μικρασιατικό
ΑΡΙΘ. 74 · 27.7.82 · ΔΡΧ. 100
Συντροφιά με ωραία βιβλία για τις διακοπές σας Μ ια μικρή επιλογή από τις εκδόσεις μας ★
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ - ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ
A.Α. ΛΙΒΑΝΗ & ΣΙΑ Ε.Ε. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΚΔ ΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟ Σ
«Ν ΕΑ Σ Υ Ν Ο Ρ Α » Σόλωνος 94, Τηλ. 3600.398 - 3610.589
r νέα βιβλία της «Γνώσης»
ΑΛΕΞ. ΑΡΓΥΡΙΟΥ
ΓΝΩΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΩΝ • ΑΞΙΩΤΗ • ΓΚΑΤΣΟΥ • ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΑΟΥ • ΕΑΥΤΗ • ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ • ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ • ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ • ΡΑΝΤΟΥ • ΣΑΧΤΟΥΡΗ &ΝΤΟΡΡΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΝ1
καλύυερες οι διακοπές με βιβλία αποος εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΕΤΡΟΣ ΑΜΠΑΤΖΟΓΛΟΥ ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΙΛΙΝΟΣ ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΛΙΟΤΣΟΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΔΑΓΛΗΣ ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΣΟΛΑΣ ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ ΗΒΗ ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ - ΜΙΛΛΙΕΞ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ΜΑΡΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΥΚΑΣ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ
J
Σημεία και τέρατα Ταξίδια και όνειρα Η πηγάδα Εφήβων και μη Βάρδια Τα γουρούνια Η Μαρία περιηγείται τη Μητρόπολη των νερών Ο Πρίγκιπας Ο ωραίος λοχαγός Τα ψάθινα καπέλα Προτελευταία εποχή Δυτικοί συνοικία Αυτό το θέατρο ήταν Εκείνος Στο δρόμο των Αγγέλλων Πέτρος Δαρζέντας Οι Συνυπάρχοντες Γι' ανθρώπινες φωνές Ιστορίες σκύλους Κίνα Μητέρα Θεσσαλονίκη Το γυμνό δέντρο Θάλασσα Κατεδαφιζόμεθα Ανθρωποι και σππ Ο καραγκιόζης... καραγκιόζης Τα διηγήματα Απαντα Πεζοδρόμιο Μπακακόκ
ΕΚΛΟΕΕΙΕ ΚΕΛΡΟΕ Γεωργίου Γενναδίου 6 - Τηλ.: 36.15:783
Συμπληρώστε τή σειρά των άφιερωμάτων Κωνσταντίνος Θεοτόκης (No 14) Βιβλία γιά π α ιδιά (No 24) Γυναικείος λόγος (No 36) Γκέοργκ Λούκατς (No 41) Τά διδακτικά βιβλία τής μέσης εκπαίδευσης (No 47) Φράντς Κάφκα (No 50 Νέοι λογοτέχνες (No 50) Νίκος Κ αζαντζάκης (No 51) Μαρσέλ Προύστ (No 52) Ούίλλιαμ Φώκνερ (No 54) Α γγλική λογοτεχνία (No 56) Σοβιετική λογοτεχνία (No 57) ’Αντίσταση καί λογοτεχνία (No 58) Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία (No
Ό νο ρ έ ντέ Μ παλζάκ (No 60) Δημήτρης Γληνός (No 61) Τζέημς Τζόυς (No 62) Κώστας Χατζηαργύρης (No 63) Ή γενιά τών μπήτνικ (No 64) Οί επίγονοι τοΰ Φρόυντ (No 65) Ζάν Ζενέ (No 66) Ε πιθεώ ρηση Τέχνης (No 67) "Αγιον ’Ό ρ ο ς (No 68) Νέοι λογοτέχνες (No 69) Γερμανόφωνο θέατρο (No 70) Σημειωτική (No 71) ’Αριστοφάνης (No 72) Ζάκ Πρεβέρ (No 73)
Μην ξεχνάτε τίς συνεντεύξεις με τούς: Μένη Κουμανταρέα (No 1) Γιώργο Ίω άννου (No 9) Διονύση Σαββόπουλο (No 10) Γαβριήλ Πεντζίκη (No 11) ’Ιάκωβο Καμπανέλλη (No 12) Νίκο Σβορώνο (No 18) Μέντη Μποσταντζόγλου (No 19) Νίκο Πουλαντζά (No 27) ’Αλέξανδρο Κοτζιά (No 28) Στρατή Τοίρκα (No 29) Ζωή Καρέλλη (No 30) ’Ά λκη Ζέη (No 33) Γιάννη Τσαρούχη (No 42) Τάκη Σινόπουλο (No 46)
Νίκο Καροϋζο (No 48) Κ. Θ. Δημαρά (No 53) Δ ιδώ Σωτηρίου (No 58) Κυριάκο Σιμόπουλο (No 59) Κώστα Ζουράρη (No 60) Σπύρο Ά σ δρ α χά (No 61) Ε μμανουήλ Κριαρά (No 62) Ά λ . Φ ιλιππόπουλο (No 63) Καίη Τσιτσέλη (No 64) Πέτρο Ά μπατξόγλου (No 67) Γιάννη Δουατζή (No 68) Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (No 71) Λιλίκα Νάκου (No 72) Γιώργη Γιατρομανωλάκη (No 73)
τού
ΔΙΑΒΑΖΩ
Μέχρι τέλος Δεκέμβρη τού 1983 ετοιμάζονται τά αφιερώματα Λογοτεχνία καί κινηματογράφος
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Μ αρκήσιος ντε Σάντ
Κάρλ Μάρξ
Κωνσταντίνος Καβάφης
’Ιταλική λογοτεχνία
Μ ίλαν Κούντερα
Νεοελληνικό θέατρο
’Αδαμάντιος Κοραής
’Αστυνομικό μυθιστόρημα
Άνατρέξτε στά άρθρα τού ΔΙΑΒΑΖΩ Οί εγκυκλοπαίδειες καί τά κριτήριά τους (No 9) Ό Π απαδιαμάντης σήμερα (No 9) ’Ερωτήματα γιά τήν έπαρχιακή λογοτεχνία (No 10) ’Ιούλιος Βέρν: Τ αξίδι με τό όνειρο (No 12) Πώς φθάσαμε στό βιβλίο (No 13) 1941-1944: Ή ’Εθνική ’Αντίσταση μέσα από βιβλία (No 14) Ό Γκόρκι καί τό βιβλίο (No 15) Ή πεζογραφ ία άπό τό 1880 ως τό 1940 (No 16) Ή πεζογραφ ία άπό τό 1940 ως τίς μέρες μας (No 17) Ή Ε ΣΣΔ μέσα άπό τά κείμενα τών ιστορι κών της (No 17) Ελληνική κινηματογραφική βιβλιογραφία (No 19) Γνωριμία μέ τόν Μισέλ ντέ Μ ονταίνι (No 20)
Φανταστικό καί έπιστημονική φαντασία (No 20) Ο ί έκδόσεις τού Μ άρξ (No 21) Συγκριτική τής μοντέρνας έλληνικής ποίη σης (No 22) Εισαγωγή στή μεσοπολεμική πεζογραφία (No 25) Ξαναδιαβάζοντας τόν Θερβάντες (No 26) Τό βιβλίο καί τά πολιτικά κόμματα (No 32) Χίλιες καί μία νύχτες (No 33) Ό λ ιβ ερ Τουίσγ (No 34) Τό θέατρο τού παράλογου στήν Ε λ λ ά δ α (No 37) Ό Ντοστογιέφσκι καί τό «"Εγκλημα καί τι μωρία» (No 38) Ξ αναδιαβάζοντας τή «Μαντάμ Μ ποβαρύ» (No 42) Ξ αναδιαβάζοντας τόν "Αγγελο Σικελιανό (No 46) Τό θέατρο τού Γιάννη Καμπύση (No 53)
Γραφτείτε συνδρομητές Εσωτερικού 'Απλή (15 τευχών): 1.350 δρχ. » (25 τευχών): 2.100 δρχ.
Σπουδαστική* (15 τευχών): 1.250 δρχ. » (25 τευχών): 1.900 δρχ.
’Οργανισμών, Τραπεζών, Ιδρυμάτων (25 τευχών): 2.500 δρχ.
Κύπρος 22 34 20 31
Εύρώπη 25 39 23 36
’Αμερική Άσία Αφρική 28 44 26 41
Αύστραλία 31 50 30 47
40
45
50
56
Εξωτερικού 'Απλή (15 τευχών): » (25 τευχών): Σπουδαστική* (15 τευχών): » (25 τευχών): Σχολών Βιβλιοθηκών Ιδρυμάτων (25 τευχών): *οι σπουδαστές μέσης, άνώτερης καί άνώτατςς έκπαίδευοςς γράφονται συνδρομητές μέ τήν έπίδειξη ή τήν άποστολή φωτοτυπίας της σπουδαστικής τους ταυτότητας ή τής άστυνομικής (άν είναι μαθητές).
Δολ. ηπα Δολ. ηπα
Εμβάσματα στή διεύθυνση: Κατερίνα Γρυπονησιώτου π εο ΐο δ ίκ ό «Διαβάζω» ΠερίΟΟΙΚΟ ίλίαοαςω Ο μή ρο υ 34 Άθή VO (135)
Συμπληρώστε τή σειρά Τιμή μηνιαίων τευχών: 150 δρχ. (διπλών 230 δρχ.) Τιμή δεκαπενθήμερων τευχών: 100 δρχ. (διπλών 130 δρχ.) Τά παλιά τεύχη τού «Διαβάζω» μπορείτε ή νά τά άγοράσετε άπό τά γραφεία του περιοδικού ή, άν μένετε στην έπαρχία, νά ζητήσετε νά σάς τά στείλουμε μέ άντικαταβολή.
Κυκλοφορούν οί τόμοι 1 - 1 0 : 1.100* δρχ.
’Αξία βιβλιοδεσίας 250 δρχ. *Σέ σπουδαστές έκπτωση 15%
Ζητήστε τούς τόμους τού «Διαβάζω» άπό τά γραφεία τού περιοδικού ή, άν μένετε στήν έπαρχία, ζητήστε νά σάς τούς στείλουμε μέ άντικαταβολή. Μπορείτε άκόμα νά άνταλλάξετε τά τεύχη πού έχετε μέ δεμένους τόμους, πληρώνοντας μόνο τή βιβλιοδεσία (250 δρχ. γιά κάθε τόμο).
ΔΙΑΒΑΖΩ
ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Όμηρου 34, ’Αθήνα - 135 Σύνταξη: 36.40.487 Λογιστήριο: 36.40.488 Διαφημίσεις: 36.26.910
Τεύχος 74 27 Ιουλίου 1983 Τιμή: Δρχ. 100 Εκδότης: "Αννα Πετρίδου 'Ιδρυτής: Περικλής Άθανασόπουλος Διευθυντής: Γιώργος Γαλάντης ’Αρχισυντάκτης: Νίκος Στεφανάκης Σύνταξη: Σοφία Γεμενάκη, Δημήτρης Δεληπέτρος, Θεοδώρα Ζερβού, Βασίλης Καλαμαράς, Λάμπρος Κουλελής, 'Ηρα κλής Παπαλέξης, Βάσω Σπάθή, Μαρία Στασινοπούλου, 'Ελένη Στεφανάκη Γραμματεία Σύνταξης: Γιώργος Σαρηγιάννης Οικονομικός ύπεύθυνος: Βάσω Σπάθή Διαφημίσεις: 'Ηρακλής Παπαλέξης Διορθώσεις: Πέτρος Στεφανάκης Σελιδοποίηση: Νένη Ράις Στοιχειοθεσία: Φωτοκύτταρο ΕΠΕ, 'Υμηττού 219, Παγκράτι, τηλ. 75.16.333 Διαφάνειες: Δ. Π. Άγγελής, Πειραιώς 1, τηλ. 32.44.325 Εκτύπωση: Βαλασάκης - ΆγγελήςΟ.Ε., Ταύρου 21,'τηλ. 34.66.927 Βιβλιοδεσία: Νικ. Κατριβάνος & Σία Ο.Ε., Στ. Γόνατά 48, τηλ. 57.49.951 Διανομή: Νέο Πρακτορείο Τύπου Κεντρική διάθεση: «Διαβάζω» Όμηρου 34 Τηλ. 36.40.488 Πειραιάς: Βιβλιοπωλείο «Κιβωτός» Δραγάτση 1 Θεσσαλονίκη: Βιβλιοπωλείο Μ. Κοτξιά καί Σία Τσιμισκή 78 Τηλ. 279.720, 268.940 Κύπρος: Πρακτορείο βιβλίου Χρ. Άνδρέου καί Σία Ρηγαίνης 64 Λευκωσία Υπεύθυνος τυπογραφείου: Κ. Λεμπέση, Υμηττού 219, Παγκράτι Εξώφυλλο: Γιώργος Γαλάντης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΔΙΑΛΟΓΟΙ: Γράφουν οί Μ. Κοντολέων, Έ . Παμπούκη, Μ. Ελευ θερίου, Ά . Δελώνης καί Σ. Μυλωνά Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
6 8 10
ΑΦΙΕΡΩΜΑ Πασχάλης Κιτρομηλίδης: Μικρασιατική καταστροφή "Αλκής I. Παναγιωτόπουλος: Γιά τή μελέτη τού μικρασιατικού ελ ληνισμού I. Τ. Παμπούκης: Τό ποντιακή θέατρο Γ. Δ. Μπώκος: Ή ελληνική τυπογραφία στή Μικρά ’Ασία Μ. Φ. Δραγούμης: Μιά άνέκδοτη συλλογή τραγουδιών τού Μικρασιάτη Πέτρου Φιλανθίδη Θάνος Βερέμης: Ή ’Εθνική Τράπεζα στή Σμύρνη Παύλος Χατζημωυσής: Βιβλιογραφικά Μικρός ’Ασίας
12 15 19 24 32 35 38
ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ: Γράφει δ Διονύσης Λιάρος ΜΟΥΣΙΚΗ: Γράφει ό Κοσμάς Χριστίδής ΠΟΙΗΣΗ: Γράφει ό Γιώργος Κεχαγιόγλου ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: Γράφουν οί Χρίστος Χειμάρας, Έκτωρ Κακναβάτος καί Φ. Δρακονταειδής
47 51 53 57
ΠΛΑΙΣΙΟ: Γράφει ό Β. Παγκουρέλης
49
ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ: Γράφει ή Έ . Παμπούκη
63
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ. Στρατής Δούκας: Δέν έννοώ τέχνη χωρίς βίωμα, χωρίς ζωή
64
ΔΕΛΤΙΟ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ
71
ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
78
ΧΡΟΝΙΚΑ Τό δημοφιλέστερο βιβλίο τών άναγνωστών τού «Διαβάζω» γιά τό 1982 (No 2) ΟΠΩΣ σάς εϊχαμε ύποσχεθεϊ σέ προη γούμενο τεύχος μας, έπανερχόμαστε στο «Δημοφιλέστερο βιβλίο τών άναγνωστών τού "Διαβάζω" γιά τό 1982». Θά θέλαμε, λοιπόν, νά κάνουμε μιά σύντομη έκτίμηση γιά τά βιβλία πού προτάθηκαν άπό τούς άναγνώστες μας. Από τά 112 βιβλία πού προτάθη καν καί, όπως γράψαμε, ψηφίστηκαν άλλα λιγότερο κι άλλα περισσότερο, τά 80 ήταν έλληνικά (ποσοστό 74,43%) καί τά 32 ήταν μεταφράσεις ξένων βιβλίων (ποσοστό 28,57%). Από τά 80 έλληνικά βιβλία, τά 69 (πο
σοστό 86,25%) άνήκουν στό χώρο τής λογοτεχνίας (πεζογραφία, ποίηση, λο γοτεχνικές μελέτες), ένώ τό ύπόλοιπο ποσοστό μοιράζονται Ιστορικές καί πολιτικές μελέτες. Άπό τίς ξένες με ταφράσεις, δηλαδή τά 32 βιβλία, τά 26 (ποσοστό 81,5%) άνήκουν στό λογο τεχνικό χώρο, ένώ τά ύπόλοιπα άνή κουν στήν κατηγορία τών βιβλίων τής ψυχολογίας, τής παιδαγωγικής καί τών πολιτικών μαρτυριών. 'Αλλά, όπως είχαμε ύποσχεθεϊ, θά πρέπει ν’ άναφέρουμε καί τά συγκε κριμένα βιβλία πού μέ μικρή διαφορά άκολουθοϋν στήν πέμπτη θέση: «Σέ στενό οικογενειακό κύκλο» τής Λίζας Άλθερ, «Τό τελευταίο σώμα μου» τής Κικής Δημουλά, «Πολλαπλά κατάγμα τα» τού Γιώργου Ίωάννου, «01 κανό νες τού παιχνιδιού» τού Άντρέα Κερένη, «Κι ή σιδερώστρα έκοβε τήν τη λεόραση στά δύο» τού Μάνου Κοντο-
προ λεγο μένα λέων, «Τό βιβλίο τού γέλιου καί τής λήθης» τού Μίλαν Κούντερα, «Άπό τήν 'Ελλάδα στήν Άντιελλάδα» τού Γεώργιου - Αλέξανδρου Μαγκάκη, «100 χρόνια μοναξιάς» τού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, «Χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου» τού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, «Σκόρπια δύναμη» τής Μαρίας Μήτσορα, « Απομνημο νεύματα» τού Εύάγγελου Παπανούτσου, «'Ιταλικό τρίπτυχο» τού Γιάννη Ρίτσου, «Τά παιδικά χρόνια τού άδελφοϋ μου Γιάννη Ρίτσου» τής Λούλας Ρίτσου-Γλέζου, «Τό γυμνό ψωμί» τού Μοχάμεντ Σούκρι, «Άστραδενή» τής Εύγενίας Φακίνου καί «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα» τού Κυριάκου Χαραλαμπίδη.
Τό «Διαβάζω» μονοτονικό ΤΟ «Διαβάζω» βρίσκεται στήν εύχάριστη θέση ν' άναγγείλει στό άναγνωστικό του κοινό δτι άπό τό έπόμενο τεύχος του θά έφαρμόσει τό μονοτο νικό σύστημα, παλιά έπιθυμία τού «Διαβάζω» καί τών άναγνωστών του, πού έκδηλώθηκε άπό τά πρώτα τεύχη του. Τεχνικοί λόγοι καί ή μετατροπή τής συχνότητας έκδοσης τού περιοδι κού, άπό μηνιαίο σέ δεκαπενθήμερο, καθυστέρησαν αύτή τήν έφαρμογή. "Ετσι, άπό τό έπόμενο τεύχος τό «Διαβάζω» κυκλοφορεί μονοτονικό καί Ικανοποιεί μ' αύτό τόν τρόπο κι δσους άπό τούς άναγνώστες του άνυπομονοϋσαν γιά τήν καθυστέρηση.
«Χωρίς περίσκεψιν» ΑΠΟ 1 έως 3 ’Ιουλίου έγινε στήν Πά τρα, στό κεντρικό άμφιθέατρο τού πανεπιστημίου, τό Τρίτο Συμπόσιο Ποίησης, πού φέτος ήταν άφιερωμένο στόν ποιητή Κ.Π. Καβάφη. Τό «Διαβά ζω» θά άσχοληθεϊ μέ τά θέματα καί τίς έκδηλώσεις τού συμποσίου καί θά έκφράσει τίς άπόψεις του στό έπόμε νο τεύχος. Τώρα θά διατυπώσουμε μόνο κάποια έρωτηματικά πού μάς δημιούργησε ή μόνιμη καί ένοχλητική παρουσία πολυμελούς συνεργείου τηλεόρασης σέ δλη τή διάρκεια τού συμποσίου. Ή τηλεόραση, συνήθως καί λογικά, καλύπτει τέτοιες έκδηλώσεις μέ' ένα όλιγόλεπτο ή, στις καλύτερες περι πτώσεις, ήμίωρο ρεπορτάζ. Στήν Πά τρα όμως δέν άκολουθήθηκε ούτε ή συνήθεια ούτε ή λογική, πολύ πε ρισσότερο δέ ή οικονομία. Μία σταθε ρή μηχανή λήψεως καί μία μετακινού μενη άπαθανάτιζαν καί τήν παραμικρή κίνηση, άπό τήν αύτοσχέδια βεντάλια τής κυρίας ή τό χωρίς φωτιά τσιγάρο τού καπνιστή (διότι καί ό κλιματισμός καί τό κάπνισμα ένοχλοϋσαν τίς μη χανές) μέχρι τό σκύλο πού, κάποια στιγμή, άπρόσκλητος καί άνενόχλητος, περιφερόταν στό άμφιθέατρο. Μία όμάδα λήψεως τού ήχου στή γω νία (ή πιό διακριτική, θά λέγαμε, καί γνώριμη άπό τά προηγούμενα συμπό σια, πού μαγνητοφωνούσε γιά τό Τρί το Πρόγραμμα καί πού θά μεταδώσει άλες τίς εισηγήσεις) καί άμέτρητα κα λώδια στίς σκάλες, στούς διαδρό μους, στά προαύλια, στά πόδια μας. Καί άπέξω τό μαγικό αύτοκίνητο μέ τά μύρια δσα ήλεκτρονικά. Αφήνουμε κατά μέρος τήν άποτρόπαιη, συνεχή καί ρυθμιστική παρουσία τής μηχανής σέ μιά τόσο πνευματική καί άνθρώπινη συνάφεια (όχι, δέν συμφιλιωνόμαστε μαζί της!) καί ρωτά με: 1. Ποιός χρηματοδότησε όλο αύτό τό τηλεοπτικό όργιο καί γιατί; 2. Ειπώθηκε, άπό σχετικούς, ότι μα γνητοσκοπούσαν τά πάντα γιά νά βγει ένα τετράωρο ένημερωτικό-πολιτισπκό πρόγραμμα γιά τήν τηλεόραση. Καί ρωτάμε: Πώς είναι δυνατόν νά συμπιέσεις 24 ώρες ζωντανού προ γράμματος σέ 4; Καί βάσει ποιας λογι κής θά κόψεις καί θά ράψεις κείμενα
χρονικα/7 χώρα. Αλλού ή πλούσια λογοτεχνι καί πρόσωπα, γιά νά έρθουν στά μέ Λογοτεχνία σέ κή παράδοση συνέβαλε στήν άνάπτυτρα τού όποιου χρόνου σου; Θά ήταν καί ξη τού κινηματογράφου κι άλλοϋ ό πολύ Πιό άπλό, μέσα σέ καθορισμένο βιομηχανικός χαρακτήρας τού τελευ χρόνο, οί όργανωτές καί κάποιοι άπό κινηματογράφος ταίου έπηρέασε τή λογοτεχνία. τούς είσηγητές (ώς έκπρόσωποι τού Τά τελευταία χρόνια έχουν άπασχοσυνόλου) νά έδιναν τίς συντεταγμέ λήσει πολύ τό κοινό, έκτός βέβαια νες τού συμποσίου καί νά γινόταν άπό τή θεματική μεταφορά τού έργου ΣΤΑ πρώτα του βήματα ό κινηματο ένα, τηλεοπτικού χρόνου, πρόγραμ στόν κινηματογράφο, κάποιες άντιγράφος βασίστηκε στή λογοτεχνία γιά μα. Καί όχι νά δαπανηθεί χρόνος, στοιχίες, άν ύπάρχουν, στήν τεχνική, ν' άντλήσει τά θέματά του. Έτσι, κλα χρήμα καί άνθρώπινο δυναμικό τριών στή δομή καί στά στοιχεία πού άποτεσικά καί σύγχρονα έργα πού είχαν κά ήμερονυχτίων (ίσως καί τεσσάρων), λοΰν τό πρωταρχικό ύλικό τής κάθε νει μιά έπιτυχημένη καριέρα σάν βι ένώ οί όργανωτές είχαν άμεση μιας τέχνης. Τή λέξη, άπ' τή μιά με βλία, μεταφέρονταν άπό τό τυπωμένο άνάγκη χρημάτων. ριά, καί τήν είκόνα, άπ' τήν άλλη. ΟΙ 3. Τό ύπουργεϊο Πολιτισμού καίχαρτί στήν όθόνη. Πολλές μεταφορές μελετητές, πάλι, άπ’ τή δική τους πέτυχαν καί βοήθησαν τό βιβλίο νά 'Επιστημών χρηματοδότησε τό συμ-, πλευρά διαπιστώνουν δτι οί σχέσεις συνεχίσει νά διαβάζεται άπό ένα εύπόσιο μέ 250.000 δρχ. (ποσό άσήμαναύτές έχουν περιοριστεί καί όρισμέρύτερο κοινό. ("Ας θυμηθούμε τί έγι το όσο καί άναγκαίο) πού όμως, όπως νοι άπ’ αύτούς ότι έχουν καταλυθεί. νε στόν τόπο μας τά τελευταϊςι χρό άνακοινώθηκε έπίσημα, μέχρι τήν Όμως ή γοητεία πού άναπτύχθηκε νια, μέ βιβλία πού έτυχαν μιας τηλεο έναρξη δέν είχε καταβληθεί. Μήπως άπό τίς μεταξύ τών δύο τεχνών άν πτικής μεταφοράς.) "Αλλες πάλι, άποτό ποσό αύτό θά μπορούσε νά είναι ταλλαγές δέν μάς άφήνει άσυγκίνητυχημένες, κινηματογραφικές μετα μεγαλύτερο καί νά είχε δοθεί έγκαι τους, καί μάλιστα αύτή τήν έποχή πού φορές έγιναν αίτια τά βιβλία αύτά νά ρα, ώστε νά άντιμετωπιστοϋν έξοδα μπορεί σέ κάποιο θερινό κινηματο χάσουν τό ένδιαφέρον τού άναγνωτού συμποσίου καί, γιατί όχι, νά καλυ γράφο νά παρακολουθήσουμε μιά κι στικοΰ κοινού. φθούν τά εισιτήρια τών είσηγητών νηματογραφική μεταφορά ένός βι Αλλά στό πέρασμα τού χρόνου (δέν ήταν άλλωστε πολλοί) πού προσ βλίου πού έχουμε διαβάσει. πλουτίστηκαν τά έπίπεδα τών δύο τε κλήθηκαν άπό τό έξωτερικό; (Δέν μι Σ’ αύτή τή σχέση, λοιπόν, λογοτε χνών καί αύξήθηκαν οί μεταξύ τους λάμε κάν γιά τούς γηγενείς.) χνίας καί κινηματογράφου, θά είναι άνταλλαγές. Επίσης ή άντιμετώπιση Γιά νά καταλάβει κανείς τήν οικο άφιερωμένο τό έπόμενο τεύχος τού αύτής τής σχέσης καί τ’ άποτελέσμανομική στενότητα τής όργανωτικής «Διαβάζω». τά της διαφοροποιήθηκαν άπό χώρα έπιτροπής μνημονεύουμε ένδεικτικά: Τό δείπνο άποχαιρετισμοϋ τών συνέ δρων, πού παρέθεσε τό συμπόσιο, φέτος τό πλήρωσαν οί συμποσιαστές. Είσηγητής, φιλοξενούμενος, έφόσον συνοδευόταν άπό τή γυναίκα του, πλήρωνε τό δίκλινο δωμάτιο φιλοξε νίας κατά τό ήμισυ καί έφιλοξενεϊτο στό άλλο μισό! Παραλείψεις καί λάθη Ξεχνάμε γιά λίγο τίς άσήμαντες λε πτομέρειες άθροφροσύνης καί καλο πέρασης τών συνέδρων καί έπανερΆπό την Κριτικογραφία τοϋ Νοεμβρίου 1982 παχόμαστε στούς προβληματισμούς ραλείφθηκε: «Μπάουρα Σ.Μ .: Ποίηση καί πολιτι μας: Πόσο άραγε νά στοίχισε ή πα κή (Άνδρέας Σκαμπαρδώνης, Γράμματα καί Τ έ ρουσία τής τηλεόρασης καί τά χιλιά χνες, 11)». δες μέτρα ταινίας πού τραβήχτηκαν γιά τρεις συνεχείς μέρες καί ποιά ή άναλογία τού ποσού μέ τήν οικονομι Στήν έπιστολή τής Έ . Παμπούκη πού δημοσι κή ένίσχυση τού συμποσίου; Λέτε νά περιμένουμε άπό κάπου μιάν άπάντηεύεται στό τεύχος 68 τοϋ «Δ» (σελ. 17, στήλη α', στίχος 5) ή φράση «'Έτσι ό γονιός τοϋ έργου άποσυμπλέκει τόν συγγραφέα» πρέπει νά δια βαστεί: «'Έτσι ό γονιός άποσυμπλέκει τόν συγ γραφέα». Στήν ίδια στήλη, οί στίχοι 35-36 πρέπει νά διαβαστούν: κίτρινος καί μιά τίγρη» (σελ. 27 καί 30) καί όδηγεϊ στήν... Στό άρθρο τοϋ Γιώργου Κατσή πού δημοσι εύεται στό τεύχος 72 τοϋ «Δ», στή σελ. 11, στή λη β', έμφανίζεται ώς χρόνος παρουσίασης τής Λυσιστράτης καί τών Θεσμοφοριαζουσών τό 441 π.Χ. άντί τοϋ όρθοϋ 411 π.Χ. Ζητούμε συγγνώμη άπό τούς άναγνώστες καί τούς συνεργάτες μας.
χρονικά
ιαλογοι Όλα τά γράμματα, πού άπευθύνονται άποκλειστικά ατό «Διαβάζω» καί πού παρουσιάζουν κάποιο γενικότερο ένδιαφέρον, δημοσιεύονται είτε όλόκληρα (έψόσον είναι σύντομα) είτε άποσπασματικά (έάν είναι έκτενή). Γιά τό λόγο αύτό, παρακαλούνται οί άναγνώστες πού μάς γρά
Δευτερολογία Αγαπητό «Διαβάζω», Στό τεύχος σου άριθ. 68 δημοσιεύ τηκε ή έπιστολή μου πού σχολίαζε τή βιβλιοπαρουσίαση τής συνεργάτιδάς σου 'Ελένης Παμπούκη καί ή όποια άφοροϋσε τό βιβλίο μου «Ό χιονάν θρωπος πού δέν ήθελε νά λιώσει». Στό ίδιο τεύχος δημοσιεύτηκε καί ή άπάντηση τής 'Ελένης Παμπούκη. Ή άπάντηση αύτή περιέχει μερικές θέσεις πού μ’ άναγκάζουν νά δευτερολογήσω. Καί πρώτα άπ’ δλα σχετικά μέ τό θέμα πού προέκυψε άπό τήν άπόφασή μου νά χρησιμοποιήσω ένα ξενικής άπόχρωσης όνομα γιά παιδί πού ζεϊ στήν 'Ελλάδα καί είναι έλληνόπουλο. Δέχομαι -καί τό δεχόμουνα πολύ πριν γράψω τό συγκεκριμένο παραμύ θι- πώς καλό θά ήταν οί γονείς νά φωνάζουν τά παιδιά τους μέ όνόματα πού έχουν άμεση άνταπόκριση μέ τήν ταυτότητα τής χώρας στήν όποια ζοϋΜά πολύ συχνά, λόγοι άλλοτε ήθικής τάξης κι άλλοτε συγγραφικής δεοντολογίας -καί τούς όποιους λό γους όνομάτισα στήν προηγούμενη έπιστολή μου- έπιβάλλουν κάποιες παρεκκλίσεις άπό τέτοιας μορφής πα ραδοχές. Καί κρατώ γιά τόν έαυτό μου τό δικαίωμα νά έπιλέγει αύτούς τούς λόγους. Όπως έπίσης δέχομαι τό δικαίωμα στόν όποιοδήποτε τρίτο νά κρίνει τήν άπόφασή μου αύτή. 'Αλ λά είμαι ύποχρεωμένος νά καταγγεί λω κάθε τέτοιου είδους κριτική πού τή διακρίνει έμπάθεια καί ειρωνική διάθεση. "Ας μήν ξεχνάμε -καί μαζί μ' έμάς άς μήν ξεχνά καί ή Ε. Π - πώς τό άλάθητο δέν είναι άνθρώπινο προσόν. Καί πώς κάθε συγγραφέας -άλλά καί κριτικός- πού έχει κάποια ιστορία στά γράμματα, διαθέτει «άποσκευές» οί όποιες χαρακτηρίζονται άπό τό έργο του, τό ταλέντο του καί τήν ιδεολογία του. « Αποσκευές» πού θά πρέπει νά τις έχουμε συνέχεια κατά νοϋ, όταν άποφασίζουμε νά πλησιάσουμε κριτι κά τό έργο ένός δημιουργού. Αλλά -κι αύτό είναι τό περίεργο- ή
φουν νά είναι όσο πιό σύντομοι μπορούν καί νά σημειώ νουν τό πλήρες όνοματεπώνυμο καί τήν άκριβή διεύθυνσή τους. Πάντως, γιά νά δημοσιευθεϊ ένα γράμμα, πρέπει νά 'χει φτάσει στά γραφεία του περιοδικού τουλάχιστον τρεις έβδομάδες πριν άπό τήν ήμέρα κυκλοφορίας τού τεύχους.
συνεργάτιδά σου διακρίνεται άπό μιά μονομανία -Ναί! Αύτή, άκριβώς, είναι ή λέξη!- ν' άνακαλύπτει στά έργα μου πολιτικές (τελικά νά διαβάσω κομμα τικές;) σκοπιμότητες, άλλά καί μεθό δους εύκολου διδαΚτισμοϋ. Δέ νομίζω πώς τό έργο μου -μά καί ή γενικότερη πολιτεία μου- τής έχει δώσει αύτό τό δικαίωμα. Αλλά, ίσως νά μάς βοηθούσε στήν προσπάθειά μας νά κατανοήσουμε τή μονομανία της αύτή, τό γεγονός πώς τοποθετεί τά περισσότερα άπό τά βι βλία μου γιά παιδιά στό χώρο τής πο λιτικής λογοτεχνίας. Μά δέν έχει άκόμα μάθει πώς τό κάθε θέμα είναι πολιτικό; Από τήν άπεργία μέχρι τό παιχνίδι! Κι άν ναί, τότε πώς χρησιμοποιεί ένα τόσο πα ραπλανητικό όρισμό; Άλλά άκόμα κι άν δεχτώ τόν δρο μέσα στά «φυσικά», στενά πλαίσιά του, πάλι μόνο 2 βιβλία μου τοποθετούνται σ’ αύτή τήν πε ριοχή. Κι όπως είναι γνωστό, στα 6 τά 2 δέν είναι ή πλειοψηφία. Ένα άπό τά πιό χαρακτηριστικά ση μεία τής άπάντησης τής Ε. Π. είναι αύτό πού έκφράζει τήν άποψη πώς ό κρινόμενος συγγραφέας -θετικά ή άρνητικά δέν έχει σημασία- δέν δι καιούται νά έχει -κι άσφαλώς νά έκφράζει- γνώμη καί κρίση γιά τόν κριτή του. Τί άποψη! Μάς γυρίζει κάμποσο χρόνια πίσω καί διαγράφει μέ μιά μονοκοντυλιά τόσους άγώνες τού άνθρώπινου πνεύματος γιά τήν έπικράτηση Ιδεών δπως αύτής τής έλεύθερης καί δημοκρατικής άνταλλαγής άπόψεων. Τελικά ή Ε. Π. άποδεικνύει πώς πα γίδες δέν άπειλοϋν μοναχά τό δποιο ταλέντο ένός συγγραφέα, άλλά καί τις όποιες δυνατότητες άσκησης τού λειτουργήματος τής βιβλιοκριτικής -ή έστω βιβλιοπαρουσίασης- άπό τούς αύτοαποκαλούμενους ή μή βιβλιοκριτικούς/βιβλιοπαρουσιαστές. Καί γιά νά τελειώνω, έχω μιά άκόμα παρατήρηση νά κάνω στή συνεργάτιδά σου, σχετικά μέ τό πρώτο μέρος τής βιβλιοπαρουσίασής της. Πώς νά έξηγήσει κανείς τό γεγονός ότι σ’ αύτήν τή βιβλιοπαρουσίαση κι άναφερόμενη σ’ ένα άλλο βιβλίο μου -συγκε κριμένα στο «Ό Έ έ άπό τ’ άστρα»-
τό χαρακτηρίζει άπόλυτα έπιτυχημενο καί χωρίς πολιτικής σκοπιμότητας παγίδες, ένώ ένα χρόνο νωρίτερα, άπό τις σελίδες του περιοδικού «Τό Ρόδι» τό είχε παρουσιάσει μέ τή φρά ση -τή διόλου κολακευτική γιά τήν πένα ένός κριτικού: Τελευταίος καί καταϊδρωμένος -όσο, βέβαια, τού τό έπιτρέπει ή διαστημική του προέλευ ση- έρχεται ό Μάνος Κοντολέων μέ τό βιβλίο του «Ό Έ έ άπό τ’ άστρα» (τεύχος 55, Αϋγ. ’82, σελ. 45). Πώς άραγε νά τό έξηγήσει κανείς; Σάν χιούμορ ή σάν σφάξιμο μέ τό μπαμπάκι; Πάντως τό γεγονός είναι πώς τότε δέν άντέδρασα. Κι δπως έπίσης δέν είχα άντιδράσει καί σέ κάποια άντίστοιχα περιστατικά τού πιό μακρινού παρελθόντος -περιστατικά πού δέν νομίζω πώς άξίζει τώρα, μετά άπό τό σο καιρό, νά ύπενθυμίσω. ’ίσως, όμως, ή Ε. Π. θά ’πρεπε ν’ άνακαλύψει στις τοτινές σιωπές μου τήν άπάντηση στήν άφελή -όπως ή ίδια τή χαρακτη ρίζει- έρώτησή της, γιατί δέν άπαντά κανείς στίς «καλές» κριτικές, άλλά μονάχα στίς «κακές». Μήπως δέν είναι θέμα άντικειμενικοϋ καί τεκμηριωμένου «καλούκακού» (έγώ προτιμώ νά λέω «θετικού ή μή»), άλλά ύποκειμενικοϋ κι άβασάνιστου «δίκαιου-άδικου», αύτό πού μ’ έκανε ν’ άντιδράσω; Όμως άρκετά! Ό χώρος σου είναι πολύτιμος. Καί τελικά θά 'ναι ό χρό νος πού μέ τίς τρεις διαστάσεις τού -παρελθόν, παρόν, μέλλον- θά τοπο θετήσει τό έργο καί τίς πράξεις όλων μας στίς θέσεις πού τούς άρμόζουν. Εύχαριστώ γιά τή φιλοξενία. Μάνος Κοντολέων Ταξιαρχών 8 - Καλαμάκι Τήν έπιστολή τού Μάνου Κον τολέων θέσαμε ύπόψη τής Έ. Παμπούκη, ή όποια μάς έστει λε τήν παρακάτω άπάντηση: Αγαπητό «Διαβάζω», Ά ν ό Μάνος Κοντολέων είχε κάνει μιά προσεκτικότερη άνάγνωση τής άπάντησής μου δέν θά άναγκαζόταν νά δευτερολογήσει κάν, έπειδή:
χρονικα/9 1) Τό θέμα, έπαναλαμθάνω, δέν εί ναι πώς όνομάζουν οΐ γονείς τά παι διά τους άλλά ποιό όνομα δίνει ό συγ γραφέας στόν ήρωα-σύμβολο καί πώς αύτό τό όνομά λειτουργεί ατούς άναγνώστες. 2) Τό είδος «πολιτική λογοτεχνία» δέν είναι μονομανία άλλά μπορεί νά άποτελέσει είδική κατηγορία στή βι βλιογραφία τών βιβλίων γιά παιδιά, όπως εΰκολα διαπιστώνει όποιος άσχολεϊται συστηματικά μέ τήν παιδι κή λογοτεχνία, διαβάζει -όπως έγώτό σύνολο σχεδόν τών βιβλίων πού κυκλοφορούν καί έχει σφαιρική εικό να τών έκδόσεων. 3) ΟΙ λέξεις «άξιολόγηση» -καί μά λιστα όπως χρησιμοποιήθηκε στήν παρ. 6 τής προηγούμενης άπάντησης- καί «διαφωνία» -ή έκφραση δη λαδή διαφορετικής κρίσης ή γνώμηςδέν είναι συνώνυμα, ώστε νά προκαλούνται προεκτάσεις γιά τήν άνταλλαγή άπόψεων κτλ. στή σκέψη τού Μ. 4) 'Εσωκλείω φωτοτυπία άπό τό πε ριοδικό γιά παιδιά «Τό ρόδι», τ. 55, σ. 45. Παρακαλώ νά δημοσιευτεί ώς έχει έπειδή στήν άντιγραφή πού έκανε ό Μ. Κ. ύπάρχουν κάποια λάθη: «... Παρόλα αύτά δέν είναι καί ό πρώτος πού ταξίδεψε στή Σελήνη. Πρώτος είναι ό Συρανό ντέ Μπερζεράκ πού έγραψε τό βιβλίο: Ταξίδι στή Σελήνη... Τελευταία πάντως πολύς κόσμος πηγαινοέρχεται άνάμεσα στή Γή καί τούς πλανήτες. Τελευταίος καί καταϊδρωμένος -όσο τού έπιτρέπει ή δια στημική του προέλευση- είναι ό Μό νος Κοντολέων: ό Έ έ άπό τά άστρα, είκ. Α. Καλαμάρα, Καστανιώτης, 'Αθή να 1981, σελ. 146, άπό 8 χρονών. "Εφτασε άκριβώς τήν κατάλληλη στιγ μή, λίγο πριν...» Προέρχεται άπό έπίλογή βιβλίων πού συνιστοϋσα νά διαβάσουν τά παι διά στις διακοπές τους, ώς ύπεύθυνη τής μόνιμης στήλης «ΡοδοβιβλιοθήΓιά τήν έξήγηση πού ζητά... τί νά πώ;... όποιος «γνωρίζει γράμματα» ός άπαντήσει. 5) Λυπάμαι, άλλά δέν θυμάμαι νά έχουν συμβεϊ «κάποια άντίστοιχα πε ριστατικά τού πιό μακρινού παρελ θόντος» άνάμεσα ρτόν Μ. Κ. καί έμέΕύχαριστώ (καί δέ θά έπανέλθω) 'Ελένη Παμπούκη Σίνα 38
Παιδική λογοτεχνία 'Αγαπητό «Διαβάζω», 'Απευθύνομαι σέ σένα έπειδή ξέρω καλά πώς είσαι τό άρμόδιο περιοδικό γιά νά άσχοληθεϊς μέ τό παρακάτω
θέμα. Είμαι νηπιαγωγός καί παρακο λουθώ ό,τι γράφεται καί δ,τι γίνεται γιά τήν παιδική λογοτεχνία -σχετική βιβλιογραφία, γεγονότα κλπ. Παρακο λουθώ καί τό περιοδικό καί βλέπω πώς δέν άσχολεϊσαι όσο θά έπρεπε μέ τήν παιδική λογοτεχνία, ένώ αΐιτή βρίσκεται σέ άνθιση καί πολύς κό σμος θέλει -καί πρέπει- νά ένημερωθεϊ. Πέρσι καί φέτος είδαν τό φώς άξιόλογα βιβλία-μελέτες παιδικής λογοτε χνίας πού πέρασαν άπαρατήρητα άπό τις στήλες σου. Θέλω νά άναφερθώ σ’ ένα άπ’ αύτά, γιά τό όποιο καί κυκλοφορούν πε ρίεργες διαδόσεις. Πρόκειται γιά βι βλίο πού άναφέρεται στήν «Ιστορία τής παιδικής λογοτεχνίας» καί μάλι στα έχει έγκριθεΐ άπό τό ΚΕΜΕ σά βοηθητικό τού μαθήματος τής παιδι κής λογοτεχνίας στίς παιδαγωγικές άκαδημίες καί σχολές νηπιαγωγών, ένώ πρόκειται γιά βιβλίο μέ σωρεία λαθών, φοβερή προβολή τού συγγρα φέα καί παραπλανητική εικόνα τής σύγχρονης παιδικής λογοτεχνίας. Λέ γεται ότι τό βιβλίο αύτό έγκρίθηκε μ’ έναν άνορθόδοξο τρόπο -οί προτά σεις έγιναν τό Μάρτη ένώ τό βιβλίο έκδόθηκε τόν Αύγουστο...- κι ό καθέ νας ύποψιάζεται μερικά πράγματα. Έγκυροι κριτικοί παιδικής λογοτε χνίας όπως οί Ζωή Βαλάση καί Βασί λης Άναγνωστόπουλος καυτηρίασαν τό βιβλίο. Θά παρακαλοϋσα ν’ άσχοληθεϊς, όν γίνεται, μέ ό,τι έχει γραφεί πέρσι καί φέτος στό χώρο τής κριτικής τής παι δικής λογοτεχνίας, ώστε όλοι οί ένδιαφερόμενοι καί Ιδιαίτερα οί έκπαιδευτικοί νά ένημερωθοϋν ύπεύθυνα. Υποτίθεται ότι στόν καιρό τής άλλαγής πρέπει νά λείψουν προσπάθειες πού άποπροσανατολίζουν ιδιαίτερα τούς νέους σπουδαστές καί μάλιστα μέ τήν έγκριση τού ύπουργείου. 'Ελπίζοντας ότι θά εισακουστεί τό αίτημά μου Μαριάννα 'Ελευθερίου νηπιαγωγός Ήρακλειδών 78-Πειραιάς
Τί έγιναν τά «Χελιδόνια»; Δυό χρόνια έκλεισαν καί ή άπουσία τού μαθητικού περιοδικού «Χελιδό νια» συνεχίζεται. Κανένας ποτέ άρμόδιος άπό τό Υπουργείο Έθν. Παι δείας δέν καταδέχτηκε ν' άπαντήσει στό άπλό έρώτημα «Γιατί σταμάτησε ή έκδοση» τών «Χελιδονιών», ένός περιοδικού τό όποιο, παρά τίς άδυναμίες του, πρόσφερε πολύ σημαντικές ύπηρεσίες στό έλληνόπουλο καί Ιδιαί τερα στό παιδί-μαθητή τής έπαρχίας. Καί άπό τό περιοδικό «Σπουδές»
-Παιδική λογοτεχνία καί Σχολείο» εί χα διατυπώσει άνάλογο έρώτημα. Τί συμβαίνει; 'Αδυνατώ νά πιστέψω ότι όφείλεται σέ λόγους οικονομικούς. Τά «Χελιδόνια» ήταν ένα δυνατό άντιστάθμισμα στήν πλημμυρίδα τών κό μικς κι ό δάσκαλος είχε ένα καλό βοήθημα-έργαλείο στήν έργασία του. 01 άνθρωποι ύπάρχουν, άκόμα καί έθελοντές, γιά μιά τόσο σπουδαία δουλειά (έκπαιδευτικοί, συγγραφείς, λογοτέχνες, ζωγράφοι, έπιστήμονες), γιατί δέν καλούνται; "Αν ύπάρχει κάποιος άρμόδιος μ' εύαισθησία στό θέμα αύτό μήπως θά έπρεπε νά πληροφορήσει όλους τούς ένδιαφερόμενους; Άντ. Δελώνης Μπισκίνη 44 - Ζωγράφου
Τό όργιο τής κλεψιτυπίας καί ή μή τήρηση τών δικαστικών αποφάσεων Μέ τήν έπιστολή μου δέν θέλω άπλά νά άνακοινώσω (καί νά προφυλάξω τούς άνημέρωτους συνυπευθύνους), θέλω κυρίως νά διαμαρτυρηθώ γιά τό όργιο κλεψιτυπίας πού γίνεται γύρω μας καί νά ζητήσω τήν έμπρακτη συμ παράστασή σας. Σάς ένημερώνω λοιπόν ότι ύπάρχει άπόφαση τού Μονομελούς Πρωτοδι κείου Αθηνών πού κατά τή διαδικασία τών άσφαλιστικών μέτρων έξέδωσε τήν ύπ’ άριθμ. 1405/1980 άπόφασή του (κατά τής Μαρίας Μακρή) δυνά μει τής όποιας άπαγορεύει τήν καθ’ οίονδήποτε τρόπο έκτύπωση καί πώ ληση τού διά φωτογραφικής άνατυπώσεως έκδοθέντος βιβλίου «Συντα γές τού Καλόγερου Πάτερ Γυμνά σιου». 'Απειλεί μάλιστα χρηματική ποινή 10.000 δρχ. δΓ έκάστην παρά βαση τής άποφάσεως. Τό παραπάνω άναφέρω γιατί παρα τηρήθηκε ή διάθεση τού βιβλίου «369 Συνταγές μέ βότανα τού Πάτερ Γυ μνάσιου» τής Σοφίας Μυλωνά, σέ κλεψίτυπα τής παλιάς έκδοσης, ένώ ή έκδοση πού κυκλοφορεί τώρα είναι συμπληρωμένη καί μέ εύρετήριο καί τιτλοφορείται «407 Συνταγές μέ βό τανα τού Πάτερ Γυμνάσιου». Συνιστώ τήν προσοχή στούς φίλους βιβλιοπώλες. Εύχαριστώ θερμά Σοφία Μυλωνά ('Εκδόσεις Λέων) Μαυρομιχάλη 7
Άπό 15 έως 28 ’Ιουνίου
Η Α Γ Ο Ρ Α Τ Ο Υ Β ΙΒ Λ ΙΟ Υ Ό παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τά έμπορικότερα βιβλία ένός δεκαπενθήμερου, σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού μάς παραχώρησαν δεκαπέντε βιβλιοπώλες άπ' όλη τήν Ελλάδα, δηλώνοντας ό καθένας τους τά τρία βιβλία πού είχαν τίς πε ρισσότερες πωλήσεις στό βιβλιοπωλείο του κα τά τό διάστημα αύτό. Έτσι, τό βιβλίο μέ τίς με γαλύτερες πωλήσεις σημειώνεται μέ τρεις άστερίσκους (**), τό άμέσως μετά μέ δύο (**) καί τό τελευταίο μέ έναν ( * ).
|Σύγχρονη Εποχή - Άθ. |Χνάρι - Άθ.
|
| |Libra - Άθ. |Μεθενίτης - Πάτρα
[Λέσχη τού Βιβλίου - Άθ.
Ι’Αφοί Κωνσταντινίδη - Θεσ.|
| Κατώι του Βιβλίου - Θεσ. |Κοτζιά - Θεσ.
|Επιλογή - Άθ. I'Εστία - Άθ.
I
| Ένδοχώρα - Άθ.
1
Ι’Ελευθερουδάκης - Άθ.
|Αίολος - Άθ.
Β ΙΒ Λ ΙΑ
|Δωδώνη - Γιάννινα
|
|
Επειδή όμως είναι τεχνικά άδύνατο νά δημοσιεύονται όλα τά βιβλία πού άναφέρουν οί βιβλιοπώλες, ό πίνακας περιλαμβάνει τελικά έκείνα τά βιβλία πού δηλώθηκαν άπό δύο του λάχιστον βιβλιοπώλες. Όσο γιά τό ένδιαφέρον καί τήν ποιότητα των βιβλίων τού πίνακα, σκόπιμο είναι νά συμβου λεύεστε τίς σελίδες τής «’Επιλογής». ■
1. Π. Άναστασιάδη: Πάρτε τό έθνος στά χέρια σας 2. Φ. Γερμανοϋ: Περισσότερο σέξ... σέ λίγο (Κάκτος) 3. Γκ. Γ κ. Μάρκες: Ή άφήγηση ένός ναυαγού (Νεφέλη) 4. Α. Αργυρίου: Διαδοχικές άναγνώσεις έλλήνων ύπερρεαλιστών (Γνώση) 5. Η. Καζάν: Ό άνατολίτης (Κάκτος) 6. Α. Καϊσλερ: Ή άόρατη γραφή (Χατζηνικολή) 7. Κ. Ντόουλινγκ: Τό σύνδρομο τής Σταχτοπούτας (Γλάρος) 8. Ν.Γ. Πεντζίκη: Πόλεως καί νομού Δράμας παραμυθία (Άγρα) 9. Δ. Μπότσαρη: Αποκαλύπτω τούς κορυφαίους τού ΠΑΣΟΚ 10. Τ. Μπουκόφσκι: Γυναίκες (Όδυσσέας) Σημείωση: Στό βιβλιοπωλείο Λέσχη του Βιβλίου - Άθ. τό βιβλίο πού είχε τίς περισσότερες πωλήσεις ήταν: Ν. Ψυρούκη: 'Ιστορία τής σύγχρονης 'Ελλάδας (1967-1974), τΔ" (Έπικαιρότητα). Στή Σύγχρονη 'Εποχή - Άθ.: Β. Φιλία: Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις (Σ. Εποχή). Στό Χνάρι - Άθ.: Κ. Άξελοϋ: Ό Ηράκλειτος καί ή φιλοσοφία ( Εξάντας)
κυκλοφ όρησε
νJ |
ή ν έ α σ ε ιρ ά τ ό μ ω ν τ ο ύ « Δ ια β ά ζ ω »
(έκτος άπό τόν α' τόμο, πού έχει έξαντληθεΐ)
προμηθευτείτε τους έγκαιρα
Μικρασιατικός ελληνισμός
Στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, 60 χρ ό νια μετά τή συνθήκη τής Λ ω ζά ννη ς τοϋ 1923, π ο ύ π ερ ιόρ ισ ε τά σ ύνορ α τής Ε λ λ ά δ α ς στόν "Έβρο κ α ί έπ έδ α λε τήν ά νταλλα γή των πληθυσμώ ν, οι λ έξεις Μ ικρά ’Α σ ία κ α ί Μ ικ ρα σια τικ ός Ε λ λ η ν ισ μ ό ς α να κ α λο ύ ν στή μνήμη τήν καταστροφή τοϋ ’22, τό βα ρ ύ φ όρ ο α ίμ ατος κ α ί τήν τραγική π ερ ιπ έτεια τοϋ εκπατρισμού. Μ ε αφορμή τή θλιβερή επέτειο, προτιμήσαμε μ ιά α π ό π ειρα ανα δρομής στό ειρη νικό πα ρ ελθόν. Ο ι ελληνικές κοινότητες τής Μ ικ ρά ς ’Α σ ία ς έχο υ ν τή δική τους ιστορία. "Ενας π ολύ μ ορ φ ος έλληνικό ς π ληθυσ μός π ο ύ ζεϊ, δ η μ ιο υ ρ γεί κ α ί εκ φ ρά ζετα ι μ έ τούς δικού ς του τρόπους. Κ α ιρ ό ς νά α ναζητήσουμε τά ίχνη α ύτοϋ τοϋ κόσμου, πού, κάτω ά πό τίς π ολυσυζη τημένες ιστορικές συγκυρίες, καταποντίστηκε, γιά νά μ ετ α φ υ τ ευ θ εϊ στόν ελληνικό χώ ρο κ α ί νά ά π ο τελέσει ένα κομμάτι ά πό μάς. Ευχαριστούμε-τό Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, τό Σύλλογο Ποντίων Άργοναύτες-Κομνηνοί, τήν Ένωση Σμυρναίων καί τήν Εστία Νέας Σμύρνης πού μάς διέθεσαν φωτογραφίες άπό τά αρχεία τους. (Συντομογραφίες: Κ.Μ.Σ., Α. -Κ., Ε.Σ. καί Ε.Ν.Σ. άντίστοιχα).
(Τό άφιέρωμα έπιμελήθηκε ή Θεοδώρα Ζερβού)
12/αφιερωμα
Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης
Μικρασιατική Καταστροφή Τό πολιτικό περιεχόμενο τής τραγωδίας Στη μνήμη τοϋ Περικλή
Οί εκδηλώσεις γιά τά έξηντάχρονα τής Μικρασιατικής Καταστροφής, μέ τή μορφή πού πήραν τόν τελευταίο χρόνο, οδηγούν σε μιά Αναπόφευκτη διαπίστωση: ή μ υ θοποίηση τής μικρασιατικής ταυτότητας καί 6 συγκινησιακός φολκλορισμός έχουν ύποκαταστήσει στη συλλογική συνείδηση τή βασανιστική βίωση τής τραγωδίας καί έχουν Αμβλύνει τίς βαθιές Αντιθέσεις πού προκάλεσε ό έθνικός τραυματισμός, υποβοηθώντας έτσι τήν ένταξη καί τελικό τήν Αποδοχή τοϋ προσφυγικοϋ στοιχεί ου στό κοινωνικό σώμα τοϋ μητροπολιτικοϋ ελληνισμού. ΟΙ κοινωνικές ανάγκες πού προσδιόρισαν αυτές τίς εξελίξεις είναι γνωστές καί απόλυτα κατα νοητές καί συνεπώς δέν χρειάζεται νά έπιμείνουμε στην άνάλυσή τους. Ή διαπίστωση αύτή ωστόσο δέν μειώνει τή σοβαρότητα μιας καίριας γνωσιολογικής συνέπειας: ή μυθοποίηση καί ή συγκινησιακή άπλούστευση συνέτειναν ώστε νά διαγράφει άπό τό χώρο τής σύγχρονης έλληνικής Ιστορικής συνείδησης κάθε ουσιαστική γνώση τής συλλογικής ύπαρξης τού μικρασιατικού ελ ληνισμού. Συνιστά καί αύτό στοιχείο τού δόλου τής ιστορίας, πού εκδηλώνεται μέ τήν άπώλεια τής γνώσης τή στιγμή τής κοινωνικής άποδοχής, ώστε νά δημιουργείται ή εντύπωση δτι ή πρώτη άποτελεϊ τό τίμημα τής δεύτερης. Τή στιγμή λοιπόν πού ή μυθοποίηση εξασφα λίζει τή συγκινησιακή έπανάπαυση καί τήν κοι νωνική άποδοχή, ή γνώση τών συνθηκών ιστορι κής ύπαρξης τού μικρασιατικού ελληνισμού έμφανίζεται ώς τό πρωταρχικό ζητούμενο γιά τήν ελληνική επιστήμη καί σκέψη. Ή γνώση τής κοι νωνικής πραγματικότητας, τού περιεχομένου τής πνευματικής παράδοσης, τών εθνολογικών καί θεσμικών προϋποθέσεων τής συλλογικής ζωής, τής οικονομικής δραστηριότητας, κοντολογίς τής έλληνικής κοινωνίας τής Μικρός ’Ασίας ώς υπαρκτής συνολικότητας καί όχι ώς μυθοποιητικής άφαίρεσης, γίνεται επιτακτικό ζητούμενο σέ
μιά εποχή ουσιαστικών κατακτήσεων καί άνανέωσης τής νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Μόνο ή υλοποίηση τού γνωσιολογικού αύτοϋ ζητουμένου μέ συγκεκριμένες, ιδεολογικά άπροκατάληπτες έρευνες, θά επιτρέψει τή θεμελίωση μιάς σοβαρής ιστορικής καί πολιτικής προβληματικής στά μικρασιατικά θέματα, όπως έχει συμβεϊ ώς τώρα στή μελέτη τής οικονομικής, κοινωνικής καί πολιτισμικής διαμόρφωσης τοϋ μητροπολιτικοϋ ελληνικού χώρου. Μόνο σέ συνάρτηση μέ αύτοϋ τού είδους τήν προβληματική θά γίνει δυνατή επιτέλους καί μιά ουσιαστική προσπέλα ση πρός τό πολιτικό νόημα τής μικρασιατικής καταστροφής, πέρα άπό τίς άπλουστευτικές μυ θοποιήσεις καί τίς μηχανιστικές ερμηνείες. Ή άνάγκη αυτή είναι επιτακτική γιά δύο λό γους. Πρώτο, γιά νά υποβληθούν σέ κριτική οί μυθολογίες γύρω άπό τά γεγονότα τού 1919-1922 καί οί εύκολες ερμηνείες τους, ώστε νά γίνει σα φέστερα άντιληπτός ό χαρακτήρας τής μεγάλης ιστορικής τομής πού σφράγισε τήν πορεία τοϋ γένους. Ή εύκολη λύση τής άπόδοσης όλων τών ευθυνών γιά τήν καταστροφή τού 1922 στούς ξέ νους ύπονομευτές τής έλληνικής δόξας ή ή σχε δόν μυθοποιητική άναφορά στή μεταφυσική τής έθνικής διχόνοιας, δέν μπορούν φυσικά νά πα ράγουν πλέον έστω καί στοιχειωδώς επαρκείς έρμηνείες. Δεύτερο, γιά νά γίνει άντιληπτή ή
αφιερωμα/13
Τό Φανάρι. Ή Μεγάλη τον Γένους Σχολή (φωτ. Κ.Μ.Σ.)
ίδια ή πολυδιάστατη φύση τής μικρασιατικής τραγωδίας ώς ιστορικού φαινομένου καί νά γίνει μέ σαφήνεια κατανοητή ή καταλυτική σημασία της γιά την εθνική ζωή τού ελληνισμού, επιβάλ λεται ή σφαιρικότερη θεώρησή της. Θά πρέπει δηλαδή νά συνειδητοποιηθεί δτι ή θεώρηση τής μικρασιατικής καταστροφής επιβάλλεται νά διευρυνθεϊ πέρα άπό τά επίπεδα τής ανθρώπινης καί τής έθνικής τραγωδίας. Φυσικά ό χαρακτή ρας τής άνθρώπινης τραγωδίας είναι πρωταρχι κός έξαιτίας τού φρικτού μαρτυρίου των εκατον τάδων χιλιάδων τών θυμάτων τής βίας καί τής βαρβαρότητας άλλά καί τού σπαραγμού τού ξε ριζωμού άπό τά πατρογονικά τους χώματα άνθρώπων τελείως αμέτοχων στά γεγονότα, ιδίως στό εσωτερικό τής ’Ανατολής. Συνεπώς ή μικρα σιατική εμπειρία θά μείνει άναπόδραστα σφρα γισμένη άπό τό φόρο τού αίματος. Κατανοητή είναι έπίσης ή φροντίδα γιά τήν έθνική πτυχή τής καταστροφής δεδομένου δτι ή συντριβή τού 1922 καί ή συνακόλουθη άνταλλαγή τών πληθυ σμών σήμαινε τό οριστικό τέλος τής μακραίωνης έλληνικής παρουσίας στίς ανατολικές άκτές τού Αιγαίου, στήν Ανατολική Θράκη, τίς μικρασια τικές άκτές τού Εΰξείνου Πόντου, δπως καί στό εσωτερικό τής μικρασιατικής χερσονήσου ώς τά βάθη τής ’Ανατολής, τό Κουρδιστάν καί τίς χώ ρες τού άνω ρού τού Τίγρη καί τού Ευφράτη.
’Από τήν άποψη αύτή ή μικρασιατική καταστρο φή υπήρξε ό αποφασιστικότερος συντελεστής τής εθνολογικής συρρίκνωσης πού χαρακτηρίζει τήν ιστορική πορεία τού ελληνισμού στόν αιώνα μας. 'Ωστόσο σ’ αυτές τίς συγκλονιστικές διαπι στώσεις άξίζει νά προσθέσουμε καί τίς σκέψεις πού προκαλεϊ ή ψυχρή θεώρηση τής μικρασιατι κής καταστροφής σέ ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό επίπεδο, δπως αυτό διαμορφώνεται άπό τά ση μερινά δεδομένα τής εδαφικής καί διεθνούς υπό στασης τού ελληνικού κράτους. Στό επίπεδο αυ τό οί παρατηρήσεις μας θά πρέπει νά εστιαστούν σέ μιά σύγκριση τών διατάξεων τών συνθηκών τών Σεβρών καί τής Λωζάννης αντίστοιχα, σχε τικά μέ τά εδαφικά δρια τού ελληνικού κράτους. Τό τμήμα τού κυρίαρχου εδάφους πού έχασε ου σιαστικά ή Ελλάδα μέ τή συνθήκη τής Λωζάννης ήταν ή ’Ανατολική Θράκη. "Οσοι θρηνούν τόν καταποντισμό τής «Μεγάλης Ελλάδας τών δύο ηπείρων καί τών πέντε θαλασσών» δέν πρέ πει νά ξεχνούν δτι στή Μικρά ’Ασία ή Ελλάδα δέν έχασε κυρίαρχο έδαφος, γιατί δέν τής είχε ποτέ επικυρωθεί ή κυριαρχία τών περιοχών τών όποιων ή κατοχή τής άνατέθηκε ώς εντολή τής συμμαχικής διάσκεψης. ’Αντίθετα στήν ’Ανατο λική Θράκη τό ελληνικό κράτος είχε πλήρη κυ ριαρχικά δικαιώματα καί ή στρατιωτική εκκένω σή της τό φθινόπωρο τού 1922 ίσοδυναμούσε μέ
14/αφιερωμα
π α ρ α τη ρ η τή
‘
"τ
.
Λ-
J
Δ Ι Κ Α Ι Ο και Π Ο Λ ΙΤ ΙΚ Η ΕΠ ΙΣ Τ Η Μ Ο Ν ΙΚ Η ΕΠ ΙΘ ΕΩ ΡΗ Σ Η
4ο τεύχος - αφιέρωμα: «ΙΣ Ο Ν Ο Μ ΙΑ Τ Ω Ν Δ Υ Ο Φ ΥΛ Ω Ν » Από τα περιεχόμενα: ■ Η συνταγματική καθιέρωση τής ισονομίας ■ Η νομική θέση των «εξώγα μων» ■ Το νέο δίκαιο του διαζυγίου ■ Διατροφή και ανεξαρτησία της διαζευγμένης γυναίκας Γράφουν οι: Αριστόβουλος Μάνεσης, Ιωάννης Δεληγιάννης, Γιώργος Κουμάντος, Μιχάλης Σταθόπουλος, Αθανάσιος Παπαχρήστου, Ισμήνη Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη, Έ φ η ΚουνουγέρηΜανωλεδάκη, Θεανώ Παπαζήση, Αχιλλέας Κουτσουράδης, Ελένη Βογιατζή, Σοφία Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, Ευάγγελος Βενιζέλος, Θό δωρος Χατζηπαντελής, Γιώργος Αναστασιάδης, Παύλος Πετρίδης, Νί κος Παρασκευόπουλος Ανατυπώθηκαν τα εξαντλημένα: 1) ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ 2) ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ 3) ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
ακρωτηριασμό τού εθνικού χώρου. Ή διαφορά τού διεθνούς καθεστώτος τής Ανατολικής Θρά κης άπό εκείνο τής περιοχής τής Σμύρνης συνή θως άγνοεΐται καί έτσι ό γενικότερος μέγαλοϊδεατικός θρήνος συσκοτίζει τίς πραγματικές δια στάσεις τής πολιτικής τραγωδίας τής ήττας τού 1922. Μέ τήν ’Ανατολική Θράκη ή Ελλάδα έχασε όχι μόνο κυρίαρχο εθνικό έδαφος, άλλά καί τό μόνο χώρο άπό τά έδάφη τής συνθήκης τών Σε βρών όπου ή ελληνική πληθυσμιακή πλειοψηφία ήταν άδιαμφισβήτητη, ένα χώρο μεγάλης οικονο μικής σημασίας άπό τήν άποψη τής γεωργικής παραγωγικότητας, τη διέξοδό της στη Μαύρη Θάλασσα καί τόν έλεγχο τών Στενών. Ή σημα σία μερικών άπό τούς παράγοντες αυτούς μπορεί νά συνειδητοποιηθεί μόνο στό φώς τών σημερι νών πιέσεων καί άπειλών τής Τουρκίας σέ βάρος τής Ελλάδας καί τών έρεισμάτων πού άκριβώς οί ίδιοι αυτοί παράγοντες τής παρέχουν γιά νά στηρίζει τίς διεκδικήσεις της. "Ολα αύτά τά πλεονεκτήματα πού εξασφάλιζε στήν Ελλάδα ή κυριαρχία τής ’Ανατολικής Θράκης θυσιάστη καν χωρίς νά υπολογιστεί ή σημασία τους σέ πραγματιστική βάση, γιά χάρη τών μαξιμαλιστι κών στόχων τών εθνικιστικών φαντασιώσεων τής Μεγάλης ’Ιδέας. Οί φευγαλέες νύξεις πού συνθέτουν τό σύντο μο αυτό σημείωμα δέν άποσκοποΰν παρά στό νά τονίσουν ότι αυτή είναι ή πολιτική πεμπτουσία τής καταστροφής τού 1922. ’Αρκεί νά άναλογιστεί ό παρατηρητής ποιοι θά ήταν οί συσχετι σμοί τής δύναμης στήν περιοχή μας άν ή Ελλά δα διατηρούσε τήν κυριαρχία τής ’Ανατολικής Θράκης, γιά νά συνειδητοποιήσει τό πολιτικό μέγεθος τής καταστροφής. Ή σημασία τού θεμε λιώδους επιστημονικού αιτήματος τής έρευνας τής ελληνικής μικρασιατικής κοινωνίας, πού διατυπώνεται έδώ σέ συνάρτηση πρός τη διαπί στωση τής βαθιάς κρίσης τών μικρασιατικών σπουδών, συνδέεται άμεσα μέ τήν πλαισίωση τής προτεινόμενης πολιτικής ανάλυσης. Ή γνώση τής κοινωνικής πραγματικότητας, τών δομών, τών άντιθέσεων, τών συμφερόντων καί τών ιδεο λογικών έκλογικεύσεων, θά έπιτρέψει τήν άνάλυση τής δυναμικής τών πολιτικών επιλογών πού οδήγησαν τό Βενιζέλο πρός τή στρατιωτικά πα ρακινδυνευμένη άπόβαση στή Σμύρνη, διακινδυ νεύοντας έτσι τήν άσφάλεια τής ελληνικής πα ρουσίας στή Θράκη καί τήν υπόσταση τού θριαμβευτικού του έπιτεύγματος, άλλά, σέ τε λευταία άνάλυση, καί τήν ίδια τήν επιβίωση τού μικρασιατικού ελληνισμού. ’Ελπίζω οί σκέψεις αυτές νά περιέχουν άρκετά ερεθίσματα γιά μιά ουσιαστικότερη άντιμετώπιση τού θέματος Μικρά ’Ασία καί Μικρασιατική Καταστροφή. "Οπως είναι άλλωστε γνωστό, ή αμφιβολία άνοίγει τό δρόμο τής γνώσης. ■
αφιερωμα/15
Αλκής I. Ιΐαναγκυτόπουλος
Γιά τή μελέτη μικρασιατικού Γ Λ
Λ
Ή έλληνική συνοικία (σήμερα έρειπωμένη) στη Νεάπολη τής Καππαδοκίας τό 1959 (φωτ. Κ.Μ.Σ.)
Σκοπός τοϋ σημειώματος αυτού είναι νά έπισημάνει ορισμένα ζητήματα πού Αντι μετωπίζει ό μελετητής τοϋ μικρασιατικού ελληνισμού. Ή αρχή πρέπει νά γίνει άπό τόν ιόιο τόν όρο μικρασιατικός ελληνισμός. Ό γεωγραφικός προσδιορισμός, μικρασιατικός, μολονότι δέν επιδέχεται παρερμηνείες, άπαιτει μερικές διευκρινί σεις. Πρώτον, ό οφθαλμοφανής περιορισμός στό άσιατικό τμήμα τής ’Οθωμανικής Αυτοκρατο ρίας δέν πρέπει νά εκλαμβάνεται ώς φυσικός, άλλά σέ αντιδιαστολή πρός τόν ελληνισμό σ’ άλ λα τμήματα τής Αυτοκρατορίας, καί κυρίως τής Μακεδονίας. Πέρα άπό τή γενική τούτη παρατή ρηση, ό μελετητής πρέπει νά διευκρινίσει μέ πε ρισσότερη άκρίβεια γιά ποιές κοινότητες τής Μικρασίας πρόκειται. Ελληνικές κοινότητες υπήρ χαν σ’ δλο τό μήκος των δυτικών παραλίων της, άλλά καί στόν Εύξεινο Πόντο καί στά νότια πα ράλια καί στό έσωτερικό της. Οί διαφορές μετα ξύ τους, πού συντηρούνταν άπό τήν έλλειψη επι κοινωνίας ανάμεσα στίς έπαρχίες τής Αυτοκρα τορίας καί τήν οικονομική τους άποκέντρωση (παρά τίς συγκεντρωτικές τάσεις τής οθωμανικής διοίκησης), ήταν καθοριστικές γιά τόν οικονομι κό, γλωσσικό, πολιτιστικό χαρακτήρα τής κάθε κοινότητας. Στά παράλια ή επικοινωνία τών κοινοτήτων μεταξύ1τους καί μέ τό έξωτερικό ήταν ευκολότερη άπ’ ό,τι στό έσωτερικό. Τά με
γάλα εμπορικά κέντρα βρίσκονταν κυρίως στά δυτικά παράλια, καί, κατά συνέπεια, ή επιρροή πού έξασκοϋσαν στήν αγροτική τους περιφέρεια ήταν μεγάλη. ’Εξάλλου, ή ευκολότερη έγκατάσταση στά παράλια έποίκων άπό τήν ήπειρωτική Ελλάδα καί τά νησιά έπηρέασε ασφαλώς τή σύνθεση καί τό χαρακτήρα τών κοινοτήτων τών περιοχών αυτών. ’Αντίθετα, οί κοινότητες τοϋ έσωτερικοΰ, έγκατασπαρμένες μέσα σέ μουσουλ μανικό περιβάλλον, παρέμεναν άποκομμένες άπό τήν έπίδραση τών παράλιων εμπορικών κέν τρων καί ήταν έπιδέκτικότερες σ’ επιρροές αυ τού τοϋ περιβάλλοντος. Δέν πρέπει λοιπόν νά θεωρείται δεδομένη ή ομοιογένεια δλων τών μι κρασιατικών κοινοτήτων. ’Αντίθετα, υπήρχαν ιδιομορφίες άπό περιοχή σέ περιοχή, μέ κύρια διάκριση τίς κοινότητες τοϋ εσωτερικού τής Άνατολίας καί τών παραλίων. Στή διάκριση τούτη, γεωγραφικά περιορισμέ νη, πρέπει νά προσθέσουμε καί μιάν άλλη, πε ρισσότερο οικονομικού χαρακτήρα, άνάμεσα
16/αφιερωμα στίς άστικές καί άγροτικές κοινότητες. Ή ζωτι κότητα τών άστικών κέντρων κυρίως των δυτι κών παραλίων πού συγκέντρωναν τό εμπόριο μέ την Ευρώπη, πού άφηνε καί τά μεγάλα περιθώ ρια κέρδους, καθώς καί ή συμμετοχή σ’ αυτό ση μαντικού αριθμού Ελλήνων τής ’Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καί Έλλαδιτών, δημιούργησαν τήν έντύπωση δτι ό μικρασιατικός ελληνισμός ήταν κυρίως άστικός πληθυσμός. "Ομως, τό άγροτικό στοιχείο ήταν πολυπληθέστερο καί οί στενοί δεσμοί του μέ τούς χώρους εγκατάστασής του καθόριζαν καί τή διαμόρφωση εντόνων αι σθημάτων τοπικισμού. Ή διάκριση τών κοινοτή των σέ άστικές καί άγροτικές δέν περιοριζόταν, καθώς είναι φανερό, μόνο στόν οικονομικό το μέα. ’Επηρέαζε τό χαρακτήρα τής κάθε κοινότη τας δσον άφορά στίς έσωτερικές της έξελίξεις καί στίς σχέσεις της μέ τό μουσουλμανικό περι βάλλον καί τίς οθωμανικές άρχές. Αυτές οί εξε λίξεις καί σχέσεις ένίσχυαν τά στοιχεία άνομοιογένειας μεταξύ τών άγροτικών καί άστικών κοι νοτήτων. ’Αφού άναφέραμε αυτή τή γενική διάκριση, τόσο σημαντική στήν άνάλυση τού μικρασιατι κού ελληνισμού, είναι άπαραίτητο νά σταθούμε περισσότερο στήν οικονομική κατάστασή του. Οί περισσότερες πληροφορίες πού έχουμε στή διά θεσή μας (έλλιπεϊς κι αυτές) είναι τού τέλους τού 19ου καί τών άρχών τού 20ού αιώνα. "Ολες μι λούν γιά τήν εξαιρετική οικονομική θέση τών Ελλήνων, άν καί τά στοιχεία πού δίνουν είναι συχνά συγκεχυμένα καί άντικρουόμενα. 'Ωστό σο, τό γεγονός δτι δλες οί πληροφορίες είναι θε τικές καί άναφέρονται στήν ίδια χρονική περίο δο δέν είναι συμπτωματικό. Ή οικονομική άνθι ση οφείλεται στή διεύρυνση τής άγοράς σέ παγ κόσμια κλίμακα λόγω τής βιομηχανικής επανά στασης καί τής έξέλιξης τών μεταφορών κατά τό 19ο αιώνα, πού συντέλεσε ώστε σημαντικό τμήμα τών χριστιανών τής ’Οθωμανικής Αυτοκρατο ρίας νά συνδεθούν μέ τίς οικονομικές δραστη ριότητες τών Μεγάλων Δυνάμεων στήν περιοχή. Οί Έλληνες, λόγω τού άριθμοΰ τους καί τών πε ριοχών εγκατάστασής τους, έδρασαν ώς μεσά ζοντες άνάμεσα στίς μουσουλμανικές μάζες καί τίς δυνάμεις μετασχηματισμού τους, τίς άνάγκες δηλαδή τού ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Ή οικονο μική τους άνάπτυξη σ’ δλους σχεδόν τούς τομείς συνδέεται άμεσα μέ τίς άπαιτήσεις τής ευρωπαϊ κής άγοράς καί μέ τίς μεταρρυθμίσεις πού γενι κότεροι στρατηγικοί λόγοι τών Μεγάλων Δυνά μεων επέβαλαν στό οθωμανικό κράτος: τήν εμ πορική σύμβαση μεταξύ ’Αγγλίας καί Αυτοκρα τορίας (1838) πού κατάργησε τά κρατικά μονο πώλια κ’ εγκαινίασε τό έλεύθερο έμπόριο, καί τήν προκήρυξη τού Hatti Serif τού Gulhane (1839) πού σημείωσε τήν έναρξη μιάς σαραντάχρονης περιόδου μεταρρυθμίσεων γνωστής ώς
Tanzimat. Ή θέση τών χριστιανών βελτιώθηκε πολύ άπό τίς άλλαγές αυτές. Οί Έλληνες έκμεταλλεύθηκαν τή γνώση τους τού άνθρώπινου καί φυσικού περιβάλλοντος καί τή θρησκευτική τους συγγένεια μέ τήν Ευρώπη καί προώθησαν τίς σχέσεις τους μέ τά ευρωπαϊκά κράτη. Έδρασαν κυρίως σάν μεσαία καί κατώτερη άστική τάξη εμπόρων, δανειστών, προμηθευτών καί μεσιτών άνάμεσα στούς μεγάλους εύρωπαίους κεφαλαι ούχους καί τούς γηγενείς άγροκαλλιεργητές, τε χνίτες, μικρέμπορους καί άλλους μικροπαραγωγούς καί καταναλωτές. Ή ύπαρξη τής άνεξάρτητης Ελλάδας κ’ ή άνάπτυξη τών εμπορικών έπαφών της μέ τήν Αυτοκρατορία βοήθησε στό ν’ άναπτυχθούν ιδιαίτερα μέσα στίς ελληνικές κοι νότητες τά ελεύθερα επαγγέλματα καί ν’ αυξη θούν οί μισθωτοί κ’ οί εργάτες, καθώς συμβαίνει σ’ δλες τίς άναπτυσσόμενες κοινωνίες. 'Ωστόσο, δταν λέμε δτι έδρασαν σάν μεσάζοντες άνάμεσα στό ευρωπαϊκό κεφάλαιο καί τό γηγενή πληθυ σμό, πρέπει νά διευκρινίσουμε δτι στό γηγενή πληθυσμό συμπεριλαμβάνονταν καί ή πλειοψηφία τού μικρασιατικού έλλήνισμού, πού απασχο λούνταν μέ τή γεωργία, ή πού ήταν μικρέμποροι, μισθωτοί κ’ εργάτες στ’ άστικά κέντρα. Τούτο σήμαινε πώς ή διαφοροποίηση άπό τό μουσουλ μανικό πληθυσμό δέν ήταν τόσο στούς οικονομι κούς δρους καί στίς συνθήκες ζωής, δσο ήταν στή θρησκευτική καί έθνιστική τους ταυτότη τα. Επίσης σήμαινε τή διαμόρφωση τάξεων καί ταξικών άντιθέσεων μέσα στήν έλληνική κοινό τητα, μόνο πού οί τελευταίες άμβλύνονταν κάτω άπό τήν άντίθεση μεταξύ τής ελληνικής κοινότη τας σάν σύνολο καί τής κυρίαρχης μουσουλμανι κής εθνότητας πού καθυστερούσε ν’ άκολουθήσει τή γενική οικονομική εξέλιξη. Ή άντίθεση αυτή δημιούργησε τήν ψεύτικη έντύπωση ταξι κής άρμονίας (γιά νά μήν πούμε ομοιογένειας) μέσα στήν έλληνική κοινότητα. Ή έντύπωση αύτή ένισχυόταν άπό τίς προσπάθειες τής έλλαδικής έθνικής προπαγάνδας νά έλέγξει τίς κοινό τητες, προκαλώντας τήν άντίδραση τών όθωμανικών άρχών. 'Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό τό γενικό πλαίσιο παραμένουν γιά έρευνα όρισμένα προ βλήματα. Σέ τί ποσοστά κατανέμονται οί μεγαλέμποροι, μικροεπαγγελματίες, υπάλληλοι καί έλεύθεροι έπαγγελματίες; Ποιό ήταν τό ύψος τής έλληνικής άγροτικής ιδιοκτησίας, ποιό τό μέγε θος της καί ποιό τό ποσοστό της στή γενικότερη άγροτική παραγωγή; Επίσης, ποιό ήταν τό πο σοστό τών έμπορικών σχέσεων τών 'Ελλήνων μέ τήν Ελλάδα, τήν Ευρώπη, καί ποιό μέ τό έσωτερικό; Οί σχέσεις αυτές έπηρέαζαν καί σέ τί έκτα ση τήν έλληνική συνείδηση έθνισμού; Τέλος, πό σο ρόλο έπαιζε ό έθνιόμός καί πόσο οί ταξικές διαφοροποιήσεις στίς σχέσεις μέ τό οθωμανικό κράτος; Τά τελευταία έρωτήματα δημιουργούν πρό
αφιερωμα/17 κληση στό μελετητή όσον αφορά στην άκριβή έν νοια τοϋ ουσιαστικού έλληνισμός στόν όρο μι κρασιατικός έλληνισμός. 'Ελληνισμός είτε μπο ρεί νά σημαίνει ένα σύνολο πολιτισμικών αξιών καί παραδόσεων είτε νά άναφέρεται σ’ ένα σύνο λο άνθρώπων, πού διαφοροποιούνταν άπό τούς μουσουλμάνους κυρίως λόγω τής θρησκείας τους. Παραμένει άνοιχτό γιά έρευνα τό θέμα σέ τί ένταση οί άξιες καί παραδόσεις, οί πρωταρχι κές αυτές μορφές ιδιαιτερότητας, επηρεάστηκαν άπό τη συνάφειά τους μέ τό περιβάλλον στό όποιο λειτουργούσαν κρί, κατά συνέπεια, σέ ποιό βαθμό δημιούργησαν καί μέ ποιό τρόπο κα θόρισαν τη συνείδηση εθνισμού τών έλληνικών κοινοτήτων. Επίσης, πώς συνειδητοποιούσαν αυτές οί ίδιες τήν ίδιαίτερή τους ταυτότητα καί άν διέκριναν τό χαρακτηρισμό “Ελληνας σέ έλλαδίτη καί έλληνα. Ή βασική αιτία διατήρησης τής ιδιαίτερης συ νείδησης ταυτότητας τού ελληνισμού στήν ’Οθω μανική Αύτοκρατορία ήταν ή άνοχή τού ίσλάμ πρός τίς μονοθεϊστικές θρησκείες. Δέν έχουμε έπαρκεϊς πληροφορίες, ώστόσο, γιά τούς χρι στιανούς κατά τούς πρώτους αιώνες τής τουρκο κρατίας, ώστε ν’ άπαντήσουμε μέ πληρότητα στά παραπάνω ερωτήματα. Ή άδιαφιλονίκητη κυ ριαρχία τού ίσλάμ στήν περιοχή τών Βαλκανίων καί τής Μικράς ’Ασίας καί ή διάκριση τών μή μουσουλμάνων υπηκόων άνάλογα μέ τή θρη σκεία τους κατέστρεψε παλαιές καί διαμόρφωσε νέες συνθήκες γιά τή δημιουργία έθνιστικών συ νειδήσεων. Έννοιες καί όροι πού χρησιμοποιού νται σέ εύρεία κλίμακα σήμερα είναι προϊόντα τού 19ου αιώνα καί ιδωμένα μέσα άπό τήν εμ πειρία τής ίδρυσης τού άνεξάρτητου έλλαδικού κράτους (1830) καί γενικότερα τής άναβίωσης τού βαλκανικού εθνικισμού- Ή εκσυγχρονιστική περίοδος τού Tanzimat μέ τίς δυτικές έπιδράσεις πού τήν καθόριζαν, άπό τή μιά έπέτρεψε κι άναγνώρισε κατά κάποιο τρόπο τή δημιουργία έθνιστικών συνειδήσεων, κι άπό τήν άλλη προσπά θησε νά τίς έλέγξει καί τελικά νά τίς καταπνίξει μέ τή δημιουργία μιάς άλλης ταυτότητας, τής όθωμανικής. Είναι λοιπόν επικίνδυνο νά προχω ρήσει ό μελετητής σέ γενικεύσεις γιά ένα χώρο τόσο εύρύ δσο ή οθωμανική επικράτεια καί γιά χρονικό διάστημα έκατονταετηρίδων. Ή μελέτη τών συνθηκών διαμόρφωσης τού έλληνισμού εί ναι άπαραίτητο νά ξεκινά άπό μιά ορισμένη κοι νότητα, δηλαδή νά παίρνει πάντα ύπόψη της τό συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο, τίς τοπικές συν θήκες διαβίωσης τών χριστιανών καί τήν έπικοινωνία τους μέ τήν Ευρώπη. Μετά τόν πόλεμο τής άνεξαρτησίας καί τή δια μόρφωση τού έλλαδικού κράτους, ό δρος ελληνι σμός παίρνει νέες διαστάσεις. 'Ο ρόλος τής θρη σκείας ως καθοριστικού στοιχείου διάκρισης με ταξύ τών υπηκόων τής Αύτοκρατορίας περνά
ΟΙκογένεια 'Ελλήνων άπό τό Προκόπι τής Καππαδοκίας (φωτ. Κ.Μ.Σ.)
οριστικά σέ δεύτερη μοίρα, μέ σοβαρές επιπτώ σεις στό κύρος τού πατριαρχείου. Τό έλλαδικό κράτος οίκοδόμεϊται στή σύζευξη δύο άντιφατικών άντιλήψεων: τήν έγκόσμια άντίληψη τού (έθνικού) κράτους καί τή θρησκευτική τού έθνους, καθώς αύτό διαμορφώθηκε καί ξεπήδησε άπό τό θρησκευτικό διαχωρισμό τών μή μου σουλμάνων υπηκόων. Ό ρόλος πού άναλαμβάνει ή Ελλάδα, ώς εθνικό κέντρο, επενεργεί στή συνείδηση ταυτότητας τών έλληνικών κοινοτή των άλλά καί στήν άντίληψη τού οθωμανικού κράτους γιά τή διάκριση τών υπηκόων του. Ή έθνιστική συνείδηση τών Ελλήνων τής Αύτο κρατορίας άναπτύσσεται παράλληλα μέ τή δια μόρφωση έθνικής συνείδησης στήν Ελλάδα. Ό μελετητής τού μικρασιατικού έλληνισμού είναι άπαραίτητο νά έξετάζει τίς ιδιαίτερες συνθήκες άνάπτυξης τής κάθε μιάς (στό άνεξάρτητο έλλα δικό κράτος καί στήν ’Οθωμανική Αύτοκρατο ρία), τίς σχέσεις συγγένειας καί τίς ενδεχόμενες^ διαφορές τους, τόν τρόπο καί τό βαθμό επίδρα σης τής πρώτης στή δεύτερη. Ή ταύτισή τους άποτελεΐ έξίσου λάθος μέ τό διαχωρισμό τους. Τό πρώτο λάθος γίνεται συχνότερα άπό τό δεύ τερο, ή, γιά νά είμαστε άκριβέστεροι, ή ταύτισή τους θεωρείται γεγονός άναμφισβήτητο. Καί σάν τέτοιο, πρέπει νά σημειώσουμε, άντιμετωπίστηκε τόσο άπό τήν έλλαδική δσο κι άπό τήν όθωμανική πολιτική τής νεοτουρκικής κυρίως περιό.δου. "Οσον άφορά στήν έλλαδική πολιτική, θά πρέ πει ό μελετητής νά διακρίνει τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τών εννοιών άλυτρωτισμός καί Με γάλη ’Ιδέα, ξεκινώντας άπό τό δτι ή πρώτη έχει ώς σημείο άναφοράς κυρίως τούς Έλληνες τής ’Οθωμανικής Αύτοκρατορίας, ενώ ή δεύτερη κυ ρίως τήν Ελλάδα ώς εθνικό κέντρο. Μέσα άπό
18/αφιερωμα τή διασάφηση τών εννοιών αυτών καί άπό τό συγκεκριμένο, όποτε τούτο συνέβαινε, περιεχό μενο πού έπαιρναν σε κάθε φάση τής εξέλιξης τού έλλαδικοϋ κράτους, θά ’πρεπε νά έρευνηθεϊ ή ιδεολογική λειτουργία τού τελευταίου ώς έθνικού κέντρου: άν ήταν δηλαδή συνειδητή ή όχι ή σύγχυση μεταξύ έλλαδικής κρατικής καί εθνικής πολιτικής, τής τελευταίας θεωρουμένης μέσα άπό τό πρίσμα τής έθνικής καί έθνιστικής ταύτι σης πού προαναφέραμε. Ή Ιδεολογική αύτή λειτουργία τού έλλαδικού κράτους υπονόμευσε τό κύρος τού πατριαρχείου, πού άγωνιζόταν νά διατηρήσει στην άπόλυτη εξουσία του τούς χριστιανούς τής Αυτοκρατο ρίας. Ή προσπάθεια περιορισμού κ’ ελέγχου τών δικαιοδοσιών τού πατριαρχείου ξεκίνησε άπό τούς λαϊκούς κι ένισχυόταν άπλά καί μόνο άπό τήν ίδια την ύπαρξη τού έλλαδικού κράτους καί τήν άντιπαράθεση τής εκκλησίας του μέ τό πατριαρχείο. Στη συνέχεια ή προσπάθεια τών λαϊκών περνά σέ δεύτερη μοίρα άπό τή συνειδη τή πρωτοβουλία τής Ελλάδας νά περάσει τόν άλυτρωτικό εθνικισμό της στούς χριστιανούς μέ σω τού πατριαρχείου. Τό τελευταίο, πού διέβλε πε τή μείωση τών εξουσιών του άπό τήν πρόοδο τού βαλκανικού εθνικισμού, άντιδρούσε στήν ταύτιση έλληνισμού καί έλλαδικής πολιτικής. Ή έκταση καί ή ποιότητα έλέγχου, λοιπόν, τού πα τριαρχείου άπό τήν Αθήνα (μετά τό δεύτερο μι σό τού 19ου αιώνα) καί ή σύγκρουση τού άλυτρωτικού έθνικισμού της μέ τήν έκκλησιαστική έξουσία είναι στοιχεία απαραίτητα γιά τή μελέτη τού μικρασιατικού έλληνισμού. Δέν πρέπει όμως νά παραβλέπεται τό γεγονός ότι ό ρόλος πού έπαιζε τό πατριαρχείο στή ζωή του έξακολουθούσε νά ’ναι σημαντικός ώς τό τέλος, καί σάν τέτοιο τόν άντιμετώπιζε καί τό οθωμανικό κρά τος. Ή λαϊκή πρόκληση πρός τήν έκκλησιαστική έξουσία κι ό βαθμός άμφισβήτησης τού ηγετικού της ρόλου άποτελούν πτυχές τής ζωής τών κοινο τήτων πού άπαιτούν παραπέρα έρευνα. Ε ξάλ λου, μιά άλλη πλευρά τής άντίδρασης τής έκκλησιαστικής έξόυσίας στήν έπιχειρούμενη έλλαδική διείσδυση ήταν ή συμμαχία της μέ τό λαϊκό έκεΐνο στοιχείο πού συνειδητά διαχώριζε τόν έλληνικό έθνισμό του άπό τόν έλλαδικό άλυτρωτικό έθνικισμό. Γιά ν’ άντιμετωπίσει τό δεύτερο, συ χνά ή έκκλησία προτιμούσε σάν τό μικρότερο κακό νά ταυτιστεί μέ τόν πρώτο. Ή παράλληλη ύπαρξη, κατά τό 19ο αιώνα, τής έλλαδικής έθνικής συνείδησης καί τού έλληνικού έθνισμού καί ή έκταση καί ποιότητα τών σχέσεών τους είναι άπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή μελέτη τών έλληνικών κοινοτήτων. Πρέπει νά σημειωθεί πώς ή σχέση τους διαφοροποιείται άπό κοινότητα σέ κοινότητα ή καί γίνεται άμφιβαρής υπέρ τής μιάς ή άλλης πλευράς. Ή διαφο ροποίηση εξαρτάται άπό ποικίλους παράγοντες,
καθώς είναι λ.χ. ή ύπαρξη (καί σέ τί αριθμό) ή όχι έλλαδιτών στήν κοινότητα· οί έμπορικές τους σχέσεις καθώς καί τής κοινότητας μέ τήν Ελλά δα, τήν Ευρώπη ή άν ή οικονομία της είχε μόνο τοπική έμβέλεια· ή ύπαρξη καί δραστηριότητα έλλαδικού προξενείου, οί σχέσεις μέ τό μουσουλ μανικό πληθυσμό καί τίς τοπικές οθωμανικές άρχές· ή στάση τής δημογεροντίας καί τής τοπι κής έκκλησιαστικής άρχής. Μιά άλλη σχέση πού πρέπει νά διασαφήσει ό μελετητής είναι ή σχέση άνάμεσα στή συνείδηση ταυτότητας τής έλληνικής κοινότητας καί τού άλυτρωτισμού καί τής Μεγάλης ’Ιδέας. Ή απή χησή τους στό μικρασιατικό έλληνισμό τουλάχι στον ώς τό 1912 δέν έχει μελετηθεί, άλλ’ δμως συχνά θεωρείται ώς δεδομένη. Ή άποψη αύτή δέ φαίνεται ν’ άνταποκρίνεται στήν πραγματικό τητα. ’Αντίθετα, φαίνεται σωστό νά έρευνηθεϊ άκόμη καί τό κατά πόσο ή άποδοχή τής έλλαδι κής έθνικής συνείδησης άπό τό μικρασιατικό έλληνισμό συνεπάγονταν οπωσδήποτε καί τήν απο δοχή τής Μεγάλης ’Ιδέας -καί άν ναί, μέ ποιά μορφή. Ή ιδεολογική καί συναισθηματική αύτή σχέση Ελλάδας καί μικρασιατικού έλληνισμού δέν έχει έρευνηθεϊ στήν ιστορική της έξέλιξη. Ή προσέγγισή της γίνεται σχεδόν πάντοτε μέσα άπό τό πρίσμα τής ήττας τού 1922 καί τή σύγκρουση μέ τόν τουρκικό έθνικισμό πού προηγήθηκε. "Ομως, τόσο ή Μεγάλη ’Ιδέα μέ τήν οριστική μορφή τής έδαφικής έπέκτασης τής Ελλάδας, δσο καί ό τουρκικός έθνικισμός άποτελούν εξε λίξεις κυρίως τής δεύτερης δεκαετίας τού εικο στού αιώνα. Γι’ αύτό, έξίσου άπαραίτητη μέ τήν έρευνα τού έλλαδικού άλυτρωτικού εθνικισμού είναι καί ή μελέτη τής μετεξέλιξης τού μουσουλ μανικού θρησκευτικού φανατισμού σέ οθωμανι κό πατριωτισμό καί τέλος σέ τουρκικό έθνικισμό. Ή ένταση τής σύγκρουσης μεταξύ τουρκικού καί έλλαδικού έθνικισμού καί ή λύση τής έκδίωξης έκατοντάδων χιλιάδων άτόμων άπό τίς πα τροπαράδοτες έστίες τους έχει θολώσει άκόμη περισσότερο τήν εικόνα τού μικρασιατικού έλληνισμού ώς αυτόνομης οντότητας. Μπορεί ή πρα κτικότερη λύση γιά τήν έλλαδική καί τουρκική πολιτική τής περιόδου έκείνης νά ήταν ή άπόλυ τη ταύτισή του μέ τήν Ελλάδα. 'Ωστόσο, παρα μένει καθήκον γιά τόν ιστορικό, έστω καί γιά άκαδημαϊκούς μόνο λόγους, νά μελετήσει τό μι κρασιατικό έλληνισμό όχι μόνο σάν αντικείμενο λαογραφίας άλλά σάν έκφραση ένός ιδιαίτερου έθνισμού. Τό σύνθημα «χαμένες πατρίδες», πού συχνά άκούγεται άκόμη σέ συγκεντρώσεις Μικρασιατών, δέ φαίνεται νά έχει μόνο νοσταλγικό χαρακτήρα ή μεγαλοϊδεατικό περιεχόμενο. Δεί χνει νά είναι περισσότερο ένας άπόηχος, τώρα πιά, τής ιδιαίτερης έθνιστικής αυτοσυνείδησης τού μικρασιατικού έλληνισμού. ■
αφιερωμα/19
I. Τ. Παμπούκης
Τό ποντιακό θέατρο Τήν ιστορία τον ποντιακού θεάτρου, πού εκλεισε κα ί πέρασε πιά τόν πρώτο αιώνα τής ζωής τον, τή χωρίζουμε σέ όνό περιόδους: την έκεϊθεν τοϋ Α ιγα ίου ως την άνταλλαγή κα ί την εντεύθεν, από την άνταλλαγή ως τά σήμερα. Πότε πρωτογράφτηκαν καί πότε κι από ποιους πρωτοπαίχτηκαν έργα θεατρικά σ’ όποιο δήποτε ιδίωμα τής ποντιακής διαλέκτου; Κ α ί ποιά τά κύρια χαρακτηριστικά τής πρώτης περιόδου, από τήν άκαθόριστη άρχή της ως τό φοβερό 1922; Τή δεύτερη περίοδο, τή συγκαιρινή καί σννομήλική μας, πόσο καί πώς τήν ξέρουμε κι αυτή; Τί ξέρουμε πρό παντός γιά τά πρώτα καί βαρύτατα χρόνια τής προσφυγιάς, ως τό Λεύτερο Μ εγάλο Πόλεμο; Δέν μπορώ ν’ άπαντήσω βέβαια σ’ δλα τά πα ραπάνω ερωτήματα, γιατί δέν έχω άπάντηση γιά δλα. Μά δε θά πώ οΰτε δλα δσα ξέρω γιά μερικά, γιατί δέν είναι τοΰ παρόντος. Θά πώ κάτι λίγα, μόνο καί μόνο γιά νά βρώ τήν άφορμή νά φανερώσω πρώτα κάποιον άγνωστο στους εδώ συνέλληνες περίγυρο τοϋ Πόντου. Καί νά δούμε ύστερα πώς κινείται μέσα έκεϊ τό ποντιακό θέατρο. Πότε πρωτογράφτηκαν καί πότε λοιπόν κι άπό ποιους πρωτοπαίχτηκαν ποντιακά θεατρικά έργα; Τό πιό παλιό πού ξέρουμε είν’ ένα μέ τίτλο «Ειμαρμένης παίγνια, κωμωδία εϊς πέντε μέρη» τοϋ Κερασούντιου Ίωάννου Γ. Βαλαβάνη. Τυ πώθηκε στήν ’Αθήνα τό 1860. Πότε παίχτηκε; Δέ φαίνεται νά παίχτηκε ποτέ. Καί θέατρο θά πει σκηνή. Μά κι άν άκόμα είχε παιχτεί τό 1860 ή καί πρίν (ό συγγραφέας γεννήθηκε τό 1830), τί βγαίνει; Τόσο αύτό, δσο κι όποιο άλλο προ γενέστερο έργο δέν μπορεί νά ξεπεράσει άκριβώς τό 1830, τή χρονιά τής 'ίδρυσης τού νέου έλληνικοϋ κράτους. ’Από τό νέο κράτος θά παραδειγματίζονταν οί θεατρικοί συγγραφέΐς μας. Ά π ό τό πνευμα τικό κέντρο πού δέν υπήρχε πρίν, ’Αλλά, πάλι, στό κανονικό, τό συνηθισμένο θέατρο. Διαλε κτικό πού νά βρεθεί; Οΰτε ό «Χάσης» τού Γουζέλη, οΰτε ό «Βασιλικός» τοΰ Μάτεση άπό τήν Επτάνησο θά συνιστούσαν τά πρότυπα πού λέ με. Γιατί είναι τόσο ξένα πρός τήν ψυχολογία καί τή νοοτροπία τών Ποντίων εκείνης τής επο
χής. Ά π ό πού λοιπόν τό διαλεκτικό ξεκίνημα; Ό Βαλαβάνης είναι φιλόλογος. Είναι ό γνω στός καί πολύ σπουδαίος συλλογέας γλωσσικής καί λαογραφικής ΰλης τού Πόντου. Δεκαετίες ολόκληρες έστελνε στήν Πόλη καί τήν Αθήνα χειρόγραφά του καί βραβευότανε. Τό πρώτο σχετικό του δημοσίευμα, «Τά έν Κερασούντι περί τόν γάμον έθιμα», τυπώνεται στήν «Παν δώρα» τό 1859. Είχε συνεπώς, μέ τήν πιθανή φιλολογική γνώση τού παλιότερου κρητικού θεάτρου καί μέ τή ζωντανή γνωριμία τών πα ναρχαίων ποντιακών «μωμογέρων», είχε τή δυ νατότητα νά συλλάβει δ,τι συνέλαβε καί νά θε μελιώσει, άς τό πούμ’ έτσι, τό θέατρό μας. Ή κωμωδία τοΰ Βαλαβάνη στό μεγαλύτερο της μέρος είν’ έμμετρη. Κ’ έμμετρο είναι καί τό δεύτερο ποντιακό θεατρικό έργο πού ξέρουμε, «Οί έρωτόληπτοι, κωμωδία μονόπρακτος», τοϋ Κερασούντιου Κ. Γ. Κωνσταντινίδη. Τυπώθηκε τό 1876 στήν Αθήνα καί πρωτοπαίχτηκε τό 1973, μετά έναν αιώνα, πάλι στήν Αθήνα. Καί τήν αφιερώνει «ό ποιήσας»: «’Ιωάννη Γ. Βαλα βάνη διδασκάλω τών ελληνικών έν Κερασούντι» -κυριολεκτικά δηλαδή καί μεταφορικά μα θητής, άκόλουθος κ’ εδώ τού δασκάλου. Ποιος δμως είναι ό Κωνσταντινίδης; Γιός τοΰ Γεωργίου Κωνσταντινίδη, τού θρυλικού Καπετάν Γιώργη Πασά, ισόβιου δήμαρχου τής Κερασούντας, ό νεαρός ποιητής τών «Έρωτολήπτων» δέν είν’ άλλος άπό τόν κατοπινό διά σημο κ’ επίδοξο πρόεδρο τής «παρά λίγο» Δη μοκρατίας τού Πόντου -ώ , τί καιροί! Ά ν ώστόσο οί δύο πρώτοι σκαπανείς μας είν’ αυτοί πού είπαμε, περιστασιακά μονάχα
20/αφιερωμα Τραπεζούντας], διά τήν παράστασιν τού Φιντίου καί Δάμωνος καί δύο άλλων κωμωδιών, άς έδωκαν μικροί τό δέμας αύτοχειροτόνητοι ηθο ποιοί, τών όποιων ή άσκησις οφείλεται είς τόν άκάματον καί ειδικόν είς τά τοιαύτα Έλ. Φοινικόπουλον». Πέντε θεατρικά, δύο γραμμένα στήν ποντια κή, μπορεί καί τρία, γιατί κάποια τά ξέρω μόνο έμμεσα. Σπυρί σπυρί τίς μαζεύει κανείς τίς ει δήσεις άπό τίς πιό άπίθανες πηγές, μά σταματώ έδώ ^Εάν έκθεση πού, καθώς είπα, δέν είναι καθόλου τού παρόντος. Θ’ άναφέρω μόνο, χω ρίς κανένα σχόλιο, τέταρτο καί πέμπτο στή σει ρά μας, δυό άκόμα συγγραφείς: τό Φίλιππο Φι λιππίδη άπό τήν Οίνόη καί τόν άσύγκριτο Γεώργιο Φωτιάδη άπό τήν Κρώμνη -καί μπαί νω στό θέμα μου.
Ό Γεώργιος Κωνσταντινίδης, ό θρυλικός Κοπετόν Γιώργης Πασάς, ισόβιος δήμαρχος τής Κερασούντας, μπροστά στό δη μοτικό κήπο τής πόλης (φωτ. Α.Κ.)
καί τόσο λίγο μπλεγμένοι μέ τή σκηνή, ό τρίτος, ό Τραπεζούντιος Ελευθέριος X. Φοινικόπουλος, είναι σχεδόν ένας αληθινός θεατράνθρω πος. Περί Φοινικοπούλου δέ γράφτηκε πουθενά τό παραμικρό βιογραφικό. Το περιοδικό τής Τραπεζούντας «Άστήρ τού Πόντου», I, 1885, 619, δημοσιεύοντας μιάν αγγελία του γιά την έκδοση ένός δράματός του σέ πέντε πράξεις, μέ τίτλο «Οί δύο άδελφοί ήτοι ’Αρετή καί Κακία», συμπλήρωνε τότε μέ τά έξης: «Δημοσιεύοντας τήν ανωτέρω άγγελίαν τού κ. Ελευθερίου Φοινικοπούλου, ό όποιος είναι γνωστός εις τό ήμέτερον κοινόν καί διά τής έκδόσεως δύο κωμω διών αυτού, τής μέν έπιγραφομένης “Χύσε, τρί ψε, πλύνε” , τής δέ “Ό φοβερός μάντις Γιαράρης”, πιστεύομεν δτι θέλει έπιτύχει τής άπαιτουμένης συνδρομής καί ύποστηρίξεως, πρός έκδοσιν καί τού παρόντος έργου αύτοϋ». Τρία ως τώρα έργα. Κ’ ένα τέταρτο: «Οί κωδωνάτοι βρυκόλακες». Κ’ ένα πέμπτο: «Ή Τραπεζουντία κόρη, δράμα είς πέντε πράξεις». "Οπως βλέπουμε, ό Φοινικόπουλος εργάστηκε κάμποσο γιά τό θέατρο στόν Πόντο. Καλό λοι πόν είναι ν’ άποθησαυριστεΐ κ’ ή παρακάτω σχετική μ’ αυτόν είδηση, πού βρίσκεται στό πε ριοδικό τής Τραπεζούντας «Εύξεινος Πόντος», I, 1880, 59-60: «Δέν δυνάμεθα όμως νά παρέλθωμεν έν σιγή τήν εύχαρίστησιν καί γενικήν άγαλλίασιν, ήν ήσθάνθη άπαν τό άκροατήριον [στίς εξετάσεις τού παιδαγωγείου άρρένων
Έβαλα πρίν άπό κάθε όνομα τόπο καταγωγής: οί Κερασούντιοι Βαλαβάνης καί Κωνσταντινί δης, ό Τραπεζούντιος Φοινικόπουλος· πρίν άπό κάθε όνομα ή μετά: ό Φιλιππίδης άπό τήν Οίνόη κι ό Φωτιάδης άπό τήν Κρώμνη, μιά καί δέν μπορώ νά πώ Νιώτας καί Κρωμέτος χωρίς έπεξήγηση. Τό ίδιο θά ’κανα καί γιά τούς ύπερεκατό συγγραφείς ποντιακών θεατρικών έρ γων, επειδή μ’ αύτή τήν υπογράμμιση τού ιδιώ ματος τού καθενός έχουμε τήν πρώτη επαφή μέ τό ξεχωριστό κομμάτι τού άγνωστου Πόντου πού θ’ αντικρίσουμε. Ό Πόντος είναι τό δέκατο μόνο τής Μικρασίας. Ή Μικρασία όμως είναι πέντε φορές με γαλύτερη άπό τήν Ελλάδα. Πού σημαίνει πώς ό Πόντος είναι σάν τή μισή Ελλάδα. Μέ τήν άνταλλαγή, τό1922, έρχοντ’ έδώ ένάμισυ εκατομμύριο πρόσφυγες. Τρακόσες χιλιά δες Θράκες κ’ ένα εκατομμύριο διακόσες χιλιά δες Άνατολίτες. Τό ξέρουν άραγε πολλοί πώς τά μέν εννιά δέκατα τής Άνατολής έστειλαν τε τρακόσες χιλιάδες, ένώ τό τελευταίο δέκατο, μόνος ό Πόντος, τίς όχτακόσες; 'Ο Πόντος άπό τήν άρχαιότητα στάθηκε συ νέχεια πολυάνθρωπος. "Ηξερε δυό τέχνες πού άνάγκαζαν κάθε κατακτητή του νά ’χει περί πολλού τούς έργάτες τους, τή ναυπηγική καί τή μεταλλουργία. Ή λέξη σίδηρος κ’ ή λέξη χάλνψ, οί δυό ξένες αυτές λέξεις μέσ’ στήν άρχαία έλληνική, είναι παρμένες άπό τοπωνύμια τού Πόντου, τή Σίδη καί τή Χαλυβία, μέ τούς Σιδηνούς καί τούς Χάλυβες. Τήν Άργυρόπολη, τό Giimii§hane, τήνε λέει «άργύρου γενέθλην» ήδη ό θείος "Ομηρος. Πέρσες, Ρωμαίοι, Βυζάντιο, Τούρκοι -οί μορφές όμως τής παραγωγής έμε ναν ίδιες έπί χιλιετηρίδες, οί μορφές τής ζωής άμετακίνητες μέ τά διασφαλισμένα προνόμια πού χάριζαν οί δυό τέχνες καί τό βιοτικό καί τό πολιτιστικό έπίπεδο πάντα ψηλότερο άπ’ όσο
αφιερωμα/21 στην άπέραντη μικρασιατική ένδοχώρα τοϋ Νό του. ’Από τόν 'Όμηρο καί τό Διονύσιο τόν Περιη γητή κι άπό τόν Ευστάθιο τής Θεσσαλονίκης, τόν παμμέγιστο σχολιαστή τους, ώς τίς μέρες μας, χίλια καί χίλια καί χίλια χρόνια τόν ένα μέ τόν άλλον, άμέτρητα τοπωνύμια σώζονται στή διάλεκτο καθώς τά πρωτόσπειραν οί παμπά λαιοι καιροί. Καί τό πώς έμενε τό πάν άπαράλλαχτο, στό χαμένο πιά γιά μάς έκεϊνον κόσμο, νά το καί πάλι άπό τόν "Ομηρο, πού μάς λέει στόν παφλαγονικό διάκοσμο τοϋ Β τής Ίλιάδας (851-2): Παφλαγόνων δ’ ηγείτο Πυλαιμένεος λάσων κήρ έξ ’Ενετών, δθεν ήμιόνων γένος άγροτεράων. Κ’ έμεΐς, χωρίς τόν "Ομηρο στό χέρι, ζώντας όμως τή ζωή τών ανθρώπων τοϋ Πυλαιμένη καί ξέροντας τή Μερζεφούντα τής πρός Πόντον Παφλαγονίας, ως τόν ενδέκατο αιώνα μόνοι μας κι άπό τόν ενδέκατο καί πέρα μέ τούς Τούρκους, ολόιδια σάν τόν 'Όμηρο, λέμε συνέ χεια τήν πειραχτική παροιμία: ’Σ σοϋ Μαρτουβανίου τό δρόμο γαϊδιούριν άραεύεις; Marzuvanin yoluna e$ek mi ariorsun? Μά ψάχνεις γιά γαϊδούρι στην Παφλαγονία; Τά τοπωνύμια σπέρνονται μέ τά χτυπητά γεγο νότα καί ριζώνουν πολύ δύσκολα. Πολύ πιό δύσκολα όμως ξεριζώνονται. Καί, σάν αύτά, χιλιάδες καί μυριάδες άλλα τοϋ ψυχικοϋ βίου, μιά καί ριζώσανε, δέν ξεριζώνονται παρά μέ κοσμοχαλασμό, μέ τήν ;ιεζή δηλαδή αλλαγή τών μορφών τής παραγωγής καί τήν άκόμα πιό πεζή κι άναγκαστική άλλαγή τών παραγωγικών σχέ σεων. Καμιά φορά όμως ούτε καί τότε. Καί νά ένα παράδειγμα: Σ’ ένα 'Ωροσκόπιο τής Τραπεζούντας άπό τό δέκατο τέταρτον αϊώνα, λαϊκό χειρόγραφο βι βλιαράκι σάν τό σημερινό Καζαμία, διαβάζου με «προφητείες» γιά τό τί θά γίνει τό νέον έτος 1336: «Θαρροϋντες γοϋν εις τήν άφατον τοϋ Θεοϋ μακροθυμίαν καί πολύ έλεος προγράφομεν τά έσόμενα έν τώ παρόντι ένιαυτώ». Κ’ εκεί πού γίνεται λόγος γιά τούς πραματευ τές καί τούς έμπορους: «Τοϊς έμπόροις ταξίδια συχνά μετά κέρδους». «Τοίς παιγνιώταις χαράν καί κέρδος, καί έκβάλωσιν νέας στιχοπλοκίας, 'ίνα φέρωσιν καί οί άνθρωποι τήν άκοήν αυτών πρός αυτούς». Στούς όργανοπαΐκτες καί τούς τραγουδιστές υπόσχεται κέρδη καί χαρές, γιατί θά βγάλουνε καινούρια τραγούδια, πού θά τρέξει ό κόσμος όλος νά τ’ άκούσει. Γιά τό Δεκέμβρη μήνα ειδικά μάς λέει: «Δη-
Παλικάρια τον Πόντου (φωτ. Α.Κ.)
λοΐ βροχήν ώφέλιμον καί παιγνιώτων ευγλωτ τία...» Θά βγούνε δηλαδή πολλά καί καλά τραγού δια -μά γιατί είπα ειδικά; Γιατί στούς ίδιους άκριβώς έκείνους τόπους, σχεδόν ώς τήν ήμέρα πού φύγαμε, κάθε Δεκέμ βρη, όργανοπαΐκτες καί τραγουδιστές έξαφανίζονταν άπό προσώπου γής, επί βδομάδες απο μονωμένοι μέσ’ στήν άπόλυτη γαλήνη τήν απα ραίτητη γιά τήν καλλιτεχνική δημιουργία. Συν θέτανε καθένας χωριστά κι άπό ’να νέο τραγού δι, μιά μελωδία νέά, πού θά παιζόταν ή θά τραγουδιότανε πρώτη φορά τά Δωδεκαήμερα στόν καθιερωμένο λαϊκό μουσικό καί ποιητικόν αγώνα, πού θά ’βγάζε τό τραγούδι τής χρονιάς, τό τραγούδι πού θ’ έπολίτευεν όλον τό χρόνο. Άκριβώς όπως τό 1336 μέ τ’ 'Ωροσκόπιο κι όπως άσφαλώς άπό πολύ παλιότερα. Μά τότες ήταν ή δόξα τού Βυζάντιου κ’ ή δόξα τής Αυ τοκρατορίας τής Τραπεζούντας. Ένώ τώρα ό Πόντος άποχαιρετοΰσε, άλίμονο, τήν 'Ιστορία. Έκεΐ λοιπόν όπου λαβαίνανε χώραν αύτά τά παραμύθια, ξαφνικά σχεδόν ήρθε μιά μέρα καί στερέψαν τά μαντένια. Σβήνουν τά μεταλλεία καί μένει μόνο τ’ όνομα στήν «άργύρου γενέθλην». ’Αποτελέσματα τραγικά: α) Πληθυσμοί ολόκληροι, πατριαρχικές γε νιές μεταλλουργών, τυλίγονται σύν γυναιξί καί τέκνοις έν μιά νυκτί σέ φερμάνια σουλτανικά καί πάνε καί χάνονται στίς Φρυγίες καί τίς
22/αφιερωμα
"Αποψη τής Τραπεζούντας, δπου όιακρίνονται 6 ναός τοϋ ’Αγίου Γρηγορίον καί τό «Φροντιστηρίου», έλληνικό σχολείο πού Ιδρύθηκε τό 1682
Καππαδοκίες, δπου άλλα μεταλλεία ζοϋν ακό μα καί τούς χρειάζονται. β) Σιγά σιγά στην αρχή τού δέκατου όγδοου καί με ρυθμό πού τόν έπιτάχυναν έξωτερικά γε γονότα τό δέκατον ένατο αιώνα, φουντώνει τό κύμα τής μετανάστευσης άπό τόν Πόντο πρός τή Νότια Ρωσία. "Ολες οι βόρειες κ’ οί ανατολι κές παραλίες τού Εύξείνου μέ τήν ένδοχώρα τους καί τί δέν έχουνε νά πούνε; Μισό εκατομ μύριο Έλληνες, μιά Κύπρος ολόκληρη, στό με γαλύτερο τους ποσοστό άπό τόν ’Ανατολικό Πόντο, μέ τό τέλος τής μεταλλουργίας! Μέ τά προηγούμενα καί μ’ άλλ’ άμέτρητα πού θά μπορούσα νά προσθέσω, θέλω νά πώ πώς έκεϊ άπάν’ επί αιώνες κ’ αιώνες έκύλαε μιά ζωή σά μονότροπη γιά τόν άργό ρυθμό της, εκπλη κτική όμως γιά τήν πολυμορφία πού τής έδινε τό αχανές τής χώρας. Τή μονότροπη καί πολύ μορφη ζωή τού Πόντου δέν άμέλησε καθόλου νά τή μελετά χρόνια τώρα ένας έσμός λογίων. ’Από τό 1849, μέ πρώτο τόν Τραπεζούντιο Κωνσταντίνο Ξανθόπουλο, ώς'τό 1922 στ’ άγια χώματα. Κι άπό τό 1922 στήν παλιά-νέα πατρί δα. Βγήκανε βιβλία καί βιβλία, περισσότερ’ άπό χίλια. Πολλά πολύ καλά, πολλά μέτρια. Μά καί τά μέτρια καί τά όποιαδήποτε πάντα γεμάτα μέ χρυσοφόρο υλικό καί πάντα καλοπρόσδεχτα. Τίποτε δμως δέ διοργανώνει καλύτερα τή συναισθηματικότητα τού κοινού άπ’ δσο ή τέχνη. Αύτός έξάλλου είν’ ό μεγάλος σκοπός της. Γιά νά τόν πετύχει, πρέπει νά ’ναι προσγειωμένη. Νά ξεκινά δηλαδή κατέχοντας τήν εθνική πα ράδοση. Νά ξέρει νά τή βλέπει, νά τήν κρίνει, νά τήν κατανοεί καί νά τήν αφομοιώνει. Τότε μόνο μπορεί νά τήν ξεπεράσει δημιουργικά, νά κάνει τούς άνθρώπους άνθρωπινότερους καί νά τήν πούμε προοδευτική, πάει νά πει σωστή.
Καί δέν υπάρχει, πέρ’ άπ’ δλα τ’ άλλα βιβλία μας καί πέρ’ άπ’ δλες τίς μελέτες μας, καλύτερη πηγή γνώσης τής ζωής τού Πόντου άπό τό πον τιακό θέατρο. Γιατί τό πλήθος οί εργάτες του, έργάτες τής κυριότατης αυτής τέχνης τού λό γου, τηρήσανε πάντα τούς κανόνες πού είπαμε. Δέν έχει σημασία, γι’ αυτό πού ιδιαίτερα μάς ένδιαφέρει, άν δέν πετύχαν δλοι κι δλες τίς φο ρές τόν άπώτερο σκοπό. Ή δουλειά τους είναι πραγματικά ή καλύτερη πηγή γνώσης τής ζωής τού Πόντου καί πηγή πάντα πρωτότυπη. Κι δμως είν’ άγνωστος αύτός ό άμητός πέρ’ άπό τούς Πόντιους, είναι σχεδόν τελείως άγνω στο στούς άλλους "Ελληνες τό πλατύ αύτό έργο. Δέν τό ξέρει τό μεγάλο κοινό τής μητρόπολης, μά δέν τό ξέρει κ’ ή επιστημονική έρευνα. Τό κοινό θά τό εμπόδισε ή διάλεκτος, τούς ειδι κούς δμως έπιστήμονες δέν έπρεπε νά τούς εμ ποδίσει, παρά νά τούς προσελκύσει. Γιά τά δώδεκα έν δλω έργα τού κρητικού θεάτρου, μεγάλα ή μικρά κι ολόκληρα ή απο σπασματικά, έχουμε πάν’ άπό διακόσες βαριές μελέτες κ’ εκδόσεις. Γιά τά τρακόσα τού πον τιακού καμιά! Μά τό κρητικό, θά ’λεγε κανείς, είναι τριών αιώνων καί τό ποντιακό μονάχα ένός. Καί μ’ αύτό; "Υστερα’ άπό τρεις άκόμα αιώνες, δταν τό κρητικό θά έχει έξι καί τό ποντιακό τέσσε ρις, δέ θά ’ναι συνομήλικα; Τρακόσα έργα! Τυπωθήκανε κατά καιρούς, άπό τό 1860 μέ τά «Ειμαρμένης παίγνια» τού Βαλαβάνη ως έχτές, τό ένα δέκατο. Κ’ έχουμε νά μάθουμε άπό δαύτα, οί συνέλληνες κ’ ή έπιστήμη, πόσα καί πόσα... Κ’ ή δομή κ’ οί χαρακτήρες κ’ ή δράση τών έρ γων μας, άλήθεια, ως πού φτάσανε τάχα; Στήν έρώτηση αύτή θ’ άπαντήσω μέ τά θαυ
αφιερωμα/23 μάσια καί τόλμη γεμάτα λόγια ενός άπό τούς πιό σοβαρούς μελετητές τού κρητικού θεάτρου. Θά έπαναλάβω τά όσα είπε σχετικά ό καθηγη τής Κριαράς, ορθά καί κοφτά, σέ μιάν ολόιδια περίπτωση: «’Εκείνο πού, γιά μένα τουλάχιστο, ιδιαίτε ρα ξεχωρίζει μέσα στά έργα τού κρητικού θεά τρου δέν είναι ή σκηνική δομή, ούτε καί οί χα ρακτήρες. Γιά τέτοιες άρετές δέ θά μπορούσαν ίσως νά καυχηθοΰν ούτε οί συγγραφείς των άντίστοιχων ιταλικών θεατρικών έργων. Θά ήταν λοιπόν υπερβολή νά άναζητούσαμε τίς άρετές αυτές στά δικά μας έργα, όσο καί άν καμμιά φορά βρίσκωμε στά δικά μας πλεονεκτήματα πού δέν τά έχουν τά πρότυπα. Εκείνο πού κά νει ξεχωριστή εντύπωση καί στόν άπλό άναγνώστη καί στό μελετητή είναι ή δύναμη μέ τήν όποιαν οί ξεχωριστοί Κρητικοί λογοτέχνες χει ρίζονται τό γλωσσικό τους όργανο. Είναι μάλι στα χαρακτηριστικό ότι [ολόιδια σάν τούς Πόν τιους] ό καθένας άπό τούς συγγραφείς αυτούς χειρίζεται μέ άξιόλογη πρωτοτυπία τή γλώσσα του. Συγκρίνετε λ.χ. τόν τρόπο μέ τόν όποιον γράφει ό Κορνάρος μέ τό χειρισμό τής γλώσσας άπό τό Χορτάτση. Τώρα μάλιστα πού ξέρομε τόν ποιητήν αυτό ως δημιουργό τριών διαφορε τικού λογοτεχνικού είδους έργων, είμαστε σέ θέση κοντά στά κοινά χαρακτηριστικά τής γλώσσας πού απαντούν καί στά τρία αύτά έρ γα, νά διακρίνωμε στοιχεία πού άπαντούν στήν τραγωδία του τήν “Έρωφίλη” , άλλα χαρακτη ριστικά τής γλώσσας πού χρωματίζουν τήν κω μωδία “Κατζούρμπο” καί άλλα πάλι πού προ σιδιάζουν στό ποιμενικό του έργο, τήν “Πανώ ρια”. Ειδικότερα γιά τά στοιχεία τής δράσης στά έργα τού κρητικού θεάτρου -καί στά καλύτερα άκόμη- πρέπει νά πώ ότι δέν είναι τέτοια πού νά καθιστούν τά έργα αύτά άληθινές θεατρικές δημιουργίες... Αυτό ισχύει γενικότερα γιά ολό κληρη, θά έλεγα, τή θεατρική παραγωγή τής ’Αναγέννησης. Ό “Άμύντας” λ.χ. τού Τορκουάτου Τάσσου είναι βέβαια λαμπρό έργο, ξε χωρίζει όμως κυρίως μέ τήν άρμονική καί πα θητική του ποίηση καί όχι μέ τή δράση τών ηρώων τού έργου. Γι’ αύτό καί πιστεύω ότι ή ποίηση τών έργων τού κρητικού θεάτρου χωρίς νά είναι τό μοναδικό στοιχείο πού τούς εξα σφαλίζει τήν άντοχή άπέναντι στό χρόνο, όμως είναι τό σημαντικότερο κατά τή γνώμη μου». ’Αλλά τό ποντιακό θέατρο, πέρ’ άπό τήν ποίησή του, μάς έδειξε ήδη κι άλλες άρετές. Καί δομή καί χαρακτήρες καί δράση. Κυρίως όμως μάς δείχνει, μέ τήν άγνότητα μιας πρωτο τυπίας πέρ’ άπό ξένα πρότυπα, τήν άλήθεια τής ζωής τού Πόντου όσο τίποτ’ άλλο. Καί μάς δεί χνει άκόμα πάν’ άπ’ όλα τήν άλήθεια τής άφάν-
ταστης κι άποκαλυπτικής μέ τά μυστικά της ιστορίας του. Θά μού έπιτραπεϊ νά τελειώσω τό... πικρό μου παράπονο μέ κάτι σχετικό. 'Υπάρχει ένα έργο, «Τή Τρίχας τό Γεφύρ’», τού Θόδωρου Κανονίδη. Μέ τόν τίτλο φυσικό είναι νά πάει ό νούς στό τραγούδι τού Γεφύριοΰ τής Άρτας. ’Άρτα δέν υπάρχει άλλού άπό τήν Ήπειρο. Τρίχα όμως έχουνε πολλά μέρη ελληνικά. Τό γεγονός αύτό μπερδεύει τούς συλλογισμούς τών ερευνητών καί μεταθέτουν άλλος εδώ κι άλλος έκεί τού τραγουδιού τή ρίζα. Νά βάλουμε τήν Ήπειρο; Νά πούμε τήν Καππαδοκία, τήν Κιλι κία, τή Λυκαονία; Τίποτε! Στό έργο μας εδώ παίρνει τή λύρα του ό λυράρης καί βγαίνει κι άρχίζει μ’ ένα στί χο κυριολεκτικά δαιμονικό: Ά το ϋ ’ς σήν Άρτασόπολην, ’ς σή Τρίχας τό Γεφνριν! Ή Άρτασόπολη μάς φέρνει στήν Άρτασα τού Τορούλ’. Καί τό συνταίριασμα τής Άρτασας αυτής τού Πόντου μέ τήν Ά ρτα τής Η π εί ρου μάς φέρνει στήν εξής άπροσδόκητη άναστάτωση: τί μπορεί τάχα νά σημαίνει μίά ολό κληρη αρμαθιά ταυτιζόμενα τοπωνύμια σέ δυό περιοχές τόσο μακριά τή μιάν άπό τήν άλλη; Άμπρικάντων-’Αμβρακικός, Δέρενα-Διράχιο, Αύλίανα-Αυλώνα, Χιμερά-Χιμάρα, Σεραντάρ’-Ά γιοι Σαράντα! Θά φανταστούμε τό γεφύρι τής Ελλάδας μέ τή μιάν άκρη του στήν Ά ρτα καί τήν άλλη στήν Άρτασα, μέ τό ’να κεφάλι του στήν ’Ήπειρο καί τ’ άλλο στόν απώτατο Πόντο. Κ’ έπεσε τό γεφύρι μέσ’ στό χάος. Βράχια καί χώματα καί νερά καί σίδερα. Κ’ ήρθαν οί σκλη ρές πατούσες τής 'Ιστορίας, καί τά πατήσανε καί τά πετρώσανε καί δέ φαίνεται πιά τίποτε. Δέ φαίνονται πιά παρά μόνο τά δυό κεφάλια τού γεφυριοΰ μας, τό ένα στήν Ήπειρο καί τ’ άλλο στόν Πόντο. Καί περιμένουν, περιμένουν, περιμένουν...
24/αφιερωμα
Γ. Δ. Μ πώκος
Ή ελληνική τυπογραφία στη Μικρά ’Ασία: "Ενας αιώνας συμβολής στην παραγωγή τοϋ ελληνικού βιβλίου «Όί Χίοι, οί Κυδωνιάται, έχουν δχι μόνον τυπογρα φεία, άλλά καί νέου; έστειλαν είς άπόκτησιν της χαρ τοποιίας καί χαλκογραφίας. Αί ειδήσεις των ήσαν άπλαϊ, φυσικαί, εύγενεϊς, έλληνικαί, εύγλωττοι.»
Ή παραγωγή τοϋ ελληνικού βιβλίου παρουσίασε, γιά ένα μεγάλο διάστημα τής ιστορίας της, σημαντικές ιδιομορφίες, όφειλόμενες, σχεδόν άποκλειστικά, στην, γιά αιώνες ολόκληρους, εξαιρετικά δυσμενή θέση τοϋ ελληνισμού. Τή χρονιά πού τυπώνεται τό πρώτο έλληνικό βιβλίο, μιά έλληνολατινική διασκευή τών « ’Ερωτη μάτων» τοϋ Χρυσολωρά, στά 1471, ό ελληνικός χώρος, σχεδόν στό σύνολό του, έχει περάσει κάτω άπό τήν οθωμανική κυριαρχία. Ή οθωμανική κατάχτηση θά προσδιορίσει, γιά τίς καταχτημένες περιοχές, τούς όρους τής πολι τικής καί οικονομικής ζωής, καθώς καί τής τε χνικής καί γενικότερης εξέλιξης καί άνάπτυξης. Οί όροι αυτοί δέ θά επιτρέψουν, όπως είναι γνωστό, στήν ’Οθωμανική Αυτοκρατορία καί στίς καταχτημένες άπ’ αυτήν εθνότητες νά παρα κολουθήσουν τήν έξελικτική πορεία πού ακολου θούν στήν πολιτική, κοινωνική, οικονομική καί έπιστημονικοτεχνική ζωή οί ευρωπαϊκές χώρες. Μέ διάφορους τρόπους καί άπό διάφορους δρό μους, αλλού λιγότερο, άλλού περισσότερο, μιά διαδικασία «έξευρωπαϊσμού» μόνο άπό τό 18ο αιώνα θά άρχίσει, σιγά σιγά, νά εμφανίζεται. Μ’ αύτά τά δεδομένα καί γιά όλο τό διάστημα τής Τουρκοκρατίας ή παραγωγή τού έλληνικοΰ βιβλίου πραγματοποιείται, σχεδόν άποκλειστικά, έξω άπό τό χώρο τού υπόδουλου ελληνι σμού, σέ τυπογραφεία πού ιδρύονται καί λει τουργούν, κυρίως, στά πλαίσια τών ελληνικών παροικιών τού εξωτερικού. Κυρίαρχη σ’ αύτό τόν τομέα υπήρξε, όπως είναι γνωστό, ή συμβο
λή τής Βενετίας, τά τυπογραφεία τής όποιας, τυ πογραφεία κυρίως ελληνικής Ιδιοκτησίας, είναι υπεύθυνα γιά τό μεγαλύτερο ποσοστό τής παρα γωγής τού ελληνικού βιβλίου στά χρόνια τής Τουρκοκρατίας. Τά ίδια χρόνια, στό χώρο τού έλληνισμού, ό όποιος βρίσκεται κάτω άπό τήν ξένη κυριαρχία, ή τυπογραφία δέν έχει νά έπιδείξει παρά έντελώς σποραδικές, βραχύβιες καί μέ ύπερβολικά περιορισμένους στόχους προσπάθειες. Πρόκει ται, γενικά, γιά τυπογραφεία πού δημιουργούνται καί λειτουργούν στά πλαίσια τής Εκκλησίας καί μέ τήν προοπτική νά αντιμετωπίσουν συγκε κριμένα έπίκαιρα προβλήματα καί καταστάσεις· σημειώνω, ένδεικτικά, τό τυπογραφείο τού Νι κόδημου Μεταξά στήν Πόλη, στά 1627, καθώς καί τίς άνάλογες προσπάθειες πού γίνονται έκεϊ τό 18ο αιώνα (1756), τό τυπογραφείο τού 'Αγίου Ό ρους στά 1759 κ.ά. Τό θέμα τής τυπογραφίας θά πάρει ουσιαστι κότερη υπόσταση, σέ ό,τι άφορά τόν υπόδουλο ελληνισμό, μέ τήν είσοδο τού 19ου αιώνα. Ή
αφιερωμα/25
συγκυρία πού διαμορφώνεται στό χώρο μέ την αυξημένη, ένεκα τών πολιτικοστρατιωτικών γε γονότων, ένταση καί μέ τίς ιδιαίτερες άπαιτήσεις πού προβάλλει, τόσο γιά τούς ύποστηρικτές, δσο καί γιά τούς άντιπάλους του, τό κορυφωμένο, έκείνα τά χρόνια, κίνημα τού έλληνικοΰ Διαφω τισμού, προκαλεϊ τη δημιουργία μακροβιότερων καί μέ ευρύτερες προοπτικές τυπογραφείων, Στά 1798 θά άρχίσει τη λειτουργία του τό κερκυραϊκό τυπογραφείο, πού θά λειτουργήσει άδιάκοπα μέχρι την ένωση τών νησιών μέ τό έλληνικό κρά τος, ενώ την ίδια χρονιά άρχίζει τίς εργασίες του τό πατριαρχικό τυπογραφείο τής Πόλης, τό όποιο, άν καί μέ μικρές διακοπές, θά άποδειχθεί έξίσου μακρόβιο. Σ’ αυτά τά χρόνια, δεύτερη δεκαετία τού 19ου αιώνα, θά έχουμε τήν πρώτη τυπογραφική συμ βολή τού μικρασιατικού ελληνισμού στήν παρα γωγή τού έλληνικού βιβλίου. 'Οπωσδήποτε, ή πρώτη παρουσία τής Μικρός ’Ασίας στά εκδοτι κά στοιχεία ελληνικού βιβλίου σημειώνεται μερι κές δεκαετίες νωρίτερα· πρόκειται γιά μιά έκδο ση μέ τόν τίτλο: «’Ακολουθία τού Όσιου καί Θεοφόρου Πατρός ημών Συμεών τού Νέου καί Θαυματουργού τού καί Άνυποδήτου», ή όποια, όπως άναγράφεται στή σελίδα τού τίτλου της, τυπώθηκε «Έν Σμύρνη. 1764. Παρά Μάρκω.». Μέ τό σημερινό έπίπεδο τών γνώσεών μας γιά τήν τυπογραφία τής περιοχής, αύτά τά χρόνια, δέν μπορούμε, μέ βάση τήν εικόνα πού δίνει τό μοναδικό αυτό έντυπο, νά δεχθούμε τήν πραγ ματική υπόσταση τής υποτιθέμενης αυτής πρώ της τυπογραφίας τής Σμύρνης. Ά ν καί τά στοι χεία πού διαθέτουμε δέν πείθουν γιά τή λειτουρ γία τυπογραφείου στή Σμύρνη, στά 1764, πρέπει, ωστόσο, νά παραδεχθούμε δτι γιά τό οικονομικό καί πνευματικό έπίπεδο τής πόλης, έκείνα τά χρόνια, κάτι τέτοιο θά ήταν καί φυσικό καί άναμενόμενο. Τό πρώτο λοιπόν αύτό, μοναδικό καί άμφίβολης προέλευσης έντυπο μόνο συμβολική σημασία γιά τήν έλληνική τυπογραφία τής Μι κρός ’Ασίας μπορεί νά έχει. Μέ τήν είσοδο τού 19ου αιώνα οί έξελικτικές διαδικασίες, πού είχαν κάνει έντονη τήν παρου σία τους ήδη άπό τόν προηγούμενο αιώνα, άσκούν τίς διαφοροποιητικές τους έπιδράσεις δλο καί πιό έντονα. Οί έπαφές τής ’Οθωμανικής Αύτοκρατορίας μέ τήν Ευρώπη διευρύνονται, τό οικονομικό καί πνευματικό έπίπεδο τού υπόδου λου έλληνισμού άνέρχεται συνεχώς, τό κίνημα τού Διαφωτισμού βρίσκεται στό τρίτο καί κορυ φαίο στάδιο τής έξέλιξής του. Τή δεύτερη δεκαε τία τού αιώνα ή δυτική Μικρά ’Ασία άρχίζει νά άποκτά ιδιαίτερο βάρος γιά τήν πνευματική ζωή τού έλληνισμού. Στό τρίγωνο Χίου-ΣμύρνηςΚυδωνιών άναπτύσσεται έντονη έκπαιδευτική καί πνευματική γενικότερα κίνηση. "Οπως είναι
’Εμπορικός δρόμος στή Σμύρνη (φωτ. Ε.Σ.)
γνωστό, οί τρεις αυτές πόλεις υπήρξαν, γι’ αύτά τά χρόνια, βασικά κέντρα τού Διαφωτισμού στό χώρο τής τουρκοκρατούμενης ’Ανατολής. Τό αναπτυγμένο ένδιαφέρον γιά τήν παιδεία καί γιά τή συμβολή της στήν άναγέννηση τού έλληνισμοΰ, τό όποιο άποτελεϊ βασική στάση τού κινή ματος τού Διαφωτισμού, ύλοποιείται έδώ μ,έ τή ζωηρή παρουσία καί δράση τών ελληνικών σχο λών πού έχουν δημιουργηθεϊ καί λειτουργούν καί στά τρία αύτά κέντρα. Στά πλαίσια αύτά τής έκπαιδευτικής ζωής καί τών άπαιτήσεών της θά σημειωθεί, στά τέλη τής δεύτερης δεκαετίας τού 19ου αιώνα, καί ή πρώτη ούσιαστική μικρασιατική συμβολή στήν έλληνική τυπογραφική ιστορία. Τά πρώτα ίχνη τυπογρα φικών δραστηριοτήτων παρουσιάζονται στή Σμύρνη, στά 1813, μέ τή μορφή ενός μικρού τυ πογραφικού έργαστηρίου, έγκαταστημένου στή συνοικία τής πόλης Κουκλουτζά, τό όποιο, προ φανώς, ούτε τύπωσε, ούτε είχε τή δυνατότητα νά τυπώσει βιβλία, χρησιμοποιούμενο, άπλά, στήν έκτύπωση έπιγραφών ή άλλων μικρών φυλλα δίων παρόμοιας χρήσης. ’Ανάλογα ίχνη θά συ ναντήσουμε καί άργότερα, τό 1819, στή Σμύρνη, άλλά καί στίς δυό περιπτώσεις δέν μπορούμε νά μιλάμε γιά τυπογραφεία μέ κάποια θέση στήν ιστορία τής μικρασιατικής τυπογραφίας. Τήν ει κόνα τής προεπαναστατικής τυπογραφίας τής Σμύρνης δίνει παραστατικά ό προτεστάντης έφη-
26/αφιερωμα μέριος τής Levant Company στήν πόλη, Charles Williamson, ό όποιος, σέ επιστολή του τής 1 Μαίου 1819, σημειώνει ότι στή Σμύρνη έχουν «only the shadow of a printer and press». Ή Σμύρνη, παρά τη μεγάλη οικονομική της άκμή έκείνη την περίοδο, δεν κατάφερε νά στήσει άξιόλογο τυπογραφείο στά προεπαναστατικά χρόνια. Τή στιγμή πού ή κορύφωση των πνευμα τικών δραστηριοτήτων, στά τέλη τής δεύτερης δεκαετίας τού αιώνα, δημιουργεί τυπογραφεία στίς γειτονικές της πόλεις, Χίο καί Κυδωνιές, ή Σμύρνη άδρανεί. Ή σύγκρουση τών όπαδών τού Διαφωτισμού μέ τούς «άντιφιλοσόφους», έκδηλωμένη στά πλαίσια μιας γενικότερης κοινωνι κής κρίσης πού ξεσπά στήν έλληνική κοινότητα τής πόλης εκείνο τόν καιρό, είναι, ίσως, ή πιθα νότερη εξήγηση αυτής τής άδράνειας. Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό δτι ήδη άπό τό 1803 ό Κοραής, γράφοντας πρός τούς ’Ιωάννη Μαυροκορδάτο καί Δημήτριο Βαχατόρη, εκφρά ζει τήν άπορία του γιά τήν άδιαφορία πού δεί χνουν οί Σμυρναΐοι, παρά τόν πλούτο καί τήν άκμή τους, γιά τά εκπαιδευτικά πράγματα: «...Τί κακόν είναι τούτο, έλεγον μέ τόν έαυτόν μου; οί Χίοι έμβασαν είς τήν πατρίδα των τάς έπιστήμας τής Ευρώπης· οί Κυδωνιάται έκαμαν τό αυτό... καί μόνη ή Σμύρνή κοιμάται άμέριμνος, είς' τήν όποιαν καί πλούτος πολύς τήν σή μερον εύρίσκεται (καί τό ώφελιμώτερον άπό τόν πλούτον) καί πραγματευταί στολισμένοι μέ φρόνησιν καί φιλανθρωπίαν δέν λείπουσι;» Ή πρώτη άξιόλογη μικρασιατική τυπογραφία θά στηθεί, πάντως, τό 1819, στίς γειτονικές Κυ δωνιές. Τό γεγονός οριοθετεί καί τήν ουσιαστική έναρξη τής ιστορίας τής έλληνικής τυπογραφίας στό χώρο τού μικρασιατικού ελληνισμού, μιας ιστορίας πού θά διαρκέσει γιά 100 περίπου χρό νια καί θά λήξει, οριστικά, μέ τήν καταστροφή τού 1922. Ή συνείδηση τής ανάγκης, ή σύλληψη τής ιδέας καί οί ενέργειες γιά τό στήσιμο τού τυ πογραφείου πραγματοποιούνται στά πλαίσια τής σχολής τών Κυδωνιών. Ή ιστορία αρχίζει στά 1817, δταν ό γιός τού γάλλου τυπογράφου Firmin Didot, AmbroiseFirmin Didot, στά πλαίσια ενός ταξιδιού του στήν ’Ανατολή, θά παραμείνει καί θά φοιτήσει γιά ένα διάστημα στή σχολή τών Κυδωνιών. Ή παρουσία στή σχολή τού γόνου τής μεγάλης γαλ λικής τυπογραφικής οικογένειας υπήρξε, άναμφίβολα, καθοριστική σέ δ,τι αφορά τήν ιδέα, τήν άπόφαση, άλλά καί τά μέσα γιά τήν πραγμάτωση τού εγχειρήματος. Σέ συνεννόηση μέ τόν A. F. Didot καί έπειτα άπό τήν αναχώρησή του γιά τό Παρίσι, τόν άκολουθεί έκεί ό επίσης μαθητής τής σχολής Κώνσταντίνος Τόμπρας, σταλμένος άπό τή σχολή καί τήν κοινότητα τής πόλης καί μέ τήν οικονομική ενίσχυση τού προύχοντα τών Κυδωνιών Χα-
τζηεμμανουήλ Σαλτέλη. Στό Παρίσι ό Τόμπρας θά παραμείνει δυό ολόκληρα χρόνια, διδασκόμε νος τήν τυπογραφική τέχνη στά τυπογραφεία Di dot· μέ χαρά καί θαυμασμό ό Κοραής, θερμός πάντα ύπέρμαχος τέτοιων πρωτοβουλιών, παρα τηρεί γιά τή σοβαρή καί συστηματική προσπά θεια τού Τόμπρα στό Παρίσι: «... είς μόνος Κυδωνιάτης προξενεί τό καλόν τής τυπογραφίας είς τήν πατρίδα του ή μάλλον είς δλην τήν Ελλά δα». Στίς Κυδωνιές ό Κωνσταντίνος Τόμπρας θά γυρίσει τό 1819, συναποκομίζοντας ένα πλήρες τυπογραφικό έργαστήριο, τό όποιο θά στηθεί καί θά λειτουργήσει άμέσως στά πλαίσια τής σχολής, ώς ή επίσημη τυπογραφία της: «Έν Κυδωνίαις. Έ ν τή Τυπογραφία τής Σχολής» άναγράφουν οί γνωστές μας εκδόσεις. Τό τυπογρα φείο δέ θά προλάβει νά λειτουργήσει παρά δυό περίπου χρόνια· στά μισά τού 1821 ή καταστρο φή τών Κυδωνιών, συνέπεια τής έλληνικής επα νάστασης, πού μόλις πρίν άπό λίγο έχει έκραγεί, θά σημάνει καί τό τέλος τού τυπογραφείου. Οί λίγες εκδόσεις πού πρόλαβαν νά βγοΰν άπό τό πιεστήριό του έντάσσονται, δπως είναι φυσικό, στά εκπαιδευτικά ένδιαφέροντα τής σχολής, τήν άποστολή τής όποιας είχε σκοπό, κυρίως, νά έξυπηρετήσει. Σημειώνω, ενδεικτικά, άπό τίς έκδόσεις του τούς δυό τόμους τής γραμματικής τού Γρηγόριου Σαράφη, τό έργο τού I. Ν. Βουΐλλου «Συμβουλαί πρός τήν θυγατέρα μου» κ.ά. Τά τυπογραφεία στόν έλληνικό χώρο, πρίν άπό τήν ίδρυση τού ελληνικού κράτους, είναι, πάντα, τυπογραφεία ιδεολογικού έπηρεασμού καί άγώνα ή τυπογραφεία παιδείας. Είναι τυπο γραφεία πού δημιουργούνται γιά νά εξυπηρετή σουν ένα συγκεκριμένο καί, γενικά, έξειδικευμένο στόχο καί άνάλογα έξειδικευμένες καί, φυσι κά, περιορισμένες είναι καί οί εκδόσεις τους. Οί συνθήκες πού επικρατούν στήν περιοχή δέν επι τρέπουν τό στήσιμο κερδοσκοπικών βιοτεχνικών τυπογραφικών επιχειρήσεων, παρόμοιων μέ εκείνες πού λειτουργούν στό χώρο τού παροικιακού ελληνισμού καί οί όποιες άνταποκρίνονται σ’ ένα ευρύτερο φάσμα έκδοτικών άναγκών. Στά ίδια πλαίσια, βέβαια, θά πραγματοποιηθεί καί θά λειτουργήσει καί ή πρώτη μικρασιατική συμ βολή στήν παραγωγή τού έλληνικού βιβλίου. Ή σημασία τής πρώτης αυτής, ουσιαστικά, μι κρασιατικής τυπογραφίας δέ θά πρέπει, πάντως, νά μετρηθεί στή βάση, μόνο, τού περιορισμένου χρόνου λειτουργίας καί τών λιγοστών έκδόσεών της (γνωρίζουμε, συνολικά, οκτώ)· πέρα άπό τό γεγονός δτι ύπήρξε ή πρώτη, άξια λόγου, τυπο γραφική εκδήλωση τού μικρασιατικού έλληνισμού, πρέπει ιδιαίτερα νά τονισθεί ή συμβολή της στήν τυπογραφική τεχνική. Μέ ένα πλήρως καταρτισμένο τυπογράφο καί τέλειο τυπογραφι κό εξοπλισμό φέρνει, μέ τίς εκδόσεις της, γιά
αφιερωμα/27 πρώτη φορά στό χώρο τής ελληνικής Ανατολής, μιά νέα, σύγχρονη, αντίληψη τής τυπογραφικής δουλειάς. Πρέπει επίσης νά σημειωθεί, όπως έχει σωστά παρατηρήσει ό I. Κ. Μαζαράκης Αίνιάν, ότι άπό τό τυπογραφείο αυτό «προήλ θαν όλοι σχεδόν οί τυπογράφοι τών έπαναστατικών χρόνων». Καί βέβαια όχι μόνο τών έπαναστατικών χρόνων- ή δράση, π.χ., τού Κ. Τόμπρα καλύπτει σημαντικό μέρος τής τυπογραφικής .ιστορίας τού νέου ανεξάρτητου ελληνικού κρά τους. Πάνω άπ’ όλα όμως δέν πρέπει νά ξεχνάμε ότι τό στήσιμο ενός τυπογραφείου, έκείνα τά χρό νια, στά ύπόδουλα έδάφη, συνειδητοποιείται, άπό τή φωτισμένη πρωτοπορία τού έλληνισμοΰ, ώς σημαντικότατο βήμα στήν πορεία τού έθνους πρός τήν πνευματική καί εθνική του άναγέννηση, ώς εθνικό γεγονός. ”Ας θυμηθούμε έδώ τή σχολαστική κοινοποίηση παρόμοιων γεγονότων (ίδρυση σχολείων κλπ.) άπό τά ελληνικά προε παναστατικά περιοδικά, καθώς καί τόν ενθου σιασμό τού Κοραή, όταν παίρνει στά χέρια του τό πρώτο έντυπο τού χιώτικου τυπογραφείου. Ή επανάσταση τού 1821, πού θά διακόψει άπότομα καί στήν αρχή της τήν πρώτη μικρασια τική προσπάθεια, θά άλλάξει ριζικά τά πράγμα τα. Μέ τό τέλος της καί τή δημιουργία τού άνεξάρτητου ελληνικού κράτους ό ελληνισμός θά άποκτήσει, έπιτέλους, τό έθνικό του κέντρο. Τό
νέο δεδομένο θά επηρεάσει καθοριστικά τίς μελ λοντικές εξελίξεις καί οί νέες πραγματικότητες καί ανάγκες πού θά δημιουργήσει θά προσδιορί σουν, σέ σημαντικό βαθμό, τίς δραστηριότητες τού ελληνισμού τόσο στά περιορισμένα όρια τού νέου κράτους, όσο καί στόν ευρύτερο χώρο τού αλύτρωτου καί τού ελληνισμού τής διασποράς. Σέ ό,τι άφορά τήν τυπογραφία, άπό τά πρώτα ήδη βήματα τού νέου κράτους στήνονται στήν πρωτεύουσά του κερδοσκοπικές τυπογραφικές έπιχειρήσεις. Λίγους μόνο μήνες μετά τήν άφιξη τού Καποδίστρια, στά 1828, άρχίζει τίς εργασίες του τό πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο πού δη μιουργούν οί Κ. Τόμπρας καί Κ. Δημίδης. Στά δύσκολα χρόνια πού έχουν προηγηθεϊ έχει δια μορφωθεί τό άναγκαίο άνθρώπινο τυπογραφικό δυναμικό, ένώ, άπό τήν άλλη, ή δημιουργία τού ανεξάρτητου έλληνικού κράτους προκαλεί τίς άνάγκες καί εξασφαλίζει τίς προϋποθέσεις πού είναι άπαραίτητες γιά τήν επιβίωση κερδοσκοπι κών τυπογραφείων μέ εύρύτερες προοπτικές. Στό χώρο τού μικρασιατικού ελληνισμού, μετά τίς άναστατώσεις τής έλληνικής επανάστασης, ή ζωή ξαναβρίσκει τόν κανονικό της ρυθμό. Ή πορεία τού έλληνικού στοιχείου πρός τήν οικο νομική άνοδο, πού γιά ένα μικρό διάστημα δια κόπτεται, συνεχίζεται μέ τήν ίδια ένταση. Οί διευρυμένες έπαφές τής ’Οθωμανικής Αυτοκρα τορίας μέ τήν Ευρώπη δημιουργούν νέα έρεθί-
Φωτογραφία άπό τό λεύκωμα. «Σμύρνη, μιά άναδρομή μέ λόγο καί εικόνες» τής Inleramerican (1982)
28/αψιερωμα σματα, υποδεικνύουν νέες άνάγκες καί προσφέ ρουν τίς δυνατότητες γιά την αντιμετώπισή τους. Ά π ό τήν άλλη πλευρά οί μεταρρυθμίσεις πού είσάγονται στην οθωμανική επικράτεια (1839: Χάτι Σερίφ τού Γκιουλχανέ, 1856: ΧάτιΧουμαγιούν) καί οί όποιες παρέχουν στούς Οθω μανούς υπηκόους, άνεξάρτητα άπό τό θρήσκευ μα καί τήν εθνικότητά τους, τίς άπαραίτητες εγ γυήσεις τών βασικών τους δικαιωμάτων, έπιτρέπουν στόν έλληνισμό τής Μικράς Ασίας νά ορ γανώσει καλύτερα τή ζωή του καί νά μεριμνήσει γιά τήν πληρέστερη ικανοποίηση τών άναγκών του. Στά πλαίσια αύτά ή τυπογραφία θά πάρει σημαντική θέση άνάμεσα στίς δραστηριότητες τών μικρασιατών Ελλήνων καί ή συμβολή της στή συνολική παραγωγή τού ελληνικού βιβλίου θά άποδειχθεΐ, γιά δλο τό 19ο αιώνα, σημαντι κότατη. Ά ν προεπαναστατικά ή μικρασιατική ελληνι κή τυπογραφία άντιπροσωπεύεται άπό τίς σχετι κές δραστηριότητες τών Κυδωνιών, μετεπαναστατικά ό ρόλος αυτός ανήκει στή Σμύρνη. Ή πόλη αυτή, σέ άκμή άπό τίς αρχές τού αιώνα, άκολουθεϊ, σέ όλη τή διάρκειά του, άνάλογη πο ρεία. ’Ιδιαίτερα σημαντική καί χαρακτηριστική είναι ή άνάπτυξη, καί οικονομική καί αριθμητι κή, τού ελληνικού στοιχείου τής Σμύρνης. Είναι χαρακτηριστικό δτι, σ’ ένα διάστημα εκατό χρό νων, ενώ ό ελληνικός πληθυσμός πενταπλασιάζεται, ό τουρκικός, άντίθετα, μένει στάσιμος ή καί μειώνεται. Τό έλληνικό στοιχείο διαμορφώνεται έτσι στό άριθμητικά ισχυρότερο εθνικό σύνολο τής πόλης, ένώ, παράλληλα, κυριαρχεί άπόλυτα στίς οικονομικές της δραστηριότητες. Ή έλληνική τυπογραφία κάνει τήν εμφάνισή της στή μετεπαναστατική Σμύρνη άπό τό 1830 μέ τό μικρό τυπογραφείο πού άρχίζει νά λειτουργεί στήν Ευαγγελική Σχολή, έπειτα άπό σχετικές προσπάθειες τού διευθυντή της Άβράμιου 'Ομηρόλη καί μέ τυπογράφο τόν Άντ. Δαμιανό. ’Από τή δραστηριότητα τού τυπογραφείου αυ τού γνωρίζουμε ένα μισιοναρικό φύλλο πού κυ κλοφορούσε μέ τόν τίτλο « Ό Φίλος τών Νέων». Λίγο άργότερα, στά 1833, θά κάνει τήν εμφά νισή της ή «Έλληνική», καί στή συνέχεια «’Ιωνι κή» τυπογραφία τού ’Αντωνίου Πατρικίου, τυ πογράφου ό όποιος, ώς ιδιοκτήτης ή διευθυντής τυπογραφείων στή Σμύρνη, θά καλύψει μέ τή δραστηριότητά του ένα μεγάλο μέρος τού 19ου αιώνα. Τόν ίδιο χρόνο παρουσιάζεται καί ή «Έλληνική Εμπορική Τυπογραφία», τυπογρα φείο προερχόμενο άπό εκείνο τής γαλλόφωνης έφημερίδας «Courrier de Smyrne» καί τό όποιο, τήν επόμενη χρονιά, θά όνομασθεί «Τυπογραφία ’Αντωνίου Γ. Δαμιανού καί Συντ.». Τό τυπο γραφείο Δαμιανού θά άποδειχθεΐ ένα άπό τά σημαντικότερα καί μακροβιότερα τής πόλης καί
θά καλύψει μέ τήν παρουσία του ολόκληρη τήν περίοδο πού μάς απασχολεί. Στά 1834 αρχίζει έπίσης τή δραστηριότητά του στήν παραγωγή ελληνικού βιβλίου καί τό μισιοναρικό τυπογραφείο τού Δανιήλ Τέμπλου. Ό εντοπισμός τής Σμύρνης ώς ιδανικού κέντρου γιά τή λειτουργία ιεραποστολικού τυπογραφείου χρονολογείται άπό τό 1820, όταν έπισκέφθηκαν τήν πόλη οί άμερικανοί ιεραπόστολοι τής Ameri can Board of Commissioners for Foreign Mis sions, Pliny Fisk καί Levi Parsons καί είχαν εκεί σχετικές συζητήσεις μέ τόν προτεστάντη Charles Williamson. Ή ιδέα γιά τήν ίδρυση τυπογραφεί ου άναφέρεται σέ επιστολή τού τελευταίου πρός τήν ABCFM, ή όποια καί άποφασίζει τήν ίδρυ σή του. Ή έκρηξη τής ελληνικής έπανάστασης δέν έπέτρεψε τήν εγκατάστασή του στή Σμύρνη καί έτσι τό τυπογραφείο άρχίζει. τή λειτουργία του στή Μάλτα. "Οταν οί συνθήκες,θά κριθούν κατάλληλες, θά άποφασισθεί ή μεταφορά τού τυ πογραφείου στή Σμύρνη· στίς 23 Δεκεμβρίου τού 1833 φθάνουν στή Σμύρνη ό Daniel Temple καί ό τυπογράφος Homan Hallock καί μέ τήν είσοδο τού νέου χρόνου τό τυπογραφείο άρχίζει τίς δραστηριότητές του, οί όποιες καί θά διαρκέ σουν γιά άρκετά χρόνια. Στά χρόνια πού θά άκολουθήσουν παρουσιά ζονται συνεχώς νέα τυπογραφεία, πολλά άπό τά όποια άποδεικνύονται βραχύβια, άρκετά όμως καταφέρνουν νά διαγράψουν μιά σημαντική πο ρεία, τόσο άπό τήν άποψη τής διάρκειας, δσο καί άπό τήν άποψη τής έκδοτικής τους παραγω γής. Σύμφωνα μέ μιά στατιστική πού δημοσιεύει ή έφημερίδα τής Σμύρνης «’Αμάλθεια» στά 1840, λειτουργούν, τότε, στήν πόλη δέκα τυπογραφεία, άπό τά όποια τά πέντε είναι έλληνικά. Μέχρι τό 1863 έχουν κάνει τήν έμφάνισή τους, μέ μικρότε ρη ή μεγαλύτερη διάρκεια, μέ λιγότερες ή πε ρισσότερες εκδόσεις, 25, τουλάχιστον, διαφορε τικά τυπογραφεία πού τύπωσαν έλληνικά βι βλία. Μιά στατιστική, τέλος, τού 1870 άναφέρει, γιά εκείνη τή χρονιά, 17 σμυρναϊκά τυπογρα φεία, άπό τά όποια τά 10 έλληνικά. Ά π ό τά τυπογραφεία πού δημιουργήθηκαν καί λειτούργησαν αύτά τά χρόνια μερικά άξίζει ιδιαίτερα νά άναφερθούν. Τό σημαντικότερο άπ’ αύτά είναι τό τυπογραφείο τής «Αμάλθειας». Ή έφημερίδα «Αμάλθεια» πρωτοβγαίνει, στά 1838, άπό τόν Κωνσταντίνο Ροδέ καί τυπώνεται άρχικά στό τυπογραφείο τού Ά ντ. Πατρικίου. Στά 1839 όμως θά αποκτήσει τό δικό της τυπογρα φείο, τό όποιο, πέρα άπό τήν έφημερίδα, θά έχει μιά άξιολογότατη συμμετοχή στήν έκδοτική πα ραγωγή τής Σμύρνης καί τό όποιο θά καλύψει μέ τή δραστηριότητά του όλη τήν περίοδο τής ιστο ρίας τής έλληνικής τυπογραφίας στή Σμύρνη μέ χρι τή μικρασιατική καταστροφή. Ά π ό τά υπόλοιπα σημειώνω τήν τυπογραφία
αφιερωμα/29 Γ. Γριφφίτου, πού διαδέχεται τό τυπογραφείο Τέμπλου στην έκδοση τών μισιοναρικών έντυ πων, την τυπογραφία τού ’Ιωσήφ Μάγνη, ή όποια καλύπτει ένα σημαντικά μεγάλο διάστημα λειτουργίας, καί, τέλος, τό «Τυπογραφεΐον τών Παρισινών Άποκρύφων», τό όποιο ιδρύεται στά 1844 άπό τόν ’Ιωάννη Σκυλίσση καί διευθύ νεται άρχικά άπό τόν Γ. Α. Καψάλη καί, άργότερα, άπό τό γνωστό μας ’Αντώνιο Πατρίκιο. Μέ τόν τίτλο αύτό θά λειτουργήσει τό τυπογρα φείο μέχρι τό 1848· στά 1849 ό ’Ιωάννης Σκυλίσσης εκδίδει τήν «’Εφημερίδα τής Σμύρνης» καί τό τυπογραφείο θά συνεχίσει τή λειτουργία του μέ τόν τίτλο «Τυπογραφεΐον τής Έφημερίδος τής Σμύρνης» μέχρι τό 1856. Διευθυντής παραμένει, μέχρι τό 1850, ό Άντ. Πατρίκιος, ένώ στή συνέ χεια τό τυπογραφείο περνά στή διεύθυνση τοϋ Κ. Προκήδου. Στό διάστημα τής λειτουργίας του τό τυπογραφείο τοϋ Σκυλίσση, εκτός άπό τήν εφημερίδα, θά πραγματοποιήσει ένα σημαντικό άριθμό εκδόσεων, κυρίως μεταφράσεων ξένων μυθιστορημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι καί ό πρώτος τίτλος τοϋ τυπογραφείου είναι παρμέ νος άπό τό γνωστό έργο τοϋ Eug£ne Sue. Στά 1851 φάίνεται ότι ό Πατρίκιος ιδρύει δικό του τυπογραφείο καί στή συνέχεια συνεταιρίζε ται, στά 1852, μέ τόν Π. Μαρκόπουλο γιά νά δη μιουργήσουν τήν τυπογραφία «Α. Πατρικίου καί Π. Μαρκοπούλου». Ή συνεργασία δέ θά κρατή σει γιά πολύ καί άπό τή διάλυση τοϋ συνεταιρι σμού θά προκόψουν δυό άνεξάρτητα τυπογρα φεία, ένα τού Α. Πατρικίου καί ένα τοϋ Π. Μαρκοπούλου. Τό τελευταίο θά διαγράψει, γιά άρκετά χρόνια, μιά παραγωγικότατη πορεία στά έκδοτικά χρονικά τής Σμύρνης. ’Από τά τυπογραφεία έλληνικού βιβλίου πού δημιουργούνται μετά τό 1863 καί μέχρι τό 1922 σημειώνω ιδιαίτερα γιά τήν πολύχρονη καί τή σημαντική εκδοτικά παρουσία τους τό τυπογρα φείο τού «Β. Τατικιάνου», τό τυπογραφείο «'Ο Τύπος», τό τυπογραφείο τής «Νέας Σμύρνης» κλπ. Ά π ό τά πιεστήρια τών σμυρναϊκών τυπογρα φείων βγαίνει κάθε είδος έντύπου: βιβλία, έφημερίδες, περιοδικά. Οί γνώσεις μας γιά τά πραγ ματικά επίπεδα καί τά είδη τής βιβλιοπαραγωγής τής Σμύρνης είναι σημαντικά περιορισμένες. Ή καταστροφή τού 1922 προκάλεσε, καί σ’ αύτή τήν περίπτωση, άπώλειες άνυπολόγιστες καί ορι στικές. "Ο,τι γνωρίζουμε σήμερα οφείλεται στή φιλότιμη βιβλιογραφική προσπάθεια τών Ά θ. Χατζηδήμου, Γκίνη καί Μέξα καί Φίλιππου Φάλμπου. Ά π ό τά έντυπα, πάντως, πού μάς είναι γνω στά μπορούμε, πιστεύω, νά διαμορφώσουμε μιά άρκετά πιστή εικόνα τών τάσεων καί τών προσα νατολισμών τής εκδοτικής δραστηριότητας τής Σμύρνης. Σέ γενικές γραμμές οί τάσεις αύτές κι-
Ά λ έ α στή Σμύρνη (φωτ. Ε.Σ.)
νούνται στά ίδια πλαίσια μέ τίς άντίστοιχες πού επικρατούν στό νέο ελληνικό κράτος καί ή άναλογία αύτή είναι φυσική: οί άνάγκες καί τά ερε θίσματα είναι περίπου τά ίδια. Τό μεγαλύτερο μερίδιο στίς σμυρναϊκές εκδό σεις έχουν τά βιβλία πού προορίζονται γιά σχο λική χρήση. Τό γεγονός δέν είναι βέβαια περίερ γο· ή εκπαίδευση γιά πρώτη φορά οργανώνεται συστηματικά καί σέ ευρύτερες βάσεις καί άπαιτεϊ τό άπαραίτητο έντυπο ύλικό γιά νά λειτουρ γήσει. Σύμφωνα μέ στοιχεία πού μάς δίνει ό Δ. Γεωργιάδης στά 1885, λειτουργούσαν έκεϊνα τά χρόνια στή Σμύρνη 94 σχολεία όλων τών βαθμι δών μέ ένα σύνολο 4279 μαθητών, έπίσης όλων τών βαθμιδών. 'Οπωσδήποτε άρκετά καί καλά οργανωμένα σχολεία υπάρχουν καί σέ άλλες μι κρασιατικές πόλεις (Κυδωνιές κλπ.). Αλφαβητάρια, λοιπόν, κατηχήσεις, γραμματι κές, γεωγραφίες καί όλα τά γνωστά είδη σχολι κών εγχειριδίων άντιπροσωπεύονται στίς εκδό σεις τής Σμύρνης. ’Ιδιαίτερη σ’ αύτό τόν τομέα ύπήρξε, γιά ευνόητους λόγους, ή συμβολή τών μισιοναρικών τυπογραφείων, όπως καί τοϋ τυ πογραφείου τού ’Ιωσήφ Μάγνη. Οί λογοτεχνικές έκδόσεις άποτελοΰν τό δεύτε ρο μεγάλο τομέα δράσης τών σμυρναϊκών τυπο γραφείων. Πρόκειται, κυρίως, γιά μεταφράσεις ξένων, βασικά γαλλικών, ρομαντικών μυθιστο ρημάτων, φαινόμενο πού παρατηρεΐται μέ τήν ίδια ένταση καί στήν τυπογραφία τού ελληνικού κράτους γιά όλο τό 19ο αιώνα. 'Όπως παρατηρεί ό Κ. Θ. Δημαράς, άπό τό 1846 ώς τό 1888 κυκλο φόρησαν όχι λιγότεροι άπό 200 τόμους μυθιστο ρημάτων τού Αλέξανδρου Δουμά, μεταφρασμέ νοι στά έλληνικά. Τό φαινόμενο παίρνει τίς δια στάσεις σημαντικού προβλήματος καί όπως επι σημαίνει, πάλι, ό ίδιος Κ. Θ. Δημαράς «τά καλά περιοδικά τής έποχής, Πανδώρα, Παρθενών, ή καί Έφημερίς τών Φιλομαθών, προσπαθούν νά συγκεράσουν τίς άπαιτήσεις τού άναγνωστικοΰ
30/αφιερωμα
ΕΚΔΟ ΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗ 97, ΑΘΗΝΑ 145. ΤΗΛ. 36.15.152
J. D. Salinger
Φράνυ καί Ζούι
Μετάτόν έκπληκτικό «Φύλακα στήσίκαλη», τόέλληνικό κοινό δέν χρειάζεται ιδιαίτερες συ στάσεις γιά τόν J.D. Salinger καί τό άλλο του μεγάλο βιβλίο, τό «Φράνυ καί Ζούι». Είναι κι αύτό ένα «έξυπνο», γοητευτι- · άπ’όλαένα βαθυστόχαστο-άνθρώπινο βιβλίο.
Φ —
Ακόμα καί σήμερα τό δοκίμιο «Περί Ελευθερίας» ισχύει ώς ή τελειότερη καί καλύτερη έκφράση τής πίστης ένός φιλε λεύθερου στήν πρόοδο τής ανθρωπότητας μέσωτής έλευθερίας τού πνεύματος. Σέ κα νένα άλλο βιβλίο, σέ όλες τίς χώρες καί σέ όλες τίς έποχές, δέν διατυπώθηκε τόσο καθαρά καί δέν ύποστηρίχτηκε τόσο αποφασιστικά ή ιδέα γιά τήν έλευθερία τού άτόμου.
Τζών Στούαρτ Μίλ Περί Ελευθερίας
4S™”"*
Δυό «μεγάλα» βιβλία άπό τίς
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ Τό ζήτημα δέν είναι μόνο νά διαβάζετε «ΑΝΤΙ» άλλά νά μπορείτε ν’ άνατρέχε,τε' σ’ αύτό σταθερά. • Τό καλύτερο δώρο γιά σάς καί τούς φίλους σας: • Έ νας πανόδετος τόμος τού περιοδικού «ΑΝΤΙ»
κοινού, μέ τίς ευθύνες τους ώς πρός την έλληνική παιδεία». ’Από τίς σμυρναϊκές εκδόσεις, στίς όποιες άντιπροσωπεύονται τά χαρακτηριστικότερα έργα καί οί συγγραφείς τού ρομαντικού μυθιστορήμα τος, σημειώνω, ενδεικτικά, τή «Λαιλία» τής Γεωργίας Σάνδης, στά 1845, τά «Παρισίων ’Απόκρυφα» καί τόν «Περιπλανώμενον ’Ιου δαίον» τού Ευγένιου Σύη, επίσης στά 1845, τά «’Ιατρού άπομνημονεύματα» τού ’Αλέξανδρου Δουμά, στά 1846, τόν «Ίβανώη» τού «Ούάλτερ Σκώττου», στά 1847, κλπ. Σημαντικό κομμάτι τών σμυρναϊκών εκδόσεων άποτελούν τά θρησκευτικά έντυπα, εκδόσεις, κυρίως, τών μισιοναρικών τυπογραφείων. Τό έπιστημονικό βιβλίο κάνει την εμφάνισή του, σέ κάποιο ποσοστό, άπό τά μέσα τού αιώνα καί στή μορφή, γενικά, ιστορικών ή άρχαιολογικών ερ γασιών. ’Ιδιαίτερα εκτεταμένη κατηγορία άποτε λούν, τέλος, οί συνηθισμένοι γιά τήν εποχή κα νονισμοί, λογοδοσίες, λόγοι κλπ. Παρά τό γεγονός δτι οί άπώλειες τής κατα στροφής δέ μάς επιτρέπουν νά διαμορφώσουμε μιά σχετικά άκριβή έκτίμηση τού επιπέδου τής σμυρναϊκής βιβλιοπαραγωγής, πρέπει, ωστόσο, νά δεχθούμε δτι, γιά τό μεγαλύτερο μέρος τού 19ου αίώνα, ή Σμύρνη άποτέλεσε σημαντικότατο κέντρο παραγωγής έλληνικοΰ βιβλίου. Μέ βάση τά στοιχεία πού μάς δίνει ή έλληνική βιβλιογρα φία τών ετών 1800-1863, ή Σμύρνη, άπό τήν άπο ψη τού άριθμού τών έκδόσεων, έρχεται στήν πέμπτη θέση, μεταξύ τών βιβλιοεκδοτικών κέν τρων τού έλληνικού χώρου, μετά τήν ’Αθήνα, τήν Κέρκυρα, τήν Πόλη καί τή Σύρο. Αύτό, βέ βαια, χωρίς νά ύπολογίσουμε δτι τά τυπογρα φεία της δέν εκδίδουν τά, σχετικώς πολυάριθμα, διοικητικά έντυπα, πού είναι συνήθη στήν ’Αθή να, τήν Κέρκυρα κλπ. Σημαντικό τομέα τής δραστηριότητας τών σμυρναϊκών τυπογραφείων, ήδη άπό τό ξεκίνη μά τους, άποτέλεσε ή έκδοση εφημερίδων καί περιοδικών. Γιά ορισμένες, άλλωστε, περιπτώ σεις γνωρίζουμε πώς ή έκδοση εφημερίδας ύπήρξε ό κύριος στόχος, γιά τήν έξυπηρέτηση τού όποιου δημιουργείται καί τό τυπογραφείο- άς σημειώσουμε, ένδεικτικά, τά τυπογραφεία τής ’Αμάλθειας καί τής ’Εφημερίδας τής Σμύρνης, πού παίρνουν καί τό όνομά τους άπό τίς εφημε ρίδες, ή έκδοση τών όποιων άποτελεί τό κύριο έργο τους. ’Από τά 1831 πού κάνει τήν εμφάνισή του τό μισιοναρικό φύλλο « Ό Φίλος τών Νέων» μέχρι τήν καταστροφή τού 1922 θά κυκλοφορήσει στή Σμύρνη ένας μεγάλος άριθμός εφημερίδων, οί περισσότερες άπό τίς όποιες αποδείχθηκαν έξαιρετικά βραχύβιες. Είναι χαρακτηριστικό δτι μέσα σέ είκοσι χρόνια, μέχρι τό 1851, θά κυκλοφορή σουν είκοσι, τουλάχιστον, φύλλα, τά περισσότε-
αφιερωμα/31 ρα μέ ύπερβολικά μικρή διάρκεια ζωής. Αναφέ ρω, ενδεικτικά, τίς εφημερίδες «Άστήρ έν τή Ανατολή» πού βγαίνει στά 1832, «Μνημοσύνη» στά 1833, «’Ιωνικός παρατηρητής» στά 1837 κλπ. ’Από τίς εφημερίδες πού έκδόθηκαν σ’ αυτό τό διάστημα δυό άποδείχθηκαν ιδιαίτερα σημαντι κές. Ή πρώτη είναι ή «’Αμάλθεια», πού πρωτοβγαίνει στά 1838 καί ή όποια, δπως καί τό τυπο γραφείο της, θά άποδειχθεί εξαιρετικά μακρό βια: θά συνεχίσει τήν κυκλοφορία της γιά 85 ολόκληρα χρόνια καί μόνο τά γεγονότα τού 1922 θά διακό-ψουν οριστικά τήν πορεία της. Ή «’Αμάλθεια», πού θά άρχίσει νά βγαίνει σ’ ένα άριθμό άντιτύπων γύρω στά 50 γιά νά φθάσει νά τυπώνεται, στά 1889, καθημερινά, σέ 2500 αντί τυπα, άποτέλεσε μιά πραγματικότητα μοναδική γιά τήν πολιτική καί πνευματική ζωή τού έλληνισμού τής ’Ανατολής. Στά χρόνια τής άκμής της ή κυκλοφορία της ξεπερνά τά όρια τής Μικράς ’Ασίας καί άντίτυπά της φθάνουν στή Μακεδο νία, τήν Ήπειρο, τήν Αίγυπτο, τή Ρουμανία, ακόμη καί τήν ’Αμερική. Δεύτερο σημαντικό φύλλο τής πρώτης εικο σαετίας υπήρξε ή «Έφημερίς τής Σμύρνης» πού βγήκε στά 1849 καί κυκλοφόρησε μέχρι τό 1855. Τό φαινόμενο τής συνεχούς έκδοσης νέων φύλ λων, μέ μικρότερη ή μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, συνεχίζεται, μέ τόν ίδιο ρυθμό, καί στά έπόμενα μέχρι τό 1922 χρόνια. ’Από τίς εφημερίδες αυτές ιδιαίτερα μακρόβιες καί σημαντικές υπήρξαν ή «Σμύρνη», πού βγαίνει στά 1870 καί συνεχίζει (από τό 1876 ως «Νέα Σμύρνη») τήν έκδοσή της ως τό 1914. ή «Πρόοδος», πού βγάζουν στά 1871 οί άδελφοί Μηνάς καί Χρήστος Χαμουδόπουλοι καί ή οποία συνεχίζει τήν κυκλοφορία της μέχρι τό 1912 (εμφανίζεται, πάλι, γιά λίγο, στά 1919), ή «'Αρμονία» (1880-1922) καί ή «Ημερήσια» (1899-1913). ’Εκτός άπό τίς έφημερίδες τά σμυρναϊκά τυ πογραφεία τυπώνουν καί αρκετά περιοδικά. Πρώτη περιοδική έκδοση θά μπορούσε νά θεω ρηθεί ή «’Αποθήκη τών ’Ωφελίμων Γνώσεων» πόύ βγάζει άπό τά 1837 ή τυπογραφία τού Δα νιήλ Τέμπλου. Θά άκολουθήσουν άρκετά άλλα περιοδικά, σ’ δλη τή διάρκεια τού αιώνα, τά πε ρισσότερα άπ’ αύτά βραχύβια. Σέ πέντε μόνο χρόνια, άπό τό 1837 ως τό 1841, βγαίνουν στή Σμύρνη έπτά, τουλάχιστον, περιοδικά· σημειώ νω, ένδεικτικά, μερικούς τίτλους: «Ό Πλούτος», «Φιλολογικός κήπος τής ’Ιωνίας», «Ό Μέλης» κ.ά. Έ να άπό τά σημαντικότερα περιοδικά τής Σμύρνης υπήρξε « Ό 'Όμηρος», έκδοση τού ομώ νυμου Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, πού κυκλο φόρησε άπό τό 1873 ως τό 1877. Στά μετεπαναστατικά χρόνια καί σ’ όλη τή διάρκεια τού 19ου αιώνα ή ελληνική τυπογραφία στή Μικρά Άσία είναι, ουσιαστικά, ή ελληνική τυπογραφία στή Σμύρνη. Καί τό γεγονός αυτό,
όπως έχουμε σημειώσει, είναι φυσικό, μιά καί ή πόλη αύτή συγκέντρωνε όλες έκείνες τίς προϋπο θέσεις, οικονομικές, πνευματικές κ.ά., πού είναι απαραίτητες γιά τό στήσιμο καί τή λειτουργία τέτοιων δραστηριοτήτων. 'Οπωσδήποτε, μέ τήν είσοδο τού 20ού αιώνα καί μέχρι τήν καταστρο φή ή τυπογραφία θά κάνει τήν έμφάνισή της καί σέ άλλα κέντρα τού ελληνισμού τής περιοχής, κυρίως, γιά νά έξυπηρετήσει τήν άνάγκη τής έκ δοσης έφημερίδων. Έχουμε έτσι στίς Κυδωνιές, μετά τό 1910, τό περιοδικό «Αιολικός Άστήρ» καί, άπό τό 1911, τήν εφημερίδα «Ό Κήρυξ». Έφημερίδες βγαίνουν επίσης, άπό τίς άρχές τού αιώνα, καί στήν Τραπεζούντα τού Πόντου: «Ό Φάρος τής ’Ανατολής», «Ή Εθνική Δράσις» καί « Ό Νέος Άστήρ τού Πόντου». Ή καταστροφή τού 1922 θά διακόψει οριστι κά τήν πολύχρονη καί τόσο γόνιμη δράση τής έλληνικής τυπογραφίας στά μικρασιατικά έδάφη. 'Η συμβολή της, μεγάλη σέ διάρκεια καί πολύ πλευρη, υπήρξε, άναμφισβήτητα, πολύτιμη ώς παράγοντας παιδείας τού ελληνικού στοιχείου, άλλά, κυριολεκτικά, μοναδική ώς μέσο πληρο φόρησης καί συντήρησης καί άνάπτυξης τής έθνικής συνείδησης τού διαρκώς καί δεινά δοκι μαζόμενου ελληνισμού τής περιοχής. Βιβλιογραφία: 1. Άργυρόπονλος, Μιχ., Τά πρώτα τυπογραφεία τής Σμύρ νης. Έφ. ’Αθηναϊκά Νέα (24.11.1943). 2. Βαλέτας, Γ., Σελίδες άπό τήν πνευματική ιστορία τής Σμύρνης. Μικρασιατικά Χρονικά, 2 (1939) 199-262. 3. Βέης, Νίκος Λ., Μικρά συμβολή εις τήν λογοτεχνικήν βι βλιογραφίαν τής Σμύρνης κατά τόν ΙΘ' αιώνα. Μικρασια τικά Χρονικά, 2 (1939) 38-48. 4. Clogg, Richard, The foundation of the Smyrna Bible Society. Μικρασιατικά Χρονικά, 14 (1970)31-49. 5. Γεωργιάδης, Δημ., Smyrne et I’Asie Mineure au point de vue economique et commerciale. Paris, 1885. 6. Δημαράς, K. Θ., Ή ιδεολογική υποδομή τον Νέου Ελλη νικού Κράτους. Στόν τόμο «Ελληνικός Ρωμαντισμός», Αθήνα: ’Ερμής, 1982, α. 323-404. 7. Καββάδας, Στέφανος Δ., Εκδόσεις Σμύρνης έν τή βιβλιο θήκη « Ό Κοραής» τής Χίου. Μικρασιατικά Χρονικά, 7 (1957) 449-476. 8. Καββάδας, Στέφανος Δ., Ό Κυδωνιάτης Κωνσταντίνος Τόμπρας: Ό πρώτος εθνικός τυπογράφος τής έπαναστάσεως. Άθήναι, 1975. 9. Layton, Evro, The greek press at Malta of the American Board of Commissioners for Foreign Missions (1822-1833). Ό Έρανιστής, Θ' (1971) 169-193. 10. Μαξαράκης-Αΐνιάν, I. K., Τά ελληνικά, τυπογραφεία τον Άγώνος 1821-1827. Άθήναι, 1970. 11. Σακκάρης, Γεώργιος, 'Ιστορία τών Κυδωνιών. Άθήναι, 1920. 12. Σολομωνίδης, Χρ. Σ., Ή δημοσιογραφία στή Σμύρνη (1821-1922). Αθήνα, 1959. 13. Φάλμπος, Φίλιππος Κ., Συμβολή στή σμυρναϊκή βιβλιο γραφία. Μικρασιατικά Χρονικά, 13(1967) 401-434. 14. Φάλμπος, Φίλιππος Κ., Νέα συμβολή στή σμυρναϊκή βι βλιογραφία. Μικρασιατικά Χρονικά, 15 (1972)406-422. 15. Χατζηόήμος, Αθανάσιος Δ., Σμυρναϊκή Βιβλιογραφία. Μικρασιατικά Χρονικά, 4(1948) 340-410, 5 (1952) 295-354, 6 (1955) 381-437. '
32/αφιερωμα
Μ. Φ. Δραγούμης
Μιά ανέκδοτη συλλογή τραγουδιών τοΰ Μικρασιάτη Πέτρου Φιλανθίδη Τό όνομα Πέτρος Φιλανθίδης τό ακόυσα γιά πρώτη φορά άπό τό στόμα τοϋ δα σκάλου μου Σίμωνα Καρά, όταν στις άρχές τής δεκαετίας τοϋ ’60 σπούδαζα βυ ζαντινή καί δημοτική μουσική στή σχολή του στήν οδό Λέκκα. Τό άνέφερε σε συσχετισμό μ ’ ένα δημοτικό τραγούδι πού μαθαίναμε γιά νά τό τραγουδήσουμε στήν εκπομπή του «Ε λληνικοί ’Αντίλαλοι». «Τό τραγούδι αυτό» είπε (δυστυχώς δέν θυμάμαι ποιό ήταν) «τό κατέγραφε καί τό διέσωσε ό άείμνηστος Πέτρος Φιλανθίδης». Δέν πέρασε πολύς καιρός άπό εκείνη την ημέρα καί βρέθηκα στήν Κωνσταντινούπολη. ’Ηταν Αύγουστος τοϋ 1961. Ό Μέντερές ήταν έγκλει στος στή φυλακή τοϋ «Νησιού τών Σκυλιών» στό Βόσπορο κι έπρόκειτο άπό στιγμή σέ στιγμή νά έκτελεσθεϊ. Έγώ όμως είχα τό νοϋ μου άλλου. Θαύμαζα τίς ομορφιές τής Πόλης, άπολάμβανα τά εδέσματα πού μοϋ προσφέραν μεσημέριβράδυ οί ίερωμένοι-οίκοδεσπότες μου στή Θεολογική Σχολή τής Χάλκης, περηφανευόμουν πού είχα μιλήσει, συμφάγει καί φοτογραφηθεί μέ τόν πατριάρχη Άθηναγόρα, ηχούσε στ’ αυτιά μου ή φωνή τοϋ Θρασύβουλου Στανίτσα (ήταν τότε «“Αρχών Πρωτοψάλτης τής Μεγάλης τοϋ Χρι στού Εκκλησίας» καί τόν είχα παρακολουθήσει νά ψέλνει στόν εσπερινό τού 'Αγ. ’Αλεξάνδρου στίς 29 Αύγούστου) καί προπάντων στριφογύρι ζαν στή σκέψη μου οί γνώσεις πού άποκόμιζα κάθε μέρα γιά τή βυζαντινή μουσική καθώς ξε φύλλιζα τά βιβλία καί τά χειρόγραφα τών βι βλιοθηκών τού πατριαρχείου καί τής Θεολογικής Σχολής τής Χάλκης. Τήν παραμονή τής άναχώρησής μου άπό τήν Πόλη, ό μητροπολίτης Δέρκων ’Ιάκωβος μέ προσκάλεσε νά έπισκεφθοΰμε τούς άπογόνους τού περίφημου πρωτοψάλτη Κων/πόλεως Γεωρ γίου Ραιδεστηνοΰ τοΰ Β' (θ. 1889) γιά νά ρίξω μιά ματιά στά χειρόγραφα πού είχαν κληρονομή σει άπό τόν ένδοξο παππού τους καί τόν πατέρα τους Νικόλαο, πού ήταν έπίσης σπουδαίος ψάλ
της. Σέ λίγο βρισκόμουν σκυμμένος πάνω άπό ένα μπαούλο γεμάτο άπό χειρόγραφα καί σκόρ πια φύλλα μέ βυζαντινές νότες. Ό οικοδεσπό της, βλέποντας τό ενδιαφέρον μου γιά τά όσα άντίκριζα, σήκωσε ένα μικρό χειρόγραφο άπό τό μπαούλο καί μοϋ τό πρόσφερε. Τό βράδυ πού βρέθηκα μόνος στό δωμάτιό μου τό ξεφύλλισα. Περιείχε 33 τραγουδάκια (στίχοι καί μουσική). Ή πρώτη σελίδα άρχιζε ως έξης: «“Ασματα Δημοτικά κατά τό ύφος τού άπλού ελληνικού λαού». ’Αλλά δυστυχώς τό κεί μενο κοβόταν άπότομα έδώ, χωρίς νά δηλώνει τό συλλογέα, ή, έστω, τόν γραφέα. ’Αλλά όταν έφτασα στήν έβδομη σελίδα (είχε συνολικά 27 σελίδες) άνακάλυψα τά δύο αύτά στοιχεία πού μού ήταν τόσο άπαραίτητα. Ό συλλογέαςγραφέας δέν ήταν άλλος άπό τόν Πέτρο Φιλανθίδη! Τό γεγονός αύτό προέκυπτε σαφώς άπό τήν έπικεφαλίδα τού δέκατου τρίτου τραγου διού: «"Ετερον [άσμα] ερωτικόν ποιηθέν παρ’ εμού Π.Γ. Φιλανθ. εις είδος όπερας». "Οταν γύρισα στήν ’Αθήνα έψαξα όπου μπο ρούσα νά βρώ στοιχεία γιά τόν Φιλανθίδη γιά νά ένημερωθώ όσο τό δυνατόν καλύτερα γιά τό πρόσωπό του. Έτσι, άνοίγοντας τή Μεγάλη Ε λ ληνική ’Εγκυκλοπαίδεια τού Πυρσού έμαθα ότι ήταν μικρασιάτης μουσικός τού 19ου αΐ., ότι «άκμασε» στήν Πάνορμο τής Κυζίκου, ότι έχουν σωθεί άνέκδοτες συλλογές «άσμάτων» του καί μελέτες του γιά τήν έκκλησιαστική μουσική, άπό
αφιερωμα/33
«Πυρρίχιος». Χαρακτικό τον Βόλια Σεμερτζίόη (ψωτ. άπό τό λεύκωμα των έκδόσεων Γκοβόστη 1976)
tig όποιες ή μιά δημοσιεύτηκε στήν «Επιθεώρη ση» τής Κων/πόλεως τόν ’Ιούνιο τού 1890. Ένώ άπό τό βιβλίο τού Γ. I. Παπαδόπουλου «Συμβολαί εις την 'Ιστορίαν τής παρ’ ήμϊν ’Εκκλησια στικής Μουσικής» (Άθήναι 1890) πληροφορήθηκα ακόμα ότι ήταν «λόγιος μουσικός ψάλλων έν Πανόρμω τής επαρχίας Κυζίκου καί είδήμων τυγχάνων τής οθωμανικής ρυθμικής» κι ότι διακρινόταν «ώς μελοποιός έντέχνως μελοποιών καί δεξιώς άμα στιχουργών». ’Εξάλλου ό Άντωνέλλης στό βιβλίο του «Ή Βυζαντινή ’Εκκλησιαστι κή Μουσική» (Άθην. 1956) σημείωνε ότι συνέγραψε τήν «Άθωνιάδα», πού άπό τόν Μ. Χατζηγιακουμή έμαθα ότι είναι ένα δοξαστάριο γραμμένο σε άγιορείτικο ύφος καί τυπωμένο στά 1907. Τέλος, ό Σίμωνας Καράς μοΰ άποκάλυψε ότι ήταν πατέρας τού γνωστού δημοτικιστή, γλωσσολόγου καί συγγραφέα Μένου Φιλήντα (1870-1934). "Ας στραφούμε τώρα στά περιεχόμενα τού χει ρογράφου. "Οπως άνέφερα πιό πάνω, περιλαμ βάνει 33 κοσμικές μελωδίες μέ τά κείμενά τους, άπό τίς όποιες οί 30 είναι έλληνικές, οί 2 τουρκι κές καί ή μία βουλγάρικη. Οί έλληνικές χωρίζον ται σέ δημοτικές ή άστικολαϊκές (19) καί λόγιες (Π). Στήν περίπτωση τών δημοτικών καί άστικολαϊκών μπορούμε νά είμαστε βέβαιοι γιά την
προέλευση μόνο τεσσάρων κομματιών. Τά 1-3, έπειδή είναι κλέφτικα τραγούδια, προέρχονται άπό τήν παλιά Ελλάδα, ή τό πολύ τήν "Ηπειρο ή Μακεδονία, ένώ τό 8 -όπως γράφει κι ό ίδιος ό Φιλανθίδης- είναι γαμήλιο τραγούδι άπό τήν Κύζικο. ’Επίσης άπό τήν Κύζικο καί τά γύρω χωριά θά πρέπει νά κατάγονται τό 10 (νανούρι σμα) καί τά 25 καί 26 (τής κούνιας). Τά υπόλοι πα άνήκουν σέ μιά κατηγορία άστικολαϊκών κυ ρίως τραγουδιών, μέ πιθανή πολίτικη προέλευ ση, άπό έκεΐνα πού άγαπήθηκαν πολύ τόν 19ο καί στίς άρχές τού 20ού αί., όχι μόνο στήν Πόλη, άλλά καί στά νησιά τού Αιγαίου Πελάγους, τή Θράκη, τήν Προποντίδα καί τά δυτικά παράλια τής Μ. ’Ασίας. ’Ερχόμαστε τώρα στά λόγια τραγούδια. Τά εν νιά άπό τά έντεκα άκολουθούν τούρκικα «μακάμια» (δρόμους) καί «ούσούλια» (ρυθμούς), άρα θά πρέπει νά δημιουργήθηκαν άπό Πολίτες καί μικρασιάτες ψαλτάδες πού γνώριζαν καλά τήν τουρκική μουσική, ένώ τό 13 καί τό 28 έχουν εύρωπαΐζουσα μελωδία. Καί πιό συγκεκριμένα, τό 13 είναι ποίημα-σύνθεση τού Φιλανθίδη, ένώ τό 18, τουλάχιστον στή μελωδία του, μοιάζει νά έχει έπτανησιακή προέλευση. Παραθέτω τώρα τρία κείμενα άπό τό παραπά νω χειρόγραφο τού Φιλανθίδη. Τό πρώτο είναι δημοτικό, τό δεύτερο άστικολαϊκό καί τό τρίτο λόγιο.
34/αφιερωμα Δέν μοϋ μιλεϊς ψηλό μου κυπαρίσσι "Οπου δΤ έσέ ή καρδιά μου θά ραΐσει; Δέν μοϋ μιλεϊς ώ χείλι μου δροσάτο Πού έγώ γιά σένα γίνομ’ ανω-κάτω; 3 (τραγ. άρ. 13, σ. 7) Στίχοι - μουσική: Πέτρου Φιλανθίδη Εις τοϋ κήπου τήν χλόην όπόταν ξηπλωμένη σέ είδα ώ φως μου κι αίφνιδίως έφάνης εμπρός μου μοί έφάνη ό κόσμος ευθύς. 'Ως αυτήν τήν ουράνιον δόξαν Τόν Παράδεισον λέγω έκεϊνον Στόν όποιον σέ είδα ώς κρίνον Φυτευμένον ώραΐα ν’ άνθεϊς. Ή έκκληαία τον Άγ. Γεωργίου ατό Περίστρεμμα τής Καππα δοκίας (φωτ. Κ.Μ.Σ.)
1 (τραγ. άρ. 25, σ. 20) Τρία μίλια πάει τό φεργαδί καί δνό παν τά νερά ’Εδώ πού σμίξαν τά νερά πύργος έθεμελιώθη Πύργος καί σιόηρόπνργος μολυβδοσκεπασμένος Καί μέσα κόρη κάθεται ροδόσταμο ζυγιάζει Ζυγιάζει καμπανίζεται μυριάκριβο τό δίδει Τρία τό δίδει τό πρωί καί δυό τό μεσημέρι Καί τό ηλιοβασίλεμα Αμέτρητο λογάρι.1 Τρία κοράσια τ’ Ακόυσαν καί παν νά τ’ Αγορά σουν 'Η μία βάνει μάλαμα κι ή άλλη βάν’ ασήμι Κι ή τρίτη ή μικρότερη βάνει την εύμορφιά της. Φωτιά ας κάψει τά φλουριά καί πυρά τό λογάρι Μπροστά στά κάλλη τά ’μορφα καί στην πε ρίσσια χάρη. 2 (τραγ. άρ. 22, σ. 18)
Ευθύς έλαβα θάρρος καί κλίνω Μ’ ίκετήριον βλέμμα θεά μου Νά σοϋ πώ τόν πρός σέ έρωτά μου ’Αλλά σύ μ ’ άπεστράφης σκληρώς. Τότε ήρχισα φώς μου νά χύνω Θερμά δάκρυ’ εκ των οφθαλμών μου Αισθανόμενος τόν εαυτόν μου Τυραννούμενον άνιλεώς. Πλήν έσύ ώ σκληρά δέν λυπήθης , Βλέπουσά μ ’ είς τοιοϋτον άγώνα Τυραννούμενον εις τόν αιώνα τής παρούσης ζωής τό δεινόν. ’Α λλά μάλλον ψυχή μου έμίσης τοϋ πιστού έραστοϋ ούκ έφείσθης Στόν πρός Σέ έρωτά μου ούκ έπείσθης Καί μοί δείχνεις τό βλέμμα οικτρόν. Πλήν φεϋ! ήξευρ’ δτ’ ή ζωή μας Εις μίαν ώραν στερείται τόν κόσμον Καί ύπάγ’ άπ’ έκεϊνον τόν δρόμον Τόν όποιον ό ζών άγνοεϊ.
Σ’ ώριό περιβολάκι μέσα μπαίνω Μέ δάφνες, μέ μηλιές περιπλεγμένο Μέ δάφνες, μέ μηλιές, μέ κυπαρίσσια Τρέχουν τά ’ματάκια μ ’ δάκρυα περίσσια.
Ύ π ’ άγγέλων Θεοϋ δ’ ή ψυχή μας Στήν δικαίαν Του κρίσιν θά φθάση ΔΤ ήςμέλει δικαίως κολάσει Τούς ώς Σέ ή δίκαια Τ’ οργή.
Θωρώ μιά λυγερή κ’ άποκοιμοϋντα Ύπό κάτω τοϋ κυπαρισσιού τή φούντα Κ ’ ή φορεσιά της πού [έ]φόρει ήτον άσπρη ’Έλαμπε ή σκύλα σάν ουρανός μέ τ’ αστρι.
Ή μελέτη τοϋ μικρού αυτού χειρογράφου δέν εξαντλήθηκε έδώ. Τού άξίζει ενα πιό προσεκτι κό κοίταγμα, πού επιφυλάσσομαι νά τό κάνω τό γρηγορότερο δυνατό, γιατί διαφωτίζει ιδιαίτερα άγνωστες κι ένδιαφέρουσες πλευρές τού πολίτικου-μικρασιατικού τραγουδιού σέ μερικές άπό τίς πιό βασικές μορφές του.
’Φόρει καί φέσι μέ τά μαργαριτάρια Τρέλανε ή σκύλα δλα τά παλικάρια Μαργαριταρένιο ζωνάρ’ είχε στή μέση Έ βαλ’ ή σκύλα τό φέσ’ στραβά νά πέσει. Δέν θυμάσαι σκύλα πού σ’ έστειλα έκεϊνα Τά διαμαντικά καί τά φλουριά στά σκρίνια,·2 Δέν μοϋ μιλεϊς ξεφούντωτόν μου ρόδον Πού έγώ γιά σένα στερεύομαι τόν κόσμον;
Σημειώσεις: 1. Τά συναθροισμένα καί φυλαγμένα χρήματα καί πολύτιμα πράγματα. 2. ”Έπιπλα γιά τή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων.
αφιερωμα/35
Θ άνος Βερέμης
Ή Εθνική Τράπεζα στη Σμύρνη Ή ίδρυση υποκαταστήματος τής ΕΤΕ στη Σμύρνη συνδέεται άμεσα μέ την παρου σία τοϋ ελληνικού στρατού καί τής άρμοστείας στην περιοχή Ά ιόινίου, άλλά καί μέ τά ευρύτερα σχέδια τής Ε λλάδας γιά μιά μόνιμη εγκατάσταση στή μικρασιατι κή ακτή. ’Ακολουθώντας μιά πρακτική συνεργασίας μέ τήν κρατική πολιτική*1 ή διοίκηση τής ’Εθνικής έστειλε τό 1919 τό γενικό επιθεωρητή ’Αλέξαν δρο Κοριζή στή Σμύρνη γιά νά έξακριβώσει άν οί συνθήκες ήταν κατάλληλες γιά τήν 'ίδρυση υποκαταστήματος. Ή δη, λίγο μετά τήν απόβαση τών έλληνικών δυνάμεων,23ό ’Αλέξανδρος Διο μήδης, συνδιοικητής1 τής ’Εθνικής, επικοινώνη σε τηλεγραφικά4 μέ τόν πρωθυπουργό Βενιζέλο γιά τό θέμα αυτό τονίζοντας δτι ή δημιουργία καταστήματος τής ’Εθνικής Τράπεζας στή Σμύρ νη ήταν άπαραίτητη γιά νά συντρέξει τήν άρμοστεία «εις τρεχούσας άνάγκας καί εΰρύτερον έπικουρήσει κράτος καί κοινωνίαν πρός παγίωσιν νέας καταστάσεως».5 Άναφερόμενος στήν Κωνσταντινούπολη έπεσήμαινε τό μελλοντικό διεθνή άνταγωνισμό γιά τήν οικονομική επιβολή στήν κατεχόμενη Τουρκία: «’Επίσης υπό διεύθυνσιν ’Εθνικής Τραπέζης έτέθησαν βάσεις όπως όμοϋ μετά τών κυριωτέρων ενταύθα Τρα πεζών καί όμάδος Ελλήνων κεφαλαιούχων Κων/ πόλεως ίδρυθή εκεί ισχυρά... Ελληνικής καθαρώς όπως καί συγκεντρώση Ελληνικά κεφάλαια άφθονοΰντα καί μένοντα αργά καί έλθη οίκονομικώς καί τραπεζικώς άρωγός εις διαφόρους Έλληνικάς έργασίας έν Τουρκία μελετωμένας
άπό τοϋδε ύπό πολλών ισχυρών κεφαλαιού χων». Ό Διομήδης πρότεινε στό Βενιζέλο τήν έγ καιρη παρουσία τής ελληνικής τραπεζικής δρα στηριότητας προειδοποιώντας ότι ό οικονομικός πόλεμος άνάμεσα στούς συμμάχους είχε κιόλας άρχίσει. Ή ταν φυσικό ό Διομήδης (διορισμένος άπό τό Βενιζέλο συνδιοικητής τής ΕΤΕ) νά επικαλείται στόν άρχηγό του λόγους έθνικής σκοπιμότητας γιά τήν έπέκταση τών έργασιών τής ΕΤΕ στή Μι κρά ’Ασία. "Οταν όμως ό Κοριζής, ύπάλληλος πού άνέβηκε όλα τά σκαλοπάτια τής τραπεζικής ιεραρχίας, χρησιμοποιεί ανάλογα επιχειρήματα γιά τήν ίδρυση υποκαταστήματος στή Σμύρνη, επιβεβαιώνεται ή ιδιότητα τής ’Εθνικής ώς ορ γανισμού πού συμμετείχε αυτόβουλα στήν εφαρ μογή έθνικής πολιτικής. Στήν έκθεσή6 του πρός τή διοίκηση τής ΕΤΕ πού κατέθεσε στίς 16/29 Σε πτεμβρίου 1919 ό Κοριζής προσφέρει οκτώ λό γους πού συνηγορούν μέ τήν άποψή του. Ό πρώτος καί κυριότερος συνοψίζεται στήν παρα κάτω φράση: «Είς τήν κλονιζομένην πολλάκις, εκ διαφόρων ειδήσεων καί επιτηδείων ένεργειών εχθρικών παραγόντων, πίστιν έπί τήν οριστικήν ελληνικήν κυριαρχίαν έν Σμύρνη θά δοθή έξ αυ τών τών πραγμάτων ένίσχυσις... θά θεώρηθή ή
Σημειώσεις: 1. Ή πρακτική αυτή καθιερώθηκε κατά τή δεύτερη δεκαετία τοϋ εικοστού, α ΐ, ποτέ όμως ή σχέση κυβέρνησης καί τρά πεζας δέν ήταν στενότερη Από δ,τι τό 1919 μέ συνόιοικητή τό συνεργάτη τοϋ Βενιζέλου ’Αλέξανδρο Διομήδη. 2. Ή Απόβαση έγινε στις 2115 Μαΐου 1919. 3. Ό διοικητής ’Αλέξανδρος Ζαΐμης Άφηνε όλες τις πρωτο βουλίες ατό Διομήδη. Βλ. Δ. Τσούγκου, Οί οικονομικοί μας ήγέται, ’Αθήνα 1932, σ. 6.
4. Τηλεγράφημα Διομήδη πρός Βενιζέλο, 25 Μαΐου 1919. ’Αρχείο ’Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 18, «’Επίσημα, Υπουργείο ’Εξωτερικών 1919», Μουσείο Μπενάκη. 5. Αύτόθι. 6. Έκθεσις πρός τήν Δνοίκηοιν, τοϋ Γενικού Έπιθεωρητοϋ Α. Κοριζή, «Ή ’Εθνική Τράπεζα τής 'Ελλάδος έν Σμύρ νη», 'Ιστορικό ’Αρχείο Έθνικής Τραπέζης τής 'Ελλάδος (ΕΤΕ), Φάκ. 40 (ϊδρυσις τοϋ ύπίτος Έθνικής Τραπέζης).
36/αφιερωμα
τοιαύτη έγκατάστασις ώς τεκμήριον πλήρους πεποιθήσεως των επισήμων ελληνικών κύκλων περί τού έλληνικού μέλλοντος τής Σμύρνης».7 Ό άνώτατος άρμοστής ’Αριστείδης Στεργιάδης υποστήριξε με ένθουσιασμό τόν Κοριζή, τόν όποιο προσέλαβε ώς διευθυντή τών οικονομικών υπηρεσιών τής αρμοστείας άπό τούς πρώτους μήνες τής παραμονής του στή Σμύρνη.8 Τό ζωη ρό ενδιαφέρον τού αρμοστή γιά τήν ΕΤΕ σχετί ζεται μέ τή δυσκολία του νά ελέγχει τίς ενέργειες ορισμένων ελληνικών ιδιωτικών τραπεζών πού έπέτειναν τό νομισματικό χάος μέ κερδοσκοπικές άγοραπωλησίες συναλλάγματος.9 Ή ΕΤΕ, μέ τήν ήμικρατική ιδιότητά της, έκτος άπό μιά άξιόλογη παρουσία τής Ελλάδας στή Μικρά ’Ασία, πρόσφερε εγγυήσεις αγαστής συνεργα σίας μέ τίς άρμοστειακές άρχές. Οί προσδοκίες τού Στεργιάδη επαληθεύτηκαν γιατί, όπως άναφέρει στή σύντομη ιστορία του ό Θωμάς Θεμενάκης, «ή ’Εθνική Τράπεζα έθεωρεϊτο καί ύπηρέτει ώς παράρτημα τής Ελληνικής Διοικήσεως εν Σμύρνη».10 Σύμφωνα μέ τή διήγηση τού Π.
Μπόμπολη (υπαλλήλου τής ΕΤΕ στή Σμύρνη) μιά άπό τίς πρώτες δραστηριότητες τού υποκα ταστήματος ήταν ή δανειοδότηση στούς έπαναπατρισθέντες πρόσφυγες.11 Ό ρόλος της αύτός, ώστόσο, δέν έμπόδισε τήν έπιτυχία τής λειτουργίας της καί ώς εμπορικής τράπεζας. Συναγωνίστηκε όλα τά μεγάλα πιστω τικά ιδρύματα μέ υποκαταστήματα στή Σμύρνη καί πέτυχε τό μεγαλύτερο κύκλο εργασιών. ’Ερ γάστηκε χωρίς νά άπασχολήσει κεφάλαια άπό τό κέντρο, άλλά μόνο μέ τίς καταθέσεις τής μεγάλης σμυρναϊκής πελατείας της, καί κατάφερε νά συγ κεντρώσει κατά τό διάστημα τής τριετίας 19191922 καθαρά κέρδη 7.515.422.50. δρχ.12 Χαρα κτηριστικό μάλιστα σημείο τής προσαρμοστικό τητας τής ΕΤΕ στίς σμυρναϊκές συνθήκες ήταν ότι γιά πρώτη φορά έγκατέλειψε τή συντηρητική της άρχή νά παρέχει πιστώσεις μέ δύο υπογρα φές πιστούχων τής τράπεζας.13 Τό μόνιμο νομισματικό πρόβλημα πού ή ΕΤΕ χρειάστηκε νά άντιμετωπίσει στή Σμύρνη ήταν ή συνέχιση τής κυκλοφορίας τού τουρκικού νομί σματος κατά τή μεταβατική περίοδο τής πενταε τίας ώς τό δημοψήφισμα πού θά καθόριζε τό οριστικό καθεστώς τής πόλης. Μολονότι οί "Αγ γλοι στήν Παλαιστίνη καί τή Μεσοποταμία άπαγόρευσαν τήν κυκλοφορία τής τουρκικής λίρας καί επέβαλαν τό αιγυπτιακό καί τό άγγλικό νο μισματικό σύστημα, ή συνθήκη μέ τήν ’Οθωμανι κή Αυτοκρατορία εξασφάλιζε τή διατήρηση τού τουρκικού νομίσματος στήν περιοχή Σμύρνης καί εμπόδιζε μάλιστα τήν 'Ελληνική Διοίκηση νά λάβει μέτρα πού θά άποσκοπούσαν στήν υποτί μησή του. Έτσι ή δραχμή εξακολουθούσε νά κυ κλοφορεί ώς ξένο νόμισμα καί ό νομισματικός ρυθμός τής Σμύρνης νά έξαρτάται άπό τό οικο νομικό κέντρο τής Τουρκίας. Ή τύχη τών τουρ κικών λιρών πού θά βρίσκονταν στήν κυκλοφο ρία μετά τήν πραγματοποίηση τής οριστικής προσάρτησης τής Σμύρνης στήν Ελλάδα καί τής αύτόματης επέκτασης τού ελληνικού νομισματι κού συστήματος στήν περιοχή αύτή, παρέμενε σέ εκκρεμότητα.14 Ό Κοριζής συνοψίζει τή σημασία τού υποκα ταστήματος γιά τήν ένίσχυση τού έλληνικού νο μίσματος στή Σμύρνη: «Διά τούτου θά λείψη καί ή ένεργουμένη αισχροκερδής έκμετάλλευσις τών κατόχων τών ελληνικών τραπεζογραμματίων καί έκπτωσις τής έλληνικής δραχμής κάτω τού ορίου όπερ ή θέσις αυτής καί τής τουρκικής λίρας έν
7. Αυτόθι, σ. 1. 8. Στεργιάδης πρός 'Υπουργείο ’Εξωτερικών 27/911919. 'Ιστορικό ‘Αρχείο 'Υπουργείου ’Εξωτερικών. Φάκ. 1919. A5/V1 Σμύρνη. Ιούλιος- ’Οκτώβριος. 9. Στεργιάδης πρός Ύπ. Έξωτ. 22/9/1919. Αύτόθι. 10. Θ. Θεμενάκη, «Σύντομος Ιστορία τής Δράσεως τής ΕΤΕ έν Μικρά Άοία», Μάρτιος 1923, σ. 6, Φάκ. 44 (I486), 'Ιστορικό ’Αρχείο ΕΤΕ.
11. Συζήτηση μέ Π. Μπόμπολη τό Δεκέμβριο τοϋ 1982. 12. Θεμενάκης, Ινθ. άνωτ. σ. 2-3. 13. Άρ. Καλλιάβα, Τό οικονομικό μέλλον τής έλληνικής Μι κρός ’Ασίας, ’Αθήνα 1922, σ. 6-9. 14. Βλ. Φάκ. 40 (Ή έλληνική δραχμή) καί Φάκ. 40, 'Υποκατα στήματα - Νομισματικά. (Τό τουρκικό νόμισμα), ’Αρχείο ΕΤΕ.
αφιερωμα/37 σχέσει πρός τό εξωτερικόν συνάλλαγμα καθορί ζει. Έ ξ άλλου, άν κριθή συν τώ χρόνω επιτε τραμμένη καί σκόπιμος ή υποχρεωτική διατίμησις τής δραχμής, αΰτη ίσως θ’ άπαιτηθή νά ένισχυθή καί κατοχυρωθή διά μέτρων, ό χειρισμός τών όποιων εις την Εθνικήν Τράπεζαν δύναται ν’ άνατεθή».15 Τό Μάιο τού 1920 ό Κοριζής άνακλήθηκε στήν ’Αθήνα γιά νά άναλάβει τή Διεύθυνση ’Επιθεω ρήσεων, στήν όποια υπάγονταν τά υποκαταστή ματα τών έπαρχιών καί συνεπώς καί τό υποκα τάστημα Σμύρνης. Στά παλιά του καθήκοντα τόν αντικατέστησε ως τό καλοκαίρι τού 1922 ό στε νός του συνεργάτης Σπ. Άναστασόπουλος, μέ τόν όποιο διατήρησε τακτική άλληλογραφία γιά τίς υποθέσεις τού υποκαταστήματος.1® Έ ξ ι περίπου μήνες μετά τήν άποχώρηση τού Κοριζή ή εκλογική ήττα τού Βενιζέλου καί ή βα σιλική μεταπολίτευση συμπίπτουν μέ τήν κατολί15. "Εκθεσις Κοριζή, ΐνθ. άνωτ. ο. 5. 16. ’Αρχείο ’Αλέξανδρον Κοριζή, Φάκ. «'Υποκατάστημα τής ΕΤΕ στή Σμύρνη», Μουσείο Μπενάκη. 17. Βρετανικά Κρατικά 'Αρχεία - Υπουργείο ’Εξωτερικών: Annual report 1920, FO 371I6096IC15954I19, a. 16, επίσης
γ^
ΑΛΕΞΗ
σθηση τής άξίας τής δραχμής. Ή τιμή τής στερ λίνας άπό 37 δρχ. στά μέσα Νοεμβρίου τού 1920 έφτασε τίς 410 δρχ. τόν Σεπτέμβριο τού 1922.17 Οί παράγοντες πού προκάλεσαν τήν υποτίμηση τής δραχμής είναι δυνατό νά συνοψισθοϋν μέ τόν άκόλουθο τρόπο: 1) Ό πληθωρισμός πού προκλήθηκε άπό τίς πιστώσεις τού 1918 γιά τήν κάλυψη τών πολεμικών δαπανών. 2) Ή άνάπτυξη τών εισαγωγών λόγω τού ύψηλοΰ επιπέδου τιμών στήν Ελλάδα πού αύξησε τήν έλλειμματικότητα τού ισοζυγίου πληρωμών. 3) Ή έπιλογή άπό τό 1919 τού συστήματος κυμαινομένων συ ναλλαγματικών ισοτιμιών. 4) Ή συναλλαγματι κή πολιτική τής ΕΤΕ.18 Παρ’ όλα αυτά τό υπο κατάστημα τής ΕΤΕ στή Σμύρνη άντιμετώπισε, ώς τήν καταστροφή τού 1922, μέ επιτυχία τούς κλυδωνισμούς πού οί οικονομικές καί πολιτικές άντιξοότητες προκάλεσαν στούς περισσότερους ελληνικούς οργανισμούς. ■ 18.
1921, FO 37111603/19, ο. 30. Πληροφορίες Κώστα Κωστή. Βλ. επίσης ένόεικτικά Γ. Κο φινά. Τό οικονομικό πρόβλημα καί αΐ συμμαχικοί πιστώ σεις, Αθήνα 1926, καί Άνδρέα Άνδρεάδου Έργα, τόμ. II, ’Αθήνα 1939, ο. 618-622.
ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΣΚΥΛΟΥΣ \ Διηγήματα •
το
■<!,·
*· · -xoVi<3lvA° 1 0ά*°ς ^
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΑΡΟΣ
" 5 " “
το^ α
_
οτοϋζ
Γ Γενναδίου 6 (πάροδος ’Ακαδημίας) - Τηλ.: 36.15.783
38/αφιερωμα
Χατζήμωυσής Παύλος
Βιβλιογραφικά Μικράς Ασίας Ή μίκρασ ιαη κή τραγω δία δεν είχε μόνο διαστάσεις γεω πολιτικές κ α ί κοινωνικοοικονομι κές. Ή τ α ν τό θέμα πού βρήκε κ α ί εξακολουθεί νά βρίσκει άπήχηση ατούς δημιουργούς τοϋ λόγου, πεζού ή έμμετρου. Σ έ χίλιους διαφορετικούς τόνους πέρασε κ α ί άποτυπώ θηκε στην πνευματική ζωή τού τόπου μ έ έργα, συχνά άριστουργήματα, μ ά δλα δονημένα από τή συμφορά, τή θύμηση τοϋ ειρηνικού παρελθόντος κ α ί τή σκληρή μάχη τοϋ πρόσφ υγα γιά ζωή.
Μικρά Άσία καί λογοτεχνία Ό κατάλογος πού ακολουθεί δεν φιλοδοξεί νά χαρα κτηριστεί πλήρης. Είναι μιά συμβολή στήν προσπάθεια νά καταγραφεϊ αύτή ή πνευματική παραγωγή, έργο αρκετά δύσκολο. Ό χώρος τού περιοδικού επιβάλλει άναγκαστικά κάποιους περιοριστικούς κανόνες: Τό 1922 είναι ή χρονική άφετηρία τής καταγραφής. ’Από ειδολογική άποψη ό κατάλογος περιλαμβάνει πεζο γραφήματα, ποίηση καί θεάτρικά κείμενα σέ αύτοτελεϊς εκδόσεις μόνο. Δέν περιλαμβάνονται, συνεπώς, δημοσιεύσεις σέ εφημερίδες, περιοδικά ή εγκυκλοπαί δειες. Παραλείπονται ήμερολόγια καί χρονικά. Δέν καταγράφονται, επίσης, βιβλία πού μέρος τους μόνο έχει σχέση μέ τό θέμα μας. Έτσι ό άναγνώστης δέν θά
1922 1. Γαλανός ’Αλέξανδρος I. Χαράμματα-Σκοτάδια. Τύποις «Τκούτεμβεργ» Γ. Δ. Γεωργιάδου. ’Αλεξάνδρεια (Αίγύπτου). 1922. 16°. σ. 94 + [2], Ε.Ν.Σ. 2. Γκαλέκας Δημήτριος Μ. [Άμφισσεύς], Ή σφαγιασθείσα Σμύρνη. Τραγωδία επίκαιρος εις πράξεις 2 καί εικόνες τρεις. Τύποις Ε. καί I. Μπλαζουδάκη. Έ ν Άθήναις. 1922. 8°. σ. 32. Ε.Ν.Σ. 3. Χατζηαποστόλου Άντ. Ό Δαίμονας. Ό Σύντρο φος. Ή κολασμένη. Τρία μονόπρακτα δραματικά επει σόδια Από τά ’Εθνικά Γεγονότα ΑύγούστουΣεπτεμβρίου 1922. Έκδοσις τής Βιβλιοθήκης τής Με ταψυχικής καί Φιλοσοφικής Έπιθεωρήσεως «ΕΩΝ». Ε.Ν.Σ.
1923 4. Άραβαντινός Ίωάνν. Δ. Ή κυρία Σμίθ τής Σμύρ νης. Έ κ τού Αγγλικού Evening Post ύπό Νικολάου Σ. Πέτα. Τύποις Δ. Μιχόπουλου. New York. 1923. 8°. σ. 32. Ε.Ν.Σ.
βρει τόν «Μανώλη Λέκκα» τού Ήλία Βενέζη ούτε τά «Περασμένα καί τωρινά» τού Μιχ. Άργυρόπουλου. Τέλος, δέν περιλαμβάνονται μυθιστορήματα πού ούτε ό τόπος τής πλοκής τους κατονομάζεται ούτε ό χρόνος προσδιορίζεται στό ίδιο τό κείμενο, έστω καί άν, κατά καιρούς, έχουν θεωρηθεί (όπως λ.χ. ή «Eroica» τού Κοσμά Πολίτη) δτι συνδέονται μέ τό θέμα. Έπανεκδόσεις καί Ανατυπώσεις δέν σημειώνονται. Τά έργα πού καταγράφονται είναι ελληνικά ή ξενό γλωσσα, Ελλήνων ή ελληνικής καταγωγής συγγρα φέων. ’Ακολουθείται χρονολογική σειρά καί σέ κάθε χρονική ένότητα τά λήμματα κατατάσσονται Αλφαβη τικά. Τά Αρχικά στό τέλος κάθε λήμματος, όπου υπάρ χουν, υποδηλώνουν τή βιβλιοθήκη στήν όποια βρίσκε ται τό Αντίτυπο τού βιβλίου πού καταγράφεται. (Βλ. σχετικό πίνακα συντομογραφιών.)
5. Άραβαντινός Ίωάνν. Δ. Ή κόρη τού Μοναστη ριού. [Έγράφη στό Τάλας-Καισαρείας. 23 ’Ιουνίου 1923] 8°. σ. 68 + 4 εικόνες έν.κ. 6. [Κοτσιφάκης Θεόδωρος], Ή Κρήτη καί ή Κατα στροφή τής Σμύρνης, χ.τ. Έκδοσις 1923. 16°. σ. 22 + [4], Ε.Ν.Σ. 7. Ματσούκας Σπύρος I. Τά τραγούδια τού Έβρου. Χαρισμένα στό Στρατό τής Πατρίδας. Έ κ τού τυπο γραφείου Κ. Καμινάρη καί Π. Κυριάκού, χ.τ. 1923. 16°. σ. 32. Ε.Ν.Σ. 8. Παπαγιαννακός Δ. Ή Θρηνωδούσα Ελλάς. Ποίη μα Πατριωτικόν συγκινητικότατου Αφορών τήν μετ’ Αλλήλων Αγάπην τών Ελλήνων. Τύποις Μ. Μανικίδου & Σία. Έ ν Καίρω. 1923 . 8°. σ. 20 + 1 εικόνα έν.κ. Ε.Ν.Σ. 9. Παρασκευάς ’Ιωάννης Θεμ. Διαλέξεις καί ποιήμα τα τού τραγικού διωγμού τών Κυδωνιών Μ. ’Ασίας. Έκδοθέντα ύπό τού 10)ετοΰς Ίωάννου Θεμ. Παρασκευά. Έ ν Καλάμαις τή 20 Μαρτίου 1923. Έκ τού Τυ πογραφείου Σημαίας Καλαμών. Έ ν Καλάμα 1923. 8°. σ. 16. Δ.Β.Α.
αφιερωμα/39 1924 10. Καπετανίδης Ε. Α. (πρόσφυγος έκ Σμύρνης). Προσφυγικόν Λεύκωμα. Έ ν Άθήναις. 1924. 16°. σ. 24.. Ε.Ν.Σ. 11. Μαγγανάρης Ά π. Ν. Τό ταξίδι. Σέ λυρικούς στί χους. Μ’ ένα πρόλογο τού Τέλλου "Αγρα. Τυπογραφι κά Καταστήματα «Σφενδόνη». ’Αθήνα. 1924. 8°. σ. 96. Ε.Ν.Σ. 12. Σκίπης Σωτήρης. Προσφυγικοί καημοί 1923. ’Αθή να. 1924. 16°. σ. 94 + [4]. Ε.Ν.Σ. 13. Σύλβιος [Άνδρέας Παπαδόπουλος]. Ματωμένα Συντρίμια. [’Ελεγεία τής Σμύρνης], Καλλιτεχνική Τυ πογραφία Καλογρίδη-Σπαθοπούλου. ’Αθήνα. 1924. 8°. σ. 48. Ε.Ν.Σ.
1925 14. Άργυρόπουλος Μιχαήλ. Τ’ ’Ανιστόρητα (19221924). Ποιήματα. Άθήναι. 1925. 16°. σ. 102. Ε.Ν.Σ. 15. Παπαδόπουλος Ντίνος - Σιριγώτης Νάκης. Φλόγες πολέμου. (’Εν ’Αλεξάνδρειά τή 9 ’Οκτωβρίου 1925). 16°. σ. 72 καί 5 φωτ. έν.κ. Μ. Χαριτάτος. 16. Συμβουλίδης Χρ. Καντάδα στόν Κλώντ Φαρρέρ (Claude Farrere), μέλος τής Γαλλικής ’Ακαδημίας. Τύποις Ζαννείου ’Ορφανοτροφείου. Χαρπούτ. 1922. Ζά κυνθος. 1925. Έ ν Πειραιεΐ. 8°. σ. 26. Ε.Ν.Σ. 17. Τσιτσελίκης Κ. «Ένα Ξερρίζωμα». Εκδοτικός οί κος Δ. καί Π. Δημητράκου. Έ ν Άθήναις. [1925;]. 16°. σ. 48. Ε.Ν.Σ. 18. Τυμφρηστός [Παπαδόπουλος Δημήτριος]. Ή προσφυγοπούλα (Ρωμάντσο). Εκδοτικός Οίκος «Έρ μης». Αθήνα. 1925. 16°. σ. 174. Ε.Ν.Σ.
1926
’Ελληνικό παρθεναγωγείο ατό χωριό Σινασός τής Καππαδο κίας (φωτ. Κ.Μ.Σ.)
1927 24. Βουτετάκης Δ. Ό φυγάς καί ό ήρως. Δράμα έθνικόν έμπνευσμένον άπό τήν Μικρασιατικήν τραγωδίαν. Πράξεις A, Β, Γ, Δ. Έργ. Γραφικών Τεχνών Στεφά νου Ν. Ταρασόπουλου. Άθήναι. 1927. 8°. σ. 62. Ε.Ν.Σ. 25. Καψής Παντελής I. Ή Άρχοντοπούλα τής Σμύρ νης. 'Ιστορικό μυθιστόρημα. Τυπογραφικά Καταστή ματα «Άκροπόλεως». Άθήναι. 1927. 16°. σ. 194. Ε.Ν.Σ. 26. Παπαθανασίου Νίτσα Π. Λώρα. Σμυρναϊκό μυθι στόρημα. Τύποις Α. Μπορτόδη. Έ ν Χανίοις. 1927. 16°. σ. 160. Ε.Ν.Σ.
1928
19. Γκαλέκας Δημήτριος Η. (Άμφισσεύς). Ή Τραγω δία τής Σμύρνης ή Εθνικόν Έπιθεώρημα. Έ ν Άθήναις. 1926. 8°. σ. 48. Ε.Ν.Σ.
27. Γκαλέκας Δημήτριος Η. [Άμφισσεύς], Παλλάδια ποιήματα. Ό Σμύρνης Χρυσόστομος. Πάνθεον τού έν Άθήναις καί Πειραιεΐ Παρνασσιδαϊκού Συνδέσμου. Ό Μέγα Καπετάν Ζάκας. Φυλλάδιον πρώτον. Τύποις «Έλπίδος». Έ ν Άθήναις. 1928. 8°. σ. 16. Ε.Ν.Σ.
20. Ζουμπουλίδης Κώστας. Νιόβη. Σμυρναϊκό αισθη ματικό μυθιστόρημα. Έκδ. οίκος Ζηκάκη. Άθήναι. 1926. 16°. σ. 244. Ε.Ν.Σ.
28. Μαμμέλης Ά π. Σκοποί... Λυρικά έθνικά ποιήμα τα. Αθήνα. 1928. 16°. σ. 80. Ε.Ν.Σ.
21. Κατακουζηνός Σίμων. "Εν ιστορικόν διήγημα: Τό φρικιαστικόν δράμα τού Κορδελιού. (Ή Γαλλική Σχο λή τών Καλογραιών). Τυπογραφεϊον Θ. Τζαβέλα. Άθήναι. 1926. 16°. σ. 64. Ε.Ν.Σ.
29. Προκοπίου Σωκράτης Α. Σάν ψέμματα καί σάν άλήθεια. Τά τελευταία χρόνια. Μικρασιατικόν ιστορι κόν μυθιστόρημα μέ εικόνας. Τυπογραφεϊον ή «Μέλισ σα». Άθήναι. 1928. 8°. σ. 256 + 164 φωτ. έν.κ. Ε.Ν.Σ.
22. Λαμπρίδης Παναγιώτης Ε. Ή Θετή Μάννα. Έ μ μετρος διάλογος μεταξύ δύο μαθητών τού έν Σύρω ’Ορφανοτροφείου τής Αμερικανικής Περιθάλψεως Εγγύς Ανατολής. Έκδίδεται δαπάνη τού Μικρασια τικού Συλλόγου πρός όφελος τών έν Έρμουπόλει άναξιοπαθούντων προσφύγων. Σύρος. 1926. 16°. σ. 16. Ε.Ν.Σ.
30. Άργυρόπουλος Δημ. Γ. Τό κορίτσι πού πρέπει ν’ άγαπιέται. Ρομάντζο. Μέ σκίτσα τού κ. Γκέϊβελη. Αθήνα. 1929. 16°. σ. 80. Ε.Ν.Σ.
23. Πώρος Σπύρος Δ. Σμυρναϊκή Τραγωδία. "Εμμετρο προσφυγικό δράμα είς πράξεις τρεις. Τύποις: «Οικο νομολόγου Αθηνών». Έ ν Άθήναις. 1926. 8°. σ. 46. Ε.Β.
1929
31. Δημητρούλης Θεμ. Κ. Έθνικά ποιήματα. Ή γι γαντομαχία τού Καλέ Γκρότ καί ή φυγή τού Κεμάλ. Ό «Μαύρος Καβαλλάρης» στρατηγός Ν. Πλαστήρας. Αμαζόνα Φατμά Σιβρή χανούμ. Αεροπόροι Τσαπραλής καί Στάλιος. [Τύποις «Σφενδόνης»]. ’Αθήνα. 1929. 8°. σ. 24. Δ.Β.Α.
40/αφιερωμα 32. Δούκας Σχρατής. 'Ιστορία ενός αιχμαλώτου. Ε κ δοτικός οίκος X. Γανιάρη. Άθήναι. 1929. 16°. σ. 76 + [4], Ε.Ν.Σ. 33. Κολυφέτης ’Αλέξανδρος. «Χωρίς Πατρίδα». Μυ θιστόρημα πρωτότυπο. Έκδοσις τής έν Μυτιλήνη Κοινότητος Κυδωνιών-Μοσχονησίων καί πέριξ. 1929. 16°. σ. 88. Ε.Ν.Σ. 34. Μιχαηλίδου Άνθοϋλα I. Γιά όσους ζήσανε. Τύποις: Δ. Δελή & I. Τσίπη. Άθήναι. 1929. 8°. σ. 88 + 13 φωτ. έν.κ. Ε.Ν.Σ.
1930 35. Βερνάρδος I. Α. Ό ουλαμός τοΰ Άφίόν Καραχισάρ. Τύποις Ίωαν. & Άρίστ. Γ. Παπανικολάου. Άθήναι. 1930. 16°. σ. 96. Δ.Ι.Σ. 36. Βερνάρδος I. Α. Αξέχαστος πόνος καί άλλα διη γήματα. Τύποις: Ίωαν. καί Άριστ. Γ. Παπανικολάου. Άθήναι. 1930. 8°. σ.-144 + 15 εικονογραφημένα σχέ δια τού Γ. Καλούδη. Ε.Ν.Σ. 37. Γκαλέκας Δημήτριος Η. [Άμφισσεύς], Παλλάδια ποιήματα. Ή Μεγάλη Ελλάς 912-922. Φυλλάδιον έκτον. Τύποις Κ. Κουντουριώτη. ’Εν Άθήναις. 1930. 8°. σ. 16. Ε.Ν.Σ.
1931 38. Βενέζης Ήλίας: Τό νούμερο 31328. (Σκλάβοι στά εργατικά τάγματα τής Ανατολής). Ρομάντσο. Μυτιλή νη 1931. 12°. σ. 242. 39. Χανιώτης Βάσος. Πόλεμος. Μπαλλάντα. Έκδοση περιοδικού «Μουσικά Χρονικά». Αθήνα. Μάρτης 1931. 8°. σ. 28. Δ,Β.Α.
46. Σταύρου Τατιάνα Δ. Οΐ πρώτες ρίζες. Μυθιστόρη μα. "Εκδοση «Κύκλου». Αθήνα. 1936. 16°. σ. 332. Ε.Ν.Σ.
1937 47. Άναστόπουλος Θεοδ. Ν. (Θε-ν-αν. Μερτούντιος). Ή Χαροκαμμένη μάννα. Έκδοσις Α'. Τύποις Τάκη Κ. Πυλαρινοΰ. χ.τ. ’Ιανουάριος 1937. 16°. σ. 72. Ε.Β.
1939 48. Βενέζης Ήλίας. Γαλήνη. Μυθιστόρημα. Τύποις: «Πυρσού» Α.Ε. Αθήνα. 1939. 16°. σ. 244. Ε.Ν.Σ.
1940 49. Θρακιώτης Κώστας [Θαλής Προδρόμου]. Άλμπατρός. Δράμα σέ τρεις πράξεις καί όκτώ εικόνες. Ε κ δότης: Άριστ. Ν. Μαυρίδης. Αθήνα. 1940. 8°. σ. 100.
1943 50. Βενέζης Ήλίας. Αιολική γή. Μυθιστόρημα. Ε κ δόσεις «Άλφα» I. Σκαζίκη. Αθήνα. 1943. 12°. σ. 276.
1947 51. Τουτουντζάκης Νίκος. ’Ιωνία. Εκδόσεις: Άριστ. Μαυρίδη. Αθήνα. 1947. 8°. σ. 58 [μή άριθμημένες]. Ε.Ν.Σ. 52. Χατζηαθανασίου Άλεξ. Λ. ’Ιωνικές άναμνήσεις. (Διηγήματα). Τυπ. Ν. Νικολαΐδη. Θεσσαλονίκη. 1947. 8°. σ. 128. Ε.Ν.Σ.
1949
1933
53. Άρέντας Βάσσος Σ. Άντιλλέ. Άθήναι. 1949. 8°. σ. 70. Ε.Ν.Σ.
40. Δρόσος Άγγελος. Ανάμεσα στούς πεθαμένους. Τό βιβλίο τού χαλασμού. Εκδοτικός οίκος «Άστήρ» Ά λ. καί Εύ. Παπαδημητρίου. Αθήνα. 1933. 16°. σ. 80.
54. Κτενίδης Φίλων. Πατρίδες. Δράμα. Δύο πράξεις καί πρόλογος. [Τύποις Ν. Άπατσίδη]. Άθήναι. 1949. 8°. σ. 80. Ε.Σ.
41. Μυριβήλης Στρατής. Ή δασκάλα μέ τά χρυσά μά τια. 1933. (Τέταρτη έκδοση, Αθήνα, 1936, 8°. σ. 334. Ε.Ν.Σ.)
55. Μυριβήλης Στρατής. Ή Παναγιά ή Γοργόνα. Μυ θιστόρημα. Οί Φίλοι του Βιβλίου. Αθήνα 1949. 12°. σ. 495. Ε.Ν.Σ.
42. Σταύρου Τατιάνα Δ. Εκείνοι πού έμειναν. Έκδ. «Κύκλος». Αθήνα. 1933. 16°. σ. 252.
56. Ξενίτας Ξένος [Άκογλου Ξενοφών], Ό Ακρίτας. Ιστορικό δράμα σέ πέντε πράξεις καί μίαν εικόνα. Αθήνα. 1949. 8°. σ. 120 + 9 εικόνες έν.κ. Ε.Β.
1934
57. Χατζηαθανασίου Αλέξανδρος Λ. Ίφιάνασσα ή έκ Σιπύλου. Μυθιστόρημα. Τυπ. Ν. Νικολαΐδη. Θεσσα λονίκη. 1949. 8°. σ. 168. Ε.Ν.Σ.
43. Αχελώος I. Γεσήρ. No. 5421. Τύποις: «Παγκο σμίων Στρατιωτικών Νέων». Άθήναι. 1934. 8°. σ. 128 + 2 φωτ. έν.κ. Ε.Ν.Σ.
1936
1951 58. Παναγιωτοπούλου Άννα. Δέσπω Χαρίση. Μυθι στόρημα. Αθήνα. 1951. 16°. σ. 144. Ε.Β.
44. Κράους Ροδόλφος. Κωνσταντινάτα. Τυπογραφείο Κ. Σ. Παπαδογιάννη. Άθήναι. Νοέμβριος 1936. 8° σ. 48. Ε.Ν.Σ.
1952
45. Μελαμέτη Λώρα. J’ai cherche un homme. Paris. 1936. 8°. σ. 176.
59. Παπαδημητρίου "Ελλη. Ή Ανατολή. Έξιστόρηση καί παράσταση. Ποιητική σειρά «Τά πάθη μας». Α θή να 1952. 8°. σ. 30 + 1 σχέδιο έκ.κ. Ε.Ν.Σ.
αψιερωμα/41 1953 60. Δούκας Άλέκος. Στην πάλη, στά νειάτα. (Corona tion Press R.T.Y. Ltd). Μελβούρνη Αυστραλία. Νοέμ βριος 1953. 16° σ. 368. 61. Σκιαδάς Στέργιος. Σμύρνη. Τό έλληνικό βιβλίο. Άθήναι. 1953. '8°. σ. 46.
1954 62. Προκοπίου Σωκράτης Α. Προσφυγικοί περίπατοι. Μήνυμα ατούς άποδήμους άδερφούς. [Copyright 1954, by Socrates A. Procopiou], Άθήναι. [1954]. 8°. σ. 114 + α' - κζ' + 7 φωτ. έκ.κ. Ε.Ν.Σ.
1955 63. Κτενίδης Φίλων. Ή καμπάνα τού Πόντου. Τό τρα γούδι τής χαμένης Πατρίδος. Θεσσαλονίκη. 1955. 8°. σ. 28 (άρίθμηση δική μου). Π.Ε. 64. Ρουμής Γεώργιος. Γιουνάν γκελίορ!! Έρχονται οί Έλληνες. Ιστορικό ρομάντζο. Άθήναι. 1955. 8°. σ. 108. Ε.Ν.Σ.
1956 65. Κτενίδης Φίλων. « Ό Χωρέτες». (Νέα Βαβυλω νία). Σατυρική ήθογραφία σέ τρεις πράξεις. Θεσσαλο νίκη. 1956. 8°. σ. 56 + 11 φωτ. έν.κ. Π.Ε. 66. Παπαπερικλής Νίκος [Γλαύκος]. Γκιαούρ. Μυθι στόρημα. [Τυπογραφείο Γ. Νικολετάκη]. Αθήνα. Δε κέμβρης 1956. 8°. σ. 236. Ε.Ν.Σ. 67. Προκοπίου Σωκράτης Α. Αναζητώντας τή Σμύρ νη μας [Copyright 1956, by Socrates A. Procopiou]. Άθήναι. [1956], 8°. σ. 150 + α' - ιστ' + 87 φωτ. έν.κ. Ε.Ν.Σ.
Σμύρνη. Τό καμπαναριό τής 'Αγίας Φωτεινής. Φωτ. άπό τό βιβλίο τον Μ. Μεγαλοκονόμου «Ή Σμύρνη, άπό τό άρχεϊο ένός φωτορεπόρτερ» ('Ερμής, 1979).
73. Άνδρούτσος Πέτρος Γ. Κλαίρη ή κόρη τής ’Ιω νίας. Μυθιστόρημα άπ’ τό δράμα τής Μικρασίας. [Τυ πογραφείο Π. Βροχίδη - Χρ. Βαίχου], Αθήνα. 1962. 8°. σ. 176. Π.Ε.
1963 1959 68. Σωτηρίου Διδώ. Οί νεκροί περιμένουν... Μυθιστό ρημα. Εκδόσεις « Ό Κέδρος». [Αθήνα], 1959. 8°. σ. 308. Ε.Ν.Σ.
1961 69. Καμπέρογλου Βύρων. Στόν ίσκιο τής ιστορίας. Ά π ’ τή ζωή ένός περαστικού. Κέδρος. Αθήνα. 1961. 8°. σ. 190. Ε.Σ.
1962 70. Γουδέλης Βασίλης Άναστ. Ή ζωή δέν τελειώνει μ’ έμάς. (Θεατρικό). Εκδόσεις Νέστωρ. Καλαμάτα. 1962. 8°. σ. 86. Ε.Ν.Σ. 71. Έπιφανείου-Πετράκη Στέλλα. Ό Στρατής ό Άξαρλής. Αληθινή ιστορία ένός προσφυγόπουλου. [Τυπογραφείο A. Α. Τυπάλδου]. Αθήνα. 1962. 8°. σ. 154. Ε.Ν.Σ. 72. Σωτηρίου Διδώ. Ματωμένα Χώματα. Μυθιστόρη μα. Έκδ. «Κέδρος». Αθήνα. 1962. 8°. σ. 314 + [6], Ε.Ν.Σ.
74. Μαξίμου Πηνελόπη Σ. Αληθινό παραμύθι (παιδι κό μυθιστόρημα γιά τή Μικρασιατική καταστροφή). Άθήναι. 1963. 8°. σ. 184. Ε.Β. 75. Πολίτης Κοσμάς. Στού Χατζηφράγκου. Τά σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας. Μυθιστόρημα. Ε κ δόσεις Α. Καραβία. Άθήναι. 1963 . 8°. σ. α' - ιβ' + 1 320 + α' - δ'. Ε.Ν.Σ.
1964 76. Δασκαλάκης Γιάννης. Φωτιές πολέμου καί άγάπης στή Μικρά Άσία. Δίφρος. Άθήναι. 1964. 8°. σ. 212. Ε.Β. 77. Διλμπόης Γεώργιος. Ό άνεμος τής παλληκαριάς. [Τυπογραφείον Άφών Καγιάλη]. Χίος. 1964. 8°. σ. 86. ΙΣ. ΜΑΛΛΟΒΡΟΥΒΑ. 78. Kazan Elia. America-America. London. 1964. 12°. σ. 192. 79. Κρόκος Γιώργης. Ή Μεγάλη ιστορία. Νουβέλα. Βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. [Τυπο γραφείον Π. Βροχίδης - X. Βαΐδου]. Αθήνα. 1964. 8°. σ. 72. Ε.Ν.Σ.
42/αφιερωμα 87. Τσουλφάς Γ. Ποντιακό τραγούδι-θέατρο-χορός. Θεσσαλονίκη. 1970. 8°. σ. 88 (δική μου άρίθμηση) + 71 φωτ. έν κ. Π.Ε.
1971 88. Νικολοπούλου Αγγελική Π. Τό τέλος ένός θρύ λου. Σειρά έκδόσεων Άποστολικής Διακονίας «Παιδι κοί 'Ορίζοντες», άρ. 5. Άθήναι. 1971. 8°. σ. 220. Ε.Β.
1972 89. Άθάνας Γ. [Γεώργιος Άθανασιάδης-Νόβας], Αί νος καί θρήνος. Αφιέρωμα στά πενήντα χρόνια τού ξεριζωμού. Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας». Αθήνα. [1972], 8°. σ. 216 + [4], Ε.Ν.Σ. 90. Άρχιγένης Δημήτρης I. Αντίλαλοι. ’Επικολυρικά ποιήματα. Τυπογραφεία Δ. Δημητρίου - Στ. Βεντούρα - Χρ. Σπύρου. ’Αθήνα. Δεκέμβριος 1972. 8°. σ. 58 + 1 εικόνα έκ.κ. + [4], Ε.Ν.Σ. 91. Γαβριήλογλου Γαβριήλ. Νέα Μαγνησία. Θέατρο. [Τυπογραφείο Σ. Λασκαρίδη - Π. Άλεξιάδη], Θεσσα λονίκη. 1972. 8°. σ. 64. Ε.Ν.Σ. 92. Γιαννακίδου Νίνα. Πονεμένη άγάπη. Προλογίζει ό Αντιπρόεδρος τής Ένώσεως 'Ελλήνων Λογοτεχνών Νίκος Α. Στασινόπουλος. Τύποις ALFA PRESS Ο.Ε. Αθήνα. 1972. 8°. σ. 128. Ε.Ν.Σ. Ό Γιάννης καί ή Ωραία Παπάζογλου, °Ελληνες τής Κερασούντας, σέ φωτογραφία των αρχών τον αιώνα (φωτ. Α.Κ.)
93. Έπιφανίου-Πετράκη Στέλλα. Δύσκολος δρόμος. Μυθιστόρημα. Τό Ελληνικό Βιβλίο. Αθήνα. 1972. 8°. σ. 184. Ε.Ν.Σ.
1966
94. Κάσης Κούλης. Τό Κόκκινο Εύαγγέλιο. Άθήναι. 1972. 8°. σ. 126. Ε.Ν.Σ.
80. Καραϊσκάκη Σίτσα. ’Αφανισμένες Άτλαντίδες. Ή θλιβερή μπαλάντα τού διωγμού. Τύποις I. Πασπάτη Σ. Παράσχου. Μυτιλήνη. 1966. 8°. σ. 84. Ε.Ν.Σ.
95. Κολιοπούλου-Γρίβα Καλλιόπη. Σκαλίζοντας τή χόβολη... (Διηγήματα λαογραφικά τής Σμύρνης). Τυ πογραφείο Γ. Βασιλείου. Άθήναι. 1972. 8°. σ. 116 + [4], Ε.Ν.Σ.
81. Μετσόλης Γιώργος. Ή μάνα μου ή μάνα τού κό σμου. Άθήναι. 1966. 8°. σ. 38. Ε.Ν.Σ. 82. Παράσχος Κώστας. Ό Θανασός. Τό προσφυγάκι τής Μικρός ’Ασίας. Μυθιστόρημα. ’Εκδόσεις «Ή Δα μασκός». Άθήναι. 1965. 8°. σ. 148 + [4]. Ε.Ν.Σ.
1969 83. Δασούλας ’Αποστολής. Πρόσφυγες (Μικρά ’Ασία).· [Τύποις «Έπτάλοφος» Ο.Ε.]. Νέα ’Ιωνία. Άθήναι. Αύγουστος 1969. 8°. σ. 30. Ε.Σ. 84. Τσάκαλος Γ. Ό Δραπέτης τού Χάρου. [Τυπογρα φείο Κ. Παπαδημητροπούλου]. Άθήναι. 1969. 8°. σ. 338 + [4], Ε.Ν.Σ.
1970 85. Δεληγεώργης Νίκος. Τ’ αύτοκρατορικά σανδάλια, ό Μωχάμετ καί τά Βουρλά. Δραματική σύνθεση σέ τρία μέρη. [Γραφικές τέχνες I. Μακρής], Αθήνα. 1970. 8°. σ. 82. Ε.Ν.Σ. 86. Παλαιολόγος Κλ. Νταή Παναγιώτης. Μυθιστόρη μα. Σκίτσα Πάνου Βαλσαμάκη. Άθήναι. 1970. 8°. σ. 336. Ε.Β.
96. Μανίκας Γιάννης. 'Οδοιπορικά. Ποιήματα. [Τυ πογραφείο Τ. Χρονέας- Χρ. Χρυσανθόπουλος], Άθήναι. 1972. 8°. σ. 48. Ε.Ν.Σ. 97. Μουτάφης Γ. Κ. Προσκύνημα στίς Χαμένες Πα τρίδες τής Ανατολής. Λογοτεχνική σπονδή στά πενηντάχρονα άπό τή Μικρασιατική Καταστροφή 1922-1972. [Ί. Καλογρίδη], Χανιά. 1972. 8°. σ. 72. Ε.Β. 98. Παπαδημητρίου Έλλη. Ή Ανατολή. Θεατρική διασκευή. [Τυπώθηκε στό έργασήριο τού Ν. Παπαδοκωνσταντάκη]. Αθήνα. 1972. 16°. σ. 28 μή άριθμημένες. Ε.Ν.Σ. 99. Χονδρόπουλος Σώτος. Ή βακτηρία. Ξεριζωμένοι Μικρασιάτες. (Νεώτερη μορφή-συμπληρωμένη). ’Εκ δόσεις Κακουλίδη. Άθήναι. [1972], 8°. σ. 256. Ε.Ν.Σ.
1973 100. Βασιλικός Βασίλης. Ή Δίκη τών Έ ξ. (Ά πό τά έστενογραφημένα πρακτικά). Θεατρικό έργο σέ δύο πράξεις μέ ένα πρόλογο καί ένα έπίλογο. ’Εκδόσεις «Δωδώνη». Αθήνα. 1973. 8°. σ. 126. Δ.Β.Α. 101. Καπάνταης Βάσος. Έ ν Περγάμω. Τυπογραφείο
αψιερωμα/43 Μανούτιος. ’Αθήναι. 1973. 8°. σ. 56. Ε.Ν.Σ. 102. Κάοης Κουλής. "Ο,τι μοϋ ’πε ό ήλιος. Τό Μικρα σιατικό έπος. Έμμετρο. ’Αθήνα. 1973. 8°. σ. 146 + 13 εικόνες έκ.κ. Ε.Ν.Σ. 103. Μετσόλης Γιώργος. Ιωνία πατρίδα μου. Ποίηση. Τυπογραφεϊον «Μαυρίδη». ’Αθήνα. 1973. 8°. σ. 38. Ε.Ν.Σ. 104. Παπαπερικλής Νίκος [Ειρηνικός], Χρυσή Ζωή. (Μυθιστόρημα). [Τυπογραφείο Τ. Νικολόπουλου]. ’Αθήνα. 1973. 8°. σ. 334. Ε.Ν.Σ. 105. Τριγκατζής Κώστας. Μετά τόν ξεριζωμό. Διηγή ματα. Έκδ. Μαυρίδης. [’Αθήνα], 1973. 8°. σ. 100 + [4], Ε.Ν.Σ.
1974 106. Βενέζης Ήλίας. Μικρασία, χαϊρε. [Διήγησις συμ βάντων]. Βιβλιοπωλείον τής «Εστίας» [’Αθήνα]. [1974] . 16°. σ. 162. Ε.Ν.Σ. 107. Κατσιρέλος Παναγιώτης Κ. Στάση «Μαυρομά τη». Μυθιστόρημα. [Τυπογραφείο «Προμηθείς»]. Βό λος. 1974. 8°. σ. 112. Ε.Ν.Σ. 108. Πύρπασος Χρήστος. Έ να ριγάλο γιά μιά προσ φυγόπουλα. Σμυρναίικη ηθογραφία σέ μιά πράξη καί 8 εικόνες. ’Αφιέρωμα στά 50χρονα τής Μικρασιατικής καταστροφής. «Μαυρίδης». ’Αθήναι. 1974. 8°. σ. 22. Ε.Ν.Σ. 109. Χιωτάκης Γιάννης. ’Αξέχαστοι τόποι. Μικρασια τικά. [Τυπογραφείο Τ. Νικολόπουλου]. ’Αθήνα. 1974. 8°. σ. 302. Ε.Ν.Σ. 110. Χρυσοχόου ’Ιφιγένεια. Μαρτυρική πορεία. Τό χρονικό τής όμηρίας 1922-1924. Εκδόσεις «I. Ζαχαρόπουλου». [’Αθήνα], 1974. 8°. σ. 120. Ε.Ν.Σ.
1975
Τρεις Έλληνίόες άπό τήν Κερασούντα, οί άόελφές Κωσταρεΐζογλον, σέ φωτογραφία τοϋ 1905 (φωτ. Α.Κ.)
Βέρας Κορίδη], Αθήνα. [1976], 8°. σ. 182 + [4], Ε.Ν.Σ. 117. Πολιτάρχης Γ. Μ. Ό έκδικητής. Τό Ελληνικό Βιβλίο. [’Αθήνα. 1976], 8°. σ. 92 + [4], E.N.jE.
1977
111. Βαλσαμάκης Πάνος. Πικρή Πολιτεία (ποιήματα). [Τυπογραφείο Θανάση Τσακίρη]. ’Αθήναι. 1975. 8°. σ. 170. Ε.Ν.Σ.
118. Μετσόλης Γιώργος. Ή ποίηση τής πατρίδας μου. Τά δοξαστικά, τά εγκώμια, τά ελεγεία τής ’Ιωνίας. Σειρά Α'. «Τό Ελληνικό Βιβλίο». [’Αθήνα. 1977], 8°. σ. 56. Ε.Ν.Σ.
112. Κάσης Κουλής. Μοιρολόι τοϋ 'Ήλιου, τό έπος τοϋ Μικρασιατικού πολέμου. Έμμετρο. [Τύποις Πα ναγιώτη Καλκαντζάκου], ’Αθήναι. 1975. 8Ρ. σ. 60. Ε.Ν.Σ.
119. Πιέριος [Πολυχρονίδης Παύλος Β.]. ’Αξέχαστες πατρίδες (ποιήματα). [Τυπογραφία Παπαγεωργίου]. [Θεσσαλονίκη], 1977. 8°. σ. 34. Ε.Ν.Σ.
113. Κωνσταντινίδης Γιάννης. Μικρασιατική ραψωδία γιά ορχήστρα. 'Υπουργεϊον Πολιτισμού καί Επιστη μών. Έργα Ελλήνων Συνθετών. ’Αθήναι. 1975. 4°. σ. 110. Ε.Ν.Σ. 114. Φλώρος Παύλος. Σπορά δίχως θερισμό. ’Ιωνική γή. Μυθιστόρημα. Τό Ελληνικό Βιβλίο. ’Αθήνα. [1975] . 8°. σ. 448. Ε.Ν.Σ.
120. Χρυσοχόου ’Ιφιγένεια. Ξεριζωμένη γενιά. Τό χρονικό τής προσφυγιάς στή Θεσσαλονίκη. [’Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»]. ’Αθήνα. 1977. 8°. σ. 236 + 4. Ε.Ν.Σ.
1978
1976
121. Μάιχος Φίλιππος. Φλόγες στή Μικρά ’Ασία. «Τραγωδία τού Ελληνισμού». Χρονικό. Τόμος I. Τό «Ελληνικό Βιβλίο». [’Αθήνα], 1978. 8°. σ. 72 + [8] + 5 φωτ. έν.κ. Ε.Ν.Σ.
115. Κάσης Κουλής. Ένας άδερφός τού ήλιου. Τό βι βλίο αύτό, είναι Ευαγγέλιο, γραμμένο μ’ αίμα στό Μι κρασιατικό Πόλεμο. ’Αθήνα. 1976. 8°. σ. 68. Ε.Ν.Σ.
122. Σκάρος Ζήσης. Οί ρίζες τού ποταμού. Μυθιστό ρημα. Β' ’Αστοί καί έργάτες. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». ’Αθήνα. 1978. 8°. σ. 338. Ε.Β.
116. Μαυρουδής Γιώργος. Ή πορεία. [Τυπογραφεία
123. Χατζίδης Διονύσης. Γκρεμισμένα όνειρα. 22
44/αψιερωμα ποιήματα γιά χό 22. «Φιλολογική Επιθεώρηση». ’Αθήνα. 1978. 8°. σ. 30. Ε.Ν.Σ.
1979 124. Καμπάς Θεμιστοκλής Γ. Μικρασιατικά έπη. Ποιήματα. Άθήναι. 1979. 8°. σ. 14. Ε.Ν.Σ. 125. Μεϊμαρίδης Γιώργος Τ. Ό κυρ-Γιωργάκης έφέντης. Κέδρος [’Αθήνα]. 1979. 8°. σ. 90. Ε.Ν.Σ. 126. Παραρά-Εύτυχίδου Νίτσα. Ένας βουρλιώτης αιχμάλωτος τών Τούρκων 1922-1923. [FOTO PRINT], ’Αθήνα. 1979. 8°. σ. 70. Ε.Ν.Σ. 127. Πολιτάρχης Γ. Μ. Μικρασία. Δέκα στιγμές στό ίδιο θέμα. Τό Ελληνικό Βιβλίο. [’Αθήνα]. 1979. 8°. σ. 30.
1980 128. Έδεν Γεώργιος Αιμίλιος. Ηρωικά-Έπτάλοφα. χ.τ. 1980. 8°. σ. 32. Ε.Ν.Σ. 129. Λαζάρογλου Ήλίας. Μικρασία. ’Αθήνα. 1980. 8°. σ. 28. Ε.Ν.Σ.
παρατηρητής ^
ρ@ γ
130. Μετσόλης Γιώργος. Μικρασία πατρίδα. Ποιητική σύνθεση. Λυρικό κείμενο γιά μουσική σύνθεση. ’Αθή να. 1980. 8° σ. 42. Ε.Ν.Σ. 131. Πανσέληνου Έφη. Ό τελευταίος τρύγος. Μυθι στόρημα. ’Εκδόσεις «Σύγχρονη ’Εποχή». ’Αθήνα. 1980. 8°. σ. 218. Ε.Ν.Σ.
1981 132. Κατσιρέλος Παναγιώτης Κ. Οί ζωντανοί. «Τυποεκδοτική». [Βόλος. 1981], 8°. σ. 154. Ε.Ν.Σ. 133. Λασκαρίδου Ελένη. Γενέτειρες τών προσφύγων. Συλλογή ’Ανθολογίας Ελένης. [Θεσσαλονίκη]. 1981. 8°. σ. 144 + 4.
1982 134. Γρηγοριάδης Γεώργιος Γρ. Ή μάνα έβρεν τό παιδίν καί τό παιδίν τήν μάναν. Θεατρικό σέ τρεις πρά ξεις. Διάλεκτος Ποντιακή. ’Ιδίωμα Κάρς. ’Αθήνα. 1982. 8°. σ. 94. Ε.Ν.Σ. 135. Κολιοπούλου-Γρίβα Καλλ. ’Αποκαΐδια. Ποιήμα τα γιά τή Σμύρνη. ’Αθήνα. 1982. 8°. σ. 80. Ε.Ν.Σ. 136. Άβαταγγέλου Ελένη. Γκιαούρ Σμύρνη. Πεθαμέ νη Σμύρνη. Φωτιά καί σφαγή άπ’ άκρη σ’ άκρη - Τό αιματοκύλισμα τής προκυμαίας. Ή μαρτυρική Σμυρνιωτοπούλα. ’Εκδότης ’Απόλλων Παπαδημητρίου. Άθήναι. χ.χ. 16°. σ. 32 + 3 είκ. έν.κ. Ε.Ν.Σ. 137. Γκαλέκας Δημήτριος Μ. Τό τέλος καί τό μεγαλείον μιας έπικαίρου τραγωδίας. Τύποις Ε. & I. Μπλαζουδάκη. χ.τ. χ.χ. 8°. σ. 16. Ε.Ν.Σ. 138. ”Ιωνος Κ. Ή σκλάβα τής Σμύρνης καί ό Τουρκοδήμος. ’Εκδοτικός οίκος «Άστήρ». Άθήναι. χ.χ. 8°. σ. 256. Ε.Ν.Σ.
Συμβολή τών μονόφυλλων στη μικρασιατική βιβλιογραφία
ΑΘΗΝΑ ΔΙΔΟΤΟΥ 39 3600658
Τά μονόφυλλα, δισέλιδα ή τετρασέλιδα, έντυπα καλύ πτουν μιά ενδιαφέρουσα πτυχή γιά τόν μελετητή τής έπικαιρότητας τής εποχής πού μάς ένδιαφέρει. Γλαφυ ρά, άμεσα, μέ τόν παλμό τοΰ γεγονότος, άποτελοΰν πολύτιμο υλικό, άπαραίτητο γιά νά συμπληρωθεί τό ■ψηφιδωτό τών ιστορικών συμβάντων. Ανακοινώσεις υπουργείων, συλλόγων, κομμάτων, προκηρύξεις κ.ά. άρκετά δυσέρευτες, σέ άρχεία βιβλιοθηκών ή ιδιωτικά, δίνουν εύγλωττα τόν άπόηχο μιας ταραγμένης περιό δου, μέ συναισθηματισμό ή καί μέ στενά υποκειμενικά κριτήρια. Ή μικρή αυτή συλλογή άς άποτελέσει ένα έρέθισμα γιά νά δοθούν κι άλλα έντυπα καί νά πλουτι στεί ή σχετική βιβλιογραφία. Ή ταξινόμηση είναι χρο νολογική, καί άφορά κυρίως τά γεγονότα τής περιόδου 1920-1924. Τά λήμματα προέρχονται άπό αύτοψία καί κάτω άπό·τό καθένα Αναγράφεται τό μέρος όπου εύρίσκεται.
αφιερωμα/45
1920 1. Τό Διάγγελμα τής Α.Μ. τού Βασιλέως πρός τόν Ελληνικόν Λαόν. Έ ν Άθήναις τή 6 Δεκεμβρίου 1920. διαστ. 0,35 X 0,45. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ.
1921 2. Patriarcat Oecumenique. Memoire adresse par le Pa-
triarcat Oecumenique a la Societe des Nations. Constan tinople, le 13/26 Novembre 1921, No 7592. 8°. a. 4 [υπογραφή L’ Archeveque de Cesaree Nicolas] κ. Άλιβιζάτου (’Αρχείο Μ. Γ. Θεοτοκά).
1922 3. Appel des femmes de Thrace aux femmes du monde civilise. ['Υπογραφή: Pour les femmes de Thrace «Le comite administratif de la societe Philanthropique « Ό Ευαγγελισμός» Silybrie 7/22 Mars 1922], 0,27 X 0,214. μονόφυλλο. E.B. 4. «Κόσμος». Έκτακτον παράρτημα. Οί κ.κ. Πάλλης καί Σαρηγιάννης άναλαμβάνουν τήν διοίκησιν Στρα τιάς. Έρχονται είς Σμύρνην. Νά μή φεύγωμεν. Σμύρνη τή 23η Αύγούστου 1922. διαστ. 0,22 X 0,31. μονόφυλ λο. Ε.Ν.Σ. 5. Λεβίδης Νικόλαος Δ. Δήλωσις πολιτική. Έ ν Άθήναις μηνί Νοεμβρίω τού 1922. διαστ. 0,20 X 0,35. μο νόφυλλο. Β.Π. 6. Οικουμενικόν Πατριαρχεΐον. Γραφεϊον Τύπου. Έκκλησις τού Οικουμενικού Πατριαρχείου πρός τόν Χριστιανικόν κόσμον. Έ ν Κωνσταντινουπόλει τή 10/23 Μαρτίου 1922. διαστ. 0,29 X 0,21. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ. 7. Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Γραφεϊον Τύπου. Τά κακουργήματα τών Τούρκων κατά τών Χριστιανών τής Μικράς ’Ασίας. Άπόφασις τής Κοινωνίας τών Εθνών, διαστ. 0,285 X 0,20. δίφυλλο. Ε.Ν.Σ. 8. "Ομιλος Φιλοτέχνων Σμύρνης. 1916. (Ψήφισμα πρός τούς διανοουμένους τής Δύσεως καί τού Νέου Κό σμου). Σμύρνη. ’Απρίλιος 1922. διαστ. 0,22 X 0,32. δί φυλλο. Ε.Ν.Σ. 9. "Εκκλησις Παλλεσβιακής Κεντρικής Επιτροπής έράνων ύπέρ προσφύγων Μικράς ’Ασίας πρός τά τέ κνα τής Λέσβου, χ.τ. Νοέμβριος 1922. 16°. σ. 4. ’Αρ χείο Νικ. X. Γεωργιάδου. 10. Παπαθανασίου Άλεξ. Πολιτική λργοδοσία καί άγορεύσεις του έπί τού άγροτικοϋ νομοσχεδίου. (Έκ τών έστενογραφημένων πρακτικών. Συνεδρία 11ης ’Ιουνίου 1922). χ.τ. διαστ. 0,20 X 0,50. σ. 4. Β.Π. 11. «Π.Ε.Π.» Ό αυριανός συναγερμός. Μικρά εκδοσις «Ελευθέρου Λόγου». Μυτιλήνη 3 Δεκεβρίου 1922. διαστ. 0,19 X 0,28. μονόφυλλο. ’Αρχείο Νικ. X. Γεωρ γιάδου. 12. Soci6t6 des Nations. Les echanges de populations entre la Turquie et la Gr£ce. Geneve, le 15 Novembre 1922. διαστ. 0,21 X 0,30. μονόφυλλο, κ. Άλιβιζάτου (’Αρχείο Μ. Γ. Θεοτοκά).
Διώροφο λαξευτό παρεκκλήσι στό Γκέλβερι τής Καππαδοκίας (φωτ. Κ.Μ.Σ.)
13. Φαλτάιτς Κ. «Λίγες ’Αλήθειες». Εμπρός εις τόν κίνδυνο. (Άθήναι. 2 Σεπτεμβρίου 1922). 16°. σ. 4. Β.Β.
1923 14. Ή έπανάστασις 1922. Γραφεϊον πολιτικόν πρός τούς κ.κ. Γενικούς Διοικητάς καί Νομάρχας τού Κρά τους. Έξαιρετ. έπείγουσα. Άριθμ. πρωτ. έμπ. 1884/ 1770. Ό ’Αρχηγός Ν. Πλαστήρας. Έ ν Άθήναις τή 12 Απριλίου 1923. διαστ. 0,20X0,30. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ. 15. Δεληγιάννης Α. Ό Μεγαλουργός. Ό Βενιζέλος καί τά ιστορικά γεγονότα τών 14 έτών. Έκδοσις Κεν τρικού Βιβλιοπωλείου Δράκου Παπαδημητρίου. Άθήναι. 8/βριος. 1923. διαστ. 0,31X0,47. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ. 16. Σύνδεσμοι Εθνικής Σωτηρίας. Αί άπώλειαι τού Στρατού μας. Έ ν Άθήναις τή 15η Απριλίου 1923. διαστ. 0,26 X 0,34. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ.
1924 17. Πανελλήνιος Συνταγματικός Σύνδεσμος. Έκκλησις πρός τούς έν τώ εξωτερικά) όμόφρονας Έλληνας. Έ ν Άθήναις τή 24 Φεβρουάριου 1924. διαστ. 0,30 X 0,20. δίφυλλο. Β.Π.
46/αφιερωμα
1927
Χωρίς χρονολογία έκδοσης
18. Σύνδεσμος τών Πανορμίων. Πρός τό Προεδρεϊον τού Μικρ. Συλλόγου «’Ανατολή». Έν Άθήναις τή 24 Φεβρουάριου 1927. διαστ. 0,23X0,30 μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ.
29. Άβαταγγέλου Ελένη. Αναμνήσεις. Ή Ελένη Άβαταγγέλου άναπολεϊ. Έλλάς-Κρήτη-Σμύρνη. Άθήναι. χ.χ. 8°. σ. 4. Ε.Ν.Σ.
19. Σωματεΐον Δικαιούχων Ελλήνων 'Υπηκόων Τουρκίας. Θεσσαλονίκη. Έγνατίας 61. Θεσσαλονίκη τή 6 ’Οκτωβρίου 1927. 0,29 X 0,21. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ.
> 1930 20. Ή προσφυγική πολιτική τής Κυβερνήσεως Βενιζέλου. 'Οριστική ρύθμισις τών χρεών τών προσφύγων. Τό χρέος έλαφρύνεται κατά 3.500.000.000. Δηλώσεις τού κ. πρωθυπουργού εις τήν Βουλήν κατά τήν συνεδρίασιν τής 29 Μαρτίου 1930. (Έ κ τών έστενογραφημένων πρακτικών τής Βουλής), χ.τ. διαστ. 0,40 X 0,60. μονόφυλλο. Β.Π.
1932 21. Πρός τούς πρόσφυγας. Ή έκλργική προσφυγική επιτροπή τού Λαϊκού Κόμματος Μυτιλήνης. Μυτιλήνη 1932. 4°. μονόφυλλο. Βιβλ. Γ.Κ. Χονδρονίκη. Μυτιλή νη.
1972 22. Άτταλιώτης Πάνος. 1922-1972. Μνημόσυνο Μικρασίας. ’Αθήνα. 1972. 8°. σ. 4. Ε.Ν.Σ. 23. Ζόλδερ Άνθοΰλα Α. Μνήμη Μικράς ’Ασίας (1922-1972). Άγρίνιον. 1972. 8°. σ. 4. Ε.Β.
1973 24. Χαμένες Πατρίδες. Κείμενα: Παύλου Παλαιολόγου καί Χρήστου Σολομωνίδη. [Sandoz Hellas Α.Ε. B E. Άθήναι. 1973]. 0,22 X 0,31. σ. 4 + 1 εικόνα έκ.κ. (Σολομωνίδης Σ. Χρηστός: 'Αλικαρνασσός)]. Sandoz. 25. Χαμένες Πατρίδες. Κείμενα: Παύλου Παλαιολόγου καί Χρήστου Σολομωνίδη. [Sandoz Hellas Α.Ε. Β.Ε. Άθήναι. 1973], 0,22X0,31. σ. 4 + 1 εικόνα έκ.κ. [Σολομωνίδης Σ. Χρήστος: Τραπεζούς]. Sandoz. 26. Χαμένες Πατρίδες. Κείμενα: Παύλου Παλαιολόγου καί Χρήστου Σολομωνίδη. [Sandoz Hellas Α.Ε. Β.Ε. Άθήναι. 1973] 0,22X0,31. σ. 4 + 1 εικόνα έκ.κ. [Σολομωνίδης Σ. Χρήστος: Σμύρνη.]. 27. Χαμένες Πατρίδες. Κείμενα: Παύλου Παλαιολόγου καί Χρήστου Σολομωνίδη. [Sandoz Hellas Α.Ε. Β.Ε. Άθήναι. 1973]. 0,22 X 0,31. σ. 4 + 1 εικόνα έκ.κ. (Παύλου Παλαιολόγου, Κων/πολις, Χαμένες Πατρί δες). Sandoz.
1975 28. ’Εθνικόν Μουσεϊον τού Ελληνισμού τής Ανατο λής. Διασωματειακή Ένωσις. Ημέρα μνήμης τού ελ ληνισμόν τής Ανατολής ή Κυριακή 9 Νοεμβρίου 1975. Πρόσκλησις. (’Εν Άθήναις τή 25η ’Οκτωβρίου 1975). διαστ. 0,29 X 0,21. σ. 4. Ε.Ν.Σ.
30. Παλλεσβιακή Κεντρική ’Επιτροπή ’Εράνων υπέρ τών προσφύγων Μ. Ασίας (Π.Ε.Π.). Κατάστασις προσφύγων Κοινότητος. χ.τ. χ.χ. διαστ. 0,20X0,43. μο νόφυλλο. Αρχείο Νικ. X. Γεωργιάδου. 31. (Παλλεσβιακή Κεντρική ’Επιτροπή ’Εράνων υπέρ προσφύγων Μικράς Ασίας). Πρός τούς έλαιοκτηματίας καί έκμισθωτάς έλαιοκτημάτων τής νήσου μας. ( Ό άντιπρόεδρος Πολύδ. Δημητριάδης, ό Γραμματεύς Π. Φ. Καμπούρης) χ.τ. χ.χ. διαστάσ. 0,19 X 0,28. μο νόφυλλο. Αρχείο Νικ. X. Γεωργιάδου. 32. (Παλλεσβιακή Κεντρική ’Επιτροπή ’Εράνων ύπέρ προσφύγων Μικράς Ασίας). Πρός τούς έργοστασιάρχας έλαιοτριβείων. Παράρτημα έγκ. 2. Έμπιστευτικόν. (Ό αντιπρόεδρος Πολύδ. Δημητριάδης, ό Γραμ ματεύς Π. Φ. Καμπούρης), χ.τ. χ.χ. διαστ. 0,19 X 0,28. μονόφυλλο. Αρχείο Νικ. X. Γεωργιάδου. 33. Παμμικρασιατικόν Σωματεΐον Γυναικών. (Τό πα ραμύθι τής Σμύρνης). Στίχοι Σύλβιου. Μουσική δια σκευή Λ. Καρακάση. Τύποις Ε & I. Μπλαζουδάκη χ.τ. χ.χ. διαστ. 0,28 X 0,20. σ. 4. Ε.Ν.Σ. 34. Πολιτική Όργάνωσις Προσφύγων. ’Εγκύκλιος πρός άπαντα τόν άστικόν καί Αγροτικόν προσφυγικόν κόσμον τής Ελλάδος. Άθήναι. χ.χ. διαστ. 0,27 X 0,37. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ. 35. Protest by the Greek Women of Asia Minor. Waterlow & Sons Limited, χ.τ. χ.χ. 0,20 X 0,25. μονό φυλλο. Γ.Β. 36. Ρούσσος Μάνος. Τώ Άειμνήστω! Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμω! Ώ Ά γιε Χρυσόστομε! Νέα Σμύρνη, χ.χ. 0,14 X 0,19. μονόφυλλο. Ε.Ν.Σ. 37. Έλλοινες στρατιώται (προκήρυξις στήν Ελληνική καί Αραβική), διαστ. 0,20X0,30 χ.τ. χ.χ. δίφυλλο (υπογραφή: Τούρκοι στρατιώται). Μ. Χαριτάτος.
Συντομογραφίες Β.Β.: Βιβλιοθήκη Βουλής Β.Π.: Βιβλιοθήκη Παρνασσού Γ.Β.: Γεννάδειος Βιβλιοθήκη Δ.Β.Α.: Δημοτική Βιβλιοθήκη Αθηνών Δ.Ι.Σ.: Διεύθυνσις 'Ιστορίας Στρατού Ε.Β.: ’Εθνική Βιβλιοθήκη έκ.κ.: ’Εκτός κειμένου έν.κ.: ’Εντός κειμένου Ε.Ν.Σ.: Εστία Νέας Σμύρνης Ε.Σ.: “Ενωσις Σμυρναίων Π.Ε.: Παμποντιακή Ένωσις σ.: σελίδες χ.τ.: Χωρίς τόπο έκδοσης χ.χ.: Χωρίς χρονολογία έκδοσης
[
ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ επ ιλογή
]
διασταυρούμενες πορείες 'ψυχανάλυσης καί μαρξισμού Μ1ΧΑΕΛ ΣΝΑΪΝΤΕΡ: Νεύρωση καί πάλη των τάξεων. Μετ. Τζένης Μαστοράκη. ‘Αθήνα, Ράππας, 1982. Σελ. 376.
Ό συγγραφέας έργάζεται σάν πολιτικός άρθρογράφος (στό Βερο λίνο). ’Αρχικά σπούδασε φυσικές επιστήμες καί μετά φιλοσοφία καί κοινωνιολογία. Αυτή του ή ιστορία έξηγεί τό γιατί σέ όλο του τό βιβλίο κατανοεί καλύτερα τό μαρξισμό άπό τήν ψυχανάλυση. Πολύ εύκολα τείνει νά θεωρεί σάν άβάσιμες μερικές ψυχαναλυτι κές ιδέες. Έτσι, μοιάζει μέ τόν ζωοκόμο πού θέλει νά διδαχτεί λίγη επιστημονι κή ζωολογία άλλά άρνεϊται νά δε χτεί ότι ή νυχτερίδα, ή φάλαινα καί ιό άλογο έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους (σάν θηλαστικά πού είναι δλα) άπ’ όσα π.χ. ή νυχτερίδα μ’ ένα πουλί ή ή φάλαινα μέ ένα ψάρι (π.χ. τόν καρχαρία). Ε μπι στεύεται πολύ τά φαινόμενα. ’Απορρίπτει άσυζητητί π.χ. τήν πρόταση τού Φερέντσι δτι ή συσ σώρευση τοΰ κεφαλαίου συνδέεται πρός τόν πρωκτικό έρωτισμό (σελ. 38), άν καί ή ταύτιση πού είπε ό Φρόυντ δτι γίνεται, στό άσυνείδητο, τοϋ χρήματος μέ τά κόπρανα εί ναι άρκετά ένδιαφέρουσα. Καί, έν πάση περιπτώσει, δέν έχει τίποτα άλλο νά άντιπροτείνει. Ξεχνά δτι «μιά θεωρία άτελής είναι προτιμό
τερη άπό μιά θεωρία άνύπαρκτη» (Γκαίτε). Τελικά, σέ δλο τό βιβλίο ή πολι τική πλευρά τής άνάλυσης είναι γε νικά καλύτερη άπό τήν ψυχολογι κή. Δέν παύει δμως τό δλο άποτέλεσμα νά ’ναι ένδιαφέρον, έστω καί μόνο επειδή παραθέτει ένα σω ρό στοιχεία καί παρατηρήσεις σχε τικά μέ τό ζίκ-ζάκ των πορειών τής ψυχανάλυσης καί τού μαρξισμού. Ό συγγραφέας κάνει τήν κομψή διαίρεση τού θέματός του σέ τρία μέρη: Στό πρώτο συντάσσεται μέ τόν Φρόυντ ενάντια στόν άγοραίο μαρ ξισμό. Αυτό τό μέρος είναι καί τό καλύτερο. Στό δεύτερο μέρος συντάσσεται μέ τόν Μάρξ ενάντια στήν «άστική ιδεολογία» τής ψυχανάλυσης, πα
ραθέτοντας πολλά στοιχεία. Π.χ. τή σχεδόν έξίσωση τής ψυχαναλυ τικής τελετουργίας μέ τή σαμανιστική πού κάνει ό Κλώντ ΛεβίΣτρώς (σελ. 149). Στό τρίτο μέρος πραγματεύεται τήν κοινωνία σάν άσθένεια, άνασκοπώντας πολλές -άν όχι δλεςτίς φροϋδομαρξιστικές θέσεις, άπό τήν τρομοκρατική λειτουργία τής οικογένειας (σελ. 206) έως τίς όλέθριες συνέπειες τοΰ καταμερισμού τής έργασίας πού κάνει τούς άνθρώπους «Fach-idioten», δηλαδή «ειδικευμένους βλάκες», ή «βλάκες άπό τήν ειδίκευση», πού ξέρουν δλο καί περισσότερες λεπτομέρειες πάνω σέ δλο καί λιγότερα πράγμα τα. Ή έχουν δεξιότητες πολύ πε ριορισμένες, θυμίζοντας, δπως πα ρατηρεί ό Μάρξ σ’ ένα άνυπέρβλητο σημείο τού Κεφαλαίου του, τά ζώα πού σφάζουν στή Λά Πλάτα γιά νά έκμεταλλευτούν μονάχα τό δέρμα ή τό λίπος τους (1ος τόμος, σελ. 384, σελ. 236 τοΰ Σνάιντερ). ”Ας δούμε κάπως πιό άναλυτικά τά τρία αυτά μέρη.
48/οδηγος
Μέ τόν Φρόυντ κατά τον χυδαίου μαρξισμού Ό Σνάιντερ δείχνει πειστικά δτι ή εικονική δίκη πού έκανε δ σταλινι σμός στην ψυχανάλυση - ή σ’ αύτό πού νόμιζε δτι είναι ή ψυχανάλυση - έμοιαζε μέ τό εξής άνέκδοτο τής εποχής τού Χρούστσεφ: Θέλησε τό Πολίτ-μπυρώ νά δεϊ, έπιτέλους, τί είναι τό στρίπ-τήζ, αύτή ή μανία τών Άμερικάνων. Έψαξαν νά βρουν μιά χορεύτρια νά τό άναπαραστήσουν. "Επρεπε, φυσικά, δχι μόνο νά ’ναι κομματι κό μέλος άλλά καί νά ’χει μιά προϊ στορία άγώνων καί δεσίματος «μα ζί μέ τό άτσάλι». Οΐ υποψήφιες, ή μιά μετά τήν άλλη, άποκλειόντουσαν σάν «άβέβαιης ιδεολογικής ώριμότητας». Τελικά βρέθηκε μιά κατάλληλη (πού είχε πολεμήσει ένάντια στούς Λευκούς). Τήν ώρα πού έριχνε καί τό φύλ λο συκής ή 65άρα, ό Χρούστσεφ μούγκρισε: «Νά ποιά είναι ή κα τάντια τής καπιταλιστικής Δύσης!» Έτσι, ένας κέρβερος τής διαλε κτικής παρθενίας, κάποιος Γιούρινεκ, σχολιάζει (ύποθέτω τή δεκαε τία ’30) ειρωνικά τή φροϋδική θεω ρία γιά τό χιούμορ -πού μόνο αύτή κατανοεί γιατί γελάμε μ’ ένα άστεΐο, π.χ. σάν τό παραπάνωχωρίς κάν νά ’χει καταλάβει τί λέει «Χαρακτηριστική ιδιότητα τού χιούμορ είναι τό αιφνίδιο πέρασμα άπό άντίφαση σέ άντίφαση,... τά
άλματα αύτά είναι έκφραση τών έμφυτων τάσεων τής ψυχής γιά άσυναρτησία (sic!) καί άντανακλοϋν τήν ά-λογη (sic) ουσία τού άσυνείδητου...» (σελ. 25). Ό γραφειοκράτης «θεωρητικός» δέν διάβασε ποτέ τόν Φρόυντ. Διό τι άν τόν είχε διαβάσει θά είχε κα ταλάβει δτι ό Φρόυντ ήταν ένας άταλάντευτος όρθολογιστής πού ήθελε νά κατανοήσει λογικά τόν (φαινομενικό) ψυχικό «παραλογισμό» κι έτσι ν’ αυξήσει τόν έλεγχο τής λογικής πάνω του. Κι άν βρήκε καί τεκμηρίωσε άκλόνητα ό Φρόυντ κάτι, αύτό είναι τό άδιάψευστο γεγονός δτι τό ψυχικό όρ γανο συναρτά άκόμα κι έκει πού φαίνεται νά λειτουργεί άσυνάρτητα, δπως στή σχιζοφρένεια, ή στό όνειρο, αύτή τή «νυκτερινή παρο δική ψύχωση» δλων μας, ή στόν έλεύθερο συνειρμό κλπ., είναι έλ λογο άκόμα κι δταν φαίνεται ά λογο, καί βάζει τάξη άκόμα κι δταν φαίνεται άποδιοργανωμένο άπό τήν άταξία. (Je finis par trouver sacre le desordre de mon esprit, γράφει ό Rimbaud στό «Μιά εποχή στήν κόλαση» - «Βρήκα τελικά δτι ή άταξία τού πνεύματός μου ήταν ιερή».) Βέβαια ό Σνάιντερ παίρνει πε ρισσότερο στά σοβαρά τούς άγοραίους μαρξιστές άπ’ δσο τούς άξίζει. Γι’ αύτό καί ίδρωκοπά ν’ άποδείξει δτι ό Φρόυντ δέν είναι ελέ φαντας, ούτε «ιδεαλιστής», ούτε «άποκρυφιστής». Γιά μάς, βέβαια,
είναι άσκοπο νά άπαντά κανείς σέ άνθρώπους πού τίποτα δέν έχουν καταλάβει καί πού λένε άσύγγνωστες άνοησίες. Π.χ. λέει ένας τούς, όνόματι Γιούρινεκ, «ή λίμπιντο, ή ψυχική ένέργεια, είναι τό ρεύμα τής ζωής πού θέλει νά τά... πνίξει (sic) δλα στις δίνες του» (!) (σελ. 35). 'Ώστε ή λίμπιντο... πνίγει! Ό Σνάιντερ είναι σωστός κυρίως δταν δείχνει τίς όμοιότητες τού μαρξισμού καί τής ψυχανάλυσης. Είναι λιγότερο σωστός δταν δείχνει τίς διαφορές τους, πολλές έκ τών όποιων είναι φανταστικές. "Ετσι, έχει δίκιο δταν παρατηρεί (σελ. 34) δτι ή έπίθεση τού ορθόδοξου μαρ ξισμού κατά τής ψυχανάλυσης μοιάζει σέ πολλά σημεία μέ τήν έπίθεσή του κατά τού υπερρεαλι σμού. ’Ακόμη καί τά έπιχειρήματα είναι περίπου ταυτόσημα: Καί ό ύπερρεαλισμός είναι γιά τούς χυ δαίους μαρξιστές «έκτρωμα τής άστικής παρακμής», «έσχατη κατά πτωση τής άστικής τέχνης», μιά προσπάθεια τών κυρίαρχων τά ξεων νά καταφύγουν στόν ιρασιο ναλισμό, γιά ν’ άνακουφίσουν τή βαρυμένη τους συνείδηση. Ό Σνάιντερ έχει δίκιο έπίσης δταν παρατηρεί, πολύ σωστά, δτι (σελ. 37) δπως «ό φωτισμένος αστός -πριν άπό τόν Μάρξ- δέν ήθελε νά δει στό χρήμα μιά σχέση (κοινωνική) κρυμμένη κάτω άπό τό περίβλημα τού πράγματος, έτσι καί -πρίν άπό τόν Φρόυντ- άρνιόταν νά δει κάτω άπό τό περίβλημα τών συμπτωμάτων τής τρέλας ή τής νεύ ρωσης μιά διαταραγμένη ψυχοκοινωνική σχέση». Μιά άλλη σημαντική όμοιότητα είναι ή έννοια τής Ιδεολογίας (στόν Μάρξ) καί τούς μηχανισμούς τής εκλογίκευσης, άπώθησης καί έξιδανίκευσης (στόν Φρόυντ). Στά θετικά τού βιβλίου πρέπει νά έκτιμηθεϊ μιά σωστή άνάλυση τού φαινομένου τής διάδοσης τών ναρκωτικών. Σπάνια έχω δει νά τονίζεται μέ τόση όξυδέρκεια τό «μυητικό» φαινόμενο, πού είναι έκφραση ενός «άνεστραμμένον έλιτισμοϋ». Ό «πρεζάκιας» μπήκε στό λούκι τής «άσπρης» επειδή νό μιζε δτι έτσι θά άπόδειχνε σέ δλη του τήν παρέα τό πόσο «θαρρα λέος» είναι, πόσο «τσαμπουκάς». Ό τ ι οί ήρωινομανεΐς είναι κάπου «τσαμπουκάδες τού πόνου» είναι μιά παρατήρηση (τού Άντώνη Κανδηράκη) πού έπιβεβαιώνεται άπόλυτα άπό τήν άνάλυση τού Σνάιντερ καί άπό φαινόμενα τού
οδηγος/49
έλληνικού προσκήνιου τών ναρκω τικών ουσιών. (Π.χ. ό Γιώργης Οίκονομόπουλος, ό «Τίμοθυ Λήρυ» τής Ελλά δας, άφήνει άπό τό σάκο τή γάτα νά τοϋ φύγει δταν ισχυρίζεται, στόν πρόλογο ένός βιβλίου τού Ruck, δτι ή (πιθανή) λήψη τοΰ LSD στά Έλευσίνεια μυστήρια, μέ σα στό μυστικό ποτό, τόν «κυκεώ να», έκανε καί μπορεί νά ξανακά νει αυτόματα τόν «μύστη» μέλος μιάς άνώτερης τάξης άνθρώπων, τών «εποπτών». Ό Γ.Ο. ποτέ δέν κατάλαβε ή δέν θέλησε νά καταλά βει δτι ή χρήση «ψυχοδηλωτικών» στίς μυήσεις τών διαφόρων θρη σκειών δέν άποτελεί επιχείρημα ύπέρ τών ματζουνιών άλλά ενάντια στούς άπατεώνες ιεροφάντες, τούς όποιους ολοφάνερα θαυμάζει καί στούς όποιους έκδηλα θέλει νά μοιάσει. Ό Φρόυντ μισούσε δσο καί ό Μάρξ τόν μυστικισμό καί τή μαζική νεύρωση πού όνομάζεται θρησκεία. Ή άπάτη τών «μυστη ρίων» τής "Ισιδας, τής Ελευσίνας, τού Μίθρα κλπ. έγκειται στό δτι έγιναν ό μανδύας κάθε άπατεώνα άπό άπλές αρχικές τελετουργίες πε ράσματος (rites of passage). Πάν τως ό Διογένης είχε άπαξιώσει νά γίνει «μύστης» στά Έλευσίνεια, ένώ είχε τό δικαίωμα, σάν πολίτης τής ’Αθήνας, διότι ήθελε νά ’ναι πολίτης τού κόσμου.) Τέτοιες δμως ψυχολογικές ένοράσεις άποτελοΰν μειονότητα. Τό κείμενο τείνει, γενικά, νά μένει μέ σα στά πλαίσια τής γραφειοκρατι κής λογικής, άθελα άπό τό συγγρα φέα, πού κάνει, πράγματι, φιλότι μες προσπάθειες νά κριτικάρει τόν ψευτομαρξισμό τής γραφειοκρα τίας. (Μού ’ρθε ή ιδέα νά τού θύμι ζα τήν προειδοποίηση τού μεγάλου συμπατριώτη του, τού Γκαίτε, στόν νεαρό θαυμαστή του Έκκερμαν: «Καταπολεμώντας τόν παραλογισμό δέν πρέπει νά λησμονούμε δτι διατρέχουμε τόν κίνδυνο νά γίνου με παράλογοι».) Αύτό φαίνεται έκ δηλα στό δεύτερο μέρος.
Μέ τόν Μάρξ ένάντια στην άστική ιδεολογία τής ψυχανά λυσης Καί μόνη ή διατύπωση μπλέκει τά πράγματα. Ό πω ς καί στό πρώτο μέρος δύσκολα δέχεται κανείς τό βάφτισμα τής σταλινικής κριτικής σέ «ορθόδοξη μαρξιστική» (sic). Στό δεύτερο μέρος ό έπαμφοτερι-
σμός τού Σνάιντερ (ενδιαφέρων πληροφοριακά, διότι έξαντλεϊ άπ’ δλες τίς πλευρές τό θέμα του) γέρ νει πρός τό μέρος τού έχθρού (τής βλακείας) δταν δικαιώνει τή σταλι νική κριτική τής ψυχανάλυσης: «δίκαια υποστήριξε δτι ή φροϋδική ψυχολογία είχε μυστικιστική (sic!) καί έκλεκτικιστική μεταφορική γλώσσα». Στό ίδιο πλαίσιο τοΰ ρηχού «ναί μέν άλλά κι οί άλλοι κάποιο δίκιο είχαν καθώς ήσαν στριμωγμένοι μέ τήν πλάτη στόν τοίχο», ό Σνάιντερ χαρακτηρίζει τή φιλοσοφία τοϋ Σοπενχάουερ καί τού Νίτσε σάν... παρακμιακή! (σελ. 86). Αύτό δμως είναι μιά χυδαία ζντανρφική θέση, άνάξια άκόμα καί γιά νά άντικρουστεϊ. Διότι ό Φρόυντ ήταν ένα τέ κνο τοΰ Δυτικού «πολιτισμού» (εί τε μέ εισαγωγικά είτε χωρίς) πού πάτησε πάνω σ’ δλα τά ιερά του τέ ρατα γιά νά φτιάξει τήν ψυχανάλυ ση. Τό νά λοιδωρεΐ κανείς τόν Νί τσε καί τόν Σοπενχάουερ καί νά τολμά νά μιλεϊ γιά ψυχανάλυση εί ναι σά νά θέλει νά καταλάβει τό θέμα τοΰ πάγου άν καί άρνεϊται νά βγει άπό μιά καλύβα στή Σαχάρα δλη του τή ζωή. Ό πω ς δέν καταλαβαίνουμε τόν Μάρξ άμα τόν δούμε μόνο σάν οι κονομολόγο (οπότε, εύλογα, άναρωτιέται κανείς γιατί νά παθιάζε ται τόσο ένας τύπος πού ισχυρίζε ται δτι περιγράφει άντικειμενικούς νόμους τής κοινωνίας καί τής ιστο ρίας) ξεχνώντας τήν πελώρια φιλο σοφική καί άνθρωπιστική του προ παίδεια, έτσι δέν καταλαβαίνουμε καί τόν Freud άμα τόν δούμε μόνο σάν ένα πολύ εργατικό γιατρό (πού έβγαζε εύκολα καθολικούς νόμους άπό τά λίγα, σχετικά, περιστατικά πού έβλεπε) ξεχνώντας τήν πελώ ρια φιλοσοφική καί «παντογνωστι κή» του καλλιέργεια καί τίς ρίζες του στούς Νίτσε, Σοπενχάουερ, Σπινόζα κλπ. Βέβαια, είναι άλήθεια δτι ό Σνάιντερ κατορθώνει νά δώσει μιά πλήρη εικόνα τής σύγκρουσης τών Ιδεών στόν μεσοπόλεμο.. ’Από τόν άπαράδεκτο πουριτανισμό τοΰ Λένιν, πού δήλωνε στήν Κλάρα Τσέτκιν δτι οί προγαμιαίες σχέσεις, ή άντισύλληψη καί ή έκτρωση τοΰ φαίνονταν... άνάρμοστα(!) γιά τή χειραφέτηση τής προλετάριος γυ ναίκας καί τής προλεταριακής οι κογένειας, έως τήν πιό έξυπνη ψυ χολογική πολιτική τών ναζί άπέναντι στίς μάζες άπ’ δ,τι τών τρίτο-
πλαίσιο ΕΜΜ. ΜΟΣΧΟΝΑ: Β ιβλιογραφικός όδηγός. ’Αθήνα, Σύνδεσμος ’Εκδοτών Βιβλίου, 1983. Σελ. 698.
Η ΕΚΔΟΣΗ τού «Βιβλιογραφικού όδηγοϋ» άποτελεί πραγματικά ένα γεγονός στο.χώρο τού βιβλίου. Περιλαμβάνοντας περισσότερους άπό 22.000 τίτλους βιβλίων πού κυκλοφόρησαν (καί ύπήρχαν στήν άγορά) ώς τίς 31 Δεκεμβρίου 1981, άποτελεί μιά σπουδαία συγκεντρωμένη πηγή ενημέρωσης, τόσο τοΰ άναγνωστικοΰ κοινού, δσο καί τών μελετητών, τών έκπαιδευτικών, τών βιβλιοθηκών κλπ., ένώ γιά τούς ίδιους τούς βιβλιοπώλες είναι «έργαλεϊο δουλειάς». Πάντως, ό «Όδηγός» (πού ή δομή του βοηθάει τή χρηστικότητα) άπαιτεί τή συνεχή ετήσια συμπλήρωσή του, άλλιώς ή χρησιμότητά του θά έξαφανιστεί ταχύτατα. ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΖΑΧΑΡΕΑ: Ή άριστερά καί ή οικονομική κρίση.
Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1983. Σελ. 220. ΤΟ βιβλίο τού οικονομολόγου Αιμίλιου Ζαχαρέα (πού βασίζεται σέ κατά καιρούς δημοσιεύματά του) άποτελεί μιά πολύ σημαντική συμβολή στή μελέτη τών σημερινών οικονομικών προβλημάτων, καί τοΰ τόπου καί τοΰ κόσμου μας γενικότερα. Μέ μιά έπιστημονικότητα τόσο άπλή ώστε νά είναι άπόλυτα κατανοητή άπό τόν καθένα, καί ιδίως μέ μιά διαλεκτική έπιχειρηματολογία μακριά άπό δογματισμούς, καθιερώνει καί
50/οδηγος διεθνικών. Έρνστ Μπλόχ (ένας κριτής ύπεράνω πόσης υποψίας): «Οί ναζί μιλούν απατηλά, άλλα απευθύνονται σέ άνθρώπους. Οί κομμουνιστές λένε την άλήθεια, άλ λα μιλούν σέ πράγματα» (Σνάιντερ, σελ. 74). Αυτή είναι ή εκδίκηση τής «πανουργίας τού Λόγου» στήν 'Ιστορία. ’Αφού οί κομουνιστές εί χαν παλινδρομήσει στή γραφειο κρατία. «Ή γραφειοκρατία αντιμε τωπίζει τόν κόσμο όλόκληρο σάν ένα αντικείμενο πρός διαχείριση». (Μάρξ, Κριτική τής Έγελιανής Φιλοσοφίας τού Κράτους, 1843).
Ή κοινωνία ώς άσθένεια Τό τρίτο μέρος τού βιβλίου άναφέρεται, προφανώς, στίς πολλές νύ ξεις τού Φρόυντ δτι θά ’πρεπε κά ποιοι κάποτε νά μελετήσουν τήν παθολογία όλόκληρων κοινωνιών μέ δπλο τίς γνώσεις μας άπό τήν ψυχανάλυση καί, γενικότερα, τήν ψυχολογία. Σήμερα πολλοί κοιτάνε μέ συγ κατάβαση όποιον έπιχειρήσει νά τό κάνει. "Ομως ή ψυχολογία άποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα πρός μίμηση γιά τίς κοινωνικές έπιστήμες, πού έχουν χαθεί σ’ ένα μάλλον στείρο χαοτισμό καί άγνωστικισμό, τόσο νεοθετικιστικού τύπου δσο καί ψευτομαρξιστικού. Ή πολιτική δέν βρήκε ακόμα τόν Κοπέρνικο
τής αστρονομίας ή τόν Δαρβίνο τής βιολογίας ή τόν Φρόυντ τής ψυχο λογίας. Ό Μάρξ είναι, φυσικά, αύτός πού έπαιξε άνάλογο ρόλο στήν κοινωνική ζωή. Πολλά δμως έρωτήματα παραμένουν άνοικτά. Τό βιβλίο προσπαθεί ν’ άπαντήσει σέ μερικά. ’Αλλού τά καταφέρ νει, άλλοΰ όχι. Στήν προσπάθειά του αύτή θυμίζει πολλές σημαντι κές άλήθειες πού τείνουν νά ξεχα σιού ν. "Οπως τήν πρόγνωση, σχε δόν προφητεία, τού Μάρξ (σελ. 337) δτι οί κοινωνικές παραγωγι κές δυνάμεις θά μετατρεπόντου σαν, στόν ύστερο καπιταλισμό, σέ δυνάμεις καταστροφής. 'Η μετάφραση είναι, γενικά, πολύ καλή. Οί άτέλειες πού υπάρχουν είναι λίγες καί συγγνωστές. Π.χ. ό δρος Besetzung άποδόθηκε (σελ. 26) «ψυχική ενέργεια κατοχής» ενώ τό επένδυσης έχει επικρατήσει στά έλληνικά («λιβιδινικές έπενδύσεις», δηλαδή έπενδύσεις τής λιβιδούς, τής ψυχικής ένέργειας, πάνω σέ «άντικείμενα» πού συνήθως δέν είναι άντικείμενα μέ τήν τρέχουσα έννοια άλλά ιδέες, πρόσωπα, κατα στάσεις, ιδιότητες, ιδανικά). "Ας σημειωθεί, έπειδή ταλαιπωρεί γενι κά τούς μεταφραστές άπό τά άγγλικά, δτι ή ίδια άκρογωνιαία έννοια τής ψυχανάλυσης έχει άποδοθεϊ
hexis. Τό «κάθεξις», φυσικά, δέν σημαίνει τίποτα στά έλληνικά. "Εχω τήν αίσθηση δτι τά «πρω τεύοντα ένστικτα» (σελ. 20) άναφέρσνται μάλλον στήν «πρωτογενή διεργασία». Δέν πρόκειται περί εν στίκτων άλλά περί ενός τρόπον λει τουργίας τού ψυχικού οργάνου, άλλου καί προγενέστερου, άρχαϊκότερου αύτού τού τής συνείδησης, τή «δευτερογενή διεργασία» (πού, στή σελ. 205, ονομάζεται «δευτερεύουσα σκέψη»). Τέλος, έξακολουθώ νά πιστεύω δτι ή άπόδοση τού Id (τού Προεγώ) σέ «εκείνο», είναι λαθεμένη. (Δές τό λήμμα Γκρόντεκ ατό άφιέρωμα τού «Δια βάζω» στήν ψυχανάλυση, 23.3.83). Μερικές άλλαγές τού «φύλου με ρικών» λέξεων είναι συγγνωστές. Ή Helen Deutsch έγινε Ό. Τό Θερμιδώρ έγινε Ό . Καί ή φοβερή Γκέ-Πέ-Ού έγινε τό GPU. Δράττομαι τής ευκαιρίας νά παρατηρήσω δτι θά ’πρεπε νά δούμε, ψυχαναλυ τικά, εμείς οί θαυμαστές τής Mary Woolstonecraft, τής Olympiede Gouges καί τής Victoria Woodhull, γιατί είναι γένους θηλυκού (στά έλ ληνικά) δχι μόνο ή ελευθερία, ή ισότητα καί ή δικαιοσύνη, άλλά καί ή μυστική άστυνομία καί ή κα- 1 ταδιωκτική άρχή. Ή άπάντηση φαίνεται, φυσικά, μέσα άπό τό έρ γο τής Μελανί Κλάιν. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΑΧ. ΛΙΑΡΟΣ
ΕΣΕΙΣ ΠΕΡΑΣΑΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ... ΚΙΒΩΤΟ; •
ΥΠΟΓΕΙΟ
βιβλία παιδικά εκπαιδευτικά παιχνίδια •
ΙΣΟΓΕΙΟ
χαρτικά αφίσσες βιβλία περιοδικά • ΠΑΤΑΡΙ έκθεση καλλιτεχνικής φωτογραφίας του Σταύρου Λαγκαδιανού στον ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΡΑΓΑΤΣΗ 1 (νέο δημαρχιακό μέγαρο)
οδηγος/51
ιστορική καταγραφή μιας μουσικής περιπέτειας ΚΩΣΤΑ ΓΙΑΝΝΟ ΥΛ ΟΠΟ ΥΛ Ο Υ Τζάζ. 'Οδηγός δίσκων. ’Αθήνα, ’Απόπειρα, 1983. Σελ. 254.
Ή τζάζ είναι ή ιδιορρυθμία τοϋ Δυτικού κόσμου, άφού μπόρεσε ν’ άποδείξει ότι τά πράγματα μπορούν νά υπάρχουν καί νά λει τουργούν μέσα άπό τή στιγμιαία καί δχι μόνο τήν προμελετημένη οργάνωσή τους. Δηλαδή μιλάμε γιά τή λογική τού αύτοσχεδιασμοΰ, πού είναι ό βασικός χαρακτήρας τής τζάζ -εκεί βρίσκεται ή όμρρφιά της καί ό λόγος ύπαρξής της σάν τέχνης. Έξαιτίας δμως αυτού τού ίδιου τοϋ χαρακτήρα της δεν μπορούμε νά έχουμε ιστορική καταγραφή (πηγές, εξέλιξη, καλλιτεχνική έκτίμηση, στυλιστική άνέλιξη), έκτός κι άν βασιστούμε στά μοναδικά ντο κουμέντα πού είναι οί δίσκοι τής τζάζ. Γιατί δταν μιά μουσική αύτοσχεδιάζεται, αύτό γίνεται μιά γιά πάντα καί δέν μπορεί νά έπαναληφθεΐ. Έτσι, τό νά παρακολουθήσει κανείς τήν εξέλιξη τού μουσικού φαινομένρυ πού όνομάζεται τζάζ είναι δυνατό άποκλειστικά μέσα άπό τούς δίσκους τής τζάζ. Αύτό κάνει τό βιβλίο τού Κώστα Γιαννουλόπουλου «Τζάζ, 'Οδηγός δίσκων». Πρόθεση τού συγγραφέα δέν ήταν νά κάνει, μιά επιλογή τών «καλυτέρων» δίσκων τής τζάζ, άλλά νά σκιαγραφήσει τήν ιστορική πορεία τής τζάζ, ξεκινώντας άπό τά αίτια πού προκάλεσαν τήν έμφάνισή της, αίτια μουσικά πού σω στά όνομάζει «ρίζες», μέχρις αύτό πού συμβαίνει σήμερα άκριβώς σάν ιστορική εξέλιξη τών ριζών, σάν
έντεχνη μουσική προέκτασή τους. Ό Γιαννουλόπουλος έκεϊνο πού πέτυχε είναι νά δώσει μέσα άπό ένα βιβλίο διακοσίων πενήντα σε λίδων έναν πλήρη καθρέφτη τού τί είναι τζάζ καί πώς τήν εκτιμάμε, χωρίς καμία παραμόρφωση. ”Ας δούμε τό σύστημά του. Τό βιβλίο είναι χωρισμένο σέ έφτά με γάλες ένότητες-κεφάλαια πού άντιπροσωπεύουν έφτά διαφορετικές, ιστορικά διατεταγμένες φάσεις τής έξέλιξης τής τζάζ, Ή πρώτη ένότητα χαρακτηρίζε ται «ρίζες τής τζάζ» καί άναφέρεται μέ άπόλυτες λεπτομέρειες σέ έφτά κατηγορίες πηγών (μουσική τής Δυτικής ’Αφρικής - άλλη άφρικάνικη μουσική - μουσική τών Δυ τικών ’Ινδιών καί τής Καραϊβικής - μπλούζ καί άλλα νεγροαμερικάνικα κοσμικά τραγούδια - νεγροαμερικάνικα θρησκευτικά τραγού δια - μή νέγρικη λαϊκή μουσική τού Νότου - μουσική τού δρόμου καί μπάντες παρελάσεων). Αυτή ή πρώτη ένότητα μαζί μέ τή δεύτερη,
στις έλληνικές οικονομικές έκδόσεις τόν τρόπο γραφής τής νέας άριστεράς, άναζητώντας λύσεις πραγματικές, άντίθετες άπό θέσφατα, δοσμένα μοντέλα ή δημαγωγίες. Δηλαδή, τελικά, ένα βιβλίο μαγνήτης, άλλά καί ύπόδειγμα. Α. ΒΑΡΒΟΓΛΗ. Ο ί σιδεριές τής Θεσσαλονίκης.
Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1983. Σελ. 374. ΝΑ άλλο ένα λεύκωμα μέ αυστηρά οπτικό ύλικό: Εκατοντάδες φωτογραφίες (μέ μόνη λεζάντα τόν δρόμο καί τόν άριθμο τής οικίας) παρουσιάζουν τίς σιδεριές τής Θεσσαλονίκης. Σιδεριές σέ μπαλκόνια, παράθυρα, πόρτες, σκάλες κ.ά., πού μπορούν συχνά νά χαρακτηριστούν άληθινά έργα τέχνης, μέ ποικιλία καί φαντασία καί μεγάλο μόχθο στήν κατασκευή τους. Καί ίσως ό πλούτος αυτός τής λαϊκής τέχνης νά μήν πάει καί έντελώς χαμένος, άφού τουλάχιστον ή νεότερη άστική αισθητική χρησιμοποιεί τίς σιδεριές σάν διακοσμητικά πιά στοιχεία στίς σύγχρονες κατοικίες.
Λεξικό Σολωμοΰ. ’Ιωάννινα, Πανεπιστήμιο Ίωαννίνων, 1983. Σελ. 453.
ΜΙΑ σοβαρή έργασία φιλολογικής υποδομής, άπ’ αυτές πού έλάχιστες ύπάρχουν στή γλώσσα μας, είναι αύτός ό πίνακας λέξεων τού έλληνόγλωσσου σολωμικού έργου. 'Η έργασία έγινε σέ διάφορα στάδια, άπό τό 1970 ώς τό 1982, άπό φοιτητές καί πτυχιούχους τού Νεοελληνικού Τμήματος τού Πανεπιστημίου Ίωαννίνων, μέ τήν έποπτεία τού καθηγητή Έρ. Καψωμένου, καί περιλαμβάνει, μέ άλφαβητική σειρά, δλες τίς λέξεις πού
52/οδηγος
πουλου, σωστά έπισημαίνει πώς «πάντα θά ύπάρχει θέμα άπό τούς φανατικούς συλλέκτες δίσκων γιατί έπιλέχτηκε ένας δίσκος καί έμεινε έξω κάποιος άλλος, δμως ή έπιλογή έχει νά κάνει μέ τήν έλευθερία γνώ μης τού συγγραφέα». Προσωπικά, παρακολουθώ συστηματικά τόσο τή δισκογραφία δσο καί τή βιβλιο γραφία τής τζάζ πάνω άπό δεκα πέντε χρόνια, κυρίως άπό τή Νέα 'Υόρκη, καί μπορώ νά δώ, αύτή ή «έλευθερία γνώμης» τοϋ συγγρα φέα, συμπερασματικά, ποΰ όδήγη-
πού παρουσιάζει τό στυλ «ράγκταίμ», άφοροϋν αυτό πού θά λέ γαμε προϊστορία τής τζάζ, καί πε ριγράφουν ότιδήποτε συνέβη πριν άρχίσουν νά έμφανίζονται στη Νέα ’Ορλεάνη οί πρώτες όρχήστρες τζάζ. Πράγματι, άπό κεΐ καί πέρα, ό Γ ιαννουλόπουλος ξεχωρίζει την έξέλιξη τής τζάζ σέ έποχές. Ή τρί τη ένότητα είναι τό κεφάλαιο γιά την κλασική τζάζ (1900-1930), όπου οΐ δίσκοι τής περιόδου παρα τίθενται σέ πέντε ξεχωριστές κατη γορίες (ή τζάζ στή Νέα ’Ορλεάνη καί στό Σικάγο - οί λευκοί μουσι κοί τοϋ Σικάγου - ή κλασική πε ρίοδος τών μπλουζ - ή λευκή «σχο λή» τής Νέας Ύόρκης - οί πιανί στες μπούγκι καί στράιντ). Ή τέ|αρτη ένότητα άφορά τήν έποχή τοϋ σουίγκ (1930-1940), καί άναφέρεται ξεχωριστά σέ τέσσερις κατηγορίες: τίς μεγάλες όρχήστρες - τόν Ντιούκ Έλλινγκτον - τούς σολίστες καί τά μικρά γκρούπ τοϋ σουίγκ - τούς τραγουδιστές καί τίς τραγουδίστριες τής έποχής. ’Ενώ ή πέμπτη ένότητα-κεφάλαιο άναφέρεται στή δεκαετία 1940-50 καί τό κυρίαρχο τότε στύλ μπίμποπ, ή έκτη ένότητα παρου σιάζει δλες τίς εξελίξεις, κατά ρεύ μα, γιά τή δεκαετία 1950-60. ’Εδώ ό Γιαννουλόπουλος εξετάζει ξεχω ριστά τήν κούλ τζάζ, τό τρίτο ρεύ μα, τό χάρντ μπόπ καί τήν μόνταλ τζάζ, τίς έπιρροές τής λατινικής μουσικής στήν τζάζ (μπόσα νόβα καί σάλσα), καί άκολούθως άναφέρει τίς άντιστοιχίες τών ρευμάτων
αυτών στήν Εύρώπη, καί τέλος άναφέρεται άκόμα καί ατούς μου σικούς πού παίζουν πάνω σ’ αύτά τά ρεύματα σήμερα!! Ή έβδομη καί τελευταία ένότη τα, πού καλύπτει τό ένα τρίτο πε ρίπου τοϋ βιβλίου, φέρει τόν τίτλο «Σύγχρονη τζάζ», καί είναι ή πλή ρης έκθεση τών όσων έγιναν άπό τό 1960 έως σήμερα. Ό συγγραφέας ξεχωρίζει τήν φρή-τζάζ σέ πρώτη καί δεύτερη περίοδο (δημιουργική αυτοσχεδιαζόμενη μουσική), άναφέρει τίς άντίστοιχες τάσεις στήν Εύρώπη, ’Αφρική, Λατινική ’Αμε ρική καί ’Ιαπωνία. Ή ένότητα κλείνει μέ τήν άναφορά στά δύο στύλ τής «ήλεκτρικής τζάζ», δηλα δή τό τζάζ-ρόκ καί τό φρή-φάνκ. Πριν άπό κάθε ένότητα υπάρχει ένα εισαγωγικό κείμενο πού σχο λιάζει τήν τζάζ στήν άντίστοιχη έποχή, καί τά έφτά αύτά κείμενα είναι τόσο εμπεριστατωμένα ώστε στό σύνολό τους φτιάχνουν μιά πληρέστατη εισαγωγή στήν τζάζ, τόσο άπό ιστορική δσο καί στυλιστική πλευρά. Στή συνέχεια υπάρ χουν οί δίσκοι. Κάθε ένότητα περι λαμβάνει τούς δίσκους τών μουσι κών πού στυλιστικά άναφέρονται στή συγκεκριμένη περίοδο. ’Οκτα κόσιοι μουσικοί καί τρεις χιλιάδες δίσκοι λοιπόν έκθέτουν τί πραγμα τικά συνέβη καί μέ ποιά άκολουθία, ώστε ή τζάζ ν’ άποδεικνύεται τό αύθεντικότερο μουσικό κίνημα τοϋ αιώνα. Ό διάσημος δισκογράφος τής τζάζ Βάλτερ Μπρούνινξ, πού προ λογίζει τό βιβλίο τού Γιαννουλό-
Πρώτο, τό βιβλίο, μέ τή συστη ματική κατασκευή του, ύπερβαίνει τόν τίτλο του «όδηγός δίσκων» καί στήν πραγματικότητα είναι ή πλή ρης ιστορία τής τζάζ μέσα άπό τούς δίσκους της. Δεύτερο, απευθύνεται τό ίδιο άποτελεσματικά τόσο στόν τελείως άπληροφόρητο δσο καί στόν φανα τικό συλλέκτη. Τρίτο, είναι άπόλυτα ένημερωμένο σέ σχέση μέ τίς τελευταίες κυ κλοφορίες τών δίσκων στό έμπόριο (νέες εκδόσεις καί έπανεκδόσεις), πράγμα πού σημαίνει έγκυρότητα στή δισκογραφική πληροφόρηση. Τέταρτο, παρακολουθεί τήν πο ρεία τών ίδιων τών μουσικών προτείνοντας δίσκους τους σέ διαφο ρετικές περιόδους άνάλογα μέ τήν αλλαγή στό στύλ καί τήν προσφορά τους (παρακολουθήστε, γιά παρά δειγμα, τήν πορεία τού Τάλ Φάρλοου, τού Μάιλς Ντέηβις, τού Τζών Κολτρέιν, άλλά καί τού Τσάρλι Μίνγκους ή τού Ντιούκ Έλλινγκτον). Πέμπτο, παρακολουθεί όλόκληρη τήν πορεία τής τζάζ άπό τή Δυ τική ’Αφρική μέχρι σήμερα (1982), πού σημαίνει δτι τό βιβλίο αύτό θά παραμείνει σύγχρονο γιά τά έπόμενα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια τουλά χιστον. Έκτο, καί πιό σημαντικό, τό βι βλίο τού Κώστα Γιαννουλόπουλου, τόσο χρονικά ένημερωμένο, καί σάν όδηγός δίσκων τζάζ μακράς διάρκειας, αύτή τή στιγμή είναι τό μόνο στό είδος του στή διεθνή βι βλιογραφία τής τζάζ. Καί είναι ση μαντικό ένα βιβλίο έλληνα συγγρα φέα, γραμμένο στήν έλληνική γλώσσα, νά φιγουράρει τώρα στή βιτρίνα τού ειδικευμένου στήν τζάζ νέου βιβλιοπωλείου τών εκδόσεων Oak Lawn Books στή Νέα 'Υόρκη. ΚΟΣΜΑΣ Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ
οδηγος/53
άπό τήν Κεντρική ’Ασία ώς τήν ’Ανδαλουσία: Δείγματα τής λογοτεχνίας τοΰ ’Αραβικοί) Μεσαίωνα στήν Ελλάδα τοΰ Μεσοπολέμου (II) Τό Περιβόλι τής ’Αγάπης (’Άγνω στον “Άραβα ποιητή). Μετάφραση Κ. Τριχογλίόη. ’Αθήνα, ’Ηριδανός, 1982. Σελ. 102.*
Στό προηγούμενο τεύχος τού Διαβάζω εξετάζεται ή μετάφραση τού Συντίπα άπό τόν Κώστα Τρικογλίδη. Μέ τήν έρωτική καί λυ ρική ποιητική συλλογή Τό Περιβόλι τής ’Αγάπης περνάμε άπό τίς πιό προωθημένες άνατολικές άκρες τού μεσαιωνικού Ίσλάμ, τήν Κεντρική ’Ασία καί τήν ”Απω ’Ανατολή (ή «διήγηση-πλαίσιο» τών Εφτά Βεζίρηδων τοποθετείται στήν Κίνα), στή δυτική έσχατιά τοΰ μουσουλμανικού κόσμου τής ίδιας έποχής, στή Νότια ’Ισπανία καί στή Βορειοδυτική ’Αφρική.
άπαντώνται στά έργα τοϋ έθνικοϋ ποιητή, με παράλληλους συμπληρωματικούς πίνακες, στατιστικά στοιχεία κλπ. ΧΑΡΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟ Υ: Ή παιδεία στην ’Αντίσταση. ’Αθήνα, Διδασκαλική ’Αναγεννητιχή Συνδικαλιστική Κίνηση, 1983. Σελ. 102.
ΜΙΑ συνοπτική εικόνα τής έκπαίδευσης (παιδιών καί διδασκάλων) στίς άπελευθερωμένες άπό τόν ΕΛΑΣ περιοχές καί σέ άλλα σημεία, δίνει μέ τό βιβλιαράκι του αυτό ό παλιός έπονίτης καί έκπαιδευτικός X. Σακελλαρίου. "Αν καί ή έργασία του δέν μπορεί νά θεωρηθεί όλοκληρωμένη, έντούτοις δίνει άρκετά στοιχεία -βασισμένα κυρίως σέ προσωπικές μνήμες καί έκτιμήσεις- γιά τήν άγνωστη τούτη πτυχή τής νεότερης ιστορίας τοΰ τόπου, πού συμπληρώνονται άπό άποσπάσματα τών δύο άναγνωστικών τοϋ βουνού, φωτογραφίες κ.ά.
ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΟΊΣΙΑ: Τί έτρωγαν οί αρχαίοι "Ελληνες. Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 118.
ΑΦΟΥ έξαντλήθηκαν τά βιβλία γιά τίς σημερινές τροφές (άχ, άν ξέραμε τί τρώμε...), ήρθε καί ή σειρά τής άρχαίας μας γαστρονομικής κληρονομιάς. Πέρα, δμως, άπό κάθε εύτράπελη διάθεση, όφείλουμε νά παραδεχτούμε τήν πρωτοτυπία τής έρευνας τού συγγραφέα, πού δίνει μιά καινούρια άνθρώπινη διάσταση στή ζωή τών προγόνων μας (τούς όποιους έχουμε συνηθίσει νά άντιμετωπίζουμε μόνο σάν... άψυχα άγάλματα ή άνιαρά κείμενα τού γυμνασίου). Καί ό έλκυστικός τρόπος
54/οδηγος
Ή εύζωία καί ή πολιτισμική άκμή τών ηγεμονικών αυλών τής άραβικής ’Ισπανίας, τής ’Ανδαλουσίας καί κατόπιν τής Γρανάδας, μέσα άπό τήν τοπική αντιπαράθεση μέ τόν καθολικισμό τοϋ Βορρά, άλλά καί μέσα άπό τήν πανισλαμική άντιπαράταξη άπέναντι στους Σταυ ροφόρους τής ’Ανατολής, φαίνεται νά είναι ό κύριος άξονας τής συλ λογής αυτής, γιά τήν όποια υπάρ χουν πολλά προβλήματα άπόδοσης, χρονολόγησης καί σύνθεσης. Τά προβλήματα αύτά τά έπιτείνει ό τρόπος παράδοσης τοϋ κειμένου (σύμφωνα μέ τίς άσυστηματοποίητες, άνεπαρκεϊς πληροφορίες τού «Προλόγου» τοϋ Τρικογλίδη, έκδ. ’Ηριδανοϋ, σ. 7-12, τό χειρόγραφο τοϋ έργου έπισημαίνεται τόν 1-5ο αιώνα σιίς νοτιότερες περιοχές τής ίσλαμικής ’Αφρικής, στό Τομπουκτού τοϋ Μάλι) καί τά άφήνουν άδιερεύνητα καί έκκρεμή οί πρώτοι Εύρωπαΐοι μεταφραστές του (δπως καί ό Τρικογλίδης). Τό βέβαιο εί ναι δτι έχουμε νά κάνουμε μέ ένα άνώνυμο, άλλά συμπαγές σύνολο
ποιημάτων (ερωτικών, διδακτικών, θρησκευτικών καί φιλοσοφικών, πολεμικών) άνώτερης στάθμης, πού έκφράζει τίς καλύτερες στιγμές τής ίσπανοαραβικής λογοτεχνίας, πιθανότατα τοϋ τέλους τού 11ου ή τοϋ 12ου αιώνα, μέ τόν ίδιο ίσως τρόπο μέ τόν όποιο οί άδέσποτες συλλογές τών Καταλογίων καί τών συγγενών δημωδών ποιημάτων τοϋ 15ου καί τών άρχών τοϋ 16ου αιώ να συνοψίζουν τίς αίσθαντικότερες στιγμές τοϋ τέλους τοϋ βυζαντινοφραγκικού Μεσαίωνα, καί τά Κ υ πριώτικα ’Ερωτικά συναιροΰν τίς προχωρημένες έκφράσεις τής ιταλι κής ’Αναγέννησης στά μέσα τοϋ 16ου αιώνα. "Αλλωστε, ολόκληρη σχεδόν ή άνδαλουσιανή ποίηση τής έποχής τών Άλμοραβιδών καί Άλμοχαδών ήγεμόνων τής ίσλαμικής ’Ισπα νίας (τέλη 11ου μέσα 13ου αιώνα) δέν υπακούει άπλώς στις λογοτε χνικές μόδες τού ’Ιράκ καί τής ’Ανατολής, άλλά εκφράζει, σέ πα ραδοσιακά καί νεοτερικά λογοτε
χνικά καί στιχουργικά είδη, τίς νέες ευαισθησίες τής εκλεπτυσμέ νης ζωής τών πλούσιων τάξεων καί τά ίπποτικά ήθη τής αύλής, σέ ένα «πετυχημένο μίγμα κλασικισμού καί ρομαντισμού, παγανισμού, χρι στιανισμού καί ισλαμισμού», δπου ξεχωριστή θέση έχουν τά θέματα τής γυναίκας καί τών λουλουδιών. Μακριά είναι ή σειρά τών σημαντι κών έπώνυμων ποιητών: άν περιο ριστούμε στήν περίοδο 11ος-13ος αιώνας, δίπλα σέ ένα πλήθος έλάσσονες (είμαστε σέ μιά έποχή, δπου, δπως σημειώνει ένας "Αραβας ιστορικός, «δλοι γράφουν ποιήμα τα, άπό τόν άγωγιάτη ως τόν βασι λιά»), άρκεϊ νά σημειώσουμε, γιά τόν 11ο αιώνα τούς "Ιμπν Ζαϊντούν, άλ-Μούταμιντ, Ούάλαντα, "Ιμπν Χάζμ, γιά τόν 12ο αιώνα τούς "Ιμπν Κουσμάν, "Ιμπν Χαφάγα, Άμπνταλλάχ μπέν Σιμάκ, ’Αμπουμπάκρ άλ-Μαχζούμι, "Ιμπν Τζουμπάιρ, γιά τόν 13ο αιώνα τούς "Ιμπν Τζάλιμπ άρ-Ρουζάφι, "Αλη μπέν Χαρίκ, Χάφσα λά Ρακουνίγια, Άμπουτζάφαρ Άχμάντ μπέν Σάιντ κ.ά. Ή δραστηριότητα πολ λών άπό τούς ποιητές αυτούς έπεκτείνεται καί στή βορειοδυτική ’Αφρική· άργότερα, μάλιστα, μέ τήν ίσλαμική συρρίκνωση στήν ’Ισπανία καί ως τή χριστιανική reconquista τής Γρανάδας τό 1492, τά κέντρα πολιτισμού μετατοπίζονται στήν Τύνιδα (13ος αιώνας κ.έ.) καί στό Φέζ (14ος αιώνας κ.έ). Οί τύχες τού Περιβολιού τής ’Αγάπης στά ελληνικά γράμματα συνδέουν, άλλωστε, τόν ισπανικό ζωτικό χώρο πού εκτρέφει καί κα τευθύνει τήν ποίηση τής έποχής, άφενός μέ τή μακρινή μεσαιωνική ’Ανατολή τού Όμάρ Καγιάμ καί τού Σααντί, άφετέρου μέ τή βορειοαφρικανική έρημο τής άποικιοκρατίας καί τή χώρα τών Τουαρέγκ, έξωτικό πλαίσιο μιάς άλλης μετάφρασης τού Τρικογλίδη (1921), τής Άτλαντίόας τού Ρ. Benoit. Ό Τρικογλίδης μεταφράζει (άπό άδηλη άραβική έκδοση) τό μεγαλύ τερο μέρος τής συλλογής. ’Απο κλείει άρκετά ηρωικά καί «πολεμι κά» ποιήματα, πού άπηχούν, κατά τή γνώμη του, τίς συγκρούσεις τών Σταυροφοριών στήν Παλαιστίνη καί Συρία άπό τά τέλη τοϋ 11ου αιώνα κ.έ. Ή σύντομη άρχική πε ριγραφή τής συλλογής, πού κάνει ό ίδιος, φανερώνει, άλλωστε, καί τίς «αισθητικές» μεταφραστικές του λαβές:
οδηγος/55
Τά ποιήματα είναι γραμμένα στην Αραβική γλώσσα καί κλεί νουν δλο τό πάθος, την άπολό τητα, τό τρυφερό αίσθημα, τόν πρωτογενή λυρισμό, τήν αφελή έκφραση καί τή μελαγχολία που χαρακτηρίζει τήν Ανατολίτικη ποίηση. Δεν τούς λείπει οϋτε ό όιακοσμητικός πλούτος τής Ανατολικής έμπνευσης, μά αυτή είναι τόσο πλούσια σέ χρώμα δσο καί μεστή στό κεντρικό της νόημα, ώστε μπορεί νΑ χρησι μεύσει ώς υπόδειγμα διαύγειας σχεδίου, πού δέν κατορθώνει νά τό πνίξει ό ασιατικός οργα σμός τής ποιητικής Ανθησης. Είναι τό καθένα ένα μικρό Αρι στούργημα πού άναδίνει τήν έν τονη Ακτινοβολία τής Ανατολι κής φαντασίας, τό μεθυστικό Αρωμα των μεσημβρινών κή πων, τή ζωηρότερη έκφανση τής Ανθρώπινης περιπαθείας. Μεταφράζονται συνολικά 124 ποιήματα. Άνάμεσά τους δέν λεί πουν κάποια ενδιαφέροντα δείγμα τα θρησκευτικής καί διδακτικής ποίησης, μέ τόνο λυρικό ώς παραδειγματικό-μυθογραφικό, όπου περιέχονται κάποτε καί κείμενα ή νό τες «ποιητικής»· τό κέντρο βάρους πέφτει, ωστόσο, στήν πλούσια συγ χορδία τών έρωτικών ποιημάτων, πού καλύπτουν ένα ποικίλο εκφρα στικό φάσμα, Από τήν όργανωμένη καί εκτενή άφήγηση ώς τό ζωηρό διάλογο ή τή σύντομη καί επιγραμ ματική λυρική περιγραφή καί Ανα φώνηση, καθώς καί ένα πλήθος τό νων άπό τόν παιχνιδιάρικο, άνέμελο, σκαμπρόζικο, ειρωνικό καί σα τιρικό ώς τόν μελαγχολικό, τραγι κό, βαθύ, στοχαστικό καί μεταφυ σικό. Τό μήκος τών ποιημάτων ποικίλλει άπό κείμενα δύο φρά σεων έως κείμενα δύο σελίδων. Γιά τήν άπόδοση προκρίνεται ό πεζός λόγος, κάτι πού έναρμονίζεται μέ τήν πρακτική τού Τρικογλίδη καί σέ άλλες μεταφράσεις έμμετρων έρ γων (δπως, π.χ., στό μικτό Γκιουλιστάν τού Σααντί ή στά καθαρόαι μα Λυρικά ’Α φιερώματα τού Ταγκόρ) καί, δπωσδήποτε, καταλήγει σέ Αποτελέσματα καί νόμιμα καί δικαιωμένα. Έδώ θά μπορούσε νά σταματή σει ή περιγραφή τής μετάφρασης Τρικογλίδη. Τό Περιβόλι τής ’Α γά πης δέν είναι, δμως, μόνο μιά με μονωμένη έπιλογή ενός αΐγυπτιώτη «Ανατολιστή»· ό ευρωπαϊκός καί έλληνικός μεσοπόλεμος δείχνουν
έπίμονη προσοχή Απέναντι στό ίδιο έργο. Μία άπό τίς γνωστότερες Ανάλο γες ευρωπαϊκές μεταφράσεις τής έποχής είναι ή γαλλική του Franz Toussaint. Ό Τρικογλίδης φαίνε ται νά γνωρίζει τή δουλειά τού Toussaint (έκδ. Ήριδανού, σ. 7), τό βέβαιο είναι, δμως, δτι ή δική του μετάφραση δέν επηρεάζεται άπό τή γαλλική, πού Αποτελεί μάλ λον μιά ελεύθερη άπόδοση τού Αρ χικού κειμένου καί τυπώθηκε έπανειλημμένα, σέ καλλιτεχνικές έκδόσεις, στις Αρχές τής δεκαετίας τού 1920. Ή πρώτη άπό τίς δύο έκδόσεις τής γαλλικής μετάφρασης πού έχω υπόψη μου (χάρη στήν καλαι σθητική μέριμνα καί τό ευγενικό ένδιαφέρον τής συναδέλφου Κρίστας Άνεμούδη-Άρζόγλου) είναι ή πολυτελής τού 1921: LeJardin des Caresses, Paris, H. Piazza, σελ. 146, μέ 8 έγχρωμους πίνακες τού Leon Carre, ενώ ή δεύτερη («όγδοηκοστή» καί «οριστική» κατά τό Αντί τυπο) είναι ή μικρού σχήματος ομότιτλη έκδοση τού 1925 (σελ. 152, μέ έναν έγχρωμο πίνακα τού Carre). Ή δεύτερη έκδοση τού Toussaint περιέχει 147 ποιήματα, ένα περισσότερο άπό δ,τι ή πρώτη, μέ τήν όποια έχει καί όρισμένες άλ λες μικροδιαφορές. Ά ν , δμως, ή μετάφραση Τρικογλίδη είναι Ανεξάρτητη Από τήν άπόδοση Toussaint, δέν συμβαίνει τό ίδιο μέ μιάν άλλη έλληνική μετά φραση. Τό 1930, πιθανότατα πρίν Από τή δεύτερη έκδοση τής μετά-ί φράσης Τρικογλίδη, κυκλοφορεί στήν ’Αθήνα μιά νέα, «έμμεση» αύτή τή φορά, μεταφραστική άπόδο ση τής Αραβικής συλλογής: ’Ιωάννης Καλαμάρης, Ό Κή πος τών Χαδιών. ’Αραβικά ποιήματα κατ’ έλευθέραν μετάφρασιν εκ τού γαλλικού, ’Αθή να, 'Εστία, 1930, σελ. η ' + 236. Ό μεταφραστής είναι γνωστό, ιδιότυπο πρόσωπο τής νεοελληνι κής γραμματείας. Πατέρας τού πρωτοπόρου υπερρεαλιστή Νίκου Καλαμάρη (Νικήτα Ράντου), «επι τυχημένος μεγαλοαστός καί άποτυμένος ποιητής», δραστηριοποιείται στις Αρχές τής δεκαετίας τού 1930 δημοσιεύοντας, σέ έμμετρη άπόδο ση, τή μετάφραση τού Jardin des Caresses καί συγκεντρώνοντας δικά του ποιήματα σέ δύο τόμους (Τά Παράπονα, 1931· Δοξαριές, 1933). Στό διάστημα πού όρίζεται άπό τή Στροφή τού Σεφέρη καί άπό τά
παρουσίασης τού θέματος συμπληρώνεται ικανοποιητικά άπό τήν έπιστημονική (φιλολογικά) τεκμηρίωσή του.
ΘΑΝΟΥ ΜΠΟΥΡΛΟΥ: Σύγχρονη όπερα.
’Αθήνα, Νικόδημος, 1983. Σελ. 156. Ο Θάνος Μποΰρλος, παλαιός καλλιτέχνης τού λυρικού θεάτρου, μεταφέρει έδώ τίς σκέψεις καί τίς σημειώσεις του γιά τούς συνθέτες καί τήν όπερα τού 20ού αιώνα (καί Ιδιαίτερα τή γερμανική), καθώς καί μερικά στοιχεία γύρω άπό τή λαμπρή της Ανάπτυξη. Καί τά κείμενά του έχουν Αρκετό ένδιαφέρον, κυρίως γιατί δείχνουν τόν τρόπο μέ τόν όποιο βλέπει ένας καλλιτέχνης πιά τό είδος καί τίς νεότερες εξελίξεις του, έστω κι άν δέν φτάνουν στήν πραγματικά σύγχρονη, τή σημερινή όπερα.
ΝΙΚΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗ: Πόλεως καί νομού Δράμας παραμυθία. ’Αθήνα, Άγρα, 1983. Σελ. 101. Ο ΝΙΚΟΣ Γαβριήλ Πεντζίκης
είναι ποιητής. Ποιητής σάν τούς ζωγράφους καλογέρους τών Καυσοκαλυβίων τού Ά θω ή τούς νυχτερινούς σταθμάρχες πού βλέπουμε βιαστικά νά κουνάνε μέσα στό σκοτάδι τό φωτάκι τους. Καί τούτο τό Αφήγημα έχει Ακριβώς τήν ποίηση τής φαντασίας, έτσι δπως ξετυλίγει τό κουβάρι του, μέσα στή λαϊκή ιστορία, τόν τόπο καί τήν πίστη. Παραμύθι καί «παραμυθία» κλέβει τό νοΰ, κεντώντας ένα κιλίμι μέ διάσπαρτες εικόνες, άνεγεννητικές μιάς παράδοσης, μέ τόν τρόπο πού μπορεί νά τή διανοηθεϊ μόνο ένας πεζογράφος ποιητής. Γιατί ό Πεντζίκης είναι ένας μεγάλος ποιητής.
56/οδηγος
Ποιήματα χοϋ είκοσιεξάχρονου ει κονοκλάστη γιου του ή περίπτωση τοΰ δίγλωσσου καί στιχουργικά παραδοσιακού ποιητή ’Ιωάννη Καλαμάρη παρουσιάζεται, βέβαια, σάν μιά καθυστερημένη δσο καί συχνά ιερατική παραφωνία. Τό πράγμα θά έπρεπε, λογικά, νά δια φέρει κάπως στήν περίπτωση τής μετάφρασης τού Κήπου των Χαδιών, πού δημοσιεύεται πρίν άπό τη λυρική πλημμυρίδα τών χρόνων 1931-3· ό συγγραφέας φαίνεται σε μνός στήν άρχή τού «Προλόγου» του: Τά ποιήματα ταύτα δέν έπρόκειτο νά όημοόιενθώσι. Καί αυ τά, μέ άλλα πρωτότυπα, εγράψησαν δι άπλήν ψυχαγωγίαν άπό άνθρωπον όατις δέν επαγ γέλλεται τόν ποιητήν. Ή συνέχεια, δμως, κάτω άπό την υπαινικτική σοβαροφανή διατύπω ση, είναι άνησυχητική: Ή έννοια τινών εκ τών ποιημά των, έφ’ δσον τούτο ήτο δυνα τόν, έγενικεύθη κατά τήν μετάφρασιν καί άπεφεύχθησαν έν πολλοίς όνόματα καί ιδιωτι σμοί, τοπικού ώς έπί τό πολύ χαρακτήρος, άτινα καί δυσνόη τα ήσαν ώς τοιαύτα καί ούχί ευχάριστα διά τόν "Έλληνα Αναγνώστην. Καί οί άνησυχίες τού άναγνώστη έπαληθεύονται στίς «έλεύθερες με ταφράσεις» πού άκολουθοΰν. Τό γαλλικό πεζό πρότυπο τού Καλαμάρη μετατρέπεται σέ έμμετρο: ποικίλοι ατροφικοί σχηματισμοί, άπό τόν ζευγαρωτό δεκαπεντασύλ λαβο καί τά ριμαρισμένα τετράστι χα ώς τίς έξάστιχες στροφές καί τίς όχτάβες, παραμορφώνουν τόν λε πταίσθητο μεσαιωνικό άνδαλουσιάνικο λυρισμό σέ πλαδαρά ποιη τικά ύποπαράγωγα τοΰ γλωσσικά άναίσθητου φαναριωτισμού καί τής ήθογραφικής παράδοσης τής Γενιάς τοΰ 1880. Λίγα είναι τά κεί μενα πού θυμίζουν τό αύθεντικό πλαίσιο άπό τό όποιο άποσπώνται, καί ελάχιστα έχουν κάποιες ποιοτι κές άξιώσεις· τά περισσότερα μετατρέπονται σέ έκτός τόπου καί χρό νου, άχροα καί άοσμα έρωτικά ή διδακτικά ποιήματα, πού διευρύ νουν ή ελαττώνουν κατά βούληση τόν όγκο τοΰ προτύπου καί επιφέ ρουν άστοχες έως άφόρητες Αλλα γές (π.χ. οί «κήποι τής Ούάλατα» μετατρέπονται σέ «κήπους τοΰ Γα λατά», πολλά άραβικά όνόματα προσώπων γίνονται «εύρωπαϊκά»:
Βάνιας, Έμμα, Ζαφειρίτσα, Μαίρη, Μαριάνθη, Μοσχάνθη, Νέλλη, Νόρα, Τζένη, Τζίνα, Φούλα κ.ά.). Κατά τά άλλα, ή μετάφραση Καλαμάρη άκολουθεϊ τήν έκδοση Toussaint τοΰ 1925. Δύο μόνο (θρησκευτικά-διδακτικά) ποιήματα τής γαλλικής έκδοσης παραλείπονται («Ε1 Maghreb», «Pourquoi») καί τή θέση τους παίρνουν τά ποιήματα «Ή πεισματάρα» καί «Τής νύχτας ή ύπόσχεσι», πιθανότατα πλάσμα τα τοΰ ίδιου τοΰ Καλαμάρη. Σέ άλ λα 13 ποιήματα ό "Ελληνας μετα φραστής άλλάζει τούς τίτλους, συ νήθως αντικαθιστώντας άραβικά κύρια όνόματα μέ άλλες λέξεις. Ά πό τά 147 ποιήματα τής μετά φρασης Καλαμάρη, τά 123 ( = 121) άναγνωρίζονται καί στή μετάφρα ση Τρικογλίδη. Ό τελευταίος με ταφράζει τρία άκόμη κείμενα (τά σύντομα επιγραμματικά «Οί ποιη τές» καί «Τό αίνιγμα τών ματιών», έκδ. Ήριδανοΰ, σσ. 24, 74, καί τό λίγο μεγαλύτερο σατιρικό «Ή πα λιά φιλενάδα», σ. 89), πού δέν άπαντοΰν στίς άποδόσεις Toussaint καί Καλαμάρη· παραλείπει, δμως, καί 24 ποιήματα, ορισμένα άπό τά όποια έχουν περιεχόμενο πολεμικό (οί τίτλοι στή μετάφραση Καλαμά ρη: « Ό κατάσκοπος», «Τ’ άποδημικά πουλιά», « Ό άποχαιρετισμός τών πολεμιστών», «Τό θαΰμα», «Ή σημαία»), άλλα είναι θρησκευτικά (τά «Ε1 Maghreb» καί «Pourquoi» τοΰ Toussaint), ένα καθαρά εικονι στικό («Ό καθρέφτης»), ένα διδα κτικό («Τσακάλι καί σκαντζόχοι ρος»), μερικά «οικογενειακά» («Μικρή μου», «Ή αύγή πού χαρά ζει», «Ή Τζίνα μου») καί τά υπό λοιπα έρωτικά («Ή δύσκολη», «Οί Περσίδες», «Ή άντίζηλος», «Άκου...», «Ή Βασίλισσα τής άγάπης», «Βραδινό μου άστρο», «Προσευχή τής Χαραυγής... τής αυγής... τοΰ μεσημεριού... άπογευματινή... τοΰ δειλινού», «Όχι!»). Ήάπόδοση Καλαμάρη, άντικρισμένη στή μετάφραση Τρικογλίδη, δείχνει, βέβαια, έκτός άπό τά άλ λα, τούς άπτούς κινδύνους τοΰ «έξελληνισμοΰ» ή «συγχρονισμού» καί τής έλαττωματικής άπόσταξης τοΰ μεσαιωνικού λυρισμού, έρωτισμοΰ καί έξωτισμού. Κίνδυνο πού δέν ήταν δυνατό νά διατρέξουν άλ λοι σύγχρονοι -δπως, π.χ., ό φιλό τεχνος καί προσεκτικός Ούράνης στίς σκόρπιες άναφορές του στούς Άραβες ποιητές τής Ανδαλουσίας καί τής Γρανάδας, κατά τό ισπανι
κό ταξίδι του (1931), ή ό Καζαντζάκης στά πρώτα ισπανικά του ταξίδια (1926, 1932), πού δίνουν μέ άδρές πινελιές, άκρα εύαισθησία καί άξιοθαύμαστη λιτότητα τό πνεύμα τής άραβικής Ανδαλου σίας καί Γρανάδας καί προσέχουν, δίπλα σέ κείμενα τοΰ Lorca καί άλ λων σύγχρονων ποιητών, παλιά μαυριτανικά τραγούδια καί άρκετά κείμενα μεσαιωνικών Ίσπανοαρά6ων ποιητών-, καί πού άπέφυγε εύστοχα ό Τρικογλίδης. Στήν έπανέκδοση τοΰ Ήριδανοΰ τό Περιβόλι τής Άγάπης έπαναλαμβάνεται, χωρίς ουσιώδεις δια φορές, άπό τήν άχρονολόγητη δεύ τερη έκδοση Γανιάρη: δέν μνημο νεύονται οί άρχικές έκδόσεις τής μετάφρασης ούτε δηλώνεται ό έπιμελητής τής άνατύπωσης- τό κείμε νο ένοποιεΐται καί προσαρμόζεται όρθογραφικά· στό κείμενο ένσωματώνονται τά «Διορθώματα» τής σ. 90 τής έκδοσης Γανιάρη, οί δίστη λες σελίδες τών Περιεχομένων μετατρέπονται σέ μονόστηλες, καί παραλείπεται ό κατάλογος τών έκδόσεων τοΰ βιβλιοπωλείου Γανιά ρη· τέλος, τό πενιχρό άσπρόμαυρο κόσμημα (μποΰστο γυναίκας μέ φε ρετζέ) τοΰ χαρτόδετου έξώφυλλου τής μικροΰ σχήματος έκδοσης Γα νιάρη άντικαθίσταται άπό μιάν άσχετη έγχρωμη ϊνδομογγολική μι νιατούρα, άνάλογου τύπου μέ τήν εικόνα στό έξώφυλλο τής έπανέκδοσης τοΰ Συντίπα. Οί άναγνώστες θά συμφωνούν, πιστεύω, στό δτι ή έπαινετή (δσο καί όλιγοέξοδη, ύστερα άπό τήν παρέλευση τής πεντηκονταετίας) προσπάθεια άναδημοσίευσης τοΰ μεταφραστικού έργου τοΰ Κώστα Τρικογλίδη, πού πρέπει νά ευχη θούμε νά συνεχιστεί (στά τέλη τοΰ 1982, μαζί μέ τό Περιβόλι τής Άγάπης καί τόν Συντίπα, κυκλο φόρησε καί ό Μυγχάουζεν τοΰ Raspe, ένώ τό Πάσχα τού 1983 στή σειρά προστέθηκε καί τό Γκιουλιστάν τοΰ Σααντί), άπαιτεΐ σαφώς μεγαλύτερη φροντίδα καί αυξημένο αίσθημα ευθύνης άπό τή μεριά τών σύγχρονων έκδοτών. ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ * ’Αναδημοσίευση άπό τήν έκδοση: Τό Περιβόλι τής ’Αγάπης (’Αγνώστου Άραβα ποιητή). Μετάφρ. Κ. Τρικογλίδη. Έκδοσις όευτέρα. 'Αθήνα, X. Γανιάρης καί Σία, χ.χ.έ. [ = 1933; 1η έκδ. 1921;]. Σελ. 96.
οδηγος/57
ΣΑΪΧ ΜΟΥΣΛΙΧ ΕΝ ΝΤΙΝΣΑΑΔΗ: Τό Τκιουλισχάν ή ό κήπος τών ρόδων. Μετ. Κώστα Τρικογλίδη. ’Αθήνα,
Ήριδανός, 1983. Σελ. 238.
παραμορφώσεις, υποκατάστατα καί διαθλάσεις τής ερωτικής εμπειρίας στή μοντέρνα παρεξήγηση
ΟΙ ιστορικές συγκυρίες, άλλά καί ή έπιπόλαια προσέγγιση, έμπόδισαν τόν δυτικό κόσμο νά γνωρίσει σοβαρά τή βιοθεωρία τού ίσλαμικού κόσμου, όπως τουλάχιστον αύτή διαμορφώθηκε στούς αιώνες τής μεγάλης πνευματικής άνθισής του, τήν έποχή πού ό Μεσαίωνας σκίαζε τήν Εύρώπη. Καί ένα μέτρο τής έλλειψης αύτής δίνει τό βιβλίο τού Σααδή (τού διασημότερου πέρση μωαμεθανού ποιητή, τού 13ου μ.Χ. αιώνα), δπου ή φιλοσοφική ένατένιση άλλοτε μοιάζει άφελής καί άντικρουόμενη, άλλοτε δμως άγγίζει τά πνευματικά δρια τού άνθρώπου, μέ λεκτικά μέσα γεμάτα άπλότητα καί ποίηση.
ΜΑΡΟΥΛΑΣ ΚΑΪΑΦΑ: Θεσσαλία 1881-1981.
ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ: Ιστο ρίες μέ σκύλους. Διηγήματα. Αθή να, Κέδρος, 1982. Σελ. 281.
Οί «ιστορίες μέ σκύλους» είναι τό πρώτο βιβλίο τού Άλέξη Παν σέληνου καί ταυτόχρονα ενα καλό σημάδι γιά τό λογοτεχνικό μέλ λον τοϋ ίδιου καί γιά την πορεία τής νεοελληνικής πεζογραφίας. ’Από τίς πρώτες κιόλας σελίδες ό συγγραφέας άποποιεΐται τή συγ καταβατική επιείκεια πού συνήθως δείχνει ό ένημερωμένος άναγνώστης γιά κάθε πρωτοεμφανιζόμενο στό χώρο τής λογοτεχνίας. Τό βιβλίο τοϋ Άλέξη Πανσέληνου μόνο πρωτόλειο δέν είναι. Τό άντίθετο. Ή ποιότητα τής γραφής, ή ώριμη άφήγηση, ή στέρεη γλώσσα, ήκαλοσχεδιασμένη πλοκή, ό ζωντα νός διάλογος, ή διείσδυση στίς ψυ χολογικές μεταπτώσεις τών ηρώων, ή καθαρή σκιαγράφηση τών χαρα κτήρων, ή προβληματική πού υπο βόσκει σέ δεύτερο πλάνο καί δέν γίνεται ποτέ κραυγαλέα, δλα αυτά, άπαιτοϋν άπό τόν άναγνώστη μιά άλλη άντιμετώπιση. Αύτήν ένός
καλού βιβλίου καί ένός άξιόλογου συγγραφέα. Τό βιβλίο περιλαμβάνει τέσσερα διηγήματα. Τό «Συμφιλίωση», πού σέ πρώτη μορφή καί μέ άλλο τίτλο διαβάσαμε στό περιοδικό «Τομές» τό 1975, τό «Παραμύθιασμα», τό «Εξαφάνιση τής Μπέτσης» καί τό «Καλοκαιρινός κινηματογράφος». Ό τίτλος βγαίνει άπό τή θεματο γραφία δύο διηγημάτων τού. βι βλίου, τού δεύτερου καί τού τρί του, όπου τά συμπαθή τετράποδα
’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 377. ΣΤΟ ογκώδες καί καλοτυπωμένο τούτο λεύκωμα (φωτογραφίες, λεζάντες καί μικρά κείμενα) τής -έκ Τρικάλων- συγγραφέως άναπλάθεται μιά έκατονταετία πού έφυγε, μέ μεράκι καί πόνο. Βέβαια, ένα μέρος τού υλικού πλατειάζει, ένώ τό κυριότερο μειονέκτημα τού βιβλίου είναι οί λεζάντες, μερικές φορές άφελεϊς καί κάποιες άλλες άνούσιες καί χωρίς τήν ποίηση τού χρόνου ή τόν δυναμισμό πού άπαιτεΐ ή φωτογραφία. Άλλά καί πάλι, ή δλη έργασία είναι τόσο σημαντική καί ένδιαφέρουσα, ώστε οί άδυναμίες ξεπερνιούνται γρήγορα καί μένει μόνο τό κέρδος τής έκδοσης αύτής.
58/οδηγος
Άλέξης Πανσέληνος
παίζουν μερικούς άπό ,τούς κύ ριους ρόλους στην εξέλιξη τής πλο κής. 'Ο ρόλος πού έχουν οί σκύλοι μέσα στά διηγήματα καί τά στοι χεία πού τούς προσδίδει ό Άλέξης Πανσέληνος παραπέμπουν στην άρχαία μυθολογία, στόν Αίσωπο, στό χορό τών κωμωδιών τού ’Αρι στοφάνη, στά παλιά λαϊκά παρα μύθια, ιδιαίτερα σ’ αυτά τής ’Ηπεί ρου, καί κάμποσες φορές σέ κείνα τά στοιχεία πού βρίσκομε νά έχουν οί καλικάντζαροι στίς λαϊκές πα ραδόσεις μας. Ό συγγραφέας δεί χνει νά ξέρει άπό πού άντλεϊ καί πού πατάει, χωρίς αυτό νά σημαί νει κάποια άπό τίς γνωστές παρα χωρήσεις στη ριζολαγνεία καί στά πλαστά αιτήματα γιά «έλληνικότη1 Κοινός θεματικός παρονομαστής τών τεσσάρων διηγημάτων είναι ή περιπέτεια τού «έρωτικοϋ λόγου» στίς μέρες μας, ή ερωτική εμπειρία, οί παραμορφώσεις, τά υποκατά στατα καί οί διαθλάσεις της στήν εποχή μας. Στίς«Ίστορίες μέ σκύ λους» γίνεται άπό τόν Άλέξη Παν σέληνο ή επισήμανση τών συμπτω μάτων τής νεοελληνικής σχιζοφρέ νειας πού προήλθε άπό τη βίαιη ει σαγωγή ξένων μοντέλων άνθρώπων, τεχνολογίας, τρόπου ζωής, ιδεών -καί τήν άναφομοίωτη οίκειοποίηση καί άγουρη άποδοχή πολλών γενικεύσεων καί σχηματοποιήσεων πού συνιστούν τη μον τέρνα παρεξήγηση καί χαρακτηρί ζουν τη γενική σύγχυση τών ημε ρών μας. Τή θεματική καί προβληματική του ό συΥγραφέας τή διεξέρχεται χωρίς κοινόχρηστες καταγγελίες, διαμαρτυρίες κι άναλύσεις άλλά μ’ ένα μοναδικό χιούμορ. Άλλοτε
διαβρωτικό, άλλοτε καταλυτικό, άλλοτε τρυφερό καί άλλοτε πάλι έφιαλτικό. Τό κλίμα τού βιβλίου τοποθετεί ται άνάμεσα στό ρεαλισμό καί στή φαντασία. Μέ θαυμαστή έπιδεξιότητα ό συγγραφέας κινεί τούς ήρωές του σέ μιά άνούσια μέχρι άγευστη κα θημερινότητα καί μιά πνευματικά λειψή πραγματικότητα άφήνοντας γι’ αυτούς, άλλά καί γιά τούς ανα γνώστες, σά διέξοδο έλέους τή φαντασία. Ό Άλέξης Πανσέληνος φαίνεται νά έχει συλλάβει τά μηνύ ματα καί τά σημεία τών καιρών όχι μόνο άπό τήν ΰποβολιμιαία στό βι βλίο προβληματική του άλλά καί άπό τόν τρόπο πού κατανοεί, συμπονεϊ καί συμπαραστέκεται στούς ήρωες τών διηγημάτων του. Οί άνδρες, άπό τόν ηλικιωμένο κύριο Αναγνώστου τής «Συμφι λίωσης», τό σατανικό άφηγητή τού «Παραμυθιάσματος», τό Μηνά καί τούς άλλους δύο δικηγόρους τής «’Εξαφάνισης τής Μπέτσης» μέχρι τόν Άχιλλέα τού «Καλοκαιρινού κινηματογράφου», συγκροτούν τή σύγχρονη πινακοθήκη όλου τού άνδροκρατικού μοντέλου τής κοινω νίας μας, πού έχει ισοπεδώσει τόν έρωτα μέ τό σέξ καί επιβεβαιώνε ται μέ τόν άριθμό τών σεξουαλικών «δήθεν» κατακτήσεων. Οί γυναίκες πάλι, άπό .τή Χλόη τού πρώτου διηγήματος, τήν Πέτρα τού δεύτερου μέχρι τήν κοπέλα τού τελευταίου διηγήματος, μοιάζουν νά μήν ξέρουν ούτε τί θέλουν, ούτε πού πάνε. Χωρίς αυταπάτες, σχε δόν κοντά στήν άδιαφορία, ζούν τό διχασμό δλων αύτών πού κοινωνι κά φορτώθηκαν άπό αιώνες καί δλων αύτών πού ένστερνίσθηκαν πρόσφατα στό όνομα τής σεξουαλι κής καί γυναικείας άπελευθέρωσης είσπράττοντας γιά τούτο τό τίμημα τής μοναξιάς τους. Οί ήρωες τού βιβλίου, άνδρες καί γυναίκες, είναι προϊόντα, δείγ ματα καί θύματα τής σημερινής σύγχυσης καί τών στρεβλών υπο καταστάσεων τής καταναλωτικής έποχής μας. Χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς μύ θους άλλά μέ κίβδηλα «παραμυθιάσματα» ζούν καί ζένονται στό τέλ μα τής επίπεδης καθημεριγότητάς τους υιοθετώντας τά ήθη καί τή γλώσσα τής άγοράς. Χωρίς νά ’χουν διάθεση καί σθέ νος ν’ άγωνισθοΰν κόντρα σέ όλα δσα φτωχαίνουν τή ζωή τους, έγ-
καταλείπονται σχεδόν στήν τύχη τους καί άντικαθιστούν τή μόνη έλπίδα διεξόδου τους, τήν ερωτική έμπειρία, μέ τά τυχαία ύποκατάστατά της καί μέ μόνο κέρδος τήν έξαγορά, έστω γιά λίγο, τής πλήξης τους. Χωρίς νά είναι άδίστακτοι καταλήγουν κουνώντας τούς ώμους άδιάφορα στό «γιατί όχι;». Χρησιμοποιούν τόν έρωτα σάν μέσο, τό σώμα τους καί τό σώμα τών άλλων σάν όργανο, παραμορ φώνουν τήν ηδονή, άπό τήν πνευ ματική καί σωματική άσκηση πού είναι ό έρωτας σέ μηχανιστικές κι νήσεις μέ τό άλλοθι μιας άπελευθέ ρωσης παραξηγημένης όσο καί μο νοδιάστατης καί μιάς φυγής μά ταιης, είσπράττοντας τελικά τό κε νό ή έπιστρέφοντας ξανά στή μονα ξιά τους. Ή πάλι δένονται μέ τά καταναλωτικά άγαθά καί άντικαθιστοΰν τόν ερωτικό σύντροφο μέ μηχανήματα, όπως ό Μηνάς μέ τή «Χόντα» του, πού όταν τή χάσει νιώθει πώς πιά δέν έχει τίποτε. Τού λείπουν τά δεκανίκια τής επι βεβαίωσής του. Είναι οί «έπικαιρικοί άνθρωποι» όπως θά ’λεγε κι ό Σεφέρης. Άλλά σ’ αύτή τήν κατηγορία τών «έπικαιρικών άνθρώπων» άνήκουν καί οί «έπικαιρικοί άναγνώστες». Εί ναι αυτοί πού ό Δημήτρης Μαρωνίτης θά ’λεγε πώς «άνίδεοι, χορτά τοι, νήπιοι διαβάζουν μόνο ό,τι βλέπουν κάτω άπό τή μύτη τους». Γιατί φοβάμαι καί τούτο: Πώς κάμποσοι άναγνώστες θά μείνουν στή γοητεία τής πλοκής καί τών ευ ρημάτων, στό κέφι τού ιερόσυλου όσο καί ευλογημένου χιούμορ τού συγγραφέα, στόν αισθησιασμό καί τόν ερωτισμό πού άναβρύζουν οί σελίδες τού βιβλίου, χωρίς νά προσέξουν τό βάθος τών εικόνων «πού παρουσιάζουν διάφορες όψεις σάν πρίσματα», όπως λέει ό συγγραφέας μέ τό στόμα τού μουσικοκριτικού καί λογοτεχνικού Σκύλου. Φοβάμαι δηλαδή πώς οί άναγνώστες αύτοΰ τού είδους θά πάρουν σάν εύχάριστες, άνώδυνες καί διασκεδαστικές τίς άπλές ιστο ρίες τού Άλέξη Πανσέληνου καί θά μειώσουν αυτόχρημα τήν ούσία καί τήν άξια τού βιβλίου. (Άλλά τούς «έπικαιρικούς άναγνώστες» πώς νά τούς άποφύγεις; Ά πό τούς «έπικαιρικούς συγγραφείς» ό άναγνώστης έχει τόν τρόπο νά φυλα χθεί. Ποιος μπορεί όμως νά προφυλάξει τούς συγγραφείς άπό τίς επιδερμικές άναγνώσεις τών «έπι-
οδηγος/59 καιρικών άναγνωστών»;) Οί ιστορίες τών διηγημάτων στό βιβλίο τοϋ Άλέξη Πανσέληνου εί ναι βέβαια άπλές καί ευχάριστες. Αλλά ή ουσία καί ό διανοητικός χυμός βρίσκεται πίσω άπ’ αύτές. "Οπως σέ κάθε άξιο βιβλίο. Ό συγγραφέας μέ τό πρώτο του βι βλίο έχει καταφέρει αυτό πού καί ώριμοι συγγραφείς δέν τό κατα φέρνουν πάντοτε. Νά υποβάλλει δηλαδή τήν προβληματική του καί νά θέτει ερωτήματα πίσω άπό τίς άπλές ιστορίες, τήν πλοκή, τό «μπροστινό πλάνο». Ό Άλέξης Πανσέληνος έπικεντρώνει τό θέμα του καί τό πολιορκεί σιγά σιγά μέ σα άπ’ αύτές τίς άπλές ιστορίες χω ρίς δμως ούτε στιγμή νά χάνεται μέσα σ’ αύτές. Στό βιβλίο διακρίνεις καί κάτι άλλο: Τή θεμιτή καί νόμιμη επιρ ροή τού συγγραφέα άπό τόν κινη ματογράφο. Αύτό λίγο πολύ συμ βαίνει μ’ όλους σχεδόν τούς νεότε ρους πεζογράφους καί Ιδιαίτερα μέ κείνους πόύ έχουν τήν ηλικία τοϋ συγγραφέα. (Μακάρι νά μή φθάσουμε ποτέ στό σημείο νά πούμε τό ίδιο γιά τήν επιρροή τής τηλεόρα σης ατούς μελλοντικούς λογοτέ χνες. ιΘά ήταν σά νά βγάζαμε τόν έπικήδειο λόγο τής νεοελληνικής λογοτεχνίας.) Αύτή ή επιρροή συμπεραίνεται κυρίως άπό τή δομή, τό μοντάζ καί τή σκηνοθεσία τού φαν ταστικού σέ σχέση μέ τό ρεαλιστι κό, ίΐού χαρακτηρίζει καί τά τέσσε ρα διηγήματα. Γιά τίς λογοτεχνικές άρετές τού βιβλίου καί τού συγγραφέα έγραψα
στήν άρχή. Θά ’θελα τελειώνοντας νά σημειώσω άλλη μιά. Αύτήν τής τέρψης, μέ τήν πρωτογενή σημασία τής λέξης, αύτή πού έδιναν οί άρχαίοι στίς καλλιτεχνικές δημιουρ γίες καί πού έχει χαθεί όχι μόνο άπό τούς σημερινούς δημιουργούς άλλά καί άπό όλες τίς κοινωνικές εκδηλώσεις τού τόπου μας. Είναι άλήθεια πώς είμαστε λαός «χωρα τατζήδων καί πλακατζήδων» καί πώς μάς λείπει ή αίσθηση τού κα λόγουστου καί λεπτού χιούμορ. Τόν τελευταίο καιρό στήν έλληνική λογοτεχνία ή σοβαρότητα καί ή βα ρύτητα ενός έργου κατάντησε νά μετριέται μέ τή μιζέρια, τή σοβαρο φάνεια καί τό τραγικό πού περιέ χει, λές καί όλη τή ζωή μας τήν περνάμε μέσα στήν τραγωδία. Ά π ’ αύτή τήν άποψη, τό νά γράφεις γιά τραγικά πράγματα τού καιρού μας μέ τόσο λεπτό χιούμορ καί νά χαρί ζεις γενναιόδωρα τόση ευφορία, τόσο διανοητικό κέφι, τόση τέρψη, όσο αύτή πού χαίρεται κανείς στίς σελίδες τού βιβλίου τού Άλέξη Πανσέληνου, αύτό πρέπει νά θεω ρείται καί νά λογαριάζεται έξαιρετικό λογοτεχνικό προτέρημα. ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΕΙΜΑΡΑΣ Υ.Γ. Καί μιά δυσάρεστη άπορία. "Οσο καί άν έψαξα τίς σελίδες τού βιβλίου δέν βρήκα πουθενά τό όνο μα τού δημιουργού τής εικόνας πού κοσμεί τό εξώφυλλο. Ή πολύχρονη σοβαρότητα πού διακρίνει τόν «Κέδρο» δέν φτάνει νά δικαιολο γήσει αύτή τήν άβλεψία.
κινηματογραφικά
τετράδια
—ίο
ΔΙΜΗΝΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ. ΙΟΥΝΙΟΣ 83. ΔΡΧ. 120 ΝΕΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ (ΒΕΝΤΕΡΣ - ΧΕΡΤΣΟΓΚ - ΖΥΜΠΕΡΜΠΕΡΓΚ - ΙΛΕΝΤΟΡΦ) ΜΠΟΥΝΙΟΥΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΚΙΟΥΝΕΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ
ΓΚΑΜΠΡΙΕΑ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ: θάνα τος σταθερός πέρα άπ ’ τόν έρωτα. Μετ.
Σωτηρ ιάδον-Μπαράχας. 'Αθήνα, Νεφέλη, 1983. Σελ. 97. ΠΟΛΥ σύντομα -άν συνεχιστεί ό σημερινός ρυθμός έκδοσης έργων του- ό Μάρκες θά είναι ό πιό μεταφρασμένος ξένος συγγραφέας στή χώρα μας. Καί στά όσα βιβλία του ήδη κυκλοφορούν, ήρθε νά προστεθεί καί τούτη ή συλλογή διηγημάτων, πού δέν διεκδικεί βέβαια «εύσημα» σπουδαιότητας, κινούμενη δμως στό γνωστό κλίμα τού μεγάλου «παραμυθά» προσθέτει νέες -ήμιπολύτιμες- λάμψεις. Δηλαδή, δέν πρόκειται γιά βιβλίο προορισμένο νά διαβαστεί καί νά ξαναδιαβαστεί. Άλλά στήν πρώτη -καί πιθανότατα μοναδική- άνάγνωσή του ή ■άπόλαυση είναι πληθωρική.
ΖΑΝΚΟΚΤΩ: Τά τρομερά παιδιά. Μετ. Πωλίνας Λάμψα.. Αθήνα, Έρμείας, 1983. Σελ. 122. ΑΝ ή άρχαία ϋβρις είχε άπομείνει στόν κόσμο, τά «Τρομερά παιδιά» θά ήταν μιά τραγωδία. Τώρα είναι ένα βίαια δόνούμενο δράμα, σάν κι αύτά πού ξέραν νά γράφουν οί Γάλλοι στό πρώτο μισό τού αιώνα, είτε ονομάστηκαν άκαδημαϊκοί είτε «καταραμένοι». (Τελικά, ίσως ήταν καί τά δύο, όπως ό Κοκτώ.) Στό άριστουργηματικό, λοιπόν, αύτό μυθιστόρημα, άδελφός καί άδελφή κάνουν τόν ποιητικό φανταστικό τους κόσμο ζωή καί τόν έπεκτείνουν ως τό θάνατο. Κι έτσι τόν κατακυρώνουν σάν μόνη λύση τού ονείρου άπέναντι στίς συνθήκες ύπαρξης.
60/οδηγος
ή άναζήτηση μήτρας μέσα στό χαμένο χρόνο ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ Π ΑΠΑΛΑ ΤΟΥ: Ή μάνα μου, ή Κρήτη. ’Από τά βήμα τα των Καλοκαιρινών. Ιστόρημα. ’Αθήνα, Θεμέλιο, 1983. Σελ. 223.
Πέρα άπό τόν ωφελιμιστικό χαρακτήρα τους, πού θά τόν έπικαλιόταν καί σίγουρα θά τόν υποστήριζε ό φανατικός, ή καί ό δήθεν τέτοιος, φρονηματιστής, θά λέγαμε πώς οί συγγραφές ιστορημά των, γενικά, μέ τήν ανάκληση τοϋ χαμένου χρόνου καί τήν έπακόλουθη αναδρομή άντανακλοΰνε ένα νόστο, δηλαδή κάτι τοϋ ψυχο λογικού βάθους πού τροφοδοτείται άπό τά ίζηματικά στρώματα βιωμένης διάρκειας πού τά διατρέχει καί τά γονιμοποιεΐ μιά μνή μη, σάν είναι τέτοια πού νά σαϊτεύει. 'Ο χαμένος χρόνος είναι ένα «πρό σωπο». Ή άναζήτηση τοϋ χαμένου χρόνου είναι άναζήτηση προσώ που, είναι άναζήτηση ρίζας, άνα ζήτηση μήτρας. ’Ιδιαίτερα τής ζε στής, άπτής καί δχι μεταφυσικής μήτρας. Μιας μήτρας σάρκινης καί ταυτόσημα χωματένιας, δπως θέλει νά ΰπομνήσει άπό τήν πρώτη σελί δα τοϋ τελευταίου βιβλίου της ή κ. Βικτωρία Παπαδάτου. Τά ιστορή ματα τοϋ είδους παρακάμπτουνε κάθε μεταφυσικό έρώτημα, ή του λάχιστον δέν τό άντιμετωπίζουνε άμεσα, άφήνοντας μιά τέτοια προέ κταση στό στοχασμό καί τήν ευαι σθησία τοϋ άναγνώση, δηλαδή σέ κάτι τό μετέπειτα. 'Ωστόσο δμως υπολανθάνει, λειτουργεί ύποδομικά ή υπαρξιακή έμπλοκή. Ό χ ι τό νόημα τής ύπαρξης άλλά ό λόγος της. Θά ’λεγα ή έναρκτική στιγμή της. Λειτουργούμε σ’ έναν αισθη σιασμό όταν άποζητοΰμε τό σίγου ρο, τό εντυπωμένο, τό άπτό κατά τήν άναζήτηση τής στιγμής έκείνης. Κι αυτό είναι, ή τουλάχιστον νιώ θουμε πώς είναι, μιά άνακουφιστική έπισταθμία στήν άναζήτηση τοϋ χαμένου χρόνου πού, δπως κι άν τό κάνομε, ρίχνει τό βάρος του στό υπαρξιακό έρώτημα. Αυτά, άν καί δχι άπαραίτητα, γιά τήν άπόπειρα κάποιας, καθόλου βέβαια άναμφισβήτητης, συμβατικής «νομιμο-
ποίησης» τής ιστορικής συγγραφής αύτού τοϋ είδους. Ίδού λοιπόν: Ή Μάνα μου, ή Κρήτη, τά βήματα τών Καλοκαιρι νών. Ποιό είναι σέ πρώτο πλάνο, ποιό παραπίσω; Ποιά ή πάνω στι βάδα ποιά ή κάτω; Μά είναι τάχα νά μετρά; είναι νά κάνει ή κάποια ιεραρχημένη (καί πόθεν;) διαστρω μάτωση αυτών τών έπίπεδων; ’Εδώ ύπάρχει κάτι άλλο. Είναι σαφώς «άναγνώσιμη» μιά γοητεία ίσα ίσα γιατί τά έπίπεδα αυτής τής διήγη σης μετακινούνται, γλιστρούνε, άλ λοτε κάθετα άλλοτε όριζόντια, μεταφέροντας τόν άναγνώστη άλλοτε μ’ ένα βραδύ ρεμβαστικό λίκνισμά κι άλλοτε μέ ταχύτητα μέσα άπό σκιαγραφικά πορτρέτα, μέσα άπό άπόμακρες χρονοσημάνσεις, άπό όραματισμούς καί άγωνίες μά καί έπίμονους άγώνες γιά τή λευτεριά ένός άγαπημένου τόπου, μιας λα τρεμένης γής. Παράλληλα καί μέσα άπό τό σχεδίασμά μιάς άνθρώπινης ζωής άξιολογημένης καί συνάμα φορτισμένης μ’ ένα ύψηλό φρόνημα πού άποτέλεσε τό «ένδυμα» έκείνου τού κλάδου τών Καλοκαιρινών πού κέρδισε τό ένδιαφέρον τής κ. Β.Π. Ή συγγραφέας καταθέτει μέ τόν τρόπο της μιάν ύφολογική άπο ψη μέσα άπό τήν όποια δηλώνεται ή λογοτεχνική της ταυτότητα. Στά
χέρια της τό στοιχειακό υλικό (μαρτυρίες, ήμερολόγια, άποσπάσματα χρονικών, άρχειακά ντοκου μέντα, έγγραφα, έπιστολές, φωτο γραφίες) δέν υπηρετεί μιάν αυστη ρή καί παραδοσιακή άναφορά, άλ λά συχνά καί έξω άπό τήν, θά ’λε γα άκαδημαϊκή, άντίληψη τής ροής τού χρόνου άναδιπλώνεται καί πά λι παλινδρομεί μέ τό ρυθμό πού τό ταμπεραμέντο καί τό νεύρο τής βούλησής της τό βάζει σέ κίνηση. "Υστερα άπό τρεις ποιητικές συλλογές: «Δρόμος τής ζωής» 1972, «Τροχιές» 1975, «Τό πρώτο μου εί δωλο» 1977 καί τρία βιβλία σέ πεζό λόγο: «Τά χρωματιστά φώτα» 1980, «Πανσιόν Boa Vista» 1980, «Τό λί γο πράσινο τής ελπίδας» 1981, ή κ. Β.Π. μέ τή φετινή δουλειά της, κλείνοντας 12χρονη θετική παρου σία στά γράμματά μας, προκαλεί τήν έπισήμανση καί άλλων έπίπε δων πού συνθέτουν τό λογοτεχνικό της πορτρέτο. "Ετσι, παρόλο πού σχεδόν άπό τόν προθάλαμο τού βι βλίου υποδέχεται τόν άναγνώστη κάποια βιβλιογραφία, πές ή λιβρέα μιάς επιστημοσύνης, καθιστώντας τον κατά κάποιον τρόπο εύάλωτο καί διαθέσιμο, δέν τόν παγιδεύει ώστόσο στά άνυδρα καί αυχμηρά τής ιστορικής μελέτης. Είναι μιά άφήγηση πού «βλέπει» στά μεσημ βρινά, στά ζεστά τής μυθοπλασίας· έκεϊ πού ό σφυγμός τής καρδιάς εί ναι αύτός πού βάζει σέ κίνηση τό λόγο καί όχι ό ψυχρός ιστορικός προβολέας δταν περιδιαβάζει μόνο άνιχνευτικά τά διαχρονικά καθέ καστα, πιό πολύ γιά νά προεπικυρώσει κάποια θεωρία. Δέν είναι έκεϊ ή γραφή τής κ. Β.Π. Δέν άποστασιοποιεϊται στό μέτρο πού είναι
οδηγος/61
άπαιτητό στην περίπτωση τού ιστο ριοδίφη. Δεν κάνει ιστορία, δέν έρμηνεύει. Περνά μέσα άπό τόν τά ραχο καί τούς σπασμούς τής χιλιοσφαγμένης Κρήτης, μέσα άπό τά τινάγματά της γιά την άποτίναξη όποιου ζυγού, άλλά δλα αυτά δχι στό πρώτο πλάνο. Στήν δλη σύνθε ση ή ένάργεια δέν άφορά στίς άπάτητες έπαναστατημένες μαδάρες, στίς ματοβαμμένες στράτες, στά πυρπολημένα μοναστήρια, στά μπουντρούμια των κάστρων, στίς κρεμάλες. 'Ωστόσο, όλων αΰτών άκούγεται ή ήχώ. Ή σύνθεση περ νά μέσα ή πλάι σ’ αυτά μέ μπατούτες τά πρόσωπα, σερνικά καί θηλυ κά, τών Καλοκαιρινών. Μά ποιοι είναι οί Καλοκαιρινοί; Ή ίδια κ. Β.Π., πού τοποθετεί ται κάπου στό διακλαδισμό τής έβδομης γενιάς τού οίκου, είναι τό γένος Β. Κριμπά. Ή μητέρα της, Άριστέα, πού τό ήμερολόγιο καί οΐ διηγήσεις της είναι δχι μόνο μιά άπό τίς πηγές άλλά καί σπονδυλική στήλη τού ίστορήματός της, είναι κι αυτή τό γένος Μίνωα Ήσυχάκη, καί μόνο ή μητέρα τής τελευταίας, άρα ή γιαγιά τής κ. Β.Π., είναι Καλοκαιρινή, ή Στυλιανή, δεύτερη κόρη τού Λυσίμαχου Καλοκαιρι νού, πού όντας πρόξενος τής ’Αγ γλίας στό Ηράκλειο σφάζεται άπό τούς Τούρκους στό μακελειό τής 25 Αύγούστου 1898. Κι άκόμα, είναι γιός αύτού τού Λυσίμαχου ό Άντρέας Καλοκαιρινός πού άφησε τό γνωστό Καλοκαιρίνειο κληροδό τημα στό Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός». Καί ή Σκεύω, ρο μαντική καί μυθιστορηματική μορ φή, ή μικρότερη άπό τίς κόρες τού Λυσίμαχου, πού τά ίχνη της χάνον ται σ’ έκείνη τή σφαγή καί πού μα ζί μέ τόν πατέρα της είναι ίσως τά δραματικότερα πρόσωπα τού δέν τρου τών Καλοκαιρινών. ’Αναζητώντας τό όνομα αιώνες πίσω ή κ. Β.Π. άναφέρει δτι άπό τούς ειδικούς μελετητές άναγνωρίζεται βυζαντινό, δπως καί τόσα άλλα οικογενειακά τής Κρήτης. 'Υπομνηματικά γίνεται άναφορά στόν έποικισμό τής Κρήτης μέ βυ ζαντινούς «άρχοντόπουλους» πού στέλνονται στό νησί μετά τό ξεπά τωμα τών Σαρακηνών άπό τόν αύτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά. Ή κατάκτηση τού νησιού τό 1210 άπό τούς Φράγκους τής 4ης Σταυροφο ρίας, ή κατοπινή ένετοκρατία ως τά 1669 (όπόταν άρχίζει ή όθωμανική κατοχή), δηλαδή μιά περίοδος
459 χρόνων, είναι μιά όλόκληρη κοσμογονία γιά τήν Κρήτη, πού άκόμα δέν έχει άρωθεϊ άπό τό ύνί τής ιστορικής ερευνάς. ’Απ’ αυτή τήν περίοδο δέν είναι τίποτα άκό μα γνωστό γιά τούς Καλοκαιρι νούς. Τά ένετικά άρχεϊα είναι άκό μα άνέγγιχτα. Είναι φυσικό μεταξύ πολλών άλλων νά εικάζονται καί οί έπιμιξίες άνάμεσα στό ντόπιο καί τό ένετικό στοιχείο. "Ηδη ή κ. Β.Π. άναγκάζεται νά παρακολουθήσει τά βήματα τών Καλοκαιρινών άπό τήν περίπτωση μιάς τέτοιας, βε βαιωμένης δμως, έπιμιξίας. Πρό κειται γιά τή μεγάλη «Κυρά», τήν ’Αργυρή Κρασάκαινα (1764), δε σπόζουσα μορφή στό ιστόρημά της. Είμαστε πιά στό 19° αιώνα δταν γόνος τών Καλοκαιρινών δ Ά νδρέας, γιός τού άναγνώστη Δημήτρη καί έγγονός τού Λέοντα Καλο καιρινού, πού φεύγοντας τούς Τούρκους είχε έγκατασταθεί στά Κύθηρα, ξαναγυρίζει στήν Κρήτη καί παντρεύεται τή Μαργιόρα Κρασοπούλα, μοναχοκόρη τής ’Αργυρής Κρασάκαινας. ’Από τό σημείο αύτό ή κ. Β.Π., χάρη στό ήμερολόγιο τής μητέρας της, τίς προφορικές διηγήσεις καί τό έπιστολιμαϊο ύλικό πού βρίσκεται στά χέρια της, παρακολουθεί στενά τά βήματα τών Καλοκαιρινών. Έλόγου τους -καί ιδιαίτερα ή έμφαντική μορφή Άνδρέα τού 1ου- είναι ικανοί, έξυπνοι καί δραστήριοι έπιχειρηματίες. ’Εκμεταλλευόμε νοι, βασικά, τήν έγγλέζικη υπηκοό τητά τους, πού τούς έκάλυπτε άπό τίς αυθαιρεσίες τού Τούρκου, κι άκόμα φιλικές σχέσεις τους μέ πρό σωπα κλειδιά, έπίσης τό άνοιγμα, τίς εύκολίες καί τίς ευκαιρίες πού προσφέρανε οί καιροί, δημιουργή σανε τεράστια περιουσία, πράγμα πού επαύξησε τό κύρος τους έτσι πού, ιδιαίτερα σέ κρίσιμες στιγμές τών κρητικών άγώνων, νά προσβλέπουνε σ’ αυτούς γιά μιά σωστι κή παρέμβαση, γιά ένα άσυλο, γιά μιά διαφύλαξη θησαυρικών κειμη λίων τού τόπου. 'Υπήρξανε, σχετι κά, ευτυχισμένοι άρχοντες καί, μέ τά μέτρα, τίς συνθήκες καί τά κρι τήρια τού καιρού τους, ωφέλιμοι. Μόνο σέ μιά κορυφαία στιγμή τού κρητικού άγώνα γιά τήν ένωση μέ τή μητρόπολη ύπήρξανε τραγικοί (ή περίπτωση τής σφαγής τού Λυ σίμαχου Καλοκαιρινού καί τής έξαφάνισης τής κόρης του Σκεύως). Φυσικά δέ θά τούς λέγα με γιά τό λόγο αύτό ’Ατρείδες τής
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ Θετική είναι ή εικόνα καί τού 2ου τεύχους τού Τότε..., τού «μηνιαίου περιοδικού γιά τήν έλληνική ιστορία». Ά πό τά πιό ένδιαφέροντα κείμενά του είναι αύτό γιά τόν έπαναστάτη βασιλιά τής Σπάρτης Κλεομένη, άλλά καί οί συνέχειες τών δύο νεοελληνικών θεμάτων του, τής ύπόθεσης Πλουμπίδη καί τού κινήματος τής 1ης Μαρτίου 1935. Στίς Τομές (τεύχος 86) ένα μικρό άφιέρωμα (πού περιλαμβάνει μιά έξαιρετικά σημαντική συνέντευξη) στό Γιάννη Ξενάκη προσελκύει περισσότερο. Πάντως, άνάμεσα στήν ύπόλοιπη ύλη μπορεί νά ξεχωρίσει κανείς τά ποιήματα τού Τζ. Παβέζε καί τού Εύγ. Μοντάλε. Έ να άφιέρωμα στή Θεσσαλονίκη άποτελεί όλόκληρο τό τεύχος Μαίου (άρ. 7) τής τριμηνιαίας ’Α ρχαιολογίας. Πλήθος τά ένδιαφέροντα κείμενα γύρω άπό τό παρελθόν ζωής καί τέχνης τής συμπρωτεύουσας καί μεταξύ τους ένα πολύ περιεκτικό «Διάγραμμα τής οικονομικής ιστορίας» τής πόλης άπό τόν 4ο ως τό 19ο αιώνα, τού Ν. Σβορώνου. Περισσότερο τοπικό χαρακτήρα έχει τό νέο τεύχος τού Δ ιά λο γο ν , τής τρίμηνης έκδοσης τής Μορφωτικής "Ενωσης Λεχαινών. Πάντως, άξίζει νά σημειωθεί τό άφιέρωμα στόν «Πυργιώτικο Παρνασσό», τήν πολιτιστική κίνηση τής περιοχής στά χρόνια 1941-45. Ά πό τήν Κύπρο, τέλος, ήρθε ένα καινούριο περιοδικό, Ή άμαξα. 'Η ύλη του χωρίς φαμφαρονισμούς, σεμνή καί ένδιαφέρουσα. Καί μέ ποιήματα (έκτος τών άλλων κειμένων) δύο πολύ άξιόλογων ποιητών, τού Ήλία Κωνσταντίνου καί τής Πίτσας Γαλάζη. ΒΑΪΟΣ ΠΑΓΚΟΥΡΕΛΗΣ
62/ο δ η γό ς Κρήτης. Ούτε γιά άλλο λόγο φεου δάρχες ή φεουδαρχικούς, ούτε τίποτφ Φορσάιτ ή άτεγκτους προμπίζνεσμεν τής σύγχρονης άνθρωποφαγίας. 'Υπήρξανε θετικοί καί γόνιμοι στήν οικονομική καί πολι τική ζωή τής Κρήτης, χωρίς νά εί ναι άφαντοι καί στά γράμματα. Ή θέρμη τής γραφής τής κ. Β.Π. τούς άνασταίνει σέ τρόπο πού δεν τούς θάβουν οί γνωστές εθνικές πε
ριπέτειες τών κρητικών άγώνων. ’Έχομε άνάγκη άπό τέτοιου είδους ιστορικές συγγραφές πλάι ή στό περιθώριο τής ιστορικής επιστή μης, πού κάτω άπό τό έπιστημονικό της άλλοθι κατ’ άνάγκη «άπανθρωπίζει». Πρέπει άκόμα νά σημειωθεί, σχετικά μέ τό ύφος γραφής τής κ. Β.Π., πώς έχει ένα ιδιόμορφο μα γνητισμό καί μιά πολύ έλκυστική
καί ευχάριστα προκλητική άνορθοδοξία πού παγιδεύει τόν άναγνώστη. Ή ποιητική ευαισθησία της βρίσκει ευκαιρίες νά δηλωθεί, καί μάλιστα πολλές φορές αιφνιδιαστι κά, πράγμα πού γοητεύει. Σημειώ νω κάπου: «...Έμεινα έκστατική. Πώς ομόρφαινε μιά άμαρτία άπό μιά κουπαστή μαρμάρινη, βενετσιάνικη». ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ
σημαντικός κρίκος τοϋ Μάρκες ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡ ΚΕΣ: Ή κηδεία τής Μεγάλης Μά μα. Μετ. Σπνρου Τσακνιά. ’Αθή να, Νεφέλη, 1982. Σελ. 143.
Πρίν μιλήσω γιά τό βιβλίο, θά ήθελα νά σταθώ στη μετάφραση καί στόν μεταφραστή, όχι μόνο γιατί τελευταία γίνεται πολύς λόγος γιά κακούς μεταφραστές (κι ό Σπ. Τσακνιάς είναι άπό τούς ξεχω ριστά καλούς), όσο κυρίως γιατί ή μετάφραση τού συγκεκριμένου έργου δίνει τό μέτρο μιας πνευματικής τιμιότητας, πού στή σημε ρινή άγορά είναι τουλάχιστον σπάνια. * Σ’ ένα προλογικό σημείωμα, λοι πόν, ό μεταφραστής δέν άρκεϊται νά πει άπό ποιά γλώσσα μετάφρα σε, τί συγκρίσεις καί παραβολές έκαμε, άλλά φτάνει στό σημείο νά ύπογραμμίσει τίς παρατηρήσεις του σέ σχέση μέ τό πρωτότυπο καί νά αιτιολογήσει τίς λύσεις πού προτείνει. Δέν θά πώ δτι ή μετά φραση γίνεται έτσι άναδημιουργία. Θά πώ δτι ό άναγνώστης έχει έξαρχής τή δυνατότητα νά προσεγγίσει τό μεταφρασμένο έργο μέ τή βεβαιότητα δτι ό μετα φραστής τόν σέβεται κι δτι τό έργο άξίζει (έφόσον έχει τύχει τέτοιας προσοχής) νά διαβαστεί γόνιμα. Ή καλή μετάφραση ένισχύει τήν αι
σθητική άπόλαυση καί τήν έπαφή , τού άναγνώστη μέ τό συγγραφέα. ’Αξίζει νά σημειωθεί δτι Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είναι ό πιό πολυμεταφρασμένος στή γλώσσα μας συγγραφέας τής Λατινικής ’Αμερικής, μαζί μέ τόν Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Είναι γνωστές οί περιπέτειες τής παρουσίας του στά έλληνικά, μέχρις δτου τακτοποιη θεί τό θέμα τών δικαιωμάτων τών έργων του. Ή φήμη πού είχε προηγηθεί τής μετάφρασης καί ή έκδοτική επιθυμία έκμετάλλευσης τής πε ρίπτωσης Μάρκες είχαν σάν άποτέλεσμα νά κακοπάθει τό έργο στά έλληνικά. Καί τό σοβαρότερο: πα ρόλο πού ό Γκ. Γκαρσία Μάρκες
οδηγος/63
παραμένει σταθερά τά τρίατέσσερα τελευταία χρόνια στην κο ρυφή τών μπέστ-σέλερ, δεν έχει ληφθεϊ (ούτε βέβαια πρόκειται νά ληφθεϊ) μέριμνα γιά τή διόρθωση τών «ήμαρτημένων», τουλάχιστον στό γνωστότερο βιβλίο του, «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Ή μετάφραση τοϋ Σπ. Τσακνιά έγγράφεται σέ κάποιο είδος «στερεότυπης» έκδο σης. ”Αν βρίσκουμε τήν έκφραση αυ τή φιλόδοξη, μπορούμε νά υποστη ρίξουμε πώς ή μετάφραση είναι πλήρης πάνω στό όριστικό έργο. Έτσι, προηγούμενη έκδοση τού ίδιου εκδοτικού οίκου μέ τόν ίδιο τίτλο, άλλά διαφορετικό περιεχό μενο εκτός άπό τό διήγημα πού δί νει τόν τίτλο τής συλλογής, πρέπει νά θεωρείται δτι άνήκει στήν εποχή τής άνάγκης νά προλάβει ό έκδοτης τή ζήτηση. «Ή κηδεία τής Μεγάλης Μάμα» είναι μιά συλλογή οκτώ διηγημά των, πού δλα γράφτηκαν τό 1962. Πρόκειται λοιπόν γιά έργο πού προηγείται τής τοιχογραφίας / έπους «Εκατό χρόνια μοναξιάς», άλλά καί πού τό άναγγέλλει: ό χώ ρος είναι ό ίδιος (τό μυθικό Μακόντο), οί καταστάσεις, άφάνταστα παραμυθένιες στήν πραγματι κότητά τους, είναι ίδιες, μερικά πρόσωπα/σύμβολα εμφανίζονται άπό διήγημα σέ διήγημα, λίγοπολύ άνεπτυγμένα. Είναι τά ίδια (ή μέ άλλο όνομα) πού θά συναντή σουμε πάλι στά «Εκατό χρόνια μο ναξιάς». Θά έλεγα δτι «Ή κηδεία» είναι σημαντικός κρίκος άνάμεσα σέ πρωιμότερα έργα καί σέ κατοπι νά. Ή εντύπωση αυτή ένισχύεται άπό τή θεματογραφία καί τήν τε χνική, πού τή βλέπουμε νά ξεφτίζει στά πρόσφατα έργα τού συγγραφέα (π.χ. «Χρονικό ένός προαναγγελθέντος θανάτου»), παρόλο πού δέν χάνει τήν άμεσότητα τής έκπληξης καί τό κέντρισμα τού ενδιαφέρον τος. Έδώ ή θέση τού συγγραφέα εί ναι φανερή: όλη του ή συμπάθεια πηγαίνει στούς μικρούς, σ’ εκεί νους πού δέν μπαίνουν ούτε πρό κειται νά μποΰν στήν κάστα τών ιδιόρρυθμων, όσο καί τυραννικών πλούσιων. Οΐ άντιθέσεις καί ή πά λη αυτών τών δύο κόσμων δέν έρ χονται στό φώς σάν σύγκρουση, σάν έκρηξη. Περνάμε άπό τόν άπόβλητο καί σκοτωμένο κλέφτη τού πρώτου διηγήματος στό τερατώδες πού πλακώνει τόν πλανήτη κι έκ-
προσωπείται άπό τή Μεγάλη Μά μα, στήν κηδεία τής όποιας έρχεται ό πάπας (τελευταίο διήγημα). Ό πλανήτης συνεπώς δέν σείεται, ζεϊ τήν προκατακλυσμιαία του εποχή. Ούτε κανείς σκέφτεται ν’ άνακράξει: μετά άπό έμένα ό κατακλυ σμός. Όμως, ή σύμμειξη τού πραγ ματικού καί τού φανταστικού δη μιουργεί τήν υποψία πώς αύτό δέν θά κρατήσει αιώνια. Θά βιαστεί κανείς νά πει ότι δλ’ αύτά άνήκουν στό όπλοστάσιο τής τεχνικής καί τού «έν προόδω» έρ γου ένός καλού συγγραφέα. Τό κα ταπληκτικό ώστόσο εξακολουθεί νά είναι ότι δλα έχουν μιά φυσικό τητα, τόσο έντονη, ώστε συμπαρασύρει τόν άναγνώστη καί τόν εμπο δίζει νά διακρίνει τό στημόνι άπό τό ύφάδι. ’Επανερχόμαστε έτσι στή μαγεία τού λόγου. Θά λάβαινα μά λιστα τό θάρρος νά θεωρήσω άνακριβή τό χαρακτηρισμό τού «μαγι κού ρεαλισμού» πού άποδίδεται σέ μιά πλειάδα συγγραφέων τής Λατι νικής ’Αμερικής, μέ προεξάρχοντα τόν Γκ. Γκαρσία Μάρκες. Θά έλε γα δτι πρόκειται γιά μαγικό λόγο (magic discourse), θέλοντας έτσι νά υπογραμμίσω μιά λογοτεχνική άνανέωση πού μάς επαναφέρει στά θε μέλια τής λογοτεχνίας. Τό άσχημο είναι δτι ή γνώση μας τών γραμμάτων τής Λατινικής ’Αμερικής είναι άπελπιστικά έλλιπής, όπότε τέτοιες καταφάσεις δέν έχουν πιθανότατα πιό συγκεκριμέ νης καί γενικότερα κατανοητής τεκμηρίωσης. Καί τό εγκώμιο τού Γκ. Γκαρσία Μάρκες μάς έμποδίζει ν’ άντιληφθοΰμε δτι υπάρχουν ισό θεοι, προπάτορες κι έπιγενόμενοι, όπότε θά είχαμε τή δυνατότητα άντικειμενικής μελέίης καί σύγκρι σης. Θά μπορούσαμε επίσης, άντί νά μιλάμε γιά «φαινόμενο Μάρ κες», νά μιλάμε γιά «μιά άπό τίς περιπτώσεις: τήν περίπτωση τού Μάργες». Αύτό δέν μειώνει τό έρ γο καί τό συγγραφέα, άλλά μειώνει τούς κινδύνους μιάς άκριτης μίμη σης, μιάς λογοτεχνικής προσωπο λατρείας. Φ. Δ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ * Αύτό ισχύει καί γιά τήν κυρία Κλαίτη Σωτηριάόον, πού έχει μεταφράσει ΐνα μόνο διήγημα τής συλλογής, άποδίδοντάς της γνησιότητα προθέσεων, άλλά καί μιά μεταφραστική Απειρία, πού τήν κάνει, παρασνρόμενη άπό τό ρυθμό τοϋ πρωτότυπου, νά μή φροντίζει τήν έλληνική γλώσσα.
πλαίσιο για παιδια W. G AGE: Ή κνρά Μ αριάνθη καί τό φάντασμα. Είκ. Μ. Hafner. Μετ. Β. Χριστοφορίδης. Δ εληθανάσης, 1982. (άπό 6 χρ.)
ΒΙΒΛΙΟ γραμμένο καί εικονογραφημένο μέ χιούμορ πού βοηθά τά παιδιά νά ξεπεράσουν τούς νυχτερινούς φόβους τους. Τό φαντασματάκι χτυπάει καί βροντάει δλη τή νύχτα ταράζοντας τόν ύπνο τής κυρα-Μαριάνθης. ’Εκείνη μέ τή φοβέρα καί τή γαλιφιά προσπαθεί νά τό διώξει. ’Εκείνο βάζει τά κλάματα. Ή τρυφερή καρδιά της συγκινεΐται. Τό φαντασματάκι παραμένει καί ή κυρά Μαριάνθη άνακαλύπτει δτι οί νυχτερινοί θόρυβοι τής κρατούν συντροφιά καί τή νανουρίζουν... ΜΑΡΙΑΣ ΓΚΡΙΠΕ: Αόελλα ή κόρη τον Μπαμπά Μπέρτα. Είκ. Harald Gripe. Μετ. Βίτω Ά γγελοπ ούλου. ’Αθήνα, Πατάκης, 1982. Σελ. 213. (10-15χρ.)
ΑΠΑΛΑ καί μέ τρυφερότητα γράφει ή Μ.Γ. τήν ιστορία τής Αόελλα. Οί γονείς της λείπουν. "Ενα σκιάχτρο φτιάγμένο άπό τήν ίδια γιά νά διώχνει, δχι τ’ άγριοπούλια, άλλά τούς εχθρούς ύποκαθιστά τόν πατέρα. Ό θυμός γιά τήν άπουσία τής μητέρας άντικαθιστά τή λύπη. 'Η Αόελλα περνά άπό τήν άναζήτηση στήν παραίτηση, άπό τήν ελπίδα στή διάψευση, άπό τήν άνασφάλεια στήν αύτοπεποίθηση. Όταν, Αναπάντεχα, δλα τελειώνουν καλά, ό γυρισμός τής Λόελλας «στήν ’Ιθάκη» έχει συντελεστεΐ. "Εχει γίνει ένα σίγουρο καί ευαίσθητο άτομο μέ αύτάρκεια. ΕΛΕΝΗ ΠΑΜΠΟΥΚΗ
64/συνεντευξη
Στρατής Δούκας: Δέν εννοώ τέχνη χωρίς βίωμα, χωρίς ζωή Ό Στρατής Δούκας γεννήθηκε ατά Μ ο σχονήσια τής Μικράς ’Ασίας τό 1895 κα ί ήλθε στήν Ε λλά δα τό 1912, δπον γράφτηκε στή Νομική Σχολή τοϋ Π ανε πιστημίου 5Αθηνών. Νά δώσεις τήν ταυτότητα τοϋ ανθρώ που με λέξεις όπως πεζογράφος, αισθη τικός, ζωγράφος, τεχνοκρίτης, δημοσιο γράφος; Τό πορτρέτο λειψό. Α φ ήνεις ά π’ έξω τή ζωή του, πού είναι μιά διαρκής προσφορά στή σύγχρονη Ε λ λάδα. Δ έν αποτελεί υπερβολή νά π ει κανείς ότι ό Κόντογλου, ό Παπαλουκάς, ή τέχνη των άγγειοπλαστών τής Κιουτάχειας καί των ταπητουργών τής ’Ανατολής, τό "Αγιο ’Ό ρος κα ί ή βυζαν τινή ζωγραφική, τά σπίτια τής Καστο ριάς, ο ί λαογραφικοί θησαυροί τής Λ έ σβου, τό έργο τοϋ Χαλεπά έρχονται στό προσκήνιο τής ελληνικής ζωής καί τήν πλουτίζουν χάρη στήν πίστη καί τις προσπάθειες τοϋ Στρατή Δούκα. Παράλληλα μέ όλες τίς δραστηριότητές του πού προωθοϋν τήν τέχνη καί μα ζί τή ζωή, σάν μιά άκόμα έκφραση ζωής, γράφει πεζογραφήματα καί κατά και ρούς ζωγραφίζει. Ή « Ιστορία ενός αιχμαλώτου», μέ πρωτοποριακή γιά τήν εποχή της -1929- γραφή, είναι τό πιό γνωστό βιβλίο τοϋ Δούκα. Υ πόδειγμα
ύφους καί γιά τούς σημερινούς λογοτέ χνες. ’Αφιερωμένη «στά κοινά μαρτύρια των λαών», είναι ή περιπέτεια ενός "Ελ ληνα στήν καταστροφή τοϋ ’22, πού πιάστηκε αιχμάλωτος από τούς Τούρ κους, δραπέτευσε καί έκανε τόν Τούρκο γιά νά γλιτώσει. Μέ τήν ευκαιρία τοϋ αφιερώματος στόν μικρασιατικό ελληνισμό ή συνεργάτις μας Θεοδώρα Ζερβοϋ συνάντησε τόν 88χρονο Στρατή Δούκα κα ί μάς μεταφέ ρει κομμάτια άπό τή συνομιλία τους. ΓΟλες οί είσοδοι σέ γηροκομεία μοιάζουν. Ή άτμόσφαιρα, οί ήχοι, τά πρόσωπα. Ό Στρατής Δούκας καί ή γυναίκα τον, Δήμη τρα Δούκα, έχουν έ'να δωμάτιο στό ισό γειο. Ά π ’ τ ’ Ανοιχτά παράθυρα μπαίνει ό θόρυβος τής Ίωάννον Δροσοπούλου. Με σημέρι. Σοϋ φτάνουν λίγα δευτερόλεπτα γιά νά διαπιστώσεις δτι ό Στρατής Δούκας άνήκει στήν κατηγορία των Ανθρώπων πού ξέρουν μονάχα νά προσφέρουν. Στά έπόμενα δευτερόλεπτα Αναρωτιέσαι Αν ή κοινωνία πού μέρος της Αποτελείς ξέρει πότε καί ποιούς πρέπει νά Ανταμείβει. °Ομως, ό βιβλικός γέροντας μέ τή βαθιά φωνή καί τό καθαρό βλέμμα σέ αίφνιδιά ζει. Είναι πολύ πάνω άπό τούς λογαρια σμούς τοϋ δούναι καί λαβεϊν. Έ χει πληρό τητα, γαλήνη, Αρχοντιά καί χιούμορ. Φυ σικά, ή κουβέντα ξεκινά μέ τόν «Αιχμάλω το»./
συνεντευξη/65 Αλλά καί έναν άλλο λόγο έχει πει ό Σεφέρης. Κάτι σάν προσευχή. «Θέ μου», μέ δικά μου λό για τό λέγω, «άξίωσέ με νά μιλήσω άπλά». Τό ενθυμείσαι εκείνο τό ποίημα τού Σεφέρη; Τό θυμάμαι: «Δέ θέλω τίποτε άλλο παρά νά μιλήσω άπλά, νά μού δοθεί έτούτη ή χάρη».
Η «ΙΣΤΟΡΙΑ ενός αιχμαλώτου» είναι ένα ιδιό τυπο βιβλίο. Δέ θά μπορούσε νά τό γράψει, έχω πει, κανένας άπό τούς συγχρόνους μου. Ούτε έγώ· είναι άνώτερο άπό τίς δυνάμεις μου. Γιατί είναι άποτέλεσμα τής δουλειάς πού έχω κάνει χέρι χέρι μέ τό λαό. ’Αφού καί τό βίωμα δέν εί ναι δικό μου· είναι ξένο τό βίωμα. Αυτό βοηθάει την άποστασιοποίηση, πού λέει ό Μπρέχτ ότι εί ναι άπαραίτητη γιά τό επικό βιβλίο. Αλλά καί ό Έλιοτ λέει κάτι παρόμοιο: "Οτι στην τέχνη πρέ πει νά σιωπούν τά άτομικά αισθήματα. Τώρα ώς πρός τή γραφή: Ή «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» ήταν ένα πρωτοπόρο βιβλίο, καί αυτό δείχνεται στίς κρίσεις πού βάζω στίς τελευ ταίες έκδόσεις τού «Κέδρου». Ά π ό τόν Φώτο τόν Πολίτη μέχρι τόν Σταματίου -καί μιά τελευ ταία κρίση, τού Κώστα Παπαγεωργίου, πού λέ γει ότι δέν έχει καμιά σχέση ή «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» μέ τού Βενέζη καί μέ τού Μυριβήλη. Ήτανε, είπαμε, ένα πρωτοπόρο βιβλίο. Πώς δούλεψα σ’ αυτό; Έγώ ένόμιζα επαρχιωτισμό τό διακοσμητικό ύφος τού Μυριβήλη καί τού Βενέ ζη. Γιατί είχα ύπόψιν τό άπλό, τό όποιο τό είχα μέσα μου. Ό Σεφέρης μιλάει γιά τό άπλό ύφος. Ή γυ ναίκα τού Ζεράρ Φιλίπ, στούς Δελφούς πού βρέ θηκαν μαζί, τού λέγει: «"Ησουνα πάντοτε άπλός;» «"Οχι, έγινα απλός».1 Λέγει καί ένα άλ λο έπίσης: Δέν πρέπει νά παραβιάζουμε τή γλώσσα. Δυστυχώς, τά εννέα δέκατα τής λογοτε χνίας μας είναι άπό λογοτέχνες πού παραβιά ζουν τή γλώσσα· παραβιάζουν τό άπλό ύφος, πού είναι «στοιχείο» γιά τούς άρχαίους. Οί άρχαϊοι πίστευαν στό άπλό καί άληθινό.
ΣΕ μένα ή άπλότης είναι συνδεδεμένη μέ τήν ει λικρίνεια. Δέν μπορούσα νά πώ ψέματα. "Οταν έγινε ή δίκη τού Γλέζου μέ παρανόησε ό πρόε δρος τού δικαστηρίου καί είπε: «Γιατί δέν άναφέρεις καί τόν Σάντα παρά μόνο τόν Γλέζο;» Λέ γω: «Δέν άνέφερα ούτε τόν Σάντα ούτε τόν Γλέ ζο. Είπα: δυό παιδιά». Πράγματι, φθάνοντας στό Σύνταγμα είχα δει δτι δέν υπήρχε ή γερμανι κή σημαία. Νόμιζα δτι φεύγουν πιά οί Γερμανοί. Αλλά βέβαια ύστερα άπό λίγο τήν άνύψωσαν πάλι τή σημαία. Μίλησα, λοιπόν, γι’ αυτά τά παιδιά. Ό πρόεδρος νόμιζε δτι μπορούσε νά μέ διαψεύσει, γιατί είναι λιγάκι πεισματάρηδες οί στρατοδίκαι. Λέγω: «Δέν άνέφερα ούτε τόν έναν ούτε τόν άλλον. Άνέφερα δυό παιδιά». Κι έπειδή έπέμενε, έπενέβη άλλωστε καί ό βασιλικός επίτροπος καί είπε: «Έτσι είναι, δπως τά λέει. Δέν άνέφερε ονόματα». Είπα στόν πρόεδρο:
Δυστυχώς, τά έννέα δέκατα τής λογοτεχνίας μας είναι άπό λογοτέχνες που παραβιάζουν τή γλώσσα «Κύριε πρόεδρε, δέν είπα ποτές ψέματα στη ζωή μου. Καί τό έχω πληρώσει αύτό· σ’ έναν τόπο πού δέν άγαπάει τήν άλήθεια άλλά τή συμφερον τολογία, τό άλισβερίσι». ’Επειδή τό βιβλίο μου τελειώνει μέ τή φράση «Σάν τέλειωσε νά μού διηγείται, τού είπα: Βάλε τήν υπογραφή σου. Κι έκεϊνος έγραψε: Νικόλας Καζάκογλου», ή κόρη τού «αιχμαλώτου» ήλθε καί μού ζήτησε ποσοστά. Τής εξήγησα δτι έγώ άλλα άκούω καί άλλα γράφω. Λέγει ύπάρχει τό κείμενο τού πατέρα μου -δοσμένο άπό σένα στή βιβλιοθήκη τής Κέρκυρας. Πραγματικά, όταν εί χα βγάλει τό βιβλίο πήγα καί τό έδωσα στόν Κα ζάκογλου καί τόν σύντροφό του. (Ζούσε άκόμα καί άποροΰσε πού στήν ιστορία μου τόν είχα κρεμάσει. Τί νά τού πώ;) Τό άφησα στόν Καζά κογλου γιά νά γράψει τήν ιστορία του μέ τό χέρι. Άλλά δέν είχε πιά τήν πνοή τού προφορικού λό γου. "Ενας άγράμματος ήτανε, έβαζε τά μπρος πίσω. Είναι άλλο πράγμα. Δέν φτάνει καθόλου τήν «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», πού ώς τήν τε-
66/συνεντευξη σθητος άπό τήν κούραση. Θά ν’ έπεφτα στά χέ ρια τών Τούρκων. Μέ γλίτωσε ό υπηρέτης μου, ό όποιος μέ τά παρακάλια του καί μέ τά τριψίματά του μέ σήκωσε. Στή δεύτερη στάση έπεσα πάλι άναίσθητος καί ήρθε καί μέ γλίτωσε ένας ύπολοχαγός τού δικού μου λόχου. Στό τέλος κοιμήθη κα δύο ώρες καί συνήλθα. Τότε ακόυσα -είχαν μπει οί Τούρκοι στήν Προύσα, κι είχαν άνέβει σ’ ένα μιναρέ- τούς ακόυσα νά ευχαριστούν τό Θεό. Είμαι ό τελευταίος πού έφυγε άπ’ τήν Προύσα. Ά π ό τήν ειρηνική περίοδο στή Μικρά Ά σία ποιές είναι οί άναμνήσεις σας;
«Μοσχονήσια. 'Οδός Παναγίας καταστάσα αδιάβατος» (φωτ. Ε.Ν.Σ.)
λευταία έκδοση τή δουλεύω- 50 χρόνια. Κάθε έκ δοση την τελειοποιώ. Στά «Ενθυμήματα άπό δέκα φίλους μου» βλέπουμε δτι άπό τό 1916 είχατε καταταγεϊ στήν «Εθνική “Αμυνα» καί ότι υπηρε τούσατε στόν Ερυθρό Σταυρό Κυδωνιών όταν, τό 1920, σάς έστειλαν στό μέτωπο τής Προύσας. Θέλετε νά μάς μιλήσετε γιά τίς προσωπικές σας άναμνήσεις άπό τή μι κρασιατική καταστροφή; ΟΤΑΝ έγινε ή υποχώρηση υπηρετούσα στό μέτώπο Προύσης καί είχα κάποια προωθημένα φυ-
ΔΕΝ μπορώ νά έκφράσω ποιά ένότητα αισθημά των υπήρχε άνάμεσα στούς Έλληνες καί τούς Τούρκους. Θά σού πώ μόνο τούτο τό περιστατι κό: “Εμενα στά Μοσχονήσια, όπου γεννήθηκα, άλλά ό πατέρας μου έμενε στήν ’Ανατολή. ’Εκεί είχε έναν κουμπάρο, τόν ’Ισμαήλ. Ά π ’ όλα τά παιδιά είχε διαλέξει έμένα κι έγιναν κουμπάροι. Πατέρας κουμπάρος, γιός κουμπάρος. Μ’ έπαιρ νε στό κυνήγι πού πάγαινε. ’Εγώ άπό φανατισμό χριστιανικό τόν έβαζα νά σκοτώσει δεκοχτούρα, πού είναι άμάρτημα γιά τούς Τούρκους. Άλλά κι αυτός μ’ έκανε κάτι. Μ’ άνέβασε στό μιναρέ μιά φορά καί είδα τό χωριό κάτω. Κατεβαίνον τας μού είπε: «Έ, Ίστρατή» -παρεφθαρμένα λί γο ελληνικά μιλούσε- «τρεις φορές γυρίσει μιναρέ, ντυθείς Τούρκος». Τόν πήγα, λοιπόν, λιθο βολώντας ως εκεί πού δούλευε ό πατέρας μου. Λέγω: « Ό ’Ισμαήλ μέ άνέβασε στόν μιναρέ καί μ’ έκανε Τούρκο». Βγήκε τότε ό ’Ισμαήλ γελών τας. «Ά χ βρέ άχμάκι», μού λέγει ό πατέρας μου, «δέν γίνεσαι έτσι Τούρκος». Τέτοιες ήταν οί σχέ σεις μας, στενές, μέ τούς Τούρκους. 'Υπήρχε πνευματική ζωή εκείνα τά χρό νια;
Δέν μπορούσα νά πώ ψέματα... Καί τό έχω πληρώσει αυτό· σ’ έναν τόπο πού δεν αγαπάει την αλήθεια αλλά τή συμφεροντολογία, τό άλισβερίσι λάκια τού 16ου Συντάγματος. "Ημουν κατάκο πος Κάνοντας τά φυλάκια. Κατέβαζα καί άνέβαζα περίπολο ρ,πό τό χωριό, όπου υπήρχε ξυλεία, γιά τήν κατασκευή. "Ημουν λοιπόν κατάκοπος. Μέ τήν πρώτη στάση πού κάναμε έπεσα αναί
ΤΟ πρώτο έργο πού παρουσιάστηκε εκείνα τά χρόνια ήταν τό «Πέδρο Κάζας» τού Κόντογλου.2 Λίγους μήνες πρίν άπό τήν «Ιστορία ενός αιχμα λώτου» έχει ό Βενέζης ένα πού τό λέγει «Μανώ λης Λέκας καί άλλα διηγήματα». Άλλά αυτά εγώ δέν τά γράφω ούτε μέ τά πόδια μου. Είναι άνευ λογοτεχνικής σημασίας, έκτος άπό ένα διή γημα πού γράφει γιά τίς άπόκριες, κάτι σάν χρο νικό. Πάλι άπό τά «’Ενθυμήματα άπό δέκα φί λους μου» μαθαίνουμε ότι τό «Πέδρο Κά. ζας» πρωτοτυπώθηκε μέ έξοδα δικά σας στή Μικρά Ά σία αν καί «χάριν τού ύφους», όπως τό ’θελε ό Κόντογλου, μπή κε τόπος έκδόσεως «Παρίσι» καί όχι «Ά ιβαλί» ή «Κυδωνίαι». Σέ όλη σας τή ζωή μέ
συνεντευξη/67
πολλούς τρόπους έχετε προβάλει τό έργο καλλιτεχνών. Κι ακόμα πρωτοστατούσατε στην ίδρυση συλλόγων: Ό Σύλλογος Μου σικών Τεχνών στή Μυτιλήνη, ή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τό 1934... ΠΡΙΝ άπό τό ’34, από τό ’32, ήμουν μέλος τού Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών μέ πρόεδρο τόν Βουτυρά. Είχε μπει στό σύνδεσμο κάθε κα ρυδιάς καρύδι. "Οταν ήλθε ό Μελαχροινός, πού ήταν πάντα ύπέρ τής άξιοκρατίας, τόν διέλυσε τόν Σύνδεσμο καί έκανε τήν Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Ά π ό τά πρώτα μέλη ό Καζαντζάκης καί ή Γαλάτεια. Κι αύτά τά ίδια τά ιδρυτικά μέλη πέρασαν άπό κριτική επιτροπή, στήν οποία υπήρχε ό Μάρκος Τσιριμώκος, ό Μιχάλης Ά ργυρόπουλος κ.ά. Πώς βλέπετε σήμερα αύτές τίς προσπάθειές σας γιά τήν 'ίδρυση συλλόγων; Νομί ζετε δτι πέτυχαν τούς σκοπούς γιά τούς οποίους ιδρύθηκαν; Η Εταιρεία, γιά πολιτικούς λόγους, διεσπάσθη καί κατέληξαν 3 ή 4 σωματεία: Ή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, ή Εθνική 'Εταιρεία Λο γοτεχνών, ό Σύνδεσμος Ελλήνων Λογοτεχνών. Αύτά βέβαια ήταν είς βάρος τών συνδικαλιστι κών αιτημάτων τής 'Εταιρείας. Γι’ αύτό σέ δλο τό διάστημα πού ήμουν γενικός γραμματεύς τής 'Εταιρείας, κάπου δέκα χρόνια, προσπάθησα νά φέρω τήν ένότητα καί κατάφερα τότε νά ενω θούν ό Σύνδεσμος καί ή Εταιρεία σέ ένα σωμα τείο. Θά είχα καταφέρει νά συνδεθεί καί ή Εθνική Εταιρεία, εάν τό λάθος δέν ήταν τότε στά κομματικά μέλη, τά κομουνιστικά. Τούς εί πα (καί είχα μείνει σύμφωνος μέ τόν Μυριβήλη) νά τόν βάλουμε πρόεδρο στά συνεργαξόμενα σω ματεία τόν Μυριβήλη καί νά είμαι έγώ γενικός γραμματεύς. Έγώ θά κρατούσα τό κλειδί. Έάν ό Μυριβήλης έκανε κανένα παραπάτημα ή δέν ήθελε νά υπογράψει κανένα χαρτί, μπορούσα νά συγκαλέσω τή βάση καί νά τόν άλλάξουμε. Δέν τό δέχτηκαν τά μέλη τής Εταιρείας. Έγώ είμαι παιδί εμπόρων. Οί συνάδελφοί μου άεροβατούν, οί λεγόμενοι λογοτέχναι. Είχα καλέσει μιά επι τροπή νά κάνουμε τή συγχώνευση. Ήταν ό Κου κούλας, ό Κορνάρος... 5 μέλη, δέν θυμάμαι τά όνόματά τους. Είπαν δχι. 'Όπως έλεγε ό Κορνά ρος, ή άσφάλεια είναι πίσω. Αλλά ένώ τρεις φο ρές τόν έφερα άπό τήν έξορία τόν Κορνάρο, νό μιζε δτι μπορούσα έγώ νά... Ά ς είναι. 'Ο Κορ νάρος ήταν καλός άγωνιστής, άλλά ήταν ένας ρομαντικός, όχι ρεαλιστής. Καί ήταν θύμα αυτού τού ρομαντισμού. Σέ μιά συνεδρίαση μέ 30 μέλη, άριστερούς, είχε πει: «Οί έκδόται μάς Εκμεταλ λεύονται. Έγώ θά ν’ έβγαζα τήν “'Ιστορία ενός
αιχμαλώτου” σέ 12.000 αντίτυπα». Λέγω: «Ναί, καί μέ τί μέσον θά τά διέθετες;» Δέν έβγαλε τήν «'Ιστορία», έβγαλε τά δικά του. Δέν τόν βοήθησε τό κόμμα νά ξεχρεώσει καί κάτέληξε αύτός ό άνθρωπος μέ τό άγωνιστικό παρελθόν νά πίνει κονιάκ στούς δρόμους καί νά πουλάει τσιγάρα. Έτσι πέθανε ό Κορνάρος- κα-
Καμία πικρία δέν μοΰ αφήνουν τά πράγματα. Τά ξέρω καί έτσι δέν μέ πικραίνουν τασπαταλώντας μιά άγωνιστική ζωή πού τή σε βόμουνα. Σάς μένει κάποια πικρία άπό τή δραστηριότητά σας αυτή στούς συλλόγους; ΚΑΜΙΑ πικρία δέν μ’ αφήνουν τά πράγματα. Τά ξέρω κι έτσι δέν μέ πικραίνουν. Τά παίρνω άπλά, χωρίς πικρία. Δηλαδή βλέπετε δτι οί νέοι πρέπει νά συ νεχίζουν αυτή τήν προσπάθεια, νά δη μιουργούν συλλόγους, ν’ άγωνίζονται μέ σα άπό συλλόγους;
68/συνεντε υξη
ΜΟΝΟΙ όχι· ποτές. ’Αλλά όχι μονάχα συνδικα λιστικά αιτήματα. ’Αλλά καί τί έννοοΰν όταν λέ νε συνδικαλισμό; Παίρνετε σύνταξη ώς λογοτέχνης; ΝΑΙ. ’Αγωνιστήκαμε μέ τά σωματεία γιά τή σύν ταξη. Μ’ αυτήν καλύπτω τά μισά σχεδόν έξοδα τού γηροκομείου. Τά υπόλοιπα τά καλύπτω μέ τό βοήθημα ενός φίλου. [Είναι συγκινητικό τό περιστατικό που εξηγεί την προσφορά αύτοϋ τού. φίλου, αλλά ό Στρατής Δούκας, άπό σεμνότητα πού τόν τιμά, δέν θέλησε νά δημοσιευθεΐ τίποτα σχετικό. Στην επόμενη ερώτηση τό κλίμα αλλά ξει. Τοϋ μιλάμε γιά τόν Γιαννούλη Χαλε πά. Έ χει αφιερώσει σ’ αυτόν ένα μεγάλο
’Ά ρχισα νά ζωγραφίζω γιά νά μάθω νά παρατηρώ τά πράγματα μέρος τής ζωής του. Αισθητικά δοκίμια, σχόλια, κατάλογοι έργων, βιογραφία: μιά διαρκής προσπάθεια νά παρουσιάσει τό φαινόμενο Χαλεπός. Τό πρόσωπο φωτίζεται άπό τή χαρά τοϋ άνθρώπου πού έχει γνωρίσει τόν μεγάλο καλλιτέχνη καί τό έργο του. Οι άναμνήσεις φτάνουν στά χείλη άβίαατα μέ μιά φωνή πού πάλλεται.] ΕΙΜΑΙ μαζί μέ τό Βέλμο. Είχε πάει τότε ό Θωμ,άς ό Θωμόπουλος στήν Τήνο καί είχε φέρει κά τι προπλάσματα τοϋ Χαλεπά. Είδα τότε τήν
’Αθηνά καί λέγω: «Αυτό δέν μπορούσε νά τό κά νει κανένας Ευρωπαίος. Ούτε ό Ροντέν, ούτε... Αύτό είναι ή άρχαία πλαστική». Καταπληκτικό, πού έφτασε μόνος του. ’Από μένα ξεκινάει ό Βέλμος καί πηγαίνει καί παίρνει τότε κάπου 200 σχέδια τοϋ Χαλεπά, πού άργότερα τά δημοσίευ σε στό «Φραγκέλιο», τό περιοδικό πού έβγαζε. Τότε, σ’ ένα υστερόγραφο μιάς έπιστολής του έγραφε: «Σέ γνώρισα άπό τόν Βέλμο καί σέ χαι ρετώ. Γιαννούλης Χαλεπός». "Οταν ήλθε στήν ’Αθήνα τόν πήγαν στό νεκρο ταφείο νά δει τήν «Κοιμωμένη». Τόν γύριζαν, γιά νά μή συγκινηθεί, σέ άλλα μνημεία. "Εφτασε στήν «Κοιμωμένη». Έδυε ό ήλιος. ’Ανέβηκε στό βάθρο, τοϋ άνοιξαν τό κιγκλίδωμα, μπήκε μέσα τή χάιδεψε. Τόν λέν οί φύλακες ότι έχουν πλύνει τό μάρμαρο μέ άκουαφόρτε καί χάλασε. Τό χάιδεψε καί λέγει: «Δέν χαλάει». "Οταν τόν πήγαν στό Μουσείο, είδε τά πήλινα, δέν μιλούσε. Περνούσε μπροστά άπ’ τά ρωμαϊκά χωρίς νά τά κοιτάξει. Μπρος στόν μικρό τού Μαραθώνα είπε: «'Ωραίο πράγμα». 'Ο συνοδός του, ενθουσιασμένος πού τόν άκουσε νά εκφέρει
Ή αρχαιότητα ήθελε τήν ισορροπία ενώ ή Ευρώπη εχει τήν ένταση γνώμη, είπε ότι ό Ποσειδώνας είναι καλύτερος γιατί είναι άρχαιότερος κατά έκατό χρόνια. «Τά έκατό χρόνια δέν παίζουν» είπε ό Χαλε πός. ’Αφιέρωσα 50 χρόνια σχεδόν στόν Χαλεπά. Ή ταν προβληματική ή μορφή του. Πράγμα πού έκανε τούς άλλους μελετητές νά μή μπαίνουν στό βάθος. [Τοϋ θυμίζω κατόπιν τή δική του ζωγρα φική. Τό 1930 στήν ’Αθήνα είχε έκθέσει 9 σπουδές σέ χρώμα, 120 σχέδια μέ μολύβι καί 23 αντίγραφα βυζαντινής τέχνης.] ΠΩΣ καί γιατί άρχισα νά ζωγραφίζω είναι γραμμένο στόν πρόλογο τού βιβλίου μου μέ τά σχέδιά μου. Τό έχεις υπόψη σου;4 ’Επειδή ήμουν άμνήμων, όταν γύρισα άπό τό "Αγιο "Ορος, άσκοΰσα τή μνήμη μου μαθαίνοντας άπό στή θους όλα τά σονέτα τού Μαβίλη καί άρκετά τού Γρυπάρη. ’Επειδή, σάν άνθρωπος σκεπτόμενος διαρκώς, έβλεπα μέ τή σκέψη, κατάλαβα ότι δέν παρατηρούσα τά πράγματα καί γι’ αύτό άρχισα μιά άλλη άσκηση: νά ζωγραφίζω. Αύτό μέ έκανε νά ζωγραφίζω. "Ηθελα νά μάθω νά παρατηρώ τά πράγματα.
συνεντευξη/69 Τό καλοκαίρι τού 1927, λόγω τής κλονισμένης υγείας μου, βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, στους, δικούς μου. Συγκατοικούσαν μέ μία συγγενική μας οικογένεια καί είχα κάθε βράδυ 16 μοντέλα. ’Εκεί άρχισα νά ζωγραφίζω. Σ’ αύτό τό στάδιο μ’ άπασχολούσε ό φωτισμός. ’Αργότερα, σ’ ένα χωριό πού βρέθηκα κι είχα φιλία μέ τό δάσκαλο, ζωγράφιζα τά παιδιά τού σχολείου, άγόρια καί κορίτσια. Τότε πέρασα στη μονοκοντυλιά, πού είναι πολύ δύσκολη. Μονοκοντυλιά έχει άμίμητη ό Πικάσο, ό όποιος την έχει καί μέ μελάνι, πού είναι δύσκολο. Μονοκδντυλιά έχει ό Χαλεπάς. Μονοκοντυλιά έχει κί ό Γουναρόπουλος, μέ τη διαφορά δτι προδίδει τό χωριατόπουλό. ’Ενώ εί ναι χωριατόπουλό, προσπαθεί νά κάνει τό ώραϊο, τίς γυναίκες έκείνες... Έχετε κάνει πολλά έργα; Πού βρίσκονται; ΤΑ έργα μου είναι κατατεθειμένα στό Μουσείο Ζωγράφων. "Οσα ζωγράφισα είναι περί τίς έξι χιλιάδες, άλλά έκείνα πού σώζονται είναι πολύ λίγα. Σέ ποιά γενιά λογοτεχνική θά κατατάσσα τε τόν έαυτό σας ώς συγγραφέα; ΕΧΩ ήδη άπαντήσει σ’ αύτό καί λέγω δτι δέν άνήκω στή γενιά τού ’30, άλλά στή γενιά τού ’20 μέ ’30. Τότε έχουν παρουσιαστεί ό Καστανάκης, ό Βέλμος, εγώ, ό Κόντογλου. Αυτοί είμαστε ή γενιά τού ’20 μέ ’30. Θέλετε νά μάς πείτε κάτι γιά τόν τρόπο πού γράφετε τά έργα σας; ΤΑ έργα μου ή στηρίζονται, όπως ή «Ιστορία ένός αιχμαλώτου», σέ ξένα βιώματα ή παίρνω
Ή στάση στή ζωή είναι συνδεδεμένη μέ την έκφραση, μέ την τέχνη λόγου χάριν τήν άλληλογραφία τή δίκιά μου μέ τόν Πεντζίκη καί άπό άλληλογραφία συγκροτώ έργο τέχνης. Πώς τό κάνω; Τά χωρίζω σέ κεφά λαια: Ό πατέρας, ή μητέρα, τό παιδί. Τοποθετώ τό υλικό μου έκεΐ καί τό συνθέτω. Στό άρχείο μου, πού τό έχει τό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονί κης, έχω ένα γραπτό πού τό λέγω «ντοκουμέν το»: Πώς δούλεψα τό «Θερμοκήπιο», τό τελευ ταίο μου βιβλίο. Είναι τό μόνο έργο πού έχω κά νει τελευταία, άπό μέσα άπό τούτα εδώ τά γηρο κομεία. Δέν τό λέγω «Θερμοκήπιο», βέβαια, γιά
’Έ ρ γα τοϋ Στρατή Δούκα 1. Ιστορία ένός αιχμαλώτου. 1929, 1932, 1958, 1962, 1969, 1977 (μέ σχέδια τού Δ. Μυταρά), 1980, 1981, 1982 καί 1982 (μέ σχέδια τοϋ σουηδοΰ ζωγράφου Bengt Kristenson). Έ χει μετα φραστεί στά τσέχικα, βουλγάρικα καί σουηδι2. Είς εαυτόν. 1930, 1981. 3. Τό είκονογραφικό έπος τής ’Ανατολικής Ε κ κλησίας. 1948. 4. Γιαννούλης Χαλεπάς, Νέα Βιογραφικά. 1952. 5. Γιαννούλης Χαλεπάς, Κατάλογος τών έργων του. 1962 (ξανατυπώνεται στόν άρ. 16). 6. Γράμματα καί συνομιλίες. 1965, 1975. 7. Ό ζωγράφος Σπύρος Παπαλουκάς. 1966. 8. Ό βίος ένός άγιου, Γιαννούλης Χαλεπάς. 1967 (ξανατυπώνεται στόν άρ. 16)· 9. 'Οδοιπόρος. 1968, 1975. 10. 'Υποθέσεις καί λύσεις. 1970 (ξανατυπώνεται στόν άρ. 16). 11. Δεσμός. 1970, 1978 (δπου: Στρατή Δούκα, Σποράδες -ξανατυπώνονται στό 14-, Δήμητρας Δούκα, άποσπάσματα άπό άνέκδοτα έργα της, καί Άλέκου Δούκα, Κάτω άπό ξένους ούρανο νς (άποσπάσματα). 12. Ό μικρός άδελφός. 1972, 1975. 13. Μαρτυρίες καί κρίσεις. 1972. 14. ’Ενώτια. 1974, 1978. 15. ’Ενθυμήματα άπό δέκα φίλους μου. 1976. 16. Γιαννούλης Χαλεπάς. 1978. 17. Σχέδια τού Στρατή Δούκα. 1979. 18. Οί δώδεκα μήνες. 1982 (μέ σχέδια τοϋ συγγρα φέα). 19. Θερμοκήπιο. 1982 (μέ εικονογράφηση τοϋ συγ γραφέα).
τά γηροκομεία. Είναι κομματιαστός λόγος μέ κάποια επέμβαση τού τεχνίτη. Τό «Θερμοκήπιο» τό έχω εικονογραφήσει ό ίδιος. Έκανε εντύπω ση. Έγώ δέν τό είχα σέ πολλή έκτίμηση. Άλλά οί κριτικές είναι καλές. [Στό «τεφτέρι τό μεγάλο», πάνω στό πα ραφορτωμένο μέ χαρτιά καί βιβλία κομο δίνο, βρίσκονται προσεκτικά τοποθετημέ να τά αποκόμματα μέ κριτικές τοϋ Τάσου Κόρφη, τής Βακαλό καί άλλων.] Θά μπορούσατε νά πείτε δτι άγαπάτε κά ποιο άπό τά βιβλία σας ιδιαίτερα; ΕΙΝΑΙ τόσο διαφορετικά τό ένα άπό τό άλλο. Έτσι είναι δύσκολο νά πώ ποιό προτιμώ. Στά έρ γα μου τής πρώτης τριακονταετίας, δπως στόν
70/συνεντευξη δπου προτρέπετε τούς νέους πρός τό «έρ γο».5 Σήμερα, μετά άπό 50 τόσα χρόνια, θά ξαναλέγατε τά ίδια πράγματα στούς νέους; , ΚΑΘΕ εποχή έχει τά δικά της προβλήματα καί τή δική της έκφραση. ’Αλλά βεβαίως πάλι θά έλεγα τά ίδια. Τό έργο μας μάς δικαιολογεί. [Ξεφυλλίζω τό «Εις εαυτόν» καί διαβάζω: «’Αργά καί επίμονα γίνονται τά έργα. Πρόχειρα καί άκοπα δέν δημιουργοϋνται παρά μονάχα ονόματα.»] 'Ο Στρατής Δούκας καί ή γυναίκα τον Δήμητρα σέ πρόσφατη φωτογραφία
«Αιχμάλωτο», προβάλλονται τά άντικειμενικά στοιχεία, στά άλλα, είναι τά υποκειμενικά στοι χεία. Έτσι έχω φτιάξει τά «Ενώτια», πού άρέσει πάρα πολύ στήν Κάσου καί τό νομίζει τό κα λύτερό μου. Τά «Ενώτια» έχουν κάποια συγγέ νεια μέ τό «Θερμοκήπιο», είναι υποκειμενικά καί βγαίνουν άπό την άλληλογραφία μέ τόν Πεντζίκη. Μέ τή διαφορά δτι τά «Ενώτια» είναι πιό πυκνό καί συνθετικό έργο, ενώ στό «Θερμοκή πιο» τό κρασί είναι λίγο νερωμένο. Ά ν οί νέοι πού γράφουν σάς ρωτούσαν ποιά λάθη πρέπει νά άποφύγουν, τί θά τούς άπαντούσατε; ΑΥΤΟ πού λέγω· πού λέγει κι ό Καραγκιόζης στόν Χατζηαβάτη γιά τό κατσάρωμα τών μαλ λιών, ένα είδος «περμανάντ»: Νά άποφύγει τό παραβίασμα τής γλώσσας. 'Όσοι γράφουν δυ στυχώς παραβιάζουν τή γλώσσα. Έ να παράδειγμα λογοτέχνη πού δέν πα ραβιάζει τή γλώσσα; [ Ή απάντηση; "Ενα Αφοπλιστικό χαμόγε λο ένώ τά δάχτυλά τον δείχνουν τόν εαυτό τον.] Καί ποιά στάση απέναντι στή ζωή θά συμ βουλεύατε δτι πρέπει νά κρατήσει ένας νέος πού γράφει; ΓΙΑ μένα ή στάση στή ζωή είναι συνδεδεμένη μέ τήν έκφραση, μέ τήν τέχνη. Δέν έννοώ τέχνη χω ρίς βίωμα, χωρίς ζωή. Επομένως είναι ανα γκαία ή ενότητα άνάμεσα στήν έκφραση καί στό βίωμα. Κάθε έκφραση βέβαια δέν άποτελεί τέ χνη. Ή τέχνη αρχίζει δταν εκφράζουμε αύτό πού πρέπει νά αίσθανόμεθα. Στά 1930 ήσαστε 35 ετών καί μάς δώσατε τό «Εις εαυτόν», άφιερωμένο στή νεότητα,
Πρίν φύγω, κύριε Δούκα, θέλω νά σάς ρωτήσω: τί είναι σημαντικό στή ζωή; ΣΤΗ ζωή; Ή ισορροπία. Σ’ αύτό διαφέρει τό ελ ληνικό άπό τό δυτικό. Ή άρχαιότητα ήθελε τήν ισορροπία, ένώ ή Εύρώπη έχει τήν ένταση. ’Απόδειξη δτι δλοι, δχι μόνο οί λογοτέχνες, άλλά καί οί ζωγράφοι, Βάν Γκόνγκ, Γκωγκέν, ό Ζεράρ Φιλίπ, δλοι δουλεύουν τήν ένταση. Οί άρχαίοι, είναι εμφανές, καί στίς τραγωδίες ζητά νε τήν ισορροπία. ’Από τούς έλληνες ζωγράφους ό μόνος ό όποιος δουλεύει τήν ισορροπία είναι ό Παπαλουκάς. Κι δσο πάμε τραβάμε στήν έντα ση.
Σημειώσεις: 1. Ά ναφέρεται στή συνέντευξη τοϋ Σεφέρη μέ τήν "Αν Φιλίπ (έφ. Le Monde, 27.8.71. Πρώτη έλληνική δημοσίευση ατό Βήμα, 29.8.71. ’Επίσης «Αιολικά Γράμματα» ΙΑ' (σελ. 285289), δπου ύπάρχει ό έξης διάλογος: «Τά ποιήματά σας άπ’ τήν άρχή είχανε αύτήν τήν άπλότητα δπου έχετε φτάσει σή μερα;,, «"Οχι, ήρθε σιγά σιγά, ή άπλότητα άργεί πολύ νάρθεΐ». 2. Τυπώθηκε τό 1920 μέ έξοδα τοϋ Στρατή Δούκα στό τυπο γραφείο του «Αιολικού ’Αστέρα» (Δές Στρατή Δούκα «’Εν θυμήματα άπό δέκα φίλους μου», Κέδρος, 1976, σ. 15). 3. Ό Στρατής Δούκας άναφέρεται έόώ στή ζωή τοϋ Χαλεπά άπό τό 1927 περίπου καί ύστερα. Ό Χαλεπός, πού γεννή θηκε τό 1851, άρρώστησε γύρω στά 1878 καί έζησε κλεισμέ νος ατό δημόσιο ψυχιατρείο τής Κέρκυρας άπό τό 1888 ως τό 1902, 14 χρόνια. Τό 1918 ξαναρχίζει νά δουλεύει, καί στά 1920, μετά άπό μισό περίπου αιώνα σιωπής, βρίσκεται σέ πλήρη δημιουργικό όργασμό. Τό 1927 παίρνει τό ’Αρι στείο Γραμμάτων καί Τεχνών τής ’Ακαδημίας ’Αθηνών καί τό 1930 άφήνει τήν Τήνο καί έρχεται στήν Αθήνα, δπου μέχρι τό θάνατό τον, τό 1938, έξακολούθησε νά έργάζεται πυρετικά. (Πηγή τών παραπάνω στοιχείων: Στρατή Δούκα, Γιαννούλης Χαλεπάς. Ό βίος ένός Άγιου, Κέδρος, 1978). 4. «Σχέδια τοϋ Στρατή Δοϋκα», Άγρα, ’Αθήνα 1979, μαζί μέ τετράφυλλο τον Διονύση Καψάλη: «Τό σχέδιο στό έργο τοϋ Στρατή Δούκα». Στόν πρόλογο τής έκδοσης περιλαμ βάνεται έπίσης άπόσπασμα άπό κριτική τοϋ Πικιώνη γιά τήν έκθεση ζωγραφικής τοϋ Δούκα. 5. Τό «Εις έαντόν» τοϋ Στρατή Δούκα (έκδοση τοϋ συγγρα φέα, 1930) φωτογραφήθηκε καί έκτυπώθηκε τό 1981 γιά λογαριασμό τοϋ Ελληνικόν Λογοτεχνικού καί ’Ιστορικού Αρχείου.
ΔΕΛΤΙΟ π ^λίου
βιβλιογραφικό δελτίο άριθ. 74 • Τό Βιβλιογραφικό Δελτίο σνντάσσεται μ έ τήν πολύτιμη συνερ γασία τοϋ βιβλιοπωλείου τής «’Εστίας», τή διεύθυνση καί τό προσωπικό τοϋ όποιου ευχαρι στούμε θερμά. • Ή ταξινόμηση τών βιβλίων γίνε ται μ έ βάση τό γνωστό Δεκαδικό Σύστημα Ταξινόμησης, προσαρ μοσμένο στην ελληνική βιβλιο γραφία. • Σ έ κάθε κατηγορία βιβλίων προηγούνται άλφαβητικά ο ί Ελ
ΓΕΝΙΚΑ ΕΡΓΑ
Επιμέλεια: Έφη Άπάκη
ληνες συγγραφείς κα ί άκολουθοϋν ο ί ξένοι.
• Ή κατάταξη τών ξένων συγγρα φέων γίνεται σύμφωνα μέ τό Ελ ληνικό άλφάβητο.
• Στην κατηγορία τών περιοδικών δέν περιλαμβάνονται Εβδομαδι αία έντυπα.
• Γιά τήν ακόμη μεγαλύτερη πλη ρότητα τοϋ Δελτίου, παρακαλοϋνται ο ί Εκδότες νά μάς στέλ νουν έγκαιρα τις καινούριες Εκ δόσεις τους.
ματικότητας. Μετ. Στέφανου Μπεκατώρου. Εισαγωγή Άλέξη Ζήρα. Ή μεταμαρξιστική σχολή τής Φραν κφούρτης καί ό Μαρκούζε. Μετ. Άλέξη Ζήρα. Ξένο Δοκίμιο, άριθ. 1. ’Αθήνα, Γλάρος, 1983. Σελ. 70.
ΟΡΓΑΝΙΣΜ ΟΙ ’Αριάδνη. Επιστημονική ’Επετηρίδα τής Φιλοσοφικής Σχολής τοϋ Πανεπιστημίου Κρήτης. Τόμος A ' /1983. Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 1983. Σελ. 358 + πί νακες Δρχ. 1000.
ΓΕΝΙΚΑ
ΨΥΧΟΑΟΓΙΑ Π Α ΡΑΨ ΥΧΟ ΛΟΓΙΑ ΦΡΟΫΝΤ ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ. Όνειρο καί τηλεπάθεια. Μετ. Γιώργου Τσαμπουράκη. ’Αθήνα, ’Επίκουρος, 1983. Σελ. 99. Δρχ. 200.
ΚΑΛΦΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. ’Επιστημονική πρόοδος καί όρθολογικότητα. Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα Θέματα, 1983. Σελ. 223. Δρχ. 350. ΠΑΝΟΥ ΣΤΑΥΡΟΣ. Λογική τοϋ γίγνεσθαι. Θέματα όντολογίας. ’Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 97. Δρχ.
ΘΡΗΣΚΕΙΑ
200 .
ΠΑΛΜΙΕ ΖΑΝ-ΜΙΣΕΛ. Λακάν. Μετ. Κωστή Παπαγιώργη. ’Αθήνα, Νεφέλη, 1983. Σελ. 161. Δρχ. 250.
ΝΕΟ ΤΕΡΗ ΦΙΛ ΟΣΟ ΦΙΑ ΜΑΡΚΟΥΖΕ ΧΕΡΜΠΕΡΤ. Ή τέχνη μορφή τής πραγ-
Θ ΕΟ ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΑΜΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ. Ή άλήθειά γιά τήν ελευ θερία. Άθήναι, Τήνος, 1983. Σελ. 78. Δρχ. 150. ΠΑΤΡΩΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. Ή χαρά στήν Καινή Δια θήκη. ’Αθήνα, Τήνος, 1983. Σελ. 126. Δρχ. 200.
72/δελτίο
ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΑΙΔ/ΓΙΚΗ
ΔΙΚ Α ΙΟ
ΕΚ Π Α ΙΔΕΥ ΣΗ
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔ. Ε. Συνδικαλιστικό δίκαιο. (Συλλογικό έργατικό δίκαιο). ’Αθήνα, Τολίδης, 1983. Σελ. 614. Δρχ. 1200. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ I. Λειτουργία τής όριζοντίου Ιδιοκτησίας. Τεύχη Β' καί Τ'. Άθήναι, 1983. Σελ. 156 + 256. Δρχ. 700 + 550.
ΒΡΕΤΓΟΣ ΣΠΥΡΟΣ - ΚΟΨΙΔΑ-ΒΡΕΤΤΟΥ ΠΑΡΑ ΣΚΕΥΗ. Θέματα έκθέσεων σύγχρονου προβληματι σμού. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 307.
ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ ΟΓΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑ ΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ (ΠΑΣΕΝ). Ναρκωτικά καίέλληνική νεολαία. ’Αθήνα, Πανελλαδική Ένωση γιά τά Δικαιώματα τοϋ Παιδιού (ΠΕΔΠ), 1983. Σελ. 89. Δρχ. 150.
ΠΟΛ ΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΠΑΥΛΟΣ. Πάρτε τό έθνος στά χέ ρια σας. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 317. Δρχ. 800.
ΟΙΚΟΝΟΜ ΙΑ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ ΤΑΣΟΣ. Ή ελληνική βιομηχανία. ’Ανάπτυξη καί κρίση. ’Αθήνα, Gutenberg, 1983. Σελ. 380. Δρχ. 900. ΖΑΧΑΡΕΑΣ ΑΙΜΙΛΙΟΣ. Ή άριστερά καί ή οικονο μική κρίση. Οικονομία, άριθ. 5. Θεσσαλονίκη, Παρα τηρητής. Σελ. 221.
ΠΑΙΔΙΚΑ ΕΛ ΕΥ Θ ΕΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜ ΑΤΑ ΖΑΡΑΜΠΟΥΚΑ Σ. ’Αλφαβητάριο. ’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Δρχ. 400. ΖΑΡΑΜΠΟΥΚΑ Σ. Νιάου. ’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Δρχ. 400. ΖΑΡΑΜΠΟΥΚΑ Σ· - ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ Μ. Ή κοκκινοσκουφίτσα. ’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Δρχ. 400. ΖΑΡΑΜΠΟΥΚΑ Σ. - ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ Μ. Τά τρία γουρουνάκια. ’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Δρχ. 400. ΖΑΡΟΚΩΣΤΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ. "Οσο ύπάρχουν γάτοι. Εικόνες Σοφίας Ζαραμπούκα. ’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 46. Δρχ. 300. ΜΑΣΤΟΡΗ ΒΟΥΔΑ. Θόδωρος ό... αύτιάς. ’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 63. Δρχ. 400. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ. Φαέθων. Ελληνική Μυθολογία/Σειρά Β'. "Ολυμπος καί "Ανθρωποι, άριθ. 9. Εικονογράφηση Γιάννη Στεφανίδη. Β' έκδοση. ’Αθήνα, Σίγμα. Σελ. 32. Δρχ. 300. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ. Όρφέας καί Ευρυδί κη. Ελληνική Μυθολογία / Σειρά Β'. "Ολυμπος καί "Ανθρωποι, άριθ. 10. Εικονογράφηση Γιάννη Στεφανί δη. ’Αθήνα, Σίγμα, 1983. Σελ. 32. Δρχ. 300.
ΘΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ Λ ΑΟΓΡΑ Φ ΙΑ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΘΗΝΑΣ. Σαρακατσάνικα τραγούδια τής ’Ηπείρου. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 266. Δρχ. 500. ΜΕΓΑΠΑΝΟΥ ΑΜΑΛΙΑ. Κεντήματα. ’Αθήνα, Μου σείο Μπενάκη, 1983. Δρχ. 1000.
ΖΩΟ Λ Ο ΓΙΑ ΑΜΠΕΡΜΑΝ ΕΡΙΚ. Ντόμπερμαν. ’Επιμέλεια καί συλλογή στοιχείων Γ. Γαλατά. ’Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 322. Δρχ. 400.
δελτιο/73
ΕΦΑΡΜΟΣΜ. ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΙΑΤΡΙΚΗ
Ψ ΥΧΑΓΩ ΓΙΑ 50 παιχνίδια μέ χαρτιά. Αθήνα, Ποταμίτης, 1983. Σελ. 223. Δρχ. 800.
ΒΛΑΧΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Κ. Δηλητηριάσεις. Συμπτώματαθεραπεία. Αθήνα, 1983. Σελ. 320. Δρχ. 1500.
ΓΛΩΣΣΑ
Ο ΡΓΑΝΩΣΗ ΕΠ ΙΧ ΕΙΡΗ ΣΕΩ Ν
ΕΛ ΛΗΝ ΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ Λ. Σύμβουλος εμπορικής αλ ληλογραφίας. Αθήναι, Δεδεμάδης. Σελ. 196. Δρχ. 1250.
ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ Ν. Π. Ετυμολογικό λεξικό τής κοινής νεοελληνικής. Τ' έκδοση. Θεσσαλονίκη, 1983. Σελ. 436.
ΤΕΧΝΕΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
ΒΑΡΜΑΖΗΣ Ν. Τό μικρό έρμηνευτικό λεξικό τής νεοελληνικής γλώσσας. Μέ τό μονοτονικό σύστημα. Αθήνα, Μαλλιάρης-Παιδεία, 1983. Σελ. 862. Δρχ. 470.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΤΖΩΝΟΣ Π. Τυπολογία τής κατοικίας. Θεσσαλονίκη, 1983. Σελ. 190. Δρχ. 700.
Π Ο ΙΗ ΣΗ
Μ ΟΥΣΙΚΗ
ΑΛΑΒΕΡΑ ΡΟΥΛΑ. Ακηδία. Μέ τριανταδύο σχέδια τού Γιάννη Τσεκλένη. Θεσσαλονίκη, Νέα Πορεία, · 1983. Σελ. 123. Δρχ. 800.
ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Τά λόγια άπό τά τρα γούδια (1965-’75). Μέ σκίτσα τού Αλέξη Κυριτσόπουλου. Αθήνα, Ίκαρος, 1983. Σελ. 88. Δρχ. 400.
ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΑ PEROSINO SERGIO. Τό κυνήγι. Τόμοι A ' + Β'. "Ολα γιά τούς κυνηγούς. Αθήνα, Κισσός, 1983. Σελ. 508 + 496. Δρχ. 4650 (οί δύο τόμοι). PEROSINO SERGIO. Τό ψάρεμα. Τόμος Α'. Τό ψά ρεμα κι ό άνθρωπος. Τόμος Β': Ό κόσμος τού ψαρέ ματος. Μετ. Μάνιας Πολίτη - Σταύρου Τσελεμέγκου. Αθήνα, Κισσός, 1983. Σελ. 463 + 408. Δρχ. 4650 (οι δύο τόμοι).
ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΝΤΩ. Γραφή Δ' καί Ε'. Αθήνα, Θεμέλιο, 1983. Σελ. 51. Δρχ. 120. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ. Ό διακεκριμένος πλα νήτης. Αθήνα, Τρία Φύλλα, 1983. Σελ. 78. Δρχ. 200. ΓΑΛΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Υδρία. Ποιήματα. Πάτρα, Κοραής, 1983. Σελ. 64. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΔΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΑΘ. Μικρά τραγού δια γκρίζα καί σκιές τού Ναύπλιου. Β' έκδοση. Νί καια, 1983. Σελ. 38. ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΕΚΤΩΡ. In perpetuum. Αθήνα, Κεί μενα, 1983. Σελ. 64. Δρχ. 250. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ ΣΕΡΓΙΟΣ - ΜΟΛΥΒΙΑΤΗΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΣΚΟΥΦΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Αβυθος. Θεσ σαλονίκη, Σφακιανάκης, 1983. Σελ. 95. Δρχ. 150. ΜΠΕΛΕΓΡΗΣ Π. Κ. Κονσέρτο γιά σκοποβολή^ Α θή να, Δωρικός, 1983. Σελ. 38. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Επιλογή Α'. Νεοελληνική Ποίηση, άριθ. 4. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 120.
74/δελτιο
ΠΕΠΠΑΣ ΠΑΝ ΑΓΟΣ. Χωρίς φεγγαροδοχείο. ’Αθή να, Δωρικός, 1983. Σελ. 37. ΜΠΑΡΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. "Αθροισμα. Ποίηση 19331983. ’Αθήνα, Κέδρος, 1983. Σελ. 198. Δρχ.. 450. ΤΑΛΑΓΑΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ. ’Επισκιάσεις. ΝεοελληνικήΠοίηση, άριθ. 7.’Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 57. ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Άπανθράκωση. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 32.
Π ΕΖΟ ΓΡΑ Φ ΙΑ ΑΙΝΟΥ-ΚΟΥΤΟΥΖΗ ΜΑΡΙΑΝΝΑ. Στή ζωή τού τέ λους. ’Αθήνα, 'Εστία. Σελ. 64. Δρχ. 150. ΓΕΡΩΝΥΜΑΚΗ ΠΟΠΗ. Μωρό μου. ’Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1983. Σελ. 268. Δρχ. 380. ΔΟΥΚΑ ΝΤΙΝΑ. Ή συνωμοσία. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 149. Δρχ. 260. ΚΛΕΙΝΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ. Λύσανδρος. Μυθιστόρημα. ’Αθήνα, Όδυσσέας. Σελ. 163. Δρχ. 250. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙΤΗ Μ. Φιγούρες καί σκιές. Διηγήματα. ’Αθήνα, Νέα Σκέψη, 1983. Σελ. 119. Δρχ. 200 .
ΝΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΥΡ. Ό "Ακης καί οί άλλοι. ’Αθή να, Γνώση, 1983. Σελ. 218. Δρχ. 350. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. Ξαφνικά τόν είπανε τρε λό. Μυθιστόρημα. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 230. Δρχ. 350. ΣΚΑΡΟΣ ΖΗΣΗΣ. Ό σημερινός κόσμος. Μυθιστόρη μα. ’Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1983. Σελ. 164.
ΤΑΣΟΥ ΔΗΜΟΥ
ΣΤΑΘΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ Α. Άμόνι καί άρμύρα. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 511. Δρχ. 550.
ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΑ
ΤΖΙΑΝΤΖΗ ΜΑΡΙΑΝΝΑ. Τήν άλλη φορά, Μαργαρί τα. Πεζογραφήματα. ’Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 111.
ΧΡΟΝΙΑ Ένα β ιβ λίο
αγωνιστικής
ανάτασης, ένα β ιβ λίο της Επονίτικης γενιάς.
ΦΛΩΡΙΔΗΣ ΘΟΔΩΡΟΣ. 30 χρόνια μέ τά ζώα. ’Αθή να, ’Ιθάκη, 1983. Σελ. 198. Δρχ. 400. ΒΙΑΝ ΜΠΟΡΙΣ. ’Αναζητώντας τό χαμένο βαρόνο. Μετ. Ρίτας Κολαίτη. ’Αθήνα, Νεφέλη, 1983. Σελ. 109. Δρχ. 180. ΒΙΑΝ ΜΠΟΡΙΣ. Ό σκουληκοσκανδαλιάρης καί τό πλαγκτόν. Μετ. Παναγιώτη Παπαδόπουλου. Θεσσα λονίκη, Μπαρμπουνάκης, 1983. Σελ. 176. Δρχ. 250. ΕΣΣΕ ΕΡΜΑΝ. Ό λύκος τής στέπας. Μετ. Γιάννη Κωστόπουλου. ’Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ. 291. ΚΡΙΣΤΙ ΑΓΚΑΘΑ. Ή μαύρη πέννα. Μετ. I. Δ. ’Αθή να, Γαλαξίας, 1983. Σελ. 124. Δρχ. 130.
ΕΚΔΟΣΗ!ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ ΦΕΙΑΙΟΥ 14 16 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ. 3600.059
MARQUEZ GABRIEL GARCIA. Άνεμοσκορπίσματα. Μετ. Κλαίτης Σωτηριάδου-Μπαράχας. ’Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1983. Σελ. 151. Δρχ. 280. ΝΤΕ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΜΙΓΕΛ. Οί άρχικλεφταράδες τής Σεβίλλης. Μετ. Λεωνίδα Καρατζά. Γράμματα / Λογο τεχνία, άριθ. 86. ’Αθήνα, Γράμματα, 1983. Σελ. 78. Δρχ. 150.
δελτιο/75 ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΣΚΙ ΦΙΟΝΤΟΡ. Ό παίχτης. Μετ. Ε λέ νης Άνδρίτσου. ’Αθήνα, Εξάντας, 1983. Σελ. 164. Δρχ. 250.
καί ή «'Ιερή Συμμαχία», τό ΝΑΤΟ τής έποχής. Α θή να, Θουκυδίδης, 1983. Σελ. 77. Δρχ. 200.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ Μ. Προσωπική μαρτυρία. Μετ. Μοίρας Δημητρίου. Τά “Αγνωστα Νόμπελ τής Λογοτεχνίας, άριθ. 1. Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής. Σελ. 183.
Π Α ΓΚΟ ΣΜ ΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΠΕΡΕΚ ΖΩΡΖ. Ό άνθρωπος πού κοιμάται. Μετ. Πόλλας Ζαχοπούλου-Βλάχου. ’Αθήνα, Θεωρία, 1983. Σελ. 152. Δρχ. 270. ΠΙΡΑΝΤΕΛΟ Λ. Ή άποδιωγμένη. Μετ. Πάνου Ράμμου. Τά “Αγνωστα Νόμπελ τής Λογοτεχνίας, άριθ. 2. Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής. Σελ. 309. ΣΑΚΙ. Ό άγιος καί τό τελώνιο. Μετ. Ά ρη Σφακιανάκη. ’Αθήνα, Γράμματα, 1983. Σελ. 143. Δρχ. 200. SALINGER J. D. Φράνυ καί Ζούι. Μετ. Κώστα Άλάτση. ’Αθήνα, ’Επίκουρος, 1983. Σελ. 171. Δρχ. 300.
ΣΑΡΡΗΣ ΝΕΟΚΛΗΣ. Ή άλλη πλευρά. Τόμος Β'. Δι πλωματική χρονογραφία τού διαμελισμού τής Κύπρου μέ βάση τούρκικες πηγές. Βιβλίο Α ' (1955-1963) II. Αθήνα, Γραμμή, 1983. Σελ. 925. Δρχ. 700. ΑΡΣΙΝΩΦ ΠΕΤΡΟΣ. 'Ιστορία τού Μαχνοβίτικου Κι νήματος. Μετ. Σοφίας Γαμπάνη. Αθήνα, ’Ελεύθερος Τύπος. Σελ. 216. Δρχ. 320. Συνοπτική ιστορία τού Μεξικού. Μετ. Αμαλίας Ρούβαλη - Νίκου Πρατσίνη. Αθήνα, Πρεσβεία Μεξικού, 1983. Σελ. 197.
ΣΕΜΠΡΟΥΝ ΧΟΡΧΕ. Ό δεύτερος θάνατος τού Ραμόν Μερκαντέρ. Μυθιστόρημα. Μετ. Ά ρη Αλεξάν δρου. Αθήνα, Θεμέλιο, 1983. Σελ. 447. Δρχ. 650.
ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ-ΤΑΞΙΔΙΑ Μ ΕΛ ΕΤΕΣ ΤΑ Ξ ΙΔΙΑ ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. Δ. Εισαγωγή στή νεοελλη νική φιλολογία. Δ ' έκδοση. Αθήνα, Δόμος, 1983. Σελ. 462. Δρχ. 1200. ΣΑΧΙΝΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Ή σύγχρονη πεζογραφία μας. Δ ' έκδοση διορθωμένη. Αθήνα, Εστία, 1983. Σελ. 222. Δρχ. 300.
Γαλλία. Οί Μπλέ 'Οδηγοί. Αθήνα, Γιαλλελής. Σελ. 998. Δρχ. 1300. ΚΑΡΟΥΖΟΥ ΣΕΜΝΗ. Περίπατοι στήν ’Ιταλία. Α θή να, Ερμής, 1983. Σελ. 258. Σουηδία. Οί Μπλέ 'Οδηγοί. Αθήνα, Γιαλλελής. Σελ. 562. Δρχ. 800.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Φινλανδία. Οί Μπλέ 'Οδηγοί. ’Αθήνα, Γιαλλελής. Σελ. 481. Δρχ. 700.
Α ΡΧΑΙΟΛΟ ΓΙΑ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥΛΑΚΗΣ Β. Κ. Οικοδομικά προγράμ ματα στήν Αρχαία Αθήνα. 479-449 π.Χ. Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1983. Σελ. 99. Δρχ. 220. ΠΑΛΑΓΓΙΑ ΟΛΓΑ. Ό γλυπτός διάκοσμος τοή Παρ θενώνα. Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1983. Σελ. 92 + πίνα κες. Δρχ. 250.
ΞΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛ ΛΑΔΑ AELION R. Euripide, heritier d’Eschyle. Τόμος A'. Les Belles Lettres. Σελ. 360. Γαλλ. Φρ. 170. ARISTOTE. Meteorologiques. Τόμ. Β' / Βιβλία 3 καί 4. Les Belles Lettres. Σελ. 240. Γαλλ. Φρ. 95.
Μ ΑΡΤΥΡΙΕΣ
BRUNEL PIERRE. Pour Electre. Armand Colin. Σελ. 192. Γαλλ. Φρ. 49.
ΠΑΝΑΓΟΥΛΙΑΣ ΠΑΝ. I. Πορεία θριάμβου. Ανάμε σα στήν ιστορία καί τό θρύλο. Αθήνα, Βασιλόπουλος, 1983, Σελ. 247. Δρχ. 400.
CHATELET FRANCOIS. Pericles. Le Temps et les Hommes. Σελ. 310. Γαλλ. Φρ. 79. DROYSEN GUSTAVE. Alexandre le Grand. Le Temps et les Hommes. Σελ. 504. Γαλλ. Φρ. 90.
ΕΛ ΛΗΝ ΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
EMMANUEL R. Pleins feux sur la Grece Antique. (La mythologie vue par ses ecoles des Mysteres). Dervy. Γαλλ. Φρ. 65. FERRARI J. Les philosophes salaries. (Id6es sur la
ΚΟΝΤΟΣ ΤΑΚΗΣ. Ή ελληνική έπανάσταση τού 1821
76/δελτιο
politique de Platon et d’Aristote). Payot. Γαλλ. Φρ. 110 .
HATZOPOULOS, LOYKOPULOS. Philippe de Mace doine. Bibliotheque des Arts. Γαλλ. Φρ. 312.. HUGEDE N. Saint-Paul et la Grece. Les Belles Lettres. Σελ. 232. Γαλλ. Φρ. 75. JUDET DE LA COMBE P. Agamemnon 2. Les Belles Lettres. Σελ. 377. Γαλλ. Φρ. 105. MATZ FRIEDRICH. La Crete et la Grece primitive. Albin Michel. Σελ. 254. Γαλλ. Φρ. 29 NOUHAND M. L’utilisation de l’histoire par les orateurs attiques. Les Belles Lettres. Σελ. 410. Γαλλ. Φρ. 180. PELLEGRIN P. La classification des animaux chez Aristote. Les Belles Lettres. Σελ. 220. Γαλλ. Φρ. 95. PORPHYRE. Vie de Pythagore. Les Belles Lettres. Σελ. 280. Γαλλ. Φρ. 95. ROMIRRY JACQUELINE. La tragedie grecque. Pres ses Universitaires de France. Σελ. 192. Γαλλ. Φρ. 30. RUETZ Μ. - TZERMIAS P. Terre des Grecs. Albin Michel. Σελ. 204, Γαλλ. Φρ. 290. STERN HENRI. L’art byzantin. Presses Universitaires de France. Σελ. 188. Γαλλ. Φρ. 36.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ. Δεκαπενθήμερη έκδοση τής νεολαίας ΠΑΣΟΚ. Φύλλο 16. Δρχ. 20. ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ· Δίμηνη έπιθεώρηση τής λε σβιακής τέχνης. Τεύχος 73. Δρχ. 200. ΑΝΤΙ. Δεκαπενθήμερη πολιτική έπιθεώρηση. Τεύχη 235 καί 236. Δρχ. 50. ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ. ’Από τά Μουδανιά καί τά γύρω. Διπλό φύλλο 5-6. Δρχ. 40. ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ. Μαθητικό περιοδικό γυμνάσιου Λε ρού. Τεύχος 3. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Ετήσια έπιθεώρηση. Τεύχος 17/1983. Δρχ. 1500. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΞΕΙΝΟΥ ΛΕΣΧΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟ ΝΙΚΗΣ. Φύλλο 172. ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ. Τεύχος 22-23. Δρχ. 150. ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ. Μηνιαία έπιθεώρηση τέ χνης, κριτικής καί κοινωνικού προβληματισμού. Φύλ λο 18. Δρχ. 100. ΓΥΝΑΙΚΑ. Τό περιοδικό τής ελληνικής οικογένειας. Τεύχος 871. Δρχ. 80.
------- \
γράμματα και τεχνες
Μ Η Ν ΙΑΙΑ ΕΠ ΙΘ ΕΩ ΡΗ Σ Η ΤΕΧΝΗΣ, ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚΟ Υ Π Ρ Ο Β Λ Η Μ Α Τ ΙΣ Μ Ο Υ
Αποκτείστε μια πλήρη σειρά του «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ» κάνοντας μόνο μια ετήσια συνδρομή. Προσφορά για την περίοδο Ιουλίου Οκτωβρίου 83. Με κάθε καινούργια ετήσια συνδρομή, δώρο ολόκληρη σειρά των μέχρι τώρα εκδοθέντων τευχών του «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Τ ΕΧ Ν ΕΣ». (Πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια, θέατρο, χορός, μουσική, βιβλιοκριτική). Τεύχη περιορισμένα! Συμπληρώστε τα στοιχεία σας και στείλτε με ταχυδρομική επιταγή την συνδρομή σας (1.000 δρχ.). Τα τεύχη θα σταλούν με απόλυτη προτεραιότητα στίς 10, 20 και30 Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου αντίστοιχα.
V______________________
ΔΕΛΤΙΟ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ Προς «ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ» ΚΩΣΤΑΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΕΝΩΝΠΟΡΤΑΣ 20 161 21ΑΘΗΝΑ Τηλ. 7234122 Παρακαλώστείλτε μουταχυδρομικάτην μέχριτώρα σειράτωντευχώντου «ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ». Εσωκλείωταχυδρομικήεπιταγή 1.000δρχ. γιατην ετήσιασυνδρομή μου.
δελτιο/77
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Τεύχος 34-35. Δρχ. 160. ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση τού βιβλίου. Τεύχος 72. Δρχ. 100. Ο ΔΡΟΜΟΣ. Μηνιαίο δωδεκανησιακό περιοδικό. Τεύχος 16. Δρχ. 50. ΔΩΜΑ. Περιοδική έκδοση γιά τίς τέχνες τού λόγου. Τεύχος 1. Δρχ. 200. ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. ’Όργανο τής Πανελλήνιας 'Ομοσπονδίας Έκδοτων Βιβλιοχαρτοπωλών. Φύλλο 47. ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ. Τεύχος 41. Δρχ. 200. Τεύχος 42-43. Δρχ. 300. ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗ ΤΩΝ. Τεύχος 4.1 /1983. ΕΠΟΠΤΕΙΑ. Τεύχος 81. Δρχ. 250. ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού. Τεύχος 138. Δρχ. 100. ΖΥΓΟΣ. Διμηνιαϊο περιοδικό. Τεύχος 58. Δρχ. 300. ΙΑΤΡΙΚΗ. Μηνιαία έκδοση Εταιρείας Ιατρικών Σπουδών. Τόμος 43, τεύχος 4. ΙΘΑΚΟΣ. Μηνιάτικη εφημερίδα τής Ιθάκης. Φύλλο 75. ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ. Μηνιαίο περιοδι κό ιστορικής ύλης. Τεύχος 179. Δρχ. 130. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ. Δίμηνο κινημα τογραφικό περιοδικό. Τεύχη 9 καί 10. Δρχ. 120. Η ΛΑΒΡΥΣ. Λεσβιακός λόγος. Τεύχος 3. Δρχ. 120. Η ΛΕΞΗ. Ελληνική καί ξένη λογοτεχνία. Τεύχος 24. Δρχ. 150. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΩΡΑ. Τεύχος Β/2-3. Δρχ. 100. ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΗ. Διμηνιαία εφημερίδα ένημέρωσης τής 'Ομοσπονδίας Συλλόγων Ναυπακτίας (Ο.ΣΥ.Ν.). Φύλλο 2. Δρχ. 20. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Τεύχος 1344. Δρχ. 175. ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ. Μηνιαία έκδο ση. Τεύχος 11. Δρχ. 80. Ο ΝΕΟΣ ΔΡΟΜΟΣ. Πολιτιστική έκφραση τής αίγαλιώτικης νεολαίας. Τεύχη 1 καί 2. Δρχ. 50. ΟΘΟΝΗ. Κινηματογραφικό περιοδικό θεωρίας / κρι τικής / παρέμβασης. Τεύχος 12. Δρχ. 150. ΟΥΡΑΝΟΙ. ’Αεροδιαστημική έπιθεώρησις. Φύλλο 202. Δρχ. 50. ΠΑΝΘΕΟΝ. Γυναικείο δεκαπενθήμερο περιοδικό. Τεύχος 780. Δρχ. 60. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΝΕΑ. Μηνιαία εφημερίδα τών έργαζομένων στά Πανεπιστήμια. Φύλλο 5. Δρχ. 20. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΡΟΥΜΕΛΗ. ’Επιθεώρηση ποικίλου προβληματισμού. Τεύχος 21. Δρχ. 100. ΠΟΡΦΥΡΑΣ. Περιοδική έκδοση γραμμάτων-τεχνών. Τεύχος 17. Δρχ. 100.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ο ΠΥΡΦΟΡΟΣ. Τριμηνιαίο κριτικό περιοδικό. Τεύχος 33. Δρχ. 150. ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ. Φύλλο 12. ΣΚΙΑΘΟΣ. Τρίμηνη σκιαθίτικη έπιθεώρηση. Τεύχος 25. Δρχ. 50. ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΒΗΜΑΤΑ. Τεύχος 46. Δρχ. 50. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ. Μηνιαία περιοδική έκδοση γραμμάτων καί τεχνών. Φύλλο 80. Δρχ. 7. ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ’83. Τεύχη 32, 33-34. Δρχ. 180. ΣΥΝΑΞΗ. Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στήν ’Ορθοδο ξία. Τεύχος 6. Δρχ. 180. 4
ΤΡΟΧΟΙ. Τεύχος 154. Δρχ. 80.
ΤΟΤΕ... Μηνιαίο περιοδικό γιά τήν έλληνική ιστορία. Τεύχος 3. Δρχ. 120. ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. Τριμηνιαία έκδοση τού συλλόγου άποφοίτων τής Φιλοσοφικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τεύχος 32. Δρχ. 150. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. Τεύχος 36. Δρχ. 100. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ. ’Όργανο τού χριστιανοσοσιαλιστικοΰ κινήματος τής Χριστιανικής Δημοκρατίας. Φύλλο 225. Δρχ. 15. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Βιβλιογραφική ένημέρωσις εκδόσεων «Τήνος». Φύλλο 52. ΤΑ ΨΑΡΑ. Μηνιαίο περιοδικό. Φύλλα 34, 35, 36.
78/δελτιο 16 ’Ιουνίου29 ’Ιουνίου 1983
κριτικογραφια
’Επιμέλεια: Μαρία Τρουπάκη
Στην Κριτικογραφια περιλαμβάνονται άλες ο ί επώνυμες βιβλιοκριτικές πού δημοσιεύονται στόν ήμερήσιο Αθηναϊ κό τύπο. Περιλαμβάνονται, έπίσης, κα ί κριτικές δημοσιευμένες στόν περιοδικό κα ί έπαρχιακό τύπο, όσες φυσικά φροντίζουν νά μάς στέλνουν ο ί συντάκτες τούς. Γιά κάθε βιβλίο σημειώνονται, μέσα σέ παρένθεση: τό όνομα τοϋ κριτικού κα ί ό τίτλος τοϋ έντύπου (βλ. 'Υπόμνημα), καθώς κα ί ή ημέρα δημοσίευσης τής κριτικής, άν πρόκειται γιά έφημερίδα, ή ό άριθμός έκδοσης, άν πρόκειται γιά περιοδικό έντυπο.
_ ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΑΑ: Α. ’Αργυρίου ΑΘ: Π. ’Αθηναίος ΑΠ: Α. Παπαδάκη ΑΦ: Α. Φουριώτης BA: Β. Άγγελοπούλου ΒΠ: Βάιος Παγκουρέλης ΓΠ: Γ. Παναγιώτου ΔΓ: Δ. Γιάκος ΔΖ: Δ. Ζαδές ΔΠ: Δ. Παπακωνσταντίνου ΔΚ: Δ. Κονιδάρης ΔΣ: Δ. Σιατόπουλος ΕΑ: Ε. Άρανίτσης ΕΖ: Ε. Ζωγράφου ΕΠ: Ε. Παμπούκη ΕΡ: Ε. Ρόζος EM: Ε. Μόσχος ZB: Ζ. Βαλάση ΘΠ: Θ. Μ. Πολίτης ΚΑ: Κ. ’Ανδρόνικός ΚΔ: Κ. Θ. Δημαράς ΚΕ: Κ. Έμονίδης ΚΛ: Κ. Λάμψα ΚΝ: Κ. Ντελόπουλος ΚΡ: Κ. Ρούφου ΚΣ: Κ. Σταματίου ΚΤ: Κ. Τσαούσης ΚΧ: Κ. Χρυσάνθης ΜΠ: Μ. Παπαδοπούλου ΝΜ: Ν. Μπούτβας ΝΠ: Ν. Παπανδρέου ΟΠ: 'Ο Παρατηρητής ΠΑ: Α. Παπανδρόπουλος
'Υπόμνημα
ΠΛ: Π. Λινάρδος-Ρυλμόν ΠΜ: Π. Μηλιώρη ΠΠ: Π. Παγκράτης ΣΔ: Σ. Δρακοπούλου ΣΤ: Δ. Σταμέλος ΤΘ: Τ. Θεοδωρόπουλος ΤΑ: Τ. Λειβαδίτης ΤΜ: Τ. Μενδράκος TP: Κ. Τρίγκου ΤΣ: Σ. Τσακνιάς ΦΤ: Φ. Τριάρχης XX: X. Χειμώνας ΕΝΤΥΠΑ ΑΗ: ’Απογευματινή ΑΚ: Άκρόπολις ΑΝ: ’Αντί ΑΠ: ’Απανεμιά ΑΥ: Αύγή ΒΟ: Βορειοελλαδικά ΒΡ: Ή Βραδυνή Π : Γιατί ΓΤ: Γράμματα καί Τέχνες ΔΓ: Διαγώνιος ΔΙ: Διαβάζω ΔΑ: Διάλογος ΕΒ: Εμείς καί τό Βιβλίο ΕΘ: Έθνος ΕΛ: ’Ελευθεροτυπία ΕΚ: Έλικώνας ΕΟ: Έποπτεία ΕΠ: ’Επίκαιρα^ ΕΣ: ’Ελεύθερος (Στερ. Έλλ.)
Γενικά έργα Βαφόπουλος Γ.: Οί λαϊκές βιβλιοθήκες θεσμός κοινωνικής ύποδομής (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Χαριτάτος Μ.: Βιβλιογραφία Πέτρου Χάρη (θ. Φραγκόπουλος, ΜΕ, 14/ 6) Ψυχολογία Χουρδάκη Μ.: Οικογενειακή ψυχολογία (ΠΜ, ΠΑ, 21/6) θρησκεία θεμέλης X.: Εύβοϊκή άγιολογία (Κ. Έρανιώτης, ΤΕ, 51) Κοινών ιολογ ία Φαρζιέ Μ, Ο.: Βιασμός (ΠΜ, ΠΑ, 21/6)
ΕΨ: ’Επιστημονική Σκέψη ΕΩ: ’Ελεύθερη "Ωρα ΗΜ: 'Ημερήσια ΗΧ: Ήχος καί Hi-Fi ΘΟ: Θούριος ΚΑ: Καθημερινή ΚΛ: Κυπριακός Λόγος CO: Cosmopolitan ΛΕ: Ή Λέξη ΜΕ: Μεσημβρινή ΝΕ: Τά Νέα ΝΣ: Νέα Εστία ΟΙ: Οικολογία καί Περιβάλλον ΟΠ: Ό δός Πανός ΟΤ: Οικονομικός Ταχυδρόμος ΠΑ: Πάνθεον ΠΘ: Πολιτικά Θέματα ΠΚ: Πνευματική Κύπρος ΠΟ: Πολίτης ΠΡ: Πορφύρας ΡΙ: Ριζοσπάστης ΣΕ: Σύγχρονη ’Εκπαίδευση ΣΘ: Σύγχρονα Θέματα ΣΚ: Σκιάθος ΣΛ: Συλλεκτικός Κόσμος ΣΠ: Σπουδές ΣΣ: Σύγχρονη Σκέψη ΣΥ: Συμβολή ΤΑ: Ταχυδρόμος ΤΕ: Τριφυλιακή 'Εστία ΤΟ: Τομές ΤΤ: Τετράγωνο ΦΣ: Φιλολογική Στέγη ΧΑ: Χάρτης ΧΡ: Ή Χριστιανική
Πολιτική Δήμου Ν.: Ή χώρα τοϋ έδώ καί τώρα (ΠΑ, ΟΤ, 26/6) θ έματα ΕΟΚ Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 1952-1982 (Α.Β.Π., ΟΤ, 23/6) Λαογραφία Ελληνικός λαϊκός πολιτισμός (ΚΤ, ΕΘ, 15/6) Λίτσας Φ.: Οί ρίζες μας (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) ’Εκπαίδευση Πολυχρονόπουλος Π.: Παιδεία καί πολιτική οπήν 'Ελλάδα (Ε. Χατζηαποστόλου, ΣΕ, 12)
δελτιο/79 Παιδικά βιβλία Καρατζαφέρη I.: Μιά διπλή παιδική ιστορία (ΤΜ, ΕΠ, 16/6) Τό ταξίδι τού Μάρκο Πόλο (ΚΤ, ΕΘ, 22/6)
Ιατρική Παξαδόπουλος Α.: Οί καρδιοπάθειες χωρίς κινδυνολογία καί ή ζωή τοϋ καρδιακού χωρίς άφορισμούς (ΔΖ, ΤΕ, 51)
ιος X.: Οί παραδοσιακοί χτίστες τής Πελοποννήσου (ΚΣ, ΝΕ, 25/6) : Ελληνικός κινηματογράφος (Β. Ραφαηλίδης, ΓΤ, 18) Τσιλιμίγκρα Κ.: Ό χορός (ΚΤ, ΕΘ, 15/6) Μάφι Μ.: Underground (Σ. Κακίσης, Ελεύθερη Γνώμη, 26/6)
Ποίηση Άντωνιάδης Α.: Ήμερονηνίες (ΚΧ, ΠΚ, 266-267) Αντωνίου Τ.: Εξανάσταση των νεκρών (ΔΖ, ΤΕ, 51) Βέλλου-Ρίτσου Α.: Μετά τή μομφή (ΔΖ, ΤΕ, 51) Βλαχοδημήτρης Θ.: Ό γυρισμός τοϋ Τειρεσία (ΔΖ, ΤΕ, 51) Γαλανάκη-Βουρλέκη Α.: Στή μοναξιά ύπάρχω (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Γιαννόπουλος Τ.: Επάνοδος (Λ. Κορέλης, Φθιωτικά Γράμματα, 24) Γιαννόπουλος Τ.: Τό βιβλίο τής Ελένης καί οί τελευταίοι ήλιοι. Πα ραλλαγές πάνω στό θέμα τής μοναξιάς (ΔΖ, ΤΕ, 51) Δόξας Γ.: Ή κοινωνία τών καθωσπρέπει (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Ζαδές Δ.: Κυπαρισία (Α. Χατζιδάκης, ΤΕ, 51) Ζωγράφου Ε.: ’Αναμέτρηση μέ τό χρόνο (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Κανίνια Ε.: ’Αντιστροφές (Π. Τακόπουλος, ΠΘ, 24/6) Κοκκινάκης Σ.: Τά κύματα τοϋ Αιγαίου. Μαθητεία προσώπου (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Λειβαδίτης Τ.: Ό τυφλός μέ τό λύχνο (ΚΤ, ΕΘ, 22/6) Μαϊστράλης Κ.: Τά τετράστιχα τής Νειρούλας (ΔΖ, ΤΕ, 51) Μακρής Α.: Άγναντέματα (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Μαστοράκη Τ.: Διόδια (ΠΜ, ΠΑ, 21/6) Μιχαήλ Κ.: Άκρέσπερα (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Νικόλτσιου Γ.: Προτέστ (Ε.Κ., ΡΙ, 26/6) Παναγιωτούνης. Π.: Φωταγωγημένο Αίγαΐο (Κ. Έρανιώτης, ΤΕ, 51), (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51), (ΔΣ, ΒΡ, 21/6) Παπαθανασόπουλος Θ.: Καταφύγιο θηραμάτων (ΔΣ, ΒΡ, 21/6) Παπούλια Γ.: Μονομαχία μέ τή σιωπή (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Πατσάλη Μ.: Καινούργια μέρα (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Πέτρου-Βλάσση Σ.: Ή ψυχή τών πραγμάτων (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Ρουτζούνη Ν.: Είμαι έγώ ή γυναίκα (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Σαβίνα Ζ.: ’Ακροβάτες (ΔΣ, ΒΡ, 21/6), (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51), (ΘΠ, .ΕΣ, 11/6) Σαβίνα Ζ.: Πολίχνες (ΘΠ, ΕΣ, 11/6) Χαλατσάς Δ.: Υμνολόγιο (ΚΧ, ΠΚ, 266-267) Χρυσάνθης Κ.: Δέκα άντιποιήματα πάνω σέ ύφασματογραφίες (Α. Περνάρης - Κ. ’Ολυμπίου - Α. Χρυσοχόος, ΠΚ, 266-267) Χρυσάνθης Κ.: Δώδεκα στιγμές (Α. Λυκαυγής - Λ. Μάλαμας - Ν. Ρυσσιάνος - Εύθύφρων - Α. Περνάρης, ΠΚ, 266-267) Χρυσάνθης Κ.: Ό διθύραμβος τού Κυριάκου Μάτση (Α. Λυκαυγής - Σ. Παυλέας, ΠΚ, 266-267) Χρυσάνθης-Κ.: "Ωρα πατρίδας (Ν. Σπανός - Ν. ’Αρβανίτης, ΠΚ, 266267) Wols: Ποιήματα (ΤΜ, ΕΠ, 23/6) Μάρξ Κ.: Τά έρωτικά ποιήματα (ΘΠ, ΕΣ, 27/5)
παρατηρητής ©
p g i
ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ
Πεζογραφία Βαρδουλάκης Γ. Δ.: Οί ρίζες τού κόσμου (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Βεργή Α.: Κοντά στίς ρίζες (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Γάιος X.: Αίμα καί τάφοι (ΕΖ, ΡΙ, 19/6) Μοσκόβης Β.: Ό άνθρωπος κι ή μοίρα του (Ε. Μπίστικα, ΚΑ, 23/6) Μπαλούτσος Β.: Μιμόζα (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Πανσέληνος Α.: 'Ιστορίες μέ σκύλους (Σ. Κακίσης, ’Ελεύθερη Γνώμη, 26/6) Παπατρέχας Γ.: Ξηρόμερο (ΘΠ, ΕΣ, 18/6) Παρασκευαίδης Θ.: Τά λιόδεντρα καί οί ξωμάχοι πάνω στή Λέσβο (Μ. Γκιγκιλίνης, Πολιτικά Μυτιλήνης, 5/6) Ραφτόπουλος Λ.: Ή δική τους γλώσσα μου (Σ. Βασαρδάνης, Πρωινή
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡ. ΚΟΡΟΜΗΛΑ 38 ΤΗΛ. 264.958 ΑΘΗΝΑ ΔΙΔΟΤΟΥ 39 3600658
80/δελτιο
μικρές αγγελίες
ΘΕΛΕΤΕ ήσυχες, αναπαυτικές διακοπές; Νά διασκεδάσετε; Νά εργαστείτε πνευματικά στό δροσερό Ίόνιο; Τά μπανγκαλόους τού συγκροτήματος «Τονική ’Ακτή» σάς περιμένουν στη Λακόπετρα κάτω Άχαΐας. Κρατήστε τήν άγγελία. Προσ φορά γιά τούς φίλους τού «Διαβάζω» 1200 δρχ. τό άτομο ημιδιατροφή. Πληροφορίες: 0693/51300, 0693/51301.
Τρουπής Θ.: Σέπαλα θύμησης (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Φακίνος Α.: Ιστορία μιας χαμένης γης (Γ. Ματζουράνης, ΑΥ, 26/6) Φέφες Θ.: Ή νόνα Κοντύλω (Κ. Μαϊστράλης, ΤΕ, 51) Φωτιάδου-Μπαλαφούτη Γ.: “Ασε τό βιβλίο, τό γάλα φέρε (Γ. Χαρατσίδης, ΡΙ, 19/6) Φωτεινός Κ.: Τό πορτόνι - Τά κακά στενά (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Αίμέ Μ : Ό τοιχο-διαπεραστής. Ό νάνος καί άλλες Ιστορίες (ΤΜ, ΕΠ, JL6/6) Γουέστ Ν.: Ή δεσποινίς μοναχικές καρδιές (Γ. Ματζουράνης, AY* 26/6) Λόουρυ Μ.: Κάτω άπό τό ήφαίστειο (ΚΤ, ΕΘ, 22/6) Μίλλερ X.: Ό καιρός τών δολοφόνων (ΤΜ, ΕΠ, 16/6) Πούσκιν Α.: Ή κόρη τού λοχαγού (ΚΤ, ΕΘ, 22/6) Προχάνοφ Α.: Ένα δέντρο στήν καρδιά τής Καμπούλ (ΝΠ, ΡΙ, 19/6) Χαλίφα Σ.: Χρονικό τής φραγκοσυκιάς (Γ. Ματζουράνης, ΑΥ, 26/6)
Μελέτες Άράγης Γ.: Ζητήματα λογοτεχνικής κριτικής (Ε. Χατζηαποστόλου, ΣΕ, 12) Γιάκος Δ.: “Αλκής Τροπαιάτης (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Γιάκος Δ.: Μορφές τής έλληνικής λογοτεχνίας (ΕΖ, ΡΙ, 26/6) Γιατρός Δ.: Ή κρίση τής κριτικής (Ε. Χατζηαποστόλου, ΣΕ, 12) Κάββουρας Δ.: Γιάννης Κουτσοχέρας ποιητής τού έλλαδικού καί πα νανθρώπινου χώρου (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Κόρφης Τ.: Καταθέσεις δψεως (ΚΧ, ΠΚ, 266-267) Λιγνάδης Τ.: Διπλή έπίσκεψη, σέ μιά ήλικία καί σ’ έναν ποιητή (Α. Σουλογιάννη, ΓΤ, 18) Παναγιωτάτος Σ. Γ.: Ιθάκη (ΔΖ, ΤΕ, 51) Σακελλαρίου X.: 'Ιστορία τής παιδικής λογοτεχνίας (ΚΧ, ΠΚ, 266-267) Χάρης Π.: Σαράντα χρόνια κριτικής έλληνικού πεζού λόγου, τ.α' (Θ. Φραγκόπουλος, ΜΕ, 14/6)
θέατρο Λιδωρίκης Α.: Θέατρο Α' (ΤΜ, ΕΠ, 16/6)
Ίστορία-Μαρτυρίες-Βιογραφίες
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ άγγλικής μέ έντεκάχρονη πείρα παραδίδει μαθήματα σέ σοβαρά ενδιαφε ρομένους ένήλικες προχωρημέ νου έπιπέδου. Τηλεφωνήστε στό 36.00.573.
Άσδραχάς Σ.: Ελληνική κοινωνία καί οικονομία. ΙΗ' καί ΙΘ' αιώνας (Α.Δ.Π., ΟΤ, 16/6) Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Ε.: Ό άντίκτυπος τού Δ' Βενετοτουρκικού πολέμου στήν Κέρκυρα (Θ. Φραγκόπουλος, Κέρκυρα, 10/3) Δεμπόνος Α.: Ή γένεση καί τά πάθη μιας πολιτείας (ΚΣ, ΝΕ, 25/6) Κιτσίκη Μ.: Γνώρισα τούς κόκκινους φρουρούς (Γ. Μαρίνος, ΟΤ, 16/6) Κλεάνθης Φ.: Έτσι χάσαμε τή Μικρασία (ΚΣ, ΝΕ, 18/6) Κλιάφα Μ.: Θεσσαλία. Εκατό χρόνια ζωή (ΤΜ, ΕΠ, 16/6), (ΚΤ, ΕΘ, 15/6) Κρεμμυδάς Β. - Μαρκιανός Σ.: ’Αρχαίος κόσμος (Ε. Χατζηαποστόλου, ΣΕ, 12) Κωστόπουλος Σ.:, Ή άμφιλεγόμενη πενταετία. Ή πορεία τού ΚΚΕ στά χρόνια 1936-1941 (κ.ν. κορ, ΚΑ, 16/6) Κωτσάκης Δ.: Διδάσκαλοι τού γένους καί άστρονομία, 1453-1821 (Κ. Έρανιώτης, ΤΕ, 51) Μαραγκός Ν.: Ό έπίδοξος δολοφόνος τής γής (Δ. Πιτταράς, ΤΕ, 51) Μάργαρης Β.: Μεγάλοι νεοέλληνες άπό τό 1400(ΚΧ, ΠΚ, 266-267) Μαυρόπουλος X.: Κατακαημένη Άράχωβα (ΚΣ, ΝΕ, 25/6) Νάκας Α.: Ό μονόλογος (ΚΣ, ΝΕ, 18/6) Παπαγεωργίου Σ.: Σαμοθράκη (ΚΣ, ΝΕ, 25/6) Παπακοσμάς Β.: Ό στρατός στήν πολιτική ζωή τής Ελλάδος (Γ. Δημητριάδης, ΟΤ, 23/6) Σακκάρη Γ.: Ιστορία Κυδωνιών (ΚΣ, ΝΕ, 18/6) Σταυρόπουλος Β.: Άράκλοβο, τό θρυλικό κάστρο τού Βουτσαρά (Κ. Έρανιώτης, ΤΕ, 51) Ψημμένος Τ.: ’Αντάρτες στ’ “Αγραφα (Β. Φυτσίλης, ΡΙ, 26/6) Ζαριάν Κ.: Ό όδοιπόρος καί ό δρόμος του (ΚΤ, ΕΘ, 15/6), (Γ. Δημητριάδης, ΟΤ, 23/6) Murat S.: Τό μεγαλύτερο έγκληματού αιώνα. Τό ξεκλήρισματού έλληνισμού (ΚΣ, ΝΕ, 18/6)
Ταξιδιωτικά Κουκούλης Τ.: 'Ελα στά Κύθηρα (ΚΣ, ΝΕ, 25/6) (Κάθε λέξηστίς «μικρές άγγελίες» στοι χίζει ΙΟ μόνο δρχ.)
Περιοδικά Διαλέγουμε βιβλία γιά παιδιά (Γ. Ματζουράνης, ΑΥ, 26/6)
Κυκλοφορούν:
ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΟΜΠΕΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
’Απαγορευμένο στή Σοβιετι κή Έ νω σ η άπό τό 1923. Έ ν α θαυμάσιο αύτοβιογραφικό κεί μενο, ή φιλία τοΰ Πάστερνακ μέ τό Μαγιακόφσκυ, ή ατμό σφαιρα μιας επαναστατικής έποχής.
Ή ιστορία μιας γυναίκας. Μιας γυναίκας καταπιεσμέ νης άπό τόν κοινωνικό της πε ρίγυρο. Μιας γυναίκας πού αγάπησε «παράνομα», αγωνί στηκε καί κέρδισε την έλευθερία της. «Γυναικείος λόγος», μέ καθηλωτικές Αναλογίες στην έλληνική πραγματικότητα.
Έ ν α ερωτικό Αριστούργημα. 'Ο Γιαπωνέζος νομπελίστας Καβαμπάτα, άγνωστος στην Ε λ λάδ α, δίνει μέσα Από μιά εύστοχη έρωτική Αλληγορία ένα χαρακτηριστικό δείγμα τοΰ μυστικισμοΰ τής ’Ανατο λής. _ _
παρατηρητής
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ “ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ» ΠΡ. ΚΟΡΟΜΗΛΑ 38 ΤΗΛ. 264-958 - ΑΘΗΝΑ «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ» ΔΙΔΟΤΟΥ 39 ΤΗΛ. 3600658
ΝΕΟ ΗΛΙΑΚΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΚΑΠΕΑΑΚΙ Αυτό τό έξοχο καπελάκι είναι τό διασκεδαστικό προσωπικό εξάρτημα τής χρονιάς, πού συνδέει την καινοτομία μέ τό τεχνικό τελέντο. Σχεδιάστηκε κυρίως γιά τό φίλαθλο πού μπορεί νά τό χρησιμοποιήσει όταν παίζει τέννις, όταν ποδηλατεΐ, όταν κάνει τζόγγινγκ, θαλάσσια σπόρ, έπΐσης όταν κάνει ήλιοθεραπεία ή όταν παρακολουθεί τήν ομά δα του καί τό άγαπημένο του σπόρ. Τό ραδιόφωνο παίρνει ενέργεια άπό τά γνήσια ήλιακά στοιχεία, τοποθετημένα κατά μήκος τοΰ γείσου, πού μετασχηματίζουν τό φως σέ ενέργεια. Τό καπελάκι έχει έπίσης ήλιακή μπαταρία πού φορτίζεται, έτσι δίνει ήχο γιά πολλές
ώρες άκόμα καί τή νύχτα ή τις συννεφιασμέ νες μέρες. "Αλλα του έξαρτήματα είναι τό άκουστικό καί τά κουμπιά ρύθμισης ήχου καί σταθμών. Ό π ου καί νά βρίσκεστε, στό βουνό ή στή θάλασσα, σέ διακοπές, στήν έκδρομή ή στή δουλειά σας, τό Η λ ια κ ό ΡαδιόφωνοΚαπελάκι, πρέπει νά είναι ό προσωπικός απαραίτητος συνοδός σας. Τιμή 2.400 δρχ. ΓΤ αυτούς πού μένουν στήν επαρχία στέλ νεται μέ άντικαταβολή.
ΑΠΟ ΚΛΕΙΣΤΙΚ Η Δ ΙΑ Θ ΕΣΗ ΚΑΛΕΝΤΗΣ & ΣΙΑ Ε.Ε. Κολοκοτρώνη 15, Α θ ή ν α Μέτωνος 62 (Π αράμετρος), Χολαργός Τηλ. 32.34.270
r
Τζωρτζ Λιχτχαιμ
σύντομη πογΗοσμια ιστορία ίου σοσιαλισμού Είναι τό μόνο βιβλίο που άποτελεϊ ταυτόχρονα μια σύν τομη 'Ιστορία τον διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος και μια άνάλυση δλων των τάσεων αποχρώσεων και συγχωνεύ σεων τής σοσιαλιστικής Ι δέας. ’Από την ουτοπία, τή σοσιαλδημοκρατία και τον άναρχοσυνδικαλιαμό ώς τό λαϊ κισμό καί τό θετικισμό. ’Από τον πρίγκιπα Κροπότκιν ώς την ’Οκτωβριανή ’Επανάστα ση καί τα σημερινά κινήματα. Είναι τό πρώτο κλασικό έργο που άποκτα ή ’Ιστορία τού σοσιαλισμού. Μάρξ
Πρω τόγονος Κ ομμουνισμός
Ρουσό
Έ γκ ελ ς
Ουτοπικός σοσιαλισμός
"Οουεν
Π λ εχάνω φ
Φαβιανή 'Εταιρία
Προυντόν
Λ ένιν Στάλιν
Χαρτιστές Ά ναρ χοσυ νδικα λισ μός
Μπλανκί Μ παμπόφ
Γκράμσι
’Εργατικοί
Μπακοώνιν
Μάο Κάστρο
Σοσ ιαλδημοκρατία
Χ έρτζεν
Ρεφ ορμισμ ός ’Επιστημονικός σοσιαλισμός
Κροπότκιν
Τσέ Γκουεβάρα
1
1ν — 8 Εκδόσεις Γλάρος ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ 31 . ΑΘΗΝΑ 141 . ΤΗΛ 36 18 <