9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
Πρόλογος
«Την πρώτη φορά που ξαπλώσαμε στο κρεβάτι κράτησε τα χέρια μου σφιχτά πάνω από το κεφάλι μου». Η πρώτη κιόλας πρόταση μπαίνει τόσο γρήγορα στο ψητό, ώστε μέχρι να τελειώσει η φράση, το παιχνίδι της αποπλάνησης έχει ήδη ουσιαστικά τελειώσει. Όπως η αφηγήτριά μας, έτσι κι εμείς ξέρουμε ήδη πού πηγαίνει όλο αυτό. Και παρόλο που το μέλλον του δεν είναι ολοκληρωτικά ξεκάθαρο, μπορούμε κατά κάποιο τρόπο να ψυχανεμισθούμε ότι αυτό το ειδύλλιο δεν θα έχει καλό τέλος. Οι αμυδροί μας φόβοι μεγαλώνουν μαζί με το ενδια φέρον και τη διέγερσή μας καθώς η ηρωίδα καταγράφει ατάραχα ένα ένα τα στάδια που φουντώνουν την ερωτική της σχέση. Τη δεύτερη φορά που εκείνη και ο εραστής της είναι μαζί, τη ρωτάει αν μπορεί να της δέσει τα μάτια. Την τρίτη τη φέρνει στα πρόθυρα του οργασμού και την κάνει να εκλιπαρεί, ζητώντας κι άλλο. Την τέταρτη φορά «χρησιμοποίησε το ίδιο μαντίλι για να μου δέσει τους καρπούς. Εκείνο το πρωί 7
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
είχε στείλει δεκατρία τριαντάφυλλα στο γραφείο μου». Καθώς αυτό το σύντομο τηλεγραφικό πρελούδιο ολοκληρώνεται, έχουμε παρασυρθεί ολοκληρωτικά, σαν τη συγγραφέα, κι αναρωτιόμαστε μέχρι πού θα πάει και πόσα ακόμα σκοπεύει να μας αποκαλύψει. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την πρώτη φο ρά, το 1978, που η συγγραφέας χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Ελίζαμπεθ ΜακΝίλ εξέδωσε τα ερωτικά της απομνημονεύματα με τον τίτλο 9 ½ εβδομάδες. Το βιβλίο προκάλεσε τεράστια αίσθηση, πολύ περισσότερη απ’ όση θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι, όταν εμφανίστηκε, η αποκαλούμενη σεξουαλική επανάσταση ήταν ήδη σε εξέλιξη για πάνω από δέκα χρόνια. Το σοκ που προκάλεσε πιστεύω πως πήγαζε εν μέρει από το γεγονός ότι η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πορνογραφία και τα σοβαρά ερωτικά απομνημονεύματα δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη όσο είναι σήμερα. Γιατί μόνο μόλις τα τελευταία δώδεκα χρόνια άντρες και γυναίκες συγγραφείς δείχνουν να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον, δοκιμάζοντας τα όρια και ανεβάζοντας συνεχώς τον πήχη των προσωπικών εκμυστηρεύσεων – αποκαλύπτοντας στο αναγνωστικό κοινό όλο και περισσότερες λεπτομέρειες αιμομιξίας, παιδικής κακοποίησης και ασυνήθιστου σεξ. Πριν υπήρχε βεβαίως ο Χένρι Μίλερ, του οποίου το έργο, όπως και των Τζόις και Ναμπόκοφ, είχε προκαλέσει σκάνδαλο. Αλλά αυτοί οι συγγραφείς –όπως κι ο Φρανκ Χάρις και οι συνάδελφοί του που έγραφαν 8
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
ερωτικά απομνημονεύματα αποκαλύπτοντας μυστικές ζωές– ήταν (θεωρείται δεδομένο) άντρες. Υπήρχαν μερικές εμπορικές, κιτς, αποκαλυπτικές ιστορίες γραμμένες από γυναίκες, όπως το Η χαρούμενη πόρνη της Ξαβιέρα Χολάντερ, ή λογοτεχνική πορνογραφία, όπως το Η ιστορία της Ο, καθώς και τα ημερολόγια της Αναΐς Νιν, στα οποία η Νιν αφηγείται τις ερωτικές της περιπέτειες με ένα είδος ειλικρινούς λυρισμού, τον οποίο ελάχιστοι μπορεί να έβρισκαν ερωτικό. Εντούτοις η Νιν εξασφάλισε το γεγονός ότι ο αναγνώστης ήξερε πως έκανε πολλά πράγματα τα οποία ήταν για εκείνη πολύ πιο σημαντικά από το σεξ. Αντιθέτως, το 9 ½ εβδομάδες, εστιάζει έντονα και ολοκληρωτικά στο τι συμβαίνει ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα κυρίως στο κρεβάτι κατά τη διάρκεια δύο μηνών πάνω κάτω, ενώ όλα τα υπόλοιπα σταματούν να έχουν την παραμικρή σημασία. Γράφτηκε (ή έτσι υποστηρίχτηκε πολύ πειστικά) από μια γυναίκα η οποία μόνο χαρούμενη πόρνη δεν ήταν. Και εμφανίστηκε σε διακεκριμένες εκδόσεις που περιλάμβαναν συγγραφείς όπως ο Τζον Ίρβινγκ, η Τζόις Κάρολ Όουτς και ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ. Αυτό όμως που συνέβαλε ακόμα περισσότερο στη φήμη του βιβλίου ήταν το γεγονός ότι έκανε την εμφάνισή του προς το τέλος μιας εποχής κατά την οποία οι φεμινίστριες είχαν παλέψει για όλα αυτά τα πράγματα –δύναμη, έλεγχο, αυτονομία, αυτοδιάθεση– τα οποία η αφηγήτρια του βιβλίου με χαρά εγκαταλείπει μέσα σε 9
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
λίγες μέρες, καθώς μπαίνει όλο και περισσότερο σε μια σχέση με έναν άντρα τον οποίο γνωρίζει τυχαία σε μια ανοιχτή αγορά στο κέντρο του Μανχάταν. Ακόμα μεγαλύτερη ειρωνεία αποτελεί το γεγονός πως η αφηγήτρια είναι, τουλάχιστον επιφανειακά, μια γυναίκα της νέας εποχής, η οποία απολαμβάνει όλα τα προνόμια για τα οποία έχουν παλέψει οι ακτιβίστριες αδελφές της. «Μια πετυχημένη γυναίκα στον επιχειρηματικό χώρο, που με αγαπούσαν οι φίλοι μου και με εκτιμούσαν οι ανώτεροί μου», που έχει πελάτες, ευθύνες, «έχω τον χαρτοφύλακά μου και την καλοκαιρινή μου τσάντα και τακούνια και κραγιόν και φρεσκολουσμένα μαλλιά». Είναι μορφωμένη, πολυταξιδεμένη, σεξουαλικά ψαγμένη – εν ολίγοις χαίρει όλων των προνομίων μιας νεαρής, μόνης γυναίκας της μεσαίας τάξης που κάνει καριέρα στη Νέα Υόρκη. Και τι αποδεικνύεται πως θέλει τελικά; Με το που γνωρίζει τον πρίγκιπά της, ανακαλύπτει πολύ γρήγορα, προς μεγάλη της έκπληξη, ότι το μόνο που επιθυμεί είναι να τη δένουν με χειροπέδες, να τη χτυπούν, να την εξευτελίζουν, και να της φέρονται σαν ένα αβοήθητο μωρό ανίκανο να φροντίσει έστω και τις βασικές της ανάγκες. Σε ένα σημείο όπου συνοψίζει αυτά που αποδεικνύονται πως είναι μερικές από τις λιγότερο σκληρές πλευρές της σχέσης, η ΜακΝίλ εξηγεί την προσέγγιση του ζευγαριού στον καταμερισμό των εργασιών. Με τον τίτλο «Τι έκανε αυτός» ενημερώνει τον αναγνώστη ότι «Με τάιζε. Αγόραζε όλα τα τρόφιμα, μαγείρευε 10
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
όλα τα γεύματα και έπλενε όλα τα πιάτα». Την έντυνε και την έγδυνε, πήγαινε τα παπούτσια της στον τσαγκάρη, της διάβαζε, την έλουζε, στέγνωνε και χτένιζε τα μαλλιά της με μια πανάκριβη βούρτσα με την οποία επίσης τη χτυπούσε, αγόραζε και της έβαζε τα ταμπόν της, την έκανε μπάνιο, την ξέβαφε. Κάτω από τον τίτλο «Τι έκανα εγώ» υπάρχει μόνο μία λέξη: «Τίποτα». Αλλά όπως πολύ γρήγορα μαθαίνουμε αυτό δεν είναι εντελώς αληθινό. Έκανε πολύ περισσότερα από το «Τίποτα». Σύρθηκε στο πάτωμα, πήρε προκλητικές πόζες πάνω στο στρώμα όταν πήγαν σε ένα πολυκατάστημα να αγοράσουν κρεβάτι, και ντυμένη άντρας λήστεψε έναν άγνωστο υπό την απειλή μαχαιριού μόνο και μόνο γιατί της είχε δώσει εντολή ο εραστής της να το κάνει. Και όλο αυτόν τον καιρό απολάμβανε τη διπλή ζωή της: «Οι κανόνες της ζωής μου μέσα στη μέρα ήταν οι ίδιοι με πριν: ήμουν ανεξάρτητη, φρόντιζα τον εαυτό μου… έπαιρνα τις αποφάσεις μου, έκανα τις επιλογές μου. Οι κανόνες της νύχτας από την άλλη διέταζαν να είμαι αβοήθητη, εξαρτημένη και να με φροντίζουν ολοκληρωτικά. Δεν μου ζητούσαν να πάρω την οποιαδήποτε απόφαση, δεν είχα την παραμικρή ευθύνη. Δεν είχα καμία επιλογή. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό». Αυτό που έκανε το 9 ½ εβδομάδες να φαίνεται τόσο επαναστατικό –ή μάλλον αντεπαναστατικό, εξαρτάται από την οπτική του καθενός– ήταν η βεβαιότητα, η σταθερή φωνή της εμπειρίας με την οποία καταμαρτυρούσε ότι υπό ορισμένες συνθήκες και σε ορισμένους τύπους 11
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
ψυχοσύνθεσης, το σεξ επισκιάζει όχι μόνο τις πεποιθήσεις αλλά και όλα τα υπόλοιπα. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα έχουμε συνηθίσει σε τέτοιου είδους απομνημονεύματα όπου περιγράφονται οι φρικαλεότητες του ισχυρού πάνω στον αδύναμο. Έχουμε αποδεχτεί πως τα συναισθήματά μας καθώς και η σεξουαλικότητά μας μπορούν να ασελγήσουν πάνω στην ηθική και τις αρχές μας. Τα φετιχιστικά εξαρτήματα του σαδομαζοχισμού ανήλθαν από έναν κρυφό υπόγειο σεξουαλικό κόσμο στις ιλουστρασιόν σελίδες των πιο διάσημων περιοδικών μόδας. Και το βιβλίο της ΜακΝίλ κατάφερε να επιβιώσει, ελπίζουμε, της επιβλαβούς σύνδεσής του με την απλοϊκή ταινία με τον Μίκι Ρουρκ και την Κιμ Μπάσιντζερ, η οποία το μόνο κοινό που μοιράζεται με το βιβλίο είναι ο τίτλος και ένα αχνό περίγραμμα της πλοκής. Είναι φανερό πως πολλά έχουν αλλάξει με την πάροδο των χρόνων. Γιατί τότε λοιπόν αυτή η αφήγηση μιας σαδομαζοχιστικής σχέσης ανάμεσα σε δύο ενήλικες που συναινούν σε αυτή συνεχίζει να έχει τη δύναμη να μας ταράζει και να μας ενοχλεί; Θα υποστηρίξω πως είναι λόγω της γραφής, λόγω της παραπλανητικής ευκολίας με την οποία συνδυάζει τις τεχνικές ενός μυθιστορήματος με την αυθεντία ενός απομνημονεύματος. Το βιβλίο εκδόθηκε μόλις δύο χρόνια μετά αφότου το βιβλίο του Ρέιμοντ Κάρβερ Λοιπόν θα πάψεις σε παρακαλώ; εισήγαγε μία νέα φωνή –σύντομες, κοφτές, άμεσες φράσεις σε ενεστώτα 12
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
χρόνο που χαρακτήριζαν τον αποκαλούμενο μινιμαλισμό– στη λογοτεχνία. Κι όμως το βιβλίο της ΜακΝίλ έχει αυτό το στιλ γραφής κι αυτή τη νέα φωνή. Εμφανίστηκε εννιά χρόνια προτού το Φώτα ολόφωτα, πόλη μεγάλη του Τζέι Μακ Ίνερνι χρησιμοποιήσει αυτόν τον τόνο για να πιάσει τον ρυθμό του αποξενωμένου αστικού περιβάλλοντος, κι όμως αυτό (χωρίς τα ναρκωτικά και τα ξενύχτια) είναι το κοινωνικό στρώμα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της ΜακΝίλ. Απέριττο, συνοπτικό, τόσο όσο, το 9 ½ εβδομάδες θα μπορούσε σχεδόν να περάσει ως τα πρώτα μινιμαλιστικά απομνημονεύματα, καθώς σε αντίθεση με τόσο πολλούς συγγραφείς αυτής της περιόδου οι οποίοι εκχύλιζαν το έργο τους με τη μελαγχολία της μονόπλευρης ρομαντικής λαχτάρας, η Μακνίλ κατάλαβε ότι το σεξουαλικό πάθος τραβάει για περισσότερη διάρκεια και πιο δραστικά την προσοχή μας. Η γλώσσα του έργου αυτού απέχει πολύ από τον ψευτολυρισμό του ρομάντζου, από τα γνωστά, γελοία κλισέ της συμβατικής πορνογραφίας. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα περιγράφονται με σχεδόν δημοσιογραφικό τρόπο, παραμένοντας πιστά στα γεγονότα και στη χωρίς περιστροφές αφήγηση του τι συνέβη. Το βιβλίο είναι υπόδειγμα της τέχνης απόκρυψης πληροφοριών. Αυτά που μας λέει για τον εραστή είναι στην τελική τόσο ελάχιστα αποκαλυπτικά όσο οι λεπτομέρειες για την γκαρνταρόμπα του –το χρώμα, το στιλ και το ράψιμο των πουκαμίσων και των παντε13
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
λονιών του–, τα οποία ανακαλύπτει εκείνη την πρώτη φορά που ψάχνει το υπνοδωμάτιό του. Δεν του δίνει ποτέ κάποιο όνομα, αλλά τον αναφέρει με την αντωνυμία «αυτός» λες και υπήρχε μόνος ένας «αυτός» – με λίγα λόγια λες κι ήταν ο μοναδικός άντρας στον κόσμο. Μαθαίνουμε ότι το σχεδόν εγκαταλελειμμένο διαμέρισμά της είναι μια αποθήκη αναμνήσεων και ενθυμίων γεμάτο πολύχρωμα συντρίμμια μιας σύνθετης ζωής, αλλά ο απόλυτα εστιασμένος στο σεξ και στον σαδομαζοχισμό χρόνος που περνάει το ζευγάρι μαζί γίνεται κενός και άδειος σαν τη διακόσμηση στο δικό του διαμέρισμα. Οι φιλίες του δείχνουν μυστηριώδεις ακόμα και θλιβερές, κι η φίλη με την οποία η αφηγήτρια επισκέπτεται την υπαίθρια αγορά εξαφανίζεται από τις σελίδες άμα τη εμφανίσει του εραστή. Ξέρουμε τι μαγειρεύει ο εραστής της, τι διαβάζει, πού ψωνίζει, αλλά υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες για τις δουλειές και των δύο, για το παρελθόν τους, για τον καιρό –πέραν του γεγονότος ότι είναι καλοκαίρι– ή για τη ζωή στην πόλη που πιθανώς κυλάει γύρω τους. Δεν υπάρχει καμία μορφή επίκρισης, αυτογνωσίας, αναζήτησης αιτιών ή επεξηγήσεων, κανένας συλλογισμός (η ηρωίδα ποτέ δεν βλέπει μια αποστασιο ποιημένη συνολική εικόνα της κατάστασής της), ούτε εύκολες ψυχολογικές αναλύσεις και υποθέσεις για το πώς οι παιδικές εμπειρίες μπορεί να τους δημιούργησαν την προδιάθεση να επιθυμούν τέτοιου είδους σχέσεις. Η ΜακΝίλ δεν βρίσκει κανένα νόημα στο 14
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
να αναγνωρίσει τις επιφυλάξεις και τις λογικές αμφιβολίες του μέσου αναγνώστη που θα έχει αποφασίσει ήδη από πολύ νωρίς ότι αυτός ο τύπος ήταν μπελάς. Ως αποτέλεσμα του τι περιλαμβάνει και τι παραλείπει, και της αδυσώπητης έντασής του, το βιβλίο επαναδημιουργεί την αποπνικτική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που τυλίγει αυτή τη σχέση, την έλλειψη κάθε αντικειμενικής πραγματικότητας έξω από την ίδια την ερωτική σχέση. Διαβάζοντάς το, το αισθάνεται κανείς λες και έχει φύγει όλο το οξυγόνο από το δωμάτιο. Η δομή είναι απλή, έντονη και απορροφάει τον αναγνώστη: τα πράγματα γίνονται όλο και χειρότερα. Δηλαδή βλέπουμε την αφηγήτρια να κατρακυλά στα τάρταρα του έντονου εξευτελισμού και της ταπείνωσης, χάνοντας όλο και περισσότερο την ατομικότητά της, επιτρέποντας στην ηθική της να καταβαραθρώνεται από την ίδια της την επιθυμία και τα εξευτελιστικά και ταπεινωτικά καπρίτσια του εραστή της. Υπάρχει ένα περιστατικό το οποίο περιλαμβάνει έναν μασέρ καθώς και ένα συμβάν με μια πόρνη η οποία έχει προσληφθεί για να μεταμορφώσει την αφηγήτρια σε φτηνιάρικη πουτάνα. Φορώντας μια περούκα και μια μίνι φούστα από βινίλ, η «άνετη καριερίστα» αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι η ευχαρίστηση που δίνει στον εραστή της θα μπορούσε να προκληθεί από οποιαδήποτε γυναίκα που έχει την ελάχιστη σεξουαλική γνώση. Αλλά η ληστεία υπό την απειλή μαχαιριού, την οποία διατάζει ο εραστής, είναι μακράν το πιο οδυνηρό περιστατικό, 15
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
γιατί αυτή τη φορά η βία περιλαμβάνει έναν αθώο, τρομοκρατημένο άγνωστο άνθρωπο που δεν έχει ιδέα για τους κανόνες του παιχνιδιού. Σε μια σπάνια στοχαστική στιγμή, η συγγραφέας αναλογίζεται την πιθανότη-
τα πως αυτή η σχέση μπορεί να στροβιλίζεται όλο και περισσότερο εκτός ελέγχου, μέχρι εκείνη να νιώσει την ανάγκη να σκοτωθεί και ο εραστής της να νιώσει την εξίσου έντονη ανάγκη να τη σκοτώσει. Αλλά μόνο όταν δει το ίδιο της το αίμα, καθώς κάνουν έρωτα, ένα ίχνος αυτοπροστασίας υπερτερεί έναντι της δύναμης του καταναγκασμού, και την οδηγεί σε ένα ανεξέλεγκτο ξέσπασμα κλάματος. Θορυβημένος (αν και είμαστε αναγκασμένοι να φανταστούμε την ανησυχία του) ο εραστής της αφηγήτριας την πηγαίνει στο νοσοκομείο. Η ΜακΝίλ αφηγείται με χαρακτηριστική λιτότητα πως αυτό που ακολουθεί –και τελειώνει τη σχέση– είναι «μια περίοδος θεραπείας που κράτησε μερικούς μήνες». Το πιο εντυπωσιακό και απρόσμενο, κι αυτό που αποτελεί το πραγματικό επίτευγμα αυτού του βιβλίου, είναι ότι με το τελείωμά της, αυτή η αφήγηση του ακραίου και αρρωστημένου πάθους αρχίζει να μοιάζει σαν μια μεταφορά των καταστάσεων στις οποίες το οποιοδήποτε πάθος μπορεί να μας οδηγήσει. Μας φαίνεται περισσότερο ως μια μελέτη κλινικής περίπτωσης από αυτό που σκόπευε να είναι, «τα απομνημονεύματα μιας ερωτικής σχέσης». Η σαγηνευτική ανακάλυψη, η αμοιβαία απορρόφηση, το σταδιακό σβήσιμο του εξωτερικού κόσμου, η τελική και ακούσια επιστροφή στην 16
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
κανονικότητα είναι μια καμπύλη την οποία ακολουθούν όλοι όσοι δοκιμάζονται σε κάθε έντονη ερωτική ιστορία όσο «υγιής» και «φυσιολογική» κι αν είναι. Χωρίς να είναι λιγότερο συγκινητικό τώρα από ό,τι ήταν όταν εκδόθηκε, το 9 ½ εβδομάδες είναι ταυτόχρονα μια αμετανόητη και προειδοποιητική ιστορία για την ευκολία με την οποία μπορεί η μέθη του έρωτα και του σεξ να αλλάξει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και να μας αναγκάσει να δούμε με έναν εντελώς καινούριο τρόπο το άτομο που τόσο αθώα και ανόητα φανταζόμασταν ότι ήμασταν. Φρανσίν Πρόουζ
17
Την πρώτη φορά που ξαπλώσαμε στο κρεβάτι κράτησε τα χέρια μου σφιχτά πάνω από το κεφάλι μου. Μου άρεσε αυτό. Μου άρεσε αυτός. Ήταν σκυθρωπός με έναν τρόπο που μου φάνηκε ρομαντικός· ήταν αστείος, έξυπνος, είχε ενδιαφέρον να συζητάς μαζί του· και μου πρόσφερε ευχαρίστηση. Τη δεύτερη φορά πήρε το φουλάρι μου από το πάτωμα που το είχα πετάξει καθώς γδυνόμουν, χαμογέλασε και είπε: «Θα με αφήσεις να σου δέσω τα μάτια;». Κανείς δεν μου το είχε κάνει μέχρι τότε και μου άρεσε. Μου άρεσε ακόμα περισσότερο από ό,τι το πρώτο βράδυ και αργότερα δεν μπορούσα να σταματήσω να χαμογελάω ενόσω έπλενα τα δόντια μου. Είχα βρει έναν απίστευτα επιδέξιο εραστή. Την τρίτη φορά με έφερνε επανειλημμένα στα πρόθυρα του οργασμού. Όταν για μια ακόμα φορά ήμουν έτοιμη να τελειώσω και σταμάτησε, άκουσα τη φωνή μου σαν να ήταν έξω από το σώμα μου να τον ικετεύει να συνεχίσει. Και το έκανε. Είχα αρχίσει να τον ερωτεύομαι. Την τέταρτη φορά, όταν ήμουν τόσο ερεθισμένη ώστε να είμαι στον κόσμο μου, χρησιμοποίησε το ίδιο φουλάρι για να δέσει τους καρπούς μου. Το ίδιο πρωινό είχε στείλει δεκατρία τριαντάφυλλα στο γραφείο μου. 19
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
• Είναι Κυριακή προς τα τέλη Μαΐου. Περνάω το απόγευμα με μια φίλη μου που έχει φύγει από την εταιρεία στην οποία δουλεύω εδώ και έναν χρόνο. Προς μεγάλη έκπληξη και των δύο βλεπόμαστε πολύ περισσότερο αυτούς τους μήνες παρά όταν δουλεύαμε στο ίδιο γραφείο. Ζει στο κέντρο της πόλης και γίνεται ένα παζάρι στη γειτονιά της. Περπατάμε, σταματάμε, συζητάμε και τρώμε κι εκείνη αγοράζει ένα παλιό και πολύ όμορφο ασημένιο κουτάκι για χάπια σε έναν από τους πάγκους όπου πουλάνε παλιά ρούχα, παλιά βιβλία, μικροαντικείμενα που αποκαλούν «αντίκες» και τεράστιους πίνακες με λυπημένες γυναίκες, όπου το ακρυλικό χρώμα έχει κάνει κρούστα στις γωνίες των ροζ χειλιών τους. Προσπαθώ να αποφασίσω αν θα γυρίσω πίσω ένα τετράγωνο σε έναν πάγκο όπου είχα βρει μια δαντελένια εσάρπα για την οποία η φίλη μου είχε σχολιάσει πως ήταν μέσα στη βρόμα. «Ήταν μέσα στη βρόμα» φώναξα δυνατά καθώς προπορευόταν, ελπίζοντας να ακουστώ μέσα στην οχλαγωγία. «Αλλά για φαντάσου την πλυμένη και φρεσκαρισμένη…» Κοιτάζει πάνω από τον ώμο της, κλείνει το αυτί της με το δεξί της χέρι, δείχνοντάς μου τη γυναίκα με ένα τεράστιο αντρικό κουστούμι που κοπανάει κάτι τύμπανα με περίσσιο ζήλο· κάνει μια γκριμάτσα απόγνωσης και γυρίζει από την άλλη. «Πλυμένη και φρεσκαρισμένη» συνεχίζω να φωνάζω «δεν μπορείς να τη φανταστείς πλυμένη; 20
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
Νομίζω ότι πρέπει να γυρίσω να την αγοράσω, έχει δυνατότητες…». «Τότε να το κάνεις» λέει μια φωνή δίπλα στο αριστερό μου αυτί. «Και σύντομα μάλιστα. Κάποιος άλλος θα την έχει αγοράσει και πλύνει προτού καν σε ακούσει ετούτη εδώ μέσα σε τόσο θόρυβο». Γυρίζω απότομα, ρίχνω ένα ενοχλημένο βλέμμα στον άντρα που βρίσκεται ακριβώς από πίσω μου και στη συνέχεια γυρίζω ξανά μπροστά σε μια προσπάθεια να φτάσω τη φίλη μου. Αλλά έχω στην κυριολεξία κολλήσει. Το πλήθος που μέχρι τότε κινούνταν αργά τώρα δεν κινείται καθόλου. Ακριβώς μπροστά μου είναι τρία παιδάκια περίπου έξι χρονών με παγωτά που στάζουν, η γυναίκα στα δεξιά μου κουνάει πέρα δώθε ένα φαλάφελ με επικίνδυνο ζήλο, ένας κιθαρίστας συνοδεύει μουσικά πλέον την ντράμερ και το πλήθος στέκεται εκεί ενθουσιασμένο με φαγητό, καθαρό αέρα και καλή διάθεση. «Αυτό είναι ένα παζάρι, το πρώτο της σεζόν» λέει η φωνή στο αριστερό μου αυτί. «Οι άνθρωποι μιλάνε σε αγνώστους, αλλιώς ποιο θα ήταν το νόημα; Εγώ συνεχίζω να πιστεύω ότι πρέπει να επιστρέψεις να το πάρεις, ό,τι κι αν είναι αυτό». Ο ήλιος λάμπει, αλλά δεν είναι καυτός, είναι ευχάριστος· ο ουρανός φωτεινός, ο αέρας φρέσκος σαν να βρισκόμαστε σε μια μικρή πόλη της Μινεσότα· το μεσαίο παιδάκι μπροστά μου έχει γλείψει με τη σειρά όλα τα παγωτά των φίλων του. Είναι πραγματικά ένα από τα ωραιότερα κυριακάτικα απογεύματα. 21
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
«Μια ψωρο-εσάρπα» του λέω «τίποτα το σπουδαίο. Από την άλλη είναι χειροποίητη και κοστίζει μόνο τέσσερα δολάρια, όσο ένα σινεμά, νομίζω ότι τελικά θα την πάρω». Αλλά τώρα δεν μπορώ να πάω πουθενά. Στεκόμαστε αντικριστά και χαμογελάμε. Δεν φοράει γυαλιά ηλίου και με κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια· τα μαλλιά του πέφτουν στο μέτωπό του. Το πρόσωπό του είναι γοητευτικό όταν μιλάει κι ακόμα περισσότερο όταν χαμογελάει· πιθανότατα να βγαίνει χάλια στις φωτογραφίες, έτσι νομίζω, όταν δηλαδή αποφασίζει να σοβαρευτεί μπροστά στην κάμερα. Φοράει ένα ξεφτισμένο παλ ροζ πουκάμισο με γυρισμένα μανίκια, το χακί παντελόνι του είναι φαρδύ, στιλ μπάγκι –καθόλου γκέι πάντως, έτσι νομίζω δηλαδή· ο τρόπος που πέφτει ένα παντελόνι είναι ένας από τους εναπομείναντες, αν κι όχι πάντα αξιόπιστος, τρόπους να το καταλάβει κανείς–, αθλητικά παπούτσια χωρίς κάλτσες. «Θα έρθω μαζί σου» μου λέει. «Δεν θα χάσεις τη φίλη σου, όλος αυτός ο χαμός είναι μόνο μερικά τετράγωνα, θα βρεθείτε αργά ή γρήγορα εκτός βέβαια αν αποφασίσει να φύγει εντελώς από την περιοχή». «Δεν θα το κάνει» απαντάω. «Μένει εδώ πέρα». Έχει ήδη αρχίσει να ανοίγει δρόμο με τους ώμους του προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθαμε και μου λέει: «Κι εγώ. Με λένε…».
• 22
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
Τώρα είναι Πέμπτη. Φάγαμε έξω την Κυριακή και τη Δευτέρα, στο διαμέρισμά μου την Τρίτη, κρύα πιάτα στο πάρτι ενός συναδέλφου μου την Τετάρτη. Σήμερα μαγειρεύει βραδινό στο διαμέρισμά του. Είμαστε στην κουζίνα και συζητάμε όση ώρα φτιάχνει τη σαλάτα. Αρνήθηκε να τον βοηθήσω, έχει βάλει ένα ποτήρι κρασί στον καθένα μας και μόλις με έχει ρωτήσει αν έχω αδέλφια όταν χτυπάει το τηλέφωνο. «Λοιπόν, όχι» λέει. «Όχι, πραγματικά απόψε δεν είναι καλή βραδιά, σου λέω, αυτή η μαλακία μπορεί να περιμένει μέχρι αύριο…» Ακολουθεί μια μεγάλη σιωπή, ενώ μου κάνει γκριμάτσες και κουνάει το κεφάλι του. Τελικά ξεσπάει: «Αν είναι δυνατόν! Καλά λοιπόν, έλα αποδώ. Αλλά δύο ώρες, μα τον Θεό, αν δεν έχεις τελειώσει σε δύο ώρες, να πάει στο διάολο, έχω πλάνα για απόψε…». Όταν έρχεται κοντά μου, δυσαρεστημένος και αμήχανος, μου λέει: «Αυτό το ζώο! Πόσο θα ήθελα να χαθεί από τη ζωή μου. Είναι καλός τυπάκος για να πιεις καμιά μπίρα, αλλά δεν έχουμε καμία σχέση πέρα από το γεγονός ότι παίζουμε τένις στο ίδιο μέρος και ότι δουλεύουμε στην ίδια εταιρεία όπου αυτός όλο μένει πίσω στις δουλειές του και μετά χρειάζεται εντατικό φροντιστήριο για να κάνει τα μαθήματά του, λες κι είμαστε στο γυμνάσιο. Δεν είναι και πολύ έξυπνος και δεν έχει καθόλου κότσια. Θα έρθει κατά τις οκτώ, η ίδια ιστορία πάντα, για κάτι που έπρεπε να είχε κάνει πριν από δύο εβδομάδες και τώρα έχει πανικοβληθεί. Χίλια συγγνώμη. Αλλά θα 23
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
πάμε στο δωμάτιο κι εσύ μπορείς να δεις τηλεόραση εδώ πέρα». «Θα προτιμούσα να πάω σπίτι» του λέω. «Όχι, δεν θα το προτιμούσες» μου λέει. «Μην πας σπίτι, αυτό ακριβώς φοβόμουν. Κοίτα, θα φάμε, θα βρεις να κάνεις κάτι για δυο ώρες, τηλεφώνησε στη μητέρα σου, κάνε ό,τι σου κάνει κέφι και, όταν φύγει θα περάσουμε όμορφα, θα είναι μόνο δέκα το βράδυ, εντάξει;» «Συνήθως δεν τηλεφωνώ στη μητέρα μου όταν θέ λω να σκοτώσω την ώρα μου. Γενικά έτσι κι αλλιώς δεν μου αρέσει καθόλου να σκοτώνω ένα δίωρο από τη ζωή μου, μακάρι να είχα φέρει λίγη δουλειά μαζί μου…» «Διάλεξε, εδώ έχει μπόλικη, πάρε όση θέλεις» λέει δίνοντάς μου τον χαρτοφύλακά του και με κάνει να γελάσω. «Εντάξει» λέω. «Θα βρω κάτι να διαβάσω. Αλλά θα πάω εγώ στο υπνοδωμάτιο και δεν θέλω ο φίλος σου να ξέρει καν πως είμαι εδώ. Αν συνεχίσει να είναι εδώ μετά τις δέκα, θα βγω κουκουλωμένη με ένα σεντόνι, πάνω σε μια σκούπα και θα κάνω άσεμνες χειρονομίες». «Τέλεια». Χαμογελάει. «Θα φέρω μέσα την τηλεόραση σε περίπτωση που βαρεθείς. Και μετά το φαγητό θα πάω στο κιόσκι στο επόμενο τετράγωνο να σου φέρω περιοδικά, για να ψάξεις άσεμνες χειρονομίες που ίσως να μην έχεις σκεφτεί από μόνη σου». «Ευχαριστώ» του λέω και χαμογελάει. Μετά την μπριζόλα και τη σαλάτα, πίνουμε καφέ στο σαλόνι, καθισμένοι δίπλα δίπλα σε έναν μεγάλο 24
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
καναπέ, καλυμμένο με μπλε βαμβακερό ύφασμα, ξεθωριασμένο, σχεδόν γκρι στα μπράτσα και ξεφτισμένο στα ρέλια. «Τι κάνεις στον καφέ;» ρωτάω. «Κάνω;» επαναλαμβάνει απορημένος. «Τίποτα, γίνεται στην καφετιέρα, δεν είναι καλός;» «Άκου» του λέω «θα ακυρώσω τα περιοδικά, αν μου κατεβάσεις αυτόν τον Ζιντ,* με το άσπρο εξώφυλλο στο αριστερό πάνω ράφι στην τραπεζαρία, που τράβηξε το μάτι μου όσο τρώγαμε. Αυτός ο άντρας πάντα ήταν πολύ άσεμνος για μένα». Αλλά όταν μου κατεβάζει το βιβλίο αποδεικνύεται πως είναι στα γαλλικά. Και ο Κάφκα, που ακολούθησε, όταν έβαλε στη θέση του τον Ζιντ, ήταν στα γερμανικά. «Δεν πειράζει» συνεχίζω. «Μήπως έχεις Το Καρδιο χτύπι της Μπελίντα; Ή ακόμα καλύτερα το Μια βρο χερή νύχτα πάθους;» «Λυπάμαι» μου απαντάει. «Δεν νομίζω να έχω κανένα από αυτά…» Ο προσεκτικός, αμήχανος τόνος της φωνής του με ενοχλεί ακόμα περισσότερο. «Τότε Πόλεμος και Ειρήνη» λέω κακεντρεχώς. «Σε αυτή την υπέροχη ιαπωνική μετάφραση». Ακουμπάει κάτω τα βιβλία που κρατάει και περνάει τα χέρια του γύρω μου. «Γλυκιά μου…»
* Ο Αντρέ Ζιντ, 1869-1951, ήταν γάλλος συγγραφέας που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1947. (Σ.τ.Μ.) 25
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
«Και» προσθέτω με μια φωνή τόσο δυσάρεστη όσο και το συναίσθημα που νιώθω «είναι λίγο νωρίς για να με αποκαλείς “γλυκιά μου”, δεν βρίσκεις; Γνωριζόμαστε μόλις ενενήντα έξι ώρες». Με τραβάει προς το μέρος του και με αγκαλιάζει σφιχτά. «Κοίτα δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λυπάμαι, ήταν λάθος όλο αυτό, κακός υπολογισμός… θα το ακυρώσω». Με το που πηγαίνει προς το τηλέφωνο νιώθω εντελώς γελοία. Ξεροβήχω, ξεροκαταπίνω και λέω: «Ξέχασέ το. Θα μου πάρει δύο ώρες να διαβάσω την εφημερίδα, κι αν μου δώσεις χαρτί αλληλογραφίας θα γράψω ένα γράμμα που χρωστάω εδώ και μήνες, κι έτσι θα ξαλαφρώσω τη συνείδησή μου. Θα χρειαστώ κι ένα στιλό». Χαμογελάει ανακουφισμένος, πηγαίνει σε ένα μεγάλο γραφείο από ξύλο βελανιδιάς στην άλλη άκρη του καθιστικού, επιστρέφει με ένα σωρό κομψά, χαρτιά αλληλογραφίας σε κρεμ χρώμα, μου δίνει το στιλό από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και μεταφέρει και την τηλεόραση στο υπνοδωμάτιο. «Ελπίζω πραγματικά να μη σε πειράζει τόσο πολύ» λέει. «Δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ ξανά». Ούτε που μπορούσα να φανταστώ πόσο πιστά θα τηρούσε αυτή την υπόσχεση. Όταν πια χτυπάει το κουδούνι του, έχω ήδη βολευτεί στο κρεβάτι του, καθισμένη με την πλάτη στο μαξιλάρι που είναι ακουμπισμένο στον τοίχο, με τα γόνατα διπλωμένα και κρατώντας σφιχτά το στιλό στο χέρι 26
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
μου. Ακούω δύο άντρες να χαιρετιούνται, αλλά με το που αρχίζουν να συζητούν, μετά βίας ξεχωρίζω τις λέξεις. Γράφω το γράμμα: «…Γνώρισα αυτόν τον άντρα πριν από μερικές μέρες, όμορφο ξεκίνημα, πολύ διαφορετικό από αυτό με τον Τζέρι, ο οποίος είναι πανευτυχής με τη Χάριετ τώρα πια, τη θυμάσαι…». Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στους Τάιμς, διαβάζω το ωροσκόπιό μου στην Ποστ: «Οι θεωρίες εύκολα αναπτύσσονται και μετά παραβλέπονται γιατί όλοι ξέρουν τι είναι. Αφήστε ελεύθερες τις πρωινές ώρες για επείγουσες αγορές». Για μια φορά στη ζωή μου θα ήθελα να καταλάβω το ωροσκόπιό μου. Τεντώνω τα πόδια μου, ξαπλώνω στο μαξιλάρι. Όλες τις ώρες που έχω περάσει μαζί του, έχω δώσει ελάχιστη προσοχή στο περιβάλλον γύρω μου. Τώρα βρίσκω ότι δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα για να κοιτάξω. Είναι ένα μεγάλο, ψηλοτάβανο δωμάτιο, το πάτωμα είναι καλυμμένο με την ίδια γκρι μοκέτα όπως ο διάδρομος και το σαλόνι. Οι τοίχοι είναι άσπροι κι εντελώς άδειοι. Το κρεβάτι, με το λεπτό κεφαλάρι του, είναι υπέρδιπλο και πάλι φαίνεται μικρό. Τα σεντόνια είναι κάτασπρα και φρεσκοστρωμένα, όπως ήταν και τη Δευτέρα, μα πόσο συχνά αλλάζει σεντόνια αυτός ο άντρας; Η κουβέρτα είναι παλ γκρι, και δεν υπάρχει κάποιο κουβερλί. Τα δύο μεγάλα παράθυρα στον τοίχο αριστερά του κρεβατιού έχουν στόρια από μπαμπού σε άσπρο χρώμα. Από τη μια πλευρά του κρεβατιού βρίσκεται μια καρέκλα που τώρα έχει πάνω της την τηλεόραση· στην άλλη πλευρά 27
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
βρίσκεται ένα κομοδίνο από το ίδιο ξύλο με τον σκελετό του κρεβατιού. Η λάμπα πάνω στο κομοδίνο έχει άσπρο καπέλο και στρογγυλή βάση σε άσπρο μπλε – σαν φτιαγμένη από κινέζικο βάζο– κι έναν γλόμπο 75 βατ. Χαίρομαι για την κομψή βάση της λάμπας αλλά σκέφτομαι: μπορεί να το κάνει οπουδήποτε αλλού, αλλά είναι ξεκάθαρο πως αυτός ο άντρας δεν διαβάζει τα, στην πρωτότυπη γλώσσα τους, βιβλία του στο κρεβάτι. Γιατί να θέλει άραγε κανείς να χάνει μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις; Το μόνο που χρειάζεται είναι έναν καλύτερο γλόμπο, μερικά ακόμα μαξιλάρια και μια λάμπα διαβάσματος… Αναρωτιέμαι πώς να του φάνηκε το δικό μου υπνοδωμάτιο. Πολύ μικρότερο από αυτό εδώ, βαμμένο από μένα και δύο φίλες μου σε ένα απαλό χρώμα του ροδάκινου, μια απόχρωση που πάλεψα σχεδόν τρεις μήνες να πετύχω. Αλλά άξιζε τον κόπο. Αναρωτιέμαι τι να σκέφτηκε για το εμπριμέ πάπλωμα, που ήταν σετ με τις κουρτίνες, τα σεντόνια και τις μαξιλαροθήκες, για τις τρεις κουρελούδες, τα μπιχλιμπίδια από κάθε ταξίδι πάνω στο μπαούλο, την τουαλέτα μου, τα ράφια με τα βιβλία μου, τις στοίβες από άχρηστη αλληλογραφία, τα περιοδικά και βιβλία πεταμένα στο πάτωμα και από τις δυο πλευρές του κρεβατιού, τις τρεις άδειες κούπες καφέ, τα ξεχειλισμένα τασάκια, τις συσκευασίες από κινέζικο φαγητό –άδειες αλλά με ένα πιρούνι ακόμα μέσα–, τα άπλυτα χωμένα μέσα σε μια μαξιλαροθήκη και ακουμπισμένα σε μια γωνιά, τις φωτογραφίες του 28
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
Αλ Πατσίνο και του Τζακ Νίκολσον πιασμένες στην κορνίζα του καθρέφτη πάνω από την τουαλέτα μου, μαζί με μια φωτογραφία των γονιών μου που χαμογελάνε πλατιά και μια δική μου με το τετράχρονο ξαδελφάκι μου στο Κόνι Άιλαντ, και μια καρτ ποστάλ από τα νορβηγικά φιορδ που μου είχε στείλει κάποιος φίλος και μια άλλη που δείχνει ένα εκκλησάκι στη Σικελία το οποίο ερωτεύτηκα πριν από δυο χρόνια. Και τα κορνιζαρισμένα εξώφυλλα του Νιου Γιόρκερ στον τοίχο και τους χάρτες από όλες τις χώρες που έχω επισκεφθεί στους οποίους έχω κυκλώσει με κόκκινο στιλό τις πόλεις που ξεχώρισα· και το αγαπημένο μου: έναν λεκιασμένο κατάλογο εστιατορίου μέσα σε μια ασημένια κορνίζα, τον κατάλογο του Λουτσόου, του πρώτου εστιατορίου που επισκέφθηκα στη Νέα Υόρκη πριν από έντεκα χρόνια. Τώρα αυτό εδώ το δωμάτιο, σκέφτομαι, παραείναι απλό για να το πει κανείς απλό. Θα το έλεγε κανείς αυστηρό αν θέλει να είναι επιεικής, κομψό αν θέλει να είναι δηκτικός ή βαρετό αν θέλει να είναι ειλικρινής. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό που θα έλεγε κάποιος ζεστό δωμάτιο. Κανείς δεν του έχει πει ποτέ πως οι άνθρωποι βάζουν πράγματα στους τοίχους τους; Με τη δουλειά που κάνει θα μπορούσε να αγοράσει κάποια ωραία αντίγραφα. Οι φωνές τώρα έχουν δυναμώσει. Είναι σχεδόν εννιά η ώρα. Σηκώνομαι από το κρεβάτι, προσπερνάω μια συρταριέρα με μπρούτζινα χερούλια και κάποια 29
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
σκαλίσματα στο ξύλο. Δίπλα της βρίσκεται ένα λιτό χαμηλό τραπεζάκι πάνω στο οποίο υπάρχει μια δεύτερη λάμπα σαν αυτή του κομοδίνου και μια στοίβα έντυπα. Και μετά η ντουλάπα. Είναι μεγάλη με δύο φύλλα που συναντιούνται στη μέση. Το δεξί τρίζει δυνατά όταν ανοίγω και τα δύο. Στέκομαι εκεί ακίνητη, κρατώντας την αναπνοή μου. Αλλά η φωνή του άγνωστου άντρα που δεν έχω δει ακούγεται πλέον σαν κλάμα, ενώ η δική του ακούγεται χαμηλή και συγκρατημένη. Νιώθω σαν ρουφιάνος κι έτσι πρέπει, λέω στον εαυτό μου, γιατί αυτό ακριβώς είσαι. Η ντουλάπα φτάνει μέχρι το ταβάνι. Υπάρχουν δυο βαθιά ράφια πάνω από τις κρεμάστρες με τα ρούχα. Από ό,τι μπορώ να δω –μόνο η μπροστινή άκρη του πάνω ραφιού είναι στο οπτικό μου πεδίο– έχει μια καφέ δερμάτινη βαλίτσα παραφουσκωμένη, μια θήκη κάμερας, μπότες του σκι και τρία πλαστικά ντοσιέ που γράφουν στη ράχη τους «Φορολογικά». Το από κάτω ράφι έχει πέντε βαριά πουλόβερ με λαιμόκοψη: δύο σκούρα μπλε, ένα μαύρο, ένα εκρού κι ένα καφέ· τέσσερις στοίβες με πουκάμισα όλα τους γαλάζια, παλ ροζ ή άσπρα. «Παίρνω τηλέφωνο στους Μπρουκς Μπράδερς μία φορά τον χρόνο» θα μου πει λίγες μέρες αργότερα. «Μου στέλνουν τα πουκάμισα και δεν χρειάζεται να πάω εκεί. Σιχαίνομαι να πηγαίνω στα μαγαζιά». Όταν κάποιο πουκάμισο αρχίσει να φθείρεται στον γιακά ή στα μανίκια, το κρατάει σε ξεχωριστή στοίβα και το φοράει στο σπίτι, όπως θα μάθω αργότερα· ο άντρας στο κινέζικο καθαριστήριο 30
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
επιστρέφει τα καθαρά και σιδερωμένα αλλά φθαρμένα πουκάμισα σε έναν μπόγο ξεχωριστά από τα υπόλοιπα. Αν κάποιο πουκάμισο λεκιαστεί με κάτι που δεν βγαίνει, το πετάει. Δίπλα στα πουκάμισα βρίσκονται δυο ρακέτες του τένις με τις λαβές τους να εξέχουν από την άκρη του ραφιού. Έξι άσπρα μπλουζάκια με γιακά και πέντε σορτσάκια του τένις. Παίζει τις Τρίτες από τις 12:30 μέχρι τις 2:30, τις Πέμπτες από τις 12:15 μέχρι τις 2 και τα Σάββατα από τις 3 μέχρι τις 5 όλο τον χρόνο, όπως θα καταλάβω αργότερα. Κουβαλάει τις ρακέτες μέσα στις θήκες τους και τον υπόλοιπο εξοπλισμό του σε καφέ χάρτινη σακούλα. Προς τη μεριά του δεξιού τοίχου, πάνω στο δεύτερο ράφι, υπάρχει μια στοίβα από δέκα άσπρες μαξιλαροθήκες δίπλα σε μια μεγαλύτερη με δέκα άσπρα σεντόνια. Χωρίς να υπολογίσουμε αυτό που φοράει αυτή τη στιγμή στο διπλανό δωμάτιο και πιθανώς κάποια ακόμα που είναι στο καθαριστήριο, έχει εννιά κουστούμια. Τρία – ένα σκούρο γκρι, ένα σκούρο μπλε με ρίγες, ένα γκρι τουίντ, όλα με γιλέκο, ίδιο κόψιμο και ολοκαίνουρια. Τρία άλλα – ένα άσπρο λινό, ένα από γκρι φανέλα και ένα άσπρο μπλε κρεπ. Τα δύο πρώτα με γιλέκο και ίδιο κόψιμο. Ένα άλλο μάλλινο σε σκούρο γκρι με ρίγες και ένα γκρι από καμπαρντίνα δύο ετών περίπου καθώς κι ένα σμόκιν. Αυτό είναι τεσσάρων ετών θα μου πει αργότερα. Εγώ δεν θα τον δω ποτέ να το φοράει. Κάποια στιγμή θα μου αναφέρει ότι τα κουστούμια του 31
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
φτιάχνονται από τον ίδιο ράφτη στη Μικρή Ιταλία εδώ κι έντεκα χρόνια και πως δεν έχει κάνει πρόβα ούτε τα περσινά ούτε τα φετινά του κουστούμια, ενθουσια σμένος που κατάφερε να πείσει τον, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες, ράφτη του ότι δεν χρειαζόταν. «Το συνειδητοποίησα ξαφνικά, γιατί να πρέπει να πηγαίνω κάθε χρόνο ξανά και ξανά; Είναι τόσο βαρετό, κι είμαι στα ίδια κιλά από το γυμνάσιο κι επιπλέον είναι καιρός που δεν ψηλώνω πια» θα μου πει αργότερα. Όταν κάποιο κουστούμι έχει σημάδια φθοράς το δίνει στον Κινέζο που του πλένει τα ρούχα. «Μα είναι ένα κεφάλι πιο κοντός από σένα. Τι μπορεί να κάνει με ένα δικό σου κουστούμι;» θα του πω όταν θα ξεφορτωθεί το γκρι από καμπαρντίνα με αυτόν τον τρόπο. «Ποιος ξέρει» απαντάει. «Δεν τον ρωτάω ποτέ. Αυτός πάντα τα παίρνει». Έχει δύο παντελόνια του σκι, ένα σκούρο μπλε κι ένα χακί, και το ένα έχει λεκέδες από μπογιά. «Προσπάθησα να βάψω το μπάνιο πριν από δυο χρόνια, μεγάλο λάθος. Δεν είμαι καλός σε αυτά. Το έκανα επειδή νόμιζα ότι έπρεπε να το κάνω. Δεν άξιζε τον κόπο και το μπάνιο ήταν το χειρότερα βαμμένο μπάνιο που θα μπορούσες ποτέ να δεις» θα μάθω αργότερα. Ένα μπεζ αδιάβροχο κρέμεται δίπλα σε ένα σκούρο μάλλινο πανωφόρι κι ένα χοντρό μπουφάν του σκι πιάνει όλο τον χώρο στο τέλος της ντουλάπας. Μια διπλωμένη μαύρη ομπρέλα είναι ακουμπισμένη στην αριστερή γωνία. Ένα ζευγάρι σκι και τα μπαστούνια 32
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
τους είναι ακουμπισμένα διαγωνίως στην πλάτη της ντουλάπας. Στην εσωτερική μεριά του αριστερού φύλλου της ντουλάπας σε μια μεταλλική βέργα κρέμονται μια ντουζίνα γραβάτες τόσο παρόμοιες που, αν μισοκλείσω τα μάτια μου, φαίνονται σαν ένα ενιαίο κομμάτι ύφασμα. Οι περισσότερες είναι σκούρες γκρι ή μπλε με μικρά καφέ γεωμετρικά σχέδια. Δύο είναι σκούρες μπλε με μικρές άσπρες βούλες, η πιο τολμηρή είναι γκρι με άσπρα και καφέ σχέδια. «Δεν μου αρέσει η ποικιλία στα ρούχα» θα μου πει. «Στα δικά μου ρούχα, εννοώ. Μου αρέσει να ξέρω πως θα δείχνω λίγο πολύ το ίδιο κάθε μέρα». Στο πάτωμα είναι τοποθετημένα στη σειρά τρία ζευγάρια αθλητικά παπούτσια, τέσσερα ολόιδια μαύρα δερμάτινα ζευγάρια με κορδόνια κι ένα ζευγάρι μοκασίνια σε καφέ-κόκκινο χρώμα. Κλείνω την ντουλάπα και πηγαίνω στις μύτες των ποδιών στο γραφείο που ακουμπάει στον τοίχο, ο οποίος χωρίζει το υπνοδωμάτιο από το καθιστικό. Έχει έξι συρτάρια: τρία ρηχά, δύο μέτρια κι ένα βαθύ κάτω κάτω. Ξεκινάω από πάνω. Μία στοίβα από άσπρα μαντίλια με τα αρχικά του, ένα ρολόι χειρός χωρίς λουράκι, ένα ρολόι τσέπης, ένα μαύρο μεταξωτό παπιγιόν διπλωμένο μια φορά και –μέσα στο αναποδογυρισμένο καπάκι από κάτι που θα πρέπει να ήταν βαζάκι με ζελέ– ένα ζευγάρι χρυσά μανικετόκουμπα, μια λεπτή χρυσή καρφίτσα γραβάτας, και μια από σκούρο μπλε σμάλτο με λεπτή χρυσή γραμμή κατά μήκος. Σκέφτομαι πως κάποιος του την έχει δώσει, είναι σίγουρα δώρο, ένα 33
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
καλό δώρο μάλιστα. Επόμενο συρτάρι: δύο ζευγάρια μαύρα δερμάτινα γάντια, ένα ζαρωμένο κι ένα όχι, ένα καφέ ζευγάρι όχι ζαρωμένο, ένα ζευγάρι φουσκωτά γάντια του σκι, ένα ζωνάρι για το σμόκιν. Τρίτο: μαγιό σε σκούρο μπλε χρώμα, ένα σπασουάρ, ένα ζευγάρι πιτζάμες σκούρο μπλε, ακόμα μέσα στη συσκευασία τους. Κι άλλο δώρο; Όχι, το καρτελάκι με την τιμή είναι ακόμα πάνω. Το επόμενο συρτάρι, το πρώτο από τα μεσαία, έχει καμιά ντουζίνα από λευκά εσώρουχα τύπου μπόξερ. Από κάτω βρίσκονται δεκατέσσερα ζευγάρια άσπρες μάλλινες κάλτσες και ένα κολλαριστό άσπρο πουκάμισο μέσα σε σελοφάν. Το μεγαλύτερο συρτάρι κολλάει και πρέπει να το τραβήξω αρκετές φορές. Όταν τελικά τα καταφέρνω, το κοιτάζω έκπληκτη: είναι ξεχειλισμένο από χιλιάδες ολόιδιες μακριές μαύρες κάλτσες. Σκέφτομαι ότι αυτός ο άντρας έχει περισσότερες κάλτσες από ό,τι όλοι οι άντρες που γνωρίζω μαζί. Τι φοβάται άραγε; Μήπως κλείσουν όλα τα εργοστάσια που φτιάχνουν κάλτσες εν μία νυκτί; «Σιχαίνομαι να πηγαίνω στα πλυντήρια» θα μου πει μερικές εβδομάδες αργότερα. «Είναι πολύ πιο απλά τα πράγματα όταν τα συνειδητοποιήσεις, αλλά μου πήρε κάμποσο καιρό. Όσο περισσότερα πράγματα έχεις τόσο λιγότερο χρειάζεται να πηγαίνεις στα πλυντήρια ή στα μαγαζιά». Εγώ θα τον παρατηρώ από το κρεβάτι, το σώμα μου σαν να επιπλέει, βγάζει από το συρτάρι δύο κάλτσες, βάζει το χέρι του μέσα στη μία –το δέρμα φαίνεται μέσα από το ύφασμα στη φτέρνα, παρόλο που δεν υπάρχει ακόμα 34
9 ½ ΕΒΔΟΜΆΔΕΣ
κάποια τρύπα– και την πετάει μέσα στο καλάθι τον αχρήστων. «Είναι καλύτερα να είναι όλες ίδιες» θα μου πει. «Έτσι δεν χρειάζεται να τις ταιριάξεις. Παιδευό μουν με αυτές τις μαλακίες στο πανεπιστήμιο, είναι μεγάλος μπελάς». Κλείνω το συρτάρι, πηδάω πάνω στο κρεβάτι, ξαπλώνω ανάσκελα, πηγαίνω πάνω κάτω, κάνω ποδήλατο στον αέρα. Είμαι εκτός εαυτού. Ερωτεύομαι έναν συλλέκτη καλτσών, έναν καλτσο-συλλέκτη… Δεν μπορώ να κρατηθώ να μη ρουθουνίσω στην προσπάθειά μου να μην ξεσπάσω σε γέλια, παρόλο που η φωνή του αργού φίλου του είναι πλέον τόσο διαπεραστική που θα μπορούσα να φωνάξω «φωτιά» χωρίς να με ακούσουν. Είναι δέκα παρά τέταρτο. Τελικά ηρεμώ και διπλώνω τα χέρια μου κάτω από το κεφάλι μου. Κοιτάζω το ταβάνι και ακολουθώ με το βλέμμα μου τις σκιές που σχηματίζονται από το φωτιστικό στο κομοδίνο. Αν η μητέρα σου σε έβλεπε τώρα να ψαχουλεύεις τα πράγματα των άλλων, είναι ό,τι χειρότερο. Δεν είναι ακριβώς ψαχούλεμα, λέω στον εαυτό μου μετανιωμένη τώρα αλλά μην μπορώντας να σταματήσω να χαμογελάω: Δεν ακούμπησα τίποτα. Θεός φυλάξοι αν όμως αυτός κρυφοκοίταζε στην ντουλάπα μου! Το προ-προηγούμενο βράδυ, υποθέτοντας πολύ σωστά ότι σύντομα θα μεταφερόμασταν στην κρεβατοκάμαρα, είχα κλείσει κρυφά την ντουλάπα μου ενόσω εκείνος έπινε τον καφέ του στο καθιστικό. Ο χαμός, το μπάχαλο: οι τρανές αποδείξεις της μόδας μιας ολόκληρης δεκαετίας 35
ΕΛΊΖΑΜΠΕΘ ΜΑΚΝΊΛ
στοιβαγμένες εκεί δίπλα σε αυτά που φοράω φέτος. Πριν από έναν μήνα, ψάχνοντας για ένα φόρεμα που όπως αποδείχθηκε τελικά είχε χαθεί στο καθαριστήριο, βρήκα μια μίνι φούστα του πάλαι ποτέ. Συγκλονισμένη την έβγαλα να την πετάξω και στη συνέχεια την κρέμασα ξανά πίσω στην ντουλάπα. Είχα περάσει ωραία με αυτή τη φούστα, πόσο είχα ενθουσιαστεί στην αρχή μαζί της! Και το φθαρμένο καρό αδιάβροχο από τα φοιτητικά μου χρόνια, και το παντελόνι που είχα αγοράσει στις εκπτώσεις στο Μπόνγουιτ γιατί ήταν από τόσο ωραίο μάλλινο ύφασμα – παρόλο που αποδείχθηκε τελικά πως όχι μόνο ήταν πολύ κοντό και το στρίφωμα ανύπαρκτο, αλλά δεν μπορούσα να το συνδυάσω και με κανένα άλλο ρούχο μου. Εντούτοις δεν μπορώ να το ξεφορτωθώ γιατί ήταν μεγάλη ευκαιρία και καλής ποιότητας. Οι στοίβες, η σαβούρα και όλα τα συμπράγκαλα στον πάτο της ντουλάπας μου – μυτερά παπούτσια εξώφτερνα που μπορεί να φορεθούν στην ανάγκη με μια μακριά φούστα, το ατσούμπαλο πλαστικό καπέλο για τη βροχή το οποίο φοράω μία φορά τον χρόνο όταν ρίχνει καρέκλες και θέλω να αγοράσω τσιγάρα, η Γκούτσι τσάντα που δεν έχω βγάλει εδώ και χρόνια από την ντουλάπα, αλλά πόσο ενθουσιασμένη ήμουν όταν την αγόρασα με τον μισθό δύο εβδομάδων, χαρούμενη που είχα πια φτάσει στο ζενίθ αυτού που θεωρούσα τότε κομψότητα της Νέας Υόρκης. Ζώνες που είχαν χάσει τις θηλιές τους, κάτι τεράστια κόκκινα μποτάκια που είχε αφήσει το αγόρι στη φωτογραφία 36