ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ Β]
•
Σ υνέν
•
Ό «Ίκαρος» καί τό Π ελο πο ννησ ιακό Λ αογραφ ικό 'Ίδρυμα % ι|
•
Κριτική παρουσίαση 36 βιβλίω ν
• •
Τά best-seller τού μήνα "Ολες οί νέες εκδόσεις
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΔΩΡΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ
ΗΛΙΑΣ Π Ε ΤΡ Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ
ΓΡΑΦΕΣ
ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ Εικονογράφηση: Ά λ έ κ ο ς Φ ασιανός
ΓΙΑΝΝΗ Σ ΡΙΤΣΟΣ
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ -υλογραφίεςΐ: Ά
ΦΑΣΙΑΝΟΣ Τάσσος
ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ (ζω γραφ ική-κείμενα ) ΗΛΙΑΣ ΠΕ ΤΡ Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ
ΠΑΛΙΑ ΣΑΛΟΝΙΚΗ
(Π ρόλογος: Λουϊ Ά ρ α γ κ ό ν ) ΓΙΑΝΝΗ Σ ΡΙΤΣΟΣ
ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ Π ρόλογος: Γιάννης Τσαρούχης
ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ 6 (Πάροδος ’Ακαδημίας) Τηλ. 3615783
ΕΣΤΙΑ -
Μ Α ΡΙΑ Ν Ν Α ΑΙΝΟ Υ-ΚΟ ΥΤΟΥΖΗ -
τηλ. 3624081
ΚΕΔΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
Οί έκδόσεις τής Σύγχρονης ' Εποχής καλύπτουν όλη τήν κλίμακα των πνευματικών άπαιτήσεων τής εποχής μας. Ό λα τά βιβλία τής Σύγχρονης Εποχής, * άπό τά παιδικά, μέχρι τά κλασσικά έργα τού Μαρξισμού Λενινισμού ξεχωρίζουν γιά τήν ύπευθυνότητά τους, είτε πρόκειται γιά μεταφράσεις, είτε γιά τήν πνευματική τροφή πού προσφέρεται στά παιδιά, όπου γίνεται μιά αύστηρή - επιστημονικά παιδαγωγικά ελεγμένη - έπιλογή.
giavm ΰκαρ ij*ne pm m o%
K O TZ ia ,
2
« « 1: α ε μ ί ά μ ε Τ ’ΑΤΣΑΛΙ κ Ρ \Τ 0 Σ v rr
K A l
^παναςτα*
• Φιλοσοφία Κοινωνιολογία • ’ Ιδεολογικά Πολιτικά θέματα • Οικονομικές ’ Επιστήμες • ’ Ελληνικά θέματα • ’ Ιστορία καί Ντοκουμέντα . .f. , • Μελέτες τού Κέντρου Μαρξιστικών ' Ε ο ε υ ν ώ ν ^ ^ ^ ^ Μ Η Β Η ^ • «Βιογραφίες - Αναμνήσεις» Λογοτεχνία - Κριτική · Παιδικά βιβλία. ΓΡΑΦΕΙΑ: ΣΟΛΩΝΟΣ 130 - ΑΘΗΝΑ - ΤΗΛ. 3620835 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ 16 - ΑΘΗΝΑ - ΤΗΛ. 3623649
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ επιλογή κειμένων Ε. ΜΠΙΤΣΑΚΗ
Ε. ΜΠΙΤΣΑΚΗ
ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ Κείμενα: Seve
·
Althusser
Balivar καί ά.
Π ροβλήματα Φιλοσοφίας τοϋ άνθρώ που
Ν. ΤΟ Ν ΤΟ ΡΩ Φ Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ Τ Ο Υ 1821
ή περίπτωση τών Βουλγάρων
Κ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΑΟΥ
Β. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
A. M IGH EL
ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ
ΚΟΙΝΩΝΙΟ ΛΟ ΓΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Τ Ο Υ ΓΑΜΟΥ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ Φ ΩΤΟΓΡΑΦ ΙΑΣ
Κ. Μ ΗΤΡΟΠΟΥΑΟΥ
Ν. ΣΚΙΑΔΑ
Γ. ΘΕΟ ΦΑΝΟΠΟ ΥΛΟ Υ
Ε ΛΛΑΔΑ ΕΛΛ ΑΔΑΡΑ
ΧΡΟ ΝΙΚ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ
Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΕΔΩ Λ ΙΟ ΣΚΙΤΣΑ
ή περίπτω ση τής Ε λ λ ά δ α ς
Μ αχόμενη Τ υπογραφία Τόμος Β '
ΣΚΙΤΣΑ: Κ. Μ Η Τ ΡΟ Π Ο Υ ΛΟ Υ
Γραφ τείτε σ υ νδ ρ ο μ η τές Ε σ ω τ ε ρ ικ ο ύ 'Απλή (6 τευχών): 650 δρχ. » (12 τευχών): 1.200 δρχ.
Σπουδαστική* (6 τευχών): 550 δρχ. » (12 τευχών): 1.000 δρχ.
’Οργανισμών, Τραπεζών, Ιδρυμάτων (12 τευχών): 1.800 δρχ.
Ε ξ ω τ ε ρ ικ ο ύ ‘Α π λή (6 τ ε υ χ ώ ν ): Δολ. » (12 τ ε υ χ ώ ν ): Σ π ο υ δ α σ τ ικ ή * (6 τ ε υ χ ώ ν ): Δολ· » (12 τευ χ ώ ν ): Σχ ο λ ώ ν Β ιβ λ ιο θ η κ ώ ν Ιδ ρ υ μ ά τ ω ν (12 τε υ χ ώ ν ): οι σπουδαστές μέσης, άνώτερης καί άνώτατης έκπαίδευσης γράφονται. συνδρομητές μέ τήν έπίδειξη ή την άποστολή φωτοτυπίας της σπουδαστι κής τους ταυτότητας ή τής άστυνομικής (άν είναι μαθητές).
ΗΠΑ ΗΠΑ
Ά σ ία Κύπρος Εύρώπη ’Αφρική ’Αμερική Αύστραλία 15 16 18 18 21
28 13
30 14
34 16
34 16
40 19
24
26
30
30
37
41
43
48
47
54
Εμβάσματα στή διεύθυνση: Βάσω Σπάθή π ρ η ιη δ ικ ή ,,Λ ιπΛ ήΓ η,
ΠερίΟδίΚΟ «Δίαβαζω» Ομηρου 34 ’Αθήνα (135)
Σ υμπληρ ώ στε τή σειρά Τιμή άπλων τευχών: 120 δρχ. Τιμή διπλών τευχών: 180 δρχ. Τά παλιά τεύχη του «Διαβάζω» μπορείτε ή νά τά αγοράσετε άπό τά γραφεία τού περιοδικού ή, άν μένετε στήν επαρχία, νά ζητήσετε νά σάς τά στείλουμε μέ άντικαταβολή.
Τώρα καί σε τόμους Κ υ κ λ ο φ ο ρ ο ύ ν οι τόμοι: 1/ 2/ 3/ 4/ 5/ 6/ 7/
1976-77 1978 1979 Α 1979 Β 1980 Α 1980 Β 1981 Α
(τεύχη 1-9): 1.200 δρχ. (τεύχη 10-15): 900 δρχ. (τεύχη 16-21): 900 δρχ. (τεύχη 22-26): 850 δρχ. (τεύχη 27-32): 900 δρχ. (τεύχη 33-37): 850 δρχ. (τεύχη 38-43): 900 δρχ.
*Σέ σπουδαστές έκπτωση 1,
Ζητείστε τούς τόμους του «Διαβάζω» άπό τά γραφεία τού περιοδικού ή, άν μένετε στήνεπαρχία, ζητείστε νά σάς τούς στείλουμε μέ άντικαταβολή. Μ πορείτε άκόμα νά άνταλλάξετε τά τεύχη πού έχετε μέ δεμένους τόμους, πληρώνοντας μόνο τή βιβλιοδεσία (240 δρχ. γιά τόν α ' τόμο, 180 δρχ. γιά τούς υπόλοιπους).
s \i/\e i\ i f f
Τεϋχος 48 Δεκέμβριος 1981
Γραφεία: 'Ομήρου 34, ’Αθήνα (135), τηλ. 360-3011. Διεύθυνση: Περ. Άθανασόπουλος. Σύνταξη: Γιώργος Γαλάντης, Αημήτρης Δεληπέτρος, Παύλος Πέζαρος, Βασίλης Τσάμης, Ντορίνα Τσοτσοροϋ. Γραμματεία Σύνταξης: Γιώργος Σαρηγιάννης. Διαχείριση: 'Ηρακλής Παπαλέξης. Συνδρομές: Βάσω Σπάθή. Διορ θώσεις: Πέτρος Στεφανάκης. Σελιδοποίηση: Φούλη Καρύδα-Στασινάκη. Στοι χειοθεσία: Φωτοκύτταρο ΕΠΕ, 'Υμηττού 219, τηλ. 751-6333. ‘Εκτύπωση: Βαλααάκης-Άγγελής Ο.Ε., Ταύρου 21, τηλ. 346-6927. Διαφάνειες: Δ. 77. Άγγελής, Πειραιώς 1, τηλ. 324-4325. Βιβλιοδεσία: Νικόλαος Κατριβάνος & Σία Ο.Ε., Στυλιανού Γόνατά 48, τηλ. 574-9951. Διανομή: Νέον Πρακτορείου Τύ-
Π Ε Ρ ΙΕ Χ Ο Μ Ε Ν Α ΔΙΑΛΟΓΟΙ
Τιμή: Δρχ. 120
Γράφουν οΕ Γ. Σαββίδης, Κ. Γιαννόπουλος, Ε. Βλάχου - Μ. Κυρτζάκη, Ξ. Παγκαλιάς, Φ. Παΐξος, Ν. Ζακόπουλος, Θ. Φραγκόπουλος καί Λότη Πέτροβιτς-Άνδρουτσοπούλου
8
ΧΡΟΝΙΚΑ
’Εξώφυλλο Γιώργον Γαλάντη
Κεντρική διάθεση: Αθήνα: «Διαβάζω» 'Ομήρου 34 Τηλ. 360-3011 Θεσσαλονίκη: Βιβλιοπωλείο Μ. Κοτζιά & Σία Τσιμισκή 78 Τηλ. 279-720, 268-940 Κύπρος: Πρακτορείο βιβλίου Χρ. Άνδρέου & Σία Ρηγαίνης 64 Λευκωσία -
ΕΚΔΟΤΙΚΑ 15 ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ...: Γράφει ό Δημ. Μπέης 15 Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ 17 ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Τό νέο Νόμπελ - 100 χρόνια ελληνικοί λογοτε χνικοί βιβλίου —Ή Έκθεση Καλλιτεχνικής Βιβλιοδεσίας 18 ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ: Κρατικά βραβεία 1980 - Τιμητική διάκριση Ζητούν βιβλία - Έκθεση εικονογράφησης - Μαθήματα θεάτρου - Πίσω στήν έπαρχία - ΟΕ συνδρομές εξωτερικοί 22 ΕΚΔΟΤΕΣ: Ό «Ίκαρος» 24 ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ: Τό Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα , 26 ΑΠ’ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Ανταπόκριση τοί Γιώργου Σκαν- . δάλη άπό τη Χίο γιά τη βιβλιοθήκη «’Αδαμάντιος Κοραής» 28 ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ: ’Ανταποκρίσεις τοί Βάσου Παπαπέτρου άπό τό Μπουένος ’Άιρες καί τής Claudia dal Maistro άπό τό Άμστερνταμ 31 ΟΔΗΓΟΙ
Βαγγέλης Μάντζαρης: Τέσσερα βιβλία γιά τούς Έλληνες τής ’Αφρικής Μάκης Μηλάτος: Ελληνική ρόκ βιβλιογραφία Φιλήμων Παιονίδης: Ελληνική βιβλιογραφία γιά τούς προσωκρατικούς φιλόσοφους (1960-1980)
43 50 58
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Νίκος Καροϋζος: Ή ποίηση πάντα μεγεθύνει
64
ΑΡΘΡΑ
Διονύσης Λιάρος: Ό πνευματικός ιμπεριαλισμός Λότη Πέτροβιτς-Άνδρουτσοπούλου: Τά χαρακτηριστικά τοί σύγχρονου παιδικοί βιβλίου
36 39
ΕΠΙΛΟΓΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Γράφει ό Χρηστός Γιανναράς ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Γράφει ό Ά νδρ έα ς Βοσκός ΓΛΩΣΣΑ: Γράφει ό Έμμ. Κριαράς ΠΟΙΗΣΗ: Γράφουν ό Τάκης Καρβέλης, ό Βασίλης Μάκης, ή ’Αγγελική Worning καί ό Γιώργος Καραβασίλης ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: Γράφει 6 Φίλιππος Δρακονταειδής ΤΑΞΙΔΙΑ: Γράφει ό Δημήτρης Τσίτουρας ΙΣΤΟΡΙΑ: Γράφει δ Φανούριος Βώρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
75 76 79 83 91 93 96 99
ΑΙΑΒΑΖΩ ΓΙΑ ΠΑΙΑΙΑ (Επιμέλεια: Κυρ. Ντελόπουλος) 111 112 115 116
Οΐ μεγάλοι γράφουν, οί μικροί διαβάζουν (καί κρίνουν..!) Παρουσίαση βιβλίων Βιβλιογραφία γιά τό παιδικό βιβλίο ΤΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΡΓΓΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
118
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Η ΤΟΜΟΥ
123
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΕΑΤΙΟ
129
Κ υ κλ ο φ ο ρ ο ύ ν έκ νέο υ δ ύ ο μ ο ν α δ ικ ά στό είδ ο ς το υς β ιβ λία
τού
Π. ΤΣΑΜΠΟΥΝΑΡΑ:
1. ΛΕΞΙΚΟ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΩΝ ΣΥΝΤΜΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΡΚΤΙΚΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ, άπαραίτητο εργαλείο γιά όσους ξέρουν η ασχολούνται μέ τίς ξένες γλώσσες.
2. ΕΛΛΗΝΟ-ΑΓΓΛΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΧΗΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ, πολύτιμο βοή θημα γιά κάθε πτυχιοϋχο ή σπουδαστή θετικών έπιστημών καθώς καί γιά τόν κλάδο τού έμπορίου καί τής βιομηχανίας.
’Α π ο κλεισ τική π ώ λησ η (χ ο νδ ρ ική -λια νική ): ΧΑΡ. ΜΠΟΥΡΑΣ, Ζω οδ. Π ηγής 12-14, τηλ. 36.37.668, ’Α θ ή να (Τ.Τ. 145)
6
% ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΥΣΤΑΛΟ,
ρωμα
8,
τηλ.
9222106
ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΓΕΝΑΡΗ ΤΟΥ ’82
δ ιά λ ο γ ο ι 'Όλα τά γράμματα, πού παρουσιάζουν κάποιο γενικότερο ένδιαφέρον, δημοσιεύονται είτε όλόκληρα (έφόσον είναι σύντομα) είτε άποσπασματικά (έάν είναι έκτενή). Γιό τό λόγο αύτό, παρακαλούνται οι άναγνώστες πού μάς γράφουν νά είναι όσο πιό σύντομοι μπορούν καί νά σημειώνουν τό πλήρες όνοματεπώνυμο καί τήν άκριβή διεύθυνσή τους. Υπενθυμίζουμε ότι γιά νά δημοσιευθεϊ ένα γράμμα, πρέπει νά ’χει φτάσει στά γραφεία του περιοδικού τουλάχιστον έξι έβδομάδες πριν άπό τήν ήμερα κυκλοφορίας τοΰ τεύχους.
Μία προσθήκη στά βιβλιογραφικά τού Σικελιανοϋ Φίλε Κύριε Αθανασόπουλε, Πολλά θα είχα να παρατηρήσω στην ερεθιστική μα χρήσιμη εργασία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου «Βι βλιογραφικά Έτους Σικελιανού: Πρώτη συναγωγή» (Διαβάζω, 4β, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1981, σ. 72-79) και τα κυριότερα τα ανακοίνωσα ήδη προφορικώς στον φίλο κ. Δασκαλόπουλο. Αλλά μιά και δηλώνει πως «προσθήκες, συμπληρώσεις και διορθώσεις είναι ευπρόσδεκτες», επιτρέψετε μου να παρουσιάσω εδώ μιά σημαντική, νομίζω, προσθήκη που οφείλω στην στοργική ευγένεια του κ. Παντελή Πρεβελάκη, και που είναι ενδεχόμενο να έχει διαφϋγει την προσοχή καί άλλων μελετητών του Σικελιανού. Πρόκειται για ένα ανέκδοτο και αχρονολόγητο ποίημα του Σικελιανού, αναπάντεχα δημοσιευμένο, σε φωτοτυπία του χειρογράφου και σε τυπογραφική μεταγραφή, στο βιβλίο του Διον. Τρόβα, Δημ. Καμπούρογλους: Η ζωή και το έργο του, Βασιλείου, 1981, σ. 78-81. Επειδή η τυπογραφική εκείνη μεταγραφή έχει πολλά σφάλματα (παραναγνώσεις ή παρορά ματα;) που αλλοιώνουν το κείμενο του χειρογράφου, το μεταγράφω ξανά εδώ, συγχρονίζοντας την ορθο γραφία του: ΣΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΟΚΟΡΗ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ πού άκουμπάει μ ’ ’Αττική Χάρη άνάλαφρη ατό Στύλο τής Στοργής. ”Αν κανηφόρα δέ θά πάς -μηδέ ατό πέπλωμα γυρτή τής Άθηνάς, θά νά κεντάς τής χάρης της τά δώρα, άνάμεσα στις όμοιες Σου- κι όμως άπ’ όλες χωριστή μηδέ τής δρόσου φύλακας, στό Βράχον, Άρρηφόρα, μηδέ τό δρόμο τόν 'Ιερό θά πάρεις, γιά τό άμίλητο θέρισμα τού ψηλού άσταχιού, στή μυστική ’Ελευσίνα, τό πάτημα τό άνάλαφρο -κ ι ό άπάρθενος άγέρας Σου, δέ φτάνει τάχα, άνέγγιχτο νά 'ναι όνειρο, ή ’Αθήνα; Ό άρχοντικός πατέρας Σου, άπό τά βάθη τής σιγής των έρειπίων, δέ Σού ’φερεν, άπ’ τά πανάρχαια χρό-
σταμνί, ’Αρχοντοκόρη, νά περνάς τήν ’Αττική μονάχη, χιτωνοφόρα, σέ βαθύ προσκύνημα, σεμνή, γιά τις γιορτές, πόχει ή έλιά καί τό λιγνόν άατάχυ, Βασιλοπούλα Σέ θωρώ, Βυζαντινή, νά προσπεράς, μέ κάποιον ’ίσκιο μυστικό, γιά μιά θλιμμένη 'Ελλάδα, κομίζοντάς της, σιωπηλά, τό τάμα τής πικρής χαράς, τό λάδι καί τήν κέρινη, χυτή, ώς ’Εσέ, λαμπάδα!
Ο κ. Τρόβας δεν επιχειρεί να χρονολογήσει το ποίημα. Τόσο η γραφή όσο και η υπογραφή του χει ρογράφου οδηγούν προς πρώιμα χρόνια. Αλλά σύμ φωνα με κάποιες λειψές βιογραφικές πληροφορίες που παρέχει ο κ. Τρόβας (σ. 73-74), μπορούμε να κά νουμε τους εξής κατά προσέγγιση λογαριασμούς: Ο Δ. Γρ. Καμπούρογλους παντρεύτηκε το 1884 και απόκτησε πέντε παιδιά, από τα οποία το τελευταίο ήταν η Τζένη (κοινή αλλοίωση του Ιφιγένεια -πρθλ. Τζένη Μαστοράκη). Άρα η Τζένη δεν μπορεί να γεν νήθηκε πριν από το 1889. Αν θεωρήσουμε εύλογο πως το ποίημα του Σικελιανού γράφηκε όταν η Ιφιγένεια-Τζένη ήταν το πολύ είκοσι ετών, τότε χρονολο γείται πιθανώς περί το 1909 -δηλ. λίγο πριν ή μετά την έκδοση του Αλαφροΐσκιωτου. Σημειώνω ακόμα πως, σύμφωνα με την Βιβλιογραφία Α. Σικελιανού του Γ. Κ. Κατσίμπαλη, αρ. 1361, σχέση Καμπούρογλου-Σικελιανού μαρτυρείται το 1912, και ότι το ποίημα είναι προφανώς γραμμένο πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους (θλ. την τελευταία στροφή). Τούτη η προσπάθεια χρονολόγησης έχει και άλλη σημασία, πέρα από την ένταξη του ποιήματος στο σώμα του Λυρικού Βίου -ανάμεσα στα ανέκδοτα «Στον Όλυμπο» (1902;) και «Ο Κήπος» (1916). Αν δεν κάνω λάθος, στο ποίημα αυτό (στ. 5-6) έχουμε την παλαιότερη σικελιανικήν εμφάνιση του αρχαίου Ελευσίνειου συμβόλου («ο εν σιγή θεριζόμενος στάχυς»), που ώς τώρα θεωρούσα ότι πρωτοεμφανίζεται στήν Συνείδηση της Γης μου (1915). Με την ευκαιρία, αναρωτιέμαι τι σχέση μπορεί να έχει η εικόνα του τζιτζικιού (προφίλ) που κοσμεί την πρώτη έκδοση του Αλαφροΐσκιωτου, με το «οικόσημο» του ανάσκελου τζιτζικιού, που είχε υιοθετήσει (πότε;) ο Καμπούρογλους (βλ. Τρόβας, σ. 100-101), και που μαζί με την γλαύκα και την ελιά μνημονεύεται εμφατικά από τον Σικελιανό στους στ. 12 και 15 του ποιήματος. Με φιλικούς χαιρετισμούς Γ. Π. Σαββίδης
τ’ άθάνατα θυμητικά, τ’ άχραντα σύμβολα τής Γής, τή γλαύκα -καί τό τζίτζικα- καί τής έλιάς τά κλώνια; Γιό τό άλαφρό Σου πάτημα καί τήν πανέμνοστη μιλιά, γιά όλη τή χάρη τής γενιάς, μονάχος Σού έχει φέρει, άταίριαστα τά οικόσημα -γλαύκα καί τζίτζικα κ’ έλιά κ' έστόλισε τή νιότη Σου, μέ τό σοφό του χέρι. Μά έγώ, δέ Σέ θωρώ, μακριά, κρατώντας τό άψηλό
«Πολιτικό» καί «άπολιτικό» παραμύθι Αγαπητό «Διαβάζω», Διάβασα στό τεύχος 45, σελ. 74-75 (γιά παιδιά καί γιά μεγάλους), τό άρθρο τών κ.κ. Μαρίας Κυρτζάκη
καί 'Ελένης Βλάχου μέ τίτλο τό «πολιτικό παραμύθι». Οί συγγραφείς τού παραπάνω άρθρου δηλώνουν δτι έπιδιώκουν «μιά έκ βαθέων άνάλυση», πιστεύουν άτι «τό δλο θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο καί σοβαρό τερο καί δέν μπορεί ούτε πρέπει νά περιοριστεί στό σχήμα “ έντόπιση-άνάλυση-συμπέρασμα” »κι έλπίζουν δτι «αύτό τό κείμενό (τους) δίνει τά έρεθίσματα γιά ένα διάλογο, άναγκαϊο άλλά καί πρωταρχικό». Επιθυμώ νά μετάσχω καλόπιστα κι δχι «μονολι θικά» σ’ αύτή τήν άνάλυση καί σ’ αύτό τό διάλογο. Διευρύνοντας δμως τις βάσεις τους. Μέ τήν «πρω ταρχική» παρατήρηση ότι άμφισβητώ ώς τελείως σφαλερή καί πλαστή τή βασική διάκριση πού συνει δητά ή ύποσυνείδητα οϊ παραπάνω συγγραφείς κά νουν, ότι δήθεν ύπάρχουν άπό τή μιά μεριά «πολι τικά» κι άπό τήν άλλη «άπολιτικά» παιδικά βιβλία ή παραμύθια. Σύμφωνα μέ τήν παραπάνω-σφαλερή καί πλαστή, όπως τή χαρακτήρισα - διάκριση, πού, είτε ρητά δη λώνεται, είτε ύφέρπει σ’ όλο τό κείμενο τών συγγρα φέων τού παραπάνω άρθρου: «’Απολιτικά» παιδικά βιβλία καί παραμύθια είναι έκείνα πού είναι πολιτικά ανώδυνα ή άκίνδυνα, άφοϋ, κατά τίς παραπάνω συγγραφείς, «γράφουν γιά νά εξυπηρετήσουν κάποια αισθητική, νά καλλιεργήσουν καί νά διευρύνουν τήν άντίληψη τού παιδιού δίνον τας του άπλώς τά έρεθίσματα στά οποία θά στηριχτεί γιά νά φτιάξει τίς δικές του προϋποθέσεις», ή πού χρησιμοποιούν «τήν έκπληξη, τό όνειρο, τό δέος καί τή μαγεία πού ώθεί τό ανθρώπινο όν στή διερεύνηση κι ανακάλυψη τοϋ κόσμου» ή πού λαμβάνουν ύπόψη «αύτό τό πανάρχαιο άπό καταβολής κόσμου πού λέ γεται τέχνη». Σύμφωνα πάντα μέ τίς παραπάνω συγγραφείς, γιά τά βιβλία αύτά εμείς οί μεγάλοι δέν πρέπει διόλου νά άνησυχοϋμε. Μπορούμε άνετα νά φροντίζουμε τό παιδί δίνοντάς του τέτοια βιβλία. Τό γεγονός ότι «τό παιδί βέβαια, έκ τών πραγμάτων, δέν έχει τή δυνατό τητα άμυνας σ’ αύτή τή φροντίδα, δέν μπορεί νά άντιδράσει στή φροντίδα», δέν πρέπει διόλου νά μάς άνησυχεί, άφοϋ έξ ορισμού -δικού μας βέβαια, όχι τοϋ παιδιού-τά βιβλία αύτά είναι «απολιτικά» ή πολι τικά «άκίνδυνα». Ένώ, άντίθετα, «πολιτικά» παιδικά βιβλία καί παρα μύθια είναι έκείνα πού είναι πολιτικά έπικίνδυνα, άφοϋ, κατά τίς παραπάνω συγγραφείς, «ύπενθυμίζουν άπλώς τά δικά μας πολιτικά άδιέξοδα καί ϋποδηλώνουν τήν άνεπάρκειά μας ώς ένα βαθμό νά λει τουργήσουμε σάν πολιτικά όντα» ή «νομίζουν πώς θά περάσουν έτσι ευκολότερα στό παιδί τίς άπόψεις τους καί τίς λύσεις στά συγκεκριμένα πολιτικά προ βλήματα» ή πού χρησιμοποιούν τό παραμύθι «έν όνόματι μιάς διδακτικής (πολιτικής) σκοπιμότητας», άφοϋ «άξονας τοϋ παραμυθιού... είναι... ή μεταφορά τοϋ άνθρώπινου σκηνικού στό σκηνικό τής φύσης ή σέ άλλες περιπτώσεις ή διατήρηση αύτοϋ τοϋ σκηνι κού» καί γενικά δέν έχουν, πάντοτε κατά τίς παρα πάνω συγγραφείς, τίς -άπό τίς ίδιες προσδιορισμέ νες- «άρετές» τών «άπολιτικών» παιδικών βιβλίων ή παραμυθιών. Σύμφωνα πάντα μέ τίς παραπάνω συγγραφείς, γιά τά βιβλία αύτά πρέπει ν’ άνησυχοϋμε. Δέν πρέπει νά φροντίζουμε τό παιδί μέ τέτοια βιβλία —πού είναι
«ένα είδος πολύ καινούριο»- γιατί σχετικά μ’ αύτά καί μόνο μέ αύτά τά βιβλία πρέπει νά θυμηθούμε ό,τι άκριβώς γιά τά «άπολιτικά» βιβλία πρόθυμα ξεχάσαμε, ότι δηλ. «τό παιδί βέβαια, έκ τών πραγμάτων, δέν έχειτή δυνατότητα άμυνας σ’ αύτή τή φροντίδα» κλπ. κλπ., άφοϋ έξ όρισμοϋ -δικού μας βέβαια, όχι τοϋ παιδιού- τά βιβλία αύτά είναι «πολιτικά» ή πολι τικά «έπικίνδυνα». Χαρακτήρισα τήν παραπάνω διάκριση σφαλερή καί πλαστή γιατί πιστεύω ότι πάμπολλα παιδικά βιβλία, πού οί όπαδοί τής παραπάνω διάκρισης πρόθυμα θά χαρακτήριζαν ώς «άπολιτικά», δέν είναι διόλου τέΔυστυχώς δέν έχουμε όλοι στή διάθεσή μας ούτε τίς πλατιές γνώσεις πού έχει γιά τό παιδικό βιβλίο ή έκλεκτή συνεργάτιδα τοϋ «Διαβάζω» κ. Ελένη Παμπούκη, ούτε πολλές άναλύσεις σάν κι αύτές π.χ. τής κ. "Αννας Φραγκουδάκη γιά «τά άναγνωστικά βιβλία τοϋ δημοτικού σχολείου» (1978) ή τών Α. Ματλάρ - Α. Ντορφμάν «Ντόναλντ ό άπατεώνας» (έλλ. μτφρ. Α. Ζακοπούλου - Ν. Τσαούλα, 1979), γιά νά δούμε μέ πάμπολλα παραδείγματα παρμένα μέσα άπό βιβλία, πού οί κ.κ. Μ. Κυρτζάκη καί Ε. Βλάχου πρόθυμα ίσως θά χαρακτήριζαν ώς «άπολιτικά», πόσο πολιτικά είναι. "Εχουμε όμως κι ώς παιδιά άλλά κι άργότερα ώς γονείς διαβάσει κάμποσα παιδικά βιβλία, άπό τά όποια μέ βοήθεια τίς κάποιες γενικότερες γνώσεις μας θά ’πρεπε νά έχουμε καταλήξει στό συμπέρασμα ότι, λ.χ„ ό «Μικρός λόρδος» ή ό «Θείος Σκρούτζ» ή τά «βασιλόπουλα» κι οί «βασιλοπούλες» τών έλληνικών καί ξένων παραμυθιών μας ή τά σχολικά άναγνωστικά καί γενικότερα πάμπολλα παιδικά καί δήθεν «πολιτικά άθώα» παιδικά βιβλία ή παραμύθια δέν εί ναι διόλου «πολιτικά άθώα» κι ότι άντικειμενικά βοη θούν σ’ έκείνο άκριβώς πού οί συγγραφείς τοϋ παραπάνω άρθρου άποδίδουν άποκλειστικά καί μόνο στά -άπ’ αύτές χαρακτηριζόμενα- «πολιτικά» παιδικά βιβλία. Δηλ. βοηθούν στή «διατήρηση αύτοϋ τοϋ σκηνικού», άφοϋ βοηθούν τά παιδιά «πού μόλις μπή καν ή θά μπουν στό σχολείο γιά νά γαλουχηθοϋν στά νάματα μιάς συγκεκριμένης Ιδεολογίας μ’ ένα ορι σμένο τρόπο σκέψης, τοϋ μή σκέπτεσθαι». Τά παραπάνω ομολογούν κι οί συγγραφείς τοϋ παραπάνω άρθρου, πού σ’ ένα σημείο του γράφουν ότι: «Μπορεί κάποιος νά ισχυριστεί πώς ή αισθητική καί ή ιδεολογία πού μέχρι τώρα περνούσε άπό τό παιδικό παραμύθι δέν ήταν παρά ή αισθητική τής έκάστοτε εξουσίας καί τής έκάστοτε έποχής. Δέν θά διαφωνήσουμε. 'Απλώς' ύποστηρίζουμε ότι είναι καταστροφικό νά παραμένει λανθάνουσα αύτή ή Ιδεολογία καί κατά συνέπεια ή αύτή αισθητική». Βέβαια οί παραπάνω συγγραφείς άναρωτιοϋνται σέ άλλο σημείο τοϋ άρθρου τους: «Τό παιδί τών 6 χρό νων θά καταλάβει καλύτερα τήν άπεργία πού κάνουν τά ποντίκια άπ’ ό,τι τήν άπεργία τών εργατών τής “ Πίτσος” ; καί δέν είναι άμαρτία νά προσπαθήσουμε νά πείσουμε τά παιδιά ότι ό ιμπεριαλισμός μπορεί εύκολα νά έξαλειφθεί μ’ ένα άπλό λιθοβολισμό ή ότι οί τύραννοι εξαφανίζονται όταν όλοι βγούμε νά δια δηλώσουμε τήν άντίθεσή μας σέ μιά διαδήλωση;» Ίσως νά ’ναι πολύ σωστά όλα αύτά, Ιδίως όταν γράφονται εναντίον «πολιτικών» βιβλίων πού είναι ή τά βρίσκουμε «κακά» βιβλία, όχι γιατί είναι «πολι
9
τικά», άλλά γιατί είτε είναι κακογραμμένα καί πολι τικά άφελή πολιτικά βιβλία, ε'ίτε έμεϊς τά διαβάζουμε μέ Ικανή δόση πολιτικής άφέλειας. Άλλά μήπως ήρθε ό καιρός νά άρχίσουμε επίσης νά αναρωτιόμαστε μήπως, όχι μέ (τά λίγα) «πολιτικά», άλλά μέ τά (πολλά) δήθεν «άπολιτικά» παιδικά βιβλία, έχουμε κάνει τά παιδιά μας άνίκανα νά σκεφθοϋν, όχι γιατί γίνεται ή άπεργία των ποντικών, άλλά γιατί γίνε ται ή άπεργία τών έργατών τής «Πίτσος» ή πώς δημιουργοϋνται (πρώτα) καί πώς έξαφανίζονται (ύ στερα) οί τύραννοι, γιατί βέβαια οί τελευταίοι δέν δημιουργοΰνται άπό μόνοι τους, ούτε έξαφανίζονται ε'ίτε μέ μιά διαδήλωση, ε’ίτε μέ τήν έπέμβαση ένός «Σούπερμαν» ή μέ τήν τελική έπικράτηση τού «κα λού» πάνω στό «κακό», πού διδάσκουν τά «άπολιτικά» παιδικά παραμύθια μας; Γι’ αύτό θά μοϋ επιτρέψουν οί συγγραφείς τού παραπάνω άρθρου νά θέσω δίπλα στό ερώτημά τους -«πόσο καί πώς πολιτικοποιεί τό πολιτικό παρα μύθι;»- ένα παράλληλα εξεταστέο έρώτημα: Πόσο καί πώς πολιτικοποιεί τό δήθεν άπολιτικά παραμύθι; Άραγε τό τελευταίο μέ τήν όποια «τέχνη» κι «αι σθητική» του βοηθάει τά παιδιά νά δοϋν μέ τήν ελεύθερη φαντασία τους τό όνειρο καί τήν πραγμα τικότητα; Ακόμα καί τό (κοινωνικό) όνειρο καί τήν (κοινωνική) πραγματικότητα; "Η μήπως, άντίθετα, δε σμεύει τή φαντασία τους καί τά ύποχρεώνει νά συλλάβουν μονοδρομικά κι όχι έλεύθερα τή σχέση τους μέ τ’ όποιο όνειρο καί μέ τήν όποια πραγματικότητα; Θά μοϋ έπιτρέψουν άκόμα οί συγγραφείς τού παραπάνω άρθρου -πού άνησυχοϋν κι επισημαίνουν «κινδύνους» γιά τά παιδιά μας- νά στρέψω καί πρός μιάν άλλη κατεύθυνση τήν πολύτιμη (καί δέν τίς ει ρωνεύομαι διόλου) άνησυχία τους: Τό πράγμα είναι σοβαρό καί έλάχιστα έχει συνει δητοποιηθεί άπό τούς (δήθεν) «άπολιτικούς» (δέν συγκαταλέγω άναγκαστικά μέσα ατούς τελευταίους τίς κ.κ. Μ. Κυρτζάκη - Ε. Βλάχου), πού μέ τίς φοβίες πού έχουν άναπτύξει-μήπως καί περάσει στά παιδιά, όχι μιά όποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία, άλλά μιά «συγκεκριμένη» ιδεολογία πού είναι άντίθετη άπό τή δική τους- δέν έχουν άντιληφθεΐ (κι επομένως άνησυχήσει) ότι μέ τά περισσότερα άπό τά δήθεν «άπολιτικά» παραμύθια, τά παιδιά μας, ε’ίτε δέν μαθαίνουν κάν τήν ιδεολογία τής άστικής τάξης, άλλά μιά 'ιδεο λογία προαστική μέ πολλά στοιχεία καί άξιες φεου δαρχικής Ιδεολογίας, ε’ίτε είσάγονται βαθμιαία σέ δομές καί ’ιδέες πού έπικρατοϋν σέ ξένους κοινωνι κούς σχηματισμούς, πού τόσο διαφέρουν άπό τό δικό μας. Κατά τά λοιπά συμφωνώ μέ τίς συγγραφείς τού παραπάνω άρθρου. Πιστεύω μαζί τους «πώς τό όλο θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο καί σοβαρότερο καί δέν μπορεί νά περιοριστεί στό σχήμα “ έντόπιση-άνάλυση-συμπέρασμα” , κάτι έξίσου μονολιθικό μ' ό,τι θά ’πρεπε νά άποφευχθεΐ κι άποτελεί τό μέγιστο κίν δυνο». Έδώ προσθέτω: Καί γιά τά παιδιά μας καί προπάντων γιά μάς πού, άς μήν τό ξεχνάμε, μεγαλώ σαμε μέ τέτοια άκριβώς παιδικά βιβλία καί παραμύ θια. Δέν πάει πολύ νά φορτώσουμε στά παιδιά μας καί τό βάρος νά τό άνακαλϋψουν άργά ή γρήγορα καί νά μάς τό καταλογίσουν; ’Εμείς άπό μόνοι μας δέν πρέπει τίποτα νά κάνουμε, όχι επιτέλους γιά τά παι διά μας, άλλά γιά μάς τούς ίδιους; Μέ φιλικούς χαιρετισμούς Κων. Γερ. Γιαννόπουλος Χρυσανθέμων 39 Π. Ψυχικό
10
Τό γράμμα τού κ. Κων. Γερ. Γιαννόπουλου θέ σαμε ύπόψη στις συνεργάτριές μας κ.κ. Ε. Βλάχου καί Μ. Κυρτζάκη, οί όποιες μάς έστειλαν τήν παρακάτω άπάντηση:
Ό τρόπος πού ό κ. Γιαννόπουλος διάβασε τό κεί μενο γιά τό πολιτικό παραμύθι φοβούμαστε πώς οδη γεί σέ παραπλανητικά, γιά τόν ’ίδιο κυρίως, συμπεράΓράφει: «οί συγγραφείς (...) έπιδιώκουν μιά έκ βαθέων άνάλυση (...)». Γράψαμε (καί μάλιστα πρός τό τέλος πιά τού κειμένου): «Πρόθεσή μας όταν κατα πιαστήκαμε (...) ήταν μιά έκ βαθέων άνάλυση». "Αλλο «έπιδιώκουν» καί στόν ένεστώτα, κι άλλο «πρόθεσή μας ήταν» καί στόν παρατατικό. Γράφει: «Αμφισβητώ ώς τελείως σφαλερή καί πλα στή (ή ϋπογράμμιση δική του) τή βασική διάκριση πού συνειδητά ή άσυνείδητα οί παραπάνω συγγραφείς κάνουν, ότι δήθεν ύπάρχουν άπό τή μιά μεριά “πολι τικά” καί άπό τήν άλλη “ άπολιτικά” παιδικά βιβλία ή παραμύθια». ’Εμείς δέν κάναμε καμία διάκριση -ούτε συνει δητή- μεταξύ πολιτικού καί άπολιτικοϋ παραμυθιού, γιατί πιστεύουμε ότι κάθε παραμύθι (όπως καί κάθε έκφραση τού λόγου) είναι πολιτικό. Αύτό πού δέν είδε ό κ. Γιαννόπουλος είναι ότι όντως κάναμε μία διάκριση (γι’ αύτό έξάλλου γράφτηκε τό κείμενο), διάκριση μεταξύ τού «πολιτικού παραμυθιού» [= πού ό προβληματισμός του βγαίνει μέσα άπό τό ίδιο τό κείμενο καί άπευθύνεται στήν κρίση τού παιδιού (στό «γιατί» του) χωρίς βέβαια νά τού στερεί «τήν έκ πληξη, τό όνειρο, τό δέος καί γενικά τή μαγεία», δη λαδή χωρίς νά τού στερεί τό ένδιαφέρον του καί τή συμμετοχή του στά δρώμενα] καί τού «προπαρασκευασμένου πολιτικού παραμυθιού» [= όπου άπό τήν άρχή τά πάντα είναι δοσμένα: οί ρόλοι τού τύ ραννου καί τού καταπιεσμένου, προδιαγραμμένες οί συγκρούσεις, οί καλοί καί οί κακοί έκ τών προτέρων καθορισμένοι καί μέ καμία πιθανότητα διαφυγής τού κάθε ήρωα άπό τό ρόλο του]. Δηλαδή, μεταξύ ένός «πολιτικού προπαρασκευασμένου παραμυθιού» καί ένός «πολιτικού παραμυθιού» σάν τήν «Κοκκινοσκουφίτσα» ή τά «'Εφτά κατσικάκια» άλλάζει άπλώς ή θεματογραφία. Ή άλλαγή τής θεματογραφίας δέν άποτελεί βέβαια κανένα εχέγγυο ότι τό παιδί «θά γίνει Ικανό νά σκέφ τεται, ε’ίτε γιά τήν άπεργία τών έργατών τής “ Πί τσος” ε’ίτε πώς δημιουργοΰνται καί πώς εξαφανίζον ται οί τύραννοι». Τό ζήτημα είναι πώς ό συγγραφέας έπεξεργάζεται αύτή τή θεματογραφία καί μέ ποιό τρόπο κάνει πιστευτή τήν ιστορία του τό παιδί, ώστε αύτό όχι μόνο νά συμμετέχει άλλά καί νά αιτιολογεί μέσα του τήν άλληλουχία τών γεγονότων, τή συμπε ριφορά τών ήρώων, τίς διακυμάνσεις τους, ό,τι άπαρτίζει τήν πραγματικότητα. Δηλαδή ό συγγραφέας θά εργαστεί στό χώρο τής λογοτεχνίας, γνωρίζοντας ότι οί άναγνώστες του έχουν λιγότερες έμπειρίες άπό τούς μεγάλους, τούς όποιους όμως δέν πρέπει κα θόλου νά άποκλείσει άπό τό άναγνωστικό του κοινό. Ή έπιχειρηματολογία τού κ. Γιαννόπουλου στηρί ζεται στή διάκριση πού καλόπιστα (;) έκεΐνος «διά βασε» μεταξύ «άπολιτικοϋ καί πολιτικού παραμυ θιού», καί πίστεψε πώς αύτό τού έδινε τό δικαίωμα νά διαστρεβλώσει τά όσα γράψαμε άποσπώντας φράσεις καί έντάσσοντάς τις στό δικό του σκεπτικό. Τό όποιο άπαιτεΐ, όπως τουλάχιστον φαίνεται άπό τήν έρμηνεία καί τή διάκριση πού ό ίδιος έκανε, τό «άσπρο καί τό μαύρο», τό «καλό καί τό κακό», τόν «καταπιεστή καί τόν καταπιεζόμενο». Σκεπτικό πού, όπως συνάγεται άπό τά παραπάνω, είναι άδύνατο νά
μας βρει σύμφωνες. Γιατί εμείς μιλάμε γιά μιά παι δική λογοτεχνία κι ό κύριος Γιαννόπουλος γιά παραμύθι-μπροσούρα. Μαρία Κυρτζάκη 'Ελένη Βλάχου
’Έρευνας ιστορία ή τά κριτήρια Αγαπητοί φίλοι, Τά καλοκαίρια τού ’80 καί ’81 παρέμεινα συνολικά 3 μήνες στήν 'Ελλάδα (’Αθήνα καί Κρήτη), γυρίζοντας σέ διάφορες βιβλιοθήκες.κι άρχεϊα, συγκεντρώνον τας στοιχεία γιά μιά μελέτη μου γύρω άπ’ τίς Κρητι κές έφημερίδες τού περασμένου αιώνα. ’Ερχόμενος άπ’ τήν άλλη άκρη τής Εύρώπης, καί συγκεκριμένα τή Στοκχόλμη τής Σουηδίας, είχα πολύ λίγες γνώσεις γιά τόν τρόπο λειτουργίας τών έλληνικών βιβλιοθηκών, άρχείων καί γενικά τών πιθανών πηγών γιά έρευνες. Βρέθηκα πρό διαφόρων έκπλήξεων, κι αύτές θέλησα ν’ άνιστορήσω μ’ αΰτό μου τό σημείωμα. Γενικά ή έρευνα δέν μού ’ναι τελείως άγνωστη, μιά κ’ έχω γράψει ορισμένες μελέτες κ’ έχω άρθρογραφήσει σέ διάφορα περιοδικά τής Σουηδίας. Γιά τίς μελέτες καί τ’ άρθρα ζητούσα συχνά πληροφορίες στις διάφορες πανεπιστημιακές καί δημόσιες βιβλιο θήκες, άρχεϊα κτλ. τής Σουηδίας. Τό προσωπικό έκεϊ εξυπηρετεί πάντα, κι δταν δέν μπορούν ν’ άπαντήσουν άμέσως σ’ αύτό πού κάποιος ρωτά, σέ παρακαλοϋν νά επιστρέφεις μετά 2-3 μέρες ώστε νά μπορέ σουν νά ερευνήσουν τό θέμα. Όταν επιστρέφεις σου δίνουν κάποια άπάντηση κ’ έτσι ξέρεις ποιο θά 'ναι τό επόμενο βήμα τών ερευνών σου (πληροφοριακά άναφέρω δτι τό προσωπικό τών βιβλιοθηκών τής Σουηδίας είναι όλοι βιβλιοθηκάριοι, πού σημαίνει τε λειόφοιτος μετά άπό τρίχρονη πανεπιστημιακή εκ παίδευση βιβλιοθηκάριου). Ά π’ ο,τι διαπίστωσα, στή χώρα μας τό έπάγγελμα τού βιβλιοθηκάριου δέν βρίσκεται έκεϊ πού πρέπει νά βρίσκεται καί κατ’ άκολουθίαν κ’ ή σχετική έκπαίδευση (αύτό δέν σημαίνει ότι καταφέρομαι ενάντια στό προσωπικό τών έλληνικών βιβλιοθηκών άλλοι φταίνε γιά τά χάλια τους). Γιά κάποια μελέτη μου γύρω άπ’ τόν ελληνικό τύπο είχα συγκεντρώσει μιά μεγάλη βιβλιογραφία σχετική μέ τό θέμα. Σ’ αύτή τή βιβλιογραφία δέν μπορούσα νά βρώ κάτι σχετικό μέ τόν τύπο τής Κρήτης, γι’ αύτό άποφάσισα νά κάνω μία έρευνα γύρω άπ’ τίς κρητικές έφημερίδες τού περασμένου αιώνα. 'Ερχόμενος λοιπόν στήν 'Ελλάδα σκέφτηκα ν’ άρχίσω μέ τήν 'Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου νόμιζα θά ύπήρχε σχετικός κατάλογος τών έφημερίδων. Τέτοιο πράγμα βέβαια δέν ύπάρχει. Τό ’μαθα, δέν τό ’ξέρα. Ζήτησα κάποια έφημερίδα τής ’Αθήνας τού περασμέ νου αιώνα καί πήρα τήν άπάντηση: Γιά νά μπορέσεις νά δεις τήν έφημερίδα, πρέπει ν’ άποδείξεις ότι είσαι ερευνητής ή δημοσιογράφος μ’ άντίοτοιχη ταυτό τητα!! Δέν ήξερα άτι ύπάρχουν περιορισμοί γιά τό ύλικό τών βιβλιοθηκών πού μπορεί κάποιος νά χρησιμο ποιήσει κι άκόμα άτι χρειάζεται ταμπέλα μέ τό τί είναι ό καθένας. Καταλαβαίνω ότι μπορεί νά ύπάρξει ιδιαί τερη διαδικασία γιά ύλικό πού ’ναι εύαίσθητο, όπως χειρόγραφα, παλιές έκδόσεις κτλ., άλλά όχι καί γιά εκατοντάχρονη έφημερίδα (πού σημειωτέον βρισκό ταν σέ άριστη κατάσταση, άν παραβλάψει κανένας τά δυό δάχτυλα σκόνη πού ’χε πάνω της). Τέλος πάντων είδα τήν έφημερίδα, μιά καί τυγχάνω ταυτοποιημένος.
'Επειδή κατάλαβα ότι θά ’χα περισσότερες δυσκο λίες άπ’ αυτές πού ’χα ύπολογίσει στήν άνεύρεση πηγών, σκέφτηκα νά προσπαθήσω νά συναντήσω ορισμένους ανθρώπους πού πιθανώς θά μπορούσαν νά μέ βοηθήσουν στήν έρευνά μου. Αύτό πού ’θελα ήταν μία ύπόδειξη γιά τό πού πιθανώς ύπήρχαν κατάλληλες πηγές. Νά μού ’λεγαν δηλαδή δτι ’ίσως ύπάρχουν στό Ρέθεμνος, στήν Ξάνθη καί στή Σύρο, γιά παράδειγμα, ή συνάντησε τούς τάδε πού 'ίσως σέ βοηθήσουν. Τίποτα άλλο. Κι άπό δώ άρχίζουν οί διάφορες περιπέτειες. Συνάντησή μου -μετά κόπων καί βασάνων- μ’ άρχιπνευματικό Κρητικό. ’Εξηγώ άπό πού έρχομαι, τί ζητώ καί γιατί. Μού γίνεται ή έρώτηση: Είσαι Κρητικός; 'Αφελής δική μου άντερώτηση: "Εχει σημασία; Όταν μού ’δείξε τήν πόρτα, κατάλαβα ότι έπρεπε νά τού ’χα πεϊ ότι είμαι ό μισός, άπό μάνας μεριά. Όπως καταλαβαίνει κανένας έφυγα «κακήν κα κώς». Στή συνέχεια συνάντησα καί μερικούς άλλους, κ’ έπειδή τό κλίμα ήταν περίπου παρόμοιο μέ τό παρα πάνω (χωρίς φυσικά νά λείψουν κ’ έξαιρέσεις), έφυγα γιά τήν Κρήτη μέ σκοπό «ό,τι ήθελεν προκύψει». Περιπετειών συνέχεια, στήν Κρήτη τώρα: Κάποιας βιβλιοθήκης οί ώρες λειτουργίας ήταν κα θορισμένες μέ τίς έλεύθερες ώρες τού προσωπικού 'Αποτέλεσμα: Μετά άπό ραντεβού, πού δέν τηρή θηκε άπό τό προσωπικό, μπήκα στή βιβλιοθήκη γιά 10 μόνο λεφτά, κοίταξα μόνος μου στά ράφια άν ύπάρχει κάτι τό ενδιαφέρον (κι αύτό γιατί τό προσωπικό δέν είχε τήν παραμικρή ιδέα γιά τό ύλικό τής βιβλιο θήκης) κ’ έφυγα. Τό δεκάλεπτο πού μού 'χε παραχωρηθεϊ εύγενικά, ήταν μετά τίς κανονικές (;) ώρες λειτουργίας τής βι βλιοθήκης. Λαμπρά. Σέ κάποια άλλη βιβλιοθήκη, δέν είχαν όρεξη νά σηκωθούν καί νά κοιτάξουν ατούς καταλόγους τά στοιχεία πού ζητούσα. Ίσως λόγω ζέστης. Λαμπρότερα. Κάπου αλλού θέλησα νά βγάλω μερικά άντίγραφα, πού θά στοίχιζαν (άν θυμάμαι καλά) 64 δραχμές. Γράφτηκε τό κατάλληλο χαρτί καί μού ’γίνε ή ύπόδειξη νά πάω στό δημόσιο ταμείο νά πληρώσω τό ποσό. Πήρα τό χαρτί καί ρωτώντας πήγα μερικά τε τράγωνα παρακάτω στό ταμείο. ’Έδωσα τό χαρτί σέ κάποιο ύπάλληλο ό οποίος έγραψε κι άλλα. Τά πήρα καί πάω στόν ταμία στόν οποίο έδωσα τά χαρτιά τού προηγούμενου ύπάλληλου. Πλήρωσα τίς 64 δρχ., κράτησε αύτός ένα χαρτί, μού ’δώσε εμένα κάποιο άλλο κ’ έφυγα. Ξαναγύρισα στή βιβλιοθήκη, τούς έδωσα τό χαρτί τού ταμία, μού ’δωσαν τ’ άντίγραφά μου κ’ έφυγα. Ή διαδικασία κράτησε μία ώρα. Λαμπρότατα. ’Επειδή έτσι άρχισαν οί έρευνες στήν Κρήτη, άπόρησα στή συνέχεια πού δέν μού συνέβησαν τίποτα παρόμοιες ιστορίες καί στις ύπόλοιπες βιβλιοθήκες. Είχα βιαστεί νά βγάλω συμπεράσματα. Λάθος μου φυσικά. Έκεϊ στήν Κρήτη, λοιπόν, συνάντησα άνθρώπους πού θέλησαν νά μέ βοηθήσουν κι άλλους πού δέν θέλησαν. Δικαίωμα καί τών μέν καί τών δέ. Κανένας δέν ήταν ϋποχρεωμένος, καί φυσικά τό σεβάστηκα. Αύτό όμως πού μ’ εκνεύριζε, γιατί τό θεώρησα τε λείως αδικαιολόγητο, ήταν τό κριτήριο τής κρητικής μου ταυτότητας πού παρουσιαζόταν κάθε τόσο. Πρά γμα τελείως αχαρακτήριστο.
11
Σέ μιά περίπτωση δοκιμάστηκαν κ’ οί γνώσεις μου στην κρητική διάλεκτο!!! Τ’ όνοματεπώνυμό μου δέν βοηθά καθόλου γιά τήν άλήθεια των λεγόμενών μου «περί τής ήμισείας Κρη τικής μου καταγωγής» (δέν είχα μαζί μου καί τήν έλληνική ταυτότητα στήν όποια άναφέρεται ΤΟ ΓΕΝΟΣ: Κ....άκη). Μ’ δλα αύτά τά παραπάνω, δέν θέλω νά κατηγο ρήσω τούς πνευματικούς ή μή άνθρώπους τής Κρή της, κι άκόμα λιγότερο τό προσωπικό τών βιβλιοθη κών. Κάθε άλλο. Ό λοι βέβαια δέν είναι 'ίδιοι. Μερικές φορές διασκέδαζα μέ τίς Ιστορίες πού μοϋ συνέβαιναν, δχι δμως δλες τίς φορές. Αύτό πού οπωσδήποτε κατηγορώ είναι τό «κριτήριο» γιά τό άν θά μέ βοηθούσαν ή δχι καί τήν άρνητική άντιμετώπισή μου άπό πνευματικούς άνθρώπους (φοβήθηκαν μήπως συναγωνισμό άπό μέρους μου; άκούγεται τουλάχιστον αστείο). Δέν θέλησα νά οίκειοποιηθώ κανενός πνευματική έργασία. 'Απλώς ζητούσα πλη ροφορίες γιά τό πού θά μπορούσα νά βρώ ορισμένες πηγές γιά τό θέμα μου. Ή πιό εύκολη απάντηση θά ’ταν νά μοϋ ’λεγαν δτι δέν γνωρίζουν τό θέμα (έστω καί νά τό ’ξέραν), καί θά ’φεύγα εύχαριστώντας τους. Κάποια στοιχειώδη εύγένεια δηλαδή. Λυπάμαι γιατί σίγουρα κι άλλοι πρίν άπό μένα θ’ άντιμετώπισαν τά ίδια ή παρόμοια προβλήματα καί σίγουρα κι άλλοι θά άντιμετωπίσουν. Είναι κρίμα νά έμποδίζονται οί έρευνες γιά διάφορους προσωπι κούς, τελείως άνόητους λόγους. Οί έρευνες καί τ’ άποτελέσματά τους νομίζω δτι δέν άνήκουν σέ κάποιον ιδιαίτερα, άλλά είναι κτήμα όλων. Ό ερευνητής άπλώς καταγράφει. Είναι Ιδιαίτερα λυπηρό πού μερικοί νομίζουν δτι ή Κρήτη καί τά θέματα γύρω άπ’ αύτήν, είναι άποκλειστικά δικό τους χωράφι. Δέν νομίζω δτι τό φαινόμενο αύτό παρατηρεΐται μόνο στήν Κρήτη κι ότι οί Κρητικοί είναι ιδιαίτερα στρυφνοί. Θά μπορούσε νά ’χε συμθεϊ σ’ όποιοδήποτε μέρος τής Ελλάδας. Στόν ύποφαινόμενο συνέβη στήν Κρήτη, σ’ άλλον συμβαίνει στήν 'Ερευνούπολη. Ή ίδια ζημιά γίνεται σέ βάρος τής έρευνας όπου καί νά παρουσιάζεται. Τελειώνοντας ήθελα νά εύχαριστήσω όλους τούς άνθρώπους πού συνάντησα στήν 'Αθήνα καί στήν Κρήτη, Κρητικούς ή μή, γιά τή βοήθεια ή μή πού μοϋ πρόσφεραν.
χωρίζεται σέ δύο μέρη, στήν περιγραφή τών θεσμών καί τήν ανάλυση τής συμπεριφοράς τών όμάδων καί κατόπιν τού ατόμου. ΟΙ κοινωνιολόγοι έδώ γνωρίζουν μόνο τή θεσμική περιγραφή καί μέ αύτήν άσχολοϋν2. Ποιά είναι συγκεκριμένα τά θεωρητικά προβλή ματα τού άθλητισμοϋ καί ποιοι είναι συγκεκριμένα οί πλατειασμοί; Δέν μπορούμε νά μιλούμε γιά πράματα πού δέν τά ξέρουμε οί ίδιοι. Δέν ύπάρχει ούτε ένα πρόβλημα τού άθλητισμοϋ θεωρητικό πού νά μή θί γεται. Οί άπαντήσεις είναι άλλο θέμα. 3. Ό άθλητισμός προσδιορίζεται άπό βιολογικές τάσεις, άπό ψυχολογικά ένδιαφέροντα (άτομο) καί άπό κοινωνικές σκοπιμότητες. Αύτό είναι ή πραγμα τικότητα καί ό συγγραφέας δέν μπορούσε νά φκιάνει παραμύθια πού νά Ικανοποιούν τά γούστα τού όποιουδήποτε. Ή παρατήρηση πού κάνει ό κ. Δεμερ τζής στό σημείο αύτό δείχνει δτι δέν έχει 'ιδέα άπό διαλεκτική. Ποια είναι επιτέλους ή φύση τής διαλε4. Τό δημοσιογραφικό ύφος δέ βρίσκεται στά κε φάλαια πού γράφει ό κ. Δεμερτζής. Λέμε δ,τι θέ-
5. Τό εθνικό μέ τό διεθνικό ύπάρχουν σά συγχρο νικές πραγματικότητες καί συνυπάρχουν σά διαλε κτικές αντιθέσεις. Τί θά πούμε, ύπάρχει μόνο τό εθνικό ή μόνο τό διεθνικό; Καί δέ λέμε καλύτερα «πετάει ό γάιδαρος, πετάει». 6. Στό μεθοδολογικό θέμα ύπάρχει: α) ή εμπειρική μεθοδολογία τών κοινωνικών επι στημών καί οί ποσοτικές ή ποιοτικές αξιολογήσεις, άνάλογα β) ή Ιστορική μεθοδολογία γ) ή συγκριτική μεθοδολογία δ) ή δομολογική θεώρηση τών φαινομένων ε) ή λογική άνάλυση στ) ή διαλεκτική άνάλυση. θά μπορούσε ό κ. Δεμερτζής νά μάς πεί άν οί κα θηγητές τών πανεπιστημίων ξέρουν καλά καμιά άπό τίς μεθόδους αύτές; Συγκεκριμένα στοιχεία. Ό Γιάννης Μήλιος χρησιμοποιεί δλες τίς μεθόδους ή κάνει άναφορά σέ δλες στό βαθμό πού τό επιτρέπει ή έρ γασία αύτή. Σέ κάθε σημείο λαμβάνονται ύπόψη δλοι οί παράγοντες. Δέν είναι σκοπός τού βιβλίου νά κά νει συγκεκριμένου τύπου έρευνα γιά τήν κοινωνιολογία τού άθλητισμοϋ, γιά νά προσδιορίζει, έπίσης, μέ συγκεκριμένο τρόπο τή μεθοδολογική πορεία, Ξενοφών Παγ καλιάς άπλά θίγει προβλήματα κοινωνιολογίας τού άθλητιΣτοκχόλμη Σουηδίας/Σεπτέμβρης 1981 σμοϋ, καί αύτό τά λέει δλα. Τό γεγονός δτι βλέπει τό Ostgotagatan 85, 2 tr. πρόβλημα, στά πλαίσια τών δυνατοτήτων βέβαια, 11664 Stockholm διαλεκτικά, διιστορικά, διαχρονικά, καλύπτει δλες τίς Sweden σχέσεις. Τό δτι μένουν ζητήματα καί άπορίες είναι άλλο θέμα. Δέ λύθηκαν καί πιθανό πολλά άπό αύτά νά μή λυθούν ποτέ. 7. Καί πάλι μέ τόν δρο «εθνικός σκοπός». Δέν ύπάρχει καμιά άντίφαση άνάμεσα σ’ αύτόν καί τή διαλεκτική. Προφανώς, ό κ. Δεμερτζής συγχέει τήν τυπική άντίφαση (συγχρονική) μέ τή διαλεκτική άντί Αγαπητό «Διαβάζω», στήν κριτική τού κ. Ν. Δεμερτζή φαση (διαχρονική). Τό μεγαλύτερο άντιδιαλεκτικό γιά τό βιβλίο τού Γ. Μήλιου «Κοινωνιολογία τού λάθος είναι ή άρση όποιουδήποτε στοιχείου τής άθλητισμοϋ» έχω νά παρατηρήσω τά έξής: πραγματικότητας. ”Αν έμένα, γιά τόν όποιοδήποτε 1. Οί αδυναμίες καί ό περιορισμένος χαρακτήραςλόγο, δέν μοϋ άρέσει κάτι, αύτό δέ σημαίνει δτι καί τών ερευνών στή διεθνή βιβλιογραφία δείχνουν εγ τό καταργεί ή άπαρέσκειά μου. γενείς δυσκολίες. Τό θέμα παρουσιάζει τίς σοβαρό 8. Γιά τίς άδόκιμες εκφράσεις θά πρέπει νά βρει τατες δυσκολίες του άκόμη στις είδικές διδακτορι κανένας τό είδικό πλαίσιο άναφοράς τους. Προσθέ κές διατριβές. Δέν είναι τόσο άπλό νά κινηθεί κανέ τουμε, δμως, δτι γιά τόν δρο φιλοσοφία τής κοινω νας πλατιά, όταν στήν 'Ελλάδα ή κοινωνιολογία βρί νίας ύπάρχει καί είδική βιβλιογραφία μέ τόν δρο σκεται σέ θερμοκρασία κάτω άπό τό μηδέν καί υπάρ αύτό. Τό άν δέν ξέρουμε δτι έχει δημιουργηθεί καί χουν μόνο έκθέσεις μαθητών γυμνασίου καί δχι έπιείδικό σώμα γνώσεων γιά κάτι, φταίμε γιατί δέν στημονικές έρευνες μέ συστηματικό χαρακτήρα. έχουμε καθόλου ίδέα άπό τή συστηματικότητα τής Πρέπει νά έχουμε ύπόψη μας δτι ή κοινωνιολογία οργάνωσης τών πληροφοριών σέ διεθνή κλίμακα.
Ή κοινωνιολογία τού άθλητισμοϋ
12
9. Γιά τό θέμα τής εργασίας παρατηρούμε: Τό βα σικό ζήτημα είναι ή άναφορική διαδικασία: έργασίαέλεύθερος χρόνος-άθλητισμός. Τό άν ή εργασία είναι μισθωτή ή όχι, είναι όλλο θέμα. Έξαρτάται άπό τό εί δος τής εργασίας. Ποιές καί σέ ποιό βαθμό εργασίες άσκοϋν τόν άνθρωπο αθλητικά. Ή μισθωτή εργασία τού γραφείου είναι άντιαθλητική, ένώ τού οίκοδόμου είναι άθλητική, οί συζητήσεις αύτές δέν τελειώνουν καί ό σκοπός τού βιβλίου δέν ήταν αύτός. 10. Δέν καταλαβαίνουμε τί θέλει νά πει ό κ. Δεμερτζής μέ τόν όρο «άξιολογική μεροληπτικότητα». Στό ότι άναφέρεται ή φράση «κορωνίδα τών έπιστημών»; Αϋτό είναι πληροφοριακή αναφορά καί όχι άξιολογική πρόθεση τού συγγραφέα. 11. 01 διάφορες ποιητικές ύποδείξεις σχετικά μέ τόν τίτλο τού βιβλίου, όχι «κοινωνιολογία τού άθλητισμού», άλλα «στοιχεία κοινωνιολογίας» ή «είσαγωγή στήν κοινωνιολογία», είναι άφελής σχολαστι κισμός. Δέν είναι Γιάννης, άλλά είναι Γιαννάκης. Πα ρ’ όλα αύτά ϋπάρχει σοβαρός περιοριστικός λόγος γιά τήν υίοθέτηση τού τίτλου πού έχει τό βιβλίο. Αύτός είναι ό ύπότιτλος «βασικά προβλήματα». Τί θά έλεγε, λοιπόν, «στοιχεία κοινωνιολογίας» ή «εισαγωγή στήν κοινωνιολογία»; «βασικά προβλήματα»; Περίεργες γλωσσοαναλυτικές άντιλήψεις είχε ό κ. Δεμερτζής. 12. Τά έλαττώματα τού βιβλίου είναι: ή ύπερβο λική συμπύκνωση. Αύτό πιθανό νά έχει τούς λόγους του. "Επρεπε μάλλον τό βιβλίο νά έχει ορισμένη έκ ταση άλλά καί νά περιλαμβάνει όσο γινόταν περισσό τερα στοιχεία. Τό δεύτερο είναι ή έλλειψη θεματικής ενότητας. Ό συγγραφέας δέν είχε πρόθεση νά γρά ψει διδακτορική διατριβή, άλλά παρουσιάζει ένα εύρύ φάσμα προβλημάτων. ’Εκείνο πού θέλουμε νά έπισημάνουμε έμεϊς εδώ είναι ότι ό κ. Δεμερτζής δέν ξέρει σέ τί στάθμη βρίσκεται ή κοινωνιολογία στήν 'Ελλάδα. 01 περισσότεροι δέν καταλαβαίνουν καλά καλά τί είναι κοινωνιολογία, καί διαβάζεις σέ έφημερίδες, κριτικές καί βιβλία τού κόσμου τίς άνοησίες. Άπό τή σκοπιά τής όσο τό δυνατό καλής άποσαφήνισης τού θέματος παραμένει ή καλύτερη εργασία στά έλληνικά. Σχετικά μέ τό θέμα ύπάρχει σύγχυση καί στή διεθνή βιβλιογραφία. Δύο θέματα παραμένουν άνέπαφα στήν κριτική τού κ. Δεμερτζή: α) ή επιστημονική ούσία τού θέμα τος καί β) οί μεθοδολογικές δυσκολίες άπό τόν περί πλοκο χαρακτήρα τού θέματος. Φώτης Παΐξος φιλόλογος Λύκειο Καισαριανής Τό γράμμα του κυρίου Φ. Παίξου θέσαμε υπόψη τοϋ συνεργάτη μας κυρίου Ν. Δεμερ τζή, ό όποιος μάς δήλωσε ότι δέν έπιθυμέϊ νά άπαντήσει.
Φλυαρίες Ή λογοτεχνία έχει πικρίες. Τήν άλήθεια αύτή τή γνωρίζαμε. 'Εκείνο πού δέν γνωρί ζαμε ήταν τί άποτέλεσμα μπορεί νά έχει ή μίξη τής πικρίας μέ χαμηλό έπίπεδο ήθους. Τό γνωρίσαμε όμως κι αϋτό, όταν διαβάσαμε δύο σχεδόν ταυτόσημα κείμενα (ένα σχόλιο στή «Βραδυνή» τής 30/9 καί ένα γράμμα στό τ. 190 τοϋ «Αντί»), πού άψορούσαν τό «Δια βάζω», άποκλειστικά ή σέ σχέση μέ τήν τη λεοπτική έκπομπή «’Επιλογή». Γιά ένημέρωση τών άναγνωστών μας, δη μοσιεύουμε πιό κάτω τά δύο κείμενα, καθώς καί τίς άπαντήσεις μας, πού δημοσιεύθηκαν έπίσης στή «Βραδυνή» (12/10) καί στό «Αντί» (τ. 191).
Ό διακριμένος γιά τό ήθος, τήν έντιμότητα, καί τήν ποικίλη επίδοση καί άξια του στά γράμματα λο γοτέχνης Θεόφιλος Φραγκόπουλος μοϋ έδειξε συμπτωματικά σέ κάποια συνάντησή μας φωτοτυπίες σε λίδων μέ άφιέρωση πρός τό περιοδικό «Διαβάζω» βι βλίων διαφόρων επώνυμων συγγραφέων πού άγοράστηκαν άπό τρίτους άπό διάφορα καροτσάκια στήν όδό Πανεπιστημίου. Δηλαδή, Ιδού πρώτον ή άθλιότητα: Διάφοροι συγγραφείς στέλνουν στό περιοδικό «Διαβάζω» γιά παρουσίαση ή κρίση βιβλία τους μέ κάποια άφιέρωση. Τά βιβλία αύτά ύστερα άπό λίγο καιρό πουλιώνται στά καροτσάκια. Δέν ύπάρχουν ούτε λέξεις, ούτε νοήματα άρκετά νά χαρακτηρίσουν τήν άθλιότητα τής πράξης. Καί τήν ταπείνωση στήν όποια ύποβάλλουν οί κύριοι τού «Διαβάζω» τούς συγγραφείς καί τήν ελληνική λογοτεχνία γενικότερα, ταπείνωση ή όποια έπιστρέφει σάν ρύπος άνεξίτηλος στά πρόσωπα τών ύπευθύνων γι’ αύτή τήν άθλιότητα. Βέβαια οί κύριοι τοϋ «Διαβάζω», πού προβλήθηκαν σιγά σιγά άπό ψευτο-κουλτουριάρικους κύκλους σάν ή νέα ύγιής έκφραση τής λογοτεχνίας μας, πού κα πέλωσαν σάν νονοί τής λογοτεχνίας μιά τηλεοπτική έκπομπή μέ τίτλο «’Επιλογή» έπί συνέχεια πολλών χρόνων, καθιερώνοντας σάν κατεστημένο τήν παρεοκρατία καί τήν εύνοιοκρατία τοϋ κύκλου τους, καί καπελώνοντας έπίσης τίς λογοτεχνικές στήλες μιας άπογευματινής έφημερίδας, έκθέτοντάς την άπό πολλές πλευρές, θά πόϋν καί θά ύποστηρίξουν ότι δέν ήξεραν τίποτε, ότι είναι «άθώοι τοϋ αίματος τού του». Καί ότι κάποιοι άλλοι, κλητήρες τάχα ή άλλο βοηθητικό προσωπικό στό περιοδικό πού διευθύ νουν. Όμως αύτό δέν άλλάζει κατά τίποτα τά πρά γματα καί τά άποκαλυπτήρια έχουν μεγέθη πού δέν μπορεί πλέον νά τά βαστάζει όποιαδήποτε ύποκριτική δικαιολογία. Χρέος τής πολιτείας καί τής τηλεοράσεως πρώτον καί κύριο: Νά σταματήσει άμεσα ή έκπομπή πού έγινε κατεστημένο εύνοιοκρατικό καί παρεοκρατικό, μέ όλες τίς παρεπόμενες συνέχειες, καί διασυνδέσεις. Νά άνατεθεϊ σέ άλλους αύτή ή έκ πομπή. Καί τά πρόσωπα μιάς τέτοιας εκπομπής νά άνανεώνονται καί νά άλλάζουν κάθε χρόνο. Τά όποια κατεστημένα όταν διαιωνίζονται βρωμίζουν καί λε ρώνουν. Καί δέν ώφελοϋν παρά μόνον τούς νονούς ή τούς άφελείς πού τά διευθύνουν ή τά πατρονάρουν. Πληροφορούμαι όμως ότι ύπάρχει καί συνέχεια. "Ιδωμεν. Νικ. Ζακόπουλος (Βραδυνή, 30/9) Κύριε Διευθυντά, επειδή στό φύλλο τής 30/9 τής έφημερίδας σας δημοσιεύθηκε σχόλιο τού συντάκτη σας γιατρού κ. Ν. Ζακόπουλου εναντίον τής τηλεοπτικής έκπομπής «’Επιλογή», όπου οί ύπεύθυνοι τής έκπομπής κατηγοροϋνται γιά «νονοί τής λογοτεχνίας», «κατεστη μένο», «παρεοκρατία» κλπ., σάς στέλνουμε τόν κατάλογο τής «παρέας» τών 474 προσώπων πού έχουν εμφανιστεί μέχρι σήμερα στήν έκπομπή. Όπως θά δείτε, περιλαμβάνει πνευματικούς άνθρώπους κάθε ήλικίας, άπ’ όλη τήν 'Ελλάδα, ποικίλων αι σθητικών τάσεων καί σχολών, καί -κυρίως- διαφορε τικών ιδεολογικών καί πολιτικών τοποθετήσεων. Όσο γιά τή σχέση πού έχει ή «Επιλογή» μέ τό μη νιαίο περιοδικό «Διαβάζω», τό όποιο έπίσης παρακο λουθεί τήν κίνηση τοϋ βιβλίου, είναι ότι οί δύο έπιμελητές τής έκπομπής άνήκουν καί στήν έπταμελή συντακτική έπιτροπή τού περιοδικού. Όμως τό γεγο νός αύτό είναι τόσο έπιλήψιμο, όσο επιλήψιμη είναι ή έργασία τών έπιμελητών τών ραδιοτηλεοπτικών προ γραμμάτων στόν ήμερήσιο καί περιοδικό τύπο! Τέλος, ή καταπληκτική άνακάλυψη τού κ. Ν.Ζ. γιά
13
τά καροτσάκια, σέ κάθε λογικό καί καλόπιστο άν θρωπο, δέν λέει απολύτως τίποτα. Κρίμα, γιατί άσφα λώς θά στήριξε πάνω της πολλές ελπίδες ό κ. Ν.Ζ. 'Αλλά 1500 βιβλία έρχονται στό «Διαβάζω» κάθε χρόνο καί δυό-τρία, άφιερωμένα στό περιοδικό, βρέ θηκαν στά καροτσάκια- γιατί νά τά δώσαμε εμείς καί γιατί μόνο αύτά καί δχι όλα; Μέ εκτίμηση Περικλής Άθανασόπουλος Γιώργος Γαλάντης (Βραδυνή, 12/10) ’Αγαπητό «’Αντί», Στά όσα σωστά γράφεις γιά τίς παρεκτροπές του περιοδικού «Διαβάζω» («Αντί» 187) θά ήθελα νά προσθέσω μιάν όχι εύγενή μεταχείριση πού επιφυ λάσσει τό περιοδικό εκείνο στούς συγγραφείς πού τού στέλνουν τά βιβλία τους γιά νά κριθοϋν. Σέ καροτσάκια ανακάλυψα βιβλία μέ ιδιόχειρες αφιερώσεις λογοτεχνών πρός τό «Διαβάζω» ή τόν κ. Άθανασόπουλο. Κατέχω τούτη τή στιγμή στά χέρια μου αποδείξεις γιά τά βιβλία τών κ.κ. Βασίλη Λιάσκα, Ναπολ. Παπαγεωργίου, Παύλου Κριναίου, Μάχης Μουζάκη, ένώ γνωρίζω πώς ύπάρχουν καί άλλα. Τά βιβλία αύτά πουλήθηκαν προφανώς άπό τό «Δια βάζω» στούς παλαιοπώλες, χωρίς νά ληφθεΐ κάν ή πρόνοια νά άφαιρεθοΰν οί σελίδες μέ τήν αφιέρωση. Δυό βιβλία ε’ίχανε μάλιστα καί τά φύλλα τους άκοπα. 'Ερχόμενο μετά άπό τίς διαπιστώσεις τού «’Αντί» γιά τή διαφήμιση βιβλίων τού Πλεύρη καί τού Γκαίμπελς άπό τό «Διαβάζω», ή συμπεριφορά αύτή τού «Διαβάζω» αποδείχνει άνάγλυφα τήν ύπαρξη ενός πνεύματος ελιτίστικου καί -γιατί όχι- φασιστοειδοϋς κομπασμού άπό τόν όποιο πάσχει τό περιοδικό εκείνο, θά ήθελα νά ξέρω άν οί συγγραφείς μας θά εξακολουθήσουν νά άποστέλνουν τά βιβλία τους στό «Διαβάζω» τώρα πού ξέρουν πώς κινδυνεύουν νά τά βρουν καί αύτά στά καροτσάκια. Λυπηρή είναι ή διαπίστωση πού έκανα, όταν, επι χειρώντας νά στείλω μιά διαμαρτυρία μου σέ εφημε ρίδα μέ τήν όποια συνεργάζομαι, καί τήν οποία είχα κάθε λόγο νά τήν θεωρώ φιλική, συνάντησα δυσκο λίες στή δημοσίευση τούτης τής καταγγελίας. Φαίνε ται πώς τό συγκρότημα Κέδρος - Λαμπράκης - Κα θημερινή άποτελεί ένα πλέγμα πολύ 'ισχυρότερης ύφανσης άπό ό,τι τό ϋπέθετα. Μέ εκτίμηση Θ. Δ, Φραγκόπουλος (Αντί, τ. 190) Κύριε Διευθυντά, συμφωνούμε μέ τόν έπιστολογράφο σας κ. Θ. Φραγκόπουλο ότι δέν είναι καθόλου εύγενικό ένας συγγραφέας πού έχει στείλει βιβλία του σέ κάποιον νά τά βλέπει μετά στά καροτσάκια. Καί φυσικοί θά λυπόμασταν καί θά άγανακτούσαμε πρώτοι έμεΐς, άν βρίσκονταν στά καροτσάκια βιβλία μέ άφιερώσεις πρός τό «Διαβάζω». Όμως κάπως άλλιώς έχουν τά πράγματα. Καί νά γιατί; 1. Δέν νομίζει ό επιστολογράφος σας ότι παραεΐναι χοντροκομμένη καί γκαιμπελική ή «καταγγελία», του, ότι μιά επιθεώρηση τού βιβλίου πουλάει στά κα ροτσάκια τά βιβλία τής βιβλιοθήκης της; "Ενας τεχνί της πετάει ποτά τά εργαλεία τής δουλειάς του; Όχι βέβαια, γιατί τού χρειάζονται. 2. Κάπου 1500 βιβλία, σχεδόν όλα μέ άφιερώσεις, έρχονται κάθε χρόνο στό «Διαβάζω» καί άπό αύτά μόνο τέσσερα-πέντε βρέθηκαν, λέει, στά καροτσά κια! Μά, άν πράγματι συμβαίνουν όσα φαντάζεται ό
14
κατά τά άλλα συμπαθής κ. Θ.Φ., γιατί νά μήν έχει κατακλυστεί ή άγορά μέ τά βιβλία πού μάς στέλνουν; Καί μέ τήν εύκαιρία: Βιβλία τών συγγραφέων πού άναφέρει, μέ άφιερώσεις μάλιστα, βρίσκονται άπό τό 1978 στά γραφεία τού περιοδικού (σάς στέλνουμε καί σχετικές φωτοτυπίες). Δέν είναι λίγο περίεργο; 3. Κάμποσο άπό τά βιβλία πού μάς στέλνουν μέ τό ταχυδρομείο οί συγγραφείς τους (καί δέν έχουμε λόγο νά μήν τούς πιστεύουμε) δέν φτάνουν ποτέ στά χέρια μας. Διαμαρτυρηθήκαμε αρκετές φορές στά ΕΛΤΑ, άλλά γιατρειά φαίνεται δέν ύπάρχει. 4. "Εχουμε στά χέρια μας βιβλία μέ αφιερώσεις σέ άλλα περιοδικά (’Αθήνας, Σερρών, Κύπρου κλπ.) ή σέ γνωστούς κριτικούς, τά όποια άσφαλώς κατά λάθος ταχυδρομήθηκαν στό «Διαβάζω». Φυσικά τά κρατή σαμε, γιατί σκεφτήκαμε ότι οί κανονικοί παραλήπτες τους θά πήραν τά άφιερωμένα σέ εμάς. Όπως βλέ πετε, συμβαίνουν κι αύτά. 5. Όλοι γνωρίζουμε ότι τά καροτσάκια μόνο εύρείας κατανάλωσης βιβλία δέχονται νά πουλάνε καί όχι ποιητικές συλλογές λογοτεχνών, πού ό ιδιοκτή της τού καροτσακιοΰ άσφαλώς άγνοεί τήν ύπαρξή 6. 'Αναρωτιόμαστε, τέλος, άν έχει κάποια σχέση ή «καταγγελία» τού κ. Θ.Φ. μέ τήν πρό μηνών άγανάκτησή του, όταν (παρά τίς έπίμονες τηλεφωνικές εκ κλήσεις του) δημοσιεύσαμε, όπως οφείλαμε άλλω στε, επιστολή ενός 18χρονου νέου, ό όποιος έκανε κριτική σέ βιβλιοκριτική τού Θ.Φ. δημοσιευμένη στό «Διαβάζω». Μετά άπό αύτά, τό πού καί πώς βρέθηκαν τά 4 βι βλία στά χέρια τού κ. Θ.Φ. μάς είναι άδιάφορο. Ή ούσία είναι άλλού (κάθε στοιχειωδώς έξυπνος καί κα λόπιστος τό καταλαβαίνει αύτό) καί έχει σχέση μέ πάθη, πικρίες, μικρότητες, νοοτροπίες καί μεθόδους πού μάλλον δέν ταιριάζουν σέ άνθρώπους πνευματιΑύτά, καί δέν πρόκειται νά μάς άπασχολήσουν άλλο οί «άνακαλύψεις» τού επιστολογράφου σας γιά τά καροτσάκια. Τό «Διαβάζω», όπως είναι γνωστό, άσχολεϊται άποκλειστικά μέ τά βιβλία καί τούς δη μιουργούς τους καί σ’ αύτή τήν άποστολή θά περι οριστεί καί στό μέλλον. Μόνο λοιπόν ώς συγγραφέας βιβλίων θά μπορούσε νά μάς άπασχολήσει στό μέλ λον ό κ. Θ.Φ. ’Εξάλλου έχουμε πολλή καί σοβαρή δουλειά στό περιοδικό μας καί δέν μπορούμε νά ξο δεύουμε χρόνο καί φαιά ούσία γιά ν’ άπαντοϋμε σέ φλυαρίες άεργων. Φιλικά ή Σύνταξη τού «Διαβάζω» (’Αντί, τ. 191)
” Ελειπε ή ύπογραφή Αγαπητό «Διαβάζω», θερμά σέ παρακαλώ νά σημειώσεις ότι τό γράμμα τής επιτροπής τού περιοδικού «Χελιδόνια», πού δη μοσίευσες στό τεύχος 46 (σελ. 5) κάτω άπό τόν τίτλο «Τό τέλος ένός διαλόγου», τό συνυπέγραφα καί έγώ, ώς μέλος τής έπιτροπής, όπως καί τό προηγούμενο. 'Υποθέτω ότι τό όνομά μου παραλείφτηκε άπό κά ποια παραδρομή. Σ’ εύχαριστώ Λότη Πέτροβιτς-Άνδρουτσοπούλου Άριστοτέλους 129 ’Αθήνα (813)
ΧΡΟΝΙΚΑ ’ Επιμέλεια;,Μ αρία Τρομπάκη
ΕΚΔΟΤΙΚΑ Λ ’ Επειδή ή στήλη συναντά δυσκολίες στή συλλογή πληροφοριών, παρακαλοϋμε τούς εκδότες νά μάς ένημερώνουν ταχτικά καί υπεύθυνα γιά τό τί πρόκειται νά έκδώσουν. ’Αρκετά νέα βιβλία άναγγέλλονται αύτό τό μήνα γιά τούς φίλους τής λογοτεχνίας. ’ Επι σημαίνουμε τά μυθιστορήματα: «Τάλγκο» τού Βασίλη Άλεξάκη (Εξάντας), «Ό ένοχος» τής Κωστούλας Μητροπούλου, σέ έπανέκδοση (Εξάντας), «Ή μέρα τής συμφοράς» τού ’ Ιτα
λού Λεονάρντο Σάσα (Εξάντας), ό 6' καί γ ' τό μος τής «Ίουλιέτας» τού μαρκήσιου Ντέ Σάντ (Εξάντας), «Χρυσαλλίδα» τής Ά ισ ά Λεμσίν, πού άναφέρεται στή ζωή τής γυναίκας στήν ’Αλγερία (Εξάντας), «Μακρύ καλοκαίρ ι στή Σταμπούλ» τού Τούρκου Νεντίμ Γκιουρσέλ
ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ... Τό βιβλίο κι ή Αθήνα μας... Διαβαίνοντας κανείς στό κέντρο τής πό λης μπ ορ εί πολύ συχνά νά σταματήσει μπροστά σέ μεγάλες επιγραφές: «Κέδρος», «Ίκαρος», «Έλευθερουδάκης», «Μπουκουμάνης», «Ήριδανός». Ό Έλύτης, ό Σεφέρης, ό Ρίτσος, ό Τσίρκας, ό Σαμαράκης, σέ εκδόσεις καλοφτιαγμένες, πολυτελείς, των τριακοσίων κι άπάνω. Μιά βόλτα στά Σεπόλια, τόν Κολωνό ή τά Πετράλωνα καί κάπου κάπου «Βιβλία-Χαρτικά-Ψιλικά». ’Εκ δόσεις «’Άγκυρας», άνάμικτες μέ μολύβια, γομολάστιχες κι εφημερίδες, «Δραχμαί 200». Καί στό Σύνταγμα, τήν 'Ο μόνοια, τή Μαβίλη, τά «περίπτερα-φρούρια», πού όλοι ξέρουν πώς διανυκτερεύουν, κι έχουν ξένο τύπο ήμερήσιο κα ί περιοδικό, άλλά κυριαρ χούν στοιβαγμένα σέ ολόκληρες κολόνες τά βίπερ «Νόρα» ή «Ά ρ λ ε κ ιν » καί τά άστμνομικά κάθε μορφής -«Δ ραχμές 50». Κι ό πολίτης τούτης τής πόλης, στέκεται μπροστά στήν T.V. μέσα ατούς τέσσερις τοίχους τής άποξένωσής του. Καί τό παιδί τούτης τής πόλης πηγαίνει εφτά ώρες σχο λείο, κάνει άλλες τρεις ιδιαίτερο καί «ψυ χαγωγείται» όταν έρχεται ή δασκάλα του πιάνου. Στό ένδιάμεσο, λίγο «Τζαίη ’Άρ» ή «Άγγελοι του Τσάρλυ». Θά χάσει τούτος ό λαός τή δημιουργικότητά του, τή σχέση του μέ τόν ούρανό, τόν ήλιο, τό μέλλον τούτης τής πόλης. Τό φονικό τό όπλο κατάστρεψε τόν «ελεύθερο χρόνο». Τόν βίασε. ’Εντατικοποίηση, παραγωγικό τητα, συσσώρευση, άξιοποίηση, λέξεις-θεοί τής εποχής, κυβερνήτες τής τύχης μας, τού χώρου καί τού χρόνου μας. Τά γραμ μάρια τής εύτυχίας άκρίβηναν σήμερα: άγ
χος, καταπίεση, άποξένωση, άλλοτρίωση, τά λεγάμενα «ψυχικά νοσήματα». Ή νέα μεγάλη ’Εθνική ’Αντίσταση πρέπει νά ξεκινήσει προτού σαπίσει όλο τό με δούλι μέσα στά κόκαλά μας. Τό πιό κρυφό μας όπλο είναι τό βιβλίο. Ό μεγάλος φίλος τού ελεύθερου χρόνου. Νά ξαναδώσουμε ζωή στόν έλεύθερο χρόνο μας σημαίνει πρώτα πρώτα νά μπορούσαμε νά κατα στρέψουμε τή συστοιχία Έλύτης 400-Ίούλ. Βέρν 200-Βίπερ «Νόρα» 50, νά τής βάλουμε φωτιά, νά τήν ισοπεδώσουμε, γιά νά μπ ορ εί ό καθένας στή γειτονιά τής 'Αθήνας νά διαβάζει τούς μεγάλους πνευματικούς δη μιουργούς καί νά έπιλέγει τήν πνευματική του τροφή. "Επειτα ν' άπαιτήσουμε μιά σχέση βιβλίου-T.V ή βιβλίο μέσα άπό T.V. Κατόπι νά γεφυρώσουμε τό χάσμα Κολωνοΰ καί Κολωνακίου μέ γέφυρες τόν Τσίρκα, τόν Παλαμά καί τό Σεφέρη, σέ «ισοπεδωμένες τιμές». Τέλος νά άφήσουμε τά παιδιά μας νά παίξουν στις τελευταίες άλάνες πού άπόμειναν στήν πρωτεύουσα, καί νά γίνουν φίλοι μέ τό εξωσχολικό βι βλίο. Κι ένα ειδικό μάθημα γιά τό βιβλίο, «γνώση κα ί βιβλίο», πώς διαβάζω, γιατί δια βάζω, τί διαβάζω. Νά μάθουμε κάποτε τόν πολιτισμό καί τήν κληρονομιά μας, παλιότερα καί σύγχρονα. Κι ό Δήμος; Δημοτική Βιβλιοθήκη μ ' όλες τις εκδό σεις, βιβλιοθήκες στή γειτονιά, παιδικές βιβλιοθήκες. 'Υπάρχει ή ύποδομή. Υπάρχει ή θέληση. 'Υπάρχουν οί στόχοι. Ό πολίτης έχει τό λόγο. ΔΗΜ. ΜΠΕΗΣ
15
ΕΚΔΟΤΙΚΑ (Εξάντας), «'Ακόμα καί τό σλίπ σ' ένα πακέτο Ντάνχιλ» τής Πόπης Γερωνυμάκη (Εξάντας), «Τά ναυάγια» τής Βιολέτ Λεντύκ (Εξάντας), «Ή αύλή μας» τής Μαρίας Ίορδανίδου (’Εστία), «Άρκείτω βίος ’Αλέξανδρε» τής νεα ρής Σοφίας Μ ιχαλοπούλου (Καστανιώτης), «Ή έξέγερση» -σ έ δυό τόμους- του Ρεπρεάνου (Καστανιώτης), «Ευλαβικές άναμνήσεις» τής Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, όπου ή γνωστή συγ γραφέας καταγράφει γεγονότα τής προσωπι κής της ζωής (Χατζηνικολή), «Ή σταυροφορία των παιδιών» του Μπερνάρ Τομά (Χατζηνικολή), «Χουαζιπούγκο» τοϋ λατινοαμερικανού Χόρχε Ίκάζα (Καστανιώτης) καί «Ή σούπα μέ τά λάχανα», μιά οικολογική σάτιρα τού Ρενέ Φαλέ (Χατζηνικολή). ’ Επίσης έπισημαίνουμε τίς συλλογές διηγη μάτων: «Μόντο καί άλλα διηγήματα» τού Τζ.Μ.Τζ. Λέ Κλεζιό (Χατζηνικολή), «Μεταδεκεμβριανά διηγήματα» τού Άνδ ρ έα Κέδρου (Καστανιώτης), «Τό δωμάτιο τοϋ,γορίλα» τού Γιώργου Παπακυριάκη (Καστανιώτης), «’ Εξάλ λου ό Λένιν ήτο πολύ καλής οικογένειας» τής Αίας Μεγάλου-Σειρεριάδη (Εξάντας), «Καλη νύχτα σας» τοϋ νέου συγγραφέα Θανάση Ίωαννίδ η (Εστία), «Σατιρικά» τού κλασικού ρώσου συγγραφέα Μ. Στσεντρίν (Θεμέλιο) καί τά πεζά κείμενα: «Τά δυό φορέματα» τοϋ ’Αλέξανδρου Κοσματόπουλου (Εξάντας) καί «Τό χωριό μου τό Παρίσι» τοϋ Λουί Άραγκόν, πού άναφέρεται στό μεσοπολεμικό Παρίσι (’ Εξάντας). ’ Επισημαίνουμε άκόμα τίς ποιητικές συλλο γές: «Κατά Σαδ.ουκκαίων» τοϋ Μιχάλη Κατσαροϋ, σέ έπανέκδοση (Θεμέλιο), «Τρία ποιή ματα μέ σημαία ευκαιρίας» τοϋ Όδυσσέα Έλύτη (’Ίκαρος), «’Επί πιστώσει» τοϋ Θάνου Φουργιώτη (Καστανιώτης), «Μυθολογικές δια δρομές» τής Έ λενας Πατρικίου (Καστανιώ της),' «Στό φίλο μου τόν ’Έντγκαρ ’Ά λλαν Πόε» τής Μαρίας Ξένουδάκη (Καστανιώτης) καί τήν «’Ανθολογία σατιρικής ποιήσεως» τοϋ Σπύρου Κόκκινη (’Εστία). Γι’ αϋτό τό μήνα έτοιμάζονται έξάλλου: Τά «Νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα» σέ έπιμέλεια Νίκου Τριανταφυλλόπουλου (Παπαζήσης), ένας τόμος μέ τήν «’Αλληλογραφία» τοϋ Δ. Σολωμοϋ, σέ επιμέλεια Λίνου Πολίτη (Ίκαρος), οί μελέτες «Ψυχάρης» τοϋ Έμμ. Κριαροι (’Εστία) καί «Προύστ» τοϋ Ρότζερ Σάτακ, πού άναφέρεται στό «’Αναζητώντας τό χαμένο χρόνο» (Ήριδανός), ό δ’ τόμος τής σειράς «Πεζός Λόγος» τοϋ ’’Αγγέλου Σικελιανοϋ, σέ έπιμέλεια τοϋ Γ. Π. Σαββίδη (Ίκαρος), καί ή συλλογή δοκιμίω ν «’Ανοιχτά χαρτιά» τοϋ Ό δυσσέα Έλύτη, σέ οριστική μορφή (’Ίκαρος). Γιά τούς μικρούς φίλους τοϋ βιβλίου θά κυ κλοφορήσουν σύντομα: τά διηγήματα «Άλκης ό ψεύτης» τοϋ Φώντα Λάδη (Καστανιώτης) καί
16
«Παλιές ’ιστορίες τοϋ κόσμου» τής Άθηνάς Παπαδάκη, τό μυθιστόρημα «Τό μαγικό τσου κάλι» τοϋ Νίκου Μαρουλάκη (Καστανιώτης) καί τό τρίτομο περιηγητικό βιβλίο «Ό μικρός περιηγητής» τής Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη (Καστανιώτης). Στό χώρο τώρα τής ιστορίας πρόκειται νά έκδοθοϋν: ή μελέτη «Προβλήματα Ιστορίας καί ιστορικής μεθοδολογίας» τοϋ Ζ'. Τοπόλσκι (Θεμέλιο), ό α’ τόμος τής «Ιστορίας τής Εύρώπης» τής Press Universitaire (Παπαζήσης), ό α’ τόμος τοϋ έργου «Ή Ε λλάδ α καί οί μεγάλες δυνάμεις 1940-1944» τοϋ Χάγκαν Φλάισερ (Παπαζήσης) καί τό βιβλίο «Πώς αύτοκαταλύθηκε ή δημοκρατία τού 1944» τοϋ ’Αθανάσιου Σπανίδη (Παπαζήσης). ’ Επίσης πρόκειται νά έκδοθοϋν γιά τούς φίλους τοϋ είδους τά έργαμαρτυρίες: «Δύσκολα χρόνια Κύπρος 1940-1960» τοϋ πρεσβευτή Νίκου Κρανιδιώτη (Εστία) καί τό «Η μερολόγιο καί μαρτυρίες κα τοχής 1941-1944» τοϋ Ροζέ Μ ιλλιέξ (Θεμέλιο). Ό τομέας έξάλλου τοϋ σύγχρονου κοινωνικοπολιτικοϋ βιβλίου θά άποκτήσει σύντομα τούς παρακάτω τίτλους: «Ό Γκράμσι καί τό κράτος» τής Κ. Γκλύκσμαν (Θεμέλιο), «Τό πρόβλημα τής αϋτονομίας» τοϋ Κώστα Καρα βίδα (Παπαζήσης), «Κύπρος» -μ ιά συλλογική έργασία 15 έλλήνων καί κυπριών μελετητών-, σέ έπιμέλεια τών Γιώργου Τενεκίδη καί Γιάννου Κρανιδιώτη (Εστία), «’ Εξωτερικές σχέσεις τής ΕΟΚ» τοϋ Γιάννη Καρούζου (Παπαζήσης) καί «Ευρωπαϊκή Κοινότητα κι άραβικός κό σμος» τοϋ ’ Ελληνικού Κέντρου Μεσογειακών καί Ίσλαμικών Σπουδών (Παπαζήσης). Γ Γ αύτό τό μήνα άναγγέλλονται στό χώρο τοϋ παιδαγωγικοϋ-έκπαιδευτικοϋ βιβλίου τά έργα: «’ Εκπαιδευτική άξιολόγηση» καί «Παι δαγωγική ψυχολογία» τοϋ Εϋστάθιου Δημητρακόπουλου (Παπαζήσης). Γ ιά τήν ’ίδια περίο δο άναγγέλλονται έπίσης καί δυό άλμπουμ: «Τό μπαλκόνι» τοϋ Ή λία Πετρόπουλου (Χατζηνικολή) καί τό «Λεύκωμα Κατοχής κι ’Αντίστασης» τοϋ ζωγράφου Γ. Ίωάννου (Παπαζήσης). Τέλος, πρόκειται νά κυκλοφορήσουν σύν τομα καί τά παρακάτω έργα: «Πραγματεία πάνω στήν Ιστορία τών θρησκειών» τοϋ γνω στού θρησκειολόγου Μιρτσέα Έ λιάντε (Χατζηνικολή), «Χειρότερα κι άπ’ τά σκυλιά», μιά αύτοβιογραφία τοϋ μεγάλου τζαζίστα Τσάρλς Μίνγκους, πού πέθανε πρόσφατα (Εξάντας), «Τρία θεατρικά», πού περιλαμβάνει τά έργα τοϋ Ντίνου Δημόπουλου «Ό έπόμενος», «Ό εισαγγελέας» καί «Βασίλειος ό Α’ ό δούλος» (Ήριδανός) καί «Οί άκροβάτες» τοϋ Γιώργου Μανιώτη, πού γράφτηκαν γιά νά προβληθοϋν σάν σήριαλ στήν ελληνική τηλεόραση (Ε ξάν τας).
Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥΙ Τόν ’Οκτώβριο αγοράστηκαν περισσότερο τά έξης βιβλία: 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11. 12.
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Ε κατό χρόνια μοναξιάς (Νέα Σύνορα) Γιώργου Σκούρτη: Αύτά κι άλλα πολλά (Αστέρι) Τζάκ Κέρουακ: Στό δρόμο (Πλέθρον) Γιάννη Δημαρά: ’ Εμπρός στόν έτσι πού χάραξε ό τέτοιος (Κάκτος) Βασίλη Μπαρτζιώτα: Ό άγώνας τού Δημοκρατικού Στρατού Ε λλά δα ς (Σύγ χρονη Ε ποχή) Έ λενας ’Ακρίτα: ’Από τήν Έ λενα μέ χαμόγελο (Κάκτος) Γιολάντας Τερέντσιο: 413 μέρες (Εστία) Γιάννη Ρίτσου: Συντροφικά τραγούδια: ’Αφιέρωμα στά 40χρονα τού ΕΑΜ (Σύγ χρονη ’Εποχή) Νίκου Καζαντζάκη: Στά παλάτια τής Κνωσού (Καζαντζάκη) Σπεράντζας Βρανά: Τολμώ (Εξάντας) Άλέκου Ε. Φλωράκη: Οί τηνιακές βοτσαλωτές αϋλές (Φιλιππότης) Ροβήρου Μανθούλη: Τό κράτος τής τηλεόρασης (Θεμέλιο)
Ό πίνακας αύτός καταρτίστηκε μέ βάση τά στοιχεία πού μάς παραχώρησαν τά έξης 40 βιβλιοπωλεία άπ' όλη τήν Ελλάδα: Β. Άγνάντης, Πανός 8, Λάρισα · X. Άθανασόπουλος, Ν. Μπουφίδου 25, Λιβαδιά · Αίο λος, Σόλωνος 114, ’Αθήνα · Αίχμή, X. Τρικοϋπη 50, ’Αθήνα · Αριστοτέλης, Παν/μίου 34, ’Αθήνα · ’Αστέρι, Σόλωνος 121, ’Αθήνα · Άτριον, X. Τρικούπη 24, 'Αθήνα · Γ. Βέργος, Βασ. Κωνσταντίνου 30, Ναύπλιο · Γ. Βιδινιώτης, ’Εθνάρχου Μακαρίου 24, Ρόδος 0 Α. Γεωργιάδης - Ε. Γκρίτζη, Δαβάκη 69, Καλλιθέα, ’Αθήνα · Γνώση, Γρ. Αύξεντίου 26, Αθήνα · Γρηγόρης, Σόλωνος 71, ’Αθήνα · Γωνιά του Βιβλίου, Έγνατίας 73, Θεσσαλονίκη · Διάλογος, Τοπάλη 21Α, Βόλος · Δωδώνη, ’Ασκληπιού 3, ’Αθήνα · Ένδοχώρα, Σόλωνος 62, ’Αθήνα · Εστία, Σόλωνος 60, ’Αθήνα · Γ. Καραθανάσης, Π. Κωστοπούλου 7, Σέρρες · Μ. Καρδαμίταα, Ίπποκράτους 8, ’Αθήνα · Κέδρος, Γενναδίου 6, ’Αθήνα · Δ. Κελαϊδίτης, Όμονοίας 94, Καβάλα · Γ. Κλά δος, Πλατεία Ε. Βενιξέλου, 'Ηράκλειο · Αφοί Κωνσταντινίδη, Έγνατίας 125, Θεσσαλονίκη · Λέσχη τού Βιβλίου, Σόλωνος 84, ’Αθήνα · Libro, Πατρ. ’Ιωακείμ 8, Αθήνα · Β. Μαγιολάς, ’Ανεξαρτησίας 110, Ιωάν νινα · Μάτι-Α. Κουσιοπούλου, Άγ. Λάβρας 18, Κατερίνη · Α. Μεθενίτης, Κανακάρη 178, Πάτρα · Μόλχο, Τσιμισκή 10, Θεσσαλονίκη · Ε. Μπαρμπουνάκης, Άριστοτέλους 4, Θεσσαλονίκη · ’Αφοί Μποστάνογλου, Κολοκοτρώνη 92, Πειραιάς · Πλέθρον, Τοσίτσα 1Α, Αθήνα · Προμηθέας, Έρμου 75, Θεσσαλονίκη · Ρόμ βος, Καψάλη 6, ’Αθήνα · /. Σιδέρης, Σταδίου 44, ’Αθήνα · Σύγχρονη Εποχή, ’Ακαδημίας 78, ’Αθήνα · Σύγχρονη Εποχή, Άριστοτέλους 7, Θεσσαλονίκη · Φωλιά τού Βιβλίου, Πανεπιστημίου 25-29, ’Αθήνα · Χνάρι, Κιόφας 5, 'Αθήνα · Ε. Ψαρράς, Ιπποδρομίου 10, Θεσσαλονίκη.
Α Η Στό έπόμενο τεύχος
\Β Μ
Β
•
Έ ρευνα: Τό βιβλίο κι εμείς
•
Συνεντεύξεις μέ συγγραφείς τής νεότερης γενιάς
•
Ξαναδιαβάζοντας τόν «Φαίδωνα» τοϋ Πλάτωνα
Κυκλοφορεί τόν ’ Ιανουάριο
17
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Τό νέο Νόμπελ
Έλία Κανέττι
Κάτοχος τοϋ φετινού Νόμπελ τής λογοτε χνίας είναι.άπό τόν ’Οκτώβριο ό άγνωστος στό πλατύ κοινό ίσπανοεβραίος συγγραφέας Έ λία Κανέττι. Τό έργο του, όπως αναφέρει τό σκεπτικό τής Σουηδικής ’Ακαδημίας, χαρακτηρίζεται άπό τόν πλούτο των ιδεών, τό εύρος τής άντίληψης καί τήν καλλιτεχνική του δύναμη. Ό Κανέττι, σύμφωνα μέ τήν ’Ακαδημία, θά μπο ρούσε κάλλιστα νά σταθεί καί νά συγκριθεί μέ τόν Φράντς Κάφκα καί τόν ’Άρθουρ Καίστλερ. Παρ’ όλα αύτά ή βράβευση προκάλεσε άρκετή έκπληξη σ’ ολόκληρο τόν κόσμο, γιατί τό έργο τοϋ Κανέττι είναι γνωστό περισσότερο στούς φιλολογικούς κύκλους τής Εύρώπης καί στό γερμανόφωνο αναγνωστικό κοινό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, άν καί ζεί στό Λονδίνο άπό πολλά χρόνια, τό όνομά του δέν άναφέρεται ούτε στό βρετανικά ούτε στά άμερικανικά λογοτεχνικά λεξικά. Ό γραμμα τέας τής ’Ακαδημίας, Λάρς Γκύλλενστεν, δή λωσε πάντως στούς δημοσιογράφους ότι τό βραβείο δόθηκε κατά πλειοψηφία καί ή δια φορά απόψεων μεταξύ τών μελών τής έπιτροπής δέν ήταν φέτος μεγαλύτερη άπό άλλες φορές. Ό νέος νομπελίστας γεννήθηκε στό Ρουτσούκ τής Βουλγαρίας τό 1905 καί κατάγεται
18
άπό παλιά ίσπανοεβραϊκή οικογένεια τής περι οχής τής Βαλέντσια. Στά έξι του χρόνια μετανάστευσε μέ τούς γονείς του στήν ’Αγγλία καί μετά τό θάνατο τοϋ πατέρα του (δυό χρόνια άργότερα) έγκαταστάθηκε στή Βιέννη, όπου σπούδασε θετικές έπιστήμες. Σπουδές έκανε έπίσης στή Ζυρίχη καί τή Φραγκφούρτη, ένώ τό 1929 πήρε διδακτορικό δίπλωμα στή χημεία άπό τό Πανεπιστήμιο τής Βιέννης. Τό 1938, μετά τήν κατάληψη τής Αύστρίας άπό τά ναζιστικά στρατεύματα, έπέστρεψε μέ τήν οίκογένειά του στήν ’Αγγλία κι άπό τότε μοιράζει τόν καιρό του άνάμεσα στό Λονδίνο καί τήν ’ Ελβε τία. Ό Κανέττι γράφει στή γερμανική γλώσσα καί ή τέχνη του έχει πολιτογραφηθεΐ στό χώρο τής γερμανικής κουλτούρας. Θεωρείται ένας άπό τούς πιό σημαντικούς έκπροσώπους τής κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας τοϋ ’30 καί διαμόρφωσε τή συγγραφική του προσωπικό τητα στήν κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα τής μεσοπολεμικής Βιέννης, πού έκείνη τήν έποχή άνέδειξε συγγραφείς σάν τόν Φράντς Κάφκα, τόν Ρόμπερτ Μούζιλ, τόν ’Άρθουρ Καίστλερ καί τόν Σίγκμουντ Φρόυντ. Τό λογοτεχνικό του ύφος, όπως πολλοί κριτικοί επισημαίνουν, έπηρεάστηκε ’ι διαίτερα άπό τόν Φράντς Κάφκα. Ό Κανέττι μελέτησε πολύ στά έργα του τή δύναμη καί τήν έπιρροή της στις μάζες. Τό μυθιστόρημά του «Άουτο-ντά-φέ» (άγγλική μετάφραση τοϋ γερμανικού τίτλου Die Plendung) πραγματεύεται αυτό άκριβώς τό θέμα καί ήταν τό έργο πού τό 1936 τόν έκανε διάσημο. Τό μυθιστόρημα αύτό έχει σάν ηρώα τό φιλόσοφο Κήν, πού ζεί άπομονωμένος στή βιβλιοθήκη του καί μόνο γι’ αύτήν: Ό λ ο ς ό κόσμος του είναι αύτή ή βιβλιοθήκη, πού τε λικά θά έξαφανιστεΐ μέσα στίς φλόγες. Μέ τό μύθο του αύτόν ό Κανέττι προειδοποιεί γιά τό διπλό κίνδυνο πού διατρέχει ό διανοούμενος: τό νά ζεί δηλ. στό ίτεριθώριο τής έποχής του καί τό νά άφήνεται νά πνιγεί άπό τίς άπειλές τών άλλων. Μέ τό ίδιο θέμα άσχολεΐται καί τό φιλοσοφικό του βιβλίο «Μάζα καί δύναμη», πού είναι καί τό μόνο μεταφρασμένο στά έλληνικά έργο τοϋ συγγραφέα (έκδόσεις Ήριδανός, μετάφραση ’Αγγέλας Βερυκοκάκη). Ά π ό τά πιό γνωστά έργα του είναι έπίσης τά άπομνημονεύματά του, πού έκδόθηκαν σέ δυό τόμους: ό πρώτος τό 1977 μέ τίτλο «Ή γλώσσα πού σώθηκε» καί ό δεύτεροο τό 1980 μέ τίτλο
ΓΕΓΟΝΟΤΑ «Ό πυρσός στ’ αύτιά». 'Α νάμεσα στά φιλολο γικά του πορτραϊτα ξεχωρίζει τό «Ή δεύτερη δίκη τοϋ Κάφκα», δπου ό Κανέττι άναλύει μέ πολλή διεισ δυτικότητα τή σχέση τού Κάφκα μέ τή Φύλλις Μπάουερ. "Αλλα έργα του είναι «Ό πύργος τής Βα βέλ», τό ταξιδιωτικό «Φωνές άπό τό Μαρακές» (1978), «Οί σημαδεμένοι» καί «Πράξη πίστης» (1930),πού περιλαμβάνει μερικές πολύ άξιόλογες νουβέλες. ’ Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε άπό τή Σουηδική ’Ακαδημία στά θεατρικά έργα τού Κανέττι, πού κατά τήν άποψή της «άνήκουν λίγο ως πολύ στό θέατρο τοϋ παράλογου». Ό ’ίδιος ό συγ γραφέας άποκαλεί τά θεατρικά του «άκουστικές μάσκες». Τά πιό γνωστά άπό αύτά είναι: «Ό γάμος» (1932), «Ή κωμωδία τής ματαιοδοξίας» (1950), «Ή προθεσμία» (1956) καί «Οί άριθμημένοι» (1964), πού άνεβάστηκε μέ με γάλη έπιτυχία στήν ’ Ελλάδα άπό τό Κρατικό Θέατρο Βορείου 'Ελλάδος, σέ σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη.
’Έργα τού Κανέττι έχουν μεταφραστεί στά άγγλικά, γαλλικά, πολωνικά, έθραϊκά, ιαπωνικά καί σουηδικά. Ό Έ λία Κανέττι, άμέσως μετά τή βράβευσή του, δήλωσε μέσω τοϋ έκδοτη του ότι δέν θέ λ ε ι νά έχει καμιά άνάμιξη στή δημοσιότητα πού συνοδεύει τό θεσμό των Νόμπελ. Δήλωσε πάντως ότι θά παραστεϊ στήν τελετή άπονομής τοϋ βραβείου στή Στοκχόλμη. Ό Κανέττι, πού είναι άπό τό 1972 μέλος τής ’Ακαδημίας τοϋ Βερολίνου κι έχει τιμηθεί παλιότερα μέ τά βραβεία Γκεόργκ Μπύχνερ καί Φράντς Κάφκα, έκτος άπό τή διεθνή του άναγνώριση, κερδίζει μέ τό φετινό Νόμπελ κι ένα ποσό 180.000 δολλαρίων· ποσό-ρεκόρ στήν ιστορία τών Νόμπελ, πού άπονέμεται φέτος γιά πρώτη φορά στούς νικητές. "Ας σημειωθεί ότι ό Κανέττι, παίρνοντας τό φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άπέκλεισ ε άπό τή βράβευση τούς συνυποψήφιούς του Γκράχαμ Γκρήν, Μάξ Φρίς καί Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρ κες.
100 χρ ό νια ελλη νικο ύ λο γο τεχνικού βιβλίου Χάρη στό δημιουργικό ζήλο, τις οργανωτικές ικανότητες καί τήν άγάπη τους γιά τήν τεκμη ρίωση τής Ιστορίας τής νεοελληνικής λογοτε χνίας, ό Δ ημήτρης Δασκαλόπουλος, L Δημήτρης Πόρτολος, ό Πάρις Σαργολόγος καί ό Μάνος Χαριτάτος ετοίμασαν καί παρουσίασαν άπό τίς 15 ’Οκτωβρίου ώς τις 15 Νοεμβρίου τήν τέταρτη κατά σειρά έκθεση τής Ε λ λ η ν ι κής 'Ε ταιρείας Βιβλιόφιλων. Αύτή τή φορά θέμα τής έκθεσης ήταν τό έλληνικό λογοτε χνικό βιβλίο τής εκατονταετίας 1840-1940. ’Έτσι, στό ύποβλητικά φωτισμένο ύπόγειο τής ’ Εθνικής Π ινακοθήκης οί έπισκέπτες τής' έκθεσης είχαν τήν εύκαιρία νά γνωρίσ ουν άπό· κοντά τό πνευματικό πρόσωπο τοϋ νεότερου έλληνισμοϋ. Καί τοϋτο για τί -έ κ τ ο ς άπό τή με γάλη χρονική περίοδο πού κάλυπτε ή έκθεσ η τά εκθέματα πρόβαλλαν τό συγγραφικό έργο όλων τών γνωστών καί άξιων λογοτεχνών, ένώ παράλληλα ύπήρχαν όλα σχεδόν τά σημαντικά βιβλία, όσα δηλαδή παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα (είτε σάν έκδοση αύτή καθεαυτή είτε σάν μεμονωμένο άντίτυπο). ’ Εδώ θά πρέ πε ι νά παρατηρήσουμε ότι ή χρονική περίοδος 1840-1940 ήταν κάπως αύθαίρετη βέβαια, άλλά έξυπηρετοϋσε φ αίνεται τούς οργανωτές γιά νά «κυριαρχήσουν» πάνω στό τεράστιο έκθε-
19
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
σιακό Ολικό. Ή έκθεση περιλάμβανε, κατά κύριο λόγο, βιβλία δημιουργικής φαντασίας (ποιητικά καί πεζογραφήματα) καί ελάχιστες μελέτες, πού προέρχονταν όμως άπό λογοτέχνες καί ή πα ρουσία τους στήν έκθεση ολοκλήρωνε κατά κάποιον τρόπο τήν εικόνα τής γενικότερης προσφοράς τους. ’Αποκλείστηκαν δηλαδή άπό τήν έκθεση τά λογοτεχνικά περιοδικά καί οί εκδόσεις θεατρικών έργων, φιλολογικών ερ γασιών, καθώς καί μελετών ή δοκιμίων, έφ’ όσον προέρχονταν άπό συγγραφείς πού ή βα σική ή κύρια παραγωγή τους εκφράστηκε μέ τά είδη αύτά. 'Υπήρχαν όμως στήν έκθεση, πλαισιώνοντας τά βιβλία, χειρόγραφα τών συγγραφέων τους, καθώς καί φωτογραφίες Οί συγγραφείς καί τά βιβλία τους κατατάσ σονταν σέ ένότητες πού άνταποκρίνονταν στίς καθιερωμένες πιά διαιρέσεις τής ιστορίας τής λογοτεχνίας μας. Ή παρουσίαση δέ κάθε συγγραφέα, μέσα στή συγκεκριμένη ένότητα, άκολουθοϋσε τή χρονολογική σειρά δημο σίευσης τού πρώτου του έργου, άν καί τό κρι τήριο αύτό δέν ήταν πάντοτε έμφανές, μιά καί δέν περιλαμβάνονταν οπωσδήποτε στήν έκ θεση τά πρώτα έκδοτικά φανερώματα κάθε συγγραφέα. Τό πρόβλημα βέβαια δέν λυνόταν, κυρίως γιά όρισμένους μεσοπολεμικούς λογο τέχνες, γιά τούς όποιους ύπάρχει πάντοτε τό' ερώτημα άν άνήκουν στήν παραδοσιακή γραφή ή άν μπορούν νά περιληφθούν στά νεοτερικά ρεύματα. «Τό πρόβλημα», έγραφε στόν κατάλογο τής έκθεσης ό Δ. Δασκαλόπουλος, «δέν έχει καμιά σχέση μέ τίς ληξιαρχικές ήμερομηνίες τού βίου τους, ούτε καί μέ τή χρο νική περίο δο πού ξεκινούν καί δημιουργούν τό έργο τους. Συνάπτεται άμεσα μέ τόν προσω πικό τους τρόπο γραφής καί τήν έσωτερική ιδιοσυστασία τού έργου τους». ”Ας έρθουμε τώρα στά εκθέματα, άπό τά όποια δυσκολεύεται κανείς νά έπισημάνει τήν παρουσία ορισμένων καί νά άποσιωπήσει, άναγκαστικά, κάποια άλλα. Παρ’ όλα αύτά θά τό διακινδυνεύσουμε... Είδαμε λοιπόν, άνάμεσα στά άλλα, «Τά εύρισκόμενα» τού Διον. Σολωμοϋ (1859), τίς «’Ωδές» τού Ά νδ ρ έα Κάλβου Ο864), τά «Στιχουργήματα» τού Άριστ. Βαλαωρίτη (1847), τήν «Πάπισσα ’Ιωάννα» τού Έμ. Ροίδη (1866), τά «Τραγούδια τής πατρίδος μου» τού Κωστή Παλαμά (1886), «Τό ταξίδι μου» τού Γιάννη Ψυχάρη (1888), τό «Νέον πνεύμα» τού Περ. Γιαννόπουλου (1906), τή «Φόνισσα» τού ’Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1930), ένα μονόφυλλο μέ τούς «Κτίστες» τού Κ. Π. Καβάφη (1891), τόν «Άλαφρο'ϊσκιωτο»
20
τού Ά γ γ. Σικελιανοΰ (1909), τό «Χριστό» τού Ν. Καζαντζάκη (1928) κ.ά. ’Από τήν έποχή τού μεσοπόλεμου καί τής περίφημης γενιάς τού ’30, είδαμε πολλά έργα τών Κ. Βάρναλη, Δ. Βουτυρά, Σ. Μελά, Κ. Θεοτόκη, Κ. Καρυωτάκη, Φ. Κόντογλου, Μελισσάνθης, Ν. Καθθαδία, Τ. Άγρα, Ν. Λαπαθιώτη, Σ. Μυριβήλη, Θρ. Καστανάκη, Α. Τερζάκη, Γ. Θεοτοκά, Κ. Πολίτη, Γ. Σκαρίμπα, Ν. Βρεττάκου, Γ. Σεφέρη, Γ. Ρίτσου, Μ. Καραγάτση, Ο. Έλύτη, Α. ’ Εμπειρικού, Σ. Τσίρκα, Ν. Έγγονόπουλου, Π. Πρεβελάκη καί πολλών άλλων φυ σικά. Τελειώνοντας τή σύντομη παρουσίαση τής έκθεσης τής Ελληνικής 'Εταιρείας Βιβλιόφι λων, άξίζει νά άναφέρουμε ότι τά περισσότερα εκθέματα άνήκαν στούς εξής βιβλιόφιλους καί 'ιδρύματα: Νινέτ καί Ά γ γελο Βλάχο, Μαρίνο Γερουλάνο, Δημήτρη Δασκαλόπουλο, Κ. Θ. Δημαρά, Νότη Παναγιωτόπουλο, Δημήτρη Πόρτολο, Γ. Π. Σαββίδη, Μάνο Χαριτάτο, Μίνα καί Παύλο Ζάννα, Βιβλιοθήκη Σπύρου Λοβέρδου καί 'Ελληνικό Λογοτεχνικό καί 'Ιστορικό Αρχείο.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ή ’Έ κθεση Κ αλλιτεχνικής Β ιβλιοδεσία ς
im d (V a X W iM K 6 € (3 H
K ty x m tm m ο
>
(Τ) CT1
% < 9
co
Β . G. Ι ί. Β . dv Άφίσα άπό τήν 1η Πανελλήνια έκθεοη καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας 1981
Μέ τή συμμετοχή δεκαπέντε καλλιτεχνών βιβλιοδετών άπ’ δλη τήν 'Ε λλάδα έγινε τόν περασμένο Ό κτώβρη στό Πνευματικό Κέντρο τοϋ Δήμου τής Α θ ήνα ς ή Πρώτη Πανελλήνια ’’Εκθεση Καλλιτεχνικής Βιβλιοδεσίας. Ή έκ θεση διοργανώθηκε άπό τή «Βιοτεχνική "Ενωση Κλάδων Βιβλιοδεσίας ’Αττικής» σάν
μιά προσπάθεια νά γνωρίσει τό πλατύ κοινό τά έπιτεύγματα μιας εξαιρετικά ένδιαφέρουσας δσο καί παραμελημένης στον τόπο μας τέ χνης. Ή καλλιτεχνική βιβλιοδεσία, πού στούς βυ ζαντινούς χρόνους έδωσε άριστουργήματα, σήμερα θεωρείται, δυστυχώς, άπό τούς νεοέλληνες πολυτέλεια περισσή. ’Αντίθετα, στήν Εύρώπη ή βιβλιοδεσία θεωρείται τέχνη ισάξια μέ όλες τίς άλλες καί ύπάρχουν πολλές σχολές πού μυούν τούς νέους στά μυστικά της. Γίνονται πάμπολλες εκθέσεις καί κάθε δυό χρόνια στήν. Ά σ κό να τής ’ Ελβετίας ένας διεθνής διαγωνισμός (Prix Paul Bonet) βρα βεύει τά καλύτερα έπιτεύγματά τών δημιουρ γών της. Οί έλληνες καλλιτέχνες βιβλιοδέτες, παρά τίς δυσκολίες πού άντιμετωπίζουν στή δουλειά τους, άπέδειξαν μέ τήν έκθεση στό Πνευμα τικό Κέντρο ότι διαθέτουν γνώση, φαντασία κι εύαισθησία. ’ Εκτέθηκε ή δουλειά τους πάνω στά πέντε άπό τά όχτώ βιβλία πού τιμ ήθηκαν μέ τό «Βραβείο τέχνης καί τεχνικής τοϋ βι βλίου» στήν περσινή έκθεση τοϋ Ζαππείου («Οί άγελάδες» τοϋ Ε. X. Γόνατά - ’ Εκδόσεις Κείμενα, «'Ελληνικά παραδοσιακά κοσμήματα» τοϋ ’’Αγγέλου Δ εληβοριά - ’ Εκδόσεις Μέλισσα, «Ά . Φασιανός» - ’ Εκδόσεις Κέδρος, «’Ανέκ δοτα γράμματα» τοϋ Γιώργου Κοτζιούλα ’ Εκδόσεις Κείμενα, καί «Βίος καί παίγνιον» τοϋ Ά λ έ ξη Σολομού - ’ Εκδόσεις Δωδώνη). Ή έκθεση τοϋ Πνευματικού Κέντρου προσ πάθησε νά φέρει πιό κοντά στό κοινό τήν καλ λιτεχνική βιβλιοδεσία. Προσπάθησε έπίσης νά εύαισ θητοποιή σει τούς άρμόδιο υς γιά τήν ίδρυση μιας σχολής καλλιτεχνικής βιβλιοδε σίας, πού θά ήταν τό πρώτο βήμα γιά τήν προώθηση τής καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας στή χώρα μας. "Ας ελπίσουμε ότι θά πετγχουν οί σκοποί της.
Δ ΙΑ ΒΑΖ Ω . Μ ηνιαία επιθεώρηση τον βιβλίου. Χ ρόνος ίδρύσεως: 1976. ’Εκδότης: 'Ηρακλής Παπαλέξης ά Σ ία Ε.Ε. Ό μ η ρον 34, ’Αθήνα. 'Υπεύθυνος ύλης: Περικλής Άθανασόπουλος, Μελίσσου 24, ’Αθήνα. Υ π εύ θυνο ς τυπογραφείου: Π απαθανασόπονλος Βαγγέλης, Ά λκμ άνος 39.
21
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Κρατικά βραβεία 1980 Τόν περασμένο ’Οκτώβριο, δύο μέρες μετά τις έκλογές, ή ’ Επιτροπή ’Απονομής τών Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων (Άπ. Σαχίνης, Γ. Βαλέτας, Γ. Γρηγόρης, Μ. Μερακλής, Γ. Σαράντη καί Γ. Θηβαίος) άνακοίνωσε τά φετινά βρα βεία, τά όποια έλαβαν οί έξης: Ό Σωτήρης Πατατζής γιά τά βιβλίο του «Στό χάος» (α' βραβείο διηγήματος), ή Ε λένη Λαδιά γιά τό βιβλίο της «Χάλκινος ύπνος» (θ' βρα βείο διηγήματος), ό Φίλιππος Δρακονταειδής γιά τό βιβλίο του «Πρός Ό φρύνιον» (6' βρα βείο μυθιστορήματος), ό Δημήτρης Παπαδίτσας γιά τό βιβλίο του «Δυσειδής λόγος» (α' βραβείο ποίησης) καί ή Νανά Ήσάΐα γιά τό βι βλίο της «Μορφή» (6' βραβείο ποίησης). ’Επί σης, ό καθηγητής Δημήτρης Μαρωνίτης γιά τό βιβλίο του «’Ό ροι τού λυρισμού στόν ’Οδυσσέα Έλύτη» (α' βραβείο κριτικής-δοκιμίου), ό Θανάσης Νιάρχος γιά τό βιβλίο του «Κατά μέτωπον» (β' βραβείο κριτικής-δοκιμίου), ό Μήτσος Άλεξανδρόπουλος γιά τό βιβλίο του «Τό ψωμί καί τό βιβλίο» (βραβείο μυθιστορηματι κής βιογραφίας) καί ό Γιώργης Μανουσάκης γιά τό βιβλίο του «’Οδοιπορικό τών Σφακιών» (βραβείο ταξιδιωτικών εντυπώσεων).
Τιμητική διάκριση Γιά δεύτερη φορά τίμησαν οί γείτονες Βούλ γαροι τόν ποιητή "Αρη Δικταϊο. Μετά τό παρά σημο Κυρίλλου καί Μεθοδίου (πού είχε δοθεί στόν Α. Δικταϊο γιά τή συμβολή του στήν ανά πτυξη τών έλληνοβουλγαρικών πνευματικών σχέσεων), ή ’Εταιρεία Βουλγάρων Συγγρα φέων τού άπένειμε πρίν άπό δύο μήνες ένα άκόμη χρυσό παράσημο, έκεΐνο τού Νικόλα Βαπτσάρωφ. ”Ας σημειωθεί έδώ ότι ό ’Άρης Δικταΐος είναι ό μόνος μέχρι σήμερα έλληνας λογοτέχνης πού έχει τιμηθεί άπό τούς πνευ ματικούς άνθρώπους τής Βουλγαρίας.
Ζητουν βιβλία Ή ελληνική κοινότητα τού Χαρτούμ άπό καιρό έχει συγκροτήσει μιά μικρή βιβλιοθήκη, πού έξυπηρετεΐ -κατά τρόπο βέβαια στοιχειώ δητίς άνάγκες τής όμογένειας τού Σουδάν. Γιά νά εμπλουτίσει μέ νέα βιβλία τή βιβλιοθήκη, ή
22
κοινότητα κάνει έκκληση ατούς πνευματικούς άνθρώπους τής χώρας μας νά τής στείλουν βιβλία στήν ελληνική γλώσσα. Τά βιβλία μπο ρούν νά στέλνονται είτε στή διεύθυνση τής κοινότητας (The Hellenic Community, Ρ.Ο. BOX 77, Khartoum, Sudan) είτε στόν έδώ άντιπρόσωπό της κ. Παναγιώτη Χατζηβασιλείου: Βεΐκου 60Α, ’Αθήνα (401), τηλ. 922.61.28.
’Έκθεση εικονογράφησης Ά π ό τίς 2 ώς τίς 9 Νοεμβρίου ό Πολιτιστικός Ό μ ιλος Ψυχικού οργάνωσε στήν α’ίθουσά του έκθεση εικονογράφησης βιβλίου τού γνωστού ζωγράφου Παύλου Βαλασάκη. "Ετσι, δόθηκε στό κοινό ή εύκαιρία νά γνωρίσει άπό κοντά συγκεντρωμένη τήν, έξαίρετη καί έπανειλημμένα βραβευμένη, έπίδοση τού Π. Βαλασάκη στήν εικονογράφηση βιβλίων -κ α ί κυρίως βι βλίων γιά παιδιά. Τέλος, άξίζει ν ’ άναφερθεϊ ότι ό Π. Βαλασάκης έχει πάρει μέρος σέ πολ λές μέχρι σήμερα διεθνείς εκθέσεις εικονο γράφησης βιβλίου (στήν Μπρατισλάβα, στήν Μπολόνια, στή Λιψία, στό Μόναχο κ.ά.).
Μαθήματα θεάτρου Ό Θεατρικός ’Οργανισμός «Κύτταρο» οργα νώνει τούς πρώτους μήνες τού 1982 μιά σειρά μαθημάτων, πού μόνο άπό τό άντικείμενό τους καί τά ονόματα τών ομιλητών φαίνεται ότι θά άποτελέσει σημαντικό πολιτιστικό γεγονός. Συγκεκριμένα, άπό τή Δευτέρα 11 Ίανουαρίου καί κάθε Δευτέρα (μέχρι τίς 12 ’Απριλίου), στήν αίθουσα διαλέξεων τού θεάτρου «’ Εντό πια» (Στρατ. Συνδέσμου 24), θά διδάσκονται δύο κύκλοι μαθημάτων. Στόν πρώτο κύκλο, μέ τίτλο «Ιστορία τού νεοελληνικού θεάτρου», θά διδάξουν κατά σειρά οί: Δ. Σπάθης, Β. Βάσιλειάδης, Π. Μουλλάς, Θ. Χατζηπανταζής, Ν. Παπανδρέου, Τ. Λιγνάδης, Κ. Γεωργουσόπουλος, Μ. Πλωρίτης, Γ. Λεωτσάκος καί Ε. Φεσσά. Στό δεύ,τερο κύκλο, μέ τίτλο «Τό μεταπολεμικό θέατρο», θά διδά ξουν κατά σειρά οί: Ε. Βαφειάδου-Ταυρίδου, Μ. Κοιλάκου, Ε. Βαροπούλου καί Σ. Δρομάζος. ’Επειδή ή παρακολούθηση τών μαθημάτων καί τών άλλων έκδηλώσεων πού ετοιμάζονται θά είναι έλεύθερη μόνο γιά τά μέλη τού «Κύττα ρου», καί έπειδή ό άριθμός τών μαθητών θά είναι περιορισμένος, όσοι ένδιαφέρονται νά
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ γίνουν μέλη του Θεατρικού ’Οργανισμού ή άπλώς καί μόνο νά έγγραφοϋν συνδρομητές γιά τά μαθήματα αύτά, μπορούν νά ζητήσουν περισσότερες πληροφορίες στά τηλέφωνα 3618-721 καί 3231-397 (μόνο τά πρωινά) ή στά γραφεία τού «Κύτταρου», Ναυαρίνου 11, 3ος όροφος (τά απογεύματα). Ό σ ο γιά τούς σπου δαστές καί τούς ήθοποιούς, θά έχουν έκπτωση 50% στή τιμή τής συνδρομής.
ΛΙΛΗΖΠΓΡΑΦΟΥ it jvvaiKa ηού χάϋηκε m S d ia ό ΐ αΙογο
Πίσω στήν επαρχία Μ’ ένα ευγενικό τους γράμμα οί ύπεύθυνοι τού γνωστού άθηναϊκοϋ βιβλιοπωλείου «Δω δώνη» μάς πληροφόρησαν γιά τήν ίδρυση μιας άκόμη «Δωδώνης», αύτή τή φορά στά Γιάν νινα, προσκαλώντας μας* ταυτόχρονα νά παραστοϋμε στά έγκαίνια. Μιά καί δέν μπορέ σαμε νά πάμε, ςπ-έλνουμε άπ’ αύτήν έδώ τή στήλη τις εύχές μας γιά πρόοδο καί μακροη μέρευση τού νέου βιβλιοπωλείου- καί φυσικά τόν έπαινό μας γιά τήν άπόφαση τών άδελφών Λάζου νά κοιτάξουν καί τήν ξεχασμένη άπ’ όλους έπαρχία...
ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ σ ’ δ λα τά β ιβ λ ιο π ω λ ε ία
Οί συνδρομές έξωτερικοϋ Τούς τελευταίους μήνες παρατηρήσαμε ότι πολλοί άναγνώστες μας πού ζοϋν στό έξωτερικό καί πού έκδήλωσαν τήν έπιθυμία νά γραφτούν συνδρομητές, όταν ακόυσαν τά ποσά τών συνδρομών, άλλαξαν γνώμη... ’Ανα γνωρίζοντας λοιπόν τό δίκαιο τής δεύτερης σκέψης τους καί πιστεύοντας παράλληλα ότι έτσι βοηθούμε στή διάδοση τής έλληνικής κουλτούρας στό εξωτερικό, άποφασίσ αμε νά ύποστεί κάποια έπιβάρυνση ό προϋπολογισ μός τού περιοδικού καί νά μειώσουμε τά ποσά τών συνδρομών έξωτερικοϋ. "Ετσι, άπό τό τεύχος 46, στή σελίδα δίπλα άπό τόν πίνακα περιεχομένων, δημοσιεύονται οί νέες τιμές τών συνδρομών εξωτερικού. ’ Ελπί ζουμε νά βρει άνταπόκριση ή προσφορά μας αύτή.
8
<
>
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ Τό β ιβ λ ίο έ κπ λη ξ η
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΣΤΕΡΙ» σόλοανος 121 τηλ. 3606597 - 3619802 23
ΕΚΔΟΤΕΣ
Ό «’Ίκαρος»
Νίκος Καρύδης (Φωτογραφία Mario Vitti)
Μέ ένα βιβλίο τοϋ Κνούτ Χάμσουν, μπόλικες φιλοδοξίες κι απέραντες δυσκολίες έκανε ό «’Ίκαρος» τήν πρώτη του εμφάνιση στό χώρο του βιβλίου τή δύσκολη χρονιά τοϋ ’43. 'Ιδρυ τές του τρεις νεαροί διανοούμενοι της έποχής: ό Μάριος Πλωρίτης, ό Ά λ έ κ ο ς Πατσιφάς καί ό Νίκος Καρύδης. Κοντά στις δυσκολίες τού πολέμου ό «Ίκα ρος» είχε νά άντιμετωπίσει σέ κείνα τά πρώτα του βήματα καί τό πρόβλημα τής λογοκρισίας, πρόβλημα πού καθόρισε σέ ένα μεγάλο βαθμό τίς τοτινές έκδοτικές του έπιλογές. ’Από τά πρώτα βιβλία πού έξέδωσε ό «’Ίκα ρος» έκείνη τήν περίοδο (μετά τό «Στ’ άστρο τοϋ φθινοπώρου» τοϋ Κνούτ Χάμσουν) ήταν ή «Γυναίκα τής Ζάκυθος» τοϋ Δ ιονυσίου Σολωμοϋ, σέ πρώτη έκδοση έπιμελημένη άπό τό Λίνο Πολίτη, «Τό χρονικό τοϋ Γαλαξειδιοϋ», σέ έπιμέλεια Γ. Βαλέτα, κ α ίτ ά «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» τοϋ Ράινερ Μαρία Ρίλκε, σέ μετά φραση Μάριου Πλωρίτη.
24
Ό «’Ίκαρος» είχε τότε -ά λ λ ά καί άργότερατήν τύχη νά σταθούν δίπλα του σάν φίλοι, σύμβουλοι καί συνεργάτες μερικοί άπό τούς πιό σημαντικούς άνθρώπους τών γραμμάτων μας, όπως ό Γιώργος Θεοτοκάς, ό Γιώργος Σεφέρης, ό Κωνσταντίνος Τσάτσος, ό Λίνος Πολίτης, ό Γιώργος Κατσίμπαλης, ό Εύάγγελος Παπανοϋτσος, ό Ό δυσσέας Έ λύτης καί ό Κ. Θ. Δημαράς. Πολύτιμος συνεργάτης καί σύμβου λος, στόν όποιο ό «’Ίκαρος» χρωστάει πολλά, είναι επίσης άπό τότε κι ό καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης. Ό «’Ίκαρος» άπό πολύ νωρίς έστρεψε τά έκδοτικά του ένδιαφέροντα στή σύγχρονη έλληνική λογοτεχνία καί κυρίως στήν ποίηση. 'Η συμβολή τοϋ «Ίκαρου» στή διαμόρφωση καί τή διάδοση τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης θεωρείται, όπως μάς λέει ό σημερινός ύπεύθυνος τών εκδόσεων ποιητής Νίκος Καρύδης, πολύ σημαντική. Ή έκδοτική όμως δραστηριότητα τοϋ «’Ίκα ρου» δέν εξαντλείται στή λογοτεχνία, άπλώνεται επίσης στόύς τομείς τής ιστορίας, τής φι λοσοφίας καί τοϋ θεάτρου. Μ έχρι σήμερα ό «’Ίκαρος» έχει έκδώσει πάνω άπό 1000 τίτλους βιβλίων, άπό τούς οποίους πολλοί δέν κυκλοφορούν πιά. Μεγά λες έκδοτικές έπιτυχίες ήταν καί είναι τά βι βλία τοϋ Κων. Καβάφη, τοϋ Γιώργου Σεφέρη, τοϋ Ό δυσσέα Έ λύτη καί τοϋ Νίκου Έγγονόπουλου, ένώ άντίθετα κινούνται έλάχιστα τά βιβλία τών νέων μή καθιερωμένων συγγρα φέων. ’Ανάμεσα στούς «έν ένεργεία» τίτλους τοϋ «Ίκαρου» επισημαίνουμε ένδεικτικά: τά «"Απαντα» τοϋ Δ ιονυσίου Σολωμοϋ σέ έπιμέλεια τοϋ καθηγητή Λίνου Πολίτη, τά «"Απαντα» τοϋ "Αγγέλου Σικελιανοϋ σέ φιλολογική έπιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, τά «"Απαντα» τοϋ Ούίλλιαμ Σαίξπηρ σέ μετάφραση Βασίλη Ρώτα, ’Αλέξαν δρου Πάλλη καί Βούλας Δαμιανάκου, τό «Θέα τρο» τοϋ "Οσκαρ Ούάιλντ σέ μετάφραση Σπ. Σ πηλιωτόπουλου (2 τόμοι), τήν «Ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας» τοϋ Κ. Θ. Δημαρά, τά «Ποιήματα καί πεζά» τοϋ ’Αριστοτέλη Βαλαωρίτη σέ φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη καί Ε λ έ ν η ς Τσαντσάνογλου, τά «20 πεζά ποιή ματα» τοϋ Σάρλ Μπωντλαίρ σέ μετάφραση Εϋας Μυλωνά, τά «Ποιήματα» τοϋ Νίκου Έγγονόπουλου (2 τόμοι), τό «Ά ξιον Έστί», τούς «Προσανατολισμούς», τή «Μαρία Νεφέλη» καί
ΕΚΔΟΤΕΣ τόν «Ήλιο τόν πρώτο» τοϋ Ό δυσσέα Έλύτη, τήν «’Έρημη Χώρα» καί τό «Φονικό στήν έκκλησιά» τού Τ. Σ. Έ λιοτ σέ μετάφραση Γιώρ γου Σεφέρη, τά «Ποιήματα» του Κωνσταντίνου Καβάφη μέ σχέδια Νίκου ΧατζηκυριάκουΓκίκα, τήν «Ό δό Νικήτα Ράντου» τοϋ Νικό λαου Κόλας, τά «Λόγια άπό τά τραγούδια» τοϋ Διονύση Σαββόπουλου μέ σκίτσα Ά λέξη Κυριτσόπουλου, τά «Ποιήματα», τις «Δοκιμές», τις «Μέρες α, 6, γ, δ, ε, στ» καί τό «Πολιτικό ήμερολόγιο Α» τοϋ Γιώργου Σεφέρη, τό «Ματω μένο γάμο» τοϋ Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σέ μετάφραση Νίκου Γκάτσου, τά «Εύαγγέλία» σέ άπόδοση στή δημοτική "Αγγέλου Βλάχου, τήν «’Εκλογή» (Α' καί Β') καί τόν «Τετραπέρατο κόσμο» (Α' καί Β') τοϋ Τάκη Παπατσώνη, τούς «Γραικύλους» τοϋ Ρόδη Ρούφου, τούς «Τε λευταίους» τοϋ Πάνου Καραβία, τήν «’Ηθική», τήν «Αισθητική», τά «Φιλοσοφικά προβλή ματα» καί τή «Γνωσιολογία» τοϋ Εύάγγελου Παπανούτσου, τήν «Ε λληνική κριτική σκέψη» τοϋ Ζήσιμου Λορεντζάτου, τό «’Άγγελος Σικελιανός» τοϋ Θόδωρου Ξύδη, τό «’Αρχαίο θέα τρο στή νέα ελληνική σκηνή 1817-1932» τοϋ Γιάννη Σιδέρη κ.ά. Οί εκδόσεις τοϋ «Ίκαρου» είναι καλαίσθη τες, άριστα επιμελημένες καί συχνά σχολια σμένες άπό γνωστούς μελετητές. Πολλές φο ρές μάλιστα είναι καί εικονογραφημένες άπό μεγάλους ζωγράφους, δπως ό Σπύρος Βασι λείου, ό Νίκος Έ γγονόπουλος, ό Γιάννης Μόραλης, ό Νίκος Νικολάου, ό Α. Τάσσος, ό Γιάν νης Τσαρούχης, ό Ά λέκο ς Φασιανός καί ό Νί κος Χατζηκυριάκος-Γ κίκας. Οί σχολιασμένες όμως καί άρτιες αύτές έκδόσεις άπαιτοϋν τεράστια έξοδα. Γ Γ αύτό -δπ ω ς πιστεύει καί μάς έξηγεί ό Νίκος Καρύδ η ς - ό «Ίκαρος» δέν είναι εμπορικός εκδοτι κός οίκος. Τό κέρδος πού άπομένει, κι δταν άκόμα τά βιβλία του καλύπτουν τά έξοδά τους, είναι άσήμαντό. Υπεύθυνος γιά τό έκδοτικό πρόγραμμα τοϋ «Ίκαρου» είναι ό Νίκος Καρύδης, ό όποιος καί άποφασίζει γιά τό τί πρόκειται νά έκδοθεϊ. Μέ έξαίρεση τούς νέους μή καθιερωμένους λογο τέχνες, ό «Ίκαρος» δέ δέχεται τή συμμετοχή τών συγγραφέων στά έξοδα έκδοσης τοϋ βι βλίου τους. Ή έξαίρεση γιά τούς νέους γίνεται -δπ ω ς λέει ό κ. Καρύδης- γιατί ή κίνηση τών βιβλίων τους είναι χαμηλή κι ό «Ίκαρος» δέν μπορεί ν ’ άνταπεξέλθει οίκονομικά. Ό «Ίκαρος» δέν συμμετέχει στίς εκθέσεις καί τά φεστιβάλ βιβλίου πού γίνονται στήν Ελλάδα: «γιατί», δπως πιστεύει ό Νίκος Καρύ δης, «οί εκθέσεις στή χώρα μας έχουν χαρα κτήρα πανηγυριοϋ. ’ Εμείς καί οί συγγραφείς μας δέ θέλουμε νά κυκλοφορούν τά βιβλία
μας στά παγκάκια τοϋ άλσους τής Κηφισιάς, στά φεστιβάλ ή στά καροτσάκια. Πιστεύουμε δτι τό βιβλίο είναι κάτι Ιερό. Οί εκδοτικοί φο ρείς τής χώρας μας, άπό τό νά οργανώνουν έκθέσεις, θά ήταν καλύτερο νά άσχοληθοϋν μέ τά οϋσιαστικά προβλήματα τοϋ βιβλίου, κυ ρίως μέ τό πρόβλημα τής πνευματικής ιδ ιο κτησίας, πού δέν είναι στήν Ε λ λ ά δ α κατοχυ ρωμένη. Παρατηρούνται συχνά -έ χ ε ι συμβεί καί σ’ εμά ς- φαινόμενα κλεψιτυπίας, τά όποια άντιμετωπίζονται άπό τό κράτος σάν πλημμε λήματα. Ή ποινή γι’ αϋτά είναι έξαγοράσιμη, κι έκεΐνοι πού βλάπτονται τελικά υλικά καί ήθικά είναι ό εκδότης καί ό συγγραφέας. "Ενα άκόμα σημαντικό πρόβλημα πού θά ’πρεπε νά προω θήσουν οί εκδότες είναι ή άγορά βιβλίων άπό τό ύπουργείο Πολιτισμού καί τό ύπουργείο Παιδείας. Δυστυχώς ύπάρχει τεράστια έλλειψη κρατικής μέριμνας γιά τό βιβλίο στήν Ε λ λάδα». ’ Ας σημειωθεί, τέλος, δτι τά βιβλία τοϋ «Ίκαρου» άγοράζονται συστηματικά άπό τά ξένα πνευματικά ιδρύματα καί τίς βιβλιοθήκες. Τά βρίσ κει κανείς παντού έκτος Ελλάδας. ’Αντίθετα, τό έλληνικό ύπουργείο Πολιτισμού δέν τά άγοράζει, γιατί είναι έργα μή ζώντων κυρίως συγγραφέων. Τό ύπουργείο Πολιτισμού άγοράζει μόνο έργα ζώντων συγγραφέων! Φαί νεται δτι ό Παπαδιαμάντης, ό Παλαμάς, ό Κάλ6ος, ό Σικελιανός, ό Βαλαωρίτης, ό Σεφέρης κι ό Καβάφης περισ σεύουν στίς βιβλιοθήκες
Ή φυσιογνωμία τής μεταπολεμικής τέχνης στήν Ελλάδα είναι τό θέμα ένός συνόλου έτησίων έκδηλώσεων πού όργανώνονται άπό τήν
ΓΚΑΛΕΡΙ ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ
Ή φετεινή είναι άφιερωμένη στήν άφηρημένη τέχνη Τά έγκαίνια θά γίνουν τήν Δευτέρα 30 Νοέμβρη, μετά τίς 7 μ.μ. τών Νέων Μορφών, Βαλαωρίτου 9, τηλ. 36 16 165
25
ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ
Τό Πελοποννησιακό Λαογραφικό "Ιδρυμα
Τό Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα
Στ’ Άνάπλι, τήν πόλη μέ τά πανέμορφα ρη μαγμένα αρχοντικά, λειτουργεί άπό τό 1974 ένας φορέας διάσωσης του νεοελληνικού πο λιτισμού, άπό τούς σημαντικότερους τής χώ ρας. Είναι τό Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, πού Ιδρύθηκε άπό τήν ένδυματολόγο καί σκηνογράφο κ. Ιω ά ννα Παπαντωνίου καί έχει ώς στόχο τή διάσωση, τή μελέτη καί τήν άξιοποίηση τού λαογραφικοϋ ύλικόΰ ολόκλη ρης τής 'Ελλάδας. Τό ΠΛΙ, άπό τόν πρώτο κιόλας καιρό τής λει τουργίας του, έστρεψε τίς ερευνητικές του δραστηριότητες ιδιαίτερα στή λαϊκή μουσική, τό χορό, τό τραγούδι, τή λαϊκή φορεσιά καί τήν ύφαντική. Οί φιλόλογοι, έθνολόγοι, έθνομουσικολόγοι καί άρχαιολόγοι συνεργάτες τού ιδρύματος έκαναν έπιτόπιες έρευνες σέ πάμπολλες περιοχές καί συγκέντρωσαν γιά μελέτη καί έπεξεργασία πλούσιο λαογραφικό ύλικό. ’ Ενδεικτικά, τό ΠΛΙ διοργάνωσε έρευνες γιά τίς τοπικές φορεσιές σέ χωριά τής ’Αργολίδας, τών Σερρών καί τής Λακωνίας, γιά τή μουσική σέ χωριά τής Δράμας, τής Ξάνθης καί τής Κύ πρου, γιά τήν έξέλιξη τών τοπικών χορών στήν ’Ορεινή καί ’Άνω ’Ορεινή Σερρών, γιά τήν ύφαντική στήν ’Αργολίδα καί τήν ’Αρκαδία, γιά
26
τήν άργυροχοΐα στή Στεμνίτσα, γιά τή μεταλ λοτεχνία στό Βόλο, τό Μέτσοβο καί τά Γιάννενα κ.ά. Τό ΠΛΙ διοικεϊται άπό πενταμελές συμβού λιο, πού άποτελεϊται άπό τήν ίδρύτριά του, τή δημοσιογράφο καί λαογράφο Ά θ ην ά Ταρ σούλη, τή λαογράφο Πόπη Ζώρα, τήν έφορο λαογραφικών έρευνών τού Λυκείου Έ λληνίδων Μαρία Μπαρμπαρήγου καί τόν έθνομουσικολόγο Φοίβο Άνωγειανάκη. Οί οικονομικοί του πόροι προέρχονται κυρίως άπό δωρεές τής ίδρύτριάς του. Συμπληρώνονται όμως άπό τά έσοδα τών πωλήσεών του (βιβλία, δίσκοι, άφίσες, χειροτεχνήματα) κι άπό τήν έτήσια έπιχορήγηση τού Υπουργείου Πολιτισμού καί 'Επιστημών, πού δυστυχώς μέχρι σήμερα δέν ήταν ποτέ σταθερή καί έπαρκής. Σ’ αύτό τό σημεϊο άξίζει ν ’ άναφερθεϊ ότι τό 'ίδρυμα δια θέτει ένα μέρος τών έσόδων του γιά ύποτροφίες λαογραφικών σπουδών. Τά άποτελέσματα τών έρευνών τού ΠΛΙ κοι νοποιούνται μέ έκθέσεις μέσω τού Λαογραφικοϋ Μουσείου Ναυπλίου, τό όποιο στεγάζεται στόν ’ίδιο χώρο μέ τό ΠΛΙ καί είναι δημιούρ γημά του. Είναι οργανωμένο μέ σύγχρονη μουσειακή άντίληψη καί προσφέρει στόν έπισκέπτη ποικιλία πληροφοριώ ν καί σφαιρική γνώση γιά τά άντικείμενά του. Προσπάθεια τού ΠΛΙ, πού πραγματώνεται μέ έκδηλώσεις μέσα κι έξω άπό τό μουσείο, είναι νά δείξει στούς κατοίκους τού Ναυπλίου (κι όχι μόνο σ’ αϋτούς) ότι ένα μουσείο δέν είναι άναγκαστικά χώρος νεκρός τού παρελθόντος. Ή συλλογή τ ού ' Λαογραφικοϋ Μουσείου Ναυπλίου περιέχει 9.000 περίπου άντικείμενά μεγάλου έθνολογικοϋ ένδιαφέροντος, πού συγκεντρώθηκαν άρχικά άπό προσφορές τής ίδρύτριάς του κι άργότερα άπό δωρεές ιδιω τών καί νομικών προσώπων. Συγκεκριμένα περιλαμβάνει μουσικά όργανα, λαϊκές φορε σιές, ύφαντά, άγροτικά έργαλεΐα, κοσμήματα, όπλα, καλάθια, κεραμικά, ξυλόγλυπτα, χάλ κινα, σιδερένια καί πέτρινα άντικείμενά φτια γμένα τό 19ο καί 20ό αιώνα. Μεγάλο μέρος αύτής τής σπάνιας συλλογής άποτελεϊται άπό λαϊκές φορεσιές τής Πελοποννήσου.
ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ
Τό Λαογραφικό Μ ουσείο Ναυπλίου, πού εί να ι φέτος υποψήφιο γιά τό Βραβείο Εύρωπαϊκού Μ ουσείου, φ ιλοξενεί αυτό τόν καιρ ό μιά άξιόλογη έκθεση γιά τήν παραγωγή, τήν έπεξεργασία καί τήν έφαρμογή των φυσικών ύφαντικών υλών στήν 'Ε λλάδα τούς δυό τε λευταίους αιώ νες. Τό ΠΛΙ, εκτός άπό τό μουσείο , διαθέτει έπίσης δισκοθήκη, δανειστική ιμ ατιοθήκη, χαρτο θήκη καί βιβλιοθήκη. Ιδ ια ίτερ η προσοχή δό θηκε στή συγκρότηση μιας μουσειολογικής βι βλιοθήκης - τ ή ς πρώτης στήν 'Ε λ λ ά δ α - γιά τήν κάλυψη τών θεωρητικών καί πρακτικών άναγκών οργάνωσης καί λειτουργίας τού ιδρύμα τος. Τό ΠΛΙ όμως άπό νωρίς άπλωσε τίς δραστηριότητές του καί στόν έκδοτικό χώρο. Μέχρι τώρα έχει έκδώ σει πέντε λαογραφικά βιβλία, τέσσερις δίσκους («Γκάιντα καί νταχαρές. Τραγούδια άπό τήν 'Ο ρεινή Σερρών» καί «Ε λ
ληνική δημοτική μουσική 1, 2, 3»), άφίσες, κάρτες άπό τά έκθέματα τού μουσείο υ, ήμερολόγια καί δυό τεύχη τής περιοδικής έκδο σης «Εθνογραφικά». Συγκεκριμένα έχουν έκδοθεϊ τά βιβλία: «'Ελληνικές φορεσιές» τής Ιω ά ν ν α ς Παπαντωνίου (έλληνικά-άγγλικά), «In the bee loud glade» -ά λ μ π ο υ μ μέ σ κίτσ α- τού Cristopher Connell, «Κατάλογος» όπου κατα γράφ ονται τά έκθέματα τού Λαογραφικοϋ Μ ουσείου Ναυπλίου, «Ή ποδιά τής Καραγκούνας» τής Ε λ έ ν η ς Ρωμαίου-Καρασταμάτη καί ή μυθιστορηματική βιογραφία «Βονιφάτιος Βοναφίν» τού άναπλιώ τη ποιη τή Θόδωρου Κωστούρου, πού άναφέρεται στή ζωή τού πρώτου φαρμακοποιού τής Ε λλάδας. Ά π ό τίς έκδόσεις τού ΠΛΙ Ιδιαίτερο ένδιαφ έρον παρουσιάζουν οί δυό τόμοι τών «’ Εθνο γραφικών», πού περιέχουν έργασίες ερευνη τών τού ιδρύματος (κυρίως) γιά θέματα σπου δής τού νεοελληνικού πολιτισ μού.
Ό εκδοτικός Οίκος ΔΗΜ . Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ Ίπποκράτους 8α, Τηλ. 3627 318, ’Αθήνα,
συνεχίζοντας τίς εκδόσεις βιβλίων εξαιρετικής ποιότητας, προσφέρει σή μερα στους "Ελληνες άναγνώστες τό κλασικό σύγγραμμα τών Β. Γ Κ Α Φ Ο Υ Ρ Ο Φ μέλους τής ’Ακαδημίας ’ Επιστημών τής ΕΣΣΔ καί Δ Η Μ .1 Τ Σ I Μ Π Ο Υ Κ Ι Δ Η Πανεπιστημιακού καθηγητή καί διδάκτορα Ιστορίας ’Ακαδημίας ’ Επιστημών τής ΕΣΣΔ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ Τό έργο προλογίζεται άπό τόν σοβιετικό άκαδημαϊκό Μ. Α. Κ Ο Ρ Ο Σ Τ Ο Β Τ Σ Ε φ τακτικό μέλος τής ’Ακαδημίας ’ Επιστημών τής ΕΣΣΔ.
27
ΑΠ’ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ή βιβλιοθήκη «Άδ. Κοραής» τής Χίου ΧΙΟΣ, ’Οκτώβριος. Ή βιβλιοθήκη «Ά δ. Κοραής» τής Χίου, μία άπό τίς σημαντικότερες επαρχιακές βιβλιοθήκες, ιδρύθηκε μέσα στά δύσκολα χρόνια τής τουρκικής σκλαβιάς, σάν παράρτημα τής Δημόσιας Σχολής τής Χίου, άπό τήν ’ Εφορεία των ’ Ορθοδόξων Δημοσίων Σχολείω ν τής Χίου, μέ προτροπή τού Ά δαμ. Κοραή καί δωρεά τών δικών του βιβλίων. Ό Άδ αμ. Κοραής έστειλε έπιστολή του στήν ’ Εφορεία τών Σχολείω ν καί σέ δλους τούς προεστώτες, δπου τούς προέτρεπε νά κάμουν δημόσια βιβλιοθήκη. Τό 1815 έστειλε τό γραμ ματέα του Νεόφυτο Βάμθα σάν διευθυντή τής Δημόσιας Σχολής τής Χίου, πού μεταρρύθμισε τή διδασκαλία τής σχολής πάνω σέ εύρωπαίκό πρόγραμμα καί έπιδόθηκε μέ ένδιαφέρον στόν πλουτισμό τής βιβλιοθήκης. Οί ενέργειες τού Κοραή έπεκτάθηκαν ατούς φ ιλέλληνες καί σοφούς τής Εύρώπης μέ Ιδιαίτερη εγκύκλιο. Τά αποτελέσματα ήταν αρκετά άποδοτικά. Τό καταστροφικό χέρι τού κατακτητή έκαψε τό 1822, στή σφαγή τής Χίου, όλα τά βιβλία τής μεγαλύτερης τότε βιβλιοθήκης τής ’Ανα τολής. Μέ τήν αύτόγραφη διαθήκη του ό Ά δ αμ. Κοραής, στίς 3 Μάΐου 1825, άφηνε όλη τή βιβλιοθήκη του στή Σχολή τής Χίου. Πολλά άπό τά βιβλία τού διδασκάλου τού γένους χά θηκαν καί μόνο τρεις χιλιάδες περίπ ου τόμοι βιβλίων καί χειρόγραφα ήρθαν στήν έδώ βι βλιοθήκη. Τόν ’ Ιούνιο τού 1871 φθάνει ό ταξι θέτης Ν. Γ. Πολίτης καί τό 1874 ό κατάλογος τών βιβλίων καί ή βιβλιοθήκη λειτουργούν κα νονικά. Ό τρομερός σεισμός τού 1881 καταστρέφει κάθε προσπάθεια. Πολλά βιβλία σώζονται γιατί είναι μέσα σέ κιβώτια. Οί Χιώτες άρχίζουν υπομονετικά νέες προσπάθειες. Α π ευθ ύνο ν ται στό έξωτερικό καί συγκεντρώνουν χρή ματα. Ανεγείρουν κοντά στή μητρόπολη τό γυμνάσιο καί τή βιβλιοθήκη. 'Η βιβλιοθήκη χτίστηκε τμηματικά. Α ρ χ ικά μειονεχτοϋσε, για τί δέν είχε αρκετή άνεση καί ύπήρχε κίνδυνος νά καταστραφοΰν διάφορες σπουδαίες σημειώσεις καί σχόλια τού Κοραή σέ διάφορα συγγράμματα. Τό 1928 ύπογράφτηκε τό νομοθετικό διάταγμα γιά τή βιβλιο θήκη Ά δ . Κοραή. Τό 1933 κυκλοφόρησε ή ιστορία τής βιβλιοθήκης καί κατάλογος τών χειρογράφων τής συλλογής τής βιβλιοθήκης. Τό 1938 ή διευθύντρια τού τμήματος βιβλιο θηκών τού ύπουργείου Παιδείας κάνει έπιθεώρηση καί άπό τότε άρχίζει τό συνεχές έν
28
διαφέρον τού κράτους μέ παροχή οικονομικών βοηθημάτων καί αποστολή βιβλίων. Τό 1940 Ιδρύεται μόνιμο τοπικό Ιστορικό άρχε'ιο στή βιβλιοθήκη, πού περιέχει κατάστιχα χιώτικης προέλευσης, νοταριακούς κώδικες μέ συμβολαιογραφικές πράξεις πρίν άπό τό 1912. Ή νέα πολιτική καί κοινωνική κατάσταση πού δημιουργήθηκε μετά τόν Β’ παγκόσμιο πόλεμο στήν 'Ελλάδα, καί ιδιαίτερα ή περίοδος τού ναζισμού στή Χίο (1941-44), είχε σάν άποτέλεσμα νά άποσυρθοϋν βιβλία καί έφημερίδες, μέ τή σκέψη όμως νά τοποθετηθούν στή θέση τους δταν θά περνούσε ή πολιτική καταιγίδα. Ά π ό τό 1951 γίνονται προβολές κινηματο γραφικών ταινιών πολιτιστικού περιεχομένου σέ αίθουσα τής βιβλιοθήκης. Τό ίδ ιο έτος πρα γματοποιούνται τά άποκαλυπτήρια τού άνδριάντα τού Ά δ αμ. Κοραή, στήν ε’ίσοδο τής βιβλιοθήκης. Τό 1962 ό Φίλιππος Άργέντης δωρίζει στή βιβλιοθήκη πολύτιμα καί σπάνια βιβλία, δυσ εύρετους χάρτες, άξιόλογους πίνακες κ.ά. Τό 1965 προσφέρει τήν έκτακτη προσωπική του συλλογή άπό δυόμισ ι χιλιάδες περίπου τόμους βιβλίων καί χάρτες πού άναφέρονται ολικά ή μερικά στή Χίο. Τό 1973 άρχίζει νά λειτουργεί ή κινητή δανειστική βιβλιοθήκη. Τό αύτοκίνητο παραχώρησε τό ύπουργείο Πολιτισμού καί ’ Επιστημών, μέσω τής κεντρικής βιβλιοθή κης Μυτιλήνης. 'Η σημερινή «Βιβλιοθήκη Άδ αμ. Κοραή Χίου» περιλαμβάνει εκατόν σαράντα χιλιάδες τόμους καί είναι ή πρώτη έπαρχιακή βιβλιο θήκη. Υ πάρχουν σπάνιες έκδόσεις, μερικές τού πρώτου αιώ να τής τυπογραφίας. Ή προ μήθεια βιβλίων γίνεται μέ άγορά βιβλίων καί άπό δωρεές. Ή βιβλιοθήκη διοικεϊται άπό πενταμελή έπιτροπή Χιωτών καί έποπτεύεται άπό τό ύπουργείο Πολιτισμού καί ’ Επιστημών. Τό λαογραφικό μουσείο καί ή πινακοθήκη πού στεγάζονται στό κτίριο τής βιβλιοθήκης προέρχονται βασικά άπό τίς προσωπικές συλ λογές τού Φιλίππου Παντ. Άργέντη. Ό ίδ ιος ίδρυσε τό 1932 τό σύλλογο «Άργέντη», μέ σκοπό τή διάσωση τού λαογραφικοϋ καί ιστο ρικού ύλικοϋ τής Χίου, καί δώρισε τή λαογραφική καί Ιστορική συλλογή καθώς καί ιστορι κούς καί τοπογραφικούς χάρτες τής Χίου. Μετά τό θάνατό του ό γιός του Παντελής Φιλ. Άργέντης δωρίζει κι άλλα βιβλία καί χάρτες
καί διαμορφώνει τό μουσείο όπως παρουσιά ζεται σήμερα. Στήν αρχή έγινε επισκευή του κτιρίου εσω τερικά καί εξωτερικά, τοποθετήθηκε κλιματι σμός, κλειστό σύστημα παρακολούθησης, άντικαταστάθηκε ή επίπλωση τού άναγνωστηρίου καί των γραφείω ν τής βιβλιοθήκης κλπ. Στίς καινούριες αίθουσες τού λαογραφικοϋ μουσείου ταξινομήθηκε τό ύλικό σέ πολυτε λείς καί σύγχρονες βιτρίνες μέ άνάλογο φωτι σμό, πού όμοιος τους ύπάρχει σέ λίγα εύρωπαϊκά μουσεία. Τά εγκαίνια έγιναν στίς 24 Σε πτεμβρίου τού 1978. Τήν επόμενη των εγκαι νίων, χιώτικη εφημερίδα δημοσίευσε άρθρο μέ τόν τίτλο «’"Αξιος τής Χίου», γιά νά έπισημάνει τό μέγεθος τής προσφοράς τού Παντελή Φιλ. Άργέντη. «’Εκείνο πού προέχει είναι ή εθνική σημασία τής προσφοράς. Τά λαμπρά πολιτι στικά στοιχεία πού συγκέντρωσε στό “ φάρο” αύτό τού Πνεύματος πού ονομάζεται βιβλιο θήκη Κοραή, είναι άπόδειξη ότι έδώ στή Χίο τελειώνει ή Εύρώπη, τό πνεύμα κι ό πολιτι σμός, ή έλευθερία κι ό άνθρωπισμός.» Μετά άπό μιά σύντομη περιγραφή όλων τών χώρών τής βιβλιοθήκης, όπου παραπέμπω σέ φωτογραφίες πού ύπάρχουν στό τέλος τής έργασίας μου, άκολουθούν οί έντυπώσεις τού σύγχρονου επισκέπτη, στίς όποιες κατέληξα αφού άκουσα τις γνώμες πολλών, Χιωτών καί άλλων επισκεπτών. Πηγαίνοντας κανείς νά έπισκεφτεϊ τή «Βι βλιοθήκη Άδ αμ. Κοραή Χίου», φαντάζεται πώς θά δει τό τοπικό 'ίδρυμα μιάς βιβλιοθήκης μέ τούς γνωστούς χώρους γιά μελέτη καί τοπο θέτηση βιβλίων, τούς θεματολογικούς κατα λόγους βιβλίων, τις ύπηρεσίες παραλαβής καί ταξινόμησης νέων έκδόσεων. "Οταν ό έπισκέπτης φεύγει, βρίσκει πώς ό τίτλος τού ιδρύμα τος είναι έλλιπ ής στά όσα χορταστικά τού προσφέρονται γιά νά δει καί νά θαυμάσει. Κι αύτό γιατί μέ τήν πρόσφατη δωρεά τής οικο γένειας Άργέντη τό ίδ ρυμα πλουτίστηκε μέ ένα πληρέστατο λαογραφικό μουσείο, πού μέ τά κεντήματα, τίς φορεσιές, τά ξυλόγλυπτα κλπ. ξαναζωντανεύει τή γνήσια έλληνική λαϊκή παράδοση τής Χίου, μιά παράδοση-σταθμό άνάμεσα σ’ έκείνη τών μικρασιατικών παρα λίω ν καί τήν άντίστοιχη τής ήπειρωτικής 'Ελ λάδας. "Ομως λείπουν έντελώς μέσα άπ’ αυτές τίς συλλογές στοιχεία άπό τήν πλούσια ναυ τική παράδοση τού νησιού, γιατί οί δωρητές δέν άνήκαν στόν εφοπλιστικό κόσμο. Ή έλ λειψη αύτή είναι πολύ αισθητή, άφοϋ ή ναυτι λία είναι τό ϋπ’ άριθμόν ένα άντιπροσωπευτικό στοιχείο κυρίως τής μεταπολεμικής Χίου, τό στίγμα της στόν ελληνικό χώρο. Φεύγοντας ό έπισκέπτης άπό τό λαογραφικό μουσείο, γνω ρίζοντας σέ γενικές γραμμές τήν ιστορία τού νησιού, τούς πολέμους καί τίς κατοχές πού γνώρισε, αισ θάνεται θαυμασμό, για τί οί Χιώτες κατόρθωσαν νά διατηρήσουν τή γνησιότητα τής ελληνικότητας τής παράδοσής τους, δεί γμα τής άναπτυγμένης εθνικής τους συνείδη σης, καί εύγνωμοσύνη πρός τήν οικογένεια Ά ρ γέντη γιά τήν τόσο έποικοδομητική, στήν ύπηρεσία τού τόπου, άξιοποίηση τών οικονο
μικών της δυνατοτήτων. Είναι άλήθεια πώ ς·οί περισ σότεροι άγνοοϋν ότι ή άφιέρωση τού τίτλου τού ιδρύματος στόν Άδ αμ. Κοραή δέν έγινε μόνο γιά λόγους τιμής, άλλά ό φωτισμένος αύτός δάσκαλος ήταν ό έμπνευστής, ό δημιουργός καί ό διοργανωτής τού πρώτου πυρήνα του. Σέ μερικούς δημιουργεϊται ή έντύπωση ότι ή «Βιβλιοθήκη Ά δ . Κοραή» αποτελεί κι αύτή ένα χώρο μουσειακό, κι όχι ένα ζωντανό οργανισμό μέ ζωή καί δράση. Αύτό είναι τό κύριο άποτέλεσμα τής μονοπώλησης τού ένδιαφέροντος τού έπισκέπτη άπό τό χώρο τόν άφιερωμένο στή λαϊκή παράδοση καί τήν πινακοθήκη. "Ομως μιά σύν τομη ματιά ατούς τίτλους τών βιβλίων μάς πείθει γιά τήν ποιότητα τών έκδόσεών τους, τόσο άπό πλευράς θεματολογικής όσο καί χρονολογικής. Κάθε έρευνητής θά βρει στά βιβλία της πολύτιμα στοιχεία γιά τήν έρευνά του, άνεξάρτητα άπό τό άντικείμενο μελέτης του. "Εχοντας ύπόψη αύτό, δημιουργεί λύπη τό γεγονός πώς στήν αίθουσα μελέτης οί άναγνώστες μετριούνται στά δάχτυλα τού ενός χεριού καί πώς τό πιό πολυδιαβασμένο βιβλίο είναι τό κτηματολόγιο Χίου, όπου κάποιοι κλη ρονόμοι ψάχνουν γιά τή συμβολαιογραφική πράξη άγοράς κάποιου άκινήτου. Τίς άσχημες αυτές έντυπώσεις άπαλύνουν ή ικανοποιητική λειτουργία τού δανειστικού τμήματος. Σοβαρή άδυναμία τής βιβλιοθήκης είναι ή έλλειψη έπιστημονικά οργανωμένου θεματολογικοϋ κατα λόγου. Τό προσωπικό τής «Βιβλιοθήκης Κο ραή» είναι ελάχιστο, άνάλογα μέ τόν άριθμό τών βιβλίων πού περιλαμβάνει. Κάθε ύπάλληλος έχει ύπ’ εύθύνη του πολλές έργασίες, μέ άποτέλεσμα νά μή μπορεί νά ικανοποιήσει τίς άναγνωστικές άπαιτήσεις τού καθενός έπισκέπτη-άναγνώστη. "Ενας λόγος πού κάνει τή βιβλιοθήκη νά μήν είναι τόσο προσιτή στόν πολύ κόσμο, είναι τό ότι ή «Βιβλιοθήκη Άδ αμ. Κοραή Χίου» είναι μιά άκαδημαϊκή βιβλιοθήκηγ ι’ αύτό τήν έπισκέπτονται συνήθως επιστή μονες. ’ Εκτός άπό τούς σημερινούς χώρους θά πρέπει νά δημιουργηθούν κι άλλοι, όπου μέ άνεση θά μπορεί νά πάει γιά νά μελετήσει ό οποιοσδήποτε κάτοικος τού νησιού. Αύτό θά πραγματοποιηθεί στό μέλλον, άφοϋ ύπάρχει ή προοπτική τής έπέκτασης τής βιβλιοθήκης μέ νέες αίθουσες. Τότε θά έκπληρώσει κατά πολύ' τόν άρχικό σκοπό της, τό σκοπό τού Ιδρυτή της: «νά φωτισθοϋν οί κάτοικοι τής επαρχίας τής Χίου». Φεύγοντας, ό έπισκέπτης πού δέν λειτουργεί μόνο σάν οφθαλμός θά έχει τήν έντύπωση τής άνισόρροπης προβολής τών Ιδιοτήτων τού ιδρύματος σάν βιβλιοθήκης καί σάν λαογραφι,κού μουσείου. Στό σύνολό του όμως τό ίδ ρυμα άποτελεϊ τήν πιό πλήρη έκφραση τής γενναιο δωρίας τών Χιωτών, μιά άποθέωση τής ’ιδιωτι κής πρωτοβουλίας, πού παρά τά μειονεκτήματά του προσφέρει μιά μικρογραφημένη ει κόνα τού νησιού στήν ιστορική του έξέλιξη άπό τό 16ο αιώ να μέχρι σήμερα. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ
πρόσφατες εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης Β ιβ λ ιο θ ή κ η Γ εν ικ ή ς Π αιδ είας
W. Wlndelband & Η. Heimtoeth, Εγχειρίδιο Ιστορίας τής Φιλοσοφίας:
ΠωλοΟνται σέ όλα τά βιβλιοπωλεία Κεντρική Διάθεση: Πλατεία Μητροπόλεως 3, 2ος όροφος (τηλ. 32.21.337) Πρατήριο: Εθνική Τράπεζα, Καραγεώργη Σερβίας 2 (Πλατεία Συντάγματος) Τά έσ οδ α άπ ό τις π ω λ ή σ ε ις διατίθ ενται γιά πολ ιτ ισ τ ικ ο ύς σ κοπ ού ς
30
ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
’Αργεντινή: μιά χώρα Φιμωμένου Λόγου ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ, Νοέμβριος. «Δέν ύπάρχει». ’Έτσι απάντησε ό διάσημος Borhes, δταν πριν άπό πολλά χρόνια τόν ρώτησαν γιά τή λο γοτεχνία της Αργεντινής. Κι ό Βίτολντ Γκόμπροβιτς, τόν καιρό πού παρουσίαζε τό βιβλίο του «Η μερολόγιο τής ’Αργεντινής», έδώ καί πάνω άπό είκοσι χρόνια, σχολίαζε: «Λένε γιά τήν ’Αργεντινή ότι δέν υπάρχει ή ότι ύπάρχει μέν, άλλά σέ έμβρυακή κατάσταση άκόμη, ότι ή λογοτεχνία της δέν έχει γεννηθεί...». Παρ’ όλ’ αύτά, σήμερα υπάρχουν πιά πολλοί ’Αργεντινοί, άντρες καί γυναίκες, πού εκφρά ζονται μέ τόν γραπτό λόγο, δημιουργοί μιας έκλεπτυσμένης τέχνης, πού έχουν φτάσει, ει δικά στό διήγημα καί στά έργα φαντασίας, τήν τελειότητα. Πραγματικά, τό διήγημα (πού στήν Εύρώπη θεωρήθηκε άπό πολλούς είδος δευτερεϋον) είναι τό πιό σημαντικό προϊόν τής σύγχρονης λογοτεχνίας τής ’Αργεντινής. Σύ στημα έρμητικά κλειστό, ύποβλητική οικονο μία μέσων, βασανιστική προσέγγιση τής ούσίας: Νά τά τρία βασικά στοιχεία τού άργεντινοΰ διηγήματος. Μάλιστα ό Borhes, πού τού άρέσουν οί αντιθέσεις, βεβαιώ νει κάπου: «Ή ’Αργεντινή στόν καιρό μας είναι μιά άπό τις χώρες πού βγάζουν τήν καλύτερη λογοτεχνία φαντασίας. Τά ρομάντσα καθαρής φαντασίας πιστεύω πώς είναι αποκλεισ τικά έδώ... Οί τρεις μεγάλες θρησκείες τής Δύσης γεννήθη καν στήν έρημο· έδώ, ό χωρικός μας, σ’ αύτές τις άπέραντες έρημιές, διαμορφώ νεται έσωστρεφής καί σιωπηλός, μέ αισθήματα μελαγ χολία ς καί θρησκευτικότητας. Κι έδώ ’ίσως θά ’πρεπε νά άναζητήσουμε τή ρίζα τής γέννησης τής “ φανταστικής” λογοτεχνίας μας... Καί πάνω άπ’ αύτές τίς ερήμους έκτείνεται τό Μπουένος "Αιρες, αύτή ή μεγαλούπολη όπου τά πάντα φαίνονται όμοια, ένα είδος λαβύριν θου...». Στό περιθ ώριο τών ήδη διάσημων στήν Εύ ρώπη ονομάτων, πού έχουν χαράξει ένα δρόμο, τί συμβαίνει σήμερα σ’ αϋτό τό λαβύ ρινθο, σ’ αύτή τήν πόλη, τό Μ πουένος "Αιρες, πού -όπ ω ς έχει πεϊ καί κάπ οιο ς - άπαιτεϊται άκόμα ή θυσία πολλών γενεών συγγραφέων γιά νά πετύχει, τελικά, ένας άπ’ αύτούς νά φυ λακίσει σ’ ένα πεζό τήν άσταθή καί έξεγερ-
Εξωτερική άποψη τού El Ateneo, τοϋ μεγαλύτερου βιβλιοπωλείου τού Μπουένος "Αιρες
μένη πραγματικότητά του, τί γίνεται λοιπόν σήμερα στόν οριζόντιο ’ίλιγγο τοϋ Μπουένος "Αιρες καί, κατ’ επέκταση, όλης τής ’Αργεντι νής; «’Εξωτερικά, όλα φαίνονται νά δυσκολεύουν
31
ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ κάποιο κίνημα διανοουμένων καί καλλιτεχνών. Ό κόσμος πού ένδιαφέρεται δέν μπ ορ εί νά άγοράσει βιβλία, ενώ ακόμα κι οί πιό σοβαροί εκδοτικοί οίκοι κάνουν μεταξύ τους έναν άνελέητο συναγωνισμό γιά νά πουλήσουν μπέστσέλλερ, μέ τόν ’ί διο ενθουσιασμό καί γιά τούς ίδ ιους λόγους γιά τούς όποιους μερικά χρόνια πιό πριν ανακαλύπτανε μιά λατινοαμερικάνικη εύφυΐα κάθε βδομάδα. ’Έτσι, οί καινούριες γε νιές δέν ξέρουν πού νά δημοσιεύσουν τά έργα τους· κι αύτό στην πράξη μεταφράζεται: δέν ύπάρχουν νέες γενιές. ’Επίσης, ή παλιά γενιά, πού περιλαμβάνει συγγραφείς άπό 30 έως 60 χρονών, θά μπορούσε νά θεωρηθεί ότι δου λεύει στό κενό. ’Απομένει βέβαια ή παρηγοριά τής άθανασίας, σύμφωνοι. ’Αλλά ένός συγ γραφέα, καμιά αύταπάτη έκτος χρόνου δέν μπ ορ εί νά καταπραΰνει τήν άγωνία του νά μήν ϋπάρχει σήμερα, τώρα, γιά τούς άλλους...» Ή εκμυστήρευση αΰτή είναι του Abelardo Castillo καί άντανακλά τή σκέψη τής πλειοψηφίας των άργεντινών διανοουμένων. Πραγμα τικά, ύπάρχουν καταστάσεις, πολιτικοοικονο μικές, όπου ό λογοτέχνης δέν μπορεί νά πα ρουσιάσει άνοιχτά τήν πραγματικότητα μέσα στήν όποια ζεΐ. Λέγεται δμως δτι σέ στιγμές καταπίεσης δημιουργεϊται ή καλύτερη λογοτε χνία. Σάς φαίνεται λίγο παράδοξο αύτό; "Η μή πως ή καταπίεση κι ή λογοκρισία λειτουργούν ώς διαλεκτικά ερεθίσματα γιά τήν άνάπτυξη τής τέχνης, άπαιτώντας άπό τούς συγγραφείς οξύνοια καί κάθαρση στό έπακρο; 'Ο Borhes ισχυρίζεται: «Τίποτα δέν βοηθάει στήν καλυ τέρευση τού στύλ, δσο αύτά τά εμπόδια». «’Εγώ δέν συμφωνώ μέ τόν Borhes, όταν βε βαιώ νει ότι οί συνθήκες καταπίεσης λειτουρ γούν ώς φίλτρο ποιότητας γιά τούς συγγρα φείς», λέει μέ άγανάχτηση ό λογοτέχνης Ro dolfo Rabanal. «Πιστεύω δτι, σέ όποιαδήποτε κοινωνική καί πολιτική κατάσταση, ό δρόμος πού άνοίγει μπροστά σου ή λογοτεχνική δη μιουργία πρέπει νά έξαρτάται άπό τήν ίδια τήν άπαιτητικότητα τού συγγραφέα άπέναντι στό δημιούργημά του. Ή όξύνοια, οί πλάγιοι δρό μοι γιά νά επικοινωνήσεις καί νά πεις έκείνο πού δέν έπιτρέπεται, δέν λάμπουν άναγκαστικά σέ συνθήκες καταπίεσης. ’Αναρωτιέμαι ποιά καταπίεση έκανε δυνατό τό έργο του Φώκνερ■ ποιά καταπίεση έκανε δυνατό τό έργο τού Τζόυς ή τής Γούλφ. Καμιά, άπ ' δ,τι ξέρω. ’Αντίθετα, είναι έλάχιστα τά σημαντικά έργα πού γράφτηκαν στή σοβιετική Ρωσία ή στή ναζιστική Γερμανία. Αύτό δέν σημαίνει όμως δτι δέν μπορεί νά άνατείλει τό ταλέντο σέ όποιοδήποτε τόπο καί σέ όποιαδήποτε έποχή. Θά ήταν ή κλασική έξαίρεση πού επιβεβαιώνει τόν κανόνα».
32
Ή συζήτηση βέβαια γι’ αύτό τό καυτό (καί γιά τήν Ε λλάδα, φυσικά) θέμα θά μπορούσε νά πάει μακριά- γ ι’ αύτό, άς τήν κλείσω έδώ. Ω στόσο πρέπει νά κρατήσουμε ένα σημείο: Ή κρίση ποιότητας στή γραφή, τήν έκδοση καί τήν πώληση είναι πιά φαινόμενο παγκόσμιο. Ό π οιο ς προσεγγίζει τήν άργεντινή λογοτε χνία πρέπει νά ’χ ει στό νοΰ του πώς πρόκειται γιά μιά ποικιλόμορφη ενότητα, κι δχι γιά ένα σύνολο ομοιογενές. Κι άπό μιά άποψη, αύτό είναι φυσικό, άν ληφθοϋν ύπόψη τό σύντομο τής Ιστορίας της καί τό διαφορετικό τών στοι χείων πού τήν άποτελοΰν. ’Ήδη τό 1939, στό ύποδειγματικό δοκίμ ιό του «Ό άργεντινός συγγραφέας καί ή παράδοση», ό Borhes πρότεινε 0Tt ή ποίηση καί, γενικό τερα, ή λογοτεχνία αύτής τής χώρας θά ’πρεπε νά ’ναι γεμάτη άπό τό τοπικό χρώμα τής Αργεντινής. «Μιά λογοτεχνία», έγραφε ό Borhes, «πρέπει νά προσδιορίζεται άπό τά ούσιαστικά στοιχεία τής χώρας πού τήν παράγει κι οί συγγραφείς πρέπει νά άναζητοϋν τά ιδιαί τερα θέματα τής συγκεκριμένης χώρας». Καί συνέχιζε: «Πιστεύω δτι ή παράδοσή μας είναι δλη ή δυτική κουλτούρα καί πιστεύω επίσης δτι έχουμε περισσότερα δικαιώματα σ’ αύτή τήν παράδοση άπό όσα έχει ένα όποιοδήποτε έθνος τής Δύσης». ’Άραγε είχε δίκιο ό Bo rhes; Ά ν πάρουμε γιά παράδειγμα τόν Guiraldes, ναι. Ό Guiraldes, λογοτέχνης πού ήπιε άπληστα άπ’ τίς γαλλικές πηγές, έγινε κύριος σ’ δλα όσα στή Γαλλία θεωρούνται άναλλοίωτα καί άποκλειστικά γαλλικά, μετουσιώνοντάς τα δμως. Δέν κυριάρχησε ή Γαλλία στόν Guiral des, άλλά αύτός στή Γαλλία (σέ όσα δηλαδή μάζεψε άπ’ αύτή γιά τήν κυψέλη του). ’ Εξάλ λου, τά λουλούδια, σ’ όποιοδήποτε μέρος τού κόσμου, μπορούν κατά τόν ίδ ιο τρόπο νά μεταμορφωθούν σέ κερί καί μέλι... Είναι γεγονός δτι πάρα πολλοί θεωρούν τούς ύπερπόντιους δημιουργούς επηρεασμέ νους σέ μεγάλο βαθμό άπό τήν εύρωπαϊκή κουλτούρα. ’Ό μως οί άργεντινοί συγγραφείς θεωρούν τά λογοτεχνικά δημιουργήματά τους ώς έκφραση μιάς πραγματικότητας μεταβαλ λόμενης καί σύνθετης, πού είναι τελείως ξε χωριστή άπό έκείνη τών άλλων χωρών τής ίδ ιας ήπείρου. «Γιά τίποτα στόν κόσμο δέν θά ’θελα νά είμ αι σ’ εκείνο τό γκέτο πού φέρνει τήν ετικέτα “ Λατινοαμερικάνοι συγγραφείς” καί δπου μάς στοιβάζουν, όλους μαζί σέ μιά παρέα, άπερίσκεπτοι κριτικοί, καθηγητές, μα θητές καί συγγραφείς άλλων χωρών, κρίνον τας μέ τήν όσφρηση τών πολιτικών, πού πολύ λίγο ξέρουν άπό λογοτεχνία- έκτος άν, έκεΐ, θεωρείται σωστό νά εφαρμόζουν τέτοια κριτή ρια γιά κατατάξεις έξωλογοτεχνικές». Ή διευ
ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ κρίνιση αύτή είναι τού συγγραφέα Eduardo Gudino Kieffer, κ α ί- φ υ σ ικ ά - όλοι είναι μαζί Οί άντηχήσεις αύτής τής πρωτότυπης καί εξαιρετικά δυνατής λογοτεχνίας βρίσ κονται στά έργα δεκάδων συγγραφέων, άπό τούς οποίους οί περισσότεροι έξακολουθοϋν νά ζοϋν καί νά γράφουν, είτε μένουν στήν πα τρίδα τους είτε όχι. Νά καί οί πιό γνωστοί στό έξωτερικό: Julio Cortazar, Jose Hernandez, Er nesto Sabato, Osvaldo Soriano, Sylvina Ocampo, Adolfo Bioy Casares, Antonio di Be nedetto, Eduardo Mallea, Manuel M ujica Lainez. Καί φυσικά ό μεγάλος Jorge Luis Borhes. ’ Επίσης όμως άξιόλογοι, άν καί όχι τόσο γνωστοί στό έξωτερικό, είναι καμιά δεκαπεν ταριά ακόμη συγγραφείς, όπως: ό κριτικός καί δοκιμ ιογράφος Jose Bianco, ένα άπό τά πιό φωτισμένα κι ευαίσθητα πνεύματα τής ίσπα νόφωνης ’Αμερικής, τού όποιου τά μυθιστο ρήματα θεωρούνται ύποδειγματικά γιά τό περιεχόμενό τους καί τήν αύστηρότητα τού ύφους- ό Abelardo Castillo, πού διευθύνει καί μία έξαιρετική λογοτεχνική έπιθεώρηση- ή A li cia Dujovne Ortiz, πού μέ τά κείμ ενά της έφερε άναστάτωση στή συμβατική πορεία τής ντόπιας λογοτεχνίας- ή Sara Gallardo, τής όποιας οί υποβλητικές καί αισ θησιακές περι γραφές τής ζωής στούς άγρούς τής ’Αργεντι νής κάνουν τά βιβλία της άξέχαστα- ό πολυγραφότατος German L. Garcia, ό όποιος μέ τά έργα του προτείνει νά ξεπεραστεΐ ή ύπάρχουσα άπόσταση άνάμεσα στή στιγμή τής έμ
πνευσης καί στό χρόνο τής γραφής- ό Eduardo Gudino Kieffer, μέ τό ιδιότυπο στύλ του, σκληρό, ειρωνικό καί μαζί πικρό- ή Maria Granata, πού έκτιμάται ιδιαίτερα από τήν κριτικήό Juan Jose Hernandez, τή διηγηματογραφία τού όποιου ό Μάρκες τήν έχει χαρακτηρίσ ει ώς αντιπ ροσωπευτικό δείγμα τής λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας- ή Marta Lynch, πού άσχολεΐται μέ τά προβλήματα τής γυναίκας σέ σχέση μέ τήν πολιτική καί κοινωνική πραγμα τικότητα τής πατρίδας της- ό Daniel Moyano, μέ δασκάλους τόν Κάφκα καί τόν Παβέζε- ό κριτικός καί διηγηματογράφος Ricardo Piglia, τού όποιου τά έργα έχουν μιά αύστηρή δομή, στηριγμένη σέ μιά γραφή ρέουσα καί καθαρήό R odolfo Rabanal, ό οποίος θεωρείται ένας άπό τούς πιό σημαντικούς άνανεωτές τής ίσπανόφωνης λογοτεχνίας- ό Ernesto Schoo, πού τό μοναδικό μέχρι σήμερα μυθιστόρημά του έχει χαρακτηρισ τεί «σταυρόλεξο φαντα σίας»· ό Hector Tizon, συγγραφέας μέ μεγάλο ταλέντο, καθιερωμένος πιά- ό Roberto Arlt, ό Leopoldo Marechial (έχουν πεθάνει κι οί δύο), ή Sylvina Bullrich, ό Manuel Puig, ό Ricardo Guiraldes καί άρκετόί άλλοι. 'Ε δώ τελειώνει τό σύντομο αύτό πανόραμα τής πιό προχωρημένης λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, τής ’Αργεντινής. ’Ασφαλώς όμως θά χρειαστεί νά έπανέλθουμε, γιά νά μιλή σουμε πιό διεξοδικά γιά κάποιους άπό τούς συγγραφείς πού ήδη έχουμε άναφέρει. ΒΑΣΟΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ
Τό βιβλίο κι εμείς Τόν περασμένο ’Οκτώβριο, όπως έχουμε αναγγείλει, οργανώθηκε άπό τό «Διαβάζω» μιά μεγάλη έρευνα γιά τις σχέσεις μας μέ τόν έντυπο λόγο. Ήδη, 869 άντρες καί γυναίκες έχουν άπαντήσει σ’ ένα επιστημονικά καταρτισμένο ερωτηματολόγιο σχετικά μέ τό βιβλίο, τό διάβασμα καί, γενικά, τήν άξιοποίηση τοΰ ελεύθερου χρόνου. Τά άποτελέσματα τής έρευνας έπρόκειτο νά δημοσιευθοϋν σ’ αύτό τό τεύχος. Τεχνικές όμως δυσ κολίες στήν άνάλυση, ταξινόμηση καί άξιολόγηση των άπαντήσεων, μάς άναγκάξουν νά άναβάλουμε τή δη μοσίευση γιά τό επόμενο τεύχος. 33
ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τό καινούριο πρόσωπο τής ’Άννας Φράνκ
νέα έκδοση, διαφορετική άπό εκείνη πού μέ χρι τώρα ήταν γνωστή στόν κόσμο, τό περί φημο «Ημερολόγιο» τής ’Ά ννας Φράνκ. Ό Ό ττο Φράνκ, ό πατέρας τής μικρής ’Άννας, ό όποιος πέθανε πριν άπό μερικούς μήνες, άφησε στό ολλανδικό κράτος τά χειρόγραφα τής κόρης του: δύο τετράδια καί ένα άλμπουμ μέ φωτογραφίες «σχολιασμένες». Τώρα τό RIOD (’Ολλανδικό Κέντρο γιά τό Ισ το ρικό ’Αρ χείο τού Πολέμου) έτοιμάζεται νά τά δημο σιεύσει δλα μέ «φιλολογική άκρίβεια». Ή πρω τοβουλία, φυσικά, προκάλεσε περιέργεια, άλλά καί πολεμικές. "Ενα μέλος τού «D’ 66», ένός μικρού φιλελευθερο-προοδευτικού κόμματος, έκανε έρώτηση στή Βουλή καί ό ϋπουργός Παιδείας έπενέβη γιά νά διαλύσει τούς φόβους: τό RIOD, είπε, θά έρθει σέ έπαφή μέ τά πρόσωπα πού βρίσκονται άκόμη στή ζωή καί μνημονεύονται στό «Ημερολόγιο» καί θά σβηστοϋν τά όνόματα όσων τό έπιθυμήσουν. Ή σφαίρα τής ιδιωτικής ζωής θά διαφυλαχτεΐ, κατέληξε ό ϋπουργός, καί ή νέα δημοσίευση τού «Η μερο
34
λόγιου» θά είναι ένα μνημείο στήν ’Άννα Φράνκ καί στά πάνω άπό ένα έκατομμύριο έβραιό πουλα πού δολοφονήθηκαν κατά τή δι άρκεια τού Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τί τό διαφορετικό όμως έχει αύτό τό νέο «Η μερολόγιο»; Γιά νά καταλάβουμε, χρειάζε ται νά γυρίσουμε πίσω, στά χρόνια πού ό Ό ττο Φράνκ (τό βιβλίο βγήκε τό 1947) άποφάσισε νά δημοσιεύσει τά γραφτά τής ’Άννας. Ό ’Όττο, λοιπόν, κράτησε σά βάση τό δεύτερο τετρά διο, άλλά παρενέβαλε έδώ κι έκεϊ κάποια άποσπάσματα άπ’ τό πρώτο- άκόμη, άφαίρεσε κομμάτια πού τού φαίνονταν πάρα πολύ «’ιδιω τικά»: δηλαδή υπαινιγμούς γιά πρόσωπα πού ήταν άκόμη στή ζωή ή πού είχαν πεθάνει στά στρατόπεδα συγκέντρωσης, άναφορές - ό χ ι πάντα θετικές- στούς συντρόφους τής ’Άννας, σημεία πού άναφέρονταν στις δύσκολες σχέ σεις μέ τή μητέρα της κ.ο.κ. Κάποιες σελίδες παραλείφτηκαν έπίσης άπ’ τόν έκδοτικό οικο, τήν Casa Compact, πού άφαίρεσε άπ’ τό βιβλίο τις σημειώσεις τής ’Ά ν νας πάνω στίς πρώτες σεξουαλικές της άνησυχίες. Κι έτσι, κάπως ταλαιπωρημένο, ειν’ άλήθεια, κυκλοφόρησε τό έργο (13 έκατομμύρια άντίτυπα σέ 50 γλώσσες) πού μερικοί θά βρούν «πάρα πολύ ώραΐο, πάρα πολύ λογοτε χνικό». Πρίν άπό λίγο καιρό συνάντησα καί μίλησα μέ τόν καθηγητή Paape καί τούς δυό του συν εργάτες, D. Barnouw καί Van Der Stroom, πού έπιμελοϋνται τή νέα έκδοση. Προβλέπεται ότι θά βγει στό τέλος τού 1982 καί θά προσφέρει στόν άναγνώστη τό κείμ ενο σέ τρεις στήλες, μέρα τή μέρα: τό πρώτο τετράδιο, τό δεύτερο τετράδιο, ή παλιά δημοσιευμένη έκδοση. Ή σύγκριση θά γίνεται άμεσα. Μιά τέταρτη στήλη θά φιλοξενεί λεπτομερειακές σημειώσεις κρι τικής, θά έξηγεϊ γιά τίς άφαιρέσεις πού έγιναν άπό τόν ’Ό ττο καί τίς παραλείψεις τών κομματιών άπό τό πρώτο τετράδιο. "Οπως είναι γνωστό, ή ’Ά ννα ξανάγραψε τό «Ημερολόγιο» πιό έπιμελημένα καί πιό «ώριμα», σκεφτόμενη πώς τό δράμα της μιά μέρα θά έχει κάποιο νόημα. Τό «Radio Oranije» ειχέ καλέσει τότε τούς πολίτες νά διατη ρήσουν στοιχεία καί γραφτά πού θά χρησί
ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ μευαν στό μέλλον γιά νά έρ θει στό φώς εκείνη ή τραγική περίοδος τής ολλανδικής ιστορίας. «Κανείς δέν ξέρει άκριβώς - λ έ ε ι ό D. Barn o u w - πότε άρχισε αύτό τό καινούριο γρά ψιμο. Τ ελικά όμως είναι τό β ιβλίο της αύτό τό πιό σημαντικό άπό τά τόσα ήμ ερολόγια έκείνων των χρόνων. Στό ’ Ινστιτούτο μας διατη ρούμε πάνω άπό 400». «Βέβαια καί ξέρω τις πο λεμικές πού δέχεται ή πρόθεσή μας νά τό δημοσιεύσουμε. Έ ν α ς άπό τούς λόγους είνα ι δτι δέ θά ’ταν σωστό νά γίνουν δημόσια γνωστές οί δύσκολες σχέσεις άνάμεσα στήν ’Ά ν ν α καί τή μητέρα της. "Ομως ώς ένα βαθμό αύτό είχε διαφ ανεί άπό τίς ήδη δημοσιευμένες σελίδες. Καί επιτέλους δέν ύπάρχει τίποτε τό άσυνήθιστο σ ’ δλα αύτά: πο ιο ι έφ ηβοι δέν έχουν τέτοια προβλήματα;» Μ ήπως ύπάρχει κάτι πλαστό -ρ ώ τ η σ α τόν D. B a rn o u w - στήν παλιά έκδοση, προσθήκες ή διορθώ σεις τού πατέρα; «’Απολύτως τίποτε. 'Ο ’Ό ττο περιορίστηκε στό νά άφ αιρέσει καί νά παρεμ β άλει άποσπάσματα τού πρώτου τετραδίο υ, άλλά ό ίδ ιο ς δέν πρόσθεσε ούτε ένα κόμμα.» Π οιό είναι τό ποσοστό τών άνέκδοτων κομματιών; «Περίπου τό 40% είνα ι κομμάτια τού δευτέ ρου τετραδίο υ πού άφ αιρέθηκαν άπό τόν ’Ό ττο καί κυρίω ς κομμάτια άπό τό πρώτο πού δέν καταχώρησε. Αύτά πολλές φορές στό ξαναγράψιμ ο δίνονται συντομευμένα: π.χ. πρά γματα πού ή "Αννα τά διηγόταν σέ τρεις σελί δες, έπειτα τά διηγείται σέ δύο.» Σέ σχέση μ έ τά ήδη δη μοσ ιευμένα μέρη προστίθενται πολλά καινούρια ένδιαφ έροντα; «Θά έλεγα δχι. Ούσιαστικά ή εικόνα τής "Αννας καί τής πραγματικότητας έκείνω ν τών χ ρόνων δέν θά άλλάξει μέ τήν ολοκληρωμένη έκδοση, άλλά θά δο θεί μέ μεγαλύτερη άκρίβεια.» Μ ερικοί ύποστηρίζουν πώς ή δημοσίευση τών χ ειρογράφ ω ν άποτελεΐ άσέβεια στήν έπιθυμία τού πατέρα τής "Αννας. «’Ακόμη κι άν είναι έτσι, πα ραμ ένει θεμε λιώδες γιά μάς ή παρουσίαση τής άλήθειας. ’ Εξάλλου, όπως ξέρετε, έχουμε άποφ ασ ίσ ει νά άφ αιρέσουμε άπό τό κείμενο τά ονόματα όλων τών προσώ πων πού θά τό ζητήσουν. Σέ κάθε περίπτωση, ή ιστορική άλήθεια γιά μάς είναι πιό σημαντική άπό τά προσω πικά αισθήματα. Πολλά πράγματα θά μπορούσαν νά φανούν περιττά. Ά λ λ ά ή άποψή μας είναι ότι οί νέες σελίδες, άν καί δέν άλλάζουν τήν εικό να τής "Αννας, τήν πλουτίζουν μέ αύθεντικά στοιχεία τής καθημερινότητας, καί κάνουν πιό δύσκολη τήν έξιδανίκευσή της. Πάνω ά π ’ όλα, ό άναγνώστης θά μπ ορ εί νά διαμορφ ώ σει μιά περ ισ
σότερο συγκεκριμένη άποψη γιά τήν ψυχολο γία τής Ά ν ν α ς , γιά τήν τόσο γρήγορη ώρίμανσή της άπό τή φυλάκισ η.» Ποιο ς θά 'ναι ό έκδοτης; «Δέν τόν ξέρουμε άκόμη. Θά τόν ξέρουμε σ’ έξι μήνες. ’ Εμείς θά προτιμούσαμε νά ’να ι τό τυπογραφ είο τού κράτους, ά λλ’ αύτό ξεφ εύγει άπ’ τήν άρμοδιότητά μας- ή δουλειά μας είναι μόνο νά άνασυνθέσουμε επιστημονικά τό κεί μενο. Στήν εισαγωγή θά άνατρέξουμε στά στάδια γέννησης τού Η με ρ ολ ό γιο υ, άνάμεσα στά 1945 καί 1947, τής δημοσίευσής του μέ τήν παλιά έκδοση, στις πολεμικές πού άσκήθηκαν άπό τήν έκδοση τού βιβλίου.» ”Εχετε σκεφτεΊ σχετικά μ έ τίς μεταφράσεις; «Ναί, ή σκέψη μας είναι νά ελεγχθεί άμεσα ή πιστότητα μιάς πρώτης μετάφρασης στά γερ μανικά ή τά άγγλικά, πού θά χρη σ ιμέψ ει σάν βάση γιά όλες τίς άλλες. "Ετσι είχε γ ίν ε ι καί μέ τήν πρώτη έκδοση: ή άγγλική μετάφραση είχε τότε χρη σ ιμέψ ει σάν “ πρ ό τυπ ο” .» Μ ετά τή συνάντηση μέ τήν ομάδα τού καθη γητή Paape πέρασα άπό τό σπίτι τής ’Ά ννας Φράνκ. Γινόταν έκθεση τών ύλικών καί τών σ τοιχείω ν πού άναφ έρονταν στά χρόνια τού πολέμου. Καί πάνω ά π ’ όλα, μπορούσες νά δεις τό ίδ ιο τό σπίτι, μέ τή μεγάλη βιβ λιοθήκη πού χρησ ίμευε γιά νά κρ ύβει τήν είσοδο, ένώ στό ύπόλοιπο σπίτι - τ ό στενόμακρο τυπικό σπίτι στήν π ερ ιφ έρ εια τών καναλιώ ν, τών «grachten», τού ’Ά μ σ τ ε ρ ν τ α μ - συνεχιζόταν ή «κανονική» ζωή. τής φίρμας τού "Οττο Φράνκ. Κάθε χρό νο 320 χ ιλιάδες άνθρωποι τό έπισκέπτονται. Ό κόσμος δέν θ έλει νά ξεχάσει. Καί τό «καινούριο» 'Η μερολόγιο τής ’Ά ν ν α ς Φράνκ θά τόν βοηθήσει. CLAUDIA DAL MAISTRO
35
Διονύσης Ά χ. Λιάρος
Ό πνευματικός ιμπεριαλισμός Θά μπορούσε κανείς νά μαζέψει κάτω απ’ αυτόν τόν όρο πολλά ένδιαφέροντα φαινόμενα, ελληνικά καί άλλων χωρών καί πολλών επιπέδων. Έ δώ θά άρκεστοΰμε μόνο σέ δύο: τή συστηματική άλωση τής γλώσσας σας καί τήν πνευματική ύποτέλειά μας στό «εξωτερικό». Δ έν διαφωνούμε γιά τή χρήση ξένων λέξεων πού έχουν πολιτογραφηθεϊ διεθνώς από τούς επιστήμονες στίς δικές τους δημοσιεύσεις καί ανακοινώσεις. Διαφωνούμε μέ τή χρήση ξένων όρων σέ έντυπα πλατιάς κυ κλοφορίας καί στήν καθημερινή μας γλώσσα, όταν υπάρχουν θαυμάσιοι αντίστοι χοι ελληνικοί όροι. Δ έ ν μ ά ς έ ν ο χ λ ε ϊ ή λ έξ η πίτσα κ ι ο ύ τ ε ζ η τ ά μ ε , σ τό ό ν ο μ α κ ά π ο ιο υ έ θ ν ικ ό π λ η κ τ ο υ ν ε ό κ ο π ο υ ζ ή λ ο υ , τ ή ν « ά π ο κ ά θ α ρ σ ιν τ ή ς γλώ σσ ης τω ν ήμετέρω ν προ γό νω ν» . Μ ά ς εν ο χ λ εί μ ό ν ο ή έ ν ν ο ιο λ ο γ ικ ή κ α τ α π ό ν η σ η το ύ μ έσ ου Έ λ λ η ν α ά π ό ό ρ ο υ ς ό π ω ς προτσές, πλουραλισμός, σωβινισμός κ .ά ., ό ρ ο υ ς π ο ύ κ ά θ ε μέρα σ υ να ντά ει μ π ρ ο σ τά το υ κ α ί π ο ύ α σ κ ο ύ ν π ά ν ω τ ο υ μ ία έμ μ εσ η —κ α ί γ ι ’ α ύ τ ό τ ρ ο μ ε ρ ά ύ π ο υ λ η — ιδεολογική τρομοκρατία. Κ α θ ώ ς γ κ ρ ε μ ίζ ο ν τ α ι τ ο ύ ς δ ύ ο τε λ ε υ τ α ί ο υ ς α ιώ ν ε ς ο ί δ ε ισ ιδ α ιμ ο ν ίε ς γ ύ ρ ω ά π ό τή ν τ α ξ ικ ή δ ια σ τ ρ ω μ ά τ ω σ η μ έ β ά σ η τή ν κ α τ α γ ω γ ή , κ α ί κ α θ ώ ς α μ φ ισ β η τ ε ίτ α ι ή τ α ξ ικ ή δ ια σ τ ρ ω μ ά τ ω σ η μέ β ά σ η τ ό ε ισ ό δ η μ α , α ν α τ έ λ λ ε ι - ή , μ ά λ λ ο ν, ή δ η μ ε σ ο υ ρ α ν ε ί- τ ό σ ύ σ τη μ α τ ή ς δ ι α σ τ ρ ω μ ά τ ω σ η ς μέ β ά σ η τή «μόρφωση». Ή μόρφωση εκφ ρ ά ζετα ι κα ί σ τό λ ε ξ ιλ ό γ ιο . Γ ιά ο ρ ισ μ έ ν ο υ ς π ρ έ π ε ι ν ά έ κ φ ρ ά ζ ε τ α ι μ ό ν ο ν ε κ ε ί. 'Ο « μ υ η μ έ ν σ ς» σ τή ν π ο λ ιτ ικ ή μ ιλ ά ε ι σ τ ο ύ ς « α μ ύ η τ ο υ ς» μ ία γ λ ώ σ σ α π ο ύ π ρ έ π ε ι ν ά τ ο ύ ς έ μ π ν έ ε ι σεβα σμό: δ η λ α δ ή ν ά ’ν α ι α κ α τ ά λ η π τ η . Γ ι’ α ύ τ ό ίσ ω ς β ρ ίσ κ ο υ ν ο ί κ α θ ο δ η γ η τ έ ς τ ω ν κ ο μ μ ο υ ν ισ τ ικ ώ ν κ ο μ μ ά τ ω ν ά π ε ιρ η ε κ φ ρ α σ τ ικ ό τ η τ α σ τ ίς λ έ ξ ε ις κοοπτάτσια, λικβινταρισμός, όππορτουνισμός, σεκταρισμός κ λ π . Κ α ί γ ι ’ α ύ τ ό ίσ ω ς ο ί έξ· Ε σ π ε ρ ί α ς σ ο φ ο ί μ α ς θ ε ω ρ ο ύ ν ά π ό λ υ τ α α ν α π ό φ ε υ κ τ ο ν ά λ έ ν ε μανταλιτέ αντί γ ι ά νοοτροπία καί consensus ά ν τ ί
36
γ ι ά κοινωνική συναίνεση. Ή τ ά σ η τ ώ ν ά ν θ ρ ώ π ω ν ν ά π ισ τ ε ύ ο υ ν ό τ ι, έ τ σ ι κ α ί ο ν ο μ α τ ίσ ο υ ν ε τ ό ά γ ν ω σ τ ο , θ ά τ ό έ λ έ γ ξ ο υ ν ε κ ιό λ α ς , ε ίν α ι π ο λ ύ β α θ ιά ρ ιζ ω μ ένη μ έσ α τ ο υ ς . Έ τ σ ι , ξ ε μ π ε ρ δ ε ύ ο υ ν ε μέ π ο λ ύ π λ ο κ ε ς π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ ε ς μέ μ ε ρ ικ έ ς λέ
ξεις. Τ ά δ ι ά φ ο ρ α προτσές, π ο ύ μ ο ιά ζ ο υ ν ν ά μ π ο ρ ο ύ ν ν ά ε κ φ ρ ά ζ ο υ ν τ ό α ν έ κ φ ρ α σ τ ο γ ιά ο ρ ισ μ έ ν ο υ ς , α π ο τ ε λ ώ ν τ α ς έ ν α ψ υ χ ο λ ο γ ικ ό «σουσάμι ά ν ο ιξ ε » ά π ευ θυ νόμ ενο σ τό ν β ρά χο τή ς ακ α τα νόη τη ς ά π ’ α ύ το ύς π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ α ς , δ έ ν γ ίν ο ν τ α ι π ο λ ύ π ι ό α ν θ ρ ώ π ιν α γιά · μ ά ς τ ο ύ ς Έ λ λ η ν ε ς ά ν ο ν ο μ α σ το ύ ν διαδικασίες ή διεργασίες; Γ ιά ν ά μήν π ο ύ μ ε τ ίπ ο τ α γ ι ά τή φ ρ ικ α λ έ α γ λ ώ σ σ α π ο ύ π ρ ο τ ιμ ά ε ι τ ό ν όππορτουνισμό σ τή θ έσ η το ύ θ α υ μ ά σ ιο υ ε λ λ η ν ικ ο ύ καιροσκοπισμός. Τ ό ν φραξιονισμό σ τή θέσ η τ ή ς ομαδοποίησης. Τ ό ν πλουραλισμό σ τή θ έσ η τ ή ς πολυφω νίας ή άνεξίγνω μης πολλαπλότητας τών άπόψεων ή , έ σ τω , κ ά ν ο ν τ α ς μ ε τ ά φ ρ α σ η κ α τ ά λ έξ η , πληθυντισμό απόψεων. Σ ί γ ο υ ρ α θ ά ύ π ά ρ χ ο υ ν δ ι α φ ω ν ίε ς ά π ό κ ά π ο ι ο υ ς ά ν α γ ν ώ σ τ ε ς . Τ ίς κ α τ α λ α β α ίν ο υ μ ε . Α ύ τ ό π ο ύ θ έ λ ο υ μ ε ό μ ω ς ε μ ε ίς ν ά π ο ύ μ ε ε ί ν α ι ό τ ι ό ε λ λ η ν ικ ό ς λ α ό ς χ ά ν ε ι τή ν έ μ π ισ τ ο σ ύ ν η τ ο υ σ τό ν ε α υ τ ό τ ο υ , σ τή λ ο γ ικ ή τ ο υ , μ ’ α ύ τ ό τ ό λ ε ξ ιλ ό γ ιο . Κ α ί δ έ ν μ ιλ ά μ ε γ ι ά τό μ έ λ ο ς έ ν ό ς κ ο μ μ ο υ ν ισ τ ικ ο ύ κ ό μ μ α τ ο ς π ο ύ ,
σ τό κ ά τω κ ά τ ω μ ό ν ο τ ο υ δ ιά λ ε ξ ε ν ά π ο ν ο κ ε φ α λ ιά ζ ε ι π ρ ο σ π α θ ώ ν τ α ς ν ά κ α τ α λ ά β ε ι τ ί σ η μ α ίν ο υ ν ο ί φ ρ ά σ ε ις π ο ύ ά κ ο ύ ε ι κ ά θ ε μ έ ρ α (σ ε κ τ α ρ ισ μ ό ς , ά κ τ ίφ , π ρ ο β ο κ ά τ σ ια , α γ κ ιτ ά τ σ ια , π ρ ο τ σ έ ς κ λ π .). Μ ιλ ά μ ε γ ι ά τ ό ν μέσ ο έλ λ η ν α π ο λ ίτ η π ο ύ εχει δικαίωμα ν ά μήν « π α ρ α μ υ θ ιά ζ ε τ α ι» μ έσ α ά π ό μ ιά μ υ σ τικ ο π ο ιη τ ικ ή (φ ε ν α κ ισ τ ικ ή ) γ λ ώ σ σ α . ’Α κ ό μ α κ α ί ή γ ρ ιο ύ λ α π ο ύ δ έ ν έ χ ε ι π ά ε ι σ χ ο λ ε ίο έ χ ε ι π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ε ς π ιθ α ν ό τ η τ ε ς ν ά κ α τ α λ ά β ε ι τη στρατοκρατία ά π ό τ ό ν μιλιταρισμό. " Ο π ω ς κ α ί τ ό ν κοινώνισμό ά π ό τ ό ν σοσιαλισμό. Ε ίν α ι, β έ β α ια , π ι ά α ρ γ ά γ ι ά κ ά τ ι τέ τ ο ιο . Ή μ υ σ τ ικ ο π ο ίη σ η τ ώ ν λ έξ εω ν έ χ ε ι π ι ά έ δ ρ α ιω θ ε ΐ. Τ ό π ρ ώ τ ο β ή μ α , κ α ί ίσ ω ς τ ό κ υ ρ ιό τ ε ρ ο , π ρ ό ς τή μ υ σ τ ικ ο π ο ίη σ η τ ώ ν κ ο ι ν ω ν ικ ώ ν σ χέ σ ε ω ν έ χ ε ι γ ίν ε ι. Κ α ί ξ έ ρ ο υ μ ε δ λ ο ι π ο λ ύ κ α λ ά τ ό π ό σ ο α ν α γ κ α ία ε ίν α ι ή από κρυψη τ ώ ν π ρ α γ μ α τ ικ ώ ν κ ο ιν ω ν ικ ώ ν σ χ έ σ εω ν π ίσ ω ά π ό έ ν α π ρ ο π έ τ α σ μ α κ α π ν ο ύ ά π ό λ έξ εις, γ ι ά τ ο ύ ς ά ρ χ ο ν τ ε ς ό λ ω ν τ ώ ν κ ο ιν ω ν ιώ ν . Ή ισ ό τ η τ α μ π ρ ο σ τ ά σ τό ν ό μ ο ε ξ ω ρ α ΐζ ε ι - κ α ί έ ξ ο ρ κ ίζ ε ι ά ν ίσ χ υ ρ α — τή ν ά ν ισ ό τ η τ α μ π ρ ο σ τ ά στή ζω ή . Τ ό π έ π λ ο τ ή ς Μ ά γ υ α τ ώ ν ιδ ε ο λ ο γ ιώ ν κ α ί τ ώ ν σ μ η ν ώ ν ά π ό ιδ ε ο λ ο γ ή μ α τ α ε ξ α σ φ α λ ίζ ε ι τ ή ν ά ν υ π σ ψ ία στη λ ε ιτ ο υ ρ γ ία τ ή ς π λ α ν η μ έ ν η ς σ υ ν ε ίδ η σ η ς. Τ ό θ έ μ α τ ή ς « π λ α ν η μ έ ν η ς σ υ ν ε ίδ η σ η ς» (τώ ν Φ ιλ ισ τ α ίω ν ά λ λ ά κ α ί τό σ ω ν ά λ λ ω ν ) ε ί ν α ι π ο λ ύ μ ε γ ά λ ο γ ιά ν ά έ π ιμ ε ίν ο υ μ ε . Θ ά π ε ρ ιο ρ ισ τ ο ύ μ ε λ ο ιπ ό ν σ τ ίς σ χ έ σ ε ις π ν ε υ μ α τ ικ ή ς ύ π ο τ έ λ ε ια ς τ ή ς Ε λ λ ά δ α ς σ τό ε ξ ω τ ε ρ ικ ό π ο ύ σ υ ν α ν τ ά μ ε σ ή μ ερ α . Μ ιά τ έ τ ο ια ε κ δ ή λ ω σ ή τ η ς ε ίν α ι π .χ . τ ά π ε ρ ίφ η μ α άντιδάνεια: δ η λ α δ ή ε κ ε ίν ο ι ο ί ε λ λ η ν ικ ο ί ή έλ λ η νο γ ε ν ε ϊς δ ρ ο ι π ο ύ δ α ν ε ίσ τ η κ α ν ο ί ξ έ ν ο ι ά π ό μ ά ς κ α ί ε μ ε ίς τ ώ ρ α δ α ν ε ιζ ό μ α σ τ ε ά π ’ α υ τ ο ύ ς . Π .χ . ή πλευρίτιδα. Ή π λ ε υ ρ ί τ ιδ α ε ίν α ι ή φ λ εγ μ ο ν ή το ύ ύ π ε ζ ω κ ό τ ο ς , δ η λ α δ ή το ύ « π ε ρ ιτ υ λ ίγ μ α τ ο ς » τώ ν πνευμ όνω ν, άς π ο ύ μ ε . Ε π ο μ έ ν ω ς , κ α θ ώ ς ή κ α τ ά λ η ξ η - Ιτ ις σ η μ α ίν ε ι τή φ λ εγ μ ο ν ή , θ ά ’π ρ ε π ε ν ά λέμ ε ύπεζωκοτϊτις. Έ γ ι ν ε δ μ ω ς ά ν τ ιδ ά ν ε ιο έδώ . Ο ί ξ έ ν ο ι π ή ρ α ν τή ν ε λ λ η ν ικ ή λ έξ η πλευρά κ α ί τή χ ρ η σ ιμ ο π ο ίη σ α ν (κ α κ ώ ς ) γ ι ά τ ό ν ύ π ε ζ ω κ ό τ α . ’Α π ’ δ π ο υ κ α ί ό δ ρ ο ς τ ο υ ς p le u ris y , π ο ύ έ γ ιν ε σ έ μ ά ς π λ ε υ ρ ιτ ις (!). Κ α ί, κ α λ ά τό τ ε . Π α ρ ά τ ό ν έ ξ ο χ ο ελ λ η ν ικ ό δ ια φ ω τ ισ μ ό σ τ ίς π ο λ λ έ ς δ ε κ α ε τ ίε ς π ρ ί ν ά π ό τή ν ε π α ν ά σ τ α σ η τ ο ύ 1 8 2 1 , δ ι κ α ιο λ ο γ ο ύ ν τ α ι π ο λ λ ά τ έ τ ο ια . Σήμερα, δ μ ω ς , τ ό ν ά μ ε τ α φ ρ ά ζ ε τ α ι ή e m p a th y 1 σ έ... « έ μ π ά θ ε ια » (!) ή τ ό e th ic s 2 σ έ... « ή θ ικ ή » (!) ε ίν α ι ά π λ ή ά σ χ ε το σ ύ ν η . " Ο π ω ς ε ίν α ι κ α ί ή σ υ ν ε χ ή ς ά π ό δ ο σ η το ύ ε π ιθ έ τ ο υ p h y s ic a l (σ έ έ κ φ ρ ά σ ε ις δ π ω ς p h y s ic a l p a in s ) σ ά ν... « φ υ σ ικ ό » (!) ( « φ υ σ ικ ο ί
π ό ν ο ι» , λ ο ιπ ό ν ! ) , ενώ π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ι ά τ ό « σ ω μ α τικ ό ς » . 'Ο γ ια τ ρ ό ς σ ή μ ε ρ α λ έ γ ε τ α ι p h y s ic ia n σ τά ά γ γ λ ικ ά , δ ι ό τ ι ε ίν α ι ό δ ι ά δ ο χ ο ς τ ο ύ p h ilo s o p h e p h y s ic ie n τ ο ύ Μ ε σ α ίω ν α , δ π ω ς ο ν ο μ α ζ ό ν τ ο υ σ α ν τ ό τ ε ο ί γ ι α τ ρ ο ί - σ ’ ά ν τίθ ε σ η μ έ τ ο ύ ς « ή θ ικ ο ύ ς φ ιλ ο σ ό φ ο υ ς » , δ η λ . τ ο ύ ς φ ιλ ο σ ό φ ο υ ς μ έ τή ν τ ρ έ χ ο υ σ α έ ν ν ο ια . Ή δ ο υ λ ικ ό τ η τ α ε ίν α ι ο λ ο φ ά ν ε ρ η . Ό σ ε β α σ μ ό ς τ ώ ν « ξ έ ν ω ν α υ θ ε ν τ ιώ ν » ά γ γ ίζ ε ι σ χ ε δ ό ν τ ά δ ρ ι α τ ή ς δ ε ισ ιδ α ιμ ο ν ία ς . Ή ίδ ι α ύ π ο τ έ λ ε ια ε ίν α ι δ λ ο φ ά ν ε ρ η κ α ί σ τό γ ε γ ο ν ό ς δ τ ι έ ν α β ιβ λ ίο , μέ τ ό ίδ ιο ά κ ρ ιβ ώ ς π ε ρ ιε χ ό μ ενο , θ ά π ο υ λ η θ ε ί π έ ν τ ε φ ο ρ έ ς π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο ά ν έ χ ε ι γ ιά σ υ γ γ ρ α φ έ α κ ά π ο ιο ξ έ ν ο ό ν ο μ α ά π ό δ ,τ ι ά ν έ χ ε ι ελ λ η ν ικ ό . Γ ι’ α υ τ ό μ ε τ α φ ρ ά ζ ο ν τ α ι σ ή μ ε ρ α σ τη ν Ε λ λ ά δ α τ ό σ ο π ο λ λ ές ά σ η μ α ν τ ό τ η τ ε ς (ή « μ π α γ κ α τ έ λ ε ς» - γ ι ά δ σ ο υ ς π ρ ο τ ιμ ο ύ ν ξ έ ν ο υ ς δ ρ ο υ ς !) π ο ύ ο ύ τε σ υ γ κ ρ ίν ο ν τ α ι μ έ δ σ α θ ά μ π ο ρ ο ύ σ ε ν ά β γ ά λ ε ι κ ά π ο ιο ς σ υ μ π α τ ρ ιώ τ η ς μ α ς ά ν ζ ο ύ σ ε σ ’ ένα λ ιγ ό τ ε ρ ο ά ρ χ ο ν τ ο χ ω ρ ιά τ ικ α ε χ θ ρ ικ ό κ α ί ζ η λ ό φ θ ο ν ο π ν ε υ μ α τ ικ ό π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν . Ε ίν α ι π α σ ίγ ν ω σ τ η ή ζ η λ ό φ θ ο ν η κ α ί χ α ι ρ έκ α κ η ύ π ο τ ίμ η σ η τ ο ύ έ ρ γο υ ζ ω ή ς π ο λ λ ώ ν ά ξ ιω ν ά ν θ ρ ώ π ω ν σ τή ν π α τ ρ ίδ α μ α ς. Ή κ α τ ά σ τ α σ η α ύ τή π ρ έ π ε ι ν ά σ τα μ α τή σ ε ι. Π ρ έ π ε ι ν ά σ τα μ α τή σ ει ά μ έσ ω ς ή τελ ετο υρ γ ί α π α ρ α δ ο χ ή ς κ ά π ο ιο υ μ ό ν ο ν δ τ α ν —κ α ί έά ν — π ε ρ ά σ ε ι τ ή ν ιε ρ ο τ ε λ ε σ τ ία τ ή ς μ ύ η σ η ς
37
σ τά ά δ υ τ α τ ω ν ά δ υ τ ω ν τ ή ς ε π ισ τ ή μ η ς κ α ί τ ή ς τέ χ ν η ς τ ω ν ξ έ ν ω ν κ α ί « π ρ ο η γ μ έ ν ω ν » χ ω ρ ώ ν . Δ έ ν ε ίν α ι α ν ε κ τ ό π ι ά τ ά β ιβ λ ία το ϋ Λ ε κ α τ σ ά ν ά ’ν α ι γ ν ω σ τ ό τ ε ρ α σ τό ε ξ ω τε ρ ικ ό π α ρ ά σ τή ν Ε λ λ ά δ α . " Ο π ω ς κ α ί τ ό σ ω ν ά λ λ ω ν. Ο ύ τ ε μ π ο ρ ε ί π ι ά ν ά σ υ ν ε χ ισ τ ε ί α υ τή ή ά ν α ίσ χ υ ν τ α μ ο ν ό δ ρ ο μ η κ α ί έ ρ γ ο λ α β ικ ή είσαγωγομανία κ ά θ ε ν έο υ ξ έ ν ο υ π ν ε υ μ ά τ ικ ο ϋ π ρ ο ϊό ν τ ο ς , π α ρ α π ρ ο ϊό ν τ ο ς κ α ί υ π ο π ρ ο ϊ ό ν το ς . Κ α ί, α σ φ α λ ώ ς , π ρ έ π ε ι ν ά π ά ψ ο υ μ ε ν ά « φ α ντα ζό μ εθ α τό ν εα υ τό μ α ς κ α ί τό ν τό π ο μ α ς ά π ό τ ά γ ρ ά μ μ α τ α π ο ύ μ ά ς σ τέλ ν ο υ ν ο ί Ε υ ρ ω π α ίο ι, ο ί ό π ο ι ο ι μ ά ς ά γ ν ο ο ΰ ν εντε
λώς».3 "Α ν σ τ ίς α ρ χ έ ς το ϋ α ιώ ν α μ α ς ο ί ’Α θ η ν α ίο ι « λ ά τ ρ ε ις τ ή ς ο μ ο ρ φ ιά ς » ξ έ ζ ε ψ α ν τ ά άλογα άπ ό τό ά μ ά ξι τής Σ ά ρα ς Μ περνάρ γ ι ά ν ά τ ό ζ ε υ τ ο ύ ν ο ί ίδ ιο ι, γ ιά ν ά δ ε ίξ ο υ ν δ τ ι δ έ ν ή τ α ν β α λ κ ά ν ιο ι ά λ λ ά λ ε π τ α ίσ θ η τ ο ι ε ρ α σ τ έ ς τ ή ς τ έ χ ν η ς , τ ό ί δ ιο δ έ γ ίν ε τ α ι κ α ί σήμερα ά π ’ όσ ο υς κ ά νο υ ν θέμ α ζω ή ς τ ό ά ν ό Γ κοντάρ ή ό Λ α κ ά ν ήθελε ν ά π ει α ύ τό ή έ κ ε ΐν ο , ύ π ο τ ιμ ώ ν τ α ς β ά ν α υ σ α τ ά χ ιλ ιά δ ε ς ε κ π λ η κ τ ικ ά έ ξ υ π ν α κ α ί φ ιλ ό τ ιμ α μ υ α λ ά π ο ύ υ π ά ρ χ ο υ ν σ ή μ ε ρ α σ τή ν Ε λ λ ά δ α ; Π ώ ς ε ίν α ι δ υ ν α τ ό ν ά σ υ ν ε χ ίσ ο υ μ ε ν ά ά κ ο ϋ μ ε τ ο ύ ς π ο λ ιτ ικ ο ύ ς σ χ ο λ ια σ τ έ ς ν ά μ ά ς α ν α λ ύ ο υ ν τή ν εσ ω τε ρ ικ ή μ α ς π ο λ ιτ ικ ή ζω ή ά ν α φ ε ρ ό μ ε ν ο ι σ έ ά ρ θ ρ α τ ή ς Ο ύ ά σ ιν γ κ τ ο ν Π ό σ τ, το ϋ Σ π ή γ κ ε λ , το ύ Ε ξ π ρ έ ς κ α ί τ ή ς Π ρ ά β ν τ α ; ”Α ν δ έ ν π ά ψ ο υ μ ε ν ά β λ έ π ο υ μ ε τ ο ύ ς ε α υ τ ο ύ ς μ α ς μ έσ α ά π ό τ ά μ ά τ ια τ ώ ν ξ έ ν ω ν , δ έν θ ά κ ά ν ο υ μ ε τ ίπ ο τ α . "Α ν δ έ ν π ά ψ ο υ μ ε ν ά κ λ α ιγ ό μ α σ τ ε γ ι ά ό λ α τ ά κ α κ ά μ α ς κ α ί ν ά π α ρ α γ ν ω ρ ίζ ο υ μ ε ό λ α τ ά κ α λ ά μ α ς , ε π ίσ η ς δ έ ν θ ά φ τ ά σ ο υ μ ε π ο υ θ ε ν ά . Π .χ . έ νώ έχ ο υ μ ε π ά μ π ο λ λ ο υ ς μ ε τ α φ ρ α σ τ έ ς κ α ί ε π ισ τ ή μ ο ν ε ς ν ά π α ρ α π ο ν ο ϋ ν τ α ι π ο ύ δ έ ν ύ π ά ρ χ ε ι σ τ ά ελ λ η ν ικ ά ή ά κ ρ ιβ ή ς α ν τ ίσ τ ο ιχ η λ έξ η π ρ ό ς τή ν τ ά δ ε ή δ ε ίν α ξ ένη λ έξ η , δ έ ν έ χ ο υ μ ε α κ ο ύ σ ε ι π ο τ έ κ α ν έ ν α ν ά π α ρ α τ η ρ ε ί ό τ ι, λ ό γ ο υ χ ά ρ η , γ ι ά τ ό ά γ γ λ ικ ό lo v e , τ ό γ ε ρ μ α ν ικ ό lie b e κ α ί τ ό γ α λ λ ικ ό a m o u r , ε μ ε ίς έ χ ο υ μ ε δύο ό ρ ο υ ς : τ ό ν έ ρ ω τα κ α ί τή ν α γ ά π η , π ρ ά γ μ α π ο ύ α π ο τ ε λ ε ί, κ α τ ά τή γ νώ μ η μ α ς , σ α φ ή έ ν ν ο ιο λ ο γ ικ ή ύ π ε ρ ο χ ή τ ή ς έ λ λ η ν ικ ή ς . ’Ε π ίσ η ς , π ο τ έ δ έ ν α κ ο ύ σ α μ ε κ α ν έ ν α ν ά π α ρ α τ η ρ ε ί μ έ ικ α ν ο π ο ίη σ η , ό τ ι ή ε λ λ η ν ικ ή γ λ ώ σ σ α , κ α ί κ α τ ’ ε π έ κ τ α σ η ή ε λ λ η ν ικ ή ν ο ο τ ρ ο π ία , ε ίν α ι π ο λ ύ λ ιγ ό τ ε ρ ο ά ν δ ρ ο κ ε ν τ ρ ικ ή (« σ ε ξ ισ τ ικ ή » ) ά π ό τ ί ς ε υ ρ ω π α ϊκ έ ς γλ ώ σ σ ες . Δ ιό τ ι ή λ έξ η π ο ύ έχο υνε γ ιά τό ν ά ν δ ρ α (m an , m an n , hom m e, u o m o ) ύ π ο δ η λ ώ ν ε ι κ α ί τ ό ν ά ν θ ρ ω π ο γ ε ν ικ ά . Ό λ ’ α ύ τ ά ε ίν α ι σ κ ό ρ π ιε ς σ κ έ ψ ε ις π ο ύ δ έν φ ιλ ο δ ο ξ ο ύ ν ν ά ε ξ α ν τλ ή σ ο υ ν τό θέμ α .
38
'Α π λ ώ ς έ χ ο υ ν σ ά ν σ τό χ ο , τ ώ ρ α π ο ύ φ α ίν ε τ α ι ό τ ι ή ε λ λ η ν ικ ή κ ο ιν ω ν ία μ π α ίν ε ι σέ μ ιά π ε ρ ίο δ ο ν έ α ς έ θ ν ικ ή ς π ο λ ιτ ικ ή ς , ν ά ξ α ν α κ ά ν ο υ ν ε π ίκ α ιρ ο έ ν α θ έ μ α π ο ύ έ χ ε ι τ ό σ ε ς σ η μ α ν τ ικ έ ς σ υ ν έ π ε ιε ς γ ι ά ό λ ο υ ς μ α ς.
Σημειώσεις: 1. Ή γεμάτη κατανόηση συνπάθεια, τό νά μπαίνεις στό πετσί τον άλλοννοϋ, δηλαδή ή ένσυναίσθηση, όπως μετάφρασε ό Ε. Παπανοϋτσος τό γερμανικό αντί στοιχο αντον τοϋ ορού, einfiihlung. 2. Ή δεοντολογία ή κώδικας κανόνων συμπεριφοράς κάποιας κατηγορίας Ανθρώπων. 3. Περικλή Γιαννόπουλου: Ή έλληνική γραμμή, εκδ. Γαλαξίας 1961, σελ. 14.
Η Ρ Ο Δ Ο Τ ΟΣ ΕΠΤΑ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ
ΤΡΙ Α ΑΝΕΚΔ ΟΤΑ
/; ί
ΕΙΣΑΓΩΓΗ, Κ Α Ι Τ Ρ Ι Α
Μ ΕΤΑ Φ ΡΑ ΣΗ Δ Ο Κ Ι Μ Ι Α
Δ.Ν. ΜΑ Ρ ΩΝΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ -
ΑΘΗΝΑ
1981
Πλατεία Σταδίου 5, ’Αθήνα 501 - τηλ. 728.263 Διάθεση στήν ’Αθήνα: Σόλωνος 114 - τηλ. 36.30.214
Λότη Πέτροβιτς-Άνδρουτσοπούλου
Τά χαρακτηριστικά τοΰ σύγχρονου παιδικού βιβλίου Λέγοντας «χαρακτηριστικά τοΰ σύγχρονου παιδικού βιβλίου» είναι φανερό πώς τρία πράγματα είναι δυνατό νά έννοοΰμε: (α) τά χαρακτηριστικά πού έχει τό σύν ολο τών παιδικών βιβλίων πού έκδόθηκαν τά τελευταία χρόνια· (β) τά χαρακτη ριστικά πού έχει τό ύποσύνολο εκείνων πού πιστεύουμε ότι ενδιαφέρουν τό σύγ χρονο παιδί, γιατί θίγουν σύγχρονα θέματα καί καλύπτουν τίς ανάγκες τού · καί (γ) τά χαρακτηριστικά πού π ρ έ π ε ι νά έχει ένα παιδικό βιβλίο γιά νά λέγεται σύγ χρονο, νά ενδιαφέρει δηλαδή πραγματικά τό παιδί καί νά καλύπτει τίς πραγματι κές του άνάγκες.
Ώ ς π ρ ό ς τή ν έ ν ν ο ια ( α ), μ ιλ ώ ν τ α ς γ ιά τή ν Ε λ λ ά δ α , μέ τ ή ν ό μ ο λ ο γ ο υ μ έ ν ω ς μ εγ ά λ η α ύ ξηση π ο ύ σ η μ ε ιώ θ η κ ε τ ά τ ε λ ε υ τ α ία χ ρ ό ν ια σ τή ν π α ρ α γ ω γ ή π ά ιδ ικ ώ ν β ιβ λ ίω ν , έ λ λ η ν ικ ώ ν κ α ί μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ω ν ξ έ ν ω ν , τή ν π ο ι κ ι λ ία τ ώ ν θ ε μ ά τ ω ν π ο ύ θ ίγ ο ν τ α ι κ α ί τή ν π λ η θ ώ ρ α τ ώ ν σ υ γ γ ρ α φ έ ω ν , ε ίτ ε π α λ ιώ ν κ α ί δ ο κ ιμ α σ μ έ ν ω ν π ο ύ έ ξ α κ ο λ ο υ θ ο ύ ν ν ά γ ρ ά φ ο υ ν ε ίτ ε ν έ ω ν π ο ύ π ε ιρ α μ α τ ίζ ο ν τ α ι κ α ί χ ε ιρ ί ζ ο ν τ α ι μ έ δ ια φ ο ρ ε τ ικ ό τ ρ ό π ο γ ν ω σ τ ά θ έ μ α τ α ή ε ισ ά γ ο υ ν ν έ α , ε ίν α ι δ ύ σ κ ο λ ο π ρ α γ μ α τ ι κ ά ν ά μ ιλ ή σ ει κ α ν ε ίς γ ι ά σ υ γ κ ε κ ρ ιμ έ ν α ή ιδ ια ίτ ε ρ α χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ά . Θ ά μ π ο ρ ο ύ σ ε ίσ ω ς ν ά ε ιπ ω θ ε ί π ώ ς τ ό κ ύ ρ ιο χ α ρ α κ τ η ρ ι σ τ ικ ό τ ή ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς π α ρ α γ ω γ ή ς ε ίν α ι ά κ ρ ιβ ώ ς ή π ο ι κ ιλ ία κ α ί σ τ ά θ έ μ α τ α ( π ο ύ κ υ μ α ί ν ο ν τ α ι ά π ό κ α υ τ ά ίσ α μ ε α ν ο ύ σ ια ) κ α ί σ τή ν έ μ φ ά ν ισ η (π ο ύ ό χ ι σ π ά ν ια π α ρ α π λ ά ν ε ϊ τ ό ν ά γορασ τή ν τύ ν ο ν τα ς φ α ν τα χτερ ά ένα ασ ή μ α ν τ ο ή κ α ί κ α κ ό π ε ρ ιε χ ό μ ε ν ο , ή ά ν τ ίθ ε τ α π ο ύ τ υ χ α ίν ε ι ν ά ν τ ύ ν ε ι φ τ ω χ ι κ ά έ ν α κ ε ίμ ε ν ο π ρ α γ μ α τ ικ ά ά ξ ιό λ ο γ ο ). Ώ ς π ρ ό ς τή ν έ ν ν ο ια (β ), κ α ί γ ί ά τ ό ν έλλ α δ ικ ό π ά ν τ α χ ώ ρ ο , θ ά μ π ο ρ ο ύ σ ε ν ά ε ιπ ω θ ε ί δ τ ι ύ π ά ρ χ ο υ ν π α ιδ ικ ά β ιβ λ ία π ο ύ φ α ίν ε -
τ α ι ν ά ε ν δ ια φ έ ρ ο υ ν τ ά π α ι δ ι ά κ α ί π ο ύ π ρ ο σ π α θ ο ύ ν ν ά κ α λ ύ ψ ο υ ν τ ί ς ά ν ά γ κ ε ς τ ο υ ς. Κ ύ ρ ιο χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ό τ ο υ ς , σ έ γ ε ν ικ έ ς γ ρ α μ μ έ ς , ε ίν α ι δ τ ι θ ίγ ο υ ν σ ύ γ χ ρ ο ν α θ έ μ α τ α μέ ε ιλ ικ ρ ίν ε ια , ά ν ά λ ο γ α μέ τή ν ή λ ικ ία π ο ύ α π ε υ θ ύ ν ο ν τ α ι. Θ έ μ α τ α δ η λ α δ ή δ π ω ς ο ι δ ι α π ρ ο σ ω π ι κ έ ς σ χ έ σ ε ις τ ώ ν σ ύ γ χ ρ ο ν ω ν ά ν θ ρ ώ π ω ν , μ ικ ρ ώ ν κ α ί μ ε γ ά λ ω ν , ο ί σ χέ σ ε ις σ τή ν ο ικ ο γ έ ν ε ια , ή δ ιά κ ρ ισ η τ ώ ν φ ύ λ ω ν , τ ό δ ι α ζ ύ γ ι ο , ή ζ ή λ ε ια , κ ι α κ ό μ η ή μ ό λ υ ν σ η τ ο ύ π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν τ ο ς , ή έξ ε ρ εύ ν η σ η το ύ σ ύ μ π α ν τ ο ς , ή ά π ε ιλ ή τ ο ύ π ο λ έ μ ο υ , ή β ία , ή κ ο ι ν ω ν ικ ή α δ ικ ία , ή έ λ λ ε ιψ η έ λ ε υ θ ε ρ ία ς . - ’Ά λ λ α χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ά τ ή ς κ α τ η γ ο ρ ία ς α υ τ ή ς τ ώ ν β ιβ λ ίω ν ε ίν α ι δ τ ι ά π ο φ ε ύ γ ο υ ν τό φ α ν ε ρ ό δ ιδ α κ τ ισ μ ό κ α ί τή σ τ ε ίρ α η θ ικ ο λ ο γ ία . Ή γ λ ώ σ σ α τ ο υ ς ε ίν α ι κ α θ α ρ ή ν ε ο ε λ λ η ν ικ ή , τ ό ύ φ ο ς α π λ ό , ο ί ώ ρ α ιο λ ο γ ίε ς κ α ί ο ί κ ο υ ρ α σ τ ικ έ ς π ε ρ ιγ ρ α φ έ ς π ε ρ ιο ρ ισ μ έ ν ε ς . Σ έ α ρ κ ε τ ά ύ π ά ρ χ ο υ ν ζ ω ν τ α ν ό ς δ ιά λ ο γ ο ς , ένδ ια φ έ ρ ο υ σ α π λ ο κ ή , ο λ ο κ λ η ρ ω μ έ ν ο ι χ α ρ α κ τ ή ρ ε ς . Ι δ ι α ί τ ε ρ α γ ι ά τ ά μ ικ ρ ό τ ε ρ α π α ιδ ιά , έ μ φ α ν ίζ ο ν τ α ι β ιβ λ ία μέ π α ρ α μ ύ θ ια π ο ύ ο ί δ η μ ιο υ ρ γ ο ί τ ο υ ς ε ίτ ε ά ν τ λ ο ϋ ν ά π ό τή ν π α ρ ά δ ο σ η π ρ ο σ θ έ τ ο ν τ α ς τ ό « κ ά τι» τ ή ς έ π ο -
39
ρ ε ι τ ό σ ύ γ χ ρ ο ν ο π α ι δ ί κ α ί π ο ι έ ς π ρ α γ μ α τ ικ ά χ ή ς τ ο υ ς , ε ίτ ε δ η μ ιο υ ρ γ ο ύ ν έ να ν ε ν τ ε λ ώ ς ν έο ε ίν α ι ο ί α ν ά γ κ ε ς το υ . Σ τ ή ν Ε λ λ ά δ α φ ο β ο ύ τ ύ π ο π ο ύ μ ο ν ά χ α τ ά β α σ ικ ά σ τ ο ιχ ε ία κ ρ α τ ά μ α ι π ώ ς κ ά τ ι τ έ τ ο ιο δ έ ν θ ά π ρ έ π ε ι ν ά τό - τ ό μ α γ ικ ό , τ ό φ α ν τ α σ τ ικ ό κ λ π - ε νώ κ α τ ά ισ χ υ ρ ισ το ύ μ ε . Γ ια τ ί τ ά σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α π ο ύ τ ά ά λ λ α έ κ φ ρ ά ζ ε ι τή ν έ π ο χ ή το υ κ α ί μ ιλ ά β γ ά ζ ο υ μ ε σ υ χ ν ό τ α τ α σ τ η ρ ίζ ο ν τ α ι σ έ λ α θ ε γ ι ά τ ά π ρ ο β λ ή μ α τ ά τη ς . μ έ ν ε ς ε ν δ ε ίξ ε ις ή π λ α σ μ α τ ικ έ ς ε ικ ό ν ε ς. Π .χ . Α ύ τ ά ε ίν α ι τ ά θ ε τ ικ ά χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ά . Δ έ σ υ μ π ε ρ α ίν ο υ μ ε α β α σ ά ν ισ τ α ό τ ι το ύ τ ο ή λ ε ίπ ο υ ν ό μ ω ς κ α ί τ ά ά ρ ν η τ ικ ά , π ο ύ ε ύ τ υ χ ώ ς ή έ κ τα σ ή τ ο υ ς ε ίν α ι π ε ρ ιο ρ ισ μ έ ν η . Π .χ.. εκ ε ίν ο τ ό β ιβ λ ίο ά ρ ε σ ε κ ι έ ν δ ιέ φ ε ρ ε τ ά π α ι δ ι ά , γ ια τ ί ε ίχ ε μ εγ ά λ η κ υ κ λ ο φ ο ρ ία . Γ ν ω ρ ί π α ρ α τη ρ ο ύμ ε: ζο υ μ ε όμω ς ό λοι πο λ ύ κ α λ ά ό τι ή Ιπ ιτ υ χ ία • μ ιά τά σ η γ ιά χ υ δ α ιο λ ο γ ία έν ό ν ό μ α τ ι ε ίν α ι π λ α σ μ α τ ικ ή , α φ ο ύ μ ε σ ο λ α β ο ύ ν ο ί το ύ ρ ε α λ ισ μ ο ύ · γ ν ω σ τ ο ί μ η χ α ν ισ μ ο ί δ ια θ έ σ ε ω ς , τ ά κ υ κ λ ώ • μ ιά τά σ η γ ι ά ε ν τ υ π ω σ ια σ μ ό τ ώ ν π α ι μ α τ α , τ ά ύ-ψηλά π ο σ ο σ τ ά β ιβ λ ιο π ω λ ικ ή ς έκδ ιώ ν μέ π ρ ό ω ρ η κ α ί ά κ α ιρ η ή ύ π ε ρ β ο λ ικ ή π τ ώ σ ε ω ς , ο ί « δ ω ρ ο δ ο κ ίε ς » τ ώ ν π ω λ η τ ώ ν ή ή προβολή θεμάτω ν π ο ύ ά ν α φ έρ ο ντα ι α π ο δ ια φ ή μ ισ η . "Ο σ ο δ έ ν ύ π ά ρ χ ο υ ν π ο λ λ έ ς κ α ί κ λ ε ισ τ ικ ά σ τ ίς δ ια φ ο ρ έ ς κ α ί σ τ ίς σ χέ σ ε ις τώ ν μ ε γ ά λ ω ν , έν ό ν ό μ α τ ι τ ή ς θ ε ω ρ ία ς ό τ ι, π λ ο ύ σ ιε ς π α ιδ ικ έ ς β ιβ λ ιο θ ή κ ε ς π ο ύ ν ά λ ε ι το υ ρ γ ο ύ ν σ ω σ τ ά ά π ό β ιβ λ ιο θ η κ ά ρ ιο υ ς ε κ « τά π α ι δ ι ά π ρ έ π ε ι ν ά τ ά ξ έ ρ ο υ ν ό λ α ά π ό π α ιδ ε υ μ έ ν ο υ ς σ έ π α ν ε π ισ τ η μ ια κ ό έ π ίπ ε δ ο τή ν π ι ό τ ρ υ φ ε ρ ή τ ο υ ς ή λ ικ ία » · π ο ύ ν ά ερ ευ νο ύν κ α ί ν ά κ α τα γ ρ ά φ ο υ ν ευσυ • τ ό χ ε ιρ ισ μ ό κ ο ιν ω ν ικ ώ ν θ ε μ ά τ ω ν (σέ ν ε ίδ η τ α τ ί ς π ρ α γ μ α τ ικ έ ς π ρ ο τ ιμ ή σ ε ις τ ώ ν β ιβ λ ία γ ι ά μ ε γ α λ ύ τε ρ α π α ιδ ιά ) κ α τ ά τ ρ ό π ο π α ιδ ιώ ν , ό σ ο δ έ ν δ ι δ ά σ κ ο ν τ α ι συστηματικά π ο ύ ν ά κ α λ λ ιε ρ γ ε ίτ α ι ό χ ι ή κ α θ ’ ό λ α ε π ιθ υ ο ί μ ε λ λ ο ν τικ ο ί δ ά σ κ α λ ο ι τή σ ύ γ χ ρ ο ν η π α ι μ ητή ο ρ θ ή π ο λ ιτ ικ ο π ο ίη σ η τ ώ ν π α ιδ ιώ ν κ α ί δικ ή λ ο γ ο τ ε χ ν ία , ώ σ τε ν ά π ρ ο β λ η μ α τ ίζ ο ν τ α ι ή ε ύ α ισ θ η τ ο π ο ίη σ ή τ ο υ ς ά π έ ν α ν τ ι σ τ ά σ ύ γ ο ρ θ ά κ α ί ν ά κ α θ ο δ η γ ο ύ ν σ ω σ τά τ ά π α ιδ ιά χ ρ ο ν α κ ο ιν ω ν ικ ά π ρ ο β λ ή μ α τ α , α λ λ ά ή κ ο μ σ τό δ ιά β α σ μ α , π έ ρ α ά π ό π ο λ ιτ ικ έ ς ή ά λ λ ε ς μ α τ ο π ο ίη σ ή τ ο υ ς , έν ό ν ό μ α τ ι τ ή ς β ε λ τίω σ η ς σ κ ο π ιμ ό τ η τ ε ς , φ ο β ο ύ μ α ι ό τ ι δ έ θ ά έχ ο υ μ ε τ ή ς κ ο ιν ω ν ία ς , τ ή ς τ ω ρ ιν ή ς ή τ ή ς μ ε λ λ ο ν τι κ α θ α ρ ή ε ικ ό ν α ο ύ τ ε γ ι ά τ ί ς π ρ ο τ ιμ ή σ ε ις κ ή ςο ύ τ ε γ ι ά τ ί ς ά ν ά γ κ ε ς τ ώ ν π α ιδ ιώ ν . .Φ ο β ο ύ • μ ιά τ ά σ η τ έ λ ο ς γ ι ά π ε ρ ιτ τ ή κ α ί π ρ ό ω ρ η μ α ι ό τ ι τ ά σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ ά μ α ς θ ά σ τ η ρ ίζ ο ν α π ο μ υ θ ο π ο ίη σ η πρα γμ άτω ν, προσ ώ π ω ν, τ α ι μ ό νο σέ λ ίγ ε ς π ρ ο σ ω π ικ έ ς έ μ π ε ιρ ίε ς φ ω σ χέ σ ε ω ν, θε σ μ ώ ν κ α ί κ α τ α σ τ ά σ ε ω ν ( ι δ ι α ί τισ μένω ν δα σ κά λω ν κ α ί ανή συ χω ν σ υγγρ α τ ε ρ α σ έ β ιβ λ ία γ ι ά μ ικ ρ ό τ ε ρ α π α ιδ ιά ) π ο ύ φ έ ω ν , κ α θ ώ ς κ α ί σ τ ίς μ ο ιρ α ία π ε ρ ιο ρ ισ μ έ δ ιό λ ο υ δ έ φ α ίν ε τ α ι ν ά τ ή ν έ χ ε ι ά ν ά γ κ η τ ό ν ε ς έ ρ ευ ν ε ς τ ώ ν λ ίγ ω ν π ο ύ π ρ ο β λ η μ α τ ίζ ο ν σ ύ γ χ ρ ο ν ο π α ι δ ί κ α ί π ο ύ μ ά λ λ ο ν τ ό β λ ά π τ ε ι. τ α ι κ α ί μ ο χ θ ο ύ ν γ ιά τή β ε λ τίω σ η το ύ π α ι δ ι Μ έ λ ίγ α λ ό γ ια , σ τά χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ά το ύ κ ο ύ β ιβ λ ίο υ - π ο ύ β έ β α ια δ έ φ τ ά ν ο υ ν . σ ύ γ χ ρ ο ν ο υ π α ιδ ικ ο ύ β ιβ λ ίο υ μέ τή ν έ ν ν ο ια Έ ω ς ό το υ ξ ε π ε ρ ά σ ο υ μ ε α υ τ έ ς τ ί ς δ υ σ κ ο (β ) θ ά π ρ έ π ε ι ν ά π ρ ο σ τ ε θ ε ί κ α ί κ ά π ο ιο ς , λ ίε ς, θ ά π ρ έ π ε ι ν ά σ τρ εφ ό μ α σ τε , ίσ ω ς , γ ιά π ε ρ ιο ρ ισ μ έ ν ο ς ε ύ τ υ χ ώ ς , « ύ π ε ρ β ά λ λ ω ν ζ ή β ο ή θ ε ια σ τ ά σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α π ο ύ έ χ ο υ ν λ ο ς» ο ρ ισ μ έ ν ω ν σ υ γ γ ρ α φ έ ω ν ν ά φ α ν ο ύ ν κ α τ α λ ή ξ ε ι ξ έ ν ο ι έ ρ ευ ν η τέ ς, μ ε λ ετ ώ ν τα ς τ ίς μ ο ν τέ ρ ν ο ι, μ ιλ ώ ν τ α ς ή γ ρ ά φ ο ν τ α ς γ ι ά π α ι ά ν ά γ κ ε ς γ ε ν ικ ό τ ε ρ α τ ώ ν σ ύ γ χ ρ ο ν ω ν π α ι δ ιά , χ ω ρ ίς φ ρ α γ μ ό , χ ω ρ ίς π ρ ο β λ η μ α τ ισ μ ό , δ ιώ ν , σέ χ ώ ρ ε ς π ο ύ ύ π ά ρ χ ο υ ν ο ί ε π ισ τ η μ ο χ ω ρ ίς σ υ ν α ίσ θ η σ η τ ώ ν κ ιν δ ύ ν ω ν π ο ύ ε νέ χ ε ι ν ικ έ ς π ρ ο ϋ π ο θ έ σ ε ις . κ ά θ ε ύ π ε ρ β ο λ ή , κ α θ ώ ς κ α ί κ ά θ ε γ κ ρ έ μ ισ μ α , ό τα ν δ έ σ υ ν ο δ ε ύ ε τ α ι κ α ί μ έ χ τ ίσ ιμ ο . Ή Γ ιά τ ί ς ά ν ά γ κ ε ς τ ώ ν σ ύ γ χ ρ ο ν ω ν π α ιδ ιώ ν , π ε ρ ιο ρ ισ μ έ ν η έκ τα σ η π ο ύ π α ρ α τ η ρ ο ύ ν τ α ι ιδ ια ίτ ε ρ α τ ώ ν μ ικ ρ ώ ν , μ ίλ η σ ε σ τό τ ε λ ε υ τ α ίο α ύ τ ά τ ά χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ά δ έ θ ά π ρ έ π ε ι ν ά (Π ρ ά γ α , Σ ε π τ .- Ό κ τ . 1 9 8 0 ) σ υ ν έ δ ρ ιο τ ή ς μ ά ς κ ά ν ε ι ν ά τ ά α π ο σ ιω π ο ύ μ ε . Ε ίν α ι κ α λ ύ ΙΒ Β Υ (In te rn a tio n a l B o a rd o f B o o k s f o r Y o τ ε ρ α τ ώ ρ α σ τή ν α ρ χ ή ν ά τ ά έ π ισ η μ ά ν ο υ μ ε u n g P e o p le ) ό ρ ώ σ ο ς π α ιδ α γ ω γ ό ς κ α ί κ ρ ιτ ι κ α ί ν ά π ρ ο σ πα θ ή σ ο υ μ ε ν ά τά ά π ο φ ύ γο υ μ ε, κ ό ς π α ιδ ικ ή ς λ ο γ ο τ ε χ ν ία ς Ig o r M o ty a s h o v . π α ρ ά ό τα ν θ ά ε ίν α ι ή δ η π ο λ ύ α ρ γ ά . Κ α ί θ α ρ ρ ώ π ώ ς α ύ τ ά π ο ύ έ π ε σ ή μ α ν ε ε ν δ ια Π ρ ίν ν ά μ ιλ ή σ ο υ μ ε γ ι ά τ ά χ α ρ α κ τ η ρ ι φ έ ρ ο υ ν τ ο ύ ς σ υ γ γ ρ α φ ε ίς κ α ί τ ο ύ ς π α ιδ α γ ω σ τ ικ ά τ ο ύ σ ύ γ χ ρ ο ν ο υ π α ιδ ικ ο ύ β ιβ λ ίο υ μέ γ ο ύ ς ό λ ο υ τ ο ύ κ ό σ μ ο υ , α φ ο ύ ά ν α φ έ ρ θ η κ ε σέ τή ν έ ν ν ο ια (γ ), θ ά π ρ έ π ε ι ν ά σ κ ε φ το ύ μ ε α ν π ρ ο β λ ή μ α τ α κ ο ι ν ά σ ’ ’Α ν α τ ο λ ή κ α ί Δ ύ σ η . π ρ ά γ μ α τ ι ξ έ ρ ο υ μ ε, μέ α δ ιά σ ε ισ τ α σ τ ο ιχ ε ία Έ ν ό ν ό μ α τ ι τ ή ς α λ ή θ ε ια ς κ α ί τ ή ς α ν ά γ κ η ς κ α ί α π ο δ ε ίξ ε ις π ο ύ ν ά σ τ η ρ ίζ ο ν τ α ι σέ έ π ιγ ι ά γ ρ ή γ ο ρ η κ α ί π λ α τ ι ά μ ό ρ φ ω σ η , ε ίπ ε , σ τη μ ο ν ικ ή έ ρ ευ ν α , τ ί π ρ α γ μ α τ ικ ά έ ν δ ια φ έ κ α τ α σ κ ε υ ά ζ ο υ μ ε μ ικ ρ ο ύ ς δ ια ν ο ο ύ μ ε ν ο υ ς ,
40
μ ικ ρ ο ύ ς « π ο λ ύ ξ ε ρ ο υ ς » . Ο ί μ ικ ρ ο ί δ μ ω ς α υ τ ο ί έ χ ο υ ν α ν ά γ κ η ν ά π α ρ α μ ε ίν ο υ ν ά θ ώ ο ι α ν ή λ ικ ο ι, σ ύ μ φ ω ν α μ έ τ ί ς ε π ιτ α γ έ ς τ ή ς φ ύ σ η ς. Ε μ ε ί ς , α ν τ ί ν ά τ ο ύ ς β ο η θ ο ύ μ ε , τ ο ύ ς φ ο ρ τ ώ ν ο υ μ ε μ έ γ ν ώ σ ε ις , τ ο ύ ς π ν ίγ ο υ μ ε σ τίς ε ξ η γ ή σ ε ις , ά π ο μ υ θ ο π ο ιο ϋ μ ε τ ά π ά ν τ α , τ ρ α β ο ύ μ ε τ ό π έ π λ ο το ύ μ υ σ τη ρ ίο υ ά π ό κ ά θ ε φ α ιν ό μ ε ν ο —κ ι δ χ ι μ ο ν ά χ α ά π ό τ ό π ι ό ά π λ ό , ά λ λ ’ ά κ ό μ α κ ι ά π ό ε κ ε ίν ο π ο ύ μ π ρ ο σ τ ά το υ κ ι ό π ι ό σ ο φ ό ς έ π ισ τ ή μ ο ν α ς σ τ έ κ ε τ α ι έ κ σ τα τικ ό ς λ έ γ ο ν τ α ς : « Τ ό μ υ σ τ ή ρ ιο τ ο ύ τ ο π ρ ά γ μ α τ ι μ έ γ α έσ τί!» Δ έ ν ε ίν α ι, β έ β α ια , κ α κ ό ν ’ ά ν τ ικ α θ ισ τ ο ύ μ ε τ ό θ α υ μ α σ μ ό μ έ τή β α θ ιά γ ν ώ σ η . Τ ό π ρ ό β λ η μ α δ μ ω ς ε ίν α ι δ τ ι μ έ τή μ ά τ α ιη π ρ ο σ π ά θ ε ι ά μ α ς ν ά ά π λ ώ σ ο υ μ ε τή ν ε κ π α ίδ ε υ σ η σ ’ δ σ ο γ ίν ε τ α ι π ι ό π ο λ λ ά ε π ι σ τ η μ ο ν ικ ά ε π ιτ ε ύ γ μ α τ α , ά φ ή ν ο υ μ ε κ ε ν ά σ τή ν ψ υ χ ή τ ο ύ π α ιδ ιο ύ , π ο ύ δ έ λ α β α ίν ο υ μ ε τό ν κ ό π ο ν ά τ ά σ υ μ π λ η ρ ώ σ ο υ μ ε μ έ τ ίπ ο τ ε ά λ λ ο . Τ ε λ ικ ά β ρ ισ κ ό μ α σ τ ε μ π ρ ο σ τ ά σ ’ ένα μ ικ ρ ό π ο λ ύ ξ ε ρ ο π ο ύ μ έ σ α τ ο υ , τή θ έσ η π ο ύ
θ ά έ π ρ ε π ε ν ά κ α τ έ χ ε ι ή ικ α ν ό τ η τ α γ ι ά θ α υ μ α σ μ ό , κ α τ έ χ ε ι μ ιά π ε ισ μ α τ ικ ή α υ τ ο π ε π ο ί θη σ η δ τ ι τ ά ξ έ ρ ε ι δ λ α . Γ ιά τ ο ύ τ ο , β έ β α ια , φ τ α ίν ε ο ι μ ε γ ά λ ο ι, π ο ύ τ ο ύ μ α θ α ίν ο υ ν π ώ ς ν ά χ ρ η σ ιμ ο π ο ιε ί τή ν ά λ ή θ ε ια κ ι δ χ ι π ώ ς ν ά τή ν ά ν α ξ η τ ε ϊ, π ο ύ τ ο ύ δ ίν ο υ ν έ τ ο ιμ ε ς ά π α ν τ ή σ ε ις , ά ν τ ί ν ά τ ό ν ε ν θ α ρ ρ ύ ν ο υ ν ν ά θ α υ μ ά ζ ε ι κ α ί ν ’ ά ν α ρ ω τ ιέ τ α ι. 'Ο θ α υ μ α σ μ ό ς κ α ί ή ά π ο ρ ία , ώ σ τό σ ο , μ π ρ ο σ τ ά σ τό ά γ ν ω σ τ ο π α ρ α κ ίν η σ ε π ά ν τ α τ ό ν ά ν θ ρ ω π ο σ έ γ νώ σ η κ α ί δ η μ ιο υ ρ γ ικ ό τ η τ α . Έ ν ώ ή ά δ ια φ ο ρ ία το ύ δ ή θ εν π α ντο γνώ σ τη θ ά σ τα θ ε ί κ α τα σ τρ ο φ ικ ή ά κ ό μ α κ α ί γ ι ά τ ή ν ί δ ι α τή ζ ω ή . Κ α ί ό M o ty a s h o v έ κ λ ε ισ ε α ύ τ ό τ ό θ έ μ α λ έ γ ο ν τ α ς : « Γ ιά ν ά κ ά ν ο υ μ ε τ ά π α ι δ ι ά μ α ς ι κ α ν ά ν ά θ α υ μ ά ζ ο υ ν , π ρ έ π ε ι π ρ ώ τ ο ι ε μ ε ίς ν ά δ ι α τ η ρ ή σ ο υ μ ε τ ή ν ικ α ν ό τ η τ α ν ά β λ έ π ο υ μ ε μ έ π α ι δ ι κ ό θ α υ μ α σ μ ό τ ό ν κ ό σ μ ο κ α ί ν ά ν ιώ θ ο υ μ ε μ έ π α ιδ ικ ή ά μ ε σ ό τ η τ α τ ή ν ύ π α ρ ξ η ώ ς θαύμα».
’Ά λλη άνάγκη τών παιδιών πού έπεσή-
μ α ν ε ό M o ty a s h o v ε ίν α ι ή α ν ά γ κ η τ ο υ ς γ ιά ε π ικ ο ιν ω ν ία μ έ τ ο ύ ς γ ύ ρ ω , ή α ν ά γ κ η τ ο υ ς γ ι ά π ρ ο σ ω π ικ ή ε π α φ ή μ έ τ ο ύ ς ά ν θ ρ ώ π ο υ ς π ο ύ τ ά π ε ρ ιβ ά λ λ ο υ ν κ α ί ιδ ια ίτ ε ρ α μ έ τή ν ο ικ ο γ έ ν ε ια , π ο ύ σ ή μ ε ρ α μ έ τή β ρ α χ ύ χ ρ ο ν η σ υ ν α ν α σ τ ρ ο φ ή τ ώ ν μ ελ ώ ν τ η ς έ π α ψ ε ν ά έ χ ε ι κ ο ιν ή π ν ε υ μ α τ ικ ή ζω ή . Τ ά σ ύ γ χ ρ ο ν α π α ι δ ι κ ά β ιβ λ ία , λ ο ιπ ό ν , κ α λ ο ύ ν τ α ι ν ά δ ώ σ ο υ ν σ τό π α ι δ ί μ ιά ά λ η θ ιν ή γ νώ σ η τ ο ύ έ α υ το ϋ το υ κ α ί τ ώ ν γ ύ ρ ω το υ ε νη λ ίκ ω ν , ν ά κ α λ λ ιε ρ γ ή σ ο υ ν τ ό δ ιά λ ο γ ο , κ α θ ώ ς κ α ί μ ε ρ ικ ές ά ν θ ρ ώ π ιν ε ς ιδ ιό τ η τ ε ς δ π ω ς τή ν κ α τ α ν ό η σ η , τ ή ν ά ν ε κ τ ικ ό τ η τ α , τ ή ν ικ α ν ό τ η τ α γ ι ’ ά ρ μ ο ν ικ ή σ υ μ β ίω σ η μ έ τ ο ύ ς ά λ λ ο υ ς , ιδ ιό τ η τ ε ς π ο ύ ά λ λ ο τ ε ά π ο κ τ ιο ϋ γ τ α ν μ ο ν ά χ α μ έ τή ν π ρ ο σ ω π ικ ή έπια φή. Θ ά μ π ο ρ ο ύ σ α ν ά ά ν α φ έ ρ ω κ ι άλλα σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α σ χ ε τ ικ ά μ έ τ ί ς ά ν ά γ κ ε ς κ α ί τ ίς π ρ ο τ ιμ ή σ ε ις τ ώ ν σ ύ γ χ ρ ο ν ω ν π α ιδ ιώ ν π ο ύ έ χ ο υ ν ά κ ο υ σ τ ε ϊ ά π ό ε π ισ τ ή μ ο ν ε ς σέ δ ιε θ ν ή σ υ ν έ δ ρ ια κ α ί π ο ύ θ ά μ ά ς β ο η θ ο ύ σ α ν ν ά έ π ισ η μ ά ν ο υ μ ε τ ά χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ά π ο ύ θ ά έ π ρ ε π ε ν ά έ χ ε ι έ ν α β ιβ λ ίο γ ιά ν ά λ έ γ ε τ α ι σ ύ γ χ ρ ο ν ο . Π ε ρ ιο ρ ίζ ο μ α ι, ώ σ τό σ ο , σ έ μ ιά δ ικ ή μου ά π α ρ ίθ μ η σ η μ ε ρ ικ ώ ν ά π ό τ ά χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ά α ύ τ ά , μέ β ά σ η δ σ α ή δ η π ε ρ ι λ η π τ ικ ά ά ν έ φ ε ρ α : ·■ Ν α ί, δ έ ν θ ά π ρ έ π ε ι ν ά λ έν ε ψ έ μ α τ α τ ά β ιβ λ ία σ τ ά π α ιδ ιά . Χ ρ ε ιά ζ ε τ α ι δ μ ω ς π ρ ο σ ο χ ή , ώ σ τε ν ά μ ή ν τ ο ύ ς μ α θ α ίν ο υ ν π ώ ς ν ά χ ρ η σ ιμ ο π ο ιο ύ ν ά λ λ ά π ώ ς ν ’ ά ν α ζ η τ ο ύ ν δ ι α ρ κ ώ ς τή ν ά λ ή θ ε ια . • Ν α ί, δ έ ν θ ά π ρ έ π ε ι ά σ κ ο π α ν ά μ υ θ ο π ο ιο ύ μ ε κ α τ α σ τ ά σ ε ις , ά λ λ ά ή π ε ρ ιτ τ ή κ α ί π ρ ό ω ρ η ά π ο μ υ θ ο π ο ίη σ η τ ώ ν π ά ν τ ω ν ε ίν α ι κ α τ α σ τ ρ ο φ ικ ή κ α ί γ ι ά τή δ η μ ιο υ ρ γ ικ ό τ η τ α ά λ λ ά κ α ί γ ι ά τή ν ίδ ι α τή ζω ή τ ο ύ ά ν θ ρ ώ π ο υ . • Ν α ί, ο ί σ χ έ σ ε ις τ ώ ν ά ν θ ρ ώ π ω ν π ρ έ π ε ι ν ά π α ρ ο υ σ ιά ζ ο ν τ α ι μ έ ε ιλ ικ ρ ίν ε ια σ τ ά β ι β λ ία , ά λ λ ά κ α ί μ έ τ ρ ό π ο ε π ο ικ ο δ ο μ η τ ικ ό , ώ σ τε ν ά μ ή ν ο δ η γ ο ύ ν τ α ι τ ά π α ι δ ι ά σ έ σ τ ε ίρ α κ ρ ιτ ικ ή τ ώ ν μ ε γ ά λ ω ν ή τ ώ ν σ υ ν ο μ η λ ίκ ω ν τ ο υ ς , ά λ λ ά ν ά β ο η θ ιο ύ ν τ α ι σ τή ν ά ρ μ ο ν ικ ή σ υ μ β ίω σ η μ έ τ ο ύ ς γ ύ ρ ω τ ο υ ς κ α ί τή ν κ α τ α ν ό η σ η τ ώ ν ά λ λ ω ν. • Ν α ί, ν ά ά π ο φ ε ύ γ ο υ μ ε τ ά σ τ ε ρ ε ό τ υ π α π ο ύ ά φ ο ρ ο ύ ν τ ί ς σ χ έ σ ε ις κ α ί τ ά δ ι κ α ιώ μ α τ α τ ώ ν δ ύ ο φ ύ λ ω ν . Ν ά θ υ μ ό μ α σ τε δ μ ω ς δ τ ι ά λ λ ο π ρ ά γ μ α ε ίν α ι ή ισ ο τ ιμ ία κ α ί ά λ λ ο ή ά π ό ρ ρ ιψ η τ ώ ν ιδ ια ίτ ε ρ ω ν χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ώ ν τώ ν δύο φύλω ν. • Ν α ί, ν ά μ ιλ ο ύ μ ε σ τ ά π α ι δ ι ά γ ι ά τή ν ισ ό τ η τ α μ ε τα ξ ύ τ ώ ν ά ν θ ρ ώ π ω ν . Ν ά μ ή ν ξ ε χ ν ο ύ μ ε δ μ ω ς δ τ ι ά λ λ ο ή ισ ο τ ιμ ία ά π έ ν α ν τ ι σ τό ν ό μ ο , ά λ λ ο τ ά ίσ α δ ικ α ιώ μ α τ α , κ α ί ά λ λ ο
42
ή κ α τ ά ρ γ η σ η τ ή ς ιδ ια ιτ ε ρ ό τ η τ α ς τ ο ύ π ρ ο σώ που. • Ν α ί, ν ά μ ιλ ο ύ μ ε σ τ ά π α ι δ ι ά γ ι ά ε ίρ ή ν ικ ή σ υ μ β ίω σ η , τ ώ ν λ α ώ ν . " Α λλ ο π ρ ά γ μ α δ μ ω ς α ύ τ ό κ ι ά λ λ ο ή μ α ζ ο π ο ίη σ η , ή θ α ν α τε ρ ή ο μ ο ιο μ ο ρ φ ία κ α ί ή κ α τ ά ρ γ η σ η τ ή ς ιδ ια ιτ ε ρ ό τ η τ α ς τ ώ ν έ θ ν ώ ν . • Ν α ί, ν ά ε ίμ α σ τε ε ιλ ικ ρ ιν ε ίς , σ τ ά π α ι δ ι κ ά β ιβ λ ία , σ χ ε τ ικ ά μ έ τ ά π ρ ο β λ ή μ α τ α κ α ί τ ίς λ α θ ε μ έ ν ε ς κ α τ ε υ θ ύ ν σ ε ις π ο ύ δ ε ίχ ν ε ι ν ά έ χ ε ι π ά ρ ε ι ή ά ν θ ρ ω π ό τ η τ α , ν ά μ ιλ ο ύ μ ε γ ιά τή ν άπει,λή ά π ό τ ή ν κ α κ ή χ ρ ή σ η τ ή ς τ ε χ ν ο λ ο γ ία ς κ α ί τ ή ν ύ π ο δ ο ύ λ ω σ η τ ο ύ ά ν θ ρ ώ π ο υ σ τή μ η χ α ν ή , τή ν ά π ε ιλ ή το ύ π ο λ έ μ ο υ , τή ν ά π ε ιλ ή τ ή ς α ύ τ ο κ α τ α σ τ ρ ο φ ή ς , δ μ ω ς δ έ ν ώ φ ε λ ε ΐ ά λ λ ά β λ ά π τ ε ι ν ά γ ε μ ίζ ο υ μ ε τ ά π α ι δ ι ά μέ α π ε λ π ι σ ία κ α ί φ ρ ίκ η γ ι ά τή ζω ή π ο ύ τ ά π ε ρ ιμ έ ν ε ι, σέ τ έ τ ο ιο σ η μ ε ίο ώ σ τε ν ά τ ά ά π ο κ α ρ δ ιώ ν ο υ μ ε κ α ί ν ά ν ιώ θ ο υ ν π ώ ς ό π ο ι α δ ή π ο τ ε π ρ ο σ π ά θ ε ι α γ ι ά β ε λ τίω σ η ε ί ν α ι ά π ό π ρ ίν κ α τ α δ ικ α σ μ έ ν η . Τ ά π α ι δ ι ά χ ρ ε ιά ζ ο ν τ α ι τ ή ν ε λ π ίδ α δ σ ο κ α ί τ ό ψ ω μ ί. • Ν α ί, ν ά μ ιλ ο ύ μ ε σ τ ά π α ι δ ι ά γ ι ά τή ν κ ο ιν ω ν ικ ή ά δ ικ ία κ α ί τ ή ν έ λ λ ε ιψ η ελ ε υ θ ε ρ ία ς , ε ίν α ι λ ά θ ο ς δ μ ω ς ν ά τ ο ύ ς π ρ ο σ φ έ ρ ο υ μ ε γ ι ά λ ύσ η δ ο κ ιμ α σ μ έ ν α κ α λ ο ύ π ια π ο ύ δ ι α ρ κ ώ ς μ ά ς ά π ο γ ο η τ ε ύ ο υ ν . Ε ίν α ι λ ά θ ο ς ν ά έ μ π ο δ ίζ ο υ μ ε τ ή ν ε ξ έ λ ιξ η τ ή ς δ ια λ ε κ τ ικ ή ς , τή ν κ ά θ ε ά ν τ ίθ ε σ η σ έ κ ά θ ε θ έσ η , π ο ύ θ ά φ έ ρ ν ε ι τή ν έ α σ ύ ν θ ε σ η , τή ν έ α σ τά σ η ά π έ ν α ν τι σ τά π ρ ο β λ ή μ α τα τού κόσμου κ α ί - γ ι α τ ί ό χ ι ; - τ ά ν έ α σ υ σ τή μ α τα π ο ύ ε ίθ ε ν ά β ο η θ ή σ ο υ ν τή ν ά ν θ ρ ω π ό τ η τ α ν ά κ ά ν ε ι σ τό μ έλ λο ν έ ν α ά κ ό μ η β ή μ α εμ π ρ ό ς . Μ έ λ ίγ α λ ό γ ια : Ν α ί σ τό ν π ρ ο β λ η μ α τ ισ μ ό , δ χ ι σ τ ίς έ τ ο ιμ ε ς λ ύ σ ε ις. Ν α ί σ τή δ ια ρ κ ή ά ν α ζ ή τ η σ η τ ή ς ά λ ή θ ε ια ς κ α ί δ χ ι σ τή δ ε σ μ ε υ τικ ή έ π ισ τη μ ο σ ύ ν η . Ν α ί σ τή ν ά γ ά π η , δ χ ι σ τή β ία κ α ί τ ό μ ίσ ο ς , δ χ ι σ τό γ κ ρ έ μ ισ μ α χ ω ρ ίς χ τ ίσ ιμ ο . Ε μ ε ί ς θ ά π α ρ έ λ θ ο υ μ ε , τ ά π α ι δ ι ά θ ά μ ά ς δ ια δ ε χ τ ο ύ ν . Ά ς μή δ ε σ μ ε ύ ο υ μ ε τή φ α ν τ α σ ία τ ο υ ς , ά ς ά φ ή σ ο υ μ ε π έ ρ α γ ι ά π έ ρ α έ λ ε ύ θ ε ρ ο υ ς τ ο ύ ς ο ρ ίζ ο ν τ ε ς . ”Α ς μ ή ν ξ ε χ ν ά μ ε π ώ ς , δ π ω ς π ε τ υ χ η μ έ ν α έ χ ε ι δ ια τ υ π ώ σ ε ι ό Χ ρ ή σ τ ο ς Μ α λ ε β ίτ σ η ς , ευ λ ο γ η μ έ ν ο ς ε ίν α ι κ ε ίν ο ς π ο ύ π ε ρ ιβ λ η μ έ ν ο ς μέ τ έ λ ε ια σ ύ γ χ ρ ο ν η μ ε θ ο δ ο λ ο γ ικ ή σ υ γ κ ρ ό τη σ η , δ ια τ η ρ ε ί ε ν τ ό ς τ ο υ κ α ί τή γ ο η τ ε ία τ ή ς μ υ θ ι κ ή ς α ίσ θ η σ η ς τ ο ύ κ ό σ μ ο υ .
Βαγγέλης Μάντζαρης
Τέσσερα βιβλία για τούς Έλληνες τής Αφρικής «Ή ’Αφρική - έγραφε ό Προκοπίου, ταξιδιώτης καί περιηγητής - είναι μιά ερω τιάρα γυναίκα πού αγαπήθηκε παραπάνω α π ’ δλες τίς γυναίκες τής γης, κι οί καλύτεροι έραστές της είναι οί Έ λληνες, οί Ρωμαίοι, οί Πέρσες, οί ’Ισραηλίτες, δλοι».1 Αυτή ή ήπειρος λοιπόν αγαπήθηκε πολύ ά π ’ τούς Έλληνες. Γιά παράδει γμα άς αναφέρουμε τούς έλληνες τεχνίτες τής Αίγύπτου, πού άποτελοϋσαν τήν πλειοψηφία τής ευρωπαϊκής εργατικής της τάξης τήν περίοδο 1790-1850,2 τούς “Ελληνες τού Σουδάν, πού εγκαταστάθηκαν στή χώρα τόν 18ο αιώνα,3 τούς έλλη νες εργάτες μεταλλείων στή Νότια ’Αφρική,4 ή τούς έλληνες μικρομαγαζάτορες καί κτηματίες τής Ροδεσίας στά 1890.5 Σ τ ό σ η μ ε ρ ιν ό μ α ς σ η μ ε ίω μ α θ ά α σ χ ο λ η θ ο ύ μ ε μ ε τ ά , κ α τ ά τή γ ν ώ μ η μ α ς , τ έ σ σ ε ρ α σ η μ α ν τ ικ ό τ ε ρ α β ιβ λ ία π ο ύ γ ρ ά φ τ η κ α ν μέ θ έ μ α τ ο ύ ς Έ λ λ η ν ε ς τ ή ς ’Α φ ρ ικ ή ς . Τ ό π ρ ώ τ ο κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε σ τό Γ ιο χ ά ν ε σ μ π ο υ ρ γ κ τ ή ς Ν ό τ ια ς ’Α φ ρ ικ ή ς τ ό 1923 κ α ί τ ό τ ε λ ε υ τ α ίο σ τή ν ’Α λ ε ξ ά ν δ ρ ε ια τ ό 195 1 . Β έ β α ια ύ π ά ρ χ ο υ ν κ α ί β ιβ λ ία π ο ύ ά ν α π τ ύ σ σ ο υ ν τή ζω ή τ ώ ν Ε λ λ ή ν ω ν σ έ μ ιά ή π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ε ς χ ώ ρ ε ς τ ή ς μ α ύ ρ η ς ή π ε ίρ ο υ , ά λ λ ά α ύ τ ά ’ί σ ω ς μ ά ς α π α σ χ ο λ ή σ ο υ ν σ έ έ να μ ε λ λ ο ν τικ ό σ η μ ε ίω μ α . ( Π ε ρ ιτ τ ό ν ά α ν α φ έ ρ ο υ μ ε δ τ ι τ ά β ιβ λ ία π ο ύ θ ά π ε ρ ιγ ρ ά φ ο υ μ ε ά π ο τ ε λ ο ΰ ν τ ί ς μ ό ν ε ς π η γ έ ς π λ η ρ ο φ ο ρ ιώ ν γ ι ά τ ό ν ε λ λ η ν ισ μ ό τ ή ς ’Α φ ρ ικ ή ς .) Τ ό π ρ ώ τ ο β ιβ λ ίο γ ρ ά φ τ η κ ε α π ό τ ό ν Κ ώ σ τα Ν ικ ο λ α ίδ η , έ ν α μ ε γ ά λ ο ε ρ γά τη τ ώ ν έλλ η ν ικ ώ ν γ ρ α μ μ ά τ ω ν σ τή Ν ό τ ια ’Α φ ρ ικ ή , κ α ί κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε σέ 1 5 .0 0 0 ά ν τ ίτ υ π α τ ό 1 9 2 3 . Ό Ν ικ ο λ α ΐδ η ς ύ π ή ρ ξ ε ό ιδ ρ υ τ ή ς τ ή ς π ρ ώ τ η ς ε λ λ η ν ικ ή ς ε φ η μ ε ρ ίδ α ς σ τή Ν ό τ ια ’Α φ ρ ικ ή (« Ν έ α Ε λ λ ά ς » τ ό 1 9 1 6 )6 κ α ί ό κ ύ ρ ιο ς ιδ ε ο λ ο γ ικ ό ς κ ρ ίκ ο ς δ λ ώ ν τ ώ ν β ε ν ιζ ε λ ικ ώ ν τ ά σ εω ν κ α τ ά τή ν π ε ρ ίο δ ο τ ή ς π α ρ α μ ο ν ή ς το υ στή Ν ό τ ια ’Α φ ρ ικ ή . Γ ε ν ν ή θ η κ ε στή Λ ά ρ ν α κ α τ ή ς Κ ύ π ρ ο υ κ α ί α φ ο ύ π ή ρ ε δ ι δ α κ τ ο ρ ικ ό δ ίπ λ ω μ α ά π ’ τή Ν ο ιιικ ή Σ χ ο λ ή τ ο ύ Π α ν ε π ισ τ η α ίο υ τ ή ς
’Α θ ή ν α ς δ ικ η γ ό ρ η σ ε γ ι ά 10 χ ρ ό ν ια σ τή ν Κ ύ π ρ ο . Σ τ ή Ν ό τ ια ’Α φ ρ ικ ή έ φ τ α σ ε τ ό 1 9 1 1 , κ α ί α φ ο ύ δ ικ η γ ό ρ η σ ε γ ι ά δ ύ ο χ ρ ό ν ια ίδ ρ υ σ ε τ ή ν ε φ η μ ε ρ ίδ α « Ν έ α Ε λ λ ά δ α » . 7 Τ ό β ιβ λ ίο το υ « Ό δ η γ ό ς τ ώ ν ε λ λ η ν ικ ώ ν π α ρ ο ι κ ιώ ν τ ή ς Ν ο τ ίο υ ’Α φ ρ ικ ή ς » κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε μέ δ ι κ ά τ ο υ έ ξ ο δ α κ α ί τ ό μ ο ίρ α σ ε ό ίδ ι ο ς σ τ ο ύ ς ο μ ο γ ε ν ε ίς τ ώ ν δ ια φ ό ρ ω ν π ε ρ ιο χ ώ ν π ο ύ ά π ο τ έ λ ε σ α ν κ α ί τ ό ν κ ύ ρ ιο π υ ρ ή ν α τ ο ύ β ι β λ ίο υ . Ό Ν ικ ο λ α ΐδ η ς τ α ξ ί δ ε ψ ε σ ’ ο λ ό κ λ η ρ η τ ή ν ’Α φ ρ ικ ή κ α ί τ ό δ ν ε ιρ ο τ ή ς ζ ω ή ς το υ ή τ α ν ν ά γ ρ ά ψ ε ι έ ν α β ιβ λ ίο 2 .0 0 0 -2 .5 0 0 σ ε λ ίδ ω ν , δ π ο υ θ ά π α ρ ο υ σ ία ζ ε «τή ζω ή κ α ί τ ά έ ρ γ α τ ώ ν Ε λ λ ή ν ω ν σ τή ν μ α ύ ρ η ή π ε ιρ ο » .8 Τ ό σ χ έ δ ιό το υ δ έ ν έ γ ιν ε π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ α , ά λ λ ά τ ό β ιβ λ ίο π ο ύ ά ν α λ ύ ο υ μ ε ά π ο τ ε λ ε ϊ μ ιά π ο λ ύ σ η μ α ν τ ικ ή π ρ ο σ φ ο ρ ά σ τή ν ε λ λ η ν ικ ή β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία κ α ί έ ρ ευ ν α . Ό Ν ικ ο λ α ΐδ η ς , π α ρ ά τ ό γ ε γ ο ν ό ς δ τ ι γ ν ώ ρ ιζ ε π ώ ς έ ν α β ιβ λ ίο σ ά ν κ α ί τ ό δ ι κ ό τ ο υ π ι θ α ν ό τ α τ α θ ά ά π ο τ ε λ ο ϋ σ ε π ι ό π ο λ ύ σ τ ο λ ίδ ι σέ κ ά π ο ιο φ α ν τ α χ τ ε ρ ό έ π ιπ λ ο τ ο ύ Κ έη π Τ ά ο υ ν ή τ ή ς ’Α λ ε ξ ά ν δ ρ ε ια ς , κ ι ό χ ι α ν α γ ν ω σ τ ικ ό υ λ ικ ό , τ ό π λ ο ύ τ ισ ε μ έ σ η μ α ν τ ικ ά σ τ ο ι χ ε ία ά π ’ τή γ ε ω γ ρ α φ ία , τ ή ν α ν θ ρ ω π ο λ ο γ ία , τή ν ισ τ ο ρ ία κ α ί τ ί ς κ ο ι ν ω ν ικ έ ς σ υ ν θ ή κ ε ς τώ ν χ ω ρ ώ ν π ο ύ π ε ρ ιγ ρ ά φ ε ι. Ή τ ε ρ ά σ τ ια δ η μ ο σ ιο γ ρ α φ ικ ή π ε ίρ α τ ο υ δ έ ν ά π ο τ ε λ ε ϊ έ ν α
43
ε μ π ό δ ιο , δ π ω ς θ ά π ε ρ ίμ ε ν ε κ α ν ε ίς , σ τή ν α ν ά π τ υ ξ η μ ια ς ίσ τ ο ρ ικ ή ς /κ ο ιν ω ν ιο λ ο γ ικ ή ς ά ν ά λ υ σ η ς , τ ό α ν τ ίθ ε τ ο μ ά λ ισ τα . Τ ά σ τ ο ιχ ε ία π ο ύ π α ρ α θ έ τ ε ι, σ χ ε τ ιζ ό μ ε ν α μέ τ ί ς κ ο ιν ω ν ικ ο ϊσ τ ο ρ ικ έ ς σ υ ν θ ή κ ε ς τ ώ ν χ ω ρ ώ ν π ο ύ π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι, δ ίν ο υ ν μ ιά σ ω σ τή ε π ισ τ η μ ο ν ικ ή τ ε κ μ η ρ ίω σ η π ο ύ σ η μ α δ ε ύ ε ι β α θ ιά τ ό έ ρ γο το υ . Ή δ ο μ ή τ ο ύ β ιβ λ ίο υ τ ο υ δ ε ίχ ν ε ι τή ν έ π ισ τη μ ο ν ικ ή κ α τ ά ρ τ ισ η το ύ δ η μ ιο υ ρ γ ο ύ το υ ά π ’ τή ν α ρ χ ή μ έ χ ρ ι τ ό τ έ λ ο ς. Ο ί χ ώ ρ ε ς π ο ύ ε ξ ε τ ά ζ ο ν τ α ι, κ α τ ά σ ε ιρ ά π α ρ ο υ σ ία σ η ς σ τό β ιβ λ ίο , ε ίν α ι: Β ε λ γ ικ ό Κ ο γ κ ό , Τ α γ κ α ν ίκ α , Ζ α ν ζ ιβ ά ρ η , Π ο ρ τ ο γ α λ ικ ή ’Α ν α τ ο λ ικ ή ’Α φ ρ ικ ή , Ρ ο δ ε σ ία κ α ί Ν ό τ ια ’Α φ ρ ικ ή . Π ο λ λοί θ ά άνα ρ ω τη θο ϋ ν: Μ ά υ π ή ρ χ α ν Έ λ λ η ν ε ς σ τά 1920 σ ’ δ λ ε ς α υ τ έ ς τ ί ς π ε ρ ιο χ έ ς τή ς ’Α φ ρ ικ ή ς ; Ό Ν ικ ο λ α ίδ η ς ά π α ν τ ά κ α τ α φ α τ ικ ά κ α ί κ α τ α γ ρ ά φ ε ι μ έ λ ε π τ ο μ έ ρ ε ιε ς τή ζω ή τ ώ ν Ε λ λ ή ν ω ν , τ ό έ π ά γ γ ε λ μ ά τ ο υ ς , τή ν ή λ ικ ία το υ ς, τόν τό π ο κα τα γ ω γ ή ς το υ ς κ α ί π ό σ α χ ρ ό ν ια β ρ ίσ κ ο ν τ α ι στή χ ώ ρ α υ π ο δ ο χ ή ς τ ο υ ς . Ή δ ο μ ή κ ά θ ε χ ώ ρ α ς ά ρ χ ίζ ε ι μέ τ ή ν α ν θ ρ ω π ο γ ε ω γ ρ α φ ία τ η ς κ α ί τ ή ν α ν ά λ υσ η τ ώ ν κ ο ιν ω ν ικ ο π ο λ ιτ ικ ώ ν σ υ ν θ η κ ώ ν π ο ύ ε π ικ ρ α τ ο ύ ν . ’Α κ ο λ ο υ θ ε ί μ ιά λ ε π τ ο μ ε ρ ή ς έ ξ ισ τό ρ η σ η τ ή ς ισ τ ο ρ ία ς τ ώ ν έλ λ ή ν ω ν μ ε τα ν α σ τώ ν , τ ώ ν θ ε σ μ ώ ν τ ο υ ς (ε κ κ λ η σ ία , κ ο ιν ό τ η τ α , φ ιλ α ν θ ρ ω π ι κ ά κ α ί α θ λ η τ ικ ά σ ω μ α τ ε ία κ τ λ .) κ α ί σ τό τ έ λ ο ς ο ί κ α τ ά τ ό π ο β ιο γ ρ α φ ίε ς τ ώ ν Έ λ λ ή ν ω ν μ έ τ ά σ χ ε τ ικ ά π ο ύ ά ν α φ έ ρ α μ ε π α ρ α π ά ν ω . Τ ό β ιβ λ ίο ε ίν α ι χ ω ρ ισ μ έ ν ο σ έ δ ύ ο μ έρ η . Τ ό π ρ ώ τ ο κ α λ ύ π τ ε ι τ ά π ρ ο α ν α φ ε ρ ό μ ε ν α σ τ ο ιχ ε ία κ α ί ά π ο τ ε λ ε ΐτ α ι α π ό 6 0 0 σ ε λ ίδ ε ς , τ ό δ ε ύ τ ε ρ ο κ α λ ύ π τ ε τ α ι ά π ό ο λ ο σ έ λ ιδ ε ς β ιο γ ρ α φ ίε ς 7 5 π ρ ω τ ο π ό ρ ω ν μ ε τα ν α σ τώ ν σ τ ίς χ ώ ρ ε ς π ο ύ π ε ρ ιη γ ή θ η κ ε ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς (1 0 0 σ ελ ίδ ες ). Π ο λ λ ο ί ύ π ο σ τ η ρ ίζ ο υ ν δ τ ι ο ί β ιο γ ρ α φ ο ύ μ ε ν ο ι έ ν ίσ χ υ σ α ν ο ι κ ο ν ο μ ικ ά τ ό β ιβ λ ίο σ έ π ο λ ύ μ ε γ ά λ ο β α θ μ ό ,9 κ α ί τ ό γ ε γ ο ν ό ς δ τ ι δ λ ο ι π ρ ο έ ρ χ ο ν τ α ι ά π ’ τ ίς π α λ ιό τ ε ρ ε ς γ ε ν ιέ ς μ ε τ α ν α σ τ ώ ν , π ο ύ ε ίχ α ν α ν ε β ε ί κ ο ιν ω ν ικ ά κ α ί ο ικ ο ν ο μ ικ ά , ε ν ισ χ ύ ε ι α ύ τ ή τή ν ά π ο ψ η . Ό Ν ικ ο λ α ίδ η ς ά ν α φ έ ρ ε ι σ τό ν π ρ ό λ ο γ ο τ ο ύ β ' μ έ ρ ο υ ς δ τ ι ύ π ή ρ ξ ε μ ιά π ο λ ύ μ ικ ρ ή ο ικ ο ν ο μ ικ ή β ο ή θ ε ια ά π ’ τ ο ύ ς β ιο γ ρ α φ ο ύ μ ε ν ο υ ς , α λ λ ά τ ό γ ε γ ο ν ό ς δ τ ι ή ο ι κ ο ν ο μ ικ ή κ ρ ίσ η μ ά σ τ ιζ ε τή Ν ό τ ια ’Α φ ρ ικ ή μ ε τά τ ή μ εγ ά λ η α π ε ρ γ ία τ ο ύ 1 9 2 2 κ α ί είχ ε δ η μ ιο υ ρ γ ή σ ε ι μ ε γ ά λ α ο ικ ο ν ο μ ικ ά π ρ ο β λ ή μ α τ α σ τή « Ν έ α Ε λ λ ά δ α » , 10 δ ε ίχ ν ε ι δ τ ι ή π ρ ώ τ η ε κ δ ο χ ή β ρ ίσ κ ε τ α ι π ι ό κ ο ν τ ά σ τή ν π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ α . Τ ό β ' μ έ ρ ο ς κ ο σ μ ε ίτ α ι μέ χ ίς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς τ ώ ν β ιο γ ρ α φ ο ύ μ ε ν ω ν , κ α ί γ ι ά τ ό τ ύ π ω μ ά το υ χ ρ η σ ιμ ο π ο ιή θ η κ α ν κ α ι
44
ν ο ύ ρ ια τ υ π ο γ ρ α φ ικ ά σ τ ο ιχ ε ία , « μ ό λ ις τ ε λ ε υ τ α ΐο ν κ α τ α φ θ ά σ α ν τ α , κ α ίτ ο ι ά π ό έ το υ ς κ α ί π λ έ ο ν ά ν ε μ έ ν ο ν τ ο » . Ο ί π ε ρ ιο δ ε ίε ς το ύ Ν ικ ο λ α ΐδ η σ τ ίς χ ώ ρ ε ς π ο ύ π ε ρ ιγ ρ ά φ ο ν τ α ι έ γ ιν α ν τ ό 1 9 2 2 , δ τ α ν ά ν έ λ α β ε ν ά μ ο ιρ ά ζ ε ι τή ν έ φ η μ ε ρ ίδ α σ τ ίς γ ε ιτ ο ν ικ έ ς χ ώ ρ ε ς . Ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς ε ίν α ι μ ε τ ρ ιό φ ρ ω ν , μ ιά κ α ί ά ν α φ έ ρ ε ι δ τ ι ε ίν α ι σ ίγ ο υ ρ ο ς δ τ ι τ ό β ιβ λ ίο π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι έ λ λ ε ίψ ε ις . Ε ίν α ι α λ ή θ ε ια δ τ ι τό β ιβ λ ίο κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε σ ’ έ ν α χ ρ ό ν ο , γ ε γ ο ν ό ς π ο ύ σ η μ α ίν ε ι δ τ ι γ ρ ά φ τ η κ ε σέ έ ν α χ ρ ό ν ο ρ ε κ ό ρ π ε ρ ίπ ο υ , ο κ τ ώ ή ε ν ν έ α μ ή νες. Ο ί σ τ ο ιχ ε ιο θ έ τ ε ς - τ υ π ο γ ρ ά φ ο ι π ρ α γμ α το π ο ίη σ α ν έ ν α ν α κ ό μ α ά θ λ ο . Τ ύ π ω σ α ν 1 5 .0 0 0 β ι β λ ία 7 0 0 σ ε λ ίδ ω ν σέ δ υ ό μ ή ν ε ς τ ό π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο .11 Ή τ ιμ ή τ ο υ ή τ α ν 2 5 α γ γ λ ι κ ά σ ε λ ίν ια κ α ί, δ π ω ς σ η μ ε ίω ν ε ή « Ν έ α Ε λ λ ά δ α » τ ρ ία χ ρ ό ν ια α ρ γ ό τ ε ρ α : « δ έ ο ν ν ά σ η μ ε ιω θ ή δ τ ι τό β ιβ λ ίο ά π ετ έλ ε σ ε ν θ ρ ία μ β ο ν , κ α λ λ ιτ ε χ ν ικ ό ν κ α ί ε μ π ο ρ ικ ό ν . Ο ύ δ έ ν ά ν τ ίτ υ π ο ν δ ύ ν α τ α ι ν ά ε ύ ρ ε θ ή ε ις τ ά γ ρ α φ ε ία μ α ς » .12 Τ ό β ιβ λ ίο ά π ο τ έ λ ε σ ε έ κ δ ο τ ικ ό ά θ λ ο , δ χ ι μόνο γ ιά το ύ ς λ ό γο υ ς π ο ύ ά ν α φ έρ α μ ε (δ υ σ κ ο λ ίε ς ο ικ ο ν ο μ ικ ή ς φ ύ σ η ς , μή ύ π α ρ ξ η τ ε χ ν ικ ώ ν κ λ π .) , α λ λ ά γ ι α τ ί κ ύ ρ ια μ π ό ρ ε σ ε ν ά δ ώ σ ε ι μ ιά σ υ ν ο π τ ικ ή ισ τ ο ρ ία τ ώ ν Έ λ λ ή ν ω ν μ έσ α σ τ ίς χ ώ ρ ε ς υ π ο δ ο χ ή ς τ ο υ ς κ α θ ώ ς ε π ί σ η ς κ α ί τ ή ν κ ο ιν ω ν ικ ο ϊσ τ ο ρ ικ ή π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ α τ ώ ν χ ω ρ ώ ν α υ τ ώ ν , μ ’ έ να σ τρ ω μ έ ν ο , δ ια λ ε κ τ ικ ό τ ρ ό π ο . Ε ίν α ι, κ α τ ά τή γ ν ώ μ η μ α ς , τ ό σ η μ α ν τ ικ ό τ ε ρ ο ά π ό τ ά β ιβ λ ία π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ α ν τ ή ν ίδ ι α ε π ο χ ή , κ ύ ρ ια σ τή ν ’Α μ ε ρ ικ ή ,13 κ α ί π ο ύ ά ν α φ έ ρ ο ν τ α ι σ τή ζω ή κ α ί τ ό έ ρ γ ο τ ώ ν έλ λ ή ν ω ν μ ε τα ν α σ τώ ν . Τ ό δ ε ύ τ ε ρ ο β ιβ λ ίο π ο ύ θ ά μ ά ς ά π α σ χ ο λ ή σ ε ι ε ίν α ι τ ε λ ε ίω ς δ ια φ ο ρ ε τ ικ ό . Γ ρ ά φ τ η κ ε τό 1929 ά π ’ τό ν λ α ο γ ρ ά φ ο , λ ο γο γ ρ ά φ ο , λ ο γο τέ χ ν η κ α ί τ α ξ ι δ ιώ τ η Σ ω κ ρ ά τ η Α . Π ρ ο κ ο π ί ο υ , π ο ύ μ έ χ ρ ι τ ό 1 930 ε ίχ ε έ κ δ ώ σ ε ι τ έ σ σ ερ α β ιβ λ ί α .14 Τ ό β ιβ λ ίο « Ν ε ο έ λ λ η ν ες σ τή ν ’Α σ ία κ α ί ’Α φ ρ ικ ή » ά φ ιε ρ ώ θ η κ ε σ τό ν Σ α λ β α τ ό ρ Ά μ π ρ α β α ν έ λ , έ ν α ν έ λ λ η ν ο ε β ρ α ΐο γ ε ν ν η μ έ ν ο σ τό Β ό λ ο π ο ύ σ π ο ύ δ α σ ε έ λ λ η ν ικ ά σ τή Σ χ ο λ ή τ ή ς Ά δ ρ ι α ν ο ύ π ο λ η ς κ α ί δ η μ ιο ύ ρ γ η σ ε σ τή ν α ύ τ ο κ ρ α τ ο ρ ία τώ ν ρ α π τ ο μ η χ α ν ώ ν Σ ίν γ κ ε ρ σ τή ν Α ίγ υ π τ ο ( γ ιά π ο λ λ ά χ ρ ό ν ια δ ιε υ θ υ ν τ ή ς τ η ς ). 'Ο Π ρ ο κ ο π ίο υ δ ο ύ λ ε ψ ε σ ά ν π α ρ α γ γ ε λ ιο δ ό χ ο ς τ ή ς Σ ίν γ κ ε ρ σ τή ν ’Α φ ρ ικ ή κ α ί γ ι ’ α ύ τ ό β ρ έ θ η κ ε σ έ θέση ν ά σ υ γ γ ρ ά ψ ε ι τ ό β ιβ λ ίο π ο ύ ε ξ ε τ ά ζ ο υ μ ε . Ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς σ τό ν π ρ ό λ ο γ ο το ύ β ιβ λ ίο υ το υ π ρ ο σ π α θ ε ί ν ά δ ε ίξ ε ι δ τ ι τ ό τ ό λ μ η μ ά το υ σ τ ο χ ε ύ ε ι σ τό ν ά δ ώ σ ε ι σ τό ά ν α γ ν ω σ τ ικ ό κ ο ιν ό τ ο υ μ ιά ά π λ ή ιδ έ α γ ι ά τ ή ν κ α τ ά σ τ α σ η τ ώ ν Έ λ λ ή ν ω ν σ τή ν ’Α σ ία κ α ί τ ή ν ’Α φ ρ ικ ή
κ α ί τ ό ρ ό λ ο π ο ύ έ π α ιξ α ν σ τή ν π ο λ ιτ ισ τ ικ ή εξ ύ ψ ω σ η τ ώ ν χ ω ρ ώ ν ύ π ο δ ο χ ή ς το υ ς . Σ το ν πρ ό λ ο γο , ά φ ο ϋ ά ν α φ έρ ετα ι σ τά έργα κ α ί ή μ ε ρ ε ς τ ώ ν Ε λ λ ή ν ω ν σ τ ίς α φ ρ ικ α ν ικ έ ς χ ώ ρ ε ς , ζ η τ ά τ ή ν ά μ εσ η ίδ ρ υ σ η « Υ π ο υ ρ γ ε ίο υ Π α ρ ο ικ ιώ ν » χ ρ η σ ιμ ο π ο ιώ ν τ α ς σ ά ν π ρ ό τ υ π ο τή ν « Ί ν τ έ λ λ ιξ α ν ς Σ έ ρ β ις » , π ο ύ « γ ν ω ρ ίζ ε ι θ α υ μ ά σ ια ό χ ι μ ό ν ο τ ή ν γ ε ω γ ρ α φ ία , τ ί ς θ ρ η σ κ ε υ τ ικ έ ς α ιρ έ σ ε ις κ λ π . κ ά θ ε σ π ιθ α μ ή ς γ η ς τ ή ς Α σ ί α ς κ α ί τ ή ς ’Α φ ρ ικ ή ς κ α ί δ π ο υ ύ π ά ρ χ ε ι, έστω κ α ί έ ν α ς “Α γ γ λ ο ς , ή δ π ο υ ή μ π ο ρ ο ΰ ν ν ά ύ π ά ρ ξ ο υ ν ά γ γ λ ικ ά σ υ μ φ έ ρ ο ν τ α , α λ λ ά ε ίν α ι ενή μ ερ η κ α ί τ ώ ν ο ικ ο γ ε ν ε ια κ ώ ν ά κ ό μ η δ ιε ν έ ξ ε ω ν τ ώ ν ιθ α γ ε ν ώ ν φ υ λ ά ρ χ ω ν . Ή υ π η ρ ε σ ία μ ά λ ισ τ α α υ τή (Ι.Σ .) κ α λ λ ιε ρ γ ε ί π ρ ο β λ έ π τ ικ ώ τ α τ α φ ιλ ίε ς κ α ί σ υ μ π ά θ ε ιε ς μέ π ρ ό σ ω π α ισ χ υ ρ ά μ ισ θ ο δ ο το ύ μ ε ν α κ ρ υ φ ά ή φ α ν ε ρ ά γ ι ά τ ό ε ν δ ε χ ό μ ε ν ο μ ή π ω ς λ ά β η μ ιά μ έ ρ α ή Α γ γ λ ί α τ ή ν α ν ά γ κ η το υ ς » !15 Τ ό β ιβ λ ίο ε ίν α ι γ ρ α μ μ έ ν ο σ τή δ η μ ο τικ ή ά π ’ τή ν α ρ χ ή μ έ χ ρ ι τ ό τ έ λ ο ς κ α ί ο ί ά φ ρ ικ α ν ικ έ ς χ ώ ρ ε ς π ο ύ ε ξ ε τ ά ζ ο ν τ α ι ε ίν α ι ή Α ιθ ι ο π ί α , τ ό Σ ο υ δ ά ν κ α ί ή Α ίγ υ π τ ο ς , π ο ύ κ α λ ύ π τ ο υ ν κ α ί τ ά δ ύ ο τ ρ ίτ α τ ο ύ β ιβ λ ίο υ (σελ. 6 7 -2 1 2 ).
Τ ό γ ρ ά ψ ιμ ο τ ο ΰ Π ρ ο κ ο π ίο υ β ρ ίσ κ ε τ α ι σ τό ά κ ρ ο α ν τ ίθ ε τ ο α ύ τ ο ϋ το ύ Ν ικ ο λ α ΐδ η . ’Ε ν ώ ό Ν ικ ο λ α ΐδ η ς δ ί ν ε ι β α ρ ύ τ η τ α σ τ ίς κ ο ι ν ω ν ικ ο ο ικ ο ν ο μ ικ έ ς κ α ί ισ τ ο ρ ικ έ ς σ υ ν θ ή κ ε ς τώ ν χω ρώ ν ύ π ο δο χή ς, πρ ο το ύ ά ν α φ ερ θ εϊ δ ι ε ξ ο δ ικ ά σ τ ο ύ ς μ ε τ α ν ά σ τ ε ς κ α ί τ ο ύ ς θ ε σ μ ο ύ ς τ ο υ ς , ό Π ρ ο κ ο π ίο υ , π ο ύ γ ρ ά φ ε ι σ ’ έ ν α μ ε ίγ μ α λ ο γ ο τ ε χ ν ία ς π ο ι ό τ η τ α ς κ α ί λ α ϊ κ ή ς ισ τ ο ρ ία ς , δ ί ν ε ι π ρ ο τ ε ρ α ιό τ η τ α σ έ ξ ε κ ο μ μ έ ν α ισ τ ο ρ ικ ά α ν έ κ δ ο τ α κ α ί π ρ ο σ ω π ικ έ ς ισ τ ο ρ ίε ς. Β ά σ η τ ο υ ς ό Έ λ λ η ν α ς , κ ύ ρ ια ό ε μ π ο ρ ε υ ό μ ε ν ο ς , π ο ύ ά φ η σ ε τή μ ικ ρ ή α κ ρ ο γ ια λ ιά γ ιά ν ά σ τ α δ ιο δ ρ ο μ ή σ ε ι μ έ σ α ά π ό χ ι λ ιά δ ε ς ά ν τ ιξ ο ό τ η τ ε ς σ τ ίς μ α κ ρ ιν έ ς ζ ο ύ γ κ λ ε ς κ α ί τ ί ς α τ έ λ ε ιω τ ε ς α φ ρ ικ α ν ικ έ ς ν ύ χ τε ς . Τ ά σ χ ό λ ια το ύ Π ρ ο κ ο π ίο υ γ ιά τ ίς κ ο ιν ω ν ικ έ ς π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ ε ς τ ή ς Μ α ύ ρ η ς Η π ε ί ρ ο υ ε ί ν α ι κ ο φ τ ε ρ ά κ α ί έ ξ υ π ν α , κ α ί τ ό γ ρ ά ψ ιμ ό τ ο υ α π ο τ ε λ ε ί έ να ά π ’ τ ά π ι ό σ τ ρ ω τ ά κ α ί ε ξ ε λ ιγ μ έν α π ο ύ μ π ο ρ ε ί ν ά σ υ ν α ν τ ή σ ε ι κ α ν ε ίς ά π ό έλ λ η ν α λ ο γ ο γ ρ ά φ ο τ ή ς γ ε ν ιά ς τ ο ύ ’30. Τ ό β ιβ λ ίο π α ρ ά δ ο ξ α π ρ ο σ έ χ θ η κ ε ά π ’ τό κ ρ ά τ ο ς . Ό Γ ε ώ ρ γ ιο ς Π α π α ν δ ρ έ ο υ , ύ π ο υ ρ γ ό ς Π α ιδ -ε ία ς σ τ ά 1 9 3 1 , έ σ τε ιλ ε π ρ ό ς τ ο ύ ς γ ε ν ικ ο ύ ς ε π ιθ ε ω ρ η τ έ ς τ ώ ν σ χ ο λ ε ίω ν μ έσ η ς κ α ί δ η μ ο τ ικ ή ς ε κ π α ίδ ε υ σ η ς τ ό π α ρ α κ ά τ ω
Σκίτσο τοϋ Σ. ’Ιωσήφ
45
έ γ γ ρ α φ ο : « Έ χ ο ν τ ε ς ύ π ’ δ ψ ιν τή ν ύ π ’ ά ρ ιθ μ ό ν 84 π ρ ά ξ ιν το ϋ Ε κ π α ιδ ε υ τ ικ ο ύ Γ ν ω μ ο δ ο τ ικ ο ϋ Σ υ μ β ο υ λ ίο υ τ ή ς Μ έ σ η ς Έ κ π α ι δ ε ύ σ εω ς δ ι ’ ή ς γ ν ω μ ο δ ο τ ε ί ύ π έ ρ το ϋ β ιβ λ ίο υ τοϋ Κ ου Σ ω κρ ά το υ ς Α. Π ρ ο κ ο π ίο υ “ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗΝ Α Σ ΙΑ ΚΑΙ Α Φ Ρ Ι Κ Η ” π α ρ α κ α λ ο ϋ μ ε δ π ω ς σ υ σ τή σ η τ ε τή ν α γ ο ρ ά ν τ ο ϋ έν λ ό γω β ιβ λ ίο υ α π ό τ ά ς β ιβ λ ιο θ ή κ α ς τ ώ ν σ χ ο λ ε ίω ν τ ή ς π ε ρ ιφ ε ρ ε ία ς σ α ς δ ι ό τ ι ε ίς α ύ τ ό π α ρ ο υ σ ιά ζ ο ν τ α ι ά γ ν ω σ τ α σ η μ ε ία τ ή ς Ε θ ν ι κ ή ς Ι σ τ ο ρ ία ς , π ρ ο σ έ τ ι δ έ ε ικ ό ν ε ς ξ έ ν ω ν π ο λ ιτ ισ μ ώ ν κ α τ ά τ ρ ό π ο ν επαγω γόν». Ό Π α π α ν δ ρ έ ο υ ε ίχ ε δ ίκ ιο . Ο ί 130 ε ικ ό ν ε ς το ϋ β ιβ λ ίο υ π α ρ ο υ σ ιά ζ ο υ ν θ έ μ α τ α ά π ’ τη ζω ή τ ώ ν π ρ ω τ ό γ ο ν ω ν κ α τ ο ίκ ω ν τ ή ς ’Α φ ρ ικ ή ς , μ έ χ ρ ι τ ή ν π ρ ώ τη φ ω τ ο γ ρ α φ ία το ϋ Χ α ϊλ έ Σ ε λ α σ ιέ σ ά ν α ύ τ ο κ ρ ά τ ο ρ α . Δ έ ν ε ίν α ι γ ν ω σ τ ό σε π ό σ α ά κ ρ ιβ ώ ς ά ν τ ίτ υ π α κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε τ ό β ιβ λ ίο κ α ί ε π ιφ υ λ α σ σ ό μ α σ τ ε ν ά έ π α ν έ λ θ ο υ μ ε λ ε π το μ ε ρ έ σ τε ρ α γ ιά τ ό ν Π ρ ο κ ο π ίο υ . “Ε ν α ά κ ό μ α β ιβ λ ίο π ο ύ β α σ ίζ ε τ α ι κ ύ ρ ια σ τή ν ε ικ ό ν α κ α ί δ ε υ τ ε ρ ε υ ό ν τ ω ς σ τό κ ε ίμ εν ο ε ίν α ι τ ό τ ρ ίτ ο β ιβ λ ίο π ο ύ έ ξ ε τ ά ζ ο υ μ ε , το ύ Ά χ ιλ λ έ α Π α χ τ ίκ ο υ , « Ε ικ ο ν ο γ ρ α φ η μ έ ν η ’Α φ ρ ικ ή » , π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε σ έ δ υ ό τ ό μ ο υ ς μέ τ ό ’ί δ ιο π ε ρ ιε χ ό μ ε ν ο , δ δ ε ύ τ ε ρ ο ς μέ π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ε ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς . Ό π ρ ώ τ ο ς τ ό μ ο ς κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε τ ό 193 3 .κ α ί ό δ ε ύ τ ε ρ ο ς τό 1938. Ή δ ικ ή μ α ς έ ρ ε υ ν α σ τη ρ ίχ τ η κ ε σ τό ν β ' τ ό μ ο , μ ιά κ α ί ό α ' φ α ίν ε τ α ι ό τ ι δ έ ν υ π ά ρ χ ε ι π ο υ θ ε ν ά . Τ ό β ιβ λ ίο το ύ Π α χ τ ίκ ο υ π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι π ο λ λ έ ς κ α ί δ ιά φ ο ρ ε ς π ρ ω τ ο τ υ π ίε ς . Ή π ρ ώ τ η ε ίν α ι δ τ ι κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε - τ ο υ λ ά χ ισ τ ο ν ό π ρ ώ τ ο ς τ ό μ ο ς , τ ό 1 9 3 3 - σ έ 3 0 .0 0 0 ά ν τ ί τ υ π α ,17 τ ιρ ά ζ τ ε ρ ά σ τ ιο γ ιά τ ή ν ε π ο χ ή , ά λ λ ά φ α ίν ε τ α ι δ τ ι ό β ' τ ό μ ο ς δ έ ν τ υ π ώ θ η κ ε σ έ τό σ ο μ ε γ ά λ ο ά ρ ιθ μ ό α ν τ ιτ ύ π ω ν , μ ιά κ α ί κ ό σ τισ ε π ε ρ ί τ ίς 3 .0 0 0 α ιγ υ π τ ι α κ έ ς λ ίρ ε ς, π ο σ ό ν π ο λ ύ μ ε γ ά λ ο γ ιά τή ν ε π ο χ ή , ά λ λ ά π ο λ ύ μ ικ ρ ό γ ιά τ ή ν έξ ό φ λ η σ η ε ν ό ς β ιβ λ ίο υ π ο λ ύ μ ε γ ά λ ο υ σ χ ή μ α τ ο ς σ έ χ α ρ τ ί ίλ ο υ σ τ ρ α σ ιό ν κ α ί μ έ ε κ α τ ο ν τ ά δ ε ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς .18 ’Ά λ λ η π ρ ω τ ο τ υ π ία τ ο ύ β ιβ λ ίο υ ε ίν α ι δ τ ι ο ί σ ε λ ίδ ε ς το υ δ έ ν ε ίν α ι ά ρ ιθ μ η μ έ ν ε ς . Ά π ο τ ε λ ε ΐτ α ι ά π ό 8 5 0 σ ε λ ίδ ε ς κ α ί π ε ρ ιέ χ ε ι 1 .1 5 0 φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς , 'Υ π ά ρ χ ο υ ν σ ε λ ίδ ε ς μ έ 1 2 -1 5 φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς , γ ε γ ο ν ό ς π ο ύ δ ε ίχ ν ε ι τ ό μ ε γ ά λ ο μ έ γ ε θ ο ς τ ή ς σ ε λ ίδ α ς. Ό Π α χ τ ίκ ο ς σ η μ ε ιώ ν ε ι σ τό ν π ρ ό λ ο γ ό το υ δ τ ι δ υ ό ε ίν α ι ο ί κ ύ ρ ιο ι σ κ ο π ο ί το υ : ό π ρ ώ τ ο ς ν ά δ ώ σ ε ι σ τ ο ύ ς ά ν α γ ν ώ σ τ ε ς τ ο υ , κ ύ ρ ια Έ λ λ η ν ε ς έ γ κ α τα σ τη μ έ ν ο υ ς σ τή ν ’Α φ ρ ικ ή , τ ή ν ε υ κ α ιρ ία ν ά γ ν ω ρ ί σ ο υ ν τ ή ν ή π ε ιρ ο έ σ τω κ α ί μέ φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς
46
κ α ί ν ά δ ο ϋ ν τ ί ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς τ ώ ν δ μ ο ε θ ν ώ ν τ ο υ ς π ο ύ δ ια π ρ έ π ο υ ν σ τή δ ιπ λ α ν ή χ ώ ρ α , κ α ί ό δ ε ύ τ ε ρ ο ς ή ε π ιθ υ μ ία τ ο υ ν ά π α ρ α δ ώ σ ει σ τ ο ύ ς μ ε τα γ ε ν έ σ τ ε ρ ο υ ς μ ε λ ετ η τέ ς κ ι ε ρ ευ ν η τέ ς μ ιά π η γ ή π λ η ρ ο φ ο ρ ιώ ν . Έ χ ε ι σ υ ν ε ιδ η τ ο π ο ιή σ ε ι δ τ ι κ α ιν ο ύ ρ ιο ι ά ν ε μ ο ι φ υ σ ο ύ ν σ τή ν ’Α φ ρ ικ ή κ α ί τ ά κ ο μ μ ά τ ια το υ δ ε ίχ ν ο υ ν κ α θ α ρ ά τ ίς κ α ιν ο ύ ρ ιε ς ά ν τ ια π ο ικ ια κ έ ς τ ά σ ε ις τ ο ύ ά φ ρ ικ α ν ικ ο ϋ εθ ν ικ ισ μ ο ύ . Τ ό β ιβ λ ίο ε ξ ε τ ά ζ ε ι κ α τ ά σ ε ιρ ά τ ί ς χ ώ ρ ε ς Σ ο υ δ ά ν , Β ε λ γ ικ ό Κ ο γ κ ό , Ρ ο υ ά ν τ α Ο ύ ρ ο ύ ν τ ι, Τ α γ κ α ν ίκ α , Μ ο ζ α μ β ίκ η , Ρ ο δ ε σ ία κ α ί Α ίγ υ π τ ο . Ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς , π ο ύ γ ρ ά φ ε ι κ ι α ύ τ ό ς σέ σ τρ ω τή δ η μ ο τ ικ ή σ ’ δ λ ο το υ τ ό ο γ κ ώ δ ε ς έ ρ γ ο - ε κ τ ό ς ά π ’ τ ό ν μ ο ν ο σ έ λ ιδ ο π ρ ό λ ο γ ο π ο ύ ε ίν α ι γ ρ α μ μ έ ν ο ς σέ ά π τ α ισ τ η κ α θ α ρ ε ύ ο υ σ α - , έ χ ε ι β ρ ε ι μ ιά μέση ό δ ό γ ιά ν ά π ε ρ ιγ ρ ά φ ε ι τ ό τ α ξ ί δ ι το υ . Ή π ε ρ ιγ ρ α φ ή κ ά θ ε χ ώ ρ α ς ά ρ χ ίζ ε ι ά π ’ τή σ τιγ μ ή τ ή ς ε ισ ό δ ο υ σ τή χ ώ ρ α μέ τ ό τ ρ ο χ ο φ ό ρ ο - τ ό π ε ρ ι γ ρ ά φ ε ι σάν μεγάλο τρ ο χ ο φ ό ρ ο τύ π ο υ τζίπ , δ π ο υ μ ε τ α φ έ ρ ο ν τ α ι ό λ α τ ά ύ π ά ρ χ ο ν τ ά το υ , ο δ η γ ε ί δ ί δ ιο ς κ α ί τ ό ν ξ ε κ ο υ ρ ά ζ ε ι ό μ α ύ ρ ο ς β ο η θ ό ς το υ . Κ α θ ώ ς τ ό τ ρ ο χ ο φ ό ρ ο δ ια σ χ ίζ ε ι τή χ ώ ρ α , ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς ά π ε ι κ ο ν ίζ ε ι τ ί ς εν τ υ π ώ σ ε ις το υ γ ι ά τ ό κ ά θ ε τ ί π ο ύ σ υ ν α ν τ ά σ τό δ ρ ό μ ο : ζ ο ύ γ κ λ α , ιθ α γ ε ν ε ίς μέ τ ά μ -τ ά μ , τ ρ ο π ικ ή ζέ σ τη , α ν τ ικ α τ ο π τ ρ ισ μ ό σ τή ν έρ η μ ο κ τλ . Ε π ω φ ε λ ο ύ μ ε ν ο ς ά π ό κ ά π ο ιο γ ε ω γ ρ α φ ικ ό ή ά λ λ ο ε ρ έθ ισ μ α , ά ρ χ ίζ ε ι στή σ υ ν έ χ ε ια ν ά ά ν α φ έ ρ ε τ α ι σ τή ν ισ τ ο ρ ία τ ή ς χ ώ ρ α ς μέ χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ έ ς λ ε π τ ο μ έ ρ ε ιε ς π ο ύ δ ε ίχ ν ο υ ν ά π ’ τή μ ιά β α θ ιά ε γ κ υ κ λ ο π α ιδ ικ ή κ α ί έ π ισ τη μ ο ν ικ ή μ ό ρ φ ω σ η κ ι ά π ’τή ν ά λ λη σ εβ α σ μ ό σ τ ίς ά γ ρ α φ ε ς π α ρ α δ ό σ ε ι ς τ ώ ν λ α ώ ν , μ ιά κ α ί π ο λ λ έ ς ά π ’ τ ί ς ισ τ ο ρ ίε ς π ο ύ ά π α ρ ιθ μ ε ΐ δ έν ά π ο τ ε λ ο ύ ν κ ε φ ά λ α ια γ ρ α π τ ή ς ισ τ ο ρ ία ς . ’Α φ ο ύ ή ισ τ ο ρ ία τ ή ς χ ώ ρ α ς ά ν α π τ ύ σ σ ε τ α ι μέ π ο λ λ έ ς λ ε π τ ο μ έ ρ ε ιε ς , ό Π α χ τ ίκ ο ς β ρ ίσ κ ε τ α ι - π ά ν τ α τ υ χ α ί α - σ τό μ α γ α ζ ί ή τή φ υ τ ε ία το ύ π ρ ώ τ ο υ Έ λ λ η ν α π ο ύ σ υ ν α ν τ ά σ τό δ ρ ό μ ο τ ο υ σ ’ α υ τή τή χ ώ ρ α , κ α ί ά κ ο λ ο υ θ ε ΐ β έ β α ια ή ισ τ ο ρ ία τ ή ς ε λ λ η ν ικ ή ς κ ο ιν ό τ η τ α ς , τ ή ς ε κ κ λ η σ ία ς , τ ο ύ σ χο λ ε ίο υ - ά ν υ π ά ρ χ ο υ ν β έ β α ια . Μ ε τ ά σ υ ν α ν τ ά δ λ ο υ ς τ ο ύ ς Έ λ λ η ν ε ς τ ή ς π ρ ώ τ η ς π ό λ η ς -σ υ ν ή θ ω ς ή π ρ ω τ ε ύ ο υ σ α — κ α ί τ ο ύ ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίζ ε ι. 'Υ π ά ρ χ ο υ ν τό σ ε ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς Ε λ λ ή ν ω ν σ τό β ιβ λ ίο τ ο ύ Π α χ τ ίκ ο υ , δ σ ε ς δ έ ν ύ π ά ρ χ ο υ ν σ τή ν κ α το χ ή δ λ ω ν μ α ζ ί τ ώ ν ε π ιγ ό ν ω ν τ ώ ν π ρ ώ τ ω ν μ ε τα ν α σ τ ώ ν , κ ι ά π ’ α ύ τή τ ή ν ά π ο ψ η τ ό β ιβ λ ίο ά π ο τ ε λ ε ϊ μ ν η μ ε ίο τ ο ύ ά π ό δ η μ ο υ ελ λ η νισ μ ο ύ κ α ί ν τ ο κ ο υ μ έ ν τ ο τ ή ς κ ο ιν ω ν ικ ή ς ζ ω ή ς τώ ν Ε λ λ ή ν ω ν δ λ η ς τ ή ς ’Α φ ρ ικ ή ς σ τή ν π ε ρ ίο δ ο π ο ύ έ ξ ε τ ά ζ ε τ α ι. Ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς , ά φ ο ύ π ε ρ ν ά μ ε ρ ικ έ ς μ έ
ρ ε ς μέ τ ο ύ ς Έ λ λ η ν ε ς τ ή ς μ ια ς π ό λ η ς κ α ί έ τσ ι β ρ ίσ κ ε ι τ ή ν ε υ κ α ιρ ία ν ά τ ο ύ ς ά ν α φ έ ρ ε ι ό ν ο μ α σ τ ικ ά , ν ά α π α ρ ιθ μ ή σ ε ι τ ά έ π α γ γ έ λ μ α τ ά τ ο υ ς , τ ά ο ικ ο γ ε ν ε ια κ ά δ έ ν τ ρ α , τ ό ν τ ό π ο κ α τ α γ ω γ ή ς κ α ί ά λ λ α έ ν δ ια φ έ ρ ο ν τ α μ ικ ρ ο γ ε γ ο ν ό τ α π ο ύ δ ί ν ο υ ν μ ιά ξ ε χ ω ρ ισ τ ή ε ικ ό ν α σ τό ν α ν α γ ν ώ σ τ η , π ο ύ μ α θ α ίν ε ι μ έ κ ά θ ε μ ικ ρ ο λ ε π τ ο μ έ ρ ε ια τ ί ς κ ο ι ν ω ν ικ έ ς σ υ ν θ ή κ ε ς π ο ύ ζ ο ύ ν κ α ί τ ί ς σ χ έ σ ε ις π ο ύ α ν α π τ ύ σ σ ο ν τ α ι ά ν ά μ ε σ ά τ ο υ ς σ ’ έ ν α π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν σ ά ν α υ τ ό τ ή ς ’Α φ ρ ικ ή ς , σ υ ν ε χ ίζ ε ι τ ή ν π ο ρ ε ία το υ π ρ ό ς τή ν ύ π ό λ ο ιπ η χ ώ ρ α κ α ί τ ά γ ρ α π τ ά κ α ί τ ί ς π α ρ α τ η ρ ή σ ε ις τ ο υ γ ι ά τ ο ύ ς Έ λ λ η ν ε ς π ο ύ ζ ο ϋ ν α κ ό μ α κ α ί σ τ ίς π ι ό ά π ο μ α κ ρ υ σ μ έ ν ε ς π ε ρ ιο χ έ ς τη ς . Ο ί λ ε π τ ο μ ε ρ ε ια κ έ ς π ε ρ ιγ ρ α φ έ ς τ ο ύ Π α χ τ ίκ ο υ α π ο τ ε λ ο ύ ν ά ν α μ φ ισ β ή τ η τ α μ ιά τ ε ρ ά σ τ ια π η γ ή π λ η ρ ο φ ο ρ ιώ ν γ ι ά τ ό ν ε ρ ε υ ν η τή ή μ ελ ετη τή κ α ί α π ’ α ύ τ ή τ ή ν ά π ο ψ η μ π ο ρ ο ύ μ ε ν ά π α ρ α δ ε χ τ ο ύ μ ε δ τ ι ή ε π ιθ υ μ ί α τ ο υ γ ιά τή χ ρ η σ ιμ ο π ο ίη σ η τ ο ύ β ιβ λ ίο υ ά π ’ τ ο ύ ς μ ετέπ ε ιτ α ε ρ ε υ ν η τ έ ς ε κ π λ η ρ ώ θ η κ ε σ τό α κ έ ρ α ιο . Τ ό τ ε λ ε υ τ α ίο β ιβ λ ίο π ο ύ π α ρ ο υ σ ιά ζ ο υ μ ε σ τό σ η μ ε ίω μ α μ α ς ε ίν α ι τ ό β ιβ λ ίο τ ο ύ Μ . Κ. Π α π α μ ιχ α ή λ π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε σ τή ν ’Α λ ε ξ ά ν δ ρ ε ια τ ό 1950 μ έ τ ίτ λ ο « Ά ν ά τή ν ’Α φ ρ ικ ή ν Ε λ λ η ν ισ μ ό ς » κ α ί έ κ δ ό θ η κ ε μ έ δ α π ά ν ε ς τ ο ύ π α τ έ ρ α τ ο υ , Κ. Μ . Π α π α μ ιχ α ή λ . Ό Π α π α μ ιχ α ή λ κ ά ν ε ι π ε ν τ α κ ά θ α ρ η τ ή ν π ο λ ιτ ικ ο ϊδ ε ο λ ο γ ικ ή τ ο υ το π ο θ έ τ η σ η π ρ ο τ ά σ σ ο ν τ α ς τ ί ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς τ ο ύ β α σ ιλ ιά Π α ύ λ ο υ , τ ή ς Φ ρ ε ιδ ε ρ ίκ η ς κ α ί τ ο ύ π ρ ί γ κ ιπ α Π έ τ ρ ο υ , π ο ύ π ρ ο λ ο γ ίζ ε ι τ ό β ιβ λ ίο . 'Υ π ά ρ χ ε ι κ α ί φ ω τ ο γ ρ α φ ία τ ο ύ Π α π ά γ ο υ . Ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς α ν α φ έ ρ ε ι σ τό ν π ρ ό λ ο γ ο το ύ β ιβ λ ίο υ το υ ό τ ι ά ρ χ ισ ε ν ά τ α ξ ι δ ε ύ ε ι σ τή ν ’Α φ ρ ικ ή ά π ’ τ ό 1 9 4 7 , ά λ λ ά έ γ κ α τ έ λ ε ιψ ε τ ή ν π ρ ο σ π ά θ ε ιά τ ο υ ό τ α ν ά ν έ λ α β ε τή δ ιε ύ θ υ ν σ η τ ύ π ο υ τ ή ς ε λ λ η ν ικ ή ς κ υ β έ ρ ν η σ η ς σ τή ν ’Α λ ε ξ ά ν δ ρ ε ια . 'Ο π α τ έ ρ α ς το υ ό μ ω ς ά ν ά λ α β ε τ ή ν ε κ σ τ ρ α τ ε ία σ τή ν ’Α φ ρ ικ ή , π ο ύ κ ρ ά τ η σ ε δ υ ό ο λ ό κ λ η ρ α χ ρ ό ν ια . Τ ό 1 9 5 0 , ύ σ τ ε ρ α ά π ό π ο λ λ ή μ ελ έτη , ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς μ έ τ ό ν π α τ έ ρ α τ ο υ ά π ο φ ά σ ισ α ν ν ά σ υ ν ε χ ίσ ο υ ν κ α ί ν ά ο λ ο κ λ η ρ ώ σ ο υ ν τ ό τ α ξ ί δ ι τ ο υ ς σ τή ν ύ π ό λ ο ιπ η ’Α φ ρ ικ ή . Π ε ρ ή φ α ν ο ς ό Π α π α μ ιχ α ή λ α ν α φ έ ρ ε ι ό τ ι τ ό τ α ξ ί δ ι τ ο υ « δ ιή ρ κ ε σ ε χ ιλ ία ς κ α ί π λ έ ο ν ή μ έ ρ α ς , χ ρ η σ ιμ ο π ο ιή σ α ν τ ε ς ό λ α τ ά σ υ γ κ ο ιν ω ν ια κ ά μ έ σ α , ή τ ο ι ά τ μ ό π λ ο ια θ α λ ά σ σ η ς κ α ί λ ιμ ν ώ ν , π ο τ α μ ό π λ ο ια , ά ε ρ ο π λ ά ν α , ύ δ ρ ο π λ ά ν α , σ ιδ η ρ ο δ ρ ό μ ο υ ς κ α ί α υ τ ο κ ίν η τ α » .19 Δ ιά σ χ ισ α ν « ά ν ω τ ώ ν 5 0 .0 0 0 μ ιλ ίω ν » κ α ί ξό δ εψ α ν σέ να ύ λ α , έξ ο δ α δ ια μ ο ν ή ς κ α ί έκτ υ π ω τ ικ ά τ ο ύ β ιβ λ ίο υ ά ν ω τ ώ ν 5 .0 0 0 λ ιρ ώ ν .
Τ ό β ιβ λ ίο κ α λ ύ π τ ε ι τ ί ς χ ώ ρ ε ς Α ίγ υ π τ ο , Κ υ ρ η ν α ϊκ ή , Σ ο υ δ ά ν , Ε ρ υ θ ρ α ί α , Γ α λ λ ικ ή Σ ο μ α λ ία , Α ι θ ι ο π ί α , Κ έ ν υ α , Ο υ γ κ ά ν τ α , Τ α γ κ α ν ίκ α , Ζ α ν ζ ιβ ά ρ η , Β ε λ γ ικ ό Κ ο γ κ ό , Ν ιγ η ρ ία , Π ο ρ τ ο γ α λ ικ ή ’Α ν α τ ο λ ικ ή ’Α φ ρ ικ ή , Ν ό τ ια Ρ ο δ ε σ ία κ α ί Ν ό τ ια ’Α φ ρ ικ ή . Ή ε κ τ ύ π ω σ ή τ ο υ ά ρ χ ισ ε τ ό ν Α ύ γ ο υ σ τ ο τ ο ύ 1 9 5 0 κ α ί τ έ λ ε ιω σ ε τ ό ν ’Ι ο ύ ν ιο τ ο ύ 1 9 5 1 , κ α ί έ γ ιν ε σ τό Τ υ π ο γ ρ α φ ε ίο τ ο ύ Ε μ π ο ρ ί ο υ σ τή ν ’Α λ ε ξ ά ν δ ρ ε ια . Τ ό β ιβ λ ίο δ ι α φ έ ρ ε ι ρ ιζ ι κ ά ά π ’ τ ά τ ρ ία π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν α , σ τό ό τ ι α φ ή ν ε ι ν ά γ ίν ε ι κ α τ α ν ο η τ ό ά π ’ τ ή ν ά ρ χ ή ό τ ι ε ίν α ι κ α θ α ρ ά ε μ π ο ρ ικ ή υ π ό θ ε σ η . « Ό κ α λ ύ τ ε ρ ο ς τ ρ ό π ο ς ν ά ε π ικ ο ιν ω ν ή σ ε τ ε κ α ί ν ά σ ά ς γ ν ω ρ ίσ ο υ ν ε ίς ’Α φ ρ ικ ή ν ε ίν α ι μ ιά δ ια φ ή μ ισ ις ε ίς αυτό τό β ιβ λ ίο » σ η μ ε ιώ ν ε ι ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς σ τή ν ά ρ χ ή τ ο υ . Κ α ί π α ρ α κ ά τ ω ά ν α φ έ ρ ε τ α ι ό τ ι τ ό β ι β λ ίο α ύ τ ό « κ υ κ λ ο φ ο ρ ε ί ε ις ο λ ό κ λ η ρ ο ν τ ό ν κ ό σ μ ο ν . Θ ά τ ό δ ια β ά σ ο υ ν τ ο υ λ ά χ ισ τ ο ν 1 0 0 .0 0 0 ο μ ο γ ε ν ώ ν μ α ς» . Ή τ ε λ ε υ τ α ία π α ρ α τ ή ρ η σ η μ ά ς δ ί ν ε ι κ α ί τ ό μ έ τρ ο τ ο ύ τ ιρ ά ζ το ύ β ιβ λ ίο υ , π ο ύ θ ά π ρ έ π ε ι ν ά ή τ α ν π ε ρ ί τ ί ς 1 0 -1 5 .0 0 0 . Τ ό β ι β λ ίο ά π ο τ ε λ ε ΐτ α ι ά π ό 7 4 0 σ ε λ ίδ ε ς μέ χ ο ν τ ρ ό ε ξ ώ φ υ λ λ ο , κ α ί π ε ρ ίπ ο υ 5 0 % τ ώ ν σ ελ ίδ ω ν , ά ν ό χ ι π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο , κ α λ ύ π τ ο ν τ α ι ά π ό έ μ π ο ρ ικ έ ς δ ια φ η μ ίσ ε ις . Ή π ε ρ ιή γ η σ η α ρ χ ίζ ε ι ξ ε χ ω ρ ισ τ ά γ ι ά κ ά θ ε χ ώ ρ α α ν α π τ ύ σ σ ο ν τ α ς σ υ ν ο π τ ικ ά τή γ ε ω γ ρ α φ ία κ α ί ισ τ ο ρ ία τ ή ς χ ώ ρ α ς , τ ή ν ισ τ ο ρ ία τ ώ ν Ε λ λ ή ν ω ν κ α ί έ ν α ν κ α τά λ ο γ ο τώ ν ο ν ο μ ά τω ν τ ο υ ς μέ τή ν α π α σ χό λ η σ ή τ ο υ ς σ τά μ ε γ α λ ύ τ ε ρ α κ έ ν τ ρ α τ ώ ν χ ω ρ ώ ν υ π ο δ ο χ ή ς . ’Α κ ο λ ο υ θ ο ύ ν ό δ η γ ίε ς π ρ ό ς τ ο ύ ς μ ε λ λ ο ν τ ικ ο ύ ς μ ε τ α ν ά σ τ ε ς κ α ί α ν α φ ο ρ ά π ο λ ύ π ε ρ ιλ η π τ ικ ή γ ι ά τ ο ύ ς θ ε σ μ ο ύ ς τ ή ς ό μ ο γ έ ν ε ια ς . Τ ό β ιβ λ ίο ε ίν α ι γ ρ α μ μ έ ν ο σ έ σ τρ ω τή κ α θ α ρ ε ύ ο υ σ α κ α ί ή μ ελ έτη τ ο υ δ έ ν π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι μ ε γ ά λ ε ς δ υ σ κ ο λ ίε ς σ τή ν π α ρ α κ ο λ ο ύ θ η σ η τώ ν γ εγο ν ό τω ν π ο ύ ά ν α φ έ ρ ετ α ι λόγω τή ς π λ η θ ώ ρ α ς τ ώ ν δ ια φ η μ ίσ ε ω ν π ο ύ κ ύ ρ ια κ ο σ μ ο ύ ν τ α ι μέ μ ε γ ά λ ε ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς τ ώ ν δ ι α φ η μ ιζ ο μ έ ν ω ν . Ή σ π ο υ δ α ιό τ η τ α τ ο ύ β ιβ λ ίο υ κ ύ ρ ια β ρ ίσ κ ε τ α ι σ ’ α ύ τ έ ς τ ί ς φ ω τ ο γ ρ α φ ίε ς κ α θ ώ ς ε π ίσ η ς κ α ί σ τ ο ύ ς ο ν ο μ α σ τ ικ ο ύ ς κ α τ α λ ό γ ο υ ς ό π ο υ δ ί ν ε τ α ι ή ά σ χ ο λ ία τ ο ύ μ ε τ α ν ά σ τ η , ά λ λ ά ά π ό ά π ο ψ η λ ο γ ο τ ε χ ν ικ ή ς ή ισ τ ο ρ ικ ή ς α ξ ία ς τ ό έ ρ γ ο ύ π ο λ ε ί π ε τ α ι σ η μ α ν τ ικ ά τ ώ ν τ ρ ιώ ν β ιβ λ ίω ν π ο ύ π α ρ ο υ σ ιά σ α μ ε παραπάνω . Τ έ σ σ ε ρ α β ιβ λ ία λ ο ιπ ό ν γ ι ά τ ή ν ’Α φ ρ ικ ή , γ ρ α μ μ έ ν α ά π ό λ ο γ ο γ ρ ά φ ο υ ς , κ α λ λ ιτ έ χ ν ε ς , δ η μ ο σ ιο γ ρ ά φ ο υ ς κ α ί κ ρ α τ ικ ο ύ ς ύ π α λ λ ή λ ο υ ς . Δ ια φ ο ρ ε τ ικ έ ς σ κ έ ψ ε ις κ ι ά ν α λ ύ σ ε ις , δ ι α φ ο ρ ε τ ικ έ ς ε μ π ε ιρ ίε ς , δ ι α φ ο ρ ε τ ικ ο ί σ κ ο
47
π ο ί ίσ ω ς . Τ ί μ π ο ρ ε ί ό μ ε λ ετ η τή ς ή ό ε ρ ε υ ν η τ ή ς ν ά π ά ρ ε ι ά π ’ α υ τ ά τ ά β ιβ λ ία ; Τ ί μ π ο ρ ε ί ν ά σ υ ν ο ψ ίσ ε ι; Ή ά π ο ψ ή μ α ς ε ίν α ι δ τ ι κ α ί τ ά τ έ σ σ ε ρ α β ιβ λ ία , τ ό κ α θ έ ν α ά π ’ τή δ ικ ή τ ο υ σ κ ο π ιά , μ π ο ρ ο ύ ν ν ά β ο η θ ή σ ο υ ν τ ό ν ε ό τ ε ρ ο έ ρ ευ ν η τή σ έ τ ε ρ ά σ τ ιο β α θ μ ό , μ ιά κ α ί ό λ α π α ρ ο υ σ ιά ζ ο υ ν μ έ δ ια φ ο ρ ε τ ικ ό τ ρ ό π ο τ ό ν κ ο ιν ω ν ικ ό π ε ρ ίγ υ ρ ο , τή ζω ή κ α ί τ ο ύ ς θ ε σ μ ο ύ ς τ ώ ν μ ε τ α ν α σ τ ώ ν , τ ί ς ά γ ω ν ίε ς κ α ί τ ά ό ν ε ιρ ά τ ο υ ς . Κ ύ ρ ια ό μ ω ς μ π ο ρ ο ύ ν ν ά ξ ε κ α θ α ρ ίσ ο υ ν μ ιά κ α ί κ α λ ή τ ό π ρ ό β λ η μ α τ ή ς κ α τ α ν ο μ ή ς ε ρ γ α σ ία ς α ν ά μ ε σ α σ τ ο ύ ς μ ε τ α ν ά σ τ ε ς , έ να ισ τ ο ρ ικ ό κ ο ιν ω ν ικ ό δ ε δ ο μ έ ν ο π ο ύ π ά ν ω τ ο υ π ρ έ π ε ι ν ά β α σ ί ζ ε τ α ι μ ιά γ ε ρ ά θ ε μ ε λ ιω μ έ ν η ισ τ ο ρ ικ ή , κ ο ιν ω ν ιο λ ο γ ικ ή ή ισ τ ο ρ ικ ή έ π ισ τ η μ ο ν ικ ή έ ρ ευ ν α . Β έ β α ια τ ό β α σ ικ ό π ρ ό β λ η μ α ε ίν α ι ν ά β ρ ε θ ο ύ ν ο ί μ ελ ε τ η τ έ ς κ α ί ε ρ ε υ ν η τ έ ς π ο ύ θ ά τ ή ν το λ μ ή σ ο υ ν .
Σημειώσεις: 1. Σωκράτης Α. Προκοπίου, «Νεοέλληνες στην ’Α σία καί ’Αφρική: Πρωτοπόροι τοΰ Πολιτισμού», Άθήναι 1930, σελ. 3. 2. Άχιλλέα Παχτίκον «Εικονογραφημένη ’Αφρική», Τόμος Β ' 1938, ’Α λεξάνδρεια. 3. Δές Μητροπολίτου Νουβίας Νικολάου Εΰαγγελίδου, «Ιστορία τοΰ εν Σουδάν Ελληνισμού», ’Αλεξάν δρεια 1925, σελ. 53-63. 4. Δές Β. Μάντξαρη, «Έλληνες λογοτέχνες στή Νότια ’Αφρική», ατό «Διαβάζω» No 37, σελ. 47-52. 5. Δ ές Ε. Mantzaris, «Greek rural settlement in Sou thern Rhodesia 1890-1930», ατό Journal o f the Helle nic Diaspora, Vol. VII, No 1, άνοιξη 1980, σελ. 89-102. 6. Δές Β. Μάντζαρη, «Έλληνες λογοτέχνες», δ.π., σελ. 47. 7. Τό βιογραφικό τον σημείωμα βασίζεται ατό βιβλίο του «’Οδηγός τών ’Ελληνικών Παροικιών τής Νο τίου ’Α φρικής», παράρτημα Β', σελ. 91. 8. Δές άρθρο του «Οί Έλληνες στήν Νότια ‘Αφρική: ’Όνειρα καί προοπτικές», «Νέα ’Ελλάς» 22/9/1921, δνό χρόνια πριν τήν κυκλοφορία τού βιβλίου τον. 9. Συνέντευξη τοΰ συγγραφέα τού παρόντος κειμένου μέ τόν πρωτοπόρο τοΰ έλληνισμοϋ στή Νότια ’Αφρική Ά Θανάση Άθανασόπουλο (ήρθε τό 1905), στό Γιοχάνεσμπουργκ, Μάρτης 1979. 10. Ή μεγάλη απεργία τοΰ 1922, πού κράτησε περί τούς 3 μήνες, παράλυσε τήν οικονομία τής Νότιας ’Αφρι κής, μιά καί οί κυριότερες πηγές πλούτου τής χώρας (μεταλλεία καί μανιφακτοϋρες) γνώρισαν τίς συν έπειες τής μαζικής πάλης τών λευκών εργατών. Ή οικονομία όρθοπόδησε μόνο στά 1926, ένώ ή κυβέρ νηση χτύπησε τούς απεργούς μέ στρατό καί Αστυνο μία. Τήν ίδια ’ε ποχή ή «Νέα ’Ελλάς» βρισκόταν ατά πρόθυρα χρεοκοπίας. Δ ές κύριο άρθρο της 14/4/1922 καί συνεχείς εκκλήσεις τοΰ Νικολαΐδη γιά όλη τήν περίοδο 1922-23. 11. Δές εισαγωγή τοΰ συγγραφέα, σελ. 11 καί 111. 12. «Νέα ’Ελλάς», 24/12/1926, σελ. 4. 13. Άναφέρομαι κύρια στά βιβλία τοΰ Σεραφείμ Κανούτα «Ό ’Ελληνισμός τής ’Α μερικής», Νέα Ύόρκη, Cosmos, 1918, καί ‘Αλεξάνδρου Κρίκου «Ή θέσις τοΰ ’Ελληνισμού έν ’Αμερική», Άθήναι, Μπλαζουδάκής, 1915. '
14. Τά τέσσερα βιβλία είναι «Εις τά Βασίλεια τοΰ Μενελίκ», λαογραφικά σημειώματα (1924), «Έλλην εις τά άδυτα τοΰ Ίσλάμ» (1928), «Σάν ψέματα καί σάν αλήθεια», μικρασιατικό ιστορικό μυθιστόρημα μέ 164 εικόνες (1928), καί «Νεοέλληνες στήν Ά σία καί ’Αφρική: Πρωτοπόροι τοΰ πολιτισμού» (1930), μέ υπότιτλο «Πορτραίτα καί σκίτσα άπ’ τήν Ιστορία καί τά ταξίδια μου μέ εικόνες», πού έκδόθηκε τό 1930 Απ’ τόν εκδοτικό οίκο I. Δ. Σόφιαν ύπουλου, καί είναι τό βιβλίο πού θά μάς Απασχολήσει στή 15. Σ. Προκοπίου, «Νεοέλληνες...», δ.π., σελ. 8. 16. Ή εγκύκλιος στάλθηκε στις 21/4/1931 καί είχε Αρι θμό πρωτοκόλλου 23.648. 17. Δές συνέντευξη τοΰ Παχτίκου σέ συντάκτη τής «Νέας Ελλάδας», 24/3/1930, καί συνεχείς διαφημί σεις γιά τόν α ' τόμο, πού παρουσιαζόταν στήν ίδια εφημερίδα τήν περίοδο 1930-1932. 18. Εισαγωγή στό βιβλίο, σελ. 2. 19. Μ. Παπαμιχαήλ «Ά νά τήν ‘Αφρικήν Ελληνισμός», Αλεξάνδρεια 1950, σελ. 23.
Δέν θά βρείτε ώραιότερο δώρο
(ιδίως άν πρόκειται γιά μορφωμένους αναγνώστες καί άναγνώστριες που ξέρουν νά έκτιμοϋν τό άληθινά ώραΐο ατά λογοτεχνικά κείμενα)
Διαβάστε τό θαυμάσιο βιβλίο ' ' '
Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ
του Πάουλ Ντήναχ
(σελ. 832, τιμή 900 δρχ.)
Τό έχει γράψει ό άνθρωπος πού είχε καθαρότατες άναμνήσεις άπό μιά προΰ παρξη. ’Έζησε δυό ζωές καί τίς άφηγεΐται μέ κάθε λεπτομέρεια. Κριτική έκδοση (Β' έκδ. 1979) άπό τόν καθηγ. Γ. Παπαχατζή. ’ Ε ξ ω τ ε ρ ι κ ή ό ψη : "Ενα θαυμάσιο ταξίδι στις κυριότερες περιοχές τής Εύρώπης, σέ εποχές πού θά ζοϋν οι άπόγονοι των σημερινών Εύρωπαίων. Ωραιότατα κείμενα ταξιδιωτικής πεζογραφίας. Β α θ ύ τ ε ρ η ο ϋ σ ί α : Ή συνεχιζόμενη πέρα άπό τά δικά μας χρόνια ιστορική πορεία τών εύρωπαϊκών λαών (τελευταίο πέμπτο τού 20οϋ αιώνα, ό 21ος καί οί έπόμενοι). Συνάμα ή παραλληλόδρομη ισόχρονη έξελικτική πορεία τού δυτικού πολιτισμού. Έχετε διαβάσει τήν 'Ιστορία τού πολιτισμού τής άνθρωπότητας; (Ούνέσκο). Έχετε διαβάσει τήν Παγκόσμια ιστορία τού πολιτισμού τού Ούΐλ Ντιούραντ; Έχετε διαβάσει τήν 'Ιστορία τού εύρωπαϊκού πνεύματος τού Παναγ. Κανελλόπουλου; Όλα αύτά τά έργα δέν προχωρούν πέρα άπό τήν έποχή μας. Ή «Κοιλάδα τών Ρόδων» άπεικονίζει μέ τρόπο προφητικό καί ένορατικό μελλοντικές έποχές μεγά λης πολιτιστικής άκμής καί μέ μακροχρόνια διάρκεια. Διαβάζοντας τό έξαιρετικό αύτό βιβλίο είναι ωσάν νά κατέχετε έναν τελευταίο τόμο τής ιστορίας τών λαών τής Εύρώπης. Θά έχετε έτσι ένα μ έ τ ρ ο ά ξ ι ο λ ο γ ι κ ή ς σ ύ γ κ ρ ι σ η ς τών θεσμών τής τωρινής μας έποχής, τών πολιτευμάτων μας, τών κοινωνικών μας συστημάτων, τής σημερινής επιστήμης καί καλλιτεχνίας καί γενικά τού πολιτισμού μας σέ σύγ κριση μέ τά μελλοντικά κείνα πλαίσια κοινωνικής καί πνευματικής ζωής. Τό διάβασμα θά πρέπει νά γίνει μέ τή σειρά (καί όχι άποσπασματικά). Π ρ ι ν ό μ ω ς τ ό ά ρ χ ί σ ε τ ε ένημερωθείτε γιά τή βαθύτερη άξια τού βιβλίου, λαβαίνον τας γνώση τών τελευταίων του σελίδων 745 έως 832. Μπορείτε νά τηλεφωνήσετε στον μεταφραστή (τόν καθήγ. Γ. Παπαχατζή) γιά κάθε σας άπορία (πρωινό τηλέφωνο 717.072) (άπόγεμα 6 έως 8 στόν άριθμό 721575). Ώρες νωρίς τό άπόγεμα 4.30 έως πεντέμισι: 717072 Β ι β λ ι ο π ω λ ε ί α : Κολλάρος (Σόλωνος 60) Έλευθερουδάκης (Νίκης 4) Σιδέρης (Σταδίου 44) Γρήγορης (Σόλωνος 71j Γρηγοριάδης (Φειδίου 2) Δωδώνη (Λάζου) (’Ασκληπιού 3) Κεντρική πώληση στόν «Πύρινο Κόσμο» (Ίπποκράτους 33). Τηλέ φωνο τού «Πύρινου Κόσμου» 3602883. Στή Θεσσαλονίκη Μπαρμπουνάκης καί Ρα γιάς.
49
Μάκης X. Μηλάτος
Ελληνική rock βιβλιογραφία Είναι σαφές δτι, δταν κάποιος χώρος πραγμάτων άρχίζει, γιά διάφορους λόγους, πού συνήθως ορίζονται, νά γίνεται δημοφιλής, άρα πρόσφορος γιά κατανάλωση, ένα σύνολο εμπορικής παραγωγής -συνήθως άσχετο μέ τήν αίσθηση πού εκπέμπει ό χώρος— στήνεται γιά νά παράξει καί νά προσφέρει σέ μαζική κατανάλωση διά φορα προϊόντα. 'Όταν λοιπόν τό rock’n’roll άρχισε καί στήν Ε λλά δα νά γίνεται δημοφιλές —περίπου πρίν από δύο χρόνια—στήθηκε ένας ανάλογος μηχανισμός. Κ ο ν κ ά ρ δ ε ς , ά φ ίσ ε ς , μ π λ ο υ ζ ά κ ια , σ το λ έ ς κ α ί μ ο ν τ ε λ ά κ ια ρ ό κ , γ ρ α φ ε ία ό ρ γ α ν ώ σ ε ω ς σ υ ν α υ λ ιώ ν , μ ο υ σ ικ έ ς τ α ιν ίε ς , π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο ι δ ίσ κ ο ι, μ π λ ά -μ π λ ά σ τις ε φ η μ ε ρ ίδ ε ς , σ ε λ ίδ ε ς ά φ ιε ρ ω μ έ ν ε ς σ τό ρόκ άπό π ε ρ ιο δ ικ ά ά σ χ ε τ α , έ τ α ιρ ίε ς π α ρ α γ ω γ ή ς κ α ί, φ υ σ ικ ά , β ιβ λ ία ... Π ρ ίν ά π ’ α ύ τ ό τ ό « μ π ά μ » , κ α μ ία κ ίνη σ η δ έ ν ε ίχ ε γ ίν ε ι σ τό χ ώ ρ ο , μ ιά ς κ ι δ λ ε ς ο ί r o c k ’n ’ro ll σ υ ν ε ιδ ή σ ε ις π ε ρ ίμ ε ν α ν τή ν ε υ κ α ιρ ία γ ιά ν ά δ ε ίξ ο υ ν τ ί ς « δ υ ν α τ ό τ η τ έ ς » το υ ς . Α υ τ ή ή π α ν τ ε λ ή ς ά ν υ π α ρ ξ ία β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία ς σ χ ε τ ικ ή ς μέ τ ό r o c k ’n ’ro ll έ μ π ό δ ιζ ε τό ν έλ λ η ν α ά κ ρ ο α τ ή ( π ο ύ δ έ ν ξ έ ρ ε ι τέ λ ε ια ά γ γ λ ικ ά ) ν ά ε π ικ ο ιν ω ν ή σ ε ι μέ τ ό θ ε ω ρ η τ ικ ό π ε ρ ιε χ ό μ ε ν ο το ύ r o c k ’n ’ro ll, κ α ί σ υ γ κ ε κ ρ ι μ έ ν α μέ τ ό σ τ ίχ ο το υ . Β έ β α ια π ά ν τ α υ π ή ρ χ α ν τ ά π ε ρ ιο δ ικ ά π ο ύ έ π α ιξ α ν έ να σ υ γ κ ε κ ρ ιμ έ ν ο κ α ί σ η μ α ν τ ικ ό ρ ό λ ο σ τή γ ε ν ικ ή π λ η ρ ο φ ό ρ η σ η τ ο ύ ά κ ρ ο α τ ή . ’Α γ ν ό η σ α ν δ μ ω ς δ λ α τ ό σ τ ίχ ο τ ο ύ r o c k ’ n ’ro ll ή ά σ χ ο λ ή θ η κ α ν μ ’ α ύ τ ό ν ά π ο σ π α σ μ α τ ικ ά κ α ί τ υ χ α ία . Κ α ί έ ντ έλ ε ι, ά λ λ ο π ε ρ ι ο δ ικ ό κ ι ά λ λ ο β ιβ λ ίο . Μ έ σ α , λ ο ιπ ό ν , σ τ ά ά λ λ α π ρ ο β λ ή μ α τ α π ο ύ τό ρόκ σ υνα ντούσ ε γ ιά ν ά έντα χθεϊ ό ρ γα ν ικ ά σ τό ν π α ρ α δ ο σ ια κ ό ( μ ο υ σ ικ ά ) κ α ί α ρ ν η τ ικ ό ( τ ο υ λ ά χ ισ τ ο ν σ τό ε ίδ ο ς ) ε λ λ η ν ικ ό χ ώ ρ ο ή τ α ν κ ι α ύ τ ό : δ τ ι ο ί π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο ι ά κ ρ ο α τ έ ς τ ο ύ r o c k ’n ’ro ll, δ ν τ α ς έκ τ ώ ν π ρ α γ μ ά τ ω ν έξω ά π ’ τή ν α ίσ θ η σ η κ α ί τ ή ν π α ρ ά δ ο σ η τ ο ύ ρ ό κ , δ έ ν είχ α ν , κ α ί τή δ υ ν α τ ό τ η τ α ν ά . μ ά θ ο υ ν τή ν ισ τ ο ρ ία το υ κ α ί κ υ ρ ίω ς ν ά
50
’ρ θ ο υ ν σέ ε π α φ ή μέ τ ή ν α ίσ θ η σ ή το υ κ α ί τή ν ά π ο ψ ή το υ . " Ο τα ν λ ο ιπ ό ν ή λ έξ η - μ ό ν ο ρ ό κ ά ρ χ ισ ε ν ά γ ίν ε τ α ι δ η μ ο φ ιλ ή ς μ έσ α ά π ό τή ν ε π ιτ υ χ ία κ ά π ο ιω ν κ α λ ώ ν γ κ ρ ο ύ π , ά λ λ ά κ υ ρ ίω ς μέσ α ά π ό τή ν ε π ιτ υ χ ία π ο λ ύ κ α κ ώ ν κ α ί κ α θ ό λ ο υ ρ ό κ γ κ ρ ο ύ π , μ ιά μ η χ α ν ή π α ρ α γ ω γ ή ς β ιβ λ ίω ν σ τή θ η κ ε. ’Ε κ δ ό τ ε ς π ο ύ « μ υ ρ ίσ τ η κ α ν » λ ε φ τ ά κ α ί ά τ ο μ α π ο ύ φ ιλ ο δ ο ξ ο ύ σ α ν ν ά γ ίν ο υ ν έ κ δ ο τ ε ς ά π ο φ ά σ ισ α ν ν ά κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ο υ ν κ ά π ο ιο ( α ) ρ ό κ β ιβ λ ίο ( α ) . Ό λ ’ α ύ τ ά τ ά β ιβ λ ία (4 0 τ ό ν ά ρ ιθ μ ό π ε ρ ίπ ο υ ) π α ρ ο υ σ ιά ζ ο ν τ α ι μέ δ ύ ο μ ο ρ φ έ ς : ή σ ά ν β ιο γ ρ α φ ία , π ο ύ σ τό τέ λ ο ς π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι κ α ί σ τ ίχ ο υ ς μ ε τα φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς , ή σ ά ν α π λ ή μ ε τά φ ρ α σ η τ ρ α γ ο υ δ ιώ ν δ ίπ λ α ά π ό τ ό π ρ ω τ ό τ υ π ο κ ε ίμ ε ν ο (ό δ ε ύ τ ε ρ ο ς τ ρ ό π ο ς ε ίν α ι κ α ί ό π ι ό δ ια δ ε δ ο μ έ ν ο ς , ά φ ο ϋ ε ί ν α ι ε υ κ ο λ ό τ ε ρ ο ς κ α ί φ τη ν ό τ ε ρ ο ς). "Α ν θε λ ή σ ο υ μ ε ν ά δ ο ύ μ ε σ υ ν ο π τ ικ ά δ λ ε ς α υ τ έ ς τ ί ς ε κ δ ό σ ε ις , α ν α ζ η τ ώ ν τ α ς έ ν α γ ε ν ικ ό σ υ μ π έ ρ α σ μ α , ε ίν α ι π ο λ ύ ε ύ κ ο λ ο ν ά τ ίς ο ν ο μ ά σ ο υ μ ε ά π ο τ υ χ η μ έ ν ε ς . Κ α ί ο ί λ ό γ ο ι ε ίν α ι δ ύ ο : π ρ ώ τ ο ν , δ τ ι ο ί ε κ δ ό τ ε ς ε ίν α ι ά σ χ ε τ ο ι, ε ίτ ε ά π ’ α ρ χ ή ς ε ίτε έ ντ έλ ε ι, μέ τ ό α ν τ ικ ε ί μ ε ν ο , ά ρ α ά ν ίκ α ν ο ι ν ά έ π ιλ έ ξ ο υ ν σ υ γ γ ρ α φ έ α , ν ά έ λ έ γ ξ ο υ ν τή ν π ο ιό τ η τ α , τ ή ν π λ η ρ ό τ η τ α κ α ί τή ν « έ ξ ε ιδ ικ ε υ μ έ ν η » α ισ θ η τ ικ ή το ύ β ιβ λ ίο υ · κ α ί, δ ε ύ τ ε ρ ο ν , δ τ ι τ ό 9 9 % τ ώ ν β ι β λ ίω ν π ο ύ έ χ ο υ ν ώ ς τ ώ ρ α έ κ δ ο θ ε ϊ σ τ ε ρ ο ύ ν τ α ι σ υ γ γ ρ α φ έ α . Τ ό ν π ρ ώ τ ο λ ό γ ο δ έ ν χ ρ ε ιά ζε τα ι ν ά τόν άναλύσ ουμ ε π α ρ α π έρ α . Σ τόν δ ε ύ τ ε ρ ο δ μ ω ς α ξ ίζ ε ι ν ά σ τ α θ ο ύ μ ε π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο · ά ν ε ξ α ιρ έ σ ο υ μ ε τ ά , κ υ ρ ιο λ ε κ τ ικ ά ,
έ λ ά χ ισ τ α β ιβ λ ία π ο ύ έ χ ο υ ν σ υ γ γ ρ α φ έ α , τ α ύ π ό λ ο ιπ α χ ω ρ ίζ ο ν τ α ι σέ δ ύ ο κ α τ η γ ο ρ ίε ς : σ ’ α υ τ ά π ο ύ π ε ρ ιλ α μ β ά ν ο υ ν μ ό ν ο μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς σ τ ίχ ο υ ς , κ α ί σ ’ α ύ τ ά π ο ύ , ε κ τ ό ς α π ό τ ο ύ ς σ τ ίχ ο υ ς , ύ π ά ρ χ ε ι κ α ί μ ιά ά ν ά λ υ σ η ε ίτε γ ύ ρ ω ά π ό τ ό γ κ ρ ο ύ π ή τ ό ν κ α λ λ ιτ έ χ ν η σ τό (ν) ό π ο ιο ά ν ή κ ο υ ν ο£ σ τ ίχ ο ι ε ίτ ε γ ύ ρ ω ά π ό τή σ υ ν ο λ ικ ή μ ο ρ φ ή τ ο ύ r o c k ’n ’r o ll (σ ’ α ύ τή τή δ ε ύ τε ρ η κ α τ η γ ο ρ ία π ρ έ π ε ι ν ά σ υμ π ε ρ ιλ η φ θ ο ύ ν κ α ί μ ε ρ ικ ά β ιβ λ ία π ο ύ π ε ρ ι έ χ ο υ ν κ ά π ο ιε ς θ ε ω ρ η τ ικ έ ς α ν α λ ύ σ ε ις γ ύ ρ ω ά π ό τ ό ρ ό κ α λ λ ά β α σ ίζ ο ν τ α ι σέ τ έ τ ο ιο β α θ μ ό σέ ξ έ ν α π ρ ω τ ό τ υ π α π ο ύ ή δ ο υ λ ε ιά το ύ έλ λ η ν α σ υ γ γ ρ α φ έ α κ α θ ώ ς κ ι ό ρ ό λ ο ς το υ στή δ ια μ ό ρ φ ω σ η το ύ ύ φ ο υ ς κ α ί τ ο ύ π ε ρ ι ε χ ο μ έ νο υ ε ίν α ι μ η δ α μ ιν ό ς ). Κ α ί ο ί δ ύ ο α ύ τ έ ς κ α τ η γ ο ρ ίε ς β ιβ λ ίω ν σ τε ρ ο ύ ν τ α ι ε φ ο δ ίω ν γ ι ά ν ά θ ε ω ρ η θ ο ύ ν σ η μ α ν τ ικ έ ς , π ρ ώ τ ο , γ ια τ ί π α ρ ο υ σ ιά ζ ο υ ν σ η μ α ν τ ικ ά λ ά θ η σ τή μ ε τ ά φ ρ α σ η κ α ί, δ ε ύ τ ε ρ ο , γ ι α τ ί ή π ρ ο χ ε ιρ ό τ η τ α ( το ύ σ τύ λ « ν ά π ρ ο λ ά β ο υ μ ε τ ή σ α ιζ ό ν » ) ε ίν α ι ε μ φ α ν ή ς . Β έ β α ια δ έ ν μ π ο ρ ε ί ν ’ ά ρ ν η θ ε ΐ κ α ν ε ίς τ ίς δ υ σ κ ο λ ίε ς τ ή ς ά γ γ λ ικ ή ς γ λ ώ σ σ α ς ( κ α ί σ τή ν α μ ε ρ ικ ά ν ικ η έκ δ ο σ ή τη ς ) κ α ί κ υ ρ ίω ς τ ίς δ υ σ κ ο λ ίε ς π ο ύ π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι ό σ τ ίχ ο ς το ύ ρ ό κ , ά φ ο ϋ , σ ά ν λ α ϊκ ή μ ο υ σ ικ ή π ο ύ ε ίν α ι, χ ρ η σ ιμ ο π ο ιε ί π ά μ π ο λ λ ο υ ς ιδ ιω μ α τ ισ μ ο ύ ς κ α ί φ ρ ά σ ε ις τ ή ς ά ρ γ κ ώ . ’Ε π ι π λ έ ο ν ό έλλη ν α ς μ ε τ α φ ρ α σ τ ή ς ε ίν α ι μ α κ ρ ιά ά π ό τ ή ν α ι σ θ η τικ ή τ ο ύ χ ώ ρ ο υ , μ α κ ρ ιά ά π ό τ ή ν ά γ γ λ ικ ή γ λ ώ σ σ α , π ο ύ δ ι α μ ο ρ φ ώ ν ε τ α ι κ ά θ ε μ έρ α , μ α κ ρ ιά ά π ό τ ο ύ ς ιδ ιω μ α τ ισ μ ο ύ ς κ α ί τ ίς r o c k ’n ’ro ll έ κ φ ρ ά σ ε ις , μ α κ ρ ιά ά π ό τ ό ν τ ρ ό π ο ζω ή ς. ”Α ν σ ’ α ύ τ ά τ ά π ρ ο β λ ή μ α τ α π ρ ο σ τ ε θ ε ί κ α ί ή έ λ λ ε ιψ η - ά π ό τή μ ε ρ ιά τ ώ ν μ ε τ α φ ρ α σ τ ώ ν — γ ν ώ σ ε ω ν π ά ν ω σ τή δ ο μ ή κ α ί τ ή ν α ισ θ η τ ικ ή τ ή ς π ο ίη σ η ς κ α ί τ ο ύ τ ρ α γ ο υ δ ιο ύ , τ ά π ρ ά γ μ α τ α γ ίν ο ν τ α ι ά κ ό μ α χ ε ιρ ό τερα. Έ τ σ ι , λ ο ιπ ό ν , ό ά ν α γ ν ώ σ τ η ς π ο ύ θ ά θ ε λ ή σ ε ι ν ά ’ρ θ ε ι σέ έ π α φ ή μ έ τ ό σ τ ίχ ο το ύ r o c k ’n ’ro ll ( κ υ ρ ίω ς τ ο ύ σ ύ γ χ ρ ο ν ο υ , μ ιά ς κ ι ό λ α τ ά β ιβ λ ία ά ν α φ έ ρ ο ν τ α ι σ ’ α ύ τ ό ) μ έσ α ά π ό τ ά ύ π ά ρ χ ο ν τ α β ιβ λ ία , θ ά π ά θ ε ι δ ιπ λ ό κ α κ ό : π ρ ώ τ α , θ ά δ ε χ τ ε ί μ ιά δ ια σ τρ ε β λ ω μ έ ν η ά π ο ψ η γ ιά τ ό ν ό η μ α τ ώ ν σ τ ίχ ω ν κ α ί, δ ε ύ τ ε ρ ο κ α ί κ υ ρ ιό τ ε ρ ο , θ ά ά π ο κ τ ή σ ε ι μ ιά λ α ν θα σ μ έ ν η ε ν τ ύ π ω σ η γ ι ά τ ή ν α ίσ θ η σ η κ α ί τή ν α ισ θ η τ ικ ή τ ώ ν σ τ ίχ ω ν τ ο ύ r o c k ’n ’ro ll ( κ α ί σ υ ν α κ ό λ ο υ θ α γ ι ά όλ η τ ή ν ά π ο ψ ή το υ ). Έ τ σ ι , τε λ ικ ά , π α ρ ’ ό τ ι θ ά ’χ ε ι τ ή ν έ ντ ύ π ω σ η ό τ ι τ ώ ρ α « ξ έ ρ ε ι» , θ ά ’ν α ι π ο λ ύ μ α κ ρ ιά ά π ’ α ύ τή τή σ υ ν ο λ ικ ή κ α τ ά σ τ α σ η π ο ύ λ έ γ ε τ α ι ρ ό κ κ α ί π ο ύ ό μ ό ν ο ς τ ρ ό π ο ς γ ιά ν ά ’ρ θ ο υ μ ε σέ έ π α φ ή μ α ζ ί το υ ε ίν α ι ή γ ν ώ σ η , ά φ ο ύ α ν α γ κ α σ τ ικ ά ε ίμ α σ τ ε μ α κ ρ ιά ά π ό τ ά
γ ε γ ο ν ό τ α κ α ί τή δ ια μ ό ρ φ ω σ η το ύ ρ ό κ κ α ί δ ,τ ι γ ίν ε τ α ι τ ό π λ η ρ ο φ ο ρ ο ύ μ α σ τ ε εκ τ ώ ν ύσ τέ ρ ω ν . Ή δ ε ύ τε ρ η κ α τ η γ ο ρ ία β ιβ λ ίω ν τ ώ ρ α , π ο ύ ε κ τ ό ς ά π ό σ τ ίχ ο υ ς π ε ρ ιέ χ ο υ ν κ α ί κ ά π ο ιε ς ά π ό ψ ε ις : Α ύ τ ή , ε κ τ ό ς ά π ό τ ό π ρ ό β λ η μ α τ ή ς μ ε τ ά φ ρ α σ η ς , π ο ύ ισ χ ύ ε ι κ ι ε δ ώ έ σ τω κ α ί σέ π ι ό μ ικ ρ ή κ λ ίμ α κ α , π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι κ α ί μ ε ρ ικ ά ά λ λ α π ο ύ ά ξ ίζ ε ι κ α ί π ρ έ π ε ι ν ά σ η μ ε ιώ σ ω : Τ ά π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ α ά π ’ α ύ τ ά τ ά κ ε ίμ ε ν α π ο ύ φ έ ρ ο ν τ α ι ν ά έ χ ο υ ν έ λ λ η ν α σ υ γ γ ρ α φ έ α ε ίν α ι σ τή ν ο ύ σ ία μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν α κ α ί ο ί π α ρ ε μ β ο λές τ ο ύ ε δ ώ σ υ γ γ ρ α φ έ α ε ίν α ι ε λ ά χ ισ τ ε ς κ α ί ά π ό ά ν ά γ κ η (έ χ ο υ μ ε ε δ ώ έ ν α π ρ ώ τ ο π α ρ ά δ ε ιγ μ α τ ο ύ π ό σ ο ε ύ κ ο λ α ή π ρ ο σ ω π ικ ή φ ιλ ο δ ο ξ ία π α ρ α μ ε ρ ίζ ε ι τή ν α ιδ ώ ) . Έ ν α ά λ λ ο π ρ ό β λ η μ α α ύ τ ώ ν τ ώ ν β ιβ λ ίω ν ε ίν α ι τ ά κ ε ν ά π ο ύ π α ρ ο υ σ ιά ζ ο υ ν , μ ιά ς κ α ί τ ά κ ε ίμ ε ν α π ο ύ έ χ ο υ ν χ ρ η σ ιμ ο π ο ιη θ ε ί σ ά ν β ο η θ ή μ α τ α (;) ή έ χ ο υ ν ά λ λ ο σ τό χ ο ή έ χ ο υ ν γ ρ α φ τ ε ί σ έ ά λ λ ο υ ς κ α ιρ ο ύ ς . Σ ’ α ύ τά τ ά κ εν ά π ρ έ π ει, δ υ σ τυχώ ς, ν ά π ρ ο σ θ έ σ ο υ μ ε κ α ί τ ή ν έλ λ ε ιψ η ο λ ο κ λ η ρ ω μ έ νω ν γνώ σεω ν ά π ό τό ν έλληνα μ ετα φ ρ α σ τή σ υ γ γ ρ α φ έ α , π ο ύ κ ά ν ο υ ν α ύ τ έ ς τ ί ς ε κ δ ό σ ε ις κ α κ έ ς κ α ί λ ειψ έ ς. Γ ιά ν ά ’ρ θ ο υ μ ε , τ έ λ ο ς , σ τή ν τ ρ ίτ η κ α τ η γ ο ρ ία α ύ τ ώ ν τ ώ ν ε κ δ ό σ ε ω ν . Σ ’ α ύ τ έ ς π ο ύ δ ι α θ έ τ ο υ ν σ υ γ γ ρ α φ έ α ό χ ι σ τό π ε ρ ίπ ο υ ( τ έ τ ο ια δ ιε υ κ ρ ίν ισ η μ ό ν ο σ ’ α ύ τ ό τ ό ν τ ό π ο μ π ο ρ ο ύ σ ε ν ά γ ίν ε ι ) , ά λ λ ά σ υ γ γ ρ α φ έ α π ο ύ ν ά τ ο ύ ά ν ή κ ε ι ή δ ο μ ή κ α ί ή α ισ θ η τ ικ ή τ ο ύ κ ε ι μ έ ν ο υ . Α ύ τ ά τ ά β ιβ λ ία ε ίν α ι έ λ ά χ ισ τ α (μ ε τ ρ ιο ύ ν τ α ι κ υ ρ ιο λ ε κ τ ικ ά σ τ ά δ ά χ τ υ λ α το ύ έ ν ό ς χ ε ρ ιο ύ ) κ α ί δ υ σ τ υ χ ώ ς ν ιώ θ ω π ώ ς π ρ έ π ε ι κ α ί γ ι ’ α ύ τ ά ν ά έ κ φ ρ ά σ ω ε π ιφ υ λ ά ξ ε ις . Κ ι εδώ ό χ ι τό σ ο γ ιά τή ν «πένα » τώ ν σ υ γ γ ρ α φ έ ω ν , π ο ύ ό ν τ ω ς ε ίν α ι π ο λ ύ κ α λ ή σ ’ ό λ ε ς τ ί ς π ε ρ ιπ τ ώ σ ε ις , ά λ λ ά κ υ ρ ίω ς γ ι ά τή σχέσ η π ο ύ έ χ ο υ ν , ο ί π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο ι ά π ’ α ύ τ ο ύ ς , μέ τ ό r o c k ’n ’ro ll. Ε ίν α ι π ι ά γ ν ω σ τ ό κ α ί χ ιλ ιο ε ιπ ω μ έ ν ο - κ α ί ζ η τ ά ω σ υ γ χ ώ ρ ε σ η γ ι ά τ ή ν ε π α ν ά λ η ψ η - ό τ ι τ ό r o c k ’n ’ro ll ε ίν α ι μ ία σ υ ν ο λ ικ ή κ α τ ά σ τ α σ η , ε ίν α ι τ ρ ό π ο ς ζ ω ή ς , ε ίν α ι κ ο σ μ ο θ ε ω ρ ία , ε ίν α ι ά π ο ψ η , ε ί ν α ι α ισ θ η τ ικ ή ά π ο ψ η γ ι ά μ ο υ σ ικ ή , ζ ω γ ρ α φ ικ ή , λ ό γ ο κ λ π . κ ι έ χ ε ι μ ία ο ύ σ ια σ τικ ή τρ ια ν τ ά χ ρ ο ν η ισ τ ο ρ ία . Έ τ σ ι , λ ο ιπ ό ν , θ ά π ρ έ π ε ι ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς π ο ύ κ α τ α π ιά ν ε τ α ι μέ τ ό r o c k ’n ’ro ll ν ά ε ίν α ι κ ι ό ’ί δ ιο ς r o c k ’n ’ro ll - μ ό ν ο ς τ ρ ό π ο ς ν ά έ κ φ ρ α σ τ ε ί « σ ω σ τά » κ ι ά λ η θ ιν ά κ ι έ τσ ι ν ά δ ι α φ υ λ α χ τ ε ϊ κ α ί ή ο ύ σ ία τ ο ύ r o c k ’n ’ro ll κ α ί φ υ σ ικ ά ή ά ξ ιο π ρ έ π ε ια ά π έ ν α ν τ ι σ τό ν ά ν α γ ν ώ σ τ η . Ο ί λ ίγ ε ς ε ξ α ιρ έ σ ε ις τ ο ύ κ α ν ό ν α δ έ ν σ ώ ζ ο υ ν τ ή ν κ α τ ά σ τ α σ η κ α ί κ υ ρ ίω ς δ έ ν ά π ο τ ε -
51
δ λ α α υ τ ά δ έ ν π α ρ α σ ύ ρ ε τ α ι σέ μ ε λ ο δ ρ α μ α τ ι σ μ ο ύ ς π ο ύ π ρ ο ξ ε ν ε ί ή λ α τ ρ ε ία ο ύ τε σέ κ α κ ο ή θ η κ ρ ιτ ικ ή π ο ύ π ρ ο κ α λ ε ΐ ό ε γ ω κ ε ν τ ρ ι σ μ ό ς. Π λ έκ ε ι έ να κ ε ίμ εν ο γ ε μ ά τ ο ά π ’ τ ή ν α ί σ θη ση τ ο ύ r o c k ’n ’ro ll, μ ’ α φ ο ρ μ ή τή ζω ή , τ ό έ ρ γο κ α ί τή ν ε π ο χ ή το ύ D y la n . Τ ά π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ α κ ε φ ά λ α ια έ χ ο υ ν σ ά ν α φ ο ρ μ ή τ ο ύ ς δ ίσ κ ο υ ς τ ο υ , ά λ λ ά ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς δ έ ν σ τ α μ α τ ά ε ι σ ’ α ύ τ ο ύ ς · π ε ρ ιγ ρ ά φ ε ι τ ό π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν , σ χ ο λ ιά ζ ε ι τ ο ύ ς σ τίχ ο υ ς , ά ν α ζ η τ ά ε ι... χ τ ίζ ε ι κ ο μ μ ά τ ι κ ο μ μ ά τ ι α ύ τ ό τό β ιβ λ ίο ξ ε κ ιν ώ ν τ α ς ά π ό τή ν π α ιδ ικ ή η λ ικ ία το ύ D y la n κ α ί φ τ ά ν ο ν τ α ς ώ ς τ ό ά λ μ π ο υ μ B lo n d e on B lo n d e ( 1 9 6 6 ). Σ τ ό τέ λ ο ς ύ π ά ρ χ ε ι έ ν α ς π λ ή ρ η ς κ α τ ά λ ο γ ο ς τ ώ ν δ ίσ κ ω ν κ α ν ο ν ικ ή ς κ υ κ λ ο φ ο ρ ία ς , τ ώ ν π ε ιρ α τ ικ ώ ν ά λ μ π ο υ μ , τ ώ ν δ ίσ κ ω ν σ τ ο ύ ς ό π ο ιο υ ς σ υμ μ ετ έ χ ε ι κ α ί μ ία ε π ιλ ο γ ή β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία ς ά π ό τ ά π ο λ λ ά β ιβ λ ία π ο ύ έ χ ο υ ν κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι, σ τό ε ξ ω τε ρ ικ ό , γ ιά τ ό ν B o b D y la n . Τ ό β ιβ λ ίο α ύ τ ό ε ίν α ι τ ό π λ έ ο ν ύ π ο δ ε ιγ μ α τ ικ ό - ά π ό κ ά θ ε ά π ο ψ η - δ χ ι μ ο ν ά χ α σ ά ν μελέτη γ ιά τό ν κ α λ λ ιτέ χ ν η α λ λ ά κ ι ά π ’ τή ν π λ ε υ ρ ά το ύ ύ φ ο υ ς , τ ή ς δό μ η σ η ς , τ ή ς π λ η ρ ό τ η τ α ς κ α ί, τ ό κ υ ρ ιό τ ε ρ ο , τ ή ς α ίσ θ η σ η ς το ύ r o c k ’n ’ro ll. Bob Dylan λ ο ύ ν δ ικ α ιο λ ο γ ία . ”Α ς έ ρ θ ο υ μ ε τ ώ ρ α σ τή ν ελλ η νικ ή ρ ό κ β ι β λ ιο γ ρ α φ ία . ’Α π ό τ ό π λ ή θ ο ς τώ ν β ιβ λ ίω ν πο ύ έχουν κυκλο φ ο ρ ή σει μέχρι σήμερα τά π ι ό σ η μ α ν τ ικ ά θ ά π α ρ ο υ σ ια σ τ ο ύ ν κ ρ ιτ ικ ά , έ νώ σ τ ά υ π ό λ ο ιπ α θ ά γ ίν ε ι μ ία σ ύντο μ η κ α τ α τ ο π ισ τ ικ ή π α ρ ο υ σ ία σ η :
ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΩΡΤΖΗ: Bob Dylan 1. Βασόέκης, ’Αθήνα, 1981. Σελ. 240. Τ ό β ιβ λ ίο α ύ τ ό α π ο τ ε λ ε ί τό ν π ρ ώ τ ο τό μ ο μ ια ς μ ε λ έ τ η ς -π ρ ο σ ω π ο γ ρ α φ ία ς γ ιά τ ό ν D y la n γ ρ α μ μ έ ν η ς μέ π ρ ά γ μ α τ ι θ α υ μ α σ τή α ί σ θη ση κ α ί έ ξ α ιρ ε τ ικ ή μ α ε σ τ ρ ία ά π ό τ ό Γ ιά ν ν η Τ ζ ώ ρ τ ζ η . ’Α λ λ ά , ε υ τ υ χ ώ ς , δ ε ν ε ίν α ι μ ό ν ο μ ιά μελέτη γ ιά τό ν D y la n . Ε ίν α ι ή κ α τ α γ ρ α φ ή ε ν ό ς ο δ ο ιπ ο ρ ικ ο ύ π ο ύ κ ά ν ε ι ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς , α κ ο λ ο υ θ ώ ν τ α ς τ ά β ή μ α τ α το ύ κ α λ λ ιτέ χ ν η κ α ί σ η μ ε ιώ ν ο ν τ α ς σ υ γ χ ρ ό ν ω ς τό π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν τ ο υ , τ ο ύ ς τ ό π ο υ ς π ο ύ έ ζη σ ε, τή ν κ ο ιν ω ν ικ ή κ α τ ά σ τ α σ η , τ ί ς γ υ ν α ίκ ε ς π ο ύ γ νώ ρ ισ ε . Ό Τ ζ ώ ρ τ ζ η ς δ έν ε ίν α ι ο ύ τε κ λ έ φ τ η ς ο ύ τε μ π α γ α σ ά κ ο ς · γ ρ ά φ ε ι σ τό χ α ρ τ ί τή δ ί κ ιά το υ α ίσ θ η σ η , α υ τ ά π ο ύ χ ρ ό ν ια έ νιω σ ε , π α ίρ ν ο ν τ α ς τ ά « κ λ ε ιδ ιά » ά π ’ τ ό ν κ α λ λ ιτέ χ ν η . Π α ρ ’
52
Μ ΑΝ Ω ΛΗ Ν Τ ΑΛΟ Υ ΚΑ : Jim Morrison 1. Βασόέκης, ’Αθήνα, 1980. Σελ. 176. Π ρ ίν ξ ε κ ιν ή σ ω τή ν κ ρ ιτ ικ ή γ ι ά τ ό β ιβ λ ίο , θ ε ω ρ ώ α π α ρ α ίτ η τ ο ν ά σ η μ ειώ σ ω δ τ ι έ χ ε ι κ ά ν ε ι δ ύ ο έ κ δ ό σ ε ις · ή π ρ ώ τη ή τ α ν α ν ε ξ ά ρ τη τη κ α ί ε ίχ ε γ ίν ε ι ά π ’ τό ν ί δ ιο τ ό σ υ γ γ ρ α φ έ α κ α ί ή δε ύ τε ρ η έ γ ιν ε ά π ό ε κ δ ο τικ ή ε π ι χε ίρ η σ η . Σ τ ό β ιβ λ ίο τ ώ ρ α . Π ισ τ ε ύ ω π ώ ς ό Μ α ν ώ λ η ς Ν τ α λ ο ύ κ α ς τρ έ φ ε ι γ ι ά τ ό M o rriso n μ ία τ ε ρ ά σ τ ια λ α τ ρ ε ία , π ο ύ φ υ σ ικ ά δ έ ν ε ίν α ι κ α θ ό λ ο υ κ α κ ό π ο ύ τή μ ε τ α φ έ ρ ε ι α ύ τ ο ύ σ ια σ τό β ιβ λ ίο το υ . Έ τ σ ι ή μελέτη το υ δ ίν ε ι μ ία π ρ ώ τη ε ντ ύ π ω σ η δ τ ι β α σ ικ ό ς σ τ ό χ ο ς το ύ σ υ γ γ ρ α φ έ α ε ίν α ι ν ά μ ά ς π ε ίσ ε ι ο π ω σ δ ή π ο τ ε γ ι ά τ ή ν ο ύ σ ία τ ο ύ M o rris o n , ένώ δ έ ν ε ίν α ι α ύ τό ς . Θ ά π ρ έ π ε ι ά κ ό μ α ν ά π α ρ α τ η ρ η θ ο ύ ν δ ύ ο σ η μ ε ία π ο ύ π ρ ο κ α λ ο ΰ ν κ α κ ή εντ ύ π ω σ η κ α ί μ ε ιώ ν ο υ ν τή ν π ρ ο σ π ά θ ε ια . Κ α ί τ ά δ ύ ο π ρ ο έ ρ χ ο ν τ α ι ά π ό τό ν ε ν θ ο υ σ ια σ μ ό τ ο ύ σ υ γ γ ρ α φ έ α γ ι ά τ ό ά ν τ ικ ε ίμ ε ν ό το υ . Π ρ ώ τ α , μ ία φ ιλ ο λ ο γ ικ ή δ ιά θ ε σ η π ο ύ ε ίν α ι δ ιά χ υ τ η σέ δ λ ο τ ό κ ε ίμ εν ο κ α ί σ υ μ π λ η ρ ώ ν ε τ α ι ά π ό τή ν π α ρ ά θ ε σ η α π ο σ π α σ μ ά τ ω ν ά π ό δ ι ά φ ο ρ α β ι β λ ία (φ ιλ ο σ ο φ ικ ά , π ο ιη τ ικ έ ς σ υ λ λ ο γ έ ς) κ α ί, δ ε ύ τ ε ρ ο , ή δο μ ή το ύ κ ε ιμ έν ο υ . Α ύ τή ή ύ π ε ρ β ο λ ικ ή α γ ά π η , ό φ ιλ ο λ ο γ ισ μ ό ς , ή π α ρ ά θ ε σ η πά ρ α πολλώ ν απ οσ π ασ μ ά τω ν κλπ. κ ά νει τό
κ ε ίμ ε ν ο , σ έ αρκετά σ η μ ε ία , κ ο υ ρ α σ τ ικ ό κ α ί ίσ ω ς λ ίγ ο ε ξ ε ζη τη μ έν ο . Π α ρ ’ 6 λ ’ α υ τ ά , ή ο υ σ ία π α ρ α μ έ ν ε ι: ή μ ε λ έτη ε ίν α ι ο υ σ ια σ τ ικ ή κ α ί ο λ ο κ λ η ρ ω μ έ ν η . Ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς γ ν ω ρ ίζ ε ι τ ό α ν τ ικ ε ίμ ε ν ό τ ο υ , τ ό α γ α π ά ε ι υ π ε ρ β ο λ ικ ά . Τ ό δ υ σ τ ύ χ η μ α ε ίν α ι δ τ ι α υ τή ή ά γ ά π η δ έ ν φ α ίν ε τ α ι τ ό σ ο ά π ό τή ν α ίσ θ η σ η π ο ύ ό Μ α ν ώ λ η ς Ν τ α λ ο ύ κ α ς ά π ο τ ύ π ω σ ε σ τό χ α ρ τ ί, δ σ ο ά π ό ά λ λ α σ τ ο ιχ ε ία . ’Α κ ό μ α , έ χ ε ι σ τή δ ιά θ ε σ ή τ ο υ π ά μ π ο λ λ α Ι σ τ ο ρ ικ ά σ τ ο ιχ ε ία . ’Έ τ σ ι χ τ ίζ ε ι κ ι α ύ τ ό ς τ ό ν κ α λ λ ιτ έ χ ν η σ ιγ ά σ ιγ ά α ρ χ ίζ ο ν τ α ς ά π ό τ ά π α ιδ ικ ά τ ο υ χ ρ ό ν ια κ α ί φ τ ά ν ε ι —σ ’ α υ τ ό τ ό ν τόμο, ά φ οΰ θ ’ ά κ ο λο υ θή σ ει κ α ί δεύ τερ ο ς— ώ ς τ ό T h e C e le b ra tio n o f th e L iz a rd . Ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς δ έ ν β λ έ π ε ι τ ό ν κ α λ λ ιτ έ χ ν η ξ ε κ ο μ μ έ ν α ά π ’ τ ό ν κ ο ιν ω ν ικ ό π ε ρ ίγ υ ρ ο . Έ τ σ ι σ τή ν α ρ χ ή τ ο ύ β ιβ λ ίο υ π α ρ α θ έ τ ε ι, έ να ν χ ρ ο ν ο λ ο γ ικ ό π ί ν α κ α ( α π ’ τ ό 1 943 ώ ς τ ό 1 9 7 1 ) π ο ύ π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι τ ρ ε ις σ τή λ ε ς: 1) ό β ίο ς τ ο ύ π ο ιη τ ή , 2 ) μ ο υ σ ικ ή κ ίν η σ η , 3 ) π ο λ ιτ ικ ή ζω ή σ τή ν ’Α μ ε ρ ικ ή , ά λ λ ά κ α ί σ τό κ ε ίμ ε ν ό τ ο υ ύ π ά ρ χ ο υ ν έ ν α σ ύ ν ο λ ο ά π ό α π ό ψ ε ις τ ο υ γ ι ά κ ά θ ε ε ν έ ρ γ ε ια τ ο ύ κ α λ λ ιτ έ χνη. Τ έ λ ο ς , σ τή ν ε ξ έ λ ιξ η τ ο ύ κ ε ιμ έ ν ο υ θ ά β ρ ε ίτ ε κ α ί τή ν π α ρ ά θ ε σ η τ ώ ν σ τ ίχ ω ν μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ω ν , σ έ μ ιά θ α υ μ ά σ ια μ ε τ ά φ ρ α σ η , κ α ί σ τή σ ε λ ίδ α 4 0 τ ή ν π λ ή ρ η δ ι σ κ ο γ ρ α φ ία τ ο ύ γ κ ρ ο ύ π τ ώ ν D o o r s , τ ώ ν ό π ο ιω ν ό M o r ris o n ή τ α ν α ρ χ η γ ό ς . Μ ιά θ α υ μ ά σ ια σέ π λ η ρ ό τ η τ α μ ελ έτη μέ ο ύ σ ια σ τ ικ έ ς α π ό ψ ε ις κ α ί α ν α λ ύ σ ε ις ά π ό τ ό .σ υ γ γ ρ α φ έ α , π ο ύ μ ά ς σ τ ε ρ ε ί δ μ ω ς τ ή ν α ί σ θ η σ ή τ ο υ υ π έ ρ μ ια ς ο ρ θ ο λ ο γ ισ τ ικ ή ς μ ελ έ τη ς .
Μ Α Ν Ω Λ Η Ν Τ Α Λ Ο Υ Κ Α : Ώ λεαίοικον 1. Τό ρόκ σάν 'ένας κάποιος τρόπος ζωής. Βασδέκης, ’Αθήνα, 1981. Σελ. 80. Ώ λ ε σ ίο ικ ο ν σ η μ α ίν ε ι: α ύ τ ό π ο ύ κ α τ α σ τ ρ έ φ ε ι, π ο ύ δ ι α λ ύ ε ι τ ό σ π ίτ ι, τή ν π ε ρ ιο υ σ ία ( π ο ιη τ ικ ή έ κ φ ρ α σ η π ο ύ σ υ ν α ν τ ά μ ε κ υ ρ ίω ς σ τ ο ύ ς τ ρ α γ ικ ο ύ ς π ο ιη τ έ ς ). Τ ό « Ώ λ ε σ ίο ικ ο ν » τ ο ύ Μ α ν ώ λ η Ν τ α λ ο ύ κ α δ έ ν ε ίν α ι κ α θ ό λ ο υ κ α τ α σ τ ρ ο φ ικ ό , π α ρ ’ δ τ ι ό ί δ ιο ς μ ά ς π ρ ο ε ιδ ο π ο ιε ί, ά π ό τή ν π ρ ώ τ η κ ι ό λ α ς σ ε λ ίδ α , σ τή ν ά γ γ λ ικ ή γ λ ώ σ σ α : th is b o o k m a y b e d a n g e ro u s to y o u r h e a lth . Μ ιά σ ε ιρ ά ά π ό π ρ ο σ ω π ικ έ ς μ ν ή μ ες, ά π ό ά π ό ψ ε ις , ά π ό κ α τ α σ τ ά σ ε ις π ο ύ ε ρ ε θ ίζ ο υ ν τ ό σ υ γ γ ρ α φ έ α , π ε ρ ν ά ν ε μ έ σ α ά π ’ α ύ τ ό τ ό β ι β λ ίο π ο ύ ο λ ο κ λ η ρ ώ ν ε τ α ι μ έ 16 μ ε τ α φ ρ α σ μ έ να τ ρ α γ ο ύ δ ια .
Π ισ τ ε ύ ω π ά ν τ α π ώ ς , ά ν ε ξ ά ρ τ η τ α ά π ό τ ό ά π ο τ έ λ ε σ μ α κ α ί τή ν α ισ θ η τ ικ ή τ ο ϋ κ α θ ε ν ό ς , τ έ τ ο ιε ς π ρ ο σ π ά θ ε ι ε ς π ρ ο σ ω π ικ ή ς έ κ φ ρ α σ η ς μ ά λ λ ο ν ε ίν α ι ά σ κ ο π ο κ α ί ά σ ε β έ ς ν ά τ ίς κ α τ α κ ρ ίν ο υ μ ε ή ν ά π ρ ο β ά λ λ ο υ μ ε τ ί ς δ ι α φ ω ν ίε ς μ α ς , ά φ ο ΰ ε ίν α ι σ ίγ ο υ ρ η ή έλ λ ε ιψ η έ π ικ ο ι ν ω ν ία ς μέ τ ί ς κ α τ α σ τ ά σ ε ις π ο ύ ό σ υ γ γ ρ α φ έ α ς κ α τ α γ ρ ά φ ε ι. Κ α ί φ υ σ ικ ά μ ία τ έ τ ο ια π ρ ο σ π ά θ ε ι α δ έ ν π α ύ ε ι π ο τ έ ν ά ’χ ε ι έ ν α λ υ ρ ισ μ ό , μ ία π ο ιη τ ικ ή δ ιά θ ε σ η , μ ία δ ό σ η ά π ό τ ί ς δ ικ έ ς μ α ς μ ν ή μ ε ς ή ά π ό ψ ε ις . Τ ό μ ό ν ο π ο ύ θ έ λ ω ν ά σ η μ ε ιώ σ ω γ ι ά τ ο ύ τ ο τ ό β ιβ λ ίο ε ίν α ι ή τ ά σ η τ ο ϋ σ υ γ γ ρ α φ έ α ν ά μ ά ς δ ε ίξ ε ι δ τ ι α ύ τ ό ς ε ίν α ι r o c k ’n ’ro ll, ή ρ ω ικ ό ς , ά ν τ ικ ο ιν ω ν ικ ό ς . Μ ιά δ ιά θ ε σ η π ο ύ φ τ ω χ α ίν ε ι τ ό κ ε ίμ ε ν ό τ ο υ κ α ί π ο ύ έ νο χ λ ε ΐ. Κ α ί έ ν τ έ λ ε ι ή ε ίσ α ι r o c k ’n ’ro ll ή δ έ ν ε ίσ α ι... Ο ί ά π ο δ ε ίξ ε ις κ α ί τ ά π ε ισ τ ή ρ ια ε ίν α ι δ ικ α ιο λ ο γ η τ ικ ά π ο ύ ζ η τ ά ν ε γ ιά τή ν π ρ ο α γ ω γ ή τ ώ ν δ η μ ο σ ίω ν ύ π α λ λ ή λ ω ν .
ΚΩ ΣΤΑ Χ Α Τ ΖΙΔΑ Κ Η : John Lennon, «... Ή θελε νά ’ναι ελεύθερος Σκοτώστε τον». Βασδέκης, ’Αθήνα, 1981. Σελ. 230. Ό Κ ώ σ τ α ς Χ α τ ζ ιδ ά κ η ς ε ίν α ι έ ν α ς σ υ γ γ ρ α φ έ α ς π ο ύ έ χ ε ι π α ρ ο υ σ ια σ τ ε ί σ τ ά γ ρ ά μ μ α τ α μέ β ιβ λ ία κ ο ιν ω ν ικ ο ύ π ε ρ ιε χ ο μ έ ν ο υ (’Α π ο κ ό μ μ α τ α , Ο ί μ έν κ α ί ο ί δ έ , Κ α φ έ -Β υ ζ ά ν τ ιο , Γ υ μ ν ή γ υ ν α ίκ α ) κ α ί μ ο ν ά χ α τ ό β ιβ λ ίο γ ιά τ ό ν Jo h n L e n n o n τ ό ν φ έ ρ ν ε ι κ α ί σ τ ά μ ο υ σ ικ ά χ ω ρ ά φ ια . Κ ι α ύ τ ό τ ό β ιβ λ ίο κ α ί α ύ τ ό π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε ό « Κ ά κ τ ο ς» ( κ α ί θ ά δο ύ μ ε π α ρ α κ ά τω ) β γή κα ν γ ιά ν ά κα λύ ψ ο υ ν τ ή ν ά ν ά γ κ η μ ια ς ε π ο χ ή ς . Ή β ια σ ύ ν η λ ο ιπ ό ν φ έ ρ ν ε ι ά ν α π ό φ ε υ κ τ α λ ά θ η , π α ρ α λ ε ίψ ε ι ς , φ ιλ ο λ ο γ ισ μ ο ύ ς , π ο ύ κ α λ ύ π τ ο υ ν τ ή ν έ λ λ ε ιψ η σ τ ο ιχ ε ίω ν , τή ρ η χή γ νώ σ η κ α ί έ ν τ έ λ ε ι τή ν ε π α φ ή μέ τ ό ά ν τ ικ ε ίμ ενο . Ό Κ ώ σ τα ς Χ α τ ζ ιδ ά κ η ς δ έ ν κ ά ν ε ι μ ιά μ ε λ έτη γ ιά τ ό L e n n o n , ή κ α λ ύ τ ε ρ α θ έ λ ε ι ν ά τή ν ά π ο φ ύ γ ε ι. Δ ίν ε ι ισ τ ο ρ ικ έ ς π λ η ρ ο φ ο ρ ίε ς , δ ί ν ε ι μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς σ τ ίχ ο υ ς , δ ί ν ε ι ά π ό ψ ε ις π ε ρ ιο δ ικ ώ ν ή ε φ η μ ε ρ ίδ ω ν , κ ι ό λ ’ α ύ τ ά μ έσ α ά π ’ τ ό π ρ ο σ ω π ικ ό τ ο υ φ ίλ τ ρ ο : φ ιλ ο λ ο γ ισ μ ό ς κ α ί ή ρ ω ο π ο ίη σ η τ ο ύ κ α λ λ ιτ έ χ ν η , τ ώ ν B e a tle s κ α ί τ ή ς έ π ο χ ή ς τ ο υ ς . ’Α λ λ ά δ μ ω ς τ ό β ιβ λ ίο δ έ ν ε ίν α ι π λ ή ρ ε ς. Α ύ τ ό ς π ο ύ θ ά τ ό δ ια β ά σ ε ι μ π ο ρ ε ί ν ά τ ό β ρ ει γ λ α φ υ ρ ό , εν μ έ ρ ε ι θ ε τ ικ ό , ά λ λ ά σ ίγ ο υ ρ α ελ λ ιπ έ ς · ιδ ια ίτ ε ρ α γ ι ά τ ή ν τ ε λ ε υ τ α ία κ α λ λ ιτ ε χ ν ικ ή π ε ρ ίο δ ο τ ο ύ L e n n o n , π ο ύ ίσ ω ς ή τ α ν κ α ί ή π ιό σ η μ α ν τ ικ ή γ ι ’ α ύ τ ό ν .
53
π ο λ λ ή δ ο υ λ ε ιά γ ιά ν ά φ τ ά σ ε ι σέ κ α τ α ν ό η σ η τ ή ς δ ο υ λ ε ιά ς τ ο ύ κ α λ λ ιτ έ χ ν η , κ α ί κ υ ρ ίω ς μ εγ ά λ η ά ν α ζ ή τ η σ η . ’Α κ ό μ α κ α ί τ ό π ι ό π ρ ο σ ω π ικ ό β ιβ λ ίο το ύ Π ή τ Κ ω ν σ τ α ν τ έα δ υ σ τ υ χ ώ ς ε ίν α ι « ά π ρ ό σω πο».
ΓΚΡΕΪΛ Μ ΑΡ Κ Ο Υ Σ : “Έλδις: Πρισλειάόα. Μετ. Ν ίκος Σαδδάτης. Αύτοσχεόιασμός, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 128.
Frank Zappa ’Α λ λ ά τ ό κ υ ρ ιό τ ε ρ ο απ' ό λ α ε ίν α ι ό τ ι ό Κ ώ σ τα ς Χ α τ ζ ιδ ά κ η ς δ ε ν ε ίν α ι r o c k ’n ’ro ll, έ τσ ι α ν α γ κ α σ τ ικ ά ε ίν α ι μ α κ ρ ιά ά π ό τ ό ά ν τ ικ ε ίμ εν ο . "Ο λη ή π ρ ο σ π ά θ ε ι α γ ίν ε τ α ι μέ τή ν τ ε χ ν ικ ή · ά λ λ ά ά λ λ ο r o c k ’n ’ro ll κ α ί ά λ λ ο σ υ γ γ ρ α φ ικ ή δ ε ιν ό τ η τ α . ΠΗ Τ ΚΩ Ν ΣΤΑΝΤΕΑ: Frank Z appa, Νε φέλη, 'Αθήνα, 1980. Σελ. 220. Τ ό μ ο ν α δ ικ ό β ιβ λ ίο - ά π ’ α υ τ ά π ο ύ έ β γ α λ ε κ α ί έ π ιμ ε λ ή θ η κ ε ε ρ γ ο λ α β ικ ά γ ιά τ ί ς ε κ δ ό σ ε ις « Ν ε φ έ λ η » - π ο ύ ά ν ή κ ε ι εξ ο λ ο κ λ ή ρ ο υ σ τή ν π έ ν α τ ο ύ Π ή τ Κ ω ν σ τ α ντ έα . Π ισ τ ε ύ ω π ώ ς ό Z a p p a ε ίν α ι μ ιά π ο λ υ δ ιά σ τα τη κ α ί ο υ σ ια σ τικ ή π ρ ο σ ω π ικ ό τ η τ α κ α ί χ ρ ε ιά ζ ε τ α ι ο υ σ ια σ τ ικ ή γ ν ώ σ η κ α ί τ ο ύ r o c k ’ n ’ro ll κ ι ε ν ό ς σ υ ν ό λ ο υ ά π ό ά λ λ α π ρ ά γ μ α τ α γ ι ά ν ά μ π ο ρ έ σ ε ι κ α ν ε ίς ν ά τ ό ν π λ η σ ιά σ ε ι. Ό Π ή τ Κ ω ν σ τ α ν τ έ α ς δ έ ν ε π ιχ ε ιρ ε ί ν ά « χ τίσ ε ι» μ έσ α ά π ό τ ή ν έ ξ έ λ ιξ η τ ο ύ β ιβ λ ίο υ τ ό ν Z a p p a , δ έ ν τ ό ν τ ο π ο θ ε τ ε ί π ο λ ιτ ικ ά , δ έ ν δ ια γ ρ ά φ ε ι τ ό π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν το υ . Ά ρ κ ε ΐ τ α ι ά π λ ώ ς σ τ ίς ε ξ η γ ή σ ε ις π ο ύ ό κ α λ λ ιτ έ χ ν η ς έ χ ε ι δ ώ σ ε ι γ ιά σ υ ν ε ρ γ ά τ ε ς , δ ίσ κ ο υ ς , κ α τ α σ τ ά σ ε ις κ α ί σέ μ ιά ισ τ ο ρ ικ ή ά φ ή γ η σ η π ο ύ , κ υ ρ ίω ς , β α σ ίζ ε τ α ι σ έ μ ιά ά ν α λ υ τ ικ ή κ α ί σ χο λ ια σ μ έ ν η π α ρ ο υ σ ία σ η τ ω ν δ ίσ κ ω ν το υ . " Ε τσ ι δ ά ν α γ ν ώ σ τ η ς ά π ο κ τ ά έ ν α π λ η ρ ο φ ο ρ ια κ ό ύ λ ικ ό ά ρ κ ε τ ά ικ α ν ό ά λ λ ά χ ρ ε ιά ζ ε τ α ι
54
Τ ό « Π ισ λ ε ιά δ α » ε ίν α ι τ ό τ ε λ ε υ τ α ίο κ ε φ ά λ α ιο τ ο ύ β ιβ λ ίο υ « M y ste ry T ra in » π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε τ ό 197 5 ά π ’ τ ό ν G re il M a rc u s . Ό Μ ά ρ κ ο υ ς ε ίν α ι έ ν α ς ά π ’ τ ο ύ ς π ι ό άξι,όλ ο γ ο υ ς κ ε ιμ ε ν ο γ ρ ά φ ο υ ς γ ι ά τ ό r o c k ’n ’ro l, μέ μ ιά σ ε ιρ ά ά π ό ά ρ θ ρ α κ α ί β ιβ λ ία π ο ύ ά π ο τ ε λ ο ύ ν γ ι ά τ ό μ ελ ετη τή τ ο ύ ρ ό κ ά π α ρ α ίτ η τ ο βοήθημα. Ή ε λ λ η ν ικ ή έκ δ ο σ η τ ο ύ « Π ρ ισ λ ε ιά δ α » έ χ ε ι τή ν τύ χ η ν ά σ υ μ π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι κ α ί τ ό κ ο μ μ ά τ ι « Γ α λ ά ζ ια Χ α β ά η » π ο ύ έ γ ρ α ψ ε ό Γ κ ρ έ ιλ Μ ά ρ κ ο υ ς δ τ α ν έ μ α θ ε τ ό θ ά ν α τ ο το ύ Π ρ ίσ λ ε ϋ κ α ί δ η μ ο σ ιε ύ τ η κ ε σ τό R o llin g S to n e . "Ο λ ο τ ό β ιβ λ ίο ά π ο τ ε λ ε ΐ μ ιά ο υ σ ια σ τικ ή μ ελ έτη γ ι ά τ ό φ α ιν ό μ ε ν ο Έ λ β ι ς Π ρ ίσ λ εϋ κ α ί σ υ γ χ ρ ό ν ω ς μ ιά κ α τ α γ ρ α φ ή τ ω ν κ υ ρ ιό τ ε ρ ω ν γ ε γ ο ν ό τ ω ν τ ή ς ζ ω ή ς τ ο υ , τ ο ύ κ ο ι ν ω ν ικ ο ύ π ε ρ ίγ υ ρ ο υ π ρ ί ν κ α ί μ ε τά τ ό ν κ α λ λ ιτέ χ ν η . Σ υ γ χ ρ ό ν ω ς μ ία π α ρ ά λ λ η λ η π α ρ ο υ σ ία σ η τ ή ς μ ο υ σ ικ ή ς κ α ί τ ω ν δ η μ ιο υ ρ γ ώ ν τ η ς π ρ ίν κ α ί μ ε τά τ ό ν Π ρ ίσ λ ε ϋ κ α ί κ υ ρ ίω ς μ ιά π ρ ο σ ω π ο γ ρ α φ ί α τ ο ύ ίδ ιο υ τ ο ύ κ α λ λ ιτέ χ ν η . Σ υ ν ο λ ικ ά , π ισ τ ε ύ ω π ώ ς τ ό β ιβ λ ίο α ύ τ ό ε ί ν α ι τό κ α λύ τερ ο κ α ί τό π ιό ολοκληρω μένο ά π ’ ό σ α έ χ ο υ ν κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι σ τό ν τ ό π ο μ α ς μ έ θ έ μ α τ ό r o c k ’n ’ ro ll κ α ί θ ά π ρ έ π ε ι ν ά ά π ο τ ε λ έ σ ε ι π ρ ό τ υ π ο γ ιά ό σ ο υ ς θ έ λ ο υ ν ν ’ ά σ χ ο λ η θ ο ΰ ν μέ π α ρ ό μ ο ιο θ έ μ α . Ή μ ε τά φ ρ α σ η τ ο ύ Ν ίκ ο υ Σ α β β ά τ η υ π ο δ ε ιγ μ α τ ικ ή .
ΤΖΩ ΡΤΖ ΤΡΕΜΛΕΤΤ: The Who. Μετ. Πήτ Κωνσταντέα. Νεφέλη, 'Αθήνα, 1980. Σελ. 132. "Ε να ά π ’ τ ά κ α λ ύ τ ε ρ α β ιβ λ ία π ο ύ έ χ ο υ ν κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι γ ι ά τ ό γ κ ρ ο ύ π , μέ π ο λ λ έ ς λ ε π τ ο μ έ ρ ε ιε ς ισ τ ο ρ ικ έ ς κ α ί ά ρ κ ε τ έ ς ά π ό ψ ε ις ά π ό τό σ υγγρ α φ έα . Π α ρ ’ ό λ ’ α ύ τά ό Τ ρέμλ εττ δ έ ν κ α τ ο ρ θ ώ ν ε ι ν ά π ι ά σ ε ι τ ό σ φ υ γ μ ό τώ ν W h o κ α ί ν ά τ ο ύ ς κ α τ α ν ο ή σ ε ι. Γ ρ ά φ ε ι π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο σ ά ν έ ν α ς ο ύ δ έ τ ε ρ ο ς π α ρ α τ η ρ η τή ς π α ρ ά σ ά ν γ ν ώ σ τ η ς τ ο ύ ά ν τ ικ ε ιμ έ ν ο υ .
Τ ό π ρ ω τ ό τ υ π ο τ ε λ ε ιώ ν ε ι τ ή ν α ν α φ ο ρ ά το υ σ τ ο υ ς W h o τ ό 19 7 5 ο π ό τ ε κ α ί κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε . Ό Π ή τ Κ ω ν σ τ α ν τ έ α ς , τ ο ΰ ό π ο ιο υ ή μ ε τ ά φ ρ α σ η ε ίν α ι κ α λ ή α λ λ ά μ ά λ λ ο ν έ π ίπ ε δ η , κ α λ ύ π τ ε ι τ η ν π ε ρ ίο δ ο 1 9 7 5 -1 9 8 0 μ ’ έ ν α δ ικ ό τ ο υ σ η μ ε ίω μ α τ ρ ιώ ν (!) σ ε λ ίδ ω ν .
Ο ΥΜ Π ΕΡΤΟ ΦΙΟΡΙ: Μ πόμπ Ντνλαν, Τζό Χ ίλλ, Γούντυ Γκάθρν. ’Ιστορία τοϋ Αμερικάνικου λ α ϊκόν τραγονδιοϋ. Μ ετ.: Νέλη-’Ό λ γα Γκανα. Νεφέλη, ’Αθήνα, 1981. Σελ. 200. Μ ιά α ξ ιό λ ο γ η μ ελ έτη γ ύ ρ ω ά π ’ τ ό ά μ ε ρ ικ ά ν ικ ο λ α ϊκ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι, μ έ π α ρ ά θ ε σ η σ τ ο ι χ ε ίω ν , μ ε π ο λ ιτ ικ ή α ν ά λ υ σ η τ ή ς π ρ ο έ λ ε υ σ η ς κ α ί ε ξ έ λ ιξ ή ς τ ο υ , μέ π α ρ ά θ ε σ η μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ω ν α ν τ ιπ ρ ο σ ω π ε υ τ ικ ώ ν τ ρ α γ ο υ δ ιώ ν κ α ί μ ία ικ α ν ο π ο ιη τ ικ ή , ά ν κ α ί ο ύ σ ια σ τ ικ ά ελ λ ιπ ή , σ η μ ε ιο γ ρ α φ ία γ ι ά τ ρ ε ις ε κ π ρ ο σ ώ π ο υ ς τ ο ϋ ε ίδ ο υ ς . Σ τ ό τ έ λ ο ς τ ο ϋ β ιβ λ ίο υ ά ξ ιο λ ο γ ό τ α τ η β ι β λ ιο γ ρ α φ ία .
’Α π ό λ α υ σ η - ’Ι δ ε ο λ ο γ ικ ό ς λ ό γ ο ς » κ α ί ε ίν α ι γ ρ α μ μ έ ν ο ά π ’ τ ο ύ ς J e n n y T a y lo r κ α ί D a v e L a in g . Ε ί ν α ι έ ν α ά ρ θ ρ ο - σ χ ό λ ιο σ τή ν π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν η ά π ο ψ η κ α ί, έν μ έ ρ ε ι, ή π α ρ ά θ ε σ η κ ά π ο ιω ν ά λ λ ω ν , π α ρ ά λ λ η λ ω ν , ά π ό ψ ε ω ν . Τ ό τ ρ ίτ ο μ έ ρ ο ς π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι μ ε τ α φ ρ ά σ ε ις —μ ό ν ο - τ ρ α γ ο υ δ ιώ ν π ο ύ έ χ ο υ ν έ π ιλ ε χ τ ε ΐ γ ι ά ν ά έ δ ρ α ιώ σ ο υ ν τή σ χέσ η τ ο ΰ ρ ό κ μ έ τή σ ε ξ ο υ α λ ικ ό τ η τ α . Ρ η χ έ ς μ ε λ έτ ες π ο ύ ε π ιδ έ χ ο ν τ α ι τ ε ρ ά σ τ ια σ υμπλήρω ση κ α ί π α ρ ά θ εσ η ά π ό ψ ε ω ν γ ιά ν ά ά π ο κ τ ή σ ο υ ν κ ά π ο ια ο ν τ ό τ η τ α . ’Ε λ λ ιπ ή ς κ α ί ή ε π ιλ ο γ ή τ ώ ν τ ρ α γ ο υ δ ιώ ν κ α ί π α ρ ά λ ε ιψ η σ η μ α ν τ ικ ώ ν « σ ε ξ ο υ α λ ικ ώ ν » τ ρ α γ ο υ δ ιώ ν .
20 Μ Ε Γ Α Λ Ο Ι ΤΗΣ ΡΟ Κ. ’Επιλογή κειμένων-έπιμέλεια: Πήτ Κωνσταντέας. Μ ετά φραση: Κώστας Μ πακαλάκος. Νεφέλη, ’Α θήνα, 1980. Σελ. 220.
Ή μ ελ έτη τ ο ϋ W illia m s δ έ ν ε ίν α ι α π ό τ ί ς π ι ό α ξ ιό λ ο γ ε ς γ ι ά τ ο ύ ς P in k F lo y d . Β α σ ισ μ έ ν ο ς κ υ ρ ίω ς σ τά ισ τ ο ρ ικ ά γ ε γ ο ν ό τ α , σ έ λ ε κ τ ικ ά κ ό λ π α κ α ί σ έ α ν ο ύ σ ια φ ιλ ο λ ο γ ία , δ έ ν π ε τ υ χ α ίν ε ι ν ά δ ι α γ ρ ά ψ ε ι τ ό σ υ γ κ ρ ό τ η μ α κ α ί τ ό π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν τ ο υ . Χ ω ρ ίς δ ιά θ ε σ η γ ι ά ά ν ά λ υσ η κ α ί ψ ά ξ ιμ ο , ε ίν α ι έ ν α κ ο ι ν ό τ υ π ο β ι β λ ίο π ο ύ δ έ ν έ χ ε ι ν ά π ρ ο σ φ έ ρ ε ι τ ίπ ο τ α σ τό μ ε λ ετη τή τ ο ϋ γ κ ρ ο ύ π . Α δ ι ά φ ο ρ η μ ε τά φ ρ α σ η ά π ’ τ ό Β ά σ ο Τ σ ιμ ιδ ό π ο υ λ ο .
2 0 γ ν ω σ τ ά ό ν ό μ α τ α τ ο ύ r o c k ’ n ’ ro ll: B e a c h B o y s — T h e B y rd s — F le e tw o o d M a c — T h e G ra te fu l D e a d — J e f f e r s o n A irp la n S ta rs h ip — Ja n is J o p lin — J o h n L e n n o n — P a u l M c C a r tn e y — R a n d y N e w m a n — R o y O rb is o n — P in k F lo y d — E lv is P r e s le y — P ro c o l H a r u m — L ittle R ic h a r d — R o b b ie R o b e r ts o n — R o llin g S to n e s — P a u l S im o n — P e te T o w n s h e d — T h e y a r d — B ird s — Y e s , π α ρ ο υ σ ιά ζ ο ν τ α ι μ έ σ α ά π ό μ ιά σ ύ ν τ ο μ η , κ α ί δ χ ι π ά ν τ α χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ή , σ η μ ε ιο γ ρ α φ ία . Β ιβ λ ίο π ο ύ ε ξ υ π η ρ ε τ ε ί μ ο ν ά χ α μ ιά σ κ ο π ι μ ό τη τ α : Α ύ τ ο ύ ς π ο ύ θ έ λ ο υ ν ν ά ’χ ο υ ν μ ιά « γ ρ ή γ ο ρ η » π λ η ρ ο φ ό ρ η σ η γ ι ά δ λ α , ά δ ια φ ο ρ ώ ν τ α ς γ ι ά τ ή ν ο ύ σ ία . ’Α λ λ ά τ ό r o c k ’n ’ro ll δέν ά π ευ θ ύ ν ετα ι σέ «έξυπ νά κ η δ ες» .
SIM O N FRITH — AN G ELA McROBBIE: Rock κ α ί σεξουαλικότητα. Μετ.: Δημήτρης Κολιοδήμος. Νεφέλη, ’Αθήνα, 1980. Σελ.
Τ Ζ Ω Ν Λ Ε Ν Ο Ν : (’Ε πιλογή κειμένων α π ’ τό διεθνή τύπο). Μ ετάφραση: Σ πόρος Βέργος. Κάκτος, ’Αθήνα, 1981. Σελ. 250.
PETER WILLIAMS: Pink Floyd. Μετ.: Βάσος Τσιμιδόπονλος. Κάκτος, ’Α θήνα, 1981. Σελ. 205.
112. Τ ό β ιβ λ ίο ά π ο τ ε λ ε ΐτ α ι ά π ό τ ρ ία μ έρ η : Τ ό π ρ ώ τ ο , π ο ύ έ χ ε ι κ α ί τ ό ν τ ίτ λ ο τ ο ύ β ι β λ ίο υ (γ ρ α μ μ έ ν ο ά π ’ τ ο ύ ς π ρ ο α ν α φ ε ρ θ έ ν τ ε ς σ υ γ γ ρ α φ ε ίς ) , ε ίν α ι μ ιά μ ά λ λ ο ν ε λ λ ιπ ή ς μ ε λ έτη γ ι ά τή ν κ ο ιν ω ν ιο λ ο γ ικ ή μ ο ρ φ ή το ϋ φ α ιν ο μ έ ν ο υ κ α ί γ ι ά τ ή ν ε π ίδ ρ α σ η σ τ ο ύ ς νέο υ ς. Τ ό δ ε ύ τ ε ρ ο μ έ ρ ο ς έ χ ε ι τ ίτ λ ο « Ν τ ίσ κ ο -
Β ιβ λ ίο π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε ά μ έ σ ω ς μ ε τά τή δ ο λ ο φ ο ν ία τ ο ύ L e n n o n , δ έ ν έ χ ε ι κ α μ ιά ά λ λη φ ιλ ο δ ο ξ ί α ά π ’ τ ό ν ά κ α λ ύ ψ ε ι τή ζή τη σ η σ τή ν ά γ ο ρ ά . Σ τ ο ιχ ε ιώ δ η ς έ ξ ισ τό ρ η σ η γ ε γ ο ν ό τ ω ν ά π ό τ ή ν ά ρ χ ή τ ώ ν B e a tle s ώ ς τ ό θ ά ν α τ ο το ϋ L e n n o n , π α ρ ά θ ε σ η σ υ ν ε ν τ ε ύ ξ ε ω ν (μ ε τα ξ ύ τ ώ ν ο π ο ίω ν κ α ί μ έ ρ ο ς τ ή ς π ε ρ ίφ η μ η ς σ υ ν έ ν τ ε υ ξ η ς π ο ύ έ δ ω σ ε σ τό P la y b o y ) τ ο ύ κ α λ λ ι
55
τέ χ ν η κ α ί τ ή ς γ υ ν α ίκ α ς τ ο υ , κ ο σ μ ικ ό κ ο υ τ σ ο μ π ο λ ιό κ λ π . Σ τ ά σ ύν τ ο ϋ β ιβ λ ίο υ μ ό ν ο τ ό π ο λ ύ μ ε γ ά λ ο σέ α ρ ιθ μ ό , ά ν κ α ί ό χ ι π ά ν τ α ε ν δ ια φ έ ρ ο ν , φ ω τ ο γ ρ α φ ικ ό ύ λ ικ ό , π ο ύ ό μ ω ς ε ίν α ι κ α κ ά τυ π ω μ έ ν ο .
π ο ίη σ η κ α ί ή γ ε ν ιά τ ο ϋ B e a t, Ο ί μ π ή τ ν ικ ς , Τ ό π ά ν κ τ ή ς δ ε κ α ε τ ία ς ’6 0 κ λ π . Τ ό τ ρ ίτ ο β ι β λ ίο ε ίν α ι τ ό π ρ ώ τ ο σ υ μ π λ η ρ ω μ έ ν ο μ έ τό T h e C e le b ra tio n o f th e L iz a rd K in g κ α ί σ τ ί χ ο υ ς ά π ’ τ ό ά λ μ π ο υ μ M o rris o n H o te l. Ή έκδοση τοϋ Ζ υ γο μ α λ ά ή τα ν πλ η ρ έ σ τερ η , ά φ ο ϋ π ε ρ ιε ίχ ε ό λ α , σ χ ε δ ό ν , τ ά τ ρ α γ ο ύ δ ια τ ώ ν D o o rs μέ μ ε τά φ ρ α σ η .
P IN K FLOYD. Μετάφραση: Χρηστός Ζυγομαλάς. ’Αθήνα, 1980. Σελ. 80. Μ ε τα φ ρ α σ μ έ ν ο ι ο ί σ τ ίχ ο ι ά π ’ τ ά ά λ μ π ο υ μ τ ω ν P in k F lo y d : D a rk sid e o f th e m o o n W ish y o u w e r e h e r - A n im a ls κ α ί T h e w all κ α θ ώ ς κ α ί α μ ε τ ά φ ρ α σ τ ο ι σ τ ίχ ο ι α π ό π α λ ιό τε ρ α ά λ μ π ο υ μ . ΟΕ σ τ ίχ ο ι α ύ τ ο ί ε ίν α ι κ υ ρ ίω ς τ ο ύ B a rre t.
PIN K FLOYD. Μετάφραση: Τόλης Ζ υγομαλάς. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 96. Ή ίδ ι α μ έ τ ή ν π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν η έκ δ ο σ η α λ λ ά μέ τ η ν ε τ ικ έ τ α « Κ ε ρ α μ ε ικ ό ς » , μ έ μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς τ ο ύ ς σ τ ίχ ο υ ς το ϋ B a r r e t κ α ί μ ε ρ ικ ές δ ιο ρ θ ώ σ ε ις σ τή μ ε τά φ ρ α σ η .
Ο Ι PIN K FLOYD Κ Α Ι ΤΑ ΤΡΑΓΟ ΥΔΙΑ ΤΟΥΣ. Μετάφραση: Λουκάς Ίωσηφίδης. Κατσάνος, Θεσσαλονίκη, 1981. Σ ελ 174. Τ ό β ιβ λ ίο π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι μ ιά 7 σ έλ ιδ η ισ τ ο ρ ία τ ω ν P in k F lo y d κ α ί μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς τ ο ύ ς σ τ ίχ ο υ ς ά π ’ ό λ α τ ά ά λ μ π ο υ μ τ ο ϋ γ κ ρ ο ύ π .
DOORS — JIM MORRISON, α) Τρεις εκδόσεις άπ' τό Βλάση Ράσσια (’Αθήνα, 1978. Σελ. 32). 6) Μ ιά έκδοση ά π ’ τό Ζ υ γομαλό. ( ’Αθήνα, 1980. Σελ. 64). ’Ο ν ό μ α σ α μ ’ α ύ τ ό τ ό γ ε ν ικ ό τ ίτ λ ο τ ρ ία β ι β λ ια ρ ά κ ια π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε σ τό δ ιά σ τ η μ α 1 9 7 8 -7 9 ό Β λ ά σ η ς Ρ ά σ σ ια ς μέ σ η μ ε ίο ά ν α φ ο ρ ά ς τ ό ν M o rris o n σ ά ν μ ο υ σ ικ ό κ α ί π ο ιη τ ή κ α ί σ υ ν α κ ό λ ο υ θ α τ ο ύ ς D o o rs. Τ ό π ρ ώ τ ο ά π ’ α ύ τ ά ε ίχ ε τ ά λ ό γ ια μ ό νο ά π ό τ ά τ ρ α γ ο ύ δ ια τ ώ ν D o o rs κ ι έ ν α μ ικ ρ ό π ρ ό λ ο γ ο γ ιά τ ό ν π ο ιη τ ή . Τ ό δ ε ύ τ ε ρ ο , μέ τ ό ν τίτ λ ο « T h e C e le b ra tio n o f L iz a r d K in g » , π ε ρ ιλ ά μ β α ν ε τή μ ε τά φ ρ α σ η ά π ’ α ύ τ ό τ ό π ο ίη μ α τ ο ϋ M o rris o n κ α θ ώ ς κ ι ά λ λ α κ ε φ ά λ α ια ό π ω ς : ’Α γ γ λ ικ ό u n d e r g r o u n d , Ή
56
ΟΙ DOORS κ α ί ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥΣ. Μετάφραση: Δανάη Τριανταφύλλου. Κα τσάνος, Θεσσαλονίκη, 1980. Σελ. 136. Π ρ ω τ ό τ υ π ο κ ε ίμ ε ν ο κ α ί μ ε τά φ ρ α σ η τ ώ ν σ τίχ ω ν ά π ’ τ ά τ ρ α γ ο ύ δ ια τ ώ ν D o o rs (ώ ς τ ό θ ά ν α τ ο τ ο ϋ M o rris o n ).
Ο Ι BEATLES κα ί ΤΑ ΤΡΑΓΟ ΥΔΙΑ ΤΟΥΣ. Μετάφραση: Μάρκος Ρήγος. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη, 1980. Σελ. 180. Κ ε ίμ ε ν ο κ α ί μ ε τά φ ρ α σ η μ ε ρ ικ ώ ν ά π ’ τ ο ύ ς π ι ό γ ν ω σ τ ο ύ ς σ τ ίχ ο υ ς τ ώ ν B e a tle s .
BEATLES. Μ ιά επιλογή τραγουδι&ν τους μέ μετάφραση. Μετάφραση: Βαγγέλης Ξύδης(;). Βαγγ. Ξύδη, Θεσσαλονίκη, 1980. Σελ. 260. Π ο λ ύ μ ε γ α λ ύ τ ε ρ ο ς ό α ρ ιθ μ ό ς τ ώ ν μ ε τ α φ ρ α σ μ έ νω ν τ ρ α γ ο υ δ ιώ ν κ α ί σ υ μ π α θ έ σ τ ε ρ η ή μ ε τά φ ρ α σ η (σ έ σ χέσ η μ έ τ ό π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο ).
• Κ α ί γ ι ά ν ά μή μ α κ ρ η γ ο ρ ο ύ μ ε ά σ κ ο π α , π α ρ ο υ σ ιά ζ ω σ υ ν ο π τ ικ ά τ ά υ π ό λ ο ιπ α β ιβ λ ία μέ μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς σ τ ίχ ο υ ς : ’Α π ό ’ τ ί ς ε κ δ ό σ ε ις « Μ π α ρ μ π ο υ ν ά κ η » : J e th r o T u ll - S e x P isto ls - D a v id B o w ie F r a n k Z a p p a ( έ π ιλ ο γ ή τ ώ ν σ τ ίχ ω ν τ ο υ ς σέ μ ε τά φ ρ α σ η Μ ά ρ κ ο υ Ρ ή γ ο υ ) κ α ί R o llin g S to n e s (σ έ μ ε τά φ ρ α σ η Δ α ν ά η ς Τ ρ ια ν τ α φ ύ λ λ ο υ ). ’Α π ό τ ί ς έ κ δ ό σ ε ις « Ν εφ έλ η » έ χ ε ι κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι τ ό β ιβ λ ίο « Τ ά τ ρ α γ ο ύ δ ια τ ή ς Jo n i M itc e ll» σ έ μ ε τά φ ρ α σ η Γ ιώ ρ γ ο υ Α ύ γ έ ρ η κ α ί Β α σ ίλ η Ά ν δ ρ ο υ λ ιδ ά κ η . Ο ί έ κ δ ό σ ε ις «’Α π ό π ε ιρ α » κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ α ν τ ό β ιβ λ ίο « F ly in ’ h ig h - r o c k π ο ίη σ η » π ο ύ
π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι μ ό ν ο 'τ ί ς μ ε τ α φ ρ ά σ ε ις ά π ό 58 τ ρ α γ ο ύ δ ια τ ο ύ r o c k ’n ’ro ll. Ή έ π ιλ ο γ ή έ χ ε ι σ κ ο π ό ν ά φ α ν ε ρ ώ σ ε ι τό π ο ιη τ ικ ό σ τ ο ιχ ε ίο μ έσ α σ τό ρ ό κ σ τ ίχ ο , α λ λ ά ε ίν α ι έ λ λ ιπ ή ς. Μ ιά σ υ λ λ ο γή σ τ ίχ ω ν - α υ τ ή τή φ ο ρ ά μ ό νο τ ό π ρ ω τ ό τ υ π ο κ ε ίμ ε ν ο - μ α ζ ί μ έ τή σ ύ ν το μ η β ιο γ ρ α φ ία τ ώ ν V e lv e t U n d e rg o u n d κ α ί το ΰ L o u R eed έχει κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ει ά π ό τ ίς εκδ ό σ ε ις « Μ α σ το ρ ίδ η » σ ’ έ να μ ικ ρ ό β ιβ λ ια ρ ά κ ι. Μ έ τ ή ν ε κ δ ο τ ικ ή ε π ω ν υ μ ία « Ή μ π ο υ κ α π ό ρ τ α » έ χ ε ι κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι έ ν α β ιβ λ ια ρ ά κ ι μέ σ τ ίχ ο υ ς μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς τ ο ΰ γ κ ρ ο ύ π C o u n tr y J o e a n d T h e F ish . OE « Ε κ δ ό σ ε ις μή " Α μ εσ η ς ’Ε π α ν ά σ τ α σ η ς» τ ο ύ Λ ε ω ν ίδ α Χ ρ η σ τ ά κ η έ χ ο υ ν κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι έ ν α β ιβ λ ια ρ ά κ ι μ έ σ υ γ γ ρ α φ έ α τό Γ ιά ν ν η Τ ζ ώ ρ τ ζ η κ α ί μέ τίτ λ ο « Ό π ρ ώ ιμ ο ς B o b D y la n κ α τ ά π ρ ο σ έ γ γ ισ η » κ α ί π ε ρ ιέ χ ε ι μ ό νο σ τ ίχ ο υ ς μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο υ ς ά π ό τ ρ α γ ο ύ δ ι α το ύ D y la n . Σ υ λ λ ο γ έ ς μέ μ ε τά φ ρ α σ η σ τ ίχ ω ν έ χ ο υ ν κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι ά κ ό μ α γ ιά τ ά γ κ ρ ο ύ π : G e n e s is , D e e p P u r p le , N e il Y o u g κ α ί Jim i H e n d rix . Π ρ ό σ φ α τ α κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε μ ιά « ’Α ν θ ο λ ο γ ία ελ λ η ν ικ ο ύ ρ ό κ » π ο ύ π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι σ τ ίχ ο υ ς ά π ό τ ά π ι ό γ ν ω σ τ ά ε λ λ η ν ικ ά γ κ ρ ο ύ π ή κ α λ λ ιτέ χ ν ε ς . Π ρ ό σ φ α τ ε ς κ υ κ λ ο φ ο ρ ίε ς ά κ ό μ α : « Λ έ ν νο ν - ’Ό ν ο : ο λ ό κ λ η ρ η ή τ ε λ ε υ τ α ία σ υ ν έ ντε υ ξ η » σ έ μ ε τά φ ρ α σ η Σ ω τή ρ η Κ α κ ίσ η , ά π ό τ ί ς έκδ ό σ ε ις «’Α μ ο ρ γ ό ς » . Τ ό β ιβ λ ίο π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι τή μ ε τά φ ρ α σ η ο λ ό κ λ η ρ η ς τ ή ς π ε ρ ίφ η μ η ς σ υνέντευξης π ο ύ έδω σ αν ό L en n o n κ α ί ή Ο η ο σ τό π ε ρ ιο δ ικ ό P la y b o y . Τ έ λ ο ς , ά π ό τή « Ν εφ έλ η » κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε τό π ρ ό χ ε ιρ ο , κ α κ ό κ α ί ό χ ι κ α λ ά δ ιο ρ θ ω μ έ ν ο β ιβ λ ίο « Ή ισ τ ο ρ ία τ ή ς ρ ό κ » ά π ό τ ό ν Π ή τ Κ ω ν σ τ α ν τ έα (ή φ ιλ ο δ ο ξ ία τ ο ύ σ υ γ γ ρ α φ έ α ά π ο τ ο λ μ ά έ γ χ ε ιρ ή μ α τ α π ο ύ δ έ ν τ ό λ μ η σ α ν μ ε λ ετ η τέ ς το ύ ρ ό κ μέ τ ε ρ ά σ τ ια ά ρ χ ε ΐα κ α ί κ ο ν τ ά σ τά γ ε γ ο ν ό τ α ). Ή θ ε λ α τ ε λ ε ιώ ν ο ν τ α ς ν ά κ ά ν ω ε ιδ ικ ή μ ν ε ία γ ι ά τ ίς δ ύ ο ρ ό κ έ γ κ υ κ λ ο π α ίδ ε ιε ς π ο ύ κ υ κ λ ο φ ο ρ ο ύ ν : α υ τή τ ώ ν έ κ δ ό σ ε ω ν « Ν ε φ έ λ η » , π ο ύ δ υ σ τ υ χ ώ ς - π ά λ ι - ε ίν α ι μ ιά π ρ ό χ ε ιρ η δ ο υ λ ε ιά ά π ’ ό π ο υ λ ε ίπ ο υ ν ά ξ ιό λ ο γ α κ α ί μ ε γ ά λ α ο ν ό μ α τ α . ’Α ν τ ίθ ε τ α , ή « Ρ ό κ ε γ κ υ κ λ ο π α ίδ ε ια » ά π ό τ ίς ε κ δ ό σ ε ις τ ο ύ π ε ρ ι ο δ ικ ο ύ « Μ ο υ σ ικ ή » , π ο ύ μ ό ν ο ς τ ο υ δ η μ ιο ύ ρ γ η σ ε ό Α . Κ ο ν τ ο γ ο ύ ρ η ς , ε ίν α ι μ ία π ο λ ύ κ α λ ή π ρ ο σ π ά θ ε ια , μέ π λ η ρ ό τ η τ α κ α ί χ ω ρ ίς ο ύ σ ια σ τ ικ έ ς π α ρ α λ ε ίψ ε ις . Α ύ τ ά λ ο ιπ ό ν τ ά ύ π ε ρ σ α ρ ά ν τ α β ιβ λ ία ά π ο τ ε λ ο ύ ν α υ τή τή σ τιγ μ ή τή β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία το ύ ρ ό κ σ τή ν Ε λ λ ά δ α . ’Ή δ η ά π ό τ ό ν π ρ ό -
Elvis Prisley
λαγό αύτοϋ τ ο ύ κ ο μ μ α τ ιο ύ δ ια π ισ τ ώ θ η κ ε ή κ α κ ή τ ο υ ς π ο ιό τ η τ α κ α ί μ έσ α ά π ό τή ν π α ρ ο υ σ ία σ η δ ό θ η κ α ν ο ί κ α λ έ ς κ α ί οΕ ά ρ ισ τ ε ς π ρ ο σ π ά θ ε ιε ς . Γ ιά τ ί ς μ ε τ α φ ρ ά σ ε ις σ τ ίχ ω ν δ έ ν έ γ ιν α ν σ χ ό λ ια γ ι ά τ ό κ α θ έ ν α ά π ό τ ά β ιβ λ ία , ά π λ ο ύ σ τ α τ α γ ια τ ί ό λ α π ε ρ ιλ α μ β ά ν ο ν τ α ι σ τό γ ε ν ικ ό σ χ ό λ ιο τ ο ύ π ρ ο λ ό γ ο υ . Σ τ ή β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία δ έ ν ά ν α φ έ ρ θ η κ α ν π α λ ιό τ ε ρ ε ς π ρ ο σ π ά θ ε ι ε ς ό π ω ς τ ά τ ρ α γ ο ύ δ ια τ ο ΰ D y la n μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν α ά π ό τή Σ υ ρ ιώ τ η , γ ια τ ί τ ό ά ρ θ ρ ο έ χ ε ι σ κ ο π ό ν ά σ χ ο λ ιά σ ε ι τή ν « π α ρ α γ ω γ ή » τ ώ ν δ ύ ο τ ε λ ε υ τ α ίω ν χ ρ ό ν ω ν . Ζ η τ ά ω σ υ γ γ νώ μ η ά ν κ ά π ο ιο β ιβ λ ίο δ έν υ π ά ρ χ ε ι σ τό ά ρ θ ρ ο . Ε ίν α ι σ ίγ ο υ ρ ο π ώ ς δ έν υ π ά ρ χ ε ι π ρ ό θ ε σ η . Ά λ λ ω σ τ ε έ γ ιν ε π ρ ο σ π ά θ ε ια ν ά π α ρ ο υ σ ια σ τ ο ύ ν ε ξ ίσ ο υ ο ί ά ν ε ξ ά ρ τ η τ ε ς κ υ κ λ ο φ ο ρ ίε ς - π ρ ά γ μ α π ο ύ π ρ έ π ε ι ν ά έ π ικ ρ ο τ η θ ε ϊ ι δ ι α ί τ ε ρ α - κ α θ ώ ς κ α ί τ ά β ι β λ ια ρ ά κ ια π ο ύ κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ α ν χ έ ρ ι χ έ ρ ι.
Υ .Γ . Ά ν α φ έ ρ ο μ α ι σ ’ α ύ τ ό τ ό σ η μ ε ίο σ τό β ιβ λ ίο « Ή α ύ τ ο κ α τ α Ο τ ρ ο φ ικ ή φ ύ σ η το ύ ρ ό κ » τ ο ύ Μ ά κ η Μ η λ ά το υ π ο ύ έ χ ε ι κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ ε ι ά π ’ τ ί ς « Ε κ δ ό σ ε ις τ ή ς μή Ά μ ε σ η ς Ε π α ν ά σ τ α σ η ς » γ ι ά ν ά δ ιε υ κ ρ ιν ίσ ω τ ά έξή ς: Τ ό β ιβ λ ίο ε ίν α ι γ ρ α μ μ έ ν ο ά π ’ τ ό φ ίλ ο μ ο υ , ξ ά δ ε λ φ ό μο υ κ α ί σ υ ν ο ν ό μ α τ ο μο υ Μ ά κ η Μ η λ ά το . ΟΕ τ υ χ ό ν Ι π ι κ ρ ίσ ε ι ς μο υ θ ά ’δ ιν α ν λ α β ή γ ι ά · κ ο υ τ σ ο μ π ο λ ιά , ενώ ά ν σ υ μ φ ω ν ο ύ σ α μέ τ ό β ιβ λ ίο σ χ ό λ ια τ ο ΰ τ ύ π ο υ « Β έ β α ια , φ ίλ ο ς τ ο υ ε ίν α ι...» δ έ ν θ ά ’λ ε ιπ α ν . Γ ι’ αύ τό, ά π λώ ς τό άναφ έρω .
57
Φιλήμων Παιονίδης
Ελληνική βιβλιογραφία γιά τούς προσωκρατικού ς φιλοσόφους ( 1960- 1980) Γιά πολλούς ανθρώπους ή αρχαία ελληνική φιλοσοφία περιορίζεται κυρίως στό Σωκράτη, στόν Πλάτωνα καί στόν ’Αριστοτέλη, ενώ οι γνώσεις τους γιά τά 150 περίπου χρόνια φιλοσοφικού στοχασμού πού προηγήθηκαν τής εποχής τού Σω κράτη είναι λίγες καί πολλές φορές συγκεχυμένες. Σέ αυτό βοηθάει κατά κάποιον τρόπο καί ή μέση εκπαίδευση. Γιατί, όπως είναι γνωστό, τό βάρος τής φιλοσοφι κής παιδείας πού δίνεται στά γυμνάσια καί στά λύκεια πέφτει κυρίως στά πλατω νικά καί αριστοτελικά (τελευταία) κείμενα, ενώ αναφορές στην προσωκρατική φι λοσοφία γίνονται σπάνια καί, όταν γίνονται, είναι πολύ σύντομες. Είναι όμως σωστή αυτή ή παραγνώριση των προσωκρατικών; Πολλοί βέβαια ύποστηρίζουν ότι μάς σώζονται ελάχιστα άποσπάσματά τους, μέ αποτέλεσμα ή έρευνα νά προ χωρεί περισσότερο μέ εικασίες καί λιγότερο μέ σίγουρα στοιχεία. Ή άξια όμως ενός φιλόσοφου δέν κρίνεται από τήν έκταση των έργων του, ούτε τά σωζόμενα άποσπάσματα είναι τόσο λίγα ώστε νά μή μάς παρέχουν κάποιες συγκεκριμένες καί σαφείς άπόψεις τους. Ο ί λ ό γ ο ι λ ο ιπ ό ν π ο ύ ο δ η γ ο ύ ν σ τή μ ελ έτη τ ώ ν π ρ ο σ ω κ ρ α τ ικ ώ ν ε ίν α ι π ο λ λ ο ί, θ ά ά ρ κ ε σ τ ο ύ μ ε ό μ ω ς σ έ μ ε ρ ικ ο ύ ς :1 α ) Τό πρω τοποριακό κ α ί τό σύγχρονο τής σκέψης τους. Α ύ τ ο ί π ρ ώ τ ο ι έ θ ε σ α ν ο ρ ι σ μ έ ν α φ ιλ ο σ ο φ ικ ά π ρ ο β λ ή μ α τ α π ο ύ α π α σ χ ο λ ο ύ ν α κ ό μ η κ α ί σ ή μ ε ρ α τ ή ν ά ν θ ρ ώ π ιν η σ κ έ ψ η . ’Ε ρ ω τ ή μ α τ α ό π ω ς τ ί ε ίν α ι τ ό ό ν ή π ό σ ο ά ν τ ικ ε ιμ ε ν ικ ή ε ίν α ι ή γ ν ώ σ η , δ ι α τ η ρ ο ύ ν σ τ ίς μ έ ρ ε ς μ α ς α μ ε ίω τ η τή ν ά ξ ία τ ο υ ς . ’Α κ ό μ α , ά ρ κ ε τ ά φ ιλ ο σ ο φ ικ ά σ υ σ τ ή μ α τ α θ ε ω ρ ο ύ ν κ ά π ο ιο ν ά π ό τ ο ύ ς π ρ ο σ ω κ ρ α τ ικ ο ύ ς σ άν π ρ ό δ ρ ο μ ό το υ ς.
58
β ) Ή αμεσότητα τών κειμένων τους. Τ ά κ ε ίμ ε ν α μέ τή μ ικ ρ ή τ ο υ ς έ κ τα σ η κ α ί τ ό π υ κ ν ό π ε ρ ιε χ ό μ ε ν ο , π ο ύ ά λ λ ο τ ε δ η λ ώ ν ε τ α ι μέ σ α φ ή ν ε ια κ α ί ά λ λ ο τ ε μέ μ ε τ α φ ο ρ έ ς κ α ί α λ λ η γ ο ρ ίε ς , ά σ κ ο ύ ν ά κ α τ α ν ίκ η τ η γ ο η τ ε ία σ τό ν α να γνώ σ τη . Τ ό γ εγο ν ό ς ό τι π ο λ λ ά ά π ό α ύ τά ε ίν α ι έ μ μ ε τρ α α υ ξ ά ν ε ι α ύ τ ή τή γ ο η τ ε ία . Τ ά π ρ ο β λ ή μ α τ α π ο ύ π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι ή ά ρ χ α ϊκ ή γλώ σσα τή ς έπ ο χή ς θ ά μπ ορούσ αν ν ά λυ θ ο ύ ν μέ υ π ε ύ θ υ ν ε ς μ ε τ α φ ρ ά σ ε ις . Π α ρ ά δ ε ι γ μ α ή μ ε τ ά φ ρ α σ η τ ο ύ Η ρ ά κ λ ε ιτ ο υ ά π ό τ ό ν Έ . Ρ ο ύ σ σ ο κ α ί τ ο ύ Π α ρ μ ε ν ίδ η ά π ό τ ό ν Γ. Τ ζ α β ά ρ α (β λ . β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία ) .
γ ) Ή ποικιλία τής φιλοσοφικής τους σκέ ψης. Δ ια β ά ζ ο ν τ α ς κ α ν ε ίς τ ο ύ ς π ρ ο σ ω κ ρ α τ ϊ-
Α. ΓΕΝΙΚΑ ΕΡΓΑ
κ ο ύ ς δ έ σ υ ν α ν τ ά τ ή ν τ α υ τ ό τ η τ α τ ω ν α ν τ ι λ ή ψ ε ω ν π ο ύ β ρ ίσ κ ε ι σ υ χ ν ά σέ ά λ λ ε ς ε π ο χ έ ς . Ο ί α ν τ ιθ έ σ ε ις μ ε τα ξ ύ τ ο υ ς ε ίν α ι τ ε ρ ά σ τ ιε ς . 'Ο έ ν α ς π ρ ο σ π α θ ε ί ν ά ά ν α ιρ έ σ ε ι τ ό ν ά λ λο . Έ τ σ ι ό μ ε λ ετ η τή ς έ μ β α θ ύ ν ε ι σ τή ν ο ύ σ ιία τ ή ς φ ιλ ο σ ο φ ικ ή ς σ κ έ ψ η ς , ο ξ ύ ν ε ι τ ή ν κ ρ ιτ ικ ή το υ κ α ί ό δ η γ ε ΐτ α ι σέ γ ό ν ιμ α σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α . Υ π ά ρ χ ο υ ν β έ β α ια κ α ί ά λ λ ο ι λ ό γ ο ι, α λ λ ά κ α λ ύ τ ε ρ α ε ίν α ι ν ά τ ο ύ ς α ν α κ α λ ύ ψ ε ι κ α ν ε ίς μ ό ν ο ς το υ . “Ο σ ο γ ιά τ ό σ κ ο π ό τ ή ς β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία ς π ο ύ ά κ ο λ ο υ θ ε ΐ, ε ίν α ι ν ά φ έ ρ ε ι σέ ε π α φ ή τ ό ν μή ε ιδ ικ ό μέ τ ί ς σ χ ε τ ικ έ ς ε ρ γ α σ ίε ς π ο ύ ύ π ά ρ χ ο υ ν στή γ λ ώ σ σ α μ α ς κ α ί ίσ ω ς ίσ ω ς ν ά β ο η θ ή σ ε ι τ ό ν ε ιδ ικ ό , π α ρ έ χ ο ν τ ά ζ το υ μ ιά σ υ γ κ ε ν τ ρ ω τ ικ ή ε ικ ό ν α τ ή ς δ ο υ λ ε ιά ς π ο ύ έ γ ιν ε σ τό σ υ γ κ ε κ ρ ιμ έ ν ο α ύ τ ό τ ο μ έα . Π ε ρ ιλ α μ β ά ν ε ι β ιβ λ ία κ α ί ά ρ θ ρ α πού· γ ρ ά φ τ η κ α ν ή μ ε τ α φ ρ ά σ τ η κ α ν σ τά έ λ λ η ν ικ ά τή ν π ε ρ ίο δ ο 1 9 6 0 -1 9 8 0 , ε νώ σ έ μ ε ρ ικ ές π ε ρ ιπ τ ώ σ ε ις ά ν α φ έ ρ ο ν τ α ι κ α ί π α λ α ιό τ ε ρ α έ ρ γ α . Σ έ α υ τή τ ή ν π ε ρ ίο δ ο π α ρ α τ η ρ ε ίτ α ι σ τή χ ώ ρ α μ α ς έ ν α ς ικ α ν ό ς ά ρ ιθ μ ό ς α π ό π ο λ ύ σ η μ α ν τ ικ έ ς ε ρ γ α σ ίε ς , χ ω ρ ίς ό μ ω ς ή μ ε λ έτη τώ ν π ρ ο σ ω κ ρ α τ ικ ώ ν ν ά έ χ ε ι φ θ ά σ ε ι σ τό ε π ίπ ε δ ο ά λ λ ω ν ε ύ ρ ω π α ϊκ ώ ν χ ω ρ ώ ν ό π ω ς τ ή ς ’Ιτ α λ ία ς λ .χ. Β έ β α ια ή β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία α ύ τ ή δ έν έ χ ε ι α ξ ιώ σ ε ις π λ η ρ ό τ η τ α ς . Γ ι ’ α ύ τ ό θ ά θ έ λ α μ ε ν ά ζη τή σ ο υ μ ε π ρ ο κ α τ α β ο λ ικ ά σ υ γ ν ώ μ η α π ό τ ο ύ ς σ υ γ γ ρ α φ ε ίς π ο ύ δ έν π ε ρ ιλ α μ β ά ν ο υ μ ε τ ά έ ρ γ α τ ο υ ς . ·
1. Α υ τοτελείς τόμ οι γ ιά του ς π ροσ ω κ ρ α τικ ού ς
Συντομογραφίες « Ά ρ χ. Φιλ. καί Θεωρ. Έ πιστ.»: Ά ρ χ εΐο ν Φι λοσοφίας καί Θεωρίας τών Επιστημών διδ. διατρ.: διδακτορική διατριβή «Ε.Ε.Φ.Σ.Π.Α.»: Επιστημονική Έ πετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου ’Αθηνών «Ε.Ε.Φ.Σ.Π.Θ.»: Επιστημονική Έ πετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσα λονίκης μετ.: μετάφραση σ.: σελίδες τεύχ.: τεύχος τόμ.: τόμος χ.ο.μ.: χωρίς δνομα μεταφραστοϋ χ.χ.: χωρίς χρονολογία Ό αστερίσκος (*) δηλώνει ότι στή συγκεκρι μένη περίπτωση δέν έγινε δυνατό νά συγκεν τρωθούν πλήρη εκδοτικά στοιχεία. Ό εκδοτι κός οίκος, δπου υπάρχει, δηλώνεται σέ πα ρένθεση.
Βέικος Θ.: Οί προσωκρατικοί φιλόσοφοι. Θεσσα λονίκη, 1972, σ. 286. Βουδούρης Κ.: Κείμενα προσωκρατικών φιλοσό φων. Ά θ ή ν α ι, 1973, σ. 40. Βουδούρης Κ.: Ή προσωκρατική φιλοσοφία. Ά θ ή ν α ι, 1976, σ. 191. Burnet J.: Ή αύγή τής ελληνικής φιλοσοφίας. Οί προσωκρατικοί φιλόσοφοι καί οί θεωρίες τους. Μετ. ’Α χ. Βαγενά. Ά θ ή να ι, (Άναγνωστίδης) χ.χ., σ. 362. Legrand G.: Γιά νά γνωρίσετε τή σκέψη τών προσωκρατικών. Μετ. Ά λ . Βέλιος. Ά θήναι, (Ά π ειρ ο ν) 1976, σ. 210. Μιχαηλίδης Κ.: Α ρ χαϊκο ί φιλόσοφοι. Είσαγωγήκείμενο-μετάφραση-σχόλια. Λευκωσία, 197.1, σ. 114. Μοστράτου Σ.: Οί άλλοι ήρωες. Οί πρώτοι Έ λ ληνες φιλόσοφοι. Ά θ ή να ι, (Κέδρος) 1978, σ. 172.. Μ ουτσόπουλος Ε.: Ή προσωκρατική διανόησις. Ά π ό τού μύθου είς τόν λόγον. Ά θ ή να ι, (Γρηγόρης) 1978, σ. 79. N ietzsche F.: Ή γέννηση τής φιλοσοφίας στά χρόνια τής ελληνικής τραγωδίας. Μετ. καί σχόλια Αίμ. Χουρμούζιου. Ά θ ή να ι, (Μάρης καί Κοροντξής) 19753, σ. 200. Ντόκας Ά γ .: Ό ελληνικός διαφωτισμός (Ή προσωκρατική φιλοσοφία). Ά θ ή να ι, (Φέξης) χ.χ., σ. 9-65. Σταμάτης Ε.: Προσωκρατικοί φιλόσοφοι. Ά θ ή ναι, 1966, σ. 145. Vemant J.-P.: Ή καταγωγή τής έλληνικής σκέ ψης. Μετ. Στ. Γρανίτσα. Ά θ ή να ι, (Δίπτυχο) 1966, σ. 112.
2. Γ ενικ ές μελέτες γ ιά το ύ ς π ροσ ω κ ρ α τικ ού ς Βέικος Θ.: Έ ν-πάντα. Μιά θεμελιακή δομή σκέ ψης στήν πρώιμη ελληνική φιλοσοφία. «Δω δώνη», τόμ. 2 (1973), σ. 193-223. Βουρβέρης Κ.: Ή φιλοσοφία τής ιστορίας παρ ’ Έ λλησι μέχρι τών χρόνων τού Πλάτωνος. Στό «Κλασσική παιδεία καί ζωή», Ά θ ή ν α ι (Έ λλη-
59
νική ’Ανθρωπιστική, Ε ταιρεία) 1969, σ. 37-48. Comford F. Μ.: Ή ιωνική επιστήμη πριν από τόν Σωκράτη. Χ.ο.μ. «Έ ποπτεία», τεϋχ. 7/8 (1977),. σ. 94-103. Δραγώνα-Μονάχου Μ.: ’Αφετηρία γιά τή χαρτο γράφηση μιας Αρχαϊκής γνωσιολογίας. «Δευκα λίων», τεϋχ. 11 (1974), σ. 365-385. Ζοϋμπος A. Ν.: Σύμμεικτα φιλοσοφικά. «Πλά των», τόμ. 16 (1964), σ. 92-108. Κελεσίδου-Γαλανοϋ Α.: Παρουσία καί νόημα τοϋ γίγνεσθαι στά αποσπάσματα των προσωκρατι κών. «Φιλοσοφία», τόμ. 8/9 (1978-1979), σ. 74-116. Κουτσογιαννόπουλος-Θηραΐος Δ .: Κόσμος. Ή Αρ χαϊκή διαμόρφωση τής έννοιας. «Ε.Ε .Φ .Σ.Π .Α.», τόμ. 20 (1969-1970), σ. 169-186. Κύρκος Β.: «ΔιΑθεσις καί διαθιγή». Δύο έννοιες Από τήν κοσμολογία των προσωκρατικών. « Ε λ ληνικά», τόμ. 28 (1975), σ. 275-291. Λυπουρλής Δ.: Ή παραγωγική κατάληξη -ικος στήν προσωκρατική φιλοσοφία καί στό ιπποκρα τικό corpus. Διδ. διατρ. Θεσσαλονίκη, 1968, σ. 210 . Μαλεβίτσης X.: ’Α πό τόν μύθο στόν λόγο. Ή Αρχή τής έλληνικής φιλοσοφίας. «Φιλοσοφία», τόμ. 1 (1971), σ. 68-93. Μητρόπουλος Π.: ’Ιατρικά προσωκρατικών φιλο σόφων. «Πλάτων», τόμ. 15 (1963), σ. 196-217. Μιχαηλίδης Κ.: Ή συνυφή Ανθρώπου καί κόσμου στούς Αρχαϊκούς στοχαστές. «Στασϊνος», 3 (1966-1967), σ. 123-134. Μ πούσουλας Ν.: Ή δομή τοϋ μείγματος στήν προσωκρατική σκέψη. «Ε.Ε .Φ .Σ.Π.Θ.», τόμ. 11 (1969), σ. 79-168. Ροϋσσος Ε.: Δείγματα λεξικοΰ τών προσωκρατι κών. «Φιλοσοφία», τόμ. 3 (1973), σ. 163-187. Ροϋσος Ε.: Ή κοσμολογία τής Μιλήτου. «Δευκα λίων», τεϋχ. 11 (1974), σ. 337-364. Ροϋσσος Ε.: Ή κοσμολογία τών προσωκρατικών. ’Επιλογή βιβλιογραφίας. «Δευκαλίων», τεϋχ. 11 (1974), σ. 386-405. Ροϋσσος Ε.: Κοσμογονία. Στό «Κέντρο φιλοσο φικών ερευνών, Κεφάλαια φιλοσοφίας», Ά θ ή ναι, (Δωδώνη) 1979, σ. 195-218.
Ζήσης Τ.: Ή ήδονή καί τό ϋψιστον Αγαθόν κατά τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους. Διδ.· διατρ. Ά θ ή να ι, 1954, σ. 76. Μ ελισσαρόπουλος Κ.: Προσωκρατικοί ελληνες φιλόσοφοι καί θεοσοφία. Ά θ ή να ι, 1956, σ. 88. Μπασουκέας Φ.: Προσωκρατικοί φιλόσοφοι καί σύγχρονοι φυσικοί. Ά θ ή να ι, 1936, σ. 15.
3. Ε γ χ ε ιρ ίδ ια ίσ τορ ία ς’τής φ ιλ ο σ ο φ ία ς π ού ά να φ έρ ο ν τα ι στούς π ροσ ω κ ρ α τικ ού ς (επ ιλογή ) Γεωργούλης Κ.: 'Ιστορία τής έλληνικής φιλοσο φίας. Τόμ. Α'. Ά θ ή να ι, (Παπαδήμας) 1975, σ. 35-131. Κορδάτος I.: 'Ιστορία τής Αρχαίας έλληνικής φι λοσοφίας. Ά θ ή να ι, (Μπουκουμάνης) 19722, σ. 57-196. Russell Β.: Ιστορία τής δυτικής φ ιλοσοφίας, Τόμ. Α'. Μετ. Αΐμ. Χουρμούζιος. Ά θ ή να ι, (Ά ρ σ ενίδης) χ·χ·, σ. 67-148. Windelband-Heimsoeth: ’Εγχειρίδιο ιστορίας τής φιλοσοφίας. Τόμ. Α'. Μετ. Ν, Σκουτερόπουλος. Ά θ ή να ι, (Μορφωτικό "Ιδρυμα ’Εθνικής Τραπέζης) 1980, σ. 38-78. Zeller-Nestle.: Ιστορία τής έλληνικής φιλοσο φίας. Μετ. X. Θεοδωρίδη. Ά θ ή ναι, ("Εκδοση Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) 1942, σ. 32-91.
4. Γ ενικ ότερ ες εργα σίες π ού έχου ν σχέση με το ύ ς π ροσ ω κ ρ α τικ ού ς Ά ρ γύ ρη ς Κ.: Ή κριτική τοϋ Πλάτωνος εις τάς περί Αρχών θεωρίας τών προσωκρατικών. Διδ. διατρ. Ά θ ή να ι, 1978, σ. 281. Dodds Ε. R.: ,Οί Έ λληνες καί τό παράλογο. Μετ. Γ. Γιατρομανωλάκη. Ά θ ή να ι, (Μ. Καρδαμίτσα) 1977, σ. 270. Θεοδωρακόπουλος Ί.: Ή Αρχή τής επιστήμης καί τής φιλοσοφίας. Στό «Ιστορία τοϋ έλληνικοΰ έθνους», τόμ. Β', Ά θ ή να ι, (’Εκδοτική Α θηνώ ν) 1971, σ. 422-437.
’Α πό τίς παλαιότερες μελέτες:
Ίωαννίδης Κλ.: Τό πρόσωπο τοϋ φιλοσόφου Από τούς προσωκρατικούς στόν Πλάτωνα. Λευκωσία, 1977, σ. 141.
Hoffmann Ε: Ή νοοτροπία τής προσωκρατικής σχολής. « Ά ρ χ. Φιλ. Θεωρ. Έ πιστ.», τόμ. Β (1930), σ. 3-14.
Lesky Α1.: 'Ιστορία τής Αρχαίας έλληνικής λογο τεχνίας. Μετ. Ά γ . Τσομπανάκη. Θεσσαλονίκη, ('Ελληνικό "Ιδρυμα Έ ξυπηρετήσεως Πανεπιστη
60
μίων) 19753, σ. 246-254, 308-319, 474-476.
4.
Μ παγιόνας Α ύγ .: 'Ιστορία τής άρχαίας ελληνικής ήθικής. Θεσσαλονίκη, 1974, σ. 20-41.
’Εδώ συναντούμε έναν Αρκετά μεγάλο άριθμό έργασιών πού είναι Αφιερωμένες στόν έφέσιο φιλό σοφο. Τό γεγονός αύτό οφείλεται στή διαρκή γοητεία καί Ακτινοβολία πού Ασκεί. Είναι ευτύ χημα πού έχουμε μιά πολύ σημαντική διεθνή βι βλιογραφία γραμμένη Από έλληνα συγγραφέα. Πρόκειται γιά τήν εργασία τοϋ Ε. Ν. Ρούσσου «Heraklit-Bibliographie»: Darmstadt (Wissenschaftliche Buchgesellschaft) 1971 σ. XX + 164. Ή ελληνική βιβλιογραφία βρίσκεται συγκεντρω μένη στόν χρονολογικό κατάλογο καί ή περίοδος 1960-1971, πού μάς ενδιαφέρει, καταλαμβάνει τίς σελίδες 142-150. Ή βιβλιογραφία πού παρα τίθεται παρακάτω Αποτελεί συμπλήρωση καί έπέκταση τής βιβλιογραφίας τού Ε. Ν. Ρούσσου μέ χρι τό 1980:
Μ πούσουλας Ν.: Κοσμογονική ένόρασις ατούς προσωκρατικούς καί στόν Πλάτωνα. Θεσσαλο νίκη, 19732, σ. 86. Τσάτσος Κ.: Ή κοινωνική φιλοσοφία τών Αρ χαίων Ελλήνω ν. Ά θ ή ν α ι, (Ε σ τία ) 19702, κυρίως σ. 13-52.
Β. ΕΙΔΙΚΑ ΕΡΓΑ 1.
Η ρ ά κ λ ε ιτ ο ς
Θ α λή ς
Κώνστας Α.: Θεώρηση τών άρχαίων μαρτυριών γιά τόν Θαλή. «Έ ποπτεία», τεϋχ. 1 (1976), σ. 56-58..
Ά ξ ε λ ό ς Κ.: Ό Η ράκλειτος καί ή φιλοσοφία. Μετ. Δ. Δημητριάδη. Ά θ ή να ι, (Ε ξάντα ς) 1974, σ. 308. * Aurobindo S.: Ηράκλειτος. Μετ. Κ. Β. Στεφανίδης. Ά θ ή να ι, 1969, σ. 66.
2.
’Α ν α ξ ίμ α ν δ ρ ο ς
Βέικος Θ.: Κοσμολογία καί κοσμική δικαιοσύνη στήν άρχαία ελληνική διανόηση I. ’Α ναξίμαν δρος. Θεσσαλονίκη, 1969, σ. 135. Κελεσίδου-Γαλανού Α.: Τό άπειρον τού ’Α ναξί μανδρου. «Παρνασσός», τόμ. 19 (1977), σ. 396-406. Κυριαζόπουλος Σ.: Ή γεωπολιτική έννοια τού άπειρου είς τόν ’Αναξίμανδρον. «Δωδώνη», τόμ. 3 (1974), σ. 9-26. Szabo Ar.: Ό ’Α ναξίμανδρος καί ό γνώμων. «Φι λοσοφία», τόμ. 8/9 (1978-79), σ. 65-73.
3.
Ξ ενοφ ά νη ς
Ηράκλειτος: Τά Αποσπάσματα. Προλεγόμενα, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, μαρτυρίες, λεξιλόγιο καί πίνακες Έ . Ν. Ρούσσου. Ά θ ή να ι, (Καραβίας) 1971, σ. 95. Ηράκλειτος: Τά Αποσπάσματα. Μετ. Τ. Ά ρ β α ν ιτάκης. Θεσσαλονίκη, (Β' έδρα Φιλοσοφίας) 1977, σ. 36. Κυριαζόπουλος Σ. καί τεταρτοετείς φοιτητές: Ηράκλειτος. Μία φροντιστηριακή έρευνα. Ά θ ή ναι, (Ύ πουργεΐον Πολιτισμού καί ’Επιστημών) 1973, σ. 300. Λογοθέτης Κ. I.: Ό Η ράκλειτος καί ή δημιουρ γός τοϋ κόσμου αιτία. Στό «Τιμητικόν Αφιέρωμα Κ. Μερεντίτη», Ά θ ή να ι, 1972, σ. 253-272. Μ ιχαήλ-Δέδε Μ.: Η ράκλειτος ό φιλόσοφος τών αιώνων καί ή φιλοσοφία τής συνεργασίας. Ά θ ή ναι, (Τό έλληνικό βιβλίο) 1970, σ. 371.
Ziegler Κ.: Ξενοφάνης δ Κόλοφώνιος, ένας επα ναστάτης τοϋ πνεύματος. «Ε.Ε .Φ .Σ.Π .Θ .», τόμ. 9 (1965), σ. 127-144.
Μιχαηλίδης Κ.: Ό ήρακλειτικός λόγος. Στό «Α φιέρω μα εις Κ. Σπυριδάκην», Λευκωσία, 1964, σ. 1-8.
Κελεσίδου-Γαλανού Α.: Ή κάθαρση τής θεότητας στή φιλοσοφία τοϋ Ξενοφάνη. Διδ. διατρ. Ά θ ή ναι, 1969, σ. 136.
Μ οσχόπουλος Θ.: Ό Η ράκλειτος καί ή σύγχρονη σκέψη. «Παρνασσός», τόμ. 21 (1979), σ. 403-404.
Κουτσογιαννόπουλος Δ.: Ξενοφάνης ό Κολοφώνιος καί ή συμβολή του είς τήν άρχαίαν λογικήν. Στό «Χάρις Κ. Βουρβέρη», Ά θ ή να ι, 1964, σ. 75-94.
* Μ πουρατίνος Δ.: Ή σύγχρονη επιστήμη Ανα καλύπτει τόν Η ράκλειτο. «Δημιουργίες», τεϋχ. 6/7 (1970).
’Α πό τίς παλαιότερες μελέτες:
Π απαδόπουλος Θ.: Ή φιλοσοφία τοϋ Η ρά κλει του. Τό Αληθινό της νόημα. Ά θ ή να ι, (Πολιτικές καί λογοτεχνικές έκδόσεις) 1966, σ. 160.
Ζοΰμπος Α. Ν.: Ή γνωσιολογία τοϋ Ξενοφάνους. «Πλάτων», τόμ. 7 (1955), σ. 158-164.
Ράμφος Σ.: Ή μουσική τοϋ Η ράκλειτου. Ά θ ή ναι, (Κέδρος) 1976, σ. 87.
61
Ροϋσσος Ε.: ’Α ρχίλοχος καί Ηράκλειτος. Έ ρευνα στίς πηγές τοϋ φιλοσόφου. «Φιλοσοφία», τόμ. 5/6 (1975-1976), σ. 103-132. Φράγκος Β.: Ό Η ράκλειτος προδρομικός φιλό σοφος τής κοσμικής εποχής. «Νέα Ε σ τία», τόμ. 7 0 (1 9 6 1 ), σ. 1218-1223.
5.
Π υ θ α γόρ ειοι
Δάμπασης I. Ν.: Φιλόλαος ό τελευταίος πυθαγό ρειος ιατρός. «Παρνασσός», τόμ. 4 (1962), σ. 365-371.
Ά π ό τίς παλαιότερες μελέτες: Δημαράς Κ. Θ.: Παρμενίδης. Ά θ ή να ι, (Ε λλη νικά Γράμματα) 1927, σ. 60.
7.
Ζ ήνω ν
Βέικος Θ.: Τά ζηνώνεια παράδοξα καί οί μαθη ματικές καντιανές άντινομίες. «Δευκαλίων», τεϋχ. 11 (1974), σ. 319-336. Vlastos Gr.: Σημείωση γιά τό βέλος τοϋ Ζήνωνα. Μετ. Π. Χριστοδουλίδης. «Δευκαλίων», τεϋχ. 11 (1974), σ. 301-318.
Κώνστας Ε.: Εισαγωγή στόν μαθηματικό στοχα σμό τών πυθαγορείων. Ά θ ή να ι, 1978, σ. 109. Λαμπροποΰλου Στ.: Α ί γυναίκες εις τάς πυθαγο ρείους κοινωνίας. Διδ. διατρ. Ά θ ή ναι, 1976, σ. 400. * Μαργιώρης Ν.: Ή πυθαγόρεια άριθμόσφαιρα. Ά θ ή να ι, 1977, σ. 168. * Μιχαηλίδου Σ.: Ή Σάμος καί ό Πυθαγόρας. Σάμος, 1961. Μπάλλας Κ.: Οί πυθαγόρειοι καί ή έπίδραση τοϋ πυθαγορισμού στήν εξέλιξη τής ιατρικής σκέψης. Ά θ ή να ι, (Έ ποπτεία) 1979, σ.114. Πορφύριος: Ή ζωή τοϋ Πυθαγόρα. Μετ. Στ. Λαμπροποΰλου. Ά θ ή ναι, (Πύρινος Κόσμος) 1978, σ. 105. Σακελλαρίου Γ.: Πυθαγόρας δ δάσκαλος τών αιώνων. Ά θ ή να ι, 1963, σ. 300. Σταμάτης Ε.: Ή άνακάλυψη τής άσυμμετρίας ύπό τοϋ Πυθαγόρου. «Πλάτων», τόμ. 29 (1977), σ. 187-191.
8.
Ε μπεδοκλής
Βέικος ©.: Χώρος καί χρόνος στήν κοσμολογία τοϋ ’Εμπεδοκλή. «Ελληνικά», τόμ. 22 (1969), σ. 326-340. Βέικος Θ.: ’Εμπεδοκλής (Β 35,3-4). Ή κοσμική δίνη. «Ελληνικά», τόμ. 24 (1971), σ. 312-320. Ζοϋμπος A. Ν.: Εις Έμπεδοκλέα. «Ά θ ηνά», τόμ. 66 (1962), σ. 298-300.
9.
’Α ν α ξα γ ό ρ α ς
Γεωργούλης Κ.: Φιλολογικά σημειώματα εις τά άποσπάσματα τοϋ Ά ναξαγόρου. «Πλάτων», τόμ. 12 (I9 6 0 ), σ. 290-291. Δάμπασης I. Ν.: Α ναξαγό ρ ας ό φιλόσοφος καί βιολόγος. «Παρνασσός», τόμ. 9 (1967), σ. 511-518.
Ά π ό τίς παλαιότερες μελέτες:
Δραγώνα-Μονάχου Μ.: Τό πρόβλημα τών «όμοιομερειών» τοϋ Α να ξα γό ρ α καί ή ιστορία του. «Φιλοσοφία», τόμ. 7 (1977), σ. 162-231.
Ζέγγελης Κ.: Ό Πυθαγόρας καί ή κοσμογονική θεωρία τών άριθμών. «Νέα Ε σ τία», τόμ. 13 (1933), σ. 630-632.
Μ πούσουλας Ν.: Τά άποσπάσματα τοϋ Α ν α ξ α γόρα. «Ε.Ε.Φ.Σ.Π .Θ.», τόμ. 12 (1973), σ. 227-237.
Τριαντάφυλλου Γ.: Α ί περί πολιτείας καί δικαίου ίδέαι τών πυθαγορείων. « Ά ρ χ. Φιλ. καί Θεωρ. Έπιστ.», τόμ. 6 (1935), σ. 318-330.
6.
Π α ρμ ενίδ η ς
Καραγιάννης Γ.: Τό γνωσιολογικόν πρόβλημα εις τήν φιλοσοφίαν τοϋ Παρμενίδου. Ά θ ή να ι, 1976, σ. 135.
10.
’Α ρ χέλ α ο ς
Δάμπασης I. Ν.: Α ρ χέλα ος ό εκλεκτικός φυσικός φιλόσοφος καί ιατρός. «Παρνασσός», τόμ. 8 (1966), σ. 261-267. Μ πούσουλας Ν.: Ή υφή τοϋ μείγματος στή σκέψη τοϋ Α ρχελά ου. «Ε.Ε.Φ.Σ.Π.Θ.», τόμ. 12 (1973), σ. 238-240.
Μιχαηλίδης Κ.: Α λή θεια καί δόξα. Ή παρμενιδιακή διαλεκτική. «Στασϊνος», 2 (1964-1965), σ. 135-145.
11.
Τζαβάρας Γ.: Τό ποίημα τοϋ Παρμενίδη. Ά θ ή ναι, (Δόμος) 1980, σ. 241.
Ά β τ ζή Γ. Κ.: Δημόκριτος ό Α βδηρίτης (460-370 π.Χ.). Μετάφραση τών «’Ηθικών». Ά θήναι,
62
’Α τομ ικ οί φ ιλ όσ οφ οι
1969, σ. 86.
νικά», τόμ. 32 (1980), σ. 32-41.
’Ακρίτας Τ.: Δημόκριτος. Ά θ ή να ι, 1972, σ. 31.
Πανέρης I.: «Ή νόμω καί ή έτεή γνώση». Συμ βολή στό πρόβλημα τής γνωσιολογίας τού Δημό κριτου. Στό «Α φιέρω μα στόν Έ . Π. Παπανοϋτσο», Ά θ ή να ι, 1980, σ. 381-393. .
’Ανεμογιάννη ς-Σ ινανίδη ς Σ .: Κίνησις-άτομα κατά τούς Ατομικούς φιλοσόφους. Ά θ ή να ι, 1976, σ. 42. Βώρος Φ. Κ.: «Έ ν βυθφ ή αλήθεια». Δημόκριτος άπόσπ. 117. «Φιλοσοφία», τόμ. 2 (1972), σ. 137-151. Γιανναράς Ά ν .: ’Α ρχαίοι ατομικοί φιλόσοφοι. Πανεπιστημιακές παραδόσεις. Ά θ ή να ι, (Παπαζήσης) 1976, σ. 64. Δημητρακόπουλος Μ.: N ietzsche καί Δημόκρι τος. Έ ν α ς χαρακτηρισμός τής ατομικής φιλοσο φίας. «Παρνασσός», τόμ. 21 (1979), σ. 435-455. Μαγκριώτης Δ.: Δημόκριτος ό Θράξ φιλόσοφος. « Ά ρ χεϊον Θράκης», τόμ. 36 (1973), σ. 35-58. Nizan Ρ.: Τρεις μεγάλοι στοχαστές τής αρχαιότη τας. Δημόκριτος-’Επίκουρος-Λουκρήτιος. Μετ. Γ. Βιστάκης. Ά θ ή να ι, (Άναγνωστίδης) χ.χ., σ. 145.
Π απαδόπουλος Θ.: Δημόκριτος. Ό φιλόσοφος καί ό φυσιοδίφης. Ό θεωρητικός τής δημοκρα τίας. Ά θ ή να ι, 19793, σ. 300. Ά π ό τίς παλαιότερες μελέτες: Γεωργούλης Κ.: Ό Δημόκριτος καί ή σοβιετική επιστήμη. Στό «Α π ό ψ εις άπό τήν φιλοσοφίαν τής έποχής μάς», Ά θ ή ν α ι, 1956, σ. 93-109.
Σημείωση: 1. Μπορεί νά δεί κανείς τόν πρόλογό τού S. Mourelatos στό The Presocratics, A Collection o f Critical Essays: New York (Anchor) 1974, s. 1-4, δπον θά βρει ένδιαφέρονσες απόψεις γιά την άξια τής μελέτης τών
Πανέρης I.: Τό πρόβλημα Λεύκιππος. « Ε λλη
ΗΛΙΑΣΜΠΕΤΡΟ ΠΟ ΥΛΟ ΣΗΜ · ΤΗΣΠΦΥΛΑΚΗΣ ΙΗλΙΑΛΥΦΠΙΗΤ ΝΕΦΕΛγ 1980 Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ Μαυρομιχάλη 9 τηλ. 3607744
63
Νίκος Καρούζος: Ή ποίηση πάντα μεγεθύνει Κάνοντας μιά εξαίρεση στή γραμμή πού μέχρι σήμερα έχει ακολουθήσει τό «Δ ια βάζω» στό θέμα των συνεντεύξεων μέ συγγραφείς (τή συνέντευξη δηλαδή νά τήν παίρνει αντιπροσωπεία τής Σύνταξης τού περιοδικού), δεχτήκαμε νά φιλοξενή σουμε, λόγω τού εξαιρετικού της ενδιαφέροντος, μιά «πολλαπλή» συνέντευξη τού συνεργάτη μας Ά ντρ έα Μπελεζίνη μέ τόν ποιητή Νίκο Καρούζο. Πάντως, μέ τόν καινούριο χρόνο, τό «Διαβάζω» θά συνεχίσει τίς συνεντεύξεις του μέ σύγχρονους έλληνες συγγραφείς (λογοτέχνες καί επιστήμονες). ’Α π ό π α λ ιά ε ίχ α σ κ ε φ τε ΐ ν ά π ρ ο κ α λ έ σ ω κ α ί ν ά κ α τ α γ ρ ά ψ ω μ ιά σ ε ιρ ά σ υ ζη τ ή σ ε ω ν μέ π ο ιη τ έ ς , κ α τ ά π ρ ο τ ίμ η σ η μέ ε κ ε ίν ο υ ς μέ τ ο ύ ς ό π ο ιο υ ς α ισ θ α ν ό μ ο υ ν ά ν ό χ ι « σ υ μ π λ ο η γ ό ς» ( κ α τ ά τ ό λ ό γ ο τ ο ύ Μ ίλ το υ Σ α χ τ ο ύ ρ η ) , τ ο υ λ ά χ ισ τ ο ν ά λ λ η λ έ γ γ υ ό ς ή , π ά ν τ ω ς , σ υ γ κ ο ιν ω ν ό ς κ α ί σ υ ν έ ν ο χ ο ς , μ ο λ ο ν ό τ ι κ α τ ά τ ι ν ε ό τ ε ρ ο ς · ε ν ν ο ώ τ ο ύ ς π ο ιη τ έ ς τ ή ς π ρ ώ τ η ς μ ε τ α π ο λ ε μ ικ ή ς γ ε ν ιά ς . Δ ίσ τ α ζ α , ώ σ τό σ ο , π ο ιό ν τ ύ π ο ν ’ ά κ ο λ ο υ θ ή σ ω σ ’ α υ τ έ ς τ ί ς σ κ ό π ιμ ε ς σ υ ζη τ ή σ ε ις . Ό π ε ιρ α σ μ ό ς ν ά μ ιμ η θ ώ τ ό π λ α τ ω ν ικ ό ε κ ε ίν ο « δ ιη ρ ώ τ ω ν ά ν α υ τ ο ύ ς τ ί λ έγ ο ιε ν » ( ’Α π ο λ ο γ ία , 2 2 β ), μέ α υ σ τ η ρ ό τ α τ η , ε ν ν ο ε ίτ α ι, τ ή ρ η ση τ ώ ν α ν α λ ο γ ιώ ν , δ έ μ έ β α σ ά ν ισ ε ι δ ι α ί τ ε ρ α , ά π ό τ ή σ τιγ μ ή μ ά λ ισ τα π ο ύ ό π ο ιη τ ή ς Ν ίκ ο ς Κ α ρ ο ύ ζ ο ς σ τή σ υ λ λ ο γ ή το υ « Λ ε υ κ ο π λ ά σ τ η ς γ ι ά μ ικ ρ έ ς κ α ί μ ε γ ά λ ε ς α ν τ ιν ο μ ίε ς » ( 1 9 7 1 ) ε ίχ ε γ ρ ά ψ ε ι « Ά , ν ά κ ’ ή μ α μ ή τ ή ς ά λ ή θ ε ια ς /τ ό Σ ω κ ρ α τ ίδ ιο ! » , μ υ κ τ η ρ ίζ ο ν τ α ς , ά ρ ισ τ ο φ α ν ικ ά , β έ β α ια , ό χ ι τ ό ν ί δ ιο τ ό Σ ω κ ρ ά τ η , α λ λ ά τ ο ύ ς σ ω κ ρ α τ ίζ ο ν τ ε ς , κ α ί μ ά λ ι σ τα σ τό π ε δ ίο τ ή ς π ο ίη σ η ς . ’Α π ό κ ε ϊ κ α ί π έ ρ α δ υ σ π ισ τ ο ΰ σ α , ε π ίσ η ς , στή μ ο ρ φ ή έ ν ό ς ο υ σ ια σ τ ικ ο ύ δ ια λ ό γ ο υ , γ ια τ ί ο ύ τ ε τ ή ν π ν ε υ μ α τ ικ ή ισ ο τ ιμ ία μέ τ ο ύ ς π ο ιη τ έ ς π ο ύ ε ίχ α σ τό ν ο ύ μου ή μ ο υ ν β έ β α ιο ς ό τ ι ε ξ α σ φ ά λ ιζ α , ο ύ τε , α π ό τ ή ν ά λ λη μ ε ρ ιά , ή θέση τ ο ύ έ π α ιν έτ η ή θ ια σ ώ τη σ υ μ β ιβ α ζ ό τ α ν μέ τή ν κ ρ ι τ ικ ή λ ε ιτ ο υ ρ γ ία , π ο ύ ε ίν α ι, π ισ τ ε ύ ω , α ρ χ ικ ή κ α ί ρ ιζ ικ ή , ό σ ο κ α ί ή π ο ιη τ ικ ή . Ά π ό μ ε ν ε ό τ ύ π ο ς μ ια ς ό χ ι τ υ π ικ ή ς σ υ ν έ ν τ ε υ ξ η ς . Μ έ τ ό Ν ίκ ο Κ α ρ ο ύ ζ ο σ υ ζ η τ ή σ α μ ε
64
τ ί ς λ ε π τ ο μ έ ρ ε ιε ς , τ ί ς δ υ σ κ ο λ ίε ς κ α ί τ ά α ν α π ό φ ε υ κ τ α δ ι α δ ικ α σ τ ικ ά θ έ μ α τ α . Θ ά χ ρ η σ ι μ ο π ο ιο ύ σ α μ ε ό χ ι μ ό ν ο έ ν α , ά λ λ ά π ο λ λ ά μ έσ α ε π ικ ο ιν ω ν ία ς : κ α τ α ρ χ ή ν τή ν α ν τ α λ λα γή γ ρ α π τώ ν ερ ω τη μ ά τω ν κ α ί α π α ντ ή σ εω ν, ο π ό τ ε κ α ί ό β α σ ικ ό ς χ α ρ α κ τ ή ρ α ς τ ή ς σ υ ν ο μ ιλ ία ς θ ά ή τ α ν έ π ισ τ ο λ ικ ό ς · θ ά χ ά ν α μ ε έ τσ ι σέ α ύ θ ο ρ μ η σ ία κ α ί α ύ τ ο σ χ ε δ ια σ μ ό , ά λ λ ά θ ά κ ε ρ δ ίζ α μ ε σέ α κ ρ ίβ ε ια κ α ί π ε ρ ί σ κ εψ η . Π α ρ ά λ λ η λ α ή π ρ ο σ ω π ικ ή σ υ ζή τ η σ η , ό χ ι χ ω ρ ίς ε λ λ η ν ικ ό τ α τ η , φ α ν τ ά ζ ο μ α ι, « σ ίτω ν κ α ί π ο τ ώ ν μ ε τ ά δ ο σ ιν » , θ ά ε ξ α σ φ ά λ ιζ ε τ ή ν ά ν α γ κ α ία ε π α φ ή , κ α ί θ ά έ π έ τ ρ ε π ε ν ά ε λ έ γ ξο υ μ ε τ ίς δ ια κ ο π ές τη ς, ενώ τό μ α γνη τό φ ω ν ο κ α ί τ ό τ η λ έ φ ω ν ο θ ά χ ρ η σ ιμ ο π ο ιο ύ ν τ α ν γ ι ά δ ιε υ κ ρ ιν ίσ ε ις , δ ιο ρ θ ώ σ ε ις ή π ρ ο σ θ ή κ ες . Σ υ μ φ ω ν ή θ η κ ε ο ί ε ρ ω τ ή σ ε ις ν ά γ ίν ο ν τ α ι π ά ν ω σ τό σ υ γ κ ε κ ρ ιμ έ ν ο π ο ι η τ ικ ό έ ρ γ ο κ α τ ά τή ν α κ ο λ ο υ θ ία τ ή ς δ η μ ιο υ ρ γ ία ς , χ ω ρ ίς α ύ τ ό ν ’ α π ο κ λ ε ίε ι θ ε μ α τ ικ έ ς ή ά λ λ ε ς , έ σ ω τε ρ ικ έ ς, δ ι α σ υ ν δ έ σ ε ις κ ρ ιτ ικ ώ ν ά π ο ρ η μ ά τ ω ν κ α ί ά π αντήσ εω ν. ’Α ν α γ ν ω ρ ίσ τ η κ α ν δ ύ ο δ ι κ α ιώ μ α τ α σ τό ν π ο ιη τ ή κ α ί έ ν α σ τό ν π ρ ώ τ ο « σ υ ν ε ν τ υ γ χ ά ν ο ν τ α » : σ τό ν π ο ιη τ ή ν ά μη δ έ χ ε τ α ι ο ρ ισ μ έ ν α ε ρ ω τ ή μ α τ α π ο ύ κ ρ ίν ε ι ά σ α φ ή ή τε χ ν α σ μ α τ ικ ά , ή ν ά ζ η τ ά ε ι τ ή ν α ν α δ ια τ ύ π ω σ ή τ ο υ ς , κ α ί ν ά έ χ ε ι τ ό ν τε λ ε υ τ α ίο λ ό γ ο σέ π ε ρ ιπ τ ώ σ ε ις δ ε υ τ ε ρ ο λ ο γ ία ς ή τ ρ ιτ ο λ ο γ ία ς · σ τό ν ά λ λ ο ν ά θ έ τ ε ι ν έ α έ ρ ω τ ή μ α τ α σ τ ίς ά π α ν τ ή σ ε ις π ο ύ δ ό θ η κ α ν , ό χ ι μ ό ν ο ά μ έ σ ω ς μ ε τά τή
σ ύ ν τα ξ η κ α ί Α ποσ τολ ή , μ α γ ν η το φ ώ ν η σ η ή τ η λ ε φ ω ν ικ ή μ ε τά δ ο σ ή τ ο υ ς , α λ λ ά σ ’ ό π ο ιο δ ή π ο τ ε χ ρ ο ν ικ ό σ η μ είο τ ή ς π ο λ λ α π λ ή ς σ υ ν έ ντευ ξ η ς. Ε ίμ α ι β έ β α ιο ς δ τ ι οι σ υ ν ε ν τ ε ύ ξ ε ις α υ τ έ ς δ έ ν ά ρ χ ισ α ν ά κ α ιρ α , σ τ ίς α ρ χ έ ς τ ο ύ π ε ρ α σ μ ένο υ κ α λ ο κ α ιρ ιο ύ κ ι ε νώ ό ο υ ρ α ν ό ς τ ή ς ’Α τ τ ικ ή ς , τ ή ς ’Α θ ή ν α ς ( κ ι ο λ ό κ λ η ρ η ς τ ή ς χ ώ ρ α ς ) κ α τ α υ γ α ζ ό τ α ν α π ό π υ ρ κ α γ ιέ ς κ α ί εμ π ρ η σ μ ο ύ ς. Ό λ ό γ ο ς τ ώ ν π ο ιη τ ώ ν τ ή ς π ρ ώ τ η ς μ ε τ α π ο λ ε μ ικ ή ς γ ε ν ιά ς μ ά ς ε ίν α ι σ ή μ ερ α ο ύ σ ιω δ ώ ς α π α ρ α ίτ η τ ο ς δ σ ο π ο τ έ ά λ λο τε. Ό R o m a n J a k o b s o n , γ λ ω σ σ ο λ ό γ ο ς κ α ί μ ελ ετ η τή ς τ ή ς π ο ίη σ η ς ,.π ο ύ κ ά θ ε ά λ λ ο π α ρ ά α π ο φ ε ύ γ ε ι τή χ ρ ή σ η τ ο ύ δ ρ ο υ γενιά, έ χ ε ι π α ρ α τ η ρ ή σ ε ι: «ΟΕ σ χέ σ ε ις ά ν ά μ έ σ α σ τίς β ιο γ ρ α φ ίε ς τ ώ ν γ ε ν ε ώ ν κ α ί,τ ή ν ισ το ρ ικ ή α λ λ η λ ο υ χ ία ε ίν α ι ιδ ιό ρ ρ υ θ μ ε ς ... ’Α κ ό μ α κ α ί ή ή λ ικ ία κ λ ή σ εω ς τ ώ ν γ ε ν ε ώ ν κ α ί ή δ ιά ρ κ ε ια τ ώ ν ισ το ρ ικ ώ ν τ ο υ ς υ π ο χ ρ ε ώ σ ε ω ν δ ια φ έ ρ ε ι. Ή Ε στορία ε π ισ τ ρ α τ ε ύ ε ι τή ν ε α ν ικ ή ζέσ η ο ρ ισ μ έ νω ν γ ε ν ε ώ ν κ α ί τή ν ώ ρ ιμ η ιδ ιο σ υ γ κ ρ α σ ία ή τή γ ε ρ ο ν τ ικ ή σ ο φ ία κ ά π ο ιω ν ά λ λ ω ν» (μ ετ. Ρ έ ν α ς Κ οσ σ έρ η ). ΟΕ Ε στορικές, π ο λ ιτ ικ έ ς κ α ί γ ρ α μ μ α τ ο λ ο γ ικ έ ς σ υ ν θ ή κ ε ς ε π ιφ ύ λ α ξ α ν σ τή ν π ρ ώ τη ε λ λ η ν ικ ή μ ε τ α π ο λ εμ ικ ή γ ε ν ιά τ ή ν κ α θ ό λ ο υ κ α κ ή τ ύ χ η ν ά δ ε ί ξ ε ι τή δ ύ ν α μ η κ α ί τή σ π ο υ δ α ιό τ η τ ά τ η ς δ χ ι σ τήν π ρ ώ τη π ρ ώ τη ν ιό τ η , α λ λ ά μ ετά τ ό μέσ τω μ α κ α ί κ α τ ά τή ν π λ ή ρ η ώ ρ ιμ ό τη τα . Σ έ α γ α θ ή τύ χ η , ε π ίσ η ς , ο φ ε ίλ ω τ ό δ τ ι α π ο δ έ χ τ η κ ε τ ή ν π ρ ό τ α σ ή μου γ ι ά τή ν π ρ ώ τη σ υ ν έ ντε υ ξ η ό Ν ίκ ο ς Κ α ρ ο ύ ξ ο ς, π ο ιη τ ή ς ε ύ ρ ε ία ς π α ιδ ε ία ς κ α ί β α θ ιά ς π ν ε υ μ α τ ικ ό τ η τ α ς , π ο ύ χ ω ρ ίς τή σ υ μ π α ρ ο υ σ ία τ ο υ κ α ν έ ν α ς λ ό γ ο ς γ ιά τ ά π ρ ω τ ε ία σ τήν κ α θ α υ τ ό μ ε τ α π ο λ εμ ικ ή π ο ίη σ η δ έ ν μ π ο ρ ε ί ν ά γ ίν ε ι. .Κ α τά έ να π α ρ ά δ ο ξ ο τ ρ ό π ο α ΰ τ ό ς ό δ ύ σ κ ο λ ο ς - ά ς μ ο ϋ έ π ιτ ρ α π ε ί ν ά τό π ώ - ά ν θ ρ ω π ο ς ε ίν α ι κ ά μ π ο σ ο α ν ε κ τ ικ ό ς σ τά κ ρ ιτ ικ ά ά π ο ρ ή μ α τ α π ο ύ ο ύ τε Α π ο ν ή ρ ε υ τ α , π ρ έ π ε ι, ο ύ τε εντ ελ ώ ς Α π ρ ο σ π ο ίη τα μ π ο ρ ο ύ ν ν ά ε ίν α ι. Δ έ ν π α ρ α γ ν ώ ρ ιζ α , τ έ λ ο ς, τ ό ε νδ ε χ ό μ ε ν ο τ ά έρ ω τή μ α τ ά μου ν ά τ ο ν κ ά ν ο υ ν ν ά « σ η κ ώ σ ει» τή φ ω ν ή τ ο υ , « γ ια τ ί» , δ π ω ς γ ρ ά φ ε ι σ τό π ο ίη μ ά το υ «’Α π ’ τ ίς Α γγελ ικ ές μου σ η μ ε ιώ σ εις» « δ έ ν Α ν έχ (ο μ α ι) ν ά μού σ π ά σ ο υ ν τ ά ύ π έ ρ ο χ α κ ρ ύ σ τ α λ λ α τ ή ς α ιω ν ιό τ η τ α ς » . ’Α λ λ ά τ ά ’ί δ ια , Α κ ρ ιβ ώ ς, « κ ρ ύ σ τ α λ λ α » θ έ λ ει ν ά δ ο κ ι μ ά σ ε ι κ α ί ν ά π ρ ο σ τ α τ έ ψ ε ι, κ α τ ά τή δ ικ ή τ η ς ε υ θ ύ ν η κ α ί φ ύ σ η , ή κ ρ ιτ ικ ή , κ α ί δ τ α ν μ ο ν ο λ ο γ ε ί κ α ί δ τ α ν δ ια λ έ γ ε τ α ι. Κ α ί σ τό μ ετα ξύ « ό λ ό γ ο ς σ τέκ ε ι κ ι ή σ υ ν τ υ χ ιά κ ρ α τ ιέ τ α ι» . Α Ν Τ Ρ Ε Α Σ Μ Π Ε Λ Ε Ζ ΙΝ Η Σ
Νίκος Καροϋζος
Σ τάθηκα
σ ’ έ να
Α πλό
σ τίχ ο σ α ς·
«χρονάκια τής αυλής, τοΰ μαγκαλιού ■καί τής μητέρας». Ή ν ο σ τ α λ γ ία γ ιά τ ά χ ρ ό ν ια α ύ τ ά ε ίν α ι δ ιά χ υ τ η σ τή ν π ο ίη σ ή σ α ς, κ ι δ τ α ν Α κόμη δ έ δ η λ ώ ν ε τ α ι ρ η τά . Θ ά θ έ λ α τε ν ά μ ά ς μ ιλ ή σ ετε γ ι ά τ ά π α ιδ ικ ά σ α ς χ ρ ό ν ια σ τ ’ Ά ν ά π λ ι (π ο ύ Α ρ γ ό τερ α , σ ’ Αλλο π ο ίη μ Α σ α ς ΘΑ ό ν ο μ ά σ ετ ε « θ α ν ά σ ιμ ο » ) ; Ε Ι Ν Α Ι τό π α ρ α δ ε ίσ ιο σ το ιχ ε ίο . Έ γ ώ π έ ρ α σ α ό μ ο ρ φ α π α ιδ ικ ά χ ρ ό ν ια . Δ ια β ά ζ ο ν τα ς . Ό π α τ έ ρ α ς μου ή τ α ν ε δ ά σ κ α λ ο ς , κ α θ ώ ς κ ι ό π α π π ο ύ ς μου Α π’ τή μ ε ρ ιά τ ή ς μ η τ έ ρ α ς μ ο υ , ιε ρ έ α ς κ α ί δ ά σ κ α λ ο ς (ε ίχ ε γ ίν ε ι κ ι Α ρ χ ιμ α ν δ ρ ίτη ς , ώ ς χ ή ρ ο ς π ο ύ ή τα ν ε , κ α τ ε ίχ ε Α λλω στε γ ιά π ο λ λ ά χ ρ ό ν ια κ ι ώ ς τό θ ά ν α τ ό το υ τή θέση τ ο ύ π ρ ω το σ ύ γ κ ε λ λ ο υ σ τή ν ε π ισ κ ο π ή ). Α ύ τ ο ί ο ί δ ύ ο ά ν θ ρ ω π ο ι μέ μ ά θ α ιν α ν Α π’ τ ά τ έ σ σ ε ρ α κ ιό λ α ς χ ρ ό ν ια μου γ ρ ά μ μ α τ α . " Ο τα ν π ή γ α σ τ ά έ ξ ι μο υ χ ρ ό ν ια σ τό δ η μ ο τικ ό ή ξ ε ρ α ή δ η κ α ί τ ά μ α θ ή μ α τα τή ς τ ρ ίτ η ς τά ξ η ς. Τ ε λ ο σ π ά ν τ ω ν Α ρ κεί, γ ιά ν ά μ ή ν π ο λ υ λ ο γ ή σ ο υ μ ε , ν ά σ η μ ε ιώ σ ω π ώ ς τό γ υ μ ν ά σ ιο τ ό τέ λ ε ιω σ α μ έ β α θ μ ό δ ε κ α ε ν ν έ α κ α ί κ ά π ο ια ό γ δ ο α (δ έ ν τ ά θ υ μ ά μ α ι τ ώ ρ α π ό σ α ...). Ό π α π π ο ύ ς μου ε ίχ ε μ ιά σ χ ε τ ικ ά Α ξιό λ ο γη β ιβ λ ιο θ ή κ η μ έ π ε ρ ίπ ο υ π ε ν τ α κ ό σ ιο υ ς τό μ ο υ ς , κ υ ρ ίω ς θ εο λ ο γικ ή κ α ί Αρ χ α ίο υ ς έλλ η νες σ υ γ γ ρ α φ ε ίς . Α ύ τή τ ή β ιβ λ ιο θή κ η τή ν ε ίχ α δ ια β Α σ ε ι ο λ ά κ ε ρ η π ε ρ α τ ώ ν ο ν τ α ς τ ίς γ υ μ ν α σ ια κ έ ς μου σ π ο υ δ έ ς. ’Α π ό τ ό τ ε π ο ύ μ π ή κ α σ τό γ υ μ ν ά σ ιο δ ι ά β α ζ α μέ τή β ο ή θ ε ια το ύ π α π π ο ύ μου ’Ιω ά ν ν η Χ ρ υ σ ό σ το μ ο , Μ ε γ ά λ ο Β α σ ίλ ε ιο κ ι Α λλους Π α τέ ρ ε ς ( τ ά α π α ν τ ά τ ο υ ς ) κ α ί Ι π ιπ λ έ ο ν Π λ ά τ ω ν α κ α ί ’Α ρ ισ τ ο τ έ λ η π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο Α π’ τ ο ύ ς Αρ χ α ίο υ ς . Σ τ ή ν έκτη τά ξ η σ τό γ υ μ ν ά σ ιο γ ν ώ ρ ιζ α μέ ο ικ ια κ ά μο υ δ ι α β ά σ μ α τ α τ ο ύ ς π ιό
65
π ο λ λ ο ύ ς ά π ’ τ ο ύ ς δ ιά λ ο γ ο υ ς το ύ Π λ ά τ ω ν α κ α ί τ ά σ η μ α ν τ ικ ό τ ε ρ α β ιβ λ ία τ ο ϋ Α ρ ι σ τ ο τέλ η . Α υ τή τή β ιβ λ ιο θ ή κ η το ϋ π α π π ο ύ μου - π α λ α ι έ ς θ α υ μ ά σ ιε ς ε κ δ ό σ ε ις - τή ν π ο ύ λ η σ α σ τή δ ε κ α ε τ ία το ϋ ’50 , δ τ α ν π έ θ α ν ε ό π α τ έ ρ α ς μου κ α ί β ρ έ θ η κ α σέ μ ε γ ά λ α ο ικ ο ν ο μ ικ ά π ρ ο β λ ή μ α τ α . Ο υ δ έ π ο τ ε , ά λ λ ω σ τε, έ ν δ ια φ έ ρ θ η κ α ν ά σ χη μ α τίσ ω β ιβ λ ιο θ ή κ η . Ξ εμ ά κ ρ υ ν α δ μ ω ς. Έ ν π ά σ η π ε ρ ιπ τ ώ σ ε ι, α ύ τ ά ύ π ή ρ ξ α ν τ ά π ρ ώ τ α π ρ ώ τ α μο υ δ ια β ά σ μ α τ α . Λ ο γ ο υ χ ά ρ η , τ ά 'Ο μ η ρ ικ ά έ π η κ α ί τ ο ύ ς τ ρ α γ ικ ο ύ ς έμ ελέτη σ α σ υ ν ο λ ικ ά σ τό π ρ ω τ ό τ υ π ο σ ά ν φ ο ιτ η τ ή ς κ α ί « τρ ό φ ιμ ο ς » τ ή ς Ε θ ν ι κ ή ς Β ιβ λ ιο θ ή κ η ς , μ έ έ να « τε ίχ ο ς » έ μ π ρ ο σ τ ά μου λ ε ξ ικ ά , μ ε ρ ο κ α μ α τ ιά ρ η ς α ν α γ ν ώ σ τ η ς θ ά ’λ εγ α . Γ υ ρ ίζω π ίσ ω . Σ τ ά 1941 ε ίχ α α ρ χ ίσ ε ι ν ά γ ρ ά φ ω έ να μ υ θ ισ τό ρ η μ α , ό π ο ύ π ο τ έ δ έν ο λ ο κ λ η ρ ώ θ η κ ε , μέ τ ίτ λ ο « Ή γ ε ρ μ α ν ικ ή σ κ ιά » . Τ ό ’σ κ ισ α μ ε τέ π ε ιτ α . Τ ή ν ί δ ι α χ ρ ο ν ιά έ π ιδ ό θ η κ α σέ μ ε τ α φ ρ ά σ ε ις α π ό Ο ύ γ κ ώ κ α ί Μ π ω ν τ λ α ίρ , α σ κ ή σ εις π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο σ τά ι δ ια ίτ ε ρ α μ α θ ή μ α τ α π ο ύ έ κ α ν α σ τ ά γ α λ -
Ό Νίκος Κ αροϋζος γεννήθηκε στό Ναύ πλιο, τό 1926. Σπούδασε νομικά καί πολι τικές επιστήμες. Στό χώρο τών γραμμάτων εμφανίστηκε τό 1949, δημοσιεύοντας τό ποίημά του «Σίμων δ Κνρηναϊος» στό περιοδικό « Ό Αιώ νας μας». Τό 1954 εκδόθηκε ή πρώτη ποιητική συλλογή τον, μέ τίτλο «'Η επιστροφή τοϋ Χριστού». ’Α πό τότε μέχρι σήμερα ’έ χουν κυκλοφορήσει οί έξης ποιητικές συλλογές: «Νέες δοκιμές» (1954), «Σημείο» (1955), «Είκοσι ποιή ματα» (1955), «Διάλογοι» (1956), «Ποι ήματα» (1961), « Ή ελαφος τών άστρων» (1962), « Ό ύπνόσακκος» (1964), «Πενθήματα» (1969), «Λευκοπλάστης γιά μικρές καί μεγάλες αντινομίες» (1971), «Χορταριασμένα χάσματα» (1974), «Δυ νατότητες κ α ί χρήση τής ομιλίας» (1979), « Ό ζήλος τοϋ μή σχετικού μέ παροράματα» (1980), «Μ ονολεκτισμοί καί όλιγόλεκτα» (1980) κ α ί «Φαρέτριον» (1981). ’Έ χει δημοσιεύσει ποιή ματα, σημειώματα, μελέτες καί δοκίμια σέ πολλά περιοδικά («Νέα Ε στία», «’Αθηναϊκά Γράμματα», «Ευθύνη», «Σπείρα», «Τομές», «Λέξη» κ.α.). Τό 1963 τιμήθηκε μέ τό Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης κι αργότερα μέ τό Βραβείο τών Δώδεκα (1963) καί μ έ τό Α ' ’Εθνικό Βραβείο Ποίησης μ α ζί μέ τούς Τ. Βαρβιτσιώτη καί Μ. Σαχτούρη (1972).
λ ικ ά . Σ τ ή μ νή μ η μου ά π ο μ έ ν ε ι ώ σ ά ν κ ο υ ρ ε λ ά κ ι τ ό π ρ ώ τ ο τ ε τ ρ ά σ τ ιχ ο ά π ’ τ ό π ο ίη μ α « Π ε ρ ισ υ λ λ ο γ ή » το ϋ Μ π ω ν τ λ α ίρ . Ά ς τό π α ρ α θ έ σ ω έδ ώ , μ έ τή ν ε ύ κ α ιρ ία , ε ίν α ι σέ δ ε κ α π ε ν τ α σ ύ λ λ α β ο : «Φρονίμεψε, ώ Πόνε
μου, καί ήσυχος πιό γίνου./Τό Βράδυ άποζήταγες ■ νότο πού κατεβαίνει:/Μ ιά σκο τεινή άτμόσφαιρα τήν πόλη όλοσκεπάζει,/Ειρήνη σ’ ’ά λλους φέρνοντας καί σ’ άλ λους τίς φροντίδες». Τ ό Ά ν ά π λ ι κ α τά λ η ξ ε « θ α ν ά σ ιμ ο » σ τή ν Κ α το χ ή , τ ό τ ε π ο ύ ζή σ α μ ε τή λ ά μ ψ η τ ή ς Ε θ ν ι κ ή ς ’Α ν τίσ τα σ η ς . Φ ίλ ο ι μου κ α ί σ υμ μ α θ η τέ ς έ κ τελ έσ τη κ α ν. ’Α λ λ ά θ ά σ τα μ α τή σ ω . Ε ίν α ι π ο λ ύ ό δ υ ν η ρ ό ν ά ν τ ά θ υ μ ά μ α ι. Δ ια β ά ζ ο υ μ ε σ τό π ο ίη μ ά σ α ς « Σ χ έ δ ιο γ ι ά τ ό μ έλ λο ν το ϋ ο ύ ρ α ν ο ϋ » ( « Π ο ιή μ α τ α » , σελ. 4 0 -4 2 ): «...τώρα σέ δί
νες/εχω χ α θεί κάποτε υπήρξα/δ ά γγε λος τών ορατών όπως αγάπησε βα θιά». Τ ό « τώ ρ α » τ ο ϋ π ο ιή μ α τ ο ς π έ φ τ ε ι π ο λ ύ π ρ ί ν ά π ό τ ό 1 9 6 0 , σ τή ν π λ ή ρ η ά ν δ ρ ω σ ή σ α ς · τ ό « κ ά π ο τε » α ν ά γ ε τ α ι σ τή ν ε φ η β ε ία ή σ τή ν π α ι δ ικ ή σ α ς ή λ ικ ία ; Α Ν Α Φ Ε Ρ Ο Μ Α Ι σ τή ν α π ώ λ ε ια το ϋ π α ρ α δ ε ισ ια κ ο ύ σ το ιχ ε ίο υ τ ή ς ζω ή ς , π ο ύ σ υ μ π ί π τ ε ι μέ τή χ ρ ο ν ικ ή έ γ κ α τά λ ε ιψ η τ ή ς π α ι δ ι κ ή ς ή λ ικ ία ς . Ε ίπ α « χ ρ ο ν ικ ή ε γ κ α τά λ ε ιψ η » γ ια τ ί κ α ν έ ν α ς κ α λ λ ιτέ χ ν η ς δ έ ν έ γ κ α τ α λ ε ίπ ε ι κ α ί ψ υ χ ικ ά τή ν π α ιδ ικ ή ή λ ικ ία . Τ ό ε ύ ρ ύ τε ρ ο π ο ιη τ ικ ό σ α ς ε ν δ ια ίτ η μ α δ ια γ ρ ά φ ε τ α ι ε υ θ ύ ς ε ξ α ρ χ ή ς : ε ίν α ι ή έγ γύ τε ρ η ’Α τ τ ικ ή κ α ί ή ’Α θ ή ν α (κ α ί, μ ν η μ ο ν ικ ά , τ ’ Ά ν ά π λ ι ) ■ ε ίν α ι ή ο δ ό ς Σ τ α δ ίο υ , ό ’Ε θ ν ικ ό ς Κ ή π ο ς, « ο ί α σ τ ρ α φ τ ε ρ ο ί κ ισ σ ο ί τ ή ς Π λ ά κ α ς » , ό 'Ι ε ρ ό ς Β ρ ά χ ο ς , ά λ λ ά κ α ί τ ά « μ ικ ρ ά ε σ τ ια τ ό ρ ια τ ή ς Λ α χ α ν α γ ο ρ ά ς » , ό Λ υ κ α β η τ τ ό ς ( π ο ύ τό ν α γ α π ά τ ε , κ ι ά ς τό ν θ ε ω ρ ο ύ σ ε ξ έ ν ο σ ώ μ α σ τή ν Α τ τ ι κ ή ό Π ε ρ ικ λ ή ς Γ ια ν ν ό π ο υ λ ο ς ), ή « χυ μ ένη π ρ ω τε ύ ο υ σ α » ( λ ιγ ό τ ε ρ ο α π ά ν θ ρ ω π η στή ν ιό τη μ α ς ), ή « τρ ο μ ερ ή ’Α θ ή ν α τ ή ς ά ν α δ ο υ λ ε ιά ς » , δ π ω ς λ έτ ε κ ά π ο υ . ’Α λ ή θ ε ια , θ ά θ έ λ α τε ν ά μ ά ς μ ιλ ή σ ετε γ ιά τ ο ύ ς π ι ό α γ α π η μ έ ν ο υ ς σ α ς χ ώ ρ ο υ ς σ τή ν ’Α θ ή ν α κ α τ ά τή ν επ ο χή π ο ύ τή δ ια λ έ ξ α τ ε ώ ς π ο ιη τ ικ ό σ α ς ο ίκ η τ ή ρ ιο ; Ε Ι Π Α Τ Ε ή δ η έ σ ε ϊς τ ό σ α π ρ ά μ α τ α , τ ί ν ά
66
π ρ ο σ θ έ σ ω έ γ ώ ; ”Α ς π ο ϋ μ ε κ ά τ ι γ ι ά τό ν Π ε ρ ικ λ ή Γ ια ν ν ό π ο υ λ ο . Α υ τ ό ς ό ά ν θ ρ ω π ο ς έ κ α ν ε « σ τα θ μ ικ έ ς» α ν α λ ύ σ ε ις το ύ α ττικ ο ύ φ ω τ ό ς , τ ή ς ά τ τ ικ ή ς μ ο ρ φ ο λ ο γ ία ς , έ σ τω σέ έκ είνη τή σ χ ιζ ο φ ρ ε ν ικ ή ρ η τ ο ρ ε ία κ α ί γ λ ώ σ σ α , υ π ή ρ ξ ε δ α ιμ ό ν ιο ς αισθητής. ’Α λ λ ά έγώ π ο τ έ μου δ έ ν κ α τ ά λ α β α τή ν α π έ χ θ ε ια ο π ο ύ έ ν ιω θ ε γ ιά τ ό Λ υ κ α β η τ τ ό , π ο ύ σ υ ν δ έ ε τ α ι θ α υ μ ά σ ια μέ δλ η τ ή ν ό ρ ε ιν ή δ ια λ ε κ τικ ή τ ο ύ α ττ ικ ο ύ π ε ρ ιβ ά λ λ ο ν τ ο ς , ά λ λ ω σ τε « δ ια λ έγ ε τα ι» ά ρ μ ο ν ικ ά κ α ί μέ τή ν ’Α κ ρ ό π ο λ η . Σ π ο υ δ α ίο ς τ ρ ε λ ό ς ό Γ ια ν ν ό π ο υ λ ο ς , ο ύ δ ε μ ία επ’ α ύ το ΰ ά μ φ ιβ ο λ ία , τή ν έ χ ε ι « π α τή σ ε ι» δ μ ω ς σέ δ ι ά φ ο ρ α σ η μ ε ία . Ή α ύ τ ο χ ε ιρ ία του:, ή τ ε λ ε υ τ α ία τ ο υ γ κ ά φ α . ’Ε ν ν ο ώ τό ν τ ρ ό π ο . Λ έ ν ε σ υ χ ν ό τ α τ α « τί π ο ιη τ ικ ή α υ τ ο κ τ ο ν ία » . Ή δ ι α φ ω ν ία μ ο υ ε ίν α ι π λ ή ρ η ς . Π ρ ό κ ε ιτ α ι γ ιά δ ,τ ι π ι ό « α ν τ ιπ ο ιη τ ικ ό » , σ χε δ ό ν γ ε λ ο ίο . ’Ε π ε ξ έ τ ε ιν ε τ ά γ ρ α φ τ ά τ ο υ σ τό θ ά ν α τ ο , π α ρ α ή π ιε α ύ τ ά ρ κ ε ια κ ι α υ τ α ρ έ σ κ ε ια , τ ά ’κ ά ν ε θ ά λ α σ σ α . Σ τ ή Ν ιγ η ρ ία θ ά α ύ τ ο κ τ ο ν ο ύ ν ε π ιτ έ λ ο υ ς σ ο β α ρ ό τ ερ α .
Ό θ ά ν α τ ο ς ε ίν α ι α π ό τ ά β α σ ικ ά θ έ μ α τ α τ ή ς π ο ιή σ ε ώ ς σ α ς· σ τ α θ ε ρ ό θ έμ α , έ π ίσ η ς , ε ίν α ι κ α ί ή π ο ίη σ η κ ά τω α π ό τ ίς δ ιά φ ο ρ ε ς μ ο ρ φ έ ς τ η ς (ά σ μ α , τ ρ α γ ο ύ δ ι, π ο ίη μ α , σ τίχ ο ι). " Ο τα ν τ ά δ υ ό α ύ τ ά θ έ μ α τ α σ υ ν α ν τ ιώ ν τ α ι ό λ ό γ ο ς σ α ς β α θ α ίν ε ι: «είμαστε άφθαρτοι
πώς νά τό φανερώσω/τό άσμα κρύβε ται μέσα μου βαθιά». Ο ί σ τ ίχ ο ι α υ τ ο ί ε ίν α ι ο ί τ ε λ ε υ τ α ίο ι σ τό π ο ίη μ ά σ α ς « 'Ό τ α ν κ ο ι τ ά ζ ε ις τ ό χ ώ μ α τ ο ύ ν ε κ ρ ο ύ » (« Π ο ιή μ α τ α » , σελ. 4 6 ). Ό ε σ ω τε ρ ικ ό ς χ ώ ρ ο ς τ ο ύ π ο ιή μ α τ ο ς ε ί ν α ι έ να ν ε κ ρ ο τ α φ ε ίο , δ π ο υ κ α ί ό τ ά φ ο ς τ ο ύ π α τ έ ρ α σ α ς, ύ π ο θ έ τ ω , σ τ ’ Ά ν ά π λ ι. Θ ά μ ο ιρ ά σ ω τ ό έ ρ ώ τη μ ά μου σ τά δ υ ό , κ ι ά ς χ ά ν ο υ μ ε έ τσ ι τό σ η μ είο δ π ο υ θ ά ν α τ ο ς κ α ί ά σ μ α (π ο ίη σ η ) σ υ ν α ν τ ιώ ν τ α ι - ίσ ω ς ν ά τό ξ α ν α β ρ ο ΰ μ ε σ τή ν ά π ά ν τ η σ ή σ α ς: α ) Π ώ ς α ισ θ ά ν ε σ τ ε , τ ό τ ε κ α ί τ ώ ρ α , τή ν « α φ θ α ρ σ ία » , ώ ς « ά ν ά σ τ α σ ιν σ ώ μ α το ς » , ώ ς μ ετε ν σ ά ρ κ ω σ η ή ά λ λ ιώ ς ; β) Γ ια τ ί ή β ε β α ιό τ η τ α α υ τή γ ι ά τή ν α φ θ α ρ σ ία δ έ ν π ε ρ ν ά ε ι στή γ λ ώ σ σ α π α ρ ά μ ό ν ο μ έ μ ιά έ ν α γ ώ ν ια ά π ο ρ η μ α τ ικ ή έ κ φ ρ α σ η (:«πώς νά τό φανε ρώ σω -»), τό σ ο ο ικ ε ία σ τ ο ύ ς μ υ σ τι κ ο ύ ς ; Κ ι ά ν τ ό ά σ μ α κ ρ ύ β ε τ α ι μέσ α σ α ς π ώ ς θ ά τ ό ά κ ο ύ σ ο υ μ ε ο ί ά λ λ ο ι; Ή , ά κ ό μ η , π ώ ς τ ό ά κ ο ύ τ ε ό ί δ ιο ς έτσ ι β α θ ιά κ ρ υ μ μ έ ν ο μ έσ α σ α ς ;
Ό Νίκος Καροϋζος στή Μύκονο (1979) Τ Η Ν ά φ θ α ρ σ ία τή ν έ νν ο ώ σ ύ μ φ ω ν α μέ τή λ ο γικ ή τ ή ς ε π ισ τή μ η ς κ α ί τ ίπ ο τ α π ιό τ ε ρ ο . ’Α ν α φ ο ρ ικ ά τ ώ ρ α μέ τή μυστική άδυνατότητα νά μ ε τα δ ώ σ ο υ μ ε τ ό άσμα τ ή ς μ ύ χ ια ς υπ ό σ τα σ η ς θ ά π ρ έ π ει ν ά σ ά ς π α ρ α π έμ ψ ω σ τή s a n c ta sim p lic ita s. Ό , τ ι ά κ ο ύ μ ε ά π ό λ υ τ α μ έσ α μ α ς δ έ ν ε ίν α ι μ ε τα δ ό σ ιμ ο . Ή ύ π ό θ ε σ η ε ίν α ι ν ά τ ό ά κ ο ύ σ ε τ ε α ύ τ ό τ ό άσμα μ ό ν ο ι σ α ς, έ γ ώ δ έ ν ή μ π ο ρ ώ ν ά σ υ μ β ά λ ω , δ έν έχ ω τή δ ικ ή σας μ ο ίρ α , έχω μ ο ν ά χ α τή δ ικ ή μο υ . Σ ά ς ά φ ή ν ω σ τό έ λ εο ς τ ο ύ «έξαίφνης» κ α ί ε ύ χ ο μ α ι τ ή ν άσύνθετη σ τή ν ο υ σ ία τ η ς έκ σ τα σ η ν ά σ ά ς π λ η μ μ υ ρ ίζ ε ι. Ν ά μ ή ν κ ά ν ε τ ε ε ρ ω τή μ α τα ρ α σ ιο ν α λ ισ τ ικ ά , τ ά ά π ε χ θ ά ν ο μ α ι. Σ ά ς θέλ ω λ ιγ ά κ ι τρ ε λ ο ύ ς , ν ά ξ ε φ ε ύ γ ε τε ά π ό κ ε ίν α τ ά έ μ φ ια λ ω μ έ ν α ν ο ή μ α τ α τ ή ς φ ι λ ο σ ο φ ικ ή ς δ ια λ ε χ τ ικ ή ς , ν ά ξ ε φ ε ύ γ ε τε . Ή ζω ή δέν έχει πώμα. Ε ίν α ι π ο λ λ ά π ο ύ δ ε ίχ ν ο υ ν σ τ ίς π ρ ώ τ ε ς σ α ς σ υ λ λ ο γ έ ς δ τ ι δ « π ό ν ο ς » ε ίν α ι τ ό σ η μ ε ίο έ σ τιά σ ε ω ς τ ή ς π ρ ο σ ω π ικ ή ς σ α ς π ο ιη τ ικ ή ς . «~Ω πόνε/τά λόγια έρ
χονται άπό όλα τά σημείο./νά σέ όνομάσουν./Εΐσαι ή σάρκα τοϋ θανά του.» Τ ό π ό τ ε α κ ρ ιβ ώ ς έ π α ύ σ α τ ε , θ ε μ α τ ικ ά , ν ά δ ίν ε τ ε έ μ φ α σ η σ τό ν π ό ν ο , εύ κ ο λ α μ π ο ρ ε ί ν ά τ ό β ρ ε ι ή κ ρ ιτ ικ ή . Θ ά θ έ λ α τ ε ν ά μ ά ς π ε ίτ ε , έ σ εΐς, τό γ ια τ ί ; Δ Ε Ν ξ έ ρ ω , δ έ ν ξ έρ ω . Σ ι γ ά σ ιγ ά π ρ ο χ ώ ρ η σ α σ τή ν α ν τίλ η ψ η π ώ ς π ρ έ π ε ι ν ά α π ο γ υ μ ν ώ σ ο υ μ ε τή ν ύ π α ρ ξ η . Ό π ό ν ο ς έ χ ε ι κ ά π ο ιο ά ν τ ίθ ε τ ο : τή λεγά μ ενη χ α ρ ά . Π α ιχ ν ίδ ια τή ς β ιο λ ο γ ικ ό τ η τ α ς . ’Α ν ά γ κ η ν ά φ τ ά σ ο υ μ ε σέ
67
θ ρ η σ κ ε υ τικ ό τη τα μ έσ α σ τό α ιφ ν ίδ ιο τ ο ϋ π ρ α γ μ α τ ικ ο ύ σ ά ν τέ το ιο υ κ α ί τ ίπ ο τ ’ ά λλο. Σ τ ό « Δ ιά λ ο γ ο Π έ μ π τ ο » , ό π ο υ υ π ά ρ χ ε ι έν σ π έ ρ μ α τ ι ή π ρ ο σ ω π ικ ή σ α ς θ ε ο λ ο γ ία , ρ ω τ ά τ ε , α π ε υ θ υ ν ό μ ε ν ο ς στό Θ ε ό , ά ν « δ ιδ ά σ κ ε τ α ι ό Σ α ίξ π η ρ σ τό ν Π α ρ ά δ ε ισ ο » . Γ ια τ ί δ Σ α ίξ π η ρ κ α ί δ χ ι ό Ν τάντε; Ο Σ Α ΙΞ Π Η Ρ ε ίν α ι ώ μ ο κ ρ έ α ς , ή ζω ή σέ ένα π λ ή θ ο ς δ ια λ ε χ τ ικ έ ς , ά ν υ π ό τ α χ τ ο ς . 'Ο Ν τ ά ν τ ε τ ά ’χ ε ι δ λ α π ε ρ ά σ ε ι ά π ’ τ ό θ ε ο λ ο γ ικ ό σ ο υ ρ ω τ ή ρ ι κ α ί π λ α ισ ιώ ν ε ι. Τ ε λ ικ ώ ς ε ίν α ι ή σ υ χ ο ς . "Α λλ ά σ ’ α ύ τ ό τ ό ν κ ό σ μ ο δ έ ν ή ρ θ α μ ε γ ι ά ν ά μ α γ ε ιρ έ ψ ο υ μ ε . π α ρ μ ε ν ίδ ε ια ε ύ θ υ τ έ ν ε ια το ϋ μ έσ α κ ό σ μ ο υ . Δ ε ν ξ έ ρ ω , δ ε ν ξ έρ ω .
Ή λ ο γ ο τ ε χ ν ία δ έ ν ε ίν α ι ά π ό τ ο κ ο ς κ α ί α ύ τή τ ή ς π τ ώ σ ε ω ς ;
Τ ό 1956 κ υ κ λ ο φ ο ρ ή σ α τ ε τή ν ο λ ιγ ο σ έ λ ιδ η σ υ λ λ ο γή σ α ς « Δ ιά λ ο γ ο ι» . Θ ά μοΰ ε π ιτ ρ έ ψ ε τ ε ν ά μ ε τα φ έ ρ ω έδ ώ ένα σ χό λ ιο π ο ύ β ρ ίσ κ ω σ τό φ ω τ ο τ υ π η μ ένο μου α ν τ ίγ ρ α φ ο : « Λ ό γ ο ς » , ν α ί· « α ν τίλ ο γ ο ς» , ίσ ω ς , μ ’ δ λ ο π ο ύ ο ί δ υ ό λ ό γ ο ι β α ίν ο υ ν π α ρ α λ λ ή λ ω ς · α λ λ ά « δ ιά » -λ ο γ ο ς ; Λ ε ιτ ο υ ρ γ ε ί ή π ρ ό θ ε σ η « δ ιά » ; Δ ια λ έ γ ε τ α ι έ ν α ς π ισ τ ό ς (ή, έστω , έ ν α ς ά π ισ τ ο ς ) ; Μ ή π ω ς θ ε λ ή σ α τε ν ά β ά λ ετ ε τή ν π ίσ τη (ή κ α ί τή ν α π ισ τ ία ) μ έσ α σ τό ν ε λ λ η ν ικ ό « λ ό γο » ; Ή α λ ή θ ε ια ε ίν α ι δ τ ι τ ό ε π ιχ ε ίρ η σ α ν α ύ τό π ο λ λ ο ί Π α τέρ ες, δπ ω ς ό Θ εο δ ώ ρ η τ ο ς Ε π ί σ κ ο π ο ς Κ ύ ρ ο υ σ τό ν « ά τρ ε π τ ο ν » ή τ ό ν « ά σ ύ γ χ υ το ν » ή τό ν « ά π α θ ή » το υ δ ιά λ ο γ ο , ά λ λ ά ή ν ο σ τ α λ γ ία γ ι ά τ ό ή θ ο ς τ ή ς π λ α τ ω ν ικ ή ς δ ια λ ε κ τ ικ ή ς ε ίν α ι ακαταμάχητη. Θ ε ω ρ ε ίτ ε κ α ί σ ή μ ε ρ α ά π ο τε λ ε σ μ α τικ ή α υ τή τή σ τρ α τη γ ικ ή ;
Α Κ Ρ ΙΒ Ω Σ . Κ ι α ύ τ ό τ ό π ρ ά μ α σ η μ α δ ε ύ ε ι π ιό τ ε ρ ο τή μ ε γ α λ ο φ υ ία τ ο ύ Σ α ίξ π η ρ ά π ό εκ είνη τ ο ύ Ν τ ά ν τ ε . ’Ο π ω σ δ ή π ο τ ε τ ό π α ν κ ο ά ζ ε ι.
ΟΙ
σ τ ίχ ο ι τ ώ ν « Δ ια λ ό γ ω ν » έ μ π ε ρ ιέ χ ο υ ν ετοιμασία. “Ε π α ιξ α σ τό ε π ίπ ε δ ο Κ ίρ κ εγ κ ω ρ . Τ ί ε νν ο ώ λ έ γ ο ν τ α ς « έ π ίπ ε δ ο Κ ίρ κ ε γ κ ω ρ » ; Τ ό π λ έ γ μ α : π ίσ τ η - ά π ισ τ ία μέ κ ρ ά τ η σ ε γ ιά ε να χ ρ ο ν ικ ό δ ιά σ τ η μ α , τ ό α ν ά λ υ σ α μ έ το ύ ς δ ρ ο υ ς το ϋ δ α ν ο ϋ φ ιλ ό σ ο φ ο υ (τό ν μ νη μ ο ν ε ύ ω , 'κ α θ ώ ς θ ά ’χ ε τε π ρ ο σ έ ξ ε ι ίσ ω ς, ά π ’ τ ά π ρ ώ τ α μ ου , τ υ π ω μ έ ν α σ τά 1 9 5 4 , π ο ιή μ α τ α ). Ε κ ε ί ν ο π ο ύ β ο ύ λ ή θ η κ α ή τ α ν ε ν ά δ ε ίξ ω τή ν ή τ τ α μου σ τό ζή τη μ α πίστη κ α ί σ ’ α ύ τ ό μέ « α ν α κ ο ύ φ ιζ ε » κ α ί ή ή τ τ α το ϋ Κ ίρ κ ε γ κ ω ρ . ’Α π ’ τή ν άλ λη μ ε ρ ιά , προλόγιζα ή ετοίμαζα τή ν π α ρ α δ ο ξ ό τ η τ α τ ο ύ π έ ρ α ν ( ά π ό π ίσ τη κ α ί ά π ισ τ ία ) , μ ’ ά λ λ α λ ό γ ια ή ξ ε κ ρ έ μ α σ τη
68
Π ά ν τ ω ς , π ο ιό ν ά π ό τ ο ύ ς έλλ η νες π ο ιη τ έ ς θ ά θ έ λ α τε ν ά δ ια β ά ζ ε τ ε (ή κ α ί ν ’ ά κ ο ϋ τ ε ) σ τό ν Π α ρ ά δ ε ισ ο ; Α Ν ε ν ν ο ε ίτε τ ο ύ ς ν εο έ λ λ η νε ς π ο ιη τ έ ς , θ ά σ ά ς έ λ ε γ α τ ό Δ ιο ν ύ σ ιο Σ ο λ ω μ ό . Θ ’ α π ο τ ε λ ο ύ σ ε τή ρ η μ α τ ικ ή σ υ ν ά ρ τη σ η το ύ Π α ρ ά δ ε ισ ο υ - τή ν α π ο τ ε λ ε ί β ε β α ίω ς έτσ ι κ ι ά λ λ ιώ ς , έ π ε ιδ ή κ α τα ν ό η σ ε β α θ ύ τ α τ α τή ν Κ ό λ α ση . Σ τ ό « Δ ιά λ ο γ ο Π έ μ π τ ο » δ ια β ά ζ ο υ μ ε :
«Ίησοϋ Χριστέ / άνάτειλε / αυστη ρός, / άνείπωτος, / υπέρτερος τής πίστεως.» Θ ά κ α τ α λ ά β α ιν α τό ε π ίθ ε τ ο (ε π ιθ ε τ ικ ό κ α τ η γ ό ρ η μ α ) « α ύ σ τη ρ ό ς» κ ι ά ν ά κ ό μ α δ έ ν ε ίχ α δ ε ι τό ν Π α ν τ ο κ ρ ά τ ο ρ α σ τό Δ α φ ν ί· τ ό « ά ν ε ίπ ω τ ο ς» ε ίν α ι κ ο ιν ό ς τ ό π ο ς σ τ ο ύ ς μ υ σ τικ ο ύ ς κ α ί, δ ικ α ίω ς , α μ ε τ ά θ ε τ ο ς κ α ί σ έ μ ιά π ο ίη σ η π ο ύ θ ά ’θ ε λ ε ν ά π ε ϊ, σ τή ν ε π ο χ ή μ α ς, γ ιά τ ό π ρ ό σ ω π ό το υ . Μ ο ύ α ν τ ισ τ έ κ ε τ α ι τ ό « ύ π έ ρ τ ε ρ ο ς τ ή ς π ί σ τεω ς» . Θ ε ω ρ ε ίτ ε δ τ ι μ π ο ρ ο ύ μ ε ν ά θ ε ο λ ο γ ο ύ μ ε κ α ί ν ά χ ρ ισ το λ ο γ ο ύ μ ε , σ ή μ ερ α , κ α ί χ ω ρ ίς τ ή ν π ίσ τ η ; Σ Α Σ μ ίλ η σ α γ ιά ετοιμασία π έ ρ α ά π ό π ίσ τη κ α ί ά π ισ τ ία . Σ τ ο ύ ς σ τ ίχ ο υ ς π ο ύ ά ν α φ έ ρ ε τ ε γ ίν ε τ α ι α ύ τ ό ο λ ο φ ά ν ε ρ ο . Ό ’Ιη σ ο ύ ς έδ ώ κ α ί σέ σ υ ν έ χ ε ια έ ν σ α ρ κ ώ ν ε ι τό μή-εγώ τοϋ κα
θαρά πραγματικού, μέ ν ιώ θ ε τ ε φ α ν τ ά ζ ο μ α ι. Ό Ί η σ ο ϋ ς ά π ο θ ε ο λ ο γ ο ύ μ ε ν ο ς . Η ώ ς β ιο λ ο γ ικ ό π ο ίη μ α , ίσ ο ν : ή π ν ε υ μ α τ ικ ή π λ η μ μ υ ρ ίδ α σ τό σ ώ μ α , ή μή βασιζόμενη πουθενά παρά μονάχα στόν εαυτό της. ’Α ν α φ ο ρ ικ ά τώ ρ α μέ τό α ν μπο ρ ο ύμ ε ν ά θεο λ ο γο ύ μ ε κ α ί ν ά χ ρ ισ τ ο λ ο γ ο ΰ μ ε κ α ί χ ω ρ ίς π ίσ τη —ε ίν α ι ή φ ρ ά σ η σ α ς— θ ά ρ ω τή σ ω κ α ί εγ ώ μέ τ ή σ ε ιρ ά μ ο υ : π ο ι ο ς τό α π α γ ο ρ ε ύ ε ι; Κ ά θ ε ά ν θ ρ ω π ο ς έλ ε ύ θ ε ρ ο ς δ ύ ν α τ α ι τή θ ε ο λ ο γ ία τ ο υ , τ ίπ ο τ α δ έ ν τό ν ε μ π ο δ ίζ ε ι. Τ ά δ ο γ μ α τ ικ ά ή ε κ κ λ η σ ια σ τ ικ ά π λ α ίσ ια σέ μ ιά τ έ τ ο ια π ε ρ ίπ τ ω σ η δ έ ν ΰ φ ίσ τ α ν τ α ι. Γ ιά ν ά μή σ ά ς π ώ κ α ί τό ά λ λ ο : σ υ μ β α ίν ε ι ν ά ’ν α ι κ α ν ε ίς τ α υ τ ό χ ρ ο ν α θ ε ο λ ό γ ο ς κ α ί ά θ ε ο ς . Έ ν α π ρ ό χ ε ιρ ο κ α ί σ π ο υ δ α ίο π α ρ ά δ ε ιγ μ α ό Ό μ ά ρ Κ α γ υ ά μ . Υ π ή ρ ξ ε ά θ ε ο ς μ υ σ τικ ό ς κ α ί ε μ β ρ ιθ έ σ τ α τ ο ς κ ο ρ α ν ισ τή ς . Δ έ ν ε ίν α ι ν ά ν τ ά κ ο υ β ε ν τ ιά ζ ο υ μ ε α ύ τ ά μέ ρ α σ ιο ν α λ ισ μ ό . Τ ά π ά ν τ α π ρ ο κ ύ π τ ο υ ν . Έ τ σ ι ή έτσι. Σ ’ έ να π ο ίη μ ά σ α ς μέ π α ρ α λ λ α γ μ έ ν ο , ρ ιζ ικ ά , ν ιτ σ ε ϊκ ό τ ίτ λ ο ( « Ε ν τ ό ς το ύ κ α λ ο ύ κ α ί το ύ κ α κ ο ύ » , σ τή σ υλ λο γή « Σ η μ είο » ), μ ε τά ά π ό δ υ ό δ ε η τ ικ ο ύ ς σ τ ίχ ο υ ς —δ δ ε ύ τ ε ρ ο ς α ν α κ α λ ε ί τ ά ν η π τ ικ ά δ ά κ ρ υ α - γ ρ ά φ ε τ ε : «Σήμερα εί
μαι δούλος εντελής απέναντι σου!με σ ολαβεί ή νύχτα κ α ί τήν άλλη/ρέπω καί συναντώ τό χώμα εντός μου». Θ ά
ά ν α λ ύ σ ε ις τ ο ύ εγώ , σέ τ ίπ ο τ α τό εγ ώ μου δ έ ν ε ίν α ι σ έ θέσ η ν ά μέ ξ ε γ ελ ά σ ε ι. Μ ά δ μ ω ς ο ί ά π ο σ υ σ χ ε τ ίσ ε ις μου δ έ ν κ α τ ο ρ θ ώ ν ο υ ν τή δ ιά ρ κ ε ια . Ε τ ο ύ τ ο ε ίν α ι τ ό ν ό η μ α τ ώ ν σ τ ί χ ω ν π ο ύ μο ϋ θ υ μ ίζ ε τ ε , π η γ α ίν ο ν τ ά ς με τ ό σ α χ ρ ό ν ια π ίσ ω , σ τ ά 1 9 5 5 ... ’Α ν α φ ο ρ ικ ά τ ώ ρ α μ έ τ ’ ά λ λ ο : έντ ελ ή ς δ ο υ λ ε ία π ο ύ δ έ ν κ ρ α τ ε ί μ έσ α σ τό χ ρ ό ν ο , τ ί δ ο υ λ ε ία ε ίν ’ ά ρ α γ ε ; ’Α λ λ ά κ ι ό π ι ό σ τ ιγ μ ια ίο ς α ιφ ν ιδ ια σ μ ό ς Ά ν α σ τ ά σ ε ω ς , ε ίν α ι μ ο ν ό λ ιθ ο ς ε σ ω τε ρ ικ ή ς α κ ε ρ α ιό τ η τ α ς , α υ τ ό τ ο ύ τ ο τ ό ακτιστον. "Α μ α β γ ά λ ο υ μ ε τή ν p rise d u c o u ra n t ά π ’ τό έγ ώ μ α ς, τ ό τ ε ν ε ς έ ν α ρ ε ύ μ α δ ια φ ο ρ ε τ ικ ό θ ά μ ά ς δ ια π ε ρ ά σ ε ι: τ ό θ α ύ μ α τ ή ς Ά ν α σ τ ά σ ε ω ς , ή αγαθοεργία τού δλου, ή υ π έ ρ β α σ η το ύ σ ύ ν θ ε το υ ύ π ο κ ε ίμ ε ν ο -ά ν τ ικ ε ίμ ε ν ο , ή « τ α ύ τισ η » τ ο ύ έχειν κ α ί μή-έχειν. α π ο λ ύ τρ ω σ η , γ ι ά ν ά π ρ ο σ φ ύ γ ο υ μ ε σ τή ν π α ρ α δ ο σ ια κ ή τ ο ύ τη λ έξ η , ά π ό κ ά θ ε δ ο υ λ ε ία χ ω ρ ισ τ ικ ό τ η τα ς . 'Ω σ τ ό σ ο , ν ά μή μ ά ς π α ρ α σ ύ ρ ε ι « θ ρ η σ κ ε ιο δ ο γ μ α τ ικ ά » ό δ ρ ο ς δ ο υ λ ε ία , ε ίν α ι μ ύ θ ε υ μ α έ νν ο ή σ εω ν. Σ τ ίς π ρ ώ τ ε ς σ υ λ λ ο γ έ ς σ α ς κ α ί, ξ ε χ ω ρ ισ τά , σ τ ο ύ ς « Δ ιά λ ο γ ο υ ς » π α ρ α κ ο λ ο υ θ ο ύ μ ε τή ν ο δ υ ν η ρ ή σ α ς τ α λ ά ν τευ σ η α ν ά μ ε σ α σ τή ν π ίσ τη κ α ί σ έ « μ η δ ε νισ τικ ές » θ ε ά σ ε ις κ α ί θ έσ εις. Γ ρ ά φ ε τε : «Δέν έχω τήν ετοιμασία μέσα μου/γιά κατορθώματα». Μ ιλ ά τε γ ιά κ α τ ο ρ θ ώ μ α τ α π ίσ τ ε ω ς καί χ ρ ι σ τ ια ν ικ ο ύ π ν ε ύ μ α τ ο ς ή μ ή π ω ς κ α ί γ ιά κ α τ ο ρ θ ώ μ α τ α ο μ ό λ ο γ η ς π ο ιή σ ε ω ς ;
ή θ ε λ α ν ά ρ ω τή σ ω π ώ ς , μ ε τά τή ν έντελ ή δ ο υ λ ε ία σ τό ν Κ ύ ρ ιο , π ο ύ π ρ ο ϋ π ο θ έ τ ε ι « κ α λ ή ν ά λ λ ο ίω σ ιν » , μέ τ ή μ ε σ ο λ ά β η σ η μ ιά ς ν ύ χ τ α ς ( ό χ ι ά κ ρ ιβ ώ ς , κ α β α φ ικ ή ς ) τ ό ύ π ο κ ε ίμ ε ν ο τ ο ύ π ο ι ή μ α τ ο ς (π ο ύ δ η λ ώ ν ε τ α ι έ ν τ ο ν α μέ α λ λ επ ά λ λ η λ α π ρ ο σ ω π ικ ά κ α ί κ τ η τ ικ ά ά ν τ ω ν υ μ ικ ά σ τ ο ιχ ε ία ) « ρ έ π ε ι» κ α ί « σ υ ν α ν τά » τ ό χ ώ μ α ε ν τ ό ς τ ο υ ; Χ ω ρ ίς π λ ή ρ η κ α ί, σ χ ε τικ ώ ς , δ ια ρ κ ή μ ε τά ν ο ια μ π ο ρ ο ύ μ ε ν ά έ χ ο υ μ ε ε ντ έλ ε ια στή δ ο υ λ ε ία ; Μ ή π ω ς π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ιά μ ιά σ ύ γ χ ρ ο νη μ ο ρ φ ή α ύ τ ο μ ε μ ψ ία ς ή γ ι ά δ υ ό α ν τ ίρ ρ ο π ε ς ά λ λ ’ ισ ο δ ύ ν α μ ε ς έ λ ξ εις;
Ο Δ Α Κ Ε Ρ Ο τ ό π ρ ά μ α ε ίν α ι ένα καί ή δ η σ τή ν π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν η ερ ώ τη σ η ά π ο κ ρ ίθ η κ α γ ι ’ α ύ τ ό ά κ ρ ιβ ώ ς π ο ύ κ α ί τ ώ ρ α ρ ω τά τ ε. 'Ο π ω σ δ ή π ο τ ε , ή ο ρ ο λ ο γ ία π ο ύ τ ό τ ε χ ρ η σ ι μ ο π ο ιο ύ σ α , έ μ φ α ν ώ ς « ε κ κ λ η σ ια σ τικ ή » , δ έν ε ίν α ι π ι ά ή ο ρ ο λ ο γ ία μο υ . Δ έ ν ύ π ο τ ά σ σ ο μ α ι, ά λ λ ω σ τε, σ έ κ α μ ιά γλώσσα, θ ά ’τ α ν ε εσωτερικό μου λάθος. Ε ίπ α τ ε δ μ ω ς ε δ ώ κ α ί τή λ έξ η : π ίσ τ η . Γ ιά ν ά μή λέμ ε τ ά ίδ ια , ξ α ν α κ ο ιτ ά χ τ ε ά π ά ν ω σ ’ α ύ τ ό τ ό θ έ μ α τή ν ά π ά ν τ η σ η π έ ν τε .
Δ Ε Ν ύ π ά ρ χ ε ι α ύ τ ο μ ε μ ψ ία σ ’ α υ τ ο ύ ς τ ο ύ ς σ τ ίχ ο υ ς , ά ν τ ιρ ρ ο π ία ν α ί. " Α ς δ ια σ α φ ή σ ο υ μ ε . Τ ό δ ικ ό μου ε ν δ ια φ έ ρ ο ν ε ίν α ι ν ά ’β γ ω ά π ’ τ ή ν α τ ο μ ικ ό τ η τ α (τ ό μ ή -έ γ ώ ό ρ α μ α τ ιζ ό μ ε ν ο ς ). Α ύ τή ή υπόθεση μ π ο ρ ε ί ν ά ’ν α ι κ ά τ ι τό σ τ ιγ μ ια ίο σ ά ν α ιφ ν ιδ ια σ μ ό ς το ύ ά π ό λ υ τ ο υ , μ π ο ρ ε ί ν ’ α π ο γ ίν ε ι δ ι ά ρ κ ε ια (ή ά γ ιό τ η τ α ). Έ χ ω μ ελ ετή σ ει δ ιά φ ο ρ ε ς τ ε χ ν ικ έ ς , ο ρ θ ό δ ο ξ ε ς δ σ ο κ ι α σ ια τ ικ έ ς . Έ χ ω κ ά ν ε ι - ν ά μοϋ έ π ιτ ρ α π ε ί ή δ ι α τ ύ π ω σ η - λ ε π το μ ε ρ έ σ τα τε ς
Ό τ ίτ λ ο ς τ ή ς σ υ λ λ ο γ ή ς π ο ύ έ κ δ ώ σ α τ ε τό 1 9 5 4 ε ίν α ι, β έ β α ια , « Ή ε π ισ τρ ο φ ή το ύ Χ ρ ισ το ύ » κ α ί δ χ ι, δ π ω ς ά κ ο ύ γ ε τ α ι κ ά π ο τ ε : « Ή έ π ισ τ ρ ο φ ή σ τό Χ ρ ι σ τό » . Φ α ν τ ά ζ ο μ α ι, π ά ν τ ω ς , δ τ ι θ ά δ ισ τά σ α τε , π ρ ό ς τ ό τ έ λ ο ς τ ο ύ 1953, ά ν ά μ ε σ α σ τή γ ε ν ικ ή κ α ί σ τή ν π ρ ό θεση . Τ ε λ ικ ά , τ ί α ισ θ ά ν ε σ τε , σ ή μ ερ α , δ τ ι υ π ά ρ χ ε ι στή β α θ ιά δ ο μ ή , δ π ω ς λένε ο ί γ λ ω σ σ ο λ ό γ ο ι: ε ίν α ι ό Χ ρ ισ τό ς
69
π ο ύ έσ τρ ά φ η π ρ ό ς τ ό π ρ ό σ ω π ό σ α ς ή έσ ε ίς π ο ύ έ π ια τ ρ έ ψ α τ ε σ τό ν ’Ιη σ ο ύ ; Δ Ε Ν ε ίν α ι δ ύ σ κ ο λ ο ν ά κ α τ α ν ο ή σ ε ι κ α ν έ ν α ς τή δ ια φ ο ρ ά , ζ ή τη μ α έ ν ν ο ιο λ ο γ ία ς . Τ ό ά π ό λ υ το ε ϊν ’ α ύ τ ό π ο ύ έ ρ χ ε τ α ι π ίσ ω σ τήν εσω τ ε ρ ικ ό τ η τ α , ώ ς π ε ρ ιέ χ ο ν . ’Ε μ ε ίς είμ α σ τε π ε ρ ιε χ ό μ ε ν ο : δ έ ν μ π ο ρ ο ύ μ ε ν ά π ά μ ε σ τό ά π ό λ υ το . ”Α ς θ υ μ η θ ο ύ μ ε λ ιγ ά κ ι τό ν ’Α ν α ξ ί μ α ν δ ρ ο . Κ ι α κ ό μ η τό ν Κ ά φ κ α . Γ ύ ρ ω σ τά 1958 μ ιά μ ε ρ ίδ α τ ή ς κ ρ ιτ ι κ ή ς δ ιέβ λ ε ψ ε μ ετά τή σ υ λ λ ο γή σ α ς « Δ ιά λ ο γ ο ι» μ ιά σ τρ ο φ ή τη ς π ο ιή σ ε ώ ς σ α ς π ρ ό ς τ ό ν « κ ο ιν ω ν ικ ό χ ώ ρ ο » . Σ ή μ ερ α π ο ύ μ π ο ρ ο ύ μ ε ν ά δ ο ύ μ ε κ α θ α ρ ό τε ρ α , θ ά λ έγ α μ ε δ τ ι ή κ ο ιν ω ν ικ ή διά σ τα σ η υ π ή ρ χ ε , α λ λ ά ε κ φ ρ α ζ ό τ α ν μ έ θ ε ο λ ο γ ικ ο ύ ς ο ρ ο ύ ς , ό π ω ς , έξ α φ ν α , σ τό π ο ίη μ α «’Α γ γ ίζ ο ν τ α ς α υ τή τή ν εό τ η τα » ( « Π ο ιή μ α τ α » , 1 9 6 1 , σελ. 3 2 -3 3 ): «Κι άλλες γυναίκες πλένουν /
τίς θύρες οπού θαμπει δ διάβολος /λία ν πρω ί στη δούλεψή του σκύ βουν». Δ ιε ρ ω τ ώ μ α ι α ν, α λ η θ ιν ά , μ π ή κ α τε τ ό τε σ τό ν π ε ιρ α σ μ ό ν ά κ ά ν ε τ ε ά ν ο ιγ μ α σ τή ν κ ο ιν ω ν ικ ά σ τρ α τευ μ ένη π ο ίη σ η . Είναι έτσι; Σ Ω Σ Τ Α β λ έ π ετ ε π ώ ς ε ίχ α π ά ν τ α τή ν κ ο ιν ω ν ικ ή δ ιά σ τα σ η . Π ώ ς θ ά μ π ο ρ ο ύ σ ε ν ά γ ιν ό τ α ν ε κ ι ά λ λ ιώ ς. Ε ίμ α σ τ ε κ ο ιν ω ν ία , είμ α σ τε ισ το ρ ία . Σ υ ν υ π ά ρ χ ο υ μ ε , συνοόυνώμενοι. Ν α ί, τ ό θ υ μ ά μ α ι α ύ τ ό π ο ύ λ έτε. Π ο λ λ ο ί ν ό μ ισ α ν τώ κ α ιρ ώ έ κ ε ίν ω π ώ ς δ δ ε υ α γ ι ά « π α π α γ ά λ ο ς σ ο σ ια λ ισ τικ ο ύ μ έλ λ ο ν το ς» ... Ε ν τ ο ύ τ ο ις , εγ ώ π ρ ο χ ω ρ ο ύ σ α σ τή ν ά π ό λ υ τ α δ ικ ή μου π ε ρ ιπ έ τ ε ια κ ι ο ύ τε μο ύ π έ ρ α σ ε π ο τ έ ς ά π ’ τ ό μ υ α λ ό ν ά ύ π η ρ ε τή σ ω π ο λ ιτ ικ ά σ κ ο τ ά δ ια μ ε λ λ ο ν τικ ή ς « ε υ τ υ χ ία ς » τ ή ς ά ν θ ρ ω π ό τ η τ α ς . Ά ξ ιο σ έ β α σ τ ο ι ο ί κ ο ιν ω ν ικ ά σ τρ α τε υ μ έν ο ι, κ α θ έ ν α ς ε π ιλ έ γ ε ι κ α ί έ π ω μ ίζ ε τ α ι τή ν π ν ε υ μ α τικ ή το υ ε υ θ ύ ν η . Μ ά εγώ ε π ιλ έ γ ω δ ια φ ο ρ ε τ ικ ά . Τ ε λ ε υ τ α ία , έ να ς φ ίλ ο ς τ ο ύ Π Α .Σ Ο .Κ ., π ρ ο σ ω π ικ ή το υ - β έ β α ι α « έ μ π ν ε υ σ η » , μ ού έλεγε: « Δ έ ν ε ίδ ε ς ; Κ ά θ ε κ ό μ μ α έχ ε ι τ ό ν π ο ιη τ ή το υ . Δ έ ν έ ρ χ εσ α ι σέ μ ά ς;» Π ε ρ ιο ρ ίσ τ η κ α ν ά γ ε λ ά σ ω , γ ια τ ί δέν ή θ ε λ α ν ά π ρ ο σ β ά λ ω τή ν α γ ά π η το υ κ α ί τή ν κ α λ ή π ρ ο α ίρ εσ η . Ά λ λ ’ α ξ ίζ ε ι τ ό ν κ ό π ο , σέ σ χέση μέ τ ό κ ο ιν ω ν ικ ό π ρ ό β λ η μ α , ν ά π α ρ α θ έσ ω ε δ ώ μ ιά σύντο μ η σ υ ν έ ντε υ ξ η π ο ύ έ δ ω σ α π έ ρ σ ι, σ τή ν ά ν α π λ ιώ τ ικ η ε φ η μ ε ρ ίδ α «’Α γ ώ ν α ς» (φ ύ λ λ ο τ ή ς 1 9 η ς ’Ιο υ λ ίο υ 1 9 8 0 ): « 'Υ π ο β ά λ α μ ε σ τό ν ά ν α π λ ιώ τ η δ ια κ ε κ ρ ιμ έ ν ο π ο ιη τ ή Ν ίκ ο Κ α ρ ο ύ ζ ο μ ιά σ ε ιρ ά ε ρ ω τή μ α τα
70
σ χ ε τ ικ ά μέ τή ν π ο ίη σ η κ α ί ε ιδ ικ ό τ ε ρ α μέ τή δ ικ ή το υ π ο ιη τ ικ ή δ η μ ιο υ ρ γ ία . Ό Ν ίκ ο ς Κ α ρ ο ύ ζ ο ς δ ιά λ ε ξ ε τε λ ικ ά έ να ερ ώ τη μ α γ ιά ν ά μ ά ς δ ώ σ ε ι μ ιά ε ξ α ιρ ε τ ικ ά ε ν δ ια φ έ ρ ο υ σ α απάντηση. Ε Ρ Ω Τ Η Σ Η : Κ ύ ρ ιε Κ α ρ ο ύ ζο , θ ά θ έ λ α τε ν ά μ ά ς π ε ίτ ε μ ε ρ ικ ά π ρ ά γ μ α τ α γ ύ ρ ω ά π ’ τή ν κ ο ιν ω ν ικ ή σ η μ α σ ία τ ή ς π ο ίη σ η ς ; Α Π Α Ν Τ Η Σ Η : Σ τ ό ζ ή τη μ α τ ή ς π ο ιη τ ικ ή ς λ ε ιτ ο υ ρ γ ία ς θ ά μ π ο ρ ο ύ σ α μ ε ν ά δ ι α π ισ τ ώ σ ο υ μ ε δ ιά φ ο ρ ε ς α ν τ ιλ ή ψ ε ις κ α ί ά π ό ψ ε ις . ’Ε ν τ ο ύ τ ο ις ή κ ο ιν ω ν ικ ή δ ιά σ τα σ η τ ή ς π ο ίη σ η ς φ α ίν ε τ α ι π ώ ς ε ίν α ι ή π ι ό ο ρ α τή . Κ α ί σ ’ α υ τή τή δ ιά σ τ α σ η ή π ο ίη σ η κ ε ρ δ ίζ ε ι ένα ν ό η μ α ά γ ω ν ισ τ ικ ή ς χ ρ η σ ιμ ό τη τα ς . Τ ό π ρ ό β λ η μ α δ μ ω ς π ο ύ ε μ έν α μέ ά π α σ χ ο λ ε ΐ σ υ χ ν ό τ α τ α ε ίν α ι το ύ τ ο : μ ή π ω ς - έ κ ε ΐ π ο ύ έ χ ε ι φ τ ά σ ε ι τ ό δ ρ ά μ α τ ή ς ι σ τ ο ρ ία ς - θ ά ’π ρ ε π ε ν ά π α ρ α τ ή σ ο υ μ ε τ ί ς ό π ο ιε ς γ ρ α φ έ ς μ α ς κ α ί ν ά ρ ιχ το ύ μ ε στή δ ρ ά σ η γ ιά ν ά γ ίν ε ι κ α λ ύ τ ε ρ ο ς ό κ ό σ μ ο ς ; Π ρ ο σ ω π ικ ά σ υ λ λ ο γ ιέ μ α ι π ώ ς τ ά ε κ α το μ μ ύ ρ ια κ α ί ε κ α το μ μ ύ ρ ια τ ώ ν δ υ σ τ υ χ ι σ μ ένω ν τ ή ς Γ ή ς δ έ ν έ χ ο υ ν α ν ά γ κ η ο ύ τε ά π ’ τ ά π ρ ο ϊό ν τ α τ ή ς κ ο ιν ω ν ικ ή ς π ο ίη σ η ς . Θ έ λ ο υ ν ε κ ε ίν ο π ο ύ ά π ’ τή φ ύ σ η τ ο ύ ς ά ν ή κ ε ι: τή δ υ ν α τ ό τ η τ α μ ιά ς ζ ω ή ς π ο ύ ν ά ε ίν α ι α ν θ ρ ώ π ιν η . Ν ά ρ ιχ τ ο ύ μ ε στή δ ρ ά σ η , ά λ λ ά π ο ι ά ; Ή ά π ό κ ρ ισ ή μο υ ε ίν α ι το ύ τ η : σέ ό π ο ια δ ή π ο τ ε α ν θ ρ ω π ισ τ ικ ή δ ρ ά σ η . 'Ο δρ. Σ β ά ιτ σ ε ρ τ ά έ γ κ α τ έ λ ε ιψ ε ό λ α κ ά π ο τ ε - έ π ισ τή μ η , τέ χ ν η , κ α ρ ι έ ρ α - γ ι ά ν ά π ά ε ι στή δ υ σ τ υ χ ία τ ή ς ’Α φ ρ ικ ή ς κ α ί ν ά σ τή σ ει ένα ν ο σ ο κ ο μ ε ίο . Ό Γ κ ο υ ε β ά ρ α έ γ κ α τ α λ ε ίπ ε ι τή θέση το υ σ ά ν ύ π ο υ ρ γ ό ς σ τή ν Κ ο ύ β α κ ι ά ν ε β α ίν ε ι σ τά β ο υ ν ά τή ς Β ο λ ιβ ία ς . Π ρ ο σ ω π ι κ ό τ η τ ε ς τ ή ς ε κ κ λ η σ ία ς τ ή ς Ν ό τ ια ς ’Α μ ε ρ ικ ή ς μ ε τα β ά λ λ ο υ ν σ έ θ ε ο λ ο γ ία τή δ ρ ά σ η κ α ί ε π α ν α σ τ α τ ικ ή ά κ ό μ η —γ ι ά τ ο ύ ς τ υ ρ α γ ν ισ μ έ ν ο υ ς ά π ’ τή φ τ ώ χ ε ια κ α ί τή ν κ α τ α π ίε σ η λ α ο ύ ς τ ο υ ς. Τ ε λ ε υ τ α ία , μ ά λ ισ τα , έ ν α ς ά π ό α υ τ ο ύ ς τ ο ύ ς σ π ο υ δ α ίο υ ς ιε ρ ω μ έ ν ο υ ς σ τό ν Σ ά ν Σ α λ β α ν τ ό ρ έδ ω σ ε κ α ί τή ζω ή το υ γ ιά τ ά κ ο ιν ω ν ικ ά το υ ιδ α ν ικ ά . Δ έ ν ξ έ ρ ω ά π ’ α υ τ έ ς τ ί ς υ π α ρ ξ ια κ έ ς φ α ν ε ρ ώ σ ε ις κ α μ ιά ν άλ λη υ ψ η λ ό τε ρ η π ο ίη σ η . Κ α τά σ υ ν έ π ε ια ο ί ό π ο ιε ς γ ρ α φ έ ς μ α ς μ ο ν ά χ α ένο χή θ ε μ ε λ ιώ ν ο υ ν μέσ α μ α ς, τή ν ένο χή κ α τ έ ν α ν τ ι τ ή ς ά ν θ ρ ώ π ιν η ς δ υ σ τ υ χ ία ς .» Π ο λ λ ο ί ά π ό τ ο ύ ς μ ε τ α π ο λ ε μ ικ ο ύ ς π ο ιη τ έ ς (Τ . Σ ιν ό π ο υ λ ο ς , Μ . Ά ν α γ ν ω σ τά κ η ς κ .ά .) μ ν η μ ο ν ε ύ ο υ ν σ τά π ο ιή μ α τ ά τ ο υ ς ο ν ό μ α τ α (ή κ α ί « κ α τ α λ ό γ ο υ ς » κ α ί « κ α τ ά σ τ ιχ α » ) π ρ ο σ ώ π ω ν π ο ύ χ ά θ η κ α ν , δ ο λ ο φ ο ν ή θ η κ α ν ή έκτε λ έσ τη κ α ν σ τή ν Κ α το χ ή , τό ν Έ μ φ ύ -
λ ιο ή σ τ ίς α ρ χ έ ς τ ή ς π ρ ώ τ η ς μ ε τά τό ν Ε μ φ ύ λ ι ο δ ε κ α ε τ ία ς . Σ τ ή δ ικ ή σ α ς π ο ίη σ η μ ν η μ ο ν ε ύ ο ν τ α ι τ ρ ία μ ό νο ο ν ό μ α τ α ν έ ω ν π ο ύ « χ ά θ η κ α ν » σ τό « θ α ν ά σ ιμ ο » Ά ν ά π λ ι , σ τά κ α τ ο χ ικ ά χ ρ ό ν ια , ύ π ο θ έ τ ω : «... κι ό θάνα-
τος/μοίρα των παλληκαριών φίλων μου πού χάθηκαν/Γιάννη ’Ά γγελ ε Μιχάλη ψηλά πολύ ψηλά...». Ε ίχ α ν π ά ρ ε ι μ έ ρ ο ς σ τή ν ’Α ν τ ίσ τ α σ η ; Ν Α Ι, π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ιά α γ ω ν ισ τ έ ς το ύ λ α ϊκ ο ύ κ ιν ή μ α τ ο ς π ο ύ έ κ τε λ έ σ τη κ α ν. Ή τ α ν ε φ ίλ ο ι μου. Ό Μ ιχ ά λ η ς π ρ ώ τ α κ ι ό Γ ιά ν ν η ς ύ σ τ ε ρ α , έ δ ω σ α ν τή ζω ή τ ο υ ς κ α τ ά τή δ ι ά ρ κ ε ια τ ή ς Κ α το χ ή ς · ό ’'Α γ γ ε λ ο ς κ α τ ά τό ν Ε μ φ ύ λ ιο . Σ τ ό π ο ίη μ ά σ α ς « Μ ελ έτη » , ά π ό τή σ υ λ λ ο γή « Ν έ ε ς Δ ο κ ιμ έ ς » (1 9 5 4 ), π ρ ω τ ο β ρ ίσ κ ω , ά ν δ έ ν π έ φ τ ω έξ ω , τή λέξη « Τ ίπ ο τ α » , σ ’ έ να σ τ ίχ ο π ο ύ ή σ ύ μ φ ρ α σ ή το υ δ έ φ α ίν ε τ α ι ιδ ια ίτ ε ρ α ε υ μ εν ή ς γ ι ά τή ν έ ν ν ο ια α υ τή . «Ή
λέξη βάθος άνήκει στό κομψευόμενο Τίποτα». ’Α ν τ λ ε ίτ ε τ ό « Τ ίπ ο τ α » ά π ό τή ν ελ λ η ν ικ ή ή τή ν α ν α τ ο λ ικ ή σ κ έ ψ η ; Κ α ί γ ια τ ί τ ο ύ ά π ο δ ίδ ε τ ε κ ο μ ψ ε ύ μ α τ α κ α ί α κ κ ισ μ ο ύ ς; Τ Α Λ Α Ι Π Ω Ρ Ε Ι σ υ χ ν ό τ α τ α τή σ υ ν ε ίδ η σ η ή « έ ν α ν τ ιο δ ρ ο μ ία » : β ά θ ο ς - έ π ιφ ά ν ε ια . Π ρ ό κ ε ιτ α ι γ ιά κ ά τ ι π λ α σ μ α τ ικ ό . Τ ί θ ά π ε ι β ά θ ο ς ; τ ί θ ά π ε ι ε π ιφ ά ν ε ια ; Τ ό τ ίπ ο τ α τ ο ύ σ τ ί χ ο υ σ έ σ υ ν ά ρ τη σ η μ έ τ ό β ά θ ο ς ε ίν α ι ένα κ ο ρ δ ά κ ισ μ α τ ή ς ν ό η σ η ς . Τ ό έμφωτο τ ίπ ο τ α ε ίν α ι ά λ λο. Κ ι α υ τ ό τ ό τ ίπ ο τ α , μ ιά καί μέ ρ ω τά τ ε , τ ό δ ι δ ά χ τ η κ α σ έ μ ε γ ά λ ες δ ό σ ε ις κ ι ά π ’ τή ν Ε λ λ ά δ α κ ι α π ’ τ ό Β υ ζ ά ν τ ιο (μ υ σ τικ ή ’Ο ρ θ ο δ ο ξ ία ) κ α ί, β έ β α ια , κ ι ά π ’ τή ν ά σ ια τ ικ ή σ υ ν ο λ ικ ά σ κέψ η . Κ ι α υ τ ό τ ό ά λ λ ο « Τ ίπ ο τ α » τ ή ς μ ε τα -ν ό η σ η ς μ ο ϋ ψ ι θ υ ρ ίζ ε ι τή ν ώ ρ α το ύ τ η : π ό σ ο ρ η χ ό , ρ η χ ό τ α τ ο ε ίν ’ τό β ά θ ο ς · π ό σ ο β α θ ιά , β α θ ύ τ α τ η ε ίν ’ ή ε π ιφ ά ν ε ια ... Σ τ ό π ρ ώ τ ο π ο ίη μ α τ ή ς σ υ λ λ ο γ ή ς σ α ς « Ν έ ε ς Δ ο κ ιμ ές » ά π ε υ θ ύ ν ε σ θ ε σ ’ ένα ν έ ο « Ά β ε σ σ α λ ώ μ » , π ο ύ , φ α ν τ ά ζ ο μ α ι, δ έ ν π ρ έ π ε ι ν ά τ ό ν ε νν ο ή σ ο υ μ ε κ α τ α ν ά γ κ η ν ’Ι ο υ δ α ίο ή , έσ τω , ’Ι ο υ δ α ίο τή ς ε ύ ρ ω π α ϊκ ή ς δ ια σ π ο ρ ά ς , ά λ λ ’ Ε υ ρ ω π α ίο , γ ε ν ικ ά , μέ δ ε σ π ό ζ ο ν τ ό ιο υ δ α ϊκ ό π ν ε υ μ α τ ικ ό ύ π ό σ τ ρ ω μ α . Τ ο ύ λ έτε ά ν ά μ ε σ α σ’ ά λ λ α : «λυπάμαι τήν
ευρωπαϊκή περιβολή σου,/πού τήν
Ό Νίκος Καροϋζος στίς Μυκήνες (1969)
ξεσχίζεις απάνω σ ’ άγρια χρόνια». Ε ίν α ι ή ά γ ρ ιό τ η τ α τ ή ς ισ τ ο ρ ικ ή ς π ε ρ ιό δ ο υ π ο ύ ε ύ θ ύ ν ε τ α ι γ ι ά τή μ ικ ρ ή ά ν τ ο χ ή τ ή ς « ε υ ρ ω π α ϊκ ή ς π ε ρ ιβ ο λ ή ς» ή ή ίδ ι α ή ύ φ α ν σ ή τ η ς ; Τ ό ρ ω τά ω , γ ια τ ί σέ ά λ λ ες, ώ ρ ιμ ό τε ρ ε ς , σ υ λ λ ο γ έ ς σ α ς, ή ά ν τ ίθ ε σ ή σ α ς π ρ ό ς τ ά δ υ τ ικ ά « ε π ιτ η δ ε ύ μ α τ α » ε ίν α ι, φ ρ α σ τ ικ ά , λ ι γ ό τ ε ρ ο ε π ιε ικ ή ς . Η Δ Υ Τ ΙΚ Η σ κ έ ψ η π ρ ο κ ά λ ε σ ε ά δ ιέ ξ ο δ ο , δ ί χ α σ ε ν ο ϋ κ α ί κ α ρ δ ιά ( σ υ ν έ ν ο χ ο ς ά π ό έμ ά ς, ιδ ια ίτ ε ρ α , ό ’Α ρ ισ τ ο τ έ λ η ς ). ’Ε ν τ ο ύ τ ο ις , ε ίχ ε κ α ί τ ά κ α λ ά τ η ς α υ τή ή ε ιμ α ρ μ έν η : τ ό ν τ ε χ ν ικ ό π ο λ ιτ ισ μ ό (« π ε ρ ιβ ο λ ή » ) π ο ύ π ρ ο σ έ φ ε ρ ε π λ ε ϊσ τ α υ λ ικ ά ε ύ ε ρ γ ε τή μ α τα . Ό ’Α β ε σ σ α λ ώ μ ε ίμ α σ τ ε δλ η ή Δ ύ σ η . ’Α λ λ ά γ ια τ ί τ ό σ ύ μ β ο λ ο Ά β ε σ σ α λ ώ μ ; ’Ε δ ώ μ π α ί ν ε ι ή χ ρ ισ τ ια ν ικ ή δ ιά σ τ α σ η τ ή ς Ε υ ρ ώ π η ς , μέ δ λ α τ ά π α λ α ί ο δ ια θ η κ ικ ά κ α ί φ ο ν ικ ά το ύ κ α θ ά ρ ιο υ ’Ιη σ ο ύ ψ ε γ ά δ ια ( κ ι ά λ ίμ ο ν ο φ ρ ι χ τ ά π ρ ά γ μ α τ α ) τ ή ς κ ά κ ισ τ η ς δ υ τ ικ ή ς « θ ε ο γ ν ω σ ία ς » ... Ά π ό τ ο ύ τ η ν ε τή ν ά π ο ψ η , τό « β δ ε λ υ ρ ό » Β υ ζ ά ν τ ιο ύ π ή ρ ξ ε « π α ρ θ έ ν α » . Κ ι ά ς μήν π α ρ α σ υ ρ ό μ α σ τ ε ά π ό Α ύ γ ο υ σ τ ίν ο υ ς κ α ί Φ ρ α γ κ ίσ κ ο υ ς , ά π ό ’Ιω ά ν ν η τ ο ύ Σ τ α υ ρ ο ύ κ ι ά π ό κ ά π ο ια ά λ λ α « β υ ζ α ν τ ιν ά » τή ς Φ ρ α γ κ ιά ς , μ έ δλ η τή γ ε ν ικ ό τ ε ρ η ισ το ρ ικ ή τη ς ά ξ ια . Σ τ ό π ο ίη μ α « Σ χ έ δ ια γ ι ά δ ύ ο εικ ό ν ε ς» (1 ) ά π ο δ ίδ ε τ ε σ τ ο ύ ς Δ υ τ ικ ο ύ ς ε ύ θ ύ ν η γ ιά τή ν ο σ η ρ ό τ η τ α π ο ύ ε μ φ α ν ίζ ο υ ν
71
τ ά « σ ύ ν νε φ α » - « σ τ ό χ ρ ώ μ α κ α ί σ τά σ χ ή μ α τ α » - , ύ π ο θ έ τ ω ό χ ι μ ό νο στή ζ ω γ ρ α φ ικ ή , ά λ λ ά κ α ί σ τό ν τ ρ ό π ο π ο ύ τ ά β λ έ π ο υ μ ε στή φ ύ σ η . Σ τ ό ν τ ε λ ευ τ α ίο σ τίχ ο ρ ω τά τ ε: «Δέν τό βλέπετε
α ν α γ ν ω ρ ίσ ε τ ε ό τ ι δ έ ν α ν ή κ ε ι στή γ λ ω σ σ ικ ή μ α ς σ υ γ χ ρ ο ν ία . Π ισ τε ύ ε τε ό τ ι δ έ ν υ π ά ρ χ ε ι ό ρ ιο σ τή ν επ ιλ ο γ ή τώ ν λ έξ εω ν κ α τ ά τό ν π α ρ α δ ε ιγ μ α τ ικ ό άξονα;
στό σκοτάδι των χειραψιών σας;» Θ ε ω ρ ε ίτε , γ ε ν ικ ά , ν ο σ η ρ ή τή ν ά ν α γ ε ν ν η σ ια κ ή κ α ί ε υ ρ ω π α ϊκ ή ζ ω γ ρ α φ ικ ή κ α ί « σ κ ο τε ιν ά » τ ά έ ρ γ α τώ ν χ ε ρ ιώ ν κ α ί τ ή ς ά φ ή ς (χ ε ιρ - + ά π τω ) τ ώ ν Δ υ τ ικ ώ ν ; Η Α Ν Α Γ Ε Ν Ν Η Σ Η μοϋ φ έ ρ ν ε ι π ά ν τ ο τ ε π λ ή ξ η σ τ ά ε ικ α σ τ ικ ά τ η ς φ α ν ε ρ ώ μ α τ α , θ υ σ ιά σ τ η κ α ν ε κ εί μ ε γ α λ ο φ υ ΐε ς , la v e n g e a n c e d u m o y e n ag e . Ό Μ ε σ α ίω ν α ς ή τ α ν ε διαδι καστικά σκοτεινός, ε ίχ ε τ ό ο μ ό ψ υ χ ο φ ώ ς τ ή ς κ ο ιν ό τ η τ α ς , ή ’Α ν α γ έν ν η σ η ύ π ή ρ ξ ε ποιοτικό σκοτάδι. Δ έ ν π α ρ α β λ έ π ω τή δ η μ ιο υ ρ γ ικ ή σ η μ α σ ία τη ς , μέ τή ν α σ τέ ρ ευ τη β ο ή θ ε ια τή ς ά ρ χ α ία ς ε λ λ η ν ικ ή ς γ ρ α μ μ α τ ε ία ς , το ύ « ή θο υ ς» κ α ί το ϋ « π ν ε ύ μ α τό ς » τη ς , ή τ α ν ε τό τ ε κ υ ρ ιο λ ε χ τ ικ ά λ α τ ρ ε ία τό π ρ ά μ α , ό π ω ς ξ έ ρ ετε, δ έν π α ρ α β λ έ π ω τή ν ώ θ η τ ικ ή τ η ς ά π ο τ ε λ ε σ μ α τικ ό τη τα γ ι ά ό ,τ ι π ρ ο έ κ υ ψ ε σ το ύ ς ε π ό μ ε ν ο υ ς α ιώ ν ε ς (φ ιλ ο σ ο φ ικ ή λ ευ τε ρ ιά , δ ια λ ά μ π ε ι τ ό άτομο καί ή επ ισ τη μ ο ν ικ ή σ υ ν είδ η σ η α ν α π τ ύ σ σ ε τ α ι σ έ α λ λ ε π ά λ λ η λ ε ς έ ξ ε λ ίξ εις). Ά λ λ ’ ά κ ρ ιβ ώ ς τό ά το μ ο τε λ ικ ά σ υ ν ισ τ ά τ ό κ α κ ό τη ς. Κ ι α υ τ ό τ ό κ α κ ό κ υ ρ ια ρ χ ε ί σ τή ν τέχ ν η τη ς, ιδ ια ίτ ε ρ α σ τή ζ ω γ ρ α φ ικ ή , π ο ύ ε ίν α ι ό λ ό τ ε λ α δ ια ιρ ε τ ικ ή . Γ ια τ ί σ τή ν ’Α ν α γ έν ν η σ η ε ίν ’ α λ λ ο ύ ή ζω ή κ α ί ε ίν ’ α λ λού τ ό « ά π είκ α σ μ α » . Σ υ ν έ π ε ια ή « φ ιλ ο λ ο γ ία » ' (μ ε γ α λ ο φ υ ώ ν , ό μ ω ς, δ ι α σ τ ά σ εω ν). ’Ε γ κ α ιν ιά ζ ο ν τ α ς τή ν ύ π ο κ ε ιμ ε ν ικ ό τη τ α ή ’Α ν α γ έν ν η σ η ε π λ η ξ ε θ α ν ά σ ιμ α τό ν ό η μ α τ ή ς θ ρ η σ κ ε ία ς , τ ό ν ό η μ α το ύ κοινοτι κού είναι. Κ ι α ύ τ ά σ υ ν έ β η σ α ν , έ π ε ιδ ή ό ρ φ ά ν ε ψ ε α π ό π ίσ τη . Β έ β α ια ό Λ ο ύ θ η ρ ο ς π ή γ ε ν ά ξ ε σ κ α τώ σ ε ι τή ν κ α τά σ τ α σ η , π ρ ό τ α ξ ε τή ν α ύ θ ε ν τ ικ ό τ η τ α το ύ β ιώ μ α τ ο ς « π ί σ τη » , μ ά ώ σ τό σ ο έ χ ω σ ε τή ν Ε ύ ρ ώ π η π ι ό β α θ ιά μ έσ α σ τό β ά λ το « ά το μ ο » , π α ρ ά τ ίς ά γ ν ό τ α τ ε ς (ίσ ο ν κ ο ιν ο τ ικ έ ς ) π ρ ο θ έ σ ε ις το υ . Ή κ α λ λ ιτε χ ν ικ ή π ρ ά ξ η μ έ α φ ε τ η ρ ία τή ν ’Α ν α γ έν ν η σ η κ α ί μ έ χ ρ ι τ ί ς ή μ έ ρ ε ς μ α ς ε ίν α ι su b je c tiv e σ τό ν ε υ ρ ω π α ϊκ ό χ ώ ρ ο . Π ρ έ π ε ι τ ο ύ τ ο ν ά τό ο νο μ ά σ ο υ μ ε ά ρ ρ ώ σ τία . ’Ε γ ώ τ ο υ λ ά χ ισ τ ο ν α ισ θ ά ν ο μ α ι ά ρ ρ ω σ το ς . Δ έ ν ε ί ν α ι μ ο ν ά χ α ε ικ α σ τικ ό τ ό ζή τη μ α . Σ τή σ υ λ λ ο γ ή σ α ς « Ν έες Δ ο κ ιμ ές » χ ρ η σ ιμ ο π ο ιε ίτ ε , ά ρ κ ε τ ά σ υ χ ν ά , ά ρ χ α ϊκ ο ύ ς γ λ ω σ σ ικ ο ύ ς τύ π ο υ ς , ό π ω ς τή ν π ρ ο σ τα κ τικ ή « ε ίπ έ » , τ ύ π ο π ο ύ θ ά
72
Ε Α Ν δ ια φ ω ν ή σ ω σ ’ α ύ τ ό τ ό σ η μ είο μέ τ ο ύ ς τ ε χ ν ικ ο ύ ς τ ή ς γ λ ώ σ σ α ς, τ ο ύ ς γ λ ω σ σ ο λ ό γ ο υ ς, ε ΐλ ικ ρ ιν ά λ υ π ά μ α ι. ’Α λ λ ά δ έ ν α ν τ ικ ρ ίζ ω κ α ν έ ν α ό ρ ιο . Γ ιά μ έν α ό π ο ια δ ή π ο τ ε λ έξ η ε ί ν α ι χ ρ η σ ιμ ο π ο ιή σ ιμ η , φ τ ά ν ε ι ν ά ά ν τ α π ο κ ρ ίν ε τ α ι σέ δ υ ό π ρ ο ϋ π ο θ έ σ ε ις : α ) ν ά υ π η ρ ε τ ε ί τό α π ο λ α υ σ τ ικ ό σ τ ο ιχ ε ίο το ύ λ ό γο υ · β) ν ά μήν ά π ο τ υ χ α ίν ε ι ή χ η τ ικ ά στή δο μ ή το ύ σ τ ί χο υ (ή τ ή ς φ ρ ά σ η ς, ά ν έ χ ο υ μ ε π ρ ό ζ α ) . Ε ίν α ι τώ ρα κ ά να ς μήνας π ού έγρα ψ α τόν άκόλ ο υ θ ο σ τίχ ο : «Έ νήνοχα εαρα ένήνοχα τήν αύρα τής θαλάσσης». ’Ά ν ά ν τ ιδ ρ ά σ ε τ ε μ ’ α ύ τ ό ν ε τό ν π α ρ α κ ε ίμ ε ν ο , δ ικ α ίω μ ά σ α ς. Σ έ μ ιά α π ό τ ίς π ρ ώ τ ε ς σ α ς σ υ λ λ ο γ έ ς κ α ί σ υ γ κ ε κ ρ ιμ έ ν α σ τό π ο ίη μ α « Δ ιά λ ο γ ο ς Δ ε ύ τε ρ ο ς » κ α θ ο ρ ίζ ε τ ε , δ ε η τ ικ ά κ α ί π ρ ο σ τ α κ τ ικ ά , τ ή ν π ρ ο θ ε τ ικ ό τ η τ α τ ή ς π ο ιή σ ε ώ ς σ α ς, τ ό ν ύ ψ η λ ό τ η ς σ τό χ ο : «’Αγάπη, μείνε στήν καρδιά -
αυτός νά είναι δ κανόνας τον τρα γουδιού σου». Π ισ τε ύ ε τε ό τ ι έτη ρ ή σ α τε τ ό ν ά γ α π η τ ικ ό α ύ τ ό κανόνα, ή κ ά τω α π ό τή ν π ίεσ η τ ώ ν Ισ τ ο ρ ικ ώ ν ή ά λ λ ω ν σ υ ν θ η κ ώ ν , β ίο υ καί π ν ε ύ μ α τ ο ς , έ π α ν α τ ο π ο θ ε τ ή σ α τ ε ά λ λ ο ϋ τό ν α ρ χ ικ ό σ α ς σ τό χ ο ; Η Α Γ Α Π Η μέ τ ή ν έ ν ν ο ια τή μ υ σ τικ ή (m y stiq u e ) ε ίν ’ έκ είνη π ο ύ σ έ κ ά ν ε ι « α π ε ιρ ά ρ ι θμ ο » · ό π ο ια δ ή π ο τ ε ά λ λη σ έ κ ά ν ε ι « ο λ ιγ ά ρ ιθ μ ο » ή κ α ί α π λ ώ ς « μ ο ν ά ρ ιθ μ ο » . Τ ό π α ι χ ν ίδ ι π α ίζ ε τ α ι δ ια μ έ σ ο υ ό λ ω ν τ ώ ν π ιθ α ν ώ ν ά ν τιξ ο ο τ ή τω ν : ή τ α υ τ ίζ ε σ α ι μ’ ά κ ο μ μ ά τ ια στη τή ζω ή κ ι α ν ά γ ε σ α ι σ τό αρχαίο κάλλος ή ε ίσ α ι ιδ ιο κ τ ή τ η ς , τ ό ύλόφιλο σ το ιχ ε ίο ε ίν ’ ό λ ο φ ά ν ε ρ ο . Ά λ λ ’ α ύ τ ό ς ό ά γ ώ ν α ς - τ ό π ιό π ο λ ύ — σ η μ α δ ε ύ ε ι τ ίς ή τ τ ε ς μ α ς. Κ ά π ο ιο ς φ ί λ ο ς μου κ α ί σ π ά ν ιο ς ά ν θ ρ ω π ο ς , π ο ύ α ύ το κ τ ό νη σ ε τή ν ά ν ο ιξ η τ ο ύ ’7 9 , μ έ είχ ε ρ ω τή σ ε ι μ ιά μ έρ α π ο ιά ν εύκ ο λη κ α ί γ ε ν ικ ά π ρ ο σ ιτή μ έ θ ο δ ο θ ά μ π ο ρ ο ύ σ α μ ε ν ά π ρ ο τ ε ίν ο υ μ ε σ τό δ ρ ό μ ο τ ή ς κ α θ ο λ ικ ή ς ά γ ά π η ς. Τ ο ϋ ε ίπ α τ ό τε π ώ ς κ ι ό π ι ό τ ε ρ ο χ ο ν τρ ο κ ο μ μ έ ν ο ς ά ν θ ρ ω π ο ς θ ά ’τ α ν ε δ υ ν α τ ό ν ά γ ν ω ρ ισ τ ε ί μέ τή ν άγάπη καί ν ά π α ρ α μ ε ίν ε ι σ’ α ύ τή ν ε (ε νδ ε χ ο μ έ νω ς) ά ν α π ο φ ά σ ιζ ε τ ρ ία π ρ ά γ μ α τ α έκ π ε ρ ιτ ρ ο π ή ς κ ά θ ε β δ ο μ ά δ α . Π ρ ώ το : ν ά π η γ α ίν ε ι μ ε ρ ικ ές ώ ρ ε ς μ ο ν ά χ ο ς τ ο υ μέσ α σ τή φ ύ σ η . Δ ε ύ τε ρ ο : ν ά έ π ισ κ έ φ τ ε τ α ι μ ε ρ ικ ές ώ ρ ε ς μ ο ν ά χ ο ς το υ
έ ν α ν ο σ ο κ ο μ ε ίο , ν ά κ ά θ ε τ α ι σε μ ιά γ ω ν ιά κ α ί ν ά σ υ λ λ ο γ ιέ τ α ι τή δ ο κ ιμ α σ ία τ ή ς α ρ ρ ώ σ τ ια ς . Τ ρ ίτ ο : ν ά π η γ α ί ν ε ι μ ε ρ ικ έ ς ώ ρ ε ς μ ο ν ά χ ο ς το υ σ έ έ ν α κ ο ιμ η τ ή ρ ι. Λ έ τ ε ν ά ’ν α ι ρ ο μ α ν τ ικ ό κ ά τ ι τ έ τ ο ιο ;
Σ τ ό π ο ί η μ ά σ α ς « Δ ιά λ ο γ ο ς Τ έ τ α ρ τ ο ς » τ ό π ρ ό σ ω π ο π ο ύ ε ίν α ι φ ο ρ έ α ς τ ο ϋ ά ν τ ίλ ο γ ο υ σ ά ς κ α λ ε ϊ (ό π ω ς κ α ί έ σ ε ϊς ε α υ τ ό ν κ α ί κ ά θ ε ά λ λ ο ν ) ν ά π ρ ο β ε ϊτ ε σ έ « ο μ ο λ ο γ ία » ο ρ θ ο δ ό ξ ο υ π ί ■στεως: «Χωρίς τήν ομολογία τί κοστί
Σ τ ό ν π ο ι η τ ικ ό σ α ς « Δ ιά λ ο γ ο “Ε κ τ ο » δ ι α γ ρ ά φ ε τ ε τ ί ς π ν ε υ μ α τ ικ έ ς κ α ί π ο ι η τ ικ έ ς σ α ς ζ η τ ή σ ε ις γ ύ ρ ω σ τ ά 19 5 5 :
ζει ή τέχνη;/(Ίσω ς κ α ί τί ή ψυχή...)».
«Ζητώ μ ιά νέα γραφή γιά τό μέσα κόσμο». Σ υ ν δ η λ ώ ν ε τ ε , μ ά λ ισ τ α , κ α ί ο υ σ ιώ δ η γ ν ω ρ ίσ μ α τ α α υ τ ή ς τ ή ς ν έ α ς γ ρ α φ ή ς : Σ ο λ ω μ ικ ή έ σ ω τ ε ρ ικ ό τ η τ α , ά π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η α π ό τ ή ν α ισ θ η μ α τ ο λ ο γ ία , « κ α ρ δ ια κ ή ν » ε ισ χώ ρ η σ η κ α ί π ρ ο σ έ γ γ ισ η , έ κ π ν ε υ μ ά τ ω σ η τ ο ϋ φ ω τό ς . ’Α π ό π ο ι ο ύ ς ά λ λ ο υ ς π ο ι η τ έ ς τ ή ς μ ε τ α π ο λ ε μ ικ ή ς π ε ρ ιό δ ο υ ε ίχ α τ ε σ υ μ π α ρ ά σ τ α σ η ή ε ν θ ά ρ ρ υ ν σ η σ τή σ χ ε δ ια ζ ό μ ε ν η α υ τ ή σ τρ ο φ ή ; Κ Α Λ Α τ ό ν ιώ θ ε τ ε · σ τ ο χ α ζ ό μ ο υ ν α κ α ί λ ε ι το υ ρ γ ο ύ σ α σ ύμ φ ω να μέ δσ α α ν α φ έρ ετε. Β ρ ισ κ ό μ ο υ ν α α π ’ τή μ ε ρ ιά τ ο ϋ Γ ιά ν ν η Ά π ο σ τ ο λ ά κ η ( « Ή π ο ίη σ η σ τή ζ ω ή μ α ς » ) κ ι ό χ ι ά π ’ τή μ ε ρ ιά τ ο ϋ Κ ώ σ τα Β ά ρ ν α λ η ( « Ό Σ ο λ ω μ ό ς χ ω ρ ίς μ ε τ α φ υ σ ικ ή » ), σ έ π ο ρ ε ία γ ι ά μιά νέα γραφή, κ α θ ώ ς ά κ ρ ιβ ώ ς ε ίχ α ν α ρ χ ίσ ε ι ν ά δ ι α μ ο ρ φ ώ ν ο ν τ α ι τ ά δ ρ ά μ α τ ά μου. Σ υ μ π α ρ ά σ τ α σ η ή ενθ ά ρ ρ υν σ η ά π ό π ο ι ο ύ ς ν ά υ π ά ρ ξ ε ι; Σ τ ή ν Ε λ λ ά δ α ό σ ο ι ε ίν α ι ν ά π ρ ο χ ω ρ ή σ ο υ ν π ρ ο χ ω ρ ο ύ ν ο λ ο μ ό ν α χ ο ι. Σ τ ή σ υ λ λ ο γ ή σ α ς « Ν έ ε ς Δ ο κ ιμ έ ς » κ α ί σ τό π ο ίη μ α « Ά β ε σ σ α λ ώ μ » ή έ μ π ισ το σ ύ νή σ α ς σ τή ν Τ έ χ ν η τ ή ς Π ο ιή σ ε ω ς ε ίν α ι ά κ ό μ η μ ε γ ά λ η : «Στά πόδια
τής Ποιήσεως βρίσκομαι κ α ί σοϋ μ ι λώ ./ Κύτταξε τά λάμποντα μ α λλιά της, / άναστήματα κι άναστήματα πάνω». Τ ί μ ε σ ο λ ά β η σ ε ά π ό τ ό τ ε ( Σ ε π τ έ μ β ρ ιο ς το ύ 19 5 4 ) ώ σ τε σ τ ις τ ε λ ε υ τ α ίε ς σ α ς σ υ λ λ ο γ έ ς ν ά κ η ρ ύ σ σ ε τ ε τ ή χ ρ ε ο κ ο π ία τ ή ς π ο ιή σ ε ω ς ; Κ Α Ν Ε Τ Ε σ ο β α ρ ή π α ρ ε ρ μ η ν ε ία . Ή φ ρ α σ τικ ή σ τά σ η μ ο υ δ έ ν ε ίν α ι ά π ά ρ ν η σ η τ ή ς π ο ίη σ η ς · ε ίν α ι φραστική σαλοϋ, μ έ τή ν έν ν ο ια τ ή ς σ α λ ό τ η τ α ς ό π ω ς τ ή ν ξ έ ρ ο υ μ ε ά π ’ τή ν ’Ο ρ θ ο δ ο ξ ία : ε ύ ή θ ε ια ή τ ρ έ λ α γ ι ά λ ο γ α ρ ια σ μ ό τ ή ς βαθύτερης ιερότητας. Έ π ρ ε π ε ν ά τ ό ’χ ε τ ε α ύ τ ό κ α τ α λ ά β ε ι δ ι α β ά ζ ο ν τ ά ς με σ φ α ιρ ικ ά , σ υ μ π λ έ κ ο ν τ α ς έ ν α ρ μ ό ν ια τ ά ν ο ή μ α τα .
Δ ιε ρ ω τ ώ μ α ι μ ή π ω ς σ τό σ η μ ε ίο α ύ τ ό π ρ έ π ει ν ά το π ο θ ετή σ ο υ μ ε τή ν πρώ τη α ιτ ία π ο ύ θ ά σ ά ς φ έ ρ ε ι, ά ρ γ ό τ ε ρ α , σέ μ ιά ο λ ο έ ν α έ ν τ ειν ό μ εν η δ υ σ π ισ τ ία π ρ ό ς τ ή ν π ο ίη σ η . Ή ε κ δ ο χ ή τ ή ς π ο ι ή σ εω ς ώ ς « δ μ ο λ ο γ ία ς » (ή ά π ό ά λ λ ο υ ς π ο ιη τέ ς ώ ς « έξομ ολογήσ εω ς» κ α ί ά π ό τ ο ύ ς σ τ ρ α τ ε υ μ έ ν ο υ ς σ τό κ ο ιν ω ν ικ ό ό ρ α μ α ώ ς « μ α ρ τ υ ρ ία ς κ α ί κ α τ α θ έ σ εω ς» ) δ έ ν ο δ η γ ο ύ σ ε , ά ν α π ό τ ρ ε π τ α , σ τό ν ύ π ο β ιβ α σ μ ό τ ή ς π ο ι η τ ικ ή ς τ έ
χνης; Σ Α Σ ε ίπ α π ώ ς σ τ ίς ά ρ χ έ ς τ ή ς δ ε κ α ε τ ία ς το ϋ ’5 0 δ ια λ ο γ ίσ τ η κ α ε ν τ α τ ικ ά σ τή δ ιά σ τ α σ η πίστη-άπιστία. Τ ε λ ικ ώ ς έ ξ έ φ υ γ α κ ι ά π ’ τ ά δ ύ ο σ κ έλ η τ ο ύ π ρ ο β λ ή μ α τ ο ς . Μ έ σ α σέ ε κ ε ίν η τ ή ν π ν ε υ μ α τ ικ ή μ ο υ φ ά σ η ύ π ο β ά θ μ ιζ α π ρ ά γ μ α τ ι τ ή ν π ο ίη σ η , έ κ κ ρ ε μ ο ϋ σ ε γ ι ά μ έ ν α ή ύ π ε ρ ο χ ή τ ή ς π ίσ τ η ς , ή ύ π ό θ ε σ η τ ή ς π ίσ τ η ς ώ σ ά ν ά ν ώ τ α τ ο . “Α μ α ό μ ω ς ά ν τ ιμ ε τ ώ π ισ α ψ υ χ ρ α ιμ ό τ ε ρ α τ ί ς έ ν ν ο ιε ς π ίσ τ η κ α ί ά π ισ τ ί α , κ ά ν ο ν τ α ς ά π ό δ ι ά φ ο ρ ε ς ο π τ ικ έ ς γ ω ν ίε ς ά ν α λ ύ σ ε ις , τ ό τ ε ν ε ς έ φ τ α σ α σ τή ν κ α τ ά σ τ α σ η π ο ύ β α π τ ίζ ε ι σ τό τίποτα καί π ί σ τη κ α ί ά π ισ τ ία . ( Θ ά π α ρ α κ α λ ο ύ σ α ν ά π ρ ο σ έ ξ ε τ ε τ ό « ψ υ χ ρ α ιμ ό τ ε ρ α » . Ό Κ ίρ κ ε γ κ ω ρ έ π ε σ ε σ τή ν ά κ ό λ ο υ θ η ά ν τ ίφ α σ η , δ έ ν ε ν ν ο ώ λ ο γ ικ ή , ά λ λ ’ ύ π α ρ ξ ια κ ή ά ν τ ίφ α σ η : ύ π ή ρ ξ ε τ ρ ο μ ε ρ ά θ ε ρ μ ό α ιμ ο ς , ό σ ο κ α ί μ ε γ α λ ο φ υ ή ς , ά ν α λ υ τ ή ς τ ή ς π ίσ τ η ς , χ ω ρ ίς κ α ί ν ά ν τ ή ν ά π ο χ τ ή σ ε ι, κ α θ ώ ς θ ά ’τ α ν ε γ ι ’ α ύ τ ό ν ε τ ό φ υ σ ικ ό .)
Σ τ ίς π ρ ώ τ ε ς , τ ο υ λ ά χ ισ τ ο ν , σ υ λ λ ο γ έ ς σ α ς μ ιλ ά τ ε σ υ χ ν ά - π υ κ ν ά γ ι ά τ ά « ό ν ε ιρ α » , έ ν ώ π α ρ ά λ λ η λ α δ ι α φ α ίν ε τ α ι σ τ α θ ε ρ ό ς ό π ρ ο σ α ν α τ ο λ ισ μ ό ς σ α ς σ τή ν ο ρ θ ό δ ο ξ η κ α ί μ ά λ ισ τ α τή ν η π τ ικ ή π ν ε υ μ α τ ικ ό τ η τ α . ’Α λ λ ά τή σ η μ α σ ία τ ο ϋ ό ν ε ίρ ο υ έ ξ ή ρ ε ό ύ π ε ρ ρ ε α λ ισ μ ό ς (μ ε τ ά τ ό ν F r e u d ) , έ ν ώ ή π α τ ε ρ ικ ή σ κ έ ψ η , ό π ω ς ξ έ ρ ε τε , δ έ ν ε μ π ι σ τ ε ύ ε τ α ι ιδ ια ίτ ε ρ α α ύ τ ό τ ό « μ έ ρ ο ς τ ή ς ψ υ χ ικ ή ς δ ρ α σ τ η ρ ιό τ η τ α ς » (B re to n ). Σ τ ό ν α ' τ ό μ ο τ ή ς « Φ ιλ ο κ α λ ία ς » (σ. 2 4 5 , ε κ δ ό σ ε ις « Ά σ τ έ ρ ο ς » , 1 9 5 8 , λ η ') δ ια β ά ζ ο υ μ ε : « Ά ρ κ ε ίτ ω δ έ ή μ ϊν
73
r
π ρ ό ς α ρ ε τ ή ν μ ε γ ά λ η ν, τ ό μ η δ ε μ ιά δ λ ω ς π ε ίθ ε σ θ α ι φ α ν τ α σ ία · ο ί γ ά ρ δ ν ε ιρ ο ι, ώ ς έ π ί τ ό π λ ε ϊσ τ ο ν , ο ύ δ έ ν έ τε ρ ό ν είσ ιν , ά λ λ ’ ε ίδ ω λ α λ ο γισ μ ώ ν. Ή π ά λ ιν , ώ ς έ φ η ν, δ α ιμ ό ν ω ν έ μ π α ίγ μ α τ α » . Ή α σ κ η τικ ή σ α ς α φ ο σ ίω σ η σ τή ν π ο ίη σ η , θ ά μ ο ϋ ε π ιτ ρ έ ψ ε τ ε ν ά τ ό π ω , έ β α ιν ε π ρ ό ς « α ρ ε τή ν μ εγ ά λ η ν» . Ν Α δ ε ίτ ε π ώ ς έ χ ε ι τ ό π ρ ά γ μ α . Ε ίν α ι ή im p a s s e τ ο ϋ δ ιχ α σ μ έ ν ο υ α ν θ ρ ώ π ο υ . Δ ε ν ύ π ά ρ χ ε ι α μ φ ιβ ο λ ία : ο ί « δ ν ε ιρ ο ι» σ υ ν ισ τ ο ϋ ν ύλοψνχία. Ω σ τ ό σ ο , ε ίν α ι κ α ί ε τ ο ύ τ ο ι κ ά τ ι εύ γ ε ν έσ τε ρ ο ά π ’ τ ό ζώο π ο ύ μ ά ς π α ιδ ε ύ ε ι. Σ ά ς π α ρ α π έ μ π ω , γ ι ά ν ά λ ιώ σ ε ι ή α π ο ρ ία σ α ς, σ τό π ο ίη μ ά μου « Ρ ω μ α ϊκ ή δ π τ α σ ία » ( « Λ ε υ κ ο π λ ά σ τ η ς γ ι ά μ ικ ρ έ ς κ α ί μ ε γ ά λ ες ά ν τ ιν ο μ ίε ς » , 19 7 1 ). ’Ε κ ε ί θ ά σ υ ν α ν τή σ ε τε τ ο ύ ς σ τίχ ο υ ς : «Πώς νά κρατήσουμε άπείρα-
χτο τό δαίμονα;/Μ ’ αν δεν μπορούμε—τότε λέω πώ ςά ρκ εϊ/γιά λίγη βλόγηση κ ’ ίσως ϊαση/κεϊνος δ σκύλος όνειρος, κείνος δ γκρί ζος τύφος...». ’Α ν α γ ω γ ή : τ ά « Ε ίς ε α υ τό ν» τ ο ϋ Μ ά ρ κ ο υ Α ύ ρ ή λ ιο υ . Λ έ ε ι ό σ ο φ ό ς ε κ ε ί ν ο ς ίμ π ε ρ ά τ ο ρ α ς π ώ ς τ ά τ ο ϋ σ ώ μ α τ ο ς ε ίν α ι π ο τ α μ ό ς κ α ί τ ά τ ή ς ψ υ χ ή ς ε ίν ’ δ ν ε ιρ ο ς κ α ί τ ύ φ ο ς · ή π ν ε υ μ α τ ικ ό τ η τ α θ ά λ λ ε ι π έ ρ α κ ι ά π ’ τ ά δ ύ ο . Δ έ ν έ π ιβ ά λ λ ε τ α ι λ ο γ ικ ώ ς ν ά σ χο λ ιά σ ω π ε ρ ισ σ ό τ ερ ο . Σ τ ό π ρ ο λ ο γ ικ ό σ η μ ε ίω μ α τ ή ς σ υ λ λ ο γ ή ς σ α ς « Σ η μ είο » (1 9 5 5 ) γ ρ ά φ ε τ ε :
«’Ό τα ν μιά λέξη γύρει άπ’ τό μέρος τοϋ κόσμον παρουσιάζεται τό κακό στό νόημα καί δταν γύρει ά π’ τό μέ ρος τοϋ Θεοϋ παρουσιάζεται τό καλό». Π ισ τ ε ύ ε τ ε δ τ ι ο ί λ έ ξ ε ις σ τή ν π ο ίη σ η π ρ έ π ε ι ν ά γ έ ρ ν ο υ ν π ά ν τ α π ρ ό ς τό μ έ ρ ο ς το ύ Θ ε ο ύ ; Θ ά α π ο κ λ ε ία τ ε μ ιά δ α ιμ ο ν ικ ή ή μ α ν ιχ α ϊκ ή ή γ ν ω σ τ ικ ή π ο ίη σ η ; Κ Ο ΙΤ Α Χ Τ Ε , σ τή ν π ο ίη σ η ε ίν ’ δ λ α μ π ο ρ ετ ά , δ έ ν ύ φ ίσ τ α ν τ α ι δ ρ ια . Μ ά ώ σ τό σ ο ή π λ ά σ τ ιγ γ α γ έ ρ ν ε ι π ά ν τ ο τ ε ά π ’ τή μ ε ρ ιά το ϋ Θ ε ο ύ , κ α θ ώ ς τ ό δ ια τ ύ π ω ν α σ τά 1 9 5 5 . Ό Λ 'ω τρ εα μ ό ν , α ν α τ ρ ε π τ ικ ό ς (ίσ ο ν δ α ιμ ο ν ι κ ό ς ), α λ λ ά κ ι α ν ή σ υ χ ο ς μέ τ ό ν τ ρ ό π ο το ϋ α ιώ ν α μ α ς, α ν ε π α ν ά λ η π τ ο ς ν ε α ρ ό ς π ρ ο φ ή τ η ς τ ώ ν « μ ο ν τέ ρ ν ω ν κ α ιρ ώ ν » κ ι α π ο τ ε φ ρ ώ σ εω ν τ ή ς Αγαθότητας, γ ρ ά φ ε ι τ ο ύ τ α τ ά λ ό γ ι α σ τό Π ρ ώ τ ο Τ ρ α γ ο ύ δ ι το ϋ Μ α λ ν το ρ ό ρ :
Le genie lie peut-il s'allier avec la cruaute dans les resolutions secretes de la Provi dence? Ou, parce qu’on est cruel, ne peut-
74
on pas avoir du genie? On eh verra la preuve dans mes paroles...» Λ ίγ ο π ι ό π ά ν ω δ η λ ώ ν ε ι τ ό ά γ ιο έ κ ε ΐν ο « τέ ρ α ς » τ ή ς γ α λ λ ι κ ή ς π ο ίη σ η ς π ώ ς , σ έ α ν τ ίθ ε σ η μ έ τ ο ύ ς ά ρ ε τ ο λ ό γ ο υ ς γ ρ α φ ιά δ ε ς π ο ύ ε π ιδ ιώ κ ο υ ν δ ι ά το ϋ κ α λ ο ϋ τή ν ε π ιδ ο κ ιμ α σ ία το ύ κ ό σ μ ο υ , α ύ τ ό ς θ ά χ ρ η σ ιμ ο π ο ιή σ ε ι τ ή ν ιδ ιο φ υ ία το υ γ ιά ν ά π ε ρ ιγ ρ ά ψ ε ι τ ά θ έ λ γ η τ ρ α τ ή ς α γ ρ ιό τ η τα ς ... ’Ε ν τ ο ύ τ ο ις , δ λ ’ α ύ τ ά π ο ύ θ ά π ε ι σέ σ υ ν έ χ ε ια , τ ά τ ρ ο μ α χ τ ικ ά κ α ί « ε π ικ α τ ά ρ α τ α » , β γ α ίν ο υ ν α π ό μ ιά σ υ μ μ α χ ία τ ή ς ιδ ιο φ υ ί α ς κ α ί τ ή ς α γ ρ ιό τ η τ α ς « μ έσ α σ τ ίς μ υ σ τικ έ ς ά π ο φ ά σ ε ις τ ή ς Θ ε ία ς Π ρ ό ν ο ια ς » . Δ έ ν έχω τ ίπ ο τ α γ ι ά ν ά σ υ μ π λ η ρ ώ σ ω . Θ ά γ ίν ω φ λ ύ α ρ ο ς . Σ τ ό ίδ ιο π ρ ο λ ο γ ικ ό σ η μ ε ίω μ α ο ρ ίζ ε τ ε τή ν π ο ίη σ η ώ ς « λ ό γο ν έν μ έθη » κ α ί λ ίγ ο π ιό κ ά τ ω κ α λ ε ϊτ ε τ ό ν α ν α γ ν ώ σ τη ν ά σ η μ ε ιώ σ ει « π ώ ς ή μ έθη α ν ε β ά ζ ε ι ν ό η μ α κ α ί λ έξ η ό μ ο ο ύ σ ια κ α ί π ώ ς ό π ο ιη τ ικ ό ς λ ό γ ο ς ά π ό μ έσ α το υ ζ η τ ά ν ά γ ίν ε ι κ ύ κ λ ο ς » . Τ ό σ ο ή « ό μ ο ο υ σ ιό τη ς » , δ σ ο κ α ί τ ό κ υ κ λ ο τ ε ρ έ ς σ χή μ α π ο ύ ε π ικ α λ έ ΐσ θ ε σ τό ν ά φ ο ρ ισ μ ό σ α ς, έ π ιτ ρ έ π ο υ ν ν ά ε ικ ά σ ο υ μ ε δ τ ι, μ έσ α στή (σ χ ε τ ικ ή ) ισ ο δ υ ν α μ ία τ ο ϋ σ η μ α σ ιο λ ο γ ικ ο ϋ κ α ί φ ω ν ο λ ο γ ικ ο ύ π ε δ ίο υ , ά ν α γ ν ω ρ ίζ ε τ ε τή (σ χ ε τ ικ ή , π ά ν τ ω ς ) π ρ ό τ α ξ η τ ο ϋ « ν ο ή μ α το ς » , τ ή ς σ η μ α σ ία ς ; Σ ά ς σ υ ν έβ η π ο τ έ ν ά γ ρ ά ψ ε τ ε σ τίχ ο ε ρ ή μ η ν τ ή ς σ η μ α σ ία ς τ ώ ν λ έ ξεω ν; Α Κ Ο Υ Σ Τ Ε , τ ό σ ύ γ χ ρ ο ν ο π ο ίη μ α ε ίν α ι έ να ε ίδ ο ς α ε ρ ο φ ω τ ο γ ρ α φ ία ς . Α ύ τ ό π ο ύ β λ έ π ε ις δ έ ν « π α ρ έ χ ε ι» ά ν ά γ ν ω σ η , μ ά « ά π α ιτ ε ΐ» α ν ά γ ν ω σ η . Κ α τά σ υ ν έ π ε ια , ή σ η μ α σ ία ε ίν α ι κ υ ρ ία ρ χ ο γ ε γ ο ν ό ς . Ε π ε ι δ ή ε π ιπ λ έ ο ν δ έ ν ε ί μ α ι ρ α σ ιο ν α λ ισ τ ή ς , χ ε ιρ ίζ ο μ α ι σ υ χ ν ά κ υ μ α τ ο ε ιδ ε ίς σ η μ α σ ίε ς. ’Ε ν π ά σ η π ε ρ ιπ τ ώ σ ε ι, σ τό δ ικ ό μου γ ρ ά ψ ιμ ο θ ά μ π ο ρ ο ύ σ α μ ε ν ά δ ι α κ ρ ίν ο υ μ ε τ ρ ία έ π ίπ ε δ α σ η μ α σ ία ς , ά π ό σ τίχ ο σέ σ τ ίχ ο , ά π ό π ο ίη μ α σέ π ο ίη μ α . Π ρ ώ τ ο υ β α θ μ ο ύ σ η μ α σ ία : ή ά π ο κ λ ε ισ τ ικ ά μ ία κ α ί μ ό νη . Δ ε ύ τε ρ ο υ β α θ μ ο ϋ σ η μ α σ ία : ή μή ά π ο κ λ ε ίο υ σ α π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ α ά π ό έ να ν ο ή μ α τ α . Τ ρ ίτ ο υ β α θ μ ο ϋ σ η μ α σ ία : ή έ ξ α κ τ ιν ω τ ικ ή δ υ ν α τ ό τ η τ α τ ο ϋ λ εκ τικ ο ύ σέ ά π ε ιρ ε ς σ η μ α σ ίε ς, ά ν ά λ ο γ α μέ τή ν ύ π ο κ ε ιμ ε ν ικ ό τ η τ α το ύ ά ν α γ ν ώ σ τη . Π ο τ έ μου δ έ ν έ κ α ν α ύ π ε ρ ρ ε α λ ισ μ ό (έ ν ν ο ο ϋ μ ε τή ν α υ τό μ α τη γ ρ α φ ή ) . Γ ιά τή « μ έθη » δ έ ν π ισ τ ε ύ ω ν ά ’χ ε τ ε π ρ ό β λ η μ α . Ή π ο ίη σ η π ά ν τ α μεγεθύνει, δ έ ν ε ίν ’ ά λ λ ο τ ί π ο τ α ή « μ έθη » .
επιλογή Σ τις σελίδες πού άκολουθοϋν ο ί συνεργάτες τοϋ «Διαβάζω» παρουσιάζουν κ α ί κρίνουν μερικά από τά πιό ενδιαφέροντα βιβλία πού κυκλοφόρησαν τούς τελευταίους μήνες. Τά βιβλία επιλέγει ή Σύνταξη τοϋ περιοδικού.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
αρχαιοελληνικός καί βυζαντινός φιλοσοφικός προβληματισμός Β. Ν. ΤΑΤΑΚΗ: Μελέτες ιστορίας τής φιλοσο φίας. ’Α ρχαία 'Ελλάδα καί Βυζάντιο. ’Αθήνα, Οί ‘Εκδόσεις των Φίλων, 1980. Σελ. 212. ΜΕ τό σημείωμα αυτό θέλω νά παρουσιάσω -έστω μέ καθυστέρηση- τήν έκδοση σέ ένα τόμο μελετημάτων τοϋ καθηγητή Β. Ν. Τατάκη που άναφέρονται στήν άρχαία ελληνική καί τή βυζαν τινή φιλοσοφία. Πρόκειται γιά κείμενα πού είχαν δημοσιευτεί κατά καιρούς σέ περιοδικά ή έπετηρίδες καί τώρα συγκεντρώνονται, γιά νά είναι προσιτά «σέ δποιον θά ήθελε νά παρακολουθήσει στό σύνολό του τό περπάτημα τοϋ συγγραφέα στό χώρο τής Ιστορία ς τής Φιλοσοφίας» -καθώ ς άναφέρει ό πρόλογος. Τό βιβλίο έπομένως συμπληρώνει τήν ώς τώρα δημοσιευμένη δουλειά τοϋ Τατάκη -τή φιλοσο φική προσφορά του πού έχει πιά κριθεϊ καί αξιο λογηθεί δχι μόνο στόν τόπο μας, άλλά καί πολύ εύρύτερα. Καί θά τολμούσα νά προσθέσω δτι ή ουσιαστική άξιολόγηση τοϋ προσώπου καί τοϋ έργου τού Τατάκη δέν έξαντλεϊται σέ εφήμερες βιβλιοκρισίες καί γνώμες ειδικών - γ ι ’ αύτό καί οί γραμμές αύτές δέν φιλοδοξούν, μέ κανένα τρόπο, νά συστήσουν κρίση. Ή κρίση καί άξιολόγηση έχει συντελεστεΐ άλλοϋ, έκεϊ πού άναδείχνεται ή βλαστική δύναμη τής ποικιλίας τών σπερμάτων καί κατασκεπάζεται άπό τή λήθη ό παλαμικός στόμφος λ.χ., ένώ ανακαινίζεται άδιάκοπα ή λαμπρότητα τής καβαφικής ποιότητας.
Βέβαια -μ ιά καί τό παράδειγμα άπό τήν ποίηση- ή φιλοσοφία στή νεότερη Ε λ λά δα δέν εΰτύχησε ν ά γνωρίσει ούτε κάν τό άντίστοιχο τού παλαμικού θορύβου, πολύ λιγότερο τήν καβαφική ποιότητα. Δ έν έλειψαν οί εύσυνείδητοι μελετητές, έλειψε εκείνο τό διαμέτρημα τής δημιουργικότη τας πού θά μπορούσε νά δώσει στό φιλοσοφικό λόγο νεοελληνική ταυτότητα κι έτσι νά τόν άναδείξει οικουμενικόν. Ό μόνος πού μοιάζει νά ξεπέρασε τόν κανόνα, είναι δ Τατάκης. Συνέλαβε καί θεμελίωσε δ,τι δνομάζουμε σήμερα «Βυζαν τινή φιλοσοφία», τήν οργανική συνέχεια τού ελ ληνικού φιλοσοφικού λόγου στή μέση καί ύστερη χριστιανική περίοδο. Αύτή ή άνακάλυψη τόν κα θιέρωσε στόν διεθνή χώρο. Στόν τόπο μας ξεχώ ρισε καί μέ τήν εκπληκτική γιά τά ήθη μας σεμνό τητα τής άκαδημαϊκής του παρουσίας, τήν άνεπανάληπτη σαφήνεια καί καθαρότητα τού φιλο σοφικού του λόγου, τήν άφομοίωση τού εύρύτατου ύλικοϋ πού χειρίστηκε. Είπα δτι τό τελευταίο βιβλίο του, πού εδώ π α ρουσιάζω, είναι συμπληρωματικό καί έτσι άπό τή σύστασή του άποσπασματικό. Ό χ ι μόνο γιατί συγκεντρώνει άσχετες μεταξύ τους μελέτες, άλλά καί γιατί οί μελέτες καθεαυτές δέν έχουν τή φιλο δοξία καθολικότερων συνθέσεων. Μάς δίνουν μιά εναργή γεύση έπιμέρους όψεων τού άρχαιοελληνικοϋ καί τού βυζαντινού φιλοσοφικού προβλη ματισμού, μέ ιδιαίτερη έμφαση στόν πλατωνισμό καί τή διδασκαλία τής Στοάς. Οί προεκτάσεις όμως πού έπιχειρεΐ μέ άναφορές στά άνθρωπιστικά ιδεώδη ή στή σωστή χρήση τής λογικής, μάς φαίνονται σήμερα ισχνές γιά νά θρέψουν τίς άμείλικτα ριζοσπαστικές φιλοσοφικές άνησυχίες τών ήμερών μας. Τό μεγάλο δίδαγμα πού αφή νουν στούς νεότερους οί μελέτες τού Τατάκη δέν είναι οπωσδήποτε ή θεματική τους, δσο τό ήθος τού λόγου, ή συνέπεια τής προσέγγισης τών κει μένων, ή άγάπη καί γιά τό ύλικό του καί γιά τόν αναγνώστη του. Θά προσθέσω πώς τό βιβλίο δέν βρήκε τόν εκ δότη πού τού έπρεπε. Είναι γεμάτο τυπογραφικά λάθη, κακέκτυπες σελίδες καί ή άπουσία ευσυνεί δητου επιμελητή γίνεται κραυγαλέα. Τό όνομα καί ή άξια τού Τατάκη άξιζαν καλύτερη έκδοτική τύχη. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑ ΝΝΑΡΑΣ
75
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
από τήν ιστορία τής πολιτικής σκέψης τής ανθρωπότητας ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΒΛΑΧΟΥ: Πολιτικές κοινωνίες στόν "Ομηρο. Μετ. Μάχης Παΐζη-’Αποστολοπούλον - Δημήτρη Γ. Άποστολόπονλον. Μορ φωτικό "Ιδρυμα ’Εθνικής Τραπέζης, ’Α θήνα, 1981. Σελ. 352, Η ΙΛΙΑΔΑ καί ή ’Οδύσσεια, όπως σημειώνεται στόν πρόλογο, έχουν αναλυθεί καί ύπομνηματιστεΐ πλούσια από κάθε άποψη, δχι μόνο άπό φι λολόγους άλλά καί άπό νομικούς πού ενδιαφέ ρονταν νά γνωρίσουν τούς θεσμούς τής προομηρικής καί τής ομηρικής εποχής· δεν έχουν όμως ποτέ διερευνηθεϊ σφαιρικά καί σέ βάθος άπό τή σκοπιά τής ιστορίας τής πολιτικής σκέψης. Τό κενό αύτό καλύπτεται κατά τρόπο άριστο άπό τό Γεώργιο Κ. Βλάχο. Σ’ αύτό έχει συντελέσει ή εύρύτατη εξοικείωση τού καθηγητή Γ. Βλάχου μέ τήν ιστορία τής παγκόσμιας πολιτικής σκέψης καί ό ζήλος μέ τόν όποιο ένδιάτριψε στό ομηρικό κεί μενο, ή «γόνιμη σύζευξη τών πολιτικών μέ τίς άνθρωπιστικές επιστήμες» (σ. 12) τόσο στό πρόσωπο τού συγγραφέα δσο καί στούς μετα φραστές, άπό τούς όποιους ή μέν Μάχη ΠαΐζηΆ ποστολοπούλου είναι άρχαιολόγος καί φιλόλο γος, ό δέ Δημήτρης Ά ποστολόπουλος πολιτικός επιστήμων. Τό δτι ή μετάφραση διαβάστηκε, πρίν παραδοθεϊ στό τυπογραφείο, άπό τόν καθηγητή Φάνη I. Κακριδή (άριστο γνώστη τού 'Ομήρου, ■πού έγραψε καί τό περιεκτικό σημείωμα τών σ. 11-12) καί έκδόθηκε στήν πάντα ιδιαίτερα φρον τισμένη σειρά τού Μορφωτικού 'Ιδρύματος τής ’Εθνικής Τραπέζης, ήταν μιά πρόσθετη εύτυχής συγκυρία. "Ετσι τά λάθη περιορίστηκαν στό ελά χιστο καί τό Πολιτικές κοινωνίες στόν ’Όμηρο τού Γεωργίου Κ. Βλάχου, βελτιωμένο στήν έλληνική του έκδοση (σέ σχέση μέ τό γαλλικό πρωτό τυπο), άπότελεϊ σημαντική προσφορά όχι μόνο στήν ιστορία τής πολιτικής σκέψης άλλά καί στήν ομηρική έρευνα. Στήν εισαγωγή του (σ. 19-28) ό συγγραφέας, προτού προχωρήσει στήν έξέταση τών πολιτικών κοινωνιών τού 'Ομήρου, καθορίζει τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού έπους: Τό ομηρικό έπος δέν είναι ιστορία άλλά «μύθος», πού φιλοδοξεί, όπως όλοι οί μύθοι, νά είναι ιστορία. Πίσω άπό τά σποραδικά γεγονότα διαγράφεται άδιάκοπα μιά
76
Γ. Κ. Βλάχος σταθερή εικόνα κοινωνικής,πολιτικής καί πολιτι στικής ζωής. Υ π άρ χου ν πολυάριθμα φανταστικά στοιχεία σ’ αύτό ■ ή κοινωνία όμως πού περιγράφεται δέν είναι εντελώς φανταστική. Στόν κόσμο τού 'Ομήρου συνυπάρχουν στοιχεία πολύ παλιά μέ άλλα νεότερα καί σύγχρονα τού ποιητή · δέν είναι σωστό νά συνδέεται μονόπλευρα τό έπος είτε μέ τόν 13ο είτε μέ τόν 9ο καί 8ο αιώνα. «Δί χως ν ά είναι ή 'Ιστορία, τό έπος φιλοδοξεί νά εί ναι ή φιλοσοφία αυτής τής ιστορίας, τής όποιας άποκαλύπτει τά μόνιμα προβλήματα, όσο καί άν τά περιορίζει ατά πλαίσια μιάς όρισμένης εποχής, τής εποχής τής πολνχρύσοιο Μυκήνης. ΓΓ αύτή τή φιλοσοφία τής ιστορίας ό ήρωικός κόσμος άποτελεΐ πρόσχημα μαζί καί πραγματικότητα» (σ. 27, πβ. σ. 55 καί 203). Ό κόσμος τής Ίλιάδας καί ό κόσμος τής ’Οδύσσειας (μιά κατοπινή φάση τού κόσμου τής Ίλιάδας) άνήκουν στόν ίδιο δη μιουργό, τόν "Ομηρο ■ «ή Ίλιάδα καί ή ’Οδύσσεια διαπνέονται άπό μιά ενιαία σκέψη: τήν έγνοια νά έξηγηθούν, μέσα στά πλαίσια μιάς ελάχιστα κα λυμμένης φιλοσοφίας τής Ανθρώπινης φύσης, οί δυνατότητες καί τά όρια πού μπορεί νά έχει ή δραστηριότητα τού άνθρώπου, είτε ώς άτόμου είτε ώς μέλους διαφόρων κοινωνικο-πολιτικών ομάδων · τήν έγνοια, πέρα άπό τίς άτομικές πρά ξεις, νά φωτιστούν καί οί συλλογικές καταστά σεις, πού μέσα στήν ιστορία συνθέτουν τά πολύ πλοκα έθνικά πεπρωμένα τού έλληνισμού» (σ. 27-28),«Ή ιδέα αύτής τής εσωτερικής συνοχής τού έπους καθόρισε καί τό σχήμα», όπως τονίζει ό συγγραφέας στό τέλος τής εισαγωγής, πού υιο θετήθηκε στήν έρευνα γιά τίς πολιτικές κοινωνίες στόν "Ομηρο.
Στό πρώτο μέρος (σ. 29-133) εξετάζονται «Τά θεμέλια καί ή δομή των πολιτικών κοινωνιών». Στό κεφ. Α' αναλύεται Ή έννοια τής ανθρωπότη τας κα ί τής ανθρώπινης φύσης, μέ αφετηρία τίς ανθρώπινες καί τίς θεϊκές κοινωνίες (μεταξύ τών οποίων δέν ύπάρχει Απόλυτος διαχωρισμός στό έπος) καί κατάληξη τήν Ούτοπία τών Φαιάκων, μέ ενδιάμεσο σταθμό στόν πρωτόγονο κόσμο τών Κυκλώπων καί τών Λαιστρυγάνων. Στό κεφ. Β' (μέ τίτλο Τά θεμέλια τής εξουσίας κα ί τής νομιμό τητας. Ά να κ τες κα ί βασιλείς) έξετάζονται βασικά προβλήματα τής μυκηναϊκής καί μεταμυκηναϊκής πολιτικής καί διοικητικής όρολογίας, κυρίως ή συσχετική σημασία πού έχουν μέσα στό έπος οί δροι αναξ καί βασιλεύς (πρόβλημα πού άντί νά λυθεί έγινε πιό σύνθετο μετά τήν άποκρυπτογράφηση τής Γραμμικής Β καί τίς προόδους τής αρ χαιολογίας στό χώρο τής Μέσης ’Ανατολής). Στό κεφ. Γ' (μέ τίτλο Θεσμοί κα ί πολιτική ζωή στόν κόσμο τών ’Αχαιώ ν) άναλύσνται καί έρμηνεύονται βασικές πτυχές τής πολιτικής ζωής τών ήρώων τού Όμήρου. ’Α πό τήν Ίλιάδα (τής όποιας ό στρατιωτικός κόσμος «αποτελεί εύ γλωττο δείγμα γιά τήν ενότητα καί τήν ποικιλία τής αληθινής πολιτικής κοινωνίας τών ’Αχαιών, πού γι’ αύτήν περιστασιακά μόνο γίνεται λόγος μέσα στό μύθο») εξετάζονται κυρίως ή Βουλή τών Γερόντων (Β 54 κέ. καί 405 κέ., I 89 κέ., Κ 1 κέ., Ξ 27 κέ.) καί ή παναχαϊκή Συνέλευση (Β 86 κέ., I 9 κέ.) καί άπό τήν ’Οδύσσεια οί Συνελεύσεις τής ’Ιθάκης. Επακολουθεί άνάλυση τής σημασίας τών ομηρικών συνελεύσεων καί συζήτηση τού προβλήματος πού έθεσε ό ’Αριστοτέλης σχετικά μέ τήν ιστορικότητα τών προτύπων πού παρου σιάζονται στά δμηρικά έπη. Ό “Ομηρος, καταλή γει ό συγγραφέας (σ. 132-33), «έχει ύπόψη του μάλλον τό πρότυπο μιας μυκηναϊκής συνταγματι κής μοναρχίας ξαναπλασμένης μέ διάφορα στοι χεία, ανάμεσα στά όποια θά πρέπει ασφαλώς νά ύπάρχουν αναμνήσεις άπό μιά παλιά Αθηναϊκή μοναρχία» · ό βαθύτερος σκοπός τοϋ ποιητή δέν είναι ή απλή συσσώρευση αυτών τών στοιχείων μά ή συμπύκνωση ολόκληρης τής ιστορίας τών Ελλήνω ν σέ ένα ποικίλο Αλλά' ομοιογενή μύθο, «ώστε νά γίνει κατανοητή καί νά κριθεΐ μέ κριτή ρια ήθικά μαζί καί πολιτικά, εμπειρικά καί διδακτικά»· ή Ούτοπία τών Φαιάκων δέν αποτελεί, έτσι, ξεχωριστό Ιπεισόδιο, άλλά «είναι ό ύπέρτατος στόχος μιας αδιάκοπης Αναζήτησης, στόχος πού έξαγγέλλει, άπό πολλές Απόψεις, τήν κατα πληκτική Ανάπτυξη τής πολιτικής σκέψης καί πράξης στίς δημοκρατικές Πόλεις τής κλασικής περιόδου». Στό δεύτερο μέρος (σ. 135-203) εξετάζονται «Τό έθνος, τά κράτη καί ή αύτοκρατορία». Στό κεφ. Δ ' (μέ τίτλο 'Ενότητα κα ί π οικιλία στόν Αχαϊκό κόσμο. Προβλήματα πολιτικής γεω γρα φίας) συνδυάζονται κριτικά οΕ πληροφορίες τόϋ Ό μήρου καί τής «Αρχαιολογίας» τοϋ Θουκυδίδη μέ τά πορίσματα τής σύγχρονης ιστορικής καί Αρ χαιολογικής έρευνας, σέ μιάν Αξιοσημείωτη προσπάθεια νά άναπαρασταθεί -κα τά προσέγ
γισ η - ό κόσμος τών ’Α χαιών · προβάλλει έτσι ή εικόνα ενός κόσμου μέ έκδηλο τόν Ανταγωνισμό Ανάμεσα στήν εθνική, πνευματική καί πολιτική ένότητα, άπό τή μιά, καί άπό τήν Αλλη τήν προσ κόλληση στήν ιδιαίτερη πατρίδα, πού ξεχωρίζει πολιτικά καί διοικητικά (κράτη —τουλάχιστοτών Μυρμιδόνων, τής Πύλου, τής Κρήτης, τής ’Ιθάκης καί τοϋ “Α ργους), δσο κι Αν Ανήκει πολι τισμικά σέ ένα πλατύτερο εθνικό σύνολο. Στό κεφ. Ε' ( Ό κόσμος τών ’Αχαιώ ν: υπέρ θετή π ο λι τική κοινωνία. Θεμέλια κ α ί κυρίαρχη ιδεολογία) συνεχίζεται καί ολοκληρώνεται ή προσπάθεια αύτή, μέ τήν έξέταση (1.) τής θέσεως τοϋ άνακτος Ά γαμέμνονα μέσα στήν ύπέρθετη -σύνθετη καί πολύπλοκη μά πραγματική καί ζω ντανή- πολι τική κοινωνία τοϋ κόσμου τής Ίλιάδας, (2.) τής Αξίας τοϋ πατριωτικοϋ δρκου (πού μετά τήν Αλωση τής Τροίας δέν έχει πιά ούσιαστικό περι εχόμενο) καί (3.) τής σημασίας τών δρων Θέμις, Δίκη καί θέμιστες ■ «στόν τόσο βαθιά πολιτικο ποιημένο κόσμο τού ομηρικού έπους, οί νομικές ιδέες, ή δικαιοσύνη, ή έπιείκεια, ή ύπευθυνότητα, ή σύμβαση καί ό δρκος δέν είναι καθόλου προνό μια μιας κλειστής κάστας», συμπεραίνει ό Γ. Βλάχος (σ. 203), συμπληρώνοντας πώς κάτω άπό τό φώς τών ενδόμυχων προθέσεων καί τής καλλι τεχνικής πνοής τού Ό μήρου ή σκέψη του μπορεί νά προβάλλει τήν Εδέα τής δικαιοσύνης πού κυ ριαρχεί στήν παγκόσμια τάξη καί ταυτόχρονα νά επικαλείται τήν ’ιδέα αύτή γιά νά κρίνει καί νά Αξιολογεί τίς Ανθρώπινες πράξεις. Ό επίλογος (σ. 205-219), μέ τίτλο «Ή πολι τική, ό θρύλος καί ή ιστορία» άνακεφαλαιώνει καί συνοψίζει τά βασικά σημεία τής πολιτικής σκέψης τού ποιητή τής Ίλιάδας καί τής ’Οδύσ σειας. ’Α φήνοντας στούς Ιστορικούς καί Αρχαιο λόγους νά καθορίσουν ποιά στοιχεία έχει Αντλή σει ό “Ομηρος Από τή μυκηναϊκή καί ποιά άπό τήν ύπομυκηναϊκή περίοδο (καί σταματώντας γιά λίγο στό πολυσυζητημένο πρόβλημα τής «πτώσης τών Μυκηνών», γιά τήν όποια δέχεται «αίτια όργανικά, πολιτικά καί κοινωνικά»), ό Γ. Βλάχος προχωρεί στό συμπέρασμα δτι «ό ποιητής χρησι μοποιεί, περισσότερο άπό τή δημιουργική του φαντασία, δεδομένα καί εμπειρίες πιό άμεσες, ιδιαίτερα Από τό χώρο τής πολιτικής ψυχολογίας καί τής στρατηγικής» (σ. .216). Συνεχίζει: «ό "Ομηρος, μολονότι Αποδίδει σιωπηρά τήν πτώση τοϋ μυκηναϊκού κόσμου σέ ήθικά αίτια πού Αφο ρούν ολόκληρο τόν πολιτικά ύπεύθυνο πληθυσμό (...), δέν Απορρίπτει ώστόσο τό ιδανικό μιας δια κυβέρνησης πού θά έχει κύριο χαρακτηριστικό τή σωφροσύνη καί τή μετριοπάθεια» (σ. 217). Καί καταλήγει (σ. 219): «Τό ιδανικό τής ειρήνης καί τής δικαιοσύνης, πού δέν μπόρεσε νά πραγματωθεϊ στά μεγάλα κέντρα τής μυκηναϊκής εποχής ή μέσα σέ μιά πανελλήνια αύτοκρατορία πού θά έτεινε πρός τήν ένότητα, μπόρεσε εδώ (sc. στή χώρα τών Φαιάκων) νά γίνει πραγματικότητά, μέσα στό στενό πλαίσιο ενός πιό περιορισμένου έδαφικοΰ κράτους, πού θυμίζει -πα ρ ά δοξο κά π ω ς-τ ή ν κατοπινή Πόλι-Κράτος. (...). Βασισμένα
77
σέ μακρινές Αλλά καί σέ σύγχρονες με τόν ποιητή εμπειρίες, ή Σχερία καί τό έπος ολόκληρο προαγ γέλλουν τούς αγώνες τών Ελλήνω ν τής κλασικής εποχής γιά τή διαμόρφωση πρωτότυπης πολιτικής σκέψης καί πράξης- καί συμβολίζουν, &ν τά δούμε άπό αύτή τή σκοπιά, τή ζωντανή συνέχεια ενός πολιτισμού, στόν όποιο ό ποιητής τής Ι ω νίας έδωσε τήν αιώνια ταυτότητα». Μέσα στήν -π ολ ύ αναλυτική γιά βιβλιοκρισίαπερίληψη αύτή περιέχονται ελάχιστα άπό δσα σημαντικά -κ α ί συχνά πρωτότυπα- έχει νά πεϊ δ συγγραφέας τόσο στόν μελετητή τής πολιτικής ίστορίας όσο καί στόν φιλόλογο (άκόμα καί στόν ειδικό ομηριστή). Ή παράθεση, συζήτηση καί σχεδόν πάντα Αναμφισβήτητα εύστοχη αξιολό γηση ποικίλων γνωμών ιστορικών, Αρχαιολόγων, θρησκειολόγων, έθνολόγων καί γλωσσολόγων εί ναι συχνή ■ καί άπό αύτές άκόμα τίς ύποσημειώσεις Αρκετές θά μπορούσαν νά θεωρηθούν μικρές περιεκτικές πραγματείες. Ή συσχέτιση μέ πολιτι σμούς προγενέστερους, σύγχρονους ή μεταγενέ στερους τού δμηρικού -άκ όμα καί μέ σημερινές καταστάσεις- είναι επίσης συχνή. Φυσικά, όπως συμβαίνει πάντα μέ κάθε προσπάθεια ερμηνείας τού 'Ομήρου, μπορεί εύκολα νά διαφωνήσει κα νείς μέ ένα ή περισσότερα σημεία, χωρίς αύτό νά μειώνει κατ’ Ανάγκη τήν Αξία τού έργου. Προσω πικά, δέν θά συμφωνούσα - π .χ .- μέ τή γνώμη δτι δσα λέγονται Από τόν Διομήδη κατά τή δεύτερη παναχαϊκή Συνέλευση «είχαν συμφωνηθεί Ανά μεσα στούς δύο Αργίτες Αρχηγούς Από πρίν» (σ. 109) καί θά θεωρούσα υπερβολική τόσο τήν άποψη γιά τήν «προσπάθεια πού έκανε ό Ό μ η ρος γιά νά άνασυνθέσει καί νά παρουσιάσει ζων τανές καί έπίκαιρες τίς Αρχαίες ήγεμονίες τής μυ κηναϊκής ή τής ύπομυκηναϊκής περιόδου» (σ. 55) δσο καί τή διατύπωση γιά τό «έγκλημα καί τήν τιμωρία» (σ. 190). Θά σημείωνα επίσης -μεταξύ άλλων λιγότερο σημαντικών ή περισσότερο άμφισβητήσιμων- τήν άστοχη επιμονή στή 6' έκδ. (1959) τών πινακίδων τής Κνωσού άπό τούς Bennett-Chadwick-Ventris (Αντί τής δ' έκδ. τού 1971) καί στή γραφή p a 2-si-reu Αντί qa-si-reu καί τήν έσφαλμένη άποψη δτι «Τό μεγαλύτερο μέρος τού Γ κα ί τοϋ I (ή ύπογράμμιση είναι δική μου) τής Ίλιάδας τό έχει δ "Ομηρος ύφάνει πάνω στήν ιδέα μιας (...) συμφωνίας πού Αποβλέπει στήν εκ τόνωση τής διαμάχης μέ μιά καί μόνη μονομαχία Ανάμεσα στόν Μενέλαο καί στόν Έ κτορα» (σ. 186). Θά διατύπωνα, τέλος, μέ πολλές έπιφυλάξεις τό ερώτημα μήπως ήταν δυνατό νά γίνει κα λύτερη διάρθρωση τού υλικού, ώστε νά Αποφευ χθούν Αρκετές επαναλήψεις (δπως φαίνεται άπό τίς πολλές π αραπομπές στά επόμενα). Ή ίδια ευνοϊκή Αναλογία μεταξύ τής σημαντι κής προσφοράς καί τού μικρού Αριθμού λαθών ή παραλείψεων παρατηρεΐται καί στή μετάφραση. Μέ τήν έγκριση τού συγγραφέα, δπως άναφέρεται στό σημείωμα τού Φ. Κακριδή (σ. 12), δ Δημήτρης Ά π οστολόπουλος καί ή Μάχη Π α ίζη-Ά ποστολοπούλσυ δέν περιορίστηκαν σέ μηχανική μετάφραση τού γαλλικού πρωτοτύπου. Προχώρη
78
σαν σέ εύστοχες Ανακατατάξεις τής ύλης, παραλείποντας δρισμένά τμήματα, δπου ύπήρχε εν οχλητική ύπεραφθονία ύλικού, καί μετακινώντας άλλα άπό τό κείμενο στίς ύποσημειώσεις καί Αντίστροφα- σύνταξαν τήν ιδιαίτερα χρήσιμη βι βλιογραφία (σ. 317-31)· καί άνάπλασαν τά εύρετήρια, συγχωνεύοντας τούς τρεις πίνακες τής γαλλικής έκδόσεως σέ ένα -βελτιω μένο- γενικό εύρετήριο (σ. 332-48, μέ τά ξενόγλωσσα ονόματα στή σ. 348) καί προσθέτοντας εύρετήριο χωρίων (σ. 349-52). Ά π ό τίς έλάχιστες καί Ασήμαντες παραλείψεις καί Ατέλειες (μή ύπολογίζοντας τήν έλεύθερη Απόδοση τού γαλλικού κειμένου) ση μειώνω: τή μετάφραση τού γαλλ. approximative μέ τό «μερική» Αντί τού πιό σωστού - γ ιά τό προκείμενο χω ρίο- «κατά προσέγγιση» (σ. 20) ■ τήν άστοχη προσθήκη τής σημ. 123 («σκόπιμα») στή σ. 241- τήν παράλειψη τού p.ex. (π.χ.) καί τού etc. (κλπ.) στή σ. 284 σημ. 19, πού δίνει τήν εντύ πωση δτι τό - σ υ χ νό στήν Ίλιάδα καί στήν ’Οδύσ σεια (πβ. καί εν ρ ν ά γ υ ια )- ούσ. άγυια ί ύπάρχει μόνο στά δύο παρατιθέμενα χωρία (ορθά γ497, •Αντί IV1 τής γαλλ. έκδ.), καί τή μή Αναγραφή τής χρονολογίας έκδόσεως τού πρωτοτύπου, δπου χρησιμοποιείται ή γαλλ. μετάφρ. ενός έργου, στή βιβλιογραφία (βλ. π.χ. Dodds) · τέλος, τά -μάλλον τυπογραφικά (έλάχιστα καί αύτά στό σύνολό το υς)- λάθη Passarto Αντί P assato στή σ. 321 (στ. 42) καί 4 (1959) Αντί 14 (1959) στή σ. 242 (στ. 14). « Ά ς εύχηθούμε δτι δ μύθος, όταν ξεκαθαρίσει μέ τό λόγο, θά ύπακούσει καί θά πάρει δψη ιστο ρίας- δπου δμως δέν έπιδέχεται συμβιβασμό μέ τήν Αληθοφάνεια, ζητούμε τήν έπιείκεια τών Ακροατών, ώστε νά δεχτούν μέ ύπομονή τήν Αφή γηση τόσο Αρχαίων πραγμάτων.» Τό χωρίο άΰτό τού Πλουτάρχου (Θησεύς 1.5) πού προβάλλεται -σ τ ό πρωτότυπο καί σέ μετάφραση- στή σ. 7 Αποτελεί ιδιαίτερα εύστοχη έπιλογή τού συγγρα φέα. Στό Πολιτικές κοινωνίες στόν "Ομηρο ξεκα θαρίζεται σέ σημαντικό βαθμό -δ σ ο τό έπιτρέπουν τά σχετικά λιγοστά άκόμα έξωτερικά τεκμή ρ ια - ό μύθος μέ τόν λόγο καί δίνεται μιά νέα διά σταση στήν ερμηνεία τού Όμήρου καί στήν ιστο ρία τής πολιτικής σκέψεως τής Ανθρωπότητας. Ά ς ευχηθούμε πώς καινούρια στοιχεία ΘΑ έπιτρέψουν μιά νέα κριτική Ανάγνωση τού Όμήρου καί ένα εύρύτερο ξεδιάλισμα τού μύθου Από τά ιστορικά γεγονότα. Γιά τήν ώρα τό έργο τοϋ Γεωργίου Βλάχου είναι δ,τι καλύτερο θά μπο ρούσε, νά έλπίσει κανείς. Α ΝΔΡΕΑΣ ΒΟΣΚΟΣ
ΓΛΩΣΣΑ
γιά τήν εμπέδωση ενός γνήσιου γλωσσικού αισθήματος ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑ ΛΟΝΙΚΗΣ/ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΙΔΡΥΜΑ ΜΑΝΟΛΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ). "Απαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Τόμος Τ': Νεοελληνική γραμματική - ’Ιστορική εισαγωγή (1938). Θεσσαλονίκη, 1981. Σελ. 667. ΤΟΝ τόμο που με απασχολεί τον δημοσίεψε ο ίδιος ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης το 1938. Ό τ α ν ανατυπώθηκαν αργότερα τα «Ά π α ν τ ά »του από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) του Πανεπι στημίου Θεσσαλονίκης, χωρίς ο τόμος αυτός να ανατυπωθεί, θεωρήθηκε ότι κατέχει την τρίτη θέση στη σειρά των τόμων των «Απάντων»-του. Σήμερα με την ανατύπωσή-του από το ίδιο Ίδρυμα παίρνει το έργο και την οργανικότερη θέση-του ως τρίτος τόμος των «Απάντων». Ο Τριανταφυλλίδη ς αναζητά με το δημοσίευμά-του αυτό την πηγή και τη γένεση της νέας ελληνικής γλώσσας τοποθετώντας-την μέσα στην όλη ιστορική-της πορεία από τα προϊστο ρικά χρόνια. Ό μ ω ς δε δίνει μια «ψυχρή» ιστορία της ελληνικής γλώσσας με τον τρόπο που θα την έδινε ένας ξένος γλωσσικός ερευνητής. Ο Τριανταφυλλίδης συνθέτοντας το έργο-του έχει μπροστά-του το γλωσσικό-μας ζήτημα. Ακόμη ζητά να προβλέψει και την αυριανή-του εξέλιξη. Επιθυμεί μάλιστα να ενημερώσει και να φωτίσει τον αναγνώστη-του πάνω στην κίνηση της μεταβατικής γλωσσικής εποχής-μας. Στα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου-του μελετώντας τη γλωσσική εξέλιξη στα αλεξανδρινά και τα βυζαντινά χρόνια έχει την ευκαιρία να διαπιστώσει τον αρχαϊσμό των εποχών αυτών και χαρακτηριστικά ν α διαχωρίσει τη διγλωσσία που δημιουργούσε ο αλεξανδρινός αρχαϊσμός (αλεξανδρινή κοινή - ιδιώματα) από τον αττικισμό των βυζαντινών χρόνων. Καλλιερ γείται τώρα στα μεσαιωνικά χρόνια μια δουλική μίμηση των τύπων της αρχαίας γλώσσας και ο κανόνας αναζητείται σε πλαίσια γραμματικά που στάθηκαν έκφραση ιδιώματος νεκρού. Μελετών τας τα κηρύγματα του αττικισμού ο Τριανταφυλλίδης καταφεύγει στή νέα γλώσσα για να υπο-
Ό Μανόλης Τριανταφνλλίόης σέ ηλικία 30 χρόνων γραμμίσει ότι «τα ολέθρια αυτά κηρύγματα ώς ένα βαθμό αγνοήθηκαν, αφού όσα καταδίκαζαν οι αττικιστές έζησαν και εξελίχτηκαν σε νεοελλη νικές λέξεις. Α λλ’ αν ο αττικισμός δε νίκησε την προφορική γλώσσα, όμως επικράτησε δυστυχώς στο γραπτό λόγο «σπάζοντας, κατά την έκφραση του Τριανταφυλλίδη, επικίνδυνα όχι μόνο τη γλωσσική ιστορία, αλλά και την πνευματική καλ λιέργεια του μελλοντικού ελληνισμού με δυσμενή επακόλουθα στη λογοτεχνία και την παιδεία του Έ θνους». Αρετή του βιβλίου είναι ότι συνδυάζει τη θεω ρητική ανάπτυξη του θέματος με την παροχή γλωσσικών παραδειγμάτων, που ζωντανεύουν τη θεωρητική άποψη. Κάνοντας δηλ. λόγο ο Τριανταφυλλίδης για τη γλώσσα της Καινής Διαθήκης, που τη χαρακτηρίζει ως το παλαιότερο μνημείο της νέα ς γλώσσας, δίνει στον αναγνώστη στοιχεία της κοινής στη Νέα Διαθήκη. Έ τσι πληροφορεί ται ο αναγνώστης ότι σημερινές κοινότατες λέξεις όπως το «ακόμη» απαντά στη μορφή «ακμήν» ήδη στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (15-16) - το ρήμα «πιάνω» (από το αρχαίο «πιέζω») .το βρί σκομε στον Ιωάννη (21,10). Στα μεσαιωνικά χρό νια, που κυριαρχεί η διγλωσσία, συντελείται ο εξαττικισμός και της εκκλησιαστικής γλώσσας, που οδηγεί στη διαμόρφωση γραπτού λόγου, άλ λοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αρχαϊστικού. Ο αρχαϊστικός αυτός λόγος με τις αλλαγές που έφεραν και σ’ αυτόν οι αιώνες κληροδοτείται στη Νέα Ελλάδα. Αλλά στο Βυζάντιο έχομε και την προφορική κοινή, που τη βρίσκομε σε μερι κούς αυτοσχέδιους στίχους και σε ορισμένα κεί-
79
μένα της περιόδου 500-1100, γραμμένα από μο ναχούς με περιορισμένη αρχαιομάθεια ή και από λογίους που αποζητούσαν αμεσότερη επαφή με το πλατύτερο κοινό. Πρόκειται για συγγραφείς όπως ο Ιωάννης Μ αλάλας (6.αι.), ο επίσκοπος Λεόντιος (7.αι.), ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (ΙΟ.αι.), ο Κεκαυμένος (11. αι.). Η μεσαιωνική αυτή κοινή βρίσκει την οριστικότερη διαμόρφωσή-της σε κείμενα από το 12. αιώνα και πέρα, με αποκλίσεις πάντα ανάλογα με την εποχή της συγγραφής, την καταγωγή των συγγραφέων και το ποσό της επίδρασης που δέχεται από τη λογιότερη γλώσσα. Στα κείμενα αυτά, λ.χ. τα Προδρομικά ποιήματα (12. αι.) και το Χρονικόν του Μορέως, συναντούμε πλήθος νεοελληνικές λέξεις μέσα σε μια διαμορφωμένη πια νεοελλη νική γλώσσα, που θα εξελιχτεί ακόμα περισσό τερο σε κείμενα μεταγενέστερα όπως τα «Ερωτοπαίγνια» (15. αι.). Φυσικά στη μεσαιωνική αυτή κοινή βρίσκει κανείς και λατινικές και ιταλικές και τουρκικές ακόμα λέξεις, όπως διαπιστώνον ται και βαλκανικές επιδράσεις. Προς το τέλος της μεσαιωνικής αυτής περιόδου συντελούνται κατά τόπους γλωσσικές διαφοροποιήσεις που θα δώ σουν αφορμή να δημιουργηθούν τα γλωσσικά ιδιώματα της ν έας ελληνικής. Βέβαιο είναι ότι τα γραμματικά στοιχεία της αρχαϊστικής βυζαντινής γραπτής δεν παγιώθηκαν στην καθημερινή γλώσσα. Έ τσι η ζωντανή γλώσσα εξελίσσεται και τη χρησιμοποιούν καμιά φορά και λόγιοι συγγραφείς που αποτείνονται σε ορισμένο αναγνωστικό κοινό. Πραγματικότητα ακόμα είναι ότι στους αιώνες των Κομνηνών και των Παλαιολόγων με την αναγέννηση των κλασι κών σπουδών η διγλωσσία επιτείνεται στο Βυ ζάντιο κρατώντας το λαό απομακρυσμένο και από μια στοιχειώδη παίδευση. Μάταιες αποδεί χτηκαν και όσες αναγεννητικές προσπάθειες έγι ναν για να βελτιωθεί η κατάσταση. Σωστή είναι η άποψη του Τριανταφυλλίδη (σ. 44) ότι «η κοινω νική σύνθεση και'το πολυσύνθετο του βυζαντινού κράτους» βοήθησαν τον αττικισμό «να ριζώσει». Δεν είναι μόνο που η εκκλησία εγκολπώθηκε τον αττικισμό. Τον ενίσχυσαν και ο λατινισμός των πρώτων αιώνων και τα πολύγλωσσα ανατολικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στη βυζαντινή επικράτεια. Ο Τριανταφυλλίδης αφιερώνει το μεγαλύτερο τμήμα της διαπραγμάτευσής-του στη νέα ελληνική γλώσσα. Καθώς έγραφε «Ιστορική Εισαγωγή στή Νεοελληνική Γραμματική», αισθανόταν την ανά γκη να υπογραμμίσει τους λόγους που οδήγησαν στο νεοελληνικό γλωσσικό πρόβλημα. Γι’ αυτό στο τρίτο μέρος του βιβλίου-του ασχολείται γενι κότερα με το θέμα της προφορικής και της γρα πτής γλώσσας, καθώς και της αυριανής γλωσσι κής εξέλιξης. Εδώ μελετώνται όχι μόνο χαρακτη ριστικά της νέας προφορικής γλώσσας, αλλά και τα νεοελληνικά ιδιώματα. Εξετάζονται ακόμη οι διάφορες γραπτές γλώσσες που καλλιεργήθηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αφού παρουσιά σει τη μάταιη σχεδόν προσπάθεια .του Νικόλαου
80
Σοφιανού στο Ιό.αι., αλλά και άλλες παράλληλες μ’ αυτήν προσπάθειες για να γραφεί η νέα γλώσσα και αφού υπογραμμίσει τι σημασία είχε η παρουσία στην Κρήτη μιας αξιόλογης γραμμα τείας στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα, βλέπει την καθαρεύουσα να δημιουργείται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού και μιας διεξόδου από την αντινομία που έφερε ο αρχαϊσμός καθώς συνεχιζόταν μέσα στους αιώ νες. Σημειώνει μάλιστα ότι την προσπάθεια αυτή την ακολουθεί από το δέκατο έβδομο αιώνα και η εκκλησία. Περνώντας κατόπιν στην κρίσιμη τριακονταετία πριν από την Επανάσταση (1789-1821) στέκεται ο Τριανταφυλλίδης στις συζητήσεις ανάμεσα στο δημοτικιστή Δημητράκη Φωτιάδη Καταρτζή και τον αρχαϊστή Λάμπρο Φωτιάδη για να προχωρήσει στον πρώτο δημοτι κισμό με τον Α θανάσιο Χριστόπουλο, το Γιάννη Βηλαρά και το Διονύσιο Σολωμό. Αντιμετωπίζε ται κατόπιν η άποψη του Αδαμάντιου Κοραή με τη μέση λύση που πρότεινε· λύση λαθεμένη, που τελικά, προς τα τέλη του αιώνα, οδηγεί στην αποκορύφωση του καθαρευουσιανισμού. Μέσα στις γλωσσικές εξαρχαϊστικές υπερβολές αρχίζει το κήρυγμά-του ο Γιάννης Ψυχάρης (1886, 1888) με το «Ταξίδι»-του κυρίως. Έ τσι δημιουργείται μια νέα τεχνητή διγλωσσία, καθώς επιτείνεται τώρα η προσπάθεια να γραφεί και η λαϊκή γλώσσα. Πιο συνειδητός και πιο καρποφόρος αναδείχνετάι ο δημοτικισμός με το πέρασμα στο δικό-μας αιώνα. Έ χομε τώρα την «ορμητική εποχή» του δημοτικι σμού (1907-1917), όπως την ονομάζει ο Τριανταφυλλίδης, και την εποχή του κρατικού δημοτι κισμού (1917 έως την εποχή που έγραφε, 1938). Η εποχή του δημοτικισμού απασχολεί ιδιαίτερα τον Τριανταφυλλίδη. Ο «Εκπαιδευτικός Ό μ ι λος», ιδρυμένος στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, ακολουθεί συντηρητικότερο σύστημα δημοτικής, δεν αντιμετωπίζει μονοκόμματα ορι σμένες φραστικές δυσκολίες. Υ πολογίζονται οι ανάγκες του πεζού λόγου και χρησιμοποιείται η αποχτημένη λογοτεχνική εμπειρία. Αργότερα (1917) με την κρατική αναγνώριση της δημοτικής στην παιδεία ενισχύεται το δημοτικιστικό κίνημα, που βοηθείται τώρα και από τη μελέτη των στοι χείων του νεοελληνικού πολιτισμού. Η δημοτική γίνεται σχολική γλώσσα στη λαϊκή παιδεία (όχι πάντως σ’ ολόκληρο το δημοτικό σχολείο), όμως έχομε και παλινδρομήσεις. Το 1921-22 η καθα ρεύουσα γίνεται ξανά σχολική γλώσσα στο δημο τικό· το 1924 η δημοτική διδάσκεται μόνο στις τέσσερις πρώτες τάξεις- από το 1935 πάλι στις τρεις και μόνο ως προβαθμίδα για την καθα ρεύουσα. Το τελευταίο κεφάλαιο του Γ' μέρους έχει χα ρακτήρα δεοντολογικό, χωρίς και να είναι από λυτα κατηγορηματικό. Αναπτύσσει εδώ ο Τριανταφυλλίδης τις απόψεις-του για την οριστικότερη μελλοντική διαμόρφωση του νέου γραπτού-μας λόγου. Α πέχομε κατά 43 χρόνια από τότε που ο Τριανταφυλλίδης κυκλοφόρησε τον τόμο πού μας απασχολεί. Κατά το διάστημα αυτό η κρατική
στάση απέναντι στις δημοτικιστικές ιδεολογίες εγνώρισε διακυμάνσεις και παλινδρομήσεις. Κατά την εφτάχρονη μάλιστα περίοδο της δικτα τορίας η δημοτική γλώσσα καταδιώχτηκε κατά το σκληρότερο και το γελοιωδέστερο τρόπο. Ό μω ς και σήμερα οι πραγματικοί δημοτικιστές δεν απομακρύνονται ουσιαστικά από τα διδάγματα του Τριανταφυλλίδη. Ακόμη και το κράτος όταν θέλησε να καθιερώσει -ό π ο υ την καθιέρωσε- τη δημοτική, στη γραμματική του Τριανταφυλλίδη στράφηκε κι’ αυτήν «προσάρμοσε» στις σημερι νές, ας πούμε, ειδικότερες ανάγκες, στην πραγμα τικότητα των ημερών-μας. Πιστεύει ο Τριανταφυλλίδης (σελ. 144) ότι κατακτώντας ο λαός μιαν ανώτερη πνευματική ζωή θα δείξει την καλλιέργειά-του ιδίως πλουτίζοντας το λεξιλόγιο της γλώσσας-του. Καθρέφτης παράλληλα του βαθμού στον οποίο θα περιοριστεί η επιζήμια λόγια κλη ρονομιά θα είναι το γραμματικό σύστημα της εθνικής γλώσσας. Υποστηρίζει (ό.π.) ότι «κράτος με συνείδηση του προορισμού-του θα σταθεί δυ νατό να ποδηγετήσει προνοητικά την εξέλιξη που θα βοηθήσει καλύτερα τους γλωσσικούς σκο πούς». Αυτό και σήμερα ακόμη, μετά την κρατική γλωσσική μεταπολίτευση, ευχόμαστε κ’ εμείς να γίνει κάποτε! Θεωρώντας από πριν τη γραμμα τική εξέλιξη της προφορικής γλώσσας παρατηρεί (σ. 145) ότι ανασχετικοί παράγοντες θα είνει βέ βαια η επίδραση της καθαρεύουσας, αλλά και της ίδιας της δημοτικής που γράφομε, στους χώρους της παιδείας, των εφημερίδων και του βιβλίου. Υπογραμμίζει ακόμη ο Τριανταφυλλίδης ότι η κληρονομημένη σ’ εμάς διγλωσσία παίρνει τη χειρότερή-της μορφή καθώς βλέπομε να γράφονται παράλληλα με τη δημοτική και την καθαρεύουσα «κάθε είδος ανεύθυνα, ατομικά ανακατώματα». Κάνει λόγο για το φαινόμενο που και σήμερα κα θημερινά διαπιστώνεται με όσους από καλή πρό θεση επιχειρούν να γράψουν δημοτική και οδη γούνται σε ακανόνιστα και ακαλαίσθητα κατα σκευάσματα. Πιστεύει ακόμη ο Τριανταφυλλίδη ς (σ. 146) ότι βάση του νέου γραπτού-μας λόγου πρέπει να σταθεί η λογοτεχνική κοινή. Σαν κατά λοιπα του αγώνα για την επικράτηση της ζωντα νής γλώσσας βλέπει ορισμένα λείψανα από την αρχαϊστική τάση, ανάλογα με τα άφθονα λεξιλο γικά στοιχεία που τα λατινικά άφησαν στο τέλος στις επιστημονικές γλώσσες των ευρωπαϊκών λαών. Προβλέπει (σ. 148) την εμφάνιση νεολογι σμών (νέες σημασίες και νεόπλαστες λέξεις) και εξαφάνιση πολλών ιδιωματικών λέξεων. Ό μω ς η καλλιέργεια της γραπτής κοινής α) θα ανανεώσει το λεξιλόγιο και β) θα αντικρίσει τις νέες ανάγ κες. Στο χώρο της λεξιλογικής καλλιέργειας προ βλέπει (σ, 149) την αντικατάσταση ορισμένων αρχαϊστικότερων λέξεων από παραγωγικούς νεο λογισμούς, προβλέπει όμως και την επικράτηση λέξεων όπως ανάκονστος αντί του ανήκουστος, αντιελληνικός και άλλων όμοιων αντί των ανθελ ληνικός, μεταεπαναστατικός αντί του μετεπανα στατικός, τά ψεντο-αντί ψευδό-, που δεν τα είδαμε ώς τώρα και δεν θα τα δούμε ούτε στο μέλλον να
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΖΑΣ ΚΩΧ Ό δίσκος πού περιμέναμε άπό την Μαρίζα. ’ Εδώ την γνωρίζουμε σάν συν θέτη, στιχουργό καί έρμηνεύτρια τής αλήθειας πού φέρνει μέσα της.
Α φοί ΜΠΟΣΤΑΝΟΓΛΟΥ Τ ά π λ η ρ έ σ τ ε ρ α β ιβ λ ιο π ω λ ε ία σ τό ν Π ε ιρ α ιά
Λογοτεχνία Ποίηση Ιστορία Πολιτική Φιλοσοφία Μελέτες Κοινωνιολογία
Ψυχολογία Περιοδικά Παιδικά βιβλία Ναυτικά Τεχνικά Σχολικά Βοηθήματα
Εγκυκλοπαίδειες σέ τιμές προσφοράς 1° Κ ολοκοτρώ νη 92 τηλ. 4 1 1 2 2 5 8 2° Ν οτα ρ ά 59 τηλ. 4 1 2 3 2 3 4 81
επικρατούν. Οπωσδήποτε θεωρεί υποχρέωση των ερχόμενων γενεών να εγκαταλείψουν την άγονη λεξιθηρία και «να διαφοροποιήσουν τη φραστικότητα δουλεύοντας τη σκέψη» και αντλώντας και πλουτίζοντας τη γλώσσα είτε από τα ιδιώ ματα με λέξεις^ή και φράσεις, είτε με απαρχαιω μένες ή νεόπλαστες λέξεις είτε με λέξεις απ’ ευ θείας από ξένες γλώσσες ή από την αρχαία ελλη νική. Κάνοντας ιδιαίτερο λόγο για τα νεόπλαστα πιστεύει ότι τέτοια μπορεί να δώσει ως παράγωγα και σύνθετα η δημοτική γλώσσα, που μπορούν και να αντικαταστήσουν ξένες λέξεις. Ως προς τις τελευταίες αυτές λέξεις σωστά έχει τη γνώμη (σ. 151) ότι δεν πρέπει μαζί με την ξένη έννοια να πολιτογραφείται κάθε ξένη λέξη. Έ τσι ελπίζει ότι θα λείψουν οι ξενισμοί. Δεν είναι ο Τριανταφυλλίδης «εχθρός» της αρχαίας γλώσσας. Και α π’ αυτήν θα αντλήσομε λέξεις, τονίζει, όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη «και χωρίς την προκαταβο λική υποτίμηση της ζωντανής γλώσσας» (σ. 152). Πάντως από τη λογοτεχνική γλώσσα θα υπάρ ξουν κάποιες διαφορές της συνηθισμένης και της επιστημονικής κοινής και στη φωνητική και στη μορφολογία και στη σύνταξη (μού ’πε - μου είπε, κι’ άλλος - και άλλος, μ’ άγνωστους - με άγνω στους). Ο Τριανταφυλλίδης θεωρούσε πιθανό (σ. 155) ότι στη γλώσσα της ποίησης θα μείνουν πλη θυντικοί θηλυκών σε -ες (δύναμες, κλπ.), πράγμα που εμείς δεν το βλέπομε να γίνεται σήμερα (κάθε άλλο μάλιστα). Σχετικά με την άτονη συλλαβική αύξηση προτιμά ο Τριανταφυλλίδης (σ. 156) να χρησιμοποιείται μόνο για λόγους ευφωνίας. Προ τιμούσε ακόμη τις καταλήξεις -μασταν, -σασταν (α' και β' πληθ. των παθητικών παρατατικών) όπως «εμποδιζόμασταν, -σασταν», για να διακρίνονται οι τύποι του παρατατικού από εκείνους του ενεστώτα. Πρόβλεπε ακόμη ότι η μελλοντική εξέλιξη θα μετασχηματίσει τα λόγια «εισπράττω, προβάλλω, αγγέλλω, εξελίσσω», πράγμα που, ούτε έγινε, ούτε, όπως πιστεύομε, θα γίνει. Πάν τως σωστά επιμένει (σ. 157) ότι στη σύνταξη πρέ πει να αποφεύγεται η μετάφραση από την καθα ρεύουσα, πράγμα που είναι η πληγή της σύγχρο νης «δημοτικής» όταν τη γράφουν οι λογής νεο φώτιστοι. Καθήκον μάλιστα των συγγραφέων, π ί στευε, είναι να «μαντέψουν» την αυριανή χρήση, να την αποδεχτούν επιδιώκοντας πάντα να στή σουν φραγμό στην τάση να ξεγλιστρούν κάθε τόσο περιττά λόγια γραμματικά στοιχεία στη χρήση της νέας κοινής. Αλλά και κάθε σύγχρονος μορφωμένος πολίτης έχει κατά τον Τριανταφυλλίδη (σ. 161) την υποχρέωση «να πάρει συνειδητή και ενεργή θέση στη γλωσσική αλλαγή που πρα γματώνεται στον αιώνα-μας». Έγκυρη πάντως γνώμη πρέπει να έχει κατά τα λόγια-του (162) «όποιος χωρίς ν ’ αυτοσχεδιάζει φωτίζεται από μια γενικότερη αντίληψη γλωσσολογική και τη γνώση της ιστορικής γραμματικής». 'Ομως για να προχωρήσει η κοινωνία στη δημοτικιστική αντί ληψη και να λυθεί οριστικά το ζήτημα περιμένει ο Τριανταφυλλίδης (σ. 162) από το κράτος «να χα ράξει γλωσσική πολιτική δημοτικιστική» -π ρ ά
82
γμα που το περιμένομε κ’ εμείς και σήμερα ακόμη. Μιλώντας για τη σχολική γλώσσα ο Τριανταφυλλίδης (σ. 164) δεν ξεχνά την ορθογραφία. Εκφράζεται ρητά υπέρ του μονοτονικού συστή ματος, θεωρώντας το σημερινό τσνικό σύστημα «αστείο αναχρονισμό, ανάξιο μιας Ελλάδας συγ χρονισμένης». Ό μ ω ς βλέπει παράλληλα και την ανάγκη συγχρονισμού γενικότερου της ορθογραφίας-μας. Στον τόμο που μας απασχολεί υπάρχει πολυσέ λιδο «Επίμετρο» με αποσπάσματα κειμένων αρ χαίων, μεσαιωνικών και νέων ελληνικών, μαρτυ ρίες σχετικές με την πορεία του γλωσσικού ζητή ματος και από τις τρεις ελληνικές περιόδους, κα θώς και με συμπληρώματα στη διαπραγμάτευση. Στο τέλος του τόμου καταχωρίστηκε «βιβλιογρα φία της νέας γλώσσας». Πρόκειται βέβαια για βι βλιογραφία χρησιμότατη σε όποιον θα ήθελε στο μέλλον - κ α ι τον περιμένομε με δικαιολογημένο ενδιαφ έρον- να συντάξει την ιστορία του γλωσσικού-μας ζητήματος, μια και η βιβλιογραφία αυτή, που συνοδεύεται ως προς ορισμένα δημο σιεύματα με κρίσεις του Τριανταφυλλίδη, κατά τα δύο τρίτα-της αναφέρεται στο γλωσσικό ζήτημα. Είναι φανερό ότι το βιβλίο που μας απασχολεί προέρχεται από γλωσσικόν οδηγό που αναδεί χτηκε ο κατεξοχήν κήρυκας και διδάσκαλος του δημοτικισμού μετά τον Ψυχάρη. Έτσι εξηγείται η δεσπόζουσα θέση που κατέχει μέσα στην όλη διαπραγμάτευση του θέματος η δημιουργία της διγλωσσίας και του γλωσσικού ζητήματος στον ελληνικό πνευματικό χώρο, η υπογράμμιση των γλωσσικών εκείνων γεγονότων που οδήγησαν στη διαμόρφωση της μεσαιωνικής και της νεοελληνι κής γλώσσας, αλλά ακόμη και το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τα ειδικότερα γλωσσικά προβλή ματα των χρόνων που έγραφε, καθώς και της μελ λοντικής εποχής. Τό βιβλίο είναι πλουσιότατο σε περιεχόμενο και διδακτικότατο για κάθε σοβαρό μελετητή των τυχών της ελληνικής γλώσσας. Ο χαρακτήρας-του είναι, θα έλεγα, διττός. Και ιστορικός-ερευνητικός ως πρός την παρουσίαση των γεγονότων που διαμόρφωσαν τη γλωσσική ιστορία του ελληνι σμού, αλλά και διαφωτιστικός ως προς την ανά πτυξη των απόψεων του συγγραφέα για το γλωσ σικό ζήτημα και για την εξέλιξη του γραπτού-μας λόγου στα προσεχή χρόνια. Αντικρίζοντας εμείς σήμερα το βιβλίο-του με την αποκτημένη από τότε πείρα σαράντα και πάνω χρόνων μπορούμε να διαπιστώσουμε όχι μόνο τη σοφία και τη θαυ μαστή ενημέρωση τού συγγραφέα στα θέματα της γλωσσικής-μας ιστορίας και ιδίως του γλωσσικού-μας ζητήματος, αλλά και τη συνετή και με τριοπαθή θέση-του στον όλο γλωσσικόν αγώνα· τη νηφαλιότητα ακόμη με την οποία αντιμετωπί ζει καίρια προβλήματα- της γλωσσικής εξέλιξης. Τέτοια είναι η υπόσταση και η υφή του βιβλίου που θα ευχόταν κανείς να προσεχτεί ιδιαίτερα από το σημερινό αναγνωστικό κοινό, και ιδίως
εκείνους που φιλοδοξούν να συμβάλουν στην εμ πέδωση ενός γνήσιου γλωσσικού αισθήματος και στην καλλιέργεια ενός πιστού και επιμελημένου σύγχρονου γραπτού λόγου. Θα ά ξιζε μάλιστα το βιβλίο αυτό του Τριανταφυλλίδη, απαλλαγμένο καθώς είναι τώρα οίπό τα τυπογραφικά λάθη της πρώτης εκτύπωσης και από άλλες αναπόφευκτες αβλεψίες, να δοθεί στο κοινό και σε συντομευμένη μορφή (όπως έγινε με τη Γραμματική του ίδιου συγγραφέα) ώστε να διαδοθεί πλατύτερα, γιατί αποτελεί στο σύνολό-του ένα λαμπρό κήρυ γμα και ευαγγέλιο του γνήσιου εξελιγμένου δημο τικισμού των ημερών-μας. Πάντως το βιβλίο θα κέρδιζε περισσότερους αναγνώστες και στη σημερινή-του μορφή, αν ο όγκος του «Επιμέτρου», αναμφισβήτητα δυσανάλογος με το χώρο που κα τέχει η καθαρή διαπραγμάτευση, περιοριζόταν σε λογικότερα όρια. Ως προς την ορθογραφία που τηρήθηκε κατά την ανατύπωση του τόμου, θα παρατηρούσα τα ακόλουθα: ο τόμος που μας απασχολεί γράφηκε με την παλιότερη εκείνη ορθογραφία της δημοτι κής που ακολουθούσε ο Τριανταφυλλίδης («να καλλιεργήται, νά σταματήσομε, νά προδικαστή, κυριώτερες», κλπ.), μολονότι από τότε πίστευε στην ανάγκη κάποιας ορθογραφικής μεταρρύθμι σης. Έ να πρώτο μάλιστα βήμα προς μια τέτοια μεταρρύθμιση το δίδαξε και το εφάρμοσε αργό τερα ο ίδιος στη Γραμματική-του. Με μια προσ αρμοσμένη σε όσα ίσχυαν κατά την ανατύπωση ορθογραφία αναδημοσιεύτηκαν (εκτός από ελά χιστες δικαιολογημένες εξαιρέσεις) οι τόμοι των «Απάντων» του Τριανταφυλλίδη. Το δικαίωμα αυτό στους μελλοντικούς εκδότες-του (το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη) το είχε παραχωρήσει ρητώς με τη διαθήκη-του ο Τριανταφυλλίδη ς. Νομίζω ότι τώρα ανατυπώνοντας τον τόμο της «Ιστορικής Εισαγωγής» το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη κάνον τας ξανά χρήση του παραχωρημένου δικαιώματος θα μπορούσε να τολμήσει την ορθογραφική πα ρουσίαση του δημοσιεύματός-του σύμφωνα με το σημερινό παραδεγμένο και από το επίσημο κρά τος ορθογραφικό καθεστώς. Πρέπει να δεχτούμε ότι κείμενα παλαιότερων γενεών, όταν δίνονται ξανά στη δημοσιότητα, είναι σωστό να προσαρ μόζονται ορθογραφικώς και για τον πρόσθετο για μας σήμερα λόγο ότι πρέπει να αποβλέπομε σε μια όσο γίνεται συστηματική ρύθμιση της αναρχούμενης ορθογραφίας-μας. Κείμενο μάλιστα που απευθύνεται και σε ειδικούς βέβαια μελετητές, αλλά ελπίζομε να μη μείνει άγνωστο σε κάπως πλατύτερο κοινό, έπρεπε να συγχρονιστεί ορθο γραφικώς. Η μόνη δυσκολία κατά την ανατύπωση θα ήταν ότι θα έπρεπε κατά τη φωτομηχανική αναπαραγωγή του τόμου να γίνουν κάμποσες ακόμη διορθώσεις -κοντά σ’ εκείνες που έγιναν. Ο Τριανταφυλλίδη ς υπηρέτησε το γλωσσικόν αγώνα και ως ερευνητής και ως μαχητής στην πρώτη γραμμή. Υπηρετεί τον αγώνα αυτόν ακόμη και στις μέρες-μας με το ιδρυμένο απ’ αυτόν στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης «Ινστιτούτο Ν εο ελληνικών Σπουδών» (που δικαιολογημένα
προσονομάστηκε: Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), καθώς και με τον πλούτο και τον όγκο των συγγραμμάτων που κληροδότησε στο έθνος. Μα κάρι οι λόγιοί-μας και το σκεπτόμενο κοινό, αλλά και ο καθένας από μας που πονεί τον τόπο, να αποφάσιζαν να μελετήσουν τις συγγραφές-του, που όπως είπα και προηγουμένως ξεχωρίζουν για τη βαθύνοια, τη νηφαλιότητα και την αντικειμενικότητά-τους —παρόλο που ο Τριανταφυλλίδης στάθηκε αγωνιστής στην πρώτη γραμμή των γλωσσικών αγώνων ενάντια στην καθυστέρηση και την αντίδραση. Ε. ΚΡΙΑΡΑΣ
ΠΟΙΗΣΗ
ή ποίηση τής «πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας» καί τής «λυρικής αφαίρεσης» ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ: Τό τελευταίο σώμα μου. ’Α θήνα, Κείμενα, 1981. Σελ. 106. Η ΠΟΙΗΣΗ τής Κικής Δημουλά, άπό τίς πρώτες κιόλας συλλογές, καθορίζει καί τό στίγμα της: ποίηση τοΰ εσωτερικού χώρου, πού ξεκινάει άπό τό άσήμαντο, τό καθημερινό, γιά νά τό εστιάσει στή σκοτεινή περιοχή τής ύπαρξης, έκεϊ δπου τε λείται ή πραγματική ζωή. Μέ δυό βασικά πόλους, τον άρνητικό, πού είναι τό άσήμαντο καί καθημε ρινό, καί τον θετικό, πού είναι ή πραγματική ζωή, δ,τι τελείται καί συμβαίνει μέσα μας, θά συνεχίσει νά γράφει ώς τήν τελευταία ποιητική της συλ λογή,.«Τ ό τελευταίο σώμα μου». Τό ίδιο ισχύει καί γιά τήν ποιητική της γραφή. Μέ συγγένειες βασικά πρός τούς ποιητές τής υπαρξιακής άγωνίας, θ’ άκροβατήσει άνάμεσα στις ξένες καί τή δική της φωνή. Ή άκροβασία αυτή θά διατηρηθεί ώς τή συλλογή «’Ερήμην» (1958), πού ολοκληρώ νει τήν πρώτη φάση τής ποίησής της. Τή δεύτερη φάση, τήν ουσιαστικότερη καί περισσότερο προσωπική, θά καλύψουν οί δυό έπόμενες ποιη
83
τικές της συλλογές, « Έ π ί τά ίχνη» (1963) καί «Τό λίγο τοΰ κόσμου» (1971). Μ ιά τρίτη φάση, πού βρίσκεται σέ εξέλιξη, άρχισε μέ τήν πρόσφατη ποιητική της συλλογή «Τό τελευταίο σώμα μου» (1981). Ό Έ λιοτ στό δοκίμιό του «Donne in Our Time» διατύπωσε τήν άποψη δτι δ κάθε ποιητής οφείλει νά ξεχωρίσει κάποιον ποιητή ή ποιητική σχολή, πού άπέναντί τους τρέφει μιά ιδιαίτερη συμπάθεια καί πού έξαιτίας τ ους μπορεί νά καλ λιεργήσει τό ταλέντο του (βλ. W. Fowlie: Μπωντλαίρ καί Έ λιοτ: εκφραστές τής έποχής .τους. Περ. «Δοκιμασία», τ. 10, σ. 263). Ή επιλογή αύτή, θά μπορούσαμε νά προσθέσουμε, δέ σημαί νει δτι γίνεται μόνο συνειδητά. Ό ποιητής, άνάλογα μέ τίς προδιαθέσεις του, τήν κάνει πολλές φορές άσυνείδητα. Ή δη ό Ά ντρ έα ς Καραντώνης, γράφοντας γιά τήν ποιητική συλλογή «Ερήμην», μίλησε γιά τό «καβαφικά πεζό καί καθαρευου σιάνικο αύτό γράψιμο, τό άποστειρωμένο, έπίτηδες θάλεγες, άπό κάθε δροσιά κι άπό κάθε ήχο μουσικής, άπό κάθε δυνατότητα λυρικής ύποβολής». Ή ποίηση τού Καβάφη επηρέασε πολλαπλά καί πολλές φορές γόνιμα τή νεοελληνική ποίηση. ’Α νάμεσα στούς ποιητές πού άκολούθησαν τά ίχνη τής καβαφικής γραφής -κ α ί πού μάς ενδια φ έρ ουν- είναι κι οί Γ. Βαφόπουλος καί Τ. Παπατσώνης, δ πρώτος μέ περισσότερη άμεσότητα καί άκαμψία, δ δεύτερος μέ πλουσιότερη γονιμότητα καί εύκαμψία. Μέσα στόν ίδιο χώρο κινήθηκε κι ή ποίηση τής Κ.Δ. Στό σύντομο αύτό σημείωμα θά προσπαθήσω νά έπισημάνω τή σταδιακή της πορεία πρός τήν τελείωση τής προσωπικής της γραφής. "Οπως είναι φυσικό, δσο ή ποιητική γραφή προσπαθεί νά συμβαδίσει μ’ άλλες συγγενικές φωνές, είναι δύσκολο ν ά ισορροπήσει. Ή έλλειψη ισορροπίας είναι έμφανής καί στήν πρώτη φάση τής ποίησης τής Κ.Δ., όπου, έν σπέρματι βέβαια, κυοφορείται ή μελλοντική της ποίηση. Θά συναν τήσουμε, καταρχήν, τό γνώριμο γράψιμό της: π εζό καί στεγνό, άπογυμνωμένο άπό κάθε λυρική διέξοδο, μέ άποκλίσεις πρός τήν καθαρεύουσα καί τήν άφαιρετική σύλληψη: Σημειώθηκε χθες διόγκωση τής ματαιότητας. Αύτό, φυσικά, κανείς δέν τό άντιλήφθηκε. Κ ανείς απ ’ τούς ’ε λάχιστους «πλησίον μου». Μονάχα εγώ πού όρθια μπρος στό μεσίστιο μέλλον μου σέ μιά στάση ανήμπορη αλλά κόσμια, άφησα νά διαφ ύγει άπό τό χώ ρο μου ενα ολόκληρο απόγευμα, σέ μιά ρευστότητα αθεράπευτη, γνωστή, ά λλ’ επιδεινωμένη. («Ερήμην», άπό τή συλλογή «Ερήμην», σ. 10) Έ χουμ ε εδώ τά βασικά χαρακτηριστικά τής ποιητικής γραφής τής Κ.Δ., δχι μόνο σ’ αύτή τή
84
φάση: αυστηρή οργάνωση τού ποιήματος καί γραμμική άνέλιξή του · στάση (βιωματικά) καβα φική · γλώσσα γυμνή άπό κάθε λυρική φόρτιση · στίχοι-κλειδιά, δπου άρθρώνονται φειδωλά τά πρώτα μοτίβα τής ποιητικής της γραφής (διόγ κωση τής ματαιότητας - σέ μιά ρευστότητα άθεράπευτη: στίχοι πού παίζουν τό ρόλο τού συναι σθηματικού φορτιστή καί σηματοδότη τού ποιή ματος). Στήν πρώτη, βέβαια, φάση ή ισορροπία δέν διατηρείται πάντοτε σέ κάποια ισοζυγία. Τά ποιήματα ή άκολουθοϋν πιστά τά πρότυπά τους (λ.χ. τό δεύτερο μέρος τής συλλογής «Έ ρεβος») ή διατηρούν τίς έξωτερικές έπικαλύψεις τους, χω ρίς τούς άντίστοιχους έσωτερικούς κραδασμούς, καί, καμιά φορά, έγγίζουν τά δρια τοΰ έμφανώς εύρηματικοΰ καί διανοητικού, δπως λ.χ. στό ποίημα «’Αγγελίες»: Διατίθεται απόγνωση εις άρίστην κατάστασιν, κα ί εύρύχωρον Α δ ιέξοδ ον Σ έ τιμές ευκαιρίας. Α νεκμετάλλευτου κ α ί εϋκαρπον ’έ δαφος πωλείται ελλείψ ει τύχης κ α ί διαθέσεως. Κ α ί χρόνος άμεταχείρ ιστός εντελώς. Πληροφορίαι: ’Α διέξοδον. "Ωρα: Πάσα. («Ερήμην», σ. 15) Στή συλλογή « Έ π ί τά ίχνη» καί πιό πολύ «Τό λίγο τοΰ κόσμου» ή ποίηση τής Κ.Δ. γίνεται πιό έσωτερική. Α ύτό δέ σημαίνει, βέβαια, πώς παύει καμιά φορά νά καταφεύγει στή σύνθεση στίχων πού, δσο κι άν κάποτε περιέκλειαν τό στοιχείο τής πρωτοτυπίας, μέ τή συχνή χρήση άποδυναμώνονται. ’Επισημαίνω ένδεικτικά τή χρήση άφηρημένων εννοιών θηλυκού ή ούδέτερου γένους καί στίχων πού καταλήγουν, μέ πλάγια γράμματα, σέ φράσεις δηλωτικές διάφορων καταστάσεων· τή συσσώρευση, προπάντων, τυποποιημένων στίχων, δπως λ.χ. ετοιμάζει βροχή δ ούρανός/καί δ συγκρατημός («Miltawn τών 100 mg» άπό «Τό λίγο τοΰ κόσμου»), Συρτός χορός τών σκοταδιών στήν Εύριπίδου/κι οί γύψ ινες γιρλάντες τών σπιτιών/χάνουν τό σχέδιό τους καί τό ψ άχνουν/μ’ ένα μυστήριο άχ πού άναστενάζεται. («’Α πορία Θεού» άπό «Τό λίγο τού κόσμου»). ’Εκείνο όμως πού βαραίνει σ’ αύτές τί δυό συλ λογές είναι πώς μέ τήν ποίησή της ή Κ.Δ., ένώ διατήρησε τά βασικά της χαρακτηριστικά, προσ παθεί νά άποτυπώσει μέσα άπό τίς πιό συνηθι σμένες εικόνες τής καθημερινής ζωής όχι μόνο τήν ένταση τής έσωτερικής της διάθεσης, άλλά καί τίς διαθλάσεις της. Ή συνεχής εναλλαγή ανά μεσα στόν κόσμο τού συγκεκριμένου καί τού εσω τερικού θά εξακολουθήσει (λ.χ. Λερώνει τούς άπάνω δρόμους ένα βρώμικο σύννεφο/ή καθαρή ψυχή κάτω αναβάλλεται πάλι) · τώρα δμως δ στί χος κατορθώνει νά μετεωρίζεται, μέ τήν ίδια λι τότητα, σέ μιά κατάσταση διάχυτη καί ν ά δη μιουργεί τήν έπιδιωκόμενη έκσταση καί έξαρση,
δπως στό ποίημα «Τά δεμένα»: Ή θάλασσα τον Σκαραμαγκά είναι δεμένη, πηχτή. ’Α π ό τά πετρελαιοφόρα βγαίνει μαϋρος καπνός ακινησίας. Ά ς πούμε πώς υπάρχεις. Ή διαδρομή ξεχειλώνει κρεμασμένη στό βλέμμα. Λερώ νει τούς απάνω δρόμους ένα βρώμικο σύννεφο, ή καθαρή ψυχή κάτω Αναβάλλεται πάλι. ’Ά ς πούμε πώς υπάρχεις. Τό άλογο θά μείνει δεμένο ατό δέντρο. Στό μυαλό μου π ολλοί τέτοιοι κόμποι, πολλά τέτοια δεσίματα. Ά ς πούμε πώς υπάρχεις. Σ τον αυτοκινήτου τόν καθρέφτη κοιτάζεται ένα ξεροπήγαδο. Στή γή εδώ -εκεί κάτι φρεακοκαμένο. Ή ίδια φροντίδα γιά τούς νεκρούς κα ί γιά τούς σπόρους. Ή γή Αναρριγεί Ά ς πούμε πώς υπάρχεις. («Τό λίγο τοϋ κόσμου», σ. 26) "Αν θά ’θελε κανείς νά έπισημάνει συνοπτικά μερικά από τά βασικά χαρακτηριστικά τής ποίη σής της πριν άπό τή συλλογή «Τό τελευταίο σώμα μου», θά μπορούσε νά ξεχωρίσει τά έξης: α) Α υ στηρή οργάνωση τοϋ ποιήματος καί προοδευτική ανέλιξή του. 6) Στάση, βιωματικά, καβαφική καί γλώσσα μικτή, μέ καθαρευουσιάνικους άκκισμούς, καί γυμνή άπό κάθε έκδηλη συναισθημα τική φόρτιση, γ) Διαλεκτική Ανάπτυξη τοϋ ποιή ματος, πού ξεκινά συνήθως άπό τό συγκεκριμένο, τό ύλικό, γιά νά καταλήξει στό άφηρημένο, τό έσωτερικό. Σ ’ αυτή τή διαλεκτική εναλλαγή του είναι πού παίζεται, καί κερδίζεται ή χάνεται, τό ποίημα. Τεχνική πού, κατά τήν άποψή μου, άφορμάται άπό τήν ποίηση τοϋ Παπατσώνη · εν τούτοις, μέ τήν πάροδο τοϋ χρόνου καί άπό συλ λογή σέ συλλογή καλλιεργήθηκε συστηματικά άπό τήν Κ.Δ. καί κατέληξε σέ προσωπικό επίτευγμα καί άθλο. "Αν ή γραφή αυτή Αποφεύγει τήν ψυ χρότητα καί λειτουργεί ποιητικά, αύτό, νομίζω, οφείλεται στούς μηχανισμούς τής «πολλαπλασια στικής εύαισθησίας» καί τής «λυρικής Αφαίρε σης». Μέ τόν πρώτο δρο έννοώ τό πώς ή Κ.Δ. κα τορθώνει, άφορμώμενη άπό τά πιό Ασήμαντα ερεθίσματα, νά προκαλεϊ τή γέννηση τού ποιήμα τος καί νά τό Αναπτύσσει μέ μιά δημιουργική προσθετική ικανότητα. Μέ τό δεύτερο, τό πώς καί πάλι κατορθώνει, στις πιό ευτυχισμένες στιγμές τής ποίησής της, νά προχωρεί συμφύροντας τόν έξωτερικό κόσμο μέ τόν έσωτερικό, άποτυπώνοντας τίς πιό λεπτές Αποχρώσεις (βλ. καί τό Από σπασμα Από τό ποίημα «Τά δεμένα»). Ή συλλογή «Τό τελευταίο σώμα μου» έρχεται σάν Απιολογισμός, σάν ενα καταστάλαγμα καί κοίταγμα πρός τό παρελθόν, πού έχει χαθεί, καί τό μέλλον, πού μένει Απόκρυφο: Τό προανάκρου σμα γίνεται μέ τό πρώτο ποίημα «Παν-κλάμα». Βασικό μοτίβο του: ή αίσθηση τού χρόνου πού
Κική Δημουλα φεύγει, ή προετοιμασία γι’ αύτό πού έρχεται. Τό ποίημα, ισορροπημένο εσωτερικά, Αφήνει Ακόμη ρωγμές καί στίς φωνές τής καθαρής ποίησης: «Τί συμβαίνει; ...έτοιμάζω μεγάλο ταξίδι. / Μέ τίς ίδιες κινήσεις πού κάνει κανείς/δταν μένει./ Στή βαθιά μακρινή Αλλαγή μου πηγαίνω... έτοιμάζουν μεγάλο Αμφορέα οί στάχτες». Τό ίδιο κλίμα θά διατηρηθεί καί στά ύπόλοιπα ποιήματα. Τά έρεθίσματα παραμένουν σχεδόν πάντοτε τά ίδια: ή θλιμμένη επιστροφή τών παραθεριστών στήν ’Αθήνα, ένα άγαλμα γυναίκας, οί πορτοκαλιές τής Σπάρτης καί τά έρείπια τοϋ Μιστρά, παλιές φωτογραφίες, εικόνες θαλασσινές ή τοπιογρα φίες, ή μετάπτωση τών έποχών κτλ·, Ή Αντίδραση σ’ αύτά τά ερεθίσματα θά εξακολουθήσει ν ά γίνε ται μέ τόν ίδιο πάντοτε τρόπο, δχι όμως καί τήν ίδια τεχνική. 'Όπως σημείωόα καί πιό πάνω, ό υλικός κόσμος Αποτελεί γιά τήν Κ.Δ. τό έναυσμα πού κινητοποιεί τόν ψυχικό της κόσμο καί γίνεται ποίηση μέ τήν ίδιάζουσα χρήση τής «πολλαπλα σιαστικής εύαισθησίας» καί τής «λυρικής Αφαί ρεσης». Αύτή ή γνώριμη ποιητική, της γραφή σέ ορισμένα ποιήματα διατηρείται, ενώ σέ άλλα διαφοροποιείται. Σ’ αύτή τή δεύτερη κατηγορία ποιημάτων ή έσωτερική, ισορροπημένη καί γε μάτη εύαισθησία γραφή Αντικαθίσταται άπό τήν ειρωνεία (λ.χ. «Τό πλησιέστερο», σ. 16-17), άπό παραθέσεις Αντίθετων ή ομόηχων λέξεων (ήρεμοΰν ερημώνοντας δλα, σ. 21, - Απ’ τό πολύ κούμπωνε ξεκούμπωνε/τήν προφύλαξη, τήν έπιφύλαξη/τή δίαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε, σ. 32), άπό τυποποιημένους ή κορεσμένους άπό τή χρήση στίχους (βραχυκυκλώνεται τό σώσον/τρομάζει μιά μικρή λιποψυχία στό παράθυρο/άφήνει Αργά τό κουρτινάκι της νά πέσει, σ. 21 - εγώ, δταν θά μεγαλώσω/θά γίνω Σεπτέμβριος, έλεγε ό
85
Αύγουστος.). Ή ποιητική γραφή τής Κ.Δ. είναι ήδη Αποκρυ σταλλωμένη στήν προηγούμενη συλλογή της «Τό λίγο τοϋ κόσμου». Μέ «Τό τελευταίο σώμα μου» ή Κ.Δ. βρέθηκε σ’ ένα Αποφασιστικό καί κρίσιμο γιΑ τήν ποίησή της μεταίχμιο. Σ ’ αύτό τό μεταί χμιο δέν κατατάσσω τό χώρο μέσα στόν όποιο κι νήθηκε ώς τώρα κι εξακολουθεί Ακόμα νά κινεί ται. Παρέμεινε σχεδόν Αναλλοίωτος καί περιστράφηκε πάντοτε, Αγνοώντας τήν έπικαιρότητα καί τίς τρομακτικές έμπειρίες της, γύρω Από τά αιώνια προβλήματα τοϋ Ανθρώπου, πού είναι συνυφασμένα μέ τό χρόνο, τήν καθημερινή τριβή καί φθορά, έτσι δπως αύτή συμβαίνει γύρω καί μέσα μας. Π ιό πολύ δμως έχω στό νοϋ μου τήν ποιητική της γραφή, πού τή βλέπω νά μπαίνει σέ μιά δοκιμασία Από τή στιγμή πού ξεπέρασε τά δρια τής ισορροπίας πού είχε κατακτήσει μέ τίς δυό προηγούμενες ποιητικές της συλλογές. ΤΑΚΗΣ ΚΑΡΒΕΛΗΣ
το βιβλίο-το παιδί σινα 38 τΠλ.
36 38 978
βιβλιοπωλείο των γυναικών ενα βιβλιοπωλείο ... μισο-μισο το βιβλίο: έντυπα, αρχείο, βιβλία πάνω στο γυναικείο ζή τημα. Γυναικεία λογο τεχνία και ποίηση και αλλα γενικά... το παιδί: βιβλία για παιδια, ψυχο λογίας και αγωγής. Εκ παιδευτικά παιχνίδια... χωρίς φυλετικές διακρί σεις - ίδια για αγόρια και κορίτσια.
ΠΟΙΗΣΗ
αρμονικό συνταίριασμα ελληνικού πνεύματος καί βιβλικής παράδοσης ΓΙΩΣΕΦ ΕΛΙΓΙΑ: Ποίηση. Μεταφράσεις: Ά σμα Ασμάτων - Ψαλμοί - Νεότεροι 'Εβραίοι ποιηταί. Β ' έκδοση. Αθήνα, Δωδώνη, 1981. Σελ. 206. ΤΟ δνομα τού Γιωσέφ Έ λιγιά , τοϋ έλληνοεβραίου λυρικοϋ ποιητή καί βαθυστόχαστου πνευματικοϋ Ανθρώπου, είναι ιδιαίτερα προσφιλές καί Αξιοσέβαστο σέ μάς τούς Ή πειρώτες καί Ιδιαίτερα στούς Γιαννιώτες, γιατί ό Έ λιγιά —Ι ω σήφ Ή λία Καπούλιας τό πραγματικό του δ νομ αγεννήθηκε στόν τόπο μας, μεγάλωσε σ’ αύτόν καί στά Γ ιάννινα ξεκίνησε τήν πνευματική του πορεία -τ ή ν τόσο σύντομη- γιά τήν ιδανική 'Ιερουσαλήμ τής τέχνης. ’Α γάπησε τά Γιάννινα, τά τραγούδησε μέ γλυκούς νοσταλγικούς φθόγγους καί κάθε ξε νιτεμένος όταν γυρίζει στά Γιάννινα καί Αντικρί ζει τή λίμνη θυμάται τούς στίχους τοϋ Έ λιγιά:
Σέ ξαναβλέπω λιόκαλλη Παμβώτιδα καί πάλι ”Ω άντιφεγγιά τον Ιδανικού Κι άναγαλιάζει μου ή ψυχή στό πέτρινο Ακρο γιάλι . καί στό καθάριο πνεύμα τοϋ γλαυκού. Τόν Αγάπησαν δμως καί τά Γιάννινα, καί δταν ζοϋσε καί μεταθανάτια. Καί δρόμο έχουν μετονο μάσει καί τήν προτομή του έστησαν στό ’Ά λσ ος τών Ποιητών καί διαλέξεις δίνονται συχνά γιά τή ζωή καί τό έργο του. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ό ήπειρώτης έκδοτης Βαγγέλης Κ. Λ άζος, τής «Δωδώνης», φέρνει «καί πάλι στό προσκήνιο τής έπικαιρότητας ένα έργο πού τιμά τά νεοελληνικά γράμματα καί συνεχίζει Αξια τή μεγάλη πνευματική παράδοση τής Η π ε ί ρου», δπως λέει στόν επιγραμματικό του πρό λογο, πού τελειώνει μέ τή διαπίστωση «πώς μιά τέτοια έπανέκδοση Αποτελεί ύπολογίσιμη συμ βολή γιά τήν Ανανεωμένη γνωριμία μέ τό έργο ενός διαλεχτού τέκνου τής ’Ηπείρου». Πέρα δμως Από τόν Ιδιαίτερο σύνδεσμό του μέ τήν Ή π ειρο καί τά Γιάννινα δ Γιωσέφ Έ λιγιά Ανήκει σ’ δλη τήν Ε λλά δα . Παρά τή λιγόχρονη ζωή του -π έ θ α ν ε τό 1931 σέ ήλικία 30 χρ ο νώ νάφησε ένα τρυφερό ποιητικό έργο, «έλάσσονος»
βέβαια τόνου, άλλά ικανού νά συγκινεϊ πάντα μέ τή λεπτή εύαισθησία καί τόν βαθύ ανθρωπισμό του, «εύα έργο μέ τόση ειλικρίνεια καί πίστη σέ μιά καλύτερη τύχη τού άνθρώπου», όπως έγραψε ό Βάρναλης. Ό κ. Κ. Δημαράς σέ μιά του επι φυλλίδα, στην «Πρωία» 1.8.1931, νεκρολογώντας τον σημείωνε: «Αύτός ήταν ό άνθρωπος πού, σβήνοντας, λιγόστεψε τίς ήθικές δυνάμεις τού κό σμου, όπου ζοΰμε». «Έ χάθη ένα κόσμημα άπό τήν περιουσία μας, πού έχει τόση άνάγκη προσώ πων γιά νά τήν πλουτίζουν» ύπογράμμιζε ό Κωστής Παλαμάς. Έ τσι αξιολογούμενο τό έργο τού Έ λιγιά π α ρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον καί γιά τούς νέους, πού γιά νά δημιουργήσουν κάτι καλύτερο στά γράμματα πρέπει νά άφομοιώσουν δημιουρ γικά τό παρελθόν καί νά στηριχτούν βασικά σ’ ό,τι ονομάζουμε έθνικό πνευματικό κεφάλαιο. Ά π ό τήν άποψη αύτή τό βιβλίο τού Γιωσέφ Έ λιγιά, σέ μιά εντυπωσιακά καλαίσθητη έκδοση, έχει μεγάλη ώφελιμότητα γιά τά νεοελληνικά γράμ ματα, γιατί άλλες εκδόσεις μέ ποιήματα τού Έ λιγιά έχουν άπό καιρό εξαντληθεί. Επιμελητής τής έκδοσης ό ποιητής Γιώργος Ζωγραφάκης, πού έχει Ιπιμεληθεΐ καί τέσσερις άλλες προηγούμενες εκδόσεις έργων τού Έ λιγιά καί είναι εμβριθής γνώστης τού έργου του. Ή Χρυσάνθη Ζιτσαία μιλώντας γιά τά « Ε βραϊκά μελετήματα», πού έπιμελήθηκε πάλι ό κ. Γ. Ζω γραφάκης, γράφει χαρακτηριστικά: «Α φ ιέρω σε πολλή άπό τήν πνευματική του δραστηριότητα καί τή ζωή του ό Γ.Ζ. γιά τή συγκέντρωση, τή με λέτη, τήν παρουσίαση πολλών έργων τού πρόωρα χαμένου Έ λιγιά. Πραγματικά έπεσε σέ πολύ καλά χέρια. Ό άτυχος στή ζωή διανοητής, στά θηκε τυχερός μετά τό θάνατο». Τίς προλογικές σελίδες τού έργου, 5-22, ό επι μελητής καλύπτει μέ μιά μικρή εισαγωγή, ένα βιογραφικό σημείωμα καί μιά άνθολογία κρίσεων γιά τό έργο του. Στό σημείο αύτό πρέπει νά ση μειώσω ότι ό ύπογραφόμενος δέν μένω ικανο ποιημένος άπό τό μέρος αύτό. Περίμενα μιά συν θετική μελέτη μέ τίς ίδιες σελίδες, πού θά μάς έδινε τά κύρια χαρακτηριστικά άπό τή ζωή καί τό έργο τού ποιητή τού «Ιησού» -π ο λ ύ εύστοχα αρ χίζει μ’ αυτό ή άνθολόγηση- καί θά κατατόπιζε τόν νέο άναγνώστη. Ή μελέτη αύτή άσφαλώς θά ήταν πληρέστερη, μιά καί ό κ. Ζωγραφάκης άσχολήθηκε συστηματικά μέ τόν Έ λιγιά. Κι απορώ πώς δέν τό έκανε. Μά έρχεται τό έργο τού ποιητή νά μάς μυήσει στή μυστική του ούσία καί τό άνάερο ψυχικό του κλίμα. Νομίζω πώς τό πρώτο ποίημα, μέ τό όποιο αρχίζει ή άνθολογία τού ποιητικού έργου τού Έ λιγιά, μάς δίνει καί τήν πεμπτουσία καί τό εί δος τής ποίησης τού Έ λιγιά. Δέν κρίνω άστοχο νά τό παραθέσω ολόκληρο:
’Απόψε ήρθα κι εγώ γλυκέ Αδερφέ τής Ναζω ραίας βάρβαρα πάθη πνίγοντας εντός μου κι άγρια μίση νά κλάψω μπρος σ’ τό αίμόφυρτο κορμί τής πλέον
ώραίας ψυχής, πού έχει ποτέ στόν Κόσμο ετούτο Ανθοβο λήσει. Τής Γαλιλαίας κρίνε σεμνέ, πρός τό λευκό τό φως πόσες φορές φτερούγισαν τών ταπεινών οι ’Ελπί δες! πλήθη σταυροί κατάντικρυ στηθήκαν στό δικό δικοί καί ξένοι οί Φαρισαίοι, Αλί κι οί Σταυρωτήδες. Δέν είσαι δ πρώτος, μήτε κι ό στερνός Έσταυρωγλυκέ ’Ιησού, στόν κόσμο αυτόν τής πίκρας καί τού φτόνου■ κι 'όμως ή δόξα σου άσπιλη μέσ’ τών θνητών τό Είσαι, δέν είσαι γυιός Θεού, μά είσαι ό Θεός τού πόνου!... (Δημοσιεύτηκε στή «Νέα Ε σ τία» 1930, τεύχος 88, 15/8) Στήν αρχή τού ποιήματος παρατίθεται ένα σχε τικό τσιτάτο τού φιλελεύθερου ραββίνου Ε. HyΤά άνθολογούμενα ποιήματα είναι χωρισμένα σέ 11 μέρη καί προέρχονται άπό δημοσιεύσεις σέ περιοδικά κλπ. Τά τελευταία είναι μεταφράσεις άπό έβραϊκά καί άλλους ποιητές καί δείχνεται άπό αύτά ή τέλεια γνώση τής έβραϊκής καί τής γαλλικής άπό τόν πρόωρα χαμένο ποιητή, πού άν τερμάτιζε κανονικά τό βίο του άσφαλώς θά άφηνε ένα μεγάλο καί πλατύ έργο. Καί μόνο άν μετάφραζε τή Βίβλο στήν έλληνική γλώσσα, έγραψε ό άλλος Ήπειρώτης, ό Τέλλος Ά γ ρ α ς , θά έστηνε ένα ελληνικό μνημείο. Μά ό Έ λιγιά δέν όλοκλήρωσε τό έργο του, γιατί όλη του ή ζωή στάθηκε όδυνηρή καί βασα νιστική. Τά παιδικά του χρόνια πού πέρασαν σέ πατρική όρφάνια, στέρηση καί φτώχεια, ή νυ χτοήμερη μελέτη πού άρχίζει άπό τά μαθητικά του χρόνια, ό κατατρεγμός του άπό τούς Ε β ρ α ίο υς τών Γιαννίνων σέ άντίθεση μέ τή θερμή άγάπη καί στοργή πού τού έδειξαν οί γιαννιώτες χριστιανοί, άδυνάτισαν τόν όργανισμό του καί έτσι δέν μπόρεσε νά άντέξει σ’ έναν κοιλιακό τύφο, άπό τόν όποιο προσβλήθηκε στό Κιλκίς όπου ύπηρετούσε ώς καθηγητής τής γαλλικής. Τόν μετέφεραν στήν Α θ ή ν α καί οί πνευματικοί άνθρωποι κινητοποιήθηκαν ν ά τόν βάλουν στόν «Εύαγγελισμό», μά ό χάρος στάθηκε άσπλαχνος καί τόν άρπαξε στίς 29 Ιου λίου τού 1931.. Έ ν α μεγάλο εύχαριστώ άξίζει στόν κ. Βαγγέλη Κ. Λ ά ζο καί στόν κ. Γ. Ζωγραφάκη, γιατί μέ τόν τόμο πού μας έδωσαν μάς φέρνουν σέ επαφή μέ τόν Γιωσέφ Έ λιγιά, πού στά έργα του, ποιητικά καί π εζά, συνταίριασε άρμονικά τό ελληνικό πνεύμα μέ τή βιβλική παράδοση. ΒΑΣΙΛΗΣ X. ΜΑΚΗΣ
87
ΠΟΙΗΣΗ
τρεις συλλογές, τρεις στάσεις • ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ: Πάροδος. ’Αθήνα, Κέδρος, 1980. Σελ. 131. ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ: Διαφάνεια. ’Α θήνα, Κέδρος, 1980. Σελ'. 53. ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ: Μονόχορδα. ’Α θήνα, Κέ δρος, 1980. Σελ. 74. ΟΙ τρεις τελευταίες ποιητικές συλλογές τοΰ Γιάννη Ρίτσου Αντιπροσωπεύουν, ή κάθε μιά μέ τόν τίτλο της καί τήν κεντρική ιδέα της, τρεις άπό τίςχαρακτηριστικές ώςτώ ρα στάσειςτοϋ ποιητή: - τό νά μεταδίδει ένα μήνυμα χωρίς ν ά πνίγεται ό ίδιος άπό τήν ένταση τής φωνής του ή νά κου φαίνει τό ακροατήριο (Πάροδος) ■ - τό ν ’ αναζητεί τήν επαφή, τήν εξερεύνηση καί τήν «αποδοχή τής οπτικής γωνίας»1 τής πολυε δρικής πραγματικότητας (Διαφάνεια) ■ - τό ν ’ άποσπά καί νά χαίρεται τήν επάρκεια τοϋ μόνου έαυτοΰ του χωρίς μοναξιά, τοϋ μόνου πού απελευθερώνεται διαλύοντας «πραϋντικά μέσα στήν Αθωωτική καθολικότητα τούς πάντες καί τά πάντα»2 κάθε ένοχλητικό σύμπλεγμα σπανιότητας καί μοναδικότητας (Μονόχορδα). Τά τρία αύτά νήματα συνδέονται μέ μιά άπό τίς βασικές Αξίες στίς όποιες δ Γιάννης Ρίτσος μέ επιμονή Ανατρέχει σέ κάθε Ανακύκληση παλιών καί νεότερων ιδεών καί βιωμάτων του: τήν έναρμόνιση τών Αντιθέσεων μέσα σέ μιά Αδιαίρετη συνείδηση πού Ανοίγει πρός τά έξω κι Ανανεώνε ται ισορροπώντας τίς ίδιες της τίς Αντιφάσεις. Ή συλλογή Πάροδος γράφτηκε τό 1971-72, στή διχτατορία. Ό τίτλος μεταφέρει τούς συνειρμούς μας στό χορό τοϋ Αρχαίου θεάτρου, στή σεμνή προσέλευσή του στή σκηνή καί, ταυτόχρονα, στά πρώτα του λόγια πού συμπέφτουν μέ τό χαλάρωμα τής πλοκής τού έργου. Έ τσι, Αμέσως, ή κα θημερινή κατάσταση μεταθέτεται στή φαντασία μας σέ γνωστά σενάρια πού περιλαμβάνουν τούς στερεότυπους συμβολικούς ρόλους μέ τήν πρωτό τυπη βασική τους σημασία (σωτήρας, θύμα, κα τήγορος). Ό ποιητής δμως θέλει νά μιλήσει χωρίς νά παγιδευτεί στίς δομές αύτών τών ρόλων, θέλει νά εκφραστεί χωρίς νά πάρει τήν έκμεταλλευτική τους θέση Απέναντι μας. Παίρνει λοιπόν τή θέση καί τό λόγο τοΰ χορού, -ύπονοώ ντας δμως τά ίδια γνωστά δραματικά σχήματα3- , ώστε αύτά πού θά πει νά μή χάσουν τίποτε Από τήν αύθεντικότητά τους. Χρησιμοποιώντας σάν τέχνασμα τό χαμηλότονο λόγο, πού φαίνεται Αμέτοχος κι έλά-
88
Γιάννης Ρίτσος χιστα Αποτελεσματικός σάν κουβέντα πού δέ βγαίνει άπό τό στόμα ενός πρωταγωνιστή, έξασφαλίζει τήν εμπιστοσύνη καί τίς προϋποθέσεις γιά επικοινωνία, άφοΰ, αύτόματα, καί οί προκα ταλήψεις τοΰ κοινού περιορίζονται καί δ εσωτε ρικός πολιτικός έλεγχος άτονεΐ. ’Έτσι λοιπόν δ ποιητής μπορεί νά παίζει πώς «δέ συμβαίνει τί ποτε δταν δλα Ακριβώς συμβαίνουν»:4
Βοηθήματα Δέν ’έχω παράπονο -λέει- ναι, τά ξέρω τά γκρεμισμένα σπίτια ■ ξέρω καί τ’ άλλα πού πρόκειται νά γκρεμιστούν, έκεϊνα μέ τίς δνό πήλινες Καρυάτιδες όρθιες &π’ τίς δνό πλευρές τής εισόδου. Χτές βράδι είδα τό γέροντα πού πήγαινε μονάχος χτυπώντας μέ τό ραβδί του τίς λυγαριές μέ μιά κίνηση τόσο νεανική καί ώραία σά ναλειπαν όλοι απ' τόν κόσμο (σελ. 120). Ή Διαφάνεια (1978) είναι μιά κατάσταση γύ μνιας κι αύτογνωσίας, έλεύθερης ουδετερότητας Ανάμεσα στό τρωτό καί τό Ατρωτο,
αρκεί νά ξέρεις -είπ ε- νά βαδίζεις πάνω &π’ τή σκιά σου αρκεί νά ξέρεις νά οδηγείς τά φτερά σου νά οδη γείσαι χέρι μέ χέρι μέρα τή μέρα πιό πέρα σ’ όλο τό χρόνο γιά πάντα (σελ. 27)
γίνομαι μόνος είμαι ελεύθερος πιά νά μήν είμαι (σελ. 33) ή ’ίδια ή συγκέντρωση τού ποιητή στήν πολυεδρι-
κότητα καταστάσεων, πραγμάτων, προσώπων πού τά ζεϊ μέσα άπό τήν προσωπική του χειραφέ τηση καί ψυχική Ανεξαρτησία: ώ διαφάνεια —είπε— εσύ ή καλή ή αόρατη πού ορατά τά Αόρατα κά(σελ. 20).
Σ ύντροφε ξαναλές, κ α ί ξ αναρχίζεις (σελ. 37) Καλημέρα σοϋ λέω κ α ί τό πιστεύω (σελ. 37) Μ έ τά γα λάζια του μάτια γα λανίζει τόν κόσμο (σελ. 40). Χωρίς παρορμήσεις Αρνητικές ή θετικές, θέλει νά μοιραστεί τή λυτρωτική του επάρκεια μ’ έμάς άμεσα κι Απλά:
κλείνεις τά μάτια πρός τά έξω -τ ό εξω περνάει πρός τά μέσα μεγεθύνεται αέναα μέσα δεν π ιέζει τά τοιχώματα—τοιχώματα διόλου δέν υπάρχουν (σελ. 36).
Ν ά ξέρεις, -το ύτα τά μονόχορδα είναι τά κλειδιά μου. Π άρ’ τα (σελ. 74)
Αύτή τή συνειδητή κι αύθόρμητη δραστηριό τητα ό ποιητής τή θέλει επαφή μέ τόν εαυτό του καί τούς άλλους, χωρίς πρόθεση κριτικής, μόνο μέ κάποια διάθεση οικειότητας ή καί χιούμορ:
Πάνω σέ μιά χορδή τί ραψωδίες μας έπ α ιξε'ό Αγέραστος γέρος (σελ. 71).
ώσπου νά πούμε:
ΑΓΓΕΛΙΚΗ WORNING
Ή Μ άρθα ώστόσο είχε τίς μυστικές της προτιμήπαρατηροϋσε τή μικρή χελώνα τοϋ κήπου τό σκαλιστό σπίτι τής χελώνας τό Αργό της βήμα τό κεφ άλι της τήν ουρά της... (σελ. 38) Μ ιά μύγα κάθεται ατό χείλος τοϋ ποτηριού μέ τό ξύνει μέ τόνα της πόδι τό κεφ άλι της προσπαθών τας νά θυμηθεί πόσα π όδια έχει... (σελ. 11) μιά διάθεση πού δέ θέλει στό βάθος ν ’ Αποδώσει σέ πράγματα καί πρόσωπα τίποτε άλλο εκτός άπό τήν ομορφιά τους νά είναι εκτός από τήν ομορφιά τους νά τά βλέπουμε καί νά τά χρησιμοποιούμε εκτός άπό τήν ομορφιά μας νά εργαζόμαστε μέ σωστά μέτρα (σελ. 45). Ή συλλογή Μ ονόχορδα γράφτηκε τό 1979. Σέ μονόστιχα λακωνικά ποιήματα, μιά σειρά Από αυθόρμητες προσωπικές δυνάμεις, Ακολουθώντας μιά κίνηση εσωτερικής έξουσίας, έρχεται σάν καταλυτικός παράγοντας νά λύσει κάθε Ασφυχτική λαβή άγχους, πόνου ή Απογοήτευσης: "Ελληνας. "Οχι γυμνιστής. Γυμνός (σελ. 25). Φεγγάρι κι άλογο κα ί θάλασσα, κα ί ναύτες καβα λάρηδες οί γιο ι μ ου (σελ. 24) “Έτσι πέρασαν τά χρόνια -λύ κ ο ι, λέξεις κ α ί φεγ γάρια (σελ. 25). "Ας κοιμηθούν επιτέλους ο ί νεκροί γιά νά μπορέ σουμε κι εμείς ν ά κοιμηθούμε (σελ. 22). Μ ’ ένα ρυθμό εΰλύγιστο, σβέλτο, καί σίγουρο δ ποιητής ύπερτονίζει τίς ίδιες του τίς Αντιδράσεις χωρίς νά εξαντλείται, καί, μετά κάθε Ανακού φιση, συντονίζει σώμα καί συναισθήματα:
Σημειώσεις: 1. Βελουδής Γ., ’Επιτομή Γ. Ρίτσου. ’Α θήνα, Κέδρος, 1977, σελ. 20. 2. Ρίταος Γ., Μελετήματα. Αθήνα, Κέδρος, 1974, 6' εκό., σελ. 106. 3. Ή Χρ. Προκοπάκη τόνισε τήν ιδιαιτερότητα τής θεα τρικής δομής καί τής αίσθησης τοϋ θεάτρου στήν ποίηση τοϋ Γ. Ρίτσου. Βλ. Προκοπάκη Χρ. «Γιά τήν τριλογία τοϋ Γ. Ρίτσου», Επιθεώρηση Τέχνης, Αθήνα 1964, τεϋχ. 110, σελ. 159-172. «Ό κύκλος των μυθολογικών ποιημάτων τοϋ Γ. Ρίτσου», Θεα τρικά Τετράδια, Θεσ/νίκη, 1980, τεϋχ. 2, σελ. 2-11. 4. Ρίτσος Γ., Μελετήματα, op. cit., σελ. 99.
Στό Μαρούσι «Η ΓΩ Ν ΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ Υ» ΘΗΣΕΩΣ 25 στό νέο μας βιβλιοπωλείο θά βρείτε βιβλία:
ΦΙΛ Ο Σ Ο Φ ΙΑ Σ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΙΣ ΤΟΡΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Μαλλιά, μουστάκια, γένια —καραβόσκοινα— γιά ανέμους κ α ί τραγούδια (σελ. 91).
Ψ Υ Χ Ο Λ Ο ΓΙΑ Σ
Τόν σαλπιγκτή εννοούσα κλείνοντας τά μάτια (σελ. 7).
ΠΑ ΙΔΙ ΚΑ ΣΧ Ο Λ ΙΚ Α
Μ έ πέτρες λιθοβολισμών τόστησα ετούτο τό μνη μείο (αελ. 27)
89
ΠΟΙΗΣΗ
πέρα ά π ’ τό καλό και τό κακό ΑΡΘΟΥΡΟΥ ΡΕΜΠΩ: Εκλάμψεις. Μετ. Α λέξη ‘Ασλάνογλον. 'Αθήνα, Ήριδανός, 1981. Σελ. 159. ’Αρκετά είδα. Τό δραμα άντάμωσα σ’ όλους τούς αι θέρες. Α.Ρ. Ο ΡΕΜΠΩ! Πόσα χρωστά ή τέχνη σ’ αυτόν τόν ποιητή πού πέρασε ώς μετέωρο, μεγάλος βλάσφη μος τής ζωής καί τής τέχνης, λάμψη παντοτινή μέ τίς εκλάμψεις της, γιά νά μάς άφήσει σάν ύποθήκη του τό πώς μπορεί ν ά περάσει κάποια μεγαλοφυΐα σάν καί κείνον μιάν «εποχή στήν κόλαση» καί νά βρίσκει τή δύναμη στό τέλος ν ’ άπαρνηθεϊ καί τήν κόλαση καί τό καθαρτήριο καί τόν παρά δεισο καί νά θάβεται στή θλιβερή ανωνυμία τού έμπορου καί κατά μιά ανεπιβεβαίωτη πληροφο ρία τού δουλέμπορου... Σύν τοϊς άλλοις μιλάμε γιά κάποιον πού αύτοτιμωρήθηκε; ’Ίσως. Γιά κά π οιον πού κατάλαβε τά δριά του καί πίστεψε πώς είχε ξοφλήσει όλους του τούς λογαριασμούς μέ τήν «καταραμένη» μεγαλοφυία του; Καί πάλι Έ ν πάση περιπτώσει ό ’Α ρθούρος Ρεμπώ θεο ποιήθηκε, τό έργο του έγινε κτήμα τής νεότερης ποίησης, λειτούργησε σάν καινούριο κριτήριο, άνάμεσα στ’ άλλα, γιά τήν Αξιολόγηση τής ποίησης μές στούς αιώνες, άλλά καί μάς έβαλε βίαια μπρος στή μαγική σφαίρα μέ τά εκθαμβωτικά χρώματα καί τούς εφιάλτες «αυτής τής πραγματι κότητας καί τής άλλης», όπως διαχέονται στό σύγχρονο κόσμο καί ταυτόχρονα στή διαχρονικό,τητα καί άκόμα σέ μιά «τρίτη ενδεχομένως πρα γματικότητα» πού δέν τήν έχουμε κάν άνιχνεύσει κι ίσως περιέχει καί τίς δυό παραπάνω. Στις «’Εκλάμψεις» του, πού είναι γραμμένες στά χρόνια τών περιπλανήσεών του στήν Ευ ρώπη, 1872-1875, καί βλέπουν γιά πρώτη φορά τό φώς στά 1886 χάρη στή φροντίδα τού Βερλαίν, έρήμην τού δημιουργού τους, όπως γράφει ή Σουζάν Μπερνάρ στό μελέτημά της πού έχει θέση έπιλόγου σ’ αύτή τήν έκδοση, «ό ποιητής σέβεται τό θορυβώδες Ανάβλυσμα τής νοερής ροής (έντυπώσεις, συναισθήματα καί ιδέες Ανακατωμένες) · μάς δείχνει πίσω άπό τή διαχωριστική γραμμή τής δεξιάς πλευράς τή γραμμή τών Ανατολών, τής προόδου (“Μυστικό”), ή μιά πτήση άπό άλικα περιστέρια πού βροντά γύρω άπό τή σκέψη [του] (“Ζωές”) ανακαλύπτοντας μιά νέα ποιητική
90
γλώσσα όπου τό συγκεκριμένο καί τό άφηρημένο είναι οί έναλλάξιμες όψεις μιάς μόνης καί ίδιας πραγματικότητας». Καί σέ κάποιο άλλο σημείο παρατηρεί πώς «όσο κοιτάζει κανείς τίς Ε κ λά μ ψεις, τόσο διακρίνει ότι ύπάρχει μιά συλλογή διαφορετικών εμπνεύσεων, ξένων μεταξύ τους. Δίπλα σ’ αισιόδοξα ποιήματα, φωταγωγημένα άπό χαρά κι ελπίδα, άλλα σκοτεινά κι άγχώδη · δίπλα σέ παραισθητικά, άλλα μέ χαρακτήρα κα θαρά περιγραφικό». Ά ν δεχτούμε τήν παρατή ρηση αύτή -π ο ύ τή δεχόμαστε-, δέν θά συμφωνή σουμε μέ τόν Βαλερύ, πού, θέλοντας ή νά ερμη νεύσει τόν τίτλο ή καί νά μιλήσει γενικότερα, ση μειώνει πώς τό ποίημα «δίνει άμυδρά φώτα ένός άλλου συστήματος ή “κόσμου” πού δέν μπορεί νά φωτίσει μιά διαρκής λάμψη». Στις «Εκλάμψεις» ό Ρεμπώ συνεχώς Ανακαλύπτοντας τίς Αποσπα σματικές εικόνες, τίς μαγευτικότατες εικόνες τού δράματός του «μές στούς αιθέρες», όπως γράφει κάπου, δέν τόν Απασχολεί ή Ανάλυσή τους, άλλά ή παρουσίαση καί συμπαγής δομή τους. Έ ν α δείγμα Απ’ τά «Λουλούδια»: «Κομμάτια άπό κίτρινο χρυσό σπαρμένα πάνω στόν αχάτη, κίονες άπό μαόνι πού στυλώνουν ένα θόλο από σμαράγδια, δέσμες άπό ατλάζι λευκό κ α ί λεπτές βέργες άπό ρουμπίνι περιβάλλουν τό ύδάτινο ρόδο. ’Ό μ οιοι μ ’ ένα θεό μέ πελώ ρια γα λάζια μάτια καί μέ σχήματα άπό χιόνι, ή θάλασσα κι δ ουρα νός τραβούν στις μαρμάρινες ταράτσες τό πλήθος τών νερών κ α ί δυνατών ρόδων!» ’Α πό κεί καί πέρα οί πνευματικοί επίγονοι τού ποιητή, στρατιές ολόκληρες βέβαια σέ παγκόσμια κλίμακα, Απομονώνουν βρισμένες λεπτομέρειες, τίς Αναλύουν καί τίς ξανασυνθέτουν ή καί τίς πλαστογραφούν. Ά λ λ ά ό Ρεμπώ δέν έχει καιρό, βιάζεται νά φύγει, τά οράματα, οί παραισθήσεις έπείγονται νά βγουν στό φώς, ή Αποκάλυψή τους βρίσκει τό γλωσσικό φορέα της καί γονιμοποιεΐται άμεσα μαζί του, όπως στό έξοχο Fairy π .χ .:
«Γιάτήν ’Ελένη συνωμότησαν οι διακοσμητικοί χυμ οί μέσα στις παρθένες σκιές καί οι άπαθεϊς διαφάνειες μέσα στην άστρική σιωπή. Τήν κάψα τού καλοκαιριού τήν εμπιστεύτηκαν σέ άφωνα πουλιά καί τήν άρμόζονσα αμεριμνησία σέ βάρκα από πένθη αδιατίμητη μέσα από κόλπους ερώτων καί άποκαμωμένων αρωμάτων...» ή στό μεσσιανικά μοντέρνο «Άκρωτήρι». ’Αλλά τί νά πρωτοδιαλέξει κανείς γιά νά παραθέσει δειγματοληπτικά Απ’ αύτά τά ένοραματικά Απαυγάσματα, τήν Απαστράπτουσα λογοποιία πού ξαναβαφτίζει τήν ευαισθησία ενός ύπέργηρου πολιτισμού, στ’ δνομα τής σκληρότη τας καί τής Αθωότητας πέραν τού καλού καί τού κακού; Ή μετάφραση τού Ά λέξη Ά σλάνογλου είναι κάτι παραπάνω από φιλότιμη. ’Ίσως καί νά μή μπορούμε νά μιλήσουμε γιά καλύτερη, γιατί ή ποίηση τών «Εκλάμψεων» πολύ δύσκολα μεταφέρεται σέ άλλη γλώσσα, όπως καί κάθε μεγάλη ποίηση. Γ. Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
εργο-άπεικόνιση τής γελοιότητας JACK LONDON: Γραφείο δολοφονιών Ε.Π.Ε. Μετ. Νίκης Τσόνγκά. Αθήνα, Πλέθρον, 1980. Σελ. 207. Ο ΤΖΑΚ Λόντον (1876-1916) είναι εκπρόσωπος έκείνου τοΰ κλάδου τής αμερικάνικης λογοτε χνίας πού ξεκινάει από τόν Χέρμαν Μέλβιλ (1819-1891) καί φτάνει ώς τόν Έ ρνεστ Χεμινγουαίη. Λογοτεχνία τών προτεσταντών λευκών (WASP, όπως είναι σήμερα τό ακρωνύμιο γιά White Anglo-Saxon Protestant, λευκός Αγγλοσά ξονος προτεστάντης), Αποδεικτική, πού κατά ένα μέρος της —καί κυρίως σέ δ,τι Αφορά τούς συγ γραφείς πού προαναφέραμε- έμπνέεται Από τή φυγή καί τό ταξίδι, Από τόν έξωτισμό νότιων καί βόρειων θαλασσών, Αλλά κι Από τήν Εύρώπη καί τήν περιπέτεια τής ’Αφρικής, έξωστρεφής καί πλούσια περιγραφική, ογκώδης, επεισοδιακά Αφηγηματική σάν τηλεοπτικό σήριαλ, δέν έπαψε νά είναι ένας επικίνδυνος εκρηκτικός μηχανι σμός, πού έσκασε στά χέρια τών δημιουργών: Ό Τζ. Λόντον αύτοκτόνησε δπως κι ό Έ ρν. Χεμινγουαίη, ενώ ό X. Μέλβιλ έζησε στά δρια τής παράκρουσης. Αύτή ή λογοτεχνία δέν έπηρέασε τήν Εύρώπη δσο έκείνη τού Γουίλλιαμ Φώκνερ (1897-1962), παρέμεινε μιά «εσωτερική» ύπόθεση τής ’Αμερικής, πού Ανακαλύφθηκε ξανά Από τή γενιά «μπήτ» (Τζ. · Κέρουακ, "Αλλαν Γκίνσμπεργκ κλπ.). Νομίζω πώς κουβαλάει μέσα της τήν .Αφελή διάκριση καλού-κακού, δπου 6 καθέ νας κρατάει τή θέση του κι είναι Αδύνατο νά τήν εγκαταλείπει. Γιά τή γενιά τών «μπήτ» ή ζωή σέ αύτό τόν κόσμο είναι Αδύνατη, καί ή φυγή, τό τα ξίδι, ή περιπέτεια, συνδέονται μέ τό περιθώριο. Ή γενιά τών «μπήτ», πού έχει κάτι Από τόν ύπαρξισμό καί τήν επανάσταση, Αγκαλιάστηκε ιδιαίτερα στή Γαλλία. Καί ή Αναζήτηση κάθε ρί ζας της έγινε έκεϊ σχολαστικά. Σήμερα, δέν πι στεύω νά μήν κυκλοφορεί στή Γαλλία, Ιδίως Από τίς εκδόσεις 10/18, κάποιο Από τά 52 έργα πού έστησε ό Τζάκ Λόντον στή σύντομη ζωή του. ”Α ν περιοριστούμε στόν Τζάκ Λόντον, δέν μπορούμε νά παραβλέπουμε δτι γράφει τή στιγμή πού ό σύγχρονος καπιταλισμός οίκοδομεΐται, έπιβάλλεται, εγκληματεί. Ό Τζάκ Λόντον δέν θά καταγγείλει τό έγκλημα μέ τήν οξύτητα τού "Απτόν Σίνγκλαιρ (1878-1968), πού έγραψε τή «Ζούγκλα», έργο μεταφρασμένο στή γλώσσα μας Από τήν Τζένη Μαστοράκη (έκδ. Γράμματα,
91
Τζάκ Λόντον 1980). Ούτε θά δώσει τόν τύπο τού «Μπάμπιτ», γελοιοποίηση τής κοινωνίας τών αρχών τού αιώνα, όπως έκαμε ό Σίνκλαιρ Λιούις (1885-1951). Στό έργο του όμως βρίσκουμε μιά πινακοθήκη προσώπων καί μιά άνάσταση πρα γμάτων, άπό τίς όποιες βγαίνει, σχεδιασμένη μέ πληρότητα, ή εικόνα τής καπιταλιστικής κοινω νίας καί τής δυσοσμίας πού άποπνέει. Έ τσι, ό Τζάκ Λόντον, δσο κι άν πιστεύει στό σοσιαλισμό, δσο κι άν διάβασε Μάρξ, δεν είναι ένας επικίν δυνος συγγραφέας κοινωνικά. Είναι μάλλον ή φωνή τής συνείδησης άπό κάποιον κόσμο πού δεν έχει συνείδηση. Γι’ αυτό ίσως ή ανακάλυψή του άπό τή γενιά τών «μπήτ» στάθηκε δυνατή. Δεν είναι ένας κολασμένος, αλλά ένας άναφωνητής ηθικής. Γιά ορισμένους, ό Τζάκ Λόντον είναι λαϊκός συγγραφέας. Ά ν τό δεχτούμε, τότε θά συμπληρώσω δτι γ ι’ αύτό τό λόγο δέν μπορούσε νά πάρει άκραϊες θέσεις καταγγελίας. Κυνηγών τας ένα άναγνωστικό κοινό καί γράφοντας γιά καθώς πρέπει έντυπα, δέν ήταν δυνατό νά πάει ώς έκεϊ πού ίσως έπιθυμούσε. "Οποια κι άν ήταν ή τόλμη του, δέν έπαψε νά είναι καρπός τής κοι νωνίας πού τόν γέννησε. Φαντάζομαι πώς άν ήταν ’Ά γγλος, θά μπορούσε νά είναι ένας άλλος Ντίκενς. Δέν τόν φαντάζομαι όμως ούτε Μπαλζάκ ούτε -πολ ύ περισσότερο- Ντοστογιέφσκι. Συνήθιζε νά ύπογράφει τά γράμματά του Yours for the Revolution (Δικός σας γιά τήν Ε π α ν ά σταση), άλλά δέν τόν φαντάζομαι μέ ντουφέκι καί μπερέ. Μπορεί, δπως ύποψιάζομαι, νά πίστευε πώς ή επανάσταση θά γινόταν σέ μιά «πρόηγμένη» χώρα καί νά ήθελε νά τονίσει, σέ πείσμα τού καθωσπρεπισμού πού ύπηρετοΰσε, πώς αύτός θά τασσόταν μέ τό μέρος της. Ά ν έβλεπε τή δυσ μορφία τού καπιταλισμού, δέν ξεχώριζε τή δυσ μορφία στήν εξέλιξη τής επανάστασης. Ε μείς, διαβάζοντας τή «Σιδερένια φτέρνα» (1908) ή τήν
92
«Κοιλάδα τού φεγγαριού» (1913) έχουμε τήν άνεση νά ονειρευτούμε τί θά είχε γίνει άν τά πρά γματα δέν είχαν έρθει δπως ήρθαν. Νομίζω πώς αύτό τ ’ δνειρο έκανε ή γενιά τών «μπήτ», πού χω νεύτηκε άπό «τά παιδιά τών λουλουδιών», έφ τασε στό σαρκασμό τού Τζών Ά π ντά ικ καί στό χριστιανισμό τών τραγουδιών τού Μπόμπ Ντύλαν. Ν ά τολμήσω νά πώ λοιπόν πώς ό Τζάκ Λ όν τον είναι ένα όνειρο πού δέν πρέπει νά τό πά ρουμε πολύ στά σοβαρά, ακριβώς γιά νά μήν ξε στρατίσουμε άπό μιά επανάσταση πού περιμένει άκόμα τήν ώρα της καί τούς άνθρώπους της; Γιά τό βιβλίο του «Γραφείο δολοφονιών ΕΠΕ» (άριστα μεταφρασμένο άπό τή Νίκη Τσόνγκα κι επιμελημένο άπό τόν Ά λέξη Ζήρα), πού είναι τό τελευταίο έργο του, ήμιτελές κιόλας, δταν ‘αύτοκτόνησε τό 1916, καί πού «συμπληρώθηκε» μέ βάση τίς σημειώσεις τού συγγραφέα άπό τόν Ρόμπερτ Φίς τό 1963, δέν αισθάνομαι δτι μπορώ νά πώ τίποτα περισσότερο ά π’ δσα έγραψε ό Φρανσίς Λακασσέν στόν πρόλογο τής γαλλικής έκδοσης, ό όποιος, μακροσκελής κι εμπεριστατω μένος, βρίσκεται στήν έλληνική μετάφραση (σελ. 7-31). Θά συμφωνήσω δτι τό «Γραφείο δολοφο νιών ΕΠΕ» είναι, σάν θέμα καί σάν τεχνική, έξω άπ’ δσα συγκινούσαν τόν Τζάκ Λόντον. Πρόκει ται εδώ γιά πολύ λόγο «μιλητό», πού εξηγεί, υπο στηρίζει καί σπρώχνει τή δράση. Θά έλεγα πώς άν κι ή δράση είναι άρκετή, περιπεπλεγμένη δμως κι άκρως μελοδραματική, δέν είναι δράση πού ξεπηδάει άπό γεγονότα, συγκυρίες κι αίτια, άλλά φτιάχνεται, έγκεφαλικά πιά, άπό τούς ήρωες, πού εκθέτουν άπόψεις καί θέσεις, πράττοντας μόνο καί μόνο γιά ν ’ άποδειχθεΐ δτι ό λόγος τους έχει άντικείμενο. Δέν θά συμφωνήσω δμως δτι πρό κειται γιά ένα έργο-κωμωδία. "Ισως θά έπρεπε νά τό χαρακτηρίσουμε έργο-άπεικόνιση τής γελοιό τητας, εκείνης πού παίρνουμε στ’ άστεϊα, άλλά πού γρήγορα μετασχηματίζεται σέ φόβο καί τρόμο. Στά χέρια τού Μπρέχτ, ή υπόθεση θά γι νόταν «άνοδος τού Ά ρ τοΰ ρ ο Ούι», ενώ στόν ίδιο δρόμο προχώρησε ό Μάξ Φρίς στό θεατρικό έργο « Ό Μπίντερμαν κι οί εμπρηστές» κι ό Τζώρτζ Ό ρ γο υ ελ έφτιαξε τή «Φάρμα τών ζώων» καί τό «1984». Τό πρόβλημα, άν τό δεχτούμε έτσι δπως συν οψίζεται στό πίσω μέρος τού εξώφυλλου τής ελ ληνικής έκδοσης, έχει τεθεί άπό καιρό. («"Οταν ή ήθική καταλήγει σέ τρέλα, οί δολοφόνοι πι στεύουν πώς έχουν τό δικαίωμα ν ’ άπονέμουν δι καιοσύνη. Πράοι, σοφοί καί φιλόσοφοι σχηματί ζουν τότε μιά έταιρεία πού άναλαμβάνει δολοφο νίες μέ πληρωμή, ύπό τόν δρο δτι οί εκτελέσεις αυτές θά ’χουν σάν άποτέλεσμα τή βελτίωση' τής κοινωνίας. Ή καταστροφή αύτής τής όργάνωσης προκαλεϊται άπό ένα νεαρό σοσιαλιστή, ό όποιος άναθέτει μέ πληρωμή στόν άρχηγό τής εταιρείας, Ίβάν Ντραγκομίλοφ, νά αύτοεκτελεστεΐ. Μέ τό Γραφείο Δολοφονιών, ό Τζάκ Λόντον σατιρίζει τίς ιδέες τού Νίτσε, τόν άτομικισμό, τό μύθο τού άρχηγοϋ, τόν ολοκληρωτισμό τής σκέψης, τόν έξευγενισμό τοΰ θανάτου, τή μυστικιστική άντίληψη
τοϋ καθήκοντος. Καί έξορκίζει τήν ήθική στό όνομα τής ζωής.») Δέ χρειάζεται νά φτάσει κα νείς μπροστά στην καρμανιόλα γιά ν ’ ανακράξει «δικαιοσύνη, πόσα εγκλήματα γίνονται στ’ όνομά σου». Ά ν μάλιστα ή δικαιοσύνη είναι ή κύρια έκφραση τής ήθικής, τότε πολύ σωστά πρέπει νά έξορκίζουμε τήν ήθική στ’ όνομα τής ζωής. ’Α πό αύτή τήν άποψη, άφήνοντας στήν άκρη τό θέμα άν ό Τζάκ Λόντον βάλλει κατά τοϋ Νίτσε, θεωρώ χρήσιμο νά προτείνω νά διαβαστεί αύτό τό βι βλίο. Πρίν κλείσω αύτό τό σημείωμα, θά ήθελα νά σημειώσω πώς ό Ντραγκομίλοφ, ό άρχηγός τού γραφείου δολοφονιών, μοϋ φέρνει στό νοϋ τόν Σβιντριγκάιλοφ στό «Έγκλημα καί τιμωρία». Ό πρώτος άφήνεται νά τόν έκτελέσουν, δέν έχει συνείδηση, ένώ έχει σκέψη καί λογική. Ό δεύτε ρος, άτιμος, φιλήδονος, ψεύτης κι ίσως δολοφό νος, αύτοκτονεϊ, γιατί ή συνείδησή του κάπου τόν χτυπάει. ’Αγεφύρωτο τό χάσμα άνάμεσα σέ αύτούς τούς δύο χαρακτήρες. Καί πόσο πιό άνθρώπινος, οικείος καί συγχωρητέος ό Σβιντριγκάιλοφ, όταν τόν φέρνουμε στό νοΰ, μπροστά στή μηχανή πού είναι ό Ντραγκομίλοφ, ένας τεχνοκράτης, πρίν εφευρεθεί ό όρος. Ό Τζάκ Λόντον είναι άρκετά έμπειρος συγ γραφέας, ώστε νά ξέρει νά παραγεμίζει τούς ήρωές του γιά νά ταιριάζουν στό πιάτο πού μάς σερβίρει. 'Ο Ντραγκομίλοφ όμως σάν νά τοϋ ξέφυγε. Έ χει διαστάσεις μεγαλύτερες ά π ’ όσο θά περιμέναμε. Ξεχειλίζει. Καί γλιστρώντας από τό πιάτο μάς λερώνει τά χέρια. Κάμποσο άπό τό αίμα πού έχυσε, βρίσκεται στά χέρια μας. «Στό παρόν στάδιο τής έξέλιξής της, εναπόκειται στήν κοινωνία νά έξασφαλίσει -τή σωτηρία της. Ή εποχή όπου ένας άνθρωπος ή μιά ομάδα έπιλεγμένων ανθρώπων, ήσαν οί κύριοι τοϋ πεπρωμέ νου τής κοινωνίας, ή εποχή αύτή έχει τελειώσει» (σελ. 31-32). Ε π ειδή τά πράγματα δέν έγιναν έτσι άπό τά χρόνια τοϋ Τζάκ Λόντον ώς τά σήμερα, νομίζω πώς τό πρώτο καί κύριο μήνυμα τοϋ «Γραφείου δολοφονιών ΕΠΕ» είναι ή ύποψία σέ βάρος τών τεχνοκρατών: αύτές οί άτιμες οί έταιρεΐες περι ορισμένης εύθύνης είναι, μεγάλες έταιρεΐες μέ διεύθυνση καί τηλέφωνο καί μέ άπεριόριστη εύθύνη. Δέν έχω δυστυχώς νά προτείνω κάποιο έργο άπό τήν παγκόσμια λογοτεχνία πού ν ’ άσχολεϊται μέ τούς άπογόνους τοϋ Ντραγκομίλοφ. Φ. Δ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ
ΤΑΞΙΔΙΑ
άπό τή Δ α νία στήν Ε λ λ ά δ α τοΰ 19ου αιώ να ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ: ’Οδοιπορικό στήν ’Ελλάδα. Μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια: Allan Lund. Συνεργάτης γιά τήν Απόδοση στά ελληνικά: Λουκία Θεοδώρου. ’Αθήνα, ’Εστία. Σελ. 126. ΠΟΙΟΣ άπό μάς δέν ξέρει τόν παραμυθά Χάνς Κρίστιαν Ά ντερσ εν; Π οιος άπό μάς δέν ξέρει τό Κορίτσι του μέ τά σπίρτα; Έ , λοιπόν, αυτός δ Ά ντερσ εν ήρθε στήν Ε λ λά δα καί συγκεκριμένα στήν Α θ ή ν α , τό 1841. Τί είδε; Ποιούς είδε; Τί τοϋ κίνησε τό ενδιαφέρον καί πάνω άπό όλα γιατί ήρθε καί τί γύρευε άπό τήν Ε λλάδα; Γιά όλα αύτά μάς μιλάει ό ίδιος στό ήμερολόγιό του, όταν στις 31 ’Οκτωβρίου τοϋ 1840 ξεκίνησε γιά ένα μακρινό ταξίδι, πού κράτησε ώς τίς 31 ’Ιουλίου τοΰ 1841. Στό ταξίδι αύτό είδε τή Γερμανία, Α ύστρία, ’Ιταλία, Ε λ λά δα καί Τουρκία. Μετά τήν επιστροφή του έγραψε τίς εντυπώσεις του μέ τόν τίτλο «Παζάρι ένός ποιητή», πού τυπώθηκε στά 1842. Ό Ά ντερσ εν είναι πιό πολύ γνωστός σάν συγ γραφέας παραμυθιών. Έ γρα ψ ε όμως καί ποιή ματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα καί όδοιπορικά. Τό «Παζάρι ένός ποιητή» όμως είναι έκεϊνο πού θεωρείται ή πιό σημαντική του συνεισφορά, εκτός βέβαια άπό τά παραμύθια του. Μέσα σ’ αύτό τό «Παζάρι» ύπάρχουν καί όρισμένες σελί δες πού άναφέρονται στήν Ε λλά δα . Α ύτές άκριβώς τίς σελίδες, πού μεταφράστηκαν γιά πρώτη φορά στά έλληνικά, περιλαμβάνει τό «'Οδοιπο ρικό στήν Ε λλά δα ». Ό Χ άνς Κρίστιαν Ά ντερσ εν, γιός σανδαλοπ οιοΰ, γεννήθηκε στήν πολίχνη Ό ντενσ ε τής δα νικής νήσου Φύεν. Έ μεινε ορφανός άπό πατέρα σέ νεαρή ήλικία καί μετά τό δεύτερο γάμο τής μη τέρας του έγκατέλειψε τή γενέτειρά του, στά 14 χρόνια του, καί πήγε τό 1819 στήν Κοπεγχάγη άναζητώντας τήν τύχη του. Ά π ό 12 έτών έγραφε ποιήματα, πού άπάγγελλε σέ φίλους, έχοντας δέ καί άρκετά καλή φωνή, φιλοδοξούσε νά μπει στό θέατρο. Ό ν τ α ς ίσχνός σέ εμφάνιση, άπορρίφθηκε σάν άκατάλληλος γιά τή σκηνή. Ύποστηρίχθηκε όμως άπό φιλόμουσους νά σπουδάσει μουσική, άλλά έγκαταλείφθηκε καί άπό αύτούς, όταν άρρώστησε καί έχασε τήν ώραία φωνή του. Έ ν τώ μεταξύ συνέχισε νά γράφει ποιήματα καί προκά-
93
Σκίτσο τον Von Janusz Grabianski γιά τά «Παραμύθια» τον X. *Αντερσεν λεσε τήν προσοχή των Ανθρώπων των γραμμάτων. Μέ τήν πρώτη του ποιητική συλλογή, που έκδόθηκε τό 1829, μέ τή φιλολογική σάτιρα «Πεζοπο ρία εις Ά μά κ» καί μέ τίς «Φαντασιόγραφίες καί σκιαγραφίες» Αναγνωρίστηκε σάν ένας άπό τούς εξοχότερους ποιητές καί πέτυχε βασιλική επιχο ρήγηση χάρη στήν όποια κατόρθωσε νά περιηγηθεί όλες τίς ευρωπαϊκές χώρες καί νά μελετήσει τή φιλολογία τους. Ό "Αντερσεν έζησε φτωχός σ’ όλη σχεδόν τή ζωή του. Στή διεθνή λογοτεχνία παραμένει κυρίως ό συγγραφέας τών παιδικών παραμυθιών. Τά θέματα τών παραμυθιών είναι ποικίλα, αλλά όλα τά διακρίνει λεπτή ψυχολογία, βαθύ αίσθημα καί ζωηρή φαντασία. Ό λυρισμός τους χρωματίζεται μέ έλαφρή μελαγχολία, που έμπνέεται άπό βαθιά φιλοσόφηση γιά τή ζωή καί μεστή πείρα. Ή σάτιρά του έναντίον τών μεγά λων, τών πλουσίων καί τών ψευδοευγενών δέν διαπνέεται άπό μίσος ή φθόνο Αλλά άπό Ανώτερη ήθική γεμάτη παιγνιώδη διάθεση, πλήρη Αφέλειας καί Ακακίας. Ά ς έχουμε πάντα στό νοϋ ότι τά χρόνια έκεϊνα ή Ελλά δα δέν ήταν μόνο ένας τουριστικός τόπος, μά μιά κλασική χώρα. Ή ταν λογικό, ήταν φυσικό ό Ά ντερσεν νά θέλει μέ πάθος νά τή γνωρίσει, νά τήν Ιπισκεφθεΐ. Σ’ ένα παλιό του γράμμα γράφει τό 1835: « Ά ν είχαμε ένα πρίγκιπα πού πραγμα τικά Αγαπούσε τήν τέχνη, θά πήγαινα τώρα στήν Ελλάδα». Στήν εισαγωγή τού βιβλίου, μεταφρα σμένου Από τό Δανέζο Ά λλα ν Λάντ (συνεργάτης γιά τήν Απόδοση στά έλληνικά ή Λουκία Θεοδώ ρου), 6 μεταφραστής μάς δίνει μιά ώραία εικόνα τής προσπάθειας καί τής Αγωνίας πού κατείχε τόν Ά ντερσεν νά πραγματοποιήσει τό ταξίδι του στήν 'Ελλάδα. Καί μολονότι ό συγγραφέας δεί χνει κάποια Αμηχανία Απέναντι στόν ιδιότυπο ψυχισμό τών Ελλήνω ν καί οΐ παρατηρήσεις του στό σύνολό τους είναι συζητήσιμες, σέ πάρα πολλά σημεία είναι τόσο Αληθινές πού Αξίζει τόν κόπο νά τίς προσέξει δ Αναγνώστης, Ιδιαίτερα ό νεοέλληνας, πού θά καταλήξει συμπερασματικά ότι μετά τόσα χρόνια λίγα έχουν Αλλάξει στό χα ρακτήρα τού λαού μας· οί μεγάλες Αλλαγές έγι ναν -φ εϋ—στό περιβάλλον.
94
Τό Απόσπασμα τού ήμερολογίου πού μάς ένδιαφέρει ξεκινάει Από τό μπαρκάρισμα τού συγ γραφέα στό Ατμόπλοιο «Λεωνίδας» στις 15 Μαρ τίου τού 1841. Ό Ά ντερσεν, ύστερα άπό μιά επί σκεψή του στή Μάλτα, περιπλέοντας τά έλληνικά παράλια φθάνει στή Σύρα στίς 21 Μαρτίου τού 1841 καί τό άλλο πρωί φθάνει στόν Πειραιά. Τό βιβλίο χαρακτηρίζεται άπό έναν Αληθινό λυρισμό στήν περιγραφή, χαρακτηριστικό τών ταξιδιωτικών βιβλίων τής εποχής, πού στό κάτω κάτω είναι καί δικαιολογημένος, άν σκεφθεϊ κα νείς ότι Ακόμη καί σήμερα οί ξένοι βλέπουν τήν Ελλά δα καί τό ελληνικό τοπίο μ’ έναν προύπάρχοντα λυρισμό. Ή περιγραφή του, όπως φθάνει στά έλληνικά νερά καί τέλος τέλος Αγκυροβολεί στή Σύρα, είναι πραγματικά λιτή καί συνάμα εν τυπωσιακή: «Ή ταν μιά μικρή, χαμηλή καλύβα. Γιά πόρτα καί παράθυρο είχε μιά τρύπα. Κοντά της περπατούσε ένας άνθρωπος: ό έρημίτης τού Κάβου Μαλιά, αυτός ήταν ό πρώτος ζωντανός άνθρωπος πού είδαμε στήν έλληνική γή. Ποιος ήταν; Γιατί Αναζητούσε τή μοναξιά; Κανείς δέν άποκρίθηκε στήν Απορία μας. ’Εδώ καί πολλά χρόνια τόν βλέπουν αυτόν καί τήν καλύβα του. Πλοία μέ τό μικρό τους κόσμο πηγαινοέρχονταιτά κοιτάζει σάν οράματα τό ίδιο σάν νά άγναντεύει τούς άσπρους γλάρους. Ό τ α ν ή θάλασσα θά ’ναι γαληνεμένη, κι όταν φουρτουνιασμένη θά στέλνει τό άγριο τραγούδι της, αύτός πάλι θά προσεύχεται πρωί καί βράδυ στό Θεό.» Ή περιπέτειά του στή Σύρα καί έν συνεχεία ή καραντίνα του στόν Πειραιά γιά λόγους προλη πτικούς, τού εξάπτουν τήν όρεξη νά δεϊ τήν Α θ ή να καί τούς "Ελληνες. Διασχίζει τήν όδό Πειραιώς καί εγκαθίσταται στό «Hotel du Munich» · καί δέν μπορεί νά πιστέψει ότι ή Α θ ή να πού βλέπει είναι ή πρωτεύουσα τής Ε λ λάδας. Ω στόσο περιγράφει τήν Α θ ή να καί τούς Α θηναίους καί προσπαθεί νά δικτυωθεΐ μέ τούς έδώ εγκατεστημένους ξένους, ώστε νά μπορέσει νά γνωρίσει καλύτερα τόν τόπο. Είναι χαρακτη ριστικό αύτό πού γράφει: «Φοβόμουν πώς στήν Ε λλά δα θά αισθανόμουν μόνος, Αποξενωμένος, κι όμως ένιωθα σάν νά ήμουν στήν πατρίδα. Συμ πατριώτες μου καί Γερμανοί μέ ύποδέχτηκαν μέ μεγάλη Αγάπη. Τήν πρώτη κιόλας μέρα μέ κάλεσαν σ’ ένα πραγματικά δανέζικο σπίτι». Έ τσι, παρόλο πού μένει λίγες μέρες στήν Α θ ήνα, γνω ρίζει όσο τό δυνατόν περισσότερο τόν τόπο καί τούς κατοίκους του. Ά ν σκεφθεϊ κανείς τήν έκ ταση τής πόλης, δέν ήταν καί πολύ δύσκολο νά τή γνωρίσει καλά. Μέσα άπό τό ήμερολόγιό του περνούν, οί συναντήσεις του μέ τούς διακεκριμέ νους ξένους πού ζοΰσαν στήν Α θ ήνα, καί κατορ θώνει όχι καί πολύ δύσκολα νά συναντήσει τούς βασιλείς. Τότε ό Ό θ ω να ς καί ή Α μα λία έμεναν στό μικρό σπίτι τής πλατείας Κλαυθμώνος, όπου περιγράφει τή συνάντησή τους. ’Εκεί γνωρίζει καί εντυπωσιάζεται άπό τήν ομορφιά τής κόρης τού Μάρκου Μπότσαρη, κυρίας τής αύλής τής βασίλισσας.
’Αξιοσημείωτη είναι ή παρατήρησή του γιά τίς μουσικές προτιμήσεις τών ’Αθηναίων: «Ξαφνικά, ό πιό μικρός άπ’ τούς ραψωδούς άρπαξε τίς χορ δές καί στό βιολί Αντήχησε μιά επιλογή από τό “Fradiavolo”, τό “Rober” κι άλλες γαλλικές όπε ρες. Ή ταν άπαίσιο! Μοϋ φάνηκε σάν ένα προμήνυμα πώς δλοι αύτοί οί λαϊκοί σκοποί θά σιγά σουν καί ξένα τραγούδια θά εισβάλουν στό λαό. ’Α πό τώρα κιόλας προτιμούν οί Έ λληνες νά άκοϋν αύτές τίς μελωδίες τού Auber παρά τά δικά τους τραγούδια». Σημειώνουμε έδώ τήν παρατήρησή του γιά τή μουσική -δικαιολογημένη άλλωστε λόγω τής μουσικής του π αιδείας-, τά τραγούδια καί τούς χορούς μας. Τό νά περιλάβει μέσα στίς Αναμνήσεις του δημοτικά τραγούδια εί ναι άκρως συγκινητικό. Έ ν α πρόσθετο ενδιαφέρον τού βιβλίου είναι δτι δ Ά ντερσ εν σχολίασε καί είκονογραφικώς ορισμένα «Αξιοθέατα» τής Ε λλάδας. Έ τσι βλέ πουμε τή Σύρα, τό λιοντάρι τής Κάντζας, τό δρόμο γιά τήν Ε λευσίνα, τήν Καπνικαρέα, έλληνες βοσκούς, ένα δρόμο τής ’Α θήνας, τή φυλακή τού Σωκράτη, τόν τάφο τού Θεμιστοκλή, καί έχουν θαρρείς μιά παιδικότητα τά σχέδια αύτά καί είναι Αλήθεια πώς μαρτυρούν τόν παραμυθά τους. ’Ιδιαίτερα τό σκίτσο τής Σύρου καί τό σκί τσο τής Καπνικαρέας, έτσι Ακριβώς όπως είναι καμωμένα, δημιουργούν μιά Ατμόσφαιρα μονα δική. Ά ν συγκριθοΰν αύτές οί ιχνογραφίες μέ τίς ιχνογραφίες έκείνης τής εποχής Από Αλλους ερα σιτέχνες ή ταλαντούχους ζωγράφους, θά δούμε τόν αύθορμητισμό καί τή γοητεία πού κρύβει ό τόπος γιά ένα μή ζωγράφο πού θέλει νά τίς Απο δώσει ζωγραφικά. Ή περιγραφή γιά τό Δαφνί, τήν Πεντέλη, τίς έκδρομές στό χωριό Κηφισιά, πού άνθούσε τότε, «Ή ’Αθήνα μεγαλώνει χρόνο μέ χρόνο καί δέν είναι μακριά ή εποχή πού ώραΐες μονοκατοικίες θά φυτρώνουν στό γόνιμο αύτό τοπίο», είναι σημερινοί χαμένοι περίπατοι. Ή περιγραφή τής γιορτής τού Πάσχα καί τής Ελληνικής έπαναστάσεως τής 25ης Μαρτίου Αποτελούν μοναδικά ντοκουμέντα, αν θελήσουμε νά ξαναζωντανέψουμε τίς ξεχωριστές αύτές μέρες στήν καθημερινή ζωή έκείνης τής έποχής. 'Ωστόσο αισθάνεται τήν Αδυναμία του νά περιγράψει καί νά καταλάβει τούς Έλληνες: «Σέ μιά ρημαγμένη κλασική χώρα γεμάτη δυνατές μνήμες, μόνος μ’ ένα λαό πού βέβαια δέν τόν γνωρίζω καλά, αλλά πού στό σύνολό του δέν τόν Αγαπώ. Οί Τούρκοι μού Αρεσαν περισσότερο. Είναι τίμιοι καί καλόκαρδοι». Α ύτό τό τελευταίο είναι εντυ πωσιακό καί πραγματικά ανεξήγητο, τουλάχιστον Από τό κείμενο πού έχουμε στά χέρια μας, μιά καί Αγνοούμε τίς εντυπώσεις του Από τήν Τουρκία. "Οπως καταλαβαίνουμε, τό ταξίδι του στήν Ε λλά δα πρέπει νά τού άφησε ισχυρές μνήμες: «Πόσα καινούρια, μεγάλα καί άγνωστα πρά γματα μέ περίμεναν! Κι όμως ήμουν βαθιά λυπη μένος γιατί θά Αφηνα τήν Ε λλά δα , εκεί πού δλα ανέβαζαν τίς σκέψεις μου πάνω Από τίς μικρότη τες τής καθημερινής ζωής, εκεί πού δλη ή πίκρα τού μισεμού Απ’ τήν πατρίδα έσβηνε τήν ψυχή
μου. “Θά γυρίσω πάλι στήν Ε λ λά δα ” είπα, σάν νά ήθελα νά παρηγορήσω τόν ίδιο μου τόν εαυτό. Μακάρι νά ήταν προφητικά τά λόγια αύτά.» Τό πιό σπουδαίο σημείο τού ήμερολογίου ίσως είναι τό κεφάλαιο πού τό ονομάζει «Συνθήκη φι λ ία ς -έ ν α διήγημα». Ό π ω ς σημειώνει δ μεταφρα στής, τό διήγημα αύτό φαίνεται καθαρά ότι είναι μιά συγκέντρωση Από όλα όσα είδε καί έζησε στήν Ε λλά δα . Στίς 23 ’Απριλίου, όταν βρισκόταν στό λιμάνι τής Σμύρνης, γράφει: «Στήν έκκλησιά οί δυό φίλοι». ’Αργότερα, στίς 10 ’Ιουνίου στή Βιέννη, τό έξηγεϊ μέ περισσότερες λεπτομέρειες: «Μέσα στήν άπιστία πού ύπάρχει ανάμεσα στούς Έ λληνες ξεχωρίζει τό ώραϊο έθιμο τής άδερφοποίησης. "Οταν δύο άντρες αγαπούν Αληθινά ό ένας τόν Αλλον, άδερφοποιοΰνται. Διαλέγουν μιά άγνή παρθένα καί μαζί της πηγαίνουν στήν έκκλησία. Ε κ είνη στέκεται κοντά στήν Α γ ία Τρά πεζα καί τυλίγει καί τούς δύο Αντρες μέ μιά σάρπα. Κι αύτοί ορκίζονται αιώνια πίστη μέχρι τό θάνατο. Έ πειτα τούς εύλογεϊ ό παπάς. Στή δυστυχία βοηθάει ό ένας τόν Αλλον, θυσιάζονται δ ένας γιά τόν Αλλον, πεθαίνει ό ένας στή θέση τού Αλλου. Τό είδα κοντά στή Σμύρνη». Μέσα σ’ αύτό τό διήγημα διαγράφεται ένας Ά ντερσ εν διαφορετικός καί θά λέγαμε Αποκαλυπτικός. Ή ταν τότε μόλις τριανταπέντε χρονών. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΤΟΥΡΑΣ
4
ι
95
ΙΣΤΟΡΙΑ
σπουδή τής ιστορίας σέ σωστή βάση ΒΑΣΙΛΗ ΚΡΕΜΜΥΑΑ: Νεότερη Ιστορία: ελλη νική καί ενριοπαϊκή. ‘Α θήνα, Γνώση, 1981. Σελ. 216. ΜΕ τόν πρόλογό του ό συγγραφέας μάς πληρο φορεί ότι: α. τό βιβλίο του αυτό είναι μέρος συγγραφής πού είχε άνατεθεϊ σ’ αύτόν καί στό γυμνασιάρχη (τότε, λυκειάρχη σήμερα) Βασ. Σκουλάτο - ά π ό τό υπουργείο Παιδείας κατά τήν περίοδο 1 9 77-78καί πόύ προοριζόταν νά γίνει σχολικό εγχειρίδιο («κορμού») γιά τήν τρίτη τάξη τού γενικού λυβ. ή συγγραφή εκείνη έγινε μέ βάση τό ν έο άναλυτικό πρόγραμμα πού κοινοποιήθηκε τότε στούς δύο συγγραφείς άπό τό ύπουργεΐο Π αιδείας καί πού τό παραθέτει τώρα αύτούσιο ό κ. Κρεμμυδάς άμέσως ύστερα άπό τόν πρόλογό του · γ. ότι άκόμη ή συγγραφή έκείνη δέν εγκρίθηκε άπό τήν έπιτροπή κρίσεως καί άπό τό Κ.Ε.Μ.Ε. γιά νά γίνει σχολικό εγχειρίδιο· καί ύστερα άπ’ αύτά ό ένας άπό τούς συγγραφείς, δ κ. Β. Κρεμ μυδάς, Αποφάσισε νά δώσει στή δημοσιότητα τό τμήμα τού έργου πού είχε γράψει ό ίδιος, έφόσον δέν έχει πιά καμιά δέσμευση άπέναντι στό ύπουργεΐο. Ε π ειδ ή ασχολούμαι μέ τό πρόβλημα τής διδα σκαλίας τής ιστορίας στή γενική εκπαίδευση καί επειδή τό βιβλίο τού Β. Κρεμμυδά έχει μιά ξεχω ριστή φυσιογνωμία ενδιαφέρουσα, παίρνω τήν εύκαιρία νά τό παρουσιάσω, μέ τήν προσδοκία δτι μπορεί νά Αποδειχτεί γόνιμη ή συζήτηση γύρω Απ’ αύτό τόν τρόπο γραφής καί διδασκαλίας τής ιστορίας. Είναι αυτονόητο δτι θά ίδώ τό βιβλίο αύτό μέ δυό τουλάχιστον κριτήρια: έπιστημονικό, διδακτικό - κυρίω ς τό δεύτερο. Είναι καλογραμμένο καί εύπαρουσίαστο · κα λύπτει όμως μέρος τής νεότερης ιστορίας, Αφού λείπουν Από μέσα τά κεφάλαια πού είχε γράψει ό Β. Σκουλάτος. Π αρουσιάζει δμως άδιάσπαστη συνοχή ώς πρός τήν ίστορία τής νεοελληνικής κοινωνίας, Από τούς χρόνους τής δουλείας ώς τόν ’Αγώ να τής ’Ανεξαρτησίας κι ώς τίς Αρχές τού 20ού αιώνα κι ώς τό 1935. ’Α π ό τήν εύρωπαϊκή ίστορία περιλαμβάνει μερικά κεφάλαια Αξιοπρό σεκτα καί γιά τούτο, δτι γιά πρώτη ίσως φορά εμφανίζονται έτσι αύθυπόστατα καί Αρτιωμένα
96
μέσα σέ σχολικό εγχειρίδιο, π.χ. ό Διαφωτισμός, ή Βιομηχανική ’Επανάσταση, ό Μεσοπόλεμος (1919-39), 6 Μ εταπολεμικός Κόσμος (1 9 4 5 ).1 Ή ερμηνευτική μέθοδος πού εφαρμόζει 6 συγ γραφέας είναι αύτή πού δέχεται ή σύγχρονη επι στήμη, πέρα καί Ανεξάρτητα άπό ιδεολογικούς δο γματισμούς καί μυωπικές σκοπιμότητες: δτι οί Ανθρωποι ώς Ατομα καί ομάδες Αγωνίζονται πρώτα γιά τόν Αρτο τής ζωής καί δτι δ τρόπος πού τόν εξασφαλίζουν διαμορφώνει ή τουλάχι στον έπηρεάζει σοβαρά τήν κοινωνική τους δργάνωση καί ύστερα τήν ιδεολογία τους καί τήν πο λιτική σκέψη καί δράση τους.2 Ή δομή των έπιμέρους κεφαλαίων -συνοπτική κατ’ Ανάγκη- άνταποκρίνεται, νομίζω, στίς Ανάγκες καί τίς δυνατότητες τών μαθητών τού λυκείου: προτάσσεται σύντομη ύπόμνηση γεγονό των πού διδάχτηκαν Αφηγηματικά στό γυμνάσιο καί Ακολουθεί σπουδή συνθετότερων κοινωνικών φαινομένων, καταστάσεων, θεσμών καί θεώρηση εύρύτερων ένοτήτων τής ιστορικής ζωής. Μέσα σέ κάθε κεφάλαιο διασπείρονται προσεκτικά διαλε γμένοι (ή άπό τόν ίδιο τό συγγραφέα συνταγμένοι) πίνακες μέ στοιχεία στατιστικά: οικονομικά, πληθυσμιακά ή Αλλα- επίσης παραθέτονται έπιγραμματικές «μαρτυρίες» άπό τίς ιστορικές πη γές, πού άλλοτε συμπληρώνουν καί Αλλοτε διασαφίζουν τίς παραγράφους τού βιβλίου. Ή συνοπτικότητα τής συγγραφής -δέσμευση γιά τό συγγραφέα Από τό Αναλυτικό πρόγραμμα καί τίς συναφείς προδιαγραφές γιά τή συνολική έκταση κ λ π .- ξενίζει στό πρώτο Αντίκρισμα, σέ Αντιδιαστολή μάλιστα πρός τήν παραδοσιακή Αμετροέπειά μας καί σχεδόν φλυαρία, άκόμη καί γιά γνωστότατα περιστατικά πού επανέρχονται μονοδιάστατα καί κατά κόρο στά σχολικά μας βι βλία. ’Οφείλουμε νομίζω κάποτε νά άναλάβουμε τήν εκπαιδευτική ύποχρέωση ν ά μιλήσουμε στούς μαθητές τού λυκείου γλώσσα επιστημονική, δπου ούτε χρειάζονται ούτε συγχωρούνται λόγια περιτ τά, Αλλά λειτουργεί αύστηρά τό κριτήριο επιλο γής γιά γεγονότα, χαρακτηρισμούς καί Αξιολογή σεις. ’Αναφέρθηκα ώς Ιδώ στίς Αρετές τού βιβλίου, κατά τή γνώμη μου πάντοτε· διαβάζοντάς το στάθηκα καί σέ μερικές Αδυναμίες του: α. Μερικές σελίδες μοΰ φαίνονται πολύ συμ πιεσμένες (λ.χ. 78, 151-152, 181-182, 195-196). Βέβαια γιά τήν Απίσχνανση αύτή τής Αφήγησης δ συγγραφέας ήταν δεσμευμένος άπό τίς προδια γραφές γιά τήν δλη έκταση τού βιβλίου. Πάντως, σήμερα πού διαπιστώνω αύτή τή συμπίεση στή συγκεκριμένη γραφή, τείνω νά υιοθετήσω τήν Αποψη δτι ειδικά γιά τά βιβλία τού λυκείου είναι διδακτικά σκόπιμο νά ελευθερωθούμε άπό τήν Ασφυκτική συρρίκνωση τού «τόσες ώρες, Αρα τό σες σελίδες». Προτιμότερο φαίνεται νά έχουμε ένα ογκωδέστερο βιβλίο μέ πληρότητα καί σαφή νεια καί μέ τήν ένδειξη δτι θά διδαχτούν ορι σμένα μόνο κεφάλαια Απ’ αύτό. Στό κάτω κάτω τό προσδοκώμενο μορφωτικό Αποτέλεσμα άπό τή διδασκαλία τής ιστορίας δέν οίκοδομείται μέ τόν
επιπόλαιο καλπασμό πάνω άπό τούς αιώνες τής ιστορικής ζωής αλλά μέ τήν προσεκτική σπουδή τής άνθρώπινης δράσης μέσα σέ δρια όρατά. Μπορεί κανείς νά επικαλεστεί δτι σήμερα άντίστοιχα βιβλία ιστορίας τοϋ ιταλικού ή γαλλικού ή Αμερικάνικου σχολείου είναι πολύ ογκωδέστερα άπό τά δικά μας. β. Δυσκολεύομαι νά συμφωνήσω μέ τήν αξιο λόγηση τού έργου τού Ναπολέοντα (σελ.78)· όπως επίσης δέ διακρίνω στίς σελίδες του γιατί ή ’Αμερικανική Επανάσταση είναι καί έμφύλιος πόλεμος.(σελ. 17). γ. Μερικές φράσεις ή προτάσεις μού φαίνεται δτι δέν είναι πολύ σαφείς ή επιτυχημένες (π.χ. στή σ. 66 στ.5, στή σελ. 48 στ. 29, στή σελ. 52 στ. 2-3, στή σελ. 114 παραγρ. 1γ: τά (πολεμικά γεγοδ. Σέ μερικές περιπτώσεις ή γραμματική μορφή χρειάζεται προσαρμογή στήν επίσημη γραμματική - πρόκειται κυρίως γιά τήν παρουσία ή απαλοιφή τού εύφωνικοϋ ν καί τή λειτουργία ή όχι τής έσωτερικής αύξησης (π.χ. στή σελ. 49 στ. 16, στή σελ. 60 στ. 10, στή σελ. 62 στ. 9, στή σελ. 72 στ. 3, στή σελ. 84, στ. 4). Τελικά δμως θεωρώ τυχερούς τούς συναδέλ φους τής δευτεροβάθμιας έκπαίδευσης - ή άλλους φιλίστορες- πού έχουν τή δυνατότητα τώρα νά μελετήσουν αυτό τό βιβλίο · προσφέρει μιά γεύση διαφορετική -ούσιαστική κατά τή γνώμη μου καί
μορφωτική- τής ιστορικής σπουδής· συμβάλλει πραγματικά στήν καλλιέργεια τής ιστορικής συν είδησης καί κρίσης· χρειάζεται δμως μελέτη προσεκτική. Μπορεί κανείς νά έκτιμήσει τό είδος σκέψης καί γραφής Αρχίζοντας ά πό τήν τελευταία παράγραφο: Προοπτικές κα ί προβλήματα (σελ. 214-216). Καί εύχομαι στή β' έκδοση τοϋ βιβλίου, πού τή βλέπω πολύ κοντινή, δ κ. Κρεμμυδάς νά Αναζη τήσει καί τά κεφάλαια πού είχε γράψει ό κ. Σκουλάτος· έτσι τό βιβλίο θά Αποκτήσει πληρό τητα καί περισσότερη γιά τούς Αναγνώστες χρη σιμότητα καί θά είναι καί πιό σύμφωνο μέ τήν ιστορία του. Φ. Κ. ΒΩΡΟΣ Σημειώσεις: 1. Μπορεί ό αναγνώστης νά συγκρίνει τό αναλυτικό πρόγραμμα, πού τό προτάσσει ό συγγραφέας ατό βι βλίο του, μέ τόν πίνακα περιεχομένων του ίδιου βι βλίου, ώστε νά έχει σαφή τήν εικόνα τοϋ τί δέν περι έχει αυτό τό βιβλίο ■πρόκειται βέβαια γιά τά κεφά λαια ■πού έχει γράψει δ κ. Β. Σκουλάτος. 2. ‘Αναλυτικότερα ή έρμηνευτική μέθοδος τοϋ Β. Κρεμμυδα ‘ε κτίθεται καί εφαρμόζεται στό βιβλίο του: Εισαγωγή στή Νεοελληνική Κοινωνία 1700-1821, ’Αθήνα, 1976.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ Α π ό τ α π ιο α ν τ ιπ ρ ο σ ω π ε υ τ ι κ ά μ υ θ ισ τ ο ρ ή μ α τ α π ο υ α ν α φ έ ρ ο ν τ α ι σ τη ν Α ρ γ εν τινή το υ Χ ο υ ά ν Ν τ ο μ ί ν γ κ ο Π ε ρ ό ν κ α ι τ η ς Ε β ίτ α ς , ” Η α β έ β α ιη ζω ή το υ Μ άρκο Μ άλερ”. Σ υ ν δυ ά ζει την α υ θ ε ν τ ικ ή μ α ρ τ υ ρ ία ε ν ό ς Π ο λ ω ν ο ε β ρ α ίο υ κ α λ λ ιτ έ χ ν η π ο υ α ν τ ιτ ά σ σ ε ι σ τη β ία τ ω ν ε χ θ ρ ώ ν - τ ο υ π ο υ τ ο ν π α ρ α κ ο λ ο υ θ ο ύ ν κ α ι τ ω ν φ ίλ ω ν - τ ο υ π ο υ θ έ λ ο υ ν ν ’ α λ λ ά ζ ο υ ν τ ο ν κ ό σ μ ο , τ η ν π ίσ τ η το υ σ το λ ό γ ο .
ΜΑΡΕΚ ΧΑΛΤΕΡ
Η ΑΒΕΒΑΙΗ ΖΩΗ ΤΟΥ
ΜΑΡΚΟ ΜΑΑΕΡ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Η δ ρ ά σ η ε ξ ε λ ίσ σ ε τ α ι κ α ι σ τ ις δ ύ ο π ε ρ ι ό δ ο υ ς τ η ς κ υ ρ ια ρ χ ία ς τ ο υ Π ε ρ ό ν . Σ υ ν ά μ α δ ι α γ ρ ά φ ο ν τ α ι ο ι π ο λ ιτ ι κ έ ς τ ά σ ε ις τ η ς ε π ο χ ή ς ε κ ε ίν η ς κ α ι α ν α λ ύ ε τ α ι μ ια π λ α τ ι ά α ν θ ρ ώ π ιν η π ι ν α κ ο θ ή κ η μ ε τ α ό ν ε ιρ α , τ ι ς ε λ π ίδ ε ς , τ ο υ ς σ υ μ β ιβ α σ μ ο ύ ς , τ ις α π ο γ ο η τ ε ύ σ ε ις - τ η ς . Φ ό ν τ ο η α σ τ α μ ά τη τη β ρ ο χ ή κ α ι τα σ π α ρ α χ τικ ά τα γ κ ό του Κ ά ρ λ ο ς Γ κ α ρ ν τ έ λ ...
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΕΩΡΙΑ Αργολιδος 60-62 ΤΗΛ. 6927.015
Εκδοτικός οίκος «ΜΕΛΙΣΣΑ» ' Αθήνα, Ναυαρίνου 10 κ α ί ' Ιπποκράτοιις Τ η λ .3600865,3611692
98
παράρτημα Στις σελίδες τοϋ «Παραρτήματος» σχολιάζονται δσα ενδιαφέροντα βιβλία δεν παρουσιά ζονται στην « ’Επιλογή». Τά βιβλία επιλέγει ή Σύνταξη τοϋ περιοδικού. Γράφουν οι Κώστας Καλημέρης, Ελένη Κοροντζή, Χαρά Λ ουκάκου, Γλύκα Μαρκοπουλιώτου, Βασίλης Π απαβασιλείου καί Κατερίνα Ρούφου.
ΚΟΙΝΩΝΙΟΑΟΓΙΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΟΑΟΓΙΑ
Γιά μιά θεωρία τών μέσων έπικοινωνίας
Ή έξέγεροη άρχίζει άπό παλιά
ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ: Για μιά θεωρία τών μέσων επικοινωνίας. ’Α θήνα, ‘Επίκουρος, 1981. Σελ. 60.
Ή εξέγερση άρχίζει άπό παλιά. Σελίδες άπό τά πρώτα βήματα τον γυναικείου κινήματος. Ά νθολόγηση-μετάφραση-σχόλια: 'Ελένη Βαρίκα Κωστούλα Σκλαβενίτη. ’Αθήνα, ‘Εκδοτική 'Ομάδα Γυναικών, 1981. Σελ. 258.
ΔΟΚΙΜΙΟ Αξιόλογο, μιά καί ή αναλυτική καί κριτική ικανότητα καί πληρότητα τοΰ συγγραφέα είναι γνωστές, κι όχι μόνο στή Δ . Γερμανία. Έ τσι καί σ’ αυτό τό θέμα ό Έ ντσενσμπέργκερ έπιχειρει εικονοκλαστική προσέγγιση σ’ ένα πρόβλημα που πολλοί, μέ τό δικαίωμα πού παραχωρεί αυτό χρημα ή πολιτικοποιημένη γνώμη, έχουν τήν εν τύπωση ότι άν ό πομπός Αλλάξει χέρια, βρέθηκε ή λύση. ’Α πό τήν άλλη, ή άπολιτικοποίηση της «περιθωριακής» σκέψης καί ή εχθρότητα τής άριστεράς απέναντι στά μέσα επικοινωνίας δη μιουργούν συνθήκες διαιώνισης τής τραγικής σιωπής καί τής άκατάπαυστης παρεμβολής στή ζωή μας. Ή φράση τοϋ Me Luhan «Τό μέσο είναι μήνυμα» άλλο ένα μήνυμα ή ίδια, ίσως τό σπου δαιότερο· καταλήγει στή λειτουργία μετάδοσης μέ μοναδικό σκοπό νά μεταδίδει κάτι. ’Αφήστε τό πρόγραμμα τής τηλεόρασης νά τελειώσει, καί τότε, στή μεταμεσονύχτια ώρα ό χαρακτηριστικός ήχος τής τελειωμένης έκπομπής δίνει τήν εντύ πωση ότι κάτι λειτουργούσε ώρες πρίν καί δέν τό πρόσεχε κανείς. Πομπός καί δέκτης μιάς μαζικής έλλειψης επικοινωνίας, σχέση έξουσίας, όπου ή γλώσσα τιμωρεί καί ή προσφορά καί ή ζήτηση ταυτίζονται. Τή μετάφραση έκανε δ Γιώργος Βαμβαλής. Κ. Κ.
★
«Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ άρχίζει άπό παλιά» είναι μιά συλλογή κειμένων γραμμένων άπό γυναίκες, πού χρονολογούνται άπό τή Γαλλική Επανάσταση μέχρι τό 1915. Μέσα άπό τίς σελίδες τους ξεπηδά ή έξεγερμένη φωνή τών γυναικών άπό τήν ’Α γ γλία, τή Γαλλία, τήν ’Αμερική καί τήν Κίνα. Φωνή τών γυναικών πού συνόδεψαν βήμα μέ βήμα τήν έξέλιξη τών κοινωνικών άγώνων, εν τάσσοντας τήν Απελευθέρωσή τους στό όραμα τής Απελευθέρωσης τής Ανθρωπότητας. Φωνή Αγνοη μένη, άν όχι πνιγμένη, μιά πού τά περισσότερα άπό τά κείμενα αύτά παραμένουν άγνωστα ή καί Ανέκδοτα. Τά κείμενα πού Απαρτίζουν τόν τόμο καί πού μετάφρασαν καί σχολίασαν μέ πολλή φροντίδα ή Ελένη Βαρίκα καί ή Κωστούλα Σκλαβενίτη: α) Τά δικαιώματα τής γυναίκας κα ί τής πολίτιασας, πού πρωτοεκδόθηκε στή Γαλλία τό 1971, γράφτηκε Από τήν Olympe de Couges (1748-1793). 6) ’Αποσπάσματα άπό τό βιβλίο Υπεράσπιση τών δικαιωμάτων τής γυναίκας, πού έκδόθηκε στή Βρετανία τό 1791 καί γράφτηκε άπό τή Mary Wollstonecraft (1759-1797). γ) Ό μελλοντικός μου νόμος, πού έκδόθηκε στή Γαλλία τό 1834, μετά τό θάνατο τής συγγραφέα του Claire Demar (1800-1833). δ) ’Αποσπάσματα άπό τό βιβλίο Ή γυναίκα τόν 19ο αιώνα, πού γράφτηκε άπό τή Margaret Fuller καί έκδόθηκε τό 1845 στίς ΗΠΑ. ε) ’Αποσπάσματα άπό τό ήμιτελές βιβλίο Τά λουλούδια του π ουλιού Τζίνγκ-Βέι, πού γράφ τηκε γύρω στά 1900 στήν Κίνα άπό τήν Κιού Τζίν (1875-1907).
99
δημογραφική πολιτική. Τέλος μιά εκτενής ελλη νική βιβλιογραφία κλείνει τήν πραγματικά ση μαντική αύτή μελέτη. Ό Ν. Π ολύζος άποφοίτησε άπό τή Νομική Σχολή τής ’Α θήνας καί είναι διδάκτορας τής άντίστοιχης σχολής τοϋ Παρισιού. ’Εργάστηκε γιά πολλά χρόνια στή διοίκηση καί δίδαξε σέ ανώτατες σχολές. ’Α πό τό 1977 είναι καθηγητής στό ’Ινστιτούτο Περιφερειακής Ά ναπτύξεω ς τής Παντείου, οπού διδάσκει τό μάθημα οικονομική καί κοινωνική δημογραφική ανάλυση. Γ. Μ.
ΔΙΚΑΙΟ
στ) Ό πολύμορφος κα ί εύμετάβολος χαρακτή ρας τής γυναικείας σεξουαλικότητας κα ί ή σημα σία του γιά την κοινωνική αναμόρφωση, πού γράφτηκε άπό τή Stella Browne (1882-1955) καί έκδόθηκε τό 1917 στή Βρετανία. Πρόκειται γιά μιά ακόμη σπουδαία έκδοση τής Εκδοτικής 'Ομάδας Γυναικών. Γ. Μ.
ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ
Δημογραφική πρόκληση ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΥΖΟΥ: Δημογραφική πρόκληση. Ύπογεννητικότητα καί γήρανση στην ’Ελλάδα. ‘Α θήνα, ’Εξάντας, 1981. Σελ. 227. ΠΑΡΟΛΟ πού τό δημογραφικό πρόβλημα έχει φτάσει στήν Ε λ λά δα σέ επίπεδα ανησυχητικά, ή αντιμετώπισή του παραμένει στό στάδιο τής δια πίστωσης. "Ενα βήμα γιά τήν έρευνα καί τήν ένημέρωση δχι μόνο τού λαού αλλά καί τής ’ίδιας τής πολι τείας, είναι τό βιβλίο τοϋ Νίκου Πολύζου. Γιά πρώτη φορά, έμεϊς τουλάχιστον, κρατάμε στά χέ ρια ένα κείμενο πού άναλύει πλήρως καί συστη ματικά τό πρόβλημα τής ΰπογεννητικότητας καί τής γήρανσης τοϋ πληθυσμού στήν Ε λλάδα. Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τέσσερα μεγάλα μέρη: τό πρώτο αναφέρεται στά δημογραφικά δεδομένα τής Ελλά δα ς, τό δεύτερο καί τρίτο μέρος στά αί τια πού επηρεάζουν τά δημογραφικά φαινόμενα καί τίς συνέπειες τών δημογραφίκών φαινομένων αντίστοιχα, ένώ τό τέταρτο μέρος προβάλλει.μιά 100
Τά δικαιώματα τοΰ εργαζόμενου ΜΑΡΙΑΣ ΑΓΓΟΥΡΙΔΟΥ: Τά δικαιώματα τοϋ εργαζόμενου σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. ’Αθήνα, Τεκμήριο, 1981. Σελ. 107. ΠΟΛΥ χρήσιμο γιά κάθε εργαζόμενο μέ σχέση εξαρτημένης εργασίας, σέ δ,τι αφορά τά δικαιώματά του, είναι τό βιβλιαράκι τής Μ αρίας Ά γ γουρίδου: Γραμμένο άπλά, σέ μιά γλώσσα κατα νοητή άπό τόν καθένα, πληροφορεί τόν καθένα γιά τή σωστή καί άποτελεσματική άντιμετώπιση τών προβλημάτων άλλά καί τών συνηθισμένων θεμάτων πού προκύπτουν στις έργασιακές σχέ σεις. ■ Ξεκινώντας άπό τόν ορισμό βασικών εννοιών τού εργατικού δικαίου ή Μ.Α. περνάει σέ θέματα δπως τό ώράριο καί οί ύπερωρίες, ή εργασία τή νύχτα ή τίς Κυριακές καί τίς γιορτές, οί άποδοχές, τά επιδόματα, οί άποζημιώσεις εκτός έδρας, οί. άδειες, τά εργατικά άτυχήματα, ή διαθεσιμό τητα, ή άπόλυση, τό έπίδομα άνεργίας, οί γυναί κες έργαζόμενες, οί άνήλικοι εργαζόμενοι, τά σω ματεία, ή προστασία συνδικαλιστών, ή κοινωνική άσφάλιση, ή σύνταξη άπό τό ΙΚΑ κλπ. Ή δλη έκδοση είναι βασισμένη στό εργατικό δίκαιο -π ο ύ δέν είναι παγιωμένο άλλά διαρκώς έξελισσόμενο χάρη κυρίως στούς άγώνες καί τίς διεκδικήσεις τών εργαζομένω ν- καί στήν εφαρ μογή του άπό τά δικαστήρια. Γ. Μ.
ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
Σχέδιο γιά την επιβίωση The Ecologist: Σχέδιο γιά τήν επιβίωση. 'Αθήνα, Παπαζήσης, 1981. Σελ. 176. «Η ΥΠΟΘΕΣΗ ότι μπορούμε νά εξασφαλίσουμε τή λειτουργία τής οίκόσφαιρας έμείς μέ μόνη βοήθεια τίς τεχνολογικές έπινοήσεις, κι επομένως μπορούμε νά απαλλαγούμε από μιά σειρά πολύ πλοκων μηχανισμών αύτορρύθμισης πού χρειάΓ στηκαν χιλιάδες εκατομμύρια χρόνια γιά τήν εξ έλιξή τους, είναι μιά ανόητη έκφραση άνθρωποκεντρικής άλαζονείας καί ανήκει στήν περιοχή τής καθαρής φαντασιοπληξίας.» ’Ίσως είναι καί μιά άποψη, συμπληρώνω, γιά τήν άνακύκλωση τού χρήματος καί τήν κερδοσκοπία από τήν εκμε τάλλευση τού οικολογικού προβλήματος. "Ολο καί περισσότεροι άνθρωποι προαισθάνονται τό μέγεθος τής καταστροφής. Λείπουν ώστόσο στοι χεία, ενημέρωση καί ένα πρόγραμμα πού νά δη μιουργεί «νοοτροπία, στάση άντίληψης γιά τή δημιουργία τού τύπου τής κοινωνίας πού θά τό θέσει σέ λειτουργία». Μιά σφαιρική δηλαδή αντίληψη καί κινητο ποίηση γιά ριζική άλλαγή τής στάσης μας, μιά καί πολλοί απαιτούν νά φύγουν τά έργοστάσια άπό τίς πόλεις, άλλά δέν γνωρίζουν μέ άκρίβεια τό τί μημα καί τό βάθος τών αλλαγών γιά μιά πραγμα τικά βιώσιμη κοινωνία. Πολύ πιό πέρα ή οικολο γική επιταγή δέν άπαιτεϊ κυβερνητικό έργο, άλλά προπάντων τρόπο ζωής. Τό Κίνημα γιά τήν Επιβίωση παρουσιάζει τίς θέσεις του άπό τό περιοδικό Ecologist, δίνοντας πολύτιμα στοιχεία γιά τό θέμα. Κ. Κ.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Ή διδασκαλία τής άρχαίας γραμματείας Φ. Κ. ΒΩΡΟΥ: Ή διδασκαλία τής άρχαίας γραμματείας. Προσπάθεια Ανανέωσης καί άναπροσανατολισμοϋ. ’Αθήνα, Νέα Παιδεία, 1981. Σελ. 221. ΠΡΟΣΦΟΡΑ στήν ελληνική έκπαίδευση πού πανθομολογούμενα παραπαίει καί βοήθεια στόν
Φ. Κ. Βώρος
έκπαιδευτικό πού άγωνίζεται μόνος του, χωρίς τά κατάλληλα σεμινάρια, χωρίς καθοδήγηση, είναι τό βιβλίο τού Φ. Κ. Βώρου «Ή διδασκαλία τής άρχαίας γραμματείας». 'Ο συγγραφέας έπιμένει στή διδασκαλία τών θεωρητικών μαθημάτων, τής άρχαίας γραμμα τείας, τής ιστορίας, τής φιλοσοφίας, τού δράμα τος καί προορίζει τό βιβλίο του περισσότερο γιά τό φιλόλογο, άλλά πολλά κεφάλαια όπως: «Τί σημαίνει έξέταση στήν παιδαγωγική πράξη», «Μόρφωση καί επιμόρφωση τών λειτουργών τής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», «Τό νόημα τής ελευθερίας σήμερα», «Τέκνα άνίας καί τέκνα άγωνίας», «Όργάνωση τής σκέψης τού μαθητή» κ.ά. ενδιαφέρουν κάθε έκπαιδευτικό, άνεξάρτητα άπό ειδικότητα. Τό πρώτο μέρος τού βιβλίου περιορίζεται στή διδακτική τής άρχαίας γραμματείας, έρμηνεύει ορούς, δίνει βάσεις γιά τή διδασκαλία κειμένων κι άρχές γιά τήν άνάπτυξη γόνιμου διάλογου στήν τάξη, καί άνοίγει «νέους ορίζοντες» γιά τό φιλό λογο, ενώ στό παράρτημα τά θέματα είναι γενικό τερου ενδιαφέροντος. Μετά άπό κάθε κεφάλαιο άκολουθεϊ βιβλ,ιογραφία, κι έτσι οποίος θελήσει νά βοηθηθεϊ περισσότερο θά τό κατορθώσει χω ρίς πολύ κόπο καί σπατάλη χρόνου. Ή καθαρή σκέψη, ό σωστός προβληματισμός, ή λογική επιχειρηματολογία, ή ικανότητα νά τά βγάζει αυτά στό χαρτί καί ή άγάπη γιά τή δου λειά του χαρακτηρίζουν τό συγγραφέα. Καί σ’ αύτό τον τόπο χρειαζόμαστε τέτοιους άνθρώπους καί τέτοια βιβλία. Ε. Κ.
101
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ
Δυσλεξία ΚΩΣΤΑ Δ. ΠΟΡΠΟΔΑ: Δυσλεξία. ‘Α θήνα, Μορφωτική, 1981. Σελ. 146. ΒΙΒΛΙΟ πού φαίνεται νά άφορά ειδικό κοινό ή «Δυσλεξία», πρέπει νά ένδιαφέρει πλατύτερο, γιατί βιβλία μέ τέτοια θέματα σπανίζουν, ενώ ή άνάγκη είναι μεγάλη. Ό Κώστας Πόρποδας καταγράφει άπό ψυχολογική σκοπιά τήν ειδική αύτή διαταραχή στή μάθηση τού γραφτού λόγου πού παρουσιάζουν ορισμένα παιδιά σάν ειδική δυσκολία στή μάθηση τής ανάγνωσης καί τής όρθογραφημένης γραφής, παρά τό γεγονός δτί είναι ικανά άπό διανοητική άποψη. Ό βρετανός σχολίατρος Ρ. Morgan έγραφε τό 1896: «αυτό τό (δυσλεξικό) παιδί θά ήταν ό κα λύτερος μαθητής, άν ή διδασκαλία καί μάθηση ήταν άποκλειστικά προφορική...» Καί γιατί νά μήν ήταν; Εύκολη λύση, ίσως, ή λύση γιά ειδικές περιπτώσεις. Αύτό πού πρωτεύει είναι νά προσ διορίσουμε τή φύση τής λειτουργικής διαταραχής, ώστε νά άντιμετωπιστεΐ παιδαγωγικο-διδακτικά. Ό άναλφαβητισμός μάς άπάλλασσε άπό τέτοιες πολυτέλειες. Νά δμως πού ή ζωή - ά ς τό θέσουμε πολύ γενικ ά- μάς γεμίζει «μειονότητες» πού θά έπρεπε νά τίς βοηθήσουμε καί νά άπαλύνουμε τον πόνο καί τή μοναξιά τους μέ ειδικά προγράμ ματα. Ό συγγραφέας είναι κάτοχος πολλών τί τλων κι έμπειρος. Οί διάφορες πτυχές τού προ βλήματος συνοδεύονται μέ συμπεράσματα τής πειραματικής έρευνας. Κ. Κ.
ΓΛΩ ΣΣΑ
Λεξικό λαϊκών όρων τής οικοδομικής ΖΗΣΙΜΟΥ A. ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΥ: Λεξικό των λαϊκών τεχνικών δρων τής οικοδομικής (των με γάλων αστικών κέντρων). ’Αθήνα, Λύχνος, 1981. Σελ. 244 + 634 σχήματα. ΟΠΩΣ καί σέ άλλες τέχνες έτσι καί στήν οικοδο μική ό τεχνίτης χρησιμοποιούσε, γιά νά συνεν νοείται μέ τούς όμότεχνούς του, ιδιαίτερους τε χνικούς δρους, ιδιαίτερες εκφράσεις, σέ γλώσσα πού νά είναι κατανοητή άπό δλο τό σινάφι, άπό
102
τόν απλό έκτελεστή μέχρι καί τόν άρχιτέκτονα πού άναδεικνυόταν άπό τούς φωτισμένους άρχιμαστόρους τού σιναφιοϋ. Αύτό δέν συνέβαινε μόνο παλιότερα, δταν φο ρέας τής γνώσης ήταν ό τεχνίτης, πού τή μετάδινε άπό γενιά σέ γενιά. Τό ίδιο γίνεται καί σήμερα. “Οσοι άσχολοϋνται μέ τήν οικοδομή, έργάτες, τε χνίτες, άρχιμάστοροι, άρχιτέκτονες καί μηχανικοί έχουν δικούς τους δρους πού συνήθως δέν έχουν σχέση μέ αύτούς πού όνομάζουμε έπιστημονιΌ Ζ. Τζάρτζανος συγκέντρωσε τούς παλιότερους καί νεότερους δρους τών μεγάλων άστικών κέντρων, τούς κατάταξε, τούς εξήγησε καί τούς ερμήνευσε ετυμολογικά. Τό λεξικό αύτό, πού άπευθύνεται τόσο στούς τεχνικούς δσο καί στούς γλωσσολόγους, έκδόθηκε γιά πρώτη φορά πριν άπό είκοσι χρόνια, άφοϋ είχε έγκριθεΐ καί είχε άπονεμηθεΐ άπό τό ΕΜΠ τό δίπλωμα τού διδάκτορος στό συγγραφέα. Τώρα ξαναεκδίδεται συμπληρωμένο μέ 500 νέα λήμ ματα καί μεταγλωττισμένο στή δημοτική. Γ. Μ.
ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
Σπύρου Βασιλείου: Οί ξυλογραφίες ΝΙΚ. ΠΕΤΣΑΛΗ-ΔΙΟΜΗΔΗ: Σπόρον Βασι λείου, οί ξυλογραφίες. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 235. Τόν έγνώρισα συγγραφέα, τόν έγνώρισα καλλιτέχνη, τόν είδα πάντα στη θέση ταυ μέσα στή συλλογική καί ειδικά τήν έθνική ζωή. Είναι ζωγράφος βέβαια, άλλά άσφαλώς δέν είναι μόνο ζωγράφος. Πάντα στή θέση του σέ δλα καί μέ τά εργαλεία τής τέχνης του στό χέρι. Κ, Θ. Δημαράς ΤΑ σά έκ τών σών, ένα άδιάκοπο άλισβερίσι τού δημιουργού μέ τήν παράδοση καί τίς Ιστορικές στιγμές πού ζούσε, 1940-1947, γι’ αύτό καί «χα ράκτης τών επτά ετών». Ή έλλειψη χρημάτων τής έποχής, χρωμάτων καί ύλικών, καί, μιά πού τά πάντα τότε ήταν μαυρόασπρα, ό κυρ-Σπύρος «μιά μέρα», δπως είπε, «έπιασα καλέμι καί χά ραξα». Αύτοδίδακτος χαράκτης, τό 1940 είχε ήδη μιά δημιουργία ζωγραφική δέκα πέντε χρόνων. «Εντυπω σιάζει ώστόσο ή “έξ ύπαρχής” ώριμότητα τής χαρακτικής του» γράφει ό ΠετσάληςΔιομήδης. Ή θεματογραφία τού χαράκτη στις περισσότερες περιπτώσεις στηρίζεται σέ βυζαντινο-λαϊκά θέματα καί άντλεϊ πολλά στοιχεία άπό τό ιδιαίτερο κλίμα τής άγιογραφίας. 465 ξυλο γραφίες λοιπόν τού Σπύρου Βασιλείου σέ μιά έκ-
δόση καλόδετη καί φροντισμένη, σημαντικό Απόκτημα καί προσφορά στήν ιστορία τής νεότερης τέχνης μας.
ΓΛΥΠΤΙΚΗ
Κ. Κ.
Χρηστός Καπράλος ΓΛΥΠΤΙΚΗ
Τό άκροκέραμο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ: Τό άκροκέραμο καί Άλλα πηλοτεχνήματα. ’Αθήνα, ’Εξάντας, 1981. Σελ. 198. ΠΕΦΤΟΥΝ κάποτε κάποτε στά χέρια σου εκδό σεις γιά τίς όποιες δέ θά ήθελες τίποτα άλλο νά πεις πέρα άπ’ αυτό: Εύγε! Στήν κατηγορία των έκδόσεων αυτών Ανήκει καί ό τόμος πού κρα τούμε στά χέρια μας -έρ γο συνθεμένο μέ μεράκι, γνώση καί πόνο από τόν ’Αριστείδη Γιαγιάννο καί παρουσιασμένο μέ φροντίδα καί στοργή άπό τόν εκδότη.
Χρηστός Καπράλος. Ά πό τή συγκεφαλαίωση τής ελληνικής κλασικής παράδοσης στήν έκ φραση τοϋ διαχρονικού καί τον καθολικού. Παπαστράτος ΑΒΕΣ, Αθήνα, 1981. Σελ. 309. ΝΟΜΙΖΩ πώς οί φιλότεχνοι θά ικανοποιηθούν Απόλυτα μέ τό λεύκωμα τό Αφιερωμένο στό Χρήστο Καπράλο Από τήν «Παπαστράτος ΑΒΕΣ», μέ εισαγωγή γιά τή ζωή καί τήν καλλιτεχνική δη μιουργία του γραμμένη Από τόν καθηγητή Χρύ σανθο Χρήστου. Έ τσι, σ’ έναν πλούσιο τόμο ύπάρχει συγκεν τρωμένο τό έργο αύτοΰ τού φτωχού παιδιού πού γεννήθηκε κοντά στό ’Α γρίνιο, είχε γιά πρώτους δάσκαλους τούς Αγιογράφους τής περιοχής καί μετά τόν Ούμβέρτο Ά ρ γυ ρ ό στή Σχολή Καλών Τεχνών στήν ’Αθήνα. Ά π ό τήν περίοδο αύτή τό λεύκωμα περιλαμβάνει έργα ζω γραφικά καί γλυ-
Τί κάνει ό Γιαγιάννος; Συγκεντρώνει καί δια σώζει, προσφέροντάς τα ώς αντικείμενο μελέτης, Απόλαυσης καί προβληματισμού, τΑ έργα εκείνα πού Αποτέλεσαν στοιχεία τού καθημερινού πολι τισμού μιάς εποχής πού έφυγε όριστικΑ. ΤΑ Ακροκέραμα καί τά λοιπΑ πηλοτεχνήματα πού παρουσιάζονται εδώ (ό τόμος περιέχει 292 εικό νες) είναι δηλωτικά ένός οικιστικού, καί κατ’ έπέκταση Ανθρώπινου, χώρου δομημένου στήν κλίμακα τού Ανθρώπου. Συνιστοΰν δέ, κατ’ Αντι διαστολή, μιά δριμύτατη καταγγελία γιά τή σημε ρινή μας τήν κατάντια: Ή ’Αθήνα, λέει κάπου στό εισαγωγικό του κείμενο ό Α. Γ., «μπορεί νά συγκριθεΐ μόνο μέ κάποια νεότευκτη πόλη τού Περσικού κόλπου καί πολύ είναι». ’Εννοεί βέ βαια τήν ’Αθήνα τή σημερινή. Γιατί ή ’Αθήνα (Αλλά καί οί άλλες πόλεις τής Ε λλά δα ς, προτού «Αναπτυχθούν») τού δχι καί πολύ μακρινού π α ρελθόντος δέν είχε καμιά σχέση μέ τή νεφοσκεπή πρωτεύουσα τού 1981. Μάθημα ιστορικής μνήμης ή έκδοση αύτή, γίνε ται Αφορμή γιά τήν Αναμόχλευση έπώδυνων ερω τημάτων πού θά μπορούσαν νά συνοψιστούν στό: «Τίς πταίει;» Β. Π .
103
πτικά, έμπνευσμένα κυρίως άπό τό περιβάλλον του -τή μάνα του, τήν άδερφή του, χωρικούς, θεριστάδες. Ό Καπράλος θά συνεχίσει τίς σπουδές του στό Παρίσι κι άργότερα, στόν πόλεμο ,θά έπιστρέψει στην Ε λ λά δα γιά νά δώσει μετά τό τέλος του τή ζωφόρο τής Μάχης τής Πίνδου, ένα πρώιμο άλλά συγκλονιστικό έργο του. Ή εξέλιξη δμως δέ σταματά, ούτε ή άναζήτηση. Στά ώριμότερα χρόνια του ό καλλιτέχνης συνεχί ζει άποκλειστικά πιά στή γλυπτική καί δουλεύει σχεδόν κάθε ύλικό. Στήν εισαγωγή άναλύεται δλη ή πορεία τού Χρήστου Καπράλου καί στίς φωτογραφίες τήν παρακολουθούμε άπό τίς πρώτες σπουδές, τά πρώτα σχέδια, τά πρώτα παραδοσιάκά έργα, ώς τά πιό άφαιρετικά, έκφραστικά πού άρχίζουν σιγά σιγά μετά τόν πόλεμο, ώς τά τελευταία χρό νια, άκόμα καί τά κεραμικά «παιχνίδια» του. Στή θαυμάσια αύτή έκδοση παρακολουθούμε μαζί μέ τόν πολυδιάστατο καλλιτέχνη κι ένα μέ ρος άπό τήν ιστορία τής ελληνικής καί εύρωπαϊκής γλυπτικής. Ε. Κ.
άρχαίων Ελλήνω ν καί πώς άπό τήν ήρεμη παρα δοχή βαδίζουμε πρός τή φιλοσοφική άμφισβήτηση διά μέσου τής άνύψωσης τής άνθρώπινης προσωπικότητας; Μέσα άπό τούς στίχους τών ποιητών πού δ Br. Snell' άναλύει μέ τή βαθιά γνώση του ξετυλίγεται αύτή ή πορεία. Αύτό δμως πού συμπληρώνει τήν έξέλιξη τής σκέψης καί τής αύτονομίας τού άνθρώπου είναι ή ανάπτυξη τής έπιστήμης, πράγμα πού γίνεται δυ νατό χάρη στή δημιουργία τών γλωσσικών κατη γοριών καί τών διαφόρων εννοιών. Έ τσι, παράλ ληλα μέ τή διαμόρφωση ήθικής, αισθητικής, ιστο ρικής συνείδησης οί Έ λληνες άνάπτυξαν-τό έννοιολογικό ύλικό καί δημιούργησαν τούς έπιστημονικούς δρους πού έδωσαν άργότερα στήν άνθρωπιστική Εύρώπη δυνατότητες μελέτης καί προόδου. Τό κάθε δοκίμιο αύτού τού τόμου είναι πολυ διάστατο καί μαζί μέ τήν άνάλυση τής άρχαιότητας στό λόγο καί τήν τέχνη 6 συγγραφέας εφαρ μόζει ένα διαχρονικό συγκρητισμό μέσα στούς αιώνες πού προσθέτει νέες διαστάσεις σέ κάθε θέμα, μιά καί τού δίνει τή θέση του καί άποδεικνύει τή συμβολή του σέ δλη τήν πολύχρονη εύρωπαϊκή δημιουργία. ■
ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ
Ή άνακάλυψη τού πνεύματος BRUNO SNELL: Ή άνακάλυψη τοϋ πνεύματος. 'Ελληνικές ρίζες τής ευρωπαϊκής σκέψης. Μετ.: Δανιήλ ’Ιακώβ. ’Αθήνα, Μορφωτικό "Ιδρυμα ’Εθνικής Τραπέζης, 1981. Σελ. 491. «Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ σκέψη αρχίζει μέ τήν ελλη νική.» Α ύτό πιθανότατα δέν είναι καινούριο, άλλά τά 17 δοκίμια τού Bruno Snell πού περιέχονται στήν «’Ανακάλυψη τού πνεύματος» τό εδραιώνουν μέ μιά πολλαπλή άνάλυση τής έλληνικής σκέψης καί τής εξέλιξής της. Ό Bruno Snell, όμότιμος καθηγητής στό Πανε πιστήμιο τού ’Αμβούργου, είναι πασίγνωστος ελ ληνιστής καί μέ τίς πολυάριθμες μελέτες του γιά τόν Αισχύλο, τόν Εύριπίδη, τό δράμα γενικότερα, τή γλώσσα, τή φιλοσοφία συνέβαλε άποφασιστικά στή γνωριμία μέ τήν έλληνική σκέψη. Ή «’Ανακάλυψη τού πνεύματος» άρχίζει μέ τόν "Ομηρο -τή σύλληψη τής έννοιας τού άνθρώπου σ’ αύτό τό «πιό απομακρυσμένο στάδιο τού ελληνικού πολιτισμού», τήν όμηρική θρησκεία-, προχωρεί μέ τόν Η σ ίο δο , τή γέννηση τής λυρικής ποίησης, τού δράματος, τή μετάβαση στή φιλοσο φία. Ποιά. ήταν ή θέση τής θρησκείας στή ζωή τών
104
Ε. Κ.
ΠΟΙΗΣΗ
Καιρικές συνθήκες ΝΤΙΝΟΥ ΣΙΩΤΗ: Καιρικές συνθήκες. ’Αθήνα, Γνώση, 1981. Σελ. 40. Η ΠΟΙΗΣΗ τού Ντίνου Σιώτη: κλιματισμός τής άπαισιοδοξίας. Χιούμορ καί αύτοσαρκαστικός τόνος. Εικόνες τής Ν έας Ύ όρκης —πέρα άπό τή Νέα Ύόρκη. Βάκχες έν πλώ γιά τήν Αίγινα. ’Οσμή τσιγάρου καί καφέ. «Νά τά παρατήσω δλα/άλλά νά πάω πού;» ’Απόφαση τής μνήμης. Νά μήν ξεχάσεις τίποτε. Κι άς είναι ν ά πνιγείς. Στίς «Καιρικές συνθήκες» ύπάρχουν στιγμές πού αιχμαλωτίζουν. 'Υ πάρχουν καί άλλες στιγμές πού σέ κάνουν νά άναρωτιέσαι γιατί 6 Ν. Σ. δέν προχώρησε παραπέρα τήν επεξεργασία τού ύλικού του. Μέσα στίς σελίδες τής συλλογής αύτής κυκλοφορεί μιά συνείδηση γυμνή, εκτεθειμένη πού δέν αύτοπροστατεύεται. Μερικές φορές έχει τήν τάση ν ά ναρκισσεύεται. Είναι άνισο βιβλίο οί «Καιρικές συνθήκες». Καί ερεθιστικό. «Τώρα πού άποφάσισα νά πώ άντίο σέ δλα / ένα όμορφο φώς άπλώνεται / μέσα στά έντόσθια τού κόσμου.» Β. Π.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Φωταγωγία MAKE ΛΑΧΑΝΑ: Φωταγωγία. ’Αθήνα, Κέ δρος, 1981. Σελ. 55. ΑΣΘΜΑΤΙΚΗ εκφορά μιας Αδιέξοδης εμπειρίας. Έ τσι θά μπορούσαν νά χαρακτηριστούν τά κεί μενα τού Μάκη Λαχανά. Νιώθεις μάλιστα τόν πειρασμό νά τά δνομάσεις: σημερινά πεζοτρά γουδα. Μά τί σημασία έχουν οι ετικέτες;
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ό κύριος Χί ΓΙΑΝΝΗ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ: Ό ’Α θήνα, Αστέρι, 1981. Σελ. 174.
κύριος Χί.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Νεγρεπόντης χρησιμοποιεί στό βι βλίο αύτό τή «μέθοδο» τού Μπέρτολντ Μπρέχτ. Πιό συγκεκριμένα: Ό «Κύριος Χί» καί οί ιστο ρίες του παραπέμπουν στις «Ιστορίες τού κυρίου Κόυνερ». ”Α ς Ακούσουμε πώς εξηγείται ό συγ γραφέας στήν προλογική του σημείωση: «Ή χρη σιμοποίηση τής μεθόδου τού Μπέρτολντ Μπρέχτ έχει γίνει μέ πλήρη συνείδηση. Χρησιμοποιώ τό μπρεχτικό εργαλείο δπως ό οποιοσδήποτε μάστο ρας ένα εργαλείο πού μπορεί νά τού δώσει περισ σότερες δυνατότητες στήν παραγωγή του. Γιά τό καθαρό μάτι τού Αναγνώστη είναι ή πρόθεσή μου φανερή. Όποιαδήποτε άλλη υπόθεση είναι δι καίωμα τού καθένα Αλλά δέν Αφορά σέ μένα. Τό μόνο πού μ’ ενδιαφέρει είναι νά έχω χρησιμο ποιήσει σωστά τό εργαλείο κι οί Ιστορίες πού έχω παράγει ν ά λειτουργούν στούς Αναγνώστες μου.» Ε νδιαφ έρον τό πείραμα τού Γ. Ν. Καί προκλη τικό. Ό συγγραφέας Ανατέμνει σκηνές τού καθ’ ημέραν βίου καί τίς εντάσσει μέσα σέ μιά συν ολική θέαση τού ιστορικού γίγνεσθαι. Σωστό τερα: τού μικροαστικού γίγνεσθαι. Ό Γ. Ν. θη τεύει σέ πολλά είδη, Αλλά οί στόχοι του είναι οί ίδιοι. Ό μικροαστικός άνθρωπος (ό μικροαστός Έ λλην) είναι ένας Απ’ αυτούς -τολμώ νά ύποθέσω ό προσφιλέστερος στό συγγραφέα. Β. Π.
Μάχης Λαχανάς Ό Μ. Λ. καταγράφει μέ τόν τρόπο του τή δυσ φορία τοϋ ΐιπάρχειν. Στη γραφή του πρωταγωνι στούν τά Αποσιωπητικά. Έ χεις όμως τήν αίσθηση δτι αύτός ό μετεωρισμός, αυτή ή άρση τής συν έχειας τού λόγου δέν προκύπτει άπό τήν ένύπαρκτη δυναμική τού γεγονότος τής γραφής, αλλά έπιβάλλεται έξωθεν, καταχρηστικά, ώς (τετριμ μένο) σήμα Αμηχανίας. Τά κείμενα τού Μ. Λ. εί ναι, άπό μιάν άποψη, κλασικότροπα; έχουν άρχή, μέση, τέλος. Είναι κείμενα συνεχή. Οί λέξεις δια τεταγμένες έφ’ ενός ζυγού. Νιώθεις δμως εδώ κι εκεί τό συγγραφέα νά προσπαθεί όντως νά Ανοι χτεί σέ άλλους χώρους καί τόν βλέπεις νά φτάνει σέ Αξιοσημείωτα Αποτελέσματα: «...δχι δέν ήταν εύκολο πάντα δέν είναι εύκολο... ούτε κάν νά τό πεις άν... τό κεφάλι τ η ς-π ομ π έ ή πλα κέ- δέν έχει μιά εγκοπή καλή βαθιά εγκοπή... έτσι πού νά... βαθιά νά σφηνώσει νά μπει βαθιά στά γεμάτα... τό κατσαβίδι νά έρθει εφαρμοστό βαθιά καί εφαρμοστό... στό βάθος τής εγκοπής...» Β . Π.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Τό βάρος τής τριχοφυΐας ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΛΒΑΡΛΗ: Τό βάρος τής τριχο φυΐας. ‘Α θήνα, ’Α στέρι, 1981. Σελ. 107. ΕΙΝΑΙ ενθαρρυντικό τό δτι 6λο καί περισσότεροι νέοι άνθρωποι τά τελευταία χρόνια γράφουν, καί μάλιστα πεζά, καί έκδίδουν τά έργα τους. Ό Μίλτος Σαλβαρλής είναι ένας Απ’ αύτούς. Μόλις 25 χρόνων, Απόφοιτος τής Νομικής Θρά κης καί Ασχολούμενος μέ τή δημοσιογραφία, τό πρώτο έργο πού εκδίδει είναι «Τό βάρος τής τρι χοφυΐας». Φτιαγμένο Από τά προσωπικά του βιώματα τό βιβλίο άφηγείται τή ζωή, τό μεγάλωμα ενός παι105
διοϋ σ’ έναν άστικό περίγυρο δπου καθημερινά ύφίσταται τή βία, τή σκληρότητα τής τάξης του, τόν παραλογισμό τής οικογένειας, τών συγγενών, τοϋ σχολείου, τή σεξουαλική καταπίεση τήν ίδια ώρα πού τά τρομαγμένα μάτια του γίνονται μάρ τυρες τής σεξουαλικής ασυδοσίας μέσα στό ίδιο του τό περιβάλλον. Τά θέματα τοϋ νεαρού συγγραφέα είναι ενδια φέροντα κι έπίκαιρα, άλλά τό γράψιμό του κάπως ανώριμο άκόμα. Στρωτή αφήγηση καί βίαιος συμβολισμός (έπηρεασμένος σέ πολλά άπό ξένους σύγχρονους συγγραφείς, μά μοιραία λιγότερο δυ νατός) έναλλάσσονται. Κι αυτές οι διαρκώς επα ναλαμβανόμενες συμβολικές περιγραφές του τε λικά κουράζουν κι άντί νά προσθέτουν άφαιροϋν ένταση καί δίνουν τήν εντύπωση τοϋ επίπλαστου. Έ νώ ύπάρχουν πολλά καλά σημεία, μιά αναμφι σβήτητη λεκτική ευχέρεια, γλωσσικός πλούτος καί άνεση στή χρησιμοποίηση τοϋ ύλικοϋ του, τό βι βλίο χάνει πολλά άπ’ αύτό τό «ύφος». Ά ν ό Μίλτος Σαλβαρλής βασιστεί λιγότερο στήν εύκολία του καί περισσότερο στό περιεχό μενό του καί τά βιώματά του καί προσπαθήσει, πιστεύω πώς ή επόμενη δουλειά του θά είναι πιό ούσιαστική καί πιό αληθινή. Ε. Κ.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
σειρά τών εκδόσεων τών «Νέων Συνόρων» γιά τά προβλήματα τής γυναίκας. Είναι ή ιστορία μιάς βραζιλιάνας καλλονής, ή αν θέλετε τοϋ «φλογε ρού άστρου τής σάμπας», πού λόγω φτώχειας καί ταπεινής καταγωγής γίνεται αρχικά μέν σκλάβα (μέ δλη τή σημασία τής λέξης) τοϋ αποκτηνωμέ νου λοχαγού Ζούστο, γιά νά καταλήξει, αφού σκοτώσει τόν βασανιστή της, στήν πορνεία (πού άλλοΰ;), δπου καί θά πρωτοστατήσει στήν εξ έγερση τών γυναικών κατά τής καταπίεσης πού ύφίστανται λόγω επαγγέλματος. Μέ χιούμορ καί ειρωνεία, τεντώνοντας τά τρα γικά περιστατικά μέχρι νά φθάσουν στήν ύπερβολή τους, δ X. Α. μέσα άπό τή συμπαθητική του ήρωίδα -πολλά βιβλία του έχουν γιά κεντρικό πρόσωπο κάποια γυναίκα-, καταφέρνει νά δώσει άνάγλυφη τήν άληθινή έννοια τής ήθικής, πού δέν άφορά τή διάθεση τοϋ κορμιού άλλά τή διαύγεια τής ψυχής. Καί ή πόρνη Τερέζα Μπατίστα, ή χω ρίς ίχνος κακίας, ή έτοιμη νά δεχτεί τόν έρωτα άλλά καί νά τόν άνταποδώσει, είναι πράγματι ό ΰπερασπιστής τών άδικημένων καί τών φτωχών. Χρονικά τό έργο αύτό άνήκει στά μυθιστορή ματα τού X. Α. τής δεκαετίας τού ’50, δπου ή λο γοτεχνική ύφή άποκτά ιδιαίτερη σημασία γιά τό συγγραφέα, σέ άντίθεση μέ τό πολιτικό στοιχείο, πού είναι ιδιαίτερα έντονο στά μυθιστορήματα τών προηγουμένων έτών. Στό σημείο αύτό θά θέ λαμε νά έπισημάνουμε τήν έλλειψη ενός βιογραφικοϋ σημειώματος μέ στοιχεία γιά τή ζωή καί τό έργο τού συγγραφέα, Ιδίως δταν πρόκειται γιά ξένο λογοτέχνη. Κ. Ρ.
Τερέζα Μπατίστα ΧΟΡΧΕ ΑΜΑΝΤΟ: Τερέζα Μπατίστα. Met,: Γ. Δ. Ταμβίακον. ‘Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1981. Σελ. 337. Η «ΤΕΡΕΖΑ Μπατίστα» τοϋ Βραζιλιάνου Χόρχε Ά μά ντο, γνωστού ήδη στήν Ε λλά δα άπό τήν τρι λογία του «Φώς στό σκοτάδι», εντάσσεται στή
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
’Εσωτερική ζωή ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΜΟΡΑΒΙΑ: ‘Εσωτερική ζωή. Μετ.: Ειρήνης Βασιλάκη. ’Αθήνα, Εξάντας, 1981. Σελ. 414. «ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ζωή» είναι ό τίτλος τού πιό πρόσφατου μυθιστορήματος τού Ά λμπέρτο Μοράβια. Τό γράψιμό του κράτησε εφτά χρόνια. 'Εφτά χρόνια πού γιά τήν ’Ιταλία σήμαιναν δλο καί περισσότερη βία, φρίκη, τρόμο. Καί φορείς αύτής τής βίαιης έξέγερσης ενάντια σ’ δλα, τά νεαρά παιδιά άπό «καλές οικογένειες». Ό Μοράβια -έν α ς Μοράβια κάπως διαφορετι κός άπ’ αύτόν πού ξέρουμε, μέ μιά γλώσσα πιό σκληρή, πιό εύαίσθητη, πιό διεισδυτική καί πιό ελεύθερη- προσπαθεί νά δώσει άπάντηση ή του λάχιστο κάποια εξήγηση, κάποια δικαιολογία. Ή ρωίδα μιά νεαρή κοπέλα άπό μεγαλοαστική οι κογένεια τής Ρώμης, πού μέχρι τήν έφηβεία της ζεί μέσα σ’ ένα είδος νάρκης, σ’ ένα τέλμα. Κά
106
ποια σκηνή πού βλέπει στά δώδεκα χρόνια της -έ ν α τρίο μέ τή θετή μητέρα της, τό διαχειριστή καί τήν γκουβερνάντα τη ς- τή σημαδεύει ορι στικά. Λίγο καιρό Αργότερα αρχίζει ν ’ ακούει μιά φωνή, μιά εσωτερική φωνή πού τήν επίτιμα γιά τήν αδιαφορία'της, τό βόλεμά της, καί τή σπρώ χνει νά επαναστατήσει ενάντια σ’ όλα καί μέ όποιοδήποτε τρόπο, όσοδήποτε τρελό ή παρά τολμο. Ή ταραγμένη -ψυχή τής κοπελίτσας βρί σκει ένα στήριγμα σ’ αυτή τή φωνή καί τήν ύπακούει τυφλά, όσο σκληρή, παράλογη ή αντιφατική κι &ν είναι. Σκοπός είναι ή εξέγερση - τ ό Αντικεί μενό της κατά καιρούς Αλλάζει, Αλλά αυτό δέν έχει σημασία, ό σκοπός παραμένει. Ή ήρωίδα έξεγείρεται ένάντια στόν εαυτό της, τή θέλησή της, τή μητέρα της, τό περιβάλλον της. Προσπαθεί νά βεβηλώσει τά πάντα, τή θρησκεία, τό χρήμα, τήν οικογένεια, τόν έρωτα, γιά νά πληγωθεί τελικά καί ή ίδια καί νά μείνει μόνη της, χωρίς τή φωνή της καί χωρίς σκοπό. Τό έρωτικό τρίγωνο τής θετής μητέρας, τής κό ρης καί τού έραστή δέν είναι εύρημα, είναι μιά Αλήθεια, ένα σχήμα συνηθισμένο στή σημερινή ιταλική μεγαλοαστική τάξη. Μέσα Από τήν ύπεραφθονία καί τό κενό τό μόνο πού επιβιώνει είναι τό Αγχος πού δδηγεί στόν έξαλλο ερωτισμό καί τή βία. Αύτή ή βία πού ταράζει κάθε τόσο μέ τίς έκρήξεις της τίς πόλεις τής Ιτα λίας καί τού κόσμου μας είναι ή Αντίδραση στόν ύλιστικό πολιτισμό μας, έναν πολιτισμό χωρίς δικές του Αξίες, πού κρατά μονάχα τά προσωπεία κάποιων παλιών Αξιών. Κι είναι Αφάνταστο τό πόσο βαθιά διεισ δύει δ Μ οράβια στήν ψυχή αύτών τών έπαναστατημένων παιδιών, πού προσπαθούν Απεγνωσμένα καί μέ κάθε τρόπο νά δημιουργήσουν τήν «εσω τερική ζωή» πού έλειψε Από τό περιβάλλον τους. Ε. Κ.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
’Αδέσποτα παιδιά ΤΖΟίΣ ΚΑΡΟΛ ΟΟΥΤΣ: ’Αδέσποτα παιδιά. ‘Α θήνα, Νεφέλη, 1981. Σελ. 231. «Γλίστρησες; τόν ρωτούσε άδιάκοπα, θυμωμένα. Γλίστρησες ποτέ σου; Θέλω νά πώ, γλίστρησες ποτέ σου πάνω σέ κόκκινο αίμα, έσύ ό ίδιος; Ξέρεις πώς είναι;» Τζ. Κάρολ Όουτς ΦΡΙΚΗ, νοσηρότητα, βία, έρωτας καί χρήμα, θά νατος, ό θάνατος τού κάθε μέρα, Ανθρωποι πού δ έ ν ' είναι Αντρες ή γυναίκες, Αλλά Ανθρώπινες ύπάρξεις καί τίποτα παραπΑνω. Φόρμες Ανθρώ πινες, κούφιες Από ζωή Αλλόκοτη ή γιατί έτσι θά τίς είδε ατό 10ο ούρανό δ ξύστης τού πολιτισμού,
ό προγραμματιστής Τσάρλς Μπένεντικτ, πού φτιάχνει σπίτια γιά φτωχούς καί πάρκα γιά με σοαστούς καί κάτι παρακάτω· γιατί Ακόμα πιό κάτω, Α, ύπάρχει ένας κόσμος πού δέ δουλεύει γιατί δέν έχει ταυτότητα, όχι γιά τήν Ανεργία. Υ π άρ ξεις πού δέν μπορούν ν ’ Αποκρυπτογραφή σουν τό νόημα τού δράματος πού ζοϋν, πιασμένες όπως είναι «μέσα στήν προσωρινότητα τού επει σοδίου». "Ομως ό Τσάρλς «ήταν ένας ευχάριστος, συνηθισμένος, έξυπνος Αντρας, τού πήρε πολλά χρόνια γιά νά μπορέσει νά γίνει αύτό πού έγινε...» Σαρκασμός καί μιά ζωή πού βγαίνει κατευ θείαν Από περιστατικά καί γεγονότα «στό χώρο όπου συναντιούνται τό κοσμικό καί τό καθημε ρινό, εκεί πού τό συνηθισμένο συμπλέει μέ τό Απίθανο». Ή Ζενεβιέβ Φάμπρ γράφει γιά τήν Τζόις Κά ρολ Ό ου τς; «Τέκνο τής δεκαετίας τού ’30, ζεϊ μέ τίς εικόνες καταστροφής τής “μεγάλης οικονομι κής κρίσης”, στίς όποιες βλέπει τήν προαναγγελία τής σημερινής ’Αμερικής». Διηγήματα πού μέ συγκίνησαν καί τών όποιων τήν ώραία μετάφραση έκανε ή ’Αμαλία Τσακνιά. Κ. Κ.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
’Ανάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο NATHALIE SARRAUTE: ’Ανάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο. Μετ. Λήδας Παλλάντιου. ’Αθήνα, Χατζηνικολή, 1981. Σελ. 142. ΑΟΡΑΤΗ μυθιστοριογράφος ένός μύθου πού σταματάει στήν τρίτη εποχή καί ξαναρχίζει, Ανευ τέλους ή Αρχής. Ή Sarraute Ανήκει στήν όμάδα τού νέου μυθιστορήματος, καί τής Ανήκουν οί «Τροπισμοί», «Τό πορτραϊτο ένός Αγνώστου», «Ή εποχή τής ύποψίας» καί «Τό πλανητάριο». Τό «’Ανάμεσα...» είναι ένας μονόλογος, ήμερολογιακός, γραμμένος λές σέ μιά μέρα, μέ τό λαχά νιασμα τής καθημερινής Απορίας, έτσι στεγνός, κατακερματισμένος, μέ παύσεις, Αφασία καί βλέμματα περίεργα πού καθορίζουν Αλλη εικόνα τού κόσμου κι ένα εγώ πού τού Αμφισβητεί τόν ενιαίο χαρακτήρα · γι’ αύτό μονόλογος ήμερολογιακός πολυπρόσωπος. Χωρίς κεφάλαια, υπο διαιρέσεις καί ιστορία, τό είδος γραφής Ανάλογο μέ τήν κίνηση τού νέου μυθιστορήματος. Η μ ερ ο λόγιο καθημερινής φαντασιοπληξίας καί γι’ αύτό συγκλονιστικό, πήρα τό «’Α νάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο» χωρίς ίχνος βοήθειας σέ μιά έκδοση όμορφη, χωρίς όμως στίγμα γιά τό ποιά ή Natha-
107
lie Sarraute, όνομα πού γράφεται γαλλικά στό εξώφυλλο. Λές κι οί εκδότες επιφυλάσσουν σκό πιμη έκπληξη στόν άναγνώστη. ’Ό χ ι όμως στόν ανυποψίαστο, πού είναι καί ή πλεισψηφία. Ά ς είναι. Το «Α νάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο» αποκαλύπτει μιά συγκλονιστική αφήγηση καί σέ κάνει ν ά αισθανθείς τί σατανική σύμπτωση καί τί Αποθεωτική νοστιμιά θ’ Αποτελεί στό μέλλον ή λογοτεχνία σάν περαστική φίλη καί από ένα δη μιουργό πού δεν θά είναι πλάσμα παράξενο, ούτε όμως δημοσιογράφος. Ή πολύ καλή μετάφραση είναι τής Λήδας Παλλάντιου. Κ. Κ.
ΜΕΛΕΤΕΣ
Εισαγωγή στην ποίηση τού Γιάννη Ρίτσου ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΙΑΛΗΣΜΑ: Εισαγωγή στην ποίηση τον Γιάννη Ρίτσου. ’Αθήνα. Έπικαιρότητα, 1981. Σελ. 80 + χρονολογικός πίνακας ποιημάτων Γιάννη Ρίτσου. ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ μελέτημα πού μπορεί νά σταθεί χρήσιμος όδηγός σ’ όποιον επιθυμεί νά περιδιαβάσει στόν ποιητικό κόσμο τού Γιάννη Ρίτσου. Ό συγγραφέας δέν τρέφει ύπέρμετρες φιλοδοξίες. Σκοπός του δέν είναι ή εξαντλητική άνάλυση άλλα ή περιεκτική συνόψιση τών βασικών θεμά των τής ποιητικής τοϋ Ρίτσου. Γι’ αύτό καί ή μέ θοδός του δέν στηρίζεται σέ κριτήρια πού πηγά ζουν από τήν εσώτερη θεματική τοϋ Γ.Ρ., αλλά από μιάν άπλή χρονική περιοδολόγηση τοϋ έργου του. Συγκεκριμένα, ό Διαλησμάς διαιρεί τήν ποιητική παραγωγή τοϋ Ρίτσου σέ πέντε περι όδους: «1η περίοδος· ή προετοιμασία (1926 -1936). 2η περίοδος· ή δοκιμασία (1935-1943). 3η περίοδος· ή επιστροφή στις ρίζες καί ή έπικαιρότητα (1942-1955). 4η περίοδος· ή ώριμότητα (1956-1971). 5η περίοδος· ή συνέχεια (1970 καί εξής)». Βασισμένος στό σχήμα αύτό ό συγγραφέας αντιμετωπίζει τό Αντικείμενό του μέ εύαισθησία καί γνώση. Καί προτείνει ένδιαφέροντες ερεθι σμούς στόν ύπσψήφιο μελετητή (ή, άπλώς, άνα γνώστη) τής ποίησης τού Ρίτσου. Β. Π.
ΜΕΛΕΤΕΣ
Κριτικά ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ: Κριτικά. 1980. Σελ. 552.
’Αθήνα,
«ΑΠΟΨΕΙΣ γιά πρόσωπα καί θέματα τής νεοελ ληνικής λογοτεχνίας» είναι ό ύπότιτλος στό βι βλίο πού έξέδωσέ ό Α. Καραντώνης, συγκεντρώ νοντας κείμενα διαλέξεών του καθώς καί κριτικές εργασίες δημοσιευμένες σέ περιοδικά καί εφημε ρίδες. Τά κείμενα αυτά δέν συνδέονται Απαραίτητα μεταξύ τους, ούτε χρησιμοποιήθηκε καμιά συγκε κριμένη μέθοδος επιλογής. Δέν είναι παρά «ένα δειγματολόγιο μιας χαρούμενης περιπλάνησης μέσα στά περιβόλια τής λογοτεχνίας μας» λέει δ A. Κ. καί σπεύδει νά προειδοποιήσει τόν άνα γνώστη γιά τυχόν ξάφνιασμά του Από τήν Ανο μοιογένεια καί Ανισότητα τοϋ λογοτεχνικού Ανα στήματος τών προσώπων πού μελετά. Τά κείμενα είναι πολλά καί ποικίλα, καλύ πτουν δέ ένα μεγάλο ειδολογικό φάσμα τής λογο τεχνίας μας. ’Α πό τά κλέφτικα τραγούδια στό Βαλαωρίτη καί στόν Παλαμά, Από τόν Παπαδιαμάντη στό Σικελιανό καί στόν Έλύτη, άπό τήν πραγματικά συγκινητική καί γεμάτη Αγάπη σκια γράφηση τής φυσιογνωμίας τοϋ Γιώργου Κατσίμπαλη στήν περίπτωση Πώλ Νόρ, στήν ταξιδιωτική μας λογοτεχνία καί Ακόμη καί σέ μερικούς ξένους λογοτέχνες, δπως είναι 6 Σάρτρ, ό Χένρυ Μίλλερ, ό Έ λιοτ... Ό A. Κ., ό κριτικός πού έπισήμανε πρώτος τή σπουδαιότητα τοϋ νέου τότε ποιητή Γιώργου Σεφέρη, παρακολουθεί χρόνια τώρα τ’ Αχνάρια τής λογοτεχνίας μας. « Ό τόνος μας» λέει ό ίδιος γιά τά κείμενά του «είναι συνήθως θετι κός, συχνά θαυμαστικός, σπάνια έπιφυλακτικός ή Αρνητικός γιατί Από τότε πού μάς άποκαλύφθηκε ό θαυμαστός κόσμος τής λογοτεχνίας καί ιδιαί τερα τής νεοελληνικής θεωρήσαμε τήν κριτική, θεραπαινίδα τής λογοτεχνίας.» Κ. Ρ.
ΜΕΛΕΤΕΣ
Σαράντα χρόνια κριτικής ΠΕΤΡΟΥ ΧΑΡΗ: Σαράντα χρόνια κριτικής ελ ληνικού πεζού λόγου. Τόμος Α ' (1928-1949). ’Α θήνα, Ελληνικό Λογοτεχνικό καί Ιστορικό ’Αρχείο, 1981. Σελ. 347. Ο ΠΕΤΡΟΣ Χάρης, παρ’ όλες τίς ποικίλες πνευ-
108
ΜΕΛΕΤΕΣ
Ή τραγωδία τής σύγχρονης τέχνης GEORG LUKACS: Ή τραγωδία τής σύγχρονης τέχνης. Μετ. Γεράσιμου Λ υκιαρδόπουλου. ’Α θήνα, Ερασμος, 1981. Σελ. 80.
Πέτρος Χάρης ματικές ενασχολήσεις του, δεν άφησε κατά μέρος έκείνη πού θεωρούσε «απαραίτητο πνευματικό λειτούργημα», τήν κριτική δηλαδή τού βιβλίου καί θεάτρου- άγαπημένη έπίδοση, ή οποία μπορεί νά τόν άνάγκασε νά παραμερίσει τήν ύπόλοιπη έργασία του ώστόσο τόν καθιέρωσε λογοτεχνικό λειτουργό. Ό Π. X. πιστεύει δτι ή ύπηρεσία πού προσφέρει τό κριτικό σημείωμα είναι μεγάλη, εφόσον πληροϋνται οί εξής προϋποθέσεις: γνώση πλατιά καί θεμελιωμένη, άσυμβίβαστη τιμιότητα, ενότητα κριτηρίων. Κι αυτό, γιατί ή δουλειά τού κριτικού συνοδεύεται από αντιπάθειες, εχθρό τητα, καί αναγκάζει τόν γράφοντα κάθε φορά νά άναμετριέται σκληρά μέ κείμενα, συγγραφείς, προτιμήσεις καί παγίδες. Ή θος, γνώση καί άναλυτικό πνεύμα είναι εφόδια έκ τών ούκ άνευ,κι ό Π.Χ. τά διαθέτει παραδειγματικά. Έ τσι ή δου λειά του τής περιόδου 1928-1949 ύπηρετεϊ τή λο γοτεχνική ιστορία κι έχει τή δική της ιστορία στό αρχείο τής λογοτεχνικής παρουσίασης καί κριτι κής. Τά κείμενα πού παρουσιάζονται σ’ αύτό τόν τόμο πρωτοδημοσιεύτηκαν στό περιοδικό «Νέα Ε σ τία» καί δέν εξαντλούν τήν κριτική του δρα στηριότητα · δπως γράφει στήν εισαγωγή ό Μάνος Χαριτάτος «ή επιλογή έγινε μέ κριτήριο τήν άντοχή τών συγγραφέων καί τών έργων στό χρόνο». Κ. Κ.
Ο ΛΟΥΚΑΤΣ έγραψε διάφορα δοκίμια πάνω στό έργο τού Τόμας Μάν. Έ ν α άπ’ αύτά είναι καί τούτο εδώ. Γράφτηκε τό 1948 καί άναφέρεται, βασικά, στόν «Δόκτορα Φάουστους». Παράλληλα δμως άσχολεΐται καί μέ τήν εύρύτερη θεματική τού Μ άν, δπως αυτή συνοψίζεται στό έργο πού προαναφέραμε. 'Ωστόσο 6 Λούκατς, διαλεκτικός στοχαστής τής «ολότητας», δέν περιορίζεται στήν άντιμετώπιση μόνο τού συγκεκριμένου ύλικοϋ, αλλά ανάγεται σέ πλατύτερες θεωρήσεις ώς πρός τή σχέση τέχνης-πραγματικότητας. Βεβαίως πληρώνει ένα τίμημα γιά τή δέσμευση (τήν υποταγή του;) σέ μιά από τίς κυρίαρχες κριτικές γλώσσες τής εποχής. ’Α λλά, προικισμένος μέ τό χάρισμα, τού στοχα σμού, υπερβαίνει τά πλαίσια τού θεωρητικού δο γματισμού καί μάς προτείνει ερεθιστικές άφορμές γιά διάλογο. Μ’ δλες τίς αντιρρήσεις πού μπορεί νά έχει κανείς, ή επαφή μέ τή σκέψη τού Λούκατς είναι δυνάμει γονιμοποιός. Β. Π.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
’Αθηναϊκά μελανόμορφα άγγεια ./. BOARDMAN: ‘Αθηναϊκά μελανόμορφα αγ γεία. Μετ.: ’Ό λγας Χατζηαναστασίου. ’Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1980. Σελ. 286. ΗΤΑΝ καιρός νά μεταφραστεί στά ελληνικά ένα βασικό άρχαιολογικό βιβλίο, «Τά άθηναϊκά με λανόμορφα άγγεια» τού γνωστού αρχαιολόγου John Boardman πού είναι καί συγγραφέας πολ λών έργων σχετικά μέ τήν ελληνική τέχνη. Σ’ ένα προσεγμένο τόμο μέ τίς φωτογραφίες τού άγγλικοϋ πρωτότυπου ό έλληνας άναγνώστης, άρχαιολόγος, φοιτητής ή Ιστορικός τής τέχνης, θά βρει ένα πολύτιμο βοήθημα. Ή εισαγωγή μιλάει γιά τό μελανόμορφο ρυθμό, τήν εμφάνισή του, τήν τεχνική, τή διάδοσή του. Τό πώς ασχολήθηκαν μέ τά αγγεία οί διάφοροι μελετητές μέ επικεφαλής τόν Bearley, ονόματα 109
ομάδων, εργαστηρίων, ζωγράφων, τίς συμβατικές ονομασίες όταν λείπουν άλλα στοιχεία. Τά πρώτα κεφάλαια έξετάζουν περιόδους, ζω γράφους όνομαστούς, ύφος προσωπικό τού καθενός, στύλ τών άγγείων. Οί φωτογραφίες σέ κάθε κεφάλαιο χωριστά καί όχι, όπως συνήθως συμ βαίνει, συγκεντρωμένες στό τέλος, διευκολύνουν τόν αναγνώστη. Στά επόμενα κεφάλαια αναλύονται οί τεχνικές, τά σχήματα, οί κατηγορίες, τά ονόματα τών άγ γείων, ή χρονολόγηση, ή διακόσμηση, τά είκονογραφικά θέματα άπό τή ζωή ή τή μυθολογία. Κατανοητό, εύκολο στή χρήση του, συνοπτικό καί συγχρόνως πλατιά ενημερωμένο αύτό τό βι βλίο, είναι άπαραίτητο σ’ οποίον άσχολείται μέ τήν ελληνική τέχνη. Αύτό πού ξεχωρίζει τό συγ γραφέα του είναι δτι τού λείπει - ευτυ χώ ς- έκείνη ή ξηρότητα πού χαρακτηρίζει συνήθως τούς συγ γραφείς επιστημονικών βιβλίων. Αίσθαντικός κι εύαίσθητος ό Boardman επιμένει περισσότερο στήν ούσία, τό πνεύμα τού άρχαϊκοϋ πολιτισμού κι όχι στις μετρήσεις καί τίς τυπικές λεπτομέ ρειες: «...πιστεύω πώς ή άνικανότητά μας ν ά καταλά βουμε τήν άρχαιότητα, όφείλεται σέ μεγάλο βα θμό στήν κυριαρχία τών καταλόγων, τών σχημά των καί τών υποθετικών συσχετισμών πάνω στήν έρευνα... Έ χουμε νά κάνουμε μέ μιά εποχή πού οί δανδήδες, οί πολιτικοί, οί ποιητές κι οί στρατιω τικοί τής ’Α θήνας περιδιάβαζαν έξω άπό τά μα γαζιά, έριχναν μιά ματιά στά ωραία φρεσκοψημένα άγγεία, σχολίαζαν καμιά έπιγραφή πού παί νευε κάποιον ώραίο τής εποχής, χαμογελούσαν μέ τίς άναφορές στήν καθημερινή ζωή ή τήν πολι τική, πού μάς διαφεύγουν σήμερα, καί χαίρονταν τήν πρώτη άληθινά λαϊκή είκονογραφική τέχνη τής άρχαιότητας.» Ή άνάγνωση αύτοϋ τού βιβλίου άποκαλύπτει μιά πλευρά άπό τή ζωή μιας εποχής. Ή ύπεύθυνη δουλειά τής μεταφράστριας ’Ό λγας Χατζηαναστασίου καί τού εκδότη κάνουν τό βιβλίο αύτό άξιόλογο άπό κάθε άποψη καί στήν ελληνική του έκδοση. Περιμένουμε άνυπόμογα καί τό δεύτερο Ε. Κ.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Ά π ό τήν άρχαιότητα στόν φεουδαρχισμό ΠΕΡΥ ΑΝΤΕΡΣΟΝ: ‘Α πό τήν άρχαιότητα στόν φεουδαρχισμό. Μετ. 'Ελένης Οίκονόμου-Άστερίου. Αθήνα, Όδυσσέας, 1981. Σελ. 335. ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ είναι οί εργασίες πού καλύπτουν
110
την περίοδο άνάμεσα στήν άρχαία ιστορία καί τή μεσαιωνική. Τό χάσμα αύτό είναι σχεδόν άκαδημαϊκά «καθιερωμένο» τόσο στή διδασκαλία δσο καί στήν έρευνα τής ιστορίας. Τό δοκίμιο τού Πέρυ ’Άντερσον άποτελεΐ ένα σημαντικό βήμα στήν κάλυψη άπό τή μιά τού με λετητικού κενού τής έποχής αύτής, καί άπό τήν άλλη τό πρώτο μέρος μιας μεγαλύτερης έρευνας μέ άντικείμενο τή γενεαλογία τού άπολυταρχικοϋ κράτους, πού μελετά τόν άπολυταρχισμό, έτσι δπως άναδύεται στό ύπέδαφος τού φεουδαρχισμού καί τής άρχαιότητας, σάν νόμιμος πολιτικός τους κληρονόμος. Στόν τόμο αύτό ό Π. Α. ερευνά τόν κοινωνικό καί πολιτικό κόσμο τής κλασικής άρχαιότητας, τή φύση τής μετάβασής της στό μεσαιωνικό κόσμο καί τήν κατοπινή δομή καί έξέλιξη τού φεουδαρχισμού στήν Εύρώπη. Σ’ δλη του τήν έκταση οί τοπικές διαιρέσεις τόσο τής Μεσογείου δσο καί τής Εύρώπης άποτελούν ένα άπό τά κεντρικά θέ ματά του. Τή μετάφραση τής σημαντικής αύτής μελέτης, τοποθετημένης στό πεδίο τού ιστορικού ύλισμοΰ, έχει κάνει ή Ελένη Οικονόμου-’Αστεριού. Τελειώνοντας εύχόμαστε νά έχουμε τό συντο μότερο καί τό δεύτερο μέρος τής δουλειάς τού Πέρυ "Αντερσον. Γ. Μ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ Π α ν ε π ισ τ η μ ίο υ 44 - 1ο ς ό ρ ο φ ο ς τηλ. 3607951-8834023
Κυκλοφορουν μέσα στόν Δεκέμβριο
Πέτρος Τατσόπουλος: Τό Παυσί πονο Μανίνα Ζουμπουλάκη: Οί βαλίτσες Τόμας Μάν: Ό Μάριο κι ό Μάγος
a
co
για παιδια
Ε π ι μ έ λ ε ια : Κ υ ρ. Ν τ ε λ ό π ο υ λ ο ς
Οι μεγάλοι γράφουν, οί μικροί διαβάζουν (καί κρίνουν...) Σ τ η δ ι α δ ικ α σ ί α τ ή ς γ ρ α φ ή ς - π α ρ α γ ω γ ή ς - π ρ ο β ο λ ή ς - δ ια κ ίν η σ η ς τ ω ν π α ιδ ικ ώ ν β ιβ λ ίω ν , ή σ υ μ μ ετ ο χή τ ω ν α π ο δ ε κ τ ώ ν δ ε ν π ρ ο β λ έ π ε τ α ι σέ κ α μ ιά φ ά σ η . Έ τ σ ι , τ ά π ρ ο ϊ ό ν τ α τ ώ ν μ ε γ ά λ ω ν έ π ιβ ά λ λ ο ν τ α ι μέ κ ά π ο ιο ν τ ρ ό π ο σ τ ο υ ς μ ικ ρ ο ύ ς π ο ύ π ρ έ π ε ι ν ά τ ά δ ε χ τ ο ύ ν α δ ια μ α ρ τ ύ ρ η τα . ’Α δ ι α μ α ρ τ ύ ρ η τ α ; Κ ι ά ν δ έ ν τ ο ύ ς ά ρ έ σ ο υ ν ; Ή έλ λ ε ιψ η π α ιδ ικ ώ ν β ιβ λ ιο θ η κ ώ ν δ έ ν Ε π ιτρ έ π ε ι τή σ ύ ν α ξ η γ ν ω μ ώ ν τ ώ ν π α ιδ ιώ ν σέ β α θ μ ό π ο ύ ν ά ε π ιτ ρ έ π ε τ α ι ή ε ξ α γ ω γ ή σ υ μ π ε ρ α σ μ ά τ ω ν έ π ε ιτ α α π ό σ τ α τ ισ τ ικ έ ς α ξ ιο λ ο γ ή σ ε ις . Έ τ σ ι , α ν φ θ ά ν ο υ ν μ έ χ ρ ι ε μ ά ς π ρ ο φ ο ρ ικ ά ο ί ε ν τ υ π ώ σ ε ις π α ιδ ιώ ν π ο ύ τ υ χ α ία τ ί ς ά κ ο ΰ μ ε ή τ ί ς δ ια β ά ζ ο υ μ ε σ τό ν τ ύ π ο , ο ί δ ικ έ ς μ α ς ε κ τ ιμ ή σ ε ις ά π ’ α υ τ έ ς π ε ρ ιο ρ ίζ ο ν τ α ι σ τίς π ε ρ ιπ τ ώ σ ε ις κ α τ ά π α ι δ ί κ α ί μ ά ς ε ν τ υ π ω σ ιά ζ ο υ ν γ ι ά δ ια φ ό ρ ο υ ς κ ά θ ε φ ο ρ ά λ ό γ ο υ ς ή μ ά ς ά φ ή ν ο υ ν σ κ ε π τ ικ ο ύ ς γ ι ά π ο λ λ ο ύ ς λ ό γ ο υ ς π ά λ ι. Σ τ ή β ιβ λ ιο θ ή κ η τ ο ΰ δ η μ ο τ ικ ο ύ σ χ ο λ ε ίο υ τ ο ύ Κ ο λ λ ε γ ίο υ ’Α θ η ν ώ ν τ ά π α ι δ ι ά έ χ ο υ ν έ ν α τ ε τ ρ ά δ ιο σ τό ό π ο ιο κ α τ α γ ρ ά φ ο υ ν τ ί ς ε ν τ υ π ώ σ ε ις τ ο υ ς ά π ό τ ά β ιβ λ ία π ο ύ δ ια β ά ζ ο υ ν κ α ί δ α ν ε ίζ ο ν τ α ι. Τ ό τ ε τ ρ ά δ ιο α υ τ ό 'ε ί ν α ι ε ιδ ικ ό . Τ ά π α ι δ ι ά έ χ ο υ ν τ ή ν ε υ κ α ιρ ία ν ά έ ρ χ ο ν τ α ι σ έ ε π α φ ή κ α ί ο υ σ ια σ τ ικ ή γ ν ω ρ ιμ ία μέ τ ά β ιβ λ ία , γ ν ω ρ ίζ ο υ ν τή λ ε ιτ ο υ ρ γ ία τ ο υ ς κ α ί μ α θ α ίν ο υ ν ν ά τ ά κ α τ α γ ρ ά φ ο υ ν μέ τ ά β ιβ λ ιο γ ρ α φ ικ ά τ ο υ ς σ τ ο ιχ ε ία . Ε ίν α ι ε λ ε ύ θ ε ρ α ν ά γ ρ ά ψ ο υ ν τή γ νώ μ η τ ο υ ς χ ω ρ ίς κ α θ ο δ η γ ή σ ε ις ή ά λ λ ο υ ε ίδ ο υ ς υ π ο δ ε ίξ ε ις . Κ ά ν ω μ ιά τ υ χ α ία ε π ιλ ο γ ή ά π ό τό υ λ ικ ό α υ τ ό π ο ύ β ρ ίσ κ ε τ α ι σ τή ν κ α τ ο χ ή μ ο υ . Π α ρ ο υ σ ιά ζ ε ι π ο ικ ίλ ο έ ν δ ια φ έ ρ ο ν , δ π ω ς κ ά θ ε κ ε ίμ εν ο τ ώ ν π α ιδ ιώ ν . Ά ν α φ έ ρ ε τ α ι σέ ε λ λ η ν ικ ά κ α ί ξ έ ν α β ιβ λ ία . Ά ς δ ο ύ μ ε π ώ ς ε ίδ α ν τ ά π α ι δ ι ά μ ε ρ ικ ά γ ν ω σ τ ά κ α ί σ τ ο ύ ς μ ε γ ά λ ο υ ς β ιβ λ ία : Κ. Ν τ. Ρ ενέ Γκοσινύ: 'Ο μικρός Ν ικόλας Ό Νικόλας είναι ένα μικρό παιδί καί οί περισ σότερες ιστορίες άναφέρονται στό σχολείο. Δεν μπορώ νά πώ ότι αυτό τό βιβλίο ήταν σοβαρό. Ή ταν όμως διασκεδαστικό καί εύχάριστο νά τό διαβάσει κανείς. Μοϋ άρεσε καί θά ήθελα ν ά είχα κι άλλα τέτοια βιβλία. Τό ξαναδιάβασα μάλιστα. Είχε έξυπνα άστεϊα. Στό σχολείο ό Νικόλας δέν άναφέρεται πολύ ενώ στό σπίτι του είναι πρωτα γωνιστής. Δέν μ’ άρεσε όμως πού τά παιδιά ήταν άτακτα στό σχολείο γιάτί έγώ άγαπώ τό σχολείο μου. Σημασία έχει ότι τό βιβλίο ήταν θαυμάσιο. Α. Θ. (3η Δημ.)
Ή ταν συγκινητικό καί πολλές φορές μας έλεγε άληθινά πώς ζοϋσαν κάποτε οι φτωχές οικογέ νειες. Μ ’ άρεσε περισσότερο τό σημείο πού ό πα τέρας τού κοριτσιού βρήκε τή μνήμη του άπό ένα δυνατό σόκ. Μ ’ άρεσε επίσης ή θεωρία ότι όσοι πεθαίνουν γίνονται άστέρια στόν ουρανό. Κάτι πού δέν μοϋ άρεσε ήταν ότι ό Μ παρμπα-Θωμάς πέθανε σέ μέρα χαράς γιά τό τσίρκο του. Α. Θ. (3η Δημ.)
Θέμον Ροδάνθη: 'Ελληνική μυθολογία γιά ελλη νόπουλα Α ύτό τό βιβλίο μ’ άρεσε πολύ άλλά δέν ξέρω
Νέστορα Μάτσα: Τό κορίτσι μέ τ’ άστέρια
Κ. X. (3η Δημ.)
Τό βιβλίο αύτό ήταν πολύ ώραϊο. Ή ταν όμως λίγο βαρετό γιατί έλεγε συχνά τά ίδια πράγματα.
111
δ,τι διάβαζες τό καταλάβαινες.
’Άλκης Ζέη: Ό θείος Πλάτων
Σ. Μ. (4η Δημ.) Αυτό τό βιβλίο καί μοϋ άρεσε καί δέν μοϋ άρεσε. Είναι φανταστικό καί σέ μερικά σημεία τό παρακάνει. "Ας τά πάρουμε μέ τήν σειρά. Μοϋ άρεσε γιατί αρχίζει άπαλά δηλαδή δέν αρχίζει απότομα καί γιατί σέ μερικά άλλα σημεία ή φαν τασία του είναι εϋχάριστη. Τώρα, δέν μ’ αρέσει γιατί όπως σάς είπα παραπάνω σέ μερικά σημεία ή φαντασία είναι υπερβολική. Π.χ., λέει σ’ ένα σημείο δτι ένας γαϊδουράκος, δ Πλάτων, έχει καραμελένια καρδιά. Δέν είναι ύπερβολικό; "Ομως μέ αυτήν τήν ύπερβολή, διδάσκει δτι δταν αγα πάμε καί προστατεύουμε κάτι, είτε ζώο είναι είτε άνθρωπος, κι εκείνο άνταποδίδει σέ σένα μέ άγάπη τήν ίδια φροντίδα. Ή "Αλκή Ζέη θά μπο ρούσε λίγο πολύ νά γράφει τό βιβλίο αύτό καλύΜ. Γ. (3η Δημ.) Παύλου Βαλασάκη: Μ ιά Κυριακή μέ τήν οικογένεια Νοτίόη Δ έ μοϋ άρεσε γιατί συνέχεια έλεγε τά ίδια: Ή άδελφή τοϋ Γιωργάκη πήγαινε σέ μιά γωνιά καί σιγοέκλαιγε. Ή γιαγιά είχε π άντα πείσμα κι έλεγε άπό τό πρωί φαίνεται ή άσχημη μέρα. “Ολη ή οι κογένεια ήταν στραβή κι άνάποδη. Κ. Β. (3η Δημ.) • Ειρήνης Μάρα: 'Ο Πολικός κα ί ή Μ ελένια Α ύτό τό βιβλίο μοϋ άρεσε πάρα πολύ καί θά σάς τό πώ γιατί: Ιός λόγος, ήταν πολύ συγκινητικό. 2ος λόγος, ό συγγραφέας τά περιγράφει πολύ ώραΐα. 3ος λόγος, ό συγγραφέας είχε βάλει δλα τά ση μεία στίξης, δπου έπρεπε. 4ος λόγος, έβαλε λέξεις πού έκαναν τό διήγημά του ώραΐο. 5ος λόγος, δέν έκανε λάθη. 6ος λόγος, ήταν τόσο ώραϊα διατυπωμένο πού
Λαϊκή τέχνη ΜΑΡΙΑΣ ΚΥΝΗΓΟΥ-ΦΛΑΜΠΟΥΡΑ: Λαϊκή τέχνη. Μουσείο Μπενάκη / 'Ερμής, ’Α θήνα, 1980. Σελ. 44. Η ΛΑΪΚΗ τέχνη είναι γιά τά περισσότερα παιδιά ένα είδος μουσειακό καί δυσνόητο, είδος πού άνάγεται στις εποχές πού μερικοί παππούδες ήταν τσοπάνηδες καί πού έχει έκλείψει μιά γιά πάντα άπό τή ζωή μας. Μέ τό βιβλιαράκι τής Μαρίας Κυνηγοΰ-Φλάμπουρα τό παιδί συνειδητοποιεί δτι ναί μέν τά άριστούργήματα τής λαϊκής τέχνης βρίσκονται
112
Παντελή Καλιότσον: Τά ξύλινα σπαθιά Τό βιβλίο αύτό μοϋ άρεσε πάρα πολύ γιατί είχε ώραϊες προτάσεις, ώραϊα κοσμητικά επίθετα, αστείες έκφράσεις. Τίς προτάσεις δέν τίς έγραφε ξερά. Ά ς 'π ά μ ε τώρα γιά τό τί διηγόταν. Α ύτό τό βιβλίο διηγόταν γιά μιά συμμορία παιδιών τού δημοτικού σχολείου τής Μανωλίτσας πού έπαιζαν στήν άρχή μέ νεροπίστολα πού τά γέμιζαν νερό καί έβρεχε ό ένας τόν άλλο. Μετά δμως άρχισε δ πόλεμος νά χειροτερεύει. Στά νεροπίστολα αντί γιά νερό έμπαινε μελάνι. "Ολα αύτά τά διευκό λυνε ένας θανάσιμος έμπορος πού πούλαγε μόνο δπλα γιά πόλεμο. Τελευταία έγινε πόλεμος πε τρών. Μόλις δμως παίξανε λίγο χτύπησαν τόν άμαχο πληθυσμό καί σταμάτησαν τόν πετροπό λεμο. ’Α πό έκείνη τήν ήμέρα στό χωριό τής Μα νωλίτσας έπικρατούσε ή παγκόσμια ειρήνη. Τό βιβλίο αύτό είλικρινά μού άρεσε πάρα πολύ. I. Θ. (4η Δημ·) • ’Ιούλιον Βέρν: Ό δεκαπενταετής πλοίαρχος
^
Μοϋ άρεσε τρομερά αύτό τό βιβλίο. Ή ταν γε μάτο περιπέτειες σέ θάλασσες καί στεριές. Πρω ταγωνιστής τό δεκαπεντάχρονο ορφανό άγόρι Ντίκ Σάντ. Δευτερεύοντα πρόσωπα: Ό Ντεγκόρο, ένα κάθαρμα. Ό Χάρρις, άλλο κάθαρμα. Ό Κοΐμπρα, πάλι κάθαρμα. Ό Ά λ β έζ, κι αύτός κάθαρμα. Ό “Ωστιν, γεροδεμένος νέγρος. Ό Μπάτ, γεροδεμένος νέγρος. Ό Ά π τα ίω ν, γεροδε μένος νέγρος. Ό Γερο-Τόμ, ένας γέρος σοφός νέ γρος, πατέρας τού Μπάτ. Ό Η ρακλής, ένας νέ γρος πού είχε δύναμη δέκα γεροδεμένων ανθρώ πων μαζί. 'Ο Τζάκ, ένα νιάνιαρο 5 έτών. Ή κυ ρία Γουέλτον, μητέρα τού τελευταίου. Ό έξάδελφος Βενέδικτος, ένας μανιώδης έντομολόγος. Ή Νάν, μιά γριά «νταντά». Ό Ν τίνγκο, ένα τσοπα νόσκυλο μέ πολλά χαρίσματα. Β. Σ. (4η Δημ.)
στό μουσείο, είναι δμως δεμένα μέ τή ζωή του, τήν ιστορία του καί κάθε άλλο παρά «νεκρά» εί ναι. Συνειδητοποιεί επίσης δτι ύπάρχουν άκόμη ζωντανά δείγματα λαϊκής τέχνης καί κυρίως παράδοσης σέ πολλές γωνιές τοϋ τόπου μας.
Διάδημα από τό Παγώνι.
Έ τσι, μέσα από τόν περίπατο, έναν περίπατο ζωντανό καί διασκεδαστικό στό Μουσείο Μπενάκη, οί ήρωες τού βιβλίου, ή Βαγγέλιό καί ό Στρατής, πλησιάζουν σιγά σιγά τήν όμορφιά καί τή μοναδικότητα τόν ένδυμασιών, τ ό ν σκευών καθημερινής ή όχι χρήσης, των κεντημάτων, τό ν κοσμημάτων ή τ όν επίπλων που δημιούργησε ό λαός μας! Ή αξία δμως τοϋ βιβλίου δεν βρίσκεται τόσο στό γεγονός δτι είναι καλογραμμένο καί ενημερω τικό, μέ ώραιότατη εικονογράφηση, δσο στό δτι προκαλεϊ τό ένδιαφέρον τοϋ παιδιού νά ψάξει καί μόνο του, πέρα άπ’ δσα τοϋ παρουσιάζει τό μουσείο, γιά τή λαϊκή του τέχνη, τήν παράδοσή του, τή σχέση του μέ τό παρελθόν άλλά καί τό παρόν τοϋ λαού, μέ μιά λέξη ν ’ άναζητήσει τήν εθνική του ταυτότητα. Γ. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΙΩΤΟΥ
Ό Σπαθάτος ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΑΝΕΖΙΝΗ-ΛΕΡΑΚΗ: Ό Σπαθάτος καί άλλα διηγήματα. ’Αθήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. ΟΚΤΩ διηγήματα γιά παιδιά περιέχει ό τόμος αυτός. Πρόκειται γιά κείμενα γραμμένα μέ κέφι, γνήσια έμπνευση καί χάρη. Ά νάμ εσά τους ξεχω ρίζει ό «Σπαθάτος», ή «Ά ρρόστια τού φεγγα ριού» κι δ «Ά σπρούλης πού δέν έλεγε δχι». Τούτο δέν σημαίνει π ό ς τά ύπόλοιπα ύστεροϋν. ’Αντίθετα, δλα τά κείμενα τού τόμου σφραγίζον ται άπό μιά νευρώδη καί συνάμα ρέουσα αφή γηση καί άπό μιάν αίσθηση τού σωστού τόνου. Στά τρία διηγήματα πού προσημειόσαμε οί άρετές τής Γεωργίας Ά νεζίνη-Λεράκη αναπτύσσον ται περισσότερο άβίαστα καί Αποτελεσματικά. Ή εικονογράφηση τοϋ βιβλίου οφείλεται στή Νίνα Σταματίου καί ή έπιμέλεια στον Κυριάκο ΛεΒ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Τά έλληνάκια ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΦΑΚΙΝΟΥ: Τά έλληνάκια. ’Αθήνα, Κέδρος, 1980. Σελ. 30. Η ΕΥΓΕΝΙΑ Φακίνου, γνωστή σέ μικρούς καί μεγάλους άπό τήν «Τενεκεδούπολη», έμπνεύστηκε ένα παραμύθι άπό τά κεντήματα, τά λιθόγλυπτα καί τά ύφαντά τής έλληνικής τέχνης. Στίς σελίδες τοϋ παραμυθιού αύτοϋ ζωντανεύουν μορφές οικείες καί ταυτόχρονα μακρινές, φιγού ρες άρχετυπικές θά λέγαμε τού ελληνικού μας
‘Ανασύνθεση στοιχείων άπό σκυριανά προσόψια. (Μουσείο Μπενάκη)
βίου. Χάρη στό Ανάλαφρο καί ρέον γράψιμο τής Ε. Φ., χάρη καί στήν πλούσια εικονογράφηση (έργο τής ίδιας) τό βιβλίο αυτό Αποτελεί ένα τερ πνό Ανάγνωσμα πού δέ βαρύνεται άπό Ανώφε λους διδακτισμούς καί περιττές ήθικολογικές πα ρεκβάσεις. Πρέπει ν ά τονιστεί ή φροντίδα τής έκδοτικής παρουσίασης. Τέτοια βιβλία γιά παιδιά, χαίρονται νά τά παίρνουν στά χέρια τους καί οί μεγάλοι. Β. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Ή "Αννα καί τό τζιτζίκι ΜΑΝΟΥ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ: Ή "Αννα καί τό τζιτζίκι. Καστανιώτης, ’Αθήνα, 1980. Σελ. 62. ΜΕΡΙΚΕΣ άπό τίς ιστορίες πού ό Μάνος Κοντο λέων διηγήθηκε στήν κόρη του τήν Ά ν ν α συγκεν τρώθηκαν σ’ ένα βιβλίο μέ χαριτωμένες ζωγρα φιές φτιαγμένες άπό τή Διατσέντα Παρίση. «Ή ’Α ννα καί τό τζιτζίκι» είναι ό τίτλος τού βιβλίου καί περιέχει τίς εννέα ιστορίες πού ένα τζιτζίκι έκανε δώρο στήν Ά ν ν α τήν ήμέρα των γενεθλίων της άπό τότε πού ήταν δυό χρόνων ώς τά δέκα. Τά πρώτα άπλά παραμύθια σιγά σιγά ώριμάζουν γιά νά προσαρμόζονται στήν ηλικία καί τό μυαλό τής άκροάτριας πού μεγαλώνει, πάει σχολείο, κάνει ερωτήσεις, διαβάζει, σκέφτεΑύτό πού ιδιαίτερα διακρίνει αύτές τίς ιστο ρίες είναι ή παιδιάστικη σχεδόν φαντασία -π ρ ά γμα πού λείπει άπό τίς περισσότερες σύγχρονες διηγήσεις γιά παιδιά, συνήθως τόσο ρεαλιστικές πού γίνονται Αφόρητα πληκτικές. Στά παραμύθια τού Μ. Κοντολέων τά ζώα, τά λουλούδια, τά κουζινικά, οί καρέκλες, 6 ήλιος, τά πουλιά μιλούν, σκέφτονται, τραγουδούν, χο ρεύουν, γράφουν ποιήματα καί μάς λέν τήν Αλή θεια. Γιατί μιά Αλήθεια βγαίνει άπό τό κάθε
113
παραμύθι του. Έ γώ χάρηκα τή συντροφιά τής ’Ά ν να ς καί τοϋ τζιτζικιοϋ της καί τήν αντιδικία τής κουζίνας μέ τό ψυγείο καί τά άποφασιστικά καστόρινα πα πούτσια καί τήν ήλεκτρική σκούπα, άκόμα καί τό σκληρό κι επιπόλαιο Στάθη κι δλες τίς ιστορίες μέ τή χάρη καί τή ζωντάνια τους καί νομίζω πώς τά παιδιά τών πέντε-έξι χρόνων θά τίς χαροϋν περισσότερο. Ε. ΚΟΡΟΝΤΖΗ
Ό Μαρσελλέν πού κοκκινίζει SEMPE: Ό Μαρσελλέν πού κοκκινίζει. Μετ. Νίκον Λαμίανίδη. ’Α θήνα, Τεκμήριο, 1980. 96 σ. Είκ. «Ο ΜΙΚΡΟΣ Μαρσελλέν Καγιού θά μπορούσε νά είναι ένα πολύ ευτυχισμένο π α ιδ ί δπως τόσα αλλα. Δυστυχώς, τόν ταλαιπωρούσε μ ιά περίεργη Αρρώστια: κοκκίνιζε.» Έ τσι άρχίζει τό κείμενο πού έγραψε καί εικονογράφησε ό Σανπέ. Ό Μαρσελλέν, συνάντησε κάποτε τόν Ρενέ Ρατώ, ένα παιδί κανονικό σάν δλα τά παιδιά, μέ τή διαφορά πώς συνεχώς φταρνιζόταν. Έ γινα ν γρή γορα φίλοι. Έ καναν δσα κάνουν δυό καλοί μι κροί φίλοι μέχρι τή μέρα πού χώρισαν: ή οικογέ νεια τοϋ Ρενέ ξαφνικά μετακόμισε κι άπόμεινε ό Μαρσελλέν μόνος καί απαρηγόρητος. Πέρασαν τά χρόνια. «Μιά μέρα πού έβρεχε, κι αυτός περίμενε τό λεωφορείο πολύ εκνευρισμένος για τί είχε ραντεβού, ακούσε ένα φουκαρά συναχωμένο νά φταρνίζεται μέ τόση επιμονή πού έβαλε κι αυτός τά γέλια δπως δλος δ κόσμος. Κοίταζε τόν συν αχωμένο... -Κ α γ ιο ύ ! -Ρατώ ! Ή ταν ό Ρατώ!!!» Έ τσι περιγράφεται ή συνάντηση τών δυό φίλων πού τώρα ήταν μεγάλοι στά χρόνια -μ ά παιδιά στήν ψυχή- καί επιτυχημένοι στή ζωή. Α ρ χίζο υ ν νά διηγούνται τίς ιστορίες τοϋ καιρού τοϋ χωρι σμού τους. Ξαναγυρίζουν στά χρόνια τά παιδικά. Ξαναζούν σάν παιδιά. Τρέχουν, πηδούν, παιδια ρίζουν, κάνουν πράγματα πού δέν ταιριάζουν στήν ήλικία τους, άδιαφοροΰν γιά τούς γύρω πού κοιτάζουν μέ γουρλωμένα μάτια. Ό Μαρσελλέν κοκκινίζοντας κάθε τόσο -κ α ί πάντα χωρίς λ ό γ ο -
Χαρακτηριστική σελίδα από τόν «Μαρσελλέν πού κοκ κινίζει». Τό σχέδιο είναι μαύρο σέ άσπρο φόντο. Τό πρόσωπο τοϋ Μαρσελλέν κόκκινο. 114
κι ό Ρενέ φταρνιζόμενος πάντα -χω ρίς νά είναι συναχωμένος... Ό Σανπέ είναι ένας γελοιογράφος προικισμέ νος. Σάν προικισμένος καλλιτέχνης μπορεί εύ κολα νά περάσει καί στίς περιοχές τού γραπτού λόγου. Χωρίς νά ξεχνάει τόν καλλιτέχνη καί χω ρίς νά κινδυνεύει μέ τό βιβλίο αύτό νά θεωρηθεί «συγγραφέας», δημιούργησε ένα άριστουργηματικό βιβλίο, καί μάλιστα πρωτότυπο, πού λειτουρ γεί κινούμενο σέ τρία επίπεδα μέ ίση κατανομή ενδιαφέροντος. Τό πρώτο, είναι τό κείμενο πού δίνει τήν ιστορία. Έ ν α κείμενο πού δέν ξεπερνάει τούς δύο-τρείς στίχους σέ κάθε σελίδα. Τό δεύ τερο, είναι οΐ διάλογοι πού έχουν ένταχθεΐ μέσα στήν εικόνα καί έχουν μιάν αύτοτέλεια έξω άπό τή ροή τής διήγησης. Τό τρίτο, είναι ή ίδια ή ει κόνα πού γεμίζει δλες τίς σελίδες: λεπτή, περι γραφική, χιουμοριστική, συμπληρώνει τά δυό έπίπεδα τού κειμένου.. Αύτή ή στά τρία μοιρα σμένη γραφή τοϋ βιβλίου κάνει καί τή μοναδικότητά του, χώρια άπό τή θαυμάσια ιδέα τοϋ θέμα τος πού πάρα πολύ λιτά, πάρα πολλά λέει. Τσως ξαφνιάζεται ό αναγνώστης άπό τόν τρόπο γρα φής. Συνηθισμένος νά διαβάζει τό κείμενο πρώτα, τό βρίσκει κάπως λιγοστό. Τρέχει στούς διαλό γους πού έξέρχονται άπό τά στόματα τών ήρώων. Παρατηρεί μετά τήν εικόνα. Αύτή είναι καί ή σω στή σειρά. Μ όνο πού πρέπει νά ξαναγυρίσει καί νά ξαναδιαβάσει άπό τήν άρχή μέ τόν ίδιο τρόπο τό ώραΐο αύτό βιβλίο. Τότε θά έχει χαρεϊ τελείως τήν ώραία πραγματικά ιστορία καί τήν ασυνήθι στη «γραφή». "Ισως έχουμε μπροστά μας μιά πολύ έπιτυχημένη άπόπειρα συγκερασμού εικόνας καί λόγου πού αφήνει πολύ πίσω τά κλασικά εικονο γραφημένα βιβλία, τά «κλασικά εΐκονογραφη' μένα» καί ασφαλώς τόν όγκο τών κόμικς. Έ να βιβλίο γιά παιδιά καί μεγάλους. Κ. Ντ.
Μύθοι καί θρύλοι άπό τά νησιά μας ΔΑΝΑΗΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑ: Μύθοι καί θρύλοι άπό τά νησιά μας. Εικονογράφηση Μαρίας Βουδούρογλου. ’Αθήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 147. ΕΝΑ ταξίδι στά νησιά μας: στίς Κυκλάδες, στίς Σποράδες, στά νησιά τού Μυρτώου πελάγους καί τού Σαρωνικοΰ, στή Λέσβο, στήν Ικ αρ ία, στή Χίο, στή Σάμο, στά Δωδεκάνησα καί τά Ε π τ ά νησα, είναι τό βιβλίο τής Δανάης Τσουκαλά πού εικονογράφησε ή Μ. Βουδούρογλου. Δέν πρόκει ται δμως γιά έναν συνηθισμένο περίπλου μέ πλη ροφορίες άνθρωπογεωγραφικές. Είναι ένα ταξίδι στή λαϊκή παράδοση τών νησιών, στούς θρύλους καί στούς μύθους τους, ένα ταξίδι στή φαντασία τών νησιωτών μας, άπό τούς πανάρχαιους χρό νους μέχρι σήμερα. Μέ άπλό καί σαφές ύφος, ή Δ. Τ. διηγείται στά παιδιά γιά τά στοιχειωμένα άκρωτήρια μέ τίς
φουρτούνες, τούς βράχους μέ τό ανθρώπινο σχήμα καί τά πετρωμένα καράβια, γιά τίς πηγές καί τίς χαράδρες μέ τίς νεράιδες καί τίς σπηλιές μέ τούς δράκους. Παρόλο πού τό βιβλίο αύτό άπευθύνεται στούς μικρούς στήν ήλικία αναγνώστες, αξίζει νά δια βαστεί κι άπό μεγαλύτερους, τόσο γιά τό εύχάριστο ύφος του, δσο καί γιά τόν τόσο πλούτο πού θά άνακαλύψουν στά νησιά μας, περισσότερο πιά γνωστά γιά τίς καλοκαιρινές διακοπές πού μάς προσφέρουν. Γ. MAP ΚΟΠΟΥΛΙΩΤΟΥ
Ή τάξη πού πετάει ΕΡΙΧ ΚΑΙΣΤΝΕΡ: Ή τάξη πού πετάει. Μετ. Κίρας Σίνου. ‘Απόδοση στίχων: Ρένας Καρθαίον. ‘Α θήνα, Μετόπη, 1981. Σελ. 202. ΜΕΤΑ τή Λουίζα καί τή Λότη μεταφράζεται στά έλληνικά άλλο ένα βιβλίο τού Έ ρ ιχ Καίστνερ, πολλά χρόνια μετά τήν αρχική του έκδοση, «Ή τάξη πού πετάει». Έ ν α γοητευτικό βιβλίο πού περιγράφει τή ζωή μιάς παρέας άγοριών πού ζούν εσωτερικά σ’ ένα σχολείο. Βρισκόμαστε στίς τελευταίες μέρες πριν άπό τίς διακοπές των Χριστουγέννων καί τά παιδιά μπλέκουν σέ μικροπεριπέτειες, κάνουν τρέλες, τσακώνονται, συμφιλιώνονται, διασκεδάζουν καί δημιουργούν. Βασικοί ήρωες είναι πέντε μαθητές τής πρώτης γυμνασίου πού μεγαλώνοντας ανακα λύπτουν τή ζωή, τίς χαρές της, τίς στενοχώριες, τά προβλήματά της, άλληλοπειράζονται κι άλληλοβοηθιούνται.
Ό Έ ρ ιχ Καίστνερ έντυπωσιάζει μέ τή γνώση τής ψυχολογίας τών παιδιών. ’Α ποδίδει τίς εκ φράσεις, τή γλώσσα αύτής τής ηλικίας χωρίς τί ποτα τό φτιαχτό. Έ χει έναν εΰχάριστο τρόπο γραψίματος κι ένα χιούμορ, πού αιχμαλωτίζουν καί τόν ενήλικα αναγνώστη. "Ολοι οί παιδικοί χαρακτήρες καί οί πρωταγωνιστές καί οί άλλοι πού τούς πλαισιώνουν έχουν δύναμη, ζωντάνια, φυσικότητα, αλλά καί οί φιγούρες τών «μεγάλων» παρουσιάζονται δλοκληρωμένα. Είναι ένα βιβλίο «κλασικό» ανάμεσα στά βι βλία πού άσχολούνται μέ τή σχολική ζωή, πού τόσο τραβάει τούς μικρούς αναγνώστες, άλλά καί πολύ σημερινό. Τά παιδιά θά ταυτιστούν μέ τούς ήρωες, θά γελάσουν μέ τίς σκανταλιές τους καί θά συγκινηθούν στό τέλος. Ε. ΚΟΡΟΝΤΖΗ
Βιβλιογραφία γιά τό παιδικό βιβλίο Ό κ α τ ά λ ο γ ο ς π ο ύ α κ ο λ ο υ θ ε ί ε ίν α ι μ ιά ε π ιλ ο γ ή ά π ό ά ρ θ ρ α σ έ ε φ η μ ε ρ ίδ ε ς κ α ί π ε ρ ιο δ ικ ά π ο ύ δ η μ ο σ ιε ύ τη κ α ν τ ά τ ε λ ε υ τ α ία χ ρ ό ν ια μέ θ έ μ α τ ό π α ιδ ικ ό β ιβ λ ίο , τ ά π α ι δ ι ά κ α ί τ ό ά ν ά γ ν ω σ μ α κ α ί τ ο ύ ς σ υ γ γ ρ α φ ε ίς π α ιδ ικ ώ ν - β ιβ λ ίω ν . Κ. Ν τ. Ά γγελοπούλου Βίτω: Ή «Διεθνής έκθεση τού βιβλίου γιά τή νεότητα» στή Μπολόνια τής ’Ιτα λίας. (π. Διαβάζω, άρ. 35, Ό κ τ. 1980, σ. 57-59)
Βαλάση Ζωή: Ή λογοτεχνία καί ή νέα γενιά τού πλανήτη μας. (π. Διαβάζω, άρ. 27, Ίαν. 1980, σ. 34-36)
Ά γγελοπούλου Βίτω: Παιδικές βιβλιοθήκες, (π. ’Αντί, άρ. 115, 29 Δεκ. 1978, σ. 43)
Βαλάσης Διονύσης: Γιά τήν εικονογράφηση τού παιδικού βιβλίου, (π. Α ν τ ί, άρ. 115, 29 Δεκ. 1978, σ. 42)
Ά γγελοπούλου Βίτω: Τά βιβλία γιά παιδιά καί οί εκδότες τους. (π. Διαβάζω, άρ. 42, Μάιος 1981, σ. 89-91) Βαλάση Ζωή: Ά π ό τόν «Παπουτσωμένο γάτο» στον «Ροβινσώνα Κρούσσο». (π. Α ν τ ί, άρ. 115, 29 Δεκ. 1978, σ. 36-37)
Γιάκος Δημήτρης: Ιστορία τής έλληνικής παιδι κής λογοτεχνίας. Ά π ό τόν I©' αιώνα έως σήμερα. Α θ ή να , Ε σ τία, 1977. 128 σ.-Είκ. Βιβλ. Γυναικεία λογοτεχνική συντροφιά: Τά βραβεία. 1958-1974. Ά θ ή να ι, 1974. 98 σ. Είκ.
115
Δελώνης Άντώ νης: Τό έλληνικό παιδικό περι οδικό. 1970-1980. (π. Διαβάζω, άρ. 40, Μάρ. 1981, σ. 38-45)
Silvestri Esther-Βαμβακινός Ά γγελος: Βιβλία γιά παιδιά άπ’ δλο τόν κόσμο, (π. Διαβάζω, άρ. 45, Αύγ. 1981, σ. 75-76)
Δημαράς Ά λέξης: Τό διάβασμα καί τό σχολείο, (π. Διαβάζω, άρ. 3-4, Ό κ τ. 1975, σ. 24-26)
Wernek Regina Yolanda: Ή εικονογράφηση τών παραμυθιών, (π. Διαβάζω, άρ. 9, Δεκ. 1977, σ. 10-13)
Ζέη Ά λκη : Σέ ποιά παιδιά κυκλοφορούν τά βι βλία μας; (Συνέντευξη), (π. Διαβάζω, άρ. 33, Ιού λιος 1980, σ. 34-41) Κοντράρου Νινέτα: Νεοελληνική παιδική λογοτε χνία. ’Α θήνα, Ε σ τία, 1978. 219 σ. Είκ. Βιβλ. Κουρετζής Λάκης: Τό θέατρο γιά παιδιά καί έργα «παιδικού θεάτρου» σέ βιβλία, (π. Δ ια βάζω, άρ. 43, Ιο ύ νιο ς 1981, σ. 28-31) Κυρτζάκη Μαρία - Βλάχου Ελένη: Τό πολιτικό παραμύθι, (π. Διαβάζω, άρ. 45, Αύγ. 1981, σ. 74-75)
Διαλέγουμε βιβλία γιά παιδιά: Περιοδική έκδοση κριτικής καί πληροφόρησης. Υ π εύθ υ νοι σύντα ξης: Βίτω Ά γγελοπούλου, Ζωή Βαλάση: Α θ ή να , 1978. (Έ χουν κυκλοφορήσει: άρ. 1, άνοιξη 1978, άρ. 2, χειμώνας 1978, άρ. 3-4, 1979, άρ. 5-6, 1980)
’Ο κ τ ώ β ρ ιο ς 1981
ΤΑ ΝΕΑ ΒΙΒΑΙΑ
Μάρρα Ειρήνη: Παλιοί καί καινούριοι ήρωες παραμυθιών, (π. ’Αντί, άρ. 115, 29 Δεκ. 1978, σ. 34-36) Παμπούκη 'Ελένη: Ή άνάγκη τών παιδιών γιά ενημέρωση, (π. Διαβάζω, άρ. 45, Αύγ. 1981, σ. 71-73) Πέτροβιτς-Άνδρουτσοπούλου Λότη: Ό ρόλος τού παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου στή σύγχρονη κοινωνία, (π. Εύθύνη, άρ. 116, Αΰγ. 1981, σ. 424-429. Ά ρ . 117, Σεπτ. 1981, σ. 465-470) Πλατής Νίκος: ’Α πό τό «Μικρό Μπιμπίκο» στό «Πίνκ-Μάους». (π. ’Αντί, άρ. 115, 29 Δεκ. 1978, σ. 38-39) Ντελόπουλος Κυριάκος: Βιβλιογραφία γιά τό παιδικό βιβλίο, (π. Διαβάζω, άρ. 44, ’Ιούλιος 1981, σ. 74-75) Ντελόπουλος Κυριάκος: Τώρα πού άνθεϊ... (π. Διαβάζω, άρ. 44, ’Ιούλιος 1981, σ. 71-72) ;. Παπαδημητρίου Ζωή: Τό εξωσχολικό βιβλίο στό δημοτικό, (π. Ή ’Αργώ, άρ. 1, Μάρτιος 1981, σ. 54-55) Σιατόπουλος Δημήτρης: Ή προβολή τής λογοτε χνίας. Τό καλό βιβλίο γιά τά παιδιά. Τό πνεύμα κοντά στό λαό. Νά δημιουργηθή ειδική έκπομπή. ’Επιλογή εντύπων γιά τό παιδί, (έφ. Ή Βραδυνή, 18.8.1981) Ταμπούρης Γεώργιος: Οί θερινές διακοπές τών παιδιών, ευκαιρία γιά μιά καλύτερη γνωριμία μέ τό έξωσχολικό βιβλίο, (π. Ελληνοχριστιανική ’Αγωγή, άρ. 292, ’Ιούνιος 1981, σ. 170-171) Gremminger Arnold: Τό παιδί καί τό βιβλίο. "Ενας οδηγός γιά τή σωστή επιλογή τών κατάλλη λων παιδικών βιβλίων γιά κάθε ήλικία. Μέ κατά λογο 1000 βιβλίων γιά παιδιά καί εφήβους. Μετ. ’Αγγελικής Κουναλάκη. ’Α θήνα, NOTOS (1981). 179 σ. Είκ. 116
Ε π ι μ έ λ ε ια : Ε . Ά π ά κ η Ή ταξινόμηση τών βιβλίων γιά παιδιά γίνεται μέ βάση τό γνωστό Δεκαδικό Σύστημα ταξινόμησης, προσαρμο σμένο στην ελληνική βιβλιογραφία καί στις ιδιομορφίες αυτής τής κατηγορίας βιβλίων. Κατά τά άλλα ισχύουν 'όσα αναφέρονται προλογικά στό Βιβλιογραφικό Δελτίο.
ΓΝΩΣΕΙΣ Τά βιβλία τής γνώσης. Θεσσαλονίκη, Ρέκος, 1978. Τόμοι 11. Τό πρώτο βιβλίο τής φύσης. Θεσσαλονίκη, Δεληθανάσης, 1980. Βιβλία 4. ΧΑΤΟΓΛΟΥ-ΚΕΡΑΣΙΔΟΥ ΦΡΟΣΩ. Οί 24 φί λοι μου. Α θ ή ν α , Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Α ΛΤΑΝ. Θεσσαλονίκη, Δεληθάνάσης, 1980. Βι βλία 6.
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΧΑΡΗΣ. Ζωολογική μυθολο γία. Α θ ή να , Νικόδημος, 1981. Σελ. 324.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ. Στά παλάτια τής Κνωσού. 'Ιστορικό μυθιστόρημα γιά παιδιά. Ξυ-
λογραφίες καί σχέδια Α. Τάσσου. ’Α θήνα, Ε κ δ ό σεις Ε λ ένη ς Καζαντζάκη, 1981. Σελ. 450. Δρχ. 780. ΚΟΥΒΑΛΙΑ-ΓΟΥΜΕΝΟΠ ΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ. Γλυκό τσαμπί σταφύλι. ’Αθήνα, Κουβαλιάς, 1980.
1
ΠΛΕΘΡΟΝ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
ΛΟΪΖΟΥ ΜΑΡΩ. Ό κροκόδειλος πού δέν είχε σκεφθεϊ ποτέ του νά πετάξει. ’Αθήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 63. Δρχ. 350. ΠΑΠΑΛΟ ΥΚ Α ΦΑΝΗ. Στό νησί τους. ’Αθήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 178. Δρχ. 300. .
ΘΕΑΤΡΟ
Μ ΑΝ Ω ΛΗ Σ ΡΟ ΥΜ ΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
γράμμα στό γιό μου
ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ. Τό αύγό τής κότας. Θέα τρο γιά παιδιά. Εικονογράφηση Ά λέξη Κυριτσόπουλου. ’Αθήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 86. Δρχ. 250.
(άπό τόν πόλεμο της ’Αλβανίας)
ΚΑΤΣΑΤΟΣ ΒΥΡΩΝ Γ. Ή πολιτεία τών παι διών. Έ ν α ανάγνωσμα γιά νέα παιδιά καί μεγά λους. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 47. Δρχ. 100.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΠΟΔΟΜ Η Κυκλοφ ορεί
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΕΩΡΙΑ Α ρ γ ο λ ιδ ο ς 60-62 ΤΗΛ. 6927.015
ΘΕΩΡΙΑ ' ζητήματα αισθητικής καί σημειωτικής
ΑΟΥΓΚΟΥΣΤΟ ΜΠΟΑΛ
τό θέατρο του καταπιεσμένου
•
Μέ 48 εικόνες
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΠΟΔΟΜΗ 3ης Σεπτεμβρίου 22, τηλ. 5234790
κριτικογραφια Στην κριτικογραφια αύτοϋ τοϋ τεύχους περιλαμβάνονται βιβλιοκριτικές που δημοσιεύτηκαν τόν Α ύ γουστο στόν ημερήσιο Αθηναϊκό τύπο. Περιλαμβάνονται, επίσης, κα ί κριτικές δημοσιευμένες στόν περιοδικό κ α ί επαρχιακό τύπο, όσες φυσικά φρόντισαν νά μάς στείλονν ο ί συντάκτες τους. Γιά κάθε βιβλίο σημειώνονται, μέσα σέ παρένθεση: τό όνομα τοϋ κριτικού κα ί ό τίτλος τοϋ έντύπου (βλ. Υ π ό μνημα), καθώς κα ί ή ήμέρα δημοσίευσης τής κριτικής, αν πρόκειται γιά έφημερίδα, ή δ αριθμός ’έ κδο σης, αν πρόκειται γιά περιοδικό έντυπο. (Επιμέλεια: Κατερίνα Παπαλιβερίου)
'Υ π όμνημα ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΑΑ: Α. ’Αργυρίου ΑΚ: Α. Καλογεροπούλου ΑΠ: Α. Παπαδάκη ΑΦ: Α. Φουριώτης BA: Β. ’Αγγελοπούλου ΒΠ: Β. Παπαβασιλείου ΓΜ: Γ. Ματζουράνης ΔΖ: Δ. Ζαδές ΔΣ: Δ. Σιατόπουλος ΔΚ: Δ. Κονιδάρης ΕΖ: Ε. Ζωγράφου ΕΚ: Ε. Κοροντζή ΕΡ: Ε. Ρόζος ZB: Ζ. Βαλάοη ΘΠ: Θ. Μ. Πολίτης ΚΑ: Κ. Άνδρονίκας ΚΔ: Κ. Θ. Δημαράς ΚΚ: Κ. Καλημέρης ΚΡ: Κ. Ροΰφου ΚΣ: Κ. Σταματίου ΚΤ: Κ. Τσαούσης
ΚΧ: Κ. Χρυσάνθης ΜΓ: Γ. Μαρκοπουλιώτου ΜΠ: Μ. Παπαδοπούλου ΟΠ: Ό Παρατηρητής ΠΠ: Π. Παγκράτης ΣΑ: Σ. ’Αρτεμάκης ΣΤ: Δ. Σταμέλος ΤΑ: Τ. Λειβαδίτης ΤΜ: Τ. Μενδράκος ΦΜ: Φ. Μπουμπουλίδης ΧΛ: X. Λουκάκου XX: X. Χειμώνας ΕΝΤΥΠΑ ΑΚ; Άκρόπολις ΑΝ: ’Αντί ΑΠ: ’Απανεμιά ΑΥ: Αύγή ΒΗ: Τό Βήμα ΒΡ: Ή Βραδυνή ΔΙ: Διαβάζω
Θρακική Επετηρίδα (ΣΤ, ΕΑ, 27) Κραβαρτόγιαννος Δ.: 'Ιστορία τοϋ άρχαίου έλληνικού καί ρωμαϊ κού νομίσματος (Α. Π. Τζαμαλής, Συλλεκτικός Κόσμος, 8-9) Φ ιλοσοφία-Ψυχολογία Βελισσαρόπουλος Δ. Κ.: 'Ιστορία τής Ινδικής φιλοσοφίας (ΤΜ, ΕΠ, 680) Μπιτσάκης Ε. L: Θεωρία καί πράξη (Γ. Παπαγοϋνος, ΔΙ, 45) Snell Β.: ’Ανακάλυψη τοϋ πνεύματος (Δ. Ν. Μαρωνίτης, ΒΗ, 29) Φόρνταμ Φ.: Τί είπε -πραγματικά- δ Γιούνγκ (ΚΚ, ΔΙ, 45) Hegel G. W. F.: Φιλοσοφία τής Ιστορίας* τόμος Β' (Π. Νοϋτσος, ΔΙ, 45) Θρησκεία . Δ. (’Αρχιμανδρίτης): Τό δράμα τοϋ Γολγοθά (Θ. Ν. Παπαθανασίου, Ή Χριστιανική, 17) Δρούλιας I.: Αιώνιες Αναζητήσεις καί Ανάλογες θεωρήσεις (Σ. ’Αλεξίου, ΚΑ, 20) Schmemann Α.: Μεγάλη Σαρακοστή (Θ. Ν. Παπαθανασίου, Ή Χριστιανική, 17)
118
ΕΘ: Έθνος ΕΛ: ’Ελευθεροτυπία ΕΟ: Έποπτεία ΕΠ: ’Επίκαιρα ΕΣ: Ελεύθερος (Στερ. Έλλ.) ΙΣ: 'Ιστορία ΚΑ: Καθημερινή ΚΑ: Κυπριακός Λόγος ΚΟ: ’Ελεύθερος Κόσμος ΛΕ: Ή Λέξη ΜΕ: Μεσημβρινή ΝΕ: Τά Νέα ΟΚ: Οικονομία καί Κοινωνία ΟΤ: Οίκονομικός Ταχυδρόμος ΠΚ: Πνευματική Κύπρος ΠΟ: Ό Πολίτης ΠΡ: Πορφύρας ΡΑ: Ραδιοτηλεόραση ΡΙ: Ριζοσπάστης ΣΚ: Σκιάθος ΣΥ: Συμβολή ΤΕ: Τριφυλλιακή Εστία ΤΟ: Τομές
Κοινωνικές επιστήμες Άλτουσέρ Λ.: Τί πρέπει ν’ άλλάξει στό Κομμουνιστικό Κόμμα (Σ. Χαϊκάλης, ΟΤ, 32/1422) Άλτουσέρ Λ.: Γιά τήν κρίση τοϋ μαρξισμού (Σ. Χαϊκάλης, ΟΤ, 32/1422) Άλτουσέρ Λ., Πουλαντζάς Ν. κ.ά.: Συζήτηση γιά τό κράτος (Σ. Χαϊκάλης, ΟΤ, 32/1422) ΒενιζέλοςΈ. Β.: Ή λογική τοϋ πολιτεύματοςκαί ή δομή τής έκτελεστικής έξουσίας στό Σύνταγμα τοϋ 1975 (ΓΜ, ΔΙ, 45) Βλάχος Γ. Κ.: Πολιτική (ΣΑ, ΡΑ, 600) ΚαρδαμάκηςΜ. (Πρωτοπρεσβ.): Αγάπη και γάμος (Θ. Ν. Παπα θανασίου, Ή Χριστιανική, 21) Κασιμάτη Κ.: Τάσεις κινητικότητας έργασίας στήν έλληνική βιο μηχανία (ΓΜ, ΔΙ, 45) Κίννας Γ. Ν.: Εισαγωγή στίς διεθνείς σχέσεις (Α. Παπανδρόπουλος, ΟΤ, 33/1423) Konrad G.-Szelenyi I.: Ή πορεία των διανοουμένων πρόςτήν έξουσία (Β. Φίλιας, ΟΚ, 17) Κοντίδης Κ.: Βιομηχανικές περιοχές καί βιοτεχνικά κτίρια (Δ. Στεργίου, ΟΤ, 33/1423)’ Kuhn Τ. S.: Ή δομή των έπιστημονικών έπαναστάσεων (Α.-Ι. Δ. Μεταξάς, ΒΗ, 15) Λεκούρ Ν.: Έτεροδοσία ή έπανάσταση (Σ. Χαϊκάλης, ΟΤ, • 32/1422)
ΜαριάόηςΣ.: Ή κοινή άγροτική πολιτική τής ΕΟΚ (ΓΜ, ΔΙ, 45) Μήλιος I. Μ.: Κοινωνιολογία τοϋ Αθλητισμοί (Ν. Δεμερτζής, ΔΙ, 45) Μουσσΰρος Γ-: Ή θεωρία του Λένιν γιά τό δημοκρατικό συγκεν τρωτισμό (Σ. Χαϊκάλης, ΟΤ, 32/1422) Οίκονομίδης Α.: Πόλεμος καί ειρήνη στό Ίσλάμ (ΙΝΤ, ΜΕ, 11) Rodinson Μ.: Ίσλάμ καί καπιταλισμός (Τ. Άναστασιάδης, ΟΤ, 35/1425) Τζόνστοουν Μ.: Σοσιαλισμός, δημοκρατία καί μονοκομματικό σύ στημα (Σ. Χαϊκάλης, ΟΤ, 32/1422) Φράγκος Δ.: Ό οικονομικά ένεργός πληθυσμός τής Ελλάδος (X. Παπαλεξάνδρου, ΟΤ, 32/1422) Χατζή Τ.: Πουτάνα (ΚΚ, ΔΙ, 45) Χώλ Γ.: Τό άντιπάλεμα (Σ. Μπεβεράτος, ΡΙ, 25) ’Εκπαίδ ευση -Παιδαγωγική Ή ναυτική έκπαίδευση (Ν. Σιμός, ΟΤ, 33/1423) Λεμέρλ Π.: Ό πρώτος βυζαντινός οΐμανισμός (ΣΤ, ΕΛ, 20)' Σακελλαρίου X.: Ζωολογική μυθολογία (Μ. Μ. Παπαϊωάννου, ΡΙ, Λαογραφία Λουκάτος Δ.: Τά καλοκαιρινά (ΔΣ, ΒΡ, 18), (ΚΣ, ΝΕ, 8), (ΣΑ, ΡΑ, 601), (ΤΜ, ΕΠ, 682) Παπα-Φιλόθεος Φάρος: Τό πένθος (ΣΤ, ΕΛ, 13) Φωτιάδης Θ.: Πώς νά δημιουργήσουμε τοπικό λαογραφικό μου σείο (A. Κ. Φουσκαρίνης, Διάλογος, 12/13) Τέχνες Θέος ΔΦορμαλισμός (ΤΜ, ΕΠ, 682) Μακρής Κ.: Χισναδίτες ζωγράφοι (ΑΦ, ΑΚ, 26), (Τ. Μιλλιέξ, ΕΛ, 15) Μανωλεδάκη-Λαζαρίδη I.: Τό σχέδιο (ΒΠ, ΔΙ, 45) Steams Μ.: Τζάζ (ΤΜ, ΕΠ, 681) Παπαστάμος Δ.: Σχέδια τοϋ Γιαννούλη Χαλεπά (ΣΤ, ΕΛ, 13) ΣχορέληςΤ.: Ρεμπέτικη άνθολογία (ΚΤ, ΕΛ, 13) Τσιρόπουλος Κ.: Ρομανική ζωγραφική (ΒΠ, ΔΙ, 45) Γλώσσα Ή δημοτικιστική άντίθεση στήν κοραϊκή «μέση δδό» (ΕΚ, ΔΙ, 45) Φλώρος Α. Θ.: Νεοελληνικό έτυμολογικό καί έρμηνευτικό λεξικό (Δ. Στεργίου, ΟΤ, 35/1425) Φωτεινού Μ.: Γονείς τέρατα (ΚΤ, ΕΛ, 27) Κλασική παιδεία Bowra C. Μ.: ’Αρχαία έλληνική λυρική ποίηση (Δ. Ν. Μαρωνίτης, ΒΗ, 29) Ποίηση ’Αλεξίου Γ.: ’Αντιστέκομαι (Α. Χατζιδάκης, Νεώτερα Γράμματα, 30) Άνωβολιώτης Γ.: ’Ιχνογραφήματα (ΔΖ, ΤΕ, 40) ’Αργαϊος Ε.: Άνθολογία τούρκικης προοδευτικής ποίησης (Ε. Αλεξίου, ΡΙ, 28) Βαρβιτσιώτης Τ.: α) Ή Άννα τής άπουσίας - 6) Ενωμένα χέρια (ΤΜ, ΕΠ, 681) Γιάνναρης Γ.: Υδρόβιο σώμα (ΚΤ, ΕΛ, 20) Γουλιάμος Κ.: Νευρασθενικά τοπία (Κ. Νταντινάκης, ΑΥ, 14) Δημητρίου Ν.: Ταξίδι στή νοσταλγία (ΚΧ, ΠΚ, 246-247) ’Εμπειρικός Α.: Ένδοχώρα (ΣΤ, ΕΛ, 20) Ζούγλης Ν.: Ποιήματα (Γ. Μιχαλόπουλος, Νεώτερα Γράμματα, 30) Κακναβάτος Ε.: Τά μαχαίρια τής Κίρκης (ΚΤ, ΕΛ, 20) Κλάδου-Στύπα Φ.: Μαρμαρυγές (Γ. Βαλέτας, ’Εμείς καί τό Βι βλίο, 31) Κοντοί Λ.: Ηλιοφάνεια (ΚΤ, ΕΛ, 20) Κύρου Κ.: Οί κατασκευές (Μ. Κέντρου-Άγαθοπούλου, ΔΙ, 45) Λασκαράτος Α.: Ποιήματα (ΧΛ, ΔΙ, 45) ’Επανόρθωση αβλεψίας Στήν Κριτικογραφία τοϋ τεύχους 46, σελ. 135, δ σωστός τί τλος τοϋ βιβλίου τοϋ Γ. Ρηγάτου είναι: «Ή παρουσία τής ια τρικής στή νεοελληνική πεζογραφία» καί ή κριτική τοϋ Μ. Σταματελάτου δημοσιεύτηκε στήν «Καθημερινή».
Μαγγανάρης Α.: Ό άλλος δρόμος (ΚΤ, ΕΛ, 27) Μόντης Κ.: Ανθολόγηση άπό τίς «Στιγμές» (Μ. Πιερής, ΠΟ, 43) Μουχάγιερ X.: Κρύσταλλο Βοημίας (ΤΜ, ΕΠ, 681) Μπούμη-Παπά Ρ.: Μόργκαν ’Ιωάννης,δ γυάλινος πρίγκιπας (ΔΖ, ΤΕ, 40) Παναγόπουλος Δ. Β.: Τά τραγούδια τοϋ Αιώνιου Αγαπημένου (ΔΖ, ΤΕ, 40) ΠαυλόπουλοςΓ.: Τό σακί (A. Κ. Φουσκαρίνης, Διάλογος, 12/13) Πέτρου-Βλάση Σ.: Αγαπημένε (Γ. Βαλέτας, ’Εμείς καί τό Βιβλίο, 31) Πλαχούρης Γ.: Δέκα δχτώ σκοποί στό Ιδιο μοτίβο (ΚΤ, ΕΛ, 20) ΡοζάνηςΣ.: Φυγομαχία (ΤΜ, ΕΠ, 679) Σαβίνα Ζ.: Χωρίς Αρχαγγέλους (Γ. Βαλέτας, ’Εμείς καί τό Βιβλίο, 31) Σταφυλοπάτης Ν.: Ποιήματα (Κ. Άνδρονίκας, ΡΙ, 21) Ταβουλάρη-Καραγιάννη Σ.: Κίτρινη ΰλη (Γ. Βαλέτας, ’Εμείς καί τό Βιβλίο, 31) Τσαρνά Η.: Γκρίζο καί πράσινο (Γ. Βαλέτας, ’Εμείςκαί τό Βιβλίο, 31) Τσάτσου I.: Χρόνος (ΔΣ, ΒΡ, 11), (Π. Φ. Δρουγάκος, ΚΑ, 20), (ΣΑ, ΡΑ, 599) Φίλη X.: Τοπία μνήμης (Γ. Βαλέτας, ’Εμείς καί τό Βιβλίο, 31) Φραγκούλης Φ.: Αίσθηση κατανόησης (ΔΖ, ΤΕ, 40) Χουζούρη Ε.: Τό πρόσωπο καί τό άλλο (ΚΤ, ΕΛ, 20) Πεζογραφία ΆδάμοςΤ.: Γιά μιά άσπρη μέρα (ΑΦ, ΑΚ, 19) Άνατόλ Φ.: Ή Ανταρσία τών Αγγέλων (ΤΜ, ΕΠ, 681) ΒαλαωρίτηςΝ.: Ό προδότης τοϋ γραπτσϋ λόγου (ΑΦ, ΑΚ, 19) Βαμβουνάκη Μ.: Τό χρονικό μιας μοιχείας (Β. ΚΑσσος, ΚΑ, 13) Βασιλικός Β.: Οί λωτοφάγοι (ΚΤ, ΕΛ, 13) Γκίτζιος Γ. X.: Αντίο πατρίδα (ΑΦ, ΑΚ, 19) Γκρέηβς Ρ.: ’Εγώ δ Κλαύδιος (ΣΑ, ΡΑ, 603) Δήμας Κ.: Ή άλλη σελίδα (ΑΦ, ΑΚ, 19) Δρακονταειδής Φ. Δ.: Πρός Όφρύνιο (Θ. Δ. Φραγκόπουλος, ΚΑ, 20), (Γ. Κ. Καραβασίλης, ΔΙ, 45) Έρανιώτης Κ.: Ό πρωτευουσιάνος (ΔΖ, ΤΕ, 40) Ίωάννου Β.: Αίμα Καρμινίου (ΓΜ, ΑΥ, 15) Ίωάννου Γ.: ’Επιτάφιος θρήνος (Β. Άγγελικόπουλος, ΔΙ, 45) Καραλής Γ.: Άδεια ταφής (Ν. Μπούτβας, ΡΙ, 14) Κάτος Γ.: Τά καλά παδιά (ΓΜ, ΑΥ, 15) Κουμανταρεας Μ.: Σεραφείμ καί Χερουβείμ (ΕΚ, ΔΙ, 45) Κούντερα Μ.: Ή ζωή είναι Αλλοϋ (Ε. Δαμβουνέλη, ΚΑ, 13) Κούντερα Μ.: Τό βάλς τοϋ Αποχαιρετισμού (Ε. Δαμβουνέλη, ΚΑ, 13) Κοψίδης Ρ.: Κάστρο ήλιόκαστρο (ΣΤ, ΕΛ, 20) Λαμπροπσύλου-Καραμήτσου Μ.: Ταξίδι Αναψυχής (ΑΦ, ΑΚ, 19) Μακαρένκο Λ. Σ.: Παιδαγωγικό ποίημα (ΕΖ, ΡΙ, 21) Μάρκογλου Π. X.: Ό χώρος τής ’Ιωάννας καί δ χρόνος τόϋ Ιωάννη (ΓΜ, ΑΥ, 15) Μάρκες Γ. Γ.: Εκατό χρόνια μοναξιάς (Η. Παπαλέξης, ΜΕ, 18) Μηλιώνης X.: Δυτική συνοικία (Γ. Δ. Παγανός, ΔΙ, 45) Μήτρας Μ.: Ή φανταστική νουβέλα (ΤΜ, ΕΠ, 679) Μπατάγιας Ν.: Πορεία στή νύχτα (ΔΖ, ΤΕ, 40) Μπέκετ Σ.: Ό Ακατονόμαστος (ΤΜ, ΕΠ, 682) ΌουτςΤ. Κ.: Αδέσποτα παιδιά (Μ. Π„ ΝΕ, 29) Παζολίνι Π. Π.:. Παιδιά τής ζωής (Σ. Κατσίκας, Αύριανή, 30) Πεπάκης X. Μ.: Νίκ δή Γκρήκ (ΚΤ, ΕΛ, 13) Πλασσαρά Κ.: Ή τελευταία ’Ιθάκη (ΓΜ, ΑΥ, 15) Ρόκκο καί Άντόνια: Γουρούνια μέ φτερά (Ε. Άρανίτσης, ΕΛ, 9) Σταμίφης Γ.: Ό Ξώπαπας (A. Κ. Φουσκαρίνης, Διάλογος, 12/13) Χάσεκ Γ.: Όμορφος κόσμος ήθικός (ΚΤ, ΕΛ, 27) Χουλιαράς Ν.: Τό μπακακόκ (ΑΦ, ΑΚ, 19), (ΤΜ, ΕΠ, 681) Χουρμουζιάδης Γ. Δ.: Κύκλοι πού κλείνουν (ΑΦ, ΑΚ, 19) Δοκίμια-Μελέτες-Κριτική-’Αλληλογραφία Άριστηνός Γ.: Εισαγωγή στήν πεζογραφία τοϋ Γ. Χειμώνα (ΚΣ, ΝΕ, 1) Βαλαωρίτης Α.: Επιστολές καί πολιτικά κείμενα (ΧΛ, ΔΙ, 45) Γκόρπας Θ.: Περιπετειώδες, κοινωνικό καί μαύρο νεοελληνικό Αφήγημα (ΚΡ, ΔΙ, 45) Δάλλας Γ.: Εισαγωγή στήν ποιητική τοϋ Μ. Σαχτούρη (X. Μπρά βος, ΠΟ, 43) Δεμερτζής Κ.: Κείμενα καί στοχασμοί ένός δασκάλου (ΔΣ, ΒΡ, 25) Δέπος Γ. Δ.: Ή ’Οδύσσεια (ΔΖ, ΤΕ, 40) Καράγιωργα Ο.: Βιρτζίνια Γσύλφ, μιά μεγάλη άγνωστη (ΤΜ, ΕΠ, 679) Νικολόπουλος Γ.: Σύγχρονοι ρεαλιστές λογοτέχνες (ΔΣ, ΒΡ, 18)
119
Νικολόπουλος Γ.: Στρατιωτικοί λογοτέχνες (ΔΣ, ΒΡ, 18) Νικολόπουλος Γ.: Νέα ρεαλιστική ποίηση (ΔΣ, ΒΡ, 18) Παπαδιαμάντης Α.: ’Αλληλογραφία (ΚΡ, ΔΙ, 45) Πετρόπσυλος Η.: Μικρά κείμενα (Ε. Άρανίτσης, ΕΛ, 9) Σακελλίωνας Γ.: ’Αφορμές (Κ. Κάλχας, Ή Χριστιανική, 21) Σαχίνης Α.: Ή Αφηγηματική πεζογραφία τοϋ Π. Χάρη (ΚΧ, ΠΚ, 246-247) Σικελιανός Α.: Γράμματα στήν "Αννα (Κ. Μ. Προύσης, ΠΚ, 246-247) ΣκαρτσήςΣ. Λ.: Δημοτικό τραγούδι (A. Κ. Φουσκαρίνης, Διάλο γος, 12/13) Τσιάμης Μ. Ν.: Συντομογραφίες (ΚΧ, ΠΚ, 246-247) Χάρης Π.: 40 χρόνια κριτικής έλληνικοΰ πεζού λόγου (ΑΦ, ΑΚ, 13) Θέατρο Μάρλοου X.: Έδουάρδος Β' (Ε. Άρανίτσης, ΕΛ, 9) Παιδικά ’Αλεξίου Ε: Ό Χοντρούλης καί ή Πηδηχτή (ZB, ΡΙ, 14) Γουλιμή Α.: Ό μυστηριώδης έπισκέπτης (ΔΣ, ΒΡ, 11) ’Ελευθερίου Α.: ’Αλέξανδρος Ύψηλάντης (BA, ΚΑ, 27) ’Ιλίν Μ. - Σεγκάλ Ε.: Τό άλφάβητο τής φύσης (ΑΠ, ΑΥ, 25) Ίλίν Μ.: 100.000 γιατί (ΑΠ, ΑΥ, 25) Μπόντ Μ.: Κι άλλα γιά τόν Πάντιγκτον (ΤΜ, ΕΠ, 682) Νάουτον Κ. Μ.: Τρελό πελό ποδόσφαιρο (BA, ΚΑ, 27) Ντόιλ Ρ.: Ό Τσάρλυ καί τό έργοστάσιο σοκολάτας (ΒΑ, ΚΑ, 27) Πετρέσκου Τ.: Φράμ ή πολική άρκούδα (ΤΜ, ΕΠ, 679) Ροντάρι Τ.: Ένα λεπτό κρεμμύδι (ΑΠ, ΑΥ, 25) Ίστορία-Β ιογραφίες-Μαρτυρίες Άνδρεάδης Μ. X.: Ή Κορινθία μετά τό 1821 (ΚΚ, ΔΙ, 45) Βέρος Κ.: Τό στρατόπεδο (ΕΖ, ΡΙ, 14) Δέλτα Π. Σ.: ’Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος (W., ΟΤ, 33/1423) Δοανίδου Σ. I.: Ή φραγκοκρατία στήν πόλη των ’Αθηνών (Α. Π Τζαμαλής, Συλλεκτικός Κόσμος, 8-9) Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα 1940-41 (ΒΠ, ΔΙ, 45) Κακούτης Σ.: Μποντιά ή Μάλθη (ΔΖ, ΤΕ, 40) Καράγιωργας Γ.: Οΐ άετοί τής έρήμου (ΤΜ, ΕΠ, 681)
ΚοκκέβηςΑ.: Κρατούμενος στ
ια (Σ. Λυριτζής, ΤΕ,
Κρεμμυδάς Β.: Συγκυρία κε
λοπόννησο 1793-1821 (ΚΚ, ΔΙ, 45) ΚυθρεώτηςΙ.: ’Εθνομάρτυρας Κυπριανός, 9η Ιουλίου 1821 (ΚΧ, ΠΚ, 246-247) Λαμπρόπσυλος Π.: Οΐ Ντρέδες, τά παλληκάρια τοϋ Μωρηά (ΔΖ, ΤΕ, 40) ΛοϊζίδηςΣ.: Άτυχη Κύπρος (ΚΧ, ΠΚ, 246-247) Μάξιμου Π.: Στά χρόνια τοϋ ’Αλεξίου Κομνηνοϋ (Λ. Ίακωβίδη, Νεώτερα Γράμματα, 30) Μοσχόπουλος Γ. Ν.: Οΐ Έλληνες τής Βενετίας καί ’Ιλλυρίας 1768-1797 (ΒΠ, ΔΙ, 45) Μπάτση Λ.: Βαρύτατο τίμημα (ΚΣ, ΝΕ, 29) ’Ονούφριος Α.: Κραυγές στ’ αύτιά τοϋ κόσμου (Γ. Μιχαλόπουλος, Νεώτερα Γράμματα, 30) ΠαπαγιαννόπουλοςΤ. Ε.: 5/42 - Ψαρρός (ΣΑ, ΡΑ, 603) Παπαδημητρίου Ρ.: Στή δοξασμένη τής Μακεδονίας ώρα (Ν. Στασινόπουλος, Περιοδικό Έλληνίδων Β. Ελλάδος, 149) Παπαθανασόπουλος Γ.: Νεολιθικά - Κυκλαδικά (ΑΦ, ΑΚ, 26) Πεντογάλος Γ.: Ή Ιατρική Σχολή τής Ίονίου Ακαδημίας (ΦΜ, ΚΟ, 15) ΠετρίδηςΠ. Β.: Ξενική έξάρτηση καί έθνική πολιτική 1910-1918 (ΓΜ, ΔΙ, 45) Σερεπίσος Κ.: Νέα Φιλική Εταιρεία (ΦΜ, ΚΟ, 29) Στούπης Σ.: Ήπειρώτες καί Αλβανοί (ΔΣ, ΒΡ, 25) Τζιόβας Π. Δ.: Γερβάσιος ’Ωρολογάς, Μητροπολίτης Κορυτσας (ΔΣ, ΒΡ, 25) Τζιόβας Φρ.: Χρονικό τής Δοβράς (ΤΜ, ΕΠ, 682) Τζωρτζάκης Τ. Π.: Ή πρωτεύουσα τής Μάνης (Α. Π. Τζαμαλής, Συλλεκτικός Κόσμος, 8-9) Χατζής Θ.: Ή νικηφόρα έπανάσταση πού χάθηκε (Γ. Μητραλιάς, ΟΤ, 34/1424) Χρυσάνθης Κ.: Άπό τίς άφηγήσεις ένός κυπρίου αιχμαλώτου (Γ. Προδρόμου, ΠΚ, 246-247) Γεωγραφία-Ταξίδ ια Γκίκας Γ. Π.: Κάστρα (ΣΤ, ΕΛ, 27) Παναγιωτόπουλος I. Μ.: Ή ’Αφρική άφυπνίζεται (ΣΑ, ΡΑ, 600) Πρίφτη Κ.: Περπατώντας σ’ ένα καινούργιο κόσμο (ΕΖ, ΡΙ, 28)
έα βιβλία τής «γνώσης»
ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ Σ Α Τ Υ Ρ ΙΚ Ο Ν
ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΒΑΝΗΣ «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» Σόλωνος 94 τηλ. 3610589 3600398
• Δύο βιβλία πού θά προκαλέσουν πολλές συζητήσεις. • Δύο εκδόσεις πού άπευθύνονται στούς ένδιαφερομένους άναγνώστες.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΠΡΟΣΕΧΩΣ
•
«ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ»
'Ολόκληρο τό άποκαλυπτικό ύλικό άπό ειδικό σεμινάριο πού έγινε τό 1978 στό Λονδίνο. Συζητήσεις καί εισηγήσεις πού άνοίγουν ένα καινούργιο «κεφάλαιο» στις έσωτερικές μας περιπέτειες, πού φωτίζουν μέ νέα στοιχεία τή πρόσφατη ιστορία μας. ’Επιμέλεια: τής χήρας τού Στρατηγού - ’Αρχηγού τού ΕΛΑΣ, Μαριόν Σαράφη.
•
«ΒΟΡΡΑΣ-ΝΟΤΟΣ»
’Έκδοση τού Ιδρύματος Φρήντριχ Έμπερτ. Μέ βαρυσήμαντες άναλύσεις καί στοιχεία γιά τήν οικονομική άνισότητα τού ση μερινού κόσμου.
Π α ρα γγελίες - Π ληροφ ορίες: Ά ν τώ ν η ς Λιβάνης, Σόλωνος 94 τηλ. 3610589 - 3600398 121
Τα
νέα βιβλία τού ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
η ελληνική οικονομία
ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ειϋΐΗΡ Βεμοτο
ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
Ε π ισ τ η μ ο ν ικ ή Έ ρ ευ να κ α ί Π α ν ε π ισ τ ή μ ιο :
*Ελλάδα καί Εύρώπη
πόλη κ α ι π β ρ ιφ ε ρ ε ια
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, ΠΡ. ΚΟΡΟΜΗΛΑ 38, τηλ. 277-350 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΑΘΗΝΑΣ:
122
ΘΕΣ/ΚΗ
ΣΥΝΟΡΑ, ΣΟΛΩΝΟΣ 96, τηλ. 3610589
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ Β'
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΕΞΑΜΗΝΟΥ
1981
(ΤΕΥΧΗ 44-48) ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ Βι3λιογραφικό Δελτίο, 44/81,45/81,46/137, 47/113, 48/129 ’Εκδοτικά, 44/11,45/11,46/7, 47/11,48/15 ■ Η άνορά ΤΟϋ βιβλίου, 44/13, 45/13, 46/9, 47/13, 48/17
Κρίτικογραφία, 44/77, 45/78,46/132, 47/111,48/118 Προλεγόμενα, 44/5, 45/5, 46/3, 47/5,
ΧΡΟΝΙΚΑ Ά π ’ όλη τήν Ελλάδα Ίωαννίδης Στέφανος: Ή δραστηριότητα μιας άξιόλογης βι βλιοθήκης, 47/22 Σκανδάλης Γιώργος: Ή βιβλιοθήκη «Άδ. Κοραής» τής Χίου, Γεγονότα Γιά τόν ’Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο, 46/11 Γιά τόν Πώλ Νόρ, 44/15 Γιά τόν Τάκη Σινόπουλο, 44/14 Δέκα χρόνια μέ Σεφέρη, 47/14 Εκατό χρόνια έλληνικοϋ λογοτεχνικού βιβλίου, 48/19 Ένας μεγάλος έφυγε..., 46/10 Ή γλώσσα τού Μακρυγιάννη, 47/16 Ή Έκθεση Καλλιτεχνικής Βιβλιοδεσίας, 48/21 Νέα έταιρεία συγγραφέων, 46/12 Ό Μακρυγιάννης σέ κομπιούτερ, 44/16 Τό βιβλίο στίς προβιομηχανικές κοινωνίες, 45/14 Τό νέο Νόμπελ, 48/18
Ζητούν βιβλία, 48/22 Κρατικά βραβεία 1980, 48/22 Μαθήματα θεάτρου, 48/22 Νέα διοίκηση έκδοτών, 45/15 ΟΙ συνδρομές εξωτερικού, 48/23 Πίσω στήν έπαρχία, 48/23 Στατιστική βιβλιοκριτικών, 45/15 Τιμητική διάκριση, 48/22 Πορτραϊτα "Ενας άξιος έργάτης τής καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας, 47/20 Τό Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 46/16 Τό Μορφωτικό Ίδρυμα τής ’Εθνικής Τράπεζας, 45/18 Τό Μουσείο Μπενάκη, 44/17 Τό Πελοποννησιακό Λαογραφικό "Ιδρυμα, 48/26 Τό ξένο βιβλίο Άντωνιάδης Μιχάλης: Ή πολιτική στή μεταπολεμική γερμα νική λογοτεχνία, 47/25 Γεωργίου "Αννα: Ή άληθινή θρησκεία τών ’Αλβανών, 47/29 Δεμερτζής Νίκος - Παπαδάκου Χρυσούλα: Τό περιοδικό Pra-
’Εκδότες Ή «Νεφέλη», 47/17 Ό«Ίκαρος»,48/24 Ό «Όδυσσέας», 45/16 Τό «Θεμέλιο», 46/14 Μέ πλάγια... Θανοπούλου Κατερίνα: Γιατί δέν έχουμε βιβλιοθήκες, 46/7 Μαχαίρας Εύάγγελος: Βιβλιοθήκες, 47/11 Μπέης Δημήτρης: Τό βιβλίο κι ή Αθήνα μας...: 48/15
Λαμπελέ Φούλα: Ό Ελβετός καί τό βιβλίο, 44/19 Μαρινέσκου-Χύμου Μαρία: Οί ταξιδιάρικες λέξεις, 45/23 Μοσχονάς Ν.Γ.: Ή γραφή καί τό βιβλίο στή Ρώμη τόν 15ο αιώ να, 44/21 Ναθαναήλ Παύλος: Αγγλικό βιβλίο γιά τόν Μακάριο, 46/18 Παπαπέτρου Βάσος: Αργεντινή: μιά χώρα Λόγου, 48/31 Χατζιδάκι Νατάσα: Τί νέα άπό τήν άδελφή τού Ούίλλιαμ Σαίξπηρ;, 45/20 Maistro Claudia dal: Τό καινούριο πρόσωπο τής "Αννας Φράνκ,
Παραπομπές
Χιούμορ
Βραβεία καί χορηγίες, 45/15 Έκθεσή εικονογράφησης, 48/22
Μητρόπουλος Κ., 44/11
ΑΡΘΡΑ ’Αλιβιζάτου Λιλή Κ.: Ό "Αγγελος Σικελιανός καί τό βραβείο Nobel, 46/64 Βαρμάζης Νίκος: Τά σχολικά βιβλία τών άρχαίων ελληνικών, 47/37 Βώρος Φ. Κ.: Διαδικασίες παραγωγής τού σχολικού βιβλίου, 47/61
Δασκαλόπουλος Δημήτρης: Βιβλιογραφικά της νεότερης λο γοτεχνίας μας, 44/27 47/53°τ°ς Παναγιώτης Β·: Τύ °Χολικά έγχειρίδια τών φυσικών, Λιάρος Διονύσιος Άχ.: Ό πνευματικός ιμπεριαλισμός, 48/36 Μουντές Ματθαίος: Τά έγχειρίδια τών θρησκευτικών, 47/58
123
47/73
G. W. F.:
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ζωγραφική
126
Χιούμορ
Ψυχολογία Φόρνταμ Φρίντα: Τί είπε - πραγματικά - <
κ, 45/61
Λογοθέτης Γιάννης: ΛΟΓΟκρισίες, 47/98
Δ ΙΑ Β Α Ζ Ω Γ ΙΑ Π Α ΙΔ ΙΑ
Κυρτζάκη Μαρία - Βλάχου 'Ελένη: Τό πολιτικό παραμύθι, 45/74 Ντελόπουλος Κυριάκος: Τώρα πού άνθεΐ..., 44/71 Silvestri Esther - Βαμβακινός "Αγγελος: Βιβλία γιά παιδιά άπ' δλο τόν κόσμο, 45/75
Κυνηγοϋ-Φλάμπουρα Μαρία: Λαϊκή τέχνη, 48/112 Τσουκαλά Δανάη: Μύθοι καί θρύλοι άπό τά νησιά μας, 48/114 Φακίνου Εύγενία: Τά έλληνάκια, 48/113 Goscinny Rene - Semp0 Jean-Jacques: Ό μικρός Νικόλας καί ή παρέα του, 44/73 Semp£: Ό Μαρσελλέν πού κοκκινίζει, 48/114 'Οδηγοί
Έρευνα Ή εικονογράφηση τών βιβλίων γιά παιδιά καί οι προβληματι σμοί των καλλιτεχνών τους, 46/123 Οί μεγάλοι γράφουν, οί μικροί διαβάζουν (καί κρίνουν...), 48/111 Κριτική Άνεζίνη-Λεράκη Γεωργία: Ό Σπαθάτος καί άλλα διηγήματα, 48/113 Καίστνερ Έριχ: Ή τάξη πού πετάει, 48/115 Κοντολέων Μάνος: Ή "Αννα καί τό τζιτζίκι, 48/113
Βαλάση Ζωή: Τό έλληνικό μυθιστόρημα γιά νέους, 47/107 Ντελόπουλος Κυριάκος: Βιβλιογραφία γιά τό παιδικό βιβλίο, Ντελόπουλος Κυριάκος: Βιβλιογραφία γιά τό παιδικό βιβλίο, 48/115 Παμπούκη Ελένη: Ή άνάγκη τών παιδιών γιά ένημέρωση, 45/71 Τά νέα βιβλία 44/75, 45/77, 46/131, 47/110, 48/116
Ο Ν Ο Μ ΑΤΑ ΣΥΝ ΕΡ ΓΑΤΩ Ν Αγαθοπούλου-Κέντρου Μαρία, 45/50 Άγγελικόπουλος Βασίλης, 45/55 Άγγελοπούλου Βίτω, 46/123 Άλιβιζάτου Λιλή Κ., 46/64 Άντωνιάδης Μιχάλης, 47/25 Άπάκη Έφη, 44/75, 44/81, 45/77, 45/81, 46/131, 46/137, 47/110, 47/113, 48/116, 48/129 Βαλάση Ζωή, 47/107 Βαμβακινός Άγγελος, 45/75 Βαρμάζης Νίκος, 47/37 Βλάχου 'Ελένη, 45/74 Βοσκός Άνδρέας, 48/76 ΒώροςΦ. Κ., 47/61,48/96 Γεωργίου Άννα, 47/29 Γιανναράς Χρήστος, 48/75 Γιάνναρης Γιώργος, 47/83 Γιατρομανωλάκης Γιώργης, 46/84 Γκιζέλης Γρηγόρης, 47/75 Γραμμένος Δημήτριος, 47/92 Δαρδανός Γιώργος, 47/66 Δασκαλόπουλος Δημήτρης, 44/27, 46/72 Δεμερτζής Νίκος, 45/25, 45/47 Δημαράς Άλέξης, 47/64 Δίλμποης Γ., 44/35 Δρακονταειδής Φ. Δ., 48/91 Ζήρας Άλέξ., 44/52 Θανοπούλου Κατερίνα, 46/7 Ίωαννίδης Στέφανος, 47/22 Καλημέρης Κώστας, 44/61, 45/61, 46/111, 47/95, 48/99 Καραβασίλης Γιώργος Κ., 45/52, 48/90 Καραϊτίδη Μάνια, 47/67 Καραντώνης Άνδρέας, 46/99 Καρβέλης Τάκης, 48/83 Καροϋζος Νίκος, 48/64 Κατουσέλλη ’Αλίκη, 46/81 ' Κόκκοτας Παναγιώτης Β., 47/53 Κοροντζή 'Ελένη, 45/61, 46/111, 47/95, 48/99, 48/114, 48/115 Κριαράς Έμ„ 44/49, 48/79 Κυρτζάκη Μαρία, 45/74 Κωτσάκης Κώστας, 47/94 Λάζος Βαγγέλης, 47/67 Λαμπελέ Φούλα, 44/19 Λιάρος Διονύσιος Άχ., 48/36 .
Λουκάκου Χαρά, 44/61, 45/61, 46/111, 47/95, 48/99 . Μάκης Βασίλης X., 48/86 Μάντζαρης Βαγγέλης, 48/43 Μαρινέσκου-Χύμου Μαρία, 45/23 Μαρκοπουλιώτου Γλύκα, 44/61, 45/61, 46/111, 47/95, 48/99, 48/112,48/114 Μαχαίρας Εύάγγελος, 47/11 Μενδράκος Τάκης, 46/107 Μερακλής Μ.Γ., 47/79 Μηλάτος Μάκης X., 48/50 Μοσχονάς Ν. Γ., 44/21 Μουντές Ματθαίος, 47/58 Μπέης Δημήτρης, 48/15 Μπελεζίνης Άντρέας, 48/64 Μπουζάκης Μανώλης, 47/67 Ναθαναήλ Παύλος, 46/18 Νάκου Ειρήνη, 47/44 Νικολακόπουλος Παντελής Δ., 47/69 Νοϋτσος Παν., 45/45 Ντελόπουλος Κυριάκος, 44/71,44/74, 47/76, 48/111, 48/114, 48/115 Παγανός Γ. Δ., 45/58, 47/81 Παιονίδης Φιλήμων, 48/58 Παμπούκη 'Ελένη, 45/71 Παναγόπουλος Άνδρέας, 44/37 Παπαβασιλείου Βασίλης, 44/61, 45/61, 46/111, 47/95, 48/99, Παπαγεωργίου Κώστας Γ., 44/55, 46/92 Παπαγοϋνος Γιώργος, 45/42 Παπαδάκου Χρυσούλα,45/25 Παπαϊωάννου Μ. Μ., 46/102 Παπαλιβερίου Κατερίνα, 44/77, 45/78, 46/132, 47/111, 48/118 Παπαπέτρου Βάσος, 48/31 Παρασκευαίδης Μίλτης, 45/34 Παύλου Σάββας, 44/24 Πέτροβιτς-Άνδρουτσοπούλου Λότη, 48/39 Πλακωτάρη Αλεξάνδρα, 46/96, Πλατανίτης Δημήτρης, 47/86 Πλησής Κυριάκος, 47/41 Ραφαηλίδης Βασ. , 44/39 Ρεκλείτης Μαρίνος, 47/50 Ρήγος Άλκης, 47/73 Ρούφου Κατερίνα, 44/61, 45/61, 46/111, 47/95, 48/99
127
48/8
Κροντηράς Κώστας, 47/7 Κυρτζάκη Μαρία, 48/10 Λαμπρίδης Μανόλης, 44/8
Δασκαλοπούλου Γλαύκη, 46/6
Μπερλής "ΑρηΤ^/Γ Μπίνη Κατερίνα, 45/6
Δεμερτζής Νίκος, 44/7 Δουβίτσας Γιάννης, 44/9 Ζακόπουλος Ν„ 48/13 Ζεβελάκης Γιώργος, 44/9 Ζήρας Άλέξης, 44/6 ΘεοφάνουςΚώστας,_44/8
Παπανικολάου Κ. Ν„ 44/9
ssird 4*' S S IS r
ΓΡΑΜΜΑΤΑ καί Τέχνες Μ Η Ν ΙΑ ΙΑ Ε Π ΙΘ Ε Ω Ρ Η Σ Η Τ Ε Χ Ν Η Σ , Κ ΡΙΤ ΙΚ Η Σ Κ ΑΙ Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΚ Ο Υ Π ΡΟ Β Λ Η Μ Α Τ ΙΣ Μ Ο Υ · Ι α ν ο υ ά ρ ιο ς 1982
’Ο κ τ ώ β ρ ιος
Ε π ιμ έ λ ε ια :
U t\E I\lS
·~
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛ ΤΙΟ Α ΡΙΘ . 48 Σνντάσσεται μ έ τήν πολύτιμη συνεργασία τοϋ βιβλιοπω λείου τής « ’Εστίας »
• Ή ταξινόμηση των βιβλίων γίνεται μέ βάση τό γνωστό Δεκαδικό Σύστημα ταξινόμησης, προσαρ μοσμένο στήν ελληνική βιβλιογραφία. • Σέ κάθε κατηγορία βιβλίων προηγούνται Αλφαβη τικά οί έλληνες συγγραφείς καί ακολουθούν οί ξέ• Ή κατάταξη των ξένων συγγραφέων γίνεται σύμ φωνα μ έ τό έλληνικό Αλφάβητο. • Στήν κατηγορία τών περιοδικών δέν περιλαμβά νονται έντυπα πού εκδίδονται δύο ή περισσότερες φορές τό μήνα. • Τά έκδοτικά στοιχεία κάθε βιβλίου Αναγράφονται όπως τά παραδίνει ό εκδότης. • Γιά τήν Ακόμη μεγαλύτερη πληρότητα τοϋ Δελτίου κάθε εκδότης Ας μας στέλνει τά πλήρη βιβλιογρα φικά στοιχεία τών καινούριων έκδόσεών του. Θά καταχωρηθοϋν οπωσδήποτε.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ. Ό μικρομέγας. Φιλοσοφική ιστο ρία. Είσαγωγή-μετάφραση: Μαρίας Δ . Χαλκιοπούλου. Μικρή Βιβλιοφιλία, άριθ. 1. ’Αθήνα, Βιβλιοφιλία, 1981. Σελ. 48. Δρχ. 100. Διάλογοι. Κοινωνία, άνθρωπος, γή καί διάστημα. Μετ. Γ. Ά σ ο ύ ρ α . Θεώρηση Κ. Μπόση. ’Αθήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 402. Ν ΤΑΒΙΝΤ ΩΡΕΛ. Ή κυβερνητική καί δ άνθρω πος. Μετ. Μ ίρκας Γουλέτα-Σκάρα. ’Αθήνα, Ά ναγνω στίδης. Σελ. 185. Δρχ. 200. ΣΑΡΤΡ ΖΑ Ν -Π Ω Λ. Ό ύπαρξισμός είναι ένας άνθρωπισμός. Μετ. Κ. Σταματίου. ’Αθήνα, Ά ρ σενίδης. Σελ. 139. Δρχ. 180.
ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α φ ιέρω μα. Βιβλιογραφική παρουσίαση τοϋ συγ γραφικού έργου τού Σταύρου Καλφιώτη γιά τήν περίοδο 1950-1980. ’Αθήνα, Τυροβολάς, 1981. Σελ. 32. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ I. Μ. Ό άγιορείτικος τύπος καί τά άγιορειτικά τυπογραφεία. ’Α θήνα, Ε φ η μ ε ρίου, 1981. Σελ. 60. Δρχ. 120.
ΛΕΞΙΚΑ ΛΙΓΓΡΗΣ ΝΙΚΟΣ. Ά γγλο-έλληνικό λεξικό γιά παιδιά καί άρχάριους. ’Αθήνα, Γαλαϊος, 1981. Σελ. 408. Δρχ. 580.
ΜΠΑΙΗΚΕΡ-ΜΙΛΛΕΡ ΤΖΗΝ. Γιά μιά νέα ψυ χολογία τής γυναίκας. Μετ. Ζωής Χατζιδάκη. ’Α θήνα, Γλάρος, 1981. Σελ. 171. Δρχ. 200.
ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ Γ. I. Ό λ α καί τά πάντα (δεύτερη σειρά). Συναντήσεις μέ άξιοσημείωτους άνθρώπους. ’Επιμέλεια μεταφράσεως: Triangle Editions. ’Α θήνα, Χατζηνικολή, 1981. Σελ. 304. Δρχ. 560.
ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ TURNER G. - ΣΗΜΗΡΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΣ. ’Αστρο λογία. Πώς νά διαβάζετε τ’ άστρα σας. Ά θ ή ν α ι,
129
Δίδυμοι. Σελ. 29.4 + παράρτημα. Δρχ. 1000.
105. Δρχ. 100.
ΚΟΙΝΩΝΙΟΑΟΓΙΑ
ΚΑΖΑΝΑΣ Ν. Δημοκρατία: ελευθερία ύπό τόν νόμο (ό ρόλος τής κυβέρνησης). ’Αθήνα, "Ομιλος Μελετών, 1981. Σελ. 220.
ΚΑΡΔΑΜΑΚΗΣ Μ ΙΧΑΗΛ Σ. (Πρωτοπρεσβύτε ρος). ’Αγάπη καί γάμος. ’Αθήνα, ’Ακρίτας, 1981. Σελ. 79.
ΜΑΣΣΑΒΕΤΑΣ ΓΙΩΡΓΗΣ. Στή μάχη γιά τήν άλ λαγή. Προλογίζει δ Ά ν δ ρ έα ς Παπανδρέου. ’Αθήνα, Βασδέκης, 1981. Σελ. 147. Δρχ! 200.
ΚΟΝΤΑΣ Π. Κιπού. Γιά ένα σωστό κόσμο. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 219. Δρχ. 350.
ΠΑΣΧΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Κράτος καί πολιτεύματα σ ΐό έργο τού Ά λ . Σβώλου. Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1981. Σελ. 159.
Μ ΑΝΤΖΙΑΦΟΥ-ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ. Οικογένειες μέ ένα γονέα. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 278. Δρχ. 600. ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Α Π. Ναρκωτικά. Ή άλλη όψη τού «πραγματικού». ’Αθήνα, Διογένης, 1981. Σελ. 53. ΠΑΤΡΩΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. Ό γάμος στή θεο λογία καί στή ζωή. ’Α θήνα, 1981. Σελ. 196. Δρχ. 250. ΤΣΟΥΓΙΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Τό ελληνικό άστικό κέντρο. ’Α θήνα, ’Εθνικό Κέντρο Κοινωνι κών ’Ερευνών, 1981. Σελ. 184. ΓΚΟΛΑΣ ΤΑΝΤΕΟΥΣ. Τεμπελιά καί αύτογνωσία. Μετ. Μ αρίνας Λώμη. ’Α θήνα, Γλάρος, 1981. Σελ. 81. Δρχ. 120. ΜΠΕΜΠΕΛ Α . Ή γυναίκα καί δ σοσιαλισμός. Μεταφράστηκε άπό επιτροπή. ’Αθήνα, 'Ιστορικές ’Εκδόσεις, 1981. Σελ. 330. P flN T ΕΒΕΛΥΝ. Σεξισμός καί επιστήμη. Μετ. Νέλλης-’Ό λγας Γκανά. ’Αθήνα, Θεωρία, 1981. Σελ. 237. Δρχ. 300. VAN DER MEERSCH M AXENCE. ’Α δέρφια μου έργάτες. ’Ελεύθερη άπόδοση Ν .Κ.-Μ .Π . ’Α θήνα, Τήνος. Σελ. 86. Δρχ. 80.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ Σ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Π. Τό λυκόφως τού μαρξισμού. Ε' έκδοση. ’Αθήνα, Σωτήρ, 1981. Σελ. 606. Δρχ. 380. Ή δική μας άλλαγή. Τό πρόγραμμα τού ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ. ’Αθήνα, ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ., 1981. Σελ.
130
ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦ. ’Α γω νι στικά. Τόμος Β \ ’Αθήνα, "Ικαρος, 1981. Σελ. 324. Δρχ. 350. ΠΛΕΥΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Κριτική ιδεών. ’Α θήνα, Νέα Θέσις, 1981. Σελ. 255. Δρχ. 300. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Πολιτική πρακτική. Β' έκδοση. ’Α θήνα, Παπαζήσης, 1980. Σελ. 105. ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ ΒΙΡΓΙΝΙΑ. Ή δύναμη τού πολίτη, ή δύναμη τής δημοκρατίας. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 208. Δρχ. 150. ΑΝΤΕΡΣΟΝ ΠΕΡΡΥ. Ό δυτικός μαρξισμός. Μετ. Ά λέκ ο υ Π. Ζάννα. ’Α θήνα, Ράππας. Σελ. 191. ΟΥΣΤΙΝΟΦ NT. Φ. "Οχι στόν άνταγωνισμό τών εξοπλισμών καί τήν άπειλή τού πολέμου. ’Α θήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 30. ΧΑΡΜ ΑΝ ΚΡΙΣ. Ό άπελευθερωτικός άγώνας στήν ’Ιρλανδία. Μετ. Κώστα Πίττα. ’Αθήνα, ’Α ν δρομέδα, 1981. Σελ. 96. Δρχ. 100. ΧΩΛ ΓΚΑΣ. Τό άντιπάλεμα. Μετ. Θ. Κακλαμανάκη. ’Αθήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 109. ΖΑΡΟΝΤΟΦ Κ. I. Οικονομία καί πολιτική στήν επανάσταση. Μετ. Γ. Τζήμα - Γ. Σίμου. Θεώ ρηση: Χρ. Τρικαλινός. ’Αθήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 337.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Α ΒΔΕ Λ ΙΔΗ Σ ΠΑΡΜΕΝΙΩΝ - ΨΥΧΟΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ - ΝΑΟΥΜΗ Μ ΑΤΙΝΑ - ΜΙΧΑΛΑΚΟ ΠΟΥΛΟΥ Α ΡΙΑ ΔΝ Η - ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΑ - ΝΟΜΙΚΟΥ ΕΛΕΝΗ. Τό άγροτικό συνεταιριστικό πρόβλημα τής χώρας. ’Αθήνα, Ε θ νικ ό Κέντρο Κοινωνικών ’Ερευνών, 1981. Σελ. 394. ΓΚΟΡΙΤΣΑΣ ΠΕΤΡΟΣ. Οί μικρομεσαΐες επιχει ρήσεις στό χώρο τής κλωστοϋφαντουργίας πριν καί μετά τήν ένταξη στην ΕΟΚ. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 64. Δρχ. 100. ΔΡΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. Ή ’Εθνική Τράπεζα καί ή Ίζόλα. Συμπαράσταση καί δολιοφθορά. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 70. ΚΑΦΑΤΟΥ ΣΑΡΡΑ. Καπιταλισμός καί περιφέ ρεια. Ή ιστορία τής άνάπτυξης στή Λατινική ’Αμερική. ’Αθήνα, Νεφέλη, 1981. Σελ. 237. Δρχ. 300. ΜΠΕΝΟΥΑ Α ΛΑ ΙΝ ΝΤΕ. Οί ιδέες στά όρθά. Μετ. καί πρόλογος Ά νδρ έα Δενδρινοϋ. ’Αθήνα, ’Ελεύθερη Σκέψις. Σελ. 310. Δρχ. 450.
ΔΙΚΑΙΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. Ή εμ φάνιση τής σχολής τού φυσικού δικαίου στήν «τουρκοκρατούμενη» έλληνική κοινωνία. Ή άνάλυση μιας νέας ιδεολογίας. ’Αθήνα, 1980. Σελ. 103. Δρχ. 350. ΛΑΝΑΡΑΣ ΚΩΝ. Δ . Στοιχεία εργατικής νομοθε σίας. Θεσσαλονίκη, 1981. Σελ. 172. Δρχ. 300.
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΑΙΔΑΓΩΙΊΚΗ ΑΝ ΔΡΕΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ. Τό Α ' εκπαιδευτικό συνέδριο, Ά θ ή ν α -1 9 0 4 . ’Α θήνα, Ετα ιρεία Με λέτης γιά τή Διδακτική καί τά Παιδαγωγικά, 1981. Σελ. 73. ΔΕΤΣΗΣ ΣΤΥΛ. Μ. - ΔΗΜ ΟΥΛΑΣ ΒΑΣ. Δ . Πώς θά μάθετε ευκολότερα ορθογραφία. ’Αθήνα, 1980. Σελ. 79. Δρχ. 150. ΠΑΣΧΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΩΑΝΝ. Προσφορά παρρησίας. ’Ιωάννινα, 1981. Σελ. 263. Δρχ. 300. ΠΥΡΓΙΩΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Προβλήματα στήν ιστορία τής έκπαιδεύσεως τών δασκάλων στά πρώτα πενήντα χρόνια μετά τήν άπελευθέρωση (1828-1878). ’Α θήνα, Χριστινάκης, 1981. Σελ. 187. Δρχ. 300. ΣΤΑΣΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. - ΠΑΠΑΧΡΗ ΣΤΟΥ ΠΟΛΥΞΕΝΗ. Δημιουργική σκέψη: ή φύση καί ή μέτρησή της (έρευνα μέ νοητικά καθυστε ρημένα άτομα σχολικής ήλικίας). ’Ανάτυπο άπό τό περιοδικό «Σχολείο καί Ζωή», τόμος 29, τεύχη 3, 4, 5-6. ’Α θήνα, 1981. Σελ. 41. ΤΕΡΖΗΣ ΝΙΚΟΣ Π. Ή παιδαγωγική τού ’Αλέ ξανδρου Π. Δελμούζου. Θεσσαλονίκη, 1981. Σελ. 168. ΧΡΕΤΟ Μ ΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Μ. Ή άνώτερη τεχνική καί επαγγελματική εκπαίδευση στήν Ε λλάδα. Διδακτορική διατριβή. ’Ιωάννινα, 1981. Σελ: 295. Δρχ. 300. ΧΟΫΛΣ ΜΑΡΤΙΝ. Ή πολιτική τής παιδείας. Μετ. Κάτιας Σύρρου. ’Αθήνα, Θεωρία, 1981. Σελ. 188. Δρχ. 250.
FRANKEL JOSEPH. Οί διεθνείς σχέσεις στόν ταραγμένο κόσμο μας. Μετ. Παύλου Ναθαναήλ. ’Επιμέλεια Νίκου Λίγγρη. ’Α θήνα, Γαλαϊος, 1981. Σελ. 207. Δρχ. 300.
ΣΧΟΛΙΚΑ
ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΚΕΣΟΠΟΥΛΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ. ’Εκθέσεις γιά τό δημοτικό. ’Αθήνα, Μαλλιάρης-Παιδεία, 1982. Σελ. 520. Δρχ. 500.
Διπλωματούχοι μηχανικοί Θεσσαλονίκης καί Κεντρικής Μακεδονίας. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλά δος, 1981. Σελ. 88.
BAYLARD HENRI - TOCATLIDOU VASSO. Alouette 2. Cahier d’exercices. Dessins: Alexis Kyritsopoulos. Paris, Hatier, 1980. Pag. 48.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΧΑΡΑΛ. Θ. Ή άστυνομία στήν Ε λλάδα. ’Αθήνα, Σιδέρης, 1981. Σελ. 759.
BAYLARD HENRI - TOCATLIDOY VASSO. Alouette 2. Methode de franjais langue etrangere.
131
Conception graphique: Alexis Kyritsopoulos. Livre de l’eleve. Paris, Hatier, 1979. Pag. 159. BAYLARD HENRI - TOCATLIDOU VASSO. Alouette 2. Methode de franjais langue etrangere. Livre du professeur. Illustration et conception graphique: Alexis Kyritsopoulos. Paris, Hatier, 1980. Pag. 95.
ΖΩΟΛΟΓΙΑ MACKAL ROY Ρ. Τό τέρας τού Λάχνες. Μετ. Μάριου Βερέττα. ’Αθήνα, Ώ ρόρα, 1981. Σελ. 320. Δρχ. 90.
ΑΝΘΟΚΟΜΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΣΣΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ Δ. Ό λαϊκός λόγος στή Μέσα Μάνη. Α': παροιμίες-σχήματα λόγουκαταφωνήσεις. ’Αθήνα, Θεριστής, 1981. Σελ. 279. Δρχ. 400. ΠΑΣΧΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ Θ. Παλμοί καί θρύλοι δυ τικής Θεσσαλίας. ’Αθήνα, Μιτογιάτης, 1981. Σελ. 192. Δρχ. 220.
ΓΛΩΣΣΑ ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ’Επίτομο όμηρικό όνοματολογικό γραμματαριθμικό άριθμογραμματικό μετά χριστοκεντρικοΰ συμπληρώμα τος κατ’ εκλογήν τής έλληνικής. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 238. Δρχ. 500. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ . Λεξικό τής δημοτικής. ’Αθήνα, ’Αποσπερίτης. Σελ. 339. Δρχ. 300. ΦΙΛΟΣ ΣΤΕΦ. Μ. Μεθοδική νεοελληνική γραμ ματική. Β' έκδοση. ’Αθήνα, Παπαδήμας, 1981. Σελ. 339.
ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Κ. - ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ I. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Γ. - ΜΟΥΣΑΣ Ξ. - Α Ν Α ΣΤΑΣ ΑΚΗΣ Ε. - ΓΛΗΝΟΣ Δ . - ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Α. - ΒΕΡΓΑΝΕΛΑΚΗΣ Α. - ΦΡΑΓΚΟΣ X. - ΡΟΥΣΟΣ Ε. - ΚΟΥΤΟΥΓΚΟΣ Α. ΜΠΑΓΙΟΝΑΣ Α. Θεμέλια τών επιστημών. ’Επι μέλεια Ν. Σκιαδά. ’Αθήνα, Gutenberg, 1981. Σελ. 300. Δρχ. 500.
MOTT RUSSELL C. Τά φυτά τοϋ σπιτιού. ’Επι μέλεια Χρήστου Τερζόπουλου. Εικονογραφήσεις Alan Singer. ’Αθήνα, Τερζόπουλος, 1981. Σελ. 205. Δρχ. 900.
ΙΑΤΡΙΚΗ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ. ’Α πο λογισμός έργου 1976-1980. ’Α θήνα, 1981. Σελ. 135. ΜΠΕΛΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. Πρώτες βοήθειες γιά δδηγούς αυτοκινήτων, μέ 242 εικόνες. ’Αθήνα, Βασδέκης, 1981. Σελ. 192. Δρχ. 250. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ. ’Εκπαιδευτικά προγράμματα γιά τίς ίατρικές ει δικότητες. ’Α θήνα, ’Εθνικό Τυπογραφείο, 1981. Σελ. 156. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ. ’Ενημερωτικό συνταγολόγιο. Ά θήναι, ’Εθνικό Τυπογραφείο, 1981. Σελ. 295. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ /ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΥΓΙΕΙΝΗΣ. ’Ερευνη τικά προγράμματα. ’Α θήνα, 1981. Σελ. 95. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ. Ύγεία-πρόνοια. ’Α πολογισμός ’77-’81, προοπτι κές. Σελ. 79. VACHET PIERE. Σύμβουλος ψυχοσωματικής ύγιεινής. Μετ. Μαργαρίτας Κουλεντιανοϋ. ’Αθήνα, Θυμάρι, 1981. Σελ. 297. Δρχ. 350.
ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΠΑΖΑΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Πώς κατάντησε τό ψωμί.
132
Πρόλογος Νίκου Ζακόπουλου. Α θ ή ν α , Μπαζαϊος, 1981. Σελ. 72. Δρχ. 100.
ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
Τά τετράδια τής γιαγιάς. Φυσικές συνταγές γιά τή φροντίδα τού σώματος καί συνταγές γιά τό άδυνάτισμα. ’Α θήνα, Ά κ ιδ ά λια , 1981. Σελ. 38. Δρχ. 70.
ΣΓΟΥΡΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ. Α π λ ά μαθήματα ζω γραφικής. Ε' έκδοση. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 112. Δρχ. 250.
ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
KA N D INSKY W ASSILY. Γιά τό πνευματικό στήν τέχνη. Μετ. Μηνά Παράσχη. ’Α θήνα, Ν ε φέλη, 1981. Σελ. 183. Δρχ. 250.
ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ - ΚΟΝ-ΜΠΕΝΤΙΤ ΝΤΑΝΙΕΛ. Ά π ό τήν οικολογία στήν αυτο νομία. Μετ. Ά λ κ η Σταύρου. Θεώρηση Γιάννη Κρητικού. ’Αθήνα, Ράππας, 1981. Σελ. 109. Δρχ. 180.
ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ Α νθολ ογία ελληνικής άρχιτεκτονικής. Ή κατοι κία στήν Ε λ λά δα άπό τό 15ο στόν 20ό αιώνα. ’Επιμέλεια ’Ιορδάνη Δημακόπουλου. ’Αθήνα, 'Υπουργείο Πολιτισμού καί ’Επιστημών, 1981. Σελ. 216 + εικόνες 357. Δρχ. 500. ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ - ΣΑ ΒΒ Α ΡΗ ΕΛΕΝΗ - Σ ΤΑΘ ΑΚ Η-ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ Μ ΑΤΙΝΑ - ΤΣΑΜΤΣΟΥΡΗ ΒΑΣΩ. Νάξος. Ε λ λ η νική Παραδοσιακή ’Αρχιτεκτονική. ’Α θήνα, Μέ λισσα, 1981. Σελ. 40. Δρχ. 300. Νεοκλασικές σιδεριές. Σελ. 55. Δρχ. 150.
ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΤΑΜ ΠΟΥΡΑΤΖΗΣ ΖΩΟ ΔΟΧΟΣ Σ. Ά π ό τό μύθο στό θαύμα. Παγκόσμια καί έλληνική ιστο ρία τών γραφικών τεχνών. Α θ ή ν α , 1981. Σελ. 381. Δρχ. 1500. Φωτοσύνθεση. Ά π ό τόν Γουτεμβέργιο στήν ηλε κτρονική τυπογραφία. Προβλήματα καί διαπι στώσεις. Α θ ή ν α , ΕΣΗΕΑ , 1981. Σελ. 135. Δρχ. 250.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑΓΚΟΖΗΣ Φ Α ΙΔΩ Ν Γ. Εικόνες τής Μ ακεδο νίας. Α θ ή ν α , Μάλχο, 1981. Σελ. 212. Δρχ. 1200.
’Αθήνα, Ε.Ο.Μ .Μ .Ε.Χ .
ΦΛΩΡΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ Ε. Οί τηνιακές βοτσα λωτές αυλές. ’Α θήνα, Φιλιππότης, 1981. Σελ. 55 + εικόνες. ΧΑΡΙΤΩΝΙΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ. ’Ά νδρ ο ς. Ε λ λη νική Παραδοσιακή ’Αρχιτεκτονική. ’Αθήνα, Μέ λισσα, 1981. Σελ. 40. Δρχ. 300.
ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Ρίζες τής ρωμιοσύνης. ’Οκτώ φωτογραφίες τού Πλάτωνα Μάξιμου. Π ρόλογος Γιάννη Τσαρούχη. ’Αθήνα, Κέδρος, 1981.
ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ’Επιρροές στά μέσα μαζικής ένημέρωσης. Σεμινά ριο ’80 τού BBC. Compendium, 1981. Σελ. 67. Δρχ. 100. ΚΑΡΖΗΣ Θ. Ή έλληνική τηλεόραση. Προβλή ματα καί λύσεις. Α θ ή ν α , Κάκτος, 1981. Σελ. 136. Δρχ. 200. Μ ΑΝΘΟΥΛΗΣ ΡΟΒΗΡΟΣ. Τό κράτος τής τη λεόρασης. Α θ ή ν α , Θεμέλιο, 1981.·Σελ. 333. Δρχ. 400.
ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Ό Ά ρ ισ τοφ ά-
133
νης πού γύρισε άπό τά θυμαράκια. Θεσσαλονίκη, Ε πιλογή, 1981. Σελ. 83. Δρχ. 160. ΦΛΕΣΣΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Μουσική στόν κινηματο γράφο. ’Αθήνα, Βασδέκης, 1981. Σελ. 122. Δρχ. 300.
ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΕΡΑΣΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. ΕΟΚ είσαι - μάθε. ’Αθήνα, Μαλλιάρης - Παιδεία. Δρχ. 100.
STEARNS MARCH ALL Ν . Τζάζ. Μετ. Κυρ. Ντελόπουλου. ’Α θήνα, Ελληνικό Λογοτεχνικό καί 'Ιστορικό ’Α ρχείο, 1981. Σελ. 322. Δρχ. 400.
Πώς είδε ’Αμερική καί Ρωσία ό Χάρης Κάππα. ’Α θήνα, Ε σ τία , 1981. Σελ. 94.
ΤΣΙΛΤΟΝ ΤΖΩΝ. 'Ιστορία τής τζάζ. Μετ. Ά ρ η Γεωργίου. ’Επιμέλεια Σάκη Παπαδημητρίου. ’Αθήνα, Υ π οδομή, 1981. Σελ. 323.
ΠΟΙΗΣΗ
ΧΟΠΚΙΝΣ ΤΖΕΡΥ - ΣΑΓΚΕΡΜΑΝ ΝΤΑΝΙΕΛ. Τζίμ Μόρισον. Ή ζωή καί τά τραγούδια του. Μετ. Α. Ά ιδίνη . ’Αθήνα, Κάκτος, 1981. Σελ. 413.
ΑΛΕΞΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. ’Εντεύθεν τής Πλακιώνας. Ποιήματα. ’Αθήνα, Διογένης, 1981. Σελ. 46. ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Μεγάλες στιγμές τής άγγλόφωνης ποίησης. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 77.
ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΒΥΤΙΝΑΡΟΣ Β. Λ. 'Η φυσική κατάσταση των ποδοσφαιριστών. ’Α θήνα, 1981. Σελ. 144. Δρχ. 350.
ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΚΡΙΔΗΣ I. Θ. Ε λλήνω ν λόγοι. ’Α πό τόν κό σμο των άρχαίων. Τόμος Βλ Θεσσαλονίκη, 1981. Σελ. 254. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝ ΔΡΕΑ Σ. Πλάτων καί Κρήτη. Ελληνική ’Ανθρωπιστική Ε τα ιρ εία / Διεθνές Κέντρον ’Ανθρωπιστικών Κλασικών ’Ερευνών / Σειρά Β' Μελέται καί Έ ρευναι, άριθ. 33. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 205. Πλάτωνα Πρωταγόρας. Ερμηνευτικές έκδόσεις άρχαίων συγγραφέων. Κείμενο, μετάφραση, σχό λια Κ. Ν. Πετρόπουλσυ. ’Αθήνα, Πατάκης, 1980. Σελ. 488. Πλάτωνος λύσις. Εισαγωγή, μετάφραση καί έρμηνευτικά σημειώματα Ν. Μ. Σκουτερόπουλου. ’Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1981. Σελ. 78. LESKY ALBIN. 'Ιστορία τής άρχαίας έλληνικής λογοτεχνίας. Μετ. ’Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη. Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης, 1981. Σελ. 1256. Δρχ. 2300.
ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ Μ ΑΝΟΛΗΣ. ’Απελάτες στό Αιγαίο. ’Α θήνα, Ώ λή ν, 1981. Σελ. 79. ΓΙΑΝΑΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ΑΛ. Μικρή Λεσβιάδα. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 93. Δρχ. 100. ΓΟΥΛΙΑΜΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Νευρασθενικά τοπία. ’Αθήνα, Μουσικός Αύγουστος, 1981. Σελ. 70. ΔΟΞΑΣ ΓΙΩΡΓΗΣ Τ. Έ ν α γραμματόσημο πού δέν ταχυδρομήθηκε ποτέ άπό τά Ε λληνικά Ταχυ δρομεία. ’Α θήνα, Φιλιππότης, 1981. ΖΕΡΒΑΣ ΚΩΣΤΗΣ. ’Α πόπειρα λόγου. ’Αθήνα, 'Ιστορικές ’Εκδόσεις, 1981. Σελ. 45. ΚΑΛΙΕΝΤΖΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 30.
Μικρές σιωπές.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΣΤΑΣ. Τέσσερα ποιήματα καί τό σύρμα. ’Αθήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ- 28. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. Παλμοί. Λαμία, Λαμιακός Τύπος, 1981. Σελ. 32. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ I. Ή αυτοψία τών κυμάτων. Ποιήματα. ’Αθήνα, ’Α πανεμιά, 1981. Σελ. 43. Κ ΑΡΔΑΡΑ ΜΑΡΙΑ. Θρήνος γιά τή μητέρα μου. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 44. ΚΑΤΣΑΓΑΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Ρίζες τού Εύήνου. ’Αθήνα, Ό στρακα, 1981. Σελ. 29.
134
ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Τό τομάρι τού πόνου. ’Αθήνα, Ώ λή ν, 1981. Σελ. 45.
ΦΩΚΑΣ ΑΛΕΞΗΣ. Πρόοδοι έν προόδω. ’Αθήνα, Ώ λή ν, 1981. Σελ. 52.
ΚΑΤΖΟΥΡΗ ΣΟΦΙΑ. Τώρα μπορώ νά μιλώ. Ποιήματα. ’Α θήνα, Ρέκος, 198 ί. Σελ. 72.
ΦΩΚΑΣ ΝΙΚΟΣ. Ό μύθος τής καθέτου. ’Αθήνα, Κρύσταλλο, 1981. Σελ. 44.
ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ. Θαλασ σινό ημερολόγιο. Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Δ ια γώνιος, 1981. Σελ. 43. Δρχ. 100.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ. Σφραγίδες. Ποιήματα. ’Αθήνα, ’Ακρίτας, 1981. Σελ. 162.
ΚΕΡΕΝΗΣ ΑΝΤΡΕΑΣ. Γράμματα στόν ’Ιούλιο. Πρέβεζα, 1981. Σελ. 45.
ΓΕΣΕΝΙΝ ΣΕΡΓΚΕΗ. Ποιήματα. ’Απόδοση Γιάννη Ρίτσου. ’Α θήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 126. Δρχ. 200.
ΜΑΓΓΑΝΑΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Ό άλλος δρό μος. Γ' έκδοση. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 77. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γ. Σελίδες σέ δύο άποχρώσεις. Ποιήματα. ’Αθήνα, Τό Ελληνικό Βιβλίο, 1981. Σελ. 63. ΜΗΤΡΑΣ ΜΙΧΑΗΛ. ’Ασταθές πεδίο. ’Αθήνα, Έ κλειψη, 1981. Σελ. 32. Δρχ. 50. ΜΟΛΕΣΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Τά δέντρα στό Βορρά. Ποιήματα. Κύπρος, 1981. Σελ. 39. ΜΠΡΑΤΣΟΣ ΦΩΝΤΑΣ. 1981. Σελ. 40.
Νιφάδες.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Α ΘΑ Ν ΑΣΙΑ ΔΗΣ ΝΙΚΟΣ. Τό βιβλίο τού νησιού μου. Μυθιστόρημα. Β' έκδοση. Ελληνική Λ ογο τεχνία, άριθ. 3. ’Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1981. Σελ. 513. Δρχ. 400. ΑΚΡΙΤΑΣ ΛΟΥΚΗΣ. Ό κάμπος. Γ' έκδοση. Έ λ ληνες Πεζογράφοι, άριθ. 18. ’Αθήνα, Φιλιππότης, 1981. Σελ. 231. Δρχ. 350.
Τορόντο, ΑΛΑΣΑΚΗΣ ΤΙΝΟΣ. Τού νοϋ καί τής καρδιάς. Χρονογραφήματα. Λάρισα, 1981. Σελ. 48.
ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ. Περιπέτειες πλανόδιου σωματοφύλακα όνείρων. ’Α θήνα, Νε φέλη, 1981. Σελ. 56.
ΑΛΕΞΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Παλιά τετράδια. Διη γήματα. ’Αθήνα, Νεφέλη, 1981. Σελ. 45. Δρχ. 80.
ΠΑΛΑΝΤΙΟΥ ΛΗ ΔΑ . Ή νεκρή γυναίκα. 1981. Σελ. 40. Δρχ. 120.
ΑΝΑΣΤΑΣΕΛΛΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ. Κερατοζωή. Διηγήματα. ’Α θήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 173.
ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ Δ. Π. Ποίηση, 2. ’Αθήνα, Γνώση, 1981. Σελ. 163. Δρχ. 220.
ΒΑΛΕΤΑΣ ΚΩΣΤΑΣ. Οί σαλτιμπάγκοι. Διηγή ματα. ’Α θήνα, Πηγή. Σελ. 175. Δρχ. 250.
ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΥ ΔΑ Ν ΑΗ . Χωρίς περιφράζεις. Ποιήματα. ’Α θήνα, Μαυρίδης, 1981. Σελ. 63. Δρχ. 150.
ΒΕΡΟΣ Κ. Τό στρατόπεδο. ’Α θήνα, Τομές, 1981. Σελ. 87. Δρχ. 100.
ΠΑΥΛΑΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ. Λόγω βλάβης. ’Αθήνα, Ροή, 1981. Σελ. 63.
άνηκέστου
ΣΤΑΓΚΟΣ ΝΙΚΟΣ. Τά οικεία περιβάλλοντα των λέζεων. ’Α θήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 78. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡ. Ά λικ α τριαντάφυλλα. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 47. Δρχ. 200. ΦΙΛΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ. ’Απεικονίσεις. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 49.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ. Πέρα άπό τήν όχθη. Διηγήματα. Β' έκδοση. Ελληνική Λογοτεχνία, άριθ. 2. ’Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1981. Σελ. 225. Δρχ. 200. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΟΥ ΑΛΙΚΗ ΑΓΑΜ. Λίγο πρίν σβήσει τό χθές. Μυθιστόρημα. ’Α θήνα, Βασδέκης, 1981. Σελ. 397. ΖΗΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Μ. (ΝΤΕΜΙΣΛΗΣ). Ά ν ε υ προφανούς λόγου. Διηγήματα. Χίος, Φιλοτεχνικός Ό μ ιλ ο ς Χίου, 1981. Σελ. 79.
135
ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ ΘΟΔΩΡΗΣ. Δούλοι καί άφέντες. Met. Ν. Κώνστα. ’Αθήνα, Κάκτος, 1981. Σελ. 195. Δρχ. 250. ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Σάς λέω τήν άλήθεια πιστέψτε με. ’Αθήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 207. ΚΟΨΙΔΗΣ ΡΑΛΛΗΣ. Κάστρο ήλιόκαστρο. ’Αθήνα, Τεχνικαί ’Εκδόσεις, 1980. Σελ. 138. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ. ’Ιωνίες. ’Αθήνα, Ό δυσσέας, 1981. Σελ. 76. Μ ΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ. Έ νοχος κατά τό κατηγορητήριο.;. ’Αθήνα. Σελ. 237. Δρχ. 350.
’Αθήνα, Κέδρος. Σελ. 97. Δρχ. 150. ΣΤΑΦΥΛΑΣ ΜΙΧΑΛΗΣ. Μνήμη Γιώργου Κοτζιούλα κι άνέκδοτα κείμενά του. Νεοελληνικά ’Αφιερώματα, άριθ. 4. Σελ. 48. Δρχ. 150. ΤΕΡΕΝΤΣΙΟ ΓΙΟΛΑΝΤΑ. 413 μέρες. Νεοελλη νική Λογοτεχνία, άριθ. 259. ’Α θήνα, Ε σ τία, 1981. Σελ. 334. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ. Ή κερέ νια κούκλα. ’Αθήνα, Πέλλα. Σελ. 176. Δρχ. 160. ΓΚΩΤΙΕ ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Ή νεκρή έρωμένη. Μετ. Γιώργου Κ. Καραβασίλη. ’Αθήνα, Αΐγόκερως, 1981. Σελ. 90. Δρχ. 120.
ΝΑΚΟΥ ΛΙΛΙΚΑ. Ή ιστορία τής παρθενίας τής δεσποινίδας τάδε. Διηγήματα. ’Αθήνα, Δωρικός, 1981. Σελ. 121. Δρχ. 140.
ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ. Τό σύντομο καλοκαίρι τής άναρχίας. Μετ. Νίκου Δεληβοριά. ’Αθήνα, Ό δυσσέας 1981. Σελ. 331. Δρχ. 330.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ I. Μ. Τό δαχτυλίδι μέ τά παραμύθια. Διηγήματα. Β' έκδοση. ’Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1981. Σελ. 158. Δρχ. 180.
ΕΣΜΠΡΑΓΙΑ ΣΑΡΑ. Ή έπιστροφή τής Ίμογένης. Μετ. Ά ν δ ρ έα Φραγκιά, ’Αθήνα, Κάκτος, 1981. Σελ. 158. Δρχ. 200.
ΠΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ. ... άπό τό στόμα τής παλιάς Remington... Μυθιστόρημα. Θεσσαλονίκη, Τρίλοφος, 1981. Σελ. 246.
ΕΣΜΠΡΑΓΙΑ ΣΑΡΑ. Μή θυμώνεις Ίμογένη. Μετ. Μάγδας Καϊναδά. ’Αθήνα, Κάκτος, 1981. Σελ. 137. Δρχ. 200.
Π Α ΠΑ Ν ΔΡΕΟΥ ΝΙΚΟΣ. ’Εμπροσθοφυλακή. ’Αντιστασιακό μυθιστόρημα. ’Αθήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 325.
ΚΑΙΣΛΕΡ ΑΡΘΟΥΡ. Διάλογος μέ τόν θάνατο. Μετ. Ρούλας Λεκανίδου. ’Α θήνα, Χατζηνικολή, 1981. Σελ. 252. Δρχ. 400.
ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΥ ΔΑ Ν ΑΗ . Ό ψ όμεθα εις Φι λίππους. ’Αθήνα, Μαυρίδης, 1981. Σελ. 219.
ΚΑΛΒΙΝΟ ΙΤΑΛΟ. Ό διχασμένος ύποκόμης. Μετ. Ρούλας Στράτου. ’Αθήνα, Ό δυσσέας, 1981. Σελ. 99. Δρχ. 120.
ΡΟΔΟΠ ΟΥΛΟΥ ΣΟΥΛΑ. ’Ανήσυχες ’Α θήνα, Δρυμός, 1981. Σελ. 121.
μέρες.
ΡΩΜΑΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. ’Αντάτζιο καί φούγκα. Τόμος Β'. ’Αθήνα, Ε σ τία, 1981. Σελ. 363. Δρχ. 380. ΣΑΡΑΝΤΗ ΓΑΛΑΤΕΙΑ. Τά όρια. Μυθιστόρημα. Β' έκδοση. ’Αθήνα, Ε σ τία, 1981. Σελ. 286. Δρχ. 280. ΣΚΑΡΟΣ ΖΗΣΗΣ. Ψηφίδες. Διηγήματα. Ε λ λη νική Λογοτεχνία, άριθ. 4. ’Αθήνα, Ζαχαρόπου λος, 1981. Σελ. 208. Δρχ. 200.
ΜΑΚΚΑΛΕΡΣ ΚΑΡΣΟΝ. Ή καρδιά κυνηγάει μονάχη. Μετ. Βικτώριας Τράπαλη. ’Αθήνα, Ε ξ άντας, 1981. Σελ. 352. Δρχ. 300. ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ-ΧΟΤΚΕΒΙΤΣ ΓΚΝΑΤ. Ά β η ρόν. Νουβέλα. Μετ. Γιώργη Πολιτόπουλου. ’Αθήνα, Γλάρος, 1981. Σελ. 97. Δρχ. 120. Μ ΟΡΑΒΙΑ ΑΛΜΠΕΡΤΟ. Ά γκοστίνο. Μετ. Μ άρθας Σαλάκου. ’Αθήνα, Ό δυσσέας, 1981. Σελ. 115. Δρχ. 120.
ΣΚΟΥΡΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Αύτά κι άλλα πολλά. ’Αθήνα, ’Αστέρι, 1981. Σελ. 230.
ΜΠΡΕΧΤ ΜΠΕΡΤΟΛΝΤ. Ό κύκλος μέ τήν κι μωλία τού ’Ά ουγκσμπουργκ. Διηγήματα. Μετ. Α. Νικολάου. ’Αθήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 79.
ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΟΥ ΑΛΕΞΙΑ. Ό παιδοβούβαλος.
NAVARRE Y VES. Μυστικός γάμος. Μετ. Ντί-
136
νου Σ. Κουμπάτη. ’Αθήνα, Λητώ, 1981. Σελ. 203. Δρχ. 250.
λογος ’Αλέξανδρου Ξύδη. ’Αθήνα, Ελληνικό Λ ο γοτεχνικό καί Ιστορικό ’Αρχείο, 1981. Δρχ. 500.
RAINTREE LEE. Ντάλλας. Μετ. Δημήτρη Δαλιάνη. ’Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1981. Σελ. 485. Δρχ. 500.
Τετράδιο. Τόμος Β'. Τετράδια 1-3 (1947). ’Αθήνα, Ε λληνικό Λογοτεχνικό καί 'Ιστορικό ’Αρχείο, 1981. Δρχ. 200.
ΡΙΜΠΑΚΩΦ Α ΝΑΤΟΛΗ. Καπνός καί άθάλη. Μυθιστόρημα. Μετ. Δέσποινας Καμπάνη-Δετζώρτζη. ’Αθήνα, Κέδρος, 1981. Σελ. 399.
ΤΣΑΚΩΝΑΣ ΔΗΜ. ΓΡ. 'Ιστορία τής νεοελληνι κής λογοτεχνίας. Τόμοι Α + Β'+Γ'. ’Αθήνα, Λ α διάς, 1981. Σελ. 1280. Δρχ. 1800 (οΐ τρεις τόμοι).
ΣΑΡΤΡ ΖΑΝ-ΠΩΛ. Οί λέξεις. Μετ. Κ. Σταματίου. ’Α θήνα, Ά ρσενίδης. Σελ. 296. Δρχ. 330.
ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Ε. Στή ζώνη τού πυ ράς. Δοκίμια. ’Αθήνα, Ε σ τία 1980. Σελ. 269. Δρχ. 300.
ΣΤΟΟΥΚΕΡ ΜΠΡΑΜ. Δράκουλας. Μετ. Ά ν έτ τας Καπόν. ’Αθήνα, Α ίολος, 1981. Σελ. 390 + ει κόνες. Δρχ. 400. ΦΛΩΜΠΕΡ ΓΚΥΣΤΑΒ. Ή αισθηματική αγωγή. 'Ιστορία ενός νέου. Μετ. Παν. Μουλλά. ’Α θήνα, Ό δυσσέας, 1981. Σελ. 469. Δρχ. 450.
Ντοστογιέβσκι. Ε κ α τ ό χρόνια άπό τόν θάνατό του. Κείμενα τής Μ εθορίου, άριθ. 6. ’Αθήνα, Εύθύνη, 1981. Σελ. 256. Δρχ. 300. Οί σουρρεαλιστές συζητούν γιά τό σέξ. Μετ. ’Ισμήνης Κάνση. ’Αθήνα, Παραλληλόγραμμες ’Εκδόσεις, 1981. Σελ. 70. Δρχ. 100.
ΧΑΞΛΑΝ ΑΛΝΤΟΝΣ. Κόλαση καί παράδεισος. Μετ. Λ. Κανδηλίδη. ’Αθήνα, Κάκτος. Σελ. 166. Δρχ. 200.
ΣΑΡΤΡ ΖΑΝ-ΠΩΛ. Καταστάσεις. Μετ. Κ. Σταματίου. ’Α θήνα, Ά ρσενίδης. Σελ. 239. Δρχ. 260.
ΜΕΛΕΤΕΣ
ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΑΛΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Ξαναδιαβάζοντας τόν Rai ner Maria Rilke. ’Α νάτυπο άπό τό περιοδικό «’Ηπειρωτική Ε σ τία», τεύχος 346-347. Σελ. 11.
ΚΑΛΜΠΑΡΗΣ ΣΠ. Γράμματα άπό τόν Καναδά. ’Αλληλογραφία. Τόμος Β'. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 17.
ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Κ. I. Φιλολογικά. Β' έκ δοση. ’Αθήνα, Ε σ τία, 1981. Σελ. 207. Δρχ. 250. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΝΕΣΤΗΣ. ’Ανάγνωση καί γραφή. Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1981. Σελ. 126.
CALBARIS SPYROS. I’m Justine Powell and these are my letters. The american correspon dence. Tome A ' B' ed. Athens, Sigma-Mi, 1981. Pag. 25.
ΘΕΑΤΡΟ
ΜΙΝΩΤΗΣ ΑΛΕΞΗΣ. Μ ακρινές φιλίες. ’Αθήνα, Κάκτος, 1981. Σελ. 155. Δρχ. 200. ΠΟΛΙΤΟΥ -Μ ΑΡΜΑΡΙΝ ΟΥ ΕΛΕΝΗ. Ή συγ κριτική φιλολογία. Χώρος, σκοπός καί μέθοδοι έρευνας. ’Α θήνα, Καρδαμίτσα, 1981. Σελ. 63. ΣΑΚΕΛΛΙΩΝΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ’Αφορμές... ’Αθήνα, Μήνυμα, 1981. Σελ. 152. Δρχ. 200.
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Ό δυσσέας, 1981. Σελ. 112.
Θέατρο.
Α θ ή να ,
ΜΟΥΡΣΕΛΑΣ ΚΩΣΤΑΣ. ’Ενυδρείο. Κέδρος, 1981. Σελ. 116. Δρχ. 220.
’Αθήνα,
ΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Β-120. Ό άν θρωπος τού μηχανισμού. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 80.
ΣΑΧΙΝΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Ή πεζογραφία τού αισθητισμού. ’Αθήνα, Ε σ τία , 1981. Σελ. 465. Δρχ. 480.
ΧΑΛΚΟΥΣΗ ΕΛΕΝΗ. Θεατρικό ήμερολόγιο. ’Αθήνα, Κάκτος, 1981. Σελ. 309. Δρχ. 280.
Τετράδιο. Τόμος Α'. Τετράδια 1-3 (1945). Π ρό
ΦΟ ΝΤΑΡΙΟ. Τυχαίος θάνατος ένός άναρχικοΰ
137
καί μερικών άλλων άνατρεπτικών. Μεταφρά στηκε άπό επιτροπή. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 108.
ΨΑ Θ Α PITA. Στό παιχνίδι τής άλήθειας. Πολι τικές συνεντεύξεις. ’Αθήνα, Μαρής, 1981. Σελ. 221. Δρχ. 300.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ’Αφιέρωμα στή μνήμη Σπόρου Ν. Ά βοόρη. Θεολάγου-γυμνασιάρχου (1904-1978): Ζάκυνθος, Δημοσία Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, 1980. Σελ. 88. ΒΕΝΕΖΗΣ ΗΛΙΑΣ. ’Αρχιεπίσκοπος Δαμασκη νός. Οί χρόνοι τής δουλείας. Πολιτική καί 'Ιστο ρία, άριθ. 17. ’Αθήνα, Ε σ τία, 1981. Σελ. 341. Δρχ. 400. ΔΑΝΙΗΛ ΓΙΩΡΓΟΣ. Νίκος Καχτίτσης. Ό λεπιδοπτερόλογος τής άγωνίας. ’Α θήνα, Νεφέλη, 1981. Σελ. 243. Δρχ. 300. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. "Αγιοι Τόποι καί τό νεοσύστατο κράτος τού ’Ισραήλ. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 67. ΚΟΥΚΟΥΝ ΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ. ’Εθνάρχης Μακάριος 1913-1977: ή ζωή του. Χατζηπέρης. Σελ. 125. Δρχ. 180. ΜΠ ΑΡΤΖΙΩΤ ΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ Γ. Ήλέκτρα, άδελφή τού κόμματός μας. (Μιά ήρωική επανα στατική ζωή). ’Αθήνα, Θουκυδίδης, 1981. Σελ. 350. Δρχ. 250.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ Τό έργον τής ’Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά τό 1979. ’Επιμέλεια Γ. Ε. Μυλωνά. Ά θ ή ναι, 1980. Σελ. 38 + εικόνες. Δρχ. 300.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Α ποτελέσματα έκλογών 1946-1977. Διάλογος, 1981. Σελ. 59. Δρχ. 120.
Α θ ή να,
ΑΡΤΕΜΑΚΗΣ Σ. I. - ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ I. Μ. Ν ι κόλαος Δημητρακόπουλος. Α θ ή να , Ε σ τία. Σελ. 193. Δρχ. 300. ΓΛΗΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Τί είναι καί τί θέλει τό ’Εθνικό Α πελευθερωτικό Μέτωπο. Ντοκουμέντα τού Ελληνικού Προοδευτικού Κινήματος, άριθ. 23. Α θ ή να , Ρήγας. Σελ. 63. Δρχ. 60. ΔΡΙΖΗΣ ΗΛΙΑΣ ΔΗΜ. 'Ιστορία τού χωριού Πλαίσιον, πρώην Πλεσίβιτσας. Α θ ή να , 1981. Σελ. 378. Δρχ. 500.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Γ. Ε. Παραλειπόμενα τής ’Εθνικής ’Αντίστασης. ’Α θήνα, Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 277.
ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ Γ. Ή εκκλησία στήν 'Ελλάδα κατά τήν Φραγκοκρατία. Θεσσαλονίκη, Πουρναράς, 1981. Σελ. 296. Δρχ. 400.
ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣ Ε. 5/42 - . Ψαρρός. Ματωμένος θρύλος. Ά θήναι, 1981. Σελ. 198. Δρχ. 400.
Ή ’Επανάσταση τού Εΐκοσιένα. ’Επιστημονικό Συμπόσιο 21-23 Μάρτη 1981. Κέντρο Μαρξιστι κών ’Ερευνών. Α θ ή να , Σύγχρονη ’Εποχή, 1981. Σελ. 356. Δρχ. 400.
ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ Ν. Α. Ά γ ι ς Θέρος. Είκοσι χρό νια άπό τό θάνατό του (1961-1981). ’Ανάτυπο άπό τό περιοδικό «Νέα Ε στία», τεύχος 1300. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 13. Δρχ. 60.
ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ Ε. Φώς πρώτο μέγα. Α θ ή να , Αιολική Έ κδοση, 1981. Σελ. 329. Δρχ. 400.
ΠΕΤΙΜ ΕΖΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Η. Ήμερολόγιον έκστρατείας 1912-13. Ά θ ή ναι, Παγκαλαβρυτινή Έ νωσις, 1981. Σελ. 287. Δρχ. 370.
ΚΑΡΒΕΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ . Ά ντίδω ρο στήν άρκαδική γή. Β' έκδοση. Α θ ή να , 1981. Σελ. 364. Δρχ. 300.
ΣΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. Καπετάν Ά δά μη Κρασανάκη βήματα λευτεριάς. ’Απομνη μονεύματα. ’Αθήνα, Κνωσός, 1981. Σελ. 172.
ΚΙΤΣΙΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Ιστορία τού έλληνοτουρκικού χώρου άπό τόν Ε. Βενιζέλο στόν Γ. Παπαδόπουλο (1928-1973). Πολιτική καί 'Ιστο ρία, άριθ. 15. Α θ ή να , Ε σ τία, 1981. Σελ. 364. Δρχ. 450.
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΚΩΣΤΑΣ Ν. ’Απόρρητα τού πολέμου 1940. Πάτραι, 1981. Σελ. 108. Δρχ. 250. 138
ΔΟΥΛΕΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Ό ρόλος τής Ρωσίας
στή διαμόρφωση τού ελληνικού κράτους. 'Ιστο ρική μελέτη. 'Αθήνα, Σύγχρονη Ε π ο χ ή , 1981. Σελ. 70. Δρχ. 120. ΜΕΡΤΖΟΣ Ν. I. Α νασκόπηση, Α ' έξάμηνο 1981. Θεσσαλονίκη, 1981. Σελ. 368. Δρχ. 400.
εκδοσις δικαστικής γραφολογίας. Τεύχη 12 καί 13. ΔΙΑ ΒΑ Ζ Ω . Μηνιαία επιθεώρηση τού βιβλίου. Τεύχος 46. Δρχ. 180. ΔΙΑΛΟ ΓΟΣ. Φύλλο 33.
Μ ΙΧΑΛΑΣ ΤΑΣΟΣ. "Αθως, όρος άγιο πολιτεία άνθρώπινη. ’Αθήνα, Έ πτάλοφος, 1981. Σελ. 120. Δρχ. 200. ΠΑΠΑΔΗΜ ΗΤΡΙΟ Υ ΚΩΣΤΑΣ. Τό άγνωστο Βυζάντιο. ’Επιμέλεια I. Σμυρνιωτάκη. ’Αθήνα, 1981. Σελ. 286. Δρχ. 300. ΠΑΠΑΚΟΣΜΑΣ ΒΙΚΤΩΡ. Ό στρατός στήν π ο λιτική ζωή τής Ελλά δος. Μετ. ’Αλεξάνδρας Φιαδά. Πολιτική καί Ισ τορία , άριθ. 16. ’Αθήνα, Ε σ τ ία , 1981. Σελ. 342. Δρχ. 450. ΠΕΝΤΟΓΑΛΟΣ ΓΕΡΑΣ. Η. Ή ’Ιατρική Σχολή τής Ίονίου ’Ακαδημίας (1824-1828, 1844-1865). Διατριβή επί ύφηγεσία. Θεσσαλονίκη, 1980. Σελ. 216.
ΔΙΑΛΟ ΓΟΣ. Τρίμηνη έκδοση τής Μορφωτικής Λέσχης Λεχαινών « Ό Ά ν δ ρ έα ς Καρκαβίτσας». Τεύχος 14. Δρχ. 70. ΔΕΛΤΙΟ. Σύνδεσμος Βιομηχάνων Βορείου Ε λ λάδος. Τεύχος 8/188. Δωρεάν. ΔΕΛΤΙΟ ΝΕΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Δημοτική Βιβλιο θήκη Νέας ’Ιωνίας. Γενάρης - Ίούνης 1981. ΔΗΜΟΤΙΚΗ Α ΛΛΑΓΗ. ’Ανεξάρτητη δίμηνη έκ δοση δημοτικού προβληματισμού μέ ιδιαίτερο εν διαφέρον στό Δήμο 'Α γίων ’Αναργύρων ’Αττι κής. Φύλλο 39. Δρχ. 1,50. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΦΩΝΗ. Φύλλο 6-7.
ΧΙΟΝΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ X. Συνοπτική ιστορία τής Βέροιας. (Δ ύο όμιλίες). Θεσσαλονίκη, 1981. Σελ. 31. LEMERLE PA UL. Ό πρώτος βυζαντινός ούμανισμός. Μετ. Μαρίας Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου. ’Αθήνα, Μ ορφωτικό "Ιδρυμα ’Εθνικής Τραπέζης, 1981. Σελ. 472. Δρχ. 500.
ΕΛΙΚΩΝΑΣ. Μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό. Τεύχος 35. ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. "Οργανο τής Πανελλή νιας 'Ο μοσπονδίας ’Εκδοτών - Βιβλιοχαρτοπω λών. Φύλλο 32. ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ. Τριμηνιαία έκδοση. Τεύχος 4-5. Δρχ. 180.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΚΚΑΤΟΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ. Κουρδιστάν. ’Αθήνα, Στράβωνος, 1981. Σελ. 64. Δρχ. 150. ΛΕ ΓΚΟΦ ΖΑΚ - Ν ΟΡΑ ΠΙΕΡ. Τό έργο τής ιστορίας. Μετ. Κλαίρης Μητσοτάκη. ’Αθήνα, Ράππας, 1981. Σελ. 387. Δρχ. 450.
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ. Ει δικό νούμερο. Δρχ. 500. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. Δίμηνη επιθεώρηση κοινωνικών επιστημών. Τεύχη 2 καί 3. Δρχ. 90. ΕΠΟΠΤΕΙΑ. Τεύχος 61. Δρχ. 150. ΕΥΘΥΝΗ. Τόμος 8. Δρχ. 500.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΔΟΜ ΗΣΗ. Τεχνική έπιθεώρηση. Τεύχος 15. Δρχ. 100. Α ΛΦΑΒΗΤΑΡΙ. ’Επιλογές δισκογραφίας. Τεύ χο ς 3. Δρχ. 150. ΓΙΑΤΙ. Μηνιάτικη επιθεώρηση. Τεύχος 76. Δρχ. 40. ΓΡΑΦΟΛΟΓΙΚΗ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΣ.
Διμηνιαία
Η ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩ ΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ. Φύλλο 16. Δρχ. 10. Η Μ ΑΧΗ. ’Εφημερίδα Ά χαρνώ ν-Κ άτω Πατη σίων. Φύλλο 49. Δρχ. 10.
139
Η ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ. ’Εφημερίδα τέχνης-πνευματικού προβληματισμού. Σεπτέμβρης 1981.
ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΒΗΜ ΑΤΑ. Θεολογικά-πολιτιστικάφιλοσοφικά-κοινωνικά. Τεύχος 39. Δρχ. 50.
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ. Δημοσιογραφι κόν όργανον Θήρας. Φύλλο 45-46.
ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ. Τριμηνιαία έκδοση επι στημονικού προβληματισμού καί παιδείας. Τ ε ΰ -; χος 12. Δρχ. 150.
ΗΧΟΣ HI-FI. Τεύχος 103. Δρχ. 50. ΘΕΜ ΑΤΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ. Φύλλο 9. ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ. Τόμος 3. ΚΑΝΑΛΙ 14. Διμηνιαία ναυτική επιθεώρηση. Τεύχος 4. Δρχ. 80. ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜ ΟΙ. Μηνιαίο περι οδικό μέ άστυνομικές ιστορίες καί άλλα περίεργα. Τεύχος 1. Δρχ. 100.
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ. Μ ηνιαία περιοδική έκ δοση γραμμάτων καί τεχνών. Φύλλο 59. Δρχ. 7. ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ. Περιοδικό προσχολικής άγωγής. Τεύχος 7-8. Δρχ. 80. ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ. Τόμος 4. Δρχ. 1000. ΤΑ ΞΙΔΕΥ ΟΝΤ ΑΣ. Περιβάλλον-λαογραφία-πολιτιστική παράδοση-ίστορία. Τεύχος 47. Δρχ. 60. ΤΑ Ψ Α ΡΑ . Φύλλο 13 / 14 / 15.
ΛΑΪΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ. Τεύ χος 1. Δρχ. 50. Ν ΕΑ ΕΣΤΙΑ. Τεύχος 1302. Δρχ. 250.
4 ΤΡΟΧΟΙ. Τεύχος 133. Δρχ. 50. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Πεζό-ποίηση-κριτική. Τεύχος 23. Δρχ. 150.
ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ. Τεύχος 3. Δρχ. 120. ΠΟΛΙΤΕΙΑ. Πολιτική-πολιτισμός-οίκονομία. Τεύχος 1. Δρχ. 100. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Μ ηνιαία επιθεώρηση. Τεύχη 45 καί 46. Δρχ. 100. ΠΟΡΦΥΡΑΣ. Περιοδική έκδοση γραμμάτων-τεχνών. Τεύχος 8.
ΤΟΜΕΣ. Μ ηνιαίο περιοδικό πνευματικού προ βληματισμού. Τεύχος 76. Δρχ. 100. ΤΡΑΠΕΖΙΤΙΚΗ. Μηνιαίο όργανο τού Συλλόγου 'Υπαλλήλων τής ’Εθνικής Τραπέζης τής Ε λ λ ά δος. Φύλλο 423. Δρχ. .1. ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ. Τόμος 2. Δρχ. 300. ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. Τεύχος 25. Δρχ. 100.
ΠΡΟΒΛΗΜ ΑΤΑ. Ό ρ γ α ν ο τής «Κίνησης γιά τή Νεότητα». Φύλλο Β' 12. Δωρεάν. ΠΡΟΒΛΗΜ ΑΤΑ ΔΑ ΣΟΠ ΟΝ ΙΑ Σ. Δίμηνη περι οδική έκδοση. Τεύχος 32-33. ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ο ΠΥΡΦΟΡΟΣ. Διμηνιαΐο περι οδικό. Τεύχος 26.
ΧΡΟΝΙΚΑ. Ό ρ γ α ν ο ν τού Κεντρικού Ίσραηλιτικού Συμβουλίου τής Ε λλά δος. Τεύχος 42. ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΠΗ ΘΟΥ. Τόμος 5. Δρχ. 400. SIGNUM . Τριμηνιαίο δελτίο φιλοσοφίας, λογι κής, κοινωνιολογίας καί επιστημολογίας γιά τούς σπουδαστές. Φύλλο 14.
r— ΤΌΔΕΝΤΡΟ24·ηι &
140
π ε ζ ό - π ο ίη σ η - κ ρ ιτ ικ ή
Ίπποκράτους 33 - ’Αθήνα Τηλ. 36.02.883
<$ ν λίΐν
ΝΕΑ ΟΘΟΝΗ Τρίμηνο κινηματογραφικό περι οδικό Θεωρίας - Κριτικής - Παρέμβασης
Κ υ κ λ ο φ ό ρ η σ ε τό 6ο τεύ χο ς ’Α φ ιερ ώ μ α τα : κ ιν η μ α τ ο γ ρ ά φ ο ς /έ ρ ω τ ισ μ ό ς ια π ω ν ικ ό ς κ ιν /φ ο ς ε λ λ η ν ικ ό ς κ ιν /φ ο ς - φ εσ τιβ ά λ Χ ίτσ κο κ Ε ιδή σ εις - σχ ό λια Κ ριτικές
Εκδόσεις I. Χατζηνικολη Σόλωνος 76 - ’ Ισόγειο, Ά θή να ι Τ.Τ.144 ΤΗΛ. 3629923