ΤΟ ΡΑΜΑ
Γιάννης Σιδεράκης ΤΟ ΡΑΜΑ COPYRIGHT © ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΚΔΟΣΗ
Γιάννης Σιδεράκης - BRAINFOOD ΕΚΔΟΤΙΚΉ 2025 ΥΠΕΎΘΥΝΟΣ ΈΚΔΟΣΗΣ
Νίκος Χατζόπουλος ΕΠΙΜΈΛΕΙΑ
Θάνος Καραγιαννόπουλος ΣΧΕΔΙΑΣΜΌΣ ΕΞΩΦΎΛΛΟΥ
Τάνια Γιαννάκη ΣΕΛΙΔΟΠΟΊΗΣΗ
Λίλα Κούπριζα
BRAINFOOD ΕΚΔΟΤΙΚΉ MΕΠΕ
Εμπεδοκλέους 28 & Σουρή 20, 12131 Περιστέρι Τηλ.: 210 2514123 Email: contact@brainfoodmedia.gr www.brainfood.gr Μάιος 2025 ISBN: 978-618-236-202-0
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.
Γιάννης Σιδεράκης
ΤΟ ΡΑΜΑ
…Αφήνω πίσω μου, τον σαματά και τους ανθρώπους Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους Πώς να ξεφύγω από τη μοίρα Κι έχω μέσα μου πλημμύρα, ουρανέ Για δεν υπήρξα κατεργάρης Και θα το θες να με φλερτάρεις, γαλανέ… – Νικόλας Άσιμος
ΠΡΌΛΟΓΟΣ
Η
αλήθεια είναι πως, επειδή είμαστε άνθρωποι, είμαστε θνητοί και στην πραγματικότητα απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε μετράμε αντίστροφα πότε θα πάμε πάλι στην ανυπαρξία, στον τάφο, βρίσκουμε ευφάνταστες δικαιολογίες όταν πλησιάζουμε με μαθηματική ακρίβεια εκεί όταν γερνάμε. Λέμε στους εαυτούς μας πως έχουμε πολλά να κάνουμε, πολλά να χαρούμε, πολλά να ζήσουμε, αλλά είναι όλα δικαιολογίες. Το μοναδικό που μας κρατάει είναι η σοφή φύση, που έχει προνοήσει όσο περνάνε τα χρόνια να μειώνεται και η όρεξή μας για ζωή, η φύση που κάνει το σώμα αδύναμο, που μας χαρίζει πονάκια, ανευρία και όρεξη πραγματική μόνο για ξάπλα και χουχούλιασμα, η σοφή φύση που μας κάνει πρόβες θανάτου χρόνια πριν, έτσι ώστε όταν έρθει η ώρα μας να μην κάνουμε και μεγάλη φασαρία, να μη διαμαρτυρηθούμε και πολύ. Όσοι είναι τυχεροί δηλαδή και καταφέρουν να γεράσουν. Μας κρατάει ζωντανούς γιατί δεν έχουμε όρεξη για ζωή, όσο κόντρα κι αν ακούγεται αυτό, μας κρατάει στατικούς, μας κάνει πιο υπομονετικούς, ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Σας ακούγεται λίγο ωμό; Πολλά πράγματα εμείς οι άνθρωποι τα λέμε από ευγένεια, το καταλαβαίνω, δεν θα ήταν 9
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
όμορφο να μη λέμε τίποτα ή, ακόμη χειρότερα, να βρίζουμε όλη μέρα ο ένας τον άλλον. Αν ήμασταν άλλωστε οι άνθρωποι μεταξύ μας τόσο απόλυτα ειλικρινείς, η κοινωνία όπως την ξέρουμε δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, αν και δεν ξέρω τελικά αν αυτό είναι και τόσο κακό. Η κοινωνία που ζούμε σε κανέναν δεν αρέσει πραγματικά τόσο πολύ, αλλά συνεχίζουμε να ζούμε ανάμεσά της, λίγο από συνήθεια, λίγο από φόβο, λίγο επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, αλλά στην πραγματικότητα ασφυκτιούμε. Έχουμε καταντήσει μυρμηγκάκια στις ορέξεις του κάθε ισχυρού, του Κύριου Χ, να τον ονομάσουμε, που μας έχει βάλει να δουλεύουμε δουλειές που δεν ονειρευόμασταν ποτέ, ωράρια που δεν τα είχαμε δει ούτε στους χειρότερους εφιάλτες μας, να ζούμε μια ζωή που κάποτε ούτε που θα τη φτύναμε, μόνο και μόνο για να μπορούμε να τα βγάζουμε πέρα ίσα ίσα, να μην μπορούμε να υποστηρίζουμε κανένα πραγματικό γούστο, να ζοριζόμαστε ακόμη και για τα πιο απλά κι όμως να συνεχίζουμε να συντηρούμε αυτό το σύστημα, αυτή την κοινωνία, μόνο και μόνο γιατί έτσι μάθαμε, γιατί φοβόμαστε, γιατί αισθανόμαστε εγκλωβισμένοι, λίγοι, μικροί... «Κάνε επανάσταση, ρε αδερφέ, και μη μας τα πρήζεις», θα μπορούσε να μου πει κάποιος και θα είχε δίκιο, αλλά πώς, ρε φίλε; Πώς; Έχω και τη φουστανέλα στο καθαριστήριο... Πώς να την κάνω την επανάσταση; Τέλος πάντων, αν λέγαμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, όπως τα σκεφτόμαστε, με κάθε ειλικρίνεια, η κοινωνία θα κατέρρεε και δεν νομίζω, όπως είπα, να ήταν και τόσο κακό τελικά και δεν το νομίζω μόνο εγώ. Είδα πριν λίγες μέρες μια κορεάτικη ταινία που έδειχνε ακριβώς αυτό – και μάλλον 10
ΤΟ ΡΑΜΑ
δεν ήταν σύμπτωση. Έδειχνε που λέτε έναν πιτσιρικά, που έβαλε το κουστουμάκι του και πήγε χαρούμενος για δουλειά σ’ ένα μεγάλο γραφείο με άλλους γραβατάκηδες και πίστευε ότι την έκανε λαχείο, μέχρι που κατάλαβε μετά από λίγες μέρες ότι εκεί θα αφήσει τα κοκαλάκια του δουλεύοντας 12 ώρες το εικοσιτετράωρο, εκεί θα λιώσει. Δεν μπορούσε να την κάνει κιόλας γιατί είχε ενοχές για την οικογένειά του που τον σπούδασε και πήγαινε ανόρεχτα κάθε μέρα για δουλειά, έπαθε κατάθλιψη, τα έπαιξε, αλλά συνέχιζε. Ώσπου ένα πρωί, έτσι στα ξαφνικά, καταλαβαίνει ότι έχει γίνει αποκάλυψη ζόμπι και τα ζόμπια ξεσκίζουν τους γείτονές του κι εκεί που τον παίρνουν στο κυνήγι και σκέφτομαι ότι θα φρικάρει, αυτός αρχίζει να ουρλιάζει, να ζητωκραυγάζει... «ΖΗΤΩ!!! Δεν χρειάζεται να πάω για δουλειά». Έτσι είναι αυτά, έτσι νιώθουμε όλοι λίγο πολύ, αλλά δεν το λέμε γιατί όπως είμαστε κλεισμένοι στη γυάλα μας δεν θέλουμε κανένας να μάθει τη δυστυχία μας, την πραγματική μας δυστυχία, οπότε φοράμε τις μάσκες μας και πορευόμαστε. Άλλες μάσκες είναι χαρούμενες, άλλες επιτυχημένες, άλλες αλαζονικές, αλλά όλες θλιμμένα πρόσωπα κρύβουν από κάτω, θλιμμένα και μαραζωμένα. Έτσι είναι και όποιος θέλει ας μου πει το αντίθετο... Θα του τραβήξω τη μάσκα του και τότε θα μάθει... Ίσως να κατεβάσω και τη δικιά μου, για να με δει στην πραγματικότητα! Ίσως έτσι να τρομάξει περισσότερο, δεν ξέρω, θα δω τι θα κάνω αν κάποιος μου πει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Άρχισα να μιλάω πάλι, να μιλάω πολύ όπως κάνω πάντα, και ξέχασα να πω ότι έχω να διηγηθώ μια ιστορία. «Και τι μας νοιάζει εμάς η ιστορία σου, ρε φίλε;» θα μου πείτε και 11
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
φυσικά θα έχετε δίκιο, αλλά θα απαντήσω πως όλες οι ιστορίες πρέπει να μας ενδιαφέρουν, όλες, ακόμη κι η ιστορία ενός πολυλογά πεσιμιστή όπως είμαι εγώ. Οι ιστορίες είναι ωραίες και έχουν ενδιαφέρον όταν λένε αλήθειες, όταν λένε τα πράγματα όπως έγιναν κι εγώ έτσι ακριβώς θα τα πω, γιατί έτυχε να είμαι εκεί, να τα δω με τα μάτια μου και να, ορκίζομαι σε ό,τι έχω ιερό, θα τα πω ακριβώς όπως έγιναν και όχι όπως νομίζω ότι έγιναν ή όπως θα ήθελα να γίνουν. Εντάξει, έχω τη δύναμη να πω ψέματα, να τα φουσκώσω, να υπερβάλω... Έχω τη δύναμη να κάνω ό,τι θέλω μιας που εγώ θα ξετυλίξω την ιστορία, αλλά δεν θα το κάνω, καθόλου δεν θα το κάνω – και ξέρετε γιατί; Γιατί δυστυχώς την αλήθεια δεν μπορεί κανένα ψέμα να τη φτάσει, την πραγματικότητα καμιά υπερβολή δεν μπορεί να την ισοφαρίσει κι αυτό το λέω στα σίγουρα γιατί όλες οι ιστορίες που ξέρω, και οι αληθινές αλλά και οι ψεύτικες, μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, αλλά οι αληθινές είναι τρισχειρότερες. Δηλαδή να, πάλι θα δώσω ένα παράδειγμα, το ίδιο παράδειγμα. Η ιστορία του μικρού Κορεάτη υπάλληλου είχε χάπι εντ, βγήκαν τα ζόμπι και ησύχασε, γλίτωσε από το σύστημα το απάνθρωπο, το αφεντικό και τη δουλειά και έζησε μια περιπέτεια, μεγάλη ας πούμε. Αυτό το σκηνικό το έχω δει στην πραγματική ζωή, εδώ δίπλα μου, με άνθρωπο δικό μου, όχι μου το είπε ένας που του το είπε ένας, αλλά με άνθρωπο που συναναστρέφομαι και μιλάω τακτικά. Πήγε κι αυτός σαν τον μικρό Κορεάτη υπάλληλο σε τράπεζα να δουλέψει, με όνειρα και προσδοκίες, να ζήσει τη ζωή του σαν άνθρωπος δηλαδή, και το σύστημα και το αφεντικό και ο 12
ΤΟ ΡΑΜΑ
από πάνω του, πώς τον λένε ο προσωπάρχης, και οι πελάτες, όλοι τον τρέλαναν. Δούλευε έτσι, σαν ζωντανός νεκρός, για δέκα χρόνια και αποκάλυψη ζόμπι δεν έγινε για να τον σώσει, για να φωνάξει κι αυτός ένα ζήτω, δεν θα πάω στη δουλειά ξανά, και να κόψει πέρα... Εκεί κάθε μέρα για δουλειά και τρελάθηκε ο άνθρωπος, τρελάθηκε στ’ αλήθεια έτσι; Πήγε στο τρελοκομείο και μόνο με φάρμακα ζει τώρα, σαν το ζόμπι ξανά και τα ζόμπι δεν βγήκαν να τον σώσουν, σαν τον άλλον στην ταινία, σαν τον άλλον στην ψεύτικη ιστορία... Γι’ αυτό σας λέω! Δεν θα υπερβάλω καθόλου μα καθόλου, δεν θα υπερβάλω, δεν χρειάζεται... Η ιστορία ξεκινάει σ’ ένα πολύ όμορφο μέρος, σ’ ένα ονειρικό μέρος εδώ δίπλα, 20 χιλιόμετρα από εδώ που κάθομαι και σας μιλάω, και με τα πόδια πας που λέει ο λόγος, αν είσαι και Αιθίοπας δρομέας σε μισή ωρίτσα έχεις φτάσει. Είναι κοντά, αλλά είναι πολύ όμορφα... Όπως πολλά πράγματα, μέρη και άνθρωποι είναι όμορφα και δίπλα μας, αλλά... αλλά αυτή η καθημερινότητα δεν μας αφήνει να τα δούμε, να τα ζήσουμε, να τα χαρούμε, και βλέπουμε μόνο την ασχήμια, εστιάζουμε σ’ αυτήν και περιμένουμε τα ζόμπι να εμφανιστούν για να μας σώσουν.
13
ΣΤΟ ΡΆΜΑ
Β
ορειοδυτικά στην Ελλάδα, αν κοιτάξετε στον χάρτη, κάπου θα δείτε τη θάλασσα να μπαίνει μέσα στη γη, εκεί απέναντι από τη Λευκάδα κάπως, πίσω από την Πρέβεζα. Αυτό το κομμάτι θάλασσας, λοιπόν, όπως μας έλεγαν και στο σχολείο, στο δημοτικό, είναι ένας κόλπος: όταν η θάλασσα μπαίνει μέσα στη γη δημιουργείται ένας κόλπος. Είναι ο Αμβρακικός και είναι ευλογημένο μέρος, είναι ο τέλειος ψαρότοπος γιατί τα νερά του είναι ζεστά και ρηχά και όλα τα ψάρια μπορούν να ζήσουν άνετα εκεί μέσα, να γεννήσουν τα αυγά τους, να βολτάρουν, κάποια να τραφούν από το άφθονο πλαγκτόν, άλλα να φάνε αυτά που τρώνε χορταράκια, ο κύκλος της ζωής δηλαδή και όχι μόνο των ψαριών... Τέλος πάντων, είναι παράδεισος για τα ψάρια! Ζουν εκεί ευτυχισμένα και να κάνουν ό,τι κάνουν τα ψάρια στη ζωή τους γενικά. Μαζί με τα ψάρια, εγκαταστάθηκαν γύρω του και άνθρωποι και έκαναν χωριά και πόλεις και πολύ πριν να γίνουν οι πόλεις, τα χωριά όπως τα ξέρουμε σήμερα ήταν ψαροχώρια και οι κάτοικοι ζούσαν από τη θάλασσα, ζούσαν βγάζο14
ΤΟ ΡΑΜΑ
ντας τροφή από μέσα της κι αυτή ήταν πάντα γενναιόδωρη απέναντί τους. Εγώ αυτή την εποχή δεν την πρόλαβα, αλλά θαύμαζα τον κόλπο από μικρό παιδάκι, όταν με τους γονείς μου πηγαίναμε εκδρομές, καθόμασταν στις ψαροταβέρνες για κανένα ψαράκι κι ενώ οι μεγάλοι έτρωγαν, έπιναν γελώντας δυνατά και τσακώνονταν στο τέλος ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό, το αντίθετο απ’ ό,τι κάνουμε τώρα δηλαδή, εμείς τα παιδιά ψάχναμε στα βράχια να βρούμε κάβουρες, ρίχναμε καμιά πετονιά που πάντα επέστρεφε άδεια και γενικά πολύ το ευχαριστιόμασταν. Ήταν μια μεγάλη υδάτινη παιδική χαρά. Μεγαλώνοντας, θαύμασα τα καταπληκτικά ηλιοβασιλέματα και τον γλυκό ζεστό αέρα που με χτυπούσε τα βράδια, στην επιστροφή, όταν γυρνούσαμε στην πόλη με τα μηχανάκια μας μετά από μια σύντομη βόλτα, τους στριφτερούς δρόμους κολλητά στη θάλασσα, τη μυρωδιά της αλμύρας και του βάλτου, την αίσθηση της υγρασίας που κολλάει πάνω σου. Ταξίδεψα, ταξίδεψα πολύ στη ζωή μου και είδα πελάγη και ανοιχτές θάλασσες και μεγάλα κύματα και τρομερά ηλιοβασιλέματα, αλλά σαν του Αμβρακικού δεν υπάρχει πουθενά, γιατί έχει μια ηρεμία το τοπίο που σε χαλαρώνει, που δεν νιώθεις κίνδυνο, που σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, οικεία. Εκεί, μέσα σ’ αυτό τον κόλπο, είναι ένα νησάκι, ένα μικρό νησάκι, το μεγαλύτερο από ένα σύμπλεγμα νησιών, τα Κορακονήσια, γιατί τα έβγαλαν έτσι δεν ξέρω, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι πολύ μικρά για να κατοικηθούν, στην ουσία 15
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
είναι κουκκίδες άμμου πάνω στα ήρεμα νερά, αλλά αυτό το νησάκι, το μεγαλύτερο, Κορωνησία το λένε τώρα, κατοικήθηκε από παλιά. Ποιος ξέρει για ποιο λόγο κάποιοι πήγαν και εγκαταστάθηκαν εκεί. Είναι περίεργο γιατί η ξηρά είναι δίπλα, γιατί να πάν μέσα στη θάλασσα; Και έμεναν εκεί το λοιπόν και πήγαιναν πέρα δώθε με τις μικρές τους βάρκες, τα πριάρια, που είναι ειδικά φτιαγμένα για να μη βρίσκουν στα ρηχά νερά. Η ξηρά είναι τόσο κοντά που και κολυμπώντας πας στην ανάγκη, λίγο κολυμπώντας δηλαδή και λίγο περπατώντας, γιατί το βάθος σε σημεία είναι τέτοιο που σίγουρα όλο και κάπου θα πατάς. Πήγαν και έμειναν εκεί γιατί ήθελαν την ησυχία τους; Για να ψαρεύουν καλύτερα; Ποιος ξέρει; Πάντως λίγο λίγο και με τα χρόνια έγινε, δημιουργήθηκε ένα χωριό και το πέρα δώθε συνεχιζόταν με τις βάρκες. Μια ιδιαιτερότητα που έχει αυτός ο τόπος κι ίσως έτσι τελικά να εξηγούνται όλα, είναι ότι η ξηρά με το νησί ενώνονταν κατά κάποιον τρόπο με δύο απαλές, απάτητες λωρίδες άμμου που δημιουργούσαν μια λιμνοθάλασσα ξέχωρη από τον Αμβρακικό και οι κάτοικοι, μιας και έτσι ψάρευαν καλύτερα, ήθελαν να την ξεχωρίσουν ακόμη περισσότερο κι έτσι άρχισαν να μπήγουν πασσάλους στα αβαθή νερά και κλαδιά και για να μην τα παίρνει η θάλασσα, πέταγαν πάνω και πέτρες για βάρος και έβαζαν και καλαμωτές όρθιες για να μη φεύγει η άμμος και κάπως έτσι, όλο και ρήχαινε η λιμνοθάλασσα. Κάποια στιγμή στις αρχές του '60, βαριά μηχανήματα της ΜΟΜΑ ξεκίνησαν κι αυτά να παίρνουν την άμμο και να την πετάνε πάνω στο τοίχος που όλο και ψήλωνε, ενώ στη συ16
ΤΟ ΡΑΜΑ
νέχεια πήραν μεγάλα βράχια και τα τοποθέτησαν δεξιά και αριστερά, δημιουργώντας έτσι ένα σταθερό πέρασμα, που η λογική του συνέχεια, από φράγμα που αρχικά φτιάχτηκε, ήταν να πέσει άσφαλτος και να γίνει ένας κανονικός δρόμος. Κανονικός, ναι, αλλά και τόσο περίεργος ταυτόχρονα, τόσο ιδιαίτερος, τόσο απίστευτα όμορφος, χωρίς κάποιος είμαι σίγουρος να έχει αυτή την πρόθεση στο μυαλό του. Ένα μικρό θαύμα, από το τίποτα φτιάχτηκε και για άλλη χρήση, για να φτάσει να το χαιρόμαστε εμείς... Περνώντας τον όταν έχει καλό καιρό, νιώθεις ότι οδηγάς πάνω στο νερό και τον χειμώνα έρχεται το νερό πάνω σου και σε βρίσκει, έχοντας από τη μια τον Αμβρακικό και απ’ την άλλη τη λιμνοθάλασσα που ξεχώρισε, και το θέαμα είναι μοναδικό. Αν το δεις από πάνω, από μια αεροφωτογραφία, μοιάζει μ’ ένα παιδάκι στις πρώτες προσπάθειές του να ζωγραφίσει, να χαράξει μια γραμμή για να ενώσει τα δύο σημεία, ενώ αν έχεις πιο ρομαντική ματιά πιστεύεις πως κάποιος ζωγράφος έφτιαξε έναν μακρόστενο πίνακα όπου επικρατεί το γαλάζιο, το πράσινο και το καφέ. Αυτό το πέρασμα, αυτό τον δρόμο οι ντόπιοι το βάφτισαν, το λένε Ράμα, είναι το «Ράμα» και η ονομασία είναι πολύ πετυχημένη γιατί όντως μοιάζει με ένα ράμμα, ένα ράμμα που έγινε για να κλείσει μια πληγή πάνω στην πληγωμένη θάλασσα, αν το δεις σαν ποιητής, ή το ράμα ενός χτίστη αν σκεφτείς ρεαλιστικά την προέλευση της λέξης, που είναι μάλλον και η σωστή, που πήγε να πάρει αλφαδιά από την ξηρά προς τα μέσα και η ζωντανή θάλασσα του το χάλασε, 17
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
δημιουργώντας τις δικές της στροφές, ανάλογα με τις ορέξεις της και τη φορά του ζεστού μονότονου αέρα... Για μένα το Ράμα είναι το πέρασμα, έτσι το είχα πάντα στο μυαλό μου. Φεύγεις από εδώ και πας κάπου αλλού, πάντα αυτή τη μαγική ιδιότητα είχε στο μυαλό μου, κάθε φορά που το περνάω είναι σαν να βαφτίζομαι, σαν για λίγο να αλλάζω ή να ξαναλλάζω, για να ακριβολογώ. Φεύγεις από εδώ και πας αλλού... Πού αλλού; Αυτό είναι επίσης μια άλλη ιστορία.
18
ΜΠΈΣΑ
Δ
ύο μοτοσικλέτες έπαιρναν τις τελευταίες στροφές σβέλτα και ετοιμάζονταν να μπουν στο Ράμα, δύο μονοκύλινδρες μοτοσικλέτες, μια κόκκινη και μια μαύρη, που αν τις έβλεπες από μακριά φαίνονταν σχεδόν ίδιες μεταξύ τους, αλλά αν τις πρόσεχες καλύτερα ήταν εντελώς διαφορετικές σε κατασκευή, φιλοσοφία και ηλικία. Είχαν μια εικοσαετία διαφορά, όπως και οι αναβάτες τους. Η μία ήταν του 1972 και η άλλη του 1993, ο ένας ήταν σαράντα χρονών και ο άλλος είκοσι, ο ένας είχε μακριά μαλλιά και πυκνά μούσια και ο άλλος κοκορίκο ροκαμπιλάδικο και μεγάλες φαβορίτες, ο ένας ήταν ψηλός και αδύνατος και ο άλλος πολύ ψηλός και υπερβολικά σωματώδης. Οδηγούσαν δίπλα δίπλα και έμοιαζαν ήρεμοι και οι δύο, αλλά το απότομο άνοιγμα του γκαζιού του μικρού σε κάθε στροφή ερχόταν κόντρα στο μαλακό, μεθοδικό άνοιγμα του γκαζιού του μεγάλου. Ήταν η εμπειρία; Ήταν η ψυχολογία; Δεν ξέρω, όμως ο ένας ήταν σίγουρα πολύ τσιτωμένος και άλλος γαλήνιος. Σταμάτησαν αριστερά, πάνω από μια μικρή παραλία με άσπρη άμμο και μικρά βοτσαλάκια, έσβησαν τις μοτοσικλέτες, κατέβηκαν, κάθισαν στην άμμο και κοιτούσαν στο βάθος τη γαλήνια θάλασσα. 19
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
Τη σιωπή έσπασε ο Ροκάς, ο μεγάλος, ενώ είχε βγάλει τα σύνεργά του και έστριβε αριστοτεχνικά ένα τσιγάρο. «Πώς τα πηγαίνεις με το μαγαζί;» ρώτησε βγάζοντας από την κωλότσεπη τον αναπτήρα του. «Καλά, καλά!» είπε ο μάγκας ο μικρός χωρίς να τον κοιτάξει. «Μια χαρά πηγαίνει, αλλά χρωστάω πολλά και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να ξεχρεώσω στον χρόνο που υποσχέθηκα και θα είναι μαλακία αν δεν τα καταφέρω γιατί μου ξηγήθηκαν πολύ σωστά και οι δύο!» Άναψε το τσιγάρο ο Ροκάς και τράβηξε ήρεμα μια γεμάτη τζούρα πριν να το πασάρει στον μάγκα, ρωτώντας τον ταυτόχρονα: «Υπάρχει Θεός; Τι λες, υπάρχει;» Ο μικρός τράβηξε δυο απανωτές δυνατές που έκαναν την κάφτρα να λαμπαδιάσει και τη θερμοκρασία να του κάψει τα χείλη, ξερόβηξε τρεις φορές, έδωσε το τσιγάρο πίσω και πήρε να απαντήσει, ενώ σκεφτόταν τη μέχρι τότε ζωή του. Είχε μεγαλώσει σε μια καλή οικογένεια, αρκετά ευκατάστατη, δεν του είχε λείψει τίποτα κι από παιδί είχε μεγάλα σχέδια για τη ζωή, για τον εαυτό του. Αλλά όπως συμβαίνει συνήθως, δυστυχώς τα σχέδια μένουν σχέδια και η πραγματικότητα που συναντάμε είναι σκληρή και έρχεται να μας συναντήσει απροετοίμαστους, να μας προσγειώσει απότομα. Έτσι έγινε και μ’ αυτόν, έτσι έπαθε. Από εκεί που είχε μια καλή, προφυλαγμένη και άνετη ζωή, βρέθηκε κατεστραμμένος να μην έχει τίποτα, παιδάκι ακόμη και προσπαθούσε μερικά χρόνια τώρα να κολυμπήσει, να καταφέρει να μείνει στην επιφάνεια. Αν ήταν άλλος στη θέση του ποιος ξέρει τι θα έκανε, αν θα τα παρατούσε, αν θα το έριχνε στην παρανομία, αν θα φοβόταν. Όμως αυτός αμύνθηκε με το να σκληρύνει απότομα, να γίνει μπετόν αρμέ μέσα και έξω και να προχωρήσει έτσι, χωρίς ν’ αφήνει 20
ΤΟ ΡΑΜΑ
πίσω τα όνειρά του, τα σχέδιά του. Ήταν αποφασισμένος να ζήσει όπως ήθελε και είχε το σθένος και τη διάθεση να παλέψει γι’ αυτό, όσο και με όποιον χρειαζόταν. Ξεκίνησε να πολεμάει λοιπόν κι έκανε όπλο για να τα καταφέρει τον ίδιο του τον εαυτό, δεν είχε και τίποτε άλλο. Δούλεψε, δούλευε σκληρά και άλλαξε πολλές δουλειές, αλλά πάντα στην αφραγκία ήταν και όσο και να πολεμούσε τα όνειρα για μια καλή ζωή, για ταξίδια και για δρόμους δεν του κάθονταν. Αυτό άλλαξε από ένα τηλεφώνημα δύο μήνες πριν, που του σφύριξαν ότι το μαγαζί στην πατρίδα, στην πόλη που μεγάλωσε, το στέκι του, έψαχνε για νέο αφεντικό. Τα χρήματα που ζητούσαν οι δύο ιδιοκτήτες ήταν ένα ποσό που όχι μόνο δεν το είχε αλλά δεν υπήρχε και καμία περίπτωση να το μαζέψει, παρ’ όλα αυτά καβάλησε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο και πήγε και το ζήτησε. Του το έδωσαν, αλλά έκοψε γραμμάτια και για να πάρει μια ανάσα ήρθε σε επαφή με φίλους του απ’ τα παλιά, φραγκάτους, που ήξερε ότι μπορούσαν να τον δανείσουν, όπως επίσης ήξεραν κι αυτοί ότι ποτέ δεν θα τους έριχνε. Έφαγε άκυρο απ’ όλους, όπως συμβαίνει πάντα στα δύσκολα. Ένας μάλιστα πονηρός του πρότεινε να του δώσει όλο το ποσό, αλλά να τον βάλει με ποσοστό συνέταιρο στο μαγαζί, μιας και ήταν σίγουρος ότι θα πάει σφαίρα και ότι σύντομα θα έβγαζε απ’ αυτά που θα έδινε τα δεκαπλάσια. Τι απογοήτευση κι αυτή. Δεν είχε ούτε μια δραχμή στην τσέπη και όλοι όσοι θεωρούσε φίλους τού έριχναν άκυρα, δεν υπήρχε καμιά βοήθεια από πουθενά και γι’ ακόμη μια φορά στη σύντομη ζωή του μπορούσε να στηριχθεί μόνο στον εαυτό του. 21
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
Όλα αυτά τον είχαν γεμίσει με θυμό, τον είχαν στοιχειώσει και μαύρες σκέψεις γέμιζαν τώρα το μυαλό και την ψυχή του, αισθανόταν αδικημένος, αισθανόταν ότι κάποιος τον τιμωρεί και πληρώνει αμαρτίες άλλων χωρίς να φταίει κάπου. Η μοναξιά, η αδικία, η απογοήτευση και η κρυάδα του κόσμου τον έκαναν ακόμη σκληρότερο μέρα με τη μέρα και ίσως, αν και δεν είχε φανεί ακόμη επικίνδυνο, αν έσκαγε το μέσα του, ποιος ξέρει ποιον θα έπαιρνε στο διάβα του. Ήθελε μια βοήθεια, παιδί ήταν ακόμη, παρά το παρουσιαστικό του, ένα πληγωμένο παιδί που ήθελε βοήθεια, που ήθελε λίγη αγάπη, λίγη εμπιστοσύνη, ένα σπρώξιμο για να ανέβει, να βγει από το σκοτάδι... «Δεν υπάρχει Θεός!» είπε με σίγουρη φωνή κι έγειρε προς τα πίσω ακουμπώντας τις παλάμες του στην άμμο. «Δεν υπάρχει και να είσαι σίγουρος γι’ αυτό! Αν υπήρχε δηλαδή, θα επέτρεπε τέτοια αδικία σε όλο τον κόσμο; Τόσο θανατικό; Τόσους πολέμους; Τόσο αίμα; Θα άφηνε παιδιά να πεθαίνουν από την πείνα και άλλοι να σκάνε στο φαΐ; Θα επέτρεπε τέτοιες κοινωνικές αδικίες; Τόση διαφθορά; Θα άφηνε τα λαμόγια και τους απατεώνες να είναι πρώτη μούρη με γεμάτες τσέπες και τους καλούς ανθρώπους να μην μπορούν να πάνε ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι τους; Όχι, δεν υπάρχει και εύχομαι πραγματικά να μην υπάρχει, γιατί αν υπάρχει και τα επιτρέπει όλα αυτά τότε είναι κακός, κακός και πανούργος! Αν υπάρχει και επιτρέπει να γίνονται όλα αυτά τη βάψαμε!» Ο Ροκάς άπλωσε το χέρι κι έδειξε τον ορίζοντα, τον ουρανό που ενώνονταν με τη θάλασσα, τα βουνά στο βάθος που 22
ΤΟ ΡΑΜΑ
σαν κοιμισμένοι γίγαντες έριχναν τον ίσκιο τους μπροστά, τα σκούρα σύννεφα που συνέχιζαν το ταξίδι τους αμέριμνα, τη θάλασσα που χωρίς ούτε ένα κυματάκι απλωνόταν μπροστά τους και τα πουλιά στον ουρανό να πετάνε κόντρα στον αέρα. «Κι αν δεν υπάρχει Θεός ποιος τα έφτιαξε όλα αυτά; Ποιος τα έβαλε σε τέτοια σειρά και αρμονία; Ποιος τα έκανε τόσο όμορφα και νοικοκυρεμένα;» είπε κοιτώντας τον μικρό και γελώντας κάπως πονηρά. Κοκκίνισε ο μικρός από τα νεύρα του. «Με δουλεύεις, μωρέ; Έξυπνος άνθρωπος είσαι! Θα με βάλεις τώρα να σου αναλύσω πώς έγινε ο κόσμος, το σύμπαν, τα άστρα; Ο πλανήτης; Τα ξέρεις, όλα τα ξέρεις! Γιατί επιμένεις –και μου το λες μάλιστα– να πιστεύεις πως ένας γενειοφόρος ζει κάπου εκεί ψηλά και μας έφτιαξε και μας προσέχει και κοιτάζει μήπως αμαρτήσουμε για να μας κάνει νταντά;» Γέλασε ο Ροκάς. «Μπορεί να μην υπάρχει πάνω στον ουρανό Θεός, εγώ λέω πως υπάρχει αλλά και να μην το πιστεύεις αυτό πρέπει να πιστέψεις ότι ζει μέσα μας, μέσα στον κάθε άνθρωπο, και τον κάνει λίγο καλύτερο!» Φόρτωσε κι άλλο ο μικρός, κάτι πήγε να πει αλλά ο μεγάλος τον έκοψε. «Άστο, άστο! Άστον τον Θεό σήμερα, ας μιλήσουμε για τους ανθρώπους», είπε και έβγαλε κάτι από την τσέπη του. «Πάρτο», συνέχισε και άπλωσε το χέρι του, «είναι για σένα». Απορημένος ο μικρός το έπιασε και το κοίταξε προσεκτικά. Ήταν ένα βιβλιάριο της Εθνικής Τράπεζας μισοδιαλυμένο, οι σελίδες είχαν ξεκολλήσει και το εξώφυλλο ήταν ξασπρισμένο. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε απορημένος και μετά από παρότρυνση του μεγάλου το άνοιξε, πήγε στην τελευ23
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
ταία σελίδα και κοίταξε. «Αυτά έχω! Δεν έχω άλλα, αυτά τα λίγα είναι δικά σου για να πάρεις μια ανάσα. Πάμε αύριο το πρωί μαζί στην τράπεζα να τα σηκώσουμε και είναι δικά σου, δεν τα θέλω πίσω». Απορημένος, ξαφνιασμένος, χαρούμενος, τρομαγμένος, ξαλαφρωμένος, αγαλλιασμένος ο μικρός δάκρυσε. «Μα! Δεν έχεις άλλα, αυτά είναι ό,τι έχεις και δεν έχεις. Είσαι φτωχός άνθρωπος, μεροκάματο δουλεύεις, πώς θα ζήσεις; Πώς θα τα βγάλεις πέρα αν τα πάρω; Μέχρι να σου τα επιστρέψω;» Τον κοίταξε ο Ροκάς και μετά κοίταξε κάπου μακριά, κάπου αλλού μέχρι να απαντήσει ήρεμος. «Εγώ πιστεύω, οπότε θα σου πω ότι έχει ο Θεός, θα τα καταφέρω! Εσύ που δεν πιστεύεις σ’ αυτόν να πιστεύεις στους ανθρώπους, να μην απογοητεύεσαι. Να πιστεύεις στους ανθρώπους, υπάρχουν και καλοί μέσα στους κακούς, υπάρχουν και άγγελοι ανάμεσα στους διαβόλους. Να πιστεύεις στον άνθρωπο και στον εαυτό σου, να πιστεύεις στο καλό, να μην τα παρατάς, γιατί το καλό νικάει πάντα και η ομορφότερη ηλιόλουστη μέρα έρχεται μετά από μια άσχημη καταιγίδα». Δεν είπαν τίποτε άλλο. Κοίταξαν και οι δύο μπροστά, ο καθένας στις σκέψεις του, κι έμειναν εκεί για κάμποση ώρα, μέχρι να δουν τον ήλιο κατακόκκινο, να δίνει λίγο από το χρώμα του στην αιώνια θάλασσα, να συνεχίζει το ταξίδι του για την άλλη πλευρά του κόσμου. Έμειναν εκεί μέχρι που χάθηκε... Καβάλησαν τις μηχανές τους και πήραν το Ράμα, ανάποδα αυτή τη φορά, όμως τώρα τα δύο μηχανήματα ήταν απόλυτα συγχρονισμένα, δούλευαν σαν ένα... Το ίδιο και οι αναβάτες τους. 24
’70s
Η
Ελλάδα τη δεκαετία του ’70 δεν ήταν όμορφος τόπος για να ζεις. Η πολύχρωμη επανάσταση των παιδιών των λουλουδιών δεν την είχε ακουμπήσει, μιας και είχε άλλα, βαρύτερα προβλήματα να λύσει, μια επταετία ζόρικη, μαύρη και καταπιεστική, πόσο μάλλον για τους νέους, αλλά και μετά... Μαύρα ήταν όλα κι άραχνα. Μπορεί σήμερα να βλέπουμε ταινίες, να ακούμε μουσικές και να αναπολούμε, αλλά αν ζούσες τότε θα καταλάβαινες ότι καμία σχέση δεν είχε με τον υπόλοιπο πλανήτη, με τον δυτικό κόσμο τουλάχιστον, τον λεγόμενο πολιτισμένο, γιατί ανατολικά, και τότε και τώρα, βράσε όρυζα. Στην Αθήνα δεν ξέρω ακριβώς τι γινόταν, σίγουρα θα υπήρχαν πυρήνες πολιτισμού, εναλλακτικοί άνθρωποι, μαγαζιά και καταστάσεις. Δεν ξέρω γιατί ήμουν πολύ μικρός και η επαφή μου με την πρωτεύουσα ήταν όταν πηγαίναμε αρχές φθινοπώρου στο Μούγερ για να πάρουμε καινούργια παπούτσια και τα Χριστούγεννα στο Μινιόν για δώρα και την καθιερωμένη φωτογραφία με τον Άγιο Βασίλη. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω αν οι φωτεινές επιγραφές και οι βιτρίνες, οι χιλιάδες άνθρωποι στον δρόμο και τα λαμπάκια 25
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
έλεγαν όλη την αλήθεια ή έκρυβαν από πίσω τους σαπίλα, βάσανα και μοναξιά, παιδάκι ήμουν, δεν την περπάτησα, αλλά στην επαρχία δεν υπήρχε ούτε καν αυτό, δεν υπήρχε καν η ψευδαίσθηση της φωτεινότητας, της πολυχρωμίας, των χρωμάτων. Στην επαρχία τα πράγματα ήταν μουντά, γκρίζα και αυστηρά, όπως τα κοστούμια των διευθυντών στα σχολεία, όπως οι φάτσες των χωροφυλάκων, όπως το κουτσομπολιό των κυριών και η ψευτοηθική που κυριαρχούσε παντού. Μαύρη και μουντή τη θυμάμαι την πόλη που μεγάλωσα, γκρίζα από τα σύννεφα και μουλιασμένη από την αδιάκοπη βροχή. Όσο και να προσπαθώ να θυμηθώ ηλιόλουστες μέρες δεν μπορώ, μουλιασμένη, κρύα και σκοτεινή τη θυμάμαι και να την κυκλώνει ένας φόβος, μια μιζέρια. Ένας φόβος για το τι θα πεις, πώς θα σταθείς, να φοβάσαι μήπως κάνεις καμιά μαλακία και πριν φτάσεις στο σπίτι να το έχουν μάθει οι γονείς σου, που ήταν υποχρεωμένοι να σε τιμωρήσουν αυστηρά, γιατί γέλασες στην προσευχή ή γιατί σε μάλωσε ο δάσκαλος, που όπως και να το κάνουμε θα είχε σοβαρό λόγο, φυσικά, για να το κάνει. Γονείς που κι αυτοί με τη σειρά τους δεν τολμούσαν να διαφοροποιηθούν, να κάνουν κάτι έξω από τα τετριμμένα, να γουστάρουν, επειδή όλοι ήταν απέναντι σε όλους, έτοιμοι να δουν το στραβοπάτημα, να δείξουν με το δάχτυλο, να υποτιμήσουν, να ξεφτιλίσουν κάποιον για να φανούν αυτοί ανώτεροι. Γονείς, νέοι άνθρωποι, γερασμένοι πριν την ώρα τους, τριανταπεντάρηδες που έμοιαζαν με εξηντάρηδες σημερινούς, νέοι άνθρωποι στον ρόλο που τους έλαχε να παίξουν και τον έπαιζαν όσο μπορούσαν καλύτερα, κάνοντας τον σταυρό 26
ΤΟ ΡΑΜΑ
τους με μανία στην εκκλησία και πηγαίνοντας για δουλειά συνοφρυωμένοι, σοβαροί και έτοιμοι να αποτινάξουν οτιδήποτε θα χαλούσε την ισορροπία. Το μοναδικό φωτεινό σε όλη αυτή τη μαυρίλα, κασέτες από χέρι σε χέρι που κάποιος ξάδερφος στα κρυφά, κάποιος θείος, κάποιος μεγαλύτερος αδερφός που είχε φύγει για φοιτητής, που είχε γλιτώσει, προσπαθούσε και τελικά έφτανε στα χέρια μας, με μουσικές από άλλους κόσμους, από άλλους πλανήτες, από κάπου διαφορετικά, κάνοντάς μας να ονειρευόμαστε και να φανταζόμαστε και να ελπίζουμε και να περιμένουμε τη σειρά μας για το μεγάλο φευγιό... Οι κασέτες, η μουσική και ο κινηματογράφος, που έκανε εικόνα ό,τι είχε σχηματιστεί στο μυαλό μας και βλέπαμε στη μαγική οθόνη, μεγάλους δρόμους, ανοιχτούς ορίζοντες, μεγάλες θάλασσες, ξανθά κορίτσια και κύματα, τεράστια λαμπερά αυτοκίνητα και ελευθεριακές μεγαλουπόλεις... Βλέπαμε, ακούγαμε, τα όνειρα μεγάλωναν και κάναμε υπομονή και περιμέναμε, μην τολμώντας να πούμε τις σκέψεις μας ούτε για πλάκα, να μη μας ακούσουν και θελήσουν να μας φέρουν στην τάξη, στην προδιαγραμμένη ζωή που είχαν κανονίσει άλλοι για την πάρτη μας. Άλλωστε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ένας καθώς πρέπει άνθρωπος εκείνη την εποχή, που να ήταν κοινωνικά αποδεκτό, πέρα από το να σπουδάσει, να βρει μια καλή δουλειά, να παντρευτεί, να κάνει παιδιά και να κάνει τα παιδιά του ίδια μ’ αυτόν; Να ποτίσει, να μεγαλώσει, να προφυλάξει το μεγάλο δέντρο, τη βάση της αγίας ελληνικής κοινωνίας, την οικογένεια. Κάπου εκεί, εκεί μέσα τον πρωτοείδα, τότε τον γνώρισα... 27
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
Ήτανε καλοκαίρι και όπως κάθε απόγευμα παίρναμε τα ποδήλατά μας μετά την μπάλα και πηγαίναμε για εξερεύνηση στη γειτονιά. Τα όρια της γειτονιάς ήταν τα σύνορά μας, απαγορευόταν να βγούμε έξω απ’ αυτά, αλλά και πάλι η απομάκρυνση από το τετράγωνο τότε έμοιαζε μεγάλη υπόθεση, ένα ταξιδάκι φάνταζε μακρύ και επικίνδυνο. Ένα απ’ αυτά τα απογεύματα, λοιπόν, τον είδα. Χρόνια αργότερα έμαθα ότι εκείνη ακριβώς την εποχή μόλις είχε γυρίσει από την Αθήνα, αφήνοντας πίσω μια ωραία ζωή, φίλους, συνήθειες, μουσικές και επαναστάσεις. Δεν μου είπε ποτέ το γιατί, αλλά νομίζω ότι την πάτησε, όπως όλοι οι καλόκαρδοι άνθρωποι που βάζουν πάνω από τον εαυτό τους, πάνω από τη ζωή τους και απ’ αυτό που πραγματικά θέλουν να κάνουν τους ανθρώπους τους, την οικογένειά τους, και θυσιάζουν τη δική τους ζωή, τα δικά τους θέλω, για να βάλουν πλάτη και να βοηθήσουν – και πραγματικά, δεν το λέω για καλό. Θυσία γίνονται οι καλοί άνθρωποι, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, και το μοναδικό που τους μένει είναι οι αναμνήσεις και οι ενοχές για όλα αυτά που έχασαν, για όλα αυτά που θα μπορούσαν να κάνουν. Καθόταν μπροστά σ’ ένα παλιό πετρόχτιστο σπίτι, στο κεφαλόσκαλο, φορούσε σανδάλια, παντελόνι καμπάνα ξεβαμμένο, ένα άσπρο μπλουζάκι με ανοιχτό λαιμό, και στα χέρια του κρατούσε μια ακουστική κιθάρα που είχε ζωγραφισμένα πάνω της ψυχεδελικά σχέδια. Είχε μακριά μαλλιά, κατάμαυρα, και μια επίσης κατάμαυρη πυκνή γενειάδα. «Ροκάς», σκέφτηκα... «Ένας πραγματικός ροκάς!» κι έτσι τον είχα στο μυαλό μου πάντα, έτσι τον έλεγα πάντα, έτσι ήθελα να γίνω κι εγώ όταν μεγαλώσω. 28
ΤΟ ΡΑΜΑ
Δίπλα του καθόταν ένας τύπος σαν κι αυτόν, χιπίο κανονικό, κι ένα κορίτσι καστανόξανθο που φορούσε μια κορδέλα στα μαλλιά, μακριά τσιγγάνικη φούστα και τον κοιτούσε εμφανώς ερωτευμένη στα μάτια. Άκουσα, έμαθα, από κουβέντες στη γειτονιά και συζητήσεις στο σπίτι μας, ότι αυτή η σχέση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους δεν άρεσε καθόλου στον μετρημένο και σοβαρό πατέρα της. Στην αρχή τής άλλαξε σχολείο, να είναι μακριά απ’ αυτόν, σε άλλη γωνιά της πόλης, και αφού είδε ότι αυτό δεν έπιασε την έστειλε σε άλλη πόλη, φιλοξενούμενη σε μια θεία της, για να ξεκόψει από τον αλήτη και πραγματικά, τελικά, ξέκοψε... Την είδα δεκαετίες αργότερα, διορισμένη καθηγήτρια σε σχολείο, κατεστραμμένη ψυχικά και σωματικά, μόνη της, αλλιώτικη. Ποιος ξέρει αν είχε μείνει μαζί του πώς θα εξελισσόταν η ζωή της, ίσως πολύ καλύτερα, ποιος ξέρει... Έπαιζε την κιθάρα του με πάθος και με μια περίεργη φωνή, λεπτή σαν κοριτσίστικη, τραγουδούσε το «Michelle» των Beatles, που το ήξερα ακόμη κι εγώ, το είχα ακούσει από το πικάπ του πατρικού μου και μου δημιουργούσε περίεργα συναισθήματα παρά το νεαρό της ηλικίας μου, κάτι μου έκανε διαφορετικό που δεν μπορούσα να το εντοπίσω αλλά μου άρεσε. Ακούγοντάς το εκείνη τη μέρα, εκεί απ’ αυτόν, πήρε μυθικές διαστάσεις στο μυαλό μου. Δίπλα τους ακριβώς ήταν μια κόκκινη μηχανάρα που λαμποκοπούσε στον ήλιο.
29
ΕΙΣΒΟΛΉ
Ή
ταν μια συνηθισμένη μέρα, μια φθινοπωρινή συνηθισμένη μέρα με τα σύννεφα να είναι πάνω στον ουρανό, έτοιμα να ξεκινήσουν να ρίχνουν χοντρές ψιχάλες προς το μέρος μας, κάτω στη γη, την υγρασία να τρυπάει κόκαλα και ταυτόχρονα ένα ζεστό αεράκι να προσπαθεί να μας πείσει πως δεν θα χειμωνιάσει για λίγο ακόμη. Έσπρωξα τις δύο πόρτες, που άνοιγαν ταυτόχρονα η μια με την άλλη, η μια δεξιά και η άλλη αριστερά, και τις έπιασα με τους γάντζους που κρέμονταν απ’ τον τοίχο για να μείνουν ανοιχτές. «Πώς αντέχουν με τόση ζέστη εδώ μέσα;» σκέφτηκα κι έκανα μερικά βήματα στον ημισκότεινο χώρο, μέχρι να βρω το σκαμπό στη γωνία του μπαρ και να σωριαστώ πάνω του. Το προηγούμενο βράδυ, όπως κάθε βράδυ εδώ κι έναν χρόνο, είχα φύγει ξημερώματα τρεκλίζοντας, πήγα στο σπίτι μου να κοιμηθώ και τώρα, μεσημέρι σχεδόν, επέστρεφα για να αναλάβω υπηρεσία μερικές ώρες, στο κενό μεταξύ των δύο παιδιών που δούλευαν. Ζήτησα έναν καφέ και τράβηξα μια μεγάλη γουλιά μέσα από το χοντρό καλαμάκι, πριν ανάψω ένα Camel και τραβήξω μια δυνατή τζούρα για να γεμίσουν τα πνευμόνια μου, να συνέλθω, να επανέλθω στον κόσμο των ζωντανών. «Το πρωινό των πρω30
ΤΟ ΡΑΜΑ
ταθλητών, ε;» μου είπε ο Κώστας ο πρωινός βλέποντάς με και γέλασε δυνατά. «Ναι!» του είπα. «Greek breakfast» και γέλασα κι εγώ. Όταν δουλεύεις νύχτα, πριν να δουλέψεις νύχτα για να ακριβολογώ, νομίζεις ότι είναι πολύ γαμάτα, ότι είναι όπως όταν βγαίνεις έξω, όταν είσαι πελάτης, με τη διαφορά ότι είσαι πίσω από την μπάρα αντί για μπροστά, πίνεις ποτάρες τζάμπα, είσαι στο κέντρο του ενδιαφέροντος, περνάς ζωάρα με τα φιλαράκια σου και μάλιστα πληρώνεσαι γι’ αυτό. Τρελό λάθος κι αυτό το καταλαβαίνεις σχετικά σύντομα... Εντάξει, είναι κάποιοι που το έκαναν και το κάνουν εντελώς επαγγελματικά, δεν πίνουν, δεν βάζουν συναίσθημα, δεν ξεφεύγουν, το βλέπουν σαν επάγγελμα –που αυτό είναι στην πραγματικότητα– κι έτσι αντέχουν, αντέχουν πολύ και προχωράνε. Μεγαλώνουν τις επιχειρήσεις, παίρνουν και προσωπικό και όλα καλά, όταν όμως δεν είσαι τέτοιος, όταν τη δουλειά την κάνεις διασκέδαση, όταν τους θαμώνες τους κάνεις φίλους, όταν γουστάρεις τη μουσική που ακούς, όταν κάνεις τη νύχτα μέρα και το μαγαζί δικό σου, σπίτι σου, τότε βρίσκεσαι μπροστά, αντιμετωπίζεις μεγάλους μπελάδες. Μόλις ένας χρόνος είχε περάσει που είχα δικό μου μαγαζί και είχε αρχίσει ήδη να μην έχει πολύ πλάκα. Μέσα σε έναν χρόνο είχα αλλάξει, είχα κουραστεί, κι αυτό φαινόταν και στη συμπεριφορά μου, αλλά και στα μούτρα μου και στο σώμα μου, πόσο ποτό, πόσο τσιγάρο ν’ αντέξει κι αυτό, εφτά μέρες την εβδομάδα, τριάντα μέρες τον μήνα; Κάπου μου έλεγε τα πρωινά, ώπα, αλλά... αλλά όταν νύχτωνε άλλαζε το τροπάρι και μου έλεγε κι άλλο κι άλλο και πορευόμουν και έζησα μ’ αυτό για μιάμιση δεκαετία τελικά. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησα από τη νύχτα και πέ31
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΑΚΗΣ
ρασαν δυο τρεις εβδομάδες χωρίς ξενύχτι, δικό μας ξενύχτι, απόρησα, σκέφτηκα «γιατί είσαι ακόμη ζωντανός;» και, να σας πω την αλήθεια, απάντηση δεν μπορώ ακόμη να δώσω. Κοίταξα τριγύρω και χαιρέτησα διακριτικά... Τέσσερις πέντε στο μπαρ να πίνουν τον καφέ τους, όπως σχεδόν κάθε μέρα, και στα δύο τραπέζια δυο παρέες από πιτσιρικάδες που λογικά θα είχαν κάνει κοπάνα από το σχολείο, να παίζουν δηλωτή, να γελάνε δυνατά. Από τα ηχεία ακούγονταν οι Camel, το «Lady Fantasy», και ο Κώστας έπλενε μια ντουζίνα ποτήρια στον μικρό νιπτήρα στην άλλη άκρη. Η νικοτίνη μαζί με την καφεΐνη άρχισαν να γεμίζουν το είναι μου και ανακουφίστηκα κάπως, άραξα πίσω στο σκαμπό και έριξα μια ματιά στον δρόμο έξω, μέσα από τη μεγάλη φιμέ τζαμαρία που είχε τη μαγική ιδιότητα να βλέπεις τα πάντα και να μη σε βλέπει κανένας. Είδα όπως κάθε μέρα ανθρώπους που τελείωναν τον καφέ τους και πήγαιναν στα σπίτια τους για μεσημεριανό, άλλους να τρέχουν αλαφιασμένοι για να προλάβουν κάποια δουλειά, πιτσιρίκια με τη σάκα στην πλάτη να περνάνε από απόσταση και να ρίχνουν φοβισμένες ματιές στο κέντρο της ακολασίας, ηλικιωμένους με αργά βήματα να προχωράνε, και αισθάνθηκα λίγο καλύτερα. Εντάξει, η νύχτα είναι δύσκολη και προβληματική και ζόρικη και μεθυσμένη και πολλά άσχημα έχει, αλλά κι αυτή η μέρα; Αχ αυτή η μέρα, πόσο ζόρικη είναι. Η λογική λέει ότι έναν περίεργο, έναν παράξενο, έναν κακό, έναν ανάποδο που δεν μπορείς να τον παλέψεις τη μέρα, γίνεται δέκα φορές απάλευτος πίσω από την κάλυψη που του δίνει το σκοτάδι και το θάρρος που του δίνει το ποτό, αλλά και πάλι... Τη 32