ΑΡΙΘ, 81 *16,11.83 · ΔΡΧ. 100
ΤΑ Α Γ Ν Ω Σ Τ Α
ΝΟΜΠΕΑ
ΤΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Δυο ποιητικά βιβλία του Δ. Π. Παπαδίτσα και μια μελέτη για την ποίησή του στις εκδόσεις «Γνώση» £*C Η ΑΣΩΜΑΤΗ
ΠΟΙΗΣΗ. 2
ΑΝΤΡΐΑΙ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
Β
Φ
******Φ .«*»*♦
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ
ΠΟΙΗΣΗ 2
Η ΑΣΩΜΑΤΗ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΝΩΣΗ»
Εκδόσεις Εξάντας
Κωστής Μοσκώφ Δοκίμια, I Δομές mi πράξη στήνέλληνική ιστορία ' Τάοχήματα τής ιδεολογίας στήν Ελλάδα - Ή συνάντησημέ τό Καθόλου Ενάντια στό Θετικισμό καί ατόν οίκονομισμό
■
—
Κεντρική διάθεση, παραγγελίες: Τζαβέλα 1, τηλ. 36.21.236
Συμπληρώστε τή σειρά των άφιερωμάτων Κωνσταντίνος Θεοτόκης (N o 14) Βιβλία για παιδιά (N o 24) Γυναικείος λόγος (N o 36) Γκέοργκ Λούκατς (N o 41) Τα διδακτικά βιβλία της μέσης εκπαίδευσης (N o 47) Φράντς Κάφκα (N o 50) Νέοι λογοτέχνες (N o 50) Νίκος Καζαντζάκης(Νο 51) Μαρσέλ Προυστ (N o 52) Ουίλλιαμ Φώκνερ (N o 54) Αγγλική λογοτεχνία (N o 56) Σοβιετική λογοτεχνία (N o 57) Αντίσταση και λογοτεχνία (N o 58) Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία (N o 59) Ονορέ ντε Μπαλζάκ (No 60) Δημήτρης Γληνός (N o 61) Τζέημς Τζόυς (N o 62)
Μην ξεχνάτε τις
Κώστας Χατζηαργύρης (N o 63) Η γενιά των μπήτνικ (N o 64) Οι επίγονοι του Φρόυντ (N o 65) Ζαν Ζενέ (N o 66) Επιθεώρηση Τέχνης (N o 67) Ά γ ιον Ό ρ ο ς (N o 68) Νέοι λογοτέχνες (N o 69) Γερμανόφωνο θέατρο (N o 70) Σημειωτική (N o 71) Αριστοφάνης (N o 72) Ζακ Πρεβέρ (N o 73) Μικρασιατικός ελληνισμός (N o 74) Λογοτεχνία και κινηματογράφος (N o 75) Ιταλική λογοτεχνία (N o 76) Μαρκήσιος ντε Σαντ (No 77) Κ. Π. Καβάφης (N o 78) X. Λ. Μπόρχες (N o 79) Μίλαν Κούντερα (N o 80)
συνεντεύξεις με τους:
Μένη Κουμανταρέα (N o 1) Γιώργο Ιωάννου (N o 9) Διονύση Σαββόπουλο (N o 10) Γαβριήλ Πεντζίκη (N o 11) Ιάκωβο Καμπανέλλη (N o 12) Νίκο Σβορώνο (N o 18) Μέντη Μποσταντζόγλου (N o 19) Νίκο Πουλαντζά (N o 27) Αλέξανδρο Κοτζιά (N o 28) Στρατή Τσίρκα (N o 29) Ζωή Καρέλλη (N o 30) Ά λκη Ζέη (N o 33) Γιάννη Τσαρούχη (N o 42) Τάκη Σινόπουλο (N o 46) Νίκο Καρούζο (N o 48) Κ. Θ. Δημαρά (N o 53)
Διδώ Σωτηρίου (N o 58) Κυριάκο Σιμόπουλο (N o 59) Κώστα Ζουράρη (N o 60) Σπόρο Ασδραχά (N o 61) Εμμανουήλ Κριαρά (N o 62) Αλ. Φιλιππόπουλο (N o 63) Καίη Τσιτσέλη (N o 64) Πέτρο Αμπατζόγλου (N o 67) Γιάννη Δουατζή (N o 68) Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (N o 71) Λιλίκα Νάκου (N o 72) Γιώργη Γιατρόμανωλάκη (N o 73) Στρατή Δούκα (N o 74) Φρέντυ Γερμανός (N o 77) Νάνος Βαλαωρίτης (N o 79) Γιώργο Χειμωνά (N o 80)
ο ΔΙΑΒΑΖΩ Μέχρι τέλος Δεκέμβρη του 1983 ετοιμάζονται τα αφιερώ ματα Αδαμάντιος Κοραής Καρλ Μαρξ Νεοελληνικό θέατρο Αστυνομικό μυθιστόρημα Σύγχρονα Ολλανδικά γράμματα
Α νατρέξτε στα άρθρα του ΔΙΑΒΑΖΩ
Οι εγκυκλοπαίδειες και τα κριτήριά τους (No 9) Ο Παπαδιαμάντης σήμερα (No 9) Ερωτήματα για την επαρχιακή λογοτεχνία (No 10) Ιούλιος Βερν: Ταξίδι με το όνειρο (N o 12) Πώς φθάσαμε στο βιβλίο (No 13) 1941-1944: Η Εθνική Αντίσταση μέσα από βιβλία (No 14) Ο Γκόρκι και το βιβλίο (No 15) Η πεζογραφία από το 1880 ώς το 1940 (N o 16) Η πεζογραφία από το 1940 ώς τις μέρες μας (N o 17) Η ΕΣΣΔ μέσα από τα κείμενα των ιστορι κών της (No 17) Ελληνική κινηματογραφική βιβλιογραφία (No 19) Γνωριμία με τον Μισέλ ντε Μονταίνι (No 20 )
Φανταστικό και επιστημονική φαντασία (No 20) Οι εκδόσεις του Μαρξ (N o 21) Συγκριτική της μοντέρνας ελληνικής π οί ησης (N o 22) Εισαγωγή στη μεσοπολεμική πεζογραφία (No 25) Ξαναδιαβάζοντας τον Θερβάντες (N o 26) Το βιβλίο και τα πολιτικά κόμματα (No 32) Χίλιες και μία νύχτες (No 33) Ό λιβερ Τουίστ (No 34) Το θέατρο του παράλογου στην Ελλάδα (No 37) Ο Ντοστογιέφσκι και το «Έ γκλημα και τιμωρία (No 38) Ξαναδιαβάζοντας τη «Μαντάμ Μποβαρύ» (N o 42) Ξαναδιαβάζοντας τον Ά γγελο Σικελιανό (No 46) Το θέατρο του Γιάννη Καμπύση (No 53)
Γραφτείτε συνδρομητές Εσωτερικού 'Απλή (15 τευχών): 1.350 δρχ. » (25 τευχών): 2.100 δρχ.
Σπουδαστική* (15 τευχών): 1.250 δρχ. » (25 τευχών): 1.900 δρχ.
'Οργανισμών, Τραπεζών, Ιδρυμάτω ν (25 τευχών): 2.500 δρχ.
Κύπρος 22 34 20 31
Εύρώπη 25 39 23 36
Αμερική Ά σ ία ’Αφρική 28 44 26 41
Αύστραλία 31 50 30 47
40
45
50
56
Εξωτερικού Α πλή (15 τευχών): » (25 τευχών): Σπουδαστική* (15 τευχών): » (25 τευχών): Σχολών Βιβλιοθηκών Ιδρυμάτω ν (25 τευχών): *01 σπουδαστές μέσης, άνώτερης καί άνώτατης έκπαίδευσης γράφονται συνδρομητές μέ τήν έπίδειξη ή τήν άποστολή φωτοτυπίας τής σπουδαστικής τους ταυτότητας ή τής άστυνομικής (δν είναι μαθητές).
Δολ. ηπα Δολ. ηπα
Εμβάσματα στή διευυυνση: Κατερίνα Γρυπονησιώτου περιοδικό «Διαβάζω» Ομήρου 34 Αθήνα (135)
Συμπληρώστε τή σειρά Τιμή μηνιαίων τευχών: 150 δρχ. (διπλών 230 δρχ.) Τιμή δεκαπενθή μ ερω ν τευχών: 100 δρχ. (διπλών 130 δρχ.) Τά παλιά τεύχη τού «Διαβάζω» μπορείτε ή νά τά άγοράσετε άπό τά γραφεία τού περιοδικού ή, άν μένετε στην έπαρχία, νά ζητήσετε νά σάς τά στείλουμε μέ άντικαταθολή.
mm
ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ Ομήρου 34, Αθήνα - 106 72 Σύνταξη: 36.40.487 Λογιστήριο: 36.40.488 Διαφημίσεις: 36.26.910 ΧΡΟΝΙΚΑ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Τ εύχο ς 81 16 Ν ο εμ β ρ ίο υ 1983 ,
.
1 Ψ Ψ Δ 9Χ· 1 Ου Εκδότης: Αννα Πετρίδου
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΔΙΑΛΟΓΟΙ: Γράφουν οι Μαρία Α. Ηλιου, Β. Παγκουρέλης, Κλεάνθης Γρίβας και Δ. Λιάρος Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Βιβλία του χειμώνα (Γράφει ο Μίλτος Σαλβαρλής)
Ιδρυτής: Περικλής Αθανασόπουλος Διευθυντής: Γιώργος Γαλάντης Αρχισυντάκτης: Νίκος Στεφανάκης Σύνταξη: Σοφία Γεμενάκη, Δημήτρης Δεληπέτρος, Θεοδώρα Ζερβού, Βασίλης Καλαμαράς, Κώστας Καλημέρης, Ηρα κλής Παπαλέξης, Βάσω Σπάθή, Μαρία Στασινοπούλου, Ελένη Στεφανάκη Γραμματεία Σύνταξης: Γιώργος Σαρηγιάννης Οικονομικός υπεύθυνος: Βάσω Σπάθή Διαφημίσεις: Ηρακλής Παπαλέξης Σελιδοποίηση: Νένη Ράις Στοιχειοθεσία: Ε. Καλέμη και Σία Ο.Ε., Σόλωνος 116, Αθήνα, τηλ. 36.26.126 Διαφάνειες εξωφύλλου: Δ. Π. Αγγελής, Πειραιώς 1, τηλ. 32.44.325 Μοντάζ-φιλμς: Α. Καλέμης, Σόλωνος 116, Αθήνα, τηλ. 36.26.126 Εκτύπωση: Αφοί Τσαλδάρη Ο.Ε., Φυλής 35, Καματερό, τηλ. 26.10.918 Βιβλιοδεσία: Νικ. Κατριβάνος και Σία Ο.Ε., Στ. Γόνατά 48, τηλ. 57.49.951 Διανομή: Νέο Πρακτορείο Τύπου
ΑΦΙΕΡΩΜΑ Πέτρος Παπαδόπουλος: Μ. Γιουρσενάρ, η ζωή και το έργο της Οντίλ Γκαντόν: Έ να πλάγιο βλέμμα στην αρχαία Ελλάδα Μια συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Δημαρά Κατρίν Κλεμάν: Φαντασιακός ανδρογυνισμός της Μ. Γιουρσενάρ Ζαν ν τ ’ Ορμεσόν: Γιουρσενάρ ή μια πειθαρχημένη τέχνη Ζακ Λακαρριέρ: Το ταξίδι στο νησί του έρωτα Μ. Γιουρσενάρ: Σημείωση για τα «Ανέκδοτα Ποιήματα» του Κ. Καβάφη Μ. Γιουρσενάρ: Μυθολογία
16 22 25
34 37 41
ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Γράφει η Φούλα Χατζιδάκη ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ: Γράφει η Βάσω Κιντή ΠΟΙΗΣΗ: Γράφουν ο Βασίλης Καλαμαράς και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: Γράφει ο Κ. Καλημέρης ΜΕΛΕΤΕΣ: Γράφει ο Γιώργος Καραβασίλης
50 54 56
Αθήνα: Πομώνης Διονύσιος Ζαλόγγου 1 τηλ. 36.20.889
ΠΛΑΙΣΙΟ: Γράφει ο Β. Παγκουρέλης
47
ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ: Γράφει η Ελένη Παμπούκη
55
Πειραιάς: Βιβλιοπωλείο «Κιβωτός» Δραγάτση 1
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Κεντρική διάθεση:
Θεσσαλονίκη: Βιβλιοπωλείο Μ. Κοτζιά και Σία Τσιμισκή 78 τηλ. 279.720, 268.940 Κύπρος: Πρακτορείο βιβλίου Χρ. Ανδρέου και Σία Ρηγαίνης 64 Λευκωσία
Μαντώ Αραβαντινού: Καταγράφω τη στιγμή που η ποίηση δημιουργείται (Συζήτηση με τη Ν. Χ ατζιδάκι)
Εξώφυλλο: Γιώργος Γαλάντης
58
ΔΕΛΤΙΟ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ
73
ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
78
στο επόμενο «Διαβάζω» Υπεύθυνος τυπογραφείου: Ε. Καλέμη
45 47
αφιέρωμα στον Αδ. Κοραή
ΧΡΟΝΙΚΑ Η δικτατορία σε συνέδριο ΕΝΑ διεθνές ιστορικό συνέδριο θα πρα γματοποιηθεί τον Απρίλιο του 1984 στην Αθήνα με θέμα «Δικτατορία-Κατοχή: Ελ λάδα 1936-1944». Το προκαταρκτικό πρό γραμμα του συνεδρίου, που η οργανωτι κή επιτροπή υπόσχεται να το διαμορφώ σει σύμφωνα με ενδεχόμενες προτάσεις για τη βελτίωσή του, είναι: Α. Ειδικά προβλήματα ιστορικής μεθο δολογίας, πρόσβασης στις πηγές και αξι ολόγησής τους. Β. Δικτατορία 1936-1941: Εγκαθίδρυ ση της Δικτατορίας και ο πολιτικός κό σμος, Δομή και ιδεολογία του καθεστώ τος, σχέσεις και συγκρίσεις με συγγενι κά καθεστώτα, Η πολιτική του καθεστώ τος και σχέσεις με τους οικονομικούς πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες Εξωτερική πολιτική και επιδράσεις ξένων δυνάμεων, οικονομική διείσδυση, Πόλε μος (προετοιμασία, στρατηγική κλπ.) Γ. Κατοχή: Κοινωνικά και πολιτικά ρεύ ματα, Αντίσταση, Κατακτητές και συνερ γάτες, Μέση Ανατολή και συμμαχικός παράγοντας, Τύπος, προπαγάνδα, δια φώτιση, Οικονομικά θέματα, Νομικά προ βλήματα. Δ. Ανακοινώσεις και συζητήσεις πρω ταγωνιστών. Ε. Συζήτηση· στρογγυλής τραπέζης. Περιλήψεις των προτεινομένων ανα κοινώσεων πρέπει να σταλούν μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1983. Ο χρόνος κάθε ανακοίνωσης δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 25 λεπτά. Η οργανωτική επιτροπή, που έχει πρόεδρο το Ν. Σβορώνο, αντι πρόεδρο το X. Φλάισερ, γενική γραμμα τεία τους Π. Παπαστράτη, I. Ρουμπάτη και μέλη τους Σ. Θωμαδάκη, I. Κολιόπουλο, Κ. Μοσκώφ, Γ. Νοταρά, Κ. Τσουκαλά, διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίσει ποια από τα προτεινόμενα θέματα θα συμπεριληφθούν στο τελικό πρόγραμμα. Επι φυλάσσεται επίσης να σας φέρει σε επαφή με συναδέλφους που ασχολούν ται με παρεμφερή θέματα, έτσι ώστε να επιτευχθούν κοινές ή τουλάχιστον συ ντονισμένες ανακοινώσεις. Η επίσημη γλώσσα του συνεδρίου είναι η ελληνική. Η οργανωτική επιτροπή μπο ρεί να αποδεχθεί ομιλίες στην αγγλική και γαλλική, όταν οι ομιλητές δεν κατέ χουν την ελληνική. Επίσης θα δεχθεί αι τήσεις για την κάλυψη μέρους των εξό δων ταξιδιού.
προ λεγο μένα Για περισσότερες πληροφορίες οι εν διαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στη γραμματεία του συνεδρίου, στη διεύ θυνση: Ιστορικό Συνέδριο, Ταχ. Θυρίδα 809, Κ.Τ. Αθήνα (Αιόλου).
λαος Γ. Πολίτης - Κωστής ΓΊαλαμάς- και τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου: 1) ο καθηγη τής Στέφανος ' Ημελος (Λαογραφικά στον Αδαμάντιο Κοραή) και 2) ο καθηγη τής Δημήτριος Λουκάτος (Κωνσταντίνος Καβάφης και Λαογραφία). Ο τομέας της φιλοσοφίας του Πανεπι στημίου Ιωαννίνων οργάνωσε, υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, πανελλήνιο συμπόσιο με θέ μα «Ο Κάρλ Μαρξ και η φιλοσοφία». Οι εργασίες του συμποσίου έγιναν στην Αί θουσα Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαν νίνων στις 3, 4 και 5 Νοεμβρίου με κύρι ες θεματικές ενότητες: Η φιλοσοφία και οι ειδικές επιστήμες ως πηγές του στο χασμού του Marx, Προβλήματα της φι λοσοφίας του Marx, Οι επιδράσεις του Marx, Η φιλοσοφία του Marx στην Ελλά δα και Σύγχρονες προοπτικές.
Κι άλλες εκπομπές για το βιβλίο Ομιλίες στην Αθήνα, Συμπόσιο στα Γιάννενα ΔΥΟ πολύ ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν αυτές τις μέρες, η μια στην Αθήνα και η άλλη στα Γιάννενα. Η καθυστερημένη λήψη των ανακοινώ σεων μας υποχρεώνει ν' αναφερθούμε σ' αυτές μετά την πραγματοποίησή τους και όχι να τις προαναγγείλουμε, ώστε να τις παρακολουθήσουν όσοι από τους αναγνώστες μας θα ενδιαφέρονταν. Χρονικά προηγείται η εκδήλωση της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας, που με ευκαιρία τις φιλολογικές επετείους Κοραή, Παλαμά, Καβάφη, Καζαντζάκη οργά νωσε ομιλίες στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης (Κυδαθηναίων 17, στην Πλάκα). Μίλησαν τη Δευτέρα 31 Οκτω βρίου: 1) ο καθηγητής Μιχάλης Μερακλής για τα «λαογραφικά» του Νίκου Κα ζαντζάκη, 2) ο δ. φ. (μελετητής του Πα λαμά) Κωνστ. Γ. Κασίνης με θέμα: Νικό
ΠΕΡΑΣΑΝ δυο χρόνια χωρίς η τηλεόρα σή μας να διαθέτει μια εκπομπή για το ελληνικό βιβλίο. Αντίθετα, στο διάστημα αυτό προβλήθηκαν αρκετές τηλεοπτικές διασκευές που συκοφάντησαν πετυχημέ να μυθιστορήματα και τους δημιουργούς Μετά λοιπόν από δύο χρόνια άρχισε να προβάλλεται τηλεοπτική σειρά με άγνω στη σε μας συχνότητα, με θέματα από το χώρο του βιβλίου. Η πρώτη εκπομπή, με καλεσμένους νέους πεζογράφους και με οικοδεσπότες το Μένη Κουμανταρέα και το Σπύρο Τσακνιά, άφησε ανάμεικτες εντυπώσεις· πριν ένα μήνα περίπου, αν δεν κάνουμε λάθος, ακούστηκε από το ραδιόφωνο εκπομπή με το ίδιο θέμα και με τους ίδιους ευγενικούς παρουσιαΓια όσους λοιπόν είχαν διαβάσει τα βι βλία των αξιόλογων νέων εκπροσώπων της πεζογραφίας μας η εκπομπή έδωσε αρκετά στοιχεία ώστε να προσεγγίσουν ευκολότερα το έργο τους. Όσοι όμως από τους τηλεθεατές δεν γνώριζαν το περιεχόμενο των βιβλίων τους, δεν ήταν εύκολο να παρακολουθήσουν τη συζήτη ση. Δεν θέλουμε να πούμε ότι η εκπομπή
χρονικα/7 δεν ήταν ενδιαφέρουσα -κάθε άλλο-, αλλά οπωσδήποτε απευθυνόταν σε ένα περιορισμένο κοινά που διαβάζει και που είναι ενημερωμένο για τις εκδόσεις και το περιεχόμενά τους. Κι αν ο στόχος ήταν αυτός, η εκπομπή πέτυχε. Αν όμως ο σκοπός της ήταν να προσελκύσει στο βιβλίο και στο διάβασμα ένα κοινό που δεν έχει συνηθίσει να διαβάζει και επομέ νως δεν ενδιαφέρεται για την εκδοτική κίνηση, νομίζουμε ότι δεν θα είχε μεγά λη απήχηση. Πρέπει να πούμε ότι η τηλεόραση, με την εμβέλεια που διαθέτει, έχει υποχρέ ωση να βοηθήσει στη διάδοση του βιβλί ου όχι μόνο με σλόγκαν αλλά και με εκ πομπές απλές, που έξυπνα και εκμεταλ λευόμενες τη δύναμη της εικόνας θα προβάλλουν την αναγκαιότητα της πα ρουσίας του βιβλίου στη ζωή του ' Ελλη να. Είναι απαραίτητο να υπάρχουν ενη μερωτικές εκπομπές, για να μπορέσει μεγαλύτερο ποσοστό Ελλήνων να παρα κολουθήσει και να εκτιμήσει εκπομπές σαν και την πρόσφατη. Θα υπάρχει κά ποιος ιδιαίτερος λόγος που οι υπεύθυνοι της σειράς αποφάσισαν ν' αλλάζουν συντονιστές -γνώρισμα μιας τηλεοπτικής Στα υπέρ της εκπομπής που παρακο λουθήσαμε προστίθενται, εκτός από τους δύο παρουσιαστές, και η καλή και μη στατική εικόνα και το πετυχημένο και πρωτότυπο ντεκόρ βιβλιοπωλείου. Τώρα λοιπόν που η ΕΡΤ 1 έφτιαξε μια καλή εκπομπή για θέματα που προβάλ λονται μέσα από τα βιβλία, πρέπει να την εντάξει σταθερά και πιο συχνά στο πρό γραμμά της και να την πλαισιώσει και με άλλες εκπομπές για την προβολή του ίδιου του βιβλίου.
vV\
100 φορές «Γιατί» ΕΚΑΤΟ τεύχη μέσα σε 9 χρόνια είναι ο απολογισμός της μηνιάτικης επιθεώρη σης «Γιατί» που εκδίδεται στις Σέρρες. Προσκαλεσμένος σ' αυτά τα γενέθλια ο Γιώργος Ιωάννου έδωσε μεγάλη και εν διαφέρουσα, συνέντευξη στον εκδότη και διευθυντή του περιοδικού, Βασίλη Τσανακάρη, όπου ανάμεσα σε πολλά άλλα δηλώνει ότι είναι τρομερά ελληνοκεντρι κός. Η εορταστική έκδοση του «Γιατί», εκτός από τους μόνιμους Σερραίους συ νεργάτες της, έχει και πολλά έξυπνα σκίτσα του Γιώργου Ακοκαλίδη.
Τι να ευχηθούμε σε ένα περιοδικό του επαρχιακού χώρου που κατορθώνει να ξεπερνά τις εκδοτικές δυσκολίες και να συμπληρώνει 9 χρόνια ζωής, παρά να τα
Ά λλο ένα υιοθετημένο ΕΝΑΤΗ στη σειρά των κοινοτικών βιβλιο θηκών που φτιάχνονται στην εκστρατεία που ξεκίνησε ο Μανώλης Γλέζος και που επανειλημμένα έχουμε αναφέρει από τις στήλες του περιοδικού μας η βιβλιοθήκη της Δονούσας, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν στις 8 Οκτωβρίου. Η λειτουργία της άρχισε αμέσως με 526 βιβλία που πρόσφεραν οι αναγνώστες της εφημερί δας «Βήμα», που έχει υιοθετήσει τη Δο νούσα. Προσωρινός τόπος εγκατάστασης της βιβλιοθήκης το δημοτικό σχολείο. Τα εγκαίνια ακολούθησαν ομιλίες και
Ραιημόν Αρόν Η «Εισαγωγή στη φιλοσοφία της ιστορί ας» έκανε γνωστό σ' όλη την Ευρώπη τον Ραιημόν Αρόν, που πέθανε πριν από ένα μήνα στο Παρίσι. Ο γαλλοεβραίος διανοούμενος δεν έπαψε στην πολύχρονη ζωή του να συγ γράφει φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά δοκίμια. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφέρουμε «Τα δεκαοκτώ μαθήματα πά νω στη βιομηχανική κοινωνία». Το τελευταίο βιβλίο του κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν πεθάνει, με τίτλο «Αναμνήσεις», και περιλαμβάνει 50 χρό νια πολιτικής σκέψης, αρχίζοντας από την άνοδο του Χίτλερ και τελειώνοντας με το Μάη του 1968. Από τα σπουδαστικά του χρόνια ο Αρόν γνώρισε τον Σαρτρ και από τότε, και επί 50 χρόνια, ήταν ο φίλος-εχθρός. Οι συγκρούσεις και οι καβγάδες τους έμειναν ιστορικοί και, όπως λένε οι γάλλοι κριτικοί, αποτελούν την περίληψη της ιστορίας της γαλλικής διανόησης. Ο θάνατος συνάντησε τον Αρόν στα 78 του χρόνια, ενώ έβγαινε από το δικα στήριο, όπου μόλις είχε καταθέσει σε δί-
Και για να συνοψίσουμε, μέχρι τώρα ιδρύθηκαν βιβλιοθήκες στην Κίμωλο (7/8), στη Σίκινο (16/8), στη Σέριφο (23/8), στην Ανάφη (9/9), στη Χώρα Φολεγάν δρου (12/9), στην Απάνω Μεριά Φολε γάνδρου (17/9), στην Αντίπαρο (24/9) και στη θηρασία (1/10).
Ποιος είναι; ΤΟ πόσο άγνωστος ήταν στους Έλλη νες μέχρι την ημέρα της απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας ο Ουίλλιαμ Γκόλντινγκ, διαπιστώθηκε από την αμηχανία των δημοσιογράφων των εφημερίδων μας, που έψαχναν εναγωνίως μεταξύ τους και όπου πίστευαν ότι θα μπορού σαν να πληροφορηθούν για τη ζωή και το έργο του φετινού βραβευμένου. Η αμηχανία και η άγνοια όμως δεν ήταν μόνο ελληνική. Απ' ό,τι φαίνεται, και οι ξένοι δημοσιογράφοι αντιμετώπι σαν το ίδιο πρόβλημα για τον Γκόλντινγκ. Αυτό αποδεικνύει ότι κανείς δεν υποψι αζόταν τη βράβευσή του, ώστε να έχει ενημερωθεί και να ετοιμάσει σχετικά άρΗθοποιός και ναυτικός στα νιάτα του, ο Γκόλντινγκ έγινε ύστερα καθηγητής της φιλολογίας και λάτρεψε τον ' Ομηρο (τον διαβάζει στο πρωτότυπο) και τον Οβίδιο. Ζει εδώ και 30 χρόνια στην επαρχία Γουαϊλτσάιρ της Αγγλίας και εί ναι ο πρώτος άγγλος συγγραφέας που παίρνει Νόμπελ Λογοτεχνίας μετά τον Ουίνστον Τσώρτσιλ.
παροιμίες και παραβολές ΝΑ ζητάς ορθογραφία -έστω και ευγενικά- από κάποιο γελοιογράφο έγ κριτου περιοδικού, είναι σαν: να βάζεις φερετζέ στη Μαριορή; να μιλάς για τη μυλωνού; ' Οχι. Είναι σαν να μαζεύουν «όσοι από τους Κρατούμενους της απριλιανής χούντας (...) διατηρούσαν τη λεβεντιά και την ευαισθησία τους» υπογραφές για την εισβολή των Ρώσων στην Πράγα, «κά τω από το άγρυπνο, εννοείται, μάτι των φρουρών και των "ορθόδοξων” », και συ να βγάζεις το κόκκινο μολυβάκι σου και να διορθώνεις τα ορθογραφικά λάθη του κειμένου της διαμαρτυρίας. Δηλαδή ο κό σμος νά χάνεται και συ να χτενίζεσαι. Αυτά είπε, και τόσο σεμνά, αντί για άλ λη απάντηση, θιγμένος γελοιογράφος σε απορία αναγνώστη για τα «τραυματικά» ελληνικά των εικονογραφημάτων του. Ελπίζουμε να απηχούν μόνο την προ σωπική του άποψη. ' Ισως ούτε καν τη δι κή του. Αφού το εικονογράφημα του τεύ χους που φιλοξενεί την αποστομωτική απάντησή του είναι επιτέλους σχεδόν ορθογραφημένο.
8/χρονικα
W
- Q
~3 ϊ ^ δ ι ά λ ο γ ο ι
Ολα τα γράμματα, που απευθύνονται αποκλειστικά στο «Διαβάζω» και που παρουσιάζουν κάποιο γενικότερο εν διαφέρον, δημοσιεύονται είτε ολόκληρα (εφόσον είναι σύντομα) είτε αποσπασματικά (εάν είναι εκτενή). Για το λόγο αυτό, παρακαλούνται οι αναγνώστες που μας γρά φουν να είναι όσο πιο σύντομοι μπορούν και να σημειώ
Προτίμησε να μην επέμβει Αγαπητό «Διαβάζω», Στην κριτική του Βάιου Παγκουρέλη για το βιβλίο του Αλμπέρτο Σαβίνιο Ο Μωπασσάν και «ο άλλος» (στη στήλη «Πλαίσιο» του τεύχους 72) διάβασα και το εξής: «Αλήθεια, γιατί η μετάφραση απέφυγε να αποδώσει και τα σημεία όπου το κείμενο είχε εκφράσεις στα γαλλικά; Ερώτηση αναπάντητη...». Η απο ρία αυτή μου δίνει την αφορμή για μερι κές διευκρινίσεις. Η ελληνική μετάφραση δεν απέφυγε να αποδώσει τις εκφράσεις στα γαλλικά, αλλά ακολούθησε, όπως και η ιταλική έκ δοση, την επιθυμία του συγγραφέα τα αποσπάσματα αυτά να παραμείνουν στα γαλλικά. Η επιλογή αυτή δεν αιτιολογεί ται στην ελληνική έκδοση με κάποιο ση μείωμα της μεταφράστριας, γιατί ο ίδιος ο Σαβίνιο φροντίζει να εξηγήσει τη στά ση του μέσα στο κείμενο. ' Οπως για πα ράδειγμα στη σελ. 93: «Κάποιος ίσως να θελήσει να μάθει γιατί έγραψα esprit, και όχι πνεύμα, και εγώ του απαντάω ότι σε εμένα εδώ πιο πάνω χρειαζόταν η έννοια του esprit, που είναι διαφορετική από την έννοια του πνεύματος. Εξαιτίας της γε ωγραφικής μας θέσης, εξαιτίας της μα κροχρόνιας διανοητικής μετριότητας και προπαντός της επίμονης προκατάληψης της λογοτεχνικής γλώσσας, η ιταλική γλώσσα έχει καθυστερήσει αρκετά σε σχέση με τη σταθερή ροή των νέων πρα γμάτων που πρέπει να πάρουν ένα όνομα και των νέων αισθημάτων που πρέπει να εκφραστούν και λοιπόν είναι φυσικό κάθε Ιταλός συγγραφέας, που δεν θέλει να κλειστεί σε στενά εθνικιστικά σύνορα, να χρησιμοποιεί ξένες λέξεις όταν λείπει η ιταλική λέξη». Προτίμησα λοιπόν να μην επέμβω στις επιλογές του συγγραφέα ιδίως όταν επιμένει σ' αυτές. Η μεταφράστρια Μαρία Α. Ηλιού
νουν το πλήρες ονοματεπώνυμο και την ακριβή διεύθυν σή τους. Πάντως, για να δημόσιευθεί ένα γράμμα, πρέπει νά 'χει φτάσει στα γραφεία του περιοδικού τουλάχιστον τρεις εβδομάδες πριν από την ημέρα κυκλοφορίας του τεύχους.
Ο συνεργάτης μας Β. Παγκουρέλης, υπόψη του οποίου θέσαμε το γράμμα της Μ. Α. Ηλιού, μας έστειλε την παρακάτω απάντη-
Η απάντηση της Μαρίας Ηλιού, ικανοποι εί απόλυτα το ερώτημά μου. Μήπως, λοι πόν, στην επόμενη έκδοση του βιβλίου, που ελπίζω ότι θα υπάρξει, είναι καλό να επισυναφθεί και το γράμμα της, ώστε να ικανοποιηθούν τα ενδεχόμενα ερωτήμα τα και των άλλων αναγνωστών του βιβλίΒ. Παγκουρέλης
Απολογία ενός ψυχίατρου στον ντόπιο ψυχιατρικό εισαγγελέα κ. Διονύση Λιάρο Στο περιοδικό «Διαβάζω» (αρ. 77, 21.9.83) δημοσιεύτηκε, κάτω από τον βαρύγδουπο τίτλο «το τέλος της αντιψυχιατρικής σαν ιδεολογίας», η απόφαση της θανατικής καταδίκης της αντιψυχιατρικής από το εγχώριο ψυχιατρικό «διαρ κές στρατοδικείο», υπογραφόμενη από τον ψυχιατρικό επίτροπό του κ. Διονύσιο Επειδή η απόφαση με μνημονεύει -για ανεξήγητους λόγους- προσωπικά, θεω ρώ αυτονόητο και αναφαίρετο το δικαίω μα της απολογίας, έστω και μετά την έκ δοση της καταδικαστικής απόφασης (κα τά την προσφιλή στους διάφορους πολιτικούς, θρησκευτικούς, ψυχιατρικούς και άλλους φασισμούς μέθοδο). Θ' αρχίσω την απολογία μου αρνούμενος στον ψυχιατρικό εισαγγελέα κ. Δ. Λιάρο το δικαίωμα να με προσφωνεί «φί
λε Κλεάνθη Γρίβα», γιατί ποτέ δεν υπήρ ξα φίλος με κανέναν υπέρμαχο της ψυ χιατρικής δήθεν επιστήμης, η οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την εν εξελί ξει μεθόδευση του μεγαλύτερου εγκλή ματος που διαπράχθηκε σε βάρος της ανθρωπότητας, αν εξαιρέσει ίσως κανείς τον επαπειλούμενο πυρηνικό αφανισμό της. Ανάμεσα σε μένα και στον ολοκληρω τισμό παρεμβάλλονται αρκετά λίτρα οι κογενειακού και εκατομμύρια τόννοι μη οικογενειακού αίματος, που μου απαγο ρεύουν οποιαδήποτε φιλική σχέση: α) με ψυχίατρους-δολοφόνους του τύ που των «εκλεκτών συναδέλφων» που οργάνωσαν τα διάφορα «Hadamar», αυτά τα περίφημα ' Αουσβιτς της ψυχιατρικής για τα οποία δυστυχώς δεν υπήρξε καμιά Νυρεμβέργηβ) με ψυχίατρους-αλήτες του τύπου του Γκαίρινγκ, που χρησιμοποιούσε τους «ασθενείς» του σαν πειραματόζωα για να λαμπρύνει το μεγαλείο του εφιάλτη του ναζιστικού «χιλιόχρονου πολιτισμού»· γ) με ψυχίατρους-μικροπρεπείς του τύπου των Κ. Jung και Ε. Kreschmer, που από τη θέση τών (από τους ναζί) δι ορισμένων προέδρων της χιτλερικής «Νέ ας Γερμανικής Εταιρίας Ψυχοθεραπεί ας» κάλυψαν με το κύρος τους τη δίωξη των ιδεών και τη φυσική εξόντωση των εβραίων συναδέλφων τους· δ) με ψυχίατρους-λακέδες του τύπου εκείνων που ταΐζουν με αμφεταμίνες τους μαχόμενους στα διάφορα μέτωπα στρατιώτες (για να σκοτώνουν και να σκοτώνονται... καλύτερα) ή εκείνων που μετατρέπουν σε ψυχασθενείς τους διαφωνούντες και αναλαμβάνουν την ψυχι ατρική εξόντωσή τους στα διάφορα ανα τολικά και δυτικά Γκουλάγκ της ψυχια τρικής. Με βάση αυτά τα ελάχιστα αλλά χαρα κτηριστικά παραδείγματα, η μεν ψυχια τρική έχει δικαίωμα να μιλάει για οτιδή ποτε άλλο εκτός απ' τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, εγώ δε να διαχω ρίζω με σαφήνεια τη θέση μου απ' αυτή
χρονικα/9 και να αρνούμαι τη φιλία των ιερουργών της. Δεύτερο, κατηγορούμαι απ' τον ψυχι ατρικό εισαγγελέα κ. Διονύσιο Λώρο ότι δανείστηκα «άκριτα και σε μεγάλη έκτα ση» την επιχειρηματολογία του Τ. Σαζ σ' ένα «άρθρο» μου στο περιοδικό «Ιανός» (No 1) από το βιβλίο του «η εποχή της τρέλας» και μάλιστα χωρίς να αναφέρω την πηγή. Σε σχέση μ' αυτό θα ήθελα να αντι τείνω τα εξής: α) Το κατά τον κ. ψυχιατρικό εισαγγε λέα «άρθρο» δεν ήταν άρθρο αλλά συ νέντευξη που πάρθηκε στα πλαίσια μιας έρευνας που έκανε ο δημοσιογράφος Παύλος Νεράτζης (πράγμα που αναφέρεται καθαρά στον «Ιανό»), τη μαρτυρία του οποίου επικαλούμαι. Κι όπως είναι γνωστό σε όλους -εκτός του κ. Λιάρου ίσως- στις συνεντεύξεις δεν παρατίθεν ται βιβλιογραφικές υποσημειώσεις. β) Η «μεγάλη έκταση» των αναφορών περιορίζεται σε δυο και μόνο αναφορές που αφορούν σε δύο ενότητες τεχνητά κατασκευασμένων ψυχιατρικών ασθενει ών: της δραπετομανίας (!!) και της αιθιοπικής δυσαισθησίας (!!!), από τη μια με ριά, και της δημοκρατικής ασθένειας (!!!!), από την άλλη. Κι αυτές δεν είναι εμπνεύσεις του Τόμας Σαζ, αλλά των αλητήριων Μ. Κάρλράιτ και Μ. Γκρόντεκ, άρθρα των οποίων φιλοξενούνται στην «εποχή της τρέλας». γ) Ο ψυχιατρικός εισαγγελέας κ. Λιάρος παραλείπει -κι αυτό είναι ενδεικτικό των προθέσεών του- να σημειώσει ότι το «η εποχή της τρέλας» δεν είναι έργο του Τ. Σαζ, αλλά συλλογή ντοκουμέντων που επιμελήθηκε ο Τ. Σαζ. Και λέω πα ραλείπει να σημειώσει για να μην πω ότι αγνοεί τη φύση του βιβλίου που επικαΤρίτο, μέσα σε έντεκα μικρά μονόστη λα κατορθώνει το ακατόρθωτο: Εκτελεί και θάβει την αντιψυχιατρική σα σύνολο, όχι με μια συστηματική και επίπονη ανα φορά στις πηγές της (δεδομένου ότι κάτι τέτοιο του είναι μάλλον δύσκολο), αλλά με μια σε στυλ κομμωτήριου «κριτική» μιας συλλογής αφορισμών (πράγμα που το αποκρύβει επιμελέστατα) του Τ. Σαζ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αβραάμ το 1982, και μιας «κοινωνικής πληροφόρησης» (όπως ονομάζεται τώρα το κουτσομπολιό, στο οποίο αριστεύουν οι λαλίστατοι ψυχίατροι) του τύπου: «ο Λαινγκ δηλώνει» χωρίς να αναφέρεται το «πού»' «ο Κούπερ έχει γίνει κλινικά αλ κοολικός» (άλλο ψυχιατρικό μαργαριτάρι αυτό το «κλινικά», που ίσως αποβλέπει στη διαφοροποίηση από το «εξω-κλινικά») όπως πληροφόρησε -κατά τα φαινό μενα- τον κ. Λιάρο η επιφανής και σ' ένα άλλο χώρο δρώσα εισαγγελέας κ. ' Ελσα Μάξγουελ ή «οι ιεροφάντες του είδους τύπου Οικονομόπουλου που που λάνε μυητικότητα σε άγνωστα μυστήρια» (αν αυτό αποτελεί έκφραση φθόνου για
την πολύ καλή κυκλοφορία του γνωστού βιβλίου του Γ. Οικονομόπουλου, θα λέ γαμε στον κ. Λιάρο πως έπρεπε να συγ χαρεί κι όχι να επικρίνει τον συγγραφέα του, γιατί έδωσε ένα από τα δυο-τρία έν τιμα βιβλία που κυκλοφορούν στην ελλη νική αγορά, γύρω απ' αυτό το θέμα). Ολα τα παραπάνω στοιχειοθετούν τα αποδεικτικά στοιχεία της θανατικής κα ταδίκης της αντιψυχιατρικής από το ψυ χιατρικό διαρκές στρατοδικείο στο οποίο επιτροπεύει ο κ. Λιάρος, και η οποία, όπως είναι φυσικό, έχει τόση σχέση με την έντιμη κριτική σκέψη όση σχέση έχουν με τή δικαιοσύνη οι αποφάσεις των «δικαστηρίων σκοπιμότητας». Και κλείνω την απολογία μου ενώπιον του ψυχιατρικού εισαγγελέα κ. Δ. Λιά ρου, δηλώνοντάς του ότι κατά την ταπει νή μου γνώμη μπορεί να κονιορτοποιεί τον Τόμας Σαζ μόνο αγνοώντας το έργο του, Για το σκοπό αυτό, και μια και η καταδικαστική απόφαση έχει ήδη εκδοθεί, μπορώ ανενόχλητα να διακινδυνεύσω την απώλεια του οίκτου του, συμβουλεύοντάς τον να διαβάσει τουλάχιστον τα έργα του Σαζ που κυκλοφόρησαν στην ελληνι κή (Ο μύθος της ψυχικής αρρώστιας και Η βιομηχανία της τρέλας) και βάζοντας στη διάθεσή του το σύνολο της αγγλικής έκδοσης των έργων του. «Ο θεός ας με φυλάει απ' τους φί λους μου, γιατί τους εχθρούς μου τους γνωρίζω» (Κ. Καστοριάδης). Ο κατόπιν εορτής απολογούμενος ενώ πιον του ψυχιατρικού διαρκούς στρατο δικείου Κλεάνθης Γρίβας Υ.Γ. Η «απολογία» αυτή είναι στο ίδιο ύφος μιας άλλης -που δεν δημοσιεύτηκε μέχρι σήμερα- που συντάχθηκε σαν απάντηση στο κατηγορητήριο που απάγ γειλε εναντίον μου ο Μ. Στριγγάρης από τις ιπήλες του περιοδικού «Engephalos» (3/1981) και η οποία θα συμπεριληφθεί σε μια συλλογή παρεμφερών κειμένων που ετοιμάζεται τώρα.
Ο συνεργάτης μας Δ. Λώρος, υπόψη του οποίου θέσαμε την επιστολή του Κλεάνθη Γρίβα, μας έστειλε την παρακάτω απάνΚύριε Γρίβα, Στην ειλικρινέστατη γνώμη που είχα ότι είσαστε ένας άνθρωπος έξυπνος και ριζοσπάστης, αντιδράσατε ρίχνοντάς μου λάσπη. Μένω άναυδος. Είναι πρωτάκου στα αυτά τα ήθη στην ελληνική πνευμα τική ζωή. Σας αποκάλεσα φίλο, όχι επειδή μέχρι προχθές ακόμα μ' εκτιμούσατε, αφού χωρίς να έχουμε ποτέ συναντηθεί- μου εμπιστευθήκατε την ψυχολογική υποστή ριξη μιας ενδιαφέρουσας προσωπικότη
τας (Β. Κ.). Ούτε μόνο επειδή εκτιμώ το πολιτικό σας θάρρος. Σας θεώρησα φίλο με την έννοια των στωικών, που φρονού σαν, και νομίζω εύλογα, ότι όλοι οι λογι κοί και μυαλωμένοι άνθρωποι (οι «σο φοί») είναι μεταξύ τους φίλοι, έστω κι αν δεν γνωρίζονται προσωπικά. Τα βιβλία του Σαζ τα έχω διαβάσει όλα στα αγγλικά, εδώ και χρόνια, και εκτιμώ πολύ μερικά τους κεφάλαια. Οπως το κεφάλαιο περί «Αποδιοπομπαίου τράγου» στο «Manufacture of Madness» (Αλή θεια, γιατί αποδίδεται σαν «η βιομηχανία της τρέλας» ενώ πρόκειται, ολοφάνερα, για την «κατασκευή της τρέλας;». Έτσι έχετε καταλάβει και τον υπόλοιπο Σαζ που με καλείτε υπεροπτικά να διαβάσω «στα αγγλικά;»!) Η «' Ελσα Μάξγουελ» που με πληροφό ρησε ότι ο Κούπερ έγινε αλκοολικός εί ναι η Agnes Heller! (Και ο F. Feher, που είναι στενοί του φίλοι.) Το βιβλιαράκι που κυκλοφορεί και στα ελληνικά μ' ένα κεί μενο του Κούπερ κι ένα της Heller είναι η πιο πειστική απόδειξη του αν είναι αξιόΟ Λαινγκ δήλωσε ότι πρέπει να μελετή σει τώρα το Θωμά τον Ακινάτη, σε μια σμνέντευξή του, σχεδόν ολοσέλιδη, στην Herald Tribune στις 21 Νοέμβρη του 1980. _ Απαντώντας σας στα τέσσερα παραπά νω σημεία αναδεικνύεται ανάγλυφα το πόσο απέραντα ανυποψίαστος είσαστε. ' Εχετε όμως και μια προτίμηση στο θέα τρο του παράλογου, αν κρίνουμε από την τραγική σας σύγχυση. Το όνομά σας το μνημόνευσα στο σημείο (σελίς 102) που ο καθηγητής κύριος Σαζ βρίζει τους αντιψυχίατρους αποδίδοντας τη ριζοσπα στική τους κριτική στην ψυχιατρική σε... φθόνο! Παρομοιάζει μάλιστα το φθόνο των αντιψυχιάτρων προς τους υγιείς με τρ... φθόνο των κομουνιστών ενάντια στους πλούσιους! Φθόνο που... προσπα θούν να κρύψουν κάτω από μια ρητορική εξύμνηση των αρετών των φτωχών (ή των «τρελών», αντίστοιχα)! Δεν προσέ χετε τι διαβάζετε κύριε Γρίβα; Εγώ κατήγγειλα αυτή την κατασυκο φάντηση της αντιψυχιατρικής που κάνει ο καθηγητής Σαζ! Δεν την υπερασπίστη κα! Το καταλαβαίνετε αυτό; Και καταλα βαίνετε ότι εσείς, έχοντας απόλυτη σύγ χυση, αντίθετα, υπερασπιζόσαστε τον ιερό σας βροντόσαυρο, τον Σαζ, νομί ζοντας ότι έτσι υπερασπιζόσαστε και την αντιψυχιατρική; Μετά απ' αυτό κατάλαβα γιατί διάφο ροι συνάδελφοι -και ριζοσπάστες, όχι μέ λη του «ψυχιατρικού κατεστημένου»απαξιούν να σας απαντήσουν, θεωρών τας σας ασυνάρτητο. Αν καταδέχομαι εγώ να σας απαντήσω εδώ είναι μόνο και μόνο επειδή η υβριστικότητά σας είναι εμετική. Επειδή δεν σκοπεύω να καταφύ γω στην αστική δικαιοσύνη, αν και θα το μπορούσα, πρέπει κάπως να ξεπλύνω τη λάσπη που μου ρίξατε (αν και, σύμφωνα
10/χρονικα με την αρχή του υποτιθέμενου εχθρού σας, του Γκαίμπελς, όλο θα μείνει και κά τι). Θα σας πληροφορήσω λοιπόν απλά ότι τις ψυχιατρικές αγριότητες των στρατοπέδων τις έχω καταγγείλει μερικά χρόνια πριν από σας (1971), όπως και τη σκοταδιστική χρήση της ψυχιατρικής (την οποία παραλλήλισα με το Malleus Maleficarum, όπως έκαναν κι άλλοι, άλλωστε). Ξέρετε τι σημαίνει ο όρος ιδεολογία; Και ξέρετε σε η διαφέρει από την επιστή μη; Αν ναι, τότε γιατί παραβλάψατε το σαν του τίτλου της βιβλιοκρισίας που Εκεί δεν μίλησα για το τέλος της αντιψυχιατρικής γενικά. (Σ' αυτή την περί πτωση ο τίτλος θα ήταν: το τέλος της αντιψυχιατρικής ιδεολογίας, ή το τέλος της ιδεολογίας της αντιψυχιατρικής.) Εί ναι ξακάθαρο από τον τίτλο μου (και από το εγκώμιο που πλέκω στην ηρωική ιταλι κή πτέρυγα της αντιψυχιατρικής, για το οποίο φαίνεται ότι κάνατε «ψυχικό σκό τωμα» και δεν λέτε κουβέντα) ότι θεωρώ ότι μόνο σαν ιδεολογία τελείωσε η αντιψυχιατρική. (Με τη μαρξιανή έννοια του όρου, της ιδεοφάμπρικας, των ad hoc κατασκευασμένων ιδεολογημάτων που έχουν άλλο στόχο από τον διακηρυσσό μενο.) Δεν τέλειωσε καθόλου σαν επι στημονική κριτική των πολλών, πράγματι, νοσηρών γνωρισμάτων της ψυχιατρικής (που είμαι ο τελευταίος που θα τα δικαι ολογούσε). Μια τέτοια κριτική μόνο της ιδεολογίας της αντιψυχιατρικής -και όχι της ίδιας της ΑΨ- κάνει ο Giovanni Gervis στο βι βλίο του «Ο μύθος της αντιψυχιατρικής» (εκδ. Στοχαστής, 1978, μετάφρ. και ει σαγωγή Μαρίας Τσοσκούνογλου), βιβλίο που καλά θα κάνετε να διαβάσετε: «... δεν είναι παρά απλός εμπειρικός ρεφορμισμός το να ρίχνει κανείς τις ευ θύνες και τα άμεσα λάθη στους παραδο σιακούς γιατρούς πιστεύοντας ότι έτσι είναι και δυνατό και αναγκαίο να γίνει κά τι τέλος πάντων...» (σελ. 54). Ομως όλα αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά σ' ένα πελώριο ατόπημα που κά νατε. Κι επειδή ξέρατε ότι το ξέρω, βια στήκατε να φωνάξετε, σαν πραγματικός «κλέφτης» που είσαστε, «για να φοβηθεί ο νοικοκύρης». Και καταλαβαίνετε πολύ καλά τι εννοώ. Δεν εννοώ τον σφετερισμό των ιδεών άλλων και τη λογοκλοπή. Αυτά πολλοί τα κάνουν. Εννοώ την ανατριχιαστικά προμελετημένη παραποίηση ενός κειμένου (κατά ειρωνική σύμπτωση του ίδιου του Σαζ!) που κάνατε, για να στοιχειοθετήσετε το γελοίο σας αντιιατρικό παραλήρημα. Μιλάτε για «εισαγγε λείς» που σας διώκουν, τη στιγμή που παίζετε το ρόλο του Βισίνσκυ (εισαγγε λέα στις δίκες της Μόσχας) σε βάρος ανυπεράσπιστων νεκρών, κατασυκοφαντώντας τους. Νά τι ανόσιο κάνατε: Ισχυρίζεστε ότι «στις συνεντεύξεις δεν παρατίθενται βιβλιογραφικές υποση μειώσεις». Τότε γιατί δηλώσατε βαρύ
γδουπα στον Παύλο Νεράντζη ότι η δια τριβή που είχε σαν θέμα τη «Δημοκρατι κή Ασθένεια» αναφερόταν επιδοκιμαστικά (αφήνετε να εννοηθεί) από το «Ame rican Journal of Insanity» τον Οκτώβριο του 1851: Εδώ λοιπόν μας παραθέτετε κοτζάμ reference στα «ξένα» (σελίς 36, «Ιανός», τεύχος 1). Τόσο δύσκολο θα ήταν να πείτε στα ελληνικά: «όπως ανα φέρει ο Σαζ στο βιβλίο του Η εποχή της τρέλας»; Μήπως εξυπηρετούσε άλλη σκοπιμό τητα αυτή η βιβλιογραφική παραπομπή που τόσο αναίτια και πομπώδικα κάνατε; Μήπως θέλατε να εμφανίσετε έτσι το «Αμερικανικό Περιοδικό για την Παρα φροσύνη» του 1851 να ασπάζεται τη γε λοία θεωρία περί «Δημοκρατικής Νό σου»; Ενώ την καταγγέλλει σαρκαστικά!; Μυστηριωδώς παραλείπετε να πληρο φορήσετε τον ανυποψίαστο αναγνώστη του υστερικού σας κειμένου πάνω στον «ψυχιατρικό ολοκληρωτισμό» ότι οι αμερικανοί ψυχίατροι του 1851 καγχάζουν με τη βλακεία κάποιου φοιτητή της ιατρι κής στο Βερολίνο. Δεν την επιδοκιμά ζουν! Κι ότι ενώ η «διατριβή» αυτού του βλάκα απερρίφθη από την Ιατρική Σχολή του Βερολίνου, «πέρασε» μετά από την άμεση πολιτική παρέμβαση της Πρυτα νείας. ' Ετσι φορτώνετε στην πλάτη των γιατρών τα καμώματα του πρωσικού αυταρχισμού! Βεβαίως και πετάει ο γάιδα ρος, κύριε Γρίβα! Εύγε! Ξεπεράσατε και αυτόν ακόμα τον Λυσένκο! ' Οσο για τη δήθεν αποστροφή σας προς τον ολοκλη ρωτισμό, θα είχα να σας παρατηρήσω ότι το σαν φερμουάρ συνεχές ξαναγράψιμο της ιστορίας και η παραποίηση των γεγο νότων που τυπικά χαρακτηρίζουν τον ολοκληρωτισμό (π.χ. το ρετουσάρισμα των φωτογραφιών που έχει κάνει ο Στάλιν), είναι απλό παράπτωμα μπροστά σ' αυτό που κάνατε εσείς. Μια πλαστογράφηση σε βάρος νεκρών ανθρώπων δεν διώκεται από κανέναν ει σαγγελέα, μιας και γίνεται στην «ανοχύ ρωτη πόλη των ιδεών». Είναι τόση η αποστροφή μου προς κά θε είδος εισαγγελική λειτουργία, που απέφυγα να σας εγκαλέσω δημόσια γι' αυτό το βαρύ ολίσθημα ενάντια στη στοι χειώδη επιστημονική δεοντολογία, την ανθρώπινη φροντίδα για τη μνήμη των περασμένων γενεών και την επιστημονι κή αλήθεια. Τώρα με αναγκάσατε να το κάνω. Και να σας κατηγορήσω για πνευ ματικό βανδαλισμό. 'Οχι στο «δικαστή ριο» κάποιας σκοτεινής σκοπιμότητας, αλλά της λογικής και της αλήθειας, του ανθρώπινου λογικού. Σ’ αυτό το (ου τοπικό) δικαστήριο, στη συνείδηση δηλα δή όλων των εξευγενισμένων και φωτι σμένων ανθρώπων, όπου έχουν άλλωστε κριθεί και κρίνονται όλα τα μεγάλα αν θρώπινα ζητήματα, μακριά από τη μέγγε νη της εξουσίας. Πολλοί ψυχίατροι, και ζώντες και νε κροί, διάλεξαν μια άχαρη και δύσκολη
ζωή, ενώ σ’ άλλους κλάδους της ιατρι κής θα είχαν ζήσει πολύ πιο ευχάριστα και πιο άνετα. Και οι οποίοι αρνήθηκαν και αρνούνται ν' αυξήσουν το εισόδημά τους νερώνοντας τις επιστημονικές τους αρχές με προσμίξεις κομπογιαννιτισμού. ( Οπως τις ενέσεις LSD για σωματικό απεθισμό από την ηρωίνη που κάνουν κά ποιοι σύγχρονοι «ιεροφάντες» ή τη χρη σιμοποίηση «θαλάμων οργόνης» για καρ κινοπαθείς. Πρακτικές απαράδεκτες, στις οποίες έχει αναφερθεί επανειλημμέ να το όνομά σας, πράγμα που θα έβλεπα με μεγάλη ανακούφιση να διαψεύδεται.) Τέλος, για τον σύγχρονο «ιεροφάντη» Γ. Οικονομόπουλο, δεν ξέρω πώς κολλά ει στα βιβλία του το επίθετο «έντιμα». Είναι δηλαδή έντιμο το να ισχυρίζεται ο Γ. Ο. ότι μονάχα μέσα από μια πόση LSD σε «μύηση» τύπου Ελευσινίων «Μυστη ρίων» θα ειρηνεύσει ο κόσμος μας;! Πώς ανεχόσαστε εσείς (που τόσο πολύ εξορ γίζεστε με τον «Αδρεϊσμό-Σταλινισμό» και που σιχαινόσαστε, λέτε, την ιεραρχία κάθε είδους) τη λατρεία που δείχνει στις πιο σκοτεινές μορφές της ιεραρχίας; Αυτής που χωρίζει τους ανθρώπους σε «μύστες» και σε «ζώα», σε «ξυπνητούς» και σε «κοιμισμένους», σε «επόπτες» και «ανόητες», σε «παπάδες» και σε «όχλο»; Τι να τους κάνουμε τους δεκάρικους λό γους σας ενάντια στο «ψυχιατρικό ιερα τείο» του σήμερα, όταν υπερασπιζόσα στε τους λάτρεις του κομπογιαννίτικου ιερατείου του χθες; Δεν τέλειωσα, κύριε Γρίβα. Θα επα νέλθω αλλού, για όσο διάστημα συνεχίσετε να το παίζετε «Σαβοναρόλας της ψυχιατρικής». Είσαστε επικίνδυνος επει δή λειτουργείτε ιεροεξεταστικά -κι ας κατορθώνετε να πουλάτε απελευθέρωση ακόμα και στον εαυτό σας. Οι τσιριχτές σας κορώνες της ιερής αγανάκτησης προδίδουν τον κάλπικό σας λόγο. Οι κα μένες σάρκες του Μπούχενβαλντ έχουν ελάχιστη σχέση με την ψυχιατρική, ενώ έχουν τεράστια σχέση με τον χωρισμό των ανθρώπων σε «ανώτερες» και «κα τώτερες» φυλές. Δηλαδή με την προέ κταση της ιεραρχικής ιδεολογίας του ελευσινιακού ή άλλου ιερατείου σε επί πεδο φυλών. Και μόνη η ετυμολογία της λέξης «ιεραρχία» δείχνει ότι δεν ξέρετε τι σας γίνεται όταν, ενώ χτυπάτε την ιε ραρχία, υπερασπιζόσαστε τους νεο-ιεροφάντες. Δ. Λιάρος
C T J iM A w .v jg ia m n
Από 19 Οκτωβρίου έως 1 Νοεμβρίου
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τα εμπορικό τερα βιβλία ενός δεκαπενθήμερου, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παραχώρησαν δεκαπέντε βιβλιοπώλες α π ’ όλη την Ελλάδα, δηλώνοντας ο καθένας τους τα τρία βιβλία που είχαν τις περισ σότερες πωλήσεις στο βιβλιοπωλείο του κατά το διάστημα αυτό. Έτσι, το βιβλίο με τις μεγαλύτε ρες πωλήσεις σημειώνεται με τρεις αστερίσκους (***), το αμέσως μετά με δύο f**J και το τελευ ταίο με έναν (*).
Επειδή όμως είναι τεχνικά αδύνατο να δημο σιεύονται όλα τα βιβλία που αναφέρουν οι βι βλιοπώλες, ο πίνακας περιλαμβάνει τελικά εκείνα τα βιβλία που δηλώθηκαν από δύο τουλάχιστον βιβλιοπώλες.
Χνάρι - Αθ.
Φιλιππότης - Αθ.
Χατζούλη - Λάρισα
Ραγιάς - Θεσ.
Πιτσιλάς - Αθ.
| Μεθενίτης - Πάτρα
Κοτζιά - Θεσ.
Λέσχη του Βιβλίου - Αθ.
Κατώι του Βιβλίου - Θεσ. |
Εστία - Αθ.
ί
Επιλογή - Αθ.
§
Ενδοχώρα - Αθ.
I
Οσο για το ενδιαφέρον και την ποιότητα των βιβλίων του πίνακα, σκόπιμο είναι να συμβουλεύ εστε τις σελίδες της «Επιλογής».
Ελευθερουδάκης - Αθ.
Αιχμή - Αθ.
Β ΙΒ Λ ΙΑ
Ί
1. Δ. Μ. Μπότσαρη: Η δυναστεία Παπανδρέου (Ισοκράτης) 2. Β. ΚαββαΘά: Ωραίο το φουστάνι σου Γιώργο μου (Κάκτος) 3. Γ. Καιροφύλα: Η Αθήνα της Μπελ Επόκ (Φιλιππότης) 4. Α. Βακαλόπουλου: 0 χαρακτήρας των Ελλήνων 5. Φ. Βέμπερ: Ο επιτήδειος ουδέτερος (Θετίλη) 6. X. Σεμπρούν: Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέ( (Θεμέλιο)
ι
Σημ.: Στο βιβλιοπωλείο Αιχμή - Αθ. το βιβλίο που είχε τις περισσότερες πωλήοεις ήταν: Π. Μιλένκοβιτς: Η αγροτική αυτοδια χείριση στη σύγχρονη Γιουγκοσλαβία (Αιχμή). Στο Κατώι του Βιβλίου - Θεσ.: I. Καλβίνο: Δύσκολοι έρωτες (Αστέρι). Στη Χατζούλη - Λάρισα: Μ. Βιάν: Πορνογραφικά γραπτά (Νεφέλη). Στο Χνάρι - Αθ.: Β. Πρατολίνι: Χρονικό των φτωχών εραστών (Θεμέλιο).
Βιβλιοπωλείο «ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ» Μέτωνος 62, Χολαργός 1η παράλληλος της Μεσογείων,
• • •
Κάτι νέο στο χώρο του βιβλίου Αναγνωστήριο Παιδική γωνιά
· · ·
Αυστηρή επιλογή βιβλίων Εκπτώσεις Ειδικές προσφορές
Έ να βιβλιοπωλείο στο Χολαργό που θα το ζήλευε το κέντρο ΚΑΛΕΝΤΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. Γραφεία: Κολοκοτρώνη 15, τηλ. 32.34.270
12/χρονικα
Βιβλία του χειμώνα Αίγες εβδομάδες μας χωρίζουν από κείνες τις μέρες που, φορτωμένοι πακέτα και τσάντες, στεκόμαστε μπροστά στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και διαλέγουμε κάποιο δώρο για φίλους ή για τον εαυτό μας, με τον υπόλοιπο 13ο μισθό στο χέρι. Οι βιτρίνες στολισμένες, και οι τίτλοι πάνω στα πολυτελή εξώφυλλα διεκδικούν ένα βλέμμα, ένα περιτύλιγμα, αγορά και ανάγνωση. Τέτοιες μέρες η παραγωγή των εκδοτικών οίκων φτάνει στο ζενίθ, όπως και η αναποφασιστικότητα του αναγνωστι κού κοινού, που βρίσκεται αμήχανο μπροστά σε εκατοντάδες τίτλους, γνωστών και άγνωστων συγγραφέων, ανήσυχο μήπως η αγορά του αποδειχτεί ατυχής.
' Οπως κάθε χρόνο, οι εκδοτικοί οίκοι ετοιμάζονται να βγάλουν ένα πλήθος βιβλία, που θα καλύπτουν όλα τα γούστα. Με τη διαφορά πως οι «δύσκολοι καιροί» ανάγ κασαν πολλούς εκδότες να αναθεωρήσουν τις αρχικές επιλογές τους και τους κατεύθυναν προς το «εμπορικό τερο» βιβλίο -χωρίς βέβαια να αποκλείουν και έναν αρι θμό εκδόσεων «για λίγους». Ορισμένοι φανατικοί επιμέ νουν να ακολουθούν την πορεία που έχει χαράξει ο εκ δοτικός τους οίκος, χωρίς να επηρεάζονται από τα επι κρατέστερα ρεύματα και τις προτιμήσεις του κοινού, που -δυστυχώς- ακολουθεί ένα είδος μόδας στην πνευματική τροφή. Πολλά από τα βιβλία που αναφέρουμε βρίσκονται ήδη στο στάδιο της εκτύπωσης. ' Αλλα έχουν απλώς προ γραμματιστεί με στόχο να είναι έτοιμα ώς τα Χριστού γεννα. Κοινό χαρακτηριστικό των νέων εκδόσεων, η πεπατημένη. Λίγοι είναι οι καινούριοι συγγραφείς που αποφάσισαν οι εκδότες να γνωρίσουν για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. ' Οσο για τους έλληνες συγγραφείς που πρωτοεκδίδονται, αυτοί μετριούν ται στα δάχτυλα του ενός χεριού. «Οι συνθήκες μάς έχουν κάνει πιο αυστηρούς στις επιλογές μας», μας εί πε μεγάλος εκδοτικός οίκος της Αθήνας. Πράγμα που μεταφράζεται: οι κανούριοι έλληνες συγγραφείς θ' αρ γήσουν πολύ να δουν το τυπογραφείο. Απ' την πλευρά των ξένων συγγραφέων, οι λατινοαμερικάνοι, που πέ ρασαν από τις βιβλιοθήκες όλων των σπιτιών πέρυσι, φέ τος έχουν ελαττωθεί. Αντίθετα, τη θέση τους παίρνουν κλασικοί συγγραφείς ή άλλοι γνωστοί μεταφρασμένοι από γνωστά ονόματα της δικής μας λογοτεχνίας. Λίγα τα βιβλία που έχουν σχέση με το θέατρο, ενώ αντίθετα οι μελέτες και τα δοκίμια μένουν στις αναλογίες που εκδίδονταν και τις προηγούμενες χρονιές. Η ποίηση περνά μια μικρή εκδοτική παρακμή, δεδομένου ότι οι
γνωστοί ποιητές επανεκδίδονται αναφανδόν. Τέλος, το παιδικό βιβλίο βρίσκεται κι αυτό σε μια κάμψη ύστερα από την απότομη άνθηση που γνώρισε μαζί με το παιδι κό θέατρο. Και ίσως εδώ πρέπει να πάρουμε στα σοβα ρά την παρατήρηση ενός εκδότη: «Πρέπει να διαχωρί σουμε επιτέλους τα σκουπίδια απ' το καλό βιβλίο». Κι αυτό ισχύει για την ποίηση, τις μεταφράσεις και τα παι δικά βιβλία. Ποιος όμως μπορεί να κατοχυρώσει τον αναγνώστη; Η φίρμα του εκδότη; Η υπογραφή του με ταφραστή; Υπάρχει τέλος πάντων αξιοπιστία στο εμπό ριο, όταν πλάι στις έγκυρες εκδόσεις παρασιτούν οι ευ καιριακές (και είναι τόσες πολλές); Καιρός όμως να δούμε πιο αναλυτικά τα βιβλία που μας προτείνουν για το χειμώνα: Η λογοτεχνία είναι αναμφισβήτητα η μεγάλη προτίμη ση του αναγνωστικού κοινού. Ας της δώσουμε λοιπόν προτεραιότητα: Ο «Φιλιππότης» έχει προγραμματίσει: «Τ' απομνημο νεύματα του Διογένη: ο αναρχικός σκύλος» -μυθιστορη ματική βιογραφία του Νέστ. Μάτσα, «Εσωτερική βιογρα φία» -διήγημα του Στ. Ξεφλούδα, «Ο βυθός και η δολο φονία» της Κωστ. Μητροπούλου. Ο «Εξάντας»: «Και αύριο χαμογελούσε» της Σιμόν Σινιορέ, «Το χρονικό της βίας, της δίωξης και του θανά του» του Π. Π. Παζολίνι, «Αϊσέ ή το πανόραμα» του Λουί Αραγκόν, «1934» του Αλμπ. Μοράβια. Ο «Κέδρος»: «Σύντροφοι καλημέρα» της Μέλπως Αξιώτη και τον 5ο τόμο με τα Άπαντα της ίδιας, «Η σπηλιά» της Μαρίας Παπαδημητρίου, «Το γκισέ» του Δημ. Χριστοδούλου, «Η πλωτή πόλη» της Μάρως Δού κα, «Η μεγέθυνση» της Κωστούλας Μητροπούλου, «Το μυθιστόρημα μιας δολοφονίας» του Γιώργου Σκούρτη, «Με το κλειδί στην πόρτα» της Μαρί Καρντινάλ, «Ο ανιψιός του μάγου» του Κ. Σ. Λούις (μετ. Τζ. Μαστορά-
χρονικα/13
κη), «Ο κήπος των Φίτζι Κοντίνι» του Τζ. Μπασάνι, «Το μεροκάματο του ξένου» του Ανρί Τρουαγιά, «Οδός σκοτεινών μαγαζιών» του Π. Μοντιάνο. Η «Αστάρτη»: «Το δέρμα των ονείρων» του Ρ. Κενώ και «Τα παιδιά της παλίρροιας» του Ζαν Καιρόλ. Η «Εστία»: «Οι τελευταίοι εγγονοί» του Τ. Αθανασιάδη, «Ερρίκος του Αινώ» του Κ. Κυριαζή, «Διαφάνειες» του Θαν. Πετσάλη-Διομήδη, «Η 14η Νιζάν» του Άγγ. Βλάχου, «Γράμματα στη Ραχήλ» του Κ. Παλαμά. Το «Θεμέλιο»: «Η ανταλλαγή» του Γ. Τρυφόνωφ, «Αναμνήσεις» της Αλ. Κολοντάι. Ο «Καστανιώτης»: «Υπό εχεμύθειαν» της Έλλης Αλεξίου (Άπαντα 22), «Το δέντρο που χορεύει» και «Η γενιά των αιχμαλώτων» του Κ. Ασημακόπουλου, «Ο μπάρμπα Αναστάσης - Το Σοβιέτ» και «Η βράβεψη» του Γ. Μανούσακα, «Το έβδομο ρούχο» της Ευγ. Φακίνου, «Στρατόπεδο Μακρονήσου» του Χρ. Σαμουηλίδη, «Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια» του ' Αρη Φακίνου, «Τα παιδιά της χελιδόνας» του Διον. Χαριτόπουλου, «Νάρκισσος και Χρυσόστομος» - «Το τελευταίο καλο καίρι του Κλίνγκσορ» - «Παράξενα νέα από κάποιο άλλο άστρο» - «Παιχνίδι με τις χάντρες», και τα τέσσερα του Έρμαν Έσσε, «Με την οχιά στο χέρι» του Μπαζέν Εβρέ, «Το αφεντικό» του Μαρ. Γκοφρέντο. Η «Δωδώνη»: «Η τυπική διαδικασία» -μυθιστόρημα του Η. Ρεκούμη. Τα «Νέα Σύνορα»: «Λαπαρατομή» της Σωτ. Σταυρακοπούλου, «Οι συμπαίχτες» του Αντ. Σουρούνη, «Η σκό νη κόλλησε στ' αυτιά μας» της Στ. Βογιατζόγλου, «Κακιά ώρα» του Γ. Γ. Μαρκές, «Η κομμένη κοτσίδα» της Φρ. Ξενάκη, «Τα λουκούμια» του Υβ Ναβάρ· αναγγέλλει ακόμα δύο αυτοβιογραφίες, «Ισιδώρα Ντάνκαν» και «Τί το» (Α' τόμος), και δύο έργα αφρικανών συγγραφέων: «Πολίτης β' κατηγορίας» του Μπούτσι Εμεντσέτα και «Κλάψε χώρα αγαπημένη» του ' Αλαν Πάτον. Τέλος, ο «Παρατηρητής» έχει αναγγείλει στη σειρά «Νόμπελ Λογοτεχνίας» έργα των Α. Ζίντ, Τόμας Μαν,
Π. Χουάιτ, Σ. Μπέκετ, Μέτερλινγκ, χωρίς όμως να ανα κοινώσει τους τίτλους. Αντίθετα με τους έλληνες συγγραφείς, που φαίνον ται λίγοι μπροστά στους ξένους που εκδίδονται φέτος, οι έλληνες ποιητές δίνουν ένα εντυπωσιακό παρόν στις εκδόσεις, παράλληλα με τους ξένους. Έτσι, ο «Καστανιώτης» αναγγέλλει: «Αλλού φεύγω» του Κ. Βουρλάκη, «Η ποίηση σήμερα δεν είναι εδώ» του Μιχ. Μπέκα, «Επιλογή Β » του Αριοτ. Νικολαίδη, «Η αμνάδα των ατμών» της Αθ. Παπαδάκη (β' έκδοση), «Τα πυρηνικά ποιήματα» του Δημ. Ποταμίτη, «Ποιήματα» του Ουίλιαμ Μπλέικ (μετ. Α. Αγγελάκης), «Ποιήματα» του Υβ Μπονφουά (μετ. Μ. Δημάκης - Χρ. Λιοντάκης). Ο «Ίκαρος» εκδίδει τα Άπαντα του Κ. Καβάφη σε μετάφραση στα γαλλικά του Άγγ. Βλάχου, ενώ πρέ πει να σημειώσουμε πως η ελληνική έκδοση των Απάν των του Καβάφη (του ίδιου οίκου) με σχόλια του Γ. Π. Σαββίδη έφτασε την 14η έκδοση. Ακόμα, τα ποιήματα της Σαπφούς (άπαντα) σε μετάφραση Ελύτη, ο στ' τό μος από το «Ημερολόγιο» του Σεφέρη, «Κραυγή σε 24 τόνους» του Αλ. Λιδωρίκη και ο δ' τόμος του «Πεζού λόγου» του ' Αγγ. Σικελιανού σε επιμέλεια Γ. Π. Σαββί δη. Ο «Κέδρος», που του χρόνου κλείνει τριάντα χρόνια εκδοτικής δραστηριότητας: «Αρίοστος ο προσεκτικός» του Γ. Ρίτσου (β' έκδοση), «Το μάτι της μύγας» της Παυλίνας Παμπούδη, «Η αγία μελάνη» του Κ. Γκιμοσούλη, «Το χαμένο κολιέ» του Β. Στεριάδη, «Ιστορίες για τα βαθιά» της Τζ. Μαστοράκη, «Ποιήματα» του Τ. Σ. ' Ελιοτ (μετ. Τζ. Μαστοράκη). Ο χώρος των μελετών και των δοκιμίων καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ιστορίας, κοινωνιολογίας, λογοτεχνίας κλπ. Επειδή κάθε εκδοτικός οίκος δίνει και μια δική του ονο μασία στις σειρές του είδους, θα παραθέσουμε εδώ τους τίτλους ανάλογα με την ταξινόμηση που έχει κάμει κάθε εκδότης. «Θεμέλιο» Σύγχρονη ιστορία, πολιτικό δοκίμιο, οικονομία: «Η αναβίωση του οικονομικού πολέμου Ανατολής - Δύσης» - Σ. Βάλντεν, «Διεθνοποίηση και αποδιεθνοποίηση του Κυπριακού» - Γ. Κρανιδιώτης, «Η κρίση του πολιτικού λόγου» - Δ. Τσάτσος, «Ιστορία της Γκεστάπο» » Ζ. Ντελαρύ. Σύγχρονη σκέψη-κριτική: «Ιστορία και φιλοσοφία» - Θ. Βέικος, «Ο Γκράμσι και το κράτος» - Κ. Μπυσί-Γκλυκσμάν. Ιστορική βιβλιοθήκη: «Κρίσεις και πολιτικοί θεσμοί» Ν. Αλιβιζάτος (2 τόμοι), «Ιστορία του αρχαίου πολιτι σμού» - Α. Μπονάρ (τόμ. 3), «Η εξέλιξη της πόλης στα Βαλκάνια» - Ν. Τοντόρωφ (2 τόμοι). «Ίκαρος» «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» - Κ. Θ. Δημαράς (7η έκδοση). «Οδυσσέας» «Οι επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική» - Θ. Βε ρέμης, «Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος» - Γ. Κουκουλές, «Μεταπολεμική τέχνη στην Ελλάδα» - Τ. Σπητέρης, «Οι πρωτοπορίες της τέχνης στον 20ό αιώνα» - Μάριο ντε Μικέλι. «Δωδώνη» «Εκκλησίες και μοναστήρια της Ηπείρου» - Λαμ. Παπακώστα (λεύκωμα), «Η παιδαγωγική στην Ελλάδα» -
14/χρονικα Χαρ. Νίτσου, «Η έννοια της ελευθερίας στο έργο του Καζαντζάκη» - Θ. Γράμματός. «Νέα Σύνορα» Φεμινιστική σειρά: «Φεμινισμός και σοσιαλισμός» - Α. Μενιελενμπέλ. «Κέδρος» Δοκίμια-μελέτες: «Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία (Το παράδειγμα του Καραγκιόζη)» - Γ. Κιουρτσάκης, «Η Ρητορική του Αριστοτέλη» - Ηλ. Ηλιου, «Ανδρέας Εμπειρικός» - Γ. Γιατρομανωλάκης, «Χωρίς ανεμόσκαλα» - Δ. Μαρωνίτης, «Παρά-κείμενα» - Ηλ. Παπαδημητρακόπουλος, «Τέσσερα μελετήματα για τον Σεφέρη» - Τ. Σινόπουλος, «Κ Καβάφης» - Πήτερ Μπίαν και «Νίκος Καζαντζάκης» του ίδιου (μετ. Κατ. Αγγελάκη-Ρουκ), «Ο Αραγκόν για τον Ρίτσο». Χρονικά-μαρτυρίες: «Ενθυμήματα» - Δ. Φωτιάδης (τόμ. β ’ ), «Ό σα θυμάμαι» - Π. Αποστολίδης (τόμ. β '). Προβλήματα του καιρού μας: «Ο δείκτης νοημοσύ νης» - Μισέλ Top, «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου» - Ρολάν Μπαρτ, «Ο Ρ. Μπαρτ για τον Ρ. Μπαρτ», «Το έργο της ιστορίας» - Ζ. Λεγκώφ - Πιερ Νορά (τόμ. β ’ ), «Ο άνθρωπος αλλάζει τον άνθρωπο» - Ζαν Μπερνάρ, «Παιδιά με πέτρινα μάτια» - Μύρα Ρόθεμπεργκ, «Ο άν θρωπος και ο άνθρωπος» - Ζαν Αμπιρζέ. Λευκώματα: «Ζωγραφική 1948-1983» του Δ. Μυταρά και «Ο μύθος της ελληνικότητας» της Ελ. Βακαλό (τόμ. ν '). «Εξάντας» «Ο χώρος της λογοτεχνίας» - Μπλανσό (μετ.επιμέλεια Δ. Δημητριάδης). «Φιλιππότης» Κριτική, μελετήματα: «Η αισθητική της ρωμιοσύνης (Το δημοτικό τραγούδι κάτω απ' το φως της πάλης των σύγχρονων ιδεών)» - Γ. Διζικιρίκης, «Ο άλλος Κοραής» Μ. Περάνθης, «Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων» - Ν. Πετσάλης-Διομήδης. «Καστανιώτης» Δοκίμια-κριτικά κείμενα: «Μετά τα φιλολογικά» - Λ. Κούσουλας, «Υποθέσεις» - Χριστ. Μηλιώνης, «Δακτυλι κά αποτυπώματα» - Σ. Τσακνιάς, «Πλάγιες ερωτήσεις» Κ. Γεωργουσόπουλος, «Τρόμος στο κολέγιο και άλλα αστυνομικά δοκίμια» - Σωτ. Κακίσης, «Χώρος, φως και λόγος στην ποίηση του Καβάφη» - Μιχ. Πιερής, «Η δια δικασία της αποπροσωποποίησης στη σχιζοφρένεια» Φ. Καγκελάρης, «Τα κλασικά της εσωτερικής ιατρικής του κίτρινου αυτοκράτορα» - Χοάνγκ-Τι, Νελ Κλιγκ, Σο „ Ουέν (εισαγωγή, μετάφραση σημειώσεις Φιλ. Ρώσσης). Χρειάζεται ίσως μια διευκρίνιση επειδή οι τίτλοι δοκι μίων κλπ. φαίνονται περισσότεροι από τους λογοτεχνι κούς, που, όπως είπαμε στην αρχή, κυριαρχούν στις προτιμήσεις. Κατά κανόνα αυτές οι εκδόσεις έχουν προγραμματιστεί από πολύ καιρό πριν, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τη λογοτεχνία, όπου πάντα υπάρχουν πε ριθώρια για κάποια επιπλέον βιβλία που έρχονται στην επιφάνεια με αφορμή την πικαιρότητα. Εξάλλου τέτοι ου είδους εκδόσεις απευθύνονται σε ορισμένο κοινό και συχνά τυπώνονται σε περιορισμένα αντίτυπα. Ας δούμε όμως τι σχεδιάζει να εκδώσει και η Θεσσα λονίκη σ' αυτό τον τομέα: «Παρατηρητής» Δίκαιο-πολιτική: «Πολιτική επιστήμη» - Άμπεντροτ, «Πολιτική κοινωνιολογία» - Σβάρτσενμπεργκ (κλασικό
δίτομο), «Συνταγματικό Δίκαιο» - Δημ. Τσάτσου (τόμ. β ). Οικολογία-ποιότητα ζωής: «Ο κύκλος που κλείνει» Μπ. Κόμονερ, «Οικολογία, μια πολιτική επιλογή» - Μισέλ Μποσκέ. Ιστορία-κοινωνία: «Εισαγωγή στην ιστορία και πολιτική της νεότερης Ευρώπης» - Ε. Μπερνς, «Μελέτη για τη στάση των ξένων δυνάμεων στον εμφύλιο» - Β. Κόντη, «Αρχιτεκτονική στην Κούβα και τη Σοβ. ' Ενωση». Λίγοι είναι οι τίτλοι που ανακοινώνονται για το θέατρο, και αφορούν θεατρικά έργα ή μελέτες. Ο «Ίκαρος» θα εκδώσει τον α' τόμο με κριτικά θεατρικά άρθρα του Φώτου Πολίτη και τον ε ' τόμο από το «Θέατρο» του Κ. Βλασσόπουλου. Η «Δωδώνη», κατεξοχήν θεατρικός εκ δοτικός οίκος, εκδίδει φέτος τον «Αρχιμάστορα Σόλνες» τόυ Ερ. Ίψεν (μετ. Μ. Πλωρίτη), «Τα καπνοτόπια» του Τζακ Κίρκλαντ (μετ. Γ. Σεβαστίκογλου), τους «Κλειδοκράτορες» του Μ. Κούντερα rat τον α ' τόμο με τις τραγωδίες του Αισχύλου σε μετάφραση Τάσου Ρούσου. «Η ασπίδα του Μενάνδρου» της Ελένης Βαλαβάνη είναι ένα παιδικό θεατρικό έργο. Ο «Κέδρος» εκδίδει «Τα παράσιτα» του Γ. Μανιώτη και τους «Επτά επί Θήβαις» του Αισχύλου σε μετάφραση Γ. Τσαρούχη. Το «Θεμέλιο», τέλος, έχει προγραμματίσει το «ΜπρεχτΧίτλερ» του Μ. Πλωρίτη. Το παιδικό βιβλίο, που πέρυσι αναδείχτηκε σε κερδο φόρα επιχείρηση με λογιών λογιών εκδόσεις, φαίνεται πως φέτος περνά περίοδο ισχνών αγελάδων. ' Ετσι, ο «Κέδρος» προγραμμάτισε: «Μυθολογία» - Σ. Ζαρρμπούκα (ζ’ τόμος), «Οι περιπέτειες μιας νότας» - Μυρτώ Νιλσεν, «Ο χιονάνθρωπος και το κορίτσι» - Ευγ’ Τριβιζάς, «Μύθοι για άτακτα παιδιά» - Ζακ Πρεβέρ, «Ιστορικά θεών και ηρώων» - Σμ. Μοστράτου, «Ο άρχοντας των δαχτυλιδιών» - Ζ. Ρ. Τόλκιν, «Γιατί όχι, μαζί με τον λύ κο» - Ειρ. Νάκου, «Το μούσι του κόντε - Η τελεία» και «Ο γκαφατζής ο Χανς - Γερμανία» της Μάρως Λοΐζου, «Πώς γεννήθηκα» - Αργυρώ Κοκορέλη, «Ο ζωγράφος Κκάσιαλος» - Τατ. Γκρίτση-Μιλλιέξ, «Το μυστικό του λό φου» - Εντ. Φέντον. Εξάλλου ο «Καστανιώτης» πρόκει ται να εκδώσει το «Μιλώντας για παιδικά βιβλία» -Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, «Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων» - Δέσπ. Κριστ Λάλα, «Χίπιτι! Χόπιτι! Χοπ! αγάπη» - Ιφ. Αλμπανοπούλου, «Μια Πέμπτη του Οκτώβρη - Άννα Γκρέτα Βίνμπεργκ, «Μελήσιππος» - Κατ. Γλυκοφρύδη-Τσατσούλα, «Απίθανες ιστορίες» - Ραν. Κίπλινγκ, «Πειρατικές ιστορίες» - Τζακ Λόντον, «Στα βήματα του Σαμοθήριου» - Ευαγγ. Ψαραύτη. Για τα μικρά παιδιά ο ίδιος εκδότης έχει προγραμ ματίσει μια σειρά βιβλίων του Γιώργου ΜαρίνουΜενέλαου, «Δώδεκα λαϊκά τραγούδια με ζωγραφιές» της Πολυξένης Κάνιστρα, «Ο τυράκιας και το ποντίκι» της Αγγ. Μακρή και τις « Έξι κόκκινες ιστορίες με ου ρά» του Κ. Παναγιωτόπουλου. Στην εκδοτική δραστηριότητα πρέπει ακόμα να προ σθέσουμε και τα άλμπουμ με σκίτσα ελλήνων σκιτσογράφων, προσφιλή σε μικρούς και μεγάλους: «Ο τρίτος δρό μος 83» και «Ο Ευρωπαίος» του Γιάννη Ιωάννου, «Ο Καραγκιόζης στη χώρα των θαυμάτων» του Παν. Γκιόκα και «Μην πατάτε το πράσινο» του Αντ. Καλαμάρα πρό κειται να εκδοθούν από τον «Καστανιώτη». ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΛΒΑΡΛΗΣ
Μαργκερίτ Γ ισυρσενάρ Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ είναι, αναμφισβήτητα, ένας από τους mo μεγάλους γαλλόφωνους συγγραφείς του καιρού μας. Η πρώτη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Γνώρισε αργά την επιτυχία με τα Αδριανού Απομνημονεύματα, με το βραβείο Φέμινα για την Άβυσσο και τα πολύ διαβασμένα Αρχεία του Βορρά. Μπορούμε μάλιστα ν ’ αναρωτηδούμε πώς δέχεται το πλατύ κοινό αυτή τη σοβαρή συγγραφέα, με τον έκδηλο κλασικισμό και που προτιμά να μιλά για τον ιωνικό ή λατινικό κόσμο παρά για τους ανδρώπους του καιρού της. Τα άρδρα που ακολουδούν παρουσιάζουν έναν άνδρωπο κρυφό, έναν αναγνωρισμένο συγγραφέα, έναν ποιητή. Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (από το αρχείο των εκδόσεων Χατζηνικολή)
16/α φ ιε ρ ω μ α
Μαργκερίτ Γιουρσενάρ: Η ζωή και το έργο της 1903 8 Ιουνίου: Γεννιέται στις Βρυξέλλες. Κόρη του γάλλου αξιω ματικού Μισέλ Κλήνβερκ ντε Κρεγιανκούρ και της Βελγίδας Φερνάντ ντε Καρτιέ, που πέθανε από πυρετό δέκα μέρες αρ γότερα. Ο πατέρας επιστρέφει με το παιδί στο εξοχικό σπίτι τους, στη βόρεια Γαλλία, κοντά στη Λίλλη. 1903-1911 Τα παιδικά χρόνια της τα περνά στο εξοχικό σπίτι και το χει μώνα στο οικογενειακό τους, μέσα στη Λίλλη. Από το 1905 αρχίζουν να περνάνε το χειμώνα στη νότια Γαλλία. Μικρά τα ξίδια στις Βρυξέλλες, στην Ολλανδία. Πρώτη γνωριμία με το Παρίσι μεταξύ 1909 και 1911. 1912-1914 Ο πατέρας πουλά το εξοχικό σπίτι κι έρχεται να ζήσει στο Παρίσι. Το παιδί έχει δασκάλα στο σπίτι, συχνάζει στα μου σεία, παρακολουθεί κλασικά έργα και διαβάζει πολύ. 1914 Η κήρυξη του πολέμου τη βρίσκει μαζί με τον πατέρα της σε μια ακρογιαλιά του Βελγίου. Οι δρόμοι για τη Γαλλία έχουν αποκλειστεί. Πατέρας και κόρη πάνε στην Αγγλία. Αρχίζει να μαθαίνει αγγλικά και μελετά μαζί με τον πατέρα της λατινικά. 1915 Σεπτέμβριος. Μέσα στο Παρίσι του πολέμου συνεχίζει να παίρνει ιδιωτικά μαθήματα και ζητά από τον πατέρα της να μάθει αρχαία ελληνικά. Μόνη της καταπιάνεται να διαβάσει ιταλούς ποιητές στο πρωτότυπο. 1917 Νοέμβριος. Ο πατέρας της, άρρωστος και σε δύσκολη οικο νομική θέση, πηγαίνει στη νότια Γαλλία. 1917-1922 Ο πατέρας παίζει σε διάφορα καζίνα για να φτιάξει τα οικο νομικά του. Η κοπέλα μελετά με διάφορους δασκάλους και διαβάζει κλασικούς της αρχαίας και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας
αφιερωμα/17 (τον 19ο αιώνα). Το 1919 παίρνει στη Νίκαια το απολυτήριο κλασικών σπουδών (λατινικά-αρχαία). Στα δεκάξι της γράφει ένα ποίημα από το μύθο του Ίκαρου. Με έξοδα του πατέρα της δημοσιεύει το 1921 τον Κήπο με τις χίμαιρες και το 1922 μια συλλογή ποιημάτων, οι Θεοί δεν πέδαναν, όπου δεν λείπουν φυσικά οι απομιμήσεις. Παίζον τας με τον πατέρα της αυτοσχεδιάζει το ψευδώνυμο Γιουρσενάρ, με αναγραμματισμό του οικογενειακού επιθέτου. 1922-1926 Το 1921, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, διαβάζοντας γενεαλογικά ντοκουμέντα της οικογένειας του πατέρα της, σκέφτηκε να σχεδιάσει ένα μεγάλο μυθιστόρημα για να διηγηθεί την πα ράλληλη ιστορία πολλών οικογενειών τους τελευταίους τέσσε ρις αιώνες. Μεταξύ 1922 και 1926 γράφει πεντακόσες σελί δες. Κατέστρεψε τις περισσότερες και τρία αποσπάσματα μό νο πέρασαν, το 1934, στη συλλογή της Ο δάνατος οδηγεί την άμαξα. Το ένα θ ’ αποτελέσει τον πυρήνα του Βυδού και τα άλλα δύο τον πυρήνα σε κατοπινά της έργα. Αυτό το τεράστιο μυθιστόρημα της νεανικής της ηλικίας, που δεν το ολοκλήρωσε, συνεχίστηκε υποσυνείδητα στους δυο πρώτους τόμους που κυκλοφόρησαν τελευταία με γενικό τίτ λο ο Λαβύρινδος του κόσμου, όπου ξαναβρίσκουμε πολλές οικογένειες της βόρειας Γαλλίας και του Βελγίου. Έτσι βλέ πουμε πως ένα μέρος του έργου της θα αναδυθεί μέσα από τους πληθωρικούς οραματισμούς μιας κοπέλας. Το 1924, ωστόσο, ύστερα από μια επίσκεψή της στην έπαυλη Αδριανού, ξανοίγεται σε μιαν άλλη πνευματική περιπέτεια, που θα καταλήξει, τριάντα χρόνια αργότερα, στο έργο Αδριανού Απομνημονεύματα. Αυτά τα χρόνια, ύστερα από μια απόπειρα για φιλολογικές σπουδές, ανακαλύπτει την Ιταλία. Το 1922 ζει την άνοδο στην εξουσία του φασισμού. Η εξοι κείωσή της με την καθημερινή ζωή στην Ιταλία, οι επαφές της μ' εξόριστους ιταλούς διανοούμενους θα τη βοηθήσουν να δώσει το 1934 την πρώτη μορφή του μυθιστορήματος Έ να δηνάρι όνειρο. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ συνεχίζει τις σπουδές της με κεν τρικό άξονα τα βιβλία που ετοιμάζει. Διαβάζει σύγχρονη ιστο ρία και τους θεωρητικούς του σοσιαλισμού και του αναρχι σμού, γερμανούς και άγγλους φιλόσοφους και ποιητές του 19ου αιώνα και πρωτογνωρίζει μεταφράσεις κειμένων της Ιν δίας και της ' Απω Ανατολής. Καταπιάνεται με τα μαθηματι κά. 1926-1929 Συνοδεύει τον πατέρα της στην Ελβετία. Αρχίζει να ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη λογοτεχνία. Επειδή οι εκλαϊκευμένες βιογραφίες είναι της μόδας, γράφει έναν Πίνδαρο, που κυ κλοφόρησε το 1932, αλλά που δεν άφησε να ξαναεκδοθεί, γιατί δεν έμεινε ικανοποιημένη. Δημοσιεύει ποιήματα και δοκίμια και μελετά πώς θα μπορέ σει να δώσει διάφορους ανθρώπινους τύπους μέσα από τους αιώνες. Αύγουστος 1927-Σεπτέμβριος 1928. Γράφει, στη Λωζάννη, ένα μικρό αφήγημα: Αλέξης. Είναι η ιστορία-εξομολόγηση ενός νεαρού μουσικού που παλεύει με τις ανώμαλες, όπως
18/α φ ιε ρ ω μ α νομίζει, επιθυμίες του κι αποφασίζει να εγκαταλείπει τη γυ ναίκα του και το παιδί του για να ξαναβρεί μια απαραίτητη γι’ αυτόν ελευθερία. Το θέμα για κείνη την εποχή ήταν τολ μηρό, κι όμως οι καλύτεροι κριτικοί επαίνεσαν αυτό το μικρό βιβλίο. 1929 Πεθαίνει ο πατέρας της σε μια κλινική της Λωζάννης. 1929-1931 Ταξιδεύει στο Παρίσι και το Βέλγιο για θέματα κληρονομιάς, αλλά και στην Ολλανδία, την Ιταλία και την Κεντρική Ευρώ πη. Το 1930 γράφει το μυθιστόρημά της η Ν έα Ευρυδίκη. Πρόκειται για την απόγνωση ενός νέου που ζει πολύ κοντά σ’ ένα ζευγάρι και δεν ξέρει πώς να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα, μέσα από τις εξομολογήσεις του ζευγαριού. Εί ναι ένα έργο παραφορτωμένο με λογοτεχνικές προθέσεις και δεν έχει την ενότητα και το δέσιμο του Α λέξη. Επίσης γράφει ένα μονόπρακτο δράμα: Διάλογος σ ’ ένα έλος, που εμπνέεται από το Καθαρτήριο του Δάντη. 1932-1933 Στην Ιταλία αρχίζει να γράφει το Έ να δηνάρι όνειρο, ιστο ρία μιας αποτυχημένης απόπειρας κατά του Μουσολίνι. Είναι μια μισοπραγματική, μισοσυμβολική αναπαράσταση της ζωής στη Ρώμη. Αν και στην πρώτη του μορφή είχε πολλές αδυνα μίες, αξίζει γιατί είναι από τα λίγα βιβλία που δεν αποδέχτη καν την επίσημη εικόνα της Ιταλίας εκείνη την εποχή. Γι’ αυ τό ακριβώς και επικρίθηκε. Συχνά πηγαίνει στη Βιέννη και ταξιδεύει στο Δούναβη ώς το Βελιγράδι. 1934-1938 Αρχίζει να ταξιδεύει στην Ελλάδα, όπου μένει για μεγάλο διά στημα, χωρίς να πάψει να ζει για λίγο στο Παρίσι, την Ιταλία και την Κεντρική Ευρώπη. Γράφει μικρά δοκίμια γύρω από ελληνικούς χώρους, που θα συγκεντρωθούν στο Ταξίδι στην Ελλάδα. Ταξιδεύει το 1935 στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρικό, στον οποίο θ ’αφιερώσει τα Διηγήματα Ανα τολής. Αρχίζει να γράφει τις Π υρές. Είναι ένα λυρικό έργο, με αφορισμούς και προσωπικές εξομολογήσεις, ύστερα από μια κρίση που πέρασε. Περιγράφει διάφορες μορφές πάθους: το ερωτικό πάθος, το πάθος του απόλυτου («Φαίδων ή ο Ίλιγ γος», «Μαρία Μαγδαληνή ή η Σωτηρία της ψυχής»), το πάθος της δικαιοσύνης («Αντιγόνη ή η Εκλογή»), ή την υποταγή στη μοίρα («Αχιλλέας ή το Ψέμα»). Είναι ένα πολύ εξπρεσιονιστικό έργο και γι’ αυτό πολύ μοντέρνο. Ό πω ς στο βιβλίο της για την Ιταλία του Μουσολίνι, οι εικόνες της βίας και της πο λιτικής απελπισίας είναι πολύ έντονες. Το 1938 κυκλοφορούν τα Διηγήματα Ανατολής, που μαρτυ ρούν τη στενή σχέση του μύθου και της ζωής. Την ίδια εποχή, στη συλλογή της Τα όνειρα και οι μοίρες, περιγράφει κι αναλύει μια σειρά από όνειρα χωρίς να επηρεάζεται από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες. Την ενδιαφέρουν οι σχέσεις των ονείρων με το μύθο και την ποιητική λειτουργία. 1937 Φεβρουάριος. Πηγαίνει στο Λονδίνο για να συναντήσει την
Ανδρέας Εμπειρικός
αφιερωμα/19 Βιρτζίνια Γούλφ και δέχεται να μεταφράσει τα Κύματα. Τον ίδιο μήνα γνωρίζεται με μια συνομήλικη της Αμερικάνα, την Γκραίης Φρίκ, που τη συνοδεύει στην Ελλάδα και την Ιταλία· για πολλά χρόνια θα τη συντροφέψει και θα μεταφράσει θαυμάσια τα έργα της Γιουρσενάρ στα αγγλικά. Σεπτέμβριος. Ύστερα από πρόσκληση της Φρίκ πάει για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξοικειώνεται με τη ζωή εκεί και αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα τραγούδια των νέγρων. Απρίλιος. Στο Κάπρι, όπου είχε νοικιάσει μια βίλα, γράφει τη Χαριστική βολή. Εδώ περιγράφει ένα αυθεντικό γεγονός από τον Πρώτο πόλεμο. 1939 Μεταφράζει το Ό σ α ήξερε η Μαίηζη, του Χένρυ Τζαίημς, και καταπιάνεται να μεταφράσει τα ποιήματα του Καβάφη με τη συνεργασία του Κωνσταντίνου Δημαρά. Το δοκίμιο που προλογίζει τη μετάφρασή της και μερικά ποιήματα δημοσιεύ ονται στο περιοδικό «Mesures» τον Ιανουάριο 1940. Αύγουστος: Επειδή για μια στιγμή δεν μπόρεσε να φύγει για την Αμερική εξαιτίας του πολέμου προσπαθεί να τη στείλουν στην Ελλάδα σε μια πολιτιστική αποστολή. Αλλά στο μεταξύ βρίσκει θέση σε πλοίο και φεύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου θα μείνει έντεκα χρόνια. Εκεί δίνει διαλέξεις σε διάφο ρες πόλεις. 1940 Διδάσκει σ' ένα μικρό κολέγιο που διευθύνει η φίλη της Γκραίης Φρίκ. Γράφει για διάφορα περιοδικά και στέλνει στο περιοδικό Γαλλικά Γράμματα, που βγαίνει στο Μπουένος Άιρες, το δοκίμιό της για τον ελληνικό μύθο. Τα πολιτικά ποιήματα του Καβάφη δημοσιεύονται στο περιοδικό «Fontai ne», που βγαίνει στο Αλγέρι. 1942-1944 Ιανουάριος-Ιούνιος. Γράφει πολλά ποιήματα. Ανάμεσά τους: «Ελληνική σημαία» και «Επιτάφιος, χρόνια πολέμου», που έγραψε όταν έμαθε το θάνατο μιας ελληνίδας φίλης που σκο τώθηκε στρ βομβαρδισμό των Ιωαννίνων. Γράφει το δράμα το Μυστήριο της Άλκηστης. Το 1943, ένα άλλο δράμα, Ηλέκτρα ή η πτώση των προσωπείων. (Ο Ορέστης ανακαλύπτει πως είναι ο γιος του Αίγισθου αλλ' αυτό δεν τον εμποδίζει να εκδικηθεί.) Αρχίζει να μεταφράζει νέγρικα τραγούδια και αρχαία ελληνική ποίηση. 1945 Από τις σειρήνες των πλοίων μαθαίνει το τέλος του πολέμου. 1948-1950 Της στέλνουν από την Ευρώπη, στις αρχές Δεκεμβρίου 1948, κιβώτια με διάφορα χειρόγραφα. Ξαναβρίσκει εκεί μερικές σελίδες από την τρίτη γραφή του έργου Αδριανού απομνη μονεύματα, που είχε αρχίσει στα 1937-1938. Αυτή τη φορά θέλει να το ολοκληρώσει. Για δεκαοκτώ μήνες πηγαίνει σε διά φορες βιβλιοθήκες, για να ενημερωθεί.
20/αφιερωμα 1950
Στο σπίτι που αγόρασε σ’ ένα νησάκι κοντά στην ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών τελειώνει τα Αδριανού απο μνημονεύματα.
1951
Ξαναγυρίζει στην Ευρώπη. Η επιτυχία του βιβλίου ξεπερνά κάθε πρόβλεψη. 1952
Παίρνει το βραβείο Φέμινα-Βακαρέσκο και αργότερα βραβεύ εται από τη Γαλλική Ακαδημία. 1 9 5 3-1955
Ταξιδεύει στην Αγγλία, τη Σκανδιναβία, τη Γαλλία, όταν δεν ζει στην Αμερική. Γράφει δοκίμια και προλόγους σε παλαιότερα έργα της, αφού επιμεληθεί ξανά τη μορφή τους. 1956
Αρχίζει να γράφει τον Βυθό. 1958
Τελική μορφή του προλόγου της στη μετάφραση του Καβάφη. Παίρνει μέρος σε οργανώσεις που υπερασπίζουν τα ανθρώπι να δικαιώματα, την ειρήνη, την προστασία της φύσης. 1960
Στο θεατρικό έργο Ποιος δεν έχει το Μινώταυρο του; αντι μετωπίζει τις σχέσεις του ανθρώπου με την πολιτική. 1 9 6 5-1969
Συνεχίζει να μεταφράζει αρχαίους έλληνες ποιητές, όχι τόσο για την αισθητική τους ομορφιά αλλά για τις αλλαγές στην ευαισθησία και τον τρόπο,ζωής και σκέψης ποι> κρύβονται στην ποίησή τους.
αφιερωμα/21 1968 Δημοσιεύεται ο Β υθός. 1969-1978 Συνεχίζει να ταξιδεύει, βραβεύεται από διάφορες ακαδημίες και γράφει κυρίως τις οικογενειακές της αναμνήσεις στον κύ κλο ο Λαβύρινθος του κόσμου. 1979 Δημοσιεύονται οι μεταφράσεις της των αρχαίων ποιητών με τον τίτλο Στεφάνι και λύρα. Ύστερα από βασανιστική αρ ρώστια πεθαίνει η φίλη της Γκραίης Φρίκ. Ενώ ταξιδεύει στην Κεντρική Αμερική μαθαίνει την εκλογή της στη Γαλλική Ακαδημία. 1981 22 Ιανουάριου: Γίνεται δεκτή στη Γαλλική Ακαδημία. Δημοσιεύει το βιβλίο της για τον γιαπωνέζο συγγραφέα Μισίμα.
1982 Περνά ένα μήνα στην Αίγυπτο, και στην Αλεξάνδρεια ξανα βρίσκει τα ίχνη του Καβάφη. Ανεβαίνει το Νείλο. Για λίγο στην Ελλάδα, επισκέπτεται το Σούνιο. Η Αμερικάνικη Ακα δημία Γραμμάτων και Τεχνών την, εκλέγει μέλος της. Συνεχίζει να γράφει τον Λαβύρινθο του κόσμου. Ύστερα από τις Ευλαβικές αναμνήσεις (η οικογένεια της μητέρας της) και τα Αρχεία του Βορρά (για τον πατέρα της και τους προγόνους του) ετοιμάζει τον τρίτο τόμο: Μηα, η αιωνιότη
τ α στοιχεία γι ’ αυτό το χρονολόγιο άντλησε ο Πέτρος Π απαδόπουλος από την έκδοση των έργων της Μ αργκερίτ Γιουρσενάρ στη συλλογή της Pleiade (Gallimard)]
22/αφιερωμα
Οντίλ Γκαντόν
Έ να πλάγιο βλέμμα στην αρχαία Ελλάδα Η Ελλάδα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ δεν έχει για επίκεντρο την Ακρόπολη. Τα ταξίδια και η ανακάλυψη τον ποιητή Καβάφη της αποκάλυψαν την Ελλά δα της διασποράς, την ελληνική Αντιόχεια και Αλεξάνδρεια. «Να είσαι ή να θέλεις να είσαι Έλληνας, είναι κάτι σαν πεπρωμένο» έγραφε η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Από τα πρώτα της έργα, τη Ν έα Ευρυδίκη και το δοκίμιό της για τον Πίνδαρο, έως το Στεφάνι, και τη Λύρα (μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών ποιημάτων) η πορεία τής Μαργκερίτ Γιουρσενάρ σημαδεύεται από ση μεία και μορφές που είναι σαν επικλήσεις αυ τής της μοίρας. Με την ευκαιρία του θεατρικού της έργου Ηλέκτρα ή η Πτώση των προσωπεί ων, και θέλοντας να συνηγορήσει για μια παρά δοση, που είναι κληρονόμος της με το δικό της τρόπο, μιλά για την «ανεξάντλητη πίστωση που μας ανοίγει η ελληνική δραματουργία, κάτι σαν εξαίσια λευκή επιταγή, όπου κάθε ποιητής δια δοχικά μπορεί να γράψει το ποσόν που του ταιριάζει». Αυτή τη συνεχόμενη προοπτική όπου βυθίζει τις ρίζες της η παιδεία μας, μας περιγράφει όταν συναντά το έργο του ποιητή Καβάφη, που «τράφηκε, όπως λέει η ίδια, από την ανεξάντλητη ουσία του παρελθόντος». Αλλά, αν από παιδί η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
τράφηκε κι εκείνη με τον ελληνικό ουμανισμό που διαπότιζε το περιβάλλον της και την οικογένειά της, αν είχε από πολύ νωρίς μια σχεδόν τέ λεια γνώση της ελληνικής γλώσσας, είναι γνω στό πως η πολυμάθειά της, η καλλιέργειά της και «η αγάπη της για τα αρχαία αγάλματα, αυτά τα μεγάλα γαλήνια αντικείμενα, παντοτινά και εύθραυστα συνάμα» ποτέ δεν τη μετέτρεψαν σε αυθεντία μιας αποστεωμένης ιστορίας, σ ’ ένα φύλακα ενός μουσείου-νεκροταφείου. Γι’ αυτήν «τα αγάλματα ζουν ακόμα στο εσωτερικό ενός νεκρού χρόνου». Ξεπέρασε επίσης τα γε ωγραφικά σύνορα που είχαν επιβάλει στον ελ ληνισμό η κληρονομιά της Ρώμης, της Αναγέν νησης, ο ακαδημαϊσμός όλων των εποχών. Η Ελλάδα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ δεν έχει μό νο για επίκεντρο την Ακρόπολη, σημείο αναφο ράς του «καλλιμάρμαρου ελληνισμού μας», όπως μας λέει. Τα ταξίδια της και η ανακάλυψη του ποιητή Καβάφη, της αποκαλύπτουν σιγά σιγά την Ελλάδα της διασποράς, κληρονόμο του ελληνιστικού κόσμου, που σκόρπισε μετά τον
Τα αποσπάσματα της Μ. Γιουρσενάρ στο άρδρο αυτό είιnai από το βιβλίο «Αδριανού Απομνημονεύματα». Μετ. Ιωάννα Χατζηνικολή. Εκδόσεις Χατζηνικολή.
αφιερωμα/23 Αλέξανδρο στην ανατολική λεκάνη της Μεσο γείου, μ’ επίκεντρό της περισσότερο την Αντιό χεια και την Αλεξάνδρεια, παρά την Αθήνα. Τα Αδριανού Απομνημονεύματα, που έχουν για πλαίσιο και σκηνικό, πολύ συχνά, τον ελληνοστριακό κόσμο, είναι σημαδεμένα α π ’ αυτή την καινούρια συγχώνευση. Η ελληνική μοίρα απο κτά λοιπόν για τη Γιουρσενάρ τις διαστάσεις «αυτής της τεράστιας εξωτερικής Ελλάδας, που οφείλεται πιο πολύ στη διάδοση, παρά στην κατάκτηση». Αυτή η μοίρα ενσαρκώνεται επίσης στον ελληνικό κόσμο που αναπτύχθηκε στη συνέχεια έξω από τη Δύση και, ακόμα, έξω από το Βυζάντιο. Η συμπεριφορά της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ σ' ό,τι αφορά την αρχαία Ελλάδα χαρακτηρίζε ται λοιπόν από μια σειρά «απο-κεντρώσεων»: εκτός από τη γεωγραφική απο-κέντρωση βλέ πει την αρχαία κληρονομιά σαν «αστείρευτο κεφάλαιο», σαν το χωνευτήρι της οικουμενικής μνήμης. Μιαν άλλη απο-κέντρωση βρίσκουμε στη ματιά της. Γεγονός μοναδικό, το πάθος της για την Ελλάδα θα πάρει λογοτεχνική μορφή μέ σα από το βλέμμα που ρίχνει ένας ρωμαίος αυτοκράτορας του 2ου αιώνα πάνω σ’ έναν ξεπε ρασμένο πολιτισμό! Δίχως άλλο, διαισθάνθηκε η ίδια τον κίνδυνο να καθρεφτίσει μέσα στον «ελ ληνικό μύθο» μια πολύ προσωπική ιστορία. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ποτέ της δεν δέχτηκε πως πέρασε η ίδια μέσα στο έργο της. Ό ταν πλησιάζει στις όχθες του παρελθόντος φροντί ζει να μείνει στην αφάνεια: «να εμποδίσουμε τους ίσκιους που κουβαλάμε· να πάρουμε μονά χα ό,τι είναι πιο παντοτινό, πιο ουσιαστικό μέ σα μας...» Αυτή η μελαγχολική της έλξη για το «αρχαίο ελληνικό ιδανικό» εκφράζεται μέσα από τη μορφή του Αδριανού, έτσι όπως τη βλέ πουμε σ’ ένα γράμμα του Αρριανού στον αυτοκράτορα, που αναφέρει η Γιουρσενάρ στα Ση μειωματάρια των «Απομνημονευμάτων του Αδριανού». Είναι μάλλον μια παρέκκλιση, ένα ξεπέρασμα της ίδιας της της νοσταλγίας. Αυτά τα Σημειωματάρια, μάρτυρες μιας τριαντάχρο νης σχεδόν επαφής με το πρόσωπο του αυτοκράτορα, είναι α π ’ αυτή την άποψη αποκαλυ πτικά. Σημειώνει: «Αυτό το βιβλίο το συνέλαβα, έπειτα το έγραψα, στο σύνολό του ή τμηματικά και κάτω από διαφορετικές μορφές, ανάμεσα στο 1924 και το 1926, μεταξύ του εικοστού και του εικοστού τρίτου χρόνου της ηλικίας μου. Ό λα εκείνα τα χειρόγραφα καταστράφηκαν κι έπρεπε νά "χαν καταστραφεί.» Τι μπορούσαν να είναι αυτά τα χειρόγραφα, μια κουβέντα της Γιουρσενάρ μας αφήνει να το καταλάβουμε: «Στα είκοσι μου, όταν επισκέφτηκα την Έπαυλη του Αδριανού, είπα μέσα μου: νά ένα θαυμάσιο θέμα, ένα θαυμάσιο πρόσωπο για βι
βλίο: ο λόγιος αυτοκράτορας, ο αυτοκράτοραςσυλλέκτης έργων τέχνης στην Ελλάδα. Αν το εί χα γράψει τότε, όπως άλλωστε και το προσπά θησα, το έργο θα ήταν για πολύ λίγους, για τους εραστές και μόνο της αρχαίας λογοτεχνί ας» . Αυτό που προαισθάνεται σαν πεπρωμένο, δεν μπορεί να περιοριστεί στην ικανοποίηση κά ποιας έφεσης για πολυμάθεια, ούτε να χρησι μοποιηθεί σαν πρόφαση για πολύ προσωπικές συναισθηματικές διαχύσεις. Εξηγεί στα Σημει ωματάρια: «Εν πάση περιπτώσει, ήμουμα πάρα πολύ νέα. Υπάρχουν βιβλία που δεν πρέπει να τολμάμε, πριν περάσουμε τα σαράντα... Πριν α π ’ αυτή την ηλικία, κινδυνεύουμε να παρα γνωρίσουμε την ύπαρξη των μεγάλων φυσικών συνόρων που χωρίζουν, από άτομο σε άτομο, από αιώνα σε αιώνα, την ατέλειωτη ποικιλία των πλασμάτων, ή αντίθετα κινδυνεύουμε ν ’ αποδώσουμε υπερβολική σημασία σε απλές δι οικητικές διατυπώσεις, σε γραφεία τελωνείων και οπλισμένες σκοπιές. Μου χρειάστηκαν όλ’ αυτά τα χρόνια για να μάθω να υπολογίζω με ακρίβεια τις αποστάσεις ανάμεσα στον αυτοκράτορα και σε μας.» Μονάχα μετά α π ’ αυτά τα «χρόνια», θα έχουμε μιαν απήχηση του ελ ληνικού περίπλου της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Χρόνια που διαμορφώνει, στην επιθυμητή από σταση, τον καθρέφτη όπου με διαδοχικές δια θλάσεις μέσα στο χρόνο, η τόσο αγαπημένη Ελ λάδα, ο πολιτισμός της και η κληρονομιά της δεν θα περνάνε πια σαν ο μύχιος θησαυρός μιας ατομικής συνείδησης, μα σαν μια επίκλη ση, βαθιά, αυθεντική, της μοίρας. Στη διάρκεια αυτής της «νύχτας της ψυχής», που στάθηκαν γι’ αυτήν τα χρόνια του πολέμου, συνέχισε να διαβάζει αρχαίους συγγραφείς. Είναι ζήτημα αν. έστω σε μια γραμμή στα Σημειωματάρια παρα τηρεί ότι τα διαβάσματά της αυτά ήταν σαν μια «πατρίδα» που ξαναβρήκε στην εξορία. Η μυ στική άσκηση να μείνει στο περιθώριο αρχίζει να επενεργεί. Βλέπει τη βιβλιοθήκη του Αδριανού σαν την κρυφή της «πατρίδα»: «κι έτσι δού λεψα για να ξαναγεμίσω τα ράφια στα Τίβουρα» (η έπαυλη του Αδριανού στο Τίβολι). Είναι «με τα μάτια, την ψυχή, τις αισθήσεις του 20ού αιώνα» που ξαναζωντανεύει μια πρώ τη επαφή με την ελληνική γλώσσα, και μ’ αυτό «το αίσθημα μιας εκλογής τόσο αποφασιστικής κι ακούσιας, όσο η αγάπη». Ανακαλύπτουμε τα ίχνη από το προσκύνημά της στην Ελλάδα μέσα από το πρίσμα του ταξιδιού του αυριανού αυτοκράτορα. Πριν αναλάβει σαν κυβερνήτης της Συρίας, ο Αδριανός συγκινείται στη Χαιρώνεια μπρος στα αρχαία ζευγάρια των φίλων του .Ιε ρού Λόχου, γνωρίζει τη «φιλική επαφή με το γυμνό μάρμαρο», διαπιστώνει πως φαίνονται πάντα στην αγαπημένη χώρα οι πληγές που
24/αφιερωμα
’Άποψη στη λογοτεχνία
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ’Άποψη στη λογοτεχνία
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ
άφησαν οι άνθρωποι της φυλής του, φαντάζε ται τον Σωκράτη και τον Φειδία να συχνάζουν στις παλαίστρες με την ξανθή άμμο, όπου γυ μνάζονται οι νέοι «που μοιάζουν με τον χαρι τωμένο Χαρμίδή». Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ αποσιωπά τη δική της συγκίνηση. Μόνο ο Αδριανός, στη θέση της, μπορεί ν' απαντήσει στην επίκληση της Ελλάδας: «Η Ελλάδα υπολό γιζε σε μας για να είμαστε οι φρουροί της, αφού ισχυριζόμαστε πως είμαστε κύριοί της. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να ξαγρυπνάω πλάι στον αφοπλισμένο θεό». Πόσο απόμακροι φαντά ζουν «οι εραστές της αρχαίας λογοτεχνίας»! Και μιλά για την Ελλάδα στους «εραστές της αν θρώπινης μοίρας», με τη φωνή του Αδριανού... Τούτο το παιχνίδι με το χρόνο δεν είναι μή πως μια απαραίτητη πνευματική άσκηση για τη συνάντηση με τη Μοίρα; Τις σχέσεις της με το χρόνο, σωστές αλχημικές επεμβάσεις, τις αποκαλεί «μαγικές». Μήπως δεν γράφει «ο μάγος που πετσοκόβει το δάχτυλό του για να επικα λεστεί τις σκιές των προγόνων ξέρει πως θ ’ απαντήσουν στην επίκλησή του, μόνο και μόνο για να του ρουφήξουν το αίμα»; Ο χρονολογι κός και σωστός ιστορικός χρόνος αναιρείται. Με αφορμή τον Καβάφη, ιστορικό-ποιητή του ελληνικού παρελθόντος, αναφέρεται σε μια «Μνήμη-Εικόνα, μια Μνήμη-Ιδέα, σχεδόν παρμενιδική...» Αντί να ριχτεί με μανία σε μια αναζή τηση του χαμένου χρόνου, ακολουθώντας «τις ηρακλειτικές όχθες του χρόνου», η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ εγγράφει, κι αυτή επίσης, την ανα ζήτηση της καταγωγής μέσα σε μια μνήμη εξωχρονική, κάτι σαν απήχηση της ελεατικής φιλο σοφίας, «βέλος που βρίσκεται σε κίνηση και είναι σταματημένο» [κατά τη μετάφραση Θ. Βεΐκου]. Ο προβληματισμός της, που διαρκώς ανανε ώνεται, για ό,τι αφορά τη δική της σχέση με τον ελληνικό κόσμο, μέσα απ' όλα του τα πρίσματα και τις διαστάσεις, παραμένει ο μίτος της Αρι άδνης που την οδηγεί να εξερευνήσει τους λαβύ ρινθους της «ανθρώπινης περιπέτειας». Απα ντά έτσι στην έκκληση ενός κόσμου χαμένου μέ σα στο χρόνο, αυτής της «χώρας με τ ’ αθλητικά πρωινά της σκέψης», όπως την αποκαλεί ο Χάιντεγκερ. Προς την πηγή αυτή, χώρο αινι γματικό που «η ταραγμένη και δίχως μέλλον εποχή μας» κοντεύει να ξεχάσει, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ χαράζει ένα μονοπάτι, σημαδεμένο με σημεία «παντοτινά και εύθραυστα συνάμα», το στενό μονοπάτι μιας δύσκολης σοφίας. Copyright: Magazine Litteraire Μετάφραση: Κατερίνα Νασίκα
αφιερωμα/25
Μια συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Δημαρά [Ο Κωνσταντίνος Λημαράς συνεργά στηκε με την Μ αργκερίτ Γιουρσενάρ. Έ χει γράψει, κυρίως, την πιο ενδιαφέ ρουσα ιστορία της νεοελληνικής λογο τεχνίας από τα πρώτα της βήματα- επ ί πολλά χρόνια διευθυντής του Νεοελλη νικού Ινστιτούτου στη Σορβόννη, βρί σκεται από τη δεκαετία του ’30 στο επίκεντρο της ελληνικής λογοτεχνικής κίνησης. Στην εβδομαδιαία στήλη που κρατά χωρίς διακοπή από το 1935, σε μια από τις μεγαλύτερες αθηναϊκές εφημερίδες, παρουσίασε στην Ελλάδα τα Απομνημονεύματα του Αδριανού, αμέ σως μετά την έκδοσή τους το 1951, και έγραψε για τη μετάφραση αυτού του έργου από την Ιωάννα Χατζηνικολή, εκτιμώντας την ακρίβεια και την πιστότητά της στο ύφος της Μ αργκερίτ Γιουρσενάρ. Κατά την παραμονή της
στην Ελλάδα η Μ αργκερίτ Γιουρσενάρ, σε συνεργασία μαζί του, μετάφρασε το ποιητικό έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη, του μεγάλου έλληνα ποιητή από την Αλεξάνδρεια, που γεννήθηκε το 1863 και πέδανε το 1933. Αυτή η μετάφραση και η κριτική παρουσίαση του ποιητή και του έργου του από την Μ αργκερίτ Γιουρσενάρ έκαναν γνωστό τον Καβάφη στη Γαλλία και τελευταία ξανατυπώδηκαν. Στο σπίτι του στην Αδήνα, ο Κωνσταντίνος Δημαράς μας δύμισε το πέρασμα της Μ αργκερίτ Γιουρσενάρ α π ’ την Ελλάδα και τη συνάντησή της μ ε το έργο του Καβάφη. Οι αναμνήσεις του Κωνσταντίνου Δημαρά και της γυ ναίκας του, που συμμετέχει στη συζή τηση, έρχονται αποσπασματικά. Ανα μνήσεις ξεθωριασμένες από το χρόνο και το χωρισμό:]
ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ από τον Εμπειρικό, τον έλληνα ποιητή στον οποίο αφιέρωσε τα Διηγήματα της Ανατολής. Είχα δει ένα γράμμα του Αντρέ Ζιντ στον Ρομπέρ Λεβέσκ, που ζοΰσε τότε στην Αθήνα, και όπου τον παρακαλούσε να δώσει τους χαιρετισμούς του στην Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Ο Ζιντ όμως είχε φύγει από την Ελλάδα κατά την ιταλική ει σβολή στην Αλβανία (Απρίλιος 1939). Το ’39, λοιπόν, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ήταν ακόμα έδώ. Ή ταν η εποχή που ξαναζωντανεύει ο Χένρυ Μίλλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού. Ο Κατσίμπαλης, ο «κολοσσός», ανήκε άλλωστε στον φιλικό κύκλο που σύχναζε η Γιουρσενάρ
στην Αθήνα. Για μας, τους έλληνες διανοουμέ νους, ήταν ήδη μια αναγνωρισμένη συγγραφέας. Αλλά εκείνη παρέμενε εντελώς μακριά από κά θε κοσμική κίνηση. Θά ’λεγα πως είχε, πως πάντα έχει ένα «στυλ», με κάθε έννοια του όρου. Ή ταν όμως περίεργη για όλα, παθιαζό ταν π.χ. για τον Καραγκιόζη -το θέατρο σκιών-, ρωτούσε για τις ρίζες του, τη θέση του στον ελ ληνικό λαϊκό πολιτισμό. Πηγαίναμε λοιπόν συ χνά τα βράδια σε ταβερνάκια. Ανακατευόταν συχνά μαζί μας, και θα πρέπει να ήταν σε μια α π ’ αυτές τις εξόδους, όπου μες στη νύχτα πή γα στο βιβλιοπωλείο που είχα τη φροντίδα του εκείνη την εποχή για να της βρω ένα αντίτυπο
26/αφιερωμα τεια είναι τα ουσιαστικά χαρακτηριστι κά της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.] Στην κριτική της παρουσίαση για τον Καβάφη, του δίνει μια θέση ξέχωρη από τους άλλους έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι, κατά τη γνώμη της, «ακολουθούν τη δυτική παράδοση». Συμμερίζεστε αυ τή την άποψη;
Κ. Θ. Δημαράς
του Καβάφη, που ακόμα δεν ήξερε. Μετά α π ’ αυτό, κυρίως εδώ μέσα, σ ’ αυτό το γραφείο, βλεπόμαστε, χωρίς να έχουμε ακόμα κατά νου σχέδια για δημοσίευση· αποφασίσαμε να κατα πιαστούμε με τη μετάφραση αυτών των ποιημά των στα γαλλικά. Η δουλειά κράτησε πολλούς μήνες, και στην αρχή ήταν αρκετά επίπονη, για τί εκείνη δεν ήξερε νέα ελληνικά και ήμασταν κι οι δυο φοβερά πεισματάρηδες. Συνεπαρμένη από τ ’ αρχαία ελληνικά, που ήξερε στην εντέ λεια, είχε μια οπτική, ας πούμε, γνώση της νεο ελληνικής. Οι εδώ φίλοι της, κι εγώ ανάμεσα σε άλλους, της γνωρίσαμε τη νεοελληνική λογοτε χνία. Εγώ είχα ήδη εργαστεί πολύ πάνω στον Καβάφη. Τον είχα μάλιστα συναντήσει λίγο πριν πεθάνει, όταν, ήδη πολύ άρρωστος, έμεινε για λίγο καιρό στην Αθήνα. Να τολμούσα να πω πως ήταν φυσικό να την εισαγάγω σ’ αυτόν και, όπως έλεγε η ίδια χαρακτηριστικά, εγώ ήμουν που της «δίδαξα Καβάφη»; Κι αυτό γινό ταν λέξη προς λέξη, εκείνη τα ξανάγραφε και συζητούσαμε τις απόψεις της για τη μετάφρα ση. Αυτό που ήθελε να δημιουργήσει, ξεκινών τας α π ’ αυτό το άχαρο σύστημα «λέξη προς λέ ξη», ήταν κάτι όμορφο, βαθιά ποιητικό. Μα κατά τη γνώμη μου, μερικές φορές, απομακρυ νόταν πάρα πολύ από την πιστότητα του κειμέ[Λίγα ανέκδοτα ξαναζούν, όταν μιλά γ ι' αυτές \τις αναμνήσεις. Αυτή η αχεδόν-απουσία είναι πράγματι μια μαρτυρία: επιφυλακτικότητα, εγκρά
ΑΣ πούμε πως τώρα που προχώρησαν οι μελέ τες πάνω στον Καβάφη είμαστε πιο έτοιμοι να συλλάβουμε τα «δυτικά» στοιχεία του έργου του, ιδιαίτερα μέσα από τα διαβάσματά του: Με μικρές σχετικά διαφορές, διάβαζε όσα έτρεφαν τον μέσο αναγνώστη στα 1880-1890. Είχε, π.χ., μια εντελώς ιδιαίτερη προτίμηση στον Φρανσουά Κοππέ. Μα η δική του φωνή μιλούσε για το αλλού. Θα έλεγα πως είχε για αφετηρία ένα κάποιο αλλού, έναν άλλο γεωγραφικό χώρο, μιαν άλλη παιδεία. Είναι τη φωνή της «Κοινής» που άκουσε η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, τη φωνή της κοινής αυτής γλώσσας που αναπτύχθηκε σ ’ έναν κόσμο περιφερειακό, ανατολικοποιημένο, διάδοχο της ελληνιστικής Ελλάδας, έναν κόσμο που άνθησε έξω από τη Δύση και, ας μην το ξε χνάμε, έξω α π ’ αυτό το μικρό κράτος που ήταν το ελληνικό. Με αφορμή τις σημειώσεις που κράτησε για τα «ιστορικά» ποιήματα του Καβάφη, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ μιλά για τη «γο ητεία» που μας προσφέρουν οι ιστορικοίποιητές, δίνοντάς μας την «ευκαιρία να ανατρέξουμε στις πηγές τους». Σαν ιστο ρικός, τη συναντήσατε στο δρόμο των «πηγών»; Η ΠΟΛΥΜΑΘΕΙΑ της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ είναι τεράστια, μα εκείνο που είναι εξαιρετικό είναι πως πάντα τη ζωντανεύει. Στις σημειώσεις της, βρίσκουμε σημάδια αυτής της τέχνης, στην οποία ξεχώρισε. Είναι αυτή η μαγική τέχνη της ανασύστασης που φέρνει στο φως ταυτοχρόνως το παρελθόν που ενέπνευσε τον ποιητή, αυτή την ίδια τη δημιουργική στιγμή, τη θαυμαστή ανακάλυψη της προέλευσης του ποιήματος από τον ερευνητή και την απόλαυση που περιμένει τον αναγνώστη, για τον οποίο το κείμενο θα αποκτήσει τότε όλη του τη δύναμη μέσα από την αναπόληση. Πέρα από το φλογερό ενδιαφέρον της μεταφράστριας για το^εργο που μετά φρασε, δεν υπάρχει ανάμεσα στη Μαρ-
αφιερωμα/27 γκερίτ Γιουρσενάρ και τον Καβάφη ένας δεσμός πιο βαθύς, ένα είδος «συμπάθει ας», με τη δυναμική έννοια του όρου; ΥΠΑΡΧΕΙ μια απήχηση από τη συνάντηση με τον Καβάφη σ ’ ολόκληρο το έργο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Οι μορφές των εφήβων, τα χα ραγμένα στα μετάλλια προφίλ, δεν γίνεται παρά να μας θυμίζουν τον Αντίνοο. Ο Αδριανός «είχε τους οιωνούς του», όπως ο Μάρκος Αντώνιος πριν από την τελευταία του μάχη, ο ίδιος αυτός Αντώνιος που «απέλιπον οι θεοί» στο ποίημα του Καβάφη. Βλέπετε έτσι, πώς ένα ανέκδοτο που αφηγή θηκε ο Πλούταρχος, βρίσκει μια πιο δυνατή απήχηση, που του δίνει οικουμενική αξία. Το διαφοροποιημένο, πολύπλευρο όραμα που έχει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ για την Ελλάδα, το χρωστά, δίχως άλλο, κάπως στον Καβάφη. Ακό μα πιο βαθιά, αυτή η καβαφική ηθική στάση, αυτό το μείγμα ηδονισμού και ασκητισμού που, όπως λέει, «θα μπορούσε να μοιραστεί μ’ έναν σύγχρονο του Αδριανού ή του Μάρκου Αυρήλιου», είναι η ηθική στάση και του Ζήνωνα στην Ά β υ σ σ ο , και κυρίως μια δική της στάση. Ξα
ναδιαβάστε το ποίημα του Καβάφη για τον αυτοκράτορα Ιουλιανό μπροστά στην αδιαφορία των νέων της Αντιόχειας για τους θεούς. Βρί σκουμε στην Μαργκερίτ Γιουρσενάρ την ίδια ειρωνική άρνηση του δογματισμού, του φανατι σμού -χριστιανικού ή ειδωλολατρικού-, την ίδια ανοχή, που όχι μόνο υπονοεί, αλλά απαιτεί έναν γνήσιο προβληματισμό σχετικά με τον άνθρω πο. Μη μου ζητάτε να μιλήσω για την ανακάλυ ψη του Καβάφη από την Μαργκερίτ Γιουρσε νάρ με βιογραφικά ανέκδοτα ή για όποιες εκ δηλώσεις ενθουσιασμού ή συγκίνησης. Δεν θα το μπορούσα. Θυμηθείτε εκείνο που έλεγα για το «στυλ» της ζωής της, αυτή την εντελώς στωική εγκράτεια που είχε πάντα στη συμπεριφορά της. Αλλά δεν χωρά καμιά αμφιβολία πως η συ νάντηση ανάμεσα στην Γιουρσενάρ και τον Κα βάφη, ήταν μια συνάντηση ουσιαστική, μια συ νάντηση γύρω από τα θεμελιακά. Η καλύτερη μαρτυρία είναι τα ίδια τα έργα.
(Η συζήτηση έγινε με την Οντίλ Γκαντόν) Copyright: Magazine Litteraire Μ ετάφραση: Κατερίνα Νασίκα
28/α φ ιε ρ ω μ α
Κατρίν Κλεμάν
Ο φαντασιακός ανδρογυνισμός της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ Παράδοξη διασταύρωση του φύλου από τον Φλωμπέρ ώς τη Γιουρσενάρ: ανδρόγυνοι και οι δυο, με κοινές ομοιότητες στο γράψιμό τους. Γυναίκα, κι όμως δεν μιλά παρά για άντρες: Ο Αλέξης, ο Αδριανός και ο Ζήνωνας της Αβύσ σου. Γυναίκα, κι όμως δείχνει να φυλάγεται από τη χαρακτηριστική υστερία του φύλου της, και με το γράψιμο, με την επιμονή της επιζητά ανδρικές φωνές. Γυρεύει, μας λέει, «τη στενή οικειότητα μιας άλλης εποχής». Στα βιβλία της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ συναν τάμε ωστόσο γυναικείες σκιές. Δεν είναι όμως παρά σκιές: σιωπηλές, μεγάλες και ωραίες, είναι εκεί, στη γωνιά, όπως οι δωρήτριες με το κυρτό μέτωπο στα φλαμανδικά τρίπτυχα. Η Ιλζόνδη στην Άβυσσο, «κοριτσάκι με μικρά στήθη», πάντα έτοιμη ν ’ αναστενάξει ή ν' αρχίσει κά ποιο τραγούδι. Ν’ αρχίσει μόνο. Την κοπελίτσα θ ’ αποπλανήσει ένας όμορφος Ιταλός· θα γεννή σει τον Ζήνωνα, θα γίνει μια μεγάλη γυναίκα κλειστή και θλιμμένη, ώς τον καταπληκτικό της θάνατο. Η Ιλζόνδη, αφού έμπηξε ασημένιες καρφίτσες στις πλεξούδες της και φόρεσε το πιο όμορφο φόρεμά της από πράσινο μετάξι, σαν τις μάγισσες, θα πεθάνει σφαγμένη μαζί με τους αναβαπτιστές, στο Μούνστερ, αφού πάρει μέρος, με κάθε αξιοπρέπεια, στις μυστικιστικές τους κραιπάλες. Χριστιανή μάγισσα, περιπλανώμενη οπαδός των χιλιαστών, η Ιλζόνδη, μητέ ρα του Ζήνωνα, θα περάσει μέσα από την Ά βυσσο για πολύ λίγο. Χάνεται αθόρυβα, υπά κουα, διακριτικά: η εξέγερση είναι μέσα της και δεν εκφράζεται.
Η Πλωτίνη στα Αδριανού Απομνημονεύμα τα, σύζυγος του Τραϊανού, είναι συνομήλικη του Αδριανού. Θα είναι μέσα στα Απομνημο νεύματα η θηλυκή απομίμησή του. Η «όμορφη σιωπή» της είναι σαν καθρέφτης για τον αυτοκράτορα· καμιά σαρκική σχέση δεν τους δένει, αλλά μια φιλία τόσο δυνατή που τίποτα δεν την αλλάζει, μετά το θάνατό της. Σαν την Ιλζόνδη χάνεται σιγά σιγά, παρόλο που πέρασε, για χατήρι του Αδριανού, μια και μόνη φορά στην πρά ξη, τη μοναδική της παράβαση: πέτυχε, παρα πειστικά, να ορίσει ο ετοιμοθάνατος αυτοκράτορας τον Αδριανό σαν διάδοχό του. Αυτή η γυ ναίκα λοιπόν, που ήταν η αφορμή για την άνοδό του στην εξουσία, όπως και η Ιλζόνδη που έφερε στον κόσμο τον Ζήνωνα, γίνεται χή ρα αυτοκρατόρισσα και «χάνεται αθόρυβα». Μια μέρα γυρνώντας από τις εκστρατείες του ο Αδριανός δεν θα βρει παρά μια μικρή τεφροδόχο σ’ ένα ναό, αντί για κείνην. Πάει η Πλωτίνη, πάει η Ιλζόνδη: κρυφές παραβάτισσες, γυναίκες ικανές για εγκλήματα, για μοιχείες, για κραιπά λες, δεν είναι ωστόσο παρά ήρεμες, θαμπές φυ σιογνωμίες μέσα στη ζωή ανδρών που αναστα τώνει η ιστορία. Κι άλλες γυναίκες, πιο φευγαλέες ακόμα, ση μαδεύουν τον ανδρικό κόσμο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ με το μαγικό τους στίγμα. Μια Σί βυλλα, στη Βρετάνη: «ένα γέρικο πλάσμα, νοτι-
αφιερωμα/29 σμένο από τη βροχή, αναμαλλιασμένο από τον άνεμο, σαν αγρίμι που ξεφεύγει μέσα στο δά σος». Πεινασμένη, ρίχνεται πάνω σε ψωμί από βρώμη και προλέγει το μέλλον, ώς και το θάνα το του Αδριανού. Αργότερα, μια μάγισσα στην Αίγυπτο, «μήτε καν γριά», θα εκπληρώσει την πρώτη πράξη με την οποία ο Αντίνοος, ο όμορ φος εραστής του Αδριανού, θα τον αφήσει να καταλάβει πως σύντομα θ ’ αυτοκτονήσει: θα σκοτώσει, πνίγοντάς το, το γεράκι του Αντίνοου και ύστερα θα το βαλσαμώσει: η ίδια ιστορία θα επαναληφθεί λίγο αργότερα με τον κάτοχο του πουλιού. Γυναίκες ασεξουαλικές, μισότρελες, που κρατούν από τη μάγισσα του Μισελέ, διαβαίνουν, τη στιγμή που αποφασίζεται κά ποιος θάνατος, που κρίνονται τα παιχνίδια της μοίρας. Μόνο διαβαίνουν, τίποτ’ άλλο. Περαστικές, προσδιορίζουν ωστόσο τη μνήμη και το χρόνο. Αντιπροσωπεύουν τη μονιμότητα και τη φυγή, ενσαρκώνουν τις φοβίες. Αυτό το «άλλοτε» που αποτελεί το πιο γερό υφάδι στο έργο της Γιουρσενάρ δεν είναι ο κεντρικός ήρωας που το εκφράζει: αυτός, είτε είναι ο Ζή νωνος, είτε ο Αδριανός, δεν βλέπει τη ζωή να κυλά γύρω του. Δεν βλέπει τίποτα να έρχεται, εκτός, την τελευταία στιγμή, ο ένας, ο Ζήνωνας, με τα χέρια τεντωμένα, για να γραπώσει τον πνευματικό κόσμο όπου κινήθηκε σ' όλη του τη ζωή, ο άλλος, ο Αδριανός, την εξέλιξή του σε αυτοκράτορα και ζωντανό θεό. Ο Ζήνωνας και ο Αδριανός απευθύνονται και οι δυο στην ψυχή τους: «animula vagula blandula», μικρή θολή ψυχή, μικρή χαμένη ψυχή. Αυτές οι περαστικές, σοβαρές ή τρελές, είναι οι μάρτυρες της ίδιας της ζωής τους. Μέσα α π ' αυτές που δεν γνώρι σαν τον σαρκικό έρωτα μετακινείται η ιστορία. Γιατί στο έργο της Γιουρσενάρ, η ιστορία, όπως και για τον Μισελέ, μένει πάντα πίσω κα τά μια μνήμη. Ο ίδιος μίτος καθοδηγεί τη ζωή του Αδριανού και του Ζήνωνα, κι ας τους χωρί ζουν τόσοι αιώνες. Ο ρωμαίος αυτοκράτορας βασανίζεται από τη σκέψη της ρωμαϊκής Ανα τολής και των περασμένων εραστής της Ελλά δας, εραστής της Αιγύπτου, εκεί θα βρει ό,τι πιο ζωντανό για το σώμα του, ό,τι πιο συγκινη τικό για την καρδιά του, πολύ λίγο συνηθίζει τη Ρώμη, «τον δύστροπο αέρα της». Η Ρώμη δεν είναι η πόλη του, κι ας είναι το κέντρο της αυ τοκρατορίας του- κι αυτός ο ρωμαίος που αι σθάνεται άσχημα, υπεραγαπά τόσο όλους τους βαρβάρους ώστε να προμηνά τη μελλούμενη παρακμή. Αλλά η Αθήνα, αλλά η Αλεξάνδρεια, ακόμα και η Ιερουσαλήμ που την κατάστρεψε, είναι οι αληθινές του πατρίδες. «Η σκλαβωμένη Ελλάδα σκλάβωσε τον αγριεμένο νικητή της»: ο αυτοκράτορας της Γιουρσενάρ είναι η πιο πιστή
απεικόνιση αυτού του ρωμαϊκού στίχου. Έχον τας απαγορεύσει στους επαναστάτες Ιουδαίους να ξαναγυρίσουν στα ερείπια της Ιερουσαλήμ, γίνεται ο πρόδρομος της Διασποράς· αλλά μια εσώτερη «διασπορά» τον λιώνει από παντού. Ο Αδριανός και ο Ζήνωνας είναι ταξιδιώτες· η γραφή της Γιουρσενάρ ουσιαστικά ταξιδεύει. Συμπλέκοντας τοπία κι αναμνήσεις, από χώρα σε χώρα και από πόλη σε πόλη, θεμελιώνει και καταστρέφει τα πάντα συνάμα. Θεμελιώνει, μέ σα από τον Αδριανό: την Αντινόη, την πόλη του Αντίνοου- μέσα από τον Ζήνωνα το Μούνστερ, την πόλη των αναβαπτιστών. Αλλά και κατα στρέφει, σκοτώνει, σφάζει συνέχεια στις σελί δες της, με την ίδια γαλήνη που χαρίζει στις φευγαλέες ηρωίδες της. Γυναίκες, φυσιογνω μίες θανάτου· άντρες που αντιστέκονται επίμο να σ’ αυτή την κρυφή και μόνιμη απειλή. Ο μίτος ξαναδένει από τον Αδριανό ώς τον Ζήνωνα: όπως ο Αδριανός βασανίζεται από τις μνήμες των νεκρών πολιτισμών, ελληνικού, αι γυπτιακού, ιουδαϊκού, έτσι κι ο Ζήνωνας βασα νίζεται από τον παγανισμό. Στην 'Αβυσσο ανασταίνεται ο παγανισμός της εποχής του Αδριανοΰ, και τα ταξίδια του Ζήνωνα ακολουθούν τα $ ή’του αυτοκράτορα που αγνοούσε το χριστι ανισμό. Από το ένα βιβλίο στο άλλο, υφαίνονται σκευωρίες με το θεό: πολλαπλοί και πολύμορ φοι στην αυτοκρατορική Ρώμη, οι νεκροί θεοί ξαναζούν μέσα στις αλχημικές έρευνες του πνευματιστή Ζήνωνα. Οι αιρετικοί χιλιαστές, αναβαπτιστές ή αδαμίτες θα παρασύρουν τον Ζήνωνα σ ’ ένα στωικό θάνατο που χαρίζει στον εαυτό του. Η Αρχαιότητα δεν θα πεθάνει ποτέ, όσο συνεχίζεται από ανθρώπους που θα τους βασανίζει πάντα η ιδέα της κι όσο θα την εκ φράζουν γυναίκες αιώνιες, αινιγματικές και αμίλητες. Αυτή η μνήμη'των χαμένων πολιτισμών δεν είναι νέα: ο Μισελέ, στις παγανιστικές του εμ πνεύσεις, ο Φλωμπέρ, μέσα από την υστερική αλλοφροσύνη του, είχαν ήδη στηρίξει το γράψι μό τους σ’ αυτή την επεξεργασία της λήθης. Αλλά ακριβώς: ο Μισελέ, ο Φλωμπέρ είναι οι πιο μανιακοί της θηλυκότητας και οι πιο ταυτι σμένοι με τη γυναικεία πλευρά της γραφής. Η παράδοξη καινοτομία είναι που τώρα μια γυ ναίκα μιμείται την υστερία ανδρών συγγραφέ ων: κι όταν η Γιουρσενάρ πλησιάζει την κου βέντα του Φλωμπέρ «Η κυρία Μποβαρύ είμαι εγώ», περνά μέσα από μια ανδρική φωνή για να γράψει. Αρνείται, με οργή, τη «χοντράδα» εκεί νων που της λένε ωμά πως ο Αδριανός είναι αυ τή. Είναι αλήθεια πως μ'’ αυτή τη μορφή, αυτή η άποψη δεν είναι παρά μια ευγενική διατύπω ση. Αλλά η επιμονή αυτής της γυναίκας να γρά
3 0/α φ ιερ ω μα φει νεκρές ζωές ανδρών, με έμμονες ιδέες, θυ μίζει τους δυο μεγάλους προγόνους της: τον Μισελέ με τη Μ άγισσα, τον Φλωμπέρ με τον Πειρασμό του Αγίου Αντω νίου. Κυρίως τον Φλωμπέρ. Η ίδια υπομονετική επεξεργασία εγκυκλοπαιδικού υλικού, πόυ τί ποτα δεν προδίδει στο γράψιμο τη σωστή ενημέ ρωση. Ίδια εμπνευσμένη διάρθρωση που στη ρίζει μέσα από σκόρπιες φράσεις μια ολόκληρη διαδρομή, στράτες, χώρες, κόσμους. Ίδιες ανά μεικτες σκηνές: αν ξαναδιαβάσουμε τον Πει ρασμό, θα βρούμε το μεγάλο φίδι του Πύθωνα, τό ιερό πλάσμα που ο γερασμένος αυτοκράτορας θ ’ αφιερώσει στον ελληνικό ναό. Η ίδια ιστορία τούς βαραίνει: τα ρήγματα της χριστια νικής θρησκείας, οι ειδωλολατρικές ατέλειες της εξουσίας, τα λυτά κορδόνια από τον κορσέ της Μποβορύ, που συρίζουν σαν τ ’ αρχαία φί δια, σαν τα μαστίγια των χιλιαστών, σαν τους καταπιεσμένους του θεού. Στα Σημειωματάρια των Απομνημονευμάτων του Αδριανού η Γιουρσενάρ θυμάται: «Ξαναβρήκα, σε έναν τό μο της αλληλογραφίας του Φλωμπέρ, που τόσο πολύ διάβασα και υπογράμμισα γύρω στα 1927, την αξέχαστη φράση: Ενώ είχαν σβήσει οι θεοί κι ο Χριστός δεν φάνηκε ακόμα, είχαμε, από τον Κικέρωνα ώς τον Μάρκο Αυρήλιο, μια μοναδική στιγμή που μόνο ο άνθρωπος
υπήρχε. Έ να μεγάλο μέρος της ζωής μου θα περνούσε για να καθορίσω κι ύστερα ν ’ απει κονίσω αυτόν το μοναχικό άνθρωπο, που άλ λωστε ήταν δεμένος με τα πάντα». Ο Φλωμπέρ, όπως και η Γιουρσενάρ, παρα μερίζει το θείο για ν ’ αναζητήσει το θεμέλιο του ουμανισμού· άντρας εκείνος, μιλά με τη φωνή των προφητών σε πλήρη κρίση, ή μέσα από γυναικείες φωνές. Γυναίκα η Γιουρσενάρ, απωθεί μέσα της την κρίση και παραμερίζει τις γυναικείες ζωές: «Αδύνατο να πάρω για κεντρι κό πρόσωπο μια γυναίκα, να δώσω, ας πούμε, για άξονα στην αφήγησή μου, αντί τον Αδριανό, την Πλωτίνη. Η ζωή των γυναικών είναι πολύ περιορισμένη, πάρα πολύ κρυφή. Μόλις αρχίσει να μιλά μια γυναίκα για τον εαυτό της, το πρώ το που θα της προσάψουν είναι πως δεν είναι πια γυναίκα. Είναι που είναι δύσκολο να βάλεις έναν άντρα να πει κάποιαν αλήθεια». Περίεργη διασταύρωση φύλου και φαντασιώσεων από τον Φλωμπέρ ώς τη Γιουρσενάρ: ανδρόγυνοι κι οι δυό τους, το γράψιμό τους μοιάζει. Ο Σάρτρ απόδειξε, με καταπληκτικό τρόπο, τη γυναι κεία υστερία του Φλωμπέρ· αυτή στρέφεται κα ταπάνω της στο έργο της Γιουρσενάρ. Οι γάλλοι ακαδημαϊκοί δεν γελάστηκαν που τη θέλανε στον κύκλο τους: δεν υπάρχει τίποτα το θηλυ κό σ’ αυτή τη γυναίκα.
Μαργκεριτ Γιουρσενάρ και στίξη Η στίξη, λένε οι παθιασμένοι για γλωσσική τάξη ψυχαναλυτές, είναι ο ίδιος ο ρυθμός του υ ποσ υ νείδητου. Στο «ύφος» της Μαργκεριτ Γιουρσενάρ οι φράσεις είναι συχνά μικρές. Μα και μεγάλες, εί ναι κομμένες με άνω τελείες. Λίγα ή καθόλου «και», αυτός ο πλαδαρός σύνδεσμος των παιδικών επισω ρεύσεων αντί γι' αυτό, ξερά, διαχρονικά μέ τρα που κομματιάζουν τις σκηνές, χωρίς σχόλια, και θυμίζουν «μοντάζ». « Ό π ω ς στον κινηματο γράφο», λέει φίλος συγγραφέας. « Ό π ω ς το προ οδευτικό σβήσιμο της εικόνας που συστέλλει το χρόνο και οδηγεί σε μιαν άλλη εικόνα.» Παράδει γμα: περιγραφή από το βαλσάμωμα του γερακιού του Αντίνοου (Απομνημονεύματα τον Αδριανού): «Αλειμμένο, σύμφωνα με το τελετουργικό, με μέλι και ροδόσταμο, το αναίσθητο πουλί τοπο θετήθηκε στον πάτο1ενός κάδου γεμάτου με νερό
του Νείλου· το πνιγμένο πλάσμα, μετουσιωνόταν έτσι σε Ό σιρη , παρασυρμένον από το ρεύμα του ποταμού- τα γήινα χρόνια του πουλιού προσθέτονταν στα δικά μου- η μικρή ηλιακή του ψυχή, ενωνότανε με’ το πνεύμα του ανθρώπου για τον οποίο το είχανε θυσιάσει· στο εξής, αυτό το αόρα το πνεύμα, θ α μπορούσε να μου φανερώνεται και να με υπηρετεί κάτω α π ’ αυτή τη μορφή.»1 Τέσ σερις λοιπόν άνω τελείες στη σειρά διευρύνουν τον κύκλο των αιτίων από ένα νεκρό πουλί σ ’ ένα νεκρό θ εό , από έναν αιγύπτιο θ εό στη λατινικότητα του πνεύματος, από το πνεύμα του Αντίνοου σ ’ εκείνο του Αδριανού, κι από τον ακόμα ζωντα νό Αντίνοο που θυσιάζει το γεράκι του για τον Αδριανό, στον Αντίνοο που πρόκειται να πεθάνει. Αν αληθεύει πως κάθε σημείο στίξης προβάλλει υποσυνείδητα μέτρα, ή πως το υποσυνείδητο εί-
αφιερωμα/31 Αυτή η προτίμηση για ό,τι αιρετικό, παραστρατημένο, παγανιστικό, αυτή η τρελή αγάπη, μέσα από τις εμπειρίες του Αδριανού και του Ζήνωνα, για όλες τις ξένες αναζητήσεις, αυτό είναι ο φαντασιακός ανδρογυνισμός. Τον ξανα βρίσκουμε ώς μέσα στην απεικόνιση αυτών των εξαϋλωμένων γυναικών: στην πιο τέλεια έκ φραση του θανάτου-γυναίκας: τον Αντίνοο, τον όμορφο βαλσαμωμένο έφηβο. Εκεί, και εκεί μό νο, περνά μια ερωτική δόνηση περίεργα δια σταυρωμένη. Αλλά θα τελειώσει σαν μούμια, όπως και το γεράκι του. Ο ανδρογυνισμός είναι επίσης αυτή η «μέθο δος παραφοράς» για την οποία πολύ λίγο μιλά στα Σημειωματάριά της. Δεν θα ενδιέφερε, λέει, παρά μόνο τόυς άμυαλους. «Με το ένα πό δι στην πολυμάθεια και το άλλο στη μαγεία»: Σίβυλλα με τη σειρά της, όπως κι ο Φλωμπέρ όταν έγραφε τον Πειρασμό. Πρόκειται λοιπόν για κάποια μέθοδο που αφορά ό,τι πιο φαντασιακό στην ιστορία, και τα ίχνη του μέσα στο υποσυνείδητο. Για μια διεργασία που εναντιώ νεται στη λήθη. Χρειαζόταν, γράφει ακόμα στα Σημειωματάρια, «αυτή η διακοπή, αυτή η το μή, αυτή η νύχτα της ψυχής...» Ο πόλεμος. ' Επρεπε επίσης «να βρεθεί τρόπος ώστε τα κε νά των κειμένων μας σχετικά με τη ζωή του Αδριανού να συμπέσουν με τις πιθανές του
ναι αυτή η ίδια η σκέψη, τότε οι συνειρμοί του Αδριανού μέσα στην ίδια τη γραφή του συγγρα φ έα περιγράφουν, με αιτιολογικές σκηνές, με ποιο τρόπο ένας εραστής προειδοποιεί τον αγαπημένο του ότι θα π εθάνει, για χάρη του, από πνιγμό. Η ουσία είναι πως, όπως στο ίδιο το υποσυνείδητο, υπάρχει ένας προκαταρκτικός χρόνος: Υποτίθε ται πως ο Αδριανός δεν ξέρει (ο συγγραφέας όμως, ναι) αυτό που προβλέπει ο συγγραφέας, αραδιάζοντας τις άνω τελείες. Αυτό είναι το χαρα κτηριστικό της Γιουρσενάρ: η πιο «ουδέτερη» στί ξη -η πιο ανδρόγυνη, «ne uter», ούτε το ένα, ούτε το άλλο- είναι εκείνη που απαριθμεί, τη μια μετά την άλλη, μια σειρά από αιτίες που προκαλούν το γεγονός και που η γραφή μετατρέπει πια σε οπισθενεργό πεπρωμένο. Ο Αδριανός δεν θα ξέρει πως... Αλλά ο συγγραφέας, αθώος και ύπουλος, ήξερε. Ή η γραφή του ήξερε. Τίποτα πιο λιτό α πό την άνω τελεία. Τίποτα το πιο διφορούμενο και που συσσωρεύει διάφορες
αμνημοσύνες». Οι λέξεις που χρησιμοποιεί: ασκητική, εσωτερικός κόσμος, κτήση, είναι από άλλους καιρούς. Από άλλους καιρούς επίσης, δίχως άλλο, η αναλλοίωτη τελειότητα ενός ύφους χωρίς ψεγάδια, η ακριβολογία πάντα, η ήρεμη στίξη, η απουσία της παραμικρής ταρα χής. Η τομή και η νύχτα του πολέμου τη βυθί σανε σ’ έναν άλλο αιώνα: όχι στη Ρώμη, όχι στον 16ο αιώνα, αλλά στον 19ο, που τον βασά νιζαν όλες οι μνήμες ενός ρομαντισμού που διασκορπούσε όλα του τα άγχη μέσα στο παρελ θόν. Αδιάκοπα εκτοπισμένη μέσα στο παρελθόν. Μ ’ ένα λουλουδάκι, πότε πότε. Μέσα στα φοι τητικά τετράδια του Ζήνωνα, μια κοπελίτσα, η Βιβίν, έβαλε, ανάμεσα στις σελίδες, ένα φυλλα ράκι από αγριοτριανταφυλλιά. Και πάνω στο βαλσαμωμένο σώμα του Αντίνοου, όπως πάνω στη μούμια του Τουτανχαμόν, ένα άγνωστο χέρι αποθέτει ένα μπουκέτο ακακίες. Λουλούδια μαραμένα, ξερά, βοτανολόγιο της ζωής... Δεν υπάρχει ζωντανό λουλούδι για όποιον γράφει μόνο για όσα λησμονήθηκαν.
Copyright: M agazine Litteraire
Μ ετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος
ερμηνείες: ο επιφανειακός κλασικισμός συναντά την πιο σύγχρονη ψυχολογία, η πιο εντομολογική αφήγηση διασταυρώνεται με τον πιο έξαλλο ρο μαντισμό. Ο συγγραφέας πιστεύει πως είναι ο ί διος ιστορία, αν και παραμένει, όπως είναι αναπό φευκτο, αντικείμενο της ίδιας του της γραφής. Δεν θ α μπορέσει να λειτουργήσει παρά μόνο όσο δίνει πίστη σ ’ ένα πεπρωμένο, σε μια οικειοποίηση, σε μια καθολική συνταύτιση με τον ήρωά του, του οποίου οι συγκινησιακές ροπές χάνονται ανά μεσα στην άνω-τελεία. Κ.Κ. Copyright: Magazine Litteraire Μ ετάφραση: Κ ατερίνα Νασίκα
1. Μ ετάφραση Ιωάννας Χατζηνικολή, από τα «Αόριανού Απομνημονεύματα».
32/αφιερωμα
Ζ α ν ν τ ’ Ορμεσόν
Γιουρσενάρ ή μια πειθαρχημένη τέχνη Τίποτα δεν είναι mo μακριά από τη μόδα, τη δημοσιογραφία, τα παρισινά ήδη, όσο το έργο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Είναι προκαταβολικά κλασι κό. Η πρώτη αρετή της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ εί ναι που διάλυσε το μύθο της γυναικείας λογο τεχνίας. Η Γεωργία Σάνδη κάπνιζε πούρα, αλλά για να σοκάρει τους άντρες και να εξυπηρετή σει το φεμινισμό. Τα ωραία ποιήματα της Μαρσελίν Ντεμπόρντ-Βαλμόρ -που εκτιμούσε τόσο πολύ ο Ελυάρ- μόνο μια γυναίκα θα μπο ρούσε να τα γράψει. Υπάρχει ακόμα κάτι το νοτισμένο στη μεγάλη Κολέτ. Κι όμως θα ευχόταν κανείς να έγραφαν πολλοί άντρες σαν τη Μαρ γκερίτ Γιουρσενάρ -μ ’ αυτό το κύρος, αυτή την πειθαρχία, αυτή την αδιάλλακτη διαύγεια που δίνουν την αξία του στο έργο της. Δεν υπάρχει μάλιστα πια λόγος να πούμε -γιατί θα ήταν παράλογο- πως η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ γρά φει σαν άντρας. Μαζί της περνάμε στη μονοσεξική λογοτεχνία. Ύστερα από τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, δεν θα περάσει πια από το νου μας να ξεχωρίζουμε ένα γυναικείο γράψιμο από ένα ανδρικό. Νά κάτι το καλό επιτέλους. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, ύστερα από τό σους άλλους, αλλά μ' ένα απαράμιλλο ύφος ολόδικό της, έμπασε την ιστορία στη λογοτεχνία. Ό χι σαν κάποιο πρόσχημα για όποια γραφικό τητα ή για όποιο απαίσιο τοπικό χρώμα. Αλλά σαν έναν ξεχωριστό χώρο όπου τοποθετούνται με εμβρίθεια τα βασικά προβλήματα του αν θρώπου. Ο άνθρωπος είναι σαν το χρόνο: αμε τακίνητος και μεταβλητός. Η πειθαρχημένη πολυμάθεια της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ -που τη βοήθησε να ενδιαφερθεί για την ελληνική ποίη ση και τα θρησκευτικά τραγούδια των νέγρων, για την αρχαία Ρώμη και τους αλχημιστές- την εμποδίζει να παίζει με τις λέξεις και να μιλά για αισθήματα ή σκέψεις που θα απλώνονταν μέσα στο κενό. Τα χρονολογεί, τα τοποθετεί: από τη
Μεσόγειο ώς τη Βαλτική, από την Κίνα και την Ανατολή ώς την Ιταλία του Μουσολίνι. Αλλά αυ τή η ιστορία και αυτοί οι χώροι που ανασταίνει με σχολαστικότητα δεν είναι παρά το πλαίσιο μιας τραγωδίας όπου ενσαρκώνονται προβλή ματα μιας αιώνιας επικαιρότητας. Τίποτα δεν είναι πιο μακριά από τη μόδα, τη δημοσιογρα φία, από κάθε μορφή παριζιανισμού: Μαργκε ρίτ Γιουρσενάρ ή μια πειθαρχημένη τέχνη. Το θαύμα είναι πως αυτή η πειθαρχία συνυ πάρχει με τη φαντασία. Δεν παίζει με ιδέες, εποχές, περιοχές, ούτε καν με αισθήματα: μιλά απλά για άντρες και γυναίκες που είναι αναγκασμένοι να ζουν στο χώρο και στο χρόνο, να έχουν στόχους, να τα βγάζουν πέρα με τα πάθη τους και ν ’ αγαπιούνται -ή να μισούνταιμεταξύ τους. Δεν ενσαρκώνει θεωρίες σε ήρωες. Διαλέγει πλάσματα ζωντανά. Τυχαίνει να μην τους λείπει η ψυχή. Το ύφος, η ιστορία, η φαντασία είναι αξεχώ ριστα από κάτι που αρχίσαμε κάπως να ξεχνά με. Ας μου συχωρεθεί αυτή η αφέλεια: εννοώ την τέχνη. Σ’ ένα από τα θαυμάσια Διηγήματα της Ανατολής μας παρουσιάζει το γέρο ΒανγκΦο: είναι ένας κινέζος ζωγράφος, θύμα κάποι ου αυτοκράτορα που τον φυλάκισε και ετοιμά ζεται να τον σκοτώσει γιατί ο κόσμος δεν είναι τόσο όμορφος όσο Οι ζωγραφιές του γέρου καλλιτέχνη· τον κατηγορεί λοιπόν για ψευδο μαρτυρία. Σαν πολλούς τυράννους, ο αυτοκράτορας καμώνεται πως αγαπά αυτή την τέχνη, που ούτε καν ανέχεται. Και διατάζει τον κατα δικασμένο, πριν πεθάνει, να ζωγραφίσει ένα τε λευταίο αριστούργημα. Ο ζωγράφος παρασταί νει στον πίνακά του ένα καράβι. Και μπροστά στον εξαπατημένο δήμιό του, μπαρκάρει στο
α φ ιερω μα /33 πλεούμενο που μόλις είχε απεικονίσει. Μήπως είναι δυνατό να εκφράσουμε καλύτερα πως τέ χνη και ζωή είναι ένα και το αυτό; Για τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ η τέχνη πραγματώνεται και η πραγματικότητα μεταμορφώνεται από την τέ χνη. Αυτή η σημαντική συγγραφέας, που σιγά σιγά ανακαλύπτουμε να κυριαρχεί, μαζί με τον Αραγκόν, τον Ζυλιέν Γκρήν, με μερικούς άλ λους πολύ λίγους, στη σημερινή γαλλική λογο τεχνία, ζει μακριά από κάθε θόρυβο και δημο σιότητα. Δεν επιτρέπεται καν να πούμε πως εκφράζει τις σύγχρονες τάσεις, ούτε πως αντι προσωπεύει σημερινές αναζητήσεις: είναι προ- ' καταβολικά μια κλασικός. Δηλαδή χωρίς χαρι εντισμούς, εντυπωσιασμούς και προσποίηση, χωρίς επίδειξη νεοτερισμών, που τόσο γρήγορα και φρικτά γερνούν και πάνε. Η τέχνη της είναι ακριβοδίκαιη, χωρίς παραχωρήσεις, με κάτι μά λιστα, πότε πότε, το τραχύ. Δεν ξέρω αν πρέπει να δούμε σ’ όλα αυτά ένα σύμβολο, κάτι σαν άρνηση της κωμωδίας που παίζουμε, μια απόσταση από τα ήθη μας. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ δεν ζει ούτε στο Πα ρίσι ούτε καν σε καμιά επαρχία που δεν παύει να είναι κοντά στους παριζιάνους, Μένει στο εξωτερικό, α π ’ όπου μας φτάνει η φωνή της με τέτοια μάλιστα ένταση, παρόλο που δεν είναι και τόσο γνωστή. Η συγγραφέας της Αβυσσον και των Αδριανού Απομνημονευμάτων αγγίζει εκείνη την οικουμενικότητα, τον κοσμοπολιτι σμό που, όπως μας έλεγε τελευταία ο Χόρχε Λούιςι Μπόρχες, είναι η χαρακτηριστική αρετή του λογοτέχνη. Αλλά εμείς, στη Γαλλία, πώς να μη διεκδική-' σουμε σαν έναν δικό μας άνθρωπο -και σαν έναν από τους πιο μεγάλους- αυτή τη μυθιστοριογράφο που γεννήθηκε στο Βέλγιο και εγκα ταστάθηκε στην Αμερική, αλλά που γράφει στα γαλλικά; Ακόμα κι αν ήταν η γαλλική κουλτού ρα πιο πλούσια σε αυθεντικούς δημιουργούς α π ’ ό,τι είναι σήμερα, θα τιμούσε τον ίδιο της τον εαυτό απονέμοντας απλόχερα στη Μαρ γκερίτ Γιουρσενάρ τις τιμές που διαθέτει. Είναι η χάρη που εύχομαι, λιγότερο στη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, που δεν τη χρειάζεται καθόλου, και περισσότερο στα γαλλικά γράμματα, στα οποία συμβάλλει σήμερα ίσως περισσότερο από κάθε άλλον, έτσι ώστε ν ’ αποκτήσουν κάτι από τη λάμψη που τους έδιναν άλλοτε ένας Μαρτέν ντυ Γκαρ, ένας Ζιονό, ένας Μοντερλάν, ένας Πωλ Μοράν, ένας Ροζέ Καγιουά.
Copyright: M agazine Litteraire
Μετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗ 97, ΑΘΗΝΑ 145, ΤΗΛ. 36.15.152
Δυό «μεγάλα» βιβλία άπό τίς
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ Σε Δ ’ έκδοση Το ΒΙΒΛΙΟ - ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ για την εξέγερση των φοιτητών κατά της φασιστικής δικτατορίας στη Νομική, στο Πολυτεχνείο: «ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ» του Μηνά Παπάζογλου (Εκδόσεις «ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ»)
34/αφιερωμα
Ζακ Λακαρριέρ
Το ταξίδι στο νησί του έρωτα Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ μετάφρασε -κι ανάστησε- τετρακόσους αρχαίους έλληνες ποιητές. Είναι μια υπέροχη μύηση στο πιο όμορφο ταξίδι. «Πραγματικός αναγνώστης είναι όποιος διαβά ζει όχι για να ταυτιστεί με ό,τι διαβάζει’αλλά, αντίθετα, για να πλατύνει την αντίληψή του, για να περάσει με την ανάγνωση μέσα σε διαφορε τικές ζωές» έγραφε τώρα τελευταία η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Με το Στεφάνι και τη Λύρα περνάμε όχι μό νο μέσα σε ζωές, αλλά μέσα σε κόσμους διαφορετικούς. Φτάνουμε σε μια γη που νομίζαμε πως ξέρουμε καλά, την αρχαία Ελλάδα, για να ανακαλύψουμε πως πράγματι, όπως στον Χαμέ νο κόσμο του Κάναν Ντόυλ, υπάρχουν εκεί ξε χασμένες περιοχές, παρθένες ή σπάνια εξερευνημένες εκτάσεις, που μας χαρίζουν σήμερα, με τη χάρη που έχουν αυτές οι ευκρινείς, γαλήνιες και προσιτές μεταφράσεις, τοπία, αρώματα, τους χίλιους απόηχους μιας άλλης ζωής. Γιατί αυτή η συλλογή από τετρακόσους περίπου αρ χαίους έλληνες ποιητές, από τα ομηρικά χρόνια ώς τους πρώτους αιώνες της χριστιανοσύνης, είναι κάτι παραπάνω από ένα αποθησαύρισμα κειμένων και ποιητών: είναι μια πρόσκληση και μια μύηση για το πιο όμορφο ταξίδι (μαζί και τα Κύθηρα, το νησί του έρωτα) στην καρδιά της ελληνικής παιδείας. Δέκα αιώνες λοιπόν ελληνικής ποίησής, δη λαδή μιας ποίησης που παράμεινε, διατηρήθη κε ελληνική, παρ’ όλη τη διασπορά στο μεσο γειακό χώρο, τη ρωμαϊκή κατοχή και κυρίως την άνοδο του χριστιανισμού. Διαβάζοντας τα τελευταία κείμενα»αυτής της συλλογής, τα όμορφα ποιήματα του Παλλαδά και Του Παύ λου του Σιλεντιάριου (και οι δυο τους από τη χριστιανική περίοδο), η Ελλάδα μάς παρουσιά ζεται σαν η μόνη χώρα που μπόρεσε, ή κατάφερε, ν ’ αλλάξει ριζικά θρησκεία διατηρώντας την ίδια γλώσσα. Αυτό είναι κάτι που δεν προσέ
χουμε καθόλου, επειδή σήμερα πια μας φαίνε ται τόσο φυσικό. Ωστόσο, δεν συναντάμε που θενά αλλού ένα ανάλογο παράδειγμα. Η Κίνα και η Ινδία, οι μοναδικοί μεγάλοι πολιτισμοί που διατήρησαν τριάντα ολόκληρους αιώνες, όπως και η Ελλάδα, τη γλωσσική τους συνέχεια, δεν γνώρισαν, οι ίδιες, καμιά θρησκευτική ανα στάτωση. Η Αίγυπτος και το Ιράν, χώρες γειτο νικές και συγγενικές με την Ελλάδα, με την ιστορία τους και την παιδεία τους, υποκύψανε στην ισλαμική επιρροή. Κι όμως όχι η Ελλάδα, αν και υποδουλωμένη στους Τούρκους για τέσ σερις αιώνες. Άλλωστε εμείς οι ίδιοι, παλιοί Γαλάτες, τι το κοινό έχουμε σήμερα, μέσα από τη γλώσσα, με τους Αρβέρνες, τους Αλλόβρογες και τους Βιτουρίγες· καμιά εκατοστή λέξεις το πολύ πολύ. Στην Ελλάδα όλα παράμειναν κοινά, από τα πρώτα βήματα, γιατί, όπως λέει τόσο σωστά ο Λώρενς Ντάρρελ στο βιβλίο του Το πνεύμα του τόπου, «σ’ αυτή τη χώρα η μνήμη δεν γερνά παρά ένα δευτερόλεπτο κάθε αιώ να». Νά ’μαστέ λοιπόν, με το βιβλίο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, στη μεγάλη χώρα της μνήμης. Μια μνήμη που αδιάκοπα αναδημιουργείται κι επινοείται ξανά και όχι μια μνήμη που μεταβιβά ζεται και μόνο, μια παράδοση αποστεωμένη και ευκολονόητη. Ό πω ς σ’ αυτό το επιτύμβιο του 6ου αιώνα π.Χ. που προμηνά τα σύντομα ποιή ματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, αυτού του αλεξανδρινού ποιητή που η Μαργκέρίτ Γιουρ σενάρ έχει επίσης μεταφράσει: «Ο Κλέοτας εδώ κοιμάται. Κλάψε πάνω στον τάφο τον, ταξιδιώτη. Πέδανε πολύ νέος. Ή ταν ωραί ος.»
αφιερωμα/35
Η μεγάλη αξία της Μ. Γιουρσενάρ είναι που μας δίνει αυτά τα λησμονημένα κείμενα, που ώς τώρα ξέρανε μόνο οι επιγραφιστές, αυτά τα λα κωνικά κείμενα όπου τα λόγια του θανάτου ξα ναζωντανεύουν, όπου η Ελλάδα της σιωπής, του τεχνίτη, του χωριάτη και του σκλάβου ξα ναβρίσκει επιτέλους τις λέξεις της. Σαν κι αυτό το δίστιχο, χαραγμένο πάνω στον τάφο κάποιου σκλάβου: «Ο άνδρωπος που κείτεται εδώ, σκλάβος πά νω στη γη Είναι σαν και τον Δαρείο μεγάλος μέσα στο μυστήριο».
Η ασπίδα του Αρχίλοχου Ναι η Ελλάδα είναι απέραντη, όπως λέει και η Γιουρσενάρ, αυτή η Ελλάδα που μπόρεσε να δώσει μια ποίηση συνάμα επική, τραγική, ερω τική, μυστικοπαθή, σκεπτικιστική, κυνική, ορ φική, χρησμολογική, σατυρική, ελεγειακή. Αυτό που αναδύεται με μεγαλύτερη σαφήνεια μέσα α π ’ όλα αυτά τα κείμενα είναι ένα αδελφικό μή νυμα. Υπάρχουν εδώ κι εκεί πολεμικές κραυ γές, απόηχοι από μάχες, απολογίες όλο έξαρση από συγκρούσεις. Αλλά ακόμα και μέσα σ’ αυ τές τις εξάρσεις ο ποιητής ξέρει να τιθασεύει τον ηρωισμό, να τον περιορίζει στα σωστά του μέτρα, που είναι η υπεράσπιση της πολιτείας, μιας κληρονομιάς και προγονικών αγαθών, κι όχι ο φόνος για την ηδονή του φόνου.
Οι προτιμήσεις μου πάνε στο δυνατό γέλιο του ποιητή Αρχίλοχου, που καμαρώνει γιατί παράτησε την ασπίδα του πάνω στη μάχη και που, γι’ αυτό το λόγο, δεν είχε το δικαίωμα να πάει στη Σπάρτη. Στην εξαίσια επιγραφή που ο ποιητής Μελέαγρος από τα Γάδαρα έβαλε να χαράξουν πάνω στον τάφο του· με το δίκιο της λέει η Γιουρσενάρ πως θα έπρεπε να την τοιχοκολλήσουν σ ’ όλη τη Μέση Ανατολή, γιατί πε ρικλείει τρεις χαιρετισμούς σε διαφορετική γλώσσα: «Διαβάτη, χαίρε, αν είσαι Έλληνας, Σαλάμ αν από τη Συρία Κι αν είσαι από τη Φοινίκη, σου λέω Αυόονή.» Τι ευτυχισμένα κι έξοχα χρόνια για τους ποι ητές, που αν κι αναγκασμένοι, φυσικά, σαν τον Πίνδαρο και τόσους άλλους, να λιβανίζουν τους τυράννους που τους πληρώνουν είτε τους ηγε μόνες που τους τρέφουν, ο λόγος τους διατηρεί ακόμα για τα πλήθη την αίγλη και την ένταση κάποιου χρησμού, γιατί το μεγάλο τους άσμα τους δένει μ’ όλη την οικουμένη. Δες τον Ορφέα, τον Αλκμάνα, που αδερφώνουν με τα ζώα· τον Εμπεδοκλή, ίδια γενιά με τ ’ αστέρια και τους ουρανούς· τον Ίβυκο που σκοτώσανε λη στές, αλλά που εκδικήθηκαν το χαμό του οι γε ρανοί που ήταν εκεί! Το αίμα του ποιητή είναι σαν της γης και τ' ουρανού. Κατέχει έναν κε ραυνό από λέξεις, κι αν ζει ολότελα ανάμεσα στους ανθρώπους και μοιράζεται μαζί τους ολημερίς τα βάσανα και τις(χαρές τους, βρίσκε ται συνάμα σ’ ένα χώρο που ξεφεύγει από τους άλλους και μεταμορφώνει τον ποιητή σ’ έναν
36/αφιερωμα άνθρωπο βασανισμένο από τις λέξεις, σ’ έναν εύθραυστο θεό.
Σώμα με σώμα μέσα στον ξανακερδισμένο χρόνο Πράγματι, πρόκειται εδώ για ένα έργο που πάει πολύ πιο πέρα από τα παραδείγματα που διά λεξε η Γιουρσενάρ και που αποτελεί -δεν χωρεί αμφιβολία γι' αυτό- εδώ και πολλά χρόνια τον εσωτερικό και μυστικό κόσμο της. Τα σχόλια πριν από τα ποιήματα δεν είναι σχολαστικοί σχολιασμοί, αλλά ένας μόνιμος διάλογος μ’ αυ τές τις δίδυμες φωνές που συνοδεύει η ίδια της η φωνή, κάτι σαν αδελφική συζήτηση με σκιές που από πολύ καιρό την τρέφουνε. Χάρη σ' αυτό τον απαραίτητο μίτο είναι φα νερό πως δεν υπάρχει, πως δεν μπορεί να υπάρχει σήμερα πιο κουτή διαμάχη α π ’ αυτήν που χώρισε για μεγάλο διάστημα τους αρχαίους από τους μοντέρνους. Κάθε εποχή είναι μον τέρνα για όποιον ξέρει να τη ζει και να τη βλέ πει. Και κάθε εποχή είναι πιο μοντέρνα ακόμα όταν την ξαναφέρνεις μέσα στην ουσιαστική της αλήθεια, που σημαίνει, για τον ποιητή εδώ και τριάντα αιώνες, όπως και για τη σημερινή μεταφράστρια, πως υπάρχουν ολοκληρωμένοι σαν ένας άντρας ή μια γυναίκα του καιρού τους. Δεν είναι επειδή οι περισσότεροι α π ’ αυ τούς τους ποιητές έχουν εκφράσει αισθήματα είτε ιδέες τάχατες οικουμενικές που τους νιώ θουμε κοντά μας, αλλά αντίθετα γιατί στάθη καν -και, είναι ακόμα- η φωνή μιας εποχής, μιας ορισμένης πολιτείας, κάποιου χωριού, και καμιά φορά κάποιου απλού ανθρώπου που έγι νε ένα με τον αιώνα του. Κι αυτό που μας προ τείνει εδώ η Γιουρσενάρ είναι ακριβώς μια πάλη σώμα με σώμα με τον ξανακερδισμένο χρόνο. Ένα «σώμα με σώμα» με κείμενα που μας ξε φεύγουν, που αναφέρονται συχνά σε θεούς, σε λατρείες, σε ξεχασμένους νεκρούς, σε καταστά σεις διαφορετικές για σήμερα (αν και η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, π.χ., δεν είναι τόσο σχηματική και διακριτική όσο φαν ταζόμαστε- τα όμορφα ποιήματα της Σαπφώς, της Ήρινας, της Ανύτης κι άλλων ποιητριών εί ναι εδώ η καλύτερη μαρτυρία). Ναι, μια αντιπαράθεση, μια μάχη καμιά φο ρά, όπου οι λέξεις, οι ιδέες, οι εικόνες κάτι χά νουν, αλλά όπου, τελικά, δεν υπάρχουν μήτε νι κητές μήτε νικημένοι. Μάλλον ένας καταμερι σμός ανάμεσα στο απρόσιτο και το πιθανό σαν
απόπειρα για να ξαναζωντανέψει η σβησμένη φλόγα μερικών κειμένων. Αλλά πώς να ξαναδώσουμε ζωή σ’ αυτά τα ποιήματα μ’ όλη τους την ακεραιότητα, την ξένη σύνταξή τους, τη διαφορετική τους σκέψη; Η εκλογή της Γιουρσενάρ να μεταφράσει τα περισσότερα σε αλεξαν δρινούς ή οκτασύλλαβους στίχους, παραδοσια κούς στη γαλλική γλώσσα, θα παραξενέψει. Η ίδια δίνει αρκετές εξηγήσεις σχετικά, και μάλιστα στην εισαγωγή της και στις σημειώσεις στο τέλος του τόμου. Μια τέτοια εκλογή χαρίζει αναπόφευκτα εξαιρετικές επιτυχίες και αντι στοιχίες πιο συζητήσιμες. Η βραχυλογία, η πυ κνότητα των μεταφράσεων ταιριάζει θαυμάσια, π.χ. στα χαρακτηριστικά των επιγραμμάτων και των σύντομων ποιημάτων. Ο αλεξανδρινός δωδεκασύλλαβος συνοδεύει επίσης τέλεια τους ελεγειακούς ποιητές, που δεν γλιτώνουν καμιά φορά από μια συμβατικότητα στην έμπνευση. Ταιριάζει λιγότερο, νομίζω, στους τραγικούς ποιητές, που η ποίησή τους, όπως ξέρουμε, δεν ήταν ομοιοκατάληκτη ούτε είχέ παρηχήσεις, αλλά ήταν δομημένη μάλλον σαν μια μουσική παρτιτούρα και βασιζόταν σε μιαν εναλλαγή από βραχείες και μακρές συλλαβές, συγκεν τρωμένες σε μέτρα που κωδικοποίησε η συνή θεια και το είδος.
« Όλα βουλιάζουν οτον γκρεμό» Αλλά, έτσι όπως είναι: σταθερή, πιστή, απολυτοποιημένη, η επιλογή επιβάλλεται στο τέλος κι έχει το χάρισμα της αδιαλλαξίας της. Σ ’ αυτό το πνεύμα δεγ μπορούμε παρά ν ’ αναφέρουμε τον Παλλαδά, έναν κατοπινό ποιητή, από τη χρι στιανική περίοδο, ανοιχτόμυαλο μάρτυρα των μεγάλων μεταλλαγών του αιώνα του, που τοπο θετεί το πρόβλημα που διατρέχει όλο αυτό το βιβλίο: «Μήπως είμαστε νεκροί, Έ λληνες εμείς, μέσα σε μια βαδιά σκιά Παρασυρμένοι, νομίζοντας πως ζούμε, ενώ πλανιόμαστε μέσα σε κάποιο όνειρο; Είτε είμαστε οι μόνοι ζωντανοί, όταν όλα βουλιάζουν Στον γκρεμό, και η ζωή απόδανε κι απόδανε ο κόσμος;»
Copyright: L’ Express M agazine
Μετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος
αφιερωμα/37
Σημείωση για τα «Ανέκδοτα Ποιήματα» του Κωνσταντίνου Καβάφη* Η μετάφρασή μας βασίστηκε στην πρώτη [δημό σια] έκδοση των Ποιημάτων του Καβάφη, που δημοσιεύτηκε στην Αλεξάνδρεια το 1935, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, περιλαμβά νοντας τα 154 ποιήματα που εκείνος είχε ετοι μάσει για τύπωμα και που αποτελούν τον «κα νόνα» του. Επί χρόνια, οι δικαιούχοι του Καβάφη είχαν αντιτεθεί -για λόγους πολύ βάσιμους, αφού φαίνονταν να οφείλονται στον σεβασμό των επιθυμιών του ίδιου του ποιητή- στην δημοσί ευση του παραμικρού ανέκδοτου κειμένου του. Το 1968 μονάχα, κυκλοφόρησε στην Αθήνα ένας τόμος Ανέκδοτων Ποιημάτων, περιλαμβά νοντας 75 κομμάτια, ως επί το πλείστον (για να πούμε την αλήθεια) μέτριας ποιότητας, κάποτε και χειρότερα, σχεδόν όλα χρονολογούμενα από την νεότητα αυτού του ποιητή βραδείας ωριμάνσεως ή τουλάχιστον «προ του 1911», χρονιά που σημάδευε για τον ίδιο τον Καβάφη την υδατοκριτική γραμμή. Ωστόσο, καμιά εικοσα ριά ποιήματα, κλιμακωμένα ανάμεσα 1896 και 1919, αποδείχνονται άξια να σταθούν δίπλα στα καλύτερα της έκδοσης του 1935. ' Οσο ευγνώμων και αν είναι κανείς για το απόκτημα αυτών των ολίγων καλών νέων ποιημά των, [άλλο τόσο] μπορεί και να λυπηθεί για την εκταφή εκείνων που ο ίδιος ο Καβάφης αποκαλούσε συνολικώς «σκύβαλα», δηλ. ασκήσεις ή διαχύσεις στις οποίες επιδίδεται ή ενδίδει ανα πόφευκτα κάθε ποιητής στις απαρχές του. Δι καιολογημένη, ασφαλώς, στα μάτια των ερευνη τών και των ειδικών, η δημοσίευση αυτή πηγαί νει, χωρίς καμιάν αμφιβολία, στις περισσότερες περιπτώσεις, κόντρα στην πρόθεση του ποιητή,
που ήταν να μην αφήσει παρά το ουσιώδες του εαυτού του. «Σκέψου», φώναζε ο Καβάφης, «τα άθλια σκύβαλα που έγραψα ανάμεσα στα 25 και στα 28 μου χρόνια (...) και τόσα άλλα ποιήματα που θα με ρεζίλευαν σήμερα! Πόσο κέρδος έβγαλα που φυλάχτηκα να δημοσιέψω πρόωρα... Και να σκεφτεί κανείς τα ποιήματα που συνέθεσα ανάμεσα στα 19 και στα 22 μου χρόνια... Σκύ βαλα ελεεινά!»1 Σήμερα ο Καβάφης στον Άδη θα πρέπει να νιώθει κομμάτι μουδιασμένος. Όμως, όσο και αν σιχαίνεται κανείς αυτήν την τάση που έχει η εποχή μας να ψάχνει κάτω από τα θεμέλια, η συλλογή των Ανέκδοτων Ποιημά των επιβάλλεται, πέρα από την καθαυτό αξία των ολίγων κομματιών που μνημονεύτηκαν πα ραπάνω, χάρη στο ενδιαφέρον που υπάρχει πάντοτε στο να βλέπει κανείς πώς από τον γραφιά αναδύεται ο συγγραφέας. Ό χι μόνο η αδεξιότητα, μα και η εκζήτηση, η αφελής κακο γουστιά με αξιώσεις φινέτσας, η μόλυνση από την ανοησία των συρμών του περιβάλλοντος, φαίνονται αδιαχώριστες από την εμβρυακή πε ρίοδο της ζωής ενός μεγάλου ποιητή. Σκύβαλα, πράγματι, στον Καβάφη, αυτό το ύφος σαλονίστικης ρομάντζας («Nous n’ osons plus chanter les roses», «Η Ελεγεία των Λουλουδιών», «Προς τας Κυρίας», «Αν μ’ ηγάπας»), αυτές οι ανα φορές στον Πέερ Γκυντ και στον Λόεγκριν ή στην Σαλώμη, αυτά τα παραθέματα από τον Ροντενμπάκ, όταν δεν είναι από τον Αλέξανδρο Δουμά υιό, αυτά τα κομμάτια ρωμέικης ή πολί τικης έμπνευσης που φαίνονται να επιστρέ φουν στην γενέτειρά τους ποτισμένα με την επίδραση του δυτικού Ανατολισμού2 («Οι Φό-
* Απόσπασμα από το έργο της Μ. Γιουρσενάρ «Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη», που κυκλοφο-
ρ εί σύντομα από τις εκδόσεις Χατζηνιχολή (μετάφραση: Γ. Π. Σαββίδης).
3 8/α φ ιερ ω μα
Η Μ. Γιουρσενάρ με τον Νικηφόρο Βρεττάκο (από το αρχείο των εκδόσεων Χατζηνικολή)
βοι του Αλή πασά», «Dunya Guzeli», «Η Δόννα εις το Βαλκόνι», «Ο Βεϊζαδές προς την Ερωμέ νην του»). Στενάχωρη ώς και εκείνη η «Αλλη λουχία κατά των Βωδελαίρον» που, αν ενσωμα τώνει πολύ καλά τους, μεγάλους ρυθμούς της «Προγενέστερης Ζωής»,3 όμως μας αναγκάζει να διαπιστώσουμε πως ο ποιητής, στον οποίο αναζητούσαμε με πάθος την ελληνική συνέχεια, τράφηκε νέος με τα Ά νδ η του Κακού. Αλλά ας κοιτάξουμε από πιο κοντά: σιγά σι γά, προς το τριακοστό έτος, μέσα από τούτο το λιπαρό χώμα αρχίζουν να ξεφυτρώνουν, σαν λεπτά, τρυφερά μα και στέρεα βλαστάρια, ήδη προικισμένα με όλη τους την ασυνήθιστην ιδιο μορφία, ορισμένα από εκείνα τα σύντομα μεγά λα ποιήματα που ενίοτε χρειάστηκαν είκοσι χρό νια για να σχηματιστούν. Μας επιβεβαιώνουν κάτι που γνωρίζαμε ήδη, δηλ. πως η τέχνη τού ποιητή έγκειται στο να περιμένει υπόμονα την ωρίμανση των θεμάτων που του είναι ίδια, στο να τρέφεται επί καιρό με επιδράσεις και δά νεια, με το ενδεχόμενο να τα αφομοιώσει τελικά έτσι ώστε να τα κάνει για πάντα δικά του, ή, αντιθέτως, να τα αποβάλει. Το πρώτο γράψιμο του «Στην Εκκλησία» [δημ. 1912], όπου εκφρά ζεται, όπως σε πολλά από αυτά τα «πρωτοποιήματα», μια χριστιανική ευλάβεια της οποίας ο Καβάφης θα διατηρήσει τα ίχνη ώς το τέλος, εί ναι του 1892' η πρώτη γραφή του «Κεριά» [δημ. 1899], που δανείζεται την μεταφορά του από τις τρεμουλιαστές φλογίτσες των ορθόδο ξων εκκλησιών, είναι του 1893' το «Απιστία» .[δημ. 1904], ένα από τα ευγενέστερα «ποιήμα τα του πεπρωμένου», φυτρώνει ήδη στα 1894,4 και στα 1893 σχεδιάζεται ο «Τυανεύς Γλύπτης» [δημ. 1911], και το συμβολικό του εργαστήρι μέ σα στο οποίο ο καλλιτέχνης τελειοποιεί ακού ραστα κάποιες δικές του εικόνες της καλλονής. Τα «πρωτοποιήματα» και, ίσως ακόμη περισσό τερο, οι κατάλογοι τίτλων [των συνθέσεών του]
που ο Καβάφης, καλός λογιστής, ενημέρωνε, μή να με τον μήνα, σημειώνοντας τις πρώτες γρα φές, τις διαδοχικές διορθώσεις, και τέλος, για όσα ποιήματα ολοκληρώνονταν, την οριστική κατάληξη της παρατεταμένης επεξεργασίας, φέρνουν κατά νου εκείνα τα «ανάξια ρούχα», εκείνα τα «μπαλωμένα εσώρουχα» από τα οποία απαλλάσσεται ο αλήτης τού «Μέρες του 1908» για να ορθωθεί μπροστά στην θάλασσα. Η διάκριση που επιχειρήθηκε στο προηγούμε νο δοκίμιο, ανάμεσα σε ποιήματα ιστορικά, ποιήματα γνωμικά και ποιήματα ερωτικά, ισχύ ει επίσης και για τα λίγα αξιοπρόσεχτα Ανέκδο τα. (Αφ' ετέρου, το ποίημα χαρακτήρων δεν αντιπροσωπεύεται ακόμα, ή συγχωνεύεται με την γνωμική κατηγορία.) Τα κάπου δώδεκα κα λά «ανέκδοτα» ιστορικά ποιήματα πολύ λίγο διαφέρουν, σε θέμα ή μορφή, από εκείνα που αγαπήσαμε στην συλλογή του 1935. Ξαναβρί σκουμε εδώ τον έντονα ανατολίζοντα ελληνισμό ταυ Καβάφη, την κλίση του για το Βυζάντιο, τον καημό του για τις χαμένες παραδόσεις, που διαποτίζει π.χ. το ωραιότατο ποίημα «Ποσειδωνιάται» (με άλλα λόγια, οι κάτοικοι του Paestum). Εκεί, βλέπει κανείς αυτούς τους έλληνες άποικους της νότιας Ιταλίας να αποχαιρετιούνται κλαίγοντας, αφού ετέλεσαν κουτσά-στραβά ελληνικές τελετές, τις οποίες ξέρουν πως δεν τις θυμούνται σχεδόν πια [οι ίδιοι]. Ξαναβρίσκουμε επίσης το ενδιαφέρον του Καβάφη για το γλί στρημα του παγανισμού προς τον χριστιανισμό στους θιασώτες της εύκολης ζωής, και το παλιό του άχτι για τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Στο «Συμεών», ωραία σύνθεση τυπικά Καβαφική με τα αλλεπάλληλα επίπεδά της, ένας νέος ' Ελ ληνας του 4ου αιώνα διακόπτει μια φιλολογική συζήτηση με ένα σύντροφο, για να μιλήσει με συγκίνηση για τον ' Αγιο τον οποίο λίγο πριν εί
αφιερωμα/39 χε πάει να ατενίσει ψηλά στον στύλο του («Φαντάσου! Τριάντα πέντε χρόνια επάνω σ' έναν στύλο ζει και μαρτυρεί. Πριν γεννηθούμ’ εμείς, επί τριάντα πέντε χρόνια...»), και ύστερα ξαναπιάνει, σαν να μην έτρεχε τίποτα, τα φιλο, λογικά. Το «Νομίσματα», όπου πρόκειται για μονέδες κομμένες στην Ινδία από τους διαδό χους του Αλέξανδρου, δεν είναι παρά μια απλή σημείωση αναγνώσεως, αλλά μας παρασύρει προς μιαν ελληνική Ανατολή ακόμα ευρύτερη από εκείνην στην οποία μας είχε συνηθίσει ο Καβάφης. ' Ενα και μόνο από τούτα τα ιστορικά ποιήμα τα αντιφάσκει προς ένα άλλο από τα ήδη γνω στά μας. «Το Τέλος του Αντωνίου», του 1907, δείχνει τον Τρίανδρο, ετοιμοθάνατο, να κυριαρ χείται και πάλι από το ρωμαϊκό ιδανικό αρετής, με τύψεις διότι αφέθηκε να παγιδευτεί από την γοητεία της Αλεξάνδρειας, και ενοχλημένον από τους «βαρβαρίζοντες» θρήνους των γυναικών της Κλεοπάτρας. Αντιθέτως, το θαυμαστό «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», γραμμένο τρία χρόνια αργότερα, και που περιλαμβάνεται στον κανόνα του 1935, εξαιρεί τον Αντώνιο επειδή διάλεξε την «αμίμητη ζωή» της Αλεξάνδρειας, και τον παραινεί να μείνει μέχρι τέλους «άξιος μιας τέτοιας πόλης». Ο ποιητής περιέστρεψε το άγαλμα πάνω στο βάθρο του, είτε από διάθεση σοφιστική να παρουσιάσει εναλλάξ την θέση και την αντίθεση, είτε γιατί καταγράφει διαδο χικά, σε διάστημα τριών ετών, μια πρόσκαιρη άρνηση απέναντι στον αισθησιακό βίο, που ίσως στάθηκε και δική του, κάποια μέρα του 1907, και ύστερα την ολοκληρωτική άφεση σε αυτόν. Χωριστά πρέπει να μπει ένα ποίημα που υπά γεται λίγο-πολύ στην ιστορική κατηγορία, το «Ο Βασιλεύς Κλαύδιος», που ο Καβάφης πιθανώς το παραμέρισε την εποχή όπου αποφάσιζε να αποσκορακίσει κάθε δυτικό θέμα από το κα θαρά πλέον ελληνικό έργο του. Πράγματι, τού τος ο Κλαύδιος είναι ο πατρυιός του Άμλετ, και ο Καβάφης, στις σελίδες αυτές που χρονο λογούνται από το 1899, ήδη ασκείται στην μέ θοδό του που έγκειται στο να προσεγγίζει πλαγίως, ή ανάστροφα, ένα θέμα καθιερωμένο. Οι αστοί της Ελσινόρης (γιατί αυτοί είναι, βέβαια, που μιλάνε) βλέπουν τον Κλαύδιο ως καλοκά γαθο βασιλιά, και τον προγονό του ως επικίν δυνο ταραξία που φέρνει τις καταστροφές. Εφαρμοζόμενη, ωστόσο, στον Ά μ λ ετ [του Σαίξπηρ], η μέθοδος αυτή, που μας φαίνεται ευφυής όταν πρόκειται για έναν βασιλίσκο της Συρίας ή για έναν μνηστήρα του Βυζαντινού θρόνου, ξαφνικά μοιάζει πολύ ρηχή. Βρισκόμα στε μονομιάς πολύ πιο σιμά στον Λαφόργκ από όσο νομίζαμε.
Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί γιατί ορισμένα από τούτα τα καλά ιστορικά ποιήματα φέρουν ρητώς, στα χαρτιά του ποιητή, την αυστηρή ση μείωση: «'Οχι για δημοσίευσι, αλλά μπορεί να μένει εδώ.» Σύσταση πάντοτε μάταιη όταν απευθύνεται, όχι πια εις εαυτόν, αλλά σε κλη ρονόμους, στους δικαιούχους των πάντων και οι οποίοι πάντοτε κάνουν ό,τι τους αρέσει. Μα η εξήγηση είναι πιθανώς απλούστατη. «' Οχι για δημοσίευσι», γιατί ο συγγραφέας διέβλεπε στους στίχους του ένα ελάττωμα, κάποια ραγι σματιά. «Μπορεί να μένει εδώ», γιατί αυτός ο ποιητής που αδιάκοπα ξανάπλαθε τα έργα του, λογάριαζε να το «ξαναγγίξει». Στην περίπτωση μιας δεκαριάς καλών ερωτικών ποιημάτων, ή γνωμικών συνθέσεων βασισμένων, ως φαίνεται, σε κάποια ερωτική εμπειρία, πρέπει ασφαλώς να λογαριάσουμε και λόγους προνοίας, και λέμε πως ο ποιητής θα είχε εγκρίνει την δημοσίευσή τους σε αλλιώτικους καιρούς. Μένει ωστόσο το γεγονός πως ορισμένα από τα Ποιήματα της συλλογής του 1935 μαρτυρούσαν μιαν ίση τόλ μη: το «Σταις Σκάλαις» [γρ. 1904], που δεν είδε το φως παρά πρόσφατα, δεν είναι ούτε πιο τολμηρό ούτε λιγότερο ωραίο από το «Η αρχή των» [γρ. 1915, δημ. 1921], Τούτα τα λίγα ανέκδοτα ερωτικά ποιήματα είναι, και αυτά, σχεδόν χωρίς εκπλήξεις: ξέραμε ήδη τα αποκλειστικά γούστα του Καβάφη, τον ηδονικό του μηρυκασμό περασμένων εμπειρι ών, την πεποίθησή του (ή την προσπάθειά του να πειστεί) πως η τέχνη του είχε ωφεληθεί από τις χαμένες ευκαιρίες ή από τις κάποτε ατελείς ικανοποιήσεις της ίδιας του ζωής. Πού και πού, μολαταύτα, ένας διαφορετικός τονισμός μετα μορφώνει τούτη την φωνή που θαρρούσαμε πως την γνωρίζαμε καλά. Στο «Ο Δεμένος Ώμος», ο Καβάφης προχωρεί πιο πέρα στην έκφραση ενός σαρκικού φετιχισμού, η οποία μας φέρνει σχεδόν σε αμηχανία. Στο «Δυνάμωσις», ο ποιητής κάνει ένα βήμα παραπάνω στην σχεδόν δογματική διακήρυξη του ηδονισμού. 'Ηδη συχνά ο Καβάφης, ή ένα από τα πρόσω πά του, είχε καυχηθεί πως «τα πάθη του δεν θα φοβάται σαν δειλός». Εδώ, ο πρωταγωνιστής μάς παρουσιάζεται να δέχεται ορισμένους νό μους και να παραβαίνει άλλους (η απόλαυσή του, μας βεβαιώνει ο Καβάφης, θα του διδάξει ποιούς), γκρεμίζοντας, στην ανάγκη, «το σπίτι το μισό» μα όχι ολόκληρο το οικοδόμημα. Τόλ μη Νιτσεϊκή, που μας ξαναφέρνει στον δυτικό αναρχισμό της εποχής, μα που ο Καβάφης μοιά ζει να τον περιορίζει στην ερωτική εμπειρία. Στα «Ό ταν Διεγείρονται» και «Του Μαγα ζιού», το μυστικό νιωθόταν σαν προνόμιο, σχε δόν σαν πολυτέλεια· στο «Αιμιλιανός Μονάη», σαν μια πανοπλία που προστατεύει τα «τρωτά
40/αφιερωμα μέρη». Στο «Κρυμμένα», αντιθέτως, ή στο «Τα δ' άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι», το μυστικό και η σιωπή (σχετικά άλλωστε) του ποιητή αναφορικά στρυς έρωτές του, δοκιμά ζονται ως αβάσταχτο βάρος. Ο συγγραφέας τού «Κρυμμένα» μάς ζητάει να μην τον κρίνουμε από τις γνωστές του πράξεις και τα δημοσιεύματά του, που ψευτίστηκαν από ορισμένα εμπό δια- τα ίδια εκείνα εμπόδια που τον έκαναν να σωπάσει όταν «πήγαινε να πει». Συλλογίζεται κανείς εκείνη την περικοπή (μια από τις πιο ωραίες) των Σημειωματάριων του Μοντερλάν, όπου ο συγγραφέας μάς είπε πως δεν τα είπε όλα. Αλλά το Καβαφικό ποίημα του 1908 κατα λήγει με την έκφραση της ελπίδας (της πάντοτε αφελούς) σε μια «τελειωτέρα κοινωνία» όπου ένας άνθρωπος όπως αυτός θα πράξει ελεύθε ρα. Στο «Τα δ ’ άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι», του 1913, ο σπαραγμός αυξάνει, κάτω από την αόριστη ιστορική μεταμφίεση, από το γεγονός ότι η «τελειωτέρα κοινωνία» δεν είναι άλλη από εκείνην των νεκρών ένας οιοσδήποτε ρωμαίος ανθύπατος, που μόλις διάβασε αυτόν τον ωραίο στίχο από τον Αίαντα του Σοφοκλέους, συλλογίζεται πως στους νεκρούς μονάχα θα μπορέσει, και αυτός, να εμπιστευτεί τα συγ κλονιστικά μυστικά που εφύλαξε σε όλη του την ζωή. «Με την προϋπόθεση πως αυτά τα πράγματα τους ενδιαφέρουν ακόμα», αποκρί νεται με ειρωνικό τρόπο ένας φιλόσοφος της ακολουθίας του, επιτείνοντας με αυτόν τον σαρκασμό τούτη την αναπάντεχη για ρωμαίο αξιωματούχο μελαγχολία. Μα ο αλλοτινός ισχυ ρισμός μου πως ο Καβάφης, αντίθετα προς τον Ζιντ, ποτέ δεν διεκδίκησε ελευθερία πληρέστερην από όσην είχε, διαψεύδεται ή περιορίζεται από αυτόν τον σπαραγμό. Το χέρι που έγραψε το «Κρυμμένα» σαν κάπως να έτρεμε. Σημειώσεις: 1. [Βλ. Γ. Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1966, σ. 107, για το ακριβές κείμενο τούτου του αγγλό φωνου σημειώματος. Η ελληνική μετάφραση εδώ φυσι κά αποδίδει την γαλλική παράφραση.] Πρέπει να ση μειωθεί ωστόσο πως ο Καβάφης είχε αποραδικώς αφή σει να δημοσιευτούν μερικά ποιήματα σε περιοδικά, και πως τα μονόφυλλα που μοίραζε σε φίλους ιαοδυναμούσαν με μια μορφή περιορισμένης δημοσίευσης. [2. Το γαλλικό πρωτότυπο γράφει Orientates, υπονοώντας την ομώνυμη συλλογή τον Ουγκό (1829).] [3. Το γαλλικό κείμενο γράφει «La Vie Interieure», που θεω ρώ πως είναι τυπογραφική αβλεψία για το «La Vie Anterieure», που είναι ο τίτλος ενός από τα γνωστότερα ποιή ματα του Μπωντλαίρ.] [4. Η πρώτη γραφή τού «Απιστία» είναι χρονολογημένη από τον Καβάφη: Μάιος 1903. Τον Αύγουστο 1894 έγραψε ένα ποίημα με τίτλο «Αδικία», που μας είναι άγνωστο.]
αφιερωμα/41
Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
Μυθολογία' Η μυθολογία, δηλαδή η καλλιτεχνική ή λογοτεχνική χρήση θρησκευτικών δοξασιών που διαδόθηκαν παλιά ανάμεσα στη Μικρααία και την Τοσκάνη, τη Μακεδονία και την Κρήτη, αρχίζει στην εποχή του Ευριπίδη περίπου και όεν τελειώνει με μας (...).
Ό ταν ο Ευγένιος Ο’Νηλ αποκαλεί το τεράστιο δράμα του για την Αμερική του 1865 Το πέν9ος ταιριάζει στην Ηλέκτρα, φορτίζει ένα επεισόδιο της αμερικανικής ιστορίας με όλη τη συσσωρευμένη δύναμη του θρύλου- η πελώρια σκιά των Αγαμεμνονιδών περιβάλλει αυτούς τους δολοφόνους, γιο και κόρη, με μια τραγική αξιοπρέπεια και μας αναγκάζει να θυμηθούμε πως η πατροκτονία είναι στο κάτω κάτω μια κλασική και σεβαστή μορφή της δυστυχίας. Μια γενιά ζει την πολιορκία του Παρισιού, μια άλλη το πολιορκημένο Στάλινγκραντ, μια άλλη τη λε ηλασία της Ρώμης ή το διαγούμισμά των θερι νών Ανακτόρων- η άλωση της Τροίας συνταιριά ζει σε μια εικόνα αυτή τη σειρά από τραγικά στιγμιότυπα, κεντρική εστία μιας πυρκαγιάς που λυσσομανά στην ιστορία μέσα, και ο θρή νος κάθε γριάς μάνας που το χρονικό δεν πρό λαβε να την ακούσει να ουρλιάζει από πόνο, μι λά με το στόμα της φαφούτισσας Εκάβης. Για τον ίδιο λόγο, η τριλογία της Σαλαμίνας, του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών συνεχίζει να αντιπροσωπεύει ό,τι πιο ουσιαστικό υπάρχει στην ελληνική νίκη και ήττα, και η υποχώρηση το 1941 στον Όλυμπο, η άμυνα της Κρήτης ή της Ηπείρου παραμένουν σαν επεισόδια από
1. Πρωτοδημοσιεύτηκε την Πρωτοχρονιά τον 1944 στο περιοδικό «Γαλλικά Γράμματα» που έβγαινε οτο Μ πονένος Ά ιρες.
αιώνιες Θερμοπύλες. Κάθε κοπέλα στο Λονδίνο ή το Άμστερνταμ που αναζητά τον νεκρό αδελφό της κάτω από τα χαλάσματα των βομ βαρδισμένων σπιτιών μας καθησυχάζει για την αυθεντικότητα του μύθου της Αντιγόνης- ο μύ θος της Αντιγόνης, με τη σειρά του, μας βεβαι ώνει πως αυτός ο ηρωισμός είναι κάτι παραπά νω από ατομικός άθλος: είναι η εκπλήρωση, που αδιάκοπα ανανεώνεται, ενός χρέους τόσο παλιού όσο κι ο πρώτος αδελφός και η πρώτη αδελφή. Στις διαδοχικές γενιές των παιδαγω γών, που μας μαθαίνουν την ιστορία του Αχιλλέα, χρωστούμε ώς ένα βαθμό την εικόνα του μοιραίου ήρωα που επιβλήθηκε από αιώνα σε αιώνα σε χιλιάδες παιδιά- ο Αλέξανδρος είχε τις ρίζες του μέσα στον Όμηρο, όπως ο Λώρενς της Αραβίας στηριζόταν στο Θάνατο του Αρδονρου. Ακόμα κι όταν αυτή η επίδραση δεν ασκείται με άμεσο τρόπο, δεν η ' ύει ωστόσο να υπάρχει σαν μεγάλο υπόγειο ρ ε. μα όπου εξα γνίζονται οι πρόγονοι. Ο αναγνώστης δεν ξέρει πως όταν ο Τολστόι έγραφε το Πόλεμος και Ειρήνη άφηνε την Ιλιάδα να τον πλουτίζει, αλ λά κι ο λιγότερο έξυπνος ανάμεσά μας νιώθει πως ο Μπολσκόνσκι είναι μια ενσάρκωση του Έκτορα. Από μιαν άλλη άποψη, οι ερωτοτροπίες των θεών, μέσα από τη μοναστηριακή πολυμάθεια του Μεσαίωνα και τις ατομικές ιδιο τροπίες της Αναγέννησης, βοήθησαν να διατη ρηθούν σχεδόν ανέπαφα τα στοιχεία του ερω τισμού μέσα στο πολιτιστικό κύκλωμα.
42/αφιερωμα
Η ιερή φρίκη των θεών Μάγια Αυτή η μυθολογία, που περιοριζόταν αρχικά στους κλασικούς θεούς και ήρωες, πλάτυνε σι γά σιγά κι αγκάλιασε τα ιστορικά πρόσωπα που η αμφίεσή τους τα εξομοιώνει με τους ήρωες και τους θεούς· ανάμεσά τους είναι ο Αλέξαν δρος όσο κι ο Αχιλλέας, ο Καίσαρας, παιδί της Αφροδίτης σχεδόν όσο κι ο Αλέξανδρος. Η σύμπτωση ή η αναγκαιότητα που έφερε στο φως τον χριστιανισμό στην εξελληνισμένη επαρχία της Γαλιλαίας δικαιώνει τους ζωγρά φους της τεχνοτροπίας του μπαρόκ, όταν πα ρουσιάζουν τη ζωή του ναζωραίου θεού σαν ένα κλασικό επεισόδιο και τον ντύνουν με κυματι στούς χιτώνες, τον πλαισιώνουν με κολόνες· και μόνο το βεδουίνικο γένι κάποιου βασιλιά μάγου ή η ομπρέλα κάποιου νέγρου από την ακολου θία της Ηρωδιάδας μας θυμίζει την Ανατολή. Μυθολογία. Κατά γενικό κανόνα, είναι κάτι ελληνικό, όπως και η λέξη. Οι μυθολογίες της Ά πω Ανατολής, της Αιγύπτου, της προκολομ βιανής Αμερικής είναι υπόθεση των ειδικών, ή μπορεί το πολύ πολύ να δελεάσουν τον ποιητή με το εξωτικό τους χρώμα και με το μυστήριό τους: Η Καλί με τα εκατό χέρια είναι εξίσου ακατανόητα θεϊκή για μας όσο κι ένα θαλασσι νό τέρας· το συγκλονιστικό χαμόγελο του Βού
δα της Ινδοκίνας είναι γεμάτο μαγεία, ακριβώς σαν το βόρειο σέλας ή τη λάμψη κάποιου μετε ωρίτη· η ιερή φρίκη των θεών Μάγια της Αμερι κής μάς κάνει να φανταζόμαστε την ανθρωπό τητα μέσα στην οποία γεννήθηκαν με μορφές τόσο μοιραίες, τόσο καθαρά βιολογικές όσο τα έντομα και τα ερπετά. Η γερμανική και η κέλ τικη μυθολογία, αντίθετα, που ανακατώθηκε μέσα στο αίμα μας, αν όχι στην ιστορία μας, θα μπορούσε να ενσωματωθεί στον κοινό μας θη σαυρό, αλλά τίποτα δεν επανορθώνει δύο χιλιά δες χρόνια έκλειψης· η μεμονωμένη επιτυχία του Βάγκνερ δεν έφερε στην επιφάνεια το πλε ούμενο του βορεινού ονείρου· το ποίημα του Yeats δεν αποκατέστησε τον Ντέιρντρ σαν ένα μύθο με σάρκα και αίμα· και έπρεπε να συνδυ αστεί, κατά σύμπτωση, το μυθιστόρημα του Μπεντιέ με το δράμα του Βάγκνερ, για να έχουμε τον Τριστάνο και την Ιζόλδη, επώνυ μους ήρωες του έρωτα της μαργαριταρόχρωμης ομίχλης όπου χάθηκε γρήγορα μέσα της η κέλ τικη μυθολογία. Η άνοδος των εθνικισμών στις αρχές του 20ού αιώνα βοήθησε ν' αντέξουν, αλλά και να δηλητηριαστούν, αυτές οι αναγεννή σεις των τοπικών μυθολογιών, αφαιρώντας τους κάθε οικουμενική δυνατότητα. Στη Γαλλία, ήδη από τα μέσα του 15ου αιώνα, ο θρίαμβος του αρχαίου υλικού πάνω στο υλικό της Βρετάνης είναι σχεδόν τετελεσμένο γεγονός· οι στιχοπλό κοι και οι μινιατουρίστες στο τέλος του Μεσαί ωνα, και όχι οι ποιητές και οι γλύπτες της Ανα γέννησης, διατήρησαν στη ζωή ή ανάστησαν τον Πρίαμο και το Διομήδη. Αργότερα, τα μυθιστο ρήματα της μόδας στις αρχές του 17ου αιώνα, η Αστρα ία ή Μεγάλος Κ ύρος, συνεχίζουν την παράδοση της μεσαιωνικής μυθιστορίας, αλλά με ονόματα δανεισμένα από τον Ξενοφώντα ή το Θεόκριτο. Από δω και μπρος, αυτή η μισοδυτική φυλή θα εκφράσει την πιο μυστική της αντίληψη για τη ζωή μέσα σε μεσογειακά καλούπια: η απροσμέτρητη και πικρή ερωτική αβρό τητα κυλά μέσα στον Ρακίνα όπως έγινε και με τη Μαρία της Γαλλίας [Ποιήτρια του 12ου αιώ να, από τη Νορμανδία (Σημ. Μετ.)]. Αλλά το πρόσωπο που καθρεφτίζεται εκεί μέσα είναι της Βερενίκης και όχι της Ιζόλδης της Ξανθής. Η επιτυχία ενός Τέννυσον θα ήταν κάτι απίθα νο στη Γαλλία και ένα θεατρικό έργο σαν τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης του Ζαν Κοκτώ, είναι καταδικασμένο από τα πριν σ’ ένα λογοτεχνικό ερμητισμό, για ένα κοινό που θα είναι πάντα λιγότερο εξοικειωμένο με το βασιλιά Αρθούρο από ό,τι με τον Έκτορα. Παντού αλλού, τρεις ή τέσσερις το πολύ μεγά λοι καινούριοι μύθοι, ο Δον Ζουάν και ο Φάουστ, ο Ρωμαίος και ίσως ο Άμλετ, έρχονται
α φ ιέ ρ ω μ α /43 να προστεθούν στον κοινό κατάλογο, μάρτυρες μιας ανησυχίας ή μιας αθωότητας που ο αρ χαίος κόσμος δεν γνώρισε στον τομέα της γνώ σης ή του έρωτα. Και κάτι περίεργο: όλοι οι με γάλοι ευρωπαϊκοί μύθοι, χωρίς χιτώνα ούτε γυ μνό, μασκαρεύονται με τα βελούδινα ή χρυσοΰφαντα ενδύματα της Αναγέννησης.
Ο Αδριανός επόπτης μουσείου Ή δη από τη ρωμαϊκή εποχή, και σαν μια από τις πιο ευτυχείς συγκυρίες της ιστορίας, το γόη τρο των μύθων είχε σιγά σιγά μετατρέψει σε μυθολογικές έννοιες τους ίδιους τους χώρους όπου γεννήθηκε ο μύθος, θεμελιώνοντας έτσι μια τεράστια φανταστική χώρα παράλληλη με τη γεωγραφική, όπου τα Κύθηρα και η Λέσβος, είναι νησιά, αλλά και αντιλήψεις για τον έρωτα, και που περιλαμβάνει την είσοδο του Ά δη, αλ λά και τον Κορινθιακό κόλπο, όπου η Αρκαδία θυμίζει πότε το Πουατού και πότε την Αγγλία, και που προεκτείνεται ανατολικά με μια Εγγύς Ανατολή των θρύλων, όπου κάθε ζωγράφος ξα νακτίζει κατά το κέφι του την Κωνσταντινού πολη ή τα Ιεροσόλυμα, και δυτικά με τα τείχη μιας Ρώμης που οι πολίτες της φοράνε τον φρυγικό σκούφο και κραδαίνουν τα κοντάρια της Συμβατικής. Τα πεντακόσια χρόνια τούρκι κου ζυγού που είχαν μετατρέψει την κυρίως Ελλάδα σε μια περιοχή ανεξερεύνητη για την οποία ο Ρακίνας ζητούσε πληροφορίες από τον γάλλο πρεσβευτή, βοήθησαν ίσως αυτή την επισώρευση φανταστικών χωρών πάνω στις πραγματικές· αλλ' αυτή η επιχείριση μαζικής γεωμαντείας είχε αρχίσει πολύ νωρίς κι επειδή θέλησαν οι ίδιοι οι 'Ελληνες: είναι φανερή στο χορό του Οιδίποδα στον Κολωνό, όπου η εθνική περηφάνεια συμβάλλει στη δημιουργία μιας θρυλικής Αθήνας, στη ζωοφόρο του Παρ θενώνα, όπου οι συγκλητικοί και οι οπλίτες δεν ξεχωρίζουν από τους θεούς και ο λόγος του Περικλή στον Θουκυδίδη παρουσιάζει την Αθή να του Πελοποννησιακού πολέμου σαν έναν αφηρημένο χώρο εξίσου αγνό όσο και η Πολι τεία του Πλάτωνα. Αυτής της ιδανικής Ελλάδας, ο Παυσανίας θα είναι ο περιηγητής της, ο Πλούταρχος ο χρονι κογράφος της και ο Αδριανός ο επόπτης του Αρχαιολογικού της Μουσείου. Πανεπιστημιακή αλλά και υπονομευτική εικόνα για τους Ρωμαί ους, ελληνικό ιδανικό σε αντίθεση με τη ρωμαϊ κή ρουτίνα, εξωραΐζεται μέσα στα χίλια χρόνια του βυζαντινισμού για να καταλήξει στην πιστή αντίθεση του βιωμένου χριστιανικού κόσμου· ο
δυτικός Μεσαίωνας, συνεπαρμένος από τις αφηγήσεις των Σταυροφοριών, τη στολίζει αν τίθετα με την αίγλη μιας βυζαντινής Μέσης Ανατολής: οι Αριάδνες και οι Μήδειες των αφη γητών συγχέονται με τις Άννες και της Ειρήνες της Κωνσταντινούπολης. Η Αναγέννηση τοπο θετεί εκεί μέσα το άτομο, έναν ολυμπιακό μι σθοφόρο· ο 17ος αιώνας φέρνει τον ειδυλλιακό και ηρωικό του στοχασμό για την ανθρώπινη μοίρα· η Γαλλική Επανάσταση τοποθετεί εκεί τον πολίτη· ο γερμανικός ρομαντισμός θα ρίξει εκεί μέσα έναν τραγικό οραματιστή να πλανιέ ται μέσα στα ιερά δάση. Αυτό το κράμα νο σταλγίας για κάθε λογής αίσθηση και εξαίρετης ηθικής παίδευσης διατήρησε τον ελληνικό μύ θο, όπως επίσης και το μύθο της Ελλάδας, χάρη στους φιλοσόφους όσο και στους γλύπτες. Η Ισπανία και η Ιταλία των γάλλων ρομαντικών γρήγορα σβήσανε, επειδή τους έλειψαν οι πα ραδειγματικές αξίες· πριν περάσει μια γενιά, οι Ανδαλουσιάνες με το μελαμψό στήθος και οι Ναπολιτάνες με τα φλογάτα μάτια κατάντησαν μοντέλα για καρτ-ποστάλ, γιατί οι ποιητές τους δεν γύρεψαν σ ’ αυτές τις δυο χερσονήσους πα ρά ένα μυθικό χώρο για ρομάντζα. Μόνο ο Σταντάλ και ο Μπαρρές πήγαν να βρουν στην Ιταλία τους και την Ισπανία τους κάτι άλλο από
Έργα της Μ. Γιουρσενάρ μεταφρασμένα στα ελληνικά Αδριανοΰ απομνημονεύματα. Μετ. Ιωάννα Δ. Χα τζή νικολή. Σελ. 400. Ά βυσσος. Μετ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή. Σελ. 408. Αλέξης. Μετ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή. Σελ. 96. Χαριστική βολή. Μετ. Βερνίκου. Σελ. 108.
Κατερίνα
Ζαρόκωστα-
Διηγήματα Ανατολής. Μετ. Έ φη Αβδελά - Γεωργία Παπαγεωργίου - Ά ν να Φραγκουδάκη - Ιωάννα Χατζηνικολή. Σελ. 128. Ευλαβικές αναμνήσεις. Μετ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή. Σελ. 360. Με ανοιχτά τα μάτια. Μετ. Μανώλης Πεταλάς. Σελ. 392.
44/αφιερωμα μαντολίνα και καστανιέτες, δηλαδή έναν προ σωπικό χώρο, μια εικόνα όλο ενέργεια όσο και ηδονή, σκορπώντας στις εξοχές της Πάρμας και στους κήπους της Σεβίλλης μια στεγνή ανάσα αθανασίας. Αλλ’ αυτό το θαύμα που γνώρισε η Ιταλία και η Ισπανία μ' έναν τρόπο λαμπρό και κατά διαλείμματα, το ξανάζησε η Ελλάδα με τη συνέπεια ενός φυσικού φαινομένου* όσοι δεν παθιάζονταν για την Ελένη παθιάζονταν για το Σωκράτη, όσοι δεν αναζητούσαν στον Άρειο Πάγο τα ίχνη του Ορέστη αναζητούσαν εκεί το πέρασμα της Φρύνης και του Αποστόλου Παύ λου. Στη Γαλλία κυρίως, όπου είχε πιάσει για καλά η ελληνική επιρροή, οι εραστές του εξωτι σμού πήγαν να βρούνε και πάλι μιαν Ελλάδα στην άλλη άκρη του κόσμου* ο Παύλος και η Βιργινία δεν είναι παρά ένας Δάφνις και μια Χλόη των Τροπικών η Αταλά, μια παρθένα που πρέπει να πεθάνει, είναι μια Ιφιγένεια από τ ’ αμερικάνικα λιβάδια. Στο Μαρόκο, και όχι στην Ελλάδα, πήγε ο Ζιντ να μυηθεί στη σεξουαλική ελευθερία και τις ψυχικές εξάρσεις, για να καταλήξει να δει την όαση του Τουγκούρτ σαν μια ποιμενική Ελλάδα, όπου ο Κορύδωνας κουβεν
τιάζει με τον Αμύντα. Οι υπερρεαλιστές, που θεμέλιωναν στα βάθη του ονειρικού ωκεανού έναν κόσμο προσωπικό σαν το σκάφανδρο του δύτη, ξαναβρήκαν την Ελλάδα με το οιδιπό δειο σύμπλεγμα. Αυτή η ίδια η παιδιάστικη Ελ λάδα όπου οι θεές, αν τις δεις από χαμηλά, φαντάζουν σαν παραμάνες μιας μεσογειακής Κυριακής, βοηθά τον Πικάσο να εκφράσει σω στά το αντίθετο από το ηδονικό και ώριμο όνειρο ενός Τιντορέτο ή ενός Πουσέν. Μέσα σε καθέναν α π ’ αυτούς τους κόσμους κινείται ένας ποιητής, σαν δύτης που βρίσκει βαθιά μέ σα του καταποντισμένες θεότητες. Καθένας μπαίνει εκεί μέσα όπως μπορεί, κατά τύχη ή προνομιακά. Ο Αντρέ Σενιέ ανήκει σ ’ αυτό τον κόσμο με την καταγωγή του όσο και με τα Ει δύλλιά του. Η αυτοκρατόρισσα της Αυστρίας διαβαίνει εκεί με τα καλοκαιρινά της ταξίδια. Ο Βύρωνας και ο Ρούπερτ Μπρουκ του ανήκουν με το θάνατό τους.
Copyright: Nouveiles Litteraires
Μ ετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος
ΕΣΕΙΣ ΠΕΡΑΣΑΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ... ΚΙΒΩΤΟ; AV μέχρι σήμερα δε μας έχετε επισκεφθεί αξίζει τον κόπο τώρα να το επιχειρήσετε, έστω κι από απλή περιέργεια.
Στο ΥΠΟΓΕΙΟ -διαμορφωμένο σ' έναν πραγματικό παιδότοπο- όπως πάντα υπάρχει πληρέστατη συλλογή από παιδικά βιβλία και παιχνίδια εκ παιδευτικά. Στο ΙΣΟΓΕΙΟ όμως, κάνοντας τις απαραίτητες αλλαγές, εκτός από βι βλία, περιοδικά και αφίσες, ολόκλη ρος χώρος είναι αφιερωμένος στην καινούρια μας δραστηριότητα. Χαρ τικά παντός είδους, τετράδια, βιβλία σχολικά και βοηθήματα είναι από τα ελάχιστα που μπορούμε να καυχηθούμε ότι διαθέτουμε σε τιμές γνω ριμίας. Ακόμα κι αν δε σκοπεύετε ν' αγοράσετέ, περνώντας, χαζέψτε για λί γο στη βιτρίνα μάς. Θα σας σκανδα λίσει!
(νέο δημαρχιακό μέγαρο)
ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ
επιλογή επαναστατικός διαφωτισμός και ορθολογισμός ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ: Οι φιλοσοφικές και κοινών ικοπολιτικές αντιλήψεις του Βενιαμίν Λέσβιου. Αθήνα, Κέδρος, 1982. Σελ. 288.
Το βιβλίο τούτο του Θανάση Παπαδόπουλου (πανεπιστημιακού στη Στοκχόλμη) δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μόνο μια κριτική και συγκριτική έκθεση των φιλοσοφικών και κοινωνικοπολιτικών ιδεών τού Βενιαμίν Λέσβιου, που, βέβαια, είναι ο κύριος σκοπός του, αλλά συνάμα και μια εισαγωγή στις ιδεολο γικές και κοινωνικοπολιτικές διαμάχες της προεπαναστατικής Ελλάδας. Το Αυτός έφα εξεμέτρησε το ζην. Βενιαμίν Λέσβιος1
Η αγωνιστική μορφή του ανοιχτομάτη, συνεπή και τολμηρού για την εποχή του έλληνα φιλόσοφου, βγαίνει ατόφια και ζωντανή από τις σελίδες του μικρού τούτου τό μου, γιατί ο Θ. Π. τον τοποθετεί στην εποχή του, στο πνευματικό της κλίμα, στο κλίμα του επανα στατικού Διαφωτισμού και ορθο λογισμού, μα και σε διαρκή αντι παράθεση, με χαρακτηριστικά α ποσπάσματα από το έργο του, προς τη συντηρητική, κάποτε και σκοταδιστική πολιτική και εκκλη σιαστική διανόηση του καιρού
Ο Βενιαμίν Λέσβιος είναι διαποτισμένος με την προοδευτική επιστή μη της Δύσης, με τις ιδέες του δυ τικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού, που αφομοίωσε όσο λίγοι στην εποχή του, τις οποίες μεταφέρει δημιουργικά στην ελληνική πρα γματικότητα, μαζί με τους άλλους σύγχρονούς του διανοούμενους (Ευγένιος Βούλγαρης και άλλοι) της υπόδουλης Ελλάδας. (Το '21 πολέμησε, συνεπέστατα, με το όπλο. Π έθανε το '24 σε μια επι δημία στο Ναύπλιο.) Τις αναλή ψεις αυτές τις βρίσκουμε συνο πτικά διατυπωμένες από τον Κούμα: «... και το παράδειγμα του Ευ γενίου μας εδίδαξεν ικανώς ότι δια να προκόψωμεν περισσότερον εις τας μαθήσεις άλλο μέσον δεν είναι
αρμοδιώτερον, ειμή η εις τας ευ ρωπαϊκός Ακαδημίας μελέτη των επιστημών και της φιλοσοφίας. Τα έργα του μακαρίτου Ευγενίου έκραζον προς όλους μας το ευαγ γελικόν " πορεύεσθε προς τους πωλούντας και αγοράσατε" ».2 Ν ο μίζω ότι δεν είναι υπερβολή να δε χτούμε πως η γνώμη αυτή του Κούιμα ισχύει ακόμα περισσότερο για το Β. Λέσβιο. Πολύ σωστά λοι π ό ν ο Θ. Παπαδόπουλος επιση μαίνει πως: «η άμεση επιδίωξη της αστικής τάξης |...] ήταν η καταπο λέμηση της αμάθειας και της πνευματικής καθυστέρησης με σαιωνικού (και " ανατολίτικου” γενικά) τύπου που κυριαρχούσαν στο υπόδουλο έθνος». Την αδήρι τη ανάγκη για το νεοελληνικό έθνος ν ' αποχτήαει γνώσεις, την
επαναστατική δύναμη της γνώ σης, εκφράζει γλαφυρά ο ίδιος ο Λέσβιος, όταν γράφει: «... διότι η γνώσις συνδέει προς αλλήλους τους ανθρώπους, το οποίον είναι ασύμφορον δια την τυραννίδα, να εμποδίζη τους υπηκόους από του να αποκτήσωσι φρόνημα καί πίστιν προς αλλήλους, εκ του διότι
46/οδηγος τούτο είναι ισχυροποίησις των υπηκόων και δια τούτο αδυναμία της τυραννίδος, να τους εμποδίζη από του να σχολάζωσιν ή να συναθροίζωνται και να τους βιάζη να δουλεύωσιν ως άλλα ανδράποδα ακαταπαύστως δια να μην έχωσι καιρόν να στοχάζωνται την εαυ τών τυραννίδα». Ο Βενιαμίν Λέσβιος σ ’ όλο του το έργο εκφράζει την πεποίθησή του για την ανωτερότητα του γνωστι κού ρόλου του λογικού, με την προϋπόθεση βέβαια πως δεν υφίσταται κανένας καταναγκασμός που να το φιμώνει ή έστω να το περιορίζει, αλλά να λειτουργεί ε λεύθερα, με βάση την εμπειρία από την αντικειμενική πραγματικό τητα της φύσης και της κοινωνίας -τα δε δεδομένα που καταχτά έτσι ο άνθρωπος με το λογικό του τα επεξεργάζεται έπειτα σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης νόη σης. Ανήκει δηλαδή ο Β. Λ. στους αντιπάλους του υποκειμενικού ι δεαλισμού. Δικαιολογημένα λοιπόν συμπεραίνει ο Θ. Π. σχετικά με τον τρόπο που ο Β. Λ. μάχεται τον άγγλο επίσκοπο Μπέρκλεϋ (Berke ley, 1684-1753), κύριο, μπορεί να πει κανείς, εκπρόσωπο αυτής της φιλοσοφικής τάσης, πως η κριτική του Λέσβιου «... αποτελεί επίτευ γμα από τα πιο αξιόλογα... στην
αντίκρουση του υποκειμενικού ι δεαλισμού και στην επιστημονική επιχειρηματολόγηση του φιλοσο φικού υλισμού. Επίτευγμα όχι μό νο για τη νεοελληνική, αλλά και για τήν ευρωπαϊκή και την παγκό σμια φιλοσοφική σκέψη. Θυμίζει, προκαταλαβαίνει σε πολλά σημεία την κριτική του Λένιν για τη φιλο σοφία του Μ πέρκλεϋ... Ιδιαίτερα μάλιστα αν παρθεί υπόψη ότι προηγείται ένα σχεδόν αιώνα...». Δυστυχώς ο χώρος δεν επιτρέ πει να επεκταθούμε και να ανα πτύξουμε ευρύτερα όλη την επι χειρηματολογία του Λέσβιου. Πρέ πει ωστόσο να τονίσουμε συνο πτικά πως οι επιστημονικές και φιλοσοφικές ιδέες του αποτελούν τη θεωρητική προϋπόθεση για τις ριζοσπαστικές, δημοκρατικές π ο λιτικοκοινωνικές του αντιλήψεις, που περιστρέφονταν όλες γύρω από το πρόβλημα της πολιτικής ελευθερίας, της ελευθερίας της σκέψης και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αξιοπρόσεχτα είναι και τα επιχει ρήματα που χρησιμοποιεί ο Βε νιαμίν Λέσβιος για να αντικρούσει τους αντιδραστικούς και σκοταδι στές του κατεστημένου της επ ο χής (Πάριος, πατριάρχης Ά ν θ ι μος, καθώς και τον ελάσσονα, πλην όμως κραυγαλέο υπερσκοταδιστή ψευτοκαλόγερο Προκόπη
Πελοποννήσιο), και πώς να μην είναι τέτοια, προερχόμενα από τον άνθρωπο που πιστεύει ότι: «Φιλο σοφία, σοφία και άθροισμα επι στημών είναι συνώνυμα» και σκο πό έχουν τη γνώση της αλήθειας «περί των φαινομένων και των αι τιών αυτών». Κλείνοντας το σύντομο τούτο ση μείωμα θ α ήταν παράλειψη να μην υπενθυμίσουμε πως, μελετώντας το έργο και τη δράση του Βενιαμίν Λέσβιου, ανιχνεύουμε με σιγουριά τις πραγματικές, δημιουργικές νε οελληνικές μας πολιτισμικές ρίζες και πνευματικές παραδόσεις, που είναι: ο δυτικός επαναστατικός Διαφωτισμός, ο θρεμμένος με τις προοδευτικές καταβολές του αρ χαίου ελληνικού πνεύματος, οι οποίες -α π ό διάφορους λόγουςαναχαιτίστηκαν και ξεχάστηκαν, γιατί όχι και καταχωνιάστηκαν, για πολλά, πολλά χρόνια μετά την επικράτηση των συντηρητικών και σκοταδιστικών κύκλων στην πα τρίδα μας. ΦΟΥΛΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΗ
Σημειώσεις: 1. Ε ρμής ο Λόγιος, 14-15/1813, ο. 224. 2. Κ. Κούμα: Σύνταγμα φιλοσοφίας. Βιέννη 1818.
«Καταγγελίες» Μ υθιστόρημα του γιατρού-συγγραφέα δημήτρη δαλίπη Μ όλις κυκλοφ όρη σε. Σ ε όλα τα π ρ ο δευ τικά βιβλιοπω λεία
Κ εντριχιά διάθεση δημήτρης δαλίπης. Ανθέων 21 τηλ. 852 136 (6-8 μ.μ.) Θεσαλονίκη Η ανάσα των νηάτων με την ηλιογένηση που σβήνει τα σκοτάδια. Η κοινωνικιά επανάσταση του άνθρωπου που σπάει τις αλυσίδες του. Μια επαναστατικιά γλώσα λαϊκιά και μια αγωνιστικιά γραφίδα, πρωτοπορούν σε στράτες καινούργιες και πρωτόγνωρες για το εληνικό μυθιστόρημα. Το βιβλίο τ ο υ αύριο Το σ υντρό φ ι τη ς ν έα ς γενη άς Κυκλοφορούν του ίδιου Συγγραφέα: «Α νηφ όρα» Μυθιστόρημα. «Συγνώμη» Ποιητική Συλλογή «Σύγχρονη Οργάνωση υ γεία ς» θεσμικό βιβλίο 600 περίπου σελίδων που αναλύει την αναγκαία δομή περίθαλψης της χώρας μας με Σοσιαλιστικιά υποδομή.
οδηγος/47
πλαίσιο
σημαντική συμβολή για το άνοιγμα ενός ουσιαστικού διαλόγου ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΛΦΑ: Επιστημονική πρόοδος και ορδολογ ικότητα: Προς μια ρεαλιστική ανασυγκρό τηση της σύγχρονης επιστημολο γίας. Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα Θέματα, 1983. Σελ. 223. Η εκ δοτικ ή κίνησ η, η ά ρ θ ρ ο γρ α φ ιά κ α ι ο ι σ υζη τή σ εις γύρω α π ό επ ισ τ η μ ο λο γ ικ ά θ έ μ α τ α π υ κ ν ώ ν ο υ ν στη χώ ρ α μας τ ο ν τ ελευ τ α ίο κ α ιρ ό . Σ η μα ντικ ή είν α ι εδ ώ η σ υ μ β ο λή τ ο υ Βασίλη Κ ά λφ α , κ υ ρίω ς με τ η ν υ π ε ύ θ υ ν η μ ετά φ ρ α σ η (μ α ζί μ ε τ ο Γ. Γ εω ρ γ α κ ό π ο υ λο) τ ο υ βιβλίου τ ο υ Τ. S. Kuhn, The Structure o f Scientific Revol utions, ' αλλά κ α ι μ ε τη ν εξα ιρ ετ ικ ά κ α τ α το π ισ τικ ή εισ αγω γή το υ σ το ίδιό έρ γο.
Το βιβλίο του Επιστημονική πρό οδος και ορδολογικότητα2 πρα γματεύεται, όπως δηλώνεται και από τον τίτλο, την έννοια της προόδου και της ορθολογικότητας στην επιστήμη, εξετάζοντας κυρίως τις πληρέστερα επεξεργα σμένες θεωρίες της αγγλοσαξονι κής επιστημολογίας στη δεκαετία του ’ 70 πάνω στο αντικείμενο αυ τό. Ο Β. Κ. επιλέγει την «Αιτιακή θεωρία της αναφοράς» των KripkePutnam, τη «Μεθοδολογία των ερευνητικών προγραμμάτων» του Imre Lacatos και τη θεωρία της επιστημονικής προόδου του Larry
Laudan, με κριτήρια, όπως λέει στην εισαγωγή, τη συνάφεια προς το αντικείμενο, τη συνολική αντι μετώπιση και όχι την επιμέρους συνεισφορά και τέλος τη συγκέν τρωση του γενικού ενδιαφέροντος την ίδια περίοδο. Η ανάλυση στο χεύει -αναφέρεται άλλωστε ρητά στον τίτλο- στη ρεαλιστική ανα συγκρότηση της σύγχρονης επι στημολογίας προσφεύγοντας σ' έναν ρεαλισμό «ανανεωμένο», α παλλαγμένο από υπεραπλουστεύ σεις αλλά και τείνουσες προς τον εμπειρισμό περίτεχνες επεξεργα σίες τύπου Bas van Fraassen.
1 Το πέρασμα τ ο ν Μηνά Δημάκη. Αδήνα, Ursa Minor/Ευδύνη, 1983. Σελ. 208. ΤΟΜΟΣ πολύτιμος, αφιερωμένος στη μνήμη και την παρουσία του Μηνά Δημάκη στα ελληνικά γράμματα, το «Πέρασμα» περιλαμβάνει μια σειρά μελετημάτων και κριτικών κειμένων για τον ποιητή, γραμμένων κατά καιρούς από τους πιο γνωστούς κριτικούς (Καραντώνη, Βαρίκα, Χουρμούζιο κ.ά.). Μέσα από τα κείμενα προβάλλει ολοκληρωμένη η μορφή του Δημάκη και η σοβαρότητα του έργου του. Και η ευαισθησία της ποιητικής του φωνής, ο στοχασμός και η δύναμή του, · όπως καθρεφτίζονται στα μάτια των μελετητών, γίνονται αρχή για ένα νέο πλησίασμα στο έργο του.
Μ Π ΑΥΡΟ Ν: Ε πιλογές από επιστολές, ημερολόγια και ποιήματα. Μετ. Ειρήνη Βρή. Αδήνα, Οδός Πανός, 1983. Σελ. 143. Ο ΜΠΑ Υ ΡΟΝ υπήρξε «ποιητής» όχι μόνο με τα ποιήματά του, αλλά και με την ίδια του τη ζωή, παρατηρεί στο εισαγωγικό της σημείωμα η μεταφράστρια. Και πραγματικά τα κείμενά του (επιστολές και ημερολόγια) αποδεικνύουν «του λόγου το αληθές», καθώς μέσα α π ’ αυτά αναδεικνύεται όλη η προσωπικότητα και ο τρόπος όρασης των πραγμάτων που
48/οδηγος Το βιβλίο είναι η διδακτορική διατριβή του Β. Κ. στο Πανεπιστή μιο Θεσσαλονίκης. Είναι γνωστό βέβαια ότι δεκαετίες τώρα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού οι διδα κτορικές διατριβές έχουν πάψει να είναι το επιστέγασμα μιας γνή σια πρωτότυπης ερευνητικής δου λειάς, γεγονός απόλυτα φυσιολο γικό αν λάβει κανείς υπόψη του τη σημερινή οργάνωση της έρευνας και των μεταπτυχιακών σπουδών -τελευταίο εξελικτικό στάδιο μιας πορείας που το ελληνικό πανεπι στήμιο ποτέ δεν παρακολούθησε. Εκεί ο ανταγωνισμός, ο αμέτρητος καταμερισμός και η διακλάδωση ειδικοτήτων και υπερειδικοτήτων, η ιεραρχία μέσα στις ίδιες τις ερευνητικές ομάδες προσδιορίζουν εκ των προτέρων την εξέλιξη και το αποτέλεσμα της δουλειάς του μεταπτυχιακού φοιτητή. Διαφορε τική ήταν πάντα η ελληνική πραγ ματικότητα. Μια διατριβή εδώ αντανακλά περισσότερο τον προ σωπικό μόχθο και την ικανότητα του ερευνητή, όπως και την εποπτεία, ενθαρρυντική ή περιοριστι κή, του καθηγητή, και βέβαια τα προβλήματα της πανεπιστημιακής ζωής που ξεκινούν από την έλλει ψη βιβλιοθηκών, επιστημονικού διαλόγου, λειτουργικής επιστημο νικής κοινότητας, όπως λέει ο Β. Κ., και συμπυκνώνονται στην α πουσία οποιοσδήποτε οργάνωσης μεταπτυχιακών σπουδών. Η δια τριβή του Β. Κ. ξεχωρίζει και για το θέμα της, που είναι πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα και εξαιρετικά σύγχρονο, αλλά και γιατί ξεπερνά πολλά από τα προ βλήματα υποδομής που αναφέρ θηκαν -βλέπ ε π.χ. την πλούσια και ενημερωμένη βιβλιογραφία. Στα θετικά του βιβλίου πρέπει να εγγράψουμε την ικανότητα που διακρίνει το συγγραφέα ν ’ ανιχνεύει και να διατυπώνει τα προβλη ματικά σημεία μιας θεωρίας, να θ έ τει τα σωστά ερωτήματα, να ερμη νεύει και ν ’ αξιολογεί με οξυδέρ κεια τις απαντήσεις. Αντιπροσω πευτικό α π ’ αυτή την άποψη είναι το κεφ. Ε' (σελ. 202) για την οριοθέτηση της επιστημονικής ορθολογικότητας, το κεφ. Β' (σελ. 164) για το πρόβλημα της αλήθει ας, με την εύστοχη παρατήρηση για τη διαισθητική τελικά απόφ αν
ση περί της αλήθειας με βάση την ανάλυση του Tarski, όπως και η εμπεριστατωμένη παρέμβαση στην κριτική της θεωρίας του Laudan (σελ. 155-156), όπου ο Β. Κ. εντο πίζει και το πρόβλημα της επίκλη σης της «προοδευτικότερης κο σμοθεωρίας». Λιγότερο επεξεργα σμένος είναι ο σχολιασμός της αιτιακής θεωρίας της αναφοράς, όπ ου ενώ το πλεονέκτημα της θεωρίας έγκειται στο ότι η «ανα φορά μιας λέξης συλλαμβάνεται ως σχέση όρου και πραγματικότη τας και όχι ως σχέση όρου και π ε ποιθήσεων ή γνώσης του όμιλητή» (σελ. 105), δεν εξετάζονται οι επι πτώσεις της αντίφασης π ου προκύ πτει στο όλο σύστημα εφ όσον θ ε ωρείται «απαραίτητη προϋπόθεση χρησιμοποίησης ενός επιστη μονικού όρου α π ’ όλη τη γλωσσι κή κοινότητα η ύπαρξη μιας ομάδας ειδικών που γνωρίζουν την ακριβή αναφορά του» (σελ. 97). Οι επιστήμονες δηλαδή ορίζουν την πραγματικότητα και δεν εξετά ζεται πώς. Πρέπει ακόμη να ση μειώσουμε ότι ο Β. Κ. είναι εξαι ρετικά κατατοπιστικός όσον αφ ο ρά τις έξωθεν συνιστώσες στη συ ζήτηση, όπως π .χ. η ανάπτυξη των απόψεων του Quine για τα προβλή ματα μετάφρασης, του Tarski για τη θεωρία της αλήθειας, ή του Whorf για τη γλωσσική σχετικότη τα, αν και το παράδειγμα των μετα-μαθηματικών του Hilbert, που χρησιμοποιήθηκε και στην εισαγωγή της Δομής ως δείγμα αξιωματικά διατυπωμένης επιστη μονικής θεωρίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ovt διαφωτίζει περισσό τερο το θέμα. Ό μ ω ς η επεξεργασία του θέμα τος επιστημονική πρόοδος και ορθολογικότητα γίνεται γραμμικά και με τρόπο που δεν ευνοεί την αποκρυστάλλωση νέας γνώσης. Και δεν εννοώ βέβαια με «νέα γνώση» την παρθενογένεση ιδεών ή τη διαμόρφωση απόψ εων επ α ναστατικά καινοτόμων, αλλά π ε ρισσότερο την οικοδόμηση του επιστημονικού έργου με βάση μια θέση, μια σύλληψη, μια βασική παρατήρηση ή μια στάση κριτικής. Η επιλογή του τρόπου διάταξης του υλικού υπονομεύει την προ σπάθεια σ ’ αυτή την κατεύθυνση. Η παρουσίαση ακολουθεί, όπως μας λέει ο συγγραφέας, τον «συμ
βατικό δρόμο» (σελ. 12). Δηλαδή, στο πρώτο τμήμα της μελέτης «παρουσιάζονται αυτόνομα οι επιμέρους συμβολές σύμφωνα με τα φιλοσοφικά τους αξιώματα, την ιδιαίτερη εσωτερική τους λογική και τις αδυναμίες ή αντιφάσεις τους. Στο δεύτερο τμήμα, η έμφα ση δίνεται στο συσχετισμό των διαφόρων απόψεων, στην αλληλε πίδραση και τον ανταγωνισμό τους και στην εξαγωγή συμπερα σμάτων» (σελ. 12). Η ευθύγραμμη λοιπόν έκθεση του υλικού δίνει στο όλο έργο το χαρακτήρα π ε ρισσότερο της ανασκόπησης του status quo -μ ε εύστοχες είν’ αλή θεια παρεμβάσεις α π ’ τη μεριά του συγγραφέα- παρά της οικοδό μησης μιας συγκροτημένης ά πο ψης για το σύγκεκριμένο θέμα. Η έννοια της ασυμμετρίας που επιλέ γεται, όπως φαίνεται στην εισαγω γή, για το ρόλο του σκελετού, αν τιμετωπίζεται κυρίως περιγραφι κά, με αναφορές σε συμβολές και κριτικές τρίτων και δεν διαπερνά ούτε συμπυκνώνει τον προβλημα τισμό π ου ακολουθεί ακόμη και στο τρίτο μέρος του βιβλίου, όπου επιχειρείται η σύνθεση των επιμέρους συμπερασμάτων. Οπότε, λο γικό είναι η ανάλυση να εξαντλεί ται σε συστηματικές κυρίως παρα τηρήσεις, κατατάξεις και ταξινομή σεις (βλ. χαρακτηριστικά το κεφ. 11, σελ. 131, Η λύση του Lacatos: Αρετές και προβλήματα). Συνε πώς και οι επεμβάσεις στις επ ε ξεργασίες τρίτων έχουν αναγκα στικά το χαρακτήρα μερικών τρο ποποιήσεων ή αναζήτησης μέσων ή «συνετών» λύσεων. Ποια είναι π.χ. τα ουσιαστικά προβλήματα που αίρει η τροποποίηση του Κάλφα στο σύστημα του Lacatos, η οποία δεν διατυπώνεται άλλω στε σαν θέση για πρώτη φορά; Αρκεί να μεταφέρει την ευθύνη της ορθολογικής απόφασης από τον μεμονωμένο επιστήμονα στις επιστημονικές κοινότητες, γ ι’ ν ’ αποφύγει τον ψυχολογισμό και να λύσει αντιφάσεις -όπω ς ο ίδιος τις ερμηνεύει- εσωτερικές του συστή ματος; (Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει αντίθεση ούτε τυπικής ού τε κοινής λογικής, και μάλιστα «έκδηλη», μεταξύ της πρότασης [3] και των [6], [7], [σελ. 132], κι αυτό γιατί είναι φανερό ότι η ορ θολογικότητα του Lacatos είναι εκ
οδηγος/49 των υστέρων ορθολογικότητα και δεν αφορά τη στιγμή της απόφ α σης.) Ό σ ο για τον ψυχολογισμό, συμπεραίνω ότι αντικαθίσταται α π ό τον «κοινωνιολογισμό», της μορφής μάλλον των στατιστικών και επαγωγικών γενικεύσεων που συνηθίζει η αγγλοσαξονική κοινωνιολογία, μια και δεν προσδιορί ζεται το νέο και ανατρεπτικό τόσο για το σύστημα του Lacatos όσο και για το αίτημα της παλιννόστησης της ορθολογικότητας στην επιστήμη, που εισάγει η έννοια της επιστημονικής κοινότητας. Η επιλογή του τρόπου παρου σίασης του θέματος που προκρίθηκε, η συνεχής δηλ. αναφορά σε τρίτους και η παράθεση αποσπα σμάτων, έχει τις εξής επιπλέον επιπτώσεις στη μορφή πια του κειμένου: Πρώτον, δεν είναι δυνα τόν να προσδιοριστεί με σαφήνεια πού αρχίζουν οι προσωπικές α πό ψεις του συγγραφέα (π.χ. κριτική στο κεφ. 11, σελ. 131). Δεύτερον, ο μεγάλος αριθμός παραπομπών διακόπτει με μεγάλη συχνότητα την ανάλυση και την ανάγνωση, όταν μάλιστα μερικές θα μπορού σαν τελείως να παραλειφθούν (π.χ. σημ. 9, σελ. 188 -Δ εν είναι ο μόνος ούτε ο πρώτος ο Laudan που είπε ότι «μένει ανοικτό το ερώτημα αν η φιλοσοφία, κατά τη θετικιστική αντίληψη, αναφέρεται όντως στην πραγματική επιστήμη ή σ ’ ένα συμβατικό οικοδόμημα που η ίδια κατασκευάζει»), άλλες είναι ασαφείς (σημ. 25, σελ. 91), άλλες αδιάφορες (π.χ. σημ. 54, σελ. 104) και άλλες θ α μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο κυρίως κείμενο. Προβλήματα δευτερογενούς χα ρακτήρα που δεν θίγονται στο βι βλίο που εξετάζουμε θα μπορού σαν ν ’ αποτελόσουν αντικείμενο μελλοντικής επεξεργασίας. Τι ση μαίνουν και πώς ερμηνεύονται π.χ. οι συνεχείς υπαναχωρήσεις του Kuhn από την αρχική του σύλληψη για την επιστημονική εξέ λιξη όπως μαρτυρούν το Postscript στη 2η έκδοση της Δομής, η πα ρέμβασή του στο συμπόσιο για το έργο του (Criticism and the Growth of Knowledge) και άλλα νεότερα άρθρα του, η προσφυγή ενός ιστορικιστή στον «προβληματικό» (θετικιστής; πραγματιστής;) Quine για την ενίσχυση των απόψεών
του (βλ. σελ. 50 του βιβλίου), η σύγκλιση από την άλλη KuhnFeyerabend, όπως σωστά εντοπίζε ται και στο βιβλίο (σελ. 54); Α παν τήσεις σ ’ αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει ίσως ν ’ αναζητηθούν έξω από τα όρια που θέτει η αγγλοσα ξονική επιστημολογία. Η μετάφραση των ξενόγλωσσων όρων φαίνεται ότι έγινε προσεκτι κά, με γνώμονα την ακρίβεια στην απόδοση του νοήματος και το δό κιμον της ελληνικής λέξης -είναι γνωστή άλλωστε η επιμέλεια του Β. Κ. σ ’ αυτό το θέμα ήδη από τη μετάφραση της Δομής (βλ. Πίνα κα επιστημολογικών όρων). Δύο παρατηρήσεις θα είχα να κάνω: 1) Για τον όρο growth (σελ. 65) αρκεί η λέξη ανάπτυξη και δεν χρειάζεται ο πλεονασμός αύξουσα ανάπτυξη για ν ’ αποδοθεί. 2) Ο όρος radical conventionalism απο δίδεται ως ριζικός συμβατισμός. Σωστότερος είναι κατά τη γνώμη μου ο όρος «ριζοσπαστικός συμ βατισμός», που έχει και κάποια πολιτική απόχρωση, γιατί ο Laca tos χρησιμοποιεί αλλού τον όρο re volutionary conventionalism και τον αντιπαραθέτει στον conservative conventionalism του Duhem (σελ. 113, στο The Methodology of Scien tific Research Programmes). · Η κριτική στάθηκε κυρίως στα προβληματικά σημεία της ανάλυ σης. Η επισήμανση αυτών των ση μείων δεν μειώνει όμως την αξία και τη χρησιμότητα της μελέτης, τόσο στον απλό αναγνώστη όσο και στη φιλοσοφική κοινότητα στη χώρα μας. Η ενημέρωση που παρέ χει για τις τελευταίες εξελίξεις στη φιλοσοφία της επιστήμης στον αγ γλοσαξονικό χώρο, η κριτική επ ε ξεργασία των επιμέρους θεωριών, η ευρύτατη, βιβλιογραφία και η πρωτοτυπία του θέματος για τα ελληνικά δεδομένα συμβάλλουν, ση μαντικά στη διάνοιξη ενός ουσια στικού διαλόγου για τα επιστημο λογικά προβλήματα. ΒΑΣΩ ΚΙΝΤΗ
Σημειώσεις: 1. Η δομή των επιστημονικών επανα στάσεων, Σύγχρονα Θέματα, Θεσ σαλονίκη, 1981. 2. Τέταρτος τόμος της σειράς Προ βλήματα μεθόδου και εξέλιξης της επιστήμης, των εκδόσεων Σύγχρο-
είχε στην πολυτάραχη ζωή του. ' Ενας τρόπος όρασης έξω από τις συμβάσεις ακόμα και του επαναστατικού ρομαντισμού, όπου η ευφυΐα συνδέει το πάθος με το ρεαλισμό.
ΟΜΑΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ Λ Α ΪΚ Ο Ι ΡΑΔΙΟΣΤΑΘΜΟΙ: Ελεύθερη ραδιοφωνία « Μετ. Τασία ΠανταζοηούλουΓιύν. Χρυσοβέργης. Αθήνα, Ανδρομέδα, 1983. Σελ. 119. ΑΝ και αναφέρεται σε καταστάσεις και γεγονότα της Γαλλίας της περασμένης πενταετίας, το βιβλιαράκι τούτο έχει μια μόνιμη και διεθνή επικαιρότητα, αγγίζοντας ένα καίριο φαινόμενο: την κυριαρχία της κατεστημένης εξουσίας πάνω στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Παρουσιάζοντας την κατάσταση αυτή από μια αυτόνομη αριστερή οπτική, αντιπαραθέτει τρόπους αντίδρασης, θεωρητικούς και πρακτικούς. Και σαν «συμπλήρωμα» δίνει σαφείς οδηγίες για το πώς ο καθένας μπορεί να φτιάξει ένα ραδιοφωνικό πομπό, για να εκπέμπει ελεύθερα τις ιδέες και τις απόψεις του. Ενδιαφέρον και χρήσιμο.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ Η ηλεκτρονική επανάσταση στα οπτικά μέσα είναι το κύριο θέμα %ον 26ου τεύχους (Οκτωβρίου ’ 83) του περιοδικού Φιλμ, με συνεντεύξεις ξένων δημιουργών (Αντονιόνι, Γκοντάρ κ.ά.) και κριτικών. Θέμα ιδιαίτερα καίριο... Στην ισονομία των δύο φύλων αναφέρεται το αφιέρωμα του
50/οδηγος
μεταμορφώσεις
της όρασης ΤΖΙΜ ΜΌΡΡΙΣΟΝ: Σημειώσεις για την όραση. Απόδοση Αντώνης Εμμανουήλ - Τασία Χατζή. Αθήνα, Ερατώ, 1983. Σελ. 126.
Στη δεκαετία του 1960 ο Τζιρι Μόρρισον υπήρξε ένας από τους πιο πολυσυζητημένους ερμηνευτές ροκ τραγουδιών. Εκείνη την εποχή το συγκρότημα των Doors κίνει την εμφάνισή του στο χώρο της μουσικής μ’ έναν πραγματικά επαναστατικό στίχο. Οι στίχοι των τραγουδιών του συγκροτήματος βασίζονταν σε ποιή ματα του Τζίμ Μόρρισον. Δεν έχω λόγο σ ’ αυτό εδώ το κείμενο να αναφερθώ στην καθαρά μουσική πορεία των Doors, πράγμα που θα ενδιέφερε ίσως περισσότερο τους ακροατές. Η προσοχή μου θα κεντρωθεί γύρω από το ιδεολογικό υπόβαθρο των ποι ημάτων του Μόρρισον και το πολιτικό κλίμα που το διαμορφώ νει. Μετά τον Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο η εκβιομηχάνιση των δυτικών κοι νωνιών περνά σε πιο εξελιγμένα στάδια· οι κοινωνίες με σταθμό τις ατομικές βόμβες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι προσανατολίζον ται σε μια καινούρια φάση πολιτι σμού. Η εποχή της ατομικής ενέρ γειας είναι πλέον πραγματικότητα που δεν μπορεί να ξεπεραστεί εύ κολα και θα μαστίζει τον δυτικό κόσμο μέχρι τις μέρες μας. Η διά σπαση του ατόμου βοήθησε στην τελειοποίηση των όπλων πολέμου. Οι ψυχροπολεμικές διαθέσεις των κρατών οξύνονται και δεν τους μέ νει τίποτα άλλο παρά να υπογρά φ ουν εφήμερες συμφωνίες. Ενάν τια σ ’ αυτό το πολιτικό κλίμα η νεολαία διεκδικεί δικαιώματα στη δουλειά και στον τρόπο ζωής. Κύ ρια η μουσική χρησιμοποιείται σαν τρόπος άμυνας ενάντια στην κα τεστημένη κουλτούρα και στον αστικό πολιτισμό. Ο θεσμός του κράτους και της οικογένειας περ νούν κρίση, οι φοιτητικές εξεγέρ σεις διεκδικούν περισσότερη ε
λευθερία, τα εργατικά συνδικάτα οργανώνονται δημιουργώντας π υ ρήνες αντίστασης στην επιβολή αυταρχικών μεθόδων διακυβέρνη σης. Ο Μάης του 1968 θεωρείται σταθμός στα χρονικά των δυτικών κοινωνιών, όπως και πολλές εξε γέρσεις στις Η.Π.Α. (Μπέρκλεϋ κ.α.). Οι «Σημειώσεις» γράφτηκαν την εποχή αυτή, κατά την οποία ο ποιητής σπούδαζε κινηματογράφο στο UCLA. Μαζί με δυο τρεις φί λους του, όπως τον Dennis Jacob, τον John de Bella και τον Phil Oleno, πειραματίζονται με διάφορες δικές τους ταινίες. -Το βιβλίο αυτό θ α π ρέπει να κοιταχτεί σαν μικρή σημείωση στο περιθώριο ενός σπουδαστικού τετραδίου τη στι γμή που ο καθηγητής κινηματο γράφου διδάσκει την τεχνική του μοντάζ ή το ρόλο της κάμερας. Οι «λαμπερές» αμερικάνικες νύ χτες βρίθουν σκιών και φαντασμά των. Με την παρουσία τους το παιχνίδι προσανατολίζεται σταδι ακά σε μια καθοδική πορεία, που
οδηγεί στην τρέλα και στο παραλή ρημα. Τότε το μάτι αποστασιοποι είται από τις συνήθεις καθημερι νές λειτουργίες του και ζητά μέσα από μια καινούρια σχέση χρωμά των και ήχων να επαναπροσδιορί σει τον οπτικό του κώδικα. Ποια η σχέση του σινεμά με το αρχαίο θέατρο, το θ έατρο σκιών ή με την αλχημεία; Ποια η σχέση του με τον κόσμο των φαντασμάτων και των τελετουργικών πράξεων; Η ποίηση ορίζεται σαν ένας φ θ ό γ γος αρθρωμένος από τον Σαμάνα της φυλής, τον άνθρωπο εκείνο που πέφτει σε μια ιδιαίτερη κατά σταση χοροστατώντας στην εκτύλιξη ενός θεοφαγικού δράματος. Ο Μεσαίωνας με τους αλχημιστές, οι οποίοι διαφυλάττουν κρυμμένα τα αλχημικά τους σχήματα από το «θνητό» μάτι, που θα καταστρέ ψει το θαύμα, γιατί δεν έχει μάθει να βλέπει πίσω από τα πράγματα. Έ τσι μ ’ όλα αυτά τα πανάρχαια και τα συγκαιρινά ο κινηματογρά φος έχει μια εκλεκτική συγγένεια και μέσα α π ’ αυτά ξαναχτίζεται ο ποιητής με την αρχαία σημασία της λέξης, παίζει στιγμές τον ιδι όρρυθμο ρόλο του ηδονοβλεψία, ένα ρόλο που δεν θυμίζει τίποτα από τον παθολογικό ή ποινικό ηδονοβλεψία. Η παρουσία του δεν μπορεί να «θεσμοποιηθεί», για τον απλό λόγο ότι η πορεία του εί ναι πρόσ-τυχη, είναι λάτρης του τυχαίου και των τυχερών παιχνιδιών. Θέλει να γνωρίσει το παιχνίδι α πό μακριά για να το δει να στή νεται και να καταστρέφεται. Τα κείμενα αυτού του βιβλίου δεν είναι χαρακτηριστικά της πο-
οδηγος/51
4ου τεύχους της επιστημονικής επιθεώρησης Δ ίκαιο και Π ολιτική. Παράλληλα, υπάρχουν και μερικά άλλα σημαντικά άρθρα για το μέγεθος των εκλογικών περιφερειών, τις σχέσεις προέδρου και πρωθυπουργού
ρείας του Μόρρισον. Θα πρέπει να ιδωθούν σαν πρωτόλεια ή καλύτε ρα σαν αντιγραφές α πό τα διαβά σματα εκείνης της εποχής, που ήταν σπουδαστής κινηματογράΟι μεταφραστές προσπάθησαν να μας μεταδώσουν το πνεύμα των στίχων του ποιητή του ροκ, και το πέτυχαν, στα μέτρα του δυ
νατού. Το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει τα κείμενα είναι πλούσιο και συγγενικό με το περι εχόμενο. Από τις εκδόσεις «Ερα τώ» περιμένουμε στο μέλλον ένα βιβλίο με ολοκληρωμένα ποιήματα της ώριμης περιόδου του Μόρρισον, π ου, κατά τη γνώμη μας, εί ναι και σημαντικότερα. ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
τροβαδούρος των κατατρεγμένων ΖΩΡΖ ΜΠΡΑΣΕΝΣ: Ο γορίλας και άλλα ποιήματα. Μετ. Γιάννη Βαρβέρη. Αθήνα, Ύψιλον / Βι βλία, 1983. Σελ. 126.
Το γαλλικό μεταπολεμικό τραγούδι στάθηκε διάσημο όχι μόνο στην ενδοχώρα αλλά και στο εξωτερικό. Χωρίς να μετατραπεί σε εξαγώγιμο είδος, χάραξε μιαν ολόκληρη εποχή: Andrex, Aznavour, Josephine Baker, Jacques Brel, Leo Ferre, Patachon, Yves
Στην Οικολογία του καλοκαιριού (τεύχος 9, Ιούλιος-Αύγουστος), ανάμεσα στα άλλα κείμενα, ένα μικρό αφιέρωμα αφορά τη βενζίνη, το μόλυβδο που περιέχει και τη ρύπανση που δημιουργεί αυτό το γεγονός (θέμα ιδιαίτερα σημαντικό για τους νεφόπληκτους Αθηναίους). Μια μουσικολογική προσέγγιση του ρεμπέτικου, γραμμένη από το Μάρκο Δραγούμη, υπάρχει στο πρώτο τεύχος (Ιουνίου) του περιοδικό ν Α πόψ εις (που βγάζει ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών του Κολλεγίου Αθηνών). Ακόμη, μέσα στα πολλά άλλα ενδιαφέροντα κείμενα, κι ένα άρθρο του Κ. Χ ρονόπουλου για τον Σαίξπηρ και τα κλασικά γράμματα. Αφιέρωμα στον κοινωνιολόγο Νόρμπερτ Ελίας περιλαμβάνει, ανάμεσα στα άλλα, το τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού Ε π ο π τε ία , καθώς και έναν διάλογο του Τζ. Ούρμπαν και του Ντ. Μπέλ για την ιδεολογία και τη θρησκεία. Έ ν α νέο περιοδικό για συλλέκτες και φιλότεχνους, οι Συλλογές, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο. Πέρα από τα φροντισμένα καθαρώς συλλεκτικά κείμενα, υπάρχουν και άλλα με γενικότερο ενδιαφέρον, όπως ένα άρθρο για ένα ελληνικό εργοστάσιο στην Ουκρανία, κάποιο άλλο για τους ναυτικούς χάρτες κλπ. Στο πολυσέλιδο τριπλό τεύχος (371-72-73) της Η πειρω τικής Ε στίας τα λαογραφικά και λογοτεχνικά κείμενα συμπληρώνονται από μια σειρά ιστορικών άρθρων και μονογραφιών, ανάμεσα στις οποίες και μια για τα
52/οδηγος
Ζωρζ Μπρασένς. Δεξιά με την Mireille, παλιά δόξα του γαλλικού τραγουδιού
Montand, Ε. Piaf, Tino Rossi, Boris Vian είναι μερικά μόνο από τα λαμπερά του στίγματα. Με την έναρξη της δεκαετίας του ' 50 κι ενώ ο υπαρξισμός διατρέχει ήδη όλη τη Γαλλία, τη στιγμή που ο Jaques Prevert εισχωρεί στο ευρύτερο κοινό κι ο Joseph Kosma γίνεται γνωστός μαζί με τους ερμηνευτές του Juliette Greco και Yves Montand, στα 1952, στο Παρίσι, δίπλα στην Patachon κάνει την πρώτη εμφάνισή του ένας κατοπινός πρωτοπό ρος, ο Georges Brassens. Γύρω στα 160 τραγούδια, 14 μεγά λοι δίσκοι, σειρά από φεστιβάλ σε παρισινές αίθουσες σαν το Bobino και το Olympia, περιοδεύσεις στην επαρχία, μεταφράσεις στ' αγγλι κά, γερμανικά και ιταλικά, ποιητι κές συλλογές, βραβείο ποίησης της Γαλλικής Ακαδημίας, παρ' ολίγον ακαδημαϊκός (ευτυχώς αρνήθηκε), λόγος ισχυρών διαφωνι ών -όλα αυτά μαζί υπήρξε ο G. Brassens, γεννημένος στην ίδια π ό λη με τον Paul Valery, τη Σετ. Εν δεής και πλάνης φτάνει στο Παρί σι στα 1939. Τον περιθάλπει η Jeanne Planche, που θ α γίνει, αργό τερα, θέμα οικειότατο των τραγουδιών του. Την ίδια, περίπου, εποχή δημοσιεύει μια ποιητική συλλογή, γίνεται μέλος της Αναρ χικής Συνομοσπονδίας, εργάζεται σαν συντάκτης, γνωρίζει τέλος τη φημισμένη, τότε, Patachon και δί πλα της πρωτοεμφανίζεται. Τ ι, ακριβώς, είναι το φαινόμενο Brassens; Η αιώρησή του αυτή με ταξύ στίχου και τραγουδιού (ερ μηνεύει με μόνη τη συνοδεία μιας κιθάρας) πώς ορίζεται και πού,
άραγε, καταλήγει; Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του ποιητή. Είναι καλύ τερα να πούμε πως στην αρχή τουλάχιστον, επειδή δεν απέδιδε αξία στο λεκτικό περιεχόμενο της μουσικής του (γι' αυτό και έλεγε ότι ήταν η μουσική που υπέβαλε στο κείμενο), φύλαξε την ποίηση σαν περιοχή ιδιαίτερα πολύτιμη και προσωπική. Δέχτηκε, αργότε ρα, να αναγνωρίσει την ταυτότητά του στη συνάντηση μουσικής και ποίησης. Γεγονός που ενισχύθηκε από τη στιγμή που ενόσω έγραφε τους στίχους του απέφευγε να έχει κατά νου τη μελοποίηση, τη ρώντας με τον τρόπο αυτό στο ακέραιο την ποιητική συνθήκη. Τα τραγούδια του ακολουθούν τη φωνή του- είναι ειδικά γι' αυ τήν γραμμένα. Γι’ αυτό και απο βάλλουν την εκζήτηση, την υ πό κλιση και την τελετή -την ηθο- ποιία και το περίτεχνο παιγνίδι. Μια οικεία ρυθμική συνομιλία εί ναι καθένα τους, ο λόγος του ει ρωνικά φθαρτού γύρω και μέσα μας. Ο Brassens γράφει μέσα απ' ό,τι
αγγίζει ερεθιστικά τον εαυτό του. Αδιαφορεί για την τεχνολογία, οι εργατικοί αγώνες δεν τον εμπνέ ουν. Δεν προσχωρεί σε μια τέχνη κοινωνιολογίζουσα- η τέχνη, γι’ αυτόν, είναι συγκεκριμένο έργο. Οι αφηρημένες αρχές τού παραμέ νουν άγνωστες. Δεν τις απορρί πτει, αφού για να το κάνει χρειά ζεται πρώτα να τις βρει. Το προ σωπικό, πολλές φορές αιμάσσον, βίωμα είναι οδηγός του. Διαβάζει Ουγκώ, Βιγιόν και Νερβάλ. Γράφει υ π ό την επήρρειά τους. Έ χει επίγνωση για το από λυτο του θανάτου και την αισθη τική σημασία της λύπης. Τρέφει απέχθεια προς τις απλοποιήσεις και τις βροντώδεις αναφορές στο θείο (ευγενικά έτσι ξαποστέλνει τον Κλωντέλ)· γνωρίζει, τέλος, ότι παρθενογένεση στην τέχνη, όπως και γενικότερα, δεν υπάρχει. Είναι ανελέητος με όλα όσα συνιστούν καθήκον και γενικές ιδέ ες· συγκατανεύει και συνοδοιπορεί, συμπάσχει με το ανθρωπίνως εμπαθές. Αφοσιώνεται με προσή λωση στον έρωτα και εκείνος δι αρκώς του διαφεύγει· ο χαμένος του θ εό ς δεν πέθανε· άλλαξε μονά χα σ ε γλυκό και τρυφερό ερωτιδέα που κράτησε κάτι από το παιδικό όραμα: λίγο αγάπη και λίγο άγνοια. Τροβαδούρος των κατατρεγμέ νων κοινωνικά και ερωτικά ο Bras sens δεν θ α τους παροτρύνει στην ανάληψη συνείδησης· θ α τράγου-
οδηγος/53 δήσει για ν' αλαφρύνει μόνο την πληγή τους από τον π ό ν ο - για να αποδιώξει από το κεφάλι τους τη δίνη. Ο ίδιος αυτοσαρκάζεται πι κρά. Προσκρούει στο μέτωπο των άλλων αδύναμα κι ωστόσο σφρι γηλά. Α παγορεύει στο έργο του το τραγικό κάνοντας κατά τον τρόπο αυτό την καλλιτεχνική του εργα σία τέχνη κ α θ ’ ολοκληρίαν, με ορ γανική υποστήλωσή της την ειρω νεία. Μ έμφθηκαν τα τραγούδια του σαν ά θεα και ανήθικα. Εκείνος όμως, διαθέτει πάντα ηθικό εφαλ τήριο για τη στάση του έναντι του καθημερινού κοινωνικού γεγονό τος (δέστε το πρόσω πο του δικα στή στον «Γορίλα» -σημείο που μό νος του εντοπίζει- ή τη μικρή κο πέλα που με όργανο το σώμα της προσχωρεί στη χρηματική συναλλα γή -«Η μικρούλα κι ο Αη-Βασίλης»}. Αντιστρέφει, απλώς, τις ψευδείς αξίες μιας ιδεολογικοποιημένης, πέστε φενακισμένης, ηθι κής για να αποκαταστήσει τα πρά γματα: «Κι ακόμα ένα υστερό γραφο: Αν την κλοπή έχεις μόνο / Για τέχνη σου και κλίση σου κι ίσως δεν έχεις πλάτες / Γύρνα το σ' επιχείρηση μπες σε χοντρές δουλειές / Τους μπάτσους θ ά ' χεις σύμμαχους βοηθούς σου και πελάτες». Ή το ίδιο μπορεί κα νείς να διατυπώσει διαφορετικά: Συλλέγοντας καθιερωμένες απαξί ες ο Brassens τις αποδιαρθρώνει στην ευτέλειά τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αρνείται την πίστη ριζικά- η μεταφυ σική του θανάτου όμως («Βρίσκο μαι τώρα στον κοινό τάφο / Λέγε ται Χ ρόνος και το υπογράφω») σαλεύει αργά στα βάθη της ποίη σής του μαζί με την ανάγκη για μια κάπως, με κάποιο τρόπο εν πάση περιπτώσει, αποκατάσταση: «Και τέλος αν υπάρχει θ εό ς του είμαι θαρρώ αρεστός / Ζώντας ενά ρετα, σεμνά, κι ας μην είμαι πι στός». Έ ν α βράδι κι ενώ η Patachon τε λειώνει το πρόγραμμά της τον καλεί να ερμηνεύσει ο ίδιος τα τρα γούδια του, με πρώτο τον διάσημο σήμερα «Γορίλα». Το τραγούδι αυτό μαζί με επιτυχίες του Bras sens (ανάμεσά τους ο «Καλός άν θρω πος απ' την Ωβέρνη», η «Κακή μου φήμη», οι «Στίχοι για ένα διαρρήκτη») και άλλα τραγού
δια του μετέφερε στα ελληνικά ο Γιάννης Βαρβέρης χωρίζοντας το υλικό πάνω στο οποίο εργάστηκε σε δυο τμήματα: Ποιήματα που μεταγράφτηκαν πάνω στη μουσι κή του Brassens και ποιήματα με ταγραμμένα χωρίς τη δέσμευση της μουσικής. Και στα δύο τμήμα τα ο έλληνας ποιητής τήρησε ομοιοκαταληξία και μετρική ται ριαστές με το μουσικό και ποιητι κό κλίμα του Brassens. Κατόρθωσε να διατηρήσει ανθηρά το χιούμορ και το σαρκασμό, την ειρωνεία, τη βωμολοχία χωρίς να βιάσει τη γλώσσα στην οποία δούλεψε τη μεταφορά του. Αντίθετα, εντοίχι σε τους στίχους του τόσο αποτε λεσματικά στη διαφορετική γλωσ σική δομή ώστε να φαίνονται σαν να προκύπτουν απ' αυτήν. Υ πε ρασπίστηκε, άρτια νομίζω, τον όρο που πρότεινε για τη δουλειά του: μεταγραφή. Θα παρουσίαζε ιδιαί τερο ενδιαφέρον ν ’ ακουστούν οι στίχοι αυτοί και σαν τραγούδια, αποκτώντας έτσι την πλήρη λει τουργία τους. Π ρομήθευσε παράλληλα ο με ταφραστής τον αναγνώστη με μιαν ιδιαίτερα κατατοπιστική, καθόλου φιλολογική, εισαγωγή (από την οποία άλλωστε και ο υπογράφω ν κατά πλειοψηφίαν άντλησε τα στοιχεία με βάση τα οποία συνέ ταξε το πληροφοριακό μέρος του παρόντος κειμένου) στο γαλλικό chanson, τη μεταπολεμική γαλλική τραγουδοποιία και το είδος Bras sens. Σκιαγράφησε έντονα την π ο ρεία και την αποδοχή του, φρόν τισε δε να ποικίλει την αναφορά του με κριτικές παρατηρήσεις πά νω στη μουσική και το στίχο του. Συμπλήρωσε δε την πολύ φροντι σμένη έκδοση ο Γιάννης Βαρβέρης με τη συνομιλία Brassens-Seve και σημειώσεις διευκρινιστικές ορισμέ νων λέξεων ή τραγουδιών. Πρό σ δεσε τέλος μιαν ολοκληρωμένη δισκογραφία ενώ διάνθισε τα ποιή ματα με μοναδικές φωτογραφίες του ποιητή-τραγουδιστή και λε πτομερειακές λεζάντες. Είναι καιρός πια -πέρα σ αν ήδη δυο χρόνια από το θ άνατό τ ο υ- να δοκιμάσουμε να ψιθυρίσουμε και στα ελληνικά τον τρυφερό αυτό «πορνογράφο / του φωνογράφου / τον υβριστή / τραγουδιστή». ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
τυπογραφεία και τις εφημερίδες του 1821 και ένα άλλο για τη Μολδοβλαχία του 18ου αιώνα. Το 13ο τεύχος της Διαγώνιου, του τόσο σημαντικού αυτού λογοτεχνικού περιοδικού της Θεσσαλονίκης, περιλαμβάνει μια σειρά ποιημάτων νέων για το αθηναϊκό κοινό ποιητών, αλλά και πεζογραφήματα ελληνικά και ξένα, καθώς και ένα μικρό αφιέρωμα σε σύγχρονους αυστραλούς ποιητές.
Στα Δ ελφ ικά Τετράδια (τεύχος 2-3, καλοκαιριφθινόπωρο), ανάμεσα στα άλλα αρκετά ενδιαφέροντα κείμενα, υπάρχουν δύο μικρές ανθολογίες, ελλήνων και ξένων ποιητών αντίστοιχα. Μια εντυπωσιακή μελέτη (του Νικ. Ζήκου) για την αρχαιολογική ανασκαφική έρευνα και τα αποτελέσματά της στην κωμόπολη του Παγγαίου Ροδολίβος περιλαμβάνει το περιοδικό των Σερρών Ορφέας, ανάμεσα στην άλλη ύλη του (τεύχος 89). Και είναι πραγματικά σπουδαίο να βγαίνουν τέτοια κείμενα σε επαρχιακά περιοδικά... Στο 7ο τεύχος (άνοιξηκαλοκαίρι) των Φιλολογικών (έκδοση των αποφοίτων της Φιλοσοφικής Ιωαννίνων) υπάρχουν μελετήματα για την εκφραστική αναζήτηση του Καζαντζάκη, για τα σατιρικά γυμνάσματα του Παλαμά κ.ά., καθώς και μια εκλογή βιβλιογραφίας για το Σεφέρη και μια έμμετρη μετάφραση της «Βατραχομυομαχίας». Σχήμα Λόγον λέγεται ένα νέο περιοδικό που βγαίνει στο Βόλο. Και στο 3ο τεύχος του (Ιούλιος-Σεπτέμβριος) παρουσιάζει τρεις σύγχρονους γάλλους ποιητές, μαζί με ελληνικά κείμενα, λογοτεχνικά και κριτικά. ΒΑΤΌΣ ΠΑΓΚΟΥΡΕΛΗΣ
54/οδηγος
ανάμεσα στην ομορφιά και την εξέγερση ΤΑΣΟΥ ΣΑΜΑΡΤΖΗ: Η ουσία είναι 2. Adrjva, Απόπειρα, 1983. Σελ. 62.
«... Ό π α . Νά ’μαι στη βιτρίνα μπρος στο μαγειριό με την πρωινή κίνηση της Ομόνοιας στο κρανίο...» Ο Τάσος Σαμαρ τζής ακροβατεί επικίνδυνα. Δεν πέφτει όμως. Από πού άλλω στε; Είναι κάτω, πολύ κάτω. Από εκεί, εκτός από φοβέρες, ξεστομίζει κάτι μαύρα καλαμπούρια που σου κόβεται το αίμα. Όμως αγαπά, γι' αυτό νά ’στε σίγουροι. Μόλις σας δει με το αίμα κομμένο, σκάει μύτη και ψιθυρίζει κάποια προμελετημένα γλυκόλογα, όπως τα ψεύτικα-βεβιασμένα (ένεκα βίας) συγγνώμη των παιδιών που εκδηλώνουν μετάνοια εις μάτην. Γιατί του οποιοσδήποτε άλλου, κι αυτού τού άλλου Σαμαρτζή, του τη φυλάει για να τον ξεχολιάσει π ά λι στην επόμενη στροφή. Ό σ ο άγρια κι αν φαίνονται αυτά, η δουλειά του Σαμαρτζή, καί στο ποιητικό μέρος και στο π εζό της «Ουσίας είναι 2», είναι κρυφά προσεγμένη, ρυθμική, πειραματι κή, ανθρώπινη. Η λέξη είναι απλή, προσιτή, θα μπορούσαμε να πού με ότι είναι ταυτόχρονα ηθική και αναιδέστατη- το τελευταίο αυτό την αφήνει μετεξεταστέα ως προς τα επίσημα και καθιερωμένα, ε μάς όμως δεν μας πειράζει. Υπάρχει κάτι το συγκλονιστικό στην όλη ανάγνωση, μια προσωπι κή εμπειρία που βγήκε από παι χνίδι: Ο συγγραφέας, κάποιες ορι ακές χρονολογίες σημαδεύτηκε με κενό, απουσία, πράγμα που ισχύει για μια ολόκληρη γενιά που σήμε ρα οι ωριμότεροι προσπαθούν εις μάτην να καταλάβουν... Επανέρ χομαι: ο συγγραφέας, λοιπόν, το 1960 ήταν τεσσάρων χρόνων, το ιστορικόν 1967 ήταν έντεκα, το 1974 πάλι έμπαινε στα δεκαοχτώ. Ιδού τώρα το κουΐζ: το 1983 πόσο είναι: Το γράφω με πάσα ειλικρί νεια, αδυνατώ, έστω μαθηματικά,
να προσδιορίσω την ηλικία. Νιώθω την ίδια αμηχανία όταν σε συζητή σεις θρασύτατοι *αι ύποπ τα ικα νοί ομιλητές χωρίζουν εύκολα τους δημιουργούς σε «κεντρώους» και «περιθωριακούς». «Απελπισμένος λοιπόν πάνω σε μια κρίση, έκλεψε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του εαυτού του κι όλα του τα ίχνη» («Κλεπτομανία», σελ. 19). Υπόγειος ο Σαμαρτζής, αιφνιαδιάζει ερχόμενος από παρωχημένο ραντεβού. Παρότι η εμφάνισή του είναι γλυκιά κι ήρεμη, σκύβει και αρχίζει να μονολογεί κάποιες ακα τάληπτες αρχικά λέξεις, λέξεις που άμα τις βάλεις στη σειρά στοιχειο θετούν εκείνη τη μακριά ράβδο που βοηθά τους ακροβάτες να κά νουν τη δουλειά τους. «Παίζω με το μαχαιράκι πού ’ χω χρόνια στο συκώτι. Για την ακρίβεια μέσα στην τσέπη του παλτού τό ’ χω για να καθαρίζω πορτοκάλια. Είναι ωραία τα πορτοκάλια ιδίως το κα λοκαίρι, ζουμερά. Τι κρίμα να μην υπάρχουν πορτοκάλια το καλοκαί ρι.» Πάμε λοιπόν. Η ουσία είναι μία. Αν τη χωρίσεις δυο γίνεται. Εμείς όμως λέμε μια. Λόγου χάρη πάντα. Έτσι, ο Τάσος Σαμαρτζής μετεωρί-
οδηγος/55 ζεται ανάμεσα στο δίλοφο ομορφιά-εξέγερση. Και τα δυο ένα γί νονται... Ά μ α ζεις την απελπισία του καιρού, έχεις υπόψη σου τις χρονολογίες που απουσιάζουν, ό ταν το ωραίο γίνεται λίγο, και μά λιστα δεν συναντιέται με την ανα πόληση, τότε η λέξη βγαίνει ερωτόλογο και φτυσιά μαζί. Είναι λοι πόν σημαντικό για το Σαμαρτζή να οριοθετείται επιθετικά, τουλάχι στο απ' το χώρο που εντάσσεται, και να πετυχαίνει ραντεβού αξιό λογο με τη δημιουργία, η οποία, όπως είναι γνωστό, αποφεύγει τη βία. «Η ουσία είναι 2.» Ο λόγος διασπάται σε 2, ποίηση και πεζό, για ν ’ αποδοθεί η εσωτερική ματαίω ση. Ά λλοτε σαν νυχτιάτικος μο ναχικός λόγος κι άλλοτε σχοινοτε νής προκλητικά «στημένη» παρά σταση, μήπως κι αναγκάσει κά ποια βλέφαρα ν' ανοιγοκλείσουν... Ίσως στο απώτερο μέλλον αυτή η «περιθωριακή» στάση ν ’ αναγνω ριστεί σαν η μόνη κοινωνική (ποι
ητική), με την έννοια της στρατευμένης. Για την ώρα, παρακο λουθούμε αυτή την πολιτιστική «κεντρώα» διαδρομή αυτού του νέ ου ποιητή, που αναγνωρίζει την πολυδιάσπαση της ουσίας του εί ναι και της συνείδησης, τα βλέπει να διαχέονται σε ετερογενείς χώ ρους, όπως τα γκέτο των σχολεί ων, της οικογένειας, των πεζοδρο μίων και των πεζοδρόμων, ανακα λύπτοντας την εξάτμιση της γνώ σης και της επιθυμίας απ' τη θερμοπυρηνική εποχή και τις λογής εξουσίες. «Πεθαίνουνε νέοι οι φίλοι μου / στις φυλακές από απεργία πείνας / μ’ ένα ποίημα σουρεαλιστικό / που ο ανθρωπο φύλακας / το απαγγέλλει το βράδι γοητευμένος / στη γυναίκα του, ή ροκενρολάροντας στην παγωνιά / ενός άσπρου ψυχιατρείου / ή κό βοντας μιαν αρτηρία του καρπού / σε κάθε αγαπημένο κομμάτι του δίσκου που γυρίζει...» Κ. ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ
πλαίσιο για παιδια
Γ
"
ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΟΡΟΒΕΣΗ: Η συνέλευση των ζώων. ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΡΟΥΠΟΥ: Έξι τραγούδια για ποντίκια. Μουσική: Γιώργου Κούρον που. Τραγούδι: Σπύρου Σακκά. Εικονογράφηση: Σπύρου Ορνεράκη. Αθήνα, Γνώση, 1983. 2 βιβλία και κασέτα. ΤΟ σχεδόν τέλειο παιδικό βιβλίο βγαίνει από τη συνάρτηση πολλών παραγόντων. Ό λοι είναι μαζεμένοι σε τούτο το βιβλίο. Η ιστορία, η νέα μυθολογία του καιρού μας, γραμμένη από έναν καλό παραμυθά, τον Κοροβέση, τονισμένη σε μέλος λυρικό από τον Κουρουπό, εκφωνούμενο από την εκπληκτική φωνή του Σακκά' η εικονογράφηση του Ορνεράκη, το μικρό σχήμα του βιβλίου -τόσο κατάλληλο για τα παιδικά χεράκια- και η άρτια έκδοση από έναν εκδοτικό οίκο που θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του. Είναι ακόμα το ελπιδοφόρο «καληνύχτα» στο τέλος της ιστορίας του Περικλή και τα τρυφερά τραγουδάκια του Γιώργου. Θά 'θελα να τα βάλω όλα στον υπερθετικό, και μόνο η αίσθηση λιτότητας με συγκρατεί. Όμως, όταν από δω και πέρα μιλάμε για ποιότητα στο παιδικό βιβλίο, θα έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης. ΕΛΕΝΗ ΠΑΜΠΟΥΚΗ
56/οδηγος
«απ τη σκοπιά της άγρυπνης συνείδησης και της σκεπτικιστικής αριστερός» ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ: Η «Ρωμιοσύνη» στον παρά δεισο. Σημειώσεις για μια κριτι κή του νεοελληνικού αντι-διανοϊαμού. Αθήνα, Έρασμος, 1983. Σελ. 46.
Κάτω από τον προφανώς σαρκαστικό τίτλο αυτού του βιβλίου κρύβονται οι ουσιαστικές σκέψεις του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου γύρω από πολλά θέματα που κατατρύχουν εδώ και πολλά χρόνια τον τόπο μας με αφορμή το λαϊκισμό και τον βα θύ αντιδιανοουμενισμό του νεοέλληνα. Ο συγγραφέας αυτού του μικρού, αλλά μεστού, σημειωματάριου ανή κει, όπως ο ίδιος έμμεσα ομολογεί, στη «σκεπτικιστική μερίδα της αριστερός» και όπως γνωρίζω (και πάλι αυτό διαφαίνεται σε κάποια κριτική που επιχειρεί εδώ για συνομηλίκους-ομοτέχνους) «σε κείνους τους σημαντικότερους ποι ητές της μεταπολεμικής γενιάς που η βαθύτερη εμπειρία τούς έκανε να χαράξουν τα λιγοστά τους ποιήματα και να σωπάσουν, προσηλωμένοι σε ένα συνταρακτι κό βίωμα που ήταν συγχρόνως συλλογικό και προσωπικό...» Ελπίζοντας πως αποσπώντας με ρικές προτάσεις ή αφορισμούς ή σκέψεις από τα τέσσερα μέρη του βιβλίου δεν θ α προδοθεί ο συγ γραφέας τους, θα επιχειρήσουμε περισσότερο να παρουσιάσουμε και λιγότερο να σχολιάσουμε, μια και τα μικρά αυτά δοκίμια είναι ανοιχτά για να κριθούν, από την
άκρα καλοπιστία μέχρι την άκρα κακοπιστία. Άλλωστε η συζήτηση για τέτοια θέματα ίσως να καλύ πτει το χώρο ενός ολόκληρου πε ριοδικού. Από τον πρόλογο φαίνεται με ποιο πνεύμα διεισδύει ο Λ. στα θ έ ματά του. Γράφει: «Δεν τρέφουμε, βέβαια, αυταπάτες ότι οποιαδή ποτε κριτική στάση μπορεί ν' αντισταθεί στο "ρεύμα της ιστο ρίας” · ο ανερχόμενος βούρκος θ ά βει μέσα του και το πιο σκληρό μέ ταλλο. Α π ’ αυτή την άποψη η κριτική εδώ δεν έχει άλλο νόημα α π ’ αυτό που δηλώνεται στην υπαρξιακή αναγκαιότητα: Έτσι μιλάω γιατί έτσι είμαι· έτσι είμαι γιατί έτσι μόνο μπορώ να είμαι». Από το πρώτο κομμάτι, που έχει τίτλο «Ρωμιοσύνη: ιδεολογία και αθλιότητα του νέου εθνικισμού», αποσπούμε τα παρακάτω: «Το περιβόητο δίλημμα του νεοελληνισμού (που επανήλθε επί
κωμικοτραγικού επιπέδου με το ” ανήκομεν εις την Δύσιν” ) καταλή γει μοιραία σε φιλολογικό καυγά χωρίζοντας στα δυο το κοινό σά πιο σανίδι που πάνω του σκιαμα χούν οι αντίπαλοι: από τη μια ο προοδευτισμός με όλους τους φροϋδομαρξοσημειολόγους επι σκόπους του και από την άλλη μια " αριστερή” λαϊκίζουσα ορθοδοξία π ο υ . ποδοπατάει μονομανιακά το χιλιοτρυπημένο πτώμα της " δυτι κής λογοκρατίας” -φαντάσματα που κυνηγάνε τό ’ να τ ’ άλλο γυ ρεύοντας λίγο αίμα εκεί που δεν υπάρχει πια ούτε σταγόνα». Και: «Έ τσι μέσα στην ιδεολαγνεία μιας πολιτικής αλλαγής που δεν αλλάζει τίποτα, η λαϊκίστικη χοντροκοπιά της σημερινής εξουσίας συνοδεύει αρμονικά την κομψή υποκρισία και τον γλωσσικό κα θωσπρεπισμό της δεξιάς που υποδύεται την αντιπολίτευση». Από το δεύτερο κομμάτι, που έχει τίτλο «Νεοελληνικά διλήμμα«Με τις σημερινές δυνατότητες αναπαραγωγής και επιβολής του γραπτού λόγου κι ενώ τα όρια ανά-
οδηγος/57 μέσα στη δοκιμιογραφία και τη δημοσιογραφία έχουν εξαφανιστεί, ο αισθητισμός της τυπογραφίας γίνεται το ύφος του μηδαμινού. Αυτό το ύφος μέσω του οποίου η σκουπιδογραφία ανάγεται σε καλλιγραφία έχει αποσπαστεί από μία γραφή που πριν καταλήξει στις εφημερίδες (λυρικισμός της συνοικίας και φιλοσοφία του σκυ λάδικου, μαγκιά, σημειολογία, φε μινισμός συν ολίγος μαρξισμός) υπήρξε κυρίως δοκιμιακή και ξε κινούσε από τα κείμενα του Γ. Σεφέρη, του Ζ. Λορεντξάτου και απώτερα- του Φώτη Κόντογλου...» Και: «Με τον “τρόπο” του Γ. Σεφέρη π.χ. καλύπτεται η κενολογία μιας φοβισμένης “θετικότητας” της νεοελληνικής σκέψης η οποία ξορ κίζει την άρνηση καταφεύγοντας σ ’ ένα “ύφ ος” . Η δομή αυτού του ύφους συνδυάζει την πεποιημένη “ απλότητα” με μια μακρυγιαννική γλωσσική ταπεινοσύνη που εκλύε ται στον κομπασμό ενός λόγια πλέ ον καθιερωμένου λαϊκισμού...» Και: «Φυλακίζοντας τον Παπαδιαμάντη στο ράσο της ορθοδοξίας και το Σολωμό στο δόγμα του δυτικο ευρωπαϊκού διαφωτισμού εξαφα νίζουμε και τον πρώτο και τον δεύ τερο και στήνουμε στη θέση τους τα δυο μεγάλα εικονίσματα-στοιχειά του νέου ελληνισμού...» Από το τρίτο κομμάτι, που έχει τίτλο «Η πολιτική ουσία του λαϊ κισμού»: «... Τι είν' αυτό που κάνει τους ρεαλιστές πολιτικούς ν' απεχθάνονται τους διανοούμενους, ή, πιο σωστά, ένα ορισμένο είδος διανο ουμένων;» Καί: «... Ό λοι οι φασισμοί ήτάν και είναι εναντίον του υποκειμενι σμού, του αυθορμητισμού, της ατομικότητας και υπέρ του “ λα ού”· αλλά ενός λαού που χρειάζε ται “ μπροστάρηδες”, “οδηγητές” , “ταγούς” , “ φύρερ”, “εθνοπατέ ρες” και κομματικούς παπάδες δηλ. όλους αυτούς που αιώνες τώ ρα επιμένουν να “σώζουν” τον κό σμο, το σώμα του ή την ψυχή του, με την πυρά και με τον τρόμο, με το σταυρό και με το ξίφος, με το τσεκούρι και με την αυθεντία, με το Λόγο και με το Θαύμα. Κι από κοντά σ ’ αυτούς τους σταυροφό
ρους που ρημάζουν τη ζωή όλος ο παρδαλός θίασος βάρδων και μεσσιών, πνευματικών τραμπούκων, μυσταγωγών και μουσικάντηδων, κι όλο το εθνικορεμπέτικο ποιητι κό φολκλόρ...» Και: «... Η ελευθερία μέσα στην ιστορία δεν ήταν ποτέ τίποτ’ άλλο α π ’ την ελευθερία κάποιων να κυριαρχούν πάνω σε κάποιους...» Από το τέταρτο, που έχει τίτλο «Η ιδεολογία της μη-ιδεολογίας (σημειώσεις για την " αμεσότη«... Η εναλλασσόμενη φορά του παιχνιδιού διαιωνίζει έτσι τη λει τουργία του δίπολου εκείνου που μας επιτρέπει να καταφεύγουμε διαρκώς από την " πραγματικότη τα” στην "τέχνη” και από την "τέ χνη” στην "πραγματικότητα” . Πρόκειται για ένα ανθρώπινο παι χνίδι ή προνόμιο που έχει και τους κινδύνους του αφού μερικοί, στην Πρέβεζα ή αλλού, πληρώνουνε για όλους " καταργώντας” το μελάνι με το αίμα τους. Βάζουνε την τε λεία τους και το παιχνίδι συνεχίζε ται με άλλους. Γιατί το δικό μας μελάνι δεν γίνεται αίμα παρά μόνο με το δικό μας θάνατο: το να μιλά-, με εξ ονόματος αυτών που ήδη βγήκαν α π ’ τους κανόνες του παιχνιδιού δεν έχει κανένα νόημα. Και επιπλέον είναι αθέμιτο και απέναντι αυτών που αληθινά επι μένουν και αυτών που αληθινά παραιτήθηκαν. Η ζαβολιά αρχίζει με αυτούς που βάζουν ψεύτικες τελείες. Δηλαδή με αυτούς που αντί να παραδεχτούνε πως αυτό που λένε "πράξη” δεν γίνεται με την ποίηση, μεταμφιέζουνε την ποίηση σε "πράξη” γράφοντας
στα χαρτιά τους όλες τις δυνατές παραλλαγές και τα συνώνυμα της λέξης "πράττω” ». Από τα ελάχιστα αυτά αποσπά σματα μπορούμε να αντιληφθούμε πως ο Λ. διαθέτει πολλά κοιτά σματα αγωνίας μέσ’ από μια πολύ ελεύθερη κρίση, έστω κι αν ερείδεται σε κάποιο χώρο που σε ό,τι αφορά τη διακίνηση ιδεών δεν διακρίνεται για την ελαστικότητά του. Δεν μπορεί κανείς ν' αμφι σβητήσει την ειλικρίνεια και την αυστηρότητα που διακρίνει την ορθοκρισία του, όσο κι αν ο υπογράφων διαφωνεί ριζικά με τη θ έ ση του πάνω στον Ελύτη και στο Σικελιανό περισσότερο και λιγό τερο στο Σεφέρη, κι ακόμα δεν μπορεί κανείς πόυ «έχει ανοιχτά και άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του» σε πολλά σημεία να μην προσυπογράψει τις θέσεις ενός κατά βάθος έντιμου, πικραμένου, αλλά και αγονάτιστου ατόμου που με την πένα του διαπερνά τα στε γανά μιας κοινωνίας με απροσα νατόλιστο δρόμο που παραδέρνει μες στην "πολιτική” και στον κα ταναλωτισμό προπηλακίζοντας την αληθινή δημιουργία που ξεπερνά τα περιορισμένα της όρια και περιφρονώντας τους φορείς της. Για τους παραπάνω λόγους η «Ρωμιοσύνη πάει στον παράδει σο» θ α πρέπει να ταρακουνήσει κάπως τα νερά και της γενικά εφησυχασμένης πάνω στους θώ κους της νεοελληνικής διανόησης και ν ’ αναζωπυρώσει τους αληθι νούς «θυμούς», εστίες κάποτε κά ποτε γόνιμης δημιουργικότητας και διαλόγου. ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ
στον Π Ε ΙΡ Α ΙΑ ... βιβλία · περιοδικά · αρισες
Μ πρίσμα εκπαιδευτικά παιχνίδια · είδη νηπιαγωγείου μπουμ πουλί νας 48 και υψπλαντου - τπλ. 4172388
V______
..
_______ J
58/συνεντευξη
Μαντώ Αραβαντινού: «Καταγράφω τη στιγμή που η ποίηση δημιουργείται...» Με την έκδοση τον πρώτου της κιόλας βιβλίου, η Μαντώ Αραβαντινού επιβλήθηκε οαν μια ποιήτρια με εντυπωσιακή προσωπικότητα και στιβαρό ποιητικό λόγο. Κι αν -από τότε- το σκοτάδι και το φως είναι το πιο καταληπτό παιχνίδι στην επιφάνεια των κειμένων της -η αναζήτηση δηλαδή των παρελθόντων που καλύπτονται από αδιαπέραστες μάζες «καταργημένου» χρόνου και η προσπάθεια να βγουν στο φως/παρόν, στο χρόνο εν ενεργεία του ποιήματος- πολλά, πάρα πολλά Κυρία Αραβαντινού, υπήρξατε πάντα για μένα ένα αινιγματικό πρόσωπο. Νομίζετε ότι θα μπορούσαμε με τη συζήτηση που θ ’ ακολουθήσει να φωτίσουμε τις δύο πλευρές της προσωπικότητάς σας, της συγγραφέα και του ανθρώπου -όπως λέει η Ζωή Καρέλλη; Ή τις ταυτίζετε; ΝΟΜΙΖΩ πως τα πράγματα είναι από μόνα
μένουν πίσω κρυμμένα και ίσως κρυφά. Κι όσα ανεβαίνουν στο φως, αυτά τα τμήματα που σχηματίζουν το πλήρες υπάρχει/υπήρξε, που χαράζει προοπτικές για μια «μνήμη της γλώσσας», είναι το πρόσωπο της ποιήτριας που και την ίδια ίσως, όταν για πρώτη φορά το αντίκρισε, να την ξάφνιασε -θώρακας προστατευτικός που διαιωνίζει. Με την ευκαιρία της έκδοσης του τελευταίου της βιβλίου «Γραφή Δ ' και Ε '», η Νατάσα Χατζιόάκι επισκέφθηκε τη Μαντώ Αραβαντινού ένα ζεστό απόγευμα του Ιουλίου: τους ταυτισμένα. Δεν ξέρω, πάντως δεν πι στεύω πως δίνω προς τα έξω μια εικόνα διχα σμού, μιας διχοτομημένης προσωπικότητας. Ας δούμε όμως τι συμβαίνει κι ας πάρουμε τα πρά γματα από την αρχή. Ό πω ς πολλοί, το 1953 περίπου, άρχισα να γράφω ένα μυθιστόρημα, δηλαδή κάποιες παιδικές εμπειρίες, κάποιες παιδικές ευτυχίες- έμεινε ατέλειωτο, χάθηκε. Μετά δοκίμασα να γράψω ένα δοκίμιο για μια
συνεντευξη/59 ζουν με τους υπερρεαλιστές. Αυτό συμβαίνει γιατί είμαστε βαθιά αγράμματοι, γιατί δεν ξέ ρουν και δεν μπορούν να αντιληφθούν τα νέα κινήματα. Είναι για να κλαις, αλλά καλύτερα να γελάς. Και να σκεφτείς πως εδώ κάποτε λει τούργησε -και σε ποια μεγέθη!- ο λόγος ο φι λοσοφικός, μια υπέρτατη ποίηση, ακόμα και ο όρος «σημείο» εδώ αρθρώθηκε, και τώρα να μην μπορούμε να μοιράσουμε δυο δεμάτια άχυ ρα! Και κείνες οι καθοριστικές ταμπέλες: «μοντερνιστής», «σουρεαλιστής»... Φάίνέται ότι ο υπερρεαλισμός είναι το μοναδικό μοντέρνο κίνημα με ξεκαθαρι σμένη όψη στην Ελλάδα. Νομίζω όμως πως δέχεστε τον Εμπειρικό ως ένα είδος προγόνου. ΠΡΟΓΟΝΟΥ, όχι. Αλλά εκείνο που μπορώ να βεβαιώσω είναι ότι τον βρίσκω έναν πάρα πολύ μεγάλο ποιητή. Πρόγονος δικός μου, δεν θα έλεγα. ' Εχει ειπωθεί ότι το έργο σας βασίστηκε στον Εμπειρικό. Το δέχεστε εσείς αυτό;
θαυμάσια φωτογραφική δουλειά που είχε κάνει ο φίλος μου David Seymour για τα μοναστήρια των Μετεώρων. Οι φωτογραφίες σώζονται, ο φίλος μου σκοτώθηκε το 1956 στον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο, κι εγώ έγραψα ένα με γάλο δοκίμιο. Έ να μέρος υπάρχει στο βιβλίο του Φίλιπ Σέραρντ «The Pursuit of Greece» με τον υπότιτλο: «Οι άγιοι των βράχων», στα αγ γλικά. Εκεί μέσα προσπαθώ να αντιληφθώ το «ησυχαστικό» κίνημα του 14ου αιώνα και προ σπαθώ ν ’ αντιληφθώ παραπάνω αυτή την αί ρεση, αυτή την αναρχική κίνηση, αυτό το επι θυμητικό των παράφορων αυτών αιρετικών. Με τα χρόνια τώρα κατάλαβα γιατί με γοήτευσε αυτό το κίνημα... Μα επειδή ήταν αιρετικό, και όπου υπάρξει αίρεση, στον φιλοσοφικό ή στον ποιητικό χώρο, μ' ερεθίζει και με διεγείρει πο λύ. Το αιρετικό μυαλό του ανθρώπου, η αίρεση στην τέχνη, οι Φλαμανδοί, ο Ιερώνυμος Bosch, η μουσική γραφή του Ξενάκη, η γλυπτική γραφή του Τάκη, η αναλυτική γραφή της Τζούλιας Κρίστεβα, ο Νικόλας Κάλας σαν πρόσωπο και σαν τεχνοκρίτης, σαν θεωρητικός. Και το έργο σας είναι αιρετικό βέβαια. ΔΕΝ ξέρω, νομίζω ναι. Μη ρωτάς τώρα πώς με τοποθετούν οι «ανίδεοι Αντιοχείς» που με βά
ΤΟ έργο μου πιθανόν να βασίστηκε στον Παπαδιαμάντη. Αυτές ήταν οι πρώτες μου συγκινή σεις. Ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης είναι οι πιο παλιοί μου... ... πρόγονοι στη γλώσσα. Υπάρχει όμως και η διάταξη... ΑΥΤΟ είναι η γεωμέτρηση του χώρου του ποιη τικού, δηλαδή η ποίηση του Κάλβου... Ή θελα ακριβώς να πω ότι υπάρχει μια κινητικότητα της γλώσσας πάνω σε «γε ωμετρικά» σχήματα. Πότε σε κύκλους, πότε σε παράλληλες γραμμές, πότε σε τεθλασμένες ή ευθείες. Και μας δημιουρ γεί αυτή την αίσθηση του τεμαχισμένου. Και ίσως συμβαδίζετε και κάπου με τον Τζόυς, έτσι όπως το λέει, «την αναπό φευκτη μεταβλητότητα του ορατού». Θα μπορούσαμε να το συμπλέξουμε. Νομίζω ότι αυτό πάει πάρα πολύ στην ποίησή σας. ΠΡΙΝ φτάσουμε στον Τζόυς, που είναι ένα με γάλο κεφάλαιο, θα ήθελα να σου πω ότι απάνω σ ’ αυτό το θέμα της γλώσσας έχω γράψει πολλά χρόνια πριν: προσπαθώ να γεωμετρήσω το χώ ρο μου. Τώρα το βλέπω, δεν μπορώ να το δω
60/συνεντευξη την ώρα που γράφω ποίηση, το βλέπω μετά, ότι προσπαθώ να ανιχνεύσω και να γεωμετρήσω ένα χώρο, πρώτα. Έναν εντελώς άγνωστο και τρομερό μαζί χώρο. Έ να χώρο στον οποίο χαράσσετε κύ κλους επιθυμιών, αίσθησης, μνήμης, ανά μνησης της επιθυμίας, κύκλους του φό βου -που δεν είναι αυστηρά διαχωρισμέ νοι. ΕΚΕΙΝΟ που ξέρω είναι ότι στην αρχή υπάρχει ένας χώρος αφασίας. Και πρέπει αυτόν να τον οργανώσω. Γι’ αυτό είπα πριν ότι προσπαθώ να γεωμετρήσω. Και ο χώρος αυτός είναι ο χώ ρος της γλώσσας. Εννοώ της κάθε γλώσσας, της κάθε γραφής. Η αφασία είναι κι αυτή μέρος της γραφής. Δημιουργείτε το χώρο. Δεν τον οργανώ νετε απλώς. ΝΑΙ. Υπάρχει μια μάζα, όχι κενού, αλλά αφασί ας. Έ να ανοργάνωτο, άρρυθμο πράγμα. Αυτό οργανώνεται για μια στιγμή και μετά ξεφεύγει. Είναι πάντα φευγαλέο, επανέρχεται για να ξαναφύγει. Είναι ένας παλλόμενος οργανισμός που το κάθε πλησίασμα μπορεί ή να ξαναρίξει εκεί α π ’ όπου προήλθε, στην αφασία, ή να
Πολύ λιγότερο πράγματα ξέρουμε να πούμε για την ποίηση μας. Πολύ περισσότερα μπορούμε να πούμε για την ποίηση των άλλων. προωθηθεί σε μια λέξη που θ α μου χρησιμεύσει σαν φανοστάτης, σαν ένας οδηγός, ένας φάρος. Αλλά δεν σταματά εκεί. Σταματά εκεί, για να οδηγηθεί πολύ παραπέρα. Αλλά μέσα μου νομί ζω ότι έχω μια περίεργη γεωμετρία. Ο ψυχισμός σας; Ο τρόπος που σκέφτε-
Ο ΤΡΟΠΟΣ που σκέφτομαι... Ενώ υπάρχει αυ τή η περίεργη μάζα, η οποία είναι πολύ κινητι κή, πολύ ευαίσθητη και σε πλήρη αφασία, δεν ξέρω... Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή που μιλάμε ο μεταξύ μας λόγος πρέπει να οργανωθεί. Δεν ξέ
ρω πώς βγαίνουν αυτές οι κάθετοι, διότι προ φανώς θέλω να περιχαρακώσω ένα χώρο που συνεχώς μου διαφεύγει, και είναι συνεχές αυτό το αέναο κυνηγητό κι αυτή η αγωνία, ώσπου κά ποια στιγμή καθηλώνεται. Και κάθε φορά που η λέξη καθηλώνεται, είναι σαν να φωτίζεται ο περίγυρος, να λαμπαδιάζει. Σαν να οργανώνεται και ο γεωμετρημένος χώρος. Φυσικά, ο Εμπει ρικός έχει επηρεάσει όλους, αλλά, αν θυμάμαι καλά, στα πιο παλιά μου διαβάσματα ν ’ ανα φερθώ, είναι ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης πολύ και μετά είναι όλων των ειδών οι επιρροές από ξένα κείμενα. Από μικρή εξοικειώθηκα με τα ξέ να κείμενα. Ό λα αυτά εγγράφονται. Ας πούμε ένα παιδικό βιβλίο, το «Le tour de France par deux enfants» μου είχε δημιουργήσει μια κατά σταση ονειρική, απίστευτη. Ποιος το έχει γράψει αυτό το βιβλίο; ΟΥΤΕ θυμάμαι. Βρισκόταν στη βιβλιοθήκη της μάνας μου, η οποία είχε κάνει γαλλικό σχολειό, και το πήρα κι εγώ και διάβαζα, και χανόμουν, πώς πήγαν, πώς πέρασαν, τι κάναν, τι αντιμε τώπιζαν, όλη αυτή η γεωγραφία, που είναι γεω γραφία του ανθρώπου και ανακάλυψη επίσης του ανθρώπου... Τώρα, από κει και πέρα, δεν ξέρω τι κάνω μετά α π ’ αυτή την οργάνωση, μό νο ξέρω ότι φωτίζονται ορισμένοι χώροι. Και υπάρχει και το θέμα του χρόνου εκεί... Αλλά πάντως φαίνεται πως προσπαθώ να απομονώ σω ακριβώς, και να περιγράψω, και να καταγρά ψω τη στιγμή που η ποίηση συντελείται. Αυτό το κάνω χωρίς να έχω συνείδηση ακριβώς. Αυτό είναι το καινούριο σε μένα. Εάν έχω προσφέρει κάτι καινούριο στον ποιητικό χώρο, είναι αυτό: καταγράφω τη στιγμή που η ποίηση δημιουργείται. Αυτή η κινητικότητα και του εγώ που μιλεί και του χώρου μέσα στον οποίο βρίσκεται -το εγώ αλλάζει χώρους, κινείται συνεχώς και από την πρώτη «Γραφή» ακόμα, τη «Γραφή Α'». Περνά από καφενεία, περνά από κινημα τογράφους, περνά από αχανή πεδία, περνά από βαλτωμένα πεδία, περνά από τραυματισμένους χώρους, περνά από πολλά. Και πάντοτε είναι ένα εγώ που μετακινείται. Η Τζούλια Κρίστεβα και ο θεωρητικός της λόγος θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια συγγενής κατάσταση; Αν και από άλλο χώρο... ΤΗΝ Τζούλια Κρίστεβα, που έχει ένα ισχυρό αλγεβρικό παρόν, τη θεωρώ πάρα πολύ καλή θεωρητική για να καταλάβουμε ή να κατορθώ σουμε την προσέγγιση ορισμένων ποιητικών
συνεντευξη/61 κειμένων. Αλλά η Τζούλια Κρίστεβα αρχίζει και δημοσιεύει από το 1969 κι έπειτα. Η Τζ. Κρί στεβα παρουσιάζεται στον ορίζοντα πολύ αργό τερα. Είναι μια θαυμάσια θεωρητική, και στο τελευταίο συνέδριο της Πάτρας χρησιμοποίησα το δικό της σύστημα για να προσεγγίσω ένα ποίημα του Καβάφη. Ξέχασα να πω ότι ανάμε σα στους προγόνους, τους μεγάλους προγόνους φυσικά, είναι ο Καβάφης. Ο Καβάφης όμως έχει άλλες ιδιότητες, συγκλονιστικές, τεράστιες. Αυτό τον κλειστόν κόσμο -ο τέλειος κόσμος ο δυσπόρθητος, ο μέγας. Δύσκολο να τον προ σεγγίσεις, και το είδα πόσο δύσκολο είναι πρα γματικά να καταλάβεις τι σημαίνει Καβάφης και πόσο μέγιστος είναι, κι αυτά πρέπει να τα καταθέσουμε και πολύ γρήγορα να μπούμε όλοι σε δουλειά και να μην περιοριζόμαστε στα αστεία αυτά πράγματα των βαρβάρων και των μη βαρβάρων, γιατί βέβαια οι βάρβαροι είμαστε εμείς και τα άλλα όλα είναι πολύ μεγάλα αμαρτή ματα που θα τα πληρώσουμε πολύ ακριβά, και τα πληρώνουμε βέβαια.
Νομίζετε ότι δεν έχει «εξαντληθεί» εντε λώς το θέμα Καβάφης, ότι δεν έχει φωτι στεί εντελώς ο «χώρος Καβάφης»; ΜΟΛΙΣ αρχίζει, νομίζω εγώ. Μόλις αρχίζει, και χάρηκα πάρα πολύ που είδα στον «Χάρτη» δυο νέους ανθρώπους οι οποίοι από αγγλικές πη γές, δηλαδή και την Κρίστεβα, που την ξέρουν από αγγλικές μεταφράσεις, αλλά που κατορθώ νουν θεμιτές προσεγγίσεις και πολύ νόμιμες και πολύ επιστημονικές. Επίσης μιλούσαμε πριν για κριτική. Η μόνη μου παρηγοριά είναι η Φιλο σοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου υπάρχει αυτό το φυτώριο δημιουργίας κριτικών. Δεν εί ναι πια αστεία τα πράγματα. Αυτά δε χάρη στον καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη. Δηλαδή γρά φουμε ποίηση, γράφουμε μυθιστόρημα, γρά φουμε δοκίμιο. Μα ναι, αλλά πρέπει να υπάρχει και κάποιος να σε ελέγχει ή να σε καθοδηγεί, όχι απλώς να σε ελέγχει. Ο υπερρεαλισμός δεν έχει θέση στην κριτική. Όλοι είναι υπερρεαλι στές επιτέλους. Φυσικά όλοι είμαστε υπερρεαλι στές και αναρχικοί. Κατά την ίδια έννοια που όλοι είμαστε Εβραίοι μετά τα κρεματόρια. Γιατί είναι ένα κίνημα που καθόρισε μια μεγάλη στι γμή του δυτικού χώρου. Ύστερα το πήρε και ο ανατολικός χώρος. Αλλά εκεί η ποίηση είναι ένας τρόπος να κρύβουν το πρόσωπό τους. Και όταν λέω αυτά θυμάμαι την Αχμάτοβα και τον Mentelstam. Είναι δύο συγκλονιστικές περιπτώ σεις ανθρώπινου και ποιητικού θάρρους -και μεγίστης ποίησης. Από κει και πέρα, για τον
Ταορμίνα 1971
Τζόυς, δεν είναι τυχαίο ότι διαλέγομε εκείνον το συγγραφέα και όχι άλλον. Πόσα χρόνια ασχολείστε με τον Τζόυς; ΜΑ ούτε ξέρω. Σίγουρα ήταν γύρω στο ’ 55-’ 56. Γιατί; Γιατί μ' αρέσουν τα δύσκολα πράγματα. Αλλά τι θα πει αυτό; Είναι μια εύκολη απάντη ση, μ’ αρέσουν τα δύσκολα πράγματα... Σίγου ρα δεν μ’ αρέσουν τα «πεπατημένα». Τα πολύ εύκολα. Αλλά σημαίνει και κάτι άλλο. Την ανορθοδοξία μου, τον αιρετισμό μου, ότι δεν δέ χομαι -δεν το έχω κάνει λάβαρο φυσικά αυτό, αλλά όσο μεγαλώνω γνωρίζω τις διαστάσεις μου, όσο μπορώ βέβαια να τις γνωρίζω. Και βρήκα σ’ αυτό τον άνθρωπο, τον οποίο δεν καταλά βαινα κιόλας στην αρχή, όχι βέβαια το «Πορτρέ το» ή τους «Δουβλινέζους» -αυτά δεν έχουν τέ τοια προβλήματα. Μου άρεσε όμως όπως μου είχε αρέσει ο Φλωμπέρ, που μου άρεσε πάρα πολύ. Αλλά μετά, όταν έμπλεξα στην περιπέτεια του «Οδυσσέα»... και ύστερα η περιπέτεια με το «Finnegans»... Μα είναι πολύ γοητευτικές περιπέτειες. To «Finnegans Wake» είναι το πιο δύσκο λο έργο του Τζόυς; ΣΙΓΟΥΡΑ είναι το πιο δύσκολο. Αλλά είναι δύ σκολο όπως μια μαθηματική εξίσωση, πίστεψέ με. Είμαι αδαής -μιλάω για μαθηματικά- και μ’ έχουν πάρει πολλοί στο τηλέφωνο και με ρω τούν αν ξέρω τα κβάντα και ανώτερα μαθημα τικά για να βοηθήσω τα παιδιά τους στο λύκειο. Σε διαβεβαιώ, δεν ξέρω τίποτα από μαθηματι-
62/συνεντευξη
κά. Εκείνο που ξέρω μόνο είναι ότι ξανά πάλι αυτή η γεωμετρία παρουσιάζεται, και αυτές οι τέμνουσες, αυτά τα ονόματα τα περίεργα. Προ σπαθώ να βρω εκεί μέσα τους αγωγούς που με οδηγούνε κάπου. Και βέβαια, επειδή είμαι άν θρωπος που έχει να κάνει με τις λέξεις, ξαφνι κά οι λέξεις-κλειδιά ξεπηδούν και εκρήγνυνται, γίνεται μια έκρηξη που φωτίζει. Δεν είναι καθό λου τυχαίο ότι διάλεξα αυτόν το συγγραφέα. Το πολύ μεγάλο ερέθισμα ήταν όταν ανακάλυψα τους Έλληνες μέσα στο έργο του. Τις ρίζες τις ελληνικές μέσ' στις λέξεις. Αλλά δεν θα αρκούσε αν ήταν μόνο αυτό. Θά ’χα σταματήσει στα ελληνικά αν δεν υπήρχε η παρότρυνση του Τσίρκα, που μου είχε πει: Κάτι πρέπει να κά νεις με τους Έλληνες και τον Τζόυς. Και βε βαίως είχε απόλυτο δίκιο, και η έρευνά μου δεν τελείωσε καθόλου, έχει πάρα πολλά στοιχεία μέ σα που ελπίζω κάποιος να τη φέρει εις πέρας. Εγώ απλώς νύξεις έκανα. Άλλωστε δεν μ’ εν διαφέρει και να τελειώσω αυτή τη διατριβή. Νομίζω ότι έχω άλλα πολλά πράγματα να κάνω: δηλαδή η «Γραφή Ε'» μου έδειξε ότι έχω κι άλ λα πράγματα να κάνω, με την έννοια ότι ανακά λυψα πως η «Γραφή Ε'» είναι το τελευταίο κομμάτι από τη «Γραφή Α'», είναι το πράσινο πυρέσσον μαλάκιο. Είναι μια τέτοια λειτουργία, υπάρχει μια τέτοιου είδους κίνηση στο εσωτερικό της «Γραφής Ε'». Η κίνηση του πλαγκτόν, ενός πρωτόζωου, ενός αρχέτυπου ζωής... Η ΑΜΟΙΒΑΔΑ ή μια αμφεταμίνη.
Κάτι που κινείται συνεχώς προς τη μορ φοποίηση ξεκινώντας από μια κατάστα ση αντίρροπη-αμφίρροπη. Αλλά νομίζω πως σ' αυτήν τη γραφή, τη «Γραφή Ε'», απομακρύνεστε λιγάκι από τη γεωμετρίαή κάνω λάθος; ΟΧΙ. Ή είναι πολύ πιο εσωτερικό αυτό. Ό λα αφορούν, όλα συμβαίνουν στον πυρήνα αν και ο πυρήνας αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο, τη διχοτόμηση. ΝΟΜΙΖΩ ότι είναι πολύ πιο εσωτερικό. Ό πω ς έχω απομακρυνθεί φυσικά από τη γεωμετρία στη «Γραφή Δ'», και την «Γ'» επίσης. Τουλάχι στον στο φανερό μέρος. Αλλά το κρυπτόν; Αλλά η «Γραφή Γ'» και «Δ'» συμπίπτουν με μια κρίση που έχει επηρεάσει τους πάντες στην Ελλάδα. ΠΟΛΙΤΙΚΗ κρίση. Ναι. Η «Γραφή Γ'» είναι μια τέτοια γραφή, ιδίως το β' μέρος είναι σίγουρα... Αλλά κοιτούσα κάτι κριτικές που είχε γράψει ο Σινόπουλος, μια δη λαδή για τη «Γραφή Α'», και λέει ότι «αυτή η άρθρωση και η ταυτότητα που ψάχνει και η με τακίνηση του εγώ συνέχεια προς μια άλλη έρευ-
συνεντευξη/63
Η Μαντώ Αραβαντινού γεννήθηκε στο Βόλο. ' Οταν ήταν έξι ετών πήγε με τους γονείς της στη Θεσσαλονίκη, όπου μεγάλωσε και σπούδασε. Ά ρχισ ε σ πουδές θεάτρου, τις οπ οίες εγκατέλειψε σύντομα. Στη δεκαετία του ’50 πήγε στη Γαλλία. Μοιράζει τον καιρό της ανάμεσα στη Γαλλία και την Ελλάδα. Το πρώτο της ποιητικό βιβλίο βγήκε το 1962. Βιβλία: «Γραφή Α '» (Αθήνα 1962), «Γραφή Β'» (Αθήνα, 1964), «Γραφή Γ'» (Παρίσι 1971), «Γρα φή Δ ', Ε'» (Αθήνα 1983) και το πεζογράφημα: «Μετα-Γραφή ή Εμπειρία Συνόρων» (1975). Έ χει ασχοληθεί με το έργο του Τζαίημς Τζόυς και έχει μεταφράσει τρία βιβλία του. Επίσης έχει γράψει για τον Τζόυς τα βιβλία: «Τα ελληνικά του Τζαίημς Τζόυς» (1977) και «Τζαίημς Τζόυς - Ζωή και έργο» (1983). Έ χει γράψει δοκίμια που έχουν δημοσιευτεί στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά.
πράγμα: δεν έχεις τίποτα, παρά μόνο μία ευ θεία. Δηλαδή τα σημεία Α' και Β '. Ή ταν ένας διάδρομος έξι μέτρων, επτά, δεν θυμάμαι. Και φαρδύς αρκετά. Και ανεβοκατέβαινα αυτόν το διάδρομο. Συνέχεια. Και αν κοιτάξεις το πέμ πτο κομμάτι της «Γραφής Α '», αρχίζω αυτόν το βηματισμό από το Α' στο Β' σημείο, με μανία, με μανιακή αναζήτηση, για να βγει η μνήμη ενός παιδικού δωματίου όπου ένα εγώ, προφα νώς το δικό μου, είναι άρρωστο κι όπου μέσα από το τζάμι βλέπει ένα πέτρινο δάπεδο κι ένα δέντρο ξερό από το χειμώνα. Και γίνεται ένα γυάλινο δέντρο, από τη στιγμή που περνά μέσα από τη διαφάνεια του γυάλινου παραθυριού. Πάντως γίνεται πολύ έντονο συχνά ότι δεν ψάχνετε μόνο ένα εγώ αφηρημένο, αλλά κι ένα εγώ-σώμα. ΕΓΩ-ΣΩΜΑ, ναι. Γιατί το εγώ μέσα στην αναζή τηση δεν είναι μόνο το ένα εγώ.
να, δεν είναι παρά η ταυτότητα που ψάχνει το εγώ το ίδιο. Να βρει τον εαυτό του...» y Νομίζω πως, όπως στα πρώτα σας βιβλία, η γεωμέτρηση αυτή είναι αμέσως ορατή, δηλαδή είναι και εξωτερική όπως είναι και εσωτερική, παρ’ όλα αυτά ολόκληρη η ποίησή σας από την αρχή είναι μια έν τονη προσπάθεια προς την αυτοανακά λυψη και προς την ταυτότητα, όπως λέει ο Σινόπουλος. ΛΕΕΙ ο Σινόπουλος στην κριτική του για τη «Γραφή Α'»: «Αναζητώντας μια ταυτότητα η φωνή ακούγεται σαν ταινία μαγνητοφώνου στο εσωτερικό ενός άδειου χώρου...» Έχει δίκιο σ ’ αυτό: «...ακολουθώντας ένα απροσδιόριστο ρυθμό παγερότητας ή μεγάλης θερμότητας στη φωνή... μέσα από τις διακυμάνσεις, τα χάσμα τα, τις αβεβαιότητες, κυρίως αυτά, και τους εκτροχιασμούς της μνήμης -είναι οι αποκλίσεις της μνήμης- η Αραβαντινού προσπαθεί να στή σει τα γεγονότα και να αναπλάσει τη βαθύτερη ουσία του βιώματος, του κάθε βιώματος...» Και από κει αρχίζει αυτή η αναζήτηση, η μανιακή αναζήτηση μερικές φορές, που είναι αλλού. Η δε γεωμετρία που παρουσιάζεται στο τέταρτο ή πέμπτο κομμάτι της «Γραφής Α'», που είναι μια ευθεία, θυμούμαι πάρα πολύ καλά, αν αυτό μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της ποίη σής μου, ότι κατοικούσα σ’ ένα σπίτι που είχε ένα μακρύ διάδρομο. Και υπήρχε ένα δωμάτιο κι ένα μπάνιο. Αλλά σ ’ ένα πολύ μακρύ διά δρομο. Λοιπόν είπα τώρα, όταν έγραφα αυτό το
Είναι ένα υπαρξιακό εγώ, ένα υλικό εγώ. ΕΙΝΑΙ ένα άλλο εγώ. Των πραγμάτων. Δεν ξέρω γι’ αυτό. Δεν μπορώ να πω τι ακριβώς. Δεν ξέ ρω. ' Ισως το εγώ των πραγμάτων. Νομίζετε ότι μια ποιήτρια, ένας ποιητής μπορεί να αποκολλάται από τον εαυτό όταν γράφει; Να τον υπερβαίνει, να τον αγνοεί; Να κάνει δηλαδή χρήση των «δι πλών περιγραμμάτων»; ΔΕΝ ξέρω για διπλά περιγράμματα. Ξέρω μόνο πως στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ένα εγώ. Τα εγώ που κινούνται μέσα στο ποίημα είναι σημεία... Παίρνουν άλλα ονόματα. Είναι τα εγώ που αναζητά ή που κρύβει ο ποιητής. Ουσια στικά υπάρχει ένα εγώ. Αλλά έχει ανάγκη από το εσύ κι έχει ανάγκη από το αυτός. Κι έχει ανάγκη κι από τους άλλους. Αυτά, στη γραφή του ποιήματος, δεν είναι συνειδητά. Ο ποιητής δεν παλεύει παρά μόνο με τον εαυτό του. Νομίζετε ότι η δικτατορία έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στη δουλειά σας; ΠΑΡΑ πολύ. Και δεν νομίζω, είμαι βέβαιη. Είναι τη βραδιά που αναγκάζουν την κυβέρνηση Παπανδρέου, μια κυβέρνηση ψηφισμένη τέλος πάντων, να παραιτηθεί. Και όπως έμενα κοντά στην πλατεία τότε, ήμουν σε μια ταράτσα απά νω κι άκουγα τα μεγάφωνα από παντού. Από
64/συνεντευξη τα σπίτια. Από τ ’ αυτοκίνητα που κυκλοφορού σαν. Εκείνη την ώρα εγώ αισθάνομαι ότι γίνεται ένα πραξικόπημα. Αυτά συνέβησαν πολύ πριν την 21η του μηνός Απριλίου. ΑΥΤΑ συμβαίνουν το 1965. Βέβαια, το πρώτο μέρος της «Γραφής Α '» αρχίζει να γράφεται τότε. ΕΧΕΙ αρχίσει να γράφεται τότε. Και μετά, το δεύτερο μέρος της γράφεται έξω, στο Παρίσι. Ύστερα από περίοδο μιας τραυματικής σιω πής. Και στη «Γραφή Δ'» υπάρχει ο Γαλλικός Μάης. Αλλά ο Μάης κυρίως βρίσκεται στη «Γραφή Δ'». Ο ΜΑΗΣ βρίσκεται στο μεταίχμιο, ανάμεσα στη «Γ'» και τη «Δ'». Είναι ένα αβέβαιο πράγμα. Είναι κι ένα ερωτικό ποίημα. Γιατί αυτός ο Μά ης είχε μια μεγάλη ερωτική έξαρση. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την εμπειρία. Αυτά τα νέα αγό-
Στις συναντήσεις συγγραφέων δεν βγαίνει τίποτε. Ή μεγάλων ποιητών. ρια, αυτό το ποτάμι, τα ηλιοβασιλέματα πάνω από το ποτάμι, η πυρπόληση του ουρανού, ένα κόκκινο στη Δύση, αυτά όλα, και βέβαια πάν τοτε υπάρχει το ποτάμι, που είναι ίσως και το ποτάμι του Τζόυς, η Άννα-Λίβια Πλουραμπέλ, μέσα στο μυαλό μου. Αυτό δεν μπορώ να το ξεχάσω. Υπάρχουν όλα αυτά τα μπλεξίματα... «όλα αυτά, βλέπεις είναι μπερδεμένα: κάθε κείμενο εμπεριέχει κάποιο άλλο, ως την πρώτη γραφή του ανθρώπου». Μοιραία ζει κανείς -μέσα από άλλα κεί μενα και εμπειρίες άλλων- διαφορετικά και αλλιώς, ορισμένα πράγματα. ΝΑΙ. Αλλά όχι την ώρα που γίνεται το γεγονός. Καθόλου. Μετά ήρθε η επικάλυψη του ονόμα τος Ανα-Σηκουάνα. Η Άννα-Λίβια Πλουραμ πέλ του Τζόυς έγινε σε μένα η Ανα-ΑναΣηκουάνα.
Νομίζετε πως έχει καλυφθεί λογοτεχνικά η δικτατορία; Δηλαδή, έχουν βγει έργα που την καλύπτουν, έργα που θα μεί νουν; Ή είναι πολύ νωρίς για να το ξέ ρουμε; ΔΕΝ ξέρω αν έχουν βγει έργα που να καλύ πτουν τη δικτατορία. Εκείνο που ξέρω όμως εί ναι ότι η δικτατορία έγινε γιατί είμαστε εξουσι αστικοί εμείς οι Έλληνες. Δηλαδή σ’ ένα μη εξουσιαστικό χώρο, σ’ ένα χώρο που έγινε η Γαλλική Επανάσταση, όπως είναι η Γαλλία, δι κτατορίες δεν γίνονται. Τελείωσε. Λοιπόν δεν είναι τυχαίο ότι βγαίνουνε οι Παπαδόπουλοι. Βεβαίως οι Παπαδόπουλοι είναι κάποιοι από μας. Διαφοροποιούμεθα φυσικά, είμαστε δια φορετικοί, αλλά υπάρχουν τέτοιοι. Είμαστε εξουσιαστικοί άνθρωποι. Μια μικρή στήλη έχουν στις εφημερίδες και κάποιοι ας πούμε ποιητές δηλώνουν πως η ποίηση είναι το τρ α-' γουδάκι τους, η υψίστη ποίηση. Δηλαδή αυτά τα διαβάζουμε κάθε μέρα. Τ’ ακούμε α π ’ όλα τα ραδιόφωνα και τα μέσα ενημέρωσης και δεν διαμαρτύρεται κανένας. Αυτά είναι πράγματα πάρα πολύ άσχημα. Εξουσιαστικά, αυταρχικά και επικίνδυνα. Λοιπόν, δεν καταγγέλλω μόνο τη στιγμή εκείνη που έγινε το γεγονός. Εκείνο ήταν η αρρώστια που ξέσπασε. Αλλά η συμπε ριφορά των γονιών μας είναι αυταρχική, εμείς είμαστε αυταρχικοί προς τους άλλους, οι άλλοι είναι αυταρχικοί προς εμάς, και πάει μια αλυσί δα αυταρχιών και εξουσιών. Τίποτ’ άλλο. Ά ρα υπάρχουν και οι αντίστοιχες αυ ταρχικές δομές και στην πολιτική και κοινωνική, τη λιγότερο «υποκειμενική» ζωή... ΑΠΟΛΥΤΩΣ. Εγώ δεν ξέρω πουθενά στο δυτι κό χώρο ανθρώπους με τόσο λίγο έργο που να παίρνουν θέσεις, εξουσίες, ν ’ αποφασίζουν και να κόβουν κεφάλια. Ψευδοαξίες και αυταρχισμοί. Ό σον αφορά τη δικτατορία, από τους πιο γνωστούς σας στίχους την εποχή εκείνη είναι -βρίσκεται στη «Γραφή Γ '»«... το ρήμα αναξιόπιστο και η γλώσσα ανάπηρη...» Πιστέψατε πραγματικά ότι ήταν το ρήμα αναξιόπιστο και η γλώσσα ανάπηρη για να μπορέσουν να εκφράσουν αυτή την κατάσταση ή ήταν κάτι αντικειμενικό, επιβλήθηκε: δηλαδή στο ρή μα και στη γλώσσα αυτή η αναξιοπιστία και αναπηρία;
συνεντευξη/65 ΟΤΑΝ ακριβώς έπεσε αυτή η μεγάλη σιωπή, ό,τι κι αν λέγαμε, δηλαδή μέσα από το χώρο, ήταν αναξιόπιστο και η γλώσσα ανάπηρη. Γι' αυτό και στον πρόλογο γίνεται όλο αυτό το παιχνίδι με το Dica. Να προσπαθήσει να αρ θρώσει κανείς. Αυτό με τραυμάτισε. Δηλαδή το πιο σκληρό α π ’ όλα ήταν αυτό. Αυτό το καμένο σίδερο που μπήκε μέσα μου ήταν πολύ άγριο, εξεγέρθηκα μ’ αυτόν το βιασμό που έγινε. Και το αισθάνθηκαν όλοι οι φίλοι, όλοι οι άνθρω ποι. Άνθρωποι το πλήρωσαν με μήνες, με χρό νια φυλάκιση. Με βασανιστήρια. Καίμε τι... Και με τι δεν το πλήρωσαν... Άλλοι το πλήρωσαν έτσι κι άλλοι αλλιώς. ΣΕ διαβεβαιώ ότι δεν είναι λίγο. Διότι είναι άλλο πράγμα να είσαι στη φυλακή, άλλο πράγμα να σε βασανίζουν και να σε δέρνουνε στου «Αβέρωφ», όπως γινόταν με το Νοταρά, άλλο πρά γμα να έχεις δύο παιδιά και γυναίκα και να εί σαι στα κρατητήρια και να μη σου επιτρέπουν όταν σ ’ ελευθερώσουν να δουλέψεις -είναι η περίπτωση του καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη. Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά ή τα βασανι στήρια του Καράγιωργα. Πώς δεν τρελάθηκαν αυτοί οι άνθρωποι. Αυτά δεν πρέπει να τα ξε χνάμε. Ρέπετε προς την περιπλάνησή. Γενικά ταξιδεύετε πάρα πολύ. Και νομίζω ότι υπάρχει αυτή η αίσθηση στα κείμενά σας. Τι σημαίνει για τη γραφή σας περιπλά νηση; ΝΟΜΙΖΩ ότι επειδή ήμουν ένα παιδί μοναχικό -αυτά πρέπει να έχουν βαθιές ρίζες, αλλά κα νείς δεν είναι αναλυτής του εαυτού του. Ένα χαρακτηριστικό μου είναι ότι περπατώ πάρα πολλές ώρες. Ονειρεύομαι και σκέφτομαι. Η δε προσέγγισή μου σε μια, όχι πόλη, χωριό... ένα χωριό με δέκα κατοίκους... Η αγωνία που έχω μπροστά σ’ αυτή την οργάνωση που λέγεται χωριό ή πάντως πυρήνας κατοικημένος, δηλαδή πυρήνας ανθρώπων, με διεγείρει πάρα πολύ. Επιθυμείτε να «διασπάσετε» αυτό τον πυρήνα;
Παρίσι, Νοέμβρης 1974
να δω πως έχει καταγραφεί. Γιατί πιστεύω ότι ο πυρήνας που οργανώνει ο άνθρωπος είναι η έκφραση του ανθρώπου, είτε είναι ηλίθιος, είτε είναι καλός, είτε είναι αγαθός. Οι ηλίθιες πόλεις είναι οργανωμένες από τους ανθρώπους. Αυτή η άθλια πόλη, η Αθήνα, δεν είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας; Αισθάνομαι μια πολύ μεγάλη συγκίνηση κάθε φορά που μπαίνω σ’ έναν ορ γανωμένο από τον άνθρωπο χώρο. Είτε είναι οικοδομήματα, δηλαδή ένα πολύ μικρό χωριό, ένας πυρήνας, είτε είναι μια μεγάλη πόλη. Περ πατώ το ίδιο, με την ίδια συγκίνηση κι ενδιαφέ ρον, μ’ αυτή , την αβυσσαλέα περιέργεια που έχω και στους δρόμους της Νέας Υόρκης, και στις μεγάλες λεωφόρους και στους δρόμους του Παρισιού, και στο Δυτικό Βερολίνο, σ’ αυτήν τη μισή πολιτεία. Και εδώ προσπαθώ ν ’ ανακαλύψω γωνιές, και στην Πορτογαλία, παντού προσπαθώ να καταλάβω, και νομίζω ότι κατα λαβαίνω τι γίνεται μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Η κινητικότητα βέβαια υπάρχει στην ποίησή σας, αλλά αυτές οι μεταθέσεις χώρων... ΟΙ μεταθέσεις ορίων. Μ’ ενδιαφέρει να δω τι γίνεται. Μ" ενδιαφέρουν οι γλώσσες των αν θρώπων πάρα πολύ.
ΚΑΘΟΛΟΥ να τον διασπάσω. Για να τον παρατηρήσετε... ΝΑ τον γνωρίσω. Να μπω μέσα. Να δω τι είναι,
Στη «Γραφή Γ'» ακούγονται τρεις ή τέσ σερις γλώσσες, εκτός από τα ελληνικά. Τα γερμανικά, τα τουρκικά και τα λατινι κά, αλλά και τα ιταλικά. Αμέσως πάει το μυαλό σε αντίστοιχες κατοχές της ελληνι-
66/συνεντευξη κής από «εχθρικές» γλώσσες. Κι από τη στιγμή που η «Γραφή Γ'» αναφέρεται και σε μια κατοχή άλλου είδους... ΝΟΜΙΖΩ ότι δεν έχεις ίσως άδικο. Δηλαδή, τώ ρα που το λες, ίσως να είναι αυτό. Δεν το είχα αντιμετωπίσει έτσι. Ό σο για τη «Γραφή Α '» με τα εκπληκτι κά ντεκόρ, νομίζω είναι η πλέον ιδιοφυής χρήση υφάσματος -υπάρχει ο θάνατος της μητέρας σας εκεί μέσα, σ’ αυτή την περιφορά των βαρύτιμων φορεμάτων, αυτές οι χάντρες... ΕΓΩ τον αποφασίζω αυτό το θάνατο. Εκεί που κινείται υπάρχουν οι λάμπες που έχουνε κρόσ σια, και τα φορέματα της μητέρας μου έχουνε κρόσσια. Και φοράει συνήθως μαύρα. Αλλά κάποια στιγμή τα φοράτε κι εσείς. Φοράτε μια ρενάρ. Επωμίζεστε επομέ νως... ΜΑ όχι, μπαίνω μέσα στη μάνα μου. Προέρχο μαι από κει. Ταυτίζομαι. Τη συνεχίζω ώς ένα
σημείο. Για να την απορρίψω. Πρόκειται λοιπόν για ένα συμβολικό θά-
ΑΝΑΦΕΡΕΣΑΙ προφανώς στο στίχο «... παρί σταμαι στην κηδεία του πιο πιστού μου αντιγρά φου...» Είναι φανερό σε πρώτο επίπεδο ότι δεν πρόκειται περί κηδείας. Άλλωστε «... το πιστό μου αντίγραφο...» μπορεί να είναι απλώς ένα διπλό περίγραμμά. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη μητέρα σας... ΕΙΝΑΙ σίγουρα ο άνθρωπος που με επηρέασε πιο πολύ στη ζωή μου. Ίσως ο άνθρωπος που αγάπησα πιο πολύ α π ’ όλα. Με τον πατέρα ήταν ένας ιδεαλιστικός έρωτας. Δηλαδή η αγά πη ήταν ιδεαλιστική. Μου έμαθε να σέβομαι την ελευθερία αυτός ο άνθρωπος. Μου έμαθε να σέβομαι τη δημοκρατία. Ανήκε στο κόμμα του Παπαναστασίου. Η μητέρα μου ήταν πάρα πολύ συντηρητική γυναίκα, μεγαλωμένη σε άλ λους κώδικες, και βέβαια σ’ αυτήν οφείλω τα αναγνώσματά μου. Τέλος, δεν απαλλάσσεσαι ποτέ α π’ αυτά τα πράγματα. Δηλαδή, ό,τι έχω
συνεντευξη/67 κάνει μέσα από τη γαλλική λογοτεχνία ή πόσο μ’ έχει επηρεάσει η γαλλική λογοτεχνία και τα λοιπά, νομίζω ότι είναι καθαρά η υστερία της μητέρας μου, εννοώ υστερία με την ψυχαναλυ τική έννοια, η υστερία μέσα α π ’ αυτόν το χώρο και η υστερία η δική μου βέβαια. Αυτά όλα εν τελώς εντός εισαγωγικών. Αναζητώντας λοιπόν τις δικές σας «δια στάσεις», που μπορεί να τις βλέπει κα νείς αλλά να μην τις αναγνωρίζει ίσως, κά νετε επιστροφές στο παρελθόν, βυθίζε στε στο μέλλον. Και υπάρχει αυτός ο στί χος στη σελίδα 28 της «Γραφής Β'», «... πόσο μπορεί ν’ αντισταθεί κανείς στα νευρικά νεύματα του παρελθόντος εαυ τού...», όπου βρήκα μια εκπληκτική σκη νή, τον εαυτό σας να σας γνέφει νευρικά πίσω από ένα τζάμι. ΕΚΕΙ που παίζουνε κάποιοι μπιλιάρδα... Όχι. Υπάρχει ένας άνδρας. Ό που μένει ο προηγούμενος εαυτός σας μ’ αυτό τον άνδρα κι εσείς απομακρύνεστε, τους γυ ρίζετε την πλάτη. Αυτό υπονοεί μια ρήξη με τον έρωτα; Με το άλλο φύλο; ΟΧΙ. Δεν ξέρω ακριβώς. Δεν μπορώ. Ξέρω μόνο ότι πηγαίνοντας στο σχολείο μου... Αλλά αυτή είναι μια μνήμη που επικάθεται και καλύπτει το άλλο μυστικό. Ό ταν είμαι έντεκα-δώδεκα χρονών και πηγαίνω στο Α' Γυμνάσιο της Θεσ σαλονίκης, κάνω μια διαδρομή από την οδό Εθνικής Αμύνης -δεν θυμάμαι πώς λέγεται τώρα- και συναντώ κάθε μέρα έναν κύριο. Ο κύριος αυτός διδάσκει στο Γ' Γυμνάσιο. Είναι καθηγητής δηλαδή. Είναι μια άλλη σχέση. Τον ξέρω λοιπόν και μου αρέσει πάρα πολύ αυτός ο κύριος.
Με τη ζωγράφο Claudie Marx
ωραία πράγματα γ ι’ αυτά. Δεν ξέρω... Δεν ξέρω να πω τίποτα. Πολύ λιγότερα πράγματα ξέρου με να πούμε για την ποίησή μας. Πολύ περισσό τερα μπορούμε να πούμε για την ποίηση των άλλων. Κάπου στη «Γραφή Γ'», λέτε: «...ακούω τη γλώσσα μου...» Φαντάζομαι εννοείτε ότι είστε έξω κάπου και ακούτε τα ελλη νικά να τα μιλάνε άγνωστοι ' Ελληνες... ΜΑ στο «Ημερολόγιο» το λέω. Ό τι κλείνω το ανοιχτό παράθυρο και ακούω κάτι συλλαβές. Νομίζω ότι μιλάνε τη γλώσσα μου. Ανοίγω το παράθυρο και δεν υπάρχει κανένας στο δρόμο. Την ακούω έτσι, νοερά.
Δεν πιστεύω καθόλου στις διαφορές των γλωσσών. ' Ολες οι γλώσσες ήταν ένα μεγάλο ρεύμα.
Είναι αυτός που λέτε «ο μαύρος κύριος»; ΕΝΑΣ κύριος με μαύρα. Φοράει μαύρα. Αλλά μπορεί και να μη φοράει μαύρα ο άνθρωπος αυτός, καθόλου. Δεν έχει σημασία. Αλλά ένα περίγραμμα μαύρο. Αυτό είναι μια ερωτική μου διάθεση εφηβική και αυτός είναι ένα ιδεατό πράγμα. Αλλά αυτά είναι απλώς ένα ερέθισμα για να διανύσω, για να περπατήσω, για να προ χωρήσω, για να γνωρίσω αυτού του είδους τους χώρους των μπιλιάρδων ή των φλίπερς που σημαίνουνε ποιος ξέρει τι. «Το παίγνιο», λέει ο Αξελός, «είναι απαραίτητο στην ποίηση και τη φιλοσοφία...» Τα παίγνια... Έχει γράψει πολύ
Γιατί κατά τη γνώμη σας είναι τόσο κα θοριστικός τρόπος επικοινωνίας η γλώσ σα; ΝΟΜΙΖΩ είναι μια ερωτική σχέση. Τη γλώσσα την παίρνουμε από τη μητέρα μας. Είναι σαν το γάλα πο\) θηλάζουμε. Πιστεύω πως υπάρχει μέ σα μας, όπως το ασυνείδητο, ας πούμε. Δεν εί ναι δυνατόν να υπάρξουμε χωρίς αυτό. Υπάρχουν κοιτάσματα γλωσσικά μέσα μας; Αμορφοποίητα;
68/συνεντευξη Λ, ΝΛΙ. Αποθηκευμένα Λεν ξέρω πού. Λεν ξέρω πώς, και αμορφοποίητα. Και χρειάζονται αυτή την έκρηξη κάθε φορά για να μπορέσει να διακινηθεί αυτό το πράγμα. Αλλά φυσικά πρέπει να μπορέσει να υπάρξει. Γιατί αυτά πρέπει να κατατεθούν. Ό χ ι πια σαν ατομικές πραγματο ποιήσεις, αλλά και σαν ομαδικές. Με την έννοια ότι πρέπει να καταγραφεί τι έχει σημασία, γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ. Τι σημασία έχει το βι βλίο «Εκατό χρόνια μοναξιάς»; Κατέγραψε τη συνείδηση της φυλής του αυτός ο άνθρωπος. Αυτό έκανε ο Μαρκές. Κατέγραψε πράγματα, και αυτό δεν το έχω δει να καταγράφεται στα δικά μας γράμματα. Κι αυτό είναι μια πολύ με γάλη έλλειψη και θα το μετανιώσουμε πικρά. Εάν δεν καταθέσουμε τα πράγματα, εάν δεν πούμε την αλήθεια, εάν δεν ξεφοβηθούμε. Γιατί είμαστε ακόμη πολύ τραυματισμένοι. Υπάρχει το μέγιστο τραύμα της δικτατορίας του Μεταξά, του εμφύλιου, της άλλης δικτατορίας, του Παπαδόπουλου, όλα αυτά πρέπει να γίνουν τέ χνη, να γίνουν γραφή μακριά από κάθε πολιτι κή σκοπιμότητα, μακριά από δοξαστικά ιδεο λογιών, που συντρίβουν κάθε γραφή και κάθε ταλέντο. Ο Μαρκές είναι άνθρωπος αριστερός, με απεριόριστο χιούμορ, και η γραφή του δεν υπηρετεί καμιά πολιτική σκοπιμότητα. Ούτε και η γραφή του Τζόυς, που καταγγέλλει και
Μέσα μου νομίζω ότι έχω μια περίεργη γεωμετρία. συντρίβει όλη τη μικροαστική δουβλινέζικη ιδε ολογία και θρησκεία, τα ιερά και τα όσιά τους. Ό τα ν εμείς καταφέρουμε και το κάνουμε, σί γουρα θ ' αποκτήσουμε μεγάλους συγγραφείς. Νομίζετε ότι υπάρχουν παραλληλίες στο έργο του Τζόυς και του Προυστ; ΔΕΝ θά έλεγα. Είναι εντελώς διαφορετική η δι ακίνηση του υλικού. Φυσικά και τα δύο είναι έργα μνήμης. Δηλαδή και ο «Οδυσσέας» και η γραφή του Προυστ είναι έργα μέσα από τη μνή μη. Αλλά του Προυστ είναι μια μνήμη απολύτως στραμμένη προς το παρελθόν, ενώ οι πηγές του Τζόυς είναι Δουβλίνο του 1904, και βγαίνει 1929 το βιβλίο, όπου πολλά έχουν αλλάξει, είναι βιβλίο μνήμης, αλλά με μια απίστευτη κινητικό τητα. Ο Προυστ καρφώνει τη σκηνή και την αναλύει τέλεια. Και βεβαίως περνά όλος αυτός
ο αισθησιασμός του ανθρώπου και το μεγάλο όραμά του, που είναι φυσικά αποτέλεσμα... Παρουσιάζεται μετά τον Φλωμπέρ, έχει άλλα πράγματα πίσω του, άλλες ρίζες. Ο Τζόυς έχει πίσω του μόνο κάτι παραμύθια κέλτικα... Και πιο παγανιστικό παρελθόν. Άλλω στε, δεν είναι τυχαίο ότι αναπτύχθηκε περισσότερο ο συμβολισμός στις βόρειες χώρες. Ο υπερρεαλισμός διαχέεται κατά καιρούς στο έργο του Τζόυς. Νομίζετε, συμβαίνει κάτι τέτοιο; ΝΑΙ, πάρα πολύ. Και πώς να μην είναι; ' Ισως επειδή έζησε νότια. ΟΧΙ, δεν είναι το νότια. Είναι η Ζυρίχη. Εκεί πηγαίνει στα ίδια καφενεία, βρίσκεται μέσα στην ντανταϊστική ατμόσφαιρα όπου υπάρχει ο Τζαρά και όλοι αυτοί. Δεν είναι όμως καθόλου υπερρεαλιστής ο Τζόυς. Περνάνε πράγματα υπερρεαλιστικά. Οι Γάλλοι κάνουνε αυτό το λά θος. Και ο Σουπώ, μόνον αυτός, και ο κριτικός Βαλερύ Λαρμπώ κατάφερε να τοποθετήσει σω στά τον Τζόυς. Αν και ο Αντρέ Μπρετόν, μέχρι και πριν πεθάνει, δεν δέχτηκε ποτέ να διαβάσει τον Τζόυς. Ίσω ς είχε καταλάβει ότι δεν είναι υπερρεαλιστής. Για τον Σουπώ και τους άλλους ο Τζόυς έλεγε: « Ά σ ’ τους, άσ’ τους, δεν ξέ ρουνε». Αλλά τον συνέφερε να γίνεται λόγος γι’ αυτόν. Δεν είναι περίεργη αυτή η δυνατή άπωση ανάμεσα σε δυο μεγάλους συγγραφείς, τον Προυστ και τον Τζόυς; Απέφευγαν συστηματικά να συναντηθούν, και ιδίως ο Προυστ απέφευγε τον Τζόυς. Κι όταν μια φορά συναντήθηκαν, γρήγορα έ στρεψαν την πλάτη ο ένας στον άλλο, για να μη συναντηθούν ποτέ ξανά. ΝΟΜΙΖΩ ότι ήτανε μια βαθιά περιέργεια και των δύο. Ίσω ς από τη μεριά του Τζόυς να υπήρχε μια επιθυμία, όπως την είχε εκφράσει σ’ εκείνη τη συζήτηση που καταγράφώ στο βι βλίο, ότι ήθελε ένα διάλογο μαζί του. Ο άλλος αρνήθηκε το διάλογο. Δεν νομίζω ότι θα έβγαι νε τίποτε σπουδαίο από τη συνάντηση αυτή. Πίστεψέ με, από τις συναντήσεις συγγραφέων δεν βγαίνει τίποτε. Ή μεγάλων ποιητών. Είναι τόσο τεράστιο το υπερεγώ και των δύο που διακυβεύεται εκεί που κρατάς μια σιωπή και λες...
συνεντευξη/69
Αυτό ίσως αφορά καταξιωμένους συγγραφείς της ίδιας ηλικίας. Ο Προυστ εκείνη την εποχή ήταν πολύ πιο πάνω, και στη φήμη και στην ηλικία βέβαια, από τον Τζόυς. ΤΟ υπερεγώ δεν έχει ηλικία. Ο Τζόυς ήταν γνω στός σ' ένα μικρό κύκλο παρισινό, αλλά είναι αυτός ο κύκλος που θα τον ενθαρρύνει για να προχωρήσει και παραπέρα. Γιατί αν δεν υπήρχε αυτός ο κύκλος, δεν θα γραφόταν το «Finne gans Wake». Πιστεύετε σ’ αυτή την ενθάρρυνση απέ ξω; ΑΠΟΛΥΤΩΣ. Δηλαδή, πιστεύω ότι χρειάζεται ένας πυρήνας. Κι αυτή τη στιγμή αυτό που λεί πει από μας είναι ένα καλό περιοδικό. Ένα περιοδικό πυρήνας, που να μαστιγώνει. Να κα ταγγέλλει τα πράγματα. Κι όχι το ποιηματάκι του ενός και το διηγη ματάκι του άλλου. Δεν σημαίνουν τίποτε αυτά. Δεν μπορεί να είναι μονόδρομος τα πράγματα. Ό λα όσα γράφον ται, και τα θεωρητικά, πρέπει να σημαίνουν κά τι. Να βγαίνουν από μια ραχοκοκαλιά. Δεν μπορεί να υπάρχει αυτή η διάλυση, να είναι ανοργάνωτα τα πράγματα. Είμαστε ανοργάνω
τοι. Ο ψυχισμός μάς είναι ανοργάνωτος. Το έχω δει και σε νεότερους ανθρώπους όταν γρά φουν. Βλέπω ότι δεν υπάρχει μια σπονδυλική στήλη, μια ραχοκοκαλιά. Ας είναι από σύρμα, να είναι από χαλκό, από οτιδήποτε, από κά ποιο στέρεο υλικό να είναι. Αυτό επιτεύχθηκε στο περιοδικό «Πάλι», όπου συνεργαστήκατε κι εσείς. ΗΜΟΥΝ ιδρυτικό μέλος μαζί με άλλους. Δεν ήταν αρκετό, αλλά βγήκανε κάτι καινούρια κεί-
Η γλώσσα υπάρχει μέσα μας όπως το ασυνείδητο. μένα για κείνη την εποχή, που είχαν μια μεγάλη σημασία. Ελπίζω να ξαναπραγματοποιηθεί μια τέτοια προσπάθεια. Οι άνθρωποι αρχίζουν και κινούνται περισσότερο, τα πράγματα κυκλοφο ρούν περισσότερο σ’ αυτόν το χώρο, κι είναι πάρα πολύ φυσικό. Και τώρα ας περάσουμε σ’ ένα άλλο βι βλίο που έχετε γράψει και που θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί το χρονικό μιας άλ λης περιπλάνησης...
70/συνεντευξη ΑΥΤΟ το βιβλίο είναι όντως ένα χρονικό περι πλάνησης. «Μεταγραφή ή Εμπειρία συνόρων», για την οποία έχουν θυμώσει μερικοί άνθρωποι. Εκεί είδα τα κύτταρα, πώς λειτουργούν οι μη χανισμοί σε εξουσιαστικούς λαούς. Και πρώτη το λέω ότι είμαστε εμείς οι ' Ελληνες ένας εξου σιαστικός και δογματικός λαός, πάρα πολύ αυ ταρχικός, και άτομα αυταρχικά. Είμαστε ένας συνδυασμός αυταρχικών και αναρχικών αν θρώπων. Λοιπόν εκεί το είδα. Είδα τις γερμανίδες μητέρες πώς ανατρέφουν τα παιδιά τους, πώς συμπεριφέρονται οι μεγάλοι προς τους μι κρούς, δεν έχω δει στη ζωή μου μια κατάσταση όπως αυτή των λεωφορείων στο Δυτικό Βερολί νο, με δύο ορόφους. Ο κάτω όροφος ήταν για τους άνω των πενήντα, δηλαδή για τους υπεύ θυνους του ναζισμού, και επάνω ήταν οι νέοι άνθρωποι. Οι των τριάντα, τριανταπέντε χρό-
το τραύμα τους. Βλέπεις είναι άνθρωποι που δεν δέχονται εύκολα κριτική σ' αυτό το ση μείο, και δικαίως ίσως, αλλά απλώς ξέσπασε εκεί. Υπάρχουν κάποιες αναλογίες και αλλού. Π.χ. στη Γαλλία. Ο Πεταίν και οι συνεργάτες του... Βλέπετε να υπάρχουν αναλογίες Πεταίν καί Χίτλερ; ΚΑΘΟΛΟΥ. Ο Πεταίν δεν είναι Χίτλερ, προς θεού. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν έγιναν στη Γαλλία. Το Άουσβιτς έγινε στη Γερμανία. Δεν έχετε γράψει άλλο πεζό από τότε... ΟΧΙ, δεν έχω γράψει. Δεν σας ενδιαφέρει ή...
Εννοείτε ότι απαγορευόταν... ΝΟΜΙΖΩ ότι μ’ ενδιαφέρει. ΟΧΙ απαγορευόταν. Οι νέοι το είχαν αποφασί σει ότι δεν θα είχαν καμιά επαφή μαζί τους. Ού τε στα δημόσια οχήματα. Νομίζω ότι η «Εμπειρία συνόρων» απο τελεί ένα υλικό -αύταρκες οπωσδήποτε απ’ όπου θα μπορούσε να υποθέσει κα νείς ότι προήλθαν ορισμένα κομμάτια του τελευταίου ποιητικού σας βιβλίου... ΣΙΓΟΥΡΑ το πρώτο μέρος της «Γραφής Δ'». Αυτό με τους solidaridat. Είδα τους εργάτες
Ο Αντρέ Μπρετόν δεν δέχτηκε ποτέ να διαβάσει τον Τζόυς. εκεί, την απομόνωσή τους, είδα το μεγάλο τραύ μα, κι εκεί βρέθηκα στην ίδια κατάσταση μ' αυτούς, γιατί δεν είχα γλώσσα. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Εγώ είχα μια άλλη γλώσσα, μια τρίτη. Είχα αγγλικά, είχα γαλλικά, αλλά δεν είχα τα γερμανικά. Τα γερμανικά μου ήταν όπως και τα δικά τους. Ν’ αγοράσω αυγά. Ν' αγοράσω πορτοκάλια. Ν’ αγοράσω το γάλα. Αλλά από την άλλη τη μεριά ήταν και το δράμα αυτών των ανθρώπων. Και, πραγματικά, αν έχω μια νο σταλγία, είναι αυτή. Τα πάρκα κι εκείνα τα νέα παιδιά που περπατούσαν, οι έφηβοι ολομόνα χοι. Τώρα βέβαια, ύστερα από δώδεκα χρόνια, σε διαβεβαιώ αυτά τα νέα παιδιά δεν βλέπανε
Εκείνη την εποχή θέλατε... ΕΚΕΙΝΟ που δεν μπορούσε να περάσει στο ποίημα, χρησιμοποιήθηκε στο πεζό. Εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι ότι στην πεζογραφία που κάνετε ο λόγος εί ναι τόσο άμεσος κάι ρευστός και καθό λου «γεωμετρημένος» όπως... ... ΟΠΩΣ η ποίησή μου. Μέσα σε κείνο το χώρο στο Δ. Βερολίνο, όπου έζησα με τα πράγματα ολόγυρα οργανωμένα ή ανοργάνωτα, ανακατε μένα στα μυαλά των νέων, άπληστα μυαλά και τρικυμισμένα, ενδιαφέροντα ίσως, αλλά ανισόρ ροπα και αναρχικά, όχι με την έννοια των θαυ μάσιων αναρχικών ποιητών Κλάιστ, Νοβάλις, αλλά ένας αναρχισμός μέχρι θανάτου, ένας αναρχισμός των εξευτελισμών, ένας αναρχισμός του Φασμπίντερ, αναρχισμός εκπεσόντων αγγέ λων. Ο δικός μας αναρχισμός είναι βαλκανικός, μικρός και άσχημος, διαλυμένος. ' Ισως αυτό να είναι ο φόβος μου και γι’ αυτό ίσως περιχαρα κώνω και γεωμετρώ τον ποιητικό χώρο. Εκείνη την εποχή στη Γερμανία άρχιζαν να δρουν οι Μπάαντερ-Μάινχοφ... ΟΧΙ ακόμα, τότε. Υπήρχε πάντως το κλίμα...
συνεντευξη/71
Νόρμαν did, πρωτοχρονιά 1971: Με τη Χρυσά. Στο σπίτι της Χρνσας Ριομανού και του Νίκον Κεσσανλή, στην κωμόπο λη Ρύ, όπου έζησε η ηρωίόα του Φλωμπέρ Εμμα Μποβαρύ
ΤΟ κλίμα ήταν ότι υπήρχαν νέοι άνθρωποι οι οποίοι μιλούσαν πολύ φανερά. Το δικηγόρο τους μάλιστα τον είχα συναντήσει και σε διά φορες συγκεντρώσεις, καλεσμένο επίσημα. Ή ταν πανέξυπνοι άνθρωποι. Κι αυτή που έβγαζε το περιοδικό, η Μάινχοφ. Αστικότατα παιδιά, προετοιμάζονταν τότε, έβγαιναν τα διάφορα έντυπα, κι αυτό ξέσπασε όχι σε Μάη του ’68... Στις τελευταίες σελίδες της «Εμπειρίας συνό ρων» υπάρχει κάτι σχεδόν προφητικό. Πρόκει ται για τη συνάντησή μου σ’ ένα χωράφι βομ βαρδισμένο, κοντά στο τείχος... Συναντώ έναν άγγελο της μεγάλης γερμανικής ζωγραφικής, που περπατά με αυτά τα βρόμικα πόδια μέσα σε σανδάλια. Αλλά είναι ένας άγγελος κατα στροφής, είναι ο άγγελος του θανάτου. Αυτόν τον είδα να διασχίζει το χωράφι, μ’ ένα παλιό μπουρνούζι και με μια κιθάρα και αντικριστήκαμε έτσι... Δεν μπορούσε παρά να γίνει αυτό το πράγμα στη Γερμανία. Δεν παραξενεύτηκα. Αυτό είναι η θαυμάσια γερμανική ζωγραφική. Αυτό είναι που ο Κλάιστ το πληρώνει με την τρέ λα του, με την αυτοκτονία του. Αυτό είναι το κίνημα των μεγάλων ρομαντικών Γερμανών α π ’ όπου δεν περάσαμε εμείς. Λίγο ίσως ο Σολω μός. Γιατί ο Κάλβος ανήκε αλλού. Ο Κάλβος εί ναι αναρχικός. Είναι καρμπονάρος. Αλλά τον αγαπώ υπερμέτρως. Κι εκείνο που αγαπώ υπερμέτρως, βέβαια, είναι η «Γυναίκα της Ζά κυνθος». Γιατί θαρρείς είναι γραμμένη για μας
τους σύγχρονους. Ό ταν αρχίζουμε να διαβά ζουμε «Εγώ ο Διονύσιος Μοναχός...» είναι εγώ ο Διονύσιος Σολωμός βέβαια. Κανένας άλλος. Πιστεύετε στα κινήματα; Στις σχολές; ΝΟΜΙΖΩ ναι. Πιστεύω ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις, όπως είπαμε και στην αρχή με την Κρίστεβα, η εισήγηση του καθηγητή Κολακλίδη μ’ ένδιέφερε πάρα πολύ, όπως και τα δύο κείμενα που ανέφερα πριν στον «Χάρτη» για τον Καβάφη. Άλλωστε λίγο ώς πολύ ρέ πουμε προς τα εκεί. Η γλώσσα είναι ο έρωτας, είναι οι επιθυμίες μας, είναι οι ερωτικές μας επιθυμίες οι οποίες έχουνε μια μεγάλη κουβέν τα να πούνε μέσα στην ποίηση κι αλίμονο μας αν τα παραγνωρίσουμε αυτά. Με τη «Γραφή Ε'» επιστρέφετε σ’ έναν πιο αθέατο χώρο. ΥΠΑΡΧΕΙ ένας περίγυρος και μέσα εκεί υπάρ χει ένα ον που δρα. Και μόνο να κοιτάξει κανείς το κείμενο τυπωμένο έχει αυτή την αίσθηση. Δουλέ ψατε πολλά χρόνια τη «Γραφή Ε'»; ΟΛΑ τα δουλεύω πολλά χρόνια. Για μένα δεν
72/συνεντευξη βγαίνουμε τα πράγματα εύκολα. Η πρώτη γρα φή δεν είναι τίποτα. Είναι μια πεζολογική γρα φή που δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνο για μένα, σαν σημειώσεις. Μετά βέβαια αρχίζει μια αφαιρετική διαδικασία. Εδώ οι δυσκολίες ήτανε ότι είχα ένα ον που δεν είχε αισθήσεις αλλά που συγχρόνως -και αφαιρετικά- έπρεπε να φανεί, <J^L ' 1 Αυτό το ον έχει την αίσθηση της αφής. ΟΧΙ. Έχει την αίσθηση της γεύσης. Του φαγη τού. Καταπίνει και ξερνάει. Και της αφής όμως. Ενσωματώνει πρά γματα.
ΔΕΝ ξέρω. Πάει προς τα εκεί, νομίζω. Λέτε τελειώ νοντας τη «Γραφή Ε'»: «... όπως η μέρα η πρώτη που σούρθηκα ώς την στεριά και χάραξα τα πράγματα όλα και χαρά χτηκα από τα πράγματα όλα...» Α, ΝΑΙ. Από τη στιγμή που αρθρώνει τις πρώ1τες λέξεις, τους φθόγγους, και είναι μινωικά και μυκηναϊκά, επίτηδες έχω βάλει τις λατινικές λέ ξεις, γιατί αυτές δίνουν τον ήχο ακουστικά... δηλαδή τα dos αυτά είναι δώσε. Και το Mnasi Wergos είναι αυτός που θυμάται το έργο. Είναι ένα πολύ γοητευτικό κύριο όνομα. Μνήσκομαι του έργου...
ΑΓΓΙΖΕΙ. Και βέβαια λούζεται μέσα σ’ αυτά με το τελειωμό του. Ό ταν γίνεται ένα μεγάλο κή τος. Έ να μεγάλο ψάρι. Μετά από κει αρχίζει και ακούει, δεν αρθρώνει, ακούει τους ήχους της γλώσσας, τους χτύπους της γλώσσας, πώς δημιουργούνται μέσα του. Αλλά πρέπει να δημιουργηθούνε μέσα του αυτοί οι ήχοι για να τους ακούσει. Θα βγει αργότερα προς τη στεριά, αυτό το πλάσμα το υδρόβιο;
ΜΝΗΣΚΟΜΑΙ του έργου... Ο Mnasi Wergos και μετά το drus. Ο drus που είναι ο δρυς. Δρυς είναι η πρώτη ονομασία δέντρου. Ό λα τα δέν τρα ήταν drus. Από κει ίσως βγαίνει και το δέν τρο. Μ’ ενδιαφέρει αυτή η έρευνα πάρα πολύ. Ό π ω ς με συγκίνησε στο Μουσείο Ηρακλείου όταν ανακάλυψα εκείνη τη μικρή πλακέτα από φαγεντιανή που ήταν η αναπαράσταση μιας μινωικής πολιτείας. Με δίπατα και τρίπατα σπί τια. Μα είναι συγκλονιστικό, στη δεύτερη χιλιε τηρίδα να δεις τέτοια πράγματα. Μ’ ενδιαφέρει πολύ η οργάνωση μιας πολιτείας. Τι θα πει σπί τι; Θα πει οργανώνω σπίτι. Δίπατο, τρίπατο. Παράθυρα, ανοίγματα, πόρτα, μια δομή. Και τι σκέψη θέλει για να μην πέσει απάνω στο κεφά λι εκείνου που το φτιάχνει! Το ίδιο και η γλώσ σα. Είναι επόμενο ότι ο άνθρωπος αυτός θα γράψει, θα αρθρώσει, θα κάνει κριτική, θα σκεφτεί. Και βέβαια δεν πιστεύω καθόλου στις διαφορές των γλωσσών. Ωραιότερες γλώσσες. Οι καλύτερες γλώσσες. Πιστεύω ότι όλες οι γλώσσες ήταν ένα μεγάλο ρεύμα κι εκεί μέσα κολυμπούμε και θα κολυμπούμε, και το πι στεύω αυτό που λέω, ο σπόρος δεν χάθηκε. Μια γλώσσα, πιστεύω, καθορίζεται απο λύτως από το χώρο στον οποίο γεννιέται. Από το κλίμα, από τις δυσκολίες που προκύπτουν στην αντιμετώπιση αυτού του «χώρου». ΣΙΓΟΥΡΑ είναι το τι βλέπει ο άνθρωπος. Τι εμ πόδια έχει. Τι ανάγκες. Πώς; Ό ταν αυτό το δέντρο θα του δώσει το πρώτο ρόπαλο. Το πρώτο υλικό να χτίσει καλύβα, να γίνει αρχιτέκτων ή κάστωρ.
ΔΕΛ ΤΙΟ 20 Οκτωβρίου2 Νοεμβρίου 1983
βιβλιογραφικό δελτίο αριθ. 81 • Το Βιβλιογραφικό Δελτίο ανντάσοεται με την πολύτιμη συνεργασία του βιβλιοπωλείου της «Εστίας», τη διεύθυνση και το προσωπικό του οποίου ευχαριστούμε θερμά. • Η ταξινόμηση των βιβλίων γίνεται με βάση το γνωστό Δεκαδικό Σύ στημα Ταξινόμησης, προσαρμοσμέ νο στην ελληνική βιβλιογραφία. • Σε κάβε κατηγορία βιβλίων προη γούνται αλφαβητικά οι έλληνες
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Επιμέλεια: Έφη Απάκη
συγγραφείς και ακολουθούν οι ξέ-
• Η κατάταξη των ξένων συγγραφέων γίνεται σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο. • Στην κατηγορία των περιοδικών δεν περιλαμβάνονται εβδομαδιαία έντυπα. • Για την ακόμη μεγαλύτερη πληρό τητα του Δελτίου, παρακαλούνται οι εκδότες να μας στέλνουν έγκαι ρα τις καινούριες εκδόσεις τους.
ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
ΓΕΝΙΚΑ
ΑΤΟΜ ΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Κ. I. Μελετήματα πολιτικής φι λοσοφίας. Δ' έκδοση. Αθήνα, Παπαζήσης, 1983. Σελ. 190. Δρχ. 300.
ΧΟΡΝΈΎ' ΚΑΡΕΝ. Ο ρόλος της νεύρωσης και η ανέ λιξη της προσωπικότητας. Μετ. Κίκα Δ. Χριστοφίδου. Αθήνα, Επτάλοφος. Σελ. 482. Δρχ. 650.
ΜΠΟΖΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. Ανθρωπολογική φιλο σοφία. Αθήνα, 1983. Σελ. 99. Δρχ. 400. ΜΠΟΖΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. Σύγχρονες φιλοσοφικές θεωρίες. Αθήνα, 1983. Σελ. 111. Δρχ. 400. ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΗΣ. Οντοθεάσεις της βίας και της υπέρβασης. Αθήνα, 1983. Σελ. 110. Δρχ. 200 . AIVANHOV OMRAAM MIKHAEL. Η σεξουαλική δύ ναμη ή ο φτερωτός δράκος. Συλλογή Icvor, No 205. Αθήνα, PROSVETA. Σελ. 160. Δρχ. 280. ΜΠΩΒΟΥΑΡ ΣΙΜΟΝ ΝΤΕ. Πύρρος και Κινέας. Δο κίμιο φιλοσοφίας. Μετ. Εβελίνα Χατξηδάκη. Αθήνα, Γλάρος, 1983. Σελ. 101. Δρχ. 150.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ ΓΙΟΥΛΤΣΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΡ. Εισαγωγή στη γενική κοινωνιολογία. Β' έκδοση. Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης, 1983. Σελ. 262. Δρχ. 470. ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Η καταναλωτική συμ περιφορά στην ελληνική κοινωνία 1960-1975. Αθή-
74/δελτιο να, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 1983. Σελ. 356. Δρχ. 450. ΚΟΥΤΛΟΥΚΑ ΜΑΡΙΑ ΕΥΣΤ. Εισαγωγή στην κοινωνιολογία. Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης, 1983. Σελ. 160. Δρχ. 280. ΜΥΓΙΑΚΗΣ ΕΛΕΥΘ. ΕΜΜ. Ελλάδα - Φως. Πορευόμενη τον 21ο αιώνα. Σύντομη κοινωνικο-πολιτική ερ γασία. Αθήνα, 1983. Σελ. 88. ΜΙΑ Τ. Σ. - ΕΝΓΚΕΛΣ Φ. - ΜΠΕΜΠΕΛ A. - ΑΝΤΛΕΡ Α. - ΖΙΛΜΠΟΥΡΓΚ Γ. - ΣΑΙΝΤΕΜΠΕΡΓΚ Ρ. Η αξία της γυναίκας. Μετ. Δημ. Κωστελένος - Μαρίνα Λώμη. Αθήνα, Γλάρος, 1983. Σελ. 152. Δρχ. 180. ΧΕΛΕΡ ΑΓΚΝΕΣ. Επανάσταση και καθημερινή ζωή. Μετ. Αποστόλης Τσέλιος. Αθήνα, Οδυσσέας, 1983. Σελ. 153. Δρχ. 150.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΑΙΔ/ΓΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ...έξω από το σχολείο. Μετ. Ρωξάνης Καυταντζόγλου. Παιδεία και Αυτοδιαχείριση, αριθ. I. Αθήνα, Ανδρομέ δα, 1983. Σελ. 190.
ΠΑΙΔΙΚΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
ΠΟ ΛΙΤΙΚΗ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ. ΠΑΣΟΚ 2 χρόνια. Τό μοι A' + Β '. Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 362 + 437. Δρχ. 1200 (οι δυο τόμοι). ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ Π. Ν. Η ελληνική πραγματικότης. (Με παράδειγμα την περίοδο 1977... 1980). Αθήναι, 1983. Σελ. 243. Δρχ. 600. ΠΑΥΛΙΔΗΣ Α. Φάκελος Κύπρος άκρως απόρρητον. Τόμοι Α '+ Β '. Λευκωσία, 1982. Σελ. 878. Δρχ. 2.800 (οι δύο τόμοι).
ΚΥΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Ζ. Ν. Η Ζωίτσα. Εικονογράφηση Αλέξης Κυριτσόπουλος. Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 141. Δρχ. 400. ΜΑΡΚΟΥ ΦΙΛΛΙΩ. Αυτό εδώ (ΔΕΝ) είναι βιβλίο. Αθήνα, Τεκμήριο. Σελ. 78. Δρχ. 180. ΠΑΠΑΚΟΥ-ΛΑΓΟΥ ΑΥΓΗ. Μια ηλιαχτίδα διηγιέται. Αθήνα, Βασδέκης. Σελ. 83. Δρχ. 350. ΠΑΠΑΚΟΥ-ΛΑΓΟΥ ΑΥΓΗ. Πού βρίσκεται το καστανόδασος. Αθήνα, Βασδέκης. Σελ. 93. Δρχ. 350.
AVENDROTH W. - LENK Κ. Εισαγωγή στην πολιτι κή επιστήμη. Τόμος Α '. Μετ. Γιάννης Τζώρτζης - Φανή Α θανασιάδου. Δίκαιο και Πολιτική, αριθ. 8. Θεσ σαλονίκη, Παρατηρητής, 1983. Σελ. 199.
ΣΑΝΤΟΒΕΑΝΟΥ ΜΙΧΑΗΛ. Το μαγεμένο δάσος. Μετ. Γιώργος Ζωίδης. Εικονογράφηση Αλέξης Κυριτσόπουλος. Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 75. Δρχ. 250.
ΔΙΚΑΙΟ
ΕΦΑΡΜΟΣΜ. ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΛΕΕΗΣ. Εργασιακές σχέσεις και κοινωνικός μετασχηματισμός. Β' έκδοση συμπληρω μένη. Αθήνα, 1983. Σελ. 219.
ΥΓΙΕΙΝΗ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
SCOTT BYRON. Το μασσάζ και η πρακτική του. Μετ. Ε. Ταμπάκη. Αθήνα, Δίδυμοι. Σελ. 160. Δρχ. 400.
ΚΑΡΥΜΠΑΚΑ-ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ ΑΡΓΥΡΩ. Ασπροκεντήματα κοφτά. Αθήνα, 1983. Σελ. 90. Δρχ. 1100.
ΤΕΧΝΕΣ
ΜΙΤΑΚΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Αχελώος. (Γλωσσολογίαμυθολογία - ιστορία - τέχνη). Πάτρα, 1983. Σελ. 175. Δρχ. 500.
ΓΕΝΙΚΑ
Υφαντά Νάξου. Συγκέντρωση και παρουσίαση ύλης Ισμήνη Ευσταθίου. Αθήνα ΕΟΜΜΕΧ. Σελ. 80. Δρχ. 300.
ΚΑΛΛΙΓΑΣ ΜΑΡΙΝΟΣ Γ. Έκταση και γνωρίσματα της ελληνικής τέχνης. Αθήνα, 1983. Σελ. 31. Δρχ. 100.
δελτιο/75 ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ - ΜΕΓΑΡΟΝ ΓΚΥΖΗ. Σαντορίνη 15ός-19ος αιώνας. Χάρτες, τοπία και εν δυμασίες. Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα. Αθήνα, 1983. Σελ. 95. Δρχ. 300.
ΚΑΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ. Ιχθύων λαγνεία. Αθήνα, Σημείον, 1983. Σελ. 47. ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΚΩΣΤΑΣ (1912-1982). Ποιητικά έργα (1931-1982). Θεσσαλονίκη, 1983. Σελ. 141. Δρχ. 300. ΔΙΔΩΡΙΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ. Κραυγή σε 24 τόνους. Αθήνα, Ί καρος, 1983. Σελ. 47. Δρχ. 250. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ ΠΑΝΟΣ. Ί καρος, 1983. Σελ. 58.
ΜΟΥΣΙΚΗ DALRYMPLE HENDERSON. Bob Marley, Rasta Reg gae. Μετ. Ντίνος Κρίτας. Αθήνα, Απόπειρα, 1983. Σελ. 108. Δρχ. 200.
ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ Ο Μαγειρέβας. Μικρο-μαγειρέματα για παιδιά. Αθή να, Ακιδάλια. Σελ. 31.
Η ναυλαγορά.
Αθήνα,
Τα πάρεργα. 31 σονέττα του Δάντη - 31 σονέττα του Πετράρχη - 41 σονέττα του Σαίκσπηρ. Αθήνα, Λίτινας, 1983. Σελ. 205. Δρχ. 300. ΣΑΜΦΟΡ. Αξιώματα. Μετ. Γιώργος Καραβασίλης. Αθήνα, Θεωρία, 1983. Σελ. 106. Δρχ. 170.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. Έ ρως ανίκα νε... Διηγήματα. Λευκωσία, Μορφωτική Υπηρεσία Υπουργείου Παιδείας, 1983. Σελ. 77.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΚΑΡΑΜΠΑΤΣΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ Θ. Ορκιστείτε πα ρακαλώ. Εύθυμες και περίεργες δικαστικές ιστορίες. Τόμος Β . Αθήνα, Σιδέρης, 1983. Σελ. 255. Δρχ. 400.
ΓΕΝΙΚΑ
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ ΙΩΑΝΝΑ. Οι δύο τελευταίοι. Μυθι στόρημα. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 266. Δρχ. 400.
Ά ντη ς Περνάρης: Επιλογή από το έργο κα· βιβλιο γραφία του. Λευκωσία, 1982. Σελ. 127.
ΠΟΙΗΣΗ ΒΑΓΙΑΝΟΣ ΜΑΝΩΛΗΣ. Μνήμες 1922. Ποιήματα για την αξέχαστη Μικρά Ασία. Μέγαρα, 1983. Σελ. 29. DELIGHIANI-ANASTASIADI GIORGIA. Poesie. Scelte e tradotte con testo greco a fronte da Costantino Nikas. Atene, Dioghenis, 1983. P. 150. Drs. 300. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Η γαλανή της θάλασ σας. Ποιήματα. Αθήνα, 1983. Σελ. 27.
ΚΟΛΥΔΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. «Μαρς!». Παράξενα διηγή ματα. Αθήνα, 1983. Σελ. 95. Δρχ. 150. ΜΕΓΑΛΟΥ-ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ ΔΙΑ. Τα 92 συρτάρια. Αθή να, Εξάντας, 1983. Σελ. 85. Δρχ. 200. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΣ. Κυπραίι κα. Σειρά Β'. Διηγήματα. Λευκωσία, Μορφωτική Υπηρεσία Υπουργείου Παιδείας, 1983. Σελ. 75. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ ΑΝΑΣΤΟΣ. Συνοριακό επεισόδιο. Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 126. ΡΕΚΟΥΜΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. Μια τυπική διαδικασία. Μυθιστόρημα. Αθήνα, Δωδώνη, 1983. Σελ. 229. Δρχ. 400.
ΖΕΡΒΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ. Η ανάσταση της κυρά Τσίνης. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 69. Δρχ. 200.
ΣΑΡΑΝΤΙΤΗ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΕΛΕΝΗ. Τα δέντρα που τα λένε Ντίβι-Ντίβι. Διηγήματα. Αθήνα, Καστα νιώτης, 1983. Σελ. 94. Δρχ. 250.
CAVAFY CONSTANTIN. Poemes. Traduction integrale par Ange S. Vlachos. Athenes, Icaros, 1983. P. 194. Drs. 800.
ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Τα παιδιά της χελιδό νας. Μυθιστόρημα. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 121. Δρχ. 250.
ΚΑΡΒΕΛΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ Δ. Πρώτο δέος. Αθήνα, Δί φρος, 1983. Σελ. 55.
ΑΔΗ ΣΑΜΠΑΧΑΤΤΙΝ. Ο ασφαλτόδρομος. Διηγήμα τα. Β' έκδοση. Μετ. Στέλιος Μαγιόπουλος. Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 130. Δρχ. 250.
ΚΑΡΒΕΛΗΣ ΤΑΚΗΣ. Η μνήμη μισοφέγγαρο. Αθήνα, Γνώση, 1983. Σελ. 52. Δρχ. 150.
ΑΝΤΡΙΤΣ I. Η δεσποινίς. Μετ. Ελευθέριος Ράδος. Τα
76/δελτιο Ά γνω στα Ν όμπελ της Λογοτεχνίας, αριθ. 4. Θεσσα λονίκη, Παρατηρητής, 1983. Σελ. 236. Δρχ. 350. ΑΡΕΝΑΣ ΡΕ Ι'ΝΑΛΝΤΟ. Ό νειρ α και πραγματικότη τες του αδελφού Σερβάντο Ντε Μιερ. Μετ. Χρύσα Τσαλικίδου. Αθήνα, Εξάντας, 1983. Σελ. 283. Δρχ. 350. ΓΚΩΤΙΕ ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Η πίπα του όπιου. Και άλλα διη γήματα. Μετ. Αντρέας Ταρνανάς. Αθήνα, Αιγόκερως, 1983. Σελ. 125. Δρχ. 200. ΕΜΠΕΡΧΑΡΤ ΜΙΝΙΟΝ. Φόνος στη Τζαμάικα. Μετ. Γιάννης Λάμψας. Αθήνα, Γαλαξίας, 1983. Σελ. 131. Δρχ. 130. ΕΞΥΠΕΡΥ ΝΤΕ ΣΑΙΝΤ ΑΝΤΟΥΑΝ. Η γη των αν θρώπων. Μετ. Νίκος Αθανασιάδης. Κλασική Λογοτε χνία, αριθ. 44. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1983. Σελ. 176. CASARES ADOLFO ΒΙΟΥ. Η εφεύρεση του Μορέλ. Μετ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης. Πρόλογος J. L. Bor ges. Αθήνα, Ά γρ α , 1983. Σελ. 152. Δρχ. 250. ΚΟΡΤΑΣΑΡ ΧΟΥΛΙΟ. Ιστορίες των κρονόπιο και των φάμα. Μετ. Ελένη Χαρατσή. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1983. Σελ. 143. ΚΟΡΤΑΣΑΡ ΧΟΥΛΙΟ. Οκτάεδρο. Μετ. Τάσος Δενέγρης. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1983. Σελ. 138. Δρχ. 250. ΛΙΟΣΑ ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ. Η πόλη και τα σκυλιά. Μετ. Λέανδρος Πολενάκης. Αθήνα. Οδυσσέας, 1983. Σελ. 436. Δρχ. 350. ΜΠΟΡΧΕΣ ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ. Το βιβλίο των φανταστι κών όντων. Μετ. Γιώργος Βέης. Αθήνα, Libro, 1983. Σελ. 221. Δρχ. 400.
να, Γράμματα, 1983. Σελ. 127. Δρχ. 200. TENANT EMMA. Η κακιά αδελφή. Μετ. Ρένα Χατχούτ. Γράμματα/Λ ογοτεχνία, αριθ. 97. Αθήνα, Γράμ ματα, 1983. Σελ. 206. Δρχ. 320. ΤΟΛΣΤΟΗ ΛΕΩΝ. Ιστορία ενός αλόγου. Και άλλα δι ηγήματα. Μετ. Αντρέας Σαραντόπουλος. Κλασική Λογοτεχνία, αριθ. 60. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1983. Σελ. 443. Δρχ. 400. ΤΟΠΑΛΟΒ ΚΥΡΙΑ. Μη φοβάσαι ανθρωπάκι. Μυθι στόρημα. Αθήνα, Ν έα Σύνορα, 1983. Σελ. 155. Δρχ. 280. ΤΣΒΑ ΓΧ ΣΤΕΦΑΝ. Βραδινό ειδύλλιο. Μαγεμένη νύ χτα. Μετ. Αλέξανδρος Καρρέρ. Αθήνα, Θεωρία, 1983. Σελ. 120. Δρχ. 180. ΦΑΡΡΕΡ ΚΛΩΝΤ. Μ έσ’ στους καπνούς του όπιου. Μετ. Α. Λιακάκης. Αθήνα, Θεωρία, 1983. Σελ. 90. Δρχ. 150. ΧΑΝΤΙΤ ΜΙΡ ΑΛΗ. Στη χώρα των ηδονών. Μετ. Κ. Τρικογλίδης. Αθήνα, Θεωρία, 1983. Σελ. 121. Δρχ. 180. ΧΑΞΛΕΎ ΑΛΝΤΟΥΣ. Αναγκαστική ανάπαυση. Μετ. Ιουλιέτα Ράλλη - Καίτη Χατζηδήμου. Γράμματα/Λο γοτεχνία, αριθ. 102. Αθήνα, Γράμματα, 1983. Σελ. 159. Δρχ. 250.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ. Ανδρέας Εμπειρι κός. Ο ποιητής του έρωτα και του νόστου. Αθήνα, Κέ δρος, 1983. Σελ. 214. Δρχ. 450.
ΜΩΜ ΣΩΜΕΡΣΕΤ. Η Λίξα από το Λάμπεθ. Μετ. Σπάρτη Γεροδήμου. Αθήνα, Γαλαξίας, 1983. Σελ. 161. Δρχ. 160.
ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ Ν. Α. Στροφές και αντιστρο φές. Αθήνα. Σελ. 112. Δρχ. 500.
ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ ΦΙΟΝΤΟΡ. Ο παίκτης. Μετ. Νί κος Κυτόπουλος. Κλασική Λογοτεχνία, αριθ. 58. Αθή να, Ζαχαρόπουλος, 1983. Σελ. 210. Δρχ. 200.
ΘΕΑΤΡΟ
ΡΕΜΑΡΚ ΕΡΙΧ ΜΑΡΙΑ. Ουδέν νεώτερον από το δυ τικόν μέτωπον. Μετ. Κώστας Θρακιώτης. Κλασική Λογοτεχνία, αριθ. 57. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1983. Σελ. 231. Δρχ. 220.
ΕΡΓΑ
PONY ΖΟΖΕΦ. Ο πόλεμος της φωτιάς. Μετ. Κοσμάς Πολίτης. Κλασική Λογοτεχνία, αριθ. 48. Αθήνα, Ζα χαρόπουλος, 1983. Σελ. 172. Δρχ. 200.
ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ. Πέντε θεατρικά έργα. Αθήνα, Σμύρνη, 1983. Σελ. 300. Δρχ. 300.
Σκοτεινές ιστορίες. Μετ. Μαγδαληνή Δονάτου. Γράμματα/Λογοτεχνία, αριθ. 101. Αθήνα, Γράμματα, 1983. Σελ. 158. Δρχ. 250.
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΣΜΕΝΤΛΕ-Υ· ΑΓΚΝΙΕΣ. Κόρη της γης. Μετ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη. Αθήνα, Ν έα Σύνορα, 1983. Σελ. 320.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
ΣΤΑ-ΓΝΜΠΕΚ ΤΖΩΝ. Το φεγγάρι έπεσε. Μετ. Κο σμάς Πολίτης. Γράμματα/Λογοτεχνία, αριθ. 99. Αθή
ΓΚΟΝΤΖΟΣ ΧΡ. - ΚΑΣΤΡΑΝΤΑΣ ΑΠ. Το Πολυτεχενίο Ζει. Αθήνα, 1983. Σελ. 80. Δρχ. 200.
δελτιο/77 ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ ΠΕΡΙΚΛΗΣ. Ανθρωποφύλακες. Αθή να, Κάλβος, 1983. Σελ. 109. Δρχ. 200.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΡΑΨ1ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Οι Σουλιώτες από του έπους του Μεσολογγίου μέχρι και της εποχής μας. (18231983). Αθήνα, 1983. Σελ. 294. Δρχ. 600. ΜΙΤΑΚΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Τα εναρκτήρια του Εικοσιένα. Αθήνα, 1983. Σελ. 111. Δρχ. 350. ΜΠΑΛΑΦΟΥΤΑΣ I. Αρχαία και νέα Κόρινθος. Μύθοι, ιστορία, μνημεία. Αθήνα. Σελ. 191. Δρχ'. 400. ΜΠΟΥΡΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (Π.Ε.Ε.Α.). Ελεύθερη Ελλάδα 1944. Αθήνα, Διογένης, 1983. Σελ. 172. Δρχ. 350. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ Ν. - ΣΦΥΡΟΕΡΑΣ Β. - ΠΕΤΡ1ΔΗΣ Π. - ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ Γ. - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ Γ. - ΛΟΥΛΕΣ Δ. - ΝΑΚΟΣ Γ. - ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η συγκρότηση του ελληνι κού κράτους. Δημοσιεύματα Ιστορίας Πολιτικού Βίου και Πολιτικών Θεσμών, αριθ. 2. Θεσσαλονίκη, Univer sity Studio Press, 1983. Σελ. 176. Δρχ. 400. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ ΛΟΥΚΑΣ. Κοραή εγκώμιον. Εισα γωγή, σχόλια, ευρετήριο Στερ. Φασουλάκής. Αθήνα, Ελληνική Κουλτούρα. 1983. Σελ. 32. Δρχ. 100.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ. Δεκαπενθήμερη έκδοση της νεολαίας ΠΑ.ΣΟ.Κ. Φύλλο 172. Δρχ. 20. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΟΙΚΟ. Τρίμηνη έκδοση Συλλόγου Βασιλειονοικουσών Αθήνας. Φύλλο 11. ΓΥΝΑΙΚΑ. Το περιοδικό της ελληνικής οικογένειας. Τεύχος 879. Δρχ. 80.
Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ. Έ κδοση του «Ομίλου Μελέτης Ελ ληνικού Διαφωτισμού». Έ τος ΙΘ'. Τόμος 17. Δρχ. 700. ΕΥΒΟΤ ΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ. Φύλλο 17. ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού. Τεύχος 142. Δρχ. 100. ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ. Περιοδικόν του Ελληνικού Ινστι τούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών. Τόμος 19/1982. Δρχ. 1000. ΘΟΥΡΙΟΣ. Κεντρικό όργανο της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τεύχος 179. Δρχ. 40. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ. Τεύχος 11. Δρχ. 120 . ΟΘΟΝΗ. Τριμηνιαίο κινηματογραφικό περιοδικό θεωρίας-κριτικής-παρέμβασης. Τεύχος 13. Δρχ. 150. ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Τεύχος 10. Δρχ. 120 . ΟΥΡΑΝΟΙ. Αεροδιαστημική επιθεώρησις. Φύλλο 209. Δρχ. 50. ΠΑΝΘΕΟΝ. Γυναικείο δεκαπενθήμερο περιοδικό. Τεύχος 787. Δρχ. 60. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΟΣ. Τεύχος 270-271. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΡΟΥΜΕΛΗ. Επιθεώρηση ποικίλου προβληματισμού. Τεύχος 23. Δρχ. 100. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Μηνιαία επιθεώρηση. Τεύχος 63. Δρχ. 120 . ΠΟΡΦΥΡΑΣ. Περιοδική έκδοση γραμμάτων-τεχνών. Τεύχος 19. ΤΟΤΕ... Μηνιαίο περιοδικό για την ελληνική ιστορία. Τεύχος 7. Δρχ. 120. ΦΙΛΜ. Περιοδική έκδοση ανάλυσης και θεώρησης του κινηματογράφου. Τεύχος 26. Δρχ. 250. Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ. Φύλλο 51.
ΔΑΥΛΟΣ. Μηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 22. Δρχ. 80. ΧΑΡΤΗΣ. Δίμηνο περιοδικό. Τεύχος 8. Δρχ. 180. ΔΕΛΤΙΟ. Της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πο λιτισμού και Γενικής Παιδείας. Τεύχος 6α. Δρχ. 250.
ΧΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ. Τόμος ΙΔ . Δρχ. 400.
ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του βιβλίου. Τεύχος 78. Β' έκδοση. Δρχ. 250.
Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ. Ό ρ γα νο του χριστιανοσοσιαλιστικού κινήματος της Χριστιανικής Δημοκρατίας. Φύλλα 230 και 231. Δρχ. 15.
ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του βιβλίου'. Τεύχος 79. Δρχ. 100.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ. Τεύχη 262-265.
ΔΡΟΜΟΣ. Δίμηνο περιοδικό. Τεύχος 3. Δρχ. 80.
ΧΡΟΝΙΚΑ. Ό ργα νον του Κεντρικού Ισραηλιτικού Σνμβουλίου της Ελλάδος. Τεύχος 62.
ΕΜΕΙΣ. Διμηνιαία έκδοση Ασπίς-Πρόνοια. ΙούλιοςΑ ύγουσ τος1983.
ΤΑ ΨΑΡΑ. Μηνιαίο περιοδικό. Φύλλα 37, 38, 39.
ΕΞΩΡΑ Ι ΣΤΙΚΟΣ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΝΤΕΛΗΣ. Πληροφοριακό δελτίο. Φύλλο 58.
ΩΡΥΜΑΓΔΟΣ. Ά τακ το λογοπλάνο φυλλάδιο. Τεύχος 1. Δρχ. 100.
78/δελτιο 6 Οκτωβρίου19 Οκτωβρίου 1983
κριτικογραφία
Στην Κριτικογραφία περιλαμβάνονται όλες οι επώνυμες βιβλιοκριτικές που δημοσιεύονται στον ημερή σιο αθηναϊκό τύπο. Περιλαμβάνονται, επίσης, και κριτικές δημοσιευμένες στον περιοδικό και επαρχια κό τύπο, όσες φυσικά φροντίζουν να μας στέλνουν οι συντάκτες τους. Για κάθε βιβλίο σημειώνονται, μέ σα σε παρένθεση: το όνομα του κριτικού και ο τίτλος του εντύπου (βλ. Υπόμνημα), καθώς και η ημέρα δημοσίευσης της κριτικής, αν πρόκειται για εφημερίδα, ή ο αριθμός έκδοσης, αν πρόκειται για περιο δικό έντυπο.
Υπόμνημα ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΑΑ: Α. Αργυρίου ΑΘ: Π. Αθηναίος ΑΠ: Α. Παπαδάκη ΑΦ: Α. Φουριώτης BA: Β. Αγγελοπούλου ΒΠ: Βάιος Παγκουρέλης ΓΜ: Γ. Ματζουράνης ΓΠ: Γ. Παναγιώτου ΔΓ: Δ. Γιάκος ΔΖ: Δ. Ζαδές ΔΚ: Δ. Κονιδάρης ΔΠ: Δ. Παπακωνσταντίνου ΔΣ: Δ. Σιατόπουλος ΕΑ: Ε. Αρανίτσης ΕΖ: Ε. Ζωγράφου ΕΠ: Ε. Παμπούκη ΕΡ: Ε. Ρόζος EM: Ε. Μόσχος ZB: Ζ. Βαλάση ΘΠ: Θ. Μ. Πολίτης ΚΑ: Κ. Ανδρόνικός ΚΔ: Κ. Θ. Δημαράς ΚΕ: Κ. Εμονίδης ΚΛ: Κ. Λάμψα ΚΝ: Κ. Ντελόπουλος ΚΡ: Κ. Ρούφου ΚΣ: Κ. Σταματίου ΚΤ: Κ. Τσαούσης ΚΧ: Κ. Χρυσάνθης ΜΠ: Μ. Παπαδοπούλου ΝΜ: Ν. Μπούτβας ΝΠ: Ν. Παπανδρέου ΟΠ: Ο Παρατηρητής ΠΑ: Α. Παπανδρόπουλος
ΠΛ: Π. Λινάρδος-Ρυλμόν ΠΜ: Π. Μηλιώρη ΠΠ: Π. Παγκράτης ΣΛ: Σ. Δρακοπούλου ΣΚ: Σ. Κακίσης ΣΤ: Λ. Σταμέλος ΤΘ: Τ. Θεοδωρόπουλος ΤΑ: Τ. Λειβαδίτης ΤΜ: Τ. Μενδράκος TP: Κ. Τρίγκου ΤΣ: Σ. Τσακνιάς ΦΤ: Φ. Τριάρχης XX: X. Χειμώνας ΕΝΤΥΠΑ ΑΗ: Απογευματινή ΑΚ: Ακρόπολις ΑΠ: Απανεμιά ΑΥ: Αυγή ΒΟ: Βορειοελλαδικά ΒΡ: Η Βραδυνή ΓΙ: Γιατί ΓΤ: Γράμματα και Τέχνες ΔΓ: Διαγώνιος ΔΙ: Διαβάζω ΔΑ: Διάλογος ΕΒ: Εμείς και το Βιβλίο ΕΘ: Έθνος ΕΛ: Ελευθεροτυπία ΕΚ: Ελικώνας ΕΟ: Εποπτεία ΕΠ: Επίκαιρα ΕΣ: Ελεύθερος (Στερ. Ελλ.)
ΕΨ: Επιστημονική Σκέψη ΕΩ: Ελεύθερη 'Ωρα ΗΜ: Ημερήσια ΗΧ: Ηχος και H i-Fi ΘΟ: Θούριος ΚΑ: Καθημερινή ΚΛ: Κυπριακός Λόγος CO: Cosmopolitan ΛΕ: Η Λέξη ΜΕ: Μεσημβρινή ΝΕ: Τα Νέα ΝΣ: Νέα Εστία ΟΙ: Οικολογία και Περιβάλλον ΟΠ: Οδός Πανός ΟΤ: Οικονομικός Ταχυδρόμος ΠΑ: Πάνθεον ΠΘ: Πολιτικά Θέματα ΠΚ: Πνευματική Κύπρος ΠΟ: Πολίτης ΠΡ: Πόρφυρας ΡΙ: Ριζοσπάστης ΣΕ: Σύγχρονη Εκπαίδευση ΣΘ: Σύγχρονα Θέματα ΣΚ: Σκιάθος ΣΛ: Συλλεκτικός Κόσμος ΣΠ: Σπουδές ΣΣ: Σύγχρονη Σκέψη ΣΥ: Συμβολή ΤΑ: Ταχυδρόμος ΤΕ: Τριφυλιακή Εστία ΤΟ: Τομές ΤΤ: Τετράγωνο ΦΣ: Φιλολογική Στέγη ΧΑ: Χάρτης ΧΡ: Η Χριστιανική
Βιβλιογραφία
Ψυχολογία
Ντελόπουλος Κ.: Νίκος Καββαδίας. Βιβλιογραφία 1928-1982 (ΣΤ, ΕΛ, 6/ 10)
Φρόυντ Σ.: Μια παιδική ανάμνηση του Λεονάρντο ντα Βίντσι (ΕΑ, ΚΛ. 13/10) Θρησκεία
Δημοσιογραφία Σταμέλος Δ.: Πρωτοπόροι και ήρωες της ελληνικής δημοσιογραφίας (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, 74)
Φιλοσοφία
Πατρώνος Γ.: Γνωρίσματα ορθοδόξου θεολογίας (Θ. Παπαθανασίου, Σημάδια, 6-7) Meyendorff J.: Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και η ορθόδοξη μυστική παράδοση (Π. Λιαλιάτσης, ΚΑ, 13/10) Μπερντιάγεφ Ν.: Χριστιανισμός και κοινωνική πραγματικότητα (Κ. Κάλχας, Σημάδια, 6-7)
Μυθολογία
80/δελτιο
μικρές αγγελίες ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ με φροντιστη ριακή πείρα παραδίδει μαθή ματα φυσικής, χημείας και μαθηματικών σε μαθητές γυ μνασίου, λυκείου και υποψή φιους ανωτέρων και ανωτάτων σχολών. Τηλ. 45.21.821.
ΓΙΑΤΙ μόνον ο Σεγκόβια, άντε και μερικοί άλλοι; Καιρός είναι να δοκιμάσετε κι εσείς. Παραδίδει μαθήματα κλασικής και πρακτικής κιθάρας. Τα τηλέ φωνα που μπορείτε να επικοι νωνήσετε μαζί της είναι: 86.43.852 και 54.44.517.
ΑΝ θέλετε να μιλήσετε σε μι κρό χρονικό διάστημα αγγλικά όπως ακριβώς μιλάτε τη μητρι κή σας γλώσσα, τότε τηλεφω νήστε εγκαίρως στο 41.18.377. Μια κοπέλα τελειόφοιτη της αγγλικής φιλολογίας, με πο λυετή πείρα, θα σας ενημερώ σει σχετικά. (Κάθε λέξηστίς «μικρέ; άγγελίε;» στοι χίζει ΙΟ μόνο δρχ.)
Χειρόγραφα Εκατό χρόνια μετά τό θάνατο τού Κάρλ Μάρξ, τά άγνωστα «Μαθηματικά χειρό γραφα» παρουσιάζονται τώρα γιά πρώτη φορά στην Ελλάδα. Άναπαραγμένα άπό 1000 χειρόγραφες σελίδες, άποτελοϋν ούσιαστικό ύλικό τό σο γιά τήν ιστορία τών μαθηματικών όσο καί γιά τήν άνάπτυξη τού μαρξισμού σή μερα.
Μαθηματικά θειά του νά πλουτίσει τόν διαλεκτικό ύλισμό άπό τή μελέτη τών έπιστημών. Όπως είπε ό Ένγκελς στή νεκρώσιμη όμιλία του γιά τόν Μάρξ, «σέ όποιονδήποτε το μέα κι άν έστρεψε τήν έρευνά του ό Μάρξ... άκόμα καί στόν τομέα τών μαθη τικών, έκανε άνεξάρτητες άνακαλύψεις».
Τά «Μαθηματικά χειρόγραφα» μεταφρά ζονται στά έλληνικά άπό έπιτελείο ειδι κευμένων μαρξιστών καί οικονομολόγων Ή δοσλειά τού Μάρξ πάνω στά μαθηματι καί θά κυκλοφορήσουν άπό τίς Ε κ δ ό σ ε ις Γ λ ά ρ ο ς πρός τό τέλος τής χρονιάς. κά ήταν μέσα στή γενικότερη προσπά-
Ε κ δ ό σ ε ις Γ λά ρ ο ς ΙΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ 31 · ΑΘΗΝΑ 141 . ΤΗΛ 36 18
ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΓΙΟΥΡΣΕΝΑΡ
ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ Η ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ ΑΛΕΞΗΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ Η ΑΒΥΣΟΣ ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΥΛΑΒΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ