Skip to main content

Τεύχος 79

Page 1

π ι Η

I

--mm Η

I

*

• '111 W"1)

1 1 ΙΑΡΙΘ. 79 ·

1

W

βτί ''-Λ * ^

19.10.83 ·

ΔΡΧ. 100


ΤΑ Α Γ Ν Ω Σ Τ Α Ν Ο Μ Π Ε Α Τ Η Σ Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α Σ

παρατηρητής


ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ 40 41 Ν. ΧΑΤΖΗΠΑΤΕΡΑΣ- ΜΑΡΙΑ Σ. ΦΑΦΑΛΙΟΥ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΖΩΝΤΑΝΕΥΕΙ ΤΟ ΘΡΥΛΟ ΤΟΥ 40 ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ Κ ΕΛ ΡΟ Ε

Π Γενναδίου 6 - Τηλ.: 36.15.783


Συμπληρώστε τή σειρά των άφιερωμάτων

Κωνσταντίνος Θεοτόκης (N o 14) Βιβλία για παιδιά (N o 24) Γυναικείος λόγος (N o 36) Γκέοργκ Λούκατς (N o 41) Τα διδακτικά βιβλία της μέσης εκπαίδευσης (N o 47) Φράντς Κάφκα (N o 50) Νέοι λογοτέχνες (N o 50^ Νίκος Καζαντζάκης (N o 51) Μαρσέλ Προυστ (N o 52) Ουίλλιαμ Φώκνερ (N o 54) Αγγλική λογοτεχνία (N o 56) Σοβιετική λογοτεχνία (N o 57) Αντίσταση και λογοτεχνία (N o 58) Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία (N o 59) Ονορέ ντε Μπαλζάκ (N o 60) Δημήτρης Γληνός (N o 61)

Τζέημς Τζόυς (N o 62) Κώστας Χατζηαργύρης (N o 63) Η γενιά των μπήτνικ (N o 64) Οι επίγονοι του Φρόυντ (N o 65) Ζαν Ζενέ (N o 66) Επιθεώρηση Τέχνης (N o 67) Ά γ ιο ν Ό ρ ο ς (N o 68) Νέοι λογοτέχνες (N o 69) Γερμανόφωνο θέατρο (N o 70) Σημειωτική (N o 71) Αριστοφάνης (N o 72) Ζακ Πρεβέρ (N o 73) Μικρασιατικός ελληνισμός (N o 74) Λογοτεχνία και κινηματογράφος (N o 75) Ιταλική λογοτεχνία (N o 76) Μαρκήσιος ντε Σαντ (N o 77) Κ. Π. Καβάφης (N o 78)

Μην ξεχνάτε τις συνεντεύξεις με τους:

Μένη Κουμανταρέα (N o 1) Γιώργο Ιωάννου (N o 9) Διονύση Σαββόπουλο (N o 10) Γαβριήλ Πεντζίκη (N o 11) Ιάκωβο Καμπανέλλη (N o 12) Νίκο Σβορώνο (N o 18) Μέντη Μποσταντζόγλου (N o 19) Νίκο Πουλαντζά (N o 27) Αλέξανδρο Κοτζιά (N o 28) Στρατή Τσίρκα (N o 29) Ζωή Καρέλλη (N o 30) Ά λκη Ζέη (N o 33) Γιάννη Τσαρούχη (N o 42) Τάκη Σινόπουλο (N o 46) Νίκο Καρούζο (N o 48)

Κ. Θ. Δημαρά (N o 53) Διδώ Σωτηρίου (N o 58) Κυριάκο Σιμόπουλο (N o 59) Κώστα Ζουράρη (N o 60) Σπόρο Ασδραχά (N o 61) Εμμανουήλ Κριαρά (N o 62) Αλ. Φιλιππόπουλο (N o 63) Καίη Τσιτσέλη (N o 64) Πέτρο Αμπατζόγλου (N o 67) Γιάννη Δουατζή (N o 68) Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (N o 71) Λιλίκα Νάκου (N o 72) Γιώργη Γιατρομανωλάκη (N o 73) Στρατή Δούκα (N o 74) Φρέντυ Γερμανός (N o 77)


ο ΔΙΑΒΑΖΩ Μέχρι τέλος Δεκέμβρη του 1983 ετοιμάζονται τα αφιερώματα Μίλαν Κούντερα Αδαμάντιος Κοραής Καρλ Μαρξ Νεοελληνικό θέατρο Αστυνομικό μυθιστόρημα Σύγχρονα Ολλανδικά γράμματα Μ. Γιουρσενάρ

Ανατρέξτε στα άρθρα του ΔΙΑΒΑΖΩ

Οι εγκυκλοπαίδειες και τα κριτήριά τους (N o 9) Ο Παπαδιαμάντης σήμερα (N o 9) Ερωτήματα για την επαρχιακή λογοτεχνία (N o 10) Ιούλιος Βερν: Ταξίδι με το όνειρο (N o 12) Πώς φθάσαμε στο βιβλίο (N o 13) 1941-1944: Η Εθνική Αννυταση μέσα από βιβλία (N o 14) Ο Γκόρκι και το βιβλίο (N o 15) Η πεζογραφία από το 1880 ώς το 1940 (N o 16) Η πεζογραφία από το 1940 ώς τις μέρες μας (N o 17) Η ΕΣΣΔ μέσα από τα κείμενα των ιστορι­ κών της (N o 17) Ελληνική κινηματογραφική βιβλιογραφία (N o 19) Γνωριμία με τον Μισέλ ντε Μονταίνι (N o 20 )

Φανταστικό και επιστημονική φαντασία (N o 20) Οι εκδόσεις του Μαρξ (N o 21) Συγκριτική της μοντέρνας ελληνικής ποί­ ησης (N o 22) Εισαγωγή στη μεσοπολεμική πεζογραφία (N o 25) Ξαναδιαβάζοντας τον Θερβάντες (N o 26) Το βιβλίο και τα πολιτικά κόμματα (No 32) Χίλιες και μία νύχτες (N o 33) Ό λιβερ Τουίστ (N o 34) Το θέατρο του παράλογου στην Ελλάδα (N o 37) Ο Ντοστογιέφσκι και το «Έ γκλημα και τιμωρία (N o 38) Ξαναδιαβάζοντας τη «Μαντάμ Μποβαρύ» (N o 42) Ξαναδιαβάζοντας τον Ά γγελ ο Σικελιανό (N o 46) Το θέατρο του Γιάννη Καμπύση (N o 53)


Γραφτείτε συνδρομητές Εσωτερικού 'Απλή (15 τευχών): 1.350 δρχ. » (25 τευχών): 2.100 δρχ.

Σπουδαστική* (15 τευχών): 1.250 δρχ. » (25 τευχών): 1.900 δρχ.

’Ο ργανισμών, Τραπεζών, Ιδρυμάτω ν (25 τευχών): 2.500 δρχ.

Κύπρος 22 34 20 31

Εύρώπη 25 39 23 36

Αμερική Άσία Αφρική 28 44 26 41

Αύστραλία 31 50 30 47

40

45

50

56

Εξωτερικού 'Απλή (15 τευχών): » (25 τευχών): Σπουδαστική* (15 τευχών): » (25 τευχών): Σχολών Βιβλιοθηκών Ιδρυμάτω ν (25 τευχών): *01 σπουδαστές μέσης, άνώτερης καί άνώτατης έκπαίδευσης γράφονται συνδρομητές μέ τήν έπίδειξη ή τήν άποστολή φωτοτυπίας τής σπουδαστικής τους ταυτότητας ή τής άστυνομικής (δν είναι μαθητές).

Δολ. ηπα Δολ. ηπα

Εμβάσματα στή διευουνση: Κατερίνα Γρυπονησιώτου περιοδικό «Διαβάζω» Όμήρου 34 Αθήνα (135)

Συμπληρώστε τή σειρά Τιμή μηνιαίων τευχών: 150 δρχ. (διπλών 230 δρχ.) Τιμή δεκα πενθή μ ερω ν τευχών: 100 δρχ. (διπλών 130 δρχ.) Τά παλιά τεύχη τού «Διαβάζω» μπορείτε ή νά τά άγοράσετε άπό τά γραφεία τού περιοδικού ή, άν μένετε στήν έπαρχία, νά ζητήσετε νά σάς τά στείλουμε μέ άντικαταβολή.

Κυκλοφορούν οί τόμοι 1-10: 1.100* δρχ. ’Αξία βιβλιοδεσίας 250 δρχ. • Σέ σπουδαστές έκπτωση 15% Ζ ητή σ τε τούς τόμους τού «Διαβάζω» άπό τά γραφεία τοΰ περιοδικού ή, άν μ έ ν ε τ ε στήν έπαρχία, ζητή στε νά σάς τούς σ τείλο υ μ ε μ έ άντικαταβολή. Μ πορείτε άκόμα νά ά νταλλά ξετε τά τεύχη πού έ χ ετε μ έ δεμένους τόμους, πληρώνοντας μόνο τή βιβλιοδεσία (250 δρχ. γιά κάθε τόμο).


ΔΙΑΒΑΖΩ Ομήρου 34, Αθήνα - 106 72 Σύνταξη: 36.40.487 Λογιστήριο: 36.40.488 Διαφημίσεις: 36.26.910

Τεύχος 79 19 Οκτωβρίου 1983

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΑ

Τιμή: Δρχ. 100 Εκδότης: 'Αννα Πετρίδου Ιδρυτής: Περικλής Αθανασόπσυλος Διευθυντής: Γιώργος Γαλάντης Αρχισυντάκτης: Νίκος Στεφανάκης Σύνταξη: Σοφία Γεμενάκη, Δημήτρης Δεληπέτρος, Θεοδώρα Ζερβού, Βασίλης Καλαμαράς, Κώστας Καλημέρης, Ηρα­ κλής Παπαλέξης, Βάσω Σπάθή, Μαρία Στασινοπούλου, Ελένη Στεφανάκη Γραμματεία Σύνταξης: Γιώργος Σαρηγιάννης Οικονομικός υπεύθυνος: Βάσω Σπάθή Διαφημίσεις: Ηρακλής Παπαλέξης Σελιδοποίηση: Νένη Ράις Στοιχειοθεσία: Ε. Καλέμη και Σία Ο.Ε., Σόλωνος 116, Αθήνα, τηλ. 36.26.126 Διαφάνειες εξωφύλλου: Δ. Π. Αγγελής, Πειραιώς!, τηλ. 32.44.325 Μοντάζ-φιλμς: Α. Καλέμης, Σόλωνος 116, Αθήνα, τηλ. 36.26.126 Εκτύπωση: Αφοί Τσαλδάρη Ο.Ε., Φυλής 35, Καματερό, τηλ. 26.10.918 Βιβλιοδεσία: Νικ. Κατριβάνος και Σία Ο.Ε., Στ. Γόνατά 48, τηλ. 57.49.951 Διανομή: Νέο Πρακτορείο Τύπου Κεντρική διάθεση: Αθήνα: Πομώνης Διονύσιος Ζαλόγγου 1 τηλ. 36.20.889 Πειραιάς: Βιβλιοπωλείο «Κιβωτός» Δραγάτση 1 Θεσσαλονίκη: Βιβλιοπωλείο Μ. Κοτζιά και Σία Τσιμισκή 78 τηλ. 279.720, 268.940 Κύπρος: Πρακτορείο βιβλίου Χρ. Ανδρέου και Σία Ρηγαίνης 64 Λευκωσία

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΔΙΑΛΟΓΟΙ: Γράφουν οι Β. Βουρλιώτης, Γ. Κεχαγιόγλου, X. Σακελλαρίου, Σ. Μυλωνάς και η Μαρία Λάζου ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Μανόλης Γλέζος. Βιβλιοθήκες στις μικρές Κυκλάδες Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑ Robert Louit: Βιβλία και σκοτάδι Λάμπρος Καμπερίδης: Ο γκάουτσο της γραφής Gerard de Cortanze: Έ νας καινούριος Γκρίμ στην τάξη των «ουλτραϊστών» Στο περιθώριο της μοντέρνας λυρικής Jean Montalbetti: Η δεύτερη ζωή του Χόρχε Λούις Μ πόρχες Alain Bosquet: Έ νας Βαλερύ της αμφιβολίας Ο Μ πόρχες και ο κινηματογράφος Νοτιοαμερικάνικη εγκυκλοπαίδεια, έκδοση του 2074

Εξώφυλλο: Γιώργος Γαλάντης

29 33 35 41 43 49

3ΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Γράφουν οι Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και Σ. Μπαφαλούκος ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Γράφει ο Σ. Μ παφαλούκος ΘΕΑΤΡΟ: Γράφει ο Β. Παγκουρέλης

51 55 58

ΠΛΑΙΣΙΟ: Γράφει ο Β. Παγκουρέλης

53

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Ν άνος Βαλαωρίτης: Π ρέπει να καταργήσουμε το φ όβο του χρόνου (συζήτηση με την Ν. Χατζιδάκι) ΔΕΛΤΙΟ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

73

ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

78

στο επόμενο ΔΙΑΒΑΖΩ Υπεύθυνος τυπογραφείου: Ε. Καλέμη

14 23

αφιέρωμα στο Μίλαν Κούντερα


ΧΡΟΝΙΚΑ

Βραβείο για την ελευθερία ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ότι ανάμεσα στους 13 βρα­ βευμένους μαθητές που συμμετείχαν στο διαγωνισμό της «Ημέρας των Ευρω­ παϊκών Σχολείων» περιλαμβάνεται κι ο 15χρονος μαθητής από τη Λάρισα Νίκος Μίτσιος. Στο διαγωνισμό αυτό, που γίνε­ ται κάθε χρόνο, παίρνουν μέρος 2.000.000 περίπου μαθητές από τα 21 κράτη που αποτελούν το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ο έλληνας μαθητής βραβεύτηκε με ασημένιο μετάλλιο για την έκθεσή του με θέμα «Τις τοπικές και περιφερειακές παραδόσεις της Ευρώπης».

Ανάμεσα στους βραβευμένους από το Συμβούλιο της Ευρώπης ήταν κι ο Ιθχρονος μαθητής από τη Λευκωσία Νί­ κος Στυλιανού. Θέμα του: «Η ειρήνη κι η ελευθερία στην Ευρώπη». Οι εμπειρίες του νεαρού Στυλιανού ευαισθητοποίησαν την επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώ­ πης, που φαίνεται πως συγκινείται από τις εκθέσεις που γράφονται για την ελευθερία, αλλά δεν συγκινείται καθό­ λου από τα γεγονότα που προκαλούν την έλλειψή της.

2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας ΤΟ φθινόπωρο έφερε μαζί του κι αρκετά συνέδρια. ' Ετσι, μετά το 2ο Διεθνές Συ-

προ λεγο μένα νέδριο Ιστορίας, το αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών φιλοξένησε στις 26-27-28 Σεπτεμβρίου το 2ο Πα­ νελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας, με το ενδιαφέρον θέμα: «Η φιλοσοφία σήμεΤη διοργάνωση του συνεδρίου ανέλαβαν η Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία σε συνεργασία με τη Φιλοσοφική Εταιρεία Κύπρου. Ακόμη η επιστημονική αυτή εκ­ δήλωση έγινε υπό την προστασία του προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και του προέδρου της Κυπριακής Δημο­ κρατίας και βρισκόταν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών. Στόχος των οργανωτών ήταν να γίνει το συνέδριο αυτό ισχυρός πόλος έλξης των φιλοσοφικών δυνάμεων του ελληνι­ σμού. Δυο ήταν τα βασικά σημεία στα οποία επικεντρώθηκαν οι εισηγήσεις των ομιλητών: «Το τέλος της φιλοσοφίας» και «Τι μπορεί να. προσφέρει η φιλοσοφία στο σύγχρονο άνθρωπο». Εισηγητές στο 2ο Πανελλήνιο Συνέ­ δριο Φιλοσοφίας ήταν καθηγητές πανε­ πιστημίων, διδάκτορες, συγγραφείς από την Ελλάδα και την Κύπρο. Ο μεγάλος αριθμός των ομιλητών δεν μας επιτρέπει ν' αναφερθούμε σ' έναν έναν χωριστά και στην εισήγησή του.

Καλλιτεχνικό ημερολόγιο ΕΝΑ ασυνήθιστο σε διαστάσεις, για τα ελληνικά δεδομένα, ημερολόγιο έφτασε

στα χέρια μας. Είναι γεγονός ότι το πλη­ σιάσαμε με την επιφύλαξη που δείχνει κανείς όταν λαβαίνει τέτοια έντυπα. Η ποιότητα της εκτύπωσης, από την πρώτη σελίδα, μας προκάλεσε να ξεφυλλίσουμε και τις 36 σελίδες του, φύλλο φύλλο. Εν­ τυπωσιακοί πίνακες καλλιτεχνών απ' όλο τον κόσμο αποτελούν το πρωταρχικό στοιχείο κάθε σελίδας, μαζί με τον ημε­ ροδείχτη. Επιλεγμένα κείμενα, πεζά και ποιήματα, ελλήνων, κυπριών και ξένων λογοτεχνών, τονίζουν την εποχή και τις εορτές, θρησκευτικές και εθνικές, που περιλαμβάνονται στο 14μερο κάθε σελί­ δας. Το «Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 1984» γιατί έτσι ονομάζεται το έντυπο που λάβαμε- είναι δημιούρίγημα της Διε­ θνούς ' Ενωσης Αναπήρων Καλλιτεχνών, που έχει καλλιτεχνικό εκπρόσωπο στην Ελλάδα το λογοτέχνη-τεχνοκρίτη Νίκο Χατζήγιάννη. Αν λοιπόν είστε προνοητι­ κοί για τις γιορτές που έρχονται, σας δί­ νουμε τη διεύθυνσή του, που είναι: Κακαρά 3, Χαλκίδα. Τηλ. (0221) 80134.

Δωρεάν σιδηροδρομική μεταφορά ΑΚΟΥΣΑΜΕ ότι σε κοινή σύσκεψη του υπουργού Συγκοινωνιών, του γενικού γραμματέα Τύπου και Πληροφοριών και εκπροσώπων του Ο.Σ.Ε. αποφασίστηκε η δωρεάν σιδηροδρομική διακίνηση εφη­ μερίδων και περιοδικών που εκδίδονται στην επαρχία. Η πρωτοβουλία και η από­ φαση των κρατικών φορέων είναι επαινε­ τή, αν και υπάρχουν κάποιες επιφυλά­ ξεις, που θά ' πρεπε να προβληματίσουν, αν δεν έχουν ήδη προβληματίσει, τους υπεύθυνους: Για οποιαδήποτε εφημερίδα και περιο­ δικό που εκδίδεται σε κάποιο επαρχιακό κέντρο που συνδέεται με το σιδηροδρο­ μικό δίκτυο, δεν υπάρχει κανένα πρό­ βλημα, γιατί μ' αυτό τον τρόπο επικοινω­ νεί ο μετανάστης του εσωτερικού με τη γενέτειρά του και γίνεται κοινωνός των προβλημάτων της. Τι γίνεται όμως για τις


χρονικα/7 περιοχές που δεν εξυπηρετούνται από τον Ο.Σ.Ε.; Τι θα γίνει με τα έντυπα που, λόγω τυπογραφικών δυσχερείων στην επαρχία, τυπώνονται στην Αθήνα, ενώ προβάλλουν θέματα και είναι επιχειρή­ σεις που εδρεύουν στην επαρχία; Τι θα γίνει με τα νησιά, και ιδιαίτερα των παρα­ μεθόριων περιοχών, που ενώ δεν συνδέ­ ονται σιδηροδρομικώς με τα μεγάλα αστικά κέντρα, έχουν ανάγκη ν' ακου­ στεί η φωνή τους; Μήπως θά πρεπε σε περιοχές που δεν συνδέονται μεταξύ τους ή με την Αθήνα με σιδηροδρομικές γραμμές, να προσφέρεται δωρεάν η διακίνηση των εντύπων με τα άλλα μέσα (οδικά, ατμοπλοϊκά, αεροπορικά);

Λυσάρια και βιβλία ΦΕΤΟΣ για πρώτη φορά στα σχολικά χρον κά μοιράζονται μαζί με τα βιβλία και τα... κοινωνικοποιημένα λυσάρια, μια από τις καινοτομίες του Υπουργείου Παιδεί­ ας. Οσοι λοιπόν από τους μαθητές μέ­ χρι πέρσι ξόδευαν το χαρτζιλίκι τους για ν' αποκτήσουν τα λυσάρια, που πολλές φορές τα έκρυβαν από καθηγητές, γο­ νείς και συμμαθητές, τώρα βρίσκονται στην ευχάριστη θέση να τα προμηθεύον­ ται δωρεάν κι επίσημα και να σταματή­ σουν να προφασίζονται ότι σπάνε το κε­ φάλι τους για να λύσουν τις ασκήσεις. ' Ετσι με τη νομιμοποίηση των λυσαρίων σταματά κι ένα εμπορικό κύκλωμα που πλούτισε βασιζόμενο στη μαθητική ανάγ­ κη για την απόκτηση αυτών των εντύπων.

Αν και το μέτρο του Υπουργείου Παι­ δείας σ' αυτή τη φάση πρέπει να θεω­ ρηθεί πετυχημένο για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, μελλοντικά θα πρέ­ πει ν' απασχολήσει τους αρμόδιους η αποδοτικότητα των μαθητών που χρησι­ μοποιούν τα λυσάρια. ' Ομως, πριν μας απασχολήσουν οι μελ­ λοντικές επιδόσεις των μαθητών θα πρέ­ πει να πούμε ότι μέχρι τώρα (την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν

περάσει 3 εβδομάδες από τότε που άνοιξαν τα σχολεία) δεν έχουν μοιραστεί όλα τα βιβλία στις τάξεις του δημοτικού, του γυμνασίου και του λυκείου. Θα μπο­ ρούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ενώ οι λύ­ σεις δόθηκαν δεν ξέρουμε τα προβλή­ ματα ή, αλλιώς, τα λυσάρια κυκλοφόρη­ σαν αλλά τα βιβλία δεν εκδόθηκαν.

θρώπινο μάτι και όχι στο συλλαβισμό της κάθε λέξης, βασίζεται ο νέος τρόπος ανάγνωσης. Σκοπός όσων χρησιμοποιούν τη νέα μέ­ θοδο, είναι να ελαχιστοποιηθεί ο χρόνος ανάγνωσης, ώστε στο ίδιο χρονικό διά­ στημα που διαθέτουμε τώρα, να διαβά­ ζουμε περισσότερα κείμενα. Το Κέντρο Διοικητικών Επιστημών αναλαμβάνει να μας διδάξει τη νέα μέθοδο, που θα μας κάνει ικανούς να διαβάζουμε 1.200 λέ­ ξεις το λεπτό (δηλαδή 172περίπου σελί­ δα του περιοδικού μας, από τις στήλες του αφιερώματος). Εκπρόσωποι του κέν­ τρου δηλώνουν ότι χιλιάδες γιατροί, δι­ κηγόροι, επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλ­ ληλοι και κάθε είδους επαγγελματίες πέτυχαν μέχρι τώρα ταχύτητες που πλησί­ ασαν το όριο των 1.200 λέξεων το λεπτό.

«Γερμανογραικία» ΣΥΧΝΑ μέχρι τώρα ακούγαμε ότι στις αρχές του αιώνα μας η ελληνική τέχνη επηρεάστηκε από τη γερμανική, με άλ­ λοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά αποτελέ­ σματα. Οι επιδράσεις των πρώτων δεκα­ ετιών του 1900, που δέχτηκαν η ζωγρα­ φική και το θέατρο, είναι γνωστές, και ιδιαίτερα η μεταφορά της γερμανικής φόρμας στην ελληνική θεματογραφία. ' Οπως φαίνεται όμως, οι επιδράσεις που δέχτηκε η λογοτεχνία μας από την αντί­ στοιχη γερμανική, ξεκινά πολύ πριν από τον αιώνα μας. Αυτό μας αποδεικνύει μια μελέτη 750 σελίδων, χωρισμένη σε 2 τό­ μους και με τον τίτλο «Γερμανογραικία». Συγγραφέας της ο καθηγητής Γιώργος Βελουδής. Βεβαίως, όπως η μελέτη εί­ ναι γραμμένη στα γερμανικά και εκδομέ­ νη στο 'Αμστερνταμ, μας εμποδίζει να την παρουσιάσουμε κριτικά από τις στή­ λες της «Επιλογής». Έτσι, θα μπορού­ σαμε να διαπιστώσουμε τις καλές ή κα­ κές επιρροές που δεχτήκαμε. Η «Γερμανογραικία» του Βελουδή πε­ ριλαμβάνει το διάστημα 1750-1944 και χωρίζεται στις περιόδους: Διαφωτισμός 1750-1830, Ρομαντισμός 1830-1880, Να­ τουραλισμός και Συμβολισμός 1880-1918 και Ρεαλισμός και Αντιρεαλισμός 19181944. Θά ' ταν υπερβολικό να ζητάμε να δού­ με και μια μελέτη για τις όποιες επιρρο­ ές της ελληνικής λογοτεχνίας στη γερ­ μανική, με τον παραλλαγμένο τίτλο «Γραικογερμανία»;

1.200 λέξεις το λεπτό ΣΤΗΝ αξιοποίηση των δυνατοτήτων της φωτογράφισης λέξεων που έχει το αν­

Μια άλλη κατηγορία που επιτάχυνε με τη μέθοδο αυτή το διάβασμά της είναι οι μαθητές και οι φοιτητές. Συμφωνούμε ότι για ορισμένες κατη­ γορίες επαγγελματιών, που αναφέρθη­ καν πιο πάνω, είναι χρήσιμη αυτή η μέ­ θοδος, γιατί είναι πιθανόν, μ' αυτό τον τρόπο να ανασύρουν ανάμεσα από τυπο­ ποιημένες φράσεις, γνωστές από την καθημερινή χρήση, και ολόκληρες παρα­ γράφους, την είδηση, τα στοιχεία που ζητούν και την πληροφόρηση. Επιφυλάξεις όμως έχουμε για τους αναγνώστες που ασχολούνται με την τέ­ χνη του γραπτού λόγου, είτε επιστήμο­ νες είναι αυτοί, είτε συγγραφείς, είτε μελετητές. Η σημαντικότητα κάθε λέξης γι' αυτούς απαιτεί μια διαφορετική χρο­ νική διάρκεια και η σύνθεση κάθε πρότα­ σης δεν είναι δυνατόν να υπόκειται σε κάποιους ρυθμούς που επιβάλλει αυτή η μέθοδος. Και για να φύγουμε απ' αυτή την ειδική κατηγορία αναγνωστών και να πάμέ σ' αυτούς που διαβάζουν οποιοδήποτε λογοτεχνικό κείμενο: Η χρονική επιτάχυνση στη διάρκεια της ανάγνωσής τους θα έχει τα ίδια αποτελέσματα με την αργή ανάγνωση (ατμόσφαιρα και πνεύμα του συγγραφέα);


8/χρονικα ^

Ο

.3 1 ^ δ ιά λ ο γ ο ι

Ό λ α τα γράμματα, που απευθύνονται αποκλειστικά στο «Διαβάζω» και που παρουσιάζουν κάποιο γενικότερο εν­ διαφέρον, δημοσιεύονται είτε ολόκληρα (εφόσον είναι σύντομα) είτε αποσπασματικά (εάν είναι εκτενή). Για το λόγο αυτό, παρακαλούνται οι αναγνώστες που μας γρά­ φουν να είναι όσο πιο σύντομοι μπορούν και να σημειώ­

Μερικά στοιχεία για τον Κ. Π. Καβάφη και το έργο του Αγαπητό «Διαβάζω», Με το ανυπόγραφο κείμενο «Ερμη­ νευτικές προσεγγίσεις στον Καβάφη», δημοσιευμένο στη φιλολογική σελίδα της «Καθημερινής» στις 7.9.1983, παίρνω αφορμή για να επισημάνω μερικά στοι­ χεία για τον ποιητή και το έργο του. Όπως κατάλαβα απ' το κατατοπιστικό ρεπορτάζ της Μ. Στασινοπούλου, δημο­ σιευμένο στο «Διαβάζω» αριθ. 76 της 7.9.1983 για το «Τρίτο Συμπόσιο Ποίη­ σης: Κ. Π. Καβάφης», το ανυπόγραφο αναφερόμενο κείμενο πρέπει να είναι του κου Δημ. Δασκαλόπουλου, κι ας μου το συγχωρέσει αν οι παρακάτω λεπτομέ­ ρειες δεν είναι αυτές που θα ήθελε να είχε. Οι περισσότερες απ' αυτές τις πλη­ ροφορίες είναι παρμένες απ' τη μελέτη «Κωνσταντίνος Καβάφης, Κοσμοπολί­ της», δημοσιευμένη την 19.7.1983 στην ημερήσια εφημερίδα «Svenska Dagbladet» της Στοκχόλμης του Sture Linn0r (Στήρε Λινέρ), καθηγητή της νεοελληνι­ κής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Αλεξάντρειας -μεταφραστής της ανε­ πανάληπτης εκείνης ομιλίας του Σεφέρη που έγινε στις 17.12.1946 στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών: «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ· παράλληλοι». Στα σουηδικά εκδόθηκε το 1965 και με τη βοήθεια του Hjalmar Gullbergs (Γιάλμαρ ΓκούλμπερΥΚ). 1. Δεν ξεύρω αν είναι γνωστές οι με­ γαλόφωνες διαμαρτυρίες-που έγιναν φέ­ τος στις Η.Π.Α. απ' τους Gay Liberation, κατακρίνοντας τον ποιητή σαν τον Oscar Wilde. 2. Η μελέτη «Η αγάπη και το συμβολι­ κό ταξίδι στην ποίηση του Καβάφη, ’ Ελιοτ και Σεφέρη» της Carmencapri-Karka. Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε στη Νέα Υόρ3. Το επιστημονικό περιοδικό «Grand Street» αφιέρωσε φέτος το ανοιξιάτικο τεύχος του στον Κ. Π. Καβάφη και το έργο του. Σ' αυτό το τεύχος υπάρχουν μελέτες των Δημαρά και Keeley.

νουν το πλήρες ονοματεπώνυμο και την ακριβή διεύθυν­ σή τους. Πάντως, για να δημοσιευθεί ένα γράμμα, πρέπει νά ’χει φτάσει στα γραφεία του περιοδικού τουλάχιστον τρεις εβδομάδες πριν από την ημέρα κυκλοφορίας του τεύχους.

4. Και κάτι το παλαιότερο. Το 1977 στο Πανεπιστήμιο του Princeton υποβλή­ θηκε μια αξιόλογη διατριβή του Jane Pinehins για τον ποιητή. 5. Πολύ σπάνια ή και σχεδόν καθόλου δεν αναφέρονται αξιόλογες εργασίες που εκδόθηκαν κατά καιρούς για τον ποιητή και το έργο του: όπως του Ροβέρ­ του Κάμπου -ψευδώνυμο· είναι αυτός που έγραψε τον πρώτο αντικαβαφικό λίβελλο. Το μικρό αυτό βιβλίο σπανίζει σή­ μερα, γιατί, κατά κάποια μαρτυρία του Τίμου Μαλάνου, ο ίδιος ο Καβάφης φρόντισε να τα μαζέψει. Από τον ποιητή Λουκά Ν. Χριστοφίδη ένας δεύτερος αντικαβαφικός λίβελλος για την ιδιαίτερη ζωή του ποιητή. ' Αλλοι που έγραψαν παλαιότερα για τον Καβάφη είναι ο Γ. Λε-' χωνίτης, Γκ. Ζανανίρι, Μαν. Γιαλουράκης, Γιάννης Μιχαλέτος, I. Μ. Χατζηφώτης, Γιάννης Δάλλας, οι σουηδοί ποιητές καί μεταφραστές του, Folke Jsaksson, Carl Nylanders, Folke Sandgren και άλλοι που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν τα ονόματά τους. 6. Το παρακάτω, δεν ξεύρω αν είναι τουριστική διαφήμιση, ή αν πραγματικά υπάρχει ακόμα στην Αλεξάντρεια ένα ελληνικό παλαιοβιβλιοπωλείο με σπάνια βιβλία και μια «καρέκλα» που ήτανε η θέ­ ση του Καβάφη όταν ζούσε και μετά από κείνον κάθισε μόνο ο Σεφέρης. Με φιλικά αισθήματα Βαγγέλης Μ. Βουρλιώτης Αριστοτέλους 111-113 Αθήνα 104.34

Χρειάζεται συνεργασία αναγνωστών και μελετητών Αγαπητό «Διαβάζω», Με πολλή χαρά είδα τα πολύτιμα στοι­ χεία των «Χαλιμικών» του κ. I. Τ. Παμπούκη («Διαβάζω», τεχ. 77, σ. 7). Πραγματικά, μόνο χάρη στην πρόθυμη

ανακοίνωση νέων στοιχείων, την αξιοποί­ ηση των γνώσεων σε διάφορους τομείς της νεοελληνικής τέχνης και του πολιτι­ σμού, και τη φιλική συνεργασία αναγνω­ στών και μελετητών, είναι δυνατή η ικα­ νοποιητική διαγραφή της εκδοτικής ιστο­ ρίας και των τυχών μεγάλων έργων της παγκόσμιας γραμματείας, καθώς και η θεραπεία των κενών της ελληνικής βι­ βλιογραφίας του Μεσοπολέμου. Ευτύχημα είναι ότι οι δυνατότητες αυ­ τές προσφέρονται, γόνιμα, από τις στή­ λες σου. Γιώργος Κεχαγιόγλου Σπουδαστήριο Νεότ. Ελλην. Φιλολογίας Πανεπιστήμιο Θεσσαλοννίκης

Υπάρχει νηπιαγωγός; Αγαπητό «Διαβάζω», Στο με αριθ. 74 τεύχος σας διάβασα επιστολή μιας νηπιαγωγού, που υπογρά­ φεται με το όνομα Μαριάννα Ελευθερί­ ου, Ηρακλειδών 78, Πειραιάς, σχετικά με πρόσφατα εκδομένο βιβλίο μου. Από έρευνα που έκανα, διαπίστωσα πως στη διεύθυνση αυτή και σε αρκετή απόσταση εκατέρωθεν ούτέ έμενε ούτε μένει νη­ πιαγωγός με αυτό το όνομα. Αναρωτιέμαι μήπως πίσω από την υποτιθέμενη νηπια­ γωγό κρύβεται κάποιος που φοβάται πως το εν λόγω βιβλίο μου θα του χαλάσει κά­ ποια σχέδια για προβολή κάποιου δικού του, παρεμφερούς, βιβλίου κλπ. Αλλά εί­ τε αυτός είτε η υπογράψασα (;) την επι­ στολή θα έπρεπε να έχουν το θάρρος, εφόσον πιστεύουν σε όσα γράφουν περί «ανορθόδοξων» τρόπων κλπ., να καταγ­ γείλουν επώνυμα το πράγμα στο Υπουρ­ γείο Παιδείας και να διάταχθεί σχετική έρευνα. Θα το επιθυμούσα πολύ κι είμαι πρόθυμος να βοηθήσω σ' αυτό και ν' αναλάβω τις ευθύνες μου. Γιατί πρόκει­ ται για καθαρή συκοφαντική, γεμάτη κακότητα, επινόηση. Πρόκειται για κακής ποιότητας επίθεση και λασπολογία, που, πέρ' απ' την απόπνοια της, χαρακτηρι­


χρονικα/9 στικής για την εποχή μας, αποσύνθεσης, που αναδίνει, θαρρώ πως δεν ταιριάζει σε άτομα που θέλουν να λέγονται και... πνευματικοί άνθρωποι. Φιλικότατα Χάρης Σακελλαρίου Θέτιδος 14 Νέα Λιόσια-Αθήνα

Υπάρχει κρατική λογοτεχνία; Αγαπητό «Διαβάζω», Ο κ. Γ. Κεχαγιόγλου δεν απάντησε στο συγκεκριμένο ερώτημα που του έθεσα: αν υπάρχει κρατική λογοτεχνία ή λογο­ τεχνία του κράτους, αλλά αρκέστηκε σε φτηνά ευφυολογήματα περί ετεοελλήνων σε αντιπαράθεση με τους ετεοκύηριους. Αλλά κανείς δεν μιλά στο σπίτι του κρεμασμένου για σχοινί. Γιατί, όπως είναι γνωστό στους παροικούντας την Ιε­ ρουσαλήμ, ετεοκύπριοι υπάρχουν και ζουν και εκδίδουν βιβλία, όπου προσπα­ θούν, κυνηγώντας ανέμους, ως άλλοι Σάντζοι, να αποδείξουν ότι οι ' Ελληνες της Κύπρου είναι απόγονοι (sic) των ετεοκυπρίων. Ο ισχυρισμός, συνεπώς, του κ. Κεχαγιόγλου ότι υπάρχει κρατική λογοτεχνία και όχι εθνική ελληνική στοχεύει στις θέ­ σεις των ετεοκυπρίων, που θέλουν σώνει και καλά την Κύπρο ετεοκυπριακό έθνος. Πού βλέπει, λοιπόν, ο κ. Κεχαγιόγλου το σωσίβιο που προσπαθώ να σωθώ; Μή­ πως στην «ποίηση του Κυπριακού Κρά­

τους»; Αλλά ο κ. Κεχαγιόγλου είναι εκεί­ νος που ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο και όχι εγώ. Εγώ απλώς επεσήμανα το λάθος του και το διόρθωσα. Αντί, λοιπόν, ο κ. Κεχαγιόγλου να παραδεχτεί το ολίσθημά του, προσπαθεί με ανούσια επινοήματα και με άσχετους στίχους του κ. Κ. Μόντη να διασκεδάσει το πράγμα. Άδικος κό­ πος και άξιος ο μισθός του. Τώρα, αν είναι πρόχειρο δημοσιογρα­ φικό συμπέρασμα η άποψη που υποστή­ ριξα, ότι δεν υπάρχει πουθενά στον κό­ σμο κρατική λογοτεχνία, ας το κρίνει το αναγνωστικό κοινό. Με αυτό το σύντομο γράμμα τερματί­ ζω το διάλογο και ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες του φιλόξενου «Διαβά­ ζω». Σπύρος Μυλωνάς δημοσιογράφος-συγγραφέας Κρήτης 7, Λευκωσία-135 Κύπρος Ο Γ. Κεχαγιόγλου, υπόψη του οποίου θέσαμε την επιστολή του Σπόρου Μυλωνά, μας έστειλε την παρακάτω απάντηση: Αγαπητό «Διαβάζω», Και στη νέα αυτή επιστολή του ο κ. Μυλωνάς εξακολουθεί να παραποιεί τα γραφόμενά μου (πρβ. «Διαβάζω», τεύχ. 62, 9.2.1983, σ. 8, και τεύχ. 69, 18.5.1983, ο. 8) και να αποδεικνύει ότι γράμματα δεν μαθαίνονται, φευ!, σε ώρι­ μη ηλικία, αν δεν μαθεύτηκαν στην ώρα

Η απόφαση, λοιπόν, του κ. Μυλωνά να «τερματίσει το διάλογο» και να «ζητήσει συγγνώμη από τους .αναγνώστες» είναι, ομολογουμένως, πρωτοβουλία απροσδό­ κητη, αλλά σοφή. Γιώργος Κεχαγιόγλου Σπουδαστήριο Νεοτ. Ελλην. Φιλολογίας Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Βιβλιογραφική προσθήκη Αγαπητό «Διαβάζω», κατατοπιστικό τό άιριέρωμά σου στή «Σημειολογία». Θά ήθελα άπλώς, γιά τήν πληρέστε­ ρη ένημέρωση τών άναγνωστών, νά ύπενθυμίσω -συμπληρώνοντας τή βι­ βλιογραφία τού τεύχους- τήν περιο­ δική έκδοση «Δευκαλίων» άριθ. 17, τού Κέντρου Φιλοσοφικών ’Ερευνών, άφιερωμένη στή «σημασιολογία», μέ κατατοπιστικά άρθρα τών: Π. Χριστοδουλίδη, Tarski, Cohen καί άλλων. Θά ήταν κρίμα νά μήν άναφερθεϊ τό άφιέρωμα αύτό, μιάς καί ή προσφορά του σέ όρισμένα θέματα είναι μεγάλη. Συμφωνείτε; Εύχαριστώ γιά τή φιλοξενία Μαρία Λάζου Βλαχλείδη 8 Γιάννινα

Βιβλιοπωλείο «ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ» Μέτωνος 62, Χολαργός 1η παράλληλος της Μεσογείων, τρίτη στάση, • Κάτι νέο στο χώρο του βιβλίου · Αυστηρή επιλογή βιβλίων • Αναγνωστήριο · Εκπτώ σεις • Παιδική γωνιά · Ειδικές προσφορές Έ να βιβλιοπωλείο στο Χολαργό που θα το ζήλευε το κέντρο ΚΑΛΕΝΤΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. Γραφεία: Κολοκοτρώνη 15, τηλ. 32.34.270


10/χρονικα

Μανόλης Γλέζος: Ό λοι έχουμε δικαίωμα στην πανανθρώπινη μνήμη Τον περασμένο Μάρτιο, ο ΜανόληςΤλέζος, μέσα από τις στήλες των «Κυκλαδίτικων Νέων», κάλεσε όλους μας -ιδιώτες και παράγοντες- να βοηθήσουμε τη δημι­ ουργία βιβλιοθηκών σε όλα τα χωριά των μικρών Κυκλάδων. Η ανταπόκριση ήταν άμεση και υπολογίζεται πως στο τέλος αυτού του χρόνου θα υπάρχουν βιβλιοθή­ κες στα έντεκα κυκλαδονήσια, που, εκτεθειμένα χρόνια στην κρατική αδιαφορία, έχουν στερηθεί την πνευματική και πολιτιστική ζωή που δικαιούνται. Το έργο όμως του Μανόλη Γλέζου δε σταματά εδώ' αυ­ τή είναι η πρώτη μόνο φάση του. Ο ίδιος μας μίλησε για δημιουργία βιβλιοθηκών σε όλα τα χωριά και τα νησιά της Ελλάδας που έχουν ανάγκη το βιβλίο, ακόμα και στις χώρες του εξωτερικού όπου υπάρχει απόδημος ελληνισμός, γιατί, όπως μας είπε, δεν μπορούμε να στερούμε από κανένα το δικαίωμα να κάνει χρήση της πανανθρώπινης, οικουμενικής μνήμης. Εξηγώντας τους σκοπούς και τους στόχους της εκ­ στρατείας, ο Μ. Γλέζος δήλωσε στο «Διαβάζω»: «Η εκστρατεία για την απόκτηση βιβλιοθηκών στις μι­ κρές Κυκλάδες είναι απόρροια μιας πραγματικής ανάγ­ κης που υπάρχει από καιρό στον κόσμο που κατοικεί τα μικρά αυτά νησιά· δεν είναι, δηλαδή, μια ιδ£α που γεννή­ θηκε στην αντίληψη ανθρώπων που κάθονται έξω και μακριά από το χώρο τους. Χρονικά το έργο τούτο έχει τις ρίζες του πολύ πιο παλιά. Ξεκινά γύρω στα 1963, όταν πρωτοδημιούργησα τη βιβλιοθήκη του χωριού μου, που σήμερα περιέχει 7.500 βιβλία, με αναγνωσιμότητα ενάμισι βιβλίο περίπου την ημέρα στους 500 αναγνώ­ στες. Η εμπειρία πσ* απόκτησα από τη δημιουργία και τη λειτουργία αυτής της βιβλιοθήκης είναι εκείνη που με έκανε πάντα να πιστεύω πως η ικανοποίηση του αιτή­ ματος των κατοίκων των νησιών είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία». Στη συνέχεια ο Μ. Γλέζος, επιβεβαιώνοντας με τη σειρά του κάποια παλαιότερα συμπεράσματα του «Διαβά­ ζω» σχετικά με την ελλιπή οργάνωση των δημόσιων βι­ βλιοθηκών, πρόσθεσε τις δικές του διαπιστώσεις: «Είναι βέβαια γνωστό πως η οργάνωση βιβλιοθηκών στη χώρα μας είναι πολύ κακή. Οι βιβλιοθήκες που υπά­ γονται στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού είναι μόλις 39! Στο Υπουργείο Εσωτερικών υπάγονται περί­ που 400 βιβλιοθήκες δήμων και κοινοτήτων, ενώ στο

Υπουργείο Παιδείας όλες εκείνες που βρίσκονται στο γυμνάσια και τα δημοτικά σχολεία της χώρας, άγνωστου αριθμού, ελλιπείς, και το χειρότερο ανενεργός. Περιττό να τονίσω ότι η Βιβλιοθήκη της Βουλής βρίσκεται έξω από τον αριθμό αυτό, το ίδιο και η Εθνική και η Αμερικά­ νικη Βιβλιοθήκη. Δεν υπάρχει πουθενά κανένας πίνακας όπου να καταγράφεται ο αριθμός και το περιεχόμενο των βιβλιοθηκών που έχουμε στην Ελλάδα». Αλλά παρ' όλες τις διόλου ενθαρρυντικές προϋπο­ θέσεις, ο Μ. Γλέζος κατέστρωσε μόνος του το δικό του πρόγραμμα δουλειάς, προσεκτικά και γρήγορα, αποβλέ­ ποντας σε μια σύντομη κάλυψη των γνωστών αναγκών: «Για να πετύχει αυτή η εκστρατεία δημιουργίας βιβλι­ οθηκών παντού όπου δεν υπάρχουν, χρειαζότανε ένας σωστ'ις προγραμματισμός της δουλειάς. Και για να έχουμε γρήγορα αποτελέσματα, χωρίσαμε τη δουλειά μας σε τέσσερις φάσεις: 1η φάση: Ξεκινήσαμε από τους κατοίκους των νησιών όπου δεν υπάρχουν καθό­ λου βιβλιοθήκες και που είναι απομονωμένα από τα υπό­ λοιπα κέντρα της χώρας. Τέτοια είναι τα κυκλαδονήσια: η Ανάφη, η Θηρασιά, η Δονούσα, τα Κουφονήσια, η Σχοινούσα, η Ηράκλειά, η Σίκινος, η Φολέγανδρος, η Κίμωλος, η Σέριφος και η Αντίπαρος. Στην πορεία δια­ πίστωσα πως υπάρχουν νησάκια και σε άλλους νομούς της χώρας μας που στερούνται βιβλιοθηκών, όπως η Τή­ λος, η Γαύδος και άλλα. Ερεύνησα το ζήτημα με τη βοή­ θεια του Υπουργείου Εσωτερικών και υπολογίζω πως θα υπάρχουν άλλα τόσα περίπου σε όλη την υπόλοιπη Ελλά­ δα. 2η φάση: Εδώ προβλέπεται η δημιουργία βιβλιοθη­ κών σε όλα τα χωριά της Ελλάδας που στερούνται το βιβλίο. Η 3η φάση περιλαμβάνει ένα σχέδιο εμπλουτι­ σμού και σωστής λειτουργίας των ήδη υπαρχουσών β1 βλιοθηκών, και η 4η φάση στοχεύει στη δημιουργία βι­ βλιοθηκών σε όλες τις χώρες που υπάρχει απόδημος


χρονικα/11

ελληνισμός. Ο βασικός κανόνας της εκστρατείας μας είναι: Καμιά φάση δεν αρχίζει, αν δεν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην πρώτη φάση, και μάλι­ στα στο πρώτο σκέλος της, που αφορά τα κυκλαδονήσια. Εκεί η δουλειά γίνεται ως εξής: Το χώρο αναλαμβά­ νει να βρει η κοινότητα, που είναι ο βασικός παράγον­ τας της εκστρατείας και κάτοχος της βιβλιοθήκης. Τον βιβλιοθηκάριο, τα έπιπλα και τα βιβλία θα τα βρει με τη σειρά του ο σύλλογος των κατοίκων του νησιού που εδρεύει στην Αθήνα. Αυτός θα πληρώνει και τον βιβλιο­ θηκάριο. Εδώ πρέπει να τονίσω πως όλοι οι σύλλογοι δέχτηκαν με προθυμία να βοηθήσουν. Την αποστολή βι­ βλίων στις δημιουργούμενες βιβλιοθήκες ανέλαβε ήδη ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος της Αθήνας, που ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμά μου και υιοθέτησε πνευματικά τα έντεκα αυτά νησιά. Πρώτη η " Καθημερι­ νή" υιοθέτησε την Αντίπαρο. Στη συνέχεια η " Ελευθε­ ροτυπία” την Ανάφη, η "Ελεύθερη Γνώμη” τη Σίκινο, ο "Ταχυδρόμος" τα Κουφονήσια, ο " Οικονομικός Ταχυ­ δρόμος” τη Θηρασιά, το "Βήμα" τη Δονούσα, το "Αν­ τί” την Ηράκλειά, το "Ποντίκι" την Κίμωλο, τα "Επίκαι­ ρα” υιοθέτησαν τη Σέριφο, η " Γυναίκα” τη Σχοινούσα και τα " Νέα” τη Φολέγανδρο. Από τα υπόλοιπα νησιά η Γαύδος υιοθετήθηκε από την "Αυριανή” και η Τήλος από το" ' Ενα” . Η κάθε εφημερίδα και το κάθε περιοδι­ κό κάλεσαν τους αναγνώστες τους να στείλουν βίβλία στους κατοίκους του νησιού που έχουν υιοθετήσει.» Στο ερώτημά μας «αν η εκστρατεία έτυχε κρατικής συνδρομής» η απάντηση που πήραμε ήταν ευχάριστα θετική: «Πράγματι, εκτός από τις εφημερίδες, τα περιοδικά και τους απλούς ιδιώτες, πρόθυμα ενεργήσανε για την πραγμάτωση του σχεδίου μας φορείς της τοπικής αυτο­ διοίκησης και κρατικοί οργανισμοί. Ο δήμος Υμηττού, πρώτος, υιοθέτησε την Κίμωλο και αγόρασε βιβλία αξίας 100.000 δραχμών για το νησί. Ο δήμος Αγίου Ιωάννη Ρέντη υιοθέτησε τη Δονούσα, ο δήμος Αγίας Παρα­ σκευής τη Σχοινούσα και ο δήμος της Ερμούπολης Σύ­ ρος ανέλαβε να στείλει στην Ηράκλειά 130 βιβλία. Η νομαρχία Κυκλάδων έκανε επίσης μια πολύ γενναία προσφορά. ' Εδωσε 50.000 δραχμές σε κάθε κοινότητα (συνολικά 550.000) για αγορά βιβλίων. Κατόπιν συνεν­ νοήσεων σκεφτήκαμε να αγοράσουμε με τα λεφτά της

νομαρχίας και των ιδιωτών, που ήδη άρχισαν να μας στέλνουν, τα παρακάτω είδη βιβλίων: 1) παιδικά, 2) βι­ βλία σχετικά με την ιστορία, τη ζωή και τα προβλήματα των Κυκλάδων, 3) έργα κυκλαδιτών συγγραφέων και 4) βιβλία που έχουν σχέση με τις ασχολίες των κατοί­ κων (γεωργία, αλιεία, μελισσοκομία κλπ.)». Και απαντώντας ακόμα πιο συγκεκριμένα πάνω στο θ έ­ μα της κρατικής ανταπόκρισης, που τη χαρακτήρισε άμεση, μας πληροφόρησε: «Το Υπουργείο Εσωτερικών διέθεσε για την πραγμά­ τωση των σκοπών της εκστρατείας μας το ποσό των 100.000 δραχμών και αναλαμβάνει τα έξοδα για τη με­ ταφορά των βιβλίων στις κοινότητες. Το Υπουργείο Πο­ λιτισμού θα δίνει 300 βιβλία σε κάθε βιβλιοθήκη που σχηματίζεται. Το Υπουργείο Παιδείας έστειλε 350 βι­ βλία στη Σέριφο. Ο Ε.Ο.Τ. υιοθέτησε την Κίμωλο. Το ΚΕΛΕ αναλαμβάνει τα έξοδα των σεμιναρίων βιβλιοθη­ κονομίας που θα δοθούν στους νεοδιορισμένους βιβλι­ οθηκάριους το φθινόπωρο στη Σύρα. Η Δ.Ε.Η. θα δώσει οΟ.ΟΟΟ δραχμές για αγορά βιβλίων στη βιβλιοθήκη των Κουφονησίων. Η Αγροτική Τράπεζα 200.000 δραχμές για αγορά βιβλίων σε όλα τα νησιά. Η Αγροτική Ασφαλι­ στική υιοθέτησε τη Φολέγανδρο, ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλιοπωλών την Ανάφη, ενώ η Βιβλιοθήκη της Βουλής και η Εθνική Βιβλιοθήκη προσφέρθηκαν να στείλουν βι­ βλία σε όλες τις νέες βιβλιοθήκες. Στην έκκλησή μου ανταποκρίθηκαν και τα πανεπιστήμια της χώρας. Το Πο­ λυτεχνείο της Αθήνας υιοθέτησε την Αντίπαρο. Η Ανωτάτη Βιομηχανική Πειραιά την Κίμωλο, στην οποία θα στέλνει τις εκδόσεις της και θα κάνει μελέτες για τα βιομηχανικά ορυκτά της Κιμώλου. Το Πανεπιστήμιο Πατρών θα αναλάβει τη Θηρασιά, ενώ η ιατρική του σχολή θα κάνει τις δικές της μελέτες πάνω στο νησί, που ζει, ως γνωστό, χωρίς γιατρό. Η ΑΣΟΕΕ τη Φολέγανδρο, όπου θα μελετήσει το φαινόμενο της κλειστής οικονο­ μικά κοινωνίας της». Τελειώνοντας το σύντομο αυτό ιστορικό ο Μανόλης Γλέζος μας είπε πως τα εγκαίνια της βιβλιοθήκης κάθε νησιού θα συνοδεύονται από μια σειρά πολιτιστικών εκ­ δηλώσεων, διαλέξεων με θέμα το βιβλίο και άλλων, έτσι ώστε η λειτουργία των βιβλιοθηκών να δώσει το έναυσμα για τη δημιουργία πολιτιστικής ζωής σ' αυτά τα νη­ σιά. ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΑΚΟΣ


t i V i :1 1:T il [·Τ3

Από 21 Σεπτεμβρίου έως 4 Οκτωβρίου Επειδή όμως είναι τεχνικά αδύνατο να δημο­ σιεύονται όλα τα βιβλία που αναφέρουν οι βι­ βλιοπώλες, ο πίνακας περιλαμβάνει τελικά εκείνα τα βιβλία που δηλώθηκαν από δύο τουλάχιστον βιβλιοπώλες. Οσο για το ενδιαφέρον και την ποιότητα των βιβλίων του πίνακα, σκόπιμο είναι να συμβουλεύ­ ε σ τε τις σελίδες της «Επιλογής».

I

1 | 1 2

Πλέθρον - Αθ.

•2

1. Δ. Μ. Μπότσαρη: Η δυναστεία Παπανδρέου (Ισοκράτης) 2. Α. Αργυρίου: Διαδοχικές αναγνώσεις ελλήνων υπερρεα­ λιστών (Γνώση) 3. X. Σεμπρούν: Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ (Θεμέλιο) 4. Α. Φακίνου: Ιστορία μιας χαμένης γης (Εστία) 5. Τ. Βουρνά: Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας (Τολίδης) 6. Αλ. Πανσέληνου: Ιστορίες με σκύλους (Κέδρος) 7. Γ. Ρίτσου: Τι παράξενα πράματα (Κέδρος) 8. Ο. Μπ. ' Εγκμπούνα: Ελίνα (Νέα Σύνορα) Σημ.: Στο βιβλιοπωλείο Πρίσμα - Πειραιάς το βιβλίο που είχε τις περισσότερες πωλήσεις ήταν: Κ. Μάνσφηλντ: Οι κόρες του ι αείμνηστου συνταγματάρχη (Γράμματα)

Μια παράλειψή μας Στο τεύχος No 77, στη στήλη «Το ξένο βιβλίο» δημοσιεύ­ τηκε άρθρο του L. Richard για το βιβλίο της Gisela Freund «Φωτογραφία και κοινωνία» και συνέντευξη με τη συγγρα­ φέα. Από δική μας παράλειψη δεν αναφέρθηκε ότι η μετά­ φραση των κειμένων ήταν του Βασίλη Παπαβασιλείου και αφορμή για τη δημοσίευσή τους στάθηκε η έκδοση του βι­ βλίου, σε ελληνική μετάφραση της Τξένης Χατζησπύρου, από τις εκδόσεις «Θεωρία».

Στην αγορά βιβλίου 10 Αυγούοτου έως 6 Σεπτεμβρίου (τεύ­ χος 77) παραλείφθηκε ένας αστερίσκος που έδωσε το βιβλι­ οπωλείο Δωδώνη-Γιάννινα στο βιβλίο: Γκ. Γκ. Μάρκες: Ανεμοσκορπίσματα (Ν. Σύνορα).

Πρίσμα - Πειραιάς

I

Libra - Αθ.

< Μεθενίτης - Πάτρα

Εστία - Αθ.

Ενδοχώρα - Αθ.

Ελευθερουδάκης - Αθ.

Εξαρχόπουλος - Αθ.

Γεωργίου - Θεσ.

Δωδώνη - Αθ.

I

Αιχμή - Αθ.

Β ΙΒ Λ ΙΑ

|

|

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τα εμπορικό­ τερα βιβλία ενό ς δεκαπενθήμερου, σύμφωνα μ ε τα στοιχεία που μας παραχώρησαν δεκαπ έντε βιβλιοπώλες απ' όλη την Ελλάδα, δηλώνοντας ο καθένας τους τα τρία βιβλία που είχαν τις περισ­ σ ότερ ες πωλήσεις στο βιβλιοπωλείο του κατά το διάστημα αυτό. Έτσι, το βιβλίο μ ε τις μεγ α λύ τε­ ρ ες πωλήσεις σημειώ νεται μ ε τρ εις αστερίσκους (***), το αμέσως μ ετά μ ε δύο (**) και το τελε υ ­ ταίο μ ε ένα ν (*).

Κατώι του Βιβλίου - Θεσ. |

I il i l


Από τότε που ο Ροζέ Καγιουά, το 1952, τον αποκάλυψε στο γαλλικό κοινό, η φήμη του Χόρχε Λοϋις Μπόρχες δεν έπαψε να απλώνεται. Μοιράζεται σήμερα μαζί με τον Κάφκα ένα τρομερό προνόμιο: το όνομά τον έδωσε ένα επίθετο που τον έχει πια δεσμεύσει. Οι λαβύρινθοι, τα σπαδιά, οι τίγρεις και οι καθρέφτες αποτελούν το μπορχικό οπλοστάσιο («που προβλέπει ήδη ο καταπτοημένος αναγνώστης μου», σημειώνει στον πρόλογό του στο «Εγκώμιο της σκιάς»), ένα οπλοστάσιο που έχει βαρεθεί κι ο ίδιος, όπως δήλωσε σε μια συνέντευξή του. Το σημερινό μας αφιέρωμα φροντίζει να δείξει έναν Μπόρχες πολυποίκιλο και εκπληκτικό: τον άνθρωπο των λαβυρίνθων, αλλά και τον συγκλονιστικό και σχεδόν άγνωστο ποιητή, τον ταξιδιώτη, τον παθιασμένο φίλο του κινηματογράφου, και πριν από όλα, ίσως, έναν από τους πιο σπάνιους συγγραφείς που μας μαθαίνουν να διαβάζουμε. (Η μεταφραστική επιμέλεια του αφιερώματος έγινε από τον Πέτρο Π απαδόπουλο)


14/αφιερωμα

Robert Louit

Βιβλία και σκοτάδι Χρονολόγιο του X. Λ. Μπόρχες

1889 24 Αυγούστου. Στο Μπουένος Άιρες (στην οδό Τουκουμάν) γεννιέται ο X. Λ. Μπόρχες. Ο πατέρας του, Χόρχε Γκουλιέρμο Μπόρχες, διδάσκει αγγλικά και ψυχολογία στην Εκόλ Νορμάλ Ανατολικών Γλωσσών. Οπαφός του Ουίλλιαμ Τζέιμς, αναρχικός, συγγραφέας ενός μυθιστορήματος («Ο στρατάρ­ χης») και μεταφραστής του Ομάρ Καγιάμ, ο πατέρας του Μπόρχες έγινε και ο πρώτος του δάσκαλος. Πριν ακόμα μιλή­ σει τη μητρική του γλώσσα, ο Χόρχε Λούις έμαθε να διαβάζει αγγλικά στη βιβλιοθήκη του πατέρα του. Η μητέρα του, η Λεονόρα Αχεβέδο Χαέδο, καταγόταν από μια παλιά οικογένεια της Αργεντινής και της Ουρουγουάης. Η οικογένεια του Μπόρχες έχει να επιδείξει, ανάμεσα στους προγόνους από μητέρα και πατέρα, αξιωματικούς που διακρίθηκαν στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Αργεντινής κι ο ίδιος τους μνημονεύει σε πολλά του ποιήματα («Υπαινιγμός για το θάνατο του συντ/χη Φρανσίσκο Μπόρχες» και «Μια σελίδα για να θυμηθούμε το συντ/χη Σουαρέθ»).

«Ο πατέρας μου ήταν τόσο ταπεινός, που ήθελε να είναι αόρατος (...). Αυ­ τός μου ενέπνευσε τη δύναμη της ποίησης, ότι δηλαδή οι λέξεις δεν εί­ ναι μόνο μέσα επικοινωνίας, αλλά και μαγικά σύμβολα και μουσική. Μέσα στην άγνοιά μου, μου έδωσε επίσης τα πρώτα μαθήματα φιλοσοφίας. Ό ­ ταν ήμουν ακόμα πολύ νέος, μου έδειξε με τη βοήθεια μιας σκακιέρας το παράδοξο του Ζήνωνα, δηλαδή την πλασματικότητα της κίνησης μέ­ σα από το παράδειγμα του Αχιλλέα με τη χελώνα και του βέλους που φαίνε­ ται να πετά χωρίς να κινείται στην πραγματικότητα.» «Η βιβλιοθήκη του πατέρα μου ήταν το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή μου. Σκέφτομαι συχνά πως δεν βγήκα


αφιερωμα/15

Αριστερά ο Χόρχε Λούις με τον αδερφό του Φρανσίσκο και την αδελφή του Νόρά~

1905 Οι πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες: Συντάσσει στα αγγλικά ένα εγχειρίδιο ελληνικής μυθολογίας και γράφει στα ισπανικά το πρώτο του διήγημα: «Το μοιραίο γείσο του καπέλου» (La visera fatal). Εννέα χρόνων μεταφράζει τον «Ευτυχισμένο πρίγκιπα» του Ό σκαρ Ουάιλντ, που δημοσιεύτηκε στην εφη­ μερίδα «Ελ Παΐς». 1914 Σχεδόν τυφλός ο πατέρας του Μπόρχες, βγαίνει στη σύνταξη. ΤΙ οικογένεια φεύγει για την Ευρώπη, επισκέπτεται το Παρί­ σι, τη βόρεια Ιταλία και εγκαθίσταται στη Γενεύη, όπου ο Μπόρχες γράφεται στο κολέγιο που ίδρυσε ο Καλβίνος και παίρνει το απολυτήριο εκεί. Μαθαίνει μέσα στο σχολείο τα γαλλικά και από μόνος του τα γερμανικά. Διάβασε πολλά βι­ βλία και στις δύο γλώσσες. Κατά τη γνώμη του τα πιο σπου­ δαία ήταν το «Γκολέμ» του Μέιρινκ, ο Σοπενχάουερ και οι γερμανοί εξπρεσιονιστές. Ακόμα, ανακαλύπτει τον Ουίτμαν και γράφει τα πρώτα του ποιήματα στα αγγλικά και γαλλικά. 1919 Η οικογένεια Μπόρχες εγκαθίσταται προσωρινά στην Ισπα­ νία, στην Πάλμα της Μαγιόρκας. Αργότερα πηγαίνουν στη Σεβίλλη (χειμώνα του 1919-1920) και στη Μαδρίτη. Στη Σε­ βίλλη ο Μπόρχες συνδέεται με τους συγγραφείς της επιθεώ­ ρησης «Grecia», όπου δημοσιεύεται και το πρώτο του ποίημα («Ύμνος στη θάλασσα»), στο τεύχος της 31 Δεκεμβρίου 1919. Ο Μπόρχες το θεωρεί σαν αδέξια απομίμηση του Ουί­ τμαν. 1920 Γνωρίζει στη Μαδρίτη τον Ραφαέλ Κανσίνος Ασένς («πάντα αισθάνομαι τον εαυτό μου μαθητή του»). Ποιητής, διηγηματογράφος και μεταφραστής του Ντε Κουίνσυ, του Γκαίτε, του Ντοστογιέφσκι, ο Κανσίνος Ασένς ανακάλυψε τη λέξη «ουλτραϊσμός» και ήταν αυτός που έδωσε ζωή στο κίνημα της ποίησης όπου ο Μπόρχες δεν άργησε να ενταχθεί. Την ίδια εποχή ο Μπόρχες κάνει παρέα μ’ έναν άλλο ποιητή, τον Γκουιλέρμο ντε Τόρρε, ο οποίος και θα παντρευτεί την αδελ­ φή του Μπόρχες, Νόρα. Ο Μπόρχες δουλεύει δύο έργα: «Οι

π οτέ α π' αυτή τη βιβλιοθήκη (...). Το πρώτο μυθιστόρημα που διάβασα ήταν "Οι περιπέτειες του Χωκ Φιν” . Διάβασα ακόμα τα βιβλία του καπετά­ νιου Μαριά, "Οι πρώτοι άνθρωποι στο φεγγάρι” του Ουέλς, διάβασα Πόε, μια έκδοση του Λονγκφέλλοου σε έναν τόμο, "Το νησί του θησαυ­ ρού” , Ντίκενς, "Τα σχολικά χρόνια του Τομ Μ πράουν” , τα" Παραμύθια” των Γκριμ, Λούις Κάρολ, "Η περιπέ­ τεια του κου Γκρην” (ένα βιβλίο που σήμερα έχει ξεχαστεί) και τις " Χίλιες και μιά νύχτες” σε μετάφραση του Μπάρτον.»

« Ά ρ χισ α να γράφω σε ηλικία έξιεπτά ετών. Π ροσπαθούσα να μιμού­ μαι μερικούς κλασικούς ισπανούς συγγραφείς, για παράδειγμα τον Θερβάντες.»

«Έ ψ α χνα κάποια " γερμανικότητα” στη γερμανική λογοτεχνία, κάτι που να πλησιάζει τον Τάκιτο, και το βρή­ κα αργότερΓ στα αρχαία αγγλικά και τις βόρειες γλώσσες.» «Πάντα θεωρώ τα γερμανικά σαν μια όμορφη γλώσσα, πιο όμορφη ίσως από τη'λογοτεχνία που έχει παραγάγει. Κατά περίεργο τρόπο, θεωρώ τα γαλλικά άσχημη γλώσσα, παρόλο που διαθέτουν μια μεγάλη λογοτεχνία και είναι κατάλληλα για σχολές και κινή­ ματα.» «Γενικά μαζευόμασταν το Σάββατο στο καφενείο Κολονιάλ. Οι συναντή­ σεις γίνονταν νωρίς. Τα μεσάνυχτα εί­ ναι νωρίς για τους Ισπανούς (...) Διαλέ­ γαμε ένα θέμα: την ομοιοκαταληξία, τη μεταφορά, το στίχο, το θάνατό, τον ωκεανό, την πόλη και τραβούσα­ με το θέμα όσο έπαιρνε.»

«Ο ουλτραϊσμός ήταν ο αντίκτυπος του τι γινόταν στο Παρίσι εκείνη την εποχή, δεν είχε όμως την ίδια σπιρτάδα. 'Ηταν ένας αντίκτυπος καθυστε­ ρημένος του Απολλιναίρ, για παράδει­ γμα, αλλά και άλλων ποιητών συγχρό­ νως, που ήδη στη Γαλλία είχαν αρχίσει να τους ξεχνάνε.» (Συνέντευξη του Μ πόρχες στον Ν. Μυρά, στο περιοδικό «Ερν»)


16/αφιερωμα κόκκινοι ρυθμοί» (Los ritmos rojos), συλλογή από ύμνους για τη ρωσική επανάσταση, και «Η χαρτοπαιξία του λωποδύτη» (Los naipes del tahnr), ένα σύνολο λογοτεχνικών και πολιτικών δοκιμίων, των οποίων τα χειρόγραφα θα καταστρέψει πριν εγκαταλείψει την Ισπανία. 1921 Επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες και το ανακαλύπτει με τέ­ τοιο πάθος, που φτάνει στο σημείο ν ’ απαρνηθεί τα χρόνια που έζησε στην Ευρώπη. Η περίοδος 1921-1930 σημαδεύεται από μια έντονη δραστηριότητα. Ο Μπόρχες εκδίδει εφτά βι­ βλία (από τα οποία θ α αποσυρθούν μερικά στη συνέχεια), ιδρύει τρεις επιθεωρήσεις και συνεργάζεται σε πολλές άλλες δημοσιεύσεις. Το 1921 γράφει τα περισσότερα από τα ποιή­ ματα της συλλογής «Το πάθος του Μπουένος Άιρες» (Fervor de Buenos Aires), ιδρύει την «ανάγλυφη» επιθεώρηση «Pri­ sma», για την οποία και συντάσσει το μανιφέστο του «ουλτραϊσμού» στην Αργεντινή. Συναντά τον Μασεντόνιο Φερνάντεζ, συγγραφέα, φιλόσοφο και «μεγάλο παρλαπίπα». Κάνουν μαζί στενή παρέα, όπως έκανε και με τον Κανσίνος Ασένς όταν βρίσκονταν στην Ισπανία.

«Σ' εμένα, αυτό σ υνέπεσε με μια π ε­ ρίοδο εθνικισμού που εγώ τον χαρα­ κτήριζα " συνοικιακό” .» «Πριν γνωρίσω τον Μασεντόνιο ήμουν πάντα ένας ευκολόπιστος αναγνώ­ στης. Το πιο σημαντικό δώρο που μου χάρισε ήταν ο τρόπος να διαβάζω και να σκέφτομαι.»

1922 Μαζί με τον Μασεντόνιο Φερνάντεζ εκδίδουν την ουλτραϊστική επιθεώρηση «Proa», που βγάζει τρία τεύχη. 1923 Κάνει το δεύτερο ταξίδι στην Ευρώπη, όπου ο πατέρας του κάνει εξετάσεις για την όρασή του. Πηγαίνει στο Παρίσι, στο Λονδίνο και μετά στην Ισπανία. Εκδίδεται η πρώτη του συλ­ λογή, «Το πάθος του Μπουένος Άιρες», σε 300 αντίτυπα, εικονογραφημένη με μια πυρογραφία της Νόρα Μπόρχες. Ο συντάκτης της επιθεώρησης «Nosotros», Αλφρέντο Μπιάνκι, χώνει μερικά αντίτυπα στις τσέπες των συνεργατών του και κάπως έτσι ο Μπόρχες αρχίζει να γίνεται γνωστός. 1924 Μαζί με τον Ρικάρντο Γκουϊράλδες (μελλοντικό συγγραφέα του μυθιστορήματος «Don Segundo Sombra») βγάζει, σε δεύ­ τερη φάση, την επιθεώρηση «Proa». Ταυτόχρονα ο Μπόρχες συνδέεται με την ομάδα της πρωτοποριακής επιθεώρησης «Martin Fierro» (αργότερα θα δηλώσει πως μετάνοιωσε γι’ αυ­ τή τη δέσμευση). Συναντά τον μεξικανό συγγραφέα Αλφόνσο Ρέχες. 1925 Συναντά τη Βικτόρια Οκάμπο. Εκδίδει το «Φεγγάρι καταπρό­ σωπο» (Luna de enfrente), δεύτερο τόμο ποιημάτων. «Inquisiciones», συλλογή δοκιμίων που ο Μπόρχες απαγορεύ­ ει να επανεκδοθούν μόλις κυκλοφορούν τα άπαντά του. 1926 «Η διάσταση της ελπίδας μου» (El tamafio de mi esperanza), ακόμα μία συλλογή δοκιμίων που ο Μπόρχες απαγορεύει να επανεκδοθούν. 1927 Στη «Martin Fierro» δημοσιεύεται το «Noticia policial», πρώτη

«Οι νέοι του 1923 ήταν δειλοί, όπως και οι νέοι του 1969. Επειδή φ οβόν­ τουσαν την ένδεια του πνεύματος, αναγκάζονταν να την κρύβουν κάτω από τον αφελή θόρυβο των νεοτερισμών, όπως και σήμερα άλλωστε. Εγώ, για παράδειγμα, έβαλα πολλούς στόχους: να μιμηθώ μερικές ασχήμιες του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο (ασχήμιες που μου άρεσαν), να γίνω ένας Ισπα­ νός συγγραφέας του 17ου αιώνα, να γίνω ο Μασεντόνιο Φερνάντεζ, να ανακαλύψω τις μεταφορές που ήδη ο Λουγκόνες είχε ανακαλύψει, να τρα­ γουδήσω ένα Μ πουένος Ά ιρ ες με σπίτια χαμηλά και, προς τη δυτική πλευρά, ιδιοκτησίες με κήπους και γρίλιες. Εκείνη την εποχή αποζητού­ σα απογεύματα, συνοικίες και δυστυ­ χία, τώρα αποζητώ πρωινά, το κέντρο της πόλης και τη γαλήνη.» (Πρόλογος στην επανέκδοση του «Πά­ θ ο υς του Μ πουένος Ά ιρες», 1969)


αφιερωμα/17

γραφή του αφηγήματος «Ο άνθρωπος στη γωνία του ρόδινου τοίχου». 1928 «Η γλώσσα των Αργεντινών» (El idioma de los Argentinos). To βιβλίο αυτό περιέχει ένα δεύτερο προσχέδιο του «Ανθρώπου στη γωνιά του ρόδινου τοίχου», με τίτλο «Άνθρωποι έδωσαν μάχη» (Hombres pelearon), και παίρνει το δεύτερο κοινοτικό βραβείο πεζογραφήματος (3.000 πέσος). Ο Μπόρχες όμως θα το αφήσει να ξεχαστεί. 1929 «Cuaderno San Martin». Μετά απ' αυτή την τρίτη συλλογή ποιημάτων, ο Μπόρχες θ α εγκαταλείψει την ποίηση για πολ­ λά χρόνια. 1930 Συναντά τον Αδόλφο Μπιόι Καζάρες. Βγαίνει το «Evaristo Carriego», όπου φαίνεται πια καθαρά το αυξανόμενο ενδιαφέ­ ρον του Μπόρχες για θέματα γνήσια αργεντινά. 1931 Η Βικτόρια Οκάμπο εκδίδει την επιθεώρηση «Sur». Ο Μπόρ­ χες γίνεται μέλος της συντακτικής επιτροπής και θα μείνει ένας απ ' τους πιο τακτικούς συνεργάτες. 1932 «Η συνομιλία» (Discusion), η πρώτη συλλογή δοκιμίων που ο συγγραφέας δεν αποκήρυξε. 1933 Συναντά τον Ντριέ Λα Ροσέλ, που συνεργάζεται στο «Sur» κα γράφει το άρθρο «Αξίζει ο Μπόρχες το ταξίδι». Η επιθεώρηση «Megafono», στο τεύχος του Αυγούστου, κάνει ένα αφιέρωμα με θέμα: «Συζήτηση γύρω από τον Μπόρχες». Ο Μπόρχες γίνεται υπεύθυνος της εβδομαδιαίας έκδοσης της εφημερίδας «Critica», όπου δημοσιεύει τις «Ασκήσεις αφηγη­ ματικού λόγου», που αργότερα θα αποτελέσουν την «Παγκό­ σμια ιστορία της ατιμίας» (Historia universal de la infamia).

«Με λίγα λόγια, δεν σ υμπαθούσα κα­ θόλου τον εαυτό μου εκείνη την π ε­ ρίοδο της ζωής μου, έτσι νέος, υ π ο ­ κριτής και δογματικός π ου ήμουνα. Οι φίλοι μου είναι πάντα κοντά μου, ζωντανεύουν. Είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Πιστεύω πως η φιλία εί­ ναι το μόνο π ά θ ο ς που εξαγοράζει τους Αργεντινούς.»

«Συναντηθήκαμε γύρω στο 1930 ή 1931. Εκείνος ήταν δεκαεπτά χρόνων κι εγώ μόλις είχα περάσει τα τριάντα. Θεωρούμε πως σε τέτοιες περιπτώ­ σεις ο μεγαλύτερος είναι ο δάσκαλος και ο νεότερος ο μαθητής. Ίσω ς να είναι αλήθεια κατά βάθος. Μερικά χρόνια αργότερα όμως, όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί, ο Μπιόι ήταν κρυφά ο δάσκαλος.»

«Περιπλανηθήκαμε στις συνοικίες του Μ πουένος Ά ιρ ε ς. Ή τ α ν αργά, περπατήσαμε και βρεθήκαμε κοντά στα περίχωρα. Α ισθανόμασταν τα λι­ βάδια να φυτρώνουν και τα σπίτια γί­ νονταν όλο και πιο αραιά, πιο χαμηλά. Τότε ο Ντριέ Λα Ροσέλ βρήκε έναν ακριβή τρόπο να εκφράσει τούτο το συναίσθημα. Βρήκε αμέσως αυτό που εμείς οι αργεντίνοι ποιητές ψάχναμε εδώ και χρόνια. Κοιταζόμασταν, ήταν μία η ώρα. Μου είπε: "Οριζόντιος ίλιγγος” ...» (Συνέντευξη στον Ν . Μυρά, «Ερν»)


18/αφιερωμα 1935 Η «Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας» βγαίνει σε τόμο. 1936 Εκδίδει την «Ιστορία της αιωνιότητας» (Historia de la eternidad). Στο εβδομαδιαίο «Ε1 Hogar» ο Μπόρχες κρατεί τη στήλη της ξένης λογοτεχνίας. Μεταφράζει το «Έ να δωμάτιο για σέ­ να» (A room of one’s own) της Βιρτζίνια Γουλφ. 1937 Σε συνεργασία με τον κριτικό Πέδρο Ενρίκεζ Ουρένα γράφει μια «Κλασική ανθολογία της αργεντινής λογοτεχνίας». Συντάσσει κείμενα για την κινηματογραφική δραστηριότητα. Γίνεται αρχισυντάκτης στην «Urbe», επιθεώρηση εκλαϊκευμέ­ νης επιστήμης που εξέδιδε η ιδιωτική επιχείρηση του μετρό του Μπουένος Άιρες. 1938 Πρώτη φορά δουλεύει με πλήρη απασχόληση: ο Μπόρχες δι­ ορίζεται σαν πρώτος βοηθός σε μια πτέρυγα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης του Μπουένος Άιρες. Διαβάζει τη «Θεία κωμω­ δία» πηγαίνοντας στη δουλειά του κάθε μέρα με το τραμ. Ο πατέρας του πεθαίνει. Τα Χριστούγεννα, ο Μπόρχες χτυπά το κεφάλι του σε μια γω­ νιά του παραθύρου. Το τραύμα κακοφορμίζει. Η πληγή δεν θα γιάνει ποτέ τελείως, και αυτό το ατύχημα βάζει σε κίνδυνο την όρασή του. Στο διάστημα της ανάρρωσης γράφει το «Πιέρ Μενάρ, συγγραφέας του Δον Κιχώτη». 1940 Ο Μπιόι Καζάρες παντρεύεται τη Σιλβίνα Οκάμπο. Μάρτυρας στο γάμο ο Μπόρχες, γράφει μαζί μ’ αυτούς μια περίεργη «Ανθολογία φανταστικής λογοτεχνίας» (Antologia de la literatura fantastica), όπου μερικά αποσπάσματα μοιάζουν με με­ γάλες νουβέλες ή με αποσπάσματα από θεατρικά έργα.

«Τούτες οι σελίδες αποτελούν το ανεύθυνο παιχνίδι ενός δειλού που δεν είχε το κουράγιο να γράψει μύ­ θους και που διασκεδάζει παραποι­ ώντας και κακοποιώντας τις ιστορίες των άλλων. Καμιά φορά χωρίς να το δικαιολογεί η αισθητική.» (Απόσπασμα απ' τον πρόλογο της «Ιστορίας της ατιμίας», έκδοση του

«Το καφκικό μου διήγημα "Η βιβλιο­ θήκη της Βαβέλ” ήταν ένα είδος εφι­ άλτη ή μια εικόνα μεγενθυμένη εκεί­ νης της βιβλιοθήκης. Ορισμένες λε­ πτομέρειες του κειμένου δεν έχουν συγκεκριμένο νόημα. Το πλή θος των τόμων και τα ατέλειωτα ράφια που καταγράφονται στο κείμενο δεν ήταν παρά αυτά που περνούσαν από τα χέ­ ρια μου, με λογοτεχνική διατύπωση βέβαια.»

«Για να γράψουμε αυτή την ανθολο­ γία, ακολουθήσαμε το κριτήριο της ηδονής. Δεν ξεκινήσαμε με την πρό­ θεση να εκδώσουμε μια ανθολογία. Κάποιο βράδι το 1937 μιλούσαμε για τη φανταστική λογοτεχνία, συζητού­ σαμε ιστορίες που μας φαίνονταν να είναι οι καλύτερες. Έ νας από μας εί­ π ε πως αν ενώναμε τα αποσπάσματα π ου έχουμε σημειώσει στα τετράδιά ιιας, αποσπάσματα που έχουν τον •διο χαρακτήρα, θ α πετυχαίναμε ένα 3ιβλίο καλό. Αυτό το βιβλίο φτιάξα­ με.» (Α. Μπιόι Καζάρες -απ όσ πα σ μα απ' τον πρόλογο της «Ανθολογίας φαντα­ στικής λογοτεχνίας»)

Φωτομοντάζ: Μ πόρχες + Μπιόι Καζάρες =Μ πιόρχες


αφιερωμα/19 1941 Εκδίδεται μια συλλογή από διηγήματα, «Ο κήπος με τα διχα­ λωτά μονοπάτια» (El jardin de senderos que se bifurcan). Είναι η πρώτη μορφή της συλλογής «Ficciones». Μαζί με τον Μπιόι και τη Σιλβίνα Οκάμπο φτιάχνουν μια «Ποιητική ανθολογία της Αργεντινής». Ο Μπόρχες μεταφράζει το «Ένας βάρβαρος στην Ασία» του Μισώ και τους « Άγριους φοίνικες» του Φώκνερ. 1942 To «Sur» του αφιερώνει ειδικό τεύχος με τίτλο «Αποκατά­ σταση του Μπόρχες», με σκοπό .να επανορθώσει μιαν αδικία: την αποτυχία του «Κήπου με τα διχαλωτά μονοπάτια» στο διαγωνισμό για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Εκδίδεται μια συλλογή με αστυνομικές νουβέλες με τίτλο «Έ ξι προβλή­ ματα για τον δον Ισίδωρο Παρόδι» (Seis problemas para don Isidro Parodi), που το έγραψε μαζί με τον Μπιόι Καζάρες, με το ψευδώνυμο X. Μπούστος Ντομέκ. Επιστρέφει στην ποίηση με το «Για την κόλαση και τον παρά­ δεισο» (Del infierno y del cielo). 1943 Η συλλογή «Poemas» συγκεντρώνει όλο το ποιητικό του έργο. Μαζί με τον Μπιόι φτιάχνουν μιαν ανθολογία, «Mejores cuentos policiales». Ο Μπόρχες μεταφράζει τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα. 1944 Βγαίνει το «Ficciones» (Ιστορίες), βελτιωμένη έκδοση του «Κή­ που» που εκδόθηκε το 1941, που παίρνει την επόμενη χρονιά το βραβείο S.A.D.E. (Ένωση Συγγραφέων Αργεντινής). 1945 Γράφει μαζί με τη Σιλβίνα Μπούλλριχ το «Κομπαντρίτο, το πεπρωμένο, οι συνοικίες, η μουσική του» (El compadrito, su destino, sus barrios, su musica). Ο Περόν ανεβαίνει στην εξουσία. Η μητέρα και η αδερφή του Μπόρχες συλλαμβάνονται γιατί πήραν μέρος σε μια διαδήλω­ ση ενάντια στον Περόν. 1946 Σε συνεργασία με τον Μπιόι, γράφει αστυνομικά μυθιστορή­ ματα: «Dos fantasias memorables» (με το ψευδώνυμο X. Μποΰ­ στος Ντομέκ) και «Un modela para la muerte» (με το ψευδώ­ νυμο Σουάρεθ Λυντς). Ο Μπόρχες, που έχει ήδη υπογράψει δηλώσεις διανοούμενων αντίθετων στόν Περόν, χάνει τη θέση του στη βιβλιοθήκη και μετατίθεται στην επιθεώρηση πουλερικών, στις δημοτικές αγορές. Γλίτωσε όμως απ' αυτή τη δουλειά μ’ ένα διορισμό στην Αργεντινή Ένωση Αγγλικής Παιδείας. Δίνει διαλέξεις στο Ελεύθερο Κολέγιο Ανωτέρων Σπουδών. Ιδρύει και διευθύ­ νει την επιθεώρηση «Los Anales de Buenos Aires». 1947 Εκδίδεται, εκτός εμπορίου, «Η καινούρια ανασκευή του χρό­ νου», ένα κείμενο που θα συμπεριληφθεί στις «Έρευνες».

«Προφανώς, αργότερα, γράφαμε ο ένας για τον άλλο. Έ τσι αναπόφ ευ­ κτα περάσαμε σε μια ατμόσφαιρα γε­ μάτη φάρσες και τα κείμενα έγιναν τό­ σο μπερδεμένα και τόσο χοντροειδή που ήταν δύσκολο να τα εννοήσεις. Στην αρχή κάναμε πλάκα, και αργό­ τερα, π ρος το τέλος, πλάκα στην πλά­ κα φτάσαμε σε σημείο να τις υψώ­ νουμε σε αλγεβρικές δυνάμεις: πλάκα στο τετράγωνο, πλάκα στον κύβο... Έ τσι σταματήσαμε να γράφουμε για­ τί νιώσαμε πως μας ήταν δύσκολο κι ακόμα αδύνατο να γράψουμε διαφο­ ρετικά. Τουλάχιστο για τον αναγνώ­ στη, αυτά τα κείμενα καταντούσαν επίπονα.» (Συνέντευξη στον Ν. Μυρά, «Ερν»)

«Η τέχνη του να γράφεις μεγάλα βι­ βλία, να αναπτύσσεις σε πεντακόσιες σελίδες μια ιδέα που για να την πεις προφορικά δεν χρειάζονται παρά με­ ρικά λεπτά, είναι ένα κοπιαστικό και εξαντλητικό παραλήρημα. Η καλύτε­ ρη εισαγωγή που θ α μπορούσες να κά­ νεις, είναι να π ροσποιηθείς πως υπάρ­ χουν ήδη τέτοια βιβλία και να παρου­ σιάζεις μιαν εισαγωγή, ένα σχόλιο...» (Απόσπασμα από τον πρόλογο στις «Ιστορίες») Ή τα ν ένα απάνθισμα α πό το "Compadrito” που έκανα μαζί της (...). Εί­ ναι βιβλίο λίγο δυσεύρετο. Εκεί μέσα υπά ρχουν περίεργες φωτογραφίες γύ­ ρω από τις ρίζες του ταγκό.» (Συνέντευξη στον Ζαν ντε Μιλλερέ)

« Έ ν α περίεργο χαρακτηριστικό της δικτατορίας ήταν αυτό: ακόμα και οι δηλωμένοι υποστηρικτές της άφηναν να φαίνεται καθαρά πως δεν παίρ­ νουν στα σοβαρά την κυβέρνηση, αλ­ λά ενεργούν α πό συμφέρον. Αυτή η συμπεριφορά έγινε αντιληπτή. Τους συγχώρεσαν. Γιατί οι περισσότεροι συμπατριώτες μου διαθέτουν π νευ ­ ματική συνείδηση, ενώ τους λείπει η ηθική συνείδηση.»


20/αφιερωμα 1949 Εκδίδεται το «Ε1 Aleph». 1950 Ο Μπόρχες εκλέγεται πρόεδρος της Ένωσης Συγγραφέων (S.A.D.E.) και θα εγκαταλείψει αυτή τη θέση το 1953. Εκλέ­ γεται ακόμα στην Ακαδημία Γκαίτε του Σάο Πάολο. 1951 Βγαίνει ένας τόμος με τίτλο «Ο θάνατος και η πυξίδα» (La muerte y la brujada) που συγκεντρώνει κείμενα επιλογής από το «Aleph» και το «Ficciones». Γράφει μαζί με τον Ντέλια Ινχενιέρος το «Δοκίμιο για τις αρχαίες γερμανικές λογοτεχνίες». Δεύτερη ανθολογία των «Mejores cuentos policiales» μαζί με τον Μπιόι. Ο Ροζέ Καγιουά εκδίδει τις «Ιστορίες» στη συλλογή «Σταυρός του Νότου». Μετάφραση και πρόλογο κάνει ό Νέστωρ Ιμπάρρα.

«Πάντα θεω ρούσα την αγγλική λογο­ τεχνία σαν την πιο πλούσια του κό­ σμου. Ανακάλυψα όμως κι ένα μυστι­ κό δωμάτιο στο κατώφλι τούτης της λογοτεχνίας, κι αυτό ήταν ένα επιπλέ­ ον δώρο.»

1952 «Otras inquisiciones» (Έρευνες). 1953 «Ε1 Martin Fierro», σε συνεργασία με τη Μαργαρίτα Γκουερρέρο. Οι εκδόσεις «Emece» αναλαμβάνουν να εκδώσουν τα άπαντά του. Με την Μπετίνα Έντελμπεργκ γράφει το «La imagen perdita», ένα λιμπρέτο για μπαλέτο που έμεινε ανέκ­ δοτο. 1954 Η έκδοση των απάντων συνεχίζεται με το «Poemas 19231955». Εκδίδεται το πρώτο έργο εξολοκλήρου αφιερωμένο στον Μπόρχες: «Ο Μπόρχες και η νέα γενιά» (Borges y la nueva generacion) από τον Αδόλφο Πριέτο. 1955 Πτώση του Περόν. Ο Μπόρχες διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης και διαδέχεται τον Πωλ Κρουσάκ. Εκλέ­ γεται μέλος της Ακαδημίας Γραμμάτων της Αργεντινής. Εκδίδονται δύο σενάρια που έγραψε μαζί με τον Μπιόι: «Οι συνοικιακοί» (Los orilleros) και ο «Παράδεισος των πιστών» (El paraiso de los creyentes). Πάντα μαζί με τον Μπιόι, βγάζει δυο ανθολογίες: «Σύντομα και εξαιρετικά διηγήματα» (Cuen­ tos breves y extraordinarios) και «Poesia gauchesca». Μαζί με τη Λουίζα Μ. Λέβινσον υπογράφουν μια συλλογή δι­ ηγημάτων με τίτλο «Η αδερφή της Ελοΐζα» (La hermana de Eloisa). 1956 Αναθέτουν στον Μπόρχες την έδρα της αγγλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες. Η όρασή του χειροτερεύει -ήδη έχει κάνει οκτώ εγχειρήσειςκαι οι γιατροί του απαγορεύουν να διαβάζει και να γράφει. Η μητέρα του θα γίνει γραμματέας του από δω και στο εξής. Το πανεπιστήμιο του Κούγιο στην Αργεντινή τιμής ένεκεν τον ονομάζει δόκτορα. Ακόμα, παίρνει το Κρατικό Βραβείο Λο­ γοτεχνίας.

Ο Μπόρχες στην Ουρουγουάη «Οι δύο ταινίες π ου αποτελούν αυτόν τον τόμο, αποδέχονται, μάλλον θέλη­ σ αν να αποδεχτούν, τις διάφορες συμβατικότητες του κινηματογράφου. Δεν γράφτηκαν για να πρωτοτυπή­ σουν. Θά ’ταν για μας μια ιδιαίτερη θρασύτητα να πλησιάζουμε ένα είδος και συγχρόνως να καινοτομούμε. Ο αναγνώστης θ α μπορέσει να διακρίνει καθαρά τα σ τερεότυπα boy meets girl (το αγόρι συναντά το κορίτσι) 'και το "χάπυ-εντ” , όπως ακριβώς διατυπώ­ νεται στο γράμμα π ρ ος τον " εξαίρετο και ακαταμάχητο κύριο Καγκράντε ντέλα Σκάλα” , tragicum principium et comicum finem, δηλ. τα στερεότυπα της επικίνδυνης περιπέτειας και του ευτυχισμένου τέλους. Είναι πολύ πι­ θ ανόν τέτοιες συμβατικότητες να γί­ νο υν πεπονόφ λουδες. Εμείς όμως παρατηρήσαμε πως ταινίες π ου με τό­ ση συγκίνηση θ υμ όμα στε-ταινίες του Στέρνμπεργκ και του Λούμπιτς- επ α ­ ναλαμβάνονται κι επαναλαμβάνον(Απόσπασμα α π ’ τον πρόλογο του «Los orilleros», που έγραψαν ο Μ πόρ­ χες και ο Μπιόι Καζάρες)


αφιερωμα/21 1957 Γράφει το «Εγχειρίδιο φανταστικής ζωολογίας» (Manual de zoologia fantastica) μαζί με τη Μαργαρίτα Γκουερρέρο. 1958 Μια καινούρια έκδοση φέρνει πάλι στην επικαιρότητα το ποιητικό του έργο. Σχεδόν τυφλός ο Μπόρχες γράφει κατεξοχήν ποιήματα και επανέρχεται στον κανονικό στίχο. 1960 Ο Μπόρχες συγκεντρώνει σ’ έναν τόμο, τον τελευταίο των απάντων του, τα κείμενα που αποτελούν τον «Συγγραφέα» (El hacedor), σύμφωνα με την επιθυμία του εκδότη του. Βγά­ ζει με τον Μπιόι μια ανθολογία με τίτλο «Το βιβλίο του παρά­ δεισου και της κόλασης» (El libro del cielo y del infierno). 1961 Μοιράζεται με τον Σάμουελ Μπέκετ το βραβείο Formentor, βραβείο που δίνεται από το Διεθνές Συνέδριο Εκδοτών. Πολλαπλασιάζονται οι μεταφράσεις έργων του. Το Πανεπιστήμιο του Τέξας τον προσκαλεί και ο Μπόρχες αναχωρεί για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκδίδεται η «Προσωπική ανθολογία» (Antologia personal), μια επιλογή από ποιήματα, διηγήματα και δοκίμια, σύμφωνα με τα οποία, δηλώνει ο Μπόρχες, επιθυμεί να τον κρίνουν. 1962 Επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες. Με πρόταση του Αντρέ Μαλρώ ο Ντε Γκωλ τον ονομάζει «Ταξιάρχη στην Τάξη Γραμ­ μάτων και Τεχνών».

«Τώρα μέσα μου βρίσκεται όλος ο κό­ σμος και βλέπω καλύτερα γιατί μπο­ ρώ να διακρίνω όλα αυτά που ονειρεύ(Στον Γκάυ Ταλέζε, των New York Times, 5-2-62. Αναφέρεται στη συ­ νέντευξη με τον Ζαν ντε Μιλλερέ)

«Πάντα βρίσκουν ένα αφηγηματικό νήμα στα πιο πρόσφατα ποιήματά μου. Στην πραγματικότητα σκέφτομαι την πλοκή ακόμα και για τα ποιήμα-

«Πέρα α πό εμένα, ο χρόνος ήταν αυ­ τός που σ υνέθ εσε τούτο το αμάλγαμα α πό κείμενα ξεπερασμένα. Δεν δια­ κινδυνεύω να τα διορθώσω. Είναι κεί­ μενα που γράφτηκαν κάτω α πό την επίδραση μιας άλλης αντίληψης για τη λόγοτεχνία (...). Πιστεύω πως, από όλα τα βιβλία που εμπιστεύτηκα στην έμπνευση, κανένα δεν είναι τόσο προσω πικό όσο αυτό εδώ το " δάσος με τις πολυάριθμες ποικιλίες” .» (Απόσπασμα α πό τον επίλογο στο «Συγγραφέα»)

1963 Ο Μπόρχες ταξιδεύει στην Ευρώπη. Δίνει διαλέξεις στο Λον­ δίνο, στην Οξφόρδη, στο Καίμπριτζ, στο Εδιμβούργο, στο Παρίσι, στη Γενεύη και στη Μαδρίτη. 1964 Εκδίδεται σε πλήρες κείμενο το «Obra poetica». Τα «Τετράδια του Ερν» του αφιερώνουν ένα ειδικό τεύχος, μαζί με την πλη­ ρέστερη ώς τότε βιβλιογραφία. Στη διάρκεια μιας παραμονής του στο Παρίσι δίνει σειρά ραδιοφωνικών συνεντεύξεων στον Ζωρζ Σαρμπονιέ. Αργότερα θα εκδοθούν σε τόμο. 1965 Με τη Μαρία Εσθήρ Βάσκουεθ συντάσσουν σε καινούρια παραλλαγή το «Δοκίμιο για τις αρχαίες γερμανικές λογοτεχνί­ ες», με τίτλο «Μεσαιωνικές γερμανικές λογοτεχνίες». Επα­ νέρχεται στον πεζό λόγο («Η παρείσακτη») και γράφει στί­ χους για «μιλόγκας». 1966 «Obra Poetica (1923-1966)». 1967 Ο Μπόρχες παντρεύεται την Έλσα Αστέτ Μιλάν, φίλη από τα νεανικά του χρόνια. Πηγαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αναλαμβάνει την έδρα της ποίησης «Τσαρλς Έλιοτ Νόρτον» στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Εκπληρώνει ένα πραγματι­ κό λογοτεχνικό προσκύνημα στη Νέα Αγγλία.

« Ό σ ο για το "Χ ρονικό του Μ πούστος Ν τομέκ” , πιστεύω πως είναι το καλύτερο α π ’ όλα όσα έχουν εκδοθεί με τ ’ όνομά μου, και σ χεδόν το ίδιο καλό με ό,τι ο Μπιόι έχει εκδώσει με


22/αφιερωμα Εκδίδεται το τελευταίο βιβλίο που έγραψε με τον Μπιόι: «Χρονικό του Μπούστος Ντομέκ» (Cronicas de Bustos Domecq). Εκδίδεται ακόμα η «Εισαγωγή στη βορειοαμερικάνικη λογοτεχνία», που έγραψε σε συνεργασία με την Εσθήρ Ζαμποραίν ντε Τόρρες. 1968 Επιστροφή στο Μπουένος Άιρες. Ο Μπόρχες κάνει επιλογή και εκδίδει μια «Νέα προσωπική ανθολογία». Με τη Μαργα­ ρίτα Γκουερρέρο γράφουν μια βελτιωμένη έκδοση του «Εγ­ χειρίδιου φανταστικής ζωολογίας», με τίτλο: «Το βιβλίο των φανταστικών όντων» (El libro de los seres imaginarios). Μαζί με τον Μπιόι Καζάρες δουλεύουν το σενάριο της πρώτης με­ γάλου μήκους ταινίας του Ούγκο Σαντιάγκο: «Η επιδρομή». 1969 . «Εγκώμιο της σκιάς» (Elogio de la sombra). Είναι η πρώτη συλλογή ανέκδοτων ποιημάτων από το 1960. Κάνει το τρίτομου ταξίδι στις ΗΠΑ, όπου το Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα τον προσκαλεί να πάρει μέρος σ ’ ένα συμπό­ σιο γύρω από το έργο του. Πηγαίνει στη Ν. Υόρκη για το Διε­ θνές Φόρουμ της Ποίησης. Μένει δέκα μέρες στο Ισραήλ, ύστερα από πρόσκληση της κυβέρνησης. Η υπηρεσία έρευνας του ORTF [Ραδιοφωνία-Τηλεόραση της Γαλλίας] κάνει μια εκπομπή, σε δύο μέρη, για τον Μπόρχες. Στις ΗΠΑ, ένας νεοϋορκέζος κινηματογραφιστής, ο Χάρολντ Μάντελ, γυρίζει το ντοκυμανταίρ «Ο εσωτερικός κόσμος του X. Λ. Μπόρχες». Εκδίδεται «Το άλλο, το ίδιο» (El orto, el mismo), μια συλλογή αποσπασμάτων από ποιήματα που γράφτηκαν ανάμεσα 1930-1969. 1970 «Αναφορά στον Μπρόντι» (El informe de Brodie). Χωρίζει με τη γυναίκα του: 1972 «Το χρυσάφι των τίγρεων» (El oro des tigres). Ποιήματα από το 1969-1972. 1974 Μαζί με τον Μπιόι Καζάρες συμμετέχουν στο σενάριο της ταινίας «Οι άλλοι» (σκηνοθεσία Ούγκο Σαντιάγκο). Η ιδέα του σενάριου ήταν του Καζάρες. Νέα έκδοση των απάντων από τον οίκο «Emece», που περιέ­ χει τα ποιήματα του Μπόρχες με τη μορφή που γνωρίζουμε.

«Δεν κατέχω μιαν οποιαδήποτε αι­ σθητική. Ο χρόνος μού έμ αθε μερικά τεχνάσματα.» (Απόσπασμα α π' τον πρόλογο στο «Εγκώμιο της σκιάς») «Εγκατέλειψα τις εκπλήξεις του στυλ μπαρόκ, ακόμα κι εκείνες που υποτί­ θεται σ υγγενεύουν με ένα απροσδό­ κητο τέλος. Προτίμησα να δημιουργή­ σω μια κατάσταση αναμονής κι όχι μια έκπληξη.» (Απόσπασμα α πό τον πρόλογο του «Αναφορά στον Μπρόντι») «Δεν π ρ έπ ει να υπάρχει πρόζα ή ποί­ ηση σ ’ αυτή την επ οχή που τόσο εύ­ κολα υπα κού ει στις θολές θεωρίες και τις ακατονόμαστες κοσμογονίες. Παλαιότερα όλα ήταν λιγάκι μαγικά. Ο Θορ δεν ήταν ο θ εό ς του κεραυνού. Ή ταν κεραυνός και θ εό ς μαζί.» (Απόσπασμα από τον πρόλογο στο «Χρυσάφι των τίγρεων»)

1975 «Το βιβλίο της άμμου» (El libro de arena), μια συλλογή από νουβέλες τελείως ανέκδοτες. Ο τόμος περιέχει ένα μεγάλο διή­ γημα, «Το συνέδριο», το οποίο ο Μπόρχες ορίζει σαν «το πιο αυτοβιογραφικό και το πιο φανταστικό» γραπτό του. Η μητέρα του πεθαίνει.

«Θέλησα να παραμείνω πιστός στο παράδειγμα του Γουέλς, παραθέτον­ τας ένα δύσκολο νόημα με απλό τρό­ π ο , όπω ς όταν μιλάμε καμιά φορά (...). Δεν γράφω για κάποια μικρή ελίτ, ούτε γι’ αυτή την πλατωνική ον­ τότητα π ου τη λιβανίζουν και λέγεται μάζα. Δεν πιστεύω σ' αυτές τις δύο αφαιρετικότητες, τις τόσο προσφιλείς στο δημαγωγό, Γράφω για μένα, για τους φίλους μου, γράφω για ν ’ απαλύ­ νω τη ροή του χρόνου.» (Απόσπασμα α πό την παρουσίαση του «Βιβλίου της άμμου»)

1977-78 Ο Μπόρχες κάνει πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, στη διάρκεια των οποίων δίνει κάμποσες συνεντεύξεις (στο «Μαγκαζίν Λιτεραίρ», στο «Εξπρές», στο «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» και στη «Μοντ»).

Μετάφραση: Μίλτος Σαλβαρλής

Copyright: Magazine Litteraire


αφιερωμα/23

Λάμπρος Καμπερίδης

Ο γκάουτσο της γραφής Εδώ κ α ι κάμποσο χρόνια, ένα κα λο κα ιρ ιά τικ ο απομεσήμερο της μοναχι­ κής μου εφηβείας, καθώς ξεφύλλιζα ένα λ α ϊκ ό π εριοδικό, έπεσε το μ ά τι μου σε ένα παράξενο κείμ ενο που το υπόγραφε ο Ιγνάτη ς Τρελός.' Το κείμενο ακολουθούσε κ α τά πόδας ένα βιβλίο που φ αινότα ν να είχε γρα­ φ τε ί από κάπ οιον που σ υ ντα ίριαζε τις απόφεις του μ ε το επώνυμο του Ιγνάτη. Ό τα ν μ ε ρ ικ ά χρόνια αργότερα ξεδ ιά λυνα την τα υτό τη τα του κυρΙγνάτη, ξανάπιασα το κείμ ενο μ ε την πρέπουσα σοβαρότητα που εγ κ α λ ε ί ο ποιητής· αυτή τη φορά το μ ά τι μου έπεσε σε μ ια σελίδα που δεν φ αινόταν να είχε κ α μ ιά σχέση μ ε το βιβλίο καδεαυτό.

Είχε να κάνει με την απαρίθμηση διαφόρων ζώων σε μια κινέζικη εγκυκλοπαίδεια, τά οποία κατατάσσονταν, σύμφωνα με τους νό­ μους μιας παράδοξης προτεραιότητας, σε αυτά που ανήκαν στον αυτοκράτορα -δηλαδή όλα-, στα βαλσαμωμένα, τα εξημερωμένα, τα χοιρίδια του γάλακτος, τις σειρήνες, τα μυθολογικά, τους αδέσποτους σκύλους, εκείνα που περιέχονται στην παρούσα ταξινόμηση -δηλαδή όλα-, εκείνα που φασαρεύονται σαν τρελά, τα ανα­ ρίθμητα -πάλι το σύνολο απάντων των ζώων-, τα ζωγραφισμένα μ' ένα πολύ λεπτό πινέλο από Καμηλότριχα, τα λοιπά -όσα δηλαδή ξέφυγαν από την απαρίθμηση, δηλαδή όλα-, εκείνα που μόλις έσπασαν το κανάτι και εκείνα που από μακριά φαίνονται ωσάν μύγες. Θα προσέ­ ξει ο αναγνώστης πως από αυτή την ταξινόμηση μπορεί να λείπουν όλα τα ζώα και κατ' επέ­ κταση ολόκληρος ο γεωφυσικός κόσμος, και μπορεί πάλι να περιέχονται όλα τα ζώα. Υπάρ­ χουν συγκεκριμένα είδη -τα εξημερωμένα, τα ζωγραφισμένα με λεπτό πινέλο, εκείνα που μό­ λις έσπασαν το κανάτι-, αλλά υπάρχουν και τε­ λείως αφηρημένες οντότητες όπως τα μυθολο­ γικά, τα αναρίθμητα, τα λοιπά. Η φράση κλειδί που βεβαιώνει αλλά και αναιρεί συνάμα την εγκυρότητα αυτής της ταξινόμησης του ζωικού βασιλείου, είναι εκείνη που επικυρώνει το σύ­ νολο των ζώων που περιέχονται στην παρούσα

ταξινόμησή. Μέσα σε αυτά, βέβαια, περιλαμβά­ νονται και εκείνα που απουσιάζουν εντελώς από τον κατάλογο. Η αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις του ποιητή ξεκίνησε από τον Αργεντινό Μπόρχες, -όπως γράφει ο ίδιος, που μνημονεύει και την κινέζικη επιτομή. Ολόκληρο το έργο του Μπόρχες δεν είναι παρά ένα απάνθισμα από παρόμοιες κα­ τατάξεις και απαριθμήσεις που δεν περιορίζον­ ται στο φυτικό και ζωικό βασίλειο αλλά επεκτείνονται και στο βασίλειο του πνεύματος, των θεωριών, των αξιωμάτων, των πορισμάτων, των μαθηματικών αποδείξεων και, ακόμα παραπέ­ ρα, στους συμβολικούς χώρους των αλληγοριών, των μεταφορών, των λαβυρίνθινων παρομοιώ­ σεων, των μύθων και των φαντασμάτων. Ακόμα και τα βιβλία που θησαυρίζουν όλον αυτό τον όγκο της γνώσης δεν ξεφεύγουν από το νόμο της φθοράς και τις περιπέτειες της αυτοκατα­ στροφής, αφού πολλές φορές εξαφανίζονται από το πρόσωπο της γης ωσάν μυθολογικά τέ­ ρατα ή φανταστικά θηρία. Έτσι, λόγου χάρη, στην ιστορία «Το τείχος και τα βιβλία» (La muralla y los libros), ο κινέζος αυτοκράτορας Σιχ Χουάνγκ Τι διατάζει να καταστραφούν όλα τα βιβλία που γράφτηκαν πριν από τη βασιλεία του. Δικαιώνει την απόφασή του ή εξαγοράζει την πράξη του με το χτίσιμο του σινικού τεί­ χους, που κλείνει, σαν τα εξώφυλλα βιβλίου,


24/αφιερωμα στην περίμετρό του τη μυθική αυλή της επικράτειάς του. Έτσι και ο Αργεντινός, σα να θέλει να συμπληρώσει την κατάταξη των ζώων του κινέζικου εγχειρίδιου, απαριθμεί στα δικά του κατάστιχα όλα τα φαντάστικά ζώα -τα λοιπάπου μπορεί να ξεφύγουν από τα τεφτέρια της Γένεσης και να μας βάλουν σε πονηρές σκέψεις γϋρω από την ύπαρξή τους. Στη δική του εγκυ­ κλοπαίδεια των φανταστικών ζώων (El libro de los seres imaginarios) καταγράφει λεπτόλογα όλους τους πιθανούς κένταυρους, τα γκολέμ, τους φοίνικες, τους μονόκερους που μπορούν να κατοικούν στο χώρο της συλλογικής φαντα­ σίας της ανθρωπότητας. Μόνο που στο τέλος μένει κανείς με την απορία, σχεδόν με τη βε­ βαιότητα πως ο χώρος του φανταστικού κρύβει στους μύθους του τη μοναδική αλήθεια, ενώ ο χώρος της πραγματικότητας εγκυμονεί παραι­ σθήσεις, οφθαλμαπάτες, που γίνονται ολοένα και πιο επικίνδυνες, αφού επιβάλλονται με έναν παράξενο τρόπο λογικής ως η μόνη πραγματικό­ τητα, μόνο και μόνο επειδή αρνείται να περιχωρήσει στην ύπαρξή της, ακόμα και ως πιθανό­ τητα, το φανταστικό. Ίσως οφείλεται σε ειρωνεία της τύχης, μπορεί ,και σε εκδίκηση της πραγματικότητας, το ότι ένα από τα πιο λογικοκρατούμενα συστήματα του δυτικού πνεύματος, η αγγλική σχολή των εμπειρικών φιλοσόφων, υποστηρίζει πως ο κό­ σμος, συμπεριλαμβανομένων και των φιλοσοφι­ κών εννοιών, δεν είναι παρά «είδη πραγμάτων» στο μυαλό του δημιουργού που είναι υπεύθυ­ νος για τη σύλληψή τους. Το γεγονός της ύπαρ­ ξης του κόσμου και κα τ’ επέκταση της δικής μας παρουσίας μέσα στα όριά του, εξηγείται με/ και από τη δυνατότητα ύπαρξης όλων των πρα­ γμάτων μέσα στο νου που τα συνέλαβε. Η ειρω­ νεία συνίσταται στο ότι ο κόσμος που σύμφωνα με αυτό το σχήμα γίνεται αντιληπτός μόνο από τις αισθήσεις, παραφυλάει για μας μια από τις πιο απρόβλεπτες εκπλήξεις του. Εάν πάψομε δηλαδή να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με τις αισθήσεις μας, παύει να υπάρχει αυτόματα και ο κόσμος που δημιουργούμε με το νου μας. Εάν σταματήσει ο δημιουργός για μια στιγμή να σκέ­ φτεται ή να αντιλαμβάνεται τον κόσμο, η πρα­ γματικότητα που συνήθως αποκαλύπτεται ως αυτονόητη παύει να υπάρχει και αυτή με τη σειρά της. Χιλιάδες κόσμοι γεννιούνται και πεθαίνουνε με κάθε γέννηση και κάθε θάνατο που πραγματοποιείται κάθε στιγμή μέσα στον κόσμο. Με τον ίδιο τρόπο υπάρχει και δεν υπάρχει κάθε πλάσμα που κατοικεί μέσα στον κόσμο του Μπόρχες. Αυτοκράτορες, μαχαιρο­ βγάλτες, ερημίτες, σοφοί, ιδέες, θεωρίες, θρη­ σκείες, bestiaria, αλληγορίες, παραβολές, σύμ­

βολα, απαρτίζουν στο σύνολό τους την terra in­ cognita της ανθρώπινης περιπέτειας. ΓΓ αυτό και μόλις ξεμπερδέψει ο αναγνώστης με τον συγγραφικό όγκο του Μπόρχες -και έχει κανείς τον πειρασμό να γευτεί αυτούσιο το βοτάνι της λήθης που προσφέρει ο παραισθησιογόνος Αργεντινός- μένει με την εντύπωση πως ξεφύλ­ λιζε αμέτρητους τόμους πυκνογραμμένων πα­ ραπομπών και υποσημειώσεων, από όπου έλει­ π ε το κυρίως κείμενο, η ουσία του θέματος, η πνοή της ζωής με όλο το πάθος και τις μετριότητές της και πως έμεινε τελικά με την ανεκ­ πλήρωτη υπόσχεση μιας μελλοντικής λύσης, μιας επικείμενης κάθαρσης που δεν συντελέστηκε, επειδή δεν υπήρχε πλοκή στην ιστορίαπως όλη η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι παρά μια υποσημείωση στο βιβλίο της Γένεσης, από όπου έλειπε το κείμενο ή, ακόμα καλύτε­ ρα, ο Δημιουργός. ΓΓ αυτό και οι ατέλειωτες στρατιές των φιλοσόφων, των βουδιστών, των ινδουιστών, των θεολόγων, των ραββίνων, των ερευνητών της καββάλας, των ουλεμάδων, των νομομαθών ερμηνευτών του Κορανιού, των τσαρλατάνων και αγυρτών του πνεύματος, των αιρεσιαρχών και των οσίων που κατοικούν μέ­ σα στις σελίδες του, είναι ξεκομμένα από την παράδοσή τους πρόσωπα που πέφτουν θύματα των ίδιων των ιδεών τους, που στήνουν ασταμά­ τητα, με μια μανία αυτοκαταστροφής, παγίδες που τους εξαφανίζουν στα ερέβη τους, ανοί­ γουν καταπακτές μέσα στο μυαλό τους για να βυθιστούν μέσα στην άβυσσο της ανυπαρξίας των λογικών ή παράλογων σχημάτων τους. Και πάλι η ίδια ειρωνεία. Οι κίνδυνοι που εγ­ κυμονούν τα τερτίπια τους λειτουργούν με τους ίδιους νόμους για τον άνθρωπο που τους σκαρφίζεται. Ο ίδιος ο Μπόρχες εξαφανίζεται μέσα στον δαίδαλο, χάνεται στην καταβόθρα του λαβύρινθου που στήνει κατά καιρούς για τα διάφορα λογοτεχνικά του θύματα. Ο ίδιος ο δη­ μιουργός -hacedor- αφομοιώνεται μέσα στα δημιουργήματά του. Ο ποιητής σβήνει αχνά μέσα στις αντανακλάσεις του καθρέφτη που στήνει μπρος στα φαντάσματά του. Διαβάζω το ποίη­ μα Μπαλτάσαρ Γκραθιάν, που ανοίγει με τις γραμμές: Λαβύρινβοι, λογοπαίγνια, εμβλήματα Κι άλλες κενές επίπονες λεπτότητες Τέτοια υπήρξε του γιεσουίτη η ποίηση Συ^ρικνωμένη σε στρατηγήματα.2 και δεν μπορώ να αποφύγω την ταύτιση του δημιουργού με το δημιούργημά του. Το τίμημα γι' αυτή την άρνηση του κόσμου είναι φριχτόπάντοτε παραμονεύει στο τέλος της διαδρομής, την ώρα που κλείνει τα αάτια ο δημιουργός και


αφιερωμα/25 αναμένει να γευτεί την ανυπαρξία που πρέ­ σβευε ολάκερη ζωή μέσα στα ιλιγγιώδη σύμβο­ λά του. Καθώς η ψυχή του Γκραθιάν υψώνεται στον ουρανό, αναρωτιέται ο Μπόρχες τι να αι­ σθάνεται άραγε ο ψυχρός ακαδημαϊσμός του την ώρα που βρίσκεται έμπλεος από αυτή τη μυστηριώδη μεταφυσική όλη, πλημμυρισμένος από τη δόξα των αρχέτυπων και των αιωνίων λάμψεων. Αναρωτιέται λοιπόν ο Μπόρχες τι να έγινε όταν ο αμείλικτος Ήλιος του Θεού, η Αλή­ θεια, του φανέρωσε το πυρ του. Ίσως το φως του Θεού τον άφησε τυφλό στο κέντρο της ατέρμονης δόξας. Αυτό όμως θ α σήμαινε μια άμεση αποδοχή της δόξας του προσώπου που αρνήθηκε να δει στη γη, του προσώπου που θα τον έβγαζε από την πλάνη. Και εδώ πια είναι που παίρνει η ειρωνεία τρομακτικές διαστάσεις, ώστε φτάνει στο σημείο να αρνείται ο Γκραθιάν τη λυτρωτική δύναμη της αλήθειας ακόμα και όταν του φανερώνεται αυτονόητη, σε όλο το μεγαλείο της μπροστά στα μάτια του: Υπάρχει και άλλος επίλογος. Δοσμένος στα δικά του δέματα / Τα απειροελάχιστα, ο Γ ραδιάν δεν βλέ­ πει τη δόξα Και περιστρέφει στη μνήμη του όπως πά ν­ τοτε, Λαβϋρινδους, λογοπαίγνια κι εμβλήματα.3 Υπάρχει λοιπόν και αυτό το είδος της ακαδη­ μαϊκής φιλολογίας των στρατευμένων ερμηνευ­ τών και κριτικών της που μετατρέπει τους δη­ μιουργούς σε καλαμαράδες ή αγωνιστές με τέ­ τοιες τυφλές πεποιθήσεις που τους είναι δύ­ σκολο να διακρίνουν την αλήθεια ακόμα και στο έσχατο θεοφανέρωμά της. Η λυτρωτική δύ­ ναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται πέρα από τα τεχνάσματα και τα κατασκευάσματα, βρίσκεται μόνο μέσα στο χώρο της λύτρωσης. Αυτό είναι το ρίσκο που πρέπει να πάρει ο δημιουργός και ή να μεταμορφωθεί ολάκερος και ακέραιος στη ζωή, στην πράξη και στο γραφτό του, ή να τεχνάζεται αδιάκοπα δημιουργήματα φαντασίας ξεκομμένα από τον αυθεντικό εαυτό του -που δεν αποκλείει βέβαια το φανταστικό-, από τη δική του προσωπική αναζήτηση του «ακρότατου» και των εσχάτων. Παρόμοιο είναι και το τέλος του Σαίξπηρ που λίγο πριν ή μετά το θά­ νατό του βρίσκεται αντιμέτωπος με το Θεό και του λέει: «Εγώ, που μάταια ήμουν τόσα πολλά πρόσωπα θέλω να γίνω ένας άνθρωπος -ο εαυ­ τός μου». Η φωνή του Θεού του αποκρίνεται μέσα από τον ανεμοστρόβιλο: Ούτε εγώ έχω δι­ κό μου εαυτό- ονειρεύτηκα τον κόσμο όπως ονειρεύτηκες κι εσύ το έργο σου. Ανάμεσα στις μορφές του ονείρου μου βρίσκεται και η δική

Χόρχε Λούις Μπόρχες

σου, Σαίξπηρ, που όπως και εγώ είσαι οι πολλοί και δ κανένας.4 Θυμάμαι, πάνε δέκα χρόνια τώρα, όταν είχα καταπιαστεί για πρώτη φορά με τον Μπόρχες, με κυνηγούσε σαν εφιάλτης στον ύπνο μου μια έμμονη εικόνα. Βρισκόμουν κλεισμένος σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα και πόρτες, με τοί­ χους από καθρέφτες· προσπαθούσα μέσα στα άπειρα κενά των αντανακλάσεων του τίποτα να διακρίνω το πρόσωπό μου. Δεν προσπαθούσα να βγω από το λαβύρινθο, ούτε με ένοιαζε που ήμουν έγκλειστος μέσα σε ένα δαίδαλο από άδειες αντανακλάσεις. Ίδρωνα μόνο από την προσπάθεια της αγωνίας μου να φανερωθεί το πρόσωπό μου στο γυαλί, το πρόσωπό μου ως είδωλο· το πρόσωπο που ένιωθα με τα χέρια μου, με τα ρουθούνια να αναπνέουν αέρα, με τα μάτια χωμένα στις κοιλότητές τους, με την αγωνιώδη έκφρασή του, το πρόσωπό μου αρνιόταν να υλοποιηθεί, λες και ήμουν οπτασία, φάντασμα. Μόνο στο τέλος του εφιάλτη, όταν ξυπνούσα από τις πνιχτές κραυγές μου, διακρινόταν κάποιο αχνό περίγραμμα σαν οφθαλμα­ πάτη που έσβηνε με το άνοιγμα των ματιών μου. Πολύ αργότερα κατανόησα πως αυτή η εμ­ πειρία της απουσίας του Θεού λέγεται κόλαση στη θεολογική γλώσσα, όχι πια των συμβόλων, αλλά της άπιαστης αιωνιότητας.


26/αφιερωμα Αυτό το πρόσωπο για τον Μπόρχες είναι αό­ ριστο, άμορφο σαν τον Πρωτέα· είναι ίσως το καλυμμένο με πέπλο ή ανόπαρχτο στις αγιο­ γραφίες του Μωάμεθ πρόσωπο που δεν απει­ κονίζεται ποτέ, είναι το αμφίβολο ισλαμικό πρό­ σωπο του Αβερρόη που χάνεται μέσα στην απορία ή την έρευνά του για την αλήθεια (La busca de Averroes), είναι το ανύπαρκτο πρόσω­ πο του μαθητή και του δασκάλου στα «Κυκλι­ κά ερείπια» (Las ruinas circulares), το πρόσωπο του ανθρωπόμορφου τέρατος του Γκολέμ της Πράγας, το εφηβικό ινδιάνικο πρόσωπο του Φούνες (Funes el memorioso) που είναι γεμάτο από μνήμες αλλά άδειο από τη γνώση του εαυ­ τού του, το τερατόμορφο πρόσωπο του Μινώ­ ταυρου (La casa de Asterion), που μόλις αντι­ λαμβάνεται τη φριχτή πραγματικότητά του πο­ θεί με λαχτάρα τον ερχομό του Θησέα, τα φευ­ γαλέα πρόσωπα που εμφανίζονται στα κέρματα του Ζαχίρ, οι απίθανες μετά θάνατον μεταμορ­ φώσεις των προσώπων της Μπεατρίθ Ελένα Βιτέρμπο στο «Άλεφ», είναι όλα τα πρόσωπο: στις σύντομες ιστορίες που αναφέρονται ως μνείες μονάχα και ακόμα αναζητούν το συγ­ γραφέα που θα τα ζωντανέψει. Προσωπεία χω­ ρίς πρόσωπα, μάσκες χωρίς σάρκα να ακουμπήσουν, στάσεις χωρίς υποστάσεις, μεταφυσικά παιχνίδια χωρίς φυσικά υπόβαθρα, νευρόσπαστα χωρίς νήματα, hollow men, stuffed men, κού­ φιοι άνθρωποι, παραγεμισμένα σακιά, εικόνες δίχως μορφή, σκιές δίχως χρώμα, νεύματα χωρίς κινήσεις,5 αέρας δίχως πνοή. Οι μόνες ζωές που παύουν να είναι φιλολογι­ κά παιχνίδια και αποκτούν κάποιο βάρος, που φαίνεται να ζουν παρά τη θέληση του δημιουρ­ γού τους, δείχνουν σαρκασμό στους επιτηδευμέ­ νους τρόπους μιας ξεριζωμένης νεοαριστοκρατίας, αψηφούν το θάνατο και τα παίζουν όλα για όλα για ένα τίποτα, που ξεφεύγουν από τον αμείλικτο τόπο της ουτοπίας όπου είναι κατα­ δικασμένα όλα τα πρόσωπα του hacedor, που ζούνε στη hacienda της αθανασίας, είναι οι μορφές των γκάουτσος· εμφανίζονται εδώ κι εκεί για να ζωντανέψουν μια νεκρή φύση που ασφυκτιά μέσα στις θεωρίες της ανυπαρξίας της, μισο-ινδιάνοι, μισο-ευρωπαίοι μεστίζος, με φυσικό χώρο τις ερημιές της Αργεντινός, αδί­ στακτοι μαχαιροβγάλτες, ανακαλούν θύμησες από το πρωτόγονο παρελθόν της παράδοξης αυτής χώρας, θύμησες με ρίζες που πηγαίνουν πριν την ευρωπαϊκή εποίκηση της χώρας από τους ευρωπαίους μετανάστες της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα.6 Παλικαρά­ δες με απρόβλεπτες τάσεις, δεν δίσταζαν να πά­ νε με το μέρος οποιοσδήποτε παράταξης που

θα τους έθετε κάτω από την προστασία της· έτσι χρησιμοποιήθηκαν και από τον εθνικό απελευθερωτή Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν, αλλά και από το στυγνό δικτάτορα Χουάν Μανουέλ ντε Ρόζας για αντικρουόμενους σκοπούς, από το 1810 ώς το 1850. Η ανυπότακτή τους ελευθε­ ρία τερματίστηκε με την εισροή εκατομμυρίων μεταναστών από την Ευρώπη, και καθώς η Αρ­ γεντινή νμεταστράφηκε από την απλωσιά της πάμπας στην οργανωμένη ζωή των πόλεων, βρέ­ θηκαν έμμισθοι αγελαδάρηδες σε μια χώρα που η ευημερία της εξαρτάται από την οικονομική εκμετάλλευση της κτηνοτροφίας. Από τη μια άποψη εκπροσωπούν την άγρια ελευθερία της Αργεντινής πριν μεταβληθεί σε οργανωμένη κοινωνία πάνω σε δυτικά πρότυπα, άποψη που εκφράστηκε στο βιβλίο του αμερικανοθρεμμένου πολιτικού άνδρα της Αργεντινής, Sarmiento, με τίτλο «Facundo» και υπότιτλο «Σύγκρουση μεταξύ πολιτισμού και βαρβάρων» (1845),7 ενώ από την άλλη θεωρούνται ως ενσάρκωση των πιο τιμημένων αυτόχθονων αρετών, όπως της ελευθερίας του πνεύματος, του θάρρους και της προσήλωσης στα πατριωτικά ιδεώδη της Αργεντινής. Γκάουτσος βέβαια σήμερα δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν στην Ελλάδα αρματωλοί και κλέφτες αλλά έντεχνα μασκαρεμένοι εύζωνες και επαγγελματίες πατριώτες. Η θύμησή τους όμως ζει στον Μαρτίν Φιέρρο, το εθνικό ποίημα της Αργεντινής που εξυμνεί τα κατορθώματα του ήρωα γκάουτσο, γραμμένο από τον μάστορα της επικής λογοτεχνίας γκαουτσέσκα, Χοσέ Χερνάντεθ. Ο ποιητάρης τε­ λειώνει το έπος του στο σημείο που ο Μαρτίν Φιέρρο παραβγαίνει στο τραγούδι με κάποιο νέ­ γρο. Μέσα στις σκιερές συγχορδίες μιας ξεκουρδισμένης μιλόγκας, της μπαλάντας των γκά­ ουτσος, ο αράπης αναγνωρίζει το φονιά του αδερφού του. Ο Μπόρχες, στην ιστορία «Το τέ­ λος» (El fin), παίρνει το ποίημα από το σημείο που το αφήνει ο Χερνάντεθ και μας δίνει το τέ­ λος. Ο νέγρος σκοτώνει τον γκάουτσο. Μια ολό­ κληρη εποχή έχει σβήσει. Ζει όμως μέσα στους ήχους της κιθάρας, στις πολύπλοκες συγχορδί­ ες της μιλόγκας, στο κοφτερό μαχαίρι του Χου­ άν Μουράνια -ο Μουράνια, το πρόστυχο μαχαίρι-, στη στιγμή της τραγικής αναγνώρισης του ινδιάνικου παρελθόντος του ρουφιάνου γκάουτσο Ταδέο Ισιδόρο Κρουθ, στους γκάου­ τσος στα βάθη της πάμπας που ακούνε για πρώτη φορά από τα χείλη του φοιτητή της ια­ τρικής που φιλοξενούν στο ράντσο Λα Κολοράδα, τη σταύρωση από το κατά Μάρκον Ευαγγέ­ λιο, και μόλις τελειώνει η ανάγνωση βάζουν πι­ στά σε εφαρμογή τα όσα άκουσαν σταυρώνον­ τας τον ανυποψίαστο φοιτητή (El evangelio se-


αφιερωμα/27 gun Marcos), στους γκάουτσος που παραβγαί­ νουν στο τρέξιμο καρατομημένοι για χάρη της γυναίκας που αγάπησαν, στους γκάουτσος που γυρνάνε άπραγοι, μετά τους ινδιάνικους πολέ­ μους του 1880, στην τεράστια πολιτεία που αν­ τικρίζουν για πρώτη φορά. Στην γκαουτσέσκα παραγωγή του Μπόρχες, αυτά τα πρόσωπα, είτε στη μοναξιά τους, είτε στο συλλογικό τους ντελίριο, έχουν ρίζες, μιλάνε μια αντρίκια γλώσσα, κρατάνε μαχαίρια, ο λό­ γος τους είναι σπαθί, κυριαρχούνται από άγρια συναισθήματα, φαντάζουν υπεράνθρωποι και χθαμαλοί, μεγαλειώδεις και τιποτένιοι, ντυμένοι με τσιριπά δέρματα, πέτσινα πανωσκέλια, ζω­ σμένοι με μπόλας, με τραχιές φωνές στον ήχο προκλητικών βρισιών, ρουφάνε τσάι ματέ και έχουν για προσκεφάλι τη σέλλα των αλόγων τους, αποπνέουν ιδρώτα και τα χνώτα τους μυ­ ρίζουν αλογίλα, διασχίζουν τις ερημιές της άγρι­ ας γεωγραφίας του χώρου τους καβάλα σε ατί­ θασα άτια, το πετσί τους έχει το ηλιοκαμένο χρώμα της χαρακωμένης πάμπας, αγαπάνε με μια πρωτόγονη μέθη και πεθαίνουν αψηφώντας το θάνατο.

Μέσα από αυτές τις μορφές γλιτώνει ο Μπόρχες από τα μεταφυσικά του παιχνίδια και ξεχνά προσωρινά το δυτικό και ανατολίτικο εγ­ κυκλοπαιδικό οπλοστάσιο για να προσδεθεί σε εκείνο το μέρος της παράδοσής του που μιλά τη γλώσσα που καταλαβαίνουμε: τη γλώσσα της προ-ιστορίας μας που θεριεύει μέσα στους προγονικούς δεσμούς όλων των λαών με την παράδοση της περιπέτειάς τους πάνω στα άγια χώματα των τόπων που τους έθρεψαν, της γης που τους βύζαξε στην αγκαλιά της με τα νάμα­ τα της αγάπης. Εκεί μόνο συναντώ τον αυθεν­ τικό Μπόρχες, εκεί τον βρίσκω ξάστερο και λευτερωμένο από Αβερρόηδες, καββαλιστές, ραββίνους, ινδουιστές ασκητές και άλλα άμπρακατάμπρα που δεν πείθουν. Εκεί φανερώ­ νεται έτσι όπως θ α ήθελε και ο ίδιος να είναι: όχι ένας τυφλός μισοσκότεινος ερευνητής να ανασκαλεύει μυστικισμούς που κατά βάθος αν­ τιπαθεί, αλλά γενναίος γκάουτσο της γραφής να δέχεται πάνω του τους αέρηδες της πάμπας και τα άγρια ηλιοβασιλέματα, τους μυστικούς ρυ­ θμούς του ατέρμονου αμερικάνικου τοπίου. Η μοίρα τον έφερε μπροστά μου σε μια επο-


28/αφιερωμα χή που είχα ξεμπερδέψει πια με τους γρίφους του- είχα τελειώσει σε μια κατάσταση σύγχυσης τη μετάφραση μιας σκόρπιας ανθολογίας του έργου του και δεν ήξερα πια ποιος ήταν ο με­ ταφραστής και ποιος ο συγγραφέας.8 Οκτώβρης του '77. Επισκεπτόταν για πρώτη φορά την Ελλάδα. Δεξίωση στην οικία του αργεντινού πρέσβη. Τον είχαν τοποθετημένο σε μια πολυ­ θρόνα, σαν πολύτιμο έκθεμα. Περνούσαν από μπροστά του όλοι οι επαγγελματίες πνευματι­ κοί άνθρωποι του τόπου και του έσφιγγαν το χέρι σαν να ήταν εύθραυστο κρύσταλλο, απαλά μην το θρυμματίσουν, ψιθύριζαν με αδικαιολό­ γητο δέος μερικές κουβέντες στο αυτί του· έπειτα τους κατάπινε το σκοτάδι μαζί με τα καναπεδάκια και τα ποτά που κατανάλωναν άπληστα. Είχα πέσει θύμα ενός φιλόλογου που με ρωτούσε επίμονα αν ο κύριος «Μπόργκες» είναι παγκοσμίως γνωστός. Παρά τα φαιδρά επιφωνήματα θαυμασμού που έβγαζε ο φιλό­ λογος, με τράβαγε σα μαγνήτης το τυφλό μάτι στην άλλη άκρη του δωματίου, το ουδέτερο, ακίνητο, τεράστιο γυάλινο μάτι που φάνταζε σαν πρόσθετο τεχνητό εργαλείο. Σαν αραίωσαν τα καναπεδάκια και οι ακαδημαϊκοί με τις πε­ ρίεργες συζύγους τους, τον πλησίασα και τον ρώτησα αν ήταν ικανοποιημένος με την απόδο­ ση του πλήθους, αν μπορούσε να διακρίνει ένα ένα τα πρόσωπα που τον περιστοίχιζαν από την άμορφη μάζα που κινιόταν γύρω του. Χαμογέ­ λασε σα να μην κατάλαβε την ερώτηση, έκανε μια αόριστη χειρονομία στο γκαρσόνι και του ζή­ τησε ουίσκι με νερό. Ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Cocktail party»· το επανέλαβε δυο τρεις φορές. «Δες πώς αλλάζουν οι τρόποι, η έκφραση, η φωνή των ανθρώπων. Ακούω τόσες φωνές και δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα πρόσω­ πα. Ό λοι και καθένας τους εδώ είναι κι από ένας ξέχωρος Πρωτέας. Δεν συμφωνείς;» Το γκαρσόνι έφερε το ουίσκι και το ακούμπησε στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά στην πολυθρό­ να. Το έβαλε στα χείλη του και παραξενεύτηκε με τη γεύση του. «Μα εγώ ζήτησα καμπάρι»,

Σημειώ σ εις: 1. Οι ώρες της «Κυρίας Έραης». Ταχυδρόμος. ΙΓ', 679, οελ. 42-48. 2. Antologia Personal, οελ. 86, Buenos Aires. 1961. Laberintos, retruecanos, emblemas, Helada y laborioso naderia, Fue para este jesuita la poesia, Reducida por el a estratagemas. 3. Οπ. πριν. Se de otra conclusion. Dado a sus temas Minuscules, Gracian no vio la gloria

έκανε με δυσφορία. Μου ζήτησε να φωνάξω το γκαρσόνι, ήθελε καμπάρι. Σκέφτηκα πως ο Πρωτέας είχε βάλει το χέρι του και στο ποτό. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Γελούσα σχεδόν την ώρα που του έλεγα πως αν υπήρχε στο cocktail party ένας Πρωτέας, αυτός θ α πρέπει να ήταν ο γέρος του Μπουένος Άιρες. «Μα εγώ δεν έχω την πίστη που γέννησε τον Πρωτέα», απάντη­ σε. « Ίσως οι ορθόδοξοι μπορούν να το καταλά­ βουν αυτό καλύτερα από τους καθολικούς. Εγώ είμαι διαμαρτυρόμενος.» Τόνισε το protestant με ιδιαίτερη έμφαση. Μας διέκοψε κά­ ποιος άλλος ακαδημαϊκός, του είπε δυο κου­ βέντες, τραβήχτηκα πίσω, σηκώθηκε να τον χαιρετήσει, του έδωσε με χάρη το χέρι του, κά­ θισε αργά στη βελούδινη πολυθρόνα. Είχε ξεχάσει κιόλας τη συζήτηση, άπλωσε το χέρι στο τραπεζάκι και έφερε στα χείλη το καμπάρι. Ή μουν βέβαιος για την απορία του. Φαινόταν τόσο μόνος έτσι όπως κοίταζε αόριστα μπροστά του, έψαχνε το γκαρσόνι για να του αλλάξει το ποτό. Cocktail party. Κατάλαβα πως οι απορίες του Μπόρχες, όπως και του Αβερρόη, ξεκινού­ σαν από πολύ τετριμμένα πράγματα, ίσως μάλι­ στα να μην κατάληγαν πουθενά, να μη σήμαιναν τίποτα. Καθώς έφευγα, βρισκόμουν κιόλας στην πόρτα, έστρεψα το κεφάλι πίσω· με έκπληξη τον είδα να σηκώνεται αργά από την πολυθρό­ να, να ακουμπάει στο μπαστούνι και μέσα στο άδειο δωμάτιο να απλώνει το χέρι για να χαιρε­ τήσει κάποιον αόρατο επισκέπτη που νόμιζε πως βρισκόταν μπροστά του. Ο νους μου πήγε στα χαμένα, στα ανύπαρχτα πρόσωπα των ηρώων του. Ό χ ι μόνο έκλινε με την αριστοκρα­ τική του χάρη το κεφάλι στα δεξιά για να φιλο­ φρονήσει τον επισκέπτη του, αλλά χαμογελού­ σε συγκαταβατικά και φαινόταν να ακούει με ενδιαφέρον τις ιστορίες που του διηγόταν. Πά­ τησα ταραγμένος το κουμπί του ασανσέρ και μπήκα βιαστικά στο θάλαμο, στηλώνοντας το βλέμμα στον πίνακα του ανελκυστήρα με ένα συναίσθημα απολύτρωσης.

Υ signe revolviendo en la memoria Laberintos, retruecanos y emblemas. 4. X. Λ. Μπόχρες, Everything and nothing, «Ανθολογία», εκδ. Δόμος, σελ. 171, Αθήνα, 1979. 5. Τ. S. Eliot, The Hollow Men. 6. Mark Jefferson, Peopling the Argentine Pampa (1926). 7. Για το έργο τον Sarmiento, βλ. R. Rojas, El Profeta de la Pampa (1945). 8. Βλ. την ιστοριοιίλα «ο Μπόρχες κι εγώ» (Borges y go), «Ανθολογία», σελ. 264.


αφιερωμα/29

Gerard de Cortanze

Έ νας καινούριος Γκριμ στην τάξη των «ουλτραϊστών»

Εξώφυλλο ενός τεύχους του περιοδικού «Ούλτρα» με το οποίο συνεργαζόταν ο Μπόρχες- η γκραβούρα είναι της Νόρα Μ πόρχες

Ο ουλτραϊσμός στην Ισ π α νία κ α ι τη Λ α τιν ικ ή Α μ ερ ικ ή ήτα ν ένα πρωτοπο­ ρ ια κ ό κίνημα, παραπλήσιο του ντα ντα ϊσ μού κ α ι του σουρεαλισμού, που εμ φ α νίσ τη κε στην Ευρώπη. Σ ' αυτό το κίνη μ α ο Μπόρχες κ α τείχ ε σημαν­ τικ ή δέση, όπως κ α ι ο Ραφ αέλ Κ α νσ ίνος Ασένς, ο συγγραφέας που ο Μπόρχες δεω ρεί σαν τον πιο σημαντικό. Ο Μπόρχες είναι μόλις είκοσι χρονών, όταν φτά­ νει στην Ισπανία το 1919. Ό τα ν έμενε στη Γε­ νεύη, διάβασε Φλωμπέρ, Μωπασάν, Βολταίρο, ανακάλυψε τον Καρλάυλ και τον Τσέστερτον, και αυτός που τον ώθησε να διαβάσει Ρεμπώ και Σβομπ, ήταν ο Αμπράμοβιτς. Μια και μιλού­ σε αγγλικά και γερμανικά, ο Μπόρχες διάβασε Ουίτμαν, Σοπενχάουερ, Μέινριχ και Χάινε. Η οικογένεια Μπόρχες, περνώντας από τη Βαρ­ κελώνη και την Πάλμα της Μαγιόρκας, μένει

στη Σεβίλλη κι αργότερα στη Μαδρίτη, όπου περιστοιχίζεται από μια ομάδα νέων συγγραφέ­ ων. Το φθινόπωρο του 1918, θέλοντας να μιμηθούν το πιο ακραίο ρεύμα της εποχής του Κά­ ρολου Ε', οι συγγραφείς αυτοί ονομάστηκαν «ουλτραϊστές», ύστερα από ένα σύντομο μανι­ φέστο που έγραψε ο Κανσίνος-Ασένς -«santon pagano y estatua triumfante del sur». Συσπειρωμέ­ νοι γύρω από τον Ασένς, τον «μέγα σεβιλιάνο εβραιο-χριστιανό συγγραφέα», όπως τον απο­


30/αφιερωμα χαλούσε ο Μπόρχες, που σ ’ όλη του τη ζωή τον θεωρούσε δάσκαλό του,1 σπέρναν τον πανικό στα καφενεία της Σεβίλλης και της Μαδρίτης (το «Κολονιάλ», το «Πόμπο» κ.ά.), οργανώνον­ τας εκεί μέσα θορυβώδεις αναγνώσεις ποιημά­ των. Ανάμεσά τους, ο Ραμόν Γκομέζ ντε λα Σέρνα -αυτός που έγραψε το περίφημο «greguerias» (χιούμορ-(-μεταφορικές έννοιες= gregueria)-, ο Χεράρδο Ντιέγο -ο ένας από τους σπάνιους συγγραφείς που εκδόθηκαν τα βιβλία του-, ο Χουάν Λαρρέα -έγραψε, στα ισπανικά, ουλτραϊστικά και «κρεασιονιστικά» κείμενα και αργότερα σουρεαλιστικά κείμενα στα γαλλικά, πριν εκδώσει μαζί με τον Σεζάρ Βαλιέκο το πε­ ριοδικό «Favorables Paris Poema», στο Παρίσι-, ο Γουλιέλμος ντε Τόρρε -θεωρητικός που το πιο γνωστό βιβλίο του, το «Literatures europeas de Vanguardia», εκδόθηκε το 1925-, ο Βισέντε Χουϊντόμπρο -ο χιλιανός ιδρυτής του «κρεασιονισμού», που θ α προσχωρήσει στους ουλτραϊστές μετά την παραμονή του στη Γαλλία, και διάφοροι άλλοι. Το εφήμερο ουλτραϊστικό κίνημα της Ισπα­ νίας εμφανίζεται σαν ομάδα το 1919, ανάμεσα στην κρίση του 1917 και τη δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα το 1923, και πήρε πολλά από τον φουτουρισμό και τον κυβισμό. Με στραμμέ­ νη την προσοχή στον Απολλιναίρ και τον Ρεβερντύ (τότε κυκλοφορούσαν πολλά κείμενά τους στην Ισπανία), το ουλτραϊστικό κίνημα βρισκόταν στην προέκταση του μοντερνισμού, πιστεύοντας πως είχε απαλλαγεί από τις μοντερνιστικές τάσεις. Λίγα βιβλία εκδόθηκαν από τους ουλτραϊστές, που προτίμησαν να σκορπί­ ζουν τα κείμενά τους σε μια πλειάδα περιοδι­ κών, τόσο εφήμερα όσο και ζωντανά- στη θεω­ ρία τους πλησιάζουν την ατμόσφαιρα του νταν­ ταϊσμού... Ο συγγραφέας πρέπει ν ’ ακούει τον κόσμο που τον περιβάλλει («τελικά, είχαμε στραφεί σε νέες διανοητικές αλληλουχίες και αποσυνθέσεις, για νά δώσουμε μια σωστή και σαφή εικόνα του κόσμου»). Ο συγγραφέας θα επιμείνει στα ηχητικά προσόντα του ποιήματος, θ α επιδιώξει κάποιο φορμαλισμό, ένα νέο ορι­ σμό του βιβλίου («... το αταξινόμητο βιβλίο, το βίαιο, το βιβλίο αναμορφωτής και εξερευνητής, το ελεύθερο βιβλίο μέσα από το οποίο το βιβλίο

θ ’ απελευθερώσει το βιβλίο...», Ραμόν Γκομέζ ντε λα Σέρνα), θ α δώσει υπερβολική σημασία στην εικόνα και τις μεταφορικές έννοιες,2 θα εξάρει προβλήματα τόσο σημαντικά όσο το πρό­ βλημα της διγλωσσίας (ο Λαρρέα έγραψε στα γαλλικά και στα ισπανικά), το πρόβλημα της μετάφρασης (διαφορετική απόδοση του ίδιου κειμένου σε ξένη γλώσσα), ή ακόμα το θέμα των κειμένων-κολάζ, και τέλος θ α προσπαθήσει να πλησιάσει τους πλαστικούς καλλιτέχνες (Βλαντισλάου Ζαλ, Ντελοναί, Νόρα Μπόρχες). Παρόλο που ο Μπόρχες περιφρονεί κάπως την εποχή που πέρασε στις τάξεις του ουλτραϊσμού, φαίνεται πως αυτή η περίοδος της ζωής του είναι πιο σημαντική από όσο ήθελε να πι­ στεύει ο ίδιος, και η άρνησή του να περιληφθούν στα « Άπαντά» του τα ουλτραϊστικό του ποιήματα ή το βιβλίο του «Inquisiciones»,3 1925, (όπου μελετά σελίδες του Κουεβέδο, του Ουναμούνο και κυρίως του Τζόυς) μόνο το χρόνο ξορκίζει, μια και το υλικό είναι πάντα παρόν (ακόμα και σ ’ αυτόν το χρόνο). Η συμμετοχή του Μπόρχες αρχικά στον ισπανικό ουλτραϊσμό κι αργότερα στον λατινοαμερικάνικο ήταν αποφασιστική για τον ίδιο τον Μπόρχες, για την ποίηση της Ισπανίας και για τον κατοπινό προσανατολισμό της αργεντίνικης ποίησης. Η συμμετοχή του Μπόρχες ήταν μια θέση αναμο­ νής, γόνιμης «διακόρευσης» που ο ΚανσίνοςΑσένς αναφέρει μ ’ αυτά τα λόγια: «Ο Χόρχε Λούις Μπόρχες... πέρασε ανάμεσά μας σαν ένας καινούριος Γκριμ, γεμάτος διακριτική και χαμογελαστή ηρεμία. Λεπτός και ευγενικός, ο Μπόρχες παρατηρούσε γύρω του, συζητούσε ευγενικά με τους νέους συναδέλφους του κι έπινε από την πηγή της νέας λυρικής ποίησης που κυλούσε μέσα από τα βιβλία του Βισέντε Χουϊντόμπρο, με τη ζέση ενός ποιητή που τον χαλιναγωγεί μια χαρούμενη πνευματική ψυχρό­ τητα, με την κλασική παιδεία των ελλήνων φι­ λοσόφων και των βάρδων της 'Ανατολής που τον έδεναν με το παρελθόν, κάνοντάς τον ν ’ αγαπήσει τα λατινικά λεξικά και τα ογκώδη συγγράμματα, χωρίς ν ’ απορρίπτει τα θαύματα της νέας τέχνης». Στην Ισπανία, ο Μπόρχες αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα λατινικά, μαθαίνει λίγα αραβικά

Σ η μ ειώ σ εις :1 1. «Πιστεύω πως ο πρώτος μεγάλος συγγραφέας που συ­ νάντησα ήταν ο Ραφαέλ Καναίνος-Ασένς. Τον γνώρισα στη Μαδρίτη. Ή ταν ένας Σεβιλλιάνος που ααπάατηκε τον ιουδαϊσμό, χάτι πολύ σπάνιο. Ή ταν ένας άνδρωπος που έδινε την εντύπωση πως ήξερε και είχε διαβά­ σει τα πάντα» (Μπόρχες). 2. «... δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη με­

ταφορική έννοια και σ ’ αυτό που οι επαγγελματίες της επιστήμης αποχαλούν εξήγηση φαινομένου» (Μπόρ­ χες, περιοδικό «Κοαμόπολις», 1921). 3. Ό πως και τα «Luna de enfrenle» (1925), «ΕΙ tamano de mi esperanza» (1926) και γενικά όλα τα κείμενα που δη­ μοσιεύτηκαν σε ουλτραϊστικό περιοδικά, με εξαίρεση ένα ποίημα που υπάρχει στη συλλογή «Fervor de Buenos


αφιερωμα/31 και το πρώτο του διήγημα δημοσιεύεται στη Μαδρίτη στο περιοδικό «Esfera». Η τρίχρονη συμμετοχή του στο Ουλτραϊστικό κίνημα έχει πολλά στο ενεργητικό της.4 Εκεί συναντά όλους τους συγγραφείς του κινήματος και μερικούς άλλους -διόλου κατώτερους σε αξία- σαν τον Ορτέγκα υ Γκάσετ, τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ ή τον Ραμόν ντελ Βάλλε Ινκλάν... Δημοσιεύει κεί­ μενα σ ’ όλα τα μεγάλα λογοτεχνικά περιοδικά («Θερβάντες», «Κοσμόπολις», «Γκρέτσια»·, «Οριζόντε», «Ούλτρα», «Ταμπλέρος»), και δεν γρά­ φει μόνο πολλά ποιήματα5 -ας σημειωθεί πως έγραψε κι έναν ύμνο στην επανάσταση των μπολσεβίκων!- και δοκίμια, αλλά και μεταφρά­ σεις από γερμανούς εξπρεσιονιστές, άγνωστους τότε στην Ισπανία. Το περιοδικό «Αλφάρ», που βγήκε το 1921 στην Κορούνα από τον Ουρουγουανό Χούλιο Καζάλ, και η αναχώρηση του Καζάλ για το Μοντεβίδεο σημαίνουν το πανηγυρικό τέλος και την πτώση του ουλτραϊσμού στην Ισπανία. Τότε η οικογένεια Μπόρχες επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες και ανακαλύπτει ξανά τα προάστια με «τους δρόμους που αναστατώνον­ ται από τα δέντρα και τα ηλιοβασιλέματα»... Ο [ ουλτραϊσμός στη Λατινική Αμερική εμφανίζεται με την επιστροφή του Μπόρχες, το 1921. Η ιδι­ αίτερη γεωγραφική θέση των κρατών αυτών σμό, καθώς και μια ουλτραϊστική πρωτοπορία σημαδεύεται από μια κάποια οικονομική άνε­ ση, παράλληλα με τρία βασικά κοινωνικά γεγο­ (Florida) περισσότερο λογοτεχνική. Οι δυο δια­ νότα: άνοδος των μεσαίων τάξεων, δημιουργία φορετικές αυτές τάσεις (φουτουρισμός-ουλτραϊσμός) εμφανίστηκαν ύστερα από το ταξίδι εργατικού προλεταριάτου και προσφορά εργα­ του φασίστα φουτουριστή ποιητή Μαρινέττι σίας από προλετάριους Ινδιάνους χωρικούς γύ­ στο Μπουένος Άιρες, το 1926. Μια από τις συ­ ρω από τις πόλεις, ένα σημαντικό κίνημα με­ νέπειες αυτού του διπολισμού της πνευματικής ταρρυθμίσεων στα πανεπιστήμια, που άρχισε ζωής ήταν η έκδοση του περιοδικού «Inicial» το 1919 από το πανεπιστήμιο της Κόρδοβας (1923-1926) και η δεύτερη περίοδος της «Proa» και βρήκε απήχηση σ' όλη την ήπειρο. Ο (1924-1925), που ριζώνει βαθιά στην αργεντίνιΜπόρχες, που έγραψε ένα φλογερό μανιφέστο κη διανόηση, ενώ συνάμα σημαδεύει το από­ του ουλτραϊσμού στο περιοδικό «Nosotros», γειο του πρώτου αυτού ουλτραϊσμού (βλέπε εκδίδει το Μάρτιο 1922 το περιοδικό τοίχου «Fervor de Buenos Aires» του Μπόρχες, το «Pri­ «Prisma», κι αργότερα, τον Αύγουστο, την sma» του Γκονζάλες Λανούζα, τα «Neinte poe«Proa», όπου συγκεντρώνονται χιλιανοί, μεξικάmas para estar leido en el tranvia» ή τα «Calcoνοι και αργεντινοί συγγραφείς που επεξεργά­ manias» του Τζιρόνδο). Ο Μπόρχες ήταν ένας ζονται και προβάλλουν τα κοινωνικά προβλή­ από τους λίγους που προσπάθησε να χαράξει ματα στη διάρκεια συζητήσεων που θέλουν να τα όρια των κειμένων στον λατινοαμερικάνικο υλοποιήσουν μια ρεαλιστική πρωτοπορία (Βοουλτραϊσμό (περιοδικό «Nosotros»). deo), επηρεασμένη από τον ρώσικο φουτουριΜε το τέλος του περιοδικού «Proa», που παραχωρείτη θέση του στο «Martin Fierro» (βγαί­ 4. «Πλάι στον Δον Ραφαέλ Κανοίνος-Ασένς, έχουν φιλο­ νει στις 24 Φεβρουάριου από τον Εβάρ Μεντέζ νικήσει, έχουν δημοσιεύσει μεταφράσεις νέων γερμακαι τον Ολιβέιρο Τζιρόνδο), η αργεντίνικη πρω­ νών ποιητών, έχουν π αθιαστεί για τις μεταφορικές έν­ νοιες» (Μπόρχες). τοπορία κόβει τους δεσμούς με τον «μοντερνι­ 5. Ενδιαφέρουν αυτά που θα πει αρκετά χρόνια αργότε­ σμό» και τον «σενσιλισμό», αλλά και με το νιχι­ ρα ο Μπόρχες για την απόρριψη των συνώνυμων, της λισμό του πρώτου πρώτου ουλτραϊστή. Τώρα φιοριτούρας και την επιμονή του a ' έναν τρόπο γρα­ ακολουθεί το «Martin Fierro» ξαναγυρίζοντας φής που χρησιμοποιεί συστηματικά την επανάληψη, στα παλιά θέματα της ειρωνείας, της σάτιρας, την ουσία, όπως θά ’λεγε ο δάσκαλός του, ο Porchia.


32/αφιερωμα του καυστικού γέλιου. Γίνεται πιο επιθετική, με μεγαλύτερη συνοχή, και προβάλλει το διπλό δρό­ μο της έκθλιψης «dej habito y la costumbre» και 1«del amor por lo argentino»: «το Martin Fierro πιστεύει στη φωνητική μας, στο όραμα, στους τρόπους και τις μορφές μας, στην ακοή μας, στην ικανότητά μας ν ’ αφομοιώνουμε και να ταυτίζουμε» (μανιφέστο του Martin Fierro). Παρόλο που το ουλτραϊστικό κίνημα ξεκίνη­ σε σαν φορέας ελπίδων στην ακμή της «Φοιτη­ τικής Διεθνούς», αργότερα αποδυναμώνεται και τελικά σβήνει, για να διαλυθεί με το θάνα­ το, στο Παρίσι, του Ρικάρντο Γκουϊράλδες, ενός από τους αρχηγούς του. Το κίνημα διαλύ­ εται τη στιγμή που κυκλοφορεί το πιο σημαντι­ κό ουλτραϊστικό κείμενο, «Exposition de la ac­ tual poesia argentine» των Πέδρο Χουάν Βινιάλε και Σεζάρ Τιέμπο, τότε που εμφανίζεται η κρί­ ση του 1929-30 και πεθαίνει ο Ιριγκουαγιέν. Ο Μπόρχες, που έχει ήδη γράψει τα «Fervor de Bouenos Aires» (1923), «Luna de enfrente»

(1925), «Ε1 tamano de mi esperanza» (δοκίμιο, 1926), «Ε1 idioma de los argentinos» (δοκίμιο 1928) και έχει πάρει το δεύτερο Δημοτικό Βρα­ βείο Λογοτεχνίας, με τα ποιήματά του «Cuaderno san martin» (1929), τυπώνει το «Evaristo' carriego». Μ ’ αυτό το βιβλίο σβήνουν τα ευρω­ παϊκά χρόνια του Μπόρχες, αυτά που αποκάλεσε «ουλτραϊστικό σφάλμα και αυταπάτη». Κι όμως μέσα σ ’ αυτά τα χρόνια διαφαίνεται η σταθερότητα μιας σκέψης που, 58 χρόνια μετά, το δοκίμιο «Στο περιθώριο της νέας λυρικής» πάντα προβληματίζεται για το πορφυρό τριαντά­ φυλλο του Παράκελσου, και έχει καταλάβει πως ο υπομονετικός λαβύρινθος των μορφών δεν είναι παρά το δικό του πορτρέτο που χαρά­ ζει οδυνηρά στον επίλογο.

Copyright: Magazine Litteraire Μ ετάφραση: Μίλτος Σαλβαρλής

για αδέσμευτο διάλογο ------------------------ για σφαιρική πληροφόρηση-------------------------

ΣΥΓΧΡΟΝΗ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΔΙΜΗΝΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Τ.Θ. 76107, 171 10 Ν . Σμύρνη, Αθήνα

Τηλέφω να: 88.23.762 - 82.24.635

Ένα έγκυρο, επιστημονικό περιοδικό Μια μαχητική παρουσία στον εκπαιδευτικό χώρο Πάντα στο πλευρό του εκπαιδευτικού. Μερικά από τα θέματα της «ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ»

• Ε.Μ .Α. (τ. 2,3,... · Επαγγελματικός Προσανατολισμός (τ. 4,5,8,... • Διαδικασίες Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης (τ. 6,7,... • Ενιαίο Λύκειο (τεύχη 1,2,7,8,... · Γενετική Ψυχολογία (τ. 2 - 8,... • Η Αξιολόγηση της Επίδοσης των Μαθητών (τ. 5,7,9,11,12,... • Οργάνωση Διοίκηση της Εκπαίδευσης (τ. 7,8,9,11,.,. • Μόρφωση και Επιμόρφωση των Εκπαιδευτικών (τ.3,4,6,7,8,9,10,11,12,,.. • Αυταρχική Εκπ-ση και η Αμφισβήτησή της (τ. η - J2, 13,14,15,16,.. • Έκθ εσ η Ιδεών - Διδασκαλία του Ποιήματος (τ. 5,6,8,9,10,11,12,13,... • Βιβλιογραφίες (τ. 2,5,6,12, Ειδ. Τεύχος,... · Τύπος και Εκπ-ση (τ ___________ _____________ 8,9,10,11,12,13,...______________________ ___


αφιερωμα/33

Στο περιθώριο

της μοντέρνας λυρικής Για τον άνθρωπο, και περισσότερο ακόμα για τον έφηβο που σηκώνει στους ώμους του όλη την αλαζονεία και την τόλμη του κόσμου, ένα νέο ποίημα, ένα νέο μυθιστόρημα, μπορεί να είναι μια Ατλαντίδα, μια καταπληκτική και πολύ προσωπική περιπέτεια. Ό σ ο πιο περιορισμένες είναι οι ικανότητές μας για έκπληξη κι έχει εξαντληθεί η γοητεία των πρώτων ανακαλύψεων, τόσο περισσότερο ο νόμος της κόπωσης μας επιβάλλει μια αυστηρή αντίληψη της τέχνης που την αποτελούν άκαμ­ πτοι κανόνες, μέσα στους οποίους θέλουμε να περικλείσουμε όλες τις συγκινήσεις κι όλη την ομορφιά που ένιωσαν ή που θ α νιώσουν ποτέ τους οι άλλοι άνθρωποι. Για την ισχύουσα κρι­ τική, οι κανόνες σήμερα είναι η διαύγεια και η αρμονία. Σ ’ όλες τις χώρες όπου παρουσιάστη­ καν οι σύγχρονες τάσεις, στη Βοημία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ισπανία, η κριτική τις θυσίασε στον παλαιό βωμό της σαφήνειας και της ευρυθμίας. Δεν κράτησε από την προσπάθεια της ουλτραϊστικής σχολής παρά μόνο τις παράδοξες υπερβολές στη μορφή, χωρίς να σκοτίζεται για το πνεύμα, για τη νέα οπτική γωνία που το υποθάλπει. Αυτή η οπτική γωνία είναι διαμετρικά αντίθε­ τη από τη δική της. ΓΓ αυτό το λόγο, κάθε προσεκτική προειδοποίηση, κάθε σαρκασμός, κάθε περιφρονητικός μορφασμός, που βασί­ ζονται στα παλιά ιδεώδη, ξεπερνούν κάθε έλ­ λειψη κατανόησης του πραγματικού πνεύματος του ουλτραϊσμού. Θα επιχειρήσω μια σχολαστική ερμηνεία. Επειδή πρόκειται για μια τέχνη που εκφράζει

εντυπώσεις βασικά ατομικές και εγκαταλείπει το κοπάδι για ν ’ αναζητήσει το άτομο, είναι πολύ πιθανό πάρα πολλοί ουλτραϊστές να μη συμφωνήσουν καθόλου μαζί μου. Ό σ α θα πω παρακάτω δεν εκφράζουν λοιπόν παρά τη στάση μου μπροστά στον ουλτραϊσμό και δεν φιλοδοξούν καθόλου να έχουν μιαν αν­ τικειμενική αξία. Ο χριστιανισμός αλλά και ο παγανισμός ξεκί­ νησαν από μια αντίληψη ουσιαστικά στατική της ζωής. ΓΓ αυτό το λόγο, ενώ οι ψυχές ήταν χριστιανικές ή παγανιστικές, η τέχνη μπόρεσε ν ' αναζητήσει την ευρυθμία, την αργή και ήρε­ μη αρχιτεκτονική. Σήμερα θριαμβεύει η δυνα­ μική αντίληψη του «κόσμου» όπως τη διακήρυ­ ξε ο Σπένσερ, και βλέπουμε τη ζωή όχι σαν κάτι το ήδη τελειωμένο, αλλά σαν ένα γίγνεσθαι πρωτεϊκό, σαν μια βίαιη πομπή καρναβαλιού, γεμάτη βάσανα και απολαύσεις. Σαν ένα οργια­ στικό, κατακόκκινο και όλο πυρετό χορό, μπροστά στη λευκή τρομοκρατία των αστεριών. Ο ουλτραϊσμός είναι η πιο πρόσφατη αποδε­ σμευμένη έκφραση του μεταμορφισμού στη λο­ γοτεχνία. Αυτή η απότομη άνθιση μεταφορικών εννοιών που σε πολλά έργα της σχολής του «κρεασιονισμού» κουράζει τον αμύητο, δικαιο­ λογείται τέλεια και δεν είναι παρά η προσπά­ θεια του ποιητή να εκφράσει τη χιλιετή νεότητα της ζωής, που σαν κι αυτόν καταβροχθίζει τον εαυτό της, ξεπετιέται και ξαναγεννιέται κάθε στιγμή. Αλλά είναι αλήθεια πως φτάσαμε κάπως αρ­ γά... Χίλιοι άλλοι καλλιτέχνες έκρουσαν ήδη τις χορδές της ζωής. Ανάιιεσα στον εξωτερικό κό­


34/αφιερωμα σμο και μας, ανάμεσα στις πιο κρυφές μας συγ­ κινήσεις και το ολόδικό μας εγώ οι νεκροί αιώ­ νες έχουν ορθώσει χοντρά τείχη από αγριάγκα-. θα. Θέλησαν να μας επιβάλουν το βραχνά ενός αιώνιου και μαραμένου .κόσμου, με κλωνιά που βουλιάζουν κάτω από τα άραχλα αραχνοδίχτυα και τα σκουλήκια των ξεπερασμένων συμβό­ λων. Ενώ εμείς θέλουμε να ξαναβρούμε τη ζωή. Θέλουμε να δούμε μ' ένα καινούριο βλέμμα. Γι’ αυτό αφήνουμε να ξεχαστεί η μεγαλόπρεπη μυθολογική φαντασμαγορία που βλέπει κάθε ξαναμμένο θηλυκό σαν μυθικό αγρίμι και που μπροστά στα καταπληκτικά θαλασσινά δάση μας υποβάλλει αναπόφευκτα, με το απατηλό χλωμό της χαμόγελο, το αξιολύπητο όραμα της Αφροδίτης ν ’ αναδύεται από τα μεσογειακά βαθυγάλαζα νερά μπροστά στο χορό τριτώνων όλο στόμφο... Το μέλι της αράχνης δεν μας ευφραίνει και θ α θέλαμε να βλέπαμε τα πάντα να ξανανθί­ ζουν πρόωρα. Πέρα δώθε μέσα σ ’ αυτή τη μο­ ναδική και τυφλωμένη νύχτα που έχει για εξαί­ σιους θεούς τους σεβάσμιους φανοστάτες που λαμπυρίζουν με φως χρυσό σαν σολομόντια ξωτικά, σκλαβωμένα μέσα σε κρυσταλλένιες κούπες, θ α θέλαμε μέσα σ ’ αυτή τη νύχτα όλα να είναι πρωτόγνωρα κι αυτό το φεγγάρι που ξεπηδά πίσω από ένα κτίριο να μην είναι πια η αιώνια κυκλικό παλαίστρα όπου οι νεκροί εξα­

σκούσαν τη ρητορική τους δεινότητα αλλά ένα φεγγάρι πρωτόγνωρο, παρθενικό και αυγινά καινούριο. Ακόμα και το πιο κοινότυπο σαν αυτά τα ζω­ ηρά πορτοκάλια, χαραυγές φλογερές, φιλήδο­ νες και λάγνες ανθρακιές που πυρπολούν τις λαϊκές αγορές, είναι μοναδικό- μοναδικό σαν την τρεμάμενη τυφλωμένη νύχτα, αποχτηνωμένο γαλάζιο, σαν ψηλό βουνό βαρύ από αστρικές στέρνες και φωτεινά αστεροφόρα δάση... Ο ουλτραϊσμός δεν είναι ίσως τίποτ’ άλλο παρά η εξαίσια σύνθεση της κλασικής λογοτε­ χνίας, ο ύστατος λίθος που λειαίνει τη χιλιετή κατασκευή της. Αυτή η τόσο γόνιμη απαρχή, που θέλει τις λέξεις όχι σαν γεφύρια για τις ιδέ­ ες αλλά σαν αυτοσκοπό, βρίσκει μέσα της την αποθέωσή της. Αυτή η αλήθεια δεν είναι ίσως απόλυτη, αλλά για μια στιγμή τουλάχιστο είναι καταπληκτικό να βλέπεις μέσα σ ’ όλες τις νεοτεριστικές τά­ σεις κάτι σαν θεϊκό δειλινό, σαν την ύστατη κόκκινη άνθιση, σαν το κύκνειο άσμα της ρητοοικής.

Copyright: Magazine Litteraire Μ ετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος

γράμματα και τεχνες ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ, ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Αποκτείστε μια πλήρη σειρά του «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ» κάνοντας μόνο μια ετήσια συνδρομή. ι ιροσφοράγια την περίοδο Ιουλίου Οκτωβρίου 83. Με κάθε καινούργια ετήσια συνδρομή, δώρο ολόκληρη σειρά των μέχρι τώρα εκδοθέντων τευχών του «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ». (Πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια, θέατρο, χορός, μουσική, βιβλιοκριτική). Τεύχη περιορισμένα! Συμπληρώστε τα στοιχεία σας και στείλτε με ταχυδρομική επιταγή την συνδρομή σας (1.000 δρχ.). Τα τεύχη θα σταλούν με απόλυτη προτεραιότητα στις 10, 20 και 30 Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου αντίστοιχα.

! | I ! I | ■ I | ι I I

J |

ΔΕΛΤΙΟ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ Προς «ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ» ΚΟΣΤΑΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΕΝΩΝ ΠΟΡΤΑΣ20 161 21 ΑΘΗΝΑ Τηλ. 7234122 Παρακαλώστείλτε μουταχυδρομικάτην μέχρι τώρα σειράτωντευχώντου «ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ». Εσωκλείωταχυδρομική επιταγή 1.000δρχ. γιατην ετήσιασυνδρομή μου. ΟΝΟΜΑ.......................................................... ΕΠΩΝΥΜΟ...................................................... ΟΔΟΣ ................................................ APIS.... ΠΟΛΗ .......................... ΤΗΛ...........................


αφιερωμα/35

Jean Montalbetti

Η δεύτερη ζωή του Χόρχε Λούις Μ πόρχες Μια συζήτηση μαζί του στο Παρίσι Πώς να πλησιάσει κα νείς τον Μπόρχες, αυτό τον αφανή άνδρωπο, τον άπιαστο, έξω από το χρόνο, τον π ολυδιάστατο; Μ ' ένα μονο λιδικό μνημείο μ ο ιά ζ ει τούτη η κορμοστασιά που υψώνεται στη μέση της α ρ γεντίνικης πάμπας, αυτός ο μάγος του φανταστικού, ο επ ιδέξιος λαδρέμπορος των συνόρων που χωρίζουν τη ζωή από την αιω νιότητα, ο κα ν ά γ ια ς δαυμαστής κά δε μαχαιροβγάλτη, ο προβοκάτορας της π ολιτικής, συνηδισμένος στις δορυβώδεις διακηρύξεις, αλλά κ α ι ο βιβλιοφάγος, ο βιρτουόζος της αγγλο­ σαξονικής π αιδεία ς, της αιγυπτιακής, της κινέζικη ς, της γαλλικής, της γερμανικής, της ισπανικής... ο επιστήδιος φίλος τού Μ ονταίγν, του Κουεβέδο, του Δάντη, του Θερβάντες, του Ουγκώ, του Στήβενσον. Ό λ ο ι α υ το ί ε ί­ ν α ι σύγχρονοί του, μορφές στο Π άνδεο της λογοτεχνίας, συνένοχοι μ ια ς κοσμογονίας από την οποία έχτισε το οικοδόμημά του, π οίημα το ποίημα, μύδο το μύδο, βιβλίο το βιβλίο, από τις «Ιστορίες» μέχρι τη ν «Αναφορά στον Μπρόντι», από το « Ά λ εφ » μέχρι το «Βιβλίο της άμμου», περνώντας από το «Συγγραφέα» κ α ι το «Χρυσάφι των τίγρεων». «Οι σύγχρονοί μου πέδαναν», λέει, «κι εγώ το ίδιο, φαίνεται». [Ή δη το ασανσέρ του ξενοδοχείου των «Καλών Τεχνών» με ρουφά σ ’ έναν άλλο κόσμο. Περιμένω από τη μια στιγμή στην άλλη να φανεί ο τυφλός, με τα χέρια ακουμπισμένα σ ’ ένα γερό μπαστούνι που δεν το θέλει άσπρο. Ο τυφλός με το γαλάζιο ρηχό βλέμμα του ψάχνει να μαντέ­ ψει μορφές, με το λαμπερό χαμόγελο και τη φωνή που σκοντάφτει, προσπαθώντας να θυμηθεί ξανά τα γαλλικά που έμαθε

στο σχολείο, τον καιρό του πολέμου. Πε­ ριμένω να φανεί ο γέρος με τα 80 χρόνια στην πλάτη του. Τον έχουν ομόφωνα αναγνωρίσει κι όμως δεν ξέρει πώς να γλιτώσει μπροστά στην επιτυχία, φοβάται μήπως γελοιοποιηθεί, τη στιγμή που η μοίρα του συγχέεται με την εποποιία, εκεί που συναντά το πρότυπό του, το αν­ τίγραφό του, έναν άλλο τυφλό των πρώ­ των χρόνων της ιστορίας. Στην αρχή ήταν


36/αφιερωμα Προσπαθείτε να κινείστε ακολουθώντας τις φιγούρες και τους διαφορετικούς φω­ τισμούς που ξεχωρίζετε; ΠΕΡΙΠΟΥ. Οπωσδήποτε όμως πρέπει κάποιος να με βοηθάει. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να διασχίσω το δρόμο. Θα ήταν αυτοκτονία, πρά­ γμα που δεν θα μου κακοφαινόταν μα... δεν ξέ­ ρω αν θα τα καταφέρω. Συμβαίνει καμιά φορά ν ’ αποζητάτε το σκοτάδι, κλείνοντας τα μάτια, ή να κάθε­ στε σε σκοτεινά δωμάτια; ΝΑΙ, μα τα σκοτεινά δωμάτια δεν είναι σκοτει­ νά για τους τυφλούς. Φαίνονται γαλάζια. Ά λ­ λωστε πρόκειται για κάτι σαν ομίχλη, αυτό που λένε οι Άγγλοι «φογκ». Πέρασαν εικοσιπέντε χρόνια από τότε που τυφλωθήκατε;

Μπόρχες, σχέδιο του Drouillon

ο Όμηρος, μετά ήρθε ο Μπόρχες. Χτυπώ την πόρτα. Είναι κλειδωμένη και το κλειδί το έχει χάσει. Μια καμαριέρα έρχεται να μου ανοίξει. Το δωμάτιο είναι πολύ μικρό. Εκεί μέσα μου φαίνεται σαν να χτυπιέται μια πεταλούδα μέσα σ ’ ένα αμπαζούρ. Κι όμως με καλωσορίζει εγ­ κάρδια και φιλικά. Εκείνος κάθεται σε μια μεγάλη πολυθρόνα από μαύρο ξύλο και βελούδο γκρενά, εγώ στην άκρη του ξέστρωτου κρεβατιού όπου πέρασε τη νύ­ χτα. Οι κουρτίνες είναι κλειστές και δεν αφήνουν να περάσει το φως της ημέρας. Σ ’ αυτό το στενό χώρο δεν είμαστε παρά δυο ίσκιοι που φωτίζονται αμυδρά από το φωτάκι πάνω από το προσκέφαλο. Με την ευγένεια των ανάπηρων, ο Μπόρχες μιλάει πρώτα για την τύφλωσή του, σαν να θέλει να ζητήσει συγγνώμη:] ΞΕΧΩΡΙΖΩ μια ομίχλη λίγο γαλαζωπή, λίγο πρασινωπή, που όμως δεν φωτίζεται σταθερά. Δεν πρόκειται για μαυρίλα. Έ να από τα χρώ­ ματα που έχω χάσει είναι και το μαύρο. Το κόκκινο και το μαύρο [σαν να θυμήθηκε τον Σταντάλ] είναι δυο χρώματα που δεν ξέρω πια. Μου μένει το γαλάζιο, το γκρίζο, το πράσινο και το κίτρινο. Κίτρινη είναι η απόχρωση που βλέπω πιο συχνά.

ΑΡΧΙΣΑ να τυφλώνομαι από τότε που άρχισα να βλέπω, δηλαδή πάντοτε ήμουνα λίγο πολύ τυφλός. Το 1955 όμως, την εποχή που έγινε στην Αργεντινή η επανάσταση που έριξε τον Περόν, με διορίσανε διευθυντή της Εθνικής Βι­ βλιοθήκης. Παρόλο που είχα γύρω μου εννιακό­ σιες χιλιάδες βιβλία, μόνο τους τίτλους μπορού­ σα να διαβάσω. Αργότερα ούτε κι αυτούς. Αυτή είναι η ειρωνεία του Θεού. Μού ’δώσε συνάμα βιβλία και σκοτάδι. Η τύφλωση σας ευνόησε σαν συγγραφέα που οραματίζεται και διηγείται φαντα­ στικά περιστατικά; ΜΙΑ και ήμουνα τυφλός, έζησα μόνος. Βέβαια έχω φίλους, αλλά δεν μπορούν να μου διαθέ­ σουν όλο τους τον καιρό. Έτσι περνώ ένα μεγά­ λο μέρος της μέρας μου μόνος. Ό λες αυτές τις ώρες ονειροπολώ. Έχω πάντα κάποια ιστορία στο μυαλό μου που πρόκειται να γίνει διήγημα ή ποίημα. Τείνω να τα μετατρέπω όλα σε λογο­ τεχνία. Δεν θ ά ’λεγα πως είναι το επάγγελμά μου. Είναι η μοίρα μου. Ζω μέσα στη λογοτε­ χνία. Λένε πως όσο μεγαλώνουμε η παιδική ηλικία είναι όλο και πιο κοντά μας. ΕΙΝΑΙ αλήθεια. Η παιδική ηλικία είναι πιο κον­ τά μου από ό,τι η εφηβεία. Είναι η περίοδος της


αφιερωμα/37 ζωής που οι εντυπώσεις είναι πιο έντονες. Η πρώτη ερωτική εμπειρία είναι σημαντική, όχι όμως τόσο πρωταρχική, όσο όταν ανακαλύπτεις την ανθρώπινη μορφή, τον καθρέφτη, την εξο­ χή, τη γεύση των φρούτων, την πόλη, την πα­ ρουσία των άλλων. Κάποια στιγμή όλα τούτα τα αγνοούσες. Συμβαίνει όμως να σκέφτομαι και την περίοδο της εφηβείας μου στη Γενεύη. Γνωρίζω καλύτερα τη Γενεύη από το Μπουένος Άιρες: την παλιά πόλη, το Ροδανό, τη λίμνη, τις στέρνες και τις πλατείες. Ό λα αυτά τα μέρη εί­ ναι γεμάτα αναμνήσεις. Τη Γενεύη μπορεί να τη μάθεις, το Μπουένος Άιρες όμως είναι πολύ μεγάλο. Τα μόνα μέρη που σου φαίνονται οι­ κεία εκεί είναι η συνοικία σου και το κέντρο. Ανάμεσα 1914 και 1919 ήσασταν 15 με 20 χρονών. Ή ταν η εποχή που βρισκόσα­ σταν στην Ευρώπη με τον πρώτο παγκό­ σμιο πόλεμο. Παρακολουθούσατε με πά­ θος την εξέλιξη των γεγονότων; ΑΣΦΑΛΩΣ. Επιθυμούσα τη νίκη των Συμμά­ χων. Αυτά τα γεγονότα όμως μου φαίνονταν λι­ γότερο αληθινά από όσα διάβαζα εκείνη την εποχή, λιγότερο αληθινά και από τις προσωπι­ κές εμπειρίες που είχα. Ο Φος ήταν λιγότερο σύγχρονος από τον Μονταίγν κι ο Πεταίν από τον Ουγκώ. Είναι περίεργο, μα έχω πάντα την εντύπωση πως κάθε τι σύγχρονο βρίσκεται λίγο έξω από την πραγματικότητα. Για μένα τα πρό­ σωπα και τα γεγονότα ενσαρκώνονται και γί­ νονται επίκαιρα μονάχα μέσα στο παρελθόν. Σ ’ όλο αυτό το διάστημα, στα μάτια του έφηβου -που τότε ήσασταν- ο πατέρας σας ήταν το μεγάλο σας πρότυπο; ΣΤΟΝ πατέρα μου χρωστώ τα πάντα. Πρώτα απ ' όλα μ’ έμαθε να σκέφτομαι. Ο ίδιος ήταν γιος συνταγματάρχη που σκοτώθηκε σε κά­ ποιον από τους εμφύλιους πολέμους της Αρ­ γεντινής. Κι ενώ ήταν φημισμένος δικηγόρος του Μπουένος Άιρες, μια μέρα μας είπε: «Θέ­ λω να γίνω ο αόρατος άνθρωπος, και πιο εύ­ κολα θ α το πετύχω στην Ευρώπη παρά στην Αργεντινή». Έ τσι φύγαμε για τη Γενεύη, ανα­ ζητώντας το «αόρατο» και την ανωνυμία. Και με τη σειρά μου ευχήθηκα να γίνω ο αόρατος άνθρωπος που ο πατέρας μου δεν κατάφερε να γίνει. Ή ταν κι ο ίδιος συγγραφέας. Εκδόθηκε ένα βιβλίο του, «Ο στρατάρχης».

ΕΓΡΑΨΕ πολλά, αλλά κατάστρεψε όλα σχεδόν τα γραφτά του. Χωρίς να μου το πει ποτέ, μού ’δώσε να καταλάβω πως το λογοτεχνικό του πεπρωμένο θα το εκπλήρωνα εγώ κι όχι αυτός. Πριν πεθάνει, το 1938, μου ζήτησε να ξαναγρά­ ψω τον «Στρατάρχη», δείχνοντάς μου τις βασι­ κές γραμμές της καινούριας απόδοσης. Θά ’θελε να αποβάλει τις μοντέρνες μεταφορικές έν­ νοιες, που δεν του άρεσαν. Πέρασε ο καιρός, αλλά το σχέδιο που είχε φτιάξει το φυλάγω ακό­ μα. Θα το βάλω μπρος φέτος ή του χρόνου, για­ τί σίγουρα το χρωστώ στον πατέρα μου. Ο πατέρας σας πέθανε το 1938, η μητέρα σας όμως έμεινε κοντά σας σ ’ όλη της τη ζωή. ΠΕΘΑΝΕ ενενήντα εννιά χρονών, κόντεψε τα εκατό. Μόνο τρία χρόνια την άφησα, όταν έκα­ να το λάθος να παντρευτώ και πήγα να ζήσω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ό τα ν σκεφτόταν την ηλικία της, έλεγε: «Είμαι η ιστορία της Αργεντι­ νής». Μέσα στην οικογένεια, ο πατέρας σας ήταν η κυρίαρχη προσωπικότητα ή η μη­ τέρα σας, τον καιρό της εφηβείας σας; ΟΙ γονείς μου τα πήγαιναν μια χαρά μεταξύ τους. Κι όμως η μητέρα ήταν βέρα Αργεντινή, ήταν καθολική. Ο πατέρας ήταν μισοάγγλος και άθεος. Είχα μια αγγλίδα γιαγιά, διαμαρτυρόμενη, με πουριτανούς προγόνους, που καταγόταν από το Νορθάμπερλαντ. Ήμασταν πολύ ενωμέ­ νοι, παρόλο που η γιαγιά ήταν διαμαρτυρόμενη, η μητέρα καθολική και ο πατέρας χωρίς καμιά σχέση με το χριστιανισμό- μήτε διαμαρτυρόμενος, μήτε καθολικός. Η μητέρα, παρόλο που ήταν Αργεντινή, είχε γαλλική μόρφωση. Αν δεν ήξερες γαλλικά, για αυτήν ισοδυναμούσε με την άγνοια της γραφής κι της ορθογραφίας. Μιλού­ σε άψογα ισπανικά ή γαλλικά, στα αγγλικά όμως σκόνταφτε. Αργότερα όμως σας βοήθησε στο γράψι­ μο, ιδιαίτερα όταν η τύφλωση σας εμπό­ διζε να γράφετε. ΠΟΛΛΑ κείμενά μου δεν της άρεσαν. Της υπα­ γόρευα, έγραφε και πότε πότε με διόρθωνε. Με κατηγορούσε πως ήμουν Αργεντινός, πολύ ντό­ πιος, και απεχθανόταν τις συχνές αναφορές μου στους «γκαούτσος», τους αλήτες. Είχε δί­ κιο.


38/αφιερωμα Κι όμως συνεχίσατε να διαλέγετε ήρωές σας, σε πολλά σας διηγήματα, ανάμεσα σ ’ αυτούς τους τύπους. ΝΑΙ, ήταν όμως λάθος. Είναι κάτι σαν αρρώστια για μένα. Αυτός ο υπόκοσμος αποτελεί προσωπική σας εμπειρία, ή πρόκειται για επίδραση της αργεντινής λογοτεχνίας; ΓΝΩΡΙΣΑ αυτούς τους ανθρώπους. Αν και με αρκετούς φόνους στη συνείδησή τους, αυτοί οι μαχαιροβγάλτες είχαν πια μετανιώσει. Δεν ήταν ούτε κλέφτες, ούτε μαστρωποί. Ή ταν άνθρω­ ποι με μια πολύ αυστηρή αντίληψη για το θάρ­ ρος. Άλλωστε σέβονταν κάποιο κώδικα καλής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, αν ένας α π ’ αυτούς ήθελε να σκοτώσει κάποιον αντίπαλο, τον καλούσε να βγει έξω, γιατί έπρεπε να σε­ βαστεί το σπίτι, ακόμα κι αν ήταν μπουρδέλο. Στο δρόμο πάλι, έπρεπε ν ’ αποφύγουν τον καυγά κάτω από στέγη: «Ά ντε πάμε έξω για λεπίδι». Δεν χτυπούσαν άοπλους. Πριν από κά­ θε μονομαχία γινόταν κάτι σαν τελετή, όλο ευγέ­ νεια. Άρχιζαν λέγοντας πως δεν ξέρουν από μαχαίρια, πως ήταν αδέξιοι και παρακαλούσαν τον αντίπαλο να τους δείξει, αν είχε την καλοσύ­ νη. Φρόντιζαν να μην ξανοίγονται σε οικειότη­ τες μαζί του και να τον αποκαλούν «σενιόρ», αρχίζοντας τη μονομαχία. Όλη αυτή η ωραία τελετουργία χάθηκε από τότε που βγήκαν τα πιστόλια. Έστω κι αν ήταν παλιόμουτρα αυτοί οι άνθρωποι, εφάρμοζαν πιστά τους κανόνες που απαιτούσε η ευγένεια. Όλοι θα ιούς περιφρονούσαν όμως, αν ήταν διαφορετική η συμπεριφορά τους. Στην Ευρώπη, όταν διαβάζουμε τέτιες ει­ κόνες στα γραφτά σας, μας φαίνονται φανταστικές. Έτσι αντιδρούν και οι αργεντινοί αναγνώστες; ΚΑΘΟΛΟΥ. Οι Αργεντινοί βρίσκουν πως μου λείπει η φαντασία και διηγούμαι γεγονότα που τα είδα με τα μάτια μου. Από τις επιδράσεις που είχατε μέσα στην οικογένειά σας, ποιον χαρακτήρα κληρο­ νομήσατε πιο έντονα; ΤΟ στρατιωτικό παρελθόν της οικογένειάς μου ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Γιατί αυτό το παρελθόν μ’ έφερε κοντά στην ιστορία της Αρ­

γεντινής και της Ουρουγουάης. Ή ταν άνθρω­ ποι που πολέμησαν τους Ισπανούς, τους Βραζι­ λιάνους κι ακόμη τους Ινδιάνους της πάμπας. Έζησα ανάμεσα σε σπαθιά, σε πορτρέτα στρατιωτικών, μου διηγήθηκαν τη μοίρα αυτών των ανθρώπων. Ίσως να ήμουν ανίκανος να μι­ λήσω μαζί τους. Ή ταν προφανώς διαφορετικοί από μένα. Αισθανόμουν κα τ’ αρχήν να με τρα­ βά η πλευρά της διανοούμενης αγγλίδας γιαγιάς μου. Αισθάνεστε Αργεντινός εξαιτίας της οι­ κογένειας της μητέρας σας. Λέω Αργεντι­ νός κι όχι Λατινοαμερικάνος. ΜΑ η Λατινική Αμερική δεν υπήρχε! Αισθάνο­ μαι Αργεντινός, καμιά σχέση με τους Μεξικά­ νους ή τους Κουβανέζους, γιατί η ιστορία μας είναι ολωσδιόλου διαφορετική. Σαν έθνος είμα­ στε πολύ μακριά α π ’ αυτούς. Στο Περού, στο Μεξικό υπάρχουν ιθαγενείς φυλές. Η Αργεντινή είναι χώρα λευκών. Αυτή η Αργεντινή τι τοπίο σας φέρνει στο νου; ΤΙ τοπίο; Πάνω α π ’ όλα πεδιάδα, αυτό που οι άνθρωποι των γραμμάτων λένε «πάμπα». Λέξη άγνωστη στον αγροτικό πληθυσμό. Τη λέξη «γκαούτσο» επίσης δεν τη χρησιμοποιούν πια. Λένε «παεσάνο»: χωρικός, «κάμπο»: εξοχή. Τα «γκαούτσο» και «πάμπα» τους είναι ξένα, λο­ γοτεχνικά... Σκέφτομαι λοιπόν πάνω από όλα την πεδιάδα, την πόλη του Μπουένος Άιρες, το Μοντεβίδεο που πολύ αγαπώ- γιατί αν δεν υπάρχει Λατινική Αμερική, υπάρχει όμως μια κοινή ταυτότητα για την Αργεντινή και την Ου­ ρουγουάη. Προτιμάτε την εξοχή ή αισθάνεστε άν­ θρωπος της πόλης; ΑΓΑΠΩ την εξοχή κι όμως είμαι άνθρωπος της πόλης, του Μπουένος Άιρες, της παιδικής μου ηλικίας, που δεν υπάρχει πια. Ό λα τα σπίτια ήταν χαμηλά, με τα πηγάδια τους στο κέντρο μιας εσωτερικής αυλής. Τώρα η πόλη έχει τόσο αλλάξει που αισθάνομαι κάπως σαν ξένος. Μήπως το όνειρο παίζει μεγάλο ρόλο στα κείμενα που γράφετε; ΝΑΙ, υπάρχουν μάλιστα και ποιήματα (μέτρια άλλωστε) που τα έπλασα μέσα στο όνειρο.


αφιερωμα/39

Ονειρεύομαι πολύ, αλλά πάντα υπάρχουν δυο τρεις εφιάλτες που με κυνηγάνε. Αυτός που πιο συχνά ξανάρχεται είναι ο εφιάλτης του λαβύ­ ρινθου. Παίρνει χιλιάδες μορφές. Για παράδει­ γμα, βρίσκομαι σ ’ αυτό το δωμάτιο, αισθάνομαι μια αδιαθεσία και θέλω να βγω. Ανοίγω την πόρτα, μα το διπλανό δωμάτιο είναι σαν κι αυτό εδώ, πιστό αντίγραφο, το ίδιο και το επόμενο και το επόμενο, άπειρες φορές. Ο λαβύρινθος σας έχει εμπνεύσει πολλές ιστορίες. Τι αντιπροσωπεύει στη φαντα­ σία σας; Η ΙΔΕΑ του λαβύρινθου μου ήρθε το 1905, ενώ κοίταζα μια γκραβούρα σ ’ έναν τόμο εκδόσεων Γκαρνιέ, που παρίστανε τα εφτά θαύματα του κόσμου. Στο κέντρο είχαν σχεδιάσει ένα λαβύ­ ρινθο, κάτι σαν αμφιθέατρο μεγάλων διαστά­ σεων, μια και τα δέντρα και οι άνθρωποι φαί­ νονταν συγκριτικά πολύ μικρά. Έβλεπες στενά παραθυράκια, σαν ρωγμές στο οικοδόμημα. Με όλη την αφέλεια του παιδιού, σκέφτηκα πως αν έπαιρνα ένα φακό, θα μπορούσα να διακρίνω το Μινώταυρο εκεί μέσα. Μπορεί ο λαβύρινθος να είναι το σύμβολο της μακρηγορίας.

έναν κρυφό κόσμο, ενώ ο κόσμος ο πραγματι­ κός ίσως είναι το χάος, κάτι το απατηλό. Στο λαβύρινθο, υπάρχει ένα κέντρο, υπάρχει ένα σχέδιο. Ό λα είναι κανονισμένα. Ενώ για το σύμπαν, κανείς δεν ξέρει αν υπήρξε ποτέ σχέ­ διο. Μα ο λαβύρινθος είναι μια δομή για να χαθούμε εκεί μέσα. ΙΣΩΣ να είμαστε χαμένοι περισσότερο μέσα στην πραγματικότητα παρά μέσα στο λαβύριν­ θο, μια και δεν ξέρουμε αν το σύμπαν έχει τη δική του δομή. Ζείτε περισσότερο στο χώρο του φαντα­ στικού και λιγότερο μέσα στην πραγματι­ κότητα; ΑΣΦΑΛΩΣ. Είμαι υποχρεωμένος να ζω με τη φαντασία, μια και είμαι τυφλός, εκτός αν πρό­ κειται για θέματα πάθους. Μα η πραγματικότητα δεν σας πολυενδιαφέρει.

Ο λαβύρινθος δεν μπορεί να συμβολίζει τον παραλογισμό του κόσμου, μια και επαναλαμβάνεται συνέχεια και δεν κατα­ λήγει πουθενά;

ΑΥΤΟ που λέμε πραγματικότητα, αποτελείται από όνειρα και φαντασία. Τι είναι η μόρφωση, ο πολιτισμός, αν όχι το όραμα του θανάτου;

ΘΑ ’ΤΑΝ παρήγορο αν ήμασταν σίγουροι ότι ο κόσμος είναι ένας λαβύρινθος, πως υπάρχει δη­ λαδή μια τάξη μυστική. Ο λαβύρινθος αποτελεί

Πετύχατε να ζείτε μέσα σε μια ιστορική και πολιτιστική όσμωση που θα καταρ­ γούσε το χρόνο;


40/αφιερωμα ΝΑΙ, θα μου άρεσε κάτι τέτοιο. Ξέρετε, δεν σκέ­ φτομαι ποτέ να είμαι μοντέρνος. Είμαι χωρίς να το θέλω. Πώς θ α μπορούσα να μην είμαι σύγ­ χρονος; Ζούμε πάντα στο παρόν, και το παρόν είναι ένας ιστός από αναμνήσεις, ελπίδες και φόβο, ένας ιστός από παρελθόν και μέλλον. Σκέφτομαι τώρα τον «Αθάνατό» σας, που έζησε σ ' όλες τις εποχές... ΕΖΗΣΕ τόσο πολύ που ξέχασε πως ήταν ο Όμηρος και θαυμάζει μια τελείως κακή μετά­ φραση της «Ιλιάδας». Ο Μπερξόν είχε δίκιο: η μνήμη διαλέγει. Η μνήμη είναι ήδη μια μορφή φαντασίας, μια μορφή μύθου. Ό ταν θυμάμαι το παρελθόν μου, στο μυαλό μου έρχεται ένα παρελθόν με μορφή μύθου, αφού το σκέφτομαι αυτή τη στιγμή. Έ χετε ανάγκη να σας ξαναδιαβάζουν μερικά από τα παλιά σας κείμενα, για να ξαναβρείτε τους σταθμούς του δικού σας παρελθόντος; ΟΧΙ. Προσπαθώ να ξεχάσω το παρελθόν μου. Ντρέπομαι λιγάκι για όσα έγραψα. Το παρελ­ θόν μου είναι μια σειρά από λάθη κάθε είδους. Η ζωή μου ήταν ένα λάθος. Δεν μ ’ αρέσει το λογοτεχνικό μου έργο, προτιμώ τα έργα των άλ­ λων. Δεν σας απασχολεί η ιδέα να σας διαβά­ σουν και να σας αναγνωρίσουν οι νέοι; ΗΜΟΥΝΑ καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας, για είκοσι χρόνια, στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Ποτέ λοιπόν δεν έπαψα να συζητώ με τους νέους. Προτιμώ όμως να διαβάζουν κα­ λούς συγγραφείς. Καλύτερα να διαβάζουν και να ξαναδιαβάζουν Φλωμπέρ ή Μονταίγν, παρά τις ιστορίες μου! Σας ενδιαφέρουν όσα ζουν και γράφουν σήμερα οι νέοι; ΟΧΙ. Οτιδήποτε επίκαιρο δεν έχει μεγάλη ση­ μασία. Πρέπει να ωριμάσεις. Ό ,τι έγραψα στα νιάτα μου δεν αξίζει δεκάρα. Βέβαια υπάρχει η περίπτωση του Ρεμπώ, αλλά είναι σπάνιο ν' αρχίσεις σαν τον Ρεμπώ. Ποια είναι λοιπόν η ωραιότερη ηλικία στη ζωή, η πιο γόνιμη;

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ στιγμή είναι τα πρόθυρα των γερατειών. Έχεις ωριμάσει. Ξέρεις τα όριά σου. Ξέρεις κάθε στιγμή τι θέλεις να κάνεις και τι δεν μπορείς να κάνεις. Ό ταν είσαι νέος, εύχε­ σαι να είσαι ο Μπωντλαίρ ή ο Βύρων. Στα εξήν­ τα σου δεν θέλεις να είσαι ο Άμλετ, παύεις να επιθυμείς τη δυστυχία, ν ’ αναζητάς την τραγω­ δία. Αυτά είναι μορφές εγωισμού και εγωλατρείας. Ό τα ν αισθάνομαι δυστυχισμένος, σκέ­ φτομαι το θάνατο. Θα σωθώ με το θάνατο. Θα χάσω τα πάντα. Δεν θ α υπάρχω. Επιθυμώ το θάνατο. Αν μου πουν πως σήμερα είναι να πεθάνω, καλά θ α ήταν... φτάνει να μου υποσχεθούν πως δεν θ α πονέσω. Δεν επιθυμώ πια ού­ τε ένα θεό δικό μου, αλλά ούτε και την προσω­ πική μου αθανασία. Μου φαίνεται φρικτό κάτι τέτοιο. Κάποια στιγμή πρέπει να πάψεις να υπάρχεις. Ίσω ς να έζησα πάρα πολύ, έχω όμως ακόμα περιέργεια, είμαι γεμάτος σχέδια. Αισθάνεστε ευτυχισμένος σαν συγγραφέ­ ας σήμερα; ΗΜΟΥΝΑ πάρα πολύ τυχερός σαν συγγραφέ­ ας. Ό ,τι γράφω, δεν αξίζει να διαβαστεί, μα ο κόσμος το βρίσκει καλό. Το πήρα απόφαση, εί­ ναι ένα σφάλμα τόσο γενναιόδωρο. [Ο Μπόρχες γελά. Σηκώνεται και με σφίγγει με τα δυο του χέρια. Ο ταπεινός του τρόπος αφοπλίζει, μοιάζει να είναι η φωτεινή πλευρά της δύναμης που παίρνει από το σκοτάδι, η περηφάνεια που οδη­ γεί τα βήματά του στα ίχνη του Ομήρου. Θά’θελα να μάθω πώς εύχεται να τον βλέ­ πουν οι άλλοι: σαν ποιητή, μυθιστοριογράφο, «μαιτρ» του φανταστικού, χιουμορί­ στα με παράδοξο πνεύμα, ή σαν κάποιον που παίζει καμιά φορά το διανοούμενο ή τον άνθρωπο των γραμμάτων;Ό Μπόρ­ χες απαντά αυθόρμητα: «Θά’θελα να με θεωρούν ποιητή», και ίσως να σκέφτεται: ό,τι έγραψα δεν ήταν τίποτε άλλο από ποίηση. Ξέρει πως τώρα, στο κατώφλι της δεύτερης ζωής του, έχει ήδη χάσει το στοίχημα. Ο τυφλός του Μπουένος Άιρες δεν θ α είναι ποτέ πια ο αόρατος άν­ θρωπος, ούτε από τη μια πλευρά τοι ωκεανού, ούτε από την άλλη.]

Copyright: Magazine LitteFaire Μ ετάφραση: Μίλτος Σαλβαρλής


αφιερωμα/41

Alain Bosquet

Έ νας Βαλερύ της αμφιβολίας Από όλο του το έργο, που π ροσπ οιείτα ι πως το κ ο ιτά ζ ε ι ακατάδεχτα, ο Μπόρχες αγαπά κυρίω ς την ποίησή του. Γ ια τ ί μ π ο ρ εί να την απαγγέλλει στον εα υ τό το υ · είν α ι κ ά τι που δεν γ ίν ε τα ι μ ε τα πεζά του, τυφλός όπως είνα ι. Κ α ι η ποίησή του έχει κ ά τι από έναν Γ κόνγκορα κ ι έναν Βαλερύ του κ α ιρ ού μας. Εδώ και δεκατέσσερα περίπου χρόνια, ρώτησα μια μέρα τον Μπόρχες γιατί, αφού λίγο πολύ εί­ χε εγκαταλείψει -ή παραμελήσει- την ποίηση, ξαναγυρνούσε σ ’ αυτήν με κάποια επαυξημένη όρεξη. Μου απάντησε: «Χάνω το φως μου και μου τυχαίνει να θέλω να ξαναδιαβάσω κάτι δικό μου, να το ξαναδιορθώσω, ν ’ αντιμετωπίσω ξα­ νά ένα δικό μου κείμενο που να μπορώ είτε να το ταλαιπωρήσω είτε, αντίθετα, να το θαυμάσω. Αυτή η άσκηση ναρκισσισμού δύσκολα εφαρμό­ ζεται στο πεζό κείμενο. Την ποίηση τη συγκρα­ τεί κανείς πιο εύκολα. Γράφω λοιπόν ποίηση και την απαγγέλλω στον εαυτό μου: την απο­ στηθίζω και τη χαίρομαι πιο πολύ από το πε­ ζό». Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε πως αν στα νιάτα του η ποίηση ήταν μια από τις μορ­ φές της τέχνης του, με άνισα αποτελέσματα, μετά τα εξήντα του γίνεται μια από τις πιο συγ­ κινησιακές και αναμφισβήτητες εκφράσεις του τρόπου του. Δεν μας αφηγείται ιστορίες αέναης σχετικότητας μέσα α π ’ αυτήν πρόκειται για εξομολογήσεις γύρω από τη φθορά και το με­ γαλείο αυτής της σχετικότητας που τη δοκιμά­ ζει στον εαυτό του πια, με μια παραδοσιακή μορφή που όλο την ξαναρχίζει και την τελειο­ ποιεί. Δεν βρίσκουμε κλειδιά -μήτε κλειδωνιές- στα ποιήματα του Μπόρχες, αλλά αρμαθιές αναρί­ θμητες από κλειδιά που μερικές θυμίζουν πα­ γίδες, και άλλες παιχνίδια, που ανοίγουν πόρτες αέρινες όσο και απατηλές. Σε καθεμιά από τις

τρεις πιο γνωστές συλλογές του ποιητικού του έργου, μπορούμε ν ’ αντλήσουμε κομμάτια που εξηγούν τι είναι ο ίδιος και τι γράφει, πεζό ή στίχους- έτσι που τα ποιήματά του δείχνουν να μοιάζουν με συνταγές των πεζών του (θα του άρεσε σίγουρα αυτή η παραδοξολογία). Στους στίχους του, τους λιγότερο περίπλοκους, τους πιο φυσικούς, τους πιο αυθόρμητους, μας λέει πως τίποτα δεν δίνεται μια για πάντα, ούτε με σιγουριά, όσο κι αν το νομίζουμε· σαν να θέλει να τονίσει καλύτερα πόσο δεν υποφέρει τη σα­ φήνεια, την επιλογή και την ευκολία: «Λίγο π ριν το ψυχοράγημα η κόλαση και η δόξα μας δίνονται είναι αυτή τη στιγμή εδώ, στο Μ πουένος Ά ιρες, αυτή την πόλη που για τον ξένο του ονείρου μου -τον ξένο που ήμουν κάτω από άλλα άστραείναι μια συνέχεια από αβέβαιες εικόνες πλασμένες για τη λήδη». Αυτό το απόσπασμα, με την αθωότητα και τη γαλήνη του, χαρακτηρίζει ό,τι μπορεί να σκέ­ φτεται ο Μπόρχες, όχι μόνο για τον άνθρωπο μέσα στην ταλαίπωρη ψυχολογία του, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό, απεικονίζοντας το πιθανό κι όχι το πραγματικό, το ονειρευτό κι όχι το βίωμα. Διάδοχος τόσο του Κάφκα όσο και του Πιραντέλλο, είναι με τον τρόπο του ένας υπαρξιστής της άρνησης, που δεν ικανό-


42/αφιερωμα ποιείται ούτε από την κλασική -κάπως- απελ­ πισία του υπαρξισμού, ούτε από την κατάστα­ ση της απόγνωσης που ακολουθεί. Ακόμα πε­ ρισσότερο, δουλειά του δεν είναι ούτε η αυταπά­ τη, ούτε ο μύθος ή η φτηνή διαφυγή. Επωμίζε­ ται τις αντιφάσεις του, τις περιπαίζει και παραμένει -σαν τον Φερνάντο Πεσόα, έναν άλ­ λο από τους πνευματικούς του προγόνους- για πάντα τραυματισμένος. Ο Μπόρχες ωστόσο έχει τα θεραπευτικά του μέσα: πρώτα πρώτα ένα πολύ επιμελημένο και σχολαστικό παραλήρημα της ψεύτικης ταυτό­ τητας που με κάθε τρόπο υποκαθιστά την πραγματική. Η μεταμφίεση, η απουσία και το λάθος, για ό,τι αφορά τους άλλους και τον ίδιο, γίνονται μόνιμες καταστάσεις: αυτό είναι πολύ πιο εντυπωσιακό στα ποιήματά του α π ’ ό,τι στα πεζά του. Θα μπορούσαμε μάλιστα να προ­ τείνουμε την παρακάτω άποψη: Ας υποθέσου­ με πως ο Ζεράρ ντε Νερβάλ, θύμα μιας παθο­ λογικής κατάστασης, έγραψε, χωρίς να το έχει καταλάβει καλά καλά, το σονέτο του «Ε1 Desdichado»· ο Μπόρχες, αντίθετα, ξαναζώντας ψυ­ χρά την ίδια παραίσθηση, τη μετατρέπει σε αρ­ χή της φιλοσοφίας του· γι’ αυτόν, σημασία έχει πριν α π ’ όλα να είναι ο στερημένος, ο απαρη­ γόρητος, ο θλιμμένος, έστω κι αν αυτό πληρώ­ νεται με μια διανοητική αλλοτρίωση που τον ξε­ γελά αδιάκοπα με τους πιο απρόβλεπτους τρό­ πους· ένα μόνο απαιτεί: να ξαναγίνεται, κάθε φορά, ο απόλυτος κύριος αυτής της κατάστα­ σης: «Νομίζω πως ακούω απόμακρους ήχους να παραδέρνουν, Ά τα κ τες αναχωρήσεις μέσα σ ’ ομιχλιααμένη ανατολήΈ ν α πλήδος μ ε ξεχνά αφού μ ’ αγάπησε Ιδ ο ύ ο χρόνος, το διάστημα και ο Μ πόρχες που με παρατούν». Ένας Γκόνγκορα, ένας Βαλερύ του καιρού μας, όσο αναζητά μια τελειότητα μορφής, το αντίθε­ το από τους παράφορους και ορμητικούς μεγά­ λους ισπανούς ποιητές, σαν τον Νερούντα. Ο Μπόρχες υποχρεώνει τον εαυτό του να βλέπει τις ίδιες του τις ψυχώσεις σαν ένα καλλιτεχνικό και εξαίσιο παιχνίδι. Ό σο περισσότερο αμφι­ βάλλει για το αξιόπιστο των αποδείξεων, όποιες κι αν είναι αυτές, τόσο φροντίζει να μας χαρίζει τις άπειρες αναλαμπές τους. Η ασυγχώρητη διά­ λυση του εγώ πρέπει να γίνει σαν μέσα σε γιορ­ τή, όπου οι μάσκες όχι μόνο κρύβουν την αλή­ θεια, αλλά σιγά σιγά την αντικαθιστούν δεν πρέπει ουσιαστικά να υπάρχει ούτε τελειωτικό πρόσωπο, ούτε συναίσθημα που ν ’ αποκτάται

χωρίς συζήτηση, αφού το για τί και το πώς, αναλλοίωτα για πάντα, παρουσιάζονται σαν οι πιο υγιείς εγγυήσεις για μια αδιάκοπη ενδοσκό­ πηση: «Εγώ που είμαι το.Είμαι, το Ή μουνα και το Θα είμαι καταδέχομαι ακόμα τη γλώσσα που είναι χρόνος διαδοχικός και έμβλημα». Θα ήταν αστείο ν ’ αρχίσουμε ν ’ αμφιβάλλουμε: ο Μπόρχες, ο πιο βαθύς και ο πιο εξαίσια απελπισμένος -αυτός είναι ο ισπανικός αταβι­ σμός του- βρίσκεται μέσα στα ποιήματά του πιο πολύ ακόμα α π ’ ό,τι στα πεζά του. Αυτό το μυαλό, όποτε θέλει, αποχωρίζεται ή ξαναβρί­ σκει τον εαυτό του μ ’ ένα σωρό τεχνάσματα· και αφού απαλλαγεί από τους νόμους του αφη­ γηματικού λόγου, ξεχωρίζει μέσα στη λάμψη εκείνου που δεν θέλει να είναι καθόλου, αλλά που είναι ουσιαστικά: μια ρώσικη ρουλέτα από ομοιώματα που από την πιο τρυφερή του νεό­ τητα πήραν τη θέση της πραγματικότητας. Φτάνει να διαβάσουμε την «Ποιητική τέχνη» του: «Να σκύβεις πάνω στο ποτάμι, που είναι από χρόνο και νερό. Και να λες πως ο χρόνος είναι κι αυτός με τη σειρά του ένα ποτάμι, Αφού χανόμαστε σαν το ποτάμι που χάνεται Και περνά ένα πρόσωπο σαν το περαστικό νερό. » «Να δοκιμάζεις την αγρύπνια σαν έναν άλλο ύπνο Που ονειρεύετα ι χωρίς όνειρα και πως ο θά­ νατος Που φοβάται το σώμα είναι αυτός ο ίδιος ο θάνατος Της μιας και της άλλης νύχτας που ονομά­ ζουμε ύπνο. » «Να βρίσκεις μέσα στη μέρα ή τη χρονιά ένα σύμβολο Κ άδε μέρας, κάδε μήνα του ανδρώπου ή κι όλων του των χρόνων Και ωστόσο να πλάδεις από την προσβολή των χρόνων Μ ια μουσική, μια βουή, ένα σύμβολο» «Μέσα στο δάνατο να βλέπεις τον ύπνο- μέ­ σα στο ηλιοβασίλεμα Ν α βλέπεις ένα πένδιμο χρυσάφι: τέτοια και η ποίηση, Που είναι αδάνατη και φτωχή. Η ποίηση Που ξανάρχεται σαν την αυγή και σαν τη δύ­ ση...»

■

Copyright: Magazine Litteraire Μ ετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος


αφιερωμα/43

Ο Μ πόρχες και ο κινηματογράφος Γ ια τον Μπόρχες, ο κινηματογράφ ος ε ίν α ι κ ά τι πάρα πολύ σημαντικό. Ό χ ι μόνο έδ ινε στο π ερ ιο δ ικό «Sur», πάνω από δέκα χρόνια, άρθρα κ ρ ιτικ ή ς για τα ιν ίες , αλλά ακόμα κ α ι στη λογοτεχνική του δραστηριότητα ε ίν α ι φανερό πως ο Μπόρχες συνδέει τον κινηματογράφο μ ε τις δυνατότητες του αφηγη­ μ α τικ ο ύ λόγου. Π αρα θ έτο υμε εδώ τρ ία δείγμα τα κινη μα τογρ α φ ικής κ ρ ιτικ ή ς του Μπόρχες, δημοσιευμένα για πρώτη φορά στο περ. «Sur», αριθ. 24 (1936), 83 (1941) κ α ι 128 (1945) αντίστοιχα, ύστερα από μ ια παρουσίαση του Εντγκάρντο Κοζαρίνσκυ.

Μερική γοητεία της αφήγησης Το 1935, στον πρόλογό του στην «Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας» ο Μπόρχες ομολογεί πως οι πρώτες του αφηγηματικές απόπειρες προέρ­ χονται από τις ταινίες του Στέρνμπεργκ. Το 1940, στην «Ανθολογία της λογοτεχνίας του φανταστικού» (που ετοίμασε μαζί με τον Αντόλφο Μπιόυ Καζάρες και τη Σιλβίνα Οκάμπο), σε μια από τις εφτά γραμμές που του αφιερώ­ νονται διαβάζουμε: «Γράφει ματαίως σενάρια για τον κινηματογράφο». Οι σχέσεις του Μπόρχες με τον κινηματογρά­ φο στάθηκαν εξίσου λαβυρινθώδεις και παρά­ δοξες όσο και οι σχέσεις των ηρώων του με το χρόνο. Οι σημειώσεις που δημοσίευσε ο Μπόρ­ χες στο περιοδικό «Sur» μεταξύ 1931 και 1944 σχετικά με ταινίες ή ειδικά θέματα της κινημα­ τογραφικής γλώσσας είναι αρκετά εύγλωττες. Ωστόσο αυτά τα χρονογραφήματα δεν είναι παρά η φανερή αναφορά του στον κινηματογρά­ φο- κείμενα εύστροφα, μ’ ένα λόγο σπασμωδι­ κό, που ο Μπόρχες δεν καταδέχεται να αποκαλέσει «έργο» του. Σ ’ αυτή την επίμονη προσή­ λωσή του στον κινηματογράφο, δεν βρίσκουμε μόνο διαδοχικές φάσεις από τη στάση του σχε­ τικά μ ’ αυτή την τέχνη, αλλά και ιδέες για την

αφηγηματική «πρακτική», επιλογές που υλο­ ποιούνται στην ίδια τη σύνθεση του διηγήματος και υπονοούνται στον τρόπο με τον οποίο πλη­ σιάζει τον κινηματογράφο ο Μπόρχες. Ο κινηματογράφος (ή μάλλον η πρακτική του κινηματογράφου) φαίνεται να συνδέεται, για τον Μπόρχες, με την αφηγηματική πρακτική, με τη δυνατότητα μάλιστα μιας προσέγγισης της αφήγησης. Παρουσιάζεται επίσης σαν ένα υλι­ κό για μια ανάγνωση: ένα θέμα στοχασμού ανά­ μεσα στα αναρίθμητα που προσφέρει ο κόσμος γύρω μας. Τα παραδείγματα που του προτείνει ο κινηματογράφος απεικονίζουν πολύ διαφορε­ τικά θέματα: η ευθυμία του κοινού του Μπουένος Άιρες μπροστά σε μερικές σκηνές από το «Αλληλούια» και τον «Υπόκοσμο» προκαλεί μια δηκτική παρατήρηση στο άρθρο του «Οι ανικανότητές μας» (δημοσιεύτηκε το 1931, αλλά δεν το περιέλαβε στην επανέκδοση του τόμου «Συ­ ζήτηση» το 1957)· με αφορμή τον Στέρνμπεργκ, επαληθεύει μια σκέψη του για τη λειτουργία της αφήγησης («Η αξίωση της πραγματικότη­ τας» και «Η αφηγηματική τέχνη και η μαγεία»)βρίσκουμε την Τζόαν Κρόουφορντ σ ’ ένα από τα δοκίμιά του και τη Μίριαμ Χόπκινς στην


44/αφιερωμα

Ο Μ πόρχες με τον Hugo Santiago

μια συνήθεια, ένα ρεπερτόριο προσιτών ανα­ φορών, όπως η «Encyclopaedia Britannica» ή η άγραφη πραγματικότητα. Η εικόνα της λογοτεχνίας (ή της ιστορίας ή της φιλοσοφίας) σαν μοναδικό κείμενο δια­ σκορπισμένο σε αναρίθμητα και μάλιστα αντι­ φατικά αποσπάσματα τα οποία, όταν (είναι απομονωμένα, δεν την αντιπροσωπεύουν, αλλά και συγκεντρωμένα δεν την εξαντλούν, είναι και η εικόνα που έχει σχηματίσει για τον κινηματο­ γράφο ο Μπόρχες. Αυτή η ιδέα μπορεί άνετα να υλοποιηθεί -πολύ περισσότερο από ό,τι στις άλλες, επιφανείς, μορφές του λόγου- μέσα από τις ταινίες που βλέπει και αναφέρει ο Μπόρχες, με μικρότερη συχνότητα από τη δεκαετία του ’ 40 και μετά: Είναι ένας κινηματογράφος χωρίς μεγάλα ακόμα ονόματα, αν εξαιρέσουμε τον Αϊζενστάιν και τον Όρσον Ουέλς. Είναι κυρίως μια μορφή τέχνης σχεδόν χωρίς βιβλιογραφίες και ακαδημίες. Ο Allardyce Nicoll, του οποίου το βιβλίο «Κινηματογράφος και θέατρο» (1936) θεωρεί ο Μπόρχες σαν μια άσκηση σχολαστικι­ σμού, του φαίνεται «βουτηγμένος στις βιβλιοθή­ κες, σοφότατος σε αποδελτιώσεις, αυθεντία στους καταλόγους» και «σχεδόν αναλφάβητος όσον αφορά την παρουσία του στις αίθουσες». Σ' αυτό τον τομέα, πολλοί άσημοι αφηγητές εφαρμόζουν αυτούς τους «διάφορους τονι­ σμούς ορισμένων μεταφορικών παραπομπών»

«Ιστορία της αιωνιότητας»· «η δυνατή ταινία "Αλληλούια” » είναι μια από τις πολλές συνέ­ πειες της εισαγωγής των νέγρων στην Αμερική που καταγράφει στην «Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας» «ο τρομερός λυτρωτής Λάζαρος Μορέλ»· ο Λαίην, σεμνότυφος μεταφραστής, συγκρίνεται με την αυστηρή λογοκρισία στο Χόλλυγουντ της εποχής εκείνης («Οι μεταφραστές του Χίλιες και μια νύχτες», «Ιστορία της αιωνιό­ τητας»). Στο τέλος της δεκαετίας του 1920 και στη δεκαετία του ’30, η απλή αναπαράσταση φαι­ νομένων είναι για τον Μπόρχες ένας ανυποψία­ στος εμπλουτισμός της ζωής από τον κινηματο­ γράφο· ίσως γιατί ξέρει να αναγνωρίζει μέσα από αυτά τα φαινόμενα, έστω και φανταστικά (κυρίως επειδή ήταν φανταστικά) τις ενδείξεις μιας πλατύτερης συγκυρίας. Σε μια παρέκβαση στη μελέτη του «Ο άλλος Ουίτμαν» (1929), ο Μπόρχες κάνει έναν υπαινιγμό για την απουσία επικοινωνίας μεταξύ των κατοίκων των «διαφό­ ρων Αμερικών» και διακινδυνεύει αυτή τη σκέ­ ψη: «απουσία επικοινωνίας που ο κινηματογρά­ φος με την άμεση παρουσία της μοίρας |αυτών των λαών] και την όχι λιγότερο άμεση παρουσία κάθε βούλησής τους τείνει να εκμηδενίσει». Αυτή την απαρίθμηση θα μπορούσαμε να τη συνεχίσουμε χωρίς πολύ κόπο. Αλλά σημασία έχει κυρίως να διαπιστώσουμε ώς ποιο σημείο ήταν ο κινηματογράφος για το νεαρό Μπόρχες


αφιερωμα/45 («Η σφαίρα του Πασκάλ», Έ ρευ ν ες) που δί­ νουν ίσως την ιστορία του κόσμου. «Πιστεύω πως στην εποχή μας, όπου οι άνθρωποι των γραμμάτων δείχνουν να παραμελούν τα επικά τους καθήκοντα, το έπος, αρκετά περίεργα, σώθηκε μέσα στα γουέστερν». «Στον αιώνα μας... είναι περίεργο που η επική παράδοση δι­ ατηρήθηκε στο Χόλλυγουντ» (συνέντευξη του Μπόρχες στο «Paris Review», αρ. 40, χειμώναςάνοιξη 1967). Αν το Χόλλυγουντ μπόρεσε να συνθέσει ένα κινηματογραφικό κείμενο, με λίγα τεχνικά μέσα αλλά συλλογικό, που μπορεί να συγκριθεί με τους αρχαίους θρύλους, η προτίμηση του Μπόρχες γι’ αυτό το κείμενο είναι -πρέπει να το ομολογήσουμε- επιτηδευμένη. Ενώ περιφ ρονείτις ταινίες που γύρισε ο Στέρνμπεργκ με τη Μάρλεν Ντήτριχ, ο Μπόρχες με επιμονή υπερασπίζεται τις προηγούμενες περιπετειώ­ δεις ταινίες. Στην ίδια συνέντευξη θυμάται: «Ό τα ν είδα τις πρώτες γκανγκστερικές ται­ νίες του Στέρνμπεργκ, θυμάμαι πως -όταν εί­ χαν μάλιστα κάτι το επικό, δηλαδή γκάνγκστερ του Σικάγου που πέθαιναν σαν παλικάριαβούρκωναν τα μάτια μου». Αλλά ο Στέρνμπεργκ δεν ήταν ούτε Ουέλμαν, ούτε Χωκς, ούτε Ουώλς, φυσιογνωμίες πιο ικανές να ενσαρκώσουν στον κινηματογράφο, με τρόπο πιστευτό, τον ανώνυμο αφηγητή των παλιών θρύλων. Είναι φανερό πως ο Μπόρχες γοητευόταν από το

στυλιζάρισμα που επέβαλλε ο Στέρνμπεργκ στους ήρωές του, στο περιβάλλον και στις συμ­ βατικές καταστάσεις των οποίων η βία είναι συνήθως λιγότερο ελλιπτική και λιγότερο ειρω­ νική από ό,τι σε ταινίες σαν τον «Υπόκοσμο» ή το «Λιμάνι της Νέας Υόρκης». Δεν είναι τυχαίο που ο Στέρνμπεργκ είναι ο μόνος σκηνοθέτης που ο Μπόρχες αναφέρει συστηματικά στα κείμενά του- και τον αναφέρει όχι μόνο στις πρώτες του μελέτες για την αφη­ γηματική μέθοδο (βλ. «Συζήτηση») αλλά και στον πρόλογο του 1935 της «Παγκόσμιας ιστο­ ρίας της ατιμίας», όπου η υπόμνηση του επικού στοιχείου καταλήγει σε μια άσκηση βερμπαλι­ στικής ακροβασίας. Στον πρόλογο του 1954, ο Μπόρχες γράφει γι' αυτό το βιβλίο: «Είναι γεμά­ το πειρατές και κρεμάλες και η λέξη ατιμία θριαμβεύει στον τίτλο, αλλά πίσω α π ’ όλη αυτή την αντάρα δεν υπάρχει τίποτα. Δεν είναι παρά μια εντύπωση, μια επιφάνεια όλο εικόνες· κι ίσως γι’ αυτό θ ’ αρέσει το βιβλίο». Ο κινηματο­ γράφος, φυσικά, είναι αυτή η άδολη επιφάνεια όλο εικόνες και τίποτα δεν υπάρχει πέρα από τις λέξεις οποιοσδήποτε λογοτεχνίας. Αλλά να παραδέχεσαι τόσο επιδεικτικά ότι ένα κείμενο λειτουργεί εναντίον της αναφορικής ενέργειας του λόγου είναι μια στάση εξίσου σκεπτικιστική και καλλιεργημένη όσο και η νοσταλγία του έπους ή η περιφρόνηση για τον ρομαντικό ατο­ μικισμό.

Για το ντουμπλάρισμα Οι δυνατότητες της τέχνης να συνδυάζει δεν εί­ ναι άπειρες, αλλά είναι τις περισσότερες φορές φοβερές. Οι Έλληνες έπλασαν τη χίμαιρα, ένα τέρας με κεφάλι λιονταριού, κεφάλι δράκου, κεφάλι κατσίκας· οι θεολόγοι του 2ου αιώνα την Αγία Τριάδα, μέσα στην οποία διαρθρώνον­ ται αξεχώριστα ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα· οι κινέζοι ζωολόγοι το τι-γιανγκ, ένα υπερφυ­ σικό βαθυκόκκινο πουλί με έξι πόδια και τέσ­ σερα φτερά, αλλά χωρίς πρόσωπο μήτε μάτια· οι.γεωμέτρες του 19ου αιώνα τον υπερκύβο, με τις τέσσερις διαστάσεις του, που περιλαμβάνει έναν άπειρο αριθμό κύβων και που ορίζεται από οκτώ κύβους και εικοσιτέσσερα τετράγω­ να. Το Χόλλυγουντ ήρθε να πλουτίσει αυτό το ματαιόδοξο τερατολογικό μουσείο- χάρη σ ’ ένα πονηρό τέχνασμα που αποκαλείται «ντουμπλά­ ρισμα» προτείνει τέρατα που συνδυάζουν τα

πασίγνωστα χαρακτηριστικά της Γκρέτα Γκάρμπο και τη φωνή της Αλντόνζα Λορέντζο. Πώς να μην εκφράσουμε δημόσια την κατάπληξή μας μπροστά σ ’ αυτόν το θλιβερό άθλο, μπρο­ στά σ’ αυτές τις πολυμήχανες φωνητικοοπτικές ανωμαλίες; Οι οπαδοί αυτής της λύσης θα υποστηρίξουν (ίσως) πως οι αντιρρήσεις που μπορούν να υπάρχουν για το ντουμπλάρισμα, μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε άλλο παράδειγμα μετά­ φρασης. Αυτό το επιχείρημα αγνοεί ή αποφεύ­ γει το βασικό ελάττωμα: την αυθαίρετη μεταμό­ σχευση μιας άλλη φωνής και μιας άλλης γλώσ­ σας. Η φωνή της Χέπμπορν ή της Γκάρμπο δεν είναι κάτι το τυχαίο· είναι για όλο τον κόσμο μια από τις ιδιότητες που τις καθορίζουν. Πρέ­ πει επίσης να θυμίσουμε πως η μιμική της αγ­ γλικής γλώσσας διαφέρει από την ισπανική.


46/αφιερωμα

«Η μάσκα τον Δημήτριον», του Jean Negulesco

Ακούω να λένε πως το ντουμπλάρισμα άρεσ( στην επαρχία. Αλλά αυτό δεν είναι παρά ένο αυθαίρετο επιχείρημα· για ό,τι με άφορά, δε\ θ ’ αφήσω να μ’ επηρέασει αν δεν διαβάσω τους συλλογισμούς των ειδημόνων από το Chilecito ή το Chivilcoy. Ακούω να λένε επίσης πως το ντουμπλάρισμα είναι θαυμάσιο ή ανεκτό για όσους δεν ξέρουν αγγλικά. Αν και δεν ξέρω κα­ λά αγγλικά, δεν καταλαβαίνω καθόλου ρωσικά:

κι όμως δεν θ α έφτανα στο σημείο να ξαναδώ τον «Αλέξανδρο Νιέφσκι» σ ’ άλλη γλώσσα από τη δική του και θ α τον έβλεπα με την ίδια όρε­ ξη, για ένατη και δέκατη φορά, αν τον έδιναν στην πρωτότυπη κόπια κι όχι σε κάποια που θα περνούσε για πρωτότυπη. Αυτό εδώ είναι πολύ σημαντικό· κάτι χειρότερο από το ντουμ­ πλάρισμα και την υποκατάσταση που επιχειρεί, είναι η γενική εντύπωση για μια υποκατάσταση, μια εξαπάτηση. Ό ποιος υποστηρίζει το ντουμπλάρισμα, κα­ ταλήγει να μας μιλά για προ-καθορισμό και προ-αιτιότητα. Σκίζουν τα ιμάτιά τους πως αυ­ τή η πρόχειρη λύση είναι καρπός μιας αδυσώ­ πητης εξέλιξης και πως σε λίγο καιρό δεν θα μας μένει να διαλέξουμε παρά ανάμεσα στο να βλέπουμε ντουμπλαρισμένες ταινίες ή να μη βλέ­ πουμε καθόλου. Μπροστά στη σημερινή παγκό­ σμια παρακμή του κινηματογράφου (που μόλις αντισταθμίζει κάποια μοναχική εξαίρεση, σαν τη «Μάσκα του Δημήτριου») η δεύτερη λύση δεν είναι οδυνηρή. Μερικές πρόσφατες βλακείες -ο νους μου πάει στο «Ημερολόγιο ενός ναζί», από τη Μόσχα, στην «Οδύσσεια του Δόκτορα Βάσελ», από το Χόλλυγουντ- μας κάνουν να θεω­ ρούμε αυτή τη δεύτερη λύση σαν έναν αρνητι­ κό παράδεισο. Light-seeing is the art of disap­ pointment (η περιήγηση είναι η τέχνη της απο­ γοήτευσης) είχε παρατηρήσει ο Στήβενσον αυτός ο ορισμός ταιριάζει στον κινηματογράφο, και με μια αξιοθρήνητη συχνότητα, σ ’ αυτή τη συνεχή, και χωρίς καμιά αναβολή, άσκηση που λέγεται ζωή.

Το πετρωμένο δάσος Κοινή είναι η παρατήρηση πως οι αλληγορίες είναι ανεκτές όσο έχουν λιγότερη συνοχή κι εί­ ναι πιο ασαφείς· αυτό δεν είναι μια υπεράσπιση του παράλογου ή της ασάφειας, αλλά μια από­ δειξη -ένα δείγμα τουλάχιστο- πως το αλληγορικό είδος είναι σφάλμα. Το αλληγορικό είδος, είπα, και όχι το αλληγορικό στοιχείο ή ο σχετι­ κός υπαινιγμός. Η καλύτερη και πιο διάσημη αλληγορία, «Το ταξίδι του προσκυνητή, α π ’ αυτό τον κόσμο στον άλλο» του πουριτανού οραματιστή Τζον Μπούνυαν πρέπει να διαβα­ στεί σαν ένα μυθιστόρημα και όχι σαν κάποιο αίνιγμα· αλλά αν αμελούσαμε τελείως τις συμ­ βολικές του αιτιολογίες, το έργο αυτό θ α ήταν σκέτος παραλογισμός. Η αλληγορική δόση στην

ταινία «Το πετρωμένο δάσος» είναι ίσως άμεμ­ πτη: αρκετά αδιόρατη, ώστε να μην παραποιεί την πραγματικότητα της αφήγησης, αρκετά παρούσα ώστε να νομιμοποιεί τις απιθανότητες του δράματος. Δυο τρεις όμως κενολογίες ή σχολαστικότητες στο διάλογο δεν παύουν να με ενοχλούν: μια συγκεχυμένη τελεολογική θεωρία των νευρώσεων, η περίληψη (πλήρης και λαθε­ μένη σε κάθε λεπτομέρεια) ενός ποιήματος του Έλιοτ, οι βεβιασμένες αναφορές στον Βιγιόν, τον Μαρκ Τουαίν και τον Μπίλυ δη Κιντ, για να αισθάνεται σοφό το κοινό αναγνωρίζοντας αυ­ τά τα ονόματα. Αν παραμερίσουμε ή μεταθέσουμε σ ’ ένα δεύ­ τερο επίπεδο την αλληγορική πρόθεση, το σενά-


αφιερωμα/47 του «Πετρωμένου δάσους» -η μαγική επί­ δραση της προσέγγισης του θανάτου πάνω σε μια τυχαία ομάδα ανδρών και γυναικών- μου φαίνεται εξαίσιο. Ο θάνατος, στην ταινία ενερ­ γεί σαν υπνωτικό ή κάποιο πιοτό: φέρνει στην επιφάνεια ό,τι κρύβουν οι ψυχές μέσα τους. Τα πρόσωπα είναι εξαιρετικά σωστά: ο γελαστός και γραφικός παππούς που βλέπει τα πάντα σαν ένα θέαμα και που χαιρετίζει την κακοτυ­ χ ία και τις σφαίρες σαν μια καλότυχη επιστρο­ φή στα ταραγμένα χρόνια της νιότης του· ο κουρασμένος γκάνγκστερ Μάντι, καταδικασμέ­ νος να σκοτώνει (ή να βάζει να σκοτώνουν) όπως οι άλλοι να πεθαίνουν ο επιβλητικός και qio

τελείως ματαιόδοξος τραπεζίτης, με το επίσημο ύφος αντιπροσώπου του συντηρητικού μας κόμματος- η νεαρή Γκαμπριέλλα που θέλει να εξηγεί τις ρομαντικές της συνήθειες με το γαλ­ λικό της αίμα και τα χαρίσματα της καλής νοι­ κοκυράς με τη γιάνκικη προέλευσή της· ο ποιη­ τής που τη συμβουλεύει να αλλάξει τις τόσο αμερικάνικες -και τόσο μυθολογικές- αυτές τά­ σεις της. Δεν θυμάμαι άλλες ταινίες του Άρτσι Μάγιο· αυτή εδώ (μαζί με τον «Περαστικό» του Μπέρτολντ Βήρτελ) είναι από τις πιο δυνατές που έχω δει.

Μια καταπληκτική ταινία Ο «Πολίτης Καίην» έχει τουλάχιστον δυο υποθέ­ σεις. Η πρώτη με τη σχεδόν κοινότυπη ηλιθιότητά της, θέλει να κερδίσει τα φτηνά χειροκρο­ τήματα των απρόσεκτων θεατών. Μπορούμε να τη συνοψίσουμε έτσι: "Ενας ματαιόδοξος εκα­ τομμυριούχος συσσωρεύει αγάλματα, κήπους, ανάκτορα, πισίνες, διαμάντια, αυτοκίνητα, βι­ βλιοθήκες, άντρες και γυναίκες- σαν κάποιον άλλο προηγούμενο συλλέκτη, (που η παράδοση αποδίδει τις παρατηρήσεις του στο Άγιο Πνεύ­ μα) ανακαλύπτει πως όλα αυτά τα πλούτη ματαιότης ματαιοτήτων και μόνο ματαιότης· τη στιγμή που πεθαίνει δεν λαχταρά παρά ένα και μόνο πράγμα: ένα ταπεινό έλκηθρο με το οποίο έπαιζε μικρός! Η δεύτερη υπόθεση είναι κατά πολύ ανώτερη. Συνδυάζει την ανάμνηση του Κοελέθ με την ανάμνηση ενός άλλου νιχιλιστή, του Φραντς Κάφκα. Η υπόθεση (μεταφυσική και αστυνομική, ψυχολογική και αλληγορική συγχρόνως) είναι μια έρευνα πάνω στη μυστική ψυχή ενός ανθρώπου, μέσα από τα έργα που δημιούργησε, τις κουβέντες που είπε, τους πολλούς ανθρώπους που τσάκισε. Είναι η μέ­ θοδος που ακολούθησε ο Τζόζεφ Κόνραντ στο βιβλίο του «Chance» (1914) και που βλέπουμε στην πολύ ωραία ταινία «Η δύναμη και η δόξα»: μια ραψωδία ετερογενών σκηνών, χωρίς χρονο­ λογική σειρά. Με τρόπο συγκλονιστικό και αχανή, ο Όρσον Ουέλς μας δίνει κομμάτια από τη ζωή του ανθρώπου Φόστερ Καίην και μας καλεί να τα συνταιριάζουμε για να τον ανασυν­ θέσουμε. Οι μορφές πολλαπλότητας και ασυνέ­ χειας αφθονούν σ ’ αυτή την ταινία. Στις πρώ­ τες σκηνές βλέπουμε ν ’ αραδιάζονται μπροστά μας οι ατέλειωτοι θησαυροί του πολίτη Καίην

Φωτογραφίες από τον «Πολίτη Καίην» τον Ό ροον Ονέλλες


48/αφιερωμα σε μια από τις τελευταίες, μια δύστυχη, λουσά­ τη και πονεμένη γυναίκα παίζει κατάχαμα, μέ­ σα σ ’ ένα ανάκτορο, μ' ένα τεράστιο κινέζικο παιχνίδι σπαζοκεφαλιάς. Στο τέλος καταλαβαί­ νουμε πως όλα αυτά τα κομμάτια δεν κατευθύνονται από καμιά κρυφή ενότητα: ο αποτρό­ παιος Φόστερ Καίην είναι μια προσωποποίηση, ένα χάος από φαινομενικές καταστάσεις (κάτι που είχαν ήδη προβλέψει ο Νταίηβιντ Χιουμ, ο Έρνεστ Μαχ και ο δικός μας Μασεντόνιο Φερνάντεζ: κανένας δεν ξέρει ποιος είναι, κανένας δεν είναι κάποιος). Σ ’ ένα από τα διηγήματα του Τσέστερτον «Η κεφαλή του Καίσαρα», νομίζω- ο ήρωας λέει πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομερό από ένα λαβύρινθο χωρίς κέντρο. Αυτή η ταινία είναι ακριβώς αυτός ο λαβύρινθος. Ξέρουμε όλοι μας πως μια γιορτή, ένα ανά­ κτορο, μια μεγάλη επιχείρηση, ένα γεύμα συγ­ γραφέων ή δημοσιογράφων, μια εγκάρδια ατμό­ σφαιρα, ειλικρινής και αυθόρμητη, μαζί με φί­ λους είναι ουσιαστικά κάτι το φρικαλέο: ο «Πο­

Έ ργα

το υ

λίτης Καίην» είναι η πρώτη ταινία που τα δείχνει όλα αυτά, έχοντας κάποια συνείδηση αυτής της αλήθειας. Η εκτέλεση είναι γενικά αντάξια του τερά­ στιου αυτού θέματος. Υπάρχουν φωτογραφίες με βάθος καταπληκτικό, φωτογραφίες που τα τελευταία τους πλάνα (όπως στους πίνακες των προραφαηλικών ζωγράφων) δεν είναι ούτε λιγό­ τερο καθαρά ούτε λιγότερο σωστά από ό,τι τα πρώτα. Τολμώ να προβλέψω πως ο «Πολίτης Καίην» θα επιζήσει όπως «επιζούν» μερικές ταινίες του Γκρίφφιθ ή του Πουντόβκιν, των οποίων κανέ­ νας δεν αρνείται την ιστορική τους αξία, αλλά και κανένας δεν το παίρνει απόφαση να τις ξαναδεί. Ελάττωμά της είναι ο γιγαντισμός, η σχο­ λαστικότητα· η πλήξη, δεν είναι έξυπνη ταινία, είναι μεγαλοφυής. Copyright: Magazine Litteraire Μ ετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος

Χ ό ρ χ ε Λ ο ύ ις

Μ π όρχες

σ τ α ε λ λ η ν ικ ά

Λαβύρινθος (μτφρ. Β. Κατσάνης). Αθήνα, Πλειάς, (1974;). Σελ. 263.

νουσάκη - Μ. Γρηγοράτος). Αθήνα, Ερατώ, 1982. Σελ. 134.

Ιστορίες (μτφρ. Κ. Γουίλσον). Αθήνα, Ερμής, 1976. Σελ. 200.

Το βιβλίο της άμμου (μτφρ. Σ. Τσακνιάς). Αθήνα, Νεφέλη, 1982. Σελ. 136.

Ανθολογία (εισαγωγή - μετάφραση - σημειώσεις Λ. Καμπερίδης). Αθήνα, Δόμος, 1979. Σελ. 288.

Το εγκώμιο της σκιάς (μτφρ. Δ. Καλοκύρης). Αθή­ να, Ύψιλον, 1982. Σελ. 132.

Ο δημιουργός και άλλα κείμενα (μτφρ. Ν. Καρούζος - Δ. Καλοκύρης). Αθήνα, Ύψιλον, 1980. Σελ. 83.

Οι μεταμορφώσεις της χελώνας (μτφρ. Γ.Δ. Χουρμουζιάδης). Αθήνα, Ύψιλον, 1982. Σελ. 120.

Η αναφορά του Μπρόντι (μτφρ. Κλ. Νταβέλη Χρ. Τσαμαδού). Αθήνα, Εξάντας, 1981. Σελ. 104. Ρόδινο και γαλάζιο (μτφρ. Αχ. Κυριακίδης - δί­ γλωσση έκδοση). Αθήνα, Ύψιλον, 1982. Σελ. 98. Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (μτφρ. Αγγ. Μα-

Ιστορία της αιωνιότητας (μτφρ. Αχ. Κυριακίδης). Αθήνα, Ύψιλον, 1982. Σελ. 184. Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (μτφρ. Δ. Καλοκύ­ ρης). Αθήνα, Ύψιλον, 1982. Σελ. 108. Το βιβλίο των φανταστικών όντων (μτφρ.,Γ. Βέης). Αθήνα, Libro, 1983. Σελ. 225.


αφιερωμα/49

Ν οτ ιο αμερ ικ άν ικη εγκυκλοπαίδεια, έκδοση του 2074 Ο ίδιος ο Μπόρχες έγραφε το λήμμα που da α ναφ έρ ετα ι ο ' αυτόν, μετά από εκ α τό χρόνια, σε μ ια μελλοντική εγκυκλοπ αίδεια. Μ ε το δ ικό του χ ιο υμο ρ ισ τικό τρόπο. Α υ τό το κείμ ενο δημοσιεύτηκε στην αργεντινή εφη­ μερ ίδα «La Opinion», το 1974.

Με κίνδυνο να διαπράξουμε έναν αναχρονισμό, πταίσμα που δεν προβλέπει ο ποινικός κώδι­ κας, αλλά που καταδικάζουν η συνήθεια και ο νόμος των πιθανοτήτων, θα συντάξουμε ένα άρθρο της «Νοτιοαμερικάνικης Εγκυκλοπαί­ δειας» που θ α εκδοθεί στο Σαντιάγκο της Χι­ λής το έτος 2074. Παραλείψαμε μια κάποια πα­ ράγραφο που θ α μπορούσε να θεωρηθεί εξυβριστική και αναπαλαιώσαμε την ορθογραφία, που δεν συμβαδίζει πάντα με τις απαιτήσεις του σημερινού αναγνώστη. Το κείμενο παρου­ σιάζεται ως εξής: «ΜΠΟΡΧΕΣ, ΧΟΡΧΕ ΦΡΑΝΘΙΣΚΟ ΙΖΙΝΤΟΡΟ ΛΟΥΙΣ: συγγραφέας και αυτοδίδακτος, γεννήθηκε στην πόλη του Μπουένος Άιρες, πά­ λαι ποτέ πρωτεύουσα της Αργεντινής, το 1899. Η ημερομηνία του θανάτου του μας παραμένει άγνωστη, εφόσον τα περιοδικά, λογοτεχνικό εί­ δος της εποχής, εξέλιπαν κατά τη διάρκεια των μεγάλων συγκρούσεων που περιγράφουν σήμε­ ρα οι ιστορικοί της περιοχής μας. Ο πατέρας του δίδασκε ψυχολογία. Ή ταν αδερφός της Νόρα Μπόρχες. Οι προτιμήσεις του έκλιναν προς τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την ηθική. Ό ,τι σώθηκε από τις εργασίες του μας ενημε­ ρώνει αρκετά για το πρώτο σημείο, αν και μας αφήνει να μαντέψουμε ανίατους περιορισμούς. Δεν κατάφερε ποτέ του, μπορούμε να πούμε, να εκτιμήσει τα ισπανικά γράμματα, αν κάι ήταν μεγάλη η εξοικείωσή του με τον Κουεβέδο. Συμφωνούσε με την άποψη του φίλου του Luis Rosales σύμφωνα με την οποία ο συγγρα­ φέας των ανεξήγητων “Trabajos de Persiles y Segismunda” δεν μπορούσε να είχε γράψει τον " Κιχώτη” -αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα, κα­

τά τα άλλα, ήταν από τα πολύ λίγα που παρα­ δεχόταν με επιείκεια ο Μπόρχες· θ α μπορού­ σαμε επίσης να αναφέρουμε τα έργα του Βολταίρου, του Στήβενσον, του Κόνραντ και του E?a de Queiroz. Έγραφε συνεχώς διηγήματα, χαρακτηριστικό που μας θυμίζει τη ρήση του Πόε “There is no such thing as a long poem” και που επιβεβαιώνουν οι ποιητικές συνήθειες ορι­ σμένων ανατολικών εθνών. Ό σ ο για τη μεταφυσική, ας αρκεστούμε να αναφέρουμε ένα κάποιο “Clave de Baruch Spi­ noza” , 1975. Ανακηρύχθηκε καθηγητής στα πανεπιστήμια του Μπουένος Άιρες, του Χάρβαρντ και του Τέξας, χωρίς να έχει κανένα επί­ σημο τίτλο σπουδών, εκτός από κάποιο απολυ­ τήριο γυμνασίου της Γενεύης, και για το οποίο ακόμα και σήμερα διερωτάται η κριτική. Ονομά­ στηκε διδάκτωρ honoris causa από τα πανεπι­ στήμια του Cuyo και της Οξφόρδης. Η παράδο­ ση αναφέρει πως κατά τη διάρκεια των εξετά­ σεων δεν έθετε ποτέ του ερωτήσεις και καλούσε τους μαθητές του να επιλέξουν και να εξετάσουν μια όποιαδήποτε άποψη του θέμα­ τος. Απεχθανόταν τη βιβλιογραφία που απομακρύνει το φοιτητή από τις πηγές. Του άρεσε να ανήκει στην αστική τάξη, όπως το βεβαιώνει και το όνομά του. Ο όχλος και η αριστοκρατία που λατρεύουν εξίσου τα τυχερά παιχνίδια, τα χρήματα, τα σπορ, τον εθνικισμό, την επιτυχία και τη διαφήμιση, του φαίνονταν σχεδόν ταυτόσημα. Γύρω στο 1960, προσεχώρησε στο συντηρητικό κόμμα, γιατί (έλεγε) "εί­ ναι αναμφίβολα το μόνο που δεν μπορεί να προκαλέσει οποιοδήποτε φανατισμό” . Η φήμη που γνώρισε ο Μπόρχες όσο ζούσε,


50/αφιερωμα και που τη μαρτυρούν μια σωρεία από μονο­ γραφίες και διαμάχες, δεν παύει ακόμα και σή­ μερα να μας εκπλήσσει. Δεν αμφιβάλλουμε πως ο ίδιος ήταν ο πρώτος που απορούσε: φοβόταν πάντα μήπως περάσει για αγύρτης ή αερολόγος -ή τέλος πάντων σαν ένα περίεργο κράμα από τα δύο. Θα επιχειρήσουμε ν ’ αναζητήσουμε τους λόγους αυτής της φήμης, που μας φαίνε­ ται σήμερα αρκετά μυστηριώδης. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εξαρχής πως η εποχή του Μπόρχες αντιστοιχεί σε μια περίοδο παρακμής της χώρας. Από γενιά στρατιωτικών, ο Μπόρχες νοσταλγούσε την επική μοίρα των προγόνων του. Πίστευε πως το θάρρος είναι μια από τις σπάνιες αρετές για τις οποίες είναι ικανοί οι άνθρωποι, αλλά αυτή η λατρεία τον οδήγησε, σαν και τόσους άλλους, σ' έναν απε­ ρίσκεπτο σεβασμό των ανθρώπων του υπόκο­ σμου. Έ να από τα πιο γνωστά του διηγήματα, "Ο άνθρωπος στη γωνιά του κοκκινωπού τοί­ χου” , έχει για αφηγητή ένα δολοφόνο. Έγραψε τα λόγια για milonga που μνημονεύουν τους όμοιούς του στο έγκλημα. Οι στροφές του σε ύφος λαϊκό επαναφέρουν στη μνήμη μας κάτι μαχαιροβγάλτες που πολύ δικαιολογημένα εί­ χαμε λησμονήσει. Συνέταξε μάλιστα μια ευλαβι­

κή βιογραφία κάποιου ασήμαντου ποιητή που μοναδικός του άθλος στάθηκε το ότι ανακάλυ­ ψε τις ρητορικές δυνατότητες των λαϊκών προ­ αστίων. Οι συγγραφείς μικρών λαϊκών κωμωδι­ ών είχαν ήδη προετοιμάσει έναν κόσμο που ήταν ουσιαστικά ο κόσμος του Μπόρχες, αλλά το μορφωμένο κοινό δεν μπορούσε ν ’ απολαύτει τέτοια θεάματα με ήσυχη τη συνείδηση, νίπορούμε να τους συγχωρέσουμε που χειρο­ κροτούσαν αυτόν που τους χάριζε τη θεμιτή αυτή απόλαυση. Κρυφά και ίσως άθελά του επιδόθηκε να υφάνει τη μυθολογία μιας πόλης σαν το Μπουένος Άιρες, που όμως ποτέ της δεν υπήρξε. Έτσι λοιπόν, όσο περνούσαν τα χρόνια, συνέβαλλε, χωρίς να το ξέρει ή να το υποψιάζεται καν, σ ’ αυτή την έξαρση της βαρ­ βαρότητας που είδαμε να κορυφώνεται με τη λατρεία του Gaucho, του Artigas και του Rosas. Ας εξετάσουμε τώρα την άλλη όψη. Εκτός από το έργο "Las fuerzas extranas” (1906) του Lugones, η αργεντινή αφηγηματική πεζογραφία καλλιεργούσε στο σύνολό της τον υπαινιγμό, τη σάτιρα και την ηθογραφία· ο Μπόρχες, κάτω από την κηδεμονία βόρειων συγγραφέων, εξύ­ ψωσε αυτά τα είδη στο χώρο του φανταστικού. Ο Groussac κι ο Reyes του έμαθαν ν ’ απλοποιεί το λεξιλόγιο, που το δυσκόλευαν τότε αλλόκο­ τες δυσμορφίες: συμπλεγματικός, επιθετικός, αλλοτρίωσις, αναζήτηοις, συνειδητοποιώ, αγωγιμότης, συγκυριακό, γεννητικό, ομαδικό, διαπραγματευτικό, αυτοπροβάλλομαι, αποπαραδέχομαι, κινητοποιούμαι, πραγματο­ ποιούμαι, σίτουααιονιαμός, καδετότης. Οι ακαδημίες, που θ α μπορούσαν να είχαν συστή­ σει την αποφυγή των γελοίων αυτών λέξεων, ού­ τε που κινήθηκαν. Αυτοί που με συγκατάβαση χρησιμοποιούσαν αυτά τα κορακίστικα επαινού­ σαν δημοσίως το ύφος του Μπόρχες. Ο Μπόρχες διαισθάνθηκε άραγε την εσώτερη διαφωνία της μοίρας του; Μπορούμε να το σκεφτούμε. Δεν πίστευε στην ελεύθερη βούλη­ ση και του άρεσε να επαναλαμβάνει αυτή τη φράση του Καρλάυλ:"Η παγκόσμια ιστορία εί­ ναι ένα κείμενο που είμαστε υποχρεωμένοι να διαβάζουμε και να γράφουμε αδιάκοπα και όπου, επίσης, μας καταγράφουν κι εμάς” . Μπορείτε να συμβουλευτείτε τα " ’Απαντά” του, στις εκδόσεις Emece. Μπουένος Άιρες, 1974, που ακολουθούν πολύ πιστά τη χρονολο­ γική τάξη.»

Copyright: Magazine Litteraire Μ ετάφραση: Πέτρος Παπαδόπουλος


ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

επιλογή η ριζική άρνηση του Χέρμπερτ Μαρκούζε ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΜΑΡΚΟΥΖΕ: Αρνή­ σεις. Μετάφρααη-εισαγωγή Ζήση Σαρίκα. Αδήνα, Ύψ ιλον/Βιβλία, 1983. Σελ. 156.

ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΜΑΡΚΟΥΖΕ: Η τέ­ χνη μορφή της πραγματικότητας. Μετ. Στέφανου Μπεκατώρου. Ει­ σαγωγή Αλέξη Ζήρα. Η μεταμαρξιστική σχολή της Φ ρανκφούρ­ της και ο Μαρκούζε. Μετ. Αλέξη Ζήρα. Ξένο Δοκίμιο, αριδ. 1. Αδήνα, Γλάρος, 1983. Σελ. 70.

Η Σχολή της Φρανκφούρτης, διάσημη μες στην απομόνωσή της, στάθηκε φαινόμενο ξεχωριστό στην ιστορία της σύγχρονης δυ­ τικής φιλοσοφίας και πιο ειδικά του δυτικού μαρξισμού. Τρο­ φοδότησε τη θεωρία της κοινωνικής κριτικής με ιδιαίτερες εντά­ σεις αρνούμενη το θετικισμό (που έβλεπε σαν επέκταση και σαν διάχυση του Διαφωτισμού) και το αμεσότερο παραγωγό του, την τεχνοκρατία. Βέβαια, δεν απόφυγε τη μοίρα του σύνολου δυτικού μαρξισμού, στον οποίο, ωστόσο, με ιδιαίτερη πρω­ τοτυπία εθήτευσε: Αγνόησε τα προβλήματα των κοινωνικών σχέ­ σεων καθώς κι εκείνα που σχετίζονταν με τη διανομή και την παραγωγή.

σπαση και την α ποσύνθεση (μη ταυτότητα), ό,τι κατοικεί μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού (Αντόρνο). Με το να διασπάσουν την ενότητα ζήτησαν να περισώ­ σουν την ετερότητα. Αντιστάθηκαν με τον τεμαχισμό (Μπένζαμιν) για όπλο. Ο X. Μ αρκούζε είναι ο πλέον γνωστός αντιπρόσωπος της σχο­ λής -και εν Ελλάδι. Ό π ω ς παρα­ τηρεί στον πρόλογο της δόκιμης μετάφρασής του ο Ζ. Σαρίκας, ο Μαρξ των «οικονομικών και φιλο­ σοφικών χειρογράφων», ο γερμα­ νικός ιδεαλισμός κι η γερμανική κοινωνιολογία, ο Χ ούσσερλ και ο Χάιντεγκερ υπήρξαν τα πνευματι­ κά του ορόσημα. Τα τρία δοκίμια των «Αρνήσεων» ανήκουν στις πρώτες εργασίες του. Δημοσιεύ­ τηκαν μεταξύ 1934 και 1938 ενό­ σω ο Μ αρκούζε, αυτοεξόριστος στο Παρίσι, εξακολουθούσε να γράφει γερμανικά. Τη συνθήκη

Ιστορικά, διήλθε την κρίση της Δημοκρατίας της Βα'ίμάρης και υπέστη τις συνέπειες που βάρυ­ ναν τη γερμανική αριστερά: Θάνα­ τος των Λούξεμπουργκ - Λίμπκνεχτ, στροφή, με προτροπή του Κάουτσκυ και του Μπερνστάιν, των εργατικών μαζών στη σοσιαλ­ δημοκρατία, δυσκαμψία του κο­ μουνιστικού κόμματος, που ενώ θεωρητικά αρνιόταν την τυπική δημοκρατία στην πράξη περιοριζό-

ταν στη χρήση των μέσων που του παρείχε. Ανδρώθηκε, έτσι, η σχο­ λή ανάμεσα σε δυο μορφές μαρξι­ σμού που επέτειναν την αναζήτη­ ση αλλά και τις δυσκολίες της: το ρεφορμισμό και το σταλινισμό. Ανάμεσα και πέρα από τις συμπληγάδες αυτές παρήχθη η αρνη­ τική διαλεκτική. Στη θετική έν­ νοια του λόγου (ταυτότητα) αντέ­ ταξαν οι εκπρόσωποι του φρανκφουρτιανού ρεύματος τη διά-


52/οδηγος

Η σχολή της Φρανκφούρτης αυτή χρειάζεται να έχουμε διαρ­ κώς κατά νου. Η κρυπτικότητα των -θεωρητικών όρων οφείλεται τόσο στις συνθήκες, που απαγό­ ρευαν ανοιχτή διαπραγμάτευση, όσο και στο φιλοσοφικό ιδίωμε της σχολής. Και τα τρία δοκίμια αντιστρατεύονται τη ναζιστική κο­ σμοθεώρηση. Καταγράφει αρχικά ο Μαρκούζε τα ρεύματα που διαπερνούν τον ηρωικό-λαϊκό ρεαλισμό, θεω ­ ρητικό μόρφωμα που υποστηλώνει την πολιτική δράση του ναζι­ σμού: ηρωικοποίηση του ανθρώ­ που και εξανδραποδισμός του μικροευτυχούντος αστού, αγωνιστι­ κό π ρότυπ ο που περνά α πό τους Βίκινγκς, την Αναγέννηση, το γερ­ μανικό μυστικισμό και φτάνει στον πρωσικό στρατό. Με φιλο­ σοφικούς όρους αυτό σημαίνει την πρόκριση των ανορθολογικών δυ­ νάμεων (φιλοσοφία της ζωής) που υφαρπάζει το π άθος από το Νίτσε και την ονοματολογία α πό τον Ντίλτεϋ για να παρουσιάσει τον ανορθολογικό νατουραλισμό (υπεριστορική μυθική φύση που υ περ ­ βαίνει τον ορθό λόγο) και τον ου­ νιβερσαλισμό (η ολότητα υπεράνω των μερών). Ό σ α , ωστόσο, το σύ­ νολο αυτό προσάπτει στο φιλε­ λευθερισμό (αρχές της ισότητας του 1789, κρατικός παρεμβατι­ σμός, προτεραιότητα των κοινω­ νικών συγκρούσεων έναντι του έθνους) αποτελούν ψευδοχαρακτηριστικά που αποκρύπτουν ή το λιγότερο αποσιωπούν την οικο­

νομική και κοινωνική δομή του, που συνιστά και το πραγματικό πεδίο της μάχης. Αλλά επίτηδες μεταφέρεται η μάχη στη διαφορά κοσμοθεωρήσεων· για να μη συζη­ τηθεί εκείνο που μεταξύ ναζισμού και φιλελευθερισμού αποτελεί κοινότητα: το είδος των παραγω­ γικών σχέσεων, η ατομική ιδιο­ κτησία, δηλαδή, των μέσων παρα­ γωγής. Χρειάζεται, στο σημείο αυ­ τό, να αναφέρουμε πως ο Π. Σουήζυ το 1943 παρατηρούσε μια αλληλοδιείσδυση της ανώτερης φασιστικής ηγεσίας και των κυρί­ αρχων κύκλων του μονοπωλιακού κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής δοκιμασίας. Ο Μαρκούζε προσθέτει πως δεν θ α π ρέ­ πει να εξαπατά η αποστροφή του φασιστικού καθεστώτος προς το κέρδος σαν κοινωνική πρακτική. Πρόκειται απλώς για την καταδί­ κη του εμπόρου· μιας παρωχημέ­ νης καπιταλιστικής μορφής. Είναι ανάγκη να δώσει κανείς ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο που ο Μαρκούζε μεταχειρίζεται την έννοια ορθός λόγος. Στη χρή­ ση αυτή αποτυπώνονται και οι δι­ αφορές φιλελευθερισμού και φα­ σισμού. Ο μεν πρώτος είναι ορθο­ λογική θεωρία της κοινωνίας (κρι­ τική στάση και πίστη στη βελτιωτική εξέλιξη του ανθρώπου εντός της κοινωνίας). Ο φασισμός ως μη κριτική στάση γίνεται ανορθολογικός. Είναι ο φελελευθερισμός ωστόσο που εκτρέφει τα ανορθολογικό στοιχεία. Αν και στην αρχή πιστεύει στην ενοποίη­ ση των αντιθέτων και την πορεία προς την ευτυχία δια μέσου του ανταγωνισμού των ιδιω τικώ ν ατο­ μικών συμφερόντων-υποκειμένων, αργότερα δεν διευκρινίζει πώς μέ­ σα από μια τέτοια συνεχή, ιδιωτι­ κοποίηση (ιδιωτικοποίηση του λό­ γου την αποκαλεί ο Μ αρκούζε) θα οδηγηθεί το ανθρώπινο γένος στη γενική αρμονία. Εδώ και σχηματί­ ζονται οι βάσεις του ανορθολογισμού. Η μετάβαση στις «φυσικές» χάρες και το «γεννημένο» ηγέτη είναι πια εύκολη. Στην ανορθολογικότητα αυτή αντιστοιχεί το κα­ πιταλιστικό εκείνο στάδιο με μο­ νοπωλιακό χαρακτήρα, γεγονός που απαιτεί την ισόρροπη συνέ­ νωση πολλών δυνάμεων. Ο φασισμός, υποστηρίζει ο | Μ αρκούζε, ιδεολογικοποιεί την

πραγματικότητα με ιδιότυπο τρό­ π ο. Ενώ εντοπίζει τα οδυνηρότερα των σημείων της, αντιστρέφοντας : την αξιολογική κλίμακα μετατρέ­ πει τις οδύνες σε προνόμια. Απορρίπτοντας εκ παραλλήλου το λόγο του κλασικού ιδεαλισμού (Καντ, Χέγκελ) και το διαλεκτικό του αν­ τίθετο (Μαρξ) παραχωρεί τα πρω­ τεία στη δύναμη χωρίς καν να π ροσφύγει στη δικαιολόγηση, α­ φ ού ο λόγός ετέθη ήδη εν εξορία. Κι αυτό, πάλι, γιατί ανάγει την κά­ θ ε πράξη στα δικαιώματα της ύπαρξης· την εκκενώνει από τον ιστορικό της χρόνο από τη στιγμή που δεν τη συνδέει με τις ιστορικοκοινωνικές δυνάμεις και την κριτική της κυριαρχίας τους. Την υπόθεσ η αυτή χρεώνει ο Μ αρκού­ ζε στον υπαρξισμό (μάλλον, στον άλλοτε πνευματικό του οδηγό Χάιντεγκερ, στον οποίο πιθανόν εστίασε το ενδιαφέρον του επ ιθυ­ μώντας την απόσπαση του ατόμου α πό την παραζάλη της καθημερι­ νής ζωής). Πρέπει όμως να υ π εν ­ θυμίσουμε εδώ τον σαρτρικό υπαρ­ ξισμό: Ο άνθρωπος δεν επιλέγει την πορεία του χωρίς να αποφασί­ ζει όπως ο υπαρξισμός που αρνείται ο Μαρκούζε· αντίθετα, συνει­ δητοποιεί τη μοίρα του σε σχέση με σύνολα που διαθέτουν συγκε­ κριμένη υλικότητα (κίνηση, κοι­ νωνική βάση, οικοδόμημα, λέξη) και μέσα στον κοινωνικό χώρο στην πιο άμεση εκδοχή του. Ο Σαρτρ και εν τω προσώπω του ένα σοβαρό τμήμα του υπαρξισμού νοιάζεται το ίδιο με τον Μ αρκούζε να διατηρήσει η έννοια της ατομι­ κότητας όλη την πυκνότητά της. Να μην αφ εθεί να διαλυθεί μέσα στη γενικότητα των ορισμών. Πάντως, οι θέσεις του Μ αρκού­ ζε για τη βαθύτερη συγγένεια των δύο συγκεκριμένων πολιτικών μορ­ φών δεν είναι μοναχικές ούτε πρωτάκουστες. Ο Γκράμσι ονόμα­ ζε το φασισμό καισαρισμό των αναπτυγμένων καπιταλιστικών σχηματισμών ενώ ο Ν. Πουλαντζάς σημείωνε ότι η ολοκληρωτική (όρος κατά σύμβασιν) λειτουργία διατρέχεται από την απουσία άμεσης έκφρασης της ταξικής πά­ λης στους θ εσμούς της πολιτικής εξουσίας (διότι το κράτος εμφανί­ ζεται ως ενότητα λαού-έθνους). Το ναζιστικό κράτος στην υπηρε­ σία των μονοπωλίων αντιστοιχού­


οδηγος/53 σε σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντο­ νης κρίσης της πολιτικής οργάνω­ σης της ίδιας της αστικής τάξης. Τα πραγματικά χαρακτηριστικά που σιωπηρά στεγάζονται στον όρο ολοκληρωτισμός δεν βρίσκον­ ται καθόλου σε αντίθεση με την καθαρή λεγάμενη φιλελεύθερη μορφή κράτους, έκλεινε τη σημεί­ ωσή του ο Πουλαντζάς. Στο ιδιαίτερα περίπλοκο περί ηδονισμού δοκίμιο ο Μ αρκούζε αναλύει κριτικά τους δύο αρχαί­ ους τύπους ηδονισμού, τον κυρη­ ναϊκό και τον επικούρειο. Και ο μεν πρώτος αναδεικνύει την ηδο­ νή ως μέτρο πάντων, ο δε δεύτερος αναζητεί μεταξύ διαφόρων ηδονών την αληθινή. Ο επικουρισμός μετέ­ βαλε την ηδονή σε λόγο, την ορθολογικοποίησε. Η ευτυχία (η ηδονή) μετετράπη βαθμιαία σε μιαν ανορθολογική, σωματική ικα­ νοποίηση, μιαν απόλαυση υ πο δ εέ­ στερη του λόγου. Στις σύγχρονες κοινωνικές σχέσεις ευτυχία (πρω­ τογενής και νυν εκπεσούσα ηδο­ νή) και ελευθερία διαζευγνύονται. Η τελευταία δεν ενδιαφέρεται για την απόλαυση και δεν αποδέχεται παθητικά όσα προσφ έρει η φύση. Αν, λοιπόν, η ελευθερία είναι το ύψιστο αγαθό, στην επιδίωξή του υποτάσσεται η ευτυχία. Έ τσι, η ηδονή απορρίφθηκε ως γεγονός καθαρά συμπτωματικό, ως «ακούσια» (Φίχτε), ως τυχαία (Καντ). Κατ' αυτό τον τρόπο υποβαθμισμένη ερμηνεύτηκε κα­ ταλλήλως κοινωνικά σ' ό,τι αφορά τη σεξουαλικότητα: Έ γινε α πο­ δεκτή μόνο ως μέσον υγιεινής που ανανεώνει τις σχέσεις εργασίας. Η κριτική θεωρία (ο ιδιόρρυθμος μαρξισμός της Σχολής της Φραν­ κφούρτης), τελειώνει ο Μ αρκούζε, εντάσσει την ευτυχία στην π ρ οο­ πτική της δυνατότητας για γενική ελευθερία αποψιλώνοντας τις ■ψευ­ δεπίγραφες ευτυχίες του μέχρι τώρα είναι και συγχωνεύοντας την ελευθερία του γενικού με την ικα­ νοποίηση του ατομικού. Στο κείμενό του αυτό ο Μαρκού­ ζε δεν αποφ εύγει τον εσενσιαλισμό (ουσιοκρατία): Το άτομο θα συντρίβει πάνω στην αντίθεση με­ ταξύ αυτού που είναι τώρα και αυτού που είναι στ’ αλήθεια (ου­ σία). Ο Κ. Κό.σικ ευχαρίστως θα συμπλήρωνε ότι το ψευδοσυγκεκριμένο είναι η αυτόνομη ύπαρξη

των προϊόντων του ανθρώπου κι ο υποβιβασμός του στο επίπεδο της ωφελιμιστικής πράξης. Δεν μπο­ ρεί, ωστόσο, κανείς να το κατακυ­ ρώσει ως γνήσιο αναγωγισμό (πα­ ραπομπή στην απλή ταξική ταυτό­ τητα) αφού φροντίζει ο Μαρκούζε να μην αναφ ερθεί στο ταξικό υποκείμενο της ιστορίας. Αν στο φιλελευθερισμό εδρεύ­ ουν ήδη, σπερματική τη μορφή, ανορθολογισμός και πολιτικός αυταρχισμός, στην αστική κουλτού­ ρα τα πράγματα δεν διαφέρουν και πώς θ α μπορούσε άλλωστε. Η κουλτούρα αυτή, που ο Μαρκούζε ονομάζει καταφατική γιατί υ π ε­ ρασπίζεται την κατεστημένη πρα­ γματικότητα, συγκέντρωσε και με­ τάλλαξε σε αρετή του πνεύματος την κοινωνική επιθυμία (που στο μεταξύ σπαταλήθηκε, ακυρώθη­ κε, καταστράφηκε). Μετατρέποντας το συλλογικό όραμα σε πρ ο νό ­ μιο της ατομικής ψυχής απαγό­ ρευσε την κοινωνική του ρευστο­ ποίηση. Ο αστισμός αφού άλλαξε τις υλικές συνθήκες ενδιαφέρθη­ κε, και το κατόρθωσε, να μετα­ στρέψει το αρχικά απελευθερωτι­ κό περιεχόμενο της κουλτούρας σε ανασχετική δύναμη, θεμέλιο της ιστορικής του κυριαρχίας. Ο Μαρκούζε και εδώ απότεινε την κριτική στον ορθολογισμό. Ο Ντεκάρτ έθ εσ ε το εγώ μέσα στον κόσμο ως πανεπιστήμον υποκ εί­ μενο, σ χεδόν αγνοώντας τις ψυχι­ κ ές του ιδιότητες (απλά, αντίστοι­ χα οργανικών λειτουργιών)· ο Καντ μόλις και βρήκε ένα μικρό χώρο στο οικοδόμημα της μετα­ φυσικής για ν ’ α ποθέσ ει την εμ­ πειρική ψυχολογία- ο Χέγκελ, τέ­ λος, συνέλαβε τα ένστικτα, τη βού­ ληση και τα συναισθήματα μόνο ως μορφές ύπαρξης του πνεύμα­ τος. Η ψυχή, έτσι, αποσυσχετί­ στηκε από τη διαδικασία κοινωνι­ κής εργασίας. Ο αστισμός για να προστατέψει τον εαυτό του από τις κοινωνικές συνέπειες της ανά­ πτυξής ταυ πνευματικοποίησε τον αισθησιασμό. Διαχωρίζοντας ψυχή (κατανόηση, υποταγή) και πνεύμα (ανάλυση, κριτική) απέδωσε στην κουλτούρα το χαρακτήρα της επι­ δίωξης μιας κατ' αποκλειστικότη­ τα εσωτερικής αρμονίας, λησμο­ νώντας το παλιό ιδανικό του για συμπόρευση εσωτερικής και εξω­ τερικής αρμονίας στην προοπτική

πλαίσιο ΝΙΚΟΥ ΧΟΥΛΙΑΡΑ: Το χ ιό ν ι π ον ήξερα.

Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 97. ΜΕΣΑ στις πολύ σημαντικές ποιητικές εκδόσεις .τούτης της χρονιάς συγκαταλέγεται σίγουρα ο τόμος αυτός, που η εκδοτική του ιδιοτυπία (ζωγραφιές-χειρόγραφο κείμενο-τυπογραφικό κείμενο σε αλλεπάλληλες σελίδες) ίσως παραξένεψε και δυσκόλεψε το κατ' ευθείαν πλησίασμα της ουσίας του. Και η ουσία της ποίησης του Χουλιαρά είναι η αναπαράσταση της περιπέτειας της μνήμης στην οθόνη του εγώ, με την επιλογή των εξωτερικών ερεθισμάτων εκλεκτική αλλά όχι αποκλειστική. Έ τσι, η μοναδικότητα των ποιημάτων παίρνει διαστάσεις ενός κόσμου προσωπικού, συγχρόνως όμως ανοιχτού στον αναγνώστη.

ΝΤΕΣΜΟΝΤ ΜΟΡΡΙΣ: Η φυλή τ ο ν ποδοσφαίρου. Αθήνα,

Κάκτος, 1982. Σελ. 380. Η «Φυλή» είναι ένα βιβλίο του περασμένου χρόνου, αλλά η αξία και η δύναμή του παραμένει π άντα στην επικαιρότητα, όσο τουλάχιστον υπάρχει αυτός ο θεαματικός φανατισμός π ου κάνει το ποδόσφαιρο τη μαζικότερη κοινωνική εκδήλωση του αιώνα. Ο Μόρρις, γνωστός από


54/οδηγος

Χ έρμπερτ Μαρκούζε μιας νέας κοινωνικής διάταξης. Επέβαλε τη σύλληψη του σώματος ως οργάνου εργασίας, και όχι ως πεδίου ηδονών, εξασφαλίζοντας την παραγωγικότητα στο διηνε­ κές. Είναι, εντούτοις, φανερός ό εγε­ λιανισμός που έμμεσα προωθεί ο Μαρκούζε. Παραχωρεί, αυτός οξύτατος αρνητής, στο πνεύμα τη ρι­ ζική ικανότητα· μόνο αυτό θ εω ρεί, πραγματικά επικίνδυνο, αφού στο αυταρχικό κράτος η κουλτούρα έγινε κιόλας όργανο εύχρηστο κι υπάκουο. Αλλά ό,τι ο αστισμός απόκλεισε στην κοινωνία, άφησε ελεύθερο στην τέχνη. Είναι εύκολο να δει κα­ νείς εδώ την ίδια θεωρητική γραμ­ μή που αναπτύσσει ο Μαρκούζε και σ' ένα τέταρτο δοκίμιο που επιτυχημένα μετέφερε στα ελληνι­ κά ο Σ. Μπέκατώρος: «Η τέχνη, μορφή της πραγματικότητας» (άρ­ θρ ο στο «New Left Review»). Σκο­ π ός της τέχνης, πιστεύει ο Μαρ­

κούζε, είναι η γιορτή, η στιγμιαία ρωγμή στην καθημερινότητα. Τη σκοπούμενη αυτή ιδιότητά της οφείλει στη μορφή· όχι στην πλο­ κή, το ζωγραφικό θέμα ή το υλικό κατασκευής, αλλά στον τρόπο της λέξης και το τράβηγμα της πινελι­ άς. Ο Β. Σκλόβσκι θ α συμπλήρω­ νε: «Κάθε λέξη είναι ένας εκφρα­ στικός τρόπος». Η μορφή είναι που διαχωρίζει την τέχνη από την πραγματικότητα. Προτείνει ο Μ αρκούζε να κατα­ νοήσουμε την ιστορία της τέχνης σαν μια εναρμόνιση καταφάσεων και αρνήσεων (ανατροπών)· αλλά και στην καταφατική της περίοδο ή τέχνη συνιστά ξέχωρη πραγμα­ τικότητα. Το ιδανικό της κλασικής αισθη­ τικής είναι η ανεύρεση του ωραίου που οδηγεί στο αληθές· αλλά επειδή το αληθές ταυτίζεται με την κοινωνική πραγματικότητα, διίσταται του ωραίου. Μεταπλάθοντας η τέχνη τα φρικώδη στοι­ χεία του πραγματικού περιορίζει και την αντίσταση στην κυριαρχία του, αφού μετατρέπει την αθλιό­ τητά του σε αντικείμενο αισθητι­ κής απόλαυσης. Ό σ ο για την αντι-τέχνη, αυτοκαταστρέφεται γιατί μειώνει τη σημασία της τέ­ χνης ως μορφής πλησιάζοντας την πραγματικότητα. Ό π ω ς κι ο Α. Ζήρας σημειώνει στην εισαγωγή του, η τέχνη πεθαίνει στο σημείο εκείνο που θ α την εκφράσει η πραγματικότητα. Ο Μαρκούζε, λοι­ πόν, θέλει να ενσωματώσει στο κοινωνικό όραμα την αναζήτηση της παραδοσιακής αισθητικής: απόλαυση μες στην καθημερινό­ τητα. Πιστεύοντας στην παράδοση απ' όπου θ ’ αντληθούν όσα στον καιρό τους απέκλιναν από την κοινή έννοια, συμπεριφορά και γλώσσα αλλά και στην ιδιότητα της

τέχνης ως κατασκευής και ως προετοιμασίας, επιζητεί την ει­ σχώρηση της πραγματικότητας στην τέχνη ως μορφή της άλλης πραγματικότητας που θ ά ’ ρθει. Ο Χ έρμπερτ Μ αρκούζε εμπνευστής, νεφελώδης και μακρινός, του Μάη του ’ 68, ένας χάίντεγκεριανός της αριστερός (όπως κι ο Ζ. Μ. Παλμιέ σημειώνει στο κείμε­ νο π ου μετέφρασε ο Α. Ζήρας σαν επίμετρο του ίδιου δοκιμίου) π ο ­ ρεύτηκε γοητευτικά μεταξύ ορ θο­ λογισμού και ανορθολογισμού. Ό ­ ταν έκρινε τα τραχιά πολιτικά τραύματα υπερασπίστηκε τον πρώ­ το ως έσχατο όριο της ελευθερίας· όταν αρνήθηκε τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό τον απόρριψε γιατί υ ποτάχθηκε στην τε­ χνική. Πνεύμα οχληρό, καθόλου ράθυμο, έχει ακόμη σημασία στους καιρούς μας. ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ενδεικτική βιβλιογραφία: Ζ. Μ. Βενσάν: Η Σχολή της Φραγχφούρτης και η κριτική θεωρία. Μετ. Κωοτής Παπαγιώργης. Επίκουρος. Κ. Μπουζέας: Η σχολή της Φραγχφούρτης και η κριτική του μαρξι­ σμού. Εποπτεία, τ. 78. Ν. Πουλαντζάς: Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τόμ. 1 και 2. Με τ. Κώστας Φιλίνης. Θεμέλιο. J. Fekete: Benjamin’s ambivalence, Telos n. 35. Κ. Κόαικ: Η διαλεκτική του συγκε­ κριμένου. Μετ. Λ. Χατζηπροδρομίδης. Οδυσαέας. Ζ. Π. Σαρτρ: Το ζήτημα της μεθόδου. Μετ. Λ. Θεοδωρακόπουλος. Εξάντας. Π. Σουήζυ: Η θεωρία της καπιταλι­ στικής ανάπτυξης. Με τ. Ν. Σταματάκη. Gutenberg. V. Shklovsky - Β. Eichenbaum: Για το φορμαλισμό. Μετ. Β. Λαμπρόπουλος -Ν. Καλταμπάνος. Έρασμος.

^ΑΑηνική Σημειωτική Εταιρεία·Αβήνα- Αεκέμβρης

2° ηανείΙΑνΐνιο SuvcSpio Σημειωτικής Γραμμήufa Ομγανωιικής Επιτροπής: ιαχ. διιρίς 491. Πανεήισι. Θεσ/νίκης. ιηλ. 031 · 924456/W1563 -86


οδηγος/55

η βιβλιογραφία Μαρξ εμπλουτίζεται και στα ελληνικά ΚΑΡΑ ΜΑΡΞ: Διαφορά της Δη­ μόκριτε ιας και επ ικούρειας φυ­ σικής φιλοσοφίας. Διδακτορική διατριβή. Εισαγωγή-μετάφραση Παναγιώτη Κονδύλη. Φιλοσοφι­ κή και Πολιτική Βιβλιοδήκη, αριδ. 1. Αδήνα, Γνώση, 1983. Σελ. 295.

KARL MARX: Προκαπιταλιατικοί οικονομικοί σχηματισμοί. Μετ. Θ. Καλοπίση. Εισαγωγή Ε. J. Ηοbsbawm. Αδήνα, Κάλβος, 1983. Σελ. 215.

Εκατό χρόνια από το θάνατο του Κ. Μαρξ, η ελληνική βιβλιο­ γραφία εμπλουτίστηκε από την έκδοση δύο ακόμα έργων του. Πρόκειται για τη διδακτορική του διατριβή και τις σημειώσεις του για τις «Μορφές που προηγούνται της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής». Χαιρετίζοντας, οπωσδήποτε, το γεγονός δεν μπορούμε να μην το­ νίσουμε την τρομερή καθυστέρη­ ση της έκδοσης βασικών ακόμα έργων των ιδρυτών του επιστημο­ νικού σοσιαλισμού στα ελληνικά. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το πρώτο έργο τους που εκδόθηκε στη γλώσσα μας ήταν το «Κομ­ μουνιστικό Μ ανιφέστο» το 1919, μεταφρασμένο α πό ανώνυμο, ενώ η πρώτη του έγκυρη μετάφραση α πό το Γιάννη Κορδάτο είδε το φως της δημοσιότητας μόλις το 1927, Το 1927 επίσης εκδόθηκε ο

πρώτος τόμος του «Κεφάλαιου» σε μετάφραση Π. Π ουλιόπουλου Γ. Δούμα, μετάφραση που κατά τη γνώμη μας παραμένει η εγκυρότε­ ρη μέχρι σήμερα, αν και π οτέ δεν ολοκληρώθηκε η έκδοσή της (τα χειρόγραφα για τους υπόλοιπους τόμους χάθηκαν την ταραγμένη εκείνη εποχή). Η τεράστια αυτή καθυστέρηση, μαζί με τις αποσπασματικές και καμιά φορά κακές μεταφράσεις των έργων του Κ. Μαρξ και του Φρ. Έ νγκελς, που στερεί τον έλληνα αναγνώστη α πό τη δυνατό-

τον περίφημο «Γυμνό πίθηκο», εδώ αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο σαν επιστήμονας ερευνητής. Και με μια ελκυστική αφήγηση εξηγεί όλες τις πτυχές π ου σ υνθέτουν αυτό τον κόσμο της τελετουργίας, με τη μία μπάλα, τους 22 «ήρωες» και τα δισεκατομμύρια πιστούς... (Στην έκδοση δεν αναφέρεται μεταφραστής. Γιατί;)

ΤΖΙΑΝΚΑΡΛΟ ΑΡΝΑΟ: Το α π αγορευμένο χόρτο (μα ρ ιχο υ άνα ). Αδήνα,

Ν έα Σύνορα, 1983. Σελ. 194. ΠΟΛΥ ενδιαφέρον βιβλίο, με συζητήσιμη όμως χρησιμότητα, καθώς η ουσιαστική απομυθοποίηση που κάνει στα -ελα φ ρ ά- ναρκωτικά, είναι αμφίβολο αν αυτή τη στιγμή βοηθά το γενικότερο πρόβλημα που διαφαίνεται στον τόπο. Πάντως, σαν κείμενο είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο, στην επιστημονική παρουσίαση του θέματος των ναρκωτικών (και ειδικά της μαριχουάνας και της ινδικής κάνναβης), που το τοπ οθετεί σε μια βάση γυμνή από προκαταλήψεις, με τελική θέση υπέρ της αποποινικοποίησης των ελαφρών ναρκωτικών παραλληλα με την αντιμετώπιση των ναρκωτικομανών σαν ασθενών και όχι σαν εγκληματιών.

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ: Μ α χ όμ ενη κουλτούρ α .

Αδήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1982. Σελ. 197. ΣΤΟΝ τόμο έχουν συγκεντρωθεί κείμενα του


56/οδηγος Αξιοσημείωτη είναι η π ροσπά­ θεια του μεταφραστή να μεταφέ­ ρει με ακρίβεια ακόμα και τη μορφή του μαρξικού κειμένου, χωρίς να προσθέσει στο ίδιο διορ­ θώσεις ή παραλλαγές, ούτε να με­ ταφράσει τους ξενόγλωσσους ό ­ ρους, αλλά να χρησιμοποιήσει π α ­ ραπομ πές γι' αυτό το σ κοπό. Επίσης η εργασία του να π αρ α θ έ­ σει παρα πομπές για τις αρχαίες πηγές σε νεότερες και ακριβέστε­ ρες εκδόσεις τους, από εκείνες που χρησιμοποίησε ο Μαρξ.

Πορτρέτο του Κ. Μάρξ γύρω στα 184C τητα άμεσης προσφυγής στις πη­ γές, και κύρια το κίνημα των ερ­ γατών και εργαζομένων της χώρας μας από το βασικό εργαλείο της πάλης του, είναι αποτέλεσμα τόσο της «οργανικής» αποστροφής της αστικής τάξης στη μαρξιστική σκέ­ ψη, όσο και της σκοταδιστικής αν­ τίληψης της επίσημης αριστερός μας, που αρκείται σε δογματικές, κομματικές μπροσούρες για την εκπαίδευση των στελεχών της. Συμβάλλει δε αποφασιστικά στη διατήρηση σε ένα εξαιρετικά χα­ μηλό επίπεδο του προβληματι­ σμού γύρω από τα σύγχρονα ζητή­ ματα κοινωνικής κριτικής. Το πρώτο βιβλίο: Πρόκειται για μια εξαιρετικά επιμελημένη έκδο­ ση που περιλαμβάνει: το πλήρες κείμενο του Κ. Μαρξ, με τους προλόγους, τις σημειώσεις του και τα παραρτήματα, καθώς και το σημαντικότερο μέρος των «Τε­ τραδίων για την επικούρεια, στωική και σκεπτική φιλοσοφία»· ερ­ μηνευτικές και πραγματολογικές σημειώσεις, μετάφραση των αρ­ χαιοελληνικών και ξενόγλωσσων φράσεων και χωρίων και τέλος πλήρη κατάλογο βιβλιογραφίας. Η μετάφραση, που βασίστηκε στην έκδοση MEW (Κ. Marx-Fr. Engels, Werke. Erganzungsband. Schriften. Manuskripte. Briefe bis 1844. Erster Teil, Berlin 1968), έγινε σε στρωτή νεοελληνική και αποδίδει καλά τις έννοιες του πρωτοτύπου.

Οι σημειώσεις του μεταφραστή για το κείμενο δίνουν μια πλήρη εικόνα για τις βασικές εκδόσεις του έργου και τη μέθοδο που ακολούθησε στη δική του δουλειά. Οι δε ερμηνευτικές και πραγματι­ κές του σημειώσεις είναι ένα πολύ­ τιμο βοήθημα για την παρακολού­ θηση του κειμένου, όπως και οι μεταφράσεις των αρχαιοελληνικών και ξενόγλωσσων χωρίων που π α ­ ραθέτει. Αρχικό σχέδιο του Κ. Μαρξ ήταν η συνθετική παρουσίαση των βασικών κατευθύνσεω ν της μετααριστοτελικής φιλοσοφίας (επικού­ ρεια, στωική και σκεπτική φιλο­ σοφία), για τις οποίες πίστευε, σε αντίθεση με τον Hegel, ότι «...απο­ τελούν το κλειδί της αληθινής ιστορίας της ελληνικής φιλοσοφί­ ας». Έ τσι αρχίζει την εργασία του ήδη από τις αρχές του 1839 (χρο­ νολογία του πρώτου τετραδίου προεργασιών της διατριβής). Το κείμενο της διατριβής γράφτηκε το χειμώνα 1840/41. Η σκέψη και ο κύκλος των θεωρητικών ενδια­ φερόντων του Μαρξ την περίοδο αυτή καθορίζονται από την επαφή του με τη φιλοσοφία του Hegel και των επιγόνων του. Είναι σημαντι­ κό, για να φανεί ο ρυθμός με τον οποίο δούλευε ο Μαρξ, να υ π ο ­ γραμμίσουμε εδώ αυτό που γρά­ φει στον πατέρα του α πό το Βε­ ρολίνο, το 1837: «Στον καιρό της αδιαθεσίας μου είχα γνωρίσει απ' την αρχή ώς το τέλος τον Hegel, μαζί και τους περισσότερους μα­ θ ητές του». Κι αυτά σε διάστημα λιγότερο από 6 μήνες. Έ τσι, από τη συμμετοχή του στους κύκλους των ριζοσπαστών νεοχεγκελιανών ξεκινάνε τα ενδιαφέροντά του για τούτη την εργα­ σία, που, όπως υπογραμμίζει 17

χρόνια αργότερα στην επιστολή στον Lassale, δεν ήταν κατά κύριο λόγο φιλοσοφικά. Αλλά, όπως εί­ ναι κοινά παραδεχτό, είχαν σκοπό να θ έσο υ ν και να λύσουν προβλή­ ματα άμεσης πολιτικής σημασίας. Η υλιστική ατομική φιλοσοφία του Επίκουρου, που, σε αντίθεση με το δημοκρίτειο ντετερμινισμό, περιλαμβάνει την έννοια της «απόκλισις» των ατόμων, δίνει την ευ­ καιρία στο Μαρξ να αντιτάξει στη θρησκευτική-ιδεαλιστική αντίληψη όχι μια μηχανιστική υλιστική αιτι­ οκρατία, αλλά το στοιχείο της αυ­ τονομίας, της ελεύθερης βούλησης και πράξης. Επίσης, στον τομέα της γνωσιολογίας, την αισθησιο­ κρατία του Επίκουρου στον αγνωστικισμό του Δημόκριτου (αλ­ λά και του Καντ). Αν και είναι βέβαιο ότι ο Μαρξ σκέφτεται ακόμα με φιλοσοφι­ κούς όρους κι όχι με στοιχεία που π ροκύπτουν α πό την επιστημονι­ κή ανάλυση της εμπειρίας, η στα­ θερή πίστη του μεγάλου στοχαστή στην προμηθεϊκή υπόθεσ η της ελευθερίας του ανθρώπου που καθορίζει τη ζωή και το έργο του, φαίνεται ήδη καθαρά σ ’ αυτό το νεανικό του έργο. Τονίζεται μάλι­ στα ήδη σ ’ αυτό το στοιχείο της πράξης, σάν αποτέλεσμα της ελεύ­ θερης και κριτικής βούλησης, ιδέα π ου κατά τη γνώμη μας διέπει όλο το έργο του, αν και καθορίζει αρ­ γότερα τους όρους που αυτή μπο­ ρεί να πραγματοποιηθεί στα πλαί­ σια της ταξικής πάλης. Έ τσι, όπως άλλωστε αποδείχνουν και οι τελευταίες μελέτες για το έργο του Μαρξ, είμαστε ριζικά αντίθετοι στις αντιλήψεις που βρίσκουν στην πορεία της σκέψης του αντι­ φάσεις και στεγανές περιόδους, αντί για μια συνεχή εξέλιξη. Σύμφωνα με τα παραπάνω , δεν μας βρίσκουν σύμφωνους όλες οι θέσεις της κατά τα άλλα ενδιαφέ­ ρουσας εισαγωγής του Παναγιώτη Κονδύλη, και ιδιαίτερα εκείνες που αναφέρονται στα κίνητρα του Μαρξ για την ενασχόλησή του με τη συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας της φιλοσοφίας, που τους αποδίδει κάποια «ψυχολογική» ερμηνεία, καθώς και εκείνες που αναφέρονται στη σχέση του πρω­ τόλειου αυτού κειμένου με το υ π ό ­ λοιπο έργο του Κ. Μαρξ.


οδηγος/57 Ωστόσο π ρέπει να υπογραμμί­ σουμε την ακαδημαϊκή του ευρυ­ μάθεια πάνω στη χεγκελιανή και μεταχεγκελιανή φιλοσοφία, καθώς και στα ζητήματα εργοβιογραφίας του Μαρξ, πράγμα σπάνιο για τον τόπ ο μας. Τελειώνοντας επαναλαμβάνου­ με την αρχική μας διαπίστωση ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά επι­ μελημένη και σοβαρή έκδοση, από εκείνες που δεν βλέπουμε συχνά στην Ελλάδα. Το δεύτερο βιβλίο: Πρόκειται για μετάφραση στα ελληνικά της αγ­ γλικής έκδοσης του 1964 από τον Eric Hobsbawm του παραρτήματος των «Grundrisse» με τον τίτλο: «Μ ορφές π ου προηγούνται της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (πε­ ρί της διαδικασίας της διαμόρφω­ σης των συνθηκών του κεφάλαιου ή της προηγηθείσας αρχικής σώρευσης)», που συμπληρώθηκε με αποσπάσματα α πό τη «Γερμανική ιδεολογία» και την αλληλογραφία των Μαρξ και Έ νγκελς. Η ελληνι­ κή έκδοση α κολουθεί βασικά την αγγλική, με την προσθήκη μερι­ κών σχολίων του μεταφραστή και την αποκατάσταση της μορφής του κειμένου του Μαρξ. Για τη μετάφραση των κειμένων των Μαρξ και Έ νγκελς χρησιμοποιή­ θηκ ε κύρια το γερμανικό πρωτόΟι έννοιες του πρωτοτύπου α πο­ δίδονται με ακρίβεια, σε αρκετά στρωτή γλώσσα. Η εισαγωγή του Hobsbawm είναι χρήσιμη για τις ιστορικές και φιλο­ λογικές πληροφορίες γύρω α πό τα χειρόγραφα του Μαρξ των χρόνων 1857-58, που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά με τον τίτλο «Αδρογραφήματα της Κριτικής της Πο­ λιτικής Οικονομίας» («Grundrisse der Kritik der Politischen Okonomie») στη Μόσχα, το 1939-41. Πληροφορίες που αφορούν τη θ έ ­ ση τους μέσα στο συνολικό μαρξικό έργο καθώς και το έργο των επιγόνων σε σχέση με την πολιτι­ κή τους τοποθέτηση. Π ρέπει όμως να σημειώσουμε μια βασική του αντίφαση: Α πό τη μια μεριά θεω ρεί ότι ο ασιατικός τρόπος παραγωγής «δεν είναι ακό­ μη μια ταξική κοινωνία, ή, κι αν είναι μια ταξική κοινωνία, τότε εί­

ναι η πιο πρωτόγονη μορφή της», υιοθετώντας την άποψη συγγραφέ­ ων, όπω ς ο Μ. Godelier, π ου π ρο­ σ πα θ ούν να συγκεντρώσουν πίσω α πό την έννοια φεουδαρχική κοινωνία, διαφορετικούς κοινωνι­ κοοικονομικούς σχηματισμούς, ε­ νώ α πό την άλλη απομακρύνεται προσεκτικά από τη μηχανιστική ερμηνεία της περίφημης σειράς των βασικών κοινωνικοοικονομι­ κών σχηματισμών (ασιατική, δου­ λοκτητική, φεουδαρχική και καπι­ ταλιστική οικονομία) που παρα θέ­ τει ο Μαρξ στην «Εισαγωγή της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομί­ ας», τονίζοντας ότι πρόκειται για «τέσσερα αναλυτικά, αν και όχι χρονολογικά στάδια». Επομένως, αν ο ασιατικός τ ρόπος παραγωγής δεν τοποθετείται αναγκαστικά πριν τη δουλοκτητική ή τη φ εου­ δαρχική κοινωνία, τότε είναι αδύ­ νατο να δεχτούμε ότι δεν πρόκει­ ται για ταξική κοινωνία, και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση του άγγλου ιστορικού. Ο ίδιος άλλω­ στε, στο τμήμα της εισαγωγής του π ου αφορά τη συζήτηση στους επ ιγόνους γύρω από το ζήτημα των κοινωνικοοικονομικών σχη­ ματισμών, αναφέρει, με πολύ χλι­ αρή όμως κριτική διάθεση, δύο βασικές αναθεωρήσεις π ου έγιναν: την «ευθυγραμμική προσέγγιση» της κοινωνικής εξέλιξης, που βά­ ζει τους τρόπους παραγωγής σε μια άκαμπτη χρονική σειρά, και την εγκατάλειψη της έννοιας του «ασιατικού τρόπου παραγωγής» μετά τις συζητήσεις του Λένινγκραντ το 1931 από όλο το επίση­ μο κομουνιστικό κίνημα. Αναμφισβήτητα όμως οι ανα θε­ ωρήσεις αυτές της μαρξικής σκέ­ ψης έγιναν επειδή εξυπηρετούσαν πολιτικά τη σταλινική γραφειο­ κρατία, στις θέσεις της για τη φ ύ­ ση και την πορεία της επανάστα­ σης στις διάφορες χώρες αλλά κύ­ ρια στη συσκότιση της κριτικής γύ­ ρω από το ίδιο το φ αινόμενο της γραφειοκρατίας. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι στη συζήτηση μεταξύ των εξόριστων μπολσεβίκων ηγε­ τών, σχετικά με τη φύση της γρα­ φειοκρατίας, ήδη α πό το 1928 ο Ρακόφσκυ της απέδιδε χαρακτη­ ριστικά παρόμοια με εκείνα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, όπως πολύ πρόσφατα, αε το άνοι-

Μίκη Θεοδωράκη που οριοθετούν τις απόψεις του για την ανάπτυξη της κουλτούρας στην Ελλάδα. Κείμενα που ξεκινούν από αρκετά παλιά (από τις αρχές της δεκαετίας του ’ 60) και φ τάνουν ώς τον περασμένο χρόνο, δείχνοντας το συνεχή «μεγάλο καημό» του συνθέτη για τη διαμόρφωση μιας δυναμικής πολιτιστικής ζωής, απλωμένης σ' όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις μάζες του τόπου. Κείμενα π ου παίρνουν τη μορφή μιας ανοιχτής πρόκλησης-πρότασης για συζήτηση και για πραγμάτωση ιδεών.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ Στο 5ο τεύχος του ιστορικού περιοδικού «Γάτε...» δημοσιεύεται ένα εξαιρετικά πρωτότυπο άρθρο για τους έλληνες μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού στον Ισπανικό Εμφύλιο. Στο ίδιο τεύχος υπάρχουν κείμενα για το Γιώργη Σιάντο και την καταδίκη του α π ό το ΚΚΕ, για την ανατίναξη του Παρθενώνα από τον Μοροζίνι κ.ά. Στην Υδρία της Πάτρας (τεύχος αρ. 43), εκτός από τα κείμενα του ίδιου του διευθυντή της Σωκρ. Σκαρτσή, ενδιαφέρον είναι ένα βαβυλωνιακό κείμενο (Εγούμα Έλ,ις Δ '), αλλά και άλλα των Α κενατέν, Λυσμπέθ κλπ. Α πό τη Λευκωσία η Ν έα Επ οχή (τεύχος αρ. 159). Και περιλαμβάνει ένα ελκυστικό οδοιπορικό στην Κύπρο του 18ου αιώνα, καθώς και διάφο­ ρα κείμενα από και για σύγχρονους κύπριους δη­ μιουργούς.

ΒΑ Ι ΟΣ ΠΑΓΚΟΥΡΕΛΗΣ


58/οδηγος γμα των αρχείων του Τρότσκυ στο Χάρβαρντ, διαπιστώθηκε. Έ τσι, η διάδοση του κειμένου των «Grundrisse» αρχίζει μετά το 1953, όταν δημοσιεύτηκαν στο Βερολίνο, περίοδο π ου συμπίπτει με την έναρξη της «αποσταλινοποίησης». Η καθυστέρηση αυτή είχε οδη­ γήσει σε πολλά αδιέξοδα τη μαρξι­ στική ιστορική έρευνα, αλλά ακό­ μα την εξέλιξη της σκέψης γύρω από τα ζητήματα μετάβασης στο σοσιαλισμό και της φύσης των ανατολικών κοινωνιών. Η αντιφατική λοιπόν τοπ οθέτη­ ση του Hobsbawm και η χλιαρή του κριτική σε ζητήματα κατάφω­ ρης παραποίησης του μαρξικού έργου, εξηγείται από την προσπάθειά του να κρατηθεί στα πλαίσια της «ορθοδοξίας» των κομουνι­ στικών κομμάτων. Για τον ίδιο λόγο μειώνει τη ση­

&

μασία του ενδιαφέροντος και των θέσεω ν του Μαρξ για τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες, που ανά­ πτυξε π ρος το τέλος της ζωής του, ισχυριζόμενος ότι «αυτή η άποψη δεν α πορρέει από τα φυσιολογικά χνάρια της παλαιότερης ιστορικής σκέψης του Μαρξ». Κι όμως μια θέση όπως εκείνη π ου διατυπώνει ο Μαρξ στην επιστολή π ρος τη Za­ sulich (Μάρτης 1881): «Οικειοποιούμενη τα θετικά αποτελέσματα αυτού του τρόπου παραγωγής (του καπιταλιστικού? η Ρωσία) εί­ ναι σ χεδόν ικανή να αναπτύξει και να μετασχηματίσει την ακόμη αρ­ χαϊκή μορφή της αγροτικής της κοινότητας, αντί να την καταστρέ­ ψει», όχι μόνο δεν έρχεται σε αν­ τίφαση με τη μαρξική θεωρία, αλ­ λά ακριβώς είναι πολύτιμο στοι­ χείο που φωτίζει πολύ επίκαιρα προβλήματα της μετάβασης στο σοσιαλισμό. Για το Μαρξ λοιπόν

δεν είναι καθόλου απαραίτητο όλες οι περιοχές της γης να περά ­ σουν από μία διαδικασία «εξέλι­ ξης» και «οικονομικής» ανάπτυ­ ξης όμοια με εκείνη των βιομηχα­ νικά αναπτυγμένων χωρών λογική άλλωστε π ου διέπεται από μια μηχανιστική μεταφορά αστι­ κών προτύπων για την οικονομική ανάπτυξη. Αλλά, αντίθετα, ακρι­ βώς επειδή ήδη το καπιταλιστικό σύστημα επικρατεί διεθνώς, ακρι­ βώς επειδή οι διάφορες περιοχές του πλανήτη είναι ανισόμερα ανα­ πτυγμένες, θ α ήταν δυνατόν να παρακολουθήσουμε νέες μορφές της απαραίτητης ανάπτυξης, που θ α φ τάνουν στο σοσιαλισμό εκμε­ ταλλευόμενες ιδιαιτερότητες, όπως π.χ. κολεκτιβίστικες παραδόσεις, αντί να τις καταστρέφουν.

Σ. Μ Π ΑΦ ΑΛΟΥΚΟΣ

η δέσμευση

της ελεύθερης επιλογής ή μια νέα γραφή της τραγωδίας ΒΑΣΙΛΗ ΖΙΩΓΑ: Τ ο μπουκάλι. Adrjva, Ερμής, 1983. Σελ. 83.

Κατά καιρούς εμφανίζονται ορισμένοι μεγάλοι συγγραφείς, τους οποίους το θεατρικό παρόν παραδέχεται, αλλά δειλιάζει να τους αγγίξει, λες και καίνε σαν κάρβουνα αναμμένα, και αφήνει στο μέλλον την ευθύνη της επανανακάλυψής τους ή του οριστι­ κού ενταφιασμού. Κι έτσι τα γραφτά τους αγιάζουν μέσα στην αρετή του συρταριού, ενώ ο κόσμος γύρω τους συνεχίζει να αποταμιεύει ώρες που δεν δίνουν τόκο.


οδηγος/59

Έ να ς τέτοιος συγγραφέας στον τόπ ο μας είναι ο Βασίλης Ζιώγας. Γι' αυτό και κάθε παρουσίαση έργου του στη σκηνή ή έκδοση βι­ βλίου του αποτελεί γεγονός σχε­ δόν μεταφυσικό, κάποιο τρυκ της σιωπής για να ισχυροποιεί το άλ­ λοθι της. Μάλιστα, στην περίπτω­ ση του «Μπουκαλιού» το τρυκ δείχνει ακόμη πιο περίπλοκο, α­ φού ο χρόνος γίνεται παίγνιο και του ίδιου του Ζιώγα. Οι ιστορικές συντεταγμένες στο «Μπουκάλι» φ α ινομ ενικά είναι τοποθετημένες στο Μεσολόγγι και την Έ ξοδο. Ό μ ω ς, οι συντεταγμέ­ νες αυτές είναι μάσκα, καθώς οι συνδέσεις με το πραγματικό του τόπου και της στιγμής δεν παίρ­ νουν ούτε καν το ρόλο της αφορ­ μής. Απλώς χρησιμοποιούνται -με ποιητικό τρ όπ ο- σαν σκαλοπάτι για την παράθεση των παραπέρα οραμάτων του συγγράφέα, των σχετικών με την τραγωδία της ύπαρξης. Μέσα στις φ α ινομ ενικές συντε­ ταγμένες ακουμπά και η φα ινο­ μ εν ικ ή ιστορία του έργου: Δύο αδύναμοι και τραυματισμένοι φι­ λέλληνες παραλογίζονται κάτω α­ π ό την επίδραση της πείνας και της μόνης τροφής που απέμεινε (παραισθησιογόνα χόρτα-αρμυρί-

κια). Σ ’ αυτούς προστίθεται ένας νεκρός-ζωντανός αγωνιστής, για να βρεθούν και οι τρεις σ' ένα μπουκάλι απομόνωσης από τον συμβατικό κόσμο. Μέσα α π ’ αυτό το νησί της ιστορίας ξεπηδά το ατομικό μανι­ τάρι της έκρηξης, που είναι ο ίδιος ο λόγος (διάλογοι κυρίως και μονόλογοι). Με ένα δυναμικό χτί­ σιμο επιχειρημάτων και λεκτικών εικόνων ή συμβολισμών, παρουσιά­ ζεται ο εγκλωβισμός του ανθρώ­ π ου από το ίδιο το κυρίαρχο χα­ ρακτηριστικό του, την ελευθερία επιλογής- μια ελευθερία μεγαλειώ­ δη και δεσμευτική συγχρόνως, που γίνεται διπλά δεσμευτική, επει­ δή οι κανόνες της ύπαρξης τη φαλκιδεύουν στη συνέχεια. Έ τσι, το αδιέξοδο γίνεται πλήρες και η διέξοδος της αυταπάτης με τη σειρά της εκφυλίζεται σε κυκλική κίνηση χωρίς ψευδαισθήσεις... Πέρα απ' αυτό το γενικό πλαί­ σιο, ο κάθε θεατής (ή ο κάθε ανα­ γνώστης, αφού το έργο είναι ιδιαί­ τερα αναγνώσιμο κείμενο) μπορεί να κάνει τις δικές του θεωρήσεις και να κεντρώσει τον προβληματι­ σμό του σε πλήθος από επιμέρους στοιχεία. Μ πορεί να δει το «Μ που­ κάλι» σαν ένα θεατρικό δρώμενο πάνω στο θέμα «αγώνας ή υ π εκ ­

φυγή». Ή , πάλι, σαν μελέτη μα για την επίδραση των ιστορικών συν­ θηκών πάνω στην ψυχοσύνθεση των μεμονωμένων ατόμων. Ή ... ή... Και τούτη η δυνατότητα διαφο­ ρετικών κέντρων βάρους, προσδί­ δει ένα επιπλέον ερεθιστικό γνώ­ ρισμα, τόσο στο «Μπουκάλι» όσο και στο σύνολο της γραφής του Ζιώγα. Έ να γνώρισμα το οποίο ανιχνεύεται πια σ' όλους τους πρωτοπόρους του σύγχρονου αχρονικού θεάτρου, από τον Μπέκετ ώς τον Πίντερ, και αποτελεί αντανάκλαση της διευρυμένης σκέ­ ψης, που έχει την αμφιβολία μητέ­ ρα αλληλοδιάδοχων γεννήσεων. Δεν είναι όμως μόνο ο τρόπος του στοχασμού που φέρνει τον Ζιώγα στην πρώτη γραμμή της θ ε ­ ατρικής πρωτοπορίας (με τις ελ­ ληνικές ιδιομορφίες του βέβαια). Είναι και η θεατρική φόρμα του, που δείχνει απαλλαγμένη από τις συμβάσεις ενός περασμένου θ εά ­ τρου. Στο «Μπουκάλι» χωρούν εξίσου κλασικά θεατρικά σχήματα (όπως ευρήματα δραματοποίησης ή κωμικού, συναισθηματική έντα­ ση μετά από κοφ τό πυρετώδη διά­ λογο κ.ά.), όσο και ελευθεριότη­ τες ασυνειρμικές. (Κι εδώ, ένας αναγνώστης-θεατής αρκετά ευφ ά­ νταστος μπορεί να παραλληλίσει τις επεμβάσεις του Μπότσαρη και των άλλων περιφερειακών ρόλων στη ροή του «Μ πουκαλιού» με την εμφάνιση του Μπάντζο και του Λάκυ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό».) Και, τελικά, η φόρμα του έργου αποκτά απόλυτη συνάρτηση με το μυστικό εννοιολογικό περιεχόμε­ νό του, ώστε να ολοκληρωθεί η οικοδόμηση μιας νέας γραφής τρα­ γωδίας, 25 αιώνες μετά τους αρ­ χαίους... (Σημ.: Το «Μπουκάλι», εκτός από την τωρινή του εκδοτική παρου­ σίαση, βρήκε πριν από τέσσερα χρόνια και τη σκηνική του, που όπως ήταν φ υσικό- έγινε ελάχι­ στα γνωστή. Στην αίθουσα του «Θεατρικού Εργαστηρίου» ανεβάστηκε σε σκηνοθεσία του ίδιου του συγγραφέα, για να κερδίσει μερικές καλές κριτικές και ελάχι­ στο κόσμο στις λίγες μέρες των παραστάσεών τ ου...) Β. ΠΑΓΚΟΥΡΕΛΗΣ


60/συνεντευξη

Νάνος Βαλαωρίτης: Πρέπει να καταργήσουμε το φόβο του χρόνου Ο η ο ιψ ή ς Ν ά νος Βαλαω ρίτης πέρασε άλλο ένα ζεστό κα λο κα ίρ ι στην Αδήνα. Π ετά ει δυο φορές το χρόνο πάνω από το «κενό» που κρατούν τεντω μένο οι δυο χώρες, οι δυο γλώσσες που κα το ικεί. Κ α ι το γεφυρώνει. Μ ε τις αποσκευές του γεμάτες αδημοσ ίευτα χειρόγραφα, ή καλύτερα χειρόγραφα υπό έκδοσιν. Φεύγοντας π α ίρ νει μ α ζ ί του τα χειρόγραφα του προηγούμενου Κύριε Βαλαωρίτη, έχετε ζήσει μακριά από την Ελλάδα πολλά χρόνια; ΠΑΡΑ πολλά χρόνια. Έχω ζήσει μέχρι τεσσάρων ετών στην Ελβετία, όπου γεννήθηκα, μετά στη Γερμανία για κανένα δυο χρόνια. Στη διάρκεια του πολέμου έμεινα εννέα χρόνια στην Αγγλία. Μετά γύρισα εδώ για ένα χρόνο και ξανάφυγα το ’ 54 για έξι χρόνια στη Γαλλία. Ερχόμουνα βέ­ βαια τα καλοκαίρια -και μετά το ’61 έως το ’ 68 έμεινα στην Ελλάδα συνέχεια. Ύστερα έφυγα πάλι για 15 χρόνια στην Αμερική. Δηλαδή έχου­ με σύνολο τριάντα χρόνια. Είναι λοιπόν για σας μια φυσική κατά­ σταση να ζείτε μακριά από την ελληνική

κα λοκαιριού, στη φάση της χαρμόσυνης ενηλικίω σης, τυπωμένο χαρτί, βιβλίο. Ο ι χρυσαλλίδες-βιβλία είν α ι «τα άνδη που πλημμυρίζουν τον γκρεμό», το χάσμα αυτό που στην π ρ αγμ ατικότη τα ίσως να «μην» υπάρχει. Μ ε τη ν ευ κ α ιρ ία της έκδοσης του πεζογραφήματος του Ν άνου Βαλαω ρίτη «Μ ερικές γυναίκες», η Ν α τά σ α Χ α τζ ιδ ά κ ι είχε μ ια σ υνομιλία μ α ζ ί του: γλώσσα. Ή νιώθετε να είστε αιχμάλωτος μιας ξένης γλώσσας; Έ χετε πρόβλημα όταν γράφετε ελληνικά ή έχετε βρει λύ­ σεις που σας βοηθούν στο γράψιμο; ΝΟΜΙΖΩ ότι δεν έχασα ποτέ την επαφή με την ελληνική γλώσσα. Συνεχώς έχω σχέση με την ελληνική γραφή. Και με φίλους με τους οποί­ ους μιλάω συνέχεια. Δεν έπαθα αυτό που έπαθαν πολλοί Έλληνες που έφυγαν νωρίς από τη χώρα τους: να χάσουν τη γλώσσα τους, να χά­ σουν και την προφορά. Να χάνουν τις λέξεις τους. Αυτό δεν μου συνέβηκε ποτέ. Ο λόγος ήταν ότι έγραφα και συνεχώς ελληνικά. Δεν έγραφα μόνο ξένα. Τα αγγλικά και τα γαλλικά ήταν επιπρόσθετα. Και δεν τα θεωρούσα ποτέ


συνεντευξη/61 τρεις κορυφαίους ποιητές -κλασικό πλέ­ ον «επιχείρημα»-, το Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη, οι οποίοι περιέπλεαν την ελληνική γλώσσα και την ελληνική χώρα; Δεν ήταν μόνιμοι κάτοικοί της. Ο Σολωμός χρησιμοποίησε μια γλώσσα «ημι­ τελή». Κι όμως έγραψε αριστουργήματα.

πρωταρχικά. Έστω κι αν έκανα αρκετή δου­ λειά σ ’ αυτές τις γλώσσες. Δηλαδή έχετε επιτύχει τη συνύπαρξη των τριών αυτών γλωσσών. ΝΟΜΙΖΩ ότι ναι. Άλλωστε δεν έμαθα πρώτα ελληνικά, αλλά γαλλικά. Μετά γερμανικά. Και μετά ελληνικά. Και η τέταρτη γλώσσα που έμα­ θ α ήταν τα αγγλικά και μετά ξαναέμαθα τα γαλλικά. Οπότε ήμουνα τρίγλωσσος από παιδί. Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι έχω μια κουλτού­ ρα τρίγλωσση. Ποια είναι η κορυφαία γλώσσα που αυτή τη στιγμή σας εκφράζει; ΤΑ ελληνικά πάντα. Πρώτα πρώτα τα βρίσκω πιο δύσκολα. Είναι λιγότερο δούλεμένη η γλώσ­ σα. Έχουμε πάρα πολλά προβλήματα εδώ, στη χώρα μας. Είναι μια γλώσσα ένδοξη και παλιά η οποία αποτελεί μια πρόκληση σ ’ αυτόν που τη γράφει. Ξέρω ότι υπάρχει και η πλευρά «γκέτο». Δηλαδή ότι είμαστε αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο. Αλλά από την άλλη μεριά, το να γρά­ φεις καλά ελληνικά είναι μεγάλη δόξα, όπως θά ’λεγε και ο Καβάφης. Είστε θεωρητικός της λογοτεχνίας. Πώς . εξηγείτε λοιπόν το γεγονός ότι έχουμε

ΑΥΤΟ το έθεσε πρώτος ο Σεφέρης. Σ ’ ένα πέρίφημο δοκίμιο το οποίο είχε δημοσιευτεί τότε στα «Νέα Γράμματα», όπου το πρωτοδιάβασα. Νομίζω ότι λεγόταν «Ελληνική γλώσσα» και ανέ­ φερε ακριβώς πως αυτοί οι τρεις μεγάλοι ποιη­ τές μας δεν ήξεραν ελληνικά. Ερώτημα. Απάν­ τηση: Τα ελληνικά ουσιαστικά δεν είναι μια γλώσσα αυτοφυής. Είναι μια γλώσσα η οποία επέζησε με διάφορους τρόπους πάρα πολλά χρόνια. Δηλαδή χιλιετηρίδες. Ό χ ι αστεία. Είναι εντελώς φυσικό μια τέτοια γλώσσα να μην μπο­ ρεί να ανανεωθεί χωρίς να λάβει ενισχύσεις α π ’ έξω. Ας πούμε, η Κρητική Αναγέννηση δεν είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα; Ποιοι γράφανε τα κρητικά αυτά έργα; Βέβαια Κρητικοί ήτανε. Αλ­ λά ήτανε και Βενετσιάνοι. Μισοβενετσιάνόι μισοκρητικοί. Ελληνόφωνοι μεν, αλλά ιταλικής κουλτούρας όμως. Αυτοί ασφαλώς θ α ήταν δί­ γλωσσοι και θ α μιλούσαν και ιταλικά. Ό π ω ς και αυτοί των Ιονίων νήσων. Το ίδιο ακριβώς πρόβλημα ετίθετο. Λοιπόν δεν είναι παράδοξο ότι η ποίησή μας ανανεώνεται ζωτικά από ποι­ ητές που βρίσκονται ακριβώς στις παρυφές της

Έχω μια κουλτούρα τρίγλωσση γλώσσας. Ίσως είναι πιο εκτεθειμένοι στην ανανέωση. Παραδείγματος χάριν, ο Καβάφης είναι ο πρώτος μοντερνιστής μας. Δεν είναι τυ­ χαίο. Είναι Έλληνας της διασποράς. Είναι Έ λ­ ληνας ο οποίος έχει επαφή με τις δύο κουλτού­ ρες, αγγλική και γαλλική, πάρα πολύ μεγάλη, και φυσικά ξέρει και τρεις γλώσσες. Την ελλη­ νική γλώσσα καμιά φορά τη μιλάει παράξενα και ιδιωματικά. Το ίδιο όμως και ο Σολωμός. Ο οποίος ήξερε ιταλικά οπωσδήποτε και πιθανόν γαλλικά. Δεν ξέρω για εγγλέζικα. Ο Κάλβος επί­ σης. Ιταλικά και οπωσδήποτε γαλλικά, γιατί έχομε κείμενο γαλλικό του Κάλβου τέλειο. Κι έτσι, φυσικό είναι η ποίησή μας να έχει ανανε­ ωθεί πάντοτε από τέτοιους ποιητές. Τουλάχι­ στον από ποιητές οι οποίοι πρωτοτύπησαν μ ’ έναν τρόπο αρκετά καταπληκτικό, όσον αφορά την ελληνικότητα των έργων τους.


62/συνεντευξη Εννοείτε δηλαδή ότι υπάρχουν ορισμένα κενά στην ελληνική γλώσσα -όπως κάι στον ελληνικό πολιτιστικό και πολιτικό βίο- και το κενό αυτό εκφράστηκε με αρκετές περιόδους σιωπής από την αρ­ χαιότητα μέχρι σήμερα και αυτά τα κενά ήρθαν να καλυφθούν με την κουλτούρα που έφεραν μέσα τους αυτοί οι άνθρω­ ποι; Κι έτσι μπόρεσαν να δεθούν ορισμέ­ να νήματα και να υπάρξει μια συνέχεια... ΝΟΜΙΖΩ ότι είναι σωστό αυτό. Η σιωπή η μα­ κρόχρονη δεν ήταν τόσο επειδή δεν μιλιόντου­ σαν τα ελληνικά, αλλά επειδή δεν ήταν επίσημη γλώσσα ενός έθνους, ενός κράτους. Ακόμη και στο Βυζάντιο, ποια ήταν η επίσημη γλώσσα; ' Ηταν αυτή η αρχαΐζουσα. Αυτή ήταν η γλώσσα των αυτοκρατόρων. Αυτή είναι η γλώσσα με την οποία γράφει και ο Ψελλός ακόμα. Ο οποίος γράφει ένα αριστούργημα τον 11ο αιώνα. Το «Χρονογράφημα» του Ψελλού είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μας μυθιστόρημα όπου περιγρά­ φει έντεκα αυτοκράτορες. Τον ένα μετά τον άλλο, με τη ζωή τους στην αυλή. Είναι κατα­ πληκτικό έργο αυτό. Βέβαια γραμμένο σε μια γλώσσα αρχαΐζουσα. Μοιραία. Πολύ ζωντανό όμως. Φυσικά υπάρχει και ο λαός. Αλλά ο λαός δεν καταγράφει αυτά τα οποία τραγουδάει. Υπάρχουν και τα ενδιάμεσα, τα χρονογραφήμα­ τα, τα οποία μερικά είναι δημοτικά. Κι αυτά, με διάφορες άλλες δημοτικές νομοθεσίες που γί­ νανε τον 15ο αιώνα ή τον 14ο, του Αρμενόπουλου οι νόμοι κλπ., αποτέλεσαν ίσως τον κρίκο ανάμεσα στην επίσημη κουλτούρα -που ήτανε φυσικά μια κουλτούρα υψηλή κι εντελώς ψυχρή

Ο Καβάφης είναι ο πρώτος μοντερνιστής μας κι έξω από τόπο και χρόνο, εντελώς αττικίζουσα και στραμμένη προς το παρελθόν- και το λαό, ο οποίος είχε μια άλλη κουλτούρα, εντελώς διαφορετική, φολκλορίστικη, και η οποία δεν ενδιέφερε σχεδόν κανένα εκείνη την εποχή, εκτός απ ' αυτούς που διασκευάζανε τα έπη του Διγενή Ακρίτα και τα γράφανε στην αρχαΐ­ ζουσα. Τώρα πώς βλέπετε, όχι απ ' έξω, αλλά εν πάση περιπτώσει πιο αντικειμενικά, αυτή την προσπάθεια που γίνεται να επιβληθεί στην ελληνική γλώσσα μια εκβολή, να ύη σπρώξουν δηλαδή σε πιο «μοντέρνα»

πράγματα -το μονοτονικό και η επιβολή των λατινογενών χαρακτήρων; ΤΟ μονοτονικό δεν με ενοχλεί τόσο πολύ, όσο το ν ’ αλλάξουμε χαρακτήρες. Δεν βλέπω το λό­ γο. Όλοι οι σλαβικοί λαοί γράφουν με τα σλα­ βικά αλφάβητα και δεν έχουν δυσκολίες. Γιατί να μην κρατήσουμε ένα ένδοξο αλφάβητο, το οποίο έχομε; Και το οποίο τέλος πάντων είναι και ωραίο. Έ χει και μια μαγική σημασία δηλα­ δή. Για μας που γράφουμε σ ’ αυτό το αλφάβη­ το. Από την άλλη μεριά το θέμα της γλώσσας της ελληνικής, έτσι όπως το βλέπω τώρα... Δη­ λαδή δεν υπάρχει μόνο η προώθηση του μονο­ τονικού ή τέτοια πράγματα, υπάρχει και μια θ έ­ ληση να γίνει δημοτικούρα η ελληνική γλώσσα σώνει και καλά. Δηλαδή με το σύστημα του κρεβατιού του Προκρούστη, να μη μιλάμε καθό­ λου καθαρευουσιάνικα κλπ. Αυτό νομίζω ότι δεν μπορεί να γίνει. Διότι η γλώσσα που μιλάμε σήμερα στις πόλεις, είναι μια γλώσσα μικτή. Εί­ ναι μια γλώσσα που την κληρονομήσαμε από κουλτούρα αρκετών αιώνων και δεν πρόκειται αυτή τη γλώσσα να την αναγκάσουμε να κάνει τίποτα. Είναι αδύνατον. Έτσι θα μιλάμε. Και είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος ότι τώρα αρχί­ ζει και χάνεται και στη γραφή, στην πεζογρα­ φία, αυτή η δημοτικούρα, την οποία δεν μπο­ ρούσα να υποφέρω. Και η οποία, ιδίως τον τε­ λευταίο αιώνα, και στον δικό μας τον αιώνα, χαρακτήρισε ορισμένα έργα πεζογραφικά. Και κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος του ταλέντου που υπήρχε, τουλάχιστον για τη γλώσσα. Μ' ευχαριστεί πάρα πολύ ότι υπάρχει ένα φαινό­ μενο όπως π.χ. η «Ιστορία» του Γιατρομανωλάκη, που είναι γραμμένη σε μια ελληνική, ας πού­ με πόλεως. Αστική ελληνική. Είναι η γλώσσα που μιλάμε όλοι μας. Με λόγιες λέξεις. Με επι­ στημονικές κλπ. Παρ’ όλα αυτά το θέμα είναι αγροτικό. Δεν έχει βάλει όμως καθόλου, ευτυ­ χώς, διαλεκτικές λέξεις. Αυτά τα οποία μας τρε­ λάνανε στα έργα του Καζαντζάκη. Ό χ ι μόνο του Καζαντζάκη, αλλά των μιμητών κυρίως του Καζαντζάκη. Οι οποίοι γράφανε για εντελώς άσχετα πράγματα. Ό χ ι για την Κρήτη·, αλλά φουτουριστικά έργα σ ’ αυτή τη γλώσσα. Λοιπόν. Για να πάμε στα βιβλία σας. Ή θελα ν ’ αρχίσουμε από τα δύο πρώτα, την «Τιμωρία των μάγων» και την «Κεν­ τρική στοά». Στην πρώτη συλλογή, που είναι εκδομένη το 1947 στο Λονδίνο, βλέ­ πω να υπάρχουν ελεύθεροι στίχοι αλλά και παραδοσιακοί. Υπάρχουν ακόμα και σονέτα. Η «Τιμωρία» είναι ένα πολύ πυ­ κνό σε αντιθέσεις βιβλίο. Έ χετε σημειώ-


συνεντευξη/63 σει κάπου ότι η «Τιμωρία των μάγων» εί­ ναι το χρονικό ενός πολέμου -υπονοείται βέβαια ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος-, αλλά ενός πολέμου που συνεχίζεται, ενός πολέ­ μου που είναι εσωτερικός και εξωτερι­ κός. Υπάρχει και ο εξής στίχος στο ποίη­ μα 3: «... μοιάζει να νίκησαν οι νικημέ­ νοι...» Παράδοξα όμως «Η τιμωρία» δεν είναι ένα απαισιόδοξο βιβλίο. ΟΧΙ, δεν είναι απαισιόδοξο. Δεν νομίζω άλλω­ στε να μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει την ποί­ ηση ως απαισιόδοξη ή κα τ’ αρχήν ως αισιόδο­ ξη. Αυτά που λέγανε για τον Ελύτη τότε, ότι εί­ ναι ο αισιόδοξος ποιητής της Κυριακής, απο­ δείχτηκαν αναληθή αργότερα όταν έγραψε το «'Αξιόν εστί». Δεν είναι έτσι; Αλλά η δική μου ποίηση είχε πάρα πολλά στοιχεία. Δηλαδή την εμπειρία αυτή την τρομερή του πολέμου. Το πρώτο μου βιβλίο καθρεφτίζει αυτές τις εμπει­ ρίες, φυσικά όχι ρεαλιστικά. Μεταφορικά, συμ­ βολικά. Μέσα από τη γλώσσα. Ό σο για τη φόρμα, η φόρμα είναι μικτή.

Ο Ν. Βαλαωρίτης με τη μητέρα τον. Γερμανία 1923

Είναι υπέρ του βιβλίου αυτό, κατά τη γνώμη μου.

ή μια ανασκευή ή σ ’ ένα παλιό δοχείο ρί­ χνουμε εντελώς καινούρια πράγματα.

ΑΛΛΑ υπήρξε κατηγορία εναντίον μου τότε. Ό τι δεν κάνω μοντερνισμό επειδή γράφω σε στίχους. Τη βρίσκω ανόητη αυτή την κατηγο­ ρία, διότι ούτως ή άλλως ο τρόπος που γράφω στίχους είναι μοντέρνος. Δηλαδή είναι μετααπολιναιρικός. Και μάλιστα ο Σεφέρης μου είχε γράψει κι ένα γράμμα γι’ αυτό το πρώτο βιβλίο -το έχασα, δυστυχώς, αλλά ίσως να υπάρχει σε κανένα μπαούλο στο Λονδίνο-, όπου μου λέει ότι διαβάζοντας το βιβλίο μουρ­ μούριζε το όνομα του Απολλιναίρ. Δηλαδή του θύμιζε Απολλιναίρ. Κι ας μην ξεχνάμε ότι είναι ο εφευρέτης του υπερρεαλισμού, και τη λέξη υπερρεαλισμός αυτός την εφεύρε. Εί^ε μάλι­ στα, μεταξύ άλλων, ότι η ρόδα είναι η πρώτη σουρεαλιστική εφεύρεση, το βιβλίο του «Τα βυ­ ζιά του Τειρεσία» το ονόμασε υπερρεαλιστικό δράμα. Ο Απολλιναίρ έγραφε και πεζά υπερρε­ αλιστικά ποιήματα, αλλά και σε στίχο κλασικό αλεξανδρινό, δηλαδή τον γαλλικό στίχο, αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο. Δηλαδή το ποίημά του «Ζονέ» είναι ένα ποίημα μοντερνιστικό, μπορεί να πει κανείς ότι είναι ένα από τα πρώ­ τα μεγάλα μοντερνιστικό ποιήματα και είναι γραμμένο σε κλασικό γαλλικό στίχο, και μάλι­ στα συχνά με ομοιοκαταληξία...

ΑΚΡΙΒΩΣ αυτό. Κι αυτό το πράγμα δεν το έκανε μόνο ο Απολλιναίρ, το κάνανε κι άλλοι ποιητές εκείνη την εποχή. Και ιδίως οι Άγγλοι της εποχής του ’ 30. Ο ' Ωντεν και άλλοι, μοντερνιστές και αυτοί, οι οποίοι γράψανε σε κλα­ σικό στίχο, γράψανε φυσικά και ποιήματα σε ελεύθερο στίχο· αλλά απλώς ύπαρξη ελεύθερου στίχου, δεν σημαίνει μοντερνισμό. Απόδειξις ότι ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του Ρεμπώ, το «Μεθυσμένο καράβι», είναι γραμμένο σε κλα­ σικό στίχο. Και αρκετά από τα άλλα διάσημα ποιήματά του. Λοιπόν είναι μια πολύ στενή αν­ τίληψη του μοντερνισμού να λέμε ότι η κλασική φόρμα είναι αναγκαστικά απαρχαιωμένη, γιατί είναι ένα κλασικό πρότυπο. Υπήρξαν υπερρεα­ λιστές ποιητές όπως ο Ντεσνός, ο Αραγκόν, ο Βιτράκ και πολλοί άλλοι που γράψανε υπερρεα­ λιστικά σε στίχους κλασικούς. Στις δεκαετίες του ’ 20 και του ’30. Σε μας ένα σημαντικό πα­ ράδειγμα είναι ο Καβάφης, αφενός, ο Καρυωτάκης, αφετέρου. Και οι δύο γράψανε σέ στί­ χους παραδοσιακούς, και πα ρ’ όλα αυτά η μορφή της ποίησής τους είναι τελείως διαφορε­ τική. Λοιπόν πρέπει η κριτική λιγάκι να ξυπνή­ σει στον τόπο μας και να κοιτάξει τα έργα χω­ ρίς αυτά τα απλοϊκά κριτήρια. Να βλέπει την ρυσία των πραγμάτων. Δεν λέω ότι τα πρώτα μου ποιήματα είναι τέλεια ή ότι έχουνε μια πά­

Είναι κατά κάποιον τρόπο μια ανατροπή


64/συνεντευξη ρα πολύ μεγάλη σημασία, αλλά τουλάχιστον ας ταξινομηθούν σωστά και όχι στραβά. Στην «Κεντρική στοά», ένα ποίημα που λέγεται «Οι πολιτείες», μου θύμισε λίγο το πολύ αργότερα γραμμένο βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο «Αόρατες πόλεις».. Κι επίσης στο ποίημα «Ποίηση» λέτε ότι η ποίηση είναι ένα κενό που χρειάζεται συ­ νεχώς να πληρώνεται, να γεμίζει. ΤΟ πρώτο για τις «Πολιτείες», αυτό μου έχει συμβεί και άλλη φορά. Έ να ποίημα που το έλεγα «Προβλήματα μιας αυτοκρατορίας» με­ ταφράστηκε και γαλλικά και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τετράδια του Νότου» στη Μασσα­ λία. Και ανακάλυψα πολύ αργότερα ότι ο Μπρακ είχε γράψει ένα μυθιστόρημα με το ίδιο θέμα. Τώρα αυτά τα θέματα δεν λέω ότι είναι αντιγραφές, αλλά επαναλαμβάνονται σε ορισμέ­ νες ποιητικές τάσεις. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν ορισμένα οράματα. Αυτά τα οράματα εί­ ναι και αρχέτυπα οράματα καμιά φορά. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Καλβίνο, αλλά φαν­ τάζομαι ότι κάτι τέτοιο θ α συμβαίνει εκεί, διότι πιστεύω ότι κατά βάθος εμείς οι Μεσόγειοι ζούμε μέσα σ ’ ένα κλίμα μηδενισμού. Δεν είναι ο μηδενισμός του Ν ίτσε ή ο φιλοσοφικός μηδενι­ σμός των Ρώσων τον οποίο έχουμε συνηθίσει. Είναι ένας μηδενισμός συνείδησης, φυσικής συ­ νείδησης. Δηλαδή ζούμε σ ’ ένα χώρο όπου τα πράγματα αυτά καθ ’ εαυτά αναιρούν τον εαυ­ τό τους. Συνεχώς. Υπάρχει μια διαρκής αναίρε­ ση της πραγματικότητας από τη μια μέρα στην άλλη. Οι εμπειοίες αυτές -τις είχα και από πολύ

νήσατε σαν μοντερνιστής της μεταϊστορικής κατά κάποιον τρόπο σχολής και πι­ στεύατε ή κάνατε μια ποίηση που χώριζε τη μορφή από το περιεχόμενο. Και ακρι­ βώς λέτε ότι μετά υπήρχε αυτή η αναζή­ τηση για την ενοποίηση του γραψίματος. Δηλαδή μια κατάλυση του θέματος μέσα από μια συνεχή αναθεματογράφηση. Αυ­ τό, νομίζω, γίνεται πολύ πιο φανερό στα τελευταία σας βιβλία. ΑΥΤΟ είναι ένα θέμα που με απασχολεί πάρα πολύ και με απασχόλησε τα τελευταία χρόνια, διότι πράγματι έχω καταβολές πολύπλοκες. Ο πρώτος ποιητής που με επηρέασε, όπως και πολλούς άλλους, είναι ο Καβάφης φυσικά. Ο Καβάφης είναι η κοινή ρίζα της μοντερνιστικής ποίησης στην Ελλάδα. Αλλά αυτό φυσικά είναι πολύ γενικό και δεν αφορά μόνο εμένα. Μετά, πιο συγκεκριμένα, ο Σεφέρης, δυο χρόνια αργό­ τερα. Ή μουν 14 ετών όταν ανακάλυψα τον Καβάφη. Ό ταν ανακάλυψα τον Σεφέρη ήμουν 16. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι η πρώτη μου στροφή προς τη μοντέρνα ποίηση ξεκινάει από μοντερνιστές. Και φυσικά και από Άγγλους ή από Γάλλους, διότι εκείνη την εποχή ανακάλυ­ πτα και τον Ρεμπώ και τον Μπωντλαίρ και φυ­ σικά και τους νέους Άγγλους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήρθα γρήγορα κάτω από την επιρροή του υπερρεαλισμού. Γιατί από το 1939 και πέρα -είμαι 18 ετών τώρα, γνωρίζω όλο τον κύκλο των «Νέων Γραμμάτων», τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Σεφέρη... Ή ταν τυχαίο που τους γνωρίσατε;

Η αυτοαναφορά χαρακτηρίζει τον μοντερνισμό νέος- αφορούν συγκινήσεις, αισθήματα, αφο­ ρούν σκέψεις, αφορούν διαθέσεις, οι οποίες αλλάζουν μέρα με την ημέρα πολύ γρήγορα στο μεσογειακό μας κλίμα, τόσο που να δημιουργείται κάτι πάρα πολύ παράξενο, που είναι μια ασυνέχεια· η οποία μπορεί να οδηγήσει στο χά­ ος και σε μια ασυναρτησία. Αλλά σε άλλη περί­ πτωση μπορεί να οδηγήσει σε μια συγκροτημέ­ νη φιλοσοφία. Δεν αποκλείεται καθόλου ούτε το ένα ούτε το άλλο. Λέτε στο εξώφυλλο ενός βιβλίου σας στον «Διαμαντένιο γαληνευτή»- ότι ξεκι­

ΟΧΙ, καθόλου. Εγώ και ο Καμπάς στείλαμε ποιήματα στον Καραντώνη, ο οποίος μας κάλεσε πρώτα να μας γνωρίσει και μετά την επομέ­ νη μέρα μας πήγε στο «Μπραζίλιαν», το κάτω «Μπραζίλιαν», και μας είπε, ελάτε να σας γνω­ ρίσω με τους ποιητές που θαυμάζετε. Και εκεί γνώρισα τον Ελύτη, τον Γκάτσο, το Σεφέρη και τον Κατσίμπαλη, μέσα σε μια μέρα. Κι εγνώρισα επίσης λίγο αργότερα και τους άλλους οι οποίοι ήταν λιγότερο γνωστοί, το Δρίβα, το Σαραντάρη και, αργότερα, στην Κατοχή πλέον, εγνώρισα τον Εγγονόπουλο και παραδόξως εκεί και το Σικελιανό, ο οποίος ήρθε μια μέρα εκεί. Τον Εμπειρικό τον γνώρισα στην Κατοχή, όταν πη­ γαίναμε σπίτι του και διαβάζαμε ποίηση. Ερ­ χόντουσαν και άλλοι νέοι ποιητές εκεί. Τότε εμφανίστηκε και ο Σαχτούρης και ο Κακναβάτος και ο Παπαδίτσας.


συνεντευξη/65

Ο Ν άνος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λωζάννη το 1921. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στη Γερμανία και την Ελβετία. Επίσης έζησε κατά με­ γάλα χρονικά διαστήματα στη Γαλλία και Αγγλία. Το 1944 -ζώντας στην Ελλάδα- διέφυγε στη Μέση Ανατολή (Συρία-Παλαιστίνη-Αίγυπτο) κι α πό εκεί πήγε στην Αγγλία. Το 1953 συνάντησε τον Μπρετόν στο Παρίσι και εντάχθηκε στην ομάδα των υπερρεαλιστών. Στην Ελλάδα ζει 1960-'68 και εκ­ δίδει το περιοδικό «Πάλι». Το Μάη του 1968 βρί­ σκεται στο Παρίσι και συμμετέχει στα γεγονότα μέσα από τις επιτροπές των φοιτητών. Τον Αύ­ γουστο του ’ 68 φ εύγει με πλοίο για τη Ν έα Υόρκη κι από εκεί για το Σαν Φραντσίσκο της Καλκρόρνιας, όπ ου ζει μέχρι σήμερα. Ά ρ χισ ε να γράφει το 1939. Γράφει σ ε τρεις γλώσσες: ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά. Για ένα διάστημα σ πουδάζει νομικά στην Αθήνα. Αργότερα σπουδάζει αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Σήμερα διδάσκει συγκριτική λογοτεχνία και γράψιμο στο Πολιτεια­ κό Πανεπιστήμιο του Σαν Φραντσίσκο. Βιβλία: «Η τιμωρία των μάγων» (1947), «Κεντρική στοά» (1958), «Ανώνυμο ποίημα» (1974), «Εστίες μικροβίων» (1977), «Ο διαμαντένιος γαληνευτής» (1980), «Ο προδότης του γραπτού λόγου» (1980), «Η πουπουλένια εξομολόγηση» (1982), «Απ' τα κόκαλα βγολμένη» (1982) και «Μερικές γυναί­ κες» (1983).

Η Μαντώ Αραβαντινοΰ πότε εμφανίστη­ κε; ΠΟΛΥ αργότερα. Η Αραβαντινοΰ έβγαλε πρώτο βιβλίο το 1959, θαρρώ. Είναι σίγουρα μια σημαντική παρουσία. Εσείς με ποια έννοια θεωρείτε τόσο κρί­ σιμη την εμφάνιση της Αραβαντινοΰ στην υπερρεαλιστική σκηνή; ΠΡΩΤΑ πρώτα δεν νομίζω ότι είναι υπερρεαλίστρια. Μερικοί την κατηγορούν ότι είναι, άλλοι απλώς την ταξινομούν εκεί, διάφορα σχήματα τέλος πάντων τα οποία νομίζω ότι είναι όλα παρεξηγημένα. Τα ποιήματα της Αραβαντινοΰ πιστεΰω ότι δεν έχουν καμία σχέση με τον υπερ­ ρεαλισμό. Είναι ποιήματα τα οποία ακολουθούν αυτή τη νέα γραφή, του νέου μυθιστορήματος, του Μπαρτ και των στρουκτουραλιστών. Λέτε κάπου ότι το έργο της βασίστηκε στο έργο του Εμπειρικού. ΟΧΙ ότι βασίστηκε. Δεν βασίστηκε περισσότερο

α π ’ όλων των άλλων. Αυτή είναι η γενική, ας πούμε, επιρροή του Εμπειρικού και του Καβάφη. Είναι η γλωσσική καθαρά επήρεια. Δηλαδή η μίξη της καθαρεύουσας με τη δημοτική. Δεν εννοούσα ότι πήρε το σύστημα των εικόνων του Εμπειρικού, άλλωστε δεν κάνει καθόλου μετα­ φορές τέτοιου είδους στην ποίησή της. Πολύ σπάνια να έχει μια εικόνα τέτοια. Λοιπόν, η γραφή της έχει μια περιγραφικότητα που ταιριά­ ζει πολύ στο νέο μυθιστόρημα. Έχει μια αντικειμενικότητα... ΜΙΑ αντικειμενικότητα και κάτι αφηρημένο, κι έναν επαναληπτικό χαρακτήρα. Έχει πάρα πολλά στοιχεία τα οποία δεν είχαν χρησιμοποι­ ηθεί ποτέ στην ελληνική γραφή μέχρις ότου αρ­ χίσει να γράφει εκείνη. Γι’ αυτό θεωρώ πάρα πολύ σημαντική την εμφάνισή της. Επειδή έφε­ ρε ένα νέο ύφος. Ένα νέο στυλ στην ελληνική ποίηση. Αλλά καμία σχέση με τον υπερρεαλι­ σμό. Για να επιστρέψουμε στο κυρίως θέμα. Στις «Εστίες μικροβίων». Είναι ο τίτλος βέβαια που χαρακτηρίζει πάρα πολύ και


66/συνεντευξη το περιεχόμενο. Και αντίστροφα. Σε κά­ θ ε ποίημα βρίσκω μια εστία. Μια κυψέλη συσσώρευσης, συγκέντρωσης εικόνων. Εστίες εικόνων. Στο ποίημα που τιτλο­ φορείται «Με» έχουμε μια εστίαση γύ­ μνιας. Στο ποίημα «Ο άνθρωπος με το’ καπέλο» έχουμε όλες τις δυνατές όψειςαπόψεις ενός άνδρα που φοράει καπέλο. Και την εστία μαρμάρου, στο εκπληκτικό «Μαρμαρωμένο ποίημα». Αυτό είναι μια σύλληψη που επαναλαμβάνεται αργότερα σε μεταγενέστερες και πιο μεγάλες φόρ­ μες, αλλά νομίζω ότι αυτό κορυφώνεται και συγκεκριμενοποιείται στις «Εστίες μικροβίων». ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ. Αυτού του είδους τα ποιήματα συνήθως λέγονται κατάλογοι, list. Έχουν αγγλοσαξονική προέλευση; ΜΑΛΛΟΝ. Το άρχισε ο Ουίτμαν πιστεύω. Ίσως πριν από τον Ουίτμαν υπάρχει ένας Κρίστοφερ Σματ. Ένας ποιητής Άγγλος, τρελός, του 18ου αιώνα, ο οποίος επηρέασε πολύ τον Γκίν-

Έ χομε μια πολύ παλαιότερη παράδοση στο μυθιστόρημα από τους Ευρωπαίους. Την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή... σμπεργκ, που έχει επηρεαστεί και από τον Ουί­ τμαν. Τους καταλόγους χρησιμοποίησαν πολύ οι μπητ ποιητές, για να δώσουν ίσως αυτό το μονότονο που υπάρχει στη σύγχρονη ζωή και συγχρόνως να δώσουν και μιά ποικιλία, το επα­ ναληπτικό και το μονότονο, αφενός, την ποικι­ λία με την εικόνα, αφετέρου. Αυτό είναι ένα εί­ δος ρητορείας φυσικά. Το χρησιμοποίησαν κι άλλοι ποιητές, Γάλλοι. Το χρησιμοποίησε και ο Απολλιναίρ σε ορισμένα ποιήματα, σ ’ ένα ποίη­ μα ειδικά που λέγεται «Υπάρχει είναι». Αυτά όλα φυσικά είναι θέματα τεχνικής. Οι κριτικοί μας ή κάνουνε καταλόγους και αριθμούνε -σου λένε τόσοι ποιητές της τάδε γενιάς, τάδε ημε­ ρομηνία εμφανίστηκε ο δείνα, τόσα βιβλία κλπ. Για την τεχνική δεν υπάρχει σχεδόν καμία μνεία. Προσανατολισμός, μέθοδος γραφής, όλα αυτά αγνοούνται σχεδόν τελείως.

Η τεχνική είναι κάτι περισσότερο από χρήσιμη για την ποίηση. ΝΟΜΙΖΩ για το γράψιμο γενικά. Αν δεν συζητά­ με για την τεχνική σ ’ ένα έργο, για τι συζητάμε; Δηλαδή θ α συζητήσουμε τα εξωτερικά του έρ­ γου; Τη θεματογραφία; Τη βιογραφία του ποιη­ τή; Την κατάσταση της γενιάς του; Τι θ α συζη­ τήσουμε; Θα συζητήσουμε για το έργο, από τη σκοπιά του έργου. Και φυσικά κάθε έργο, κάθε ποιητής χρησιμοποιεί ορισμένα τεχνάσματα. Αυτό, οι λίστες π.χ., είναι ένα τέχνασμα. Το οποίο έχει εξαντληθεί πια. Δεν γράφουνε πια με τέτοιο στυλ. Μια και μιλήσαμε για σχολές κάπως ξώ­ φαλτσα... Μιλήσαμε για υπερρεαλιστική σχολή. Για τους μοντερνιστές. Για τους γλωσσοκεντρικούς, που είναι ένας όρος που ήρθε στην Ελλάδα με σας. Αυτό σε τι βοηθά, εννοώ ο διαχωρισμός σε σχολές; Να διαπιστώσουμε κάτι εκ των υστέρων, που έχει ήδη συμβεί, ή κάτι που μπορεί να μας δώσει κατευθυντήριες γραμμές; Ή και τα δύό; ΝΟΜΙΖΩ οι σχολές έχουνε μια πολύ μεγάλη σημασία, γιατί πρώτα πρώτα αποκρυσταλλώ­ νουν μια μέθοδο γραφής. Δεν είναι έτσι; Ο υπερρεαλισμός, ο ντανταϊσμός, ο φουτουρι­ σμός, αποκρυστάλλωσαν μεθόδους γραφής που συνοδεύτηκαν μετά από κριτικές, θεωρητικές προσβάσεις... Και που τις περισσότερες φορές έκαναν τα ίδια τα μέλη, αφού προηγουμένως εί­ χαν διευκρινιστεί οι αρχές του κινήματος. Τώρα συμβαίνει αυτό όμως; ΑΥΤΗ τη στιγμή δεν νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια φάση πρωτοποριακή με αυτή την έννοια. Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια φάση μεταμοντερνιστική, δηλαδή μια φάση όπου χωνεύ­ ουμε όλο αυτό το υλικό, το οποίο είναι και πο­ λυπληθές, του εικοστού αιώνα ιδίως, αν και ο μοντερνισμός αρχίζει τον δέκατο ένατο αιώνα από τον Μπωντλαίρ και τον Ρεμπώ. Δεν αρχίζει από τον Απολλιναίρ, απλώς εξελίσσεται με τον Απολλιναίρ και τους υπερρεαλιστές. Πιστεύω ότι σήμερα έχει επέλθει κόρος πια. Ο μοντερνι­ σμός σαφώς αφορά έργα τα οποία είναι τελείως κλειστά προς τον έξω κόσμο. Μοντερνιστικό εί­ ναι ένα έργο το οποίο δεν έχει κανένα άνοιγμα προς άλλη κατεύθυνση. Και άμα λέω κανένα


συνεντευξη/67

άνοιγμα, εννοώ ότι είναι αυτοαναφορικό. Ο μοντερνισμός είναι ίσως ο πιο αυτοαναφορικός τρόπος τέχνης, και σ ’ αυτό συμφωνεί και ο Κό­ λας. Η αυτοαναφορά χαρακτηρίζει τον μοντερ­ νισμό. Δηλαδή η θέαση του εαυτού του, του καλλιτέχνη γράφοντας ή ζωγραφίζοντας. Τα ίδια έλεγε και ο Σεφέρης στα δοκίμιά του. Για τον Έλιοτ και για τον Βαλερύ, και για άλλους μοντέρνους ποιητές. Αυτοί βέβαια είχαν σαν αφετηρία τους imagist, τους εικονιστές -οι μοντερνιστές εννοώ. ΕΝΜΕΡΕΙ μόνο. Αυτοί αποτέλεσαν μια πολύ μικρή σχολή και δεν διάρκεσαν πολύ. Έ να τεύ­ χος ενός περιοδικού είχε βγει, το «Poetry», αλλά οι περισσότεροι άλλοι imagist έχουν λησμονηθεί τώρα και χωνεύτηκαν μέσα στους μεγαλύτε­ ρους ποιητές, τον Πάουντ και τον Ζουκόφσκυ και άλλους που κάνανε αρκετά διαφορετικά πράγματα. Αν και ωφελήθηκαν ενμέρει. Εκείνο που έχει μείνει από τους imagist είναι η αντίλη­ ψη του ποιήματος ως αντικειμένου. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, βρίσκω, ακόμα. Το έχουν πάρει οι γλωσσοκεντρικοί στην Αμερική σήμερα και το χρησιμοποιούν ως θεωρητικό όπλο. Το ποίημα είνα ένα αντικείμενο, όπως κά­ θε αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου. Και οι ντανταϊστές το είχαν αυτό.

ΟΧΙ. Οι ντανταϊστές το βλέπουν κάπως διαφο­ ρετικά. Οι ντανταϊστές απλώς εξαρθρώνανε το λόγο. Έφτιαχναν, κατασκεύαζαν ποιήματααντικείμενα, όπως π.χ. ο Πικαμπιά και άλλοι. Αυτό μετά πέρασε περισσότερο στα εικαστικά. Άνοιξε το δρόμο στα χάπενιγκς, στα περιβάλλοντα, άνοιξε άλ­ λους δρόμους. ΟΙ ντανταϊστές έκαναν εικονικά ποιήματα. Δη­ λαδή βάζανε λέξεις μέσα στα έργα τους τα ζω­ γραφικά, τα κολάζ, και γινόταν ένα αντικείμενο λεκτικό και οπτικό συγχρόνως. Από αυτή την άποψη, μάλιστα. Συμφωνώ απόλυτα. Αλλά σή­ μερα οι γλωσσοκεντρικοί θεωρούν αντικειμενι­ κό ποίημα απλώς τη χρήση της γλώσσας κατά ένα ορισμένο τρόπο. Δηλαδή, όχι μια χρήση αναφορική αναγκαστικά στον εξωτερικό κό­ σμο, αλλά μια χρήση σχεδόν αυτοαναφορική, με τη σχέση των λέξεων με τη μουσική και την έν­ νοια. Ό χ ι απλώς τον ήχο. Έ να παράδοξο συν­ δυασμό ήχων και εννοιών. Δηλαδή σημασιολο­ γίας και ήχου μπλεγμένου, που, ας πούμε, με­ τατρέπει ένα ποίημα σ ’ ένα απόλυτο αντικεί­ μενο. Αυτό νομίζω ότι το ονειρευόταν καταρχήν ο Μαλλαρμέ. Δεν το κατάφερε ίσως -κανένας ποιητής δεν το έχει καταφέρει απόλυτα- αλλά υπήρξε το ιδεώδες μιας σχολής, ιδίως του Μαλ­ λαρμέ και του Βαλερύ, θ α έλεγα. Και σήμερα, οι


68/συνεντευξη γλωσσοκεντρικοί έχουν κάποια σχέση με αυτό. Είναι ευρωπαϊκή σχολή οι γλωσσοκεντρικοίή αποκλειστικά αμερικάνικη; ΟΙ καταβολές πάντα ευρωπαϊκές. Αλλά πολλοί σημαντικοί συγγραφείς Αμερικανοί. Η Γερτρούδη Στάιν π.χ. είναι μεγάλη μοντερνίστρια. Αλλά γλωσσοκεντρική μοντερνίστρια. Δεν ήταν όπως ο Πάουντ, ο οποίος δουλεύει με αναφορές στη μυθολογία. Η Γερτρούδη Στάιν δουλεύει με αναφορές στη γλώσσα. Στη φράση. A rose is a rose is a rose. ΝΑΙ. Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά. Οι γλωσσοκεντρικοί την έχουν ως πρόγονο, έχει αναγνωριστεί ως μια από τις σημαντικές επιδρά­ σεις.

Γρήγορης Γ ρ η γ ο ρ ια δ η ς

Τ Ο Μ Α Υ Ρ Ο Κ ΙΤ Ρ ΙΝ Ο Α Ρ Ν Ι σου μιλάω για χοντρή ποίηση κι οχι για βλητα

ΖΕΡΜ ΙΝ Α Λ

Β. Κων/νου 23 - Χαλανδρι

Ύστερα από αρκετά χρόνια που γράφετε ποίηση, αρχίζετε να γράφετε πεζογραφία. Και μάλιστα πεζογραφήματα που ορισμέ­ νες φορές είναι τόσο σύντομα, σαν ποιή­ ματα, και άλλες φορές τα ποιήματα είναι τόσο μεγάλα σε έκταση που είναι σαν πε­ ζογραφήματα. Στην Αγγλία, δεν ξέρω στην Αμερική, υπάρχει η τάση και ο θαυμα­ σμός για τις μεγάλες φόρμες. Στους ποιη­ τικούς διαγωνισμούς, τα πρώτα βραβεία τα παίρνουν πάντα ποιήματα που συχνά ξεπερνούν τους πεντακόσιους στίχους. ΓΙΑ την Αγγλία δεν το ήξερα. Είναι ενδιαφέρον αυτό που λες. Νομίζω ότι οι Αμερικανοί τείνουν να γράφουν μεγάλα ποιήματα. Οι κακές γλώσ­ σες λένε ότι επειδή έχουν μεγάλη μοναξιά οι ποιητές οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι, γράφουν έτσι για να γεμίζουν το κενό που αισθάνονται. Αλλά από την άλλη μεριά υπάρχουν και προ­ καταβολές στον Τσώσερ και τον Σαίξπηρ, οι οποίοι γράφανε τεράστια έργα. Από την άλλη μεριά ο Πόε, ο οποίος ήταν θεωρητικά ο αρχη­ γός της συμβολικής σχολής, επέμένε στο μικρό κείμενο γενικά. Εγώ προσωπικά νομίζω ότι δεν έχει σημασία το μήκος. Έ χει σημασία η πνοή με την οποία γράφει κανείς. Δηλαδή, σου βγαί­ νει μακρύ; Εντάξει. Αν σου βγαίνει κοντό, κρά­ τα το κοντό, δεν είναι ανάγκη να το μακρύνεις. Θέλω να πω ότι ορισμένα πράγματα από μόνα τους έχουν μια οργανική ζωή. Δηλαδή όταν έγραφα τον «Έγχρωμο στυλογράφο», που θα δημοσιευτεί τον επόμενο χρόνο, είναι ένα μα­ κρύ ποίημα, ένα έπος, ψευδοέπος φυσικά, αλλά


συνεντευξη/69 είναι καμωμένο με μια μέθοδο υποσημειώσεων. Λοιπόν τι με κράτησε για να συνεχίσω να το γράφω για 126 σελίδες; Με κράτησε το σύστη­ μα. Με κράτησε η αυτοαναφορά που γινόταν, η αλυσίδα των συνειρμών, όλη αυτή η σύνθεση που υπάρχει και στα ποιήματα του Ρουσέλ, τα οποία είναι επίσης πολύ μακριά. Ποιος είναι ο Ραϋμόνδος Ρουσέλ, στον οποίο έχετε αφιερώσει κι ένα σας ποίη­ μα; ΕΙΝΑΙ ένας προϋπερρεαλιστής, Γάλλος. Τον θαύμαζαν πολύ οι υπερρεαλιστές. Έ χει γράψει και αυτός με το ίδιο σύστημα μεγάλα ποιήματα. Είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο γράφεται το ποίημα που έχει σημασία. Ό χ ι τόσο το μήκος. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια απόλυτη μορφή εδώ. Δηλαδή ότι αναγκαστικά ένα μεγάλο ποίη­ μα είναι κακό, ή ένα μικρό είναι καλό, και τανάπαλιν. Πάλι νομίζω ότι αυτά είναι στοιχεία εξω­ τερικά. Το εσωτερικό στοιχείο είναι εκείνο που πρέπει να προσέχουμε πάντα και να βλέπουμε εάν πράγματι υπάρχει μια οργάνωση του ποιη­ τικού λόγου ή αν δεν υπάρχει, σ ’ έναν ποιητή. Και αυτή είναι και η δουλειά του κριτικού, νο­ μίζω. Εσείς ποιο βλέπετε συμπληρωματικό του άλλου, αφού γράφετε και ποίηση και πε­ ζογραφία; Ή τα αντιμετωπίζετε εντελώς αυτόνομα το ένα από το άλλο; ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ άρχισα να γράφω το 1961, όταν γύρισα στην Ελλάδα. Το μυθιστόρημα «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη» γράφτηκε το ’61, ένα χει­ μώνα, όταν ζούσα εδώ. Είχα ένα διαμέρισμα στην Αναγνωστοπόύλου και επρόκειτο να βγά­ λουμε το «Πάλι» τότε. Είχα μια παρέα, συναν­ τιόμαστε με το Γιώργο το Μακρή και διάφο­ ρους άλλους. Ο Μακρής μάλιστα ήταν ο πρώτος που είχε ακούσει και αποσπάσματα. Δεν το εί­ χα διαβάσει σε κανένα, και του άρεσε πολύ, καί/ θυμάμαι με είχε ενθαρρύνει. Είναι το πρώτο μεγάλο πεζό έργο που έγραψα. Μετά, το δεύ­ τερο, που θα βγει σύντομα στην «Εστία», γρά­ φτηκε το ’63, ένα καλοκαίρι. Γιατί μεσολάβησε τόσο μεγάλο διάστημα ανάμεσα στη συγγραφή και τη δημοσίευ­ σή τους; Δεν υπήρχαν εκδότες να ενδια­ φερθούν ή εσείς δεν ενδιαφερθήκατε; ΚΑΙ τα δυο. Εγώ ενδιαφέρθηκα, αλλά ώσπου

Από δεξιά: Ν. Βαλαωρίτης, η μητέρα του, ένας Ά γγλος φίλος και ο Μ όνος Χατζιδάχις,ατο στρατόπεδο της Κορίνδου το 1953

να ετοιμάσω το χειρόγραφο πέρασα πολλές φά­ σεις. Πρώτα πρώτα τό ’γραψα με το χέρι. Ο γραφικός μου χαρακτήρας δεν διαβάζεται. Βρή­ κα μεν δακτυλογράφο, αλλά τη βρήκα ένα χρό­ νο αργότερα. Και η οποία κατάφερε να διαβά­ ζει αυτά που έγραφα. Μετά έκανε πολλά λάθη. Έχω κάνει τρεις κόπιες του ίδιου γραφτού ώσπου να το βγάλω. Αυτά πήραν χρόνο. Μετά δεν ήμουν απολύτως σίγουρος εάν αυτά ήταν πράγματα που μπορούσαν να δημοσιευτούν ή όχι. Τότε εκείνη την εποχή αγωνιζόμαστε με άλλα πράγματα. Έκτοτε έχω δει αυτά που έγραφα τότε, δεν τα απορρίπτω καθόλου, αντιθέτως νομίζω ότι έχω επιχειρήσει στον πεζό λό­ γο κάτι ανάλογο που επιχειρώ και στην ποίηση.

Ορισμένα αρχαία έργα είναι πολύ κοντά μας... Μόνο με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη γνώμη μου εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε μυθιστόρημα καταρχήν. Δηλαδή παράδοση μυθιστορήματος του 19ου αιώνος, όπως έχουν όλοι οι μεγάλοι λαοί της Ευρώπης, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, οι Γερμανοί, ακόμα και οι Ιταλοί, που αρχίζουν τα μυθιστορήματά τους από την Αναγέννηση και πέρα. Εμείς δεν το έχομε αυτό. Τι έχομε όμως; Έχομε μία πολύ παλαιότερη παράδοση την οποία θεωρώ πάρα πολύ σημαντική. Την ελλη­


70/συνεντευξη νιστική παράδοση και τη ρωμαϊκή. Το «Απ’ τα κόκαλα» γράφτηκε χωρίς να έχω αυτή τη θεω­ ρία υπόψη μου, αλλά ενστικτωδώς, επειδή μου άρεσαν τα έργα εκείνης της εποχής και τα είχα διαβάσει, όπως τον «Χρυσό όνο» του Απουλήιου, το «Σατυρικόν» του Πετρώνιου, τα «Αιθιοπικά» του Ηλιόδωρου, όλα αυτά τα μυθιστορή­ ματα τα ελληνιστικά και τα ελληνορωμαϊκά εί­ ναι ουσιαστικά η παράδοσή μας, δεν έχομε τί­ ποτε άλλο πίσω μας. Πίσω μας έχομε ηθογραφία. Έχομε Παπαδιαμάντηδες και Καρκαβίτσηδες και αυτού \ Αυτά είναι τα μόνα γνήσια ελληνικά προϊόντα. Το αστικό μυθιστό­ ρημα που έρχεται μετά το 1920 και ’30, είναι μίμηση του γαλλικού μυθιστορήματος ή του αγ­ γλικού. Λοιπόν, εάν θέλομε να γράφομε με κα­ ταβολές από κάπου, πρέπει να πάμε πάρα πο­ λύ πίσω. Μοιραία. Δεν γίνεται διαφορετικά.

Τα όνειρα δεν έχουν ηθική. Είναι ανήθικα πλάσματα Ό σο πιο πίσω, τόσο καλύτερα... ΝΑΙ, αλλά να το κάνομε συνειδητά όμως. Δηλα­ δή να μην έχομε αυτή την ανασφάλεια επειδή μεσολάβησαν δύο χιλιετηρίδες, ότι δεν είναι πια παράδοσή μας αυτό. Είναι η παράδοσή μας. Δεν έχει σημασία ο χρόνος. Αυτόν το φόβο του χρόνου πρέπει να τον καταργήσομε τέλος πάν­ των. ιΐαι να θεωρήσομε ότι ορισμένα αρχαία έργα είναι πολύ πιο κοντά μας τελικά. Σε ατμό­ σφαιρα, νοοτροπία, κλίμα. Π.χ. ο «Χρυσός όνος» πού διαδραματίζεται; στή Θεσσαλία. Ό τι γράφτηκε λατινικά, δεν έχει καμία σημασία. Η ατμόσφαιρα είναι τελείως ελληνική. Είναι κα­ ταπληκτικό δηλαδή πόσο ελληνική είναι η ατμόσφαιρά του. Ακόμα και στο χαρακτήρα των αστείων που γίνονται, κάτι φάρσες, το χιούμορ, η σκληράδα, όλα αυτά. Πάρα πολύ χαρακτηρι­ στικά της νοοτροπίας μας ακόμα και σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι κάτι υπάρχει εκεί. Δεν είναι δυνατόν. Φυσικά δεν λέω ότι είναι το μόνο πρά­ γμα που έχομε ως λύση, αλλά νομίζω ότι από κάπου πρέπει ν ’ αρχίσομε. Ό ταν λοιπόν άρχι­ σα να γράφω το «Απ’ τα κόκαλα» σκεπτόμου­ να να γράψω κάτι ανάμεσα στο «Ταξίδι» του Ψυχάρη, δηλαδή ένα γλωσσικό μανιφέστο, ένα μανιφέστο γλωσσικού στυλ, κι από την άλλη μεριά ένα κείμενο πεζό, κάπως υπόγειο, όπως η «Γυναίκα της Ζάκυνθος» του Σολωμού. Δη­ λαδή ένα βιβλίο που θ α περιέγραφε τα υπόγεια

των Αθηνών και την πόλη αυτή έντονα και ας πούμε σαν να τη βλέπουμε με ακτίνες X, με τη δράση να διαδραματίζεται ολόκληρη σ ’ αυτόν το χώρο μέσα. Αυτό δεν μπορούσα να το κάνω σε ποίημα φυσικά. Έ πρεπε να γίνει σε πεζό. Το στυλ με το οποίο γράφτηκε είναι πολύ ση­ μαντικό για μένα. Ο Ναμπόκωφ έχει πει' -ο οποίος έχει μελετήσει τη ρωσική λογοτεχνίαγια τον Αντρέι Μπιέλλι, τον περίφημο ρώσο συμβολιστή πεζογράφο, ότι το μυθιστόρημά του «Αγία Πετρούπολη» είναι η μεταποίηση του ρωσικού κλασικού μυθιστορήματος, δηλα­ δή η διάλυση του κλασικού στυλ, και το πέρα­ σμά του σ ’ ένα καινούριο στυλ. Την εποχή εκείνη το γράψιμο του Μπιέλλι θεωρήθηκε άσχημο γράψιμο, κακό γράψιμο. Ενώ ήταν μοντερνιοπκό γράψιμο. Για πρώτ.) φορά γράφεται ένα μοντερνιστικό μυθιστόρημα στα ρωσικά. Αυτό θεωρήθηκε εκείνη την εποχή από τους κριτικούς απλή αδεξιότητα. Αλλά μετά βέβαια αυτό προχώρησε με τους φορμαλιστές και έγινε πιο καθαρό, για να φθάσει μέχρι τον Ναμπό­ κωφ. Και είπανε ότι κάθε είδος έχει αυτή την εξέλιξη. Σε μια στιγμή σπάει. Η σχολή του συμ­ βολισμού ή η σχολή του ρομαντισμού γεννιέται από τα αποκαΐδια κάποιας προηγούμενης και από τα δικά της ερείπια γεννιέται μια άλλη νέα σχολή και στην αρχή μοιάζει να είναι κάτι αδέ­ ξιο... Το τελευταίο βιβλίο σας, «Μερικές γυ­ ναίκες», ομολογώ με δυσκόλεψε. Είναι, εκφράζει μια στάση απέναντι στα προβλή­ ματα των γυναικών της εποχής μας; Τι εί­ ναι; ΚΑΜΙΑ σχέση. Είναι, απλώς φαντασιώσεις υπερρεαλιστικού χαρακτήρα εντελώς προσωπι­ κές, οι οποίες δεν έχουν καμιά ιδεολογική κα­ τεύθυνση, ούτε αντιπροσωπεύουν τη στάση μου απέναντι στις γυναίκες. Κάθε ένα από αυ­ τά τα κείμενα είναι ένα όνειρο. Ό πω ς ξέρουμε τα όνειρα δεν έχουν ηθική. Τα όνειρα είναι ανή­ θικα πλάσματα. Σε ένα όνειρο μπορείς να δεις ότι είσαι ο Χίτλερ ενώ είσαι εντελώς αντίθετος προς τον ναζισμό. Θέλω να πω, δεν έχει καμία σημασία το πώς εμφανίζονται οι γυναίκες στο βιβλίο μου αυτό. Εμφανίζονται ως ονειρικά στοιχεία, συμβολικά, τα οποία επηρεάζουν κά­ πως την ποιητική ατμόσφαιρα του ονείρου αυ­ τού που είναι αυτά τα γραπτά. Έτσι και μόνο πρέπει να κριθεί και καθόλου σαν μια ιδεολο­ γική στάση απέναντι στις γυναίκες. Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν την εποχή που έγραφα υπερ­ ρεαλιστικά κείμενα, δηλαδή ανάμεσα στο 1961


συνεντευξη/71 και 1968, και πρέπει να κριθούν μ ’ αυτό τον τρόπο. Εκείνη την εποχή έγραψα κι ένα άλλο βιβλίο, τον «Προδότη του γραπτού λόγου». Ποιος είναι ο προδότης του γραπτού λό­ γου; Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ του γραπτού λόγου είναι ακρι­ βώς αυτό που ονομάζω μεταμοντερνισμό. Είναι η διάλυση του μοντερνισμού -θεωρώ εγώ ότι αυτό το βιβλίο αντιπροσωπεύει τη διάλυση του μοντερνιστικού στυλ, διότι χρησιμοποιώ όλα τα στυλ τα οποία μου αρέσουν ή τα οποία έχω πε­ ράσει ως εμπειρίες από τον καιρό που γράφω. Και γράφω ένα διήγημα με ένα στυλ ποιητικό. Έ να άλλο ρεαλιστικό. Έ να άλλο πειραματικό. Αυτά τα κάνω επίτηδες. Συνειδητά. Δεν είναι ότι δεν μπορώ να γράψω σε ενοποιημένο στυλ. Νομίζω ότι το ενοποιημένο στυλ είναι ένα πρά­ γμα καθαρά μοντερνιστικής κατασκευής. Είναι δηλαδή ένα τεχνητό πράγμα. Νομίζω ότι ο μεταμοντερνισμός μάς ελευθερώνει και μας δίνει την ευκαιρία να κινηθούμε σε διάφορα είδη. Ο μεταϋπερρεαλισμός είναι κάτι ανάλο­ γο; Ο μεταϋπερρεαλισμός είναι κάτι ανάλογο. Εμ­ φανίζεται μ ’ ένα γλωσσοκεντρισμό πιο εξελιγμέ­ νο, όχι στενά τεχνητό... Ό πω ς λέτε κάπου, «όταν σπάει για μας η ιστορική συνείδηση οι προσπάθειες των επιγόνων του μοντερνισμού γίνονται

Εμείς οι Μεσόγειοι ζουμε σ ’ ένα κλίμα μηδενισμού άναρθρες». Αναφέρεστε στους λογοτέ­ χνες που γράφουν στη δεκαετία του 1950; ΝΑΙ. Νομίζω, εκείνη την εποχή αρχίζει η διάλυ­ ση του μοντερνισμού. Και αυτό αφορά, κατά τη γνώμη σας, τους Έλληνες που γράφουν τότε; ΝΑΙ. Ο μοντερνισμός στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’ 30 είναι πολύ οργανωμένος. Και βλέπομε ποιητές οι οποίοι αναπηδούν σε πολύ νεαρή

Νάνος Βαλαωριτης

ηλικία πανέτοιμοι, πάνοπλοι, όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. U Ελύτης παραδείγμα­ τος χάριν. Πότε έγραφε τα πρώτα ποιήματα των «Προσανατολισμών»; Τα έγραφε 27 ετών. Ο Σεφέρης γράφει το «Μυθιστόρημα» 35 ετών. Αυτά τα ξεχνάμε. Διότι βλέπουμε ποιητές πια σε μια ορισμένη ηλικία σήμερα. Ή ταν πάρα πολύ νέοι αυτοί οι άνθρωποι τότε. Αλλά ήταν και πολύ οργανωμένοι. Αυτός ο οργανωμένος μοντερνισμός διαλύεται το 1950. Μετά από τον Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά τον Εμφύλιο, τον δικό μας πόλεμο. Και σιγά σιγά αναπηδά κάτι καινούριο. Και αντιφατικό. Παραδείγματος χά­ ριν, όπως είπες στην αρχή, η Μαντώ Αραβαντινού είναι ένα παράδειγμα μιας νέας οργάνωσης του λόγου. Κατόπιν υπάρχει η ποίηση άλλων νέ­ ων ποιητών εκείνης της εποχής, οι οποίοι πάνε σε άλλες κατευθύνσεις. Δεν είναι πια πολύ ξεκά­ θαρο αυτό, όπως ήταν στη δεκαετία του 1930. Αρχίζει μια διαφοροποίηση πάρα πολύ έντονη, η οποία μπορεί να ονομαστεί η αρχή μιας μεταμοντερνιστικής λειτουργίας ή διεργασίας. Και η οποία βέβαια ολοκληρώνεται στη δεκαετία του 1970 και 1980 και αρχίζουμε σήμερα να το συ­ ζητάμε θεωρητικά, ίσως και για πρώτη φορά. Υπήρξατε ο εμπνευστής και αυτός που πραγματοποίησε, με μια σταθερή συνερ­ γασία συγκεκριμένων ατόμων, ένα περιο­ δικό σαν το «Πάλι». Τώρα, ύστερα από τόση απόσταση-χρόνο, αν σας δινόταν η ευκαιρία για ένα άλλο λογοτεχνικό περι­ οδικό, ποια θα ήταν η φυσιογνωμία του;


72/συνεντευξη

X. Λ. ΜΠΟΡΧΕΣ

Το βιβλίο των φανταστικών οντων

Μετάφραση: Γιώργος

Βεης

Ε Κ Δ Ο ΣΗ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ LIBRO ΤΗΛ. 7247116

Μετά διακοπή 4 μηνών ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καί πάλι κυκλοφορεί 1983

’Ανανεωμένο στην υλη, στό σχήμα, στη γραφιστική του μορφή

ΘΑ διέφερε από αυτά που γίνονται σήμερα με τον εξής τρόπο: Τα περιοδικά που βγαίνουν σή­ μερα τα βρίσκω πάρα πολύ καλά φτιαγμένα, καλά τυπωμένα, με ωραία τεχνική παρουσίαση, πράγμα που το «Πάλι» δεν το είχε ασφαλώς, ήταν κάπως πιο πρωτόγονο. Αλλά το «Πάλι» εί­ χε κάτι που αυτά τα περιοδικά δεν το έχουν. Είχε έναν προσανατολισμό. Και αυτός ο προσα­ νατολισμός ήταν ακριβώς προς τον πειραματι­ σμό και την έρευνα. Πειραματικά κείμενα βά­ ζαμε και ερευνούσαμε τρόπους γραφής. Έστω και αντιφατικούς. Ό π ω ς είναι η νέα γραφή η γαλλική, τα υπερρεαλιστικά κείμενα, άγνωστα ακόμα την εποχή εκείνη, τους φορμαλιστές συζητάγαμε, βάζαμε τους μπητ, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, και τους μεταφράζαμε. Αυτά τότε είχαν μια επαναστατική σημασία. Σήμερα βέ­ βαιά έχουν περάσει στην κοινή συνείδηση, δεν υπάρχει καμιά επανάσταση εκεί πέρα. Λοιπόν ένα σημερινό περιοδικό για να είναι επαναστα­ τικό, πρέπει να έχει έναν προσανατολισμό. Και πιστεύω ότι ο προσανατολισμός αυτός πρέπει θεωρητικά μεν να είναι στην πρώτη γραμμή της νέας κριτικής, που είναι σημειολογική και βέ­ βαια μοντέρνα στην τεχνική της, ας πούμε η αποδομητική κριτική όπως έχει διαμορφωθεί ιδίως στην Αμερική, αλλά εμπνευσμένη από τον Ντερριντά στη Γαλλία, ή, ας πούμε, μεταστρουκτουραλιστική, σημειωτική γενικά. Να γίνει μια προσπάθεια δηλαδή να διαβαστούνε πάλι τα κείμενα των ελλήνων συγγραφέων από αυτή την άποψη. Και, κατά δεύτερο λόγο, θ α έβαζα κεί­ μενα τα οποία θ α δοκίμαζαν να δημιουργήσουν μια νέα γραφή. Και όχι κείμενα που απλώς αναμασάνε τον μοντερνισμό όπως τον έχομε κληρονομήσει μέχρι σήμερα. Ποιος ο λόγος να το κάνομε αυτό, εφόσον υπάρχουν έργα ήδη τα οποία είναι αξιόλογα; Για να τα μιμηθούμε; Πρέ­ πει να κάνουμε κάτι άλλο. Κάτι το οποίο να ξε­ φεύγει από τη θεματογραφία του μοντερνι­ σμού, η οποία έχει πια εξαντληθεί, ή τη μυθο­ λογία ή το λεξιλόγιο ή τον τρόπο γραφής γενι­ κά. Ας τα ξετινάξουμε αυτά τα πράγματα. Αν διεύθυνα ένα περιοδικό σήμερα, αυτό θα το έκανα πολύ ενεργητικά. Έχετε κανένα άμεσο σχέδιο;

ΤΟΔΕΝΤΡΟ

ΝΑΙ. Διότι θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα. Δεν θέ­ λω να μείνω πια στην Αμερική. Έχει αλλάξει πολύ το κλίμα εκεί τα τελευταία δεκαπέντε χρό­ νια, και αν γυρίσω στην Ελλάδα, οπωσδήποτε θ α το πραγματοποιήσω αυτό. Ή θα δοκιμάσω να το πραγματοποιήσω.


ΔΕΛΤΙΟ 22 Σεπτεμβρίου5 Οκτωβρίου 1983

βιβλιογραφικό δελτίο αριθ. 79 • Το Βιβλιογραφικό Δελτίο συντάσσεται με την πολύτιμη συνεργασία του βιβλιοπωλείου της «Εστίας», τη διεϋδυνση και το προσωπικό του οποίου ευχαριστούμε θερμά. • Η ταξινόμηση των βιβλίων γίνεται με βάση το γνωστό Δεκαδικό Σύ­ στημα Ταξινόμησης, προσαρμοσμέ­ νο στην ελληνική βιβλιογραφία. » Σε κάβε κατηγορία βιβλίων προη­ γούνται αλφαβητικά οι έλληνες

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Ν Ε Ο Τ Ε Ρ Η Φ ΙΛ Ο Σ Ο Φ ΙΑ ΙΛΙΕΝΚΟΦ Ε. Β. Διαλεκτική λογική. Δοκίμιο ιστορίας και θεωρίας. Μετ. Μιχάλης Αναστασιάδης. Αθήνα, Gutenberg, 1983. Σελ. 272. Δρχ. 500.

Επιμέλεια: Έφη Απάκη

συγγραφείς και ακολουθούν οι ξέ-

0 Η κατάταξη των ξένων συγγραφέων γίνεται σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο. 0 Στην κατηγορία των περιοδικών δεν περιλαμβάνονται εβδομαδιαία έντυπα. 0 Για την ακόμη μεγαλύτερη πληρό­ τητα του Δελτίου, παρακαλούνται οι εκδότες να μας στέλνουν έγκαι­ ρα τις καινούριες εκδόσεις τους.

Βία βιασμός. Κείμενα Κοινωνικού και Φεμινιστικού Προβληματισμού, αριθ. 1. Αθήνα, Ωκεανίδα, 1983. Σελ. 95. ΣΒΑΡΤΣΕΡ ΑΛΙΣ. Η «μικρή διαφορά» και οι μεγάλες της συνέπειες. Β' έκδοση. Μετ. Λήδα Μ οσχονά. Σει­ ρά Γυναικείου Βιβλίου. Αθήνα, Γνώση, 1983. Σελ. 321. ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΣΘΕΝΩΝ (S.P.K.). Οι «ψυχασθενείς ενάντια στο κεφάλαιο». Μετ. Δημήτρης Γιαννόπουλος-Βαρβάρα Κολλιοπούλου. Κοινω­ νικά Κινήματα, αριθ. 4. Αθήνα, Κομμούνα. Σελ. 151. Δρχ. 270.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ Δ ΙΚ Α ΙΟ Γ Ε Ν ΙΚ Α Η άλλη Χαλκιδική. Ιο συνέδριο για την πολιτιστική ανάπτυξη της Χαλκιδικής. Χαλκιδική, Σπίτι Πολιτι­ σμού, 1983. Σελ. 222.

ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛ ΔΗΜ. Η επέκταση της ελληνικής χωρικής θάλασσας στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ναυτι­ κά μίλλια. Αθήνα, Σάκκουλας, 1983. Σελ. 144. Δρχ. 350.

Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΟ Λ Ο Γ ΙΑ

Π Ο Λ ΙΤ ΙΚ Η

ΒΕΛΤΣΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Το τίποτα. Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 47. Δρχ. 100.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗΣ. Μ πορούμε να ελπίζουμε; Αθήνα, Ηράκλειτος, 1983. Σελ. 193.


74/δελτιο ΣΒΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ. Η ελληνική εξωτερική πολιτική. Α πό τις αρχές του 20ού αιώνα ώς το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1983. Σελ. 270. Αρχ. 450. WEBER FRANK G. 0 επιτήδειος ουδέτερος. Μετ. Εύη Νάντσου. Αθήνα, Θετίλη, 1983. Σελ. 309. Δρχ. 500. ------------------------------------------------------------------------------

ΕΦΑΡΜΟΣΜ. ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΙΑ Τ Ρ ΙΚ Η ΓΚΡΕΤΣΚΟ Β. Ε. Ο πονοκέφαλος. Μετ. Τάκης Τασσόπουλοξ. Αθήνα, Καπόπουλος. Σελ. 117. Δρχ. 250.

Ο ΙΚ Ο Ν Ο Μ ΙΑ ΦΟΥΡΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ν. Γαλλοελληνικόν λεξικόν. Οικονομικόν-εμπορικόν. Αθήναι. Σελ. 512. Δρχ. 1000.

Δ Η Μ Ο Σ ΙΑ Δ ΙΟ ΙΚ Η Σ Η STAROSCIAK JERZY. Η δημοσία διοίκηση στα σοσι­ αλιστικά κράτη. Εισαγωγή-μετάφραση Κωνσταντίνος Ε. Κούρτης. Αθήναι, 1983. Σελ. 43. Δρχ. 250.

Β ΙΟ Λ Ο Γ ΙΑ ΡΟΣΤΑΝ ΖΑΝ. Α πό το σπέρμα στο νεογνό. (Η αν­ θρώπινη περιπέτεια). Μετ. Υπατία Δελή. Πανεκδοτι­ κή. Σελ. 131.

Υ Γ ΙΕ ΙΝ Η ΣΠΥΡΙΔΟΓΙΑΝΝΑΚΗ ΜΑΙΡΗ. Διατροφή και σεξ. Αθήνα, Καραμπερόπουλος, 1983. Σελ. 149. Δρχ. 300.

Ο ΙΚ Ο Λ Ο Γ ΙΑ ΜΑΡΓΑΡΗΣ ΝΙΚΟΣ. Οικο-λογικά. Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 102. Δρχ. 200.

Λ Α Ο Γ Ρ Α Φ ΙΑ

Γ Ε Ω Ρ Γ ΙΑ ΒΑΓΙΑΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. Τρίγλωσσο λεξικό, γαλλικοαγγλικο-ελληνικό και με λατινική ορολογία επ ί της γεωπονίας-δασοπονίας-κτηνιατρικής-αλιείας κλπ. Τό­ μος Ε '. Αθήνα, 1983. Σελ. 1681-2090. Δρχ. 1000.

ΚΟΛΛΙΑΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Π. Αρβανίτες και η καταγω­ γή των Ελλήνων. Ιστορική-λαογραφική-πολιτιστικήγλωσσολογική επισκόπηση. Αθήνα, 1983. Σελ. 510. ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Γεωργικά της Ρού­ μελης. Αθήνα, Δωδώνη, 1983. Σελ. 495. Δρχ. 800. ΜΟΝΑΧΟΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΗΛ. Η Ελευσίνα του χθές και του σήμερα. Ελευσίνα, Μοναχολιά, 1982. Σελ. 380.

ΤΕΧΝΕΣ Α Ρ Χ ΙΤ Ε Κ Τ Ο Ν ΙΚ Η ΤΖΩΝΟΣ Π. Τυπολογία της κατοικίας. Θεσσαλονίκη, 1983. Σελ. 190.

ΠΑΙΔΙΚΑ Ζ Ω Γ Ρ Α Φ ΙΚ Η ΘΕΑΤΡΟ

ΜΠΙΦΕΡΝΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ. Αθήνα... αντίο. Αθήνα,

ΜΠΑΚΑ-ΣΤΑΥΡΑΚΟΥ ΜΑΡΙΑ. Οι διακοπές του γε­ λαστού. Θέατρο για παιδιά. Α θήνα, Δωδεκάτη ' Ωρα. Σελ. 39.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΑΛΚΗΣ. Η Θεσσαλονίκη στη ζω­ γραφική των παιδιών. Α θήνα, Μαλλιάρης-Παιδεία. Σελ. 141. Δρχ. 600.


δελτιο/75 Αθήνα, 1983. Σελ. 174. Δρχ. 150. Β ΙΒ Λ ΙΟ Δ Ε Σ ΙΑ ΓΑΝΙΑΡΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡ. - ΓΑΝΙΑΡΗ ΦΡΟΣΩ Α. Βιβλιοδεσία. Τέχνη καί τεχνική. Α θήνα, ΕΟΜΜΕΧ, 1983. Σελ. 90+εικόνες. Δρχ. 300.

ΖΑΓΚΑΒΙΕΡΟΥ-ΒΟΥΡΒΟΥΛΗ ΒΙΚΥ. Ρέκβιεμ για τον πλανήτη. Αθήνα, Πρίσμα, 1983. Σελ. 46. ΚΑΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ.'Γραφή και φως. Αθήνα, Ί κ α ­ ρος, 1983. Σελ. 125. Δρχ. 350. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ I. Περι-συλλογή. (Ποιή­ ματα). Αθήνα, 1983. Σελ. 46.

Φ Ω Τ Ο Γ Ρ Α Φ ΙΑ ΤΣΙΟΥΜΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΣ. Το «παλατάκι» των Λιμεναριών Θάσου. Θεσσαλονίκη, Εκδοτική Ομάδα, 1983.

ΜΑΝΑΡΗΣ ΖΩΗΣ. Η κύστη ή το λευκοκύτταρο του οράματος. Αθήνα, Τρία Φύλλα, 1983. Σελ. 56. Δρχ. 150. ΜΠΕΚΑΣ ΜΙΧΑΛΗΣ. Η ποίηση σήμερα δεν είναι εδώ. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 59.

ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ

ΠΙΣΣΑΝΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Κ. Πάνω και κάτω α π' το χώ­ μα... Αθήνα, Πισσάνος, 1983. Σελ. 139. Δρχ. 450.

Α Θ Λ Η Τ ΙΣ Μ Ο Σ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΔΑΝΑΗ. Κείμενα σε μεγάλες και μικρές αράδες. Αθήνα, Gutenberg. Σελ. 67. Δρχ. 150.

ΖΗΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. Μανέ Γκαρρίντσα. Η χαρά του λαού. Αθήνα, 1983. Σελ. 100. Δρχ. 200. ΖΗΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. Πελέ ο βασιλιάς. Αθήνα, 1983. Σελ. 156. Δρχ. 300.

ΚΛΑΣΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

ΤΣΙΓΚΡΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Εκκαρυς. Ποιήματα. Βόλος, 1983. Σελ. 43.

Π Ε Ζ Ο Γ Ρ Α Φ ΙΑ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ. Το αγρίμι. Γ' έκδοση. Αθήνα, Τρία Φύλλα, 1983. Σελ. 81. Δρχ. 180. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ. Το γυμνό παιδί. Β' έκ­ δοση. Αθήνα, Τρία Φύλλα, 1983. Σελ. 90. Δρχ. 180.

Α Ρ Χ Α ΙΟ Ι Σ Υ Γ Γ Ρ Α Φ Ε ΙΣ MORRISON J. S. Π υθαγόρας ο Σάμιος. Εισαγωγήμετάφραση-σχόλια Βούλα Λ αμπροπούλου. Αθήνα, 1983. Σελ. 60+πίνακες. Δρχ. 180.

ΓΑΊ'ΤΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Συμφωνία κυρίων και άλλες ιστορίες. Διηγήματα. Αθήνα, Gutenberg. Σελ. 66. Δρχ. 170. ΣΠΑΡΤΑΣ ΤΟΛΗΣ. Οι βρυκόλακες χτύπησαν τον Πολάνσκι. Αστυνομικό μυθιστόρημα. Αθήνα, Album. Σελ. 164. Δρχ. 315.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΦΛΩΡΑΚΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Τα πονοτρόνια και οι αναρχικοί. Γ' έκδοση. Α θήνα, Ά π ειρ ο ν , 1983. Σελ. 168. Δρχ. 250.

Γ Ε Ν ΙΚ Α

BLANCHARD KENNETH - JOHNSON SPENCER. Ο μάνατζερ του , ενός λεπτού. Μετ. Κ. Παραπαντάκης. Αθήνα, Γαλαίος, 1983. Σελ. 111. Δρχ. 500.

ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΗΛΙΑΣ. Ανθολογία ισπανικής ποίησης (ΧΙΙ-ΧΧ αιώνας). Ξένη Ποίηση, αριθ. 3. Αθήνα, Γνώ­ ση, 1983. Σελ. 258. Δρχ. 450.

ΛΙΟΣΑ ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ. Απρόσμενη επίσκεψη. Μετ. Ρίτα ΚολάΙτη. Αθήνα, Εξάντας, 1983. Σελ. 136. Δρχ. 200. ΟΡΓΟΥΕΛ ΤΖΩΡΤΖ. Πεθαίνοντας στην Καταλωνία. Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 263. Δρχ. 300.

Π Ο ΙΗ Σ Η ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ-ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ΑΛ. Ειρηνικοί ρυθμοί.

ΟΥ Α ΊΆΝ Τ ΟΣΚΑΡ. Η σφίγγα δίχως το αίνιγμα. Μετ. Γ. Θ. Μαλτέξος. Α θήνα, Ηριδανός, 1983. Σελ. 128. Δρχ. 250.


76/δελτιο ΣΜΕΝΤΛΕΎ· ΑΙΏΝΙΕΣ. Κόρη της γης. Μετ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη. Αθήνα, 1983. Σελ. 320. Δρχ. 550.

Μ Α Ρ Τ Υ Ρ ΙΕ Σ

ΤΣΑΠΕΚ ΚΑΡΕΛ. Ο πόλεμος με τις σαλαμάνδρες. Μυθιστόρημα. Μετ. Δημοσθένης Κούρτοβικ. Αθήνα, Πορεία, 1983. Σελ. 271. Δρχ. 350.

ΓΕΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΑ. Μαρία Δημάδη. Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης. Αθήνα. Σελ. 191. Δρχ. 250.

ΧΑΜΣΟΥΝ ΚΝΟΥΤ. Μ παγαπόντηδες. Μετ. Τούλα Σιετή. Αθήνα, Μπογιάτης, 1983. Σελ. 73. Δρχ. 140.

ΜΙΧΕΛΙΔΗΣ-ΜΙΧΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (Γ. ΚΑ Ι ΜΗΣΑΣΙΑΤΗΣ). Ο σκληρός δρόμος. Αθήνα, Τολίδης, 1983. Σελ. 197. Δρχ. 250.

Α Λ Λ Η Λ Ο Γ Ρ Α Φ ΙΑ Β ΙΟ Γ Ρ Α Φ ΙΕ Σ ΚΟΡΑΗΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ. Αλληλογραφία. Τόμος Ε \ 1823-1826. ΑΘήνα, Ό μιλος Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, 1983. Σελ. 367. Δρχ. 700.

Μ ΕΛΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ/ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ. Φιλολογικό μνημόσυνο Στυλιανού Καψωμένου. Θεσσαλονίκη, 1983. Σελ. 56.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΕΛΕΝΗ Ν. Μαχάτμα Γκάντι. Μια άγια ζωή. Αθήνα, Ελένη Ν. Καζαντζάκη, 1983. Σελ. 219. Δρχ. 350. ΝΙΚΟΛΑΤΈΒΣΚΙ ΜΠΟΡΙΣ - ΜΑΙΝΧΕΝΧΕΛΦΕΝ ΟΤΤΟ. Η ζωή του Καρλ Μαρξ. Ο άνθρωπος, ο αγωνι­ στής. Μετ. Φ. Φωτίου. Αθήνα, Ράππας, 1983. Σελ. 480.

Α Υ Τ Ο Β ΙΟ Γ Ρ Α Φ ΙΕ Σ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΧΑΡΗΣ. Παθολογία της πνευματι­ κής ζωής. Αντιδοκίμια. Κριτική-Μελετήματα, αριθ. 10. Αθήνα, Φιλιππότης, 1983. Σελ. 131. Δρχ. 300.

ΓΚΑΝΤΙ ΙΝΤΙΡΑ. Η δική μου αλήθεια. Μετ. Μάριος Βερέλλας. Α θήνα, Αλεβιζόπουλος, 1983. Σελ. 246. Δρχ. 350.

ΘΕΑΤΡΟ Ε Λ Λ Η Ν ΙΚ Η ΙΣ Τ Ο Ρ ΙΑ ΕΡΓΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΙΑΣΩΝ. Αει-θαλής ο έλληνας. Θεατρι­ κός στοχασμός. Αθήνα, Δωδώνη, 1983. Σελ. 69. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΙΑΣΩΝ. Θεατρικό πολύπτυχο. Θεατρι­ κοί στοχασμοί. Αθήνα, Δωδώνη, 1983. Σελ. 149. ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗ ΚΑΤΙΑ - ΤΖΕΒΕΛΕΚΑΚΗΣ ΓΙΩΡ­ ΓΟΣ. Σκηνικό έγκλημα / Κάτια. Αθήνα, 1983.

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΒΟΥΡΝΑΣ ΤΑΣΟΣ. Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Α πό τα πρώτα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια ώς την ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος (21 Απριλί­ ου 1967). Αθήνα, Τολίδης. Σελ. 533. Δρχ. 650. ΙΝΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ Π. Παιονία και Παίονες. Α πό τα μυθικά χρόνια ώς την τουρκοκρατία. Γουμένισσα, Μαχητής του Κιλκίς, 1983. Σελ. 95. ΜΙΤΑΚΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Η επανάσταση του 1836. Αθήνα, 1983. Σελ. 227. Δρχ. 600. ΝΙΚΟΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. Ιστορική πορεία του ελ­ ληνικού έθνους. Η Εθνική Αντίσταση. Αθήνα, 1983. Σελ. 992. Δρχ. 1200. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Ι ΔΗΣ ΠΑΝ. Σ. Οι περιηγητές για τη Λέσβο. Β' έκδοση. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο των Βιβλιό­ φιλων, 1983. Σελ. 220. Δρχ. 400.

Α Ρ Χ Α ΙΟ Λ Ο Γ ΙΑ ΚΡΑΒΑΡΤΟΓΙ/ ΊΝΟΣ ΔΡΟΣΟΣ. Νομισματικές μαρ­ τυρίες του ανταγωνισμού των Ανδηγαυών και Αραγωνίων για την κυριαρχία της Ελλάδος. Ανάτυπο από το περιοδικό «Συλλεκτικός Κόσμος» Αθήνα, Συλλέγω, 1983. Σελ. 14.

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΚΩΣΤΑΣ Ν. Το αρχείον των Βλαχοπαπαδόπουλων των Πατρών (1720-1905). Θεό­ φιλου Μητροπολίτου Αθηνών (1798-1873). Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Πελοποννήσου, αριθ. 1. Πάτραι, 1983. Σελ. 102. Δρχ. 350. ΦΩΡ ΠΩΛ. Η καθημερινή ζωή στις ελληνικές αποικί­


δελτιο/77 ες. Μετ. Έλλη I. Αγγέλου. Αθήνα, Ωκεανίδα, 1983. Σελ. 421. Δρχ. 650.

Π Α Γ Κ Ο Σ Μ ΙΑ ΙΣ Τ Ο Ρ ΙΑ

νωνικών επιστημών. Τεύχος 13. Δρχ. 150. ΕΥΒΟΊ-ΚΟ ΔΕΛΤΙΟ. Μηνιάτικη έκδοση. Φύλλο 16. ΖΗΝΩΝ. Δελτίο της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου. Τεύχος 3. ΖΥΓΟΣ. Διμηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 59. Δρχ. 300.

ΤΟΝΤΟΡΟΦ ΝΙΚΟΛΑ Ι·. Σύντομη ιστορία της Βουλ­ γαρίας. Αθήνα, Ν έα Σύνορα, 1983. Σελ. 173. Δρχ. 300.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ - ΤΑΞΙΔΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΛΙΤΣΑΣ ΦΩΤΙΟΣ Κ. Κορώνη. Η προσωπογραφία μιας πολιτείας. Αθήνα, Σύνδεσμος των απανταχού Κορωναίων, 1983. Σελ. 299. Δρχ. 400.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

ΘΟΥΡΙΟΣ. Κεντρικό Ό ρ γα νο της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τεύχος 178. Δρχ. 30. ΙΑΤΡΙΚΗ. Μηνιαία Σπουδών. Τεύχος 6.

έκδοση

Εταιρείας

Ιατρικών

ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΛΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ. Τεύχος 9. Δρχ. 120. ΟΥΡΑΝΟΙ. Αεροδιαστημική επιθεώρησις. Φύλλο 207. Δρχ. 50. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΝΕΑ. Μηνιαία εφημερίδα των εργαζομένων στα πανεπιστήμια. Φύλλο 8. Δρχ. 20. ΠΑΝΘΕΟΝ. Γυναικείο δεκαπενθήμερο περιοδικό. Τεύχος 785. Δρχ. 60. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ. Τεύχος 156. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΡΟΥΜΕΛΗ. Επιθεώρηση ποικίλου προβληματισμού. Τεύχος 22. Δρχ. 100.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ. Τεύχος 18. Δρχ. 50. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ. Τεύχος 20. ΑΝΤΙ. Δεκαπενθήμερη πολιτική επιθεώρηση. Τεύχος 243. Δρχ. 50. ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΤΗΣ ΑΡΝΑΙΑΣ. Ό ρ γα νο για την προ­ βολή και π ρόοδο της Βόρειας Χαλκιδικής. Φύλλο 61. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΞΕΙΝΟΥ ΛΕΣΧΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙ­ ΚΗΣ. Φύλλο 14. ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ. Μηνιαία επιθεώρηση τέ­ χνης, κριτικής και κοινωνικού προβληματισμού. Φύλ­ λο 21. Δρχ. 100. ΓΥΝΑΙΚΑ. Το περιοδικό της ελληνικής οικογένειας. Τεύχος 877. Δρχ. 80.

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Μηνιαία επιθεώρηση. Τεύχος 62. Δρχ. 120. ΡΑΣΙΝ - RACINE. Τεύχος 7. Δρχ. 50. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ. Μηνιαία περιοδική έκδοση γραμμάτων και τεχνών. Φύλλο 82. Δρχ. 7. ΤΕΤΡΑΜΗΝΑ. Τεύχος 23-24. Δρχ. 150. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ. Ό ρ γα ν ο τού χριστιανοσοσιαλιστικού κινήματος της Χριστιανικής Δημοκρατίας. Φύλλο 229. Δρχ. 15. ΧΡΟΝΙΚΑ. Ό ρ γα νο ν του Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος. Τεύχος 61. HOROS. Έ να αρχαιογνωστικό περιοδικό. Τεύχος 1. Δρχ. 500.

ΔΑΥΛΟΣ. Μηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 20-21. Δρχ. 80. ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του βιβλίου. Τεύχος 77. Δρχ. 100. ΔΩΔΩΝΗ. Επιστημονική επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Τόμος 10/1981. Δρχ. 1100. ΕΞΩΡΑ Ι ΣΤΙΚΟΣ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΝΤΕΛΗΣ. Πληροφοριακό δελτίο. Φύλλο 58. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ. Τό­ μος 26/1979. Δρχ. 600. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. Δίμηνη επιθεώρηση

m πρ,σΡα 4 8 και υψηλάντου -τηλ. 4172388


78/δελτιο 7 Σεπτεμβρίου21 Σεπτεμβρίου 1983

κριτικογραφία

Επιμέλεια: Μαρία Τρουπάκη

Στην Κριτικογραφία περιλαμβάνονται όλες οι επώνυμες βιβλιοκριτικές που δημοσιεύονται στον ημερή­ σιο αδηναϊκό τύπο. Περιλαμβάνονται, επίσης, και κριτικές δημοσιευμένες στον περιοδικό και επαρχια­ κό τύπο, όσες φυσικά φροντίζουν να μας στέλνουν οι συντάκτες τους. Για κάδε βιβλίο σημειώνονται, μέ­ σα σε παρένδεαη: το όνομα του κριτικού και ο τίτλος του εντύπου (βλ. Υπόμνημα), καδώς και η ημέρα δημοσίευσης της κριτικής, αν πρόκειται για εφημερίδα, ή ο αριδμός έκδοσης, αν πρόκειται για περιο­ δικό έντυπο.

Υπόμνημα ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΑΑ: Α. Αργυρίου ΑΘ: Π. Αθηναίος ΑΠ: Α. Παπαδάκη ΑΦ: Α. Φουριώτης BA: Β. Αγγελοπούλου ΒΠ: Βάιος Παγκουρέλης ΓΜ: Γ. Ματζουράνης ΓΠ: Γ. Παναγιώτου ΔΓ: Δ. Γιάκος ΔΖ: Δ. Ζαδές ΔΚ: Δ. Κονιδάρης ΔΠ: Δ. Παπακωνσταντίνου ΔΣ: Δ. Σιατόπουλος ΕΑ: Ε. Αρανίτσης ΕΖ: Ε. Ζωγράφου ΕΠ: Ε. Παμπούκη ΕΡ: Ε. Ρόζος EM: Ε. Μόσχος ZB: Ζ. Βαλάση ΘΠ: Θ. Μ. Πολίτης ΚΑ: Κ. Ανδρόνικός ΚΔ: Κ. Θ. Δημαράς ΚΕ: Κ. Εμονίδης ΚΛ: Κ. Λάμψα ΚΝ: Κ. Ντελόπουλος ΚΡ: Κ. Ρούφου ΚΣ: Κ. Σταματίου ΚΤ: Κ. Τσαούσης ΚΧ: Κ. Χρυσάνθης ΜΠ: Μ. Παπαδοπούλου ΝΜ: Ν. Μπούτβας ΝΠ: Ν. Παπανδρέου ΟΠ: Ο Παρατηρητής

ΠΑ: Α. Παπανδρόπουλος ΠΛ: Π. Λινάρδος-Ρυλμόν ΠΜ: Π. Μηλιώρη ΠΠ: Π. Παγκράτης ΣΔ: Σ. Δρακοπούλου ΣΚ: Σ. Κακίσης ΣΤ: Δ. Σταμέλος ΤΘ: Τ. Θεοδωρόπουλος ΤΑ: Τ. Λειβαδίτης ΤΜ: Τ. Μενδράκος TP: Κ. Τρίγκου ΤΣ: Σ. Τσακνιάς ΦΤ: Φ. Τριάρχης XX: X. Χειμώνας ΕΝΤΥΠΑ ΑΗ: Απογευματινή ΑΚ: Ακρόπολις ΑΝ: Αντί ΑΠ: Απανεμιά ΑΥ: Αυγή ΒΟ: Βορειοελλαδικά ΒΡ: Η Βραδυνή ΓΙ: Γιατί ΓΤ: Γράμματα και Τέχνες ΔΓ: Διαγώνιος ΔΙ: Διαβάζω ΔΑ: Διάλογος ΕΒ: Εμείς και το Βιβλίο ΕΘ: Έθνος ΕΛ: Ελευθεροτυπία ΕΚ: Ελικώνας ΕΟ: Εποπτεία ΕΠ: Επίκαιρα ΕΣ: Ελεύθερος (Στερ. Ελλ.)

ΕΨ: Επιστημονική Σκέψη ΕΩ: Ελεύθερη Ώρα ΗΜ: Ημερήσια ΗΧ: Ήχος και Hi - Fi ΘΟ: Θούριος ΚΑ: Καθημερινή ΚΛ: Κυπριακός Λόγος CO: Cosmopolitan ΛΕ: Η Λέξη ΜΕ: Μεσημβρινή ΝΕ: Τα Νέα ΝΣ: Νέα Εστία ΟΙ: Οικολογία και Περιβάλλον ΟΠ: Οδός Πανός ΟΤ: Οικονομικός Ταχυδρόμος ΠΑ: Πάνθεον ΠΘ: Πολιτικά Θέματα ΠΚ: Πνευματική Κύπρος ΠΟ: Πολίτης ΠΡ: Πόρφυρας ΡΙ: Ριζοσπάστης ΣΕ: Σύγχρονη Εκπαίδευση ΣΘ: Σύγχρονα Θέματα ΣΚ: Σκιάθος ΣΛ: Συλλεκτικός Κόσμος ΣΠ: Σπουδές ΣΣ: Σύγχρονη Σκέψη ΣΥ: Συμβολή ΤΑ: Ταχυδρόμος ΤΕ: Τριφυλιακή Εστία ΤΟ: Τομές ΤΤ: Τετράγωνο ΦΣ. Φιλολογική Στέγη ΧΑ: Χάρτης ΧΡ: Η Χριστιανική

Γενικά έργα

Θ ρησκεία

Βιβλιογραφία του ISO για γεωργικό και δασικό μηχανικό εξοπλισμό (ΔΣ, ΟΤ.15/9) Δημήτραινας Δ.: Βιβλιογραφία φιλολογικών μαθημάτων γυμνασίου και λυκείου (Α. ΣΤ.Α., Απόψεις, 1) Ευθύνη. Ευρετήριο συγγραφέων θεμάτων (Α. ΣΤ. Α., Απόψεις, 1) Θωμόπουλος I.: Λεξικό κρυμμένων ονομάτων (Ν. Κοντοσόπουλος, Γλωσσολογία, 1) Καρπόζηλου Μ.: Αφιερώματα περιοδικών. Συμβολή στην καταγραφή τους, 1880-1980 (Α. ΣΤ. Α., Απόψεις, 1) Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Τετράδια εργασίας 1, 2, 3 (Α. ΣΤ. Α., Απόψεις, 1) Κορδομενίδης Γ.: Τα μουσεία της Θεσσαλονίκης (ΔΣ, ΟΤ, 15/9) Ντελόπουλος Κ.: Σύστημα βιβλιογραφίας (Α. ΣΤ. Α, Απόψεις, 1)

Μουστάκης Γ.: Η γέννηση του χριστιανοφασισμού στην Ελλάδα (ΚΤ, ΕΘ, 14/9) Κ οινωνιολογία Αθανασόπουλος Δ.: Ελληνική διοίκηση (Π. Σαρλής, ΚΑ, 15/9) Γιούλτσης Β.: Εισαγωγή στη γενική κοινωνιολογία (ΑΘ, EQ, 18/9) Μίντση Μ.: Γυναίκες φταίμε κι εμείς (Θ. Παπαλιβερίου-Φήμη, Μαζί, 13) Ρούσης Γ.: Συμμετοχή των εργαζομένων (ΚΤ, ΕΘ, 7/9) Σημειωτική και κοινωνία (Θ. Νάκας, Γλωσσολογία, 1) Φίλιας Β.: Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις (ΚΤ, ΕΘ, 14/9) Αρνάο Τ.: Το απαγορευμένο χόρτο (ΕΑ, ΕΛ, 8/9)


δελτιο/79


80/δελτιο

μικρές αγγελίες ΤΟ Κέντρο Σωματικής Αποτο­ ξίνωσης (Νταού Πεντέλης Ραφίνα) δέχεται προσφορές βιβλίων από εκδότες και ιδιώ­ τες για να φτιάξει δανειστική βιβλιοθήκη. Για όσους ενδιαφέρονται, περισσότερες πλη­ ροφορίες στο 0294-23.080. *

ΓΙΑΤΙ μόνον ο Σεγκόβια, άντε και μερικοί άλλοι; Καιρός είναι να δοκιμάσετε κι εσείς. Παραδίδει μαθήματα κλασικής και πρακτικής κιθάρας. Τα τηλέ­ φωνα που μπορείτε να επικοι­ νωνήσετε μαζί της είναι: 86.43.852 και 54.44.517.

Ρίτσος Γ.: Τι παράξενα πράγματα (ΚΤ, ΕΘ, 14/9), (ΚΣ, ΝΕ, 10/9) Σάπωνας Α.: Χειροπέδες (Γ. Καρανικόλας, ΕΒ, 48) Σκανδάμης Γ.: Χιουμοριστικές καμπάνες (ΑΦ, ΑΚ, 7/9) Σούση Ν.: Γυμνή αλήθεια (ΕΖ, PI, 11/9) Τατσόπουλος Π.: Το παυσίπονο (Κ. Ακριβός, Σχήμα Λόγου, 3) Φακίνος Μ.: Οι κωπηλάτες (ΚΣ, ΝΕ, 10/9) Φωτιάδου-Μπαλαφούτη Γ.: Ασε το βιβλίο το γάλα φέρε (ΑΘ, Εβ, 18/9) Azuela Μ.: Οι καταπιεσμένοι (ΜΠ, ΝΕ, 10/9), (ΑΘ, ΗΜ, 16/9) Αμάντο Ζ.: Γκαμπριέλα. Κανέλα και γαρίφαλο (ΒΠ, ΔΙ, 76) Βω Ε.ι Επιστροφή στο Μπράιντσχεντ (ΤΜ, ΕΠ, 15/9) Egbuna Ο.: Ελίνα (ΤΜ, ΕΠ, 8/9), (ΚΤ, ΕΘ. 7/9), (ΑΘ, ΗΜ, 16/9) Ζενέ Ζ.: Ο καβγατζής της Βρέστης (X. Μεγαλυνός, ΟΠ, 11) Θερβάντες Μ·: Οι αρχικλεφταράδες της Σεβίλλης (ΕΑ, ΕΛ, 8/9) Καζότ Ζ.: Ο ερωτευμένος διάβολος (ΕΑ, ΕΛ, 8/9) Καλβίνο I.: Ο διχασμένος ιπποκόμης. Ο ανύπαρκτος ιππότης. Οι δύ­ σκολοι έρωτες. Οι αόρατες πόλεις (Π. Ευαγγελινός, Σχήμα Λόγου, 3) Κούντερα Μ.: Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης (ΤΜ, ΕΠ, 8/9) Μίλλερ X.: Ο κολοσσός του Μαρουσιού (I. Θεοχάρης, Ηπειρωτική Εστία, 371-373) Μοράβια Α.: Η χωριάτισσα (ΔΣ, ΟΤ, 15/9) Μπρετόν Α. - Σουπώ Φ.: Τα μαγνητικά πεδία (ΤΜ, ΕΠ, 15/9) Πρατολίνι Β.: Το χρονικό των φτωχών εραστών (Β. Ηλιόπουλος, ΔΙ, 76) Σαλαμπέρτ Μ.: Η εσωτερική εξορία (ΔΣ, ΟΤ, 15/9) Σέλντομ Σ.: Οργή αγγέλων (ΕΑ, ΕΛ, 8/9) Φουριέ Σ.: Η ιεραρχία του κερατώματος (Β. Κάσσος, ΔΙ, 76) Μ ελέτες Νικολόπουλος Γ.: Η αντιστασιακή λογοτεχνία (Γ. Βαλέτας, ΕΒ, 48) Παναγιώτου Ν. - Λαδάκη-Φιλίππου Ν. - Ορφανίδης Ν.: Άντης Περνάρης (ΚΧ, ΠΚ, 268-269) Πίνακας λέξεων του Καρυωτάκη (ΒΠ, ΔΙ, 76) Τσάντλερ Ρ.: Η απλή τέχνη του φόνου (Σ. Τριβυζάς, ΠΡ, 18) Δοκ ίμ ιο Δρακόπουλος Π.: Θητεία (ΠΑ, ΟΤ, 8/9) Μονταίνι Μ.: Δοκίμια (ΔΣ, ΟΤ, 15/9) Μπερντιάεφ Ν.: Η μοίρα της κουλτούρας (Τ. Τζαμαλίκος, ΚΑ, 8/9) Ιστορία Ελλάδα. Ιστορία και πολιτισμός. Τ. 10. (ΑΘ, ΗΜ, 16 /9) Κλεάνθης Μ.: Έτσι χάσαμε τη Μικρασία (ΑΘ, ΗΜ, 9/9) Κωστόπουλος Σ.: Η αμφιλεγόμενη πενταετία (ΒΠ, ΔΙ, 76) Papacostea-Danielopoulou Κ.: Η οργάνωση και η πνευματική ζωή της «ελληνικής» κομπανίας του Μπρασόβ (Ν. Τέντας, Ηπειρωτική Εστία, 371-373) Σύντομη ιστορία του Μεξικού (ΚΤ, ΕΘ, 11/9) Β ιο γ ρα φ ίες-Μ α ρτυ ρ ίες

ΙΣΠΑΝΟΣ φιλόλογος παραδίδει μαθήματα ισπανικής γλώσ­ σας σε αρχάριους και προχω­ ρημένους. Για λεπτομέρειες τη­ λεφωνήστε στο 36.07.106 από τις 6 έως 9 μ.μ. * TOEFL: For Graduate and Post Graduate Studies in the U.S. Join our small group in Thessaloniki 91.65.82 (Κάθε λέξη στις «μικρές Αγγελίες» στοι­ χίζει ΙΟ μόνο δρχ.)

Ανδρικόπουλος Ν.: Ο λόφος (EM, ΚΑ, 15/9) Βραχνιάρης X.: Τα χρόνια της λαϊκής εποποιίας (Γ. Βαλέτας, ΕΒ, 48) Καπέλλα Θ.: Το χρονικό της προσφυγιάς (Γ. Βαλέτας, ΕΒ, 48) Νάκου Λ.: Η ζωή του Σεμελβάις (ΜΠ, ΝΕ, 17/9) Σταμέλος Δ.: Κατσαντώνης ή αποθέωση της παλληκαριάς (I. Θεοχάρης, Ηπειρωτική Εστία, 371-373) Πανουτσοπούλου Κ.: 33 χρόνια κοινωνική λειτουργός (Π. ΔορμπαράΠαπαδόπουλος Λ.: Μάνος Λόίζος (ΚΤ, ΕΘ, 14/9) Χατζηκωστής Γ.: Γράμματα από το βαλκανικό μέτωπο (ΚΧ, ΠΚ, 268269) Ψυχογιός Δ.: Μεροληπτική κατάθεση (Κ. Ακριβός, Σχήμα Λόγου, 3) Ταξιδιωτικά Σπανάκης Σ.: Κρήτη (ΚΤ, ΕΘ, 11/9) Finne F.: Στεφάνι από ελληνικά νησιά (ΑΘ, ΗΜ, 9/9) Π εριοδικά Απόψεις (ΚΝ, ΚΑ, 15/9) Ηρακολογία (Κ.Ν.Κ., ΚΑ, 15/9) Μεταξύ μας (W., ΟΤ, 8/9) Ονόματα (Ν. Κοντοσόπουλος, Γλωσσολογία, 1) Παιδαγωγικό Αρθρογραφικό Δελτίο (Α. Σ.Τ.Α., Απόψεις, 1) Horos (ΚΤ, ΕΘ, 14/9)


Χ ΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚ ΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ 1453-1820

ινιια μοναδική έκδοση της περιόδ της εποχής Ο τόμος ouve ο πρωτοψάλι προβάλλει, γ ... εκτέλεσης του παραδοσιακού >ύ μέλους, Η έρευνα και ο εντοπισμός το επιλογή των αντιπροσωπευτικών δειγμάτων π< >υσιάζονται, η περιγραφή και ο σχολιασμός . . τους και η συγγραφή ττ εισαγωγικού κειμένου οφείλονται στον τζηγιακουμή.

ΜΜπαΜβπππππη

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Εν ονόματι του Μάρξ Έ ντεκα απόρρητα

Τα ντοκουμέντα αυτά δημο­ σιεύονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και δ είχνουν πως αλλοιώθηκε η ιδέα του αληθινού σοσιαλισμού τα κρί­ σιμα χρόνια 1924-1927, για να φτάσει η ΕΣΣΔ και ο κόσμος ολόκληρος στο φ αινόμενο του σταλινισμού.

ντοκουμέντα

ΡΙΖΟΥ ΜΠΟΚΟΤΑ

Έτσι χάθηκε ο Αρης ΜΙΑ · ΕΝΓΚΕΛΣ · ΜΠΕΜΠΕΛ · ΑΝΤΛΕΡ # ΖΙΛΜΠΟΥΡΓΚ · ΣΑΪΝΤΕΜΠΕΡΓΚ

Η αξία της γυναίκας

Μιά συγκλονιστική μαρτυρία για τις τελευταίες έξι μέρες του Άρη Βελουχιώτη, πού βρέθηκε κυνηγημένος στα φαράγγια του θανάτου, μετά την εντολή του ΚΚΕ: «ούτε

γουλιά νερό για τον Άρη».

Έξι συγγραφείς ερ ευνούν, αποκαλύπτουν και υπογραμμί­ ζουν ότι δ εν μπορεί να υπάρ­ ξει κοινωνική απελευθέρω ση του ανθρώπινου γέ νο υ ς χωρίς κοινωνική ανεξαρτησία και ισότητα των δύο φύλων.

ΣΙΜΟΝ ΝΤΕ ΜΠΩΒΟΥΑΡ

Πύρρος και Κινέας

Το πιό ωραίο και πιό αισιόδο­ ξο φιλοσοφικό δοκίμιο που έγραψ ε η συγγραφ έας του Δεύτερου Φύλου και της Προ­

δομένης γυναίκας.

Εκδόσεις Γλάρος ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ 31 · ΑΘΗΝΑ 141 . ΤΗΛ 36 1


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Τεύχος 79 by Diavazo.gr - Issuu