των επιχειρήσεων σε ένα περιβάλλον ταχύτατης τεχνολογικής εξέλιξης απαιτεί ανθρώπινο δυναμικό που να συνδυάζει γνώση των θεμάτων βιωσιμότητας με ισχυρές ψηφιακές δεξιότητες. Η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του προσωπικού δεν αποτελεί μια επιμέρους HR πολιτική, αλλά στρατηγική επένδυση που ενισχύει την ανθεκτικότητα, την προσαρμοστικότητα και την ικανότητα καινοτομίας των επιχειρήσεων.
4.
Η ηγεσία με αξιοπιστία και συνέπεια. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης παραμένει κρίσιμο κεφάλαιο για τις επιχειρήσεις. Η ουσιαστική ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στον πυρήνα του επιχειρηματικού μοντέλου, σε συνδυασμό με διαφανή και τεκμηριωμένη επικοινωνία αντί γενικών διακηρύξεων, θα καθορίσουν τη διατήρηση της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης των ενδιαφερόμενων μερών.
5.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα έρχεται να απαντήσει η παγκόσμια στρατηγική του UN Global Compact 2026-2030, η οποία εστιάζει στη μετάβαση από τη δέσμευση στον ουσιαστικό θετικό αντίκτυπο και αποτελεί σημείο αναφοράς για τη δράση του UN Global Compact Network Greece. Σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται από την κλιματική κρίση, τις διευρυνόμενες κοινωνικές ανισότητες, τη γεωπολιτική αστάθεια και την κρίση εμπιστοσύνης, η στρατηγική αναγνωρίζει ότι καμία επι-
χείρηση ή θεσμός δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά μεμονωμένα. Στον πυρήνα της βρίσκονται τρεις αλληλένδετες προτεραιότητες: α) η υποστήριξη των επιχειρήσεων με πρακτικά εργαλεία, εκπαίδευση και καθοδήγηση σε όλα τα ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης και υπεύθυνης επιχειρηματικότητας, β) η κλιμάκωση της συλλογικής παγκόσμιας δράσης για την αντιμετώπιση συστημικών εμποδίων όπως ο κατακερματισμός των ρυθμίσεων και τα χρηματοδοτικά κενά και γ) η αξιοποίηση γνώσης και δεδομένων που συνδέουν τη βιώσιμη ανάπτυξη με τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας. Την επόμενη πενταετία, το UN Global Compact μαζί με τα Εθνικά του Δίκτυα επιδιώκει να κινητοποιήσει ακόμα πιο ενεργά τις περισσότερες από 23.000 επιχειρήσεις που έχουν ήδη δεσμευτεί στις Δέκα Αρχές του και δραστηριοποιούνται σε περισσότερες από 160 χώρες. Η προσπάθεια αυτή θα επικεντρωθεί σε τέσσερις κρίσιμους τομείς, στους οποίους ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επιτάχυνση της προόδου: το κλίμα και η προστασία της φύσης, η προώθηση αξιοπρεπούς εργασίας και βιώσιμων μισθών, η ενίσχυση της ισότητας των φύλων και η κινητοποίηση βιώσιμης χρηματοδότησης. Με γνώμονα την επίτευξη ουσιαστικών αποτελεσμάτων, το UN Global Compact Network Greece, ως το Ελληνικό Δίκτυο του UN Global Compact, μεταφράζει τις παγκόσμιες προτεραιότητες σε ουσιαστική υποστήριξη για την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα, παρέχοντας σε επιχειρήσεις κάθε μεγέθους τα εργαλεία, τη γνώση και τις συνεργασίες που απαιτεί η νέα εποχή της βιωσιμότητας. Ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων ευρωπαϊκών κανονιστικών απαιτήσεων, αλλά και εντεινόμενων κοινωνικών και οικονομικών προκλήσεων, η πρόκληση για το μέλλον δεν είναι να πούμε περισσότερα. Είναι να κάνουμε περισσότερα και να το αποδεικνύουμε με μετρήσιμα αποτελέσματα ■
Η επόμενη φάση της υπεύθυνης επιχειρηματικότητας απαιτεί λιγότερες γενικές διακηρύξεις και περισσότερη τεκμηριωμένη πρόοδο
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
παράγοντα επιτάχυνσης της βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, η πρόσβαση σε δεδομένα, ψηφιακά εργαλεία και καινοτόμες λύσεις εξακολουθεί να είναι άνιση, μεταξύ αγορών, κλάδων και επιχειρήσεων διαφορετικού μεγέθους. Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η τεχνολογική πρόοδος, αλλά η δίκαιη και αποτελεσματική αξιοποίησή της σε ευρύτερη κλίμακα.
25
Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ
ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΉ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑ
Επισιτιστική ασφάλεια και κλιματική αλλαγή Η πρόκληση ανθεκτικότητας για τα συστήματα τροφίμων, τους φυσικούς πόρους και την κοινωνία
επισιτιστική ασφάλεια ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία όλοι οι άνθρωποι, ανά πάσα στιγμή, έχουν φυσική και οικονομική πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτικά τρόφιμα, που ανταποκρίνονται στις διατροφικές τους ανάγκες και στις προτιμήσεις τους για μια ενεργό και υγιή ζωή. Ο ορισμός αυτός δείχνει ότι το ζήτημα της τροφής δεν περιορίζεται στην παραγωγή. Συνδέεται με τη διαθεσιμότητα τροφίμων, δηλαδή την παραγωγή και το εμπόριο, με την πρόσβαση σε τρόφιμα, με τη σταθερότητα του εφοδιασμού και με τη χρήση ή αξιοποίηση των τροφίμων από τον άνθρωπο. Η κλιματική αλλαγή αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια ασφάλεια τροφίμων, καθώς επηρεάζει άμεσα και τις τέσσερις αυτές διαστάσεις. Παράλληλα, λειτουργεί σε συνδυασμό με άλλους αλληλεπικαλυπτόμενους κινδύνους: την αστάθεια της αγροτικής παραγωγής, τη σπανιότητα φυσικών πόρων, την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα, καθώς και τις διαταραχές στο εμπόριο και στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Η ΤΟΎ ΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΏΤΗ ΒΟΎΡΟΎ Περιβαλλοντολόγος με εξειδίκευση σε θέματα ESG και Βιώσιμης Επιχειρηματικότητας, κάτοχος MSc στην Περιβαλλοντική Πολιτική και τη Διατήρηση Βιοποικιλότητας
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Κλιματικές πιέσεις στην παραγωγή και στην ασφάλεια τροφίμων
26
Η επισιτιστική ασφάλεια δεν αφορά μόνο την παραγωγή τροφίμων, αλλά και τη σχέση ανάμεσα στο κλίμα, τους φυσικούς πόρους, τη βιοποικιλότητα και την κοινωνική ανθεκτικότητα
Κλιματικά φαινόμενα όπως η άνοδος της θερμοκρασίας, οι ισχυρές βροχοπτώσεις και οι ξηρασίες επηρεάζουν αρνητικά τις καλλιέργειες. Οι επιπτώσεις περιλαμβάνουν μειωμένη παραγωγή, χαμηλότερες αποδόσεις, υποβάθμιση της γης και διάβρωση του εδάφους. Παράλληλα, η θέρμανση και η οξίνιση των ωκεανών προκαλούν πρόσθετες πιέσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα, μεταξύ των οποίων και η ανάπτυξη τοξικών φυκών, με συνέπειες για την ασφάλεια των θαλασσινών. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν επίσης να αυξήσουν τη συχνότητα τροφιμογενών κινδύνων, ενισχύοντας συνολικά την επισιτιστική ανασφάλεια. Οι διεθνείς εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι πιέσεις αυτές ήδη αποτυπώνονται σε επίπεδο επισιτιστικής κρίσης. Σύμφωνα με το Global Report on Food Crises 2025, περισσότεροι από 295 εκατομμύρια άνθρωποι σε 53 χώρες και περιοχές αντιμετώπισαν το 2024 υψηλά επίπεδα οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η επισιτιστική ασφάλεια δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο ως αγροτικό ή ανθρωπιστικό ζήτημα, αλλά ως ζήτημα ανθεκτι-
Η πρόκληση δεν είναι μόνο η αύξηση της παραγωγής τροφίμων, αλλά και η μετάβαση σε συστήματα παραγωγής με μικρότερο περιβαλλοντικό κόστος και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
AP PHOTO/VAGGELIS KOUSIORAS
Ο Παλαμάς Καρδίτσας μετά από την καταστροφική κακοκαιρία Daniel, τον Σεπτέμβριο του 2023. Η άνοδος της θερμοκρασίας, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η πίεση στους υδατικούς πόρους, η υποβάθμιση των εδαφών και η απώλεια βιοποικιλότητας επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα, την πρόσβαση, τη σταθερότητα και την ποιότητα των τροφίμων
27
Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ
κότητας παραγωγικών συστημάτων, φυσικών πόρων και κοινωνικής σταθερότητας. Μελέτες δείχνουν επίσης ότι η αύξηση της θερμοκρασίας κατά έναν βαθμό Κελσίου πάνω από τον μέσο όρο μπορεί να αυξήσει το ποσοστό των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια. Η επίπτωση γίνεται εντονότερη σε περιοχές που βρίσκονται ήδη σε κατάσταση επισιτιστικής ή ανθρωπιστικής κρίσης. Αν αυτό συνδεθεί με την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και τις επιπλέον ανάγκες σε τρόφιμα, η εξίσωση γίνεται ακόμα πιο σύνθετη.
Φυσικό κεφάλαιο, γεωργία και κτηνοτροφία Την ίδια στιγμή, η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτελούν βασικούς τομείς πίεσης στο φυσικό κεφάλαιο. Η οικονομική δραστηριότητα εξαρτάται ουσιαστικά από το φυσικό κεφάλαιο: το νερό, το έδαφος, τη βιοποικιλότητα, τα οικοσυστήματα και τους φυσικούς πόρους. Ωστόσο, το παγκόσμιο απόθεμα φυσικών περιουσιακών στοιχείων εξαντλείται με ταχείς ρυθμούς, με ολοένα πιο απτές συνέπειες. Σύμφωνα με διαθέσιμες εκτιμήσεις, η γεωργία ευθύνεται για περίπου το 72% της κατανάλωσης γλυκού νερού, το 61% της ρύπανσης από απορροή αζώτου και το 32% της απώλειας χερσαίας βιοποικιλότητας. Αντίστοιχα, η κτηνοτροφία συνδέεται με σημαντικές πιέσεις στη βιοποικιλότητα και στη ρύπανση από φώσφορο. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η συζήτηση για την επισιτιστική ασφάλεια δεν μπορεί να περιοριστεί στην αύξηση της παραγωγής. Πρέπει να συμπεριλάβει τον τρόπο με τον οποίο παράγονται τα τρόφιμα, την αποδοτικότητα στη χρήση φυσικών πόρων και την ανάγκη προστασίας του φυσικού κεφαλαίου. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και οι επιπτώσεις από την υπερβολική χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, νόμιμων και μη, καθώς και η πιθανή επιβάρυνση από βαρέα μέταλλα σε ορισμένες περιπτώσεις. Η επισιτιστική ασφάλεια, επομένως, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την προστασία των φυσικών πόρων και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Το παράδοξο των αποβλήτων τροφίμων
28
Την ώρα που αυξάνονται οι πιέσεις στην πρόσβαση σε επαρκή και ασφαλή τρόφιμα, μεγάλες ποσότητες τροφίμων χάνονται ή απορρίπτονται κατά μήκος της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης
Στο σύνολο της συζήτησης για την επισιτιστική ασφάλεια δεν πρέπει να παραλείπεται η παραγωγή αποβλήτων τροφίμων. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η ποσότητα αυτή ανέρχεται περίπου σε 130 κιλά ανά κάτοικο ετησίως. Πρόκειται για ένα ουσιαστικό παράδοξο: την ώρα που αυξάνονται οι πιέσεις στην πρόσβαση σε επαρκή και ασφαλή τρόφιμα, μεγάλες ποσότητες τροφίμων χάνονται ή απορρίπτονται κατά μήκος της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης. Η μείωση των αποβλήτων τροφίμων συνδέεται άμεσα με την κυκλική οικονομία, την αποδοτικότερη χρήση πόρων και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των συστημάτων τροφίμων. Δεν αποτελεί μόνο ζήτημα κοινωνικής ευθύνης, αλλά και κρίσιμο στοιχείο περιβαλλοντικής πολιτικής και βιώσιμης διαχείρισης.
Η ελληνική διάσταση του προβλήματος Σε ό,τι αφορά την αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα, τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία και οι εκτιμήσεις έως το 2025 δείχνουν σημαντικές πιέσεις στον πρωτογενή τομέα. Παρά την υψηλή ονομαστική αξία της αγροτικής παραγωγής, η εικόνα σε πραγματικούς όρους είναι πιο σύνθετη. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, η πραγματική αξία της συνολικής αγροτικής παραγωγής μειώθηκε το 2023 και το 2024, ενώ φαίνεται ότι η τάση συνεχίζεται και το 2025. Αυτό σημαίνει ότι πίσω από την άνοδο των ονομαστικών μεγεθών διαμορφώνεται
μια εικόνα ουσιαστικής πίεσης στην παραγωγική βάση. Η πίεση αυτή δεν είναι μόνο οικονομική. Συνδέεται και με το ανθρώπινο δυναμικό του πρωτογενούς τομέα. Με βάση τα στοιχεία της Ερευνας Εργατικού Δυναμικού, οι απασχολούμενοι στην κατηγορία των ειδικευμένων γεωργών, κτηνοτρόφων, δασοκόμων και αλιέων εμφανίζουν σημαντική ετήσια μείωση. Η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να διαβαστεί απλώς ως συγκυριακή μεταβολή στην απασχόληση, αλλά ως ένδειξη αυξημένης ευαλωτότητας ενός τομέα που ήδη πιέζεται από το κόστος εισροών, τις κλιματικές επιπτώσεις και τη δυσκολία ανανέωσης του παραγωγικού δυναμικού. Παράλληλα, η ελληνική αγροτική παραγωγή εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μικρό και κατακερματισμένο κλήρο. Σύμφωνα με διαθέσιμες εκτιμήσεις, σημαντικό μέρος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί έκταση μικρότερη των 20 στρεμμάτων, ενώ ένα ακόμα μεγάλο ποσοστό κινείται μεταξύ 20 και 50 στρεμμάτων. Η δομή αυτή περιορίζει, σε αρκετές περιπτώσεις, τη δυνατότητα υιοθέτησης σύγχρονου εξοπλισμού, τεχνολογικών λύσεων και πρακτικών μεγαλύτερης παραγωγικής αποδοτικότητας. Η δημογραφική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Η γήρανση των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων αναδεικνύει ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής δεν εξαρτάται μόνο από τις κλιματικές πολιτικές ή τη διαχείριση φυσικών πόρων, αλλά και από τη δυνατότητα εισόδου νεότερων παραγωγών, μεταφοράς γνώσης και επένδυσης σε πιο βιώσιμα παραγωγικά μοντέλα. Στην ίδια κατεύθυνση, οι επενδυτικές δαπάνες σε πάγιο φυτικό και ζωικό κεφάλαιο εμφανίζουν επιδείνωση τα τελευταία χρόνια, με ιδιαίτερη πίεση στο ζωικό κεφάλαιο λόγω των επιπτώσεων ζωονόσων και αναγκαστικών θανατώσεων. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η ανθεκτικότητα του αγροδιατροφικού συστήματος δεν αφορά μόνο την παραγωγή καλλιεργειών, αλλά και την υγεία των εκτρο-
AP PHOTO/VAGGELIS KOUSIORAS
Η ανάγκη πολιτικών προσαρμογής Σύμφωνα με επιστημονικές προσεγγίσεις, η σημασία των διαφορετικών διαστάσεων της επισιτιστικής ασφάλειας και ο συνολικός αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής θα διαφέρουν ανά περιοχή και με την πάροδο του χρόνου. Καθοριστικό ρόλο θα παίξει η κοινωνικοοικονομική κατάσταση κάθε χώρας, η ποιότητα των υποδομών, η πρόσβαση σε φυσικούς πόρους και η δυνατότητα σχεδιασμού πολιτικών προσαρμογής. Το σύνολο των παραπάνω αναδεικνύει έναν σύνθετο φαύλο κύκλο. Η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει την παραγωγή τροφίμων. Η παραγωγή τροφίμων, όταν δεν γίνεται με βιώσιμο τρόπο, επιβαρύνει το φυσικό κεφάλαιο. Η υποβάθμιση του φυσικού κεφαλαίου μειώνει περαιτέρω την παραγωγική ικανότητα. Και η μείωση αυτής της ικανότητας αυξάνει την επισιτιστική ανασφάλεια, τις κοινωνικές ανισότητες και την ευαλωτότητα των οικονομιών.
Για τον λόγο αυτό, η επισιτιστική ασφάλεια αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις ανθεκτικότητας για τον πλανήτη και την ανθρωπότητα στο άμεσο μέλλον. Ακόμα και όταν δεν εμφανίζεται ως αυτοτελής κατηγορία σε διεθνείς καταλόγους παγκόσμιων κινδύνων, διατρέχει πολλούς από αυτούς: την κλιματική κρίση, την απώλεια βιοποικιλότητας, τη σπανιότητα φυσικών πόρων, τις κοινωνικές ανισότητες, τη γεωπολιτική αστάθεια και τις διαταραχές στο εμπόριο. Η αντιμετώπιση της πρόκλησης απαιτεί πολιτικές συνέργειας σε διεθνές και εθνικό επίπεδο. Απαιτείται μετάβαση σε πιο βιώσιμα συστήματα τροφίμων, τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση, με σαφή αναφορά στην κυκλική οικονομία. Παράλληλα, χρειάζονται μέτρα προσαρμογής για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της γεωργίας, καλύτερη σύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τη βιομηχανία, ειδικά στην Ελλάδα, και βελτίωση της εκπαίδευσης των παραγωγών σχετικά με την προσαρμογή του γεωργικού τομέα στην κλιματική αλλαγή. Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η εφαρμογή τεχνολογικών βελτιώσεων και λύσεων προσαρμοσμένων στη φύση, των λεγόμενων Nature-based Solutions. Οι λύσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν στη διαχείριση νερού, στην προστασία εδαφών, στην ενίσχυση της βιοποικιλότητας και στη συνολική ανθεκτικότητα των παραγωγικών συστημάτων. Η κεντρική πρόκληση είναι η ενίσχυση της προσβασιμότητας, της αυτάρκειας και της αυτονομίας των συστημάτων τροφίμων, με το μικρότερο δυνατό περιβαλλοντικό κόστος. Αυτό δεν σημαίνει απομόνωση ή επιστροφή σε κλειστά παραγωγικά μοντέλα. Σημαίνει πιο ανθεκτικά, πιο βιώσιμα και καλύτερα σχεδιασμένα συστήματα τροφίμων, ικανά να ανταποκριθούν στις πιέσεις της κλιματικής αλλαγής χωρίς να εξαντλούν τους φυσικούς πόρους από τους οποίους εξαρτώνται ■
Πάνω, πλημμυρισμένοι δρόμοι στη Μαγούλα Καρδίτσας μετά την κακοκαιρία Daniel τον Σεπτέμβριο του 2023
Η αντιμετώπιση της πρόκλησης απαιτεί πολιτικές συνέργειας σε διεθνές και εθνικό επίπεδο
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
φών, τη βιοασφάλεια, τις υποδομές και τη δυνατότητα ανάκαμψης μετά από κρίσεις. Παρότι τα τρόφιμα και τα ζώντα ζώα αποτελούν σημαντικό μέρος των ελληνικών εξαγωγών, η αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγωγές τροφίμων και η πίεση στο εμπορικό ισοζύγιο του συγκεκριμένου κλάδου ενισχύουν τον προβληματισμό. Η επισιτιστική ασφάλεια, επομένως, δεν αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα προϊόντων στην αγορά, αλλά και τη δυνατότητα της χώρας να διατηρεί ζωντανή, παραγωγική και προσαρμοστική την εγχώρια βάση της. Η περίπτωση της Θεσσαλίας, μετά τις φυσικές καταστροφές, ανέδειξε με σαφή τρόπο την ευαλωτότητα της αγροτικής παραγωγής απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι επιπτώσεις τέτοιων γεγονότων δεν περιορίζονται στους παραγωγούς. Μεταφέρονται στην οικονομία, στις τιμές, στην απασχόληση, στις υποδομές και στη συνολική δυνατότητα ανασυγκρότησης μιας περιοχής.
29
ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 30
ΓΙΑΤΙ Ή ΜΕΤΑΒΑΣΉ ΔΕΝ ΕΦΕΡΕ ΑΚΟΜΉ ΦΘΉΝΉ ΕΝΕΡΓΕΙΑ; Τιμές, δίκτυα, LNG και γεωπολιτικές εξαρτήσεις δείχνουν γιατί η ευρωπαϊκή ενεργειακή κρίση δεν τελείωσε με την αποκλιμάκωση των αγορών
31
ΤΟ ΚΟΣ ΤΟΣ Π ΟΥ Μ Ε Ν Ε Ι Σ Τ Η Ν Ε Ν Ε Ρ Γ Ε Ι Α
ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ
Η ΝΈΑ ΓΈΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΈΝΈΡΓΈΙΑΣ Γιατί η καθαρή μετάβαση δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ανταγωνιστική ισχύ για την Ευρώπη
֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΕΦΟΠΟΎΛΟΎ
ενεργειακή κρίση άλλαξε την Ευρώπη, χωρίς όμως να την κάνει απαραίτητα ασφαλέστερη. Η Ευρωπαϊκή Ενω ση μείωσε την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, επιτάχυνε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επα νέφερε την ενεργειακή ασφάλεια στο κέντρο της πολιτικής και άρχισε να αντιμετωπίζει τα δίκτυα, τις διασυνδέσεις και την αποθήκευση ως υποδομές στρατηγικής σημασίας. Κι όμως, το βασικό ερώ τημα παραμένει ανοιχτό: Μπορεί η καθαρή μετάβαση να γίνει ανταγωνιστική ισχύς ή θα μείνει μια ακριβή και γεωπολιτικά ευάλωτη διαδικασία; Η απάντηση δεν είναι απλή, γιατί η ενέργεια δεν είναι πια μόνο αγορά, ούτε μόνο κλιματική πολιτική. Είναι το πεδίο όπου τέμνονται η βιομηχανική ανθεκτικότητα, η κοινωνική συνοχή, η τεχνολογική κυριαρχία και η γεωπολιτική αυτονομία της Ευρώ πης. Η Ευρώπη δεν καλείται απλώς να παραγάγει καθαρότερη ενέργεια. Καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να τη μετατρέψει σε χαμηλότερο κόστος, προβλέψιμες τιμές, ανθεκτικά δίκτυα, λιγότερες εξαρτήσεις και παραγωγική ισχύ. Στην πρώτη φάση, η μετάβαση μετρήθηκε σε εγκατεστημένα μεγαβάτ, στόχους εκπομπών και ποσοστά ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Πλέον, μετριέται διαφορετικά: σε κόστος κεφαλαί ου, ουρές σύνδεσης στα δίκτυα, εισαγωγές LNG, συμφόρηση υποδομών, μεταβλητότητα τιμών και πολιτική εμπιστοσύνη. Η Ευρώπη έχει περιορίσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία, αλλά δεν έχει ακόμη χτίσει την ενεργειακή ισχύ που χρειάζεται.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η
32
Η Ευρώπη δεν καλείται απλώς να παραγάγει καθαρότερη ενέργεια. Καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να τη μετατρέψει σε χαμηλότερο κόστος, προβλέψιμες τιμές, ανθεκτικά δίκτυα, λιγότερες εξαρτήσεις και παραγωγική ισχύ
Το τέλος της ενεργειακής αθωότητας Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία διέλυσε μία από τις πιο βολικές αυταπάτες της ευρωπαϊκής πολιτικής: ότι η ενέργεια μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως τεχνική υπόθεση αγοράς, αποκομμένη από την ισχύ. Για δεκαετίες, το σχετικά φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο λειτούργησε ως υπόστρωμα ευρωπαϊκής βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και ως μεταβατικό καύσιμο
προς ένα καθαρότερο ενεργειακό μοντέλο. Οταν αυτό το υπό στρωμα κατέρρευσε, η Ευρώπη δεν ανακάλυψε απλώς ότι είχε υψηλό ενεργειακό κόστος, ανακάλυψε ότι είχε οικοδομήσει μέ ρος της οικονομικής της ευημερίας πάνω σε μια στρατηγική εξάρτηση. Η πρόοδος που ακολούθησε είναι πραγματική. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εισαγωγές ρωσικού LNG και αερί ου μέσω αγωγών μειώθηκαν από 45% των συνολικών εισαγω γών φυσικού αερίου της Ε.Ε. το 2021 σε 12% το 2025. Η απεξάρ τηση από τη ρωσική ενέργεια δεν είναι πλέον απλώς πολιτική κατεύθυνση. Εχει γίνει κεντρική ευρωπαϊκή στρατηγική. Αλλά η μείωση μιας εξάρτησης δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αυτονομία. Η στροφή στο LNG, και ειδικά στο αμερικανι κό LNG, έδωσε στην Ευρώπη χρόνο και ευελιξία. Ταυτόχρο να, όμως, την έφερε βαθύτερα μέσα στις παγκόσμιες αγορές καυσίμων, στις ναυτιλιακές διαδρομές, στα γεωπολιτικά ρί σκα της Μέσης Ανατολής και στις στρατηγικές επιλογές της Ουάσινγκτον. Σύμφωνα με στοιχεία του Reuters, που επικαλείται τον ACER, τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών
Η καθαρή παραγωγή δεν αρκεί Η ίδια λογική εμφανίζεται και στο ηλεκτρικό σύστημα. Η Ευ ρώπη παράγει περισσότερη καθαρή ενέργεια, αλλά διαπιστώ
νει ότι η παραγωγή από μόνη της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει χαμηλότερο κόστος, μικρότερη ευαλωτότητα και μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Στο μέτωπο της ηλεκτροπαραγωγής, η εικόνα μοιάζει εντυ πωσιακή. Ο ACER καταγράφει ότι οι ανανεώσιμες πηγές κάλυ ψαν περίπου το μισό της ηλεκτροπαραγωγής της Ε.Ε. το 2025, με την ηλιακή ενέργεια να οδηγεί τη μετάβαση. Ο Διεθνής Ορ γανισμός Ενέργειας (IEA), στην έκθεση Electricity 2026, προ βλέπει ότι έως το 2030 οι ανανεώσιμες πηγές θα φτάσουν στο 63% της ηλεκτροπαραγωγής της Ε.Ε. Η ίδια εικόνα, όμως, έχει και δεύτερη ανάγνωση: οι τιμές ενέργειας παραμένουν διαρ θρωτικά υψηλότερες από τις αμερικανικές, τα νοικοκυριά δεν βλέπουν πλήρως την πτώση των χονδρικών τιμών και η μετα βλητότητα της αγοράς έχει αυξηθεί σημαντικά. Οι ημερήσιες διακυμάνσεις στις χονδρικές τιμές ηλεκτρισμού ήταν περίπου πενταπλάσιες σε σχέση με το 2020, ένδειξη ότι το σύστημα χρειάζεται πολύ περισσότερη ευελιξία. Αυτή είναι η ουσία του ευρωπαϊκού παράδοξου. Η παραγω γή γίνεται καθαρότερη, αλλά το σύστημα δεν γίνεται αυτόμα τα φθηνότερο ή σταθερότερο. Η φτηνή ενέργεια των ΑΠΕ έχει
Η Ευρώπη έχει περιορίσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία, αλλά δεν έχει ακόμη χτίσει την ενεργειακή ισχύ που χρειάζεται
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Ενέργειας της Ε.Ε., και το Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομί ας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (Institute for Energy Economics and Financial Analysis, IEEFA), το 2025 οι Ηνωμέ νες Πολιτείες κάλυψαν το 58% των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η μετατόπιση είναι κρίσιμη: το αμερικανικό LNG δεν αποτελεί πλέον απλώς λύση έκτακτης ανάγκης μετά τη ρωσική κρίση, αλλά καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ε.Ε. Εδώ αρχίζει η νέα γεωπολιτική της ενέργειας. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν η Ευρώπη μπορεί να αποφύγει τη Ρω σία. Είναι αν μπορεί να αποφύγει τη μόνιμη λογική της εξάρ τησης. Αν η ενεργειακή ασφάλεια περιοριστεί στην αλλαγή προμηθευτή, τότε η Ευρώπη θα έχει μετακινηθεί από μια προ βληματική σχέση σε μια πιο σύνθετη, αλλά όχι απαραίτητα πιο ανεξάρτητη, κατάσταση.
33
ΤΟ ΚΟΣ ΤΟΣ Π ΟΥ Μ Ε Ν Ε Ι Σ Τ Η Ν Ε Ν Ε Ρ Γ Ε Ι Α
αξία μόνο όταν μπορεί να απορροφηθεί, να μεταφερθεί, να αποθηκευτεί και να χρησιμοποιηθεί τη στιγμή που τη χρειάζε ται η οικονομία. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε περισσευούμε νη παραγωγή, περικοπές, συμφόρηση δικτύων και ανάγκη για ακριβές εφεδρείες. Αυτό σημαίνει ότι η μετάβαση δεν είναι γραμμική αντικατά σταση του παλιού από το νέο. Είναι μια περίοδος συνύπαρξης, όπου οι ΑΠΕ αυξάνονται, αλλά οι ανάγκες ευελιξίας, εφεδρεί ας, αποθήκευσης και σταθερότητας παραμένουν κρίσιμες. Η καθαρή παραγωγή δεν ακυρώνει το κόστος του συστήματος. Το μετακινεί σε άλλα σημεία.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Το κόστος της νέας ηλεκτρικής εποχής
34
H μετάβαση δεν είναι μόνο ενεργειακό σχέδιο, αλλά χρηματοδοτική και θεσμική δοκιμασία
Από εδώ η συζήτηση περνά αναγκαστικά από την τεχνολο γία στη χρηματοδότηση. Αν το νέο ηλεκτρικό σύστημα χρειάζε ται ευελιξία, δίκτυα, αποθήκευση και εφεδρείες, τότε η μετά βαση δεν είναι μόνο ζήτημα στόχων. Είναι ζήτημα κεφαλαίου, ρυθμιστικής σταθερότητας και χρόνου. Οι επενδυτές έχουν αρχίσει να διαβάζουν την ενέργεια όχι ως πράσινη αφήγηση, αλλά ως έναν από τους μεγάλους επεν δυτικούς κύκλους της δεκαετίας. Η Goldman Sachs Research εκτιμά ότι, σε ένα σενάριο επιτάχυνσης του εξηλεκτρισμού, οι επενδύσεις στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη θα μπορούσαν να φτάσουν τα 2 τρισ. ευρώ την επόμενη δεκα ετία, περίπου τρεις φορές πάνω από τις δαπάνες της προηγού μενης δεκαετίας. Αν συνυπολογιστούν οι επενδύσεις για την αναβάθμιση των δικτύων, το συνολικό ύψος των επενδύσεων εξηλεκτρισμού μπορεί να φτάσει περίπου τα 3,5 τρισ. ευρώ. Αν η Goldman Sachs δείχνει το μέγεθος του επενδυτικού κύκλου, το Ινστιτούτο για την Κλιματική Οικονομία (Institute for Climate Economics, I4CE), think tank με έδρα το Παρίσι, δείχνει το μέγεθος του κενού. Σύμφωνα με την έκδοση State of Europe’s Climate Investment 2025, οι κλιματικές επενδύσεις στην Ε.Ε. έφτασαν τα 498 δισ. ευρώ το 2023, ενώ οι ετήσιες ανάγκες για την περίοδο 2025-2030 υπολογίζονται σε 842 δισ. ευρώ. Το κενό, 344 δισ. ευρώ ετησίως, δείχνει ότι η μετάβαση δεν είναι μόνο πρόβλημα τεχνολογίας ή πολιτικής βούλησης. Είναι πρόβλημα χρηματοδοτικής κλίμακας. Μαζί, οι δύο εκτιμήσεις δείχνουν ότι η μετάβαση δεν είναι μόνο ενεργειακό σχέδιο, αλλά χρηματοδοτική και θεσμική δοκιμασία. Η ευρωπαϊκή ζήτηση ηλεκτρισμού επιστρέφει σε ανοδική τροχιά έπειτα από περίπου 15 χρόνια υποχώρησης. Η ηλεκτροκίνηση, η βιομηχανική ηλεκτροποίηση, τα data centers, η τεχνητή νοημοσύνη και η αυξανόμενη ανάγκη ψύξης λόγω θερμότερων καλοκαιριών αλλάζουν το προφίλ της ζήτησης. Η ενέργεια δεν είναι πια μόνο το καύσιμο της οικονομίας. Είναι η προϋπόθεση της ψηφιακής και βιομηχανικής της συνέχειας. Ο IEA προσθέτει το πιο ανησυχητικό τεχνικό στοιχείο: οι ετήσιες επενδύσεις στα δίκτυα πρέπει να αυξηθούν περίπου κατά 50% έως το 2030 από τα σημερινά 400 δισ. δολάρια, ενώ ο σχεδιασμός, η αδειοδότηση και η κατασκευή νέων δικτύων μπορεί να απαιτήσουν 5 έως 15 χρόνια. Την ίδια στιγμή, έργα παραγωγής ή νέες μεγάλες καταναλώσεις, όπως data centers και φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων, αναπτύσσονται πολύ ταχύτερα. Εδώ βρίσκεται η νέα ασυμμετρία. Η παραγωγή και η ζήτηση κινούνται με ταχύτητα αγοράς. Τα δίκτυα κινούνται με ταχύτη τα αδειοδοτήσεων, χωροταξίας, ρυθμιστικών αποφάσεων και κοινωνικής αποδοχής. Γι’ αυτό η συζήτηση για την ενέργεια θα μετακινηθεί όλο και περισσότερο από το «πόση καθαρή ενέρ γεια παράγουμε» στο «πόσο ώριμο είναι το σύστημα που τη σηκώνει».
Η ΝΈΑ ΈΝΈΡΓΈΙΑΚΗ ΈΞΙΣΩΣΗ
12%
το μερίδιο των εισαγωγών ρωσικού LNG και αερίου μέσω αγωγών στις συνολικές εισαγωγές φυσικού αερίου της Ε.Ε. το 2025, από 45% το 2021
58%
το ποσοστό των ευρωπαϊκών εισαγωγών LNG που κάλυψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 2025, ποσότητα ισοδύναμη με περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ε.Ε.
3,5
τρισ. ευρώ
το πιθανό ύψος των επενδύσεων εξηλεκτρισμού στην Ευρώπη την επόμενη δεκαετία, εφόσον συνυπολογιστούν παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και αναβάθμιση δικτύων, σύμφωνα με την Goldman Sachs Research
344
το ετήσιο κενό κλιματικών επενδύσεων στην Ε.Ε. για την περίοδο 2025-2030, σύμφωνα με το Institute for Climate Economics (I4CE)
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
δισ. ευρώ
35
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Το κόστος ως βιομηχανικό σύνορο
36
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η μετάβαση θα έχει κόστος. Θα έχει. Το ερώτημα είναι αν έως το 2030 η Ευρώπη θα έχει καταφέρει να το μετατρέψει από επιβάρυνση σε επένδυση που επιστρέφει αξία
Η ευρωπαϊκή ανησυχία δεν είναι μόνο κοινωνική. Είναι βα θιά βιομηχανική. Η έκθεση Draghi τοποθέτησε το ενεργειακό κόστος στον πυρήνα του ευρωπαϊκού χάσματος ανταγωνιστικό τητας, μαζί με την παραγωγικότητα, τη δημογραφία, τις επεν δυτικές ανάγκες και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Σύμφωνα με την έκθεση, οι επιχειρήσεις της Ε.Ε. αντιμετωπίζουν τιμές ηλεκτρικής ενέργειας δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες των ΗΠΑ και τιμές φυσικού αερίου τέσσερις έως πέντε φορές υψηλότερες. Ο IEA είναι επίσης συγκεκριμένος στις τιμές. Οι προθεσμι ακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ε.Ε. για το 2026 κινού νταν, στα τέλη Ιανουαρίου 2026, γύρω στα 95 δολάρια ανά MWh, περίπου στα επίπεδα του 2025, με αποκλιμάκωση προς τα 85 δολάρια ανά MWh το 2027. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση τιμών δεν έχει εξαφανιστεί, έχει μετατραπεί σε πιο δομικό πρό βλημα. Δεν αφορά μόνο την επόμενη θέρμανση, αλλά τη θέση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στον κόσμο. Αν η Ευρώπη πληρώνει συστηματικά ακριβότερο ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο από τους ανταγωνιστές της, τότε η πράσινη βιομηχανική στρατηγική της ξεκινά από μειονεκτική θέση. Οι καθαρές τεχνολογίες χρειάζονται φθηνή και αξιόπιστη ενέρ γεια για να εγκατασταθούν, να παραχθούν και να παραμείνουν στην ήπειρο. Διαφορετικά, η Ευρώπη κινδυνεύει να καταναλώ νει την πράσινη μετάβαση ως πολιτικό στόχο, ενώ θα εισάγει μεγάλο μέρος της ως βιομηχανικό προϊόν. Το Bruegel, ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά think tanks οικονομικής πολιτικής με έδρα τις Βρυξέλλες, μετατοπί ζει τη συζήτηση από το σύνθημα της «φτηνής πράσινης ενέρ γειας» στη δύσκολη αρχιτεκτονική που απαιτείται για να γίνει πράγματι φθηνότερη. Στις αναλύσεις του, η αποκλιμάκωση των ευρωπαϊκών τιμών ενέργειας δεν θα προκύψει μόνο από περισσότερες ΑΠΕ, αλλά από ισχυρότερα δίκτυα, φορολογική ανακατανομή, καλύτερο σχεδιασμό αγοράς, βαθύτερες διασυν δέσεις και πιο αποτελεσματικό εξηλεκτρισμό. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εθνικό. Είναι βαθιά ευρωπαϊκό. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το Διεθνές Νο μισματικό Ταμείο (IMF), το οποίο έχει συνδέσει τη μείωση του
ευρωπαϊκού ενεργειακού κόστους με τη βαθύτερη ενοποίηση της αγοράς ενέργειας. Σύμφωνα με ανάλυσή του, η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές και η περαιτέρω ενοποίηση της αγο ράς ηλεκτρισμού θα μπορούσαν να αποφέρουν εξοικονόμηση περίπου 40 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030. Αυτή η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, όμως, θα αποτύχει αν το κόστος της παραμείνει αδιαφανές ή κοινωνικά άνισο.
Ποιος αντέχει το κόστος της μετάβασης; Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η μετάβαση θα έχει κόστος. Θα έχει. Το ερώτημα είναι αν έως το 2030 η Ευρώπη θα έχει καταφέρει να το μετατρέψει από επιβά ρυνση σε επένδυση που επιστρέφει αξία: με χαμηλότερη έκ θεση στα ορυκτά καύσιμα, πιο προβλέψιμες τιμές, λιγότερη ενεργειακή σπατάλη και καλύτερη προστασία των ευάλωτων καταναλωτών. Για τις επιχειρήσεις, η απάντηση περνά από φθηνότερη και πιο σταθερή πρόσβαση σε καθαρό ηλεκτρισμό. Αυτό σημαίνει μακροχρόνια συμβόλαια, διμερείς συμβάσεις αγοράς ενέργειας (Power Purchase Agreements, PPAs), ταχύτερα δίκτυα, περισ σότερη αποθήκευση και πιο στοχευμένη φορολογική πολιτική, ώστε οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας να μη σηκώνουν δυσανάλογο βάρος φόρων και χρεώσεων. Για τα νοικοκυριά, η απάντηση είναι ακόμα πιο πολιτική: ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, κοινωνική προστασία, πρόσβαση σε καθαρές τεχνο λογίες χωρίς απαγορευτικό αρχικό κόστος και τιμολόγια που επιτρέπουν στους καταναλωτές να ωφελούνται όταν το σύστη μα έχει φθηνότερη καθαρή παραγωγή. Σε αυτό το σημείο συναντώνται οι φωνές των καταναλωτι κών οργανώσεων, των περιβαλλοντικών ΜΚΟ και των συνδι κάτων. Η BEUC, η Ευρωπαϊκή Ενωση Καταναλωτικών Οργανώ σεων, θέτει ως προτεραιότητα για την περίοδο έως το 2030 σαφέστερους λογαριασμούς, ισχυρότερη προστασία δικαιω μάτων, πρόσβαση σε ανανεώσιμη ενέργεια, ευέλικτα τιμολόγια και στήριξη για καθαρή θέρμανση και πιο αποδοτικά σπίτια. Οι Friends of the Earth Europe μιλούν για «δικαίωμα στην ενέργεια», συνδέοντας την απανθρακοποίηση με ενεργειακά αποδοτικές κατοικίες, προστασία από αποσυνδέσεις και ανα
ΤΟ ΚΟΣ ΤΟΣ Π ΟΥ Μ Ε Ν Ε Ι Σ Τ Η Ν Ε Ν Ε Ρ Γ Ε Ι Α
κούφιση όσων ζουν σε ενεργειακή φτώχεια. Από την πλευρά των εργαζομένων, η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) ζητά ευρωπαϊκή δράση για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο μεγάλης επιβάρυν σης των νοικοκυριών χωρίς παρέμβαση. Η κοινή γραμμή είναι σαφής: η μετάβαση δεν θα κριθεί μόνο από το αν παράγει καθαρότερη ενέργεια, αλλά από το αν κατα νέμει δίκαια το κόστος και ανοίγει πρόσβαση στα οφέλη. Αν οι επιχειρήσεις δουν προβλέψιμη ενέργεια αντί για μόνιμη μετα βλητότητα, αν τα νοικοκυριά δουν χαμηλότερη κατανάλωση και καλύτερη προστασία αντί για νέες απαιτήσεις, αν οι εργαζόμε νοι δουν συμμετοχή και επαγγελματική ασφάλεια αντί για απλή προσαρμογή, τότε το κόστος της μετάβασης μπορεί να γίνει πο λιτικά ανεκτό. Διαφορετικά, η πράσινη μετάβαση θα κινδυνεύσει να εμφανιστεί ως ένα ακόμα σχέδιο που υπόσχεται συλλογικό όφελος, αλλά μεταφέρει το βάρος στους πιο εκτεθειμένους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το έχει αντιληφθεί. Το Action Plan for Affordable Energy, που παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2025, επιχειρεί να συνδέσει την προσιτή ενέργεια με την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την καθαρή μετάβαση. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε συνολική εξοικονόμηση 45 δισ. ευρώ το 2025, 130 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030 και 260 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2040. Το ίδιο το γεγο νός ότι η προσιτή ενέργεια έγινε ξεχωριστό πολιτικό σχέδιο δεί χνει πως η κοινωνική αποδοχή δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Τα μέτωπα που ανοίγουν
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η Ευρώπη έχει μπροστά της μια πιο δύσκολη άσκηση από αυτή που περιέγραφε η παλιά γλώσσα της πράσινης μετάβασης
38
Αυτή η νέα βιομηχανική και κοινωνική γεωγραφία θα καθο ρίσει την επόμενη φάση της ευρωπαϊκής ενεργειακής συζήτη σης. Τα σημερινά ερωτήματα για τιμές, LNG, δίκτυα και ΑΠΕ δεν θα εξαφανιστούν. Θα μετασχηματιστούν σε πιο σκληρά μέτωπα πολιτικής: ηλεκτρική ασφάλεια, πραγματικό κόστος συστήματος, δίκτυα ως υποδομή ισχύος, νέες εξαρτήσεις από καύσιμα, πρώτες ύλες και τεχνολογίες, και πολιτική νομιμοποί ηση της μετάβασης. Η Ευρώπη δεν θα κριθεί μόνο από το πόση καθαρή ενέργεια θα παράγει, αλλά από το αν θα μπορεί να τη μεταφέρει, να τη χρηματοδοτεί, να τη διανέμει δίκαια και να τη μετατρέπει σε
οικονομική και πολιτική ασφάλεια. Στην προηγούμενη ενεργει ακή εποχή, οι αγωγοί ήταν οι γραμμές εξάρτησης και επιρρο ής. Στην επόμενη, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τα καλώδια, οι μπαταρίες, τα data centers, τα έξυπνα δίκτυα και η κυβερνο ασφάλεια θα καθορίζουν ποιος αντέχει τις κρίσεις και ποιος πληρώνει το κόστος τους.
Η ισχύς δεν χαρίζεται από την τεχνολογία Η καθαρή μετάβαση παραμένει αναγκαία. Αλλά δεν είναι αυτονόητα νικηφόρα. Η τεχνολογία μπορεί να μειώσει κόστος, να περιορίσει εκπομπές, να αυξήσει εγχώρια παραγωγή και να μειώσει εισαγόμενα καύσιμα. Δεν μπορεί όμως μόνη της να λύ σει το πρόβλημα της κατανομής του κόστους, της κοινωνικής αντοχής και της στρατηγικής εξάρτησης. Η Ευρώπη έχει μπροστά της μια πιο δύσκολη άσκηση από αυτή που περιέγραφε η παλιά γλώσσα της πράσινης μετάβα σης. Δεν αρκεί να παραγάγει καθαρότερα. Πρέπει να σχεδιάσει καλύτερα. Να επενδύσει γρηγορότερα. Να διασυνδεθεί βαθύ τερα. Να φορολογήσει εξυπνότερα. Να προστατεύσει τους ευ άλωτους χωρίς να ακυρώσει τα σήματα της αγοράς. Να κρατή σει βιομηχανία χωρίς να επιστρέψει σε μια πολιτική φθηνών ορυκτών ψευδαισθήσεων. Η νέα γεωπολιτική της ενέργειας θα κριθεί εκεί ακριβώς: στο αν η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει την καθαρή ενέργεια σε ανταγωνιστική ισχύ. Οχι απλώς σε χαμηλότερες εκπομπές, ούτε μόνο σε περισσότερα φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες, αλλά σε ένα ενεργειακό σύστημα που μειώνει την ευαλωτότη τα, συγκρατεί το κόστος, στηρίζει την παραγωγή, απορροφά τις κρίσεις και δίνει στους πολίτες την αίσθηση ότι η μετάβαση δεν είναι μια ακόμη ακριβή υπόσχεση από τις Βρυξέλλες, αλλά η νέα υλική βάση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αν το πετύχει, η Ευρώπη δεν θα έχει απλώς καθαρότερη ενέργεια. Θα έχει περισσότερη ισχύ. Αν όχι, θα έχει κάνει ένα μεγάλο τεχνολογικό άλμα χωρίς να λύσει το βαθύτερο πολι τικό πρόβλημα: πώς μια ήπειρος με υψηλές αξίες, υψηλό κό στος και χαμηλή ανοχή στην αβεβαιότητα μπορεί να σταθεί σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια επιστρέφει ως σκληρή γλώσσα ισχύος ■
Η
ενεργειακή μετάβαση μοιάζει πλέον υποχρεωτική, λαμβάνο ντας υπ’ όψιν τα διαρκώς εξε λισσόμενα αλλά και ολοένα πιο απαιτητικά δεδομένα που δια μορφώνονται τα τελευταία χρόνια στο ευρύτερο ενεργειακό στερέωμα. Η ευρωπαϊκή αγορά ηλε κτρικής ενέργειας μετασχηματίζεται και πλέον προσανατολίζεται σε μια οικονομία χαμηλών εκ πομπών άνθρακα με ενισχυμένο τον ρόλο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Η Εθνική Τράπεζα, αξιοποιώντας την πο λυετή εμπειρία και το καινοτόμο πνεύμα της, πρωτοστατεί σε αυτή τη νέα εποχή ως η «Τράπεζα της Ενέργειας». Παράλληλα με τον χρηματοδοτικό της ρόλο, αναδεικνύει πρωτο ποριακές λύσεις και υπηρεσίες για την αγορά Ενέργειας με στόχο την υποστήριξη της ενερ γειακής μετάβασης αλλά και της εγχώριας επι χειρηματικής δραστηριότητας.
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
Η «Τράπεζα της Ενέργειας» στην ελληνική αγορά
ΚΑΙΝΟΤΟΜΟ ΠΡΟΪΟΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΙΜΏΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ – ENERGY BASELOAD SWAP
ΠΏΣ ΛΕΙΤΟΎΡΓΕΙ ΣΎΝΟΠΤΙΚΑ ■ Χρηματοοικονομικό προϊόν μεταξύ Τράπε ζας και Πελάτη (Καταναλωτής / Παραγωγός) ■ Εκκαθάριση βάσει Οριακής Τιμής Συ στή ματος ■ Χρονική διάρκεια μέχρι 10 έτη (δυνατότητα για διαστήματα από 1 μήνα μέχρι 10 έτη)
ADVERTORIAL
ΠΟΙΑ ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ■ Μείωση της έκθεσης στις διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας ■ Βελτίωση πρόβλεψης ταμειακών ροών ■ Χαμηλό ρίσκο αντισυμβαλλόμενου με το ένα μέρος της εξίσωσης να είναι η Εθνική Τρά πεζα (χρηματοπιστωτικό ίδρυμα υψηλής πιστο ληπτικής αξιοπιστίας) ■ Υποστήριξη Εταιρικών Καταναλωτών για την
εξελίξεις και παραμένει ο απόλυτος συνεργά της για κάθε ενεργειακή πρόκληση.
επίτευξη ενεργειακής μετάβασης μέσω μετα φοράς Πράσινων Πιστοποιητικών (Εγγυήσεις Προέλευσης). Παράλληλα η Εθνική Τράπεζα είναι η μονα δική ελληνική τράπεζα που συμμετέχει ως Γενι κό Εκκαθαριστικό Μέλος στον ευρωπαϊκό οίκο εκκαθάρισης European Commodity Clearing (ECC) και το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργει ας (ΕΧΕ), προσφέροντας ολοκληρωμένες υπη ρεσίες διαχείρισης ενέργειας. Επιπλέον, αποτελεί τη μόνη ελληνική τρά πεζα που μπορεί να προσφέρει ολιστικό πλαί σιο διαχείρισης τιμών ενέργειας σε πλήθος Εμπορευμάτων όπως Φυσικό Αέριο, Ελληνική Ηλεκτρική Ενέργεια και Διαχείριση Ρύπων, μέ σω χρηματοοικονομικών εργαλείων.
Η ΔΕΣΜΕΎΣΗ ΜΑΣ Με γνώμονα τη στήριξη βιώσιμων επενδύ σεων και τη δημιουργία αξίας για τους πελά τες, η Εθνική Τράπεζα συνεχίζει να οδηγεί τις
Αναφορικά με το προϊόν Energy Baseload Swap ισχύουν όροι και προϋποθέσεις. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. Γ.Ε.ΜΗ. 237901000) παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες λήψης/διαβίβασης ή/και εκτέλεσης εντολών για την κατάρτιση συναλλαγών σε επενδυτικά προϊόντα. Το παρόν έχει διαφημιστικό και ενημερωτικό χαρακτήρα. Δεν συνιστά υπόδειξη ή/και προτροπή ή/και σύσταση ή/και πρόταση επενδυτικής στρατηγικής ή/και παροχή συμβουλής για την κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Η επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα/επενδυτικά προϊόντα ενέχει κινδύνους, μεταξύ αυτών, ο κίνδυνος απώλειας κεφαλαίου. Πριν ο δυνητικός επενδυτής αποφασίσει να επενδύσει στο επενδυτικό προϊόν θα χρειαστεί να ενημερωθεί κατάλληλα μέσω του Εγγράφου Βασικών Πληροφοριών (KID) αυτού, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το επίπεδο ή τη φύση των κινδύνων που αναλαμβάνει. Το παρόν απευθύνεται σε εταιρικούς καταναλωτές και παραγωγούς ενέργειας που είναι καλά ενημερωμένοι επενδυτές, οι οποίοι εφόσον το επιθυμούν, δύνανται να ζητούν τις συμβουλές των επαγγελματιών και οικονομικών συμβούλων της επιλογής τους σε σχέση με οποιοδήποτε επενδυτικό, οικονομικό, νομικό, επιχειρηματικό, φορολογικό, λογιστικό ή κανονιστικό ζήτημα, πριν τυχόν προβούν σε οποιαδήποτε επένδυση, την ευθύνη για την οποία αναλαμβάνουν οι ίδιοι. Περισσότερα στο www.nbg.gr
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Χαρακτηριστικό παράδειγμα καινοτομίας, ήδη με μεγάλη επιτυχία από τα τέλη του 2024, αποτελεί το πρωτοποριακό προϊόν αντιστάθμι σης κινδύνου της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας Energy Baseload Swap. Με αυτό το καινοτόμο προϊόν αντιστάθμισης κινδύνου η Εθνική Τρά πεζα στοχεύει να αποτελέσει τον ενδιάμεσο φορέα μεταξύ Παραγωγών ΑΠΕ που χρηματο δοτεί καθώς και των Εταιρικών Καταναλωτών Ενέργειας οι οποίοι επιδιώκουν σταθεροποί ηση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας. Από τη μία πλευρά, δίνεται η δυνατότητα στις επιχει ρήσεις με μεγάλο ενεργειακό αποτύπωμα να σταθεροποιήσουν το κόστος ηλεκτρικής ενέρ γειας που καταναλώνουν, ενώ από την άλλη οι παραγωγοί ΑΠΕ μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερές τιμές πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας και κατά συνέπεια τη δυνατότητα χρηματοδό τησης της επένδυσής τους.
39
ΤΟ ΚΟΣ ΤΟΣ Π ΟΥ Μ Ε Ν Ε Ι Σ Τ Η Ν Ε Ν Ε Ρ Γ Ε Ι Α
ΔΊΚΤΥΑ
Η στενωπός της πράσινης μετάβασης Το Ευρωπαϊκό Πακέτο για τα Ηλεκτρικά Δίκτυα (European Grids Package) φέρνει στο προσκήνιο το πιο κρίσιμο έλλειμμα της ενεργειακής μετάβασης: όχι μόνο πώς παράγεται η καθαρή ενέργεια, αλλά πώς μεταφέρεται
֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
Ευρώπη διαπιστώνει πλέον ότι η πράσινη μετάβαση δεν θα κριθεί μόνο στα φωτο βολταϊκά, στις ανεμογεννήτριες ή στις πο λιτικές απανθρακοποίησης. Θα κριθεί και στα καλώδια, στις διασυνδέσεις, στους κα νόνες κατανομής του κόστους και στην ικα νότητα των κρατώνμελών να αποδεχθούν ότι χωρίς κοινό ενεργειακό σχεδιασμό δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά ενιαία αγορά ηλεκτρισμού Η Ευρώπη ανακάλυψε, με καθυστέρηση μάλλον, ότι η ενερ γειακή μετάβαση δεν σκοντάφτει πλέον μόνο στην παραγωγή ενέργειας, αλλά κυρίως στις υποδομές που θα τη μεταφέρουν. Την ώρα που οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναπτύσσονται ταχύτερα από ποτέ και η ηλεκτροκίνηση επεκτείνεται, τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας εξελίσσονται στη νέα «στενωπό» της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το ενεργειακό σύ στημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σχεδιασμένο σε μεγάλο βαθμό για μια εποχή ορυκτών καυσίμων και συγκεντρωμένης παραγω γής, καλείται πλέον να υποστηρίξει μια αποκεντρωμένη, διασυν δεδεμένη και ψηφιοποιημένη αγορά ενέργειας. Στο φόντο των τελευταίων συνεδριάσεων του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να διαμορφώ σουν μια κοινή στρατηγική απέναντι σε μια νέα ενεργειακή κρί ση που δεν αφορά μόνο τις τιμές ή την ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα της Ευρώπης να μεταφέρει την καθαρή ενέργεια εκεί όπου χρειάζεται. Ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν περιέγραψε εύγλωττα το πρόβλημα, λέγοντας ότι χωρίς κοινό ενεργειακό σχεδιασμό η Ευρώπη «προσπαθεί να φτιάξει ένα παζλ χωρίς να κοιτάζει την εικόνα στο κουτί». Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το σημερινό αδιέξοδο. Ετσι, κάθε κράτοςμέλος προωθεί τις δικές του ενεργειακές πολιτικές, όμως το ηλεκτρικό σύστημα παραμένει κατακερματισμένο, με ελλιπείς διασυνδέσεις, μεγάλες αποκλίσεις τιμών και υποδομές που αδυ νατούν να ακολουθήσουν τον ρυθμό της πράσινης μετάβασης.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η
40
Καθώς οι ΑΠΕ επεκτείνονται και η ζήτηση για ηλεκτρισμό αυξάνεται, τα δίκτυα εξελίσσονται στο νέο στρατηγικό πεδίο πίεσης για την ανταγωνιστικότητα, τις τιμές και τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ενωσης
Το νέο έλλειμμα της ενεργειακής μετάβασης Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί πλέον ότι το μεγαλύτερο δι αρθρωτικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς δεν είναι μόνο η παραγωγή ενέργειας, αλλά και η μεταφορά της. Το νέο «Grid Package» και οι οκτώ «Ενεργειακοί Διάδρομοι» που παρουσίασε η Κομισιόν τον Δεκέμβριο του 2025 αποτελούν την πιο φιλόδοξη προσπάθεια επανασχεδιασμού των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων εδώ και δεκαετίες.
Στόχος, λοιπόν, είναι η δημιουργία ενός πραγματικά ενιαίου και ανθεκτικού ενεργειακού συστήματος, που θα περιορίσει τις αποκλίσεις στις τιμές ρεύματος, θα μειώσει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και θα ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού απέναντι στις γεωπολιτικές πιέσεις.
Η Ευρώπη πληρώνει τις υποεπενδύσεις των προηγούμενων δεκαετιών Η ανάγκη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Η Ευρώπη εξακολου θεί να πληρώνει τις δεκαετίες υποεπενδύσεων στις ενεργειακές της υποδομές. Το 2022, περίπου το 70% της ενέργειας στην Ε.Ε. προερχόταν ακόμη από ορυκτά καύσιμα, ενώ σχεδόν το σύνο λο των εισαγωγών φυσικού αερίου και πετρελαίου εξαρτιόταν από τρίτες χώρες. Παράλληλα, πολλά κράτημέλη παραμένουν μακριά από τον στόχο διασύνδεσης 15% έως το 2030. Οι συνέ πειες αυτής της ανισορροπίας είναι ήδη ορατές στις τιμές ηλε κτρικής ενέργειας. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει σήμερα υπερδιπλάσιο κόστος ρεύματος σε σχέση με ανταγωνιστές της στις ΗΠΑ και στην Κίνα, ενώ οι αποκλίσεις μεταξύ κρατώνμελών παραμένουν τεράστιες. Πίσω, δε, από αυτές τις διαφορές βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό η αδυναμία μεταφοράς φτηνότερης ενέργειας από περιοχές με πλεόνασμα σε περιοχές με ελλείψεις. Η Ευρώπη παράγει ολοέ να περισσότερη πράσινη ενέργεια, αλλά δεν διαθέτει ακόμη τα δίκτυα που απαιτούνται για να τη διοχετεύσει αποτελεσματικά.
Οταν η πράσινη ενέργεια χάνεται στο δίκτυο Στο φόντο αυτό, η Κομισιόν προειδοποιεί ότι χωρίς άμεσες παρεμβάσεις, έως το 2030 σχεδόν το 45% της απαιτούμενης διασυνοριακής ηλεκτρικής ικανότητας θα παραμένει ανεκμε τάλλευτο. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλες ποσότητες ανανεώσιμης ενέργειας δεν θα μπορούν να εισέλθουν στο σύστημα. Οι εκτιμήσεις των Βρυξελλών είναι αποκαλυπτικές: έως το 2040 περίπου 310 TWh πράσινης ενέργειας ενδέχεται να χαθούν επειδή τα δίκτυα δεν θα μπορούν να τη μεταφέρουν. Πρόκειται σχεδόν για τη μισή συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της Ε.Ε. το 2023. Η ευρωπαϊκή ηγεσία βλέπει πλέον ότι οι επενδύσεις στα δί κτυα δεν αποτελούν απλώς τεχνικό έργο υποδομής, αλλά στρα τηγική επιλογή για την οικονομία, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική σταθερότητα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επι τροπής, η ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων θα μπορού σε να εξοικονομεί έως και 40 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ η αύξηση
Το κόστος της μετάβασης Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η μετάβαση αυτή έχει τεράστιο κόστος. Το ίδιο το «Grid Package» υπολογίζει ότι μέχρι το 2040 θα απαιτηθούν επενδύσεις ύψους 1,2 τρισ. ευρώ. Από αυτά, τα 730 δισ. αφορούν τα δίκτυα διανομής, ενώ περίπου 240 δισ. ευ ρώ θα απαιτηθούν για τις υποδομές υδρογόνου.
Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό Το κεντρικό πολιτικό ερώτημα είναι πλέον ποιος θα χρηματο δοτήσει αυτή τη γιγαντιαία μετάβαση. Μέχρι σήμερα, οι επενδύ σεις στα δίκτυα χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω των τιμολογίων που πληρώνουν οι καταναλωτές. Ομως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ένα έργο τέτοιου μεγέθους δεν μπορεί να με τακυλιστεί αποκλειστικά στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Ετσι, η Κομισιόν προτείνει μια νέα αρχιτεκτονική χρηματοδό τησης, με αύξηση των κοινοτικών πόρων, μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων και νέους μηχανισμούς επιμερισμού του κόστους. Στο πλαίσιο αυτό εισηγείται τον πενταπλασιασμό του προϋπολογισμού του μηχανισμού CEF Energy, στα περίπου 30 δισ. ευρώ από 5,8 δισ. σήμερα. Η βασική αρχή είναι ότι τα κράτη ή οι τοπικοί καταναλω τές δεν πρέπει να επωμίζονται δυσανάλογο βάρος για έργα που εξυπηρετούν ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ωστό σο, ακριβώς σε αυτό το σημείο ξεκινούν οι μεγάλες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Η νέα γραμμή ρήξης μέσα στην ενεργειακή ένωση Το «Grid Package» άνοιξε ένα νέο μέτωπο εντός της Ευρω παϊκής Ενωσης, αποκαλύπτοντας ότι η κοινή ενεργειακή αγο ρά παραμένει βαθιά άνιση. Χώρες που έχουν επενδύσει νωρίς στις ανανεώσιμες πηγές και στις διασυνδέσεις θεωρούν ότι καλούνται τώρα να χρηματοδοτήσουν δυσανάλογα την ευρω παϊκή ολοκλήρωση. Η πιο χαρακτηριστική αντίδραση ήρθε από τη Σουηδία. Η Σουηδή υπουργός Ενέργειας προειδοποίησε στο Συμβούλιο του περασμένου Μαρτίου ότι αν δεν αλλάξει ο τρόπος κατα νομής των εσόδων συμφόρησης για τα ευρωπαϊκά δίκτυα, η χώρα της θα πρέπει να επανεξετάσει τη στάση της απέναντι στην ενεργειακή ένωση. Η Στοκχόλμη υποστηρίζει ότι, ως μεγάλος εξαγωγέας καθα ρής ηλεκτρικής ενέργειας, κινδυνεύει να «τιμωρηθεί» επειδή επένδυσε έγκαιρα στην πράσινη μετάβαση. Σύμφωνα με τη σουηδική θέση, μεγάλο μέρος των εσόδων από συμφόρηση προέρχεται από εσωτερικά σημεία του δικτύου και όχι από διασυνδέσεις, άρα δεν μπορεί να αναδιανέμεται αυτόματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παρόμοιες επιφυλάξεις διατύπωσαν η Σλοβενία, η Τσεχία και, σε έναν βαθμό, η Γαλλία, η οποία προειδοποίησε ότι ένας υπερβολικά κεντρικός ευρωπαϊκός σχεδιασμός μπορεί να απο δυναμώσει τις εθνικές στρατηγικές. Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ολλανδία και η Βουλγαρία υποστήριξαν ότι χωρίς βαθύτερη ολοκλήρωση η Ευρώπη δεν θα αποκτήσει ποτέ πραγματικά κοινή αγορά ενέργειας ■
H Κομισιόν προειδοποιεί ότι χωρίς άμεσες παρεμβάσεις, έως το 2030 σχεδόν το 45% της απαιτούμενης διασυνοριακής ηλεκτρικής ικανότητας θα παραμένει ανεκμετάλλευτο
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
του διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας κατά 50% θα μπορούσε να ενισχύσει το ΑΕΠ της Ε.Ε. κατά 18 δισ. ευρώ τον χρόνο έως το 2030.
41
ΤΟ ΚΟΣ ΤΟΣ Π ΟΥ Μ Ε Ν Ε Ι Σ Τ Η Ν Ε Ν Ε Ρ Γ Ε Ι Α
AΓΟΡΑ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ
O πραγματικός λογαριασμός των τιμών Γιατί η πτώση της χονδρικής τιμής δεν σημαίνει πάντα φτηνότερο ρεύμα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και γιατί η Ευρώπη ξανανοίγει τη συζήτηση για το μοντέλο τιμολόγησης
֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
ε μια περίοδο όπου η ενεργειακή κρίση εξα κολουθεί να βαραίνει νοικοκυριά και επιχει ρήσεις, η συζήτηση για το πραγματικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας επιστρέφει δυναμι κά στην Ευρώπη. Οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, η αβεβαιότητα στις διε θνείς αγορές φυσικού αερίου και οι διακυμάν σεις στις τιμές του LNG υπενθυμίζουν ότι η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ένα εύθραυστο ενεργειακό μοντέλο. Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται πλέον όχι μόνο το ύψος των λογαριασμών ρεύματος, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτοί διαμορφώνονται. Η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρι κής ενέργειας, οι φόροι, οι επιβαρύνσεις δικτύου, οι μηχανισμοί εξισορρόπησης και οι στρεβλώσεις της αγοράς συνθέτουν ένα πολύπλοκο παζλ, το οποίο συχνά παραμένει αόρατο για τον τε λικό καταναλωτή. Η συζήτηση αυτή έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε ευρω παϊκό επίπεδο μετά και τις πρόσφατες τοποθετήσεις της προέ δρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία έθεσε ανοιχτά θέμα επανεξέτασης του συστήματος ορια κής τιμολόγησης στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Οπως σημεί ωσε, όταν οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν ρεύμα με κόστος πε ρίπου 34 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τα πυρηνικά με 50-60 ευρώ και το φυσικό αέριο με 100 ευρώ, γεννάται εύλογα το ερώτημα γιατί ολόκληρη η αγορά τιμολογείται με βάση την ακριβότερη μονάδα. Η λεγόμενη Οριακή Τιμή Συστήματος πλέον Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς (ΤΕΑ) αποτελεί τον πυρήνα του ευρωπαϊκού μοντέλου αγοράς ηλεκτρισμού. Πρόκειται για τη χονδρική τιμή στην οποία αποζημιώνονται όλοι οι παραγωγοί ενέργειας, ανεξαρτήτως του πραγματικού κόστους παραγωγής τους. Η τιμή καθορίζεται από την τελευταία και ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να κα λυφθεί η ζήτηση, δηλαδή συνήθως από μονάδες φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι φτηνότερες μορφές ενέργειας, όπως οι ΑΠΕ, πληρώνονται με τιμές που συχνά καθορίζονται από το πανάκριβο φυσικό αέριο. Ειδικά σε περιόδους ενεργειακής
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Σ
42
Η συζήτηση για το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας επιστρέφει δυναμικά στην Ευρώπη, καθώς γεωπολιτική αστάθεια, ακριβό φυσικό αέριο και μεταβλητές τιμές LNG κρατούν το ενεργειακό σύστημα σε καθεστώς πίεσης
κρίσης ή έντονης μεταβλητότητας, το μοντέλο αυτό οδηγεί σε υπερκέρδη για ορισμένους παραγωγούς και σε αυξημένο κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις. Η κριτική που ασκείται στο σύστημα είναι έντονη. Πολλοί αναλυτές και κυβερνήσεις θεωρούν ότι η αγορά παραμένει ανε παρκώς ανταγωνιστική και ότι η εξάρτηση της τιμολόγησης από το φυσικό αέριο δημιουργεί στρεβλώσεις, ειδικά σε μια εποχή όπου η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών αυξάνεται ραγδαία.
Οι αναγκαίες επενδύσεις Την ίδια στιγμή, ωστόσο, σημαντικοί παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε ριζική αλλαγή στην αρχιτεκτο νική του μοντέλου μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναταρά ξεις στις επενδύσεις. Συγκεκριμένα, η Eurelectric, η ευρωπαϊκή ένωση της βιομηχανίας ηλεκτρικής ενέργειας, έχει κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου απέναντι σε ένα νέο κύμα ρυθμιστικής αβεβαιότητας. Σε πρόσφατη επιστολή προς τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Eurelectric υποστηρίζει ότι η οριακή τιμολόγηση παραμένει ο πιο αποδοτικός μηχανισμός για τη λειτουργία της αγοράς και την παροχή επενδυτικών κινήτρων. Οπως τονίζει, η Ευρώπη καλείται να επενδύσει πάνω από 5 τρισεκατομμύρια ευ ρώ έως το 2050 σε νέα παραγωγική ισχύ, δίκτυα και υποδομές αποθήκευσης προκειμένου να επιτύχει τους στόχους απανθρα κοποίησης και ενεργειακής ασφάλειας. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε αμφισβήτηση των βασικών κανό νων λειτουργίας της αγοράς αυξάνει το ρυθμιστικό ρίσκο και το κόστος χρηματοδότησης.
Το ενεργειακό μίγμα Ωστόσο το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι απο κλειστικά το μοντέλο τιμολόγησης, αλλά το ακριβό ενεργειακό μίγμα. Η μεγάλη εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο εξακο λουθεί να καθορίζει το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής, ακόμη κι αν αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται το κόστος αυτό στην αγορά.
Οι μηδενικές τιμές δεν περνούν Ωστόσο, το όλο ζήτημα γεννά απορίες καθώς ακόμη και όταν η χονδρική τιμή καταρρέει, οι τελικοί λογαριασμοί δεν ακολου θούν απαραίτητα την ίδια πορεία. Το παράδοξο αυτό αποτυπώ θηκε χαρακτηριστικά το τελευταίο διάστημα στην ελληνική αγο ρά ηλεκτρισμού. Σε αρκετές περιπτώσεις, η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς έφτασε ακόμη και στο μηδέν, λόγω της υπερπαραγωγής από Ανανεώσι μες Πηγές Ενέργειας. Οι προσφορές μηδενικού κόστους από φω τοβολταϊκά και αιολικά εκτόπισαν τις θερμικές μονάδες από την αγορά επόμενης ημέρας, οδηγώντας σε ιστορικά χαμηλές τιμές. Ωστόσο, το όφελος αυτό δεν μεταφέρθηκε αυτόματα στους
καταναλωτές. Αντίθετα, ένα μεγάλο μέρος της φτηνής ενέρ γειας εξήχθη προς γειτονικές αγορές με υψηλότερες τιμές, ενώ το εσωτερικό σύστημα επιβαρύνθηκε με αυξημένα κόστη εξισορρόπησης. Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο «αόρατο» κόστος της ενεργει ακής μετάβασης. Η υψηλή συμμετοχή ΑΠΕ δημιουργεί έντονες διακυμάνσεις στην παραγωγή, καθώς ο άνεμος και η ηλιοφάνεια δεν είναι σταθερά μεγέθη. Για να διατηρείται η ισορροπία του συστήματος απαιτούνται μονάδες που μπορούν να ανεβοκατεβά ζουν γρήγορα ισχύ κυρίως μονάδες φυσικού αερίου. Ετσι, ενώ οι μονάδες αυτές εκτοπίζονται από την αγορά επό μενης ημέρας, καλούνται να παραμένουν διαθέσιμες για υπηρε σίες εξισορρόπησης. Και οι αποζημιώσεις τους είναι εξαιρετικά υψηλές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποζημίωση στην αγορά εξισορρόπησης έφτασε ακόμη και τα 284 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το κόστος αυτό τελικά μετακυλίεται στους προμηθευτές και από εκεί στους τελικούς καταναλωτές. Με άλλα λόγια, η μη δενική χονδρική τιμή αποτελεί μόνο ένα μέρος της εικόνας. Ο πραγματικός λογαριασμός του συστήματος περιλαμβάνει και το κόστος διατήρησης της ευστάθειας του δικτύου. Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει μία από τις μεγαλύτερες προ κλήσεις της ενεργειακής μετάβασης: όσο αυξάνεται η διείσδυση των ΑΠΕ τόσο αυξάνεται και η ανάγκη για αποθήκευση ενέργει ας, ευέλικτες εφεδρείες και ισχυρότερα δίκτυα. Η Ελλάδα, όπως και συνολικά η Ευρώπη, βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο όπου το νέο ενεργειακό μοντέλο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, τα αντλη σιοταμιευτικά έργα και οι νέες διασυνδέσεις μπορούν να περιο ρίσουν σημαντικά το κόστος εξισορρόπησης και να απορροφούν αποτελεσματικότερα την πλεονάζουσα πράσινη παραγωγή. Μέχρι τότε, όμως, η αγορά θα συνεχίσει να λειτουργεί με αντιφάσεις: ιστορικά χαμηλές χονδρικές τιμές να συνυπάρχουν με ακριβούς λογαριασμούς, αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ να συμβαδίζει με εξάρτηση από φυσικό αέριο και η ενεργειακή με τάβαση να απαιτεί ολοένα μεγαλύτερες επενδύσεις σε υποδομές και σταθερό κανονιστικό πλαίσιο ■
Πίσω από τον τελικό λογαριασμό, όμως, δεν βρίσκεται μόνο η χονδρική τιμή, αλλά ένα πολύ πιο σύνθετο μίγμα χρεώσεων, φόρων, δικτύων, εξισορρόπησης και επενδυτικών αναγκών
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν εξετάσει κανείς τι πραγματικά πληρώνει ο τελικός καταναλωτής. Οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποτελούνται μόνο από τη χονδρική τιμή αγοράς. Περιλαμβάνουν επίσης χρεώσεις δικτύου, φόρους, τέλη, ρυθμιζόμενες επιβαρύνσεις και κόστη που σχετίζονται με τη σταθερότητα του συστήματος. Η Eurelectric επισημαίνει ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση η ηλε κτρική ενέργεια φορολογείται δυσανάλογα περισσότερο από το φυσικό αέριο περίπου 1,4 φορά περισσότερο ανά μονάδα ενέρ γειας. Αυτό όχι μόνο επιβαρύνει τους καταναλωτές, αλλά λει τουργεί και ως αντικίνητρο για τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας, δηλαδή για τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας μέσω ηλεκτρικών τεχνολογιών. Για τον λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή ένωση προτείνει τρεις βασικές παρεμβάσεις: μείωση των φόρων και των επιβαρύνσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, μετα φορά φορολογικών βαρών από το ρεύμα στα ορυκτά καύσιμα και στοχευμένες απαλλαγές για ευάλωτα νοικοκυριά ή χρήσεις όπως η ηλεκτρική θέρμανση. Οι παρεμβάσεις αυτές θεωρούνται πιο αποτελεσματικές από τις οριζόντιες επιδοτήσεις, καθώς μειώνουν άμεσα το κόστος χωρίς να διαταράσσουν τη λειτουργία της αγοράς. Παράλληλα, δημιουργούν ισχυρότερα κίνητρα για την επιτάχυνση της ενερ γειακής μετάβασης.
43
ΤΟ ΚΟΣ ΤΟΣ Π ΟΥ Μ Ε Ν Ε Ι Σ Τ Η Ν Ε Ν Ε Ρ Γ Ε Ι Α
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΊΤΩΝ
Ποιος αντέχει το κόστος της ενέργειας; Το ερώτημα για την Ευρώπη δεν είναι πλέον μόνο πώς θα πετύχει την πράσινη μετάβαση, αλλά ποιος μπορεί να την πληρώσει
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
44
Μετά την ενεργειακή κρίση, τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις συνεχείς διακυμάνσεις στις τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, η προσιτότητα της ενέργειας μετατρέπεται σε ζήτημα κοινωνικής συνοχής και πολιτικής ανθεκτικότητας
ο ερώτημα «Ποιος πληρώνει την ενέργεια;» επιστρέφει με ένταση στο κέντρο της ευ ρωπαϊκής πολιτικής συζήτησης. Οι αλλε πάλληλες γεωπολιτικές κρίσεις, η αστάθεια στις διεθνείς αγορές καυσίμων και οι μεγά λες διακυμάνσεις στις τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας έχουν μεταφέρει το κόστος της ενεργειακής μετάβασης απευθείας στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Η πράσινη μετάβαση, που για χρόνια παρουσιαζόταν κυρίως ως περιβαλλοντική και τεχνολογική πρόκληση, εξελίσσεται πλέον σε κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα πρώτης γραμμής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επι χειρεί να διαμορφώσει μια νέα απάντηση στο ζήτημα της προσιτότητας της ενέργειας (afordability), παρουσιάζοντας το Citizens’ Energy Package (Πακέτο Ενέργειας για τους Πο λίτες). Πρόκειται για μια δέσμη μέτρων που φιλοδοξεί να με ταφέρει μέρος του οικονομικού οφέλους από τις αγορές και τους μεγάλους παρόχους στους ίδιους τους πολίτες, μετατρέ ποντάς τους από παθητικούς καταναλωτές σε ενεργούς συμ μετέχοντες της αγοράς ενέργειας.
Τ
Η προσιτότητα ως νέα ενεργειακή ασφάλεια Η πρωτοβουλία παρουσιάστηκε στις αρχές Μαρτίου και αποτελεί ουσιαστικά τον νέο «οδικό χάρτη» της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια. Στόχος της είναι να διασφαλίσει ότι η μετάβαση προς ένα καθαρότερο ενεργειακό σύστημα δεν θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες, ούτε σε διεύρυνση της ενεργειακής φτώχειας. Η Κομισιόν επιδιώκει μια ενιαία ευρωπαϊκή απά ντηση στις πιέσεις που καταγράφονται στις αγορές ενέργειας και στις επιπτώσεις που ήδη διαχέονται στη βιομηχανία, στις μεταφορές, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά και στο συ νολικό κόστος ζωής. Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η δημοσίευση του πακέτου συνέπεσε με νέα ένταση στη Μέση Ανατολή και με αναζωπύρωση των φόβων για νέα ενεργειακή αναταραχή αντίστοιχη εκείνης του 2022. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανα γνωρίζει πλέον ανοιχτά ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν αφο ρά μόνο την επάρκεια καυσίμων, αλλά και τη δυνατότητα των
πολιτών να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους. Χαρακτηριστικά, ο επίτροπος Ενέργειας και Στέγασης Dan Jørgensen έδωσε με σαφήνεια το πολιτικό στίγμα της νέας στρατηγικής, επισημαίνοντας ότι η αστάθεια στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας καταδεικνύει πόσο επείγουσα είναι η ανά γκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ενεργειακής ανθεκτικότητας. Οπως ανέφερε, η μετάβαση πρέπει να είναι όχι μόνο βιώσιμη και ασφαλής, αλλά και «επικεντρωμένη στον καταναλωτή».
Από την προστασία στην ενεργό συμμετοχή Στην πράξη, το Citizens’ Energy Package επιχειρεί να απα ντήσει σε τέσσερα βασικά ζητήματα: την προστασία των ευά λωτων νοικοκυριών, τη διαφάνεια στις αγορές λιανικής, την ενδυνάμωση των καταναλωτών και την ενίσχυση των ενεργει ακών κοινοτήτων και της αυτοκατανάλωσης. Η πρώτη και ίσως σημαντικότερη παρέμβαση αφορά την προστασία των πολιτών από ενεργειακές αποσυνδέσεις. Η Επιτροπή ζητά από τα κράτημέλη να εντοπίζουν εγκαίρως τα νοικοκυριά που κινδυνεύουν να βρεθούν σε ενεργειακή φτώ χεια και να παρέχουν στοχευμένη στήριξη μέσω ευέλικτων σχεδίων πληρωμής, ενεργειακών κουπονιών, συμβουλευτι κής για χρέη αλλά και διαρθρωτικών λύσεων, όπως επενδύ σεις στην ενεργειακή απόδοση και πρόσβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παράλληλα, προωθείται η δημιουργία «one
Ο στόχος είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος: δεκαπλασιασμός της ισχύος που ανήκει σε ενεργειακές κοινότητες έως το 2030. Η λογική πίσω από αυτή τη στρατηγική είναι σαφής. Οσο περισ σότεροι πολίτες αποκτούν τη δυνατότητα να παράγουν μέρος της ενέργειας που καταναλώνουν τόσο μικρότερη θα είναι η εξάρτησή τους από τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών και των τιμών χονδρικής. Παράλληλα, η Επιτροπή επιχειρεί να ενισχύσει την «ευελι ξία της ζήτησης». Μέσω έξυπνων λιανικών συμβολαίων, οι κατα ναλωτές που μεταφέρουν την κατανάλωσή τους σε ώρες υψη λής παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας –όταν δηλαδή η ηλεκτρική ενέργεια είναι φθηνότερη– θα μπορούν να ανταμεί βονται οικονομικά. Το μοντέλο αυτό συνδέεται με την ψηφιο ποίηση της αγοράς ενέργειας και τη χρήση έξυπνων μετρητών, επιτρέποντας πιο αποδοτική διαχείριση του συστήματος. Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. προχωρά και σε παρεμβάσεις στο επί πεδο της συνολικής αγοράς ενέργειας. Κεντρικός άξονας είναι ο καλύτερος συντονισμός των κρατώνμελών για την πλήρω ση των αποθηκών φυσικού αερίου πριν από τον χειμώνα, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα πανικού και ανταγωνιστικών αγορών που οδηγούν σε εκτίναξη των τιμών. Εξετάζεται επί σης η πιθανότητα συντονισμένης χρήσης στρατηγικών απο θεμάτων πετρελαίου σε περίπτωση σοβαρής επιδείνωσης της διεθνούς κατάστασης.
stop shops», υπηρεσιών μίας στάσης που θα καθοδηγούν τους πολίτες στη μετάβαση προς καθαρότερες μορφές ενέργειας. Το δεύτερο σκέλος αφορά τη διαφάνεια στις ενεργειακές συμβάσεις. Η Κομισιόν προτείνει την τυποποίηση βασικών όρων και προϋποθέσεων, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να συγκρίνουν εύκολα προσφορές και να αλλάζουν προμηθευτή ακόμα και μέσα σε 24 ώρες. Ο στόχος είναι διπλός: αφενός να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στην αγορά λιανικής, αφετέρου να μειωθεί το κόστος για τους τελικούς καταναλωτές. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η προστασία των πολιτών από την πτώχευση ενεργειακών παρόχων. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε ότι η κατάρρευση εταιρειών προμή θειας μπορεί να μετακυλίσει τεράστια κόστη στους κατανα λωτές. Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή ζητά αυστηρότερους κανόνες διαχείρισης κινδύνου και μεγαλύτερη εποπτεία των προμηθευτών. Ωστόσο, το πιο φιλόδοξο στοιχείο του Citizens’ Energy Package είναι η προσπάθεια μετασχηματισμού του ίδιου του ρόλου των πολιτών στην αγορά ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Ενω ση προωθεί δυναμικά τις ενεργειακές κοινότητες, την αυτο κατανάλωση και το λεγόμενο energy sharing – τη δυνατότητα δηλαδή πολιτών, μικρών επιχειρήσεων και τοπικών αρχών να παράγουν, να αποθηκεύουν και να μοιράζονται τη δική τους ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.
Στο τραπέζι βρίσκονται ακόμα πιο ευέλικτοι κανόνες κρα τικών ενισχύσεων, ώστε οι κυβερνήσεις να μπορούν να στη ρίζουν προσωρινά ενεργοβόρες βιομηχανίες, μεταφορές, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ευάλωτα νοικοκυριά. Η νέα ευρωπαϊκή «εργαλειοθήκη» επιδιώκει να αποφύγει τις στρε βλώσεις των οριζόντιων επιδοτήσεων που εφαρμόστηκαν κα τά την κρίση του 2022, δίνοντας έμφαση σε στοχευμένα μέ τρα με σαφή χρονικό ορίζοντα. Μεταξύ των παρεμβάσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται η μείωση της φορολογίας στην ηλεκτρική ενέργεια, ο περιορισμός μη ενεργειακών χρεώσεων στους λογαριασμούς, ειδικά μέτρα για ενεργοβόρες βιομηχα νίες υπό την προϋπόθεση επενδύσεων σε απανθρακοποίηση, αλλά και παρεμβάσεις στην αγορά CO₂ για τη σταθεροποίηση των τιμών. Πάντως, η όλη συζήτηση για την ενέργεια συνδέεται πλέ ον άμεσα με τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Η πρό εδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει τονίσει ότι το παλιό μοντέλο που βασιζόταν στη φτηνή ρωσική ενέργεια, στη χαμηλού κόστους παραγωγή της Κίνας και στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας έχει τελειώσει. Η Ευρώπη, όπως υποστηρίζει, πρέπει να γίνει πιο ανεξάρτητη και πιο ανθεκτική. Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: Ποιος τελικά πληρώνει την ενέργεια; Η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχει ρεί να απαντήσει μεταφέροντας μέρος του κόστους αλλά και του οφέλους πιο κοντά στον πολίτη. Η επιτυχία του Citizens’ Energy Package θα κριθεί από το κατά πόσο οι καταναλωτές θα μπορέσουν πράγματι να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην παραγωγή, την κατανάλωση και το κόστος της ενέργειας. Γιατί η ενεργειακή μετάβαση δεν θα κριθεί μόνο από τους κλιματικούς στόχους ή τις τεχνολογικές καινοτομίες. Θα κριθεί τελικά από το αν οι πολίτες μπορούν να αντέξουν οικονομικά τη μετάβαση σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο – και από το αν θα αισθανθούν ότι συμμετέχουν σε αυτό ισότιμα και δίκαια ■
Με το Citizens’ Energy Package, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τους κλιματικούς στόχους στους λογαριασμούς, από τις αγορές στους πολίτες και από την κατανάλωση στη συμμετοχή
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Στήριξη χωρίς επιστροφή στις οριζόντιες επιδοτήσεις
45
ΟΤΑΝ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ 46
ΠΏΣ ΠΕΡΝΆ Η ΠΡΆΣΙΝΗ ΜΕΤΆΒΆΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΆΞΗ; Εξηλεκτρισμός, ΑΠΕ, αποθήκευση και κόστος εισροών αναδιαμορφώνουν το παραγωγικό μοντέλο, από το εργοστάσιο και το χωράφι έως τη στρατηγική των επιχειρήσεων
47
ΟΤΑΝ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΩΣ ΌΡΌΣ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ Για τη βιομηχανία, η πρόσβαση σε ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος γίνεται πλέον προϋπόθεση παραγωγής, επενδύσεων και αντοχής απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό ֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
ε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αστάθεια, ακραίες διακυμάνσεις στις αγορές ενέργειας και εντεινόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, η ενεργειακή θωράκιση της βιομηχανίας αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης και της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Η ελληνική βιομηχανία, ιδιαίτερα οι ενεργοβόροι κλάδοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύνθετο περιβάλλον πιέσεων, όπου το υψηλό ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής, τις εξαγωγικές δυνατότητες, αλλά και τη βιωσιμότητα επενδύσεων σε κρίσιμους τομείς. Αλλωστε η κρίση στη Μέση Ανατολή και η νέα άνοδος στις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου επανέφεραν με ένταση στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Παρά, όμως, το γεγονός ότι η αυξημένη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας έχει λειτουργήσει ως ανάχωμα στις ακραίες διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επιβαρύνονται με υψηλά κόστη. Η κατάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη βιομηχανία, καθώς οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα ανταγωνιστικών οικονομιών, ενώ πρόσθετες χρεώσεις, όπως οι λογαριασμοί προσαυξήσεων και το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος, αυξάνουν περαιτέρω την πίεση.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Σ
48
Το υψηλό κόστος ηλεκτρισμού, οι στρεβλώσεις της αγοράς και οι γεωπολιτικές αναταράξεις πιέζουν την ελληνική και ευρωπαϊκή βιομηχανία, μετατρέποντας την ενεργειακή θωράκιση σε ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας
Στρεβλώσεις Να σημειωθεί ότι οι βιομηχανίες, ειδικά οι ενεργοβόρες, εμφατικά επισημαίνουν τις επιβαρύνσεις που προκύπτουν από τη λειτουργία της Αγοράς Εξισορρόπησης. Ο ΛΠ3, που σχετίζεται με
το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος, παραμένει σε υψηλά επίπεδα, παρά τη μεγάλη διείσδυση των φωτοβολταϊκών. Οπως υποστηρίζουν παράγοντες της αγοράς, η ανάγκη ενεργοποίησης θερμικών μονάδων για τη διασφάλιση της ευστάθειας του συστήματος διατηρεί υψηλό το κόστος, το οποίο μετακυλίεται τελικά στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση Πέρα από τις δομικές αδυναμίες και σε ένα πλαίσιο κρίσης, ιδιαίτερη σημασία αποκτά το νέο Προσωρινό Πλαίσιο Κρατικών Ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την κρίση στη Μέση Ανατολή, γνωστό ως METSAF (Middle East Temporary State Aid Framework). Το πλαίσιο αυτό, το οποίο θα ισχύσει έως το τέλος του 2026 με δυνατότητα παράτασης, ανοίγει τον δρόμο για πιο ευέλικτες και διευρυμένες παρεμβάσεις στήριξης των επιχειρήσεων που πλήττονται περισσότερο από τις ενεργειακές αναταράξεις. Η βασική καινοτομία του METSAF είναι ότι επιτρέπει στα κράτη-μέλη να καλύπτουν έως και το 70% των πρόσθετων ενεργειακών δαπανών που προκαλούνται από την αύξηση των τιμών, ποσοστό σημαντικά αυξημένο σε σχέση με το προηγούμενο πλαίσιο CISAF, το οποίο προέβλεπε επιδότηση έως 50%. Η δυνατότητα αυτή θεωρείται από τη βιομηχανία κρίσιμη, καθώς προσφέρει μεγαλύτερο περιθώριο άμεσης παρέμβασης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους σε μια περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας. Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο αφορά κυρίως τους τομείς της γεωργίας, της αλιείας, των μεταφορών και των ενεργοβόρων βιομηχανιών, δηλαδή τους κλάδους που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις. Παράλληλα, παρέχει
Ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική Για την ελληνική βιομηχανία, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την προσωρινή αντιμετώπιση των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας. Συνδέεται πλέον άμεσα με την ανάγκη διαμόρφωσης μιας ολοκληρωμένης βιομηχανικής πολιτικής που θα εξασφαλίζει σταθερό και ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος σε βάθος χρόνου. Εκπρόσωποι, μάλιστα, της ενεργοβόρου βιομηχανίας επισημαίνουν ότι οι αλλεπάλληλες γεωπολιτικές κρίσεις έχουν μετατρέψει την ενεργειακή ασφάλεια σε ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας. Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει πακέτο μέτρων ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ, το οποίο στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: επιδοτήσεις για επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας, ενίσχυση μέσω της αντιστάθμισης κόστους CO₂ και μείωση των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας. Ωστόσο, οι βιομηχανίες επισημαίνουν ότι το πακέτο δεν περιλαμβάνει άμεση επιδότηση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως συμβαίνει σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία, όπου εφαρμόζονται πιο επιθετικά μοντέλα στήριξης της βιομηχανικής παραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, οι παρεμβάσεις της Γερμανίας προβάλλονται ως παράδειγμα μιας πιο ολοκληρωμένης στρατηγικής αν και βέβαια οι οικονομικές-δημοσιονομικές δυνατότητες μεταξύ Αθηνών και Βερολίνου απέχουν παρασάγγας. Σε κάθε περίπτωση, το γερμανικό μοντέλο, το οποίο έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συνδέει τις κρατικές ενισχύσεις με υποχρεωτικές επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση και την ενεργειακή αποδοτικότη-
τα. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν ενίσχυση οφείλουν να επενδύουν τουλάχιστον το 50% των ποσών σε δράσεις απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές, όπως εγκαταστάσεις ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας, ενεργειακή αποδοτικότητα και έργα ηλεκτροδότησης. Η λογική αυτού του μοντέλου είναι διπλή, δηλαδή, αφ’ ενός να παρέχει άμεση ανακούφιση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και αφ’ ετέρου να επιταχύνει τη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό και αποδοτικό ενεργειακό σύστημα. Για πολλούς εκπροσώπους της ελληνικής βιομηχανίας, μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο τόσο για τη στήριξη της παραγωγής όσο και για τη μακροπρόθεσμη αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας.
Η αγορά Χαρακτηριστικά, ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος έχει επισημάνει ότι, παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, κυρίως για τη μέση τάση. Οπως σημειώνει, οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν την προσπάθεια για αντιστάθμιση του κόστους άνθρακα, ωστόσο θεωρούν ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια περαιτέρω στήριξης. Παράλληλα, τονίζει ότι οι αποφάσεις εξαρτώνται από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο αλλά και από τη γενικότερη πορεία της ενεργειακής κρίσης. Ενα ακόμη κομβικό ζήτημα αφορά τις επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας και μπαταρίες. Η βιομηχανία αναμένει σαφέστερο πλαίσιο για την αξιοποίηση των περίπου 200 εκατ. ευρώ του Modernization Fund, καθώς θεωρεί ότι η αποθήκευση αποτελεί προϋπόθεση για την καλύτερη ενσωμάτωση των ΑΠΕ και τη σταθεροποίηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.
Η πράσινη μετάβαση δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει φτηνή και σταθερή ενέργεια
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόζουν πιο γρήγορες διαδικασίες έγκρισης ενισχύσεων, μειώνοντας τη γραφειοκρατία και επιτρέποντας την ταχύτερη διοχέτευση πόρων στην πραγματική οικονομία.
49
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Παράλληλα, ολοένα μεγαλύτερη σημασία αποκτούν τα διμερή συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs), τα οποία μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερές και προβλέψιμες τιμές για τη βιομηχανία. Η ανάπτυξη τέτοιων συμβολαίων θεωρείται κρίσιμο εργαλείο για τη μείωση της έκθεσης των επιχειρήσεων στις έντονες διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Σύμφωνα με τη βιομηχανία, η Ελλάδα διαθέτει επαρκές δυναμικό σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ωστόσο οι αδυναμίες στα δίκτυα και στις υποδομές αποτελούν σήμερα το βασικό εμπόδιο. Η συζήτηση για το ενεργειακό κόστος συνδέεται πλέον άμεσα και με τη γεωπολιτική διάσταση της οικονομίας. Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, πρόεδρος της Metlen, μιλώντας στην τελευταία εκδήλωση του «Κύκλου Ιδεών» έχει τονίσει ότι τα γεωπολιτικά ζητήματα υπερισχύουν πλέον ακόμη και των αμιγώς οικονομικών παραμέτρων. Οπως έχει επισημάνει, η ακριβή ενέργεια διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και επηρεάζει ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι αναφορές του στις στρεβλώσεις που δημιουργούνται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα εμφανίζεται ως εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, από την άλλη όμως καταγράφονται μηδενικές ή εξαιρετικά χαμηλές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά σε περιόδους υπερπαραγωγής από φωτοβολταϊκά. Το φαινόμενο αυτό, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, δημιουργεί κινδύνους για τη βιωσιμότητα επενδύσεων σε έργα ΑΠΕ και ενδέχεται να οδηγήσει σε μια νέα γενιά προβληματικών δανείων. Επίσης, σε πρόσφατη παρουσίαση, στελέχη της ΕΛΒΑΛ ΧΑΛΚΟΡ, μιας από τις εμβληματικές βιομηχανίες της χώρας, επισήμαναν ότι η προσαρμοστικότητα και η ανθεκτικότητα αποτελούν πλέον βασικές προϋποθέσεις επιβίωσης για τη βιομηχανία. Το ενεργειακό κόστος μπορεί να μην είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την ανταγωνιστικότητα, ωστόσο, όπως ανέφεραν, παραμένει κρίσιμος για τη λειτουργία των επιχειρήσεων και για την ικανότητά τους να ανταγωνίζονται σε διεθνές επίπεδο.
50
Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ δεν μειώνει αυτόματα το κόστος, αν δεν συνοδεύεται από δίκτυα, αποθήκευση και σταθερό πλαίσιο για τη βιομηχανία
Ανταγωνισμός από τρίτες χώρες Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενο ανταγωνισμό από τρίτες χώρες, οι οποίες διαθέτουν φτηνότερη ενέργεια και συχνά χαμηλότερο ρυθμιστικό κόστος. Εκπρόσωποι της αγοράς προειδοποιούν ότι η απουσία ισχυρής βιομηχανικής πολιτικής στην Ευρώπη μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε εξαγορές ευρωπαϊκών βιομηχανιών από ξένα συμφέροντα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που πιέζονται από το υψηλό ενεργειακό κόστος. Μπορεί, λοιπόν, το METSAF να έρχεται να απαντήσει εν μέρει σε αυτές τις ανησυχίες, επιτρέποντας μεγαλύτερη ευελιξία στις
κρατικές ενισχύσεις, ωστόσο οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε προσωρινές επιδοτήσεις. Αυτό που απαιτείται είναι μια συνολική στρατηγική που θα συνδυάζει την πράσινη μετάβαση με τη διατήρηση της βιομηχανικής παραγωγής στην Ευρώπη.
Τα «κλειδιά» Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η ανάγκη για επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και ευέλικτες μορφές παραγωγής ενέργειας. Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ δεν αρκεί από μόνη της για να μειώσει το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν συνοδεύεται από επαρκείς υποδομές που θα επιτρέπουν την ομαλή ενσωμάτωσή τους στο σύστημα. Παράλληλα, καθοριστική θεωρείται η ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας των επιχειρήσεων. Οι επενδύσεις σε εξοπλισμό χαμηλής κατανάλωσης, σε συστήματα αποθήκευσης και σε τεχνολογίες εξηλεκτρισμού μπορούν να μειώσουν σημαντικά την έκθεση των επιχειρήσεων στις διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας. Ωστόσο, για να υλοποιηθούν τέτοιες επενδύσεις απαιτούνται σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και σαφής στρατηγικός σχεδιασμός. Συμπερασματικά, η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε με τον πιο έντονο τρόπο ότι η ενέργεια δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη συντελεστή κόστους, αλλά βασικό πυλώνα οικονομικής ασφάλειας και γεωπολιτικής ισχύος. Για τη βιομηχανία, η πρόσβαση σε ανταγωνιστική και σταθερή ενέργεια αποτελεί πλέον προϋπόθεση επιβίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής της βάσης. Η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει το METSAF, σε συνδυασμό με ένα πιο ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για τη βιομηχανία και την ενέργεια, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι, λοιπόν, προφανές, ότι η επόμενη περίοδος θα είναι καθοριστική. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι διακυμάνσεις στις αγορές φυσικού αερίου, η πορεία των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη βιομηχανική πολιτική θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την αντοχή και τη θέση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στο νέο διεθνές περιβάλλον. Για την ελληνική οικονομία, το διακύβευμα υπερβαίνει τη συγκυριακή διαχείριση μιας κρίσης. Αφορά τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει μια ισχυρή βιομηχανική βάση, να προσελκύσει επενδύσεις και να εξασφαλίσει στρατηγική αυτονομία σε μια εποχή όπου η ενέργεια μετατρέπεται σε «όπλο» ■
ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
ΕΠΕΝΔΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΒΙΏΣΙΜΟ ΜΕΛΛΟΝ σία των φυσικών πόρων. Με σκοπό λοιπόν την ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων για «έξυπνη» διαχείριση της ενέργειας έχει συγκροτηθεί ειδική Ομάδα Εφαρμοσμένης Ερευνας και Ανάπτυξης (R&D) στην εταιρεία ΗΡΩΝ, θυγατρική στον τομέα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, η εταιρεία ΗΡΩΝ, που συμμετέχει σε δεκατρία ευρωπαϊκά ερευνητικά έργα προγράμματος HORIZON και σε ένα έργο συγχρηματοδοτούμενο από το ΕΣΠΑ, συνεργάζεται με πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα, εταιρείες καινοτομίας και startups, καθώς και με μεγάλους ευρωπαϊκούς ενεργειακούς οργανισμούς. Μέσω των συνεργασιών αυτών, έχουν ήδη αναπτυχθεί και εφαρμόζονται πιλοτικά προηγμένα ψηφιακά εργαλεία που επιτρέπουν στους καταναλωτές να παρακολουθούν και να διαχειρίζονται την ενέργεια που καταναλώνουν. Παράλληλα, οι εταιρείες παραχώρησης Νέα Οδός και Κεντρική Οδός, θυγατρικές του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, έχουν αναπτύξει ένα προηγμένο σύστημα παρακολούθησης και άμεσης ειδοποίησης για την αποτροπή εισόδου άγριων ζώων στους αυτοκινητόδρομους, χρησιμοποιώντας τεχνολογίες ΑΙ (τεχνητής νοημοσύνης) και γεωεντοπισμού. Το σύστημα εντοπίζει σε πραγματικό χρόνο την παρουσία ζώων σε κομβικά σημεία, ιδιαίτερα κοντά στους ανισόπεδους κόμβους, και με τη χρήση καμερών και αισθητήρων ενεργοποιεί σήματα ειδοποίησης
στα Κέντρα Διαχείρισης Κυκλοφορίας και μεταβλητά μηνύματα στις ηλεκτρονικές πινακίδες. Αυτή η πρωτοβουλία ενσωματώνεται στην ολιστική προσέγγιση βιώσιμης και ασφαλούς λειτουργίας των υποδομών, προάγοντας μια ισορροπημένη συνύπαρξη μεταξύ των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και του φυσικού περιβάλλοντος. Συμβάλλει στη μείωση των ατυχημάτων και στην προστασία της βιοποικιλότητας, αποτελώντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περιβαλλοντικής προστασίας. Τα παραπάνω παραδείγματα περιβαλλοντικών δράσεων, καθώς και οι σχετικές δράσεις και πρωτοβουλίες δεν είναι απλώς μέτρα συμμόρφωσης, αλλά αντανακλούν τη δέσμευση του Ομίλου να ηγηθεί στην προώθηση βιώσιμων πρακτικών, καθιστώντας τη βιωσιμότητα κεντρικό άξονα της επιχειρηματικής του στρατηγικής. Ο Ομιλος τιμά την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος και συνεχίζει να επενδύει σε καινοτόμες λύσεις που ενισχύουν την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης. Με τη σταθερή προσήλωσή του στην επιχειρηματική και τεχνική αριστεία, ο Ομιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ενσωματώνει τη βιωσιμότητα σε κάθε επίπεδο λειτουργίας και θέτει τα θεμέλια για ένα μέλλον όπου η ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος συμβαδίζουν αρμονικά, αποτελώντας έτσι πρότυπο για την επιχειρηματική κοινότητα και την κοινωνία.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ADVERTORIAL
Ο
Ομιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει θέσει τη βιώσιμη ανάπτυξη στο επίκεντρο της επιχειρηματικής του στρατηγικής, επιδεικνύοντας μια βαθιά και διαρκή δέσμευση για την προστασία του περιβάλλοντος. Αναγνωρίζοντας την επιτακτική ανάγκη για περιβαλλοντική ευθύνη, ο Ομιλος έχει υιοθετήσει μια σειρά από πρακτικές που στοχεύουν στη διαφύλαξη της οικολογικής ισορροπίας και στη μείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά από ουσιαστικά θέματα που αναδεικνύονται από τα ενδιαφερόμενα μέρη, ο Ομιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ υιοθετεί μέτρα και πρωτοβουλίες που στοχεύουν στη μείωση των αρνητικών επιδράσεων στο περιβάλλον. Πιο συγκεκριμένα, εστιάζει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στην ενεργειακή αποδοτικότητα, στην υπεύθυνη διαχείριση αποβλήτων και στην προώθηση της κυκλικής οικονομίας, καθώς και στην προστασία της βιοποικιλότητας και στην περιβαλλοντική παρακολούθηση. Επιπλέον, δίνει έμφαση στη δημοσίευση τακτικών αναφορών για την περιβαλλοντική του απόδοση και δράση, προάγοντας τη διαφάνεια και ενισχύοντας την υπευθυνότητα. Παράλληλα, ο Ομιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ενισχύει την εταιρική κουλτούρα προς τη βιώσιμη ανάπτυξη μέσω της ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εργαζομένων και των προμηθευτών, προωθώντας έτσι ένα ολιστικό όραμα για την υπεύθυνη επιχειρηματική δραστηριότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα περιβαλλοντικής καινοτομίας αποτελεί ο Σταθμός Εξυπηρέτησης Αυτοκινητιστών (ΣΕΑ) Σείριος στη Μαλακάσα, έργο που διαχειρίζεται η Νέα Οδός. Το εν λόγω έργο είναι ο πρώτος ηλιακός υβριδικός σταθμός ταχυφόρτισης σε ελληνικούς αυτοκινητόδρομους που λειτουργεί με απευθείας σύνδεση των ταχυφορτιστών στο συνεχές ρεύμα που παράγεται από τα ηλιακά πάνελ και συνδυάζεται με σύστημα αποθήκευσης ενέργειας σε μπαταρίες ιόντων λιθίου υψηλής τάσης. Στα βασικά χαρακτηριστικά του πρωτοποριακού σταθμού περιλαμβάνεται η χρήση εξειδικευμένων υβριδικών μετατροπέων, οι οποίοι μπορούν να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια τόσο με σύνδεση στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ όσο και αυτόνομα. Παράλληλα, οι εξελιγμένοι ταχυφορτιστές έχουν τη δυνατότητα να τροφοδοτούνται απευθείας με σταθερή τάση από τους ηλιακούς συλλέκτες, τις μπαταρίες ή και συνδυαστικά από αμφότερες τις πηγές, επιτυγχάνοντας μείωση ενεργειακών απωλειών που υπερβαίνει το 12%. Ακόμα μία σημαντική προτεραιότητα για τον Ομιλο αποτελεί η ορθολογική διαχείριση της ενεργειακής κατανάλωσης και η προστα-
51
ΟΤΑΝ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι αν η μετάβαση θα μειώσει κόστος και εξαρτήσεις ή αν θα αποκαλύψει νέα σημεία συμφόρησης στην παραγωγή, στις μεταφορές, στα κτίρια και στη βιομηχανία ֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
εξηλεκτρισμός της οικονομίας αναδεικνύεται πλέον ως ο πυρήνας της ευρωπαϊκή ς στρατηγική ς για την ενεργειακή ασφάλεια, την κλιματική ουδετερότητα και τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας. Η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχειρεί, με την προώθηση της χρήσης σε όσο γίνεται περισσότερο φάσμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του ηλεκτρισμού, να απαντήσει ταυτόχρονα σε τρεις μεγάλες προκλήσεις, που δεν είναι άλλες από την ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την προστασία των οικονομιών της από τις διεθνείς γεωπολιτικές κρίσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εξηλεκτρισμός δεν αποτελεί απλώς μια τεχνολογική αλλαγή, αλλά μια συνολική αναδιάρθρωση του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου της Ευρώπης. Παρά τη θεαματική άνοδο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, που ήδη καλύπτουν περίπου το 47,5% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ε.Ε., η ηλεκτρική ενέργεια εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μόλις το 23% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Οι μεταφορές, η θέρμανση και η βαριά βιομηχανία συνεχίζουν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης. Ο στόχος πλέον δεν είναι μόνο η παραγωγή «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων σε κάθε τομέα της οικονομικής δραστηριότητας. Η αυξανόμενη ζήτηση ενέργειας, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ απαιτούν νέα, πιο έξυπνα και περισσότερο συντονισμένα ηλεκτρικά δίκτυα. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι η ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εμπορικό αγαθό, αλλά ως βασικός πυλώνας οικονομικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής. Το ζήτημα των δικτύων αποκτά πλέον στρατηγική σημασία. Το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μήκους άνω των 11 εκατομμυρίων χιλιομέτρων, είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, ωστόσο καλείται να διαχειριστεί μια εντελώς νέα πραγματικότητα. Οι
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Ο
52
Το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μήκους άνω των 11 εκατομμυρίων χιλιομέτρων, είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, ωστόσο καλείται να διαχειριστεί μια εντελώς νέα πραγματικότητα
αποκεντρωμένες μορφές παραγωγής ενέργειας, όπως τα φωτοβολταϊκά στις στέγες και τα τοπικά ενεργειακά συστήματα, δημιουργούν νέες ανάγκες διαχείρισης και ελέγχου. Η ψηφιοποίηση αποτελεί βασικό εργαλείο αυτής της μετάβασης. Εξυπνοι μετρητές, αυτοματοποιημένα συστήματα διαχείρισης και δεδομένα σε πραγματικό χρόνο μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των δικτύων και να περιορίσουν το κόστος για τους καταναλωτές. Η δημιουργία «έξυπνων» δικτύων επιτρέπει καλύτερη εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης, ενσωμάτωση περισσότερων ΑΠΕ και αποφυγή ακριβών επεκτάσεων υποδομών. Παράλληλα, η Ευρώπη προωθεί όλο και περισσότερο την αποκέντρωση της παραγωγής ενέργειας. Η φιλοσοφία αυτή φέρνει την παραγωγή πιο κοντά στον καταναλωτή, ενισχύει τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και μειώνει τις απώλειες μεταφοράς. Τα ενεργειακά κοινά, τα οικιακά φωτοβολταϊκά και οι τοπικές ενεργειακές κοινότητες μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία και να ενισχύσουν την κοινωνική αποδοχή της πράσινης μετάβασης. Ωστόσο, η αποκέντρωση αυξάνει και την πολυπλοκότητα του συστήματος. Η ηλεκτρική ενέργεια δεν γνωρίζει σύνορα και οι ενεργειακές αγορές της Ευρώπης είναι πλέον στενά διασυνδεδεμένες. Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ ζητά ισχυρότερο ευρωπαϊκό συντονισμό και καλύτερη ευθυγράμμιση με τα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα. Χωρίς κοινό σχεδιασμό, υπάρχει κίνδυνος καθυστερήσεων, σημείων συμφόρησης και αύξησης του κόστους.
Το ελληνικό στοίχημα του 2030 Η Ελλάδα, με βάση όσα έχει αναφέρει και το ΥΠΕΝ, καλείται να κινηθεί γρήγορα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) αποτελεί τον βασικό οδικό χάρτη για την επόμενη εξαετία και προβλέπει βαθιές αλλαγές στο ενεργειακό μίγμα της χώρας. Ο ενδιάμεσος στόχος για το 2030 προβλέπει μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά σχεδόν 58% σε σύγκριση με τα επίπεδα
Την ίδια στιγμή, ο εξηλεκτρισμός δεν αποτελεί μόνο τεχνική ή οικονομική πρόκληση, αλλά και κοινωνική. Ο αναλυτής πολιτικής Νίκος Μάντζαρης έχει επισημάνει ότι η περιβαλλοντική βιωσιμότητα του εξηλεκτρισμού εξαρτάται από την πηγή της ηλεκτρικής ενέργειας. Αν η αυξημένη ζήτηση συνεχίσει να καλύπτεται από ορυκτό αέριο, τότε η μετάβαση δεν θα συμβαδίζει με τους στόχους της κλιματικής ουδετερότητας. Η λύση, όπως τονίζει, βρίσκεται στον συνδυασμό ΑΠΕ, αποθήκευσης και ενεργειακής αποδοτικότητας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η εφαρμογή της αρχής «energy eiciency irst», δηλαδή της προτεραιότητας στην εξοικονόμηση ενέργειας πριν από οποιαδήποτε νέα παραγωγή. Η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, η αυτοπαραγωγή μέσω φωτοβολταϊκών και η ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών μπορούν να μειώσουν σημαντικά τόσο τις εκπομπές όσο και το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά.
Ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας περνά από τα δίκτυα, την αποθήκευση, τις ΑΠΕ και την ενεργειακή αποδοτικότητα
Οι τομείς που θα καθορίσουν την επιτυχία της μετάβασης Στο μεταξύ, οι μεταφορές αναμένεται να εξελιχθούν στον μεγαλύτερο ρυπαντή της ελληνικής οικονομίας από το 2026 και μετά, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επιτάχυνση της ηλεκτροκίνησης. Παράλληλα, ο κτιριακός τομέας παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές ενέργειας, με χιλιάδες κατοικίες να παρουσιάζουν χαμηλή ενεργειακή απόδοση. Η επιτυχία της μετάβασης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι πολίτες θα μπορέσουν να επωφεληθούν οικονομικά από αυτήν. Στη βιομηχανία, επίσης, οι προκλήσεις είναι ακόμη μεγαλύτερες. Το υψηλό κόστος εγκατάστασης «πράσινων» τεχνολογιών και η ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας δημιουργούν πιέσεις στις επιχειρήσεις. Ωστόσο, η ηλεκτροποίηση της παραγωγής θεωρείται αναπόφευκτη, ιδιαίτερα καθώς αυξάνονται οι ευρωπαϊκές απαιτήσεις για μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος. Αρα η Ευρώπη και η Ελλάδα βρίσκονται μπροστά σε ένα δύσκολο αλλά ιστορικό στοίχημα, να δημιουργήσουν ένα ενεργειακό σύστημα καθαρότερο, πιο ανθεκτικό και πιο δίκαιο για όλους ■
Η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, η αυτοπαραγωγή μέσω φωτοβολταϊκών και η ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών μπορούν να μειώσουν σημαντικά τόσο τις εκπομπές όσο και το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
του 1990, ενώ το μερίδιο των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 66%. Η μετάβαση αυτή απαιτεί τεράστιες επενδύσεις στη χώρα. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, για την περίοδο 2025-2030 θα χρειαστούν περίπου 94 δισ. ευρώ, προκειμένου να αναβαθμιστούν τα δίκτυα, να ενισχυθούν οι διασυνδέσεις, να αναπτυχθούν νέα έργα αποθήκευσης και να προωθηθεί η ενεργειακή αποδοτικότητα. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν συνολικό μετασχηματισμό των ενεργειακών υποδομών της χώρας. Στην ανάγκη επιτάχυνσης του εξηλεκτρισμού αναφέρθηκε πρόσφατα και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ, Μάνος Μανουσάκης, στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Οπως υπογράμμισε, ο ΑΔΜΗΕ συμβάλλει καθοριστικά στην ενεργειακή αυτονομία της χώρας μέσω της ανάπτυξης του ηλεκτρικού συστήματος και της σύνδεσης νέων μονάδων ΑΠΕ. Παράλληλα, τόνισε ότι η αποθήκευση ενέργειας αποτελεί κρίσιμο κρίκο της μετάβασης, καθώς όσο αυξάνεται η συμμετοχή των συστημάτων αποθήκευσης τόσο θα περιορίζονται οι διακυμάνσεις των τιμών χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας. Η σημασία της αποθήκευσης είναι κομβική για το νέο ενεργειακό μοντέλο. Οι ανανεώσιμες πηγές, όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, χαρακτηρίζονται από μεταβλητότητα. Η παραγωγή τους εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες και δεν συμβαδίζει πάντοτε με τη ζήτηση. Οι μπαταρίες και τα υπόλοιπα συστήματα αποθήκευσης επιτρέπουν τη συγκράτηση της πλεονάζουσας ενέργειας και τη διάθεσή της όταν το σύστημα τη χρειάζεται, βελτιώνοντας τη σταθερότητα και περιορίζοντας την ανάγκη χρήσης ακριβών ορυκτών καυσίμων. Ο κ. Μανουσάκης σημείωσε επίσης ότι το φυσικό αέριο θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο κατά τη μεταβατική περίοδο. Παρότι η Ευρώπη επιδιώκει την πλήρη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο θεωρείται προς το παρόν αναγκαία για τη διασφάλιση της επάρκειας του συστήματος. Το ζητούμενο είναι η σταδιακή μείωση της εξάρτησης, χωρίς να διακυβεύεται η ενεργειακή ασφάλεια.
53
ΟΤΑΝ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ
H δύσκολη φάση της ενεργειακής μετάβασης Η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά πλέον μόνο την εγκατάσταση περισσότερων ΑΠΕ. Η αποθήκευση, τα έξυπνα δίκτυα και η πολυμορφία τεχνολογιών γίνονται κρίσιμοι όροι για την ενσωμάτωση της καθαρής ενέργειας σε ένα σταθερό και ανθεκτικό σύστημα
Η ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία ανέδειξε με εμφατικό τρόπο τη σημασία της διαφοροποίησης πηγών και τεχνολογιών. Για χώρες όπως η Ελλάδα, η διατήρηση διαθέσιμων εναλλακτικών επιλογών παραγωγής ενέργειας λειτούργησε ως κρίσιμο στοιχείο ενεργειακής ασφάλειας σε μια περίοδο ακραίας αβεβαιότητας και διακυμάνσεων στις διεθνείς αγορές. Οπως ακριβώς ένα πολυποίκιλο ενεργειακό μείγμα θεωρείται απαραίτητο για λόγους ενεργειακής ασφάλειας, γεωπολιτικής ανθεκτικότητας και σταθερότητας κόστους, έτσι και η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί πολυμορφία στις τεχνολογίες και στα επίπεδα αποθήκευσης ενέργειας. Καμία τεχνολογία, από τις προσώρας υπάρχουσες, δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει όλες τις ανάγκες ενός ολοένα πιο σύνθετου ενεργειακού συστήματος.
Οταν τα νέα MW δεν αρκούν
Οι μπαταρίες είναι η μόνη λύση;
Η αυξανόμενη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα για τα ηλεκτρικά δίκτυα και τις αγορές ενέργειας. Η παραγωγή από ήλιο και άνεμο εμπεριέχει εκ φύσεως μεταβλητότητα και δεν ταυτίζεται πάντα με τις ώρες αυξημένης ζήτησης, ώστε να εμφανίζονται περίοδοι εκτεταμένης έλλειψης, αλλά και περίσσειας ενέργειας. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες –συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας– παρατηρούνται ήδη συχνότερα φαινόμενα περιορισμού παραγωγής (curtailments), δηλαδή αναγκαστικοί περιορισμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως από ΑΠΕ, επειδή το σύστημα δεν μπορεί εκείνη τη στιγμή να απορροφήσει όλη την παραγόμενη ενέργεια, λόγω πεπερασμένου ενεργειακού χώρου. Παράλληλα, αυξάνονται οι πιέσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, ενώ εμφανίζονται ακόμα και περίοδοι αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση της ενεργειακής μετάβασης δεν είναι απλώς η εγκατάσταση νέας ισχύος, αλλά η εξισορρόπηση και η διαχείριση ενός πολύ πιο αποκεντρωμένου και δυναμικού ενεργειακού συστήματος.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η αποθήκευση ενέργειας αποκτά κομβικό ρόλο. Ωστόσο, δεν υπάρχει μία μόνο λύση αποθήκευσης ούτε μία τεχνολογία που να αποτελεί πανάκεια. Ως πρώτη μορφή αποθήκευσης, στη δημόσια αντίληψη, έρχονται συνήθως οι συστοιχίες μπαταριών. Οι μπαταρίες είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές για την ταχεία εξισορρόπηση του δικτύου και τη διαχείριση βραχυχρόνιων μεταβολών παραγωγής και ζήτησης. Παράλληλα, όμως, εγείρουν ερωτήματα σχετικά με το κόστος, τον κύκλο ζωής, την παραγωγή και εξόρυξη των πρώτων υλών, αλλά και τις γεωπολιτικές εξαρτήσεις που αυτές δημιουργούν. Αξίζει να αναφέρουμε, βέβαια, ότι παραδείγματα όπως η επαναχρησιμοποίηση μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων ως συστημάτων οικιακής αποθήκευσης δείχνουν ήδη μια πιο κυκλική και αποκεντρωμένη προσέγγιση στη διαχείριση της ενέργειας.
Τ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΧΑΝΤΖΟΥ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Πολιτικός μηχανικός MSc, σύμβουλος Στρατηγικού Σχεδιασμού Αειφόρου Ανάπτυξης & ESG, εκπαιδευτής/εισηγητής
54
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μετριέται πλέον μόνο σε νέα MW, αλλά στην ικανότητα του συστήματος να ενσωματώνει, να αποθηκεύει και να διαχειρίζεται την καθαρή ενέργεια με σταθερότητα
Ενεργειακή ασφάλεια και αποθήκευση
α τελευταία χρόνια, η ενεργειακή μετάβαση στην Ευρώπη αξιολογήθηκε κυρίως με τον εξής δείκτη: πόσα νέα MW Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας εγκαθίστανται κάθε χρόνο, ιδιαίτερα εν συγκρίσει με τις παραδοσιακές πηγές ενέργειας των ορυκτών καυσίμων. Η επέκταση της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας αποτέλεσε βασική πολιτική, καθώς και επενδυτική προτεραιότητα, πόσω δε μάλλον μετά την πρόσφατη ενεργειακή κρίση και την ανάγκη απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Ερχόμενοι στο σήμερα, η μετάβαση περνά σε μια πιο σύνθετη και απαιτητική φάση. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η παραγωγή περισσότερης καθαρής ενέργειας, αλλά η δυνατότητα ενσωμάτωσής της σε ένα σύστημα που μπορεί να λειτουργεί με σταθερότητα, ευελιξία και ανθεκτικότητα.
Το υδρογόνο και τα καύσιμα της επόμενης ημέρας Την ίδια στιγμή, τεχνολογίες όπως το υδρογόνο και τα συνθετικά ή καθαρά καύσιμα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος
δυση ΑΠΕ, τέτοιες υποδομές αποκτούν ιδιαίτερα στρατηγικό χαρακτήρα.
Το μάθημα της Αυστραλίας Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας αυτής πραγματικότητας αποτέλεσε και το Hornsdale Power Reserve στη Νότια Αυστραλία, το γνωστό «Tesla Big Battery». Επειτα από σοβαρό blackout το 2016, η περιοχή επένδυσε σε ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας παγκοσμίως, ισχύος 150 MW και χωρητικότητας 194 MWh, όχι απλώς για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά κυρίως για τη σταθεροποίηση και την ταχεία εξισορρόπηση του δικτύου. Το έργο ανέδειξε ότι η αποθήκευση δεν αποτελεί απλώς συμπληρωματική τεχνολογία των ΑΠΕ, αλλά κρίσιμη υποδομή ασφάλειας και ανθεκτικότητας ενός ολοένα πιο αποκεντρωμένου ενεργειακού συστήματος.
Το δίκτυο γίνεται «έξυπνο»
Ο ρόλος της δυναμικής αποθήκευσης Ιδιαίτερης μνείας αξίζουν και οι δυναμικές μορφές αποθήκευσης ενέργειας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την αντλησιοταμίευση. Κατ’ ουσίαν, πρόκειται για μεταφορά ενέργειας στον χρόνο: όταν υπάρχει περίσσεια παραγωγής, το νερό αντλείται σε υψηλότερο υψόμετρο και επαναχρησιμοποιείται μέσω της επιστροφής του σε χαμηλότερο υψόμετρο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όταν διαπιστώνεται έλλειψή της (εν είδει υδροηλεκτρικού). Πρόκειται για ώριμη τεχνολογία, με μεγάλη διάρκεια ζωής και σημαντική δυνατότητα σταθεροποίησης του συστήματος. Πέραν των αρχικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατασκευής, η λειτουργία τέτοιων έργων βασίζεται ουσιαστικά σε μια αέναη κυκλοφορία νερού μεταξύ των ταμιευτήρων. Ωστόσο, η ανάπτυξή τους οφείλει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τη χωροθέτησή τους, ειδικά σε περιοχές αυξημένης οικολογικής ή κοινωνικής ευαισθησίας. Για χώρες όπως η Ελλάδα, με έντονη γεωμορφολογία και υψομετρική διαφοροποίηση, νησιωτικότητα και υψηλή διείσ-
Από τον καταναλωτή στον ενεργό συμμέτοχο Καθίσταται πλέον σαφές πως η πολυμορφία στην αποθήκευση ενέργειας αποκτά σημασία όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο μέσω μεγάλων υποδομών, αλλά και σε επίπεδο φορέων, επιχειρήσεων, ενεργειακών κοινοτήτων και ιδιωτών. Από τις κεντρικές μονάδες αποθήκευσης μέχρι τα οικιακά συστήματα μπαταριών και τα ηλεκτρικά οχήματα, η ενεργειακή μετάβαση οδηγεί σταδιακά σε ένα περισσότερο αποκεντρωμένο και πολυεπίπεδο μοντέλο διαχείρισης της ενέργειας.
Το ελληνικό όριο του ηλεκτρικού δικτύου Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η γεωγραφική ιδιαιτερότητα, η εποχικότητα του τουρισμού, η αυξανόμενη ανάγκη ψύξης λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας, αλλά και ο περιορισμένος και όχι εύκολα επεκτάσιμος ενεργειακός χώρος του ηλεκτρικού δικτύου, δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στο σύστημα. Σε πολλές περιπτώσεις πλέον, το πρόβλημα δεν έγκειται στην έλλειψη νέων έργων ΑΠΕ, αλλά στην αδυναμία του δικτύου να απορροφήσει και να διαχειριστεί αποτελεσματικά την παραγόμενη ενέργεια.
Η ενεργειακή μετάβαση ως άσκηση ανθεκτικότητας Η ενεργειακή μετάβαση, επομένως, δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια απλή διαδικασία αντικατάστασης καυσίμων. Πρόκειται για έναν συνολικό μετασχηματισμό υποδομών, τεχνολογιών και μοντέλων κατανάλωσης. Και ίσως η σημαντικότερη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας να μην είναι μόνο το πόση καθαρή ενέργεια μπορούμε να παράγουμε, αλλά το πόσο αποτελεσματικά μπορούμε να την ενσωματώσουμε και να τη διαχειριστούμε μέσα σε ένα σταθερό, ευέλικτο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα ■
Η επόμενη δεκαετία δεν θα κριθεί μόνο από το πόση πράσινη ενέργεια θα παράγουμε, αλλά από το αν τα δίκτυα, οι τεχνολογίες και οι υποδομές μας μπορούν να την αντέξουν
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για χρήσεις όπου ο πλήρης εξηλεκτρισμός παραμένει δύσκολος, όπως η ναυτιλία, η βαριά βιομηχανία ή η μακροχρόνια αποθήκευση ενέργειας. Χώρες όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, οι οποίες πρωτοστάτησαν και στον εξηλεκτρισμό της αυτοκινητοβιομηχανίας μέσω των υβριδικών οχημάτων, επένδυσαν νωρίς και στις πιο εμπορικές εφαρμογές του υδρογόνου, όπως τα οχήματα κυψελών καυσίμου, αναγνωρίζοντας ότι η διαφοροποίηση τεχνολογιών και καυσίμων θα αποτελέσει κρίσιμο στοιχείο ενεργειακής ασφάλειας τις επόμενες δεκαετίες. Καθίσταται ολοένα και σημαντικότερη, λοιπόν, η επένδυση σε έρευνα και ανάπτυξη για την παραγωγή καθαρών καυσίμων από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, καθώς τέτοιες τεχνολογίες ενδέχεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην αποθήκευση ενέργειας μεγάλης διάρκειας όσο και στην ενεργειακή μετάβαση τομέων όπου ο άμεσος εξηλεκτρισμός παραμένει περιορισμένος.
Παράλληλα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η αποθήκευση, αλλά και η ίδια η «ευφυΐα» του δικτύου. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί «έξυπνα» δίκτυα, ψηφιακή διαχείριση, διασυνδέσεις, δυνατότητα πρόβλεψης παραγωγής και πιο ενεργό συμμετοχή των καταναλωτών. Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο, επί παραδείγματι, δεν αποτελεί μόνο μέσο μεταφοράς αλλά δυνητικά και μέρος ενός αποκεντρωμένου συστήματος αποθήκευσης και εξισορρόπησης ενέργειας, μέσω τεχνολογιών όπως το Vehicle-to-Grid (V2G), όπου η ενέργεια μπορεί να επιστρέφει από το όχημα προς το δίκτυο όταν αυτό απαιτείται.
55
ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ
Το νέο τεστ εταιρικής στρατηγικής Η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και το ενεργειακό κόστος μετατρέπουν την ενέργεια από λειτουργική παράμετρο σε πεδίο στρατηγικής, ανθεκτικότητας και λογοδοσίας
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΕΦΟΠΟΥΛΟΥ
56
ετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η ενέργεια έπαψε να είναι για τις επιχειρήσεις ένας ακόμη λογαριασμός προς διαχείριση. Εγινε δείκτης ανθεκτικότητας, κόστους, επενδυτικής στρατηγικής και αξιοπιστίας. Από την ενεργειακή αποδοτικότητα και τον εξηλεκτρισμό έως τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τις μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας, οι επιλογές που λαμβάνουν σήμερα οι επιχειρήσεις αποκαλύπτουν πώς αντιλαμβάνονται τη μετάβαση και πόσο σοβαρά σχεδιάζουν το μέλλον τους. Στις εκθέσεις βιωσιμότητας, η ενέργεια δεν εμφανίζεται πλέον ως τεχνικό παράρτημα με πίνακες κατανάλωσης και εκπομπών. Μετατρέπεται σε πεδίο λογοδοσίας: από πού προμηθεύεται μια εταιρεία την ενέργειά της, πόσο εκτεθειμένη είναι στη μεταβλητότητα των τιμών, ποιες επενδύσεις στηρίζουν τους στόχους της
Μ
και αν η στρατηγική μετάβασης μπορεί να σταθεί απέναντι σε ελεγκτές, επενδυτές, πελάτες και κοινωνία.
Από τεχνικό μέγεθος σε στρατηγικό δείκτη Η αλλαγή αυτή δεν αποτυπώνεται μόνο στις επιχειρηματικές αποφάσεις. Αποτυπώνεται πλέον και στο ίδιο το πλαίσιο εταιρικής αναφοράς. Η Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD) και τα ευρωπαϊκά πρότυπα ESRS δεν ζητούν από τις επιχειρήσεις μόνο γενικές δηλώσεις προθέσεων. Ζητούν στοιχεία: κατανάλωση, ενεργειακό μίγμα, χρήση ανανεώσιμων πηγών, ενεργειακή ένταση, στόχους, μέτρα και σχέδια μετάβασης. Το πρώτο κύμα εφαρμογής δείχνει ήδη τη βαρύτητα του θέματος: η κλιματική αλλαγή αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο συχνά ουσιαστικά πεδία των δηλώσεων βιωσιμότητας, και μέσα σε αυτήν η ενέργεια αποτελεί έναν από τους πιο μετρήσιμους δείκτες στρατηγικής και λογοδοσίας. Η ενέργεια δεν είναι πια απλώς ζήτημα
Η αποδοτικότητα ως πρώτη γραμμή άμυνας Σε αυτό το νέο πλαίσιο, η ενεργειακή αποδοτικότητα παραμένει το πρώτο πεδίο όπου η στρατηγική μπορεί να μεταφραστεί σε άμεσο αποτέλεσμα. Μειώνει το κόστος, περιορίζει τις εκπομπές και μετριάζει την έκθεση στις διακυμάνσεις της αγοράς. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε ως αυτονόητη πρακτική εξοικονόμησης. Σήμερα, όμως, αποκτά διαφορετικό βάρος. Δεν αφορά μόνο καλύτερο φωτισμό, χαμηλότερη κατανάλωση ή αποδοτικότερο εξοπλισμό. Αφορά συστήματα παρακολούθησης, διαχείριση δεδομένων, αναβάθμιση κτιρίων, παραγωγικές διαδικασίες, logistics και τρόπο οργάνωσης της καθημερινής λειτουργίας. Σε μια περίοδο ακριβής και αβέβαιης ενεργειακής αγοράς, η αποδοτικότητα γίνεται μορφή άμυνας. Είναι ο λιγότερο θεαματικός αλλά συχνά ο πιο αξιόπιστος τρόπος με τον οποίο μια επιχείρηση μπορεί να μειώσει ταυτόχρονα κόστος, εκπομπές και επιχειρησιακό ρίσκο.
Οταν η μετάβαση γίνεται απόφαση κεφαλαίου Ο εξηλεκτρισμός είναι το επόμενο, πιο απαιτητικό στάδιο. Αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικοί στόλοι, νέες βιομηχανικές διεργασίες, υποδομές φόρτισης και ανασχεδιασμός εγκαταστάσεων μεταφέρουν τη συζήτηση από τη διαχείριση κόστους στον επενδυτικό σχεδιασμό. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν διαθέσιμες τεχνολογίες. Είναι ποιες από αυτές μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε κλάδο, με ποιο κόστος, με ποια εξάρτηση από τα δίκτυα και με ποιον χρονικό ορίζοντα απόσβεσης. Εδώ η βιωσιμότητα παύει να είναι αφηρημένη δέσμευση και γίνεται απόφαση κεφαλαίου. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) αποτελούν το τρίτο πεδίο. Η ιδιοπαραγωγή, τα φωτοβολταϊκά σε εγκαταστάσεις, οι μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τα εταιρικά PPAs δεν λειτουργούν μόνο ως εργαλεία μείωσης εκπομπών. Λειτουργούν και ως μηχανισμοί προβλεψιμότητας. Για μια επιχείρηση, η πρόσβαση σε καθαρότερη ενέργεια με πιο προβλέψιμο κόστος μπορεί να γίνει παράγοντας ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, οι απλές δηλώσεις περί «πράσινης ενέργειας» χωρίς επαρκή τεκμηρίωση βρίσκονται όλο και περισσότερο υπό έλεγχο. Σε αυτό το σημείο, η ενέργεια συναντά τις κεφαλαιουχικές δαπάνες, το CapEx. Οι αναβαθμίσεις εγκαταστάσεων, ο εξηλεκτρισμός διεργασιών, οι ΑΠΕ, η αποθήκευση, οι ηλεκτρικοί στόλοι και οι συμβάσεις καθαρής ενέργειας δείχνουν αν η μετάβαση έχει πραγματική επενδυτική βάση. Ομως η ύπαρξη επένδυσης δεν αρκεί από μόνη της. Η Ευρωπαϊκή Ταξινομία προσθέτει εδώ ένα κρίσιμο φίλτρο: μια δαπάνη πρέπει να πληροί συγκεκριμένα τεχνικά κριτήρια και προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί πλήρως ευθυγραμμισμένη. Ετσι, η ενέργεια γίνεται σημείο ελέγχου της συνέπειας ανάμεσα σε στόχους, επενδύσεις και λογοδοσία.
Πού δοκιμάζεται πρώτα η ενεργειακή στρατηγική Η σημασία αυτών των επιλογών δεν είναι ίδια για όλες τις επιχειρήσεις. Η ενέργεια αποκτά διαφορετικό βάρος ανάλογα με το αν αποτελεί προϊόν, συντελεστή παραγωγής, κόστος υποδομής ή στοιχείο της τελικής χρήσης. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς, για τις δραστηριότητες υψηλής κλιματικής επίπτωσης, η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας δείκτης κατανάλωσης. Είναι μέγεθος που συνδέεται με το κόστος, τις εκπομπές, την παραγωγική διαδικασία, την αξία των περιουσιακών στοιχείων και την έκθεση σε ρυθμιστικούς κινδύνους. Στις επιχειρήσεις ενέργειας και κοινής ωφέλειας, η μετάβαση αφορά το ίδιο το προϊόν: παραγωγή, δίκτυα, αποθήκευση, ευελι-
ξία και επενδύσεις σε καθαρότερη ισχύ. Στη βιομηχανία και στη βαριά μεταποίηση, η ενέργεια είναι κρίσιμος συντελεστής παραγωγής, από τη θερμότητα και τα μηχανήματα έως το κόστος ανά μονάδα προϊόντος. Στις μεταφορές και στα logistics, περνά μέσα από τον στόλο, τα καύσιμα, τις υποδομές φόρτισης και τη διαχείριση διαδρομών. Στα ακίνητα και στις κατασκευές, αποτυπώνεται στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, στη θέρμανση και ψύξη, στην ανακαίνιση και στην αξία του ακινήτου στον χρόνο. Αυτό εξηγεί γιατί η ενέργεια γίνεται τόσο κρίσιμη στις εκθέσεις βιωσιμότητας. Δεν είναι ένα ενιαίο μέγεθος που μετριέται με τον ίδιο τρόπο παντού. Σε κάθε κλάδο αποκαλύπτει διαφορετική μορφή έκθεσης: λειτουργικό κόστος στη βιομηχανία, ανάγκη επενδύσεων στις υποδομές, τεχνολογική μετάβαση στις μεταφορές, ποιότητα και αξία ενεργητικού στο real estate. Στο περιθώριο των παραδοσιακά ενεργοβόρων κλάδων, αναδύονται και νέες ενεργειακές πιέσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κέντρα δεδομένων, όπου η πρόσβαση σε ισχύ, δίκτυα και καθαρή ενέργεια γίνεται πλέον όρος ανάπτυξης. Η πραγματική δυσκολία, επομένως, δεν είναι μόνο να αναγνωρίσει ένας κλάδος ότι η ενέργεια είναι κρίσιμο ζήτημα. Είναι να τη μεταφράσει σε επενδύσεις, δεδομένα, στόχους και επιλογές που αντέχουν σε έλεγχο. Εκεί διακρίνεται η στρατηγική ωριμότητα από τη γενική δήλωση πρόθεσης. Εκεί αρχίζει και η μετάβαση από την αφήγηση στη λογοδοσία.
Από την αφήγηση στη λογοδοσία Η συζήτηση για την ενέργεια έχει αλλάξει και για έναν ακόμη λόγο: το κόστος. Η κρίση του 2022 έδειξε ότι η ενεργειακή εξάρτηση δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα. Είναι επιχειρηματικό ρίσκο. Μια εταιρεία με χαμηλότερη ενεργειακή ένταση, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στην προμήθεια και σαφέστερο σχέδιο μετάβασης δεν είναι απλώς πιο «πράσινη». Είναι δυνητικά πιο ανθεκτική. Μπορεί να σχεδιάζει καλύτερα, να απορροφά πιέσεις, να διαπραγματεύεται με μεγαλύτερη ασφάλεια και να εξηγεί πειστικότερα τη στρατηγική της σε τράπεζες, επενδυτές, πελάτες και προμηθευτές. Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό στοιχείο για τις επιχειρήσεις. Οι στόχοι μείωσης εκπομπών δεν μπορούν πλέον να στέκονται μόνοι τους. Χρειάζονται ενεργειακή τεκμηρίωση. Ποιες διεργασίες θα εξηλεκτριστούν; Ποια κατανάλωση θα μειωθεί; Πόση ενέργεια θα προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές; Ποιες επενδύσεις έχουν προβλεφθεί; Ποιες παραδοχές γίνονται για τα δίκτυα, το κόστος και τη διαθεσιμότητα καθαρής ενέργειας; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι ο πυρήνας της αξιοπιστίας. Η έκθεση βιωσιμότητας αλλάζει έτσι χαρακτήρα. Δεν είναι πια μόνο εργαλείο επικοινωνίας. Γίνεται έγγραφο στο οποίο η επιχείρηση καλείται να δείξει πώς αντιλαμβάνεται τους κινδύνους, πώς κατανέμει πόρους και πώς μεταφράζει τη μετάβαση σε λειτουργικές και επενδυτικές αποφάσεις. Η ενέργεια είναι ένα από τα πιο καθαρά πεδία όπου αυτή η αλλαγή μπορεί να ελεγχθεί. Οι αριθμοί της κατανάλωσης, οι πηγές προμήθειας, η ενεργειακή ένταση και το επενδυτικό σχέδιο αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα από μια γενική δέσμευση για βιωσιμότητα. Η ενέργεια δεν είναι πια λειτουργική παράμετρος ούτε απλώς ένας πίνακας κατανάλωσης στην έκθεση βιωσιμότητας. Είναι ένας από τους καθαρότερους δείκτες του κατά πόσο μια επιχείρηση έχει κατανοήσει τη μετάβαση ως πραγματική επιλογή διοίκησης. Δείχνει πού κατευθύνεται το κεφάλαιο, πόσο ανθεκτικό είναι το επιχειρηματικό μοντέλο και αν οι στόχοι αντέχουν σε έλεγχο. Στην εποχή της λογοδοσίας, η ενέργεια δεν αποκαλύπτει μόνο πόσο κοστίζει η λειτουργία μιας επιχείρησης. Αποκαλύπτει πόσο σοβαρά έχει σχεδιάσει το μέλλον της ■
Σε μια περίοδο ακριβής και αβέβαιης ενεργειακής αγοράς, η αποδοτικότητα γίνεται μορφή άμυνας
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
λειτουργικής διαχείρισης. Εχει περάσει στο επίπεδο της διοίκησης, των επενδύσεων και της εταιρικής λογοδοσίας.
57
ΟΤΑΝ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ
ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ Το αυξημένο κόστος παραγωγής δοκιμάζει τις αντοχές της ελληνικής υπαίθρου και του πρωτογενούς τομέα ֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
υξημένη πίεση στο κόστος λειτουργίας των αγροτικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων καταγράφουν τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τον πρωτογενή τομέα, με τους παραγωγούς να ξεκινούν τη νέα παραγωγική περίοδο σε περιβάλλον υψηλών δαπανών και περιορισμένης ρευστότητας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ενέργεια, τα καύσιμα, τα λιπάσματα, τα φυτοπροστατευτικά, οι ζωοτροφές, η εργασία, οι μεταφορές και η συντήρηση μηχανημάτων. Πρόκειται για δαπάνες που προηγούνται χρονικά της είσπραξης από την πώληση της παραγωγής, γεγονός που αυξάνει την ανάγκη για κεφάλαιο κίνησης και περιορίζει τα περιθώρια προγραμματισμού. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τις εισροές και εκροές στη γεωργία και την κτηνοτροφία, τα οποία δημοσιεύθηκαν τον Απρίλιο και αφορούν τον Φεβρουάριο, ο γενικός δείκτης τιμών εισροών αυξήθηκε κατά 1,1% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους και κατά 0,6% σε σχέση με τον Ιανουάριο. Η μεταβολή δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα υψηλή, ωστόσο καταγράφεται πάνω σε επίπεδα τιμών που έχουν ήδη επιβαρυνθεί τα προηγούμενα χρόνια. Μεγαλύτερες αυξήσεις εμφανίζονται σε κατηγορίες που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή λειτουργία των εκμεταλλεύσεων. Στα λιπάσματα καταγράφηκε ετήσια αύξηση 3,4%, στα γεωργικά φάρμακα 1,1%, στα κτηνιατρικά φάρμακα 3,0%, ενώ η συντήρηση μηχανολογικού εξοπλισμού και εγκαταστάσεων αυξάνεται κατά 2,7%. Για τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, οι συγκεκριμένες δαπάνες συνδέονται με κρίσιμες εργασίες της καλλιεργητικής περιόδου και δεν μπορούν εύκολα να μετατεθούν χωρίς παραγωγικό κόστος.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Α
58
Η νέα παραγωγική περίοδος βρίσκει τον ελληνικό πρωτογενή τομέα αντιμέτωπο με μια πίεση που δεν αφορά μόνο τις τιμές, αλλά την ίδια τη δυνατότητα προγραμματισμού
Βαρόμετρο η ενέργεια Η ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο ευαίσθητους και πιο ευμετάβλητους παράγοντες. Στα στοιχεία της
ΕΛΣΤΑΤ, η κατηγορία ενέργεια και λιπαντικά εμφανίζει ετήσια μείωση αλλά μηνιαία αύξηση, με την εικόνα αυτή να δείχνει ότι, παρά την αποκλιμάκωση σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, το ενεργειακό κόστος παραμένει μεταβλητό και επηρεάζει άμεσα δραστηριότητες όπως η άρδευση, η ψύξη, η λειτουργία θερμοκηπίων, η μεταφορά προϊόντων και η λειτουργία κτηνοτροφικών μονάδων. Η πίεση ενισχύεται από τη γενικότερη πληθωριστική εικόνα. Για τον Απρίλιο, η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε ετήσιο πληθωρισμό 5,4%. Επιπλέον, κυρίως λόγω των καυσίμων, η αύξηση στις μεταφορές έφτασε το 10%, τομέας ο οποίος στην πρωτογενή παραγωγή αποτελεί βασικό κρίκο της αλυσίδας από το χωράφι και τη μονάδα έως το συσκευαστήριο, την αγορά ή την εξαγωγή. Την ίδια ώρα, οι τιμές παραγωγού δεν κινούνται πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Ο γενικός δείκτης τιμών εκροών αυξήθηκε τον Φεβρουάριο κατά 4,0% σε ετήσια βάση και κατά 1,6% σε μηνιαία βάση. Ωστόσο, ο μέσος δείκτης εκροών του δωδεκαμήνου Μαρτίου 2025 - Φεβρουαρίου 2026 ήταν μειωμένος κατά 2,1% σε σχέση με το προηγούμενο δωδεκάμηνο. Κάτι που σημαίνει ότι οι βελτιώσεις σε ορισμένες τιμές προϊόντων δεν αρκούν για
στην είσπραξη από την παραγωγή μετατρέπεται σε βασικό παράγοντα πίεσης, ειδικά για όσους δεν διαθέτουν αποθεματικά ή πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Οι μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις εμφανίζονται περισσότερο εκτεθειμένες. Η περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης, η δυσκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης και η μικρότερη διαπραγματευτική ισχύς απέναντι σε προμηθευτές και αγοραστές περιορίζουν τις επιλογές τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι παραγωγοί δεν μπορούν να προαγοράσουν εφόδια σε ευνοϊκότερες τιμές ούτε να περιμένουν καλύτερη στιγμή για την πώληση της παραγωγής. Η ένταση της πίεσης διαφέρει ανά κλάδο. Στα κηπευτικά και στις δενδρώδεις καλλιέργειες, καθοριστικό ρόλο έχουν η άρδευση, η φυτοπροστασία και η εποχική εργασία. Στις εκτατικές καλλιέργειες, το βάρος πέφτει κυρίως στο πετρέλαιο, στα λιπάσματα και στη χρήση μηχανημάτων. Στην κτηνοτροφία, οι ζωοτροφές, η ενέργεια, τα κτηνιατρικά φάρμακα και το εργατικό κόστος εξακολουθούν να καθορίζουν την οικονομική αντοχή των μονάδων, ακόμη και όταν ορισμένες τιμές εμφανίζουν πρόσκαιρη σταθεροποίηση. Πρόσθετο βάρος δημιουργούν οι κλιματικοί και υγειονομικοί κίνδυνοι. Η ξηρασία αυξάνει τις ανάγκες άρδευσης, οι ασθένειες οδηγούν σε πρόσθετες παρεμβάσεις φυτοπροστασίας ή κτηνιατρικής φροντίδας, ενώ μια βλάβη σε τρακτέρ ή ψυκτική εγκατάσταση μπορεί να ανατρέψει τον προϋπολογισμό ολόκληρης της χρονιάς. Οσο μικρότερα είναι τα περιθώρια κέρδους, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η απορρόφηση τέτοιων απρόβλεπτων δαπανών. Η αύξηση του κόστους παραγωγής έχει και ευρύτερες επιπτώσεις στην περιφέρεια. Οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις στηρίζουν τοπικά επαγγέλματα και δραστηριότητες, από γεωπόνους, συνεργεία και μεταφορείς έως αποθήκες, τυποποιητήρια και μικρές αγορές. Οταν περιορίζονται οι εργασίες ή αναβάλλονται επενδύσεις, η πίεση μεταφέρεται στην τοπική οικονομία.
να αντισταθμίσουν την πίεση στο συνολικό εισόδημα όλων των εκμεταλλεύσεων. Η επιβάρυνση αποτυπώνεται κυρίως στη ρευστότητα. Ο παραγωγός καλείται να προχρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της χρονιάς, πληρώνοντας σπόρους, λιπάσματα, φυτοπροστατευτικά, καύσιμα, ζωοτροφές, ρεύμα και εργατικά, προτού να γνωρίζει την τελική τιμή πώλησης. Αποτέλεσμα της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος είναι η αναβολή εργασιών, ο περιορισμός επενδύσεων, η καθυστέρηση της συντήρησης εξοπλισμού και η επιλογή λύσεων χαμηλότερου κόστους, οι οποίες δεν έχουν πάντα το καλύτερο παραγωγικό αποτέλεσμα.
Πληρωμές Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν οι πληρωμές καθυστερούν, κατάσταση η οποία τείνει να καθιερωθεί το τελευταίο διάστημα μετά και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εκμετάλλευση λειτουργεί με αυξημένες υποχρεώσεις και αβέβαιες εισπράξεις, ενώ οι προμηθευτές συνήθως απαιτούν άμεση εξόφληση. Η διαφορά χρόνου ανάμεσα στην πληρωμή των εισροών και
Κρίσιμο παραμένει και το ζήτημα της διαδοχής. Για έναν νέο παραγωγό, το υψηλό αρχικό κόστος, η αβεβαιότητα των τιμών και το αυξημένο κλιματικό ρίσκο δυσκολεύουν την απόφαση παραμονής ή εισόδου στον πρωτογενή τομέα. Χωρίς παραγωγική ανανέωση, η ύπαιθρος κινδυνεύει να χάσει ανθρώπινο δυναμικό, τεχνογνωσία και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις πρόσφατες βραχυπρόθεσμες προοπτικές για τις αγροτικές αγορές, επισημαίνει ότι οι αυξημένες τιμές λιπασμάτων κατά την περίοδο σποράς μπορούν να επηρεάσουν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Στην Ελλάδα, η πίεση ενισχύεται από τη νησιωτικότητα, τις ανάγκες άρδευσης, το μικρό μέγεθος πολλών εκμεταλλεύσεων και την εξάρτηση από εισαγόμενες εισροές. Στελέχη της αγοράς και φορείς του αγροτικού χώρου επισημαίνουν ότι οι οριζόντιες ενισχύσεις μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν αντιμετωπίζουν μόνιμα το πρόβλημα. Στο τραπέζι παραμένουν λύσεις όπως συλλογικές προμήθειες εφοδίων, ενεργειακές κοινότητες, εξοικονόμηση νερού, ανανέωση εξοπλισμού, καλύτερη οργάνωση μεταφορών, συμβολαιακές σχέσεις και ισχυρότερα συνεταιριστικά σχήματα. Το ζητούμενο για τον πρωτογενή τομέα είναι να περιοριστεί η απόσταση ανάμεσα στο κόστος που πληρώνει ο παραγωγός και στο εισόδημα που τελικά αποκομίζει. Από αυτή την ισορροπία θα κριθούν όχι μόνο η βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων, αλλά και η δυνατότητα της ελληνικής υπαίθρου να διατηρήσει παραγωγή, απασχόληση και προοπτική ■
Ενέργεια, καύσιμα, λιπάσματα, ζωοτροφές, εργασία και μεταφορές αυξάνουν το κόστος πριν ακόμη υπάρξει εισόδημα από την παραγωγή, δοκιμάζοντας τη ρευστότητα των εκμεταλλεύσεων και περιορίζοντας τα περιθώρια αντοχής της ελληνικής υπαίθρου
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η διαδοχή
59
ΟΤΑΝ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΑΓΡΟΒΟΛΤΑΪΚΑ
Παραγωγή ενέργειας σε γεωργική γη Καθώς η ελληνική γεωργία δοκιμάζεται από το αυξανόμενο κόστος, την πίεση στους υδάτινους πόρους και την κλιματική αστάθεια, τα αγροβολταϊκά προβάλλουν ως μια λύση που υπόσχεται περισσότερα από μια απλή ενεργειακή επένδυση
֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
ε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική γεωργία πιέζεται από το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις ανάγκες άρδευσης, την κλιματική μεταβλητότητα και τη συχνότερη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων, τα αγροβολταϊκά βρίσκονται στη δημόσια συζήτηση ως εφαρμογή με διπλή στόχευση: τη συνέχιση της καλλιέργειας και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην ίδια έκταση. Το μοντέλο επιχειρεί να συνδυάσει δύο κρίσιμες ανάγκες της υπαίθρου: τη διατήρηση της γεωργικής παραγωγής και την ενίσχυση της παραγωγής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Σε μια χώρα με υψηλή ηλιοφάνεια, η ιδέα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με τα συμβατικά φωτοβολταϊκά πάρκα, όπου η γη δεσμεύεται κυρίως για ενεργειακή χρήση, τα αγροβολταϊκά σχεδιάζονται ώστε η αγροτική δραστηριότητα να παραμένει ενεργή. Η βασική αρχή τους είναι η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πλαισίων πάνω από καλλιεργούμενες εκτάσεις. Τα πάνελ τοποθετούνται σε κατάλληλο ύψος και διάταξη, ώστε να αφήνουν χώρο για την ανάπτυξη των φυτών, την πρόσβαση των παραγωγών και τη διέλευση γεωργικών μηχανημάτων. Η επιτυχία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνική εγκατάσταση αλλά από το αν ο σχεδιασμός γίνεται με βάση τις ανάγκες της καλλιέργειας και όχι αποκλειστικά τη μέγιστη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς πολλές αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν αυξημένες ανάγκες άρδευσης, υψηλό ενεργειακό κόστος και μεγαλύτερη έκθεση σε περιόδους καύσωνα. Η μερική σκίαση που προσφέρουν τα φωτοβολταϊκά πλαίσια μπορεί να συμβάλει στη μείωση της εξάτμισης και στη βελτίωση του μικροκλίματος. Το όφελος, ωστόσο, δεν είναι αυτόματο ούτε ίδιο για όλες τις καλλιέργειες. Εξαρτάται από το είδος του φυτού, την περιοχή, την εποχή, το ύψος των βάσεων και την ένταση της σκίασης. Στην Ελλάδα, τα αγροβολταϊκά περνούν πλέον από το στάδιο της θεωρητικής συζήτησης σε μια πρώτη οργανωμένη φάση εφαρμογής. Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει συνολική ισχύ έως 130 MW σε επίπεδο χώρας, με ανώτατο όριο 10 MW ανά περιφέρεια και 200 kW ανά εγκατάσταση. Οι κατασκευές πρέπει να τοποθετούνται σε ύψος τουλάχιστον 2,10 μέτρων, ώστε να μπορεί να συνεχίζεται η καλλιέργεια κάτω
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Σ
60
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι μόνο η παραγωγή «πράσινου» ρεύματος, αλλά το αν τα αγροβολταϊκά μπορούν να στηρίξουν την καλλιέργεια, να προστατεύσουν τη γεωργική γη και να δώσουν στην ύπαιθρο ένα πιο ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο
από τα φωτοβολταϊκά πλαίσια ή να εφαρμόζονται σε οροφές θερμοκηπίων.
Με αποθήκευση Παράλληλα, προβλέπεται δυνατότητα συνδυασμού με συστήματα αποθήκευσης, ενώ η υποβολή αιτημάτων σύνδεσης γίνεται μέσω της πλατφόρμας του ΔΕΔΔΗΕ. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το πλαίσιο επιχειρεί να διασφαλίσει τον αγροτικό χαρακτήρα των έργων, προβλέποντας ετήσια τεχνική έκθεση και υποχρέωση διατήρησης σημαντικού μέρους της παραγωγικής απόδοσης της καλλιέργειας. Για τους παραγωγούς, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο πιθανό συμπληρωματικό εισόδημα, στη διαχείριση του ενεργειακού κόστους και στην προσαρμογή των καλλιεργειών σε δυσκολότερες κλιματικές συνθήκες. Ενας αγρότης που χρησιμοποιεί ενέργεια για άρδευση, ψύξη, θερμοκήπια ή αποθήκευση προϊόντων μπορεί να δει όφελος από σταθερότερη ενεργειακή λύση ή από πρόσθετο έσοδο που δεν εξαρτάται άμεσα από τις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Το όφελος προϋποθέτει σωστή μελέτη και ρεαλιστικό οικονομικό σχεδιασμό. Η εφαρμογή των αγροβολταϊκών δεν μπορεί να είναι ενιαία για όλες τις καλλιέργειες. Αλλες ανάγκες έχει ένας αμπελώνας, άλλες μια δενδρώδης καλλιέργεια, άλλες ένα θερμοκήπιο και άλλες μια εκτατική καλλιέργεια. Η απόσταση μεταξύ των σειρών, το ύψος των βάσεων, η δυνατότητα άρδευσης, η πρόσβαση για συντήρηση και η διέλευση μηχανημάτων είναι παράμετροι που κρίνουν την επιτυχία ή την αποτυχία ενός έργου. Μια εγκατάσταση σχεδιασμένη μόνο με ενεργειακά κριτήρια μπορεί να περιορίσει την παραγωγή, να δυσκολέψει την καθημερινή εργασία και να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς τη γεωργική χρήση της γης.
Προστασία της γεωργικής γης Κρίσιμο ζήτημα παραμένει η προστασία της γεωργικής γης. Η εμπειρία από την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών έργων έχει προκαλέσει προβληματισμό, ιδιαίτερα όπου οι τοπικές κοινωνίες θεωρούν ότι η παραγωγική γη μετατρέπεται σταδιακά σε χώρο ενεργειακών εγκαταστάσεων. Τα αγροβολταϊκά επιχειρούν να απαντήσουν σε αυτή την ανησυχία, αλλά η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο θεσμική. Χρειάζεται έλεγχος στην πράξη, ώστε να διαπιστώνεται ότι η καλλιέργεια συνεχίζεται και ότι η αγροτική χρήση της γης δεν είναι προσχηματική.
Πολυμορφία λύσεων Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα αγροβολταϊκά δεν αποτελούν ενιαία τεχνολογική λύση. Υπάρχουν υπερυψωμένα συστήματα, κάθετες διατάξεις πάνελ, ημιδιαφανείς επιφάνειες σε θερμοκήπια και εφαρμογές που συνδυάζονται με κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Κοινό στοιχείο των αξιόπιστων εφαρμογών είναι η συστηματική παρακολούθηση. Η απόδοση της καλλιέργειας, η παραγωγή ενέργειας, η κατανάλωση νερού, η θερμοκρασία του
εδάφους και οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα πρέπει να καταγράφονται, ώστε οι αποφάσεις να βασίζονται σε δεδομένα και όχι μόνο σε εκτιμήσεις. Για την Ελλάδα, η πρώτη φάση εφαρμογής μπορεί να λειτουργήσει ως πρακτική δοκιμή. Περιοχές με έντονες ανάγκες άρδευσης, υψηλό ενεργειακό κόστος ή αυξημένη έκθεση σε καύσωνες μπορούν να προσφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα. Ιδιαίτερη σημασία θα έχει η επιλογή κατάλληλων καλλιεργειών και η δημιουργία πιλοτικών έργων με μετρήσιμα αποτελέσματα. Ενα επιτυχημένο παράδειγμα, που θα δείχνει ότι παραγωγή τροφίμων και παραγωγή ενέργειας μπορούν να συνυπάρξουν, μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς. Αντίθετα, πρόχειρες εγκαταστάσεις χωρίς αγροτική λογική θα ενισχύσουν την επιφυλακτικότητα. Η κοινωνική αποδοχή θα εξαρτηθεί από τη διαφάνεια. Οι τοπικές κοινωνίες συχνά αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα νέα ενεργειακά έργα, ιδιαίτερα όταν δεν γνωρίζουν ποιος τα υλοποιεί, ποιο είναι το όφελος για την περιοχή και ποιες δεσμεύσεις υπάρχουν για τη χρήση της γης. Η έγκαιρη ενημέρωση, η δημοσιοποίηση των βασικών όρων και η ουσιαστική συμμετοχή των παραγωγών μπορούν να μειώσουν εντάσεις και παρεξηγήσεις. Τα αγροβολταϊκά δεν αποτελούν από μόνα τους λύση για τα προβλήματα της ελληνικής γεωργίας ούτε για τις ανάγκες της ενεργειακής μετάβασης. Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο, εφόσον εφαρμοστούν με σαφείς κανόνες, τεκμηριωμένες μελέτες και διαρκή έλεγχο. Το ζητούμενο είναι να παραμείνει η γεωργική παραγωγή στο κέντρο του σχεδιασμού και η ενέργεια να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Από αυτή την ισορροπία θα κριθεί αν θα αποτελέσουν καινοτομία για την ελληνική ύπαιθρο ή εφαρμογή με περιορισμένο πρακτικό αντίκρισμα ■
Πώς η διπλή χρήση της γης μπορεί να μετατρέψει το αγροτικό τοπίο σε πεδίο παραγωγής τροφής και ενέργειας, χωρίς να χαθεί ο πρωτογενής του χαρακτήρας
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Το κόστος αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που θα καθορίσει την εξέλιξη του μοντέλου. Οι υπερυψωμένες κατασκευές, οι ειδικές βάσεις και οι προσαρμοσμένες μελέτες αυξάνουν την αρχική επένδυση σε σχέση με ένα συμβατικό φωτοβολταϊκό πάρκο. Για μικρούς και μεσαίους παραγωγούς, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνική υποστήριξη και αξιόπιστη πληροφόρηση θα είναι καθοριστική. Αν το μοντέλο βασιστεί σε εξωτερικούς επενδυτές, ο ρόλος του αγρότη μπορεί να περιοριστεί στην παραχώρηση γης. Αντίθετα, συνεταιριστικά σχήματα ή προγράμματα προσαρμοσμένα στον πρωτογενή τομέα μπορούν να διατηρήσουν μεγαλύτερο μέρος της αξίας στις τοπικές οικονομίες. Παράλληλα, η κατάσταση του ηλεκτρικού δικτύου αποτελεί σημαντικό περιορισμό. Σε αρκετές περιοχές καταγράφεται αυξημένη πίεση από έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τη δυνατότητα σύνδεσης νέων εγκαταστάσεων. Για να λειτουργήσει το αγροβολταϊκό μοντέλο, απαιτούνται σαφείς διαδικασίες, ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα και, όπου είναι αναγκαίο, λύσεις αποθήκευσης ή ευέλικτης διαχείρισης της παραγόμενης ενέργειας. Χωρίς αυτά, ακόμη και μικρά έργα μπορεί να καθυστερήσουν ή να χάσουν μέρος της οικονομικής τους βιωσιμότητας.
61
ΟΤΑΝ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Η κρίση των λιπασμάτων Από το χωράφι στο ράφι, η νέα πίεση στο κόστος παραγωγής δοκιμάζει τα όρια της ελληνικής γεωργίας
֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
ε νέο παράγοντα πίεσης για το κόστος παραγωγής εξελίσσονται για τον πρωτογενή τομέα οι τιμές των λιπασμάτων, με τις διεθνείς συνεχόμενες ανατιμήσεις να δημιουργούν ανησυχία. Η εξέλιξη αφορά άμεσα τον πρωτογενή τομέα και στη χώρα μας καθώς η λίπανση επηρεάζει την απόδοση, την ποιότητα και το τελικό εισόδημα των παραγωγών. Σε μια περίοδο υψηλών εισροών, ακριβής ενέργειας, περιορισμένης ρευστότητας και κλιματικής αβεβαιότητας, η νέα επιβάρυνση περιορίζει περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους και αυξάνει τον κίνδυνο παραγωγικής υποχώρησης. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν απότομη επιδείνωση στην αγορά των λιπασμάτων. Συγκεκριμένα, στο μηνιαίο δελτίο διεθνών τιμών εμπορευμάτων, ο δείκτης λιπασμάτων ανέβηκε τον Απρίλιο στις 208,7 μονάδες από τις 145 που βρισκόταν τον Φεβρουάριο. Η ουρία, βασικό αζωτούχο λίπασμα για καλλιέργειες όπως τα σιτηρά, το καλαμπόκι και το βαμβάκι, σχεδόν διπλασιάστηκε, φτάνοντας τα 856,9 δολάρια ανά τόνο, από τα 472 τον Φεβρουάριο. Στο ίδιο διάστημα, το DAP και το TSP, δύο βασικά φωσφορικά λιπάσματα που χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση της ανάπτυξης των καλλιεργειών, κατέγραψαν επίσης υψηλές τιμές. Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλή διακύμανση αγοράς, μια και σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας οι τιμές των λιπασμάτων θα αυξηθούν κατά 31% μέσα στο 2026, με την ουρία περίπου 60% υψηλότερα σε ετήσια βάση. Παράλληλα προειδοποιεί ότι η προσιτότητα των λιπασμάτων υποχωρεί στο χειρότερο επίπεδο από το 2022, διαβρώνοντας τα αγροτικά εισοδήματα και απειλώντας μελλοντικές αποδόσεις. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες εισροές, αυτό μεταφράζεται σε άμεση επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας. Τα εν λόγω σημάδια έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους στην εγχώρια αγορά. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο γενικός δείκτης τιμών εισροών στη γεωργία και την κτηνοτροφία τον φετινό Φεβρουάριο αυξήθηκε κατά 1,1% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Στα λιπάσματα και στα βελτιωτικά εδάφους η αύξηση ήταν 3,4%. Το ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτά τα δεδομένα προηγούνται της διεθνούς έκρηξης του Μαρτίου και του Απριλίου, κάτι που σημαίνει πως το πλήρες βάρος της ανατίμησης πιθανότατα δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στην ελληνική στατιστική εικόνα. Παράγοντες της αγοράς ανέφεραν το προηγούμενο διάστημα ότι προς το παρόν υπάρχουν διαθέσιμα αποθέματα, τα οποία
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Σ
62
Η νέα άνοδος στις τιμές των λιπασμάτων δεν είναι ακόμη μια παροδική ανατίμηση εισροών. Είναι μια πίεση που ακουμπά τον πυρήνα της αγροτικής παραγωγής, δοκιμάζει τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και μεταφέρει την αβεβαιότητα από το χωράφι στην αγορά τροφίμων
όμως σίγουρα δεν θα φτάσουν μέχρι το τέλος της τρέχουσας καλλιεργητικής περιόδου. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί έχει φέρει τον παραγωγό σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι: αν αγοράσει κανονικά τις ποσότητες που χρειάζεται, αυξάνει το κόστος και μειώνει το καθαρό εισόδημα, ενώ αν περιορίσει τη λίπανση, ρισκάρει χαμηλότερη απόδοση και υποβάθμιση ποιότητας. Χαρακτηριστικό είναι πως στα σιτηρά, λιγότερο άζωτο μπορεί να επηρεάσει παραγωγή και πρωτεΐνη. Στο καλαμπόκι, στο βαμβάκι, στο ρύζι και στην πατάτα, λιγότερο λίπασμα σημαίνει αισθητή μείωση της στρεμματικής απόδοσης. Στην ελιά, στο αμπέλι και στα οπωροφόρα, η ανεπαρκής θρέψη επηρεάζει καρπόδεση, μέγεθος, αντοχή και σταθερότητα παραγωγής.
Σε αδύναμη θέση ο ελληνικός πρωτογενής τομέας Το εν λόγω πρόβλημα γίνεται πιο δυσεπίλυτο επειδή ο ελληνικός πρωτογενής τομέας δεν εισέρχεται σε αυτή τη συγκυρία από θέση ισχύος. Ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, η
Η στήριξη της πολιτείας Η ελληνική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει επιδότηση 15% στην αξία των τιμολογίων αγοράς λιπασμάτων, με κάλυψη αγορών από τις 15 Μαρτίου έως τις 31 Αυγούστου 2026, σε μια προσπάθεια στήριξης του πρωτογενούς τομέα. Το μέτρο αφορά περίπου 250.000 αγρότες και νομικά πρόσωπα του πρωτογενούς τομέα, με συνολικό δημοσιονομικό κόστος 41 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η παρέμβαση λειτουργεί περισσότερο ως μερική ανακούφιση παρά ως ουσιαστική απάντηση στην άνοδο των διεθνών τιμών, καθώς δεν αντιμετωπίζει τη βαθύτερη εξάρτηση της ελληνικής παραγωγής από ακριβές εισαγόμενες εισροές. Οπως γνωστοποίησε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, η πλατφόρμα για την υποβολή των τιμολογίων λιπασμάτων αναμένεται να ανοίξει έως το τέλος Μαΐου, ενώ η καταβολή της ενίσχυσης προβλέπεται να γίνει σε τρεις δόσεις, στοιχείο που δείχνει ότι η στήριξη δεν θα φτάσει άμεσα και ενιαία στους παραγωγούς. Συγκεκριμένα, τα τιμολόγια αγορών από τις 15 Μαρτίου έως τις 30 Απριλίου αναμένεται να πληρωθούν στα μέσα Ιουνίου, οι αγορές Μαΐου - Ιουνίου στα μέσα Ιουλίου και οι αγορές Ιουλίου Αυγούστου στα μέσα Σεπτεμβρίου. Ετσι, για αρκετούς αγρότες, το κόστος θα πρέπει πρώτα να καλυφθεί από ίδια κεφάλαια, σε μια περίοδο ήδη περιορισμένης ρευστότητας.
Η μειωμένη λίπανση και οι συνέπειες Η εκτόξευση στις τιμές των λιπασμάτων έχει οδηγήσει πολλούς παραγωγούς να προσπαθούν να μειώσουν τις ποσότητες που ρίχνουν στις καλλιέργειές τους, κάτι που χωρίς την κατάλληλη τεχνική καθοδήγηση δεν ισοδυναμεί με εξοικονόμηση. Αντιθέτως, μπορεί να εξαντλήσει θρεπτικά αποθέματα, να απορρυθμίσει το έδαφος και να μειώσει την αντοχή των φυτών σε ξηρασία ή υψηλές θερμοκρασίες. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η κλιματική αστάθεια αυξάνει ήδη το ρίσκο, τέτοιες αποφάσεις μεταφέρουν το πρόβλημα στην επόμενη χρονιά, σημειώνουν παράγοντες της αγοράς.
αδύναμη συλλογική οργάνωση, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης μειώνουν την ικανότητα απορρόφησης των ανατιμήσεων. Ενας μεγάλος παραγωγός ή ένας οργανωμένος συνεταιρισμός μπορεί να κλείσει ποσότητες, να διαπραγματευτεί καλύτερους όρους και να προγραμματίσει αγορές, ενώ ο μικρός και μεμονωμένος παραγωγός συχνά αγοράζει όταν έχει ρευστότητα ή όταν η καλλιέργεια δεν μπορεί να περιμένει άλλο, με ό,τι και να σημαίνει αυτό για το κόστος που θα κληθεί να καταβάλει. Η διαφορά αυτή δημιουργεί έναν αθέατο μηχανισμό αποκλεισμού. Οσο αυξάνεται η μεταβλητότητα, τόσο ενισχύονται όσοι έχουν οργάνωση, αποθήκευση και χρηματοδότηση, ενώ πιέζονται όσοι λειτουργούν μεμονωμένα. Ετσι, η ακρίβεια στα λιπάσματα δεν πλήττει μόνο τη φετινή καλλιεργητική περίοδο. Μπορεί να επιταχύνει τη συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερα και ισχυρότερα σχήματα, αφήνοντας τις μικρές εκμεταλλεύσεις με μικρότερα περιθώρια επιβίωσης. Για την ελληνική ύπαιθρο, αυτό σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη παραγωγική και κοινωνική πίεση.
Οπως είναι φυσικό η πίεση από όλη αυτή την κατάσταση φτάνει στην αγορά τροφίμων και εν τέλει στον τελικό καταναλωτή. Εάν ο παραγωγός απορροφήσει το κόστος, αποδυναμώνεται ο ίδιος οικονομικά, ενώ αν το μετακυλίσει, το ελληνικό προϊόν γίνεται ακριβότερο. Αν μειώσει τις εισροές, μπορεί να μειωθεί η διαθέσιμη παραγωγή. Ετσι, η τιμή ενός λιπάσματος δεν μένει «κλεισμένη στην αποθήκη του γεωπόνου» αλλά επηρεάζει το χωράφι, τη μεταποίηση, το ράφι και, τελικά, τον καταναλωτή. Το μεγαλύτερο πλήγμα αφορά τη δυνατότητα σχεδιασμού. Ο παραγωγός έχει ήδη δεσμευτεί με σπόρους, ενοίκια, ποτίσματα, εργάτες και δάνεια πριν δει την τελική τιμή πώλησης. Οταν ένα βασικό κόστος αλλάζει απότομα στη μέση της περιόδου, η εκμετάλλευση λειτουργεί με αβεβαιότητα και όχι με επιχειρηματικό προγραμματισμό. Αν οι τιμές των λιπασμάτων παραμείνουν υψηλές, οι συνέπειες θα φανούν πέρα από το φετινό εισόδημα. Μειωμένη λίπανση μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες αποδόσεις, κανονική λίπανση σε μικρότερο κέρδος και μετακύλιση κόστους σε ακριβότερα ελληνικά προϊόντα. Σε μια αγορά όπου οι εισαγωγές πιέζουν και οι καταναλωτές δυσκολεύονται, κανένα από αυτά τα σενάρια δεν είναι ευνοϊκό. Τα λιπάσματα δεν δημιούργησαν μόνα τους την κρίση του πρωτογενούς τομέα. Την αποκαλύπτουν, όμως, με σκληρό τρόπο. Δείχνουν έναν κλάδο που στηρίζει την περιφέρεια και την επισιτιστική ασφάλεια, αλλά παραμένει ευάλωτος σε κάθε διεθνή αναταραχή ■
Για την Ελλάδα, με την υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα εφόδια, η κρίση αυτή απειλεί ταυτόχρονα το κόστος, την ανταγωνιστικότητα και την ίδια τη δυνατότητα προγραμματισμού του πρωτογενούς τομέα
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η πίεση από το χωράφι… στο ράφι
63
ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΡΟΛΟ 64
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΗΜΕΡΑ; Upstream, downstream και LNG ξαναγράφουν τον χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ οι υποδομές ορυκτών καυσίμων κρίνονται πλέον από τη συμβολή τους στην ανθεκτικότητα και στη μετάβαση
65
ΥΔ Ρ Ο ΓΟ Ν Α Ν Θ ΡΑ Κ Ε Σ Σ Ε Μ Ε ΤΑ Β ΑΤ Ι ΚΟ Ρ ΟΛΟ
ΜΕΤΆ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΆΕΡΙΟ
Ο ΦΟΒΟΣ
ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ Η αυξανόμενη εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές και το αμερικανικό αέριο ανοίγει ξανά τη συζήτηση για ασφάλεια εφοδιασμού, στρατηγική αυτονομία και πραγματική απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα ֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
πόλεμος στην Ουκρανία δεν άλλαξε μόνο τις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης, αλλά ανέτρεψε και ολόκληρη τη φιλοσοφία πάνω στην οποία είχε δομηθεί η ενεργειακή της πολιτική τις τελευταίες δεκαετίες. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 2022, η Ευρωπαϊκή Ενωση είχε στηρίξει μεγάλο μέρος της οικονομικής και βιομηχανικής της ανάπτυξης, αλλά και την απόφαση για τη μετάβαση σε μια οικονομία μηδενικών ρύπων, στη σχετικά φτηνή και σταθερή παροχή ρωσικού φυσικού αερίου. Δηλαδή, το φυσικό αέριο θεωρούνταν το «μεταβατικό καύσιμο» που θα επέτρεπε στην Ευρώπη να περάσει σταδιακά από τα ορυκτά καύσιμα σε ένα πιο καθαρό ενεργειακό μοντέλο βασισμένο στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όμως, ανέτρεψε το πλάνο καθώς κατέστησε σαφές ότι η ενεργειακή εξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε γεωπολιτικό όπλο. Αναπόφευκτα, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση ασφάλειας εφοδιασμού. Οι ροές ρωσικού αερίου μέσω αγωγών περιορίστηκαν δραστικά και η Ε.Ε. αναγκάστηκε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να αναζητήσει εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) αναδείχθηκε σε βασικό πυλώνα του νέου ενεργειακού χάρτη της Ευρώπης.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Ο
66
Η Ευρώπη έμαθε με τον πιο βίαιο τρόπο ότι η ενέργεια δεν είναι απλώς εμπόρευμα, αλλά γεωπολιτική ισχύς
Το LNG ως σανίδα σωτηρίας και νέο ρίσκο Σύμφωνα με την ετήσια ανάλυση του ACER, που είναι ο Ευρωπαϊκός Ρυθμιστής Ενέργειας (Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας), το LNG καλύπτει πλέον σχεδόν
το ήμισυ των ευρωπαϊκών αναγκών σε φυσικό αέριο, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εξελιχθεί στον κυρίαρχο προμηθευτή, καλύπτοντας το 58% των συνολικών εισαγωγών LNG της Ευρώπης το 2025. Η μεταβολή αυτή είναι εντυπωσιακή. Το 2019, πριν από την ενεργειακή κρίση, το 47% της συνολικής προμήθειας φυσικού αερίου της Ε.Ε. προερχόταν από ρωσικούς αγωγούς, ενώ το LNG αντιστοιχούσε μόλις στο 23%. Σήμερα η εικόνα έχει αντιστραφεί: το LNG αντιπροσωπεύει το 47% της συνολικής προμήθειας αερίου της Ευρώπης, ενώ το ρωσικό αέριο μέσω αγωγών έχει περιοριστεί μόλις στο 7%. Πρόκειται για μια βαθιά αναδιάρθρωση του ενεργειακού μίγματος της Ευρώπης, που συντελέστηκε σε ελάχιστα χρόνια.
Απεξάρτηση από τη Ρωσία, εξάρτηση από τις αγορές Ωστόσο, η απεξάρτηση από τη Ρωσία δημιουργεί ένα νέο στρατηγικό ερώτημα και συγκεκριμένα, όπως επιμένουν αναλυτές, μπορεί η Ευρώπη να διασφαλίσει την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να αντικαταστήσει μια εξάρτηση με μια άλλη; Ηδη, πάντως, η αυξανόμενη στροφή προς το αμερικανικό LNG προκαλεί ήδη προβληματισμό. Παρότι η διαφοροποίηση προμηθευτών αποτελεί βασικό στόχο της ευρωπαϊκής πολιτικής, η υπερβολική εξάρτηση από μία μόνο χώρα, ακόμη κι αν πρόκειται για σύμμαχο, ενέχει κινδύνους. Το LNG εξαρτάται από τις διεθνείς αγορές, τις ναυτιλιακές διαδρομές και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, γεγονός που καθιστά την αγορά πιο ευάλωτη σε κρίσεις και διακυμάνσεις τιμών. Στο φόντο αυτό ο ACER προειδοποιεί ότι η αυξημένη συμμε-
Τα Στενά του Ορμούζ και η εύθραυστη ασφάλεια του LNG Η ανησυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ο γεωπολιτικός παράγοντας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και ειδικά στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG. Σύμφωνα με την ανάλυση του ACER, ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών θα μπορούσε να αφαιρέσει έως και 112 bcm LNG από την παγκόσμια αγορά, προκαλώντας σοβαρό έλλειμμα προσφοράς και νέα εκτίναξη τιμών στην Ευρώπη. Είναι, δηλαδή, ξεκάθαρο ότι οι ενεργειακές ροές παραμένουν εξαιρετικά ευάλωτες απέναντι στις διεθνείς κρίσεις, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις εισαγωγές καυσίμων.
Η πραγματική απάντηση είναι η μείωση της ζήτησης Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχειρεί να αναπτύξει μια πιο σύνθετη στρατηγική μέσω του σχεδίου REPowerEU. Ο στόχος δεν είναι μόνο η αντικατάσταση
του ρωσικού αερίου, αλλά η συνολική μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Η στρατηγική αυτή στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: εξοικονόμηση ενέργειας, διαφοροποίηση προμηθευτών και επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ. Η Ε.Ε. επιδιώκει μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης κατά 11,7% έως το 2030 και αύξηση της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο 42,5%, με προοπτική να φτάσει ακόμη και το 45%. Η ενεργειακή μετάβαση, όμως, δεν είναι απλή υπόθεση. Η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την ανάγκη διατήρησης προσιτών τιμών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού μοντέλου, καθώς οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας προκάλεσαν έντονες πιέσεις στη βιομηχανία και φόβους αποβιομηχάνισης. Παράλληλα, οι πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών περιπλέκουν την εφαρμογή μιας κοινής στρατηγικής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παρουσιάσει οδικό χάρτη για την πλήρη απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια έως το 2027. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα πρέπει να διακόψουν όλες τις συμβάσεις με ρωσικούς προμηθευτές φυσικού αερίου μέχρι το τέλος του 2027. Ωστόσο, χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία αντιδρούν έντονα, θεωρώντας ότι η διακοπή των ρωσικών ροών θα αυξήσει περαιτέρω το ενεργειακό κόστος και θα επιβαρύνει τις οικονομίες τους. Οι αντιστάσεις αυτές αποκαλύπτουν τις διαφορετικές ταχύτητες και ανάγκες εντός της Ε.Ε.. Επιπλέον, η εφαρμογή ενός πλήρους εμπάργκο είναι νομικά και πολιτικά περίπλοκη, καθώς απαιτεί ομοφωνία μεταξύ των κρατών-μελών.
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ενωση κινήθηκε με ταχύτητα για να περιορίσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο και να διασφαλίσει την επάρκεια εφοδιασμού
Mπορεί η ήπειρος να χτίσει ενεργειακή ασφάλεια χωρίς να αντικαταστήσει μια εξάρτηση με μια άλλη;
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
τοχή του LNG ενισχύει την έκθεση της Ευρώπης σε κινδύνους όπως η συγκέντρωση προμηθειών, η αστάθεια των spot αγορών και οι γεωπολιτικές εντάσεις. Το 2025 οι εισαγωγές LNG της Ε.Ε. έφτασαν τα 146 bcm, ιστορικό υψηλό, ενώ η Ευρώπη παρέλαβε συνολικά 1.650 φορτία LNG, σημαντικά περισσότερα από το προηγούμενο έτος. Το αμερικανικό LNG αντιστοιχεί πλέον περίπου στο ένα τέταρτο της συνολικής ευρωπαϊκής κατανάλωσης φυσικού αερίου.
67
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
68
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Αραγε, μπορεί η Ευρώπη να εξασφαλίσει ενεργειακή ασφάλεια χωρίς νέες εξαρτήσεις;
Η Ελλάδα ως πύλη LNG στη Νοτιοανατολική Ευρώπη
Από τις υποδομές στην πραγματική αυτονομία
Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ελλάδα επιδιώκει να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η χώρα έχει ήδη μετατοπιστεί σημαντικά προς το LNG, το οποίο πλέον ξεπερνά το αέριο αγωγού ως βασική πηγή τροφοδοσίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, το LNG κάλυψε το πρώτο τρίμηνο του 2026 το 56% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου, ενώ οι εισαγωγές υγροποιημένου αερίου αυξήθηκαν κατά 36% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Δεν είναι τυχαίο ότι την Παρασκευή 15 Μαΐου, στην Αθήνα έλαβε χώρα η Τετραμερής Υπουργική Συνάντηση για την Ενέργεια και τη Διασυνδεσιμότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με τη συμμετοχή των υπουργών και εκπροσώπων αρμόδιων για θέματα ενέργειας της Ελλάδας, της Σερβίας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, οι συμμετέχοντες αντάλλαξαν απόψεις για τις προκλήσεις της ευρωπαϊκής και περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας, την ενίσχυση των διασυνδέσεων και της ενεργειακής συνεργασίας στην περιοχή, καθώς και για την ανάγκη επιτάχυνσης στρατηγικών ενεργειακών υποδομών. Επίσης, αποφάσισαν να θεσμοθετήσουν την Τετραμερή Υπουργική, με την επόμενη συνάντηση να λαμβάνει χώρα στη Σερβία, τον Σεπτέμβριο. Καθοριστικό, πάντως, ρόλο σε αυτή τη στρατηγική παίζουν οι ενεργειακές υποδομές της χώρας. Η Ρεβυθούσα και το FSRU Αλεξανδρούπολης διαθέτουν συνολική δυναμικότητα αεριοποίησης έως και 12,5 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως, ποσότητα που υπερκαλύπτει τις εγχώριες ανάγκες και επιτρέπει σημαντικές εξαγωγές προς τα Βαλκάνια. Η Ελλάδα επιδιώκει να λειτουργήσει ως πύλη εισόδου LNG προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, μέσω του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου. Οι εξαγωγές φυσικού αερίου καταγράφουν ήδη σημαντική αύξηση. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 ανήλθαν σε 5,99 TWh, υπερτετραπλάσιες σε σχέση με το 2025. Το μεγαλύτερο μέρος διοχετεύθηκε μέσω Σιδηροκάστρου προς τη Βουλγαρία και άλλες αγορές της περιοχής, ενώ σημαντικές ποσότητες εξήχθησαν και μέσω του IGB από την Κομοτηνή. Παράλληλα, η Ελλάδα συνεχίζει να λαμβάνει αέριο αγωγού από το Αζερμπαϊτζάν μέσω του TAP, ενώ εξετάζεται και η επέκταση της δυναμικότητας του αγωγού. Η διαφοροποίηση πηγών και οδεύσεων θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της ασφάλειας εφοδιασμού.
Την ίδια στιγμή, η χώρα έχει καταθέσει στις Βρυξέλλες τον ελληνικό οδικό χάρτη για την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το τέλος του 2027, στο πλαίσιο του REPowerEU. Το σχέδιο βασίζεται τόσο στην ενίσχυση των εισαγωγών LNG όσο και στη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου μέσω εξοικονόμησης ενέργειας και εξηλεκτρισμού. Η διείσδυση των ΑΠΕ αποτελεί τον δεύτερο βασικό πυλώνα της στρατηγικής. Σήμερα, πάνω από το 70% της εγχώριας κατανάλωσης φυσικού αερίου κατευθύνεται στην ηλεκτροπαραγωγή. Ωστόσο, σύμφωνα με το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ, η παραγωγή ηλεκτρισμού από μονάδες φυσικού αερίου αναμένεται να μειωθεί σταδιακά έως το 2030, καθώς θα αυξάνεται η συμμετοχή των ΑΠΕ και των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας. Ιδιαίτερα σημαντικός θεωρείται ο ρόλος των μπαταριών και των τεχνολογιών αποθήκευσης, οι οποίες θα επιτρέψουν καλύτερη αξιοποίηση της ενέργειας από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Παράλληλα, ο εξηλεκτρισμός της κατανάλωσης μέσω τεχνολογιών όπως οι αντλίες θερμότητας μπορεί να περιορίσει περαιτέρω τη χρήση φυσικού αερίου σε θέρμανση και ψύξη. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Αραγε, μπορεί η Ευρώπη να εξασφαλίσει ενεργειακή ασφάλεια χωρίς νέες εξαρτήσεις; Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται όχι μόνο στη διαφοροποίηση προμηθευτών, αλλά κυρίως στη μείωση της συνολικής ανάγκης για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Οσο η ευρωπαϊκή οικονομία εξαρτάται από μεγάλες εισαγωγές φυσικού αερίου, θα παραμένει ευάλωτη σε γεωπολιτικές κρίσεις, διακυμάνσεις τιμών και διεθνείς ανταγωνισμούς. Η πραγματική στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με αμερικανικό LNG ή άλλες εισαγωγές. Απαιτεί ένα νέο ενεργειακό μοντέλο, βασισμένο στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τις διασυνδέσεις, την αποθήκευση, την εξοικονόμηση και την τεχνολογική καινοτομία. Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον σε μια κρίσιμη καμπή: είτε θα αξιοποιήσει την κρίση ως ευκαιρία για μια πιο ανθεκτική και βιώσιμη ενεργειακή αρχιτεκτονική είτε θα μεταφέρει απλώς την εξάρτησή της από έναν προμηθευτή σε έναν άλλο. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη δεκαετία θα καθορίσει αν η ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση θα οδηγήσει πράγματι σε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία ή αν η ήπειρος θα συνεχίσει να κινείται μέσα σε έναν φαύλο κύκλο ενεργειακών εξαρτήσεων και γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων ■
Το εργοστάσιο της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας δείχνει πώς η πράσινη μετάβαση της βιομηχανίας συνδέεται με την παραγωγή, την εξοικονόμηση πόρων, την αγροτική αλυσίδα και την τοπική οικονομία
Η
ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ 24 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ
ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΙΟ ΒΙΏΣΙΜΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ
ADVERTORIAL
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΥΣΙΔΑ ΑΞΙΑΣ Κεντρικό πεδίο είναι η θερμική ενέργεια, ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα για κλάδους με υψηλές ανάγκες σε θερμότητα, όπως η ζυθοποιία. Σε αυτό εντάσσεται η ολοκλήρωση του ηλιοθερμικού πάρκου ισχύος 5,75 MW, από τα μεγαλύτερα στην Ελλάδα, που αναμένεται να καλύπτει έως και το 25% των θερμικών αναγκών της μονάδας. Είχε προηγηθεί φωτοβολταϊκό πάρκο ισχύος 1 MW, ενισχύοντας το ενεργειακό προφίλ του εργοστασίου. Η κατεύθυνση αυτή δεν είναι αποσπασματική. Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία επενδύει σε έργα ενεργειακής μετάβασης και βιώσιμης ανάπτυξης. Τα αποτελέσματα αποτυπώνονται σε συγκεκριμένους δείκτες: μείωση εκπομπών CO₂ κατά 71% σε σχέση με το 2015, εξοικονόμηση 405 εκατ. λίτρων νερού ετησίως και περιορισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας κατά 3,5 εκατ. kWh τον χρόνο. Το 2025, η μονάδα της Πάτρας έλαβε τη βαθμίδα Silver ανάμεσα στα εργοστάσια της HEINEKEN, διάκριση που κατέχουν μόλις 12 εργοστάσια παγκοσμίως, ενώ κατέλαβε τη
δεύτερη θέση μεταξύ 52 ευρωπαϊκών μονάδων ως προς την παραγωγικότητα και την επίτευξη στόχων. Η αλλαγή, όμως, δεν σταματά στο εργοστάσιο. Μέσω του βυνοποιείου της Πάτρας, ενός από τα ελάχιστα της HEINEKEN στην
Ευρώπη, και της μονάδας στη Θεσσαλονίκη, η εταιρεία έχει αναπτύξει εδώ και 18 χρόνια πρόγραμμα συμβολαιακής καλλιέργειας κριθαριού με περισσότερους από 2.000 Ελληνες παραγωγούς. Η πλατφόρμα ευφυούς γεωργίας «Εξυπνη Σπορά», με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενισχύει τη σύνδεση της βιομηχανίας με τον πρωτογενή τομέα. Η προσέγγιση στηρίζει την εγχώρια παραγωγή, περιορίζει την εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες και δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις προσαρμογής στην κλιματική μεταβλητότητα. Σύμφωνα με σχετική έρευνα που πραγματοποίησε η ΕΥ το 2025, η συνολική προστιθέμενη αξία της ανέρχεται σε 763 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,32% του ΑΕΠ, ενώ η φορολογική της συνεισφορά φθάνει τα 764 εκατ. ευρώ. Η δραστηριότητά της στηρίζει 37.000 θέσεις εργασίας, με κάθε άμεση θέση να συνδέεται με άλλες 49 στην οικονομία και περίπου 14.000 νοικοκυριά να επωφελούνται από την παρουσία της. Στην Αχαΐα, μετά τις πυρκαγιές του 2025, το πρόγραμμα «Δίπλα στην Πάτρα» χρηματοδοτεί έργα ύδρευσης, δεξαμενές πυρόσβεσης και εξοπλισμό για το Πυροσβεστικό Σώμα και τους εθελοντές. Ετσι, η βιώσιμη παραγωγή γίνεται μέρος μιας ευρύτερης σχέσης με τον τόπο.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ενεργειακή μετάβασ η τη ς βιομηχανίας δεν κρίνεται μόνο στους στόχους, αλλά στη γραμμή παραγωγής. Στην Πάτρα, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να δείξει πώς μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα μπορεί να μειώσει το ενεργειακό και περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, χωρίς να αποσυνδεθεί από την παραγωγή, την αγροτική οικονομία και την τοπική κοινωνία. Το εργοστάσιό της στην Πάτρα, το μεγαλύτερο ζυθοποιείο της χώρας, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας. Με επενδύσεις άνω των 60 εκατ. ευρώ μέσα σε μία δεκαετία, η μονάδα έχει εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς για τη βιώσιμη παραγωγή στο δίκτυο της εταιρείας, συνδυάζοντας παρεμβάσεις στην ενέργεια, στο νερό, στην αποδοτικότητα και στη διαχείριση των υποπροϊόντων. Η σημασία της περίπτωσης βρίσκεται στο ότι οι παρεμβάσεις αφορούν τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της παραγωγής.
69
ΥΔ Ρ Ο ΓΟ Ν Α Ν Θ ΡΑ Κ Ε Σ Σ Ε Μ Ε ΤΑ Β ΑΤ Ι ΚΟ Ρ ΟΛΟ
ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Η Ανατολική Μεσόγειος ξανά στον χάρτη των υδρογονανθράκων Από την Ελλάδα και την Κύπρο έως το Ισραήλ και την Αίγυπτο, το φυσικό αέριο επανέρχεται ως εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας – αλλά και ως σημείο τριβής με τους στόχους της πράσινης μετάβασης
֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
Ανατολική Μεσόγειος, πέρα από τη θέση της στις παγκόσμιες λεωφόρους μεταφορών, ενεργειακών και μη, μπαίνει δυναμικά στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενεργειακού χάρτη, μέσα από τις έρευνες και την παραγωγή υδρογονανθράκων (upstream), σε μια ιδιαίτερη γεωπολιτική και οικονομική συγκυρία. Με φόντο την ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών, την ανάγκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης για διαφοροποίηση πηγών προμήθειας και την αναζήτηση νέων στρατηγικών ισορροπιών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η περιοχή μετατρέπεται σε πεδίο έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος αλλά και ανταγωνισμών. Η είσοδος κορυφαίων ενεργειακών κολοσσών, όπως η ExxonMobil, η Chevron, η TotalEnergies, η Eni και η QatarEnergy, δημιουργεί ένα νέο πλέγμα συμμαχιών που εκτείνεται από την Ελλάδα και την Κύπρο έως το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και τις περιφερειακές αβεβαιότητες, οι επενδύσεις όχι μόνο δεν επιβραδύνονται, αλλά, μετά τη δεύτερη θητεία του Ντ. Τραμπ στην ηγεσία των ΗΠΑ, επιταχύνονται, επιβεβαιώνοντας ότι το φυσικό αέριο εξακολουθεί να θεωρείται «καύσιμο-γέφυρα» για την ενεργειακή μετάβαση, την ώρα που και το πετρέλαιο παραμένει ως βασικό καύσιμο για την παγκόσμια οικονομία, παρά τις αναφορές περί από ανθρακοποίησης.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η
70
Η Ανατολική Μεσόγειος ξαναγράφεται στον ενεργειακό χάρτη, με γεωτρήσεις, διεθνείς κολοσσούς και νέες γεωπολιτικές συμμαχίες
Η Ελλάδα ως ενεργειακή πύλη προς την Ευρώπη Σε αυτή τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου της
Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η γεωγραφική θέση της χώρας, οι ενεργειακές υποδομές που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια και η στενή στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο ευκαιριών. Οι βαλκανικοί ενεργειακοί διάδρομοι, οι επενδύσεις σε LNG και οι έρευνες υδρογονανθράκων συνδέονται πλέον με μια συνολικότερη στρατηγική γεωπολιτικής αναβάθμισης. Το τελευταίο διάστημα, κυβερνητικά στελέχη και διαχειριστές ενεργειακών δικτύων υπογραμμίζουν ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον τις απαραίτητες υποδομές για να αποτελέσει βασική πύλη εισόδου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο λεγόμενος Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, ένα σχέδιο που επιδιώκει να συνδέσει ενεργειακά την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, τη Σερβία, τη Βόρεια Μακεδονία και την Κεντρική Ευρώπη, διευκολύνοντας τη μεταφορά αμερικανικού LNG και άλλων εναλλακτικών πηγών φυσικού αερίου. Η σημασία του έργου ενισχύεται από τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης για σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη αποκτά έτσι κομβικό ρόλο στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική της ηπείρου. Η ενεργειακή ασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως εθνική υπόθεση, αλλά ως συλλογική ευρωπαϊκή ευθύνη που απαιτεί συντονισμό κρατών, δικτύων και αγορών. Καθοριστική θεωρείται η αναβάθμιση των ελληνικών υποδομών φυσικού αερίου. Η εξαγωγική δυνατότητα του ελληνικού συστήματος έχει ήδη διπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, ενώ νέα έργα σε Αμπελιά και Κομοτηνή αναμένεται να αυξήσουν περαιτέρω τη δυναμικότητα. Παράλληλα, προχωρούν ο διασυνδετήριος αγωγός Ελλάδας - Βόρειας Μακεδονίας, οι παρεμβά-
Τα μεγάλα ρίσκα των βαθιών νερών Την ίδια στιγμή, όμως, οι εξελίξεις καταδεικνύουν και τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Η απόφαση της κοινοπραξίας ExxonMobil - Helleniq Energy να επιστρέψει το θαλάσσιο μπλοκ «Δυτικά της Κρήτης» στο ελληνικό Δημόσιο ανέδειξε τα υψηλά τεχνικά και οικονομικά ρίσκα των ερευνών σε βαθιά νερά. Η περιοχή θεωρείται γεωλογικά σύνθετη και απαιτεί τεράστια επενδυτικά κεφάλαια, ενώ η απουσία τρισδιάστατων σεισμικών ερευνών επιβεβαίωνε ήδη τη χαμηλότερη προτεραιότητα που είχε δοθεί στο συγκεκριμένο πεδίο.
σεις στη Νέα Μεσημβρία και ο αγωγός Καρπερή - Κομοτηνή, ενισχύοντας την ευελιξία και τη διασυνοριακή συνδεσιμότητα του συστήματος.
Το ελληνικό στοίχημα των γεωτρήσεων Ωστόσο, η ελληνική ενεργειακή στρατηγική δεν περιορίζεται μόνο στις υποδομές μεταφοράς. Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται δυναμικά και το ζήτημα των ερευνών υδρογονανθράκων, κυρίως στις θαλάσσιες περιοχές του Ιονίου και της Κρήτης. Η κυβέρνηση και η ΕΔΕΥΕΠ εκτιμούν ότι υπάρχει ένα κρίσιμο «παράθυρο ευκαιρίας» για την αξιοποίηση πιθανών εγχώριων κοιτασμάτων, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά ασφαλείς και πολιτικά σταθερές πηγές τροφοδοσίας. Στο επίκεντρο των σχεδιασμών βρίσκεται η προγραμματισμένη γεώτρηση στο «Block 2», η οποία θεωρείται ορόσημο για το ελληνικό πρόγραμμα, καθώς θα αποτελέσει την πρώτη υπεράκτια διερευνητική γεώτρηση μεγάλου βάθους στην Ελλάδα έπειτα από περίπου τέσσερις δεκαετίες. Η συμμετοχή εταιρειών όπως η ExxonMobil και η Chevron προσδίδει ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα στις έρευνες, καθώς η παρουσία αμερικανικών κολοσσών λειτουργεί και ως έμμεσος παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή. Παράλληλα, η αγορά προσανατολίζεται σε νέες σεισμικές έρευνες και ενδεχομένως σε έναν νέο γύρο παραχωρήσεων τύπου «open door», μέσω του οποίου διαθέσιμα θαλάσσια μπλοκ θα μπορούν να προσελκύουν επενδυτικό ενδιαφέρον σε μόνιμη βάση. Στο ραντάρ επανέρχονται περιοχές όπως ο Κυπαρισσιακός κόλπος, η νοτιοδυτική Κρήτη αλλά και παλαιότερες χερσαίες παραχωρήσεις που είχαν εγκαταλειφθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Παρά, πάντως, τις επιμέρους αναδιπλώσεις, η συνολική εικόνα στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει ανοδική. Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται πλέον στην πιο κρίσιμη φάση του ενεργειακού της προγράμματος, επιδιώκοντας να εξελιχθεί σε παραγωγό και εξαγωγέα φυσικού αερίου έως το 2028. Το κοίτασμα «Κρόνος» στο Τεμάχιο 6, που αναπτύσσεται από τις Eni και TotalEnergies, θεωρείται πιθανή πρώτη πηγή κυπριακού αερίου προς την Ευρώπη μέσω Αιγύπτου. Παράλληλα, στο κοίτασμα «Αφροδίτη» προχωρούν οι επενδύσεις Chevron, Shell και NewMed Energy, ενώ η ExxonMobil και η QatarEnergy δηλώνουν έτοιμες για εμπορική αξιοποίηση του κοιτάσματος «Γλαύκος». Το Ισραήλ, από την πλευρά του, εδραιώνεται ως η ισχυρότερη ενεργειακή δύναμη της περιοχής. Η επέκταση του κοιτάσματος Λεβιάθαν, με επενδύσεις άνω των 2 δισ. δολαρίων, αναμένεται να αυξήσει σημαντικά την παραγωγική δυναμικότητα της χώρας, ενώ οι συμφωνίες εξαγωγών προς την Αίγυπτο ενισχύουν τον ρόλο του Ισραήλ ως βασικού προμηθευτή φυσικού αερίου στην περιοχή. Καθοριστικός παραμένει και ο ρόλος της Αιγύπτου, η οποία διαθέτει τις βασικές υποδομές υγροποίησης LNG στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι σταθμοί σε Ιντκού και Δαμιέτη λειτουργούν ως βασικές πύλες εξαγωγής προς την Ευρώπη, προσφέροντας τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα που απαιτούν τα μεγάλα projects της περιοχής. Ωστόσο, η επανεκκίνηση των εξορυκτικών σχεδίων προκαλεί και έντονες αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις. Η Greenpeace και άλλοι φορείς υποστηρίζουν ότι οι νέες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα έρχονται σε αντίθεση με τους στόχους της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Παράλληλα, εκφράζονται ανησυχίες για τις επιπτώσεις των σεισμικών ερευνών και των γεωτρήσεων σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές, όπως η Ελληνική Τάφρος, βιότοπος σημαντικών θαλάσσιων ειδών. Η συζήτηση για το μέλλον του upstream στην Ανατολική Μεσόγειο αποτυπώνει τελικά το ευρύτερο δίλημμα της εποχής που συμπυκνώνεται στο ερώτημα για το πώς μπορεί να συνδυαστεί η ενεργειακή ασφάλεια με την πράσινη μετάβαση. Για τις κυβερνήσεις και τις εταιρείες, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εργαλείο οικονομικής και γεωπολιτικής σταθερότητας. Για τους επικριτές των εξορύξεων, όμως, η επιμονή στα ορυκτά καύσιμα κινδυνεύει να καθυστερήσει τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο. Σε κάθε περίπτωση, η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Οι επενδύσεις, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και οι γεωπολιτικές συμμαχίες που διαμορφώνονται σήμερα θα καθορίσουν όχι μόνο την οικονομική πορεία της περιοχής, αλλά και τον ρόλο της στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη των επόμενων δεκαετιών ■
Ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού και την κλιματική ουδετερότητα, το φυσικό αέριο δοκιμάζει τα όρια της πράσινης μετάβασης
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Οι τρεις κρίσιμοι παίκτες της Ανατολικής Μεσογείου
71
ΥΔ Ρ Ο ΓΟ Ν Α Ν Θ ΡΑ Κ Ε Σ Σ Ε Μ Ε ΤΑ Β ΑΤ Ι ΚΟ Ρ ΟΛΟ
DOWNSTREAM ΚΆΙ ΔΙΎΛΙΣΗ
Ο νέος ρόλος τους στην ενεργειακή μετάβαση Από τελικός κρίκος της πετρελαϊκής αλυσίδας, το downstream καλείται πλέον να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού και την απανθρακοποίηση, διατηρώντας την οικονομία σε κίνηση, ενώ επενδύει σταδιακά σε ένα πιο καθαρό ενεργειακό μοντέλο
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
72
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο. Ενώ επιταχύνει την πολιτική απανθρακοποίησης, εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από υγρά καύσιμα
ενεργειακή μετάβαση δεν αλλάζει μόνο το μείγμα παραγωγής ενέργειας. Αλλάζει και τον ρόλο των κλάδων που, για δεκαετίες, θεωρούνταν συνδεδεμένοι σχεδόν αποκλειστικά με την εποχή των ορυκτών καυσίμων. Στο επίκεντρο αυτής της αναδιάταξης βρίσκεται το downstream, δηλαδή η διύλιση, η εμπορία και η διανομή καυσίμων. Για χρόνια, ο κλάδος λειτουργούσε ως ο τελικός κρίκος της αλυσίδας πετρελαίου, με βασική αποστολή την επεξεργασία αργού και την τροφοδοσία της αγοράς με καύσιμα. Σήμερα, όμως, καλείται να διαχειριστεί μια πολύ πιο σύνθετη εξίσωση: να διασφαλίσει την ενεργειακή επάρκεια σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και, ταυτόχρονα, να μετασχηματιστεί σε πυλώνα της νέας ενεργειακής οικονομίας. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα παραδοσιακά διυλιστήρια μετατρέπονται σταδιακά σε πολυενεργειακά κέντρα. Η λειτουργία τους δεν περιορίζεται πλέον στην παραγωγή βενζίνης και ντίζελ, αλλά επεκτείνεται σε βιοκαύσιμα νέας γενιάς, βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα, πράσινο υδρογόνο, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εφαρμογές κυκλικής οικονομίας. Ουσιαστικά, το downstream αποκτά έναν διττό ρόλο. Παραμένει ο μηχανισμός που κρατά «ζωντανή» την οικονομία, καλύπτοντας κρίσιμες ανάγκες μεταφορών, βιομηχανίας και
Η
εφοδιασμού, ενώ παράλληλα χρηματοδοτεί και οικοδομεί τη μετάβαση προς ένα πιο καθαρό ενεργειακό μοντέλο.
Η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο προσκήνιο Οι γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων ετών επανέφεραν με ένταση το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς και οι πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα απέδειξαν ότι η επάρκεια καυσίμων δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, τα διυλιστήρια απέκτησαν εκ νέου στρατηγική σημασία. Η δυνατότητα επεξεργασίας διαφορετικών τύπων αργού, η διαφοροποίηση των προμηθευτών και η ευελιξία στη διαχείριση φορτίων αποτελούν πλέον κρίσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την πράσινη μετάβαση, αλλά και την ανθεκτικότητα των υποδομών απέναντι σε κρίσεις που μπορούν να προκαλέσουν ελλείψεις, αναταράξεις στην αγορά ή εκτίναξη τιμών. Ειδικά η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο. Ενώ επιταχύνει την πολιτική απανθρακοποίησης, εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από υγρά καύσιμα για τις μεταφορές, τη βιομηχανία, την αεροπορία και τη ναυτιλία. Αυτό σημαίνει ότι η σταθερή λειτουργία του downstream
Το κόστος της μετάβασης και οι πιέσεις στην αγορά Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε και μια δεύτερη πραγματικότητα: η μετάβαση έχει υψηλό οικονομικό κόστος. Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας επηρέασαν άμεσα τον πληθωρισμό, συμπαρασύροντας το μεταφορικό κόστος, τη βιομηχανική παραγωγή και, τελικά, το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, το downstream μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμος μηχανισμός σταθεροποίησης. Η διατήρηση επαρκών αποθεμάτων, η εξασφάλιση εναλλακτικών ροών προμήθειας και η αποτελεσματική διαχείριση των logistics μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις των διεθνών κρίσεων στην εγχώρια αγορά. Την ίδια ώρα, οι ίδιες οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ σε νέες τεχνολογίες, χωρίς να χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Η παραγωγή βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων, η ανάπτυξη μονάδων πράσινου υδρογόνου, η εγκατάσταση υποδομών αποθήκευσης ενέργειας και η αναβάθμιση των δικτύων διανομής απαιτούν μεγάλα κεφάλαια, σε μια περίοδο αυξημέ-
νου κόστους δανεισμού και έντονου διεθνούς ανταγωνισμού. Ετσι, τα έσοδα από τη συμβατική διύλιση αποκτούν έναν νέο ρόλο: χρηματοδοτούν τη μετάβαση. Οι ταμειακές ροές από τα παραδοσιακά καύσιμα αποτελούν σήμερα βασικό εργαλείο για επενδύσεις σε ΑΠΕ, ηλεκτρισμό, αποθήκευση και νέες ενεργειακές δραστηριότητες.
Από τα διυλιστήρια στα energy hubs Η εικόνα των σύγχρονων διυλιστηρίων αλλάζει σταδιακά. Οι μονάδες μετασχηματίζονται σε ολοκληρωμένα ενεργειακά κέντρα, που συνδυάζουν τη διύλιση με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, βιοκαυσίμων και χημικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. χΣημαντικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση αναμένεται να παίξει το πράσινο υδρογόνο, το οποίο μπορεί σταδιακά να αντικαταστήσει το «γκρίζο» υδρογόνο που χρησιμοποιείται σήμερα στις διεργασίες διύλισης. Παράλληλα, τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα αποκτούν αυξανόμενη σημασία στη στρατηγική των μεγάλων ομίλων, καθώς η μείωση των εκπομπών Scope 1 και Scope 2 εξελίσσεται σε κρίσιμο δείκτη αξιολόγησης για επενδυτές, τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Την ίδια ώρα, η εμπορία και η λιανική αλλάζουν πρόσωπο. Τα πρατήρια καυσίμων μετατρέπονται σταδιακά σε πολυενερ-
Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας επηρέασαν άμεσα τον πληθωρισμό, συμπαρασύροντας το μεταφορικό κόστος και τη βιομηχανική παραγωγή
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
παραμένει καθοριστική για την οικονομική δραστηριότητα, την εφοδιαστική συνέχεια και, τελικά, την κοινωνική συνοχή.
73
γειακούς σταθμούς, με ταχυφορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων, υπηρεσίες φυσικού αερίου και, μελλοντικά, υποδομές υδρογόνου. Η λογική του retail downstream επεκτείνεται πλέον πέρα από το καύσιμο, με έμφαση στις υπηρεσίες, τη διαχείριση ενέργειας και τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η ελληνική αγορά σε φάση αναδιάταξης
74
Η επόμενη δεκαετία θα δείξει ποιοι θα καταφέρουν να συνδυάσουν με επιτυχία την ασφάλεια εφοδιασμού με την απανθρακοποίηση
Στην Ελλάδα, οι δύο μεγάλοι όμιλοι διύλισης, η HELLENiQ ENERGY και η Motor Oil, επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην παραδοσιακή δραστηριότητα και τη νέα ενεργειακή πραγματικότητα. Η HELLENiQ ENERGY δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου της. Η διοίκηση του ομίλου έχει υπογραμμίσει ότι η κερδοφορία δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τα περιθώρια διύλισης, αλλά από ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο με παρουσία στον ηλεκτρισμό, το φυσικό αέριο, τις ΑΠΕ και την εμπορία. Το 2025 αποτέλεσε ακόμη μία χρονιά υψηλής λειτουργικής κερδοφορίας, με EBITDA άνω του 1,1 δισ. ευρώ και σημαντικές επενδύσεις σε έργα καθαρής ενέργειας. Κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής της είναι η μετατροπή της EnerWave σε ολοκληρωμένη πλατφόρμα ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, καθώς και η ανάπτυξη χαρτοφυλακίου ΑΠΕ με στόχο ισχύ 1,5 GW έως το 2027. Παράλληλα, ο όμιλος επενδύει στην ενίσχυση των εξαγωγών, στην εμπορία premium καυσίμων και στη βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής του αλυσίδας μέσω νέων εμπορικών κόμβων και αγωγών. Από την πλευρά της, η Motor Oil εστιάζει στην ευελιξία του διυλιστηρίου της και στη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας αργού. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι πιέσεις στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξαν τη σημασία της δυνατότητας ταχείας προσαρμογής του μείγματος τροφοδοσίας. Η εταιρεία
αξιοποιεί φορτία από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, ενώ επενδύει σε τεχνολογίες που της επιτρέπουν να παράγει προϊόντα υψηλής ζήτησης, όπως αεροπορικά καύσιμα και ντίζελ. Παράλληλα, επιταχύνει τις επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση μέσω της MORE, με μεγάλα έργα φωτοβολταϊκών, αποθήκευσης ενέργειας και πράσινου υδρογόνου. Οι επενδύσεις στη μονάδα ηλεκτρόλυσης και στις νέες ενεργειακές υποδομές δείχνουν ότι ακόμη και οι πλέον παραδοσιακοί παίκτες της αγοράς αντιλαμβάνονται πως το μέλλον της διύλισης θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την καθαρή ενέργεια.
Η νέα ισορροπία Το downstream δεν βρίσκεται πλέον απλώς στο τέλος της ενεργειακής αλυσίδας. Βρίσκεται στο επίκεντρο του μετασχηματισμού της. Η ενεργειακή ασφάλεια, η διαχείριση του κόστους, η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών δικτύων και η ανάγκη χρηματοδότησης της πράσινης μετάβασης επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο του κλάδου διεθνώς. Για την Ελλάδα, όπου η διύλιση αποτελεί στρατηγικό εξαγωγικό και βιομηχανικό πυλώνα, η προσαρμογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι μεγάλοι όμιλοι επιχειρούν να μετατραπούν από παραδοσιακές πετρελαϊκές εταιρείες σε ολοκληρωμένους ενεργειακούς οργανισμούς, διατηρώντας παράλληλα την ικανότητα να στηρίζουν την οικονομία σε περιόδους διεθνών αναταράξεων. Η επόμενη δεκαετία θα δείξει ποιοι θα καταφέρουν να συνδυάσουν με επιτυχία την ασφάλεια εφοδιασμού με την απανθρακοποίηση. Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, το downstream δεν αποτελεί απλώς μέρος του παλαιού ενεργειακού μοντέλου. Μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό μηχανισμό της μετάβασης, ακριβώς επειδή βρίσκεται στο σημείο όπου η πραγματική οικονομία συναντά την ενεργειακή αλλαγή ■
ADVERTORIAL
Τ
ο επιχειρηματικό περιβάλλον των τελευταίων ετών χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή συσσώρευση αβεβαιοτήτων: πόλεμοι και γεωπολιτικές εντάσεις, αυξημένο ενεργειακό κόστος, κυβερνοεπιθέσεις, οικονομική αστάθεια και πληθωριστικές πιέσεις. Ολα τα παραπάνω δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένες πηγές κινδύνου, αλλά ένα πλέγμα αλληλένδετων παραγόντων, που διαμορφώνουν ένα σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο. Οι κίνδυνοι αυτοί εκδηλώνονται σωρευτικά, αλληλοενισχύονται και μετατρέπουν ολοένα και συχνότερα διαταραχές σε τοπικό επίπεδο σε συστημικές κρίσεις. Ο κίνδυνος της κλιματικής αλ λαγής και των ακραίων φαινομένων σε αυτό το περιβάλ λον παραμένει ένας από τους πιο δομικούς και επίμονους παράγοντες αστάθειας. Ακόμη και όταν ο δημόσιος διάλογος επικεντρώνεται σε γεωπολιτικές ή τεχνολογικές εξελίξεις, η κλιματική αλλαγή συνεχίζει να διαμορφώνει το ευρύτερο πλαίσιο κινδύνων. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ κατατάσσει τα ακραία καιρικά φαινόμενα στις σημαντικότερες απειλές της επόμενης διετίας, ενώ σε βάθος δεκαετίας οι κλιματικοί κίνδυνοι εκτιμάται ότι θα κυριαρχούν. Η οικονομική τους διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη: οι απώλειες από φυσικές καταστροφές σε παγκόσμιο επίπεδο ανέρχονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ενώ, χωρίς ουσιαστική προσαρμογή, εκτιμάται ότι θα αυξήσουν το κόστος και θα μειώσουν τα έσοδα τα επόμενα χρόνια, επηρεάζοντας την κοινωνική συνοχή, την ανθρώπινη ευημερία και τη βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων. Ο κλιματικός κίνδυνος λειτουργεί, πλέον, ως «πολλαπλασιαστής κινδύνου», καθώς μεταφράζεται σε συγκεκριμένες και αλυσιδωτές επιπτώσεις σε οικονομικά και κοινωνικά συστήματα. Ακραία φαινόμενα, όπως παρατεταμένοι καύσωνες ή εκτεταμένες πλημμύρες, δεν προκαλούν μόνο φυσικές ζημιές, αλλά διαταράσσουν κρίσιμες υποδομές, διακόπτουν την παραγωγή και αποσταθεροποιούν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, εντείνοντας πιέσεις στη δημόσια υγεία και την κοινωνική συνοχή. Σε ένα περιβάλλον
Θοδωρής Κατωπόδης, PhD - Senior Manager, Climate and Nature Services, Συμβουλευτικές Υπηρεσίες, EY Ελλάδος
διασυνδεδεμένων κρίσιμων υποδομών και οικοσυστημάτων, οι επιπτώσεις αυτές καθίστανται ολοένα και πιο εκτεταμένες και δύσκολα διαχειρίσιμες. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το φαινόμενο ωκεανικής υπερθέρμανσης «El Niño», με τις επιστημονικές εκτιμήσεις να συγκλίνουν στην αυξημένη πιθανότητα ενός ιδιαίτερα έντονου επεισοδίου προς τα τέλη του 2026. Ιστορικά, αντίστοιχα φαινόμενα έχουν προκαλέσει σημαντικές οικονομικές απώλειες και εκτεταμένες διαταραχές σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενα ενδεχόμενο «Super El Niño» θα μπορούσε να οδηγήσει σε θερμοκρασίες-ρεκόρ, εντείνοντας καύσωνες, ξηρασίες, πλημμύρες και πυρκαγιές, επηρεάζοντας κρίσιμους τομείς
όπως η γεωργία, η αλιεία και οι υποδομές. Στη Μεσόγειο, η οποία ήδη αναγνωρίζεται από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα ως κλιματικό hotspot, οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονες. Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, και σε ένα ολοένα πιο δυσοίωνο μέλλον εξαιτίας της υπερθέρμανσης και ακραίων φαινομένων, η κλιματική προσαρμογή και η ανθεκτικότητα δεν αποτελούν πλέον απλώς τεχνικές ή κανονιστικές υποχρεώσεις, αλλά αναδεικνύονται σε στρατηγικές επιχειρησιακές αναγκαιότητες. Η στρατηγική ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο την ικανότητα αντίδρασης μετά από μια κρίση, αλλά κυρίως τη δυνατότητα πρόβλεψης, προσαρμογής και διατήρησης της λειτουργικής συνέχειας και οικονομικής βιωσιμότητας σε συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, οι οργανισμοί που ενσωματώνουν συστηματικά τους κλιματικούς κινδύνους στη στρατηγική και στη διακυβέρνησή τους, εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα ετοιμότητας και ταχύτερη ανάκαμψη. Παραδείγματα όπως η εκτεταμένη διακοπή ηλεκτροδότησης στην Ιβηρική το 2025, όπου μέσα σε λιγότερο από δύο λεπτά κατέρρευσε το σύστημα ηλεκτροδότησης, ανέδειξαν τον συστημικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει η κατάρρευση κρίσιμων, διασυνδεδεμένων υποδομών. Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να μεταβούν από τη γενική αναγνώριση κινδύνων σε στοχευμένες στρατηγικές κλιματικής προσαρμογής και ανθεκτικότητας. Η προληπτική αναβάθμιση υποδομών, η επικαιροποίηση των σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας, η διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων, η ενσωμάτωση κλιματικών παραμέτρων στις επενδυτικές αποφάσεις, καθώς και η ανάπτυξη ολοκληρωμένων σχεδίων έκτακτης ανάγκης συνιστούν βασικούς πυλώνες επιχειρησιακής σταθερότητας και ανταγωνιστικότητας. Οι οργανισμοί που επενδύουν έγκαιρα σε ουσιαστικές δράσεις προσαρμογής δεν περιορίζουν μόνο το κόστος των κρίσεων, αλλά αποκτούν και συγκριτικό πλεονέκτημα, σε ένα περιβάλλον όπου η ανθεκτικότητα εξελίσσεται σε βασική προϋπόθεση επιχειρησιακής συνέχειας και βιωσιμότητας.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΕΝΟΣ SUPER EL NIÑO: Η ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΩΣ ΑΣΠΙΔΑ
75
ΥΔ Ρ Ο ΓΟ Ν Α Ν Θ ΡΑ Κ Ε Σ Σ Ε Μ Ε ΤΑ Β ΑΤ Ι ΚΟ Ρ ΟΛΟ
LNG TERMINALS
Μια νέα υποδομή ασφάλειας Μετά τη ρήξη με το ρωσικό αέριο, τα ευρωπαϊκά LNG terminals μετατρέπονται σε κρίσιμες υποδομές εφοδιασμού, γεωπολιτικής ευελιξίας και τεχνολογικής προστασίας
֟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΚΗ
ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας διανύει μία από τις πιο κρίσιμες μεταβατικές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η σταδιακή αποδέσμευση της Ευρωπαϊκής Ενωσης από το ρωσικό φυσικό αέριο επιτάχυναν μια βαθιά αναδιάρθρωση του ενεργειακού χάρτη της ηπείρου. Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), το οποίο εξελίσσεται σε βασικό πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης, δημιουργώντας παράλληλα νέες ανάγκες για υποδομές, τεχνολογία και προηγμένα συστήματα προστασίας. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την ετήσια ανάλυση του Ευρωπαίου Ρυθμιστή, του ACER για την ευρωπαϊκή αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου, η Ε.Ε. αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο εισαγωγέα LNG παγκοσμίως. Συγκεκριμένα, το 2024 οι συνολικές εισαγωγές ξεπέρασαν τα 100 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, ενώ το 2025 ανήλθαν σε ιστορικό υψηλό, αγγίζοντας τα 146 bcm. Το LNG καλύπτει σχεδόν το 47% της συνολικής προμήθειας φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2019 βρισκόταν μόλις στο 23%. Την ίδια στιγμή, το ρωσικό αέριο μέσω αγωγών περιορίστηκε δραστικά, από το 47% στο 7%, αποτυπώνοντας τη σαρωτική αλλαγή στις ενεργειακές ισορροπίες.
Η
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η νέα γεωγραφία της ευρωπαϊκής ενέργειας
76
Ιδιαίτερη σημασία, παρά τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, αποκτά ο λεγόμενος «Κάθετος Διάδρομος»
Ομως, η στροφή προς το LNG δεν αφορά μόνο την αλλαγή προμηθευτών, αλλά και τη δημιουργία ενός νέου γεωπολιτικού και ενεργειακού μοντέλου. Η Γαλλία παραμένει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας LNG στην Ευρώπη, με περίπου 31 bcm το 2025, ενώ ακολουθούν η Ολλανδία με 24 bcm και η Ισπανία με 23 bcm. Σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στο Βέλγιο και την Ιταλία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Γερμανίας, η οποία μέσα σε μόλις τρία χρόνια πέρασε από μηδενικές εισαγωγές LNG σε περίπου 10 bcm, επενδύοντας ταχύτατα σε νέες υποδομές μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου. Σε αυτό το νέο τοπίο, η Ελλάδα ενισχύει τη στρατηγική της θέση ως ενεργειακή πύλη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι εισαγωγές LNG ανήλθαν σε 3,2 bcm, ενώ η ανάπτυξη νέων υποδομών δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω αναβάθμιση του γεωπολιτικού της ρόλου.
Τα terminals επανακαθορίζουν τον ενεργειακό χάρτη Στο πλαίσιο αυτό, η ανάπτυξη των τερματικών σταθμών LNG αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές επενδύσεις στην Ευρώπη. Οι νέες εγκαταστάσεις δεν εξυπηρετούν μόνο τις ανάγκες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης, αλλά λειτουργούν και ως κόμβοι ενεργειακής σταθερότητας και διαφοροποίησης προμηθειών. Καθοριστικό, ειδικά, ρόλο διαδραματίζουν οι πλωτές μονάδες αποθήκευσης και αεριοποίησης, γνωστές ως FSRU. Η δυνατότητα ταχύτερης υλοποίησης, η ευελιξία λειτουργίας και το χαμηλότερο κόστος σε σχέση με τις παραδοσιακές χερσαίες εγκαταστάσεις καθιστούν τις μονάδες αυτές ιδιαίτερα ελκυστικές για πολλές χώρες της Ε.Ε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μονάδα της Gastrade στην Αλεξανδρούπολη, η οποία ενισχύει σημαντικά τη δυνατότητα τροφοδοσίας όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και των χωρών της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Παράλληλα, οι χερσαίοι σταθμοί συνεχίζουν να αποτελούν κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Η Ρεβυθούσα, υπό τη διαχείριση του ΔΕΣΦΑ, αναβαθμίζεται συνεχώς προκειμένου να υποστηρίξει αυξημένη χωρητικότητα και μεγαλύτερες δυνατότητες αποθήκευσης. Οι επενδύσεις αυτές επιτρέπουν τη διεξαγωγή μακροχρόνιων δημοπρασιών δυναμικότητας και ενισχύουν τη σταθερότητα της αγοράς φυσικού αερίου. Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη σημασία, παρά τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, αποκτά ο λεγόμενος «Κάθετος Διάδρομος», ένα πλέγμα αγωγών που διασυνδέει τα terminals της Νότιας Ευρώπης με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η συγκεκριμένη στρατηγική υποδομή ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού, διευκολύνει τη μεταφορά LNG προς τις αγορές
νοασφάλειας. Οι ενεργειακές εγκαταστάσεις LNG βασίζονται σε σύνθετα ψηφιακά δίκτυα και συστήματα αυτοματισμού, γεγονός που τις καθιστά δυνητικούς στόχους κυβερνοεπιθέσεων. Για τον λόγο αυτό, οι διαχειριστές των terminals επενδύουν στην προστασία των βιομηχανικών συστημάτων ελέγχου ICS και SCADA μέσω απομόνωσης των λειτουργικών δικτύων από το δημόσιο διαδίκτυο και ανάπτυξης ειδικών πρωτοκόλλων κυβερνοάμυνας. Η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται επίσης δυναμικά στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας. Νέα συστήματα AI χρησιμοποιούνται για την ανάλυση ανωμαλιών στη ροή δεδομένων και τον έγκαιρο εντοπισμό ύποπτων δραστηριοτήτων, επιτρέποντας την πρόληψη κυβερνοεπιθέσεων πριν αυτές εξελιχθούν σε σοβαρές απειλές για τη λειτουργία των υποδομών. Η ανάγκη προστασίας είναι ακόμη μεγαλύτερη σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, όπου οι ενεργειακές εγκαταστάσεις θεωρούνται πλέον στρατηγικοί στόχοι υψηλής σημασίας.
Η εξάρτηση από το αμερικανικό LNG και οι νέοι κίνδυνοι
Η ασφάλεια στο επίκεντρο των νέων επενδύσεων Οπως καταφαίνεται, η αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία των εγκαταστάσεων LNG έχει μετατρέψει την ασφάλεια σε κορυφαία προτεραιότητα. Τα terminals θεωρούνται πλέον κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, γεγονός που επιβάλλει τη δημιουργία σύνθετων συστημάτων προστασίας τόσο σε φυσικό όσο και σε ψηφιακό επίπεδο. Στον τομέα της φυσικής ασφάλειας, εφαρμόζονται ολοένα και πιο εξελιγμένες τεχνολογίες επιτήρησης και πρόληψης. Θερμικές κάμερες μεγάλης εμβέλειας επιτρέπουν τη συνεχή παρακολούθηση των εγκαταστάσεων, εντοπίζοντας έγκαιρα πιθανές απειλές ή παραβιάσεις ασφαλείας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στα συστήματα ανίχνευσης διαρροών μεθανίου. Δίκτυα αισθητήρων υπερήχων και λέιζερ μπορούν να εντοπίζουν άμεσα ακόμη και μικρές διαφυγές, περιορίζοντας τόσο τους κινδύνους ατυχημάτων όσο και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η ανάγκη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το μεθάνιο αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα αέρια του θερμοκηπίου. Παράλληλα, οι νέες εγκαταστάσεις σχεδιάζονται βάσει αυστηρών διεθνών προτύπων αντιεκρηκτικής προστασίας. Η χρήση ειδικών υλικών, αυτοματοποιημένων συστημάτων απομόνωσης και προηγμένων μηχανισμών πυρασφάλειας στοχεύει στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου ανάφλεξης ή βιομηχανικού ατυχήματος.
Η κυβερνοασφάλεια ως νέα ενεργειακή πρόκληση Εξίσου κρίσιμος αναδεικνύεται πλέον και ο τομέας της κυβερ-
Το REPowerEU και η επόμενη ημέρα Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική REPowerEU αποκτά κεντρικό ρόλο στη μακροπρόθεσμη ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε. Ο στόχος δεν είναι μόνο η διαφοροποίηση προμηθευτών φυσικού αερίου, αλλά και η συνολική μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση επιδιώκει έως το 2030 μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης κατά 11,7% και αύξηση της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο 42,5%, με προοπτική να προσεγγίσει ακόμη και το 45%. Παράλληλα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι τιμές φυσικού αερίου ενδέχεται να αποκλιμακωθούν τα επόμενα χρόνια, χάρη στην αυξημένη παραγωγή ΑΠΕ, την ενίσχυση των εξαγωγών LNG από τη Βόρεια Αμερική και τις ηπιότερες καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές παραμένουν υψηλοί. Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές: το LNG, τα νέα terminals και οι προηγμένες υποδομές ασφάλειας δεν αποτελούν πλέον μόνο ενεργειακές επενδύσεις. Συνιστούν κρίσιμα εργαλεία γεωπολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ανθεκτικότητας και στρατηγικής αυτονομίας για την Ευρώπη της επόμενης δεκαετίας ■
Τα terminals θεωρούνται πλέον κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, γεγονός που επιβάλλει τη δημιουργία σύνθετων συστημάτων προστασίας τόσο σε φυσικό όσο και σε ψηφιακό επίπεδο
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
της ενδοχώρας και μειώνει την εξάρτηση από παραδοσιακές οδεύσεις φυσικού αερίου.
Παρότι, όμως, το LNG προσφέρει μεγαλύτερη διαφοροποίηση προμηθευτών, δημιουργεί ταυτόχρονα νέες εξαρτήσεις. Σύμφωνα με την ανάλυση του ACER, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλύπτουν πλέον το 58% των συνολικών εισαγωγών LNG της Ευρώπης, ενώ το αμερικανικό LNG αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου της Ε.Ε. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει την έκθεση της Ευρώπης στις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς LNG, στις μεταβολές των spot τιμών, αλλά και στις γεωπολιτικές εξελίξεις. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και ειδικά στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ACER, ένα παρατεταμένο κλείσιμο του περάσματος θα μπορούσε να αφαιρέσει έως και 112 bcm LNG από την παγκόσμια αγορά, προκαλώντας σοβαρές ελλείψεις και εκτόξευση των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ευρώπη καλείται συνεπώς να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και στη διαχείριση νέων γεωπολιτικών κινδύνων.
77
ΟΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΠΟΡΟΙ ΣΤΟΝ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟ 78
ΠΟΤΕ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΡΙΣΚΟ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ; Νερό, γη, θάλασσα, υλικά και απόβλητα περνούν από το περιθώριο της περιβαλλοντικής πολιτικής στον πυρήνα της λογοδοσίας, της χρηματοδότησης και της επιχειρηματικής αντοχής
79
Ο Ι Φ Υ Σ Ι ΚΟ Ι Π Ο Ρ Ο Ι Σ ΤΟ Ν Ι Σ ΟΛΟ Γ Ι Σ Μ Ο
ΤΟ ΝΕΡΟ
ΤΟ ΝΈΟ «ΟΡΙΟ» ΛΈΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Από τη γεωργία και την ενέργεια έως τον τουρισμό και τα data centers, η διαθεσιμότητα νερού αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα ανάπτυξης και σταθερότητας των οικονομιών
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ο νερό έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες που διαμορφώνουν σήμερα τα «όρια» της οικονομικής ανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο. Δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως φυσικός πόρος και πολύτιμη πηγή ζωής για τον άνθρωπο, αλλά ως ένα αγαθό στρατηγικής σημασίας. Η επάρκεια και η ορθή διαχείρισή του επηρεάζουν άμεσα και με καθοριστικό τρόπο την παραγωγή, τις υποδομές, την υλοποίηση των επενδύσεων και κατ’ επέκταση τη σταθερότητα και την ανάπτυξη των οικονομιών παγκοσμίως.
Τ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Στην κρίσιμη φάση της «παγκόσμιας υδατικής χρεοκοπίας»
80
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, έως το 2030, η διεθνής ζήτηση νερού ενδέχεται να ξεπεράσει κατά 40% την προσφορά του
Στις αρχές του 2026, ο ΟΗΕ προειδοποίησε ότι ο κόσμος έχει εισέλθει πλέον σε μια νέα, κρίσιμη φάση, την οποία περιγράφει ως «παγκόσμια υδατική χρεοκοπία» (global water bankruptcy), όπου τα αποθέματα -ποτάμια, λίμνες, υδροφόροι ορίζοντες- εξαντλούνται με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με εκείνον που μπορούν να ανανεωθούν. Από τον όρο «υδατική κρίση», ο οποίος υποδήλωνε ένα προσωρινό πρόβλημα, έχουμε περάσει σήμερα σε μια κατάσταση μόνιμης υποβάθμισης των φυσικών αποθεμάτων, όπως εξηγεί ο ΟΗΕ, καθώς πολλά υδρολογικά συστήματα αδυνατούν πλέον να επιστρέψουν σε επίπεδα ισορροπίας. Παρά τον κρίσιμο ρόλο του για την ανθρώπινη ζωή, το νερό σε πολλές κοινωνίες εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ανεξάντλητο αγαθό, με αποτέλεσμα την εκτεταμένη σπατάλη του
και την υπερεκμετάλλευση των διαθέσιμων αποθεμάτων του. Η κατάσταση επιδεινώνεται τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής και της συχνότερης και με μεγαλύτερη ένταση εμφάνισης φαινομένων όπως οι ξηρασίες και οι πλημμύρες. Οι βροχοπτώσεις σε πολλές περιοχές διεθνώς γίνονται πιο έντονες αλλά ταυτόχρονα και λιγότερο συχνές. Ως αποτέλεσμα, το νερό απορρέει γρήγορα χωρίς να αποθηκεύεται επαρκώς στο έδαφος και στους υδροφόρους ορίζοντες, με τη φυσική αναπλήρωση των αποθεμάτων του να μειώνεται.
«Χάσμα» μεταξύ προσφοράς και ζήτησης Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, έως το 2030, η διεθνής ζήτηση νερού ενδέχεται να ξεπεράσει κατά 40% την προσφορά του, με το ζήτημα της λειψυδρίας να αναδεικνύεται, πέρα από περιβαλλοντική, ταυτόχρονα και ως μια κρίσιμη οικονομική και αναπτυξιακή πρόκληση. Το «χάσμα» μεταξύ ζήτησης και προσφοράς σχετίζεται τόσο με την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και της οικονομικής δραστηριότητας όσο και με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις ήδη πιεσμένες περιοχές. Ο οίκος Moody’s από την πλευρά του επισημαίνει ότι οι υδατικοί κίνδυνοι έχουν πλέον και μακροοικονομική διάσταση, με άμεση επίδραση στην οικονομική και πιστωτική σταθερότητα. Χαρακτηρίζονται ως «credit-relevant risks», δηλαδή ως κίνδυνοι που επηρεάζουν την πιστοληπτική ικανότητα, καθώς μπορούν να διαταράξουν την παραγωγή, να αυξήσουν το κόστος λειτουργίας και να οδηγήσουν σε μείωση των επενδύσεων. Η έλλειψη επάρκειας
Οι ευάλωτοι κλάδοι από την αγροτική παραγωγή έως τον τουρισμό Ιδιαίτερα ευάλωτοι εμφανίζονται οι κλάδοι που εξαρτώνται άμεσα από τη διαθεσιμότητα νερού, όπως είναι η αγροτική παραγωγή, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η βιομηχανική δραστηριότητα, ακόμη και ο τουρισμός. Στον αγροτικό τομέα, έναν από τους κυριότερους που δέχεται «πίεση», η μείωση των αποθεμάτων νερού οδηγεί σε άνοδο του κόστους παραγωγής, όπως επίσης σε αρκετές περιοχές και στον περιορισμό των καλλιεργειών, επηρεάζοντας την επισιτιστική ασφάλεια. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η γεωργία απορροφά περίπου το 60% έως 70% της συνολικής κατανάλωσης νερού. Στην Ελλάδα, μάλιστα, το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο, φτάνοντας το 80% έως και το 85% της συνολικής κατανάλωσης, καθώς η αγροτική παραγωγή είναι εντατική και οι υδροβόρες καλλιέργειες, όπως για παράδειγμα το βαμβάκι και το καλαμπόκι, απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού, επιτείνοντας περαιτέρω την πίεση στα διαθέσιμα αποθέματα. Αποτελώντας τον κρίσιμο συντελεστή σε πολλαπλά στάδια παραγωγής και μεταποίησης, οι επιπτώσεις από τη μειωμένη διαθεσιμότητα του νερού επεκτείνονται και συνολικά στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η σταθερότητα της παραγωγής διαταράσ-
σεται, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις και ανακατανομή των παραγωγικών δραστηριοτήτων, ενισχύοντας το κόστος και ταυτόχρονα την αβεβαιότητα στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων. Στον κλάδο του τουρισμού, η επίδραση στην κατανάλωση και διαχείριση του νερού είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς η αυξημένη τουριστική δραστηριότητα, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, μεταβάλλει σημαντικά τη ζήτηση, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένη διαθεσιμότητα. Σε διεθνές επίπεδο, η σύνδεση του τουρισμού με τη βιώσιμη διαχείριση του νερού έχει αναδειχθεί ως κρίσιμο πεδίο πολιτικής, με οργανισμούς όπως ο United Nations World Tourism Organization να υπογραμμίζουν ότι η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα του κλάδου εξαρτάται άμεσα από την ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων. Η ανάγκη για ισορροπία μεταξύ τουριστικής ανάπτυξης και προστασίας των υδατικών συστημάτων θεωρείται πλέον βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της περιβαλλοντικής ποιότητας και της ευημερίας των τοπικών κοινωνιών, αλλά και για τη βιωσιμότητα του ίδιου του τουριστικού προϊόντος. Ως ευάλωτος αναδεικνύεται επίσης και ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής, καθώς πολλές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εξαρτώνται από μεγάλες ποσότητες νερού για τις διαδικασίες ψύξης. Σύμφωνα με την International Energy Agency, η διαθεσιμότητα νερού αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα για την ενεργειακή ασφάλεια, καθώς οι υδρολογικές μεταβολές μπορούν να περιορίσουν τη λειτουργία ενεργειακών υποδομών ή να αυξήσουν σημαντικά το λειτουργικό τους κόστος.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η γεωργία απορροφά περίπου το 60% έως 70% της συνολικής κατανάλωσης νερού
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
AP PHOTO / PETROS GIANNAKOURIS
νερού μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη (GDP), να αυξήσει τη μεταβλητότητα του πληθωρισμού, κυρίως λόγω των τροφίμων, και παράλληλα να ενισχύσει τις δημοσιονομικές πιέσεις.
81
Νέες πιέσεις στη ζήτηση λόγω της τεχνολογικής ανάπτυξης Την ίδια στιγμή και η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας δημιουργεί την ανάγκη για ακόμη πιο ανθεκτικά συστήματα. Η λειτουργία, για παράδειγμα, των σύγχρονων data centers τα οποία υποστηρίζουν την Τεχνητή Νοημοσύνη απαιτεί τεράστιες ποσότητες νερού κυρίως για την ψύξη των υπολογιστικών συστημάτων. Οι ισχυροί επεξεργαστές που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση και λειτουργία μοντέλων AI παράγουν έντονη θερμότητα, η οποία πρέπει να απομακρύνεται συνεχώς ώστε να διασφαλίζονται η αποδοτικότητα και η ασφάλεια του εξοπλισμού. Πολλές εγκαταστάσεις αξιοποιούν υδρόψυκτα συστήματα ή πύργους ψύξης που βασίζονται στην εξάτμιση νερού. Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται σημαντικές απώλειες νερού, εντείνοντας περαιτέρω τη ζήτηση.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Στις περιοχές υψηλού υδατικού κινδύνου η Ελλάδα
82
Στην Αττική, το πρόβλημα αποκτά διαφορετική βαρύτητα, λόγω της αυξημένης συγκέντρωσης πληθυσμού, οικονομικών δραστηριοτήτων και διοικητικών λειτουργιών
Η Ελλάδα, όπως άλλωστε και ολόκληρη η Μεσόγειος, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση περιοχής υψηλού υδατικού κινδύνου. Προηγούμενη μελέτη του World Resources Institute, καθώς και έκθεση της Deloitte είχαν κατατάξει τη χώρα μας στη 19η θέση παγκοσμίως ως προς τον κίνδυνο λειψυδρίας, με τα ετήσια υδατικά αποθέματα να μειώνονται κατά περίπου 250 εκατ. κυβικά μέτρα από το 2022. Η κατάσταση των υδάτινων αποθεμάτων στην Ελλάδα στις αρχές του 2026 παρουσιάζει μεν βελτίωση σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, ωστόσο ο κίνδυνος της λειψυδρίας παραμένει υπαρκτός λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας των αμέσως προηγούμενων ετών. Την περίοδο από το 2001 έως το 2022, σύμφωνα με την έκθεση της Deloitte, η Ελλάδα κατέγραψε υπερδιπλασιασμό των απολήψεων νερού για ύδρευση, της τάξεως του +139%. Η αύξηση αυτή αποδίδεται κατά κύριο λόγο στην έντονη τουριστική δραστηριότητα, στην άνοδο της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, καθώς και στις σημαντικές απώλειες στα δίκτυα διανομής, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν ακόμη και το 50%. Ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων δημιουργεί ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης στα υδατικά συστήματα, όπου η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα αναπλήρωσης και διαχείρισης των πόρων. Ιδιαίτερα έντονο είναι δε το πρόβλημα σε περιοχές με υψηλή τουριστική κίνηση, όπως τα νησιά, όπου η κατανάλωση νερού αυξάνεται κατακόρυφα κατά τους θερινούς μήνες, την
ίδια στιγμή που οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι παραμένουν περιορισμένοι. Η εποχικότητα δημιουργεί σημαντικές ανισορροπίες μεταξύ ζήτησης και προσφοράς, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ενισχυμένες πλέον υποδομές και πιο αποδοτικά συστήματα διαχείρισης. Παράλληλα, η χώρα μας δαπανά τον μεγαλύτερο όγκο νερού ανά εκτάριο αρδευόμενης γης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ξεπερνώντας κατά πολύ άλλες μεσογειακές χώρες. Μάλιστα, παρά τη μείωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων τα τελευταία χρόνια, οι απολήψεις νερού για άρδευση παραμένουν υψηλές, γεγονός που συνδέεται με την αύξηση της θερμοκρασίας, τις μεγαλύτερες ανάγκες άρδευσης ανά καλλιέργεια, αλλά και τη γήρανση των αρδευτικών δικτύων. Στην Αττική, το πρόβλημα αποκτά διαφορετική βαρύτητα, λόγω της αυξημένης συγκέντρωσης πληθυσμού, οικονομικών δραστηριοτήτων και διοικητικών λειτουργιών. Η ζήτηση ενισχύεται διαρκώς, την ίδια στιγμή που τα υδρολογικά αποθέματα παραμένουν περιορισμένα και ευάλωτα σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (EEA), οι αστικές περιοχές της Νότιας Ευρώπης, όπως η Αττική, συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ευάλωτων ζωνών στην κλιματική μεταβολή, με αυξημένο κίνδυνο υδατικού στρες, λόγω του συνδυασμού των υψηλών θερμοκρασιών, της μειωμένης απορροφητικότητας των εδαφών, αλλά και της αυξανόμενης ζήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αστικές περιοχές καλούνται να προσαρμοστούν σε καινούργια δεδομένα, όπου η διαχείριση του νερού αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας.
Το «στοίχημα» της επόμενης μέρας Σε αυτό το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, «στοίχημα» για την επόμενη μέρα αποτελεί η βιώσιμη διαχείριση του νερού. Η κατάσταση της «υδατικής χρεοκοπίας» όπως ακριβώς την περιέγραψε ΟΗΕ σηματοδοτεί την άμεση ανάγκη για δομημένα σχέδια ανάκαμψης και προστασίας των υδάτινων πόρων, καθώς και την υλοποίηση στρατηγικών επενδύσεων. Η επάρκεια και η διαχείριση του νερού δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως ένα περιβαλλοντικό ζήτημα που εξαρτάται αποκλειστικά από τη φυσική διαθεσιμότητα. Αναδεικνύονται σε ένα σύνθετο πεδίο πολιτικής και οικονομικού σχεδιασμού που απαιτεί οργανωμένη διακυβέρνηση, συστηματικό προγραμματισμό, υψηλό επίπεδο ετοιμότητας σε υποδομές και μια συνολική αναθεώρηση του τρό-
Ο Ι Φ Υ Σ Ι ΚΟ Ι Π Ο Ρ Ο Ι Σ ΤΟ Ν Ι Σ ΟΛΟ Γ Ι Σ Μ Ο
που κατανάλωσης και αξιοποίησης των υδάτινων πόρων. Η αποδοτικότητα στη χρήση νερού αποκτά πλέον στρατηγική σημασία, αντίστοιχη με εκείνη της ενέργειας. Κυβερνητικές πολιτικές, όπως και οι επιχειρήσεις από την πλευρά τους, ενσωματώνουν πλέον τον λεγόμενο «υδατικό κίνδυνο» στον στρατηγικό τους σχεδιασμό, αναγνωρίζοντάς τον ως έναν κρίσιμο παράγοντα ο οποίος επηρεάζει τη λειτουργική συνέχεια και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους. Οργανισμοί όπως το World Economic Forum κατατάσσουν σταθερά την «κρίση νερού» μεταξύ των σημαντικότερων παγκόσμιων κινδύνων, ενισχύοντας την ανάγκη για άμεση προσαρμογή. Παράλληλα, οι υδατικοί κίνδυνοι ενσωματώνονται ολοένα και περισσότερο στις αξιολογήσεις ESG και τις αποφάσεις επενδυτικής κατανομής κεφαλαίων, επηρεάζοντας το κόστος χρηματοδότησης έργων, αλλά και την ελκυστικότητα περιοχών για μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Η οικονομία της διαχείρισης του νερού
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η Ευρωπαϊκή Ενωση από την πλευρά της έχει προχωρήσει στην ενίσχυση των πολιτικών της σχετικά με την «υδατική ανθεκτικότητα»
84
Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται έντονα και η οικονομική διάσταση της διασφάλισης επάρκειας και διαθεσιμότητας του νερού. Οχι μόνο σχετικά με την καθημερινή του διαχείριση, αλλά και όσον αφορά τις αναγκαίες επενδύσεις για τη θωράκιση των υδατικών συστημάτων. Εργα αφαλάτωσης, υποδομές ανακύκλωσης νερού, έξυπνα δίκτυα και τεχνολογίες εξοικονόμησης αναδεικνύονται σήμερα σε πρωτοβουλίες κρίσιμης προτεραιότητας. Υποδομές που συνδέονται άμεσα με την ανθεκτικότητα των οικονομιών και την ικανότητά τους να διατηρούν σταθερή την παραγωγή και την ανάπτυξη, ειδικά σε συνθήκες εντεινόμενης πίεσης, μειώνοντας παράλληλα την έκθεση σε μελλοντικούς κινδύνους. Ταυτόχρονα, ο εκσυγχρονισμός των ήδη υφιστάμενων υποδομών ύδρευσης και διαχείρισης διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της αυξανόμενης πίεσης. Σε πολλές χώρες, σημαντικό μέρος των υποδομών είναι παλαιό ή ανεπαρκώς συντηρημένο, με αποτέλεσμα μεγάλες απώλειες κατά τη μεταφορά του νερού, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμη και το 30%-40% της συνολικής ποσότητας. Η μείωση των διαρροών και η βελτίωση της διαχείρισης εκτιμάται πως μπορούν να λειτουργήσουν ως «νέες πηγές», χωρίς την ανάγκη άντλησης
πρόσθετων πόρων. Την ίδια στιγμή, η ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών, όπως οι έξυπνοι μετρητές και τα συστήματα παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο, επιτρέπουν πιο ακριβή έλεγχο της κατανάλωσης και ταχύτερη αντιμετώπιση βλαβών, ενισχύοντας τη συνολική ανθεκτικότητα των δικτύων.
Ενίσχυση των πολιτικών για την υδατική ανθεκτικότητα Διεθνείς οργανισμοί, όπως για παράδειγμα η Παγκόσμια Τράπεζα και το United Nations Environment Programme, επισημαίνουν ότι χωρίς επαρκείς επενδύσεις σε υποδομές ύδρευσης και διαχείρισης, οι οικονομίες διεθνώς θα αντιμετωπίσουν αυξανόμενες πιέσεις στην παραγωγική τους βάση και τη δημοσιονομική τους σταθερότητα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση από την πλευρά της έχει προχωρήσει στην ενίσχυση των πολιτικών της σχετικά με την «υδατική ανθεκτικότητα» (water resilience), αναγνωρίζοντας ότι η επάρκεια νερού συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή μετάβαση, την αγροτική πολιτική και την περιφερειακή ανάπτυξη. Στο πλαίσιο αυτό, η διαχείριση των υδάτινων πόρων εντάσσεται όλο και περισσότερο σε οριζόντιες στρατηγικές, όπως η «Πράσινη Συμφωνία» και τα σχέδια προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, με έμφαση τόσο στην εξασφάλιση επάρκειας όσο και στη βελτίωση της αποδοτικότητας και της επαναχρησιμοποίησης του νερού. Παράλληλα, αναπτύσσεται και το μοντέλο για τη χρηματοδότηση των υδατικών έργων, στα οποία η συμμετοχή των ιδιωτικών κεφαλαίων συνδυάζεται με τις δημόσιες επενδύσεις μέσω συμπράξεων (PPPs). Το κόστος του νερού δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο ως λειτουργική δαπάνη, αλλά ως στοιχείο μακροπρόθεσμου ρίσκου που επηρεάζει την αποτίμηση έργων υποδομής και την κατανομή κεφαλαίων σε κρίσιμους τομείς. Για την επόμενη μέρα, η μετάβαση σε ένα μοντέλο βιώσιμης διαχείρισης των υδάτινων πόρων αναδεικνύεται σε μια αναγκαία συνθήκη για την οικονομική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη στο μέλλον. Το νερό μετατρέπεται έτσι σε ένα νέο «όριο λειτουργίας» για την παγκόσμια οικονομία, επηρεάζοντας άμεσα τις προοπτικές ανάπτυξης και την ανθεκτικότητα των σύγχρονων οικονομιών ■
ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΊΟ ΕΥΔΑΠ
Εργασίες κατασκευής σήραγγας του Κ́ντρου Επεξεργασίας Λυμάτων Ραφήνας - Πικερμίου - Σπάτων - Αρτ́μιδας
Μονάδα Επεξεργασίας Νερού Ασπροπύργου
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΒΙΏΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΥΔΑΠ Η προστασία του περιβάλλοντος και η βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων αποτελούν βασικούς άξονες της στρατηγικής της ΕΥΔΑΠ, σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση και η λειψυδρία δημιουργούν νέες προκλήσεις για τις σύγχρονες πόλεις και τις υποδομές κοινής ωφέλειας. Ως ο μεγαλύτερος οργανισμός ύδρευσης και αποχέτευσης της χώρας, η ΕΥΔΑΠ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προστασία ενός από τους σημαντικότερους φυσικούς πόρους: το νερό. Μέσα από ένα εκτεταμένο δίκτυο υποδομών, σύγχρονων εγκαταστάσεων επεξεργασίας και στοχευμένων επενδύσεων, η Εταιρεία υλοποιεί ένα ολοκληρωμένο περιβαλλοντικό σχέδιο που συνδυάζει τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών.
ADVERTORIAL
ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΜΕ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΑΠΟΤΥΠΏΜΑ Η ΕΥΔΑΠ διαχειρίζεται περίπου 14.600 χιλιόμετρα δικτύου ύδρευσης και περισσότερα από 8.700 χιλιόμετρα δικτύου αποχέτευσης, εξυπηρετώντας εκατομμύρια κατοίκους στην Αττική. Παράλληλα, λειτουργεί τέσσερις Μονάδες Επεξεργασίας Νερού και πέντε Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων, τα οποία αποτελούν κρίσιμες περιβαλλοντικές υποδομές για τη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας. Ιδιαίτερη σημασία έχει το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων Ψυττάλειας, μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές εγκαταστάσεις της χώρας, με δυνατότητα επεξεργασίας έως και 1.000.000 κυβικών μέτρων λυμάτων
ημερησίως. Η σημερινή μέση ημερήσια εισροή ανέρχεται περίπου στα 650.000 κυβικά μέτρα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην προστασία του Σαρωνικού και του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Παράλληλα, η ΕΥΔΑΠ συνεχίζει την υλοποίηση μεγάλων έργων αποχέτευσης στην Ανατολική Αττική, τα οποία αφορούν περιοχές των Δήμων Μαραθώνος, Παιανίας, Παλλήνης, Ραφήνας - Πικερμίου, Σπάτων - Αρτέμιδος. Τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμες περιβαλλοντικές υποδομές που συμβάλλουν στην προστασία των υδάτινων αποδεκτών και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των τοπικών κοινωνιών.
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΨΥΔΡΙΑΣ Η κλιματική κρίση και οι επιπτώσεις της στους υδάτινους πόρους αποτελούν πλέον μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη βιώσιμη λειτουργία των πόλεων. Το 2025, τα αποθέματα στους ταμιευτήρες παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας, γεγονός που ανέδειξε ακόμα περισσότερο την ανάγκη για ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών και για στρατηγικές επενδύσεις στη βιώσιμη διαχείριση του νερού. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΥΔΑΠ προχωρά σε έργα περιορισμού διαρροών, εξυγίανσης δικτύων, ενίσχυσης της υδροδότησης και ανάπτυξης «έξυπνων» συστημάτων παρακολούθησης, που συμβάλλουν στη βελτιστοποίηση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Παράλληλα, η Εταιρεία αναπτύσσει σενάρια διαχείρισης κλιματικού κινδύνου και ενσωματώνει τις αρχές βιώσιμης ανάπτυξης στον συνολικό επιχειρησιακό σχεδιασμό της.
ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Η περιβαλλοντική στρατηγική της ΕΥΔΑΠ συνδέεται άμεσα και με τη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος των εγκαταστάσεών της. Στην Ψυττάλεια λειτουργούν Μονάδες Συμπαραγωγής Ηλεκτρικής και Θερμικής Ενέργειας μέσω φυσικού αερίου και βιοαερίου, συνολικής ηλεκτρικής ισχύος άνω των 24 MW, ενώ λειτουργεί και Μικρός Υδροηλεκτρικός Σταθμός ισχύος 489 KW. Παράλληλα, η Εταιρεία έχει εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό σταθμό ισχύος 1,97 MW στις εγκαταστάσεις της στις Αχαρνές και λειτουργεί πέντε Μικρούς Υδροηλεκτρικούς Σταθμούς στο εξωτερικό υδροδοτικό σύστημα. Οι επενδύσεις αυτές ενισχύουν τη βιώσιμη λειτουργία των υποδομών, συμβάλλουν στην ενεργειακή εξοικονόμηση και ενσωματώνουν πρακτικές κυκλικής οικονομίας στη λειτουργία της Εταιρείας.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΏΗΣ Η προστασία του περιβάλλοντος δεν αφορά μόνο τη διαχείριση των φυσικών πόρων, αλλά και τη συνολική ποιότητα ζωής των πολιτών. Μέσα από τις υποδομές, τις επενδύσεις και τη στρατηγική βιωσιμότητας που υλοποιεί, η ΕΥΔΑΠ συμβάλλει ουσιαστικά στη δημιουργία μιας πιο ανθεκτικής, βιώσιμης και περιβαλλοντικά ασφαλούς Αττικής. Σε μια εποχή όπου το νερό και το περιβάλλον αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, η ΕΥΔΑΠ συνεχίζει να επενδύει σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που συνδυάζει την περιβαλλοντική υπευθυνότητα με τη μακροπρόθεσμη προστασία των φυσικών πόρων και των επόμενων γενεών.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
85
Ο Ι Φ Υ Σ Ι ΚΟ Ι Π Ο Ρ Ο Ι Σ ΤΟ Ν Ι Σ ΟΛΟ Γ Ι Σ Μ Ο
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Από τη θεωρία στην πράξη Η προστασία της βιοποικιλότητας και η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων μετατρέπονται σταδιακά σε παράγοντα οικονομικής σταθερότητας, ρυθμιστικής συμμόρφωσης και επιχειρηματικής στρατηγικής
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
86
Η αποκατάσταση οικοσυστημάτων περνά από τη σφαίρα των διακηρύξεων στον πυρήνα της πολιτικής, της χρηματοδότησης και των επιχειρηματικών αποφάσεων
φύση αποτελεί κεντρικό θεμέλιο της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, τροφοδοτώντας άμεσα και έμμεσα κάθε πτυχή της παραγωγής και στηρίζοντας τη συνολική λειτουργία των οικονομικών συστημάτων. Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ωστόσο, δεν είναι πλέον ένα σενάριο μακρινό. Η επιδείνωση των οικοσυστημάτων, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η κλιματική κρίση είναι ήδη μια ανησυχητική πραγματικότητα. Η μετάβαση από το θεωρητικό επίπεδο, των διαπιστώσεων δηλαδή, στην πράξη και τις ουσιαστικές δράσεις αποτυπώνεται πλέον στις κεντρικές πολιτικές σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο αλλά και στις στρατηγικές των ίδιων των επιχειρήσεων. Η απώλεια βιοποικιλότητας αναγνωρίζεται πλέον διεθνώς ως ένας από τους σημαντικότερους συστημικούς κινδύνους για την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ εξαρτάται σε μέτριο ή υψηλό βαθμό από τη φύση και τις υπηρεσίες των οικοσυστημάτων, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του IPBES (Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Service). Ως αποτέλεσμα, κρίσιμοι κλάδοι της οικονομίας, όπως η γεωργία, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι κατασκευές, γίνονται ιδιαίτερα ευάλωτοι σε κάθε υποβάθμισή της.
ων, γλυκών υδάτων και θαλάσσιων, προβλέψεις και στόχους για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας στα δασικά και στα γεωργικά οικοσυστήματα. Παράλληλα, στοχεύει στην ενίσχυση της συνδεσιμότητας των ποταμών, την αύξηση των πληθυσμών των επικονιαστών που είναι ζωτικής σημασίας για τη βιοποικιλότητα και τη γεωργία, ενώ προωθεί και την αύξηση των χώρων πρασίνου στα αστικά οικοσυστήματα. Σε διεθνές επίπεδο, η Δεκαετία των Ηνωμένων Εθνών για την Αποκατάσταση των Οικοσυστημάτων (2021-2030) σηματοδοτεί μια συντονισμένη παγκόσμια προσπάθεια για την αντιστροφή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Η πρωτοβουλία αυτή προωθεί συγκεκριμένες δράσεις αποκατάστασης δασών, υγροτόπων, θαλάσσιων οικοσυστημάτων και γεωργικών εκτάσεων, με στόχο τη δημιουργία πιο ανθεκτικών φυσικών συστημάτων. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων αποτελεί έναν πολλαπλασιαστή οφελών: ενισχύει τη βιοποικιλότητα, βελτιώνει τη γονιμότητα των εδαφών, συμβάλλει στη ρύθμιση του κλίματος και υποστηρίζει την επισιτιστική ασφάλεια. Παράλληλα, λειτουργεί και ως «ασπίδα» απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα, μειώνοντας την ευαλωτότητα των τοπικών κοινωνιών.
Για πρώτη φορά δεσμευτικοί στόχοι
Η έννοια του «περιβαλλοντικού κινδύνου» αποκτά τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερη οικονομική διάσταση. Τα κριτήρια βιωσιμότητας και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των έργων που σχεδιάζονται, ενσωματώνονται πλέον στις αποφάσεις οργανισμών και επιχειρήσεων. Οι περιβαλλοντικές αξιολογήσεις και οι διαδικασίες αδειοδότησης έργων δεν αποτελούν νέα εργαλεία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες μέσω θεσμικών πλαισίων, όπως η Οδηγία Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και το δίκτυο Natura 2000. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το πλαίσιο έχει γίνει ακόμη πιο αυστηρό, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και τις συνολικές, σωρευτικές πιέσεις στα οικοσυστήματα. Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές των τελευταίων ετών είναι η σύνδεση πλέον της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης με τη χρηματοδότηση. Ο Κανονισμός (Ε.Ε.) 2020/852, γνωστός ως EU Taxonomy Regulation, θεσπίστηκε για να λειτουργήσει ως ένα ενιαίο, επιστημονικά τεκμηριωμένο σύστημα ταξινόμησης, αποτελώντας ουσιαστικά ένα «κοινό λεξιλόγιο», το οποίο καθορίζει, ποιες οικονομικές δραστηριότητες θεωρούνται περιβαλλοντικά
Η
Την ίδια στιγμή, όπως διαπιστώνει η Ε.Ε., το 80% των ευρωπαϊκών οικοτόπων βρίσκεται σε κακή ή μέτρια κατάσταση διατήρησης. Στο πλαίσιο αυτό ένα σημαντικό «ορόσημο» για την περιβαλλοντική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποτέλεσε ο Κανονισμός 2024/1991 για την Αποκατάσταση της Φύσης (Nature Restoration Law), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Αύγουστο του 2024. Εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και αποτελεί μέτρο υλοποίησης της Στρατηγικής της Ε.Ε. για τη Βιοποικιλότητα, με στόχο την αναστροφή της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων. Ο κανονισμός θέτει για πρώτη φορά δεσμευτικούς στόχους. Συγκεκριμένα, προβλέπει την εφαρμογή μέτρων αποκατάστασης από πλευράς των κρατών-μελών της Ε.Ε., στο 20% τουλάχιστον των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών της Ε.Ε. έως το 2030 και σε όλα τα υποβαθμισμένα οικοσυστήματα έως το 2050. Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού είναι ευρύ και δεν αφορά μόνο προστατευόμενες ή φυσικές περιοχές. Περιλαμβάνει την αποκατάσταση όλων των φυσικών οικοσυστημάτων, χερσαίων, παράκτι-
Πιο αυστηρό πλαίσιο και σύνδεση με τη χρηματοδότηση
βιώσιμες. Σηματοδοτεί ουσιαστικά τη μετάβαση από τις εθελοντικές δράσεις Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (CSR) στην αυστηρή νομική συμμόρφωση. Οι επιχειρήσεις καλούνται να αποδεικνύουν με συγκεκριμένα κριτήρια ότι συμβάλλουν σε στόχους όπως η προστασία της βιοποικιλότητας, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ή η βιώσιμη χρήση των πόρων. Επιπλέον, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, η Οδηγία CSRD (2022/2464) καθιστά υποχρεωτική τη δημοσιοποίηση αυτών των δεδομένων. Στην Ελλάδα, η συγκεκριμένη Οδηγία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με τον Ν. 5164/2024 δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο υποχρεωτικής αναφοράς βιωσιμότητας για τις επιχειρήσεις. Μεγάλες εταιρείες και δημόσιοι οργανισμοί υποχρεούνται πλέον να καταρτίζουν και να δημοσιοποιούν εκθέσεις βιωσιμότητας, σύμφωνα με τα ενιαία ευρωπαϊκά πρότυπα, οι οποίες περιλαμβάνουν αναλυτικά στοιχεία για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους, τους σχετικούς κινδύνους και τις πολιτικές διαχείρισής τους.
Επαναπροσδιορίζεται η έννοια της πράσινης ανάπτυξης Η αποκατάσταση της φύσης γίνεται σήμερα ένα πολυδιάστατο εγχείρημα που συνδέει το περιβάλλον με την κοινωνία και την οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό και η έννοια της «πράσινης ανάπτυξης» ουσιαστικά επαναπροσδιορίζεται. Οι σύγχρονες επενδύσεις καλούνται ταυτόχρονα να συμβάλλουν ενεργά στην αποκατάστα-
ση της φύσης. Εργα υποδομών, αστικής ανάπτυξης ή ενέργειας είναι απαραίτητο να ενσωματώνουν πρακτικές όπως η αποκατάσταση εδαφών, η δημιουργία πράσινων χώρων και η ενίσχυση της βιοποικιλότητας. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή, από τη θεωρία στην πράξη, εμπεριέχει και σημαντικές προκλήσεις. Η προσαρμογή στα νέα ρυθμιστικά και χρηματοδοτικά δεδομένα δημιουργεί την ανάγκη για αυξημένη οργανωτική ετοιμότητα, εξειδικευμένα εργαλεία, σημαντικούς πόρους αλλά και για μεγαλύτερη διαφάνεια και αξιοπιστία. Η φύση παύει πλέον να θεωρείται δεδομένη. Δεν αποτελεί απλώς το «υπόβαθρο» αλλά μετατρέπεται σε έναν ενεργό «όρο» της ανάπτυξης. Η αποκατάστασή της αναδεικνύεται σε κρίσιμο σημείο τομής ανάμεσα στην περιβαλλοντική πολιτική και το οικονομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο. Ενσωματώνεται στον πυρήνα της στρατηγικής ανάπτυξης, επηρεάζοντας τον σχεδιασμό πολιτικών, τη λειτουργία των αγορών και τις επιλογές των επιχειρήσεων. Η μετάβαση που συντελείται δεν αφορά μόνο νέους στόχους ή υποχρεώσεις, αλλά έναν συνολικό επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται δράσεις και επενδύσεις. Η εφαρμογή των κανονισμών, η ενίσχυση της διαφάνειας και η αξιόπιστη αποτύπωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία του νέου πλαισίου. Και η επιτυχία της στο μέλλον θα κριθεί, σε μεγάλο βαθμό, από την ικανότητα αλλά και την ταχύτητα προσαρμογής όλων των εμπλεκόμενων φορέων στα νέα δεδομένα ■
Η αποκατάσταση της φύσης γίνεται σήμερα ένα πολυδιάστατο εγχείρημα που συνδέει το περιβάλλον με την κοινωνία και την οικονομία
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Ελάφι στην Πάρνηθα
87
Ο Ι Φ Υ Σ Ι ΚΟ Ι Π Ο Ρ Ο Ι Σ ΤΟ Ν Ι Σ ΟΛΟ Γ Ι Σ Μ Ο
ΘΑΛΑΣΣΑ, ΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΑΚΤΕΣ
Ανάπτυξη και βιωσιμότητα σε περιβάλλον αυξημένης πίεσης Η τουριστική ανάπτυξη στις νησιωτικές και παράκτιες περιοχές δεν κρίνεται πλέον μόνο από την επενδυτική της δυναμική, αλλά από την αντοχή των υποδομών και την προστασία των φυσικών πόρων
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
88
Η θάλασσα, τα νησιά και οι ακτές υπήρξαν για δεκαετίες το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα του ελληνικού τουρισμού. Σήμερα, όμως, μετατρέπονται και σε πεδίο δοκιμασίας
ε αυτό το νέο περιβάλλον, η τουριστική ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται μόνο σε αφίξεις, κλίνες και επενδύσεις. Χρειάζεται να συνδεθεί με τη φέρουσα ικανότητα κάθε τόπου, με πιο αυστηρό χωρικό σχεδιασμό και με επιχειρηματικές πρακτικές που ενισχύουν την ανθεκτικότητα των περιοχών. Το ζητούμενο δεν είναι να ανακοπεί η ανάπτυξη, αλλά να αποκτήσει όρια, ανταποδοτικότητα και διάρκεια. Τα όρια αντοχής των υποδομών στα νησιά και τις παράκτιες περιοχές βρίσκονται τα τελευταία χρόνια υπό διαρκή πίεση εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, σε συνδυασμό με την αυξημένη τουριστική δραστηριότητα αλλά και, συχνά, την ανθρώπινη υπερεκμετάλλευση. Το καλοκαίρι, όταν ο πληθυσμός αυξάνεται και οι ανάγκες για νερό, ενέργεια, μεταφορές και διαχείριση αποβλήτων πολλαπλασιάζονται, αποκαλύπτεται το πρόβλημα στην πραγματική του διάσταση, καθώς οι τοπικές υποδομές καλούνται πολλές φορές να λειτουργήσουν πέρα από τις δυνατότητές τους. Η πίεση αυτή δεν αφορά μόνο την καθημερινή λειτουργία των συστημάτων, αλλά και τη συνολική ανθεκτικότητα των ίδιων των προορισμών μέσα στις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί.
Σ
Επενδύσεις και όρια αντοχής των προορισμών Την ίδια στιγμή, η τουριστική ανάπτυξη συνεπάγεται και μια συνεχή όσο και δυναμική, επενδυτική δραστηριότητα. Η επέκταση των τουριστικών μονάδων, η δημιουργία νέων καταλυμάτων και υποδομών που σχετίζονται με τον τουρισμό συμβάλλουν από τη μία πλευρά στην ενίσχυση της τοπικής απασχόλησης και στην οικονομική ανάπτυξη των συγκεκριμένων περιοχών. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, προκύπτει η ανάγκη για έναν πιο ισορροπημένο σχεδιασμό, ώστε η ανάπτυξη αυτή να γίνεται με τρόπο που λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά όρια αντοχής τους. Ταυτόχρονα, ως αναγκαία προϋπόθεση αναδεικνύεται ότι η τουριστική ανάπτυξη πρέπει να συνοδεύεται από ανταποδοτικά οφέλη για τις τοπικές
Τουρίστες στη Μύκονο
κοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτό, η φέρουσα ικανότητα, δηλαδή το επίπεδο εκείνο στο οποίο ένας προορισμός μπορεί να δεχθεί τουριστική και οικονομική πίεση χωρίς να υποβαθμίζονται το περιβάλλον, οι υποδομές και η ποιότητα ζωής των κατοίκων, αντιμετωπίζεται πλέον ως βασικό εργαλείο σχεδιασμού πολιτικής.
Θαλάσσιο αποτύπωμα και περιβαλλοντική επιβάρυνση Επιπλέον, η έντονη τουριστική δραστηριότητα στις νησιωτικές και παράκτιες περιοχές έχει αποτέλεσμα ένα αυξημένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα στο ιδιαίτερα ευαίσθητο θαλάσσιο οικοσύστημα, το οποίο επιτελεί κρίσιμες λειτουργίες, όπως η διατήρηση της βιοποικιλότητας, η ρύθμιση του κλίματος και η προστασία των ακτών από τη διάβρωση. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού επισκεπτών μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό με την εντατική χρήση της θάλασσας για αναψυχή, μετακινήσεις και θαλάσσιες δραστηριότητες ενισχύουν τις πιέσεις στις περιοχές αυτές, οι οποίες χαρακτηρίζονται συχνά από περιορισμένη δυνατότητα φυσικής ανανέωσης. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη αξιολόγηση του UNEP/ MAP (Mediterranean Quality Status Report), η τουριστική δραστηριότητα και οι παράκτιες πιέσεις αποτελούν βασικούς παράγοντες επιβάρυνσης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων
Τουρισμό από την ελληνική πολιτεία εισάγει για πρώτη φορά μια συστηματική κατηγοριοποίηση των περιοχών με βάση την πίεση που δέχονται. Ουσιαστικά, το νέο μοντέλο συνδέει άμεσα την τουριστική ανάπτυξη με τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση και την προστασία των φυσικών πόρων κάθε περιοχής. Οπως προβλέπει, σε περιοχές υψηλής τουριστικής πίεσης εφαρμόζεται πλέον ένα αυστηρότερο πλαίσιο για την ανάπτυξη νέων τουριστικών μονάδων, τόσο ως προς την αύξηση της δυναμικότητας σε κλίνες όσο και ως προς τη χωροθέτηση νέων εγκαταστάσεων, με στόχο να αποφευχθεί η περαιτέρω επιβάρυνσή τους. Στο ίδιο πλαίσιο, προωθείται σταδιακά και η διαφοροποίηση του ελληνικού τουριστικού μοντέλου και παράλληλα δίνεται έμφαση σε εναλλακτικές και ηπιότερες μορφές τουρισμού.
Επιχειρηματική ευθύνη και κλιματική ανθεκτικότητα
Η τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα Στην Ελλάδα, με την έντονη νησιωτικότητα και την τεράστια ακτογραμμή της, η τουριστική ανάπτυξη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, αντίθετα συγκεντρώνεται κυρίως σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί έντονες ανισορροπίες, με αποτέλεσμα πολλοί προορισμοί υψηλής ζήτησης να λειτουργούν τους καλοκαιρινούς μήνες της τουριστικής αιχμής στα όρια των υποδομών τους. Προκειμένου να αποτραπεί ο κορεσμός στις ήδη επιβαρυμένες περιοχές και παράλληλα να τεθούν κανόνες στην ανάπτυξη των τουριστικών επενδύσεων, το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον
Το στοίχημα για το μέλλον Η μεγάλη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια αφορά την ουσιαστική αναθεώρηση και τον επαναπροσδιορισμό του μοντέλου ανάπτυξης στις νησιωτικές και παράκτιες περιοχές, με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις αυξημένες περιβαλλοντικές πιέσεις τις οποίες δέχονται. Η μετάβαση, στην πραγματικότητα, σε ένα μοντέλο που δεν οδηγεί στην εξάντληση των φυσικών πόρων, αλλά τους ενσωματώνει ως βασική προϋπόθεση ανάπτυξης, απαιτεί μια πιο στενή και ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στον χωρικό σχεδιασμό, την περιβαλλοντική προστασία και την οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, ενισχύεται η ανάγκη για έναν πιο ολοκληρωμένο και αυστηρά οργανωμένο σχεδιασμό του παράκτιου και θαλάσσιου χώρου, όπου οι διαφορετικές χρήσεις θα καθορίζονται από σαφείς κανόνες, όρια και μηχανισμούς ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται η ισορροπία ανάμεσα στην αξιοποίηση και την προστασία του. Σε αυτό το πλαίσιο, η θάλασσα, τα νησιά και οι ακτές επανατοποθετούνται ως κρίσιμος φυσικός πόρος που καθορίζει τα όρια, τις δυνατότητες και τις κατευθύνσεις του ίδιου του μοντέλου ανάπτυξης του τουρισμού, λειτουργώντας πλέον ως κεντρικός παράγοντας σχεδιασμού ■
Η κλιματική αλλαγή, η λειψυδρία, η αυξημένη ενεργειακή ζήτηση, η διαχείριση αποβλήτων και η έντονη εποχική συγκέντρωση επισκεπτών πιέζουν τις υποδομές πολλών προορισμών πέρα από τα όριά τους
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
της Μεσογείου, επηρεάζοντας τη βιοποικιλότητα και τη συνολική ανθεκτικότητά τους. Σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, η διαχείριση αυτών των πιέσεων ενισχύεται μέσα από προσεγγίσεις Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Παράκτιων Ζωνών (Integrated Coastal Zone Management – ICZM) και Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (Marine Spatial Planning), οι οποίες προωθούν έναν ενιαίο και συντονισμένο σχεδιασμό των παράκτιων και θαλάσσιων δραστηριοτήτων. Οπως έχει αναδειχθεί από την UNESCO-IOC, τα εργαλεία αυτά αποσκοπούν στον συντονισμό των ανθρώπινων χρήσεων του θαλάσσιου χώρου, επιδιώκοντας την εξισορρόπηση ανάμεσα στην αναπτυξιακή δραστηριότητα, την περιβαλλοντική προστασία και τη βιώσιμη αξιοποίηση των θαλάσσιων πόρων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον και η επιχειρηματική ευθύνη αποκτά καθοριστικό ρόλο, καθώς οι επενδύσεις στον κλάδο του τουρισμού δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά με όρους βραχυπρόθεσμης απόδοσης, αλλά οφείλουν να ενσωματώνουν μετρήσιμα κριτήρια βιωσιμότητας και να λειτουργούν σε αρμονία με τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Ετσι, η επενδυτική δραστηριότητα συνδέεται πλέον και με την ανάγκη ενίσχυσης της κλιματικής ανθεκτικότητας των τουριστικών υποδομών, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και παράκτιες περιοχές που είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε φαινόμενα λειψυδρίας, ακραίων θερμοκρασιών και περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Ουσιαστικά, γίνεται πλέον αντιληπτό πως η ενσωμάτωση πρακτικών εξοικονόμησης υδάτινων πόρων, η αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μικρής κλίμακας και η ανάπτυξη υποδομών χαμηλότερου περιβαλλοντικού αποτυπώματος αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα και των ίδιων των τουριστικών επενδύσεων. Παράλληλα, η επιχειρηματική ευθύνη επεκτείνεται και στον χωρικό σχεδιασμό, καθώς η επιλογή τοποθεσίας και η κλίμακα των εγκαταστάσεων επηρεάζουν άμεσα την ισορροπία των τοπικών συστημάτων και την ικανότητα των υποδομών να ανταποκριθούν στις αυξημένες εποχικές απαιτήσεις.
89
ΓΗ, ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Ποιος πληρώνει την πίεση στους φυσικούς πόρους
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η αύξηση της ζήτησης τροφίμων, η εντατικοποίηση της παραγωγής και η κλιματική αλλαγή επιβαρύνουν γη και υδατικούς πόρους, μετατρέποντας τη βιώσιμη διαχείρισή τους σε ζήτημα περιβαλλοντικής ισορροπίας, κοινωνικής σταθερότητας και επιχειρηματικής ευθύνης
90
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ερίπου το 70% της παγκόσμιας κατανάλωσης γλυκού νερού χρησιμοποιείται στη γεωργία, κυρίως για αρδευόμενες καλλιέργειες, σύμφωνα με το «Food and Agriculture Organization of the United Nations» (FAO). Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, σημαντικές ποσότητες νερού χάνονται, λόγω των αναποτελεσματικών συστημάτων άρδευσης. Παράλληλα, καθώς μεγαλώνει η ανάγκη για παραγωγή τροφίμων, αυξάνεται η ζήτηση για νερό και επομένως η πίεση στους υδατικούς πόρους. Ηδη, σύμφωνα με την έκθεση του UN-Water, πάνω από 2 δισ. άνθρωποι ζουν ήδη σε περιοχές με υψηλό υδατικό στρες, ενώ το πρόβλημα αναμένεται να ενταθεί εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Την ίδια στιγμή, περισσότερο από το 30% των εδαφών παγκοσμίως θεωρείται ήδη υποβαθμισμένο λόγω της υπερεκμετάλλευσης, της αποψίλωσης των δασών, της διάβρωσης και της εντατικής χρήσης χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Ο FAO εκτιμά ότι η εδαφική υποβάθμιση επηρεάζει άμεσα την παραγωγικότητα της γεωργίας και αποτελεί πλέον μία από τις σημαντικότερες απειλές για την επισιτιστική ασφάλεια παγκοσμίως. Αλλωστε, περίπου 1,7 δισ. άνθρωποι ζουν ήδη σε περιοχές όπου οι αποδόσεις των καλλιεργειών έχουν μειωθεί τουλάχιστον κατά 10%.
Π
Το ζήτημα της επιχειρηματικής λογοδοσίας Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη κρίση δεν είναι μόνο περιβαλλοντική. Εχει ταυτόχρονα κοινωνική και οικονομική διάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, αναγνωρίζεται πλέον ότι η οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το οικονομικό όφελος. Στο επίκεντρο μπαίνει έτσι το ζήτημα της επιχειρηματικής λογοδο-
βαθμό την παραγωγική ικανότητα. Η παραγωγή περισσότερων τροφίμων απαιτεί μεγαλύτερες ποσότητες νερού, ενώ η έλλειψή του περιορίζει την αγροτική παραγωγή επηρεάζοντας άμεσα τις αποδόσεις των καλλιεργειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παραγωγή βασικών καλλιεργειών σε περιοχές με περιορισμένους υδατικούς πόρους, όπου η υπεράντληση νερού έχει οδηγήσει σε πτώση της στάθμης και αύξηση του κόστους άρδευσης. Εκεί, σε αρκετές περιπτώσεις, η εντατική γεωργική δραστηριότητα οδηγεί στην αναγκαστική αναπροσαρμογή των καλλιεργειών ή ακόμα και στην εγκατάλειψη γεωργικών εκτάσεων. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, η παγκόσμια ζήτηση τροφίμων αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 50% έως το 2050, λόγω της αύξησης του πληθυσμού και της ανόδου του βιοτικού επιπέδου σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Εφόσον δεν υπάρξει ουσιαστική αλλαγή στο υφιστάμενο παραγωγικό μοντέλο και τις πρακτικές διαχείρισης, η πίεση στους φυσικούς πόρους, στο νερό και τη γη, θα ενταθεί ακόμα περισσότερο. Στο πλαίσιο αυτό, το food-water nexus αποτελεί σήμερα για τον ΟΗΕ ένα εργαλείο ολοκληρωμένης χάραξης πολιτικής, καθώς επιτρέπει τη συνδυαστική αντιμετώπιση ζητημάτων τα οποία προηγουμένως εξετάζονταν αποσπασματικά. Ετσι, η γεωργία, η διαχείριση των υδάτων, η ενεργειακή κατανάλωση και η κλιματική αλλαγή αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετα πεδία τα οποία και απαιτούν έναν συντονισμένο σχεδιασμό.
σίας (corporate accountability). Οι επιχειρήσεις δεν αξιολογούνται πλέον μόνο με βάση τα οικονομικά τους αποτελέσματα, αλλά και σύμφωνα με το κοινωνικό και περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Ενωση υιοθέτησε το 2024 την Οδηγία για την Εταιρική Βιωσιμότητα και τη Δέουσα Επιμέλεια (Corporate Sustainability Due Diligence Directive CSDDD), η οποία ενισχύει την υποχρέωση των μεγάλων εταιρειών να ελέγχουν τις επιπτώσεις τους σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας. Η συγκεκριμένη Οδηγία συνιστά ένα από τα βασικά θεσμικά εργαλεία για την ενίσχυση της εταιρικής ευθύνης απέναντι στο περιβάλλον και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εισάγει ένα δεσμευτικό πλαίσιο «δέουσας επιμέλειας», υποχρεώνοντας τις μεγάλες επιχειρήσεις να εντοπίζουν, να προλαμβάνουν, να μετριάζουν και να αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους. Παράλληλα, η CSDDD συνδέει για πρώτη φορά σε τόσο ευρεία κλίμακα την εταιρική δραστηριότητα με ζητήματα όπως η αποδάσωση, η ρύπανση, η εξάντληση φυσικών πόρων και οι παραβιάσεις εργασιακών δικαιωμάτων, εντάσσοντάς τα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κλιματική ουδετερότητα. Ετσι, η βιωσιμότητα δεν αποτελεί πλέον μόνο ηθική υποχρέωση, αλλά και οικονομική αναγκαιότητα.
Η αλληλεξάρτηση παραγωγής τροφίμων - κατανάλωσης νερού Η επιχειρηματική λογοδοσία συνδέεται άμεσα και με το λεγόμενο food-water nexus, δηλαδή την αλληλεξάρτηση μεταξύ παραγωγής τροφίμων και κατανάλωσης νερού. Η παραγωγή τροφίμων δεν αποτελεί μια απομονωμένη διαδικασία, αλλά εντάσσεται σε ένα σύνθετο σύστημα στο οποίο η διαθεσιμότητα φυσικών πόρων και κυρίως του νερού, καθορίζει σε μεγάλο
Στο βασικό ερώτημα «Ποιος πληρώνει το κόστος της πίεσης στους φυσικούς πόρους;» η απάντηση είναι σύνθετη και πολυεπίπεδη. Το περιβάλλον επωμίζεται ήδη μεγάλο βάρος, μέσα από την υποβάθμιση και την καταστροφή των οικοσυστημάτων, τη μείωση της βιοποικιλότητας, τη διάβρωση των εδαφών και τη σταδιακή ερημοποίηση γόνιμων εκτάσεων, φαινόμενα που επηρεάζουν άμεσα τη φυσική ισορροπία των οικοσυστημάτων. Παράλληλα, οι κοινωνίες διεθνώς βιώνουν όλο και πιο έντονα τις συνέπειες. Η εντεινόμενη λειψυδρία σε πολλές περιοχές του πλανήτη, η άνοδος των τιμών των τροφίμων, η πίεση στην αγροτική παραγωγή και η αυξανόμενη επισιτιστική ανασφάλεια συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης κοινωνικής και οικονομικής αστάθειας. Ιδιαίτερα στις πιο ευάλωτες περιοχές, οι επιπτώσεις αυτές δεν αφορούν απλώς στην ποιότητα ζωής των κατοίκων, αλλά ακόμα και στην πρόσβασή τους σε βασικά αγαθά. Ταυτόχρονα, μακροπρόθεσμα το κόστος αυτό επιστρέφει και στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Η εξάντληση των φυσικών πόρων, η κλιματική αστάθεια και η πίεση στις εφοδιαστικές αλυσίδες επηρεάζουν άμεσα τη βιωσιμότητα της παραγωγικής τους δραστηριότητας, αυξάνοντας το λειτουργικό τους ρίσκο και δημιουργώντας νέες αβεβαιότητες στο οικονομικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, η μετάβαση σε πιο βιώσιμες μορφές γεωργίας, η ορθολογική και αποδοτική διαχείριση του νερού, καθώς και η υπεύθυνη επιχειρηματική δράση, αναδεικνύονται σε αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ παραγωγής και φυσικού περιβάλλοντος. Η βιωσιμότητα γίνεται βασικός άξονας σχεδιασμού τόσο για την αγροτική παραγωγή όσο και για την οικονομική δραστηριότητα συνολικά. Η ενσωμάτωση πρακτικών που μειώνουν τη σπατάλη πόρων, περιορίζουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και ενισχύουν την αποδοτικότητα της παραγωγής αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο για το μέλλον. Η προστασία της γης και των υδατικών πόρων εξελίσσεται έτσι σε έναν καθοριστικό παράγοντα οικονομικής σταθερότητας, κοινωνικής συνοχής αλλά και συλλογικής ευθύνης απέναντι στις μελλοντικές γενιές ■
Το κόστος της εξάντλησης των φυσικών πόρων δεν το πληρώνει μόνο το περιβάλλον. Επιστρέφει στις κοινωνίες, στην παραγωγή και στις ίδιες τις επιχειρήσεις
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Το κόστος για το περιβάλλον, τις κοινωνίες και τις επιχειρήσεις
91
Ο Ι Φ Υ Σ Ι ΚΟ Ι Π Ο Ρ Ο Ι Σ ΤΟ Ν Ι Σ ΟΛΟ Γ Ι Σ Μ Ο
ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ
Τα απόβλητα ως… βιομηχανικό απόθεμα Η πρόσβαση σε πρώτες ύλες γίνεται ζήτημα κόστους, ανταγωνιστικότητας και αυτονομίας
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΕΦΟΠΟΥΛΟΥ
92
Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι να πάψει να βλέπει την ανακύκλωση ως υποχρέωση και να αρχίσει να οργανώνει τα δευτερογενή υλικά ως αγορά
ίγους μήνες πριν από την κατάθεση της Πράξης για την Κυκλική Οικονομία (Circular Economy Act), οι Βρυξέλλες αλλάζουν λεξιλόγιο. Η κυκλική οικονομία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως παράρτημα της περιβαλλοντικής πολιτικής, αλλά ως εργαλείο βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Σε μια Ευρώπη που μαθαίνει να βλέπει τα απορρίμματά της ως κοίτασμα, η Ελλάδα εισέρχεται στη συζήτηση με χαμηλό δείκτη κυκλικής χρήσης υλικών και μια αγορά δευτερογενών πρώτων υλών ακόμη υπό συγκρότηση. Το πραγματικό διακύβευμα για τις επιχειρήσεις δεν είναι απλώς η συμμόρφωση με ένα νέο νομοθετικό κείμενο. Είναι η ανατιμολόγηση της πρώτης ύλης πριν την επιβάλει η ίδια η αγορά. Η Πράξη για την Κυκλική Οικονομία, που αναμένεται εντός του 2026, εντάσσεται στον πυρήνα της Καθαρής Βιομηχανικής Συμφωνίας (Clean Industrial Deal) και της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας (Competitiveness Compass). Δεν έρχεται να προσθέσει απλώς έναν ακόμα περιβαλλοντικό κανόνα, έρχεται να οργανώσει μια αγορά υλικών σε μια Ευρώπη που ανησυχεί για το κόστος, τις ελλείψεις και την εξάρτηση από εισαγόμενους πόρους. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η νέα ευρωπαϊκή κυκλικότητα δεν θα κριθεί κυρίως στον κάδο απορριμμάτων. Θα κριθεί στην παραγωγή, στις προμήθειες, στις δημόσιες συμβάσεις, στα πρότυπα προϊόντων και στην τιμή των υλικών. Η ανακύκλωση, όπως τη γνωρίζαμε, ήταν κυρίως πολιτική διαχείρισης αποβλήτων. Η κυκλικότητα που σχεδιάζουν τώρα οι Βρυξέλλες είναι πολιτική πρόσβασης σε πρώτες ύλες. Και αυτή η διαφορά αλλάζει όλο το οικονομικό νόημα της μετάβασης.
Λ
Από την οικολογία στη βιομηχανική στρατηγική Η αλλαγή φαίνεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο έχει οργανωθεί η νέα ευρωπαϊκή ατζέντα. Ακόμα και το χαρτοφυλάκιο της αρμόδιας επιτρόπου Jessika Roswall, που συνδέει το Περι-
βάλλον με την Ανθεκτικότητα Υδάτων και την Ανταγωνιστική Κυκλική Οικονομία, αποτυπώνει τη μετατόπιση. Η κυκλικότητα αντιμετωπίζεται πλέον ως εργαλείο οικονομικής ασφάλειας και βιομηχανικής ισχύος. Η ευρωπαϊκή στόχευση είναι σαφής: ο δείκτης κυκλικής χρήσης υλικών, που σήμερα κινείται λίγο πάνω από το 12%, πρέπει περίπου να διπλασιαστεί έως το 2030. Η στροφή αυτή δεν προέκυψε σε κενό πολιτικής. Οι εκθέσεις Draghi για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και Letta για το μέλλον της ενιαίας αγοράς έθεσαν, με διαφορετικό τρόπο, το ίδιο ερώτημα: Πώς μπορεί η Ευρώπη να παραμείνει βιομηχανική δύναμη όταν εξαρτάται δομικά από εισαγόμενες πρώτες ύλες, συχνά από περιορισμένο αριθμό προμηθευτών; Η ζήτηση για κρίσιμα υλικά αναμένεται να αυξηθεί έντονα μέσα στην επόμενη δεκαετία, καθώς η καθαρή τεχνολογία, οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα δίκτυα και η ψηφιακή βιομηχανία χρειάζονται ολοένα περισσότερους πόρους. Στο σκηνικό αυτό, τα απόβλητα παύουν να είναι απλώς κόστος διαχείρισης. Γίνονται δυνητικό κοίτασμα, δηλαδή πηγή υλικών που η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να χάνει.
Η πορεία προς την Πράξη για την Κυκλική Οικονομία έδειξε ότι η κυκλικότητα δεν είναι ουδέτερο τεχνικό πεδίο. Η δημόσια διαβούλευση, οι στοχευμένες συζητήσεις, το SME Panel και το τελικό εργαστήριο με περισσότερους από χίλιους συμμετέχοντες ανέδειξαν μια πραγματική σύγκρουση προτεραιοτήτων. Η Επιτροπή επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε φιλοδοξία και εφαρμοσιμότητα, με τη χαρακτηριστική διατύπωση της αρμόδιας Επιτρόπου Jessika Roswall ότι η νέα πράξη πρέπει να είναι «πρακτική, εστιασμένη και απλή στον σχεδιασμό της». Για τη βιομηχανία και τους εργοδοτικούς φορείς, το ζητούμενο είναι να μη δημιουργηθεί ακόμα ένα στρώμα υποχρεώσεων, αλλά να αρθούν πραγματικά εμπόδια της αγοράς. Η BusinessEurope ζητά η κυκλικότητα να αντιμετωπιστεί ως πυλώνας βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας, με εναρμονισμένους κανόνες για την Εκτεταμένη Ευθύνη Παραγωγού, τα κριτήρια τέλους αποβλήτου και τις διασυνοριακές μεταφορές, αλλά και με εργαλεία που θα δημιουργούν σταθερή ζήτηση για δευτερογενείς πρώτες ύλες. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η συζήτηση είναι ακόμα πιο πρακτική: πρόσβαση σε καθοδήγηση, ψηφιακά εργαλεία, κατάρτιση, χρηματοδότηση και τοπικές αλυσίδες κυκλικότητας, ώστε η μετάβαση να μη μείνει προνόμιο των μεγάλων ομίλων. Από την άλλη πλευρά, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και οι φορείς της επισκευής και επαναχρησιμοποίησης προειδοποιούν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να περιορίσει την κυκλική οικονομία στην ανακύκλωση. Η ένστασή τους είναι ουσιαστική: αν το νέο πλαίσιο εστιάσει μόνο στην ανάκτηση υλικών στο τέλος του κύκλου ζωής, θα αφήσει πίσω την πρόληψη, την επισκευή, την επαναχρησιμοποίηση και τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής των προϊόντων. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο οπτικές βρίσκεται και η κοινωνική διάσταση της μετάβασης: οι νέες δεξιότητες, η ποιότητα των θέσεων εργασίας και οι εγγυήσεις για όσους θα περάσουν από τη γραμμική στην κυκλική οικονομία.
Η ενιαία αγορά που σταματά στα υλικά Πίσω από αυτή τη σύγκρουση βρίσκεται ένα πρακτικό πρόβλημα: η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη πλήρως λειτουργική ενιαία αγορά δευτερογενών υλικών. Ο,τι θεωρείται «πόρος» στη μία χώρα μπορεί να ταξινομηθεί ως «απόβλητο» στη γείτονα. Τα κριτήρια του τέλους του καθεστώτος αποβλήτου διαφέρουν,
Ο δείκτης κυκλικής χρήσης υλικών, που σήμερα κινείται λίγο πάνω από το 12%, πρέπει περίπου να διπλασιαστεί έως το 2030
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η διαβούλευση που αποκάλυψε τη σύγκρουση
93
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
94
Η «αστική εξόρυξη», δηλαδή η ανάκτηση μετάλλων από ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, ηλιακούς συλλέκτες και ηλεκτρονικά είδη, αναβαθμίζεται από ιδέα ESG στρατηγικού περιεχομένου σε πραγματικό βιομηχανικό κλάδο
οι διαδικασίες για διασυνοριακές μεταφορές αποβλήτων και δευτερογενών υλικών παραμένουν σύνθετες και τα κίνητρα για χρήση ανακυκλωμένων υλικών συχνά καταρρέουν μπροστά στην απλούστερη πραγματικότητα: η παρθένα πρώτη ύλη εξακολουθεί, σε πολλές αγορές, να είναι φτηνότερη ή πιο εύκολα διαθέσιμη. Το κενό αυτό δεν είναι τεχνικό. Είναι οικονομικό. Οσο η αγορά δεν στέλνει τα κατάλληλα σήματα τιμών, ο ανακυκλωμένος χάλυβας, το πολυμερές ή το αλουμίνιο θα παραμένουν σε υποαξιοποίηση. Χωρίς δομικά μέτρα ζήτησης, από τις δημόσιες προμήθειες έως τις υποχρεώσεις ανακυκλωμένου περιεχομένου σε προϊόντα, ο στόχος για ουσιαστική αύξηση της κυκλικής χρήσης υλικών κινδυνεύει να μείνει στο χαρτί. Η αρχιτεκτονική της νέας πολιτικής διαφαίνεται ήδη. Στο επίκεντρο βρίσκονται η δημιουργία ενιαίας αγοράς για δευτερογενείς πρώτες ύλες, η ενίσχυση της προσφοράς ανακυκλωμένων υλικών υψηλής ποιότητας και η τόνωση της ζήτησης εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Παράλληλα, η αναθεώρηση της οδηγίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού αναμένεται να αξιοποιηθεί ως ένα από τα βασικά εργαλεία της νέας πολιτικής. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ευρώπη δεν θέλει απλώς να ανακυκλώνει περισσότερο. Θέλει να κρατά την αξία των υλικών μέσα στην οικονομία της.
τουλάχιστον 25% της ετήσιας κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών από ανακύκλωση έως το 2030 μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν η Ευρώπη μάθει να εξορύσσει συστηματικά από τα ίδια της τα προϊόντα στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Η «αστική εξόρυξη», δηλαδή η ανάκτηση μετάλλων από ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, ηλιακούς συλλέκτες και ηλεκτρονικά είδη, αναβαθμίζεται από ιδέα ESG στρατηγικού περιεχομένου σε πραγματικό βιομηχανικό κλάδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μαύρη μάζα (black mass), το ενδιάμεσο προϊόν της ανακύκλωσης μπαταριών που μπορεί να περιέχει λίθιο, κοβάλτιο, νικέλιο και άλλα κρίσιμα μέταλλα. Οταν τέτοια ρεύματα αποβλήτων εξάγονται εκτός Ευρώπης, η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν χάνει μόνο υλικό. Χάνει παραγωγική δυνατότητα, τεχνογνωσία και μέρος της στρατηγικής της αυτονομίας. Πρόκειται για μια νέα γλώσσα βιομηχανικής θωράκισης, που πριν από μια δεκαετία θα ακουγόταν ξένη στις Βρυξέλλες και σήμερα παρουσιάζεται ως όρος στρατηγικής αυτονομίας. Για χώρες με ώριμες αγορές ανακύκλωσης, αυτή η μετατόπιση ανοίγει νέο πεδίο βιομηχανικής αξίας. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που ακόμη παλεύουν με τις βασικές υποδομές συλλογής, διαλογής και αξιοποίησης, αναδεικνύει την απόσταση που πρέπει να καλυφθεί.
Αστική εξόρυξη και κρίσιμες πρώτες ύλες
Η ελληνική υστέρηση δεν είναι μόνο αριθμητική
Η σύνδεση με την Πράξη για τις Κρίσιμες Πρώτες Υλες (Critical Raw Materials Act) είναι ευθεία. Ο στόχος της κάλυψης
Σε αυτό το ταχέως μεταβαλλόμενο τοπίο, η θέση της Ελλάδας παραμένει αδύναμη. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα
αξίας. Αλλο πράγμα είναι να συλλέγεις περισσότερο υλικό και άλλο να μπορείς να το ταξινομείς, να το πιστοποιείς, να το διαθέτεις στην αγορά και να το ενσωματώνεις ξανά στην παραγωγή. Εκεί θα κριθεί η επόμενη φάση. Οχι μόνο στο αν θα αυξηθούν οι κάδοι, αλλά στο αν θα δημιουργηθεί αγορά.
Τι σημαίνει η νέα κυκλικότητα για τις επιχειρήσεις
στοιχεία της Eurostat και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, ο δείκτης κυκλικής χρήσης υλικών της χώρας διαμορφώθηκε στο 5,2% το 2024, έναντι 12,2% στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν είναι απλώς στατιστική. Αποκαλύπτει ότι τα ανακυκλωμένα υλικά εξακολουθούν να επιστρέφουν περιορισμένα στην παραγωγική οικονομία. Η εικόνα επιβεβαιώνεται και στα ρεύματα αποβλήτων. Στη συνολική ανακύκλωση συσκευασιών, η Ελλάδα κατέγραψε 48,0% το 2023, έναντι 67,5% στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Στις πλαστικές συσκευασίες, η επίδοση ήταν 32,7%, έναντι 42,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Ιταλία καταγράφουν πολύ υψηλότερες επιδόσεις στον δείκτη κυκλικής χρήσης υλικών, επιβεβαιώνοντας ότι η κυκλικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως ώριμη αγορά και όχι μόνο ως σύστημα διαχείρισης αποβλήτων. Το επενδυτικό σκέλος είναι εξίσου κρίσιμο. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι ετήσιες επενδυτικές ανάγκες της Ελλάδας στην κυκλική οικονομία και στα απόβλητα ανέρχονται σε 1,1 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των βασικών επενδύσεων, ενώ το πρόσθετο επενδυτικό κενό υπολογίζεται σε περίπου 379 εκατ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για μέγεθος που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή υπόθεση απορρόφησης ευρωπαϊκών πόρων. Απαιτεί διαφορετική σύλληψη της σχέσης δημόσιου σχεδιασμού, ιδιωτικού κεφαλαίου και βιομηχανικής πολιτικής. Η ελληνική αδυναμία δεν βρίσκεται μόνο στο ποσοστό ανακύκλωσης. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η χώρα δεν έχει ακόμη μετατρέψει τη διαχείριση αποβλήτων σε οικονομική αλυσίδα
Για τις ευρωπαϊκές και ελληνικές επιχειρήσεις, η Πράξη για την Κυκλική Οικονομία αναμένεται να φέρει μια ατζέντα προσαρμογής που υπερβαίνει κατά πολύ τη συμμόρφωση. Η κυκλικότητα παύει να είναι μόνο θέμα περιβαλλοντικού τμήματος. Μπαίνει στις αγορές, στον σχεδιασμό προϊόντων, στις συμβάσεις προμηθευτών, στην κοστολόγηση και στη χρηματοδότηση. Η Εκτεταμένη Ευθύνη Παραγωγού αναμένεται να γίνει πιο απαιτητική, με σαφέστερες υποχρεώσεις, ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων και υψηλότερες προδιαγραφές σχεδιασμού για ανακυκλωσιμότητα. Οι δημόσιες συμβάσεις θα ενσωματώνουν όλο και περισσότερο κριτήρια κυκλικότητας, ανθεκτικότητας και ευρωπαϊκής προέλευσης, επηρεάζοντας αγορές όπως ο χάλυβας, το τσιμέντο, το αλουμίνιο και τα χημικά. Παράλληλα, επιχειρηματικά μοντέλα όπως το προϊόν ως υπηρεσία και τα κλειστά κυκλώματα αξίας θα μετακινηθούν από το πεδίο της καινοτομίας στο πεδίο της στρατηγικής, ενώ οι απαιτήσεις ανακυκλωμένου περιεχομένου θα δημιουργήσουν προβλέψιμη ζήτηση εκεί όπου σήμερα υπάρχει αστάθεια. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η εικόνα είναι διττή. Οσες έχουν ήδη επενδύσει σε συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης, μηχανισμούς ιχνηλασιμότητας και υποδομές ανακύκλωσης βρίσκονται σε θέση να αξιοποιήσουν τη μετάβαση. Οσες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την κυκλικότητα ως ρυθμιστικό κόστος, και όχι ως πεδίο διαφοροποίησης, θα δουν το ανταγωνιστικό τους χάσμα να διευρύνεται. Το κρίσιμο ερώτημα για το επιχειρείν στην Ελλάδα δεν είναι αν θα συμμορφωθεί με την επικείμενη νομοθεσία, είναι αν θα κινηθεί εγκαίρως: αν θα ανατιμολογήσει τις πρώτες ύλες, θα επανασχεδιάσει προϊόντα, θα εξασφαλίσει πρόσβαση σε δευτερογενή υλικά και θα ενσωματώσει την κυκλικότητα πριν το κόστος της καθυστέρησης το επιβάλει η ίδια η αγορά.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας Η Πράξη για την Κυκλική Οικονομία δεν θα επιλύσει από μόνη της τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής αγοράς αποβλήτων. Δεν θα αναπληρώσει την απουσία πολιτικής συνέχειας, ούτε θα αντικαταστήσει την ανάγκη για ουσιαστικό περιφερειακό σχεδιασμό. Θα δημιουργήσει όμως ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο όπου τα δευτερογενή υλικά αντιμετωπίζονται ως στρατηγικός πόρος, ακριβώς όπως η ενέργεια, τα μικροτσίπ και οι κρίσιμες πρώτες ύλες. Τρία ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Ποιος θα χρηματοδοτήσει την επένδυση που απαιτείται στην κυκλική οικονομία και στα απόβλητα; Πώς θα περάσει η Ελλάδα από τη λογική της διάθεσης στη λογική της ανάκτησης αξίας και ποια προϊόντα, από τα τρόφιμα έως τα δομικά υλικά, θα αντέξουν τις νέες απαιτήσεις ανακυκλωμένου περιεχομένου χωρίς να χάσουν θέση απέναντι σε ανταγωνιστές με πιο ώριμες αλυσίδες ανάκτησης; Η πραγματική δοκιμασία για την Ελλάδα δεν είναι αν θα εναρμονιστεί με το γράμμα της νέας νομοθεσίας. Είναι αν θα κατανοήσει εγκαίρως ότι, σε μια Ευρώπη όπου τα απόβλητα γίνονται κοίτασμα, η θέση της στις αλυσίδες αξίας θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα μάθει να βλέπει τα δικά της απορρίμματα ως πρώτη ύλη ■
Η κυκλικότητα παύει να είναι μόνο θέμα περιβαλλοντικού τμήματος. Μπαίνει στις αγορές, στον σχεδιασμό προϊόντων, στις συμβάσεις προμηθευτών, στην κοστολόγηση και στη χρηματοδότηση
Ο Ι Φ Υ Σ Ι ΚΟ Ι Π Ο Ρ Ο Ι Σ ΤΟ Ν Ι Σ ΟΛΟ Γ Ι Σ Μ Ο
ΝΕΡΟ, ΠΟΡΟΙ, ΚΥΚΛΙΚΟΤΗΤΑ
Από το CO₂ στη νέα λογοδοσία Οι πρώτες ελληνικές CSRD εκθέσεις δείχνουν ότι η περιβαλλοντική λογοδοσία δεν εξαντλείται πλέον στις εκπομπές ρύπων
֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΕΦΟΠΟΥΛΟΥ
συζήτηση για το εταιρικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα είχε για πολλά χρόνια ένα κυρίαρχο μέγεθος: τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Η κλιματική κρίση, με την επείγουσα ορατότητά της και τη μετρησιμότητα των τόνων CO₂, μονοπώλησε σε μεγάλο βαθμό το δημόσιο λεξιλόγιο, τους εταιρικούς στόχους και τις ίδιες τις εκθέσεις βιωσιμότητας. Η Οδηγία για την Υποβολή Εκθέσεων Βιωσιμότητας από τις Εταιρείες, η CSRD, που στην Ελλάδα ενσωματώθηκε με τον Νόμο 5164/2024, και τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας, τα ESRS, διευρύνουν τώρα το πλαίσιο. Η μετάβαση δεν είναι μόνο τεχνική. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιληφθούν την εξάρτησή τους από φυσικούς πόρους και να λογοδοτήσουν για τη χρήση τους. Τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας, γνωστά με το ακρωνύμιο ESRS, αποτελούν το τεχνικό πλαίσιο που συνοδεύει την CSRD και καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις δημοσιοποιούν πληροφορίες βιωσιμότητας. Στο περιβαλλοντικό πεδίο, οργανώνονται γύρω από πέντε πρότυπα: κλιματική αλλαγή, ρύπανση, υδάτινοι και θαλάσσιοι πόροι, βιοποικιλότητα και οικοσυστήματα, χρήση πόρων και κυκλική οικονομία. Αυτή η δομή μεταφέρει το περιβάλλον από το επίπεδο της γενικής δέσμευσης σε ένα πιο απαιτητικό πεδίο επιχειρηματικής ανάγνωσης: ποιοι πόροι χρησιμοποιούνται, από πού προέρχονται, ποιες επιπτώσεις δημιουργούνται και ποιοι κίνδυνοι επιστρέφουν στην ίδια την επιχείρηση. Η αρχή της διπλής ουσιαστικότητας είναι το κρίσιμο σημείο.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η
96
Η πρώτη γενιά εκθέσεων βιωσιμότητας στο πλαίσιο της CSRD δείχνει ότι το επόμενο όριο είναι πιο σύνθετο: το νερό που λείπει, τα υλικά που ακριβαίνουν, τα απόβλητα που επιστρέφουν ως κόστος, η βιοποικιλότητα που επηρεάζει γη, έργα και κοινωνική αποδοχή
Δεν ζητά μόνο από τις εταιρείες να δηλώσουν τι κάνουν για το περιβάλλον. Τις υποχρεώνει να εξετάσουν και πώς το φυσικό περιβάλλον επηρεάζει τη λειτουργία, το κόστος, την ανθεκτικότητα και τη δυνατότητα ανάπτυξής τους. Με άλλα λόγια, το νερό, τα υλικά, τα απόβλητα και η κυκλικότητα παύουν να είναι περιφερειακά κεφάλαια μιας έκθεσης. Γίνονται στοιχεία στρατηγικής.
Η πρώτη ελληνική εικόνα Η πρώτη συστηματική αποτίμηση για την Ελλάδα προσφέρεται από τη μελέτη του UN Global Compact Network Greece, σε συνεργασία με την EY Ελλάδος και την Grant Thornton, η οποία ανέλυσε τις πενήντα πρώτες CSRD εκθέσεις από έντεκα επιχειρηματικούς κλάδους που δημοσιεύθηκαν το 2025. Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια αγορά που έχει αρχίσει να προσαρμόζεται, αλλά όχι με την ίδια ταχύτητα σε όλα τα πεδία. Ως ουσιαστικά θέματα αναδείχθηκαν κυρίως η κλιματική αλλαγή, το ίδιο εργατικό δυναμικό και η επιχειρηματική συμπεριφορά. Αντίθετα, τα επιμέρους περιβαλλοντικά ζητήματα και τα θέματα που συνδέονται με την αλυσίδα αξίας εμφανίζονται λιγότερο συχνά ή με χαμηλότερο βαθμό στρατηγικής επεξεργασίας. Η εικόνα αυτή έχει σημασία. Δείχνει ότι οι επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται το ESG ως πλαίσιο λογοδοσίας, αλλά παραμένουν πιο άνετες σε πεδία που είναι ήδη οικεία: κλίμα, ανθρώπινο δυναμικό, διακυβέρνηση. Αντίθετα, το νερό, η ρύπανση, η βιοποικιλότητα, η χρήση πόρων και η κυκλικότητα απαιτούν βαθύτερη τεχνική γνώση, καλύτερα δεδομένα, χαρτογράφηση αλυσίδας αξίας και πιο σύνθετη επιχειρησιακή κατανόηση. Το 54% των επιχειρήσεων ανακοίνωσε στόχους ή δεσμεύσεις
Η Ελλάδα ως μεσογειακό τεστ αντοχής Η ελληνική περίπτωση έχει ενδιαφέρον και πέρα από τα εθνικά της όρια. Η χώρα διαθέτει χαρακτηριστικά που συναντώνται, σε διαφορετικές αναλογίες, σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής περιφέρειας: υψηλή παρουσία μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ισχυρή εξάρτηση από τον τουρισμό, σημαντικό αγροδιατροφικό αποτύπωμα, βιομηχανίες έντασης υλικών και αυξανόμενη πίεση στους υδατικούς πόρους. Με αυτή την έννοια, οι πρώτες ελληνικές CSRD εκθέσεις λειτουργούν ως μεσογειακό τεστ αντοχής. Δείχνουν πώς η ευρωπαϊκή ρύθμιση μεταφράζεται σε οικονομίες όπου το περιβάλλον δεν είναι αφηρημένη εξωτερικότητα, αλλά καθημερινός όρος παραγωγής, αδειοδότησης, κόστους και κοινωνικής αποδοχής. Η συζήτηση για την ασφάλεια εφοδιασμού δεν αφορά πλέον μόνο την ενέργεια ή τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Επεκτείνεται σταδιακά και σε λιγότερο ορατούς πόρους: νερό, γη, βιομάζα, υλικά, δευτερογενείς ροές και απόβλητα. Στη Μεσόγειο, το νερό δεν είναι απλώς φυσικός πόρος. Είναι όρος αγροτικής παραγωγής, τουριστικής ανάπτυξης, βιομηχανικής λειτουργίας και κοινωνικής ισορροπίας. Τα υλικά δεν είναι μόνο εισροές. Είναι κόστος, εξάρ-
τηση, εφοδιαστική ασφάλεια και δυνατότητα κυκλικής αξιοποίησης. Η γη, τα οικοσυστήματα και η βιοποικιλότητα επηρεάζουν έργα, υποδομές, αδειοδοτήσεις και επενδυτική βεβαιότητα.
Το νερό ως επιχειρηματικός περιορισμός Το νερό αποτελεί ίσως το πιο σαφές παράδειγμα αυτής της μετατόπισης. Η έκθεση δραστηριοτήτων και αλυσίδων αξίας σε περιοχές υδατικού στρες αναγνωρίζεται πλέον ως ζήτημα κινδύνου και πιθανών χρηματοοικονομικών επιπτώσεων, με αυξανόμενη σημασία για επενδυτές, χρηματοδότες και ελεγκτές. Το ESRS E3 ζητά καταγραφή κατανάλωσης και άντλησης νερού, εντοπισμό λειτουργιών σε περιοχές υδατικού στρες, αποτίμηση επιπτώσεων σε επιφανειακά και θαλάσσια ύδατα και ποσοτικούς στόχους μείωσης. Για την ελληνική αγροδιατροφή, τη ζυθοποιία, τα διυλιστήρια, τη βιομηχανία τσιμέντου, τη θερμοηλεκτρική παραγωγή και τα κέντρα δεδομένων, η ποσοτικοποίηση αυτή δεν είναι λογιστική άσκηση. Αναδιατυπώνει τον σχεδιασμό. Σε αρκετές μεσογειακές περιφέρειες της χώρας, η διαθεσιμότητα νερού εξελίσσεται σε παράγοντα επιχειρηματικού σχεδιασμού. Μια μονάδα παραγωγής, ένα τουριστικό συγκρότημα, μια αγροδιατροφική αλυσίδα ή μια ενεργοβόρα βιομηχανία δεν αξιολογούνται πλέον μόνο με βάση την οικονομική τους απόδοση, αλλά και με βάση την ανθεκτικότητα των φυσικών πόρων στους οποίους στηρίζονται. Το νερό γίνεται έτσι το σημείο όπου η περιβαλλοντική πίεση αποκτά άμεση επιχειρηματική σημασία. Αφορά το κόστος λειτουργίας, την αδειοδότηση, την κοινωνική αποδοχή, την ασφάλιση, τη χρηματοδότηση και, τελικά, τη δυνατότητα επέκτασης.
Η Ελλάδα, με μια οικονομία που στηρίζεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δείχνει τι συμβαίνει όταν η ευρωπαϊκή ρύθμιση συναντά παραγωγικά συστήματα με υψηλή εξάρτηση από φυσικούς πόρους
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
καθαρών μηδενικών εκπομπών, αλλά μόλις το 26% διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο μετάβασης για την κλιματική αλλαγή. Το εύρημα είναι ενδεικτικό: η πρόθεση προηγείται ακόμη της επιχειρησιακής ωρίμανσης. Οι πρώτες CSRD εκθέσεις λειτουργούν έτσι σαν ακτινογραφία. Δείχνουν όχι μόνο τι δημοσιοποιούν οι επιχειρήσεις, αλλά και ποια πεδία έχουν ήδη μάθει να θεωρούν στρατηγικά.
97
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Κυκλικότητα πέρα από την ανακύκλωση
98
Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι αν οι επιχειρήσεις θα συλλέξουν τα στοιχεία. Είναι πώς θα περάσουν τα δεδομένα στη στρατηγική και στη λήψη αποφάσεων
Αντίστοιχη λογική διαπερνά το ESRS E5 για τη χρήση πόρων και την κυκλική οικονομία. Η εστίαση μετατοπίζεται από την τελική διαχείριση αποβλήτων στην προέλευση των υλικών και στον σχεδιασμό του προϊόντος: εισροές πόρων, μερίδιο ανακυκλωμένων και ανανεώσιμων υλικών, διάρκεια ζωής, δυνατότητες επισκευής και επαναχρησιμοποίησης, εκροές αποβλήτων κατά κατηγορία. Η κυκλική οικονομία παύει έτσι να σημαίνει απλώς καλύτερη ανακύκλωση. Σημαίνει διαφορετικό σχεδιασμό προϊόντων, άλλη διαχείριση προμηθευτών, νέες επιλογές πρώτων υλών, καλύτερη ιχνηλασιμότητα και μεγαλύτερη ευθύνη για τον κύκλο ζωής. Αυτό αφορά ιδιαίτερα βιομηχανίες με υψηλή ένταση υλικών, αλλά και κλάδους όπως οι κατασκευές, η συσκευασία, τα τρόφιμα, η ένδυση, η τεχνολογία και το λιανεμπόριο. Στην ελληνική βιομηχανία υλικών, ΤΙΤΑΝ και ΗΡΑΚΛΗΣ στο τσιμέντο, Metlen Energy & Metals στο αλουμίνιο, Viohalco και ElvalHalcor στον χάλυβα και τα ελάσματα, η κυκλικότητα δεν είναι πλέον μάρκετινγκ. Είναι μετρήσιμη παράμετρος που συνδέεται με την ανθεκτικότητα της παραγωγής, την πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και τη συμμόρφωση προς τον Κανονισμό για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων. Η σταδιακή εφαρμογή της ψηφιακής ταυτότητας προϊόντος θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο αυτή τη λογική, καθιστώντας πιο ορατή την προέλευση των υλικών, την περιβαλλοντική επίδοση και τη δυνατότητα επισκευής, ανακύκλωσης ή επαναχρησιμοποίησης. Ετσι, η κυκλικότητα παύει να είναι αφηρημένη δέσμευση και γίνεται πληροφορία αγοράς.
Τα κόστη που δεν φαίνονταν στον ισολογισμό Το πιο δύσκολο μέρος της νέας λογοδοσίας δεν είναι η καταγραφή. Είναι η αποκάλυψη κόστους που μέχρι πρόσφατα έμενε διάχυτο ή αόρατο. Το νερό μπορεί να μετατραπεί σε κόστος
αδειοδότησης, περιορισμό επέκτασης ή παράγοντα κοινωνικής έντασης. Η κυκλικότητα μπορεί να απαιτήσει επανασχεδιασμό προϊόντων, αλλαγή προμηθευτών, νέα υλικά και διαφορετική οργάνωση παραγωγής. Τα απόβλητα δεν είναι πλέον μόνο λειτουργική δαπάνη, αλλά δείκτης αποδοτικότητας πόρων. Η βιοποικιλότητα μπορεί να επηρεάσει έργα, γη, χρήσεις, ασφαλισιμότητα και αποδοχή από τις τοπικές κοινωνίες. Ακόμα και η διασφάλιση των δεδομένων δημιουργεί κόστος εσωτερικών συστημάτων, διαδικασιών και ελέγχου. Αυτή είναι ίσως η πιο άβολη πλευρά της CSRD: κάνει ορατό ό,τι η αγορά είχε μάθει να αντιμετωπίζει ως περιβαλλοντικό περιθώριο. Η αλλαγή θα φανεί στην πράξη. Οταν μια βιομηχανική μονάδα πρέπει να τεκμηριώσει πόσο νερό αντλεί και από ποια λεκάνη απορροής. Οταν μια εξαγωγική μικρομεσαία επιχείρηση λαμβάνει από μεγάλο πελάτη ερωτηματολόγιο για υλικά, απόβλητα και εκπομπές Scope 3. Οταν ο έλεγχος ζητά να φανεί ποιος ενέκρινε τον αριθμό και με ποια διαδικασία. Σε αυτό το σημείο, η CSRD παύει να είναι ευρωπαϊκή οδηγία και γίνεται καθημερινή λειτουργική απαίτηση. Εκεί αποκαλύπτεται το πραγματικό χάσμα ανάμεσα στη στρατηγική αναγνώριση της βιωσιμότητας και στην επιχειρησιακή δυνατότητα εφαρμογής της.
Το κενό εφαρμογής Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι αν οι επιχειρήσεις θα συλλέξουν τα στοιχεία. Είναι πώς θα περάσουν τα δεδομένα στη στρατηγική και στη λήψη αποφάσεων. Η έρευνα ESG Pulse 2026 της ICAP CRIF, σε πανελλαδικό δείγμα 341 επιχειρήσεων, αποτυπώνει το χάσμα. Ενώ η στρατηγική σημασία του ESG αξιολογείται με 8,4 στα 10, ο βαθμός ουσιαστικής εφαρμογής στο σύνολο των επιχειρήσεων παραμένει στο 4,7 στα 10. Η συντριπτική πλειονότητα, 85%, δαπάνησε λιγότερα από 200.000 ευρώ για δράσεις ESG το 2025, το 36% δεν αξιολογεί συστηματικά τις επιδόσεις του και το 55% δεν χρησιμοποιεί εξειδικευμένο λογισμικό ESG.
Ποιοι πόροι έχουν πραγματική στρατηγική σημασία Η ευρωπαϊκή συζήτηση για την απλοποίηση του πλαισίου βιώσιμης λογοδοσίας δεν αναιρεί το βασικό ερώτημα που αναδεικνύουν οι πρώτες CSRD εκθέσεις. Αντίθετα, το κάνει πιο ουσιαστικό. Αν οι επιχειρήσεις κληθούν να δημοσιοποιούν λιγότερα ή με διαφορετικό ρυθμό, θα πρέπει να διακρίνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια ποια περιβαλλοντικά ζητήματα είναι κρίσιμα για τη λειτουργία τους. Για κάθε κλάδο, η προτεραιότητα θα είναι διαφορετική. Για κάποιους, το νερό θα είναι πιο κρίσιμο από μια γενική κλιματική διακήρυξη. Για άλλους, η κυκλικότητα, τα απόβλητα, οι δευτερογενείς πρώτες ύλες ή η βιοποικιλότητα θα επηρεάζουν άμεσα κόστος, αδειοδότηση, κοινωνική αποδοχή και δυνατότητα επέκτασης. Η πρόκληση δεν είναι μόνο να μειωθεί το διοικητικό βάρος. Είναι να μη χαθεί, μέσα στην απλοποίηση, η ικανότητα διάκρισης των πραγματικών περιβαλλοντικών προτεραιοτήτων. Με άλλα λόγια, το κέντρο βάρους μετακινείται από το τι πρέπει να αναφερθεί στο τι δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Η νέα γραμμή προσαρμογής Η διάσταση της λογοδοσίας προσθέτει επιπλέον πίεση. Με την υποχρεωτική εξωτερική διασφάλιση, αρχικά σε επίπεδο
περιορισμένης διασφάλισης, τα περιβαλλοντικά δεδομένα αποκτούν βάρος αξιοπιστίας πιο κοντά στη λογική των χρηματοοικονομικών πληροφοριών. Δεν αρκεί πλέον μια πολιτική, μια δήλωση ή ένας στόχος. Το ερώτημα των ελεγκτών θα είναι συγκεκριμένο: Από πού προήλθε το στοιχείο, ποιος το συνέλεξε, ποιος το ενέκρινε, ποια μεθοδολογία εφαρμόστηκε και πώς συνδέεται με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό; Αυτό μεταφέρει τη βιωσιμότητα από το επίπεδο της περιγραφής στο επίπεδο της τεκμηρίωσης, του εσωτερικού ελέγχου και της διασφάλισης. Και εκεί πολλές επιχειρήσεις θα βρεθούν μπροστά σε ένα πιο απαιτητικό ερώτημα: Διαθέτουν συστήματα περιβαλλοντικής γνώσης ή απλώς συστήματα περιβαλλοντικής περιγραφής; Το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι, τελικά, η δημοσιοποίηση αυτή καθεαυτή. Είναι αν οι ελληνικές επιχειρήσεις θα μετατρέψουν τη νέα διαφάνεια σε γνώση διοίκησης. Αν θα χρησιμοποιήσουν τα δεδομένα που υποχρεούνται να δημοσιεύσουν για να επανασχεδιάσουν προϊόντα, διαδικασίες, επενδύσεις και προμηθευτικές σχέσεις. Σε μια οικονομία που εξαρτάται κρίσιμα από τον τουρισμό, την αγροδιατροφή, τη ναυτιλία και τη βιομηχανία υλικών, η αξιοποίηση των εκθέσεων βιωσιμότητας ως εργαλείου διοίκησης και όχι ως κειμένου εταιρικής αφήγησης θα αποτελέσει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκείνους που προσαρμόζονται και σε εκείνους που απλώς συμμορφώνονται. Το πραγματικό μήνυμα των πρώτων CSRD εκθέσεων δεν είναι ότι οι επιχειρήσεις πρέπει απλώς να δημοσιεύουν περισσότερα. Είναι ότι πρέπει να γνωρίζουν βαθύτερα: ποιο νερό αντλούν, ποια υλικά χρησιμοποιούν, ποια απόβλητα παράγουν, ποια οικοσυστήματα επηρεάζουν και ποιοι φυσικοί περιορισμοί μπορούν να επιστρέψουν ως κόστος, καθυστέρηση ή απώλεια χρηματοδότησης. Η επόμενη φάση του ESG δεν θα κριθεί από το ποιος γράφει καλύτερες εκθέσεις. Θα κριθεί από το ποιος καταλαβαίνει πραγματικά τους πόρους που κρατούν την επιχείρησή του όρθια ■
Πολλές επιχειρήσεις θα βρεθούν μπροστά σε ένα πιο απαιτητικό ερώτημα: Διαθέτουν συστήματα περιβαλλοντικής γνώσης ή απλώς συστήματα περιβαλλοντικής περιγραφής;
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η υποχρέωση αναφοράς κινείται ταχύτερα από την επιχειρησιακή προσαρμογή. Η αγορά έχει αντιληφθεί ότι το ESG έχει σημασία, αλλά δεν έχει ακόμη μετατρέψει αυτή την αναγνώριση σε επαρκείς μηχανισμούς εφαρμογής. Αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τις μικρότερες και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες επηρεάζονται μέσω τραπεζών, πελατών, προμηθευτικών αλυσίδων και διαγωνισμών. Για αυτές, το ζήτημα δεν είναι να παράγουν σύνθετες εκθέσεις αντίστοιχες των μεγάλων ομίλων. Είναι να αποκτήσουν βασική ικανότητα μέτρησης, παρακολούθησης και βελτίωσης.
99
Ο Ι Φ Υ Σ Ι ΚΟ Ι Π Ο Ρ Ο Ι Σ ΤΟ Ν Ι Σ ΟΛΟ Γ Ι Σ Μ Ο
ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ASSET
Το νέο due diligence Αέρας, νερό, θερμότητα και έδαφος μπαίνουν στους χάρτες ρίσκου, αλλάζοντας τον σχεδιασμό ακινήτων, υποδομών, επιχειρηματικών μοντέλων και ESG στρατηγικών
֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ
ΛΕΦΟΠΟΥΛΟΥ
πόλη είναι ένα σύνθετο σύστημα έκθεσης, όπου φυσικοί πόροι, δημόσια υγεία, υποδομές και κοινωνική συνοχή καθορίζουν όλο και περισσότερο την πραγματική αξία μιας επένδυσης. Για χρόνια, η αξία μιας πόλης μετριόταν κυρίως με όρους επέκτασης: περισσότερα τετραγωνικά, περισσότερα έργα, μεγαλύτερη τουριστική δυναμική, υψηλότερες τιμές ακινήτων, εντονότερη εμπορική δραστηριότητα. Σήμερα, αυτή η εξίσωση δεν αρκεί. Μια πόλη μπορεί να αναπτύσσεται και ταυτόχρονα να γίνεται πιο ευάλωτη. Μπορεί να προσελκύει κεφάλαια, αλλά να αυξάνει το μελλοντικό της κόστος. Μπορεί να εμφανίζεται δυναμική, ενώ στην πραγματικότητα συσσωρεύει ρίσκο. Το ερώτημα για μια επένδυση δεν είναι πλέον μόνο «πού υπάρχει ζήτηση». Είναι πού μπορεί μια δραστηριότητα να παραμείνει λειτουργική, ασφαλής και κοινωνικά αποδεκτή μέσα στα επόμενα 20 ή 30 χρόνια. Μια περιοχή με υψηλή θερμική επιβάρυνση, κακή ποιότητα αέρα, περιορισμένους υδατικούς πόρους ή ανεπαρκείς υποδομές απορροής δεν δημιουργεί μόνο περιβαλλοντικό πρόβλημα. Δημιουργεί υψηλότερο λειτουργικό κόστος, μεγαλύτερο ασφαλιστικό ρίσκο, αυξημένες ανάγκες ενέργειας και ψύξης, πίεση στις υποδομές, απώλειες παραγωγικότητας και πιθανή μείωση αξίας.
Η
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Ο αέρας γίνεται δείκτης οικονομικής λειτουργίας
100
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, η θερμότητα μένει εγκλωβισμένη στο τσιμέντο. Ο αέρας βαραίνει, τα δίκτυα πιέζονται, το νερό γίνεται πιο ακριβό και οι ασφαλιστικές εταιρείες αρχίζουν να διαβάζουν διαφορετικά τον αστικό χάρτη
Η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Η Ευρώπη έχει μειώσει σημαντικά πολλούς ρύπους τις τελευταίες δεκαετίες, όμως η πρόοδος δεν ισοδυναμεί με ασφάλεια. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, περίπου το 94% του αστικού πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης εξακολουθεί να εκτίθεται σε επίπεδα λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 πάνω από τις κατευθυντήριες γραμμές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Αυτό σημαίνει ότι η ποιότητα του αέρα δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ζήτημα περιβαλλοντικής πολιτικής. Συνδέεται με τη δημόσια υγεία, την παραγωγικότητα, την ελκυστικότητα μιας πόλης, την ποιότητα ζωής, ακόμη και με το employer branding επιχειρήσεων που βασίζονται σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Μια πόλη με κακή ποιότητα αέρα δεν είναι απλώς λιγότερο «πράσινη». Είναι λιγότερο λειτουργική: επιβαρύνει τα συστήματα υγείας, αυξάνει τις απουσίες από την εργασία, μειώνει την καθημερινή ευημερία και επηρεάζει την εικόνα της ως τόπου κατοικίας, εργασίας και επένδυσης. Ο αέρας γίνεται έτσι ένας σιωπηρός δείκτης αστικής διακυβέρνησης. Δείχνει πώς κινούνται οι άνθρωποι, πώς θερμαίνονται τα κτίρια, πόσο καθαρές είναι οι μεταφορές, πόσο πράσινο
υπάρχει και πόσο σοβαρά μια πόλη αντιμετωπίζει το κόστος της καθημερινότητας.
Νερό, θερμότητα, έδαφος: τα νέα σενάρια ρίσκου Ακόμη πιο σύνθετη γίνεται η εικόνα στο νερό. Πόλεις με υψηλή τουριστική δραστηριότητα, αυξημένες ανάγκες ψύξης, παλαιά δίκτυα, περιορισμένους φυσικούς πόρους ή έντονη εποχικότητα θα βρεθούν αντιμέτωπες με νέα κόστη και περιορισμούς. Για ξενοδοχεία, data centers, logistics hubs, βιομηχανικές μονάδες και μεγάλα αστικά projects, το υδατικό αποτύπωμα παύει να είναι δευτερεύουσα πληροφορία. Γίνεται μέρος του επενδυτικού ρίσκου. Η θερμότητα, από την άλλη, αλλάζει το αστικό μοντέλο. Οι θερμικές νησίδες αυξάνουν την κατανάλωση ενέργειας, πιέζουν τα δίκτυα, επιβαρύνουν την υγεία, μειώνουν την παραγωγικότητα και κάνουν ορισμένες περιοχές λιγότερο λειτουργικές ή ελκυστικές. Το έδαφος, οι σκληρές επιφάνειες και η απουσία διαπερατότητας καθορίζουν πλέον την πλημμυρική ευαλωτότητα μιας πόλης. Σε αυτό το πλαίσιο, το πράσινο δεν είναι διακόσμηση. Είναι υποδομή.
Οι πόλεις ως εργαστήρια ανθεκτικότητας Οι πόλεις που προχωρούν πιο γρήγορα δεν αντιμετωπίζουν αέρα, νερό, θερμότητα και έδαφος ως χωριστά τεχνικά ζητήματα. Τα βλέπουν ως ενιαίο υπόστρωμα ανθεκτικότητας.Τα παραδείγματα δεν δείχνουν μια ενιαία συνταγή. Δείχνουν διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: πώς προστατεύεται η λειτουργία μιας πόλης χωρίς να νεκρώνει η οικονομική και κοινωνική της ζωή. Το Λονδίνο επένδυσε στις ζώνες χαμηλών εκπομπών, επιδιώκοντας μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της κυκλοφοριακής επιβάρυνσης, παρά τις πολιτικές αντιδράσεις που συνοδεύουν τέτοια μέτρα. Η λογική είναι καθαρή: οι μεταφορές δεν είναι μόνο θέμα κυκλοφορίας. Είναι θέμα υγείας, παραγωγικότητας, κόστους ζωής και ελκυστικότητας της πόλης. Η Στοκχόλμη δείχνει και μια άλλη, λιγότερο εύκολη πλευρά της μετάβασης. Τα σχέδια για ζώνες μηδενικών εκπομπών στο εμπορικό της κέντρο δεν αφορούν μόνο την ποιότητα του αέρα ή την κλιματική πολιτική. Αγγίζουν άμεσα την πρόσβαση πελατών, την τροφοδοσία, τα logistics, το κόστος προσαρμογής των επαγγελματιών και τη λειτουργία της αγοράς. Οι αντιδράσεις από επιχειρηματικούς και εμπορικούς φορείς υπενθυμίζουν ότι η ανθεκτικότητα μιας πόλης δεν είναι μόνο τεχνικό ή περιβαλλοντικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα οικονομικής ισορροπίας, κοινωνικής αποδοχής και δίκαιης μετάβασης. Η Κοπεγχάγη διάβασε το νερό ως κίνδυνο, αλλά και ως εργαλείο σχεδιασμού. Μετά από έντονα πλημμυρικά επεισόδια, άρχισε να μετατρέπει πάρκα, δρόμους και δημόσιους χώρους σε υποδομές διαχείρισης νερού. Η αντιπλημμυρική προστασία δεν είναι
Hans Tavsens Park, Κοπεγχάγη: ένα πάρκο που πλημμυρίζει ελεγχόμενα για να προστατεύσει την πόλη από τις έντονες βροχοπτώσεις
Τα λάθη που επιστρέφουν ως κόστος Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλές από τις σημερινές πιέσεις δεν οφείλονται μόνο στην κλιματική αλλαγή, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι πόλεις τις προηγούμενες δεκαετίες. Σκληρές επιφάνειες χωρίς απορρόφηση νερού. Πυκνή δόμηση χωρίς πράσινο. Υπερεξάρτηση από το αυτοκίνητο. Αστικές αναπλάσεις χωρίς θερμική ανθεκτικότητα. Υποδομές σχεδιασμένες για διαφορετικές κλιματικές συνθήκες. Δημόσιος χώρος που αντιμετωπίστηκε ως υπόλοιπο και όχι ως κρίσιμη υποδομή. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέρος της ανάπτυξης επιστρέφει πλέον ως κόστος: σε αποζημιώσεις, ανάγκες αναβάθμισης, ενεργειακή επιβάρυνση, ασφαλιστικές πιέσεις και κοινωνική δυσαρέσκεια. Μια πόλη που επενδύει χωρίς να υπολογίζει τα όριά της δεν γίνεται απαραίτητα πιο ισχυρή. Μπορεί απλώς να γίνεται πιο ακριβή στη συντήρηση και πιο ευάλωτη στην κρίση.
Από το ESG report στο urban risk report Οι επιχειρήσεις δύσκολα θα μπορούν πλέον να αντιμετωπίζουν την πόλη ως ουδέτερο φόντο λειτουργίας. Οι επενδυτές, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι τράπεζες και τα ESG frameworks στρέφο-
νται όλο και περισσότερο σε δεδομένα που αφορούν κλιματικό ρίσκο, χρήση πόρων, ποιότητα υποδομών, έκθεση σε θερμότητα, μετακινήσεις, δημόσια υγεία και ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ετσι, το ESG reporting μετακινείται σταδιακά από τη γενική αφήγηση στην τοπική λειτουργική πραγματικότητα. Η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν μια εταιρεία δηλώνει «πράσινη». Είναι αν κατανοεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί και αν μπορεί να παραμείνει βιώσιμη μέσα σε αυτό. Πώς επηρεάζεται η λειτουργία της από θερμική καταπόνηση; Πώς διαβάζει το υδατικό ρίσκο; Πώς συνδέονται οι μετακινήσεις εργαζομένων και πελατών με το Scope 3; Πώς επηρεάζει η ποιότητα του αέρα την υγεία, την παραγωγικότητα και την ελκυστικότητα του χώρου εργασίας; Πώς συνδέονται οι επιλογές χωροθέτησης με την κοινωνική αποδοχή; Αυτές οι ερωτήσεις θα μπαίνουν όλο και περισσότερο στα επενδυτικά και χρηματοδοτικά φίλτρα. Θα ξεχωρίζουν τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν τη βιωσιμότητα ως reporting exercise από εκείνες που τη μεταφράζουν σε στρατηγική ανθεκτικότητας.
Το νέο όριο της ανάπτυξης Η ανάπτυξη μέσα στα όρια δεν σημαίνει λιγότερη ανάπτυξη. Σημαίνει πιο απαιτητική ανάπτυξη. Μια πόλη δεν θα αξιολογείται μόνο από το πόσο χτίζει ή πόσο ακριβαίνει. Θα αξιολογείται από το αν μπορεί να παραμένει λειτουργική, υγιής και επενδύσιμη σε συνθήκες αυξανόμενης πίεσης. Γιατί αν ο αέρας δεν αναπνέεται, αν το νερό πιέζεται, αν το έδαφος πλημμυρίζει, αν η θερμότητα αποκλείει τους πιο ευάλωτους από τον δημόσιο χώρο, τότε η αξία που παράγει η πόλη είναι εύθραυστη. Και μια εύθραυστη πόλη δεν είναι απλώς περιβαλλοντικό πρόβλημα. Είναι οικονομικό ρίσκο, κοινωνική προειδοποίηση και επενδυτικό ερώτημα. Το νέο αστικό ερώτημα είναι απλό και αυστηρό: ποια πόλη μπορεί πραγματικά να αντέξει το μέλλον της; ■
Πολλές από τις σημερινές πιέσεις δεν οφείλονται μόνο στην κλιματική αλλαγή, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι πόλεις τις προηγούμενες δεκαετίες
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
πλέον μόνο αγωγοί και έργα κάτω από το έδαφος. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεται η καθημερινή επιφάνεια της πόλης. Η Αθήνα βρίσκεται στον ίδιο χάρτη, με τη δική της μεσογειακή ένταση: υψηλή θερμική επιβάρυνση, πυκνή δόμηση, περιορισμένο πράσινο σε αρκετές γειτονιές, παλαιό κτιριακό απόθεμα και αυξημένες ανάγκες ψύξης. Τα τελευταία χρόνια η ζέστη αρχίζει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ζήτημα αστικής διακυβέρνησης, με heat mapping, cooling spots, μικρές πράσινες παρεμβάσεις και δράσεις θερμικής ανθεκτικότητας. Ομως η Αθήνα δείχνει και τη δυσκολία της μετάβασης: σε μια ήδη πυκνή και κοινωνικά σύνθετη πόλη, η προσαρμογή δεν είναι θέμα μεμονωμένων έργων, αλλά αλλαγής προτεραιοτήτων στον δημόσιο χώρο, στις μετακινήσεις, στα κτίρια και στη διαχείριση των πόρων.
101
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΑΤΤΙΚΗ 2030
102
Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΕΞΕΙ Από τα αντιπλημμυρικά και τα ρέματα έως τον Φαληρικό Ορμο, τα πάρκα, τα απορρίμματα και τα σχολεία, η Αττική δοκιμάζει στην πράξη τι σημαίνει ανθεκτική μετάβαση
103
ΑΤΤΙΚΗ 2030
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
TΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ Με 300+1 έργα, 2,16 δισ. ευρώ και στόχο ολοκλήρωσης έως το 2028, η Αττική μπαίνει στη δύσκολη φάση: από τον σχεδιασμό στην παράδοση
Αττική είναι το σημείο όπου η δημόσια πολιτική δοκιμάζεται στην πιο απαιτητική της κλίμακα. Εδώ συμπυκνώνονται οι μεγαλύτερες πιέσεις της χώρας: υποδομές που ζητούν αναβάθμιση, ρέματα που πιέζονται, γειτονιές που χρειάζονται προστασία, σχολεία που πρέπει να γίνουν πιο ανθεκτικά, πάρκα που δεν αρκεί να υπάρχουν αλλά πρέπει να λειτουργούν, μια μητρόπολη που δεν μπορεί να συνεχίσει με τη λογική των αποσπασματικών παρεμβάσεων. Ο,τι σχεδιάζεται εδώ δεν αφορά απλώς μια διοικητική περιφέρεια. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η χώρα σχεδιάζει, χρηματοδοτεί και τελικά παραδίδει το μέλλον της μητροπολιτικής ζωής.
Η 300+1
Ο ΧΆΡΤΗΣ ΤΩΝ ΠΆΡΕΜΒΆΣΕΩΝ
έργα με χρηματοδότηση 2,16 δισ. ευρώ
541 στρέμματα στον Φαληρικό Ορμο
46 παρεμβάσεις στα μεγάλα μητροπολιτικά πάρκα
41 ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
σχολικές μονάδες σε ενεργειακή αναβάθμιση
104
Από την εξαγγελία στην εκτέλεση Η Περιφέρεια Αττικής έχει θέσει σε τροχιά ένα πρόγραμμα 300+1 έργων, συνολικής χρηματοδότησης 2,16 δισ. ευρώ, τα οποία προγραμματίζεται να ολοκληρωθούν έως το 2028. Παράλληλα, το Περιφερειακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Αττικής 2026-2030 οργανώνει την επόμενη φάση σχεδιασμού και υλοποίησης. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι πλέον το μέγεθος του αριθμού ούτε η ένταση της ανακοίνωσης. Είναι η διαδρομή από το σχέδιο στο έργο. Αν ωριμάζει. Αν δημοπρατείται. Αν παρακολουθείται. Αν παραδίδεται. Αν τελικά γίνεται αντιληπτό εκεί όπου έχει σημασία: στην πόλη. Σε μια εποχή όπου ο πολίτης δεν πείθεται εύκολα από διακηρύξεις, το βάρος μετατοπίζεται στο αποτέλεσμα. Μια αντιπλημμυρική παρέμβαση κρίνεται όταν αποτρέπει ζημιές. Ενα πάρκο κρίνεται όταν συντηρείται και χρησιμοποιείται. Μια ενεργειακή αναβάθμιση κρίνεται όταν μειώνει κόστος και βελτιώνει συνθήκες. Ενα ψηφιακό εργαλείο παρακολούθησης κρίνεται όταν κάνει το έργο πιο διαφανές, πιο κατανοητό και πιο κοντά στον πολίτη. Εκεί βρίσκεται σήμερα το πραγματικό τεστ αξιοπιστίας: όχι στην υπόσχεση, αλλά στην ικανότητα εκτέλεσης.
Μια ενιαία ατζέντα ανθεκτικότητας Το δύσκολο στην Αττική είναι ότι τα μέτωπα δεν λειτουργούν χωριστά. Η αντιπλημμυρική θωράκιση, με στρατηγικό
Το στοίχημα του Νίκου Χαρδαλιά για την Περιφέρεια Αττικής δεν είναι να προστεθούν απλώς περισσότερα έργα στον χάρτη, είναι να αποκτήσουν οι παρεμβάσεις συνέχεια, χρονοδιάγραμμα, παρακολούθηση και σχέση με την πραγματική ζωή
πλάνο 55 έργων έως το 2028, συνδέεται με την ασφάλεια του Λεκανοπεδίου. Τα ρέματα, οι φυσικοί αποδέκτες, το νερό και οι υψηλές θερμοκρασίες συνδέονται με τη δημόσια υγεία και την καθημερινή αντοχή. Ο Φαληρικός Ορμος, το Μητροπολιτικό Πάρκο «Αέναον» και τα μεγάλα πάρκα συνδέονται με την ποιότητα του δημόσιου χώρου. Η ανακύκλωση, η κυκλική οικονομία και η ενεργειακή αποδοτικότητα συνδέονται με το λειτουργικό κόστος και την αξιοπιστία μιας σύγχρονης μητρόπολης. Αυτή η αλληλεξάρτηση είναι που δίνει στον μητροπολιτικό σχεδιασμό μεγαλύτερη σημασία. Η Αττική δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα έργα. Χρειάζεται έργα που συνδέονται μεταξύ τους, απαντούν σε πραγματικές ανάγκες και αφήνουν μετρήσιμο αποτύπωμα, από τη μεγάλη υποδομή έως το σχολείο, τη γειτονιά και την καθημερινή διαδρομή. Χρειάζεται παρεμβάσεις που μειώνουν τον κίνδυνο, βελτιώνουν την καθημερινότητα, ενισχύουν τον δημόσιο χώρο και δίνουν στους πολίτες λόγο να εμπιστευθούν το αποτέλεσμα. Το ουσιαστικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι να προστεθούν απλώς περισσότερα έργα στον χάρτη. Είναι να αποκτήσουν οι παρεμβάσεις συνέχεια, χρονοδιάγραμμα, παρακολούθηση και σχέση με την πραγματική ζωή. Γιατί η μητροπολιτική πολιτική κρίνεται εκεί όπου η μεγάλη κλίμακα συναντά τη μικρή καθημερινή διαδρομή: στον δρόμο, στη γειτονιά, στο σχολείο, στην πρόσβαση, στην ασφάλεια, στον δημόσιο χώρο. Εκεί όπου η πόλη παύει να είναι σχέδιο και γίνεται εμπειρία ■
ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ
Αντιπλημμυρική θωράκιση: η νέα γραμμή άμυνας Με 55 έργα έως το 2028, η προστασία από το νερό γίνεται ένα από τα πιο κρίσιμα τεστ ασφάλειας και διοικητικής ετοιμότητας για την Αττική
Σ
εντάσσονται στον προγραμματισμό της νέας περιόδου δείχνουν ότι η θωράκιση δεν είναι υπόθεση ενός μόνο μεγάλου έργου. Είναι αλυσίδα παρεμβάσεων, από τη μεγάλη υποδομή έως τη συνεχή φροντίδα των φυσικών διεξόδων της πόλης. Αυτό είναι και το δύσκολο σημείο. Ενα δίκτυο ομβρίων, ένας καθαρισμός ρέματος ή μια παρέμβαση απορροής δεν έχουν ποτέ τη λάμψη μιας μεγάλης ανάπλασης. Οταν όμως λειτουργούν, προστατεύουν δρόμους, υπόγεια, σχολεία, επιχειρήσεις, συγκοινωνίες και γειτονιές. Είναι η αθέατη πλευρά της ποιότητας ζωής, εκείνη που γίνεται αντιληπτή ακριβώς τη στιγμή που αποτρέπει την κρίση.
55 έργα, μία λογική πρόληψης
Η αθέατη πλευρά της ασφάλειας
Η Περιφέρεια Αττικής έχει θέσει την αντιπλημμυρική θωράκιση στον πυρήνα των προτεραιοτήτων της, μέσα από ένα εκτενές πρόγραμμα 55 έργων με στόχο ολοκλήρωσης το 2028. Η αξία αυτού του σχεδιασμού δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των παρεμβάσεων. Βρίσκεται κυρίως στην προσπάθεια να ενταχθούν δίκτυα ομβρίων, έργα απορροής, παρεμβάσεις σε ρέματα, καθαρισμοί και πολιτική προστασία σε μια ενιαία αλυσίδα πρόληψης. Οι πλημμύρες δεν αντιμετωπίζονται την ώρα της κακοκαιρίας. Αντιμετωπίζονται πριν, με μελέτες, συντήρηση, καθαρές αρμοδιότητες, έλεγχο των ευάλωτων σημείων και παρεμβάσεις εκεί όπου ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Χρειάζεται να είναι σαφές ποιος κάνει τι, πότε, με ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποια ευθύνη. Σε μια μητρόπολη όπως η Αττική, αυτό δεν είναι γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική προστασία αποκτά πραγματικό περιεχόμενο.
Τα ρέματα της Αττικής δεν είναι απλώς φυσικά στοιχεία μέσα στον αστικό ιστό. Είναι υποδομές απορροής, περιβαλλοντικά συστήματα και ταυτόχρονα σημεία υψηλής ευαλωτότητας. Η προστασία τους απαιτεί συνδυασμό τεχνικών έργων, καθαρισμών, ελέγχων, χωρικού σχεδιασμού και συνεργασίας με τους δήμους. Απαιτεί επίσης διαφορετική αντίληψη για τη σχέση της πόλης με το νερό: όχι ως στοιχείο που απλώς απομακρύνεται, αλλά ως παράγοντας που πρέπει να ενσωματώνεται με ασφάλεια στον σχεδιασμό. Το στοίχημα, επομένως, είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, να επιταχυνθούν έργα που απαντούν σε υπαρκτές ανάγκες και μειώνουν πραγματικούς κινδύνους. Από την άλλη, να μη μετατραπεί η αντιπλημμυρική πολιτική σε αποσπασματική απάντηση έπειτα από κάθε έντονο φαινόμενο. Η Αττική χρειάζεται θωράκιση με συνέχεια: έργα που σχεδιάζονται, χρηματοδοτούνται, παρακολουθούνται, παραδίδονται και συντηρούνται. Εκεί θα κριθεί η πραγματική αξία της αντιπλημμυρικής προστασίας. Οχι μόνο στο αν ανακοινώνονται παρεμβάσεις, αλλά στο αν μειώνεται ο κίνδυνος για τις γειτονιές, τις επιχειρήσεις, τις μετακινήσεις και τις ζωές των πολιτών. Γιατί σε μια μητρόπολη όπως η Αττική, η ασφάλεια από την πλημμύρα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι βασική προϋπόθεση εμπιστοσύνης στην πόλη ■
Κηφισός, ρέματα και ευάλωτα σημεία Στο επίκεντρο βρίσκονται οι φυσικοί αποδέκτες της πόλης: ο Κηφισός, τα ρέματα και τα ευάλωτα σημεία όπου η αστική ανάπτυξη συναντά τις παλιές εκκρεμότητες του Λεκανοπεδίου. Το αντιπλημμυρικό έργο στο ρέμα Σαπφούς, οι παρεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά και οι καθαρισμοί ρεμάτων που
55
αντιπλημμυρικά έργα με στόχο ολοκλήρωσης έως το 2028
Παρεμβάσεις σε ρέματα και φυσικούς αποδέκτες
Εργα απορροής και δίκτυα ομβρίων
Καθαρισμοί ρεμάτων στη νέα προγραμματική περίοδο
Παραδείγματα παρεμβάσεων σε Σαπφούς και ευρύτερη περιοχή Πειραιά
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ε μια πυκνή μητροπολιτική περιοχή, όπου η αστική ανάπτυξη πίεσε για δεκαετίες ρέματα, φυσικούς αποδέκτες και ευάλωτα σημεία, η αντιπλημμυρική προστασία δεν είναι τεχνικό υποκεφάλαιο. Είναι ζήτημα ασφάλειας. Κάθε έντονη κακοκαιρία φέρνει στην επιφάνεια όχι μόνο την ανάγκη για έργα απορροής, αλλά και το ερώτημα αν η πόλη έχει προλάβει να θωρακιστεί πριν από την κρίση. Εκεί κρίνεται η ουσία της πρόληψης: όχι όταν ανακοινώνεται, αλλά όταν λειτουργεί.
105
ΑΤΤΙΚΗ 2030
ΦΥΣΙΚΟΙ ΠΟΡΟΙ
Νερό, σκιά, πράσινο: οι υποδομές της αντοχής Από την ύδρευση της Κινέτας έως τα ρέματα και τα μεγάλα πάρκα, η περιβαλλοντική ανθεκτικότητα της Αττικής περνά πλέον από το νερό, τη σκιά και το πράσινο
ΟΙ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΤΗΣ ΆΝΤΟΧΗΣ
30 εκατ. ευρώ προϋπολογισμός για έργο ύδρευσης Κινέτας
7.500 συνδέσεις περίπου στο εσωτερικό δίκτυο του οικισμού
Καθαρισμοί ρεμάτων στη νέα προγραμματική περίοδο
Πάρκα και μεγάλοι ελεύθεροι χώροι ως υποδομές δροσιάς
Προληπτική
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
διαχείριση χώρων πρασίνου σε ημέρες υψηλών θερμοκρασιών
106
την Αττική, η ανθεκτικότητα δεν μετριέται μόνο σε μεγάλα έργα. Μετριέται και στην πιο απλή εμπειρία του πολίτη: αν μπορεί να κινηθεί με ασφάλεια, να σταθεί στη σκιά, να βρει έναν ελεύθερο χώρο που λειτουργεί, να ζήσει σε μια γειτονιά όπου το νερό δεν γίνεται απειλή και η ζέστη δεν μετατρέπεται σε αποκλεισμό. Σε μια μητροπολιτική περιοχή με πυκνή δόμηση, λίγους διαθέσιμους ελεύθερους χώρους και καλοκαίρια που γίνονται όλο και πιο δύσκολα, οι φυσικοί πόροι αποκτούν νέο ρόλο.
Σ
Το νερό ως παράγοντας ασφάλειας Το νερό εμφανίζεται στην Αττική με πολλά πρόσωπα. Ως βροχή που πρέπει να απορροφηθεί με ασφάλεια. Ως ρέμα που χρειάζεται προστασία και καθαρισμό. Ως φυσικός αποδέκτης μέσα σε έναν πυκνό αστικό ιστό. Ως πόρος που δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητος. Το έργο ύδρευσης της Κινέτας, συνολικού προϋπολογισμού 30 εκατ. ευρώ και με περίπου 7.500 συνδέσεις στο εσωτερικό δίκτυο του οικισμού, δείχνει ότι η ασφάλεια του νερού είναι ζήτημα υποδομής, όχι μόνο διαχείρισης. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τα ρέματα δεν είναι μόνο αντιπλημμυρική. Είναι και περιβαλλοντική. Τα ρέματα αποτελούν φυσικές διαδρομές νερού, σημεία οικολογικής λειτουργίας και ταυτόχρονα κρίσιμα τμήματα της αστικής ασφάλειας. Η προστασία τους απαιτεί διαφορετική αντίληψη από εκείνη που χαρακτήρισε για δεκαετίες την ανάπτυξη πολλών περιοχών του Λεκανοπεδίου. Δεν αρκεί να αντιμετωπίζεται το νερό ως στοιχείο που πρέπει απλώς να απομακρυνθεί. Χρειάζεται να ενταχθεί στον σχεδιασμό με τρόπο που μειώνει τον κίνδυνο, προστατεύει τα φυσικά συστήματα και ενισχύει τη λειτουργική συνέχεια της πόλης.
Η πόλη απέναντι στη θερμική πίεση Η δεύτερη μεγάλη πίεση είναι η θερμότητα. Σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών, το αστικό πράσινο δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος αναψυχής. Λειτουργεί ως υποδομή δροσιάς, δημόσιας υγείας και προστασίας. Το Πεδίον του Αρεως, το Αττικό Αλσος, το Πάρκο Τρίτση, ο Λόφος Φινοπούλου και οι μεγάλοι ελεύθεροι χώροι της Αττικής αποκτούν σε αυτό το πλαίσιο ρόλο που υπερβαίνει την εικόνα του πάρκου ως τόπου περιπάτου. Είναι τα σημεία όπου η πόλη μπορεί να αναπνεύσει. Η Περιφέρεια έχει αναγνωρίσει, μέσα από προληπτικά μέτρα λειτουργίας των πάρκων σε ημέρες υψηλών θερμοκρασιών και αυξημένου κινδύνου, ότι οι χώροι πρασίνου χρειάζονται και αυτοί διαχείριση ανθεκτικότητας. Η σκιά, το πότισμα, η συντήρηση, η καθαριότητα, ο φωτισμός, η ασφάλεια και η πρόσβαση δεν είναι
λεπτομέρειες. Είναι όροι για να λειτουργήσει ένας χώρος πρασίνου ως πραγματική υποδομή της πόλης.
Μία αλυσίδα καθημερινής αντοχής Σε αυτό το σημείο συναντώνται το περιβάλλον και η καθημερινότητα. Ενα έργο ύδρευσης που λύνει μια χρόνια εκκρεμότητα, ένα ρέμα που καθαρίζεται, ένας ελεύθερος χώρος που παραμένει προσβάσιμος, μια διαδρομή με σκιά, ένα σχολείο με καλύτερες συνθήκες λειτουργίας, όλα συγκροτούν την ίδια αλυσίδα ανθεκτικότητας. Η ποιότητα ζωής δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μετριέται στο αν ο πολίτης μπορεί να κινηθεί, να σταθεί, να δροσιστεί, να προστατευθεί και να χρησιμοποιήσει την πόλη χωρίς να αισθάνεται ότι κάθε καθημερινή ανάγκη μετατρέπεται σε εμπόδιο. Γι’ αυτό η Αττική χρειάζεται μια πιο ώριμη αντίληψη πράσινων και φυσικών υποδομών. Οχι πράσινο ως διακοσμητικό συμπλήρωμα, αλλά πράσινο ως μέρος του συστήματος λειτουργίας της μητρόπολης. Οχι ρέματα ως αθέατα όρια της πόλης, αλλά ως φυσικούς διαδρόμους που απαιτούν προστασία. Οχι ελεύθερους χώρους ως αποσπασματικές ανάσες, αλλά ως δίκτυο που ενισχύει την αντοχή, την υγεία και την κοινωνική συνοχή. Εκεί όπου το νερό, η σκιά και το πράσινο εντάσσονται στη λειτουργία της μητρόπολης, η Αττική γίνεται όχι απλώς πιο πράσινη, αλλά πιο κατοικήσιμη ■
ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
Η πόλη ξανασυναντά τη θάλασσα Το «Αέναον» στον Φαληρικό όρμο και οι 46 παρεμβάσεις στα μητροπολιτικά πάρκα φέρνουν τον δημόσιο χώρο στο κέντρο της ανθεκτικής μετάβασης
Σ
Φαληρικός όρμος: μια εκκρεμότητα δεκαετιών
Η αξία ενός μεγάλου δημόσιου χώρου δεν φαίνεται στα εγκαίνια. Φαίνεται στο αν οι πολίτες επιστρέφουν σε αυτόν
Ο Φαληρικός όρμος συμπυκνώνει περισσότερο από κάθε άλλο σημείο ένα παλιό αίτημα της Αθήνας: να ξαναβρεί τη σχέση της με τη θάλασσα. Το Μητροπολιτικό Πάρκο «Αέναον» έρχεται να δώσει συγκεκριμένη απάντηση σε αυτή την εκκρεμότητα. Με έκταση 541 στρεμμάτων, προϋπολογισμό 370 εκατ. ευρώ για την κατασκευή του πάρκου και των συνοδών υποστηρικτικών έργων, και στόχο παράδοσης εντός του 2028, δεν αφορά απλώς μια μεγάλη ανάπλαση. Αφορά τη δημιουργία ενός ανοιχτού χώρου πρασίνου, πολιτισμού, αθλητισμού και αναψυχής σε ένα από τα πιο συμβολικά όρια της πόλης: εκεί όπου ο αστικός ιστός συναντά το νερό. Το έργο έχει παρουσιαστεί με αναφορά στις αρχές του Νέου Ευρωπαϊκού Bauhaus: βιωσιμότητα, αισθητική και συμπερίληψη. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε ένα πάρκο με 73% φυσικό περιβάλλον, 4.000 δέντρα, 210.000 φυτά και ελεύθερη πρόσβαση. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο η κλίμακα. Είναι η χρήση. Ποιος φτάνει εκεί; Πώς κινείται; Πώς συνδέεται ο χώρος με τις γειτονιές, τις μετακινήσεις, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό και την καθημερινή ζωή; Εκεί κρίνεται αν ένα έργο γίνεται πραγματικός δημόσιος χώρος.
46 παρεμβάσεις στα μεγάλα πάρκα Η ίδια λογική επεκτείνεται και στα μεγάλα μητροπολιτικά
πάρκα. Μέσα από την Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση Πρασίνου, 46 έργα και παρεμβάσεις ύψους 27 εκατ. ευρώ από το ΠΕΠ «Αττική 2021-2027» κατευθύνονται στην αναβάθμιση του Πεδίου του Αρεως, μαζί με τον Λόφο Φινοπούλου και την Πλατεία Πρωτομαγιάς, του Αττικού Αλσους και του Μητροπολιτικού Πάρκου «Αντώνης Τρίτσης». Η σημασία τους δεν περιορίζεται σε μια νέα εικόνα. Αφορά περίφραξη, ηλεκτροφωτισμό, άρδευση, πυρανίχνευση και πυροπροστασία, πεζοπορικές διαδρομές, προσβασιμότητα για ΑμεΑ και καλύτερη διαχείριση του αστικού πρασίνου. Αυτό δείχνει μια μετατόπιση με ουσία. Το πράσινο δεν αντιμετωπίζεται ως διακοσμητικό στοιχείο της πόλης, αλλά ως υποδομή. Ως χώρος δροσιάς, κοινωνικής συνάντησης, περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, άθλησης και πολιτισμού. Σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών και αυξημένου κινδύνου, τα πάρκα δεν είναι απλώς τόποι περιπάτου. Είναι τμήμα της ασφάλειας και της καθημερινής αντοχής μιας μητρόπολης.
Η διάρκεια μετά την παράδοση Το δύσκολο κριτήριο επιτυχίας, ωστόσο, αρχίζει μετά την παράδοση. Ενα μητροπολιτικό πάρκο δεν αξιολογείται μόνο από το μέγεθος, τον σχεδιασμό ή την ημέρα των εγκαινίων. Αξιολογείται στη διάρκεια: στη συντήρηση, στη σκιά, στην καθαριότητα, στον φωτισμό, στην ασφάλεια, στις πολιτιστικές χρήσεις, στην προσβασιμότητα και στη σχέση του με τις γειτονιές που το περιβάλλουν. Ο δημόσιος χώρος δεν ολοκληρώνεται όταν παραδίδεται. Ολοκληρώνεται όταν αρχίζει να χρησιμοποιείται από διαφορετικούς ανθρώπους, σε διαφορετικές ώρες, για διαφορετικές ανάγκες. Εκεί η Αττική επιλέγει να κριθεί: όχι μόνο σε χιλιόμετρα έργων ή στρέμματα ανάπλασης, αλλά στο αν ο πολίτης βρίσκει σκιά, πρόσβαση, ασφάλεια και λόγο να επιστρέψει. Γιατί η μητροπολιτική ποιότητα δεν είναι υπόσχεση σχεδίου. Είναι καθημερινή δυνατότητα ■
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
την Αττική, μια μητρόπολη που αναπτύχθηκε συχνά αποσπασματικά, με πυκνή δόμηση, άνισες προσβάσεις και διαρκή πίεση στους ελεύθερους χώρους, η ποιότητα του κοινόχρηστου χώρου είναι δείκτης λειτουργίας και κοινωνικής συνοχής. Ενα πάρκο, μια παραλιακή διαδρομή, ένας χώρος πρασίνου ή μια ανοιχτή αστική υποδομή δεν αλλάζουν μόνο την εικόνα της πόλης. Αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες τη χρησιμοποιούν, τη διασχίζουν και την αισθάνονται δική τους.
107
ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ
Από την ταφή στην αξιοποίηση Λιγότερη ταφή, περισσότερη ανακύκλωση, ενεργοί δήμοι και πολίτες που γνωρίζουν τι αλλάζει: η κυκλική οικονομία γίνεται τεστ λειτουργίας για την Αττική
ΟΤΑΝ ΤΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΟΡΟΙ Διαλογή στην πηγή
Βιοαπόβλητα και χωριστή συλλογή
Εξοπλισμός και ρόλος των δήμων
Αξιοποίηση τελικού υπολείμματος
Περιβαλλοντική
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
εκπαίδευση και σχολικές δράσεις
108
Εμπιστοσύνη ότι αυτό που συλλέγεται αποκτά δεύτερη ζωή
διαχείριση απορριμμάτων είναι το πιο δύσκολο μέτωπο κάθε μητρόπολης και ίσως το πιο αποκαλυπτικό για το πώς πραγματικά λειτουργεί μια πόλη. Στην Αττική, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού, της κατανάλωσης και της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, το ερώτημα δεν είναι μόνο πού καταλήγουν τα απορρίμματα. Είναι αν μια μητροπολιτική περιφέρεια μπορεί να περάσει από τη λογική της απόρριψης στη λογική της αξιοποίησης. Από το βάρος του υπολείμματος στην αξία του πόρου. Από την ταφή ως σχεδόν αυτονόητη κατάληξη σε ένα πιο σύνθετο σύστημα πρόληψης, διαλογής, επεξεργασίας και επαναχρησιμοποίησης.
Η
Η μετάβαση αρχίζει από το σχολείο Εδώ αποκτά κεντρική σημασία η περιβαλλοντική παιδεία. Εκπαιδευτικές δράσεις ανακύκλωσης όπως το «The Green City», που έχει παρουσιαστεί σε σχολεία της Αττικής, και ο νέος κύκλος του Παιδικού Πανεπιστημίου της Περιφέρειας Αττικής για το περιβάλλον, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κυκλική οικονομία δείχνουν ότι η αλλαγή δεν ξεκινά μόνο από τις εγκαταστάσεις. Ξεκινά και από τη γνώση. Το παιδί που μαθαίνει να ξεχωρίζει υλικά, να περιορίζει τη σπατάλη, να αναγνωρίζει την αξία του νερού, της ενέργειας, του πρασίνου και της φύσης μέσα στην ίδια του την πόλη δεν αποκτά απλώς πληροφορίες. Μαθαίνει έναν άλλο τρόπο συμμετοχής στην καθημερινότητα. Η περιβαλλοντική εκπαίδευση, όταν είναι πρακτική και όχι ηθικολογική, δημιουργεί τους αυριανούς πολίτες μιας πιο ανθεκτικής μητρόπολης.
Ενα σχέδιο με κατεύθυνση Η Περιφέρεια Αττικής έχει παρουσιάσει μια πιο σύγχρονη κατεύθυνση διαχείρισης απορριμμάτων, με έμφαση σε περισσότερη ανακύκλωση και διαλογή στην πηγή, αξιοποίηση του τελικού υπολείμματος και νέες μονάδες επεξεργασίας με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους. Η κατεύθυνση είναι σαφής: λιγότερη ταφή, περισσότερη αξιοποίηση, μεγαλύτερη συμμετοχή των δήμων και πιο σύγχρονα εργαλεία στην καθημερινή διαχείριση. Αυτό δεν είναι απλή τεχνική ρύθμιση. Είναι αλλαγή μοντέλου. Η ανακύκλωση, τα βιοαπόβλητα, η χωριστή συλλογή, ο εξοπλισμός των δήμων, οι καφέ κάδοι, τα απορριμματοφόρα, οι μονάδες επεξεργασίας και η ενημέρωση των πολιτών πρέπει να λειτουργήσουν ως ενιαίο σύστημα. Αν ένα από αυτά λείπει, η μετάβαση μένει ημιτελής. Αν ο πολίτης δεν γνωρίζει τι να κάνει, αν ο δήμος δεν έχει τα μέσα, αν η υποδομή δεν αποδίδει ή αν η εμπιστοσύνη στη διαδικασία είναι χαμηλή, η κυκλική οικονομία μένει σύνθημα.
Υποδομές και συνείδηση μαζί Η παιδεία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις υποδομές. Ισχύει όμως και το αντίστροφο. Χωρίς σύγχρονο σχεδιασμό, καθαρή διαχείριση, αξιόπιστη εφαρμογή και συνεργασία Περιφέρειας, δήμων και αρμόδιων φορέων, η κυκλική οικονομία δεν μπορεί να προχωρήσει. Χωρίς πολίτες που γνωρίζουν, συμμετέχουν και εμπιστεύονται τη διαδικασία, ακόμα και οι καλύτερες υποδομές υπολειτουργούν. Για την Αττική, αυτό είναι το ουσιαστικό στοίχημα: να αντιμετωπίσει τα απορρίμματα όχι ως αθέατο πρόβλημα που μεταφέρεται αλλού, αλλά ως πεδίο δημόσιας ευθύνης. Να φέρει τη βιωσιμότητα στα νοικοκυριά και στα σχολεία με τρόπο πρακτικό. Να μετατρέψει την ανακύκλωση από τυπική υποχρέωση σε σταθερή αστική κουλτούρα. Γιατί μια μητρόπολη δεν γίνεται ανθεκτική μόνο όταν κατασκευάζει έργα. Γίνεται ανθεκτική όταν αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοί της κατανοούν τους πόρους, τα απόβλητα και τη δική τους θέση μέσα στην πόλη ■
ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ
Tο τεστ της εκτέλεσης Από την ενεργειακή αναβάθμιση σχολείων έως την παρακολούθηση των έργων, η Αττική του 2030 θα κριθεί στην απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην παράδοση
την κλίμακα μιας μητρόπολης, η ενεργειακή αποδοτικότητα παύει να είναι αφηρημένος περιβαλλοντικός στόχος. Γίνεται ζήτημα λειτουργικού κόστους, ποιότητας υποδομών και αξιοπιστίας. Αφορά τα σχολεία, τα δημοτικά κτίρια, τον φωτισμό, τις δημόσιες εγκαταστάσεις, αλλά και την ίδια την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Γιατί η βιωσιμότητα γίνεται πειστική όταν δεν μένει σε γενικές αρχές, αλλά αποτυπώνεται σε καλύτερες συνθήκες, χαμηλότερες δαπάνες και υποδομές που λειτουργούν.
Σ
Τα σχολεία ως αφετηρία
Η ενεργειακή αποδοτικότητα ως πόρος Η ίδια λογική αφορά και τις δημοτικές υποδομές. Προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης δημοτικών κτιρίων, παρεμβάσεις σε φωτισμό, υποδομές και δημόσιες εγκαταστάσεις δείχνουν ότι η ενέργεια δεν είναι μόνο εθνική πολιτική ή λογαριασμός νοικοκυριού. Είναι και πεδίο περιφερειακής και τοπικής διακυβέρνησης. Κρίνεται στο αν οι δήμοι έχουν εργαλεία, αν οι παρεμβάσεις χρηματοδοτούνται, αν οι υποδομές εκσυγχρονίζονται και αν το κόστος λειτουργίας μειώνεται χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα της υπηρεσίας.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια περίοδο κατά την οποία η μετάβαση συχνά συζητείται ως κόστος. Στην πράξη, η εξοικονόμηση ενέργειας μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο δημοσιονομικής και περιβαλλοντικής πειθαρχίας ταυτόχρονα. Λιγότερη σπατάλη σημαίνει λιγότερη πίεση στους προϋπολογισμούς, μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και καλύτερη λειτουργία δημόσιων χώρων, σχολείων και εγκαταστάσεων.
Η διαφάνεια ως όρος εμπιστοσύνης Ολα αυτά, όμως, κρίνονται στην εκτέλεση. Το Περιφερειακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Αττικής 2026-2030 δίνει το πλαίσιο, αλλά η αξιοπιστία χτίζεται όταν ο πολίτης μπορεί να παρακολουθεί τι γίνεται. Η Πλατφόρμα Γεωαπεικόνισης Εργων της Περιφέρειας Αττικής, με πληροφορίες για τη φάση εξέλιξης, τα οικονομικά μεγέθη και στοιχεία υλοποίησης, ενισχύει τη διαφάνεια και τη δυνατότητα ενημέρωσης. Το έργο δεν πρέπει να μένει αόρατο μέχρι να παραδοθεί. Πρέπει να μπορεί να εντοπιστεί, να εξηγηθεί, να συνδεθεί με την περιοχή και με την ανάγκη που καλύπτει. Ετσι ολοκληρώνεται ο κύκλος του 6σέλιδου. Αντιπλημμυρικά, ρέματα, νερό, πάρκα, Φαληρικός Ορμος, απορρίμματα, ενέργεια, σχολεία: όχι ξεχωριστά κεφάλαια, αλλά μία αλυσίδα με κοινή λογική: σχεδιασμός, ωρίμανση, υλοποίηση, παρακολούθηση, απόδοση. Η Αττική του 2030 δεν θα κριθεί στα χαρτιά. Θα κριθεί στην απόσταση ανάμεσα στο ανακοινωμένο έργο και στο έργο που λειτουργεί: στον δρόμο, στη γειτονιά, στην τάξη, στον λογαριασμό ενέργειας, στην ασφάλεια και στην εμπιστοσύνη του πολίτη ■
41 σχολικές μονάδες σε σχεδιασμό ενεργειακής αναβάθμισης
25
εκατ.
ευρώ περίπου για παρεμβάσεις σε σχολικές υποδομές
Ανω των
7
εκατ. ευρώ
για το σχολικό συγκρότημα της Γκράβας
Βελτίωση ενεργειακής κατηγορίας από Δ σε Β+ στην Γκράβα
Πλατφόρμα γεωαπεικόνισης για ενημέρωση σχετικά με την εξέλιξη των έργων
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Το πιο χειροπιαστό παράδειγμα είναι το σχολείο. Η ενεργειακή αναβάθμιση του σχολικού συγκροτήματος της Γκράβας στο Γαλάτσι, του μεγαλύτερου της χώρας, με προϋπολογισμό άνω των 7 εκατ. ευρώ από το Περιφερειακό Πρόγραμμα «Αττική 2021-2027», δεν είναι απλώς ένα τεχνικό έργο. Είναι παρέμβαση που συνδέει την κλιματική προσαρμογή με την καθημερινότητα της εκπαίδευσης. Με παρεμβάσεις στο κτιριακό κέλυφος, στα κουφώματα, στις μονώσεις, στον φωτισμό και στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, στόχος είναι η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και η αναβάθμιση των συνθηκών μάθησης. Το έργο αυτό εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό ενεργειακής αναβάθμισης 41 σχολικών μονάδων του Λεκανοπεδίου, με πόρους που προσεγγίζουν τα 25 εκατ. ευρώ. Εδώ η ενέργεια αποκτά κοινωνικό πρόσωπο. Ενα σχολείο που καταναλώνει λιγότερη ενέργεια δεν είναι μόνο πιο αποδοτικό. Είναι και πιο άνετο, πιο ανθεκτικό στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, πιο κατάλληλο για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς που το χρησιμοποιούν καθημερινά.
109
ΤΟ ΡΙΣΚΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ 110
ΠΟΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΖΕΙ TO ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ; Ακραία φαινόμενα, ασφαλιστικό κενό, ρύπανση και ο νέος κλιματικός χάρτης της Ελλάδας μετατρέπουν την προσαρμογή σε όρο επιβίωσης για επιχειρήσεις, πόλεις και υποδομές
111
ΤΟ Ρ Ι Σ ΚΟ Τ Η Σ Ε Π ΟΧ Η Σ
ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ
Η «αόρατη» απειλή και η πίεση στη δημόσια υγεία Η ρύπανση αναδεικνύεται πλέον όχι μόνο ως περιβαλλοντικό, αλλά και ως κοινωνικό ζήτημα, επηρεάζοντας με μεγαλύτερη ένταση τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και περιοχές
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ίσω από τη μεγάλη εικόνα της κλιματικής κρίσης, η οποία βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο τα τελευταία χρόνια, ένα διαχρονικό πρόβλημα παραμένει ακόμη ενεργό. Η ρύπανση –τόσο η ατμοσφαιρική όσο και εκείνη των υδάτων και του εδάφους– παρά την αυστηροποίηση των περιβαλλοντικών κανόνων και τη βελτίωση ορισμένων δεικτών, εξακολουθεί να ασκεί πίεση στη δημόσια υγεία και να επηρεάζει την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Ακόμα και αν οι επιπτώσεις συχνά δεν είναι ορατές και άμεσες, η ρύπανση παραμένει μια διαρκής απειλή για τη δημόσια υγεία. Η μεγαλύτερη υγειονομική επιβάρυνση, μάλιστα, δεν προέρχεται απαραίτητα από τα «ακραία» επεισόδια αλλά κυρίως από τη συνεχή, χαμηλής έντασης έκθεση, η οποία συχνά δεν γίνεται αντιληπτή στην καθημερινότητά μας. Αυτή η «σιωπηλή» επιβάρυνση λειτουργεί σωρευτικά στον οργανισμό με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις να εμφανίζονται μακροπρόθεσμα.
Π
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Απειλή για την υγεία η ατμοσφαιρική ρύπανση
112
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (EEA) επισημαίνει ότι τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 αποτελούν τον πιο επικίνδυνο ρύπο, καθώς διεισδύουν βαθιά στο αναπνευστικό και καρδιαγγειακό σύστημα
Η ατμοσφαιρική ρύπανση, για παράδειγμα, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές απειλές για την ανθρώπινη υγεία. Σχετίζεται, εξάλλου, άμεσα και με την κλιματική κρίση. Οι πυρκαγιές, οι παρατεταμένες ξηρασίες, η σκόνη και τα ακραία καιρικά φαινόμενα ενισχύουν την παρουσία ρύπων και επιδεινώνουν την ποιότητα του αέρα, δημιουργώντας έναν διαρκή κύκλο αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), η ατμοσφαιρική ρύπανση συνδέεται με εκατομμύρια πρόωρους θανάτους διεθνώς, κάθε χρόνο. Από την πλευρά του, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (EEA) επισημαίνει ότι τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 αποτελούν τον πιο επικίνδυνο ρύπο, καθώς διεισδύουν βαθιά στο αναπνευστικό και καρδιαγγειακό σύστημα. Παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, το πρόβλημα παραμένει. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές εκτιμήσεις, πάνω από το 90% του αστικού πληθυσμού της Ε.Ε. εκτίθεται σε συγκεντρώσεις PM2.5 πάνω από τις κατευθυντήριες τιμές του ΠΟΥ (5 μg/m³), με μέση τιμή περίπου στα 10,2 μg/m³. Η Ελλάδα, μάλιστα, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, βρίσκεται μεταξύ των
χωρών με τα υψηλότερα επίπεδα θνησιμότητας από PM2.5 στην Ευρώπη. Η ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων συνολικά αποτελεί μία από τις πιο επιβαρυμένες της Ευρώπης ως προς την έκθεση στα αιωρούμενα σωματίδια PM2.5.
Το νερό υπό πίεση και οι νέες μορφές ρύπανσης Παράλληλα, σημαντική διάσταση του προβλήματος αποτελεί και η ρύπανση των υδάτων, τα οποία επιβαρύνονται από έναν συνδυασμό κλιματικών και ανθρωπογενών παραγόντων. Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και η αυξημένη ζήτηση νερού ασκούν έντονη πίεση στα συστήματα ύδρευσης. Ταυτόχρονα, γεωργικά χημικά, βιομηχανικά απόβλητα και ανεπαρκώς επεξεργασμένα λύματα επιβαρύνουν τόσο τα επιφανειακά όσο και τα υπόγεια ύδατα. Την ίδια στιγμή, οι λεγόμενοι αναδυόμενοι ρύποι (emerging contaminants), όπως τα PFAS, τα μικροπλαστικά και τα φαρμακευτικά κατάλοιπα δημιουργούν μια νέα, πιο σύνθετη μορφή ρύπανσης. Οι ουσίες αυτές είναι εξαιρετικά ανθεκτικές και απομακρύνονται δύσκολα, αυξάνοντας το κόστος επεξεργασίας του νερού καθώς και την πίεση στα συστήματα ύδρευσης. Σύμφωνα με τη European Environment Agency, λιγότερο από το 40% των επιφανειακών υδάτων στην Ευρώπη βρίσκεται σε καλή οικολογική κατάσταση, κάτι που σημαίνει ότι πάνω από το 60% δεν επιτυγχάνει τους περιβαλλοντικούς στόχους της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Υδατα. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ενωση προχωρά σε επικαιροποίηση του πλαισίου για την προστασία των υδάτων, με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υδατικών πόρων και την επίτευξη των στόχων για μηδενική ρύπανση. Ο ΟΗΕ από την πλευρά του έχει προειδοποιήσει ότι η υποβάθμιση των υδάτων συνιστά πλέον και οικονομικό κίνδυνο, ιδιαίτερα για περι-
Το έδαφος σε υποβάθμιση Σημαντική διάσταση του προβλήματος αποτελεί και η υποβάθμιση του εδάφους, το οποίο αποτελεί θεμέλιο τόσο της αγροτικής παραγωγής όσο και της επισιτιστικής ασφάλειας. Η κατάσταση των εδαφών επηρεάζει άμεσα την ικανότητα των οικοσυστημάτων να στηρίζουν την παραγωγή τροφίμων, αλλά και τη συνολική περιβαλλοντική ισορροπία. Στην Ε.Ε. εκτιμάται ότι το 60% έως 70% των εδαφών παρουσιάζουν κάποια μορφή υποβάθμισης, όπως διάβρωση, απώλεια οργανικής ύλης, αλάτωση και χημική επιβάρυνση. Η εντατική γεωργική δραστηριότητα, η συστηματική χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων αλλά και η βιομηχανική ρύπανση συμβάλλουν στη συσσώρευση ρύπων στο έδαφος, ουσιών που συχνά δεν αποδομούνται εύκολα και παραμένουν στο περιβάλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, η αστικοποίηση και οι αλλαγές στις χρήσεις γης εντείνουν περαιτέρω την πίεση στα εδάφη, μειώνοντας τη φυσική τους γονιμότητα και την ικανότητά τους να αναγεννώνται.
Η ελληνική πραγματικότητα Στην Ελλάδα, η πίεση από τη ρύπανση αποκτά ακόμα πιο σύνθετα χαρακτηριστικά λόγω της γεωγραφικής μορφολογίας της χώρας, της συγκέντρωσης μεγάλου μέρους του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και της έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας στις παράκτιες περιοχές. Η αυξημένη οικιστική ανάπτυξη, η κυκλοφοριακή επιβάρυνση στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και η έντονη εποχική τουριστική δραστηριότητα δημιουργούν πρόσθετη πίεση
στην ποιότητα του αέρα, τους υδατικούς πόρους και τις υποδομές συνολικά. Παράλληλα, η ευαλωτότητα των ελληνικών οικοσυστημάτων σε φαινόμενα όπως οι παρατεταμένες ξηρασίες, οι υψηλές θερμοκρασίες και οι συχνότερες πλέον πυρκαγιές, ενισχύει τις επιπτώσεις της ρύπανσης και περιορίζει τα περιθώρια φυσικής ανάκαμψης του περιβάλλοντος.
Η ρύπανση πέρα από το περιβάλλον Σε κάθε περίπτωση, η ρύπανση αναδεικνύεται πλέον όχι μόνο ως περιβαλλοντικό, αλλά και ως κοινωνικό ζήτημα, επηρεάζοντας με μεγαλύτερη ένταση τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και περιοχές. Οι επιπτώσεις της συνδέονται άμεσα με ζητήματα δημόσιας υγείας, ποιότητας ζωής και κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς η έκθεση σε ρύπους δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο στον πληθυσμό, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με τις συνθήκες διαβίωσης, το επίπεδο υποδομών και την περιοχή κατοικίας. Παράλληλα, οι συνέπειες της ρύπανσης δεν αποτυπώνονται μόνο στο παρόν, αλλά λειτουργούν σωρευτικά σε βάθος χρόνου, επιβαρύνοντας τη λειτουργία των αστικών κέντρων, την ανθεκτικότητα των υποδομών και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Ακόμα λοιπόν και ως μια «αόρατη» απειλή, η ρύπανση είναι παρούσα και διάχυτη στον αέρα, το νερό και το έδαφος, επηρεάζοντας το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν οι σύγχρονες κοινωνίες. Οι επιπτώσεις της δεν εκδηλώνονται πάντα άμεσα ή με τρόπο εύκολα αντιληπτό, ωστόσο συσσωρεύονται διαρκώς, επιβαρύνοντας τη δημόσια υγεία, την ποιότητα ζωής και τη συνολική ανθεκτικότητα των κοινωνιών. Και όσο οι πιέσεις αυτές εντείνονται, η ρύπανση παύει να είναι ένα επιμέρους περιβαλλοντικό ζήτημα και αναδεικνύεται πλέον σε καθοριστικό παράγοντα για το παρόν και το μέλλον των κοινωνιών ■
Στην Ελλάδα, η πίεση από τη ρύπανση αποκτά ακόμα πιο σύνθετα χαρακτηριστικά λόγω της γεωγραφικής μορφολογίας της χώρας, της συγκέντρωσης μεγάλου μέρους του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και της έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας στις παράκτιες περιοχές
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
οχές που εξαρτώνται από τον τουρισμό, τη γεωργία και τις παράκτιες δραστηριότητες.
113
ΤΟ Ρ Ι Σ ΚΟ Τ Η Σ Ε Π ΟΧ Η Σ
ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΕΣ
«Χτίζοντας» ανθεκτικότητα σε πιο ασταθές περιβάλλον Το νέο μοντέλο ανάπτυξης των πόλεων περνά μέσα από την ανθεκτικότητα των υποδομών
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
114
Το χρηματοπιστωτικό σύστημα ενσωματώνει όλο και περισσότερο στις αξιολογήσεις του τον κλιματικό κίνδυνο, επηρεάζοντας τόσο την πιστοληπτική ικανότητα όσο και τις επενδυτικές ροές προς διαφορετικούς κλάδους
έσα σε ένα περιβάλλον ραγδαίων αλλαγών, όπου τα παραγωγικά συστήματα, οι υποδομές και συνολικά η οικονομία λειτουργούν υπό συνεχή πίεση, η προσαρμοστικότητα και η ανθεκτικότητα μετατρέπονται σε αναγκαίες προτεραιότητες. Η κλιματική κρίση, σε συνδυασμό με την ενεργειακή αβεβαιότητα και τις γεωπολιτικές εντάσεις, αναδιαμορφώνουν ριζικά τα δεδομένα για τα οικοσυστήματα, τις οικονομίες και τις επιχειρήσεις. Σε εκθέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζεται πως η ανθεκτικότητα των υποδομών απέναντι σε κλιματικούς κινδύνους, φυσικές καταστροφές και ενεργειακές κρίσεις, συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα των οικονομιών, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τη δημοσιονομική ισορροπία των κρατών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, έως το 2030 οι ανάγκες χρηματοδότησης για την προσαρμογή και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών στην Ευρωπαϊκή Ενωση εκτιμώνται μεταξύ 0,1% και 0,4% του ΑΕΠ της ετησίως.
Μ
Το μοντέλο της «ανθεκτικής» ανάπτυξης Η νέα πραγματικότητα αφορά πλέον το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης. Η έννοια του «resilient growth», της ανθεκτικής ανάπτυξης δηλαδή, αναδεικνύεται σε κεντρικό άξονα της σύγχρονης οικονομικής στρατηγικής. Σε αντίθεση με το παραδοσιακό μοντέλο, το οποίο στηριζόταν κυρίως στην αύξηση της παραγωγής και τη συμπίεση του κόστους, η ανθεκτική ανάπτυξη δίνει έμφαση στην ικανότητα των συστημάτων να αντέχουν σε κρίσεις, να προσαρμόζονται σε συνθήκες αβεβαιότητας και να ανακάμπτουν. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε ενσωμάτωση της διαχείρισης κινδύνου στον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας. Η λογική μετατοπίζεται από τη βραχυπρόθεσμη αποδοτικότητα (eiciency), στη μακροπρόθεσμη σταθερότητα και ανθεκτικότητα (stability / resilience). Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθεκτική ανάπτυξη προϋπο-
θέτει επενδύσεις σε σύγχρονες και προσαρμοσμένες υποδομές, στην ενεργειακή ασφάλεια, την προστασία των φυσικών πόρων, αλλά και στην ενίσχυση των θεσμών, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν αυξημένους και πιο σύνθετους κινδύνους.
Οι πόλεις στην πρώτη γραμμή της κλιματικής πίεσης Οι σύγχρονες πόλεις βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης. Η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού, η παλαιότητα κρίσιμων δικτύων, η έντονη δόμηση και η έλλειψη ελεύθερων χώρων καθιστούν τα μεγάλα αστικά κέντρα ιδιαίτερα ευάλωτα στην κλιματική κρίση. Υποδομές που σχεδιάστηκαν με τα δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών, δοκιμάζονται σήμερα από συνθήκες που δεν είχαν προβλεφθεί, καθώς το κλίμα δεν είναι πλέον μία σταθερή παράμετρος στον σχεδιασμό. Η μετάβαση σε ένα μοντέλο ανθεκτικού πολεοδομικού σχεδιασμού (resilient urban planning) γίνεται κρίσιμος παράγοντας βιωσιμότητας. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός προσανατολίζεται σταδιακά σε μοντέλα ανθεκτικότητας, όπου κρίσιμες υποδομές και υπηρεσίες διατηρούν τη λειτουργικότητά τους, ακόμα και υπό έντονες πιέσεις. Ουσιαστικά, δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα αντιμετώπισης μιας κρίσης όταν αυτή εκδηλωθεί, αλλά κυρίως στην πρόληψή της. Η πρόκληση αυτή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη για τις χώρες της Μεσογείου, όπως είναι η Ελλάδα, όπου η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, με αύξηση της θερμοκρασίας, παρατεταμένους καύσωνες και πίεση στους υδατικούς πόρους.
Η ανθεκτικότητα ως νέος παράγοντας ανταγωνιστικότητας Στο ίδιο πλαίσιο, οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια σημαντική αλλαγή προσέγγισης. Η κλιματική προσαρμογή δεν αποτελεί πλέον ζήτημα μόνο περιβαλλοντικής πολιτικής αλλά ένα βασικό στοιχείο οικονομικής σταθερότητας και στρατηγικού σχεδιασμού. Οι φυσικές καταστροφές, η αστάθεια στο
γειας και ύδρευσης, καθώς και την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Η κατεύθυνση αυτή ενισχύεται και από ευρωπαϊκούς και χρηματοδοτικούς πόρους, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και τα προγράμματα για την πράσινη μετάβαση τα οποία διοχετεύονται σε έργα ανθεκτικότητας και ψηφιακού εκσυγχρονισμού. Παράλληλα, η υποχρεωτική ασφάλιση επιχειρήσεων έναντι φυσικών καταστροφών, σηματοδοτεί τη σταδιακή αναγνώριση του κλιματικού κινδύνου ως μόνιμου οικονομικού παράγοντα, ο οποίος επηρεάζει το κόστος λειτουργίας και επενδύσεων. Ωστόσο, η πρόκληση παραμένει σύνθετη, καθώς μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος και των αστικών υποδομών της χώρας έχει σχεδιαστεί με βάση παλαιότερα δεδομένα, είναι γηρασμένο και χαρακτηρίζεται από χαμηλή ενεργειακή και κλιματική προσαρμοστικότητα. Η επιτάχυνση των έργων αναβάθμισης αποκτά έτσι ακόμα μεγαλύτερη σημασία για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας υποδομών και δικτύων στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική και η ελληνική προσαρμογή
Η νέα έννοια της σταθερότητας
Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ενσωματώσει την ανθεκτικότητα στον πυρήνα της στρατηγικής της για την κλιματική προσαρμογή, δίνοντας έμφαση στην αναβάθμιση των υποδομών, τη διαχείριση των κινδύνων και στην ενίσχυση των «πράσινων» και ανθεκτικών επενδύσεων. Η αυξανόμενη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων τα τελευταία χρόνια έχει επιταχύνει τη μετατόπιση από τη θεωρητική προσέγγιση στην πρακτική εφαρμογή πολιτικών προσαρμογής, με τις επενδύσεις να κατευθύνονται όλο και περισσότερο προς έργα προστασίας και ανθεκτικότητας. Το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως περιβαλλοντικό, αλλά και ως παράγοντας οικονομικής και γεωπολιτικής σταθερότητας. Από την πλευρά της, η Ελλάδα έχει αρχίσει να ενσωματώνει την έννοια της κλιματικής προσαρμογής στον εθνικό σχεδιασμό, μέσω στρατηγικών για την πολιτική προστασία, την αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών, όπως το οδικό δίκτυο και τα δίκτυα ενέρ-
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της ανθεκτικότητας αποκτά νέο περιεχόμενο. Δεν σημαίνει επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα όπως τη γνωρίζαμε, αλλά μια διαρκή συνθήκη σχεδιασμού και λειτουργίας που χαρακτηρίζεται από ευελιξία. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα για τις επενδύσεις, τις υποδομές, την ενέργεια και τον αστικό σχεδιασμό επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα των συστημάτων να αντεπεξέλθουν στις πιέσεις στο μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθεκτικότητα μετατρέπεται σταδιακά σε ένα βασικό κριτήριο ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και οικονομικής σταθερότητας. Σε έναν κόσμο όπου η αστάθεια δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον νέο κανόνα, το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε μια προηγούμενη ισορροπία, αλλά η ικανότητα των κοινωνιών να παραμένουν βιώσιμες, λειτουργικές και παραγωγικές μέσα στο διαρκώς μεταβαλλόμενο παρόν ■
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα για τις επενδύσεις, τις υποδομές, την ενέργεια και τον αστικό σχεδιασμό επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα των συστημάτων να αντεπεξέλθουν στις πιέσεις στο μέλλον
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
ενεργειακό κόστος και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων, αυξάνοντας την αβεβαιότητα στον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό και ενισχύοντας την ανάγκη για πιο ανθεκτικές δομές λειτουργίας. Την ίδια στιγμή, το χρηματοπιστωτικό σύστημα ενσωματώνει όλο και περισσότερο στις αξιολογήσεις του τον κλιματικό κίνδυνο, επηρεάζοντας τόσο την πιστοληπτική ικανότητα όσο και τις επενδυτικές ροές προς διαφορετικούς κλάδους. Αυτό σημαίνει ότι η ικανότητα πρόβλεψης, προσαρμογής και διαχείρισης κινδύνων γίνεται ένα κρίσιμο στοιχείο ανταγωνιστικότητας, καθώς επιχειρήσεις με υψηλότερη ανθεκτικότητα αποκτούν πλεονέκτημα στη χρηματοδότηση και τη διατήρηση της λειτουργικής τους συνέχειας. Αντίθετα, η έλλειψη προσαρμογής μπορεί να συνεπάγεται αυξημένο κόστος, απώλειες παραγωγικότητας και περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια και επενδύσεις.
115
ΤΟ Ρ Ι Σ ΚΟ Τ Η Σ Ε Π ΟΧ Η Σ
ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Η Ελλάδα στη ζώνη του κλιματικού κινδύνου Από τον τουρισμό και τα παλαιά κτίρια έως την εργασία σε συνθήκες θερμικής καταπόνησης και τη δημόσια υγεία, η άνοδος της θερμοκρασίας μετατρέπει την προσαρμογή σε άμεση οικονομική, κοινωνική και πολιτική προτεραιότητα
֟ ΤΗΣ ΡΟΜΙΝΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
Μεσόγειος αναγνωρίζεται από τους επιστήμονες ως ένα από τα κύρια «κλιματικά hot spots» του πλανήτη, βιώνοντας εντονότερα τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης. Υπερθερμαίνεται ταχύτερα σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο, φαινόμενα όπως, παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, καύσωνες και πυρκαγιές εμφανίζονται συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση πλέον, ενώ η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει με ταχύ ρυθμό. Η Ελλάδα, στο κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου, βιώνει ήδη με αυξανόμενη ένταση τις συνέπειες των μεταβολών εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, με τις επιπτώσεις να επηρεάζουν κρίσιμους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.
Η
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Ο τουρισμός υπό πίεση από την κλιματική αστάθεια
116
Η κλιματική κρίση δεν αλλάζει μόνο το φυσικό περιβάλλον. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ταξιδεύουμε, κατοικούμε, εργαζόμαστε και οργανώνουμε την οικονομία
Σε έναν από τους βασικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, τον τουρισμό, η κλιματική κρίση δημιουργεί νέες προκλήσεις καθώς εντείνει την ανάγκη για πιο ανθεκτικές υποδομές και ορθότερη διαχείριση των φυσικών πόρων, ενώ παράλληλα οδηγεί στην αύξηση του λειτουργικού κόστους. Οι υψηλές θερμοκρασίες και οι συχνότεροι καύσωνες ενισχύουν τη ζήτηση για ενέργεια και νερό, ειδικά κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Η πίεση στα συστήματα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης γίνεται εντονότερη σε περιοχές όπως τα νησιά που δέχονται μεγάλο αριθμό επισκεπτών το καλοκαίρι. Την ίδια στιγμή, αλλαγές παρατηρούνται και στη συμπεριφορά των ίδιων των τουριστών καθώς όλο και περισσότεροι επιλέγουν πιο συχνά τα ταξίδια εκτός των περιόδων με καύσωνες. Σύμφωνα με αναλύσεις του Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η άνοδος της θερμοκρασίας και η συχνότερη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων αναμένεται να επηρεάσουν τη θερινή τουριστική κίνηση στη Μεσόγειο, ενώ εκτιμάται ότι η τουριστική ζήτηση θα μετατοπιστεί σταδιακά
προς την άνοιξη και το φθινόπωρο, σε περιόδους δηλαδή με ηπιότερες κλιματικές συνθήκες.
Κτίρια και πόλεις απέναντι στη θερμική επιβάρυνση Εντονες πιέσεις δέχεται παράλληλα το αστικό και κτιριακό περιβάλλον. Σημαντικό μέρος του κτιριακού αποθέματος στην Ελλάδα είναι παλαιό και έχει κατασκευαστεί πριν από την εφαρμογή σύγχρονων προτύπων ενεργειακής απόδοσης, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στη θερμική καταπόνηση που προκαλεί η κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ο οικιακός και κτιριακός τομέας στην Ελλάδα συγκαταλέγεται στους βασικούς καταναλωτές ενέργειας, ενώ η ψύξη αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας και της αυξανόμενης συχνότητας των θερμικών κυμάτων. Οι υψηλές θερμοκρασίες οδηγούν σε αυξημένη χρήση συστημάτων κλιματισμού, ενισχύοντας τη συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και επιβαρύνοντας το ενεργειακό ισοζύγιο. Παράλληλα, κατά τις ώρες αιχμής, τα ηλεκτρικά δίκτυα δοκιμάζονται περισσότερο, αυξάνοντας τον κίνδυνο υπερφόρτωσης, ενώ η
θυσμιακές ομάδες, όπως ηλικιωμένους και άτομα με χρόνια νοσήματα, συνιστώντας έτσι μία αυξανόμενη πρόκληση για τη δημόσια υγεία. Στο πλαίσιο αυτό, η αύξηση της συχνότητας και της έντασης των θερμικών επεισοδίων λόγω της κλιματικής αλλαγής, καθιστά αναγκαία την ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης και προσαρμογής των συστημάτων υγείας.
Η προσαρμογή ως ευρωπαϊκό «στοίχημα»
Εργασία σε συνθήκες αυξανόμενης θερμικής καταπόνησης Στη νέα αυτή πραγματικότητα που διαμορφώνεται καλείται να προσαρμοστεί και η αγορά εργασίας, καθώς η κλιματική αλλαγή επηρεάζει πλέον άμεσα και τις συνθήκες απασχόλησης και την παραγωγικότητα σε διάφορους κλάδους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της International Labour Organization, η άνοδος της θερμοκρασίας συνδέεται με αυξημένο εργασιακό κίνδυνο λόγω θερμικής καταπόνησης, ιδιαίτερα σε επαγγέλματα που εκτελούνται σε εξωτερικούς χώρους ή υπό συνθήκες έντονης θερμικής έκθεσης. Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) επισημαίνει ότι η θερμική καταπόνηση εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους επαγγελματικούς κινδύνους, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ανάγκη για λήψη μέτρων προστασίας αλλά και για προσαρμογή των συνθηκών εργασίας. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, οι υψηλές θερμοκρασίες και τα κύματα καύσωνα, επιβαρύνουν ιδιαίτερα ευάλωτες πλη-
Η επόμενη μέρα Σε ένα περιβάλλον όπου τα ακραία φαινόμενα εμφανίζονται όλο και πιο συχνά, η πρόληψη αποκτά πλέον μεγαλύτερη σημασία, σε σχέση με την αντιμετώπιση των συνεπειών. Η ένταση και η ταχύτητα των αλλαγών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή καθιστούν αναγκαίες τις ολοκληρωμένες και μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις, τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο. Επενδύσεις σε «έξυπνες» και ανθεκτικές υποδομές –όπως ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, βιώσιμα δίκτυα μεταφορών και σύγχρονα συστήματα διαχείρισης φυσικών πόρων– αλλά και η ενίσχυση της αστικής ανθεκτικότητας, συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, η ενσωμάτωση της παραμέτρου της κλιματικής κρίσης σε καίριους τομείς της οικονομίας γίνεται πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της βιωσιμότητάς τους. Σε κάθε περίπτωση, η κλιματική κρίση διαμορφώνει ήδη μια νέα πραγματικότητα, μέσα στην οποία η προσαρμογή αναδεικνύεται σε αναγκαιότητα ■
Η προσαρμογή δεν είναι πια τεχνική λεπτομέρεια περιβαλλοντικής πολιτικής. Είναι όρος ανθεκτικότητας για τις πόλεις, τις υποδομές, την παραγωγή και τη δημόσια υγεία
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
άνοδος της κατανάλωσης μεταφράζεται και σε υψηλότερο οικονομικό κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Τα παραπάνω δεδομένα αναδεικνύουν ότι η προσαρμογή στις νέες συνθήκες δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά, αλλά είναι απαραίτητο να αντιμετωπίζεται ως ένα ενιαίο ζήτημα που υπερβαίνει το εθνικό επίπεδο και απαιτεί ευρύτερο σχεδιασμό και συντονισμό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, η συζήτηση εστιάζει στην ανάγκη για πιο δραστικές πολιτικές προσαρμογής. Σε πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιστημονικής Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (European Scientiic Advisory Board on Climate Change) για τις χώρες της Ε.Ε., υπογραμμίζεται ότι οι ευρωπαϊκές αρχές θα πρέπει να προετοιμαστούν και για ακόμα πιο ακραία σενάρια από την υφιστάμενη κατάσταση, με βάση τα οποία η παγκόσμια θερμοκρασία, μέχρι το 2100, θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 2,8 °C έως 3,3 °C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Η Συμβουλευτική Επιτροπή μάλιστα χαρακτηρίζει τις σημερινές προσπάθειες προσαρμογής στην κλιματική κρίση ως «ανεπαρκείς, σε μεγάλο βαθμό σταδιακές και συχνά υπερβολικά αργές», επισημαίνοντας ότι οι πολιτικές σχεδιασμού δεν ανταποκρίνονται στην ταχύτητα και την ένταση των κλιματικών μεταβολών. Στο πλαίσιο αυτό, εισηγείται την εφαρμογή ενιαίων και υποχρεωτικών δοκιμών ανθεκτικότητας (stress tests) για τις δημόσιες πολιτικές και τις κρίσιμες υποδομές, οι οποίες θα βασίζονται σε κοινά κλιματικά σενάρια για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση, ώστε να αξιολογείται συστηματικά η ικανότητα των κρατών-μελών της να ανταποκριθούν σε ακραίες κλιματικές συνθήκες. Στην Ελλάδα, οι έως τώρα παρεμβάσεις αφορούν κυρίως στην πολιτική προστασία, την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων και τη διαχείριση κινδύνων από ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ αναπτύσσονται εργαλεία πρόληψης και έγκαιρης προειδοποίησης για καύσωνες και πυρκαγιές. Ωστόσο, λόγω της αυξανόμενης πίεσης που ήδη επηρεάζει βασικούς τομείς, όπως τον τουρισμό, τις υποδομές και την κατανάλωση ενέργειας, αναδεικνύεται η ανάγκη για έναν συνεκτικό και ταχύ σχεδιασμό προσαρμογής, με μεγαλύτερη έμφαση στη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα.
117
ΤΟ Ρ Ι Σ ΚΟ Τ Η Σ Ε Π ΟΧ Η Σ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
LEENA YLÄ-MONONEN Εκτελεστική διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος
Οι κλιματικοί κίνδυνοι είναι ήδη επιχειρηματική πραγματικότητα
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Η εκτελεστική διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος εξηγεί γιατί η κλιματική προσαρμογή είναι πλέον επένδυση και προϋπόθεση μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας
118
ι κλιματικοί κίνδυνοι στην Ευρώπη δεν αφορούν πλέον μόνο το περιβάλλον. Αφορούν τις υποδομές, τους υδάτινους πόρους, την παραγωγή τροφίμων, την ενεργειακή ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, τα χρηματοοικονομικά συστήματα και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήσεις και επενδυτές αξιολογούν την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η Ευρωπαϊκή Αξιολόγηση Κλιματικών Κινδύνων (European Climate Risk Assessment) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (European Environment Agency, EEA) εντοπίζει 36 κλιματικούς κινδύνους που έχουν ήδη φτάσει σε κρίσιμα επίπεδα και θα μπορούσαν να γίνουν καταστροφικοί χωρίς επείγουσα δράση. Στη συνέντευξή της στην «Εφημερίδα των Συντακτών», η Leena Ylä-Mononen, εκτελεστική διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, τονίζει ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν αποτελούν πλέον μελλοντική ανησυχία, αλλά παρούσα επιχειρηματική πραγματικότητα. Για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, όπως εξηγεί, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα για υποδομές, εφοδιαστικές αλυσίδες, περιουσιακά στοιχεία και κατανομή κεφαλαίων λαμβάνονται ήδη μέσα σε ένα κλίμα που αλλάζει.
֟ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΕΦΟΠΟΥΛΟΥ
Ο
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μόνο τι δηλώνει μια επιχείρηση, αλλά πώς ενσωματώνει την ευθύνη, την ανθεκτικότητα και τη λογοδοσία στη λειτουργία και στη στρατηγική της
■ Η Ευρωπαϊκή Αξιολόγηση Κλιματικών Κινδύνων εντοπίζει μεγάλους κλιματικούς κινδύνους για την Ευρώπη, που επηρεάζουν οικοσυστήματα, υποδομές, υδάτινους πόρους, τρόφιμα, ενεργειακή ασφάλεια, χρηματοοικονομικά συστήματα και δημόσια υγεία. Ποιο είναι το σημαντικότερο μήνυμα για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές; Το σημαντικότερο μήνυμα είναι ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν αποτελούν πλέον μελλοντική ανησυχία. Αποτελούν ήδη μια σημερινή επιχειρηματική πραγματικότητα, με πολύ υψηλή χρηματοοικονομική έκθεση. Μεταξύ 1980 και 2024, οι οικονομικές απώλειες από ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα ανήλθαν σε περίπου 822 δισ. ευρώ μόνο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι πλημμύρες αντιστοιχούν
στο 47% των συνολικών απωλειών και οι καταιγίδες περίπου στο 27%. Εκείνο όμως που είναι ίσως ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι πόσο μεγάλο μέρος αυτής της έκθεσης παραμένει ακάλυπτο. Μόνο περίπου το ένα πέμπτο των οικονομικών απωλειών καλύφθηκε από ιδιωτική ασφαλιστική κάλυψη. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ανέφεραν ότι πάνω από το 50% των ζημιών τους δεν καλύφθηκε από ιδιωτική ασφάλιση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 90%. Το κενό ασφαλιστικής προστασίας έχει διευρυνθεί με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι συνολικές οικονομικές απώλειες έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τις ασφαλισμένες απώλειες. Η Ευρωπαϊκή Αξιολόγηση Κλιματικών Κινδύνων εντοπίζει 36 κλιματικούς κινδύνους που έχουν ήδη φτάσει σε κρίσιμα επίπεδα και θα μπορούσαν να γίνουν καταστροφικοί χωρίς επείγουσα δράση. Για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα για υποδομές, εφοδιαστικές αλυσίδες, περιουσιακά στοιχεία και κατανομή κεφαλαίων λαμβάνονται μέσα σε ένα κλίμα που ήδη αλλάζει και θα συνεχίσει να αλλάζει σημαντικά κατά τη διάρκεια ζωής αυτών των επενδύσεων. Η αντιμετώπιση του κλιματικού κινδύνου ως κάτι που μπορεί κανείς να διαχειρίζεται στο περιθώριο ή κυρίως ως άσκηση συμμόρφωσης δεν αποτελεί πλέον βιώσιμη προσέγγιση. ■ Ποιους κλιματικούς κινδύνους θεωρείτε ότι οι εταιρείες εξακολουθούν να υποτιμούν; Οι εταιρείες συχνά αξιολογούν τους κινδύνους μεμονωμένα, τον έναν μετά τον άλλον. Οι κλιματικοί κίνδυνοι όμως δεν λειτουργούν έτσι. Αλληλεπιδρούν, ενισχύουν ο ένας τον άλλον και συχνά μεταφέρονται από ένα σύστημα σε ένα άλλο. Μπορούν επίσης να προκύψουν από τον συνδυασμό κλιματικών απειλών και μη κλιματικών παραγόντων. Πρόκειται για τους λεγόμενους αλυσιδωτούς και σύνθετους κινδύνους. Η αξιολόγησή μας διαπίστωσε ότι οι αλυσιδωτοί κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να δημιουργήσουν συστημικές προκλήσεις που επηρεάζουν ολόκληρες κοινωνίες. Τα υφιστάμενα χρηματο-
Ενας ακόμη τύπος κινδύνου που οι εταιρείες τείνουν να υποτιμούν είναι τα γεγονότα χαμηλής πιθανότητας αλλά υψηλού αντίκτυπου, οι λεγόμενοι «κίνδυνοι ουράς»
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
οικονομικά stress tests είναι επίσης πιθανό να υποτιμούν αυτές τις επιπτώσεις. Για παράδειγμα, μια ξηρασία δεν πλήττει μόνο τη γεωργία. Μπορεί επίσης να μειώσει την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας, να πιέσει τα συστήματα βιομηχανικής ψύξης, να αυξήσει τον κίνδυνο πυρκαγιών και να προκαλέσει διασυνοριακές συγκρούσεις για τους υδάτινους πόρους. Αυτές οι αλυσίδες συνεπειών πρέπει να ενσωματωθούν σε συστημικές και μεγάλης κλίμακας αξιολογήσεις κινδύνου. Ενας ακόμη τύπος κινδύνου που οι εταιρείες τείνουν να υποτιμούν είναι τα γεγονότα χαμηλής πιθανότητας αλλά υψηλού αντίκτυπου, οι λεγόμενοι «κίνδυνοι ουράς» ή tail risks. Τα γεγονότα αυτά είναι δύσκολο να μοντελοποιηθούν και να προβλεφθούν, αλλά οι συνέπειές τους μπορεί να είναι σοβαρές ή ακόμη και καταστροφικές. Τα δεδομένα οικονομικών απωλειών δείχνουν ήδη πόσο σημαντικά είναι. Το 5% των κλιματικών γεγονότων με τις μεγαλύτερες απώλειες αντιστοιχούσε στο 59% των συνολικών απωλειών, ενώ το 1% των γεγονότων με τις μεγαλύτερες απώλειες αντιστοιχούσε στο 37%. Οι επιχειρήσεις και ο χρηματοπιστωτικός τομέας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από υγιή οικοσυστήματα για τη ρύθμιση των υδάτων, τη γονιμότητα του εδάφους, την επικονίαση και την προστασία των παράκτιων περιοχών. Ωστόσο, αυτή η εξάρτηση εξακολουθεί να υποτιμάται ευρέως. Ενωση από ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμεΗ αξιολόγησή μας διαπίστωσε ότι σχενα έφτασαν περίπου τα 822 δισ. ευρώ μεταξύ 1980 δόν όλοι οι κίνδυνοι που σχετίζονται με και 2024. τα οικοσυστήματα απαιτούν επείγουσα Η αξιολόγησή μας καταλήγει ότι οι απώλειες ΑΥΤΟ ΠΟΥ δράση, με τα παράκτια και θαλάσσια οιαυτές είναι πιθανό να συνεχίσουν να αυξάνονται. ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ κοσυστήματα να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα Αυτό αποτελεί σαφές μήνυμα ότι οι εταιρείες δεν ΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ σοβαρές απειλές. μπορούν πλέον να αντιμετωπίζουν τον κλιματικό ΟΠΤΙΚΗΣ Η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων κίνδυνο ως μακρινό ζήτημα σχεδιασμού. Το κόστος δεν είναι ξεχωριστό περιβαλλοντικό ζήγίνεται ήδη αισθητό. τημα. Αποδυναμώνει τα φυσικά συστήμαΗ δράση πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται όχι τα στα οποία βασίζεται η οικονομική δραστηριότητα. ως βάρος, αλλά ως επένδυση που μπορεί να μειώσει μελλοντικές απώλειες. Ταυτόχρονα, απαιτείται μια ολοκληρωμένη και ■ Πώς πρέπει οι εταιρείες να ενσωματώσουν την κλιμασυνεκτική προσέγγιση, που θα περιλαμβάνει στρατηγικές για τική προσαρμογή στις επενδυτικές αποφάσεις και στην την αντιμετώπιση των υπολειπόμενων κινδύνων, δηλαδή των κινεταιρική στρατηγική; δύνων που τα μέτρα προσαρμογής δεν μπορούν να μετριάσουν Αυτό που χρειάζεται είναι μια αλλαγή οπτικής. Η προσαρπλήρως. μογή δεν πρέπει πλέον να θεωρείται κόστος ή βάρος συμμόρΧρειαζόμαστε καλύτερα δεδομένα, καλύτερα εργαλεία και φωσης, αλλά επένδυση και προϋπόθεση μακροπρόθεσμης καλύτερη αξιοποιήσιμη γνώση. Σε αυτό το πεδίο, ο Ευρωπαϊκός ανταγωνιστικότητας. Οργανισμός Περιβάλλοντος έχει ρόλο να διαδραματίσει. ΠαρέΟι επενδύσεις σε κλιματικά ανθεκτική γεωργία, ενέργεια και χουμε την επιστημονική βάση τεκμηρίωσης που πρέπει να ενημεταφορές δεν είναι απλώς δαπάνη. Είναι επένδυση που μπορεί μερώνει τις επενδυτικές και στρατηγικές αποφάσεις. να αποτρέψει ζημιές δισεκατομμυρίων ευρώ από όλο και συχνόΑλλά η τεκμηρίωση από μόνη της δεν αρκεί. Πρέπει να μετερες πλημμύρες, ξηρασίες, καύσωνες και πυρκαγιές. Μπορεί ταφραστεί στη γλώσσα των επενδυτικών οριζόντων, των αποτιεπίσης να αποφέρει ένα τριπλό μέρισμα: μείωση απωλειών, προμήσεων περιουσιακών στοιχείων και του μακροπρόθεσμου σχεστασία ανθρώπινων ζωών και οικονομικά οφέλη, όπως η δημιδιασμού. Αυτή η μετάφραση έχει αρχίσει να γίνεται, αλλά όχι ουργία θέσεων εργασίας και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. ακόμη με την ταχύτητα ή την κλίμακα που απαιτεί η εικόνα του κινδύνου ■ Οπως ανέφερα, οι οικονομικές απώλειες στην Ευρωπαϊκή
119
ΤΟ Ρ Ι Σ ΚΟ Τ Η Σ Ε Π ΟΧ Η Σ
ΑΣΦΑΛΙΣΙΜΟΤΗΤΑ
Ποιος ασφαλίζει το ρίσκο του κλίματος; Το κενό ασφαλιστικής προστασίας δεν είναι ουδέτερο στατιστικό μέγεθος. Είναι ο χώρος όπου το κόστος της κλιματικής κρίσης μεταφέρεται από την ασφαλιστική αγορά στις επιχειρήσεις, στο κράτος και στις τράπεζες
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
֟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΕΦΟΠΟΥΛΟΥ
120
Σε αυτή τη νέα εξίσωση, η ασφαλισιμότητα λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα της αγοράς
ια δεκαετίες, η ασφάλιση λειτούργησε ως μηχανισμός απορρόφησης του απρόβλεπτου. Σήμερα, όμως, το απρόβλεπτο γίνεται συχνότερο, ακριβότερο και άνισα κατανεμημένο. Πλημμύρες, καταιγίδες, πυρκαγιές, καύσωνες και ξηρασίες επηρεάζουν πλέον την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, το κόστος κάλυψης, τους όρους ασφάλισης και τη συνέχεια της λειτουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ευρωπαϊκή εποπτική συζήτηση δεν περιορίζεται στην καταγραφή των ζημιών. Η προσέγγιση που αναδεικνύεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA) βλέπει το κενό ασφαλιστικής προστασίας ως πρόβλημα συμβολαίων, αλλά και ως ένδειξη ευρύτερης οικονομικής ευαλωτότητας που απαιτεί καλύτερα δεδομένα, πρόληψη και καθαρότερο επιμερισμό κινδύνου. Δείχνει πού η αγορά δεν καλύπτει επαρκώς τον κίνδυνο, πού η προσαρμογή παραμένει ανεπαρκής και πού η δημόσια πολιτική θα κληθεί να συναντήσει την ιδιωτική ασφάλιση. Η συζήτηση αυτή ανοίγει και το ζήτημα νέων δημόσιων και ιδιωτικών μηχανισμών κάλυψης, καθώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναγνωρίζεται ότι η ιδιωτική ασφαλιστική αγορά δεν λειτουργεί αποκομμένη από ευρύτερους μηχανισμούς επιμερισμού του κινδύνου. Το ερώτημα μετατοπίζεται από το αν οι φυσικοί κίνδυνοι αυξάνονται στο ποιος μπορεί να τους σηκώσει οικονομικά. Δεν είναι λίγοι όσοι θεωρούν ότι η αγορά θα κληθεί να απαντήσει σε δυσκολότερα ερωτήματα: Ποιοι κίνδυνοι θα παραμείνουν ασφαλίσιμοι και με ποιους όρους; Πότε η αύξηση των ασφαλίστρων θα επηρεάζει μια επένδυση; Πού σταματά η ιδιωτική αγορά και πού αρχίζει ο δημόσιος και ιδιωτικός επιμερισμός του κινδύνου; Και, κυρίως, θα αρκεί η ασφαλιστική κάλυψη ή θα πρέπει μια επιχείρηση να αποδεικνύει ότι έχει μειώσει την έκθεσή της;
Γ
Οταν ο φυσικός κίνδυνος αποκτά τιμή Στις αγορές, αυτή η ανάγνωση γίνεται σαφέστερη: η ασφαλισιμότητα λειτουργεί ως πρώιμο σήμα τιμολόγησης του φυσικού κινδύνου. Οταν μια περιοχή γίνεται ακριβότερη για να ασφαλιστεί, όταν οι όροι κάλυψης αυστηροποιούνται ή κίνδυνοι εξαιρούνται, η αγορά δείχνει ότι ο φυσικός κίνδυνος αποκτά τιμή. Για τις επιχειρήσεις, αυτό αλλάζει το νόημα της κλιματικής
προσαρμογής. Δεν πρόκειται πλέον για πρόσθετο κεφάλαιο βιωσιμότητας ούτε για τεχνική παρέμβαση στο περιθώριο. Μια εγκατάσταση σε περιοχή υψηλής έκθεσης σε πλημμύρες ή πυρκαγιές μπορεί να γίνει ακριβότερη στην ασφάλιση, δυσκολότερη στη χρηματοδότηση, πιο αβέβαιη στην αποτίμηση και πιο επισφαλής για τη συνέχεια της παραγωγής. Το ερώτημα για τις διοικήσεις δεν είναι πια αν η εταιρεία αναφέρει τον κλιματικό κίνδυνο σε μια έκθεση βιωσιμότητας. Είναι αν γνωρίζει τι σημαίνει για τα κτίρια, τις αποθήκες, τις γραμμές παραγωγής, τους προμηθευτές, τα logistics και τους ανθρώπους της. Είναι αν έχει υπολογίσει όχι μόνο το άμεσο κόστος μιας φυσικής καταστροφής, αλλά και τις έμμεσες επιπτώσεις: διακοπή λειτουργίας, αύξηση ασφαλίστρων, δυσκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαιο και απώλεια αξιοπιστίας. Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική μετατόπιση. Το ESG, η διαχείριση ρίσκου και η ασφαλιστική αγορά συναντώνται. Η βιωσιμότητα αξιολογείται πλέον και με βάση την ικανότητα μιας επιχείρησης να αντέξει φυσικούς κινδύνους, να περιορίσει απώλειες, να προστατεύσει κρίσιμα περιουσιακά στοιχεία και να παραμείνει λειτουργική σε συνθήκες ακραίας πίεσης. Η συζήτηση αφορά πλέον και το λιανεμπόριο, τον τουρισμό, την αγροδιατροφή, την ενέργεια και τις υπηρεσίες που εξαρτώνται από αποθήκες, μεταφορές, νερό, δίκτυα, πόλεις και ψηφιακές υποδομές. Το ασφαλιστικό κενό δεν δείχνει μόνο τι δεν καλύπτεται. Δείχνει και τι δεν έχει ακόμη προετοιμαστεί. Η ασφάλιση μπορεί να απορροφήσει μέρος του σοκ, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανθεκτικότητα. Ανθεκτικά κτίρια, καλύτερη χωροθέτηση, προστασία από πλημμύρες, σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας, διαφοροποίηση προμηθευτών και χαρτογράφηση κινδύνων γίνονται προϋποθέσεις για να παραμείνουν τα επιχειρηματικά μοντέλα ασφαλίσιμα, χρηματοδοτήσιμα και αξιόπιστα. Σε αυτή τη νέα εξίσωση, η ασφαλισιμότητα λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα της αγοράς. Δείχνει πού ο φυσικός κίνδυνος έχει αποκτήσει τιμή, πού η ανθεκτικότητα γίνεται όρος χρηματοδότησης και πού το κόστος της κλιματικής κρίσης παύει να είναι θεωρητικό. Δεν αφορά μόνο το περιβάλλον. Αφορά την ικανότητα μιας επιχείρησης να λειτουργεί, να επενδύει και να πείθει ότι κατανοεί το ρίσκο της εποχής της ■