Issuu on Google+


συντακτική οµ άδ α:

σελιδ οπ οίη ση :

επ ικοινω νία:

b aph om e t

com ze radd

["π εριοδ ικό χίµ αιρες"

com ze radd

εξώφυλλο:

τ.θ. 42080, τ.κ. 12101]

δ ικαίος

ch aos _jv

[m ail @ ch im e re s .gr]

s tam e n_fe s on

δ ιανοµ ή: αθήνα [βιβλιοπ ω λεία: αλφειός, βαβέ λ, ελεύθερος τύπ ος, εναλλακτικό, λεµ όνι, π ρω τοπ ορεία, ναυτίλος, s ol aris , til t - cafe /b ar: αθήναιο, αστάρι, µ ικρό, π οδ ήλατο - γ ενικά: µ ικρό µ ουσικό θέ ατρο, nos otros ] θεσσαλονίκη [βιβλιοπ ω λεία: m e tropol is , σπ η λιά τω ν com ics - δ ισκοπ ω λεία: λω τός cafe /b ar: σπ ίρτο] π ειραιάς [βιβλιοπ ω λεία: unde rground - cafe /b ar: l e m on] π εριστέ ρι [cafe /b ar: µ ικρό, intro]

copyl e ft: επ ιτρέ π εται η

αναδ η µ οσίευση

υλικού, χω ρίς τη ν άδ εια τη ς συντακτικής

οµ άδ ας, σε έ ντυπ α και άλλα µ εσα, π ου λειτουργούν µ ε άδ εια copyl e ft.

...στα ασφυκτικά µ ονοπ άτια π ροβάρουµ ε τον άναρχο χορό µ ας, τις µ άσκες τη ς οµ οιοµ ορφίας καταστρέ φουν οι µ εταµ ορφώσεις µ ας, τη σιω π ή τη ς ενοχής δ ιακόπ τουν οι µ ελω δ ικοί ολολυγµ οί µ ας, στο π εριθώριο µ ιας άδ ειας σελίδ ας αναδ ύονται µ ε ορµ ή, νη φάλια, οργισµ έ να κι αέ ναα: οι χίµ αιρέ ς µ ας


Η α τμόσφ α ιρα ε ίνα ι ζε στή, α λλά όχι α ποπνιχτική. Π α ντού Σκοτάδι... Το μόνο που βλέπω ε ίνα ι ένα βλέμμα α κριβώς α πένα ντι, δυο μάτια να α νοιγοκλε ίνουν. Δε ν μπορώ να δια κρίνω τίποτα άλλο. Αλλά α υτό το βλέμμα ε ίνα ι τόσο φ ω τε ινό... κα ι δε ν ξέρω για τί, μα κοιτάζε ι ε μένα . (νιώθω πα γιδε υμένος) ένα ρίγος με δια πε ρνά κάθε τόσο... (νιώθω υπέροχα ) ια άφ α τη α γα λλία ση... Τώρα το βλέμμα γυρίζε ι α ργά, βα σα νιστικά σχε δόν, κα ι κοιτάζε ι τον τοίχο α κριβώς α πένα ντι. Αποφ α σιστικά, στα θε ρά. Μ ια τρύπα α νοίγε ι στο σημε ίο ε κε ίνο κα ι σιγά-σιγά ένα πα ράθυρο σχημα τίζε τα ι. Κλε ιστό, ε ρμητικά κλε ιστό. Το βλέμμα ε πιστρέφ ε ι σε 'μένα . Σηκώνομα ι. Αργά στην α ρχή, πιο γρήγορα με τά. Π ιο γρήγορα κα θώς πλησιάζω το πα ράθυρο. Π α ρα πα τάω στη δια δρομή. Π έφ τω . Μ ε το ένα μου χέρι πιάνω τον ε α υτό μου κα ι τον σηκώνω ξα νά όρθιο. Σέρνομα ι, α λλά τα κα τα φ έρνω . Απλώνω το χέρι κα ι προσπα θώ να το α νοίξω . (ξέρω πω ς το βλέμμα ε ίνα ι τώρα κα ρφ ω μένο στην πλάτη μου) Γυρίζω το χε ρούλι με όση δύνα μη μου έχε ι α πομε ίνε ι. (α κούω μια βα θιά α να πνοή πίσω μου)


Σπα σμω δικές κινήσε ις... Φ όβος, άγχος. Το πα ράθυρο α νοίγε ι. Φ ω ς... όχι πολύ, λίγο στην α ρχή... μα τόσο ορμητικό. Τα μάτια μου κλε ίνουν, δε ν α ντέχουν. (έχε ι κιόλα ς α ρχίσε ι να με τυφ λώνε ι) Ένα ς λογικός άνθρω πος θα προσπα θούσε να το κλε ίσε ι (τι όμορφ ο φ ω ς) α λλά όχι ε γώ... Αισθάνομα ι τα μάτια μου να κα ίγοντα ι. Ν ω χε λικά το φ ω ς δια χέε τα ι μέσα στο δω μάτιο. Δια θλάτα ι στη σκόνη που σηκώθηκε α π' τα βήμα τά μου. Κάθομα ι ε κε ί α κίνητος κα ι πα ρα τηρώ τη σκιά μου. Θέλω να γυρίσω τώρα , α λλά φ οβάμα ι. Ξέρω πω ς το βλέμμα ε ίνα ι α κόμα ε κε ί, α λλά θέλω να σιγουρε υτώ. Μ ε την άκρη του μα τιού μου πα ρα τηρώ ένα ν κα θρέφ τη στον τοίχο, λίγο πιο κε ι α π' το σημε ίο που στέκομα ι. Μ ια λάμψη στο μυα λό μου, μια μονα δική ε υκα ιρία . Κοιτάζω α ποφ α σιστικά τον κα θρέφ τη... Ένα χα μόγε λο δια γράφ ε τα ι στο πρόσω πό μου. Π όνος α φ όρητος (ε ίχα κα ιρό να χα μογε λάσω ) δια πε ρνά όλο μου το σώμα . Ένα δω μάτιο γε μάτο συνα ισθήμα τα ... Δύο μάτια , ένα ς κόσμος ολόκληρος...


Απόγε υμα στο Ν ησί. Κα θώς προχω ρώ α φ ηρημένος στην α κρογια λιά βλέπω να με πλησιάζε ι α πό μα κριά, ο πα λιός Φ άρος. Ε γκα τα λε λε ιμμένος α πό χρόνια , στέκε τα ι, στην άκρη ε κε ί του κόλπου, α κίνητος με μόνη του πια συντροφ ιά τους γλάρους. Ακούω όμω ς φ ω νές. Τρία πα ιδιά βρίσκοντα ι ε κε ί. Τα δύο α π' α υτά πα ίζουν με τα ξύ τους, ε νώ το άλλο στέκε τα ι μόνο του λίγα μέτρα πα ρα κάτω . Κοντοζυγώνω , μα σα ν με α ντιλα μβάνε τα ι το πα ιδάκι, μου γυρνά α πότομα την πλάτη του. Ησυχία , α λλά όχι για πολύ, α φ ού με τά α πό λίγο το πα ιδί ξε σπά σε α να φ ιλητά. - Για τί κλα ις κοριτσάκι μου? - Δε ν κλα ίω ! - Μ α πω ς, α φ ού... - Ν α , έχα σα τη μπάλα μου. - Ε , α υτό ε ίνα ι όλο?Θα ψάξουμε μα ζί να τη βρούμε . - Αποκλε ίε τα ι! - Δε ν σε κα τα λα βα ίνω . - Φ οβάμα ι. - Τι ε ννοε ίς? - Μ μμ... Ε νώ έπα ιζα με τις φ ίλε ς μου, κα τά λάθος έδω σα μια κλω τσιά στη μπάλα μου κα ι α υτή πήγε κι έσπα σε το πα ράθυρο του 1ου ορόφ ου στον Φ άρο. - Σιγά, α υτό ήτα ν όλο. Ο Φ άρος ε ίνα ι ε γκα τα λε λε ιμμένος ε δώ κα ι χρόνια . Κα νε ίς δε ν πρόκε ιτα ι να σε τιμω ρήσε ι που έσπα σε ς το τζάμι. - Το ξέρω . Αλλά δε ν φ οβάμα ι α υτό κυρία , πα ρά τις ιστορίε ς που λέγοντα ι γι' α υτόν τον στοιχε ιω μένο Φ άρο. - Μ α α υτά δε ν ε ίνα ι πα ρά ιστορίε ς που έλε γα ν οι πα ππούδε ς μα ς, για να ε ίμα στε φ ρόνιμα πα ιδιά, όπω ς α κριβώς ε ίσα ι τώρα κι ε σύ. Το πα ιδάκι με κοίτα ξε ε πιφ υλα κτικά κα ι α φ ού α να σήκω σε δυσπιστία τους ώμους του, συνέχισε α τάρα χο να κλα ίε ι.

με

Δε ν ε ίχα πολλές ε πιλογές. Μ ην α ντέχοντα ς άλλο να το α κούω , άνοιξα α ποφ α σιστικά την πόρτα κα ι μπήκα μέσα . Ε υτυχώς, που α πό συνήθε ια , όποτε ε πισκέπτομα ι α υτή την πλε υρά του Ν ησιού πάντα έχω μα ζί μου ένα ν φ α κό. Ω ς γνω στών, α πό α υτή την πλε υρά


νυχτώνε ι γρηγορότε ρα . Ανε βα ίνω τις σκάλε ς. Π άε ι κα ιρός α πό τότε που ε ίχα ξα νάρθε ι στον Φ άρο, δε ν θυμάμα ι σχε δόν τίποτα . Φ τάνω γρήγορα στον 1ο όροφ ο κα ι ψάχνω για τη μπάλα . Μ άτα ια , δε φ α ίνε τα ι πουθε νά. Π ε ρίε ργο, ψιθυρίζω , κα ι κα τε υθύνομα ι προς το πα ράθυρο. Ανα τριχιάζω , το τζάμι δε ν ε ίνα ι σπα σμένο. Κοιτάω δε ιλά α π' έξω ε λπίζοντα ς, μα τα πα ιδιά δε ν βρίσκοντα ι πια ε κε ί... Π α νικός. Σκέφ τομα ι ότι δε ν πρέπε ι να με κα τα βάλε ι ο πα νικός. Π ηγα ίνω προς τα κάτω . Κα τε υθύνομα ι προς την ε ίσοδο του Φ άρου. Δυστυχώς, ε ίνα ι όπω ς το πε ρίμε να . Δε ν υπάρχε ι πια πόρτα . Στη θέση της έχουν τοποθε τηθε ί χτισμένα τούβλα . Ω ρα ία ... Κα ι τώρα τι κάνουμε ? Τριγυρνώ δε ξιά κι α ριστε ρά, ψάχνοντα ς κα ι ε γώ δε ν ξέρω για τι. Ώ σπου βρίσκω , α πρόσμε να ε ίνα ι η α λήθε ια , σκάλε ς που οδηγούν όμω ς πα ρα δόξω ς προς τα κάτω . Π ε ρίε ργο, τόσα χρόνια δε ν ήξε ρα ότι ο Φ άρος δια θέτε ι υπόγε ιο. Γνω ρίζοντα ς ότι δε ν έχω κα ι πολλές ε πιλογές α ρχίζω να κα τε βα ίνω . Το φ ω ς λιγοστε ύε ι στα δια κά, οπότε α να γκάζομα ι να α νάψω τον φ α κό μου. Θε ω ρώ ότι βρίσκομα ι κάτω α πό την ε πιφ άνε ια της γης α λλά πα ρ' όλα α υτά, α νά τα κτά δια στήμα τα συνα ντώ πα ράθυρα . Π α ράθυρα κα λυμμένα ε ξω τε ρικά με χώμα κα ι πέτρε ς. Ε νώ για πε ρισσότε ρη α σφ άλε ια , λε ς κα ι θα μπορούσε κάποιος να τα α νοίξε ι, έχουν τοποθε τηθε ί κάγκε λα . Κουράστηκα . Τόση ώρα κα τε βα ίνω α υτές τις α να θε μα τισμένε ς σκάλε ς κα ι α κόμα δε ν έχω κα τα λήξε ι κάπου. Κα ι σα ν να μην έφ τα να ν όλα α υτά, ο φ α κός μου α ρχίζε ι να τρε μοπα ίζε ι. Ε ίνα ι μάλλον ώρα να γυρίσω πίσω . Αλίμονο! Μ ε το που δοκιμάζω να α νέβω το πρώτο σκα λοπάτι, το σκηνικό α λλάζε ι πάλι. Ο Φ άρος α ρχίζε ι να διογκώνε τα ι κα θώς τώρα πια δε ν υπάρχε ι μόνο μία σκάλα που οδηγε ί προς τα πάνω α λλά ένα ολόκληρο συνονθύλε υμα . Κάθε μονοπάτι χω ρίζε τα ι σε τρία ε πιμέρους που με τη σε ιρά τους δια κλα δίζοντα ι για να δώσουν μία


πληθώρα ε πιλογών προς τη σω στή έξοδο. Δε ν ε ίνα ι δυνα τόν, κάποιος πρέπε ι να πα ίζε ι μα ζί μου. Ο φ α κός μου σβήνε ι κα ι κα θώς το σκοτάδι με πε ρικυκλώνε ι, κάθομα ι στο πρώτο σκα λοπάτι που συνα ντώ. Φ έρνω τα χέρια μου στο πρόσω πό μου. Κλε ίνω τα μάτια μου κα ι προσπα θώ να κα τα νοήσω τι πρα γμα τικά μου συμβα ίνε ι. Ανώφ ε λο... Ν ιώθω τα μάτια μου υγρά να α νοίγουν. Κλα ίω . Ε ίνα ι το μόνο που μου α πόμε ινε να κάνω . Κλα ίω ε λε ύθε ρα κα ι χα ίρομα ι γι' α υτό. Κλα ίω όσο πιο δυνα τά μπορώ χω ρίς α να στολές κα ι δίχω ς να ντρέπομα ι γι' α υτούς που ίσω ς με πα ρα κολουθούν. Φ ω ς, α μυδρό στην α ρχή α λλά στα δια κά α υξάνε τα ι. Σκουπίζω λίγο τα μάτια μου για να βλέπω κα λύτε ρα . Μ ια πόρτα α νοίγε ι σιγά σιγά, τρίζοντα ς. - Μ α ρίνα ... Φ ω νή οικία , μα τα υτόχρονα κα ι μα κρινή. Αλήθε ια , πόσα χρόνια ε ίχα να τον α κούσω ; - Μ α ρίνα , κορίτσι μου σήκω , ξημέρω σε . Ο ι φ ίλε ς σου ε ίνα ι κάτω κα ι σε πε ριμένουν να πα ίξε τε με την κα ινούργια σου μπάλα ...


Βα μμένο με κε ρί ε μπιστοσύνης, ξε χώριζε το άνθος τω ν α ιώνω ν. Π λε υρίσα με θε ότητα . Η γύρις ησύχα σε τη δίψα τω ν α γώνω ν. Π ου ε ίμε θα οικτρά α γνοημένοι,

Συντρίμμια δε ν α ρέσουν ποιητές.

χρω μάτισε α κόμη ένα λουλούδι.

Το μέλλον να ξε χάσε ι το α γκάθι

Ο ι λίγοι μα ς οι πόθοι ορισμένοι.

που άφ ηνε στους κήπους ε ρα στές.

Η μόδα τους, πλε κτό κόκκινο τούλι.

Μ α βί πολιτισμένο μονοπάτι!

Στις άνοιξε ς ε τοίμω ν ε νδυμάτω ν,

Κρυμμένη τω ν πα λα ιομοδιτών,

τα χέρια μα ς ε ξε ίχα ν τρομα γμένα .

πα τρίδα μου μικρή κα ι α φ ηρημένη.

Τα πιότε ρα τα βάσα να τω ν Ά σσω ν

Θε οί να με βα στάξουν! Ο α γών

δε ζήλε ψα ν φ ρονίμω ν κε κτημένα .

ξε ράθηκα ν κι η πίστη μου η έρμη.

Αγκάλια σε φ ουλάρι την ε στία

Ε υθύνη πε ριττή κι η μονα ξιά μου.

τω ν ύμνω ν που σιω πούσε ηδυπα θή.

Θα πίνε τα ι ε πίσημα ω στόσο.

Κε ρδίσα με μια ώριμη ε ξορία .

Αθέα τη ορίζε ι τη γε νιά μου.

Το άστρο τω ν θε ών για κάθε ε υχή.

Η γε ύση της πα λιά, το κράτος όσο!

Π ου μύρισε κα χύποπτα το χώμα ,

Ανέλε γκτη α ρχή α υτή η φ οβία .

τριάδε ς σχημα τίσα νε κορμιά.

Π ιο ξένο το κε ρί να μην κρα τήσε ι!

Ανώνυμα στη δύνα μη κα δρόνια

Τη μέρα να γλυκάνε ι, α δυνα μία

ζητιάνε υα ν α πόλυτη χα ρά.

του ήλιου, κάποια γη να μην κε ρδίσε ι.

Το πε ίρα μα , στιγμή τω ν ε ρω τύλω ν, Έρω τε ς τω ν κα ιρών γονα τισμένοι, ε ξα ίσια δε λέα σε τις σάρκε ς. το κόκκινο στε φ άνι στις μα τιές, Κα ι μέρισε , βα σίλε ιο γρα ικύλω ν,

α ς φ έρουμε α πα ντα χού οι έρμοι

τη μέθη που ε ρώτε υε τις μάχε ς.

της κύησης κα ι δη, οι ποιητές..

Υ.Γ. Αφ ιε ρω μένο στα κρίνα της ζω ής, στους Ά σσους (πρώτους & έσχα τους), μα κα ι, σε όποιον άνθρω πο ποιε ί κα ι έχε ι δική του α λήθε ια !


"Π άε ι. Αυτό ε ίτα ν. Χάθηκε η ζω ή μου φ ίλε μέσα σε κίτρινους α νθρώπους βρώμικα τζάμια κι α νιστόρητους συμβιβα σμούς. 'Αρχισα να γέρνω σα ν ε κε ίνη την ιτιούλα που σούχα δε ίξε ι στη στροφ ή του δρόμου. Κα ι δε ν ε ίνα ι που θέλω να ζήσω . Ε ίνα ι το γα μώτο που δε ν έζησα ".

Η κα τε ρίνα γώγου γε ννήθηκε στην α θήνα την 1η ιουνίου του 19 40. Σπούδα σε στη δρα μα τική σχολή του τάκη μουζε νίδη κα ι στις σχολές χορού τω ν πράτσικα , ζουρούδη κα ι βα ρούτη. Ε ργάστηκε α πό μικρή ηλικία σε πα ιδικούς θε α τρικούς θιάσους κα ι στον κινημα τογράφ ο, κυρίω ς σε τα ινίε ς της φ ίνος φ ιλμ. Ό ντα ς πνε ύμα α νήσυχο όμω ς, δε ν έμε ινε ε κε ί.

Το α γοροκόριτσο του πα λιού ε λληνικού κινημα τογράφ ου κυκλοφ όρησε στις α ρχές της δε κα ε τία ς του 19 80 το πρώτο της βιβλίο με τίτλο “τρία κλικ α ριστε ρά” . Το α νέμε λο κορίτσι του σε λιλόιντ κρα ύγα ζε κρα υγή με γάλη, ώριμη γυνα ίκα πια ηλικια κά κα ι με το πρόσω πο της α πε λπισία ς για δέρμα της. Ά νθρω πος υπε ρκινητικός με μυα λό που δούλε υε συνέχε ια στο κόκκινο, γνώρισε α πό νω ρίς την μέσα ήττα . Ίσω ς γι' α υτό η φ ω νή της βρήκε τέτοια α πήχηση στη νε ολα ία της ε ποχής.

Ήτα ν ένα σώμα που έζησε ξέφ ρε να σχε δόν τα πάντα κι ένα μυα λό που κάηκε τε λικά α πό την α νημποριά του ν' α ντιμε τω πίσε ι το φ ονικό σύστημα α ξιών της ε ποχής, που ε πέβα λλε τις ζω ές – φ ω τοτυπίε ς. Έγινε μια τε ράστια κρα υγή, μια ηχώ α πε λπισία ς, την οποία , ε κε ίνα τα χρόνια τουλάχιστον, οικε ιοποιήθηκε κα τά το πλε ίστον ο (ιδε ολογικός) χώρος τω ν ε ξα ρχε ίω ν.


Ο λόγος της ε ίνα ι έξω α πό φ όρμε ς κα ι κυρίω ς έξω α πό τα όρια του κινούμε νου, κα τά τω ν ε ποχών, ήθους. Ήτα ν α συμβίβα στος. Η κα τε ρίνα , φ ω νάζε ι, βρίζε ι, κλα ίε ι, ουρλιάζε ι, κομμα τιάζε τα ι. Αυθε ντική όπω ς ο πόνος. Απόλυτη όπω ς το α διέξοδο.

Το 19 86, η κα τε ρίνα έλε γε : "Δε ν θέλω να γίνω με λό, δε ν πουλάω τα πα ιδικά μου χρόνια , ούτε τα πρόσφ α τα ... Ε λπίζω . Αν δε ν ε λπίζω ε γώ, ποια θα ε λπίζε ι;Ε ίμα ι μάχιμη. Ο υα ί κα ι α λίμονο α ν α υτό δε ν ε ίνα ι να ι στη ζω ή. Έγρα φ α για τί ήτα ν μια α να γκα ιότητα για μένα . Μ ια κίνηση για να μην α υτοκτονήσω . Τώρα μου έχε ι πε ράσε ι. Δε ν θέλω να α υτοκτονήσω , έχω φ ύγε ι α πό α υτό. Αισθάνομα ι α να σφ α λής για τί βγα ίνω κα ι μιλάω χω ρίς να έχω τίποτα , χω ρίς να α νήκω πουθε νά..."

Η κα τε ρίνα α ποτε λε ί ένα ξε χω ριστό κε φ άλα ιο στην ε λληνική ποίηση. Η α ιώνια έφ ηβος, η οργισμένη, η πιο σπα ρα κτικά ρα γισμένη φ ω νή της γε νιάς της. Μ ια ποιήτρια που έγρα φ ε για να μην ε κρα γε ί, που ε ίχε κάνε ι τον πόνο κα ι το πα ράπονο στίχους, κι α υτοί οι στίχοι ήτα ν πάνω α π' όλα α ληθινοί.

Ό πω ς έχε ι ε ιπω θε ί “Η κα τε ρίνα γώγου έκα νε ποίηση σε μια ε ποχή που οι άλλοι “ποιητές” έκα να ν δημόσιε ς σχέσε ις. Π άνω α π' όλα ήτα ν η ίδια ποίηση. Ανάμε σα σε χάπια , ποτά, σβησμένα τσιγάρα , φ τω χογε ιτονιές, προδοσίε ς..."

Το σίγουρο ε ίνα ι ότι η κα τε ρίνα ήτα ν ένα ς α συμβίβα στος άνθρω πος, κάποια που δε ν άντε χε όλο α υτό τον πόνο κα ι την α θλιότητα γύρω της, κα ι έβγα ζε ποιητικές κρα υγές μπα ς κα ι ξυπνήσουν οι χα ρτοφ υλα κένιοι άνθρω ποι. Ο ι κρα υγές της δε ν πήγα ν χα μένε ς, α φ ού όλο κα ι πε ρισσότε ροι νέοι άνθρω ποι δια βάζουν την ποίησή της, όλο κα ι πε ρισσότε ροι α ληθινοί άνθρω ποι την α να κα λύπτουν.


Η ζω ή όμω ς δε ν χα ρίζε τα ι... Π ροσπάθησε να α ντιμε τω πίσε ι τα πράγμα τα ω ς θε α τρίνα . Μ όνο που σ' α υτήν την πε ρίπτω ση τη μάσκα τη φ ορούσε για να α ντέχε ι τον κα θρέφ τη. Δε ν της χα ρίστηκε ούτε ο θάνα τος. Τη βρήκα ν στο δρόμο. Η τε λε υτα ία υπε ρβολική δόση (3 οκτω βρίου του 19 9 3). Από όλε ς τις προηγούμε νε ς (πόνο, πε ίνα , α πόγνω ση, διω γμό) ε ίχε γλυτώσε ι. Αυτή ε ίνα ι η γώγου. Ένα ς άνθρω πος γε μάτος ζω ή α λλά που δε ν τον άφ ησα ν να ζήσε ι, τον πνίξα νε . Κα τε ρίνα τουλάχιστον τώρα ε λπίζω να ε ίσα ι ε λε ύθε ρη. "Ξέρω π ω ς π οτέ δε σ ημα δε ύουνε σ τα π όδια . Στο μυα λό ε ίνα ι ο σ τόχος, το νου σ ου ε ;"...

Η μονα ξιά... Η μονα ξιά... δε ν έχε ι το θλιμένο χρώμα στα μάτια της συννε φ ένια ς γκόμε να ς. Δε ν πε ριφ έρε τα ι νω χε λικά κι α όριστα κουνώντα ς τα γοφ ιά της στις α ίθουσε ς συνα υλιών κα ι στα πα γω μένα μουσε ία . Δε ν ε ίνα ι κίτρινα κάδρα πα λα ιών "κα λών"κα ιρών κα ι να φ θα λίνη στα μπα ούλα της για γιάς με νε ξε λιές κορδέλε ς κα ι ψάθινα πλα τύγυρα . Δε ν α νοίγε ι τα πόδια της με πνιχτά γε λάκια βοιδίσο βλέμα κοφ τούς α να στε να γμούς κι α σορτί ε σώρουχα . Η μονα ξιά. Έχε ι το χρώμα τω ν Π α κιστα νών η μονα ξιά κα ι με τριέτα ι πιάτο-πιάτο μα ζί με τα κομμάτια τους στον πάτο του φ ω τα γω γού. Στέκε τα ι υπομονε τικά όρθια στην ουρά Μ πουρνάζι - Αγ. Βα ρβάρα - Κοκκινιά Τούμπα - Στα υρούπολη - Κα λα μα ριά Κάτω α πό όλους τους κα ιρούς με ιδρω μένο κε φ άλι. Ε κσπε ρμα τώνε ι ουρλιάζοντα ς κα τε βάζε ι μ' α λυσίδε ς τα τζάμια


κάνε ι κα τάληψη στα μέσα πα ρα γω γής βάζε ι μπουρλότο στην ιδιοχτησία ε ίνα ι ε πισκε πτήριο τις Κυρια κές στις φ υλα κές ίδιο βήμα στο προα ύλιο ποινικοί κι ε πα να στάτε ς πουλιέτα ι κι α γοράζε τα ι λε φ τό λε φ τό α νάσα α νάσα στα σκλα βοπάζα ρα της γης - ε δώ κοντά ε ίνα ι η Κοτζιάξυπνήστε πρω ί. Ξυπνήστε να τη δε ίτε . Ε ίνα ι πουτάνα στα πα λιόσπιτα το γε ρμα νικό νούμε ρο στους φ α ντάρους κα ι τα τε λε υτα ία α τε λε ίω τα χιλιόμε τρα Ε ΘΝ ΙΚΗ Ο ΔΟ Σ-ΚΕ Ν ΤΡΟ Ν στα γα τζω μένα κρέα τα α πό τη Βουλγα ρία . Κι ότα ν σφ ίγγε ι το α ίμα της κα ι δε ν κρα τάε ι άλλο που ξε πουλάν τη φ άρα της χορε ύε ι στα τρα πέζια ξυπόλυτη ζε μπέκικο κρα τώντα ς στα μπλα βια σμένα χέρια της ένα κα λά α κονισμένο τσε κούρι. Η μονα ξιά η μονα ξιά μα ς λέω . Για τη δική μα ς λέω ε ίνα ι τσε κούρι στα χέρια μα ς που πάνω α πό τα κε φ άλια σα ς γυρίζε ι γυρίζε ι γυρίζε ι γυρίζε ι


Μ πήκα κα ι χτύπησα το ε ισιτήριό μου. Κάθισα . «Ν ομοτα γής πολίτης», «φ ιλήσυχος». Π άντα . Δε σκέφ τηκα ποτέ να συντρίψω έτσι α πλά ότι νοιώθω να με πε ριορίζε ι. Π οτέ δε ν έκα να την πα ρα πάνω α υτή σκέψη που θα με χω ρίσε ι α π’ το α νούσιο κα ι την α νία της ε ποχής μα ς... Π άντα κλε ισμένος στο δω μάτιο που έχτισα ν για 'μένα να πα ρα μένω ε κε ί κα ι να α φ ουγκράζομα ι τη ζω ή 24 ώρε ς το 24ω ρο. Π ότε θα ξε σπάσω ; Το έχω στ' α λήθε ια α νάγκη. Ν α φ τύσω κα τάμουτρα όσα μίσησα ... Ό σα μου κα τα στρέφ ουν την κάθε μέρα . Την κάθε στιγμή.

Ένα ς πλα νόδιος μουσικός μπήκε με ρικές στάσε ις με τά α πό ‘μένα . Φ λάουτο. Αα α α χ... Γα λήνη. Μ έσα στη βουή, την τόση φ α σα ρία ένα όργα νο που βγάζε ι γλυκές με λω δίε ς σα ν της σιω πής... Ν ότε ς που τα ξίδε ψα ν α π’ τα δέντρα κα ι τις πε διάδε ς, τα βουνά, τους βοσκούς κα ι τα κε λα ρυστά νε ρά ήρθα ν ω ς ε δώ για να με συνα ντήσουν. Σ’ ε υχα ριστώ... Δε ν ξέρω τ’ όνομά του. Κοιτάω στ’ α ριστε ρά. Μ ια τε ράστια έντονα φ ω τισμένη δια φ ήμιση με φ τια σιδω μένε ς «κα λλιτέχνιδε ς» κα ι «κα λλιτέχνε ς». Αψε γάδια στα πρόσω πα με χρώμα τα κλόουν στο α πα λότε ρο τους. Ο πλα νόδιος μουσικός συνέχισε να πα ίζε ι... Κοίτα ξα γύρω κα ι όπω ς μάντε ψα : όλοι ήτα ν α διάφ οροι. Έμοια ζε μουσικός κα τα δικα σμένος στη μονα ξιά του. Σ’ α υτή την σκληρή μονα ξιά που ένα ς κα λλιτέχνης νοιώθε ι ότα ν φ α νε ρώνε ι την ψυχή του σε α κροα τήριο χω ρίς ψυχή. Μ ια άλλη φ ω τε ινή δια φ ήμιση τώρα τρα βούσε σε όλους την προσοχή. Ν οιώθω την α νάγκη να δώσω μια κα ι να πυροβολήσω α υτό το ψέμα . Ν α βάλω φ ω τιά σε όσα πε ριβάλλουν την ουσία μα ς. Σε όσα με σάρκα κα ι ψέμα κρύβουν την α λήθε ια μα ς. Ν α λιώσουν ε κε ί μπροστά στα μάτια μου κα ι να ξέρω πω ς δε ν θα τα ξα να δώ.

Π όσοι θα πουν α υτόν τον άνθρω πο ζητιάνο...;

Μ α ποιος στ’ α λήθε ια ε ίνα ι ο ζητιάνος;Αυτός;;Αυτός που α πέμε ινε με το μικρό, τα πε ινό του φ λάουτο να πα ίζε ι τις πιο γλυκές του με λω δίε ς στα λε ω φ ορε ία ή α υτά τα τόσο ε κνε υριστικά χα μογε λα στά, φ ω τισμένα πρόσω πα της ε πιγρα φ ής;Π οιος ζητιάνε ψε


τη δόξα κα ι τον πλούτο; Π οιος ε μφ α νίζε τα ι συνε χώς μπροστά στα α ποχα υνω μένα μα ς μάτια ζητια νε ύοντα ς φ ήμη; Π οιος έπνιξε την «τέχνη» - την ψυχή του στα σκα τά για τα λε φ τά; Τόσε ς κι άλλε ς τόσε ς σκέψε ις... Δε ν άντε ξα . Η α ηδία υπε ρχε ίλισε στο μυα λό μου.

Χα μογέλα σα ... Έδω σα 50 λε πτά στον μουσικό κα ι κα τέβηκα .

Έψα ξα α ρκε τή ώρα για να βρω μια πέτρα στα μέτρα που ήθε λα . Π ήγα κοντά στην ε πιγρα φ ή...

...Αντίο Ζητιάνοι Π ολυτε λε ία ς!


gard e n in b l ack


Ή τα ν κυρια κή με σημέρι, ο κα ιρός μουντός, σ’ όλο τον ουρα νό α πλω νότα ν ένα γκριζογάλα νο χρώμα , έχα νε ς την α ίσθηση του χρόνου δε ν ήξε ρε ς α ν ήτα ν πρω ί ή α πόγε υμα . Ν τύθηκα ε λα φ ρά κα ι κίνησα για τη δε ξα με νή. Στο δρόμο πήρα την ε φ ημε ρίδα μου, όπω ς κάθε κυρια κή. Ανέβηκα τα σκα λοπάτια , κοίτα ξα γύρω μου, κα ι να ένα τρα πέζι δίπλα στο πα γκάκι ήτα ν άδε ιο. Κίνησα προς τα ’κε ι. Μ α μα ζί μου κίνησε κα ι ένα άλλο άτομο. «Μ όνος ε ίστε ;», με ρώτησε . «Ν α ι», του α πάντησα . «Θα σα ς πε ίρα ζε να κα θίσω μα ζί σα ς;». Γύρισα κα ι κοίτα ξα : τα υπόλοιπα τρα πέζια ήτα ν κα τε ιλημμένα κι ε γώ δυσφ όρησα στην ιδέα μια ς συζήτησης πριν τον πρώτο μου κα φ έ. Π α ρ’ όλα α υτά του ε ίπα ότι δε ν έχω πρόβλημα . Κα ι κα θίσα με . Π α ράγγε ιλα κα φ έ κι α υτός σκέτο τσάι. Υπολόγισα ότι θα ήτα ν στην ίδια ηλικία με 'μένα (λόγω τω ν γκρίζω ν κροτάφ ω ν). Βα ρέθηκα να τον πα ρα τηρώ, δηλα δή δε ν ήθε λα να κα τα λάβε ι ότι τον πα ρα τηρώ. Κα ι άνοιξα την ε φ ημε ρίδα μου. Αυτός κρα τούσε ένα βιβλίο, δε ν το άνοιξε όμω ς, κοιτούσε τα πε ριστέρια , που ε ίχα ν πάθε ι α νοσία στους α νθρώπους α λλά όχι κα ι στις γάτε ς που κα ρα δοκούσα ν α νάμε σα στα πόδια τω ν θα μώνω ν. Ξα φ νικά γύρισε κα ι μου χα μ��γέλα σε . «Τώρα θα πε ι το όνομά του», σκέφ τηκα , α λλά α υτός μου ζήτησε α πλώς την ώρα . «Τρε ις κα ι μισή», του α πάντησα , κι α υτός με ένα βουβό ε υχα ριστώ προσηλώθηκε πάλι στα πε ριστέρια . Δε ν πέρα σε πολλή ώρα κα ι άκουσα μια φ ω νή νε α νική δίπλα μου: «Ν ίκο, χίλια συγγνώμη». Ή τα ν μια ψ ηλή κοπέλα ε ίκοσι με ε ίκοσι δύο. Δε ν πε ιράζε ι της ε ίπε α υτός. Ά φ ησε τα λε φ τά κάτω α πό το πια τάκι του μισοτε λε ιω μένου τσα γιού. «Θα τα ξα να πούμε », μου ε ίπε . Την έπια σε α γκα ζέ κα ι κα τηφ όρισα ν προς το κέντρο. Τότε κι ε μένα μ’ έπια σε μια πε ριέργε ια γι’ α υτό το άτομο που μέχρι το βράδυ της κυρια κής τον σκε φ τόμουνα . Η μορφ ή του ε ίχε σφ ηνω θε ί στο κε φ άλι μου. Π ράγμα πε ρίε ργο δε ν ήτα ν δα κα ι η πρώτη φ ορά που κα θόμουν μ’ ένα ν άγνω στο για να μου κάνε ι τόση ε ντύπω ση. Π ίε σα τον ε α υτό μου ν’ α να τρέξε ι στο πα ρε λθόν πράγμα οδυνηρό για 'μένα . Υπέμε ινα τον πόνο που μου προκάλε σε η σκέψ η μου στην ε ίσοδό μου στο νε κροτομε ίο (πρώτη φ ορά). Αν θυμάμα ι κα λά η κρύα α τμόσφ α ιρα δε ν μ’ ε ίχε α γγίξε ι. Ε γώ ένοιω θα τόση ζε στα σιά. Ά νε τα θα έσκυβα να το φ ιλήσω (στα τυφ λά) κι α ς μην έβρισκα τα πρω τινά του χε ίλη


μα στη θέση τους ένα α νοιγμένο σάπιο λουλούδι. Ο μόνος πα ρε ίσα κτος ε κε ίνη τη στιγμή δε ν ήτα ν οι άνθρω ποι της α σφ άλε ια ς (δύο τον α ριθμό) ούτε ο νοσοκόμος, μα μια γυνα ίκα που ε ίχε γα ντζω θε ί α πό πάνω μου. Ό τα ν άνοιξε η πόρτα για να φ ύγουμε έμπα ινε κι ένα άλλο ζε υγάρι. Ένα ς άντρα ς στύλω σε το βλέμμα του πάνω μου. Π άγω σα άρχισα να τρέμω . Ή τα ν α πό ε κε ίνε ς τις μα τιές που ότα ν συνα ντιούντα ι η ψ υχή μένε ι γυμνή, ο πόνος;Ο κα ημός;Π οιος ξέρε ι που οφ ε ίλε τα ι. Μ ου φ άνηκε στα θε ρός κα ι συνε τός, τότε κα ι τώρα . Έβα λα στο πλυντήριο τα άπλυτα , άνοιξα την τηλε όρα ση κα ι συνάμα το ρα διόφ ω νο. Ό ποτε ένοιω θα μονα ξιά έτσι έκα να . Ο ι ημέρε ς πέρνα γα ν, ε γώ ήμουν συντάκτης σ’ ένα πε ριοδικό κα ι πα ράλληλα έγρα φ α κα ι κα νένα πε ζό. Για να πε ρνάε ι η ώρα , όπω ς έλε γα στους φ ίλους μου. «κω νστα ντίνε , έλα α πόψ ε στο s idne y» - σ’ ένα στέκι κα λλιτε χνών – «έχε ι πάρτυ, φ έρε κα ι την κάκια ». «κάλια , α ντώνη», ε ίπα για τί πάντα ξε χνούσε τα ονόμα τα τω ν γυνα ικών. Το βράδυ πήγα στο s idne y, μόνος, χω ρίς κάλια – κάκια . «Α, τον α γα πητό μου κω νστα ντίνο! Έλα στην πα ρέα μα ς», μου φ ώνα ξα ν, μα ε κε ί που κίνησα να πάω ε ίδα τον μυστηριώδη νίκο. Κα θότα ν σε μια πα ρέα κα ι χα μογε λούσε α ινιγμα τικά. «Π οιος ε ίνα ι α υτός που κοιτά τον νίκο;» Χάιδε ψ ε με το βλέμμα της το στα υρό του πουκα μίσου (σα ν να γε λούσε πονηρά) στα μάτησε τη μα τιά της στους κα ρπούς του. Κι έσφ ιξε το μπράτσο του νίκου. Έσκυψ ε σε α πόστα ση ε νός χιλιοστού α πό το λε υκό κολάρο, του ψ ιθύρισε δροσίζοντα ς τα κόκκινα χε ίλη της με το άρω μα της κολόνια ς του. «Π οιος ε ίνα ι α υτός νίκο;» Ε ίδε την κλα σική πα γω μένη μα τιά του να κοιτά τον τύπο α πένα ντι κι α υτόμα τα να ζε στα ίνε ι. Της έκα νε ε ντύπω ση α υτό, όπω ς κι ότι δε ν κίνησε προς το μέρος του. «Ν α σηκώσω το χέρι μου ή να μην το σηκώσω ; Ν α , τώρα με κοιτάζε ι. Θα πάω προς το μέρος του. Ένα γε ια δε χα λάε ι τίποτα . Ας του χα μογε λάσω κα λύτε ρα , θα κα τα λάβε ι». Του χα μογέλα σα κα ι ε κε ίνος με α ντιχα ιρέτισε με κούνημα του κε φ α λιού του. Μ ε τά πλησία σε στην πα ρέα του. Ε ίχα με σχε δόν το ίδιο ύψ ος, α υτό που ε ίχα προλάβε ι να πα ρα τηρήσω α πό ε κε ίνη την α πρόοπτη συνάντησή


μα ς ήτα ν ότι δε ν ε ίχε α λλάξε ι κα ι πολύ. Ά ρα γε θυμότα ν τόσο κα θα ρά όσο ε γώ ε κε ίνη την τόσο μα κρινή στιγμή; Π ου ε ίχα με ξα να ϊδω θε ί;«Έλα νίκο», του ε ίπε η ξα νθιά κοπέλα δίπλα του. Τον α γκάλια σε κα ι άρχισα ν να λικνίζοντα ι στο ρυθμό της μουσικής με μικρά βήμα τα . Ε ίχε πε ράσε ι πολλή ώρα μα το μα γα ζί, λόγω γε νε θλίω ν, θα κρα τούσε το πάρτυ μέχρι το ξημέρω μα . Ο νίκος κουράστηκε . «Π α ιδιά, ε γώ λέω να φ ε ύγω ». «Κι ε γώ», πε τάχτηκε η νε α ρή ξα νθιά. «Θα σου τηλε φ ω νήσω ». «Ε λπίζω σύντομα », του ε ίπε πε ριπα ικτικά για τί γνώριζε τις συνήθε ιές του με το τηλέφ ω νο πολύ κα λά: α πλούστα τα το σιχα ινότα ν. Της έδω σε ένα πε τα χτό φ ιλί, στάθηκε λίγο να μιλήσε ι με τον ιδιοκτήτη του μα γα ζιού κι έφ υγε . Ό τα ν μπήκε στο α μάξι έβα λε μπρος κα ι σκέφ τηκε να κάνε ι μια βόλτα ω ς τον λυκα βηττό. Θα πε τύχα ινε το ξημέρω μα , κι α υτό τον χα ροποιούσε ιδια ίτε ρα . Ό τα ν έφ τα σε στη με γάλη πλα τε ία του θε άτρου, κα τέβηκε κα ι κοίτα ξε την πόλη. Έκα νε κρύο, α λλά α υτό δε ν μπορούσε να τον στα μα τήσε ι κα ι να με ίνε ι μέσα στη "ζε στα σιά του". Ά να ψ ε ένα τσιγάρο κα ι κοίτα ξε την α να τολή. Ο ήλιος με ξε θω ρια σμένα χρώμα τα πρόβα λε τη μορφ ή του πίσω α π’ τα μα ύρα σύννε φ α . Το α χνό φ ω ς του δε ν έφ τα νε να ζε στάνε ι ούτε μια κα ρδιά. Στο κα τέβα σμα τον έπια σα ν οι πρώτε ς ψ ιχάλε ς κα ι στο μπάσιμο του σπιτιού του, ε νός πα λιού α ρχοντικού στην πλάκα , η μπόρα ε ίχε πλημμυρίσε ι όλο το δρόμο. "Ν α πάρε ι", ε ίπε κα ι άρχισε να γδύνε τα ι. Κόντε υε πια τα σα ράντα κα ι δε ν ήτα ν κα νένα πα ιδα ρέλι. Ξάπλω σε κι έκλε ισε τα μάτια . Ε ίχε μια γε ύση μα ρτίνι κα ι τσιγάρου στο στόμα , που σιγά σιγά γινότα ν ξινίλα . Ανα στένα ξε . Ένα α χνό φ ω ς έμπα ινε α πό τις γρίλιε ς τω ν βε νε τσιάνικω ν πα ντζουριών, φ ω τίζοντα ς τη φ ω τογρα φ ία ε νός πα ιδιού τε σσάρω ν-πέντε χρονών. 19 73, 25 σε πτε μβρίου, ώρα 8 π.μ. Ένα πούλμα ν νηπια γω γε ίου συγκρούστηκε με μια πε τρε λα ιοφ όρο ντα λίκα . Απ’ τη σύγκρουση προκλήθηκε φ ω τιά, κάηκα ν ο οδηγός του πούλμα ν κα ι δύο πα ιδιά τε σσάρω ν-πέντε χρονών. Τα υπόλοιπα τρα υμα τίστηκα ν βα ριά. Χα μογέλα σε . "Ο κα ιρός σήμε ρα δε ν ε ίνα ι για μηχα νή", στρα βομουτσούνια σε . Έκλε ισε το πα ράθυρο του έκτου ορόφ ου, πήγε στην κουζίνα κα ι κα θάρισε ένα μήλο. Κοίτα ξε το ημε ρολόγιο του. "25 σε πτε μβρίου σήμε ρα ", δάγκω σε το μήλο του κι άρχισε να πα ίρνε ι ένα τηλέφ ω νο.


Μ ε τά α πό λίγους χτύπους, βγήκε ο α υτόμα τος τηλε φ ω νητής. "Γε ια , ε ίμα ι στο πα ρίσι. Θα γυρίσω στις πέντε οκτω βρίου. Ά φ ησε το όνομά σου με τά α πό τον χα ρα κτηριστικό ήχο. Έλε να ."Έκλε ισε γρήγορα το α κουστικό κα ι κάθισε στην πολυθρόνα . "Π οτέ δε ν ε ίσα ι στις 25 σε πτε μβρίου ε δώ", ε ίπε δυνα τά. "Φ οβάσα ι την α ντιμε τώπιση, έλε να ; Μ ε 'μένα κα ι κάτι νε κρό;" Ή τα ν κυριε υμένος α πό ένα διάχυτο μίσος. Μ ε την έλε να ε ίχα ν πα ντρε υτε ί πριν α πό 13 χρόνια . Ο γάμος τους όμω ς κράτησε μόνο έξι. Ε ίχα ν συνα ντηθε ί στη γα λλία , ε κε ί πα ντρε ύτηκα ν κι ε κε ί κάνα νε την α φ ροδίτη, ένα πα νέμορφ ο κοριτσάκι. Η μοίρα όμω ς δε ν θέλησε να ζήσε ι πολύ α υτό το τρυφ ε ρό πλάσμα . Κα ι με τά, με τά τον άφ ησε κα ι η έλε να . "Κω νστα ντίνε , έχε ις μπε ρδέψ ε ι τους ρόλους. Ε κτός του ότι δε ν με βοηθάς κα θόλου, μου έχε ις δώσε ι το ρόλο της κόρης. Μ α ε ίμα ι η γυνα ίκα σου. Δε ν μπορε ίς να μου φ έρνε ις πα ιχνίδια , να μου κάνε ις μπάνιο κα ι να με τα ΐζε ις. Στην α ρχή το δέχτηκα , μα τώρα έχω κουρα στε ί κι ε γώ". "Ε ίστε φ τυστές, έλε να , ολόιδιε ς." "Αυτό δε ν σημα ίνε ι ότι ζε ι μέσα α πό 'μένα . Π ρέπε ι να δε ις ψ υχία τρο." Αυτές ήτα ν οι τε λε υτα ίε ς της λέξε ις, έπε ιτα γύρισε κα ι μου 'κλε ισε την πόρτα . Σηκώθηκε κα ι βγήκε έξω . Τι κι α ν έβρε χε ;Αυτός θα α νέβα ινε στη μηχα νή. "Μ ουστα φ ά, μουστα φ ά, το γάλα σου." Ένα ς χοντρός γάτος με λε υκές κα ι ξα νθές πιτσιλιές έτρε ξε στο α φ ε ντικό του. "Κα λό πα ιδί", του ε ίπε κα ι του έδω σε το γάλα του μέσα στο πήλινο μπολ. Στάθηκε κα ι τον κοίτα ξε . "Σου έκα να στε ίρω ση κα ι κοίτα πώς έγινε ς, χοντρομπα λά!" Ακούστηκε το τηλέφ ω νο. Σκέφ τηκε να μη το σηκώσε ι, α λλά τε λικά το α νέβα λε . "Ε μπρός;" "Έλα ρε νίκο, δε ν τα 'μα θε ς;" Ή τα ν ο ε κδότης του. "Το βιβλίο σου έγινε α νάρπα στο. Σκε φ τόμα στε σοβα ρά την ε πα νέκδοση του. Έλα ρε , μ' α κούς;" Δε ν πε ρίμε νε α πάντηση κα ι συνέχισε α πτόητος. "Ο ι υπόλοιποι ε κδοτικοί οίκοι έχουν σκάσε ι. Ά σε πια τον ξένιο, τον θυμάσα ι; Αυτός, βρε πα ιδί μου, α κόμα το θε ω ρε ί γε λοίο. Κριτικός σου λέε ι ο άλλος. Τι θα έλε γε ς για κα μιά συνέντε υξη; Λέω να α λλάξουμε το ε ξώφ υλλο, ε σύ;" Ο νίκος δε ν τον άκουγε . Τα μάτια του ε ίχα ν στυλω θε ί στην πρω ινή ε φ ημε ρίδα . "Σήμε ρα ε ίνα ι 25 σε πτε μβρίου;", ρώτησε . "Ρε


νίκο, με δουλε ύε ις;" "Απάντησε μου." "Ν α ι, 25. Α, να κι ο λάκης, κλε ίνω κα ι τα λέμε με τά. Ά ντε με γάλε !", κι έκλε ισε . Τα μάτια του νίκου δε ν έβλε πα ν τώρα πια την ημε ρομηνία στην ε φ ημε ρίδα , δε ν άκουγε το γουργουρητό του μουστα φ ά κι ούτε τον α ισθα νότα ν που τριβότα ν στα πόδια του. Π έρα σε κάμποση ώρα για να σηκω θε ί, να φ υσήξε ι τη μύτη του, να τρίψ ε ι τα μάτια του κα ι ν' α ρχίσε ι ε πιτέλους να ντύνε τα ι. Ό τα ν έφ τα σε στο νε κροτα φ ε ίο κα τέβηκε α π’ το α μάξι του κα ι κίνησε με γρήγορο βήμα προς τον τάφ ο που τόσο κα λά γνώριζε πια . Μ έσα του ε ίχε ένα α ίσθημα α να κούφ ισης ο κα ιρός δε ν ήτα ν κα τάλληλος για ε πισκέψ ε ις κα ι ήτα ν σχε δόν μόνος του α νάμε σα σε ένα σω ρό λε υκούς στα υρούς. "Γε ια σου, ε ρρίκο", ε ίπε κα ι κάθισε στο πέτρινο πε ζούλι. Ά ρχισε να μιλά λε ς κα ι τον ε ίχε δίπλα του, να του λέε ι ότι συνάντησε τον μπα μπά της α φ ροδίτης, να του λέε ι για τις νέε ς κα τα κτήσε ις του, για το βιβλίο. Μ όνο η μα μά δε ν ξέρω που βρίσκε τα ι ε ίπε τε λε ιώνοντα ς ε νώνοντα ς τη μα τιά του με τη δικιά του. Ο α έρα ς λε ς κι ήθε λε να ξε ριζώσε ι τα πα νύψ ηλα κυπα ρίσσια , μα το μόνο που κα τάφ ε ρνε ήτα ν να κόβε ι ορισμένα μα ρα μένα πια λουλούδια . Στο ένα του χέρι κρα τούσε ένα με γάλο μπουκέτο α γριολούλουδα , κα ι στο άλλο ένα χα ρτί με ένα ποίημα , πάντα της πήγα ινε κάτι δικό του κα ι της διάβα ζε . Δε ν άκουγε το βουητό του α έρα , μόνο α ισθα νότα ν στο πρόσω πό του το δυνα τό φ ύσημα του. Ε ίχε φ ορέσε ι τα w al k m an του για να ε ίνα ι "ε κτός τόπου κα ι χρόνου", όπω ς έλε γε πάντα η έλε να . Τοποθέτησε το μπουκέτο στο βάζο κα ι έβα λε τα χέρια στις τσέπε ς του μπουφ άν του. Ό ρθιος, κοιτάζοντα ς μια το μπουκέτο κα ι μια την α όρα τη μορφ ή της άφ ηνε το σπα ρα γμό του να κα θοδηγε ίτα ι α πό τους μικρούς τυφ ώνε ς, να χτυπιέτα ι μα ζί με τις κορφ ές. Ό πω ς στε κότα ν έμοια ζε α τάρα χος. Ένα ς μα ύρος στα υρός μα ζί με τους λε υκούς που τον πε ριέβα λα ν. Έβγα ινε α πό τη με γάλη κα γκε λόπορτα , ότα ν ε ίδε τον νίκο. "Γε ια !" του φ ώνα ξε . Αυτός γύρισε κα ι τον κοίτα ξε . Σήκω σε το χέρι του κα ι τον χα ιρέτησε , μα δε στάθηκε ούτε μια στιγμή. Μ ε γρήγορο βήμα κα ι σκυφ τό κε φ άλι, μπήκε στο α μάξι του κι έφ υγε . Ο κω νστα ντίνος α νέβηκε στη μηχα νή του. Κίνησε για τα γρα φ ε ία του πε ριοδικού. Ο κα ιρός ήτα ν μουντός, κα τάλληλος για πε ρίε ργε ς σκέψ ε ις, όπω ς: "Αν ε ίνα ι κρίμα να πε θα ίνε ις πριν ζήσε ις ή να ζε ις πε θα ίνοντα ς."


Π ε ρπα τώντα ς χθε ς στο ονε ιροδρόμιο του μυα λού μου ε ίδα μια οπτα σία . Ήτα ν η συνήθης μορφ ή της νε ράιδα ς τω ν πα ιδικών μου ονε ίρω ν. Μ α που ήσουν τόσο κα ιρό;Αποκρίθηκα . Σε τίνος τα όνε ιρα τρύπω σε ς πάλι κα ι με λησμόνησε ς; Η νε ράιδα όμω ς α πα ρα σάλε υτη, όπω ς τότε . Μ όνο που τώρα ήτα ν δύσθυμη. Για πρώτη φ ορά ένιω σα δίπλα της μία α πύθμε νη α μηχα νία κα ι συνάμα φ όβο. Ά ξα φ να , η πλε ιάδα ονε ίρω ν που κάνα με μα ζί πέρα σε μπρος μου κα ι ένα δάκρυ κύλησε α πό τα μάτια μου, ε νώ η νε ράιδα άρχισε να α πομα κρύνε τα ι ψιθυρίζοντα ς: Το κα τώφ λι τω ν ονε ίρω ν σου το διάβα ινα α διάκοπα , κα θώς άκουγα το κάλε σμα της ψυχής σου, τότε φ τε ρούγιζε , τώρα έρπε ι. Τότε το θόλω μα του μυα λού μου δια δέχτηκε η δια ύγε ια . Ξε ψύχησα ν τα όνε ιρά μου, σκέφ τηκα ζα λισμένος, κα ι μα ζί τους έφ υγα κι ε γώ. Ό μω ς, όπω ς ο ήλιος με τά τη βροχή, έτσι κα ι η νε ράιδα ήρθε να με λυτρώσε ι α πό τη λήθη τω ν ονε ίρω ν μου.

Υ.Γ.: Για α υτούς που στα μάτησα ν να ονε ιρε ύοντα ι: Ε π α νε κ κ ίνησ η ονε ίρω ν, ώσ τε τα χα λάσ μα τα της ψυχής να με τα τρα π ούν σ ε α νάχω μα μια ς νέα ς ζω ής


Ακω κή η φ ύσις του α νθρώπου. Δυνα τή, κα τάβα θη κι α κρα ία η ψυχή. Το πόρισμα τ’ α γέρα ξηλώνε ι τις κα λοσύνε ς τρόπου.

Π α στρικές του έθνους ρίμε ς έσυρα ν κηδε ία . Κα λλονή, με βα μμένα κόκκινα τα νύχια τω ν χε ιρών της, γυμνή στα βράχια , α γνάντε υε η πένα .

Θλίβομα ι. Το κέρα σμα π’ άγδυτο με βα θιά α γα θοε ργία προσφ έρε ι, μα τώνε ι. Ά λλη νότα κι άλλα μέρη! Αρχάριο, ξε νίζε ι κι άστυλο.

Η ε ικών κε ρα μική. Κα λά δουλε μένη, α ποπλάνησε . Το στήριγμα ε πάνω στον τροχό α τίμα ζε , συλλάβιζε τη βα ριά της σημα σία . Ξε χα σμένη α κα κία !

Κοίτα με . Η α πλοϊκή μου όψη α ισθητικά, πόσο πονά! Υποδηλώνε ι το πα ρε λθόν. Στα χρόνια , λόγχη. Ά λλε ς συνήθε ιε ς, ξένε ς, α κόμη πλάνε ς.

Στο α πόλυτο του ξένου τω ν βε λούδω ν, μνήμη κε ίτε τα ι νε κρά. Βυθίστηκε ς κα ι πόσο μα κριά του κόσμου τω ν κα ινούργιω ν!


1. Κάποτε πίστε υα ότι μου 'φ τα νε να φ α ίνομα ι κα λός 2. Ό λη η ζω ή μια υποτα γή κα ι ο κα πνός που φ ε ύγε ι α π 'τα χε ίλη πριν χορτάσουν ξέπλυμα ηρώω ν, γέννημα α θώω ν που μια πηγή ούτε κα ι α υτοί δε πρόλα βα ν να φ τάσουν 3. Μ ην γίνε σα ι γρα φ ικός ρε φ ίλε ... 4. Μ α πριν χα θώ μέσα στο δάκρυ σου στα γόνα θα δω θώ στο πρόσω πο σου μια φ ορά θα κυληθώ κα ι πριν προλάβε ις να μ’ α γγίξε ις θα ξε φ ύγω 5. Ε ίσα ι γλοιώδης... 6. Τα ε πίγε ια α γα θά δε ν ε ίνα ι ω ρα ία . Κα ι τα ε πουράνια δε ν υπάρχουν. Π ου ε ίνα ι τα μυα λά που ‘χα πα ρέα ; Μεετου τους τυφλούς π ιασυσυνυπ άρχν. ουν. Μ ς τυ φ λούς πια νυπάρχου 7. Το bridge δε ν έχε ι κα μία σχέση με την τύχη... 8. Στίχοι βγα λμένοι για ώρε ς στημένοι στο πε δίο βολής της πνοής σου ψάχνουν γα λήνη μα δε τους α φ ήνε ι στιγμή σε ησυχία η μορφ ή σου 9. Ξε ρνώ στα μούτρα τω ν οπα δών σα ς... 10. Γε ννιέμα ι. Η ίδια μου η γέννηση στον τοίχο θα με στήσε ι Για τί ε ίνα ι η ζω ή μια α δύνα μη κα ι α σθε νική α ιώρα Μ α ε γώ το ξέρω α πό την α ρχή πω ς κάποια ώρα Το φ α γω μένο της σκοινί θα με γκρε μίσε ι


“Δε ν ε ίνα ι η δική μου μνήμη που κυρια ρχε ί στις τα ινίε ς μου. Tο να πε ι κα νε ίς ότι οι τα ινίε ς μου ε ίνα ι α υτοβιογρα φ ικές, ε ίνα ι μια α βα σάνιστη κρίση, μια βια στική τα ξινόμηση. Έχω ε πινοήσε ι σχε δόν τα πάντα : πα ιδική ηλικία , προσω πικότητα , νοστα λγίε ς, όνε ιρα , α να μνήσε ις, για την κα θα ρή α πόλα υση του να μπορέσω να τις α φ ηγηθώ. M ε την έννοια του α νέκδοτου, της πρα γμα τικής βιογρα φ ία ς, στις τα ινίε ς μου δε ν υπάρχε ι τίποτα . Aυτό που ξέρω ε ίνα ι ότι ε πιθυμώ να α φ ηγηθώ. Π ρα γμα τικά, η α φ ήγηση ε ίνα ι το μόνο πα ιχνίδι με το οποίο α ξίζε ι να πα ίζε ι κα νε ίς. Eίνα ι ένα πα ιχνίδι, που για μένα , για την φ α ντα σία μου, για την φ ύση μου, έχε ι την δική του α να γκα ιότητα ” . ~ fe de rico fe l l ini Γε ννημένος στο ρίμινι της ιτα λία ς, το 19 20, ο fe l l ini πα ίρνε ι το βάπτισμα του πυρός στα κινημα τογρα φ ικά δρώμε να της ε ποχής δίπλα στον robe rto ros s e l l ini, συμμε τέχοντα ς ουσια στικά έτσι στη δημιουργία θε με λιω δών τα ινιών του με τα πολε μικού ε υρω πα ϊκού κινημα τογράφ ου όπω ς το “rom a citta ape rta” (19 45) κα ι “pais a” ( 19 46), ω ς συν-σε να ριογράφ ος α λλά κα ι ω ς βοηθός σκηνοθέτη. H γνω ριμία κα ι η φ ιλία του α υτή με τον ros s e l l ini θα τον ε πηρρε άσε ι σημα ντικά στην με λλοντική του πορε ία . Η πρώτη τα ινία την οποία σκηνοθε τε ί α ποκλε ιστικά ο fe l l ini, ε ίνα ι ο “s ce icco bianco” (“λε υκός σε ίχης” ) το 19 52. Ό που μα ς πα ρουσιάζε ι ένα ζε υγα ράκι α πό την ε πα ρχία , την βάντα κα ι τον ιβάν, που κα τα φ θάνουν στη ρώμη, για γα μήλιο τα ξίδι. Κα ι ε νώ ο σχολα στικός ιβάν, ε ίνα ι ε ντε λώς α πορροφ ημένος με τις κονφ ορμιστικές του δρα στηριότητε ς, η βάντα ε πω φ έλε ιτα ι της ε υκα ιρία ς για να ψάξε ι τον λε υκό σε ίχη. Τον λα τρε υτό πρω τα γω νιστή δηλα δή, μια ς σε ιράς φ ω τορομάντζω ν που δημοσιε ύε τα ι σ' ένα πε ριοδικό ε υρε ία ς κα τα νάλω σης. Το σκηνοθε τικό α υτό ντε μπούτο του, κάθε άλλο πα ρά ε πιτυχημένο, χα ρα κτηρίστηκε . “Η α πόπε ιρα του fe l l ini ω ς σκηνοθέτη ε ίνα ι α να μφ ίβολα χω ρίς ε ρέθισμα ” , ε ίνα ι τα σχόλια τω ν κριτικών της ε ποχής, με α ποτέλε σμα η τα ινία να α ποσυρθε ί α π' όλε ς σχε δόν τις α ίθουσε ς μέσα σε λίγε ς μόνο ημέρε ς. Ανάμε σα στις α ιτίε ς της ολοκληρω τικής α ποτυχία ς, προστίθε τα ι κα ι η α ληθινή α ντιπάθε ια


που ο ηθοποιός κινημα τογράφ ου.

al be rto

s ordi,

προκα λούσε

στο

κοινό

του

Ε ίνα ι κι α υτός ένα ς α πό τους λόγους για τους οποίους ο fe l l ini, θέλοντα ς πάλι τον Sordi κα ι στην ε πόμε νη τα ινία του, τους “vite l l oni” , α ντιμε τω πίζε ι πολλές δυσκολίε ς στην πρα γμα τοποίησή της κα ι ότα ν με τά α πό πολλές α τυχίε ς η τα ινία φ τάνε ι στο τέλος, το όνομα του al be rto s ordi συνε χίζε ι να α ποτε λε ί ένα σοβα ρό πρόβλημα στη δια νομή. Κρίνε τα ι λοιπόν α πα ρα ίτητο ν' α φ α ιρέσουν τ' όνομά του α πό τα προγράμμα τα κα θώς κα ι α πό τις πρώτε ς 50 κόπιε ς της τα ινία ς... O ι χώροι του fe l l ini, δρόμοι, ηλιόλουστε ς πλα τε ίε ς, μισοφ ω τισμένα νυχτε ρινά σοκάκια , συνοικια κά θέα τρα , πα λιές κινημα τογρα φ ικές α ίθουσε ς, έρημε ς πα ρα λίε ς δια πε ρνούντα ι όλοι α πό την πνοή του φ α ντα στικού, ε ίνα ι α κα θόριστοι, διφ ορούμε νοι, στοιχε ιω μένοι θα ρρε ίς. O φ ε λινικός κόσμος ε ίνα ι μια α υλή τω ν θα υμάτω ν. Βρισκόμα στε σε μια μικρή πα ρα λια κή πόλη της ρομάνια . Το κα λοκα ίρι κοντε ύε ι να τε λε ιώσε ι. Μ ια νε ροποντή δια κόπτε ι τη γιορτή όπου τε λικά ο ρικάρντο βρίσκε ι την ε υκα ιρία να ε πιδε ιχτε ί σα ν τρα γουδιστής. Μ έσα στην α να τα ρα χή που α κολουθε ί α να κα λύπτουν ότι η σάντρα , α δε ρφ ή του μοράλντο, ε ίνα ι έγκυος α πό τον φ άουστο. Ο ι γονε ίς συμφ ω νούν να ε πα νορθώσουν με γάμο. Η μικρή πολιτε ία ξα να πέφ τε ι στην ε πα ρχια κή με λα γχολία του χε ιμώνα . Αν κα ι δε ν ε ίνα ι πια τόσο νέοι, οι φ ίλοι του φ άουστο πε ρνούν τις μέρε ς τους άσκοπα , χα ζε ύοντα ς στα κα φ έ κα ι κάνοντα ς πα ιδικά α στε ία ε νώ συντηρούντα ι α πό τις οικογένε ιές τους. Ε ίνα ι οι “vite l l oni” (τα “βουτυρόπα ιδα ” ). 19 52, οι “vite l l oni” προβάλλοντα ι στην βε νε τία α κριβώς ένα χρόνο με τά τον “λε υκό σε ίχη” . Για τον fe l l ini ε ίνα ι η α ληθινή κα ι πρώτη, με γάλη ε πιτυχία . Π ω ς γε ννήθηκε όμω ς α υτό το πολυβρα βε υμένο φ ιλμ;Λοιπόν, η βα σική ιστορία γράφ τηκε μέσα σε 15 πε ρίπου μέρε ς. Τα χε ιμω νιάτικα βράδια , οι πε ρίπα τοι στο τέλος του φ θινοπώρου με τη θάλα σσα κρυμμένη α πό την ομίχλη, τα βλα κώδη κα ι άγρια α στε ία τω ν φ ίλω ν, η μυθική προσμονή του


κα λοκα ιριού, όλα α υτά δε ν ε ίνα ι πα ρά οι α να μνήσε ις του fe de rico α πό το ρίμινι. O fe l l ini υπήρξε ένα ς α πόλυτος κινημα τογρα φ ικός δημιουργός. M ε το έργο του δε ν α πε ικόνισε α πλώς την πρα γμα τικότητα , α λλά κα τα σκε ύα σε , με τα ίδια του τα χέρια , ένα ν φ α ντα στικό κόσμο α πό σκιές κα ι φ ω ς, πνε ύμα τα κα ι φ α ντάσμα τα , κα τοικημένο α πό υπάρξε ις φ υσιολογικές, α λλά τα υτόχρονα κα ι φ α ντα σιόπληκτε ς. Χα ρα κτηριστικό πα ράδε ιγμα , α ποτε λε ί το “l a s trada” (19 54). Η α υλα ία α νοίγε ι με τον ζα μπα νό (anth ony q uin), ένα ν τσιγγάνο που δίνε ι πα ρα στάσε ις στις πλα τε ίε ς τω ν χω ριών. Π ρω τόγονος κα ι βία ιος, α γοράζε ι για λίγα χρήμα τα την α φ ε λή α λλά κα ι ε υα ίσθητη τζε λσομίνα (giul ie tta m as ina) α πό την φ τω χή οικογένε ιά της. Μ α ζί πια , θα συνε χίσουν τη νομα δική ζω ή τους. Η τα ινία δε ν ε ίνα ι πα ρά μια τε ράστια , οργα νω μένη φ α ντα σία , που οδε ύε ι στους σκονισμένους δρόμους, της α πίθα να μονα χικής μιζέρια ς, κα τα λα μβάνοντα ς έτσι μια α διάφ ορη κα ι α πολίτικη χώρα . Ακολουθούν το 19 55 οι “Il bidone ” (“σκιές του υπόκοσμου” ). Π α νούργοι κα ι κα κοντυμένοι α πα τε ώνε ς, κάνουν ε δώ την ε μφ άνιση τους. Αλλά σχε δόν πάντα τε λε ιώνουν τις δουλε ιές τους α να ίμα κτα , λόγω δε ιλία ς. Π ορτρέτο α ισχρών ε γκλημα τιών, οι “σκιές του υπόκοσμου” ε ίνα ι μια τα ινία “ε ίδους” , α πό α υτές που πάντα α ρέσκε τα ι να δημιουργε ί ο fe l l ini. Φ τάνουμε έτσι στις “l e notti di cabiria” (“νύχτε ς της κα μπίρια ” ). Το σχέδιο α υτής της τα ινία ς ο fe de rico το δουλε ύε ι πολύ κα ιρό. Η πρώτη ιδέα α νάγε τα ι στο '47, ότα ν ε ίχε προτε ίνε ι στον ros s e l l ini να γυρίσουν την ιστορία μια ς πόρνης. Για να γράψε ι το σε νάριο, ο fe l l ini διε ξάγε ι μια έρε υνα στους χώρους που θα πε ριέγρα φ ε η τα ινία , ε νώ προσκα λε ί κα ι τον pie r paol o pas ol ini να συνθέσε ι τους δια λόγους. Η κα μπίρια ε ίνα ι μια φ τω χή πόρνη, άδολη κα ι ε ύθρα υστη, που ποτέ στη ζω ή της δε ν υπήρξε τυχε ρή. Ένα ς φ ίλος της προσπάθησε να την σκοτώσε ι για να βάλλε ι στο χέρι τα χρήμα τά της. Ο ι συνα δέλφ ισσές της, την κοροιδε ύουν. Ένα ς γνω στός ηθοποιός την τα πε ινώνε ι α φ ού την ε ξα πα τά με την θρυλική μα τα ιοδοξία της ε πιτυχία ς του. Ε νώ στη διάρκε ια μια ς υστε ρικής θρησκε υτικής τε λε τής, η κα μπίρια


προσε ύχε τα ι να γίνε ι ένα θα ύμα , ώστε να α λλάξε ι η μοίρα της κα ι όλα να ξα να πάρουν το δρόμο τους. Η οριστική κόπια της τα ινία ς προβάλε τα ι τον μάρτη του '57 στο φ ε στιβάλ τω ν κα ννών, όπου κα ι σημε ιώνε ι με γάλη ε πιτυχία . Ο μα ρτσέλο ρουμπίνι ε ίνα ι ένα ς δημοσιογράφ ος που α ρθρογρα φ ε ί σ' ένα έντυπο σκα νδάλω ν, πα ρ' όλο που ε λπίζε ι να μπορέσε ι κάποτε να γράψε ι σοβα ρά πράγμα τα . Για ε πτά μέρε ς κι άλλε ς τόσε ς νύχτε ς γίνε τα ι ο ξε να γός σ' ένα τα ξίδι της ρω μα ικής ζω ής. Η “dol ce vita” κάνε ι πρε μιέρα στις ιτα λικές α ίθουσε ς, τον φ ε βρουάριο του 19 60. Η ε πιτυχία στο κοινό συμβα δίζε ι με τις πολε μικές. Στην πρώτη προβολή η τα ινία γιουχάρε τα ι κα ι με ρικοί φ τύνουν τον fe l l ini που (για κα κή του τύχη) βρίσκε τα ι στην α ίθουσα . Ο ι πλέον τρέχουσε ς κα τηγορίε ς α φ ορούν την α νηθικότητα που πιστε ύουν ότι προω θε ί η ε ν λόγω τα ινία . Η τα ινία προσβάλλε τα ι α πό τα ε πίσημα όργα να της κα θολικής ε κκλησία ς ε νώ η υπόθε ση φ τάνε ι α κόμα κα ι στη βουλή. Η τα ρα χή τω ν πολε μικών φ υσικά βοηθά την τε ράστια ε μπορική ε πιτυχία της τα ινία ς, α λλά ε μποδίζε ι μια σα φ ή κριτική α νάλυση, την συγκε κριμένη χρονική στιγμή. Ν ε ολογισμοί, που α νθίστα ντα ι α κόμα , δε ίχνουν πόσο ο σκηνοθέτης ε πηρρε άστηκε κα ι ε πηρρέα σε τα ιτα λικά ήθη του με τα πολέμου. Ε υγε νε ίς θλιβε ρά πα ρα τε τα γμένοι στους ε ρε ιπω μένους πύργους τους, μυστικές ε μφ α νίσε ις, δια νοουμε νίστικε ς συγκε ντρώσε ις κα ι πάε ι λέγοντα ς... Ε ίνα ι ολόκληρη η ιτα λία του '50 που α να κα λε ίτα ι, ε δώ. Μ ε την α φ ε λή ε πιθυμία της για ζω ή, με την χυδα ιότητα που σήμε ρα μα ς φ α ίνε τα ι πα ρα μυθένια , με το γούστο στο κα λό ντύσιμο, την ε υχα ρίστηση που προσφ έρε ι ένα κα θα ρό ρούχο, ο πε ρίπα τος το βράδι με το α υτοκίνητο, το χάζε μα κάτω α πό τις α να μμένε ς λάμπε ς του κα φ έ. Ό λα α υτά, ο fe l l ini δε ν τα ε φ ήβρε , α λλά τα θυμήθηκε ... “Στοχα σμός έντονα δημιουργικός με θέμα την α δυνα μία της δημιουργία ς” ε ίνα ι τα πρώτα σχόλια που συνοδε ύουν την ε πόμε νη τα ινία του fe l l ini. Ε νώ χα ρα κτηριστικό πα ρα μένε ι το γε γονός της ε πιλογής του τίτλου της. Στην κα ρτέλα που ο fe l l ini κρα τά τις σημε ιώσε ις του, α νάμε σα στα συνηθισμένα του σκίτσα , ε ίχε κα κογρα φ ε ί ένα με γάλο οκτώ κα ι ½, για τί α κριβώς ε κε ίνο το σχέδιο


ήτα ν το όγδοο κα ι μισό φ ιλμ, κι έτσι λοιπόν έμε ινε κα ι για τίτλος. Ο γκουίντο α νσέλμι ε ίνα ι ένα ς γνω στός σκηνοθέτης που πε ρνά μια πε ρίοδο θε ρα πε ία ς σε κάποια ια μα τικά λουτρά. Στα όνε ιρά του συσσω ρε ύοντα ι ε φ ιάλτε ς, πα ιδικές μνήμε ς κα ι α ισθήμα τα ε νοχής που πηγάζουν α πό μια κα θολική πα ιδε ία . Ε τοιμάζε ι μια κα ινούργια τα ινία κα ι όπω ς ε ίνα ι φ υσικό σε τέτοιε ς πε ριπτώσε ις, γύρω του στροβιλίζοντα ι κάθε λογής άτομα που θα μπορούσα ν να έχουν σχέση μ' α υτήν. Το “8 ½” προβάλλε τα ι τον φ λε βάρη του 19 63. Π ίσω βέβα ια α π' όλα α υτά, βρίσκοντα ι οι ονε ιρικές συνθέσε ις του nino rota που θα 'πρε πε , τουλάχιστον ε δώ, να τον θυμηθούμε , για τί η μουσική ε πένδυση με την οποία στόλισε το “8 ½” , έμε ινε α πό τις πλέον μνημε ιώδης. Ο rota, συνθέτης της μουσικής όλω ν τω ν τα ινιών του fe l l ini α πό τους κα ιρούς του “s ce icco bianco” (“λε υκός σε ίχης” ) μέχρι την “prova d' orch e s tra” (“πρόβα ορχήστρα ς” ), δημιούργησε κα ι τα μουσικά “σχόλια ” πολλών άλλω ν σκηνοθε τών, όπω ς οι “notti bianch e ” (λε υκές νύχτε ς” ), “rocco e i s uoi frate l l i” (“ο ρόκο κα ι τ' α δέρφ ια του” ) κα ι ο “gattopardo” (“γα τόπα ρδος” ) του l uch ino vis conti. Ε ίνα ι όμω ς σίγουρο, ότι το όνομά του μένε ι άρυκτα δε μένο μ' α υτό του fe l l ini κα ι με ρικά α πό τα πιο γνω στά μοτίβα (α πό το “l a s trada” μέχρι το “8 ½” ) ξα να φ έρνουν α ίφ νης, σα ν νότα που δρα πε τε ύε ι σιω πηλά, ένα ν κόσμο γε μάτο κλόουν, οξύθυμε ς κα λόγριε ς, α νήσυχους κομπάρσους, ε ρε ιπω μένε ς τέντε ς τσίρκω ν κι ό,τι άλλο μπορε ί κα νε ίς να φ α ντα στε ί.

“Tί ε ίνα ι μια τα ινία α ρχικά;Μ ια υποψία , μια υπόθε ση α φ ήγησης, σκιές ιδε ών, α κα θόριστα συνα ισθήμα τα . Κα ι όμω ς, σ' ε κε ίνο το πρώτο α νε πα ίσθητο άγγιγμα , η τα ινία μοιάζε ι ήδη να ε ίνα ι ο ε α υτός της, ολοκληρω μένη ζω τική, πάνα γνη. O πε ιρα σμός να την α φ ήσε ις έτσι, σ' α υτήν την άσπιλη διάστα ση ε ίνα ι πολύ με γάλος. Ο λα θα ήτα ν πιο α πλά, κα ι ποιος ξέρε ι, ίσω ς κα ι πιο σω στά. Ό μω ς όχι, η φ ιλοδοξία , η α νία , η κλίση, οι συμφ ω νίε ς, οι ρήτρε ς τω ν συμβολα ίω ν, σε υποχρε ώνουν να τη γυρίσε ις. Κα ι να λοιπόν, η τε λε τουργία α ρχίζε ι...” ~ fe de rico fe l l ini


«η ζω ή µ ας έ χει δ είξει ότι η αγάπ η δ εν είναι να κοιτάνε δ ύο άνθρω π οι ο έ νας τον άλλον, αλλά να κοιτάζουν µ αζίπ ρος τη ν ίδ ια κατεύθυνση .» ~ s aint-e xupéry



chimeres 013