Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
VIRGINIA WOOLF Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ ΤΊΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΎΠΟΥ
The Legacy
First published in 1944 COPYRIGHT © 2026 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΚΔΟΣΗ
Brainfood Εκδοτική
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ & ΣΕΙΡΑΣ
Θάνος Καραγιαννόπουλος
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΞΩΦΥΛ ΛΟΥ - ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Λίλα Κούπριζα
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
Νίκος Χατζόπουλος
BR AINFOOD ΕΚΔΟΤΙΚΉ ΜΕΠΕ
Εμπεδοκλέους 28 & Σουρή 20, 12131 Περιστέρι Τηλ.: 210 2514123 Email: contact@brainfoodmedia.gr www.brainfood.gr Iανουάριος 2026 ISBN: 978-618-236-307-2 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.
VIRGINIA WOOLF
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ Μ ΕΤΑΦΡΑ ΣΗ
ΒΑ ΣΙ Λ ΙΚ Η ΚΟΚ Κ ΙΝΟΥ
Γ
«
ια τη Σίσσυ Μίλλερ», διάβασε ο Γκίλμπερτ Κλάντον την αφιέρωση, βγάζοντας την καρφίτσα με τα μαργαριτάρια
από τον σωρό με τα δαχτυλίδια και τις καρφίτσες που ήταν πάνω σ’ ένα τραπεζάκι στο σαλόνι της γυναίκας του. «Για τη Σίσσυ Μίλλερ, με όλη μου την αγάπη». Περίεργο που η Άντζελα είχε θυμηθεί μέχρι και τη Σίσσυ Μίλλερ, τη γραμματέα της. Ήταν όντως πολύ παράξενο, σκέφτηκε ο Γκίλμπερτ Κλάντον γι’ άλλη μια φορά, ότι είχε αφήσει τα πάντα με τόση τάξη – σε όλους της τους φίλους άφησε από ένα δωράκι. Λες και είχε προαισθανθεί τον θάνατό της. Ήταν όμως απολύτως υγιής όταν έφυγε απ’ το σπί-
7
VIRGINIA WOOLF
τι εκείνο το πρωινό πριν από έξι εβδομάδες· όταν κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο Πικαντίλι και τη σκότωσε ένα αυτοκίνητο. Ο κύριος Κλάντον περίμενε τη Σίσσυ Μίλλερ. Της είχε ζητήσει να έρθει στο σπίτι· ένιωθε ότι μετά απ’ όλα αυτά τα χρόνια που ήταν μαζί τους της χρωστούσε αυτή την ένδειξη εκτίμησης. Ναι, σκεφτόταν έτσι όπως καθόταν εκεί και την περίμενε, ήταν παράξενο που η Άντζελα είχε αφήσει τα πάντα σε τόσο μεγάλη τάξη. Σε κάθε φίλο είχε αφήσει ένα μικρό δείγμα της αγάπης της. Κάθε δαχτυλίδι, κάθε περιδέραιο, κάθε μικρό κινέζικο κουτί –η Άντζελα είχε πάθος με τα μικρά κουτιά– είχε κι ένα όνομα πάνω. Και το καθένα αποτελούσε κάποια ανάμνηση γι’ αυτόν. Ετούτο εδώ της το είχε χαρίσει εκείνος· εκείνο εκεί –το σμαλτωμένο δελφίνι με τα μάτια στο χρώμα του ρουμπινιού– το είχε ανακαλύψει η Άντζελα σ’ ένα δρομάκι της Βενετίας. Ακόμα θυμόταν τη μικρή ενθουσιώδη κραυγή της. Σ’ αυτόν, φυσικά, δεν είχε αφήσει τίποτε ξεχωριστό, εκτός κι αν το ημερολόγιό της
8
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
ήταν το δώρο της για εκείνον. Δεκαπέντε μικροί τόμοι, βιβλιοδετημένοι με πράσινο δέρμα, βρίσκονταν πίσω του, πάνω στο γραφείο της. Από τότε που παντρεύτηκαν κρατούσε ημερολόγιο. Κάποια από τα ελάχιστα καβγαδάκια τους –δεν μπορούσε να τα χαρακτηρίσει αληθινούς καβγάδες, μάλλον μικροφιλονικίες– είχαν σαν αφορμή εκείνο το ημερολόγιο. «Όχι, όχι», λες και την άκουγε να λέει, «μετά τον θάνατό μου… ενδεχομένως». Του το είχε αφήσει, λοιπόν, εν είδει κληρονομιάς. Ήταν το μόνο πράγμα που δεν είχαν μοιραστεί όσο εκείνη ζούσε. Πάντως, ο Γκίλμπερτ θεωρούσε δεδομένο ότι θα έφευγε πρώτος. Αν η Άντζελα είχε σταματήσει μόνο για μια στιγμή να σκεφτεί θα ήταν τώρα ζωντανή. Όμως είχε κατέβει αμέσως απ’ το πεζοδρόμιο, δήλωσε ο οδηγός του αυτοκινήτου κατά την ανάκριση. Δεν του έδωσε την ευκαιρία να σταματήσει… Εκείνη τη στιγμή, ομιλίες στο χολ διέκοψαν τις σκέψεις του. «Η δεσποινίς Μίλλερ, κύριε», είπε η υπηρέτρια. Η νεαρή γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο. Δεν την
9
VIRGINIA WOOLF
είχε ξαναδεί ποτέ μόνος στη ζωή του και, φυσικά, ούτε κλαμένη. Δεν ήταν άξιο απορίας ότι έδειχνε πολύ στενοχωρημένη. Η Άντζελα ήταν για εκείνη κάτι παραπάνω από μια απλή εργοδότρια. Ήταν φίλη της. Όσο για εκείνον, σκέφτηκε καθώς έσπρωχνε μια καρέκλα και της ζητούσε να καθίσει, μάλλον δεν διέθετε τίποτε που να την ξεχωρίζει από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα του σιναφιού της. Υπήρχαν χιλιάδες Σίσσυ Μίλλερ, άχαρες, μαυροντυμένες γυναικούλες με χαρτοφύλακα. Η Άντζελα, ωστόσο, καλοπροαίρετη όπως ήταν, είχε ανακαλύψει κάθε είδους αρετές στη Σίσσυ Μίλλερ. Ήταν η προσωποποίηση της διακριτικότητας· τόσο ήσυχη· τόσο έμπιστη που μπορούσες να της πεις τα πάντα... και άλλα συναφή. Στην αρχή, η δεσποινίς Μίλλερ αδυνατούσε να αρθρώσει λέξη. Καθόταν εκεί σκουπίζοντας τα μάτια με το μαντίλι της. Ύστερα έκανε μια προσπάθεια να μιλήσει. «Σας ζητώ συγγνώμη, κύριε Κλάντον», είπε. Εκείνος κάτι μουρμούρισε. Και βέβαια καταλά-
10
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
βαινε. Ήταν φυσικό. Μπορούσε να μαντέψει τι σήμαινε η γυναίκα του για εκείνη. «Ήμουν πολύ ευτυχισμένη εδώ», είπε κοιτάζοντας γύρω της. Το βλέμμα της στάθηκε στο γραφείο πίσω του. Εκεί δούλευαν – εκείνη και η Άντζελα. Διότι η Άντζελα, ως σύζυγος εξέχοντος πολιτικού, είχε τα δικά της καθήκοντα. Τον είχε βοηθήσει πολύ να διαπρέψει στον χώρο του. Ο Γκίλμπερτ είχε δει πολλές φορές την Άντζελα και τη Σίσσυ να κάθονται σ’ εκείνο το γραφείο, τη Σίσσυ μπροστά στη γραφομηχανή να δακτυλογραφεί τις επιστολές που της υπαγόρευε η Άντζελα. Αναμφίβολα, το ίδιο σκεφτόταν και η δεσποινίς Μίλλερ. Τώρα δεν είχε παρά να της δώσει την καρφίτσα που της είχε αφήσει η γυναίκα του. Ένα δώρο που μάλλον δεν της ταίριαζε. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να της αφήσει κάποιο χρηματικό ποσό ή έστω τη γραφομηχανή. Να την όμως – «Για τη Σίσσυ Μίλλερ, με όλη μου την αγάπη». Και παίρνοντας την καρφίτσα, της την έδωσε λέγοντας μερικά λόγια που είχε προετοιμάσει. Ήξερε, της είπε, ότι θα την εκτιμούσε. Η γυναί-
11
VIRGINIA WOOLF
κα του τη φορούσε συχνά… Κι εκείνη, καθώς την έπαιρνε στα χέρια της, λες και είχε προετοιμάσει επίσης μερικά λόγια, απάντησε πως θα τη φυλούσε σαν θησαυρό… Θα είχε, υπέθεσε ο Γκίλμπερτ, κι άλλα ρούχα που πάνω τους η καρφίτσα δεν θα φάνταζε τόσο παράταιρη. Η Μίλλερ φορούσε τη μαύρη ζακέτα και τη φούστα που θα έλεγε κανείς πως ήταν η επαγγελματική στολή της. Ύστερα θυμήθηκε ότι η γυναίκα πενθούσε. Είχε βιώσει κι αυτή μια τραγωδία – ένας αδελφός με τον οποίο ήταν στενά δεμένη είχε πεθάνει μόλις μία ή δύο εβδομάδες πριν από την Άντζελα. Σε κάποιο ατύχημα, μήπως; Δεν μπορούσε να θυμηθεί – η Άντζελα του το είχε πει. Η Άντζελα με την ευαίσθητη ψυχή της είχε στενοχωρηθεί αφάνταστα. Εντωμεταξύ, η Σίσσυ Μίλλερ είχε σηκωθεί. Έβαζε τα γάντια της. Προφανώς είχε καταλάβει ότι η παρουσία της ενοχλούσε. Όμως εκείνος δεν μπορούσε να την αφήσει να φύγει χωρίς να κάνει κάποια νύξη σχετικά με το μέλλον της. Ποια ήταν τα σχέδιά της; Μήπως μπορούσε να τη βοηθήσει;
12
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
Εκείνη κοίταζε το γραφείο, εκεί όπου καθόταν με τη γραφομηχανή της, εκεί όπου κειτόταν το ημερολόγιο. Και χαμένη στις αναμνήσεις της με την Άντζελα, δεν απάντησε αμέσως στην πρόθεσή του να τη βοηθήσει. Η κοπέλα φάνηκε για μια στιγμή να μην καταλαβαίνει. Έτσι εκείνος επανέλαβε: «Ποια είναι τα σχέδιά σας, δεσποινίς Μίλλερ;» «Τα σχέδιά μου; Ω, όλα καλά, κύριε Κλάντον», αναφώνησε. «Σας παρακαλώ, μην ενοχλείστε για μένα». Εκείνος υπέθεσε ότι δεν είχε ανάγκη από οικονομική βοήθεια. Συνειδητοποίησε πως θα ήταν καλύτερα να της στείλει ένα γράμμα αναφορικά μ’ αυτό το θέμα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει τη δεδομένη στιγμή ήταν να της πει, σφίγγοντας το χέρι της: «Να θυμάστε, δεσποινίς Μίλλερ, αν μπορώ να σας βοηθήσω με οποιονδήποτε τρόπο, θα το έκανα με μεγάλη χαρά…» Ύστερα άνοιξε την πόρτα. Για μια στιγμή η κοπέλα, φτάνοντας στο κατώφλι, κοντοστάθηκε, λες και μια ξαφνική σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της.
13
VIRGINIA WOOLF
«Κύριε Κλάντον», είπε και τον κοίταξε κατάματα για πρώτη φορά και για πρώτη φορά του έκανε εντύπωση η έκφραση, συμπονετική αλλά και διερευνητική, στα μάτια της. «Αν κάποια στιγμή», συνέχισε εκείνη, «χρειαστείτε τη βοήθειά μου, να θυμάστε πως θα είναι χαρά μου να σας βοηθήσω, το οφείλω στη γυναίκα σας…» Και μετά απ’ αυτή τη φράση έφυγε. Τα λόγια της και το βλέμμα που τα συνόδευσε ήταν εντελώς απρόσμενα. Θαρρείς και πίστευε ή ήλπιζε πως θα τη χρειαζόταν. Μια παράξενη, εξωπραγματική ενδεχομένως ιδέα πέρασε απ’ το μυαλό του καθώς επέστρεφε στην καρέκλα του. Ήταν δυνατόν, όλα αυτά τα χρόνια που εκείνος μετά βίας αντιλαμβανόταν την παρουσία της, εκείνη, καθώς λένε οι μυθιστοριογράφοι, να έτρεφε φλογερά αισθήματα γι’ αυτόν; Περνώντας μπροστά απ’ τον καθρέφτη το βλέμμα του έπεσε στο είδωλό του. Είχε περάσει τα πενήντα, ωστόσο όφειλε να παραδεχτεί ότι παρέμενε, όπως του έδειχνε ο καθρέφτης, ένας ιδιαίτερα ευπαρουσίαστος άντρας.
14
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
«Κακόμοιρη, Σίσσυ Μίλλερ!» είπε μισογελώντας. Πόσο θα ήθελε να μοιραστεί αυτό το αστείο με τη γυναίκα του! Στράφηκε ενστικτωδώς στο ημερολόγιό της. «Γκίλμπερτ», διάβασε ανοίγοντάς το σε μια σελίδα στην τύχη, «φαινόσουν τόσο υπέροχος…» Λες και απαντούσε απευθείας στο ερώτημά του. Είναι φυσικό, φαινόταν να του λέει, που οι γυναίκες σε βρίσκουν τόσο ελκυστικό. Το ίδιο θα ένιωθε και η Σίσσυ Μίλλερ, φυσικά. Συνέχισε να διαβάζει. «Πόσο περήφανη νιώθω που είμαι γυναίκα του!» Κι εκείνος ήταν πάντα πολύ περήφανος που ήταν σύζυγός της. Συχνά, όταν δειπνούσαν κάπου έξω, την κοίταζε απέναντί του στο τραπέζι κι έλεγε από μέσα του: «Είναι η πιο χαριτωμένη γυναίκα εδώ μέσα!» Συνέχισε να διαβάζει. Ήταν την πρώτη χρονιά που είχε βάλει υποψηφιότητα για βουλευτής. Η Άντζελα τον συνόδευε όποτε επισκεπτόταν την εκλογική του περιφέρεια. «Όταν ο Γκίλμπερτ κάθισε, το χειροκρότημα ήταν φοβερό. Όλο το ακροατήριο σηκώθηκε όρθιο και τραγούδησε: For he’ s a jolly
15
VIRGINIA WOOLF
good fellow1. Είχα συγκινηθεί πολύ». Ο Γκίλμπερτ το θυμόταν κι αυτό. Η Άντζελα καθόταν πλάι του στην εξέδρα. Ακόμα μπορούσε να δει το βλέμμα που του έριξε και τα δάκρυα στα μάτια της. Και μετά; Γύρισε τις σελίδες. Είχαν πάει στη Βενετία. Θυμήθηκε τις όμορφες διακοπές τους μετά τις εκλογές. «Φάγαμε παγωτό στο Φλοριάνς». Χαμογέλασε – έκανε ακόμα σαν παιδί· της άρεσαν πολύ τα παγωτά. «Ο Γκίλμπερτ μου αφηγήθηκε την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της Βενετίας. Μου είπε ότι οι δόγηδες…» τα είχε γράψει όλα αυτά με τον κοριτσίστικο γραφικό χαρακτήρα της. Μια από τις απολαύσεις τού να ταξιδεύει κάποιος με την Άντζελα ήταν η δίψα της για μάθηση. Συνήθιζε να λέει πως ήταν απίστευτα αδαής, λες και αυτό δεν ήταν ένα από τα γοητευτικά χαρίσματά της. Ύστερα –άνοιξε τον επόμενο τόμο– είχαν επιστρέψει στο Λονδίνο. 1. Δημοφιλές εορταστικό τραγούδι στις αγγλοσαξονικές χώρες, που λέγεται όταν θέλουν να συγχαρούν κάποιον για ένα σημαντικό γεγονός.
16
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
«Ήμουν πολύ αγχωμένη, ήθελα να κάνω καλή εντύπωση. Φόρεσα το νυφικό μου φόρεμα». Την έβλεπε τώρα καθισμένη δίπλα στον ηλικιωμένο σερ Έντουαρντ, τον αρχηγό του, πώς κατέκτησε εκείνο τον τρομερό γέροντα που τον έτρεμαν όλοι. Ξεφύλλισε γρήγορα τις επόμενες σελίδες, συμπληρώνοντας τη μία σκηνή μετά την άλλη με τα ετερόκλητα αποσπάσματα του ημερολογίου της. «Δείπνο στη Βουλή των Κοινοτήτων… Χοροεσπερίδα στους Λάβγκροουβ. Είχα συνειδητοποιήσει τις ευθύνες μου ως σύζυγος του Γκίλμπερτ, με ρώτησε η Λαίδη Λ.». Έπειτα, καθώς τα χρόνια περνούσαν –πήρε έναν άλλο τόμο από το τραπέζι– η δουλειά του τον απορροφούσε όλο και πιο πολύ. Κι εκείνη, φυσικά, έμενε όλο και πιο συχνά μόνη... Προφανώς στενοχωριόταν πολύ που δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. «Πόσο θα ήθελα», διάβασε σε μια σημείωση, «να είχε ο Γκίλμπερτ έναν γιο!» Παραδόξως, ο ίδιος δεν στενοχωριόταν διόλου γι’ αυτό. Η ζωή ήταν τόσο γεμάτη, τόσο πλούσια έτσι όπως ήταν. Εκείνη τη χρονιά του είχαν δώσει μια μικρή θέση στην κυ-
17
VIRGINIA WOOLF
βέρνηση. Πολύ μικρή θέση, στην πραγματικότητα, αλλά το σχόλιό της ήταν: «Τώρα είμαι απόλυτα βέβαιη ότι θα γίνει πρωθυπουργός!» Όντως, αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά ίσως να τα είχε καταφέρει. Έκανε μια παύση για να αναλογιστεί τι μπορεί να είχε φταίξει. Η πολιτική είναι σαν τον τζόγο, σκέφτηκε· όμως το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει ακόμα. Όχι στα πενήντα. Έριξε μια γρήγορη ματιά στις επόμενες σελίδες που ήταν γεμάτες επουσιώδη πράγματα, ασήμαντα, χαρούμενα, καθημερινά μικροπράγματα που αποτελούσαν τη ζωή της. Πήρε έναν άλλο τόμο και τον άνοιξε στην τύχη. «Τι δειλή που είμαι! Πάλι άφησα την ευκαιρία να χαθεί. Όμως μου φάνηκε εγωιστικό να τον ενοχλώ με τα δικά μου προβλήματα, όταν έχει τόσες σκοτούρες στο κεφάλι του. Σπάνια περνάμε πια τα βράδια μαζί». Τι εννοούσε μ’ αυτό; Ω, αυτή ήταν η εξήγηση – αναφερόταν στη δουλειά της στο Ιστ Εντ. «Βρήκα τελικά το θάρρος και μίλησα στον Γκίλμπερτ. Ήταν τόσο ευγενικός, τόσο καλός. Δεν
18
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
έφερε καμία αντίρρηση». Θυμόταν τη συγκεκριμένη συνομιλία. Του είχε πει ότι αισθανόταν τόσο αργόσχολη, τόσο άχρηστη. Επιθυμούσε να βρει κι αυτή μια δουλειά. Ήθελε να κάνει κάτι –θυμήθηκε πως είχε κοκκινίσει πολύ χαριτωμένα, καθώς το έλεγε, καθισμένη σ’ αυτήν ακριβώς την καρέκλα– για να βοηθήσει άλλους ανθρώπους. Εκείνος την πείραξε λιγάκι. Δεν της έφτανε η φροντίδα του και η φροντίδα του σπιτιού της; Αν όμως αυτό την ευχαριστούσε, εκείνος φυσικά δεν είχε αντίρρηση. Με τι ακριβώς ήθελε να ασχοληθεί; Με κάποια περιφέρεια ειδικά; Με κάποια επιτροπή; Έπρεπε μόνο να του υποσχεθεί ότι δεν θα αρρώσταινε. Έτσι λοιπόν, κάθε Τετάρτη πήγαινε στο Γουάιτσαπελ. Θυμήθηκε πόσο απεχθανόταν τα ρούχα που φορούσε στην προκειμένη περίπτωση. Αλλά η Άντζελα φαινόταν να το έχει πάρει πολύ σοβαρά. Το ημερολόγιό της ήταν γεμάτο από αναφορές του τύπου: «Είδα την κυρία Τζόουνς… Έχει δέκα παιδιά… Ο σύζυγός της έχασε το χέρι του σε ατύχημα… Έκανα ό,τι ήταν δυνατό για να βρω δουλειά στη Λίλλυ». Παρέλειψε
19
VIRGINIA WOOLF
μερικές σελίδες. Το δικό του όνομα εμφανιζόταν πια λιγότερο συχνά. Το ενδιαφέρον του μειώθηκε. Ορισμένες καταγραφές δεν του έλεγαν τίποτε. Για παράδειγμα: «Έντονη συζήτηση για τον σοσιαλισμό με Μπ. Μ.» Ποιος ήταν ο Μπ. Μ.; Αδυνατούσε να φανταστεί σε ποιον ανήκαν τα εν λόγω αρχικά· σε καμιά γυναίκα, υπέθεσε, που είχε γνωρίσει σε κάποια από τις επιτροπές της. «Μπ. Μ. κατέκρινε με μεγάλη βιαιότητα τις ανώτερες τάξεις… Μετά τη σύσκεψη επέστρεψα με τα πόδια, μαζί με Μπ. Μ., και προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη. Αλλά είναι τόσο στενόμυαλος». Άρα ο Μπ. Μ. ήταν άντρας – χωρίς αμφιβολία κάποιος από εκείνους τους «διανοούμενους», όπως αυτοαποκαλούνται, που είναι πολύ επιθετικοί, όπως έλεγε η Άντζελα, και ιδιαίτερα στενόμυαλοι. Ήταν φανερό ότι τον είχε καλέσει και στο σπίτι. «Μπ. Μ. ήρθε για φαγητό. Χαιρέτησε τη Μίνι διά χειραψίας!» Εκείνο το θαυμαστικό άλλαξε την εικόνα που είχε γι’ αυτόν στο μυαλό του. Ήταν φανερό ότι ο Μπ. Μ. δεν ήξερε πώς να φερθεί σε μια καμαριέρα – είχε ανταλλάξει χειραψία με
20
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
τη Μίνι! Μάλλον θα ήταν ένας από εκείνους τους ταπεινούς εργάτες που εκθέτουν τις απόψεις τους στα σαλόνια των κυριών. Ο Γκίλμπερτ γνώριζε τον συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου και δεν του άρεσε διόλου αυτός ο Μπ. Μ., όποιος κι αν ήταν. Νάτος πάλι. «Πήγα με Μπ. Μ. στον Πύργο του Λονδίνου… Είπε ότι η επανάσταση κοντοζυγώνει… Είπε ότι εμείς ζούμε στον κόσμο μας». Ήταν ακριβώς ό,τι θα περίμενε κανείς να πει ένας τύπος σαν τον Μπ. Μ. – ο Γκίλμπερτ σαν να τον άκουγε. Μπορούσε επίσης να τον δει καθαρά – ένα κοντόχοντρο ανθρωπάκι με απεριποίητη γενειάδα, κόκκινη γραβάτα, ντυμένος με τουίντ, όπως έκαναν πάντα όλοι αυτοί, που δεν είχε βγάλει ούτε ένα τίμιο μεροκάματο στη ζωή του. Πώς ήταν δυνατόν η Άντζελα να μην είχε καταλάβει τι σόι άνθρωπος ήταν; Συνέχισε να διαβάζει. «Ο Μπ. Μ. είπε μερικά πολύ δυσάρεστα πράγματα για…» Το όνομα ήταν προσεκτικά σβησμένο. «Του είπα ότι αρνιόμουν ν’ ακούσω άλλες προσβολές για…» Πάλι το όνομα είχε σβηστεί. Μήπως ήταν το δικό
21
VIRGINIA WOOLF
του; Μήπως γι’ αυτό η ‘Άντζελα κάλυψε τη σελίδα με τόση σπουδή όταν εκείνος είχε μπει στο δωμάτιο; Σ’ αυτή τη σκέψη η αντιπάθειά του για τον Μπ. Μ. μεγάλωσε. Είχε την αναίδεια να αναφερθεί στο πρόσωπό του σε τούτο εδώ το δωμάτιο. Γιατί δεν του το είπε ποτέ η Άντζελα; Δεν συνήθιζε να κρατάει μυστικά απ’ αυτόν, ήταν πάντα απόλυτα ειλικρινής. Άρχισε να γυρίζει τις σελίδες, εντοπίζοντας κάθε αναφορά στον Μπ. Μ. «Ο Μπ. Μ. μου μίλησε για τα παιδικά του χρόνια. Η μητέρα του ξενοδούλευε για να ζήσουν… Όταν το σκέφτομαι δεν αντέχω να συνεχίζω να ζω μέσα σε τόση πολυτέλεια… Τρεις γκινέες για ένα καπέλο!» Μακάρι να είχε συζητήσει αυτό το θέμα μαζί του, αντί να βασανίζει το κεφαλάκι της με τόσο δύσκολα και δυσνόητα θέματα! Ο άνθρωπος αυτός της είχε δανείσει βιβλία. ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ, Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Τα αρχικά Μπ. Μ., Μπ. Μ., Μπ. Μ. επαναλαμβάνονταν διαρκώς. Όμως γιατί δεν έβαζε ολόκληρο το όνομα; Υπήρχε μια παρατυπία, μια οικειότητα στη χρήση των αρχικών που δεν ταίριαζε
22
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
στον χαρακτήρα της Άντζελα. Αλήθεια, τον αποκαλούσε Μπ. Μ. όταν τον είχε μπροστά της; Συνέχισε την ανάγνωση. «Ο Μπ. Μ. εμφανίστηκε απροσδόκητα μετά το δείπνο. Ευτυχώς, ήμουν μόνη». Πού ήταν η αφεντιά του εκείνο το βράδυ; Έλεγξε την ημερομηνία στο σημειωματάριό του. Ήταν η βραδιά που δείπνησε στο Μάνσιον Χάουζ. Και ο Μπ. Μ. με την Άντζελα είχαν περάσει τη βραδιά μόνοι! Προσπάθησε να ανακαλέσει στη μνήμη του εκείνο το βράδυ. Τον περίμενε να γυρίσει; Το δωμάτιο είχε τη συνηθισμένη του όψη; Υπήρχαν ποτήρια στο τραπέζι; Μήπως οι καρέκλες βρίσκονταν η μία κοντά στην άλλη; Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε… τίποτε απολύτως εκτός από τον λόγο που είχε εκφωνήσει στο δείπνο του Μάνσιον Χάουζ. Η εν λόγω κατάσταση του φαινόταν όλο και πιο ανεξήγητη· η γυναίκα του να δέχεται έναν άγνωστο άντρα μόνη της. Ίσως η εξήγηση να δινόταν στον επόμενο τόμο. Πήρε βιαστικά τον τελευταίο τόμο από τα ημερολόγιά της – αυτόν που είχε αφήσει μισοτελειωμένο όταν πέθανε. Εκεί, στην πρώτη σε-
23
VIRGINIA WOOLF
λίδα, αναφερόταν πάλι σ’ εκείνο τον καταραμένο τύπο. «Δείπνησα μόνη με τον Μπ. Μ.… Ήταν πολύ ταραγμένος. Είπε πως ήταν πια καιρός να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον… Προσπάθησα να του εξηγήσω αλλά εκείνος δεν άκουγε τίποτε. Απείλησε πως αν εγώ δεν…» Η υπόλοιπη σελίδα ήταν μουτζουρωμένη. Είχε γράψει πολλές φορές τη λέξη «Αίγυπτος. Αίγυπτος. Αίγυπτος», σε όλο το φύλλο. Δεν μπορούσε να διακρίνει ούτε λέξη. Αλλά μόνο μία εξήγηση μπορούσε να υπάρχει: ο παλιάνθρωπος της είχε ζητήσει να γίνει ερωμένη του. Μόνοι στο δωμάτιό του! Ο Γκίλμπερτ Κλάντον ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Γύρισε γρήγορα τις σελίδες. Ποια ήταν η απάντησή της; Τα αρχικά είχαν σταματήσει. Τώρα ήταν απλώς «αυτός». «Αυτός ήρθε πάλι. Του είπα ότι δεν μπορούσα ν’ αποφασίσω… Τον ικέτευσα να με αφήσει ήσυχη». Ο τύπος τής είχε ριχτεί μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Μα γιατί εκείνη δεν του είπε τίποτε; Πώς ήταν δυνατόν να δίστασε έστω για μια στιγμή; «Του έγραψα ένα γράμμα». Αυτή ήταν η επόμενη καταγραφή
24
Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ
της. Ύστερα οι σελίδες ήταν λευκές. Ακολουθούσε η εξής φράση: «Δεν απάντησε στο γράμμα μου». Μετά κι άλλες λευκές σελίδες· κι ύστερα αυτό: «Πραγματοποίησε την απειλή του». Μετά απ’ αυτό – τι συνέβη μετά απ’ αυτό; Γύρισε μία μία τις σελίδες. Όλες ήταν λευκές. Αλλά εκεί, την ημέρα του θανάτου της, υπήρχε η εξής καταγραφή: «Άραγε θα έχω το κουράγιο να κάνω το ίδιο;» Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που είχε γράψει. Ο Γκίλμπερτ Κλάντον άφησε τον τόμο του ημερολογίου της να γλιστρήσει στο πάτωμα. Ήταν σαν να την έβλεπε. Στεκόταν στο πεζοδρόμιο, στο Πικαντίλι. Το βλέμμα της ήταν απλανές, οι γροθιές της σφιγμένες. Τότε φάνηκε το αυτοκίνητο… Δεν άντεχε άλλο. Έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Πήγε στο τηλέφωνο με βήμα αποφασιστικό. «Τη δεσποινίδα Μίλλερ!» Ακολούθησε σιωπή. Ύστερα άκουσε κάποιον να κινείται στο δωμάτιο στην άλλη άκρη της γραμμής. «Εδώ Σίσσυ Μίλλερ», ακούστηκε επιτέλους η φωνή της.
25
VIRGINIA WOOLF
«Ποιος είναι ο Μπ. Μ.;» βροντοφώναξε ο Γκίλμπερτ Κλάντον. Άκουγε το τικ τακ του φτηνού ρολογιού πάνω στο ράφι του τζακιού της· ύστερα έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό. Τελικά, η απάντηση ήρθε: «Ήταν ο αδελφός μου». ΗΤΑΝ ο αδελφός της· ο αδελφός της που είχε αυτοκτονήσει. «Θέλετε να σας δώσω κάποια εξήγηση;» άκουσε τη Σίσσυ Μίλλερ να ρωτάει. «Καμία!» φώναξε εκείνος. «Καμία!» Η κληρονομιά της είχε περιέλθει στην κυριότητά του. Του είχε ομολογήσει την αλήθεια. Είχε κατέβει από το πεζοδρόμιο για να ξανασμίξει με τον εραστή της. Είχε κατέβει από το πεζοδρόμιο για να ξεφύγει απ’ αυτόν.
26
ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ Ο,ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ ΤΗΣ VIRGINIA WOOLF TYΠΏΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΊΟ ΑΝΑΣΤΆΣΙΟΣ ΠΟΔΑΡΆΣ & ΣΙΑ Ε.Ε. ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΕΙΟ ΤΣΙΑΔΉΣ ΠΑΝΤΕΛΉΣ & ΥΙΟΙ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2026 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΌ ΤΗΣ BRAINFOOD ΕΚΔΟΤΙΚΉΣ. •