59 3|3|2026
ΕΙΔΙΚΗ ΕΚ ΔΟΣΗ ΤΗΣ «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ»
α ζητήματα της βίας των νέων και του σχολικού εκφοβισμού είναι θέματα που επανέρχονται διαρκώς και με αυξανόμενη ένταση. Την ίδια στιγμή που χρειάζονται άμεσα απαντήσεις και αντιμετώπιση, μοιάζει η δημόσια συζήτηση να αδυνατεί να ενσωματώσει βιώσιμες προτάσεις, με παιδαγωγικό προσανατολισμό. Σε μια εποχή που οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται και οι δημόσιες υποστηρικτικές δομές αποδυναμώνονται, το σχολείο καλείται να διαχειριστεί ολοένα πιο σύνθετα ζητήματα χωρίς την αναγκαία υποστήριξη. Στο σχολείο συμπυκνώνονται ή καθρεφτίζονται, συχνά με βίαιο και κατεπείγοντα τρόπο, οι ψυχοκοινωνικές δυσκολίες της εποχής μας: άγχος, μοναξιά, αίσθημα ματαίωσης, έλλειψη προοπτικής, συγκρούσεις, αλλά και συμπεριφορές υψηλού κινδύνου. Εκεί εκφράζονται, δεν γεννιούνται, αλλά εκεί ζητούν απαντήσεις. Εδώ και πολλά χρόνια βιώνουμε μια παρατεταμένη κρίση και, ως αποτέλεσμα αυτής, μια παρατεταμένη αποδυνάμωση των δημόσιων δομών παιδικής προστασίας και ψυχικής υγείας, με ιδιαίτερα οξυμένες συνέπειες για τα παιδιά και τους εφήβους. Υπηρεσίες υποστελεχωμένες, λίστες αναμονής που διαρκούν μήνες, έλλειψη πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης. Σε αυτό το τοπίο, με βάση το τελευταίο νομοσχέδιο για την ψυχική υγεία είχαμε τη συγκρότηση ενός ενιαίου οργανισμού, που συγχωνεύει τις δομές θεραπείας και πρόληψης των εξαρτήσεων. Ως αποτέλεσμα, διαλύονται και υποβαθμίζονται δομές με διαφορετική φιλοσοφία, ριζωμένες στις κοινότητες και με πολυετές έργο. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την περαιτέρω αποδυνάμωση της κοινοτικής και παιδαγωγικής διάστασης της πρόληψης. Η παραπάνω συγκυρία μάς ώθησε να αφιερώσουμε το παρόν τεύχος στο ζήτημα των εξαρτήσεων. Σήμερα φιλοξενούμε κείμενα που αναδεικνύουν τη σημασία της πρόληψης ως συλλογικής, κοινωνικής και παιδαγωγικής διαδικασίας. Η σύνδεση με την Πανελλήνια Ημέρα κατά του Σχολικού Εκφοβισμού, στις 6 Μαρτίου, δεν είναι τυχαία. Τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα που εμφανίζονται στον χώρο του σχολείου δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα. Αντίθετα, πρόκειται για διαφορετικές εκφράσεις κοινών αιτιών. Πέρα από τις ατομικές και οικογενειακές διαστάσεις που συνήθως κατακλύζουν τη συζήτηση, χρειάζεται να μιλήσουμε για τις κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Ετσι, θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε με ανάλογο τρόπο και τις παρεμβάσεις μας. Η κοινωνική ανασφάλεια, η αποδυνάμωση των συλλογικών δεσμών, η πίεση για επίδοση, η έλλειψη χώρων ουσιαστικής συμμετοχής και δημιουργικής έκφρασης αποτελούν κοινούς παράγοντες που διαπερνούν πολλά φαινόμενα, από τον εκφοβισμό μέχρι την εμπλοκή σε εξαρτητικές συμπεριφορές. Κι εδώ, είναι κρίσιμο να θυμόμαστε ότι η βία δεν έχει μόνο μία μορφή. Δεν είναι μόνο αυτή που στρέφεται προς τους άλλους και αναδει-
Τ
Συζητώντας για την πρόληψη στο σχολείο κνύεται, συχνότερα, στη δημόσια συζήτηση. Είναι και αυτή που στρέφεται προς τον εαυτό: αυτοτραυματισμοί, χρήση ουσιών, επικίνδυνες συμπεριφορές, σιωπηλή απόσυρση. Αναρωτιόμαστε: Μπορεί η απάντηση σε όλα αυτά να είναι η αυστηροποίηση, η ποινικοποίηση ή/και η μετατροπή του σχολείου σε χώρο επιτήρησης; Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι ο δημόσιος και συμπεριληπτικός χαρακτήρας του σχολείου. Χρειάζεται να στηριχθούν με ουσιαστικό τρόπο οι δομές ψυχικής υγείας και πρόληψης και να αναγνωριστεί ότι η φροντίδα των παιδιών είναι συλλογική ευθύνη. Προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η πλήρης στελέχωση του σχολείου, η υποστήριξή του και η ενίσχυση του ολιστικού παιδαγωγικού προσανατολισμού του. Η εμπειρία των φορέων πρόληψης, των εκπαιδευτικών κοινοτήτων και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας δείχνει ξεκάθαρα ότι οι πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις είναι
εκείνες που στοχεύουν συνολικά στην προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας, στην ενδυνάμωση των σχέσεων μέσα στη σχολική κοινότητα, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ζωής, στην καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και συμμετοχής μέσα στο σχολείο. Συνολικά, στην άμβλυνση των παραγόντων κινδύνου και την ενίσχυση των παραγόντων προστασίας. Με άλλα λόγια, η πρόληψη στο σχολείο αφορά όλα τα άτομα που εμπλεκόμαστε σε αυτό και συνιστά μια καθημερινή παιδαγωγική στάση που δίνει έμφαση στο πώς λειτουργεί η σχολική κοινότητα, στο πόσο χώρο δίνει στη φωνή των παιδιών, στο αν καλλιεργεί το αίσθημα του ανήκειν. Το παρόν αφιέρωμα αποτελεί μια μικρή συμβολή σε αυτή τη συζήτηση. Θέλουμε να ανοίξουμε έναν διάλογο που θα υπερβαίνει τη λογική του φόβου και της καταστολής και, αντίθετα, θα στρέφεται προς τη φροντίδα, την παιδαγωγική και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Η σκέψη μας, την ώρα που γράφουμε αυτές τις γραμμές, βρίσκεται στην ανάφλεξη που πυροδότησε στη Μέση Ανατολή η κοινή επίθεση Αμερικής και Ισραήλ στο Ιράν. Με πρόσχημα την υπεράσπιση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων των πολιτών του Ιράν από το θεοκρατικό καθεστώς, δύο βαθιά αντιδημοκρατικοί, αιματοβαμμένοι και αυταρχικοί ηγέτες, ο Τραμπ και ο Νετανιάχου, δεν διστάζουν να αιματοκυλήσουν αθώους πολίτες. Με συνέπειες απρόβλεπτες και ενδεχομένως ανυπολόγιστα τραγικές και με πρώτα θύματα, όπως πάντα, τα παιδιά. Το μυαλό μας λοιπόν τρέχει στα κορίτσια που σκοτώθηκαν στο σχολείο τους, την πρώτη μέρα των αμερικανικών βομβαρδισμών. Αγωνιούμε, όπως όλη η ανθρωπότητα, για τα χειρότερα που φαίνονται να έρχονται και απαιτούμε από τη δική μας κυβέρνηση να πάρει ξεκάθαρη θέση, να καταδικάσει την επέμβαση και να συμβάλει στη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή και στον κόσμο. Η Συντακτική Επιτροπή: Δαμιανός Βογανάτσης, Δήμητρα Γαβριηλίδου, Μπάμπης Μπαλτάς, Χάρης Παπαδόπουλος, Φρόσω ΠαπαδοπούλουΚορτζίδου, Γιάννης Παττακός, Αννα-Μαρία Σιδηροπούλου, Βίκυ Σπήτα Επικοινωνήστε μαζί μας και στείλτε μας τα κείμενά σας για δημοσίευση στο εξής μέιλ: periodikofreinet@gmail.com
2
Τρίτη 3 Μαρτίου 2026
| 32
Της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ*
α τελευταία χρόνια το ζήτημα της βίας των νέων και επακόλουθα της ενδοσχολικής βίας έχει γίνει το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, η οποία συχνά πλαισιώνεται από ανησυχητικούς τίτλους και πολιτικές δηλώσεις που απαιτούν όλο και αυστηρότερα πειθαρχικά μέτρα στα σχολεία. Η συζήτηση αυτή έχει, τις περισσότερες φορές, μιντιακό χαρακτήρα, με παρουσίαση περιστατικών που προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Λείπουν οι επιστημονικές προσεγγίσεις, τα ερευνητικά δεδομένα και ένας τεκμηριωμένος σχεδιασμός. Ο δημόσιος διάλογος πραγματοποιείται με όρους ηθικού πανικού και οι σχεδιαζόμενες πολιτικές γίνονται υπό αυτό το πρίσμα. Ωστόσο, αυτό που παραμένει αόρατο σε αυτές τις αφηγήσεις είναι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο προκύπτει η βία των νέων. Για να κατανοήσουμε τη σχολική βία, έχει σημασία να κοιτάξουμε πέρα από το σχολείο. Οι πράξεις επιθετικότητας ή παραβατικότητας των νέων δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ενταγμένες σε μια ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα που σημαδεύεται από τον αποκλεισμό, την ανισότητα, την απώλεια του συλλογικού νοήματος και την παραγνώριση των αναγκών των παιδιών και των εφήβων. Οι νέοι/ες αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή κρίση ελπίδας. Το μέλλον εμφανίζεται
Τ
|
Προβληματισμοί, προσεγγίσεις και σκέψεις για τη βία στην παιδική και νεαρή ηλικία περισσότερο ως απειλή παρά ως υπόσχεση. Σε τέτοιες συνθήκες, ο θυμός, η απογοήτευση και η βία μπορούν να μετατραπούν σε διαστρεβλωμένες μορφές έκφρασης, συμπτώματα όχι ατομικής αιτιολογίας, αλλά συλλογικής εγκατάλειψης. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να δούμε πέρα από τα μεμονωμένα «βίαια παιδιά», τις συνθήκες που γεννούν, διευκολύνουν και αναπαράγουν τη βία. Επιπρόσθετα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η βία δεν εκδηλώνεται πάντα ως έκρηξη προς τα έξω. Σε ένα περιβάλλον όπου η ενδοοικογενειακή βία αυξάνεται και η συστημική πίεση γίνεται αβάσταχτη, ένα μεγάλο μέρος αυτής της επιθετικότητας στρέφεται προς τα μέσα. Η βία απέναντι στον εαυτό, από τον αυτοτραυματισμό μέχρι τις εξαρτήσεις και την κατάθλιψη, αποτελεί την άλλη όψη της ίδιας κοινωνικής παθολογίας. Οταν οι νέοι άνθρωποι ζουν σε μια ατμόσφαιρα διάχυτης βίας που κανονικοποιείται καθημερινά, πολλοί καταλήγουν να θεωρούν τον ίδιο τους τον εαυτό ως το
μόνο πεδίο στο οποίο μπορούν να ασκήσουν έλεγχο, έστω και με καταστροφικό τρόπο. Την ίδια στιγμή, η διάβρωση του κοινωνικού κράτους έχει αφήσει τις οικογένειες και τα σχολεία χωρίς τα απαραίτητα κοινωνικά στηρίγματα για να διαχειριστούν τις πιέσεις αυτές. Δεν υπάρχουν δομές, υπηρεσίες, εγχειρήματα να υποστηρίξουν, να φροντίσουν, να προστατέψουν τα παιδιά που το χρειάζονται. Οπου υπάρχουν είναι υποστελεχωμένες και κατακερματισμένες. Αντίστοιχα, οι υποστηρικτικές δομές εντός της εκπαίδευσης, με βάση τις ανάγκες που υπάρχουν, δεν επαρκούν ούτε στο ελάχιστο. Ως απάντηση στα περιστατικά βίας των νέων, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στρέφονται συχνά σε προσεγγίσεις «μηδενικής ανοχής», δηλαδή πολιτικές που επιβάλλουν αυστηρές τιμωρίες για προκαθορισμένα αδικήματα, ανεξάρτητα από το πλαίσιο. Ενώ τέτοια μέτρα παρουσιάζονται ως απαραίτητα για την αποκατάσταση της τάξης και της
ασφάλειας, μακροπρόθεσμα δεν είναι μόνο αναποτελεσματικά, αλλά και βαθιά επιζήμια. Αυτό το γνωρίζουμε και από τη διεθνή εμπειρία, αλλά και από μακρόχρονη έρευνα, σε χώρες που έχουν εφαρμόσει προσεγγίσεις αυτού του είδους. Αναλυτικότερα, η λογική της μηδενικής ανοχής είναι ριζωμένη σε μια τιμωρητική λογική που ιεραρχεί τον έλεγχο πάνω από την κατανόηση. Ανάγει σύνθετες συμπεριφορές σε απλή παραβίαση κανόνων και αγνοεί τις συναισθηματικές, σχεσιακές και κοινωνικές συνθήκες που τις γεννούν. Επιπλέον, τέτοιες πολιτικές στοχεύουν δυσανάλογα περιθωριοποιημένους μαθητές/τριες: εκείνους/ες που προέρχονται από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, από οικογένειες μεταναστών ή από φυλετικές ομάδες που υφίστανται διακρίσεις, εδραιώνοντας τις υπάρχουσες ανισότητες. Τέλος, η λογική της μηδενικής ανοχής αντικαθιστά τον παιδαγωγικό προσανατολισμό του σχολείου με
| Τρίτη 3 Μαρτίου 2026
έναν διοικητικό. Αντί να μετασχηματίζει το περιβάλλον που το παρήγαγε, εξωτερικεύει την ευθύνη απομακρύνοντας το πρόβλημα. Αυτή η προσέγγιση δεν προλαμβάνει τη βία. Απλώς την κρύβει, την καθυστερεί ή την απωθεί κάπου αλλού. Αν οι πολιτικές της μηδενικής ανοχής έχουν αποτύχει να απαντήσουν στο πρόβλημα, τα παιδαγωγικά οράματα του Célestin Freinet, του Janusz Korczak και οι αρχές της κοινοτικής ψυχολογίας μάς προσκαλούν να φανταστούμε λύσεις διαφορετικές. Ο Célestin Freinet πίστευε ότι τα σχολεία πρέπει να μοιάζουν με τη ζωή. Η παιδαγωγική του έδινε έμφαση στη συνεργασία, την ουσιαστική έκφραση και την ενεργό συμμετοχή. Σε μια τάξη Freinet, τα παιδιά εκδίδουν εφημερίδες, διαχειρίζονται την κοινή τους ζωή μέσα από συμβούλια τάξης και συνδέουν τη μάθηση με τον κόσμο γύρω τους. Ο Freinet δεν αγνοούσε τη σύγκρουση. Εδινε στα παιδιά τα εργαλεία να εκφράσουν τη διαφωνία τους, να συζητήσουν τους κανόνες και να μοιραστούν την ευθύνη. Σε αυτή την οπτική, η βία δεν είναι σημάδι αποτυχημένης πειθαρχίας, αλλά ανεκπλήρωτων αναγκών και φωνών που δεν ακούγονται. Η απάντηση δεν είναι περισσότερος έλεγχος, αλλά περισσότερη δημοκρατία, περισσότερος χώρος για έκφραση, διάλογο και κοινές αποφάσεις. Ο Janusz Korczak διατύπωσε και εφάρμοσε μία από τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες της εποχής του: ότι τα παιδιά είναι πλήρη πρόσωπα. Οχι μελλοντικοί ενήλικες ή παθητικοί δέκτες γνώσης, αλλά ανθρώπινα όντα με δικαιώματα, απόψεις και αξιοπρέπεια στο παρόν. Στο ορφανοτροφείο που διηύθυνε, ο Korczak δημιούργησε δικαστήρια παιδιών, όχι για να τιμωρούν, αλλά για να διαβουλεύονται· όχι για να διαπομπεύουν, αλλά για να αναστοχάζονται. Πίστευε ότι ακόμα και το πιο «προβληματικό» παιδί άξιζε να ακουστεί και να συμμετέχει στις αποφάσεις για τη ζωή του. Αυτή η ηθική της φροντίδας και της συνυπευθυνότητας είναι επιτακτικά αναγκαία σήμερα: μια ηθική που βλέπει το βίαιο παιδί όχι ως εχθρό του σχολείου, αλλά ως ένα παιδί που ανήκει σε αυτό και χρειάζεται να το υποστηρίξει. Η κοινοτική ψυχολογία προσφέρει ένα ευρύτερο πλαίσιο που συνδέει αυτά τα παιδαγωγικά οράματα με τη δράση. Μετακινείται από την ατομική ενοχοποίηση στη συλλογική ευθύνη. Αντί να παθολογικοποιεί τα παιδιά, αναρωτιέται: Ποιες δυνάμεις, δίκτυα και ικανότητες υπάρχουν ήδη στην κοινότητα; Πώς μπορούν τα σχολεία να γίνουν χώροι σχέσεων, φροντίδας και ανήκειν, όπου μαθητές/τριες, εκπαιδευτικοί, οικογένειες και τοπικοί φορείς συνδιαμορφώνουν ένα ασφαλές και γεμάτο νόημα περιβάλλον; Σε αυτή την προσέγγιση, η πρόληψη είναι ενδυνάμωση, είναι σχέση, είναι κοινότητα. Είναι, εν συντομία, η δημιουργία συνθηκών που καθιστούν τη βία λιγότερο αναγκαία, λιγότερο πιθανή και λιγότερο επιθυμητή. Με βάση τα παραπάνω χρειάζεται να αναζητήσουμε άλλες ελπιδοφόρες απαντήσεις στα προβλήματα στον χώρο του σχολείου, μεταξύ αυτών και στη βία,. Απαντήσεις παιδαγωγικές, οι οποίες περιλαμβάνουν το όραμα για ένα διαφορετικό σχολείο όπου αμβλύνονται οι αιτίες των προβλημάτων και όπου τα παιδιά και οι έφηβοι υποστηρίζονται ολιστικά με βάση τις ανάγκες τους. *Σχολική ψυχολόγος, μέλος της Παιδαγωγικής Ομάδας «Το Σκασιαρχείο»
33 |
Της ΝΑΤΑΛΙΑΣ ΤΖΟΒΑΡΑ*
Η
εξάρτηση –κυρίως από παράνομες ουσίες– συχνά παρουσιάζεται στον δημόσιο λόγο ως ζήτημα ατομικής στάσης και επιλογών. Αντίστοιχα, και η πρόληψη νοείται συχνά ως εκπαίδευση των παιδιών και των νέων στο τι να προσέχουν, ποιες δεξιότητες να αποκτήσουν και πώς να αποφεύγουν τους κινδύνους. Μια σύγχρονη, ουσιαστική προσέγγιση της πρόληψης, ωστόσο, οφείλει να μετατοπίζει το βλέμμα από το άτομο στο κοινωνικό πλαίσιο. Να αναγνωρίζει ότι οι εξαρτήσεις δεν αναπτύσσονται στο κενό, αλλά μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες, εκεί όπου συνυπάρχουν οι παράγοντες κινδύνου και οι προστατευτικοί παράγοντες. Σε περιόδους έντονης κοινωνικής ανασφάλειας, όπως αυτές που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες, οι πιέσεις συσσωρεύονται. Η ακρίβεια, η εργασιακή επισφάλεια, οι ανισότητες και οι διακρίσεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου το άγχος, η ματαίωση και η απώλεια νοήματος γίνονται καθημερινή εμπειρία. Οταν οι βασικές ανάγκες δεν καλύπτονται, όταν οι ενήλικες δεν έχουν τον χρόνο ή την ψυχική διαθεσιμότητα να φροντίσουν και να προστατεύσουν, όταν τα παιδιά και οι νέοι βιώνουν αδικία και έλλειψη προοπτικής, τότε ενισχύονται οι παράγοντες κινδύνου για εξαρτητικές συμπεριφορές. Η πρόληψη, όμως, δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών – συχνά αυτό δεν είναι καν εφικτό. Οπως εύστοχα έχει πει ο Desmond Tutu, «έρχεται κάποτε η στιγμή που πρέπει να σταματήσουμε απλώς να βγάζουμε ανθρώπους από το ποτάμι, αλλά να πάμε αντίθετα στο ρεύμα για να δούμε γιατί πέφτουν μέσα». Χρειαζόμαστε ασφαλώς ανθρώπους να σώζουν όσους κινδυνεύουν, αλλά χρειαζόμαστε, εξίσου, να κοιτάξουμε τα συστήματα που δεν λειτουργούν, τις γέφυρες που λείπουν ή έχουν καταρρεύσει. Σε αυτή τη λογική, η κοινοτική πρόληψη επενδύει στη σχέση, στη συμμετοχή και στο αίσθημα του ανήκειν. Ενισχύει σχολεία, γειτονιές και ομάδες, ώστε να λειτουργούν ως πλαίσια ασφάλειας και νοήματος. Δεν επιδιώκει να «διορθώσει» συμπεριφορές, αλλά να καλλιεργήσει δεσμούς, κριτική σκέψη και συλλογική ευθύνη. Οι προστατευτικοί παράγοντες –η εμπιστοσύνη, η κοινωνική υποστήριξη, η δυνατότητα έκφρασης και η ενεργός συμμετοχή– δεν είναι ατομικά χαρίσματα, αλλά προϊόν κοινωνικής οργάνωσης. Κι εδώ αναδεικνύεται μια βασική αντίφαση. Παρότι η αξία της πρόληψης αναγνωρίζεται σε επίπεδο λόγου, στην πράξη συχνά υπονομεύεται. Τα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων & Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας, όπως και πολλές δομές ψυχικής υγείας, λειτουργούν με επισφαλείς συνθήκες, χωρίς μόνιμο προσωπικό και χωρίς εγγύηση συνέχειας. Ομως η πρόληψη δεν είναι παρέμβαση γρήγορου αποτελέσματος. Δεν χωρά σε έργα με αρχή και τέλος ούτε σε σύντομους κύκλους αξιολόγησης. Απαιτεί χρόνο, σταθερότητα, παρουσία και σχέσεις εμπιστοσύνης. Απαιτεί ανθρώπους που μπορούν και θέλουν να μείνουν. Η ασυνέχεια αυτή επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τα παιδιά και τους νέους. Οταν η κοινωνία επενδύει ελάχιστα στη φροντίδα και την πρόληψη, το βάρος μετατοπίζεται εύκολα στο άτομο και κυριαρχεί ένας απαξιωτικός δημόσιος λόγος, ιδιαίτερα για τους εφήβους και συχνά για τις οικογένειές τους. Οι αφηγήσεις παραβατικότητας και εγκληματικότητας αναπαράγονται σε λούπα στα μέσα ενημέρωσης και
3
Πρόληψη των εξαρτήσεων: κοινότητα, παιδαγωγική και κοινωνικές συνθήκες τα κοινωνικά δίκτυα. Από παιδαγωγική σκοπιά, όμως, η πρόληψη δεν αφορά τον έλεγχο ή τη συμμόρφωση, αλλά τη δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες τα παιδιά μεγαλώνουν με ασφάλεια, νόημα και φωνή. Παιδαγωγικά, δεν αρκεί να μαθαίνουμε στα παιδιά πώς να αντιστέκονται στους κινδύνους. Χρειάζεται να τα στηρίζουμε ώστε να κατανοούν και να ερμηνεύουν τον κόσμο γύρω τους, να αναπτύσσουν κριτική σκέψη, αίσθημα δικαιοσύνης και ικανότητα φροντίδας για τους άλλους. Η πρόληψη δεν βρίσκεται μόνο στο τι διδάσκεις, αλλά στο πώς ενδυναμώνεις τους νέους να δημιουργούν νόημα και να αντιστέκονται στις κοινωνικές πιέσεις μέσα από σχέσεις και κοινότητες που τους στηρίζουν. Η εκπαίδευση, σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος ελπίδας. Οχι επειδή «θωρακίζει» τα παιδιά απέναντι στους κινδύ-
νους, αλλά επειδή τα βοηθά να κατανοούν την πραγματικότητα, να τοποθετούνται κριτικά μέσα σε αυτήν και να καλλιεργούν σχέσεις φροντίδας και αλληλεγγύης. Αυτές οι διαδικασίες αποτελούν ισχυρούς προστατευτικούς παράγοντες απέναντι στις εξαρτήσεις. Αν θέλουμε να πιστεύουμε πραγματικά στην πρόληψη –και τη θεραπεία– των εξαρτήσεων, χρειάζεται να επενδύσουμε σε σταθερές δομές, σε συλλογικές παιδαγωγικές πρακτικές και σε κοινωνικές συνθήκες που ενισχύουν την ανθεκτικότητα όχι ως ατομικό κατόρθωμα, αλλά ως κοινό αγαθό. Γιατί η πρόληψη δεν είναι απλώς μια πολιτική υγείας· είναι επιλογή για το πώς θέλουμε να συνυπάρχουμε και να μεγαλώνουμε μαζί. *Ψυχολόγος που εργάζεται στο πεδίο της πρόληψης των εξαρτήσεων
4
Τρίτη 3 Μαρτίου 2026
| 34
Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΗΦΕ*
ια το Εθνικό Συμβούλιο Κατά των Ναρκωτικών (ΕΣΥΝ) η πάλη ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά, αλλά κυρίως στον τρόπο ζωής που αυτή συνοδεύει, δηλαδή την απόσυρση, την ατομική λύση, τη φυγή από τα κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα, είναι ιεραρχικό ζήτημα. Είναι ζήτημα που σχετίζεται άμεσα με τη διαμόρφωση συνείδησης, κυρίως στη νέα γενιά και, κατ’ επέκταση, με τη διαμόρφωση κοινωνικής δράσης. Η μήτρα του ζητήματος της πιθανής χρήσης ουσιών βρίσκεται στο ερώτημα: Σε ποια κοινωνία, μέσα σε ποιες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες βρίσκει έδαφος να αναπτυχθεί ένα κοινωνικό φαινόμενο, όπως η χρήση ουσιών στις μαθητικές ηλικίες – σε ποια κοινωνική και οικονομική στιγμή το μελετάμε; Σήμερα οι ισχύουσες πολιτικές σε συνδυασμό με το πώς ερμηνεύεται το κοινωνικό φαινόμενο των ναρκωτικών υποβαθμίζουν την πρόληψη. Αν ορίσουμε ως αποτελεσματικότητα της πρόληψης τη μείωση της χρήσης ουσιών, την αποφυγή επαφής με τα ναρκωτικά ή τη μείωση θετικής στάσης για τις ουσίες, ας αναρωτηθούμε αν το πετυχαίνουμε σε μια περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα που τα ναρκωτικά διαφημίζονται ως «φάρμακο διά πάσαν νόσον» και ως μέσω προσέλκυσης επενδύσεων. Η ανάγκη για κέρδος είναι αυτή που μεθοδευμένα ενισχύει στην κοινωνική συνείδηση την αθώωση των ναρκωτικών και, παράλληλα, υποδαυλίζει την πρόληψη, κυρίως στις μαθητικές ηλικίες. Πρόληψη δεν είναι απλώς η ενημέρωση, αλλά η προβολή, η ενίσχυση ενός τρόπου ζωής που θα ολοκληρώνει τον άνθρωπο ως προσωπικότητα. Πρόληψη σημαίνει συλλογική δράση, αθλητισμός και πολιτιστική δημιουργία, σημαίνει ολοκληρωμένη μόρφωση και σταθερή εργασία, σημαίνει αλληλεγγύη, ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, ενίσχυση της ικανότητας στη λήψη αποφάσεων χωρίς ατομισμό, ενίσχυση της άρνησης σε στάσεις ζωής που θέτουν σε κίνδυνο το ίδιο το άτομο αλλά και το κοινωνικό σύνολο. Η πρόληψη πρέπει να έχει στο επίκεντρο τις αιτίες που σε οδηγούν στη χρήση και πάνω εκεί να χτίζει τους περιοριστικούς παράγοντες προς τη χρήση και την εξάρτηση. Το σχολείο, εξ αντικειμένου, είναι φορέας πρόληψης: έχει κανόνες, υποχρεώσεις και δικαιώματα, δομημένο πρόγραμμα. Θέτει όρια, είναι φορέας κοινωνικοποίησης, διαπαιδαγωγεί και διαπλάθει προσωπικότητες. Το σχολείο μπορεί να ενισχύσει: ● την έγκαιρη και έγκυρη πληροφόρηση για τις αρχές της πρόληψης ● την προώθηση προσωπικής και κοινωνικής εκπαίδευσης για την ανάπτυξη συναισθηματικών, γνωστικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων και την αύξηση της αντίστασης απέναντι στις εξαρτήσεις ● την προώθηση και υιοθέτηση υγιών στάσεων ζωής ● την ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων ως προς τη χρήση ουσιών και τη μείωση παραγόντων κινδύνου. Η πρόληψη θα πρέπει να στοχεύει στη σύνδεση των επιμέρους ικανοτήτων των νέων ανθρώπων σε μια ενιαία και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, κάτι που οφείλει να κάνει και το σχολείο. Υπό αυτό το πρίσμα εξετάζουμε και τον ρόλο του σχολείου στην πρόληψη των εξαρτήσεων και της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών.
Γ
|
Ο ρόλος του σχολείου στην πρόληψη της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών
Το σχολείο, μέσα από το περιεχόμενο και τη λειτουργία του, πρέπει να δημιουργεί συνθήκες που θα κάνουν πιο ενδιαφέρουσα και ευχάριστη την παιδική και εφηβική ζωή. Να φροντίζει ώστε οι μαθητές να απολαμβάνουν με τρόπο δημιουργικό τις χαρές που προσφέρει η ηλικία τους, μέσα από τη σχολική ζωή αλλά και με την οργάνωση του ελεύθερου χρόνου τους. Απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο το σχολείο είναι το κατάλληλα προετοιμασμένο διδακτικό προσωπικό μέσα από προγράμματα τακτικής επιμόρφωσης. Σε αυτά θα πρέπει, εκτός των άλλων, να δίνεται έμφαση στην αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών και της παραβατικής συμπεριφοράς, καθώς και στην οργάνωση της πρόληψης κατά των εξαρτήσεων, στην αντιμετώπιση παιδιών που είναι ιδιαίτερα ευάλωτα ή που βρίσκονται στο στάδιο του πειραματισμού με τις ουσίες. Είναι αναγκαίο να διοριστούν στα σχολεία κοινωνικοί επιστήμονες επιφορτισμένοι με τη στήριξη των μαθητών. Να λειτουργεί στο σχολείο ειδική διεπιστημονική ομάδα, που με ευθύνη του κατάλληλα εκπαιδευμένου καθηγητή, θα παρεμβαίνει για την υποστήριξη των παιδιών που παρουσιάζουν δυσκολίες, αλλά και θα βοηθά συμβουλευτικά το έργο του διδακτικού προσωπικού και των γονιών. Να στηριχθεί το μάθημα της φυσικής αγωγής στα σχολεία. Να προωθούνται μέσω της άθλησης οι αξίες της συλλογικότητας, της ευγενούς άμιλλας και της αγωνιστικής στάσης ζωής. Χρειάζεται να ενισχυθεί η ερασιτεχνική πολιτιστική δημιουργία (θεατρικά, πολιτιστικά, περιβαλλοντικά προγράμματα, μουσικά σχήματα) στο σχολικό περιβάλλον, αφού έχει φανεί ότι αναδεικνύει την προσωπικότητα του μαθητή και διαμορφώνει κοινούς στόχους με τους συμμαθητές του.
Το σχολείο, μέσα από το περιεχόμενο και τη λειτουργία του, πρέπει να δημιουργεί συνθήκες που θα κάνουν πιο ενδιαφέρουσα και ευχάριστη την παιδική και εφηβική ζωή. Να φροντίζει ώστε οι μαθητές να απολαμβάνουν με τρόπο δημιουργικό τις χαρές που προσφέρει η ηλικία τους Η πρόληψη στο σχολείο πρέπει να είναι διαρκής, να ξεκινά από την προσχολική αγωγή, να έχει συνέχεια που σχετίζεται με την ίδια την αναπτυξιακή διαδικασία των μαθητών, να έχει αποδέκτες όλη τη σχολική κοινότητα, δηλαδή εκπαιδευτικούς και γονείς, όχι μόνο τους μαθητές. Για παράδειγμα, ο ρόλος του δασκάλου στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευσης είναι καταλυτικός, γιατί αντικειμενικά λειτουργεί ως πρότυπο για τον μικρό μαθητή, είναι μια «αυθεντία» στα μάτια του, άρα το μήνυμα του δασκάλου μπορεί, πολλές φορές, να διαμορφώνει στάση ζωής. Το σημειώνουμε αυτό το στοιχείο, γιατί είναι σημαντική η μετάβαση από το Δημοτικό προς το Γυμνάσιο, από την παιδικότητα στην προεφηβεία, άρα και τα εφόδια αλλά και οι κοινωνικές δεξιότητες με τις οποίες γίνεται αυτή η μετάβαση για έναν μαθητή. Από την άλλη, φαίνεται ότι ο πειραματισμός με τα ναρκωτικά στη χώρα μας ξεκινά κυρίως στο Γυμνάσιο, άρα είναι σημαντικό η πρόληψη να έχει στο επίκεντρο τη μετάβαση από την Πρωτοβάθμια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Επίσης, οι εκπαιδευτικοί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στον χειρισμό και στην κινητοποίηση μαθητών και των οικογενειών τους όταν ένας έφηβος αρχίζει και πειραματίζεται με τις ουσίες, ώστε να μην ενισχυθεί η σχέση αυτή. Είναι σημαντικές, επομένως, η εκπαίδευση και η στήριξη των εκπαιδευτικών για να μπορούν να επιτελέσουν αυτό το έργο ως παιδαγωγοί. Είναι πρωτεύον τα προγράμματα και η διδασκαλία να ενισχύουν την ομαδικότητα, την αλληλεγγύη, τη συνύπαρξη μεταξύ των μαθητών, ειδικά στην εφηβεία. Οσο σημαντικός είναι ο ρόλος των ομότιμων, ως επιρροή για αρνητικές συμπεριφορές, όπως και η επαφή με τις ουσίες, εξίσου σημαντικός είναι και ο ρόλος των ομότιμων (της παρέας, των φίλων, των συμμαθητών) για να στηρίξουν έναν μαθητή όταν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Εξάλλου, οι περισσότερες έρευνες συγκλίνουν ότι όταν ένας έφηβος αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ή μια σοβαρή δυσκολία συνήθως πρώτα το εκμυστηρεύεται στους φίλους του και αυτοί είναι το πρώτο δίχτυ ασφαλείας για τα προβλήματά του, και μετά η οικογένεια. Η νέα γενιά, οι μαθητές αξίζουν μια καλύτερη ζωή, που θα εκπληρώνει τις ανάγκες τους, θα τους βοηθά να ολοκληρώνονται ως προσωπικότητες και ως ενεργά μέλη της κοινωνικής ζωής. Αξίζουν και δικαιούνται ένα καλύτερο και δημιουργικό σχολείο που θα απαντά ουσιαστικά στις αγωνίες και τους προβληματισμούς τους. Οφείλουμε, λοιπόν, να αγωνιστούμε μαζί τους για το σχολείο και τη ζωή που δικαιούνται, αλλά και για μια κοινωνία ελεύθερη από ναρκωτικά και όχι μια κοινωνία όπου τα ναρκωτικά είναι ελεύθερα. *Κοινωνιολόγος-σύμβουλος εξαρτήσεων, μέλος της Ε.Ε. του Εθνικού Συμβουλίου Κατά των Ναρκωτικών