Skip to main content

Ο ΣΕΡΛΟΚ ΜΠΟΝΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΥ ΠΥΡΓΟΥ

Page 1

Ο ΣΕΡΛΟΚ MΠONΣ TOY

KAI H EPI ETEIA TOIXEI MENOY YP OY


Ο ΣΕΡΛΟΚ MΠONΣ KAI H ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΥ ΠΥΡΓΟΥ Τίτλος πρωτοτύπου: SHERLOCK BONES AND THE HORROR OF THE HAUNTED CASTLE Copyright © Buster Books 2023 Published in Great Britain in 2023 by Buster Books, an imprint of Michael O’Mara Books Limited. Copyright © 2026 για την ελληνική γλώσσα: Brainfood Εκδοτική Μετάφραση: Νίκος Στρατηγάκης Επιμέλεια: Αναστασία Πούλου Σχεδιαστική προσαρμογή: Λίλα Κούπριζα Eκτύπωση: Αναστάσιος Ποδαράς & ΣΙΑ Ε.Ε. Bιβλιοδεσία: Τσιαδής Παντελής & ΥΙΟΙ Brainfood Εκδοτική ΜΕΠΕ Εμπεδοκλέους 28 & Σουρή 20, 12131 Περιστέρι Τηλ.: 210 2514123, Email: contact@brainfoodmedia.gr www.brainfood.gr • www.brainfoodmedia.gr Ιούλιος 2026 ISBN: 978-618-5819-71-2 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.


Ο ΣΕΡΛΟΚ MΠONΣ TOY

KAI H EPI ETEIA TOIXEI MENOY YP OY

Κείμενο: Tim Collins Εικονογράφηση: John Bigwood


στον Χένρι Κόλινς – Τ. Κ. Στον Έιπριλ, χωρίς τον οποίο αυτό το βιβλίο δεν θα είχε ολοκληρωθεί. Ευχαριστώ – Τζ. Μπ.

Σχεδιασμός: Derrian Bradder Σχεδιασμός εξωφύλλου: John Bigwood


Καλώς ήρθατε Ο Σέρλοκ Μπονς και η δόκτωρ Τζέιν Κάτσον είναι διάσημοι διώκτες του εγκλήματος. Η Κάτσον καταγράφει κάθε τους υπόθεση με λεπτομέρειες κι έτσι μπορείς κι εσύ να μάθεις τις περιπέτειές τους.

Σέρλοκ Μπονς Ο Σέρλοκ Μπονς είναι ο μεγαλύτερος ντετέκτιβ του κόσμου. Κανένας γρίφος δεν τον τρομάζει και βρίσκει τη λύση κάθε υπόθεσης.

Δόκτωρ Τζέιν Κάτσον Η δόκτωρ Τζέιν Κάτσον είναι συνεργάτιδα του Σέρλοκ Μπονς στον αγώνα κατά του εγκλήματος. Όποτε βρεθεί αντιμέτωπη με κάποιον πονηρό εγκληματία, είναι πάντα έτοιμη να αναλάβει δράση.

Θέλεις να βοηθήσεις τον Μπονς και την Κάτσον να λύσουν την πιο σκοτεινή υπόθεση που έχουν αντιμετωπίσει ως τώρα; Στην ιστορία που ακολουθεί, θα βρεις σπαζοκεφαλιές όπου θα χρειαστεί να δράσεις ως ντετέκτιβ. Όμως, αν τύχει και κολλήσεις κάπου, θα βρεις όλες τις απαντήσεις στο πίσω μέρος του βιβλίου, από τη σελίδα 169 και μετά. Αν δεν θέλεις να το κάνεις αυτό, μπορείς απλώς να επανέλθεις στις «δύσκολες» σελίδες και να τις ξανακοιτάξεις κάποια άλλη στιγμή. Καλή επιτυχία! 5


6


Κεφάλαιο 1

Η

ομίχλη ήταν τόσο πυκνή, που δεν έβλεπα καν τα πόδια μου. Προχωρούσα με κόπο, απελπισμένη να φτάσω σπίτι. Στο βάθος, ένας λύκος ούρλιαξε. Δεν είχα ιδέα πόση ώρα περπατούσα. Είχαν περάσει δέκα λεπτά; Μισή ώρα; Είχα χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου με τέτοιο καιρό. Κάτι φάνηκε μπροστά μου. Μια ψηλή φιγούρα, τυλιγμένη με λευκό σεντόνι. Η ουρά μου ανατρίχιασε. Ήταν ζωντανό πλάσμα αυτό; Ή μήπως έβλεπα φάντασμα; – Ποιος είσαι; ρώτησα με φωνή που έτρεμε. Τι θέλεις; – Εγώ είμαι, είπε η φιγούρα. Τράβηξε το ύφασμα από το πρόσωπό της κι είδα πως ήταν ο κύριος Τόμσον το κουνάβι που έμενε στον δρόμο μας. – Πήγα να απλώσω αυτό το σεντόνι όταν σας άκουσα να πλησιάζετε, δόκτορα Κάτσον, είπε. Μπερδεύτηκα λίγο δυστυχώς. Ο λύκος ούρλιαξε ξανά. – Μακάρι η κυρία Φρέιζερ απ’ το σπίτι με αριθμό 227Α να χαμήλωνε λίγο τη φωνή της, είπε ο κύριος Τόμσον. Ουρλιάζει έτσι από τότε που μπήκε στη χορωδία. 7


Ο κύριος Τόμσον κρέμασε το σεντόνι στην απλώστρα και άρχισε να ψαχουλεύει την τσέπη του. Έβγαλε ένα γράμμα με παραλήπτη: «Κύριον Σέρλοκ Μπονς, Καλύτερο Ντετέκτιβ του Κόσμου, Μπάρκερ Στρητ 221Β, Λονδίνο», με τη λέξη «ΕΠΕΙΓΟΝ» κακογραμμένη. – Μου ζήτησαν να σας το δώσω, είπε. Δύο σκυλιά το άφησαν εδώ νωρίτερα, επειδή ο φίλος σας ο Σέρλοκ έλειπε. Μάλλον πρόκειται για άλλη μια από εκείνες τις υποθέσεις που του αρέσει να εξιχνιάζει. Μπήκα στο σπίτι και βρήκα τον Μπονς στο γραφείο, καθισμένο στην ίδια πολυθρόνα, να κοιτάζει τον ίδιο σωρό από δοκιμαστικούς σωλήνες και φιάλες, όπως τον είχα αφήσει πριν από οχτώ ώρες. – Πήγες κάπου; ρώτησα. Κάποιος ήρθε να σε βρει και άφησε ένα γράμμα στον κύριο Τόμσον. – Ήμουν μέσα, είπε ο Μπόνς. Αλλά μάλλον απορροφήθηκα τόσο πολύ στα πειράματά μου, που δεν άκουσα το κουδούνι. Κοίτα τούτο εδώ!

8


Πόσα από το καθένα υπάρχουν στο γραφείο του Μπονς;

δοκιμαστικός σωλήνας

μετρητής

δοχείο

9

σταγονόμετρο


Ο Μπονς σήκωσε από το γραφείο του ένα δοχείο με πυκνό, καφετί υγρό. – Αν έχω δίκιο, βρίσκομαι πολύ κοντά στο να δημιουργήσω μια ουσία που θα κάνει τα κόκαλα για μάσημα πενήντα τοις εκατό πιο μαλακά, είπε. Θα αλλάξει τη ζωή των σκύλων σε όλο τον κόσμο. – Λοιπόν, αυτό είναι που έχασες, είπα, και του έδωσα το γράμμα. Ο Μπονς το μύρισε, το άνοιξε και άρχισε να το διαβάζει δυνατά.

10


Ξ Ε ΝΟΔΟΧ ΕΙΟΝ ΣΚ ΥΛΤΟΝ ΛΟΝΔΙΝΟ

Αγαπητέ Σέρλοκ Μπονς, Χρειαζόμαστε επειγόντως τη βοήθειά σας. Θα επιστρέψουμε απόψε στις οκτώ.

Υπογραφή,

Γκαμπριέλα και Άρτσι

11


Ο Μπονς έδειξε το ρολόι στον τοίχο πίσω του. Ήταν δύο λεπτά πριν τις οκτώ. – Στην ώρα τους, είπε. Ας ελπίσουμε πως πρόκειται για μια απλή υπόθεση, ώστε να μπορέσω να επιστρέψω στη φόρμουλα για τα μαλακά κόκαλα το συντομότερο δυνατόν. Έβγαλε τα λαστιχένια του γάντια και κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Ακούστηκε το κουδούνι και έτρεξα να ανοίξω. Μια ψηλόλιγνη αφγανική κυνηγοσκύλα με μακριά ξανθά μαλλιά κι ένας μικρόσωμος αρσενικός τεριέ με στρογγυλά γυαλιά και γιλέκο στέκονταν στο κατώφλι. Τους οδήγησα στο γραφείο. – Η Γκαμπριέλα και ο Άρτσι; ρώτησε ο Μπονς. – Ακριβώς, είπε η Γκαμπριέλα. Ελπίζω να μπορέσετε να βοηθήσετε εμένα και τον σύζυγό μου. – Θα κάνω ό,τι μπορώ, είπε ο Μπονς. Άλλωστε, ήρθατε από την Τρανσυλβανία για να μας δείτε. – Ναι, αλήθεια είναι, είπε η Γκαμπριέλα. Φτάσαμε χθες… Σταμάτησε απότομα και κοίταξε τον Μπονς. – Μα… εσείς πώς το ξέρατε; Θα σας το έλεγα μόλις τώρα. Ο Μπονς σήκωσε το σημείωμα που είχε στείλει νωρίτερα.

12


– Γράψατε το γράμμα σας σε χαρτί με το λογότυπο του ξενοδοχείου Σκύλτον, είπε. Είναι το πλησιέστερο στον σταθμό του Γατς Κρος, όπου φτάνουν συνήθως οι ταξιδιώτες από την Ευρώπη. Οπότε υποψιάστηκα ότι έχετε κάνει μακρύ ταξίδι. Όταν μπήκατε, παρατήρησα πως φορούσατε και οι δύο γερές μπότες, κατάλληλες για πεζοπορία στα βουνά. Ο Μπονς έδειξε το ζευγάρι γυαλιά ηλίου που είχε η Γκαμπριέλα στην μπροστινή της τσέπη. – Δεν τα χρειάζεστε για τον δικό μας καιρό, είπε ο Μπονς. Άρα υπέθεσα ότι έρχεστε από ορεινή περιοχή με πρόσφατη ηλιοφάνεια. Τα Καρπανθήρια Όρη στην Τρανσυλβανία ταιριάζουν με αυτή την περιγραφή, τουλάχιστον σύμφωνα με το παγκόσμιο δελτίο καιρού που διάβασα στην «Καθηγατινή» το πρωί. Επιπλέον, όταν μύρισα το γράμμα σας, εντόπισα μια ελαφριά μυρωδιά από σκυλομπισκότα με γεύση πέστροφα και λάχανο – είναι η πιο αγαπημένη γεύση σε εκείνη την περιοχή. Δεν ήταν δύσκολο να τα συνδέσω όλα.

13


Ο Άρτσι χτύπησε τα μικρά του πατουσάκια. «Μάλιστα, μάλιστα», είπε. «Φαίνεται πως ό,τι ακούσαμε για τον μεγάλο ντετέκτιβ είναι αλήθεια. Πρέπει όμως να σας προειδοποιήσω: η υπόθεσή μας δεν μοιάζει με καμία από όσες έχετε αντιμετωπίσει μέχρι τώρα». Ο Μπονς ανακάθισε στην πολυθρόνα και στήριξε το πηγούνι του στα μπροστινά του πόδια. «Για να δούμε λοιπόν», είπε. Ο Άρτσι πλησίασε και κάρφωσε τα μικρά μαύρα του μάτια στον Μπονς. Η μακριά γούνα γύρω τους έτρεμε. «Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας», είπε. «Γιατί ήρθαμε αντιμέτωποι με ένα φάντασμα». Ο Μπονς αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι. «Τότε μπορώ να λύσω την υπόθεσή σας επιτόπου», είπε. «Δεν είδατε φάντασμα. Γιατί δεν υπάρχουν. Ούτε ανθρωπόλυκοι, ούτε βαμπιρόγατες, ούτε γοργονοπόντικα, ούτε κανένα άλλο υπερφυσικό τέρας που μπορεί να σας έρθει στον νου». Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άνοιξε την πόρτα. «Ευχαριστώ για την επίσκεψη», είπε. «Καλή σας ημέρα». Η Γκαμπριέλα έτρεξε πίσω του και έσφιξε τις πατούσες της.

14


«Φοβόμασταν πως αυτό θα λέγατε», είπε. «Αλλά σας παρακαλώ, ακούστε τουλάχιστον την ιστορία μας. Δεν ξέρουμε σε ποιον άλλο να πάμε, αν μας αρνηθείτε». Ο Μπονς γύρισε στην πολυθρόνα του, κάθισε απότομα και αναστέναξε. «Έστω», είπε. «Αλλά θέλω τα γεγονότα, όχι τίποτε παραμύθια». Η Γκαμπριέλα στάθηκε ξανά στο κέντρο του δωματίου και κοίταξε τον Μπονς με τα ζωηρά πορτοκαλιά της μάτια. «Πριν μερικούς μήνες, έλαβα ένα γράμμα που με ενημέρωνε ότι είχε πεθάνει ο θείος μου ο Γκριγκόρε», είπε. «Ήταν μεγάλο σοκ, παρ’ όλο που είχα χρόνια να τον δω. Είχα φύγει από την Τρανσυλβανία όταν ήμουν ακόμη κουτάβι, και δεν είχα επιστρέψει ποτέ». «Το σχεδιάζαμε, όμως», πετάχτηκε ο Άρτσι. «Απλώς παθαίνω φριχτή ναυτία στα ταξίδια, ειδικά όταν έχει ήλιο. Έχω πολύ πυκνό τρίχωμα, βλέπετε. Το πήρα από τη μεριά της μητέρας μου». Ο Μπονς σήκωσε το μπροστινό του πόδι για να τον σταματήσει και στράφηκε πάλι προς την Γκαμπριέλα.

15


«Αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο σοκαριστικό που αποκάλυπτε το γράμμα», είπε η Γκαμπριέλα. «Καθώς συνέχισα να διαβάζω, έμαθα πως, ως η μόνη εν ζωή συγγενής του Γκριγκόρε, είχα κληρονομήσει το σκυλόσπιτό του». «Ε δεν το λες και σκυλόσπιτο», πετάχτηκε ο Άρτσι. «Αποδείχτηκε ότι ήταν ένα τεράστιο κάστρο, σκαρφαλωμένο σε κάτι απόκρημνα βουνά. Έχει δώδεκα υπνοδωμάτια, τρία μπάνια, τραπεζαρία, βιβλιοθήκη, σαλόνι, και έναν γιγάντιο κήπο με περίτεχνα γλυπτά από θάμνους. Μπροστά του, το παλιό μας σπίτι μοιάζει με λασπωμένη λακκούβα». Ο Άρτσι έβαλε τους αντίχειρές του στις τσέπες του γιλέκου του και άρχισε να σουλατσάρει στο δωμάτιο με το στήθος του φουσκωμένο. «Ποιος να το ’λεγε πως εγώ, ο Άρτσιμπαλντ Γάβγαβιλ, γιος ανθρακωρύχου, θα κατέληγα σε ένα μέρος σαν κι αυτό;» είπε. «Σκεφτόμαστε πως κάποιον λάκκο έχει η φάβα», είπε η Γκαμπριέλα. «Και, πράγματι, έτσι συνέβη. Ταξιδέψαμε ως το Νιάσμπουργκ και μείναμε στο κάστρο. Ένα βράδυ, μας ξύπνησε ένας παράξενος θρήνος. Ο Άρτσι έμεινε στο δωμάτιό μας λόγω της ευαισθησίας του, αλλά εγώ βγήκα να δω τι συμβαίνει – και τότε τον είδα: μια λεπτή λευκή φιγούρα στον διάδρομο». Εγώ σκέφτηκα το περιστατικό με τον κύριο Τόμσον πριν από λίγα λεπτά. «Είναι εύκολο να μπερδέψει κανείς κάποιον με φάντασμα», σχολίασα. «Πριν από λίγο, είδα τον γείτονά μας να παλεύει με ένα σεντόνι και νόμιζα κι εγώ πως έβλεπα φάντασμα». 16


«Δεν ήταν σεντόνι εκείνο», είπε η Γκαμπριέλα. «Έμοιαζε με σκύλο, αλλά είχε μαύρες, κούφιες κόγχες αντί για μάτια κι ένα λεπτό στόμα που κρεμόταν λυπημένο. Και κάτι άλλο ήταν ακόμη πιο τρομακτικό». Η Γκαμπριέλα ακούμπησε την πατούσα της στο στήθος και πήρε βαθιά ανάσα. «Δεν πατούσε στο πάτωμα», είπε. «Αιωρούνταν». Κοίταξα έξω, τη νύχτα που ήταν πνιγμένη στην ομίχλη. Δεν είχα νιώσει ποτέ τόση ανακούφιση που βρισκόμουν ασφαλής στο ζεστό μας σκυλόσπιτο κι όχι εκεί έξω, όπου ίσως καραδοκούσαν φαντάσματα. «Είναι πιθανό να μπερδευτεί κάποιος και να νομίζει πως είδε φάντασμα», είπε ο Μπονς. «Όμως δεν υπάρχουν ανήσυχα πνεύματα των νεκρών. Μπορεί να ήταν κάποιο παιχνίδισμα του φωτός. Μπορεί να ήταν η αντανάκλαση ενός παλιού πορτρέτου. Ή απλώς ένα όνειρο που θυμάσαι σαν να ήταν πραγματικότητα». Ο Άρτσι πλησίασε το γραφείο του Μπονς και χτύπησε πάνω του την πατούσα του. «Δεν ήταν όνειρο!» γάβγισε. «Το είδε και ο μπάτλερ μας, ο Στίβενς. Κι εγώ θα το έβλεπα καλύτερα, αν δεν είχα τέτοια ταραχή». «Σας παρακαλώ, βοηθήστε μας», είπε η Γκαμπριέλα. «Θα είναι κρίμα να εγκαταλείψουμε το κάστρο, αλλά δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί με αυτό το πράγμα».

17


Μπορείς να βρεις το φάντασμα που κρύβεται στο κάστρο; Μπορείς να βρεις και τα τρία επιπλέον πράγματα;

Το φάντασμα

Ένα ρολόι κούκος

Ένα κηροπήγιο

18

18

Ένα παλιό μπαούλο


19 19


Ο Μπονς πετάχτηκε όρθιος και έσφιξε τις πατούσες του μεταξύ τους. «Έστω λοιπόν», είπε. «Δεν πιστεύω ότι είδατε φάντασμα, αλλά κάτι παράξενο φαίνεται να συνέβη – και θέλω να το εξετάσω. Θα σας συναντήσουμε αύριο το πρωί στις εννιά, στον Σταθμό του Γατς Κρος. Από εκεί θα ταξιδέψουμε ως την Τρανσυλβανία και θα ανακαλύψουμε τι πραγματικά συμβαίνει». Η γούνα μου ανατρίχιασε ολόκληρη. Φαντάστηκα το ετοιμόρροπο κάστρο και τα μυτερά βουνά πέρα μακριά. Ήταν ανάγκη να αφήσουμε το ζεστό μας σκυλόσπιτο και να ταξιδέψουμε ως εκεί; Κι αν η Γκαμπριέλα κι ο Άρτσι έλεγαν αλήθεια; «Μπορείτε να μείνετε μαζί μας όσο θέλετε», είπε η Γκαμπριέλα. «Δεν μπορώ να σας εγγυηθώ, όμως, ότι και το ίδιο το κάστρο θα σας καλοδεχτεί». Προχώρησε προς την πόρτα και κοίταξε πίσω της τον Άρτσι, ο οποίος έριξε κατά λάθος ένα από τα μπουκαλάκια του Μπονς. Μια γλιτσερή λιμνούλα από υγρό απλώθηκε στο πάτωμα και κάλυψε την πατούσα του. «Γι’ αυτό δούλευα όλη μέρα!» γάβγισε ο Μπονς. «Θα πρέπει να το ξαναφτιάξω από την αρχή, όταν επιστρέψουμε». Ο Μπονς έβγαλε το μαντίλι του από την τσέπη και το πέταξε στον Άρτσι, ο οποίος το πήρε και σκούπισε τη γούνα του. «Συγγνώμη», είπε ο Άρτσι. «Απλώς εκνευρίζομαι όταν μιλάω για εκείνο το απαίσιο φάντασμα».

20


Προσπάθησε να τραβήξει το μαντίλι, αλλά διαπίστωσε ότι είχε κολλήσει στην πατούσα του. «Ωχ, δεν το πιστεύω», είπε. «Κράτησέ το», είπε ο Μπονς, δείχνοντάς τους την έξοδο. Μόλις έκλεισε πίσω τους την πόρτα, κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιό του. «Άντε, πάμε να ετοιμάσουμε τις βαλίτσες», είπε. «Έχουμε μεγάλο ταξίδι μπροστά μας». Σηκώθηκα με το ζόρι από τον καναπέ. Σκεφτόμουν συνέχεια την περιγραφή της Γκαμπριέλα για το λευκό φάντασμα, με τα βυθισμένα μάτια και το κατεβασμένο στόμα. Σκεφτόμουν πως δεν υπάρχουν φαντάσματα και πως μόνο πολύ κουτά γατάκια πιστεύουν σ’ αυτά. Κι όμως, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από τη σκέψη πως αυτό το ταξίδι στην Τρανσυλβανία ήταν μια πολύ κακή ιδέα.

21


Κεφάλαιο 2

Κ

οίταζα έξω από το παράθυρο του τρένου κι έβλεπα τις μαύρες, μυτερές κορφές να υψώνονται στο βάθος. Τα Καρπανθήρια Όρη ήταν κοντά, και το ταξίδι μας πλησίαζε στο τέλος του. Είχα προσπαθήσει να κοιμηθώ στο βαγόνι κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά ο Άρτσι με κράτησε ξύπνια γιατί παραπονιόταν συνέχεια για την ταξιδιωτική του αδιαθεσία. Τώρα το σκοτάδι άπλωνε ξανά τον μανδύα του, κι εγώ λαχταρούσα ένα ζεστό μέρος για να κουλουριαστώ. Μα ήξερα καλά πως παρηγοριά δεν θα βρίσκαμε εκεί που πηγαίναμε. Ο Μπονς ανέκρινε την Γκαμπριέλα, σημειώνοντας πράγματα στο σημειωματάριό του. «Δεν μπορείς να σκεφτείς κανέναν που σου κρατάει κακία;» τη ρώτησε. «Κανέναν απολύτως», είπε εκείνη. «Ήταν ένα κουτάβι στο σχολείο, που συνήθιζα να του κλέβω τις κηρομπογιές, αλλά είμαι σίγουρη πως το έχει ξεχάσει. Τώρα έχει δικό του μαγαζί με λαστιχένια παιχνίδια και δεν νομίζω πως μου κρατάει κακία». «Μάλιστα», είπε ο Μπονς και σημείωσε κάτι.

22


23


Όλη μέρα της έκανε ερωτήσεις και προσπαθούσε να καταλάβει αν κάποιος φορούσε στολή φαντάσματος για να την εκδικηθεί. Αλλά φαινόταν πως δεν είχε εχθρούς. Πριν κληρονομήσει το κάστρο, είχε δουλέψει με τον Άρτσι σε εργοστάσιο περιλαίμιων και φαίνεται πως τα είχαν καλά με όλους. Αυτή και ο Άρτσι δεν είχαν κουτάβια και ο Γκριγκόρε ήταν ο μοναδικός της ζωντανός συγγενής. «Δεν μου αρέσουν αυτά», είπε ο Άρτσι δείχνοντας προς μερικά πυκνά, σκοτεινά σύννεφα που πλησίαζαν. «Κρυολογώ πολύ εύκολα στην υγρασία, έτσι δεν είναι, αγάπη μου;» Η Γκαμπριέλα άρπαξε το πόδι του. «Ήρεμα, γλυκέ μου», είπε. «Δεν θέλουμε να τρομάξεις πάλι. Πάρε βαθιές αναπνοές και φαντάσου πως βρίσκεσαι στο αγαπημένο σου μέρος». Ο Άρτσι έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε, «Τρέχω να πιάσω ένα ξύλο, τρέχω να το πιάσω». Το τρένο σταμάτησε με ένα «φου» κοντά σε μια μικρή αποβάθρα με πινακίδα που έγραφε «Νιάουσμπουργκ». Πιάσαμε τις βαλίτσες και κατεβήκαμε. Ο σταθμός ήταν έρημος και οι τελευταίες ροζ πινελιές έσβηναν από τον ουρανό. Βγήκαμε σε έναν στενό δρόμο, όπου υπήρχε μόνο ένα ταξί κι ένας βάτραχος οδηγός στεκόταν δίπλα του.

24


Μας είδε και κράτησε ανοιχτή την πίσω πόρτα. «Πού να σας πάω;» ρώτησε. «Στο Κάστρο Νιάουσμπουργκ, παρακαλώ», είπε η Γκαμπριέλα. Ο βάτραχος έκλεισε με δύναμη την πόρτα. «Όχι τώρα που πέφτει η νύχτα!», είπε. Κάθισε στη θέση του οδηγού. «Όμως πρέπει να μας πάτε», είπε ο Άρτσι. «Είναι το σπίτι μας». «Τότε είστε πιο γενναίοι από μένα», είπε ο βάτραχος. «Οι χωρικοί λένε πως κάτι κακό καραδοκεί εκεί». Έφυγε με το αμάξι, κι εγώ παρακολουθούσα τα κόκκινα φώτα του ταξί να σβήνουν στο βάθος. Έβλεπα τα φώτα του χωριού να ανάβουν πέρα στην κοιλάδα. «Να πάμε στο χωριό να δούμε αν κάποιος άλλος μπορεί να μας πάει;» ρώτησα. «Θα είναι το ίδιο δεισιδαίμονες όπως ο βάτραχος», είπε ο Μπονς. «Θα περπατήσουμε». Η Γκαμπριέλα έδειξε έναν απότομο λόφο με δέντρα απέναντί μας. «Αυτή είναι η πιο σύντομη διαδρομή», είπε. «Αλλά φοβάμαι πως είναι λίγο επικίνδυνη». Μπήκαμε στο δάσος, κουβαλώντας τις βαλίτσες μας.

25


Βοήθησε τον Μπονς και την Κάτσον να βρουν το μονοπάτι ανάμεσα στα δέντρα που οδηγεί στο κάστρο.

ΕΚΙΝΝΗΣΗ

26


Η βροντή ακούστηκε ψηλά πάνω μας και μια πυκνή, παγωμένη βροχή ξεχύθηκε με ορμή. «Ωω, ορίστε μας», είπε ο Άρτσι. «Θα αρρωστήσω, το ξέρω». Έβγαλε μια ομπρέλα από τη βαλίτσα και την άνοιξε, αλλά μια ριπή ανέμου τη γύρισε ανάποδα και τον τράβηξε προς τα πίσω. Η Γκαμπριέλα έτρεξε να τον βοηθήσει. «Κουράγιο, γλυκέ μου», είπε. «Θα φτάσουμε σύντομα, και ο Ντάριους θα σου φτιάξει κάτι να φας». Το καπέλο, το κασκόλ και το παλτό μου βράχηκαν καθώς ανεβαίναμε τον λόφο προς το κάστρο. Προσπαθούσα να προστατευτώ κάτω από τα κλαδιά που προεξείχαν, αλλά ο άνεμος τα κούνησε και όλα τα νερά έπεσαν πάνω μου. Κάθε φορά που κοίταζα τα σκοτεινά κενά ανάμεσα στα δέντρα, φανταζόμουν τα χλωμά, θλιμμένα φαντάσματα να με κοιτάζουν. Πίστευα πως άκουγα τους οδυνηρούς τους λυγμούς μέσα από το ουρλιαχτό του ανέμου. Αποφάσισα να κρατήσω τα μάτια μου στο λασπωμένο έδαφος. Και ευτυχώς, γιατί έτσι είδα μια βαθιά τρύπα μπροστά μας. Ο Άρτσι παραλίγο να σκαλώσει μέσα της κι έπρεπε να τρέξω μπροστά και να τον πιάσω. «Ωχ, Θεέ μου», είπε. «Κόντεψα να στραμπουλήξω τον αστράγαλό μου. Είναι ακόμα πολύ αδύναμος από τότε που χτύπησα όταν κυνηγούσα μια μπάλα».

27


Ο Μπονς έβγαλε τον μεγεθυντικό του φακό και κοίταξε μέσα στην τρύπα. «Είναι μια πολύ παλιά λαγοφωλιά», είπε. «Φαίνεται πως δεν έχει αγγιχτεί εδώ και αιώνες. Υπάρχουν απολιθωμένες λαγουδίσιες ακαθαρσίες εκεί κάτω που θα μπορούσαν να μας διδάξουν τα πάντα για τη ζωή στο μακρινό παρελθόν. Μακάρι να είχαμε χρόνο να τις εξετάσουμε». «Φοβάμαι πως τώρα δεν έχουμε χρόνο», είπε η Γκαμπριέλα. Πάλι καλά. Ό,τι κι αν μας περίμενε στο κάστρο, τουλάχιστον δεν ήταν ένα σωρό προϊστορικά κακάκια. Περάσαμε προσεκτικά γύρω από την τρύπα και συνεχίσαμε να ανεβαίνουμε την πλαγιά. Τελικά, τα δέντρα άνοιξαν και είδα το σκοτεινό περίγραμμα του κάστρου μπροστά μας. Το κάστρο ήταν φτιαγμένο από πέτρα και καλυμμένο με αναρριχώμενο κισσό που έμοιαζε να προσπαθεί να σπάσει τα αψιδωτά παράθυρα. Γύρω γύρω υπήρχε ένα μεγάλο τείχος και πάνω τους είχε στρογγυλούς πύργους καθώς και μια σειρά από πέτρινα σκυλοτέρατα. Στην κορυφή υπήρχαν γκρεμι-

28


σμένες πολεμίστρες και μερικές ήταν τόσο διαλυμένες που έμοιαζε ότι θα σωριαστούν πάνω μας και θα μας καταπλακώσουν. Η Γκαμπριέλα έβγαλε το κλειδί της και άνοιξε την πλατιά ξύλινη πόρτα. Ένας σκαντζόχοιρος με μουρτζούφλικο βλέμμα, κρατώντας ένα σύρμα μαγειρικής, έτρεξε στον διάδρομο και μας άνοιξε. «Τι φρικτό βράδυ», είπε, κοιτάζοντας τη βροχή. Μπήκαμε μέσα, αφήνοντας σταγόνες νερού πάνω στο παλιό χαλί. Ο διάδρομος ήταν στολισμένος με παλιές ελαιογραφίες κυνηγόσκυλων με τα ίδια μακριά ξανθά μαλλιά όπως της Γκαμπριέλα. Μερικά είχαν πεσμένα μουστάκια, ενώ άλλα φορούσαν χρυσές κορώνες και κρατούσαν ασημένια σπαθιά. Δεξιά μας υπήρχε μια φαρδιά σκάλα, τρεις πόρτες και μια χοντρή ξύλινη συρταριέρα, και αριστερά τρεις ακόμα πόρτες. Ο Άρτσι δυσκολευόταν να κλείσει την ομπρέλα του και πετούσε νερά πάνω στην ξεθωριασμένη ταπετσαρία. «Μα πού έχει πάει ο Στίβενς;» ρώτησε η Γκαμπριέλα. Ένας λύκος υπηρέτης, ντυμένος με κομψό κοστούμι και στρογγυλό καπέλο, κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα. «Εδώ είμαι», είπε. «Με συγχωρείτε, δεν περιμέναμε να επιστρέψετε τόσο νωρίς».

29


«Όπως βλέπεις, φέραμε επισκέπτες από το Λονδίνο», είπε η Γκαμπριέλα. «Θα χρειαστώ να ετοιμάσεις ένα δωμάτιο γι’ αυτούς». «Όπως επιθυμείτε», απάντησε ο Στίβενς. Μια γάτα με σκούρο μπλε φόρεμα και μια μικρή λευκή ποδιά έτρεξε μέσα και άρπαξε την ομπρέλα του Άρτσι. «Δεν πρέπει να κρατάτε τις ομπρέλες ανοιχτές μέσα στο σπίτι», είπε. «Φέρνει κακή τύχη». «Κι έχουμε ήδη αρκετή από δαύτην», είπε ο σκαντζόχοιρος. «Η ζωή είναι δύσκολη εδώ στα βουνά». Ύστερα γύρισε προς το μέρος μας. «Έχετε έρθει πολύ μακριά απ’ τη μεγάλη σας πόλη». Ο λύκος μάς οδήγησε σε μια μεγάλη αίθουσα στα δεξιά. Υπήρχε ένα μακρύ τραπέζι φαγητού, στολισμένο με παλιά ποτήρια και κηροπήγια, τέσσερις πολυθρόνες και ένα αναμμένο τζάκι. Πήγαμε κατευθείαν προς τα εκεί και στεγνώσαμε τα ρούχα και το τρίχωμά μας. Ο Στίβενς φώναξε το προσωπικό και μας τους σύστησε. Ο αγριόχοιρος λεγόταν Ντάριους και ήταν ο μάγειρας του κάστρου. Η γάτα ήταν η Αλίνα, η οικονόμος, και υπήρχε κι ένα λαγουδάκι, η Σοφία, που ήταν η κηπουρός.

30


Ποιες σκιές ταιριάζουν ακριβώς με τους υπηρέτες του κάστρου;

A.

B.

Γ.

Δ.

31


«Μπορούμε να σας φανούμε χρήσιμοι κάπως;» ρώτησε ο Στίβενς. «Όντως μπορείτε», είπε ο Μπονς. «Θα ήθελα να μάθω πώς είναι να μοιράζεσαι το κάστρο σου με ένα φάντασμα». Η Σοφία αναφώνησε και η Αλίνα έβγαλε έναν ήχο σφυριχτό. «Συγγνώμη, κύριε», είπε ο Στίβενς, «αλλά δεν μας αρέσει να μιλάμε για τέτοια πράγματα. Ίσως τα ήθη μας να διαφέρουν από τα δικά σας». Η Αλίνα έβγαλε ένα κλαδάκι ρεικιού από την τσέπη της και το έδωσε στον Μπονς. «Να το έχετε πάντα μαζί σας», είπε. «Απομακρύνει τον… επισκέπτη». Ο Μπονς άρπαξε το κλαδάκι και το εξέτασε με τον μεγεθυντικό του φακό. «Ευχαριστώ», είπε, δίνοντάς της το πίσω. «Αλλά δεν θέλω να τον απομακρύνω. Θέλω να τον δω και να του κάνω μερικές ερωτήσεις». Ο Ντάριους τίναξε τα μουστάκια του προς τον Μπονς. «Μονάχα σιωπή και θλίψη θα πάρετε για απάντηση», είπε. «Μα δεν θα μπορέσετε καν να κάνετε την ερώτηση. Θα μείνετε παγωμένοι από τον φόβο μόλις αντικρίσετε το θλιβερό μας φάντασμα». «Εγώ το είδα μια φορά», είπε η Σοφία. Έτρεμε και τα μακρουλά αυτιά της ήταν κολλημένα πίσω. «Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και άκουγα ανάσες. Κοίταξα προς το επιπλέον κρεβάτι, απέναντί μου. Φαινόταν πως τα σκεπάσματα ήταν τσαλακω32


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Ο ΣΕΡΛΟΚ ΜΠΟΝΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΥ ΠΥΡΓΟΥ by Brainfood - Issuu