Skip to main content

Τεύχος 18

Page 1

Μ Η Ν ΙΑ ΙΑ Ε Π ΙΘ ΕΩ ΡΗ ΣΗ ΤΟ Υ Β ΙΒΛΙΟΥ

*:

• • • • • • • •

λ

-ί ί

)

sc ,

ζαναδιαβαζοντας τον Ομηρο Συνέντευξη τού Νίκου Σβορώνρι Στίς πηγές τής ρωσικής λβγοτΙρ Ή Κύπροή άνήκει στήν Τουρκία: ΕΡΤ, ΥΕΝ^ΕΑ καί βιβλίο - , ig |f§ Οί περιτΐέγει^ς τού <<,Ε μ η ρ / ^ · | Τό σύγχρονο ιταλικό βιβ>$|ό Τά best-seller τού μήνα ^ ; 'Όλες ρί νέες έκδόσεις%^ Μ Ή «Πινακοθήκη συγγραφέων IjfroCi Μί,νο,υ Άργοράκη


ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ ΤΑΞΙΔΙΑ

ΕΛΛΑΔΑ

Άθανασιάδη: 'Ο Νταστογιέφσκη Μαρίας ’ Ιορδανίδου: Σάν τά τρελά πουλιά Δημήτρη Κολλάτου: Οί Ε λ ιέ ς ι Ούράνη: Ταξίδια, Ε λλά δα Πάρνη: Ο Διορθωτής Σπάρου Πλασκοβίτη: ' Η θύελλα καί τό φανάρι αλάτειας Σαράντη: Τό παλιό μας σπίτι Κώστα Χατζηαργύρη: Ο θρύλος τού Κωσταντή Χάρη: Ή μ ερ ε ς οργής

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» I. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. Σόλωνος 60 - ’Αθήνα 135 -Τηλ. 3615077 1885


Γραφεία: 'Ομήρου 34, Άϋήνα (135), τηλ. 360-3011. Διεύθυνση: Περ. Άϋανααόπαυλός. Σύνταξη: Γιώργος Γαλάντης, Νίκος ΛαμπρόπουΙος, Παύλος Πέζαρος, Βασίλης Τσάμης, Ντορίνα Τσοτσοροϋ. Γραμματεία: Γιώργος Σαρηγιάννης. Διαχείριση: Ηρακλής Παπαλέξης. Διορθώσεις: Πέτρος Στεφανάκης. Σελιδο­ ποίηση: Φούλη Καρύδα. Στοιχειοθεσία: ΦωτρόνΑ.Ε., Λεωφ. Συγγροΰ 194, τηλ. 951-5078. ’Εκτύπωση: Βαλασάκης-Άγγελής Ο.Ε., Ταύρον 21, τηλ. 346-6927. Διαχωρισμός διαφανειών: Α. Μαντέλος & Σία, Τρικάλων 24, τηλ. 7650-841. Βιβλιοδεσία: Χρονόπουλος-Παλούμπη & Σία, Σουρή 17, τηλ. 5721-685. Διανο­ μή: Νέον Πρακτορείον Τύπον. Συνδρομές: Δρχ. 720 (έσωτ.), δολ. 40 (έξωτ.). Σννδομές νομικών προσώπων: Δρχ. 1500. ’Εμβάσματα συνδρομών (ταχυδρομι­ κές έπιταγές): Ηρακλή Παπαλέξη, περιοδικό «Διαδάζω», 'Ομήρου 34, Άϋήνα (135).

U ftU n

Τεϋχος 18 Μάρτιος 1979

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

3

ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Τιμή: Δρχ. 60

-------------------------------------------------------------- --------------------Γράφουν οί Δ . Σέμπος, Δ . Τριανταφυλλόπουλος, Ν. Πλάτης καί Κ. Χατζηαργύρης

4

ΧΡΟΝΙΚΑ ΕΚΔΟΤΙΚΑ: Οί προσεχείς έκδόσεις — Ή Αγορά τοΰ βιβλίου

7

ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Μιά ζωή Αφιερωμένη στήν έλληνική παιδεία — Ό Πειραιάς τιμά τό Λάμπρο Πορφύρα — Σατιρικά βέλη τοΰ παρελθόντος — Έλληνας συγγραφέας στό Πανεπιστήμιο τοΰ Χάρβαρντ — ’Ινστιτούτο Πειραϊκών Μελετών

9

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ: Ή Κύπρος είναι τουρκική έπαρχία; — ΕΡΤ, ΥΕΝΕΔ καί βιβλίο — Τί λένε οί Αριθμοί — Επέτειοι 1979 — ’Ανακοινώσεις

13

ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ: ’Ανταπόκριση άπό τή Ρώμη τοΰ Α γγέλου Βαμβακινοΰ — Τό βιβλίο στόν κόσμο

16

Κεντρική διάθεση:

ΤΑ ΠΑΛΙΑ: 'Ο Μάνος Χαριτάτος γράφει γιά τίς περιπέτειες μιάς σατιρικής έφημερίδας της Κωνσταντινούπολης

20

Άϋήνα: «Δαβάζω» 'Ομήρου 34 Τηλ. 360-3011

ΧΙΟΥΜΟΡ: Σκίτσο τοΰ Μίνου Άργυράκη

56

’Εξώφυλλο καί βινιέτες: Γιώργου Γαλάντη

Θεσσαλονίκη: Βιβλιοπωλείο Μ. Κοτζιά & Σία Τσιμισκή 78 Τηλ. 279-720, 268-940 Πειραιάς: Βιβλιοπωλείο Άλέξη Μυλωνά Άφεντούλη 4 Τηλ. 4511-673

ΑΡΘΡΑ Μάχη Ά ποστολοπούλου-Παΐζη: Γιά μιά, άκόμη, άνάγνωση τοΰ 'Ομήρου

22

Τάσος Βουρνάς: Στίς πηγές της ρωσικής λογοτεχνίας

34

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ «Ή ιστορία μας έχει Αντιστασιακό χαρακτήρα...»: Συνέντευξη τοΰ Νίκου Σβορώνου

40


Όμηρος: Ίλιάδα (άποσπάσματα)

28

Όμηρος: Ό δύσσεια (άποσπάσματα)

31

ΕΠΙΛΟΓΗ ΔΙΚΑΙΟ: Γράφει ό Γιώργος Βέλτσος

57

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ: Γράφει δ Γεώργιος Χριστοδούλου

58

ΠΟΙΗΣΗ: Γράφει ό Έκτωρ Κακναβάτος

61

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: Γράφει ή Φούλα Χατζιδάκη

64

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ: Γράφει ό Νικόλας Βουλέλης

65

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Γράφει ό Νίκος Άλιβιζάτος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

67 70

ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

76

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

81


προλεγόμενα Στις άρχές τού 1979, μία έπίσημη άνακοίνωση μάς έκανε νά άντιδράσουμε ποικιλότροπα. ΤΗταν ή έκκληση τού ύπουργοϋ Πολιτισμού καί Επιστημών σέ ζωντανούς καί... νεκρούς δανει­ στές βιβλίων τής Ε θνικής Βιβλιοθήκης, γιά τήν άμεση έπιστροφή τών «δανεικών». Πρώτη άντίδραση τού άνυποψίαστου κοινωνικού συνόλου: Μά, ή ’ Εθνική Βιβλιοθήκη είναι δανειστική; Καί πώς μπορεί ή μεγαλύ­ τερη κρατική βιβλιοθήκη τού τόπου μας νά μή διαθέτει ένα άποτελεσματικό σύστημα έλέγχου καί έπαφής μέ τό βιβλιόφιλο κοινό, ένα minimuoi μηχανισμό αύτοπροστασίας; Οί άπαντήσεις ήρθαν έμμεσα άπό τόν τύπο. ’Εκτενή δημοσιεύ­ ματα καταγράψανε ένα μέρος άπό τά βιβλία πού διάφορες «προσωπικότητες» είχαν οϊκειοποιηθεϊ, ένώ παράλληλα περιγράψανε τόν κανονισμό τής Βιβλιοθήκης, σχετικά μέ τό θέμα τού δανεισμού: Ή ’ Εθνική Βιβλιοθήκη δέν ύπήρξεποτέ δανειστική γιά τό έλληνικό κοινό — βιβλιόφιλους, σπουδαστές, έρευνητές! Μοναδική έξαίρεση, μιά κατηγορία άναγνωστών: άτομα μέ «κοινω­ νικό κύρος», πού σημαίνει, δπως μάς διευκρίνισαν, πανεπιστημια­ κοί καθηγητές, συγγραφείς, εκδότες. ’Εγγύηση γι’ αύτούς, τό δνομά τους, ό «κοινωνικός τους ρόλος» ή ή προσφορά άντιτύπων τών βιβλίων τους στή Βιβλιοθήκη... "Ολα αύτά προκαλούν τήν όργή ατούς «ήδη έρεθισμένους»· δηλαδή σ’ όλους δσους πέρασαν κάποτε τίς πύλες τού μεγαλό­ πρεπου κτιρίου, έκλιπαρώντας γιά κάποιο βιβλίο, άγανακτώντας μέ τό περιορισμένο ώράριο λειτουργίας τής Βιβλιοθήκης, δυσα­ νασχετώντας μέ τό παγερό (στήν κυριολεξία) περιβάλλον, πού σέ καταδικάζει νά κάθεσαι σύμφωνα μέ τό «κοινωνικό σου κύρος» (τραπέζια γιά καθηγητές,.γιά κληρικούς, γιά φοιτητές, κλπ.). Κοινοί τόποι είναι, άλλά θά τά έπαναλάβουμε. Στή χώρα μας, ή κριτική σκέψη δέν άναπτύσσεται πουθενά. Ή πληροφόρησή μας είναι περιορισμένη. Ή έρευνα άποτελεϊ σπάνιο φαινόμενο στά έκπαιδευτικά ιδρύματα, γιά νά μήν άναφερθοϋμε στόν προγραμ­ ματισμό καί τή συλλογή στοιχείων στή διοίκηση. Καί σά νά μήν έφταναν όλα αύτά, χάνονται καί τά βιβλία, πού έχουμε, σ π ά ν ια , τήν εύκαιρία νά μελετήσουμε στις έ λ ά χ ισ τ ε ς ώρες πού είναι στή διάθεσή μας ή ’ Εθνική Βιβλιοθήκη! ’Αλλά κριτήριο γιά τό πόσες βιβλιοθήκες ιδρύουμε, πού τίς ιδρύουμε, πώς τίς έπανδρώνουμε, πώς τίς όργανώνουμε καί, τό σπουδαιότερο, π ώ ς λ ε ιτ ο υ ρ γ ο ύ ν , δέν μπορεί νά είναι κανένα άλλο άπό τούς συγκεκριμένους σκοπούς τού κράτους στόν τομέα τής παιδείας ειδικά καί στό πρόβλημα τής κοινωνικής, πολιτικής καί πολιτιστικής άνάπτυξης τού λαού γενικότερα. ’ Επιτέλους, πρέπει κάποτε νά ζήσουμε σάν πολίτες ένός άστικοϋ κράτους τού 20οϋ αιώνα. Κι άν, μέσα σ’ δλα τά άλλα, ό τομέας τής πληροφόρησης, καί τής παιδείας γενικότερα, δέν οργανωθεί σέ κοινωνικότερη καί ορθολογικότερη βάση, τότε όποιαδήποτε κοινωνικοπολιτική έξέλιξη θά φέρνει πάντοτε τή σφραγίδα τής παραμόρφωσης μέσα άπό ισοπεδωμένους δυτικόμορφους θεσμούς, πού ποτέ δέν θά μπορούν νά λειτουργήσουν σάν δυναμικοί φορείς. 3


διάλογοι


Πλατής. 5. “Οτι σέ μεσαιωνικές μικρογραφίες, έργα δηλαδή τής Εκκλησίας ή του Ίεροΰ Παλατιού, συναντιόνται καί «πικάντικα άνέκδοτα άπό τρελό καλόγερους» (sic) είναι, δσο τουλάχιστο ξέρω, νέος σχετικά μύθος. ”Αν τήν τέχνη τού 12ου αιώνα, πού τή διαπνέει σέ ’Ανατο­ λή καί Δύση ένα νέο ρεύμα έντονης συγκινησιακότητας, τήν έξηγοϋμε μέ παρόμοιους όρους, τότε πολύ φοβάμαι ότι περνάμε στήν περιοχή μιάς ίσοπεδωτικής έκλαΐκευσης, όπου «τά πάντα έξεστιν». ’Αλλά τότε ό συγγραφέας όφείλει νά προειδοποιεί γιά τις προθέ­ σεις του. Καί σέ μιά μελέτη πού επιθυμεί νά διαφωτί­ σει, νομίζω δτι δέν έχει θέση τό «χιούμορ» γιά τή συσχέτιση Saint-Denis καί παρισινού μετρά — άκριβώς δπως θά ένοχλοϋσε συνδυασμός τού όνόματος τού άγιου Διονυσίου τού ’Αρεοπαγίτη μέ εύτελείς κολωνακιωτισμούς! Omnia non licet! 6. Ό Μεγαλέξαντρος τής Φυλλάδας τού 1529 δέν είναι καθόλου προφανές δτι «καθαρίζει» «τότρίπτυχο τής έπιτυχίας παπά, κοτζάμπαση, Τούρκου», δπως διατείνεται ό συγγραφέας. Ό άνύποπτος λαϊκός ήρωας καί τό άκόμα πιό άνίδεο κοινό τού ύπόδουλου έλληνισμοΰ άγνοοϋσαν τόσο «σύγχρονες» άντιλήψεις γιά τή νεοελληνική ιστορία, πού κατάντησαν πιά κοινοτοπία μέ τήν άπλουστευτική μονοσήμαντη ιστο­ ριογραφία. Τό «τρικέφαλο τέρας» είναι άτόφια έπιβίωση άπό τό μοτίβο τού μυθολογικού Κέρβερου, πού μέ διαδοχικές μεταμορφώσεις στό Μεσαίωνα καί τήν ’Αναγέννηση κατέληξε στήν περίφημη «τριπλή προτο­ μή» τού Τισιάνο, τήν ίδια άκριβώς περίοδο πού ό Δ. Ζήνος κυκλοφόρησε τό έργο του μέ τήν περισσότερο παραδοσιακή εικονογράφησή του. Γιά τυχόν άμφιβολίες, ό άναγνώστης μπορεί νά συμβουλευτεί πρόχειρα τή θαυμάσια είκονολογική άνάλυση τού θέματος άπό τόν Ε. Panofsky. 7. ’Ανάμεσα στά παιδικά περιοδικά δέν βλέπω μερι­ κά βασικά, δπως τή «Διάπλαση των Παίδων», πού θαρρώ δτι στήν τελευταία της τουλάχιστον περίοδο είχε «κόμικς». Λείπουν έπίσης τά λεγόμενο περιοδικά χριστιανικών κινήσεων («Ζωή τού Παιδιού», «Πρός τή Νίκη» κλπ.), πού είναι φορείς σαφούς Ιδεολογίας καί έξακολουθοϋν άτυχώς νά κατακλύζουν τήν Ελλάδα μέ τήν άφόρητη κιτς πιετιστική ζωγραφική τού Βατι­ κανού. ’Επιβιώνει δηλαδή έδώή άντίληψη, πού θεωρεί τή γλυκερή τεχνοτροπία τών προραφαηλικών καί των ναζαρηνών ώς ύπόδειγμα θρησκευτικής ζωγραφικής ad usum ecclesiae (πρβλ. τήν πρόσφατη έκδοση τής ’Εθνικής Πινακοθήκης, πού άπηχεί τίς ίδιες ξεπερα­ σμένες άντιλήψεις). Συγχωρήστε μου πού μή όντας «είδικός» καταπιά­ στηκα μέ τό άρθρο τού κ. Πλατή. Δέν τό έκανα άπό πρόθεση νά μειώσω τό ένδιαφέρον τής μελέτης.

'Απλώς, πιστεύω πως αύτό μοϋ έπέβαλλε ή — άς τό πούμε έτσι — έπαγγελματική μου ένασχόληση μέ τή βυζαντινή τέχνη καί ή υποσημείωση τού περιοδικού, πώς όλόκληρο τό λεύκωμα θά κυκλοφορήσει άπό τίς εκδόσεις Γρηγόρη, πού ώς τά σήμερα μάς έχουν συνηθίσει σέ κείμενα μέ θετικές άπόψεις γιά τόν ’Ορθόδοξο Μεσαιωνικό Ελληνισμό. Εύχαριστώ γιά τή φιλοξενία Δημήτρης Δ. Τριανταφυλλόπουλος ’Επιμελητής Βυζαντινών ’Αρχαιοτήτων ’Αρχαιολογικό Μουσείο Γιάννινα Τό γράμμα του κ. Δ. Τριανταφυλλόπουλου θέσαμε ύπόψη τοϋ κ. Ν. Πλατή, ό όποιος μάς έστειλε τήν έξης άπάντηση: Οί συγκρίσεις, τό θεωρούσα αύτονόητο, γίνονται άπό μιά όρισμένη σκοπιά καί θέση, σύμφωνα μέ τήν όποια τά κόμικς έχουν μιά είκαστική παράδοση καί δέ μάς ήρθαν ντουγρού άπ’ τό διάστημα ώς ιπτάμενοι δίσκοι. Δέν ύπονοείται άπό μέρους μου καμιά άξιολογική κρίση ή κάποιος όλόπλευρος τεχνοκριτικός κα­ θορισμός τών έργων τοϋ παρελθόντος μέ κείνων τής έποχής μας. Μέ άλλα λόγια, άν οί άγιογραφίες δέν είχαν — καί πώς θά μπορούσαν νά έχουν; — σχέση μέ τούς «μυώδεις βλάκες στύλ Ταρζάν», μπορεί κανείς σήμερα, κι άπό τή σκοπιά πού τό λέω έγώ, νά πεί τό άντίθετο: Ό Ταρζάν έχει σχέση μέ τίς άγιογραφίες! Νομίζω πώς ή άντίρρηση τοϋ κ. Τριανταφυλλόπουλου, γιά τό έν λόγω κείμενό μου, είναι πλαστή καί σκόπιμη. Τουτέστιν ή ύποθέτει δτι προσπαθώ νά μιλήσω γιά τό παρελθόν άπό σκοπιά άλλη άπό κείνη πού έχω ή ύποκινεΐται άπό κάποια ένόχληση «ήθικής» κυρίως προέλευσης. "Οσο γιά τό «φακέλωμα» τών έκδόσεων Γρηγόρη, νομίζω δτι δέν ύπάγεται στίς άρμοδιότητες τοϋ κ. Τριανταφυλλόπουλου, άλλά σέ κείνες τής άστυνομίας... Νίκος Πλατής

Τό τέλος ενός διαλόγου Κύριε διευθυντή, Ό διευθυντής τοϋ «Οικονομικού Ταχυδρόμου» παρενέβηκε άπό τίς στήλες σας στήν ύπόθεση τής άπρεπης κι άντιδεοντολογικής επίθεσης πού έξαπόλυσε διαμέσου τοϋ περιοδικού σας ό συνεργάτης σας καί συνεργάτης τοϋ «Ο.Τ.» κ. Σ. Παπασπηλιόπουλος. Παρακαλώ νά δημοσιεύστε τά παρακάτω σάν άπαραίτητη άπάντηση:

5


Πρώτο, είναι τουλάχιστο παραπλανητικός ό χαρα­ κτηρισμός μου σάν «άμειβόμενου έκτακτου συνεργά­ τη» του «Ο.Τ.» άπό τόν κ. Μαρίνο. Στά χρόνια τής χούντας, όταν ήσαν πολύ λειψές οί δυνατότητες γιά Ιδεολογικό άγώνα, άξιοποίησα τήν έπιθυμία τού «Ο.Τ.» νά εμφανιστεί σάν άντιχουντικός έπίσης άλλά καί νά διερευνήσει, νομίζω, γιά λογαριασμό τού συγ­ κροτήματος τίς δυνατότητες γιά τή δημιουργία μιας άντικομμουνιστικής κι άντισοβιετικής «άριστεράς», γιά νά δημοσιεύσω στόν «Ο.Τ.» μερικά καθαρά ιδεολο­ γικά καί πάντοτε ενυπόγραφα άρθρα. ’Ακολουθώντας πάγια δημοσιογραφική τακτική, ό «Ο.Τ.» μοϋ κατάβα­ λε γιά δλες αύτές τίς «συνεργασίες» μέσα σέ τρία περίπου χρόνια ένα συνολικό ποσό άπό κάπου 3,5 ώς 5 χιλιάδες δραχμές (δέ θυμάμαι τό άκριβές ποσό), κι έδωσε έπίσης τίς στήλες του τότε, έπί χούντας, σέ συνεργάτη του (δχι τόν άπουσιάζοντα κ. Παπασπηλιόπουλο) γιά νά μέ χτυπήσει δημόσια σά δογματικό καί σταλινικό. Αύτό λέγεται «άμειβόμενος έκτακτος συν­ εργάτης»; Προσωπικά, δέ μετανιώνω, βέβαια, γιά τή συνεργασία μου τότε μέ τόν «Ο.Τ.». ’Εξυπηρέτησε ιδεολογικές σκοπιμότητες. Δεύτερο, δέν παρακάλεσα ποτέ τό διευθυντή τού «Ο.Τ.» νά μή δημοσιεύσει έχθρική κριτική γιά έργασία μου. Ό σχετικός ισχυρισμός του είναι άνακριβής — γιά νά έκφραστώ έπιεικώς. Δέχομαι τήν κριτική, δσο έχθρική κι άν είναι, κι είμαι άρκετά έξυπνος γιά νά ξέρω πώς καί τότε μέ συμφέρει. Σιχαίνομαι όμως τίς άνανδρες μέθοδες τής παθιασμένης προσωπικής έπίθεσης πού ένθαρρύνονται νά μεταχειριστούν μερικοί συνεργάτες τού «Ο.Τ.», κι έπωφελήθηκα άπό τήν πρώτη εύκαιρία νά βάλω τόν «Ο.Τ.» νά δημοσιεύσει επιστολή μου πώς κάτω άπό τέτοιες συνθήκες δέν άνάκυπτε, έστω καί μόνο γιά λόγους αύτοσεβασμοϋ κι άξιοπρέπειας, ζήτημα παραπέρα συνεργασίας μου. Αύτό δέν άρεσε στόν κ. Μαρίνο, πού προφανώς τώρα έπιζητεϊ διαμέσου τών στηλών σας μιά «ρεβάνς». Τρίτο, δέν είναι «έργοδότης» μου ό «Ριζοσπά­ στης», μέ τήν έννοια πού είναι έργοδότης τού κ. Μαρίνου τό συγκρότημα. Βοηθώ τό «Ριζοσπάστη», έπειδή έχω εύτυχώς τή δυνατότητα γιά τούτο, άμι­ σθα, έθελοντικά καί πρόθυμα, γιά ιδεολογικούς λό­ γους, σάν έφημερίδα τής έργατικής τάξης κι όλου τού έργαζόμενου λαού. Τέταρτο, άν έδωσα τήν έντύπωση πώς ό έργοδό­ της τού κ. Παπασπηλιόπουλου δέν είναι τό συγκρότη­ μα άλλ’ ό κ. Μαρίνος, πού διευθύνει τόν «Ο.Τ.» μ’ εύσυνειδησία γιά λογαριασμό τού συγκροτήματος, έκφράζω τή λύπη μου στό μέν καί στό δέ. Τέλος, μέ λυπεί καί μέ στενόχωρε! βαθύτατα πού βλέπω τό περιοδικό σας νά εύθυγραμμίζεται μέ τίς μέθοδες προσωπικής κι έμπαθοΒς πολεμικής, τίς

6

όποιες έφαρμόζει ό «Ο.Τ.» μέ όρισμένους συνεργάτες του. Νομίζω πώς αύτός δέν είναι ό ρόλος ένός περιοδικού βιβλιοκριτικής. Μέ τιμή, κι άναμένοντας δημοσίευση Κώστας Χατζηαργύρης Δημοσιεύοντας στό τεύχος αύτό τήν έπιστολή τού κ. Χατζηαργύρη θά έπιθυμούσαμε νά κλείσουμε τό διάλογο πού άναπτύχθηκε στά τεύχη 14, 16 καί 18 μ’ άφορμή τή δημοσί­ ευση στό τεύχος 13 τής γνωστής έργασίας τού συνεργάτη μας Σ. Παπασπηλιόπουλου πού περιείχε έκτενή άρνητική κριτική γιά τό βιβλίο τού Κέντρου Μαρξιστικών ’Ερευνών «Ή έντα­ ξη στήν ΕΟΚ καί ή θέση τής Ελλάδας». Καί τούτο, δχι γιατί δέν πιστεύουμε στήν άξια τού διαλόγου, έστω κι όταν διεξάγεται σέ έντονο ύφος καί μέ όξύτητα, άλλά γιατί στή συγκεκρι­ μένη περίπτωση έχουμε τή γνώμη ότι έχει ξεφύγει άπό τόν προορισμό του, δηλαδή τήν άντιπαράθεση έπιχειρημάτων σχετικά μέ τήν άνάλυση καί τίς θέσεις τού συγκεκριμένου βιβλίου, γιά νά μετατραπεϊ τελικά σέ μιά σειρά προσωπικών διαξιφισμών πού, συμφωνούμε, δέν έχουν καμιά θέση σέ μιά έπιθεώρηση τού βιβλίου. Χρωστάμε δμως μιάν άπάντηση σ’ ένα σημείο πού άφορά τό «Διαβάζω»: Τό περιοδι­ κό μας δέν άσκεϊ κανενός είδους πολεμική. Προορισμός του είναι ή κατά τό δυνατόν σφαιρική ένημέρωση τοΰ άναγνώστη γιά δσα βιβλία πιστεύει ότι ξεχωρίζουν, άφήνοντας δμως πλήρη έλευθερία στούς συνεργάτες του νά χειριστούν έκεϊνοι τό θέμα κατά συνείδη­ ση. ‘Απόδειξη γιά τό τελευταίο αύτό, άλλά καί γιά τήν έπιδιωκόμενη σφαιρικότητα τής ένημέρωσης, άποτελεί ή δημοσίευση στό τεύχος 11 κριτικής γιά τό ίδιο βιβλίο τού ΚΜΕ γραμμέ­ νης άπό τό συνεργάτη μας Λ. Ίωάννου κάτω άπό έντελώς διαφορετική όπτική γωνία.


ΧΡΟΝΙΚΑ Επιμέλεια: Ε λένη Γαλάνη

ΕΚΔΟΤΙΚΑ Συνεχίζουμε καί σ’ αύτό τό τεύχος τήν περιήγησή μας ατούς έκδοτικούς οίκους, παρουσιάζοντας τίς προσεχείς εκδόσεις τους. Κύριο χαρακτηριστικό καί αύτό τό μήνα είναι ή πληθώρα τών λογοτεχνικών βιβλίων καί γενικότερα τών βιβλίων κλασικής παιδείας καί τών βιβλίων τών λεγάμενων έπιστημών τού άνθρώπου. Στό χώρο τών κοινωνικών επιστημών τρία ένδιαφέροντα βιβλία, σχετικά μέ τή δημοκρα­ τία, τό σοσιαλισμό καί τό φασισμό. Τό πρώτο βιβλίο είναι οί «Διαλογισμοί γιά τό μέλλον τής δημοκρατίας» τού ίσπανοϋ μελετητή Χοσέλ Μανουέλ Ά νιές Κιρόβε, όπου ό συγγραφέας έξετάζει τό δημοκρατικό πολίτευμα άπό τήν άρχαιότητα ώς τίς μέρες μας καί προφητεύει τό μέλλον τής δημοκρατίας στίς μεσογειακές χώρες (’Εκδόσεις τών Φίλων). Τό δεύτερο βι­ βλίο είναι ό «Σοσιαλιστικός ούμανισμός» τού γνωστού στό έλληνικό κοινό ψυχολόγουκοινωνιολόγου ’Έ ριχ Φρόμ (Μπουκουμάνης) καί τό τρίτο είναι οί «Συμβολές γιά τή θεωρητι­ κή άνάλυση τού φασισμού» τής ’ Ιταλίδας Μα­ ρία Ματσιόκι (Έγνατία). ’Αρκετά έπίσης βιβλία ψυχολογικού περιε­ χομένου έτοιμάζονται νά κυκλοφορήσουν σύν­ τομα, δπως τό «Στόχος ή συνείδηση» τού "Εντουαρτντ Ρόζενταλ, δπου περιγράφονται οί μέθοδοι πού χρησιμοποιούνται στίς καπιταλι­ στικές χώρες μέ στόχο τόν ψυχολογικό άποπροσανατολισμό τών μαζών (Σύγχρονη ’ Επο­ χή), τό βιβλίο τού άμερικανού ψυχολόγου "Αρθουρ Τζάνωφ, μέ τίτλο «Ή πρωτογενής έπανάσταση», καί ή μελέτη τού γερμανοελβετού Κάρλ Γιούνγκ «Τά σύμβολα τής μεταμόρφω­ σης» (Μπουκουμάνης). Έπίσης, άναμένονται νά έκδοθούν σύντομα: τό βιβλίο τού ’Έ ριχ Φρόμ «Ζέν-βουδισμός καί ψυχανάλυση», ή με­ λέτη τού Ιταλού χριστιανού διανοητή Τζούτζι Ζιράντι «Χριστιανισμός καί μαρξισμός» (Μήνυ­ μα) καί τό ένδιαφέρον βιβλίο τού δρ. τής φιλοσοφίας Νικόλας Ζβίντεν «Ή παιδαγωγική τού Ρ. Στάινερ καί ή μέθοδος τής άνθρωπογνωσίας» (Μήνυμα). Ή γλωσσολογία θά πλουτιστεί μέ ένα άκόμη τίτλο. Πολύ σύντομα πρόκειται νά κυκλοφορή­ σει τό βιβλίο τού Γιώργου Σακελαριάδη «Μετασχηματική Γραμματική», δπου μέ βάση τίς άρχές αυτής τής έπιστήμης, ή όποια έχει άναπτυχθεί σέ διεθνές έπίπεδο, έπιχειρεϊται ή άνάλυ­ ση καί ή σύγκριση μέ τή γνωστή «νεοελληνική γραμματική» (Gutenberg). Γιά τούς φίλους τής ιστορίας έπισημαίνουμε τήν προσεχή έκδοση δύο βιβλίων τού γνωστού βυζαντινολόγου Στήβεν Ράνσιμαν, τήν «"Αλω­ ση τής Κωνσταντινουπόλεως» καί τή «Μεγάλη

έκκλησία έν αίχμαλωσία» (Μπεργαδής). Έπίσης ένα βιβλίο τού Κουβανού Ραούλ Βαλτέζ Βιβό μέ τίτλο «Αιθιοπία: ή άγνωστη έπανάσταση», δπου ύστερα άπό μιά ιστορική άναδρομή πα­ ρουσιάζεται ή έπαναστατική πορεία πού άκολούθησε ή χώρα αύτή καί ή κατάσταση πού έπικρατεί σήμερα (Σύγχρονη Εποχή). Στό χώρο τής κλασικής παιδείας καί στή γνωστή σειρά «’Αρχαίοι "Ε λληνες Συγγρά­ φεις», πρόκειται νά έκδοθούν αύτό τό μήνα οί «Κωμωδίες» τού Μένανδρου, σέ μετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου, καί τό «Περί έρμηνείας» τού Δημητρίου, σέ μετάφραση Παναγή Λεκατσά (Ί. Ζαχαρόπουλος). Οί πολυπληθείς φίλοι τής λογοτεχνίας δέν θά προλαβαίνουν νά άγοράζουν βιβλία αύτό τό μήνα. Κι αύτό γιατί άναμένονται νά κυκλοφο­ ρήσουν πολλά λογοτεχνικά έργα. Συγκεκριμέ­ να, δύο ποιητικές συνθέσεις τού Πώλ Βαρελύ, τό «Παραθαλάσσιο νεκροταφείο» καί ή «Νεαρή μοίρα» (Πλέθρον), ή συλλογή τού Νίκου Καχτίτση «ΤρωτΔσημείο 1949» (Έγνατία), μιά ποιη τι­ κή συλλογή τού παλιού ήθοποιού Τζαβέλα Καρούσου μέ τίτλο «Περιμένω» (Σύγχρονη Εποχή), ή καινούρια ποιητική συλλογή τής Νατάσας Χατζιδάκι «Συνάντησέ την, τό βράδυ» (Έγνατία), τό μυθιστόρημα τού Στέφανου Ξέ­ νου «Τρυφερή κόλαση» (Έγνατία), τά θεατρικά έργα τού Μήτσου Εύθυμιάδη «Προστάτες» καί «Ό Φώντας» (Έγνατία), τό πεζογράφημα τού "Αγγέλου Βλάχου «Ξέρξης - χαρτιά προσωπι­ κά», μιά φανταστική άλληλογραφία τού Ξέρξη μέ τή γυναίκα του καί τήν έρωμένη του (Εστία), οί ταξιδιωτικές έντυπώσεις τού Ά ν τρέα Καραντώνη «Ελληνικός χώρος» (Εστία), τό μυθιστόρημα τού Έ μμάνουελ Σκόρτσα «Τά τύμπανα χτυπούν γιά τό Ράνκας» (Έγνατία), ό «Κώδικας Καΐσαρ» τού γερμανού συγγραφέα Μάριο Ζίμμελ (Όδυσσέας) καί τό μυθιστόρημα τού γνωστού γάλλου λογοτέχνη Ροζέ Βάγιάν «Τό παράξενο παιχνίδι» (Όδυσσέας). Έπίσης, πρόκειται νά κυκλοφορήσει σύντομα ή περίφη­ μη «'Ιστορία τού σουρεαλισμού» τού Μωρίς Ναντώ (Πλέθρον). Στή σειρά «Οί ποιητές τού κόσμου», θά έκδοθούν έπτά αύτοτελείς τόμοι, πού ό καθέ­ νας θά περιλαμβάνει έκτεταμένη άνθολογία ένός μεγάλου ποιητή. Οί ποιητές αύτοί θά είναι

7


ΕΚΔΟΤΙΚΑ οί: Χέρμπερντ, Πόπα, Χόλουμπ, Λί Τάι Πό, Κάμμινγκς, Κάτουλο καί Ρεμπώ (Έγνατία). Γιά τούς μικρούς αναγνώστες πρόκειται νά κυκλοφορήσουν τά έξης βιβλία (Κέδρος): «Στή λαϊκή» τής Ελένης Βαλαβάνη, «Ό κλόουν» τού Γιώργου Μαρίνου, «Αύγουστίνο: ή φάλαιναθαύμα» τού Νίκου Μαλουράκη, «Τό ταξίδι» τής Νίκης Γιάννα, τό μυθιστόρημα γιά μεγάλα παι­ διά «'Ένα καλοκαίρι στό Ρέθυμνο» τής Μαριάννας Μεντή, ή ποιητική συλλογή γιά μικρά παι­ διά «Κούνια μπέλλα» τής Φέτη Χορτιάτη, «Ό σκανταλούρης» τής Σ. Σουρή καί «Μέ τά φτερά τής Μάρως» τής Πέπης Δαράκη. ’Επίσης, άπό τήν ξένη λογοτεχνία γιά παιδιά έτοιμάζονται (Κέδρος): ή ιστορία γιά μικρά παιδιά «Γιάννης, τό άγριο θηρίο» τού ’Αμερικα­ νού ’Έντουαρντ Φέντον, σέ μετάφραση Νίτσας Χαρβάτη-Φέντον, τό μυθιστόρημα γιά μεγάλα παιδιά «Τό κρυφό μονοπάτι» τής Μαντλέν Ζιλάρ, σέ μετάφραση Ζώρζ Σαρή, καί ένα πρωτό­

τυπο σέ περιεχόμενο κι έμφάνιση παραμύθι, μέ τίτλο «Τζιατζιά-έμ-’Άγχ, ό μάγος τού βασιλιά». Πρόκειται γιά ένα αιγυπτιακό παραμύθι πού βρέθηκε σέ πάπυρο καί τό μετάφρασε άπό τά ιερογλυφικά ή δανέζα αιγυπτιολόγος Λιζιέ Μάνικε. Τό βιβλίο αύτό θά έχειτή μορφή πάπυρου καί ή άπόδοση στή γλώσσα μας έγινε άπό τό δανό νεοελληνιστή Ρόλς ’Έσσε. Τέλος, αύτό τό μήνα θά κυκλοφορήσει μιά έρευνα τού διαστήματος τού Μαρσέλ Ό νέ μέ τίτλο «Ό όμφαλός τής γής» (Μπουκουμάνης), τό βιβλίο τών Σ. Ποπώφ καί Α. Σεραμπνίτσκι «Ή Μόσχα ύποδέχεται στούς ’Ολυμπιακούς 1980», μία περιγραφή τών προετοιμασιών πού γίνον­ ται στή σοβιετική πρωτεύουσα γιά τήν 22η ’Ολυμπιάδα (Σύγχρονη ’Εποχή), καί ένας ταξι­ διωτικός όδηγός γιά τή Βουλγαρία τού Νικολάι Σκαρλάτωφ μέ τίτλο «Καλό ταξίδι στή Βουλγα­ ρία» (Σύγχρονη ’ Εποχή).

Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ Τόν ’Ιανουάριο, αγοράστηκαν περισσότερο τά έξης βιβλία: Ι.Ό δ υ σ σ έ α Έλύτη: Μαρία Νεφέλη (’Ίκαρος) 2. Μαρίας Ίορδανίδου: Λωξάντρα (Εστία) 3. Πηνελόπης Δέλτα: Ε λευθέριος Βενιζέλος (Έρμης) 4. Κωνσταντίνου Θεοτόκη: Κορφιάτικες ιστορίες (Κείμενα) 5. Γαλλικού Κινήματος γιά τόν Οικογενειακό Προγραμματισμό: Νά μάθουμε νά κάνουμε έρωτα (’Ανδρομέδα) 6. Ρ. Μεντβέντεφ κ.ά. ’Αντιπολιτευτικές τάσεις στην ΕΣΣΔ (Όδυσσέας) 7. Μενέλαου Λουντέμη: "Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα (Δωρικός) 8 . Βασίλη Βασιλικού: Τά «καμάκια» (Κάκτος) 9. Λίνου Πολίτη: Ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας (Μ.Ι.Ε.Τ.Ε.) 10 . Μιχαήλ Χουρμούζη: Ό Τυχοδιώκτης (Νά ύπηρετοϋμε τό λαό) 11 . Νίκου Καζαντζάκη: Ό Χριστός ξανασταυρώνεται 12. Γιώργου Ίωάννου: Τό δικό μας αίμα (Έρμης) Ό πίνακας αύτός καταρτίστηκε μέ βάση τά στοιχεία πού μάς παραχώρησαν τά έξης 20 βιβλιοπωλεία άπ' όλη τήν 'Ελλάδα: ’Αριστοτέλης, Πανεπιστημίου 34, ’Αθήνα Φ ’Αστέρι, Σόλωνος 121, ’Αθήνα Φ Δωδώνη, ’Ασκληπιού 3, ’Αθήνα Φ 'Ελληνικό Κέντρο Βιβλίου, Όμονοίας 94, Καβάλα ΦΈλπήνωρας, Μηλιώνη 4, ’Αθήνα Φ Θυμέλη, Δημ. Γούναρη 50, Θεσσαλονίκη Φ Θ. Κακουλίδης, ’Ακαδημίας 57, ’Αθήνα Φ Κ. Κωνσταντινίδης, Έγνατίας 125, Θεσσαλονίκη Φ «Λυκούδης», Εύγενίου Βουλγάρεως 65, Κέρκυρα Φ Π. Μοσχονάς, Πλατεία Δημοκρατίας 6, ’Αγρίνιο ΦΑ. Μυλωνάς, ’Αφεντούλη 4, Πειραιάς Φ Πορεία, Σόλωνος 77, ’Αθήνα ΦΡόμβος, Καψάλη 6, ’Αθήνα Φ Γ. Σκοπελίτης, Άργέντη 4, Χίος, Φ X. Τάκας & Σία, Βασ. Σοφίας 38, Θεσσαλονίκη φ Φωλιά τού βιβλίου. Πανεπιστημίου 25 - 29, ’Αθήνα ΦΦωλιά τού ειδικού βιβλίου, Πατούσα 1, ’Αθήνα ΦΧνάρι, Κιάφας 5, ’Αθήνα Φ Ε. Ψαράς, 'Ιπποδρομίου 10, Θεσσαλονίκη Φ "Ωρα Ξενοφώντος 7, ’Αθήνα.


ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μιά ζωή άφιερωμένη στήν έλληνική παιδεία Ή έλληνική έκπαίδευση έχασε στά τέλη τής περασμένης χρονιάς έναν άπό τούς πλέον δραστήριους καί δημοκρατικούς της παράγον­ τες καί τό «Διαβάζω» μιά πρόθυμη καί συνεπή συνεργάτριά του. Ή έκπαιδευτικός Καλλιόπη Μ ουστάκα-Άετοπούλου έφυγε άθόρυβα, όπως άθόρυβα έργάστηκε σ’ δλη της τή ζωή γιά τή βελτίωση τής έκπαίδευσης στόν τόπο μας. Τόν τελευταίο καιρό τής ζωής της, παρά τά προ­ βλήματα ύγείας, ή Καλλιόπη Μουστάκα έργαζόταν έντατικά γιά τήν όλοκλήρωση τεσσάρων έπιστημονικών μελετών, πού αύτό τόν καιρό βρίσκονται στό τυπογραφείο. Ό θάνατός της πέρασε άπαρατήρητος, όχι μόνο στό εύρύτερο κοινό, πού άλλωστε δέν τήν γνώριζε καί τόσο καλά, άλλά άκόμα καί στό χώρο τών συναδέλ­ φων της καί πολύ περισσότερο στό χώρο τών άρμοδίων κρατικών φορέων τής παιδείας. ’Οπαδός τού δημοτικισμού καί θερμός ύποστηρικτής τών ιδεών τού ’Αλέξανδρου Δελμούζου, ή Καλλιόπη Μουστάκα έργάστηκε σάν δασκάλα στή στοιχειώδη έκπαίδευση. Τελείωσε τή Μαράσλειο Παιδαγωγική ’Ακαδημία καί τή Φιλοσοφική Σχολή τής ’Αθήνας. Μέ υποτροφία τού Βρετανικού Συμβουλίου έκανε μεταπτυχι­ ακές σπουδές στό Πανεπιστήμιο τού Λονδίνου πάνω στά παιδαγωγικά καί τήν ψυχολογία, καί ταυτόχρονα παρακολούθησε τόν τρόπο λει­ τουργίας τών νηπιαγωγείων καί τών δημοτικών σχολείων τής ’Αγγλίας καί τής ’Ελβετίας. Στήν 'Ελλάδα έργάστηκε γιά τή δημοτική έκπαίδευση άπό τό 1938 ώς τό 1957. Γιά δυό χρόνια άποσπάστηκε στήν παιδούπολη τού Βό­ λου. ’Από τό 1962 ώς τό 1965 συνεργάστηκε μέ τό Κέντρο Κοινωνικών ’Επιστημών, όπου ήταν ύπεύθυνη γιά μιά σειρά σημαντικές έρευνες· γιά τή μετανάστευση, τίς διαθέσεις τών παιδι­ ών πρός τή χώρα τους καί τά άλλα έθνη, τήν έννοια τής χρησιμότητας κλπ. Τό 1965 έξελέγη σύμβουλος τού Παιδαγωγικού ’ Ινστιτούτου, άλ­ λά τό 1967 άπολύθηκε άπό τή δικτατορία. Μέ τή μεταπολίτευση τοποθετήθηκε στό ΚΕΜΕ σάν ειδικός σύμβουλος, θέση πού διατή­ ρησε μέχρι τήν ήμερα τού θανάτου της. Ά π ό τή νέα της θέση ή Κ. Μουστάκα συνέβαλε σημαντικά στήν άξιόλογη προσφορά τού ΚΕΜΕ γιά τά παιδιά τού δημοτικού (στό τρίτομο «Α ν­ θολόγιο»), Παράλληλα μέ τίς δραστηριότητες αύτές ή

Κ.Μ. άφησε πίσω της σπουδαίο συγγραφικό έργο σέ βιβλία, έπιστημονικές έργασίες, άρ­ θρα, κριτικές καί μεταφράσεις. Ά π ό τίς στήλες τής έφημερίδας «Τό Βήμα» είχε δημοσιεύσει άπό τό 1959 μέχρι σήμερα πάνω άπό 250 άρθρα παιδαγωγικού καί ψυχολογικού περιεχομένου. ’ Επίσης συνεργάστηκε μέ τά περιοδικά «Παι­ δεία καί Ζωή», «Νέα Εστία», «Διαβάζω» τεύχη 7, 10 καί 14), «Οικονομικός Ταχυδρόμος» κ.ά. Τό μοναδικό βιβλίο της τιτλοφορείται «Τό ώραΐον καί ή άγωγή». 'Η Καλλιόπη Μουστάκα, άν καί άφιέρωσε δλη της τή ζωή στόν έκδημοκρατισμό τής έλληνικής παιδείας, σάν δασκάλα, συγγραφέ­ ας, άρθρογράφος καί κριτικός παιδικών βιβλί­ ων, διώχτηκε γιά τίς προοδευτικές ιδέες της, δχι μόνο κατά τή διάρκεια τής δικτατορίας, άλλά καί σέ ομαλές έποχές, μέ τή μορφή φυσικά τού παραγκωνισμοϋ — πράγμα πού συμβαίνει συχνά στή χώρα μας μέ τούς άνθρώπους πού δουλεύουν ούσιαστικά γιά τήν καλυ­ τέρευση κάποιου τομέα τής έλληνικής ζωής.

Καλλιόπη Μουστάκα

9


ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ό Πειραιάς τιμά τό Λάμπρο Πορφύρα Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια άπό τή γέννηση τού Λάμπρου Πορφύρα. Καί ό Πειραι­ άς, μέ πρωτοβουλία τής Φιλολογικής Στέγης, θά γιορτάσει πανηγυρικά τό “ Ετος Πορφύρα. Συγκεκριμένα, ή Φιλολογική Στέγη πρόκειται νά όργανώσει μιά σειρά έκδηλώσεων — οί όποιες δέν έχουν καθοριστεί άκόμα μέ άκρίβεια — γιά νά προβάλει τόν ποιητή καί τό έργο του, ιδιαίτερα στούς νέους. Στό πλαίσιο αύτής τής προσπάθειας ή Φιλολογική Στέγη θά προ­ κηρύξει διαγωνισμό γιά νέους καί θά βραβεύ­ σει τή συγγραφή τής καλύτερης μελέτης γιά τό έργο καί τήν προσωπικότητα τού ποιητή. Τό ποιητικό έργο τού Πορφύρα (τό πραγμα­ τικό του όνομα ήταν Δημήτριος Σίψωμος) συν­ οψίζεται σέ δύο μόνο ποιητικές συλλογές. Είναι οί «Σκιές» πού έξέδωσε τό 1920 καί «Οί μουσικές φωνές», πού κυκλοφόρησαν μετά τό θάνατό του, τό 1932, μέ πρωτοβουλία τού άδελφοϋ τού ποιητή. Τό 1956 κυκλοφόρησαν, μέ έπιμέλεια τού Γ. Βαλέτα, τά «'Άπαντά» του. Ό Πορφύρας γεννήθηκε τό 1879 στή Χίο άλλά άπό μικρός έζησε καί μεγάλωσε στόν Πειραιά, στή Φρεαττύδα. “ Αν καί ήταν εύπορος άπέφευγε τήν κοσμική ζωή καί προτιμούσε νά κάνει παρέα μέ τούς άπλούς ψαράδες καί τούς λογοτέχνες Βουτυρά, Βάρναλη, Πασαγιάννη, Σπαταλά, Γιοφύλλη. Θαυμαστής τού Σολωμοΰ — πράγμα πού άποδεικνύει καί τό λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, σχηματισμένο άπό τούς δυό τίτλους τών ποιημάτων τού Σολωμοΰ, «Λάμ­ προς» καί «Πορφύρας», — ό ποιητής χρησιμο­ ποίησε τή γνήσια ποιητική του φλέβα γιά νά έκφράσει «καθαρές» ποιητικές στιγμές καί γιά νά τονίσει τήν άθεράπευτη μελαγχολία πού τού προκαλοϋσε ή αίσθηση τής φθοράς τών άνθρώπων καί τών πραγμάτων άπό τό χρόνο.

Λάμπρος Πορφύρας

Τά ποιήματα τού Πορφύρα άποκαλύπτουν τήν ψυχοσύνθεσή του, τόν τρόπο μέ τόν όποιο έζησε. Δέν έγραψε ποτέ πατριωτικά ή κοινωνι­ κά ποιήματα, παρ’ δλο πού έζησε σέ ταραγμέ­ νες έποχές. 'Η ποίησή του, παρά τόν ύποκειμενικό της χαρακτήρα, άνανέωσε τήν έλληνική λυρική παράδοση καί άποτέλεσε, όπως έγραψε καί ό Κωστής Παλαμάς, μιά «γλυκύτατη χορδή τής νέας έλληνικής λύρας».

Σατιρικά βέλη τ >ϋ παρελθόντος Τή σάτιρα μιάς περίπου έκατονταετίας κα­ λύπτει ή έκθεση «Σατιρικά έντυπα· 1841-1936» πού άνοιξε τόν ’ Ιανουάριο καί συνεχίζεται κι αύτό τό μήνα σέ αίθουσα τής Εταιρείας Σπου­ δών Νεοελληνικού Πολιτισμού καί Γενικής Παι­ δείας (Σίνα 46). Τά 249 έκθέματα — γελοιογραφίες, σατιρικά κείμενα, έμμετρα καί πεζά, έξώφυλλα περιοδι­ κών, γελοιογραφικά λευκώματα, τεύχη καί σε­ λίδες περιοδικών — ζωντανεύουν τή σατιρική δημοσιογραφία πού άναπτύχθηκε παράλληλα μέ τόν ήμερήσιο πολιτικό τύπο άμέσως μετά

10

τήν άπελευθέρωση τής 'Ελλάδας άπό τούς Τούρκους (συγκεκριμένα άπό τό 1841 ώς τό 1936). Τό σατιρικό έντυπο ύλικό πού μάς παρουσι­ άζει ή έκθεση — δλο σχεδόν άνήκει στή συλλο­ γή τού Μ. Χαριτάτου — άποκάλυψε παράλληλα τό θυμοσοφικό καί μαχητικό ύφος αύτής τής σάτιρας πού προέρχεται άπό τούς στίχους, τά ρητά καί τίς παροιμίες πού σχεδιάστηκαν πάνω σέ κεραμικά στά χρόνια τής Τουρκοκρατίας. Τά πρώτα σατιρικά έντυπα κυκλοφόρησαν στήν περίοδο τής βασιλείας τού “ Οθωνα καί


ΓΕΓΟΝΟΤΑ είναι ό «Τοξότης» καί ό «Αβδηρίτης». ’Ακολού­ θησαν ή «Τράκα-Τρούκα» του Μίλλερ, ή «Βόμ­ βα» καί ό «Δημόκριτος», τά όποια δέν άρκέστηκαν μόνο στή σάτιρα τού λόγου, άλλα γιά πρώτη φορά ένσωμάτωσαν τήν καρικατούρα στό πλαίσιο τής πολεμικής κατά τού πολιτικαντισμού καί τής φαυλοκρατίας. Ή δεκαετία τού 1850-1860 χαρακτηρίζεται άπό τίς γελοιογραφίες τού ’Αθανάσιου Ίατρίδη, ό όποιος πολεμά τόν ’Όθωνα, καί μέ τίς γελοιογραφίες τού Στέφανου Ξένου, πού γε­ λοιοποιεί τό ξενόδουλο κατεστημένο τής έποχής του. Τό 1874, χρονιά πού ό Θέμος ’Ά ννινος έκδίδει τά σατιρικά του έντυπα «Άσμοδαΐος» καί «’Άστυ», άποτελεί σταθμό στήν εξέλιξη τής πολιτικής γελοιογραφίας. ’Από τά τέλη τού περασμένου αιώνα, τά σατιρικά έντυπα συμβάλλουν άποφασιστικά στήν έξέλιξη τού άστικοΰ τύπου, πού άρχίζει νά χρησιμοποιεί τή σάτιρα στίς σελίδες του. ’Αργότερα μεγάλα πολιτικά γεγονότα, όπως τό Κρητικό, τό γλωσσικό, ή έπανάσταση στό Γουδί, τά Βενιζελικά, οί Βαλκανικοί πόλεμοι, ή Μικρασιατική καταστροφή, οί έναλλαγές Βασι­ λείας καί Δημοκρατίας, οί δικτατορίες, έθρε­ ψαν τήν πολιτική γελοιογραφία, πού είχε γίνει πλέον άναπόσπαστο στοιχείο τού ήμερήσιου Τύπου. Καί λίγο πρίν άπό τή δικτατορία τής 4ης Αύγούστου, γνωστά όνόματα, όπως ό Γαλάνης, ό Ξενόπουλος, ό Ροϊλός καί άλλοι, Ιδρύουν τόν πρώτο Σύνδεσμο Ελλήνων Γελοιογράφων. Στήν έκθεση, στήν όργάνωση τής όποιας έχει συμβάλει καί ό δημοσιογράφος Δημήτρης Σαπρανίδης, συγγραφέας τής μοναδικής μέχρι σήμερα «Ιστορίας τής πολιτικής γελοιογραφί­ ας στήν Ελλάδα», παρουσιάζονται, άνάμεσα σέ πολλά άλλα ένδιαφέροντα έκθέματα, καί τά πασίγνωστα περιοδικά «Τό Φανάρι τού Διογένους», «Κιβδηλεία», «Προσωπεϊον», «Κουκουρί-

Γελοιογραφία τοϋ Στ. -ένου γιά τό ρωσικό Ιμπερια-

κος», «Μή χάνεσαι», «Λύχνος», «Νέος ’Αριστο­ φάνης», «Καθρέπτης», «Σκρίπ», «Ραμπαγάς», «Ρωμηός», «Έμπαίκτης», «Κώδων» κ.ά.

"Ε λληνας συγγραφέας στό Πανεπιστήμιο τοϋ Χάρβαρντ Πριν άπό λίγους μήνες ό πεζογράφος Βασί­ λης Βασιλικός προσκλήθηκε άπό τό Πανεπιστή­ μιο τού Χάρβαρντ καί μίλησε στό Poetry Room τοϋ Πανεπιστήμιου, μέ θέμα «Μύθος καί πρα­ γματικότητα στή σημερινή Ελλάδα». Τό συγ­ γραφέα προσφώνησε ό καθηγητής Γιώργος Σαββίδης, ό όποιος άνέφερε χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, τά άκόλουθα: «... Ό Βασίλης Βασιλικός είναι ό συγγραφέ­

ας τοϋ 'Σ’ , πού χρησιμοποίησε γιά βάση ό Κώστας Γαβράς στή διάσημη άντιχουντική του ταινία. ’Αλλά τό 'Σ’ άποτελεί ένα άπό τά περί­ που 45 (ίσως καί 50) βιβλία, μυθιστορηματικά καί μή (μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, παραβολές, άφορισμούς, δοκίμια, βινιέτες, ήμερολόγια, άρθρα), άλλά και ποίηση κα ί θέα­ τρο — όλα παραγωγής αύτοϋ τού άκατανίκη­ του Μακεδόνα άπό τό 1953 καί μετά, μέ μέσο

11


ΓΕΓΟΝΟΤΑ δρο δύο τόμων τό χρόνο. Σίγουρα μπορεί νά φαίνεται άρκετά άπλό τό νά πει κανείς ότι ό Βασιλικός, είτε στήν πατρί­ δα εϊτε στήν εξορία, είναι ένας μανιώδης συγ­ γραφέας — ήδη πιό πληθωρικός άπό τόν Καζαντζάκη ή τό Ρίτσο στό τέλος τής έβδομης δεκαετίας τους. Αύτό πού είναι λιγότερο εύκο­ λο νά διερμηνεύσει κανείς, είναι τό γιατί αύτός ό μανιώδης συγγραφέας έχει τόσους πολλούς μανιώδεις άναγνώστες. Οί κριτικοί (γιά νά μήν άναφερθοϋμε ατούς φιλόλογους) μοιάζουν νά ’ναι σέ άδυναμία νά τόν παρακολουθήσουν καί οί περισσότεροι άπό τούς συναδέλφους του, εύνόητα, ζηλεύουν αύτή τήν καθολική έλλειψη συγγραφικής κράμπας ή άδιάβαστου ψευτομοντερνισμοϋ». Στό τέλος τής παρουσίασης τού συγγραφέα στό κοινό, ό καθηγητής Γ. Σαββίδης άνέφερε καί ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο άπό τή ζωή τού Β. Βασιλικού, γιά νά έπικυρώσει τήν άποψή του, δτι ό συγγραφέας τού «Ζ» ένδιαφέρεται καί άγωνιά γιά τήν πιστή άναπαράσταση τής νεοελληνικής προφορικής έκφρασης: «Ό Γιώργος Σεφέρης καί ό Βασίλης Βασιλι­ κός συναντήθηκαν, μάλλον άπρόοπτα, σέ ένα παρισινό φιλολογικό σαλόνι, κατά τή διάρκεια τής πρόσφατης δικτατορίας... Μόλις μπήκε στό δωμάτιο καί είδε τό Σεφέρη, ό Βασιλικός δικαι­ ολογήθηκε γιά τήν άγνοιά του τής γαλλικής γλώσσας κι έτσι, σύντομα, οί οίκοδεσπότες άποφάσισαν νά άφήσουν τούς δυό Ρωμιούς νά τά ποϋν στή γλώσσα τους. Στό τέλος τής συνομιλίας τους, ό Βασίλης εύχαρίστησε τούς παριστάμενους γι’ αύτή τήν εύκαιρία πού τού δώσανε, νά άκούσει δηλαδή άπό τόν άναγνωρι-

σμένο πρωτομάστορα τής νεοελληνικής τό φυ­ σικό έργαλεϊο τής έπικοινωνίας, σέ ... πολύ άνετα γαλλικά».

Ιν σ τιτο ύ το Π ειραϊκω ν Μ ελετώ ν Ή Φιλολογική Στέγη τού Πειραιά πήρε τήν πρωτοβουλία γιά τήν ίδρυση ’Ινστιτούτου Πειραϊκών Μελετών, πού πρόκειται νά λειτουργήση άπό φέτος. Τό ’Ινστιτούτο ιδρύθηκε μέ στόχο νά έπεκταθεϊ ή έρευνα καί ή μελέτη τής πειραϊκής ιστορίας, άπό τούς άρχαίους χρό­ νους μέχρι σήμερα. "Οπως άνακοινώθηκε, στό μέσα αύτής τής χρονιάς τό ’Ινστιτούτο θά κυκλοφορήσει ένα

ΚΟΥΤΟΥΖΗ ΜΑΡΙΑΝΝΑ

Δελτίο Πειραϊκής Βιβλιογραφίας, τό όποιο θά περιλαμβάνει όλα τά βιβλία πού άφοροϋν τόν Πειραιά καί έκδόθηκαν άπό έκδοτικούς οίκους τής περιοχής, καθώς καί τόν πειραϊκό περιοδι­ κό τύπο τού 1978. ’Επίσης, τό ’Ινστιτούτο θά άρχίσει άπό φέτος νά έκδίδει έπιστημονική έπετηρίδα μέ μελέτες γύρω άπό θέματα τού Πειραιά.

ΜΙΑ ΦΑΣΟΑΙΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

'Ένα παραμύθι, πού θά μείνει ατό χρόνο... _________ Σ ’ δλα τά βιβλιοπωλεία - τηλ. 3624081__________ 12


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Ή Κύπρος είναι τουρκική έπαρχία; Ή Δεκαδική Ταξινόμηση Dewey είναι ένα άπό τά πιό διαδεδομένα συστήματα ταξινόμησης του έντυπου ΰλικοϋ των βιβλιοθηκών. Υ π ο λ ο ­ γίζεται, δτι τό 60% τών βιβλιοθηκών όλου τοϋ κόσμου χρησιμοποιούν αύτό τό σύστημα, πού πρωτοεκδόθηκε στίς ΗΠΑ τό 1876 καί έχει μεταφραστεί σέ πάρα πολλές γλώσσες. Στή χώρα μας άρχισε νά έφαρμόζεται κατά τή δεκαετία 1950-60. ’Αλλά μόλις τό 1977 ή 'Έ νω­ ση Ε λλήνω ν Βιβλιοθηκάριων, ύστερα άπό άλλεπάλληλες ένέργειες, κατάφερε τελικά νά έξασφαλίσει άπό τόν έκδοτικό οίκο Forest Press τά μεταφραστικά δικαιώματα τής 18ης έκδοσης τής δεκαδικής ταξινόμησης Dewey (1971), μέ τή φιλοδοξία νά συμβάλει στή διευ­ κόλυνση τής δουλειάς τοϋ βιβλιοθηκάριου καί νά προσφέρει στήν έλληνική βιβλιοθηκονομία μιά πλήρη μετάφραση τοϋ συστήματος κατά θέματα. ’Ή δη ή ΕΕΒ διένειμε στίς βιβλιοθήκες τόν πρώτο καρπό αύτής τής προσπάθειας, τούς πίνακες ταξινόμησης τής έλληνικής ιστορίας, πού έχουν μεταφράσει καί έπεξεργαστεϊ οί βιβλιοθηκάριοι κ.κ. Κάρυ Λίτσα, Ρωξάνη Φέσσα καί Κλαίρη Λεντάρη. ’Ά ς σημειωθεί, δτι δέν υπάρχει στά ελληνικά μετάφραση άλλου ταξι­ νομικού συστήματος έκτος άπό έκείνη τού Κ. Οίκονόμου, πού είναι δμως περιληπτική καί στηρίζεται στή 17η έκδοση τοϋ Dewey (1965). Πέρα άπό τή μεταφραστική δμως δουλειά ή ΕΕΒ έπωμίστηκε καί τήν επεξεργασία τοϋ πρω­ τότυπου σέ θέματα πού άφοροϋν τήν Ελλάδα, γιατί ή άγγλική έκδοση (άγνωστο γιά ποιό σκοπό) δημιουργεί έσφαλμένες έντυπώσεις, δσον άφορά τήν ιστορία τής χώρας μας. Υ π ά ρ ­ χουν τέτοιες άνακρίβειες στό σύστημα Dewey, σέ σημείο πού ό έλληνας άναγνώστης νά άναρωτιέται άν τό σύστημα αύτό, πέρα άπό τήν άναμφισβήτητη χρησιμότητά του, άποτελεί μιά άκόμη έμμεση άπόδειξη τοϋ τί πιστεύουν οί φίλες καί σύμμαχες χώρες γιά τόν τόπο μας. ’Αλλά άς πάρουμε καλύτερα τά πράγματα άπό τήν άρχή. Στήν άγγλική έκδοση ή ιστορία τής Ελλάδας χωρίζεται σέ δύο ένότητες. Στήν άρχαία ιστορία, στό λήμμα 938, καί στή νεότε­ ρη, στό 949.5. (Στούς πίνακες τής ΕΕΒ, οί όποιοι έγκρίθηκαν άπό τό Forest Press, ή ιστο­ ρία τής Ε λλάδος ταξινομείται κάτω άπό τόν ίδιο άριθμό, δηλαδή στό 938, ώστε νά άποτελεί μία ένότητα, πού συνεχίζεται χωρίς διακοπή μέσα στούς αιώνες). Στό 938 λοιπόν τοϋ πρωτότυπου γίνεται άναφορά στήν άρχαία 'Ελλάδα καί στά γεωγραφικά διαμερίσματα τής χώρας. Παρ’ δλο πού ύπάρ-

DEW EY

Decimal Classification and Relative Index Devised by

M ELV IL DEWEY Edition 18

χουν άναλυτικά δλα τά γεωγραφικά διαμερί­ σματα (’Ήπειρ ος, Μακεδονία, Στερεά, Θεσσα­ λία, Ίόνια νησιά, Πελοπόννησος), τά νησιά τοϋ Αιγαίου καί ή Κρήτη δέν άναφέρονται σάν τμήματα τής Ελλάδας, άλλά σάν περιο χές τοϋ ύπόλοιπου άρχαίου κόσμου, στό 939, μέ τίτλο «’Ά λ λ α μέρη τοϋ άρχαίου κόσμου». Καί συνεχίζουμε. Στήν ένότητα Γενική 'Ιστορία τής Εύρώπης (949) ή Ε λλά δ α άναφέρεται στό 949.5. ’Ανάμεσα στίς χρονολογικές ύποδιαιρέσεις τής νεότερης ιστορίας μας καί κάτω άκριβώς άπό τόν τίτλο «Μοναρχία(Ι) 1821-1925» τονίζεται ιδιαίτερα, δτι σ’ αύτό τό διάστημα συμπεριλαμβάνεται καί ό έλληνοτουρκικός πό­ λεμος τοϋ 1896-1897, χωρίς νά τονίζεται κανέ­ να άλλο ιστορικό γεγονός. ('Ό πως είναι γνω­ στό, ό πόλεμος αύτός έληξε μέ τήν ήττα τής Ελλάδας). ’Ά ς σημειωθεί έδώ, δτι ή ’Επανά­ σταση τοϋ 1821 δέν άναφέρεται καθόλου σάν γεγονός! Καί τέλος τό προκλητικότερο καί τό ... άποκαλυπτικότερο άπ’ δλα. Στήν ένότητα Γενική 'Ιστορία τής Α σ ίας (956.1) ή Τουρκία άναφέρεται μαζί μέ τήν Κύπρο. Τό σύστημα Dewey δέν άναγνωρίζει τήν άπό τό 1960 άνεξαρτησία τής Κύπρου, πράγμα πού άποδεικνύεται παρακάτω, στό 956.4, δπου έμφανίζει τήν Κύπρο ώς τμήμα τής ... νοτιοκεντρικής Τουρκίας! Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τήν τεράστια προσ-

13


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ φορά τής ΕΕΒ στά έθνικά μας θέματα. Γιατί πέρα άπό τή μετάφραση καί τή διόρθωση αυ­ τών τών λαθών, ή ΕΕΒ, μέσω άλληλογραφίας, προσπαθεί τώρα νά πείσει τό Forest Press νά κάνει τίς σχετικές διορθώσεις καί στή διεθνή έκδοση τού συστήματος Dewey. ’Έργο έπίπονο καί δύσκολο αύτή ή προσπάθεια τών έλλήνων βιβλιοθηκάριων, άν άναλογιστεΐ κανείς δτι γί­ νεται μέ πρωτοβουλία δική τους καί χωρίς καμιά κρατική ένίσχυση.

Τί λένε οί άριθμοί ’ Ενδιαφέροντα στοιχεία παρουσιάζει ή έκδοτική κίνηση του 1978, δπως προκύπτει άπό τά Βιβλιογραφικά Δελτία τού «Διαβάζω» (τεύχη 11-17). Πρίν δμως έπισημάνουμε αύτά τά στοι­ χεία, σάς παραθέτουμε πίνακα τών διαφόρων κατηγοριών βιβλίων πού προτίμησαν νά έκδώσουν κατά τά τρία τελευταία χρόνια οί έλληνες έκδοτες, μαζί μέ τήν ποσοστιαία συμμετοχή αύτών τών κατηγοριών στή συνολική βιβλιοπαραγωγή κάθε χρόνου. Ιδ ού , λοιπόν, τί λένε οί άριθμοί: Κατηγορία 1976 1977 1978 1,4 Γενικά έργα 1,6 1,0 Φιλοσοφία 4,4 5,8 4,5 2,3 Ψυχολογία 1,9 Θρησκεία 3,2 2,3 3,1 18,4 Κοινωνικές έπιστήμες 23,0 21,3 1,8 1,5 Γλώσσα Φυσικές καί θετικές έπιστήμες 2,6 2,3 1,9 Τέχνες 2,6 2,4 Λογοτεχνία 40,8 43,8 51,3 1,3 Γεωγραφία — Ταξίδια 2,0 1,6 15,8 11,7 'Ιστορία 13,9 0,7 ’Αθλητισμός, χιούμορ κλπ. 0,8 1,0 ΣΥΝΟΛΟ 100,0 100,0 100,0 ’Από μιά πρώτη ματιά, έκεινο πού έντυπωσιάζει είναι ή μεγάλη άνοδος των λογοτεχνικών έκδό-

Διαβάστε το Ή συνεχής άνοδος του κόστους έκδοσης του περιοδικού, πού όφείλεται στις άλλεπάλληλες αύξήσεις τών έξόδων παραγωγής του (στοιχειοθε­ σία, έκτύπωαη, βιβλιοδεσία, άγορά χαρτιού κλπ.), δέν μάς έπιτρέπει, παρά τήν άντίθετη θέλησή μας, νά διατηρήσουμε τή σημερινή τιμή τού τεύχους, πού Ισχύει άπό τόν 'Ιούλιο τού 1977. "Ετσι, άπό τό έπόμενο τεύχος (άριθμ. 19) τό «Διαβάζω» θά πουλιέται 80 δραχμές. Παράλληλα δμως, όσοι άπό τούς άναγνώστες μας θέλουν, μπορούν νά τό άγοράζουν πολύ φθηνότερα, σχε­

14

σεων, ή πτώση τών ιστορικών μελετών, οί μειώ­ σεις τών βιβλίων φιλοσοφίας, θρησκείας, γλώσ­ σας καί κοινωνικών έπιστημών, άλλά καί ή μικρή αύξηση τών βιβλίων γιά τούς φιλότε­ χνους. Οί ύπόλοιπες αύξομειώσεις τών γενικών κατηγοριών είναι άσήμαντες. ’Αντίθετα, τό ένδιαφέρον βρίσκεται στίς ύποκατηγορίες. ’Έτσι, ένώ τό 1976 είχαν κυκλοφο­ ρήσει 173 τίτλοι πολιτικής καί πρόπερσι 150, τό 1978 έκδόθηκαν μόλις 66! ’Επίσης, έ νώ τό 1977 είχαν έκδοθεΐ 10 βιβλία λαογραφίας, τό 1978 κυκλοφόρησαν 29 σχετικά βιβλία. Στό χώρο τής φιλοσοφίας, ένώ ή γενική κατη­ γορία «φιλοσοφία» έμφανίζει μείωση, ή υποκα­ τηγορία τών βιβλίων άποκρυφισμού καί παρα­ ψυχολογίας έμφανίζει σταθερή άνοδο (9 τίτλοι τό 1976, 17 τό 1977, 21 τό 1978). Τά καινούρια παιδικά βιβλία ύπερδιπλασιάστηκαν σέ σχέση μέ τό 1977 (94 τίτλοι πέρυσι, 45 πρόπερσι). 'Η πεζογραφία συνέχισε τήν άνοδική πορεία της (235 έργα τό 1976, 275 τό 1977,305 τό 1978) καί ή ποίηση τή δική της ... καθοδική (261 συλλογές τό 1977, 226 τό 1978). ’Ά ς σημειωθεί έδώ, δτι γιά δεύτερη συνεχή χρονιά, ή πεζογραφία κατέχει τήν πρώτη θέση στίς προτιμήσεις τών έκδοτών λογοτεχνίας. Τά βιβλία γιά τή μουσική τριπλασιάστηκαν (4 τό 1977, 12 τό 1978), τά βιβλία γιά τή ζωγραφική, τή γλυπτική καί τή χαρακτική σχεδόν διπλασιά­ στηκαν (13 τό 1977, 22 τό 1978), ένώ μειώθηκαν σημαντικά τά βιβλία γιά τήν άρχιτεκτονική (άπό 11 σέ 5), τά βιβλία-ντοκουμέντα, οί «μαρτυρί­ ες» δηλαδή (άπό 57 σέ 22), οί νομικές μελέτες (άπό 37 σέ 24) καί οί ιατρικές (άπό 21 σέ 10). Τέλος, είχαμε καί πάλι μιά σημαντική αύξηση τών μεταφράσεων, οί όποιες τό 1976 άντιπροσωπεύουν τό 20,2% τού συνόλου τών έκδόσεων τής χρονιάς έκείνης, τό 1977 τό 24,6% καί τό 1978 τό 28,6%. (Στήν κατηγορία αύτή υπά­ γονται καί τά μεταφρασμένα άρχαϊα έλληνικά καί λατινικά κείμενα). δόν μέ τήν παλιά του τιμή- άρκεϊ νά γραφτούν συνδρομητές. (Περισσότερες πληροφορίες, κα­ θώς καί μιά προσφορά μας πρός τό σπουδαστικό κόσμο τής χώρας, θά βρείτε στό έπόμενο τεύχος). ’Ελπίζουμε ότι οί φίλοι άναγνώστες μας θά κατανοήσουν τήν αύξηση αύτή καί θά αυνεχίαουν, έστω καί μέ οικονομική δυσκολία, νά ύποστηρίζουν τήν προσπάθεια του «Διαβάζω» καί νά τό διαδίδουν καί ατούς φίλους τους. Τό «Διαβάζω», μόνο καί άνεξάρτητο άπό δε­ σμεύσεις καί σκοπιμότητες, μόλις τώρα άρχίζει τήν ούσιαστική πορεία του. Άλλά χωρίς τή συνερ­ γασία, τή συμπαράσταση καί τήν ύποστήριξη τών άναγνωστών του είναι άδ ύ ν α τ ο νά προχω-


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΕΡΤ, ΥΕΝΕΔ καί βιβλίο Ό λ ο καί περισσότερο οί παράγοντες τού βιβλί­ ου (συγγραφείς, εκδότες κλπ.) ύποστηρίζουν τήν άνάγκη γιά τήν προβολή καί διάδοση των συγγραφέων καί του έργου τους άπό τά μέσα μαζικής ένημέρωσης καί κυρίως άπό τήν τηλε­ όραση καί τούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Καί ή μέν τηλεόραση, εκτός άπό δυό φορές τή βδομάδα (ή ΕΡΤ κάθε Τρίτη στις 6.45 μ.μ. μέ τήν «Επιλογή» καί ή ΥΕΝΕΔ κάθε Κυριακή στις 10.45 μ.μ. μέ τήν έκπομπή «Ό κόσμος τού πνεύματος»), δέν δείχνει νά τήν πολυνοιάζει τό θέμα τού βιβλίου, τό ραδιόφωνο, καί Ιδιαίτε­ ρα τό Πρώτο καί τό Τρίτο πρόγραμμα, έχουν άφιερώσει ένα μέρος άπό τό πρόγραμμά τους στό ταλαιπωρημένο έλληνικό βιβλίο. Τό Πρώτο πρόγραμμα, σέ σύνολο 128 ώρών έκπομπής τήν έβδομάδα, άφιερώνει 3.30 στό βιβλίο (ποσοστό 2%). Δύο φορές τήν έβδομά­ δα, κάθε Τρίτη καί Παρασκευή, μεταδίδει άποσπάσματα άπό έλληνικά βιβλία. Υ πάρχουν έπίσης έκπομπές γιά τό ξένο βιβλίο (Τετάρτη), τό έλληνικό βιβλίο (Δευτέρα) καί γιά παιδικά βι­ βλία, κυρίως παραμύθια. Τό πρόγραμμα τού Δεύτερου είναι πολύ φτω­ χό. Μόνο μισή ώρα τήν έβδομάδα γιά τό βιβλίο, σέ σύνολο έκπομπών 126 ώρών (ποσοστό 0,04%). Πρόκειται γιά τήν έκπομπή «Τρίτη βρά­ δυ μέ ποίηση», πού μεταδίδεται κάθε Τρίτη στις 8.30 μ.μ. Τό Τρίτο πρόγραμμα μέ τά πρωινά καί βραδινά πεντάλεπτα πού άφιερώνει στούς έλληνες πεζογράφους καί ποιητές συμβάλλει ικανοποιητι­ κά στή γνωριμία τού άκροατή μέ τόν έλληνα λογοτέχνη. ’ Επίσης, κάθε Δευτέρα καί Παρα­ σκευή στίς 11.05 π.μ. άπό τήν έκπομπή «Καθη­ μερινά» παρουσιάζονται οί νέες έκδόσεις. ’Έτσι, σέ σύνολο προγράμματος 78 ώρών τή βδομάδα, τά πεντάλεπτα τού βιβλίου καλύ­ πτουν 2.15 ώρες (ποσοστό 5%). ’Αλλά καί ό σταθμός τής ΥΕΝΕΔ άφιερώνει κάθε μέρα μισή ώρα γιά τό βιβλίο, μέ τήν καθιερωμένη έκπομπή «Λογοτεχνικές σελί­ δες», πού μεταδίδεται κάθε βράδυ στίς 10.40 μ.μ. Ή ΥΕΝΕΔ έκπέμπει 138 ώρες τήν έβδομά­ δα καί οί έκπομπές βιβλίου καλύπτουν 2.30 ώρες (ποσοστό 1,8%).

’Επέτειοι 1979 'Η «Φιλολογική Καθημερινή» έκανε τόν κόπο νά ψάξει στά κιτάπια της καί νά μάς θυμίσει τίς φωτινές λογοτεχνικές έπετείους. Γιά χάρη τών άναγνωστών μας τίς σημειώνουμε καί μεϊς. Τό 1979, λοιπόν, συμπληρώνονται: 150 χρόνια άπό τό θάνατο τού ’Αθανασίου

Ψαλίδα. 125 χρόνια άπό τή γέννηση τού Κωνσταντίνου Σκόκου καί 50 άπό τό θάνατό του. 100 χρόνια άπό τή γέννηση τού Λάμπρου Πορφύρα. 100 χρόνια άπό τή γέννηση τού Πέτρου Βλαστού. 75 χρόνια άπό τό θάνατο τού ’ Εμμανουήλ Ροΐδη. 75 χρόνια άπό τή γέννηση τού Ή λία Βενέζη. 75 χρόνια άπό τή γέννηση τού Γιάννη Μπεράτη. 50 χρόνια άπό τό θάνατο τού ’Αλέξανδρου Μωραϊτίδη. 10 χρόνια άπό τό θάνατο τού Στράτη Μυριβήλη. 5 χρόνια άπό τό θάνατο τού Κώστα Βάρναλη. 5 χρόνια άπό τό θάνατο τού Κοσμά Πολίτη.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ Τό «Μακεδονικό Θέατρο» τής Βέροιας προκηρύσσει διαγωνισμό συγγραφής θεατρικών έργων γιά παιδιά καί γιά μεγάλους, μέ ελεύθερο θέμα. Άπό τά έργα, πού δέν θά πρέπει νά είναι μονόπρακτα, θά βραβευ­ τούν τρία άπό κάθε κατηγορία. Τά δύο πρώτα άπό κάθε κατηγορία θά παρουσιαστούν άπό τό «Μακεδο­ νικό Θέατρο» καί τά τρίτα θά πάρουν έπαινο καί τό συμβολικό ποσό τών 10.000 δραχμών. Γιά περισσότε­ ρες πληροφορίες άποταθεϊτε στή διεύθυνση: Μακε­ δονικό θέατρο, Βέροια. • Ή Στέγη Καλών Τεχνών καί Γραμμάτων προκηρύσσει διαγωνισμό πεζού λόγου (διηγήματος ή νουβέλας). Τά έργα τών διαγωνιζόμενων θά πρέπει νά είναι άνέκδοτα καί άπό 80 ώς 100 σελίδες. Τά βραβεία είναι 60.000, 40.000 καί 30.000 δραχμές. Ή προθεσμία ύποβολής τών έργων λήγει στίς 31 Μαΐου. Γιά συμμετοχές καί πληροφορίες άποταθεϊτε στά γραφεία τής Στέγης: Μητροπόλεως 38, ’Αθήνα, τηλ. 3232-979. • Στίς άρχαιρεσίες γιά τήν άνάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου τής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, έκλέχτηκαν, κατά σειρά έπιτυχίας, οί έξής: Φαίδρα Ζαμπουλά-Παγουλάτου, Ζήσης Σκάρος, Γεράσιμος Γρηγόρης, Στέλιος Γεράνης, Γιάννης Φάτσης, Πέτρος Στεντζής, Έφη Πλιάτικα-Πατζίκου, Βασίλης Μεσολογγίτης καί Θανάσης Διαμαντόπουλος. • Ή 'Εταιρία Κεφαλληνιακών 'Ιστορικών ’Ερευνών προ­ κηρύσσει διαγωνισμό ιστορικής μελέτης άπό τή νεό­ τερη κεφαλληνιακή ιστορία μέ χρηματικό έπαθλο 15.000 δραχμών, έπ’ όνόματι «Διονυσίου καί Νανάς Δρακονταειδή». (Τά χρήματα γιά τή βράβευση είναι προσφορά τού κ. Φίλιππου Δρακονταειδή, στή μνήμη τών γονέων του). Τελευταία ήμερομηνία ύποβολής όρίζεται ή 31 ’Ιουλίου. Περισσότερες λεπτομέρειες γιά τούς δρους τού διαγωνισμού θά μάθετε άπό τήν 'Εταιρία Κεφαλληνιακών 'Ιστορικών ’Ερευνών, στό ’Αργοστόλι.

15


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

Τό ιταλικό βιβλίο άνά τόν κόσμο ΡΩΜΗ, Φεβρουάριος. Στήν πρώτη μου άνταπόκριση άπό τήν πρωτεύουσα τής ’ Ιταλικής Δ ημο­ κρατίας θά άσχοληθώ μέ τίς περιπέτειες καί περιπλανήσεις τού ιταλικού βιβλίου, καί συγκε­ κριμένα τού ιταλικού πεζογραφήματος, πέρα άπό τά σύνορα. Καί θά προσπαθήσω νά σάς δώσω ένα σύντομο πανόραμα τών συγγραφέων έκείνων πού κατόρθωσαν νά διαβαστούν καί άπό μή ’Ιταλούς. Μιλώντας δμως γιά τήν ιταλική πεζογραφία, τίθεται άμέσως τό ερώτημα κατά πόσο ξεφεύ­ γει άπό τά γεωγραφικά δρια καί έχει τήν τύχη νά μεταφραστεί καί νά διαβαστεί, όπως γίνεται μέ τήν πεζογραφία άλλων χωρών (άμερικάνικη, γαλλική, άγγλική, γερμανική). Στίς παραπάνω χώρες, οί μεταφρασμένοι ίταλοί πεζογράφοι μετροϋνται στά δάχτυλα σέ σύγκριση μέ τούς συναδέλφους τους πού κυκλοφορούν στήν ιταλική άγορά. Μπαίνοντας στό δικό μας γεωγραφικό χώρο δέν μπορούμε νά μιλήσουμε γιά έλληνικό άναγνωστικό κοινό ίταλών μελετητών. Λίγα, πολύ λίγα, τά βιβλία πού είδαν τό φώς τής μετάφρα­ σης, τή βιτρίνα τών βιβλιοπωλείων καί — αύτό είναι τό σπουδαιότερο — πού διαβάστηκαν άπ’ τούς “ Ελληνες. ’Ά ν έξαιρέσουμε τούς κλασι­ κούς Pirandello (Πιραντέλλο), Benedetto Croce (Μπενεντέτο Κρότσε), D’Annunzio (Ντ’Ά νο ύντσιο) καί σέ μιά δεύτερη ματιά τόν Moravia (Μοράβια), δέν μπορούμε παρά νά ψάξουμε γιά «ψύλλο στ’ άχυρα» άν θέλουμε νά κάνουμε μιά μικρή λίστα ίταλών συγγραφέων (μιλάμε γιά πεζογράφους) πού μεταφράστηκαν στή «δύσ­ κολη» γλώσσα μας. “ Ας ρίξουμε μιά ματιά ατούς πιό μεταφρα­ σμένους ίταλούς πεζογράφους πού ’χαν τήν τύχη νά διαβαστούν στήν Εύρώπη, τήν ’Αφρική ή άλλού. Ό Άλμπέρτο Μοράβια (Alberto Moravia) κα­ τέχει τά πρωτεία στίς άγορές τής ’Αμερικής, Γαλλίας, Γερμανίας, ’Αγγλίας. «‘ Η Ρομάνα» άπ’ τά πιό γνωστά, του έργα — βγήκε σέ 35.000 άντίτυπα στήν ’Αμερική καί 25.000 στήν ’Αγγλία (έκδόσεις Hardcover). Στή Γαλλία ξεπέρασε τό μέσο δρο τών 40.000 άντιτύπων πού κατέχει ό Moravia. ’Έ χει μεταφραστεί σέ 33 γλώσσες, άνάμεσα στίς όποιες καί 5 ινδιάνικες διάλεκτοι γιά τό πιό γνωστό του έργο «‘ Η τσιοτσάρα»' (La ciociara). Σέ 25 γλώσσες «Ή πλήξη» (La noia)

16

καί σέ λιγότερες «Οί άδιάφοροι» (Gli indiffe­ rent!) Ή Ό ριάνα Φαλάτσι (Oriana Fallaci) είχε μιά ξεχωριστή τύχη μέ τό «Γράμμα σ’ ένα άγέννητο μωρό»2 (Lettera a un bambino mai nato»), πού μεταφράστηκε σέ 20 περίπ ου γλώσσες. “ Ενα άπό τά πιό σπάνια βιβλία πού έτυχαν μιας μεγάλης διεθνούς επιτυχίας. Οί γλώσσες πού μεταφράστηκε: άμερικάνικα, άγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, δανέζικα, βουλγάρικα, έλληνικά, νορβηγικά, όλλανδικά, πορτογαλικά, ισπανικά, σερβοκροάτικα, ούγγρικά, τούρκικα, έβραϊκά, φιλανδικά, σλοβάκικα καί γιαπωνέζικα. ’ Ιδιαίτε­ ρη έπιτυχία είχε στήν ’Αμερική, Γαλλία, Γερ­ μανία. Ή "Ελσα Μοράντε (Elsa Morante) έγινε γνω­ στή στό έξωτερικό μέ τό «Ή ιστορία». Στή Γαλλία πουλήθηκαν 75.000 άντίτυπα καί στήν ’Αμερική μόνο 20.000. Ό Πάολο Βολπόνι (Paolo Volponi) μέ τό «Μνημόνιο» (Memoriale) καί «Ή παγκόσμια μη­ χανή» (La m acchina mondiale) μεταφράστηκε σέ 13 γλώσσες γιά τό πρώτο καί 9 γιά τό δεύτερο. Ό Κάρλο Έ μίλιο Γκάντα (Carlo Emilio Gadda) μέ τό «Κείνη ή βρώμικη ύπόθεση στήν όδό Μερουλάνα» (Quer pasticciaccio brutto de via Merulana), ένα άπό τά πιό ζηλευτά έπιτεύγματα τού ιταλικού μυθιστορήματος τού «900» δέ βρήκε τήν τύχη πού άξιζε στό έξωτερικό άκόμα κι άν πάρουμε ύπόψη τίς μεταφραστικές δυσ­ κολίες. Μεταφράστηκε στή Γαλλία, ’Αγγλία, ’Αμερική, Γερμανία, ’Ισπανία, Ρουμανία, Γιουγ­ κοσλαβία, Τσεχοσλοβακία καί ’ Ιαπωνία. ’Ίσως είναι καιρός νά προστεθεί καί ή Ε λλάδα. Ποιοι θά φροντίσουν; Ή Νατάλια Γκίνσμπουργκ (Natalia Ginzburg) μέ τό «’Αγαπητέ Μιχάλη» (Caro Michele) μετα­ φράστηκε στίς κυριότερες χώρες (στά έλληνι­ κά έτοιμάζεται άπ’ τίς έκδόσεις Όδυσσέας), άλλά χωρίς μεγάλη άπήχηση. Ό Παρίζε Γκοφρέντο (Parise Goffredo) έγινε γνωστός μέ τό πιό μεταφρασμένο του έργο «Ό ώραΐος παπάς» (II prete bello), πού είδε 13 μεταφράσεις. Ό Μ πεβιλάκουα Άλμπέρτο (Alberto Bevilacqua) καί τά ρομάντζα του μεταφράστηκαν ιδιαίτερα στή Γαλλία, ’Ισπανία καί Γερμανία. ’Απ’ τά πιό έμπνευσμένα του έργα τό «Ή


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ Χαλιφά» (La califfa). ’Αξιοσημείωτα επίσης εί­ ναι: «Αύτό τό είδος άγάπης» (Questa specie d ’ amore), τιμημένο μέ τό βραβείο Καμπιέλλο τό 1966, «Μυστηριώδες ταξίδι» (Viaggio misterioso), «Τό μάτι τού γάτου» (L’ occhio del gatto), βραβείο Στρέγκα τό 1968. Ό Ίνιάτσιο JM dve(lgnazio Silone), αύτοεξόριστος γιά πολλά χρόνια, είχε τήν ξεχωριστή μοίρα νά διαβαστεί πρώτα άπ’ τό ξένο άναγνωστικό κοινό κι έπειτα νά περάσει τά σύνορα τής πατρίδας του. Τό έργο τής ζωής του παραμένει τό «Ή περιπέτεια ένός φτωχού χριστιανού» (L’ avventura di un povero cristiano). Γι’ αύτό του τό έργο τιμήθηκε μέ τό βραβείο Καμπιέλλο (Campiello) καί τό βραβείο Μαρτσότο (Marzotto) τό 1968. Ό Άντρέα Μαγιόρκι (Andrea Majorchi) άποτελεΐ μιά εύχάριστη έκπληξη. Οί ιστορίες τού συγγραφέα-γιατροΰ λαμβάνουν χώρα ατούς διαδρόμους κάποιου νοσοκομείου. Τά έργα του «Ή ζωή τού χειρούργου (La vita di chirurgo), «Νυστέρια καί ψαλίδια» (Bisturi e forbici), «Βάρδια στό θεραπευτήριο» (Veglia in casa di cura) μεταφράστηκαν 16 φορές τό πρώτο, 7 τό δεύτερο καί 6 τό τρίτο. Ό Τζιουζέπε Τομάζι (Giuseppe Tomasi): «Ό γατόπαρδος» (II Gattopardo), αύτό τό «έξαίσιο λογοτεχνικό γεγονός» στά τέλη τού «’50», βρή­ κε μοναδική έπιτυχία. Μεταφράστηκε σέ 25 γλώσσες καί είχε ύψηλές πωλήσεις σέ πολλές χώρες όπως ή ’Αμερική, μέ 100.000 άντίτυπα, ή ’Αγγλία, μέ 327.000, ή Γαλλία μέ 400.000 μέχρι τό 1973. Ό Ντίνο Μπουτσάτι (Dino Buzzati) κατάφερε πάντα — τουλάχιστο στή Γαλλία — νά πάει πιό πέρα άπό μιά άπλή καί μόνο έπιτυχία. Τό πιό γνωστό του έργο, «Ή έρημος τών Ταρτάρων» (II deserto dei tartari), ξανατυπώνεται σέ βιβλία τσέπης. Πρωτοδημοσιεύτηκε τό 1940. ’Έγινε γνωστό σ’ δλο τόν κόσμο ύποβοηθούμενο κι άπ’ τό πρόσφατο ομώνυμο φιλμ τού Βαλέριο Τζουρλίνι τό 1976. Τό «II deserto dei tartari» κατατάσσεται στά κλασικά έργα τής λογοτεχνι­ κής φαντασίας. Ή τύχη του — ώς μετάφρασης — οφείλεται σέ μεγάλο ποσοστό καί στήν «υιοθέτηση» πού τού έπιφύλαξαν οί Γάλλοι, οί όποιοι, όπως καί μέ τόν Sciascia, τόν θεωρούν περισσότερο δικό τους παρά ’ Ιταλό. Ό Γκουαρέσκι (Guareschi). Τό έργο του «Ντόν Καμίλλο» (Don Camilio) έγινε best-seller μέ ιδιαίτερη άπήχηση στό ξένο άναγνωστικό κοινό, πού μέ τά δικά του μάτια ξεχώρισε καί άναγνώρισε μέσα στό έργο τήν άσχημη εικόνα τής ιταλικής ζωής τού μεταπολέμου. Στήν ’Αμερική πουλήθηκαν 109.000 άντίτυπα, στή Γαλλία 1.170.000, στήν ’Αγγλία 98.000 καί στή Γερμανία 757.000.

Ό Γκαβίνο Λέντα (Gavino Ledda) μέ τήν πρόσφατη έπιτυχία του «Πατέρας-Άφεντικό» (Padre padrone) έτυχε 9 μεταφράσεων καί πού­ λησε 130.000 άντίτυπα στή Γαλλία μόνο σ’ ένα χρόνο. Βοηθήθηκε σίγουρα κι άπ’ τό όμώνυμο φίλμ, γυρισμένο άπ’ τούς άδελφούς Ταβιάνι. «Padre padrone» είναι μιά αύτοβιογραφία τού καθηγητή τής γλωσσολογίας Ledda. Οί συγγραφείς Σαβίνιο, (Savinio) Μπρανκάτι (Brancati), Φενόλιο (Fenoglio), έχουν πέσει στή λήθη τών ξένων έκδοτικών οίκων. Οί Παβέζε (Pavese), Βιτορίνι (Vittorini), Πιοβένε (Piovene), Παζολίνι (Pasolini), Φλαϊάνο (Flaiano), μεταφράστηκαν στις πιό διαδεδομέ­ νες γλώσσες καί διαβάζονται άπό μιά elite. 'Έ να είδος πού τραβάει τούς ξένους έκδο­ τες έχει άρχίσει νά γίνεται τό ιταλικό άστυνομικό μυθιστόρημα. Π.χ. «Ή ματσέττα»3 (La mazzetta) τού Ά τίλιο Βεράλντι (Attilio Veraldi) μεταφράστηκε στήν ’Αμερική, ’Αγγλία, Γερμα­ νία, Γαλλία, ’Ισπανία καί ’ Ιαπωνία. ’ Επίσης «Ή γυναίκα τής Κυριακής» (La donna della domenica) τών Φρουτέρο-Λουτσεντίνι (FrutteroLucentini) μεταφράστηκε στίς κυριότερες

17


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ γλώσσες, μέ ύψηλές πωλήσεις ιδιαίτερα στή Γερμανία. Τελειώνοντας, θέλω νά έπισημάνω, δτι γιά τή μετάφραση μερικών τίτλων έχω κάποιες έπιφυλάξεις, μιά καί δυσκολίες παρουσιάζουν (κάποτε δέν μπορούν νά μεταφραστούν κάν) καί άγνοώ μέ ποιό τίτλο κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα. ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΑΜΒΑΚΙΝΟΣ Σημειώσεις: 1. Τσιοτσάρα: Ή κάτοικος τής ΤσιοτσαρΙα (Ciociaria) περιοχή ατά νότια τοΰ Λάτσιο (Lazio). 2. «Γράμμα σ’ ένα άγέννητο μωρό» είναι ή κυριολεχτική μετάφραση τοΰ τίτλου. Τό σημειώνω γιατί δέν έχω ύπ’ δψη μου πώς έχει μεταφραστεί καί κυκλοφο­ ρήσει στήν Ελλάδα. 3. Ματσέττα: Δέσμη χαρτονομισμάτων τής αυτής άξίας πού δίδεται στόν μεσάζοντα γιά μιά τελειωμένη

ριο βιβλίο τού γάλλου σοσιαλιστή ήγέτη Φρανσουά Μιττεράν «ΊΗ μέλισσα καί ό άρχιτέκτονας», πού βασικά είναι μιά συλλογή άρθρων πού έγραψε ό Φ. Μιττεράν γιά τό έβδομαδιαΐο όργανο τών σοσιαλιστών, τήν «Unite», άπό τό 1975 ώς τό 1978, γράφει: «Τό βιβλίο θά διαβαστεί κυρίως γιά τό πολιτικό του περιεχόμενο καί ειδικότερα γιά τίς άπόψεις τού Μιττεράν σχετικά μέ τήν άλλαγή τής κομμουνιστικής στρατηγικής, πού σημάδεψε έκείνη τήν περίοδο καί πού, κατά πάσα πιθανό­ τητα, εύθύνεται γιά τήν ήττα σοσιαλιστών καί κομμουνιστών στίς έκλογές τού Μαρτίου τού

Τό βιβλίο στόν κόσμο ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, Φεβρουάριος. Οί ’Α μερικανοί πάν­ τοτε τρελαίνονταν μέ τά περίεργα. 'Έτσι, δέν πρέπει νά προξενεί έντύπωση τό γεγονός δτι αύτό τόν καιρό τό βιβλίο πού γίνεται άνάρπαστο, τό όγκώδες «The book of lists* τών Ντέιβιντ Βαλλεσίνσκι, Ί ρ β ιν γ κ Ούάλλας καί 'Έ μυ Ούάλλας, προκαλεϊ καί ταυτόχρονα ικανοποιεί τήν περιέργεια τών έκατοντάδων χιλιάδων άγοραστών του. Κι αύτό, γιατί άπαντά στά ποικίλα, λιγότερο fj περισσότερο ένδιαφέροντα, έρωτήματα πού θέτουν οί ίδ ιο ι οί συγγραφείς, ύποψιαζόμενοι τις επιθυμίες τού άναγνωστικού κοινού. Καί νά τί μπορεί νά βρει κανείς σ ’ αύτό τό βιβλίο: Πρώτο στά μπέστ-σέλερ δλων τών έποχών έρ­ χεται ή Βίβλος μέ δυόμισ ι δισεκατομμύρια άντίτυπα σ ’ δλο τόν κόσμο καί δεύτερο τό «Κόκκινο Βιβλίο» τού Μάο μέ όκτακόσια έκατομμύρια άντίτυπα. ΊΗ άξια ένός αύτόγραφου τού Ίούλιου Καίσαρα είναι σήμερα δύο έκατομμύρια δολλάρια, τού Ούίλλιαμ Σαίξπηρ ένάμισυ έκατομμύριο, τού Χριστόφορου Κολόμβου πεντακόσιες χιλιάδες καί τού Καρλομάγνου έβδομήντα πέντε χιλιά­ δες. ΤΗ πιό πολυσύλλαβη λέξη είναι έλληνική, βρί­ σκεται στίς «Έκκλησιάζουσες» τού ’Αριστοφά­ νη καί άποτελεϊται άπό 182 γράμματα (άλήθεια, ποιά νά ’ναι άραγε;)

’Εντούτοις ύπάρχει καί κάτι περισσότερο. Ή έκταση τών ένδιαφερόντων τού Μιττεράν είναι τόσο πλατιά δσο καί ό κατάλογος τών γνωριμ ι­ ών του, πού περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, όνόματα δπως τού Φιντέλ Κάστρο, τού Μίκη ©εοδωράκη καί τού Γκύντερ Γκράς. Αύτό άκριβώς τό στοιχείο κάνει τό βιβλίο μιά διανοητική απόλαυση σπάνια στό είδος της. Παραμένει ώστόσο άποκλεισ τικά διανοητική. Οί σοσιαλιστικές πεποιθήσεις τού Μιττεράν, τό ενδιαφέρον του γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη καί ή αίσ θησή του τής κοινωνικής όργής περ­ νάνε έντονα σέ κάθε σχεδόν σελίδα τού βιβλί­ ου του. ’Αλλά περνάνε μέ έλάχιστη αίσθηση άνθρώπινης ζεστασιάς. Καί τό άποτέλεσμα εί­ ναι άνησυχητικό, άκόμη κι άν ρίχνεται κάποιο φώς στό αίνιγμα πού λέγεται Φρανσουά Μιττεράν.

ΛΟΝΔΙΝΟ, Φεβρουάριος. Τό γνωστό περιο δικό «The Economist», παρουσιάζοντας τό καινού­

ΠΑΡΙΣΙ, Φεβρουάριος. Ό έρωτας άνάμεσα σέ νέους άνδρες καί άγόρια είναι ένα άπό τά

18

Φρανσουά Μιττεράν


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ γνωστά θέματα τής λογοτεχνίας καί των εικα­ στικών τεχνών, άπό τήν έλληνική άρχαιότητα ώς τόν Burroughs, περνώντας άπό τόν Σαίξπηρ, τόν Ούίτμαν καί τόν Ούάιλντ. Μετά άπό μιά μεγάλη περίο δο ύποκρισίας, όλοι δεχόμα­ στε σήμερα, δτι ό Βωτρέν άγαποϋσε τόν Ρυμπαμπρέ καί δτι ή Ά λμπερτίν τού Προύστ ήταν άνδρας. Ή Σεσίλ Μπερντελέ, ειδική στήν κινέζικη καί ινδική τέχνη, άποφάσισε νά παρακολουθήσει τό θέμα σ ’ δλη τήν ιστορική του έξέλιξη. ’Έτσι, σ’ ένα υπέροχο άλμπουμ, μέ τίτλο «'Ένας ώραϊος μικρός φιλαράκος», κατατοπιστικά κεί­ μενα, πού δείχνουν τό εύρος τής πολυμάθειας τής συγγραφέα, συνοδεύουν έξοχες φωτογρα­ φίες πινάκων, σχεδίων καί γλυπτών, πού άφοροΰν τό θέμα. Μπορεί λοιπόν νά μελετήσει κάποιος τόν όμοφυλόφιλο άνδρικό έρωτα στήν ιστορική του πορεία, χωρίς νά ’ναι ύποχρεωμένος, δπως παλιά, νά μεταφράζει άπό τά λατινικά ή τά άρχαϊα έλληνικά. 'Η Μπερντελέ κατόρθωσε νά δώσει ένα σύνολο μέ τρομερό ένδιαφέρον καί τού όποιου τήν ποιότητα δέν μπορεί κανείς νά άμφισβητήσει.

ΡΩΜΗ, Φεβρουάριος. Σύμφωνα μέ τά στοιχεία τών γνωστότερων περιοδικών, τά βιβλία πού διάβασαν περισσότερο οί ’ Ιταλοί τό 1978 (ή άπλώς άγόρασαν) είναι τά έξής: Τά πεζογραφήματα «Ρίζες» τού Χάλεϋ ή «’Εν­ δόμυχη ζωή» τού Άλμπέρτο Μοράβια, τό «Μιά σκανδαλιάρα νιότη» τού Μπεβιλάκουα, ή «Δό­ ξα» τού Μπέρτο, τά «Πουλιά τών βάτων» τού Μάκ Κόλλαφ, τό «'Ένας βωμός γιά τή μητέρα τού Καμόν» κ. ά. Τά δοκίμια «'Η Τέχνη τής άγάπης» τού ’Έ ριχ Φρόμ, «Τό Κ.Κ.Ι.: Τί πρέπει νά κάνει;» τού Σπινέλλι, «Ή τρομοκρατία στήν ’Ιταλία» τού Τζιόρτζιο Μπόκα, ή «Υπόθεση Μόρο» τού Σιάσια, τό «Η μερολόγιο μιας γυναίκας» τού Ά λ ε ράμο κ. ά. ’Αγοράστηκαν, έπίσης, τό «Βιβλίο τής φωτο­ γραφίας» τού Φάινινγκερ, ή «Ιστορία τού κό­ σμου σέ 200 γελοιογραφίες» τού Μόσκα, τό «Μ’ άγαπάς;» τού Λαίνγκ, ή «Ιστορία τής ’ Ιταλίας» τού Κιαπόρι κ. ά.

>:ir< 19


ΤΑ ΠΑΛΙΑ

01 περιπέτειες μιας σατιρικής έφημερίδας τής Κωνσταντινούπολης ΟΙ τελευταίες δεκαετίες του προηγουμένου αιώνα, όπως καί οί πρώτες τοϋ εικοστού, άποτελοϋν μιά περίο δο άκμης των σατιρικών εντύ­ πων. Ό καυστικός έλεγχος καί ή διακωμώδηση της πολιτικής, κοινωνικής καί φιλολογικής έπικαιρότητας πραγματοποιείται μέσα άπ' τίς, έμ­ πειρες συνήθως, στήλες των περιοδικών καί έφημερίδων, πού φαίνεται ότι διαβάζονται μέ άδιάπτωτο ένδιαφέρον άπό τό κοινό τής επο­ χής. Βραχύβια φύλλα, μά καί περιοδικά πανελ­ λήνιας φήμης καί άκτινοβολίας, σατιρίζουν όλα τά περιστατικά τής καθημερινής, έλληνικής καί διεθνούς, έπικαιρότητας, καί άποτελούν σήμε­ ρα πολύτιμα τεκμήρια γιά τόν έρευνητή, πού μπορεί νά άκούσει τόν παλμό των γεγονότων. (Ειδικά γιά τήν πολιτική γελοιογραφία, διαθέ­ τουμε τό εύσύνοπτο έργο τού Δημ. Σαπρανίδη, «‘Ιστορία τής πολιτικής γελοιογραφίας στήν Ελλάδα», έκδ. Παπαζήση 1974, α' τόμος, πού καλύπτει τό διάστημα μέχρι τό 1909). Ή έκδοτική πλημμύρα σατιρικών έντύπων δέν έξαντλεΐται στόν κυρίως έλλαδικό χώρο, άλλά άνθεί καί στά κέντρα τοϋ περιφερειακού έλληνισμοϋ (’Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη κ. ά.) Τό «Εμπρός» — Σατιρικόν - Μεφιστο­ φελικόν, κατά τόν ύπότιτλό του κυκλοφορεί στήν Κωνσταντινούπολη (1908-1915) καί αύτοχαρακτηρίζεται «έφημερίς πολιτικής καί φιλο­ λογικής σάτιρας, έκδιδομένη καθ’ έβδομάδα». Πέρα άπό τό γενικό ένδιαφέρον πού παρουσιά­ ζει σάν έντυπο τού ζωντανού έλληνικοϋ στοι­ χείου τής Πόλης, στις άρχές τοϋ αιώ να μας, έχει καί μιά πολυκύμαντη ιστορία, μέ συνεχείς άλλαγές στόν τίτλο του, χωρίς νά παρεκκλίνει άπό τίς σατιρικές του άρχές, άπλώς καί μόνο γιά νά παρακάμπτει τούς νόμους περί τύπου καί νά άγνοεϊ, ούσιαστικά, τίς άποφάσεις τών στρατοδικείων. Τό πρώτο φ ύλλο κυκλοφόρησε στίς 2 Αύγούστου 1908. «Χίλι’ έννιακόσια καί όκτώ, μη­ νάς Αύγούστου δύο / κι’ ώδίνας πάλιν τοκετού έχουν έν Φαναρίψ.» Κατά τόν ίδ ιο έμμετρο τρόπο δίνονται καί τά άλλα έκδοτικά του στοι­ χεία, σέ δλα του τά τεύχη. «Νούμερο ένα / μ ’ άχαρη πέννα», «’Έτος πρώτον άριθμοϋμεν / καί στήν Πόλη κατοικοϋμεν». Δ ιευθυντής καί έκδοτης φέρεται ό Κ. Γ. Μ ακρίδης. ’Από τό τρίτο φύλλο του (16/8/1908) ό τίτλος παύει νά

20

τυπώνεται μέ μαύρα κεφαλαία τυπογραφικά στοιχεία, καί μετατρέπεται σέ βινιέτα, δπου άναπαύεται χαμογελαστός ό Μ εφιστοφελής, καμωμένη άπό τόν ψευδώνυμο «Παπατρέχα». Ή έκδοση θά συνεχισ τεί χωρίς προβλήματα μέχρι τό 1911. Στό φύλλο 176 (17/12/1911) θά δημοσιευτεί μιά πολιτική γελοιογραφία τοϋ «Παπατρέχα», πού παρισ τάνει έναν Τούρκο νά παλουκώνεται στό «άρθρον 35». ’ Εδώ σταματά

ό πρώτος κύκλος ζωής τοϋ «’ Εμπρός». Χωρίς νά χαθεί ούτε μιά έβδομάδα, στίς 24/12/1911, θά τυπωθεί πάλι, άλλά μέ τίτλο «Κώδων». ‘ Η ίδ ια περίπου βινιέτα, μόνο πού ό Μεφιστοφελής κρατά ένα κουδούνι στό δεξί του χέρι. Ή άρίθμηση ξαναρχίζει άπό τόν άριθμό ένα. («Άρχινώ άπό τό ένα / μέ φτερά μισοσπασμένα».) Στό ίδ ιο φ ύλλο διαβάζουμε:«Παϋσις τοϋ ’ Εμπρός. Τήν παρελθοϋσαν Κυριακήν τό Γραφείον τοϋ Τύπου άπέστειλεν εις τήν διεύθυνσιν τοϋ ’ Εμπρός τό έξής έγγραφον: ’ Επειδή τά σατιρικά φ ύλλα “ Γιδ ίκ” καί “ ’ Εμπρός” έν τφ φύλλψ αύτών τής 17/12/1911 κατεχώρησαν άρθρα διεγερτικά ώς καί εικόνας άνηθίκους, τό Στρατοδικεΐον, συμφώνως τφ 6ω άρθρω τοϋ στρατιωτικού νόμου, άπεφάσισε τήν παϋσιν αύτών». Θά συνεχίσει έτσι τήν έκδοσή του γιά λίγους μήνες, ώσπου θά έχουμε νέα άλλαγή ονόματος (3/3/1912): Ό «Κώδων» μετονομάζε­ ται «’Αγών», άρχίζοντας πάλι τήν άρίθμηση άπό


ΤΑ ΠΑΛΙΑ

τήν άρχή («Ξαναρχίζω απ’ τό ένα / μέ τήν ίδ ια πάντα πέννα»). Στό έπόμενο φύλλο (12/3/1912) επανεμφανίζεται ό Μεφιστοφελής στόν τίτλο, τού «’Αγώνα» πλέον, σέ παραλλαγή τής βινιέ­ τας πού άναφέραμε πιό πάνω. Χαρακτηριστικό είναι δτι άπό τό φύλλο αύτό ή άρίθμηση, άγνοώντας δ,τι έχει μεσολαβήσει μέχρι τότε, συνεχίζει μέ τόν άριθ. 188, ύποδηλώνοντας έτσι τό ένιαιο τής έκδοσης κάτω άπό διαφορε­ τικούς τίτλους. Τόν ’Απρίλιο τού ίδιου έτους, τό φύλλο θά έπανέλθει στήν άρχική του όνομασία: «’Εμπρός». «Άρθείσης ύπό τού Στρατοδι­ κείου τής παύσεώς του, τό ’Εμπρός έπαναλαμβάνει άπό τής σήμερον τήν έκδοσιν αύτοϋ, καταβαλόν τήν έγγυοδοσίαν των 200 λιρών, τήν ύπό τών νέων διατάξεων τού περί τύπου νόμου έπιβληθεϊσαν εις τά έβδομαδιαϊα φύλ­ λα». Ή έκδοση θά συνεχιστεί μέχρι τό Γενάρη τού 1915, άριθμώντας συνολικά 328 φύλλα. Γενικά, μπορούμε νά πούμε δτι τό «’Εμ­ πρός» στάθηκε ένα παράλληλο τού «Ρωμηοϋ». Οί ήρωες τού Σουρή, οί πασίγνωστοι Φασουλής καί Περικλέτος, γίνονται έδώ Ά λ ή ς καί Παντε­ λής, πού κρίνουν καί πειράζουν τούς πάντες καί τά πάνΤα. Κληρικοί, σπουδαία πρόσωπα,

μεγαλέμποροι, μά κυρίως πολιτικοί πρωταγωνι­ στές, στάθηκαν οί στόχοι δπου σκόπευαν μέ έπιτυχία γιά 7 χρόνια οί στήλες τού «’Εμπρός». Δίπλα στά έμμετρα πειράγματα, πρόσφεραν τή συνεργασία τους, μέ εύγλωττες γελοιογραφί­ ες, ό «Παπατρέχας», ό Κεσσανλής, ό Γκέιβελης, ό Άντωνιάδης, κ.δ.

21


Μάχη Παΐζη-’Αποστολοποΰλου

Γιά μιά, ακόμη άνο 'Όταν έχεις νά ασχοληθείς μ’ ένα πολύ μελετημένο καί μεγάλο θέμα, δπως είναι ό 'Όμηρος, δέν μπορεί παρά νά είσαι διατακτικός. Διερωτάσαι τί μπορείς νά προσθέσεις στήν απέραντη βιβλιογραφία τόσων αιώνων μελέτης τοϋ ομηρικού κειμένου καί τριγυρνοΰν βασανιστικά στό νοΰ σου τά λόγια τοϋ Παύλου Καλλιγά: «παράτολμος είναι ή άμιλλα, έμφαίνουσα δτι ό κατεχόμενος ύπ’ αύτής ούδέ τάς ιδίας δυνάμεις κατελόγισεν, ούδέ τό μέγεθος της έπιστήμης υποπτεύεται»1.

Μιλάμε γιά μιά ά κ ό μ η άνάγνωση, γιατί ό "Ομηρος άποτέλεσε άντικείμενο μελέτης άπό τόν 6ο π.Χ. αιώνα ως σήμερα, προσφέροντας γενναιόδωρα «νέα» στοιχεία άπό τό άνεξάντλητο υλικό του σέ κάθε προσπάθεια προσέγγισης τοΰ έργου του. Χρήσιμο, λοι­ πόν, είναι νά δοΰμε μέ συντομία την ιστορία αύτών των διαδοχικών προσεγγίσεων.

Ό "Ομηρος ζωγραφισμένος άπό τό χέρι του Φώτη Κόντογλου

Τόλμησα ώστόσο ν' απαντήσω στήν πρόσ­ κληση τοΰ περιοδικού γιατί ό στόχος τοϋ «Διαβάζω» είναι κυρίως ή γενική ενημέρω­ ση καί άνάμεσα στους σκοπούς της σειράς «Ξαναδιαβάζοντας» είναι νά ξαναφέρει τόν άναγνώστη κοντά σε πολυδιαβασμένους καί, γιά τούτο, θεωρούμενους ίσως ξεπερασμέ­ νους συγγραφείς. Θά διευκρινίσω λοιπόν τί μπορεί νά σημαίνει «Ξαναδιαβάζοντας τόν "Ομηρο» σήμερα, καί τί μπορεί νά άντλήσει ό σύγχρονος μελετητής αλλά καί ό άπλός αναγνώστης άπό μιά άκόμη άνάγνωση τοϋ ομηρικού κειμένου. 22

Οί έλληνες στοχαστές των άρχαϊκών καί τών κλασικών χρόνων έσκυψαν μέ ένδιαφέρον στό άρχαιότερο μνημείο τοΰ έλληνικοΰ λόγου γιά νά άντλήσουν γνώσεις γιά τό παρελθόν τους. "Αλλοι στάθηκαν καλόπι­ στοι δέκτες καί θαυμαστές τοΰ έργου τοΰ 'Ομήρου (δπως ό Δημόκριτος καί ό ’Αριστο­ τέλης), ένώ άλλοι τοΰ άσκησαν κριτική ή έγιναν αύστηροί κατήγοροί του καί γιά τό λόγο αύτό ονομάστηκαν Όμηρομάστιγες (δπως ό Ηράκλειτος, ό Ξενοφάνης, ό Πυθα­ γόρας καί ό Πλάτωνας). Γενικά, πάντως, ήταν τόσο βαθιά ή έντύπωση πού προκαλοΰσε ό ποιητής, ώστε νά άποδίδουν σέ αυτόν δχι μόνο τήν Ίλιάδα καί την ’Οδύσσεια άλλά καί άλλα έργα, δπως τούς "Υμνους, τή Βατραχομυομαχία, τή Θηβαΐδα, τά Κύπρια έπη, τήν Οίχαλίας άλωση. ’Από τόν 4ο π.Χ. αιώνα, δμως, άναγνωρίζουν ώς ομηρικά μό­ νο τήν Ίλιάδα καί τήν ’Οδύσσεια. Κατά τούς άλεξανδρινούς χρόνους ό Ό ­ μηρος υπομνηματίστηκε, μελετήθηκε ευρύ­ τατα καί σχολιάστηκε άπό τούς φιλόπονους γραμματικούς (φιλολόγους), παραμένοντας


γνώση του Όμηρου στή συνείδηση τους δ μεγάλος δημιουργός τής Ίλιάδας καί τής ’Οδύσσειας. 'Ωστόσο, άπό τόν κύκλο αυτό τών φιλολόγων ό Ξένων καί ό Ελλάνικος ανακάλυψαν, καθώς μελε­ τούσαν τό όμηρικό κείμενο, διαφορές άνάμεσα στά δύο ποιήματα καί κατέληξαν στήν τολμηρή άποψη δτι δέν ήταν γραμμένα καί τά δύο άπό τόν ίδιο ποιητή. Ή άποψη αύτή έμεινε χωρίς απήχηση στούς μεταγενέστε­ ρους μελετητές τού 'Ομήρου · δμως, οί πρώ­ τοι αύτοί «χωρίζοντες» έμελλε νά βρουν οπαδούς πολύ άργότερα, δταν τό 17ο αιώνα ξεσπά στήν Ευρώπη ή διαμάχη ανάμεσα στήν άρχαία καί τή σύγχρονη γραμματολο­ γία. Αιτία τής διαμάχης αυτής ήταν ή τάση νά χειραφετηθούν καί νά απαλλαγούν άπό τήν επιρροή τής άρχαίας παράδοσης οί νέες εθνικές γλώσσες καί γραμματείες, ώστε νά άποκτήσουν τά ευρωπαϊκά κράτη δική τους, έθνική λογοτεχνία. Μέσα στό γενικό αύτό κλίμα, τό 1715 δημοσιεύεται ή μελέτη τού γάλλου H.Fr. D’Aubignac, Conjectures academiques du dissertation sur Plliade, δπου ό συγγραφέας ύποστηρίζει δτι ή Ίλιάδα δέν είναι ένιαΐο δημιούργημα τού 'Ομήρου, άλλά άπαρτίστηκε άπό μικρότερα έπη άγνωστων ποιητών. Ή άποψη αύτή έμεινε, φαινομενικά, χωρίς συν­ έχεια ως τά τέλη τού αιώνα, δταν ό Auguste Wolf, επηρεασμένος άλλά άποσιωπώντας τήν άποψη τού D’Aubignac, δημοσιεύει τό 1795 τά Prolegomena ad Homerum. Ό Wolf υποστηρίζει δτι δέ θά πρέπει νά άποδίδουμε τήν Ίλιάδα καί τήν ’Οδύσσεια στόν “Ομηρο άλλά σέ περισσότερους ποιητές, τών όποιων τά έργα συρράφθηκαν άργότερα γιά νά συγ­ κροτήσουν τά δύο έργα. Γιά τή νέα αύτή άνάγνωση τού όμηρικοΰ κειμένου ό Wolf στηρίζεται στό λογικό έλεγχο καί στήν αύστηρή κριτική τών έπιμέρους στοιχείων πού περιέχονται στό κείμενο.

Ή έπαναστατική αύτή άποψη άναστατώνει τούς φιλολογικούς κύκλους σέ δλη τή διάρκεια τού 19ου ώς τίς αρχές τού 20οΰ αιώνα. Μέ έρέθισμα τή θεώρηση τού Wolf οί μελετητές θέτουν τό όμηρικό κείμενο κάτω άπό τό μικροσκόπιο τής λογικής καί άρχίζουν νά άνακαλύπτουν άντιφάσεις, άνακρίβειες, διαφορές ύφους ή άδέξιες συναρμογές. Ή αύθεντία καί ή μεγαλοσύνη τού 'Ομή­ ρου, τού ποιητή πού τήν Ελλάδα πεπαίδευκεν (Πλάτων, Πολιτεία 10,606ε), κλονίζεται συθέμελα καθώς οί άναλυτικοί, οί οπαδοί τής νέας θεωρίας, κομματιάζουν καί σκορπί­ ζουν σέ άγνωστους ποιητές τό ώς τότε ένιαΐο δημιούργημα τού 'Ομήρου. Οί λίγες, σχετι­ κά, φωνές τής άντίπαλης άποψης τών ένωτικών — πιστών στήν παράδοση πού μιλά γιά ένα καί μόνο ποιητή — ηχούν άσθενικές μπροστά στήν ισχυρή επιχειρηματολογία τών άναλυτικών. Υποστηριγμένες ωστόσο μέ πάθος καί οί δύο θεωρίες, είχαν ένα πολύ θετικό άποτέλεσμα. Έδωσαν νέα ώθηση στήν ομηρική έρευνα καί προκάλεσαν τούς μελετητές νά ξαναδιαβάσουν τόν "Ομηρο μέ νηφαλιότητα καί μέ περισσότερη κριτική διάθεση. Ή νέα θεώρηση τού 'Ομήρου εισχωρεί τώρα βαθιά στό κείμενό του, άναζητώντας τίς άμεσες ή έμμεσες πηγές έμπνευσης τού ποιητή. ’Απο­ φασιστική προς τή νέα αύτή κατεύθυνση στάθηκε ή μελέτη τού W. Schadewaldt, Iliasstudien, τό 1938, πού άποκαθιστά τήν ενότη­ τα τής Ίλιάδας. Ό δρόμος γιά μιά νέα άνάγνωση τού 'Ομήρου έχει άνοίξει, άνά­ γνωση πού δέ φοβάται πιά τήν άνάλυση τού κειμένου καί τίς άτέλειές του άλλά άντιμετωπίζει κριτικά τίς άπόψεις καί τών άναλυτι­ κών καί τών ένωτικών. “Οπως γράφει χαρα­ κτηριστικά ό Albin Lesky: «θά έπρεπε νά ξεπεραστεί τόσο ένας πρωτόγονος ένωτι23


24


σμός, που απομονώνει τόν 'Όμηρο, δσο καί μιά αναλυτική έξέταση της ποίησης, ποΰ χωρίς κατανόηση γιά τη φύση καί τους νόμους της κάμνει τό ανθισμένο σώμα άντικείμενο ατέλειωτων νεκροτομικών άσκήσεων, πού δλο καί άναζητοΰν καινούργια ση­ μεία γιά νά τά πετσοκόψουν»2. Ή νέα θεωρία, των νεοαναλυτικών, άφοΰ άναλύσει τό όμηρικό κείμενο, διακρίνει δτι στην περίτεχνη σύνθεσή του συνυφαίνεται ποικίλο υλικό: στοιχεία άπό τό παλιό προ­ φορικό επικό τραγούδι, προσωπικά βιώματα τοΰ ποιητή άπό τόν 8ο αιώνα, ύλικό καί άναμνήσεις άπό τήν παράδοση καί παρα­ στάσεις, ίσως, άπό μυκηναϊκά καί ύπομυκηναϊκά λείψανα πού σώζονταν άκόμη ώς τίς μέρες τοΰ ποιητή. Ή ποικιλία τοΰ ΰλικοϋ κάνει δύσκολη καί συχνά παραπλανητική τήν προσπάθεια νά λυθεί μέ λογικές ερμη­ νείες ή σύνθεση τοΰ έργου ή νά βρεθοΰν οί ιστορικές άντιστοιχίες δλων τών πληροφορι­ ών του.

στό φώς ή άρχαιολογική σκαπάνη, επιβεβαι­ ώνουν τήν ιστορικότητα όρισμένων στοιχεί­ ων τοΰ έπους. Ό "Ομηρος στήν Ίλιάδα Β 530 όνομάζει τούς ’Αχαιούς πού ξεκινοΰν γιά τήν Τροία Πανέλληνας. Ή ονομασία αύτή θά έπαληθευτεΐ 28 ολόκληρους αιώνες άργότερα, δταν τό 1952 ό Michael Ventris κατορθώνει νά άποκρυπτογραφήσει τή μυκηναϊκή γρα­ φή, τή γραμμική Β. Ή άποκάλυψη δτι ή γραφή είναι ελληνική επιβεβαιώνει καί τήν ελληνικότητα τών Μυκηναίων πού υποδη­ λώνει ό Όμηρος. Ή άνακάλυψη τόν 19ο αιώνα τής Τροίας άπό τό θερμό θαυμαστή τοΰ 'Ομήρου Ε ρ ρ ί­ κο Schliemann καί ή βίαιη καταστροφή τής πόλης πού διαπιστώθηκε στό V ila στρώμα τοΰ 12ου αιώνα π.Χ. έδωσαν ιστορική διά­ σταση στό μύθο τής Ίλιάδαςκαί στήν τελική καταστροφή τής πόλης, πού θεωρείται ώς γεγονός στήν ’Οδύσσεια αλλά περιγράφεται σ’ ένα άλλο επικό ποίημα, τήν Ιλίου πέρσιν.

Τό όμηρικό έργο είναι ποίηση καί ή ποίη­ ση δέν είναι, αναγκαστικά, πραγματικότητα. Ή άποτυχία τέτοιων λογοκρατικών προσπα­ θειών δέ μειώνει τή σύλληψη τοΰ 'Ομήρου, γιατί ό ποιητής πλάθει συχνά πρόσωπα καί καταστάσεις πού τοΰ είναι άπαραίτητα γιά νά δώσει στό δραματικό έπεισόδιο τήν έντα­ ση πού θέλει, χωρίς νά έλέγχει πάντα λογικά κάθε στοιχείο πού χρησιμοποιεί. Ή άποδοχή αύτής τής έρμηνευτικής άρχής άπάλλαξε τήν ομηρική έρευνα άπό τό σχολαστικισμό καί τήν καθήλωση πού τής είχαν επιβάλει οί άναλυτικοί καί οί ένωτικοί. Τώρα, ή έρευνα άτενίζει μέ ευρύτερο βλέμμα τό ποικίλο αυτό ύλικό καί δέχεται δτι ένα δημιουργικό πνεύ­ μα κατόρθωσε νά τό τιθασεύσει καί νά τοΰ δώσει τή δική του σφραγίδα.

Μετά τήν Τροία ό Schliemann άνακαλύπτει τίς Μυκήνες, τήν έδρα τοΰ ίσχυροΰ άρχηγοΰ τής εκστρατείας, τοΰ Άγαμέμνονα. Ό μεγάλος δγκος χρυσών κτερισμάτων πού βρέθηκαν έκεϊ άποτελεΐ άλλη μιά Επιβεβαίω­ ση τής ομηρικής πολυχρύσοιο Μνκήνης. Πολλά μυκηναϊκά κέντρα πού φέρνει ή άρχαιολογία στό φώς συμπίπτουν μέ τίς άντίστοιχες γεωγραφικές θέσεις πού άναφέρει ό 'Όμηρος καί μερικά συγκεκριμένα εύρήματα θυμίζουν πολύ άντίστοιχα άντικείμενα πού περιγράφονται στό έπος.

Ά ν δεχτοΰμε ώς όρθή τή θέση αυτή, άν δηλαδή ό "Ομηρος έχει ενσωματώσει καί άφομοιώσει στό έργο του ιστορικά καί προσ­ ωπικά στοιχεία παράλληλα μέ τά μυθικά, τότε δύο βασικοί δρόμοι άνοίγονται γιά τήν άποκάλυψη τής άξίας πού μπορεί νά έχει τό όμηρικό έργο γιά τό σύγχρονο άνθρωπο. Ό ένας οδηγεί στήν άναζήτηση τής προσωπικής συμβολής τοΰ ποιητή, τοΰ στοχασμοΰ του, ενώ ό δεύτερος στήν επιλογή καί τήν εκτίμη­ ση τών ιστορικών στοιχείων πού περιέχει τό έργο του, στοιχείων πολύτιμων γιά τή γνώση τής μυκηναϊκής, ύπομυκηναϊκής καί γεωμε­ τρικής περιόδου τής ελληνικής ιστορίας. Εντυπωσιακά εύρήματα, πού έχει φέρει

Τέτοιας σημασίας έπιβεβαιώσεις δέν είναι δυνατό νά άφήνουν άδιάφορη τήν άρχαιολογία, πού άντιμετωπίζει γιά τό λόγο αύτό τό όμηρικό έργο τόσο ώς ύπόθεση εργασίας — πρόκληση, δηλαδή, γιά έρευνα — δσο καί ώς πηγή πού θά έπιβεβαιώσει τά συμπεράσματα τών εύρημάτων της. Ά π ό τήν άλλη μεριά, ή θεώρηση τοΰ στοχασμοΰ τοΰ ποιητή προσφέρει στήν ιστο­ ρία τών ιδεών καί τών θεσμών πολύτιμο ύλικό γιά τή μελέτη τών μακρινών μορφών τοΰ έλληνικοΰ πολιτισμού. Ξαναδιαβάζον­ τας τόν "Ομηρο άπό αύτή τήν οπτική γωνία καί παραβάλλοντας τίς πληροφορίες του μέ τά άποσπασματικά μυκηναϊκά κείμενα τών πινακίδων, είναι δυνατό νά άναπλάσουμε τήν πορεία πού άκολούθησαν οί κοινωνικές δομές, οί θεσμοί καί ή ιδεολογία στό διάστη­ μα πού μεσολάβησε άπό τήν πτώση τοΰ μυκηναϊκού κόσμου ώς τόν 8ο αιώνα τοΰ 'Ομήρου. Στό διάστημα αύτό, πού τό όνόμα25


σαν «Ελληνικό Μεσαίωνα» ή «Σκοτεινούς Αιώνες», γιατί οί πληροφορίες μας γι’ αυτό είναι λιγοστές, ή μοναρχία τής μυκηναϊκής έποχής, με τήν άνοδο τής νέας τάξης των αριστοκρατών, εξελίσσεται πρός άνοιχτότερες μορφές διακυβέρνησης, που θά οδηγή­ σουν στην πόλη-κράτος τών κλασικών χρόνων. Έ ν α πρόσφορο παράδειγμα γιά νά παρα­ κολουθήσουμε αυτή τήν πορεία τών ιδεών καί θεσμών είναι ή μετάπτωση τοΰ δρου άναξ. Κατά τή μυκηναϊκή έποχή, δπως φ αί­ νεται άπό τή μελέτη τών πινακίδων γραμμι­ κής Β, ό δρος αποδίδεται αυστηρά στόν ένα καί μοναδικό κυρίαρχο. ’Αντίθετα, ό "Ομη­ ρος απονέμει γενναιόδωρα τόν τίτλο τοΰ 26

άνακτος σέ πολλά πρόσωπα, καί γιά νά διακρίνει, άνάμεσα σέ αυτά, εκείνον ποΰ ασκεί κυριαρχική εξουσία προσφεύγει στή χρήση έπιθέτων ή επιρρημάτων πού δηλώ­ νουν τήν υπεροχή καί τήν ισχύ. Έ τσι, ό ’Αγαμέμνων ξεχωρίζει άπό τούς άλλους ώς ό εύρυκρείων άναξ, πού Ιφι άνάσσει. Ό "Ομηρος συνέθεσετάποιήματάτου γιά νά ψυχαγωγήσει τόν άπλό ακροατή τής έπο­ χής του. Σήμερα τό κείμενό του, δπως έγινε νομίζω φανερό άπό δσα άναφέρθηκαν, έχει άποκτήσει άλλης σημασίας διαστάσεις γιά τόν ειδικό μελετητή. Στόν άπλό δμως ανα­ γνώστη μπορεί άκόμα νά προσφέρει τήν ίδια ψυχαγωγία: τή δροσερή αισθητική άπόλαυ-


ση καί παράλληλα έναν προβληματισμό, πού ό πρώτος επώνυμος στοχαστής της ελληνικής ιστορίας έχει άποτυπώσει στό έργο του. Γιατί ό “Ομηρος δεν άφηγεΐται, άπλά καί μόνο, τή δράση των ήρώων του · συνυφαίνει, παράλληλα, τίς σκέψεις καί τίς κρίσεις του γιά τά αίτια πού οδήγησαν στήν πτώση ένός λαμπρού πολιτισμού. ΟΙ ’Αχαιοί τού Όμή-

ρου, οί Έλληνες δηλαδή των μυκηναϊκών χρόνων, «από τίς ίδιες τους έχάθηκαν τίς ανομίες εκείνοι — οί άνέμυαλοι»3, γιατί «δλοι δε φάνηκαν καί γνωστικοί καί δίκιοι»4. Ά ς είναι οί στίχοι αυτοί ένα σημείο προσανατολισμού γιά τόν άπλό άναγνώστη πού θά θελήσει νά ξαναδιαβάσει τό όμηρικό κείμενο από αύτή τή γωνιά.

Σημειωσεις 1. Στόν Πρόλογο τοϋ έργου τον «Σύστημα Ρωμαϊκού Δικαίου καϋά έν Έλλάδι πολιτεύεται», Άϋήνα 1848. 2. «Ιστορία της άρχαίας έλληνικής λογοτεχνίας», Βέρνη-

Μόναχο 1963 (έλλ. μετ. 9Αγ. Τσοπανάκη, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 76). 3. ’Οδύσσεια a 7-8 (μετ. Ν. Καζαντζάκη-Ι. Θ. Κακριδη). 4. 1Οδύσσεια γ 133 (μετ. Ν. Καζαντζάκη-Ι.Θ. Κακριδη).

Βιβλιογραφική ενημέρωση Εκδόσεις Ή editio princeps (πρώτη έκδοση) τοΰ δμηρικοϋ έργου, πού περιλαμβάνει άκόμη τή Βατραχομυομαχία, τούς Ύ μνους καί Βίους τοΰ 'Ομήρου, είναι τοϋ Δημ. Χαλκοκονδύλη, Φλωρεντία 1488. Σήμερα άνάμεσα στίς πολλές έκδόσεις χρηστικές είναι της ’Οξφόρδης, της Λειψίας, τής Loeb Clas. Lib. καί ή γαλλική «Les Belles Lettres».

Μεταφράσεις ’Α πό τίς νεοελληνικές άποδόσεις τοΰ κειμένου σημειώνουμε: ’Ιακώβου Πολυλά, ’Οδύσσεια (1875), Ίλιάδα (1919) — έμμετρα Ά λεξ. Πάλλη, Ίλιάδα (1917) — έμμετρα Ά ρ γ. Έφταλιώτη, ’Οδύσσεια (1932) — έμμετρα Ζήσιμου Σιδέρη, ’Οδύσσεια (1939) — έμμετρα Ό λ γα ς Κομνηνοΰ-Κακριδή, Ίλιάδα (1954) — πεζά Ν. Καζαντζάκη-Ι.Θ.Κακριδή, Ίλιάδα, ’Οδύσσεια (1962, 1965) — έμμετρα

Λεξικά Πανταζίδου I., Λεξικόν 'Ομηρικόν, ’Α θήνα 1888 Λορεντζάτου Π., 'Ομηρικόν Λεξικόν, Θεσσαλονί­ κη 1925 Schmidt C.E., Parallel-Homer, Γοττίγγη 1965

’Επιλογή Βιβλιογραφίας ’Α πό τή μεγάλη βιβλιογραφία πού ύπάρχει γιά τόν "Ομηρο σημειώνουμε: α) Μελέτες έλληνικές Κακριδής Ι.Φ., 'Ομηρικές έρευνες, ’Α θήνα 1944 Κακριδής Ι.Φ., 'Ομηρικά θέματα, ’Α θήνα 1954 Κακριδής Ι.Φ., Ξαναγυρίζοντας στόν Ό μ ηρο, Θεσσαλονίκη 1971 Κομνηνοΰ-Κακριδή Ο., Σχέδιο καί τεχνική τής Ίλιάδας, ’Α θήνα 1947 Κομνηνοΰ-Κακριδή Ο., Σχέδιο καί τεχνική τής ’Οδύσσειας, Θεσσαλονίκη 1969

Μαρωνίτης Δ.Ν ., ’Αναζήτηση καί νόστος τοΰ Ό δυσσέα, ’Α θήνα 1978 Τσοπανάκης Ά γ ., Εισαγωγή στόν Ό μ ηρ ο, Θεσ­ σαλονίκη 1975 β) Μελέτες μεταφρασμένες ατά έλληνικά Chadwick J., Γραμμική Β, ή πρώτη έλληνική γρα­ φή (μετ. Δ. Τζωρτζίδης, ’Αθήνα 1966) Delebecque Ε., Ό Τηλέμαχος καί ή δομή τής ’Οδύσσειας (μετ. Ξ. Οΐκονομοπούλου, ’Αθήνα 1966) Bowra C.M., Ηρωική ποίηση (μετ. Κ. Τσαντσάνογλου, τυπώνεται) Finley M .D., Ό κόσμος τής ’Οδύσσειας (μετ. Σ. Μαρκιανοΰ, ’Α θήνα 1966) Lesky Albin, Ιστορία τής άρχαίας έλληνικής λογο­ τεχνίας (μετ. Α . Τσοπανάκη, Θεσσαλονίκη 1966) Schadewaldt W., ’Α π ό τόν κόσμο καί τό έργο τοΰ 'Ομήρου (μετ. Φ. Κακριδή, τυπώνεται) Vlachos G., 'Ομηρικές πολιτείες (μετ. Μ. καί Δ . Άποστολόπουλος, τυπώνεται) γ) Μελέτες ξενόγλωσσες Bowra C.M., Tradition and design in the Iliad, ’Οξφόρδη 1950 Lorimer H.L., Homer and the monuments, Λονδί­ νο 1950 Mylonas G., Mycenae and the mycenaean age, Πρίνστον 1966 Nilsson M.P., Homer and Mycenae, Λονδίνο 1933 Page D ., History and the homeric Iliad, Μπέρκλεϋ 1959 Palmer L.R., Mycenaeans and Minoans, Λονδίνο 1965 Robert F., Homere, Παρίσι 1950 Severyns A., Homere, Βρυξέλλες 1944 Schadewaldt W., Iliasstudien, Ντάρμσταττ 1966 Webster T.B.L., From Mycenae to Homer, Λονδί­ νο 1958 Wilamowitz-Moellendorf, D ie Ilias und Homer, Βερολίνο 1920

■27


ΙΛ ΙΑ ΔΑ Β (απόσπασμα) Ό τι είχε ή Αύγή ή ϋεά στον “Ολυμπο τό μέγα άνέβη άπάνω, τό φως στό Δία καί στούς άϋάνατους τους άλλους νά μηνύσει ■ κι ό γιός τοϋ Ατρέα τούςβροντερόφωνονς διαλάληδεςπροστάζει σε συντνχιά τούς μακρομάλληδες ’Α ργίτες νά φωνάξουν κι ώς φώναξαν αυτοί, μαξώχτηκαν με βιάση εύτύς έκεϊνοι. Πρώτα καλνοϋσε τούς άντρόκαρδους νά βουλευτοϋν γερόντους δίπλα άπό τ’ άρμενο τοϋ Νέστορα, τοϋ βασιλιά της Πύλοςκι ώς συνάχτηκαν, τί σοφίστηκε τρανό τούς φανερώνει: «’Ακούστε, φίλοι! Μοϋ ’ρϋεν Όνειρος θεϊκός στον ύπνο άπάνω μέσα στη νύχτα την άθάνατη, τοϋ άρχοντικοϋ Νεστόρου ίδια άπαράλλαχτος, στό άνάριμμα, στην έλικιά, στην όψηκαί στάϋη πάνω άπ’ τό κεφάλι μου κι αυτά μοϋ λέει τά λόγια: “Κοιμάσαι, ύγιέ τοϋ Άτρέα τοϋ άντρόκαρδου, τοϋ γαύρου άλογατάρη; °Ολη τη νύχτα ένας πρωτόγερος δέν πρέπει νά κοιμάται, πού τόσο ασκέρι τοϋ μπιστεύτηκαν κι έγνοιες πολλές τόν ζώνουν. Μ’ άκου με τώρα ■ είμαι μαντάτορας άπό τό Δία σταλμένος, πού άς είναι άλάργα, όμως σέ γνοιάζεται καί σέ ψυχοπονιέται. Προστάζει εύτύς τούς μακρομάλληδες ’Α ργίτες ν’ άρματώσεις ■ ήρθε ή στιγμή πού τό πλατύδρομο τό κάστρο θά πατήσεις των Τρώων ■ οί άθάνατοι στόν ”Ολυμπο πιά δέν κρατούνε τώρα δυό γνώμες, τί δλους τούς έλύγισε μέ τά παρακλητά της ή "Ηρα, κι άπά στούς Τρώες έπλάκωσαν τρανοί καημοί, σταλμένοι άπό τό Δ ία, μά έσύ τά λόγια μου μήν τά ξεχνάς. ” Ώ ς τά ’πε, πέταξε, πάει, καί μένα ό όλόγλυκος εύτύς μ’ άφήκεν ύπνος. ’Ελάτε, στ’ άρματα άς φωνάξουμε τούς ’Αχαιούς, μά πρώτα θά τούς μιλήσω δοκιμάζοντας, καθώς πρεπό’ναι κιόλαςκαί θά τούς πώ μέ τά πολύσκαρμα νά φύγουμε καράβια, κι άλλος άλλοϋθε έσεϊς κρατάτε τους μέ λόγια, νά μή φύγουν». Ώς είπε έκεΐνος τοϋτα, κάθισε, καί τότε άσκώϋη όμπρός τους ό γέρο Νέστορας, πού άφέντευε στήν άμμουδάτη Πύλο, κι έτσι τούς μίλησε καλόγνωμος κι άναμεσό τους είπε: «Φίλοι μου έσεϊς, ’Α ργίτες άρχοντες καί πρωτοκεφαλάδες, άν άλλος ’Α χαιός γιά τ’όνειρο μιλοϋσε τοϋτο όμπρός μας, πώς είναι ψέματα θά λέγαμε, θά τό αψηφούσαμε όλοι ■ μά τώρα τό ’δε αύτός πού άπ’ όλους μας ό πιό τρανός λογιέται. Όμπρός λοιπόν, άς άρματώσουμε τούς ’Αχαιούς, έλάτε!» Είπε, καί πρώτος άπ’ τή μάζωξη κινούσε γιά νά φύγει ■ τά λόγια τοϋ ρηγάρχη άκούγοντας κι οί άρχόντοι βασιλιάδες πετάχτηκαν ■ κι ώστόσο ολόγυρα συνάζουνταν τ’ άσκέρια. Πώς όταν βλέπεις σμάρια μέλισσες πυκνά νά ξεπορίζουν, κι όλο καινούργιες ξεπετάγουνται μέσ’ άπ’ τόν τρύπιο βράχο, 28

50

60

70

80


καί στους άνΝούς τούς ανοιξιάτικους τσαμπιά πετάνε, καί πλήΝος άλλα έδώΝε σμίγουνε κι άλλα άπό κεϊ δρομοϋνε ■ παρόμοια άπό καλύβια κι άρμενα λαός πολύς τραβούσαν κοπαδιαστά μπροστά στ’ άκρόγιαλο τό χαμηλό, νά πάνε στη σύναξη ■ κι ή Φήμη έφούντωνε στη μέση έκεϊ, τού Λ ία ή άποκρισάρα, καί τούς έβιαζε ■ κι έκεϊνοι έμαζεύονταν. Κουφοτρικύμιζεν ή σύναξη, κι ώς κάΝιζαν, βογγοϋσε κάτωΝε ή γης, κι ήταν ό τάραχος τρανός. Νά πουν σέ τάξη κράχτες έννιά στό άσκέρι έφώναζαν, τή χλαλοή νά πά-ψουν, τούς Νεογέννητους ρηγάδες τους ν’ ακούσουν τί Νά πούνε. Μέ κόπο έκεϊνοι καταλάγιασαν κι όλόγυρα έκαΝίσαν δίχως φωνές. Τότεό Άγαμέμνονας άσκώΝη ό πρωταφέντης, κρατώντας τό ραβδί στό χέρι του, τρανή τού Ηφαίστου τέχνη ■ Πάνω σ’ αυτό άκουμπώντας κίνησε τό λόγο στούς Αργίτες: «’Α ργίτες άντρειωμένοι φίλοι μου, πιστοί σύντροφοι τού Αρη, ό Δίας, ό γιός τού Κρόνου, μ’ έμπλεξε σέ συφορά μεγάλη, ό άνέσπλαχνός, πού πρίν μοϋ τό ’τάξε καί δέχτηκε, πρίν πάρω πρώτα τήν Τροία τήν ώριοτείχιστη, νά μή διαγύρω πίσω ■ καί τώρα δόλο μοϋ ’στήσε άσκημο, καί μέ προστάζει στό Αργος, τόσο πολύ στρατό άφοϋ ξέκανα, νά γύρω ντροπιασμένος. Έτσι μαΝές στόν παντοδύναμο τό γιό τού Κρόνου άρέσει, πού πλήΝος κάστρα ξεκεφάλισε καί Νά ξεκεφαλίσει πλήΝος άκόμα, τί στή δύναμη σάν ποιος τού παραβγαίνει; ΆλήΝεια, είναι ντροπή οί μελλούμενες γενιές καί νά τ’ άκούσουν, τέτοιος στρατός καί τόσος άδικα των ’Α χαιών πώς ήρΝε καί πολεμάει μέ δίχως όφελος καί μάχεται εδώ πέρα μέ άντρες πιό λίγους, καί δέν ξέρουμε πότε Νά ’ρΝεϊ τό τέλος’Ε ννιά έκυλήσαν χρόνια κλειδωτά τού Δία τού τρισμεγάλου ■ τών καραβιών τά ξύλα έσάπισαν, οί γούμενες έλιώσαν, καί λέω Νά κάΝουνται τά ταίρια μας καί τά μικρά παιδιά μας μέσα στά σπίτια καρτερώντας μας καί τέλειωση δέν έχει καμιά ή δουλειά πού μάς κουβάλησε στά γυρογιάλια ετούτα. Μά τώρα έλάτε, όμπρός, τό λόγο μου ν’ ακούσουμε όλοι Νέλω: μέ τά καράβια πίσω άς γύρουμε στήν ποΝητή πατρίδα, τί πιά τήν Τροία δέ Νά τήν πάρουμε μέ τίς φαρδιές τίς ρούγες!» Είπε, καί τήν καρδιά άνατάραξε μές σέ όλονών τά στήΝη, άπ’ τούς πολλούς, πού πρίν δέ βρέΝηκαν ν ’ άκούσουν τή βουλή του. Σάλεφε ή σύναξη, σάν κύματα της Νάλασσας μεγάλα στό Ίκάριο πέλαο, σύντας σύγνεφα τού άφέντη Δία ξεχύσουν σιρόκο καί γαρμπή, κι ή Νάλασσα φουσκώσει στήν ορμή τους. Κι όπως πονέντες ξάφνου άσκώνεται δριμύς, καί τό σπαρμένο σαλεύει τό βαΝύ στή λύσσα του καί γέρνουνε τά στάχυα, παρόμοια έσάλεψε κι ή σύναξη ■ κι οί ’Α ργίτες στά καράβια μέ άλαλητό μεγάλο έχύΝηκαν, κι ό κουρνιαχτός τ’άψήλου κάτω άπ’ τά πόδια τους άνέβαινε, κι ό ένας τού αλλού έφωνάζαν ν’ άδράξουν τ’ άρμενα, στή Νάλασσα τήν άγια νά τά ρίξουν. [Μά ό Όδυσσέας] τρέχει στά πλοία τών χαλκοΝώρακων τών ’Α χαιών όλοϋΝε ■ κι όποιον στό δρόμο ρήγα κι άρχοντα τρανό συναπαντούσε,

90

100

110

120

140

150

29


σιμώνοντας τον τόν άντίσκοφτε μέ τά πραγά του λόγια: «Καημένε, έσένα δέ σοϋ ταίριαζε σάν τόν κιοτή νά τρέμεις! Κάϋου ήσυχος λοιπόν, καί κάϋιζε καί τό στρατό τόν άλλο. Τί κρύβει, άκόμα δέν κατάλαβες ό γιός τοϋ Ατρέα στό νοϋ του ■ μάς δοκιμάζει λέω, μά γρήγορα ϋά μάς παιδέψει πάλε τούς Αχαιούς, τί δέν άκούσαμε στή σύναξη όλοι τί’ πε. Μήν όργιοτεΐ καί πει σέ βάσανα νά ρίξει τούς ’Αργίτες. «Ύγιέ τοϋ Ατρέα, στό νοϋ τους έβαλαν οι Αργίτες, πρωταφέντη, ϋαρρώ νά σέ ντροπιάσουν άσκημα μπρος στούς άνϋρώπους όλους ■ τό λόγο δέν κρατούν πού σοϋ ’δωκαν, άκόμα ώς ξεκινούσαν πέρα από τό Α ργος τό άλογόϋροφο στά μέρη έδώ, πρίν πάρεις πρώτα τήν Τροία τήν ώριοτείχιστη, νά μή διαγύρουν πίσω. Μ’ αύτοί, παιδιά λές κι είναι άνήλικα γιά καί γυναίκες χήρες, τούς πήρε τώρα τό παράπονο νά γύρουν στήν πατρίδα. Δέ λέω, μπορεί κι από βαριέστισμα νά ϋές νά γύρεις πίσω ■ τί κι ένα μήνα από τό ταίρι σου μακριά νά λείψεις μόνο, βαρυγκομίζεις στό πολύκουπο καράβι σου, πού τό ’χ ουν φουρτούνες κλείσει χειμωνιάτικες καί ϋάλασσα άγριεμένη. Κι έμεϊς άκόμα έδώ βρισκόμαστε, κι έχουν κυλήσει χρόνια εννιά! ΓΤ αυτό καί δέν άγαναχτώ πού τούς Αργίτες τώρα τούς παίρνει μπρος στά δρεπανόγυρα καράβια ή βαρυγκόμια. Κι όμως ντροπή είναι, τόσο πού ’μεινες, νά γύρεις μέ άδεια χέρια. Βαστάτε, φίλοι, ύπομονέψετε λίγον καιρό, νά ίδοϋμε, τάχα σωστά ’ναι τά μαντέματα τοϋ Κάλχα γιά δέν είναι ■ Έδώ λοιπόν νά μείνετε όλοι σας, καλαντρειωμένοι Αργίτες, ώσότου πιά τοϋ Πρίαμου πάρουμε τό ξακουσμένο κάστρο». Είπε, κι οι Αργίτες βροντοφώναξαν, κι άντιλαλήσαν άγρια απ’ τίς τρανές φωνές τους τ’ άρμενα τά βαϋουλά τρογύρα, ώς στοϋ Όδυσσέα τά λόγια έσύγκλιναν τοϋ άρχοντογεννημένου. Σηκώϋη τότε κι είπε ό Νέστορας, ό γέρο άλογολάτης: «Ώχού, παιδιά πώς είστε ϋά ’λεγα, γιά δέστε πώς μιλάτε, άπλερα άκόμα, πού γιά πόλεμο δέν έχουν νά γνοιαστοϋνε. Καί τί ϋά μείνει από τίς σύβασες καί τούς παλιούς μας όρκους; Θά πάν λοιπόν τοϋ ανέμου οί γνώμες μας κι οί άντρίστικες βουλές μας κι οί άκράτες μας σπονδές καί τ’ άδολα χεροσφιξίματά μας; τί νά, λογομαχούμε άνώφελα καί τρόπο δέν μπορούμε νά βροϋμε γλιτωμού, κι άς μένουμε τόσα έδώ πέρα χρόνια. Ύγιέ τοϋ Ατρέα, μά έσύ μέ αλύγιστη βουλή, καϋώς καί πρώτα, τράβα μπροστά καί σέ άγριους πόλεμους κυβέρνα τούς ’Αργίτες, Κι ό πρωταφέντης Αγαμέμνονας τοϋ άπηλογήϋη τότε: «Αλήϋεια, τούς ’Αργίτες, γέροντα, ξανά νικάς στή γνώμη. Μά σύρτε τώρα, γιοματίσετε, στή μάχη γιά νά μπούμε. Καλά άκονίστε τά κοντάρια σας, καλά καί τά σκουτάρια γνοιαστείτε τα, καλά καί στά γοργά φαριά νά φάνε δώστε, καλά τ’ άμάξια σας κοιτάχτε τα, γιά πόλεμο σιαχτεΐτε, όλημερίς ν’ άντροπαλέψουμε σέ φρενιασμένο αγώνα ■ τί αναπαμό δέν είναι νά χουμε καϋόλου, ουδέ μιάς ώρας, ώς νά χωρίσει ή νύχτα πέφτοντας τά λυσσασμένα ασκέρια. 30

190

290

300

340

370


Ό Άγαμέμνονας «μές στήν πολύχρυση βασίλευε Μυκήνα» (’Οδύσσεια Γ 305)

Θά ιδρώσει τό λουρί στό στηϋος μας τοϋ σκουταριού, πού σκέπει τούς άντρες ■ στό κοντάρι ολόγυρα τό χέρι ■&’ άποστάσει, ϋά ιδρώσουν τ’ άλογά μας σέρνοντας τά τορνεμένα άμάξια. Μά όποιον ίδώ μακριά απ’ τόν πόλεμο νά κοντοστέκει ξάργου, δίπλα στά πλοία τά δρεπανόγυρτα τοϋ κάκου ϋά γυρέψει νά μοϋ γλιτώσει ■ τά όρνια γρήγορα ϋά τόνε φαν κι οί σκύλοι!» Είπε, κι οί ’Α ργίτες βροντοχούγιαξαν, ώς κύμα πού μουγκρίζει σέ άπόγκρεμο γιαλό, σάν έρχεται νοτιά καί τό σηκώσει σέ κάβο ξάγναντο, πού κύματα ποτέ δέν τοϋ απολείπουν, μέ όποιο λογης άγέρα, πού φυσάει μιά δώϋε καί μιά κεϊϋε.

390

Ο ΔΥ ΣΣΕΙΑ β (απόσπασμα) ........... <5 Μέντορας, πού τοϋ άψεγου Όδυσσέα σύντροφος ήταν συνομήλικος, σηκώϋηκε μπροστά τουςέκεϊνος φεύγοντας τό σπίτι του τοϋ τό μπιστεύτηκε όλο, ν’ άκούει τό γέροντα κι άχάλαστο νά τοϋ φυλάει τό βιός του ■ καί τότε μίλησε καλόγνωμος άναμεσό τους κι είπε: «Βάλετε άφτί, Θιακοί, στά λόγια μου κι ό,τι σάς πώ γρικάτεγλυκός άλήϋεια καί καλόγνωμος νά μή βρεϋεί πιά ρήγας, μηδέ καί δίκιος, πού στό χέρι του κρατά βασιλοράβδι, μόνο νά δείχνει πάντα άνέσπλαχνος κι όλο άνομιές νά κάνει, τήν ώρα πού όλοι τόν λησμόνησαν άπ’ τό λαό τόν ϋείο τόν Όδυσσέα, πού όντας άφέντευε, τοϋ ήταν γλυκός σάν κύρης. ’Εμένα δέ μοϋ κακοφαίνεται πού οί πέρφανοι μνηστήρες

230

31


άνομα θέλουν οί κακόγνωμοι νά κάνουν έργα πάντα ■ αυτοί τό παίξουν τό κεφάλι τους, τό σπίτι τοϋ Όδυσσέα μεβιάς χαλνώντας, λογαριάζοντας πώς πίσω δε διαγέρνει ■ μέ τό λαό τόν αποδέλοιπο θυμώνω, πού καθόστε αμίλητοι δλοι καί δέ στρώνετε στά λόγια αυτούς τούς λίγους μνηστήρες, τόσο πλήθος πού ’σαστε, νά τούς άνακρατήστε!»

240

Ο ΔΥ ΣΣΕΙΑ ω (απόσπασμα) ......................... μά ή Φήμη τό κάστρο βιαστικά γυρόφερνε καί διαλαλοϋσε σ’ όλους τόν άγριο των μνηστήρων θάνατο, τή μοίρα πού τούς βρήκε. Κι εκείνοι, ώς τ’ ακόυσαν, συνάζονταν, καθένας άπ’ άλλοϋθε, μπρος στοϋ ’Οδυσσέα τό άρχοντοπάλατο μέ γόσματα καί θρήνουςκαί τούς νεκρούς έβγάζαν κι έθαβαν καθένας τόν δικό του ■ κι όσους άπ’ άλλους τόπους ήξεραν τούς δίναν σέ -ψαράδες, γιά νά τούς παν γοργά μέ τ’ άρμενα στό σπίτι του καθέναν ■ μετά στήν άγορά μαζώνουνταν μέ πικραμένα σπλάχνα. Μόλις έκεΐ μονοσυνάχτηκαν κι όλοι μαζί βρεθήκαν, πετάχτη ορθός ό Ευπειθής κι άρχισε νά λέγει άναμεσό τουςτού γιοϋ του ό θάνατος αβάσταχτος τοϋ πλάκωνε τά στήθη, τοϋ Άντίνοου, πού ό Όδυσσέας όλόπρωτο τόν είχε κονταρέψει. Γιά τούτον τώρα δάκρυα χύνοντας μιλούσε άναμεσό τους: «Ό άντρας αυτός γιά μάς μελέτησε δουλειές μεγάλες, φίλοι! ’Άλλους μαθές, πολλούς κι άντρόκαρδους, μέ τά καράβια έπήρε, καί τά βαθιά καράβια άφάνισε, κι αφάνισε κι εκείνουςκι άλλους, ώς ήρθε τώρα, σκότωσε, τούς πιό άντριανούς ’Αργίτες. Μά έλάτε, πρίν έκεϊνος γρήγορα στούς Έπειούς ξεφύγει, πού κυβερνούν τή θεία τήν Ήλιδα, γιά καί στήν Πύλο, πάμε νά τοϋ ριχτούμε- άλλιώς μάς έπνιξε γιά πάντα ή καταφρόνια. Θά ’ταν μαθές ντροπή οί μελλούμενες γενιές καί νά τ’ ακούσουν, άπ’ τούς φονιάδες πώς δέν πήραμε των γιων, των άδερφιών μας τό γαΐμα πίσω. Δέ θά ’θελα νά ξώ στόν κόσμο- κάλλιο νεκρός κι έγώ μιάν ώρα άρχύτερα μέ τούς νεκρούς τούς άλλους! Πάμε, μήν τύχει καί προφταίνοντας διαβοϋν έκεΐνοι άντίκρυ!» Πήρε ό Αλιθέρσης τότε ό γέροντας τό λόγο, τοϋ Μαστόρου ό γιός, ό μόνος πού μελλούμενα καί περασμένα έθώρα, κι έτσι τούς μίλησε καλόγνωμος κι άναμεσό τους είπε: «Θιακοί, τό λόγο τώρα άκοϋστε μου κι ό,τι σάς πω γρικάτεάπό δίκιά σας δείλια, φίλοι μου, γινήκαν όλα τούτα, πού ουδέ σέ μένα ουδέ στοϋ Μέντορα τοϋ βασιλιά τά λόγια βάζατε άφτί, νά σταματήσετε τίς άμυαλιές των γιων σας, 32

420

430


πού φοβερές δουλειές έσκάρωσαν μέ τίς παρανομιές τους, τό βιός ρημάζοντας, ντροπιάζοντας τό ταίρι ένοϋ άντρειωμένου, πρώτον στόν πόλεμο, τί έλόγιαζαν πώς πίσω δέ γυρίζει. Μην τοϋ ριχτούμε τώρα, ακούστε μου, κι δ,τι σάς λέω νά γίνει, αλλιώς μην πάει κανείς γυρεύοντας κι άλλο κακό νά πάϋει.» Είπε, κι έκεΐνοι ξεπετάχτηκαν μέ άλαλητό μεγάλο, πιό πάνω απ’ τούς μισούς, μά άπόμειναν οί έπίλοιποι έκεϊ πέρα, τί ό λόγος τούτος δέν τούς άρεσε, μόνο τοϋ Εύπείϋη άκοϋγαν. Τρέξαν λοιπόν μέ βιάση, τ’ άρματα νά βάλουν τοϋ πολέμου ■ κι ώς τό χαλκό ζώστηκαν, πού άστραφτε τρογύρα στά κορμιά τους, μπροστά άπ’ τό κάστρο τό πλατύχωρο μαζί βρεϋηκαν δλοι, κι ό Εύπείϋης αρχηγός τους έμπαινε στην τόση άνεμυαλιά του ■ Θά τούς σκότωναν δλους, ένας τους νά μη διαγείρει πίσω, άν ή Άϋηνά, τοϋ βροντοσκούταρου τοϋ γιοϋ τοϋ Κρόνου ή κόρη, φωνή δέν έσερνε, τη φόρα τους οί δνό στρατοί νά κόψουν: «Θιακοί, σταϋεϊτε! Πιά τόν πόλεμο τόν άγριο παρατάτε, μιάν ώρα αρχύτερα άναιμάτωτα νά χωριστείτε ώς φίλοι!» Κι είπε ή Άϋηνά, ή ϋεά ή γλαυκόματη, στόν Όδυσσέα γυρνώντας: «Γιέ τοϋ Λαέρτη άρχοντογέννητε, πολύτεχνε Όδυσσέα, κρατήσου, σκόλασε τόν πόλεμο καί τό φριχτό τό άπάλε,' ό Δίας μήν οργιστεί, ό βροντόλαλος τοϋ Κρόνου ύγιός, μαζί σου!» Είπε ή Άϋηνά, κι αυτός τήν άκουσε καίχάρηκε ή καρδιά του ■ κι δρκους αγάπης έβαλε έπειτα νά κάνουν ή Παλλάδα τίς δυό μεριές, τοϋ βροντοσκούταρου τοϋ γιοϋ τοϋ Κρόνου ή κόρη

«... κι άπόξω τφ^’σκεπαν όλ^ϋΟε γύρω δόντια λευκά, άπό άσπρόδοντο αγριογούρουνο, μέ" μαστοριά άρμοσμένά μεγάλη» (Ίλιάδα Κ 260-265)


Τάσος Βουρνάς

Στις πηγές τής Μ ΗΤΣΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ: Ή ρ ω σ ικ ή λ ο γ ο τ ε χ ν ία . ( Α π ό τ ό ν 11 ο ν α ιώ ν α μ έ χ ρ ι τ ή ν έ π α νά σ τα σ η τ ο ΰ 1 9 1 7 ). Τ ό μ ο ς Α '. Κ έδρος, Α ϋ ή ν α 1977. Σ ελ. 33 6 . Τ όμοι Β '+ Γ '. Κ έδρος, Α ϋήνα, 1978. Σ ελ. 368+284. Γ Ι Α Ν Ν Η Μ Ο Ί Σ Ι Ο Υ : Α ν ϋ ο λ ο γ ί α ρ ω σ ι­ κ ο ύ δ ιη γή μ α τ ο ς: 1 8 3 0 -1 9 1 6 . Ε σ τ ία , Α ϋ ή ­ να, 1978. Σ ελ. 520.

Ή ρωσική λογοτεχνία έχει άμεσους καί σταθερούς δεσμούς με τή νεότερη έλληνική, καί ιδιαίτερα ή ρωσική πεζογραφία. Οί μεγάλοι ρώσοι συγγραφείς από τόν Τολστόι, τό Ντοστογιέφσκι, τόν Άντρέγιεφ, τόν Τουργκένιεφ, τό Γκόρκι, τό Μπούνιν καί άλλους μικρότερης έμβέλειας υπήρξαν καί δάσκαλοι των δικών μας σε μιά ορισμένη περίοδο, δταν τό πάθος τοΰ ρωσικού πνεύ­ ματος καί της ρωσικής λογοτεχνίας γιά ριζι­ κή άλλαγή στη φεουδαρχική κοινωνία των βογιάρων καί των τσάρων είχε μιά παγκο­ σμιότητα, πού προετοίμασε τόσο τήν ’Οκτω­ βριανή Έπανάσταση δσο καί τίς συνειδήσεις των δημιουργών σε παγκόσμια κλίμακα καί — φυσικά — καί στήν Ελλάδα. Δεν είναι πολλά χρόνια πού ό τόπος μας θεωρούνταν σάν πνευματική έπαρχία της Γαλλίας. ’Από τό γαλατικό χώρο καί τή λογοτεχνική του περιοχή, ή έλληνική λογοτε­ χνία (ποίηση καί πεζογραφία) άντλησε τρό­ πους καί εμπνεύσεις σέ δυό στάδια: Τό πρώτο είχε τό χαρακτήρα μιας μετάγγισης Ιδεών μέ κοινωνικό περιεχόμενο. Ό Αιμίλι­ ος Ζολά στό τελευταίο τέταρτο τού περασμέ­ νου αιώνα ήταν ό συγγραφέας πού πρόβαλε άφθονες ιδέες καί ύποδείγματα στήν πεζο­ γραφία μας, άντικαθιστώντας τίς δποιες παλιότερες επιδράσεις τοΰ ρομαντισμού κ'αί τού σημαντικότερου εκπροσώπου του, τού Ούγκώ. Ό κοινωνισμός τοΰ Ζολά, μέσα στήν ατμόσφαιρα τού άστικού ρεαλιστικού μυθι­ στορήματος, δπου ή ζωή έβρισκε μιά άμεση 34

άντανάκλαση στό γραπτό λόγο, χωρίς ωραι­ οποιήσεις, κατακάλυψε γιά ένα μεγάλο χρο­ νικό διάστημα τίς άναζητήσεις τής πεζογρα­ φίας μας. «Μετά τόν Ούγον, ό Ζολά, ή μούσα τοΰ βαρβάρου», παραπονιέται στούς στίχους του ό καθαρολόγος ποιητής Ά . Παράσχος. Καί ό Ζολά έβρισκε πολλή θέση, σάν άρχηγός σχολής καί σάν στυλίστας, στό έργο τού δικού μας Ξενόπουλου, πού, δπως ό δάσκαλός του, περιφερόταν άκούραστος σ’ δλες τίς γωνιές μιας νεόκοπης αστικής κοι­ νωνίας στήν 'Ελλάδα, ή οποία μόλις παρά­ καμπτε στήν τέχνη τό λαογραφισμό, γιά νά στήσει τόν καθρέφτη του μπροστά της καί νά τής δείξει τό πρόσωπό της. ’Απ’ αύτή τήν πλευρά τό έργο τοΰ Ξενόπουλου διατηρεί δλη τήν άξια του, άφοΰ είναι τό χαρακτηρι­ στικό δείγμα μιας άστικοποιημένης πεζο­ γραφίας καί θητεύει σ’ έναν κλάδο πού έχει ήδη άρχίσει ν’ άναπτύσσει τή σταδιοδρομία του καί στόν υπόλοιπο βαλκανικό χώρο: Δείγμα όμοειδοΰς πεζογραφικής ακμής ό Τζώρτζε Καλινέσκου, ό ρουμάνος Ξενόπουλος, πού τό έργο του μοιάζει μέ τοΰ δικού μας σάν δυό σταγόνες νερό. "Ομοιος τρόπος ζωής εμπεδώνει καί δμοιες συνθήκες πολιτι­ σμού, Καί ή Ότίλια τού Καλινέσκου είναι μιά ξενοπουλική ήρωίδα μέ σκανδαλώδεις άναλογίες ήθών καί βιωμάτων. Ή δεύτερη εισροή γαλλικών πνευματικών κεφαλαίων στή λογοτεχνία μας παρατηρεΐται μετά τή μικρασιατική καταστροφή, καί τή γενιά τοΰ Τριάντα. ’Ανάμεσα δμως στίς δυό άρπάγες τής γαλλικής κουλτούρας, με­ σολαβεί. (επί μιά περίπου βιολογική καί συγγραφική γενεά) ή επιρροή τής ρώσικης λογοτεχνίας. Δέν είναι κάποια τυχαία ιδιο­ τροπία τής πνευματικής μας ιστορίας τό γεγονός. Έ χει, άντίθετα, βαθιές ρίζες καί ή ρώσικη λογοτεχνία, ρίχνοντας τή σκιά της στόν εύρωπαϊκό πνευματικό χώρο, πραγμά­ τωνε τή μεγάλη της εξόρμηση, πού τή συνα-


ρώσικης λογοτεχνίας κολουθοΰσε, αν δεν προηγούνταν ή πρώτη, ένας πυρετός ζυμώσεων πού όργωνε βαθιά τό κοινωνικό έδαφος, αλλά καί την περιοχή τής τέχνης. Ή ρώσικη λογοτεχνία, ριζωμένη σ’ ένα χώρο δπου τό κοινωνικό άδιέξοδο έφτανε ολοένα στό άπροχώρητο, είχε γιά κινητήρια ύλη της ένα άνυποχώρητο άνανεωτικό κοινωνικά πάθος καί ένα βαθύτατο ούμανισμό πού έδινε στά φτερά της παγκό­ σμιες προεκτάσεις. Ή μοίρα τοΰ ανθρώπου, τού ρώσου μουζίκου, γίνεται τό άντικείμενό της καί οί φλογισμένες πένες μιας πλειάδας μεγαλοφυών συγγραφέων αποτελούν τούς φορείς μιας ιδεατής εύδίας γιά τή μελλοντι­ κή κοινωνία, οπού ή βία, ή εκμετάλλευση καί ή κακοποίηση τής άνθρώπινης ψυχής θά είναι πράγματα άπαράδεκτα. Οί ιδέες τού Όκτώβρη δέν βρίσκονται πολύ μακριά από τίς ιδέες τών πρωτοπόρων συγγραφέων πού προηγήθηκαν άπό τά επαναστατικά γεγο­ νότα. Ή επίδραση τής ρώσικης λογοτεχνίας στήν ελληνική, καί ιδιαίτερα τήν πεζογρα­ φία μας, είναι έκδηλη στό έργο τών πιό άντιπροσωπευτικών πού καλύπτουν τήν τρι­ ακονταετία πρίν άπό τόν Όκτώβρη τοΰ Ί7 . Τά παραδείγματα είναι πρόχειρα καί δ φιλο­ μαθής αναγνώστης μπορεί νά τά βρει άνοίγοντας δποιαδήποτε ιστορία τής νεοελληνι­ κής μας λογοτεχνίας. Ά π ό τόν Κωνσταντίνο Θεοτόκη ως τό Χατζόπουλο, τό Βουτυρά καί τόν Παρορίτη ό δρόμος τής πεζογραφίας μας σημαδεύεται άπό τήν ιδεολογική δομή καί τίς επιδράσεις τών έκφραστικών μέσων τών μεγάλων τής ρώσικης λογοτεχνίας. Τά εύρήματα πυκνώνονται αμέσως μετά τόν Ό κ τώ ­ βρη, οπότε καί σχηματίζεται καί στόν τόπο μας τό ιδεολογικό ποιητικό καί πεζογραφικό άνάχωμα πού θ’ άποτελέσει τό οχυρό τής κοινωνικά προβληματισμένης τέχνης, αύτής πού στό ξεκίνημά της θέλησε νά έκφράσει άποκλειστικά τό ελληνικό προλεταριάτο* γιά

νά πλατύνει άργότερα τούς όρίζοντές της καί νά φθάσει σήμερα νά εκπροσωπεί δλο τό φάσμα τών ζωντανών δραστηριοτήτων τού ελληνικού λαού, μέσα σ’ έναν αδιάκοπο πυρετό πού θ ’ άποτελέσει τό θεμέλιο μιας εύημερούσας δημοκρατικής ζωής τοΰ τόπου. Ή τέχνη σήμερα στήν Ελλάδα δέν νοείται παρά ώς γέννημα καί ανάστημα τής προο­ δευτικής δχθης τών ιδεών. Καί άπό τήν πλευρά αύτή αποτελεί τήν έπαλήθευση τοΰ ισχυρισμού δτι ή τέχνη δέν μπορεί παρά νά ’ναι προοδευτική καί μόνο. Τό αντίθετο είναι αδιανόητο γιά τίς μέρες μας. Θά έπήγαινάν πολύ μακριά οί γραμμές τούτες, άν επιχειρούσαν έστω καί μιά σύντο­ μη παρακολούθηση τών επιδράσεων τής ρώ­ σικης λογοτεχνίας πάνω στήν ελληνική ή άν απαριθμούσα ρώσους συγγραφείς καί έλληνες μεταφραστές τών έργων στή γλώσσα μας. Ή δική μου καί ή παλιότερη γενιά άνατράφηκαν μέ τίς μεταφράσεις τής Κοραλίας Μακρή καί τού Τρικογλίδη, οί νεότερες μέ τίς μεταφράσεις τοΰ Ά ρ η Αλεξάνδρου καί τοΰ Πρωτοπαπά. Μετά τόν πόλεμο οί ρωσο­ μαθείς πλήθυναν, πλάτυνε ό μεταφραστικός χώρος. Ανάμεσα στούς δύο παγκόσμιους πολέμους ή ρώσικη λογοτεχνία σάν άκεραιωμένο φαινόμενο μιας χώρας καί μιας προδρομικής στήν επανάσταση κοινωνίας, τρά­ βηξε τό ενδιαφέρον τού άναγνωστικού κοι­ νού στήν Ελλάδα. Ούσιαστικοποίηση τοΰ ένδιαφέροντος — μαζί μέ τά έργα τής λογο­ τεχνίας — ήταν καί ή μικρή ιστορία τής ρώσικης λογοτεχνίας πού κυκλοφόρησε ό Έλευθερουδάκης μέ τήν επιμέλεια κάί τή φροντίδα τού Νίκου Καζαντζάκη. Αυτό τό μικρό βιβλιαράκι άποτέλεσε γιά χρόνια τό εντρύφημα δσων ήθελαν νά σίκειωθούν στε­ νότερα μέ τόν άπέραντο πνευματικό χώρο της, Τό βοήθημα έκεϊνο μέ τόν ιδεαλισμό του καί τήν αναγκαστική συντομία του ήταν τό 35


χώρους ό Άλεξανδρόπουλος τίς έρευνα έξονυχιστικά καί έπισημαίνει δχι μόνο τή συμ­ βολή τών έπωνύμων συγγραφέων στό χώρο τής δημιουργίας, άλλά καί τοϋ λαϊκο.ΰ φολκλόρ. Θά ήταν άνιαρό γιά τόν άναγνώστη νά έπαναλάβω ή νά σχολιάσω τά δσα καίρια έκθέτει ή παρατηρεί ό Άλεξανδρόπουλος δρασκελώντας τό χρόνο δέκα αιώνων ρώσικης λογοτεχνίας, άπό τούς χρονικογράφους τοϋ 11ου αιώνα ώς τό Μπαμπέλ, τόν Έρεμπουργκ καί τόν Παστερνάκ. Είναι μιά έργασία θαυμαστής γνώσης καί έρευνητικότητας, πού μάς φέρνει κοντά στόν έντεχνο λόγο ενός λαοϋ ό όποιος ακτινοβόλησε καί στόν παγκόσμιο έντεχνο λόγο. Καί θεωρώ τή γνωριμία τοϋ σύγχρονου στοχαζόμενου Έ λ ­ ληνα μέ τό βιβλίο τοϋ Άλεξανδρόπουλου σάν έπιβαλλόμενο πνευματικό καθήκον.

Ό Πούσκιν. Προσωπογραφία του Βασίλη Τροπίνιν (1827)

μόνο ύπαρχον στό χώρο της ελληνικής γλώσ­ σας. Καί έπρεπε νά περάσουν κάπου πενήν­ τα καί περισσότερα χρόνια γιά ν’ αποκτή­ σουμε μιά νέα καί δλοκληρωμένη εικόνα τής ρωσικής λογοτεχνίας καί τής Ιστορίας της. Είναι «Ή ρωσική λογοτεχνία, ιστορία σέ τρεις τόμους, άπό τόν 11ο αιώνα μέχρι τήν επανάσταση τοϋ 1917». Συγγραφέας της ό Μήτσος Άλεξανδρόπουλος, ρωμαλέος πνευ­ ματικός βλαστός τής έλληνικής προσφυγιάς, πού ζεϊ στή Μόσχα καί τήν ’Αθήνα, επιστή­ μονας ειδικός στή μελέτη τής λογοτεχνίας τού ρωσικού λαού καί όνομαστός συγγραφέ­ ας στό χώρο τών γραμμάτων μας. Οί τρεις τόμοι τοϋ Μήτσου Άλεξανδρόπουλου δέν είναι μιά άπλή παράθεση όνομάτων καί έργων. Είναι δημιούργημα ύπεύθυνο, μέ ιδεολογική φόρτιση σύγχρονη καί προοδευτική, μέ πνεύμα πλατύ καί κριτικό έλεγχο άδιάκοπο τοϋ ύλικοϋ του. Δέν άρκεϊται νά πληροφορεί τόν άναγνώστη του γιά τούς συγγραφείς καί τά έργα τους· έρευνα τό θέμα σέ βάθος, φτάνει ώς τίς ρίζες τής λογοτεχνίας κάθε εποχής καί επισημαίνει τήν καταγωγή τους καί τίς διασταυρώσεις τους μέ τόν παγκόσμιο λογοτεχνικό χώρο. Τή ρώσικη λογοτεχνία δέν ήταν δυνατό ν’ άφήσει ποτέ αδιάφορη δ,τι συνέβαινε στό λογο­ τεχνικό χώρο τής Δύσης, καί αντίστροφα. Αύτές τίς αλληλεπιδράσεις καί διασταυρώ­ σεις της μέ τό Βυζάντιο καί τούς άλλους 36

Σέ συγκεκριμένο καί πολύ οικείο γιά τούς παλιότερους φίλους τών γραμμάτων στόν τόπο μας χώρο, μάς μεταφέρει ό Γιάννης Μότσιος μέ τήν «’Ανθολογία ρωσικού διηγή­ ματος» (1830-1916) πού τυπώθηκε πρόσφα­ τα μέ λεπτομερειακή εισαγωγή τοϋ έπιμελητή της στίς έκδόσεις τοϋ βιβλιοπωλείου τής «Εστίας», Ι.Δ. Κολλάρου καί Σία. Πρόκει­ ται γιά έναν όγκώδη τόμο μεγάλου σχήμα­ τος, 70x100, μέ περισσότερες άπό 500 σελί­ δες, στόν όποιο ανθολογούνται οΐ πατέρες τοϋ ρώσικου διηγήματος άπό τόν Πούσκιν, τό Γκόγκολ, τό Λέρμοντωφ, τόν Τουργκένιεφ, τόν Σαλτίκωφ - Στσεντρίν, τό Γκάρσιν, τόν Κορολένκο, τόν Λέβ Τολστόι, τό Γκόρκι, τό Στανιούκοβιτς, τόν Τσέχωφ, τόν Άντρέγιεφ, τόν Κούπριν ώς τό Μπούνιν. Είναι τά ονόματα πάνω στά όποια στηρίχτηκε ή χρυ­ σή έποχή τοϋ ρώσικου διηγήματος καί έδω­ σαν στό είδος τήν παγκοσμιότητα πού άπόκτησε μέσα στό 19ο εύρωπαϊκό αιώνα. Άλλά άπό τούτο έδώ τό χώρο πρέπει νά παρουσιαστεί, παράλληλα μέ τό βιβλίο, καί ό έπιμελητής του. Πρόσφατα (1976) έπαναπατρισμένος άπό τήν ΕΣΣΔ, άνήκει στή νέα έκείνη προσφυγική γενιά πού ήπόκτησε μόρ­ φωση καί έπιστημονικούς τίτλους στό χώρο τοϋ σοσιαλισμού. Ό Γιάννης Μότσιος, δπως καί τ’ άδέρφια του, φτωχά παιδιά άγροτικής οικογένειας τής περιοχής Γρεβενών, είναι σήμερα έξέχοντες έπιστήμονες τοϋ τόπου μας, μέ τά έφόδιά τους άποκτημένα στήν ΕΣΣΔ. Ή άδελφή τους Δάφνη Πουλιανοΰ, γυναίκα τοϋ διαπρεπούς άνθρωπολόγου Ά ρη Πουλιανοΰ, είναι όνομαστή γυναικο­ λόγος στόν ιατρικό χώρο τής πρωτεύουσάς


μας · ό δεύτερος αδελφός είναι επιστήμονας μηχανικός, πού προσφέρει θετικά στή βιομη­ χανική παραγωγή τής χώρας μας, ένώ ό Γιάννης Μότσιος άφιερώθηκε στή μελέτη τών νεοελληνικών γραμμάτων. Πτυχιοΰχος τής Φιλοσοφικής Σχολής τού Πανεπιστημίου τού Κιέβου στό τμήμα ρωσικής φιλολογίας, συνέχισε τίς μεταπτυχιακές σπουδές του στό ’Ινστιτούτο τής Παγκόσμιας Λογοτεχνίας τής ’Ακαδημίας ’Επιστημών τής ΕΣΣΔ μέ ειδίκευση στήν ιστορία τής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας. Μετά τό πέρας τών σπουδών του καί τήν άνάδειξή του σέ διδάκτορα (μέ τή διατριβή του γιά τό Σολωμό), έργάστηκε ως τακτικός συνεργάτης τού ’Ινστιτούτου στόν τομέα τής νεοελληνικής φιλολογίας. Πέρα από τίς εργασίες του σέ νεοελληνικά θέματα, γραμμένες σέ ρωσική γλώσσα, ό Μότσιος έχει μεταφράσει στά ρώσικα τόν «Καπετάν Μιχάλη» καί τό «Χριστό Ξανασταυρώνεται» τού Καζαντζάκη. Μέ τέτοια στερεά εφόδια γύρω στόν τομέα τών μελετών του κατεβαίνει ό Μότσιος στό φιλολογικό στίβο τής χώρας μας γιά πρώτη φορά καί πρέπει νά όμολογηθεΐ δτι ή προσφορά του είναι σπουδαία καί πολυσήμαντη. Λέγεται πώς τό π ιό δύσκολο είδος τού πεζού λόγου είναι τό διήγημα, γιατί μέσα στή μικρή σχετικά έκτασή του πρέπει νά άποτυπωθεί πολλή ουσία ζωής. Τό διήγημα είναι ένα θαυμαστό κοχύλι σάν έκεΐνα πού, δταν τά πλησιάσεις στό αυτί σου, άκούς τήν άτέλειωτη βουή τής θάλασσας. ’Ανάμεσα στούς συγγραφείς πού διαμόρφωσαν καί καθιέρωσαν διεθνώς τό διήγημα σάν είδος τού πεζού λόγου είναι αναμφισβήτητα καί οί ρώσοι συγγραφείς τού χρυσού αιώνα τής ρώσικης πεζογραφίας. Τό έδαφος, δπως σημείωσα καί παραπά­ νω, είναι σχεδόν οικείο γιά τόν έλληνα άναγνώστη. Γκόγκολ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ, Τσέχωφ, Γκόρκι είναι ονόματα πολυδιαβασμένα στήν Ελλάδα. ’Ιδιαίτερα ό Τσέχωφ ύπήρξε πάντοτε στό χώρο τών γραμμάτων μας ό άγαπη μένος τού αναγνωστικού κοινού. Ή θαυμαστή συντο­ μία του (μικροί ολοστρόγγυλοι χρυσοί κρί­ κοι τά διηγήματά του), ή άπλότητά του καί ή σαφήνεια, τό χιούμορ του, ή ευγένεια αυτή τής ανθρώπινης ψυχής, έχουν κατακτήσει τόν έλληνα φιλότεχνο καί στό διήγημα, άλλά καί στή θεατρική σκηνή. Δείγμα τού κριτι­ κού στοχασμού τού Μότσιου μεταφέρω εδώ δσα γράφει γιά τόν Τσέχωφ, στόν πραγματι­ κά περιεκτικό καί πληροφοριακότατο πρό­ λογό του στήν «’Ανθολογία»:

Ό Γκόγκολ. Προσωπογραφία τον ’Αλέξανδρου Ίβάνωφ (1841)

Ό ρωσικός ρεαλισμός τοϋ 19ον αί. πλού­ τισε τήν παγκόσμια πεζογραφία μέ έργα πού άσκησαν — καί συνεχίζουν νά άσκοϋν — τεράστια (πολλές φορές καθοριστικού χαρα­ κτήρα) επίδραση. Μιά κάποια προσπάθεια άλλαγής αυτού άκριβώς τοϋ γενικώς καθιε­ ρωμένου γιά τήν έποχή τους ρεαλισμού έπεχείρησαν οί Γκάρσιν καί Κορολένκο. Μέ τόν Άντώ ν Πάβλοβιτς Τσέχωφ ή προσπάθεια αύτή προωθήθηκε άκόμα πιό πολύ καί στέφθηκε μέ νέες κατακτήσεις. Ό Λέφ Τολστόι καί πάνω στίς πιό μεγάλες δόξες τής συγγρα­ φικής του τέχνης ξεχωρίζει τόν νέο συγγρα­ φέα καί τοϋ αναγνωρίζει μιά προτεραιότητα στήν άνακάλυψη καί τήν καθιέρωση καινού­ ριων μορφών τού γραπτού καλλιτεχνικού λόγου. Α υτές τίς έντελώς καινούριες γιά όλον τόν κόσμο μορφές γραφής, σημειώνει ό Τολστόι, έγώ προσωπικά δέν τίς συνάντησα πουθενά. Ό ίδιος ό Τσέχωφ άφοϋ κάνει τήν παρατήρηση δτι οί σύγχρονοι συγγραφείς άρχίζουν τά έργα τους είτε μ ’ άγγέλους είτε μέ καθάρματα πού δέν θά τούς συναντήσεις πουθενά στή Ρωσία, καταλήγει στό συμπέ­ ρασμα: «Έγώ θέλησα νά πρωτοτυπήσω: δέν δημιούργησα ούτε έναν κακούργο, ούτε έναν άγγελο». Τί ζωγράφιζε ό Τσέχωφ; Τά πιό συνηθισμένα πρόσωπα μέσα στήν καθημερι­ νότητα τής ζωής τους: τά άνάγκασε νά ποϋν 37


φωναχτά αυτά άκριβώς πού σκέφτονται, άνέβασε στη σκηνή αυτά πού είδε (αύτά πού βλέπει ό καδένας), πού ακούσε στό σπίτι, στό δρόμο, άνάμεσα ατούς άνδρώπους τού κύκλου του. Ή άτμόσφαιρα γύρω του είναι άποπνιχτική — τά φτερά τοϋ άνϋρώπου κάδε μέρα, κάδε ώρα τά κόβει ή άνειλικρίνεια, τό προσποιητό στις συναναστροφές, ό κακώς έννοούμενος «καδωσπρεπισμός», ή χαμογελαστή όψη τοϋ δράματος πού άγγίζει τά όρια της τραγωδίας — ό μικροαστισμός. Ή δέληση τοϋ άνδρώπου (καί τής κοινωνίας ολόκληρης) νά μπαλώσει τό ροϋχο πού έλιω­ σε, νά κρύψει τή χρεωκοπία καί τήν κατα­ στροφή του, νά επιμένει (άκόμα καί γιά τόν ίδιο τόν εαυτό του) νά ζεΐ μέ αυταπάτες σάν νά μήν πέρασαν οί παλιοί («καλοί») καιροί, σά νά μή συνέβηκε τίποτα, είναι ένας γενικός κανόνας. Τά «ψιλοπράματα» καί ή πεζή πραγματικότητα καταστρέφουν τή ζωή καί σπρώχνουν τόν άνδρωπο στή μικροπρέπεια καί τόν όλεδρο. Αυτήν τήν κατάσταση (τήν κατάντια τους) τήν διογκώνουν οί ίδιοι οί ανδρωποι πού άρνοϋνται πεισματάρικα νά κάνουν μιά σωστή διάγνωση κι άνάλογα — μέ σύνεση καί μέ πίστη — νά ενεργήσουν, νά

Ό Μπελίνσκι. Σχέδιο τοϋ Ί. Άοτάφιεφ (1881)

38

Ό Ντοοτογιέφσκι. Σχέδιο τοϋ Κραμσκόι (1882) μέ βάση τήν τελευταία φωτογραφία τοϋ συγγραφέα

πράξουν τό κατορδωτό καί τό ώφέλιμο γιά τόν εαυτό τους καί τούς άλλους. Είναι πραγματικά άξιοσημείωτη ή ευθυ­ βολία τοΰ κριτικού στοχασμού τοΰ Μότσιου. ’Αλλά καί οί ελάχιστες δυσκολίες πού έχει μέ τήν έλληνική γλώσσα, παρά τό γεγονός δτι βρέθηκε εκτός γλωσσικού κλίματος άπό τά πρώτα χρόνια τής έφηβείας του καί σπούδα­ σε σέ ξενόγλωσσο χώρο, σχεδόν ξεπερνιοΰνται καί οί έπιτεύξεις του δείχνουν μέ πόση επιμονή καί πόση ευθύνη πλησιάζει τό άντικείμενο τής νεοελληνικής φιλολογίας, πού άποτελεΐ άλλωστε καί τό υπόβαθρο τών σπουδών του. Καί θέλω νά κλείσω τήν πα­ ρουσίαση τής «’Ανθολογίας» τού Μότσιου μέ τίς παρακάτω σημαντικότατες κριτικές παρατηρήσεις του, άπό τόν πρόλογό του: Ό κριτικός ρεαλισμός τοϋ 19ου αί. είχε φτάσει στίς κλασικές μορφές τής άνάπτυξής του. Ά π ό δώ καί πέρα ή συνέχιση τής ίδιας πορείας μπορούσε νά οδηγήσει στήν παρα­ κμή ή στήν επανάληψη άξιων. Κάτι τέτοιο όμως δέν συνέβηκε, κι αυτό διότι οί κυριότεροι έκπρόσωποι τής τέχνης καί ειδικότερα τής λογοτεχνίας έγκαιρα συνειδητοποίησαν τήν άναγκαιότητα τής άνανέωσης καί χρησι­ μοποίησαν όλες τίς δυνατότητες καί τίς ευ­ καιρίες γιά τήν πραγματοποίηση τής άλλα-


γης. ΟΙ ρεαλιστικές τεχνοτροπίες φανέρω­ σαν καί δυνατότητες έσωτερικών αλλαγών καί Αναπροσαρμογής σέ άντιστοιχία μέ τίς άπαιτήσεις των καιρών, άλλά καί ικανότητα άνακάλνψης ή καί αφομοίωσης νέων στοι­ χείων καί τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης. °Ως ένα σημείο μερικοί από τούς ίδεολόγονς της μηδενιστικής συμπεριφοράς άπέναντι στη μεγάλη κληρονομιά τής χώρας τους προσπαθούσαν νά σπάσουν ή τουλάχιστον νά παραβιάσουν ορθάνοιχτες πόρτες. ’Εκεί­ νο πού μπορούσε νά γίνει (καί πράγματι

έγινε) ήταν νά Ακολουθηθούν διαφορετικοί ή καί παράλληλοι δρόμοι γιά τή δημιουργία καινούριων καλλιτεχνικών άξιών, δηλαδή νά δοθεί ό χρόνος καί ή δυνατότητα στό κάθε λογοτεχνικό ρεύμα νά Αποδείξει τό μέτρο της έπιτυχίας του στούς χώρους τής πράξης. Κ αί δέν είναι λίγες οί επιτεύξεις σέ όλους τούς τομείς τής ρωσικής τέχνης, σ ’όλη την έκταση καί την ένταση τών φωνών.

39


Νίκος Σβορώνος: “Ή ιστορία μαςεχεκ

Στό τεύχος αυτό φιλοξενούμε τόν καθηγητή Νίκο Σβορώνο, 'ένα από τούς σημαντικότερους μελετητές της βυζαντινής καί νεοελληνικής ιστορίας. Ό Ν. Σβορώνος γεννήϋηκε τό 1911, στη Λευκάδα, Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου ’Α θηνών καί στό Παρίσι: στήν Ecole Pratique des Hautes Etudes, στή «Σχολή Ανατολικών Γλωσσών» στή Σορβόννη καί στό College de France. Τό 1947, κατά τή διάρκεια τών σπουδών καί ερευνών του στή Γαλλία, πληροφορείται δτι άπολύϋηκε άπό τό «Μεσαιωνικό ’Α ρχείο» τής ’Α καδημίας Αϋηνών, όπου εργαζόταν άπό τό 1936, καί δτι τού άφαιρέθηκε ή έλληνική ιθαγένεια (είχε πάρει μέρος στήν ’Αντίσταση, στίς τάξεις τούΕΑΜ). Α πό τό 1947 άρχισε νά έργάζεται στό ’Εθνικό Κέντρο 40

Κοινωνικών ’Ερευνών τής Γαλλίας. Α πό τό 1969, διδάσκει στήν Ecole Pratique des Hautes Etudes σάν καθηγητής-διευθυντής σπουδών στήν έδρα τής «'Ιστορίας τών θεσμών τής βυζαντινής αυτοκρατορίας». Μετά τή μεταπολίτευση, ή Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης άποφάσισε νά τόν προσκαλέσει νά διδάξει στή Σχολή καί ή Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου ’Α ϋηνών νά τού άπονείμει τόν τίτλο τού έπίτιμου διδάκτορα. Ό Ν. Σβορώνος έχει γράψει πολλά βιβλία σχετικά μέ τή βυζαντινή καί νεοελληνική ιστορία: Salonique et Cavalla (1951), Le commerce de Salonique au XVIIIeme siecle (1956), Recherches sur le cadastre byzantin etla fiscalite au Xleme etXIIeme siecles. Le cadastre des Thebes (1959), Recherches sur la tradition juridique a Byzance (1964), Actes de Lavra (1970), Histoire de la Grece moderne (1972), Etudes sur Torganisation interieure, la societe et l ’economie de l ’Empire Byzantin (1973), ’Επισκόπηση τής νεοελληνικής ιστορίας (Μετάφραση Αικατερίνης ΑσδραχάΒιλιογραφικός οδηγός Σπύρου Ασδραχά, Θεμέλιο, Αϋήνα, 1976). Συναντήσαμε τόν καθηγητή Ν. Σβορώνο στά γραφεία τού περιοδικού, πέρυσι τό Σεπτέμβρη. Ή συνέντευξή του άπομαγνητοφωνήϋηκε καί μεταφέρϋηκε στίς σελίδες τού «Διαβάζω» χωρίς καμιά περικοπή ή άλλοίωση, διατηρώντας έτσι δλα τά πλεονεκτήματα καί μειονεκτήματα τού προφορικού λόγου.


ι αντιστασιακό χαρακτήρα Ποιά είναι ή μέθοδος καί τά κριτήριά σας κατά τή μελέτη τής ιστορίας; ΟΙ γενικές αρχές άπ’ δπου ξεκινώ, είναι αρκετά άπλές καί σταθερές. Πρώτα πρώτα δέν ξεχνώ δτι ή ιστορία γίνεται μέσα σέ τόπο καί χρόνο. Είναι μιά άπό τίς αρχές που, πολλές φορές, μερικοί ιστορικοί την ξε­ χνούν. Αύτό έχει σά συνέπεια, τίς γενικές θεωρητικές αρχές, πού έχει κάθε ιστορικός στό κεφάλι του πρίν κάν άρχίσει τή συγκε­ κριμένη έρευνά του, νά προσπαθεί νά τίς έλέγξει μέ τά στοιχεία τά όποια τοΰ δίνουν οί πηγές του μέσα στό χρόνο καί στόν τόπο πού μελετά. Αύτό, δχι μόνο τοΰ επιτρέπει νά ελέγχει τίς θεωρητικές του αρχές μέ τά στοιχεία πού τοΰ δίνουν οί πηγές, άλλά τοΰ έπιτρέπει έπίσης νά προσαρμόζει τίς άρχές του αυτές καί κυρίως νά ιεραρχήσει τά κριτήριά του καί τούς παράγοντες πού, σέ κάθε έποχή καί σέ κάθε τόπο, διέπουν τό ιστορικό γίγνεσθαι. Γιατί, δσο κι άν είναι άληθινή, στή γενικότητά της, ή όρισμένη ιεράρχηση πού δίνει ή α, ή β ή γ θεωρία στό σύνολο τής πορείας μιας κοινωνίας, αύτή ή ιεράρχηση, ή γενική, υποχρεωτικά δέν είναι ή ίδια σέ ορισμένους τόπους καί, κυρίως, σέ όρισμένους χρόνους. Έ να παράδειγμα, πού είναι χτυπητό καί άπλό: Ό κοινωνιολόγος πού ξεκινάει άπό τή μαρξιστική σκέψη, ξέρει δτι τό ύπεροικοδόμημα έξαρτάται άπό τή βάση, τήν ύλική, τήν οικονομική βάση. Κι αύτή είναι μιά ιδέα γόνιμη καί στή βάση της σωστή. Έάν δμως αύτή τήν άρχή, αύτή τήν ιεράρχηση, τήν εφαρμόσει τυφλά, σέ κάθε περίοδο τής ιστο­ ρίας, θά πέσει σίγουρα έξω καί θά κάνει αύτό πού λέμε «μηχανική ιστορία», πού δέν άποδίδει πάντοτε τήν πραγματικότητα, γιά τόν άπλούστατο λόγο δτι γράφει μιά ιστορία ή όποια δέν άρχίζει άπό τήν άρχή τής ύπαρξης τής κοινωνίας. ’Αρχίζει τήν ιστορία του ενώ έχουν διαρρεύσει αιώνες ιστορίας

55

ένός λαοΰ ή ένός τόπου μέ τόν όποιο άσχολεΐται. Στό διάστημα αύτό τών αιώνων έχουν σχηματιστεί ορισμένες παραδόσεις καί ή παράδοση τοΰ εποικοδομήματος μπορεί νά έχει τέτοιο βάρος πού νά άνεξαρτητοποιηθεΐ καί νά γίνει, πολλές φορές, πρωταρχικός παράγοντας. Ό ιστορικός πρέπει νά είναι σέ θέση, κάθε στιγμή, νά τό δει αύτό τό πράγμα καί κυρίως νά τό θεμελιώσει άπό τίς πηγές. Θά μποροΰσε κανείς νά φέρει ένα σωρό άλλα παραδείγματα πού θά χρειάζονταν χρόνο καί σκέψη καί πού στήν πρόχειρη αύτή συνέντευξη δέν είναι εύκολο νά βρού­ με. ’Αλλά νομίζω δτι, μ’ αύτό καί μόνο τό παράδειγμα, καταλαβαίνει κανείς τί θέλω νά πώ. Αύτό, σάν γενική άρχή. Ή δεύτερη άρχή είναι νά προσπαθώ νά ξεχνάω τίς ίδιες τίς γενικές άρχές άπ’ τίς όποιες ξεκινώ καί νά άφήνω νά μέ οδηγήσει ή πηγή, τό ντοκουμέντο. Πρέπει δέ νά σάς πώ δτι, γιά τόν ιστορικό, τό δυσκολότερο πράγμα, άλλά καί τό πιό άποτελεσματικό, είναι άκριβώς ή επιλογή καί ή κριτική τών πηγών, πώς δηλαδή θά ξεχωρίσει ποιές είναι οί πηγές πού είναι πιό κοντά στήν πραγματι­ κότητα, ποιές είναι οί πηγές πού τοΰ παρέ­ χουν κυρίως τίς λεγάμενες έμμεσες πληροφο­ ρίες. "Οταν δέ έχει κανείς νά κάνει μέ τήν ε σ ω τ ε ρ ικ ή ιστορία κι δχι μέ τήν ιστορία τών γεγονότων, αύτές οί έμμεσες πληροφορί­ ες είναι άκόμη πιό πολύτιμες, είναι οί πρα­ γματικές πληροφορίες. Τά έργα πού γράφουν οί ιστορικοί μιας εποχής μιλοΰν άμεσα γιά τά διάφορα γεγο­ νότα, πολέμους, διαδοχή βασιλιάδων, γεννή­ σεις, θανάτους κτλ. Αύτά είναι άμεσες πλη­ ροφορίες κι ό έλεγχός τους είναι σχετικά εύκολος. Ό ιστορικός θά πάρει δύο ή τρεις πηγές, θά τίς συγκρίνει μεταξύ τους, θά δει ποΰ συμφωνούν, πού διαφωνούν, θά προσ­ παθήσει νά δει βέβαια γιατί διαφωνοΰν οί πηγές αύτές καί θά καταλήξει σέ ορισμένα συμπεράσματα, μάλλον σίγουρα. Φυσικά 41


υπάρχουν περιπτώσεις δπου θά υπάρχουν διαφωνίες, θά υπάρχουν διαφορετικές από­ ψεις. "Οταν δμως έχει νά κάνει με την εσωτερική ιστορία ενός λαοϋ, δταν έχει νά κάνει με την οικονομική ή με τήν κοινωνική ιστορία, εκτός άπό τά άμεσα στατιστικά στοιχεία, οί πληροφορίες που έχουν τό μεγα­ λύτερο βάρος, είναι αύτές πού είπαμε προη­ γουμένως, οί έμμεσες πληροφορίες, δηλαδή οί πληροφορίες πού βγάζει ό ιστορικός άπό ένα κείμενο τού όποιου ό συντάκτης ή ό συγγραφέας δέν είχε καμιά διάθεση νά σοΰ τίς δώσει. Χωρίς νά τό θέλει, μιλώντας γιά άλλο πράγμα, μάς αφήνει νά καταλάβουμε έμεϊς εκείνο πού ζητούμε νά βρούμε. "Ισως αύτό τό πράγμα θά γινόταν σαφέ­ στερο μέ ένα παράδειγμα, πού έχω ξαναπεϊ πρόσφατα. Μία άπό τίς σημαντικές πηγές γιά τόν στ'-ζ' αιώνα, είναι ό βίος τού άγιου Ίωάννου τού Έλεήμονα, ένός μεγάλου Πα­ τριάρχη, γραμμένος άπό ένα σημαντικό συγ­ γραφέα τής έποχής, τό Λεόντιο. Ό Λεόντιος έχει διάθεση, ή μάλλον ό σκοπός τού έργου αυτού είναι νά δείξει, δπως τό λέει κι ό τίτλος, τή φιλανθρωπική δράση τού Πατρι­ άρχη καί άναφέρει μιά σειρά παραδείγματα. Οί παλιότεροι ιστορικοί σταματούσαν στή φιλανθρωπική δράση τής εκκλησίας. "Αλλοι ιστορικοί πού ξεκινάνε άπό άλλες προϋπο­ θέσεις, μέ άλλα ενδιαφέροντα, έχουν προσέ­ ξει ιδιαίτερα τίς έμμεσες πληροφορίες. Έχουν προσέξει π.χ. δτι ή σειρά των παρα­ δειγμάτων πού παίρνει ό Λεόντιος γιά νά δείξει τή φιλανθρωπική δράση τού Πατριάρχη, προέρχονται άπό περιπτώσεις ναυκλήρων, ναυτικών-πλοιοκτητών, πού είναι συγχρόνως καί έμποροι — πότε ό ίδιος άνθρωπος έχει δλες αύτές τίς ιδιότητες, πότε είναι ξεχωριστές — είτε κάνουν πτώχευση, είτε ναυαγούν, καί πού ταξιδεύουν καί μέσα άλλά καί έξω άπ’ τή Μεσόγειο, ώς τή Μ. Βρετανία, τήν ’Ισπανία, τή Γαλλία... Χωρίς νά τό θέλει λοιπόν ό συγγραφέας, μάς δίνει μιά εικόνα τής ’Αλεξάνδρειας, σάν μεγάλο οικονομικό κέντρο. Καταλαβαίνει κανείς άμέσως δτι έχουμε νά κάνουμε, στόν 6ο-7ο αιώνα, μ’ ένα άπ’ τά μεγάλα άστικά κέντρα δπου ή εμπορική καί ή ναυτιλιακή δραστηριότητα είναι έντονη. Τήν πληροφορία αύτή τήν επιβεβαιώνου­ με άπό ένα σωρό άλλες πηγές καί ιδιαίτερα τούς παπύρους, δπου βλέπεις, στήν ίδια περιοχή, νά υπάρχουν συμβόλαια εμπορικά, συμβόλαια ναυτιλιακών έπιχειρήσεων, καί άλλα. "Αλλοι ιστορικοί πήγαν άκόμη πιό πέρα. Ή ίδια αύτή πηγή δίνει ορισμένα 42

νούμερα, ορισμένα δεδομένα άριθμητικά (καί δίνει άρκετά, μερικά δέ άπ’ αύτά μπο­ ρούνε νά τά έπιβεβαιώσουν άπό άλλες πη­ γές, πάλι τούς παπύρους τής έποχής) πού μάς έπιτρέπουν νά βγάλουμε π.χ. τόν μέσο δρο μιάς ναυτιλιακής καί εμπορικής επιχεί­ ρησης. Δέν θυμούμαι τά νούμερα αύτή τή στιγμή. Θυμούμαι μόνο δτι έχω βγάλει ένα μέσο δρο ό όποιος δέ φαίνεται ν’ άπέχει πολύ μακριά άπό τήν πραγματικότητα, ένα μέσο δρο γιά τό εσωτερικό εμπόριο. Έχουμε δυό-τρεϊς περιπτώσεις ταξιδιών π.χ. άπό τήν ’Αλεξάνδρεια στή Δαλματία, στό Ίόνιο καί στήν Άδριατική. Μπορούμε επίσης νά βγά­ λουμε τό μέσο δρο κεφαλαίου πού δφειλε νά διαθέσει ό έμπορος πού πάει στή Μεγάλη Βρετανία. Μπορούμε άκόμα νά βγάλουμε, άπό τήν ίδια αύτή διήγηση, τό πιθανό κέρ­ δος, τό μέσο κέρδος τού πλοίου αύτού καί τό μέσο κέρδος μιάς μεσαίας, καί πολλές φορές μιάς μεγάλης, ναυτιλιακής, πού ’ναι μαζί καί έμπορική, επιχείρησης. "Ετσι μάς δίνονται πληροφορίες πού ό άγιογράφος δέν ήθελε νά τίς δώσει, γιατί ό σκοπός του ήταν νά διηγηθεϊ τή φιλανθρωπική δράση τού Πα­ τριάρχη. Μπορούμε άπ’ αύτές νά συναγάγουμε έπίσης τίς δομές τού εμπορίου, νά δούμε π.χ. πότε ένας έμπορος έχει δικό του πλοίο, πότε ό ναύκληρος είναι μαζί καί κυβερνήτης τού πλοίου, είναι μαζί καί έμπο­ ρος, είναι μαζί καί έφοπλιστής. Έχουμε άλλες περιπτώσεις δπου βλέπουμε τόν έμπο­ ρο νά νοικιάζει ένα πλοίο άπό έναν ιδιοκτή­ τη καί νά περνάει έπίσης διά μέσου ένός έφοπλιστή, δηλαδή οί τρεις αύτές δραστηρι­ ότητες χωρίζονται. Τέτοιου είδους παραδείγματα έμμεσων πληροφοριών έχουμε πολλά. Καί είναι οί πληροφορίες — ξαναλέω αύτό πού είπα καί στήν άρχή — στίς όποιες δίνουμε τή μεγαλύ­ τερη σημασία, καί μάλιστα είναι καί οί πιό άσφαλεϊς, πραγματικά άσφαλείς, γιατί ή πη­ γή πού χρησιμοποιούμε δέν είχε καμιά δρεξη νά μάς τά πει κι επομένως δέν είχε καμιά δρεξη νά μάς υποβάλει τή δική της εικόνα. Γιά νά ξανάρθουμε έκεϊ πού άρχίσαμε: Μία άπό τίς άρχές πού έφαρμόζω, μέχρι τού σημείου πού νά μοΰ προσάπτουν οί άνθρω­ ποι πού άγαπούν τίς θεωρητικές κατασκευ­ ές, είναι τό δτι μένω, δτι θέλω νά μένω, δσο τό δυνατόν πιό κοντά, στό δεδομένο τών πηγών καί ξεκινώντας άπό κεΐ, τό μόνο πράγμα πού προσπαθώ, είναι νά άναχθώ σέ ορισμένες γενικεύσεις τίς όποιες πάντα βάζω ύπό έλεγχο. ’Ιδιαίτερα μάλιστα στή νέα έλληνική ιστορία, δπου ξέρω δτι τό 90% τών


πηγών βρίσκονται άκόμα στά διάφορα ξένα καί έλληνικά άρχεϊα καί δτι τό 99% των τουρκικών αρχείων, δπου εκεί είναι θαμμένη δλη μας ή οικονομική ιστορία, καθώς καί τών εγγράφων τών μοναστηριών τοΰ ’Άθω, αν δχι τίποτε άλλο, είναι άγνωστα, προχωρώ μέ βήμα σημειωτόν καί προτείνω όρισμένες γενικεύσεις ύπό έλεγχο. Έ , αυτές είναι πάνω-κάτω οί απαντήσεις στήν ερώτησή σας, δέν χρειάζεται νομίζω τίποτε παραπάνω. Ποιά είναι ή μεθοδολογι­ κή μου αρχή στήν ιστορία; Κάποιος τό είπε εύριστική μέθοδο σέ κάποιο ελληνικό έντυ­ πο καί νομίζω γενικότερα δτι γιά τήν ιστο­ ρία είναι ή μόνη μέθοδος πού φέρνει άποτελέσματα. Άπό κεϊ καί πέρα, είναι μιά άλλη ιστορία! Μέ τά δσα είπατε μέχρι τώρα, καλύ­ ψατε καί μιά δεύτερη ερώτηση πού σκοπεύαμε νά σάς κάνουμε, δηλαδή ποϋ πρέπει νά ρίχνει ό ιστορικός τό βάρος του. ΙΣΩΣ σ’ αυτό θά μπορούσε νά πει κανείς, ιδιαίτερα γιά εδώ, γιά τήν έλληνική Ιστοριο­ γραφική δραστηριότητα, δτι, άν ή προσοχή

στίς πηγές, ή δημοσίευση πηγών, είναι πάντα άπαραίτητη γιά κάθε τόπο καί γιά κάθε περίοδο, άκόμα καί γιά τίς δυτικοευρωπαϊ­ κές χώρες, γιά μάς εδώ στήν Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι μόλις αρχίσαμε. Δέν ξέρω άν είναι ένας αιώνας πού άρχισε νά γράφεται ή ιστορία τής 'Ελλάδας καί είναι πρώτης ανάγκης ή δημοσίευση τών πηγών. Μιλήσατε προηγουμένως γιά τίς άμε­ σες πληροφορίες κι εκεί έπισημάνατε δτι μπορεί νά ύπάρξει κάπου αμφι­ σβήτηση ενός γεγονότος, δηλαδή άλλιώς τό παρουσιάζει ένας ιστορικός ή οποιοσδήποτε συγγραφέας κι αλλιώς άλλος. Αυτό (σάν γεγονός, δχι σάν πρόθεση) μπορεί νά δικαιολογηθεί; ΝΑΙ, κατάλαβα. “Εχουμε τέτοιες περιπτώ­ σεις. Τίς περισσότερες φορές, σέ γεγονότα, χρονολογίες κλπ. οί πηγές συνήθως συμφωνοΰν.Άλλωστε έχουμε περιπτώσεις δπου ή μία πηγή Αντιγράφει ή έχει υπόψη της τήν άλλη. 'Υπάρχουν δμως καί περιπτώσεις δπου έχουμε διαφορές. Κι εδώ έπεμβαίνει ή κριτική τών πυγών. Πρώτα πρώτα προσπα­ 43


θούμε νά διαπιστώσουμε τή χρονολογία ένός γεγονότος. Πολλές φορές βλέπετε δτι υπάρ­ χουν μικρές σχετικές μελέτες, π.χ. γιά τό πότε έπεσε ή Άδριανούπολη. Οί πηγές δια­ φωνούν. Καί αυτό προέρχεται είτε άπό λά­ θος αΰτοΰ πού γράφει, είτε άπό διάφορες συγχύσεις. Την προτεραιότητα εδώ έχουνε οί σύγχρονες μέ τό γεγονός πηγές. Σ’ αυτές δίνουμε τή μεγαλύτερη σημασία. Αύτό δμως δέν σημαίνει δτι π ά ν τ ο τ ε ή παλαιότερη πηγή έχει δίκιο, γιατί μπορεί μιά πηγή μετα­ γενέστερη νά ’ναι σωστή. Στήν περίπτωση πού μάς άπασχολεΐ συμβαίνει άπλούστατα, δτι ή Άδριανούπολη πάρθηκε προσωρινά πολλές φορές, πρίν κυριευθεί όριστικά άπό τούς Τούρκους. Σέ τέτοιες περιπτώσεις, ιδι­ αίτερη σημασία έχουν τά επίσημα έγγραφα. Στήν περίπτωση τής Άδριανούπολης, βοή­ θησαν στή λύση τοΰ χρονολογικού προβλή­ ματος μιά σειρά πατριαρχικών-συνοδικών έγγράφων πού τοποθετούν μέ άσφάλεια τήν οριστική πτώση τής πόλεως ύστερ’ άπό τόν ’Ιούνιο 1365. "Οσοι δέν έτυχε νά σπουδάσουν ιστο­ ρία, έχουνε λίγο πολύ μιά άντίληψη γιά τό Βυζάντιο, σά νά ήταν λ.χ. ένα θεοκρατικό βασίλειο μέ ίντριγκες, δο­ λοφονίες, κτλ. Ή ταν πραγματικά έτσι ή, καλύτερα, ήταν μόνο έτσι; ΕΛΠΙΖΩ νά μήν έχουμε μείνει άκόμα σ’ αυτή τήν άντίληψη στήν Ελλάδα, γιατί αύτή ή άντίληψη έχει πρό πολλοΰ έγκαταλειφθεΐ. Αύτή είναι ή παλιά άντίληψη πού τήν είσήγαγαν οί ίδιοι οί πρώτοι βυζαντινολόγοι, οί όποιοι ήταν καί καθολικοί παπάδες, καί δπου τό σχίσμα καί ό σχισματικός γι’ αυτούς χαρακτήρας τοΰ Βυζαντίου, τούς έκανε νά βλέπουν έτσι τά πράγματα. ’Αλλά καί έκτος άπ’ αύτούς, άπό τόν 18ο αιώνα ήδη, είχαν άρχίσει νά μιλάνε γιά Bas Empire, δρο πού δέν ξέρω άκόμη πώς νά τόν μεταφέρω έλληνικά. Χώρισαν τή ρωμαϊκή ιστορία σέ δύο μεγάλες περιόδους, στήν πρώτη αύτοκρατορία, δηλαδή άπό τόν Αύ­ γουστο ώς τόν Διοκλητιανό, πού είναι ή άκμή τής αύτοκρατορίας, καί μετά, άπό τόν Διοκλητιανό καί κάτω, τό ονόμασαν Bas Empire μέ κάποια ύποτιμητική διάθεση. Αύ­ τό συνδέεται μέ τίς φιλελεύθερες άντιλήψεις γενικά, πού καταδίκαζαν, δχι μόνο τό Βυ­ ζάντιο, άλλά καί τό δυτικό μεσαίωνα. "Ω­ σπου νά άποκατασταθεΐ ό δυτικός μεσαίωνας, δηλαδή ώσπου νά κατανοηθεΐ δτι, εκτός άπό τή δουλοπαροικία, ύπήρχαν κι άλλα 44

φαινόμενα, πέρασαν κάμποσοι αιώνες. Τώρα οί ιστορικοί βλέπουνε άλλα πρά­ γματα στήν έξέλιξη τής βυζαντινής ιστορίας, τήν άντιμετωπίζουν ψυχρά, δπως άντιμετωπίζουν όποιαδήποτε περίοδο τής ιστορίας, καί προσπαθούν νά δοΰν τήν έξέλιξη τών εσωτερικών δομών, άποφεύγοντας νά κά­ νουν άξιολογικές κρίσεις, γιατί δέν έχουν κανένα νόημα. Κάποια κίνηση είχε άρχίσει στά σχο­ λεία μας μέ τό βιβλίο τοΰ Καλοκαιρι­ νού, άλλά καί τότε ή έκπαίδευση δέν είχε ξεφύγει άπό τό παραδοσιακό σχήμα πού διδάσκεται ή έλληνική ιστορία. Δέ νομίζετε; ΝΑΙ, καλά, θέλετε νά πείτε δτι διδάσκονται μόνο τά εξωτερικά γεγονότα. Στό Γυμνάσιο, δίνουν άναμφισβήτητα τό βάρος στή «βυ­ ζαντινή εποποιία». Γιά μιά περίοδο, τό ίδιο συνέβη στή Δύση. Ό Schlumberger έγραψε «L’ Epopee Byzantine», δπου διηγείται τή μεγάλη περίοδο τής αύτοκρατορίας μέ τούς έπικούς άγώνες έναντίον τών ’Αράβων κτλ. Λοιπόν, μή σάς φαίνεται περίεργο δτι κι έδώ διδάσκονται αύτά τά πράγματα. Τόσο κατά τήν έποχή τής ίδρυσης τοΰ Βυζαντίου, δσο κι άργότερα, τά πάντα φαίνονται διαφορετικά στό άνατολικό τμήμα τής ρωμαϊκής αύτοκρατορίας, άπ’ δ,τι ήταν στό δυτικό της τμήμα. Πώς τό εξηγείτε αύτό τό πράγμα; Ποιές δομές προϋπήρξαν τής ίδρυσης τοΰ Βυζαντίου; ΝΑΙ, αύτό είναι κατ’ άρχήν σωστό. Πρίν δημιουργηθεί ή βυζαντινή αύτοκρατορία, υπήρχε αύτό πού οί ιστορικοί ονομάζουν ’Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος. Ή διαφορά άνάμεσα σ’ αύτό τό ’Ανατολικό καί στό Δυτικό Ρωμαϊκό Κράτος είναι πραγματικά ούσιαστική. Καί πρώτα πρώτα, νομίζω δτι τό κρατικό αύτό συγκρότημα πού δημιουργήθηκε στήν ’Ανατολή, στηρίχτηκε σ’ έναν πάρα πολύ παλιό πολιτισμό, δπου ό έλληνισμός έπαιξε τόν κύριο ρόλο. Καί γιά νά έλθουμε σέ πιό συγκεκριμένα πράγματα, τό άνατολικό αύτό ρωμαϊκό συγκρότημα στηρί­ ζεται στό σύστημα τών πόλεων, δηλαδή σέ άστικά κέντρα μ’ ένα είδος — είμαστε ύποχρεωμένοι νά χρησιμοποιήσουμε τόν δρο, έστω κι άν είναι πρώιμος — άστικής τάξης, πού βασίζονταν ή ίδια σέ άστικές οικονομι­ κές δραστηριότητες, δπως εμπόριο, βιοτε­


χνία, ποΰ φτάνει πολλές φορές τά δρια της βιομηχανίας, εφόσον λ.χ. ή Αλεξάνδρεια έχει τό μονοπώλιο τοΰ χαρτιού τής έποχής καί τό σκορπίζει σ’ δλο τόν κόσμο, σ’ δλη τήν κοινωνία. ’Αξίζει τόν κόπο νά σάς άναφέρω έδώ ένα απόσπασμα άπό ένα ανώνυμο έργο τοΰ 4ου αιώνα, τήν «περιγραφή τής Οικουμένης», πού μιλάει γιά τή βιομηχανία τοΰ χαρτιού στήν ’Αλεξάνδρεια καί γιά τόν πρωταρχικό ρόλο τοΰ προϊόντος αυτού στήν ιστορία. Πρόκειται γιά ένα απόσπασμα πού, μετα­ φρασμένο στά έλληνικά, θά είχε τή θέση του στά σχολικά βιβλία. Νά τί γράφει ό άγνωστος συντάχτης τής περιγραφής: «Ή ’Αλεξάνδρεια κατέχει, εκτός άπό τά άλλα άγαθά της, ένα προϊόν πού δέν ύπάρχει άλλοΰ καί πού χωρίς αυτό δέν είναι δυνατή ούτε ή λειτουργία τοΰ κρατικού μηχανισμού, ούτε ή διεύθυνση τών ιδιωτικών επιχειρήσεων. Φαίνεται δτι αυτό σχεδόν καί μόνο στηρίζει όλόκληρη τήν αν­ θρωπότητα. Ποιό είναι αύτό τό προϊόν πού εξυμνούμε έτσι; τό χαρτί. Ή πόλη αυτή τό κατασκευάζει καί τό στέλνει στόν κόσμο όλόκληρο. Μόνο αύτή άπ’ δλες τίς πόλεις καί τίς έπαρχίες τό κατέχει, άλλά, καθώς δέν φιλαργυρεύεται τ’ άγαθά της, τό έξάγει». ’Εμένα τουλάχιστον μού προκάλεσε έντύπωση ή σύλληψη αυτού τού ρόλου τοΰ χαρτι­ ού, σάν θεμέλιο γιά τή διάδοση τής γνώσης, τής πληροφόρησης καί τής επικοινωνίας, πού βρίσκεται στή βάση τής λειτουργίας κάθε κρατικού μηχανισμού καί κάθε ιδιωτι­ κής δραστηριότητας. Στήν ’Ανατολή έχουμε, λοιπόν, αστική ζωή καί μάλιστα πλούσια ζωή, καθώς καί έντονη οικονομική δραστηριότητα. Έπειτα έχουμε πολιτική ζωή. Οί πόλεις δέν έπαψαν ποτέ νά ύπάρχουν. Άρχισαν βέβαια νά δια­ λύονται, σάν αυτόνομα κράτη, άλλά έξακολουθοΰν νά ύπάρχουν σάν πολιτικές μονά­ δες. Οί πόλεις εξακολουθούν νά ύπάρχουν καί νά ζόύν μέ τίς ιδιαίτερες βουλές καί τούς πολιτικούς τοπικούς άρχοντες, έστω κι άν αύτές οί βουλές γίνονται άπλά κοινοτικά συμβούλια, ένα είδος προέκτασης τής κεν­ τρικής έξουσίας, πού τή βοηθούν κυρίως στήν είσπραξη τών φόρων καί στή διοίκηση. Τέτοια χαρακτηριστικά μέ κάνουν νά πι­ στεύω δτι κακώς νομίζουν πώς τό Βυζάντιο καί τό ’Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος είναι συνέχεια τής ρωμαϊκής αύτοκρατορίας. Αύτό τό πίστευαν καί οί ίδιοι οί αύτοκράτορες. Στό βάθος, οί έσωτερικές οικονομικές δομές είναι άπόλυτη συνέχεια τών έλληνιστικών

βασιλείων, σέ τέτοιο σημείο πού, σέ μένα τόν ίδιο, έκανε εντύπωση δταν έβλεπα δτι έπίσημα έγγραφα, π.χ. έπίσημα έγγραφα φορολο­ γίας, δπου παραχωρούν φορολογικά προνό­ μια, χρησιμοποιούν άκριβώς τούς ίδιους δρους, τίς ίδιες φράσεις τό ίδιο τυπικό πού χρησιμοποιούν καί τά βυζαντινά έγγραφα ώς τόν 14ο, 15ο αιώνα, άκριβώς τίς ίδιες λέξεις, μέ τό ίδιο περιεχόμενο. Τά ίδια χαρα­ κτηριστικά έμφανίζονται στή βυζαντινή τέ­ χνη, πού φαίνεται συνέχεια τής έλληνιστικής τέχνης. Καί δμως οί αύτοκράτορες θεωρού­ σαν τόν έαυτό τους διαδόχους τών ρωμαίων αύτοκρατόρων καί τό κράτος τους συνέχεια τοΰ ρωμαϊκού κράτους. "Ολες οί κατευθυντικές τάξεις είχανε αύ­ τή τήν Αντίληψη. Είχανε δίκιο κατά τούτο, δτι συνέχιζαν τούς κρατικούς θεσμούς καί κατά κάποιον τρόπο τή νομοθεσία, δηλαδή μάλλον τήν τεχνική τοΰ δικαίου. Άλλά, τί; Τό δίκαιο αύτό είχε ήδη έπηρεαστεϊ σέ μεγάλο βαθμό άπό τό έλληνιστικό. Οί δέ μεγάλοι νομομαθείς έδρασαν στήν ’Ανατολή. "Οχι μόνο χρησιμοποιούν καί έλληνικούς δρους, άλλά καί εισάγουν στό ρωμαϊκό δί­ καιο θεσμούς έλληνικούς, δπως ή «έμφύτευση», δπως ή «άντίχρηση», πού τούς έκφράζουν μέ έλληνικούς δρους καί πού δέν τούς έχουν μεταφράσει κάν — δέν ύπάρχουν άντίστοιχοι δροι λατινικοί. Ά πό πλευράς οικονομικής λειτουργί­ ας, βλέπουμε τό χώρο τών άρχαίων έλληνικών πόλεων νά άνήκει κατά κάποιον τρόπο στόν άνατολικό τύπο πολιτισμού, δέν είν’ έτσι; ΣΕ ποιόν άνατολικό τύπο! Στό δικό του ιδιαίτερο τύπο πολιτισμού! Είναι ό έλληνικός καί έλληνιστικός χώρος. Έ ξω άπό αύτόν τόν έλληνιστικό χώρο, ύπάρχει άλλου είδους πολιτισμός, ό όποιος στηρίζεται στήν άγροτική κοινότητα. Αύτό συμβαίνει στήν ’Ανα­ τολή. Στήν ’Ιταλία, αύτό τό σύστημα τών πόλεων έμπήκε μέ τή ρωμαϊκή κατάκτηση καί τήν ώσμωση πού έγινε τής ’Ιταλίας μέ τόν έλληνιστικό χώρο, ιδίως ύστερα άπό τήν κατάληψη άπό τή Ρώμη τής Ελλάδας, Αίγύπτου, κτλ. Επομένως καί ή ’Ιταλία άνήκει στόν ίδιο αύτό κύκλο πολιτισμού. Άρχισε άκόμα νά μπαίνει σιγά σιγά καί στή Δύση, στή Γαλατία π.χ., δπου τό πρώτο πράγμα πού κάνουν οί Ρωμαίοι, είναι άκριβώς νά ιδρύουν πόλεις. Πρέπει δέ νά τίς δούμε τίς πόλεις αύτές, δχι σάν οικισμούς, άλλά στήν πολιτική τους λειτουργία. Δυστυχώς δέν 45


Θά θέλαμε νά -μάς πείτε τί κοινωνικό ρόλο έπαιξε ή εκκλησία καί ό μοναστισμός στήν έξέλιξη τής βυζαντινής αύ­ τοκρατορίας. ΑΥΤΟ χρειάζεται, δχι συνέντευξη απλώς, αλλά όλόκληρη μελέτη. ’Εννοείτε τό ρόλο τής εκκλησίας στό Βυζάντιο μόνο ή στήν ελληνι­ κή ιστορία γενικότερα; Στό Βυζάντιο περισσότερο. ’Αλλά ύπάρχει μήπως καμιά συνέχεια; Γιά νά τό πούμε καλύτερα, βλέπετε τήν εκκλησία νά παίζει τόν ίδιο ρόλο πού έπαιξε στό Βυζάντιο, μέ μιάν άλλη μορφή αλλά μέ τήν ίδια δομή, καί μετά τό Βυζάντιο;

Λεπτομέρεια άπό λιθογραφία τον 1821, πού είκονίζει φόρτωμα «λατινάδικον» στή Ζάκυνθο (’Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

υπάρχει διάκριση στά ελληνικά άνάμεσα στό cite καί στό ville. Γιά ν’ άποδώσω τόν δρο cite χρησιμοποιώ τόν δρο «πολιτεία», ώστε νά κάνω τη διάκριση άπό τήν «πόλη», σάν οικιστικό φαινόμενο, σάν συγκέντρωση πλη­ θυσμού. Στή διάκριση αύτή (πόλεις καί πο­ λιτείες) ούδεμία σημασία έχει τό μέγεθος. Εκείνο που έχει σημασία γιά νά χαρακτηρι­ στεί μιά πόλη σάν πολιτεία, στήν όποια υπάγεται διοικητικά μιά όλόκληρη περιοχή, είναι ή πολιτική της λειτουργία. "Οταν ύπάρχει βουλή, δταν υπάρχει αύτοδιοίκηση. Λοιπόν, αύτό προσπάθησαν νά τό κάνουν οί Ρωμαίοι καί στή Δύση. ’Αλλά έγινε σιγά σιγά. ”Αρα αύτή είναι ή διαφορά φάσεως, πού είναι μιά βασική αιτία διαφορο­ ποίησης της έξέλιξης μεταξύ ’Ανατο­ λής καί Δύσης. ΑΚΡΙΒΩΣ. Αύτό δέ έχει συνέπειες. Ό πλού­ τος συγκεντρώθηκε στήν ’Ανατολή, όλόκληρο τό χρυσάφι ή όποιοδήποτε πολύτιμο μέταλλο συγκεντρώθηκε εκεί πέρα, πράγμα πού έδωσε τή δυνατότητα στό άνατολικό τμήμα τής αύτοκρατορίας ν’ άντισταθεΐ εύκολότερα στίς έπιδρομές των βαρβάρων. Έτσι οί βάρβαροι κατέλαβαν τή Δύση δλη, ενώ έκεί, στήν ’Ανατολή, κρατήθηκε τό κρά­ τος άνέπαφο. 46

ΟΠΩΣ σ’ δλα τά πράγματα, δπως σ’ δλους τούς θεσμούς, υπάρχει καί συνέχεια, ύπάρχει ή μακρά διάρκεια, καθώς ύπάρχουνε καί οί στιγμές τής τομής, τά στοιχεία τών τομών. ’Ανάλογα φαινόμενα, σχέσεις έκκλησίας καί κράτους, σχέσεις έκκλησίας καί κοινωνίας γενικότερα, δπου βλέπουμε εμείς στό Βυζάν­ τιο, τά ξαναβλέπουμε στήν ’Ιταλία. Στό Βυζάντιο, ή εκκλησία αρχίζει νά παίρνει τεράστια δύναμη ήδη άπό τόν 4ο αιώνα, ιδιαίτερα άπό τή στιγμή δπου παύ­ ουν οί αιρέσεις καί έπιβάλλεται ή ορθοδο­ ξία, μέ τίς διάφορες, δυό-τρεϊς, συνόδους,. δπου διατυπώνεται τό «Σύμβολο τής Πίστεως». ’Εκείνο πού πρόχειρα θά πώ — περιλη­ πτικά βέβαια, γιατί τό θέμα αύτό έχει τόσες άποχρώσεις καί τέτοιες πλευρές πού δέ φτά­ νει μιά μελέτη πολλών σελίδων γιά νά τό πιάσει — είναι, πρώτον, δτι εύθύς εξαρχής ή ορθοδοξία (τό «Πιστεύω» πού διατύπωσαν οί Σύνοδοι) έπεβλήθη μέ κρατικούς νόμους, μέ νόμους αύτοκρατόρων. Οί νόμοι τών αύτοκρατόρων, οί όποιοι έδωσαν «νομική ισχύ» στό «Πιστεύω», παίρνουν όλόκληρες φράσεις άπό τό «Πιστεύω». Αύτό συμβαίνει πρίν τό χωρισμό άπό τή Δύση, άλλά ισχύει καί γιά τή Δύση τήν εποχή έκείνη. Αύτό δείχνει εύθύς έξαρχής δτι ή εκκλησία έγινε κρατική. Δεύτερον, οί ίδιες οί Σύνοδοι προεδρεύ­ ονται άπό τούς αύτοκράτορες. Ό ίδιος ό Κωνσταντίνος, πού δέν είναι χριστιανός — είναι ζήτημα δέ αν έγινε (λένε δτι έγινε πρίν πεθάνει, άλλά αύτό είναι άλλο πρόβλημα) —είναι αύτός πού καλεί, τή Σύνοδο. Ό αύτοκράτωρ καλεί τήν εκκλησιαστική Σύνο­ δο καί ό αύτοκράτωρ προεδρεύει. ’Ακολου­ θεί μιά περίοδος δπου εμφανίζονται προσ­


πάθειες καί στην ’Ανατολή ανεξαρτητοποίη­ σης της έκκλησίας άπό την πολιτική εξουσία. Καί διαπιστώνεται ένας αγώνας αρκετά δυ­ νατός, που κράτησε κάμποσους αιώνες. ’Αλ­ λά γρήγορα ή άνατολική έκκλησία υποτά­ χθηκε στήν πολιτική εξουσία. Βρέθηκε δμως ένα είδος συμβιβασμού κι έτσι άποφεύχθηκε εκείνο που έγινε στή Δύση, τό νά έξακολουθήσει δηλαδή ή σύγκρουση. Κι αυτό, γιατί ή ’Ανατολή εξακολουθεί νά είναι άπόλυτα συγκεντρωτικό κράτος, δπου ή υπαλληλία φθάνει ώς τό τελευταίο χωριουδάκι σάν άντιπρόσωπος τοΰ κράτους. Ή παρουσία τοΰ κράτους είναι έντονη ώς τό τέλος τής αυτοκρατορίας, ώσότου ήρθαν οί Τούρκοι. Στή Δύση, λόγω τής έπιδρομής τών βαρ­ βάρων καί τής δημιουργίας διαφόρων βαρβαρικών βασιλείων, πρίν άκόμα άναπτυχθεϊ ό φεουδαρχισμός, δέν ύπήρξε ισχυρή κεντρι­ κή έξουσία. Καί αύτομάτως, ήταν φυσικό, ή άρχή πού συνέδεε δλους τούς χριστιανικούς πληθυσμούς νά είναι ό άρχηγός τής έκκλησί­ ας, δηλαδή ό πάπας. Ό πάπας άρχίζει νά γίνεται καί πολιτικός αρχών στήν πράξη, ήδη άπό τόν 6ο αιώνα. Αυτός άντιμετωπίζει τόν ’Αττίλα καί τούς θύννους. Έ τσι στή Δύση δημιουργήθηκε ό λεγόμενος καισαρο­ παπισμός. Κι δταν δημιουργήθηκαν καί στή Δύση κεντρικές έξουσίες, ύπήρξε ένας άγώνας έντονος άνάμεσα στήν έκκλησία καί στίς πολιτικές δυνάμεις. Τέτοια κατάσταση δέν δπήρξε στήν ’Ανατολή. Δέν ήταν εύκολο, έκτος άπό έλάχιστες έξαιρέσεις. Πολλές φο­ ρές έχουμε ισχυρές πατριαρχικές προσωπι­ κότητες, πού άνεβάζουν καί κατεβάζουν αύτοκράτορες καί ήρθαν άντιμέτωποι μέ τήν κεντρική έξουσία. Στό τέλος δμως νικήθη­ καν, δπως ό Κυρουλάριος, πού ύποχρεώθηκε νά παραιτηθεί άπό τόν πατριαρχικό θρό­ νο. Αυτή είναι σημαντική διαφορά. Τώρα, δσο γιά τόν κοινωνικό ρόλο τής έκκλησίας, χωρίς νά παραγνωρίζουμε τή φιλανθρωπική της δράση καί τόν πνευματι­ κό της ρόλο (δλα τά σχολεία ήταν στά χέρια της), μπορούμε νά πούμε δτι, μαζί μέ τό στρατό καί τήν ύπαλληλία, ή έκκλησία έπαι­ ξε ένα σημαντικό ρόλο στήν κοινωνική κινη­ τικότητα. Γιά ν’ άνεβεΐ κοινωνικά κάποιος πού άνήκε στίς χαμηλότερες τάξεις καί νά φύγει άπό τόν κλοιό τών αυστηρά καθορισμένων κοινωνικών τάξεων πού υπήρχαν τήν έποχή έκείνη, δέν είχε κανένα άλλο μέσον παρά νά γίνει παπάς ή άνώτερος υπάλληλος ή στρατι­ ωτικός. ’Από στρατιώτης, μπορούσε νά φτά­

σει θεωρητικά κανείς έως τόν αύτοκρατορικό θρόνο. Κι έχουμε τέτοιες περιπτώσεις. Ό Ζήνων π.χ. πού κατέβηκε άπό τά βουνά τής Ίσαυρίας καί άπό στρατιώτης έγινε αύτοκράτορας, ό Βασίλειος ό Α' ό Μακεδών, άπό κάποιο χωριό τής Μακεδονίας, άπό χωριατόπαιδο άνέβηκε στό θρόνο τόν αύτοκρατορικό. Θεωρητικά, λοιπόν, ή κοινωνική κινητι­ κότητα γίνεται δυνατή διά μέσου αυτών τών τριών θεσμών: στρατός, ύπαλληλία, έκκλη­ σία. Ά πό τήν άλλη μεριά δμως ή έκκλησία έπαιξε βέβαια σέ ορισμένες έποχές καί ρόλο ανασταλτικό, δπως δλοι οί κατεστημένοι θεσμοί. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα, π.χ., γιά τό ρόλο τοΰ μοναχισμού, ό όποιος άπό τήν άρχή έβαλε πολλά πολλά προβλήματα, κοι­ νωνικά άλλά καί πολιτιστικά. Ή μοναστική ιδεολογία έχει κοινωνικό καί πολιτιστικό περιεχόμενο άλλά καί πολιτικό. Αύτά δέν είναι πάντα εύκολο νά έκτιμηθοΰν. Ό Παπαρρηγόπουλος π.χ., έμπνεόμενος άπό τίς φιλελεύθερες ιδέες τής έποχής, θεωρεί δτι οί “Ισαυροι, μέ τήν άντιμοναχική τους πολιτι­ κή, προσπαθούν νά εισαγάγουν ένα είδος κοινωνικής πολιτικής, λαϊκής, έθνικής, κτλ. Έ , δέν είναι τόσο σίγουρο! ’Εγώ προσωπικά πιστεύω δτι τό κίνημα τών ’Ισαύρων ήταν άπλώς άριστοκρατικό κίνημα, γιατί άντιπροσωπεύονταν άπό τούς μεγάλους άριστοκρατικούς στρατιωτικούς οίκους τής έποχής, δπου δέν είχαν καμιά διάθεση νά κάνουν λαϊκά «προοδευτικά» κινήματα. Τό κίνημα είναι στήν ούσία, άν θέλετε, «προοδευτικό» άπό τήν άποψη τής ιστορίας τών ιδεών. Είναι πιό κοντά στή λογική, άλλά δέν έχει τίποτα τό λαϊκό. Αντίθετα, τό είκονολατρικό κίνημα είναι λαϊκό. Αύτό ύποστήριξε ό λαός ό ίδιος. Τούς είκονομάχους τούς ύποστήριξε ό στρατός καί ιδιαίτερα τά άνώτερα στελέχη τού στρα­ τού καί οί άνατολικές έπαρχίες. Μ’ άλλα λόγια έδώ δέν χωράνε άπλουστεύσεις. Τά φαινόμενα αύτά είναι πάντοτε σύνθετα καί χρειάζονται άπλώς άνάλυση καί έξήγηση, χωρίς νά βιαζόμαστε νά βγάλουμε άξιολογικές κρίσεις. Στήν Τουρκοκρατία, ή έκκλησία νομίζω δτι μέχρι τόν 17ο αιώνα έπαιξε, Αντικειμενι­ κά, προοδευτικό ρόλο. Ή ταν έπικεφαλής άκόμα τών άντιστασιακών κινημάτων κι άπό τή στιγμή δπου οί φιλελεύθερες ιδέες, οί άπελευθερωτικές έθνικές ιδέες τής Δύσης άρχισαν νά μπαίνουν στήν όθωμανική αύτοκρατορία, δχι μόνο συντηρητικοποιεΐται, άλλά άντιδραστικοποιεΐται κι άρχίζει ό 47


άγώνας μεταξύ τών δύο ιδεολογικών ρευμά­ των. Δηλαδή, ξαναλέω, δτι δεν μπορούμε νά δούμε αύτά τά πράγματα μονοδιάστατα. Θά θέλαμε νά μάς περιγράφετε τήν ιδεολογική άντίθεση άνάμεσα σε «δυτικόφοβους» καί «δυτικόφιλους» καί νά μάς πείτε τίς κοινωνικές άντιστοιχίες πού αύτή έξέφραζε. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ δέν μπορώ νά άπαντήσω. Προσπάθησα νά δώ άν οί «δυτικόφιλοι» καί οί «δυτικόφοβοι» άντιπροσωπεύουν όρισμένες κοινωνικές τάξεις. 'Ομολογώ δτι δέν τά κατάφερα καί νομίζω δτι δέν είναι πολύ εύκολο νά τό καταφέρει κανείς. Διότι αύτά τά κινήματα κινούνται σέ άνώτερα έπίπεδα. Καί οί μέν καί οί δέ κινούνται στά άνώτερα στρώματα τής κοινωνίας. Όφείλω δμως νά πώ δτι εκείνοι πού έκίνησαν τά πλήθη, δέν είναι οί δυτικόφιλοι, είναι οί δυτικόφοβοι. «Καλύτερα τούρκικο σαρίκι, παρά παπική τιάρα...» ΝΑΙ, δέν ξέρω άν ό κοσμάκης έβλεπε ή καταλάβαινε τί σημαίνει τούρκικο σαρίκι. Εκείνο πού έβλεπε, ήταν δτι ό δυτικός τόν καταδίωκε πρώτον σάν κλήρος, άλλά καί κυρίως — άν θέλουμε νά σταθούμε στό οικονομικό πεδίο — ήξερε δτι οί έμποροι καί οί μεγαλοκεφαλαιοΰχοι τής έποχής ήταν δυ­ τικοί καί ή οικονομική εκμετάλλευση έρχόταν άπ’ τή Δύση. Οί έκπρόσωποι δμως τών δύο ρευμάτων άνήκουν στήν ίδια κοινωνική μερίδα. Τί γνώμη έχετε γιά τή στάση τού «Νίκα», γιά τίς διάφορες λαϊκές έξεγέρσεις, τίς συμμαχίες τών άνατολικών έπαρχιών μέ τούς βαρβάρους, τούς ζηλωτές, κτλ; ΕΔΩ, πράγματι, μπορεί νά διαπιστωθεί άμε­ ση ή έμμεση σχέση μέ τήν κοινωνική δια­ στρωμάτωση. Στά κινήματα δμως αύτά παί­ ζουν ρόλο, καί μάλιστα βαρύνοντα, καί άλ­ λοι παράγοντες, θρησκευτικοί, πολιτικοί, έθνικοί. "Ολοι οί ιστορικοί είναι σύμφωνοι δτι οί «δήμοι» τών μεγάλων πόλεων τής αύτοκρατορίας — κατ' άρχήν άθλητικά σωματεία — πήραν γρήγορα πολιτικό χαρακτήρα καί έκφράζουν τά ύπολείμματα τής παλιάς πολιτι­ κής δημοκρατικής ζωής τών πολιτειών. Οί διενέξεις δμως τών διαφόρων δήμων μεταξύ τους, ή κάποτε δλων έναντίον τής κατεστη­ 48

μένης έξουσίας, τών δήμων τής Αντιόχειας ή τής Κωνσταντινούπολης, τών πράσινων, τών ρούσιων ( = ερυθρών), τών βένετων ή τών λευκών, δέν άντικαθρεφτίζουν άμεσα καί καθαρά τίς κοινωνικές διακρίσεις καί τήν κοινωνική πάλη. Ή κοινωνική σύνθεση δλων τών δήμων φαίνεται άλλωστε μικτή καί ή ιδεολογία τους άσαφής καί συγκεχυμένη. Βέβαια στούς βένετους καί στούς λευκούς φαίνεται νά ύπερέχουν τά άριστοκρατικά στοιχεία, στούς πράσινους καί ρούσιους οί μεσαίες καί λαϊκότερες τάξεις. Οί πρώτοι ύποστηρίζουν συνήθως τήν κατεστημένη ορ­ θοδοξία, οί δεύτεροι φαίνονται νά κλίνουν περισσότερο στά άποκλίνοντα άπό τήν ορ­ θοδοξία θεολογικά ρεύματα, δπως τό μονο­ φυσιτισμό τής Ανατολής. Καί στούς προσανατολισμούς αύτούς, πού δέν είναι πάντα σταθεροί, μπλέκονται κοινωνικά, καί τά εθνικά άκόμα κίνητρα τών διαχωριστικών τάσεων τών διαφόρων έθνοτήτων τής Ανατολής έναντίον τής κεν­ τρικής έξουσίας. "Αλλωστε, οί ίδιοι οί αύτοκράτορες ή ανώτεροι άξιωματοΰχοι ύποστη­ ρίζουν πότε τόν ένα, πότε τόν άλλο άπό τούς δήμους καί τούς χρησιμοποιούν στήν πολιτι­ κή τους. Ό Θεοδόσιος ό Β' άναφέρεται σάν φίλος τών πράσινων, ό ’Αναστάσιος πότε υποστηρίζει τούς πράσινους, πότε τούς ρού­ σιους έναντίον τών βένετων καί τών πράσι­ νων, ό ’Ιουστινιανός χρησιμοποιεί τούς βένε­ τους έναντίον τών πράσινων, πράγμα πού δέν έμπόδιζε, σέ μερικές περιπτώσεις, τό πολιτικό αύτό παιγνίδι νά ξεφεύγει άπό τά χέρια έκείνων πού τό κινούσαν καί δλοι οί δήμοι νά ξεσηκώνονται έναντίον τής έξουσί­ ας. Είναι ή περίπτωση τής στάσης τού «Νί­ κα». Μέ τό χτύπημα δλων τών δήμων άπό τόν ’Ιουστινιανό, πού έπιβάλλει τήν άπόλυτη μοναρχία, φαίνεται νά έξαλείφονται καί τά τελευταία ύπολείμματα κάποιας δημοκρατι­ κής πολιτικής ζωής. Μ’ άλλα λόγια, καί δταν ύπάρχουν στό βάθος τών λαϊκών αύτών κινημάτων κοινω­ νικοί προσανατολισμοί καί κοινωνικά αίτια, έκφράζονται έμμεσα, διά μέσου θρησκευτι­ κών ή άπλά πολιτικών άγώνων. Ό ίδιος άνάμικτος χαρακτήρας ύπάρχει σέ δλα σχεδόν τά λαϊκά κινήματα τού μεσαίωνα. Στό κίνημα τού Θωμά τού Σλαύου, δπου έπικρατεϊ τό άγροτικό στοιχείο, στό κίνημα τών Ζηλωτών τής Θεσσαλονίκης, μέ έμφανέστερο άστικό χαρακτήρα, περισσότε­ ρο ίσως πολιτικό παρά κοινωνικό άπό δ,τι πιστεύεται. Τό καθένα άπό τά κινήματα αύτά πρέπει νά έξετάζεται χωριστά. Κι έδώ,


οί μονοδιάστατες γενικές κρίσεις καί χαρα­ κτηρισμοί είναι έξω άπό τήν ιστορική πρα­ γματικότητα. Πάντως, βλέπετε τό λαό νά κινείται πάντα άπό μιά προσωπικότητα, άπό έναν ήγέτη... ΝΑΙ, τό κακό είναι δτι δέν μπορούμε εύκολα — οί πηγές δέν μάς επιτρέπουν — νά πιάσουμε τή λαϊκή ζωή, τή λαϊκή ιδεολογία. Στόν ιδεολογικό τομέα, κινούμαστε, έπειδή οί πηγές είναι τέτοιες, στά άνώτερα στρώμα­ τα, στους ανθρώπους πού ξέρανε γραφή καί ανάγνωση, καί μάς είναι πολύ δύσκολο νά πιάσουμε τή λαϊκή συνείδηση. Μόνο καμιά φορά, διά μέσου ορισμένων βιογραφιών, προσπαθούμε νά τήν πιάσουμε, αλλά κι εκεί μάς έρχεται διαθλασμένη. ’Ακόμα καί ό λαϊκός βίος ένός άγιου είναι γραμμένος άπό έναν καλόγηρο, άπό έναν παπά, ό όποιος θέλει νά κάνει κατήχηση. Καί τά παραδείγματα πού φέρνει των λαϊ­ κών άντιδράσεων, δέν έχει κανείς πάντοτε τήν πεποίθηση δτι είναι σωστά. Καταντούν πολλές φορές νά είναι κοινοί τόποι. Ά ν πάρετε μιά σειρά άπό βίους άγιων, θά δείτε δτι, άν άναλυθοΰν δομικά, οί κοινοί τόποι επαναλαμβάνονται, έστω καί μέ διάφορα παραδείγματα. "Ολα τά παραδείγματα ύπακούουν στό ίδιο σχήμα. 'Υπάρχει ένα άρχέτυπο, πού δέν είναι άνάγκη νά είναι γραφτό. Κι έκεϊ είναι πού πραγματικά σκοντάφτου­ με. Άλλωστε, οί έρευνες αυτές μόλις τώρα άρχίζουν καί ή προσπάθειά μου ή ιδιαίτερη είναι νά σπρώξω τούς φοιτητές μου σέ τέτοι­ ου είδους έρευνες, γιά νά βγάλουμε κάτι. Παρατηρούμε δτι στή νεότερη Ε λλά­ δα κυριαρχεί μιά διάσταση άνάμεσα στούς εκπροσώπους τού ευρωπαϊκού διαφωτισμού, πού προσβλέπουν στή Δύση καί θέτουν σάν πρότυπο τήν άρχαία Ελλάδα, άντιπαραθέτοντάς την μάλιστα μέ τό «σκοτεινό» Βυζάν­ τιο, άπ’ τή μιά μεριά, κι άπ’ τήν άλλη, είτε σ’ εκείνους πού είναι όπαδοί μιας έλληνοτουρκικής συνομοσπονδίας μέ σκοπό τήν άναβίωση τής βυζαντινής αυτοκρατορίας (π.χ. "Ιων Δραγούμης) είτε στούς όπαδούς-διανοητές πού προσβλέπουν στή γνησιότητα τής ορ­ θόδοξης θρησκείας (π.χ. Χρήστος Γιανναράς σήμερα), προσβλέπουν δηλα­ δή στό Βυζάντιο σάν πρότυπο, θεω­ ρώντας δτι ή Δύση νόθευσε αυτό τό

πνεύμα. Γιά νά έπανέλθουμε λοιπόν. Μήπως αύτή ή άντιπαράθεση άποτελεΐ συνέχεια τής διαμάχης, μέσα στό ίδιο τό Βυζάντιο, άνάμεσα στούς δυτικόφοβους καί δυτικόφιλους; ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ, δέν πιστεύω καθόλου σέ τέ­ τοιου είδους συνέχεια. Ή συνέχεια αύτή είναι εντελώς εξωτερική, είναι φαινομενική. Τό κίνημα τό βυζαντινό, τών τελευταίων αιώνων άλλωστε, τών δυτικόφιλων καί τών άντίθετων πρός τή Δύση, δέν έχει καμιά σχέση μέ τά σημερινά φαινόμενα πού ξεκι­ νούν άπό τόν Δ ραγού μη, τόν Γιαννόπουλο κλπ. Ούτε οί συνθήκες, ούτε τό βαθύτερο περιεχόμενο τών δύο κινημάτων έχει, δχι μόνο συνέχεια, άλλά ούτε καί καμιά σχέση. Οί δυτικόφιλοι τής βυζαντινής εποχής, δηλαδή οί όπαδοί τής εκκλησιαστικής ένότητας, δέν έχουν στό μυαλό τους ούτε τήν άρχαία Ελλάδα, ούτε είναι άντίπαλοι μιας παραδοσιακής ελληνικής πολιτικής. Συμβαί­ νει δέ μάλιστα, δυτικόφιλοι καί μή, νά συμ­ φωνούν πολλές φορές ώς πρός τήν άντιμετώπιση π.χ. τής εθνικής ιδέας. Καί οί δύο, τά γραφτά καί τών δύο, λένε τά ίδια πράγματα, δηλαδή καί οί δύο ξανασυνδέουν τόν άρχαΐο έλληνικό πολιτισμό μέ τόν εαυτό τους καί έχουν πλήρη συνείδηση δτι αύτός ό άρχαΐος πολιτισμός είναι ένα είδος εθνικής κληρονο­ μιάς. Καί αυτό τό λένε καί οί ίδιοι καί ό Κυδώνιος, πού μεταφράζει τό Θωμά τόν Άκινάτη καί ό όποιος έγινε δομινικανός καλόγερος, καί ό Καβάσηλας, πού είναι ό στυλοβάτης τής ορθοδοξίας, καί ό δυτικόφι­ λος Βησαρίων, καί ό Γεννάδιος. Δεύτερον, ένα κοινό σημείο υπάρχει άνά­ μεσα σ’ αύτά τά δύο ρεύματα, άλλά εντελώς εξωτερικό. Καί οί δύο αύτές τάσεις, κατά τή γνώμη μου, σταματάνε σ’ ένα ορισμένο κοι­ νωνικό στρώμα, είναι κινήματα διανοουμέ­ νων πού δέν έχουν καμιά άπολύτως σχέση μέ τή συνείδηση τού λαού, μέ τά λαϊκά κινήμα­ τα κλπ. Αύτού τού είδους οί συνδέσεις καί οί άναζητήσεις συνεχειών είναι άπό εκείνες — άς τολμήσουμε νά τό πούμε — τίς όποιες εφευρίσκουν οί διανοούμενοι καί τίς όποιες έγώ προσωπικά, δχι μόνο δέν καταλαβαίνω, άλλά καί τίς θεωρώ εξαιρετικά επικίνδυνες, γιατί είναι άποπροσανατολιστικές. Δέν ύπήρξε στό Βυζάντιο πρόβλημα παραδοσια­ κού πολιτισμού καί μή παραδοσιακού (δυτι­ κού) πολιτισμού. Αύτά είναι νεότερα προ­ βλήματα καί, άν θέλετε, στό βάθος, δλη αύτή ή διαμάχη, ή ίδια ή διαμάχη τών παραδοσια­ κών καί μή παραδοσιακών, είναι εύρωπαϊκό 49


φρούτο, δυτικό, πού ήρθε άπό κεϊ, από τή Δύση, ήδη άπ’ τήν εποχή τού “Ιωνά Δραγούμη, ήδη άπ’ τήν εποχή τού Γιαννόπουλου. Είναι, μ’ άλλα λόγια, ιδέες δυτικές, δπου στήν Ελλάδα φόρεσαν καί λίγη φουστανέλα. Τά προβλήματα της αναζήτησης μιας νεοελ­ ληνικής ταυτότητας χρειάζονται άλλη άντιμετώπιση, πού δέν μπορεί νά γίνει σέ μιά συνέντευξη. Ή κρατούσα στό Βυζάντιο πολιτική ιδεολογία έπέδρασε, καί πώς, στήν ανάπτυξη (ή στήν καθυστέρηση) της έπιστήμης, τής φιλοσοφίας, των γραμ­ μάτων, της γλώσσας καί των τεχνών; Εκφράστηκε διά μέσου αύτών; ΚΙ έδώ πάλι ή απάντηση είναι δύσκολη καί δχι μονοδιάστατη. Ό βυζαντινός μεσαίωνας δέ διαφέρει καί πολύ στήν ουσία άπό τό δυτικό μεσαίωνα, τουλάχιστον άπό ορισμένη περίοδο καί πέρα. Αναμφισβήτητα, ή έπιστημονική ερευνά, δηλαδή ή έρευνα έκείνη πού στηρίζεται στό λογικό καί ανακαλύπτει καινούριες σχέσεις, υποχωρεί καί στό Βυ­ ζάντιο. Δέν ξέρω άν αυτό όφείλεται στήν έκκλησία καί μόνο στήν έκκλησία ή οφείλε­ ται σέ μιά γενική τάση τοϋ πολιτισμού ή όποια εμφανίζεται πρίν άπό τό χριστια­ νισμό. Ή δη, οι νεοπλατωνικοί ανακατεύουν μεταφυσική καί επιστήμη, πού προοιωνίζει τό χριστιανικό ιδεώδες ή μάλλον τό χριστια­ νικό τρόπο σκέψεως. 'Υπάρχει περισσότερος Πλωτίνος στό Βυζάντιο Λαρά Πλάτωνας. Είναι μιά τροπή τού άνθρώπινου πνεύματος, τής όποιας τά αίτια δέν μπορώ πρόχειρα νά τά πώ. Στή Δύση δμως είναι ’Αριστοτέλης περισσότερο... ΚΑΙ στή Δύση, δταν άρχισε νά μπαίνει ό ’Αριστοτέλης, κυρίως μέ τό Θωμά τόν Ά κινάτη, έχασε ένα μεγάλο μέρος της, δ,τι βαθύ­ τερα επιστημονικό είχε ή σκέψη του. Οί δυτικοί διανοητές πήραν περισσότερο τήν τεχνική τού λόγου τού ’Αριστοτέλη, άλλά κι εκεί, ό ίδιος ό Θωμάς ό Άκινάτης, πού έφερε τόν ’Αριστοτέλη στή Δύση, βρήκε τρομερή άντίδραση, στήν αρχή, άπό τήν έκκλησία. Στό Βυζάντιο συμβαίνουν άνάλογα πρά­ γματα. Στόν 11ο αιώνα, ύπάρχει, καί μέσα στό Βυζάντιο, μιά «φιλοσοφική» κίνηση, πραγματική. Έ νας άπό τούς μεγάλους της εισηγητές ήταν ό Βαρλαάμ, ό όποιος είναι 50

δυτικός άπό τή Σικελία, άλλά καί άλλοι, π.χ. ό Ψελλός άργότερα, ό Καβάσηλας, κ.ά., πού άρχίζουν ένα κίνημα, τό όποιο προσπαθεί, άς πούμε, νά συμβιβάσει τή λογική έρευνα μέ τήν πίστη. Κι έκεϊ βέβαια ή έκκλησία άντέδρασε, άλλά μήν ξεχνάμε δτι οί ίδιοι αύτοί οί άνανεωτές, είναι άντιπρόσωποι τού κλήρου. “Οσο γιά τίς άλλες έπιστήμες, έχουμε τά μαθηματικά, πού καλλιεργήθηκαν, κατά κά­ ποιον τρόπο, ιδίως στό Πανεπιστήμιο τής Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν 11ο αιώνα. Καλλιεργήθηκαν δηλαδή κατά τούτο, δτι οί άνθρωποι, δσοι τουλάχιστον έκαναν άνώτερες σπουδές, μάθαιναν τά έλληνικά καί έλληνιστικά μαθηματικά, τή εύκλείδια γεωμε­ τρία κτλ. Δέν μπορούμε δμως νά μιλήσουμε γιά μαθηματική έρευνα. ’Αλλά δέν μπορούμε καί νά μιλήσουμε γιά έπιστημονική έρευνα ούτε στή Δύση έως τόν 18ο αιώνα. Οί μεγάλοι μαθηματικοί άρχίζουν τόν 18ο αιώνα. Οί Ά ραβες τής ’Ισπανίας είχαν προ­ χωρήσει ένα στάδιο παραπάνω; ΕΙΝΑΙ ένα μεγάλο πρόβλημα, τί είχαν κάνει οί Ά ραβες τής ’Ισπανίας. "Ισως, σέ όρισμένους κλάδους νά προχώρησαν λίγο πιό πέρα. Ξέρουμε, π.χ., δτι ιδίως όρισμένα έργα τού Εύκλείδη δέν τά ’χουμε παρά άραβικά. Τό δύσκολο βιβλίο του «τά περί άναλογιών», δηλαδή τό τελευταίο του έργο, δέν τό ’χουμε παρά άραβικά καί τό μεταφράζουμε συνε­ χώς στά λατινικά, στά έλληνικά, στά γαλλικά κτλ. Οί Ά ραβες έχουν έπίσης διασώσει όρι­ σμένα κείμενα τού ’Αριστοτέλη καί μπορού­ με νά πούμε δτι συντελούν στή διάσωση καί διάδοση τής παλιάς έλληνικής σκέψης. Στήν περίπτωση τών άλχημιστών, ίσως είναι πιό άπτή ή άπόδειξη γιά τό ρόλο τής έκκλησίας. ΝΑΙ, έκεί νομίζω δτι ύπάρχουν μιά σειρά νόμων πού άπαγορεύουν τήν άνάγνωση τών λεγάμενων μαθηματικών βιβλίων, άλλά — πράγμα πού δέν τό ’χουν προσέξει, καί θά καταλάβετε άμέσως τίς άποχρώσεις πού βά­ ζουν — τό έξηγούν ώς εξής, τουλάχιστον άπό μιά στιγμή καί πέρα: Δέν άπαγορεύεται π.χ. ή μελέτη τής γεωμετρίας, δέν άπαγορεύεται όλο τό τ ε χ ν ι κ ό περιεχόμενο τών έπιστημών, ή άστρονομία ή ή μελέτη τών φυσι­ κών φαινομένων. Καταδικάζονται μόνον έκεΐνοι οί όποιοι, δταν μελετούν τά άστρα, μελετούν άλλα φυσικά φαινόμενα, δέν περι-


Χαρακτηριστική σκηνή στό σπίτι τον έπίσκοπου Σαλώνων. Πριν άπό τό γεϋμα οί συνόαιτημόνες πλένουν τά χέρια τους γιά νά παρακαϋήσουν στό χαμηλό τραπέζι (Άϋήνα, Γεννάδειος Βιβλιοϋήκη)

ορίζονται στίς τεχνικές εξηγήσεις καί στά τεχνικά Αποτελέσματα πού συνδέονται άμε­ σα μέ την πρακτική ζωή — παραφράζω αύτή τή στιγμή τό κείμενο τοΰ νόμου — άλλά έχουν τήν αξίωση νά μάς δώσουν γενικές άρχές τής ζωής τοΰ ανθρώπου, ύποστηρίζουν δτι τά άστρα προκαθορίζουν τήν έξέλιξη τοΰ άνθρώπου, τή δημιουργία τής ζωής καί τίς κατευθύνσεις τής ζωής. Καταδικά­ ζουν, δηλαδή, καθαρά καί ξάστερα, μιά γενική ιδεολογία μέ άξιώσεις έρμηνείας. Ιδού σέ περίληψη ή θέση τοΰ Βαλσαχώνα (12ος αιώνας) στό πρόβλημα! Οί επιστήμες είναι τέσσερις: γεωμετρία, άριθμητική, μουσική, αστρονομία. Γιά τίς τρεις πρώτες, οί νόμοι έπιτρέπουν τήν εξά­ σκησή τους καί τή διδασκαλία τους. Μόνο ή άστρονομία, πού λέγεται καί μ α θ η μ α τ ι­ κή, απαγορεύεται. Οί «μαθηματικοί» όφείλουν νά κάψουν τά σχετικά βιβλία καί νά έπανέλθουν στή χριστιανική σκέψη. "Αν δέν υπακούσουν, έξορίζονται. Οί «μαθηματι­ κοί» ή άστρολόγοι έξομοιώνονται μέ τούς μ ά γ ο υ ς, μέ τούς «έπαοιδούς». Αναγνωρί­ ζεται δμως άπό τούς πατέρες τής έκκλησίας ή χρησιμότητα τής μελέτης των άστρων, δταν

γίνεται γιά πρακτικούς σκοπούς, στόν καθο­ ρισμό των εποχών, τοΰ ήμερολογίου, τών Αποτελεσμάτων στή γεωργία, κλπ. Τελικά, θεωρείτε δτι τό Βυζάντιο ύπήρξε μιά αυτόνομη ιστορική όντότητα; ΑΥΤΟ μπορώ νά σάς τό πώ μέ μιά λέξη. Ναί, ούδεμία αμφιβολία έχω. Είναι αύτόνομη ιστορική όντότητα, άπό τήν αρχή του έως τό τέλος. Πώς βλέπετε τή σπουδή τής νεότερης ελληνικής ιστορίας σχετικά μέ τών άλλων βαλκανικών καί Ανατολικομεσογειακών λαών; ΚΑΤ’ αρχήν, δέν είναι δυνατόν νά γίνει καμιά ιστορία, κανενός λαοΰ, απομονωμένη άπό τόν περίγυρό της. Τόν περίγυρό της τό γενικότερο ή τόν πιό άμεσο. Είναι Αδύνατον δηλαδή νά κάνει κανείς πραγματική νεοελ­ ληνική ιστορία, εάν δέν τήν εντάξει μέσα στή γενικότερη ιστορία τής οθωμανικής αυτο­ κρατορίας, τής οποίας, έπί τέσσερις αιώνες, 51


άποτέλεσε αναπόσπαστο μέλος. Οί θεσμοί οι ελληνικοί, στό διάστημα της Τουρκοκρατίας, δημιουργήθηκαν μέσα στά πλαίσια των θε­ σμών, καί πολλές φορές διά των θεσμών, της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Καί φυσικά, δέν μπορεί βέβαια νά γραφεί ή ιστορία τοΰ νεότερου έλληνισμοϋ, — καί ιδιαίτερα πρίν άπό τήν ίδρυση τοΰ έλληνικοΰ βασιλείου — χωρίς τή γνώση τής ιστορίας τών μεσογεια­ κών λαών. Ιδιαίτερα δέν μπορεί νά γραφεί ιστορία τής Ελλάδας, έφ’ οσον ό έλληνισμός ύπερβαίνει γιά αιώνες τά πολιτικά του σύνο­ ρα. Κι εδώ, ύπάρχει μιά ιδιαίτερη δυσκολία. "Οταν έγραφα τήν «Επισκόπηση» βρήκα δυσκολία άκόμα καί γιά τόν τίτλο. Στά γαλλικά ό τίτλος είναι «Histoire de la Grece Moderne». Στην πραγματικότητα δμως είναι ιστορία τοΰ έλληνισμοϋ. Δέν είναι δυνατόν νά γραφεί — έκτος ίσως άπό τήν πολιτική ιστορία τής Ελλάδας — ιστορία τοΰ έλληνικοΰ κράτους. Δέν μπορεί κανείς νά γράψει παρά τήν ιστορία τοΰ έλληνισμοϋ, ό όποιος είναι σκόρπιος σέ δλη τήν ανατολική Μεσό­ γειο καί συνδέεται λειτουργικά μέ τίς έξελίξεις τοΰ έλληνικοΰ κράτους. Τό μόνο πού προσπαθώ νά κάνω, είναι νά χωρίσω πρώτα πρώτα τίς άμεσες προεκτάσεις, π.χ. τόν έλληνισμό τής Μικράς ’Ασίας, δχι μόνο τών έλληνικών χώρων, αλλά μέ τίς άμεσες προε­ κτάσεις του στή Μ. ’Ασία, άκόμα καί στίς βαλκανικές του διακλαδώσεις, τουλάχιστον τίς πιό κοντινές, καί στόν έλληνισμό τόν περιφερειακό, δπου βλέπουμε μιά σειρά άπό σκόρπιες παροικίες, δπως είναι ό έλληνισμός τής Αίγύπτου καί, στά νεότερα χρόνια, ό έλληνισμός τής διασποράς στήν ’Αμερική, στή Δυτ. Εύρώπη κτλ., πού άπαιτοΰν βέβαια ιδιαίτερη άντιμετώπιση. ’Αλλά έδώ, στήν άνατολική Μεσόγειο, ό έλληνισμός συνδέθη­ κε μέ όλόκληρο τό χώρο τής άνατολικής Μεσογείου. Χωρίς, λοιπόν, τήν παραμικρή γνώση τής έξέλιξης δλων αύτών τών άνατολικών χωρών καί χωρίς τή σχέση αύτοΰ τοΰ άνατολικοΰ χώρου μέ τίς κεντρικές δυνάμεις πού, άπό τόν 15ο αιώνα καί πρίν άκόμα, ένεργοΰν έδώ, δχι μόνο οικονομικά άλλά, άπό μιά περίοδο καί πέρα, καί πολιτικά, είναι άδύνατο νά γραφεί νεοελληνική ιστο­ ρία. Ά ν ό χώρος αυτός δέν είχε γίνει άμεση άποικία, οί οικονομικές δραστηριότητες τών κεντρικών δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων έχουν τά χαρακτηριστικά μιας έμμεσης άποικιοποίησης. "Ολες οί σχέσεις άνατολικής Μεσογείου καί κεντρικών δυνάμεων είναι σχέσεις οικονομικές, καθαρά άποικιακές. Είσάγονται βιομηχανικά προϊόντα, ήδη άπό 52

τόν 16ο-17ο αιώνα, καί έξάγονται άγροτικά προϊόντα. Είχα άκόμη τήν εύκαιρία νά μελετήσω άκριβώς τήν υπεραξία ή όποια έξάγεται άπό τήν ’Ανατολή. ’Ενώ, άς ποΰμε, τό έμπορικό ισοζύγιο είναι πάντα ευνοϊκό γιά τήν ’Ανα­ τολή (τό ισοζύγιο πληρωμών τό πραγματικό) καί ιδιαίτερα, άν θέλει κανείς νά δει τό ισοζύγιο άξιών, βλέπει δτι είναι μιά τερά­ στια ύπεραξία πού πηγαίνει στή Δύση. ’Εάν δέν ξέρουμε δλα αύτά τά πράγματα, έάν δέν έντάξουμε τήν πολιτική ιστορία μέσα σ’ ένα σύνολο εύρύτερο, νομίζω δτι θά κάνουμε τυφλή ιστορία. Ποιά είναι τά στοιχεία έκεΐνα πού συνιστοΰν τήν ιστορική έννοια «νεότε­ ρος έλληνισμός»; ΜΑ νομίζω δτι έκανα όρισμένες νύξεις μέχρι τά τώρα, άλλά καί στόν πρόλογο τής «’Επι­ σκόπησης». Μοΰ φαίνεται δτι καλύτερα θά τά βγάλετε έσεΐς άπό κεϊ, παρά εγώ τώρα. Δέν έχω ιδιαίτερη εύχέρεια στόν προφορικό λόγο. Παρ’ δλα αύτά, άς άναφέρουμε ορι­ σμένα στοιχεία. Πρώτα πρώτα, ή συνείδηση δτι ό έλληνισμός άποτελεΐ μιά ιδιαίτερη ιστορική οντό­ τητα άρχίζει άφ’ ής στιγμής ό λαός αύτός, ή τουλάχιστον όρισμένες τάξεις του ή όμάδες, στό μέτρο πού μπορούμε νά συλλάβου με τό συνειδησιακό τους περιεχόμενο, άρχισαν νά ξεχωρίζουν τόν έαυτό τους άπό τό ρωμαϊκό ύπερεθνικό σύνολο, άπό τή ρωμαϊκή ιδέα. "Οταν άρχιόάν νά έχουν συνείδηση δτι, μο­ λονότι λέγονται Ρωμαίοι (Ρωμιοί) καί θεω­ ρούν τόν έαυτό τους ρωμαίους πολίτες, είναι κάτι άλλο, είναι Έλληνες, καί δταν άρχίζουν νά ξαναδίνουν στόν έαυτό τους τό δνομα Έ λ λ η ν, π:ού έπαψε νά σημαίνει τόν ειδωλο­ λάτρη καί έπαιρνε τό παλιό του έθνικό περιεχόμενο. Ό τα ν ό λαός αύτός, ή τουλάχι­ στον οί πνευματικοί του έκπρόσωποι, ξανασυνδέθηκε μέ τόν παλιό έλληνισμό, τοΰ όποιου θεώρησε τόν έαυτό του κληρονόμο. Κι αύτό τοποθετείται, νομίζω, στόν 11ο αιώνα. Αύτό δέν σημαίνει δτι καί πρίν δέν ξεχώ­ ριζαν οί Έλληνες τόν έαυτό τους άπό τούς άλλους λαούς πού ζοΰσαν στή βυζαντινή αύτοκρατορία, τούς Σλαύους, τούς ’Αρμένι­ ους, τούς Ίσαύρους κτλ. Τούς ξεχώριζαν καί μόνο άπό τό γεγονός δτι μιλούσαν άλλη γλώσσα. Τό κύριο δμως περιεχόμενο στή συνείδησή τους ήταν ή πολιτική ρωμαϊκή ιδέα.


Έ να δεύτερο μεγάλο βήμα στην εθνική αυτή συνειδητοποίηση άποτελεί ή διαφορο­ ποίησή του από τή χριστιανική ιδέα, άκόμα άπό τήν έννοια τής ορθοδοξίας, με τήν όποια είχε συνδεθεί ιδιαίτερα. Ό τα ν δηλαδή στή συνείδηση του έλληνικοΰ συνόλου τονίζεται τό εθνικό του ελληνικό χαρακτηριστικό, πού τόν διαφοροποιεί άπό άλλους ορθόδοξους λαούς, Σέρβους, Βούλγαρους, Ρώσους. Ή εθνική συνείδηση παρουσιάζεται μέ δλη της τήν καθαρότητα στά πρόθυρα τής ελληνικής επανάστασης. Τώρα τά στοιχεία πού αποτελούν αυτή τή νεοελληνική εθνότητα είναι πολλά. Καί πρώτα πρώτα, είναι οί παραδόσεις, πού έρχονται άπό πολύ μακριά. Έ πειτα είναι ολόκληρος ό βυζαντινός πολιτισμός, ή μάλ­ λον ο,τι άπόμεινε άπό τό βυζαντινό πολιτι­ σμό. Είναι άκόμη πολλά δυτικά στοιχεία. Καί σ’ αύτό επιμένω κατά τούτο: Τά δυτικά αύτά στοιχεία προέρχονται τά ίδια άπό τίς άντιλήψεις τίς ελληνικές. 'Ολόκληρος ό δυτι­ κός πολιτισμός, στήν ιδεολογία του, στηρίζε­ ται μέχρι σήμερα στίς παλιές έλληνικές άντι-

λήψεις. Έτσι, στά στοιχεία αύτά πού ήρθανε άπό τή Δύση, ό έλληνικός λαός, ή τουλάχι­ στον οί διανοούμενοι — διότι, σάς επανα­ λαμβάνω, δέν έχουμε τή δυνατότητα νά δού­ με δυστυχώς πώς σκεφτότανε ό λαός. Τό μόνο στοιχείο πού έχουμε είναι τό δημοτικό τραγούδι. Καί τό ιδεολογικό περιεχόμενο τού δημοτικού τραγουδιού, καθώς καί τής υπόλοιπης λαϊκής πνευματικής παραγωγής, μόλις άρχίζει νά μελετιέται — τουλάχιστον λοιπόν οί διανοούμενοι, σ’ αυτές τίς άρχές τίς δυτικές άναγνώρισαν τόν εαυτό τους, άναγνώρισαν τήν άρχαία ελληνική κληρονο­ μιά σέ τέτοιο σημείο, ώστε νά δημιουργηθεϊ κάποια σύγχυση. Έ ξ οΰ αύτό πού μ’ έχει ήδη απασχολήσει — καί νομίζω δτι χρειάζεται άκόμα νά πάει κανείς πιό μακριά γιά τούς νεότερους χρόνους —, αύτή ή σύγχυση τών περιγραμμάτων, πού χαρακτηρίζει δλη τήν ιδεολογική εξέλιξη τής νέας 'Ελλάδας, δπου άνακατεύονται στοιχεία άντιφατικά, δπως στό παράδειγμα πού είπα προηγουμένως, μέ τίς ψεύτικες συσχετίσεις πού γίνονται συνε­ χώς. Ά πό τή μιά μεριά, ό ύμνος τής άρχαίας

°Έλληνες της Κωνσταντινούπολης στά Θεραπειά χορεύουν πηδηχτό χορό μέ τή συνοδεία όργάνων (’Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

53


Ελλάδας, τό «ρυπαρόν Βυζάντιον», κι από την άλλη, ή επιβολή, ώς άστικόν δίκαιον, του δικαίου «των εύσεβών ύμών αύτοκρατόρων», την ίδια εποχή, τό 1835, ώς ίσχύοντος δικαίου, εκτός από τό ναυτικό νόμο καί τό έμπορικό δίκαιο (τό μόνο δίκαιο — είναι χαρακτηριστικό — γιά τό όποιο οί ναυτικοί μας έπήρανε τό Ναπολεόντειο Κώδικα, ή μάλλον τό ναυτικό δίκαιο τής Γαλλίας άπό τό 1818). Τό βασικό άστικό δίκαιο στηρίχτη­ κε γιά πολΰ διάστημα στό «δίκαιο των εύσε­ βών ύμών αύτοκρατόρων» δπως εκφράζεται στά «Βασιλικά» καί στόν Άρμενόπουλο, σ ένα έγχειρίδιο δηλαδή τού 14ου αιώνα Προσπάθησα νά θέσω άλλου αύτά τά προ βλήματα. Ή βαθύτερή τους δμως άνάλυστ περιμένει ακόμα τόν έρευνητή της. Τί έννοεΐτε δταν λέτε δτι δλη τή νεοελ ληνική ιστορία διέπει ένας άντιστασι ακός χαρακτήρας; Η ΠΡΟΤΑΣΗ αύτή, ό «αντιστασιακός χα­ ρακτήρας», προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις άπό πολλούς πού δέν τήν πολυπιστεύουνε, δέ θέλουν νά τό καταλάβουν. Τί έννοώ άντιστασιακό χαρακτήρα καί τί έννοώ «άντίσταση»; ’Αντίσταση δέν έννοώ μόνο τήν ένοπλη άντίσταση. Αύτή είναι μία μορφή άντίστασης, μπορώ νά πώ, μέ κίνδυνο νά παρεξηγηθώ, ή πιό εύκολη. Πολλές φορές γίνεται σάν πράξη άπελπισίας καί είναι όρισμένοι μόνο πού μπορούν νά τήν κάνουν. ’Αντίσταση έννοώ έπίσης τή σ υ ν ε χ ή άντί­ σταση, τή συνεχή άντίθεση έναντίον κάθε θεσμού ό όποιος είναι ξένος άπό έκεϊνο τόν όποιο πιστεύεις, τόν όποιο θέλεις. ’Από τή στιγμή πού παρουσιάζεται τό έλληνικό έθνος, συμβαίνει τό έξης: Ή έθνική ιδέα, δπως λέγαμε προηγουμένως, άποχωρίστηκε στή συνείδηση τών Ελλήνων άπό μιά άλλη ιδέα, τή ρωμαϊκή ιδέα. Αύτό είναι ένα είδος άντίστασης σέ μιά ιδέα έπιβεβλημένη, καθιερωμένη. ’Επίσημα λέγομαι ρωμαίος πολίτης καί άπό μιά στιγμή καί πέρα, λέω, δέν είμαι Ρωμαίος, είμαι άλλο πράγμα. Αύτό είναι ένα είδος άντίστασης, καί μάλιστα άντίστασης πού πάει σέ μάκρος, πού διαρκεϊ καί στό τέλος έπιβάλλει μιά νέα ιδεολογία. Δεύτερο άντιστασιακό φαινόμενο είναι τό έξης: Ύστερα άπό τήν κατάληψη τής Κων­ σταντινούπολης άπό τούς Φράγκους, οί Φράγκοι κάθονται γύρω άπό ένα τραπέζι καί μοιράζονται τήν αύτοκρατορία μεταξύ τους. Οί Βενετοί βέβαια παίρνουν τή μερίδα τού λέοντος, χωρίς νά τό πάρουν χαμπάρι οί 54

ύπόλοιποι, διότι πήρανε τά ούσιαστικά κέν­ τρα, τά οικονομικά κέντρα τής αύτοκρατορίας. Έ πειτα άξίωσαν ό πατριάρχης νά είναι δικός τους, διαλέγουν δηλαδή μιά μόνιμη έξουσία, σάν ένα είδος έλέγχου τών φραγκι­ κών κρατικών κατασκευασμάτων, πού ξέ­ ρουν δτι δέν είναι βιώσιμα. Πήρανε λοιπόν τά ούσιαστικά κέντρα: Μεθώνη, Κορώνη, νησιά, δλα τά παράλια, κτλ. Παρ’ δλα αύτά, ούδέποτε κατάφεραν νά κατακτήσουν δλα αύτά τά μέρη, διότι άμέσως έμφανίζεται ή λεγόμενη αύτοκρατορία τής Νίκαιας. Έ π ί­ σης, στήν Ή πειρο καί στήν Πελοπόννησο δημιουργοΰνται μικρά βυζαντινά κράτη, δπου έκφράζουνε τήν πραγματική άντίστα­ ση, άντίσταση έθνική πλέον. ’Εάν μελετήσουμε τίς έσωτερικές δομές τών έλλαδικών κρατών (ή Νίκαια κατάφερε ν’ άνακαταλάβει τήν Κωνσταντινούπολη καί ν’ άποκαταστήσει τήν αύτοκρατορία) θά δούμε δτι πρόκειται γιά καθαρά νεοελληνι­ κά κράτη στίς έσωτερικές τους δομές (έχουνε π.χ. έθνικούς στρατούς καί άναπτύσσουν τήν αύτοδιοίκηση). Κάνει έντύπωση ή ιδέα τού Γεμιστού, πού τήν άναπτύσσει σέ λόγο του πρός τόν αύτοκράτορα καί πού περιγρά­ φει καί καθορίζει άπό τούς πρώτους τί σημαίνει έθνικό κράτος. Μού έκανε δέ έντύ­ πωση δτι τά δρια τού ελληνισμού τά όποια περιγράφει ό Γεμιστός, είναι τά σημερινά περίπου δρια τής Ελλάδας. Είναι, νομίζω, καιρός νά γίνουν εύρύτερα γνωστά τέτοιου είδους κείμενα πού μπορούν νά φωτίσουν τήν έλληνική σκέψη. Νά γνωρίσουν άπό κοντά τή φωτεινή σκέψη ένός άνθρώπου πού δέν τόν γνωρίζουμε παρά σάν δνομα. Ό Γεμιστός προτείνει τή δημιουργία έθνικοΰ στρατού, προτείνει κυβέρνηση καί ύπαλληλία πού νά έπιλέγονται άπό τά μεσαία στρώ­ ματα τών πολιτών, σάν άντίβαρο στίς άποκεντρωτικές δυνάμεις τών φεουδαρχών (άν καί δέ μ’ άρέσει ή λέξη «φεουδάρχης»). Ά ς έρθουμε στά νεότερα χρόνια, στήν Τουρκοκρατία: Ά π ό τή μιά μεριά έχουμε τήν άριστοκρατία, ή όποια, σ’ ένα όρισμένο βαθμό, συμβιβάστηκε μέ τόν κατακτητή, πολλοί δέ μπήκαν μέσα στό σύστημα τό κυβερνητικό τών ’Οθωμανών (έχουμε τιμά­ ρια έλληνικά, έπίσης ένα όρισμένο είδος τιμαρίων έκκλησιαστικών καί τών μεγάλων οικογενειών). Τώρα, τά έγγραφα τά τουρκι­ κά τού 15ου αιώνα, έμφανίζουν ένα μεγάλο μέρος τής Μακεδονίας νά άνήκει άκόμα στήν οικογένεια τών Παλαιολόγων καί στά άπειράριθμα παρακλάδια τους. Αλλά παράλλη­ λα έμφανίζονται τά άντάρτικα σώματα, τά


όποια άμέσως αναπτύχθηκαν. ’Εμφανίζον­ ται επίσης οί θεσμοί της αύτοδιοίκησης, πού αναπτύχθηκαν μέσα στούς τουρκικούς θε­ σμούς. Οί θεσμοί τής αύτοδιοίκησης, έτσι πού έμφανίζονται στην Τουρκοκρατία, έντάσσονται στό οθωμανικό διοικητικό σύστη­ μα. "Οπως έχουμε έλληνικές κοινότητες, έχουμε καί τουρκικές κοινότητες, ίσραηλινές, αρμένικες. Υπάρχουν χωριά, π.χ., δπου ήταν μικτά, μέ δυό κοινότητες, μία τουρκική καί μιά έλληνική κοινότητα. ’Αλλά οί Έλληνες κατάφεραν ν’ άναπτύξουν αυτό τό θεσμό πολύ παραπάνω καί νά τόν φτάσουνε στίς τέλειες μορφές πού βλέ­ πουμε στην Ύδρα, στά νησιά τοΰ Αιγαίου, στην Πελοπόννησο καί στη Μακεδονία π.χ., δπου συναντάμε συνομοσπονδίες κοινοτή­ των μέ άντιπροσώπους στήν Πύλη, πού καταφέρνουν νά έλέγχουν τίς τοπικές άρχές. "Ολα αυτά είναι αντιστασιακά φαινόμενα. Αύτοΰ τοΰ είδους τήν άντίσταση έννοώ. "Ωσπου φτάνουμε στήν καθολική άντίσταση, στήν επανάσταση, πού είναι άλυσίδα άπό πολλά άλλα πράγματα. Γι’ αύτό θεωρώ δτι ή ιστορία μας, δπως καί άλλων κρατών, π.χ. τών βαλκανικών, έχει αντιστασιακό χαρακτήρα, σέ άντίθεση μέ άλλες εθνότητες, δπου δέν χρειάστηκαν τέτοιου είδους άντιστάσεις γιά τή διαμόρ­ φωσή τους σέ καινούρια έθνη. Στή Γαλλία π.χ. τό γαλλικό έθνος, πού άρχίζει νά δια­ μορφώνεται άπό πολύ παλιά, δέν είχε άνάγκη ν’ άντισταθεΐ πουθενά, δημιουργήθηκε ομαλά. Έ τσι καταλαβαίνω τόν άντιστασιακό χαρακτήρα. "Ισως δέν έγινε προσπάθεια εκεί επι­ βολής στοιχείων ξένων πρός τήν

παράδοση, τά όποια θά ’πρεπε ν’ άπορριφθοΰν. ΙΣΩΣ. Τό αντιστασιακό δμως πνεύμα πού έπικράτησε στήν έλληνική ιστορία, είναι τό πιό γνήσιο καί τό πιό παραδοσιακό έλληνικό φαινόμενο καί ίσως νά έπαιξε εδώ βασικό ρυθμιστικό ρόλο, έστω κι ανοργάνωτα καί χωρίς σαφείς κατευθύνσεις, έστω καί μέ συγχύσεις στούς στόχους, καί νά επιτρέπει νά μετρήσουμε τό βαθμό τής συνειδητοποίησης τοΰ λαοΰ μας. Καί μου φαίνεται δτι μ’ αύτό τό πρίσμα θά ’πρεπε νά μελετηθεί ό ιδιαίτερος χαρακτήρας πού πήρε ό έλληνικός «διαφωτισμός» τών διανοουμένων καί οί συνδέσεις μας μέ τή «φωτισμένη Εύρώπη», μέ τά διάφορα «λαϊκίζοντα» κινήματα μέσα στήν Τουρκοκρατία στόν 19ο αιώνα καί — γιατί δχι; — στή σύγχρονη έλληνική σκέψη. Βλέπετε σέ καμιά φάση τής νεότερης ιστορίας νά υπάρχει συνειδητή άποδοχή έξάρτησης; Διότι υπάρχει καί ή άποψη — ίδεαλιστική βέβαια τελείως — δτι πιό εύκολα ίσως συμμαχούσαν ορισμένα στρώματα ή όρισμένες μερί­ δες μέ κάποιον ξένο. ΑΥΤΟ είναι γενικότερο, καί δχι μόνο έλλη­ νικό φαινόμενο. Τό ταξικό συμφέρον πολλές φορές ύπερβαίνει τό εθνικό συμφέρον. Έξαρτάται άπό τίς έποχές τής ιστορίας κι άπό τίς ιστορικές συνθήκες κάτω άπό τίς όποιες δημιουργήθηκαν οί ηγετικές όμάδες κάθε λαοΰ, άπό τό βαθμό τής αυτοδυναμίας τής κάθε μιας.

U BBM B ΕΠΙΒΕΒΡΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Μή χάσετε τό τεύχος

• Οί άρχαϊοι άπό μεταφράσεις • Έ λληνική κινηματογραφική βιβλιογραφία 1 9

Κυκλοφορεί τήν 1η Α π ρ ιλίου

· Ή ένταξή μας στήν ΕΟΚ · Συνέντευξη τοϋ Μπόστ

55


56


επιλογή ΔΙΚΑΙΟ

ταξικές αντιθέσεις καί δίκαιο ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΤΡΑΥΛΟΥ - ΤΖΑΝΕΤΑΤΟΥ: «’Επιρρεπείς σέ ζημιά έργασίες» καί εΰϋννη τον μισ&ωτοΰ. Συμβολή στήν έρμηνεία του άρϋρου 652 ΑΚ. Σάχχουλας, Άϋήνα, 1978. Σελ. 136.

ΟΤΑΝ ό Bernard Edelman στό βιβλίο του «Le Droit Saisi par la Photographie (Elements pour une Theorie Marxiste du Droit)»* δηλώνει πώς ή «συνείδηση τοϋ νομικού είναι μιά άμβλυμένη συνείδηση, ή ήθική του μιά άνηθικότητα, ή (άντίληψή του) γιά τη δημόσια τάξη μιά άντίληψη γιά την άτομική ιδιοκτησία καί ή ψυχή του — δηλ. ή αυταπάτη του νά έννοεϊ τις νομικές σχέσεις ώς άνθρώπινες σχέσεις — μιά ψυχή ένός ιδιοκτήτη», δέν κάνει τίποτε άλλο παρά νά άποκαλύπτει τή νομική ιδεολογία, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα καί τούς φορείς της. Στήν περίπτωση τοϋ Δημήτρη Τραυλού-Τζανετάτου, δπως καί σέ άλλες περι­ πτώσεις σύγχρονων νομικών μέ κριτική τοποθέτη­ ση άπέναντι στό δικαιικό φαινόμενο, διαπιστώνε­ ται ένας διχασμός προσωπικότητας, πού ώστόσο είναι άπόλυτα θετικός, τόσο γιά τήν άστική νομι­ κή σκέψη, δσο καί γιά τήν κριτική-διαλεκτική άντίληψη τοϋ δικαίου. 'Ολόκληρο τό έργο τοϋ συγγραφέα κυριαρχεί­ ται άπό τή θέση δτι οί άστικοί νομικοί κανόνες ή, σέ μία κοινωνιο-γλωσσολογική ορολογία, τά «νο­ μικά σημαίνοντα» μπορούν νά πληρωθούν μέ προοδευτικά περιεχόμενα (σημαινόμενα), μπο­ ρούν συνεπώς νά άξιοποιηθούν έρμηνευτικά πρός μιά έναλλακτική κατεύθυνση. Ό Δ.Τ.-Τ. άνήκει στήν κατηγορία έκείνη τών νομικών πού έννοούν δτι τό νομικό-θεσμικό πλέ­ γμα, τό λεγόμενο «νομικοπολιτικό έπίπεδο» της «ύποδομής» δέν είναι απλός ιδεολογικός μηχανι­ σμός ένός μονολιθικού κράτους, δέν διαμορφώνει άποκλειστικά τίς ύπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις * «Τό δίκαιο μέσα άπό τή φωτογραφία» (Στοιχεία γιά μιά μαρξιστική ϋεωρία του δικαίου)

καί δυνάμεις, δέν άναπαράγει άπλώς τήν έξουσία, άλλά ταυτόχρονα παράγει αύτό τό ίδιο έξουσία πρωτογενή, έφόσον κι αύτό δ ια σ χ ίζ ε τ α ι άπό ταξι­ κές άντιθέσεις. Ό συγγραφέας έννοεϊ έτσι δτι ό νομικός κανό­ νας δέν πρέπει διόλου νά θεωρείται μ η χ α ν ισ τ ικ ά fj τ υ π ο λ ο γ ικ ά ώς άντανάκλαση της οικονομικής βά­ σης ή ώς έξαϋλωμένη μο^φή, άλλά άντίθετα δτι μπορεί νά λειτουργήσει έναντιωτικά, άμφισβητώντας αύτός ό ϊ δ ι ο ς τίς γενεσιουργές του α ιτ ίε ς . Μ πορεί συνεπώς μέσα σέ μιά διαλεκτικήαύτομετασχηματιστική διαδικασία ν ά άνταποκριθεΐ δυναμικά στήν κοινωνική έξέλιξη. Στούς νομι­ κούς κανόνες, είτε αύτοί είναι άρθρα τού συντά­ γματος, είτε διατάξεις της έργατικής νομοθεσίας, είμαστε φ υ σ ιο λ ο γ ικ ά π α ρ ό ν τ ε ς , μετέχουμε στή συγκεκριμενοποίησή τους, τούς άποδεχόμαστε ή τούς άπορρίπτουμε στό ποσοστό πού καί αύτοί μάς άποδέχονται ή μάς άπορρίπτουν ώς φορείς ταξικών σχέσεων. Έ τσι, τό δίκαιο μπορεί νά άναχθεΐ σέ προνομιακό πεδίο της ταξικής πάλης. 'Ο συγγραφέας, ένώ στό παλιότερό του βιβλίο («Εργατικό δίκαιο καί βιομηχανική κοινωνία», έκδόσεις Παπαζήση, 1977) μέσα άπό τήν αύστηρή άλλά τεκμηριωμένη κριτική έπανεξέταση θεμελια­ κών θεσμών τού συλλογικού έργατικού δικαίου (Lock-out, πολιτική άπεργία, συμμετοχή μισθω­ τών, κλπ.) οίκοδομεϊ τήν κριτική-διαλεκτική γνωσιοθεωρία καί διαμορφώνει τά μεθοδολογικά της έργαλεϊα μέ όξύνοια, στό καινούριο του βιβλίο, πού μάς δίνει τήν άφορμή γι’ αύτές τίς σκέψεις, έπιχειρεϊ κάτι έξίσου, άν δχι περισσότερο, σημαν­ τικό: εισβάλλει στό ισχυρότερο άχυρό τού «καθα­ ρού νομικού δόγματος», πού είναι ό ’Αστικός Κώδικας (άρθ. 652). Τό έγχείρημα αύτό παρουσιάζει μεγάλο ένδιαφέρον καί φανερώνει δύο βασικά πράγματα: 1) δτι ό χώρος αύτός τού δικαίου, παρά τήν ύπαρξη σχετικών φόβων ή προκαταλήψεων, είναι όλωσδιόλου πρόσφορος γιά μιά έκτεταμένη έπιστημολογική κοινωνικοποίηση, καί 2) δτι πίσω άπό κάθε νομικό κανόνα κρύβεται ένα «άόρατο νόη­ μα» πού προέρχεται άπό τή λανθάνουσα σέ κάθε νομική μορφή ταξική άντίθεση. Έ τσι άποκαλύπτεται δτι πίσω άπό ένα άχρω­ μο θέμα άστικής εύθύνης (τής εύθύνης τού μισθω­ τού γιά τή ζημία πού άπό έλαφρή άμέλεια προκάλεσε στόν έργοδότη του ή σέ τρίτο κατά τήν έκτέλεση τής έργασίας του) κρύβεται ένα βασικό δομικό-λειτουργικό πρόβλημα τού καπιταλιστι-

57


κοΰ τρόπου παραγωγής: ή σύγκρουση άνάμεσα στήν άνάγκη γιά Αναπαραγωγή καί Ανανέωση των έργατικών δυνόμεων Από τή μιά μεριό καί στή νομοτελειακή τάση γιά μεγιστοποίηση τής Απόδο­ σής τους Από τήν Αλλη. Ή σύγκρουση αύτή όδηγεϊ έντούτοις Αναπότρεπτα στήν «ύπέρταση, στή φ θο­ ρά καί στήν πλημμελή ένεργοποίηση τών έργατικίδν δυνάμεων». Ή προβολή τής δοκιμασίας πού ύφίσταται ή έργασιακή Αποδοτικότητα καθώς καί τής όριακότητάς της στό δοσμένο οικονομικό σύστημα, Αποτελεί τή στέρεα κοινωνιολογική βά­ ση γιά τή νομική Αξιολόγηση τίδν «έπιρρεπίδν σέ ζημία έργασιίδν». Μιας κατηγορίας έργασιίδν πού καλύπτουν, κατά τό συγγραφέα, όλόκληρο τό φάσμα παροχής έξαρτημένης καί έτεροκαθορισμένης έργασίας. Τό τελικό πόρισμα τής έργασίας, δηλαδή ή Απαλλαγή τοΰ μισθωτού Από τήν εύθύνη γιά ζημία πού προκάλεσε στόν έργοδότη ή σέ τρίτο Από έλαφρή Αμέλεια, πόρισμα πού ό συγγραφέας Αν­ τλεί έρμηνευτικά Από τό άρθρο 652 Α.Κ., βρίσκε­ ται σέ Απόλυτη συμφωνία, τόσο μέ τό Αξιολογικότελολογικό πλαίσιο τής εν νομής τάξης έργασίας, δσο καί μέ τούς νομικοπολιτικούς στόχους τοΰ συγγραφέα. ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

θήρεύση τοΰ χρήσιμου στά άρχαΐα κείμενα ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ: ’Αρχαίοι κριτι­ κοί. Ίκαρος, Άϋήνα, 1978. Σελ. 102.

ΤΗΝ έμπειρία τής Αναστροφής του μέ τρία Από τά πιό σπουδαία κριτικά κείμενα τής κλασικής Αρ­ χαιότητας καταγράφει στό νέο του βιβλίο ό κ. Λορεντζάτος. Τά κείμενα αυτά είναι τό Π ερί Ποιητικής τοΰ ’Αριστοτέλη, ή Ars Poetica τοΰ Ό ρατίου κα ί τό Π ερί Ύψους ’Ανώνυμου (τοΰ Λογγίνου;). Πρέπει νά λεχθεί δτι δέν πρόκειται γιά εύρύτερη έρμηνευτική έπισκόπηση των τριών έργων ούτε γιά τήν τοποθέτησή τους μέσα στήν έξελικτική πορεία τής κριτικής σκέψης κατά τήν Αρχαιότητα: ό συγγραφέας μάς προειδοποιεί δτι ή Αναστροφή του μέ τά κείμενα ήταν «σποραδική καί Ασυστηματοποίητη, άριά καί ποΰ» (8) καί δτι ή καταγραφή του περιορίζεται στά σημεία έκεΐνα των τριών κειμένων πού Αποδείχτηκαν γιά τόν ίδιο ζωντανά: «Αύτά μέ σταμάτησαν, μέ αΰτά μπολιάστηκα. ’Α πό αύτά έμαθα κάτι γιά τή δίκιά

58

μου δουλειά» (10). Κύριος στόχος είναι ή θήρευση τοΰ χρήσιμου: «’Α πό τά τρία κείμενα μπορεί νά βγάλει κανένας ωφέλιμα συμπεράσματα γιά τήν τέχνη τοΰ γραψίματος γενικά, δχι μόνο στήν Αρχαιότητα, Αλλά πάντα, καί πολλά νά μάθει γιά πολλά (τής τέχνης αύτής)» (7). Τό συντριπτικό βάρος τής περιδιάβασης τοΰ συγγραφέα άνάμεσα στά τρία κείμενα πέφτει στό πρώτο: στά «σημεία τριβής» του μέ τό Αριστοτελι­ κό έργο ό κ. Λορεντζάτος Αφιερώνει έβδομηνταεφτά σελίδες (11-88, τΑ έφτά δέκατα δηλαδή τοΰ βιβλίου του), ενώ στήν Ars Poetica τρεις σελίδες (89-92) καί στό Π ερί Ύψους όχτώ σελίδες (93101). ’Αναλυτικότερα ή σκέψη τοΰ συγγραφέα Ακολουθεί τήν έξής πορεία: Προκαταρκτικά: ή άναστροφή μέ τά άρχαΐα κείμενα δικαιώνεται αν καλυτερεύουμε γενικά ώς άνθρωποι ■ διαφορετικά δέν ώφελοϋν οι επιδόσεις μας σ’ αύτά. Τά ζωντανά, γιά τό συγγραφέα, σημεία των τριών κειμένων (7-10). 1. Ή έλλειψη, ώς τούς χρόνους τοΰ ’Α ριστοτέ­ λη, όνόματος κοινού γιά τήν τέχνη τοΰ λόγου ■ διάκριση των λόγων άπό τήν ψιλομετρία (1213).— Ή δΓ έλέου καί φόβου μίμησις κ α ί ή κάθαρσις, 1449027: ή τραγική μίμηση πραγματο­ ποιείται μέ τό δικό της όρισμένο τρόπο, τό ξεκαθάρισμα μιας ορισμένης άναστάτωσης μέσα μας ή ένός ψυχικού συγκλονισμού, γιά νά μάς δώσει έτσι τή δική της όρισμένη εύχαρίστηση (14-15). Ή διαδικασία γίνεται όμοιοπαϋητικά (15-17). Λε­ πτομερέστερη έξέταση της κάθαρσης (18 έξξ.) ■ πολλά τά είδη της. Ό φόβος κ α ί ό έλεος πρίν άπό τόν ’Αριστοτέλη (23). Τά χωρία 14520301453a23, γιά τόν τραγικό ήρωα, κ α ί 1453bl-22 γιά τά φοβερά κ α ί έλεεινά (23-27). Προϊστορία τής κάθαρσης (29-31). Τό χωρίο 1339all-1342a29 άπό τά Πολιτικά τού ’Αριστοτέλη, γιά τίς χρήσεις τής μουσικής, κ α ί ο ί Νόμοι τού Πλάτωνος, 790ά791a, γιά τόν όμοιοπαθητικό τρόπο τής κάθαρσης (33-45). ’Α ντιστοιχία των καθαρτικών μελωδιών πού προσφέρουν άνακουφιστική εύχαρίστηση, πρός τήν τραγωδία πού κ ι αύτή προσφέρει τή δική της άνακουφιστική ηδονή (45). Ή μετατόπιση άπό τή μελωδία στήν ποίηση, συμβολή άριστοτελική (55). — Τό υποτιθέμενο χαμένο δεύτερο βιβλίο τοΰ Περί Ποιητικής: δέν είναι καθόλου άνάγκη νά δεχτούμε τέτοια άπώλεια (47-59)· αν ήταν άπαραίτητο νά καθορίσει ό Ά ρ . τήν έννοια τής κάθαρσης, ό καταλληλότερος τόπος θά έπρεπε νά είναι μετά τό μέλους τοΰ 1449031 (50). — Ό άποτελεσματικότερος τρόπος γιά νά πλησιάσει κανένας όποιοδήποτε κείμενο είναι τό διάβασμα καταμόνας. Ό Ά ρ . ύπογραμμίζει, 1450bl6-19, 1462all-13, 17, δτι ή δύναμη τής τραγωδίας μπορεί νά νιώθεται άνεξάρτητα άπό τήν παράστα­ ση κ α ί τούς ηθοποιούς, κατά τόν τρόπο τής έπικής ποίησης (59-63). — Ή βραχνλογική διατύπωση στόν Ά ρ .: ’Αρχή, τελευτή, μέσον, 1450b27-31 (63-65). — Π οιητική κ α ί Ιστορική άλήθεια (6573): ό Ά ρ . κρίνει άνώτερη τήν ποιητική άλήθεια, για τί χωράει μέσα της τό Αλογο. Ό ’ Ομηρος δάσκαλος τού κοινού ψέματος γιά νά φτάσει στήν


π ο ιη τικ ή Α λ ή θ εια . Ή ά ν τ ισ τ ρ ο φ ή τ ω ν Α ρ ισ τ ο τ ε λ ι­ κ ώ ν δ ρ ω ν ά π ό τή μ ε τ α γε ν έσ τ ε ρ η σ κ έψ η τ ρ α υ μ α τ ί­ ζ ε ι τη μ ν ρ ιο π ρ ό σ ω π η π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ α ή π α ρ α ­ μ ο ρ φ ώ ν ε ι κ α ί π ε ρ ιο ρ ίζ ε ι ά σ φ υ χ τ ικ ά τό σ φ α ιρ ικ ό κ α ί Α π ε ρ ιό ρ ισ το φ α ν έρ ω μ ά τ η ς ( 6 9 ). Ή Φιλοσο­ φία τής 'Ιστορίας τ ο ν H e g e l, ά π ό τά π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο σ τ εν ό μ υ α λ α γ ε ρ μ α ν ικ ά π α ρ α μ ιλ ή μ α τ α τ ο ν 1 9 ο υ α ιώ ν α ( 7 0 -7 1 ) . — Ή π α ρ ά δ ο ξ η Α ν τίλη ψ η τ ο ΰ π ρ ο τ ε ρ ό χ ρ ο ν ο ν κ α ί τ ο ΰ ύ σ τ ε ρ ό χ ρ ο ν ο υ σ τή φ ιλ ο ­ σ ο φ ία τή ς ισ τ ο ρ ία ς: δ σ ο π ρ ο χ ω ρ ο ύ μ ε π ρ ό ς τ ις Αρχές, ό ν ο μ ά ζ ο μ ε τ ίς έ π ο χ έ ς π α λ α ιό τ ε ρ ε ς (Α ν τ ί ν εό τ ε ρ ε ς) ■ δ σ ο π ρ ο χ ω ρ ο ύ μ ε π ρ ό ς κ ά π ο ιο τ έλος, ό ν ο μ ά ζ ο μ ε τ ίς έ π ο χ έ ς ν ε ό τ ε ρ ε ς (Α ν τ ί π α λ α ιό τ ε ­ ρες). Τ ά ό μ η ρ ικ ά όπίσ(σ)ω κ α ί πρόσ(σ)ω γ ι ά τή δ ή λω σ η τ ο ΰ μ έ λ λ ο ν τ ο ς κ α ί τ ο ΰ π α ρ ε λ θ ό ν τ ο ς ( 7 1 73 ). — ’Ε π ιγ ρ α μ μ α τ ικ ή ή σ ύ ν ο ψ η τή ς ό μ η ρ ικ ή ς ’Οδύσσειας ά π ό τ ό ν Ά ρ ., 1 4 5 5 b l6 - 2 3 (7 4 -7 5 ) . Ή υ π ε ρ ο χ ή τ ο ν 'Ο μ ή ρ ο υ Α π έ ν α ν τ ι σ τ ο υ ς Α λ λ ο υ ς π ο ιη τέ ς , 1 4 5 9 a 3 0 , b l 2 ( 7 5 -7 6 ) . Ό " Ο μ ηρος π ο υ ­ θ ε ν ά δ έ ν Α ν α φ έ ρ ε ι τ ό ν έ α υ τ ό τ ο υ : δ ρ α μ α τ ικ ό τ η τ α κ α ί Α ν τικ ε ιμ εν ικ ό τ η τα τ ή ς π ο ίη σ ή ς τ ο υ ( 7 6 ). — Ό π ο ιη τ ή ς μ ιμ ε ίτ α ι σ ά ν τ ό ζ ω γ ρ ά φ ο ( 7 7 ). Ή ικ α ν ό ­ τητα τή ς μ ε τ α φ ο ρ ά ς (τή ς Α ν α γ ν ώ ρ ισ η ς δ η λ. τ ο ΰ δ μ ο ιο ν Α ν ά μ εσ α σ έ Α ν ό μ ο ια ) χ ρ ή σ ιμ α έ μ φ υ τ ο ( 7 7 -7 8 ). — Δ ια ιώ ν ια ή Α ξ ία τ ο ΰ Α ρ ισ τ ο τ ε λ ικ ο ύ ά φ ο ρ ισ μ ο ΰ , 1 4 5 8 b l2 , γ ι ά τ ή ν ό ρ θ ή χ ρ ή σ η τ ο ΰ μέτρου σ έ δ λ α τ ά μ έ ρ η τ ο ΰ π ο ιη τ ι κ ο ύ λ ό γ ο υ ( 7 8 -7 9 ). — Τ ό π ο ίη μ α (δ χ ι σ ά ν κ α τ α σ κ ε ύ α σ μ α Α λ λά σ ά ζ ω ν τ α ν ό π λ ά σ μ α , ζώον) θ ά π ρ έ π ε ι ν ά π α ρ έ χ ε ι τ ή ν οίκείαν ήδονήν, 1 4 5 9 a 2 0 -2 1 ( 8 0 ). — Σ τ ή ν Α π ο τίμ η σ η τ ώ ν π ο ιη τ ικ ώ ν π ρ α γ μ ά τ ω ν ό Ά ρ . έ φ α ρ μ ό ζ ε ι κ ρ ιτ ή ρ ια π ο ύ δ έ ν έ χ ο υ ν έ φ α ρ μ ο γ ή σ έ Α λ λε ς τ έχ νες. Α υ τ ο ν ο μ ία τή ς π ο ιη τ ικ ή ς . Σ ύ γ κ ρ ισ η Ά ρ . κ α ί Π λ ά τ ω ν α (8 0 -8 1 ) . — Ή α υ θ α ιρ ε σ ία τής π ρ ο κ α τ ε ιλ η μ μ έ ν η ς κρ ιτικ ή ς , 1 4 6 1 b 1 -3 ( 8 1 ). — Τ ό άδύνατο, άλογο κ α ί απίθανο σ τ ή ν τ έχ νη ( 8 2 -8 3 ) . — Ό Ά ρ . ύ π ό δ ε ιγ μ α Α π ρ ο κ α τά λη π τη ς σ κ έψ η ς μή υ π ο κ ε ίμ ε ν η ς α τά δ ό γ μ α τ α Α θ έ μ ιτ ο υ ό ρ θ ο λ ο γ ισ μ ο ϋ . Π α ρ ε ρ μ η ν ε ίε ς τή ς λ ο γ ικ ή ς τ ο ΰ Ά ρ . ά π ό τή δ υ τ ικ ή δ ια ν ό η σ η ( 8 4 -8 5 ) . — Τ ό όμαλόν ήθος, 1 4 5 4 a 2 6 (8 5 ). — Τ ό ια μ β ικ ό μ έ τ ρ ο σ τ ό ν Α ρ χ α ίο κ α ί τ ό σ ύ γ χ ρ ο ν ο λ ό γ ο . Ή Α κ α τ ά λυ τ η έ λ λ η ν ικ ή γ λ ώ σ σ α έ ν ω τ ικ ό μ α ς σ τ ο ιχ ε ίο μ έ τ ο ύ ς π α λ α ιο ύ ς ( 8 6 -8 7 ). — Σ φ ά λ μ α τ α τ ή ς π ο ιη τ ικ ή ς τ έχ ν η ς καθ’ αύτήν κ α ί κατά συμβεβηκός, 1 4 6 0 b l 5 έξ ξ . ( 8 7 -8 8 ). 2. Ό Ό ρ ά τ ι ο ς δ ο κ ιμ ά ζ ε ι ν ά χ α ρ ά ξ ε ι τ ό δ ρ ιο σ τ ή ν τ έχ νη τ ο ΰ γ ρ α ψ ίμ α τ ο ς - ή δ ε ιν ό τ η τ α τ ο ΰ λ ό γ ο υ , ή τά ξη κ α ί ή κ α θ α ρ ό τ η τ α σ τή σ κ έψ η Α π ο τ έλ ε σ μ α τής σ υ ν ε ιδ η τ ο π ο ίη σ η ς α ύ τ ο ΰ τ ο ΰ ο ρ ί­ ο υ ( 8 9 -9 0 ). — Κ α λ ό ε ίν α ι ν ά σ π ο υ δ ά ζ ε ι κ α ν έ ν α ς τ ά μ ε γ ά λ α ύ π ο δ ε ίγ μ α τ α τ ο ΰ π α ρ ε λ θ ό ν τ ο ς , Α λ λά μ ό ν ο μ έ σ α σ τ ή ν π α ρ ά δ ο σ ή σ ο υ μ π ο ρ ε ίς ν ά κ ά ν ε ις α ύ τ ό π ο ύ θ ά κ ά ν ε ις ( 9 0 -9 1 ) . — Ό π ο ιη τ ή ς π ρ έ π ε ι ν ά έ χ ε ι τ ά μ ά τ ια τ ο υ γ υ ρ ισ μ έ ν α γ ι ά ύ π ό δ ε ιγ μ α στή ζω ή κ α ί τ ο ύ ς χ α ρ α κ τ ή ρ ε ς τ ώ ν Α ν θ ρ ώ π ω ν. Ό κ α λ ό ς δ ά σ κ α λ ο ς (9 2 ). 3 . Ο ί ύ ψ η λ ο ί σ τ ό χ ο ι σ τ ή ν τ έχ νη π α ρ ο υ σ ι ά ζ ο υ ν τ ο ύ ς μ ε γ α λ ύ τ ε ρ ο υ ς κ ι ν δ ύ ν ο υ ς ( 9 3 -9 4 ) . — Ή μ α ν ία τ ή ς π ρ ω τ ο τ υ π ία ς ή τ ο ΰ ν ε ω τ ε ρ ισ μ ο ύ (9 4 ). Α π α ρ ά ­ β α τ ο ς νό μ ο ς, δ τ ι ή κ ρ ιτικ ή τή ς τ έχ νη ς έ ρ χ ε τ α ι α τό τ έλ ο ς κ α ί ε ίν α ι κ α τά λ η ξ η μ ε γ ά λ η ς π ε ί ρ α ς ( 9 4 ). —

'Ιστορικός χρόνος κ α ί χρόνος. Ό χρόνος κελάρι τής ποιότητας (95-97). Χαρακτηριστικά τών κλα­ σικών κειμένων (98-99). Τέχνη κ α ί φύση: ή τέλεια τέχνη κρύβει τήν τέχνη γιά νά φαίνεται φύση ■ κ α ί ή τέλεια φύση ή αύτή πού πετυχαίνει τό στόχο της κ α ί αύτή κρύβει τήν τέχνη (πού βρίσκεται μέσα της) (99-100). — Τό χρήσιμο κ α ί τό Αναγκαίο ο ί Ανθρωποι τό λογαριάζουν εύκολόβρετο κ α ί κοινό ■ κ α ί Από τήν άλλη άποθαυμάζουν πάντα τό παράδοξο ή έκεΐνο πού δέ μοιάζει μέ τό κανονικό ( 100-101). Επίλογος (101-102). Ό προηγούμενος πίνακας άπεικονίζει εύ­ γλωττα τή θεματική, δπου έπάνω της ύφαίνει τόν προσωπικό του στοχασμό ό κ. Λορ. Ό άποσπασματικός δμως τύπος τοΰ δοκιμίου άποκλείει, έκ προοιμίου, ’ όποιασδήποτε μορφής συστηματική άνάλυση καί, έπομένως, συνολική έκτίμηση τών τριών κειμένων. Α ύτό είναι πού θ ά προσδιορίσει, άναγκαστικά, καί τό ύφος τών παρατηρήσεων πού άκολουθοΰν: οί παρατηρήσεις αύτές (προσθήκες, έπανορθώσεις, άπορίες) θ ά περιοριστούν σέ έλάχιστα έπιμέρους σημεία (κατά προτίμηση, τοΰ προεισαγωγικού καί τοΰ άριστοτελικοΰ μέρους τοΰ βιβλίου), έφόσον όποιαδήποτε γενικότερη θεώρηση είναι, γιά τόν ύπογραφόμενο, άνέφικτη. Σελ. 7.4. «Ή σύγκριση άνάμεσα στά τρία κριτι­ κά κείμενα... είναι συντριπτική γιά τά δύο τελευ­ ταία». Ό άφορισμός μένει, θεωρητικά, μετέωρος (θά ήταν ένδιαφέρον νά γνωρίζαμε τό πώς καί γιατί), ύλικά δμως έκφράζεται μέ τήν έκπληκτική άνισομέρεια άνάμεσα στά τρία μέρη τοΰ βιβλίου (τρεις μοναχά σελίδες γιά τήν Ars Poetical). Σελ. 7.7. Ή χρονολόγηση τοΰ Π ερί Ύ ψους στόν Ιο μ.Χ. αιώνα είναι πολύ άμφισβητήσιμη. Σελ. 9-10. Δ έν μπορεί, φυσικά, νά ύπάρξει σοβαρή άντίρρηση γιά τήν άνθρωποπλαστική δύ­ ναμη τών κλασικών κειμένων. Συχνότερα δμως άπ’ δσο πρέπει μας διαφεύγει τό αύτονόητο, δτι γιά νά είμαστε σέ θέση νά μελετήσουμε καί άπολαύσουμε τά κείμενα χρειάζεται πρώτα πρώτα νά τά Εχουμε: καί έγκυρα κείμενα τών κλασικών δέ θ ά μπορού­ σαμε νά Εχουμε αν Ελειπε δ άπέραντος καί άνώνυμος, πολλές φορές, μόχθος γενεών έπί γενεών γραμματικών καί κριτικών κάθε λογής, άπό τούς άλεξανδρινούς χρόνους ως σήμερα, πού Εσκυψαν πάνω στά κείμενα καί, φυλοκρινώντας τα λέξη μέ λέξη, φράση μέ φράση, Εβαλαν τίς βάσεις γιά στέρεα κείμενα, τήν άπαραίτητη δηλαδή προϋπό­ θεση γιά τήν ύψηλή κριτική, τήν κρίσ ιν ποιη μά­ των, δ δή κάλλιστόν έστι πάντων τών έν τή τέχνη (κατά τόν Εξοχο άλεξανδρινό γραμματικό Διονύ ­ σιο τόν Θράκα). Μέ τό νά διαγράφουμε τόν Επώνυμο ή άνώνυμο μόχθο τών παλαιών θεωρών­ τας τον ά νάξιο λόγου (είτε γιατί μπορεί νά είχε γιά κίνητρό του τήν άκαδημαϊκή τους άνάδειξη ή τήν κοινωνική τους προβολή είτε πάλι γιατί μπορεί νά μήν άγγιξε τόν Εσώτερο κόσμο τους) πολύ φοβού­ μαι πώς δειχνόμαστε άχάριστοι σέ κείνους πού θεμέλιωσαν τά βάθρα γιά νά μπορούμε μεϊς νά οικοδομούμε, καί νά χαιρόμαστε, ό καθένας προσ­ ωπικά τό δικό του χτίσμα.

59


Σελ. 14.8. έξξ. Ή γνώμη τόΰ ’Αριστοτέλη πρέ­ πει νά γίνει δεκτή μέ έπιφύλαξη. Ε νδ είξεις (δπως τό άπόσπασμα άπό τήν Ποίηση τοϋ Ά ντιφ άνη, 191 Edmonds, δπσυ συγκρίνεται τό έργο των τραγικών μέ των κωμικών ποιητών) υποδεικνύουν τό αντίθετο. Ό Ά ρ . ό ίδιος μας λέει (Ρητορ. 1416b27) δτι τά κατορθώματα τοϋ Ά χιλλέα ή σαν πασίγνωστα (βλ. D. W. Lucas, Aristotle Poetics, Oxford 1968, σελ. 123). Σελ. 19.21 έξξ. Τήν ταύτιση στή σημασία τών λέξεων πα&ήματα καί πάθη χρωστούμε στις έρευ­ νες τού Bonitz. Σελ. 21.23 έξξ. Παρόμοια είναι ή διδασκαλία τοϋ ’Αριστίππου δπως τήν παραδίδει δ Διογένης Λαέρτιος (2.90): τών γοΰν μιμουμένων θρήνους ήδέως άκούομεν, τών δέ κατ’ άλήϋειαν άηδώς. Σελ. 23.11 έξξ. 'Ως πρός τό ζεύγος έλεος φόβος πβ. τό Ελένης έγκώμιοντοΰ Γοργία, 8 2 b ll (11,290, 17-19 D.-K.): λόγος δυνάστης μέγας έ σ τίν ...δύναται γάρ κ α ί φ ό β ο ν παΰσαι κ α ί λύπην άφελεϊν κ α ί χαράν ένεργάσασϋαι κ α ί ελεο ν έπαυξήσαι. Σελ. 47-49. Μέ άφορμή τό χωρίο τών Π ολιτι­ κών 1341b39-40, ό συγγρ. ύποστηρίξει δτι δέν ύπάρχει καμιά άνάγκη νά δεχτούμε δτι κάποτε ύπήρξε καί έντωμεταξύ χάθηκε τό δεύτερο βιβλίο τοϋ ΠερίΠοιη τ. Τό πρόβλημα είναι περίπλοκο καί δύσκολο. Πάντως καί σήμερα διατηρεί τή σπουδαιότητά της ή μελέτη τού A . Philip McMahon, «On the Second Book of Aristotle’s Poetics» στό περιοδικό Harvard Studies in Classical Philology 28(1917), σελ. 1-46 (γιά τήν κάθαρση, σελ. 23 έξξ.), δπου, πειστικά, άναιρεϊται ή άποψη γιά τήν άπώλεια τού δεύτερου βιβλίου. Σελ. 52. Ό συγγρ. ψέγει τούς νεότερους φιλο­ λόγους, δτι γι’ αυτούς «τό ψευτοπρόβλημα τής κάθαρσης άποτελεϊ τό μόνιμο mysterium magnum ή, καθώς τό διατυπώνει ένας άπό τούς τελευταί­ ους έκδοτες -— since we are so much in the dark as to what Aristotle meant by κάθαρσις (D. W. Lucas)». Ό έκδηλα έπιτιμητικός τόνος τής φράσης συμπαρασύρει, αδικα νομίζω, τόν Lucas, λαμπρό έκδοτη τού Π ερί Ποιητ. Γιατί αν ό Lucas άναγνωρίζει, πράγματι, τίς δυσχέρειες τοϋ Αριστοτελικού ορισμού τής τραγωδίας, καί ιδιαίτερα τής φράσης τήν τών τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν, τούτο δέ σημαίνει δτι παραιτεΐται κιόλας μπροστά στό «mysterium magnum»: τό μαρτυρεί Αδιάψευστα ή μακρά Appendix II τοϋ βιβλίου του (σελ. 273290), δπου μέ ύποδειγματική πυκνότητα καί σα­ φήνεια διερευνά τόν έλεο, τό φόβο, καί τήν κάθαρση καί, δπως διαπιστώνει κανείς, καταλήγει σέ συμπεράσματα δχι Ανόμοια μέ τού κ. Λορ. Σελ. 60-61. Τά παραθέματα Από τό Π ερί Π οιητ. 1450bl6-19 καί 1 4 6 2 a ll-1 3 , 17 ένισχύονται Από τό χωρίο 1453b3-7 τού ίδιου έργου καί τό χωρίο 1413b3 έξξ. τής Ρητορικής (όπου λόγος γιά τή γραφική καί τήν αναγνωστική ή υποκριτική λέξη). Σελ. 62. 7 έξξ. Είναι πολύ Αμφίβολο αν οί πληροφορίες τοϋ Γένους Άριστοτέλους, πού δια­ σώζει μόνος ό κώδικας Marc. gr. 257 (§§ 6-7 θαμά

60.

γάρ Πλάτων έλεγεν, Ά π ίω μ εν εις τήν τοϋ άναγνώστου οικίαν, κ α ί άπόντος τής άκροάσεως άνεβόα ■ ό Νους απεστι, κωφόν τό άκροατήριον), Ανήκουν στόν Φιλόχορο. Στόν Φιλόχορο πιθανότατα Ανή­ κουν οι παράγραφοι 8-12 τοϋ Γένους (καί αύτό Ακριβώς τό τμήμα καταχωρίζει ώς άπόσπασμα τού Φιλοχόρου ό Jacoby στά FGrHist 328 F 223). Σελ. 71-73. Οΐ εύστοχες παρατηρήσεις τοϋ κ. Λορ. θυμίζουν τόν Εύστάθιο, στά σχόλιά του στό A 197 καί Γ 109 τής Ίλιάδας. Παραθέτω τό πρώτο άπό αύτά: Έ μπροσθεν μέν τά οίχόμενα κ α ί ήδη γενόμενα κ α ί εις θέαν ή πείραν έλΰόντα, όπίσω δέ κ α ί όπισθεν τά έσεσϋαι μέλλοντα, έπειδή άπροόρατον τό μέλλον, καθάπερ άόρατα κ α ί κατόπιν ήμϊν όντα. ’Α ξίζει νά διαβαστούν οι ώραϊες σελί­ δες τοϋ Max Treu, Von H om er zur Lyrik, Munchen 1955, 133-135. Σελ. 82.23. Τό κ α ί εί αδύνατον, συμπλήρωση τοϋ Vahlen στό 1461bl2, δέ σημαίνει «αν καί είναι Αδύνατο», Αλλά «καί &ν (ίσως) είναι Αδύνα­ το»: ό πρώτος τρόπος μετάφρασης καταφάσκει Απολύτως τήν άδυνατότητα, ό δεύτερος τήν κατα­ φάσκει μέ έπιφύλαξη. ’Ανάλογη μέ τήν έννοια τής έπιφυλακτικής κατάφασης είναι καί ή συμπλήρω­ ση τοϋ Gomperz κ α ί Ισως άδύνατον. 'Οπωσδήπο­ τε, βρίσκω χαλαρή καί τή συνάφεια: «άν κ α ί είναι άδύνατο ... νά Ανταμώσομε στή ζωή Ανθρώπους πραγματικούς ... τόσο τά καλύτερο πού τούς Ανταμώνομε...» Ό λόγος τοϋ κ. Λορ. ρέει άβίαστος. Βρίσκω δμως (έστω καί σέ μάστορα τής γραφίδας, δπως είναι ό συγγρ.) κακόζηλες τίς έκφράσεις «καί πρώτος αύτός φυσικό μοιάζει νά παρατηρεί» (σελ. 12.25-26), «ήγουν σά νά λέγαμε» (σελ. 15.14), «τή λέξη καί τή μεταφορά πού είναι πασίγνωστες» (σελ. 52.14), Αντί πασίγνωστα, βλ. Τζάρτζανο στή Νεοελλ. Σύντ. A (1946) σελ. 47 § 17.2β. Ή έκτύπωση έχει γίνει μέ τή γνωστή στόν εκδοτικό οίκο τοϋ ’Ικάρου φροντίδα (διέφυγαν δμως κά­ ποια σφάλματα: στή σελ. 33.10 καί ύποσημ. 1 νά γραφεί 24 Αντί 26, γιατί τό άπόσπασμα τοϋ Ά ριστοξένου στήν έκδοση τοϋ Muller, στήν όποια παραπέμπει ό κ. Λορ., έχει Αριθμό 24 · ή Αρίθμη­ ση 26 Ανήκει στήν τελευταία έκδοση τοϋ Wehril. Στή σελ. 35.24 νά γραφεί βελτίω ■ στή σελ. 38.14 νά γραφεί άλλά κ α ί πλειόνων ■ στή σελ. 43.25 μετά τό φαίνεσ&αι νά συμπληρωθεί άπεργασαμένη (δπως τό Απαιτεί τό νόημα)· καί στή σελ. 44.18, μετά τό ποίηση νά κλείσει ή παρένθεση πού Ανοιξε στή σελ. 43.26). Τελειώνω μέ μιάν πρόταση: νά διαβαστούν οί ’Α ρχαίοι Κ ρ ιτικο ί μέ τή συντροφιά τής έξοχης έκδοσης τοϋ Π ερί Ποιητικής άπό τήν ξυνωρίδα Μενάρδου-Συκουτρή ('Ελληνική Βιβλιοθήκη ’Ακαδημίας ’Αθηνών, 1937): τά Προλεγόμενα (Αλίμονο, ήμιτελή) καί οί έρμηνευτικές σημειώσεις Από τή γραφίδα τοϋ Συκουτρή παραμένουν Από τά κορυφαία έρμηνευτικά επιτεύγματα τής νεότε­ ρης φιλολογικής γραμματείας μας.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α . ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ


ΠΟΙΗΣΗ

ή αίσθηση του εγώ καί τό «εναντίον» ΑΛΛΒΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ. Ποιήματα. Μετ. Άρη Μπερλή. Σύγχρονοι Ποιητές, άριϋμ. 1. Άμμων, Άϋήνα 1978. Σελ. 172. «Έχω τό βογγητό των περιστεριών κ α ί τό φτερό τής έκστασης». (Ά λ λ ε ν Γκίνσμπεργκ: Θάνατος στό αύτί τοϋ Β άν Γκόγκ).

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ άπό τούς πιό αυθεντικούς των beats ό "Αλλεν Γκίνσμπεργκ, πλάι σέ άλλους επίσης κορυφαίους, δπως ό Τζάκ Κέρουακ, ό Ούίλιαμς Μ πάροους κλπ., έκφράζει τό άγχος καί τήν άπόγνωση τής ήττημένης αύτής γενιάς, πού παθαίνεται νά τήν ήρωοποιήσει μέσα στό «Ουρ­ λιαχτό» του, μέ τόννους (άν καί, φυσικά, δχι στό ίδιο έπεισοδιακό ή δποιο άλλο έπίπεδο) καθόλου κατώτερους άπό έκείνους πού ό Ό μ ηρ ος χειρί­ στηκε γιά ν’ άναδείξει, πιό ωραίους κι άπό τούς θεούς, τούς περιπαθείς ’Α χαιούς του. Καταφεύγει ό Γκίνσμπεργκ στή λεκτική (χωρίς ν’ άψήνει άμφιβολίες καί γιά τήν έμπραγμάτωση) άποχαλίνωση άντιπαρατάσσοντας σέ κάθε «άξια» τοϋ κατεστη­ μένου, σέ κάθε τί πού ρηχαίνει τήν άνθρώπινη συνείδηση καί σέ δ,τι κατάφαγε καί κατάχωσε τό πρόσωπο τού δυτικού άνθρώπου, τό άπωθημένο, στήν ξεπίτηδες γκροτέσκα καί χυδαία του έκφαν­ ση. Μέ μιά έκφραστική έκρηξη πού συναγωνίζεται καμιά κατοσταριά ντράμς σέ ντελίριο καί μέσα άπό τήν «πόρωσή» του ό Ά λ λ ε ν Γκίνσμπεργκ διαμαρτύρεται γιά τήν «έξασθένιση τής άνθρώπινης ύπαρξης στή Δύση». Κυνηγώντας τήν πρόκλη­ ση σάν καταλύτη φτάνει στό σημείο ν’ άνέχεται ή τουλάχιστον νά δείχνει πώς άνέχεται άπαράδεκτες «διεξόδους» αύτοκαταστροφής. Θ’ άποκαλέσει τή μαριχουάνα «άγαθοποιό ναρκωτικό» σέ σχέση μέ τό «μακάβριο ούΐσκυ πού προτιμάει ό Έντγκαρ Χούβερ» ή θά παραπονεθεί πού «τιμωρείται μέ ήλεκτρική καρέκλα» ή «ήρωΐνη τού Έ κτου Π α­ τριάρχη Λάο Τσέ». Δέν είναι, νομίζω, τά παραπάνω, λιγότερο «κλειδιά» πλάι σέ πολλά άλλα τέτοια γιά τό άνοιγμα πρός τήν άκουστική τής ποίησής του ή πρός τήν άνεύρεση «μηνύματος» γι’ αυτούς πού άναγνωρίζουν τό κύρος τού άξιώματος: νά ύπάρχει κάποιο «μήνυμα» καί πού «άνευ τού όποιου» δέν ύπάρχει ποίηση ή τουλάχιστον δέν λειτουργεί αυτή στό χώρο πού τή θέλουν τοποθετημένη. Ή παρθενικότητα τής όργής του καί ό πρωτεϊ-

κά προβαλλόμενος μεταφυσικός όραματισμός του ξεπερνά τή διαπραγμάτευση καί τήν «έρμηνεία» των ντοκουμέντων πού ή ποίησή του άνεβάζει συσσωρευτικά άπό τό έρεβος τών κοινωνικών άποχετεύσεων τής Βορειοαμερικάνικης Κοινωνί­ ας. Δέν μπαίνει στήν προβληματική, ίσως δέν θέλει ν’ άναγνωρίσει κάν τό «πρόβλημα», γιά νά μήν έμπλακεί στή λογική τής «λύσης» του, πού τή βλέπει έλεγχόμενη καί, ίσως γι’ αύτό, θέλει νά προστατευτεί άπό δαύτη. Λέει κάπου: «... Οί ποιητές θ ά πρέπει νά μήν άνακατεύονται μέ τήν πολιτική άν δέν θέλουν νά τερατοποιηθοΰν. Έ γ ι­ να τέρας μέ τήν πολιτική». Κι άλλου, ψαύοντας τή φυσιολογία τοϋ καταναλωτικού «ιδεώδους» πού σχηματοποιεί τήν πολιτική τών καιρών μας ούρλιάζει: «... πετρελαιοκάπηλοι στό Τέξας — λευκές γραμμές τών τζέτ άνάμεσα στά σύννεφα διαφημι­ στές στόν ούρανό, ψεύτες κατά πρόσωπο τού Θείου, μεγαλοκαρχαρίες χασάπηδες καπέλων καί παπουτσιών, δλοι τους Κάτοχοι! Κάτοχοι! Κάτο­ χοι. Ψυχαναγκαστικοί μέ τό έχει τους καί τόν άφανισμό τής ’Ατομικότητας...» Μπαίνοντας τώρα στό εύρύ φάσμα τών άντιδράσεων, δέν μπορούμε ν’ άποφύγουμε (πρός τί άλλωστε;) τό έρώτημα: είναι ή δχι μιά «φυγή», πού εξυπηρετεί τήν ένοχη πλευρά τής σύγχρονης άγχοτικής έμπλοκής, τό «μήνυμα» τής ποίησης τοϋ Γκίνσμπεργκ; Ή απάντηση «ναί», άνετα καταδικαστική καί δχι λιγότερο άναπαυτική γιά μερικές σκανδαλιζόμενες συνειδήσεις, προϋποθέτει άμφίπλευρα τήν ένταξη, γιά νά μήν πώ τή στράτευση, σέ μιά γραμμή. Α ύτό σημαίνει πώς άν οΐ beats, άρα κι ό Γκίνσμπεργκ, δέν ένταχθοΰν στανικά σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικο-πολιτικής θέασης, άν δέν άποδέχονται τό στήσιμο σέ όρισμένα γνωστά θεω­ ρητικά έδρανα κοινωνικοπολιτικών άποτιμήσεων, ό χαρακτηρισμός τής «φυγής» είναι προχειρότητα, δέν περιγράφει τήν περίπτωσή τους, μένει μετέω­ ρος καί ή τραχύτητά του χρησιμεύει μόνο γιά νά εκτονωθεί ή μονοδιάστατη έμπάθεια τοϋ κρι'Ωστόσο, άκόμα κι άν άμφισβητηθεϊ ή δυνατό­ τητα τής μέθεξης, πρέπει νά όμολογηθεΐ πώς μέ τήν ποίησή του ό Γκίνσμπεργκ μάς στήνει μπροστά σέ μιά ύποχρεωτική διάγνωση. ’Εννοώ τή διάγνω­ ση τού παροξυσμού πού περιπίπτει τό άκατάλυτο καί άκατάργητο «εγώ» κάτω άπό τήν έξολοθρευτική σύνθλιψη τήν άσκούμενη πάνω του άπό τά ποικίλα κατεστημένα, άνεξάρτητα άπό τίς ληξι­ πρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες «λύσεις» τών διε­ ξόδων. Ειδικά γιά τήν άμφιλεγόμενη μέθεξη ή, μέ κάποια παραχώρηση, τήν έστω καί απλή παραλ­ ληλία, ή παρακολούθηση, στό κάτω κάτω, τής έξαλλης διαμαρτυρίας πού έκτοξεύεται μέ τή φω­ νή τού Ά λ λ ε ν Γκίνσμπεργκ, λειτουργούνε βέβαια, καταφατικά ή άποφατικά — καί καθόλου άσχετες μέ τό περιστασιακό πολιτικό κλίμα — apriori-κές στρατεύσεις σχετικές μέ τήν ψυχοπαθολογία μας καί μέ τήν άποδοχή ένός ρόλου τής ποίησης, διαμορφωτικοϋ ή ύστεροενδεικτικοϋ, μέσα στά πλαίσια τού κοινωνικο-πολιτικοΰ γίγνεσθαι.

61


Δυστυχώς οί στρατεύσεις αύτές δπως καί νά’ναι στενεύουνε τό όπτικό πεδίο. ’Αχρηστεύουνε τίς σταθερές άναφοράς. Τρελαίνουνε τή μαγνητική βελόνα καί τότες δλες οί άντιπορείες είναι έξίσου πιθανές. Ή σύγχυση θεσπίζει ένα ιδιώνυμο δίκαιο, έτσι πού οί κρίσεις πολώνονται καί ή κριτική καταντάει νά πρακτορεύει μιά κάποια πολιτική. Ή ποίηση δμως; Είναι καί παραμένει ένας έξώστης καταξιωμένος, δπου τό άδέσμευτο καί άφιλοκερδές έγώ μπορεί νά καταφεύγει δχι μόνο γιά νά στήνει καί νά κατεδαφίζει τό «σύμπαν» του, δχι μόνο γιά νά ουρλιάζει μιά ή περισσότερες αποκαλύψεις, μά καί νά συμμαζωχτεΐ σ’ έναν άλειτούργητο «άναχωρητισμό» πού δέν είναι πάντα άποκοπή τοϋ λώρου πού συνδέει μέ τήν κατακαίουσα έπικαιρότητα άλλά καί άποστασιοποιημένο παρατηρητήριο καί μορφή έτεροπολικής διαμαρτυρίας ή πίκρα γεμάτη έμβρυα γιά τό άτελέσφορο της δποιας «γραμμής» πού εύαγγελίζεται τελεσίδικες έξόδους άπό άδιέξοδα. Κι ό έγκλειστος αύτός σπαραγμός είναι πού «έξαγιάζει» τά πράγματα, έκεΐνα πού θεαται ό ποιητής. Γι’ αύτό ό Γκίνσμπεργκ θ ’ άνακράξει: Ό λ α είναι άγια! Κ ι ό καδένας άγιος! Ό λ* άγιασμένα! Κ ι ή κάδε μέρα αίω νία. Κ ι ό καδένας άγγελος κ α ί τό ρεμάλι άγιο σάν τά σεραφείμ Κ ι ό τρελός είναι άγιος δπως έσύ ψυχή μου άγια. Ά γ ιε ς ο ί έρημιέςπεζοδρομίων κ α ί ουρανοξυστών άγιες ο ί καφετερίες έκατομμυρίων δαμώνων! άγιοι ο ί μυστικοί ποταμοί δακρύων κάτω άπ’ τούς δρόμους άγια ή άγρια μοναξιά κ α ί προσευχή άγιος ό μέγας άμνός της μεσαίας τάξεως άγιοι ο ί τρελοί ποιμένες τής έπανάστασης. Ή έλληνική κριτική, ή ένα μέρος της, χαρακτή­ ρισε τό κίνημα των beats σάν «κλειστό» άμερικάνικο περιστατικό Ι.Χ., χωρίς πλατύτερο ένδιαφέρον, μιά καί τοϋ λείπουν τά «χαρακτηριστικά κάθε πραγματικού κινήματος». Προφανώς έδώ θά υπονοούνται: Οί διακηρύξεις, ή μεθόδευση τών διαδικασιών λειτουργίας καί ή στόχευση τών όργάνων τοϋ κινήματος, ή όργάνωση βάσης, ή έπιλογή της μαχητικής πρωτοπορίας καί ό σκληρός καθοδηγητικός πυρήνας πού θά διαμορφώνει τίς ντιρεκτίβες. Είδανε λοιπόν τόν Γκίνσμπεργκ σάν «άποπροσανατολισμένο έπαναστάτη», «γραφικόταραξία», «συνυπάρχοντα» ή σάν «νέα καταστημένη άξια». “Α ς σταθούμε σέ μερικά. Καταστημένη άξια ναί, άλλά μέ τήν έννοια πώς ή διαμαρτυρία τού άνεξιλέωτου έγώ είναι στις διαστάσεις μιάς όργής πού καταστάθηκε άπό τότε πού είναι κατεστημένη ή βία, σέ δλες τίς Μολωχ-ικές της μορφές. Καί ή όργή αυτή κατασταίνεται σάν άξια γιατί ένεργοποιεΐ τό συσσωρευμένο καί βιωμένο φορτίο τών συγκρούσεων τού έγώ μ’ έκεϊνο τό άντιεγώ πού μηχανεύεται νά έπιβάλει σάν πρότυπο καί πρός τό όποιο έξωθεΐ τό δποιο προσχεδιασμένο οίκονομικο-πολιτικό πλαίσιο. Μέ τήν έννοια αύτή καί άπό

62

“Αλλεν Γκίνσμπεργκ

τήν άποψη τού δέκτη ή ποίηση τού “Αλλεν Γκίν­ σμπεργκ πολιτικοποιείται δσο κι άν ό ίδιος άπό τόν έξώστη του κραυγάζει πώς ή ποίησή του είναι... «άγγελικά παραμιλητά καί δέν έχει σχέση μέ τίς άνοστες ματεριαλιστικές έξυπνάδες τοϋ ποιός θά ρίξει ποιόν». Καί άλλοϋ: «... θ ά ’ταν δύσκολο γιά μένα νά ύπάρξω σάν καλλιτέχνης σ’ ένα περιβάλλον δπου ή τέχνη έχει ένα συγκεκριμέ­ νο πρόγραμμα καί μιά ιδεολογία έπικρατεΐ. Προσ­ π άθησα ν’ αρπάξω τόν κόσμο χωρίς έτικέτες, κατηγορίες ή ιδεολογίες — μονάχα μ’ ένα άνοιχτό μυαλό». Έ τσι, πληγωμένος στά εύαίσθητα άνθρωπιστικά κέντρα θά καταγγείλει: «... «...Οί Ά μερικάνοι έχουν δλοι χρήματα, έχουν αυτοκίνη­ τα κι δλοι οί άλλοι ψωμολυσσάνε έξαιτίας τής άμερικάνικης έξωτερικής πολιτικής ή βομβαρδί­ ζονται, τούς ρίχνουν δακρυγόνα, τούς σπάνε τά δόντια, τούς βασανίζουν, πράγματα πού θά τά θεωρούσαν, ξέρεις, φοβερά καί τρομερά άν συνέβαιναν στίς Η.Π.Α ., έκτός αν γίνονται σέ νέ­ γρους». (Συνέντευξή του στήν Paris Review, 1965). Ή έναργώς στρατευμένη κριτική θέλει τόν “Αλλεν Γκίνσμπεργκ πολιτικά «άπροσανατόλιστο», μέ τήν έννοια άσφαλώς δτι ή ποίησή του καί γενικά ή δλη παρουσία του δέν προσφέρεται νά καλύψει τά έγκεκριμένα άπό κάποια «γραμμή» πρότυπα. Κι δμως υπάρχει ένας προσανατολισμός άλλου έπιπέδου. Ό “Αλλεν Γκίνσμπεργκ είναι προσανατολισμένος, δπως άλλωστε καί δλο τό κίνημα τών beats (άν καί περισσότερο πνευματικό παρά πολιτικό, γιά νά έξυπηρετήσει μιά όρισμένη πολιτική) στήν ψυχροπολεμική ’Αμερική τοϋ Μακάρθυ στά 1950-60: «... Στή δεκαετία τού ’50, δταν ή φωνή τού προσώπου κινδύνευε άπό τήν άνωνυμία τής πανομοιοτυπίας οί beats ποιητές άνακάλυψαν ένα φυσικό "έναντίον” στήν άφασία πού έπικρατοϋσε, μέ μιά νέα αίσθηση τοϋ έγώ — μιάν άναγέννηση τής ρομαντικής όρμής πού είχε νά παλέψει ένάντια σέ άσύγκριτα ύπέρτερες δυνά­ μεις. Οί beats διάρρηξαν τό άνασχετικό προσω­ πείο τού "άφιστάμενου” καλλιτέχνη — τή φλωμπεριανή παράδοση π ού είδε τόν καλλιτέχνη σάν Θεό, πανταχοΰ παρόντα άλλά άόρατο — καί άναζήτησαν αύτό πού ό Γκίνσμπεργκ όνόμασε “όλότητα τής Ύ π α ρξη ς” . Τό άντικειμενικό μάτι τής κάμε-


αύτοΰ τής Αμερικάνικης ποίησης, φουσκωμένο άπό τήν άκατάσχετη πλημμυρίδα των έμπειριών τοΰ αιώνα μας. Είναι δλος στοργή ό “Αλλεν Γκίνσμπεργκ γιά τόν Γέροντα της Αμερικάνικης ποίησης:

Τί σκέψεις κάνω γιά σένα άπόψε Οϋώλτ Ούίτμαν περπατώντας στά σοκάκια κάτω άπ’ τά δέντρα μ’ ένα πονοκέφαλο άμήχανος κοιτάζοντας τ’όλόγιομο φεγγάρι. Στ’ άγριεμένο μου μπαΐλντισμα καί ψάχνοντας γιά εικόνες μπήκα στό σουπερμάρκετ των φρούτων μέ τούς σωλήνες φ&ορισμοϋ κι όνειρευόμουν τά κατεβατά σου. Γιά ποϋ τό βάλα­ με Ούώλτ Ούίτμαν; Καταποΰ δείχνει ή γενειάδα σου άπόψε; Θά περπατάμε δλη νύχτα στούς έρη­ μους δρόμους;... Θά σουλατσάρουμε κάνοντας όνειρα γιά τή χαμένη ’Αμερική τής αγάπης;... Ώ άγαπημένε πατέρα γκριζογένη, πεντάρφανε, γερο­ δάσκαλε τοΰ κουράγιου, ποιάν ’Αμερική είχες όταν ό Χάροντας σταμάτησε τά κουπιά καί σύ βγήκες έξω σέ μιά όχϋη πού κάπνιζε καί στάϋηκες κοιτάζοντας τή βάρκα νά χάνεται στά μαύρα νερά τής Λήϋης. "Ας σημειωθεί πώς καί ή Αλλη πλευρά, ή ιδιαίτερα Αποστασιοποιημένη, μέ τόν έρμητικό καί υπαινικτικό μονοχρωματισμό της καί τό νεο­ κλασικό φιλολογικό τουπέ, πού έκπροσωπεΐται άπό τόν Έ σδρα Πάουντ, δέν μπόρεσε ν’ άποφύγει τή δήλωση μετάνοιας πρός τόν Ούώλτ Ούίτμαν. Στό ποίημα «Μιά συνθήκη» ό Πάουντ έκμυστηρεύεται:

Κάνω μιά συν&ήκη μαζί σου Ούώλτ Ούίτμαν, άρκετά σέ άντιπάΰησα ως έδω. Έρχομαι σέ σένα σάν παιδί πού μεγάλωσε πιά καί πού είχε πατέρα στραβοκέφαλο. Έφτασα πιά στήν ήλικία νά φιλιώσουμε. Σύ ήσουν πού πελέκησες τό νέο ξύλο τώρα είναι καιρός νά σκαλιστεί. Έχομε τόν ίδιο χυμό καί τήν ίδια ρίζα ας έρϋουμε σέ μιά συναλλαγή έμεϊς οί δυό. Τό εύρύ κοινό πού παρακολουθεί τόν κλάδο τοΰ έποικοδομήματος πού καλύπτει ή ποίηση πληροφορείται πρώτη φορά γιά τήν περίπτωση Γκίνσμπεργκ στά 1965. Τότε στό περιοδικό «Πά­ λι» δημοσιεύεται ή «’Αμερική» — γραμμένη στά 1955-56 — σέ μετάφραση Δ . Πουλικάκου καί λίγο άργότερα ό «Μαγικός Ψαλμός» — γραμμένος τό 1960 — σέ μετάφραση Σ. Μεϊμάρη, δυό πολύ ένδεικτικά ντοκουμέντα της δουλειάς τοΰ Γκίν­ σμπεργκ. Στά 1974 οί έκδόσεις Μπουκουμάνη παρουσι­ άζουν σάν 2ο τόμο της σειράς «Σύγχρονη Ποίηση» (πού δέν πήγε πιό πέρα άπό τόν 3ο τόμο) μιά Ανθολόγηση τοΰ Γκίνσμπεργκ μέ έμφαση στά κο­ ρυφαία «Ούρλιαχτό» καί «Κάντις», μαζί μέ άρκε­ τά άλλα ποιήματα, σέ μετάφραση τής Τζένης Μαστοράκη καί μέ εισαγωγικό σημείωμα τής ίδι­ ας, μέ κάποια Απόκλιση των κριτηρίων πρός τ’ Αριστερά.

ρας τής “Έ ρημης Χώρας” θ ’άντικατασταθεί μέ τό προσωπικό “έγώ” τοΰ Ό ύ ρ λια χτο ΰ ”» (άπό δοκί­ μιο τοΰ John TyTell, περιοδ. Σπείρα N o 2, 1975). Α ύτό τό διαπλατυσμένο μά καί συγκεκριμένο έγώ, τό μόνιμα έγκαταστημένο στό στόχαστρο πού κατευθύνει τήν δράση κάθε έξανθρωπιστικοΰ κι­ νήματος, είναι άξια πού δέν μπορούν νά παραγρά­ φ ουν, άν θέλουν ν ά δικαιωθούν, οί πάσης φύσεως ιδεολογίες πού τείνουν σταδιακά ν ά ύλοποιήσουν, δ ν ύλοποιοΰνται μέ τίς τρέχουσες πολιτικές δρα­ στηριότητες καί διαδικασίες, οί ένοράσεις τους. Πρός τό στίγμα αύτής τής Αξίας προσανατολίζεται καί τείνει κάθε γνήσια ποίηση καί κατακεϊ τείνει προσανατολισμένη ή ποίηση τοΰ Γκίνσμπεργκ. Ή Αποτίμηση αύτή τής ποίησης των beats, καί φυσικά έκείνης τοΰ "Αλλεν Γκίνσμπεργκ, δέν είναι άπό τά άποσιωπούμενα, άν σεβόμαστε τήν Αλή­ θεια καί τήν ειλικρίνεια. Ή ποίηση αύτή Ανεβαίνει άπό τά σοκάκια καί τίς συνοικίες τών πολιτειών τής Βόρειας Ά μ ερ ικής, έρχεται άπό τούς Ατέλειωτους δρόμους πού διασχίζουν σ’ δλο τό πλάτος της τήν Απέραντη χώρα, πολύ γνώριμους στούς πλάνητες όδοιπόρους πού «φεύγουν» δοσμένοι στή φυγή καί τήν Αποκήρυξη. Έ ρχεται ά πό τά «άήτηττα τρελοκο­ μεία» τοΰ Γκρέυστόουν, άπό τράπεζες, σουπερ­ μάρκετ καί «βουνά όμοφυλοφιλίας». Έ ρχεται άπό παραισθησιογόνα καί κυνήγια τής Αιωνιότη­ τας, άπό «κρανιακές λειτουργίες πού δέν Αναγνω­ ρίζουν πιά τά σκουλήκια τών αισθήσεων», άπό αύτοκτονίες καί σταυρώσεις, άπό ύστερίες, θ α ύ ­ ματα καί έκστάσεις πού τίς «πήρε τ’ Αμερικάνικο ποτάμι». Έ ν α ς Αγριεμένος ρομαντισμός, εξωθημένος στά έσχατα τής διαστολής τοΰ έπαναστατημένου Ανατρεπτικού πάθους μέ άσχεδίαστη έκβαση, μέ Αποφλοιώσεις καί Αποτάξεις τών ρυθμιστικών κανόνων, μέ πυραυλικές έξόδους πρός τό «Αναπε­ πταμένο», δπου τό έγώ Απελευθερώνεται ώς τήν Αποχαλίνωση μέ Αδιάντροπες εισβολές π ρός κάθε άπωθημένο, έθελοντές τής κόλασης προκαλώντας δλη τήν έπικράτεια τής έκμηδένισης καί τής αύτοκαταστροφής, μέ τήν αύτοπαράληλη κι έπίμονη Αναζήτηση μιας «αίωνίας» θέσης τοΰ Ανθρώπου «μέσα στόν χρόνο». Ή έκτυφλωτική, Ακριβώς στό σημείο αύτό, Αντίφαση άναδεικνύει τό ύψος τοΰ τραγικοΰ στοιχείου πού είσάγεται μέ τή διαλεχτική μέσα σ’ αύτή τήν ποίηση. Κι ό στίχος, Αναπεπταμένος, έκτενής, στίς δια­ στάσεις έπιμήκους Αναπνοής. Οί νοητικές διακελεύσεις Αδρές, λές σαλπίσματα άπό χάλκινο κόρ­ νο, ένώ τό σόκ ένεδρεύει σέ κάθε λέξη, έτσι πού ή εύαισθησία διακυβεύεται Ανάμεσα στό χυδαίο καί στό θεσπέσιο. Δέν ήταν τυχαίο αύτό πού ό Ούίλιαμς Κάρλος Ούίλιαμς σημείωσε, προλογίζοντας τό «Ούρλιαχτό»: «Οί ποιητές είναι καταραμένοι, τυφλοί δμως δέν είναι, βλέπουν μέ τά μάτια τών Αγγέλων». Καταγωγικά ή ποίηση αύτή έρχεται κατ’ εύθείαν ά πό τόν πληθωρικό λόγο τοΰ «άξε­ στου» καί «φωνακλά» Ούίτμαν, τοΰ Ν ιαγάρα 63


"Αν καί είναι δύσκολο ν’ Αποσιωπήσει ή έμφανής λειτουργία εμπρόθετων Αναστολών στη δουλειά της έκείνη, δεχόμαστε πώς ή εξαίρετη μεταφράστρια έμπιστεύθηκε τήν Αψάδα της δια­ λέκτου τοΰ Γκίνσμπεργκ στήν ευαισθησία της μέ ύπαινικτικές έκφορές, ρίχνοντας έτσι αισθητά τήν υψηλή τάση της. Στά 1975, είκοσι χρόνια μετά τό γράψιμό του, τό «Ουρλιαχτό» τοΰ Γκίνσμπεργκ, «κορυφαίο έργο της μεταπολεμικής ποίησης» κατά τό μεταφραστή του, δημοσιεύεται στό περιο­ δικό Σπείρα (τεύχος 2, Ίούνης 1973) σέ μετάφρα­ ση "Αρη Μπερλή. Στά 1977 τό περιοδικό «Σήμα» καταχωρεί κριτικό σημείωμα γιά τόν Γκίνσμπεργκ πού υπόγραφε ή Κατερίνα ’Αγγελάκη-Ρούκ καί τήν άνοιξη, πέρυσι, ό έίφοτικός οίκος «"Ακμών», σάν πρώτο τόμο τής σειράς «Σύγχρονοι Ποιητές», παρουσιάζει τόν Γκίνσμπεργκ Ανθολογημένο, σέ μετάφραση "Αρη Μπερλή. Μέ εύκαιρία τόν τόμο αύτό πρέπει νά σημειωθεί ή δχι συνηθισμένη στούς καιρούς μας αίσθηση εύθύνης πού όδήγησε τόν κ. Μπερλή στό ξανακοίταγμα τής δουλειάς του έκείνης τού 1975, ιδιαίτερα σέ Αναθεώρηση παλαιότερων Αναστολών ή καί παραχωρήσεων σέ δ,τι Αφορά στήν πιό πιστή Απόδοση τού καίριου, μέ χρήση τής λέξης Απελευτερωμένης Από τόν Αστείο εύπρεπισμό πού πάει νά βάλει σουρντίνα σέ ήφαιστειακές έκρήξεις τοΰ ποιητικού λόγου. Έ τσι έχομε τώρα ένα πιό Αποτελεσματικό «Ουρ­ λιαχτό», ένα καταπληκτικό σέ Αμεσότητα «Κάντις», ένα σπαρακτικό «Μαγικό Ψ αλμό»-σόκ μέ 13 Αλλα ποιήματα σέ πολύ φροντισμένη έκδοση, μέ έξι πίνακες έκτος κειμένου τοΰ Μπλέηκ, σάν ύπόμνηση γιά τόν καταλυτικό ρόλο πού έπαιξε ή προσωπικότητα αύτή στήν τροπή τοΰ Γκίν­ σμπεργκ πρός κάποια Ακρότητα. ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

σ ινεμά

64

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

αίγυπτιώτικα καί αθηναϊκά βιώματα ΜΑΡΙΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ: Σάν τά τρελά πουλιά. 'Εστία, Άϋήνα 1978. Σελ. 177.

«Περίσσευμα ένας όβολός έλπίδα» Γιάννης Ντεγιάννης ΓΙΑ τή Μαρία Ίορδανίδου μπορεί νά Αντιστραφεϊ ή τσαρούχεια ρήση καί νά λεχθεί πώς είσαι αύτό πού δηλώνεις πώς δ έ ν είσαι! Ή νέα αύτή όγδοντάρα, πού Αρχισε νά γράφει στά κοντά έβδομήντα της χρόνια, έχει επανειλημμένα πει πώς δέν είναι συγγραφέας κι ούτε έχει καμιά σχέση μέ τά λεγά­ μενα λογοτεχνικά πράματα (μάλλον εύτυχώς...). 'Απλά καί μόνο, τώρα πού γέρασε καί σταμάτησε ή βιοπάλη, κάθεται καί Αναθυμάται τά παλιά, τά ξαναζεί, δπως λέει, καί τά καταγράφει. Κι δμως ή Πολίτισσα τούτη πού έζησε νεότατη τήν ’Ε πανά­ σταση τοΰ Όχτώβρη στή Ρωσία, εκεί στόν Καύκα­ σο, στή Σταβροπόλ, καί μετά γνώρισε τήν Ά λ εξάντρεια τοΰ Καβάφη καί τόσα άλλα αίγυπτιώτικα, άποδείχτηκε, χωρίς ή ίδια, μέ τή σεμνότητά της, νά τό φανταζόταν, Αξιότατη συγγραφέας. Καί καθώς ή μιά σκέψη φέρνει τήν Αλλη, δέν μπορεί νά μήν ξανασυλλογιστεί κανείς τό ρόλο τοΰ Έ ξω Ελληνισμού- πόσο μέ τις βαθιές του ρωμέικες ρίζες, μά καί τό εύρύτερο εύρωπαϊκό του βλέμμα, πλούτισε τά έλληνικά γράμματα, Αλλά καί γενικό­ τερα (ιδιαίτερα μέ τούς πρόσφυγες τής Μικρασίας) πόση ήταν ή συμβολή του στόν έκσυγχρονισμό τής Παλιάς Ελλάδας. Τά δυό πρώτα βιβλία τής Ίορδανίδου, ή «Λωξάντρα» καί οί «Διακοπές στόν Καύκασο», ιδιαί­ τερα τό πρώτο, είχαν Αμέσως δταν έκδόθηκαν Απρόσμενη γιά τή συγγραφέα επιτυχία σέ ποικίλα στρώματα τοΰ Αναγνωστικού κοινού. Είχαν έτσι καί Απανωτές έκδόσεις. Τώρα τελευταία, μέ τήν τιμητική βράβευση τής «Λωξάντρας» Από τό Πα­ τριαρχείο, μπήκε ή «Λωξάντρα» καί σέ Αλλους κύκλους, χωρίς μ’ αύτό ούτε νά κερδίσει ούτε νά χάσει τίποτα Από τή νεανική φρεσκάδα τής Αφή­ γησης, Από τό χιούμορ καί Από τήν Αλήθεια της. Κι ό καθημερινός τύπος παρέλαβε τή Μ.Ι. μέ μιά τάση μάλιστα νά τήν κάνει σχεδόν Ανάγνωσμα καταναλωτικό... Τρίτο στή σειρά τών βιβλίων τής Αγέραστης Μαρίκας ήρθε τώρα τό «Σάν τά τρελά πουλιά». Είναι ή έπιστροφή Από τόν Καύκασο, στή ρημα­ γμένη οίκογένειά της στήν Πόλη, πού δέν είναι πιά ή παλιά προπολεμική Πόλη τής Λωξάντρας. Φτώ­


χεια. Ή κοπέλα ψάχνει νά βρει δουλειά. Μέ νεανικό αυθορμητισμό καί θάρρος — πού δέν τήν έγκατέλειψε άλλωστε ποτέ — καταφέρνει νά τήν πάρουν σέ μιά άμερικανική έταιρία, πού σέ λίγο τή στέλνει στό ύποκατάστημά της στην Αίγυπτο, δπου μένει τρία χρόνια (1920-1923). Α ύτό τό μέρος τοΰ βιβλίου είναι κυριολεκτικά άπολαυστικό, σπινθηροβολάει νιότη καί ιδανικά, είναι δμως μαζί καί σάν ντοκουμέντο, δπως δλα τά κείμενα τής Μ.Ι. είναι μαρτυρίες μιας βιωμένης έποχής τό καθένα, μαρτυρίες πιό πιστές άπό κάμποσα «σο­ βαρά» «ιστορικά» γραφτά καί άλλα φλύαρα κατασκευάσματα πού πλημμύρισαν τά βιβλιοπω­ λεία τά τελευταία χρόνια. ’Ιδιαίτερα τό «Σάν τά τρελά πουλιά» είναι μνήμες τόσο γιά γεγονότα δσο καί γιά άνθρώπους, πού σχεδόν δλοι άναφέρονται μέ τό πραγματικό τους δνομα, μαρτυρίες γιά τούς νεανικούς ένθουσιασμούς, μά καί γιά τά κατοπινά θλιβερά καί άπάνθρωπα. Φόντο σ’ δλα μιά θ υμο­ σοφία κι ένα χιούμορ μαζί μέ τή λογική άπλών άνθρώπων, δπως οί δυό γριές, πού «κουλουριασμένες στό μιντέρι... πολεμούν νά καταλάβουν γιατί οί άνθρωποι κάνουνε πράματα πού τούς όδηγοΰνε στό χαμό τους». Ό μ ο ια κι ή νέα κοπέλα πασχίζει νά καταλάβει τή ζωή καί τούς άνθρώ­ πους, νά πάρει θέση στά γεγονότα, νά διορθώσει τά στραβά. Νά ξυπνήσει τούς «κοιμήσηδες». Ή Μ.Ι. είχε τήν τύχη ή τήν άτυχία (δπως θέλει τό παίρνει ό καθένας) νά ζήσει μιά μακριά άλυσίδα γεγονότων ιστορικών, κοινωνικών, πού δλα είχαν βαθιά άπήχηση στόν ψυχικό της κόσμο καί δλα συντέλεσαν κατά κάποιον τρόπο στή διαμόρ­ φωση τής ζωής της, μιας ζωής σκληρής βιοπάλης καί ποικίλου άγώνα. Ά σ ε πιά τήν Κατοχή καί μετά πάλι τούς κατατρεγμούς... Χώρια οί άλλες προσωπικές άγωνίες. Ά νθρ ω π ο ς γενναίος, τά πάλεψε δλα παλικαρίσια, χωρίς γυναικουλίστικες κλαψούρες ή κραυγαλέους «φεμινιστικούς» ύστερισμούς, διατηρώντας πάντα τήν άξιοπρέπεια καί τήν άνθρωπιά τού άκέραιου, τού σωστού άνθρώπου. Διατηρώντας, άκόμα καί τώρα, στά όγδόντα — δχι, λάθος, στά όγδόντα ένα της, δπως τονίζει! — τήν αίσθηση τοΰ χιούμορ καί, δσο ώριμάζει, τής ματαιότητας, μαζί μέ τήν ικανότητα τού γέλιου, σ’ ένα κλίμα φρεσκάδας, ειλικρίνειας καί άφηγηματικής άπλότητας άλλης έποχής. (Γιά «δομές» καί λοιπά, δταν τή ρώτησαν, είπε δέν έχει χαμπάρι!). Ειλικρίνεια καί άπλότητα άλλης έποχής, πού, ώστόσο, τό βεληνεκές τους είναι, θαρρώ, διαχροΔιάβασα πρόσφατα, σχεδόν ταυτόχρονα μέ τό «Σάν τά τρελά πουλιά», ένα βιβλίο κάποιου γάλλου καθηγητή πού κι αυτός πρωτόγραψε στά έβδομήντα του χρόνια, άναπολώντας μυθιστορη­ ματικά τή ζωή του*. Καμιά όμοιότητα φυσικά στά βιώματα, κι ώστόσο, παρά τό μοντέρνο, περίτεχνο τού Γάλλου, καί παρά μερικές άδυναμίες καθαρά γλωσσικές καί δποιες ίσως τεχνικές άδυναμίες τής I. (λ.χ. ή συνάντησή της μέ τήν ’Α θήνα τού μεσοπόλεμου καί τά κατοπινά τής καινούριας της * Marcel Domerc: Plus tard au bord du lac.

Ή Μαρία Ίορδανίδου στήν Αίγυπτο

ζωής έχουν κάτι λαχανιαστό καί άφήνουν κάπως μιάν έντύπωση κενών — μά ήταν δύσκολα χρόνια κι άρκετά πεζά άπό μιάν άποψη), κάνοντας τή σύγκριση, τολμώ νά βλέπω — χωρίς ίχνος «σωβι­ νισμού» — άνώτερη τήν Έλληνίδα Μ.Ι., ίσως γιατί τά βιώματά της είναι πιό γνήσια συναρπαστικά καί οί έμπειρίες της σκληρές, άλλά έχει καρδιά καί λαϊκά φιλοσοφημένο μυαλό. “Ετσι τό ζωντανό, σπαρταριστό αυτό άφήγημα, μέ τό τόσο προσωπι­ κό ύφος, τελειώνει μέ τούτες τίς κουβέντες: «Τά χρόνια δέν πέρασαν, μάνα μου, τά χρόνια δέν περνούν... Τά χρόνια στέκουνται. ’Εμείς περνούμε». Ναί, μά τά έργα μένουν. ΦΟΥΛΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚ Η

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

ή δύσκολη ζωή χών ανταρτών BARBARA CORNWALL-L YSSARIDOΥ: Οί έπαναστάτες τών Μμνων (Τό Αντάρτικο τής ’Αφρικής). Μετ. Περ. Νεάρχου. Θεώρηση κει­ μένου Νίκου Π. Καραχάλιου. Παπαζήσης, Ά&ήνα, 1978. Σελ. 252.

Η ΜΟΖΑΜΒΙΚΗ στήν άνατολική Α φ ρική καί ή Γουινέα-Μπισάου στή δυτική άκτή της είναι τώρα άνεξάρτητες χώρες. Δέν πέρασε δμως πολύς και­ ρός πού στις δύο αύτές πορτογαλικές — τότε — άποικίες δροΰσαν ο ί μαύροι άντάρτες τών έθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων πού έφεραν μέ τόν άγώνα τους τή λευτεριά στήν πατρίδα τους. Τότε άκριβώς πραγματοποίησε τό δύσκολο ταξίδι της στις δύο αύτές άφρικανικές χώρες ή συγγραφέας, 65


Πορτογαλικό φυλλάδιο άπό έχεϊνα πού ρίφϋηκαν στή ζούγκλα τής Γουινέας παροτρύνοντας πολίτες καί Αντάρτες νά παραδοϋοΰν. Είναι οέ μορφή χαρτονομίσματος καί προσφέρει χρηματική Αμοιβή μέ Αντάλλαγμα παράδοση όπλων ατίς πορτογαλικές Αρχές. κ α ί καρπός αύτοΰ τού ταξιδιού είναι αύτό τό

βιβλίο γιά τό Αντάρτικο της ’Αφρικής. Ή συγγραφέας είναι ’Αμερικανίδα πού σπού­ δασε ιστορία καί δημοσιογραφία στίς ΗΠΑ καί δούλεψε χρόνια στην Κύπρο, καλύπτοντας τίς κυπριακές έξελίξεις καί τά γεγονότα τοΰ Σουέζ τό 1956. Είναι γυναίκα τοΰ γνωστού κύπριου πολιτι­ κού ήγέτη Βάσου Λυσσαρίδη καί έχει Ασχοληθεί Αρκετά μέ τά έθνικοαπελευθερωτικά κινήματα τής ’Αφρικής. Τό βιβλίο της δέν είναι μιά ιστορική έπισκόπηση της Μοζαμβίκης καί της ΓουινέαςΜπισάου, ούτε μιά θεωρητικοπολιτική διατριβή γιά τό Αντάρτικο γενικά ή τό Αντάρτικο της ’Αφρικής Ιδιαίτερα. Τό βιβλίο της είναι οί έμπειρίες, οί έντυπώσεις καί ή αίσθηση πού Αποκόμισε ένας ξένος, ένας λευκός, καί άκόμα περισσότερο μιά γυναίκα πού είναι καί δημοσιογράφος, άπό τήν παραμονή της τρέϊς μήνες μέ τούς Ανθρώπους αυτούς πού χθές πολεμούσαν μέ τό δπλο στό χέρι, μέσα στή ζούγκλα, τούς πορτογάλους άποικιοκράτες καί σήμερα διευθύνουν τίς τύχες τής χώρας τους, τήν οικοδομούν καί τήν ύπερασπίζουν — συχνά, πάλι, μέ τό δπλο στό χέρι. Τό βιβλίο τής Cornwall-Lyssaridou έχει αύτήν Ακριβώς τήν άξια: θέλει νά δει — καί βλέπει — τούς Αντάρτες, άντρες καί γυναίκες, δχι μόνο σάν πολιτικά άτομα — γιατί τέτοια είναι δλοι τους — άλλά καί σάν ξεχωριστές Ανθρώπινες υπάρξεις πού ξεκίνησαν άπό τήν πόλη ή τό χωριό τής Αποικίας καί κατέληξαν νά είναι μαχητές μιας μεγάλης ύπόθεσης, ένός άγώνα πού δέν Αγκαλιά­ ζει μόνρ τά συνειδητοποιημένα τμήματα τής κοι­ νωνίας τους άλλά σχεδόν όλόκληρο τό λαό. Ή συγγραφέας δέν τό κρύβει πώς ξεκινώντας αύτό τό έγχείρημα προσέγγισης τοΰ άντάρτικου στήν ’Αφρική είχε λίγο ώς πολύ τή διαδομένη 66

έντύπωση των ήρωικών, ρομαντικών καί λίγο μυθικών Ανταρτών πού πραγματοποιούν έκπληκτικές Αποστολές, βοηθούν τό λαό τους χτυπών­ τας τούς κακούς ξένους κλπ. Μερικούς μήνες Αργότερα γράφει τό βιβλίο της έχοντας ζήσει άπό κοντά καί Ανακαλύψει πόσο δύσκολη, περίπλοκη, πεζή, καί ταυτόχρονα έκπληκτική, Ανιση, έλκυστική άλλά καί Αφόρητη πολλές φορές είναι ή ζωή τών Ανθρώπων αύτών πού Αποφασίζουν νά Αρχί­ σουν έναν Αγώνα — τίς περισσότερες φορές Απ’ τό τίποτα, μέ μιά ιδέα, ένα τουφέκι καί τήν Ακαταμά­ χητη έπιμονή καί ύπομονή τους — πού δέν μπο­ ρούν νά ξέρουν πόσο θά κρατήσει άλλά πού έχουν τή βεβαιότητα δτι τελικά θά δικαιωθεί. Ή Cornwall-Lyssaridou έκθέτει μέ Αρκετά γλα­ φυρό τρόπο, μέ χιούμορ, μέ διορατικότητα καί πάντα μέ Αγάπη τίς καθημερινές Απλές στιγμές τής ζωής τού Αντάρτικου. Ψάχνει, ρωτά καί παρατη­ ρεί προσεκτικά πώς ντύνονται, πώς δουλεύουν, πώς περπατούν, πώς διδάσκονται, πώς όργανώνουν, πώς μιλάνε, πώς σκέφτονται οί άντρες καί οί γυναίκες τού FRELIMO στή Μοζαμβίκη καί τού PAIGC στή Γουινέα-Μπισάου, προσπαθώντας νά φωτίσει αυτή Ακριβώς τήν Ανθρώπινη διάσταση πού δέν είναι γνωστή στούς ξένους, στούς λευκούς τής Εύρώπης, πού μπορεί βέβαια νά μήν είναι δλοι έχθροί τών Απελευθερωτικών κινημάτων άλλά είναι σχεδόν δλοι ελάχιστα πληροφορημένοι γιά τίς πραγματικές συνθήκες ζωής τών μελών καί στελεχών τους. Έ τσι βλέπουμε μέσα άπό τίς σελίδες αυτού τοΰ βιβλίου πώς οί άνθρωποι αύτοί μέ τήν τερά­ στια Αντοχή, πού «δέν είναι γεννημένοι έπαναστάτες, Απλώς συνηθισμένοι άνθρωποι», Αντιμετωπί­ ζουν μιά εύρωπαϊκή δύναμη μέ δλα τά σύγχρονα δπλα καί τίς βόμβες ναπάλμ τοΰ ΝΑΤΟ, πώς κοιμούνται σέ καλύβες γεμάτες ποντίκια, πώς


μοιράζονται μεταξύ τους έλάχιστες μερίδες φ αγη­ τού καί λίγες γουλιές γλυφού νερού, άλλα καί πώς άνοικοδομούν κοινωνικά καί οικονομικά τόν τόπο τους στις «απελευθερωμένες περιοχές». Καί μαθαίνουν ακόμη, μερικοί Από μάς, πόσο «ρομαντική» είναι ή ζωή των Ανταρτών διαβάζον­ τας γιά παράδειγμα τά λόγια ένός άντάρτη έκπαιδευτή: «Έ νας στρατιώτης πρέπει νά μάθει αύτό πού όνομάζουμε πειθαρχημένο περπάτημα. Αύτό σημαίνει δτι πρέπει νά φτάσει ένα μέσο δρο έννέα ώρών κάθε μέρα χωρίς σταμάτημα, έπί τέσσερις μέρες, μέ τέσσερα μίλια τήν ώρα, φορτωμένος τά δπλα καί τό σακκίδιό του. Πρέπει νά μάθει έπίσης νά περπατά έτσι καί πεινασμένος». Καί προσθέτει ή συγγραφέας: «Σήμαινε αύτό 36 μίλια τή μέρα, μέ δπλο καί σακκίδιό στή ράχη, μέ άδειο στομάχι, μέσα στή ζούγκλα, δάση, Αγρούς, περνώντας πάνω άπό ρυάκια καί ποταμούς καί κάτω άπό συνθήκες ζέστης καί ύγρασίας τόσο έντονης πού τά ρούχα δέν στεγνώνουν πραγματικά ποτέ. Καί έπρεπε στό τέλος νά διαθέτει άρκετές δυνάμεις γιά νά συμ­ πλακεί μέ τόν έχθρό, άν έπιβαλλόταν». Τό βιβλίο αύτό ίσως νά μήν έπιδιώκει νά είναι ένας ύμνος γιά τούς Αντάρτες αύτούς. Ό μ ω ς έκεΐ τελικά καταλήγει μέσα άπό τήν περιγραφή της καθημερινής τους ζωής καί τής δράσης τους. Καί δέν είναι ύπερβολική ή διατύπωση τής CornwallLyssaridou, πού γράφει: «Ή ταν άπό τούς πιό σκληρούς άντάρτες στόν κόσμο, άλλά μέ μεταχει­ ρίζονταν μέ έκπληκτική τρυφερότητα, φυλάγον­ τας πάντα γιά μένα τό καλύτερο πού είχαν καί προσπαθώντας νά μοΰ έξασφαλίσουν δσο τό δυ­ νατό μεγαλύτερη άνεση, στό διάστημα πού μοιρα­ ζόμουν τή σκληρότητα τής δικής τους ζωής». ’Α ξίζει λοιπόν τόν κόπο νά διαβαστεί τό βιβλίο αύτό τής Cornwall-Lyssaridou, μιά πού δυστυχώς τό έλληνικό κοινό δέν έχει άκόμα τήν εύκαιρία νά διαβάσει μεταφρασμένα τόσα καί τόσα βιβλία πού κυκλοφορούν στήν Εύρώπη γιά τά κινήματα τής ’Αφρικής καί γενικά τού Τρίτου Κόσμου, γιά τούς Αγώνες τών λαών καί τήν οικοδόμηση τών Ανεξάρτητων χωρών τους. Ή μετάφραση τού Περικλή Νεάρχου Αρκετά καλή, παρά τίς όρισμένες Απροσεξίες. ΝΙΚΟΛΑΣ ΒΟΥΛΕΛΗΣ

%

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

μελέτη του άντικομμουνιστικοΰ φαινομένου ΡΟΥΣΣΟΥ Σ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ: Ή άσφάλεια τον καθεστώτος. Πολιτικοί κρατούμενοι. ’Εκτο­ πίσεις καί τάξεις στήν Ελλάδα 1924-1974. Πρό­ λογος ’Αριστόβουλου I. Μάνεαη. Καστανιώτης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 176.

ΚΥΡΙΑΡΧΗ ιδεολογία, σύστημα Αξιών πού σημά­ δεψε δλες τίς έκφάνσεις τής δημόσιας ζωής τού τόπου μας έπί πέντε σχεδόν δεκαετίες, ό Αντικομμουνισμός μόλις πρόσφατα άρχισε νά έρευνάται σοβαρά. Μελετητές καταπιάστηκαν γιά πρώτη φορά μέ τά αίτια, τίς έκδηλώσεις καί τίς έπιπτώσεις τού φαινομένου, προτείνοντας ερμηνείες πού ξεπερνούν τό στάδιο τής Απλής περιγραφής καί τής καταγγελίας. Προηγήθηκε Ή νομοθεσία τών βαρβάρων τού Τ'. Κατηφόρη (έκδόσεις Θεμέλιο, ’Αθήνα, 1975), πού έξετάζει τή νομοθετική έκ­ φραση τού άντικομμουνιστικού φαινομένου, έπισημαίνοντας τίς ποικίλες έπιπτώσεις του στή δια­ μόρφωση τών πολιτικών θεσμών τής χώρας μας, άπό τήν έποχή τού μεσοπολέμου ως πρόσφατα. ’Ακολούθησε Ή έπαγγελία της άδύνατης επανά­ στασης τού Ά . Έλεφάντη (έκδόσεις’Ολκός, ’Α θή­ να, 1976), πού περιγράφει κριτικά τά πρώτα βήματα τού έλληνικού κομμουνιστικού κινήματος, έρευνώντας ταυτόχρονα τίς Αντιδράσεις πού προκάλεσε ό νιόφερτος αύτός παράγοντας στόν διαι­ ρεμένο άπό τό διχασμό Αστισμό τού μεσοπολέμου. Πέρσι, τέλος, στή Γενιά τοϋ τριάντα (έκδόσεις Ερμής, ’Αθήνα, 1977), ό Μάριο Βίττι πρωτοτύπη­ σε — καί γι’ αύτό ίσως προκάλεσε τούς άκομψους μύδρους ένός Ακόμη κατεστημένου, βλ. λ.χ. τήν κακόπιστη κριτική τού Ά . Σαχίνη στή Νέα Εστία, τεύχος 1222, 1.6.1978, σελ. 715-719 — θέλοντας νά δει τή λογοτεχνική παραγωγή τής περίφημης γενιάς μέσα άπό τό πρίσμα τής ’ιδεολογικής διαπά­ λης τών πρώτων χρόνων τής δεκαετίας τού ’30, δπου ένας άμεθόδευτος Ακόμη άντικομμουνισμός είχε κιόλας Αρχίσει νά διεκδικεΐ τή θέση του.

ΔΗΜ ΗΤΡΗ ΣΕΜ Π ΟΥ: Η Μ Π Ο Ρ Α Μ υ θ ισ τό ρ η μ α π ο ύ σέ ύ π ο χ ρ ε ώ ν ε ι νά τό κ λ ε ίσ ε ις μό νο όταν φ τά σ εις στή ν τ ε λευ τ α ία του σ ελίδα . Β ιβ λ ιο π ω λ ε ίο Δ Ω ΔΩ ΝΗ, ’Α σ κ λ η π ιο ύ 3, ’Α θή να .

67


Πολιτικοί ίξόριστοι στή Μακρόνησο (άπό τό βιβλίο τον Γιώργη Πικρού «Τό χρονικό τής Μακρονήσον»)

Στό βιβλίο του, πού βασίζεται σέ μιάν έκτενέστερη διατριβή πού παρουσίασε σέ άγγλικό π ανε­ πιστήμιο τό 1975, ό Ρ. Κούνδουρος π ροσπαθεί νά έξετάσει τό άντικομμουνιστικό φαινόμενο άπό τή σκοπιά τής κοινωνιολογίας τον δικαίου. Ε π ιχ ει­ ρεί, μέ δλλα λόγια, νά έξακριβώσει ποια ήταν σέ τελευταία άνάλυση ή λειτουργία των άντικομμουνιστικών μέτρων πού άρχισαν νά υιοθετούνται στόν τόπο μας άπό τά τέλη της δεκαετίας τού ’20. Μέτρα γιά νά άντιμετωπιστεϊ ένας υπαρκτός κίν­ δυνος κατά τού πολιτικού καί κοινωνικού συστή­ ματος της άβασίλευτης Δημοκρατίας τού μεσοπο­ λέμου; ’Α πόπειρες νά διαμορφωθεί μιά νέα ιδεο­ λογ ία — ή άντικομμουνιστική — ικανή νά συσπει­ ρώσει τίς άλληλοσπαρασσόμενες μερίδες των κυ­ ρίαρχων τάξεων, πού ό διχασμός είχε βυθίσει άπό τό 1915 σέ μιά διαμάχη χωρίς διέξοδο; Ή άπλά καί μόνο σπασμωδική άντίδραση στίς διεκδική­ σεις των έργαζομένων μιας άστικής τάξης άνίκανης νά διατυπώσει, πολύ δέ λιγότερο νά έφαρμόσει ένα πρόγραμμα κοινωνικής πολιτικής, γιά νά άντιμετωπίσει τήν άνισότητα, τήν άνεργία καί τή γενικευμένη δυστυχία των μαζών; Τό «Ιδιώνυμο», ή διοικητική έκτόπιση καί τά δλλα αύταρχικά μέτρα γιά τήν προστασία τής άσφάλειας τού κράτους έξετάζονται κάτω άπό αύτά τά άναπάντητα ώς σήμερα έρωτήματα. Τό ίδιο καί ή μεταπο­ λεμική έκδοχή τους, τό γνωστό μας «παρασύνταγμα», πού διατήρησε τόν έμφύλιο πόλεμο στό έπίπεδο των θεσμών ώς τό 1974. Τήν εικόνα συμπληρώνουν πολλά στοιχεία γύρω άπό τήν έφαρμογή τών ίδιων νομοθετικών κειμένων. Οί άντικομμουνιστικοί νόμοι στρέφονταν μόνο κατά τών κομμουνιστών; Ποιά ήταν ή κοινωνική σύνθε­ ση τών θυμάτων τους; Ποιά ήταν ή γεωγραφική κατανομή τών πολιτικών διώξεων στόν έλληνικό 68

χώρο; Καί, τέλος, ποιά ήταν ή άποτελεσματικότητα τών άντικομμουνιστικών μέτρων; Στά έρωτήματα αύτά ό Ρ. Κούνδουρος προτεί­ νει άπαντήσεις. ’Απαντήσεις πού είναι τόσο περισσότερο ένδιαφέρουσες δσο βασίζονται σέ ένα πλήθος επίσημων καί άνεπίσημων πηγών, πού ώς τώρα δέν είχαν διερευνηθεΐ. Πέρα άπό τά προπαρασκευαστικά κείμενα τών διαφόρων νομοθετημάτων — αίτιολογικές έκθέσεις, σχέδια, τρο­ πολογίες, πρακτικά συζητήσεων κλπ. — άναφερόμαστε έδώ κυρίως στίς έτήσιες Έγκληματολογικές Στατιστικές τής Στατιστικής Υπηρεσίας, πού χρη­ σιμοποιεί ό συγγραφέας καί πού δυστυχώς καλύ­ πτουν ένα μικρό μόνο μέρος τής περιόδου πού τόν άπασχολεί. Ά ναφερόμαστε άκόμη σέ μιά σειρά άπό άνέκδοτα στοιχεία ξένων κυρίως όργανώσεων καί προσώπων, πού άναφέρονται στά θύματα τών πολιτικών διώξεων τής πιό πρόσφατης Ιδίως περι­ όδου καί πού ό Ρ. Κούνδουρος παρουσιάζει συστηματικά. Παρά τίς δποιες άτέλειες καί άσάφειές τους, τά στατιστικά αύτά στοιχεία, πού τροφοδοτούν τούς περισσότερους άπό τούς 25 πρωτότυπους πίνακες πού συνοδεύουν τό κυρίως κείμενο καί τίς ύποσημειώσεις, είναι τό κατά πολύ πιό ένδιαφέρον σημείο τής μελέτης. Πολλές κοινές,διαπιστώσεις γιά τά θύματα τών πολιτικών διώξεων, διαπιστώ­ σεις πού ώς τώρα είχαν διατυπωθεί σάν εικασίες, έπιβεβαιώνονται. Γιά νά σταθούμε σέ ένα χαρα­ κτηριστικό παράδειγμα, έπιβεβαιώνεται λ.χ. ή προοδευτική μείωση τού ποσοστού συμμετοχής τής έργατικής τάξης στά θύματα τών δικαστικών πολιτικών διωγμών άπό τήν έποχή τού μεσοπολέ­ μου (60%), ώς τόν έμφύλιο (40%) καί τήν πρόσ­ φατη δικτατορία τής χούντας (25%). ’Επιβεβαιώ­ νεται άντίστροφα ή αύξηση τής συμμετοχής τών


άγροτών — κυρίως κατά τή διάρκεια τοΰ έμφυλίου —, των λεγάμενων «μεσαίων», των φοιτητών καί των διανοουμένων. Καί μόνο άπό τήν άποψη των στατιστικών στοιχείων πού παρουσιάζει, ή μελέτη τοΰ Ρ. Κούνδουρου άποτελεΐ σημαντική προσφορά. Θά ήταν άκόμη σημαντικότερη άν ό συγγραφέας έπεξεργαζόταν πιό συστηματικά τό πολύτιμο υλικό του. Λέγοντας αυτό, δέν έννοοΰμε τόσο τά διάφορα μικρολάθη πού τοΰ ξεφεύγουν δταν καταπιάνεται μέ την καθαρά νομική πλευρά τών φαινομένων πού έξετάζει — δπως π.χ. δταν παραθέτει μέ λάθη καί παραλείψεις τό άρθρο 1 τοΰ περίφημου «ιδιώ­ νυμου» (σελ. 74), ή δταν διατείνεται δτι ή ’Α σφά­ λεια, σάν ειδικευμένη υπηρεσία γιά τή δίωξη τοΰ κομμουνισμοΰ ιδρύθηκε «στίς άρχές της δεκαετίας τοΰ 1930» (σελ. 109, ύποσ. 39), ένώ στήν πραγμα­ τικότητα ιδρύθηκε μέ τό δνομα «Ειδική ’Α σφ ά­ λεια» άπό τόν Θ. Πάγκαλο μέ τό Ν .Δ. της 23.9. 1925, πού τροποποιήθηκε μέ τό Ν .Δ. της 29.1. 1926 «περί συστάσεως υπηρεσίας γενικής άσφαλείας τοΰ Κράτους» καί μέ τό βενιζελικό Π .Δ. της 21.2.1929 κλπ. Δ έν έννοοΰμε άκόμη μιά σειρά άπό λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές παραλείψεις, πού έμποδίζουν τόν άναγνώστη νά σχηματίσει μιά πιό όλοκληρωμένη εικόνα γιά τά έξεταζόμενα — δπως π.χ. δταν δέν άναφέρεται ούσιαστικά ό θεσμός τής κατάστασης πολιορκίας, ούτε έξετάζεται ή έφαρμογή του, ή δταν δέν μνημονεύονται κάν όρισμένα άποφασιστικής σημασίας προηγού­ μενα τοΰ «ιδιώνυμου» καί τών μεταγενέστερων έγκλημάτων γνώμης, δπως π.χ. τά βενιζελικά «έκτακτα» μέτρα τής ταραγμένης τριετίας 19171920 ή τό περίφημο «κατοχυρωτικό» τοΰ 1924, πού δημιουργώντας τά πρώτα μόνιμα ρήγματα α τό φιλελεύθερο νομοθετικό καθεστώς τών άτομικών ελευθεριών προετοίμασαν τό έδαφος γιά τήν εισα­ γωγή τής άντικομμουνιστικής νομοθεσίας. Ούτε, φυσικά, έννοοΰμε μιά σειρά άπό μάλλον άβασάνιστες κρίσεις τοΰ συγγραφέα πού θά μπορούσαν ίσως νά δημιουργήσουν λαθεμένες έντυπώσεις στόν άναγνώστη, δπως π.χ. δταν θεωρεί σάν σχετική έστω έγγύηση «γιά μιά περισσότερο άμερόληπτη κρίση» τήν κατά πλειοψηφία συμμετοχή δικαστικών στίς ’Επιτροπές ’Α σφαλείας (σελ. 25, 137) ή δταν διατείνεται δτι τό έστω καί «φειδω­ λό», δπως τό χαρακτηρίζει, Ν .Δ. 4234 τοΰ 1962 πού κήρυξε μέ δώδεκα χρόνια καθυστέρηση τό τέλος τοΰ έμφυλίου τροποποιώντας ταυτόχρονα πρός τό αυστηρότερο τόν περίφημο Α .Ν . 509 «δημιούργησε πλαίσιο φιλελευθεροποίησης καί κατέληξε, βαθμιαία, στήν άπόλυση ώ ςτό 1967 καί τών τελευταίων έκατοντάδων πολιτικών κρατου­ μένων» (σελ. 159), ένώ ή άλήθεια είναι δτι οί έκτοπίσεις συνεχίζονταν άδιάλειπτα ώς τό 1967 — άκόμη καί έπί Ένώσεως Κέντρου — καί πώς ή άπελευθέρωση τών περισσότερων — καί δχι δλων — τών πολιτικών κρατουμένων τής κατοχής, τοΰ έμφυλίου καί τής δεκαετίας τοΰ ’50 όφειλόταν περισσότερο στήν άλλαγή τοΰ συσχετισμού τών πολιτικών δυνάμεων παρά στήν — καθόλου προ­ φανή άλλωστε — άμβλυνση τοΰ αύταρχικοΰ χαρα­

κτήρα τών δποιων άνελεύθερων διατάξεων. Δέν έννοοΰμε, τέλος, τό ιδιότυπο καί συχνά έσκεμμένα παραδοξολόγο λεκτικό ύ φος τοΰ συγγραφέα, πού, σέ συνδυασμό μέ τήν πλημμελέστατη τυπογραφική έπιμέλεια τοΰ κειμένου, δέν εύκολύνει τήν κατα­ νόηση όρισμένων άποσπασμάτων. ’Αναφερόμαστε κυρίως στίς βασικές μεθοδολο­ γικές έπιλογές πού κάνει ό συγγραφέας στήν έλληνική έκδοση τής μελέτης του. Πράγματι, σέ άντίθεση μέ τήν πρώτη, τήν πιό άκαδημαίκή διατύπωση τής έργασίας του, δπου ήδη ό τίτλος δριζε τά δρια καί τό σκοπό της ( :Τ ό δ ίκ α ιο κ α ί ή π α ρ ε μ π ό δ ισ η τ ή ς κ ο ιν ω ν ικ ή ς ά λ λ α γ η ς ...) , στή συμ­ πυκνωμένη έλληνική έκδοση, ό άναγνώστης δυσ­ κολεύεται νά καθορίσει ποιό είναι τό πρός άπόδειξη πρόβλημα. Α ύτό όφείλεται, κατά τή γνώμη μας, στήν άφαίρεση τών προλεγομένων, τοΰ εισα­ γωγικού κεφαλαίου, άλλά καί τοΰ έπιλόγου τοΰ άγγλικοΰ κειμένου. ’Οφείλεται δμως άκόμη καί στήν καθαρά παραθετική παρουσίαση τών έπί μέρους έπτά κεφαλαίων, πού κάθε άλλο παρά τό ίδιο βάρος έχουν. Έ τσι, ή ίδια σημασία φαίνεται νά άποδίδεται στά κεφάλαια πού άφιερώνει ό συγγραφέας στίς ιστορικές καταβολές καί στή διαμόρφωση τοΰ μεταπρατικοΰ χαρακτήρα τής έλληνικής άστικής τάξης άπό τόν 16ο αιώνα ώς τόν 20ό — κεφάλαια πού βασίζονται σέ πρόσφατα δημοσιευμένες ειδικές μονογραφίες καί πού συνε­ πώς δχι μόνο δέν είναι πρωτότυπα, άλλά π άσχουν άπό κάποια ύπερβολική σχηματοποίηση καί ύπεραπλούστευση — καί στά κεφάλαια πού πραγμα­ τεύονται τό κατ’ έξοχήν άντικείμενο τής μελέτης, τή λειτουργία' δηλαδή τών άντικομμουνιστικών μέτρων. Ή παραθετική αύτή παρουσίαση ένοτήτων μέ άνόμοιο ούσιαστικό βάρος βλάπτει, κατά τή γνώμη μας, τή μελέτη στό σύνολό της. Ό π ω ς έπίσης τή βλάπτει ή διστακτικότητα τοΰ συγγρα­ φέα νά διατυπώσει όρισμένα συνθετικά συμπερά­ σματα γύρω άπό τά κοινά χαρακτηριστικά τών νομοθετικών μέτρων πού άναλύει καί τών άντίστοιχων πολιτικών συμπεριφορών πού έξετάζει. Κάνοντας, λοιπόν, τή σύγκριση μέ τό άγγλικό κείμενο τής μελέτης, νομίζουμε πώς όρισμένα κεφάλαια πού άπευθύνονται σέ ξένο κοινό έπρεπε ίσως νά λείπουν άπό τήν έλληνική έκδοση, ένώ άντίθετα, άλλα, πού θέτουν τούς βασικούς μεθο­ δολογικούς άξονες τής μελέτης σέ ένα παρθένο γιά τόν έλληνα άναγνώστη χώρο, δπως είναι ή κοινωνιολογία τοΰ δικαίου, έπρεπε νά ύπάρχουν. Οί παρατηρήσεις άύτές δέν μειώνουν τήν άξια τοΰ πρωτότυπου υλικού πού χρησιμοποιεί ό Ρ. Κούνδουρος, ύλικοΰ πού ή παρουσίασή του καί μόνο άποτελεΐ σημαντική προσφορά στή βιβλιογραφία τής σύγχρονης έλληνικής Ιστορίας. Δ έν μειώνουν άκόμη τό γενικότερο ένδιαφέρον τής μελέτης, πού μέ τά έρωτήματα πού θέτει, δίνει τό έναυσμα γιά γόνιμο προβληματισμό πάνω σέ μιά περίοδο τής ιστορίας μας πού μόλις άρχισε νά μελετάται μέ τή σοβαρότητα πού τής άξίζει. ΝΙΚΟΣ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ

69


παράρτημα Στις σελίδες τοΰ «Παραρτήματος» ή Σύνταξη τού περιοδικού σχολιάζει καί κρίνει δσα ενδιαφέροντα βιβλία δεν παρουσιάζονται στην «’Επιλογή».

Φιλοσοφία ΣΤΟ νέο του βιβλίο «Ή κρίση τοΰ πολιτισμού μας» (Φιλιππότης) 6 Ε.Π . Παπανοΰτσος έχει περιλάβει μιά σειρά δημοσιευμένα καί Ανέκδοτα δοκίμιά του πού κοινό χαρακτηριστικό τους Απο­ τελεί τό δτι είναι γραμμένα κάτω Απ’ τό πρίσμα τοΰ πιό σύγχρονου προβληματισμού ένός Αληθι­ νού ούμανιστή.

και τό ανεπιτήδευτο της γραφής, ή μεθοδικότητα τής σκέψης καί ή γλαφυρότητα τοΰ ύφους, στοι­ χεία πού πρέπει Αλλωστε νά χαρακτηρίζουν κάθε Αληθινά καλλιεργημένο καί προβληματισμένο στοχαστή. Έ τσι τό βιβλίο πού, κατά τό συγγρα­ φέα του, φιλοδοξεί νά κάνει «τομές στήν έπικαιρότητα» καταλήγει νά είναι μιά κριτική Ανατομία τοΰ κοινωνικού καί πνευματικού Ανθρώπου στό σημερινό κόσμο.

Οικονομία

Ευάγγελος Παπανοΰτσος

Τά δοκίμια είναι χωρισμένα σέ πέντε ένότητες: ή κρίση, ή φιλοσοφία, ή τέχνη, τό θέατρο, ό Ανθρω­ πος. ’Αφού γίνεται στήν πρώτη μιά προσπάθεια νά περιγράφει καί νά δριοθετηθεϊ συνολικά αύτό πού Αποκαλεϊται κρίση καί νά δοθούν τά κύρια χαρακτηριστικά του, στις έπόμενες τρεις Αναλύον­ ται ειδικά θέματα πού άναφέρονται σέ έπί μέρους τομείς τής πνευματικής δραστηριότητας, γιά νά καταπιαστεί στην τελευταία ό συγγραφέας μέ τη σημερινή μορφή όρισμένων κοινωνικών καί ήθικών προβλημάτων καί νά έπιχειρήσει μιά γενικό­ τερη σύνθεση. ’Εκτός Από τή σωστή όργάνωση καί παρουσίαση των δοκιμίων, σάν χαρακτηριστικά τού βιβλίου μπορούν ν’ Αναφερθοΰν ή, γνώριμή μας Από προηγούμενα βιβλία τοΰ Παπανούτσου, σαφήνεια 70

ΜΙΑ Ακόμη συμβολή, λίγο πριν τήν ένταξη τής Ελλάδας, στή μελέτη των ευρωπαϊκών πραγμάτων Αποτελεί τό βιβλίο τού Ν. Μούση «ΕΟΚ, Ανάλυση τής κοινοτικής πολιτικής — Αγροτικής, νομισματι­ κής, οικονομικής, κοινωνικής, περιφερειακής καί περιβάλλοντος» (Παπαζήσης). Ό συγγραφέας, έχοντας τήν ευκαιρία νά υπηρετεί Από τό 1967 σάν συνεργάτης τής ’Επιτροπής Εύρωπαϊκών Κοι­ νοτήτων, μπορεί Από τή θέση αυτή νά παρακολου­ θεί τήν εξέλιξη καί νά έχει μιάν Αμεση Αντίληψη τών θεμάτων πού πραγματεύεται. Διακρίνοντας μεταξύ «κοινής» καί «κοινοτικής» πολιτικής (δταν δηλ. μιά πολιτική Αντικαθιστά ή δταν συμπληρώνει τίς έθνικές πολιτικές) τίς θεω­ ρεί δτι «Απορρέουν Από Ανάγκες, οί όποιες δ ιαπι­ στώνονται δσο περνάει ό καιρός καί σχηματίζον­ ται σιγά σιγά μέ μέτρα πού παίρνονται δταν ύπάρχει κοινό συμφέρον». Έ τσι στήν εισαγωγή τοΰ βιβλίου άσχολεΐται μέ τό ιστορικό καί θεσμικό πλαίσιο τής κοινοτικής πολιτικής καί στή συνέχεια Αναλύει, σέ έξι κεφάλαια, ειδικότερες κοινοτικές πολιτικές, Απαντώντας σέ πολλαπλά έρωτήματα πού τά έχει κάνει γνωστά Από τήν Αρχή τού βιβλίου. Ό Ν. Μούσης χρησιμοποιεί έναν πραγματικά έπιστημονικό τρόπο γιά νά δείξει τί Ακριβώς γίνεται στήν ΕΟΚ, χωρίς νά κρύβει τήν «ευρωπαϊ­ κή του ιδεολογία» Αλλά καί χωρίς νά σχηματοποι­ εί τά πράγματα μέ σκοπό νά κάνει τόν Αναγνώστη του όπαδό ή Αντίθετο στήν έπικείμενη ένταξη. Καί αύτό είναι τό θετικότερο στοιχείο τού βιβλίου. Γιατί ό Αναγνώστης Αφήνεται νά βγάλει τά δικά του συμπεράσματα, Αν βέβαια έχει τά κότσια νά τό κάνει, Αφού μέχρι τώρα έχει συνηθίσει νά έξαντλείται σέ μιά επιχειρηματολογία πού Αναπτύσσε­ ται Από έκατέρωθεν κόλπους, προσπαθώντας νά εμφυτεύσει σχηματικά μιά όρισμένη ιδεολογία καί τίποτε Αλλο.


Εκπαίδευση ΣΤΟ βιβλίο «Τά Πανεπιστήμια στή Δυτική Εύρώπη» (Παρατηρητής) περιλαμβάνονται οί εισηγή­ σεις πού έγιναν στό διήμερο μελέτης πού όργάνωσε ή Ένωση Ελλήνω ν Πανεπιστημιακών Δυτικής Ευρώπης σέ συνεργασία μέ τόν Πανεπιστημιακό Ό μ ιλο, τό Κεντρικό Συμβούλιο τοΰ Επιστημονι­ κού Διδακτικού Προσωπικού καί τήν Εθνική Φοιτητική Ένωση Ε λλάδας καί μέ συμμετοχή τοΰ Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, στις 6 καί 7 Σεπτεμβρίου 1976, στήν Α θ ή ν α , μέ θέμα «Ή άνώτατη παιδεία στή Δυτική Εύρώπη». Οί εισηγήσεις των Μ. Νικολινάκου, Μ. Γκίκα - Τ. Κατσανάκη, Α. Φούρλα (Δ. Γερμανία), τού Α. Χριστοφέλλη (Ιταλία), των Ρ. Παπαδόπουλου - Β. Δρουκόπουλου (’Αγγλία) καί των Μ. Παπαγιαννάκη - Λ. Παπαγιαννάκη - Γ. Βουδούρη, Α. Φραγκουδάκη - Κ. Ψαλίδα, I. Χρυσουλάκη - Γ. Μπραουδάκη - Ν. Εύσταθόπουλου - Β. Παναγιωτόπουλου - Γ. Καμαρινού (Γαλλία) έχουν σάν κοινό χαρακτηριστικό, οτι παρουσιάζουν κατά τρόπο τεκμηριωμένο τίς διάφορες πτυχές των έκπαιδευτικών συστημάτων πού έπικρατούν στις άντίστοιχες χώρες καί προσπαθούν νά άνιχνεύσουν τό ιδεολογικό ύπόβαθρο τής ’Ανώτατης Παιδείας σ’ αύτές. Παράλληλα τονίζεται δ κίνδυ­ νος άπό τήν άκριτη μυθοποίηση καί τή μηχανιστι­ κή μεταφορά τών δυτικοευρωπαϊκών πανεπιστη­ μιακών δομών στίς, άπό πολλές πλευρές, διαφορε­ τικές συνθήκες τής έλληνικής κοινωνικοοικονομι­ κής καί τεχνολογικής πραγματικότητας.

Λαογραφία «ΠΥΡΟΒΑΣΙΑ καί άναστενάρηδες» τιτλοφορεί­ ται τό βιβλίο τοΰ Ίάσονα Ευαγγέλου, πού κυκλο­ φόρησε σέ γ' έκδοση (Πύλη) καί δπου εξετάζεται τό γνωστό έθιμο καί έρμηνεύεται έπιστημονικά τό φαινόμενο τής άκαΐας τών άναστενάρηδων. Ό συγγραφέας τοποθετεί τήν έμφάνιση τού έθίμου πριν 3000 χρόνια, στά βουνά τής Θράκης. Ή τελετή αύτή, πού άπέβλεπε στήν έξύψωση καί στήν κάθαρση, καθώς καί στήν έπαφή τού Ανθρώπου μέ τό θεϊκό στοιχείο, βλέπουμε νά συνεχίζεται μέχρι καί σήμερα στή Θράκη, άλλά καί σέ διάφο­ ρες άλλες περιοχές τόσο τής Ε λλάδας δσο καί τού έξωτερικού. Ό Ί. Ευαγγέλου, μετά άπό μιά έμπεριστατωμένη παρουσίαση τού έθίμου στήν παλιά καί τή σύγχρονη έποχή καί τής θέσης τής έκκλησίας Απέναντι στά Αναστενάρια, παραθέτει τίς έπιστημονικές έρμηνεϊες πού έχουν δοθεί γιά τήν άκαΐα τών άναστενάρηδων Από τούς Ά γ γ . Τανά­ γρα, Δημ. Κουρέτα, Κ. Κωνσταντινίδη, Π. Κρανιδιώτη καί Χρ. Ξενάκη (οί έρμηνεϊες αύτές χωρί­ ζονται σέ ψυχοσωματικές καί ψυχοφυσιολογικές) καί, τέλος, δίνει καί τή δική του άποψη. Έ τσι, μαζί μέ τήν προσωπική μαρτυρία τού συγγραφέα

άπό τήν έπαφή του μέ τούς άναστενάρηδες, έχουμε μιά σφαιρική Αντιμετώπιση τού φαινομένου. ’Α ξίζουν συγχαρητήρια στόν Ί. Ευαγγέλου γιά τόν τρόπο πού Αντιμετώπισε τό θέμα τής πυροβα­ σίας, περνώντας άνετα άπό τό λαογραφικό έθιμο στό έπιστημονικό φαινόμενο. Έ ν α δείγμα γιά τό πώς μπορεί ή έπιστήμη καί ή έποχή μας, γενικά, νά μελετήσουν καί νά άξιοποιήσουν τά παραδοσιακά μας στοιχεία.

Ποίηση ΣΤΙΣ κοπέλες Αφιερώνει τή μικρή συλλογή του ό Ά λέξης Ζήρας « Ό ύπνος τών έρωτιδέων» (Τράμ) καί δίκαια, Αφού τά περισσότερα ποιητικά του σκιρτήματα σ’ αύτές άναφέρονται καί σ’ αύτές Απευθύνονται σέ ήχο πλάγιο, δεύτερο... Μικρά σέ έκταση τά ποιήματά του καί μέ μιά συχνά καβαφι­ κή Απόχρωση, ό ποιητής δέν Αμελεί ταυτόχρονα νά θίγει, μέ μιά λεπτή ειρωνεία, καί προβλήματα Αλλοτρίωσης μέσα στό σύγχρονο Αστισμό μας. ’Ιδού ένα μικρό δείγμα:

Έξηντατέσσερις έραστές είχε ή Ά ν ν α έ'ναν καιρό μά δέν της έμεινε οϋτε ένας. Καί τώρα πού έρχεται καί μοϋ ζητάει έρωτα εΐν’ οί βαθιές ρυτίδες της πού μέ τρομάζουν 71


Πεζογραφία ΟΙ «Πεζογράφοι τής Λατινικής Α μερικής» (Έ γνατία), σέ μετάφραση άπό τά ισπανικά καί σχολιασμό τοϋ Φιλ. Δρακονταειδή, άποτελοϋν μιά προσφορά τού μεταφραστή, άπό τήν άποψη δτι έντάσσονται σέ μιά προσπάθεια γνωριμίας μέ τούς λαούς ένός κόσμου πού, πέρα άπό τήν πολιτική τους άφύπνιση πού τράνταξε τόν 20ο αιώνα, μάς είναι έλάχιστα γνωστοί.

Χόρχε Λούις Μπόρχες

Τό βιβλίο δέν τιτλοφορείται «άνθολογία», ούτε είναι άλλωστε, δεδομένου δτι τά κριτήρια έπιλογής τών συγγραφέων, τών κειμένων τους καί των χωρών καταγωγής τους στηρίζονται μάλλον σέ προσωπικό ένδιαφέρον παρά σέ συστηματική καί άντικειμενική καταγραφή. Α λλά καί μόνο άπό τήν άποψη τής γνωριμίας μέ τήν πνευματική παραγωγή αύτών τών λαών, οί «πεζογράφοι τής Λατ. ’Αμερικής» δίνουν μιά μικρή Ιδέα τής σοβα­ ρότητας μέ τήν όποια θ ά ’πρεπε νά καταπιαστούν τόσο οί ύπεύθυνοι πνευματικοί άνθρωποι τοϋ τόπου μας — άν πραγματικά φιλοδοξούν νά δώσουν πραγματική πνευματική τροφή σ’ αύτόν τό λαό, πέρα άπό όρισμένες βασικές ευρωπαϊκές «περιπτώσεις» — δσο καί οί έκδοτικοί μας οίκοι, πού καλό θά ’ναι πότε πότε νά ■παραβλέπουν άμφίβολες έκτιμήσεις γύρω ά πό τό τί είναι έμπορικό καί τί δχι. Οί συγγραφείς πού περιλαμβάνονται σ’ αύτή τήν έκδοση είναι οί X. Ροΰλφο, Κ. Φουέντες καί Χ.Ε. Πατσέκο άπό τό Μεξικό, Γ. Κ. Ίνφάντε, Σ. Σαρδούι, Ν. Φουέντες άπό τήν Κούβα, Μ. Β. Γιόσα άπό τό Περού, Γ. Γ. Μάρκες άπό τήν Κολομβία, 72

Χ.Λ. Μπόρχες, X. Κορτάσαρ καί Ε. Α . Μ ουρένα άπό τήν ’Αργεντινή, X. Κ. Ό νέττι, Μ. Μπενεντέττι άπό τήν Ουρουγουάη καί, τέλος, X. Δονόσο άπό τή Χιλή. Τά σχόλια πού άκολουθοϋν γύρω άπό τή ζωή καί τό έργο τών συγγραφέων, άν καί περιορισμένα, είναι άρκετά κατατοπιστικά.

Μ ελέτες ΕΝΑΣ άπό τούς π ιό άξιους βιβλιογράφους μας, ό Λάμπρος Μυγδάλης, έπιμελητής τού Γερμανικού Τμήματος τοϋ ’Ινστιτούτου Ξένων Γλωσσών καί Φιλολογίας τοϋ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ύστερα άπό τήν έλληνική βιβλιογραφία τών Γερ­ μανών Χαίλντερλιν καί Μπρέχτ, παρουσίασε μία άκόμη άνάλογη έργασία· τήν «Έλληνική βιβλιο­ γραφία Ράινερ Μαρία Ρίλκε: 1928-1977» (Διαγώ­ νιος). Γιά τή φτωχή άπό βιβλιογραφίες χώρα μας, κάθε προσπάθεια συστηματικής καταγραφής καί ταξι­ νόμησης έκδόσεων, άποτελεΐ άνεκτίμητη προσφο­ ρά στά νεοελληνικά γράμματα. Πολύ περισσότερο μάλιστα, δταν οί βιβλιογραφήσεις αύτές καλύ­ πτουν τό χώρο τών μεταφράσεων, δπου δέν υπάρ­ χει σχεδόν τίποτα. Στήν καινούρια έργασία του, ό Λ. Μυγδάλης καταγράφει δλες τίς μεταφράσεις, πού έχουν γίνει στά έλληνικά, ποιημάτων τού Ρίλκε, καθώς καί δλα τά σχόλια καί μελετήματα πού έχουν δημοσι­ ευτεί στήν Ε λλά δα γιά τό έργο τού μεγάλου γερμανοΰ ποιητή. Κι δλα αυτά, μετά άπό αυτοψία τοϋ βιβλιογράφου. Κάτι πού θ ά ’πρεπε νά ύπογραμμιστεΐ, γιά νά άντιληφτούμε καλύτερα τήν υπευθυνότητα καί τή σοβαρότητα μέ τήν όποια έργάζεται ό Λ. Μυγδάλης.

Θέατρο ΜΟΛΟΝΟΤΙ έχουν περάσει δεκαεφτά όλόκληρα χρόνια άπό τήν πρώτη του έκδοση, τό βιβλίο τού Ά λέξη Σολομού « Ό ζωντανός ’Αριστοφάνης» (Πλειάς) έξακολουθεϊ νά είναι ένα κείμενο όλοζώντανο, εύχάριστο καί πολύ χρήσιμο. Τώρα μά­ λιστα άποκτάει καί μιά καινούρια έπικαιρότητα, μέ τίς διάφορες μοντέρνες σκηνικές άναβιώσεις τού ’Αριστοφάνη πού βλέπουμε κατά καιρούς στά θέατρά μας καί πού οί νεωτερισμοί τους σχολιά­ ζονται άλλοτε εύνοϊκά κι άλλοτε δυσμενέστατα άπό τόν τύπο. Α ύτό πού κάνει άπολαυστικό τό κείμενο τού κ. Σολομού είναι, κατ’ άρχήν, ή λαϊκότητά του, τό γεγονός δηλαδή δτι δέν είναι γραμμένο άπό τή σκοπιά τού ειδικού κι ούτε, έπομένως, άπευθύνεται σέ ειδικούς, άλλά στόν πολύ κόσμο καί ιδιαίτε­ ρα ατούς φίλους τού θεάτρου. Έ ν α ς λάτρης τοϋ ’Αριστοφάνη — πού έχει ιιάλιστα άνεβάσει στό


θέατρο δλα σχεδόν τά σωζόμενα έργα του — μιλάει μέ λόγια απλά γιά τόν άγαπημένο του ποιητή καί, έμμεσα, ύποδεικνύει τρόπους γιά τή σύγχρονη σκηνική του άναβίωση. Παρά τόν εύλη­ πτο χαρακτήρα τοΰ κειμένου, ό συγγραφέας δεί­ χνει άπόλυτα καταρτισμένος σχετικά μέ τό θέμα του καί ή βιβλιογραφία πού παραθέτει στό τέλος τοΰ βιβλίου θά έντυπωσίαζε ίσως άκόμα κι έναν ειδικό μελετητή της άρχαίας λογοτεχνίας. Ή μοναδική άντίρρηση πού έχουμε νά προβάλου­ με είναι δτι, μέσα στή λαχτάρα του νά κάνει άγαπητό στόν μέσο έλληνα άναγνώστη τόν μεγάλο κωμικό ποιητή, ό κ. Σολομός έπιχειρεΐ μερικές κάπως τραβηγμένες συγκρίσεις άνάμεσα στήν κλασική ’Α θήνα καί τό σύγχρονο «ρωμέικο», καί βιάζεται νά βρει άντιστοιχίες έκεϊ πού δέν ύπάρχουν. Κι άκόμα, παρασυρμένος άπό τήν άγάπη του γιά τόν άρχαΐο κωμωδιογράφο, φτάνει νά βλέπει άντανακλάσεις τοΰ άριστοφανικοϋ οίστρου σέ πολλές θεατρικές άναζητήσεις τών νεότερων χρόνων πού ξεκινούν άπό εντελώς διαφορετική βάση, άδίάφορο άν ή παγκοσμιότητα της θεατρι­ κής γλώσσας τίς όδηγεϊ τελικά στό ίδιο άποτέΌπωσδήποτε δμως « Ό ζωντανός ’Αριστοφάνης» είναι μιά θαυμάσια δουλειά, γιατί πέρα άπό τήν προσέγγιση στόν ποιητή, μας προσφέρει καί μιά ζωντανή εικόνα τής άθηναϊκής κοινωνίας τού 5ου καί 4ου π.Χ . αιώνα, μιας κοινωνίας πού τό πολιτι­ στικό της έπίπεδο τής έπέτρεπε νά συγκινεϊται μέ τήν λΐ-ψηλή τέχνη τών τραγικών καί ταυτόχρονα νά διασκεδάζει μέ τή διακωμώδηση αύτής τής τέχνης άπό τήν κωμική μούσα.

Ιστορία ΣΤΟ βιβλίο του «Λάθος άλογο» (Ταμασός) δ ειδικός σέ θέματα έξωτερικής πολιτικής άρθρογραφίας τής «Ούάσιγκτον Πόστ» Λώρενς Στέρν έξετάζει καί άναλύει κριτικά τήν άμερικανική πολιτική άπέναντι στήν Ελλά δα καί τήν Κύπρο, μέ έπίκεντρο τήν κυπριακή τραγωδία τοΰ ’Ιουλίου - Αύγούστου 1974. Στό πρώτο μέρος περιγράφονται τά σημαντικότε­ ρα γεγονότα-σταθμοί τών μεταπολεμικών έλληνοαμερικανικών σχέσεων, μέ ιδιαίτερη έμφαση στά γεγονότα τής δεκαετίας τοΰ ’60 (διάσταση τής Έ νωσης Κέντρου καί τών λαϊκών δυνάμεων πού τήν άκολουθοΰσαν μέ τίς δυνάμεις τοΰ κατεστημέ­ νου πού ύποστήριζαν οί Η ΠΑ, πραξικόπημα 21ης ’Απριλίου καί μεταγενέστερη έξέλιξη τών σχέσεων τών ΗΠΑ μέ τό Παλάτι καί τούς συνταγμα­ τάρχες). Τό δεύτερο μέρος περιγράφει άναλυτικά τό πραξι­ κόπημα έναντίον τοΰ Μακαρίου, άνατρέχει στήν προϊστορία του καί άναλύει τήν πολιτική Κίσσινγκερ άπέναντι στό πραξικόπημα καί τήν τουρκική εισβολή πού άκολούθησε. Τέλος, τό τρίτο μέρος είναι άφιερωμένο στις προσπάθειες τοΰ άμερικα-

Οί βιβλιοπώλες μπορούν νά προμηθεύονται άντίτυπα τοΰ βιβλίου άπό τά γραφεία τοΰ περιοδικού «Ταχυδρόμος» (Λέκκα 23-25, ’Αθή­ να Τ .Τ. 125)

73


νικοϋ Κογκρέσου νά έπιτύχει πρόοδο στό Κυπρια­ κό μέ τήν έπιβολή τοϋ «έμπάργκο». Ε κ τός άπό τίς άποκλειστικές πληροφορίες άπό πρώτο χέρι πού περιέχει τό βιβλίο, ιδιαίτερο ένδιαφέρον παρουσι­ άζει καί ή κεντρική θέση τοΰ συγγραφέα δτι ή Αμερικανική έξωτερική πολιτική στήν Ελλά δα στοιχημάτισε σέ «λάθος άλογο» (έννοεϊ τούς συν­ ταγματάρχες) καί δέν κατανόησε τά λαϊκά αιτήμα­ τα γιά δημοκρατική διακυβέρνηση, μείωση της Ανισότητας πλούτου - φτώχειας καί μεταρρυθμιστικές διεργασίες καί, τό σπουδαιότερο, δτι μιά τέτοια πολιτική ίσως είναι γενικά καταδικασμένη σέ στειρότητα κι Αποτυχία.

Περιοδικά ΑΝΑΜ ΕΣΑ στά περιεχόμενα των περιοδικών πού κυκλοφόρησαν τό Δεκέμβριο, έπισημάναμε: Στό «Δέντρο» (τεύχος 5), Αποσπάσματα άπό τά μυθιστορήματα «U.S.A .» τοϋ John D os Passos καί «Κάτω Από τό Η φαίστειο» τοϋ Malcolm Lowry, τό δοκίμιο « Ό φορμαλισμός καί ή μαρξιστική σοβιετική κριτική» τοΰ Francois Champarnaud, εφτά Αφηγήματα τοϋ Πολωνού Herbert Zbigniew καί πολλά ποιήματα νέων καί παλαιότερων ποιη­ τών, Ελλήνω ν καί ξένων. Στό «Δευκαλίωνα» (τεύχος 22), Αναλύονται οί έννοιες «έξουσία» καί «αύθεντία» καί φ ωτίζονται πολύπλευρα μέσα άπό κείμενα γνωστών κλασικών θεωρητικών, νεότερων μαρξιστών, κοινωνιολόγων

κυκλοφορεί

Ντίνα Βαΐου - Χατζημιχάλη Καιστής Χατζημιχάλης

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΕΚΒΙΟΜΗΧΑΝΙΣΗ

εξάντας 74

καί πολιτικών επιστημόνων (Χόμπς, Σπινόζα, Ρουσσώ, Μάρξ, Έ νγκελς, Βέμπερ, Γκράμσι, Βόλφ κ.ά.). Κύριο προσόν τών δημοσιευμάτων τοΰ τεύ­ χους είναι ή θαυμάσια μετάφραση καί οί κατατο­ πιστικές ύποσημειώσεις τοϋ Τίτου Πατρικίου (μό­ νο τό κείμενο τοΰ Μάξ Βέμπερ μετάφρασε ή Μ ήτσου-Π αππά) καί τό εισαγωγικό άρθρο της “Α ννας Κάκουλλου γιά τήν έννοια της έξουσίας στήν πολιτική έπιστήμη. Στήν «Έ ποπτεία» (τεύχος 28), τό διήγημα «Μιά ιδανική μέρα γιά μπανανόψαρα» τοϋ J. D. Salin­ ger, τό κινηματογραφικό δοκίμιο «Ή δεύτερη Αμερικανική άνοιξη» τοΰ Ά χιλλέα Κυριακίδη καί τά μελετήματα « Ό κόσμος καί ή ζωή» τοΰ Κάρλ Γιάσπερς καί «Τί είναι ή φιλοσοφία;» τοΰ Χρή­ στου Μαλεβίτση. Στό «Θέατρο» (τεύχος 61-63), Αφιέρωμα στήν Κυβέλη μέ κείμενα τών Γρ. Ξενόπουλου, Μ. Μυράτ, Σπ. Μελά, Φ. Πολίτη, Γ. Σιδέρη, Σ. Καραντινοΰ καί Α . Τερζάκη, τό πρώτο μέρος άπό τά Απομνημονεύματα τοΰ Μανώλη Καλομοίρη, μέ μιά εισαγωγή τοΰ Φοίβου Ά νωγειανάκη, συνέν­ τευξη τοΰ καθηγητή Ν . Παναγιωτάκη γιά τό λαϊκό παραδοσιακό θέατρο καί τίς μελέτες «Θεατρολο­ γικά προβλήματα στό κρητικό κι έφτανησιακό θέατρο» τοΰ Βάλτερ Πούχνερ καί « Ό Δημήτριος Γουζέλης καί τά κωμικά τοΰ Χάση» τοΰ Λάκη Παπαϊω άννου. Στήν «Καλλιτεχνική Επιθεώρηση» (τεύχος 1), τό θεατρικό έργο «Τουραντότ» τοΰ Μπ. Μπρέχτ, σέ μετάφραση Σπ. Παγιατάκη, καί τό άρθρο τοΰ Γιάννη Παπαϊωάννου «Νίκος Σκαλκώτας». Στή «Μουσική» (τεΰχος 14), ένα ένδιαφέρον Αφιέ­ ρωμα στό παρελθόν, τήν πορεία καί τό μέλλον τοΰ ρόκ έν ρόλ Από τούς Λ. Χριστόπουλο καί Α. Γιαζιτζόγλου καί τό α' μέρος μιας μελέτης τοΰ Γ. Καμπανα γιά τήν ινδική μουσική. Καί κάτι πολύ χρήσιμο γιά τά αύτιά καί τήν τσέπη μας· ποιος τραγουδάει στις μπουάτ, πώς, γιατί, μέ τί μέσα καί πόσες... χρηματικές Απαιτήσεις. Στή «Νέα Εστία» (τεΰχος 1235), ένα πολυσύνθε­ το Αφιέρωμα στό Διονύσιο Σολωμό μέ ένδιαφέροντα μελετήματα τών Έ μ. Κριαρά, Πάνου Καραβία, Πέτρου Χάρη, Θ. Δ . Φραγκόπουλου, Θεόδω­ ρου Ξύδη, Σάλωνα Μάκρη, “Αγγέλου Φουριώτη, Θανάση Παπαθανασόπουλου, Δημήτρη Γιάκου, Λίνου Πολίτη, Γ. Π. Κουρνούτου, Βασ. Λαζανά, Romily Jenkins, Δ. Α. Χαμουδόπουλου, Γιώργου Γεραλή, Σαράντου Παυλέα, Γ. Μαρκαντωνάτου, Κ. Πουρναρόπουλου καί Γ. Βαλέτα. Στόν «Πολίτη» (τεΰχος 22), ένα πολύ ένδιαφέρον άρθρο τοΰ Τάσου Ά ν θ ο υ λιά μέ τίτλο «Τά μαθη­ ματικά είναι πραγματικά γιά τόσο λίγους;», τό δοκίμιο «Ή γονιμότητα μιας σύνθεσης» τοΰ Γιώργη Γιατρομανωλάκη, τό άρθρο «...ιδιαίτερα τής ΕΑΜ ογενοΰς...» τοΰ Κώστα Ζουράρη, τό κείμενο μιας διάλεξης τοΰ Παντελή Νικητόπουλου γιά τά έκπαιδευτικά προβλήματα τών έλληνόπουλων στή Δ . Γερμανία καί τά μελετήματα «Γιά τήν καταγω­ γή τών θεσμών» τοΰ Δημήτρη Τ.σάτσου καί «Ή φυσική φιλοσοφία τοΰ ’Αριστοτέλη» τοΰ Εύτύχη Μπιτσάκη.


Στά «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 2), τό πρωτό­ τυπο άρθρο τού Β. Σωτήρη «Οί οικονομικές σχέσεις της Ελλάδας μέ τήν ’Αλβανία», τό άρθρο «Πιθανότητα ή ΕΟΚ» τού Μ. Παπαγιαννάκη, τό μελέτημα «Μέθοδοι καί κατηγορίες τής πολιτικής οικονομίας τού Μάρξ» τής Δόξας Σιβροπούλου καί τό άρθρο «Μεταφορά τεχνολογίας, έξάρτηση καί άνάπτυξη: μιά γενική θεώρηση» τού Βασ. Πεσμαζόγλου. Στή «Σχεδία» (τεύχος 1), τίς σημειώσεις τού Γιώργου Σεφέρη γιά τήν «'Ιερά όδό» τού Ά γ γ . Σικελιανού, τά δοκίμια «Τό άσπρο χαρτί» τού Κώστα Παπαγεωργίου καί «Ή έξακολουθητική έξορία τού ποιητή» τού Στέφανου Μπεκατώρου, δύο διηγήματα τού Τόλη Καζαντζή, ποιήματα τής Μαρίας Λάίνά καί τού Francis Ponge, τό μελέτημα «Μαρξισμός καί λογοτεχνία» τού Edmund Wilson καί κριτική άνάλυση τής «Κυρίας Κούλας» τού Μένη Κουμανταρέα άπό τόν Ά λέξη Ζήρα. Στό «Τράμ» (τεύχος 10), τό κείμενο τού Φαίδωνα Πατρικαλάκη «’Ινδία: ένα μάθημα οίστρηλασίας», μιά μικρή συνέντευξη τού Ζάν Λουΐ Μπαρώ, πεζογραφήματα των Δημήτρη Νόλλα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Φ. Δ. Δρακονταειδή, Γιώργη Μανουσάκη, Φρίντας Λιάπα, Γιώργη Ά ριστηνού κ.ά., ποιήματα τών Ν. Δ. Καρούζου, Νάνου Βαλαωρίτη, Ε. Κάμινγκς, Κένεθ Ρέξροθ, Γιάννη Βαρβέρη, Δημήτρη Βάρσου, Γιώργου Μαρκόπουλου κ.ά. καί ένα κείμενο τού Γιώργου Χ ρονά γιά δύο σκηνές τής ταινίας «Ντόλτσε Βίτα» τού Φελίνι. Στό «Φίλμ» (τεύχος 15), τό άρθρο τού Δ. Κολιοδήμου γιά τίς φοιτητικές κινηματογραφικές δρα­ στηριότητες, τή φιλμογραφία τών έλληνικών ται­ νιών μικρού μήκους τού 1977, πού έγραψε ή Ά λίντα Δημητρίου, καί τήν έκτενή (άπλώνεται σέ 145 σελίδες!) καί ιδιαίτερα κατατοπιστική ιστορι­ κή μελέτη τού Γιάννη Σολδάτου μέ τίτλο «’Επι­ σκόπηση τής έλληνικής κινηματογραφίας άπό τίς άπαρχές μέχρι σήμερα». Ή μελέτη αύτή συνοδεύε­ ται άπό στατιστικούς πίνακες πού δείχνουν πόσα εισιτήρια «έκοψε» κάθε έλληνική ταινία άπό τό 1948 ώς τό 1977, καθώς καί άπό μία χρησιμότατη φιλμογραφία δλων τών έλλήνων σκηνοθετών.

Ε ίδ α μ ε... ΑΝΑΡΩΤΙΕΤΑΙ κανείς άν ή σειρά «Τέχνη γιά παιδιά», μέ παραμύθια γραμμένα πάνω σέ πίνακες γνωστών ζωγράφων, άπευθύνεται μό­ νο σέ παιδιά· έμεΐς πάντως, πού διαβάσαμε αυτά τά βιβλία μέ τά δχι καί τόσο παιδικά μάτια μας, είχαμε νά διδαχτούμε πολλά. Πόσο διαφορετικές διαστάσεις παίρνουν καί οί πιό μικρές λεπτομέρειες καί άποχρώσεις άπό τό πάντρεμα τού παραμυθιού καί τής

εικόνας, πού έδώ λειτουργεί διπλά: σάν αυτό­ νομη εικόνα καί σάν εικονογράφηση τού κει­ μένου. Μέ τά κείμενα τών συγγραφέων είδαμε στοιχεία πού δέν μπορέσαμε νά διακρίνουμε στήν πρώτη άνάγνωση τού πίνακα. Έ τσι, προσέξαμε τίς λεπτομέρειες τού Ματίς, τά χρώματα τών ουρανών τού Βάν Γκόγκ, τή θλίψη τού Ντυφφί δταν οί πίνακές του είναι άδειοι άπό άνθρώπους καί τή χαρά του δταν συμβαίνει τό άντίθετο, τά δάση τού Ρουσώ, πού έκφράζονται πιό πολύ άπό τούς άνθρώ­ πους, άλλά άκόμα καί τή διαφορετική έρμηνεία τών σχημάτων καί τών χρωμάτων στόν Κλέε καί τόν Μιρό. Τέλος, ή ποικιλία στή θεματογραφία τών πινάκων τού Μπρύγκελ δυσκόλεψε τό συγγραφέα τού παραμυθιού κι ένώ έδωσε πολλές ερμηνείες καί λύσεις, στό σύνολό του παρέμεινε δύσκολο. ’Επαινούμε δμως άνεπιφύλακτα τόσο τήν ιδέα τής χρησιμοποίησης τών εικόνων δσο καί τήν καλλιτεχνική έπιμέλεια τής έλληνικής έκδοσης, μιά καί ξέρουμε πόσο δύσκολη είναι αύτή ή μεταφορά τής πρωτότυπης εικόνας. Καί μιά πρόταση: Θά τολμήσει κάποιος έκδοτικός οίκος νά γνωρίσει στά παιδιά μας, μέσω παραμυθιών, έλληνες ζωγράφους πού θεματι­ κά καί έκφραστικά έχουν άναδείξει τόν έλληνικό χώρο καί χρώμα, π.χ. Γύζη, Βολανάκη, Λύτρα, Θεόφιλο, Παρθένη, Γουναρόπουλο, Βασιλείου; ΓΟΥΤΕΜΒΕΡΓΙΟΣ

75


κρητικογραφία Στήν κριτικογραφία αύτον τον τεύχους περιλαμβάνονται βιβλιοκριτικές πού δημο­ σιεύτηκαν τό Νοέμβριο στόν ήμερήσιο τύπο Ά&ήνας καί Θεσσαλονίκης. Περιλαμβάνον­

ται, έπίσης, καί κριτικές δημοσιευμένες στόν περιοδικό καί έπαρχιακό τύπο, δσες φυσικά φρόντισαν νά μάς στείλονν οί συντάκτες τους. (’Ε πιμέλεια: Κατερίνα Παπαλιβερίον).

Φ ιλοο ο φ ία -Ψ υ χο λ ο γία Ίρίμπατζιακοφ Νικολάϊ: Ή Κλειώ μπροστά στό δικαστήριο της άστικής φιλοσοφίας (Διαβάζω, άρ. 16) Μαλεβίτσης Χρηστός: Οί άγραυλούντες (Γ. Στεφανάκης, Έποπτεία, άρ. 28) Πάσχος Π.Β.: Θυσία αίνέσεως (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Τατάκης Β.Ν.: Ή βυζαντινή φιλοσοφία (Γ. Ίωάννου, Καθημερινή, 30/11) Φρόϋντ ’Ά ννα : Τό ’Εγώ καί οί μηχανισμοί άμυνας (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Κ ο ιν ω ν ικ έ ς επιστήμες Ά νκετίλ Ζάν: Τό χέρι καί ή μηχανή (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Βενσάν Ζάν-Μαρί: Ή σχολή της Φρανκφούρτης καί ή κριτική θεωρία (Διαβάζω , άρ. 16) Βεντούρης Νίκος: Θέματα σύγχρονης πολιτικής έπιστήμης (Ά γ γ. Φουριώτης, ’Ακρόπολις, 28/11) Βεντούρης Νίκος: Θέματα σύγχρονης πολιτικής έπιστήμης (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Ή ένταξή μας στήν ΕΟΚ (Γ. Μαρίνος, Οίκον. Ταχυδρόμος, άρ. 45/1279) Ή ένταξή μας στήν ΕΟΚ (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 11/11) Ζηλεμένος Κώστας: Ό Πρόεδρος τής Δημοκρατίας στό νέο πολίτευμα ( Ά γ γ . Φουριώτης, ’Ακρόπολις, 28/11) Θεοδωράκης Μίκης: Ή άλλαγή (Διαβάζω , άρ. 16) Καζάκος Πάνος: Εύρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 11/11) Κακλαμανάκη Ρούλα: Γιά τήν άνεξαρτησία τής Δικαιοσύνης (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 5) Καραβίδας Κ.Δ.: ’Αγροτικά (Σπ. Παπασπηλιόπουλος, Διαβάζω, άρ. 16) Καρακώστας ’Ιωάννης: Εισαγωγή είς τήν έπιστήμην τού ’Αστυνομικού Δικαίου (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 23/11) Κώνστας Ά λέκος: ’Επικίνδυνα φορτία (Γ.Κ. Τσ., Οίκον. Ταχυδρόμος, άρ. 46/1280) Λιαρμακόπουλος Λογ. Μ.: ’Οργανωτική καί διοικητική τών βιομηχανικών έπιχειρήσεων (Δημ. Στεργίου, Οίκον. Ταχυδρόμος, άρ. 47/1281) Μαρδά-Βίρλα X.: Λαϊκή κυριαρχία καί πολιτικά κόμματα (Ά γ γ . Φουριώτης, ’Ακρόπολις, 28/11) Μούσης Νίκος: ΕΟΚ Α νάλυση τής Κοινωνικής Πολιτικής (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 11/11) Μουσούρης Εύαγ.: Ή στρατηγική τής άσφάλισης τών γεωργικών προϊόντων (Γ. Λαμελίδης, Οίκον. Ταχυδρόμος, άρ. 47/1281) Μπετελέμ Σάρλ: Μεγάλο άλμα πρός τά πίσω (Διαβάζω , άρ. 16) Νεφελούδης Βασίλης: Οί ρίζες τού Εΰρωκομμουνισμοΰ (Γ. Καρράς, Ό Πολίτης, άρ. 22) Ντοΰσκος Πέτρος: Ή οικονομική στρατηγική τού ιμπεριαλισμού στήν Ελλά δα (Κ. Τσαούσης, . ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Παπακωνσταντίνου Μιχάλης: ΕΔΗΚ (Διαβάζω, άρ. 16) Σαμολαδάς Ζάχος: Ευρωπαϊκή ’Ιδέα (Π. Μίχας, Καθημερινή, 9/11) Σαραντίδης Στυλ.: Θεωρία άρίστης κατανομής, οίκονομικής τής ευημερίας καί γενικής ισορροπίας (Κ.Λ., Οίκον. Ταχυδρόμος, άρ. 48/1282) Swingewood Alan: Ό Μάρξ καί ή σύγχρονη κοινωνική θεωρία (Διαβάζω , άρ. 16) Τσιριντάνης Α.Ν.: Γιά τά έλληνικά νιάτα (Στ. I. Άρτεμάκης, Ραδιοτηλεόραση, άρ. 457) Φίλιας Βασίλης: Κοινωνικά Συστήματα (Ά γ γ . Φουριώτης, Α κρόπολις, 28/11) Ε κπ α ίδ ευ σ η Καργάκος Σαράντος: Ιστορία τού Β' Λυκείου γιά τό μάθημα έπιλογής (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Μητσόπουλος Γεώργιος: Α ναλύσεις λογοτεχνικών κειμένων γιά τήν Α ' τάξη τού Γυμνασίου (Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Καθημερινή, 23/11) ’Οργανισμός Έκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων: Συντακτικό τής νέας έλληνικής, Β' καί Γ' Γυμνασίου (Ξένη Οίκονομοπούλου, Διαβάζω, άρ. 16) Πολυχρονόπουλος Πάνος: Εισαγωγή στή φιλοσοφία τής άγωγής (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) 76


Λαογραφία Ά λεξιάδης Μήνας Ά λ .: Ή λαογραφική κληρονομιά της Καρπάθου ( Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 14/11) Α ύγερινόπουλος Δημήτρης: Στήν άκριτική περιοχή τοΰ Έ βρ ου (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 14/11) Εύαγγέλου Ίάσων: Πυροβασία καί άναστενάρηδες (Δ. Σταμέλος, Ε λευθεροτυπία 3/11) Ζουρου Φρόσω: Λεσβιακά παραμυθία (Διαβάζω , άρ. 16) Κακριδής Ι.Θ.: Οί άρχαΐοι Έλληνες στή νεοελληνική λαϊκή παράδοση (Κ.Θ. Δημαρας, Τό Βήμα, 10/11) Κυριακίδου-Νέστορος Ά λκη : Ή θεωρία της έλληνικής λαογραφίας (Κ.Θ. Δημαρας, Τό Βήμα, 3/11) Κυριακίδου-Νέστορος Ά λκη : Ή θεωρία τής έλληνικής λαογραφίας (Γ. Ίωάννου, Καθημερινή, 30/11) Λανας Θεόκτιστος Ά θ .: Τό μοναστήρι τής Μεταμορφώσεως Καμένων Βούρλων (Δ . Σταμέλος, Ε λευθεροτυπία, 30/11) Μ ιχαλόπουλος Γεώργιος: Τρίπολις, όδοί καί ιστορική έρμηνεία αύτών (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 14/11) Ποιραρα-Εύτυχίδου Νίτσα: Κάποτε στά Βουρλά τής Μ. Α σ ία ς (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρ όπ ολις, 14/11) Σανουδάκης Ά ντώνης: Λαογραφικό σχεδίασμα, ή χρυσή τρίχα (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 14/11) Τσαδέρας Γεώργιος: Τό χρονικό ένός ταξιδιού (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 14/11) Χονδρός Κυριάκος Μ.: Α ρχοντικά καί λαϊκά σπίτια τοΰ Καστελλόριζου (Ά γ γ λ . Φουριώτης, Ά κ ρ ό π ο „ , λις, 14/11)

Γλωσσά

Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη: Προβλήματα μεταγλωττισμοΰ στή νεοελληνική γλώσσα (Γ. Ίωάννου, Καθημερινή, 30/11) Κριαρας Έμμ.: Λεξικό τής μεσαιωνικής έλληνικής δημώδους γραμματείας 1100-1669 (Διαβάζω , άρ. 16) Τομπαϊδης Δημ.: Τά συνωνυμικά ζεύγη λόγιων καί λαϊκών λέξεων τής κοινής νεοελληνικής (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 16/11)

Φυσικές έπιοτημες Ζάκ Κάρλ-Γκρανζέ Μισέλ: Ή άλχημεία, έξωγήϊνη έπιστήμη; (Μ. Π απαδοπούλου, Τά Νέα, 11/11)

Τέχνες Βασιλειάδης Σώτος Γ.: Διακόσια χρόνια μουσικής δημιουργίας (Εύάγγελος Γ. Ρόζος, Α π ανεμ ιά , άρ. 7) Βασιλειάδης Σώτος Γ.: Διακόσια χρόνια μουσικής δημιουργίας (Διαβάζω , άρ. 16) Δούκας Στρατής: Γιαννούλης Χ αλεπός (Διαβάζω , άρ. 16) Ζάννας Π.Α.: 'Ιστορία καί Τέχνη στόν «Ίβάν τόν Τρομερό» τοΰ Ά ϊζενστά ϊν (Β. Ραφαηλίδης, Θέατρο, άρ. 61-63) Παπαδημητρίου Έλλη: Παλιές φωτογραφίες-νησιά (Διαβάζω·, άρ. 16) Σχορέλης Τάσος: Ρεμπέτικη άνθολογία (Φ. Ά νω γειανάκης, Θέατρο, άρ. 61-63) Χατζιδάκις Μανόλης: Εικόνες τής Πάτμου (Γουτεμβέργιος, Διαβάζω , άρ. 16)

Κλασική παιδεία Dodds E.R.: Οί Έ λληνες καί τό παράλογο (Ρέα Γαλανάκη, Αύγή, 25/11) Παπαδόπουλος Θανάσης: ’Ιδεολογία καί φιλοσοφία τής δημοκρατίας στήν άρχαία Ε λλά δα (Α. Παναγόπουλος, Διαβάζω , άρ. 16) Ρεντίφης Δημ.: Ή όργή στήν άρχαία έλληνική τραγωδία (Δ . Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Χουρμουζιάδης Νίκος: Σατυρικά (Γ. Ίωάννου, Καθημερινή, 3 0/11)

Ποίηση Α ναστασίας: Ρεπορτάζ (Φ.Ν. Κλεάνθης, Τά Ν έα, 18/11) Α ντω νίου Τάκης: Κύκλος Θανάτου καί Γένεσης (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 7/11) Βαφόπουλος Γ.Θ.: Τά έπιγενόμενα ( Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 7/11) Βαφόπουλος Γ.Θ.: Τά ποιήματα (Δ . Σιατόπουλος, Ή Βραδυνή, 14/11) Δασκαλόπόυλος Δημήτρης: Νέκυια (Διαβάζω , άρ. 16) Δέλφης Φοίβος: Τό σώμα τών λέξεων (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 7/11) Έ λυάρ Πώλ: Ποιήματα (X. Λιοντάκης, Διαβάζω , άρ. 16) Ίωαννίδης Ίάσονας: Μ οίρα καί διέξοδος (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 5/11) Καλογεροπούλου-Κοντζιλέρου Σόνια: Δεκαεννέα ποιήματα (Φ.Ν. Κλεάνθης, Τά Ν έα, 18/11) Καραβασίλης Γ.Κ.: Τά μυστικά δωμάτια τοΰ πύργου (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Καρβέλης Τάκης: Γραφή παρανόμων (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 19/11) Κεσίσογλου-Άγγελίδου Θάλεια: Τοπία κι’ δράματα (Φ.Ν. Κλεάνθης, Τά Νέα, 18/11) Κιτσικόπουλος Θάνος: Χαρτοφύλακας (Διαβάζω , άρ. 16) Κοβάνης Κώστας: Μέ μουσική Μίκη Θεοδωράκη (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 5) Κουλουρης Χρηστός: Ε σ π ερ ινό άρχιπέλαγος (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Λαμνάτος Βασίλης: Αιματόβρεχτη γή (Στ. I. Άρτεμάκης, Ραδιοτηλεόραση, άρ. 458) Λαμνάτος Βασίλης: Αιματόβρεχτη γή (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) 77


Μαϊστράλης Κ.: ’Α ναφορά ατούς ποιητές (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 7/11) Mastroianni Felice: “Α νοιξη (Γ. Εύθ. Τσουδερός, Κρητική ’Επιθεώρηση, 26/11) Μιχαηλίδης Δημήτρης: Ό άνεμος (Γ. Τσαπόγας, Οίκον. Ταχυδρόμος, άρ. 46/1280) Μπαρής Ά ργύρης: Μνήμες (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 5) Μπιθικώτση Δήμητρα: ’Α νθρώ πινα τοπία (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Παπαγγέλου Ρόνη: “Ατρακτοι (“Αγγ. Φουριώτης, Ά κρόπολις, 7/11) Παπαδάκης Γαβρίλης: Ποιήματα (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Παπαδίτσας Δ.Π.: Έναντιοδρομία ( Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπ ολις, 7/11) Π αππάς Νίκος: Ιστορικά ψεύδη (Κ. Ά νδρονίκ ας, Ριζοσπάστης, 19/11) Παρασκευα Μαρίτσα: Πορεία (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 5) Ροϋτσος Νίκος: Ρωτόκριτος (Φ.Κ. Μ πουμπουλίδης, Έ λευθ. Κόσμος, 18/11) Σαρκεδάκης Γιώργης: Ά νθρω πόσημο (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Σαχτούρης Μίλτος: Ποιήματα 1945/1971 (Β. Στεριάδης, Καθημερινή, 30/11) Σταυρίδης Φοίβος: Α πομυθοποίηση (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 5) Τσακνιά Α μαλία: Α φύλακτη διάβαση (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 5/11) Φουρτούνης Μανώλης: Τοπία τού χρόνου (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 5) Φωστιέρης Ά ντώνης: Σκοτεινός έρωτας - Ποίηση μέσ’ στήν ποίηση (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 19/11) Ψαρρά Ελένη: Α π ύθ μ ενα (Φ.Ν. Κλεάνθης, Τά Νέα, 18/11) Π εζογρ α φ ία Ά νδρ έου Εύάγγελος: Στοιχεία ζωής (Δ. Γιάκος, Νεώτερα Γράμματα, άρ. 19/20) Ά σημακόπουλος Κ.: Τοΰ 'Ιερού Λόχου (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Βαρίκα-Μοσκόβη Εύρη: Δυό παιδιά στήν κατοχή (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Βασιλικός Βασίλης: Τά «καμάκια» (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Βοΐσκου Ελένη: ’Εφιάλτες καί όνειρα (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 9/11) Καρακώστας Νίκος: Ή σμέρνα (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Κατσιρέα Δέσποινα: Παραλία άνθρώπου (Σωτ. Τσαμπηράς, Καθημερινή, 16/11) Κονδύλης Φώντας: Τριήμερο στά κάγκελα (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 18/11) Κουμανταρέας Μένης: Ή κυρία Κούλα (Α . Ζήρας, Σχεδία, άρ. 1) Λαζαρίδης Μάρκος: ’Ισημερινός (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 28/11) Μόρριτς Σίγκμουντ: Ά ρβάτσκα (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 15/11) Μ παράσκαγια Ναταλία: Ε π τ ά ήμέρες μιας γυναίκας (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Μπιέν Ζιζέλ: Μαρία - παληοκόριτσο (Μ. Παπαδοπούλου, Τά Νέα, 25/11) Παπαδημητρίου Σάκης: Κωδικοπληκτρονικά (Μιχαήλ Μήτρας, Διαβάζω , άρ. 16) Πατατζής Σωτήρης: Πένθιμο έμβατήριο (Παρατηρητής, Αύγή, 22/11) Πατατζής Σωτήρης: Πένθιμο έμβατήριο (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Πέλλος Ό μηρος: Διηγήματα (Φούλα Χατζηδάκη, Διαβάζω , άρ. 16) Πολεβόϊ Μπόρις: Τό χρυσάφι (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 29/11) Πύρπασος Χρήστος: Τόν καιρό τής μπομπότας (Δ. Γιάκος, Νεώτερα Γράμματα, άρ. 19-20) Σαράντη Γαλάτεια: Τό παληό μας σπίτι (Διαβάζω , άρ. 16) Σινόπουλος Τάκης: Νυχτολόγιο (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Τουαίν Μάρκ: Οί περιπέτειες τοΰ Χάκλμπερν Φίν (Ε. Δαμβουνέλη, Καθημερινή, 9/11) Χρυσοχόου ’Ιφιγένεια: Ξεριζωμένη γενιά (Δ . Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Δ ο κ ίμ ια - Μ ελέτες Ά λεξανδρόπουλος Μήτσος: Ή ρωσική λογοτεχνία (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Andre Ροβέρτος: Γραφή καί ένορμήσεις στό στανταλιανό μυθιστόρημα (Κ.Θ. Δημαράς, Τό Βήμα, 17/11) Ά ποστολόπουλος Θ.Ί.: Μπωντλαίρ καί ύπαρξισμός (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Έλύτης Ό δυσσέας: Ή μαγεία τοΰ Παπαδιαμάντη (Στ. Ί. Άρτεμάκης, Ραδιοτηλεόραση, άρ. 459) Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη: Α ύτόγραφα έλλήνων συγγραφέων (Γ. Ίωάννου, Καθημερινή, 30/11) Καρατζόγλου Γιάννης: Ή λογοτεχνία τής Θεσσαλονίκης (Διαβάζω , άρ. 16) Κόρφης Τάσος: Ματιές στήν ποίηση τοΰ Μεσοπολέμου (Θ .Δ. Φραγκόπουλος, Καθημερινή, 16/11) Κόρφης Τάσος: Ματιές στήν ποίηση τοΰ Μεσοπολέμου (Διαβάζω , άρ. 16) Νάκας Θανάσης: Παράλληλα χωρία στά δοκίμια τοΰ Σεφέρη καί τοΰ Έ λιοτ (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυ­ πία, 9/11) Rose H.J.: 'Ιστορία τής λατινικής λογοτεχνίας (Στ. I. Άρτεμάκης, Ραδιοτηλεόραση, άρ. 456) Rose H.J.: 'Ιστορία τής λατινικής λογοτεχνίας (Δ. Σιατόπουλος, Ή Βραδυνή, 14/11) Σαχίνης Α πόστολος: Τετράδια κριτικής (Δ . Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Σφαέλου Καλλιόπη: Καβάφης ό Ελληνικός (Β. Σπ., Καθημερινή, 16/11) Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ.: Δαιμόνιο μεσημβρινό (Διαβάζω , άρ. 16) 30/11) Χαλκιοπούλου Μαρία: Βιβλιογραφία νεοελληνικών ποιητικών άνθολογιών (Γ. Ματζουράνης, Αύγή, Χαλκιοπούλου Μαρία: Βιβλιογραφία νεοελληνικών ποιητικών άνθολογιών (Δ . Σταμέλος, ’Ελευθεροτυ­ πία, 30/11) 78


θέα τρο Βαρίκας Βάσος: Κριτική θεάτρου (Γ. Νεγρεπόντης, Θέατρο, άρ. 61-63) Μάτσας Άρτέμης: Μεγάλες θεατρικές οικογένειες (Δ. Σταμέλος, Ε λευθεροτυπία, 3/11) Σακελλαρίου Χάρης: Ό κλοιός (Δ. Σιατόπουλος, Ή Βραδυνή, 7/11) Σακελλαρίου Χάρης: Ό κλοιός (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Σολομός Ά λέξης: 'Ο ζωντανός ’Αριστοφάνης (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Π α ιδ ικ ά Γκόγκ Βάν: Μιά νύχτα μέ άστροφεγγιά (Ζ. Βαλάση, Ριζοσπάστης, 3/11) Γκόγκ Βάν: Μιά νύχτα μέ άστροφεγγιά (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Γουλιμή Ά λκη : Ό χρυσαφένιος κρίνος (Δ. Σιατόπουλος, Ή Βραδυνή, 21/11) Ζαραμπούκα Σοφία: Ή κυρία Ά ννο ύ λα (Μ. Παπαδοπούλου, Τά Νέα, 4/11) Ζαραμπούκα Σοφία: Τό τσίρκο (Μ. Π απαδοπούλου, Τά Νέα, 4/11) Ζαραμπούκα Σοφία: Ή ιστορία της μαμάς μου (Μ. Παπαδοπούλου, Τά Νέα, 4/11) Ζέη Ά λ κ η : Μιά Κυριακή τού ’Απρίλη (Μ. Παπαδοπούλου, Τά Νέα, 4/11) Ζίμμελ Γιοχάνες Μάριο: Τό λεωφορείο τής χαράς (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Ζίμμελ Γιοχάνες Μάριο: ’Απαγορεύεται νά κλαΐς (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Ζίμμελ Γιοχάνες Μάριο: Ή μητέρα μου δέν πρέπει νά τό μάθει ποτέ (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Κάρπι Πίνιν: Οί περιπέτειες τοΰ Λοϋπο Ούραγκάνο (Ζ. Βαλάση, Ριζοσπάστης, 3/11) Κάρπι Πίνιν: Οί περιπέτειες τοΰ Λοΰπο Ούραγκάνο (Μ. Παπαδοπούλου, Τά Νέα, 4/11) Κλέε Πάουλ: Τό νησί μέ τά μαγικά τετραγωνάκια (Ζ. Βαλάση, Ριζοσπάστης, 3/11) Κλέε Πάουλ: Τό νησί μέ τά τετραγωνάκια (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Μάκρη ’Αγγελική: Θέλω νά πετάξω (Β. Ά γγελοπούλου, Καθημερινή, 9/11) Μουστάκης Βασίλης: Διηγήματα άπό τή Βίβλο (Δ . Σιατόπουλος, Ή Βραδυνή, 21/11) Ξανθούλης Γιάννης: Ό μάγος μέ τά χρώματα (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Σαραβάνου ’Ιωάννα: Ό Μωλό (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 23/11) Σίλεϊ Λέοναρντ: Διαβάζω καί μαθαίνω (Διαβάζω , άρ. 16) Σφαέλλου Καλλιόπη: Κανέλλος ’Α γαπίας Γκέκος (Β. Ά γγελοπούλου, Καθημερινή, 9/11) Χατζοπούλου-Καραβία Αία: Καλοκαίρι (Β. Ά γγελοπούλου, Καθημερινή, 9/11) 'Ιστορία - Β ιογρ αφ ίες - Μ αρτυρίες - ’Α ρ χ α ιο λ ο γ ία Ά σδραχά ς Σπύρος: Μηχανισμοί της άγροτικής οικονομίας στήν Τουρκοκρατία (Βασ. Κρεμμυδάς, Διαβάζω , άρ. 16) Βερέμης Θάνος: Οί έπεμβάσεις τοΰ στρατοΰ στήν έλληνική πολιτική 1916-36 (Σπ. Παπασπηλιόπουλος, Οίκον. Ταχυδρόμος, άρ. 1282) Βογιατζόγλου Β.Η.: Ή Πισιδία τής Μικράς Α σ ία ς (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 3/11) Βραχνιάρης Χρήστος: Ή άγροτική λαϊκή έξέγερση τοΰ 1925 στά Τρίκαλα (Κ. Τσαούσης, 23/11) 23/11) Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη: Α ντώ νιος ό Έ π αρ χος (Π .Δ. Μαστροδημήτρης, Διαβάζω , άρ. 16) 'Ιστορία τών ’Επαναστάσεων (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 18/11) Καστρινός Α.: 'Ο άδερφοσκοτωμός (Παρατηρητής, Αύγή, 24/11) · Καρατζένης Δημ.: Ή Ά ρ τ α είς τήν Έπανάστασιν τοΰ 1821 (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Κιτσίκης Δημήτρης: Συγκριτική ιστορία Ε λλά δος καί Τουρκίας στόν 20όν αιώνα (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 25/11) Κιτσίκης Δημήτρης: Συγκριτική ιστορία Ε λλά δος καί Τουρκίας στόν 20όν αιώνα (Διαβάζω , άρ. 16) Κιτσίκης Δημήτρης: Συγκριτική ιστορία Ε λλά δος καί Τουρκίας στόν 20όν αιώνα (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 23/11) Κομμουνιστική ’Επιθεώρηση: Τόμος Α '. Ίαν. - Ίουν. 1921 (Α.Ε ., Ό Πολίτης, άρ. 22) Κούνδουρος Ροΰσσος: Ή άσφάλεια τοΰ καθεστώτος (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Μιχελίδης Δημήτρης: Μιά παραλειπόμενη σελίδα άπό τήν ιστορία τοΰ ΚΚΕ (Α. Έλεφάντης, Ό Πολίτης, άρ. 22) Νικολαΐδου Έλ.: Ξένες προπαγάνδες καί έθνική άλβανική κίνηση (Δ . Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Πετρόπουλος Ν.Δ.: Α ναμνήσεις καί σκέψεις ένός παλαιού ναυτικοΰ (Σπ. Κατσίμης, Καθημερινή, Πολίτη Έλλη: Μέ τό χαμόγελο στά χείλη (Στ. I. Άρτεμάκης, Ραδιοτηλεόραση, άρ. 458) 23/11) Rackl Hanns-Wolf: Βουτιά στά περασμένα (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 16/11) Σεβαστάκης Ά λέξης: Καπετάν Μ πουκουβάλας (Ά λ . Έλεφάντης, Ό Πολίτης, άρ. 22) Σπεράντσας Θεοδόσης Κ.: Τά περισωθέντα έργα τοΰ Α. Φιλιππίδη (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 30/11) Τεγόπουλος Γεώργιος: Σκέψεις γιά τήν έθνική μας έπιβίωση (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Φλούντζης Ά ντώνης: Στρατόπεδα Λάρισας - Τρικάλων, 1941-1944 (Α.Ε ., Ό Πολίτης, άρ. 22) Χατζής Θανάσης: Ή νικηφόρα έπανάσταση πού χάθηκε, Β' τόμος (Γ. Ματζουράνης, Αύγή, 30/11) Χατζής Θανάσης: Ή νικηφόρα έπανάσταση πού χάθηκε, Β' τόμος (Κ. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) 79


Τρία νέα βιβλία

τής ΠΥΛΗΣ

Β ίλ χ ε λ μ Ράϊχ: «Ψυχανάλυση στο θέατρο» Τό νέο καί βασικό στοιχείο ένδιαφέροντος σ’ αυτό τό βιβλίο είναι ό χώρος πού κινείται ό Ράϊχ: τό θέατρο. Ή άνάλνση τοϋ «Πέερ Γκύντ» τοΰ ’Ίψεν από τό διάσημο ψυχαναλυτή προσφέρει πλούσιο υλικό προβληματι­ σμού καί στό θεατρόφιλο καί στόν απλό αναγνώστη.

Ζ ά ν Κ αζνέβ: «Δέκα μεγάλοι σταθμοί της Κοινωνιολογίας» "Ενα βιβλίο άπαραίτητο γιά οποίον ένδιαφέρεται γιά τίς έξελίξεις τής κοινώνιολογίας. Ό συγγραφέας τέ­ μνει την ιστορία των κοινωνικών μεταβολών μέ νηφά­ λια διάθεση, άναπτύσσει τίς άπόψεις του χωρίς έντονο πολιτικό πάθος. Τό έργο του είναι μεστό καί προκαλεϊ ποικίλες άντιδράσεις. Τελικά θ’ άποτιμηθεΐ από την κατάρτιση καί την πολιτική τοποθέτηση τοΰ άναγνώστη.

Μ αρίας Νεοφώτιστου: «*Αβάντι Πατούνα!» Μιά σπαρταριστή νουβέλα έμπνευσμένη άπό τά «άδυ­ τα» καί τά «έντελώς άπόρρητα» τής έλληνικής δημοσιο­ γραφίας. Ή τέχνη — καί ή τόλμη — τής συγγραφέως άποκαλύπτουν δ,τι άκριβώς ό Τύπος κρατάει μυστικό γιά δικό του λογαριασμό... Σέ δλα τά βιβλιοπωλεία

Εκδόσεις

ΠΥΛΗ,

’Ά γρας 39, Α θήνα τηλ. 723.840, 711.139


’Ιανουάριος 1979

UMMB

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΡΙΘ. 18

’Επιμέλεια: Γιώργος Σαρηγιάννης

Συντάσσεται μέ την πολύτιμη συνεργασία τον βιβλιοπωλείου της «Εστίας»

• Ή ταξινόμηση των βιβλίων γίνεται μέ βάση τό γνωστό Δεκαδικό Σύστημα Ταξινόμησης προσαρμοσμένο στην έλληνική βιβλιογραφία.

ΙΜΒΡΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Δοκίμια μαρξιστικής φιλοσοφίας. Τόμος Α '. Σύγχρονη ’Εποχή, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 296. Δρχ. 250.

• Σέ κάδε κατηγορία βιβλίων προηγούνται άλφαβητικά οί ΐλληνες συγγραφείς καί άκολουϋοΰν οί ξένοι.

ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ. Τό άνθισμένο δέν­ τρο. Δοκίμια. Δωδώνη, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 200.

• Ή κατάταξη των ξένων συγγραφέων γίνεται σύμφωνα μέ τό έλληνικό Αλφάβητο. • Στην κατηγορία των περιοδικών δέν περιλαμβάνονται έντυπα πού έκδίδονται δύο ή περισσότερες φορές τό μήνα. • Τά έκδοτικά στοιχεία κάδε βιβλίου άναγράφονται δπως τά παραδίνει ό έκδότης. • Γιά τήν Ακόμη μεγαλύτερη πληρότητα τού Δελτίου κάδε έκδότης &ς μας στέλνει τά πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία των καινούργιων έκδόσεών του. Θά καταχωρηδονν όπωσδήποτε.

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΕΣ Μαρξισμός, κομμουνισμός καί δυτική κοινωνία. Συγκριτική έγκυκλοπαίδεια. ’Επιμέλεια C.D. Kernig. Τόμος Θ': Πρωτόγονη κοινωνία-Ταυτότητα. Κοραής, ’Α θήνα, 1978. Σελ. viii + 428. Δρχ. 680.

ΜΟΥΣΕΙΑ Τό Εκκλησιαστικό Μουσείο καί οί παλαιές έκκλησίες. Έπιμέλεια-κείμενα Ά ν θ ιμ ο υ Δ . Ρούσσα, Μητροπολίτου Άλεξανδρουπόλεω ς καί Σαμοθρά­ κης. Ιερ ά Μητρόπολις Άλεξανδρουπόλεω ς καί Σαμοθράκης, ’Αλεξανδρούπολη, 1978. Σελ. 32. Δρχ. 250.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Δοκίμια προβλημα­ τισμού γιά τόν άνθρωπο καί τόν πολιτισμό. Νέα Σύνορα, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 100.

Μ ΠΟΜΠΟΛΗ ΧΡΥΣΑΥΓΗ. Διάλογος μέ τούς άνθρώπους. Β' έκδοση. Πρόλογος Στάθη Πρωταίου. Σχόλια Θεοφάνη Μπούκα. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 72. Δρχ. 80. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ Ε.Π . Φιλοσοφικά προβλήμα­ τα: Ό κριτικός φιλόσοφος —Ή αισθητική έμπειρία— Πέντε όρισμοί της τέχνης άναζητοϋν ειδοποιό διαφορά — Ή «οικονομική» θεωρία τής τέχνης — Ή κριτική αισθητική — Σύγκρουση καθηκόντων — Γεγονός καί σημασία — Φιλοσο­ φία τού δικαίου — ’Ηθική θεωρία καί ήθικός βίος — Έ ννο ιες ύπό μετασχηματισμόν — Τό θέμα, τό ζήτημα, τό πρόβλημα καί ή άπορία — Ή διαλεκτι­ κή κίνηση τού πνεύματος — Φιλοσοφική άποψη τής ίστορίας τής φιλοσοφίας — «Παθημάτων κάθαρσις». Β' έκδοση. "Ικαρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 312. Δρχ. 500. ΤΣΑΤΣΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ. Θεωρία τής τέ­ χνης. ’Εκδόσεις τών Φίλων, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 228. Δρχ. 200. KANT IM MANUEL. Προλεγόμενα σέ κάθε μελ­ λοντική μεταφυσική πού μπορεί νά παρουσιαστεί σάν γνώση. Μετ. Ianis Λ ό Σκόκο. Ε πιμέλεια Κ. Μετρινοΰ. Άναγνωστίδης, ’Αθήνα. Σελ. 176. Δρχ. 80. ΧΑΪΝΤΕΓΓΕΡ ΜΑΡΤΙΝ. Είναι καί χρόνος. Τό­ μος Α '. Πρόλογος — μετάφραση — σχόλια Γιάννη Τζαβάρα. Δωδώνη, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 416. Δρχ. 350.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΓΙΟΥΝΓΚ ΚΑΡΑ. Συνειδητό καί άσυνείδητο. Με­ λέτες πάνω στήν ψυχολογία. Μετ. Σταύρου Καμπουρίδη. Άναγνωστίδης, Α θ ή ν α . Σελ. 192. Δρχ. 140. 81


Ή τρέλα. Τό διεθνές συνέδριο σημειωτικής καί ψυχανάλυσης: Μιλάνο, 1-14 Δεκεμβρίου 1976. Μετ. Ίουλιέττας Ράλλη — Καίτης Χατζηδήμου. Παρουσίαση Armando Verdiglione. Χατζηνικολή, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 120. LACAN JACQUES. ’Απαντήσεις. Μετ. Φώτη Καλλία. Ψυχολογία καί ’Επιστήμες τοΰ ’Α νθρώ ­ που, άριθ. 5. Έ ρασμος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 72. Δρχ. 70. LORENZ KONRAD. ’Επιθετικότητα. Μετ. ’Ιωάννας Δ . Χατζηνικολή. Χατζηνικολή, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 250. NARANJO CLAUDIO-ORNSTEIN ROBERT E. Ή ψυχολογία τοΰ διαλογισμού. Μετ. Έ λσης Κ. Τσούτη. Χατζηνικολή, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 168. Δρχ. 200.

άγγλική μετάφραση των Gia-Fu Feng—Jane Engli­ sh στά έλληνικά Πέτρου Κουρόπουλου. Κέδρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 176. Δρχ. 400.

ΚΟΙΝΩΝΙΟΑΟΓΙΑ ΙΩΑ Ν Ν ΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ Κ. Ή οικογένεια. Μιά κριτική εισαγωγή στήν έρευνα τής οικογένειας καί στήν προβληματική τής κοινωνικοποιητικής της λειτουργίας. Κοινωνικά καί Παιδαγωγικά Θέμα­ τα, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 192. Δρχ. 130. DECOUFLfi Α Ν Ο Κ έ. Κοινωνιολογία των έπαναστάσεων. Μετ. Φοίβου ’Αρβανίτη. Τί Ξέρω;/Ή Πυξίδα τών Συγχρόνων Γνώσεων, άριθ. 142. Ζαχαροπούλου, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 160. Δρχ. 50.

ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ

TOOYNY Ρ.Χ. Η θρησκεία και η άνοδος του καπιταλισμού. Μετ. Δημοσθένη Κούρτοβικ. Κάλβος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 344. Δρχ. 280.

JAGOT PAUL-C. Πρακτική μέθοδος μαγνητι­ σμού — υπνωτισμού — υποβολής. Μετ. Δημήτρη Κώστελένου. Βιβλιοθήκη γιά Ό λ ο υ ς, ’Αθήνα. Σελ. 388. Δρχ. 300.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

GERMAIN WALTER Μ. Πώς ν’ άναπτύξετε τήν μαγική δύναμη τοΰ νοΰ σας. Μετ. Μ. Χατζηγιάννη. ’Εκδοτική έπιμέλεια Σ.Λ. Σταυρόπουλου. Γιά τούς ’Ερευνητές τοΰ Ά ποκρυφισμοΰ/Σειρά Πρώ­ τη, άριθ. 4. Δίδυμοι, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 260. Δρχ. 250.

ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ. Ή πείρα τοΰ έργατικοΰ κινήματος. Τόμος Β': Προλεταριάτο καί όργάνωση. Μετ. Βάσως Ψιμούλη — Ζωής Χριστοφίδου. ’Αμφορέας, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 312. Δρχ. 200.

ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ ΚΑΡΛΟΣ. Ταξίδι στό Ίξτλάν. Τά διδάγματα τοΰ Δ ό ν Χ ουάν. Μετ. Λουκά Θεοδωρακόπουλου. Καστανιώτης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 352. Δρχ. 250.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ Αίμα στό Κολοσσαΐο. ’Α ρχαία μαρτύρια. Εΐσαγωγικά-έλεύθερη άπόδοση Ά θ . Κοτταδάκη. Τήνος, ’Αθήνα. Σελ. 152. Δρχ. 90. ΓΚΙΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. 'Ιεράρχες διάκονοι τής χούν­ τας. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 152. Δρχ. 130. ΠΕΤΡΙΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. Κύπρος. Φώς στ παρασκήνια. Ά γνω σ τα συγκλονιστικά ντοκου μέντα. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 130. ELIADE MIRCEA. Ό σαμανισμός καί οί άρχαϊκές τεχνικές τής έκστασης. Μετ. ’Ιφιγένειας Μποτηροπούλου. Χατζηνικολή, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 364. Δρχ. 400. ΛΑΟ ΤΣΕ. Ταό-τέ κίνγκ. ’Απόδοση άπό τήν 82

ΚΟΥΜ ΑΝΤΟ? Γ.Α. Δημοκρατία στήν πράξη. Μετόπη, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 458. ΜΥΛΩΝΑΣ ΣΠΥΡΟΣ. ’Εθνική κρίση. Δοκίμια. Λευκωσία, 1978. Σελ. 96. ΣΤΑΒΡΙΑΝΟΣ ΛΕΦΤΕΡΗΣ Σ. Η υπόσχεση του επερχόμενου μεσαίωνα. Μετ. Γιώργου Κ. Καραγιάννη. Κάλβος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 288. Δρχ. 2 00 . ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ Π. Ή άναρχία. Μετ. I. Ζερβού. Ή ριδανός, ’Αθήνα. Σελ. 112. Δρχ. 150. ΜΕΝΤΒΕΝΤΕΦ Ρ. — ΛΕΡΤ Ρ.— ΚΟΠΕΛΕΦ Λ. — ΕΓΚΟΡΟΦ Π. — ZIMIN A. — ΚΡΑΣΙΚΟΦ A. ’Αντιπολιτευτικές τάσεις στή Σοβιετική Έ νωση. Μετ. Ά ντό νιο Σολάρο. Ό δυσσέας, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 256. Δρχ. 180.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ VACALOPOULOS CONSTANTIN ΑΡ. Lemaitre et la crise financiere de la Grece (1842-1843).


Thessalonique, 1979. Σελ. 112. ΠΟΠΟΦ Π Ο Υ ΡΙ. Οι άναπτυσσόμενες χώρες άπό τή σκοπιά τής μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Σύγχρονη Ε π οχή , Α θ ή ν α , 1978. Σελ. 160. Δρχ. 120 .

ΔΙΚΑΙΟ-ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ ΖΗΣΗΣ Κ. Ή καταγγελία τής σχέσεως έξηρτημένης εργασίας άορίστου χρόνου. Σάκκουλας, ’Α θήνα. Σελ. 260. Δρχ. 300. ’Αστικός Κώδιξ καί Εισαγωγικός Νόμος. Μετά λεπτομερούς εύρετηρίου. Κριτική έκδοση Ίωάννου Σ. Σπυριδάκη. Σάκκουλας, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 792. Δρχ. 250. Μ ΟΙΣΕΝΙΓΟ Σ ΣΠΥΡΟΣ. Θέματα δικαιοσύνης. ’Ά ρ θ ρ α καί διατριβές, τά περισσότερα άνάτυπα άπό τόν ήμερήσιο τύπο («Βήμα», «Βραδυνή» κλπ). Μαρής, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 160. Δρχ. 150. ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ Ι.Σ. Μελέτες καί σχόλια γιά σύγ­ χρονα ζητήματα άστικοϋ δικαίου. Σάκκουλας, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 328. Δρχ. 350.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΑΙΔΑΓ/ΚΗ ΓΑΛΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Τό έλληνικό φοιτητικό κίνη­ μα καί οί έπιπτώσεις του στό κατεστημένο άπό τό Β' Παγκ. Πόλεμο καί έξής. Μ ελέτη. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 64. Θέματα παιδείας. Μελέτες. Κέντρο Μαρξιστικών ’Ερευνών/ Σειρά II, άριθ. 3. Σύγχρονη ’Εποχή, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 200. Δρχ. 140. ΚΟΚΟΛΗΣ Ξ. — ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ Τ. — ΠΙΣΤΑΣ Π. — ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ Λ. — SA U N IER Μ. — ΠΑΡΙΣΗΣ Μ. — ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ Δ . Ή διδασκαλία τής σύγχρονης ποίησης στή μέση έκπαίδευση. ’Εκπαι­ δευτήρια Ζηρίδη, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 192. Δρχ.

ΦΡΑΓΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Π. 'Ελληνικά καί εύρωπαϊκά πανεπιστήμια. Τά πανεπιστήμιά μας καί τά «μήλα τών Εσπερίδω ν». Μελέτη. Παπαζήσης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 80. ΜΠΡΥΚΝΕΡ ΧΑΪΝΡΙΧ. Πριν γεννηθεί ένα παιδί. Πού μεγαλώνει ένα π αιδί — Τά γεννητικά δργανα — Πώς φτάνει τό σπέρμα τού πατέρα στό ώάριο τής μητέρας — Πώς άρχίζει ή άνάπτυξη ένός καινούργιου άνθρώπου — Ή έγκυμοσύνη κι δ τοκετός — ’Επίσκεψη στόν παιδίατρο — Ό πατέ­ ρας, ή μητέρα, τό παιδί. Μετάφραση άπό τά γερμανικά Γ.Ξ. Μ αρίνου. Παιδαγωγικά Έ ρ γα ,

ά ρ ιθ . 1. ’Α ν τ ιπ α ρ ά λ λ η λ α , ’Α θ ή ν α , 1 9 7 8 . Σ ε λ . 8 0 . Δ ρ χ . 120.

ΜΠΡΥΚΝΕΡ ΧΑΪΝΡΙΧ. Τί άπαντάς δταν τό π α ι­ δί σου σέ ρωτάει; ’Α π ό πού έρχονται τά μωρά; — Πώς βγαίνουν τά μωρά άπ’ τήν κοιλιά τής μαμάς; — Πώς μπαίνουν στήν κοιλιά της; — Γιατί χρειά­ ζεται ό μπαμπάς; Μετάφραση ά πό τά γερμανικά Γιώργου Ξ. Μ αρίνου. Παιδαγωγικά Έ ρ γα , άριθ. 2. ’Αντιπαράλληλα, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 64. Δρχ. ΡΑΝΤΙΤΣΕ ΛΟΥΤΣΙΟ ΛΟΜ ΠΑΡΝΤΟ. Ή δια­ νοητική άνάπτυξη τού παιδιού. Μετ. ’Αποστόλη Τσέλιου. Ό δυσσέας, ’Α θήνα. 1978. Σελ. 232. Δ ου. 1ΛΟ ΚΛ

ΣΧΟΑΙΚΑ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ-ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ Π. Προ­ βλήματα ιστορίας καί θέματα βυζαντινής ιστο­ ρίας. Γιά τούς μαθητές Γενικού Λυκείου. Δοκιμές πάνω σ’ ένα νέο τρόπο κατανόησης κι έρμηνείας τής («κατ’ έπιλογήν») 'Ιστορίας. 'Ορόσημο, ’Α θή­ να, 1978. Σελ. 224. Δραματική ποίηση Γ' Γυμνασίου: Προμηθέας δε­ σμώτης — ’Αντιγόνη — ’Ιφιγένεια έν Ταύροις. Εισαγωγές — σημειώματα — σχόλια Κώστα Γεωργουσόπουλου. Ο .Ε .Δ.Β ., ’Α θήνα, 1978. Σελ. 320. ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Κείμενα καί άναλύσεις. Ποίηση-Πεζογραφία. Τόμος Β'. Γ' έκδοση. Διογένης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 352. Μ ΑΡΑΓΚΑΚΗΣ ΕΜ Μ ΑΝΟΥΗΛ ΝΙΚ. Συντα­ κτικό τής άρχαίας έλληνικής γλώσσας. ’Α παραίτη­ το γιά καθηγητές φιλόλογους, φοιτητές φιλολο­ γίας, υποψήφιους άνώτατων σχολών καί μαθητές Λυκείου. Κνωσσός, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 288. Δρχ. 300.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΖΗΣ ΠΕΤΡΟΣ Α . ’Α ρχαίοι καί σύγ­ χρονοι Θράκες. Ή θ η καί έθιμα τών άρχαίων καί οί ρίζες τών σημερινών Θρακών. Ξάνθη, 1978. Σελ. 162. Δρχ. 250. Δημοτικά τραγούδια. ’Ακριτικά. Μελέτη — ση­ μειώσεις — σχόλια — άνθολόγηση Βασίλη X. Μάκη. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, άριθ. 1. Έ πικαιρότητα, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 240. Δρχ. 150. ΖΑ Π Π ΑΣ ΤΑΣΟΣ. Εύβοϊκά Β'. ’Α λκαίος, ’Α θ ή ­ να, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 200. 83


Π Α Π Α Π Ο Σ Τ Ο Λ Ο Υ Τ Α Σ Ο Σ . Μ ύθοι — Θ ρύλοι — Π α ρ α δ ό σ ε ις . Δ η μ α κ α ρ ά κ ο ς, ’Α θ ή ν α , 1 9 7 8 . Σ ελ . 1 5 6 .

ΠΡΕΛΩΡΕΝΤΖΟΣ I. Δωρικοί άντίλαλοι στήν Κάτω ’Ιταλία. Ελληνόφω νοι τού Σολέντο καί της Καλαβρίας. Δρυμός, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 120. ΧΑΤΖΗΜ ΙΧΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Ή έλληνική λαϊ­ κή φορεσιά. Τόμος Α': Οί φορεσιές μέ τό σιγκούνι. ’Επιστημονική έπιμέλεια Τατιάνας ΊωάννουΓιανναρά. ’Επιμέλεια έκδόσεως ’’Αγγέλου Δεληβορια. Μουσείο Μπενάκη— Μέλισσα, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 404. Δρχ. 2.000.

(Hatha Yoga). Γιά τέλεια ύγεία μέ φυσική διαβίω­ ση. Μετάφραση — πρόλογος — σχόλια Γιώργου Βασιλάκη. Κέντρο Πνευματικής καί Σωματικής ’Α ναγέννησης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 280. Δρχ. 200.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΥΒΑΡΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Π. Σύμμικτα. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 75.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΓΛΩΣΣΑ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ ΠΑΥΛΟΣ Π. Τά τοπωνύμια καί ή άνθρωπογνωσία. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 24. Δρχ. 100 .

ΝΑ ΖΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. Βασικές άρχές όργανώσεως καί διοικήσεως έπιχειρήσεων. Β' έκδοση. Πρόλογος Παν. Σταθόπουλου. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 144. Δρχ. 550.

ΙΑΤΡΙΚΗ

ΤΕΧΝΗ

Μ ΑΡΟΥΛΗ ΕΛ ΕΝ Η-ΒΑ ΛΑ ΗΣ ΤΙΜΟΣ. Οικο­ γένειες παιδιών μέ σύνδρομο Down. Προβλήματα καί άντιμετώπισή τους. ’Ινστιτούτο Υ γεία ς τού Παιδιού, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 56.

ΔΗΜ ΗΤΡΙΟΥ ΣΩΤΗΡΗΣ. Λ ε |ικ ό δρων. Τόμος Α': Σημειολογικής καί δομικής άνάλυσης τής τέχνης. Καστανιώτης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 216. Δρχ. 250.

ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ­ ΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟ. Νά μάθουμε νά κά­ νουμε έρωτα. Μετ. Ζωής Πιλαφτσόγλου. Πρόλο­ γος «Κίνησης γιά τήν ’Απελευθέρωση των Γυναι­ κών». Μικρή Σειρά, άριθ. 5. ’Α νδρομέδα, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 64. Δρχ. 40.

Μέθοδος θεραπείας διά τού μαγνητισμού. Μαγνητική θεραπευτική. ’Ασθέ­ νειες τού άναπνευστικού συστήματος — ’Ανωμα­ λίες πεπτικού συστήματος — Ή νεφρική άνεπάρκεια — Ή ήπατική άνεπάρκεια — 'Ο ρευματισμός — Ή ίσχυαλγία — Οί καρδιακές άνωμαλίες — Ή ύδρωπικία — Τό άσθμα καί τό έμφύσημα — Ή παράλυση — Οί νευρικοί καί οί σπασμωδικοί — Οί άσθενικοί — Δερματοπάθειες καί αισθητικές άλλοιώσεις — Ή άδενοπάθεια — Παιδική έξασθένιση — ’Αδυναμία — Συγκοπική διάθεση — Τά άλγη — Ή γρίππη — Ή άϋπνία — Έξανθηματικός πυρετός. Μετ. Όθωνα Άργυρόπουλου. Βι­ βλιοθήκη γιά Όλους, Άθήνα.Σελ. 160. Δρχ. 120. JAGOT PAUL-C.

ΡΑΙΧ ΒΙΛΧΕΛΜ. Ό συσσωρευτής όργονοενέργειας: ή ιατρική καί έπιστημονική του χρήση. Μετ. Λεωνίδα Κ. Βιοενέργεια, ’Α θήνα. Σελ. 80. Δρχ. R A M ACHARAKA (YOGI). Στίς ρ ίζες της ζωής.

ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΡΦΑΡΑΣ Μ ΙΧΑΛΗΣ ΕΜΜ. Ζήσης ”Αφεριμ: ό άνθρωπος, ό γλύπτης, ό κεραμίστας. Κάμειρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 40. Δρχ. 70.

ΣΧΕΔΙΟ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗΣ Α . Λάρισα. Τέσσερες άκουαρέλλες καί τριάντα τρία σχέδια. Εισαγωγή Κίτσου Α. Μακρή. Κέδρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 92. Δρχ. 550. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Οί σπόροι. Guten­ berg, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 112. Δρχ. 180. Τά Πουλιά καί ή άρχιτεκτονική μας κληρονομιά. Σώμα Έ λληνίδων 'Οδηγών / Κλάδος Πουλιών, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 120.


ΧΑΤΖΗΦΩΤΙΟΥ ΖΑΧΟΣ. Χιούμορ καί ζωγρα­ φική. Παχσούρης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 144. Δρχ. 300.

ΜΟΥΣΙΚΗ

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

ΔΑΣΚΟΥΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. ’Ανάλυση τών Σπου­ δών τού Chopin, έργο 25, άρ. 1-12. Δωδώνη, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 130. Δρχ. 200.

ΣΠΕΤΣΙΕΡΗ-BESCHI ΚΑΤΕΡΙΝΑ. Τό όλοκαύτωμα τού Ά ρκα δίου. Σχέσεις πρότυπου καί άντιγράφων. ’Ανάτυπο άπό τό «’Αρχαιολογικό Δελ­ τίο», τ. Λ'. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 32. ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ ΝΙΚΟΣ. Ζωγραφική-κείμενα. Κέ­ δρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 116. Δρχ. 600.

ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ ΣΠΕΤΣΙΕΡΗ-BESCHI ΚΑΤΕΡΙΝΑ. ’Α λέξαν­ δρος Ή σαΐας, ό προδότης τής ιδεολογίας τού Μακρυγιάννη. ’Α νάτυπο άπό τή «Στήλη», τόμος εις μνήμην Νικολάου Κοντολέοντος.’Α θήνα, 1978. Σελ. 34.

ΝΑΚΑΣ ΘΑ ΝΑΣΗΣ. Ό Σεφέρης καί ή μουσική. ’Α νάτυπο άπό τό περιοδικό «’Ηπειρωτική Ε στία». Νεοελληνικά Μελετήματα, Γιάννινα, 1978. Σελ. 24. KAROLΥΙ ΟΤΤΟ. Εισαγωγή στή μουσική. Μετ. Τρισεύγενης Καλοκύρη. Μουσική, άριθ. 1. Έ γνατία, Θεσσαλονίκη. Σελ. 224. Δρχ. 180.

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ A LEX A N D ER C.H. Ο ’ D . — BEACH Τ. J. Έ ν α ς νέος τρόπος γιά νά μάθετε σκάκι. Μετ. Ά ν δ ρ έα Τσακαλή. Κονιδάρης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 160. Δρχ. 150. Τό ούώτερ πόλο καί άλλα παιχνίδια στό νερό. ’Απόδοση κειμένων άπό τά άγγλικά καί γαλλικά Ά ν δ ρ έα Κοντοσιάνου—άπό τά γερμανικά Σπά­ ρου Κουκίδη. Tele-Press, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 112. Δρχ. 170.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΤΕΛΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Δ . ’Επαγγέλματα τού χθές μαζεμένα σήμερα. Μιά φωτογραφική Αποτύ­ πωση. Μετ. ’Ιόλης Πατέλλη. Καλλιτεχνική έπιμέλεια έκδοσης ’Αλεξάνδρας Ν. Πετρίδου. Παράδο­ ση, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 156. Δρχ. 480. Ρέθυμνο. Παλιές φωτογραφίες. Συλλογή Α . Ν ενεδάκη. Φωτογραφία Γεωργίου Περισσάκη— Κων/ νου Κούνουπα — Ευάγγελου Γλυστρίδη. Στίχοι άπό τόν «Κρητικό Πόλεμο» τού Μαρίνο Τζάνε Μπουναλή. Μετ. ’Αγλαΐας Ά ρχοντάκη. ’Αθήνα. Σελ. 108. Δρχ. 250.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣ. Ρομαντικό ση­ μείωμα. Σενάριο. Τράμ / Λογοτεχνία, άριθ. 36. Έγνατία, Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 56. Δρχ. 40. ΚΟΤΡΩΝΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ. Ό έρωτισμός στόν σημερινό κινηματογράφο. Ίδεοδρόμιο, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 32. Δρχ. 50.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Πολιτικά. Τόμοι A': Ι-ΙΙΙ + Β': IV-V + VI-VIII. Εισαγωγή — μετάφραση — σχόλια Παναγή Λεκατσά. ’Επιμέλεια έκδοσης Γιάννη Κρρδάτου + [Γιάννη Κορδάτου + Εύάγγελου Παπανούτσου], Βιβλιοθήκη ’Α ρχαίων Συγ­ γραφέων, άριθ. 57 + 58. Ζαχαροπούλου, ’Αθήνα. Σελ. 776. Δρχ. 150 + 150. ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ. Ειδύλλια. Εισαγωγή — μετάφραση — σχόλια Ά λ . Φωτιάδη. ’Επιμέλεια έκδοσης Γιάν­ νη Κορδάτου. Βιβλιοθήκη ’Αρχαίων Συγγραφέων, άριθ. 56. Ζαχαροπούλου, ’Α θήνα. Σελ. 242. Δρχ. 150. Μ ΑΖΑΡΑΚΗ ΣΑΠΦΩ. «Πολιτεία» ή «Περί δι­ καίου». Φιλοσοφικές, πολιτικές, κοινωνικές, ψυ­ χολογικές, παιδαγωγικές άπόψεις τού Πλάτωνος. Πρόλογος Ά θ α ν . Β. Βερτσέτη. Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 24. Δρχ. 60. Μ ΕΝΑΝΔΡΟΣ. Κωμωδίαι. Εισαγωγή — μετά­ φραση — σχόλια Θ. Σταύρου. ’Επιμέλεια έκδοσης Εύάγγελου Π απανούτσου. Βιβλιοθήκη ’Αρχαίων Συγγραφέων, άριθ. 60. Ζαχαροπούλου, ’Α θήνα. Σελ. 340. Δρχ. 150. 85


PANAGOPOULOS ANDR EA S. Captives and ho­ stages in the Peloponnesian War. Grigori, Athens, 1978. Σελ. 260. Δρχ. 600.

ΕΛΥΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ. Μαρία Νεφέλη. "Ικαρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 120. Δρχ. 250. ΕΥΘΥΜ ΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗΣ. Στό χώρο τών συμπληγάδων. Ποιήματα. Ρόδος, 1978. Σελ. 80.

ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ. ’Α χαϊκά. Εισαγωγή — μετάφραση — σχόλια Π.Α. Νεραντζούλη. ’Επιμέλεια έκδοσης Γιάννη Κορδάτου. Βιβλιοθήκη ’Α ρχαίων Συγγρα­ φέων, άριθ. 59. Ζαχαροπούλου, ’Αθήνα. Σελ. 200. Δρχ. 150.

ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΛΟΥΚΑΣ. ’Αναδρομή. Ποιήματα. Καστανιώτης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 48. Δρχ. 60.

ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. Λεξικό της μυκη­ ναϊκής Ελληνικής. Τόμος Α': ά-βέλεμνον. ’Α θή­ να, 1978. Σελ. 322. Δρχ. 300.

ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ I. Στά μέτωπα τών καιρών... Ποιήματα. ’Απανεμιά, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 32.

ΡΕΝΤΙΦΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΗΛ. Ή όργή στήν άρχαία έλληνική τραγωδία. Διατριβή έπί διδακτορίςι. ’Ιωάννινα, 1978. Σελ. 384. Δρχ. 400.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. "Απαντα: ΠοιήματαΠεζά. Πέλλα, ’Α θήνα. Σελ. 228. Δρχ. 140.

SOPHOCLIS. Tragoediae. Teiibner, Lipsiae, MDCCCLXXXIX. Παπαδήμας, ’Αθήνα, 1978. Σελ. cvi + 370. Δρχ. 280.

ΚΑΤΣΙΡΕΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ. ’Εμείς στήν αύλή μέ τά άγάλματα. Ποιήματα. Νέα Σκέψη, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 88. Δρχ. 100.

ΒΕΡΝΑΝ ΖΑΝ-ΠΙΕΡ — ΒΙΝΤΑΛ-ΝΑΚΕ ΠΙΕΡ. Μ ύθος καί τραγωδία στήν άρχαία Ε λλάδα. Μετ. Στέλλας Γεωργούδη. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 260. Δρχ. 250.

ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ. Ποιήματα 1965-1978. Μ εταξάς — Μητρόπουλος, Πάτρα, 1979. Σελ. 90.

ΚΟΡΕΑΣ ΔΙΑΜ ΑΝΤΗΣ. Ποίηση I. Σελ. 64.

MOSSfi CLAUDE. Ιστορία τών πολιτικών θεω­ ριών στήν άρχαία Ε λλάδα. Μετ. Φοίβου ’Α ρβανί­ τη. Τί Ξέρω; / Ή Πυξίδα τών Συγχρόνων Γνώσε­ ων, άριθ. 144. Ζαχαροπούλου, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 128. Δρχ. 60.

ΛΕΒΑΝΤΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ. Πρόσω ’Α θήνα, 1978. Σελ. 64. Δρχ. 100.

όλοταχώς.

ΛΙΑΡΟΥΤΣΟΣ Θ. Παλιννόστηση. Πειραιάς, 1978. Σελ. 64.

Ποιήματα.

DOVER K.J. Ή κωμωδία τοΰ ’Αριστοφάνη. Μετ. Φάνη I. Κακριδή. Μορφωτικό "Ιδρυμα ’Εθνικής Τραπέξης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 352. Δρχ. 300.

ΜΗΤΣΑΚΗΣ Κ. Ό πετραρχισμός στήν Ε λλάδα. ’Α νθολογία έλληνικοϋ σονέτου. ’Α θήνα, 1978. Σελ. xvi + 256. Δρχ. 300. ΜΟΛΥΒΙΑΤΗ Α ΓΑΠΗ. Σονέτα. Ίωλκός, ’Α θή­ να, 1978. Σελ. 64. Δρχ. 150.

ΠΟΙΗΣΗ

ΜΟΥΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Τής ζωής μου κάποιες ώρες. Ε' έκδοση. Προλογικό γράμμα Στεφ. Δ ά ­ φνη. Νεοελληνική Τέχνη, ’Αθήνα. Σελ. 48.

ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ ΔΗΜ ΟΣΘΕΝΗΣ. Κυκλομικρο· ροές. Ό λκός, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 40.

ΕΓΓΛΕΖΟΣ ΤΑΣΟΣ. Πόλεις τού κόσμου. ’Α θή­ να, 1978. Σελ. 128. Δρχ. 150.

ΝΙΑΡΧΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. — ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ Α Ν ΤΩΝΗΣ. Ποίηση ’78. Μέ άνέκδοτα ποιήματά τους: Ά νδρ έα ς Ά γγελάκης — Κρίτων Ά θ α ν α σούλης — Μαντώ Ά ραβαντινοϋ — Μάριος Ά φ εντόπουλος — Μπίλη Βέμη — Τάσος Δενέγρης — Φίλιππος Δραγούμης — Ά λέξη ς Ζακυθηνός — Ρούλα Κακλαμανάκη — Νικόλαος Κάλας — Λευτέρης Κανέλλης — Νίκος Καρύδης — Λίνα Κάσδαγλη — Τάσος Κόρφης — Μαρία Κυρτζάκη — Κώστας Λ αζανας — Τζένη Μαστοράκη — Κώστας Μάντης — ’Αριστοτέλης Νικολαΐδης — Γιώργος Παναγιώτου — Λένα Π αππα — Νίκος Παππάς — Κώστας Πλαστήρας — Τάσος Ροΰσσος — Μ αρία Σερβάκη — Σπύρος Τσακνιάς — Καίτη Τσιαμπούση — Στρατής Χαβαριάς — Κυ­ ριάκος Χαραλαμπίδης — Μ άνος Χατζηδάκις — Δημήτρης Χριστοδούλου. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 144. Δρχ. 150.

ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ. Στήν κοιλάδα μέ τούς ροδώνες. Μέ είκοσι έγχρωμους πίνακες καί ένα σχέδιο. "Ικαρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 232. Δρχ. 600.

ΠΛΑΚΩΤΑΡΗ Α Λ ΕΞ ΑΝ ΔΡΑ . Χ αρμολύπη. Π οι­ ήματα. ’Εκδόσεις τών Φίλων, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 80.

ΒΛΑΧΟΣ ΝΙΚΟΣ. Ήρωϊκή έποχή κι άλλα ποιή­ ματα. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 48. VOISKOU ELfiNIE. Verites. Poemes. Athenes, 1979. Σελ. 64. ΓΑΛΑΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Ύ φ ο ς καί παρουσία. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 64. ΓΙΑΝΝΑΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Ά νθρ ω π ογραφία. Πλειάς, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 48.

86


ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Τό άρχαίο σαξόφω­ νο. Τράμ / Λογοτεχνία, άριθ. 38. ’Εγνατία, Θεσ­ σαλονίκη. Σελ. 48. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΧΑΡΗΣ. ’Ανεπίδοτα. Ποιήμα­ τα. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 64. Δρχ. 80. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΟΣ X. ’Απουσία I. Ποιή­ ματα. Δωδέκατη "Ωρα, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 48. Δρχ. 80. ΣΦΥΡΙΔΗΣ ΠΕΡΙΚΛΗΣ. ’Αντιπαροχή. Ποιήμα­ τα. Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 40. ΤΑΣΤΑΝΗΣ ΑΡΗΣ. Δεκατέσσερα ποιήματα γιά τόν Φώτη Ά γγουλέ. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 32. ΤΣΑΤΣΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Ν. Ποιήματα. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 64. Δρχ. 150. ΦΕΛΟΥΚΑΤΖΗ ΗΡΑ. Συνειρμοί. Κολάζ Δημήτρη Καλοκύρη. Λογοτεχνία, άριθ. 3. ’Ανδρομέδα, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 48. Δρχ. 70. ΦΙΛΙΠΠΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ. Συλλογή 43 ποιημά­ των. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 100. ΧΡΟΝΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Τά μαϋρα τακούνια. Τράμ/ Λογοτεχνία, άριθ. 51. ’Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1979. Σελ. 96. Δρχ. 60. BOGNO MARISA. Δώδεκα ποιήματα. Μετάφρα­ ση άπ’ τά γαλλικά Χρήστου Κατσιγιάννη. ’Α θήνα, 1979. Σελ. 40. PONGE FRANCIS. Ή φωνή τών πραγμάτων. Ποιήματα. Μετ. Χριστόφορου Λιοντάκη. Πλέθρον, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 72. Δρχ. 100.

’Αθήνα, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 200. ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΛΙΛΗ. ’Επάγγελμα: πόρνη. Παπαζήσης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 132. Δρχ. 150. ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗΣ. Ή «τρέλα» πού καίει. Μνήμες σπαραχτικές τών φοβερών καιρών τής άδερφοσφαγής. Μυθιστόρημα. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 328. Δρχ. 300. ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ. Τό δικό μας αίμα. Π εζο­ γραφήματα. Ερμής, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 216. Δρχ. 200 . ΚΑΛΛΙΓΙΑΝΝΗ ΘΑΛΕΙΑ. Ή άρχόντισσα μέ τό κόκκινο άλογο. Μυθιστόρημα. Βιβλίο Γ'. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 560. Δρχ. 300. ΚΑΡΑΤΖΑ ΕΛΕΝΗ Σ. Ή Λυσιστράτη άπ’ τό νησί. Διηγήματα. Νέα Σκέψη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 104. Δρχ. 100. ΚΟΚΚΑΛΙΔΟΥ-ΝΑΧΜ ΙΑ NINA. "Αγονη γραμ­ μή. Έ γνατία, Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 256. ΚΟΦΙΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Η μέρες 1940-41. Ημέρες δυστυχίας, ώρες πόνου, εικόνες φρίκης κι ύστερα όραματισμοί γιά ένα αύριο... πιό άνθρώπινο. Ά ρ ίω ν , ’Αθήνα. Σελ. 232. Δρχ. 150. ΚΥΡΙΜΗΣ ΦΑΙΔΩΝΑΣ. Ό βιασμός τής Λουίζας. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 100. ΛΑΓΓΟΥΡΕΛΗ ΜΑΡΙΑ. Α ίθουσα άναμονής. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. ΜΑΔΑΡΙΤΗΣ ΝΙΚΟΣ-Μ ΑΔΑΡΙΤΗ ΑΡΓΥΡΩ. Στά βουνά τής Κρήτης καί στην παρανομία. ’Αλη­ θινές ιστορίες. ’Εκδόσεις 70-Πλανήτης, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 256. Δρχ. 200.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΗΛΙΩΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ. Τά διηγήματα τής δοκιμασίας. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 120 .

ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΛΤΗΣ X. Ό «Μοναχόκοσμος» τοΰ Βάσου Ρομπόλα. 'Ιστόρημα μιας ζωής. Α θ ή να , 1978. Σελ. 424. Δρχ. 250.

ΜΗΤΣΟΡΑ ΜΑΡΙΑ. "Αννα νά ένα άλλο. Λογοτε­ χνία, άριθ. 1. "Ακμών, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 168. Δρχ. 150.

ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Ή ζωή μου δλη. Στέλιος Καζαντζίδης. Έ λληνες Πεζογράφοι, άριθ. 3. Φιλιππότης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 164. Δρχ. 200.

ΜΠΑΡΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. Φάσεις. ’Αφηγήμα­ τα. Πεζογραφία, άριθ. 4. Πρόσπερος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 120.

ΒΟΥΣΒΟΥΝΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ. Προμήνυμα. Γ έκ­ δοση. Γαλαξίας, άριθ. 10. Έρμείας, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 148. Δρχ. 150.

ΜΠΟΥΤΒΑΣ ΝΙΚΟΣ. Έ νοπλοι. Διηγήματα. Β' έκδοση. Σύγχρονη ’Εποχή, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 120. Δρχ. 80.

ΒΡΕΤΤΟΣ ΣΠΥΡΟΣ. Ή κάθαρση. Μυθιστόρημα. Καστανιώτης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 136. Δρχ. 100.

ΝΕΟΦΩΤΙΣΤΟΥ ΜΑΡΙΑ. Ά βά ντι, Πατούνα! Νουβέλα. Πύλη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 104. Δρχ. 120 .

ΓΑΪΤΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Συνάντηση στό «Vani­ shing Point». Μυθιστόρημα. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 150. ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΦΡΕΝΤΥ. «Τζίμμυ πάρε ένα φυστίκι...». Εύθυμογραφήματα. Σκίτσα Κύρ. Κάκτος,

ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Ό κόσμος είναι άλλος. Διηγήματα καί άφηγήσεις. Κέδρος, ’Α θή­ να, 1978. Σελ. 256. Δρχ. 250. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ. Ό Ά ντώ ναρος καί οΐ 87


άλλοι. Διηγήματα. Πΰλη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 80. ΠΑΪΔΟΥΣΗ ΓΙΟΝΑ MIKE. Τά παιδιά της σπη­ λιάς. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 76. Δρχ. 100. ΠΑΠΑΔΗΜ ΗΤΡΙΟΥ ΜΑΡΙΑ. Τό μαχαίρι. Κέ­ δρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 84. Δρχ. 100. ΠΕΤΡΑΚΗ ΑΙΜΙΛΙΑ. Μέρες καί ώρες. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 200. ΡΟΪΔΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ. "Απαντα. Φιλολογική έπιμέλεια "Αλκή ’Αγγέλου. Τόμοι Α': 1860-1867 + Β': 1868-1879 + Γ': 1880-1890 + Δ': 18911893 + Ε': 1894-1904. Φιλολογική Βιβλιοθήκη, άριθ. 1. 'Ερμής, ’Αθήνα, 1978. Σελ. [ιθ' + 402] + 432 + 434 + 412 + 504. Δρχ. 2.100. ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Τά πουλιά μέ τό λάστι­ χο. Περγαμάδης, Χαλκίδα, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 230. ΤΣΑΚΑΛΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ. Ό άνθρωπος καί ό χρόνος. Διηγήματα. Θερμοπύλες, Πειραιάς, 1978. Σελ. 120. Δρχ. 120. ΤΣΙΦΟΡΟΣ ΝΙΚΟΣ. Ιστορία τής Γαλλίας. Έ ρ­ μης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 336. Δρχ. 250. ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΑΓΙΣ. Κούρο σίβο (Μαύρο ρεύμα). Φέξης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 232. Δρχ. 160.

BARRETT WILLIAM. Τό άριστερό χέρι τού Θεού. Μυθιστόρημα. Μετ. Ν. Β. Τυπάλδου. Συν­ τροφιά, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 360. Δρχ. 200. ΜΠΟΡΧΕΣ ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ. ’Ανθολογία. Εισα­ γωγή — μετάφραση — σημειώσεις Λάμπρου Καμπερίδη. Δόμος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 288. Δρχ. 250. ΜΠΩΒΟΥΑΡ ΣΙΜ ΟΝ ΝΤΕ. Έ ν α ς πολύ γλυκός θάνατος. Μετ. Γεωργίας ’Αλεξίου. Ξένη Πεζογρα­ φία, άριθ. 9. Γλάρος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 100. Δρχ. 80. ΣΕΛΙΝΚΟ Α.Μ. "Ολα θά πάνε καλά. Μετ. Ά γ γ . Νίκα. Πατούχας, ’Αθήνα. Σελ. 272. Δρχ. 200. ΣΙΖΟΦ Μ. Μιχαήλ Λομονόσοφ. Μετάφραση — θεώρηση άπό τά ρώσικα Σταύρου Ζορμπαλά— Νίκου Κιτόπουλου—Ά λέκου Κουτσούκαλη. Ά κάδημος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 542. Δρχ. 300. ΣΤΟΕΦ ΓΕΝΤΖΟ. Ή τιμή τού χρυσού. Μετ. Κώστα Ά θ . Σιαπέρα. Βιβλιοθήκη Βουλγάρικης Λογοτεχνίας, άριθ. 7. Ποσειδώνας, Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 136. Δρχ. 100. ΤΟΛΣΤΟΪ ΛΕΩΝ. Φιοντόρ Κουζμίτς. Μετ. Κοραλλίας Μακρή. Κριτικά σημειώματα Ζάν ΖωρέςΛέοντα Τρότσκυ. Ή ριδανός, ’Α θήνα. Σελ. 88. Δρχ. 120.

ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ ΤΑΚΗΣ. Ά τ ο μ ο . Νέα Σύνορα, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 216.

ΜΕΛΕΤΕΣ

ΓΟΥΑΤΚΙΝΣ ΛΕΣΛΥ. Εναλλακτική λύση 3. Ά π ό τό φίλμ τής Ά ν γκ λ ια Τελεβίζιον των Ντέιβιντ Ά μ π ρ ο υ ζ — Κρίστοφερ Μάϊλς. Μετ. Γιώρ­ γου Μπαρουξή. Κονιδάρης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 270. Δρχ. 250.

ΒΑΡΙΚΑΣ ΒΑΣΟΣ. Κώστας Βάρναλης — Κώ­ στας Καρυωτάκης. Β' έκδοση. Πλέθρον, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 196. Δρχ. 170.

ZAMYATIN YEVGENY. Εμείς. Μετ. ’Αλίκης Άλεξανδράκη. Πλέθρον, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 252. Δρχ. 220. ΚΑΜΙΣΣΟ ΑΝΤΕΛΜΠΕΡΤ ΦΟΝ. Ή άλλόκοτη ιστορία τού Πέτερ Σλέμηλ. Μετ. Μαρίας-Λουίζας Κωνσταντινίδη. Ξυλογραφίες Έ ρνστ-Λούντβιχ Κίρχνερ. Κριτική στό κείμενο Βέρνερ Φόϋντελ. ’Α ναφορά στις έγχρωμες ξυλογραφίες τού Κίρ­ χνερ, Λόταρ Λάνγκ. Βιβλιοθήκη τών Νέων, ’Α θή­ να, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 100. ΚΑΦΚΑ ΦΡΑΝΤΣ. Γράμμα στόν πατέρα. Μετ. Νίκου Σπερίτη. Σχέδια τού συγγραφέα. Β' έκδο­ ση. Τράμ/Λ ογοτεχνία, άριθ. 35. Έγνατία, Θεσσα­ λονίκη, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 50. LEVIN IRA. Οί μυστηριώδεις γυναίκες τού Στέπφορντ. Εισαγωγή-μετάφραση Δημήτρη Παναγιωτάτου. Μπουκουμάνης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 132. ΜΟΥΖΙΛ ΡΟΜΠΕΡΤ. Τό μαγεμένο σπίτι — Ή Γκρίτξα. Μετάφραση-έπιμέλεια ’Αλέξανδρου Τσαρη. Ή ριδανός, ’Αθήνα. Σελ. 96. Δρχ. 160.

ΒΟΓΑΣΑΡΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού). Ό ποιητής τών μακρινών θαλασσι­ νών δρόμων. Σαμουράι, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 150. ΔΟΥΚΑΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. ’Ανθρώπινη έκδοχή. Δοκίμια. Τομές, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 250. ΖΗΡΑΣ ΑΛΕΞΗΣ. Θεωρία μορφών. Πλέθρον, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 184. Δρχ. 170. ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ Π .Δ. « Ό "Ορκος» τού Μαρκορά. Μελέτη φιλολογική — Κείμενο. Γρηγόρη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 232. Δρχ. 220. ΜΟΣΧΟΣ Ε.Ν. ’Αποτιμήσεις. Δοκίμια καί μελετήματα. "Ικαρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 304. Δρχ. 250. ΣΑΒΒΙΔΗΣ Γ.Π. Έφήμερον σπέρμα (19731978). ’Επιφυλλίδες, βιβλιοκρισίες, όμιλίες κυ­ ρίως μέ φιλολογικές καί εικαστικές άφορμές κα­ θώς καί άγνωστα κείμενα τού Παλαμά, τού Καβά-


φη, τοΰ Σεφέρη κ.ά. Έρμης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 320. Δρχ. 280. ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΑ'ΚΗΣ ΝΙΚΟΣ Ό Καραγάτσης. ’Ιωνία, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 296. Δρχ. 150. ΤΣΙΝΤΙΛΗ-ΒΛΗΣΜΑ PITA. ’Αγωνιστικές μορ­ φές: Παναΐτ Ίστράτι — Μαρίνος Ά ντύ π α ς — Νίκος Καββαδίας — Νίκος Καρβούνης. Σύλλογος «Ή Εύγερος», ’Α θήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 100. ELIOT Τ. S. Τέσσερα κουαρτέτα. Τό σημαντικό­ τερο ποίημα δλων των αιώνων σάν μήνυμα στόν εικοστό. ’Αποκάλυψη τοΰ μηνύματος. Μετάφραση — έρμηνευτικό δοκίμιο Έ φ ης ’Α θανασίου. Σελ. 208. Δρχ. 300. ΛΟΥΚΑΤΣ ΓΚΕΟΡΓΚ. Ή θεωρία τοΰ μυθιστο­ ρήματος. 'Ιστορικοφιλοσοφικό δοκίμιο γιά τίς μορφές της μεγάλης έπικής λογοτεχνίας. Μετ. Σεραφείμ Βελέντζα, ’Επιχειρήματα, άριθ. 6. "Ακμών, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 208. Δρχ. 170. N A D E A U M AURICE. 'Ιστορία τοΰ σουρρεαλισμοΰ. Μετ. ’Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου. Πλέθρον, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 260. Δρχ. 250. D U RA N T WILL. ’Εκφραστές της ζωής. Ή ζωή καί οί άπόψεις τών: Φώκνερ — Χέμινγουαίη — Στάϊνμπεκ — Σίνκλαιρ — Ο’Νήλλ — Τζέφφερς — Πάουντ — Τζόϋς — Έ λιοτ — Μώμ — Προύστ — Ζίντ — Βίττγκεστάϊν — Κίρκεγκαρντ — Χοΰσσερλ — Χάϊντεγκερ — Σάρτρ — ντέ Μπωβουάρ — Καμύ — Μάνν — Κάφκα — Καζαντζάκη — Σολόχωφ — Πάστερνακ — Σολζενίτσιν καί Γιεφτουσένκο. Τόμος Α '. Μετ. Ε λένης Μάρδα. Μπεργαδής, ’Αθήνα. Σελ. 400. Δρχ. 250. Ό Πούσκιν στις άναμνήσεις τών συγχρόνων του. Μετάφραση άπό τά ρώσικα Ζωής Α . Νάσιουτζικ. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 232. Δρχ. 220.

ΘΕΑΤΡΟ ΓΕΩΡΓΟΥΤΣΟΣ Κ. Θίασος τοΰ δρόμου Νάμπερ Ούάν. Δράμα σατιρικό. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 84. Δρχ. 100. ΘΡΥΛΟΣ ΑΛΚΗΣ. Τό έλληνικό θέατρο. Τόμος Δ': 1945-1948. “Ιδρυμα Κώστα καί Ελένης Ούράνη, άριθ. 6. ’Ακαδημία ’Α θηνών, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 564. Δρχ. 300. ΛΑΜ ΨΙΔΗΣ ΟΔ. Γύρω στό ποντιακό θέατρο. Υπόσταση καί ιστορία του: 1922-1972. Παραρτή­ ματα Περιοδικού «Ά ρ χεϊον Πόντου», άριθ. 10/ Πηγαί τής 'Ιστορίας τών Ελλήνω ν τοΰ Πόντου, άριθ. 3. ’Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 320. Δρχ. 320. ΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΡΙΣ. Θέατρο ’79. Τόμοι Α': Ή δευτέρα άπουσία. Έ ρ γο ν είς πέντε μικράς

πράξεις. + Β': Ή πανσιόν. Θερινόν τρίπρακτον. + Τ': Ή άντικλιμακτήριος καί άλλα 5 μονόπρα­ κτα. + Δ': Ή ψαρόσουπα καί άλλα 5 μονόπρακτα. + Ε': Ό προτελευταίος τών Μ όνικιν. Μ ονόλογος χωρίς άρχή καί χωρίς τέλος. Δαίδαλος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 116 + 108 + 128 + 124 + 80. Δρχ. 100

+ 100 + 100 + 100 + 100.

ΧΟΥΡΜΟΥΖΗΣ Μ. Ό τυχοδιώκτης. Κωμωδία. Ν ά Υπηρετούμε τό Λαό, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 160. Δρχ. 170. BAKKER W.F. «The sacrifice of Abraham». The Cretan biblical drama «Ή θυσία τοΰ ’Αβραάμ» and western european and greek tradition. University of Birmingham/Center for Byzantine Studies, Birmin­ gham, 1978. Σελ. 128. Λίρ. 4.50. ΜΠΡΕΧΤ ΜΠΕΡΤΟΛΤ. Πέντε μονόπρακτα: Π ό­ σο κοστίζει τό σίδερο; — Ντάνσεν — Φώς στά σκοτάδια — Μ ικροαστικοί γάμοι — Ό ζητιάνος ή τό ψόφιο σκυλί. Μετ. Μ αρίας-Λουίζας Κωνσταντινίδη. Κοροντζής, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 128. Δρχ. 60. ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. Δεσποινίς Τζούλια. Νατουραλιστική τραγωδία. — Ή πιό δυνατή. Μ ονόπρακτο. Μετ. Πέλου Κατσέλη. Πρό­ λογος "Αγγέλου Τερζάκη. Παγκόσμιο Θέατρο, άριθ. 57. Δωδώνη, ’Α θήνα. Σελ. 112. Δρχ. 120.

ΠΑΙΔΙΚΑ Α Ν ΔΡΟ ΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ ΛΟΤΗ. Γιά τήν άλλη πατρίδα. Σύγχρονο μυθιστόρημα γιά μεγάλα παιδιά. Εικονογράφηση Πέτρου Ζαμπέλη — "Αννας Μ ενδρινοΰ-’Ιωαννίδου. ’Εκδόσεις τών Φίλων, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 158. Δρχ. 150. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ Θ. ’Α π ’ δλα γιά δλους. ’Εκδο­ τική έπιμέλεια Γιάννη Γ. Θωμόπουλου. Καλλιτε­ χνική έπιμέλεια-έξώφυλλο Τάκη Τζανετέα. Τέχνη καί ’Επιστήμη, άριθ. 14. Μίνωας, ’Α θήνα. Σελ. 244. Δρχ. 180. ΒΑΡΙΚΑ-ΜΟΣΚΟΒΗ ΕΥΡΗ. Δ υ ό παιδιά στήν κατοχή καί άλλα διηγήματα. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 100. ΔΑΛΑ Μ ΑΓΚ Α -Ν ΑΚ Ο Υ ΦΩΤΕΙΝΗ. Τό φαναράκι τοΰ Σαχίμπ. Εικονογράφηση Ρένας I. Νάκου. Ή ριδανός, ’Α θήνα. Σελ. 68. Δρχ. 140. ΚΟΥΤΟΥΖΗ Μ ΑΡΙΑΝΝΑ. Μιά φασολιά στόν ούρανό. ’Αθήνα. Σελ. 64. Δρχ. 150. ΛΟΥΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Η. Χριστουγεννιάτικες καμπάνες. Πειραιάς, 1978. Σελ. 64. Δρχ. 100. ΜΑΡΙΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Τό ήφαίστειο. Σκίτσα "Ακη Παράσογλου (Akis). Ό δυσσέας, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 40. Δρχ. 90. 89


ΜΑΡΡΑ ΕΙΡΗΝΗ. Ή τριλογία τού δίφραγκου. Εικονογράφηση Ν ίνας Ν. Σταματίου. Κέδρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 120. Δρχ. 100. ΜΑΣΤΟΡΗ ΒΟ ΥΛΑ. Έ ν α γεμάτο μέλια χεράκι. Εικονογράφηση Ν ίνας Ν. Σταματίου. Κέδρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 104. Δρχ. 100. ΜΕΛΙΣΣΕΙΔΟΥ-ΣΙΑΒΕΛΗ ΑΛΙΚΗ. Ή παράγκα. Παιδικό θεατρικό έργο σέ τρεις πράξεις. Εικονογράφηση ’Αγγελικής Μάκρη. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 48. Δρχ. 100. ΜΥΛΩΝΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ. Ό βασιλιάς Μίδας καί τό μυστικό. Μύθος. Ή ριδανός, ’Α θήνα. Σελ. 32. Δρχ. 130. Μ ΠΡΟΥΣΑΛΗ ΜΑΡΙΑ. 365 παραμύθια, παρα­ δόσεις, ποιήματα, παροιμίες. Γιά κάθε μέρα τού χρόνου ένα παραμύθι, ένα ποίημα... Ζωγραφιές Πάνου Κουτρουλάρη. 'Ορόσημο, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 164. Δρχ. 250. Στό βωμό της λευτεριάς καί άλλα διηγήματα. Ειρήνη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 60. ΤΣΙΡΟΣ ΣΠΥΡΟΣ Γ. Τό Ά ρμενάκι τής έλπίδας. Διηγήματα. Έξώφυλλο-σκίτσα Τάσου Α υγερινού. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 80. Δρχ. 80. ΦΑΚΙΝΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ. Στό Κουρδιστάν. Ζωγρα­ φιές Εύγενίας Φακίνου. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 32. Δρχ. 140.

ΦΙΛΝΤΙΣΗ ΣΟΦΙΑ. Νιότη χωρίς τραγούδια. Ει­ κονογράφηση Π. Ζαμπέλη — Α . Μ ενδρινοϋ. ’Επι­ μέλεια ύλης Ντίνας Κωνστανταροπούλου. Μίνωας, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 256. Δρχ. 170. ΧΑΤΟΓΛΟΥ ΦΡΟΣΩ. Καλημέρα ειρήνη. Σύγ­ χρονη ’Εποχή, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 48. Δρχ. 100. ΓΚΡΕΝΙΕ ΚΡΙΣΤΙΑΝ. ’Επιχείρηση «Τό μεγάλο παιχνίδι». Μετ. Ά ννίκ α ς Φερτάκη. ’Αργώ, ’Α θή­ να, 1978. Σελ. 168. Δρχ. 150.

ΓΚΡΙΠΕ ΜΑΡΙΑ. Ή μικρή Ζοξεφίνα. Μετ. Μάρως Λοΐξου. Εικονογράφηση Π. Ζαμπέλη — Α. Μενδρινοϋ. Ψυχογιός, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 140. Δρχ. 140.

τής χαράς. Μετ. Νίκου Κυτόπουλου. ’Επιμέλεια κείμενου Γιάννη Θωμόπουλου. Καλ. έπιμέλεια Τάκη Τζανετέα. Μίνωας, ’Αθήνα. Σελ. 148. Δρχ. 130. ΛΙΝΤΓΚΡΕΝ ΑΣΤΡΙΝΤ. Ό Μικές μές στή σου­ πιέρα. ’Απόδοση στά έλληνικά Ντίνας ΚαμπάΚούτρα. Εικονογράφηση Μπγιαίρν Μπέργκ. Με­ τόπη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 144. Δρχ. 150. MOSTOWICZ A R NO LD-G ORNY ALFRED. Οί θεοί άπ’ τό διάστημα. ’Α πό τόν Έ ρ ιχ φόν Νταίνικεν. Τόμος Α': ’Απόβαση σ τίς’'Ανδεις. Μετάφρα­ ση άπό τήν πρωτότυπη γερμανική έκδοση. Σχέδια Boguslaw Polch. Νότος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 52. Δρχ. 120. Ό Μαγιακόφσκι γιά τά παιδιά. Τόμοι A ' + Β'. Ποιητική μετάφραση άπό τά ρωσικά Πέτρου ’Α νταίου. Εικονογράφηση Γ. Κορόβιν + Γ. Κορόβιν-Μ. Σκομπέλεφ. Παγκόσμια Παιδική Βιβλιο­ θήκη, άριθ. 6 + 7. Άκάδημος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 60 + 60. Δρχ. 200 + 200. SEMPfi-GOSCINNY. Οί περιπέτειες τού μικρού Νικόλα. Τόμος Β': Ό μικρός Νικόλας διασκεδά­ ζει. Μετ. Νίκου Δαμιανίδη. Τεκμήριο, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 112. Δρχ. 120. ΣΟΥΛΤΣ ΤΣΑΡΛΣ Μ. Σνούπυ! Τρελάθηκες; ’Επιλογή γιά τήν έλληνική έκδοση. Μετ. Ε λένης Μανουήλ. Μετόπη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 128. Δρχ. 90. ΤΖΟΫΣ ΤΖΕΗΜΣ. Ή γάτα καί ό διάβολος. Μετ. Σπάρτης Γεροδήμου. Εικονογράφηση Gerald Ro­ se. Ή ριδανός, ’Αθήνα. Σελ. 32. Δρχ. 160. ΤΡΗΖ ΤΖΕΦΡΕΫ. Κάτω οί βαρόνοι! Μετ. Γιούρι Κοβαλένκο. ’Αργώ, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 180. Δρχ. 150. ΧΟΛΜ ΑΝΝ. Είμαι ό Δαυίδ. Μετάφραση άπό τά άγγλικά Μ.Ν. Αύγέρου. Αύγέρου, ’Αθήνα. Σελ. 184. Δρχ. 200.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ-ΤΑΞΙΔΙΑ

ΖΙΜΜΕΛ ΓΙΟΧΑΝ ΜΑΡΙΟ. ’Απαγορεύεται νά κλαΐς. Μετ. Νίκου Κυτόπουλου. Έ κδ. έπιμέλεια Γιάννη Θωμόπουλου. Καλ. έπιμέλεια Τ. Τζανετέα. Μίνωας, ’Αθήνα. Σελ. 172. Δρχ. 130.

ΑΡΦΑΡΑΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΕΜΜ. Βυζαντινή άρχιτεκτονική καί λαϊκή παράδοση. ’Εκκλησάκια τής Ρόδου. Τόμος Α '. ’Α νάτυπο άπό τό περιοδικό «Δωδεκανησιακά Χρονικά», τ. ΣΤ'. Στέγη Γραμ­ μάτων καί Τεχνών Δωδεκανήσου, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 88. Δρχ. 130.

ΖΙΜΜΕΛ ΓΙΟΧΑΝ ΜΑΡΙΟ. Ή μητέρα μου δέν πρέπει νά τό μάθει ποτέ. Μετ. Τζένης Μαστοράκη. Έκδ. έπιμέλεια Ντίνας Κωνστανταροπούλου. Καλ. έπιμέλεια Τ. Τζανετέα. Μίνωας, ’Α θήνα. Σελ. 156. Δρχ. 130.

ΛΑΜ ΠΡΙΝΙΔΗΣ ΜΗΝΑΣ Α . Χοζοβιώτισσα. Ή χιλιόχρονη μονή τής ’Αμοργού. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 112. Δρχ. 150.

ΖΙΜΜΕΛ ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΑΡΙΟ. Τό λεωφορείο 90

ΧΑΤΖΗΜ ΙΧΑΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΣΤ. Ταξιδιωτικές εικόνες. Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 96.


τριβή έπί ύφηγεσίςχ. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 164. Δρχ.

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΔΕΛΤΑ Π.Σ. Ε λευθέριος Κ. Βενιζέλος. Η μ ερο­ λόγιο — Αναμνήσεις — μαρτυρίες — άλληλογραφία. ’Επιμέλεια Π.Α. Ζάννα. ’Α ρχείο της Π.Σ. Δέλτα, άριθ. 1. 'Ερμής, ’Αθήνα, 1978. Σελ. νστ' + 408. Δρχ. 450. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ-ΠΑΛΑΜ ΑΣ X. Διπλωματικό τρίπτυχο: ’Εξωτερική πολιτική-Έλληνική έξωτερική πολιτική — Τά πρόσωπα καί τά πράγματαΣη μειώσεις άπό τά περασμένα — Στοιχεία άπό τή σύγχρονη ιστορία. ’Εκδόσεις των Φίλων, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 306. Δρχ. 350. ΡΕΚΑΪΤΗΣ ΗΛΙΑΣ. Στήν ’'Αμφισσα τοϋ 1938. Πριν 40 χρόνια. Ά μφ ισσ α , 1978. Σελ. 12. ΣΙΜ ΟΠΟΥΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Πώς είδαν οί ξένοι τήν Ε λλά δα τοϋ ’21. ’Απομνημονεύματα — χρονι­ κά — ήμερολόγια — ύπομνήματα — άλληλογραφία έθελοντών, διπλωματών, ειδικών άπεσταλμένων, περιηγητών, πρακτόρων κ.α. Τόμος Α': 1821-1822. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 560. Δρχ. 680. D UVIC PATRICE. Τέρατα καί τερατογονίες. Μετ. Λόϋσκας Ά βα γιανοϋ. ’Αστέρι, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 192. Δρχ. 150.

ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΣΟΛΩΝ. Ε λλά δα — Τουρκία— Κύπρος: 1830-1979. Μιά πλήρης θεώρηση τών έλληνοτουρκικών άντιθέσεων: ιστορική — έθνική — πολιτική — στρατιωτική — οικονομική. Ρίζες, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 392. Δρχ. 300. ΔΑΣΚΑΛΑΚ ΗΣ ΑΠ. Β. Ρήγα Βελεστινλή επανα­ στατικά σχέδια καί μαρτυρικόν τέλος. Τό όραμα τής έλληνικής έλευθερίας — Ή άνακάλυψις τής συνωμοσίας καί ή σύλληψις τών συνωμοτών — Ή αύστριακή άνάκρισις — Α ί διπλωματικοί δια­ πραγματεύσεις — Ή έκδοσις καί τό μαρτύριον. Έ κδοση νέα μέ προσθήκες. Βαγιονάκης, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 184. Δρχ. 300. ΛΑΠΠ ΑΣ ΤΑΚΗΣ. Ή κλεφτουριά τής Ρούμελης καί τά τραγούδια της. Ά τλαντίς, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 200. Δρχ. 200. ΜΟΣΚΩΦ ΚΩΣΤΗΣ. Θεσσαλονίκη: τομή τής μεταπρατικής πόλης. Τόμος A '. Β' έκδοση Ανα­ θεωρημένη. Στοχαστής, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 290. Δρχ. 300. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΠ. Οί τρεις μεγα­ λύτεροι συμφοραί τών Ελλήνω ν κατά τόν Ιερ ό ν ’Αγώνα. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 496. Δρχ. 550. ΠΕΡΡΑΙΒΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ. Βιογραφία Ρήγα Φεραίου. ’Επιμέλεια ’Απόστολου Χαρίση. Μ πάϋρον, ’Αθήνα. Σελ. ιδ' + 98.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ PETSAS PHOTIOS. Pella. Alexander the Great’s capital. Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1978. Σελ. 172. Δρχ. 500.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Α Θ Α Ν ΑΣΙΑ ΔΗ Σ ΤΙΤΟΣ. Σύντροφοι έναντίον συντρόφων. 60 χρόνια κρίσεων καί διαμάχης στούς κόλπους τοϋ Κ.Κ.Ε. Δημοκρατικός Διά λο­ γος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 108. Δρχ. 100. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΠ. Ή άποστολή τού Θεοχάρη Κεφαλα στήν Ελβετία καί Γερμανία στά 1822 καί ή συμβολή του στήν ίδρυση της γερμανικής λεγεώνας. 'Ιστορική μελέτη. Θεσ­ σαλονίκη, 1978. Σελ. 100. ΒΟΥΡΝΑΣ ΤΑΣΟΣ. Ά λή Πασάς Τεπελενλής: τύραννος ή ιδιοφυής πολιτικός. ’Α φοί Τολίδη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 128. Δρχ. 120. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ Ι.Γ. Ή Κρήτη κατά τόν Τέ­ ταρτο Βενετοτουρκικό Πόλεμο (1570-1571). Δ ια ­

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ Μ ΙΧΑΗΛ Β. Ή Πελοπόννησος κατά τήν Δευτέραν Τουρκοκρατίαν: 1715-1821. Texte und Forschungen zur ByzantinishNeugriechischen Philologie, nr 33. ByzantinischNeugriechischen Jahrbiicher, Athen, 1939. ’Α νατύ­ πωση. 'Ερμής, ’Α θήνα, 1978. Σελ. η' + 312. Δρχ. 300. ΜΠΕΝΓΚΤΣΟΝ ΧΕΡΜ ΑΝ. 'Ιστορία τής άρχαίας 'Ελλάδος άπό τίς άπαρχές μέχρι τή ρωμαϊκή αύτοκρατορία. Μετάφραση άπό τά γερμανικά Ά ντρ έα Γαβρίλη. Πρόλογος Μ. Β. Σακελλαρίου. Μέλισσα, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 652. Δρχ. 1.000. OSTROGORSKY GEORG. 'Ιστορία τού βυζαν­ τινού κράτους. Μετ. ’Ιωάννη Παναγόπουλου. Τό­ μος Α '. Βασιλόπουλος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 274. Δρχ. 350.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΠΡΟΥΣΑΛΗΣ ΚΑΡΟΛΟΣ. 365 μεγάλες στιγμές τής Ανθρωπότητας. Κάθε μέρα κι ενα άπό τά γεγονότα πού σημάδεψαν τήν ιστορία. Εικονο­ γράφηση Πάνου Κουτρουλιάρη. 'Ορόσημο, ’Α θ ή­ να, 1978. Σελ. 188. Δρχ. 300. 91


ΨΥΡΟΥΚΗΣ ΝΙΚΟΣ. Ιστορία της άποικιοκρατίας. Τόμοι A ' + Β': Ή αυγή. Β' έκδοση. + ΣΤ': Ή δΰση. Έπικαιρότητα, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 288 + 272 + 456. Δρχ. 200 + 200 + 300. Ιστορία των έπαναστάσεων. Τόμοι Α': Οί σύγ­ χρονες έπαναστάσεις: Lucien Bianco: Ή κινέζικη επανάσταση — Stelio Marchese: Ή έπανάσταση τοΰ Βιετνάμ — Marcos Winocur: Ή έπανάσταση τής Κούβας — Sergio de Santis: Λατινοαμερικανοί άντάρτες — S.L. Mayer: Ή έπανάσταση της Ιν δ ο ­ νησίας — G. Calchi-Novati: Ή έπανάσταση της ’Αλγερίας — Alfredo Margarido: Τά Αφρικανικά Αντάρτικα — Alfredo Margarido: Ή έπανάσταση τοΰ Κονγκό. Μετ. Ροζίτας Σώκου — Μανώλη Γιαλουράκη. + Β': Έθνικισμοί-Φασισμοί: Robert Paris: Ή τουρκική έπανάσταση — Robert Paris: Ό φασισμός — Domenico Tarizzo: Ό ναζισμός — Giorgio Rovida: Ό φαλαγγισμός — Marcos Winocur: Ό περονισμός — Peter Mansfield: Ή έπανάσταση τοΰ Νάσερ. Μετ. Μανώλη Γιαλουρά­ κη — Ροζίτας Σώκου. + Γ': Οί σοσιαλιστικές έπαναστάσεις: Remi Gossez: Ή Κομμούνα — Robert Paris. Ό Αναρχισμός — Valdo Zilli: Ή ρωσική έπανάσταση τοΰ 1905 — Ruggiero Roma­ no: Ή μεξικανική έπανάσταση — Marc Ferro: Ή ρωσική έπανάσταση — Domenico Tarizzo: Οί Σπαρτακιστές — Robert Paris: Ή ουγγρική έπα­ νάσταση. Μετ. Μανώλη Γιαλουράκη — Όρέστη Λαζαρίδη. + Δ': Οί Αστικές έπαναστάσεις: Corrado Vinanti: Ή Αγγλική έπανάσταση — Max Beloff: Ή Αμερικανική έπανάσταση — F ra n cis Furet: Ή γαλλική έπανάσταση — Ruggiero Romano: Οί έπαναστάσεις της Κεντρικής καί Νοτίου ’Α μερι­ κής — Franco Venturi: Οί φιλελεύθερες έπαναστάσεις — Stefan Kieniewicz: Τό ευρωπαϊκό 1848. Μετ. Μανώλη Γιαλουράκη — Όρέστη Λαζαρίδη. + Ε': Έπανάσταση καί κουλτούρα: G. Keremis: Έπανάσταση καί ιδεολογία — Roberto Sanesi: Έπανάσταση καί λογοτεχνία — Rubens Tedeschi: Έπανάσταση καί μουσική — Ruggero Jacobbi: Έπανάσταση καί θέαμα — Mario de Micheli: Έπανάσταση καί τέχνη — Ruggiero Romano: Έπανάσταση: ένα συμπέρασμα; Μετ. Άστέρη Στάγκου-Ροζίτας Σώκου. Επιμέλεια Ruggiero Romano. ’Ακμή, ’Α θήνα. Σελ. 236 + 236 + 236 + 276 + 324. Δρχ. 4.300. ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ ΡΟΖΑ. Ή σοσιαλδημοκρα­ τία στό έδώλιο. Ιστορική Ανάλυση τοΰ ρεφορμιστικοΰ φαινομένου. Μετ. Κώστα Μιλτιάδη. Κοροντζής, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 192. Δρχ. 150. ΝΟΡΝΤΕΝ ΑΛΜΠΕΡΤ. Οί μεγάλες συνωμοσίες ένάντια στό σοσιαλισμό καί τήν ειρήνη (18501978). Μετάφραση Από τή ρώσικη έκδοση τοΰ πρακτορείου τύπου «Νόβοστι». Σύγχρονη Ε π οχή , ’Αθήνα, 1978. Σελ. 64. Δρχ. 50.

92

ΤΟΥ

ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Δίμηνη έπιθεώρηση τής λεσβιακής τέχνης. Τεύχος 47-48. Δρχ. 70. ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Ετήσιο δργανοτής.’Α νθρω πολογικής Ε ταιρείας Ε λλάδος. Τόμος Ε'. Δρχ. 350. Τόμος ΣΤ'. Δρχ. 300. A U TO ΕΞΠΡΕΣ.Μ ηνιαία έπιθεώρηση γιά τό αύτοκίνητο. Τεύχος 138. Δρχ. 30. A G E N D A ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ 1979. Ετήσια έκδοση. Τόμος Α '. Δρχ. 250. ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ 1979. Έ κδοση Πρακτο­ ρείου Ελληνικού Τύπου. Τόμος Α '. Δρχ. 200. ΓΙΑΤΙ. Μηνιάτικη έπιθεώρηση πολιτικοΰκοινωνικοΰ καί πολιτιστικού προβληματισμού. Τεύχος 43-44. Δρχ. 20. ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΑ. Τόμος Β'. Δρχ. 350. ΓΡΑΦΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠ ΙΘ ΕΩ ΡΗ Σ Ε. Διμηνιαία έκδοσις δικαστικής γραφολογίας. Τεύχος 2. Δρχ. 100 . ΔΕΛΤΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ Π Ο Λ ΙΤΕ ΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ. Τεύχος 9. Δρχ. 30. ΔΕΛΤΙΟ Ν ΤΗΣ ΕΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙ­ ΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛ ΛΑ ΔΟ Σ. Τόμος ΚΑ'. Δρχ. 500. ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ. Περιοδική έκδοση τού Κέντρου Φιλοσοφικών Ε ρευνώ ν. Τόμοι Α ' + Β' + Γ' + Δ' + Ε' + ΣΤ'. Δρχ. 3.500. ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜ ΑΤΑ. Τεύχη 5 καί 6. ΔΙΑ ΒΑ Ζ Ω . Μ ηνιαία έπιθεώρηση τού βιβλίου. Τεύχος 16. Δρχ. 60. ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΚΑ. Περιοδική έκδοση τού Πελοποννησιακού Λαογραφικοΰ 'Ιδρύματος. Τόμος Α '. Δρχ. 350. ΕΚΗΒΟΛΟΣ. Τριμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας, θεωρίας τής λογοτεχνίας καί κριτικής. Τεύχος 4. Δρχ. 100. ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Ε πίσημον δελτίον τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Εύρετήριον τόμων Α ' (1923-1924) — Ν (1973). Τόμοι Α ' καί Β'. ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜ Α. Έ ρ ευνα — στοχασμός — τέχνη — κριτική. Τεύχος 30. Δρχ. 70. Ε Μ Ε Ε ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. Ό ρ γ α ν ο τής Πανελλή­ νιας 'Ομοσπονδίας Έκδοτών-Βιβλιοχαρτοπωλών. Φύλλο 6.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

περιοδικό έκλαϊκευμένης έπιστημονικης φαντα­ σίας. Τεύχος 44. Δρχ. 50.

ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ.

Μηνιαίο

ΕΠΙΚΕΝΤΡΑ. Διμηνιαία έκδοση τού Κέντρου Πολιτικής Έ ρεύνης καί Έπιμορφώσεως. Τεύχη 3 καί 4. Δρχ. 60.


ΕΠΟΠΤΕΙΑ. Μηνιαίο περιοδικό φιλοσοφίας καί γενικής παιδείας. Τεΰχος 30. Δρχ. 150. ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ. Μηνιάτικη επιθεώρηση. Τεύχη 44 καί 45. Δρχ. 20 ΕΥΒΟΙΑ 1979. Κείμενα έπιστήμης — γραμμάτων — ιστορίας — τέχνης καί σύγχρονης ζωής τής Εύβοιας. Ετήσια έκδοση «Προοδευτικής Εύβοι­ ας». Τόμος Α '. Δρχ. 250. ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματι­ σμού. Τεΰχος 85. Δρχ. 30. ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΗΠΕΙΡΟΣ (ΚΟΝΤΙΝΕΝΤ). Ε λ εύ ­ θερο βήμα ρώσων καί άνατολικοευρωπαίων συγ­ γραφέων. Τόμος Ε'. Δρχ. 200. ΖΙΖΑΝΙΟ. Δίμηνη πνευματική έπιθεώρηση. Τεύ­ χος 6. ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ. Μ ηνιαία έπιθεώρησις. Τεύχος 317-318. Δρχ. 100. ΗΧΟΣ ΚΑΙ HI-FI. Μ ηνιαίο περιοδικό. Τεΰχος 70. Δρχ. 30. ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ. Μηνιαίο περιοδικό ιστορικής ύλης. Τεΰχος 127. Δρχ. 50. ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΟΧΗ. Παγκόσμια έπιθεώρηση πνευματικής καλλιέργειας. Τεΰχος 10-11. Δρχ. 150. ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. Μηνιάτικο περιοδικό τέχνης. Τεΰχος 2. Δρχ. 120. ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ. Περιοδική έπιστημονική έκδοση. Τόμος Β'. Δρχ. 650. ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ.Φ αντασμαγορικά κόμιξ. Μ ηνιαίο περιοδικό. Τεΰχος 9. Δρχ. 30. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. Μηνιάτικο πολιτικό θεωρητικό περιοδικό. Χρόνος ΣΤ'. Τεΰ­ χος 1. Δρχ. 20. ΚΡΙΚΟΣ. Διεθνής έλληνική έπιθεώρησις. Τεΰχος 312. Δρχ. 50. ΚΡΙΤΙΚΑ ΦΥΛΛΑ. Περιοδική έκδοση λογοτεχνί­ ας καί γενικής παιδείας. Τόμος ΣΤ'. Δρχ. 400.

Ν ΕΑ ΔΗΜ ΟΚΡΑΤΙΑ. Μ ηνιαία έπιθεώρηση. Δελτίο τής Νέας Δημοκρατίας. Τεΰχος 22. Δρχ. 20 . Ν ΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Μηνιαία έπιθεώρηση πολιτι­ κού, κοινωνικού καί ίδεολογικοΰ προβληματι­ σμού. Τεύχη 34, 35, 36 καί 37. Δρχ. 15. Ν ΕΑ ΠΟΡΕΙΑ. Λογοτεχνικό περιοδικό. Τεύχη 280-283 καί 284-286. Δρχ. 50. ΝΕΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ. Τεΰχος 284-285. Δρχ. 25. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ. Κριτική έπιθεώρη­ ση λόγου καί τέχνης. Τεΰχος 26. Δρχ. 30. ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ. Τό περιοδικό γι’ αύτούς πού δη­ μιουργούν τή ζωή. Τεΰχος 37. Δρχ. 30. ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ. Διμηνιαία έπιθεώρηση θεμάτων προστασίας περιβάλλοντος. Τεΰχος 1. Δρχ. 50. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ. Έπιθεώρηση οικονο­ μικών έξελίξεων. Τεύχη (1978) 12 καί (1979) 1. ΟΜΑΚΟΕΙΟ. Τό περιοδικό τοΰ έσωτερισμοΰ. Διμηνιαία μεταφυσική άποκρυφιστική ένημέρωση. Τεΰχος 10. Δρχ. 50. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Μηνιαία έπιθεώρηση. Τεΰχος 23. Δρχ. 60. ΠΛΑΤΩΝ. Έ ξαμηνιαΐον περιοδικόν σύγγραμμα τής Ε τα ιρεία ς Ελλήνω ν Φιλολόγων. Τεΰχος 5960. Δρχ. 300. ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ. Μ ηνιαία πολιτική καί κοινωνική έπιθεώρηση. Τεΰχος 22-23. Δρχ. 25. ΠΡΟΒΛΗΜ ΑΤΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟ­ ΣΙΑΛΙΣΜΟΥ. Μηνιάτικο θεωρητικό καί πληρο­ φοριακό περιοδικό τών κομμουνιστικών καί έργατικών κομμάτων. Τεΰχος (1979) 1. Δρχ. 20. ROCK. ’Α πό τό Α στό Ζ. Περιοδική τριμηνιαία έκδοση. Τεΰχος 1. Δρχ. 80. ΡΟΤΟΝΤΑ. Φιλοσοφία — τέχνη — έπιστήμη — κοινωνικά θέματα. Τρίμηνη έπιθεώρηση πνευμα­ τικού καί καλλιτεχνικού προβληματισμού. Τεΰχος 5. Δρχ. 150. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Τεΰχος 16. Δρχ. 60.

ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠ ΟΥΔΑΙ. Περιοδικόν σύγγραμ­ μα τής Ε ταιρείας Λακωνικών Σπουδών. Τόμος Γ'. Δρχ. 600. ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ. Διμηνιαία έπιθεώρηση. Τεύχη 37 καί 38-40. Δρχ. 30. ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. ’Ανεξάρτητο σοσια­ λιστικό περιοδικό. Έλληνική έκδοση τοΰ «Mon­ thly Review». Τόμος Δ '. Τεΰχος 1. Δρχ. 40. ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΥΤΙ. Τεΰχος 2. Δρχ. 15.

ΣΙΝΕΜΑ. Τριμηνιαίο κινηματογραφικό πρωτο­ ποριακό περιοδικό. Τεΰχος 2. Δρχ. 60. ΣΠΕΙΡΑ. Γλώσσα-ποίηση. Τεΰχος 7. Δρχ. 100. ΣΤΕΡΕΟ. Μηνιαίο περιοδικό hi-fi καί μουσικής. Τεΰχος 51. Δρχ. 50. ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ. Τριμηνιαία έκδοση έπιστημονικοΰ προβληματισμού καί παιδείας. Τεΰχος 3. Δρχ. 60. ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ. Μηνιαίο περιοδικό γιά συλλέκτες 93


ά φιλότεχνους. Τεΰχος 46. Δρχ. 40.

14. Δρχ. 50.

ΣΥΜΒΟΛΗ. Περιοδική έκδοση ’Επιμορφωτικού Παιανίας. Δρχ. 35.

ΤΟ ΡΟΔΙ. Τό περιοδικό γιά παιδιά. Τεΰχος 12. Δρχ. 30.

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ. Τεΰχος 14. Δρχ. 35.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΦΩΝΗ. Παράρτημα λόγου — τέχνης — ιστορίας τής έφημερίδας «Φωνή της Ά χ α ΐα ς» . Περίοδος Ε'. Τεΰχος 6.

4 ΤΡΟΧΟΙ. Τεΰχος 100. Δρχ. 35. ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΛΟΓΗ. Μηνιαία τεχνική έπιθεώρηση. Τεύχη 143, 144 καί 145. Δρχ. 30.

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. Περιοδική Εκδοση τοΰ Συλλόγου ’Α ποφοίτων τής Φιλοσοφικής Σχολής τοΰ Π ανεπι­ στημίου Θεσσαλονίκης. Τεΰχος 14. Δρχ. 70.

ΤΖΑΖ. Μουσικό περιοδικό. Τεΰχος 5. Δρχ. 40. ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ. Τριμηνιαίο περιοδικό νεοελληνι­ κών σπουδών. Τεύχη 2 καί 3-4. Δρχ. 140.

ΦΥΣΙΣ ΚΑΙ ΖΩΗ. Τριμηνιαία Εκδοση τής Φιλο­ δασικής Ένώσεως ’Αθηνών. Τεύχη 30, 31 καί 32. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. Τεΰχος 9-10. Δρχ. 80.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Π εζό — ποίηση — κριτική. Δίμηνη περιοδική Εκδοση. Τεΰχος 6. Δρχ. 40.

ΦΩΤΟΤΕΣΤ. Μηνιαίο περιοδικό φωτογραφίας καί κινηματογράφου. Τεΰχος 15. Δρχ. 50.

ΤΟΜΕΣ. Στή σκέψη — στά γράμματα — στίς τέχνες. Τεΰχος 44-45. Δρχ. 100. ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Μηνιάτικο δημοσιογραφικό δργανο Χ .Α.Ν . Καλαμαριάς. Τεΰχος 47. ΤΟ ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ ΤΉΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. Τεΰχος

94

HI-FI — ΠΟΠ ΚΑΙ ΡΟΚ. Μ ηνιαίο μουσικό πε­ ριοδικό. Τεΰχος 11. Δρχ. 30. THE COFFEHOUSE. Contemporary greek arts and letters. Τεΰχος 6. Δρχ. 70.


• Λογοτεχνία • Θεωρία Λογοτεχνίας καί Κριτικής • Λαϊκός Πολιτισμός καί Παράδοση

• ’Αρχιτεκτονική

• Βαρίκας • Zamyatin • Ζήρας • Nadeau • Ponge

t t f BARBS

• Σχορέλης

ΠΛΕΘΡΟΝ ε μ ε ίς

ή φω νή Ι ώ ΐ Ιψ«\Η« ί « ϊ

Ε κ δ ό σ ε ις

Τ ο σ ίτ σ α 1α ΑΘ ΗΝΑ

883.4692

• ' Γ · '\

S

·/; !

£

95


Η ΓΚΕΟΡΓΚ ΘΕΩΡΙΑ ΛΟΥΚΑΤΣ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜ ΑΤΑ

6- A Κ Μ Ω Ν


ΤΟΠΟΣ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ

Έ ν α έργο τέχνης, μια ανεκτίμητη μαρτυρία γιά τον τόπο μας. ΤΟΜΟΣ Β 18ος ΑΙ.

James Stuart και Choiseul - Gouffier. Οί μοναδικές εικόνες άπό την Ελλάδα τού 15ου μέχρι καί τοϋ 19ου αιώνα,είναι χαρακτικά, πού συνόδευαν τις γραπτές έντυπώσεις τών ξένων περιηγητών. Θησαυροί σκορπισμένοι αιώνες τώρα σέ μουσεία, βιβλιοθήκες καί ιδιωτικές συλλογές, συγκεντρώ­ νονται γιά πρώτη φορά στην έκ­ δοση «ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ» καί γίνονται κτήμα κάθε φιλότε­ χνου. Τυπωμένη σέ ειδικό χαρτί, illu­ stration mat 150γρ. εξ ολοκλήρου έγχρωμη,ή έκδοση «ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ» άποτελεΐται άπό 12 τόμους καί ένα ξεχωριστό τόμο μέ θέμα «ΑΘΗΝΑ». Οί 6 πρώτοι τόμοι περιέχουν γε­ νικά θέματα καί τά χαρακτικά διαδέχονται τό ένα τό άλλο κατά τη χρονολογική σειρά πού τυπώ­ θηκαν. OL υπόλοιποι άναφέρονται σέ ειδικά θέματα: ’Ενδυμασίες, βυζαντινά μνημεία, μουσουλμανικά κτίσματα, θέ­ ματα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τρεις τόμοι, θ’ άποτελέσουν τήν πιστή έπανέκδοση τϋς περίφημης «Flora Graeca» μέ απεικονίσεις φυτών καί λουλουδιών άπ’ όλη τήν Ελλάδα, σέ έγχρωμες χαλκο­ γραφίες.

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟ Α ΜΕΡΟΣ έξη τόμοι συνολική τιμή 9.000 δρχμ. Οί έξη τόμοι τού Α' ΜΕΡΟΥΣ, μέ χαρακτικά γενικής θεματογραφίας πού καλύπτουν τό χρονικό διάστημα άπό τά μέσα τού 15ου ώς τό τέλος τοϋ 19ου αί. θά κυκλοφορήσουν μέ τήν έξής σειρά: ΤΟΜΟΣ Α , 15 - 17ος αί. ετοιμοπαράδοτος. ΤΟΜΟΣ Β , 18ος αί. 30/3/79 ΤΟΜΟΣ Γ , 18ος αί. 30/6/79. ΤΟΜΟΣ Δ , 19ος αί. 30/8/79. ΤΟΜΟΣ Ε . 19ος αί. 30/10/79. ΤΟΜΟΣ ΣΤ'. 19ος αί. 30/11/79. Γιό όσους έγγραφοϋν συδρομητές γιά τό Α’ ΜΕΡΟΣ θά ίσχύσει ή σημερινή κατά τόμο τιμή τών 1.500 δρχμ. χωρίς καμμιά άνατίμηση (λόγω άνατίμησης τών συντελεστών τού κόστους παραγωγής), δηλαδή θά ίσχύσει ή τιμή τών 9.000 δρχ. γιά ολόκληρο τό Α'. μέρος. Οί όροι έγγραφής συνδρομητοΰ είναι οί έξής: Μέ προκαταβολή 1.000 δρχμ. ό συνδρο­ μητής παίρνει άμέσως τόν Α’ τόμο. Οί δόσεις γιά τούς δύο πρώτους μήνες μετά τήν έγγραφή, δηλαδή τού Φεβρουάριου καί τοϋ Μαρτίου, θά είναι 250 δρχμ. τόν μήνα. Στις 30 Μαρτίου τοϋ 1979 ό συνδρομητής θά λάβει τόν Γ'. τόμο όπότε οί δόσεις τών μηνών Απριλίου, Μαΐου καί Ιουνίου γίνονται 500 δρχμ. κατά μήνα. Στις 30 Ιουνίου θά λάβει τόν Β' τόμο καί.οί δόσεις,τοϋ Ιουλίου - Αύγουστου γίνονται 750 δρχμ. κατά μήνα, στις 30/8/79 θά λάβει τόν Δ' τόμο όπότε ή δόση τού Σεπτεμβρίου - 'Οκτωβρίου θά είναι έπίσης 750 δρχμ. Τέλος στις 30/10/79 καί στις 30/11/79 θά λάβει τόν Ε'. καί ΣΤ’. τόμους όπότε οί δόσεις τών τριών μηνών Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1979 καί Ιανουάριου 1980 θά είναι 1.000 δρχ. τό μήνα. Γιά όποιαδήποτε συμπληρωματική πληροφορία τηλεφωνεΐστε μας στό 36.21.330 καί 32.24.131 8 π.μ. - 3 μ.μ.

ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ: Σοφία Ξυπολιά, Δημοκρίτου 12,

Τ.Τ. 136, ΑΘΗΝΑ.


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Botsford & Robinson, Α ρ χα ία 'Ε λλη νική Ιστορία (μετ. Σωτήριος Ε. Τσιτσώνης)

(600 δρχ.)

Gustave Glotz, Ή έλλ η νικ ή «π ό λις » (μετ. Αγνή Σακελλαρίου)

(400 δρχ.)

Ε. Mioni, Εισαγω γή σ τη ν Έ λ λη νική Π α λαιογραφ ία (μετ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης)

(350 δρχ.) Η. J. Rose, Ισ το ρ ία τή ς Λ α τινικής Λ ο γ ο τ ε χ ν ία ς (δύο τόμοι) ' (μετ. Κ. X. Γρόλλιος) (Α' Τόμος 300 δρχ., Β' Τόμος 300 δρχ.) Δημητρίου Σ. Λουκάτου, Εισαγω γή σ τή ν Έ λλη νική Λ α ογρα φ ία (300 δρχ.) "Encyclopedic de la Pleiade", Ιστορία τής Φ ιλ ο σ ο φ ία ς Ή Κα ντιανή Επανάσταση (μετ. Κυριάκος Σ. Κατσιμάνης) (200 δρχ.) "Encyclopedic de la Pleiade",

Ιστορία τή ς Φ ιλο σ ο φ ία ς 1 9 ο ς α ιώ να ς: Ρ ομα ντικοί - Κ ο ινω νιολόγοι

(μετ. Τίτος Πατρίκιος - Παύλος Χρίστοδουλίδης)

(300 δρχ.)

I. Θ. Κακριδή, Οί άρχαιοι Έ λ λ η ν ε ς στή ν εο ε λ λ η ν ικ ή λαϊκή π α ρά δ οσ η

(120 δρχ.)

Λίνου Πολίτη, Ιστορία τή ς Ν ε ο ε λ λ η ν ικ ή ς Λ ο γ ο τ ε χ ν ία ς Κ. J. Dover, Ή κωμωδία το ύ 'Α ρ ισ το φ ά ν η (μετ. Φάνης I. Κακριδής)

(300 δρχ.)

Ε. Π. Παπανούτσου, Α. Δ ε λ μ ο ϋ ζ ο ς Ε π ιλ ο γ ή ά π ό τ ό έ ρ γ ο του)

(400 δρχ.)

( Ή ζωή τ ο υ (250 δρχ.)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Εμπορική Ναυτιλία (1.400 δρχ.) ' Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (1.000 δρχ.) Νεολιθική ' Ελλάς (1.200 δρχ.) Λεύκωμα Greco

(800 δρχ.)

Λεύκωμα Μακρυγιάννη (800 δρχ.) Κύπρος 74 - Τό άλλο πρόσωπο τής Αφροδίτης (400 δρχ.) Μεσολόγγι (1.500 δρχ.) Μνήμη I. Γ.Έϋνάρδου (200 δρχ.)

Φοίβου ' Ανωγειανάκη: ' Ε λληνικά λαϊκά μ ου σ ικά ό ρ γα να (1.500 δρχ.) Μανόλη Χατζηδάκη: Ε ικόνες τ ή ς Π άτμου (1.800 δρχ.) ' Οδηγοί: «Αττική» (120 δρχ.) «Χίος» (120 δρχ.) «Άχαΐα Ηλεία» (120 δρχ.) «Μουσεία τής ' Ελλάδος» (120 δρχ.)

Πωλοϋνται σέ όλα τά βιβλιοπωλεία. Κεντρική Διάθεση: Πλατεία Μητροπόλεως 3, 2ος όροφος (τηλ. 32.21.337). Αιόλου 86 (Δημόσιες Σχέσεις, τηλ. 32.41.996). Τά έσοδα άπό τις πωλήσεις διατίθενται γιά πολιτιστικούς σκοπούς.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Τεύχος 18 by Diavazo.gr - Issuu