ΠΑΥΛΟΣ ΛΑΜΠΡΟΣ
ΜΕΤΑΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ Σκεφθήκατε άραγε ποτέ πώς είναι δυνατόν να κάνουμε και την παραμικρότερη κίνηση, τη στιγμή που για να πάμε οπουδήποτε πρέπει πρώτα να διανύσουμε τη μικρότερη απόσταση μιας μεγαλύτερης; Αυτό μας σπρώχνει συνεχώς πίσω μέχρι που μας αναγκάζει να βρούμε την απόσταση εκείνη που μπορούμε άφοβα να διανύσουμε επειδή είναι η μικρότερη όλων και δεν είναι άλλη, φυσικά, από τη μηδενική. Από αυτό τούτο το μηδέν. Τα παραπάνω ισχύ ουν και αν θελήσουμε να δούμε από τι αποτελείται η ύλη. Εάν η ύλη είχε πράγματι διαστά σεις ή μάζα, θα έπρεπε, αν εμείς μπαίναμε νο ερά στα σωματίδιά της, να μπορούμε να κινη θούμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Όμως, με βάση τις παραπάνω απόψεις, καμιά κίνηση δεν μπορεί να γίνει εκτός από εκείνη που δια γράφει μηδενικές αποστάσεις. Φυσικά, εμείς βλέπουμε τριγύρω μας να σφύζει η κίνηση. Οι φυσικοί μάς εξηγούν ότι αυτό γίνεται επειδή αυτές οι πράγματι μηδενι κές διαστάσεις πολλαπλασιάζονται άπειρες φορές. Όμως για να δώσει μετρήσιμο αποτέ λεσμα αυτό το γινόμενο, θα πρέπει αυτός που κάνει τον πολλαπλασιασμό αυτό, να βρίσκεται έξω από τρ σύστημα αυτού του οργασμού. Κατά την επανασυστολή του Big Bang, όλο το Σύμπαν θα συρρικνωθεί σ’ ένα μηδενικό ση μείο. Αραγε, τι να ’ναι αυτό που, βρισκόμενο προφανώς έξω από το κλειστό συμπαντικό σύ στημα, μπορεί να ενεργοποιήσει αποτελεσματικά το γινόμενο του Απειρου με το μηδενικό αυτό σημείο; Να κάτι που εκτός από τους ήρωες των διηγημάτων αυτού του βιβλίου, θα έ πρεπε να βάλει σε απορία όλους τους κατοίκους του πλανήτη μας.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΔΩΔΩΝΗ» ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ 3
ΖΑΠΠΕΙΟ 16η Γιορτή Βιβλίου 7-23 Μαίου 1993
Ο ργάνω ση: ΣΕΒ Α . Με χη συμπαράσταση το υ Υ Π Π Ο κα ι Υ πουργείο Ε μ π ορ ικής Ν α υ τιλ ία ς Ώ ρ ες λειτουργίας 6-10.30 καθημερινά
Κ υριακές 10-2 π.μ. 6-10.30 μ.μ.
Δ ελφίνι
______ Εκδόσεις
Οι μεγάλες εκδοτικές επιτυχίες του 1993
Ου μ π ε ρ τ ο
εκο
Η Ποιητική του Τζαίημς Τζόυς Ο Έκο αποκαλύπτει με την ανάλυσή του το βάθος και το κύρος του μετα σχηματισμού που προκάλεσε ο Τζόυς στη Σύγχρονη Λογοτεχνία και γενικό τερα στην ιστορία του πολιτισμού μας.
Ι
Μ. Β. ΜΟΝΤΑΛΜΠΑΝ Ο Ελληνικός λαβύρινθος (Βραβείο Ευρωπαϊκού μυθιστορήματος 1992) Ψάχνω για έναν Έλληνα ζωγράφο ονόματι Αλεκος Φαραντούρης, μάλλον χωρίς άδεια παραμονής και πιθανόν α δελφή. Δεν του φαίνεται όμως. Ζωντα νό ή νεκρό. Τηλεφώνησε μου.
I Εκδόσεις Δ ελφίνι
θεμιςτοκλεους 23-25,
κ>6 π αθηνα
τηλ.
36 30 955 ·
fax: 64 50 764
Ανταποκρίσεις από την Ελλάδα
1879-1897
Ψ Q fm
4
Εθνικές δ ιεκδικήσεις Ο λυ μ π ια κ οίΑ γώ νες Καταστροΐ{Λ ρου ’97
Ε Κ Δ Ο Σ Ε ΙΣ Κ Α Κ Τ Ο Σ ΑΡΧ Α ΙΑ Ε Λ Λ Η Ν ΙΚ Η ΓΡΑΜ Μ ΑΤ ΕΙΑ «ΟΙ Ε Λ Λ Η Ν Ε Σ » (1.200 ΤΟΜΟΙ) Κ ΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ 1. ΠΛΑΤΩΝ 2. ΠΛΑΤΩΝ 3. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 4. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 5. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 6. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 7. ΑΙΣΧΥΛΩΣ 8. ΣΟΦΟΚΛΗΣ 9. ΑΙΣΧΥΛΟΣ 10. ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ 11. ΑΙΣΧΥΛΟΣ 12. ΣΟΦΟΚΛΗΣ 13. ΑΙΣΧΥΛΟΣ 14. ΑΙΣΧΥΛΟΣ 15. ΑΙΣΧΥΛΟΣ 16. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 17. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 18. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 19. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 20. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 21. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 22. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 23. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 24. ΑΙΣΧΥΛΟΣ 25. ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ 26. ΑΡΡΙΑΝΟΣ 27. ΑΡΡΙΑΝΟΣ 28. ΑΡΡΙΑΝΟΣ 29. ΑΡΡΙΑΝΟΣ 30. ΣΟΦΟΚΛΗΣ 31. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 32. ΠΛΑΤΩΝ 33. ΠΛΑΤΩΝ 34. ΠΛΑΤΩΝ 35. ΠΛΑΤΩΝ 36. ΠΛΑΤΩΝ 37. ΠΛΑΤΩΝ 38. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 39. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 40. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 41. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 42. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 43. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 44. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 45. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 46. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 47. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 48. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 49. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 50. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 51. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 52. ΗΡΟΔΟΤΟΣ
Απολογία Σωκράτους Συμπόσιον............. Ρήσος................... Ικέτιδες................. Εκάβη.................. Τρωάδες............... Προμηθέας δεσμώτης Φιλοκτήτης............ Λχαρνής................ Ικέτιδες.................
1 -5...
Επτά επί Θήβα. Νεφέλαι............1.200 Αλεξάνδρου Ανάβασις - 1..... 1.200 Αλεξάνδρου Ανάβασις-2...... 1.200 Αλεξάνδρου Ανάβασις -3... Αλεξάνδρου Ανάβασις -4.... Ιφιγένεια η εν Αολίδι......... Νόμοι -1...................... Νόμοι -2...................... Νόμοι -3...................... Νόμοι -4..................... Νόμοι -5..................... Νόμοι -6..................... Μήδεια........................ Ιφιγένεια η εν Ταύροις....... Ορέστης...................... Ηρακλείδες................... Βιβλίο Α' -Κλειώ ............ Βιβλίο Β -Ευτέρπη ........... Βιβλίο Γ -θάλεια ............ Βιβλίο Δ' -Μελπομένη ....... Βιβλίο Ε -Τερψιχόρη ....... Βιβλίο ΣΤ -Ερατώ ..................1.200 Βιβλίο ΐ -Πολύμνια ................. 1.400 Βιβλίο Η -Ουρανία .................. 1.200 Βιβλίο & -Καλλιόπη ............. 1.200
53. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Ελένη .................................. 54 ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Σόλων - Ποπλικόλας .............. 55. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Θεμιστοκλής - Κάμιλλος ........... 56 ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ θησεύς - Ρωμύλος .................. 57. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Λυκούργος - Νουμάς ............... 58. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ίων ................................. 59. ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ Πλούτος ......................... 60 ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ Σφήκες ....................... 61. ΣΟΦΟΚΛΗΣ Τραχίνιαι ................ 62 ΣΟΦΟΚΛΗΣ Αίας ..................... 63. ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ Σαμία ................... 64 ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ Επιτρέποντας 65. ΑΙΣΧΥΛΟΣ Αποσπάσματα .......... 66. ΠΛΑΤΩΝ Πολιτεία -I ............ 67. ΠΛΑΤΩΝ Πολιτεία -2 ............ 68. ΠΛΑΤΩΝ Πολιτεία-3 ............. 69. ΠΛΑΤΩΝ Πολιτεία -4 ............. 70. ΠΛΑΤΩΝ Πολιτεία -5 ............. 71. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Αττικά ............. 72. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Κορινθιακά 73. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Λακωνικά ....... 74. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Μεσσηνιοκά . 75. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Ηλειακά .... 76. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Αχαϊκά .... 77. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Αρκαδικά .. 78. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Βοιωτικά ... 79. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Φωκικά ....... 80. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Πίνακες - Χάρτες - Εικόνες .. 1. ΟΜΗΡΟΣ Οδύσσεια - Ραψωδίες α, β, γ, δ Οδύσσεια - Ραψωδίες ε, ζ, η, θ .. 82. ΟΜΗΡΟΣ 83. ΟΜΗΡΟΣ Οδύσσεια - Ραψωδίες ι, κ, λ, μ ... Οδύσσεια - Ραψωδίες ν,ξ,ο,π ... 84. ΟΜΗΡΟΣ Οδύσσεια - Ραψιοδίες ρ,σ,τ,υ .... 85. ΟΜΗΡΟΣ Οδύσσεια - Ραψωδίες φ, χ, ψ, ω .. 86. ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάς - Ραψιοδίες Α, Β,Γ,Λ . 87. ΟΜΗΡΟΣ 88. ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάς - Ραψωδίες Ε. Ζ, Η. θ Ιλιάς - Ραψωδίες I, Κ, Λ, Μ . 89. ΟΜΗΡΟΣ 90. ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάς - Ραψιοδίες Ν, Ξ, Ο, Π 91. ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάς - Ραψωδίες Ρ. Σ ,Τ ,Υ . 92. ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάς - Ραψωδίες Φ. X. Ψ. Ω 93. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 1 Γενική Ιατρική ............. 94. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 2 Προληπτική Ιατρική ...... 95. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 3 Παθολογία - Οφθαλμολογία 96. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 4 Ανατομία - Φυσιολογία .... 97. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 5 Διαιτητική - θεραπευτική 1 98. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 6 Διαιτητική - θεραπευτική 2 99. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 7 Γυναικολογία-1 ............ 100. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ 8 Γυναικολογία -2 ......... ....
Η ΣΕΙΡΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΟΙ Μ Ε Τ Α Φ ΡΑ ΣΕ ΙΣ Τ Ω Ν Ε Ρ Γ Ω Ν Γ ΙΝ Ο Ν Τ Α Ι Σ Η Μ Ε ΡΑ
Ε Κ Δ Ο Σ Ε ΙΣ
ΚΑΚΤΟ Σ
Ν ΕΓΓΙΣΤΗ Μ ΙΟΥ 52, ΑΘΗΝΑ - ΤΗΛ.: 36.28.446, 36.29.157, FAX: 32.41.790
τα βιβηία της «γνώσης» ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ / ΜΙΚΡΗ ΣΕΙΡΑ ΚΑΡΑ ΓΙΟΥΝΑΣ ΛΟΥΒΕ ΑΛΜΚΒΙΣΤ Γιατί όχι; ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ Φλας ΛΑΡΑ ΚΑΡΝΤΕΛΛΑ Γύρω από τη Λάουρα ΛΑΡΑ ΚΑΡΝΤΕΛΛΑ Ηθελα να φορέσω παντελόνια ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΤΙ Το τραγούδι των σειρήνων ΑΝΝΑ ΜΕΣΣΙΝΑ Η φοινικιά του Ρουσαφά ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ Η γεροντοκόρη ΜΑΝΦΡΕΝΤ ΜΠΗΛΕΡ Ηρεμη σαν τη νύχτα ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΠΟΝΤΙΤΖΑ Η μεγάλη βραδιά ΛΕΒ ΡΑΖΓΚΟΝ Χωρίς επινοήσεις
Ο. ΣΕΣΑΝ - Ι.ΜΠ. ΜΑΣΛΟΦΣΚΙ Εσείς που.δεν έτυχε ποτέ να σας σκοτώσουν... ΦΟΥΛΒΙΟ ΤΟΜΙΤΣΑ Η βενετσιάνα κληρονόμος ΓΚ. Κ. ΤΣΕΣΤΕΡΤΟΝ Η αθωότητα του πατρός Μπράουν. ΣΕΡΤΖΙΟ ΦΕΡΡΕΡΟ Στη σκιά ΤΟΜΑΣ ΧΑΡΝΤΥ Κάτω από το δέντρο ΝΑΘΑΝΙΕΛ ΧΩΘΟΡΝ Το άλικο γράμμα ΜΠΑΡΜΠΕ NT' ΩΡΕΒΙΓΥ Οι διαβολικές ΖΑΝΕΤ ΟΥΙΝΤΕΡΣΟΝ Το φύλο της κερασιάς ΑΝΡΙ-ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΜΠΛΑΝ Τ αγρίμια παλεύουν στο λυκόφως TENT ΧΙΟΥΖ Μύθοι του πρώιμου κόσμου
εκδόσεις «γνώση» Ιπποκράτους 31, 106 80 Αθήνα - τηλ. 36 20 941, 36 21 194
Ε
υ γ ε ν ία
Φ
α κ ιν ο υ
• Το έβδομο ρούχο • Η μεγάλη πράσινη • Ζάχαρη σιην άκρη ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
• Το μεγάλο ταξίδι ιου Μελένιου • Ξύπνα Νιενεκεδοόπολη • Ο κύριος Ουλιραμέρ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Η σύγχρονη εκδοπκή παρουσία στα ελληνικά γράμμαια
Π αύλος Μ ατεςις
• Η μητέρα του σκύλου • Ύλη δάσους
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Η σύγχρονη εκδοτική παρουσία σια ελληνικά γράμμαια
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ
Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παιάκη το νεο μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρό
Ν ινε ι
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ
Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το νεο μυθιστόρημα της Κάτιας Αντωνοπουλου
Η κ υ ρ ία Ο υ ίλ σ ο ν τ α ξιδ ε ύ ει
Ε ίν α ι η ισ το ρ ία μ ια ς α τίθ α σ η ς κοπέλας, γεμ άτης α νησυχίες κ α ι ερ ω τη μ α τικά , μ ια ς κ οπ έλας που δε σ υ μ βιβάζεται εύκολα.
'Ενα τα ξ ιδ ιω τ ικ ό α φ ιίγ η μ α περιπ λάνηση σε χ ώ ρ ες μ α κ ρ ιν έ ς κ α ι τόπους ε ξω τικ ο ύ ς
ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ 14.106 80 ΑΘΗΝΑ. ΤΗΛ. 36.38.362 - 36.45.236 Fax: 36.28.950 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗ16.106 78 ΑΘΗΝΑ. ΤΗΛ. 36.31.078
ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ 14.106 80 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ. 36.38.362 - 36 45 236 Fax: 36.28.950 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗ 16,106 78 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ. 36.31.078
Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία από τις εκδόσεις Πατάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΠΑΤΑΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: Σ. ΠΑΤΑΚΗΣ Α.Ε., Εμμ. Μ πενάκη 16, 106 78 Αθήνα, Τηλ.: 36.38.362, Fax.: 36.28.950
ΚΕΔΡΟΣ
ίο ελληνικό βιβλίο ΜΕΛΙ ΙΩ ΑΞΙΩΤΗ
ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ
Μ Ε Λ Π Ω Α Ξ ΙΩ Τ Η ΑΠΑΝΤΑ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ μυθιστόρημα Τόμος Β'
1
ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΧΟΡΕΨΟΜΕ ΜΑΡΙΑ; νουβέλα
1
Τόμος Τ'
ΧΡΟΝΙΚΑ Τόμος Α'
ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ μυθιστόρημα Τόμος Ε'
ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
χ Γ ο ν Ύ κ A
ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΚΑΛΗΜΕΡΑ! και άλλα διηγήματα Τόμος ΣΤ'
ΜΙΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Τόμος Η'
1
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ διήγηση Τόμος θ'
ΗΚΑΔΜΩ νουβέλα ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, ΚΑΛΗΜΕΡΑ!
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
ΜΙΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
I I ....
Γ. Γενναδίου 3 inh. 36.09.712 - 36.02.007
ΔΙΑΒΑΖΩ: Α. Μεταξύ 26, Αθήνα -1 0 6 81 Σύνταξη: 33.01.239 Λογιστήριο: 33.01.241 Διαφημίσεις: 33.01.313 Συνδρομές: 33.01.315
ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ Γράφει ο Η. Παπαλέξης Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Τεύχος 311 12 Μαΐου 1993
κός νεανικός τύπος (19361941) Γράφει η Τιτίκα Δημητρού-
ΔΕΛΤΙΟ Βιβλιογραφικό Δελτίο
ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΩΝ Ελληνική Ιστορία
ΤιμήΛρχ. 700
Κώστα Καιροφύλα: Οι κουρσάροι στην Ελλάδα. Γράφει ο Θ. Ψαλιδόπουλος
Ιδρυτής: Περικλής Αθανασόπουλος
Πολιτική
Διευθυντής: Γιώργος Γαλάντης Αρχισυντάκτης: Ηρακλής Παπαλέξης Σύνταξη: Κατερίνα Γρυπονησιώτου, Βασίλης Καλαμαράς, Ηρακλής Παπαλέξης, Βάσω Σπάθή, Καίτη Τοπάλη. Οικονομικός υπεύθυνος: Βάσω Σπάθή Συνδρομές: Κατερίνα Γρυπονησιώτου Διαφημίσεις: Ηρακλής Παπαλέξης Καλλιτεχνική επιμέλεια: Νένη Ράις Γλωσσική επιμέλεια-Διορθώσεις: Βίκυ Κωτσοβέλου Στοιχειοθεσία-Ηλεκτρονική ΣελιδοποίησηΜοντάζ: LEGATO Ε.Π.Ε., Χαλκοκονδύλη 9, (πλ. Κάνιγγος) τηλ.: 33.02.055-56 Fax: 36.48.223 Εκτύπωση: Αφοί Τσαλδάρη Ο.Ε., Φυλής 355, Καματερό, τηλ.: 23.18.444 Βιβλιοδεσία: Νικ. Κατριβάνος και Σία Ο.Ε., Στ. Γόνατά 48, τηλ. 57.49.951 Διανομή: Νέο Πρακτορείο Τύπου Ιδιοκτήτης-Εκδότης: Γιιώργος Γαβαλάς & ΣΙΑ Ε.Ε. Κεντρική διάθεση: Αθήνα: «Διαβάζω» Θεσσαλονίκη: Βιβλιοπωλείο «Κέντρο του βιβλίου» Λασσάντη 9 τηλ. 237.463 Εξώφυλλο: Γιώργος Γαλάντης
Χρήστου Θεοδωρόπουλου: Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Ευρώπη και στην Αφρική - Συγκριτική Ανά λυση. Γράφει ο Γιώργος Γιαννιτσιώτης Μελέτη Βασ. I. Λαζανά: Τα Αρχαία Ελληνικά Επιδεικτικά Επι γράμματα, (ολόκληρο το Ένατο (IX) Βιβλίο της Ελληνικής ή Παλατινής Ανθολογίας). Γράφει ο Νικ. Λυκ. Φορόπουλος Μελέτη Απόστολου Σαχίνη: θεωρία και άγνωστη ιστορία του μυθιστορήματος στην Ελλά δα, 1760-1870. Γράφει ο Γιώργος Γ. Αλισανδράτος
ΠΛΑΙΣΙΟ Ποίηση
Ευγενίας Ζωγράφου: Ελλει πτική πορεία. Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη Μελέτη Αγγελικής Πανοπούλου Κώστα Τσικνάκη: Ελληνι
Ελένη Ελεγμίτου: Χρονολο γώ Μέλπως Αξιώτη (19051973) Μαρία Κακαβούλια: Μέλπω Αξιώτη: υποθέσεις και προ ϋποθέσεις του έργου της Ζ. Σωνιέ: Οι Δύσκολες Νύ χτες της Μέλπως Αξιώτη: Μυθιστόρημα αγωγής και ανθρώπινη κωμωδία Γερασιμία Μελισσαράτου: Παράθυρα με ή δίχως πλαί σιο: Η κατασκευή της αφή γησης και Γο σπίτι μου Ελένη Γιαννακάκη: Μέλπω Αξιώτη: Θέλετε να χορέψομε Μαρία; Μαίρη Μικέ: Τα ποιήματα της Μέλπως Αξιώτη: δεν ήταν παρά η αφορμή... Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ: Μέλπω Αξιώτη: Κάδμω ή ο τρόμος του άδειου βλέμματος
θέατρο τρόπος που ανεβάστηκε από τον Φώτο Πολίτη ο «Αγαμέ μνων» του Αισχύλου και ο «Θείος Όνειρος» του Γρ. Ξενόπουλου, είναι αρκετό δείγμα του τί μπορεί να προσφέρει ένα θέατρο, που δεν είναι μόνο επιχείρηση - ένα θέατρο που μπορεί να γίνει πραγματικό σχολείο του λαού και ανώτερος ρυθμιστής της δημόσιας καλαισθησίας», έγραφε ο Παύλος Νιρβόινας για τις εναρκτήριες παραστάσεις (17 Μαρτίου 1932) του τότε νεοσύστατου κρατικού θεάτρου, ενώ η Μαρίκα Κοτοπούλη, αντίθετα, δήλωνε οργισμένη: «Μας επαρουσίασε την χειρότερη παράσταση που είδε ποτέ το ελληνι κόν κοινόν». Ο Κέδρος με αφορμή τις έξι δεκαετίες λειτουργίας του Εθνικού κυκλοφόρησε ένα καλαίσθητο λεύκωμα με τίτλο 60 χρόνια Εθνικό θ έα τρ ο 1932-1992 (Αθήνα, 1992. Σελ. 220). Το εκτενές κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα του Αλέξη Σολομού -του σημαντικότερου θεατρανθρώπου εν ζωή του τόπου μας- που αναφέρεται στην ιστορία του Εθνικού από την ίδρυσή του ως τις μέρες μας, το πλήθος των ασπρό μαυρων φωτογραφιών από τις παραστάσεις, ο χρονολογικός πίνακας παραστάσεων, τα κείμενα από τον Τύπο της επο χής, δείχνουν με ενάργεια γιατί εδώ και εξήντα χρόνια το Εθνικό Θέατρο αγαπήθηκε και μισήθηκε το ίδιο έντονα· και γιατί η ιστορία του είναι εν πολλοίς η ιστορία του ποιοτικού θεάτρου στη χώρα μας μισό και πλέον αιώνα.
I
θέατρο για παιδιά εκδοτικός οίκος Κέδρος ανταποκρινόμενος στο αίτημα των δασκάλων να υπάρχουν θεατρικά έργα για να παίζονται από σχολικούς θιάσους εγκαινίασε μια νέα θεατρική σειρά για παιδιά.
I
Κυκλοφόρησε δύο βιβλία που στόχο έχουν να αποτελέσουν το πρωτογενές υλικό για τις σχολικές θεατρικές δρα στηριότητες. Το βιβλίο της Σοφίας Ζαραμπουκα Θέατρο (Αθήνα 1993. Σελ. 88. Δρχ. 1000) με έργα του Αριστοφάνη απευθύνεται σε παιδιά του Δημοτικού και του Νηπιαγωγείου,. Περιλαμβάνει
χρονικά 13 θεατρικές διασκευές με τραγούδια, κοστούμια και σκηνικά, σε εικονογράφηση της ίδιας, των έργων «Ειρήνη», «Λυσιστράτη», «Όρνιθες» και «Πλούτος».
1
1
ην ίδια ανάγκη καλύπτει και το βιβλίο της Αλκής Ζέη θέα τρ ο για παιδιά (Αθήνα, Κέδρος, 1993. Σελ. 176. Δρχ. 1200) με δύο θεατρικά έργα, τον «Κεραμιδοτρέχαλο» και τον «Ματία τον Πρώτο», ελεύθερες διασκευές από τα μυθιστορήματα «Ο Κάρλο και ο Μπόμπιρας στη στέγη» της Λίντκρεν και ο «Ματίας ο Πρώτος» του Πολωνού Κόρτσακ. Ας σημειωθεί ότι ο «Κεραμιδοτρέχαλος» έχει παιχθεί δύο φορές στο θέατρο «Στοά» από τη Αήδα Πρωτοψάλτη και ο «Ματίας» από το θίασο της Ξένιας Καλογεροπούλου. Οι δύο συγγραφείς με πλούσιο και αναγνωρισμένο έργο από παλιά στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας είναι η καλύ τερη εγγύηση για τη μύηση των παιδιών στα θεατρικά δρώ μενα. αράλληλα οι εκδόσεις Πατάκη στη σειρά «Νεανικό θέατρο» κυκλοφόρησαν το έργο της γνωστής συγγραφέως Ζωής Βαλάση Τα τρία Δώρα (Αθήνα, 1993. Σελ. 112. Δρχ. 1000) με θαυμάσια εικονογράφηση της Βάσως Ψαράκη, η οποία έχει σχεδιάσει επίσης και τις κούκλες-πρωταγωνιστές του έργου στο τέλος του βιβλίου. «Τα τρία δώρα», παραμύθι που παρα πέμπει στις δομές των κλασικών παραμυθιών με διαχρονικές αξίες, είναι γραμμένο να παιχτεί σαν κουκλοθέατρο. Το έργο της Ζωής Βαλάση διακρίθηκε στην κατηγορία «Εκπαιδευτική Λογοτεχνία» του Ευρωπαϊκού Βραβείου Νεανι κής Λογοτεχνίας «Πιερ Πάολο Βερτζέριο» 1987.
ξένη πεζογραφία Λ/ Ι|
I I I I
Ίνγκριντ Νιότι, διπλωματούχος φιλολογίας, γιατί εργάζεται στο θυρωρείο μιας πολυκατοικίας; Είναι μια οριακή περίπτωση με διαταραχές που δεν της επέτρεψαν την οικοδόμηση μιας ισορροπημένης προσωπικότητας ή πρόκειται για μια προσωπικότητα που δεν εμπίπτει σε κανέναν από τους ισχύοντες κώδικες; Η συγγραφέας Καρολίν Τινέ, άγνωστη στην Ελλάδα, στο μυθιστόρημά της Το κτίριο (Αθήνα, Νεφέλη, 1993. Μτφρ. Ζωή Σβώλου. Σελ. 224. Δρχ. 2000.) θέτει ερωτήματα παρά δίνει απαντήσεις στο παιχνίδι της αναζήτησης της προσωπι. κής αλήθειας που πόρρω απέχει από την κοινωνική καταξίω ση. Η ηρωίδα της επιλέγει να ζει μοναχικά. Την τρομάζει η συλλογική ρουτίνα γιατί τα κοπάδια έχουν κάτι το εφιαλτικό κι έτσι διαλέγει τη σιωπή· γίνεται λεία του κτιρίου, ανακαλύ πτει το μυστήριο της ύπαρξής της και δέχεται σχεδόν λυτρω τικά την καταδίκη της σε ισόβια δεσμά. «Το κτίριο» πήρε το βραβείο Πρώτου Μυθιστορήματος στην Γαλλία το 1990. Η.Π.
- { Ε η ισ η μ ά ^ σ ε ις -
«Καθημερινά πεθαίνουν από τη ν πείνα χαι τις αρρώ στειες 35.000 παιδιά χάτω τω ν 5 ετώ ν... Η έλλειψ η β ιτα μ ίνη ς Λ α π ειλεί περισσότερα από 10 εχατομμύρια παιδιά στον χόσμο μ ε θάνατο ή χαι τύφλωση». Αυτά διαπιστώνει η έκθεση της Γιούνισεφ για την κατάστα ση των παιδιών στις αναπτυσσό μενες χώρες το 1993. Αν προσθέσει κανείς μια δική του λέξη θα πάψει έστω κι ένα από τα παιδιά αυτά ή από άλλα πιο κοντινά μας να πεινάει; Αν όμως προσφέρει ένα πιάτο φαγητό σε κάποιον που πεινάει, τότε κάτι μπορεί να αλλάξει και γύρω και μέσα του. Τότε και η κάθε λέξη θα απο κτήσει αντίκρισμα στην πραγμα τικότητα. Λ.
V
Ο
ο ο ο
\ j A
y
o
{ ?
β,βλ
a
I O
_
τον
L /
- ο .
ο ο ο ο
ο ο θ'
Αριστοτέλης - Αθ. Βαγιονάκης - Αθ. Βάνιας - Θεσσ. Βιβλιογωνία Αθ. Γκοβόστης - Αθ. Δωδώνη - Αθ. - Ειρμός - Δράμα. Ελευθερουδάκη - Αθ. Ενδοχώρα - Αθ. Εσιία - Αθ. Ιανός - Θεσσ. Κρομμΰδας - Χίος. Λέσχη του Βιβλίου Αθ. Μάτι - Κατερίνη. Μεθενίτης - Πάτρα. Μποστάνσγλου Πειραιάς. Πλέθρον - Αθ. Ραγιάς Θεσσ. Φιλιππότης - Αθ. Χνάρι - Αθ.
θ '
ο | Μ Ο Υ ΡΣΕΛ Α Σ Κ.: Βαμμένα κόκκινα μαλλιά ΚΕΔΡΟΣ | ΦΑΡΑΚΟΣ Γ.: Μαρτυρίες και Στοχασμοί ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ | ΕΛ Υ ΤΗ Σ Ο.: Εν λευκώ ΙΚΑΡΟΣ | ΦΑΚΙΝΟΥ Α.: Το κάστρο της μνήμης ΚΑΣΤΑΝΙΩ ΤΗΣ | ΞΑ Ν Θ Ο Υ ΛΗ Σ Γ.: Η εποχή των καφέδων ΚΑΣΤΑΝΙΩ ΤΗΣ | ΕΝ Ε Π Ε Κ ΙΔ Η Σ Π : Δόξα και Διχασμός ΖΑΧ Α ΡΟ Π Ο Υ Λ Ο Σ ΠΑΠΑ ΔΑ Κ Η Α.: Το χρώμα του φεγγαριού ΚΑΛΕΝΤΗΣ | ΒΑΜ ΒΟΥΝΑΚΗ Μ.: Τανγκό μες στον καθρέφτη Φ ΙΛ ΙΠ Π Ο ΤΗ Σ Κ Ο ΥΜ ΠΛΑΝΤ NT.: G eneration X. Ν. ΣΥΝΟΡΑ
οι κουρσάροι στην Ελλάδα ΚΩΣΤΑΣ Κ Α ΙΡ Ο Φ Υ Λ Α Σ . Οι Κουρσάροι στην Ελλά δα. Αθήνα, «Ερίννη» - Φιλιππότης, 1992. Σελ. 144.
Ε λ λ η ν ικ ή Ι σ τ ο ρ ία
Κώστας Καιροφύλλας (Ζάκυνθος 1878 Αθήνα 1961) υπήρξε, όπως είναι γνωστό, ένας πολυγραφότατος λόγιος, ο οποίος επί σειρά ετών άσκησε το επάγγελμα του δημο σιογράφου στην Ελλάδα και το εξωτερικό και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μεσαιωνι κή και την ιστορία της νεότερης εποχής. Σπούδα σε φιλολογία και νομικά στο Π ανεπιστήμιο Α θη νών και έζησε για μεγάλο διάστημα στη δυτική Ευρώπη, από όπου και συγκέντρωσε ενδιαφέρο ντα υλικά γι’ αυτές τις περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Θεωρείται ότι μελέτησε συστηματικά ιστορικά αρχεία της Βενετίας, της Ρώμης, του Μ ι λάνου, ενώ είναι γνωστό ότι οι έρευνές του επεκτάθηκαν και στο Π αρίσι και το Λονδίνο. Π ολυά ριθμες δημοσιεύσεις του έχουν γίνει σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, και βιβλία του έχουν κυκλο φορήσει στη γαλλική και ιταλική γλώσσα. «Οι Κουρσάροι στην Ελλάδα», είναι μια ευσύ νοπτη μελέτη του Κ. Καιροφύλα, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1949 και τώρα, με πρω το βουλία των εκδόσεων «Ερίννη», βλέπει και πάλι
το φως της δημοσιότητας. Για τον αναγνώστη εί ναι μια ευχάριστη έκπληξη, κυρίως γιατί επιστρέ φει στο συγγραφικό ύφος παλαιότερων χρόνων, στο είδος εκείνο της γλαφυρότητας, που ανήκει σε μιαν άλλη εποχή. Το βιβλίο αυτό δεν διεκδικεί βεβαίως, απαιτή σεις ιστορικής ερμηνείας και συστηματικής μελέ της του φαινομένου της πειρατείας. Συγκεντρώ νει, κυρίως, στοιχεία, που συνέλεξε ο συγγραφέας από έρευνες σε αρχεία και βιβλιοθήκες της Ιτα λίας, κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης, όπως και ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογό του, παραμο νής του εκεί. Δίνει, όμως, την ευκαιρία μιας γενι κής γνω ριμίας του αναγνώ στη με το θέμα, μέσα από την παράθεση ιστορικώ ν γεγονότων και περι στατικών, η οποία και επιτρέπει τον σχηματισμό μιας εικόνας για την εξέλιξη της πειρατείας από την αρχαιότητα μέχρι την ελληνική επανάσταση. Έ τ σ ι, ο αναγνώ στης πληροφορείται ότι στην αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θ ουκυδίδη, η πειρατεία ήταν μάλλον συνηθισμέ νο επάγγελμα, το οποίο μάλιστα θεωρείτο και τι μητικό. Αργότερα βεβαίως, όταν το θαλάσσιο εμπόριο είχε καταστεί η κυριότερη πηγή πλούτου για τις μεγάλες πόλεις της Μεσογείου, θεσπίσθη καν πολλοί νόμοι και λήφθηκαν μέτρα εναντίον των πειρατών, αλλά το πρόβλημα παρέμενε έντο νο και στην περίοδο της Ρωμαϊκής Α υτοκρατο ρίας και στα χρόνια του Βυζαντίου. Ό π ω ς είναι γνωστό, η πειρατεία υπήρξε ένα από τα κύρια προβλήματα και στις ελληνικές θά-
16 ετηλογη------------------------------------λασσές, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κατά τον συγγραφέα, διενεργείτο κυρίως και από Έ λ λ η νες νησιώτες αλλά και από Τυνήσιους, Σικελούς, Κορσικανούς, Γενουάτες, Βένετους και Αλγερίνους, οι οποίοι συγκέντρω ναν τελικά μεγάλη οικονομική δύναμη και είχαν σχέσεις με εκπροσώπους της Καθολικής Εκκλη σίας. Ο Κώστας Κ αιροφύλας αναφέρεται σε αρκε τά περιστατικά, που μαρτυρούν ότι η σχέση πει ρατών και Κ αθολικών ήταν ιδιαίτερα συμφέρουσα από οικονομική άποψη για τους δεύτερους και επιμένει πως το Βατικανό κέρδιζε χρήματα, μέσω πειρατικών δωρεών, ακόμη και από το εμπό ριο σκλάβων, αιχμαλώτων δηλαδή, που διάφοροι πειρατές πουλούσαν σ τις αγορές της Μεσογείου. Η πειρατεία ήταν μια από τις σοβαρότερες αι τίες δεινών για τους κατοίκους των ελληνικών ν η σιών, που καταληστεύονταν και τρομοκρατού νταν από τις επιδρομές. Σύμφωνα, πάντως, με τα στοιχεία του Καιροφύλλα, σχέσεις με πειρατές εί χαν και πολιτικοί παράγοντες, εκπρόσωποι ή πρε
Είναι γόνιμη η προσφορά της Ευγε νίας Ζωγράφου: έντεκα ποιητικές συλλογές επιπέδου και τρεις μετα φράσεις Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, συγκεκριμένα έχει μεταφράσει το «Περί ποιητικής τέ χνης» του Αριστοτέλη, το «Τρεις λόγοι για το θέατρο» του Κορνεϊγ και το «Σκέψεις για την ακμή και παρακμή των Ρωμαίων». Η ποίησή της είναι προσωπική, λυρική, αποπνέει μια ευγένεια και σοβαρότητα, μια καθαρότητα ζη λευτή και μια τρυφερότητα έτσι όπως βγαίνει σαν καλοζυγιασμένη μουσική μέσ' από τα φυλλώματα της καθημερινής ατομικής πίκρας ή από τα νερά που «σιγούν / καταπί νοντας σκοτεινιά / και πίκρα» (35). Η λύπη, μια λύπη εσωτερική, ευ εργετική, διακριτική, όχι θλίψη ή απελπισία, μια λύπη χαροποιός, αφού μεταβάλλεται σε δημιουργική χαρά, συνδέει και συνέχει το σύνο λο των μικρόστιχων ή ολιγόστιχων ποιημάτων της συλλογής κάι εκδη λώνεται χαμηλόφωνα, σχεδόν ανε παίσθητα από την αρχή ίσαμε το
σβευτές των Μ εγάλων Δυνάμεων στην περιοχή, οι οποίοι εξασφάλιζαν έτσι επιρροή αλλά και ο ι κονομική δύναμη, χωρίς να αποφεύγουν επίσης ακόμη και την προσωπική ανάμιξη στη δήλωση του ελληνικού πλούτου. Το φαινόμενο της πειρατείας άρχισε να περιο ρίζεται μετά από το 1828, όταν πια τα ισχυρά δυτι κοευρωπαϊκά κράτη έλαβαν αποφασιστικά μέτρα για την αντιμετώπισή του. Στις ελληνικές θάλασ σες, εξαλείφθηκε μετά από το 1829, είναι δε γνω στό ότι εναντίον του έδρασαν ο Κανάρης, ο Μιαούλης και άλλοι στρατιωτικοί παράγοντες της ελ ληνικής Επανάστασης. Κατά τα ιστορικά στοι χεία, παρατηρήθηκε μια νέα εξάπλωσή της, ύστε ρα από τη δολοφονία του Καποδίστρια και την περίοδο της Αντιβασιλείας, και εξακολουθούσε να λυμαίνεται την περιοχή μέχρι το 1850, οπότε και εμποδίσθηκε οριστικά από τις επιχειρήσεις του οργανωμένου πολεμικού Ναυτικού.
ποίηση ΕΥΓΕΝΙΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ. Ελλειπτική πορεία. Ποιήμα τα Αθήνα, Η Προποντίς, 1992.Σελ.64. τέλος, «χωρίς φεγγάρι / με πολλές σιωπές» και φτάνει «στη ρίζα της ψυχής μου», ομολογεί (9). Κι όταν μιλάει για «απουσία αισθημάτων)» (11) ή για «σπαράγματα / από μι κρούς ήχους» (12) εκεί «που κάνει τη στράτα της η πορφυρή ανεμώνα» (12), δεν χάνει τον έλεγχο των πραγμάτων, παρά ακολουθεί μια σταθερή αντιμετώπιση, αντιτάσ σοντας σ' όλα την τρυφερότητα και την απαντοχή. Δεν χάνεται και ας χάνει στην οδυνηρή αναμέτρη ση με την απώλεια, με την καθημε ρινή ατομική και την άλλη πίκρα. Κυνηγάει ό,τι ξεστράτισε, το ντύνει με χρώματα ποιητικά, του δίνει διάρκεια μέσα σ' ένα τοπίο εαρινό, πασίχαρο, σχεδόν γιορταστικό.
Θ. Ψ α λνδόπ ου λος
Παίρνει εικόνες από το ελληνικό φυσικό τοπίο, για να εκφράσει με πράγματα συγκεκριμένα ψυχικές της καταστάσεις προσωπικές, την ατομική της περιπέτεια, που με τον τρόπο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ενδιαφέρει τον καθέ να. Μέσα από την καθημερινή δο κιμασία ανθεί μια καρτερία και η γονιμοποιός διάθεση προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, που γίνεται εντέλει αισιόδοξος, θριαμβευτικό φινάλε:
Όμως θ' αντέξω το π το παιχνίδι της μοίρας (,..)θα φορέσω δαφνόφυλλα απ' τα δικά σου χέρια χέρια. Οστρακο πολύχρωμο θαλάμψω στους εφτά ουρανούς κι ούτε σύννεφο πια ούτε αστροπελέκι (59) και θυμίζει συχνά τη χαρμολύπη μιας ελληνικής Μεγάλης Εβδομά δας.
Ελένη Χωρεάνθη
εηιλογη 17
ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρώπη και στην Αφρική συγκριτική ανάλυση ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΕΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ (επψ.), Ανθρώπινα Δι καιώματα στην Ευρώπη και στην Αφρική - Συγκριτική Ανάλυση / Human Rights in Europe and in Africa - A Comparative Analysis. Αθήνα, Ί δ ρ υ μ α Μ α ρ α γ κ ο π ο ύ λ ο υ γ ια τα Δ ικ α ιώ μ α τ α το υ Α ν θ ρ ώ π ο υ , Ε λ λ η ν ικ έ ς Π α ν ε π ι σ τ η μ ι α κ έ ς Ε κ δ ό σ ε ις , 1992. Σελ.χίν+ 217.
Π ο λ ίτ ικ η
Λ/j a \ I I
το βιβλίο αυτό περιέχονται τα πρακτικά διεθνούς συνεδρίου που συνδιοργάνωσαν ο Τομέας Α φρικανικών Υποθέσεων του I I Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεω ν του Παντεί1 I ου Π ανεπιστημίου και το Ίδρ υ μ α Μ αραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Α νθρώ που, το 1991, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 10 χρόνω ν από την υιοθέτηση του Α φρικανικού Χάρτη Ανθρωπίνω ν Δ ικαιώματων και Δικαιωμά των των Λαών. Κύριος στόχος του Συνεδρίου αυτού ήταν η συγκριτική παρουσίαση του Α φρι κανικού Χάρτη Α νθρωπίνω ν Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών σε σχέση με την αρχαιό τερη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο καθηγ. Wolfgang Benedek παρουσιάζει μια ενδιαφέ ρουσα ανάλυση για την Α φρικανική αντίληψη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αντιπαραβάλλοντάς την με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή. Στη συνέ χεια ο καθηγ. Στέλιος Π ερράκης αναφέρεται σε θεσμικές και άλλες όψεις της διεθνούς προαγωγής και προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην Ευρώπη και στην Αφρική εστιάζοντας την προσοχή του όχι μόνο στους δύο οργανισμούς
που σηκώνουν το κύριο βάρος της προστασίας των Δ ικαιωμάτων του Ανθρώπου στις δύο αυτές ηπείρους (δηλαδή το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον Οργανισμό Α φρικανικής Ενότητας), αλλά και σε ά λλους θεσμούς που αναπτύσσουν δραστη ριότητα σ ’ αυτόν τον τομέα (όπως η ΕΟΚ, η ΔΑ ΣΕ, ο Α ραβικός Σύνδεσμος και οι Μ ΚΟ). Στο δεύτερο μέρος του τόμου ο καθηγ. Γρηγόρης Τ σάλτας εστιάζει την προσοχή του στα λεγά μενα Ανθρώπινα Δικαιώματα τρίτης γενιάς (συλλογικά δικαιώματα των λαών) και στις δια φορετικές αντιλήψεις μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών πάνω στο θέμα αυτό. Ακολουθεί η εισήγηση του Δρ. Χρήστου Θεοδωρόπουλου για το ρόλο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις σχέσεις Ευρώπης-Αφρικής, η οποία, μετά από μια ιστορική αναφορά στις κύ ριες φάσεις εξέλιξης των σ χέσεων μεταξύ των δύο ηπείρων, επικεντρώνεται στις διαφορές πολιτικής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις δύο ηπείρους και τις επιπτώσεις τους για την ανάπτυξη των σχέ σεων Ευρώπης-Αφρικής στις μέρες μας. Στο τρίτο μέρος ο καθηγ. U. Oji U mozurike, Π ρόεδρος της Α φρικανικής Επιτροπής, πα ρουσιάζει και αναλύει σε βάθος τον Αφρικανικό Χ άρτη Ανθρωπίνω ν Δ ικαιωμάτων και Δικαιωμά των των Λαών επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στα ουσιαστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, τα οποία ο Χ άρτης καταγράφει, και στα μέσα προστασίας, τα οποία αυτός προβλέπει. Ακολουθούν οι εισηγήσεις του καθηγ. Χ ρή στου Ροζάκη, ο οποίος συγκρίνει τις διαδικαστι κές διατάξεις προστασίας και προαγωγής των Α νθρωπίνω ν Δικαιωμάτων, οι οποίες περιέχονται στον Α φρικανικό Χάρτη με αυτές της Ευρω παϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώ που και του καθηγ. Carl Aage Norgaard, Προέ δρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος προ
18 ετπλογη-------------------------------------σεγγίζει συγκριτικά τα ουσιαστικά δικαιώματα που καλύπτουν οι δύο συμβάσεις και εστιάζει την προσοχή του στις διαφορές (ως προς τον κατάλο γο δικαιωμάτων που καλύπτουν και τους περιορι σμούς που θέτουν) των δύο αυτών συμβατικών κειμένων. Το βιβλίο κλείνει με ορισμένες επισημάνσεις του καθηγ. W. B enedek σχετικά με την ως τώρα πρακτική της Α φρικανικής Ε πιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα Δικαιώματα των Λαών και τις τελικές παρατητήσεις από την κα θηγ. Α. Γιωτοπούλου-Μ αραγκοπούλου. Στο παράρτημα του βιβλίου δημοσιεύονται (στα αγγλικά) τα πλήρη κείμενα του Χάρτη Ανθρωπίνω ν Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών και των κανόνων λειτουργίας της Α φρικα νικής Επιτροπής Α νθρωπίνων Δικαιωμάτων και
Π καταγραφή των νεανικών εντύ πων της περιόδου 1936-1941 ολο κληρώνει την εκδοτική παρουσίαση του νεολαιίστικου τύπου από το 1830 ως το 1945. Το τελευταίο, εκ δοτικά, πόνημα είναι ωστόσο από τα σπουδαιότερα. Η περίοδος της μεταξικής δικτατορίας αποτελεί προσφορότατο ε'δαφος για έρευνα και επιτρέπει την εξαγωγή πολύ γόνιμων συμπερασμάτων. Τα νεανικά έντυπα της περιόδου παρουσιάζονται βάσει της κάτωθι κατηγοριοποίησης: καθεστωτικά, αντικαθεστωτικά, προσκοπικά, μα θητικά, ποικίλης ύλης, λογοτεχνικά, διάφορα - στα οποία συμπεριλαμβάνονται κατηγορίες εντύπων που λόγω του μικρού αριθμού τους δεν επιδέχονταν αναλυτικότερη πα ρουσίαση. Αν και καθαρά μεθοδο λογική, η ταξινόμηση αυτή δημι ουργεί κάποια προβλήματα επικά λυψης - οι δύο πρώτες κατηγορίες, για παράδειγμα είναι πολιτικές, ενώ άλλες δύο είναι θεματολογικές.
Δ ικαιωμάτων των Λαών, αποσπάσματα της 4ης Σύμβασης ΕΟΚ-χωρών ΑΚΕ (Lome IV) σχετικά με τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, καθώς και ο κατά λογος ΜΚΟ στις οποίες έχει παραχωρηθεί καθε στώς παρατηρητή από την αφρικανική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Δικαιωμάτων των Λαών. Ο παραπάνω τόμος αποτελεί αναμφισβήτητα την πρώτη μεγάλη και ουσιαστική συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία πάνω στο θέμα που πραγ ματεύεται. Θ α αποτελέσει απαραίτητη προσθήκη για τη βιβλιοθήκη όσων ενδιαφέρονται για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δύο γειτονικές ηπείρους, αλλά και για τον νομικό γενικά, τον πολιτικό επιστήμονα και τον διεθνολόγο.
μελέτη ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΝΟΠΟΥ ΛΟΥ ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ. Ελληνικός νεανικός τύπος (1936-1941). Καταγραφή', Αθήνα, Ετερεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Παράρτημα περιοό. Μνη μών, αρ. 87, 1992. Σελ 260. Η παρατήρηση αυτή, απολύτως καλοπροαίρετη, δεν παραγνωρίζει ωστόσο ούτε το μόχθο των ερευνη τών ούτε τη δυσκολία παρουσία σης ενός τόσο μεγάλου αριθμού εντύπων με εύληπτο τρόπο, η οποία σίγουρα δικαιολογεί κάποιες μικρές αυθαιρεσίες. Το ίδιο ενδιαφέρον της συγκεκρι μένης καταγραφής - δεδομένης της αξίας της δουλειάς του ΙΑΕΝ εντοπίζεται στη μαρτυρία που πα ρέχει για τη βούληση αλλά και τις
Γιώ ργος Γ ιαννιτσιώ της
δυνατότητες δράσης της νεολαίας σε κλίμα γενικευμένης καταστολής και πνευματικής φίμωσης. Τα πε ριοδικά φωτίζουν, δια της στατι στικής μεθόδου έρευνας, όλο και πιο αποτελεσματικής στην εποχή μας, τη δράση του καθεστώτος και την αντίδραση απέναντι σ' αυτό, αλλά και τις νοοτροπίες, τα ενδια φέροντα της νεολαίας της εποχής, σκιαγραφώντας ένα πολιτικό και πολιτιστικό πορτρέτο της. Σημα ντικότατο το γεγονός ότι τα στοι χεία δεν αναφέρονται μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά και στην περι φέρεια. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη του καταλόγου των συνεργατών των περιοδικών, εκ των οποίων πολλοί έγιναν επώ νυμοι στη συνέχεια, όπου βρί σκουμε πολύτιμες πληροφορίες για τη στάση των -νεαρών τότεπνευματικών ανθρώπων σε μια δύ σκολη περίοδο της χώρας.
Τιτίκα Δημητρουλια
επιλογή 19
τα αρχαία ελληνικά επιδεικτικά επιγράμματα ΒΑΣ. I. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τα Αρχαία Ελληνικά Επιδεικτι κά Επιγράμματα, (ολόκληρο το Ένατο (IX) Βιβλίο της Ελληνικής ή ΙΙαλατινής Ανθολογίας). Προλεγόμενα - Αρχαίο Κείμενο - Έ μμετρη μετάφραση Σχόλια - Βιογραφικά στοιχεία των ποιητών. Αθήνα, Π α π α δ ή μ α ς , 1991. Σελ. 448 (μαζίμε την αναγρα φή των εργασιών του συγγραφέα).
Μ ελέτη
ο 1968 με αφορμή τη συγγραφή του άρθρου μου «Κεφαλάς Κωνσταντίνος» στη Θρησκευτι κή και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 12, Αθήναι 1968, στ. 734-735 επεσήμανα, ότι «Η συναγωγή του Κεφαλά συνετέλεσεν εις την δημιουργίαν αγάπης των μεταγενέστερων προς την επιγραμματοποιΐαν, ωθήσασα ούτως εις την προαγω γήν και ανάπτυξιν του είδους». Η Παλατινή Ανθολο γία μεταφράσθηκε στη Λατινική, Γαλλική, Γερμανι κή και Αγγλική γλώσσα, μερικά δε επιγράμματα εί χαν μεταφρασθεί μέχρι τότε από τους Δροσίνη, Μέναδρο κ.ά. στη νέα ελληνική γλώσσα. Σήμερα με ιδιαίτερη χαρά και υπερηφάνεια κρατάμε στα χέρια μας το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του κ. Λαζανά, τα «Επιδεικτικά Επιγράμματα», μετά τα «Ερωτικά» και τα «Επιτύμβια» της Ελληνικής ή Παλατινής Ανθολογίας, που σε έμμετρη μετάφραση με σχόλια, χάρισε μέχρι τώρα ο συγγραφέας. Ο άθλος αυτός, που πιστεύω ότι θα συνεχιστεί μέχρι την ολο κλήρωση του έργου, προσφέρει σημαντική συμβολή στα Νεοελληνικά γράμματα και τη γνωριμία των Νε οελλήνων με τους ανεκτίμητους θησαυρούς του πα ρελθόντος. Τα επιγράμματα αυτά, όπως σημειώνει και ο ίδιος, «εκτός από την αισθητική συγκίνηση που προσφέρουν, έχουν και μεγάλη ιστορική αξία, δεδο μένου ότι από τους λακωνικούς των στίχους παρε λαύνει ο δημόσιος και ο ιδιωτικός βίος των Αρχαίων
ί
Ελλήνων μιας χιλιετίας περίπου, ήτοι από το 600 προ Χριστού μέχρι τη Βυζαντινή εποχή». Μετά τα κατατοπιστικά Προλεγόμενα (σσ. 7-12), ακολουθούν τα 827 αρχαία ελληνικά επιγράμματα σε έμμετρη μετάφραση και αναλυτικά σχόλια (σσ. 13433) και τα βιογραφικά στοιχεία των ποιητών (435446), με ανάλογη παραπομπή των επιγραμμάτων που έχει γράψει ο καθένας. Βασικό στοιχείο στη δομή του βιβλίου είναι η παρουσία των επιγραμμάτων στην αρχική τους μορφή, έτσι όπως ακριβώς τα διετύπωσαν οι δημιουργοί των και τα έπλασε η πλαστι κότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Η γλαφυρότητα και η ορθότητα της έμμετρης μεταφράσεως, φα νερώνει τη γοητεία που κρύβει η αρχαία ποίηση, ικα νοποιώντας και τον πλέον απαιτητικό αναγνώστη. Τα «Επιδεικτικά» επιγράμματα, που το περιεχόμε νό τους καλύπτει διάφορα περιστατικά της καθημερι νής ζωής, περιλαμβάνουν πολλαπλά επεισόδια, γεγο νότα και καταστάσεις, συναισθήματα και βιώματα των ίδιων των δημιουργών τους. Τα πολιτικά, κοινω νικά, φιλοσοφικά και θρησκευτικά ζητήματα που προβάλλονται με τις ανάλογες κρίσεις των ποιητών, ολοκληρώνουν στοχαστικά τις ανησυχίες που παρέ χει η εποχή του. «Η βραχύλογη ποιητική σύνθεση» των επιγραμμάτων μας διασώζει τη μοναδικότητα ενός φιλολογικού είδους, που η ποιοτική του σύνθε ση ολοκληρώνει τους στοχασμούς του αρχαίου ελλη νικού πνεύματος. Η λιτότητα της εκφράσεως, η πο λυμορφία και η ευελιξία των θεμάτων, η μορφική ιδιοτυπία της συνθέσεως της ελληνικής αυτής ποιητι κής μικροτεχνίας, συνέβαλε αποφασιστικά στη γνω ριμία του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Αρχαίων Ελλήνων. Το «πολύπλευρο, πολυποίκιλο και πολυδιάστατο» περιεχόμενο των επιγραμμάτων που περιλαμβάνει το Έ νατο (IX) βιβλίο της Ελληνικής ή Παλατινής Ανθολογίας περιγράφεται στις σελίδες 10-11 των Προλεγομένων από το συγγραφέα και μάλιστα με εν δεικτική αναγραφή επιγραμμάτων σε 20 κατηγορίες, χωρίς όμως, όπως και ο ίδιος γράφει, να εξαντλείται
20 επιλογή------------------------------------το περιεχόμενο ολόκληρου του βιβλίου. Για πληρέ στερη ενημέρωση του αναγνώστη-μελετητή επιση μαίνουμε ότι εξυμνούν και δοξολογούν τους θεούς, ημίθεους και ήρωες της αρχαίας ελληνικής Μυθολο γίας, πλέκουν τους αίνους στους ποιητές και φιλοσό φους, περιγράφουν και εκθειάζουν τα λαμπρά μνη μεία, τα μουσεία και τα λουτρά. Δοξολογούν τη φύση και εκθέτουν γεγονότα και επεισόδια από τον κόσμο των ζώων και των πτηνών, των δένδρων και των φυτών, των ερπετών και των θηρίων. Εκθειάζουν την ανδρεία και τον ηρωισμό, εξυμνούν όμως και την ήρεμη και ήσυχη ζωή του γεωργού και κτηνοτρόφου, χωρίς να παραλείπουν και την ανήσυχη και τρι κυμιώδη ζωή των ναυτικών στα πελάγη. Εκφράζουν το θαυμασμό και την αμηχανία τους μπροστά στα φυσικά φαινόμενα, στις αιφνίδιες μεταβολές της τύ χης των ανθρώπων. Προβάλλουν το μεγαλείο της μη τέρας που προσφέρει τα πάντα για τη ζωή και διε κτραγωδούν την οικτρή θέση των αναπήρων και πασχόντων ανθρώπων και παρέχουν συμβουλές για την ομαλή και αρμονική συμβίωση των ανθρώπων. Τέ λος επισημαίνουν και σχολιάζουν την αναπόφευκτη φθορά της ζωής, που συνυπάρχει στη φύση του αν θρώπου και τους Νόμους που διέπουν την ύλη. Μεταφέρω εδώ ως ελάχιστο δείγμα της αξίας των επιγραμμάτων αυτών, επίγραμμα σε μετάφραση του Λεωνίδα, αυλικού ποιητή από την Αλεξάνδρεια, που έζησε την εποχή των αυτοκρατόρων Κλαυδίου και Νέρωνα στη Ρώμη (είναι το υπ’ αριθμό 12 της σελί δας 18).
Έ νας τυφλός, ως βάδιζε, ανάπηρο στους ώμους του κρατούσε. Ο ανάπηρος με των ματιών του τον αντάμειβε το φέγγος. Ημιτελείς οι δύο, τις αδυναμίες τους είχαν συναρμόσει, ώστε να δίνει ο καθείς ό,τι έλειπε στον άλλο. Ό πω ς επίσης και του Θεόκριτου του Χίου, ιστορι κού και ρήτορα της σχολής του Ισοκράτη, όπου δο λοφονήθηκε από τον Αντίγονο το «Μονόφθαλμο» περί τα τέλη του IVou αιώνα (είναι το υπ’ αριθμό 435 με τον εξής σχολιασμό από το συγγραφέα: «Είδος διαφημιστικής πινακίδας που έχει αναρτήσει μία τρά πεζα). Για τους συμπολίτες αυτή η Τράπεζα και για τους ξένους είναι. Λογαριασμό αν έχεις, ευθύς ως θες, το χρήμα σου αποσύρεις. Άλλοι επικαλούνται διάφορα προσχήματα. Ο Κάικος και νύχτα ακόμη, αν δικαιούσαι, τα χρήματά σου θα σου φέρει. Χωρίς να μακρηγορήσω θα ήθελα να επισημάνω τη θετική συμβολή του συγγραφέα, ο οποίος κατόρ θωσε με τους δικούς του εκφραστικούς τρόπους να αποδώσει το περιεχόμενο, αναδημιουργώντας και αναπλάθοντας με λέξεις και φράσεις ό,τι το πρωτό τυπο επιφυλάσσει στους ειδήμονες.
Νικ. Λυκ. Φ ορόπουλος
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ Η' ΔΙΗΜΕΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★ ★
ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ Σάββατο 22 και Κυριακή 23 Μαΐου 1993 9.30-13.30 Εισηγητές: Μ. Μερακλής Φ. I. Κακριδής Αλέξης Πολίτης Επ. Μπαλούμης Γρ. Βασδέκης
Β. Πούχνερ Ελένη Μπεγλίτη Γ. Γαλάντης Μαγδ. Ζωγράφου - Τζωρτζή
ετπλογη 21
θεωρία και άγνωστη ιστορία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα 1760-1870 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΑΧΙΝΗΣ. Θεωρία και άγνωστη ιστο ρία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα, 1760-1870. Αθή να, Μ. Κ α ρ δ α μ ίτ σ α , 1992. Σελ. 195.
Μ ελέτη
ο κύριο έργο του ακαδημαϊκού Απόστολου Σαχίνη (*1919), πρώ ην καθηγητή της Ν εο ελληνικής Φ ιλολογίας στο Π ανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνίσταται στη μελέτη και την κριτική της Ν εοελληνικής πεζογραφίας και ιδίως του μυθιστορήματος από την παλαιότερη έως τη σύγχρονη εποχή· και είναι κρός ο κατάλογος των σχετικών έργων του από το 1945 έως σήμερα. Π αράλληλα εδημοσίευσε και λαμπρές ερευνητικές εργασίες, όπως είναι τα βι βλία του για το Ιστο ρικό μυθ ιστό ρη μα (1957), για το Ν εοελληνικό μ υθ ιστό ρη μα (1958) - συστημα τικά και τα δύο και τα πληρέστερα που έχουμε και για την Π εζογραφία του αισ θητισμο ύ (1981), πολύτιμο βιβλίο για την ευρωπαϊκή και την ελλη νική πεζογραφία του δόγματος «η τέχνη για την τέχνη»· και όλα αυτά σε πολλαπλές εκδόσεις. Κ ά τοχος του θέματος και της σχετικής βιβ λιογρα φίας, ελληνικής και ξένης, ο κ. Σαχίνης, εξετάζει τη νεοελληνική πεζογραφία σε σχέση πάντοτε με την αντίστοιχη συγγραφική παραγωγή της Ε υρώ πης, κυρίως την αγγλική και τη γαλλική. Κ αι τα βιβλία του είναι γραμμένα με απλότητα, σαφή νεια, ευθυκρισία και μετριοπάθεια, σε ωραία δη μοτική γλώσσα. Πολύ απασχολεί επίσης τον κ. Σαχίνη η λογο τεχνική κριτική για μεμονωμένα έργα. Στα Τ ετρά δια κριτικής, όπως ονομάζει τα σχετικά βιβλία του
Ι
(σειρά 7 τόμων έως τώρα, 1978-1991), διατυπώνο νται με συντομία και οξύνοια κρίσεις και απόψεις για ποικίλα έργα της νεοελληνικής, της αγγλικής και της γαλλικής λογοτεχνίας, νεότερα και παλαιότερα - ή και για θεωρητικά κριτικά έργα. Στα μι κρά σχετικώς κείμενα των Τετραδίω ν αυτών διαφαίνεται - όπως και στα άλλα του βιβλία - το κρι τικό αισθητήριο του συγγραφέα (με θετικές ή αρ νητικές εκτιμήσεις) καθώς και οι θεωρητικές του απόψεις για τη λογοτεχνία γενικά ως εκδήλωση του πολιτισμού και για το ρόλο της λογοτεχνικής κριτικής ειδκότερα1. Το τελευταίο έργο του κ. Σαχίνη, το οποίο και θα με απασχολήσει παρακάτω, επιγράφεται Θεω ρία και άγνω στη ιστορία του μυθιστορήμα τος μασ τ η ν Ε λλάδα, 1760-1870, Ινστιτούτο του βιβλίου, Μ. Καρδαμίτσα, Α θήνα 1992, σχ. 8ο, σελ. 195. Ό π ω ς λέει ο ίδιος ο συγγραφέας (σ. 7), στον τόμο αυτόν συγκεντρώνει «τέσσερις φιλολογικές μελέ τες του, γραμμένες κατά καιρούς, που σχετίζονται με το νεοελληνικό μυθιστόρημα των παλαιότερων εποχών - με την ορολογία, με τη θεωρία και με την ιστορία του λογοτεχνικού αυτού είδους στην Ελλάδα του 18ου και του 19ου αιώνα». «Σκοπός μου ήταν», συνεχίζει, «όχι μόνο να επανορθώσω πλάνες ή λανθασμένες αντιλήψεις [...], αλλά κυρίως ν α δείξω τον ανεξερεύνητο πλούτο της νε οελληνικής λογοτεχνίας σχετικά με το μυθιστορη ματικό είδος - και όχι μόνο αυτό· και, ακόμα πιο πέρα, να επισημάνω ορισμένα σπουδαία ή και απλώς ενδιαφέροντα θέματα του φιλολογικού 19ου αιώ να στην Ε λλάδα, που δεν τα έχουμε γνω ρίσει ή μελετήσει επαρκώς». Και ο σκοπός αυτός πραγματοποιείται απολύτως και με τρόπο φιλολο γικά άρτιον. Ο ι τέσσερις μελέτες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό είναι οι εξής:
22 εταλογη-------------------------------------α. «Ορολογία και “θεωρία” περί μυθιστορήματος στην Ελλάδα (1760-1850)», σ. 9-88. Έ χ ε ι δημοσιευθεί στα Π ρακτικά της Α καδη μίας Αθηνώ ν, τόμ. 66 (1991), Τεύχος Π ρώτον, σ. 132-181 (και σε ανάτυπο, σ. 1-50). β. « Έ ξ ι άγνωστα αφηγηματικά έργα του 19ου αι ώνα», σ. 89-122. Έ χ ε ι δημοσιευθεί στα Π ρακτικά τη ς Α καδη μίας Αθηνώ ν, τομ. 64 (1989), Τεύχος Δεύτερον, σ. 61-81. γ. «Τέσσερα άγνωστα “μυθιστορήματα” των χρό νων 1839-1853», σ. 123-152. Έ χ ε ι δημοσιευθεί στα Π ρακτικά της Α καδη μίας Αθηνώ ν, τομ. 66 (1941), Τεύχος Πρώτον, σ. 183-202 (και στο ανά τυπο του α, σ. 51-70). δ. «Μια συζήτηση του 1856 για το μυθιστόρημα. Η κριτική του Ν. Δραγούμη», σ. 153-187. Έ χ ε ι δημοσιευθεί στο περ. Ε λληνικά, τόμ. 18 (1964), σ. 79-119. Στην πρώτη μελέτη (σ. 11-61) ερευνάται συστηματικά και εξαντλητικά η ιστορία του όρου που απέδωσε το γαλλικό roman και το ιταλικό romanzo στη νεοελληνική γραμματεία της περιό δου 1760-1850: Στην αρχή χρησιμοποιείται ο όρος ρομάντζο, από τους Φ αναριώτες λογίους της Κ ωνσταντινούπολης και των Π αραδουνάβιων Ηγεμονιών: Ιώσηπος Μ οισιόδαξ το 1761, Έ ρ ω τος αποτελέσματα το 1792, κ.ά. Το 1768 ο Ευγέ νιος Βούλγαρης χρησιμοποιεί τη φράση «πλα σματικόν ιστόρημα», το 1797 ο ποιητής Γεώργιος Σακελλάριος τη φράση «μυθώδης ιστορία», και το 1800 ο Γρηγόριος Κ ωσταντάς τη φράση «ιστο ρία πεπλασμένη και μυθώδης». Το 1804 ο Α δαμά ντιος Κοραής, στα «Προλεγόμενα» των Α ιθιοπικών του Ηλιοδώρου - κριτικό δοκίμιο για το αρ χαίο ελληνικό μυθιστόρημα και για το μυθιστορη ματικό είδος γενικότερα - εισάγει τον όρο μυθι στορία, ο οποίος θα χρησιμοποιηθεί για πολλά χρόνια από τον ίδιον και από τον Κοραϊκό κύκλο (περ. Ε ρμή ς ο Α ό γιο ς κ.ά.)2. Το 1836 δημιουργείται από τον Μ. Κροκιδά στον πρόλογο της μετάφρασής του ενός γαλλικού μυθιστορήματος (της Estelle του Florian), ο όρος μυθ ιστόρη μα3, ο οποίος θα χρησιμοποιηθεί τον ίδιο χρόνο και από τους Ι.Ν. Λειβαδέα και Εμμ. Α ντωνιάδη, και το 1838 από τους Η.Γ. Καλαμο γδάρτη και X. Χριστόπουλο στη μετάφρασή τους Α ί τελευταίοι επ ισ το λα ί τοϋ 'Ιακώβου Ό ρτις (Le Ultime L ettere di Jacopo Ortis) του Ugo Foscolo. Αλλά για πολλά χρόνια οι περισσότεροι λόγιοι χρησιμοποιούν τον όρο μυθιστορία, ενώ δύο ή τρεις χρησιμοποιούν και τους δύο όρους. Στην ίδια μελέτη, εκτός από την ιστορία της
ορολογίας για το μυθιστόρημα, ερευνώνται συστηματικά και οι θεωρητικές απόψεις που επεκράτησαν στην Ελλάδα για το είδος αυτό της λο γοτεχνίας κατά την περίοδο 1760-1850. Και ο κ. Σα χίνης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «την επο χή εκείνη επικρατούσε - παρά τις κάποιες, μεμο νωμένες επιφυλάξεις - καλή και ευνοϊκή γνώμη για τα μυθιστορήματα, με κύρια επιχειρήματα ότι συντείνουν στην εξημέρωση των ηθών και ότι εμπνέουν την αγάπη της ανάγνωσης», ενώ «αργό τερα..., κυρίως από το 1855 και πέρα, το μυθιστό ρημα δέχτηκε σφοδρές επιθέσεις από πολλούς λό γιους, με βασικό επιχείρημα ότι διαφθείρει τα χρηστά ήθη των αναγνωστών». Στα χρόνια δηλ. εκείνα επικρατούσε η αντίληψη ότι το μυθιστόρη μα πρέπει να συνδυάζει «το ηδύ μετά του ωφελί μου», το τερπνό με το διδακτικό και ηθοπλαστικό στοιχείο, εκτός από μερικούς συγγραφείς που ήθε λαν να προηγείται η ηθική πλευρά του, ενώ άλλοι προτιμούσαν την ψυχαγωγική. Σε ένα «Επίμετρο» της μελέτης αυτής για την περίοδο 1850-1870 (σ. 63-88) διαπιστώνονται από το συγγραφέα δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι όροι μυθ ιστόρη μα και μυθιστορία, στα χρόνια αυτά συνυπάρχουν, αλλά σιγά-σιγά επικρατεί ο πρώ τος, και δεύτερον, ότι σε βιβλιοκρισίες και σε άλ λα επίκαιρα άρθρα έγιναν οργισμένες επιθέσεις κατά του είδους και ιδίως κατά των μεταφρασμέ νων γαλλικών μυθιστορημάτων, με την αιτιολο γία ότι αυτά εισάγουν ξένα ήθη και διαφθείρουν τη νεολαία. (Εδώ ο κ. Σαχίνης, επιμένει περισσό τερο στις σφοδρές επιθέσεις του Αγγέλου Βλάχου, 1868, και του Η λία Ζερβού-Ιακωβάτου, 1889). Υπάρχουν όμως και αντίθετες απόψεις: οι συγγραφείς και μεταφραστές μυθιστορημάτων συνήθως επαινούν ή εγκωμιάζουν στους προλό γους των το είδος που υπηρετούν - ή έστω τηρούν ουδέτερη στάση - ενώ άλλοι κριτές, νηφάλιοι και αντικειμενικοί, υπογραμμίζουν την ωφέλεια που μπορεί να προκύψει από την ανάγνω σή τους ή προτείνουν την εισαγωγή και αξιοποίηση θεμά των από την ελληνική ζωή και κυρίως την ελληνι κή ιστορία (π.χ. ο Αλ. Σ. Βυζάντιος, 1863). Ακολουθεί το κεφάλαιο « Έ ξ ι άγνωστα αφηγη ματικά έργα του 19ου αιώνα» (σ. 89-122). Πρόκει ται για μέτρια ή ασήμαντα έργα, που δεν έχουν συζητηθεί και κριθεί από τη νεοελληνική κριτική ή «από τους ιστορικούς της νεοελληνικής λογοτε χνίας», έχουν όμως ιστορική σημασία για την εξέ λιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Μαζί με τα περισσότερο γνωστά αφηγήματα της εποχής (σ. 91) απαρτίζουν ένα σύνολο πλασματικής ή φα νταστικής πεζογραφίας, στο οποίο τα ρομαντικά
--------------------------------------ετηλογη στοιχεία της εποχής αλληλοσυμπληρώνονται και συγχωνεύονται με τα ιστορικά δεδομένα της μετεπαναστατικής Ελλάδας (1830-1860): ερωτικό ζευγάρι με περιπέτειες ελάχιστα πειστικές, θρη σκευτική διάθεση, ερωτική απελπισία και κατα στροφικό τέλος. Απώτερα πρότυπά τους είναι ο Βέρθερος του Γκαίτε (1774) και ο Jacopo Ortis του Foscolo (1802). Δύο από αυτά θα μπορούσε να θεωρηθούν και ιστορικά μυθιστορήματα. Ο κ. Σαχίνης, μετά τις γενικές αυτές παρατηρήσεις του, μας δίνει σύντομη περίληψη του περιεχομέ νου τους και αξιολογεί τις συγγραφικές ικανότη τες των δημιουργών τους. Ακολουθεί το κεφάλαιο «Τέσσερα άγνωστα “μυθιστορήματα” των χρόνων 1839-1853» (σ. 123-152). Π ρόκειται για τέσσερα αφηγηματικά έργα, από τα οποία το χρονολογικά πρώτο, Ο Π ο λύπα θης του Γρηγορίου Π αλαιολόγου (1839)4, «είναι picaresque μυθιστόρημα» [= περιπετειώδες μυθιστόρημα με ήρωα έναν πνευματώδη τυχοδιώ κτη], «ενώ τα υπόλοιπα τρία παρουσιάζουν ομοιό τητες και έχουν τα ίδια περίπου γενικά γνω ρίσμα τα με την ανάλογη ρομαντική αφηγηματική παρα γωγή των πρώτων δεκαετιών έπειτα από το 1830». Η παρουσίασή τους από τον κ. Σαχίνη γίνεται με τον ίδιο τρόπο που είδαμε προηγουμένως. Το βιβλίο κλείνει με την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη «Μιά συζήτηση του 1856 για το μυθιστό ρημα. Η κριτική του Ν. Δραγούμη» (σ. 153-187), στο οποίο εξετάζεται η συζήτηση που έγινε το 1856 από την εφημ. Α θ η ν ά και το περ. Πανδώ ρα (δηλ. το διευθυντή της Νικόλαο Δραγούμη) για την αξία και την αποστολή γενικά του μ υθιστορή ματος. Στο κεφάλαιο αυτό ο κ. Σαχίνης μας δίνει, *1
Σημειώσεις 1. Βλ. και την εκτεταμένη μελέτη του καθηγητή Π.Δ. Μ αστροδημήτρη «Τα Τετράδια κριτικής του Α πό στολου Σαχίνη. (Παρουσίαση και συναγωγή προτά σεων)», στο βιβλίο του Ν εοελληνικά. Μ ελέτες και άρθρα, τόμος Γ', δεύτερη έκδοση βελτιωμένη, Εκδό σεις «Γνώση», Α θήνα 1992, σ. 263-343 (για τους τέσ σερις πρώτους τόμους τω ν Τετραδίω ν κριτικής). Ε πί σης βλ. τη βιβλιοκρισία του Ε.Ν . Π λατή για τον έβδομο τόμο της σειράς, στο Διαβάζω, αριθ. 284, 1 Απριλ. 1992, σ. 60-62. 2. Τη λέξη μ υθισ τορία τη χρησιμοποίησε ο Κ οραής για πρώτη φορά το 1791 σε επιστολή του προς τον Δημήτριο Λώτο και ύστερα το 1802 στη μετάφρασή του του Π ερ ί αμαρτημάτω ν και ποινώ ν (D ei delitti e delle pene) έργου του Cesare Beccaria, σε μία σημεί ωση της οποίας γράφει τα εξής: «Μ υθιστορίαν ονο μάζω εκείνο των γραμμάτων το είδος, το οποίον οι
23
με τρόπο φιλολογικά τεκμηριωμένον, αφ’ ενός τη μορφή του Νικόλαου Δραγούμη ως λογοτεχνικού κριτικού και αφ’ ετέρου τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης για το λογοτεχνικό είδος που ονομάζουμε μυθιστόρημα. «Με όσα ανέπτυξα πιο πάνω», κα ταλήγει ο κ. Σαχίνης, «προσπάθησα να χαράξω μια εικόνα του Νικόλαου Δραγούμη ως λογοτε χνικού κριτικού: ως ανθρώπου που έζησε τα λογο τεχνικά πράγματα της εποχής του, που συναναστράφηκε δημιουργικά τα πρόσωπα και τα κείμε να και που διατύπωσε τις προσωπικές απόψεις του στις σελίδες ενός περιοδικού με μεγάλο κύρος [...]. Π αράλληλα και ιδιαίτερα από τη συζήτηση για την αξία και την αποστολή του μυθιστορήματος [...], φανερώθηκαν και οι αντιλήψεις της εποχής σχετικά με ένα λογοτεχνικό είδος, που άρχιζε τότε να διαδίδεται ευρύτερα και να έχει πολλούς ανα γνώστες σ την Ελλάδα» (σ. 187). Ό λ ες ο ι μελέτες του βιβλίου είναι γραμμένες με τη συνήθη συγγραφική ευχέρεια και αδρότητα του συγγραφέα και τεκμηριωμένες με περισσή φι λολογική ενημέρωση. Ιδιαιτέρως η έρευνα για την ιστορία του όρου μυθ ιστόρη μα και για τις θε ωρητικές αντιλήψεις στην Ελλάδα για το είδος αυτό της λογοτεχνίας (στην πρώτη και την τε λευταία μελέτη) νομίζω ότι πρώτη φορά γίνεται με τόσο εξονυχιστική λεπτομέρεια. Και από την άποψη αυτή το νέο βιβλίο του κ. Σαχίνη αποτελεί παράλληλη και ισοδύναμη έρευνα με την παλαιότερη και έγκυρη έρευνά του για την Ιστορία της Π ανδώ ρας και τω ν παλιώ ν περιοδικώ ν ( 1964).
Γιώ ργος. Γ. Α λισ α νδρ άτος Γάλλοι καλούσι rom an και οι Ιταλοί romanzo. Τοιαύται μυθιστορίαι ευρίσκονται εις τη ν γλώ σσαν των Ε λλήνω ν, τα Α ιθιοπικά του Η λιοδώρου, τα Ποιμενικά του Λόγγου και άλλαι τινές ολίγαι, εις δε τας νεωτέρας της Ευρώπης γλώ σσας τοσαύται τον αριθμόν, ώστε να είναι μάταιον το να μνημονεύση τις και το ελάχιστον αυτών μέρος». (Απόστολου Σαχίνη, Θεω ρία και άγνω στη ιστορία του μυθισ το ρ ή μα το ς σ τη ν Ε λλά δα , 1760-1870, Α θήνα 1992, σ. 17-18). Η λέξη μυθισ το ρία είναι πολύ παλαιά (υπάρχει στο Λεξικό τω ν Liddell - Scott)· δεν την έπλασε ο Κο ραής. Και όμως ο σφοδρός αντίπαλός του Π αναγιώ της Κ οδρικάς την α πορρίπτει το 1815 με οξύτατη επί θεση ως ξενική και αλλόκοτη: «Ξενικόν και αλλόκοτον», γράφει, «είναι και το φραγκοειδέστατον μυθι στορία, το οποίον ούτε εις τη ν γλώ σσαν έρχεται, ούτε εις τον νουν παραστήνει καμμίαν εξηκριβωμένην ιδέαν, καθ’ ότι σύγκειται εκ δύω αντιφατικών ονομά τω ν ων το εν ανατρέπει το άλλο, ωσάν να ειπή τινάς ψευδαλήθεια... Α λλά δεν έχομεν, λέγουν οι φιλόσο
24 επιλογή-------------------------------------W ieland (Σαχίνης, ό.π., σ. 24). Π ροσθέτω εδώ ότι ο φοι, λέξιν εις την γλώ σσαν μας η οποία να ερμηνεύη Στέφανος Α. Κ ουμανούδης στη Σ υνα γω γή νέων λ έ την ξένην ονομασίαν ρομάνς, και ακολούθως πρέπει ξεων υπό των λ ο γιώ ν πλασθεισών, κ.τ.λ., εν Α θήναις να φτιάσωμεν. Και φτιάσαι λοιπόν μίαν λέξιν όπου 1900 (φωτογραφική ανατύπωση από τον «Ερμή», να έχη καν γνησιότητα με τον τύπον της γλώσσης 1980, με «Προλεγόμενα» του Κ.Θ. Δημαρά), αποθηκαι να παραστήση μίαν οποιαδήποτε εξηκριβωμένην σαυρίζει τη λέξη μυθισ τό ρη μα με πρώτη αναφορά ιδέαν και όχι να μοι πλάσης τραγέλαφον». Ο ίδιος το στον Π αναγιώτη Σούτσο το 1865. (Παρακάτω έχει 1816 αποκαλεί τους όρους μυθισ το ρία και φ ρα σεο λο και τη λέξη μυθόδραμα ως ισοδύναμη με το μυ θισ τό γία «τραγελαφικά εκτρώματα, των οποίω ν μήτε η ρη μ α για την απόδοση του γαλλικού roman), με πα μορφή, μήτε το σχήμα, μήτε η έννοια είναι ορθή ή ραπομπή στο Γ α λλο ελληνικό ν Λ εξικ ό ν Μ.Γ. Σ χινά προσφυής εις την γλώ σσαν μας». (Σαχίνης, ό.π., σ. και Ι.Ν. Λεβαδέως, 1861). 27-28). Παρόμοια γράφει το 1854 και ο Δημήτριος 4. Ο Π ολύπαθης επανεκδόθηκε το 1989 δυο φορές: Αλ. Χ αντσερής για τον όρο μυθιστορία και (τον με πρώτα από τον καθηγητή Αλκή Αγγέλου στη «Νέα ταγενέστερο) μυθιστόρημα: «Το δε περιβόητον: μυθι Ελληνική Βιβλιοθήκη» του «Ερμή», με εκτεταμένη στορία και μυ θιστόρημα άξει ποτέ ημάς συν Θεώ και και σοφή «Εισαγωγή» και ύστερα από τις «Εκδόσεις εις τα ανάλογα τάδε: σκοτόφως, τριγωνόκυκλος, Νεφέλη», στη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδο ουρανόγαιος, βορειονότειος και τα τοιαύτα!»· και ση», εκδοτικός σύμβουλος στην οποία ήταν ο ποιη αντί του όρου μυθισ τόρη μα νομίζει ότι «ίσως αν αρτής Μ ανόλης Αναγνωστάκης. Του ίδιου Παλαιολόμόττοι ο όρος: φαντασιοπληκτογράφημα!». (Σαχίνης γου επανεκδόθηκε το μυθιστόρημα Ο ζωγράφος, επί ό.π., σ. 59). σης δύο φορές το 1989: από τις «Εκδόσεις Νεφέλη» 3. Τ ον όρο μυθισ τόρη μα τον είχε αναφέρει μια φορά στην ίδια σειρά και από το «Ίδρυμ α Κώστα και Ελέ (παράλληλα με τον όρο μυθιστορία) ο Κ ωνσταντίνος νη ς Ο υράνη», με κατατοπιστική «Εισαγωγή» του Κούμας το 1814 στη μετάφρασή του τού Α γάθω νος Α λκή Αγγέλου. (Geschichte des A gathon) του Christoph M artin
^Hpcocu; κατά λάθος"
J
(ACCIDENTAL HERO)
ΙΊΙΚΟλ Λημοιικόι; Κ ινημαιογράφ οι
Μ ια σύγχρονη κωμωδία για μερικές ασυνήθιστες μορφές ηρωισμού: ένας απατεώνας (Ντάστιν Χόφμαν), ένας απελπισμένος ξένος, (Αντυ Γκαρσία) και μια δημοσιογράφος - σταρ της T.V. που πραγματοποιεί την μεγαλύτερη δημοσιογραφική επιτυχία που είχε ποτέ φανταστεί (Τζίνα Ντέϊβις). Η ιστορία, σχετικά απλή: ένα αερο πλάνο - μεταξύ των οποίων και η δημοσιογράφος Γκέηλ Γκέηλι (Τζίνα Ντέηβις) - συντρίβεται εν τ ω μέσω θυέλλης. Ο απατεώνας Μπε'ρνι Λα Πλαντ είναι ο πρώτος που φθάνει επιτόπου. Αυθόρμητα και '‘ανώνυμα", διακινδυνεύει τη ζωή του και σώζει ένα ολόκληρο αεροπλάνο ανθρώπους. Κανείς όμως δεν θα υποκλιθεί μπρο στά στον απροσδόκητο ήρωα, ούτε θα επιδιώξει συνέντευξη μαζί του.
Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ των βιβλίων γίνεται μ ε βάση το γνωστό Δεκαδικό Σύστημα Ταξινόμησης, προσαρμοσμένο στην ελληνική βιβλιογρα φία. ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ των περιοδικών δ εν περιλαμβάνονται εβδομα διαία έντυπα. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Δελτίο συντάσσεται μ ε την πολύτιμη συνεργα σία του βιβλιοπωλείου της «Εστίας».
ρ ενικά έργα
Αρ. 311 10 Μαρτίου 23 Μαρτίου 1993 Επιμέλεια: Έφη Απάκη
ΚΟΝΔΥΛΗΣ Π. Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία. Αθήνα, Στιγμή, 1992. Σελ. 136. Δρχ. 2080
Τόπος
ΠΟΛΙΤΗΣ Ν. Γ. Η Φιλοσοφία εις το Βυζάντιο. Τόμος Α'. Εν Αθήναις, 1992. Σελ. 347. Δρχ. 5200
1992. Τα γεγονότα του Τόπου και Μ.Μ.Ε. Αθήνα, Μιχαλόπουλος. Σελ. 369. Δρχ. 5.200
ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ I. Σ. Το σόμπαν ως απόλυτο ον. Αθήναι, 1993. Σελ. 628. Δρχ. 5200
Λευκώματα
CORNFORD F. Μ.. Ακαδημαϊκή μικροκοσμογραφία. Μετ. Π. Καλλιγάς. Αθήνα, Εστία, 1992. Σελ. 44. Δρχ. 900
ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ Α.Ι. Κωακό πανόραμα. 1900 - 1948. Λεύκωμα γεγονότων χώρων και ατόμων. Κως, Πνευματικό Κέντρο Δή μου Κω, 1992. Σελ. 295. Δρχ. 10.400
ψ υχολογία
Αρχεία ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΑΡΧΕΙΟΝΟΜΙΑΣ. Αθήνα, Νομαρχία Κέρκυρας 1992. Σελ. 179. Δρχ. 1500
φ ιΛοσοφία
Ε φαρμοσμένη Ψ υχολογία ΜΠΛΟΥΜΦΙΑΝΤ X. - ΦΕΛΝΤΕΡ Λ. Κάντε ειρήνη με τους γο νείς σας. Μετ. Σ. Ανδρεοπούλου. Αθήνα, Γλάρος, 1992. Σελ. 265. Δρχ. 2080
0 ρησκεία
Γενικά ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ. Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1992. Σελ. 144. Δρχ. 3430 ΒΕΪΚΟΣ Θ. Εθνικισμός και εθνική ταυτότητα. Αθήνα, 1993. Σελ. 60. Δρχ. 830
Γενικά ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ (ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ). Η ακοίμητη φλόγα. Αθήνα, Σπορά, 1993. Σελ. 46. Δρχ. 620
2 6 δελτίο--------------------------------------MIGNE J. - Ρ. Ελληνική Πατρολογία. Τόμος 69. Αθήναι, Κέντρον Πατερικών Εκδόσεων, 1993. Σελ. 1388. Δρχ. 3640
Εθνολογία
Μυθολογία
CHURCHWARD J. Λεμουρία. Η χαμένη ήπειρος Θεών και αν θρώπων. Μετ. X. Μιχαλίιση. Αθήνα, Ιάμβλιχος, 1993. Σελ. 383. Δρχ. 2530
ΑΒΕΣΤΑ. Το ιερό βιβλίο του Ζωροαστρισμού. Μετ. - πρόλ. σημ. Σ. Λ. Σκαρτσής. Αθήνα, Καστανιώτης, 1992. Σελ. 142. Δρχ. 1560
οινωνικες επιστήμες
Γενικά FULGHUM R. Ό σα πραγματικά πρέπει να ξέρω τα έμαθα στο νηπιαγωγείο. Μετ. Μ. Καββαδία. Αθήνα, Λύχνος, 1992. Σελ. 188. Δρχ. 1975
Δημογραφία ΚΥΡΙΑΖΗ Ν. Αναπαραγωγή του πληθυσμού. Gutenberg, 1992. Σελ. 232. Δρχ. 4160
αιδαγωγική - Εκπαίδευση
Αθήνα,
Κοινωνιολογία ΤΣΟΛΑΚΙΔΟΥ Ε. Τα πουλιά πετούν και με τις δύο φτερούγες. Αθήνα, Φιλιππότης, 1992. Σελ. 239. Δρχ. 2285 GODELIER Μ. Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρω πολογία. Τόμος Β'. Επιμ. - σχολ. - μετ. Θ. Παραδέλλης. Αθή να, Gutenberg, 1992. Σελ. 316. Δρχ. 4160
Πολιτική ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ Π. Γ. Ο Μαρξ και ο Λένιν του 2000. Αθήναι, 1992. Σελ. 69. Δρχ. 1560 ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΛΟΥ Ν. 50 +1 ραντεβού με την εξουσία. Αθήνα, Ισοκράτης, 1993. Σελ. 334. Δρχ. 2080 ΚΟΛΩΝΗΣ Δ. Η απειλή. Οι τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας. Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1993. Σελ. 370. Δρχ. 2285 ΞΥΔΗΣ Α. Πολιτική. Τόμος Α': Κυπριακό, Αθήνα, Πλέθρον, 1993. Σελ. 247. Δρχ. 2600 FUKUYAMA F. Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρω πος. Μετ. Α. Φακατσέλης. Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1993. Σελ. 453. Δρχ. 3120
Οικονομία ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ Ν. - ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ Α. Η ιστορία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1993. Σελ. 406. Δρχ. 2600 BARKER D. Κ. Το επερχόμενο παγκόσμιο οικονομικό κραχ. Μετ. X. Αρβανιτίδου. Αθήνα, Στερέωμα. Σελ. 237. Δρχ. 1870 DORNBUCH R. - FISCHER S. Μακροοικονομική. Μετ. X. Ανδροβιτσανέας - Σ. Πανταζίδης. Αθήνα, Κριτική, 1993. Σελ. 973. Δρχ. 14560
Παιδαγωγική ΚΑΤΣΙΜΠΑΡΔΗΣ Δ. Κ. Για ένα παιδί με λιγότερο προβλήματα. Αθήνα, Δωδώνη, 1993. Σελ. 285. Δρχ. 3120
Εκπαίδευση ΠΑΝΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ A. Β. Ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης. Ελληνιστική εποχή. Αθήνα, Γρηγόρης, 1993. Σελ. 350. Δρχ. 3740 ΓΚΟΤΟΒΟΣ A. Ε. Ορθογραφική μάθηση στο δημοτικό. Αθή να, Gutenberg, 1992. Σελ. 100. Δρχ. 2080 ΚΑΤΣΙΟΥ - ΖΑΦΡΑΝΑ Μ. Η Μοντεσσοριανή μέθοδος στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Μαρίας Γουδέλη. Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης, 1993. Σελ. 132. Δρχ. 1870 ΣΤΑΣΙΝΟΣ Δ. Π. Μαθησιακές δυσκολίες του παιδιού και του εφήβου. Αθήνα, Gutenberg, 1993. Σελ. 276. Δρχ. 5200
J1 λώσσα EhhnviKri γ/\ώσσα ΖΗΚΙΔΗΣ Γ. Δ. Λεξικόν απάντων των ρημάτων της αττικής πεζογραφικής διαλέκτου. Αθήναι, Επικαιρότητα. Σελ. 704. Δρχ. 5200 ΡΑΠΤΗΣ Γ. Α. Λεξικό ορθογραφικό - ερμηνευτικό της αρχαί ας ελληνικής γλώσσας. Θεσσαλονίκη, Κοντέος, 1993. Σελ. 625. Δρχ. 6240
0 ειικ ές επιστήμες Αστρονομία
Δημόσια διοίκηση Ο ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ. Αθήνα, 70 Πλανήτης. Σελ. 198. Δρχ. 620
ΒΑΒΟΥΔΑΚΗΣ Β. Το ηλιακό σύστημα. Αθήνα, Πιτσιλάς, 1992. Σελ. 281. Δρχ. 3640 RONAN C. Α. Η εξέλιξη του σύμπαντος. Μετ. Κ. Κόκοτας - Ο.
δελτίο 27 Χατζηαλέκου. Θεσσαλονίκη, Σίρρις, 1993. Σελ. 211. Δρχ. 8100
Φυσική ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ. Μει. Κ. Θεολόγου. Θεσσαλονίκη, Μαλλιάρης - Παιδεία, 1993. Σελ. 608. Δρχ. 6000 ARONS A. Β. Οδηγός διδασκαλίας ιης φυσικής. Μει. επιμ. Α. Δ. Βαλαδάκης. Αθήνα, Τροχαλία, 1992. Σελ. 526. Δρχ. 5615
Βιολογία RUSELL W. R. - DEWAR A. J. Εξηγώντας τον εγκέφαλο. Μετ. Β. Κουσουλάκου. Αθήνα, Τροχαλία, 1992. Σελ. 177. Δρχ. 1870
Φυτολογία ΧΙΛΙΕΣ ΙΔΕΕΣ. Millepiante. Φυτολογικός φωτογραφικός οδη γός. Μει. επιμ. Θ. Βάίόπουλος. Αθήνα, 1992. Σελ. 210. Δρχ. 7800
£ φαρμοσμένες επιστήμες
Μουσική GUNS & ROSES. Τα τραγούδια τους. Μει. Σ. Ραφαήλ κ.α. Θεσσαλονίκη, Κατσάνος. Σελ. 156. Δρχ. 1765 THE CURE. Μει. Μάριος Τάλπος. Θεσσαλονίκη, Blow up. Σελ. 109. Δρχ. 1040 METALLICA. Τα τραγούδια τους. Μει. Σ. Γεωργίου. Θεσσαλο νίκη, Κατσάνος. Σελ. 186. Δρχ. 1870 BOB MARLEY. Τα τραγούδια ίου. Μει. Σ. Γεωργίου. Θεσσα λονίκη, Κατσάνος. Σελ. 223. Δρχ. 2080 BON JOVI. Τα τραγούδια τους. Μετ. Ε. Κουιρουμπάκη. Θεσ σαλονίκη, Κατσάνος. Σελ. 156. Δρχ. 1765
£ νασχολήσεις Οικιακή οικονομία ΜΑΝΙΑΤΑΚΗ Ε. Δ. - ΒΡΕΤΤΑ A. Β. Καλλίγευστον. Η φαντα σία στη χορτοφαγία, Αθήνα, 1993. Σελ. 267. Δρχ. 6500 MARION S. Μαγειρεύοντας στα μικροκύματα. Μετ. Μ. Χαρα μή. Αθήνα, Εστία, 1993. Σελ. 223. Δρχ. 3000
Γενικά ΕΥΑΓΓΈΛΟΥ I. Εγκέφαλος. Ανθρώπινος και ηλεκτρονικός. Αθήνα, Σαββάλας, 1992. Σελ. 262. Δρχ. 2600
λασική φιλολογία
Ιατρική
Αρχαίοι συγγραφείς
ΚΑΤΣΙΜΠΑΡΔΗΣ, Δ. Αλλεργία και παιδικές αλλεργικές παθή σεις. Β'έκδοση. Αθήνα, Δωδώνη, 1992. Σελ. 201. Δρχ. 3120
ΑΡΧΑΙΟΙ ΛΥΡΙΚΟΙ. Εισ. μετ. σχόλιο Γ. Δάλλας. Αθήνα, Νεφέ λη, 1993. Σελ. 239. Δρχ. 2910
ROSENFIELD I. Η εφεύρεση της μνήμης. Μει. Κ. Πόταγας. Αθήνα, Καστανιώτης, 1992. Σελ. 234. Δρχ. 2600
ΗΣΙΟΔΟΣ. Άπαντα. Εισ. - μετ. - σχολ. Σ. Σκαρτσής. Αθήνα, Κάκτος, 1992. Σελ. 291. Δρχ. 1870
J εχνες
ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ. Άπαντα. Τόμοι 10ος, 11ος, 12ος. Εισ. μετ. σχολ. Β. Μανδηλαράς. Αθήνα, Κάκτος, 1992. Σελ. 276 +339 +322. Δρχ. 1870 (ο κάθε τόμος)
Λευκώματα
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ. Άπαντα. Τόμοι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος. Εισ. - μετ. - σχόλια. Σ. Παπαιωάννου. Αθήνα, Κάκτος, 1992. Σελ. 306 +301 +272 +282 +380 +273. Δρχ. 1870 (ο κάθε τόμος)
ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ 1912-1913. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο, 1993. Σελ. 150. Δρχ. 7280
Αρχιτεκτονική ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Π. Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική εις την Δυτικήν Στερεόν Ελλάδα και την Ήπειρον. Β'έκδοση. Θεσσα λονίκη, Κένιρον Βυζαντινών Ερευνών, 1992. Σελ. 252 + Πιν. Δρχ. 6240
ΛΑΖΑΝΑΣ Β. I. Τα αρχαία ελληνικά επιγράμματα της «Ελληνι κής ή Παλατινής Ανθολογίας». Αθήνα, Παπαδήμας, 1993. Σελ. 267. Δρχ. 2600
^ ογοιεχνία Ποίηση
Ζωγραφική ΤΗΕΟ XENOS. Αθήνα, 1993. Σελ. 79. Δρχ. 7280
ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ Δ. V. αι. Αθήνα, Ερατώ, 1992. Σελ. 78. Δρχ. 1560
ΕΥΑΠΈΛΙΝΟΥ - ΚΟΡΑΚΙΑΝΙΤΗ I. Η μαγεία του γλάρου. Αθήνα, Βιβλιόπολις, 1993. Σελ. 44. Δρχ. 3120
ΑΣΤΡΙΝΑΚΗ Ε. Πάθη φωνηέντων. Αθήνα, Άρκτος, 1992. Σελ. 99. Δρχ. 1350
28 δελτίο--------------------------------------ΛΟΪΖΟΥ Μ. Ελλήνων έρωτες. Αθήνα, Γνώση, 1993. Σελ. 116. Δρχ. 2600
Κάλβου. Ο ωκεανός. Αθήνα, Καρδαμπσας, 1992. Σελ. 78. Δρχ. 1040
ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ Γ. I. Έγγραφος ίλιγγος. Αθήνα, Άρκτος, 1992. Σελ. 38. Δρχ. 1350
ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ Γ. Ε. Το πρόβλημα της κυριολογίας και της αλ ληγορίας στην ελληνική λυρική ποίηση απ’ τ’ αρχαία χρόνια ίσαμε σήμερα. Αθήνα. 1993. Σελ. 43. Δρχ. 620
ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ Α. Το έλκηθρο. Αθήνα, Στιγμή, 1992. Σελ. 52. Δρχ. 830
Δοκίμια
Πεζογραφία
ΚΑΥΚΑΣ Δ. Κ. Arnold. Δοκίμιο. Αθήνα, Διογένης. Σελ. 65. Δρχ. 1560
ΔΟΜΒΡΟΣ A. Κ. Στο βράχο της Σιγκιρίγια. Διηγήματα. Αθήνα, Θουκυδίδης, 1992. Σελ. 64. Δρχ. 830
ΜΠΕΓΖΟΣ Μ. Π. Ανατολική ηθική και δυτική τέχνη. Αθήνα, Γρηγόρης, 1993. Σελ. 134. Δρχ. 1450
ΓΠΕΡΙΔΗΣ Γ. Φ. Ο καλός πολίτης και οι άλλοι. Αθήνα, Νεφέ λη, 1993. Σελ. 104. Δρχ. 1040
ΣΩΤΗΡΧΟΣ Π. Μ. Ο ποιητής και ο άγιος. Δέκα μικρό δοκίμια για την χριστιανική λογοτεχνία. Αθήνα, Αρμός, 1993. Σελ. 209. Δρχ. 1350
ΠΟΑΓΓΟΠΟΥΛΟΥ Μ. Ο ήχος της σαύρας. Αφήγημα. Αθήνα, Καστανκότης^ 1992. Σελ. 67. Δρχ. 1040 ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ - ΓΚΙΚΑΣ Ν. Τα όνειρα. Μετ. Ν. Ηλιοπούλου - Ρογκάν. Αθήνα, Γνώση, 1992. Σελ. 92. Δρχ. 830
GREICH J. Οι μεταφορές της ανάγνωσης. Μετ. Ε. Θεοδωροπούλου - Καλογήρου. Αθήνα, Καρδαμπσας, 1993. Σελ. 128. Δρχ. 1040
ΨΑΘΑΣ Δ. Κάτω απ’ τους ουρανοξύστες. Αθήνα, Νέα Σύνο ρα, 1993. Σελ. 255. Δρχ. 2080
STAROBINSKI J. Τρεις μανίες. Δοκίμια. Μετ. X. Αγγελάκος. Αθήνα, Εστία, 1992. Σελ. 125. Δρχ. 1800
ΨΑΘΑΣ Δ. Μαντάμ Σουσού. Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1993. Σελ. 318. Δρχ. 2285
0 έαιρο
ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΒΡΟΧΗ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΩΝ ΧΑΝ. Μετ. Α. Φιλιππότης. Αθήνα, Το Κλειδί, 1993. Σελ. 230. Δρχ. 2080 KAWABATA Υ. Η χορεύτρια από το Ιζού. Μετ. Γ. Μαθόπουλος. Αθήνα, Γαβριηλίδης/Άρκτος, 1992. Σελ. 175. Δρχ. 1870
Γενικά
MERTENS Ρ. Εκτυφλωτικό σκοτάδι. Μετ. Μ. Παπαδήμα Jaume. Αθήνα, Εξάντας, 1992. Σελ. 430. Δρχ. 3640
McDONALD Μ. Αρχαίος ήλιος νέο φως. Το αρχαίο ελληνικό δράμα στη σύγχρονη σκηνή. Μετ. Π. Μάτεσις. Αθήνα, Εστία, 1993. Σελ. 252. Δρχ. 3000
DELANY S. R. Νόβα. Μετ. Γ. Γούτος. Αθήνα, Μέδουσα, 1992. Σελ. 307. Δρχ. 2600
j σιορία
RANSMAYR C. Στην κόλαση των πάγων και του σκότους. Μετ. Μ. Κάσση. Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1993. Σελ. 293. Δρχ. 2285
Μαρτυρίες
SHEA R. - WILSON R. Α. Οι Ιλουμινάτοι. Το μάτι της πυραμί δας. Μετ. Γ. Μπαρουξής. Αθήνα, Aquarius, 1993. Σελ. 366. Δρχ. 2080
ΝΕΣΤΟΡΙΔΗΣ Σ. Προκοννησιακά και εθνικά ενθυμήματα. Αθήνα, Δωδώνη, 1992. Σελ. 319. Δρχ. 3120
ΤΣΒΕΤΑΓΕΒΑ Μ. Γήινα σημεία. Μετ. I. Σαββίδου. Αθήνα, Ηριδανός, 1993. Σελ. 211. Δρχ. 2285
ΣΑΚΚΑΤΟΣ Β. Μεραρχία. «Άκονι». Αθήνα, Εστία, 1993. Σελ. 167. Δρχ. 1500
Μελέτες
ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΟΥ Α. Εις φίλον... Αθήνα, Επιλογή, 1993. Σελ. 149. Δρχ. 1350
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Β. Δ. Μοναχικές αναγνώσεις. Ανθο λογία. Αθήνα, Βιβλιογονία, 1993. Σελ. 219. Δρχ. 2285 ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Φ. Α. Για τον Σεφέρη και για την Κύ προ. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1992. Σελ. 215. Δρχ. 2390
BAER R. Ν. Μέσα στον εφιάλτη της νέας εποχής. Μετ. X. Αρβανιτίδου. Αθήνα, Στερέωμα. Σελ. 270. Δρχ. 2080
Βιογραφίες
ΚΟΝΙΔΑΡΗ - ΦΑΒΗ Α. Ιδανική πολιτεία της Οδύσσειας του Ν. Καζαντζάκη. Αθήνα, Βασιλείου, 1992. Σελ. 171. Δρχ. 2080
ΜΑΥΡΙΚΟΣ Π. I. Ο τελευταίος πολεμιστής Κώστας Μπουκουβάλας. Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1993. Σελ. 202. Δρχ. 1870
ΜΕΡΑΚΛΗΣ Μ. Γ. Έντεχνος λαϊκός λόγος. Αθήνα, Καρδαμίτσας, 1993. Σελ. 353. Δρχ. 3120
NICOL D. Βιογραφικό λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αθήνα, Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1993. Σελ. 350. Δρχ. 3120
ΜΠΟΤΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ I. Ο Ernest Renan και η σύγχρονη Ελλάδα. Αθήνα, Χατζηνικολή, 1993. Σελ. 394. Δρχ. 5700
Ελληνική Ιστορία
ΠΟΛΙΤΟΥ - ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΥ Ε. Η στίξη των ωδών του Ανδρέα
ΑΣΛΑΝΗΣ I. Η προϊστορία της Μακεδονίας. Τόμος Α'. Η νεο
--------------------------------------- δελτίο λιθική εποχή. Αθήνα, Καρδαμπσας, 1992. Σελ. 402. Δρχ. 15600
29
ΑΠΟΠΛΟΥΣ. Τετραμηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 9. Δρχ. 1245 ΑΡΝΑΙΑ. Περιοδική έκδοση. Τεύχος 17.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Ε. Π. Γιάννενα. Από την «Πόλη - Παζάρι» στην «Πόλη - Πρακτορείο», Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης, 1993. Σελ. 241. Δρχ. 7800
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΙ ΕΜΕΙΣ. Περιοδικό της Πανελλήνιας Ομοσπον δίας Εκδοτών Βιβλιοπωλών. Τεύχος 4.
ΚΑΡΑΣΟΥΛΗΣ Π. Δ. Χίος 1943-1944. Συμμαχική στρατιωτική αποστολή και Εθνική Αντίσταση. Χίος, 1992. Σελ. 198. Δρχ. 3120
ΔΑΥΛΟΣ. Μηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 135. Δρχ. 800
ΠΑΤΙ. Μηνιάτικη επιθεώρηση. Τεύχος 213. Δρχ. 400
ΔΕΛΤΙΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΓΟΝΕΩΝ. Φύλλο 9
ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ Κ. Ιστορία του ελληνικού έθνους. Τό μοι 15ος και 16ος. Αθήνα, Κάκτος, 1992. Σελ. 270 +225. Δρχ. 2080 (ο κάθε τόμος)
ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του βιβλίου. Τεύχος 308. Δρχ. 700
ΣΙΑΤΡΑΣ Δ. Θ. Οι αγοραπωλησίες ακινήτων στην Τουρκοκρα τούμενη Ελλάδα. Αθήνα, Γνώση, 1992. Σελ. 274. Δρχ. 3640
ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. Διμηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 15. Δρχ. 500
ΨΥΡΟΥΚΗΣ Ν. Αραβικός κόσμος και ελληνισμός. Λευκωσία, Αιγαίον, 1992. Σελ. 295. Δρχ. 3120
Τ α ξίδια
ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ. Περιοδικό για τα γράμματα και τις τέχνες. Τεύ χος 9-10. Δρχ. 800 ΕΝ ΣΗΤΕΙΑ. Τριμηνιαία έκδοση. Τεύχος 6. Δρχ. 600 ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΔΗΝ. Περιοδικό λόγου και τέχνης. Τεύχος 1 ΕΠΙΛΟΓΗ. Οικονομική επιθεώρηση. Τεύχος 299. Δρχ. 600
Κόσμος
ΕΠΟΓΠΈΙΑ NEWSLETTER. Τεύχος 29
ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ I. Μ. Ο κόσμος της Κίνας. Αθήναι, Αστήρ, 1993. Σελ. 214. Δρχ. 1500
ΕΡΕΥΝΑ. Φύλλο 27.
| | α ιδ ικά
ΕΥΘΥΝΗ. Περιοδικό ελευθερίας και γλώσσας. Τεύχος 255. Δρχ. 400
Γνώσεις ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ. Άνθρωπος και πολιτισμός. Μετ. Α. Παριανού. Αθήνα, Χελώνα, 1993. Σελ. 93. Δρχ. 3520
Τέχνες ΖΑΡΑΜΠΟΥΚΑΣ Σ. Θέατρο. Δημοτικό και νηπιαγωγείο. Αθή να, Κέδρος, 1993. Σελ. 81. Δρχ. 1000 ΖΕΗ Α. Θέατρο για παιδιά. Αθήνα, Κέδρος, 1992. Σελ. 134. Δρχ. 1200
ΕΔεόθερα αναγνώσματα ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ Π. Το λουλούδι του χρόνου και άλλα παραμύθια. Αθήνα, Κέδρος, 1992. Σελ. 75. Δρχ. 1600
ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ. Μηνιαία πολιτική εφημερίδα. Φύλλο 23
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ. Τριμηνιαία επιθεώρησις. Τεύχος 480. Δρχ. 1000 ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΠΟ. Τόμος 23ος, 1993. Δρχ. 1760 ΙΑΤΡΙΚΗ. Μηνιαία έκδοση Εταιρείας Ιατρικών Σπουδών. Τό μος 6 3 ,τεύχος 3 ΙΔΕΟΚΙΝΗΣΗ. Μηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 7. Δρχ. 600 ΙΘΑΚΟΣ. Μηνιάτικη εφημερίδα της Ιθάκης. Φύλλο 115. ΙΛΙΣΟΣ. Διμηνιαίο περιοδικόν. Τεύχος 209. Δρχ. 500 ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ. Τεύχος 97. Δρχ. 600 ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΗ. Τετραμηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 3. Δρχ. 1040 ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ. Επιθεώρηση κοινωνικών επιστημών. Τεύχος 28 ΚΡΗΤΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ. Τεύχος 243. Δρχ. 300 ΛΑΪΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ. Φύλλα 104 και 105.
Σχολικά ΤΣΟΥΡΕΑΣ Ε. Αρχαία ελληνικά Α' Λυκείου. Αθήνα, Παηαδήμας, 1993. Σελ. 558. Δρχ. 2700
Περιοδικά
ΜΑΖΙ - TOGETHER. Τεύχος 51. Δρχ. 30 ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. Ανεξάρτητο σοσιαλιστικό περιοδι κό. Τεύχος 57. Δρχ. 500 ΜΝΗΜΩΝ. Τόμος 14ος, 1992. Δρχ. 1460 ΜΠΕΣΑ. Διμηνιαία έκδοση. Τεύχος 24. Δρχ. 350
ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ. Μηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 902. ΑΝΤΙ. Δεκαπενθήμερη πολτηκή και πολπιστική επιθεώρηση. Τεύχος 518. Δρχ. 250
Η ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΗ. Μηνιαία εφημερίδα. Φύλλο 49 ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. Διμηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 479.
3 0 δελτίο-------------------------------------ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ. Διμηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό. Τεύχος 5-6
Δρχ. 1000
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Τεύχος 1579. Δρχ. 650
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ. 40ήμερο περιοδικό. Τεύχος 3.
ΝΕΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ. Μηνιαία επιθεώρηση. Τεύχος 101. Δρχ. 500
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΩΝ. Τεύχος 196
ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ. Φύλλο 162.
Ο ΤΥΠΟΣ. Μηνιαία δημοσιογραφική επιθεώρησις. Τεύχος 33. Δρχ. 1000
ΝΟΥΜΑΣ. Επιθεώρηση τέχνης γραμμάτων. Τεύχος 16
Η ΥΠΑΙΘΡΙΟΣ. Τεύχος Φε6ρ. - Ιουν.
ΟΥΤΟΠΙΑ. Διμηνιαία έκδοση. Τεύχος 5. Δρχ. 1040
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. Τεύχος 22. Δρχ. 600
ΠΟΛΥΤΕΚΝΗ ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ. Φύλλο 57.
ΧΡΟΝΙΚΑ. Όργανο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος. Τεύχος 124.
Ο ΡΑΜΠΑΓΑΣ ΚΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ. Φύλλο 166. Δρχ. 50 ΡΟΠΤΡΟ. Δίμηνη έκδοση. Τεύχος 2. Δρχ. 300 ΣΗΜΑ. Δίμηνο περιοδικό. Τεύχος 10. Δρχ. 1000 ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ. Διμηνιαία λογοτεχνική εφημερίδα. Φύλλο 38 ΣΥΝΑΞΗ. Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία. Τεύ χος 45. Δρχ. 900 ΣΥΡΙΑΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Τριμηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 22.
Έ κθ εσ η Ε ικονογράφη σης του Παιδικού βιβλίου της Ζ ά ννα ς Φ. Μ ελά-Φ λώρου Χ ελω νά κια Κ αρέττα-Κ αρέττα
Ε κ δ ό σ ε ις Σ ύ γ χ ρ ο νη Ε πο χή Έ ν α ρ ξ η α π ό 10 Μ άί'ου Πνευματικό και Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Γλυφάδας Σοφίας Βέμπο 18 & Μυστρά. Τηλ.: 9614094
CTL. Journal de Centre de la Traduction Litteraire de l’lnstitut Frangais d’Athenes. No 15. ELLE. Τεύχος 55. INFORMATION. To περιοδικό του Έλληνα manager. Τεύχος 79. Δρχ. 700. MELODY CLUB. Μηνιαίο ενημερωτικό και καλλιτεχνικό πε ριοδικό. Φύλλο 28.
Α ρ. 311 Στην Κριτικογραφία περιλαμβάνονται όλες οι επώνυμες βιβλιοκριτι κές και βιβλιοπαρουσιάσεις των ελληνικών εκδόσεω ν που δημοσι εύονται στον ημερήσιο αθηναϊκό τύπο. Περιλαμβάνονται, επίσης, και κριτικές δημοσιευμένες στον περιοδικό και επαρχιακό τύπο, όσες ήταν δυνατόν να εξασφαλίσουμε ή μας απέστειλαν οι συντά κτες τους.
5 Απριλίου 17 Απριλίου 1993 Επιμέλεια: Μαρία Τρουπάκη
Φ ίλ ο ι
Ε κ π α ίδ ε υ σ η
Καστοριάδης Κ.: Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου (Γ. Σταυρακάκης, Διαβάζω, 307) Χέγκελ Γ.: Η επιστήμη της λογικής (Ν. Μακρής, Διαβάζω, 308)
Δοΰκας X.: Το μέλλον είναι η παιδεία (Π. Στεφανάκου, Αυγή, 17/4) Πετρουλάκης Ν.: Προγράμματα - Εκπαιδευτικοί στόχοι - Με θοδολογία (Γ. Κυριαζόπουλος, Διαβάζω, 307)
θ ρ η σ κ ε ία Γιανναράς X.: Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (Θ. Θεοδώρου, Διαβάζω, 307)
Λ α ο γ ρ α φ ία Βαλάση Ζ. - Βαλάσης Δ.: Νανουρίσματα (Ε. Χωρεάνθης, Δια βάζω, 307)
Κ ο ιυ ω ν ιο λ ο γ ία
Ο ικ ο λ ο γ ία
Fiske J.: Εισαγωγή στην Επικοινωνία (Ν. Κολοβός, Διαβάζω, 308)
Μάργαρης Ν. Σ.: Πατριδογνωσία (Δ. Δασκαλόπουλος, Νέα, 13/4) Τ έχνες
Π ο λ ιτ ικ ή Ήφαιστος Π. - Τσαρδανίδης X.: Το Ευρωπαϊκό Σύστημα ασφαλείας και η ελληνική Εξωτερική Πολιτική πριν το 2000 (Σ. Νιάλης, Διαβάζω, 309) Μπιτσάκης Ε.: Ένα φάντασμα πλανιέται (Α. Ψαλιδόπουλος, Διαβάζω, 308) Ντόκος Θ.: Αναζητώντας την ειρήνη (Σ. Ντ., Διαβάζω, 309) Μπαλιμπάρ Ε. - Βαλεστάϊν I.: Φυλή, Έθνος, Τάξη (Γ. Σταυρακάκης, Διαβάζω, 308) Χόμπσμπαουμ, κ.α.: Η επόμενη μέρα μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (Σ. Λιναρδάτος, Βήμα, 17/4)
Κεφαλληνιάδης Ν. Α.: Η λαϊκή μούσα στους εθνικούς πολέμους μας (Β. Αθανασόπουλος, Διαβάζω, 307) Πετρίτσης Π.: Αλφαβητάριο αισθητικής για μεγάλους (Δ. Παυλάκου, Αυγή, 17/4) Π ο ίη σ η Ανθήλης Τ.: Στην έξοδο του βραδινού θρύλου (Δ. Γιάκος, Εξόρμηση, 914) Αστρινάκη Ε.: Πάθη φωνηέντων (Σ. Τριανταφύλλου, Διαβάζω, 309)
32 δελτίο-------------------------------------Δεληγιάννης Γ.: Ερωτικά παράφωνα (Γ. Π., Διαβάζω, 307) Δεληγιάννης Κ.: Μικροί παράδεισοι (Γ. Π., Διαβάζω, 307) Δεληγιάννης Ν.: Εφευρέτης αισθήσεων (Γ. Πετρόπουλος, Δια βάζω, 307) Καφταντζής Γ.: Το πόδι του παγωνιού (Γ. Π., Διαβάζω, 307) Κεφάλας Κ.: Το έρημο λυκόφως (Γ. Πετρόπουλος, Διαβάζω, 307) Κοκκίνου Α.: Το μέτωπο (Ε. Χωρεάνθη, Διαβάζω, 309) Παπαγγέλου Ρ.: Νύξεις (Δ. Ζαδές, Περίγραμμα, 31-32) Πούλιος Λ.: Αντί της σιωπής (Π. Μπουκάλας, Καθημερινή, 6/4) Σάββας Μ.: Νεκρός αντίλογος (Γ. Πετρόπουλος, Διαβάζω, 308) Σεφέρης Γ.: Τετράδιο Γυμνασμάτων Β' (Ε. Αρανίτης, Ελευθε ροτυπία, 7/4) Τσιρόπουλος Κ.: Τελικά κείμενα Α (Η. Κεφάλας, Διαβάζω, 307) Γκουρφόν Ρ.: Λιτανείες του ρόδου (Α. Παπαδάτου, Αυγή, 17/4) Μαλαρμέ Σ.: Τα ποιήματα (Γ. Κοροπούλης, Καθημερινή, 13/4) Μπωντλαίρ Σ.: Τα άνθη του κακού (Γ. Κοροπούλης, Καθημερι νή, 13/4)
Μπέρχαρντ Τ.: Το ασβεστοκάμινο (Σ. Τριανταφύλλου, Διαβά ζω, 307) Πάβπς Μ.: Το λεξικό των Χαζάρων (Σ. Ντάλης, Διαβάζω, 309) Σούλμπεργκ Μ.: Τι κυνηγάει το Σάμι; (Σ. Παπασπύρου, Αυγή, 7/4) Τινέ Κ.: Το κτίριο (Κ. Τσαούσης, Έθνος, 12/4)
Μ ελέτες Δούρβαρης Α.: Ο A. Ν. Κυριάκός και το λαϊκό ανάγνωσμα (Κ. Κωνσταντίνου, Διαβάζω, 309) Καρπόζηλου Μ.: Τα ελληνικά οικογενειακά φιλολογικά περιο δικά 1847-1900 (Ν. I. Κοκκινάκη, Διαβάζω, 307) Πανσέληνου Ε.: Λυρικές προσεγγίσεις (Ε. Ζωγράφου, Ριζο σπάστης, 8/4) Θ ε α τ ρ ικ ά Έ ρ γ α Koltes Β. Μ.: Ρομπέρτο Τσούκκο, Ταμπαταμπέ, ένα υπόστεγο στη Δύση (Δ. Τσατσούλης, Αντί, 16/4)
Π ε ζ ο γ ρ α φ ία Βαμβουνάκη Μ.: Ταγκό μες στον καθρέφτη (Α. Κοντακίδης, Επενδυτής, 17/4) Δοξιάδης Α.: Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ (Ν. Γ. Ξ, Αθηνόραμα, 16/4) θεοδωρίδης Π.: Το θεόπαιδο (Β. Χατζηβασιλείου, Ελευθερο τυπία, 14/4) Κεσμέτη Ν.: Κήπος περίφρακτος (X. Παπαγεωργίου, Αυγή, 17/4) Κοκκινάκη Ν.: Η χάρτινη γυναίκα (Ε. Ν. Μόσχος, Νέα Εστία, 157) Κοντολέων Μ.: Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας (Ν. Ντόκας, Ελευθεροτυπία, 11/4) Κορνήλιος Μ.: Σαν ιστορίες και σαν παραμύθια (Θ. Καραγιάννης, Ριζοσπάστης, 8/4) Πλασκοβίτης Σ.: Το πουκάμισο του καθηγητή και άλλα διηγή ματα (Ν. Αλεξίου, Νέα, 13/4) Ρόζου Ε.: Ταξίδι στους 5 πλανήτες (Ε. Λάγκε, Διαβάζω, 309) ΡοΤδης Ε.: Η Πάπισσα Ιωάννα (Α. Λαμπρία, Μεσημβρινή, 8/4) (Π. Μπουκαλάς, Καθημερινή, 13/4) Χάρης Π.: Πολιτείες και θάλασσες (Μ. Θεοδοσοπούλου, Επο χή, 11/4) Ζολά Ε.: Το στομάχι του Παρισιού (Η. Π., Διαβάζω, 308) Μπάχμαν I.: Η περίπτωση Φράντσα (Α. Καστρινάκη, Αντί, 16/4)
Γλύκατζη - Αρβελέρ Ε.: Μοντερνισμός και Βυζάντιο (Β. Χατζηβασιλείου, Ελευθεροτυπία, 7/4) Διβάνη Λ.: Η πολπική των εξόριστων ελληνικών κυβερνήσεων 1941-44 (Σ. Ντάλης, Αυγή, 17/4) Κορόμηλά Μ.: Οι 'Ελληνες στη Μαύρη Θάλασσα (Κ. Ντελόπουλος, Διαβάζω, 307) Σκοπετέα Ε.: Η Δύση της Ανατολής (Β. Χατζηβασιλείου, Ελευθε ροτυπία, 7/4) Φωτιάδης Δ.: Μεσολόγγι (Κ. I. Τσαούσης, Έθνος, 11/4) Ντρόιζεν Γ.: Ιστορία των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου (Κ. Τσαού σης, Έθνος, 17/4) Μ α ρ τ υ ρ ίε ς Αργυρόπουλος, Α.: Μνήμες πολέμων 1917-1922 (X. Φαρά κλας, Διαβάζω, 309) Πληζιώτης X.: Αναμνήσεις του μετώπου 1920-1921 (X. Φαρά κλας, Διαβάζω, 309) Ψαράκης Τ.: Ανθολόγιο της Αλεξάνδρειας (Μ. Θεοδοσοπού λου, Εποχή, 17/4)
Μ ικρή Α γγελία
Μ Α Θ Η Μ Α Τ Α ε σ ω τ ε ρ ικ ή ς ψ υ χ ο λ ο γ ία ς σ ε π ρ α κ τ ικ ή β ά σ η . Α υ τ ο γ ν ω σ ία . (Κ έντρ ο Γ κ ο υ ρ τζίεφ - Ο υ σ π έν σ κ υ ) τηλ.: 69.24.087
<χη
Μέλπω Αξιώτη ί ν α ι
Ε
Α
φ
κ ά π
χ ρ
τ η ς σ ή
ό
Μ
τ η ς
έ ρ γ ο
τ η ς , Σ
τ η
τ ο ν
ψ
α π ό
τ ο
ε
τ η ς
σ ε ι
ο ρ ι κ ή Φ
1 9 7 3 ) ,
κ α ι
ε σ
η
τ ο ν
ς
τ η
μ
θ η κ ε
έ χ ε ι
ε
ο λ λ ο ύ ς
π
Η
α π
π έ ρ α σ μ ά
π ρ ω
τ ο υ ,
α
σ
σ
η
α π ο σ ι ω
χ ο λ ή σ
ε ι
σ τ ο
χ α ρ α κ τ η ρ ι σ
μ
π η μ έ ν η ,
ε ρ ι κ ο ύ ς
π ε ρ ι θ ώ
τ ι κ ά
τ η ς
ρ ι ο
ε ν
π ο λ λ ο ί ς ,
μ ε λ ε τ η τ έ ς . τ ο υ
Η
ε λ λ η ν ι κ ο ύ
ν ε ο τ ε ρ ι κ ό τ η τ α ς .
Τ ο
μ ε λ ε τ η θ ε ί α κ ό μ α . ό
τ ο υ ς
ι δ ι α ι τ ε ρ ό τ η τ α
τ η ν
π ο υ
π
ο ρ μ α λ ι σ μ ό ,
γ ρ α φ ή ς : σ
α
κ α ιρ ο ύ ς ,
α ρ κ ε τ ά
φ
ε λ λ η ν ι κ ό τ η τ α ς ,
σ σ α
α τ α ,
έ χ ε ι κ α τ ά τ α
δ ε ν
α ι σ θ η τ ι κ ό
τ η ς
γ λ ώ
σ τ ο
π ρ ό σ φ
ξ ι ώ
χ ρ ε ώ
γ υ ν α ι κ ε ί α ς
τ η
ρ α , Α
ρ ε α λ ι σ μ ό .
ι δ ε ο λ ό γ η μ α
α ν α κ α λ ε ί
π ρ ο φ
ν τ ί θ
υ χ ο λ ο γ ι κ ό
α κ υ ρ ώ
τ ώ ω
ε ν τ ο ύ τ ο ι ς , α
α π έ φ υ γ ε
τ ρ ο π ο λ ο γ ί α π ο υ
ν ι α
έ λ π
μ ν η μ ο ν ε ύ θ η κ ε ,
υ π ε ρ ρ ε α λ ι σ μ ο ύ
ξ ι ώ
ν α
ο ι α
ι γ ο ύ ρ α
π ε ρ ί π τ ω
τ η ν
σ
ύ γ χ ρ ο ν ο ύ ς
τ η ν
τ η ς
ή ς
α ι σ θ η τ ι κ ή
’ ε κ ε ί ν ο
τ ο
τ α ρ χ ι κ ή
τ η ς
α κ ο ύ σ μ α τ α ,
τ η ς
π α ρ α δ ο σ ι α κ ή
γ ρ α φ
ι δ ί ω
τ η ς
τ η ς
μ α
α θ ω
ή γ η σ η
κ α ι
η
κ α ι π έ ρ α
κ α ι
τ η ν
λ ό γ ο υ
τ η ς
π ρ ο ϋ π ο θ έ τ ε ι,
γ ι α
υ β ρ ι δ ι α κ ο ύ κ α ι
ή
ν ε τ α ι
ν ε ο τ ε ρ ι κ ό τ η τ α ς
τ ο υ
ό τ η τ α
ρ υ θ μ ο ύ ς
λ ο γ ο τ έ χ ν ε ς , α φ
π ρ α γ μ α τ ώ
μ ν ή μ ε ς
α π ό
τ η
λ α ϊ κ ή
π α ρ ά δ ο σ η . έ τ ο ς
ε ί κ ο σ ι
ε π ι χ ε ι ρ ο ύ μ ε
έ ν α
χ ρ ό ν ι α
μ ε τ ά
τ ο
( σ υ ν - ) α π ά ν τ η μ α
θ ά ν α τ ο σ τ ο
α γ ω
τ η ς ν ιώ
Μ δ ε ς
έ λ π ω τ η ς
ς
Α
ε ρ ώ
ξ ι ώ
τ η
( 2 3
Μ
α
ΐ ο
υ
τ η μ α :
“Κ ι εγώ τώρα σε ποιον θ ’ αφήσω την κληρονομιά μου;... - Ό χι την υ λική κληρονομιά δεν έχω εγώ παρόμοια, κι έτσι δεν είμαι τώρα πια παρά ένα άγαλμα μαρμάρινο πάνω σ ’ ένα μικρό σταυροδρόμι...” (Η Κάδμω, 1972: 57)
Επιμέλεια αφιερώματος: Μ αρία Κακαβούλια
Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Αντρέα Φραγκ
ι φωτογραφικό υλικό που μας παραχώρησε.
34 αφιέρωμα-------Ε λ έ ν η Ε λ εγμ ίτο υ
Χρονολόγιο’ Μελπως Αξιώτη ( 1905- 1973 ) Η Μέλπω Αξιώτη κατάγεται από γνω στή παλιά οικογένεια της Μυκόνου. Ο παππούς της, Π αναγιώτης Α ξιώτης, γεννήθηκε στη Μ ύκονο το 1840 και ήταν γιος του Φιλικού και αργότερα Επάρχου Μ υκόνου και Σ ύρας (1824) Αλέξανδρου Αξιώτη. Από το γά μο του Π αναγιώτη Αξιώτη με την Κ ωνσταντινουπολίτισσα Μελ πομένη Πατούνα γεννήθηκε ο Γεώργιος Α ξιώτης στη Μ αριανούπολη το 1875.
1905 Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου 1905 στην Α θήνα. Μ οναδικό παιδί από τον σύντομο και άτυχο γάμο του Γεωργίου Αξιώτη με την πλούσια Α θηναία Καλλιόπη Βάβαρη. Η μητέρα είναι κόρη της Π ολυξένης Ζαφειροπούλου και του Θεμιστοκλή Βάβαρη. Ο παππούς, Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος, είχε ενισχύσει τον αγώνα στο Κάστρο του Ά στρους.
1908 Χωρίζουν οι γονείς της. Η οικογένεια Αξιώτη επιμένει να κρατή σει το παιδί.
1909 Ο πατέρας της παντρεύεται τη Μ αρουλίνα Γρυπάρη, κόρη του γνωστού πολιτικού της Μυκόνου Ιωάννη Γρυπάρη.
1910 Η μητέρα της παντρεύεται τον Δ ημήτριο Ποσειδώνα. Γεννιέται ο ετεροθαλής αδελφός της Π ανάγος στη Μύκονο. Σύντομα απο κτά και ετεροθαλή αδελφή, τη Φρόσω, που θα παντρευτεί τον ζω γράφο Τέλη Βασιλικιώτη. Η Μέλπω μεγαλώνει σε αρχοντικό και αυστηρό περιβάλλον με νταντά. Τελειώνει το Σχολαρχείο της Μ υκόνου. Έ χ ε ι δημιουργήσει, ήδη, την εικόνα του μοναχικού και ευαίσθητου παιδιού.
Ο Γεώργιος Αξιώτης στο σπίτι της Μυκόνου 1910
------------------------------------------------------------------------------------------ αφιέρωμα 35 1915 Ο πατέρας της, εξαιρετικός μουσικός, με πλούσιο έργο ως συνθέ της, πιανίστας και τεχνοκριτικός, χωρίς να το επιδιώξει, χρημά τισε για έξι μήνες Π ρόεδρος της Κ οινότητας Μυκόνου.
1918 Το Μ άιο πεθαίνει ο παππούς, Π αναγιώτης Αξιώτης, που έχει σ η μαντικό λογοτεχνικό έργο ως διηγηματογράφος και μεταφρα στής της ρωσικής λογοτεχνίας.
1918-1922 Η Μέλπω είναι εσωτερική στη Σχολή Ο υρσουλινών της Τήνου. Έ χ ε ι συμμαθήτρια την Ά ννα Σικελιανού και μάλιστα για ένα διάστημα κάθονται στο ίδιο θρανίο. Το περιβάλλον είναι ιδιαίτε ρα αυστηρό, αλλά η επιμελής Μέλπω αγαπά τη γαλλική γλώσσα* και παιδεία.
1922 Έ ρ χετα ι στην Α θήνα ύστερα από επίμονες προσπάθειες της μη τέρας της. Γνωρίζει την ετεροθαλή αδελφή της Χ αρούλα που αρ γότερα θα παντρευτεί το Γεώργιο Ν ικολαΐδη. Ε ίναι ήδη ένα ανε ξάρτητο κορίτσι και η ηλικία της της επιτρέπει να έχει κατά κά ποιον τρόπο τη δική της ζωή. Η συγκατοίκηση δεν είναι εύκολη. Συχνά μετακινούνται από το κέντρο στο σπίτι της Κηφισιάς. Ευαίσθητη και ιδιόρρυθμη προβάλλει τις δικές της ερμηνείες για τα αίτια και τις συνέπειες του χωρισμού τω ν γονιών της. Έ χ ε ι τραυματισθεί. Καλοκαίρια στη Μύκονο.
1924 Στις 16 Μαΐου, σε μια από τις σπάνιες επισκέψεις του στην Α θή να, αρρωσταίνει και πεθαίνει ο πατέρας της, Γεώργιος, μόλις 49 ετών.
1925 Η Μέλπω παντρεύεται το θεολόγο δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη στην Α θήνα και αμέσως φεύγουν στη Μύκονο.
1929 Χωρίζουν φιλικά.
1930 Έ ρ χε τα ι στην Α θήνα στο σπίτι της μ ητέρας της. Βρίσκεται πάλι ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη. Το παρελθόν είναι πολύ ισχυρό. Αποφασίζει να φύγει. Αρχίζει πλέον η περιπέτεια των με τακομίσεων. Δοκιμάζει τη συγκατοίκηση με την οικογένεια της Μ αρουλίνας Αξιώτη αλλά και πάλι αισθάνεται να αποβάλλεται από το οικογενειακό περιβάλλον. Μ ένει σε δωμάτια, σε πανσιόν αλλά ξαναπερνάει από το πατρικό της σπίτι.
36 αφιέρωμα-------------------------------------------------1933 Δημοσιεύει το διήγημα « Α π ’ τα χτες ως σήμερα» στα «Μυκονιάτικα Χρονικά», φύλλο 1, 31 Δεκεμβρίου 1933, του Γιαννούλη Μ πόνη, αδελφικού φίλου του πατέρα της.
1934 Ανοίγει με τη Βέτα Τσιτιμάτη το στούντιο ραπτικής «Μελ-Βετά» που λειτουργεί για ένα χρόνο στη γωνία Βουλής και Α πόλλωνος 7. Ο ετεροθαλής αδελφός της, Πανάγος, γράφει το διαφημιστικό δίστιχο: «Σου ράβομε με γούστο/και φόρεμα και μπούστο». Τ ην ίδια χρονιά στέλνει το διήγημα «Α ντρείκελα» σ τα «Μυκονιάτικα Χρονικά», φύλλο 3, 4 Φ εβρουάριου 1934.
1934-36 Σπουδάζει σχεδιάστρια στη Σιβιτανίδειο Σχολή.
1936 Π ροσχωρεί στο ΚΚΕ. Π αραμένει πιστή σ ’ αυτή την ένταξη σ ’ όλη της τη ζωή.
1937 Γνωρίζει τον Νίκο Αλεξίου και αισθάνεται κοντά του την αγάπη, τη στοργή, και την πίστη για τη ζωή. Πηγαίνουν μαζί στη Σκύρο και σ ’ ένα τρίμηνο περίπου γράφει σ ’ ένα ιστορικό σπίτι στη θέση Πάτημα, κοντά στο γιαλό, το πρώτο της μυθιστόρημα «Δ ύσκολες Νύχτες».
1938 Το Νοέμβριο κυκλοφορούν οι «Δ ύσκολες Ν ύχτες» μ’ ένα χαρα κτηριστικό σκίτσο της Αξιώτη φιλοτεχνημένο από τον Νίκο Αλεξίου που παράλληλα με τη δικηγορία ενδιαφέρεται για εικα στικά θέματα και ζωγραφίζει.
1939 Στις 18 Μ αρτίου 1939 η Αξιώτη παίρνει το πρώτο βραβείο του «Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών» για τις «Δ ύσκο λες Νύχτες». Η κριτική υποδέχεται το βιβλίο με εγκώμια αλλά και με καγχα σμό. Δεν πτοείται και εκδίδει την ίδια χρονιά το μακρό ποίημα «Σύ μπτω ση» στον Πυρσό.
1940 Επιστρέφει στην πεζογραφία με το «Θ έλετε να χορέψ ομε Μ α ρία;» και πάλι στον Πυρσό. Ό π ω ς επισημαίνει η ίδια με το έργο της προκάλεσε «κύματα ενθουσιασμού και αγανάκτησης». Στην προπολεμική δεκαετία γνωρίζεται με πολλούς διανοούμε νους. Η αγαπημένη της εξαδέλφη, μουσικοκριτικός Λουκία Φωτοπούλου, που είναι στενή της φίλη, τη βοηθάει στα πρώτα της
«Αν αποφύγει κανείς να το [ποίη μα Σύμπτωση] εξετάσει γυρεύοντας ποιο είναι το ποσοστό υπερρεαλι σμού, που περιέχει, αν παραδεχτεί τις ιδιοτροπίες του όπως παραδέχε ται τις ιδιοτροπίες ενός φίλου, θα βρει μια αυθεντικότητα τόνου, μια ενότητα στην αφήγηση, μια αλήθεια δική του τέλος πάντων, που σπάνια συναντούμε στο πλήθος της δήθεν συγχρονισμένης φιλολογίας που δεν αφήνει τίποτε άλλο παρά την εντύ πωση φιλολογίας». Γιώργος Σ εφέρης, «Σημειώματα», Τα Ν έα Γ ράμματα, χρ. Ε', τχ. 7-12 (Ιούλ.-Δεκ. 1939), σ. 334
------------------------------------------------------------------------------------------αφιέρωμα 37 ανοίγματα. (Ν. Ε γγονόπουλος, Γ. Θεοτοκάς, Ν. Καββαδίας, Τ. Μ αλάνος, Κλ. Π αράσχος, Γ. Σεφέρης).
1940-44 Στην Κατοχή δούλεψε με όλες τις δυνάμεις της στην «Εθνική Αλληλεγγύη» του ΕΑΜ , στον παράνομο Τύπο, στον πολιτιστικό τομέα όπου συνεργάστηκε στενά με τις φίλες της: Έ λ λ η Αλεξί ου, Η λεκτρα Α ποστόλου, Δέσποινα Μ αζαράκη, Μάρω Μάστρακα, Μ αρία Σβώλου, Διδώ Σωτηρίου, Έ λ λ η Παππά, Τιτίκα Δ α μασκηνού κ.ά.
1945 Α π ά ν τη σ η σ ε 5 ερωτήματα. Χ ρονικό. Μ αρής και Κοροντζής, 1945. Εξαντλείται αμέσως και επανεκδίδεται την ίδια χρονιά. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες έγιναν έξι επανεκδόσεις. Α θ ή να 1941-1945. Χ ρονικό. Α. Καραβίας, 1945. Οι Ε λλη νίδες φ ρο υρο ί της Ε λλάδας. Χ ρονικό. Ο Ρήγας, 1945. Πρω τομαγιές 1886-1945. Χ ρονικό. Μ αρής και Κοροντζής, 1945. Δημοσιεύει, στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», 5 διηγήματα και ένα ποίημα. Χ ερ Ν τόκτορ. Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 3, 19 Μαίου 1945. Το σπίτι μ ε το ρόπτρο. Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 4, 2 Ιουνίου 1945. Ταξίδια και ταξιδεμένοι. Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 6, 16 Ιουνίου 1945. Η μεταμόρφ ω ση της χρυσα λλίδας. Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμ ματα», τ. 21, 28 Σεπτεμβρίου 1945. Το τραγούδι του Δνείπερου. Π οίημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 26-27, 9 Νοεμβρίου 1945. Α νάμνη ση . Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 30-31, 7 Δεκεμ βρίου 1945.
1946 Εικοσ τός αιώνας. Μ υθιστόρημα. Ίκ α ρ ο ς 1946. Αυτό το βιβλίο θα γίνει το ευρωπαϊκό της «διαβατήριο». Έ ν α κόκκινο τριαντάφυλλο. Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 35, 25 Ιανουάριου 1946. Έ χ ε ι δύο μόνιμες στήλες στο εβδομαδιαίο περιοδικό του λαού «Χαραυγή». Π ολλές φορές ακαταπόνητη καλύπτει και άλλα θέ ματα. (Ιο φύλλο, 20 Φεβρουάριου 1946). Α πορία αναγνώ στη. Μ ελέτη. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 40, 5 Απριλίου 1946. Το σπίτι. Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 45, 5 Ιουλίου 1946. Κ αταμερισμός δουλειάς. Δ ιήγημα. «Ελεύθερα Γράμματα», τ. 49, 15 Αυγούστου 1946.
1947 Αποφασίζει να φύγει στη Γαλλία για να αποφύγει τις συνέπειες της πολύπλευρης δράσης της. Στις 22 Μαρτίου φεύγει από την Α θήνα με διαβατήριο που ισχύει
«[...] Οι Δύσκολες Νύχτες κάθε άλλο είναι παρά «παραλήρημα». Είνε ένα σωστό ρομάντσο, αληθινώτατο και συνεπέστατο, γραμμένο με την πιο μοντέρνα μα και την πιο θελκτι κή ασυναρτησία - ένας τρόπος κι’ αυτός - με βαθειά ψυχολογία, με θαυμάσιες λεπτομέρειες, με φωνο γραφικούς τρισχαριτωμένους διαλό γους και με μερικές σελίδες κα θαυτό αριστουργηματικές. Είνε μια ζωή και μια ψυχή, γεμάτες ενδιαφέ ρον, που θέλγουν και συγκινούν, μ’ όλο τον κόπο που προξενεί το κομ ματιαστό εκείνο και το φαινομενικά ασυνάρτητο [...]» Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Η νεοελληνική μετά 500 χρόνια», Α θη να ϊκά Νέα, 26 Μ αρτίου 1939
38 αφιέρωμα-------------------------------------------------για ένα χρόνο. (Επάγγελμα: Λογοτέχνις. Σκοπός παραμονής στη Γαλλία: Σπουδές). Στη Γαλλία συνεχίζει τον πολιτικό της αγώνα. Αρθρογραφεί, εκ φωνεί λόγους, συμμετέχει σε εκδηλώσεις και συνέδρια. Κερδίζει σύντομα τη φιλία και την εκτίμηση των πιο διακεκριμένων δια νοούμενων της αριστερός (Louis Aragon, Elsa T riolet, H enri και Yvette Bassis, Andre και Alice Bonnard, Paul Eluard, F. JoliotCurie, Pablo N eruda, Pablo Picasso, M adeleine Riffaud, Claude Roy, Maurice Thorez) La Grece. Berceau de la tragedie. Περ. «Europe», τ. 22, Οκτώ βριος 1947. Garcija ljulka na tragedijata, μτφρ. G. Popcvetkou. Sofia: Narodna Kultura 1947. Στις 18 Οκτωβρίου 1947 πηγαίνει στην Ιταλία και συνεχίζει τη δράση της. Στις 13 Νοεμβρίου 1947 επιστρέφει στο Παρίσι.
1948 Στις 3 Οκτωβρίου ο Aragon σε επιστολή του προς τη Μ. Αξιώτη εκφράζει το θαυμασμό του για το μυθιστόρημά της που θα εκδοθεί στη «Bibliotheque Frangaise». Π ρόκειται για τον «Εικοστό αιώνα».
1949 Το βιβλίο αυτό θα μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες. X X e siecle (Εικοστός αιώνας), μτφρ. Jean D arlet. Paris: Bibliotheque Frangaise, 1949. Δημοσιεύονται αποσπάσματα του βιβλίου σε εφημερίδες και πε ριοδικά. - Crible des coups de quatre empires. Un temoignage pathetique de M elpo A xio ti sur la Grece indom ptee. Εφημ. «L’Humanit6 Dimanche», <p. 29, 17 Απριλίου 1949. - 20-25 Απριλίου, Παρίσι: Congres M ondial des Partisans de la Paix. Η Μ. Αξιώτη είναι στο προεδρείο και απευθύνει μήνυμα της «Δημοκρατικής Ελλάδας». - Ο Μέμος Μ ακρής εκθέτει στο «Salon d ’autom ne» πορτρέτο της Μ. Αξιώτη, γλυπτό σε ξύλο. - Κ. Yannopoulos - F. Asteris: Grece ma rose de raison, de Paul Eluard. Poem es de K. Yannopoulos et de F. Asteris traduit par M elpo A xio ti et adaptes par P. Eluard. Paris: Reclame 1949. - X X -Jat V ek (Ε ικοστός αιώνας), μτφρ. P. Nejkou. Sofia: Nauka i Izkustvo, 1949. - Tranen und M arm or (Δ άκρυα και Μ άρμαρα = Ε ικοστός αιώ νας), μτφρ. K urt Stern. Berlin: Verlag Volk und W elt 1949. - La vita non m uore (Η ζωή δεν πεθαίνει = Ε ικοστός αιώνας), μτφρ. Maria Teresa Regard. Milano: C ultura Nuova 1949. - A p el (απόσπασμα από το ν «Εικοστό αιώνα»), μτφρ. στα πο λωνικά Rom an Koloniecki, περ. «Wies», τ. 38,1949.
1950 Pourquoi nous ne pouvons pas parler de Balzac, περ. «Europe»,
Ο Γεώργιος Αξιώτης και η Μαρουλίνα Γρυπάρη-
αφιέρωμα 39 τ. 55-56, Ιούλιος-Αύγουστος 1950. Στις 7 Σεπτεμβρίου μετά από έντονο διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική, η Μ. Αξιώτη θα απελαθεί στην ανατολική Γερμανία. Π ρόκειται για ομαδική απέλαση 90 ατό μων. Καταλήγει στη Δρέσδη. Στις 14 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται στην εφημ. «Les Lettres Frangaises», φ. 328, «Des chiens defendent I’A cropole» par Melpo Axioti. Στις 24 Σεπτεμβρίου η Μ. Αξιώτη σε επιστολή από τη Δρέσδη προς τον Louis Aragon εξιστορεί τις συνθήκες της σύλληψης και της απέλασης. Η επιστολή δημοσιεύεται στις 28 Σεπτεμβρίου στην εφημ. «Les Lettres F ra n c ise s» , φ. 330, M elpo Axioti expulsee de France, ecrit a Aragon. - Chansons de Grece et de toujours. T raduit du folklore grec par Melpo Axioti et H enri Bassis. Paris: Seghers. Collection «Poesie 50», 1950. - V Duadtsatom V eke (Ε ικοστός αιώνας), μτφρ. M. Mochenko, Moskva 1950. - Λ ό γο ς στο Congres M ondial des Partisans de la Paix, Π αρίσιΠράγα, Α πρίλιο ς 1949, Pisarze W Walce o pokoj. Warszawa: «Ksiazka i Wiedza», 1950, σσ. 99-106. - Poliksena (Π ολυξένη = Ε ικοστός αιώνας). Opowiesc grecka. μτφρ. Rom an Koloniecki. Warszawa: Ludova Spoldzielnia Wydawnicza 1950. To Νοέμβριο φεύγει από τη Δρέσδη και εγκαθίσταται στο Α. Βε ρολίνο.
1951 Στο Βερολίνο μεταφράζει Γκόρκι. Μ αξίμ Γκόρκι. Η μητέρα, μτφρ. Μ. Αξιώτη. Βουκουρέστι. Εκδο τικό «Νέα Ελλάδα», 1951. - Συμμετέχει στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας το καλοκαίρι του 1951 όπου γνωρίζει τον Ναζίμ Χικμέτ. - A Berlin, la jeunesse du m onde oppose le chant de la vie au vieux delise de la guerre. Εφημ. «Les Lettres Frangaises», 2 Αυγούστου 1951.
1952 - Grdb (Ο Τάφος). Διήγημα. Μτφρ. P. Dzapkarew, περ. «Dprany i Ludze» (παράρτημα της εφημ. «Robotnicza») τ. 73, 1952. - Β ασ ίλη Αζάγιεφ. Μ ακριά από τη Μ όσχα, μτφρ. Μ. Αξιώτη. Βουκουρέστι: Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», 1952. Το Δεκέμβριο δέχεται την πρόσκληση του Λευτέρη Μαυροειδή, διευθυντή της ελληνικής εκπομπής του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Βαρσοβίας, και πηγαίνει στη Βαρσοβία. Μ ένει στο πολυτε λές ξενοδοχείο Bristol.
1953 Εργάζεται στο Ραδιοφωνικό Σταθμό. Μεταφράζει· διορθώνει κείμενα συνεργατών του σταθμού· γράφει πολιτικά, κοινωνικά, και πολιτιστικά σχόλια· συντάσσει ένα εβδομαδιαίο άρθρο που το εκφωνεί η ίδια καθώς και ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την
40 αφιέρωμα------------------------------------------------Πολωνία. - Σύντροφοι Κ αλημέρα! Διηγήματα. Βουκουρέστι: Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα» 1953. - Αρχίζει να γράφει ένα βιβλίο για την Η λέκτρα Αποστόλου. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία είχε θεατρική μορφή. Η προσπάθεια αυτή μένει ανολοκλήρωτη.
1954 Το κλίμα στη Βαρσοβία επιδεινώνει την κατάσταση της υγείας της. Υποφέρει από χρόνια βρογχίτιδα. Το φθινόπωρο φτάνει στη Σόφια, καλεσμένη από Βουλγάρους συγγραφείς.
1955 Im Schatten der Akropolis (Στη σκιά της Α κρόπολης = Σύντρο φοι Καλημέρα!), μτφρ. Klaus Marschke. Berlin: Verlag Volk und Welt 1955. - Μ ια καταγραφή σ τη ν περιοχή της λογοτεχνίας. Δοκίμιο. Π ο λιτικές και Λ ογοτεχνικές Εκδόσεις, 1955. Στη Σόφια βελτιώνεται η υγεία της από το ηπιότερο κλίμα. Το πνευματικό περιβάλλον όμως την απογοητεύει και επιστρέφει στη Βαρσοβία το φθινόπωρο του 1955. - Συμμετέχει στο Ve Festival M ondial de la Jeunesse et des Etudiants pour la Paix et l’Amitie της Βαρσοβίας. Γνωρίζεται με τον Πέτρο Κόκκαλη, το γιατρό, που έχει έρθει από το Α. Βερολί νο.
1956 Δέχεται την πρόσκληση της οικογένειας Κόκκαλη και μένει για τρεις μήνες στο σπίτι τους στο Α. Βερολίνο. Γνωρίζει πολύ γρή γορα τον κύκλο των διανοουμένων. Το Βερολίνο της προσφέρει υψηλότερο πνευματικό επίπεδο από τη Βαρσοβία. - Στις 16 Αυγούστου 1956 πληροφορείται στη Βαρσοβία από τηλεγράφημα της ετεροθαλούς αδελφής της Χαρούλας Νικολαΐδη το θάνατο της μητέρας της. Διπλή οδύνη αδιέξοδη. - Στις 27 Αυγούστου 1956 η Χαρούλα Νικολάίδη ανασυνθέτει τις εικόνες της μητέρας τον τελευταίο χρόνο, σ ’ ένα γράμμα λε πτών συναισθηματικών τόνων που το συνοδεύουν παιδικές φω τογραφίες της Μέλπως με σημειώσεις της μητέρας. Ο θάνατος κινητοποιεί τους μηχανισμούς της μνήμης από διαφορετικές αφετηρίες. X . Κ. Άντερσεν. Παραμύθια. Μτφρ. Μ. Αξιώτη, 1956.
1957 Συμμετέχει στο Διεθνές Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών του Α. Βερολίνου (16-18 Απριλίου). Στο φιλόξενο σπίτι των Κόκκα λη είναι όλοι κοντά: Σ. Τσίρκας, Ε. Αλεξίου, Δ. Χατζής, Α. Σπήλιος, Θ. Πιερίδης, Μ. Μινεέμη, Μ. Αξιώτη. Παρατείνει την παραμονή της και γιορτάζει την Πρωτομαγιά μα ζί με τους φίλους. Επιστρέφει στη Βαρσοβία.
αφιέρωμα 41 Στις 22 Ιουλίου 1957 της απονέμεται η ανώτ:.|'η διάκριση του πο λωνικού κράτους για την πολλαπλή της προσφορά. - Οι δύο ευτυχίες. Δ ιήγημα. «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 35-36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1957. Το Δεκέμβριο μετά από δική της αίτηση πηγαίνει στο Α. Βερολί νο. Ξενοδοχείο Johannishof.
1958 Με τη δεύτερη εγκατάσταση στο Βερολίνο κλείνει μια δύσκολη περίοδος της δουλειάς της και αρχίζει μια νέα γονιμότερη φάση. Από τον Οκτώβριο διδάσκει Νέα Ε λληνικά και Ιστορία της Νεο ελληνικής Λογοτεχνίας ως Επισκέπτρια Λέκτωρ στο πανεπιστή μιο Humboldt.
1959 Αυτή η χρονιά δίκαια θεωρείται σταθμός στη ζωή της για πολ λούς λόγους. - Μ ικροί πολίτες (αποσπάσματα από ανέκδοτο μυθιστόρημα με τίτλο «Η Κ αινή Διαθήκη»), Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 53-54, Μ άϊος-Ιούνιος 1959. - Μ ερικά προβλήματα της Ν εοελληνικής Λο γο τεχνίας μ έσα στο διεθνές πλαίσιο. Δοκίμιο. Problem e der Neugriechischer Literature, Bol. 4, Berlin 1959. - Από τον Ιούλιο ως τον Αύγουστο παραθερίζει στην Bellaria της περιοχής Rimini στην Ιταλία. Έ π ειτα από πολλά χρόνια χαί ρεται τη θάλασσα της Μεσογείου. Εδώ γράφει ύστερα από 20 χρόνια τη δεύτερη ποιητική της σύνθεση. Αυτό το έργο την επα νασυνδέει με το Γιάννη Ρίτσο, που θα αρχίσει με πολλή αγάπη να επιμελείται και να δημοσιεύει τα έργα της στην Ελλάδα. - Συναντά τις ετεροθαλείς αδελφές της Χαρούλα Νικολαΐδη και Φρόσω Βασιλικιώτη. - Από τον Αύγουστο ως τα τέλη του χρόνου αλληλογραφεί με πολλούς συναδέλφους της σ την Ελλάδα. Ξαναβρίσκει τους παλιούς της φίλους αλλά δημιουργεί και νέες σχέσεις (Σ. Τσίρκας, Π. Χάρης, Π. Πρεβελάκης, Κ. Πολίτης, Αγ. Τερζάκης, Θ. Καστανάκης, Ε. Αλεξίου, Ε. Καζαντζάκη, Μ. Καραγάτσης). - Κοντραμπάντο. Π οίημα. Δίφρος 1959. Ο τίτλος αυτός είναι η μόνη ποιητική διέξοδος στη Μ. Αξιώτη. Ανατρέπει τη σημασία. Έ ν τιμ ο ς νόστος στα ακρογιάλια. - Ο φίλος της Ιταλός ζωγράφος G abriele Mucchi κάνει το πορ τρέτο της (100 X 72 εκ., λάδι).
1960 Πυκνή αλληλογραφία. Στις 44 επιστολές οι 14 ανήκουν στο Γιάννη Ρίτσο. Από την άνοιξη αρχίζει τις προσπάθειες για τον επαναπατρισμό. - Κοντραμπάντο. Π οίημα. Περ. «Καινούρια Ε ποχή», άνοιξη 1960. - A ntigone lebt (Η αντιγόνη ζει) Neugriechische Erzahlungen Μ. Axioti - D. Hadzis. Berlin: Verlag Volk und W elt 1960.
42 αφιέρωμα------------------------------------------------- Από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο στην Ιταλία. Στην Albisola M arina ως τα τέλη Αυγούστου. Από τα τέλη Αυγούστου ως τις 15 Σεπτεμβρίου στη Νάπολη. Συναντήσεις με φίλους και με τα ετεροθαλή αδέλφια της. Σε επιστολή προς τον Γιάννη Ρίτσο (26-7-60) στέλνει μια φωτο γραφία του πορτρέτου της από την πρόσφατη έκθεση του φίλου της G. Mucchi.
1961 - Επανεκδίδεται η ανθολογία «Η αντιγόνη ζει» - Θ αλασσινά. Ποιήματα. Περ. «Καινούργια εποχή», Καλοκαίρι 1961. - Έ ν α γράμμα, περ. «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 78, Ιούνιος 1961. - Η σημασία ενός βραβείου (άρθρο για την Ά ννα Κινδύνη), περ. «Πυρσός» Δρέσδης, τ. 4, Ιούλιος 1961. - Η πρώ τη μά χη της Αθήνας, περ. «Πυρσός» Δρέσδης, τ. 5, Σε πτέμβριος 1961. - Α ντρ έα Φραγκιά: Ά νθρω ποι και σπίτια, μτφρ. Μ. Αξιώτη σε συνεργασία με την Ulla Hengst. Μυθιστόρημα. Berlin: Verlag Volk und W elt 1961. - Konterbande. Eine Dichtung (Κοντραμπάντο), μτφρ. Paul Wiens. Berlin: W erlag Volk und West Στις 60 επιστολές της χρονιάς οι 10 είναι του Γιάννη Ρίτσου. - Θ αλασσινά. Ποιήματα. Δίφρος, 1962.
1962 Η ποίηση και οι περιπέτειές της. Μελέτη. Περ. «Επιθεώρηση Τέ χνης», τ. 93, Σεπτέμβριος 1962. - Α ντίο. Π οίημα (από τη σύνθεση «Θαλασσινά»), περ. «Πυρσός» Δρέσδης, τ. 5, Ο κτώβριος 1962. - Από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο είναι στη γνωστή Albisola M arina και μεταφράζει τον αγαπημένο της Τσέχωφ. - Το Δεκέμβριο προλογίζει τη γερμανική έκδοση του βιβλίου «Το χριστιανικόν παρθεναγωγείον» της Έ λ λ η ς Αλεξίου. Στις 60 επιστολές της χρονιάς οι 17 είναι του Γιάννη Ρίτσου.
1963 - Ά ν το ν Τσέχοφ. Η κυρία μ ε το σκυλάκι κι άλλα διηγήματα, μτφρ. Μ. Αξιώτη, Κέδρος 1963. - Contrebande. Poem e (Κ οντραμπάντο), μτφρ. H enri Bassis, περ. «Europe», τ. 415-416, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1963. Στις 57 επιστολές της χρονιάς οι 13 είναι του Γιάννη Ρίτσου.
1964 Τον Α πρίλιο το περιοδικό της Ρώμης Nuovi A rgom enti τής ανέ θεσε την επιστασία ενός τεύχους αφιερωμένου στη σύγχρονη ελ ληνική λογοτεχνία. Δεν κατορθώνει να πραγματοποιήσει την ερ γασία αυτή γιατί της αφαιρείται το διαβατήριο. Αιτία είναι οι επίμονες προσπάθειές της για επαναπατρισμό και η αίτηση επί σκεψης στην Ελλάδα. - Πρω τομαγιά 1944, περ. «Πυρσός» Δρέσδης, τ. 3,1964.
«[...] Γράφε τα «θαλασσινά» σου κι άσε το χιόνι να πέφτει και τον άνε μο και τους «κριτικούς» να ουρλιά ζουν. Λυτός που έγραψε το «Κο ντραμπάντο» δεν έχει φόβο - γλυτώ νει απ’ το ναυάγιο, γλυτώνει και τους ναυαγούς, αν όχι σήμερα, τουλάχιστον αύριο-μεθαύριο. Απ’ τον καιρό που διάβασα αυτό το ποί ημά σου δεν ανησυχώ πια για σένα και για την αντοχή σου. Ξέρεις να μεταβάλλεις την οδύνη, την παρεξή γηση, τη μόνωση, σε κατανόηση, σε δύναμη αποδοχής και σε ομορφιά. Θάλεγα - δηλαδή σε ουσία ζωής. Άστην την καημένη τη Woolf μες στο ποτάμι. Η Μέλπω θα μείνει όρ θια πάνω στο γεφύρι που έχτισε με την τέχνη της για να περνοδιαβαίνει ανεμπόδιστα απ’ το χτες στο σήμερα, απ’ το σήμερα στο αύριο - όλοι σ’ ένα μακρυνότερο αύριο, ενώνοντας φιλικά τις εποχές, τους ανθρώπους, τα έργα τους, τα πράγματα [...]». Γιάννης Ρίτσος, Α θήνα 23.1.1961
αφιέρωμα 43 Στις 2 Ιουνίου 1964, η εκδότριά της σ την Ελλάδα Νανά Καλλιανέση της στέλνει για πρώτη φορά επιστολή στην οποία με πολύ χαριτωμένο τρόπο αυτοσυστήνεται στις τελευταίες γραμμές. - Τον Ιούνιο ξανατυπώνεται το πρώτο της βιβλίο. Δ ύσ κο λες νύ χτες. Μυθιστόρημα. Κέδρος 1964. - Το χειμώνα λήγει η θητεία της στο πανεπιστήμιο H umboldt. - Το Δεκέμβριο, υστέρα από 18 χρόνια, φθάνει στην Ελλάδα με άδεια επισκέψεως, χωρίς να ξέρει αν θα της επιτραπεί προσωρινή ή μόνιμη παραμονή. Η Μπεάτα Κιτσίκη αγωνίστηκε πολλά χρό νια για την επιστροφή της. Στις 29 επιστολές της χρονιάς οι 5 ανήκουν στο Γιάννη Ρίτσο.
1965 Συνταξιοδοτείται από το γερμανικό κράτος. Από τον Οκτώβριο είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» - Μ αξίμ Γκόρκι. Η μάνα, μτφρ. Μ. Αξιώτη, Θεμέλιο 1965, 2η έκδοση. - Στις 7 Ιουνίου 1965 δημοσιεύεται στο ΦΕΚ αρ. 182 η απόφα ση 5041/785/2-6-1965 του Υπουργού Εσωτερικών Η λία Τσιριμώκου με την οποία ανακαλείται η αποστέρηση της ελληνικής ιθα γένειας σε 28 επαναπατρισμένους. Η Μέλπω Αξιώτη είναι τελευταία στον κατάλογο. Στην ίδια κατάσταση συμπεριλαμβάνονται ο Γιώργος Σεβαστίκογλου και η Φοΰλα Χατζιδάκη. - Α ν χ Ν τούκ. Καπνός. Διήγημα, μτφρ. Μ. Αξιώτη, περ. «Επιθε ώρηση Τέχνης», τ. 126, Ιούνιος 1965. - Μ αρσέλ Κ ορνύ de Corbusier. Μ ια ανυπόμονη μεγαλοφυΐα. Μ ελέτη. Μτφρ. Μ. Αξιώτη, περ. «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 129, Σεπτέμβριος 1965. - Το λιμάνι (το πρώτο μέρο ς από το βιβλίο «Το σπίτι μου»), περ. «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 129, Ο κτώβριος 1965. - Το Δεκέμβριο εκδίδει το βιβλίο που έγραφε από το 1959 με προσωρινό τίτλο «Καινή Διαθήκη». Το σπίτι μου. Δ ιήγη ση . Θεμέλιο 1965. Επιστρέφει στη χώρα της μ’ ένα πολυσήμαντο έργο. Στις 37 επιστολές αυτής της χρονιάς οι περισσότεροι φίλοι εκ φράζουν την πιο βαθιά ανακούφιση για την ανάκτηση της ελλη νικής ιθαγένειας.
1966 Συγκατοικεί με την Έ λ λ η Λαμπρίδου στην Α θήνα, στην οδό Υψηλάντου 9. Στις 10 Ιουνίου αναχωρεί για ένα τρίμηνο σχεδόν ταξίδι στη Γαλλία και την Ιταλία. Στις 14 Ιουνίου φτάνει στο Π αρίσι όπου παραμένει ως τις 6 Ιουλίου. Ξαναβρίσκει τους παλιούς φίλους αλλά κάνει και νέες γνωριμίες. (Λίζα R uaud, Claude Roy, Louis Aragon, H enri και Yvette Bassis, Sim one Tery, M adeleine Braun, Θ ράσος Καστανάκης, Νίκος Σβορώνος, Ά ννα Κινδύνη, Νικηφόρος Παπανδρέου). Στις 7 Ιουλίου ταξιδεύει με το ζεύγος Ruaud στη Γαλλία. Περιο χή Lagorce και καταλήγουν σ την Avignon.
«[...] Τι ωραίο βιβλίο! [Για τις Δύσκολες Νύχτες]. Αυτό θα ξανατυπώσης; Όταν εσύ γύριζες, οι άλ λοι: Nathalie Sarraute, Butor, Robe Griller κ.λπ., ξεκινούσαν. Πώς μπόρεσες να γράψης, τόσο καινούργια, τόσο ελεύθερα, τόσο ανανεωμε'να, χωρίς κανε'να πρόΑνοιξες εσύ, ένα δρόμο στην ελ ληνική πεζογραφία. Αυτό θα πη “τα λέντο”. Και προμήνυσες το anti roman, μένοντας όμως απλή και πε ντακάθαρη γιατί ήσουνα και Ελληνίδα από τη Μύκονο. Ό λους αυτούς που ονόμασα πα ρά πάνω, δεν μπόρεσα ούτε γω να τους αγαπήσω. Είναι, χωρίς λόγο, μπερδεμένοι και σκοτεινοί. Θαυμά ζω όμως το κουράγιο τους, το κουράγιο όλων των ανθρώπων qui demolissent pour reconstruire [...]»■ Τζένια Καββαδία, Αθήνα 25 Αυγούστου * (* Η επιστολή δεν φέρει ένδειξη χρόνου. Ωστό σο. η χρονολόγησή της θα πρέπει να τοποθετη θεί πριν το “ξανατυπωμα” του Δύσκολες νύχτες, δεν θα πρέπει να είναι μεγάλη)
44 αφιέρωμα------------------------------------------------Στις 27 Ιουλίου πηγαίνει στο Μ ιλάνο. Συγγενείς και φίλοι (Ανέττα Chini, G. Mucchi). 16-25 Αυγούστου κατεβαίνει στην περιοχή La Spezia Porto Venere. Πόσες κάρτες δεν έχει πάρει μ’ αυτό το τοπίο από τους φίλους Mucchi. Ε ίναι ένα σημείο αναφοράς σ ’ όλα τα δύσκολα χρόνια της Βόρειας Ευρώπης. Γυρίζει στη Γένοβα για 5 μέρες. Στις 2 Σεπτεμβρίου επιστρέφει στην Αθήνα. Είναι το τελευταίο ευχάριστο ταξίδι. - Ξανατυπώνονται όλα τα ποιήματά της σε μια συνολική έκδο ση. Σύμπτωση. Κ οντραμπάντο. Θ αλασσινά. Π οιήματα. Κέδρος, 1966. - Ζ ακΡ ο νμ αίν. Οι αφέντες του νερού. Μ υθιστόρημα. Μτφρ. Μ. Αξιώτη. Κέδρος, 1966. Κυκλοφορεί σε 2η έκδοση το πολυμεταφρασμένο της μυθιστόρη μα. Ε ικοστός αιώνας. Θεμέλιο 1966. Ο ι φίλοι την θυμούνται, 37 επιστολές.
1967 Μ ετακινήσεις σε πανσιόν, ανασφάλεια, αβεβαιότητα, οικονομι κά προβλήματα. Έ χ ε ι ξαναβρεί τους φίλους αλλά το κλίμα είναι βαρύ. Η Νανά Καλλιανέση είναι πολύ κοντά της. Ο Αντρέας Φραγκιάς, ο Γιάννης Ρίτσος. Προσπαθεί να χαρεί την οικογενειακή ατμόσφαιρα με τα ετερο θαλή αδέλφια της όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες και η απόστα ση των χρόνων. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου αναμοχλεύει παλιούς εφιάλτες. - Θ έλετε να χορέψ ουμε Μ αρία; Κέδρος 1967, 2η έκδοση. Το καλοκαίρι στη Μ ύκονο προκαλείται διαρκώς από τα τουρι στικά ήθη.
1968 Ασχολείται με τις μεταφράσεις. - Ραϊμόν Ραντιγκέ. Ο διάβολος μ έσα του. Μ υθιστόρημα. Μτφρ. Μ. Αξιώτη. Κέδρος 1968. - Λ ύ ντια Α βίλοβα. Ο Τ σέχοφ στη ζωή μου, Α ναμνήσεις. Μτφρ. Μ. Αξιώτη. Κέδρος 1968. - Α ν τό ν Τσέχοφ. Α λληλογραφ ία , μτφρ. Μ. Αξιώτη, Κέδρος 1968. Η κριτική υποδέχεται θετικά τη δουλειά της. - Καλοκαίρι στη Μ ύκονο. Υποφέρει από τις μεταμορφώσεις του νησιού της.
1969 - Ευγένιος Ιονέσκο. Η φωτογραφία του συνταγματάρχη. Νουβέλα. Μτφρ. Μ. Αξιώτη. Κέδρος 1969. - Α ν τό ν Τσέχοφ. Θ άλαμος 6. Τζιτζίκι κι άλλα διηγήματα. Μτφρ. Μ. Αξιώτη, Κέδρος 1969.
αφιέρωμα 45
- Α ν τό ν Τσέχοφ. Το στοίχημα κι άλλα διηγήματα, μτφρ. Μ. Αξιώτη. Κέδρος 1969. Μόνιμο θέμα η επόμενη πανσιόν. Το βιβλιοπωλείο του Κέδρου σ την Π ανεπιστημίου 44 είναι κατα φύγιο. Επισκέπτεται φίλους τα βράδια. Στον Πανάγο Αξιώτη πηγαίνει τα μεσημέρια. Στο φιλόξενο σπίτι των Φραγκιάδων φτάνει πάντα την ορισμένη ώρα, μεσημεράκι. Τις Κυριακές, εκδρομές στα κοντινά μέρη.
1970 - Σ ιμόν Μπερτώ. Ε ντίθ Πιαφ. Μτφρ. Μ. Αξιώτη. Ράππας 1970. Η υγεία της είναι πάντα επισφαλής. Είναι περήφανη κι αρχοντική. Στις παρέες δημιουργεί το κατάλ ληλο κλίμα. Πόσες ιστορίες ατέλειωτες. Η Μ ύκονος το καλοκαί ρι είναι ένα καθήκον.
1971 Προβλήματα υγείας. Η αγωνία τής πανσιόν. Από τις 9 Αυγούστου ως τις 31 Αυγούστου μένει στην κλινική Λυμπέρη γιατί αισθάνεται οικείο και φιλικό το περιβάλλον, μια παραλλαγή στα πολλά δωμάτια που έχει δοκιμάσει. Κάπου κάπου πηγαίνει σε φίλους και φίλες για βραδινή κουβέΑυτό ζητάει προπάντων τα βράδια να περνούν χωρίς να κοιτάζει ο απέναντι το ρολόι. Έ χ ε ι πάντα την ίδια διάθεση για παρέα. Τρώει πολύ λίγο. Θέλει ζεστή ατμόσφαιρα και ευθείς ανθρώπους. Το καλοκαίρι στη Μύκονο πάλι η ίδια ταλαιπωρία. Και εδώ πρέπει κανείς να ψ άχνει δωμάτια.
1972 Την άνοιξη αποφασίζει να γράψει. Π ολλοί φίλοι τής το ζητούν. Η Νανά Καλλιανέση, ο Γιάννης Ρίτσος. Αρχίζει να γράφει στο
46 αφιέρωμα------------------------------------------------ξενοδοχείο «Παλλάδιο», πολύ κοντά στο βιβλιοπωλείο του Κέ δρου. Τον Ιούνιο κυκλοφορεί Η Κάδμω. Δ ιήγηση. Κέδρος 1972. Η Μέλπω Αξιώτη είναι ήδη στη Μύκονο. Περιμένει με αγωνία το πακετάκι από τη Νανά. Επιτέλους παραλαμβάνει 5 αντίτυπα και τα μοιράζει σε φίλους. Αυτό το καλοκαίρι ίσως είναι πιο δύσκολο ακόμη. Η υγεία της έχει κλονιστεί σοβαρά. Γράφει σχεδόν κάθε δεύτερη μέρα στην αγαπημένη της Νανά Καλλιανέση. Μαθαίνει ότι τα πρώτα σ χόλια στις εφημερίδες είναι θετικά. Επιστρέφει τέλη Αυγούστου στην Αθήνα. Υποφέρει και μάλλον αρχίζει να την εγκαταλείπει η μνήμη. Πηγαίνει στην πανσιόν Maison de Repos. Υπάρχουν πάντα πιστοί φίλοι που την επισκέπτονται. Κατεβαίνει πάντα με ταξί στον Κέδρο.
1973 Δεν θα προλάβει αυτή τη χρονιά να ξαναδεί την αγαπημένη της Μύκονο έστω και με τα τουριστικά της. Στις 23 Μ αΐου πεθαίνει, στην πανσιόν. Κηδεύεται στο Νεκροταφείο του Ζωγράφου.
1974 - Α πά ντη ση σε 5 ερωτήματα. Χ ρονικό. Κέδρος 1974. 3η έκδο ση.
1977 - Δ ύσκολες νύχτες. Μυθιστόρημα. Κέδρος 1977. 3η έκδοση.
1980 Από το 1980 εκδίδονται τα Απαντα της Μέλπως Αξιώτη στις εκ δόσεις Κέδρος σε εννέα τόμους. •Το χρονολόγιο αυτό στηρίζεται στο Βιογραφικό Σημείωμα του Γ' Τόμου των Απάντων της Μέλπως Αξιώτη στις εκδόσεις του Κέδρου, 1980. Συμπληρώνεται με στοιχεία από το αρχείο αλληλογραφίας, της Μέλπως Αξιώτη που βρίσκεται στο αρχείο χειρογράφων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Τέλος αξιοποιεί στοιχεία από τις μαρτυρίες ανθρώπων που γνώρισαν τη Μέλπω Αξιώτη. Ευχαριστώ θερμά για τις μαρτυρίες, τα αρχεία, τα τεκμήρια και τις φωτογραφίες που προσέφεραν στην έρευνά μου για τη ζωή και το έργο της Μέλπως Αξιώτη τον κ. Λευτέρη Μαυροειδή, την κ. Μερόπη Μαυροειδή, τον κ. Ανδρέα Φραγκιά, την κ. Φαλίτσα Ρήσου, τις κ. Αλίκη και Λενιώ Μητροποΰλου, τον κ. Νίκο Αλεξίου, τον κ. Αιμίλιο Καλιακάτσο, την κ. Τοΰλα Βογιατζή, την κ. Μπάμπη Αθανασίου, την κ. Κρήνη Αλήκουλη, τον κ. Πέτρο Λυμπέρη, την κ. Έλλη Σίμου, την κ. Αννα Σικελιανού, τον κ. Γρηγόρη Διαμαντόπουλο, την κ. Αιδώ Σωτηρίου, τον κ. Νίκο Κυριαζίδη, την κ. Μαρίκα Μινεέμη, την κ. Νίκη Κόκκαλη, την κ. Αννα Κινδΰνη, τον κ. Μέμο Μακρή, την κ. Πάίδοΰση, την κ. Νικοποόλου, τον κ. Θόδωρο Μαλικιώση, την κ. Νινέττα Μακρυνικόλα, τον κ. Παναγιώτη Κουσαθανά, τον κ. Πάνο Πατρί κιο, την κ. Αθηνά Τσέλαλη, την κ. Αγγελική Κώττη, την κ. Τζένη Μαστοράκη, τον κ. Γ. Π. Σαββίδη και, τέλος, ιδιαιτέρως ευχαριστώ την κ. Χαροΰλα Νικολαίδη, την κ. Φρόσω Βασιλικιώτη και τον κ. Γεώργιο Π. Αξιώτη.
αφιέρωμα 47 τ ις σ ε λ ίδ ε ς π ο υ α κ ο λ ο υ θ ο ύ ν θ α μ α ς α π α σ χ ο λ ή σ ε ι μ ια θ ε ώ ρ η σ η τ ο υ έ ρ γ ο υ τ η ς Μ έ λ π ω ς Α ξ ιώ τ η (Μ Α ) π ο υ εν το π ίζε ι
L J
Μαρία Κακαβούλια
!
κ α ι σ υ ζ η τ ά μ ε ρ ικ έ ς α π ό τ ις β α σ ικ έ ς ε ρ μ η ν ε υ τικ έ ς σ υ ν τ ε τ α γ μ έ ν ε ς το υ έ ρ γ ο υ αυτού. Θ α π ρ ο σ δ ιο ρ ίσ ο υ μ ε α υ τ έ ς
τ ις π α ρ α μ έ τ ρ ο υ ς -κ λ ε ιδ ιά μ έ σ α α π ό το π ρ ώ το (1938) μ υ θ ισ τ ό ρ η μ α τ η ς Μ Α
Νύχτες
Δύσκολες
(Δ Ν )1 όπ ο υ κ α τα γράφ εται ο π υρ ή
ν α ς το υ Α ξ ιω τ ικ ο ύ μ ικ ρ ό κ ο σ μ ο υ , μ ε τ έ π ε ιτ α πα ν τα χ ο ύ παρόντα.
Μέλπω Αξιώτη: υποθέσεις και προϋποθέσεις ίου έργου της αυτοβιογραφικά στοιχεία που συναντάμε στις Δ ύσκολες Ν ύχτες υπάρχουν στο διή γημά της Οι δύο Ευτυχίες (1957), στα μυθι στορήματα Το Σπίτι μου (1965), και Ε ικο στός Α ιώ νας (1946), όπως και στη διήγηση Η Κάδμω (1972)2. Οι ιστορίες που διηγού νται οι νησιώτες στο τρίτο κεφάλαιο (ΔΝ) συμπληρώνονται ή και αναφέρονται στο βιβλίο Το Σπίτι μου όπου η Αξιώτη εστιάζει την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της Μυκόνου. Η ιστορία της γραφής του πρώτου βιβλίου της (ΔΝ) αναφέρεται στο τελευταίο της βιβλίο Η Κάδμω. Οι στρατηγικές, η γλώσσα, η ρητορική τροπο λογία και τοπολογία γενικότερα, επανέρχονται σε όλο το έργο της Αξιώτη. Στο τελευταίο της βιβλίο (Η Κάδμω) η ΜΑ επιστρέφει στον μνημονικό μο νόλογο του πρώτου (ΔΝ), αφού έχει μεταλλάξει το ύφος της σε πιο ρεαλιστικό (Ε ικοστός Α ιώ νας - 1946) ή πιο διακειμενικό (Τ ο Σπίτι μο υ - 1965). Μορφολογικά χαρακτηριστικά όπως: ελεύθε ρος συνειρμός, μνημονικός μονόλογος, χωροχρονικά και τυπογραφικά χάσματα, χαρακτήρες ασα φείς, ασυνεχές και αποσπασματικό ύφος, αφηγη ματική αμφισημία, συμφυρμός παραθέματος και συμφραζομένων, ρητού και ρηματοποιημένου, προσωπικού και μη προσωπικού λόγου συναστούν το κύτταρο της γραφής της Αξιώτη. Για το έργο της Δ ύσκολες Ν ύχτες η Αξιώτη τι μήθηκε με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών (1939). Αθλο-
Α
θέτρια του βραβείου (το οποίο ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 5.000 δραχμών) ήταν η Π η νελόπη Δέλτα. Η πρωτοποριακή γραφή του μυθι σ τορήματος, το γλωσσικό του ιδίωμα και η τολ μηρή ορθογραφία του έγιναν αντικείμενο των πλέον αντιφατικών κριτικών, επαίνων αλλά και κατακρίσεων, από τους πνευματικούς κύκλους της εποχής. Στα ελληνικά γραμματολογικά συμφραζόμενα της δεκαετίας του τριάντα, οι Δ ύσ κολες Νύχτες ξεχωρίζουν. Σε σύγκριση με την οικειοποίηση του εσωτερικού μονόλογου που επιχείρησε ο Σ. Ξεφλούδας ή/και την ελεύθερη αφήγηση στα κείμε να του Κοσμά Πολίτη, η γραφή της Αξιώτη συνιστά ένα πρωτοποριακό εγχείρημα που αβίαστα εγγράφεται στους πιο προωθημένους τρόπους του μνημονικού μονό λο γο υ3. Στο κείμενο δεν υπάρχει κεντρική υπόθεση, μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Το βιβλίο χωρί ζεται σε 4 ενότητες, η καθεμιά από μια διαφορετι κή περίοδο της ζωής του κεντρικού γυναικείου προσώπου που ως το τέλος παραμένει το ανώ νυμο, αντωνυμικό εγώ, της αφηγήτριας-ηρωίδας. Στην πρώτη έκδοση του βιβλίου (1938) οι ενότη τες δεν διακρίνονται η μια από την άλλη ούτε αριθμητικά ούτε με κάποια τυπογραφικά κενά. Στις επόμενες εκδόσεις (1964/1977 και 1981/1988) οι ενότητες αποκτούν αρίθμηση ενδεικτική της διαδοχικής σειράς τους. Καθεμιά από τις τέσσερις αυτές ενότητες αρχί
48 αφιέρωμα---------------------------------ζει in medias res, με μιαν αυθαίρετη, εν πολλοίς, τομή στο χρόνο. Το τέλος κάθε ενότητας έχει γραφεί πάνω στην κόψη του θανάτου: ο θάνατος της γιαγιάς στην πρώτη ενότητα, ο θάνατος της Ισμήνης, της αγαπημένης της σ χολικής φίλης στο τέλος της δεύτερης ενότητας, και ο θάνατος του πατέρα της στο τέλος της τρίτης ενότητας. Σε αντιδιαστολή ωστόσο με το επιγραμματικό επι στέγασμα που παρέχουν αυτοί οι θάνατοι, η τέ ταρτη και τελευταία ενότητα «κλείνει» με μιαν αναχώρηση: η ηρωίδα με τον αγαπημένο της Νί κο φεύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση αφήνο ντας πίσω το παρελθόν: Ήτανε ώρα, εκείνη την ώρα, να βγει ο Νίκος έξω. Κι εφόρεσε στραβά το σκούφο του (...). Μες στον καθρέφτη ο Νίκος μου φάνηκε ο πρώ τος και ο τελευταίος άνθρωπος της γης. - Ό ο ο χι! - μου λέει. - Λεν είμαστε μονάχοι. Δε βλέπεις τους παππούδες που περιμένουνε, αραδιασμένοι στις φωτιές, στις γωνιές σα λαμπάδες... Έ χουν αφήσει θέση ώσπου - να πάμε. Έ χουν αφήσει θέ ση και για τα παιδιά. Αλλά σκεπάσου καλά από ψε, γιατί φυσάει αγέρας έξω - . Ο αγέρας έκανε αλήθεια μεγάλη βοή, σα φαντά σματα. Αλλά δε μας ένοιαζε πια. Γιατί είχαμε σαλπάρει. Κι ο Νίκος τώρα συχνά εφώναζε: - έλα λοιπόν, έλα λ οιπ όν...-. (261-262)4
Ο αναγνώστης εκτεθειμένος στις συμβατικές του αναμονές μένει μετέωρος και αμήχανος στο ανοιχτό αυτό τέλος που παραπέμπει σε μιαν αρχή. Η διαλεκτική αλληλενέργεια παρόντος παρελθό ντος, θανάτου ζωής, αρχής τέλους συνιστά τη με ταγλώσσα του κειμένου ακριβώς επειδή ο διάλο γος αυτός συστήνεται στην πορεία αφηγηματοποίησής του. Η ποιητική του Χρόνου όπως εγγράφεται στις Δ ύσκολες Ν ύχτες (το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον σε διαρκή διαπλοκή) διατρέχει όλο το έρ γο της Αξιώτη: Δεν το ξέρεις παιδάκι, ότι εμείς οι άνθρωποι, όλοι, ανήκομε στα περασμένα μας; Το παρόν, λίγοι είναι εκείνοι να μπορούν να το βλέπουν, δεν το στοχάζονται, βιαστικοί, τρέχουν να βρουν τα παρακάτω σαν τα παιδάκια, σπάζουνε τα παιχνί δια τους να δούνε τί έχει από πίσω. Το μέλλον πάλι, κανείς δεν το ξέρει. Αλλά το παρελθόν, εκείνο μας γέννησε, και είναι φορές που δένεσαι μ’ έναν άνθρωπο τώρα, επειδή μπορείς να του πεις για τη συκιά που καβαλούσατε μαζί πριν εί κοσι χρόνια, και την κάνατε άλογο. Νομίζω ότι θα πρέπει να θεωρείται μεγάλη αξία όταν οι
συγγραφείς διατηρούνε τα χειρόγραφά τους. Μουτζουρωμένα. Η Τέχνη που άφησαν για μας οι περασμένες γενεές πρέπει να πει κανείς ότι χρησιμεύει για να κατανοήσουμε την εποχή μας. (258-259)
Το παρόν καθώς προκύπτει από το παρελθόν δεν συμπίπτει πλέον με τον εαυτό του. Στην εμπειρία του παρόντος ενέχεται ήδη το παρελθόν κατακερ ματισμένο και «μουτζουρωμένο». Ο χρόνος στο έργο της ΜΑ έχει πολλαπλές εκδοχές: ο υποκειμενικός-προσωπικός χρόνος, ο χρόνος-καιρός, ο κυκλικός χρόνος των εποχών, ο χρόνος ως διαδι κασία ωρίμανσης, ως ατέρμων επανάληψη του παρελθόντος στο παρόν, ως μυθικός τελικά χρό νος. Στις ΔΝ οι χρονικές συνδέσεις μεταξύ των τεσ σάρων κεφαλαίων του βιβλίου εξαλείφονται. Ο εσωτερικός μονόλογος παρελκόμενος από τις ιδιότροπες επιλογές μιας συνειρμικής μνήμης υπαγορεύει πολύ πιο ελεύθερους, πειραματικούς και ριζοσπαστικούς τρόπους «αφήγησης», οι οποίοι επαναπροσδιορίζουν ανατρέποντας τη συνθήκη ορισμού του αφηγείσθαι: εικονοκλαστι κές πρακτικές αφήγησης, χρήση σειράς ελεύθε ρων συνειρμών, επαναλήψεις, ιδιοσυγκρασιακή χρήση τύπων της δημοτικής. Στις Δ ύσκολες Ν ύχτες καταγράφονται όχι τα χρονολογημένα γεγονότα, αλλά το ψυχικό αποτύ πωμα που αυτά εικονογράφησαν στη μνήμη και την ευαισθησία της ηρωίδας (νηπίου, παιδιού, έφηβης, νεαρής γυναίκας). Η χρήση ενός αναδρο μικού αφηγηματικού πλαισίου, παντοιοτρόπως ματαιώνεται προκειμένου το παρελθόν να αναδειχθεί ως παρόν που τώρα διανύεται. Η ιδέα του παρόντος ως ενεχομένου στο παρελ θόν (και αντιστρόφως) υπηρετείται και από μια σειρά συντακτικών, γραμματικών και ρητορικών εφευρημάτων και τεχνικών. Ο ενεστώς χρόνος δεν συμπίπτει μόνο με το τώρα της αφηγηματικής πράξης, αλλά και με το παλαιότατο τώρα της ηρωίδας-παιδιού - και όχι μόνο - με το οποίο ξε κινά το κείμενο5. Η εναλλαγή και παραλλαγή των διαφορετικών «τώρα» και «τότε» προσδίδει ρυθμικότητα στο κείμενο. Η παλίνδρομη κίνηση του προσωπικού λόγου της ηρωίδας εντοπίζεται ήδη από την πρώτη σελίδα όπου ο ενεστώς της πρώτης φράσης χρήζεται «ιστορικός» στην αμέ σως επόμενη παράγραφο: Σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι6. Ασημένιο. Στο σπίτι που καθόμαστε είναι πολλά χωρίσματα. Μέσα σε κάθε χώρισμα ένα σωρό πράματα αραδιασμένα χάμω, στον τοίχο, στη μέση, παντού γύ
---------------------------------- αφιέρωμα 49 ρω γύρω. Κάτι σκάλες θεόρατες για να φτάσεις από το δρόμο ίσαμ’ απάνω. Άνθρωποι μπαινο βγαίνουν όλες τις ώρες της ημέρας, απάνω κάτω, απάνω κάτω, και το βράδι. Έ νας αξιωματικός με τα σπιρουνιά του με καθί ζει κοντά του και με ρωτά πόσες οκάδες γράμμα τα έμαθα απ’ όταν άρχισα και πήγα στο σκολειό. Χρραπ χρραπ τα σπιρούνια του και τα κρεμασμέ να γαλόνια όλο να μπλέξουνε πάνε στα πόμολα της πόρτας. Το ’ξέρα σίγουρα από πριν, κάθε φο ρά που έμπαινα μέσα, ότι θα με ρωτήσει για τις οκάδες και τα γράμματα. Και τότε, νόμιζα μόνο στενοχώρια πως ήτανε εκείνο που ένιωθα μπρο στά του. θυμούμαι τώρα πως είχα και μια διάθε ση να γελάσω! (7-8)
Το παρελθόν συστήνεται εκ νέου διαφορετικό την ώρα της ανάμνησης. Ο προσωπικός λόγος στις Δ ύσκολες Νύχτες, αλλά και σε άλλα κείμενα της ΜΑ, δεν μορφοποιείται απλώς από τη μνήμη, αλλά από μια συνθέτη διαδικασία ανάκλησης, λη σμοσύνης, μυθοπλασίας και ερμηνείας όπου το φανταστικό συμφύρεται με το πραγματικό7. Ο ι συχνά αλληλοαναιρούμενες και γι’ αυτό αλληλοσυντηρούμενες προϋποθέσεις της αναμνησιακής διαδικασίας διατυπώνονται και ως αίτημα από τον Νίκο, τον αγαπημένο φίλο της ηρωΐδας:
Παράξενο είναι όταν μπορείς να ανανεώνεσαι κά θε φορά, να κουβαλείς τον εαυτό σου πιο πέρα, να μην έχει τέλος, κάθε φορά, και όμως...- να θυμάσαι (261)
Αυτό ακριβώς το αίτημα μιας διαδικασίας συνεχούς βιωματικής ανανέωσης και της ταυτό χρονης αναστοχαστικής της καθήλωσης ενεργο ποιεί δύο κινήσεις με εντελώς αντίθετη φορά: δεν μπορούμε δηλαδή ταυτοχρόνως να ζούμε και να αναθεωρούμε όσα ζούμε. Έ τ σ ι, διατυπωμένο το αίτημα ορίζει το ανέφικτο του εγχειρήματος, αλλά και ορίζεται ως μέσον υπέρβασής του εφόσον: η εγγραφή του στο κείμενο καταφάσκει τη μεταφορικότητα του πρώτου όρου και την αυτοαναφορικότητα του δεύτερου. Το ανέφικτο του αιτήματος υποδεικνύει το α-σύμπτωτο της αναπαράστασης και παραπέμπει στη μνήμη ως το πλησιέστερο σημειοσύστημα. Η Αξιώτη πολλές φορές εφιστά την προσοχή μας στο αλληλένδετο: η διάκριση της μ νή μη ς από την υλικότητα των μέσων της (υπό-μνηση) καθι στά την επανάληψ η σημείο συνάντησης της ανά μνη σ η ς με την ανα-παράσταση. Η ανάμνηση ενός πράγματος ή συμβάντος επιτελείται ως μια
επανάληψη των σημαινόντων του: μια μυρωδιά, ένα χρώμα, μια λεπτομέρεια: Είχα αρχίσει εκείνη την εποχή να πιστεύω το Νί κο. Επίστευα όταν έλεγε: - Τάχατες με ποιο τρό πο μπορεί κανείς να θυμάται τον τόπο του; Με τον ασβέστη, τη μυρωδιά του καντηλιού στις εκ κλησίες τ’ απόγευμα, τον κατηφέ όπως τα λένε κείνα τα κόκκινα λουλουδάκια σα βελούδο, και με τη φτώχεια. Ε; δεν είναι αλήθεια; πώς αλλιώτι κα γνώρισε κανείς τον τόπο του... θυμάσαι μήπως εσύ τίποτα άλλο;
Ό π ω ς η αναπαράσταση έτσι και η ανάμνηση προϋποθέτει την απουσία του αναπαριστώμενου πράγματος για να το επι-στρέψει με την επανάλη ψη και τη σημείωση σε διαφορετικά κάθε φορά συμφραζόμενα. Η επανάληψη συστήνει την ανάκληση του πα ρελθόντος ως μια αναδίπλωση της μνήμης (η μνήμη της μνήμης: ανα-μιμνήσκομαι) στο επόμε νο παράδειγμα. Η αφηγήτρια αναφέρεται στην επώδυνη, για κείνην, αναχώρηση του Αλ. Σμυρλή, νεανικού της έρωτα, από το νησί: Α ποκεί κ ’ ύστερα όποτε ξαναθυμηθώ εκείνη τη φυγή, είναι πάντα μαζί ένας φεγγίτης πολύ λίγο αρκετός μιας μικρής ερημοκκλησιάς, αντίκρυ στο λιμάνι, κ’ απ’ το φεγγίτη, τον τόσο λίγο αρκε τό, δεν εξεχώριζα πια τον Αλέξανδρο, όλα τα τε λευταία παιδιά φεύγανε για τον πόλεμο με ίδιες στολές όλα να πέφτουν αλογάριαστα μεσ’ στις άσπρες βαρκούλες τρεχάτες και με βιάση που ξε χειλίζανε... (159)
Η εμμονή της Αξιώτη με το Χρόνο ως επιστρο φή («στρέφεται ο χρόνος» 136-7) διατυπώνεται και στη συλλογή ποιημάτων της Σ ύμπτω ση8 (1939): με τέτοιο τρόπο μια φορά... τότε μας ήρθες πίσω με το θάνατό σου (14) με κόπο και υπομονή το δρόμο της ζωής δηλαδή το θάνατο (6-8)
Η κυκλικότητα της επιστροφής είναι άλλωστε συστατικό στοιχείο του «φυσικού» χρόνου: ο χ ρό νος ως επαναλαμβανόμενος κύκλος καθοδηγεί τις εναλλαγές των εποχών στη φύση, το πέρασμα από τη νύχτα στην ημέρα, από τις βροχές στα «μπουμπουκιάσματα»: «Πάντα κάθε καλοκαίρι την ώρα που γεννούσανε οι προβατίνες» (35/ «εί χανε αποσωθεί τα μπουμπουκιάσματα» (185) /
50 αφιέρωμα---------------------------------«είχανε θερίσει τα χωράφια» (208) / «οι μέρες μας ανοιγοκλείνουνε σαν τα κρίνα» (203)9. συνειρμική και επιλεκτική μνήμη ευθύνεται λοιπόν στις Δύσκολες Νύχτες για τις συχνότατες αλλαγές φωνής και οπτικής γωνίας, τις ασυνέχειες, τα ανακόλουθα και τις αντιμεταθέσεις, τις ημιτελείς ενότητες, τα χάσματα, τις παραλείψεις και τις μερι κές αναλήψεις. Πολύ συχνά ο μνημονικός μονόλογος της ηρωΐδας διαθλάται σε δαιδάλους παρεκβάσεων όπου παρατίθενται10 αποσπασματι κά δευτερεύοντες μονόλογοι πολλών και διαφό ρων προσώπων, ιδιαιτέρως γυναικών. Ο ι μονόλο γοι αυτοί εγγράφονται στη μνήμη της ηρωίδας με κυρίαρχο γνώρισμα τα γλωσσικά τους χαρακτηρι στικά. Ο ι διάφοροι «ομιλητές» δεν ολοκληρώνο νται αφηγηματικά ως χαρακτήρες. Εμφανίζονται φευγαλέα, κατατρύχονται από μοναξιά και απο σπασματικά εξιστορούν γεγονότα, αισθήματα και συμβάντα. Εκτός από δύο ή τρία πρόσωπα τα οποία επανέρχονται πιο συχνά στη μνήμη της ηρωΐδας (όπως ο πατέρας, η θεία, η Ισμήνη, ο Ν ί κος), όλα τα άλλα συνιστούν φωνές χωρίς άλλο προσωπείο πλην του λόγου τους. Το ύφος του λό γου τους δεν εξατομικεύεται επαρκώς ώστε να πα ρέχει σ τον αναγνώστη τη δυνατότητα οικειοποίησής του με βάση τις συμβατικές αναγνωστικές του συνήθειες. Έ τσ ι, οι «χαρακτήρες» της Αξιώτη απο-χαρακτηρίζονται μέσα από τον ίδιο τους το λόγο: εμφατικά αναπαράγουν ακούσματα από τη διάλεκτο της Μυκόνου, την ψευτοκαθαρεύουσα των επαρ χιακών σαλονιών, την καθομιλουμένη της πόλης, την παιδική ομιλία, την εθνοκεντρική ρητορεία, τη «γλώσσα» των τσιγγάνων ή των ψαράδων το γλωσσικό ιδίωμα. Η μετωνυμική λειτουργία της μνήμης ανασύρει το παρελθόν από το γλωσσικό του μίτο. Επισημαίνεται η ποικιλία και ετερογένεια της ελληνικής γλώσσας, σαφώς όμως κατακρίνεται η εθνοκεντρική φλυαρία. Η Αξιώτη, αντλώντας αυθόρμητα από τον προφορικό λαϊκό λόγο, εμμένει ιδιαίτερα στην προφορικότητα του ομιλιακού ενεργήματος, τις ιδιοσυγκρασιακές ιδιοτροπίες της ομιλίας, τη μεταγραφή μιας φω νής που τραγουδάει, ακόμα και στις ατομικές ιδιομορφίες της προφοράς. Ως ένθερμος οπαδός της δημοτικής ο συγγρα φέας έμμεσα θίγει το γλωσσικό πρόβλημα που εκείνη την εποχή ήταν επίκαιρο. Η αναπαραγωγή της πολλαπλότητας και εκφραστικότητας του προφορικού λόγου, της λαλιάς, επιχειρείται και με τη φωνητική ορθογραφία, η οποία εκθέτει τις
Η
εντάσεις μεταξύ γραμματικής κανονικότητας και παραγωγής νοήματος. Στην πρώτη έκδοση του βι βλίου της (1938) η ΜΑ ακολούθησε ένα ριζοσπα στικό ορθογραφικό σύστημα, το οποίο η ίδια εξο μάλυνε στις επόμενες εκδόσεις (1964/1977). Σ ’ αυτήν την πρώτη έκδοση απλοποιούσε την ορθο γραφία σύμφωνα με το φωνητικό σύστημα (π.χ. θάβμαζα, αφτός, μάβρα), εξομοίωνε τις αιτιατικές με τις ονομαστικές (τις ανθρώποι, τις πολλοί), αφαιρούσε τα διπλά σύμφωνα (αρώστια, Γιάνης, Ανα). Πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της Α ξιωτικής γραφής είναι η ελεύθερη χρήση των σημείων στίξης και τα σημασιολογικά της επακό λουθα. Η πληθωρική και αντισυμβατική χρήση της παύλας μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του Γ. Σκαρίμπα στο Μ αριάμπα (1935).11 Στο έργο της ΜΑ, λοιπόν, η προφορική παρά δοση ενέχεται όχι αποκλειστικά στην ποιητική της εκδοχή αλλά στην καθημερινή της ακουστι κή, στη ροή ξεχασμένων ακουσμάτων από ελλη νικές διαλέκτους, ή και γλώσσες κοινωνικών ομά δων. Χρήζοντας την ομιλία γλωσσικό αντι-κείμενο, παράγοντας δηλαδή διαφορετικές γλωσσο-εικόνες12, το κείμενο ξεπερνά τα όρια του ηθογρα φικού ρεαλισμού για να πραγματοποιήσει την αυτοκριτική του πάνω στον άξονα της δικής του γλωσσικής οικονομίας. Στις ΔΝ συνεργούν με μο ναδικό τρόπο στοιχεία της προφορικής λαϊκής παράδοσης και αυτοαναφορικές στρατηγικές της νεοτερικότητας13. τσι, όλοι αυτοί οι δευτερεύοντες μονόλογοι παράγονται αλλά και παράγουν τον εσωτε ρικό και εντέλει δια-λογικό μονόλογο της ηρωΐδας, συστήνουν τη μνήμη της. Ο εσω τερικός (μονό-) λογος λοιπόν δεν είναι εν δογενής, αλλά παράγεται ως το τελικό προϊ όν μιας διαδικασίας εσωτερίκευσης και εν θύμησης (E-innerung), ιδιοποίησης και συνεπιρροής διαφόρων ακουσμάτων, ποικίλων «γλωσ σών», συχνά μάλιστα αντιφατικών ως προς τον αξιολογικό και ιδεολογικό τους προσανατολισμό. Ο Αξιώτικος μνημονικός μονόλογος είναι ένας κοινωνικά και γλωσσικά διεσταλμένος και διαστρωματωμένος λόγος, καθόλου μονότροπος ή μονοφωνικός. Το αφηγηματικό υποκείμενο συστήνεται ως μια σημειωτικής υφής πολλαπλή κατασκευή. Η γλώσσα ως εσαεί διαφοροποιητική ετερότητα συνεπάγεται τη διάχυση του αφηγημα τικού υποκειμένου, ενός υποκειμένου που δεν μπορεί παρά να είναι έκ-κεντρο και αποσπασματι κό, διάχυτο και ανεπαρκές: ένα προϊόν ρητορικών τρόπων και ένα πεδίο συνεπιρροής γλωσσικών
Ε
---------------------------------- αφιέρωμα 51 τόπων. Το σύμπλεγμα των μορφολογικών χαρακτηρι στικών που προαναφέραμε υπαινίσσεται, σχεδόν ονομάζει, αυτήν ακριβώς τη ριζοσπαστική κριτι κή της ιστορικής ιδεολογίας του υποκειμένου, όπως αναδύεται στις Δ ύσκολες Νύχτες. Οι πράξεις μας δεν παραμένουνε ανώνυμες, και να τις συνεχίζει υστέρα από μας ο... άλλος. Γι’ αυτό δεν είναι οι πράξεις μας συνολικές. Είναι μονόλογος. Ο καθένας ό,τι προφτάσει. Δίχως αντίλαλο. Χωρίς συνέχεια. (191)
Η αποσπασματικότητα και ο κατακερματισμός της λογοτεχνικής μορφής παρακολουθεί την ανα μέτρηση της Αξιώτη με το συγκεκριμένο πρόβλη μα της αναπαράστασης του εαυτού μέσα από μια διαρκώς μεταβαλλόμενη επιστημολογία του υπο κειμένου. Α υ τή ακριβώς η συ στα τική συνθήκη του κειμένου, που βέβαια διέπει και συνολικότερα το έργο της Μ Α ακυρώνει όποια ειδολογική του κατάταξη που επιχειρείται ερ ήμη ν της. Η διαφορετική αντίληψη της υποκειμενικότη τας συνιστά κατά την αφηγήτρια και το σημείο συνάντησης -δηλαδή διαφ οράς- του αρχαίου με το νέο ελληνικό πολιτισμό: Τα γύρεψα πολλές φορές, τα βρήκα ωστόσο λί γες, ο πατέρας είπε.Αλήθεια, εκείνα τα κάποια σημεία τα κοινά < ...> - Από μικρουτσικα κοματάκια είμαστε τώρα όλοι κατασκευασμένοι. Σαν τα βαγόνια. Θυμά σαι, οι πρόγονοι, όλα τα φτιάχναν μονοκόματα. Ό σ ο είτανε βολικό μονάχα για θεούς, τόσο μεγά λα έστηναν μαρμάρινα κομάτια. Το ίδιο και οι άν θρωποι. Είτανε τότε μονολίθαροι, όσο μπορού σαν να είναι και οι ναοί. Εκείνα τα κατασκευά σματα στον τωρινό πολιτισμό μας μείνανε ανεξή γητα. Ό πω ς κ’ οι τραγωδίες τους. (161)
Η Αξιώτη επανεισάγει το αίτημα μιας άλλης σχέσης με το ελληνικό ιστορικό παρελθόν και το πολιτισμικό ελληνικό παρόν που όμως προϋποθέ τει: 1) την αναγνώριση της διαφοροποιούμενης ιδιοσυστασίας του σύγχρονου υποκειμένου, και 2)*1 Σημειώσεις 1. Αξιώτη, Μέλπω: 1938 Δύσκολες Νύχτες. Μυθιστόρημα. Αθήνα, Γ. Ρόδης. 1964 Δύσκολες Νύχτες. Μυθιστόρημα. 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος. 1977 Δύσκολες Νύχτες. Μυθιστόρημα 3η έκδ. Αθήνα: Κέδρος. 1981 Δύσκολες Νύχτες. Μυθιστό ρημα 4η έκδ. Στο: Δούκα, Μ., Λαμπρόπουλος, Β. (επ.), Μέλπω Αξιώτη. Άπαντα, τόμ. 1. Αθήνα: Κέδρος. 1988 Δύ σκολες Νύχτες. Μυθιστόρημα, 5η έκδ. Στο: Δούκα, Μ., Λα-
μια οριοθέτηση από την προγονολατρεία αλλά και τον κοσμοπολιτισμό, επιζητώντας «το ελλη νι κό έργο της επ οχή ς»'4. Η ελληνικότητα για την Αξιώτη είναι θέμα σύζευξης του ιστορικού παρελ θόντος με το φυσικό παρόν, όπως αυτή πραγμα τώνεται σε επίπεδο καθημερινής εμπειρίας. Στο απόσπασμα που ακολουθεί η σύζευξη αυτή εκφέρεται ως σκιά που προϋποθέτει αλλά και ακυρώνει την ύλη: μπερδεύομε το κάλλος μιας θρυμματισμένης κο λόνας με τον ήλιο και το φεγγάρι που σέρνεται απάνω της τουλάχιστον τόσο ωραία, όσο κι η μα θηματικά τέλεια αναλογία της σέρνεται απάνω στο χώμα. <·.·> Στο τέλος, το ’να συμπληρώνει τ’ άλλο, κι οι τόποι τούτοι παραμένουν θαυμα στοί. (162)
Π αρόν και παρελθόν συνεκφέρονται, υποκειμε νικό και αντικειμενικό αλληλοπροσδιορίζονται. Ό χ ι μόνο η ανάμνηση, αλλά και η ανάγνωση προϋποθέτουν τη λησμοσύνη προκειμένου να αποκαλυφθεί και πάλι η αθωότητα του συγγραφέα/αναγνώστη: η Αξιώτη, αναγνώστης του έρ γου της, ξαναγράφει το 1963 στον πρόλογο της μετάφρασης διηγημάτων του Τσέχωφ15, μια φρά ση που είχε γράψει το 1940 στη νουβέλα της Θ έ λ ετε να χορέψ ομε Μ αρία;16, και μας δίνει για μια ακόμα φορά τα κλειδιά του μαγικού μικροκόσμου της: Και ίσως θα χρειαστεί εμείς τώρα να ξαναπλάσομε μια παιδική καρδιά για να μπορούμε να διαβά σομε. (Με συγχωρείτε αν ξαναλέω την τελευταία φράση από βιβλίο μου γραμμένη πριν εικοσιδύο χρόνια). Η μοναδική εκείνη ικανότητα του παιδι ού που την καταποντίζει ο καιρός, είναι το όνειρο ακριβώς, το παραμυθένιο που μπορεί να το βγά ζει απ’ τα πιο μικρά πράγματα, απ’ το ανυποψία στο, όταν η στέγνα της ψυχής του μεγάλου δεν ακούει να του λένε παρά μια ακόμα συνηθισμένη ιστορία, όλα για το παιδί έχουν πάντα πολλή σο βαρότητα, θαύματα γίνονται στον κόσμο και τον μεταμορφώνουν θαυματουργά ραβδιά. (1963:17)
μπρόπουλος, Β. (επ.), Μέλπω Αξιώτη. Άπαντα, τόμ. 1. Αθή να: Κέδρος. 2. Ιδιαίτερα Η Κάδμω [Διήγηση. Αθήνα: Κέδρος, (1972)] έχει θεωρηθεί μια σαφώς αυτοβιογραφική εξομολόγηση [Ξυδάκης, Δ., 1985 «Η Μέλπω - Η Κάδμω», Ο Δεκαπενθήμερος Πολίτης 15 (10) 41-42]. 3. Για ένα πιο σαφή καθορισμό των όρων εσωτερικός μονόλο γος και μνημονικός μονόλογος, αλλά και κάποιες παρανοή σεις που συνόδευσαν την είσπραξή του στην Ελλάδα, βλ. Κακαβούλια, Μ., 1992 Interior Monologue and its Discursive Formation in Melpo Axioti’s Δύσκολες Νύχτες.
52 αφιέρωμα----------------------------------4. 5.
6.
7.
8. 9.
10.
Miscellanea Byzantina Monacensia 35. Institut fur Byzantinistik und Neugriechische Philologie. Miinchen: Universitat Munchen, 71-83. Η αρίθμηση στην παρένθεση αναφέρεται στις σελίδες του κειμένου (Δύσκολες Νύχτες) από την έκδοση του 1977. Οι αυτοαναφορικές στιγμές αναστοχαστικής διαφάνειας στο κείμενο δεν είναι συχνές: π.χ. -Δε νοιάστηκα ποτέ μήτε ν’ ανησυχήσω αν καμιά μέρα πάλι θα ’ρθει που να τα ξαναθυμηθώ. / -Τότε προσπάθησα πάρα πολύ θυμούμαι να τους εξηγήσω./ -Κ ’ εμένα με μαλώσανε πάρα πολύ θυμούμαι εκείνη την ημέρα. / -Τώρα θυμούμαι κι ο βοριάς ότι εσβούριζε στις χαραμάδες τα μεσάνυχτα σα ρουκάνα. «Σουβριάλι» στην κυκλαδική διάλεκτο σημαίνει αυλός, φλογέρα: «εις την Νάξον <...> ονομασίαι του αυλού είναι σουβριάλι, συλιαύρι, σουραύλι, σουραυλάκι, σουραύλι, σουλιαύριν» (Καρακάσης Σ., 1965 «Συμβολή εις την ιστο ρίαν των λαϊκών μουσικών οργάνων». Επετηρίς του Κέ ντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας 18-19,52. «Ας έμενε τουλάχιστον μονάχα η ουσία: να ξεχνάς αλλά για να θυμάσαι καλύτερα. Όλα σαν ένα παραμύθι πιο αληθινό κι απ’ τη ζωή, μες στη θολούρα της μνήμης (Μ. Αξιώτη, Η Κάδμω, 1972:33). Μέλπω Αξιώτη, 1939, Σύμπτωση. Ποίημα. Αθήνα: Πυρσός. Το πέρασμα του χρόνου σημειώνεται με παρόμοιο τρόπο και στη νουβέλα της Αξιώτη θέλετε να χορέψομε Μαρία; Νουβέλα. Αθήνα: Πυρσός (1940). Στη σχέση παραθέματος και συμφραζομένων εμπλέκονται
στρατηγικές παρωδίας, ειρωνείας, μίμησης, γλωσσικής αντικειμενοποίησης και αποπροσωποποίησης του λόγου 11. Δυστυχώς, η τελευταία (Δ) επανέκδοση του κειμένου (Δύ σκολες Νύχτες, Αθήνα: Κέδρος 1981, ανατύπωση 1988) παραβλέποντας τη σημασία της παύλας την αντικαθιστά επί το πλείστον με εισαγωγικά οδηγούμενη έτσι σε αρκετά σημειοσυντακτικά και ερμηνευτικά ατοπήματα (Βλ. και Κακαβούλια, ο.π.: 223-233). 12. Για τον όρο αυτό, βλ. Μ. Μ. Bakhtin, 1981 [19832]. The Dialogic Imagination. Four Essays. (Επιμ. M. Holquist). M. Slavic Series 1. Austin: Texas: Texas University Press. 13. Η αυτοκριτική του κειμένου συνεπώς πραγματώνεται στις πλέον μιμητικές τεχνικές του λόγου (εσωτερικός μονόλογος, αντι-παράθεση λόγου, μονολόγου, διαλόγου, άλλων πλην της ηρωίδας χαρακτήρων) όπου και διαφαίνεται η συμβασιακή επίγνωση του κειμένου σε θεμελιώδεις, ειδολογικά, έννοιες, για το μυθιστόρημα όπως: πλοκή, χαρακτήρας, οπτική γωνία, φωνή, χρόνος κ.λπ. 14. Μέλπω Αξιώτη, 1959 «Μερικά προβλήματα της Νεοελληνι κής λογοτεχνίας μέσα στο διεθνές πλαίσιο» στο J. Irmscher (επ.) Probleme der neuqriechischen Literatur, τομ. IV, Berliner Byzantinische Arbeiten 17. Berlin: Akademie Verlag, σ. 156. 15. A. Τσέχωφ: Η κυρία με το σκυλάκι κι άλλα διηγήματα. 1963. Μτφρ., επιμ., Μέλπω Αξιώτη. Αθήνα, Κέδρος. 16. Μέλπω Αξιώτη, 1940, θέλετε να χορέψομε Μαρία; Νουβέ λα. Αθήνα, Πυρσός.
αφιέρωμα 53
Ζ . Σ ω ν ιέ
Οι Δ ύσκολες Ν ύχτες
της Μέλπως Αξιώτη: μυθιστόρημα αγωγής ι Δ ύσ κο λες Ν ύχτες διηγούνται την πορεία μιας κοπέλας από τα παιδικά της χρόνια (κεφάλαιο 1), ως την ωριμότητα, περνώ ντας από την εφηβεία (κεφάλαιο 2), την ενηλικίωση (κεφάλαιο 3), τη σεξουαλική μύηση και τον πρώτο αληθινό έρωτα (κε φάλαιο 4): στο τέλος του έργου η ηρωΐδα έχει αφομοιώσει το παρελθόν της και παραδεχτεί την παρουσία των άλλω ν - έχει φτάσει δηλαδή στην ωριμότητα - και ξεκινάει, «σαλπάρει», για καινούριο ταξίδι, θαλασσινό. Η μεταφορά είναι εύγλωττη: η θάλασσα είναι κατ’ εξοχήν ο χώρος του μυητικού ταξιδιού και ταυτόχρονα ο χώρος της μάνας, του παρελθόντος και της προϊστορίας του ανθρώπου. Η πορεία της ηρωΐδας πραγματοποιείται χάρη σε μιά σειρά από πρόσωπα-μυητές. Στο πρώτο κε φάλαιο πρόκειται - ειρωνικά - για τη γιαγιά: τα μαθήματά της («να λυπάσαι και πάντα να δίνεις σ ’ όποιον δεν έχει», σ. 29) έχουν σ αν αποτέλεσμα τη χειρονομία της μικρής, που πετάει τ’ ασημένια κουταλάκια στον κουτσό ζητιάνο. Ά λλωστε η ασυνεννοησία, η έλλειψη ψυχικής επαφής είναι
ι Δ ύ σ κ ο λ ε ς Ν ύ χ τ ε ς περιέχουν πολλά σαφώς αυτοβιογραφικά στοιχεία· ορι σμένα απ’ αυτά έχουν μάλιστα από λυτη ακρίβεια: η ανώνυμη ηρωΐδα λ.χ., κόρη ενός μουσικού, βγαίνει από το σκολειό των καλογριών, όπως και η ίδια η Αξιώτη, σε ηλικία 17 χρονών (αρχή κεφαλαίου 3, γ' έκδ., σ. 75). Το γεγονός αυτό μαζί με την πρωτοπρόσωπη, αυτοδιηγητική, αφήγηση και με την όλη μορφική πρωτοτυπία του έργου, εξηγεί ίσως την κά πως παρακινδυνευμένη ερμηνεία του μυθι στορήματος ως εσωτερικού μονολόγου. Αλλά, άσχετα με αυτό το πρόβλημα, δηλα δή με τον τρόπο που εκφράζεται το αυτοβιογραφικό στοιχείο, σειρές από αντικειμε νικά γνωρίσματα επιβάλλουν να χαρακτηρι στεί το έργο: 1) ως μυθιστόρημα αγωγής (Bildungsroman), 2) ως Ανθρώπινη Κωμω δία σε μικρογραφία.
Ο
ϊι ανθρώπινη κωμωδία ίσως η βασική εμπειρία της ηρωΐδας κατά τα παι δικά της χρόνια: οι μεγάλοι εμφανίζονται μάλλον σαν ανεστραμμένοι μυητές. Στο δεύτερο κεφάλαιο, αν εξαιρέσουμε μερικές συμμαθήτριες ή δασκάλες που έχουν κι αυτές αντίστροφη δράση, δύο είναι οι μυητές. Ο πατέ ρας πρώτα, με το μακρύ του γράμμα, που μαθαίνει στην κόρη του τα ζώα, τα φυτά, το πιάνο, μια ορι σμένη στάση απέναντι στη ζωή. Ύ σ τερ α η Ισμή νη που αυτοπαρουσιάζεται σταθερά σαν εκείνη που ξέρει σε σχέση με την ηρωΐδα που δεν ξέρει τον έρωτα, τη ζωή - και της διδάσκει τη μαχητι κότητα, τη θέληση να ματαιώσει με τη δράση της ένα παρελθόν που το απορρίπτει. Η Ισμήνη εμφα νίζεται ταυτόχρονα σαν άφθαστο μοντέλο και σ αν πρώιμη φιγούρα της αφηγήτριας: ο αγαπημέ νος της λέγεται Α λέξαντρος, όπως αργότερα ο Σμυρλής. Στο μακρύ τρίτο κεφάλαιο, αν εξαιρέσει κανείς τη ζωηρή και γραφική θεία Δ ιαλεχτή, που προφα νώ ς επηρεάζει πολύ την ηρωΐδα, μυητές είναι δυο άντρες: ο πατέρας πάλι και ο Αλέξαντρος. Χωρίς να είναι σχολαστικός ο πατέρας, κάθε άλλο μάλι
54 αφιέρωμα----------------------------------στα, έχει πολλές ευκαιρίες να εκφέρει γνώμες για την αξία του νησιωτικού πολιτισμού, για τη στά ση των αστών, των πρωτευουσιάνων, απέναντι στις αντίκες που πουλάν οι ντόπιοι, για τα ήθη και έθιμα του τόπου, για τις προλήψεις και τις δεισι δαιμονίες, για τη συνέχεια του ελληνισμού, για τη φύση, για τη ζωή και το θάνατο, γνώμες που κατα γράφει με ευλάβεια και διεξοδικά η κόρη του. Ο πατέρας που, παρά τις διαμαρτυρίες της θείας Διαλεχτής και άλλω ν γυναικών, συμβουλεύει στην κόρη του να πάει «περίπατο» (άρα να ανα καλύψει τον κόσμο γύρω της) και που «έχ[ει] τη γνώμη τα παιδιά να ανακατεύονται σ υχνά με τους μεγάλους» (σ. 128), δρα συνειδητά και συστημα τικά σα μυητής. Α λέξαντρος Σμυρλής, που θαμπώνει τη νε αρή ηρωΐδα με την ομορφιά του, με την ελευθερία του, με το χιούμορ του («ποτέ δεν το ξεχνά να χωρατέψει» - σ. 135), και με την αίγλη που του παρέχουν το τραύμα του και - αργότερα - ο πρόω ρος θάνατός του, δρα και αυτός σα συνειδητός μυητής. Προτείνει συνέχεια στην ερωτευμένη αφηγήτρια να τον ακολουθήσει: «Θαρρώ πως θα φύγω... Έ ρ χεσ α ι μαζί μου;» (σ. 106). Α κόμα και όταν φεύγει για τον πόλεμο: «Τώρα δεν μπορώ πια να σου πω - έλα μαζί μου» (σ. 132), πάλι την καλεί δυό φορές να τον πλησιάσει: « Έ λ α κοντά μου» (σ. 133). Η συνειδητή «απορία» του μπροστά στα μυστήρια και στις ομορφιές του κόσμου (σ. 135) αποτελεί έντονη προτροπή για την ηρωΐδα ν ’ ατε νίσει κι εκείνη τον κόσμο. Αλλά, πέρα από το πα ράδειγμά του, προσφέρει και μία συστηματική δι δασκαλία (σ. 133-6), προβάλλοντας μια εξαιρετι κά τραγική («Γιατί να μη γελάσω;... Είμαστε όλοι ίδιοι... - βουτημένοι σ τα αίματα» - σ. 115), αν και ηδονική μαζί, αντίληψη της ζωής και του έρωτα. Ο Α λέξαντρος προτείνει το ίνδαλμα της ζωής στην πόλη («...Θ α σου μάθω τις πολιτείες και τα φώτα. Εκεί είναι όλα ωραία. Τα τραίνα σ φυρίζουν δυνατά και σ έρνουν από πίσω δεκαπέντε βαγόνια. Έ χο υ ν ε φτερά οι γυναίκες» - σ. 107), αντίθετα με τον πατέρα, που διδάσκει την προσήλωση στη φύ ση, και η μυητική του δραστηριότητα είναι πιο εντοπισμένη, δεν επεκτείνεται σε όλους τους το μείς που θίγει ο πατέρας. Ο ι δυο διδασκαλίες ουσιαστικά αλληλοσυμπληρώνονται: ο πατέρας, παρόλο τον αντικονφορμισμό του και τη σουρρεαλιστική φαντασία του (βλ. σ. 54-55), προτείνει μια φρόνιμη και υπεύθυνη στάση απέναντι στα έμπρακτα προβλήματα της καθημερινής ζωής και του σύγχρονου πολιτισμού, ενώ ο Α λέξαντρος
προσφέρει την πρόσθετη ποιητική και μεθυστική διάσταση του έρωτα, του ονείρου και της περιπέ τειας. Και οι δυο διδασκαλίες συναντιώνται όμως στη μεγαλειώδη αντιμετώπιση του θανάτου. Στο τέταρτο κεφάλαιο εμφανίζονται τρεις μυητές, άνισης σημασίας. Ο πρώ τος εραστής, ο Κώ στας, είναι ασήμαντος και ελαφρά γελοίος. Η γριά γιαγιά της Λίζας ανήκει πιο πολύ, αν και άθελά της, και παρά τα φαινόμενα, στη σειρά των μυητών. Αποκλεισμένη από τα γερατειά και ανί
0
κανη να καταλάβει την επίσημη σημασία των πράξεων - αυτό που καταλαβαίνει όλος ο κόσμος - εισδύει πολύ βαθύτερα στη συνείδηση των αν θρώπων και ανακαλύπτει το πραγματικό νόημα της συμπεριφοράς τους (σ. 219). Και παρά το χάλι της αποτελεί καταφύγιο για τα κορίτσια, εναντίον του Κ. Σίμου (σ. 208). Α λλά φυσικά ο πραγματικός μυητής είναι εδώ ο Νίκος. Πρώτον, επειδή κι αυτός διδάσκει, όπως εδίδασκαν ο Αλέξαντρος και ο πατέρας, αλλά και επειδή η συμβίωση μαζί του εκφράζεται συστημα τικά με τη μεταφορά μιας μακράς πορείας, όπου η αφηγήτρια κουράζεται να τον ακολουθήσει «στα αιφνίδιά του ανεβάσματα». Το ρήμα περπατώ
-----------------------------------αφιέρωμα 55 απαντά δύο φορές, το ρήμα φτάνω τρεις φορές στο διάστημα μιας σελίδας (σ. 226-7). Ο Νίκος μαθαίνει στην αφηγήτρια το πραγματικό νόημα της αγάπης και την ανάγκη να παραδεχτεί, μέσα στην αγάπη, την παρουσία του παρελθόντος και των άλλων. Εκείνος την οδηγεί, τέλος στο και νούριο της μυητικό ταξίδι, με το οποίο κλείνει το βιβλίο. Τα παραπάνω πρόσωπα έχουν σ την πλειοψηφία τους τα εξής δύο χαρακτηριστικά - ιδιαίτερα αξιοπερίεργα για μυητές - ή τουλάχιστον το ένα από τα δύο: έχουν γαλανά, ευαίσθητα μάτια και χαρακτηρίζονται ως μικρά παιδιά. Τ α γαλανά μάτια παραπέμπουν στα μάτια της χαμένης μάνας: « Ή τα ν τόσο πολύ γαλάζιες οι πέ τρες εκείνες, όπως τα μάτια της που σε κοιτάζανε μισογερμένα σαν να είχαν όρεξη να βασιλέψουν» (σ. 31). Η έλλειψη γαλανώ ν ματιών είναι μάλιστα για το παιδί απόδειξη της αδυναμίας της «καινού ρ ιας μαμάς» να είναι πράγματι μητέρα του. Ο Σμυρλής θα έχει «κάτι ματάκια γαλανά όλο απο ρία» (σ. 84, βλ. και σ. 106). Το πρόσωπό του θα εί ναι «ξεκαθαρισμένο σαν ολιγόχρονου παιδιού» (σ. 136), και σχολιάζοντας το θάνατό του ο πατέ ρας θα πει: «Πάει και ο Α λέξαντρος Σμυρλής και τα παιδικά του ματάκια» (σ. 163). Ο ίδιος ο πατέ ρας ξαναγίνεται κάποια στιγμή «εκείνο το φοβι σμένο μικρό παιδί» (σ. 151). Τ α μάτια του όμως δεν αναφέρονται. Η γιαγιά της Λίζας αναπολεί τα παραμύθια τω ν παιδικών της χρόνων: «Το μάτι της ξελιγωνότανε θολό σαν του πολύ νεογέννη του μωρού» (σ. 219) - δηλαδή μάλλον γαλανό κι αυτό. Τέλος ο Ν ίκος είναι και εκείνος παιδί: «Τον έλεγαν, όλος ο κόσμος, παιδί το Νίκο» (σ. 215), και η ευαισθησία του, η ανησυχία του, εντοπίζο νται στα μάτια του: «Ο Νίκος εφορούσε γυαλιά. Ό τ α ν άρχιζε να κουβεντιάζει τα ’βγάζε, και τα βαστούσε σφιχτά μέσ’ στη φούχτα του και τότε εγύριζε το μάτι του, αβέβαιο σαν το πλατύ γιαλό όταν τον περιτρέχει ελαφρότατο κύμα, κι ελαφροσκιάζεται» (σ. 213). όνο η Ισμήνη δεν χαρακτηρίζεται από τα μάτια της παρά από τη φωνή της -φ αλλικό σύμβολο που την καθιστά ίσως το πιο ισχυρό, ηθικά, απ’ όλους τους μυητές. Το τραύμα της είναι η αρρώστια που την οδη γεί σε πρόωρο θάνατο -τραγική μοίρα που γνωρίζει και ο Α λέξαντρος. Κι ο πατέρας πεθαίνει. Τα κύρια πρόσωπα, μάλιστα εκείνα που παίζουν ρόλο μυητή για την αφηγήτρια έχουν γε νικά τραγική ζωή. Ο Νίκος εξαιρείται. Το πρόσω πό του όμως ενώνει το θάνατο με τη ζωή: «Το
πρόσωπό του εχώριζε στα δυο, το κάτω απ’ τ’ απά νω, σα να μπορούσαν τάχατες να υπάρξουνε μαζί η αυγή και η νύχτα, ανεξάρτητες» (σ. 222). Χ άνει τη μάνα της, ο πατέρας της παύει, φαίνε ται, να την προσέχει, τη διώχνουν τελικά από το σπίτι της. Και ενώ προχω ρεί η ασυνεννοησία με όλους τους άλλους, και η συστηματική παρεξήγη ση των πράξεων της μικρής, εκείνη ανακαλύπτει, σε τρία στάδια -μ ε το θάνατο του παππού και της γιαγιάς (σ. 27), με τα βαρετά ρούχα από τον «Πα ράδεισο των παιδιών» (σ. 28), με την είσοδο στο πρώτο σκολειό (σ. 32) - το κενό και απατηλό του Π αραδείσου πριν ανακαλύψει την ασκήμια της.
Η Καλλιόπη Βάβαρη - ΙΙοσειδώνος γύρω στο 1930
Η σημασία του θανάτου - ο αριθμός και ο ρό λος των θανάτω ν- είναι εξαιρετικά αξιοπρόσεκτη σε μυθιστόρημα αγωγής. Στη δεύτερη σελίδα κιό λας του βιβλίου πεθαίνουν τέσσερις άνθρωποι: ο αξιωματικός, η γριούλα, ο παππούς και η γιαγιά. Η αφηγήτρια αραδιάζει αυτούς τους θανάτους μ’ ένα περίεργο κράμα από μαύρο χιούμορ και πα νι κό. Στη μέση του πρώτου κεφαλαίου η εξαφάνιση της μ άνας αναφέρεται με τρόπο διφορούμενο, που δημιουργεί στον αναγνώ στη την υποψία μήπως πρόκειται για θάνατο -δ ε θ’ αναγγέλνανε διαφο ρετικά σ ’ ένα παιδί το θάνατο της μάνας του. Και το κεφάλαιο κλείνει με μια δεύτερη μνεία του θα νάτου της γιαγιάς, στη χρονολογική του θέση.
56 αφιέρωμα---------------------------------Στο δεύτερο κεφάλαιο πεθαίνει η Ισμήνη. Ο λό κληρο το τρίτο κεφάλαιο είναι σπαρμένο με θανά τους, στους οποίους προστίθεται ο αυτοακρωτηριασμός της Γιάννας. Πεθαίνουν: «πολύς κό σμος» στην οικογένεια (σ. 91), η μάνα και «πλή θος» από παιδιά του Καπταγιακουμή (σ. 91) κά ποιος -μάλλον ο πατέρας- στο σπίτι του Αλέξαντρου (σ. 106), η γυναίκα και έξι παιδιά του Γιάν νη (σ. 126), το μωρό της Βαγγέλας (σ. 185-6), η γυναίκα του Μ παρμπαγιάννη (σ. 187). Και κυρίως οι δύο μυητές: ο Α λέξαντρος Σμυρλής και ο πατέ ρας, των οποίων ο θάνατος προαναγγέλλεται από τους ίδιους και επίκειται, σαν απειλή, επί πολλές σελίδες. Μ όνο στο τέταρτο κεφάλαιο δεν πεθαίνει κανένα σημαντικό πρόσωπο (ο άντρας της Π ηνε λόπης, όλο κι όλο): ένα μεγάλο βήμα στη μύηση -η αντιμετώπιση του θανάτου, στο πρόσωπο του πατέρα, της μητέρας (εξαφάνιση της μάνας, θά νατος της Ισμήνης) και του πρώτου αγαπημένου, του Αλέξαντρου - έχει, φαίνεται, συντελεστεί. Αλλά, όσο πληθαίνουν οι θάνατοι, ταυτόχρο να, συσσωρεύονται για την αφηγήτρια οι απώλει ες κεκτημένων καταστάσεων. Σ ’ όλο το μάκρος του πρώτου κεφαλαίου η μικρή ηρωΐδα χάνει συνέχεια τους προστάτες της και τις αυταπάτες της. Υ πάρχει σ ’ αυτό το κεφάλαιο και μια παράλλη λη εξέλιξη του χώρου που θαρρείς πως στενεύει, ή μάλλον πως από στενός γίνεται ακόμα στενότερος στο τέλος: η δεύτερη φράση του βιβλίου είναι «Στο σπίτι που καθόμαστε είναι πολλά χωρίσμα τα» (σ. 25), και το κεφάλαιο κλείνει με τη φράση: «Και με κλειδαμπαρώσανε σ ’ ένα σκολειό» (σ. 38) Η απόκτηση μιας εμπειρίας παίρνει αρχικά τη μορφή μιας πολλαπλής απώλειας και μιας όλο και πληρέστερης μοναξιάς.
το δεύτερο κεφάλαιο τα περισσότερα συμβάντα είναι αρνητικά, δυσάρεστα αλλά τουλάχιστον δεν αποτελούν βήματα προς μεγαλύτερη δυστυχία: το μόνο γεγονός που πάει προς αυτή την κατεύθυνση είναι η αγ γελία της οικονομικής καταστροφής της οι κογένειας. Σ την κόλαση του σκολειού των καλογριών οι διάφορες ταλαιπωρίες αποτελούν και εμπειρίες όχι συστηματικά αρνητικές. Υ πάρ χουν μάλιστα και ολιγάριθμα θετικά στοιχεία: ένας διάλογος με την τριανταφυλλιά -ισ χ νή πα ρ ηγοριά- το γράμμα του πατέρα, και η παρουσία της Ζ ωής και προπαντός της Ισμήνης. Η τριαντα φυλλιά και το γράμμα του πατέρα αποτελούν ανοίγματα προς τον έξω κόσμο, το φέρσιμο και οι
Σ
κουβέντες της Ζωής και της Ισμήνης μαθήματα αμφισβήτησης και αντίστασης. Από το τρίτο κεφάλαιο και πέρα, συσσωρεύο νται τα θετικά ή ουδέτερα στοιχεία, και αποτε λούν όλα μαζί μια πολλαπλή εμπειρία, θετική ακόμα κι αν είναι σκληρή, ακόμα κι αν είναι φο βερή.
πό την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος αρχίζει άλλωστε η μύηση, η αγωγή, της μι κρής ηρωΐδας, όχι μόνο με την εμπειρία της απώλειας αλλά και με την ανακάλυψη προσώπων και καταστάσεων. Η ηρωΐδα όμως είναι ταυτόχρονα και αφηγήτρια: ως ηρωΐδα ανακαλύπτει, ως αφηγήτρια προ βάλλει, διηγείται, αραδιάζει, απευθυνόμενη όχι -ή τέλος πάντω ν όχι μ όνο- στον εαυτό της, αλλά κυρίως στον αναγνώστη. Μ ’ αυτόν τον τρόπο, το μυθιστόρημα αγωγής γίνεται και συστηματική, εξαντλητική παρουσίαση και περιγραφή του κό σμου, Α νθρώπινη Κωμωδία. Η δομή του έργου είναι πολύ χαρακτηριστική και εξυπηρετεί σαφώς αυτό το σκοπό. Η γενική δομή πρώτα: το πρώτο κεφάλαιο διαδραματίζεται μάλλον σ την Αθήνα, κυρίως στο αστικό σπίτι της ηρωΐδας, παροδικά σ ’ ένα σκολειό και σ ’ ένα συγγενικό σπίτι· το δεύτερο κεφάλαιο ολόκληρο στο σκολειό των καλογριών -ό σ ο ν αφορά τουλά χιστον την αφήγηση της ηρωΐδας- το τρίτο κεφά λαιο πρώτα στη Χώρα της Μυκόνου, έπειτα σ ’ ένα χωριό, στην εξοχή- το τέταρτο, τέλος, πάλι στην Αθήνα, εν μέρει σ’ ένα διαμέρισμα όπου νοι κιάζονται φτηνά δωμάτια, εν μέρει στο πλούσιο σπίτι της Λίζας. Η δράση δηλαδή, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, δεν επανέρχεται ποτέ στο ίδιο σ η μείο: το κάθε επεισόδιο διαδραματίζεται σε και νούριο περιβάλλον. Η όλη αφήγηση καλύπτει έτσι, στα πλαίσια της Ελλάδας, όσο γίνεται πε ρισσότερα μέρη και περιβάλλοντα. Η λεπτομερής δομή πολλαπλασιάζει το φαινό μενο της ποικιλίας. Ολόκληρο το βιβλίο αποτελείται από μακριά παράταξη αυτοτελών επεισο δίων. Στο πρώτο κεφάλαιο, όπου τα επεισόδια εί ναι μικρά, το καθένα -μ ε μια εξαίρεση- ανταποκρίνεται σε μια παράγραφο μόνο: οι 18 παράγρα φοι περιέχουν 17 επεισόδια (η πρώτη παράγραφος -μ ια αράδα μ όνο- επαναλαμβάνεται στην έκτη). Η ίδια δομή εξακολουθεί να υπάρχει στην αρχή του δεύτερου κεφαλαίου, όπου βρίσκεται μάλιστα μια σειρά από πορτρέτα συμμαθητριών, χωρισμέ νων τυπογραφικά από μια λευκή αράδα. Από το
Α
----------------------------------αφιέρωμα 57 τέλος του κεφαλαίου και υστέρα, το σύστημα χα λαρώνει κάπως -τα επεισόδια μακραίνουν και γί νονται πιο σύνθετα -αλλά δεν αλλοιώνεται. Στο τρίτο κεφάλαιο, καινούριο σύστημα προ στίθεται στο πρώτο: μια συνεχής εναλλαγή του μέσα χώρου - το σπίτι της αφηγήτριας και κατά δεύτερο λόγο το σπίτι του Λενακιού - και του έξω κόσμου που είναι και αυτός διπλός: η Χώρα, τα ξένα σπίτια, οι δρόμοι, σχετικά με τα δυο πρώτα σπίτια, και η εξοχή σχετικά με τη Χώρα. Η εναλ λαγή πραγματοποιείται χάρη σε μιά σειρά από πε ριπάτους και εκδρομές (που τις κατακρίνουν οι γυναίκες της οικογένειας και η γειτονιά, αλλά που τις ευνοούν ο πατέρας και ο Αλέξαντρος, οι δυο
στικά του μυθιστορήματος είναι όμως η ύπαρξη πολλών δευτερευόντων αφηγητών, που λει τουργούν με εξουσιοδότηση ή ανάθεση: οι πιο σημαντικοί είναι η Ισμήνη και το Λενάκι, αλλά συνολικά ανέρχονται στους 271. Επιπλέον, σε ένα σημείο του βιβλίου υπάρχουν μέχρι πέντε βαθμοί αφήγησης, δηλαδή τέσσερις βαθμοί ανάθεσης της αφήγησης: η Ισμήνη αναφέρει τα λεγάμενα της φίλης της Μ άγγης, που διηγείται το τί άκουσε από τους γονείς της και από την «κοντοστούπα», η οποία μεταφέρει την ιστορία που διηγήθηκε στο δικαστήριο η μάνα της Ισμήνης. Αλλού, λίγο πιο απλά, η Λενιώ αναφέρει τα λόγια του Θανάση που της διηγείται μια ιστορία που την άκουσε ο ίδιος από τον Στέλιο. Αποτέλεσμα αυτού του πολύπλοκου συστήμα τος (παρατακτική σύνθεση, εναλλαγή τού μέσα και τού έξω σε διάφορες βαθμίδες, συσσώρευση των αφηγήσεων με ανάθεση), είναι το εντυπωσια κό πλήθος από πρόσωπα και ιστορίες που συνα ντά ο αναγνώστης στις Δ ύσκολες Νύχτες. τις 206 σελίδες του βιβλίου, ο αριθμός των προσώπων ανέρχεται στους 108. Εννοείται ότι πρόκειται όχι για απλές παροδικές φιγού ρες αλλά για πρόσωπα που τα χαρακτηρί ζουνε συγκεκριμένες πράξεις ή έξεις και κα τά κανόνα ένας λόγος, λίγο περισσότερο ή λίγο λιγότερο ανεπτυγμένος. Τις περισσότε ρες φορές μια σκηνή ή μια παράγραφος τούς είναι αφιερωμένη. Μια από τις μεγαλύτερες συγγραφι κές αρετές της Αξιώτη είναι η ικανότητά της να περιγράφει με ελάχιστα μέσα και προπαντός μέσα σε ελάχιστο χώρο, σαν επιγραμματικά, έναν άν θρωπο, ένα επάγγελμα, μια ζωή. Ολόκληρη η τρα γωδία της ζωής της μάνας της Λίζας χωρά μέσα σε μία σελίδα μόνο (σ. 200) - ένα παράδειγμα ανάμεσα σε άλλα πολλά. Στα άτομα προστίθενται επιπλέον πάρα πολλές ομάδες από πρόσωπα που δεν έχουν ατομική δρά ση ούτε χαρακτηρισμό, αλλά περιγράφονται μόνο ομαδικά. Π.χ. στο πρώτο κεφάλαιο υπάρχουν οι ζητιάνοι, τα παιδιά, οι υπηρέτριες, οι κυρίες που συχνάζουν στο σπίτι με τα κλειστά παράθυρα, και η οικογένεια σαν ομάδα. Στο δεύτερο κεφάλαιο τα κορίτσια, οι δασκάλες, οι νοσοκόμες, κάτι κυρίες στο σαλόνι των γονιών της Μ άγγης και, στο γράμμα του πατέρα οι κότες, τα περιστέρια, τα λουλούδια και τα δέντρα, κ.ο.κ. Η ποικιλία των επαγγελμάτων, των καταστάσε ων, των χαρακτήρων που παρουσιάζονται, καλύ πτει εξαιρετικά ευρύ φάσμα και φανερώνει χωρίς αμφιβολία την πρόθεση της συγγραφέως να προ
Σ
Ο Γεώργιος Αξιώτης με τον ΙΙαναγιώτη Αξιώτη. Πίσω η Μβ· ρουλίνα Γρύπαρη -Αξιώτη με τη Μέλπω. Μύκονος 1910
μυητές), και σε αντίστοιχη σειρά από επισκέψεις στα δύο σπίτια από ανθρώπους που ανήκουν στον έξω κόσμο. Αυτή η διαλεκτική τού μέσα και τού έξω, μαζί με την παρατακτική δομή της αφήγη σης, επιτρέπουν την παρουσίαση όσο γίνεται με γαλύτερου αριθμού προσώπων. Ό λ α τα παραπάνω πάλι αφορούν σχεδόν απο κλειστικά την ιστορία που διηγείται η κύρια, ανώ νυμη, αφηγήτρια. Έ ν α από τα βασικά χαρακτηρι
58 αφιέρωμα---------------------------------σφέρει στον αναγνώστη μια εικόνα όσο γίνεται πιο πλήρη και διαφοροποιημένη της ελληνικής κοινωνίας, στην Α θήνα, στη Μύκονο και σε ένα σκολειό από καθολικές καλόγριες, και μια σειρά από ανθρώπινους τύπους και ανθρώπινες έξεις (αυτό το ρόλο παίζει, συν τοις άλλοις, η γραφική απαρίθμηση των συλλογών που κάνουν οι μαθή τριες): με άλλα λόγια να δημιουργήσει μία Α νθρώπινη Κωμωδία. Μ άλιστα, πέρα από αυτό διαγράφεται, μέσα από διάφορες περιγραφές και από την παρουσία των ζώων και των φυτών, σε σχέση πάντα με τον πατέρα, η θέληση της Αξιώτη να προσφέρει και μία εικόνα της ελληνικής φύσης, του ελληνικού περιβάλλοντος - μια εικόνα του κόσμου. Το όλο οικοδόμημα έχει επιπλέον σαφώς αν και διακριτικά διδακτικό χαρακτήρα. Ο ι διάφορες ιστορίες δεν είναι με κανέναν τρόπο αθώες ή αδιάφορες. Υποβάλλουν συγκεκριμένα συμπερά σματα - σ τοιχεία μιας κοσμοθεωρίας και ενός πο λιτικού και πολιτισμικού αγώνα. Η έκθεση θεω ρητικών θέσεων δεν απουσιάζει από το βιβλίο και θυμίζει κατά κάποιον τρόπο τον Μπαλζάκ: αφορά λ.χ. την αξία του λαϊκού πολιτισμού, τα προβλή ματα των προλήψεων σχετικά με τις επιδημίες ή
Η Μ.Α.
Ναζίμ Χικ
το πολυσυζητημένο προπολεμικά πρόβλημα της συνέχειας του ελληνισμού. Τις εκθέσεις αυτές αναλαμβάνει, στο τρίτο κεφάλαιο, ο πατέρας προς όφελος της αληθοφάνειας και της συνοχής της αφήγησης. Ο ι Δ ύσ κολες Ν ύχτες λοιπόν καταφέρνουν, μέ σα στο στενό πλαίσιο των 206 σελίδων να αποτε λούν ταυτόχρονα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα αγωγής και Α νθρώπινη Κωμωδία σε μικρογραφία. Έ ν α ύφος εξαιρετικά πρωτότυπο, αποτελεσμα τικό και προκλητικό που δεν αφήνει ούτε στιγμή τον αναγνώστη να ησυχάσει (όπως ακριβώς τον κρατά άγρυπνο η αδιάλειπτη διαδοχή προσώπων και επεισοδίων) δένει το πολύπλοκο σύνολο: ένα από τα πιο πλούσια και πυκνά έργα της νεοελλη νικής λογοτεχνίας. *1 Σημειώσεις 1. Είναι: ο πατέρας της αφηγήτριας, η Ισμήνη, η Μάγγη, οι γο νείς της, η «κοντοστούπα», η Μαρία (μάνα της Ισμήνης), το Λενάκι, ο Καπταγιακουμής, η Κατερίνα, ο Αλέξαντρος, ο Καρανικολός, η Διαλεχτή, ο γιατρός, η Σοφιδώ, η Κοντιλία, ο Θανάσης, ο Στέλιος, ο Λήσταρχος, η Μαριώ, η Σταμάτα, ο άντρας της, η γειτόνισσά της, ο Μπαρμπαγιάννης, η γιαγιά της Λίζας, η Δέσποινα, η Πηνελόπη και ο Νίκος.
αφιέρωμα
Γερασιμία Μελισσαράτου
59
τ η ν ε ρ γ α σ ία α υ τ ή ε π ιχ ε ιρ ε ίτ α ι η μ ε λ έ τ η
Σ
τ η ς α φ ή γ η σ η ς ω ς α ν τ ικ ε ιμ έ ν ο υ κ α τ α σ κ ε υ ή ς α λ λ ά κ α ι ω ς υ π ο κ ε ιμ έ ν ο υ π ο υ
κ α τα σ κ ε υ ά ζ ε ι, τ α δ ε σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α α φ ο ρ ο ύ ν τ ό σ ο τ ις δ ια δ ικ α σ ίε ς γ ρ α φ ή ς ό σ ο κ α ι τ ις δ ια δ ικ α σ ίε ς α ν ά γ ν ω σ η ς το υ
Παράθυρα με η δίχως πλαίσιο: Η κατασκευή της αφήγησης και Το οπίτι
έρ γο υ . Ά ξ ο ν α ς τ η ς μ ε λ έ τ η ς ε ίν α ι η δ ιερ ε ύ -
νη σ η τ ο υ π ώ ς π ρ α γ μ α τ ο π ο ιε ίτ α ι σ τ ο σ υ γ κ ε
κ ρ ιμ έ ν ο α φ ή γ η μ α τ η ς Μ έ λ π ω ς Α ξ ιώ τ η η σ υ ν -κ ε ιμ ε ν ο π ο ίη σ η ε τ ε ρ ο γ ε ν ώ ν ε ιδ ώ ν λ ό γ ο υ κ α ι το υ τ ί σ η μ α ίν ε ι α υ τ ή α φ ε ν ό ς γ ια τη ν υ π ό σ τ α σ η τ ο υ τε λ ε ιω μ έ ν ο υ έ ρ γ ο υ κ α ι α φ ε
τ έ ρ ο υ γ ια τ ο ν κ α θ ο ρ ισ μ ό τ η ς θ έ σ η ς το υ
σ τ η ν ε ξ έ λ ιξ η
τη ς
ν ε ο ε λ λ η ν ικ ή ς
πεζογρα
φ ία ς.
έλλειψη ομοιογένειας του υλικού στο αφή γημα Το σπίτι μου, η οποία συνιστά κάτι πολύ περισσότερο από έναν προφανή νεοτερισμό, υπήρξε αναπόφευκτα το κοινό σημείο εκκίνησης των προσεγγίσεων του έργου από τα 1966 και μετά. Η έλλειψη αυτή δεν αφορά μόνο την τυπογραφική εμ φάνιση του υλικού αλλά και τα είδη λόγου που το απαρτίζουν. Καταρχήν, τις 160 έντυπες σελίδες, αριθμημένες από 7 έως 166,1 συνθέτουν ανισομερώς ένας, ας τον πούμε, βασικός κορμός, τυπωμένος με απλά τυπογραφικά στοιχεία, και ένα σύνολο οχτώ κει μένων τυπωμένων με πλάγια (σελίδες: 44, 68, 8788, 117-118, 132-133, 153-154, 158, 165-166). Εξάλλου, ανάμεσα στις σελίδες 64 και 65 παρεμ βάλλεται χωρίς αρίθμηση σελίδα με φωτοτυπία των τριών τετάρτων χειρογράφου επιστολής και σχετική επεξήγηση τυπωμένη με όρθια στοιχεία, ένα νούμερο μικρότερα από αυτά του κορμού, ενώ στο κάτω μέρος της τελευταίας σελίδας του βιβλί ου, η οποία δεν φέρει αρίθμηση, βρίσκεται σημεί ωση της συγγραφέως, υπογραμμένη με τα αρχικά της και τυπωμένη με ημίμαυρα στοιχεία. Ο βασικός κορμός συντίθεται από ένα «ρεύμα» λόγου καθαρά αφηγηματικού, το οποίο εκφέρεται από την αφηγηματική αυθεντία των πλαγιογράμματων μερών ως μια συνειρμική αναβίωση μνη μών, και το οποίο διακόπτουν ένα σύνολο παρεμ-
Η
η Μ.Α. στο σπίτι της Μυκόνου τεσσάρων ετών περίπου
60 αφιέρωμα---------------------------------βαλλόμενων κειμένων που αντιστοιχούν σε διά φορα είδη λόγου λιγότερο έως καθόλου πλασματι κού. Τα κείμενα αυτά είναι πρωτογενές ιστορικό υλικό, όπως: - διακήρυξη της μετάβασης από τη βενετσιάνικη διακυβέρνηση στη λαϊκή κυριαρχία: «1615 οκτοβρίου στις 8 μύκονο. εστοντασ κι αν ηθέλαμεν έχι καμομένο διά καπετάνιο μασ να γοβερνάρι το νισιν ετούτο τον ποτέ μρ σίμον γιουστινιάνο κατα τα παρατια κι απο τουσ ορισμούσ όπου εχομε απο τουσ εγλαμπρότατουσ πασαδεσ τούσ απερασμενουσ κι απο τον πολίχρονισμενο χαλίλ καπεταν πασα τον σιμερνο υ οπιη ορισμυ διαλαμβανου ότι το νισί ετούτο τισ μυκόνου ναηνε κεσιμυ απανο σε ολον το ραγια κι να εχι εξουσία ο ραγιασ...» (1112), - επιστολή του Αλέξανδρου Αξιώτη: «Έπαρχεϊον Μ υκώνου καί Σ ύρας / περίοδος Β / άριθ. 728/ [...] Έ ν Σύρφ τη 29 Σεπτεμβρίου 1824 Χθές ό ναύ αρχος κύριος Γεώργιος Ά νδρ ίτζο ς μέ διάφορα άλλα σπετζιώτικα πλοία έφθασεν ενταύθα εκ τού στόλου καί μας άνήγγειλεν δτι τήν 24 έκπνέοντος άνάμεσον Χίου καί Μ υτιλήνης έκροτήθη ναυμα χία μεταξύ τού ήμετέρου καί τού Α ιγυπτιακού στόλου, ή νίκη έστεφάνωσεν πάλιν τούς ειδικούς μας. [...] Γ.Α.Κ. Εκτελ. Φ. No 25 (52-53) - απόφαση: «Εξοστρακισμός. 1770 μαρτίου 14 Μίκονος» « Ε πειδή καί έφανερώθην ή λεγάμενη Λ ίψ α πώς είναι κακότροπος γυναίκα καί ξετιμά γυναίκες τιμημένες λεύθερες καί πανδρεμένες κά νοντας τον ρουφιάνον χωρίς νά έχων οί αύτές γυναίκες εΐδησιν,..., διά τούτο έσηκώθην δλο τό βιλαέτι προεστοί καί ό επίλοιπος λαός..., διό έγινε τό παρόν ύπογράφοντάς το οί προεστοί καί ό πίλοιπος λαός (82). - νοταριακό έγγραφο: «Κατάστιχο καμωμένο ύπό χειρός εμού γερασίμου ίερομονάχου πρωτο νοταρίου καί καντζιλιέρη Μ υκόνου γραμμένο στούς 1663 δεκεμβρίου 28». «Εις δόξαν (Χριστού) άμήν 1663 δεκεμβρίου 28 τήν σήμερον ένμπροστεν εις εμένα τόν ύπογράφοντα νοτάριον καί τούς κά τωθεν μάρτυρας εδώ παρών τά δύο μέρη τό ένα μέρος ή άγγελέττα τού τζώρτζη Βιδάλη ή θυγατέ ρα... καί άπό τό άλλο μέρος ή μαρούλα θυγατέρα τού (Τωάννου) σαντοριναίου ή όποια άνωθεν άγγελέτα... τό αύτό σπίτι μέ δλα του τά δικαιώ μα τα άπό τήν σήμερον τό δόνει καί παραδόνει καί πουλεΐ το τής άνωθεν μαρούλας διά γρόσα σαρά ντα 40 καθώς έσυβαστήκασιν άλλήλοι της... καί διά τήν πίστωσιν καί βεβαίωσιν τού παρόντος γράφ ουνται άξιόπιστοι καί παρακαλετοί μάρ τυρες... (85-86),
- έγγραφ ο υπογραμμένο από τους εφόρους των Φ ιλικών του Ιασίου: «Μαρτυρικόν. Η μ ε ίς οί υπο φαινόμενοι μαρτυροΰμεν δτι ό κύριος Δέκαρχος Γεώργιος Κονταρίνος Μ υκονιάτης... έστάθη μέ δλην τήν άπαιτουμένην Ε λ ληνικ ήν γεναιότητα καί άνδρείαν εις τόν της Στύγκας καί Σκουλενίου μέ τούς Τούρκους πόλεμον κατά τήν 16 καί 17 ’Ιουνίου 1821 μέ ήμάς συγκροτηθέντα (...) Εις πίστιν τού όποιου τφ δίδομεν τό παρόν μαρτυρικόν ύπογεγραμμένον πά ρ ’ ημών πρός χρήσιν του. τήν 5ην Σεπτεμβρίου 1821, Κισινιόβι. καρά - (Γεώργης) πα ππά ς βεβαιώνω (...), τη 22 ’Ιουνίου 1821 έθεωρήθη παρά τής έν Ό δη σ σ φ εφορίας.» (123124), - απόφαση υπογραμμένη από τους προεστούς της Μυκόνου: «1783 Ιουλίου 25 Μύκονος. Τήν σή μερον έσυνάχθημεν δλοι ημείς ύποκάτωθεν γεγραμμένοι προεστότες τής νήσου Μυκόνου καί εύρίκαμεν εύλογον νά σιργουνέψωμεν κάποιον Πέτρον Χιλιοκόκκαλον όνοματισμένον, είναι κα κοποιός άνθρωπος καί κλέπτης είς τά πάντα δλα..., ούτως άποφασίσαμεν δλοι όμογνώμως υποσχόμενοι νά τό βαστάξωμεν διά τήν τιμήν μας» (140-141) καθώς επίσης: - απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Ειρηνίδη «Τά έν Έ φ έσω κατά τάς άρχάς τής έθνεγερσίας τού 1821 τραγικά συμβάντα ή άναμνήσεις τινές τού ιερού άγώνος κατά τό πρώτον έτος», έκδο ση 1877, σχετικά με την καταστροφή του Τουρκι κού στόλου στο λιμάνι του Τσεσμέ από τους Ρώσους και το ρόλο που έπαιξαν στην πυρπόληση οι Μυκονιάτες ναύτες (124-127). - περιγραφή της ενδυμασίας των γυναικώ ν της Μυκόνου, γραμμένη στα 1803 από τον πρώσο πε ριηγητή και διπλωμάτη Μπαρτόλδι (121-122), - αποσπάσματα από το ημερολόγιο πλοίου του καπτα-Νικόλα Σουρμελή, όπου καταγράφονται οι παραβιάσει? του τουρκικού αποκλεισμού της Κ ρήτης από τον Σουρμελή με το ατμόπλοιο Ένω σις κατά την επανάσταση του 1867 και τα σχετικά με τη μεταφορά εφοδίων και εθελοντών στο νησί και τη φυγάδευση τραυματιών και αμάχων (7578), - απόσπασμα τοπικής εφημερίδας που στις 3 Ιουνίου 1934 και με αφορμή τις προβλέψεις τουρι στικής έξαρσης εξέθετε ως είδηση την επιθυμία του Γκαίρινγκ να επισκεφθεί τη Μύκονο (155). Ό λα αυτά προβάλλουν σαν αντικείμενα ανεξάρ τητα, σαν σώματα ξένα προς τον κυρίαρχο λόγο. Αντίστοιχος με την «αντικειμενική» τους διάστα ση είναι και ο τρόπος με τον οποίο εισάγονται- άλ λοτε μετά από το τέλος κάποιας παραγράφου
---------------------------------- αφιέρωμα 61 όπου περιέχεται μια πληροφορία την οποία μπο ρούν έμπρακτα ως ντοκουμέντα να ενισχύσουν: «Ποΰ νά τό βάλει ό νους τοΰ περαστικού ξένου πώ ς μές σέ τούτον τόν Ά η Ληά,... έγίνηκε ή μεγά λη σύναξη, παπάδες καί λαός,..., κι εκεί άχρηστεύοντας την ξένη κυβέρνηση, διόρισαν ντόπιους άνθρώπους, γ ιά νά κυβερνάται ό τόπος άπό τότε δίχως τόν ξένο. Ε ίναι τρισήμισι τώρα αιώνες. (1011), «Καί τής γυναίκας ή υπόληψη, στην άγοραπωλησία, έχει την δμοια άξια μέ τήν άντρική, κι άν τύχει κανένας πού δέν τό πιστεύει, βρίσκεται αυτό μές στίς γραφές» (85), «Πού νά καταπλακώ θηκαν κι οί μυκονιάτες μπουρλοτιέρηδες (...) ευτυχώς μόνο πού φάνηκε στόν κόσμο ή γραφ ή καί θά διατηρήσει μέ τά μαρτυρικά της» (123), άλ λοτε «δεικτικά» μετά άνω και κάτω στιγμές: «Καί στά κρατικά άρχεΐα μένουν κάμποσα γράμματα, τέτοια» (52), «Κουκουλωμένος ό Δημοσθένης μέ τήν πελερίνα, τραβά ά π ’ τό συρτάρι,..., ένα χαρτί παλαιό, καί αυτός βλέπει γραμμένα:» (82), «Τό πιάνει, τό διαβάζει ολόρθη,... κι έγραφε τό χαρ τί:» (140), και άλλοτε σαν μέρος μιας ευρύτερης πληροφορίας πάλι μετά από άνω και κάτω στιγμή: « - και τά ’χει άφήσει γραμμένα στοΰ καραβιού του τό Ημερολόγιο:» (74). Ανεξάρτητες από τον κύριο λόγο προβάλλουν και οι σκέψεις του μηχα νικού κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στο νησί (157,159,160,161,163), μόνο που στην περίπτωση αυτή η «αντικειμενικότητα» περιορίζεται από τον διαμεσολαβητικό ρόλο παρεμβαλλόμενων φράσε ων όπως: «συλλογίζεται εκείνος» - «συλλογίζεται ό μηχανικός», - «θυμήθηκε ό μηχανικός», «θυμάται ό μηχανικός». Άλλωστε και η τυπογρα φική οργάνωση του αφηγήματος δίνει έμφαση στην «αντικειμενική» διάσταση· κλεισμένα μέσα σε εισαγω γικά ή τελείως ελεύθερα τα ετερογενή κείμενα που αναφέραμε διαχωρίζονται από τον κορμό με διπλά διάστιχα και διπλή αριστερή εσο χή, με μοναδική εξαίρεση, απόκλιση προς περισ σότερη ακόμη αποδέσμευση, την περίπτωση της φωτοτυπημένης επιστολής. Α πό την άλλη, και ο βασικός κορμός, είναι ένα αντικείμενο που παρατίθεται ως το τελικό αποτέ λεσμα μιας πράξης, μιας διαδικασίας γραφής, την οποία ανιχνεύουμε στα πλαγιογράμματα μέρη: «Ή Κάδμω κάθησε στήν καρέκλα- καί μπροστά της τό τραπέζι. Έ χ ε ι νά γράψ ει σήμερα κάτι πολύ επίκαιρο» (118).. «μέσα σ’ ένα δωμάτιο, θά βλέπα νε τήν Κάδμω νά ετοιμάζεται νά γράψει. Γιατί π ο λύ καθυστέρησε μέ δλα τά τρομερά γεγονότα. Καί μήπως δέν προλάβει. Πρέπει άπόψε ν ’ άρχίσει νά γράφει γ ιά μιά γειτονιά» (133), «Ή Κάδμω κάτι
ήθελε νά γράψει, κάτι νά συμπληρώσει, μά δέν έχει καιρό" βιάζεται» (165). τσι, τόσο η σχέση κορμού και παρένθετων κειμένων όσο και η σχέση πλαγιογραμμά των μερών και κορμού πάνω στις οποίες ορ γανώνεται το αφήγημα, μπορούν να περιγραφούν ως ανοίγματα παραθύρων: ανάμε σα από τα αφηγηματικά μέρη, που αφορούν την Κάδμω που γράφει, φαίνονται τα αφη γηματικά μέρη που παράγονται από τη γραφή, ενώ ανάμεσά τους φαίνονται άλλα κείμενα γραμ μένα από τρίτους. Γενικά το παράθυρο ως έννοια ορίζεται από δύο παραμέτρους: το άνοιγμα και τη θέα, δηλαδή τη διακοπή μιας συνεχούς πραγματικότητας και την παρουσία μιας κλειστής πραγματικότητας, διαφορετικής οντολογικής τάξης. Η πραγματικό τητα που σημαίνεται στα πλαγιογράμματα μέρη είναι η ενεστωτική κατάσταση του αφηγηματικού
Ε
Από αριστερά όρθιες: Αγγελική Μενάρδον, Σοφία Καμπάνη, Μέλπω Αξιιότη, καθιστές: Ερνούλα Χαλκιωπούλου και Μαρία Καμπάνη, φίλες της Μέλπως στη Μύκονο γύρω στα 1920
62 αφιέρωμα----------------------------------υποκειμένου: ο παρών χρόνος της Κάδμως ως χρόνος εξορίας αλλά και ως χρόνος δημιουργίας, δηλαδή γραφής ή καταγραφής του παρελθόντος, του χαμένου χρόνου. Από τα παράθυρα που ανοί γονται σ’ αυτή την πραγματικότητα προβάλλει το δημιούργημα, η διήγηση. Την οντολογική διαφορά των δύο πραγματικο τήτων κάνει φανερή όχι μόνο η τυπογραφική ιδιο μορφία αλλά και η διαφορά λόγου. Ο κορμός, ως μίμηση διήγησης, ακολουθεί συμβάσεις προφορικότητας, όπως οι παύσεις, οι παρεκβάσεις και οι ρητορικές αποστροφές προς ένα ιδεατό κοινό: «Μά τώρα άς ξαναπιάσω από κεΐ πού άπόμεινα σ’ έκεΐνο πού σάς έλεγα. 'Έ να κομμάτι γκρεμνός τούτο τό μέρος» (14), «’Αλλά άς ξανάρθουμε τώρα εκεί πού άπομείναμε, ώς σάς έλεγα. Ό μηχανικός λοιπόν» (15). ’Αλλά νά μέ συμπαθάτε, όπού τώρα τό λησμόνησα, πώ ς σάς τό έχω ξαναπεΐ» (43), «...είναι προτιμότερο νά τά πιάσομε πάλι από τη σειρά» (46). Επίσης, στο χαρακτηριστικό υφολογικό μωσαϊκό του συνυπάρχουν το λαϊκό ύφος που απαιτεί η αφήγηση ιστοριών ανεκδοτολογικού σχεδόν χαρακτήρα σχετικά με πρόσωπα της «ζητιανικής συντεχνίας» και γεγονότα της καθη μερινής ζωής του νησιού στους προτουριστικούς χρόνους της χαμένης ανθρωπιάς και αθωότητας, και στο οποίο θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει επιβιώσεις «ηθογραφικές», και το μοντερνιστικό ύφος που η Αξιώτη υιοθέτησε στα προπολεμικά της πεζογραφήματα με ολισθήσεις προς τον εσω τερικό μονόλογο, με αντίστοιχες αλλαγές της προσωπικής αντωνυμίας από το τρίτο στο δεύτε ρο πρόσωπο, και παραβιάσεις της συντακτικής τάξης. Αντίθετα, στα πλαγιογράμματα μέρη η συντακτική συνέπεια και η συστηματική τοποθέ τηση των στοιχείων της πρότασης σε σταθερές θέσεις διαμορφώνουν έναν κανόνα που υποβάλ λει την αίσθηση ομοιογένειας και αδιάσπαστης συνέχειας. συγκειμενοποίηση των διαφορετικών λό γων, δηλαδή οι οριοθετήσεις και οι μετα βάσεις από τη μια πραγματικότητα στην άλλη, από τον εντός στον εκτός παραθύ ρου τόπο, είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκρι μένης διαδικασίας πλαισίωσης· τα δε πλαί σια, όπως και από την καθημερινή εμπει ρία προκύπτει, δεν είναι άλλο από τους τρόπους με τους οποίους σημαίνονται τα παράθυρα και με τους οποίους γίνεται αντιληπτή η διαχωριστική ή συμπεριληπτική τους λειτουργία. Γύρω από το ρόλο των πλαισίων έχει κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες αναπτυχθεί ένας ευρύς
Η
θεωρητικός προβληματισμός ως αποτέλεσμα συνάντησης φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών, και γνωσιοψυχολογικών αναζητήσεων στο θέμα της οργάνωσης της εμπειρίας. Σύμφωνα με αυτόν τον προβληματισμό πλαίσια είναι οι δομές-συμβάσεις, μέσα από τις οποίες γίνεται η πρόσληψη και επεξεργασία γεγονότων και καταστάσεων ως δε δομένων μιας πραγματικότητας.2
το μέτρο που τα αφηγήματα ως αντικείμενα εμπίπτουν και αυτά στην εμπειρική πραγμα τικότητα, ενώ από την άλλη αποτελούν κειμενικές μεταγραφές μιας υποθετικής εξωκειμενικής πραγματικότητας, οι γενικές θε ωρίες περί πλαισίων μπορούν να εφαρμο στούν επίσης στην εξέταση των διαδικα σιών κατασκευής και πρόσληψης των μυθοπλα σιών. Κάτω από το φως γνωσιοψυχολογικών κυρίως μελετών3 έχουν διαμορφωθεί αφηγηματολογικές απόψεις που δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην επικοινωνιακή αξία των πλαισίων, θεωρώντας ό τι τα πλαίσια αφορούν αφενός την κωδικοποίηση και αφετέρου τη σχέση ανάμεσα στους φορείς της επικοινωνίας, ότι, δηλαδή, με τα λόγια της Katharine Young4 «κωδικοποιούν ιστορίες ανάμε σα σε άλλα είδη γεγονότων ή κωδικοποιούν είδη ιστοριών και από την άλλη ότι προκαλούν ή απο καλύπτουν μια στάση απέναντι στην ιστορία που φωτίζει τη σχέση ανάμεσα σ ’ αυτούς που τη λένε και σ ’ αυτούς που την ακούν». Εξάλλου ο όρος «ανάλυση πλαισίων» όπως χαρακτηριστικά δια μορφώνεται από τον Erving Goffman,5 ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη τις γνωσιοψυχολογικές σπουδές του Bateson εξετάζει την οργάνωση της εμπειρίας σύμφωνα με τις αντιληπτικές δομές που η κοινωνία μας διαθέτει για την παραγωγή νοή ματος, μεταφερμένος στην αφηγηματολογία, σ η μαίνει την ανάλυση των συμβάσεων που διέπουν την οργάνωση ενός αφηγήματος. Ο ι συμβάσεις αυτές είναι οι τεχνικές με τις οποίες το πλασματι κό διαχωρίζεται από το «πραγματικό» καταρχήν και με τις οποίες αποκτά μια συγκεκριμένη μορ φή. Έ τ σ ι, για τους αφηγηματολόγους πλαίσια δεν είναι μόνο τα δύο εξώφυλλα ενός βιβλίου, αλλά κυρίως οι τεχνικές που αφορούν την εισαγωγή και το κλείσιμο μιας ιστορίας, τον τρόπο εκφοράς της, καθώς και την προβολή των στοιχείων που τη συνθέτουν. Στο Το σπίτι μου, η ιστορία στο διηγητικό επίπεδο6 συνοψίζεται σε ένα και μόνο γε γονός, την πράξη κατασκευής της διήγησης,7 η
Σ
αφιέρωμα 63 οποία συνδυάζει δυο τεχνικές: την αφήγηση γεγο νότων και καταστάσεων, διαμεσολαβημένη κατά περίπτωση με την εστίαση του μηχανικού, της Κάδμως σε διάφορες ηλικίες και άλλων, και την παράθεση αυτούσιων πραγμάτων που διακόπτουν το αφηγηματικό συνεχές. Αυτός ο συνδυασμός, που σημαίνει ότι ως πλαίσιο των παραθύρων στέ κεται μόνο η οντολογική διαφορά θεωμένων πραγμάτων και διακεκομμένου συγκειμένου (context), δημιουργεί την υποψία της διάρρηξης των ορίων ανάμεσα στη μυθοπλασία και την Ιστορία, και προκαλεί, όντας ταυτόχρονα μια ακραία ρεαλιστική όσο και υπονομευτική σύμβα ση, την ψευδαίσθηση ότι από τα παράθυρα της αφήγησης εισβάλλει στο κείμενο η Π ραγματικό τητα. Είναι αυτονόητο ότι οι διαδικασίες αφηγηματι κής πλαισίωσης, όχι μόνο καθορίζουν την ειδολο γική υπόσταση ενός έργου ως μυθοπλαστικού, αλ λά και διευκρινίζουν τη θέση του στην ιστορία του είδους στο μέτρο που οι τεχνικές διαφοροποι ούνται σύμφωνα με ρεύματα και περιόδους.8 Στα ρεαλιστικά μυθιστορήματα, όπου αυτό που επι διώκεται είναι η αναπαράσταση μιας συνεπούς, αρραγούς, κλειστής πραγματικότητας, η ψευδαί σθηση της αντικειμενικότητας και της συνέχειας επιτυγχάνεται με μια όσο το δυνατόν αδιαφανή πλαισίωση.9 Αντίθετα, στα μεταμυθοπλαστικά μυθιστορήματα η προφάνεια της πλαισίωσης συμβάλλει στην αποκάλυψη της συμβατικότητας των πλαισίων και την κατάδειξη της πλασματικότητας και του κατασκευάσιμου της αφήγησης.10
Η ΜΛ.
1. Βερολίνο την Πρωτομαγιά του 1957
Το αφήγημα Το σπίτι μο υ μπορεί, πιστεύω, να θεωρηθεί ως η πρώτη τυπική εμφάνιση στη νεοελ ληνική πεζογραφία μιας μεταμυθοπλαστικής τά σ ης11 που δίνει έργα σαφώς διαφοροποιημένα τό σο ως προς τη ρεαλιστική παράδοση όσο και ως προς το μεσοπολεμικό μοντερνισμό.12 Το κυριότερο χαρακτηριστικό αυτής της τάσης, πολύ πε ρισσότερο διαφοροποιητικό από την αυτοαναφορικότητα,13 είναι η αντικατάσταση της περιγρα φής από την παράθεση ή τη μίμηση της παράθε σης αυτούσιων αντικειμένων, μια τεχνική με την οποία υπονομεύεται κατεξοχήν η συνέχεια, η βα σική προϋπόθεση της συμπαντικότητας του ρεα λιστικού μυθιστορηματικού κόσμου. Αυτή η δια φοροποίηση προς τη νόρμα και η υπέρβαση των συμφωνημένων συμβάσεων είναι που προκάλεσε την καταρχήν αμήχανη έκφραση της κριτικής14 καθώς και το κατοπινό ενδιαφέρον. Το γεγονός ότι «διαβάζουμε» σε ένα κείμενο με ένα ιδιαίτερο τρόπο τα χαρακτηριστικά που θεω ρούμε ότι αφενός το κάνουν να διαφέρει από μια ομάδα άλλων κειμένων και αφετέρου του εξασφα λίζουν μια θέση σε μια άλλη ομάδα, σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση αποδεχόμαστε και εφαρμό ζουμε ένα λόγο, ο οποίος απορρέει από μια συγκε κριμένη αντίληψη περί λογοτεχνίας και λογοτε χνικότητας, από ένα, δηλαδή, ρυθμιστικό σύστη μα σχετικά με τις ιδιότητες που πρέπει να κατέχει το λογοτεχνικό κείμενο. Έ χ ε ι υποστηριχθεί ότι οι αντιλήψεις περί λογοτεχνίας, εφόσον παίζουν ρό λο στις διαδικασίες ανάγνωσης, μπορούν να ερμηνευθούν ως αντιληπτικά πλαίσια, με την έννοια
64 αφιέρωμα---------------------------------που προσδίδει η γνωστική ψυχολογία στο σύνολο γνώ σης που οι αναγνώσεις χρησιμοποιούν στην προσέγγιση ενός κειμένου.15 Α ν συμφωνήσουμε με αυτή την άποψη, τότε θα πρέπει να χαρακτηρί
σουμε και την προηγηθείσα εξέταση της λει τουργίας των πλαισίων στην αφηγηματική κατα σκευή του Το σπίτι μ ου ως μια πλαισίωση δεύτε ρου βαθμού.
Σημειώσεις 1. Η αρίθμηση των σελίδων αντιστοιχεί στην έκδοση: Το σπί τι μου, Αθήνα, θεμέλιο, 1965. 2. Ο Μ. Minsky για παράδειγμα, («Α framework for representing knowledge», στο: P. H. Winston, ed., The psychology of computer vision, New York, McGraw-Hill 1975, 211-280) έχει ορίσει το πλαίσιο ως μια δομή δεδομέ νων μέσω της οποίας μπορούν να παρασταθοΰν στερεό τυπες καταστάσεις. Οι απόψεις του Minsky καθώς και η βα σισμένη σ’ αυτές ανάλυση των R. C. Schank και R. Ρ. Abelson (Scripts, plans, goals and understanding. An inquiry into human knowledge structures. Hilsdale NJ, Erlbaum 1977) συνέβαλαν στη διαμόρφωση εκ μέρους γνωσιοψυχολόγων όπως οι R. C. Anderson, G. Η. Bower, Ρ. W. Thorndyke και F. R. Yekovich της ιδέας ότι τα πλαίσια είναι συστήματα κοινά αποδεκτής «γνώσης» που αφορά τις ιδιό τητες συγκεκριμένων τύπων αντικειμένων, γεγονότων και 3. Όπως: Gr. Bateson and Jurgen Ruesch, Communication: The Social Matrix o f Psychiatry, New York, W. W. Norton 1968 και Gr. Bateson, Steps to an ecology o f mind. New York, Ballantine Books 1972. 4. «Edgework. Frame and boundary in the phenomenology of narrative communication», Semiotica 41 1/4,1982, 277-315. 5. Frame analysis, New York, Evaston, San Fracnisco, London, Harper and Row 1974. 6. Θεωρώ ότι τα πλαγιογράμματα μέρη στα οποία βρίσκεται η αφηγηματική αυθεντία και τελείται η πράξη γραφής συνιστούν το διηγητικό (ή ενδο-διηγητικό) επίπεδο, ενώ ο βασι κός κορμός, η διήγηση, ως παράγωγο της πράξης γραφής, συνιστά το μετά-ή υπο-διηγητικό επίπεδο. Για τη διάκριση επιπέδων αφήγησης βλ. Gerard Genette, Narrative Discours (1972), μετφ. Jane E. Lewin, Oxford, Basil Blackwell 1986, 228 και για επιχειρηματολογία υπέρ του όρου «υπο-διηγητικό» βλ. Mieke Bal, Narratologie. Essais sur la signification narrative dans quatre romans modernes, Paris, Klincksieck, 1977, 24 και 59-85 καθώς και Shlomith Rimmon - Kenan, Narrative Fiction: Contemporary Poetics, London and New York, Methuen 1983, 92 και 140. 7. Εφόσον η κατασκευή της διήγησης είναι το μόνο γεγονός της ιστορίας μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο υπότιτλος «Διήγηση» δεν είναι ένας ειδολογικός προσδιορισμός, όπως σε άλλες περιπτώσεις οι υπότιτλοι «διήγημα» ή «μυθιστόρη μα», αλλά μια μετωνυμική έκφραση της σχέσης αντικειμέ νου και διαδικασίας παραγωγής του. 8. Η Mary Ann Caws, για παράδειγμα, εξετάζοντας τη λει τουργία των πλαισίων στην αφήγηση, μέσα από δείγματα προ-μοντερνιστικής γραφής, όπως χαρακτηρίζει το λόγο της Jane Austin, του Thomas Hardy, του Poe καθώς και του Baudelaire, και μοντερνιστικής γραφής, όπως χαρακτηρίζει το λόγο της Virginia Woolf, του Henry James και του Marcel Proust, συμπεραίνει ότι «η απόσταση από την πρώι-
9.
10.
11.
12.
13.
14.
15.
μη τάση προς την απομόνωση μιας εικόνας ή μιας σκηνής, που ως πλαισιωμένη προβάλλεται έξω από το κείμενο ή στέ κεται ακίνητη στο κέντρο της αφηγηματικής ροής, μέχρι την κατοπινή τάση προς την αντίληψη του πλαισίου του ί διου ως κυρίως αντικειμένου του ενδιαφέροντος, αντιπρο σωπεύει την απόσταση απο τον προ-μοντερνισμό μέχρι την κορύφωση του μοντερνισμού» (Reading Frames in Modern Fiction, Princeton NJ, Princeton of Univ. Press 1985, 263). Για μια εξέταση περιπτώσεων πλαισίωσης νεοελληνικών αφηγημάτων βλ: Δημήτρης Τζιόβας, «Το αφηγηματικό πλαίσιο και το συγγραφικό άλλοθι στη νεοελληνική πεζο γραφία», Μετά την αισθητική, Αθήνα, Γνώση 1987,87-111. Ως αδιαφανή θεωρώ την πλαισίωση που είτε δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, που με άλλα λόγια, δεν δείχνει την οντο λογική διαφορά ανάμεσα στο περιεχόμενο του πλαισίου, και το συγκείμενο, ή όταν γίνεται αντιληπτή με τη μορφή προ λόγων, επιλόγων, δήθεν εκδοτικών σημειώσεων, υπακούει σε μια πρόφαση αληθοφάνειας. Για τη σχέση αδιαφάνειας του πλαισίου και εγκλεισμού του πλαισιωμένου κόσμου μέ σα σε ένα είδος συμπαντικότητας. βλ. Yuri Lotman, Structure o f the Artistic Text (1970), Ann Arbor, Mitchigan Slavic Contribution 1977. Σχετικά με τη χρήση των πλαισίων στη μεταμυθοπλαστική πεζογραφία βλ. Patricia Waugh, Metafiction, The Theory and Practice o f Self-Concious Fiction, Routledge, London and New York (1984), 1988 κυρίως σελίδες 28-34. Για μια ανάγνωση των αφηγηματικών τεχνικών και του ρό λου τους κάτω κυρίως από το πρίσμα του θεωρητικού λόγου περί μυθοπλασίας βλ. Μαίρη Μικέ, «Η διάλυση της ρεαλι στικής ψευδαίσθησης»: Μέλπως Αξιώτη, Το σπίτι μου (1965), Σπείρα, τρίτη περίοδος, τεύχος δεύτερο. Φθινόπωρο 1991, 146-163. Ανίχνευση των χαρακτηριστικών αυτής της τάσης, βασι σμένη στα αφηγήματα: Το σπίτι μου, της Μέλπως Αξιώτη Το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, Τρία ελληνικά μονόπρα κτα και στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 του Θανάση Βαλτινού, επιχείρησα σε ανακοίνωση με τίτλο: «Το ράγισμα του συμπαντικού κόσμου του μυθιστορήματος: αφηγηματικές κατευθύνσεις της μεταπολεμικής πεζογραφίας» στο Συμπό σιο για τη μεταπολεμική πεζογραφία, Θεσσαλονίκη 1991. θεωρώ την αυτοαναφορικότητα λιγότερο χαρακτηριστική τεχνική γιατί έχει εφαρμοστεί ήδη σε αφηγήματα του «ρεα λιστικού» του 19ου αιώνα: αρκεί για παράδειγμα να θυμη θούμε, πριν από τις περιπτώσεις χρήσεις της από το Ροΐδη, την εντός κειμένου αποστροφή που επιχειρεί ο λιγότερο επαναστατικός A. Ρ. Ραγκαβής προς τον Μαύρο Ιππότη και το Walter Scott στο Ο αυθέντης του Μωρέως, που δημοσι εύεται σε συνέχειες στην Πανδώρα το 1850. Βλ. Δημήτρης Ραυτόπουλος, «Μέλπως Αξιώτη Το σπίτι μου», Επιθεώρηση Τέχνης 136, Απρίλιος 1966, 426-431 και Απόστολος Σαχίνης, «Χρονικό ενός νησιού. Μέλπως Αξιώ τη: Το σπίτι μου», Εποχές, 38, Ιούνιος 1966,562-563. Η. Verdaasdonk, «Conceptions of litterature and frames?», Poet/cs 11,1982,87-104.
αφιέρωμα 65 I. Εναρκτήριες Παρατηρήσεις
Ρ ^ο
δ ε ύ τ ε ρ ο μ υ θ ισ τ ό ρ η μ α (ν ο υ β έ λ α ) τ η ς
Α ξιώ τη , μ ε τίτλ ο « Θ έ λ ε τ ε ν α χ ο ρ έ ψ ο μ ε Μ α ρ ία ;» , ε κ δ ό θ η κ ε τ ο 1940, κ α ι ττροκάλ ε σ ε α μ η χ α ν ία σ ε ε κ ε ίν ο υ ς π ο υ α ν τ ι π ρ ο σ ώ π ε υ α ν τ ο τ ό τ ε λ ο γ ο τ ε χ ν ικ ό κ α .
.
τε σ τη μ έ ν ο . Σ ’ έ ν α λ ε π τ ό τ ό μ ο 6 7 σ ε λ ί
δων, η Α ξ ιώ τ η σ υ ν ε χ ίζ ε ι τ η ν α ισ θ η τ ικ ή τ η ς α ν α ζ ή τ η σ η - π ο υ ά ρ χ ισ ε μ ε το έ ρ γ ο τ η ς «Δ ύσ κο λες
ν ύ χ τε ς»
(1 9 38 )
και
τ ε λ είω σ ε
α π ό τ ο μ α μ ε το τ ε λ ε υ τ α ίο τ η ς μ υ θ ισ τ ό ρ η μ α μ ι α α ν α ζ ή τ η σ η μ έ σ α α π ό τη Γ ε ρ μ α ν ικ ή Κ α το χή , τ ο ν Ε μ φ ύ λ ιο π ό λ ε μ ο , κ α ι έ π ε ιτ α τη ν ε ξ ο ρ ία τη ς, ε ξ α ιτ ία ς τω ν π ο λ ιτ ικ ώ ν τ η ς π ι σ τεύω , σ τ η Γ α λ λ ία κ α ι τ η ν Α ν α τ ο λ ικ ή Ε υ ρ ώ πη, π ρ ά γ μ α π ο υ τ η ν ο δ ή γ η σ ε σ τ η δ ια μ ό ρ φ ω σ η ε ν ό ς ρ ιζ ο σ π α σ τ ικ ο ύ κ α ι α σ υ ν ή θ ισ τ ο υ λ ό γ ο υ - α κ ό μ η κ α ι γ ια τ α σ η μ ε ρ ιν ά κ ριτή ρια.
Ελένη Γιαννακάκη*
Το παραμύθι της αγάπης και της ζωής της Αξιώτη: Θέλετε να χορέψουμε Μαρία; * Απόσπασμα από ανέκδοτη διδακτορική διατριβή: “Narcissus in the. Novel: A Study of referentiality in the Greek Novel, 1930-1945”, Univ. of London, 1990.
τρόπος που η Αξιώτη χειρίζεται την παρά δοση, δεν συσχετίζεται με τα ευρέως γνω στά εθνικιστικά (υπο)δείγματα εκείνων που υποστηρίζουν τη λειτουργική χρήση της λογοτεχνίας ως απόδειξη εθνικής συνέχειας. Απλώς, το όλο θέμα το χειρίζε ται σ αν να πρόκειται για γόνιμο έδαφος από το οποίο το νέο και μεταρρυθμιστικό σώμα της λογοτεχνίας θα αναδειχθεί περίπου με τον ίδιο τρόπο που παρατηρείται και γίνεται αντιληπτή η παράδοση στο έργο του Σεφέρη· πιο συγκεκριμέ να στην περίπτωση του βιβλίου «Θέλετε να χορέ ψουμε Μαρία;», η παράδοση εξετάζεται περισσό τερο σαν μια διαδικασία αναφοράς, παρά σαν μια δεδηλοιμένη πραγματικότητα. Από την άλλη με ριά, ο Πεντζίκης και η Αξιώτη -ό σ ο ν αφορά τον τρόπο που χειρίζονται την πα ράδοσ η- πιστεύω ότι διαφέρουν στο γεγονός ότι ο πρώ τος εμμένοντας στην «πρωτοτυπία» και την προφορικότητα της παράδοσης, «επιφέρει μια ανάσταση» στην
0
66 αφιέρωμα---------------------------------εξουθενωμένη και σχεδόν νεκρή γλώσσα του λο γοτεχνικού λόγου. Στο έργο της Αξιώτη, ολόκλη ρη η σύγχρονη γραπτή λογοτεχνία αποτελεί μια παραλλαγή και μια επανάληψη αυτού που ήταν αρχικά προφορικό και εξέφραζε τα λαϊκά έθιμα και τις παραδόσεις της συλλογικής μνήμης. Επιπλέον, το παραμύθι -ω ς μέρος αυτής της παράδοσης και ταυτόχρονα ως μέσο ομιλίας που παρουσιάζει ομοιότητες με το μυθιστόρημα ως εί δος- θεωρείται η αρχετυπική δομή που κρύβεται πίσω από κάθε σύγχρονη λογοτεχνίστικη ενασχό ληση: τα μοντέρνα μυθιστορήματα, δεν είναι τί ποτα περισσότερο από μια ανάπλαση ενός παρα μυθιού, αφού οι άνθρωποι, κατά βάθος, θα είναι πάντοτε οι ίδιοι -ο ι άνθρωποι πάντοτε θα ερωτεύ ονται και θα μάχονται για να επιβιώσουν μέσα από αντίξοες καταστάσεις- θα παρουσιάζουν την τάση να μυθιστοριογραφούν τη ζωή τους μέσω των μυθιστορημάτων που γράφουν και τα οποία αποτελούν σύγχρονα παραμύθια. Από αυτή τη σκοπιά φαίνεται να υπάρχει μια σχέση «της τέ χνης» για - τ η ν - τέχνη -αδιαφορώντας για το ότι αυτή τη στιγμή μιλάμε για ένα είδος προφορικής λαϊκής τέχνης- ανάμεσα στην παράδοση και την εν λόγω νουβέλα παρά για μια «τέχνη» για -τ η ν πραγματιΚότητα, όπως συμβαίνει στη ρεαλιστική ηθογραφική πεζογραφία. σον αφορά τη θεματολογία του βιβλίου, δεν υπάρχει ένδειξη πρωτοτυπίας, ενώ η καινοτομία την οποία θεωρείται πως ανα καλεί η δουλειά της, φαίνεται κατά βάση να έχει σχέση μόνο με το λόγο δια μέσου του οποίου αυτά τα θέματα αποδίδονται. Η προσωπική γνώμη -η οποία διαμορφώνε ται από τα διάφορα αναγνώσματα και από τις ατομικές εμπειρίες ενός ανθρώπου που δείχνει να διέπει τη συγγραφική και αναγνωστική διαδικα σία οποιοσδήποτε λογοτεχνικής εργασίας, μοιά ζει να αντικαθίσταται από τη συλλογική μνήμη της προφορικής λαϊκής παράδοσης στο «Θέλετε να χορέψουμε Μ αρία;»1. Ο «ισχυρισμός» του κει μένου ότι είναι εύκολο να γραφεί ένα παραμύθι ανάλογο εκείνων που πάντοτε μυθιστοριογρα φούν την αγάπη και τη ζωή του ανθρώπου λει τουργεί υπονομευτικά όσον αφορά την αναφορικότητα του κειμένου: το κείμενο “δηλώνει” ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά απλή γλώσσα που δη μιουργεί ή επαναλαμβάνει κάθε φορά την ίδια ιστορία με άλλα λόγια, δεν έχει να κάνει με μια ιστορία που χρήζει αφήγησης αλλά με την ίδια την πράξη της συγγραφής. Το «Θέλετε να χορέψομε Μαρία» αφηγείται τις
ατομικές ιστορίες τριών ανθρώπων, άσχετων με ταξύ τους: Αυτοί ξεκίνησαν από παντού, γλείφοντας μέσα στη σιωπή καταμεσής του δρόμου τους το χώμα, κάθε ένας διαφορετικά, βουνά και ανέμους άφη σαν πίσω, και τέλος σμίξανε μαζί (64)
Αυτοί οι άνθρωποι είναι η Άννα, ο Γιάννης και η κυρία Θαλή, η μητέρα της Μάρθας - η Μάρθα και οι δύο πρώτοι είναι φοιτητές στο Πανεπιστή μιο. Από το παραπάνω απόσπασμα καταλαβαί νουμε ότι ο καθένας τους προέρχεται από διαφο ρετική περιοχή, διαφορετική κοινωνική και οικο γενειακή κατάσταση, όμως τώρα ζουν όλοι στην ίδια πόλη. Οι πρώτοι τρεις συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο -σ τη ν πραγματικότητα, η Μάρθα φαίνεται να είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους άλλους τρεις, αφού ποτέ δεν παραμένει σταθερά κάπου- ο Γιάννης και η Ά ννα αρχίζουν μια ερωτική σχέση και η νουβέλα τελειώνει με τη σκηνή στο καθιστικό δωμάτιο της κυρίας Θαλής, όπου: οι τέσσερις τους πέρασαν μαζί το βραδάκι. Φυσικά, η καταγραφή αυτών των γεγονότων βασίζεται κυρίως σε λογικές υποθέσεις και συσχε τισμούς που εμείς, ως αναγνώστες, αναγκαστήκα με να κάνουμε, για να μπορέσουμε-να συμπληρώ σουμε τα σημασιολογικά κενά και να φτιάξουμε ένα κείμενο με νόημα πέρα από αυτές τις σειρές των γεγονότων και των ατομικών ιστοριών που παρουσιάζονται. Δεν υπάρχει καμιά αιτιολογική και λογική σχέση ανάμεσα στα διάφορα γεγονό τα, τις παραγράφους ή ακόμη και τα μέρη αυτής της νουβέλας: ούτε και υπάρχει μια σχέση «αιτίας-αποτελέσματος» μεταξύ των προτάσεων, οι οποίες συχνά εμφανίζονται διαδοχικά δίχως να έχουν κάποιο νόημα Σε γενικές γραμμές, ο λόγος στο «Θέλετε να χο ρέψομε Μαρία» δεν είναι μονάχα υπερβολικά με ταφορικός και ελλειπτικός. Πολλές προτάσεις επί σης εμφανίζουν τέτοιο ρυθμό και τέτοια έκταση που κρίνω ότι δικαιολογούν τον Μαλάνο όταν υποστήριξε ότι ο πεζός λόγος της Αξιώτη δεν δια φέρει και πολύ από την ποίησή της2. Επιπλέον, πολύ συχνά, δείχνει να είναι ο λόγος της συνειρ μικός, δίχως να υπάρχει ο απαιτούμενος μηχανι σμός του κειμένου πίσω από τους διαδοχικούς ελεύθερους συσχετισμούς που αποκαλύπτονται τόσο φανερά. Η ονοματοθεσία και η αυτονομία των ηρώ ω ν Μια επιτυχής διαδικασία ονοματοθεσίας, μ’ άλ λα λόγια η ύπαρξη μιας ταυτότητας ανάμεσα στο άτομο και το όνομα, συχνά λειτουργεί αναλογικά
---------------------------------- αφιέρωμα 67 -ίσ ω ς και ενδεικτικά- προς μια ομοίως αναφορι κή σχέση μεταξύ της γλώσσας και της πραγματι κότητας σ ’ ένα κείμενο. Εδώ όμως αυτή η διαδι κασία διακόπτεται καθώς συμβαίνει άλλωστε και με την αναφορική διαδικασία μεταξύ του τίτλου και του κατηγορουμένου στη νουβέλα. Το πρόβλημα της λανθασμένης ονοματοθεσίας στο «θέλετε να χορέψουμε Μαρία» αφορά κυρίως τους δύο βασικούς ήρωες, το Γιάννη και την Άννα. Ο Γιάννης, όταν πήγαινε σχολείο, πί στευε οτι το όνομά του ήταν Καντακουζηνός και συνήθιζε να υπογράφει με αυτό το όνομα: «Ο Γιάννης όμως νόμιζε πως τόνε λένε Καντακουζηνό. Έτσι τουρχότανε πιο βολικά να υπο γράφει, σαν έμαθε κι υπόγραφε στην πρώτη στο δημοτικό» (36)
Η έμφαση, επομένως, δίνεται στη συγγραφική δραστηριότητα του Γιάννη: ο Γιάννης έφθασε στο σημείο να πιστεύει ότι λεγόταν Καντακουζη νός, γιατί ήταν πιο εύκολο γι’ αυτόν να υπογράφει με το όνομα αυτό απ’ ό,τι με το δικό του (που, παρ’ όλα αυτά, δεν μαθαίνουμε ποτέ) και βεβαίως αυτό συνέβη όταν έμαθε να γράφει. Έ τ σ ι μου φαίνεται ότι σύμφωνα με αυτό το κείμενο η ονο ματοθεσία συνδέεται, κατά κύριο λόγο, με τη συγγραφή και όχι με τον προφορικό λόγο, γιατί εί ναι η συγγραφή εκείνη που καθορίζει τη σχέση (επιτυχή ή όχι) ανάμεσα στο σημείο και τη σημα σία του, στο όνομα και στο άτομο, και βεβαίως και σ’ αυτή την περίπτωση, αυτή η σχέση αψηφά την πραγματικότητα (το Καντακουζηνός δεν ήταν το «πραγματικό» όνομα του Γιάννη), μεταλλάσ σοντας το πλάσμα της φαντασίας σε πραγματικό τητα. Επιπλέον, η Κα Θαλή αμφισβητεί την ταύτιση ανάμεσα στο Γιάννη και το όνομά του (αμφισβη τώντας ταυτόχρονα, τα λόγια της κόρης της) και όχι μόνο αυτό· αμφισβητεί ακόμα και την ίδια την «ύπαρξή του» φωνάζοντάς τον «φάντασμα». «Παιδί μου, δεν είναι άνθρωπος αυτό το υποκεί μενο που έφερες απόψε, δεν είναι ο Γιάννης που τον σύστησες, αυτός είναι ένα φάντασμα» (43)
Αντίθετα, το όνομα και η ταυτότητα του Γιάν νη φαίνεται ότι μεταβιβάστηκαν στο σπίτι του -μ ια σχεδόν προσωποποιημένη οντότητα στη νουβέλα, «Εκεί ήταν το σπίτι του Γιάννη κι όλοι το ξέρανε, με τ’ όνομα» (44)
Επίσης, μια γυναίκα, επισκέπτρια στο σπίτι του Γιάννη, δεν αποκαλύπτει το όνομά της, ενώ η Ά ννα, στο τέλος, παίρνει επίσης το όνομα «Μα ρία», αφού, για το Γιάννη, είναι η Μαρία. Τέλος, το όνομα «Μαρία» δεν αντιστοιχεί σε κανένα πρόσωπο στο μυθιστόρημα (όσον αφορά την ύπαρξη μιας επιτυχημένης συσχέτισης ονόματος -προσώπου), αλλά σε άλλα πρόσωπα που έχουν ήδη δικά τους ονόματα, και μερικές φορές, σε κα νένα απολύτως πρόσωπο, παρά μόνο σε αφηρημένες ιδέες και αξίες. Η ασυνέπεια που χαρακτηρίζει την ονοματοθετική διαδικασία στο «Θέλετε να χορέψομε Μ α ρία;» στοχεύει, από τη μια μεριά, στην υπονό μευση της αυτονομίας των προσώπων ως μοναδι κών και ανεπανάληπτων προσωπικοτήτων - κάτι που επιτυγχάνεται με τη βοήθεια και άλλων μηχα νισμών -α π ό την άλλη όμως, αναδεικνύει την αυτοσυνειδησία του κειμένου σχετικά με θέματα ονοματοθεσίας και, γενικότερα, θέματα διαμεσολάβησης και, σε τελευταία ανάλυση, αναδεικνύει τη δική του διαμεσολαβητική δραστηριότητα. αυτοσυνειδησία του κειμένου όσον αφορά τη ονοματοθεσία γίνεται αντιληπτή στη συνήθεια ενός προσώπου να «τοποθετεί το όνομα πάντοτε στο τέλος [μιας πρότα σης]» όπως μας λέει το κείμενο για τη μη τέρα της Άννας. Η μητέρα της Άννας, όμως, δεν είναι η μάνα που το κάνει αυτό: το ίδιο το κείμενο τοποθετεί, σε πολλές περιπτώ σεις, τα ονόματα στο τέλος της πρότασης, χωρίζοντάς τα από τις υπόλοιπες λέξεις μ’ ένα κόμμα· πρώτο και κυρίαρχο παράδειγμα τέτοιου είδους σύνταξης αποτελεί ο τίτλος της νουβέλας. Σύμφω να με την Κακαβούλια (1985)3 τόσο ο συγκεκρι μένος τρόπος σύνταξης όσο και η σχετική παρα τήρηση του κειμένου εκτιμώνται, κατά πρώτον, ως απόπειρες υπονόμευσης της αυτονομίας του προσώπου, δεύτερον, ως αποκάλυψη της αυτοσυνειδησίας που αφορά την ονοματοθεσία και τρίτον (κι έπειτα από μια κυριολεκτική ερμηνεία της παραπάνω δήλωσης) ως μια πιστή αξίω σηκαι μια επίγνωση -ό τ ι ό,τι μένει στο τέλος είναι απλά η ονοματοθετική πράξη, μ’ άλλα λόγια, η συμβολιστική πράξη. Π αρ’ όλα αυτά, η παραπάνω δήλωση ενθαρρύ νει μια ακόμα κυριολεκτική ερμηνεία, εφόσον, στην ελληνική γλώσσα, η λέξη «όνομα» σημαίνει όνομα και ουσιαστικό· αν το δει κανείς από αυτή τη σκοπιά, η δήλωση αποτελεί, στην πραγματικό τητα, μια περιγραφή της τάσης του κειμένου να τοποθετεί το υποκείμενο του ρήματος στο τέλος
Η
68 αφιέρωμα--------------------------------της πρότασης. Αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος αλ λαγής της σειράς των λέξεων σε μια πρόταση αποδίδεται στη χρήση της προφορικής ομιλίας από τον Τζάρζανο.4 Αντίθετα, ο Mackridge εξηγεί αυτό το συντα κτικό φαινόμενο σαν μια προσπάθεια του ομιλητή ή της γλώσσας γενικά, να δώσει την έμφαση στο ρήμα ή το αντικείμενο αντί στο υποκείμενο. Δ ίνο ντας, όμως την έμφαση στο ρήμα ή το αντικείμε νο, σημαίνει ότι στό υποκείμενο μιας πρότασης δίνεται λιγότερη έμφαση, κι αυτή η άποψη συμφωνεί με τη γενική τάση του κειμένου μας να υποτιμά, και να υπονομεύει τη σύλληψη και την κυριαρχία του υποκειμένου, δηλαδή, των προσώ πων. Ε ν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι το ιδιαί τερο χαρακτηριστικό στοιχείο του θέματος και της γλώσσας του κειμένου, από τη μια, λειτουργεί ως μέρος της έμφασης στην αυτο-αναφορικότητα του κειμένου, και από την άλλη, φαίνεται να ενερ γεί σε συμφωνία με την προσπάθεια της ομιλίας του να μιμηθεί κάποιον που διηγείται ένα παραμύ θι και γενικότερα, σαν μια επιπλέον εκδήλωση των σχέσεών του με την προφορική λαϊκή παρά δοση. Οι μυθιστοριογράφοι μέσα στο κείμενο
ίί \
σον a<poP® τΤΙν υπονόμευση της μοναδιι κότητας των προσώπων, η επιτυχής τ τιση ανάμεσα στο όνομα και το χαρακτήI ρα της Άννας δεν υπονομεύεται μόνο από ο συσχετισμό της με τη Μαρία. Αυτή η ταύτιση ανατρέπεται και εξαιτίας συγγραφικών ανησυχιών του Γιάννη και, βεβαίως, επειδή η ίδια δεν είναι απλά η ιδανική ερωμένη που συναντά τελικά ο Γιάννης, αλλά επί σης μεταφορικά, η οριστική και επιτυχημένη απόπειρά του να γράψει ένα μυθιστόρημα. Σε αυτό το πλαίσιο, μια από τις σημασίες της Μαρίας - ως κενό σημαινόμενο - ίσως να είναι η κατασκευή του παραμυθιού του Γιάννη και τελικά η κατα σκευή του ίδιου τού «Θέλετε να χορέψουμε Μ α ρία;». Είδαμε ότι ο Γιάννης διηγείται τα παραμύθια του - τα παραμύθια που ο γερο-βάτραχος του χω ριού τον έμαθε να λέει - στο σαλόνι της Κας Θ α λής, όπως λέει και ο ίδιος: «Εμένα ωστόσο εκείνος με έμαθε πρώτα να λέω τα παραμύθια αυτά, να τα γυρίζω ύστερα απάνω στη ζωή, να ξαναζωντανεύουνε τα παραμύθια.» (43)
Μου φαίνεται, ότι πρόκειται για τη μετατροπή των παραμυθιών σε νουβέλα και πιο συγκεκριμέ να στο «Θέλετε να χορέψόμε Μαρία;», που επε ξεργαζόμαστε αλληγορικά σ ’ αυτή την ακο λουθία: πρέπει να ήταν η επαφή με την παράδοση - μια επαφή που έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία του Γιάννη, ο οποίος φαίνεται επίσης, ότι είναι ο αντικαταστάτης του συγγραφέα στο μυθι στόρημα - που τον ώθησε να φτιάξει παραμύθια και έπειτα να τα μετατρέψει σε σύγχρονη μυθι στοριογραφία μέσα από τη συγγράφή. Ωστόσο και την Αννα την απασχολεί ένα είδος μυθιστο ριογραφίας. Η πρώτη τους συνάντηση γίνεται στο σπίτι του Γιάννη. Είναι μία μόνο από τις συναντήσεις που θα ακολουθήσουν, επίσης στο σπίτι του, και αφότου ξαπλώσει στο πάτωμα για να ακούσει το θόρυβο-σημάδι ότι έρχονται επισκέπτες. Αυτοί οι επισκέπτες, όλοι τους υποψήφιοι για τον κεντημέ νο και ντυμένο με πράσινο μεταξωτό ύφασμα θρόνο του Γιάννη περιγράφονται με έναν υπερβο λικά συμβολικό τρόπο: είναι η κυρία που ποτέ δεν αποκάλυψε το όνομά της, η Ανθούλα που συνήθι ζε να κρεμάει τα λέπια και τα φτερά του δέρματός της στο παράθυρο για να στεγνώσουν και ένας ναύτης5 που επειδή έλειπε για πολλά χρόνια, του διηγούνταν «μεγάλα παραμύθια», έτσι ώστε να μην επέστρεφε πάρα πολύ καιρό αργότερα. Η εμφάνιση της Αννας έπεται επίσης ενός πα ρόμοιου επεισοδίου ήχων που εισβάλλουν στο σπίτι όταν ο Γιάννης ξεκουράζεται στο τραπέζι. Δεν είναι όμως μόνο η φανταστική περιγραφή της σκηνής της επίσκεψης της Αννας, αλλά είναι και ή ίδια (ως ένα βαθμό και ο Γιάννης) που μετά τη συνάντησή τους περιγράφεται πιο πολύ στο πλαί σιο ενός ιδιόμορφου διαλόγου παρά σαν φυσικό πρόσωπο: Και τότε ο Γιάννης την αγάπησε. Από την αρχή, ω ς το τέλος. (57) ή «Π αιδί μου εβγήκαμε», της έλεγε, «μέσα από φτηνά τυπογραφεία. Με πρόστυχη ψαρόκολλα και στοιχεία παρδαλά. Αλλά θα κυκλοφορήσομε όμω ς. Και θα μας αγαπήσουνε, όταν πειστούνε οι άνθρωποι ότι νοικιάσαμε πανάκριβα τα νύχια μας για λίγο μόνο καθαρό νερό.» (58). «Για τον καθένα πάνω στη μορφή του βρίσκεται χαραγμένο το νόημα που φρόντισε ο ίδιος να δώ σει στη ζωή. Αν τη γνωρίζω τώρα τη μορφή σου, Αννα, όχι επειδή την είδα, αλλά επειδή γνώρισα το σπαραγμό που βήμα βήμα σου την ετοίμασε. Και είσαι δίκιά μου τώρα, όχι επειδή σε γέννησα, αλλά γιατί θα ξέρω πάντα και αν ακόμα θα βρε θείς κάποτε μακρυά, να σε ζωγραφίσω». (63-4)
----------------------------------αφιέρωμα 69 Κρίνοντας από το παραπάνω απόσπασμα, μου φαίνεται ότι η Ά ννα - και κατά συνέπεια η Μ αρία σε αυτό τό επίπεδο - αντιπροσωπεύουν με ένα αλληγορικό τρόπο την τελική και επιτυχημένη - με τά από αρκετές αποτυχίες - απόπειρα του Γιάννη να κατασκευάσει και, τελικά, να γράψει το δικό του παραμύθι. Ε πιπλέον, το σπίτι-φυλακη του «Θέλετε να χορέψουμε Μαρία;» που δέχεται αλ λεπάλληλες εισβολές, εκτός από τις υπόλοιπες σ η μασίες που μπορεί να έχει, αποκτά για το κείμενο και τη σημασία του «σπιτιού-φυλακή της γλώσ σας», μέσα στο οποίο δομούνται τα πρόσωπα και πραγματοποιείται η συγγραφή. Έ τ σ ι, η ερωτική σχέση ανάμεσα στο Γιάννη και την Ά ννα φαίνεται να λειτουργεί σε τρία αλληλοεξαρτώμενα επίπεδα: στο καθαρά συμβολικό επίπεδο, τονίζεται η «ερωτική» σχέση ανάμεσα στο συγγραφέα και το αντικείμενο συγγραφής του σε ένα δεύτερο επίπεδο, επισημαίνεται η σύγχρο νη μυθιστοριογραφική δραστηριότητα που, στην πραγματικότητα, είναι μια επανάληψη (με ελάχι στες, ασήμαντες αλλοιώσεις) των κλασικών πα ραμυθιών - το αποτέλεσμα μιας μεταλλαγής και μιας διακειμενικής επεξεργασίας του αιώνιου πα ραμυθιού που προέρχεται από τον παραδοσιακό πολιτισμό- και τέλος, σ ’ ένα πιο ουσιώδες επίπεδο, τονίζεται η ικανότητα των ανθρώπων να μετατρέ πουν τη «ζωή» σε παραμύθι, μ’ άλλα λόγια, σε μία διαδικασία ομιλίας και ακοής. Επιπλέον και η ίδια η Ά ννα είναι αναμεμειγμένη σε μία διαδικασία ομιλίας και ακοής: διηγείται την προσωπική της ιστορία στο Γιάννη λίγο μετά τη συνάντησή τους, μια δραστηριότητα που πρέ πει να συνεχίστηκε για κάμποσο χρονικό διάστη μα. Μ όνο μετά το τέλος της ιστορίας της Ά ννας *1
Σημειώσεις 1. Οι παραμποπές σε αριθμό σελίδας του συγκεκριμένου κειμέ νου γίνονται από την β' έκδοσή του: θέλετε να χορέψουμε Μαρία; Αθήνα Κέδρος, 1967. 2. «Ίσως όμως σε αντιδιαστολή με τον πεζό λόγο, να έπρεπε να με είχε σταματήσει το ζήτημα του ρυθμού - αυτό το κατ’ εξο χήν σημαντικό και ιδιαίτερο γνώρισμα του ποιητικού λόγου. Μα κι εδώ η κ. Αξιώτη διαφέρει. Ο ρυθμός είναι μέσα της, στην ίδια της την έκφραση, σε κάθε της έκφραση, παρών κι όταν ακόμα διηγείται σε πεζό τις ιστορίες της. Μπορώ να πω ότι κάθε της λέξη, κάθε της φράση, κάθε περίοδο της πεζογρα φίας της υπακούει στις ρυθμικές εκείνες καμπύλες που εμ ψυχώνουν το λόγο. (...). Αν λοιπόν η κ. Αξιώτη γράφει και ποιήματα, γιατί τα ποιήματά της θα ήταν ποιητικότερα από τα πεζά της;» (Μαλάνος. 1943: 67-8). 3. «Telling, speaking, Naming in Melpo Axiotis “Would you like to Dance, Maria?» in: Poststructuralist Approaches to Modern Greek Literature, ed. M. Alexiou, V. Lambropoulos, N. York: Pella, 1985.
φαίνεται να κλείνει ένα είδος παρένθεσης στη ζωή του Γιάννη - η παρένθεση που είχε ανοίξει πριν έλθουν οι πρώτοι επισκέπτες και που με τη φωνή του Γιάννη είχε χαθεί στα «αιώνια θεμέλια του σπιτιού». Αυτά τα λόγια μοιάζουν να επαναλαμ βάνονται τώρα, μετά το τέλος της ιστορίας της Ά ννας, μεταδίδοντας το συναίσθημα ενός χαρού μενου (και ευτυχισμένου) τέλους: Και τα όσα κοιμότανε τώρα από αιώνες κάτω στα μυστικά θεμέλια του σπιτιού, ετοιμάστηκαν να ξαναγυρίσουνε στην απάνω ζωή την ανθρώπινη. Κι έτριζε τώρα και ο θρόνος του Γιάννη δυνατά, κάτω από το βάρος της βαριάς εκείνης πα ρουσίας τους. (64)
Έ τ σ ι, έχοντας αναλύσει τα παραπάνω, συνει δητοποιεί κανείς ότι η ανάγνωση της νουβέλας πρέπει στην πραγματικότητα να είναι ανάλογη με την συγγραφή της: τόσο η συγγραφή όσο και η ανάγνωση του «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;» εντοπίζεται στο βασίλειο της παιδικής ηλικίας. Στην απάνθρωπη και αστικοποιημένη κοινωνία μας - και βεβαίως στην κοινωνία της Αξιώτη - εί ναι τελικά μόνο τα παιδιά - καθώς επίσης και ο παραδοσιακός πολιτισμός που αντιπροσωπεύει ένα στάδιο αθωότητας και αυθεντικότητας του πολιτισμού - που μπορούν να συμμμετάσχουν σε μια διαδικασία συγγραφής και ανάγνω σης ή τουλάχιστον αυτοί οι δυο, αν και ενήλικες, μπο ρούν να ανα-δημιουργήσουν μια παιδική αθώα, καρδιά που θα τους καταστήσει ικανούς να διαβά σουν και, τελικά, να ξαναγράψουν το «Θέλετε να χορέψουμε Μαρία;». Μετάφραση: Ντάρα Γριβοπούλου Μαρία Δημοπούλου 4. Σύμφωνα με τον Τζάρτζανο: Όταν ο λόγος είναι ήρεμος και απαθής, η θέσις είναι συνήθως εντός της προτάσεως και η κα νονική σειρά των όρων μέσα σε αυτή είναι: α) το υποκείμενο, β) το ρήμα και γ) το κατηγορούμενο ή το αντικείμενο (...) Αν τώρα κανείς από τους άλλους όρους της προτάσεως τονίζεται ιδιαιτέρως, η παραπάνω θέσις τους μεταβάλλεται. Έτσι μπο ρεί να παίρνει θέση στην πρόταση (...) α) το ρήμα, β) το κατη γορούμενο ή το αντικείμενο και γ) το υποκείμενο. Σημ. Σε διηγήσεις προτάσσεται συχνά το ρήμα ήταν με υπαρκτική ση μασία (...) Εν γένει το ρήμα προτάσσεται και όταν προηγείται δευτερεύουσα πρόταση: «Όντας επλησίασε ο δράκος, εφώναξαν τα παιδιά» (από λαϊκό παραμύθι). Ή όταν προηγείται χρονικό επίρρημα ή προσδιορισμός εν γένει του ρήματος: «Τότε είπε ο βασιλιάς» (Από παραμύθι επίσης). (Τζάρτζανος 1946: 273-4). 5. Η ιστορία αυτού του ναύτη ιδιαίτερα όσον αφορά σε ορισμέ νες λεπτομέρειές της - όπως για παράδειγμα οι εραστές της γυναίκας του - μοιάζουν να ανακαλούν τον ομηρικό Οδυσσέα.
70 αφιέρωμα τι σ υ γ κ ρ ο τ εί το σ ώ μ α τω ν π ο ιη τικ ώ ν κ ειμ έ ν ω ν τ η ς Μ έ λ π ω ς Α ξ ιώ τ η ε ίν α ι
Σύ το Κοντραμπάντο Θαλασσινά (1961) π ο υ
Κάτω αριστερά: Η Μ Λ. σκίτσο τον Πρωτοπάτση 1945 Δεξιά: Η Μερόπη Μαυροειδή με τη Μ.Α. και την Ηρώ Μαυροειδή στο Ζακοκάνε το Φεβρουάριο του 1953
μ ό ν ο τ ρ ε ις π ο ιη τ ικ έ ς σ υ λ λ ο γ έ ς : η
μπτωση
(1939),
(1 9 69 ) κ α ι τ α
απο τελούνται α π ό τέ σ σ ε ρ α μ έ ρ η μ ε τ ο υ ς ε ξ ή ς τίτλ ο υ ς: « Φ ό ν ο ς σ τ ο Κ ά σ τ ρ ο » , «Κα κω σ ύνη », «Το Σ κ ο υ ρ ια σ μ έ ν ο Κ α ρ ά β ι»
Μαίρη Μικέ
κ α ι «Αντίο».
Τα Π οιήματα της Μέλπως Αξιώτη δεν ήταν ν στα τελευταία κυρίως χρόνια αρχίζει, επι τέλους, να αναπτύσσεται ένα έντονο εν διαφέρον για το έργο της Αξιώτη και μάλι στα για τα νεοτερικά της πεζογραφήματα Δ ύσκολες Ν ύχτες (ΔΝ, 1938), Θ έλετε να Χ ορέψ ομε Μαρία; (ΘΝΧΜ, 1940), Το Σπίτι μου (ΤΣΜ 1965) και Η Κάδμω (ΗΚ, 1972), τα ποιητικά της κείμενα εξακολουθούν να παραμένουν περιθωριοποιημένα και δυσπρόσιτα στον σημερινό αναγνώστη, μια και γνώρισαν μία μόνο συγκεντρωτική έκδοση (Κέδρος, 1966), από καιρό εξαντλημένη. Τα ποιητικά κείμενα, ωστόσο, ενσφηνωμένα σε κρίσιμες περιόδους της πεζογραφικής της παρα γωγής, συνδέονται άμεσα και αποτελούν αναπό σπαστο και οργανικό τμήμα του έργου της, υπό την εξής έννοια: υποδέχονται, απηχούν αλλά και προετοιμάζουν, θέματα, πρόσωπα, τεχνικές γρα φής που παρουσιάζονται στο υπόλοιπο πεζογραφικό έργο και ειδικά σε όσα κείμενα αναφέρθη καν. Η εξέταση αυτή δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εξαντλεί όλα όσα προαναγγέλλονται ως «στόχος» της εργασίας. Αναγκαστικά θα περιοριστεί σε ορι σμένα μείζονα, κατά την αντίληψή μου, ζητήματα - αυτά που επανέρχονται ξανά και ξανά και απο τελούν, θα έλεγε κανείς, τους ακρογωνιαίους λί θους της Α ξιωτικής ποιητικής μυθολογίας. Από αυτή την άποψη, το σύμβολο του σπιτιού και οι μεταμορφώσεις που υφίσταται, τα πρόσωπα που τριγυρνούν ανάμεσα στα κείμενα και ειδικά οι γυναικείες μορφές, ο ρόλος των ταπεινών και
Α
-----------------------------------αφιέρωμα 71
παρά η αφορμή... ασήμαντων μικροαντικειμένων, η αγωνιώδης προσπάθεια για να διατηρηθούν οι λέξεις και οι γνω στοί ήχοι, το λαβυρινθώδες και απρόβλεπτο ταξίδι μέσω της μνήμης στο παρελθόν και ειδικά στους αγαπημένους χώρους της πατρικής γης με τους περιθωριακούς τύπους, τους τρελούς και τους ζητιάνους, η λειτουργία του χρόνου, είναι ζητήμα τα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επανέρχονται και αποτελούν υπόγειες ή φανερές διόδους, που συνδέουν τα κείμενα μεταξύ τους, πεζά και ποιητι κά. Ή δ η , όμως, υπαινίχθηκα τη μεθοδολογική πρό ταση που μου φαίνεται πρόσφορη για την επί τευξη του ερευνητικού αυτού ζητούμενου. Π ροτεί νω, δηλαδή, με αφορμή και κέντρο τα Π οιήματα (ας χρησιμοποιήσουμε καταχρηστικά αυτόν τον τίτλο για να συμπεριλάβουμε και τις τρεις ποιητι κές συλλογές) να επιχειρούνται οι ανάλογες δια δρομές και στο υπόλοιπο πεζογραφικό και δη νεοτερικό έργο. Τότε, ελπίζω ότι θα διαπιστώσουμε ότι είναι σαν να ρίχνουμε πέτρες στο νερό και ότι σχηματίζονται ομόκεντροι υδάτινοι κύκλοι. Τα παραπάνω δεν προϋποθέτουν αναγκαστικά ότι υπάρχει ομοιογένεια στο εσωτερικό των ποιη τικών και των πεζών κειμένων και, πολύ περισσό τερο, στη σχέση μεταξύ τους. Διακρίσεις και δια φοροποιήσεις, υπάρχουν· οι υφολογικές διαφο ρές, για παράδειγμα, ανάμεσα στη Σύμπτω ση από τη μια, το Κ οντρα μπάντο και τα Θ αλασσινά από την άλλη, είναι μεγάλες. Α ν όμως δεχτούμε - και θα πρέπει να το κάνουμε - ότι υπάρχουν διαφορο ποιήσεις στο εσωτερικό των γενών, άλλο τόσο θα πρέπει να δεχτούμε ότι υπάρχουν ισχυροί συγγενι κοί δεσμοί ανάμεσα στα ποιητικά και τα πεζά κεί μενα. Άλλωστε, ειδικά στην περίπτωση της Αξιώ-
τη, παλαιότερες και πρόσφατες εργασίες τονίζουν με επιμονή το ρευστό και το πορώδες των ορίων ανάμεσα στα είδη ή/και τα γένη της λογοτεχνίας και ομιλούν με έμφαση για «πεζογραφική ποίη ση», ή, πιο συχνά, για «ποιητική πρόζα».1 Από τις Δ Ν ως την Κ ο δρόμος είναι μακρύς και επίπονος. Σε αυτό το τελευταίο έργο του λογοτε χνικού απολογισμού έρχονται να συναντήσουν την αφηγήτρια στο μονήρες δωμάτιο οι ψυχές των ηρώων της από προηγούμενα έργα: ο Α λέ ξανδρος και το Ισμηνάκι από τις Δ Ν , η Μ ιχελίνα από το Κοντραμπάντο, η Αννα, ή Μαρία, ο Γιάν νης από το Θ Ν Χ Μ .2 Στα Θ αλασσινά η Τρελλομαρία προετοιμάζει την ανάλογη μορφή στο ΣΜ. Ο καπετά Λουρέτζος πάλι από τα Θ αλασσινά εί ναι η ίδια μορφή που επανέρχεται και στην Κ και η Μ αρούσα όμως από την ίδια συλλογή είναι ακριβώς η Μ αρούσα που «την ζούλιξε το τραμ» στο Θ Ν ΧΜ . Η Α ννα πάλι από το «Αντίο», το τε λευταίο μέρος των Θ αλασσινώ ν, είναι βέβαια η Ά ννα από το Θ Ν Χ Μ αλλά και η Ά ννα από το διήγημα «Το σπίτι με το ρόπτρο», στον τόμο Σ ύ ντροφοι, Κ αλημέρα! (1953). Το ίδιο συμβαίνει και με δύο άλλες μορφές, τη Σοφία και την Κάκια, από το ίδιο τμήμα της συλλογής.3 Αλλά και η Κατερίνα, η Ρόδω, η Θεανώ, οι τρεις αδελφές από τον «Φόνο στο Κάστρο» των Θ αλασσινώ ν γίνονται υποδοχείς, κι αυτές με τη σειρά τους, αντίλαλων από προηγούμενα έργα και προλειαίνουν το έδαφος για τα επόμενα, συμμετέ χοντας αβίαστα σ τον κύκλο της επαναφοράς. Στις Δ Ν , για παράδειγμα, η γιαγιά της Λίζας είναι μία από τις αδελφές: «Είμαστε τρεις αδελφές. Είμαστε ωραίες. Συχνές πυκνές οι προξενήτρες μπαινοβγαίνανε μες στο σπίτι μας. Άραγε ποιόνε εστεφανώθηκε εκείνη η δεύτερή μας... - δεν το καλοθυμούμαι πια» (206). Αλλά και στο ΣΜ , κατά την ξενάγηση του μηχανικού, από στόματος συγκολ λητή: «Σ’ αυτό το παραλιακό κάστρο, προς τα αριστερά, κατοικούν τρεις δεσποινίδες. Τώρα εί ναι πια γριές. Λέγονται δεσποινίδες, αν και η μία παντρεύτηκε, επειδή επήρε ναυτικό και χήρεψε μονάχη της όπως έζησε πάντοτε, δηλαδή χωρίς άντρα» (27). Γίνεται ίσως φανερό από τις παραπάνω ενδει κτικές «κυκλικές» αναφορές ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ηρο'κον της Αξιώτη είναι γυναίκες. Καθώς πραγματοποιούν το αδέσμευτο από το χρόνο ταξίδι τους στους απέραντους χώρους του παρελθόντος, συνειδητοποιούν την περιθωριακή τους μοίρα, την τοποθέτησή τους παραπλεύρως του κεντρικού ρεύματος, ομολογούν τη δεινή τους θέση και καταθέτουν τη μοναξιά τους.
72 αφιέρωμα---------------------------------Στη Σύμπτω ση η συνειδητοποίηση είναι έντο νη. Το συλλογικό υποκείμενο των γυναικών που εκφράζεται και με το εμείς, διαχωρίζει τη θέση του από τους άντρες και επιφυλάσσει διαφορετικές ενασχολήσεις στο καθένα από τα μέλη του ζεύ γους. Έ τ σ ι καθιερώνεται ένα σύστημα αντιθέτων (το πρώτο σκέλος αντιστοιχεί στους άντρες) ανά μεσα στην παρουσία και την απουσία, τη διάρ κεια και το εφήμερο, την ενέργεια, την περιπλάνη ση και την περιπέτεια από τη μια, την καρτερία, την υπομονή και την παθητικότητα από την άλλη. «Οι άντρες λέγανε έργα διάρκειας οι γυναίκες γουστάρουν πολύ τα παιδιά κι αιφνί δια τα γεννούν ψόφια» (9) «Κύματα μας τα φέρνανε κύματα μας τα παίρνα νε τα όνειρά μας, πέστε μου σε όλα τούτα εμείς τι να κάνομε, εμείς είμαστε γυναίκες. Πέστε μου τι μπορούσαμε εμείς να κάνομε, κι όταν νομίζαμε ότι είμαστε πουλιά, αλλά εμείς είμαστε γυναίκες» (11-12)
Αν η ελευθερία, η απογείωση, η ξεγνοιασιά και η ανεμελιά είναι συνδηλώσεις της λέξης πουλιά, τότε ο αντιθετικός σύνδεσμος αλλά υποδηλώνει ακριβώς τα αντίθετα για τις γυναίκες. Ομολογούν την καρτερία τους και την εξισώνουν με τη «γυναικεία» σεξουαλικότητα, οριοθετούν το σπι τικό τους βασίλειο και συμπορεύονται με το όνει ρο και τον εφιάλτη, τη γνώση που οδηγεί στην απόγνωση, με τη θάλασσα που ενώνει αλλά και χωρίζει, με τα μικροαντικείμενα με τα οποία έμα θαν να έχουν μία αποκλειστική σχεδόν ενασχόλη ση. Ό τα ν , λοιπόν, στο Κ οντραμπάντο και τα Θ α λασσινά, η αφηγήτρια φορώντας την persona της Κατερίνας αφουγκράζεται στα σκοτεινά και επι χειρεί ψηλαφώντας το νοερό νόστο στην πατρίδα, όταν βιάζεται και θέλει, για λόγους βιολογικής και λογοτεχνικής επιβίωσης να επανασυγκολλήσει «τα μπερδεμένα της περασμένης της ζωής» με το παρόν, να ολοκληρώσει τα ατέλειωτα βράδια, να ξανασυναντήσει τους γνώριμους ήχους, τις οσμές, τους θορύβους, τις γκριμάτσες και τις χει ρονομίες που έμειναν στη μέση, αυτές ακριβώς τις γυναίκες ψάχνει, αυτές που τη συντρόφευσαν σ τις Δύσκολες Νύχτες, τις νύχτες της αγρύπνιας στην εξορία: «Κάπου πρέπει να βρίσκουνται, θέλει να ψάξω να τις βρω, αυτές που ακόμα απόμειναν εκείνου του καιρούίσως δε βγαίνουν πια στο δρόμο, ή και βαρούμε πως δε ζουν,
στη χώρα αυτή που οι γυναίκες της γερνούνε τριάντα χρονώ για να τους μένει της ζωής πιο μακρύ περιθώριο κι αν τις συνάντησε κανείς, μπορεί να μην τις είδε, είναι όμοιες με το χαλαρό, με το φθειρμένο λόφο,» (21)
Ή δ η όμως αναφέραμε ότι μια από τις ενασχο λήσεις των γυναικών είναι τα ταπεινά και ασήμα ντα αντικείμενα. Και γενικότερα όμως, ο ρόλος των τελευταίων σε όλο το έργο της Αξιώτη είναι μεγάλος. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι κατά την αναψηλάφηση του παρελθόντος στην Κ το πρώτο κεφάλαιο επιγράφεται «Τα Πράγματα». Δ ιατηρούνται στη θέση τους για πολλά χρόνια, περιβάλλονται με τη δέουσα τρυφερότητα, στορ γή και σεβασμό, έχουν τη δική τους ζωή, κουβα λούν την ιστορία και τη μνήμη αυτής της διάρκει ας και πολλές φορές λειτουργούν ως μεταφορές της ανθρώπινης ευτυχίας ή δυστυχίας. «Με τόση προσοχή διατηρήσαμε μέσα στο σπίτι μας τιποτένια αντικείμενα που θα χρειάζονταν μια φορά μόνο σε όλη τη ζωή,» Σύμπτω ση, (12)
Δίνουν το έναυσμα, ακριβώς λόγω της συναι σθηματικής τους φόρτισης και της στενής σχέσης που αναπτύσσουν με τους κατόχους τους, για την αναμόχλευση της συνείδησης, για το ταξίδι στο παρελθόν. Κι όταν αρχίζει η πορεία της κατάρ ρευσης και της αποσύνθεσης συμπαρασύρουν στον κατήφορο και τον ιδιοκτήτη τους ή συμβαί νει και το αντίστροφο: «Μονότονα πράματα πάντα νομοταγή - τα παλαιά αντικείμενα που και όλο βαδίζουν σύμφωνα με το νόμο - μια μέρα, θα ’ρθει ένας καιρός θέλεις δε θες, το πρώτο δόντι σου θα ψοφήσει να πέσει και τ’ άγρια πουλιά της θάλασσας θα κάμουν τη φωλιά τους μες στην κουφάλα του να κατοικήσουνε, θα αραιώσουν από μόνοι τους της καρδιάς σου θα λ α σσ ιν ά , (43)
Τα αντικείμενα, όπως και τα πρόσωπα επανέρχο νται στα κείμενα. Έ τ σ ι, ο παλιός βενέτικος κα θρέφτης εμφανίζεται στα Θ αλασσινά και την Κ, γίνεται ρυθμιστής του χρόνου κι όταν ραγίζει δεν είναι δυνατόν να καταμετρηθεί το πέρασμά του, το ρολόι στη Σύμπτω ση, τα Θ αλασσινά, τον Ε ι
---------------------------------- αφιέρωμα 73 κοστό Αιώ να και την Κ, ο παλιός μπουφές ο στραβοκάνης με τα δώδεκα φλιτζανάκια στο Θ Ν ΧΜ , στην Κ, και στα Θ αλασσινά, όπως άλλω στε και το βενετσιάνικο σκρίνιο και η κίτρινη γα ζία την εποχή της άνθισής της που ανέβαινε στον τοίχο της γνώριμης αυλής.4 Έ τ σ ι, αναδεικνύονται όλα αυτά τα περιφρονημένα μικροαντικείμενα σε ήρωες των έργων της, ζουν και πεθαίνουν, ολοκληρώνοντας τον κύκλο τους, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι:
«- κάτι
σκάρες, κάποια τηγάνια εκείνον του καιρού,
τα αλλοτινά αντικείμενα - στ’ άχρηστα κρέμονται, τ’ αναζητούν εκεί - καταργήθηκαν, κι ένας μπουφές και μια γρηά μαζί-μαζί τώρα πέφτουν σε αποσύνθεση»
Θαλασσινά, (43) Θα έλεγε κανείς ότι κατά τον τρόπο που επα νέρχονται τεχνικές γραφής στα νεοτερικά της πε ζογραφήματα και, κατά δεύτερο λόγο, στα Π οιή ματα, κατά τον ίδιο τρόπο επανέρχονται όχι μόνο πρόσωπα και πράγματα, αλλά πολλές φορές τα ίδια αντικείμενα συνοδεύουν τα ίδια πρόσωπα και μαζί επανεμφανίζονται σε πολλά κείμενα. Ό λ ο ι όμως, ανεξαρτήτως φύλου, αλλά και όλα θεωρούν το σπίτι τους ό,τι πιο πολύτιμο. Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Τα 18 χρόνια εξο ρίας ανύψωσαν το σπίτι στη θέση ενός συμβόλου, και το ονόμασαν πατρίδα, γενέθλιο χωρόχρονο, ανασκάλεψαν κι έφεραν στην επιφάνεια λόγους ιστορικούς για την ύπαρξή του, και μαζί διαχήρησαν τη μνήμη των λέξεων και υπέθαλπαν συνεχώς την επιθυμία για αναζήτηση του χαμένου σπιτιού, δηλαδή της γλώσσας, του χρόνου, των προσώ πων, των χώρων, των λόγων και των χειρονομιών που δεν πρόλαβαν να ολοκληρωθούν. Αυτή η προσπάθεια για τη διατήρηση της γλώσσας έχει δύο διαστάσεις. Η πρώτη στοχεύει κυρίως στην απεγνωσμένη αναζήτηση λέξεων και η δεύτερη δηλώνει τη θλίψη για τη σταδιακή απώλειά τους και τον συνεπακόλουθο απορφανισμό του υποκειμένου. Στο Κ οντραμπάντο επισημαίνεται η πρώτη διά σταση:
«είναι μακρύς ο δρόμος να μπορείς να διαβάζεις τα γράμματα της γλώσσας σου ίσια κι ανάστροφα και με το φως και σκοτεινά» (17) ,
ενώ στα Θ αλασσινά η δεύτερη: «και τότε τα παιδιά μας εξετάσανε τις λέξεις -το απολιφάδι δεν το γνωρίζουμε πια τα παιδιά, εκείνα τα ζητήματα που συλλογίζεσαι άμα δε σου ’ρχεται ύπνος» (42)
Ειδικά στα Κ οντραμπάντο με προμετωπίδα «να μην παράκαμες καιρό σ ’ αλησμονεί το σπίτι σου», τα Θ αλασσινά και ΤΣΜ, γραμμένα έξω από την Ελλάδα, εκεί που ο νοσταλγικός τόνος περισσεύει οι νοητικές διαδρομές για την αναψηλάφηση όλων των παραπάνω ρολλαπλασιάζονται και αναζητιούνται με επιμονή «οι κάμαρες όπου έζησα» και ό,τι αυτές συνδηλώνουν. «Πρέπει κάποιος να μένει στις κάμαρες που δίπλα στο κλουβί με την καρδερίνα, έβλεπε απ’ το παράθυρο και τέλος την έφαγε ο γάτης, είναι τέτοια η συνήθεια θυμάσαι, οδός Λαμάχου αριθμός 1 ίσως να ’χ ουν γκρεμίσει την ξύλινη σκάλα, τα οι κήματα μεταρρυθμίζονται άνθρωποι άλλοι εσυγκινήθηκαν με τα δικά μου πράγματα τη θάλασσά μου, τη δική μου θάλασσα, την έκαμαν λέει σονέττο— κάποιος ίσως να βρίσκεται στις δίπλα γειτονιές νάχει στ’ αυτί τη θύμηση γαρύφαλο στ’ αυτί τη θύμηση και την καρδιά στο
Κοντραμπάντο, (17) Το σ π ί τ ι και στα ποιήματα της Αξιώτη, όπως άλλωστε και σ ’ όλο της το έργο, είναι καταλυτι κής σημασίας:-διαμορφώνει χαρακτήρες αλλά και το αντίστροφο. Χρειάζεται, στ’ αλήθεια, να υπεν θυμίσω πόσο ψυχρό και στοιχειωμένο φαντάζει το μεγάλο σπίτι στα μάτια του μικρού και ανα σφαλούς κοριτσιού μετά τη φυγή της μανούλας στις ΑΝ; ή την αγωνία της κυρίας Θ αλής για τη διατήρηση του δίπατου σπιτιού, «Τι ποσόν είπες ότι επήραμε;» ρώτησε η κυρία Θαλή «διασκορπί ζοντας τα περασμένα μας χρόνια;» (29). Ή , ακό μη, πόσο η έλλειψή του γίνεται έντονη στο Σ Μ και πόσο έχει τη δυνατότητα να μεγεθύνει τις χωροχρονικές του διαστάσεις για να αγκαλιάσει μαζί τη συλλογική και την προσωπική ιστορία; ή την πικρία στην Κ γιατί το σπίτι είναι ξένο, είναι ου τοπία που αποδιώχνει τα ίδια του τα παιδιά;
74 αφιέρωμα---------------------------------Στη Σ ύμπτω ση το τοπίο ερήμωσης, συμπληρώ νεται κι από τα «στοιχειωμένα σπίτια παραριγμένα σ τον ανήφορο» (10). Είναι λοιπόν ένας ζωντανός οργανισμός που μεγαλώνει, ακμάζει, και στο τέλος πεθαίνει. Μ ετα μορφώνεται -« τα οικήματα μεταρρυθμίζονται»-, λησμονεί, «συνεργάζονται στενά με τα θεμέλια» μαραζώνει από μοναξιά όταν οι κάμαρές του μέ νουν αμεταχείριστες και μοιάζει με στυφοκύδωνο, όπως ακριβώς και οι στείρες γυναίκες -τονίζει η Αξιώτη στο Θ Ν Χ Μ (14). Το σπίτι υπομένει, στε νοχωριέται και παραπονιέται κι όταν το χάνει κα νείς, είναι σαν να χάνεται ο ίδιος: «Μισητά πολύ σπίτια στερημένα της αγάπης βλογιοκομμένοι τόποι που βαστούν την ψυχή της Μαρίας αιχμάλωτη και πέρα από τον ήλιο» θα λ α σ σ ιν ά , (41)
Πολλές φορές μεταμορφώνονται και τότε παίρ νουν τη μορφή ενός άλλου συμβόλου εξίσου δρα στικού και στην ποίηση της Αξιώτη, του καραβιού. Ας μη ξεχνάμε ότι το δεύτερο μέρος των Θ αλασ σινώ ν επιγράφεται «Το σκουριασμένο καράβι». Τα ρημαγμένα σπίτια σε «κακογερασμένους τό πους» δεν είναι παρά σκουριασμένα καράβια και ταιριάζουν σε διαμελισμένα σώματα με ανάπηρη μνήμη. Έ τ σ ι και το Κ Υ Μ Ο Θ Ο Η , το καράβι που φέρ νει κοντραμπάντο την ψυχή της ταξιδιώτισσας και παίρνει το όνομά του από τη νηρηΐδα, τη σύ ντροφο της Θέτιδας απ’ τα βάθη του πελάγου (Ιλ. Σ 39) Π αίρνει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αγωνίζε ται χωρίς όνομα, και ταυτότητα να πιάσει ρότα στη στεργιά, να συναντήσει γνώριμους τόπους και ανθρώπους, θα έλεγε κανείς ότι στα εμπόδια που ορθώνονται στην πορεία του συμπυκνώνο νται και καθρεφτίζονται σ υμπεριφορές του ποιητι κού υποκειμένου: «Χαλασμένο καράβι - ατρόμητο τετράδιπλο καράβι - αγρυπνισμένο βασιλεύουνε τα μάτια του πληγιασμένο κορμί, σαν το φ λουρί είναι το πρόσωπό του στάζουνε τα μαλλιά του, ψευτίσανε μην πάει και πεσει σε καμιά ενέδρα, [...] λαθρεπιβάτη δραπέτη να μην τυχόν το νομίζουνε, μήπως και το συλλάβει κανείς μες στο ξένο λημέρι,
να μην πάει και θαρρούνε ότι αλλαξοπίστησε, μπας και τώρα δεν μπορεί να μιλήσει τη δική του γλώσσα,» θα λ α σ σ ιν ά , (49-50)
Τα σ πίτια όχι μόνο μεταμορφώνονται, αλλά και οδηγούν και σ ’ ένα άλλο υπό εξέταση ζήτημα, για το οποίο υπαινιγμούς μόνο διατυπώσαμε ως τώρα. Το σπίτι και τα αντικείμενα που φιλοξενεί γίνο νται χρονομέτρες. Ό π ω ς και στα νεοτερικά πεζο γραφήματα της Αξιώτη ο χρόνος δεν είναι δυνα τόν να μετρηθεί με τους κτύπους του ρολογιού, έτσι κι εδώ ο χρόνος ρυθμίζεται από τα θεμέλια του σπιτιού , από τα αντικείμενα -ν α και πάλι ο ρ όλος τους!- που διατηρούνται στις γωνιές του, και, κυρίως, από το υποκείμενο που γίνεται ο τελι κός διαμορφωτής της χρονικής ροής. Το γεγονός αυτό δεν ξέφυγε της προσοχής του Νικ. Βρεττάκου: «Διαλογισμός πάνω στη ζωή και πάνω στον χ ρόνο [αποτελεί το Κοντραμπάντο]. Ο ι αλλαγές των εποχών και των φαινομένων, η σύνθεση και η αποσύνθεση, εμείς οι ίδιοι, αποτελούμε τους δεί κτες αυτού του χρόνου που αλλιώς δε θα μπορού σε να καταμετρηθεί, ούτε να είναι μέσα στη μοίρα μας»6: «Κάτω στα μυστικά θεμέλια του περνούσανε αδιά κοπα τα καλοκαίρια οι χειμώνες, κι ο χρόνος ο ερχόμενος σκουντώ ντας παραμέριζε πολύ κανονικά τον άλλον» Κοντραμπάντο, (26)
και λίγο παρακάτω: «Μ όνο κάτω στα μυστικά θεμέλια του σπιτιού βαδίζουνε κανονικά τα καλοκαίρια και οι χειμώ νες, και σύμφωνα με το γραμμένο» Κ οντραμπάντο, (27)
Ο χρόνος στη Σύμπτω ση, το Κοντραμπάντο και τα Θ αλασ σινά -κ α ι όχι μ ό ν ο - είναι χρόνος επαναλαμβανόμενος, κυκλικός, όπως κυκλικά επανέρχονται οι εποχές του έτους. Άλλοτε ο χρό νος σταματά στη συνείδηση του υποκειμένου, γιατί η μονοτονία της δράσης του νεκρώνει: «το παληό ρολόι σταματημένο στις 7 30 χρόνια» Σ ύμπτω ση, (9)
κι άλλοτε πάλι ο χρόνος συνδυάζεται με τα φυσικά φαινόμενα ή οι παρελθούσες εμπειρίες έρ
---------------------------------- αφιέρωμα 75 χονται στο νου συνδυασμένες με αποχρώσεις της μέρας ή της νύχτας: « Ή ταν φερμένη η ώρα που σκοτείνιαζε σύντομα οι κακορίζικες του χειμώνα νύχτες, στέρφες σαν ξεροπήγαδο», Κοντραμπάντο, (19)
Γενικά, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για χρ ό νο υποκειμενικό, ο οποίος δεν προσμετράται με τα κριτήρια της αυστηρής γραμμικής τάξης· ρυθμίζεται ανάλογα με τα καιρικά φαινόμενα και τις κυκλικές εναλλαγές των εποχών7. Ά λλοτε ακινητοποιείται για χρόνια ολόκληρα κι άλλοτε τρέ χει βιαστικά και γρήγορα πίσω από τις βροχές ( Κοντραμπάντο 19) ή συμπεριφέρεται βίαια -«χρ όνος σκότωνε τον άλλο χ ρ ό νο » - σ ’ έναν ατέ λειωτο κύκλο αίματος. Ο ι δράσεις πάλι των προ σώπων «χρονολογούνται» σε σχέση με τα φυσικά φαινόμενα και στη Σύμπτω ση ο χρόνος έχει δια φορετική διάρκεια και ροή που εξαρτάται και από το φύλο. Εξαιτίας, δηλαδή, της διαφορετικής δρά σης των υποκειμένων, υπάρχει κι ένας κατά φύλα (διαφορετικός) καταμερισμός του αφηγηματικού χρόνου. Το μερίδιο του χρόνου που αναλογεί σ τις γυναίκες ή, καλύτερα, οι ρυθμοί του χρόνου είναι γι’ αυτές αργοί, επαναλαμβανόμενοι, μονότονοι ο παρατατικός άλλωστε, ο οποίος είναι και ο κατεξοχήν χρόνος που χρησιμοποιείται, δηλώνει την επανάληψη στο παρελθόν. Η αναμονή του καιρού (της ευκαιρίας, του κατάλληλου χρόνου) συνδυάζεται με την αναμονή του ενεργητικού αντρικού υποκειμένου: «ζιγώσανε λέει τα καράβια, εκείνα τα μεσάνυχτα στον ταρσανά, οι καρένες τους καπλαντισμένες απολιθωμένες γοργόνες. γυναίκες χρόνια τα υπομονέψανε με τα σκέλια ανοιχτά - άλλοι τα παραδώκανε για ένα χουνίπροσδοκίες» (11)
Κι άλλοτε πάλι ο χρόνος μένει σ τάσιμος και νε κρός ή συνδυάζεται κι εδώ με την αέναη επαναφο ρά των εποχών «για μας τα χρόνια δεν περνούσανε ήταν πάντα καλοκαίρι» (12)
ή «και είχαμε πει μόνο -τις υγρασίες της άνοιξης τώρα που βρέχει μάλιστα τόσο πολύ συχνά ότι να μην τις περπατούσατε τόσο πολύ γυμνοί» (12)
Επειδή όμως, όπως έγινε ίσως φανερό, στα κεί μενα που μας απασχολούν, το μεγαλύτερο μερίδιο διεκδικεί η επανεύρεση του παρελθόντος, καταλα βαίνει κανείς ότι το όχημα γ ι’ αυτή την επιχείρη ση δεν μπορεί παρά να είναι η μνήμη. Ό τα ν το παρελθόν εξισώνεται με λευκή σελίδα, τότε το υποκείμενο είναι και χωρίς μνήμη αλλά και χωρίς χρόνο. Ο χρόνος παύει να υπάρχει από τη στιγμή που σταματά και η λειτουργία της μνήμης. Η μνήμη, είναι ζωτικής σημασίας σε όλο το έρ γο της Αξιώτη. Στο Κ οντρα μπάντο και τα Θ αλασ σινά είναι κυρίως εκεί όπου καλείται να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αλλά και στη Σύμπτω ση η θρυμματισμένη μνήμη, η μετωνυμία της μνήμης είναι παρούσα: «οι τρελλοί ξαναβρίσκουνε τη μνήμη τους κι εθυμόντανε, άλλος μια μνήμη, άλλος εθυμόντανε τα φρύδια» (9)
Στις δύο όμως τελευταίες συλλογές η μνήμη έχει επιφορτιστεί να βρει, καθώς ήδη αναφέραμε, τις γυναίκες του παρελθόντος, τις λέξεις, τις οσμές, τους θορύβους, τις χειρονομίες. Ο νοερός αυτός νόστος είναι επώδυνος, μακριά από χαρούμενα ενθυμήματα ενός ειδυλλιακού πα ρελθόντος. Κι αυτό γιατί, στο μεταξύ, η πλήρης απογύμνωση (η εξορία με όλα τα οδυνηρά επακό λουθά της) έχει αλλοιώσει το βλέμμα προς το πα ρελθόν. Το νήμα που συρράπτει τα γεγονότα που ανα δύονται, κάτω από αυτούς τους όρους, είναι τα κρανία («Η γη είναι ξέχειλη από κρανία», τονίζει η Αξιώτη στο Κοντραμπάντο), η απειλητική σκο τεινιά, τα ξεροπήγαδα, οι στέρφες γυναίκες, «οι παράφρονες σκελετοί που καταφθάνουν μαζί με την άνοιξη», το κακό στενό, από όπου πρέπει να διαβεί το καράβι της επιστροφής, τα μ άτια της νε ράιδας στραμμένα επάνω στα πρόσωπα των υπο ψήφιων ναυαγών, η σκοτεινή τρύπα που έχει μια αποφορά θανάτου.8 Σ ’ αυτή την προσπάθεια αναζήτησης του πα ρελθόντος αρχίζει, όπως είναι φυσικό, ένα π α ιχνί δι με το παρόν. Ωστόσο, επειδή ακριβώς εντοπίζε ται αυτή η διαρκής αλληλοδιείσδυση του παρό ντος στο παρελθόν και αντιστρόφως δεν ισχύει το απλουστευτικό σύστημα: τότε = ευτυχία, τώρα = θάνατος. Για τον λόγο αυτό, πιστεύω, στήνεται στο Κ οντραμπάντο, η γέφυρα, ένα σύμβολο που ενώνει αλλά και χωρίζει, δημιουργεί και συγχρό νως αίρει τις αντιθέσεις: η ζωή και ο θάνατος, η μνήμη και η λήθη, η παρουσία και η απουσία, η
76 αφιέρωμα---------------------------------ρήξη και η συνέχεια, η αλληλοδιαδοχή και η δια κοπή, η εύρεση της ευτυχίας, για παράδειγμα, στη μορφή ενός ταπεινού χόρτου και η ταυτόχρονη αναίρεσή της: «ένα χόρτο ζουρλό που βιάζεται να επισημάνει την παρουσία του και το μαδά κανονικά η κακοκαιρία, πριν να στε ρεώσει εντελώς» Κοντραμπάντο, (23) Αλλά και στα Θ αλασσινά και στη Σύμπτω ση, κατά τον τρόπο που το στημόνι υφαίνει συνέχεια ανάμεσα στο τώρα και το τότε ώστε να μην μπο ρεί να ξεχωρίσει κανείς πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο, κατά τον ίδιο τρόπο «οι ήλιοι κατάντησαν φεγγάρια» αλλά και: «Ναι. Πρέπει ο άνθρωπος να τα προλάβει όλα
με κόπο και υπομονή το δρόμο της ζωής δηλαδή το θάνατο» (10)
Επειδή, λοιπόν, τα παραπάνω έδειξαν, πιστεύω, πόσο ισχυρές είναι, στο έργο της Αξιώτη, οι τε χνικές των επαναλήψεων, όχι μόνο ανάμεσα στα κείμενα αλλά και στο εσωτερικό των ίδιων των κειμένων, και επειδή μιλήσαμε και στην αρχή για διασυνδέσεις ανάμεσα στα ποιητικά και τα πεζά κείμενα, θα ήθελα να τελειώσω με την επισήμαν ση ενός ακόμα ισχυρού συνδέσμου ανάμεσα σε ένα «ποιητικό» και σε ένα «πεζό» κείμενο. Π ρό κειται για τη Σ ύμπτω ση και το Θ Ν Χ Μ . Η Σ ύμπτω ση τελειώνει με την εξής θρησκευτι κή επίκληση: «Κύριε τώρα πλάσθητι - τις αμαρτίες μας τις δικές μας απ’ όλα τούτα τι μας έμεινε γιατί βλέπετε εμείς είπαμε τώρα το τραγούδι μας άλλοι θα το γυρίσουν σε χορό»
Ακριβώς την επόμενη χρονιά (1940), η Αξιώτη απευθύνει την πρόσκληση σε χορό με τον τίτλο Σ ημειώ σεις 1.
Βλ. ενδεικτικά Τίμος Μαλάνος, «Μέλπως Αξιώτη, Δύσκολες Νύχτες», Νεοελληνικά Γράμματα, 31 Δεκ. 1938, σ. 14 - Κλε ών Παράσχος, «Επισκόπησις της ελληνικής φιλολογικής κινήσεως κατά το 1938», εφ. Βραδυνή 31 Δεκ. 1938 - Αλκής θρύλος, «Η ποίηση στην πεζογραφία», Νεοελληνική Λογο τεχνία, Μαρτ.-Απρ. 1939 και στο ΘΝΧΜ, ό.π., σ. 112-114 -
του αμέσως επόμενου έργου της, Θ έλετε να χ ο ρέ ψομε Μ αρία; Η επίκληση συνεχίζεται κι εδώ, αυτή τη φορά στη γη: « - δώσε μας την καρδιά μας πίσω [...] - κάνε να πούνε οι άνθρωποι ένα τραγούδι σε όλη τη γη [...] - κάνε να συναντήσομε και τη Μαρία μας - η Μαρία μας θα φωτίσει, ανάβοντας όλες τις λάμπες του ουρανού, εκείνο το κρυφό, ιδιαίτερο μυστικό της ζωής μας» (39)
Έ τ σ ι, θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι το γραμμόφωνο του Θ Ν Χ Μ : «Και δίπλα ένα γραμ μόφωνο έπαιζε ξεχασμένο και η βελόνα γύριζε όλο στην ίδια θέση και όταν ζήτησε το γραμμό φωνο να ανακαλύψει μέσα στο σαλόνι τα πρόσω πα που το κουρδίσανε, όλοι ήταν ακόμα τόσο πο λύ νέοι και είχαν φύγει μακριά να εξακολουθή σουνε» (66), ότι, το ίδιο το κείμενο δηλαδή του Θ Ν Χ Μ ακολουθεί τις νότες του τραγουδιού της Σύμπτω σης, ότι με άλλα λόγια, τα πρόσωπα συγχρονίζουν το βήμα τους στους ρυθμούς της ίδιας μουσικής που ακούγεται ακόμα από τη Σ ύ μπτω ση.9 Το ένα κείμενο κυοφορεί το άλλο, χωρίς ωστόσο το δεύτερο να λησμονεί τη μήτρα που το παρήγαγε. 0 μεθοδολογικός δρόμος που επέλεξα για να εξετάσω την ποίηση της Αξιώτη μπορεί να διακρίνεται για τη «νομιμότητά» του, όχι όμως και για τη μοναδικότητά του. Ο ι δρόμοι, βέβαια, που ανοίγονται μέσω της ποίησης προς το υπόλοιπο έργο και αντιστρόφως μπορούν να επιμηκυνθούν, να διαπλατυνθούν κ.λπ. Ωστόσο, παραμένει γεγο νός αναμφισβήτητο η οργανική σύνδεση ίου ποι ητικού με το υπόλοιπο έργο της και επιβάλλεται η συνεξέτασή τους αν θέλουμε να διαμορφώσουμε μια σφαιρική εικόνα για την ποιητική της Αξιώτη. Και τώρα που βρίσκομαι σ τις τελευταίες αράδες συλλογίζομαι -γ ια να επιστρέφω στην αρχή, στον τίτλο της μελέτης, χρησιμοποιώντας έτσι μια τό σο προσφιλή τεχνική της Α ξιώ τη- πως η εξέταση των ποιημάτων με τη συγκεκριμένη μεθοδολογική επιλογή δεν ή ταν παρά η αφ ορμή για να περιπλανηθώ για μία ακόμα φορά στους γοητευτικούς λ α βυρίνθους του έργου της. Τίμος Μαλάνος, «Μ. Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία;», Νεοελληνικά Γράμματα, 11 Μαίου 1940 - Δημήτρης Ραυτόπουλος, «Μέλπως Αξιώτη, Το Σπίτι μου», Επιθεώρηση Τέ χνης, τχ. 136 (Απρ. 1966), σ. 426-431) - Αλ. Κοτζιάς, «Μέλ πως Αξιώτη, Η Κάδμω», Η Συνέχεια, τχ. 2 (Απρ. 1973), σ. 90-91 - Maria Kakavoulia, «History and the Modernist Fragment: On M. Axioti’s Δύσκολες Νύχτες», στον τόμο Modernism in Greece? Essays on the Critical and Literary Margins o f a Literary Movement, Mary Layoun (ed.), New
αφιέρωμα 77
2.
3.
4.
5. 6. 7.
York: Pella Publishing Co. 1990, σ. 200 και Μαίρη Μικέ, «Η διάλυση της ρεαλιστικής ψευδαίσθησης: Μέλπως Αξιώτη, Το Σπίτι μου 1965), Σπείρα, τχ. 2 (Φθιν. 1991), σ. 149. Τα ζητήματα αυτά αναπτύσσονται στο μελετηρά μου, «Η ζω τική λειτουργία της ανάγνωσης και της γραφής στην Κάδμω της Μέλπως Αξιώτη», στον τόμο Μέλπω Αξιώτη: Νεωτερι σμοί της γραφής, Αθήνα, Εστία (υπό έκδοση). Για τη μορφή της Τρελλομαρίας, βλ. θαλασσινά, σ. 55 και ΤΣΜ, σ. 37 και σ. 43-44. Για τον καπετά Λουρέτζο, Θαλασσι νά, σ. 53 και η Η Κάδμω, σ. 86-87. Για την Μαροόσα, Θα λασσινά, σ. 53 και ΘΝΧΜ, σ. 59. Για την Άννα, Θαλασσινά, σ. 51-53, ΘΝΧΜ, σ. 9 κ.ε. και «Το Σπίτι με το ρόπτρο», Ελεύ θερα Γράμματα, τχ. 4 (2 Ιουν. 1945) και στο Σύντροφοι, Καλημέρα!, Αθήνα, Κέδρος 1983, σ. 17-21. Για την Σοφία και την Κάκια, βλ. Θαλασσινά, σ. 51-52 και «Το τριώροφο του κυρίου υπουργού», στο Σύντροφοι, Καλημέρα!, ό.π., σ. 162-164. Για το βενέτικο καθρέφτη, βλ. Θαλασσινά, σ. 36 και Η Κάδ μω, σ. 86. Για το ρολόι, Σύμπτωση, σ. 9, θαλασσινά, σ. 51, Η Κάδμω, σ. 21-25,65, Εικοστός Αιώνας, σ. 21. Για την κατσα ρόλα και την ξύλινη κουτάλα στο ΘΝΧΜ, σ. 56 και «Το σπί τι με το ρόπτρο», ό.π., σ. 19-20, για τον παλιό μπουφέ, ΘΝΧΜ, σ. 14, Θαλασσινά, σ. .43, για το βενετσιάνικο σκρί νιο, θαλασσινά, σ. 45 και Η Κάδμω, σ. 7, 34, 86, 107 και για την κίτρινη γαζία ΘΝΧΜ, σ. 10 και Η Κάδμω σ. 109. Για την ίδια σχέση, πρβ. και ΘΝΧΜ: (62-64) και ΗΚ (9293). «[Για το Κοντραμπάντο της Μέλπως Αξιώτη]», Επιθεώρηση Τέχνης, ό.π., σ. 355. Για τον κυκλικό επαναλαμβανόμενο χρόνο που συμβαδίζει και με τις εποχές στις ΔΝ, βλ. Maria Kakavoulia, Interior
Monologue, ό.π., σ. 138-142. 8. Η σκοτεινή, στρογγυλή τρύπα που χάσκει, η αίσθηση του κε νού, της απειλής, του τρόμου και της αχρηστείας, πάντα συχνά στο έργο της Αξιώτη, γίνεται χρονομέτρης, ή όπως δη λώνεται στον Εικοστό Αιώνα: «Εκείνη η μαύρη τρύπα ήτανε το ρολόι που θα μετρούσε τώρα τις ώρες, που απομένανε. Έπρεπε να προλάβει και άρχισε να θυμάται τα χρόνια που περάσανε κι ήτανε βιαστική, κι έβλεπε το φεγγίτη, να μην αλ λάξει χρώμα, και δεν προλάβει ως την αυγή» (21-22). Αυτήν ακριβώς αναζητεί στο Κονταμπάντο: «Τώρα όμως βιάζομαι ξέρετε· / έχω να συναντήσω τα χέρια, τις φωνές, τα βράδια που είχα αφήσει / τα 'χω αφημένα ατέλειωτα / και σ ’ένα δώ μα μια τρύπα ανοιχτή, λέτε πια να ’χει γιάνει; λέω πως πια έχει γιάνει; ήταν πολλά τα χρόνια / κ ’ επίσης συντελούνε στα φαρμακεία υπάρχουν - τα αντιβιοτικά» (18). Για το ίδιο θέμα, βλ. και ΘΝΧΜ, σ. 60 και Η Κάδμω, σ. 10,15. 9. Ο ρυθμός, ο οποίος επιτυγχάνεται με τις επαναλήψεις φράσε ων στο εσωτερικό του ίδιου του κειμένου, θα μπορούσε να συνδυαστεί με το επαναλαμβανόμενο, στο έργο της Αξιώτη, θέμα του γραμμοφώνου (στις ΔΝ, στο ΘΝΧΜ και στην Κάδ μω) και να θεωρηθεί το γραμμόφωνο ως μεταφορά του ίδιου του κειμένου, «μια εγγραφή φωνής η οποία με τις κυκλικές κι νήσεις της παράγει μουσική», Βλ. Maria Kakavoulia, Interior Monologue, ό.π., σ. 134 και Eleni Yannakakis Narkissus in the Novel: A study of referentiality in the Greek novel, 19301945, Διδ. Διατριβή, Univ. of London, 1990, σ. 249: «Υποκεί μενο σε μια μεταφορική ανάγνωση, το γραμμόφωνο (ετυμο λογικά αναλύεται στη φωνή της [γραμμένης] αράδας φαίνε ται ότι αντικαθιστά την ίδια τη γλώσσα».
78 αφιέρωμα η ά ρ χ ο υ ν κ είμ ε ν α ό π ω ς η
Ϊ
Κάδμω τ η ς
Μ έ λ π ω ς Αξιώ τη , π ο υ δ ίν ο υ ν α μ έ σ ω ς α π ’ τ ις π ρ ώ τ ε ς σ ελίδες, τη μ α γ ικ ή α ί
Τ. Γκρίτση-Μιλλιεξ
σ θ η σ η σ τ ο ν α ν α γνώ σ τη, ότι μ ε τ έ χ ε ι σ τ α μ υ σ τ ικ ά τ η ς δ η μ ιο υ ρ γ ία ς , ή ότι π α ρ ίσ τ α τ α ι σ τ η ν ε ξέ λ ιξη τ η ς γ ρ α φ ή ς. Κ α ι η ε ν τύ π ω σ η α υ τ ή δ ίν ετα ι ό χ ι μ ό ν ο
Μέλπω Αξιώτη: Κάδμω
α π ’ τη ν α ν α δ ιά τ α ξ η το υ σ υ γ γ ρ α φ ικ ο ύ υλ
κ ο ύ π ο υ ο λ ο έ ν α ε π ιχ ε ιρ είτα ι, ο ύ τ ε α π ’ τ ις δ ιά σ π α ρ τ ε ς μ ικ ρ έ ς ε ρ ω τ η μ α τ ικ έ ς φ ρ ά σ ε ις π ο υ φ α ίν ε τα ι ν ’ α π ε υ θ ύ ν ο ν τα ι και σ τ ο ν α ν α γν ώ σ τη (Π ώ ς α ρ χ ίζο υ ν ; Τί να πεις...)
ή ο τρόμος του άδειου βλέμματος τ η ν πραγματικότητα είναι μιά έκκληση για επιβεβαίωση, η ελάχιστη δυνατή ασφάλεια που δίνει η ύπαρξη του αναγνώστη, ως ανα γκαία προϋπόθεση για ν ’ αρχίσει η περιπλά νηση της γραφής, όταν δεν υπάρχει στέρεο έδαφος πουθενά και όλα φαίνονται να έχουν ειπωθεί μ’ όλους τους δυνατούς τρό πους. Καλείται, λοιπόν, ο αναγνώστης να πάρει μέρος σ’ ένα παιχνίδι θανάσιμης συνενοχής και να ψηλαφήσει τις προτεινόμενες λέξεις μία-μία που θα εκφράσουν την απουσία νοήματος α π’ την εικόνα του κόσμου. Ό μω ς αυτή είναι μία παραγωγική ψευδαίσθη ση, χάρη στην οποία η συγγραφέας προσφέρει στον αναγνώστη την ιλλιγγιώδη εμπειρία να χα θεί στη δαιδαλώδη απόπειρα ανακατασκευής της ενότητας του προσώπου. Έ χ ει, δηλαδή, ο ανα γνώστης την εντύπωση, παρασυρμένος απ’ τη γοητεία της ανάγνωσης, ότι το έργο φτιάχνεται κάτω απ’ το βλέμμα του και με την έγκρισή του, ενώ στην πραγματικότητα είναι Κι ο ίδιος μπλεγ μένος ως ζητούμενο, στην εξαιρετικά έντεχνα και αρτιωμένη δομή του, Και πριν παραιτηθεί ή «χά σει τα νερά του» όπως έλεγε ο Τίμος Μ αλάνος, σχολιάζοντας το πρώτο της βιβλίο, μέσα σ ’ ένα στρόβιλο αδιάκοπα υπονομευμένων λέξεων, εν νοιών, αμφιταλαντεύσεων, παλινδρομήσεων και αμφιβολιών, έχει κιόλας αποδεχθεί τη χρήση του β' προσώπου, ενός δύσκολου δηλαδή μα εξαιρετι κά εύγλωττου αφηγηματικού οδηγού. Η Μ.Α.
Σ
παίρνει αμέσως το βάρος της επιλογής «γιατί το α' πρόσωπο είναι πιο απρόσωπο και γι’ αυτό πιο προσωπικό» - που σημαίνει ότι το α' πρόσωπο καλλιεργεί μια σύμβαση ταύτισης του πλασματι κού εγώ με το πρόσωπο του συγγραφέα κι εκείνη θέλει να κρυφτεί, να μήν υπάρχει παρά ως δυνα τότητα γραφής. Ενώ το β' πρόσωπο, υποδηλώνει μια ξένωση, μια διάσταση από το εγώ, μιαν από σταση ασφαλείας από το αντικειμενοποιημένο σώμα, αυτή την έμμονη ιδέα που έρχεται κι επα νέρχεται: «ο άνθρωπος έρχεται ώρα που γίνεται αντικείμενο». Μέ βάση αυτό το μοτίβο δουλεύει τις εκδοχές του θανάτου, επιζητώντας αέναες με ταμορφώσεις Μαρία, Αννα, Ισμηνάκι, Κάδμω γιατί όχι «ένα θαλασσινό μαμούνι» ή ένα ρολόι περιέχοντας το χρόνο κρυμμένο στα σπλάχνα του, οτιδήποτε, αρκεί να πηδήσει απ’ αυτό το σώμα-αντικείμενο, έξω στο χάος, σαν από ένα σπίτι που άρπαξε φωτιά κι αισθάνεται την ασφυξία που κόλλησε στο βλέμμα, αυτό το βλέμμα που αιωρείται στο κενό, για να μη ταυτιστεί με τη φθορά «που έρχεται γρήγορα στα πράγματα όπως Και στον άνθρωπο». Το θέμα λοιπόν είναι εκεί εντοπι σμένο κι ακίνητο κι απαιτεί τον τρόπο να ειπωθεί με κρυστάλλινη δομή: Ο Χρόνος αφιλίωτος, φρικώδης, χωρίς τις υποδιαιρέσεις του που μας μπερ δεύουν στο παιχνίδι του, ενιαίος, εγκλωβισμένος εν κενώ μέσα στο εργαστήριο του συγγραφέα. Ό λ η η γκάμα της αγωνιώδους αυτής γραφής, διέπεται από τον τόνο του ανερχόμενου πανικού
-----------------------------------αφιέρωμα 79
Πορτρίτο της Μ.Λ. από τον Gabriele Muccbi 1959
μ ε τη μορφή ερωτηματικών που τέμνουν κάθετα τη γραφή. «Τί θα κάμεις τώρα; Από που θα πιάσεις; Πώς αρχίζουν; Τ ί να πείς;» Έ τ σ ι εξιστορεί ται η ανάπτυξη μιάς οριακής στιγμής: Ό χ ι η ρήξη του ήρωα με τον κόσμο, αυτή είναι δεδομένη. Η άλλη η φοβερή, η ρήξη με τους τρόπους γραφής, που παραπέμπει ευθέως στην αφασία-στο θάνατο. Γι’ αυτό η αναζήτηση της λέξης έχει την απόλυτη σημασία της αναζήτησης μορφής, προσδίδοντας έναν κυκλικό χαρακτήρα στη δομή του κειμένου. Μ α πώς να τη βρείς, όταν μπροστά στο βλέμμα του συγγραφέα η εικόνα του κόσμου κατακρημνίζεται κι ο αναγνώ στης δεν προλαβαίνει να δεί π ί σω απ’ την οθόνη της λέξης; Καθώς η εικόνα υφίσταται αστραπιαία τρομαχτικές αλλοιώσεις, δεν προλαβαίνεις να εξοικειωθείς μ’ ένα πρόσωπο, μ’ ένα αντικείμενο, να συμμετάσχεις στην αφήγηση μιάς ιστορίας. Ό λ α προβάλλονται με φοβερή τα χύτητα σ ’ έναν κινούμενο τάπητα εικόνων, που η μιά επικαλύπτει την άλλη, δημιουργώντας ένα κα θαρό κενό. Τότε ο αναγνώ στης παρασυρμένος από τη μαγεία της γραφής, εισβάλλει μέσα σ ’ αυτόν τον ταραγμένο κόσμο εν μετεωρισμώ. Κι ενώ τον συνέχει ο τρόμος του κενού βλέμματος, ανακαλύπτει πόσο στερεές είναι επιτέλους, οι σ η μασιακές ενότητες που διαμορφώνουν την αφηγη ματική δομή, με όλες τις ουσιώδεις λεπτομέρειες φυλαγμένες ανεξίτηλα στη γραφή, γιατί «παραδε χτήκαμε το ελάχιστο» ως ακραία άσκηση ταπεί νωσης. Από το ελάχιστο, όχι πλέον στο όλο - πο τέ ξανά - αλλά στο βάθος κι ό,τι μπορέσεις να διακρίνεις στά σκοτεινά. Τόσο είναι δραστικό αυτό το κείμενο, τόσο εί ναι έκθετο στη ριζική ανατροπή ως αβάσταχτα βιωμένη εμπειρία, τόσο έκδηλα προβάλλει την εκ
δοχή του χαμένου νήματος της γραφής, ως μορφή της χαμένης επικοινωνίας και τον τρελό φόβο του απόντος αναγνώστη, ώστε μπαίνει κανείς στον πειρασμό να το επισυνάψει ολόκληρο φράση τη φράση, ως τεκμήριο της αποσπασματικής και ανέφικτης σχέσης με τον κόσμο. Κι όμως, μέσ’ από τα τρομαχτικά χάσματα αυτής της αλύπητα στραμμένης στον εαυτό της γραφής, ακούγεται συνυφασμένος με το κείμενο ο ήχος της εξαίσιας πρώτης φράσης του πρώτου της βιβλίου (Δύσκο λες Νύχτες): «Σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι. Ασημένιο», τότε που ήταν ακόμη αράγιστη η ει κόνα του κόσμου. Έ τ σ ι η Μέλπω Αξιώτη επικλητικά και παράλογα, περιμένει κρυμμένη στίς αρά δες της, με το μαγεμένο σουβριάλι, τον ασημένιο αυλό της παιδικής ηλικίας κι εκεί που όλα φαίνο νται βυθισμένα ανεπίστρεπτα και ανέλπιδα «έρ χονται ο ι λέξεις και σε βρίσκουν από τα βάθη του κόσμου, φυτρώνουν κι εκεί που δεν έχει χώμα, στραγγίζουν σαν το κόσκινο». Κι έτσι ορχηστρώνοντας τα μικρά εκείνα λεκτικά μοτίβα όπως το παραπάνω, τα επαναλαμβάνει τοποθετώντας τα διάσπαρτα μέσ’ στο κείμενο, σαν ζωτική ομάδα ελάχιστων τονικών και νοηματικών σημείων απ’ όπου εφορμάται η έμπνευση. Ε ίναι το υφάδι και το στημόνι - μαζί με τα θραύσματα της χαμένης ολότητας της ιστορίας του κόσμου. Κι αυτό που προκύπτει είναι η απει κόνιση της γραφ ής ως παράσταση: Να κατορθώ σει να θυμηθεί (γιατί είναι αφάνταστα επώδυνο), την ιστορία του προσώπου της ως Μ άσ κα της Γραφής. Στον ίδιο καμβά η Κάδμω με τη φευγα λέα μνήμη-μνήμα και ο αόρατος αφηγητής που απευθύνει τα εναγώνια ερωτηματικά, αυτά που με ταλλάζουν την αναζήτηση της λέξης σε αναζήτη ση της μορφής. Το γραφτό γίνεται ένα παλίμψη στο όπου η δημιουργός ξέρει πως τίποτα δεν μένει αμετάθετο· αυτό που έγινε, είναι σα να μην έγινε ποτέ αν δεν μπορεί να ειπωθεί. Ακολουθείται, λοι πόν, η διαδικασία σβησίματος και ξανασβησίματος του ήδη γραμμένου. Η γραφή θα κάνει αυτό το θαύμα, ώστε να συν-διαβάζονται οι αλλεπάλ ληλες επιζωγραφήσεις, οι πολλαπλές απόπειρες να πεί κανείς μιαν ιστορία, ομολογώντας την αδυναμία του να την πεί. Γι’ αυτό και το βιβλίο έχει κυκλικό χαρακτήρα: Ο Χ ρόνος είναι ο Αιώνια Έ ξ ω , ο οφθαλμός που βλέπει «όλα αυτά που γράφει η Κάδμω: γιά το νε κρό ή γιά τη γαζία που ξεπερνούσε τον τοίχο εκεί νης της αυλής». Υ.Γ. Ο ι νέοι συγγραφείς να διαβάζουν, να μελε τούν τη Μ. Αξιώτη. Θ α διδαχτούν πολλά.
GUTENBERG
id tff
ΗΛΕ ΚΤ Ρ ΟΝΙ ΚΟ ΑΓΓΛΟ - ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΛΙ ΕΛΛΗΝΟ-ΑΓΓΛΙΚΟΛΕΙΙΚΟ
Αν διαθέτετε Υπολογιστή γιατί να ξεφυλλίζετε ακόμη έντυπα Λεξικά; T11 7 /"ΛΏ ¥ Λ
G"
ΤΤ
V/ i\ I /
Ηλεκτρονικό Αγγλοελληνικό και Ελληνοαγγλικό Λεξικό
■ Αρτιο και πλήρες 150.000 λήμματα. Συνώνυμα, παράγωγα, Phrasal Verbs, παραδειγματι κές εκφράσεις, εμπορική, οικονομική, τεχνική ορο λογία. Καταχώρησησυμπληρωματικών ερμηνειών και νέων λημμάτων από τον ίδιο το χρήστη. ■ Γρήγορο, Ασφαλές και Ξεκούραστο Με την τεχνολογία και την τεχνογνωσία της Singular. Απλούστατο στηχρήσηκαι την εγκατάσταση. Πολλαπλοί και ταχύτατοι τρόποι ανεύρεσης και μεταπήδησης. Για όλους τους τύπους συμβατών Pcs. Καταλαμβάνει ελάχιστο χώρο στη μνήμη. Απ'ευθείας σύνδεση με όλους τους Επεξεργαστές Κειμένου.
■ Περιέχει επιπλέον Ένα τεστγνώσεων του Λεξιλογίου σας. Ένα παιχνίδι Λέξεων. Ένα πρόγραμμα στατιστικής πληροφόρησης τωνεπιδόσεών σας.
■ Διατίθεται σε 3 εκδόσεις Αγγλοελληνικό Λεξικό Τιμή Πώλησης: 15.000δρχ. Αγγλοελληνικόκαι Ελληνοαγγλικό Λεξικό ΤιμήΠώλησης: 25.000 δρχ. G-Word/Professional (Με δυνατότητα προσθήκης καί δικών σας λημμάτων)
ΤιμήΠώλησης: 30.000 δρχ.
Ασκληπιού 154,114 71 Αθήνα, Τηλ.: 6462716 - 6461713, Fax: 6452570
ΚΕΔΡΟΣ ίο ε/\/\ηνικο 6ι6ί\ίο
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αλέξ. Κοσματόπουλου
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ Ποιήματα εξερεύνησης του απρόσωπου στοιχείου στη φ ύ ση, μια προσπάθεια να δούμε μέσα από την ποίηση τη ζωή από πού πηγάζει και πώ ς ρέει όταν δεν είμαστε εκεί, ν ’ ακούσουμε το πολύλαλο ά δειο σαν να μη μας αφορού σε.
Ποια μορφή μπορεί να πάρει μια πραγματική ερωτική συνά ντηση σε μια εποχή που δεν μπορεί να υπάρξει Ρωμαίος και Ιουλιέηα; Η μετάφραση αυτή ξεκίνησε με την πεποίθη ση ότι η συνάντηση αυτή ανά μεσα σε δυο ανθρώπους που είναι χαμένοι μέσα στον εαυτό τους και μέσα στο σύμπαν μπορεί και στα χρόνια μας να πραγματοποιηθεί.
Χ ριστόφορου Χριστοφή ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ Στα τέλη του αιώ να Το «Ημερολόγιο για περαστι κούς» είναι μια ουσιαστική πε ριπλάνηση στα τελευταία δεκα πέντε χρόνια του αιώνα μας μέ σα από έναν αυθόρμητο και στιγμιαίο στοχασμό.
Γ. Γενναδίου 3 ιηλ. 36.09.712 - 36.02.007