ΣΑΚΗΣ ΤΟΛΗΣ & DAYAL PATTERSON ROTTING CHRIST - NON SERVIAM ΤΊΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΎΠΟΥ
Non Serviam - The official story of Rotting Christ COPYRIGHT © Brainfood Εκδοτική 2019 ΜΕΤΆΦΡΑΣΗ
Τάσος Νικογιάννης ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
Θάνος Καραγιαννόπουλος ΣΧΕΔΙΑΣΜΌΣ ΕΞΩΦΎΛΛΟΥ - ΣΕΛΙΔΟΠΟΊΗΣΗ
Λίλα Κούπριζα
Μάιος 2026 Αναθεωρημένη έκδοση ISBN: 978-618-236-339-3 BRAINFOOD DIGITAL MEDIA AND PUBLISHING Μ.Ε.Π.Ε.
Εμπεδοκλέους 28 & Σουρή 20, 12131 Περιστέρι Τηλ.: 210 2514123 Email: contact@brainfoodmedia.gr www.brainfood.gr Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.
Σακησ τολησ & Dayal Patterson
rotting christ non serviam η επίσημη βιογραφία
O Σάκης Τόλης και ο Dayal Patterson ευχαριστούν θερμά τους παρακάτω: Θέμη Τόλη, Jim Mutilator, Morbid/The Magus, Γιώργο Τόλια, Γιώργο Εμμανουήλ, Βαγγέλη Καρζή, Ανδρέα Λάγιο, Manolis Ev, Ross Dolan από τους Immolation, Johan Edlund από τους Tiamat, Fernando Ribeiro από τους Moonspell, Armando Beelzeebubth από τους Mystifier, Χρήστο Αντωνίου από τους Septicflesh, Blasphemer από τους Aura Noir/πρώην Mayhem, Αλέξανδρο από τους Macabre Omen, Erik Danielsson από τους Watain, Nergal από τους Behemoth, R. Förster από τους Blasphemy, Dani Filth από τους Cradle Of Filth, Grutle Kjellson από τους Enslaved, Gus G. από τους Firewind, Jonas Torndal από τους Grave, Βασίλη Σούλα από τους Death Courier, Andy Classen, Jonathan Selzer, Christine Osredkar, Lucy Williams, Alex De Moller, Ester Segarra, Atli Jarl Martin, Leonard Koetters, Katrin Gruber, Erika Eggermont, Paweł Kaczyński, Rodrigo Jimenez, Γιάννη Καρακάση, Sílvia Lima, Alex V., Alex Yepez, Carey και Jen Briscuso, Γιάννη Μπαλάτσο, Τάσο Νικογιάννη, Adam Sagir, Βασίλη Μάζαρη, Paul Groundwell, Peaceville Records, Jessica Otten, Laetitia Abbenes, Season Of Mist, Jens Prueter, Century Media, Claire Harris, Nuclear Blast, Esqueleto bar, Bowel Of Noise, όλους τους δημοσιογράφους και αρχισυντάκτες που βοήθησαν στη διάδωση του βιβλίου, και, φυσικά, όλους τους οπαδούς των Rotting Christ για τη στήριξή τους.
ΕΙΣΑΓΩΓΉ
O
πως και πολλοί άλλοι, έμαθα τους Rotting Christ στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ως μέρος μιας ευρύτερης ανακάλυψης και εξερεύνησης του black metal. Εκείνες οι εποχές ήταν πιο ακραίες και η στάση των ανθρώπων ήταν κάπως διαφορετική σε σχέση με σήμερα. Η Σκανδιναβία, και ειδικά η Νορβηγία, θεωρούνταν από πολλούς ο πυρήνας εκείνου του αναπτυσσόμενου τότε κινήματος, και, περιέργως, πολλοί αντιμετώπιζαν τα συγκροτήματα με προέλευση από τη Βόρεια και Νότια Αμερική, την Ασία, την Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμα και την ηπειρωτική Ευρώπη, με μια προκατάληψη. Παρ’ όλα αυτά, οι Rotting Christ και οι Έλληνες συνάδελφοί τους απολάμβαναν σχεδόν καθολικού σεβασμού. Σχετικά απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, η ελληνική black metal σκηνή είχε καταφέρει να χτίσει δικό της ξεχωριστό ήχο, αισθητική και κανόνες, και αντιμετωπιζόταν από τον υπόλοιπο κόσμο σαν κάτι μυθικό. Αντίθετα με την παγερή και βαμμένη με corpsepaint επίθεση από τη Βόρεια Ευρώπη, ο θερμότερος και πιο πνευματιστικός ήχος της ελληνικής σκηνής –και των αναμφισβήτητων ηγετών της, των Rotting Christ– θεωρούνταν δικαιολογημένα θεμελιώδης και απολύτως αυθεντικός ως προς τα black metal διαπιστευτήριά του. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ήρθα για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με το συγκρότημα, αλλά σίγουρα αφορούσε κάποιο άρθρο για το Terrorizer ή το Metal Hammer. Ίσως συνέβη το καλοκαίρι του 2009, όταν πήρα μια συνέντευξη από τον Σάκη στην Κωνσταντινούπολη, ενώ κάλυπτα ένα φεστιβάλ όπου συμμετείχαν. Συμπτωματικά, την ίδια χρονιά ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στο πρώτο βιβλίο μου, Black Metal: Evolution Of The Cult, που κυκλοφόρησε τελικά το 2013. Ήταν μια έρευνα για τη δημιουργία και την ανάπτυξη του black metal και απαιτούσε φυσικά τη συμβολή του συγκροτήματος. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στην μπάντα και στην ευρύτερη ελληνική σκηνή του black metal, το οποίο –μαζί με τα κεφάλαια που αναφέρονταν σε συγκροτήματα όπως οι Master’s Hammer, οι Tormentor, οι VON και οι Samael– υπογράμμιζε τον οικουμενικό χαρακτήρα του black metal. Παρότι συμπεριέλαβα με μεγάλη χαρά το συγκρότημα στο βιβλίο μου, ήταν προφανές πως η έκταση ενός κεφαλαίου δεν αρκούσε για να
6
non serviam το καλύψω επαρκώς. Κι αυτό οφειλόταν στην ιστορία του σχήματος, που εκτεινόταν πολύ πέρα από τα όρια του black metal και τις πρώτες τους κυκλοφορίες για τις οποίες έκανε κυρίως λόγο εκείνο το βιβλίο. Με το πέρασμα των χρόνων οι δρόμοι μας διασταυρώνονταν όλο και πιο συχνά – άλλωστε η εταιρεία μου, Cult Never Dies, παράγει επίσημα αναμνηστικά των Rotting Christ από το 2014– και σταδιακά άρχισε να γεννιέται στον Σάκη κι εμένα η ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου αφιερωμένου αποκλειστικά στο συγκρότημα. Επί τρία χρόνια εργαστήκαμε μαζί στη συγγραφή του βιβλίου, με συνεντεύξεις και συζητήσεις που έγιναν τηλεφωνικά, μέσω διάφορων εφαρμογών επικοινωνίας αλλά και διά ζώσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αγγλία. Κάθε φορά η εμπειρία με αποζημίωνε, ωστόσο δεν ήταν πάντα εύκολη, εν μέρει εξαιτίας των πολύ φορτωμένων προγραμμάτων όλων των εμπλεκομένων και εν μέρει λόγω της δυσκολίας να πειστούν όλοι οι συμμετέχοντας να μιλήσουν ανοιχτά για ορισμένα θέματα. Ανέκαθεν έβρισκα τον Σάκη ιδιαίτερα βολικό στην επικοινωνία, αλλά το να τον κάνω να
Ο Γιώργος, ο Dayal και ο Σάκης στο Μπράιτον, το 2017. Φωτογραφία: Christine Osredcar
7
rotting christ βουτήξει βαθιά στην ιστορία του συγκροτήματος απαιτούσε συχνά ιδιαίτερη επιμονή και προσήλωση εκ μέρους μου – κάτι που δίχως αμφιβολία θα επιβεβαιώσει και ο ίδιος! Επίσης, αφιερώθηκε πολύς χρόνος προκειμένου να αποκτήσουμε πρόσβαση στην οπτική του Jim Mutilator (που ουσιαστικά σιωπούσε από το 1996) και του Θέμη (που δεν είχε ξαναδώσει ποτέ κανονική συνέντευξη) –για να μην αναφέρουμε τους Morbid, Γιώργο Εμμανουήλ, Γιώργο Τόλια και πολλούς από τους συνοδοιπόρους του συγκροτήματος– ώστε να φτάσουμε στον πυρήνα αυτής της τριαντάχρονης ιστορίας. Ελπίζω πως μετά την ανάγνωση του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας θα συμφωνήσετε πως τα καταφέραμε. Dayal Patterson, Cult Never Dies, Οκτώβριος 2018
8
I
ΠΑΙΔΙΚΆ ΧΡΌΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΉΝΑ
O
ι Rotting Christ, η μεγαλύτερη extreme metal μπάντα της Ελλάδας και πιθανότατα το πλέον αναγνωρίσιμο ελληνικό metal συγκρότημα όλων των εποχών, έχουν τέτοια θέση στη σκηνή της χώρας τους που είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε πώς θα ήταν χωρίς αυτούς. Στυλοβάτες της εγχώριας black metal σκηνής εδώ και χρόνια, έχουν ανοίξει το δρόμο για τους λιγότερο γνωστούς συναδέλφους τους, ενώ ταυτόχρονα έχουν αγγίξει τέτοια επίπεδα επιτυχίας που συγκεντρώνουν στρατιές αφοσιωμένων οπαδών τόσο από το μουσικό είδος τους όσο και από άλλα. Παρότι πολλοί μουσικοί έχουν συμμετάσχει στο συγκρότημα, ο πυρήνας των Rotting Christ ήταν, είναι και θα είναι πάντα ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Σάκης Τόλης και ο αδερφός του και ντράμερ Θέμης Τόλης. Γεννημένοι το 1972 και το 1974 αντίστοιχα, οι δυο τους μεγάλωσαν στην Αθήνα, την πρωτεύουσα μιας χώρας που απείχε πολύ από το να γίνει το metal φυτώριο που είναι σήμερα. Εκείνα τα χρόνια η Ελλάδα βρισκόταν εν μέσω μιας σημαντικής αλλαγής: μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (και τον Εμφύλιο αμέσως μετά) ακολούθησε η οικονομική ανάπτυξη και κατόπιν η άνοδος μιας στρατιωτικής δικτατορίας το 1967, της οποίας η πτώση το 1974 συνέπεσε με την οικονομική ύφεση που επιδεινώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Όπως ήταν φυσικό, όλα αυτά τα γεγονότα επηρέασαν τις ζωές του Σάκη, του Θέμη και της οικογένειας Τόλη όπως και όλων των Ελλήνων πολιτών, δημιουργώντας το υπόβαθρο της παιδικής και οικογενειακής τους ζωής. Σάκης: «Οι γονείς μας κατάγονταν από τη βόρεια Ελλάδα και ήρθαν στην Αθήνα ως εσωτερικοί μετανάστες στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μετακομίζοντας στο νότο προς αναζήτηση εργασίας. Ζούσαν σε μια πολύ απομονωμένη ορεινή περιοχή, όπου δεν υπήρχαν καθόλου δουλειές, οπότε ήρθαν στην πρωτεύουσα για να δουλέψουν και να ξεκινήσουν μαζί μια καινούργια ζωή. Αυτό ήταν πολύ συνηθισμένο τότε στην Ελλάδα· όλοι έρχονταν στις μεγάλες πόλεις σαν την Αθήνα».
9
rotting christ
Ο Σάκης Τόλης μικρός, το 1973.
»Η μητέρα μου έκανε κάθε είδους δουλειά εκείνα τα χρόνια και ο πατέρας μου ήταν εργάτης στις οικοδομές. Δούλευαν πολύ σκληρά, η μητέρα μου δούλευε τα βράδια και ο πατέρας μου πολλές φορές δούλευε πρωί και βράδυ. Είχαμε πολύ φτωχικά παιδικά χρόνια, με πολλά οικονομικά προβλήματα. Μέναμε στη Νέα Ιωνία, μια συνοικία στα βόρεια της Αθήνας γεμάτη μετανάστες απ’ τα βόρεια σαν κι εμάς. Έμεναν πολλοί εργάτες εκεί και δεν ήταν πολύ ωραία περιοχή· πολλά σπίτια, πολλοί μικροί δρόμοι, πολύ αστικά, τίποτα το σπουδαίο αρχιτεκτονικά, καμία πολυτέλεια – μια κλασική φτωχική συνοικία. »Ήταν κάπως σαν τις φαβέλες στη Βραζιλία· μια μεγάλη γειτονιά με πολύ κόσμο που πάντα είχε θόρυβο, γιατί ο ζεστός καιρός κάνει τον κόσμο να περνάει πολλή ώρα έξω στο δρόμο. Δεν υπήρχαν όμως κίνδυνοι. Γενικά η Αθήνα ήταν καλό μέρος να μεγαλώνεις και περάσαμε ωραία παιδικά χρόνια – κανείς δεν είχε λεφτά, οπότε ήμασταν κι εμείς εντάξει και κάναμε τα δικά μας. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 δεν υπήρχε πολλή εγκληματικότητα· δεν γίνονταν φασαρίες στους δρόμους και ο κόσμος κοιμόταν ήσυχος με τις πόρτες ανοιχτές». Θέμης: «Είναι σημαντικό να θυμάστε πως τότε τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν διαφορετικά. Για τους περισσότερους ανθρώπους δεν υπήρχε
10
non serviam οικονομική ευημερία. Τα παιδιά δεν είχαν μέρη να διασκεδάσουν όπως έχουν σήμερα. Εμείς περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια στους δρόμους της γειτονιάς· παίζαμε, κυνηγιόμασταν, φτιάχναμε δικά μας παιχνίδια, τριγυρνούσαμε στον δρόμο ή στα κοντινά πάρκα. Τα παιδικά μας χρόνια ήταν δύσκολα. Από το ’74 μέχρι το ’86 είχαμε πάντα φαγητό, αλλά καμία άλλη άνεση, ούτε αυτοκίνητο ούτε τηλεόραση. Οι γονείς μας δεν είχαν βγάλει πανεπιστήμιο αλλά ήταν πολύ εντάξει, πάντα σέβονταν εμάς και τα όνειρά μας και όποτε μπορούσαν μας βοηθούσαν. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ποτέ δεν σκεφτήκαμε πως είμαστε φτωχοί, όλη η Ελλάδα έτσι ήταν τη δεκαετία του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όλοι φτωχοί ήταν. Μόνο όταν μεγαλώσαμε και καταλάβαμε πιο πολλά για τη ζωή συνειδητοποιήσαμε πως ήμασταν φτωχοί». Σάκης: «Οι γονείς μας δεν ήταν αυστηροί και δεν προέρχονταν από θρησκευτικό ή πολιτικοποιημένο περιβάλλον. Όπως και οι γονείς των περισσότερων φίλων μας, οι γονείς μας δούλευαν πολλές ώρες κι εμείς είχαμε πλήρη ελευθερία. Οι γονείς μας δεν μας πρόσεχαν υπερβολικά κι έτσι μπορούσαμε να ζήσουμε όπως θέλαμε και να κάνουμε ό,τι θέλαμε. Νιώθαμε ελεύθεροι κι αυτό είναι που θυμάμαι πιο πολύ από την παιδική μου ηλικία. »Η εξαίρεση, φυσικά, ήταν η θρησκεία. Τη δεκαετία του ’70 η Ελλάδα ήταν ακόμα πολύ θρησκευόμενη χώρα κι όταν ήμασταν μικροί μας υποχρέωναν να πηγαίνουμε το πρωί στην εκκλησία και να ψέλνουμε. Θυμάμαι που δεν μ’ άρεσε η μυρωδιά της εκκλησίας και η ησυχία. Ήθελα να κινούμαι. Κάτι με πίεζε και στο τέλος είπα: “Όχι, δεν το μπορώ αυτό”. Πάντα ήθελα να ’μαι ελεύθερος κι αυτός ήταν ο μεγαλύτερος στόχος μου από παιδί. Ήμουν γύρω στα 11-12 όταν άρχισα να επαναστατώ – ήταν δύσκολο αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Αργότερα αντιμετώπισα διάφορα προβλήματα λόγω αυτής της στάσης, όταν άρχισα να φοράω ανάποδους σταυρούς και τα λοιπά. Αλλά με τίποτα δεν θα λάτρευα αυτή τη θρησκεία». Το αντιθρησκευτικό πνεύμα θα γινόταν αργότερα βασικό χαρακτηριστικό των Rotting Christ, όπως και ο μουσικός δεσμός ανάμεσα στα δύο αδέρφια, εκδήλωση μιας σχέσης που υπάρχει από τότε που θυμούνται τους εαυτούς τους. Σάκης: «Με τον αδερφό μου πάντα μοιραζόμασταν εμπειρίες και ενδιαφέροντα όταν ήμασταν μικροί. Μοιραζόμασταν τη ζωή γιατί ήμασταν μαζί από μωρά. Μέναμε στο ίδιο δωμάτιο, κάποια στιγμή μοιραζόμασταν και το ίδιο κρεβάτι. Έχουμε ζήσει όλη μας τη ζωή μαζί, έχουμε μόνο ενάμιση χρόνο διαφορά». Θέμης: «Όλη μου τη ζωή τη θυμάμαι με τον Σάκη, είμαστε πάντα μαζί. Μαζί πηγαίναμε σχολείο, μαζί τρώγαμε, μαζί κάναμε μπάνιο, μαζί παίζαμε
11
rotting christ στο δρόμο, όλα τα κάναμε παρέα. Το ίδιο κάνουμε και τώρα, είμαστε σαν δίδυμοι σχεδόν. Αλλά είμαστε πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες. Και μάλλον αυτό είναι το καλό». Σάκης: «Μια βασική διαφορά μεταξύ μας ήταν πως εμένα μ’ άρεσε πάντα να διαβάζω, ενώ ο αδερφός μου δεν διάβαζε ποτέ. Μ’ άρεσε να μαθαίνω, ήθελα να ξέρω πράγματα για τη ζωή, πάντα μ’ ενδιέφερε αυτό». Θέμης: «Προσωπικά δεν έδινα δεκάρα για το σχολείο – το ξέρω ότι δεν είναι καλό που το λέω, αλλά τ’ όνειρό μου ήταν να ταξιδεύω στον κόσμο, να καπνίζω χόρτο, να πίνω, να κάνω κάτι αληθινό. Γι’ αυτό δεν μ’ αρέσουν τα κινητά και το Facebook σήμερα· για μένα, έτσι χάνεις την πραγματικότητα. Αν είσαι εδώ είσαι εδώ, μπορούμε να φάμε, να πιούμε, να ζήσουμε τη στιγμή, όχι να κοιτάμε τα κινητά και να βλέπουμε... τι ακριβώς; Βλέπω άλλες μπάντες που το κάνουν στις περιοδείες... και ο μπασίστας μας, το κάνει συνεχώς!» Χωρίς να μπαίνουμε πολύ στα χωράφια της ψυχολογίας, είναι εμφανές στη διάρκεια των αμέτρητων συζητήσεων που είχαμε στα πλαίσια της συγγραφής του βιβλίου πως η δυναμική της ενήλικης σχέσης των αδερφών Τόλη θεμελιώθηκε εκείνα τα πρώτα παιδικά χρόνια. Ίσως να είναι αναπόφευκτο – όταν ζεις με κάποιον για σαράντα χρόνια αδιαλείπτως, κάποιες συνήθειες και συμπεριφορές παγιώνονται. Σάκης: «Σε γενικές γραμμές, ο Θέμης κι εγώ είχαμε μια καλή και ήρεμη σχέση ως παιδιά. Εννοείται πως είχαμε και τις διαφωνίες μας. Ακόμα έχουμε διαφωνίες. Όταν κάνεις την ίδια δουλειά –ας την πούμε “δουλειά”– τα πράγματα μπορεί να γίνονται περίεργα. Από την άλλη, ήταν ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόμουν τότε κι αυτό γινόταν όλο και πιο σημαντικό όσο περνούσε ο καιρός. Ο αδερφός μου ήταν πάντα ίσος στην μπάντα, αλλά δεν συμμετείχε πάντα τόσο ενεργά. Αυτό σήμαινε περισσότερη πίεση για μένα, αλλά απ’ την άλλη, όταν σε μια μπάντα υπάρχουν πολλές απόψεις τα πράγματα δεν προχωράνε τόσο γρήγορα. Πάντα συζητούσα με τα άλλα μέλη, φυσικά, αλλά αν έχεις την ελευθερία να παίρνεις αποφάσεις μόνος σου τα πράγματα κυλάνε πιο γρήγορα». Θέμης: «Οι γονείς μας μας άφηναν να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Είναι επικίνδυνο να δίνεις τόση ελευθερία σ’ ένα παιδί, πολύ επικίνδυνο. Γι’ αυτό κάνουμε το ίδιο πράγμα όλα αυτά τα χρόνια. Θέλει πολύ αγώνα, βέβαια· δεν μπορείς να περιμένεις τα πράγματα να γίνουν μόνα τους. Στο συγκρότημα, αυτός που το πάλευε ήταν ο Σάκης. Αλλά, πίστεψέ με, τον ακολουθούσα σαν στρατιώτης. Πάντα τον εμπιστευόμουν. Αν όμως για παράδειγμα πω κάτι στον Σάκη, είμαι σίγουρος ότι θ’ αρχίσει να το σκέφτεται. Στην αρχή πάντα λέει “Όχι, άστο καλύτερα”, αλλά ταυτόχρονα το
12
non serviam επεξεργάζεται και μερικές φορές αλλάζει γνώμη κι ακολουθεί τελικά την πρότασή μου ένα μήνα μετά. Πιστεύω ότι σέβεται τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, αν και ποτέ δεν το δείχνει. Είναι ο μεγαλύτερος αδερφός [γέλια]. »Σίγουρα έχουμε κάποιες ομοιότητες – κι οι δυο μας σεβόμαστε τους ανθρώπους και πάντα ήμασταν άτομα χαμηλών τόνων, ποτέ δεν γυρίσαμε να πούμε “Είμαστε οι καλύτεροι”. Αλλά εγώ είμαι πολύ πιο χαλαρός τύπος. Ο Σάκης είναι πολύ ευχάριστος άνθρωπος, αλλά είναι πάντα αγχωμένος. Αυτό είναι το πρόβλημά του. Όταν χαλαρώνει έχει ενοχές. Νομίζω φταίει που είναι μεγαλύτερος – έχει πιο πολύ άγχος, πάντα του έλεγαν “Πρόσεχε τον αδερφό σου” και νομίζω του έμεινε. Ο Σάκης πάντα προσπαθούσε να με προστατεύει και μου έλεγε: “Μην κάνεις λάθος πράγματα, μην παίρνεις ναρκωτικά, όχι εκείνο, όχι το άλλο”, γιατί ακόμα μ’ αρέσει να περνάω καλά. Έχει αυτό το φόβο, αλλά παρότι ο φόβος συνήθως δεν είναι καλό πράγμα –γιατί ο φόβος στην πραγματικότητα σε σκοτώνει– αν φοβάσαι σε λογικά πλαίσια μπορείς να αποφεύγεις δυσάρεστες καταστάσεις. Εγώ είμαι διαφορετικός, πολλές φορές ρισκάρω. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω κάνει αρκετά παλαβά πράγματα στη ζωή μου. Κι ο Σάκης πάντα μου έλεγε: “Είσαι τελείως ηλίθιος που πήγες και το ’κανες αυτό” και πάει λέγοντας. Και είχε βέβαια δίκιο. Αλλά εμένα δεν μ’ ένοιαζε. “ΟΚ, είμαι στη Νότια Αμερική, θ’ ακολουθήσω αυτούς τους τύπους ή θα πάω στο τάδε χωριό με κάτι γκόμενες” – είναι επικίνδυνη προσέγγιση, αλλά πήρα τα ρίσκα μου... και μέχρι στιγμής όλα έχουν πάει καλά. Για να είμαι ειλικρινής, πλέον μερικές φορές προσπαθώ να τον τρομάζω χωρίς λόγο. Του λέω: “Θα πάω να κάνω αυτό”. “Μα γιατί, ρε Θέμη;” “Όχι, θα πάω”, έτσι, για να τον τρομοκρατήσω [γέλια]». Αν και για τους Rotting Christ οι δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν περιστραφεί γύρω απ’ αυτούς τους δύο, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως τα θεμέλια του συγκροτήματος χτίστηκαν πάνω στην ακλόνητη φιλία τριών μουσικών. Αυτό το τελευταίο κομμάτι του παζλ υπήρχε στη ζωή των δύο αδερφών σχεδόν απ’ την αρχή και ονομαζόταν Δημήτρης Πατσούρης, αν και σύντομα υιοθέτησε το ψευδώνυμο με το οποίο είναι γνωστότερος σήμερα... Σάκης: «Ο τρίτος που ήταν πάντα στην παρέα μας ήταν ο άνθρωπος που θα γινόταν ο πρώτος μας μπασίστας, ο Jim Mutilator. Οι γονείς του Jim βρίσκονταν στην ίδια θέση με τους δικούς μας και ζούσαν στην ίδια περιοχή, είχαν μετακομίσει εκεί πριν γεννηθεί. Πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο, καταγόμασταν απ’ το ίδιο χωριό και μέναμε στην ίδια γειτονιά. Και τελικά ακολούθησε τον ίδιο δρόμο μ’ εμάς για πολλά χρόνια».
13
rotting christ Jim Mutilator: «Έκανα παρέα με τα δυο αδέρφια από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Τους θυμάμαι από τα πέντε ή έξι μου, γιατί οι γονείς μας ήταν φίλοι οπότε είμαστε σχεδόν σαν συγγενείς. Κι οι δυο τους ήταν πάντα δίπλα σου και όποτε είχες πρόβλημα έτρεχαν να βοηθήσουν. Σαν μεγάλος αδερφός ο Σάκης είχε πιο μεγάλη επιρροή, αλλά όταν ήταν παιδιά έκαναν επικούς τσακωμούς, από λογομαχίες μέχρι ξύλο. Ο Σάκης ήταν πάντα ο σκεπτικιστής, πιο απαισιόδοξος, πιο προσεκτικός, ενώ ο Θέμης ήταν πιο αισιόδοξος, πετούσε λίγο στα σύννεφα. O Σάκης ήταν πιο συγκεντρωμένος στη δουλειά με την μπάντα – ο Θέμης ήταν πιο τεμπέλης και πρέπει να παραδεχτώ ότι το ίδιο ίσχυε και για μένα!» Θέμης: «Ξέρω τον Jim από παιδί κι έχω τρελές αναμνήσεις. Κάθε χρόνο, με τον Σάκη και τον Jim κάναμε ένα μήνα διακοπές στο ίδιο χωριό, περίπου 600 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας, στο χωριό των γονιών μας. Εκεί κάναμε πολλά πράγματα μαζί, πηγαίναμε στο ποτάμι, ψαρεύαμε, κυνηγούσαμε βατράχια, σκεφτόμασταν δικά μας παιχνίδια, διασκεδάζαμε. Δεν παίζαμε τόσο με παιχνίδια, εντάξει, το κάναμε κάποιες φορές, αλλά κυρίως καθόμασταν έξω και παίζαμε στο δρόμο, κάναμε ποδήλατο, τρέχαμε, παίζαμε μπάλα ή κάτι άλλο. Ο Jim ήταν από τότε όπως είναι τώρα, δηλαδή για δέσιμο [γέλια]. Έλεγε κάτι τρελές ιστορίες κι είχε πολλή πλάκα γιατί πάντα ξέραμε πως ήταν ψέματα. Έλεγε αυτές τις ιστορίες στ’ άλλα παιδιά εκεί –για γκόμενες, για περιπέτειες, οτιδήποτε– κι εκείνα έλεγαν εντυπωσιασμένα: “Σοβαρά; Σοβαρά;” κι εμείς λέγαμε από μέσα μας: “Κόψε τα παραμύθια, ρε”. Αλλά ήμασταν πραγματικά σαν αδέρφια οι τρεις μας». Τα τρία παιδιά μεγάλωσαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, την εποχή που το metal εκτινάχθηκε στα ύψη ως είδος και καινούργιες μπάντες όπως οι Iron Maiden, οι Venom και οι Metallica άρχισαν να χτίζουν πάνω στις επιρροές των Βρετανών νονών τους, των Black Sabbath, των Motörhead και των Judas Priest. Τα πρώτα χρόνια της εφηβείας τους θα συνέπιπταν επίσης με τη γέννηση μιας άλλης γενιάς πιο ακραίων και underground συγκροτημάτων όπως οι Slayer, οι Hellhammer, οι Celtic Frost και οι Bathory, που οδήγησαν το metal σε μια πιο σκοτεινή κατεύθυνση, διανθίζοντάς το παράλληλα με την επιρροή αγγλικών punk σχημάτων των αρχών της δεκαετίας του ’80 όπως οι Discharge και οι GBH παράγοντας έναν πολύ πιο επιθετικό ήχο σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό το μουσικό πνεύμα δεν ήταν εύκολα ορατό στην Ελλάδα, ούτε σε πολλές άλλες χώρες, γιατί η βαριά μουσική ήταν ακόμα ένας κρυφός, εξωτικός κόσμος που περίμενε τους πολύ αποφασισμένους να τον ανακαλύψουν και να τον εξερευνήσουν. Σάκης: «Γενικά, η οικογένειά μου δεν ενδιαφερόταν τόσο για τη μουσική, αλλά για μένα ήταν πάντα ένας τρόπος απόδρασης. Τα συναισθή-
14
non serviam ματα που μου γεννούσε η μουσική ήταν πολύ έντονα κι από τα δέκα μου άρχισα ν’ ακούω ροκ μπάντες, ειδικά όσες ήταν λίγο πιο επιθετικές από το συνηθισμένο hard rock, των Dire Straits ας πούμε, που άκουγαν οι περισσότεροι. Αλλά με τη μουσική κόλλησα πραγματικά δυο χρόνια μετά, όταν ένα παιδί που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερο κι έμενε στην ίδια γειτονιά μού έμαθε τους Iron Maiden και τους Motörhead από μια κασέτα που του είχε φέρει ο αδερφός του από την Αμερική». »Στην αρχή τρόμαξα μ’ αυτή τη μουσική, που ήταν γεμάτη καινούργια και σκοτεινά συναισθήματα. Για την ακρίβεια ανακάλυψα μια καινούργια ζωή. Η κασέτα ήταν αντιγραμμένη, δεν είχε φωτογραφίες φυσικά, και πραγματικά νόμιζα πως έπαιζαν τίποτα τέρατα μέσα, σκεφτόμουν: “Ποιος μπορεί να κάνει τέτοια μουσική;”. Την επόμενη μέρα πήγα κι αγόρασα το live mini-LP των Maiden, το Maiden Japan. Είχα μείνει κατάπληκτος γιατί ήταν EP που έπαιζε στις 45 στροφές, αλλά στην αρχή νόμιζα ότι ήταν
Η πρώτη φωτογραφία του Σάκη με κιθάρα.
15
rotting christ 33άρι. Άκουγα με δέος, είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί. Μετά κατάλαβα ότι κανονικά έπαιζε στις 45. »Αρχίσαμε ν’ ακούμε συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden, οι Motörhead και οι Black Sabbath, ώσπου ένας φίλος μάς έφερε μια κασέτα των Celtic Frost. Και μ’ αυτό τρομάξαμε λίγο – ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και δεν ξέραμε ότι υπήρχε τέτοια μουσική. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι ήθελα να πάρω μια κιθάρα και να φτιάξω δική μου μουσική». Θέμης: «Δεν μπορώ να σου πω τι ήταν αυτό που έκανε το ροκ τόσο συναρπαστικό για μας, αλλά αρχίσαμε ν’ ακούμε σαν να ήταν το μοναδικό είδος μουσικής που υπήρχε. Σύντομα βρήκαμε τους πρώτους δίσκους των Black Sabbath, του Dio, των Judas Priest, των Iron Maiden και πολλών άλλων. Θέλαμε απεγνωσμένα ν’ ακούμε όλη μέρα αυτό τον εκπληκτικό ήχο, που ταίριαζε απόλυτα στην εφηβική μας επανάσταση. Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος απ’ αυτό τον πρωτοποριακό ήχο να περάσεις τα καλύτερά σου χρόνια και να ανακαλύψεις τον κόσμο μέσα απ’ τη μουσική».
16
II
ΑΝΑΚΑΛΎΠΤΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΚΡΑΊΟ ΉΧΟ
T
ις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα έχει αποκτήσει εντυπωσιακό αριθμό μαγαζιών αφιερωμένων στο heavy metal. Για την ακρίβεια, λίγα μέρη στον κόσμο μπορούν να τη συναγωνιστούν στον αριθμό μπαρ, κλαμπ και δισκοπωλείων που απευθύνονται κατά κύριο λόγο στους οπαδούς του hard rock και του heavy metal, με πόλεις σαν την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη να πρωταγωνιστούν υποσκελίζοντας οτιδήποτε μπορεί να συναντήσει κανείς σε μεγαλύτερες και πολυπληθέστερες πόλεις σαν το Λονδίνο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, τέτοιες υποδομές –όπως και η ίδια η μουσική– ήταν ακόμη στα σπάργανα, αλλά παρ’ όλα αυτά λειτουργούσαν σαν σανίδες σωτηρίας για τους νέους και διψασμένους οπαδούς. Σάκης: «Είχαμε τότε ένα δισκάδικο που ειδικευόταν στις metal κυκλοφορίες εισαγωγής, το Δισκάδικο της Αθηνάς, που ήταν το πρώτο me tal δισκάδικο εδώ. Από τα 13 ή τα 14, πήγαινα εκεί κάθε Σάββατο – όχι μόνο εγώ, πολλά άλλα παιδιά. Δεν ήμασταν πάρα πολλοί, αλλά ήμασταν αφοσιωμένοι και πηγαίναμε κάθε βδομάδα. Οι δίσκοι ήταν εισαγωγής και αργούσαν να έρθουν: αν ένας δίσκος έβγαινε έξω την 1η Ιανουαρίου, στην καλύτερη περίπτωση θα ερχόταν στην Ελλάδα την 1η Μαρτίου. Μας έπιανε εκνευρισμός γιατί κάναμε την παραγγελία και μετά έπρεπε να περιμένουμε δυο μήνες. Πήγαινα εκεί με τον αδερφό μου και τον Jim». Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως εκείνη την εποχή η ακραία μουσική δεν είχε ακόμα αρχίσει να αναπτύσσεται στα ξεχωριστά και διακριτά είδη και υποείδη που συναντάμε σήμερα. Το thrash, το death και το black metal όχι μόνο ήταν εναλλάξιμα μεταξύ τους, αλλά συχνά αυτό που ξεχώριζε τις metal μπάντες σαν τους Venom και τους Hellhammer από hardcore/ crust σχήματα σαν τους Discharge και τους Amebix ήταν τα κουρέματα και η θεματουργία των στίχων και όχι τόσο τα μουσικά χαρακτηριστικά. Επομένως, οι τρεις νεαροί ήταν φυσικό να αγκαλιάσουν οτιδήποτε ηχητικά ακραίο έφτανε στ’ αυτιά τους και μπαίνοντας στην εφηβεία πέρασαν σταθερά σε μια μοναδική και μάλλον αόριστη υποκουλτούρα,
17
rotting christ
Ο Σάκης, ο Jim και ο Θέμης στα τέλη της δεκαετίας του ’80, πριν τους Rotting Christ.
18
non serviam όπου συναντιούνταν το metal, το punk, ο αναρχισμός, μέχρι και ο ποδοσφαιρικός χουλιγκανισμός. Σε μια χώρα όπου πολλές φορές κυριαρχούσαν συντηρητικές και βαθιά θρησκευτικές συμπεριφορές, τέτοια ενδιαφέροντα ήταν αναπόφευκτο να συναντήσουν ισχυρή αντίδραση, ακόμα και ανοιχτή βία, όπως ανακάλυψαν οι τρεις τους... Σάκης: «Άρχισα να πηγαίνω σε συναυλίες στην Αθήνα το ’85-’86, και ο Jim –όπως κι ο αδερφός μου αργότερα– ερχόταν μαζί μου. Ήμουν μεγάλος φαν των Flames, της πρώτης ελληνικής thrash μπάντας, που έβγαλε μερικά καλά άλμπουμ. Πήγαινα σ’ όλα τους τα λάιβ· έκαναν πέντε συναυλίες το χρόνο και πήγαινα σε όλες, ήμουν πωρωμένος. Και φυσικά είδα τους Motörhead to 1988, με τα γνωστά επεισόδια με την αστυνομία που επιτέθηκε στο κοινό». Θέμης: «Οι Motörhead έπαιξαν τρεις sold out συναυλίες σε τρεις μέρες, με χιλιάδες κόσμο κάθε μέρα. Είχαμε εισιτήρια μόνο για τη δεύτερη μέρα, αλλά πήγαμε και την πρώτη, κάναμε βόλτες και ζούσαμε την ατμόσφαιρα. Ήμουν μόλις 14-15 και θυμάμαι καθαρά τον Jim να περνάει μπροστά από κάτι αστυνομικούς κι αυτοί να του επιτίθενται χωρίς κανέναν απολύτως λόγο... Ο Σάκης κι εγώ κρυφτήκαμε, αλλά τον έβλεπα. Πρέπει να ήταν γύρω στους δέκα αστυνομικούς και τον είχαν βάλει στη μέση και τον πέταγαν ο ένας στον άλλον, σαν φλιπεράκι. Περίεργες εποχές. Την επομένη πήγαμε στη συναυλία, πολύ νωρίς φυσικά, τρεις ώρες πριν ξεκινήσει, και κάτσαμε μπροστά στην ουρά για να δούμε τον Lemmy. Κι όταν τον είδα να περνάει μου ’πεσε το σαγόνι». Σάκης: «Είχα πάει και στην πρώτη συναυλία των Saxon κι έγιναν κι εκεί φασαρίες με την αστυνομία. Η αστυνομία και οι αρχές δεν ήθελαν να δεχτούν αυτό το καινούργιο φαινόμενο στην ελληνική κοινωνία και οι φασαρίες άρχιζαν πριν καν μπούμε μέσα – δεν τους άρεσαν οι νέοι με τα μακριά μαλλιά, πίστευαν πως δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν, πως ήμασταν σατανιστές. Τους τρομάζαμε και πάντα αντιδρούσαν βίαια. Εκείνη την εποχή η Ελλάδα δεν ήταν πολύ ανοιχτόμυαλη χώρα, ήταν σχεδόν φονταμενταλιστική, πολύ συντηρητική και πάντα γίνονταν σοβαρά επεισόδια με την αστυνομία. Τα ίδια και στο ποδόσφαιρο». Θέμης: «Θυμάμαι την πρώτη συναυλία που πήγα, ένα βράδυ σ’ ένα σχολικό προαύλιο. Είχαμε διαβάσει γι’ αυτήν σ’ ένα φανζίν και πήγαμε να δούμε κάτι τύπους από το Μπρίστολ, τους Disorder. Βρέθηκα ανάμεσα σε μεγαλύτερα παιδιά από την punk και hardcore αθηναϊκή σκηνή κι ένιωθα ταυτόχρονα δέος και τρόμο. Ο φόβος μου μεγάλωσε γιατί πέντε λεπτά αφότου άρχισε το λάιβ όλοι άρχισαν να κάνουν σαν τρελοί. Από τότε κυνηγάω κάθε λάιβ που μπορώ να δω και ως τα τέλη της δεκαετίας
19
rotting christ
Θολές αναμνήσεις: άλλη μια σπάνια φωτογραφία των Rotting Christ, πριν γίνουν οι Rotting Christ.
του ’80 είχαμε απολαύσει πολλές σπουδαίες συναυλίες: Sodom, Kreator, Iron Maiden, Motörhead, Black Sabbath, μέχρι και τους Pink Floyd». Σάκης: «Τότε ήμασταν ελάχιστοι όσοι ακούγαμε extreme metal. Οι πιο πολλοί ήταν πάνκηδες –που κι αυτοί δεν γίνονταν αποδεκτοί από την κοινωνία– κι εκείνη την εποχή γίνονταν πολύ συχνά φασαρίες μεταξύ πάνκηδων και σκινάδων. Μ’ άρεσαν μπάντες όπως οι Discharge και οι GBH, οι Disorder, οι Chaos UK, οι Exploited· είδαμε πολλά τέτοια λάιβ στην Αθήνα. Δεν μας επηρέασαν μουσικά, αλλά ίσως να επηρέασαν τον τρόπο σκέψης μας». Jim: «Η πρώτη συναυλία που θυμάμαι να πηγαίνω ήταν οι Iron Mai den το 1988. Τότε στις συναυλίες πάντα γίνονταν επεισόδια. Τη δεκαετία του ’80 υπήρχε πολλή βία στο ποδόσφαιρο με τους χούλιγκαν κι οι οπαδοί που πήγαιναν στις συναυλίες συχνά δρούσαν βίαια κι αυτοί. Ήταν άγρια τα πράγματα τότε, πολλά μπάχαλα, πολλές φασαρίες με την αστυνομία και για να πω την αλήθεια κάποιες φορές μπλέκαμε κι εμείς. Ήμασταν πιτσιρικάδες και δεν είχαμε την ωριμότητα ν’ ασχοληθούμε μόνο με τη συναυλία, το αίμα μας έβραζε». Σάκης: «Από μικροί μας άρεσε το ποδόσφαιρο και στα ματς πετάγαμε πέτρες στην αστυνομία, ήταν πολύ επιθετικά όλα, δεν ήταν για οικογενειάρχες. Πάντα γίνονταν φασαρίες με τους μεταλλάδες κι όσοι άκουγαν metal τότε πήγαιναν σχεδόν όλοι και στο γήπεδο – τη δεκαετία του ’90,
20
non serviam ποδόσφαιρο στην Ελλάδα σήμαινε επεισόδια κι έτσι το metal και το ποδόσφαιρο ήταν ο ιδανικός συνδυασμός για φασαρίες. Δεν τρελαινόμουν για το ποδόσφαιρο, αλλά μερικές φορές πήγαινα για να περάσω την ώρα μου. Για λίγο κάναμε τους χούλιγκαν – για να μην παρεξηγηθώ, πάντως, ήταν κάτι πολύ διαφορετικό απ’ τον χουλιγκανισμό στην Αγγλία». Θέμης: «Ο Σάκης, ο Jim κι εγώ ήμασταν –κι ακόμα είμαστε– οπαδοί της ΑΕΚ. Τις Κυριακές δεν πηγαίναμε εκκλησία, πηγαίναμε στο γήπεδο. Όταν γίναμε 14-15 αρχίσαμε να κάνουμε τους χούλιγκαν και μπλέκαμε σε φασαρίες, αλλά θυμάμαι ότι πάντα εμένα με πρόσεχαν γιατί ήμουν μικρότερος. Κάναμε πολλές επικίνδυνες παλαβομάρες εκείνα τα χρόνια, αλλά είχαμε πάντα στον νου μας να προσέχουμε τον διπλανό μας. »Το ποδόσφαιρο έχει πιστεύω πολλά κοινά με τη μουσική. Και τα δύο συνδέονται με το πάθος, το συναίσθημα, την έξαψη της στιγμής και την αφοσίωση. Για να είσαι αληθινός οπαδός πρέπει να το ζεις ολόκληρος, δεν αρκεί να ’σαι απλός θεατής, πρέπει να συμμετέχεις ενεργά. Έτσι το βλέπαμε τότε, το βιώναμε εξ ολοκλήρου κι αυτό σήμαινε να μη χάνουμε κανένα ματς και να συγκρουόμαστε με την αστυνομία και τους αντίπαλους οπαδούς. Δεν γινόταν να ξεκόψουμε απ’ το ποδόσφαιρο και τις συναυλίες χωρίς να κόψουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας». Jim: «Ήμασταν πάντα οπαδοί της AEK – κι από την Αγγλία υποστηρίζαμε Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Σάντερλαντ, που τους συμπαθώ γιατί έχουν το παρατσούκλι “μαυρόγατες”. Παίζαμε συνέχεια μπάλα κι ακούγαμε συνέχεια μουσική – δεν μπορώ να πω ότι διαβάζαμε πολύ για το σχολείο. Τα πρώτα σχολικά χρόνια ακούγαμε συγκροτήματα σαν τους Motörhead, τους Iron Maiden, τους Black Sabbath, όλες εκείνες τις heavy metal και hard rock μπάντες. Και μετά ήρθαν οι Venom, οι Bathory, οι Hellhammer, οι Celtic Frost και πάει λέγοντας. Μεγαλώσαμε μέσα στα metal κλαμπ. Υπήρχε το Obre και κάποιες φορές γίνονταν εκεί χοντρές φασαρίες· έχει σκοτωθεί και άνθρωπος εκεί μέσα. Το κοινό ήταν χούλιγκαν, μεταλλάδες, παλιοροκάδες με μηχανές. Όλα αυτά τα κλαμπ φυσικά δεν έπαιζαν black metal – heavy metal και κλασικό ροκ έπαιζαν. Μερικές φορές πηγαίναμε τα δικά μας βινύλια στον DJ για να τα παίξει, Celtic Frost και τέτοια». Θέμης: «Πηγαίναμε σ’ αυτά τα κλαμπ κάθε μέρα, μόνο και μόνο για ν’ ακούσουμε τη μουσική. Θυμάμαι που υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης στον τοίχο, δίναμε το δίσκο στον DJ και κάναμε headbanging εκεί μπροστά. Πάντα ανυπομονούσα γι’ αυτό, να χτυπηθώ και να κάνω headbanging μπροστά στον καθρέφτη [γέλια]. Υπήρχε κι ένα κλαμπ, σαν καφετέρια, κοντά στο σπίτι μας, και ο ιδιοκτήτης άρχισε να παίζει βίντεο από
21
rotting christ συγκροτήματα σαν τους Slayer κι είχαμε πάθει πλάκα. Πηγαίναμε ακόμα σχολείο, αλλά μπορούσαμε να πιούμε... ακόμα και τώρα, η κόρη μου είναι δεκάξι και πριν ένα χρόνο τής σέρβιραν μπίρα στην Αθήνα. Τι μαλάκες ρε, καρφί δεν τους καίγεται [γέλια]. Αν ζορίσεις τους Έλληνες και τους βάλεις κανόνες –όπως στην Αγγλία, στην Αυστραλία, στην Αμερική– πάνε και κάνουν το ακριβώς ανάποδο. Θυμάμαι πριν μερικά χρόνια που διαμαρτυρόταν ο κόσμος για την απαγόρευση του καπνίσματος στα μπαρ – έγινε επανάσταση, όλοι έλεγαν: “Ρε, πάτε καλά;”. Τώρα είναι παράνομο να καπνίζεις σε εσωτερικούς χώρους, αλλά φυσικά όλοι καπνίζουν. Έτσι είναι η Ελλάδα». Σάκης: «Μπλέκαμε συχνά σε φασαρίες όταν ήμασταν μικροί. Το να είσαι μεταλλάς με μακρύ μαλλί και να ντύνεσαι ανάλογα σήμαινε πως ήσουν φρικιό και η αστυνομία μας σταματούσε για έλεγχο συνέχεια. Μας συνέλαβαν αρκετές φορές, αν και ποτέ δεν κάναμε τίποτα ακραίο – ούτε σκοτώσαμε ούτε μαχαιρώσαμε κανέναν. Αλλά μας άρεσε να είμαστε εκεί που γίνονταν οι φασαρίες – αν γίνονταν κάπου επεισόδια, ήμασταν κι εμείς εκεί. Μας άρεσε αυτός ο τρόπος ζωής. Άλλες φορές πίναμε έναν μπάφο στο δρόμο, άλλες φορές παίζαμε κυνηγητό με την αστυνομία. Υπήρξαν φορές που μας συνέλαβαν και μας πήγαν για εξακρίβωση απλώς επειδή περπατούσαμε στο δρόμο». Θέμης: «Από μια φάση και μετά, η μουσική μάς είχε καθορίσει. Προσπαθούσαμε να έρθουμε σ’ επαφή με άλλα άτομα με παρόμοια γούστα κι αρχίσαμε να κάνουμε παρέα με μεγαλύτερους που είχαν γνώσεις πάνω στο rock και το heavy metal. Αν εξαιρέσεις κάποια ντόπια φανζίν, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βρεις πληροφορίες και να ενημερωθείς για τις τελευταίες κυκλοφορίες, οπότε έπρεπε να είμαστε έξω, να κάνουμε καινούργιες φιλίες και να λέμε τα νέα. Αυτή η αίσθηση της εξερεύνησης ήταν που κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον μας να συνεχίσουμε. Τελικά μας πήραν τα μυαλά οι ήχοι των Bathory, των Venom, των Sodom, των Morbid Angel, των Kreator και των Slayer και δαιμονιστήκαμε. Θυμάμαι που αγοράσαμε μια συλλογή απ’ τη σειρά Speed Kills και την πρώτη φορά που βάλαμε το βινύλιο, μόλις ακούσαμε το κομμάτι των Bathory σκέφτηκα: “ΟΚ, κάτι έπαθε το πικάπ, μάλλον χάλασε η βελόνα”. Το ακούσαμε άλλες δύο ή τρεις φορές και ξαφνικά έγινε κάτι μαγικό. Μετά ακούσαμε Hellhammer, Celtic Frost, Venom, είδαμε το βίντεο των Venom, το The 7th Date of Hell, κι όλα αυτά τα πράγματα μας άλλαξαν τη ζωή. Ταυτόχρονα αρχίσαμε ν’ ακούμε κι άλλα είδη, όπως punk, hardcore, μέχρι και noise». Jim: «Εκείνα τα χρόνια, αν είχες τατουάζ και μακρύ μαλλί σ’ έπιανε η αστυνομία. Μια φορά η αστυνομία πήρε τηλέφωνο τη μάνα μου και της εί-
22
non serviam παν να με προσέχει γιατί πίστευαν ότι είμαι πρεζάκι ή κάτι τέτοιο, μόνο και μόνο λόγω της εμφάνισής μου. Ήταν πολύ στενόμυαλη η κοινωνία τότε». Σάκης: «Θυμάμαι ένα φίλο μας, Έλληνα που ζούσε στην Αγγλία και είχε έρθει στην Ελλάδα. Φορούσε έναν μεγάλο ανάποδο σταυρό και τον συνέλαβαν αμέσως [γέλια]. Πάντα μας άφηναν, φυσικά, γιατί δεν είχαν δικαίωμα να μας έχουν υπό κράτηση για πολλή ώρα, κανένας νόμος δεν απαγορεύει τα μακριά μαλλιά και το συγκεκριμένο ντύσιμο, απλά προσπαθούσαν να μας εκφοβίσουν. Δεν κυνηγούσαν μόνο όσους άκουγαν underground μουσική· στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κυνηγούσαν όσους είχαν μακρύ μαλλί, ακόμα κι όσους φορούσαν σκουλαρίκια. Το metal γι’ αυτούς ήταν κάτι ακραίο, δεν είναι όπως σήμερα που όλοι μπορούν να το ακούνε. Ήταν μια κατάσταση αντίστοιχη μ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα σε κάποια ισλαμικά κράτη, μόνο που ήταν τριάντα χρόνια νωρίτερα».
Ο χουλιγκανισμός ανήκει στο παρελθόν, αλλά οι Rotting Christ παραμένουν αφοσιωμένοι οπαδοί της ΑΕΚ, όπως δείχνει κι αυτή η φωτογραφία του 2007 με τον Θέμη, έναν φίλο οπαδό και τη σημαία της ομάδας. Φωτογραφία: Βασίλης Μάζαρης
23
ΙΙΙ
ΟΙ ΠΡΏΤΕΣ ΕΠΙΡΡΟΈΣ
E
ίναι απαραίτητο να κατανοήσει κανείς το κοινωνικό κλίμα στην Αθήνα της δεκαετίας του ’80 προκειμένου να αντιληφθεί τις ρίζες των Rotting Christ και τον αντίκτυπο αυτού του περιβάλλοντος στον χαρακτήρα των μελών του συγκροτήματος. Σε αντίθεση με σχεδόν όλα τα υπόλοιπα πρώιμα black metal σχήματα, οι ρίζες του συγκροτήματος βρίσκονταν στην punk, hardcore και grindcore κουλτούρα όσο και στο black, το death και το thrash metal. Όπως κάποιες βρετανικές μπάντες του extreme metal ήχου σαν τους Carcass και τους Napalm Death, που ξεπήδησαν απευθείας από την ιδεολογικά φορτισμένη punk σκηνή των αρχών της δεκαετίας του ’80, τα μέλη των Rotting Christ ήταν κομμάτι μιας έντονα πολιτικοποιημένης μερίδας της κοινωνίας, μιας μερίδας με τη δική της έδρα στην πόλη. H σύνδεση ανάμεσα στα Εξάρχεια και τον κοινωνικοπολιτικό ακτιβισμό δεν είναι μυστικό – ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές, το σχετικό λήμμα στη Wikipedia αναφέρει στην εισαγωγή του πως η περιοχή είναι «διάσημη ως έδρα των Ελλήνων αναρχικών» και «αναγνωρίζεται ως ο ιστορικός αθηναϊκός πυρήνας του ριζοσπαστικού πολιτικού και πνευματικού ακτιβισμού». Εκεί έλαβε χώρα η εξέγερση του Πολυτεχνείου στα τέλη του 1973 κι εκεί έγινε η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από την αστυνομία, που πυροδότησε εκτεταμένα επεισόδια σε όλη την Ελλάδα. Σήμερα, το αντιεξουσιαστικό πνεύμα αντικουλτούρας παραμένει εξίσου έντονο· η μικρή απεριποίητη πλατεία στο κέντρο της συνοικίας κατακλύζεται από πολιτικές αφίσες και φλάιερ και στην περιοχή διαμένει ένα ιδιόμορφο μείγμα φοιτητών, πολιτικοποιημένων Ελλήνων κάθε ηλικίας, προσφύγων και μεταναστών, καλλιτεχνών και, τέλος, εμπόρων ναρκωτικών – μια σχετικά πρόσφατη εισβολή που δεν γίνεται πάντα ανεκτή από τους αναρχικούς, πολλοί από τους οποίους αντιτίθενται στην παρουσία τους και πολλές φορές τα τελευταία χρόνια τους έχουν απομακρύνει απ’ την περιοχή με τη βία. Κατά την επίσκεψή μας εκεί, και παρά το γεγονός πως είμαστε μια ομάδα ατόμων με μακριά μαλλιά με μαύρα metal μπλου-
24
non serviam
Η ιστορική πλατεία Εξαρχείων το καλοκαίρι του 2018. Φωτογραφία: Dayal Patterson.
ζάκια, επομένως δεν ανήκουμε στο κατεστημένο, η άφιξή μας αντιμετωπίζεται με σχετική δυσπιστία και σύντομα μας προσφέρονται ναρκωτικά. Κατά έναν περίεργο τρόπο, τα Εξάρχεια φιλοξενούν πολλά καταστήματα πληροφορικής και μαγαζιά «κανονικών» Ελλήνων πολιτών, δίπλα στα εναλλακτικά καφέ, τις καταλήψεις, τα βιβλιοπωλεία, ένα heavy metal κλαμπ και μερικές χίπστερ επιχειρήσεις που έχουν σπεύσει να εξαργυρώσουν τη φήμη της πλατείας. Και η φήμη της είναι μεγάλη: ο Σάκης υπογραμμίζει πως η αστυνομία δεν πλησιάζει στην περιοχή, με εξαίρεση τα ΜΑΤ που εμπλέκονται συχνά σε επεισόδια με τους κατοίκους. Για τον ίδιο λόγο, αποφεύγει να παρκάρει το αυτοκίνητό του κοντά στο κέντρο, «για να μην το βρω καμένο». Σάκης: «Στα Εξάρχεια ζούσαν οι αναρχικοί και οι καταληψίες, ακόμα εκεί ζουν, κι εκεί γίνονταν όλα τα επεισόδια. Ο κόσμος πετούσε μολότοφ στην αστυνομία για να γίνουν φασαρίες –ακόμα συμβαίνει αυτό– γιατί οι αστυνομικοί ήταν πολύ βίαιοι και επιθετικοί, ειδικά απέναντι σε ανθρώπους με τη δική μας εμφάνιση. Πλέον δεν είναι ακριβώς έτσι, αλλά εκείνη την εποχή το πράγμα ήταν πολύ σοβαρό. »Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 αρχίσαμε να περνάμε όλο και περισσότερο χρόνο με κόσμο που συναντούσαμε στην πλατεία Εξαρχείων. Θα
25
rotting christ τους έλεγες crust punks, κάτι τέτοιο. Μου άρεσε πολύ η punk νοοτροπία και πήγα σε πολλές συναυλίες punk συγκροτημάτων που ήρθαν εδώ τη δεκαετία του ’80. Τα ενδιαφέροντά μας ήταν ακόμα τελείως χαοτικά – όταν κάτι γεννιέται δεν έχεις ξεκάθαρη ταυτότητα, τη βρίσκεις σιγά σιγά, κι εκείνη την εποχή γουστάραμε black metal, death metal, grind και punk. Βρήκαμε πολύ τέτοιο κόσμο και δημιουργήσαμε τη δική μας underground κοινότητα. Θα ’μουν γύρω στα 14, ο Θέμης ήταν 12 κι ο Jim πρέπει να ήταν 15 – ίσως να ’μασταν και οι μικρότεροι εκεί. Ήμασταν είκοσι άτομα συνολικά, πωρωμένοι με το underground, με τον ακραίο ήχο, ακούγαμε noise, black, thrash, death… τα πάντα. Πολύ λίγοι γούσταραν το black πάντως, ελάχιστοι ήξεραν τους Venom». Παρότι οι τρεις τους εμπνεύστηκαν μουσικά από μεγάλες μπάντες σαν τους Venom κατά κύριο λόγο, τα Εξάρχεια και οι underground punk και grind μπάντες που πρόβαραν τακτικά κι έπαιζαν εκεί ζωντανά τους έκαναν να νιώσουν πως το να παίξεις μουσική δεν είναι κάτι ακατόρθωτο. Έτσι, στα τέλη του 1987 ή στις αρχές του 1988 –η ακριβής ημερομηνία έχει χαθεί κάπου στον χρόνο– τους γεννήθηκε η ιδέα να φτιάξουν μια μπάντα. Θέμης: «Οι τρεις μας συναντιόμασταν καθημερινά και μια μέρα βρεθήκαμε σ’ ένα προβάδικο στην Αθήνα και είδαμε εν δράσει μια ελληνική μπάντα, τους Vomit. Αμέσως μας κόλλησε να κάνουμε κι εμείς συγκρότημα. Ο Σάκης είχε ήδη μια κλασική κιθάρα τότε. Αρχίσαμε να παίζουμε για την πλάκα μας, χωρίς καμία προσδοκία. Μ’ άρεσε να πηγαίνω σε λάιβ, να κάνω stage diving και τα λοιπά, ήθελα να γίνω μέρος αυτού του κόσμου». Σάκης: «Το 1987-1988 αποφασίσαμε να κάνουμε δική μας μουσική. Έπαιζα κιθάρα ένα χρόνο πριν κάνουμε το γκρουπ. Δεν έκανα ποτέ μαθήματα, πάντα ήθελα να κάνω κάτι δικό μου. Δεν είχα καμία μουσική παιδεία, το μόνο που ήθελα ήταν να έχω μια κιθάρα και να παίζω. Έβαλα τον αδερφό μου να παίξει τύμπανα – φυσικά δεν είχε δικό του σετ, στην αρχή χτυπούσε τα μαξιλάρια στο κρεβάτι. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε. »Δεν είχαμε λεφτά οπότε βουτήξαμε κάτι ψιλά για ν’ αγοράσουμε την πρώτη μου κιθάρα, κλασική ήταν φυσικά, γιατί ήθελα να γράψω κάτι δικό μου και να δω πώς λειτουργούσε το όργανο. Κλέψαμε κάτι λεφτά απ’ τη μάνα μας και είπαμε ότι τα είχε πάρει ο πατέρας μας. Τσακώθηκαν μεταξύ τους γι’ αυτό, αλλά εγώ είχα πάρει την κιθάρα. Πέρασαν λίγα χρόνια μέχρι να μάθουν την αλήθεια. Δεν έχω ξανακλέψει στη ζωή μου, αλλά ήμουν τόσο εθισμένος σ’ αυτό τον νέο τρόπο ζωής, στον καινούργιο κόσμο που ανοιγόταν μπροστά μου, που έπρεπε οπωσδήποτε να την αποκτήσω. Για τα τύμπανα μας πήρε παραπάνω, ο Θέμης αγόρασε δικό του σετ μετά από έξι ή εφτά χρόνια. Η Αθήνα είναι πυκνοκατοικημένη, έχει μεγάλες πολυ-
26
non serviam κατοικίες και είναι δύσκολο να έχεις δικά σου τύμπανα στο διαμέρισμα. Συνήθως τα συγκροτήματα χρησιμοποιούν τα ντραμς του προβάδικου κι αυτό κάναμε κι εμείς». Θέμης: «Άρχισα να μαθαίνω τύμπανα ακούγοντας προσεκτικά και ταυτόχρονα παίζοντας – με άλλα λόγια ποτέ δεν έκανα μαθήματα και ποτέ δεν μελετούσα καθημερινά. Στην αρχή είχα μόνο ένα ζευγάρι μπαγκέτες και τίποτ’ άλλο, αργότερα έπαιζα χωρίς κάσα. Με τα χρόνια, στις περιοδείες βρέθηκα να μοιράζομαι την ίδια σκηνή με άλλους ντράμερ κι έτσι να μαθαίνω και να γίνομαι καλύτερος. Με βοήθησε πολύ να βλέπω άλλους ντράμερ να παίζουν και να συζητάω μαζί τους. Επιπλέον, μεγάλο κίνητρο να αναπτύξω τις ικανότητές μου ήταν το παίξιμο του David Lombardo (Slayer), του Igor Cavalera (Sepultura), του Tommy Aldridge (Ozzy Osbourne, Whitesnake), του Scott Travis των Judas Priest και του Vinny Appice (Black Sabbath, Dio). Jim: «[Ως ακροατής] Επηρεάστηκα κυρίως από μπάντες σαν τους Possessed, με επηρέασαν πάρα πολύ, και το ίδιο ισχύει για το Under The Sign Of The Black Mark των Bathory. Άλλη μια επιρροή ήταν οι Necrovore. Και οι Carcass, με το Reek of Putrefaction και το Symphonies Of Sickness, επηρέασαν πολύ κι εμένα και τον Σάκη, το ίδιο και οι Celtic Frost».
Κάποιοι από τους ακραίους δίσκους της δεκαετίας του ’80 που ενέπνευσαν τους τρεις νεαρούς μουσικούς την περίοδο που σχηματίστηκε η μπάντα.
27
IV
BLACK CHURCH ΚΑΙ ROTTING CHRIST
O
ι τρεις τους άρχισαν να κάνουν πρόβες, αντλώντας έμπνευση και επιρροές από μπάντες της Αθήνας και του εξωτερικού. Αν και τεχνικά βρίσκονταν ακόμα σε πολύ πρώιμο στάδιο, εκείνα τα πρώτα τζαμαρίσματα αποδείχτηκαν εθιστικά, εκφράζοντας το απόλυτο πάθος και την αφοσίωση του κάθε μέλους, καθώς και μια χημεία που οφειλόταν σίγουρα στους στενούς δεσμούς που είχαν αναπτυχθεί από χρόνια ανάμεσα στους τρεις. Αυτά τα πρώτα τζαμαρίσματα οδήγησαν γρήγορα στην πρώτη μορφή των Rotting Christ, αν και η επιλογή του διάσημου ονόματός τους δεν έγινε αμέσως. Η πρώτη τους ονομασία ήταν “Black Church” κι υπάρχει μάλιστα διχογνωμία ως προς τον εμπνευστή αυτού του ονόματος, αν και όλοι συμφωνούν πως το σημερινό όνομα της μπάντας οφείλεται στον Jim. Jim: «Πρώτη φορά μού ήρθε να κάνω μπάντα το 1984. Αγόρασα το πρώτο μου μπάσο κι έφτιαξα το πρώτο μου σχήμα –που ήταν οι αρχικοί Black Church– μαζί με κάτι συμμαθητές μου. Αλλά δεν ήταν και τόσο μέσα στη φάση, οπότε λίγο μετά ζήτησα από τον Σάκη και τον Θέμη να κάνουμε μια μπάντα μαζί. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία των Rotting Christ, αν και στην αρχή χρησιμοποιούσαμε το όνομα “Black Church”. Θα χαρακτήριζα τους πρώτους Black Church “απλοϊκό heavy metal” – ήταν απλά heavy metal, σαν Saxon ή Mercyful Fate, αλλά χωρίς το καλό παίξιμο! »Πρώτη φορά σκέφτηκα το όνομα “Rotting Christ” πάλι το 1984, αφού άκουσα τον δίσκο Apocalyptic Raids των Hellhammer, που μου τον είχε γράψει ένας φίλος σε κασέτα. Σκέφτηκα: “Αν έκανα ποτέ δική μου μπάντα, ποιο θα ’ταν το πιο φρικιαστικό όνομα;”. Αφού έγραψα σ’ ένα χαρτί όλα τα ονόματα, μου ήρθε το “Rotting Christ”… και πολλά χρόνια μετά το χρησιμοποίησα. Δεν ξέρω αν είχα την μπάντα σαν κάτι σοβαρό στο μυαλό μου όταν ξεκινήσαμε. Όπως και κάθε άλλο συγκρότημα, νομίζω ότι αρχίσαμε να παίζουμε μουσική απλά επειδή την αγαπούσαμε και αργότερα έγινε κάτι πιο σοβαρό. Στην αρχή το κάναμε μόνο για τη μουσική». Σάκης: «Στην αρχή θέλαμε ν’ ακουγόμαστε σαν τα ινδάλματά μας, μαζεύαμε κασέτες και βινύλια, θέλαμε να κάνουμε κι εμείς κάτι παρόμοιο. Εί-
28
non serviam χαμε ήδη ακούσει τους Venom, τους Hellhammer, τους Celtic Frost, τους Bathory, κι αυτός ήταν ο ήχος που θέλαμε. Στην αρχή το συγκρότημα λεγόταν “Black Church”, το “Black” ήταν από το black metal και η εκκλησία σαν κάτι που ήμασταν εναντίον του. Ποτέ όμως δεν χρησιμοποιήσαμε επίσημα το όνομα, γιατί μετά από λίγο καιρό ο Jim μας είπε: “Βρήκα ένα καλό όνομα, ας πούμε την μπάντα Rotting Christ”. Εννοείται ότι συμφώνησα – ήταν τέλειο όνομα. Ήταν ακραίο αλλά κι εμείς ακραίοι ήμασταν, μας άρεσε να πηγαίνουμε κόντρα στην κοινωνία». Jim: «Το όνομα δημιούργησε αρκετά προβλήματα – ο κόσμος στην Ελλάδα που το μετέφραζε έλεγε: “Θεέ μου, τι είναι αυτό, είστε σοβαροί;”. Ξέρω πάντως ότι και στο εξωτερικό έχουν υπάρξει σοβαρά προβλήματα. Οι οικογένειές μας δεν έπαιρναν το συγκρότημα στα σοβαρά, αλλά ήταν ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι, μας αγαπούσαν και μας στήριζαν πολύ. Αν και φυσικά δεν καταλάβαιναν αυτή τη μουσική». Σάκης: «Δεν ήταν εύκολο να ζεις στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια αν επέλεγες ν’ ακολουθήσεις κάποιο άλλο δόγμα πέρα απ’ την ορθοδοξία, πόσο μάλλον αν είχες μπάντα που λεγόταν Rotting Christ. Όσοι καταλάβαιναν τι σημαίνει το ερμήνευαν σαν κάτι “αμαρτωλό”, σαν μια απειλή για τις ασφαλείς και φοβισμένες τους ζωές. Μακριά μαλλιά, δερμάτινα, ανάποδοι σταυροί, ραφτά των Venom με το Welcome To Hell… όλα αυτά σόκαραν και ενοχλούσαν τις αρχές, οπότε κατά κάποιο τρόπο αντιμετωπίζαμε μια “σιωπηλή δίωξη” απ’ αυτούς. Αλλά για μας ήταν τιμή και ταυτόχρονα στόχος να ταρακουνήσουμε τους φονταμενταλιστικούς θεσμούς μιας συντηρητικής και θρησκόληπτης κοινωνίας. Για την ακρίβεια, αυτή ήταν η μοίρα και η αποστολή του extreme metal. »Όπως αποδείχτηκε, δεν είχαμε τελικά τόσες πολλές αντιδράσεις τα πρώτα χρόνια – οι περισσότεροι εδώ δεν ήξεραν καλά αγγλικά και δεν είχαμε προβλήματα. Τα προβλήματα άρχισαν στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν ξέσπασε στην Ελλάδα ένα μεγάλο σκάνδαλο. Κάποιοι σατανιστές έκαναν δύο δολοφονίες –“θυσίες”, όπως τις αποκάλεσαν– και οι δολοφόνοι είχαν κάποιες διασυνδέσεις με τη μεταλλική κοινότητα. Αυτό ήταν πρόβλημα. Δεν προέρχονταν φυσικά από το underground, αλλά στην Ελλάδα έγινε πολύ μεγάλο θέμα. Οι αρχές τρομοκρατήθηκαν και η αστυνομία άρχισε να μας ψάχνει. Προσήγαγαν μάλιστα κάποιες μπάντες και στην Ασφάλεια έλεγαν, μάλλον για λόγους εντυπωσιασμού, πως είχε συσταθεί και ξεχωριστό Τμήμα Δίωξης Σατανιστών. Όχι μόνο εμείς, όλοι οι μεταλλάδες εξαφανίστηκαν για μερικούς μήνες. Ήταν κάπως σαν αυτό που έγινε στη Νορβηγία, απλά χωρίς το κάψιμο των εκκλησιών, γιατί έτσι και κάνεις κάτι τέτοιο στην Ελλάδα δεν αποκλείεται καθόλου και να σε
29
rotting christ
Ο Jim κάνει crowd surfing σε συναυλία των Flames το 1988.
καθαρίσουν. Όχι μόνο οι αρχές, μέχρι κι οι απλοί πολίτες μπορεί να σε σκοτώσουν. Δεν είναι όπως στη Σκανδιναβία, οι Έλληνες έχουν κόλλημα με τη θρησκεία κι αν κάνεις κάτι τέτοιο θα μπλέξεις πολύ άσχημα. »Ούτε οι γονείς μας μπορούσαν να καταλάβουν τι προσπαθούσαμε να κάνουμε –κανείς γονιός δεν θα καταλάβαινε το metal ή το extreme metal– κι επειδή δεν είχαμε όρεξη για τσακωμούς μαζί τους, απλώς δεν το συζητούσαμε. Ήξεραν πως είχαμε συγκρότημα, αλλά ποτέ δεν έδωσαν σημασία. Όπως όλοι οι γονείς, μας έλεγαν: “Μην ασχολείσαι πολύ, κοίτα να βρεις μια κανονική δουλειά”. Λίγο αργότερα, την πρώτη φορά που πήγαμε στο Μεξικό, είπαμε στη μητέρα μας ότι πηγαίναμε στη Γερμανία, γιατί το Μεξικό ήταν πολύ μακριά και μάλλον δεν θα μας άφηνε. Μας άρεσαν τα ταξίδια κι όταν έκλεισα τα 18 πήρα τον αδερφό μου και ταξιδέψαμε με τρένο για να δούμε τον κόσμο. Φύγαμε από την Αθήνα και φτάσαμε στο Άμστερνταμ, κάναμε τον γύρο της Ευρώπης. Θυμάμαι που είδαμε τους Paradise Lost στο Παρίσι». Ενώ τα δύο αδέρφια συνεχίζουν να γυρίζουν τον κόσμο και να δουλεύουν μαζί μέχρι σήμερα, πρέπει να σημειώσουμε πως για πολλά χρόνια ο Jim Mutilator δεν είχε καμία επαφή με τα άλλα ιδρυτικά μέλη του σχήματος. Μετά από πολύ κόπο, οι συγγραφείς του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας κατάφεραν να τον εντοπίσουν και να ξεκινήσουν μαζί του μια
30
non serviam επικοινωνία που κατέληξε σε δύο συναντήσεις στην Αθήνα, η δεύτερη εκ των οποίων αποτέλεσε και την πρώτη φορά που η κλασική σύνθεση, αποτελούμενη από τους Σάκη, Θέμη, Jim και Morbid (περισσότερα γι’ αυτόν παρακάτω), συναντιούνταν μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες. Δίχως αμφιβολία, ο Jim είναι ενδιαφέρων τύπος. Σήμερα ζει στα βουνά, «μαζί με τις αρκούδες και τους λύκους», και δεν συμμετέχει ενεργά στη metal σκηνή, αν και παραμένει αφοσιωμένος οπαδός και παρακολουθεί στενά τα νέα σχήματα και τις κυκλοφορίες από Ελλάδα και εξωτερικό. Έχει επίσης ένα ακυκλοφόρητο άλμπουμ με δικές του συνθέσεις που αξίζει να κυκλοφορήσει επίσημα· παρότι ηχογραφημένο σαν ντέμο στο σπίτι του, οι επικές κιθαριστικές μελωδίες και τα πολυεπίπεδα ογκώδη πλήκτρα σε κομμάτια όπως τα “Splendour Of The Sun” και “In The Tongues Of Birds” απηχούν σίγουρα τη συναρπαστική ατμόσφαιρα των Rotting Christ των αρχών της δεκαετίας του ’90 και του ελληνικού black metal εν γένει. Κατά περίεργο τρόπο, ούτε τα δύο αδέρφια γνωρίζουν πολλά για τη ζωή του Jim τα τελευταία χρόνια. Σάκης: «O Jim είναι ένα μυστήριο». Θέμης: «Κανείς δεν ξέρει τι κάνει ο Jim. Θυμάμαι που τον συνάντησα πριν δέκα χρόνια στο χωριό μας με την οικογένειά του κι είχε ένα τεράστιο, πανάκριβο αμάξι. Μου κάνει: “Πώς πάει, ρε Θέμη;”. Τον ρωτάω: “Πού το βρήκες το αμάξι, ρε;” Είχε αγοράσει και σπίτι εκείνο τον καιρό… Μετά από μερικά χρόνια, βέβαια, όλα αυτά είχαν χαθεί. Αλλά πάντα έχει κάτι στα σκαριά». Παρά το μυστήριο που τον περιβάλλει, όπως λέει κι ο ίδιος στο δεύτερο κεφάλαιο, στη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήταν κάτι σαν ο τρίτος αδερφός και για κάποιο διάστημα ηγετική μορφή των Rotting Christ, και η μακρόχρονη απουσία του τον έχει μετατρέψει σε cult φιγούρα για την underground metal σκηνή. Ο Σάκης θυμάται την προσωπικότητα του επί πολλά χρόνια συνεργάτη του στα πρώτα βήματα της μπάντας… Σάκης: «Τώρα που το σκέφτομαι, ο Jim ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος με ακραία συμπεριφορά. Δεν ήταν βίαιος, αλλά ήθελε να κάνει τα πάντα πρώτος, να χωθεί πρώτος στη μάχη, κι έκανε πολλά νωρίς στη ζωή του. Ήταν μεταλλάς, πάνκης, νορμάλ, περίεργος… κατά κάποιο τρόπο ήταν τα πάντα. Ήταν πολύ δημοφιλής, ευχάριστος τύπος, αλλά είχε τις παραξενιές του και πάντα ήταν δύσκολο να καταλάβεις τι σκεφτόταν για τη ζωή και ποια ήταν τα πλάνα του. Ήταν αρκετά χαοτικός και νομίζω ότι τότε απλά ήθελε να δημιουργεί χάος χωρίς λόγο. »Ήταν πολύ δραστήριος – στους Rotting Christ, σε άλλες μπάντες, στο underground γενικά, και απ’ την αρχή του συγκροτήματος αποκα-
31
rotting christ λούσε τον εαυτό του “Mutilator”. Έπαιρνε το ψευδώνυμό του στα σοβαρά και μάλιστα άλλαξε το όνομα στο κουδούνι της πολυκατοικίας του για να μην μπερδεύεται ο ταχυδρόμος, αφού όλα τα γράμματα είχαν παραλήπτη τον “Mutilator”. Και μ’ εμένα έτσι γινόταν, έρχονταν πολλά γράμματα για τον “Necromayhem”, που ήταν το ψευδώνυμό μου, αλλά πολλές φορές τα γράμματα δεν μου έφταναν ποτέ. Κι όχι μόνο αυτό – κάποιος τα έκλεβε, κι έτσι όποτε άκουγα τον ταχυδρόμο έτρεχα στην είσοδο να τα παραλάβω μόνος μου. »Στις πολύ αρχές χρησιμοποιούσα το όνομα “Necromayhem” και ο Θέμης ήταν ο “Necrosauron”. Είχαμε επικοινωνία με πολλές μπάντες τότε, αγοράζαμε όλα τα φανζίν και είχαμε δημιουργήσει αυτή τη μαύρη ατμόσφαιρα, οπότε ήταν λογικό να χρησιμοποιούμε τέτοια ονόματα. Είχα ήδη το παρατσούκλι “Necro” και μετά από λίγο πρόσθεσα και το “mayhem” γιατί ήμουν φαν των Mayhem – το ίδιο κι ο αδερφός μου, πρόσθεσε το “Sauron” [σε κάποιες κυκλοφορίες είναι γραμμένο “Savron”] γιατί διάβαζε πολύ Tolkien».
32