71
SOUL ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥΜ! ΤΟ ΟΠΙΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ! 02/03 2013
Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 2310 MAGAZINE ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 2013 €3.00
Scarlett Johansson
71
E D I T O
R I A L
7
1
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη», 1961
του Στέφανου Τσιτσόπουλου
Ζεις; Παρασκευή βραδάκι, χαλαρή κουβέντα στο περιοδικό λίγο πριν το κλειδώσουμε και ξαμοληθούμε για όποιο λιβάδι ή στράτα βγάλει τον καθένα μας το σαββατοκύριακο. Περί ανέμων, υδάτων και του κόσμου που μας περιβάλλει ή, τουλάχιστον, της βοερής πλειοψηφίας, όπως την παρακολουθούμε να εκφράζεται μέσα από τα social media. Σειρά μου να μιλήσω: «Δεν αγοράζουν μουσική (μόνο δωρεάν ή παράνομο downloading)· δεν πάνε σινεμά (torrent)· δεν διαβάζουν κείμενα πάνω από 100 λέξεις (βαριούνται!)· χαζεύουν κλιπάκια στο YouTube ή το facebook (διαδηλώσεις στο Σύνταγμα, γαρυφαλλοράντισμα επί του σαρκίου της Πάολας Φωκά, φωτογραφίες γατιών στο χαλί ή ηλιοβασιλέματος στο Πέραμα με λεζάντες φωτοχημικής φτηνής ποίησης). Κι όλα αυτά με τη νωχέλεια και την αμεριμνησία όντων που είναι ανίκανα πέρα από τα likes να επεξεργαστούν τις εικόνες που ξεβράζει στην οθόνη τους το παλιρροϊκό κύμα της πληροφορίας. Δεν ψάχνουν την πρωτότυπη πηγή της αναρτημένης είδησης, δεν τους ενδιαφέρει ποιος την ανέβασε, με ποιο κύρος ή κίνητρο - αρκούνται σε μια άκριτη και αλόγιστη αναπαραγωγή καταργώντας τη σχέση πομπού - δέκτη (όλοι είναι όλα ταυτόχρονα, l’ information c’est moi)». Ακτινογραφώ τη συμπεριφορά του κυρίαρχου κομματιού της γενιάς Homo 2013, το κατασκοπεύω διακριτικά, καθώς τσεκάρει συνεχώς το smartphone, μη γνωρίζοντας πως πάσχει από το, και επισήμως διαγνωσμένο πλέον, σύνδρομο FOMO (Fear Of Missing Out λέγεται η νεοφοβία του να κοιτάς την οθόνη και τις νέες αναρτήσεις πιστεύοντας πως κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από
αυτό που εκείνη τη στιγμή βιώνεις διαδραματίζεται και εξελίσσεται κάπου αλλού). «Δεν διαβάζουν εφημερίδες ή περιοδικά (μόνο free-press, και από αυτά τα ζώδια, ή αγοράζουν κυριακάτικες για το κουπόνι του σούπερ-μάρκετ). Και το πιο διαταραγμένο, το πιο ευερέθιστο και το πιο κτηνώδες κομμάτι τους επιτίθεται ουρλιάζοντας συνεχώς, χρησιμοποιώντας είτε το ιντερνετικό γάβγισμα, ίδιον του ανώνυμου χρήστη, με σχόλια θράσους και ύβρεις, είτε τη δυνατότητα που τους δίνουν η νύχτα, η αγέλη, οι αφύλακτοι δρόμοι και τα ευάλωτα πάρκα (στη γειτονιά μου, στο Ναυαρίνο, η ολοκαίνουργια παιδική χαρά βανδαλίστηκε από συνθήματα και μαρκαδόρους αγνώστων taggers που χτύπησαν υπογραφές και λόγια χωρίς κανενός είδους μητροπολιτικό ρομαντισμό). »Δεν γνωρίζουν τον Μπασκιά και τον Άλβιν Τόφλερ, τον Καμύ και τους Suicide, το dada και τον Βολτέρο. Επικοινωνούν μόνο με κλισέ συνθήματα των τοίχων της οργής ή των διαφημιστικών μηνυμάτων της τηλεόρασης (“Μπάτσοι, γουρούνια…”, “Λευτεριά”, “Βασανίζομαι”, “Κίτσο, γιουρ α τεκ μασίν”, “Πέσε για να πέσω”, “Τάισε με πόνο τα ηχεία”). Από τον χώρο των ελευθεριακών καταληψιών ή των νεοφασιστών, τους συριζαίους ή τις κομψευόμενες κοινότητες των fashion bloggers, που επαίρονται πως οι λέξεις τους είναι το ίδιο δυνατές με αυτές του Ντεμπόρ ή της “Vogue”, του Καστοριάδη ή του Πάουντ, η ιδεολογική σούμα είναι μία: “Τα ξέρου-με ό-λ-α! Και έ-χου-με ά-πο-ψη για ό-λα!”». «Τα πάντα εκτός από ένα:» συνεχίζω να αγορεύω, «πως όσα iPhone και όσα Mac χαρίσεις ή αποκτήσουν εκατό χιλιάδες πίθηκοι, και πάλι δεν
υπάρχει ούτε μία πιθανότητα να ξεπηδήσει από όλον αυτόν τον ορυμαγδό επικοινωνίας και οίστρου ένας Φόστερ Γουάλας ή Εμπειρίκος, Ντίλαν, Μπράιαν Ίνο, Πύντσον, Γουές Άντερσον ή Σανδή. Ο μεγάλος όγκος των διαδραστικά καλωδιωμένων Homo 2013 κινείται μεταξύ ατέρμονης οργής και συνεχούς χαζομάρας. Διαρκής επιθετική επαγρύπνηση ή comme il fault ακκισμός, μόνιμη αίσθηση σιγουριάς-βεβαιότητας πως τα ξέρουν όλα: ποιοι μας ψεκάζουν, ποιος ο εχθρός ή τα tips με τα μυστικά του κόκκινου κρασιού· πώς να κατασκευάζεις και πού να ρίξεις τη βόμβα μολότοφ ή να ραντίσεις με πεντάρι της Σανέλ· πόσο καλή είναι η Λένα Μαντά, πόσο δίκαιο έχει ο Κασιδιάρης, θεά η Όντρι Χέπμπορν, είμαστε και followers των tweets του Πάνου Καμμένου ή της Ντορέτας Παπαδημητρίου». Αλλά, για μισό! Τι κάνουμε εδώ; Έξω είναι σπαρταριστή νύχτα Παρασκευής και κάποια στον καθρέφτη της φρεσκάρει το eyeliner και προβάρει φιλιά, όλο και σε κάποιο ράδιο ένας εκφωνητής θα ρίξει το «Friday on my Mind» των Easybeats (σιγά μην το κάνει! Εγώ είμαι που θα το ρίξω στο cd του αμαξιού). Σε μια αίθουσα αεροδρομίου κάποιος θα κάνει check-in, πίσω στο σπίτι, Ρόδο ή Αλεξανδρούπολη, στα μαγέρικα θα σερβίρουν πρώτες ρακές και από την Κασσάνδρου δυο φοιτητάκια θα κατηφορίζουν για τσαϊράδα στην αχλή του κέντρου. Είναι σπαρταριστή νύχτα Παρασκευής, για όνομα του Θεού, κι εμείς συζητάμε για τα φρικιά του on-line! Δεν κάνει! Κλείνουμε τα φώτα, κλειδώνουμε τα γραφεία και πετάμε για την αληθινή ζωή. Εκεί που οι μυρωδιές έχουν όνομα και οι άνθρωποι επίθετο και πραγματικές επιθυμίες.
S O U
L
Secrets Of Urban Life
Εκδότης: Φώτης Γεωργελές Διευθυντής: Στέφανος Τσιτσόπουλος Γενική Διεύθυνση Διαφήμισης: Λουΐζα Ναθαναήλ
18
Διευθύντρια Σύνταξης: Βάγια Ματζάρογλου Αρχισυντάκτης: Δημήτρης Καραθάνος Art Director: auteur
ANDREAS FRANKE The Sinking World.
Τεχνικός Διευθυντής: Βάιος Συντσιρμάς Επιμέλεια Ύλης: Δημήτρης Αθανασιάδης Διόρθωση κειμένων: Ελευθερία και Μόλλυ Χαιριστανίδου Ειδικοί συνεργάτες: Γιώργος Μπάκας, Αργύρης Σαρασλανίδης (aka Ser), Γιώργος Τζινούδης, Μαρία Μαρκουλή, Κώστας Κουκουμάκας Literature Contributor: Frankie Notas Communication Services: Σάκης Κοροβέσης Συνεργάτες Μαρία-Άννα Τανάγια, Θανάσης Μήνας, Μάκης Παπασημακόπουλος, Karina Ruby, Τζίνα Σωτηροπούλου, Τάσος Ρέτζιος, Ρουβίμ Γρηγοριάδης, Μαρίνος Σακελλαρίου, Άννα Παπαρίζου, Χρήστος Παρίδης, Λένα Χουρμούζη, Ρωμανός Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης, Δημήτρης Τζινούδης, Κοσμάς Μαυρίδης, Γιώργος Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος Πλακώνας, Δημήτρης Ντανόπουλος, Lynn_Di, Γιάννης Παναγόπουλος, Βερονίκη Χαριτάτου-Γκονζάλες, Γιάννης Νάτου, Γιάννης Μπούτσελης, Παύλος Αθανασόπουλος Φωτογράφοι Τάσος Βρεττός, Πέτρος Νικόλτσος, Χριστίνα Γεωργιάδου, Κώστας Αμοιρίδης, Σάκης Γιούμπασης, Νίκος Καρδαράς, Σπύρος Παλούκης, Ani Jo, Αλέξανδρος Ευθυμιόπουλος, Μπελίνα Κορτότση Style Editors: Αριάδνη Καπελιώτη, Λίνα Μανδράκου Αμερική: Σωτήρης Ποσπορέλης Λονδίνο: Σάντρα-Οντέτ Κυπριωτάκη, Σοφία Σφυρή, Βιβιάνα Μηλιαρέση Βερολίνο: Χρήστος Εξαρχόπουλος (aka chris ex) Διευθυντής Εμπορικής Ανάπτυξης: Νίκος Τσουανάτος Direct Market Manager: Βασίλης Ζαρκαδούλας Key Account Manager: Αναστασία Μπαφούνη Συντονισμός Διαφήμισης: Δήμητρα Χιώτη Υποδοχή Διαφήμισης: Μαρία Αυγερινού Διεύθυνση Λογιστηρίου: Έφη Μούρτζη
19 ΕΡΙΚΑ ΔΟΥΡΑΛΗ
Παρίσι, Πλαταμώνας, ζωγραφική.
Λογιστήριο: Σωτηρία Ψυχογιού, Ασπασία Χοβαρδά Υπεύθυνος Διανομής: Γιάννης Γαρούφαλος Νομικός Σύμβουλος: Γιάννης Πιτσιώρας Διαχωρισμοί - Εκτύπωση: Βιβλιοσυνεργατική Α.Ε.ΠΕΕ., Φειδίου 18, Αθήνα 10678, Τ: 2103813109 SOUL 2310Magazine: Ναυαρίνου 6, 54622, Θεσσαλονίκη Τ: 2310 545 069, Τ. Αθήνας: 210 361 7530, F: 2310 543 050, E: info@soulmag.gr www.athensvoice.gr/culture soulmag.blogspot.com www.twitter.com/soulmagazine www.facebook.com/ SOUL2310mag soulmag.tumblr.com Το περιοδικό «Soul 2310Magazine» κυκλοφορεί κάθε μήνα από την Plus Athens. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική ή μερική, η διασκευή ή απόδοση του περιεχομένου του περιοδικού με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό ή άλλου είδους, μόνο με προηγούμενη έγκριση του εκδότη.
4 SOUL
28 SCANDINOIR
Η σκοτεινή γοητεία της Σκανδιναβίας.
HUGO BOSS HELLAS LLC Phone 0030 216 9002300 www.hugoboss.com
ΣΑΓΙΑΚΟΣ: ΠΑΝ. ΤΣΑΛΔΑΡΗ 33, 121 34 ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ - ΤΗΛ.: 210 5723374 COLLECTIONS: ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΙΩΣΗΦ 7, 546 23 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΤΗΛ.: 2310 232425 INTERVISTA BY MIKAEL: ΤΣΙΜΙΣΚΗ 71, 546 22 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΤΗΛ.: 2310 230906 MOSSIALOS DONNA: 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 21, 454 44 ΙΩΑΝΝΙΝΑ - ΤΗΛ.: 26510 32544 ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ: ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ & ΑΜΑΛΙΑΣ 2, 351 00 ΛΑΜΙΑ - ΤΗΛ.: 22310 28776 ISTANTE: 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 48, 271 00 ΠΥΡΓΟΣ - ΤΗΛ.: 26210 28585
S A M
P L E R
Φωτογραφίες και λέξεις-δείγματα για το τι θα δεις και θα διαβάσεις στις επόμενες σελίδες. Warning: δεν υπάρχει ούτε μία αράδα για το πόσο καλή ή όχι μαέστρος είναι η Ευγενία Μανωλίδου.
50 ΕΞΑΡΧΕΙΑ UNCENSORED
44 ΒΛΑΝΤΟ ΓΙΑΝΚΟΒΙΤΣ
Γιατί οι τοίχοι έχουν μιλιά.
Τρίποντο.
56 ALL THE YOUNG DUDES
46 ΛΕΛΑ ΡΑΜΟΓΛΟΥ
In «Hotel Άριστον» we trust!
Όσο πιο παλιό τόσο πιο μουσική.
60 MAKRIS BRO & CO
Χειροποίητο βιομηχανικό design.
82
68
TONI SFINOS Πάτε καλά, ρέι;
ATOPOS
Ελληνική τέχνη, διεθνής καριέρα.
76
90
WANG SHU
ROADTRIP USA
Κινεζική αρχιτεκτονική.
Δυτική ακτή, here we come!
adidas Originals Golden Hall, Λ. Κηφισίας 37A, 210 6837 837 attr@ttivo (A.L.E.) 210 2853 813 Folli Follie Group (Converse, Gas, G-Star Raw) Ηφαίστου 49, Κορωπί, 210 9119 00 Mirepsos Β. Ουγκώ 12, Τ: 2310 518 450 Nike Hellas 210 9464 400 Notos Galleries (Lacoste, Denim and Supply Ralph Lauren) Αθήνα: Αιόλου 99, Πειραιάς: Ηρ. Πολυτεχνείου 35, Θεσσαλονίκη: Στοά Χιρς, Τσιμισκή 24 & Μητροπόλεως 31 Οπτικά Δαμουλά Αλεξάνδρου Παπαναστασίου 134, 2310 300 687 Sugarcube Τσιμισκή 94 VF Hellas (Lee, Wrangler, VANS, Jansport) 210 3449 300 6 SOUL
S E N
D
S P A C E
This space is your space! Στείλε μας τις λέξεις και τις εικόνες σου, στείλε μας την παρέα σου, στείλε μας τη ζωή σου παρέα με το περιοδικό. Θα σε δεις.
ΔΥΝΑΜΗ ΔΕΛΤΑ Αναμνηστική φωτογραφία από την ημέρα που μελλοντικοί συνάδελφοι και νυν σπουδαστές του τμήματος Δημοσιογραφίας του ΙΕΚ ΔΕΛΤΑ Θεσσαλονίκης πέρασαν για να μάθουν την τέχνη των περιοδικών. Με πρωτοβουλία του καθηγητή τους και εξαίρετου, όπως βλέπετε, φωτογράφου, Αλέξη Χριστοδουλάρα.
HEY, SISTER BLOOD She is gonna eat your SOUL. Αν ήταν κάπως έτσι η Αποκάλυψη, ποιος δεν θα ήθελε να πεθάνει; Manos Kamakaris, facebook
GODSPEED, YOU SOUL EMPEROR Theodore D. Karataglidis, facebook
RUMOR HAS IT Adelisious, we love you! Stathis Golg, facebook
8 SOUL
BABY ON BOARD Early presents? Born just in time: ) Harry Sior Agapides, facebook
BOOOOOM! The Real Bomb In My Hand Is My SOUL. Aristotelis Papaprodromou, mail
ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ; Μια κατάθεση ψυχής: Να ξέρεις, είσαι μυρωδιά από τα χειμωνιάτικα απογεύματά μου και τα καλοκαιρινά μεσημέρια μου, από τις κυριακάτικες εκδρομές μου, τις αυγουστιάτικεs διακοπές μου, είσαι η εμμονή μου, ξεγνοιασιά μου και η χαλάρωσή μου. Άι λαβ γιου, ρε γκάιζ!!! Όμορφες συνέχειες, μωρέ!!! Σμουτς από Κρήτη!!! Vaso Kladou, facebook DESTINATION: NORWAY Το παγωμένο Όσλο έχει ψυχή! Vangelis Kourlitis, facebook
MONOCLE The way we see the SOUL world. Elina Melkonian, facebook
10 SOUL
Λ. ΝΙΚΗΣ 21, Τ 2310 239842, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
BABY’S ON FIRE Όταν μεγαλώσει, θέλει να γίνει ιδιοκτήτης πρακτορείου μοντέλων.
LAST CHRISTMAS Τα «ξωτικούλια», σύμφωνα με τον «μύθο», που δεν είμαι και σίγουρος, ήρθαν από τη Σουηδία. Το SOUL ήρθε από τη Θεσσαλονίκη και βρέθηκαν σπίτι μου. Μια και ήταν γιορτές, τα φωτογράφησα. Καλή Χρονιά! Δήμος Κόντος, mail ΝΤΕΚΟΡΑΜΑ Vassilis Paratriha Dagas
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΜΠΡΥΖ Το περιοδικό σας με συντρόφευε στην εκδρομή που έκανα στην Μπρυζ. Αντί να χαζεύω τη λίμνη Minnewater, διαβάζω με προσοχή ένα άρθρο στο SOUL. Ελίνα Κ., mail
12 SOUL
PANTONE We got SOUL! Efi Zachariadi, facebook
S T R E E T S Φυλές και σκωπτική σημειολογία (κράξιμο) για τον ανθρώπινο συνωστισμό γύρω σου.
Χειμωνistas! Κείμενο, Εικονογράφηση Γιώργος Μπάκας
Μπάικ Μάγιερς Ο Μπάικ συγκαταλέγεται στους λίγους και τυχερούς Έλληνες που διαθέτουν ακόμη δουλειά, αλλά και στους λίγους και άτυχους Έλληνες που, για να διατηρήσουν τη δουλειά τους, αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες εργασίας, ήτοι να γίνουν κηπουροί στις βίλες των αφεντικών τους, να κουβαλάνε τα ψώνια των συζύγων τους, και όλα αυτά αφού σχολάσουν έπειτα από ένα 14ωρο χαμαλίκι των 600 ψωροευρώ. Οι βίαιες περικοπές του μισθού του, η αύξηση της βενζίνης και ο κίνδυνος να πέσει θύμα ξυλοδαρμού από ψυχοπαθείς οδηγούς τον ανάγκασαν σε πρώτη φάση να πουλήσει το αυτοκίνητό του και να επιλέξει ως μέσο μεταφοράς το αστικό λεωφορείο. Εκεί του αποκαλύφθηκε ένας νέος θαυμαστός κόσμος που του πρόσφερε πρωτόγνωρες εμπειρίες μέσα από διαδραστικά θεάματα (μποξ με πορτοφολάδες, καράτε με ανώμαλους, κατς με τζάνκια), ψυχαγωγικές δραστηριότητες (συμμετοχή στο παιχνίδι «Πόσοι άνθρωποι χωράνε σε ένα λεωφορείο;», «Πόσα χέρια χρειάζονται για να κοπεί ένα εισιτήριο και να επιστρέψει στον κάτοχό του;»), στατιστικές μελέτες («Πόσο κοντά είναι ο εγκέφαλος ενός χιμπατζή με τον εγκέφαλο ενός ρατσιστή;») και πολιτικά συμπεράσματα («Μας αξίζει ένας χειρότερος κόσμος»). Απηυδισμένος από το αποτυχημένο πείραμα κονσερβοποίησης των ανθρώπων, αποφάσισε να αγοράσει ένα ποδήλατο και να απαλλαγεί μια για πάντα από την κίνηση, τα έξοδα, τον συνωστισμό και από κάθε είδους επαφή με όντα που αποκαλούνται «κοινωνικά» και συνεννοούνται μόνο με βρυχηθμούς και άναρθρες κραυγές. Εξοπλίστηκε με όλα τα κομφόρ (κασκόλ, κουκούλες, ισοθερμικά, μπουφάν με διπλή επένδυση), ανακάλυψε μια σύντομη διαδρομή προς τη δουλειά του και τράβηξε τον μοναχικό δρόμο του αόρατου ποδηλάτη, εκείνου με τον στόχο στην πλάτη.
14 SOUL
Καρναβάγια Κον Ντίος Θυμάσαι τον Ραλφ Μάτσιο που είχε ντυθεί ντουζιέρα στο «Καράτε Κιντ»; Φοβερή στολή, ε; Λένε πως μετά την ταινία οι δημοσιογράφοι ζητούσαν συνέντευξη από τη στολή και όχι από τον Ραλφ. Εν πάση περιπτώσει. Σημασία έχει πως μια τέτοια στολή δεν θα δεις ποτέ να τη φοράει η Καρναβάγια, αφού επιλέγει διαφορετικές αμφιέσεις που θα αναδείξουν την ομορφιά, τη γοητεία και τη σεξουαλικότητά της, αψηφώντας τις χαμηλές θερμοκρασίες του παγετού. Με λίγα λόγια, ό,τι στολή και να της δώσεις (Χουλκ, Κλόουν, Ζόμπι, Βαμπίρ, Παπαρήγα) θα την κόψει και θα τη ράψει, ώστε να τηρήσει το αποκριάτικο έθιμο και να ντυθεί, για ακόμη μια χρονιά, «μ***άρα». Έχω δει Καρναβάγιες ντυμένες «καλόγριες» με ντεκολτέ Coco Austin. Έχω δει Καρναβάγιες ντυμένες «ποδοσφαιριστές» με ζαρτιέρες και βάψιμο τσατσάς. Έχω δει Καρναβάγιες ντυμένες «πειρατίνες», να κάνουν πατινάζ επί πάγου με 12ποντες γόβες στην Τσιμισκή. Έχω δει την ταινία «Argo», συγκλονιστική μαλακία! Αν, για τον περισσότερο κόσμο, οι απόκριες εκφράζουν μια βαθιά επιθυμία να αποκτήσουν μια νέα ταυτότητα, να υποδυθούν κάτι που θα ήθελαν να είναι, όπως, για παράδειγμα, δικηγόροι που ντύνονται pin-up girls, τραπεζίτες που ντύνονται μπαλαρίνες, Πασόκοι που ντύνονται Συριζαίοι, για την Καρναβάγια τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Χρησιμοποιεί τη στολή σαν φετίχ σε σεξουαλικά παιχνίδια, αφενός για να προκαλέσει μαζικές εκκρίσεις τεστοστερόνης στα αρσενικά που την περιτριγυρίζουν, αφετέρου για να δικαιολογήσει την ξαφνική μετάλλαξη ενός αντικοινωνικού φρόκαλου (τουπέ, σνομπισμός, δυσκοιλιότητα) σε ένα υπερκοινωνικό ον και να εμπλουτίσει τους φίλους και θαυμαστές της στο facebook. Όπως η Παγώνα (βλ. παρακάτω), έτσι και η Καρναβάγια, βλέπει το δάχτυλο και δεν βλέπει το φεγγάρι, βλέπει το δέντρο και δεν βλέπει το δάσος, βλέπει το πράσινο και δεν βλέπει τον παππού που προσπαθεί να περάσει τη διάβαση, επιλέγοντας έναν μοναχικό ύπνο δίπλα στα αρκουδάκια της εφηβείας της.
Τζον Τουρτούρο Μπορεί να μην έχει κλέψει το κράτος, να μη διαθέτει offshore εταιρίες ή μαύρες καταθέσεις στην HSBC, παρ’ όλα αυτά, ο Τουρτούρο ζει έγκλειστος σαν τον Άκη Τσοχατζόπουλο στο VIP κελί του, απολαμβάνοντας τη συντροφιά τεσσάρων τοίχων και μιας τηλεόρασης που παίζει νυχθημερόν ειδήσεις, αμερικάνικες σειρές και Τηλε-Κύβο (βρες τη σωστή λέξη και κέρδισε ένα… «Μπράβο, μαλάκα, για τη συνεισφορά σου στην αύξηση κεφαλαίου του ΑΝΤ1»). Από τα μέσα Νοεμβρίου, που πιάνουν τα πρώτα κρύα, τα ίχνη του Τζον αρχίζουν να εξαφανίζονται αφήνοντας φίλους και γνωστούς να αναρωτιούνται αν τον κατάπιε ο καναπές, αν πέθανε από ασιτία ή αν μετανάστευσε στο εξωτερικό για ένα καλύτερο μέλλον ως σερβιτόρος. Ο Τουρτούρο μισεί το κρύο όσο μισεί η τηλεθέαση τη Σαλαγκούδη, η Αριστερά τον Ψαριανό και η ανάπτυξη την Ελλάδα. Κάθε μείωση βαθμού Κελσίου τη νιώθει σαν σουβλιά στα κόκαλά του, στις αρθρώσεις και στους μύες του και κάθε άκουσμα της λέξης «γρίπη» τον φέρνει αντιμέτωπο με σούπες, χαμομήλια και με την ομοιοπαθητικό μαμά του σε τακτικές τηλεφωνικές συνεδρίες. Η υποχονδρίαση, συναρτήσει μιας ασύλληπτης οκνηρίας, θα έκανε τον Ομπλόμοφ να μοιάζει μπροστά του με Γαλάτη υπό την επήρεια δρυιδικού φίλτρου και θα οδηγούσε τον Dude να του σφίξει το χέρι και να του πει: «Μπράβο, ρε μάγκα, φοβερή σύλληψη η κουβέρτα-τζάκετ». Η αύξηση του πετρελαίου και η οικονομική δυσπραγία τον αναγκάζουν να κυκλοφορεί συχνά μέσα στο σπίτι σαν Ινδιάνος με μια κουβέρτα ριγμένη επάνω του και να καταριέται τον Μανιτού που δεν γεννήθηκε στη Ζανζιβάρη. Οι τελευταίες φήμες επιβεβαίωσης της ύπαρξής του τον θέλουν να προσεγγίζει έγκλειστο θηλυκό με κοινές -κατά φαντασίαν- ασθένειες, όμως δυστυχώς η τεχνολογία δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο να υποσχεθεί ραντεβού ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες.
15
Παγώνα Κρυοκωλίδου Όχι, δεν την πάγωσε η Τζάντις της Νάρνια, δεν παίζει «στρατιωτάκια στη σειρά ακούνητα-αμίλητα», ούτε κάνει πρόβες ως μοντέλο σε σχολές ζωγραφικής. Λόγω μιας επιστημονικά δυσεξήγητης εγκεφαλικής ανωμαλίας (κάλος), η Παγώνα δυσκολεύεται να εμπεδώσει το γεγονός πως οι καφετέριες άνοιξαν για να κάθεσαι και να πίνεις καφέ, οι ταβέρνες για να κάθεσαι και να τρως, και τα μπαρ/κλαμπ για να χορεύεις. Αν όχι να χορεύεις, έστω να κουνιέσαι στον ρυθμό ενός τραγουδιού ή, στη χειρότερη, να σκαρφαλώνεις στο μπαρ ντίρλα και να προσπαθείς να μιμηθείς το moonwalk του Μάικλ Τζάκσον. Εάν δεχτούμε πως η έννοια του χορού ερμηνεύεται και ως εκδήλωση σεξουαλικότητας και ερωτισμού, εύκολα εξάγουμε το συμπέρασμα πως η Παγώνα είτε έχει πάρει όρκο αγνότητας είτε πενθεί είτε προσπαθεί να υπνωτίσει με το βλέμμα της τα γύρω αρσενικά («Για κοίτα με στα μάτια λοιπόν και κοιμήσου», Μαρινέλλα, 587 B.C.). Από τη στιγμή που θα μπει στο μαγαζί, θα πιάσει μια καλή θέση στο μπαρ, θα παραγγείλει ένα τζιν τόνικ ρουφώντας δυο γουλιές μπαρούτι ανά μισάωρο και θα ανταλλάξει εποικοδομητικές κουβέντες με τις φίλες της, όπως «Έχει κόσμο σήμερα», «Πότε το αγόρασες αυτό;», «Πολλή κάπνα», «Θα βρέξει αύριο». Μολονότι βρίσκεται στα πρόθυρα της θανατηφόρας πλήξης και αγαμίας, όσοι άντρες την πλησιάσουν θα τους αντιμετωπίσει σαν αγροίκους μέθυσους που θέλουν να της καταστρέψουν τη νύχτα και να την πηδήξουν (ερωτική πράξη με σκοπό την επιβίωση των ειδών που λαμβάνει χώρα στον πλανήτη τα τελευταία 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια). Την επομένη μυξοκλαίγεται πως «Δεν υπάρχουν πια άντρες», «Είναι όλοι κότες και γκέι» και «Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί τους», τουτέστιν δεν είναι ψηλοί, καλογυμνασμένοι, κομψοί, με πράσινα μάτια, θεληματικό πηγούνι, μορφωμένοι και εύποροι, ώστε να της εξασφαλίσουν μια πλουσιοπάροχη ζωή.
Σιβηρία Αντωνίου Στην προηγούμενη ζωή ήταν πιγκουΐνος, πολική αρκούδα ή καναδέζικη χήνα, αφού η Σιβηρία Αντωνίου διαθέτει υπεράνθρωπες αντοχές στο κρύο και αποτελεί τη Νο1 υποψήφια αστροναύτη για μελλοντική αποστολή της Nasa στον Πλούτωνα. Είναι αυτό το ξέκωλο που βλέπεις να μιλάει στο smart-phone έξω από μπαρ της Βαλαωρίτου μέσα στο καταχείμωνο, φορώντας ξώπλατο, ξώβυζο και οτιδήποτε άλλο αρχίζει από «ξω» και τελειώνει σε κρεβάτια ξένων σπιτιών, ξημερώματα Κυριακής. Ρώσοι επιστήμονες διατείνονται πως η Σιβηρία διαθέτει, όπως όλες οι γυναίκες, αυξημένη ικανότητα συντήρησης της σωματικής θερμότητας, ώστε να προστατεύονται καλύτερα τα ζωτικά της όργανα. Αμερικανοί επιστήμονες απαντάνε πως οι Ρώσοι τα ’χουν τσούξει και δεν ξέρουν τι λένε, προβάλλοντας σαν αντεπιχείρημα τη γυναικεία ματαιοδοξία. Έλληνες επιστήμονες δεν έχουν τα χρήματα για να διεξαγάγουν μια ανάλογη έρευνα. Όποιος και αν πέφτει μέσα, αυτό που έχει σημασία είναι πως ο Πρετεντέρης θα συνεχίσει να λέει τη γνώμη του και η Τρέμη θα συμφωνεί «πως καλά τα λέει ο Γιάννης». Η Σιβηρία ξοδεύει το μεγαλύτερο διάστημα του χειμώνα σε γυμναστήρια, σε δίαιτες και σε ατελείωτο τζόγκινγκ στην παραλία του Θερμαϊκού, προετοιμάζοντας με σκληρή δουλειά και προσήλωση τη νέα αποκαλυπτική καλοκαιρινή της εμφάνιση σε πλαζ, beach bars και θερινά κλαμπ. Γεγονός που, όπως εκμυστηρεύεται σε φίλες της, της φέρνει «μια άλφα μελαγχολία», αλλά όλοι οι άνθρωποι που διοχετεύουν την ενέργεια, τον χρόνο και τα χρήματά τους στο να βελτιώσουν την εικόνα τους από μια άλφα μελαγχολία ξεκινάνε και έπειτα μαθαίνουν και τα υπόλοιπα γράμματα της αλφαβήτου. 16 SOUL
S T R E E T S
Ice-τεγος Ο Ice-τεγος αποτελεί την πιο συμπαθή και ταυτόχρονα μισητή φιγούρα των ελληνικών μεγαλουπόλεων, καθώς συμβολίζει, αντιπροσωπεύει και υπενθυμίζει την κοινή μοίρα όλων των Ελλήνων ως συνέπεια του μακροχρόνιου βάρβαρου βιασμού από το ΔΝΤ και την κυβερνητική πολιτική. Όπως κι εσύ, έτσι κι αυτός, ποτέ δεν φανταζόταν τον εαυτό του άστεγο, να κοιμάται στα πεζοδρόμια στους -5 βαθμούς Κελσίου, να επαιτεί για ένα κομμάτι ψωμί και να εκλιπαρεί να του δώσουν οι φιλόζωοι την ίδια σημασία που δίνουν στα αδέσποτα σκυλιά παραδίπλα: «Αχ, μωρέ, πεινάει το καημένο», «Ας του φέρουμε κάτι να φάει», «Να το πάρουμε σπίτι να του κάνουμε ένα μπάνιο». Εκτός από το κρύο, την πείνα και την κακιά του τη μοίρα, ο Ice-τεγος έχει να αντιμετωπίσει τον κυνισμό μιας μερίδας ανθρώπων που δικαιολογούν την τσιγκουνιά τους με ατάκες όπως: «Αρτιμελής είναι, να πάει να δουλέψει», «Γέμισαν τα πεζοδρόμια απατεώνες», «Ποιος ξέρει τι λεφτά βγάζει κάθε μέρα», «Να του δώσω, να τα πιει σε αλκοόλ;» παραβλέποντας εάν ο Ice-τεγος φοράει το εσώρουχο πάνω από το παντελόνι του, εάν συνομιλεί με τον τοίχο και εάν φοράει αυτοσχέδια παπούτσια από χαρτόνι. Για καλή του τύχη, στο πλαίσιο της νέας κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης το ΕΣΡ αποφάσισε να απαγορεύσει από τα κανάλια να προβάλλουν το πρόσωπό του στην τηλεόραση ή να το προβάλλουν, αλλά με την προϋπόθεση πως θα είναι ντυμένος κομψά, ξυρισμένος και θα κρατάει πλακάτ που θα γράφει «Live your myth in Greece», «Support Olga», «Skai knows better».
Μπακάλικον
Μεζεδοπωλείο
Πλατεία Ναυαρίνου 7 T: 2310 227676 www.mpakalikon.gr
24-26, Εrmou str. Thessaloniki T: 6942 508 179
S T R E
A M I N
G
Ροή πληροφορίας εικόνας, και food for thought για τον χειμώνα. Των Δημήτρη Καραθάνου, Δημήτρη Αθανασιάδη, Βάγιας Ματζάρογλου, Παύλου Αθανασόπουλου, Chris Ex, Βιβιάνας Μηλιαρέση
The Sinking World: Τέχνη 130 πόδια υπό τη θάλασσα 24.7 μοίρες νότια, 81.44 μοίρες δυτικά. Αυτές οι συντεταγμένες καθορίζουν την ακριβή τοποθεσία του σκάφους Vanderberg, το οποίο βυθίστηκε το 2009 στο Κι Γουέστ της Φλόριντα, φαινομενικά καταδικασμένου να παραμείνει ένα άψυχο θαλάσσιο κήτος βάρους δέκα χιλιάδων τόνων, ωσότου ανασυρθεί στην επιφάνεια. Μόνο που το Vanderberg προσέκρουσε στην περίπτωση του Andreas Franke, φωτογράφου, εικονογράφου και παθιασμένου καταδύτη, ο οποίος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το κουφάρι του πλοίου σαν βιότοπο για τη σουρεαλιστική, ροκοκό Ατλαντίδα των οραμάτων του. Ο Franke, αυστριακός δημιουργός με πελατολόγιο περιωπής (Habitat, Ferrari, Nike, Heineken, Pepsi, Siemens), βούτηξε στα βάθη του Κι Γουεστ, φωτογράφισε επισταμένα το ναυάγιο και στη συνέχεια αντιπαρέβαλλε στις αυθεντικές εικόνες μια δική του, φαντασιακή δημογραφία του νερού: μπαλαρίνες, ευγενείς, πυγμάχους, παιδιά, κινηματογραφόφιλους, προλετάριους, νοικοκυρές, τροφίμους νοσοκομείων, κυνηγούς λεπιδόπτερων. Κατόπιν έντυσε τις εκτυπώσεις με πλέξιγκλας, τις τύλιξε με κορνίζες ανοξείδωτου ατσαλιού και τις εφάρμοσε με μαγνήτες στους πνεύμονες του πλοίου. Σαν να μην ήταν αρκετή η απόκοσμη σαγήνη των εικαστικών του Franke, ο υδροβιότοπος φρόντισε να προσθέσει τις δικές του φυσικές πινελιές, χάρη στην πατίνα του άλατος και των μικροοργανισμών που διαστρωμάτωσαν τα έργα. Και πού στεγάστηκε αυτή η γκαλερί; Ούτε στη Νέα Υόρκη ούτε στο Λονδίνο. Παρέμεινε εκεί, 24.7 μοίρες νότια, 81.44 μοίρες δυτικά, 130 πόδια κάτω από τη θάλασσα, όπου όλα είναι σιωπηλά και πρασινωπά, και που μπορείς να φτάσεις μονάχα φορώντας εξοπλισμό δύτη, παίρνοντας βάρκα από το Κι Γουέστ. Η έκθεση «The Vandenberg: Life Below the Surface» φιλοξενήθηκε από τις 17 Ιανουαρίου έως τις 15 Φεβρουαρίου στα βάθη του ωκεανού. thesinkingworld.com 18 SOUL
Έρικα Δουραλή: Paint it green, paint it blue
«The Zone»: Επώνυμοι πυντσονοληπτικοί!
Δέντρα κατοικημένα, άδεια σπίτια σε αναμονή, τοπία με σύννεφα που ταξιδεύουν, ιδέες σαν χλωροφύλλη, συγκεκριμένες ή αφαιρετικές, ένα παιχνίδι με τη φύση και τα χρώματα. Το βλέμμα και το συναίσθημα. Οι «Χρωματικές ΑπόΠλανήσεις» της Έρικας Δουραλή συνεχίζουν να διηγούνται το ταξίδι της από την Ελλάδα στο Παρίσι και τη μετεγκατάστασή της πάλι εδώ, στην περιοχή του Πλαταμώνα για την ακρίβεια. Εξ ου και μπορείς στα έργα της να διακρίνεις τις αποχρώσεις του Όλυμπου ανά εποχή, όπως και του ουρανού ή της θάλασσας της Πιερίας. «Τα όνειρα είναι ασπρόμαυρα, τα μάτια μας ορθάνοιχτα τα χρωματίζουν», λέει η ζωγράφος, που ανάμεσα σε αυτήν και τη φύση μπορείς να διακρίνεις μια ιστορία ατέρμονης αγάπης. «Μια μέρα άρχισα να ζωγραφίζω. Από τότε δεν σταμάτησα ποτέ». Και πολλά περισσότερα στην έκθεση «Χρωματικές Από-Πλανήσεις», στην Gallery Art Πρίσμα (Κουντουριώτου 187, Πειραιάς, Τ: 210 4296 790), από τις 8 Μαρτίου έως και τις 6 Απριλίου.
«Η ιδέα να φτιαχτεί ένα ελληνικό περιοδικό για το έργο του Thomas Pynchon έπεσε στο κεφάλι μου σαν V2 εκτός ελέγχου. Εδώ και μήνες είχαμε μαζευτεί στο facebook και στα άλλα social media μια ομάδα από φίλους με κοινή αγάπη (ώς και εμμονή τη λες) στον Pynchon και παρατηρώντας όλες αυτές τις “μισές” συζητήσεις που κατέληγαν μισοτελειωμένες σκέφτηκα πως ίσως ετοιμάζοντας κάτι πιο ολοκληρωμένο θα μπορούσαμε να εστιάσουμε τις σκέψεις μας καλύτερα για τον αγαπημένο μας συγγραφέα και να αυτοοριστούμε ίσως σαν ένα ομογενές πια σύνολο πυντσονόφιλων», γράφει τον Νοέμβριο του 2011 ο εμπνευστής του εγχειρήματος, Βασίλης Δρόλιας. Ήταν τότε που έσκασε και στα δικά μας inbox, σαν «V2 εκτός ελέγχου», το κάλεσμα να κατεβάσουμε το πρώτο τεύχος του «The Zone», ενός αρχείου .pdf έκτασης 55 σελίδων και 27 χιλιάδων λέξεων, ειδωλολατρικά προσηλωμένου στη βιβλιογραφία του πολυθρύλητου αναχωρητή της λογοτεχνίας. Με τα τρία τεύχη που ακολούθησαν, το ψηφιακό μαγκαζίνο προσέγγισε διαστάσεις ομηρικού έπους: μια επίτομη έκδοση του «The Zone» θα αριθμούσε σήμερα 243 σελίδες και 102 χιλιάδες λέξεις, ενώ μάλιστα επίκειται το πέμπτο τεύχος, που υπόσχεται να είναι και το εκτενέστερο, με αφορμή τα 40 χρόνια από την έκδοση του «Ουράνιου τόξου της βαρύτητας», αυτό τον Φεβρουάριο. Μα περιοδικό για τον Pynchon στα ελληνικά; θα μας πείτε. Ποιος θα ενδιαφερθεί για κάτι τέτοιο; Νοιάζονται οι ίδιοι οι συντάκτες του πρωτίστως, και αυτό αρκεί. Στο «The Zone» γράφουν ποταμούς κειμένων χρόνιοι μύστες του πυντσονικού έργου, από τον συνεργάτη μας Θανάση Μήνα, τον κριτικό λογοτεχνίας Λευτέρη Καλοσπύρο, μέχρι συγγραφείς, διδάκτορες του Παντείου, μπλόγκερ, απλοί αναγνώστες. Τα άρθρα κυμαίνονται από το ακραιφνώς φετιχιστικό («Ματωβαμμένος Μεσημβρινός: Το μεταμοντέρνο γουέστερν στο “Ενάντια στη μέρα”», «Beat: Η μήτρα της Πυντσονικής αφήγησης») έως το αθώα βιωματικό («Πώς γνώρισα τον Pynchon», «Μισώ τον Thomas Pynchon») ή το απλώς αλλόκοτο: βλέπε «Ο Pynchon ως par excellence καταστασιακός συγγραφέας». Με περισσότερα από 700 download μέχρι στιγμής, φαίνεται πως το «The Zone» διαθέτει και το κοινό του. Καθώς ο μυστικισμός που περιβάλλει το αθέατο πρόσωπο του Thomas Pynchon τείνει να συγκρίνεται με την ίδια την αίγλη του χαώδους έργου του, καθώς οι διθυραμβικές κριτικές των βιβλίων του φτάνουν να υπολείπονται των θεωριών συνωμοσίας που τον αφορούν, (Εξαφανίστηκαν όντως όλα τα προσωπικά του αρχεία από το σχολείο του; Επισκέφτηκε πράγματι σε κάποια φάση τον λονδρέζο εκδότη του αιτούμενος να μιλήσει με τον υπεύθυνο παιδικής λογοτεχνίας, προκειμένου να ζητήσει αφίσες για το δωμάτιο των παιδιών του; Ήταν αλήθεια δική του η φωνή που ακούστηκε σε εκείνο το επεισόδιο των «Simpsons», όπου εμφανίστηκε με το κεφάλι κρυμμένο σε χαρτοσακούλα;), το ηλεκτρονικό φανζίν των ελλήνων πυντσονολάγνων προσθέτει άλλη μια ψηφίδα αναγνώρισης, αφοσίωσης και ερμηνείας στο έργο του, κατά πολλούς, απροσπέλαστου, για τους περισσότερους όμως μεγαλοφυέστερου συγγραφέα της εποχής μας. thezone.gr 19
Κωνσταντίνος Καρβέλης: Μιλήστε μας για σας, κύριε!
«Το θέατρο είναι, για μένα, ανάγκη και ταυτίζεται άμεσα με την προσωπική μου αναζήτηση για την ελευθερία. Έχει να κάνει με την ανάγκη που νιώθει ο καθένας μας να ανακαλύψει τον ανώτερο εαυτό του. Να κατακτήσει τη γνώση. / Κάθε άνθρωπος οφείλει στη ζωή του να μην είναι μόνο ένα πράγμα, αλλά να βιώνει πολλές προσωπικότητες. Γιατί έτσι διευρύνονται οι ορίζοντές του, απομακρύνεται κατά κάποιον τρόπο από τον εγωισμό του. Προσπαθώ να καταπολεμήσω τον εγωισμό μου. Η διαδρομή έχει πόνο και βάσανο. Αλλά έχω την εντιμότητα και την ευαισθησία να μη μεταφέρω το βάσανο αυτό στους γύρω μου. / Έχουν υπάρξει δύσκολες στιγμές στην πορεία. Αλλά, με την πάροδο του χρόνου, είδα ότι κάτι θετικό μου έχουν αφήσει. Μου αποκάλυψαν πλευρές του εαυτού μου. / Θα έφευγα από μια δουλειά, αν είχε θιγεί σε μεγάλο βαθμό η αξιοπρέπειά μου ή είχα “κλειδώσει” μέσα μου και δεν μπορούσα να λειτουργήσω. Δεν ξέρω ποια άλλη δουλειά θα ήθελα ή θα μπορούσα να κάνω. Θα το ανακαλύψω, αν βρεθώ στην ανάγκη. Η ανάγκη σε κάνει να βρεις εναλλακτικούς τρόπους επιβίωσης. / Λειτουργώ έντονα μέσα από τη διαδι20 SOUL
κασία της σωματοποίησης των πραγμάτων. Μπορεί εγκεφαλικά να συλλαμβάνω πράγματα που θέλω ή έχω ανάγκη, αλλά, μόνο όταν το ίδιο μου το σώμα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, παίρνω τη δύναμη να τα διεκδικήσω. / Μόνο μέσα από τη ρήξη μπορεί να γεννηθεί το καινούργιο. Απλώς, οι άνθρωποι διαφέρουμε στον τρόπο της “επανάστασης” που επιλέγουμε. Προσωπικά, πιστεύω στη λογική της “ήσυχης” δύναμης. Γιατί η επανάσταση μπορεί να γίνει και χωρίς θόρυβο. / Παλιότερα έκανα πολλά σχέδια. Όταν συνειδητοποίησα ότι το μόνο που μπορώ να διαχειριστώ είναι το παρόν, μετρίασα το “φεύγα” του μυαλού. Και τώρα ονειρεύομαι, αλλά με τρόπο πιο συμβατό με την πραγματικότητα. Δεν φτάνει μόνο να ονειρεύεσαι. Πρέπει να πιστεύεις στο όνειρό σου -κι αυτό δεν είναι δεδομένο πάντα- και να δουλεύεις γι’ αυτό. / Ο έρωτας είναι λυτρωτικός. Σε φέρνει σε επαφή με τη φύση σου. Για να σου συμβεί, πρέπει να είσαι διαθέσιμος στην ένταση και στο μη δεδομένο του. Πρέπει να τον διεκδικείς διαρκώς, ξέροντας τη θνητότητά του. Ξέροντας ότι είναι μια έκρηξη, ένα κενό χρόνου, που ενέχει την πρόκληση αλλά και τον φόβο του αγνώστου. Αν
μπορούσα να αλλάξω κάτι στον εαυτό μου, θα ήθελα να ερωτεύομαι πιο συχνά. / Φοβάμαι τη σκοτεινή πλευρά μου. Αλλά, μεγαλώνοντας, θέλω να στήνω τους φόβους μου απέναντι και να τους αποδέχομαι με τρυφερότητα. Νομίζω πως δεν πρέπει να γίνεται βίαια ό,τι έχει να κάνει με την πορεία στους δρόμους του υποσυνείδητου. Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ο χρόνος και η φθορά που συνεπάγεται. Προσπαθώ, όμως, να μην τον βλέπω ως μια γραμμική πορεία με αρχή και τέλος αλλά ως κινητήριο δύναμη. / Με εξιτάρει το παιχνίδι της διαθεσιμότητας στους ανθρώπους. Θέλω οι άλλοι να έχουν τη διαθεσιμότητα να μου δείξουν μια αλήθεια τους. Είτε είναι στρογγυλή είτε έχει γωνίες». Ο Κωνσταντίνος Καρβέλης παίζει στη σουρεαλιστική κωμωδία «Όθων και Ποθούλα» του Άκη Δήμου στο θέατρο Δημήτρης Χορν, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Μαζί του οι Σοφία Φιλιππίδου, Σταμάτης Φασουλής, Βέρα Κρούσκα, Θανάσης Αλευράς, Σοφία Φαραζή.
Parks and Recreation: Το trust του γέλιου Φαντάσου την απεχθέστερη εκδοχή της μικροαστικής, συντηρητικής, ρατσιστικής Αμερικής και σκέψου από πάνω να τη διοικεί το πιο βραδύνουν κομμάτι της, μια λέσχη των τιποτένιων με μοναδική σπεσιαλιτέ την επαγγελματική ανέλιξη μέσω της ελάχιστης δυνατής προσπάθειας. Τοποθέτησε τώρα στο επίκεντρο αυτής της ανεστραμμένης ουτοπίας έναν τεμπελχανά λουδίτη που βδελύσσεται την τεχνολογία περίπου όσο και το κοινωνικό κράτος, («φαντασιώνομαι την πλήρη εξάλειψη της γραφειοκρατίας, τη συρρίκνωσή της στο απολύτως απαραίτητο μίνιμουμ ενός ατόμου, του οποίου η μοναδική ευθύνη θα είναι το αν θα πατήσει το κουμπί για το ξέσπασμα του πυρηνικού πολέμου ή όχι»), πρόσθεσε έναν καταφανώς μελαψό μετανάστη που υποκρίνεται τον βέρο Αγγλοσάξονα, με ειδικότητα το ποταπό καμάκι και τη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, έναν αργόμισθο ημιαλκοολικό πολεοδόμο μηδαμινής επάρκειας και μια κατατονική ασκούμενη, και έχεις μια εικόνα του εργασιακού γκρουπ που πλαισιώνει την πρωταγωνίστρια, Λέσλι Νόουπ. Η οποία, στην κυριολεξία νομίζει πως βρέχει, όταν τη φτύνουν. (Υπόδειγμα διαλόγου: «Ψιτ, υπεύθυνη, να πας να γ###ς». «Ακούσατε; Με αποκάλεσε υπεύθυνη!»). Η Λέσλι, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι μια ανθυποασήμαντη λειτουργός με βοναπάρτειες φιλοδοξίες. Βρισκόμενη στον πάτο της δημοσιοϋπαλληλικής αλυσίδας και παρ’ όλα αυτά βέβαιη πως η μελλοντική προεδρία των ΗΠΑ δεν θα της διαφύγει επί μακρόν, κάνει τα πάντα για να διακριθεί. Από το να εφορμήσει στη γραμμή πυρός σκυλοκουραδοπόλεμου τσόγλανων εφήβων μέχρι τον συντονισμό υποεπιτροπών ανύπαρκτων αρμοδιοτήτων, που κυρίως εξυπηρετούν το ξέσπασμα της συσσωρευμένης οργής κοινωνικών παρασίτων καταπάνω της. Αν όλα αυτά σου θυμίζουν το σεναριακό μοτίβο του «Office», είναι διότι προέρχεται από την ίδια ομάδα παραγωγών, ενώ γυρίζεται επίσης σε ακατέργαστο μονοπλάνο ωσάν να επρόκειτο περί πραγματικού ντοκιμαντέρ. Όσο για τον χαμό που προκαλεί στις πέντε μέχρι στιγμής σεζόν του, έχε υπόψη το εξής: στο τοπ τεν τηλεοπτικών σειρών που δημοσίευσε πρόσφατα το «Time», στην πρώτη θέση της κατάταξης δεν βρέθηκε καμία από τις δαπανηρές, πολυδιαφημισμένες παραγωγές. Δεν ήταν ούτε το «Homeland» ούτε το «Game of Thrones» ούτε το «Mad Men» ούτε το «Breaking Bad». Στην κορυφή σκαρφάλωσε αυτό εδώ το τραγελαφικό mockumentary που βανδαλίζει τα ήθη της δημόσιας διοίκησης μέχρι δακρύων. Πώς θα τα πήγαινε μια τέτοια σειρά φτιαγμένη εδώ; nbc.com/parks-and-recreation
Nicci French: Two of a kind Αν το καλοσκεφτείς, ολόκληρη η κουλτούρα του νουάρ βασίζεται σε μια κοινή σύμβαση που τέμνει από άκρη σε άκρη το σύνολο της μυθιστορίας του: τον ακαταμάχητο ντετέκτιβ. Από τον Σέρλοκ Χολμς στον Φίλιπ Μάρλοου, ο μύθος του ιδιόρρυθμου ατομιστή ήρωα συνιστά την πεμπτουσία του αστυνομικού είδους, του οποίου η μακροζωία εξαρτάται από την αφοσίωση που εμπνέει στον αναγνώστη του. Αρκεί ένα γρήγορο ξεφύλλισμα στους πραγματικά επιτυχημένους σύγχρονους συγγραφείς του σασπένς, για να αποδειχτεί η ευστάθεια του ισχυρισμού. Ο Ράνκιν έχει τον Ρέμπους του, ο Νέσμπο τον Χάρι Χόλε, η Ρουθ Ρέντελ τον Γουέξφορντ, και πάει λέγοντας. Τι γίνεται όμως όταν ο κανόνας καταρρίπτεται μέσω μιας απροσδόκητης συμμαχίας ζεύγους εν ζωή που μοιράζεται τις ίδιες εμπνεύσεις, στο ίδιο πληκτρολόγιο; Στην περίπτωση του ανδρόγυνου Nicci Gerrard και Sean French, τίποτα λιγότερο από θρίλερ υψηλής θερμοκρασίας και σπινθηροβόλα λογοτεχνία περιωπής. Υπ’ όψιν, οι δυο τους δεν είναι πρωτόφαντοι. Εμφανίστηκαν στον χώρο των γραμμάτων μία δεκαετία πριν, παραδίδοντας έντεκα συναπτά μπεστ σέλερ, προτού μετακυλήσουν στο μυστήριο και συστήσουν στο κοινό έναν καινούργιο χαρακτήρα, την ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν. Το «Blue Monday» ήταν η πρώτη απόπειρα, με τους δυο τους να γράφουν τα κεφάλαια εναλλάξ, να ανταλλάσσουν ιδέες, να αναποδογυρίζουν την πλοκή, να επιμελούνται ο ένας τα γραπτά του άλλου, και γενικότερα να κάνουν μεταξύ τους όλα όσα ξεσήκωσαν τον αφειδώλευτο θαυμασμό της κριτικής και των αναγνωστών. Προορισμένο να αποτελέσει το ντεμπούτο μιας οκτάδας βιβλίων, το «Blue Monday» μεταφράστηκε και στη χώρα μας ταυτόχρονα με τη διεθνή του έκδοση, διαβάστηκε αχόρταγα, εξαντλήθηκε, ανατυπώθηκε και σήμερα επιβραβεύει τους μύστες του με το σίκουελ των περιπετειών της Φρίντα Κλάιν, τιτλοφορημένου «Tuesday’s Gone». Τι τρέχει εδώ; Η Μάγκι, μια κοινωνική λειτουργός, καλείται στην οικία μιας ψυχικά διαταραγμένης γυναίκας στο Ανατολικό Λονδίνο. Η αβάσταχτη αποφορά και η γενικότερη εγκατάλειψη του χώρου υποδεικνύουν τη δίοδο προς το δύσμορφο πτώμα. Είσοδος στη σκηνή του επιθεωρητή Κάρλσον, ο οποίος με τη σειρά του προστρέχει στην προσφιλή μας Φρίντα, προκειμένου να εξιχνιαστεί ένα έγκλημα που σύντομα ανακαλύπτουμε πως τοποθετεί την ίδια την ερευνήτρια στον ερεβώδη πυρήνα του. Εθιστικό και περίτεχνα ενορχηστρωμένο, το «Tuesday’s Gone» διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τη γραφίδα των δημιουργών του τόσο απολαυστική, ενώ σκαρφαλώνει την αφηγηματική κλίμακα σε πρωτόγνωρα υψίπεδα, μέσω της επακριβούς θεώρησης της βρετανικής κοινωνίας, της ατμόσφαιρας προσωπικού κινδύνου, μέσα στην οποία τυλίγει τον αναγνώστη χωρίς να χαλαρώνει τη λαβή του λεπτό, καθώς και του ενδελεχέστερου πορτρέτου της Φρίντα Κλάιν, που περνά δικαιωματικά στο πάνθεον των αλησμόνητων λογοτεχνικών ηρώων. Αυτών δηλαδή που σε ακολουθούν καιρό αφότου κλείσεις το βιβλίο. astinomika.gr 22 SOUL
somesillyminds.gr: Where is my mind? Άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, που δεν ξεχνούν ποτέ να ονειρεύονται ό,τι ώρα κι αν είναι. Ανόητα μυαλά που πάσχουν από μπερδεμένες σκέψεις και που οι εικόνες γύρω τους δεν τους αφήνουν σε ησυχία, ξέρουν καλά πως οι εικόνες κρύβουν ιστορίες. Πίσω από όλα αυτά πάντα παίζουν για φόντο ήχοι και μελωδίες. Κι αυτό συμβαίνει όπου κι αν είναι, όπου σταθούν και βρεθούν. Μέσα στην πόλη, σε κάθε πόλη, έξω από αυτή, στον δρόμο, στο αυτοκίνητο, στο αστικό, στα μπαρ, στη δουλειά, στο σπίτι, στο τρένο, στο αεροπλάνο... Αυτό συμβαίνει παντού. Και έρχεται η ανάγκη της έκφρασης, να παραθέσουν στο κοινό τις μπερδεμένες σκέψεις τους. Να παγιδέψουν με τους ανόητους φωτογραφικούς φακούς τους τις ιστορίες που συναντάνε στον δρόμο. Και να μοιραστούν μαζί σου τις αγαπημένες τους μουσικές, στον ιντερνετικό αέρα, από κάποιο ανόητο ραδιόφωνο, το ραδιόφωνο που θα άκουγαν και αυτοί, το ραδιόφωνο που θα θέλεις να ακούς κι εσύ. Και κάπου εδώ καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που διαφέρουν σε ωράρια, συνήθειες και προτεραιότητες· άνθρωποι που εναλλάσσονται με ευκολία από τη σκοτεινή στη φωτεινή πλευρά της πόλης· ακούνε ήχους, βλέπουν εικόνες, διαβάζουν λέξεις και ονειρεύονται μέρα η νύχτα. Κάποιοι από αυτούς είμαστε κι εμείς. Εσύ; somesillyminds.gr
Slava’s Snowshow: Ιστορίες από την Ανταρκτική Εξαιρετικοί μίμοι και κλόουν «στρώνουν» με υποδειγματικές ερμηνείες και τεχνικές ένα καλλιτεχνικό υπερθέαμα στο οποίο μικροί και μεγάλοι συμμετέχουν χωρίς ηλικιακούς περιορισμούς. Η «ψυχή» της θρυλικής παράστασης «Alegría» του μοναδικού Cirque du Soleil, που πρόσφατα παρουσιάσθηκε με τρομακτική επιτυχία και στη χώρα μας διασκευασμένη και εξελιγμένη από τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή της, τον μεγαλύτερο εν ζωή μίμο, τον διάσημο ρώσο κλόουν Slava Polunin, παρουσιάζεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη προσφέροντας «νιφάδες» χαράς και γέλιου. Το στόρι, πιο επίκαιρο από ποτέ. Ο κίτρινος κλόουν Slava, απογοητευμένος από τη συμπεριφορά των υπόλοιπων, θα γίνει αναχωρητής. Θα εγκαταλείψει την πόλη και τους ανθρώπους, καταφεύγοντας στη φύση και στην απομόνωση της Ανταρκτικής. Εκεί όμως θα τον περιμένει μια μεγάλη έκπληξη! Χιλιάδες πιγκουΐνοι-πράσινοι κλόουν, παιχνιδιάρηδες, ζαβολιάρηδες, αστείοι, αδέξιοι και κυρίως άκρως κοινωνικοί, δεν λένε να τον αφήσουν στην ησυχία του! Μια προφανής αλληγορία για τις σημερινές αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους των μεγαλουπόλεων, ένα απίστευτο παιχνίδι που ξεκινάει από σκηνής και καταλαμβάνει την πλατεία, τους εξώστες, τα φουαγιέ του θεάτρου. Σπάει τους πάγους της μοναξιάς και της θλίψης, το στρώνει με χαμόγελο και ελπίδα, ενώνει σε όποια αίθουσα κι αν έχει παρουσιαστεί το κοινό σε μια μεγάλη παρέα. Στη μαγική παράσταση «Slava’s Snowshow» κορυφαίοι κλόουν, ανυπέρβλητοι φωτισμοί και εξαίσιες μελωδίες συνθέτουν τα πιο συναρπαστικά ευρήματα της αχαλίνωτης φαντασίας μας. Στα όσα φαντασμαγορικά θα δεις προετοιμάσου για μια αληθινή πολική χιονοστιβάδα! Αποτελώντας για 25 χρόνια το καμάρι της θεατράλε Νέας Υόρκης και γράφοντας ρεκόρ εισιτηρίων σε κάθε της περιοδεία, η παράσταση «Slava’s Snow» επιστρέφει στην Αθήνα και ανεβαίνει αμέσως μετά για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη για 14 συνολικά παραστάσεις. Χωρίς υπερβολή, τρέξε να προφτάσεις. lavris.gr 23
Fantastikoi Hxoi: Φανταστικοί ήχοι! Την αγαπήσαμε ανεπιφύλακτα και μεμιάς τη μουσική του, καθώς αντηχεί τόσα και τόσα οικεία ακούσματα: την κυματομορφική ψυχεδέλεια του Gavin Russom και της Delia Gonzalez, την αλλοπαρμένη «Phaedra» των Tangerine Dream, την «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» του Κάρπεντερ, περίπου όλα τα σχήματα του καταλόγου της DC Recordings, την καλοενορχηστρωμένη ευτέλεια της library music, το ατμομηχανικό neubeat, τη νύχτα στο κλαμπ «Kosmische», που δεν έχουμε ακόμη ζήσει. Κυρίως, το ακραιφνές, ανενδοίαστο kraut, ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό, με ελαφρά έμφαση στο ηλεκτρονικό, που τόσοι ευαγγελίζονται, αλλά μετρημένοι εξασκούν σωστά. Ποιος είναι λοιπόν ο δημιουργός όλων αυτών των ηχητικών απολαύσεων; Ονομάζεται Άγγελος Μπαλτάς, καταγίνεται με το εγχώριο αντεργκράουντ εδώ και επτά χρόνια, διαθέτει ήδη ένα LP στο παλμαρέ του, ενώ στα τέλη του 2012 κυκλοφόρησε από την Inner Ear σε cd, ψηφιακό download και διπλό βινύλιο το νέο του ομώνυμο άλμπουμ. Με το προωθητικό σκέλος της δουλειάς δεν μοιάζει να επιθυμεί πολλά πάρε δώσε, (μια φωτογραφία του διαθέτουμε όλη κι όλη, από σκηνική εμφάνιση στη Δράμα), είναι ωστόσο εντυπωσιακό το πόσο ουσιαστικά μπορείς να συνδιαλεχθείς με έναν καλλιτέχνη, όταν εκείνος διαθέτει ένα οργανωμένο website: το blog του Μπαλτά είναι πλούσιο σε πληροφορίες, στιλιστικές αναφορές, αισθητικές επιδράσεις (από την αρχαία Αίγυπτο και τον Moebius έως τον Alan Moore), και σπάνιας μαστοριάς mixtapes, τα οποία κυμαίνονται από την εξώτικα, το φανκ και το άφρο-ροκ μέχρι τα ελληνικά sixties των Πελόμα Μποκιού, των Νοστράδαμος και των Μπουρμπουλίων – όλα τα προαναφερθέντα διαθέσιμα για δωρεάν κατέβασμα, οπότε σπεύστε. Στο δικό μας αφτί, δεν είναι λίγες και ασήμαντες οι στιγμές που στη μουσική του Φανταστικού Ήχου διακρίνεται μια συγγένεια μεθόδου με ολόκληρο το κίνημα της ελληνικής ψυχεδέλειας, συγγένεια που ανιχνεύεται στις περισσότερο ανατολίτικα προσανατολισμένες συνθέσεις του δίσκου του, παράλληλα όμως φρεσκαρισμένη και εύστοχα αναθεωρημένη με τη δυτικότροπη κινούμενη άμμο των επαναληπτικών ρυθμών του. Φανταστικοί ήχοι, άκου και θα συμφωνήσεις. fantastikoihxoi.blogspot.gr
Χείλια Λουλούδια: Η μουσική που παίζουν στο βυθό Από τον βυθό της «ελληνικόφωνης ροκ» σκηνής, που αδυνατεί να επιπλεύσει και να βρει οξυγόνο να εκφραστεί, αναδύεται ένα άλμπουμ που διαχωρίζει αυτόματα την υπόστασή του από τον συρφετό της προχειρότητας, της μετριότητας και της επιτηδευμένης στιχουργίας, που χαρακτηρίζει εν πολλοίς αυτό το φτωχό μουσικό ιδίωμα. «Η μουσική που παίζουν στο βυθό» τα Χείλια Λουλούδια έχει να πει πολλά και δεν έχει να κρύψει τίποτα. Με πολυεπίπεδες, ψυχεδελικές και ατμοσφαιρικές συνθέσεις, με υπέροχους ενδοσκοπικούς στίχους, δανεισμένες λέξεις από μεγάλους ποιητές (Μίλτο Σαχτούρη, Πέδρο Χουάν Γκουτιέρεζ) αλλά και με αυτοσαρκαστική διάθεση: «...μακρυγορεί, δεν μπορούμε να το πάμε εκεί που μπαίνει η φωνή;» σχολιάζει ο guest Γιάννης Παλαμίδας, στα μέσα του τραγουδιού «Μπαλάντα». Τα Χείλια Λουλούδια κατάφεραν μέσα από την πολύχρονη θητεία τους ως μουσικοί σε διάφορα γκρουπ της Θεσσαλονίκης να μπολιάσουν όλες τις επιρροές τους σε ένα μουσικό αποτέλεσμα που τους δικαιώνει και σίγουρα τους δίνει το κουράγιο να το φτάσουν ακόμη παραπέρα. Χτύπα xeilialouloudia.gr για μια πλήρη ακρόαση του δίσκου, αλλά και να βρεις οδηγίες για την απόκτηση ενός εξαιρετικού digipak CD με τη σχεδιαστική υπογραφή του street artist Reb. Όσο για τη σκηνική τους παρουσία, μπορείς να την κρίνεις ιδίοις όμμασι, Παρασκευή 15 Μαρτίου στο Club 8ball. xeilialouloudia.gr 24 SOUL
Fox and Squirrel: Το Λονδίνο της Πηνελόπης Σακοράφου Μικρασιατική καταγωγής, από Βρετανή μαμά και Έλληνα μπαμπά, η Πηνελόπη έζησε τα παιδικά της χρόνια στη Λεμεσό και μετά σπούδασε Ιστορία στο Εδιμβούργο, Ιστορία της Τέχνης στο Παρίσι και Πολιτιστικές και Δημιουργικές Επιχειρήσεις στο Λονδίνο. Παιδί τρίτης κουλτούρας, «κουβαλάει» τη μεσογειακή ραστώνη που σου δίνει χώρο και χρόνο να ονειρεύεσαι και την «αγγλοσαξωνική» αφοσίωση και πειθαρχία που επιτάσσουν τα όνειρά σου για να γίνουν πραγματικότητα. Ταυτόχρονα τρέφει απεριόριστη αγάπη για τις τέχνες και την αισθητική και τη σχέση τους με το αστικό περιβάλλον. Τα τελευταία τρία χρόνια ζει και δουλεύει στο Broadway Market του Λονδίνου, σε ένα σπίτι που μυρίζει νησί. Ασβεστωμένοι τοίχοι, ξύλινα έπιπλα, γιαγιαδίστικες τσαγιέρες. Η Πηνελόπη εκπέμπει γαλήνη και σιγουριά. «Να σου βάλω λίγο τσάι ακόμα;» με κοιτάει με τα λαδιά της μάτια και βουτάει το κουτάλι στον χαλβά. Ψήνει σολομό με τοματίνια και τα πασπαλίζει με ροζ βιολογικό αλάτι. Παίρνει τα υπολείμματα και τα κάνει κομπόστ. «Hello sustainability», μου λέει χαμογελώντας. Στο background παίζει ΒΒC Radio Four. Ευάλωτη μες τον δυναμισμό της, η Πηνελόπη θυμίζει σύγχρονη μυθιστορηματική ηρωίδα. Ξέρει τι θέλει και, αν δεν το βρει, το φτιάχνει μόνη της. «Από φόβο μήπως δεν βρούμε δουλειά, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μία για τους εαυτούς μας. Έτσι, το 2009 μαζί με την Jojo Προβατίδου, συνδυάσαμε τα ενδιαφέροντα και τις γνώσεις μας και τώρα “τρέχουμε” το Fox and Squirrel, εμπνευσμένο από τις Lady Guides του βικτοριανού Λονδίνου, και με όνομα - φόρο τιμής στους σκίουρους και τις αλεπούδες που “βολτάρουν” στη μητρόπολη. Πρόκειται για μια κολεκτίβα από νεαρούς επαγγελματίες από τους χώρους της μόδας, της τέχνης, της γαστρονομίας και της φωτογραφίας. Μαζί καταστρώνουμε περιπάτους που αποκαλύπτουν απόκρυφες λονδρέζικες πτυχές. Στην προηγούμενη βόλτα τρυπώσαμε στην κουζίνα του Giovanni, του πιο διάσημου λονδρέζου παγωτοποιού, και μας έμαθε να φτιάχνουμε αλμυρό παγωτό καραμέλα!» Τα βροχερά λονδρέζικα πρωινά θα τη βρεις στο γειτονικό καφέ «Climpson and Sons» να διαβάζει εφημερίδα. «Δηλώνω εθισμένη. Aκόμη και όταν ο προορισμός μου είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση, θα περάσω για ένα καπουτσίνο». Τα βράδια απολαμβάνει ένα ποτήρι κρασί με φίλους (ή τη γάτα της, τη Minnie). Δεν βαριέται ποτέ να ανεβοκατεβαίνει τη Mount Street στο Mayfair. «Ξέρεις, λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν πως περπατούν ανάμεσα σε ατελιέ που είναι υπεύθυνα για μερικά από τα πιο πολυτελή και εξεζητημένα αντικείμενα παγκοσμίως. Και βρίσκονται στην ίδια θέση από τον 18ο αιώνα». Θαυμάζει τη φεμινιστική δράση της βρετανής δημοσιογράφου και Labour πολιτικού Helena Kennedy, αλλά εμπνέεται από τον παππού της. Από αυτόν κληρονόμησε τη σοφία του «να κάνεις μια δουλειά που αγαπάς, γιατί εκεί θα ξοδεύεις μεγάλο κομμάτι της ζωής σου». Εξάλλου, για την Πηνελόπη, η ευτυχία είναι τρόπος ζωής: να εκτιμάς αυτά που έχεις και να διασφαλίζεις πως ό,τι σε κάνει χαρούμενο είναι και… βιώσιμο. Για τη νέα χρονιά ετοιμάζει πιο πολλές συνεργασίες για τους περιπάτους και ένα online μαγαζί που θα έχει «διαλεχτά» μπιζού. Παράλληλα, ονειρεύεται να ταξιδέψει τον κόσμο, τον μουσακά της γιαγιάς της και ένα τεράστιο φιλικό σαλιγκάρι. «Ίσως θέλει να μου πει πως πρέπει να δίνω στα πράγματα τον χρόνο τους. (γέλια) Πιστεύω πως το υποσυνείδητό μας μάς δείχνει αυτά που δεν βλέπουμε όταν ξυπνάμε». foxandsquirrel.com 26 SOUL
Scandi Σκοτεινή γοητεία
Mikko Lagerstedt, «2.05»
Τα τοπία είναι δύσβατα, το κλίμα απαγορευτικό, οι πληθυσμοί αφιλόξενοι και οι ήρωες αποξενωμένοι νευρωτικοί. Τότε γιατί το υπερβόρειο νουάρ της Σκανδιναβίας διαβάζεται τόσο παθιασμένα και μαζικά; Το ερευνούμε. Κείμενο Δημήτρης Καραθάνος
Mikko Lagerstedt, «Night Light»
28 SOUL
-noir
Mikko Lagerstedt, «Detour»
Mikko Lagerstedt, «Lonely Ghost»
29
Όλα ξεκίνησαν με το «Η δεσποινίς Σμίλλα διαβάζει το χιόνι» του Peter Høeg, ένα συγκεκαλυμμένο αστυνομικό που ιχνογραφούσε τη Δανία και τη Γροιλανδία αντλώντας μεν από την κοιτίδα του είδους (σασπένς, γρίφος, ρομάντζο), παράλληλα όμως έθετε σωρεία ζητημάτων σχετικά με την ταξική ανισότητα, την αποξένωση και την ηθική αμφισημία των βορειοευρωπαϊκών κοινωνιών. Έπειτα, ήρθε εν χορδαίς και οργάνοις η «Τριλογία του Μιλένιουμ», όπου ό,τι σκοτεινότερο γύρεψε να πάρει μορφή γύρω από τη διαστροφή, τον μισογυνισμό, τον αντισημιτισμό και την υποτιθέμενη σουηδική ανεκτικότητα εκφράστηκε εκκωφαντικά στο έκτασης δύο χιλιάδων σελίδων έπος που ανέδειξε τον συγγραφέα του, Stieg Larsson, μεταθανάτια. Είχε, βέβαια, προηγηθεί η παραμυθένια σάγκα ενός ακόμη σουηδικού καταλύτη: Η Maj Sjöwall και ο Per Wahlöö, ζεύγος εν ζωή και αμφότεροι δημοσιογράφοι δεδηλωμένων μαρξιστικών πεποιθήσεων, έγραψαν δέκα βιβλία σε διάστημα ακριβώς δέκα ετών. Από το 1965 έως το 1975, έχοντας αποφάει το δείπνο τους και με τα παιδιά ξαπλωμένα στο κρεβάτι, τηρούσαν μια απαραβίαστη ρουτίνα: καθισμένοι απέναντι από τις αντικριστές γραφομηχανές τους στο σπίτι της φαμίλιας στο Μάλμε, σκάρωναν τη δεκαλογία του καταθλιπτικού ντετέκτιβ με έδρα τη Στοκχόλμη, Μάρτιν Μπεκ. Όπως έλεγαν, στόχο είχαν «να χρησιμοποιήσουν το αστυνομικό μυθιστόρημα σαν νυστέρι για να σκίσουν την κοιλιά του ιδεολογικά εξαθλιωμένου και ηθικά αμφίβολου υποτιθέμενου κράτους πρόνοιας αστικού τύπου». «Ριζοσπαστικό», δε βρίσκετε; Το μεγαλόπνοο εγχείρημα πάντως τερματίστηκε αιφνίδια, όταν ο Wahlöö έχασε τη ζωή του από καρκίνο στην πρώιμη ηλικία των 48. Παρ’ όλα αυτά,
Peter Høeg 30 SOUL
πέτυχαν όχι μόνο να συναποτελέσουν ένα από τα πλέον θαυμαστά και ιδιότυπα δίδυμα ολόκληρου του λογοτεχνικού στερεώματος αλλά και να θεμελιώσουν το στάνταρ πορτρέτο του αρχετυπικά νουάρ, ιδιόρρυθμου ατομιστή ήρωα, το οποίο γνώρισε κατά τη δεκαετία του ’90 την αποθέωσή του με τον Κουρτ Βαλάντερ του Henning Mankell. Σε αυτό το σημείο, με το μελάνι της σελίδας να έχει κατακαθίσει πάνω σε κάμποσα ονόματα, θα μπορούσαμε ήδη να διακηρύξουμε τη συγκρότηση μιας δίχως όμοιό της «σκηνής». Διότι το να διαθέτεις νουάρ συγγραφείς διεθνούς βεληνεκούς είναι μια πολυτέλεια που ενδεχομένως κάθε χώρα μπορεί να προσφέρει στον εαυτό της, (ακόμη και η μικρή Ελλάδα τα καταφέρνει περίφημα με τον Μάρκαρη), αλλά πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί αυτή η πλειάδα κατόχων δυσπρόφερτων ονομάτων που επιμένουν να πλασάρονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων με αυξητικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, όλοι τους προερχόμενοι από τις χώρες της σκανδιναβικής χερσονήσου; Μήπως γιατί είναι απλώς ακαταμάχητοι;
Scandinavista, baby!
Μετρήστε ονόματα: Jo Nesbø, Asa Larsson, Arnaldur Indridason, Karin Fossum, Yrsa Siguradottir, Leif GW Persson, Jens Lapidus, Mons Kallentoft, Sara Blaedel, Michael Hjorth και Hans Rosenfeldt, Gunnar Staalesen, Camilla Läckberg, Johan Theorin, Liza Marklund, Arne Dahl. Ενδεχομένως κάποιοι να μας διαφεύγουν, αλλά αυτή είναι πάνω κάτω η κρεμ ντε λα κρεμ, όλοι τους παγκόσμιοι μπεστσελερίστες και μεταφρασμένοι στη χώρα μας με κυμαινόμενες κυκλοφοριακές επιδόσεις, από τον παροιμιωδώς ευπώλητο Nesbo, μέχρι τον χαμηλότονο αλλά σταθερά δημοφιλή Arne Dahl.
Jo Nesbo (© Stian Andersen)
Jens Lapidus (© Sandy Haggart)
Εν μέρει, η επιτυχία μπορεί να αποδοθεί στις αγοραστικές τάσεις της Βρετανίας, οι οποίες επηρεάζουν και τη δική μας παραγωγή σε μεγάλο βαθμό. Σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εισάγουν περίπου το 25% της λογοτεχνίας του εμπορίου τους, διατηρώντας μια καλή αναλογία ένα προς τέσσερα ανάμεσα σε διεθνή και εγχώρια λογοτεχνία. Με τη διαφορά ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το ποσοστό αυτό κατακρημνίζεται σε μόλις 3%, νούμερο στο οποίο αν συνυπολογιστούν οι ακαδημαϊκές μελέτες και τα παιδικά βιβλία, διαπιστώνει κανείς πως οι Άγγλοι δεν διαβάζουν τίποτε άλλο εξόν από αγγλικά. Όλα αυτά μέχρι το «Κορίτσι με το τατουάζ». Η επιφανειακή αυτή ρωγμή που πέτυχε ο Stieg Larsson στο μέχρι πρότινος αδιαπέραστο τείχος της βρετανικής εκδοτικής αδιαλλαξίας άνοιξε τη δίοδο σε ολόκληρη τη φράξια του σκανδιναβικού νουάρ, που πλέον σκοράρει μεγαλύτερα νούμερα στο αγγλικό χρηματιστήριο ακόμη και από τα τρανταχτότερα ονόματά του, όπως η Ruth Rendel, η P.D. James και ο Ian Rankin. Ο Βαλάντερ του Mankell προβλήθηκε στους τηλεοπτικούς δέκτες στη σουηδική του μεταφορά, πραγματοποιώντας τέτοια επιτυχία, ώστε τα βιβλία να γίνουν ανάρπαστα και να διασκευαστεί άρτια κατόπιν από το BBC με πρωταγωνιστή τον Kenneth Branagh. Ενώ σε μια κατάμεστη πρόσφατη διάσκεψη αστυνομικού μυθιστορήματος στο Harrogate, ο Jo Nesbø ανακοίνωσε στους σοκαρισμένους αναγνώστες και στους ακόμη πιο περίτρομους εκδότες του ότι ο ντετέκτιβ Χάρι Χόλε είναι ήρωας πεπερασμένου χρόνου και πως ο ίδιος γνωρίζει πότε ακριβώς θα βάλει την οριστική τελεία στις περιπέτειές του.
Ο Christopher MacLehose, επικεφαλής του οίκου Harvill Press επί 21 έτη, είναι ο άνθρωπος που διέβλεψε τις εμπορικές δυνατότητες του είδους και εκείνος που πήρε τα δικαιώματα της «Τριλογίας του Μιλένιουμ», όταν αυτή είχε ήδη απορριφθεί από οκτώ αχαρακτήριστα κοντόφθαλμους βρετανούς εκδότες. Στη συνέχεια εξασφάλισε ολόκληρη τη σειρά του Βαλάντερ και κυκλοφόρησε τη «Δεσποινίδα Σμίλλα…», απλώς και μόνο γιατί «τη βρήκε εξαιρετική». Έχοντας συστήσει πια τη δική του ετικέτα, MacLehose Press, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ο κυριότερος διαμορφωτής των σημερινών μας αναγνωστικών προτιμήσεων. Ποιοι είναι, ωστόσο, οι σκανδιναβοί συγγραφείς που προσφέρουν το μεγαλύτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον; Ποιοι δικαιολογούν τον θόρυβο και τις πωλήσεις και πόσοι εγγυώνται αξιόπιστα θριλερίστικες νύχτες;
Χόλε in the ground
Προσπερνάμε τον Larsson, καθότι τον έχετε διαβάσει όλοι, και δεν στεκόμαστε ιδιαίτερα στον δεόντως καθιερωμένο Mankell, παρά για να επαναλάβουμε το πασίδηλο: η πρόζα του είναι ένα παγωμένο στιλέτο βυθισμένο στο στομάχι της σουηδικής κοινωνίας, στριφογυρίζοντας την κόψη του στον πυρήνα του θρησκευτικού φανατισμού, του οικονομικού εγκλήματος, της μεγαλεμπορίας ναρκωτικών, των νεότευκτων μετασοβιετικών μαφιών και των απλών ψυχάκηδων σίριαλ κίλερ. Στα τελευταία του έργα, ο Βαλάντερ έχει αποσυρθεί χάριν θηλυκών ηρωίδων, όπως της αρχαιολόγου Λουίζ Καντόρ, της δικαστού Μπριγκίτας Ρόσλιν ή και της ίδιας της κόρης του Βαλάντερ, Λίντα, χωρίς πάντως η κοψιά της γραφής του να έχει στομώσει στο παραμικρό.
Camilla Läckberg (© Bingo Rimér)
Henning Mankell
32 SOUL
Μένοντας στα τρανταχτά ονόματα, ας πούμε πως υπάρχει λόγος που ο Jo Nesbø θεωρείται ο καλύτερος. Είναι ο καλύτερος, αν και ενίοτε με έναν εκνευριστικά αψεγάδιαστο τρόπο, όμοια με τον χεβιμεταλά κιθαρίστα που παίζει στα δάχτυλα τα πιο απροσπέλαστα ριφάκια της ταστιέρας, αποτυγχάνοντας να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές σου. Ποιοι είμαστε εμείς ωστόσο για να τα βάλουμε με αυτόν που ο James Ellroy χαρακτήρισε διάδοχό του και του οποίου ο Scorsese μεταφέρει τον «Χιονάνθρωπο» στον κινηματογράφο; Ανεπιφύλακτα γλαφυρός, με κάθε του σκηνή να μοιάζει με σεκάνς ταινίας, από το στήσιμο του σκηνικού μέχρι τους διαλόγους, οι απροσδόκητες παγίδες στην πλοκή διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ θα πρέπει να του αναγνωριστεί και το χάρισμα της μαντείας, καθώς προφήτεψε τον νορβηγό σειριακό δολοφόνο χρόνια πριν το μακελειό που προκάλεσε ο Anders Breivik. Άραγε η επωνυμία του Χάρι Χόλε αποτελεί μια προσκυνηματική βιβλιοφιλική χειρονομία προς τον Χάρι Χάλερ του «Λύκου της στέπας»; Θέλουμε να πιστεύουμε πως ναι! Μετακινούμενοι από τη Νορβηγία πίσω στη Σουηδία, στο γράψιμο της καλλονής Camilla Läckberg ανιχνεύουμε ένα βασικό χαρακτηριστικό της παγκόσμιας αναγνωστικής έλξης προς τη Σκανδιναβία: όντας από τη φύση της ένα είδος φαντασιακού ταξιδιωτικού γραφείου που στέλνει τον επιβάτη του στα πέρατα του κόσμου, η αστυνομική λογοτεχνία του βορρά χαρίζει εισιτήρια σε μέρη έξω από τα καθιερωμένα. Μπορεί όλοι να διαθέτουμε ένα απόθεμα αναμνήσεων από το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη ή το Λος Άντζελες, αλλά πόσοι έχουν βρεθεί σε μέρη τόσο εξωτικά και ερμητικά όσο το ψαροχώρι της Φιελμπάκα; Εκεί διαδραματίζονται τα μυστήρια της Läckberg, σε τέτοια μέρη η κλίμακα σμικρύνεται, οι σχέσεις μεγεθύνονται, ο χρόνος μετριέται διαφορετικά, και τα πρόσωπα σε υποχρεωτική συγκατοίκηση, όταν σταθούν μπροστά στο μοιραίο, χάνουν τις βεβαιότητές τους σαν τα παιδιά που ψάχνουν τους γονείς τους μέσα στο πλήθος. Προερχόμενος από το ίδιο περιβάλλον, παρότι πιο
μητροπολιτικός, ο 38χρονος Jens Lapidus διερευνά τον υπόκοσμο της Στοκχόλμης, δανειζόμενος το κοφτό στιλ του Ellroy και μεταφέροντας ρεαλιστικές εμπειρίες –έχει άλλωστε εκπροσωπήσει ως συνήγορος υπεράσπισης ορισμένους από τους σκληρότερους εγκληματίες της πατρίδας του. Εκεί εδρεύει και η μαθητευόμενη δημοσιογράφος Άνικα Μπένγκσον, η οποία κάνει πρακτική το κατακαλόκαιρο σε εφημερίδα ταμπλόιντ. Το δυνάμει ρεπορτάζ-δυναμίτης: Χυμώδης στριπτιζέζ βρίσκεται δολοφονημένη σε προαύλιο νεκροταφείου. Υπουργός της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης δίχως πειστικό άλλοθι βρίσκεται εμπλεκόμενος στο έγκλημα εν μέσω της προεκλογικής εκστρατείας. Τι τρέχει εδώ; Η ιστορία του «Studio Sex» της Liza Marklund αιχμαλωτίζει, έστω και αν η Άνικα Μπένγκσον τείνει να προκαλεί εκνευρισμό ως Πολυάννα σε ρόλο ρεπόρτερ, που πίνει γαλόνια νερό σε κάθε σελίδα, ερευνά άοκνα, κλαίει αδιάκοπα και αντιμάχεται τη δημοσιογραφική αντιδεοντολογία με χολιγουντιανό πουριτανισμό, ώσπου πραγματοποιεί ένα μεγαλειώδες, ανέλπιστο σάλτο μορτάλε στο φινάλε, που ανταμείβει την υπομονή μας. Την πολιτική πραγματεύονται και οι Michael Hjorth και Hans Rosenfeldt (με ήρωα τον θεμελιωδώς παλιάνθρωπο ψυχολόγο-profiler Σεμπάστιαν Μπέργκμαν), ο Arne Dahl και η ομάδα Άλφα του, ο εγκληματολόγος Leif GW Persson, όσο και η ιδιόρρυθμη περίπτωση που ακούει στο όνομα Lars Kepler. Προσέξτε τώρα: «Lars Kepler» είναι το ζεύγος των Αλεξάντερ και Αλεξάνδρας Andhoril, που υιοθέτησαν το ψευδώνυμο ως εξ ημισείας φόρο τιμής στον Stieg Larsson και τον αστρολόγο Kepler. Ο «Υπνωτιστής» τους έκανε πάταγο, έχοντας μεταφραστεί σε 40 χώρες και διασκευαστεί στον κινηματογράφο. Λαμβάνοντας υπόψη πως η Σουηδία είναι ίσως η μοναδική δυτική δημοκρατία που έχει βιώσει τη δολοφονία τόσο του πρωθυπουργού όσο και του υπουργού εξωτερικών της, είναι εύλογο ο σουηδικός μεγεθυντικός φακός να διερευνά τα αποτυπώματα της ιστορίας πάνω στο τραυματισμένο κορμί της πατρίδας του Ιkea. Τι συμβαίνει όμως στα άλλα μέρη;
Liza Marklund
Arnaldur Indridason (© Olivier Roller) 34 SOUL
Jo Nesbo (© Hakon Eikesdal)
Βορρά στη φωτιά!
Mons Kallentoft
Καμιά φορά είναι τα outsiders αυτά που κερδίζουν την καρδιά σου. Αξίωμα που ισχύει στην περίπτωση της Νορβηγίδας Karin Fossum, απροκάλυπτης προτίμησης αυτού εδώ του συντάκτη, η οποία προσπερνά επιδεικτικά κάμποσους από τους κανόνες του νουάρ στη «Βουβή κραυγή» της, για να συνθέσει ένα παράξενο αριστούργημα. Προτείνοντας δύο γενεσιουργώς ευγενείς χαρακτήρες, τον μεσήλικα Γκίντερ Γιόρμαν, που ξεδιαλέγει τύπο γυναίκας σε φωτογραφικό άτλαντα και αποφασίζει να φτάσει ώς την Ινδία για να τη ζητήσει σε γάμο, και τον θετικά διακείμενο απέναντι και στον χειρότερο εγκληματία, επιθεωρητή Κόνραντ Σέγιερ, η συγγραφέας τοποθετεί τη δράση στο μικροσκοπικό Έλβεσταντ των 2500 κατοίκων, όπου η «ρομαντική κοσμοθεωρία ότι η ζωή είναι ήρεμη» θα γνωρίσει την κτηνώδη διάψευσή της και το κακό απεικονίζεται σε όλες του τις εκφάνσεις, χωρίς το θέμα να παρεκκλίνει στο παραμικρό από την ιδέα πως μπορούμε να ποντάρουμε στην καλοσύνη ακόμη και στον πιο ανελέητο κόσμο –ταυτόχρονα, αυτό είναι και το δίλημμα του βιβλίου. «Τι είναι η αγάπη; Η απεγνωσμένη σκέψη μου, τίποτα παραπάνω από μια παθιασμένη επιθυμία», μονολογεί κάποια στιγμή ο ήρωας. Ανυπέρβλητο υλικό, πιθανολογούμε πως ο λυρισμός του περιεχομένου έχει να κάνει με την προϋπηρεσία της Fossum στο ποιητικό είδος. Επιστρέφοντας στον γνώριμο αυτοκτονικό ψυχισμό με τον οποίο έχουμε συνδέσει τους Σκανδιναβούς, ο Ισλανδός Arnaldur Indridason τοποθετεί τον νιχιλιστή ντετέκτιβ Έτλεντουρ στο αδυσώπητο ψύχος του Ρέικιαβικ, όπου οι χειμώνες είναι τόσο θανατεροί και οι σχέσεις τόσο θυελλώδεις, ώστε οι εξαφανίσεις να θεωρούνται κλιματολογικά δικαιολογημένες –ενίοτε μάλιστα, αποτελούν την αφορμή να ξεσκαρταριστεί ο πληθυσμός της πόλης χωρίς πολλά πολλά ερωτήματα. Στην περίπτωση της «Σιωπής των νεκρών», δεν έχουμε να κάνουμε τόσο πολύ με γρίφο, όσο με ένα μυστικό που ξετυλίγει τον εαυτό του. Συμπατριώτες του Indridason είναι επίσης η Yrsa Siguradottir και ο Arni Thorarinsson, ενώ από
την πρόσφατη παραγωγή της Δανίας ευδοκιμεί στη χώρα μας η δουλειά της Sara Blaedel («Πράσινη σκόνη», Ψυχογιός), ενώ για λογαριασμό του Gunnar Staalesen, θα έπρεπε να επισημανθεί πως είναι ο πρώτος που διέβλεψε μυθιστορηματικά τη νεοναζιστική λαίλαπα της Νορβηγίας, ακόμη νωρίτερα και από τον Nesbø, εκκινώντας από την εποχή του Κουίσλινγκ και φτάνοντας στη δεκαετία του ’80. Συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό το ατέλειωτο παλμαρέ και τη μείγματος goth και ρασταφαριανού στιλ, εσθονικής καταγωγής Φινλανδέζα Sofi Oksanen, και τη συγκλονιστική θεματική της για τον ολοκληρωτισμό, την προδοσία και τους συσχετισμούς ισχύος που διαμόρφωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στο τόξο των βαλτικών χωρών, της πρώην ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, μάλλον ολοκληρώσαμε την τουρνέ μας στο βόρειο σέλας, μην έχοντας αφήσει καμιά σκανδιναβική πέτρα ασήκωτη. Τώρα εντρυφήστε.
Θρίλερ, λατρεία, Σκανδιναβία: Τι να διαβάσεις
Henning Mankell, «Τα σκυλιά της Ρίγα», Ψυχογιός Jo Nesbø, «Νέμεσις», Μεταίχμιο Camilla Läckberg, «Η παγωμένη πριγκίπισσα», Μεταίχμιο Jens Lapidus, «Εύκολο χρήμα», Ψυχογιός Liza Marklund, «Studio Sex», Μεταίχμιο Lars Kepler, «Ο υπνωτιστής», Πατάκης Michael Hjorth, Hans Rosenfeldt, «Σκοτεινά μυστικά», Ψυχογιός Leif GW Persson, «Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας», Ψυχογιός Karin Fossum, «Βουβή κραυγή», Μεταίχμιο Arnaldur Indridason, «Η σιωπή του τάφου», Μεταίχμιο Yrsa Siguradottir, «Η έκρηξη», Διήγηση Gunnar Staalesen, «Στο σκοτάδι όλοι οι λύκοι είναι γκρι», Πόλις Sofi Oksanen, «Κάθαρση», Τόπος Mons Kallentoft, «Αίμα στην καρδιά του χειμώνα», Ψυχογιός 35
THE SHOPRANOS Επιμέλεια Λίνα Μανδράκου
03 02
01 05
04
06
36 SOUL
01 Ανδρικό t-shirt Converse, FF Group 02 Kiss Kiss Gloss της Guerlain, Notos Galleries 03 Γυναικείο παλτό G-Star RAW, FF Group 04 Γυναικεία μπλούζα Converse, FF Group 05 Ανδρικό τζιν G-Star RAW, FF Group 06 Ανδρικό παπούτσι Pelotas Perlan, Camper 07 Παπούτσι Forum Mid RS, adidas Originals 08 Αφρόλουτρο Lothantique, Mirepsos 09 Παλτό, attr@ttivo 10 Τσάντες, καπέλο και κασκόλ, Sugarcube 11 Γυναικείο μπουφάν, Diesel 12 Έλαια βάσεις, Mirepsos 13 Γυαλιά ηλίου TOUS, Οπτικά Δαμουλά 14 Παπούτσι, Vans
07
11
09
08
12 10
13
14
37
Παρουσίαση
Boss Orange Stay Cool, Stay Hugo!
Η ολοκληρωμένη σειρά Boss Orange υποδέχεται την άνοιξη και με την πιο ξέγνοιαστη εκδοχή της για το casualwear οδηγεί τις ανδρικές και γυναικείες γκαρνταρόμπες εκεί που μόνο αυτή μπορεί: στην τελειότητα.
Καλωσορίσατε στην Orange Country της Boss. Το πραγματικό στιλ αρχίζει εκεί που τελειώνουν τα στερεότυπα. Εδώ οι χαλαρές στιγμές της ηλιόλουστης αμμουδιάς συναντούν το περιπετειώδες στιλ των μητροπόλεων. Στην πιο συναρπαστική συλλογή της φετινής άνοιξης, δεν χρειάζεται να ακολουθήσεις τις τάσεις. Βρίσκεσαι ήδη μπροστά από αυτές. Η ανδρική πλευρά της Boss Orange μας υπενθυμίζει πως το σύγχρονο στιλ μπορεί να αναδειχθεί με μερικές από τις όμορφες vintage σκηνές που πάντα θα νοσταλγούμε. Κομψά μακό εμπνευσμένα από την ανέμελη ατμόσφαιρα των καλιφορνέζικων beach festivals στα λατρεμένα 80s. Γοητευτικά καρό πουκάμισα που κυματίζουν τις πιο surf νότες ελευθερίας. Στιλ σημαίνει τολμώ. Τα πολύχρωμα παντελόνια chinο και τα σορτς της σειράς μπορούν να συνδυαστούν με τζάκετ ή μπλούζες με την αγαπημένη V κόψη ανάλογα με τη διάθεσή σου αλλά και τον καιρό. Κυριαρχώντας διαχρονικά
στις προτιμήσεις, τα denim κομμάτια υπογράφουν με δυναμισμό και αρρενωπότητα την ταυτότητα της σειράς. Με διακριτικά ρετρό στοιχεία η Boss Orange αναδεικνύει τη θηλυκότητα στη γυναίκα της σημερινής εποχής παρουσιάζοντας μια εκρηκτικά όμορφη συλλογή. Εφαρμοστά denim παντελόνια, classy φορέματα με ζωηρές χρωματικές πινελιές, ριγέ παντελόνια και ευφάνταστα πλεκτές μπλούζες υπογραμμίζουν τον spring chic χαρακτήρα της. Ανθίζοντας με τη σχεδιαστική της υπεροχή, η Boss Orange ολοκληρώνει τη συλλογή της Άνοιξη 2013 με παπούτσια και αξεσουάρ όπου το δέρμα είναι πρωταγωνιστής. 24hour stylish ανδρικά σχέδια, leather rebel αφίξεις που μας συστήνουν τα γυναικεία πέδιλα και τσάντες στις οποίες κρόσια και κοσμήματα φέρνουν όλο τον fashion ανθό στο «καλάθι» σου. Στην πιο όμορφη εποχή του χρόνου έχεις πολλούς λόγους να φρεσκάρεις την εμφάνισή σου. Καλωσορίσατε στην Orange Country της Boss.
MOTEL 39
40 SOUL
Εγκαταλείποντας την Ελλάδα της κρίσης, την Αθήνα της βίας και τη Θεσσαλονίκη της ανεργίας, ο φωτογράφος μας Σάκης Γιούμπασης έχει κάθε λόγο να διεκδικεί τον τίτλο ενός από τους πιο τυχερούς Έλληνες του μήνα. Συνδυάζοντας δε εργασία και χαρά, μας στέλνει ένα portfolio με όλους τους «άγνωστους» που απαθανάτισε εκεί στα ξένα.
Ich bin ein Berlinaler 41
42 SOUL
«Ίθαν, είσαι θεός!» «Αχ, Τζουντ, κοίτα μας!» «Τζέιν Φόντα, θα είσαι κούκλα όσα χρόνια κι αν περάσουν!» «Achtung, η Αν Χάθαγουεϊ!» «Μα είναι δυνατόν να είναι τόσο κοντός; Ποιος; Ο Ματ Ντέιμον!» Το κόκκινο χαλί της Berlinale πάω στοίχημα πως δεν διαφέρει από το αντίστοιχο των χολιγουντιανών Όσκαρ. Και ηθοποιοί τέτοιου μεγέθους, ξαναπάω στοίχημα, έχουν τόσο εξοικειωθεί με αντίστοιχες κραυγές και ουρλιαχτά, είτε η ταινία τους παίζεται στο Χονγκ Κονγκ είτε στη Γερμανία, που το μόνο που κάνουν είναι μηχανιστικά σχεδόν να χαιρετούν και να ποζάρουν. Εγώ είμαι ένας από τους πολλούς διαπιστευμένους φωτογράφους. Πιάνω δουλειά από τις 10.30 κάθε πρωί, ταξιδεύοντας από το διαμέρισμα του Σόνεμπεργκ, όπου με φιλοξενεί ένας φίλος, στην Πότσνταμερπλατζ, όπου ορθώνεται ο όγκος, η κύρια αλλά και οι περιφερειακές αίθουσες του Berlinale Palast.
Δουλεύω για το πρακτορείο Intertopics, αλλά έχω στον νου μου και τα αδέλφια στο SOUL, που με απείλησαν, αφού πρώτα μου έδωσαν την ευχή τους: «Αν τυχόν δεν στείλεις stills, δαμόκλειος σπάθη θα πέσει επί της κεφαλής σου και όλα τα κάρυ βουρστ που θα τολμήσεις να αγοράσεις από τις σούπερ καντίνες του δρόμου να σου βγαίνουν καμένα και πιο καυτερά κι από Κόλαση». Είναι η πρώτη μου φορά εδώ, κι έχοντας στο μυαλό μου το «μικρούλικο» διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που κατά τη διάρκειά του σε όλη την πόλη παίρνεις μυρωδιά πως το σινεμά γιορτάζει, στο Βερολίνο απογοητεύομαι. Πέρα από την Πόντσνταμερπλατζ, χαμπάρι δεν παίρνεις για το γεγονός. Κάτι ξέμπαρκες αφίσες είδα μόνο στο Κρόιτσμπεργκ και στο Ανατολικό. Εν πάση περιπτώσει! Εκτός φεστιβάλ, το Berlin είναι σκέτη ανοικοδόμηση, αφού παντού χτίζουν, επεκτείνουν και σχεδιάζουν. Κι αν στη Θεσσαλονίκη
κάθε δρόμος είναι σημαδεμένος από κλειστά μαγαζιά, εδώ, παντού, ολούρμο, σφύζει και τριζοβολάει το εμπόριο και οι ουρές. Ουρές βέβαια έχει και στην Berlinale, για να επιστρέψω στο θέμα μου! Και φυσικά ξώστηθες Ουκρανές, που χωρίς να φοβούνται το κρύο τα πέταξαν έξω και διαμαρτυρήθηκαν ξετσίτσιδες εν είδει χάπενινγκ. Και επειδή από το SOUL μου έδωσαν το ελεύθερο εκτός από τις φωτογραφίες να γράψω και ό,τι άλλο θέλω, αναρωτιέμαι: Τι, διάολο, βρίσκουν στην Αν Χάθαγουεϊ; Δείχνει πιο κρυουλιάρα και από το παγωμένο πεζοδρόμιο. Αυτά είχα να σας πω. Κι αυτά σας στέλνω προς τέρψη των φιλοθεαμόνων αναγνωστών σας. Και μια παράκληση: γίνεται την επόμενη φορά να με διαπιστεύσετε και στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Τορόντο; Σας υπόσχομαι περισσότερα πλάνα, περισσότερη δράση και περισσότερο γκλάμουρ. Ευχαριστώ!
43
Βλάντο Γιάνκοβιτς Το σοφό παιδί Βαρύ επίθετο, αλλά καθόλου δεν τον τρομάζει. Γιατί ο Βλάντο τα έχει όλα: ταχύτητα, εξυπνάδα, δύναμη, φιλοσοφία, τεχνική, άμυνα, επίθεση, στόφα νικητή, καρδιά μεγάλη. Συνέντευξη Γιάννης Νάτου Φωτογραφία Χριστίνα Γεωργιάδου Σκέφτομαι πως το παιδί του Γκάλη είναι τυχερό που βγήκε κορίτσι. Πώς θα κουβαλούσε το όνομα αυτό στις πλάτες του, αν ήταν αγόρι; Στη δική σου την περίπτωση, πώς λειτούργησε; Πολύ θετικά! Από τον χαρακτήρα σου εξαρτάται το πού φτάνεις και τι κάνεις. Το όνομα στην αρχή ίσως ήταν λίγο βαρύ, σταδιακά όμως με έκανε να πεισμώσω και να ωριμάσω πρόωρα. Έβλεπες τον πατέρα σου, Μπόμπαν, να αγωνίζεται; Δεν τον πρόλαβα να παίζει, μόνο σε βίντεο. Πήρες δύναμη από το πρόβλημά του, κατάλαβες πως τα πάντα παίζουν στη ζωή; Ωριμάζεις πιο γρήγορα από ό,τι άλλα παιδιά στην ηλικία σου. Βλέπεις πώς είναι η πραγματικότητα. Σου λένε πως υπάρχει Αϊ-Βασίλης, καταλαβαίνεις σε μικρή ηλικία όμως πως δεν υπάρχει. Βλέπεις τα πράγματα πιο ωμά. Σε θυμάμαι, να γράφετε ιστορία με τα άλλα παιδιά, Παππά, Παπαντωνίου… Παπανικολάου, Μάντζαρη, Σλούκα… Και μαζί, παίζετε τελικό Κόσμου στα 18. Περίμενες τόσο νωρίς να αντιμετωπίσεις τους επόμενους ΝΒΑερς; Πράγματι, πολλά παιδιά σήμερα κάνουν καριέρα στο ΝΒΑ. Δεν το περίμενα τόσο γρήγορα, αλλά είμαστε μια γενιά μαγική, χαρισματική. Δεν χάναμε εύκολα, πιστεύαμε στα υψηλά, εξ ου και καταφέραμε να φτάσουμε εκεί, μετά την κορυφή της Ευρώπης. Υπήρχε ένας θετικός ανταγωνισμός: ποιος θα γίνει καλύτερος πιο γρήγορα, και τελικά, ποιος θα γίνει πιο γνωστός. Αυτός ο ανταγωνισμός υπάρχει ακόμη και σήμερα, είναι μέσα στη φύση του μπάσκετ. Όταν ήσουν φαντάρος, το 2010, υπήρξαν παιχνίδια που ήσουν απαρατήρητος και άλλα στα οποία δεν έπαιξες καν. Τότε, φοβήθηκα ότι ένα ταλέντο πάει να χαθεί… Συνέβησαν πολλά. Το νεαρό της ηλικίας μου, η ανωριμότητά μου, το ότι δεν σκεφτόμουν σοβαρά κάποια πράγματα και παραμελούσα τις προπονήσεις για καφέδες και για βόλτες… Πράγματα τα οποία συμβαίνουν, αλλά όχι σε επαγγελματίες. Κατάλαβα πως είχα βγει off road. Αποκορύφωμα; Εκείνο το καλοκαίρι δεν με 44 SOUL
ήθελε κανένας - με το δίκιο τους! Άλλοι ήταν στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, εγώ έμεινα στον Πανιώνιο και δεν έπαιζα κιόλας. Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστείς αιώνιο ταλέντο… Πότε γίνεται το κλικ και αποφασίζεις πως είσαι για εδώ και όχι για αλλού; Για μένα, ήταν σημαντικό να δείξω εκείνη τη στιγμή τον χαρακτήρα, την προσωπικότητά μου, να αποδείξω σε όλους ότι κάνουν λάθος να νομίζουν πως ήρθε το τέλος ενός ταλέντου. Μεγαλύτερος φόβος μου ήταν να χαρακτηριστώ «χαμένο ταλέντο». Είναι μια μίξη πραγμάτων που σε οδηγούν στην ανηφόρα, στον άλλο δρόμο. Ο Γκάλης τρέχει ένα καλοκαιρινό απόγευμα στο Καυταντζόγλειο και γυμναστές τρέχουν και του ρίχνουν γύρους. Γίνεται σούσουρο, ο Νικ τελειώνει, βγάζει το ιδρωμένο μπλουζάκι του και εμφανίζονται μια σειρά από βαράκια που είχε πάνω του. Έφυγε δείχνοντας πως δεν τον ενδιέφερε τι λέει ο κόσμος. Εσένα; Πρωταρχικός μου στόχος είναι τι λέει ο εαυτός μου, ο εγωισμός μου. Από εκεί ξεκινάς, αν δεν σέβεσαι τον εαυτό σου, δεν θα σε σέβονται οι άλλοι. Αν κριτικάρεις σωστά τον εαυτό σου… Πρώτα εσύ και μετά οι άλλοι. Μίλησέ μου για τα quotes, που τόσο πολύ συμπαθείς. Μπορείς να κάθεσαι όλη μέρα και να διαβάζεις ρητά, να βλέπεις βιντεάκια. Πλέον, με την τεχνολογία βρίσκεις ό,τι σε ενδιαφέρει, ό,τι χρειάζεσαι. Η ζωή σου γίνεται καλύτερη, αν κάθε μέρα διαβάζεις και μαθαίνεις πράγματα. Μπαίνεις σε μια διαφορετική φιλοσοφία, ξεφεύγεις από τη μιζέρια που επικρατεί. Πρέπει να είσαι λίγο διαφορετικός για να πετύχεις, αν και μπορεί να σε χαρακτηρίσουν τρελό. Να μη μιλάς για γκίνια και κακοτυχία, όταν δεν μπαίνει ένα σουτ. Και για το γιατί δεν μπήκε ένα καλάθι, όπως και για την κρίση, υπάρχει μια εξήγηση. Άνθρωποι που βρίσκουν κίνητρο για τον εαυτό τους είναι αυτοί που πετυχαίνουν. Όλα αυτά θέλω να τα μοιράζομαι και με άλλους. Μπορεί να μου λένε πως τους… κουράζω, αλλά αυτή είναι η ουσία μου.
Έχεις καταλάβει γιατί μπορεί να ενδιαφέρει τον κόσμο, αν είσαι με τη Χριστίνα Μουστάκα ή με τη Μαρία Χαστούκα ή με οποιανδήποτε άλλη; Δεν ξέρω. Αλλά αυτός είναι προσωπικός τομέας, δικός μου. Αν έχεις δίπλα σου έναν άνθρωπο που σε κάνει καλύτερο καθημερινά, αυτό μετράει. Μπορείς να σκοράρεις φορώντας μοκασίνια; Ο Τεόντοσιτς το είχε πει αυτό. Και ξυπόλητος! Η δύναμη της θέλησης κερδίζει τα πάντα. Και με παντόφλες μπορείς να παίξεις μπάσκετ! Το θέμα είναι αυτό που καίει μέσα σου, αυτό που είναι έτοιμο να εκραγεί. Αν δεις και σε φάσεις που καρφώνω, ρίχνω μια τάπα ή παίζω μια καλή άμυνα, βάζω πάθος - αυτό βγαίνει μόνο του, δεν το ελέγχω. Αυτό μου αρέσει και ως παίκτη και ως οπαδό. Τι σημαίνει Πανιώνιος; Είναι μια ομάδα με ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση. Θα προσπαθήσουμε φέτος να ζήσουμε ένα όνειρο. Δεν εξηγείς εύκολα τον Πανιώνιο πάντως. Είναι ο συνδυασμός των οπαδών με τους παίκτες - φαινόμαστε ώρες ώρες ανίκητοι. Και είναι κάτι πρωτόγνωρο για την ομάδα, σε αυτό το γήπεδο να μην περνά κανείς εύκολα. Το καλοκαίρι ήσουν κοντά στον Ολυμπιακό. Τι συνέβη και δεν προχώρησε με τον πρωταθλητή Ευρώπης; Πρωταρχική μου θέληση ήταν να τα έχω καλά με την ομάδα που με μεγάλωσε, της οποίας είμαι φαν. Έστω κι αν φύγω, θα ήθελα να μπορώ να έρχομαι σε αυτό το γήπεδο για να δω την ομάδα που αγαπάω. Γι’ αυτό και τότε έδωσα τον πρώτο λόγο στον Πανιώνιο. Παρά τα όσα λέγονταν για τον Ολυμπιακό ή το εξωτερικό, κράτησα χαμηλούς τόνους κι επέλεξα να μείνω. Όταν «ζωγραφίζεις» πάνω στο παρκέ, ρίχνεις μια ματιά στο μπάνερ με τον πατέρα σου για να πεις ότι τα καταφέρνεις πλέον; Όχι ακόμη, γιατί δεν πιστεύω ότι τα καταφέρνω στα μάτια του. Του οφείλω πολλά και θέλω να αποδείξω πολλά. Αν και δεν είναι εδώ, είναι επιλογή μου να γίνω καλύτερος ίσως και από τον πατέρα μου. Οπότε, έχω δρόμο ακόμη…
45
Λέλα Ράμογλου Fake Time 2013
30 καλλιτέχνες σε 7 ορόφους. Το πιο εντυπωσιακό εικαστικό δρώμενο του φετινού θεσσαλονικιώτικου χειμώνα φέρει την υπογραφή της. Ποιο είναι το κορίτσι που καλωδίωσε το ξενοδοχείο «Άριστον» του Βαρδάρη με αντίστοιχης δράσης εγκαταλελειμμένα κτήρια του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης; Συνέντευξη Στέφανος Τσιτσόπουλος Φωτογραφία Σάκης Γιούμπασης
46 SOUL
Σπούδασες οικονομικά, έφυγες για μεταπτυχιακό στην Αγγλία, αλλά κάπου εκεί αποχώρησαν τα διαγράμματα και οι τύποι και μπήκε το Saint Martins και οι σπουδές σου με θέμα τα εγκαταλειμμένα κτήρια. Τι συνέβη, πώς θυμάσαι την Αγγλία και τον εαυτό σου εκείνη την εποχή; Και τι, διάολο, σπουδές είναι αυτές; Για την ακρίβεια, λογιστική. Το σύστημα κατατακτήριων εξετάσεων στην Ελλάδα είναι σαν το ΚΙΝΟ: εσύ διαλέγεις, εκείνο επιλέγει. Για μένα, κλήρωσε τη λογιστική. Γέλασα. Την ακολούθησα, αν και γνώριζα απριόρι πως δεν θα γερνούσαμε παρέα. Το είδα σαν μετεφηβικό φλερτ. Μικρή διάρκεια, πολλές εμπειρίες. Έκανα καλούς φίλους, περιπλανήθηκα σε νέα μέρη, άρχισα να χτίζω τις βάσεις για το επόμενό μου βήμα και ανακάλυψα τη μαγεία των αριθμών. Τη λευκή και τη μαύρη τους μαγεία… Την αρχιτεκτονική των αριθμών ως τρόπο και πρώτη ύλη για δημιουργία, από τη μια, και βάση όλου του νοσηρού δυτικού σύγχρονου οικοδομήματος, από την άλλη. Η εμμονή του να συγκεράσω γνώσεις, εμπειρίες και συνειδητοποιήσεις για να εξωτερικεύσω τη ματιά μου με οδήγησε στην Αγγλία και σε νέες εικονογραφημένες περιπέτειες. Η προσωπική μου κατεύθυνση, Spatial Design, εστιαζόταν σε εγκαταστάσεις αρχιτεκτονικού και συγχρόνως καλλιτεχνικού χαρακτήρα, κυρίως σε δημόσιους χώρους, οι οποίες σχεδιάζονταν βάσει των οικονομικοκοινωνικοπολιτικών συνθηκών της εποχής και στόχευαν στην αφύπνιση του πολίτη/περαστικού. Με προκαλούσαν οι τεράστιες εγκαταλελειμμένες εργοστασιακές μονάδες της πόλης, όπως το Millenium Mills. Μετατρέπαμε το γκρεμισμένο εσωτερικό του και κάποια φθαρμένα από τον χρόνο μηχανήματα σε παιδική χαρά για ενήλικα παιδιά, την ίδια στιγμή που μόλις λίγα μέτρα μακριά δέσποζαν το φουτουριστικό φράγμα του Τάμεση και η υπερσύγχρονη και άκομψη 47
κορυφογραμμή του Canary Wharf. Συχνάζαμε στο King’s Cross, όπου τότε κυκλοφορούσαν αποκλειστικά τρομακτικές φιγούρες, με στόχο να συνεισφέρουμε δημιουργικά στην αναβάθμισή του σήμερα. Το Ανατολικό Λονδίνο, που για την προηγούμενη γενιά ήταν οι γειτονιές του Τζακ του Αντεροβγάλτη, για εμάς ήταν ένα μυστηριώδες κυνηγητό στο οποίο ανακαλύπταμε περίπλοκα κουτούκια, όπου ο καθένας από εμάς άφηνε τη σφραγίδα του, ώστε να αποκτήσει χρήση καλλιτεχνικού αλλά και κοινωνικού χαρακτήρα. Από τα αγαπημένα μου μέρη πειραματισμού ήταν οι περιοχές των ατσαλάκωτων, συνήθως χρηματιστών, όπου τα πάντα, από τα πεζοδρόμια μέχρι και τον αέρα ανάμεσά τους, είχαν σχεδιαστεί με διαφορετική προσοχή και επιμονή. Σε τέτοιους χώρους, συνήθως πλατείες, προσπαθούσα μέσω της σχεδιαστικής μου παρέμβασης να «βάζω τρικλοποδιά», ώστε οι προαναφερθέντες χρήστες να ταρακουνηθούν, να αλλάξουν ρυθμούς και να συλλογιστούν παραπέρα από την αυταρχικά συγκροτημένη αμφίεση και επάγγελμα που έχουν επιλέξει ή τους έχει επιλέξει. Ειρωνικό; Κάτι μου έμαθε η λογιστική τελικά! Ύστερα από καιρό βρέθηκα μεσημεριάτικα σε ένα σκοτεινό γραφείο, στο «Βios», στην Αθήνα, να συζητάω με τον Pete Brooks για την πιθανή μου αποδοχή στο Master του Performance Design & Practice, πάλι στο Saint Martins. Δεν γνώριζα ακριβώς για τι επρόκειτο, ωστόσο ήδη θαύμαζα το κίνημα της περφόρμανς του ‘60 και του αβαντ-γκάρντ ρεύματος, και πλέον είχα μυηθεί στον τρόπο σκέψης της σχολής. Στην πορεία το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στην έννοια του site specific και με μια ομάδα τριών
48 SOUL
ατόμων (ΜΟΡ) ανεβάζαμε παραγωγές σε κτήρια που δεν ήταν προορισμένα για να φιλοξενήσουν περφόρμανς, αλλά η ιδέα φτιαχνόταν πάνω στην ιστορία και τη χρήση του κτηρίου, καθώς και σε venues όπως το Shunt (Λονδίνο) και η Briggait (Γλασκόβη). Ανάμεσα στα πολυποίκιλα σεμινάρια που παρακολούθησα, το σημαντικότερο ήταν στη Νέα Υόρκη, στη SITI Company, με ιδρυτή τη σκηνοθέτιδα Anne Bogart, όπου διδάχθηκα Viewpoints και Suzuki, καθώς αποτέλεσε την έμπνευση για τη γλώσσα επικοινωνίας που χρησιμοποιώ σήμερα ως σκηνοθετική βάση. Κατασκευαστικά ο χώρος προδίδει απίστευτο κασμά. Ένας όροφος δάσος, ένας άλλος διαμέρισμα αριστοκρατικό σαν σκηνικό από ταινία του Βισκόντι, ο πρώτος ψυχιατρείο, ο δεύτερος γραφεία αστυνομίας. Πόσο καιρό σου πήρε το τεχνικό κομμάτι-σκηνικό για να φτιαχτεί; Θέλαμε να εγκαταστήσουμε και έναν πειρατικό σταθμό. Δεν βρήκαμε δυστυχώς πειρατές. Ξέρεις κανέναν; Ο οργασμός του κασμά και το σολάρισμα του πινέλου επί τέσσερις μήνες. Η ψυχή της δημιουργικής και εκτελεστικής ομάδας επί των σκηνικών νομίζω πως θα φωλιάζει για πάντα στο ξενοδοχείο. Για τέσσερις μήνες το «Άριστον» έγινε το δάσος μας, το σπίτι μας, η φυλακή μας, το τσίρκο μας, το σχολείο μας, το -επιτέλους- προσωπικό μας φρενοκομείο. Συνοδοιπόρος στάθηκε ο Στρατής Ταυλαρίδης (εικαστικός), ο οποίος ανέλαβε με αξιοθαύμαστη προσήλωση τη σκηνογραφία. Πέρασε αρκετός κόσμος για να συμμετάσχει στο χτίσιμο των σκηνικών, αλλά μάλλον μας πέρασαν για ημίτρελους, καθώς τους δείχναμε έναν όροφο με 7 άδεια ξενοδοχειακά δω-
μάτια και με ζήλο τον παρουσιάζαμε σαν Το Δάσος ή Η Ξεπεσμένη Αριστοκρατία. Έτσι δουλέψαμε σχεδόν οι δυο μας για περίπου ενάμιση μήνα μέχρι να φτάσουν ανήσυχοι καλλιτέχνες, που παρέμειναν πιστοί. Με βασικά μέλη τον Γιάννη Σωτηρίου (εικαστικός), τον Βασίλη Λαζαρίδη (γλύπτης), τη Χρύσα Σερδάρη (σκηνογράφος κινηματογράφου) και την Κατερίνα Ζούρα (σκηνογράφος κινηματογράφου) και περιστασιακά τη Μαρία Καλαθάκη (σκηνογράφος κινηματογράφου), την Ειρήνη Λαμπίρη (σκηνογράφος) και τη Μαρία Καραθάνου (εικαστικός), χτιζογκρεμίστηκαν τα 42 δωμάτια στους 7 ορόφους του ξενοδοχείου μέσα σε 2 εντατικότατους μήνες, ώστε να είναι έτοιμο να ανοίξει τις πόρτες του στις 17 Νοέμβρη. Μίλησέ μου για την ιδέα του «Fake Time»; Τι ήθελες να πεις και πώς κατάφερες να βρεις και να ενορχηστρώσεις τριάντα καλλιτέχνες διαχέοντάς τους σε επτά ορόφους; Το «Fake Time» αναφέρεται στην εποχή μας, που τάζει χωρίς να ανταποκρίνεται, στο παρόν, που έχει ήδη γίνει παρελθόν, στο μέλλον, που καταπιέζεται. Ή που το καταπιέζουμε τελικά; Η συγκεκριμένη περφόρμανς είναι εμπνευσμένη και σχεδιασμένη ειδικά για τις συνθήκες του σήμερα. Σε μια ρόδινη εποχή δεν θα υπήρχε νόημα να πραγματευόμαστε ζητήματα, όπως δημοκρατία, εξουσία, φαρμακοβιομηχανία, κατάθλιψη, μεγαλομανία… Ένα ψυχολογικό ταξίδι που επιδρά εντελώς διαφορετικά στον καθένα ανάλογα με την προσωπική αντίληψη για τον χρόνο, καθώς και τα βιώματά του. Μέσα από τους διαφορετικούς κόσμους όπου παρουσιάζεται η βιομηχανία της τρέλας, η κρατική εξουσία αλλά και η κοινωνική καταπίεση σε συνδυασμό με τις πολυ-
ποίκιλες διαδράσεις περφόρμερ και θεατή, στόχος είναι ο θεατής αρχικά να συνειδητοποιήσει, έπειτα να ενδοσκοπήσει και τέλος να αφυπνίσει τον εσωτερικό του κόσμο. Και ξεκινώντας την επόμενή του μέρα να αναρωτηθεί: κάνω τη ζωή που θέλω ή που με θέλει; Έτσι απλά! Η πρώτη φουρνιά περφόρμερς συγκροτήθηκαν χωρίς κάστινγκ, αλλά κάπως τυχαία ο ένας έφερε τον άλλον. Στον επόμενο κύκλο «Fake Time 2013» και τη δεύτερη παράταση έγιναν ακροάσεις περισσότερο στοχευμένες στο τι ζητάμε αλλά και στο τι ακόμα θα μπορούσε να ενσωματωθεί στο όλο εγχείρημα. Έτσι, με την είσοδο νέων καλλιτεχνών, η όλη δουλειά μετασχηματίστηκε, αφού βασική της συνθήκη είναι το ειδικό βάρος, η εμπειρία, το μοναδικό φορτίο του κάθε περφόρμερ, να λειτουργεί συμπληρωματικά, συνθετικά, σε άμεσο διάλογο με την κεντρική ιδέα του έργου. Σημαντική παρουσία στην εκτέλεση του εγχειρήματος είναι η Σοφία Μάντη, την οποία αρχικά κάλεσα για να υποκριθεί την τρελή στην ψυχιατρική πτέρυγα Δυσάριστον, στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου. Πέρα από αυτόν τον ρόλο και τις εξαιρετικές της ικανότητες ως περφόρμερ και χορεύτρια, η Σοφία είναι η χορογράφος μαζί και η κινητήρια θετική δύναμη του δημιουργικού χάους που επικρατεί στο «Άριστον». Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ιδέα τι μπορεί να σημαίνει να ενορχηστρώσεις τέτοιον αριθμό καλλιτεχνών, κυρίως όχι κατά τη διάρκεια των προβών, αλλά στην πορεία. Τώρα έμαθα πως για να μπορέσεις να διαχειριστείς 30 ψυχές χρειάζεται πρώτα να διαχειριστείς τη δική σου. Πώς αντιδρά ο κόσμος της Θεσσαλονίκης στο διαδραστικό της υπόθεσης; Μπαίνουν στο παιχνίδι, ξεκουμπώνονται ή παραμένουν θεατές
ως γνήσιοι μπαγιάτηδες; Το ψηφιδωτό των αντιδράσεων είναι πολύχρωμο και άκρως ενδιαφέρον. Ανυποψίαστοι τύποι που σαστίζουν και αρνούνται να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο, θρησκόληπτοι που την κάνουν μόλις σκάσουν στον δεύτερο, αμήχανα γέλια και τάχα μου δήθεν συνομιλία στο κινητό για να αποφύγουν τη διάδραση, χλευασμός και άρνηση για οποιαδήποτε συμμετοχή. Το εντυπωσιακό είναι πως τα παραπάνω σκηνικά αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Η ευχάριστη έκπληξη ήταν πως, κατά κανόνα, όλο αυτό το διάστημα πέρασαν πολλοί και πολλές που όχι μόνο διέδρασαν, αλλά πήγαν ένα βήμα παραπέρα το ίδιο το έργο. Κάθε σαββατοκύριακο η παράσταση είναι διαφορετική χάρη στους θεατές μας, και τους ευχαριστούμε για αυτό. Θέτεις υπαρξιακά ερωτήματα: τι θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία, ποιος έβαψε μαύρο το ουράνιο τόξο, τι λάθος έκανε ο Γαλιλαίος, ποιος σκότωσε το κορίτσι, όπου στο τέλος της παράστασης μοιρολογείτε πάνω από το κουφάρι του; Μήπως παρεμπιπτόντως ξέρεις και ποιος σκότωσε τον Μπρους Λι; Δεν γνωρίζω. Απλώς αναρωτιέμαι. Σίγουρα κάτι δεν είναι όπως μας το μάθανε ή όπως φαίνεται. Άλλωστε δεν υπάρχουν σωστές απαντήσεις, αλλά μονάχα εύστοχες ερωτήσεις. Το κορίτσι το σκότωσαν οι επιλογές του. Ο μοναδικός τρόπος προς την κάθαρση συμβολίζεται με τον θάνατο, που στοχεύει στην αναγέννηση μέσα από την ανασύνθεση. Η τελετουργία γύρω από ένα σώμα που κείτεται έχει διττή σημασία για εμάς: ο απελευθερωμένος από κοινωνικές επιταγές εαυτός προετοιμάζει την ανθρώπινη ψυχή μέσα από ήχους γαλήνιους για το επόμενο ταξίδι,
ενώ ο εγκλωβισμένος στο κέλυφος των κοινωνικών διαμορφώσεων εαυτός θρηνεί με ήχους απόκοσμους το σώμα που ποτέ πια δεν θα έχει ως καταφύγιο. Έχει πεθάνει ο Μπρους Λι; Έχοντας δουλέψει σε ανάλογες δράσεις στην Αγγλία αλλά και τη Νέα Υόρκη, πώς νιώθεις τώρα που επέστρεψες στη Θεσσαλονίκη; Όλοι σε αυτή την πόλη συμμετέχουν σε ένα πρότζεκτ, αλλά ο συνολικός χάρτης της αλτέρνατιβ πόλης παραμένει αυτιστικός και αυτάρεσκα μοναχικός. Πώς σκοπεύεις να κινηθείς, μιας και, όπως σε κόβω, αρέσκεσαι να λειτουργείς με συλλογικότητες; Για μένα, η μοναξιά είναι το εργαστήρι της ωριμότητας. Χρειάζεται χρόνος, πόνος, τρέλα. Να ‘ναι καλά οι κύριοι της εξουσίας, έχουμε μπόλικα και από τα τρία. Οπότε και η ωρίμανση δεν θα αργήσει και πολύ. Η Θεσσαλονίκη κρατούσε ανέκαθεν ψηλά την μπαντιέρα της πρωτοπορίας στα εικαστικά και πολιτισμικά δρώμενα. Τώρα που η πόλη βγαίνει από τον λήθαργο της καγιενογαρδένιας, θα βάλουμε όλοι πλάτη και θα την ξανασηκώσουμε. Άλλωστε η κοινωνία σήμερα περνά το κατώφλι της συλλογικότητας, αφήνοντας την εποχή της ατομικότητας σαν κακό εφιάλτη. Ωριμάζουμε και θα τα βρούμε. Κι εγώ μαζί. Όσο για τον καλλιτεχνικό αυτισμό, πρόκειται για έννοια παρεξηγημένη. Υποδηλώνει αγάπη και αφοσίωση. Από πού πήρες αυτό το καταπληκτικό ροζ καπέλο που φοράς στη φωτογραφία; Θυμάσαι τον τόπο, τη μέρα και τη στιγμή; Το έκλεψα από μια Ρωσίδα τύπισσα στην Κασκάρα που τόλμησε να πει πως ο Μπρους Λι δεν ζει.
49
Oh my garden! Τσατίλα, καψούρα, επανάσταση, ουτοπία, θυμός, άποψη, θέση, κήπος: γιατί τα συνθήματα στους τοίχους των Εξαρχείων έχουν κορμό από μαρκαδόρο και πέταλα πολύχρωμα, όπως κάθε άγριου λουλουδιού που ανθίζει στην πόλη. Και ο φωτογράφος Τάκης Σπυρόπουλος τα ανθολόγησε σε μια έκδοση. Συνέντευξη Γιάννης Παναγόπουλος
50 SOUL
Το στούντιό του είναι στο κέντρο των Εξαρχείων. Στον δεύτερο όροφο νεοκλασικού κτηρίου χαραγμένου από ρωγμές σκασμένου τσιμέντου. Καθημερινά ο φωτογράφος Τάκης Σπυρόπουλος, πριν φτάσει ώς εκεί, περνά από έναν δημόσιο πίνακα ανακοινώσεων. Έχει έκταση ισόποση της γειτονιάς που εργάζεται. Είναι φορτωμένος με μότο κοινωνικής οργής, πουσαρισμένης καψούρας, ανείπωτης λύπης, εξωφρενικού έρωτα. Το βιβλίο του με τίτλο «X-ΑΡΧΕΙΑ uncensored», που κυκλοφόρησε στα τέλη του Γενάρη, είναι ένα λεύκωμα φωτογραφημένων συνθημάτων, γκράφιτι, στένσιλ, που αναρτήθηκαν από το 2009 έως σήμερα σε τοίχους των Εξαρχείων. Της συνοικίας που τα αστικά αλάνια τη θεωρούν ως τη μοναδική πίστα ελεύθερης και τσαμπουκαλεμένης έκφρασης στην πόλη και οι αντισηπτικοί Αθηναίοι με χαρά θα ισοπέδωναν. Ο Σπυρόπουλος άρχισε να φωτογραφίζει, να καταγράφει κάθε λέξη, κάθε εικόνα, κάθε ιδέα που γράφτηκε σε δημόσιο χώρο των Εξαρχείων λίγες εβδομάδες μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Του παιδιού που δολοφόνησε αστυνομικός. Υπήρξε εκείνο το πρώτο σύνθημα που διαβάζοντάς το είπες: «Είναι τόσο όμορφο που πρέπει να το δουν και άλλοι»; Ναι, υπήρξε. Ήταν εκείνη τη μέρα που κατεβαίνοντας τις σκάλες του στούντιο, ανοίγοντας την πόρτα να επιστρέψω σπίτι, αντίκρισα στον απέναντι τοίχο δύο συνθήματα. Το ένα έγραφε «Φτάνει πια». Κάτω του, το δεύτερο, με άλλο γραφικό χαρακτήρα, έγραφε: «Η δράση αντικαθιστά τα δάκρυα». Ήταν υπέροχο ότι δύο φράσεις με ελάχιστες λέξεις, που έβλεπα καθημερινά δύο-τρεις ή και περισσότερες φορές τη μέρα, ήταν αρκετές να περιγράψουν όσα, ανάμεσα σε άλλους, και εγώ ένιωθα την εποχή της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου. Αυτά τα δύο συνθήματα μου τριβέλιζαν το μυαλό για καιρό. Τότε ήταν Δεκέμβρης του 2008. Στα μέσα του 2009 είπα πως θέλω να φωτογραφίσω τους τοίχους των Εξαρχείων. Στην πορεία του χρόνου, από το τότε στο σήμερα, λέω πως κίνητρο για να καταγράψω τη συγκεκριμένη γειτονιά ήταν η δίψα για έκφραση των ανθρώπων της. Στο βιβλίο δεν παρουσιάζω το γκράφιτι ως τέχνη. Φωτογραφίζοντας στον δρόμο ανακάλυψα πως ερέθιζε περισσότερο η καταγραφή συνθημάτων. Και πως από αυτά με ενδιέφεραν περισσότερο τα ευαίσθητα. Όχι τα στρατευμένα. Ήθελα να καταγράψω την κάψα του πιτσιρικά που πιάνει τον
μαρκαδόρο ή το σπρέι ή ένα κουβά μπογιά ή το στένσιλ και, αντί να σπάσει ό,τι συναντά στο διάβα του, διαλέγει να εκφραστεί γράφοντας ή ζωγραφίζοντας δημόσια. Πολλές φορές ίσως και με κίνδυνο να τον συλλάβουν ή να του την «πέσουν». Συνθήματα στους τοίχους σπιτιών των Εξαρχείων γράφονταν και πριν από το γεγονός που σε κινητοποίησε. Μέχρι τότε ποια ήταν η σχέση σου μαζί τους; Μάλλον αποστασιοποιημένη. Πολύ χαλαρή. Με συγκινούσαν περισσότερο τα γκράφιτι. Υπάρχουν πολλά που σπιθοβολούν τέχνη. Όμως επιμένω, ο τρόπος που κοίταζα τους τοίχους των Εξαρχείων άλλαξε μετά τον χαμό του Γρηγορόπουλου. Τότε αισθάνθηκα λες και εκσφενδονίστηκε η βαλβίδα ασφαλείας μιας χύτρας. Μέσα σε μία βραδιά οι λέξεις που γράφονταν στους τοίχους της Αθήνας σαν να άλλαξαν χαρακτήρα. Θεώρησα πως η συγκεκριμένη άδικη πράξη ένωνε συνειδήσεις πολλών διαφορετικών ανθρώπων. Τότε είπα πως από το να είμαι στο facebook γράφοντας συνθηματάκια και ατάκες για αυτό που συνέβη θα ήταν καλύτερα να «πιάσω» τη μηχανή μου. Αυτή θα μπορούσε να με κρατήσει ζωντανό, να με συνδέσει με τα γεγονότα. Μόνο φωτογραφίζοντας θα μπορούσα να συμβάλω σε αυτό το νέο κεφάλαιο διαλεκτικής που στριφογύριζε στους δρόμους των Εξαρχείων. Είμαι φωτογράφος πολλά χρόνια. Πάντα ήθελα και πάντα θα θέλω να αποδίδω από τον πρωταγωνιστή μου το καλύτερό του. Απαθανατίζοντας όλα αυτά τα συνθήματα, που θα μπορούσαν σε μία εβδομάδα να μην υπάρχουν, να έχουν σβηστεί, να έχουν διαγραφεί, να έχουν παραμορφωθεί, σκεφτόμουν πως έβαζα και εγώ το λιθαράκι μου στο να ακουστεί η φωνή των δημιουργών τους. Φωτογραφίζοντας τους δρόμους δεν σκεφτόμουν τη δική μου πολιτική τοποθέτηση. Φαντάζομαι πως λειτούργησα κριτικά. Δεν λογόκρινα όμως ποτέ όσα έβλεπα. Πίστευα πως έπρεπε να φωτογραφίσω κάθε ιδέα που φιλοξενούσαν οι τοίχοι των Εξαρχείων. Με ενδιέφεραν όσα έγραφαν, όσα ζωγράφιζαν οι πάντες. Δεν έδινα σημασία αν ήταν αριστεροί, αναρχικοί ή φασίστες. Δεν ξέρω αν το ξέρεις, πλέον στους τοίχους αυτής της ιστορικά και πολιτικά πρωτοποριακής συνοικίας έχουν αρχίσει να διακρίνονται και φασιστικά συνθήματα. Όπως και αν έχει, στο βιβλίο προσπάθησα να εντάξω τα πάντα. Συνθήματα προσωπικά ή κοινωνικά. Φιλοσοφικά ή πρεζάκικα. Πάνκικα ή χουλιγκάνικα. Τα μόνα
που αποκλείστηκαν, από καθαρά εγωιστική άποψη, είναι αυτά που έχουν ακαταλαβίστικη γραφή. Δεν μου αρέσουν οι γκραφιτάδες που απλώς βάζουν την υπογραφή τους οπουδήποτε. Χωρίς να σέβονται την αρχιτεκτονική ενός, ας πούμε, νεοκλασικού σπιτιού. Δεν με ενδιαφέρουν οι τύποι που απλώς υπογράφουν έναν τοίχο, γιατί απλά και μόνο πέρασαν από εκεί. Τις λέξεις τους τις αγνοώ. Ενδιαφέρουν μόνο τον τύπο που τα έγραψε, άντε και την παρέα που θέλει να αναγνωρίζει την υπογραφή του. «Υπογράφεις» ένα βιβλίο που το πνευματικό του περιεχόμενο ουσιαστικά δε σου ανήκει. Ανάμεσα στους γκραφιτάδες και το -υποψιασμένο ή ανυποψίαστο- κοινό τους, ποιος είναι ο δικός σου ρόλος; Αυτό το θέμα με απασχόλησε πολύ. Είμαι μαχητής των πνευματικών δικαιωμάτων. Στο βιβλίο τα γκράφιτι ή τα συνθήματα που είχαν υπογραφή τυπώθηκαν αυτούσια. Χωρίς την απαλοιφή του ονόματος του συγγραφέα ή του καλλιτέχνη τους. Ωστόσο πολλά συνθήματα είναι επαναλαμβανόμενα ή εκδοχές από δεξαμενές συνθημάτων. Υπήρξαν φορές που όσα φωτογράφισα ήταν αυτούσια αποσπάσματα κειμένων καθιερωμένων ποιητών, συγγραφέων ή θεωρητικών της πολιτικής. Ο ρόλος μου, έτσι όπως τον αντιλήφθηκα, και ο σκοπός της συγκέντρωσης αυτού του υλικού δεν είχε σκοπό το κέρδος. Μου άρεσε αυτό που έβλεπα γύρω μου. Ήθελα να καταγράψω ιδέες. Ήθελα να τις αποθεώσω πριν κάποιος προλάβει να τις σβήσει. Φωτογραφίζοντας συνθήματα, γκράφιτι ή στένσιλ λειτούργησα με το ίδιο σκεπτικό με το οποίο φωτογραφίζω ανθρώπους. Πάντα προσπαθώντας να βγάλω το ομορφότερο του εαυτού τους. Το βιβλίο μου είναι λίγο σαν djλίκι εικόνων. Στις σελίδες του βιβλίου δίπλα δίπλα υπάρχουν φωτογραφημένα συνθήματα που πολλές φορές διαφωνούν ή συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Υπάρχουν θρησκευτικά συνθήματα δίπλα από εκείνα που έγραψαν αναρχικοί. Ακροαριστερά δίπλα από εκείνα φασιστών. Αυτή τη διαμάχη ιδεών στους τοίχους της Αθήνας ήταν απολαυστικό να την ανακαλύπτω ακόμα και στις πιο απίθανες, δημόσιες επιφάνειες. Το βιβλίο του Τάκη Σπυρόπουλο «X-ΑΡΧΕΙΑ uncensored» μπορείτε να το βρείτε σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία όλης της Ελλάδας όπως επίσης και στην ιστοσελίδα www.x-arxia.com.
51
Άννα Μάσχα Επτάρχεια! Μεσημεράκι στα Εξάρχεια, έξω χειμωνιάτικη λιακάδα, μέσα στο μπαρ ζεστή σοκολάτα, τζαζ, γκρούβι ταπετσαρίες και έπιπλα του ’60. Η Άννα Μάσχα έρχεται ακριβώς στην ώρα της. Και η κουβέντα για τα θεατρικά «Mistero Buffo» και «Οι ζωές των άλλων» αλλά και ό,τι άλλο προκύψει ξεκινά. Συνέντευξη Γιάννης Μπούτσελης Φωτογραφία Ani Jo
«Είναι δύσκολη η ζωή. Είναι δύσκολη η χρονιά. Μπορεί και να αρκούσε μία μόνο παράσταση. Αλλά το “Mistero Buffo” το ανεβάζουμε με μια ομάδα που έχουμε συστήσει για πρώτη φορά, μια εταιρία δικιά μας, ας πούμε, με άτομα με τα οποία συνεργαζόμαστε πάρα πολλά χρόνια, πάνω από 12». Είναι εφτά ηθοποιοί και οι περισσότεροι μένουν στα Εξάρχεια διάλεξαν, λοιπόν, να ονομάζονται «Επτάρχεια». «Ήμασταν μαζί στο “Αμόρε” και, όταν έκλεισε, είπαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Αφού μας αρέσει να δουλεύουμε μαζί, να μην περιμένουμε να έρθει κάποιος να μας προτείνει κάτι. Δουλεύουμε, και αναλόγως βλέπουμε. Είμαστε αυτοδιαχειριζόμενοι. Αυτό, καταλαβαίνεις, ήταν λίγο ρίσκο. Να μείνεις δηλαδή μόνο σε αυτό, όλο τον χειμώνα. Οπότε χρειαζόταν και κάτι άλλο. Εκεί ήρθε η πρόταση για τις “Ζωές των άλλων”, που ήταν καλή». Με τη βδομάδα της να έχει πέντε παραστάσεις «Ζωές των άλλων» και τέσσερις «Mistero Buffo», υπάρχουν βραδιές που η Άννα πρέπει να περάσει μέσα σε λίγη ώρα από τον λόγο του Άλμπερτ Όστερμάιερ σε αυτόν του Ντάριο Φο. Ευτυχώς στον ίδιο χώρο, το θέατρο «Θησείον». «Χτες, ας πούμε, είχα και τα δύο, βραδινή στο ένα και μεταμεσονύκτια στο άλλο». Ο κόσμος φαίνεται να έχει αγαπήσει και τα δύο. Η κουβέντα μας όμως ήταν για το «Mistero Buffo». Ένα «κωμικό μυστήριο» για Νόμπελ Ο Ντάριο Φο πρωτοπαρουσίασε τη σπονδυλωτή σάτιρα «Mistero Buffo» («κωμικό μυστήριο») το 1969. Αυτοτελείς σκηνές παρουσιάζονται στεγνά, χωρίς σκηνικά, ρούχα εποχής, περίτεχνους φωτισμούς και άλλα στολίδια. «Ουσιαστικά βλέπεις έναν άνθρωπο ντυμένο με τα ρούχα της ζωής του και είναι σαν να βλέπεις υπερπαραγωγή. Βλέπεις πρόσωπα, ιστορίες, χώρους». Όπως ακριβώς το είχε κάνει στην πρώτη παρουσίασή τους ο ίδιος ο ιταλός συγγραφέας. «Ο Ντάριο Φο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 μια έρευνα για το λαϊκό μεσαιωνικό θέατρο, το ανεπίσημο. Ούτως ή
52 SOUL
άλλως επίσημο θέατρο δεν υπήρχε, η εκκλησία το είχε καταργήσει. Η ίδια η εκκλησία, βέβαια, μετά το ξαναζωντάνεψε. Παράλληλα με το επίσημο θέατρο όμως υπήρχαν γελωτοποιοί, μπουλουκτσήδες, που γυρνούσαν από δω κι από κει. Βέβαια, αυτό ανήκει στην προφορική παράδοση. Βρήκε όμως κομμάτια ή διάφορες παλιές περιλήψεις ιστοριών, από όλη την Ιταλία, γραμμένες σε διάλεκτο. Έκανε τρομερή έρευνα καμιά δεκαριά χρόνια». «Επειδή ο ίδιος ήταν κομμουνιστής, πίστευε ότι το λαϊκό κοινό έχει ψωμί. Ότι δεν πρέπει να το σνομπάρουμε και ότι μπορεί να εκπαιδευτεί. Πήγαινε λοιπόν και το έπαιζε σε εργοστάσια, αλλά γινόντουσαν τρελά σκηνικά τότε. Δηλαδή σε ένα εργοστάσιο ερχόντουσαν τα αφεντικά και κατεβάζανε το ρεύμα για να μην υπάρχει φως να παίζει. Και οι εργάτες το βγάζανε έξω, ανάβανε τα φώτα των αυτοκινήτων για να βλέπουνε, τέτοια ιστορία ήταν. Και σιγά σιγά, διαμορφώθηκε, εμπλουτίστηκε - το έπαιζε πολλά χρόνια. Το “Mistero Buffo” ήταν ουσιαστικά η αφορμή για να του δώσουν το Νόμπελ, αν και πολύ αργότερα». «Είναι πολύ τρυφερό αλλά είναι πολιτικό, βαθειά πολιτικό κείμενο. Έχει σαφέστατες αναφορές στο σήμερα. Η πολύ καλή μετάφραση του Θωμά Μοσχόπουλου είναι τόσο πολύ στα καθ’ ημάς ελληνικά, που είναι σαν να ακούς ένα κανονικό κείμενο. Και ο κόσμος ανταποκρίνεται σε αυτό. Κατ’ αρχάς γελάνε πολύ. Αλλά πολλές φορές κόβεται το γέλιο. Βασικά, ο κόσμος θέλει να ξεφύγει. Τώρα εκεί είναι η εξυπνάδα αυτού που το φτιάχνει να περάσει και αυτά που θέλει. Θα το πει με σατιρικό τρόπο, αλλά αυτό που έχει να πει δεν είναι ανάλαφρο». Το έργο λέγεται «Μιστέρο Μπούφο», τονίζεται εκεί, στην παραλήγουσα. «Κι εμείς στην αρχή το λέγαμε “Μίστερο”. Μας έχουν πάρει τηλέφωνο και μας έχουν πει “το μίστερο μπάφο τι ώρα είναι;” ή “το μίστερο μπούφαλο”. Αρέσει στον κόσμο, πήρε πολύ καλές κριτικές. Εντάξει, δεν αρέσει και σε όλους. Και αυτό είναι επίσης πολύ σωστό, έτσι πρέπει να είναι, γιατί αλλιώς θα είχαμε πρόβλημα. Πρέπει κάποιους να θίγει. Αλλιώς είναι άσφαιρο».
53
54 SOUL
Η εξουσία θα σε ξεκάνει Στην Άννα αρέσει να μιλά για μια συγκεκριμένη σκηνή του «Mistero Buffo». Νιώθει ότι είναι σαν να έχει γραφτεί για τη σημερινή κατάσταση. «Λέγεται η γέννηση του γελωτοποιού. Ένας αγρότης δουλεύει κάτω από ένα αφεντικό, και κάποια στιγμή βρίσκει μια δικιά του γη. Ρωτάει: “Ποιανού είναι αυτό το βουνό, ρε παιδιά;” “Κανενός”. Έχει χώμα καλό. Το σκάβει, το σκαλίζει, βρίσκει νερό, και ξαφνικά από εκεί που ήταν ένας ξερότοπος γίνεται ο κήπος της Εδέμ. Με τα χεράκια του. Και μια μέρα εμφανίζεται ο αφέντης και του λέει “το βουνό είναι δικό μου”. “Μα, δεν ήταν δικό σας, αφού ρώτησα”. “Τώρα άλλαξα γνώμη, είναι δικό μου”. Αυτός δεν το δίνει. Την πρώτη μέρα του στέλνει τον παπά να τον συνετίσει. Δίνει μια κλωτσιά στον γάιδαρο, φεύγει ο παπάς. Την άλλη μέρα του στέλνει τον συμβολαιογράφο. Όλες τις μορφές εξουσίας. »Τέλος πάντων, τους διώχνει όλους κακήν κακώς: “Αυτή η γη είναι δικιά μου, δεν τη δίνω σε κανέναν”. Την τελευταία μέρα σκάει ο αφέντης με τους μπράβους. Του βιάζουν τη γυναίκα, καίνε το περιβόλι, καταστρέφεται η οικογένειά του, μένει μόνος και αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Με τη θηλιά στον λαιμό, κάνει μια φοβερή προσευχή προς τον Θεό, όπου του λέει: “Το αστείο που μου έπαιξες, Κύριε, ήταν πάρα πολύ κακό. Ήταν σαν να ήθελες να με στιγματίσεις με το πυρωμένο σίδερο για να πω σε όλο τον κόσμο ότι όποιος αρχινάει τη ζωή του δουλοπάροικος τέτοιος θα μείνει πάντοτε. Να μην κάνει όνειρα, να μην έχει ελπίδες και να μην παίρνουν τα μυαλά του αέρα”». Για την Άννα Μάσχα αυτό είναι το μότο όλης της παράστασης. «Όπου “δουλοπάροικος” βάλε “μικροαστός” κλπ. Αυτός πίστεψε ότι μπορεί να τ’ αλλάξει. Βρήκε το βουνό, το έφτιαξε με τα χέρια του, βασίστηκε στον εαυτό του. Αλλά η εξουσία είναι πάντα πιο δυνατή. Έγινε μικροαφέντης, άθελά του, και τη γη δεν τη μοιράστηκε με κανέναν. Είναι η αυθόρμητη αντίδραση του ανθρώπου να πει “το δικό μου”. Αλλά υπάρχει πάντα κάποιος πιο δυνατός από σένα. Που έχει πάντα πιο πολλά από σένα. Έχει και το ποτάμι, έχει και την κοιλάδα, έχει και τους μπράβους και μπορεί να σε εξοντώσει, άμα θέλει. Με οποιονδήποτε τρόπο, με τον παπά, τον συμβολαιογράφο, με τον εκφοβισμό, την εξαγορά, την ωμή βία, η εξουσία θα σε ξεκάνει».
Η ανάγκη σε κάνει πιο άνθρωπο Πιστεύει στη συνεργασία και στην αλληλεγγύη. «Γενικά υπάρχουν τώρα πολλές συνεργασίες, ο κόσμος φαίνεται να συσπειρώνεται. Διάβαζα ένα άρθρο στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, του Κοροβέση νομίζω. Ήταν σαν να διάβαζα τα λόγια του Ντάριο Φο. Ότι η εξουσία, ο καλύτερος τρόπος που έχει να μας απομονώνει και να μας κρατάει άσφαιρους είναι να μας κάνει τομάρια. Δηλαδή εαυτούληδες, παρτάκηδες. Όπως μας έκανε όλη τη δεκαετία του 1990, έτσι; Ο καθένας νόμιζε ότι τα καταφέρνει μόνος του, έχει τα δάνειά του, τα αυτοκίνητά του, τα βγάζει πέρα μόνος του, είναι μάγκας. Αυτό τελείωσε». Και τώρα τι; «Συνεργασία. Αλληλεγγύη και συνεργασία. Είναι λύση ανάγκης, αλλά η ανάγκη σε κάνει πιο άνθρωπο. Λες να μας αλλάξει τα μυαλά για τα καλά; Δεν ξέρω. Κρατάω τις προσδοκίες μου μικρές». Είναι θυμωμένη, το παραδέχεται. «Με θυμώνει, με εξοργίζει και περισσότερο θυμώνω με τον εαυτό μου, γιατί δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω. Σκύβω το κεφάλι και κάνω αυτά που μου λένε. Δουλοπάροικος είναι, βέβαια, βαριά κουβέντα, αλλά κάποιες φορές νομίζω ότι αισθάνομαι έτσι. Είναι μια εξουσία της οποίας δεν ξέρουμε το πρόσωπο. Σίγουρα δεν είναι ο Βενιζέλος, δεν είναι ο Σαμαράς. Θεωρώ ότι δεν είναι καν η Μέρκελ, πώς να σου πω, υπάρχει μια εξουσία απρόσωπη, κρυμμένη κάπου. Τα μεγάλα κεφάλια, οι λίγοι που έχουν τα πολλά. Πολύ λίγοι όμως. Και ξαφνικά αποφασίζουν να κάνουν ένα άλλο παιχνίδι. Όλα αυτά, ας πούμε, τα κεκτημένα, τα δικαιώματα του πολίτη, πού είναι τώρα; Τίποτα - τραπουλόχαρτα. Σκύψε το κεφάλι και πλήρωνε. Πλήρωνε, πλήρωνε, πλήρωνε. Τι, δεν έχεις; Θα σου πάρουμε το σπίτι. Δεν είσαι λοιπόν δουλοπάροικος;» «Δεν τα λέω εγώ τώρα, αυτά τα έχουν πει άλλοι και από τη δεκαετία του 1960. Ε λοιπόν όλοι εμείς είμαστε οι σύγχρονοι δούλοι. Και μάλιστα, έτσι όπως είναι, βολεύει πάρα πολύ τα αφεντικά, διότι οι δούλοι τώρα τα κάνουν όλα μόνοι τους. Τουλάχιστον τότε ο αφέντης είχε μια υποχρέωση απέναντι στους δούλους του. Τώρα δεν έχει. Τότε ο αφέντης τον προστάτευε τον δούλο. Ήταν δικός του. Δεν θα άφηνε να τον σκοτώσει, να τον πειράξει κάποιος άλλος. Τον τάιζε. Γι’ αυτό τώρα είμαστε χειρότερα από δουλοπάροικοι. Πλανεμένοι εντελώς». Στα άκρα, συνήθως δεν κερδίζουν οι καλοί Τον Δεκέμβρη του 2008 βρέθηκε στις πορείες.
«Δεν δούλευα τότε, δεν είχα θέατρο και πρόβες, και ήμουνα σε όλες, μα όλες, τις πορείες. Κι έλεγα “άμα δεν πάω κι εγώ, ποιος θα πάει; Οι άλλοι έχουν δικαιολογία, δουλεύουν”. Τώρα, κυρίως λόγω του παιδιού, δεν πάω. Ένας τρόπος είναι ο καθένας μας να πει κάτι - όσο μπορεί. Η δουλειά του ηθοποιού, το θέατρο, προσφέρεται για επικοινωνία τέτοιου τύπου με τον κόσμο». «Όχι, δεν θέλω να πω ότι κάνουμε αντίσταση. Για όνομα του Θεού, θα ήταν πολύ υπεροπτικό εκ μέρους μας. Αλλά αν έχουμε να πούμε ένα-δυο πράματα, τα λέμε, αυτό. Ούτε τα επιβάλλουμε σε κανέναν ούτε τίποτα. Τα λέμε. Όχι πως ο άλλος δεν το έχει σκεφτεί. Αλλά το ακούει. Στην παράσταση ακούω τις αντιδράσεις. Ξέρεις, γέλιο, γέλιο, γέλιο και, ξαφνικά, ακούω μια σιωπή... Δεν το περιμένει κανείς. Ωχ, σοβάρεψε το πράμα. Δεν περιμένουν αυτή την εξέλιξη». «Για να αλλάξει κάτι, πραγματικά δεν ξέρω σε τι άκρα πρέπει να μας εξωθήσουν για να αντιδράσουμε. Κι αν θα γίνει κάτι. Άλλωστε, όταν η κατάσταση φτάσει στα άκρα, δεν κερδίζουν συνήθως οι καλοί. Όπως μας έχουν διδάξει όλες οι επαναστάσεις, κάτι στραβώνει. Κάτι γίνεται με την εξουσία. Δεν ξέρω. Όταν βρεθείς στη θέση αυτή να εξουσιάζεις, κάτι σου συμβαίνει». Κι αν περισσέψει χρόνος… «Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω με τον χρόνο μου. Απλώς δεν υπάρχει χρόνος για μένα - είναι για τους άλλους. Ό,τι ώρα μένει τη μοιράζομαι με την οικογένειά μου. Όταν είμαι με το παιδί μου, αυτός είναι πολύ ωραίος χρόνος και για μένα. Είναι τριών χρονών. Οι φίλοι μου είναι στο θέατρο, οπότε τους βλέπω εκεί». «Να ’ναι καλά ο αδερφός μου και ο άντρας μου, που ακούω μουσική. Ο αδερφός μου, ο Θοδωρής, είναι ντι τζέι και ομολογώ ότι με έχει ξεστραβώσει μουσικά. Και ο άντρας μου, βέβαια. Από βιβλία προλαβαίνω να διαβάσω μόνο ό,τι έχει να κάνει με τα πράγματα που κάνω. Θέλει κι αυτό την αφοσίωσή του. Και μετά, το καλοκαίρι. Ό,τι κάτσει. Κυρίως μυθιστορήματα. Βιρτζίνια Γουλφ. Είναι η αγαπημένη μου. Γιατί; Γιατί είναι η καλύτερη συγγραφέας που έχει ζήσει ποτέ. Είναι απλά υπέροχη». «Μαγειρεύω κιόλας. Τα βασικά, για να μην πεινάει η οικογένεια. Δεν ανοίγω φύλλο για πίτα, ούτε έχω φτιάξει ποτέ μουσακά ή παστίτσιο. Αλλά τρώμε. Ρεβίθια, φακές, μακαρονάδες, γιουβαρλάκια, σουτζουκάκια, δεν είναι δύσκολα. Για να σου το λέω εγώ...»
55
All the young dudes! Εναλλακτικοί, αμετανόητοι, τρελαμένοι, ασταμάτητοι, παθιασμένοι και μιας κάποιας ηλικίας… Στο τελευταίο κάνε delete- άχρηστη πληροφορία για τις ιστορίες που ακολουθούν. Όλοι αυτοί οι «young dudes», άλλωστε, δεν έχουν χρόνο να μετράνε χρόνια. Και στην περίπτωσή τους, δεν μετράει μόνο το ταξίδι, αλλά και η επιστροφή. Κείμενο Μαρία Μαρκουλή
John Cale
56 SOUL
Αγνόησέ τους όλους. Αν και δεν ακούγεται κομψό, αυτό ήταν. Η πολύτιμη συμβουλή διά στόματος Άντι Γουόρχολ που πέρασε κάτω από την επιδερμίδα του Τζον Κέιλ που αγνοούσε αρκετούς -σχεδόν όλους- και άκουγε τον εαυτό του και αυτόν μόνο (σε καμία περίπτωση τον Λου Ριντ), στην ουσία δούλευε για μας. Ο Τζον Κέιλ είναι η έμπνευση με πρόσωπο, με άσπρο, πάνκικο, κοντό, ανακατεμένο μαλλί και μερικές φορές γενάκι. Σημασία δεν έχει τι φαίνεται και ας μην το έλεγαν στον Γουόρχολ αυτό, σημασία έχει να είσαι. Είναι. Και διαρκώς σε δράση. Θα μπορούσε να μείνει ακίνητος -δεν είναι κι ακατόρθωτο-, αλλά μόνο αν βρισκόταν μέσα σε έναν πύραυλο που έχει εκτοξευτεί στο μέλλον. Αν ακούσεις το τελευταίο του άλμπουμ, «Shifty Adventures in Nookie Wood», θα καταλάβεις. Τίποτε κοινότυπο εκεί μέσα, τίποτε τετριμμένο, ένα βήμα αλλού. Σαν ένας από τους πιο αρμόδιους να το κάνει, εξάλλου, οργάνωσε τις προάλλες αφιέρωμα στη femme fatal του ροκ, Nico, όπου μαζί του για εκείνη έπαιξαν η Κιμ Γκόρντον, ο Μαρκ Λέινεγκαν, η Σάρον Βαν Έτεν, η Peaches και άλλοι εκλεκτοί.
Η Νέα Υόρκη ανταποκρίθηκε με όλη της την ψυχή, όπως περίπου έκανε και για το «Paris 1919», άλμπουμ του, του 1973, που παρουσιάζει τώρα ολόκληρο ο ίδιος σαν μια επιστροφή σε παλιά λημέρια. Δεκαετίες ροκενρόλ εκκεντρικότητας, ουαλικής μόνωσης στη φθορά και «Venus in Furs» υπέρβασης. Πέρασε τα 70 του χρόνια, αλλά τα αγαπημένα του θέματα στις συζητήσεις δεν είναι τα 60s και οι αναμνήσεις από το Factory (όσο και αν τα ζητάει το κοινό)· είναι η τεχνολογία, οι μουσικοί πειραματισμοί και το μέλλον του hip hop. «Μπορείς να λες ό,τι θέλεις», θα τον πετύχεις να λέει, «αλλά οι κιθάρες κάποια στιγμή θα σου ανταποδώσουν την αφοσίωση, μην περιμένεις τίποτε όμως από τα πλήκτρα, είναι αχάριστα σαν τις γάτες». Ζει μόνιμα πια στο Λος Άντζελες -αυτό που δεν άντεχαν με τίποτε οι Velvet Underground- και είναι της γνώμης πως πολλά από εκείνα που παλιότερα πιστεύαμε ότι ήταν θεωρίες συνωμοσίας σήμερα συμβαίνουν γύρω μας. Είναι κάπως τρομακτικό, αλλά ο Κέιλ δεν είναι υπερβολικός τύπος. Οπότε, κρατάω τη συμβουλή Γουόρχολ: Αγνόησέ τους. Τους άλλους. Και βλέπουμε.
David Byrne Απλές, καθαρές παρατηρήσεις: «Δεν μπορείς να αγγίξεις τη μουσική, υπάρχει μόνο τη στιγμή που γίνεται αντιληπτή - και παρ’ όλα αυτά μπορεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο αλλά και τον εαυτό μας μέσα σε αυτόν. Η μουσική είναι πολύ δυνατό πράγμα». Ακολουθούν επιχειρήματα, παραδείγματα, αναλύσεις, μέσα από σπαρταριστές αφηγήσεις, με βάθος και χιούμορ. Σκέψου δηλαδή πώς «λειτουργεί η μουσική» - how music works (ή δεν… λειτουργεί) μέσα σε 345 καλογραμμένες σελίδες από τον ένα και μοναδικό διανοούμενο ρόκερ, Talking Head(s), Ιντιάνα Τζόουνς των ήχων και των χρωμάτων, άνθρωπο των τεχνών και δεινό ποδηλάτη, Ντέιβιντ Μπερν. Που
κάποτε (το 1984 συγκεκριμένα) μας είχε προτρέψει: stop making sense - σταμάτα να «δίνεις» νόημα και όλα θα γίνουν καλύτερα. Και έγιναν. Από τότε τον ακολουθώ. Και είναι κανονική δουλειά αυτό, αν θέλεις να το κάνεις σωστά. Πάει κάμποσος καιρός που τον είδα λάιβ στη σκηνή στα μέρη μας με φουλ μπάντα και φουλ τρέλα στις μηχανές από τις πρώτες ημέρες των Talking Heads ώς τώρα. Ο Μπερν, φαίνεται, μετράει τον χρόνο αλλιώς, ή δεν τον μετράει καθόλου. Η μουσική «λειτουργεί» υπέρ του. Ανάσα, λοιπόν. Ή, χωρίς ανάσα, αν δεν έχεις ακούσει ακόμη το άλμπουμ του «Love This Giant» μαζί με τη St. Vincent με το οποίο -κίνηση αναμε-
νόμενη- περιοδεύει δεξιά, αριστερά και στο Νότιο Ημισφαίριο πριν από λίγο, που είχε και λιακάδες. Ο καιρός βοηθάει γιατί ο Μπερν, γνωστός φανατικός ποδηλάτης (τεκμήρια: το βιβλίο του «Bicycle Diaries» και η ποδηλατική του στήλη τους «New York Times»), έχει πάντα δυο ρόδες μαζί του, έτσι ώστε με την πρώτη ευκαιρία και όπου βρεθεί να παίρνει τους δρόμους. Στην Αυστραλία «χτένισε» την περιοχή και έστειλε φωτογραφίες από μεγάλες πυρκαγιές και τα καμένα αλλά και τα πιο συγκλονιστικά τοπία ανεβάζοντας συνέχεια υλικό στο ιντερνετικό ημερολόγιό του, το journal.davidbyrne.com, γιατί, μπορεί να είναι μια περιπέτεια να τον ακολουθείς, αλλά δεν θέλει και εκείνος να τον χάνεις. 57
Boomtown Rats
Έχω δει πράγματα που εσείς, άνθρωποι, δεν θα πιστεύατε. Σκάφη επίθεσης να φλέγονται από τις άκρες του Ωρίωνα… (σαμπλάρω λίγο «Blade Runner»), αλλά η επανένωση των Boomtown Rats δεν ήταν από αυτά που περίμενα να δω, ακόμη και αν ερχόταν μπόνους με τα φλεγόμενα σκάφη του Ωρίωνα. Αλλά συμβαίνει και θα πάρει μορφή -έτσι είπαν τουλάχιστον- στο Φεστιβάλ του Ιsle of Wight· σαν κάτι από το βαθύ παρελθόν του new wave, όπου τίποτε πια δεν είναι παρελθόν, παρά ένα παρόν σε λούπες ασταμάτητο. Εκτός από αυτό, όλοι, στο ροκ, το κάνουν. Έτσι και οι Boomtown Rats, που δεν τους άρεσαν οι Δευτέρες, σκέφτηκαν ψύχραιμα και συμφώνησαν ένα Σάββατο βράδυ πως και εκείνοι μπορούν να επιστρέψουν, τώρα που και ο Μπομπ Γκέλντοφ έχει λίγο περισσότερο χρόνο ελεύθερο. Έχει κάνει το χρέος του και ό,τι μπορούσε να κάνει για να σώσει την Αφρική με live aid και 58 SOUL
συμπάθεια και μερικά ταξίδια (όπου κάποια στιγμή παραδέχτηκε πως ήταν τελικά πιο δύσκολο από όσο φανταζόταν να φτάσει η βοήθεια εκεί που έπρεπε), έχει μεγαλώσει παιδιά, έχει περάσει δράματα και θάματα, έχει τσακωθεί με τη μισή υφήλιο, έχει πάρει παράσημα -και τι να τα κάνει; Όλα τον σπρώχνουν σε εκείνη την καταραμένη Ποντικοπαγίδα -«Rat trap»- που κυκλοφόρησε το 1978 και δικαιούται κι αυτή views και δάφνες στο YouTube, το μεγαλύτερο πολυκατάστημα νοσταλγίας 24ωρης εξυπηρέτησης. Καιρός και η αλήθεια να λάμψει: οι hipsters χρωστάνε στον Γκέλντοφ και στους Rats πολλά, τα χρωματιστά σακάκια με τα σηκωμένα μανίκια, τα φλούο γυαλιά και την απέχθειά τους στις Δευτέρες… όλα αυτά. Στιγμές που θα χάνονταν στον χρόνο σαν τα δάκρυα στη βροχή (ξανά «Blade Runner»), αλλά τίποτε δεν χάνεται τελικά και όλα επιστρέφουν (it’s a rat trap and you’ve been caught).
Sugar Man
Μερικοί έλεγαν ότι είχε πεθάνει, ότι είχε τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, άλλοι ότι δεν τον είχαν δει ποτέ, κάποιοι πως είχε πάρει τα βουνά και δεν ήθελε να δει κανέναν, αλλά κανείς δεν είχε σοβαρή πληροφορία να σου δώσει, κάτι που στον κόσμο των περίεργων σημαίνει και έρευνα, και -γιατί όχι;- ντοκιμαντέρ. Ο μυστηριώδης κύριος Ροντρίγκες, καλός μουσικός, που είχε βγάλει δύο δίσκους, το «Cold Fact» το 1970 και το «Coming From Reality» το 1971, εντοπίστηκε, τελικά, από δυο νοτιοαφρικανούς φίλους που μεγάλωναν με τα τραγούδια του, καθώς από κάποιο περίεργο λόγο ο γεννημένος στο Ντιτρόιτ με καταγωγή από το Μεξικό Ροντρίγκες είχε τεράστια επιτυχία στη Νότια Αφρική και πολύ δημοφιλής ήταν στους λευκούς αγωνιστές κατά του Απαρτχάιντ. Εκείνος όμως αόρατος. Φάντασμα. Εξαφανισμένος. Οι δυο που έψαχναν ρώτησαν πολλούς, ξεσκόνισαν στίχους, σκάλισαν φήμες -όπου υπάρχει καπνός κάπου έχει περάσει και φωτιά- και τον βρήκαν. Τα δεί-
χνει πολύ ωραία όλα αυτά το ντοκιμαντέρ του Μάλικ Μπεντζελόουλ, «Searching for Sugar Man», που ανάμεσα στις διακρίσεις, βραβεία και κατακτήσεις του είναι και το «ξύπνημα» του Sugar Man του ίδιου. Ο Ροντρίγκες έκανε ήδη την εμφάνισή του στη σκηνή, τραγουδώντας μπροστά σε ένα μαγεμένο κοινό, σαν γκουρού που κάποτε γύρισε την πλάτη του στη δισκογραφία και μια πιθανή καριέρα, για να ασχοληθεί με πεζά πράγματα, όπως οι οικοδομές και οι δουλειές στο σπίτι, αφού, αποδεδειγμένα υπάρχει ζωή και εκεί. Το «ποτέ δεν είναι αργά» όμως φοριέται όλες τις ώρες και σε κάποιες περιπτώσεις, καλή ώρα, επιβάλλεται. Ο άνθρωπός μας, που γύρισε από το μυστήριο, ετοιμάζει καινούργια τραγούδια, με άλλα λόγια, τον τρίτο του δίσκο μέσα σε 40 χρόνια - έχεις να περιμένεις δηλαδή. Μια ερώτηση που μένει στον αέρα, να την απαντήσουμε κι αυτή: Πού ήταν χαμένος ο Ροντρίγκες όλο αυτόν τον καιρό που τον έψαχναν. Λοιπόν, δεν είχε φύγει καθόλου από το Ντιτρόιτ. Καθόλου, ποτέ. 59
Ιωάννης & Χρήστος Μακρής RetroFuturism Βιομηχανικοί σχεδιαστές στη Θεσσαλονίκη! Όπως λέμε, Εσκιμώοι σε συνθήκες ζέστης 57 βαθμών Κελσίου; Παρ’ όλα αυτά, τα δύο αδέλφια δεν το βάζουν κάτω, αλλά τουναντίον, τοποθετούν τον πήχη της τέχνης τους ψηλά. Συνέντευξη Βάγια Ματζάρογλου
60 SOUL
Είναι αλήθεια ότι ο κόσμος συγχέει τους βιομηχανικούς σχεδιαστές με τους βιομηχάνους; Υπάρχει μια σύγχυση όσον αφορά τις έννοιες industrial designer ή βιομηχανικός σχεδιαστής, αν μπορεί να μεταφραστεί έτσι. Η πλειοψηφία δεν γνωρίζει ακριβώς με τι ασχολούμαστε. Πόσο «μαζικά» είναι τα προϊόντα που σχεδιάζετε; Το ρωτώ, γιατί ό,τι σχεδιάζετε μοιάζει τόσο με χρηστικό αντικείμενο όσο και με γλυπτό. Μέχρι στιγμής, τα αντικείμενα που σχεδιάζουμε και κατασκευάζουμε στο δικό μας κατασκευαστικό τμήμα είναι χειροποίητα και είναι δύσκολο να παραχθούν μαζικά. Για αυτό τον λόγο τα περισσότερα είναι είτε limited edition είτε μοναδικά. Εμμένουμε στην αξία του χειροποίητου και στη (σχεδόν) μοναδικότητα κάθε αντικειμένου. Ποια υλικά προτιμάτε; Θέλουμε τα υλικά που χρησιμοποιούμε να προσδίδουν χαρακτήρα και υψηλή αισθητική στα αντικείμενα που κατασκευάζουμε. Υλικά όπως το ξύλο, ο χυτός ορείχαλκος και το χυτό αλουμίνιο με τη μέθοδο της χύτευσης σε άμμο, ο χαλκός, το ατσάλι και το γυαλί δίνουν με τις υφές τους, τη χρηστικότητα και τα χρώματά τους φυσική μορφή στα αντικείμενά μας. Εμπλέκεστε και στο κατασκευαστικό μέρος. Ποια ανάγκη σας οδήγησε να γίνετε και κατασκευα-
στές; Δυστυχώς, στην πόλη που ζούμε αλλά και γενικότερα στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη υποδομών και τεχνογνωσίας τόσο στη βιομηχανική παραγωγή όσο και στη χειροποίητη κατασκευή αντικειμένων. Οι ανάγκες που προέκυψαν από αυτή την έλλειψη μας οδήγησαν στο να εμπλακούμε στη διαδικασία της κατασκευής. Με το πέρασμα του χρόνου, διαπιστώσαμε ότι η προσωπική επαφή με το αντικείμενο κατά την κατασκευή είναι πλέον ένα κομμάτι της δημιουργίας που δεν θέλουμε να χάσουμε. Είστε αναγκασμένοι να τοποθετηθείτε στην αγορά, αν θέλετε να βιοπορίζεστε από τη δουλειά σας. Σε πόσους και ποιους συμβιβασμούς υποκύπτετε; «Ο πελάτης έχει πάντα δίκαιο»; Σίγουρα ο σωστός σχεδιασμός ενός αντικειμένου βασίζεται στις ανάγκες του εκάστοτε πελάτη και πρέπει να εστιάζει στη σχέση του πελάτη με το αντικείμενο. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση μας με τον πελάτη καθώς και με το αντικείμενο που σχεδιάζουμε είναι λίγο περίπλοκη, διότι τα αντικείμενά μας έχουν σημεία αναφοράς στη γλυπτική και στην τέχνη γενικότερα, πράγμα που πολλές φορές μειώνει την εμπλοκή του πελάτη στη διαδικασία του σχεδιασμού, ιδίως όταν ο πελάτης θέλει να εμπορευτεί το προϊόν και επιθυμεί κάτι σχεδιαστικά πιο εμπορικό. Σε αυτό το κομμάτι, δυστυχώς, δεν συμβιβαζόμαστε. Δεν θέλουμε τα αντικείμενά μας να χάσουν τον χαρακτήρα τους και από ιδιαίτερα να γίνουν εμπορικά.
Τι προοπτικές έχει ένας έλληνας βιομηχανικός σχεδιαστής στην Ελλάδα; Δυστυχώς, ελάχιστες. Ο έλληνας κατασκευαστής ή βιομήχανος σπάνια καταφεύγει σε κάποιον σχεδιαστή - προτιμάει την αντιγραφή. Χρειάζεται ομαδικότητα και πρωτοβουλίες, ώστε να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την υπάρχουσα κατάσταση, της μη παραγωγικής χώρας και της έλλειψης ελληνικού σχεδιασμού. Μια άλλη λύση είναι να κατασκευάζει ο ίδιος ο σχεδιαστής τα αντικείμενά του και να τα προωθεί στο εξωτερικό ή να σχεδιάζει για εταιρίες του εξωτερικού. Σινεμά, μόδα, αρχιτεκτονική, παρελθόν, μέλλον… Τι σας εμπνέει; Όλα μας εμπνέουν και μας δημιουργούν ανησυχίες και διάθεση για σχεδιασμό. Αυτό που μας τραβάει περισσότερο αυτό το διάστημα είναι ένα παιχνίδι ή ένα ταξίδι, αν θέλετε, στον χρόνο, σε ένα μέλλον φανταστικό, τεχνολογικά πιο αναπτυγμένο αλλά που σχεδιαστικά και αρχιτεκτονικά έχει αναφορές στο παρελθόν, καθώς η χρήση υλικών κατασκευής θυμίζει βικτοριανές ή art nouveau εποχές. makrisioannis.com Η έκθεση «RetroFuturism» των Makris Bro & Co φιλοξενείται στο Kalos & Klio showroom (Τσιμισκή 96, Τ: 2314 007 167) έως τις 15 Μαρτίου.
61
Κρυστάλλινος καταρράκτης και σκι στο Καϊμακτσαλάν. Λουτρά στο Πόζαρ και καρναβάλι στην πλατεία. Όμως μια εκδρομή στην πράσινη Έδεσσα μαρτυρά πως πολιτισμός εδώ δεν είναι μόνο το τοπίο και οι χάρες του αλλά και κάποια παιδιά που μένουν στην πόλη και της ανεβάζουν τις στροφές. Χαρήκαμε για τη γνωριμία. Κείμενο Στέφανος Τσιτσόπουλος Φωτογραφία Σπύρος Παλούκης
Έδεσσα 23810 people
Μαρία και Θανάσης Πρεβαρτιτσάνης: The art of living Εκείνη σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Κρήτη, εκείνος στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων. Από κοινού διευθύνουν το boutique hotel «Αιγαί», μια ανάσα από την πόλη. «Οι Αιγές ήταν η μυθική πρωτεύουσα της χώρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το ξενοδοχείο λειτούργησε για πρώτη φορά το 2004, όμως εμείς το αναλάβαμε από τον πατέρα μας το 2009. Εδώ διαλέγουν να μείνουν λογής λογής ταξιδιώτες που τους ενώνει η αγάπη για την οικοπεριήγηση, το χιόνι και τα θερμά λουτρά. Λίγα λεπτά δρόμος είναι ώς το Καϊμακτσαλάν, το Λουτράκι αλλά και τους αγρούς με τις κερασιές». Παραδίπλα είναι τα αρχαία της Βεργίνας και της Πέλλας, πόλος έλξης για αμερικανούς, ισραηλινούς αλλά και ψυλλιασμένους έλληνες τουρίστες, που χρησιμοποιώντας αυτό το ξενοδοχείο για ορμητήριο γράφουν τις καλύτερες των εντυπώσεων στο ταξιδιωτικό τους ημερολόγιο. «Δεν είναι μόνο οι πίνακες του εδεσσαίου ζωγράφου Αλκαίου, αλλά το σύνολο της κατασκευής, που ήταν οικογενειακή επιθυμία να δουλευτεί και να φιλοτεχνηθεί από ντόπιους μαστόρους». Πολύχρωμο, φιλόξενο και κομψό, αυτό το μεταμοντέρνο πανδοχείο έχει όνειρα, στόχους και εγγυάται, φυσικά, μια τέλεια διαμονή. Και οι δυο «ψυχές» του είναι δραστήριες, με έφεση στο κάλλος, την υψηλή αισθητική και την περιπέτεια. Το τριήμερο της αποκριάς, 15, 16 και 17 Μαρτίου, το πακέτο διαμονής, ειδικά για τους αναγνώστες του SOUL που θα διαλέξουν το ξενοδοχείο «Αιγαί», κοστίζει 200 ευρώ και περιλαμβάνει full δίκλινο bed and breakfast, με δωρεάν χρήση πισίνας και σάουνας. Enjoy και… κάντε κράτηση στο 23810 29888. 62 SOUL
Σωτήρης και Βαγγέλης Καρακίτσης: The kings of wine Σφυρίξτε στους σεφ Λαζάρου και Μαμαλάκη και στείλτε μέιλ στον Τζέιμι Όλιβερ πως στη Φλαμουριά, χωριό δίπλα στην Έδεσσα, υπάρχει εστιατόριο διαμάντι που εύκολα μπορεί μέχρι και Μισελέν αστέρι να σηκώσει. Οι αδελφοί Καρακίτση με αμπέλια στο Βέρμιο και τα κρασιά τους, Golden Lady και Silver Cats, να σηκώνουν απανωτά μετάλλια σε διαγωνισμούς, αποφάσισαν να σερβίρουν τις 10.000 εκλεκτές φιάλες που παράγουν τον χρόνο στο εστιατόριο «Πέτρινος». Περιβάλλον που περισσότερο σε μοναστηριακή Πράγα και Προβηγκία παραπέμπει, καθώς τζάκι, πανοπλίες και κελάρι φιλοτεχνούν μια ατμόσφαιρα μαγική. Γαλλικό κατσικίσιο τυρί με παντζάρι, μανιτάρια οσκαρικής προδιαγραφής, γνήσιο Café de Paris Γενεύης, φιλέτα όπου μιστεριόζας σάλτσες αναμειγνύονται με ντόπια τουρσιά, σερβίτσια εκλεκτού ντιζάιν. Και όλα αυτά με υπόκρουση Μπίλι Χολιντέι και bebop jazz, και μια Μερσεντές του ’65 στην πόρτα του να γνέφει πως έφτασες. Το να έρθεις στην Έδεσσα και να μη δειπνήσεις εδώ, είναι σαν να πήγες στο Παρίσι και να μη δοκίμασες την κουζίνα του «Hotel Costes». Πιο ξεκάθαρα δεν μπορούμε να το περιγράψουμε. Εστιατόριο «Πέτρινος», Φλαμουριά, Τ: 23810 99455 63
Γιάννης Γκουράνης: Avanti, maestro! Εδεσσαίος γέννημα θρέμμα και ψυχή του Δημοτικού Ωδείου, με σπουδές σύνθεσης στη Θεσσαλονίκη αλλά και ανώτερης κλίμακας στο Ντέπρετσεν της Ουγγαρίας, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ωδείου επιμελείται προσωπικά τις σπουδές 280 φοιτητών κάθε χρόνο, παρέχοντας πτυχίο ανώτερων θεωρητικών σπουδών. «Τα τελευταία 15 χρόνια το Εαρινό Φεστιβάλ Έδεσσας ήταν ένα πετυχημένο πείραμα, όπου η Καμεράτα μπλέχτηκε με την τζαζ και οι παραδοσιακοί ήχοι αντάμωσαν με το πολύπλοκο fusion των Mode Plagal. Λόγω κρίσης και λόγω περικοπών το φεστιβάλ φέτος θα κινηθεί με “εσωτερική σοδειά”. Η χορωδία του ωδείου θα κινηθεί, θα ελιχθεί σε ήχους που ξεκινάνε από τον 16ο αιώνα και θα τελειώσουν με τον “Bohemian Rhapsody” των Queen. Κι όταν λέμε χορωδία, δεν πρέπει να πηγαίνει ο νους σας στο ελληνικό μοντέλο - είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που, όταν ακούμε χορωδία, πάει ο νους μας σε συνταξιούχους που ψάλλουν. Εδώ μιλάμε για νέους ανθρώπους, μιας και αυτό για μένα ήταν το στοίχημα, όταν επέστρεψα στην πόλη μου. Να στήσω δηλαδή ένα ωδείο από το μηδέν στα πρότυπα του ευρωπαϊκού μοντέλου».
Πέτρος και Γιώργος Γιώσης: The Funky soul brothers!
Ούτε λαϊκοπόπ ούτε r’n’b! Ούτε φτήνια ούτε επαρχία με την έννοια που θέλει τα μπαρ να μην έχουν χαρακτήρα αλλά να αναπαράγουν στα ηχεία και την πόζα το στιλ των πρωινάδικων της τηλεόρασης. Γι’ αυτό στις εκδρομές μας στην Έδεσσα αγαπήσαμε το «Funky bar», γι’ αυτό και κάτι ΠΣΚ καήκαμε παρέα με εκλεκτικά grooves και γνήσιο κέφι. Ο Πέτρος, ο Γιώργος, οι Funky sisters Στέλλα, Σοφία, Χριστίνα και Ελένη, καθώς και ο Θάνος (πήρες απουσία από τη φωτογράφηση, αλλά όλο το σύμπαν πρέπει να μάθει πως υπάρχεις), είναι οι ψυχές αυτού του μαγαζιού που τα τελευταία πέντε χρόνια γκρουβάρει ασύστολα με Cayetano και Nasa Funk, Xaxakes και ΘάνοςΔιάφανα Κρίνα-Ανεστόπουλος, και όχι από τα ηχεία, αλλά ολοζώντανα στο καπάτσο live stage του. Απίστευτο φαν, βιομηχανικό design, τρελή σόουλ, δυνατά γκάζια όταν στα πικάπ παίζουν localια από ιντερνετικά ραδιόφωνα, αίσθηση οικογένειας και μια πραγματικότητα: όλο το crew διαθέτει από πτυχίο μέχρι μεταπτυχιακό. Δώσε βάση στον τοίχο όταν μπαίνεις, όπου υπό τον χάρτη του μετρό, αντί για στάσεις, μπορείς να μετρήσεις τους μουσικούς σταθμούς του. Έδεσσα, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Βερολίνο λέμε! Funky bar, Πλατεία Ελευθερίας, Τ: 23810 22711 64 SOUL
Αλκμήνη Τριγωνάκη: Colors Σπούδασε μόδα στη Θεσσαλονίκη, στη σχολή ΣΙΤΑΜ, και κατόπιν αναχώρησε για το Fashion and Textile Institute του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ. Επέστρεψε στην Έδεσσα από συνειδητή επιλογή, αφού, όπως λέει, «δουλεύοντας για λίγο καιρό στον κόσμο της ελληνικής μόδας, αποφάσισα πως δεν είχα στομάχι για τέτοιου είδους άγριο ανταγωνισμό». Και καλά έκανε! Στο ατελιέ της στην Έδεσσα, διαλέγοντας υφάσματα από όλη την Ελλάδα αλλά και από την πρεμιέρ βιζιόν του Παρισιού, η Αλκμήνη σχεδιάζει και ράβει για τα κορίτσια της πόλης της. Η παιδική κολεξιόν της αλλά και τα συνολάκια της για τις ενήλικες δίνουν κάθε λόγο σε όσες τα φορούν να περηφανεύονται για το ιδιαίτερο στιλ τους. «Λείπει ένα σινεμά, λείπει κι ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο από την πόλη, όμως δεν αλλάζω με τίποτα την ηρεμία και τη γαλήνη της ζωής εδώ. Τα ρούχα μου απευθύνονται σε καθημερινούς ανθρώπους, οπότε δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτησή σας περί του ποια μοντέλα θα ήθελα να τα δειγματίσει σε ένα catwalk με δημιουργίες μου. Μπορείτε όμως να γράψετε πως συμμετέχω συχνά σε επιδείξεις μόδας για φιλανθρωπικούς σκοπούς στη Θεσσαλονίκη και πως αυτό τον καιρό ετοιμάζω ένα τέτοιου είδους γκαλά που τα έσοδα θα προσφερθούν στο παιδιατρικό του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου». Εναλλακτικό, stylish, εδεσσαϊκό shopping; Γιατί όχι; Αν σε βγάλει ο δρόμος: Alkmini Atelier, Πλατεία Τημενιδών 1, Τ: 23810 23397.
65
Frontex, Έβρος
Το τείχος είχε τις δικές του ιστορίες
Ο δημοσιογράφος Κώστας Κουκουμάκας φωτογραφίζει τον φράχτη και αφουγκράζεται τις ιστορίες του.
Το καλύτερο σου το άφησα για το τέλος. Φράχτης, λοιπόν. Στον Έβρο, στο μοναδικό σημείο των ελληνοτουρκικών συνόρων που δεν ορίζεται από το ποτάμι, εκεί που το νερό μπαίνει γα λίγα χιλιόμετρα στο τουρκικό έδαφος και η συνοριογραμμή είναι έδαφος, χωμάτινο. Εδώ πάνω στήθηκε ο φράχτης, για να ανακοπεί το κύμα των λαθρομεταναστών. Ένα συρμάτινο τείχος από τις Καστανιές μέχρι τη Νέα Βύσσα. Στο όριο. 10,3 χιλιόμετρα διπλό σύρμα, στέρεες βάσεις, 3 μέτρα ύψος, κάμερες, της Παναγιάς τα μάτια, που στοίχισαν 3,2 εκατομμύρια ευρώ. Πάτησα ακριβώς πάνω στην οριογραμμή, στα τσιμεντένια θεμέλια του φράχτη. Αισθάνθηκα ανόητος όταν συναντήσαμε τα ξημερώματα λαθρομετανάστες, παιδιά με βρεγμένα ρούχα, που έτρεμαν σαν τα φύλλα κι άρχισαν να κλαίνε, όταν τους δώσαμε λίγα χρήματα. Που φορούσαν τα ίδια ζευγάρια μποτάκια, το τελευταίο πράγμα που πλήρωσαν απέναντι στην Αδριανούπολη, προτού επιχειρήσουν το πιο κρίσιμο ρεσάλτο για το ταξίδι στην Ευρώπη. Εκείνοι δεν είχαν ακούσει τίποτα για τον φράχτη. Καστανιές - Νέα Βύσσα, ακολουθώντας τα σύνορα. Όπως λέμε, Σαν Ντιέγκο - Τέξας, τα δύο άκρα του φράχτη που στήθηκε για χωρίσει το Μεξικό από τον Ομπάμα. Έβρος, μωρό μου, όπως Μεξικό, Παλαιστίνη, Μπέλφαστ, Ερυθραία - Αιθιοπία, Βερολίνο. 66 SOUL
Το ’χω άχτι να περάσω τον συρμάτινο φράχτη. Όμως, το καλύτερο σου το άφησα για το τέλος. Είναι η ιστορία του εργολάβου που κατασκεύασε τον φράχτη στο ποτάμι, όπως μου τη διηγήθηκε ο ίδιος, πατώντας με τα δύο πόδια στην κόψη του ξυραφιού, επάνω στο χαντάκι που κάποιοι, το 1923, είπαν ότι θα χωρίζει στο εξής τους θεούς από τους δαίμονες. Δεν είναι από τον Έβρο, είναι από το Ναύπλιο. Το ’75 ήταν στρατιώτης στην Κομοτηνή και, τη βραδιά που έφευγε, κέρασε μπίρες τα τσακάλια. Έγινε χοντρό γλέντι ώς το πρωί. Και δεν είχε να πληρώσει τον λογαριασμό. Συμφώνησε με τον εστιάτορα να κάνει λίγα μεροκάματα τις επόμενες μέρες, για να ξεχρεώσει, και ζήτησε δουλειά σε ένα τοπικό συνεργείο, που έχτιζε εκείνη την εποχή φυλάκια και σκοπιές στον Έβρο. Τότε πήγε για πρώτη φορά στο όριο, για έξι μήνες στην αρχή, όμως χωρίς να το πάρει είδηση έμεινε για πάντα στο ποτάμι. Πίσω στο θέμα μας. Τον φράχτη στον Έβρο δεν τον έχτισε κάποια φιρμάτη κατασκευαστική εταιρεία. Τον έστησε ένας άνθρωπος, που βρέθηκε στο ποτάμι, για ένα φανταρίστικο χρέος, σε μια ταβέρνα, ένα ξημέρωμα του ’75. Ιστορία αλλόκοτη, παράξενη σαν πουλί εξωτικό στον Αμαζόνιο, πάνω στην οποία θα σταματήσουν χιλιάδες ιστορίες, ακόμη περισσότερο αλλόκοτες, από το Αφγανιστάν, τη Συρία, τη Σομαλία.
67
68 SOUL
Εκθέσεις στην Αμβέρσα, το Παρίσι και στη Γερμανία. Η καλλιτεχνική εταιρεία ATOPOS διαθέτει ελληνική ψυχή και ευρωπαϊκό in between σε ό,τι θεωρείται τέχνη. Ποιοι είναι; Συνέντευξη Άννα Παπαρίζου
ATOPOS EURRRIPP is their PLARRRGHOUND!
Έκθεση «Peepe», Λάκης και Άρης Ιωνάς/The Callas, «Dance To The End», 2011, Κέντημα, εγκατάσταση, περφόρμανς © Φωτογραφία: Λάκης και Άρης Ιωνάς/The Callas. 69
SHOBOSHOBO+ATOPOS CVC, «ZZZzzzzZZZ Giants», 2010, Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς, Courtesy of ATOPOS CVC.
Η ATOPOS είναι μια καλλιτεχνική εταιρεία. Ασυνήθιστο, θα μου πεις. Πού να διαβάσεις και τη συνέχεια! Η ATOPOS, για να τα πούμε με λίγα λόγια, ασχολείται με την περιοχή εκείνη ανάμεσα σε ό,τι θεωρείται και ό,τι δεν θεωρείται τέχνη. Με ό,τι βρίσκεται εκεί, in between. Η ονομασία της άλλωστε, ATOPOS, δηλώνει το ανοίκειο και αταξινόμητο. Πιο συγκεκριμένα; Η ATOPOS συνεργάζεται με νέα ταλέντα, καλλιτέχνες και επιστήμονες για τη δημιουργία πρωτότυπων έργων, τα οποία παρουσιάζονται σε εκθέσεις, εκδόσεις και παραστάσεις, που είναι και οι ίδιες έργα τέχνης με τον τρόπο τους. Οι δουλειές της παρουσιάζονται πρώτα στην Ελλάδα και έπειτα περιοδεύουν στο εξωτερικό. Κάπως έτσι, η ATOPOS, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων της, έχει καταρτίσει μια συλλογή από σπάνιες και πρωτότυπες δημιουργίες σύγχρονων σχεδιαστών και καλλιτεχνών, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται και συνεχώς ταξιδεύει. Μιλήσαμε με τον Βασίλη, που μαζί με τον Στάμο, ξεκίνησε αυτή την πρωτότυπη εταιρεία πριν από δέκα χρόνια, για να μας μιλήσει για τα καλλιτεχνικά διλήμματα της ATOPOS αλλά και για τα ταξίδια της. Ποια ήταν η πρώτη σας δουλειά και τι ανταπόκριση είχε; H πρώτη δουλειά της ATOPOS παρουσιάστηκε το 2007 στο Μουσείο Μπενάκη και είχε τίτλο «ΧΡΑΑΑΤΣ!!! Μόδα από Χαρτί». Περιεχόμενό της ήταν μια συλλογή από μοναδικά χάρτινα φορέματα της δεκαετίας του ’60, κομμάτια που συνέλεξε η ίδια η ΑΤΟPOS, καθώς και χάρτινα ενδύματα από 70 SOUL
διαφορετικούς πολιτισμούς και εποχές, και βεβαίως κομμάτια από σύγχρονους αβαν-γκάρντ σχεδιαστές. Με τον τίτλο «RRRIPP!! Paper Fashion», η έκθεση αυτή ταξίδεψε στο Λουξεμβούργο, στην Αμβέρσα και στη Ζυρίχη, ενώ πρόσφατα ο οργανισμός Barbican International Enterprises του Λονδίνου ανέλαβε την προώθηση και τη διεθνή περιοδεία της έκθεσης. Ποιο είναι το καλλιτεχνικό σας όραμα; Μας αρέσουν οι περιοδεύουσες εκθέσεις. Θέλουμε να είμαστε ανοιχτοί, σύγχρονοι. Μας ενδιαφέρει το παρόν και πώς αυτό μπορεί να κάνει διάλογο με το παρελθόν και το μέλλον. Κάθε έκθεση που κάνουμε είναι, για εμάς, ένα έργο τέχνης. Βασικός παράγοντας γι’ αυτό είναι η σχέση των καλλιτεχνών μεταξύ τους αλλά και μαζί μας. Ακολουθούμε διαφορετικές οπτικές της τέχνης και κάνουμε πρωτότυπους συνδυασμούς καλλιτεχνών, πάντα σε ασυνήθιστα και εντελώς πρωτότυπα θέματα, που απαιτούν πολύχρονη έρευνα και προετοιμασία. Κάθε καλλιτέχνης είναι ανεξάρτητος σε αυτή τη διαδικασία, αλλά, σε συνδυασμό με όλους τους άλλους, όλοι μαζί δημιουργούμε ένα έργο τέχνης. Το στιλ σας θεωρείται αρκετά προκλητικό. Εσείς πώς θα το χαρακτηρίζατε; Αναφέρεσαι προφανώς στην τελευταία μας θεματική, που αφορά τις ερωτικές πρακτικές στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή και την επιρροή του διαδικτύου στην ερωτική μας ζωή σήμερα. Το πορνό είναι πια ευρέως διαδεδο-
μένο από τα διάφορα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, από το κινητό μας τηλέφωνο, και παράλληλα υπάρχει, θεωρώ, μια μεγαλύτερη ανεκτικότητα και ελευθερία στην έκφραση της σεξουαλικότητας του κάθε ατόμου, της κάθε «περσόνας», είτε αληθινής είτε ψηφιακής. Θέλουμε να δείξουμε αυτήν την τάση, φυσικά με τον δικό μας πρωτότυπο και «ατοπικό» τρόπο. Η τελευταία, εξάλλου, δουλειά της ATOPOS, που δείξαμε τον περασμένο Μάιο στην Αθήνα και θεωρήθηκε από κάποιους προκλητική, είχε τον τίτλο «Full of Love» και έγινε σε συνεργασία με τον γερμανό καλλιτέχνη Boris Hoppek. Με τι ασχολείστε αυτό το διάστημα; Πού περιοδεύουν οι εκθέσεις σας αυτό τον καιρό; Από τον Οκτώβριο του 2012, παρουσιάζουμε στο Μουσείο MAS της Αμβέρσας μία εγκατάσταση σε συνεργασία με τον γάλλο καλλιτέχνη SHOBOSHOBO. Πρόκειται για τρία γλυπτά, τρεις Γίγαντες, που πρωτοπαρουσιάστηκαν στα εγκαίνια του νέου μας χώρου, στην οδό Σαλαμίνος 72, στο Μεταξουργείο, τον Νοέμβριο του 2010. Τον Ιανουάριο του 2013 η έκθεσή μας «RRRIPP!! Paper fashion» μεταφέρθηκε στο Βάιμπλινγκεν της Γερμανίας, ενώ τον Φεβρουάριο του 2013 η έκθεση «ARRRGH! Monstres de Mode» θα βρεθεί για τέσσερις μήνες στο Παρίσι, στον υπέροχο χώρο της La Gaîté Lyrique. Πρόκειται για μία συμπαραγωγή με την Gaîté, με τη συμμετοχή 58 σχεδιαστών και καλλιτεχνών, και η οποία βασίζεται στην τελευταία διεθνή έκδοση της ATOPOS με τίτλο «NOT A TOY».
Boris Hoppek +ATOPOS CVC, «Full of Love», 2012, © Φωτογραφία: Boris Hoppek. «RRRIPP!! Paper Fashion», έκθεση στο ModeMuseum (MoMu), Αμβέρσα, 2009, Φωτογραφία: Boy Kortekaas, © ATOPOS Collection.
71
Scarlettit bleed! Χάνεσαι στη μετάφραση; Δεν χρειάζεται. Με 34 τίτλους στη φιλμογραφία της, η 28χρονη Σκάρλετ Γιόχανσον είναι ένα από τα παιδιά-θαύματα των 90s που δεν κατέληξαν να βλέπουν σε επανάληψη τα διαφημιστικά που γύρισαν νινιά, αλλά για την ώρα αντέχουν ακόμα. Κείμενο Δημήτρης Αθανασιάδης
Θνητή πλήρους ωραρίου, θεά μερικής απασχόλησης. «Οι ξανθιές κάνουν τα καλύτερα θύματα», είχε δηλώσει ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Όταν ανακοινώθηκαν τα γυρίσματα του ομώνυμου φιλμ, το οποίο επικεντρώνεται στην περίοδο γυρισμάτων του «Ψυχώ», η Σκάρλετ Γιόχανσον κέρδισε την ευκαιρία να υποδυθεί την ηθοποιό Τζάνετ Λι και να στοιχειώσει τις αίθουσες. Με μια από τις πιο χαρακτηριστικές κραυγές που αντήχησαν ποτέ στους κινηματογράφους. «Λυσσασμένη γάτα» του Τένεσι Ουίλιαμς αυτή την περίοδο στη θεατρική σκηνή του Μπρόντγουεϊ, κουνάει την ουρά της πάντα σε κάποιο δημοσίευμα του Τύπου. Μοναχικό αρρωστάκι του ίντερνετ έφαγε φυλάκα δέκα χρόνια και πρόστιμο 66 χιλιάδων δολαρίων, γιατί πόσταρε γυμνές της φωτογραφίες. Σωματοφύλακας τής κρατάει σε περιπτύξεις γιοτ ντουζιέρας το σαπούνι. Αδερφός 72 SOUL
του Μακάλεϊ Κάλκιν, Κίραν, την κερνάει ρομαντικά πίτσα στα Ηλύσια Πεδία και μετά καταλήγουν στις κωλόμπαρες του ιστορικού στριπτιζάδικου «Crazy Horse». Δημοσιογράφοι τρώνε σούτι σε πάρτι του Κάλβιν Κλάιν, γιατί ήθελε την ησυχία της. Τούρλα τα ζουμερά της κάλλη σε παραλίες της Χαβάης και η αποκάλυψη πως έχει ποπό φλούδα πορτοκάλι. Μετάφραση, κυτταρίτιδα. Τι ρόλο βαράει στα αλήθεια η πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιός του πλανήτη σύμφωνα με τις «Forbes» λίστες; Την ίδια στιγμή που κάνει νιάου-νιάου στα ταμπλόιντ, δείχνει τα «νύχια» χωρίς να φοβάται αν οι κριτικοί θα ανέβουν στα κεραμίδια. Εκφέρει πολιτι-
κή γνώμη το 2004 υπέρ των Δημοκρατικών και του τότε υποψηφίου προέδρου Τζον Κέρι δηλώνοντας τη θλίψη της για την παρουσία του Τζορτζ Μπους στον Λευκό Οίκο. Αργότερα εμφανίζεται στο υποστηρικτικό βίντεο για τον Ομπάμα «Yes We Can» των Black Eyed Peas. Διασκευάζει Τομ Γουέιτς και Τζεφ Μπάκλεϊ με την πηγαία βραχνάδα της παρέα με Ντέιβιντ Μπόουϊ και μέλη των Yeah Yeah Yeahs, ηχογραφεί μαζί με τον Πιτ Γιορν παραπέμποντας στο ντουέτο Γκενσμπούργκ-Μπαρντό των 60s, επιλέγεται από σκηνοθέτες όπως ο Γούντι Άλεν, η Σοφία Κόπολα και ο Μπράιαν Ντε Πάλμα. Όσο της πήγε το βέλο στη «Μαύρη Ντάλια» άλλο
τόσο την κολάκεψε το εφαρμοστό μπορντό λάτεξ της στολής της στους «Εκδικητές». Το συμπαθητικό κοριτσάκι του «Γητευτή των Αλόγων» εξελίχθηκε σε θανατερό θηλυκό στο «Match Point». Έδωσε τη φωνή της στον καρτούν «Μπομπ τον Σφουγγαράκη» και πήρε τα λεσβιακά φιλιά της από την Πενέλοπε Κρουθ στο «Vicky Christina Barcelona» του Γούντι. Αφοσιωμένο ταίρι του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ στο «Island», ανακατωσούρα και μήλο της έριδος για τους Κρίστιαν Μπέιλ και Χιου Τζάκμαν στο «Prestige». Κι αν σε πιάνει ζήλια με τέτοιες ιστορίες, τα είχε φτιαγμένα και με τον Τζάρετ Λέτο. Καλοντυμένη την ανεβάζουν και την κατεβάζουν τα fashion
έντυπα, σωστό χυμαδιό βγαίνει για πικνίκ στα παρισινά πάρκα και μετά διοργανώνει prêt-a-porter βραδιές μαζί με την Αν Γουίντουρ. Παντρεύτηκε στα 25 της τον Ράιαν Ρέινολντς, για να δηλώσει στα 28 της πως δεν θέλει να γίνει μάνα. Τα χάλασε με τον εκατομμυριούχο διαφημιστή Ράιαν Νέιτς, για να τα βρει με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού τέχνης «Clark», Ρομέν Ντουριάκ. Στάζει μέλι για τον Bono των U2, όταν όλοι ρίχνουν χολή. Αποχωρίστηκε το πυρόξανθο μαλλί της για να γίνει γκόθικ φρίκουλο στον φακό του Στίβεν Κλάιν και τις μεταμορφώσεις που επιμελήθηκε για το περιοδικό «W». Τα έψαλλε στον Τομ Κρουζ, όταν πήγε να την προσηλυτίσει
στη Σαϊεντολογία, αλλά έφαγε άκυρο από τον Σον Πεν με τον οποίον ζευγαρόδερναν για μερικές εβδομάδες. Έχει το σώμα που βλέπετε και αδυναμία της είναι τα καλοψημένα χάμπουργκερ. Φέτος θα τη δούμε στο «Don Jon’ Addiction», που έγραψε και σκηνοθετεί ο Τζόσεφ Γκόρντον-Λέβιτ, ενώ εκμυστηρεύτηκε πως σκέφτεται σύντομα να περάσει πίσω από τις κάμερες για να σκηνοθετήσει την πρώτη -χαμένη μέχρι το 2005- νουβέλα του Τρούμαν Καπότε, «Summer Crossing». Αν σκέφτεστε με τι ακόμα μπορεί να μας εκπλήξει, θυμηθείτε τι δήλωσε όταν τη ρώτησαν ποια θα ήθελε να είναι για μία μέρα: «ο Πρόεδρος των ΗΠΑ». Την ψηφίζουμε! 73
Nicolas Karakatsanis Adjusting Infinity Γεννήθηκε στην Αμβέρσα, συνεργάστηκε με τον Ρομέν Γαβρά ως διευθυντής φωτογραφίας στα βιντεοκλίπ της M.I.A. και των Justice, διδάσκει στο πανεπιστήμιο Johns Hopkins στη Βαλτιμόρη και πρόσφατα στις Βρυξέλλες εξέθεσε τις σκοτεινές και ατμοσφαιρικές του εικόνες. Ποιος είναι αυτός ο Έλληνας που προσπαθεί να ταξινομήσει το άπειρο; Συνέντευξη Κωνσταντίνος Πλακώνας 74 SOUL
Η δεύτερη προσωπική σου έκθεση με τίτλο «Adjusting Infinity» παρουσιάστηκε στις Βρυξέλλες. Τι πραγματεύεται και πώς μπορεί κάποιος να «ορίσει το άπειρο»; Δεν νομίζω πως πραγματεύεται κάτι το συγκεκριμένο. Πάντα δυσκολεύομαι όταν πρέπει να συγκεντρώσω κομμάτια της δουλειάς μου. Κάτι όμως πολύ σημαντικό για μένα είναι να κρατήσω τις φωτογραφίες όσο πιο προσωπικές γίνεται. Δε με ενδιαφέρει να διηγηθώ μια ιστορία. Ως κινηματογραφιστής συνηθίζω να λέω μια ιστορία μέσω των εικόνων μου, αλλά είμαι αποφασισμένος να μην το κάνω αυτό και με τη φωτογραφική μου δουλειά. Όλες οι φωτογραφίες πρέπει να είναι ξεχωριστές και να βγάζουν το δικό τους συναίσθημα, τη δική τους διάθεση. Το «Adjusting Infinity», λοιπόν, έγκειται στο να βρω τις σωστές εικόνες για να εκφράσω κάτι μοναδικό σε κάθε φωτογραφία. Μπορεί να είναι μια μικρή λεπτομέρεια, ένα παιχνίδι του φωτός, μια υφή, μια αρχιτεκτονική σύμπτωση, μια αθέλητη, τυχαία έκφραση... Πρέπει απλώς να επικοινωνήσω με ένα συναίσθημα. Υποθέτω πως η μοναξιά είναι μεγάλος παράγοντας για αυτά που ψάχνω. Αλλά και το παράλογο χιούμορ είναι επίσης κάπου εκεί. Το «Adjusting Infinity» («ορίζοντας το άπειρο») ήταν ένας εύηχος τίτλος με μια κάποια σοβαρότητα που στην πραγματικότητα δεν σημαίνει τίποτα. Ακούγεται ιντελεκτσουάλ, αλλά, αν το καλοσκεφτείς, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως και έχω την εντύπωση πως αυτό αντικατοπτρίζεται και στις φωτογραφίες. Πρέπει να δεθείς μαζί τους με έναν καθαρά προσωπικό σου τρόπο. Το κλειδί για να σου αρέσει μια φωτογραφία είναι ο ίδιος σου ο εαυτός και οτιδήποτε ψάχνεις εσύ. Θέλω πολύ να κρατώ «ανοιχτό» το feeling, δεν με ενδιαφέρει να πω ένα αστείο, ούτε ένα πολιτικό σχόλιο. Πρόσφατα, είχα έναν όμορφο διάλογο με τον διεθνή φωτογράφο Wing Shya. Μου έλεγε, λοιπόν, πως μισούσε τη φωτογραφία που ασχολείται με κάτι συγκεκριμένο. Συμφωνώ απολύτως με αυτή του τη στάση, είμαι ένας φωτογράφος που «δεν με νοιάζει», εννοώντας πως προσπαθώ να δουλεύω χωρίς φόβο. Εσείς νοιάζεστε...
Εκτός από τη φωτογραφία, κάνεις μουσική και σκηνοθετείς. Τι είναι πιο λυτρωτικό; Η μουσική και η σκηνοθεσία είναι μικρά κομμάτια μoυ που απλώς με βοηθούν να ορίσω τον κόσμο, ποτέ δεν θα είναι κάτι το «μεγάλο» για μένα. Η δισκογραφική μου εταιρία, Skeleton Ears, είναι ένα παράλληλο πρότζεκτ που προέκυψε καθώς βοηθούσα κάτι φίλους μου που δεν τους δόθηκε η δέουσα προσοχή. Αποφάσισα να τους ενισχύσω με την κυκλοφορία των άλμπουμ τους, «The Hickey Underworld», «Drums Are For Parades» και «Mean». Άρχισα να σκηνοθετώ πριν από περίπου δύο χρόνια και πιστεύω πως δεν θα απασχολήσω τον εαυτό μου, ούτε τον κόσμο, παραπάνω με αυτό. Είμαι κινηματογραφιστής και φωτογράφος, ένα «πρεζάκι» της εικόνας, κι αυτό είναι που με συναρπάζει. Ψάχνω συνεχώς τρόπους για να αποκαλύψω κάτι το καινούριο. Η ελευθερία βρίσκει τον δρόμο της μέσα από τη φωτογραφία. Δεν έχω κανένα απολύτως όριο, είναι ένα εκπληκτικό συναίσθημα το οποίο θέλω να συνεχίσω να εξερευνώ για όσο περισσότερο γίνεται. Πότε συνειδητοποιεί κάποιος πως είναι καλλιτέχνης; Εσύ θεωρείς τον εαυτό σου καλλιτέχνη; Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Ως κινηματογραφιστής πάντα ένιωθα ως βοηθητικό προσωπικό. Είμαι απλώς ένας τεχνικός που προσπαθεί να βρει τον σωστό τρόπο, τα σωστά στοιχεία, τις κατάλληλες τεχνικές για να πει την ιστορία σε μια ταινία, σε ένα κλιπ, σε ένα διαφημιστικό. Κάνοντας αυτό, ανακάλυψα φωτογραφικές τεχνικές που με ενδιέφεραν. Τώρα, παραθέτω την προσωπική μου δουλειά, οπότε υποθέτω πως είναι αρκετά σημαντικό να φτάσει στο κοινό. Δεν γνωρίζω αν αυτό με κάνει καλλιτέχνη, θα μπορούσαμε να το ξανασυζητήσουμε σε μερικά χρόνια, αν είμαι ακόμα κάπου τριγύρω...
Ποια είναι η πρώτη σου σκέψη όταν αρχίζεις να δουλεύεις μια σκηνή; Τα πάντα ορίζονται από το σενάριο! Αν είμαι τυχερός, ο σκηνοθέτης έχει μια ξεκάθαρη άποψη και η σκηνή ρολάρει από μόνη της. Μου αρέσει να παρακολουθώ τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς να φτιάχνουν μαζί μια σκηνή κι ύστερα να αποφασίζουν τι θα «κόψουν» ή τι θα αφήσουν. Δεν πιστεύω σε πολυπλοκότητες, οι ηθοποιοί με τους σκηνοθέτες πρέπει να πουν μαζί την ιστορία. Εγώ απλώς βοηθώ να «αιχμαλωτιστεί» το συναίσθημα με τον καλύτερο, εφικτό τρόπο. Ποιο είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχεις «αιχμαλωτίσει» με τη μηχανή σου; Για την ακρίβεια, το «αιχμαλωτίζω» κάθε μέρα. Κι αυτό είναι το φως. Ωραίο ε; Για ποια πράγματα είσαι υπερήφανος; Νομίζω για το ότι βοηθώ τους ανθρώπους να πουν τις ιστορίες τους, να εκφράσουν τις ιδέες τους, τις μουσικές τους... Είμαι μεγάλος οπαδός του «δούναι και λαβείν». Όσο περισσότερο επενδύεις στους ανθρώπους τόσο περισσότερο θα επενδύσουν κι αυτοί σε εσένα. Είναι μια ωραία λογική που δουλεύει ρολόι στη ζωή μου. Μισώ να προστατεύω και να μη μοιράζομαι οτιδήποτε κάνω. Να είστε ανοιχτοί στον κόσμο κι ο κόσμος θα είναι ανοιχτός μαζί σας. Έχεις ιδέες σε κάποιο ντουλάπι ή στο μυαλό σου που δεν τις έχεις κάνει ακόμα πραγματικότητα; Βέβαια έχω, και μάλιστα πάρα πολλές! Είναι ένα πολύ ωραίο συναίσθημα, γιατί μεταφράζεται ως «έχουν ακόμα πολλά να γίνουν». Το μέλλον με εξιτάρει κι ανυπομονώ γι’ αυτό. Ελπίζω να συνεχίζω να μπορώ να συναρπάζω τον εαυτό μου και να βοηθώ τους άλλους.
«Skylark»
«White Truck»
“
Tο «Adjusting Infinity» ήταν ένας εύηχος τίτλος με μια κάποια σοβαρότητα που στην πραγματικότητα δεν σημαίνει τίποτα. Ακούγεται ιντελεκτσουάλ, αλλά, αν το καλοσκεφτείς, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως
„
Άτιτλο 75
Το Κεραμικό Σπίτι (2003-2006), ένα μικρό καφέ στην πόλη Τζίνχουα, επενδύεται με χρωματιστά πορσελάνινα κεραμικά πλακίδια του Zhou Wu © Amateur Architecture Studio / Lv Hengzhong
76 SOUL
Wang Shu Amateur
Architecture Studio
Είμαστε από εκείνους που δεν περίμεναν το βραβείο Πρίτσκερ 2012 για να προσκυνήσουν την αρχιτεκτονική του. Ο τρόπος, η σκέψη και οι εφαρμογές του Γουάνγκ Σου μας έχουν κάνει φαν του εδώ και χρόνια. Κείμενο Τζίνα Σωτηροπούλου
«Η Αποσύνθεση του Θόλου» τιμήθηκε με ειδική μνεία στη 12η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας το 2010 © Amateur Architecture Studio / Lu Wenyu
77
Ο 50χρονος Κινέζος Γουάνγκ Σου εκπροσωπεί μια αφηγηματική αρχιτεκτονική που έρχεται να συγκεράσει τις μνήμες του παρελθόντος με τα πολύβουα μηνύματα του παρόντος. Γητευτής των ξεχασμένων υλικών, λάτρης της παράδοσης, πολυμήχανος τεχνίτης και εφευρέτης συναισθημάτων, αφουγκράζεται πάνω από όλα την κοινωνία και τον άνθρωπο μεταμορφώνοντας την ογκοπλαστική δεινότητα των κτηρίων του σε αληθινή εμπειρία. Παράγει μια δυναμική συμβολική αρχιτεκτονική σχεδιάζοντας ποικιλόμορφους τόπους και μοναδικά μονοπάτια που συνδέονται με τη μητέρα φύση. Ο Γουάνγκ Σου έρχεται να μας δείξει πώς μπορεί μια αρχιτεκτονική, που στηρίζεται στη δεξιοτεχνία ενός τεχνίτη, στο προσωπικό ύφος και στις διαχρονικές οικοδομικές τεχνικές, να επιβιώσει στον σημερινό υπερσύγχρονο κόσμο. Το μαγικό βουνό «Η αρχιτεκτονική είναι αυθόρμητη, μιας και η αρχιτεκτονική είναι η καθημερινότητά μας. Πάντα λέω ότι χτίζω ένα σπίτι και όχι ένα κτήριο, γιατί το σπίτι είναι πιο κοντά στη ζωντάνια της καθημερινότητας». Ένα από τα εντυπωσιακότερά του έργα είναι το Μουσείο Ιστορίας του Νίνγκμπο, στην Ανατολική Ακτή της Κίνας, αφιερωμένο στην Ιστορία των Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών που ολοκληρώθηκε το 2008. «Όταν το σχεδίασα, σκεφτόμουν τα βουνά. Δεν θα μπορούσα να σχεδιάσω κάτι για την πόλη, γιατί δεν υπήρχε πόλη ακόμα εδώ, και έτσι ήθελα να κάνω κάτι που να εμπεριέχει ζωή. Τελικά αποφάσισα να σχεδιάσω ένα βουνό. Είναι μέρος της κινέζικης παράδοσης». Η μνημειακή στιβαρότητα αυτού του ανεστραμμένου πελώριου βουνού, σχεδόν αποκλειστικά κατασκευασμένου από θραύσματα 20 διαφορετικών τύπων κεραμιδιών και τούβλων που βρέθηκαν σε κατεστραμμένα παρακείμενα χωριά, παιχνιδίζει με την ανάλαφρη τυχαιότητα των ασύμμετρων ορθογώνιων ανοιγμάτων και την περίτεχνη διάτρηση του οπλισμένου σκυροδέματος σε ξυλότυπο καλαμιών μπαμπού. Πρόκειται για ένα έργο τέχνης από μόνο του που προσεγγίζει με μια μεταμοντέρνα διάθεση την αρχετυπική εικόνα ενός μεσαιωνικού κάστρου. Ένα αυθαίρετα πτυχωμένο, σκληρό, περίκλειστο κουτί 30.000 τ.μ. και συνάμα ένα μοναδικό σκηνικό με ψηλά μνημειακά «πέτρινα» περάσματα. Ένας χειροποίητος πολυχρωματικός καμβάς με μεγάλες σκάλες και στενές αυλές, με γκρι τούβλα 400 χρόνων από τη δυναστεία των Μινγκ και άλλα 1500 χρόνων από
τη δυναστεία των Τανγκ, συναρμολογημένα από τους αγρότες της περιοχής με τη μέθοδο wa pan: τον παλιό παραδοσιακό τρόπο επανάχρησης υλικών που καταστράφηκαν από ισχυρούς τυφώνες. Ο καλός άνθρωπος του Τσετσιάνγκ Ο Γουάνγκ Σου γεννήθηκε το 1963 στο Ουρούμκι, που στη μογγολική διάλεκτο των Zunghar σημαίνει «όμορφα λιβάδια», την πρωτεύουσα του Σινκιάνγκ Ουιγκούρ, μια από τις πέντε αυτόνομες περιφέρειες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Από τα βορειοδυτικά, κατευθύνθηκε νοτιοανατολικά, στην επαρχία Τσιανγκσού, όπου σπούδασε αρχιτεκτονική στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Ναντζίνγκ. Το 1997 ίδρυσε μαζί με τη γυναίκα του, Λου Βενιού, το Amateur Architecture Studio ή, αλλιώς, Στούντιο Ερασιτεχνικής Αρχιτεκτονικής, στην πόλη Χανγκτσόου, σχετικά «κοντά» στη Σαγκάη, μια πόλη με πλούσια φυσική τοπιογραφία, στην ανατολική παραθαλάσσια επαρχία της Τσετσιάνγκ. Κοσμήτορας πλέον της γνωστής Αρχιτεκτονικής Σχολής της Ακαδημίας Τέχνης της Κίνας στο Χανγκτσόου, από το 2011 είναι ο πρώτος κινέζος επισκέπτης καθηγητής του τμήματος Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Εκείνη μάλιστα τη χρονιά κερδίζει το Χρυσό Μετάλλιο Αρχιτεκτονικής από τη Γαλλική Ακαδημία Αρχιτεκτονικής. Η απόλυτη διάκριση όμως έρχεται με το Πρίτσκερ 2012. Η βράβευση του Γουάνγκ Σου, του πρώτου Κινέζου με την ανώτατη αρχιτεκτονική διάκριση, ενός μάλλον μοναχικού και «ερασιτέχνη» αρχιτέκτονα, όπως ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται, στρέφει το ενδιαφέρον του δυτικού πολιτισμού στην παγκόσμια κινέζικη υπερδύναμη. Και όχι μόνο. Στρέφει το βλέμμα ακόμη και των ίδιων των Κινέζων στην εγχώρια αρχιτεκτονική παραγωγή. Τα τελευταία 20 χρόνια, η ανοδική οικονομική ανάπτυξη της Κίνας έδωσε ώθηση και στην αρχιτεκτονική. Η Κίνα μετατράπηκε σε ένα πελώριο αρχιτεκτονικό εργαστήριο, σε μια τεράστια ανταγωνιστική αγορά που συνδέεται άμεσα με την επαγγελματική αξιοπιστία μεγάλων αρχιτεκτονικών γραφείων. Για να είσαι μέσα στα πράγματα πρέπει να έχεις δουλειές στην Κίνα. Μετά το Σινικό Τείχος και την «Απαγορευμένη Πόλη», τα τέσσερα πλέον αναγνωρίσιμα «κινέζικα» κτήρια είναι η «Φωλιά του Πουλιού», δηλαδή το Εθνικό Στάδιο του Πεκίνου, των Ελβετών Χέρτζογκ & ντε Μερόν σε συνεργασία με τον κινέζο καλλιτέχνη Άι Γουέι Γουέι, το κτήριο της κινεζικής τηλεόρασης CCTV του Ολλανδού Ρεμ
Το Μουσείο Ιστορίας του Νίνγκμπο (2003-2008) μοιάζει με ένα ανεστραμμένο πελώριο βουνό, σχεδόν αποκλειστικά κατασκευασμένο από θραύσματα 20 διαφορετικών τύπων κεραμιδιών και τούβλων © Amateur Architecture Studio / Lv Hengzhong
78 SOUL
Κούλχαας, έργα που «έλαμψαν» στους Ολυμπιακούς του 2008, το Τέρμιναλ 3, το υπερσύγχρονο αεροδρόμιο του Πεκίνου, του Άγγλου Σερ Νόρμαν Φόστερ και o Πύργος της Τράπεζας της Κίνας, ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους ουρανοξύστες του Χονγκ Κονγκ, του πολιτογραφημένου Αμερικανού με κινέζικη καταγωγή Ι. Μ. Πέι. Επιστροφή στην Τσάιναταουν Είναι φανερό πως η «σύγχρονη κινέζικη αρχιτεκτονική» ακολουθεί τα πρότυπα της μεγα-θηριακής αρχιτεκτονικής, επιβάλλει τους γνωστούς σταραρχιτέκτονες και έχει ως στόχο να γεμίσει με ατσάλι και γυαλί τα 9.596.961 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας προβάλλοντας το μέγεθος της οικονομικής ευμάρειας και του κυβερνητικού γοήτρου ανά την υφήλιο. Υπερδύναμη εν εξελίξει, κάνει ακριβώς τα ίδια λάθη με τη Δύση. Ακόμα χειρότερα. Μοιάζει η Δύση να έχει για άλλη μια φορά επιβληθεί στην κουλτούρα της Ανατολής. Η βράβευση του Γουάνγκ Σου έρχεται να επισημάνει τους κινδύνους, να στρέψει το βλέμμα προς εναλλακτικές προτάσεις, να δώσει την ικανή και αναγκαία αυτοπεποίθηση για τη δημιουργία μιας αληθινής σύγχρονης κινέζικης αρχιτεκτονικής που θα σταματήσει την τρομακτική και ραγδαία αλλαγή του κινέζικου τοπίου. Χωρίς να κοιτά στη Δύση για έμπνευση, ο Γουάνγκ Σου αφουγκράζεται τις ρίζες του, σέβεται τον πολιτισμό και την ιστορία της πατρίδας του και αναζητά την ιδιαίτερη εκείνη κινέζικη πολιτιστική ταυτότητα «για μια νέα αρχιτεκτονική» που αντλεί από την παράδοση, τον τόπο και το παρελθόν, αλλά που ταυτόχρονα ζει στο σήμερα. Ο ίδιος αγκάλιασε τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, ερωτεύτηκε την αποδόμηση, εμπνεύστηκε από τον Tong Jun, τον πρώτο αρχιτέκτονα στη σύγχρονη Κίνα που μελέτησε παραδοσιακούς κήπους και θαύμασε τον Λε Κορμπυζιέ, τον Μις βαν ντερ Ρόε, τον Λούις Καν, τον Άλντο Ρόσι, τον Άλβαρο Σίζα, τον Κάρλο Σκάρπα και τα πρώιμα έργα του Ταντάο Άντο. Το άλλο πρόσωπο της Κίνας Ο Γουάνγκ Σου ξεχώρισε το 2006 στην 10η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας με την εγκατάσταση Tiled Garden, ένα κριτικό σχόλιο πάνω στις συνεχιζόμενες κατεδαφίσεις ολόκληρων περιοχών, στην οποία χρησιμοποίησε 66.000 ανακυκλωμένα κεραμίδια που διασώθηκαν από κατεδαφισμένα κτήρια δημιουργώντας έναν ιδιότυπο κήπο, ενώ το 2010, στην αντίστοιχη Μπιενάλε της Βενετίας, πήρε
Το εκθεσιακό περίπτερο του Νίνγκμπο είναι χτισμένο με τη βοήθεια των τεχνικών των αγροτών του χωριού Τένγκτου, μέρος της EXPO της Σαγκάης 2010 © Amateur Architecture Studio / Fu Xing
Λεπτομέρεια του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στο Νίνγκμπο (2001-2005) © Amateur Architecture Studio / Lu Wenyu
Τα 5 Διάσπαρτα Σπίτια στο Νίνγκμπο (2003-2006) ισορροπούν πάνω στο νερό και εναρμονίζονται με την κινέζικη φύση. © Amateur Architecture Studio / Lang Shuilong
ειδική μνεία για το έργο «Η Αποσύνθεση του Θόλου». Ένα από τα ομορφότερα έργα του είναι το εκθεσιακό περίπτερο του Νίνγκμπο, χτισμένο με τη βοήθεια των τεχνικών των αγροτών του χωριού Τένγκτου, μέρος της EXPO της Σαγκάης 2010, ένας επιβλητικός ανακυκλούμενος όγκος ασύμμετρης τοιχοποιίας με παράγωνες οπές, ένα εγκαταλελειμμένο «αρχοντικό» που ξεχάστηκε και ανθοφόρησε με τη φύση να αναβλύζει μέσα από τις γκρίζες και κεραμιδί πέτρες και την εσωτερική αυλή να ντύνεται στο μπαμπού. Σε αντίστοιχα μοτίβα κινείται και το Κεραμικό Σπίτι στην πόλη Τζίνχουα, ένα μικρό καφέ 100 τ.μ. που από μορφολογικής άποψης αποτελεί ωδή στην πέτρα της σινικής μελάνης της δυναστείας των Σονγκ. Εκθαμβωτικά όμορφο, το καθαρό και σε σημεία διάτρητο γεωμετρικό πρίσμα στολίζεται με χρωματιστά πορσελάνινα κεραμικά πλακίδια του Zhou Wu, ακανόνιστα βαλμένα, αγγίζοντας ολόκληρη τη χρωματική παλέτα της κινέζικης κεραμικής. Μια επιμήκης σκάλα οδηγεί στην επικλινή στέγη, από όπου η θέα του ποταμού είναι μοναδική, ενώ η νότια όψη του καφέ ίπταται πάνω από τα κρυστάλλινα νερά του. Μερικά ακόμη έργα του περιλαμβάνουν την Πανεπιστημιούπολη του Ξιανγκσάν, στο Χανγκτσόου, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης αλλά και τα 5 Διάσπαρτα Σπίτια στο Νίνγκμπο, τα οποία μοιράζονται την ίδια αγάπη για το ανεπίχρηστο μπετόν, το μέταλλο αλλά και το ξύλο με πανύψηλα και επιβλητικά ξύλινα κουφώματα και καμπύλες στέγες που θυμίζουν παγόδες. Αντλώντας τις επιρροές του από την πλούσια κινέζικη παράδοση του «κτίζειν», ο Γουάνγκ Σου προσεγγίζει την αρχιτεκτονική περισσότερο σαν ερασιτέχνης οικοδόμος παρά σαν θεωρητικός διανοούμενος, παρότι εμπνέεται από τη γαλλική φιλοσοφία, την κινέζικη ζωγραφική, την καλλιγραφία αλλά και τον αμερικάνικο κινηματογράφο. Έχοντας δουλέψει και ο ίδιος σε οικοδομή σε μια προσπάθεια να κατανοήσει τις ποιότητες των υλικών και να οικειοποιηθεί τις τεχνικές δεξιότητες των μαστόρων, η αρχιτεκτονική του είναι ένα αμάλγαμα μιας πειραματικής μετάλλαξης των παραδοσιακών τρόπων οικοδόμησης και μιας αέναης και διεισδυτικής ερευνητικής ματιάς. Ιδεαλιστής και βαθιά ανθρωπιστής, αναζητά μια αυθεντική κινέζικη αρχιτεκτονική χρησιμοποιώντας ένα εκσυγχρονισμένο μανταρίνικο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο με διακριτικές καντονέζικες πινελιές. Μια in situ αρχιτεκτονική με επιβλητικά, σχεδόν μνημειακά κτήρια που διαθέτουν ένα ισχυρό ανθρώπινο αποτύπωμα και ένα αστείρευτο κολάζ υλικών και υφών. 79
ό, Φωνές στο μετρ νάμεικτο ψιλοπαράνοια, α -ελληνικά, σάουντρακ ξένα , μπλε ινδικά εστιατόρια τικων μπαράκια κυριακά γκόθαμ εξομολογήσεων, s, κρασί, afterάδικα, tapa ποδάριασμα. σκέτες βότκες, ξε α. Ή, καλύτερα, χτ νύ τη να ή θ Α Η οχή της. μια μποέμικη εκδ
ία Κείμενο, Φωτογραφ υ Βερονίκη Χαριτάτο Γκονζάλες
a d i v a l ’ n i Liv ναι Atenas ’ α ν ι τ , ό
Πάνω που νόμιζα ότι έχω «γεράσει» για το Γκάζι, εμφανίστηκε το «Bollywood», στην οδό Κωνσταντινουπόλεως. Όπου την πόρτα ανοίγει μια δίμετρη ξανθιά με κόκκινο κραγιόν. Το Lamb Butter Masala το σερβίρει ένας στιλάτος Ινδός με τουρμπάνι στο κεφάλι. Η ξανθιά σε πλησιάζει (αν είσαι τυχερός) και με ένα τεράστιο χαμόγελο σου βάζει ένα bindi στο κούτελο. Ό,τι και να της πεις θα σου απαντήσει γλυκά «έλα, σταμάτα». Το bindi είναι η βούλα στο κούτελο που φοράνε στην Ινδία, και η ψηλή εννοεί πως όλα θα πάνε καλά. Μετά την πρώτη σου φορά, θα ξαναπάς για ποτό, θα ακούσεις το «I Believe in Miracles» των Jackson Sisters, το «Sultana» της Kusu Kalkmaz και το «Δεν θέλω πια» της Μαίρη Λίντα από Imam Baildi. Για λίγους και καλούς. «Σταθμός 25, έφεση. Σταθμός 22, τέσσερις μέρες ποινή, σταθμός 68, δέκα μέρες ερήμην. Σταθμός 122, έξι μέρες επίπληξη. Οι ποινές θα ισχύσουν από απόψε τα μεσάνυχτα».
80 SOUL
Κυριακάτικα blues; Μπα. Οι Αθηναίοι, οι δικοί μου τουλάχιστον, έχουν ορίσει το δεκάευρο ως όριο καθημερινής δαπάνης. Overdraft, you know? Το οποίο, αντί για μπλουζάκι H&M, έγινε «μια vodka σκέτη, με πάγο, χωρίς λεμόνι, παρακαλώ. Έλα, πες, τι έκανες χτες, τι ώρα γυρίσατε;». Ο διάλογος διαμείβεται τις Κυριακές στο «Blue Bird». Προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι μπαράκι με blues, jazz και malt whisky, αλλά είναι κυρίως ζεστό, δικό σου, με μπάρα για να λύνεις προβλήματα. Άσε που κοντεύει να γίνει παράδοση να μπαίνει στο ξεκάρφωτο το «Γυναίκες Γυναίκες» του Στράτου Διονυσίου. Αυτά συμβαίνουν στην οδό Ηπίτου. (Δοκίμασε ένα «Old Fashioned», είναι από τα καλύτερα της Αθήνας).
«Harvest» σημαίνει συγκομιδή. Εκεί μέσα, μόλις μπεις, θα πιεις ένα μπουκάλι κρασί από ένα χωριό της Ισπανίας. ΟΚ; Απλώς θα καταφέρεις να το πιεις μόνος σου (ΟΚ).Και αντίστοιχα η φίλη σου θα πιει άλλο ένα. Όταν ένα νέο μέρος στην Αθήνα έχει αυτή την ικανότητα, σημαίνει δυο πράγματα: το μαγαζί ενδείκνυται για να μπεις στο διά ταύτα του όποιου θέματος και τα τάπας μαζί και το κοκκινιστό λουκάνικο είναι όσο νόστιμα χρειάζεται ώστε να πεις στη σερβιτόρα «keep it coming» (ξέρεις εσύ).
«Μαλάκα, να σε ρωτήσω κάτι; Είμαι βαρετή;» «Όχι».
«Παρακαλούμε να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα, επόμενη στάση Μοναστηράκι».
Το «Colibri» κάνει κοινωνικό έργο. Η οικονομική και ακέραια ζουμερή μπεργκεράρα, οι μαγκιές στο μενού όπως «Roast Beef Burger». Καλά όλα αυτά και ευχαριστούμε. «Να βάλω μια ρακή;» λέει ο κύριος Κώστας, κι εκεί τρελαίνομαι. Για μας, τους δήθεν cool τύπους που πάμε στα μικρά ψαγμένα μπαράκια και χτίζουμε καταστάσεις και πλανήτες ολόκληρους με αυτή τη σχεδόν ανύπαρκτη ψυχική οικοδομική δύναμη που κουβαλάμε ως «εργάτες» μιας πρωτεύουσας-πεδίο μάχης, bla bla bla, ναι ναι ναι, τα ξέρουμε, μέσα σε όλα αυτά, λοιπόν, το «Colibri» παραμένει «Colibri». Εξ ου και το έργο. Με πιάνεις; Φά’ το. (και απαίτησε τη ρακή σου. Έχω συνεννοηθεί λέμε). «Σας πληροφορούμε ότι μετά από την ανακοίνωση της 24ωρης απεργίας του ΗΣΑΠ οι συρμοί θα παραμείνουν ακινητοποιημένοι έως την Πέμπτη στις 8:00» «Σήκω, πάμε “Μπάτμαν”».
Το «Μπάτμαν» είναι το ένα και μοναδικά αψυχολόγητο, διαχρονικό ξενυχτάδικο της Αθήνας. Η επιτομή του mixed crowd και ο ορισμός του group therapy. Δεν λέμε πού. Αυτά, αν τα θες, τα ψάχνεις. Αν είσαι τυχερός, τα βρίσκεις. Αν είσαι «φωτισμένος», ξαναπάς. Τη μια μέρα μπαίνεις και κάποιος έχει ξεχάσει ένα cd με όλη τη δισκογραφία της Μπέλλου στον μείκτη. Σε παίρνει η μπάλα. Την άλλη μέρα θα φεύγεις στις έξι το πρωί με περηφάνια ότι τερμάτισες την πίστα και θα μπαίνουν μέσα 4 ζευγαράκια «α λά μπρατσέτα». Την ίδια βραδιά μιλάω με μια τύπα που τελειώνει διδακτορικό στις Βρυξέλλες, με ένα ζευγάρι με 20 χρόνια διαφορά ηλικίας και με έναν τρελό στην άλλη άκρη του μπαρ που σηκώνει το ακουστικό από ένα παλιό vintage τηλέφωνο-ντεκόρ και μου κάνει νόημα «σε ζητάνε, ρε παιδί μου, δεν φταίω εγώ», ίδιος ο Ζουγανέλης. Την τελευταία φορά που μπήκα άκουσα: «And it’s whispered that soon if we all call the tune / Then the piper will lead us to reason. / And a new day will dawn for those
Επέστρεψε το Σφηνάκι Υποβρύχιο: Αυτό το παρανοϊκό σύνδρομο νυχτερινής διασκέδασης της δεκαετίας του ’90, όπου ένας πολύ όμορφος μπάρμαν κοίταζε με στραβό μάτι τον άσχημο άντρα φίλο σου που παράγγελνε αυτή τη μαλακία με την οποία ήθελε να σε ποτίσει, που περισσότερο έμοιαζε με διαγωνισμό «ποιος θα φάει τα περισσότερα nachos» παρά με σφηνάκι Amstel με Jack. «Κοπελιά, έχει πορεία, είναι όλα κλειστά». «Γκρικ; Τι εννοείς γκρικ; Τσολιάδες, φουστανέλες και κοψίδια;»
who stand long / And the forests will echo with laughter», Led Zeppelin, «Stairway to Heaven». Είμαστε όλοι για δέσιμο, ρε, εδώ (iiii). Θα πάμε στο νέο στιλάτο wine bar και θα καταλήξουμε να τραγουδάμε το «ταρα-ράραμ ταράμ ταράμ» από «The Entertainer» του Scott Joplin, το οποίο θα αφιερώνουμε στον περιπτερά της Αιόλου. Περνάμε φάση. Έλα κι εσύ. «7 ευρώ; Δεν είσαι με τα καλά σου». «Εγώ, το 2013, θέλω να γίνω τσίφτης. Τσίφτης και καραμπουζουκλής». Μην προσπαθήσεις να βγάλεις νόημα και τάσεις. Ο κανόνας στην Αθήνα είναι ένας: hot είναι το μέρος που θέλεις εσύ να πας τώρα! «Bollywood», ινδικό bar-restaurant, Κωνσταντινουπόλεως, Γκάζι «Colibri», pizza & burger, Εμπεδοκλέους & Αναπαύσεως, Μετς «Harvest», wine & tapas bar, Αιόλου, Κέντρο «Blue Bird», brasserie, Ηπίτου, Σύνταγμα 81
82 SOUL
Toni Sfinos Thank god, it’s Friday! Αν νομίζεις ότι είναι μεγάλο νούμερο, πάρε το μηδέν. Αν δεν τον έχεις δει ακόμη live, πάρε ποζισιόν ανάλαφρη, σελώσου κι ετοιμάσου να μάθεις πού ψυχαναλύεται όλη η Θεσσαλονίκη κάθε, μα κάθε, Παρασκευή. Αν διαβάσεις παρακάτω, θα καταλάβεις και το γιατί. Κείμενο Μαρία-Άννα Τανάγια Φωτογραφία Σάκης Γιούμπασης 83
84 SOUL
Μεσάνυχτα Παρασκευής. Κάθε φορά που μια άσεμας-κουκλίτσα κάνει check-in σε γνωστό μπαρ, σχολιάζοντας αγέλαστα «εδώ περνάμε πάντα τέλειααα», το «Love Casual Living» πάλλεται από την ενέργεια ανθρώπων κάθε ηλικίας, χωρίς να έχει ανάγκη από «ετικέτες». Το μεγαλύτερο πάρτι, με γενναίους διακτινισμούς στον μουσικό χωροχρόνο, άρχισε. Η σκηνή ανήκει στο φαινόμενο των sixties, seventies, eighties και δεν συμμαζεύεται, στην ηδονή με πόδια, στον μαρκήσιο Toni ντε Sfino, που σάρωσε χάρη στην παλαβιάρικη περσόνα του και έσωσε από βέβαιο λήθαργο μια ολόκληρη πόλη πριν πέσει σε μαζική κατάθλιψη. Στην περίπτωσή του, το word-of-mouth ειπώθηκε γράμμα προς γράμμα και χαράχτηκε με ολόχρυση υπογραφή στο θυμικό ενός φιλοθεάμονος κοινού που βαρέθηκε να βγαίνει για να διασκεδάσει χωρίς να διασκεδάζει (και χωρίς να το παραδέχεται). Το φετινό πανδαιμόνιο που επικρατεί φαίνεται για όσους από εμάς τον ακολουθούμε πιστά από πέρυσι ως η μόνη φυσική εξέλιξη: ο πρώτος κυριολεκτικά έσυρε την απρόθυμη παρέα του να δει «αυτόν τον τυπά που ντύνεται σαν τον Τζορντανέλι, χορεύει σαν τον Βαγγέλη Σειληνό, τραγουδά σαν τον Τέρη Χρυσό, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν τον Μπόρατ, αλλά ως εκ θαύματος καταφέρνει να παραμένει αυθεντικά μοναδικός». Ο Toni έχει τον τρόπο να κερδίσει και τον πλέον δύστροπο νεοσύλλεκτο της παρέας. Με σπαστά ελληνικά (ο μύθος τον θέλει να έχει υπάρξει μετανάστης στον Καναδά και να έχει κάνει μεγάλη καριέρα στα στέιτζ), κοφτερή ατάκα, αμίμητη ετοι-
μολογία, λάγνα γοητεία, διαολεμένο κούνημα γοφών κι ένα κεντημένο με σταυροβελονιά μουσικό πρόγραμμα, καταφέρνει να γίνει τυφώνας και να σε παρασύρει να ξαναζήσεις στιγμές, όπως τότε, σε εκείνο το πάρτι της Τσικνοπέμπτης-γενεθλίωνΔεκαπενταύγουστου-αποφοίτησης-γάμου, που χόρεψες όλα τα αγαπημένα σου τραγούδια. Go, Toni, go! Ο Τoni δεν σε ξενερώνει. Ως άλλος Τζένγκινς Χαν πάντα ξηγιέται σπαθί και κάνει όνειρα (πουλιά του ταξιδιάρικα) πως δεν θα υπάρξει μέρα που θα σε χάσει. Σε σκαμπανεβάζει με εξαιρετική μαεστρία από τα sixties στα seventies, γκαζώνει καρφί στα eighties, και βάλε, με την ίδια ταχύτητα που αλλάζει τα πλουμιστά του κοστούμια. Θέτει το κρίσιμο υπαρξιακό ερώτημα «Είσαι μάγκας, ρέι;» κι εσύ πρέπει να το αποδείξεις, αφού σου δίνει πάσα. Από το «It’s Raining Men» σκρολάρει στο «Στοιχηματίζω». Σε τσουτσουρώνει, γιατί, ενώ τραγουδάς το «Πάμε στον Άδωνι για Καφέ», στο καπάκι χορεύεις το Muppet Show. Σε εκπλήσσει, γιατί δεν πίστευες ποτέ ότι το «Εσένα Θέλω Μόνο» θα έχει reggae χροιά και θα δίνει μουσική σκυτάλη στο «Johnny Β Goode». Ούτε ότι το disco κούνημα θα έδενε γάντι με το headbanging. Έλα, σήκω, παίζει «Lambada», όπα, άλλαξε πάλι: «Πού να ’ναι τέτοια ώρα η αγάπη μου», γιατί το ταξίμι από το ταξίδι απέχει μόνο ένα «μη». Ο Τoni δεν κωλώνει. Κάνει fly dolphin (εδώ, έτσι λέμε το stage diving), ίπταται πάνω από το κεφάλι σου, σε προκαλεί να πηδήξεις κυριολεκτικά, να χορέ-
ψεις με τον ίδιο ενθουσιασμό που είχες σε εκείνο το αγαπημένο σου πάρτι και σου θυμίζει πως ξέχασες εδώ και καιρό πώς είναι να νιώθεις ξέγνοιαστος. Burn, baby, burn Beatles και Πάριος, Elvis και Σαμπρίνα, Village People και Ρένα Βλαχοπούλου, Rolling Stones και Βουτσάς. Σκηνοθετικά ευρήματα, ανατροπές, σπαρταριστές πρόζες και μια ταξιανθία από τα καλύτερα μπουμπούκια. Γιατί δίπλα στον Τoni κοντοζυγώνει το πρωτοπαλίκαρό του, η burlesque θεά Λόλα (κατά κόσμον Αντώνης Παπαηλίας) με το αφοπλιστικό ταλέντο της, το αηδόνι Βερόνικα (Ειρήνη Ψυχράμη) με το σκέρτσο της και οι playmates, μια κουστωδία με πολλά χαρίσματα, αρετές και… τόλμη. Μάγκες και τσικάκια από Ξάνθη, Βόλο, Αλεξανδρούπολη και πέριξ διανύουν χιλιόμετρα, με ρεφενέ βενζίνη, μόνο και μόνο για να τον προσκυνήσουν. Παραληρούν, τον αποθεώνουν, επικροτούν το μουσικοχορευτικό αλισβερίσι. Ο Toni σφηνώνει στο κενό τoυ Thessaloniki by night και ξεσφηνώνει την καθωσπρεπίστικη ερμηνεία που του δώσαμε. Είναι η απάντηση στη μιζέρια της εποχής, όταν η ερώτηση θέτει τον προβληματισμό «γιατί πάψαμε να περνάμε καλά;». Είναι όλα τα λεφτά… που θα έδινες στον ψυχολόγο. Είναι το συμπέρασμα πως, για να περάσεις καλά, πρέπει να χορέψεις σαν να μην υπάρχει αύριο, πως τα τελευταία χρόνια παρερμηνεύσαμε τον ορισμό του μάγκα, πως η κρίση είναι πρωτίστως αξιακή, πως οι νότες είναι λύτρωση και πως μετά τη «νέμεση» έρχεται πάντα η κάθαρση. Κι αυτό είναι τέχνη. Θένκιου, ρέι. 85
86 SOUL
Λάθος πόλη, λάθος βιβλίο, δεν μπορώ να πιω «Μια Τετάρτη του Δεκέμβρη, φτάνω πολύ πρωί στη Θεσσαλονίκη. Έχω να μιλήσω απόψε για το “Χαστουκόδεντρο”». Το κείμενο προκάλεσε αναταραχή στα social media, καθώς ο συγγραφέας Άρης Μαραγκόπουλος παρατηρεί τη Θεσσαλονίκη σε μια διάσταση πέρα από τα φολκλορικά αποθεωτικά μανιφέστα των Αθηναίων του σαββατοκύριακου. Το αναδημοσιεύουμε με την άδειά του. Εικονογράφηση Γιώργος Τζινούδης Κρύο. Και ήλιος που σκοτώνει. Αυτό το σκληρό κρύο κι αυτός ο ήλιος, μετά από βροχή, που αφήνει τα πάντα γυμνά, ξεπλυμένα, καθαρά στα περιγράμματά τους. Μου αρέσει αυτός ο καιρός. Μου αρέσει η προκυμαία σ’ αυτόν τον καιρό. Η πόλη ξυπνάει αργά. Επειδή δουλεύουν λιγότεροι άνθρωποι, επειδή καμιά δουλειά δεν βιάζει, επειδή κάθε τρία μαγαζιά το ένα είναι κλειστό, επειδή πια λίγα αυτοκίνητα παρελαύνουν περήφανα, αργά στην Τσιμισκή, κι ακόμα λιγότερα στην παραλιακή οδό της Νίκης. Ακόμα ωστόσο ξεμυτίζουν από κάτι στενά κι από κάτι μαγαζιά εκείνες οι ασυγκράτητες στον μοσχοθρεμμένο εγωισμό τους γυναίκες της Θεσσαλονίκης - για τις οποίες πάντα αναρωτιόμουν πού τα βρίσκουν τα λεφτά και κυκλοφορούν ντυμένες με τόσο τερατώδη επένδυση σε παπούτσια, τσάντες, μέικαπ, μαλλιά και άλλα αξεσουάρ. Ποια Παρίσια και ποια Λονδίνα… μια απίστευτη κινητή γκαρνταρόμπα σε installation που θα ζήλευε να φορέσει μια φορά στη ζωή της κάθε ηρωίδα του «Sex and the City» (για να παρουσιαστεί λίγο exotic στη Νέα Υόρκη) και που σίγουρα θα ήθελε να τσακίσει με ματωβαμμένο μπαλτά η εικαστικός Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Πάντα αναρωτιόμουν ποιος χρειάζεται την ακριβοπληρωμένη σε λεφτά και καταναγκασμούς ομορφιά τους, ποιος ενδεχομένως την απολαμβάνει, ποιος ενδεχομένως βασανίζεται γι’ αυτήν, ποιος έστω την ανέχεται ως κοινωνικά αποδεκτό φαινόμενο. Όλες ίδιες, όλες στα μπαρ και στα καφέ, όλες βαριά βαμμένες, βαριά καπνίζουν, βαριά πίνουν, όλες με βαριά προφορά στη φωνή και κάποτε με μια βραχνάδα - ενώ οι βλακείες που ξεστομίζουν με ύφος γερασμένης πόρνης που εξαναγκάστηκε βιαίως να παραστεί στην καθωσπρέπει κοινωνία, σε υποχρεώνει να τις αντιμετωπίζεις τελικά με οίκτο αντί να τις αρχίζεις στα χαστούκια. (Διότι χαστούκια δεν αξίζει κανένα θύμα, ακόμα και το πιο παρδαλό στην κακομαθημένη εγωπάθειά του.) Προσπερνώ, τις προσπερνώ όπου τις συναντάω. Κάνω ότι δεν υπάρχουν. Στρέφω τη ματιά μου πάντα προς τον βρώμικο Θερμαϊκό. Τον χειμώνα, κάτω από το κρυστάλλινο φως του ήλιου, η θάλασσα δείχνει πιο οικεία, πιο ζεστή: Αυτοί που ψαρεύουν λες και βρίσκονται στον Παράδεισο, αυτοί που ποδηλατούν λες και κάνουν τον γύρο της λίμνης στη Γενεύη (με πλήρη εξάρτυση ελβετού ποδηλάτη), αυτοί που παρακολουθούν τους άλλους μέσα από τις τζαμαρίες των καφέ λες και η ζωή είναι πάντα ωραία (πράγμα που οι περισσότεροι, νεαροί στην ηλικία, φοιτητές κ.λπ. μοιάζει να το πιστεύουν). Ρωτάω από περιέργεια κάποιους από αυτούς τους τελευταίους πού βρίσκεται το Βυζαντινό Μουσείο και δεν ξέρουν ότι υπάρχει τέτοιο μουσείο. Για να τους διευκολύνω ρωτάω «πού είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο» και απαντούν όλοι, μα όλοι, ότι «κάποιο μουσείο» είναι απέναντι από τον χώρο της Διεθνούς Έκθεσης. Στον δρόμο για το μουσείο ένας άγγελος. Μια νεαρή Σέρβα ή Βουλγάρα με λευκορόδινα μά-
γουλα κρατά στο ένα της χέρι ένα μωρό, μικρογραφία της ίδιας, φασκιωμένο σε μια λιλιπούτεια παπλωματοθήκη με τα χτυπητά χρώματα λαϊκής μαντήλας, ενώ τείνει ευγενικά το άλλο στους περαστικούς ζητώντας να πουλήσει χαρτομάντιλα. Τη θαυμάζω από μακριά. Τόσο διαφορετική. Σχεδόν μεγαλειώδες που καταφέρνει ακόμα να είναι πολύχρωμη σαν σλάβικη μπάμπουσκα. Δεν θέλω να πάω στο Βυζαντινό με τις σκοτεινές εικόνες κ.λπ., με έχει πιάσει μια θλίψη σήμερα. Ίσως φταίει αυτός ο ήλιος. Αιχμηρός, φονικός με τόσο κρύο. Μπαίνω στο Αρχαιολογικό. «Δεν λειτουργεί το βεστιάριο», μου λέει η κοπέλα που κόβει τα εισιτήρια με ύφος εφοριακού που διαπιστώνει λάθη στη δήλωση. Δίπλα της, μια άλλη κάθεται άπραγη σαν προϊστορικό ειδώλιο σ’ ένα άθλιο πωλητήριο με άθλια αντίτυπα καταλόγων. Βαριεστημένο ύφος, ματιά ασυγκίνητη στο υπερπέραν. Το βεστιάριο είναι απέναντί της. Κανείς δεν υπάρχει στο μουσείο. Μόνο εγώ και μια τάξη κάποιου ευσυνείδητου δασκάλου από τη Θήβα που έφερε καμιά δεκαριά μαθητές του ως εδώ. Αλλά το βεστιάριο δεν λειτουργεί. Δεν μπορεί η κοπέλα που πουλάει καταλόγους τον ένα μετά τον άλλο σε ένα φανταστικό, ατέλειωτο αριθμό αγοραστών, να πάει απέναντι να κρεμάσει το μπουφάν μου. Δεν μπορεί και κανείς δεν της το ζητάει. Μόνο εγώ. Αλλά το βεστιάριο δεν λειτουργεί. Ιονέσκο. Έχω έρθει πολλές φορές εδώ. Κάθε φορά που επισκέπτομαι την πόλη επισκέπτομαι δυο τρία μουσεία. Περισσότερο για να χωθώ σε ένα σύμπαν που δεν κυβερνάνε οι παπάδες, οι κοιλαράδες προύχοντες, οι προνομιακοί επιχειρηματίες, το εθνολαϊκό φασισταριό και οι γυναίκες όλων αυτών που συνωστίζονται στον «Αγγελιοφόρο» και στη «Μακεδονία». Έτσι και σήμερα. Παρακάμπτω τα χρυσαφικά επειδή η ματαιότητά τους μου θυμίζει τη θνήσκουσα ματαιότητα που βασιλεύει στην πόλη ετούτη και ξεκουράζω τα μάτια μου στα αγγεία, τα εργαλεία, τους πεσσούς, τα καθημερινά πράγματα. Μια φύλακας τηλεφωνεί κουρασμένη στη μάνα της για κάποια φούστα. Μια άλλη παρακάτω σηκώνεται από την καρέκλα και με παρακολουθεί κουρασμένα μη τυχόν και κλέψω κανένα χρυσαφένιο κότινο. Πώς είναι να μην κάνεις τίποτε; Πώς είναι αυτή η δουλειά; Πόσο τάχα να μισεί τους αρύβαλους και τα περίαπτα; Πόσο έχει κοπεί ο μισθός της; αναρωτιέμαι. Σε λίγο φεύγω και πάω απέναντι στο ραδιόφωνο της ΕΤ3 για μια συνέντευξη. Ω θεέ μου! Ο τεχνικός του ήχου πίσω από το τζάμι! Ω θεέ μου! Χρόνια έχω να αντικρύσω τέτοια φιγούρα ζωντανού νεκρού. Υποθέτω ότι αν γίνει σεισμός, αν ανοίξει η γη στα δύο κάτω από τα πόδια του, το μόνο που θα κάνει θα είναι να ανοιγοκλείσει κουρασμένα, όπως οι υπάλληλοι του μουσείου, τα κουρασμένα του βλέφαρα. Ο δημοσιογράφος δίπλα μου, όποτε χρειάζεται να σταματήσουμε, να βάλει μουσική, ή να τον ρωτήσει κάτι, αναγκάζεται να του φωνάζει πολύ δυνατά στην
ενδοσυνεννόηση για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Ο τύπος αντιδρά όπως αποφασισμένος μελλοθάνατος πριν πέσει η λάμα της γκιλοτίνας στο κεφάλι του. Το βλέμμα του, σκοτωμένου αγριόχοιρου, σε σκοτώνει. Δεν αντέχω να τον κοιτάξω κατάματα παραπάνω από κάτι δεύτερα. Αναρωτιέμαι: Πώς είναι να δουλεύεις έτσι; Πώς είναι να είσαι έτσι καταδικασμένος σε θάνατο; Βγαίνω σχεδόν τρέχοντας να πάρω λίγο αέρα. Στην είσοδο, αργόσχολοι υπάλληλοι αργόσχολα σχολιάζουν αυτά που τους αφορούν. Πόσα παίρνουν, πόσα χάνουν, πόσα θα κερδίσουν αν κάνουν αυτό ή εκείνο. Πιο εκεί, στο φορτωμένο σκουπίδια Πανεπιστήμιο, το διοικητικό προσωπικό κάνει στάση εργασίας. Κουρασμένοι αλλά καλοντυμένοι. Κουρασμένοι αλλά με δάνεια όλοι. Κουρασμένες αλλά με φορτωμένες κάρτες όλες. Κουρασμένα διαμαρτύρονται. Σταμάτησαν την αργή δουλειά τους. Κρατάνε καφέδες, κρατάνε τσιγάρα, χειρονομούν όπως ζώα σε αργή κίνηση στα ντοκιμαντέρ. Κάνα δυο βαριούνται και πηγαίνουν στο αυτοκίνητό τους. Πολύ μεγάλο για τα δικαιολογητικά τους, αλλά κανείς δεν δίνει σημασία. Είναι όλα φυσιολογικά. Όπως σε όλη τη χώρα, δηλαδή χωρίς ιδιαίτερο νόημα. Ο συνδικαλισμός σώζει. Ο συνδικαλισμός υπάρχει παντού. Σε όλη την επικράτεια. Όμως εδώ ένα σφικτό δίκτυο παπάδων, δημοσίων υπαλλήλων, συντεχνιών, πολιτικάντηδων, αριστερών λίγο και δεξιών πολύ, που αντλεί την ισχύ από την κυρίαρχη εντοπιότητα και όχι από κόμματα και τέτοια, κόβει και ράβει τον παρακρατικό ιστό της πόλης σε ομάδες τη μια εναντίον της άλλης - και έτσι λειτουργεί το όλο σύστημα σε μια παράξενη ισορροπία. Εδώ κανείς δεν δουλεύει πολύ. Εδώ κανείς δεν δηλώνει μία μόνο δουλειά. Εδώ κανείς δεν δηλώνει μια ακριβή δουλειά. Εδώ όλοι είναι γνωστοί κάποιου. «Το τέλος της μικρής μας πόλης» παιγμένο στον εικοστό πρώτο αιώνα. Τι ήρθα να κάνω σ’ αυτή την οχυρωμένη πόλη; Στρατηγέ, τι γύρευες εσύ κ.λπ.; Ξέρω κάμποσους συγγραφείς εδώ, οργανικοί διανοούμενοι όλοι τους, ενταγμένοι στην ελληνοχριστιανική / παρακρατική δομή της πόλης όπως τα ξεφλουδισμένα μύγδαλα στα αμυγδαλωτά – ακόμα κι όταν παριστάνουν ότι αντιδρούν σε αυτή τη συνθήκη. Σε ποιους ήρθα να μιλήσω για το «Χαστουκόδεντρο»; Ποιο το νόημα; Η πόλη είναι περίκλειστη, αυτάρκης, ένα γκέτο που η φωνή του στους δρόμους λέει περισσότερα από όσα μου διηγούνται οι συγγραφείς της, περισσότερα απ’ όσα μου διεκτραγωδούν οι ποιητές της. Η πόλη είναι χαμένη από χέρι. Επειδή δεν ξέρει ότι βαδίζει αργά, σταθερά, προς τον θάνατό της. Αυτή είναι η τραγική διαφορά της από την Αθήνα. Η Αθήνα, ως κοινωνία, ξέρει ότι πεθαίνει μέσα στη σήψη του παρελθόντος της. Η Σαλονίκη νομίζει ότι δεν θα πεθάνει ποτέ. [... ] Λάθος βιβλίο έγραψα, λάθος ανθρώπους περίμενα, σε λάθος πόλη ήρθα, αδύνατον να πιω. Πρώτη φορά στη ζωή μου συνειδητοποιώ την ακριβή έννοια της φράσης «εχθρικό έδαφος». Να γιατί αγαπώ την ανεξάρτητη Ικαρία. 87
Άρης Μαραγκόπουλος Η ουαλή δασκάλα Μπέτι Μπάρλετ, ο ναυτεργάτης Αντώνης Αμπατιέλος, ο έρωτάς τους, το χαστούκι στη Φρειδερίκη, το «εις θάνατον» που έγινε «ισόβια», μια απολαυστική ιστορία για την Ιστορία, και όλα όσα υπήρξαν αλλά και θα υπάρχουν σε πείσμα του χρόνου, που τα υποτιμά ή τα ξεχνά. Συνέντευξη Στέφανος Τσιτσόπουλος
88 SOUL
“
Απογοήτευση. Απέναντι σε αυτό το τσιμεντένιο ποσοστό αναγνωστριών που καταναλώνει ποικίλες «αποχρώσεις του γκρι» ως βιάγκρα, αφού εξ ορισμού είναι αγάμητο στο σώμα και ανεξερεύνητο στην ψυχή του, δύσκολα εσύ μπορείς να σταθείς προτείνοντας αξιοπρεπή λογοτεχνία. Βαριέσαι ακόμα και να προσπαθήσεις. Μπορείς να σώσεις ένα τζάνκι που γλίτωσε τρεις φορές από overdose; Ποτέ.
„
Παίζεις με την ιστορία αλλά και τη μυθοπλασία. Κρατιέσαι από πραγματικό περιστατικό, πραγματικούς ανθρώπους, αληθινή ελληνική ιστορία, «μυθοπλάθεις» όμως… Ενείχε κινδύνους αυτή η μίξη; Παγίδες; Το ενδεχόμενο η δική σου μυθοπλασία να μην κολλάει με τα πραγματικά γεγονότα; Παίζω με την Ιστορία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την παίρνω στα σοβαρά. Το αντίθετο: επειδή την παίρνω πολύ στα σοβαρά, χρειάζεται να «παίξω» μαζί της, όπως κάνει το παιδί που βάζει συνέχεια ερωτήσεις, που ενοχλεί τους γονείς με τις ερωτήσεις του, που καμιά φορά ακούγονται παράλογες οι ερωτήσεις του αλλά, μέσα από υπόγειες διαδρομές, πέρα από την κοινή λογική, αυτές οι ανησυχίες του αγγίζουν απρόσμενα την αλήθεια. Οι ήρωες στο «Χαστουκόδεντρο» υπήρξαν κάποτε. Αλλά όχι όπως τους σχεδίασα εγώ. Υπήρξαν και έδρασαν ως συγκεκριμένα υποκείμενα της Ιστορίας. Στο βιβλίο μου ξαναζούνε μια δεύτερη ζωή. Μετά θάνατον (με προσδοκία την αιωνιότητα). Ξαναζούνε ως αυτό που θα μπορούσαν να είναι, ως αυτό που θα μπορούσε να ήταν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι της εποχής τους. Ξαναζούνε επειδή ο συγγραφέας τούς έφερε στο προσκήνιο, επειδή τα γεγονότα που έζησαν ξανάρχονται απειλητικά στο προσκήνιο, επειδή, τέλος, καμία Ιστορία δεν μπορεί να μας πείσει ότι έζησαν μόνο έτσι και όχι όπως το παριστάνω εγώ. Με ρωτάς για παγίδες. Η Ιστορία είναι γεμάτη παγίδες, γεμάτη ψέματα που καμουφλάρουν την αλήθεια, γεμάτη ιδεολογήματα που σκοτώνονται να σε πείσουν ότι τα πράγματα έγιναν έτσι κι όχι αλλιώς. Μετά από χρόνια, ποιος ιστορικός θα μπορεί με σιγουριά να πει ότι η Κρίση έγινε έτσι ακριβώς; Μόνο οι τυφλοί και όσοι κερδίζουν από την τυφλότητα δέχονται μία μόνον αλήθεια για την Ιστορία. Στην πραγματικότητα υπάρχουν τόσες Ιστορίες όσοι και ιστορικοί. Μυθιστορήματα όπως το «Χαστουκόδεντρο» επιτρέπουν στον αναγνώστη όχι να μάθει Ιστορία αλλά να βάζει ερωτήματα στην Ιστορία. Κι ακόμα του επιτρέπουν να προσέξει ότι το κέντρο της Ιστορίας δεν είναι αυτοί που στο όνομά της ασκούν την εκάστοτε εξουσία, αλλά ο καθημερινός άνθρωπος, ο αδέσποτος σκύλος της Ιστορίας.
Μίλησέ μου για την προεργασία, για τη σύλληψη, για τις μέρες που σε τριβέλιζε η ιδέα αυτού του βιβλίου. Γιατί αυτό και πώς αυτό δηλαδή και όχι κάτι άλλο; Πάνε έξι χρόνια από την πρώτη σύλληψη του βιβλίου. Λίγο μετά την πρώτη έκδοση της «Μανίας με την Άνοιξη». Με τη «Μανία» προσπάθησα να καταλάβω το φαινόμενο της ένοπλης πάλης στην Ελλάδα, το φαινόμενο οργανώσεων όπως η 17η Νοέμβρη… Αυτό με έφερε, εξ ανάγκης, στον Εμφύλιο. Κι η έρευνα σε αυτό το πεδίο μου επέτρεψε να χωθώ βαθύτερα σε δύο καταστάσεις που, ας πούμε, και οι καλύτερες ιστορίες, όπως η «Ιστορία του Εμφυλίου» του Γιώργου Μαργαρίτη, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσουν με επάρκεια: αφενός τον ρόλο της μυθολογίας, των συμβόλων, των ιδεολογιών στη μεταπολεμική Ελλάδα, και αφετέρου, τον ρόλο της ψυχής, θέλω να πω, των ψυχικών αντοχών, των ψυχικών αποθεμάτων που έπρεπε να διαθέτει κανείς ώστε να επιμένει, ενάντια σε όλα τα δεινά της εποχής, να αγωνίζεται τυφλά για την πίστη του ως χριστιανός πρωτομάρτυρας. Από εδώ και πέρα, η ιστορία της Μπέτι και του Τόνι πήρε εύκολα τη θέση της στις αναζητήσεις μου ως οδηγός για το πώς θα έπρεπε να κινηθώ στη μυθοπλασία μου. Αποτελούν και οι δύο καταπληκτικό παράδειγμα μιας Ιστορίας που τυλίγεται μέσα στην αχλύ της μυθολογίας και των ιδεολογιών: Έδωσε το χαστούκι η Μπέτι; Τι ακριβώς έγινε ανάμεσα σε εκείνη και τη Φρειδερίκη εκείνο το απόγεμα του Απρίλη του 1963; Γιατί έγινε τόση φασαρία γύρω από αυτή την κίνηση; Πώς αντέδρασε λαός και κόμματα της εποχής; Κλπ. κλπ. Ταυτόχρονα όμως αποτελούν και οι δύο τους τυπικά παραδείγματα αγωνιστών της Αριστεράς για τους οποίους η έντονη πολιτική δράση αποκρύβει τον άνθρωπο, την ψυχή, τις επιθυμίες τους. Ο φακός του «Χαστουκόδεντρου» πέφτει με πείσμα σε αυτό το δεύτερο, στην Επιθυμία. Προσπαθώντας να καταλάβω πώς ζούσαν, πώς επιθυμούσαν, πώς αγαπούσαν, πώς άντεχαν χιλιάδες άνθρωποι στον σκληρό ελληνικό μεταπόλεμο, ίσως επιτρέψω στον αναγνώστη να καταλάβει καλύτερα το σήμερα. Αυτό σκεφτόμουν όταν έγραφα το μυθιστόρημα, αυτό με τριβέλιζε συνέχεια. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Θα δείξει.
Ως ψυχή του εκδοτικού οίκου Τόπος, τι κατάλαβες για τους έλληνες αναγνώστες; Το 70-80% του αναγνωστικού κοινού της λογοτεχνίας είναι γυναίκες. Αυτό το ποσοστό αποφασίζει την πορεία του λογοτεχνικού βιβλίου στην Ελλάδα. Από αυτό το ποσοστό πάλι, το 50% δεν καταλαβαίνει άλλη διαφορά ανάμεσα σε ένα Άρλεκιν και έναν Ναμπόκοφ πέρα από τη διαπίστωση ότι ο δεύτερος είναι «δύσκολος» για το γούστο του. Όμως αυτό είναι φυσικό: Ποιος διδάσκει στο σχολείο λογοτεχνία; Πώς τη διδάσκει; Με τι βιβλία; Τι συστήνουν οι εφημερίδες κατά κύριο λόγο; Ποιους συγγραφείς καλούν στα σχολεία οι δάσκαλοι και οι καθηγητές να μιλήσουν στα παιδιά; Τι διαβάζουν οι κατ’ ευφημισμό «λέσχες αναγνωστών» (αφού είναι στην πλειονότητά τους λέσχες «αναγνωστριών»); Απογοήτευση. Απέναντι σε αυτό το τσιμεντένιο ποσοστό αναγνωστριών που καταναλώνει ποικίλες «αποχρώσεις του γκρι» ως βιάγκρα, αφού εξ ορισμού είναι αγάμητο στο σώμα και ανεξερεύνητο στην ψυχή του, δύσκολα εσύ μπορείς να σταθείς προτείνοντας αξιοπρεπή λογοτεχνία. Βαριέσαι ακόμα και να προσπαθήσεις. Μπορείς να σώσεις ένα τζάνκι που γλίτωσε τρεις φορές από overdose; Ποτέ. Ποια θα ήταν η ιδανική παρουσίαση του «Χαστουκόδεντρου» στη Θεσσαλονίκη; Σε ποιο μέρος, με ποιους συνδαιτυμόνες και ποιους παριστάμενους; Όχι τίποτα άλλο, αλλά λέω να το τολμήσουμε, γιατί είναι αμαρτία ένα τέτοιο μυθιστόρημα να μη το γνωρίσει η πόλη που πρέπει. To «Χαστουκόδεντρο» απαιτεί μια αίθουσα ανοιχτή, να αναπνέει, χωρίς τα στερεότυπα των καθισμάτων στη σειρά, του βήματος των ομιλητών κ.λπ. Έναν απλό χώρο, μια αίθουσα χορού, για παράδειγμα, όπου συγγραφέας και κοινό κάθονται στο πάτωμα και συζητάνε με αφορμή το βιβλίο για την ανατρεπτική δύναμη της Επιθυμίας. Εντάξει, μια χαρά θα γινόταν και σε έναν άλλο χώρο. Ας πούμε, σε μια αίθουσα στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (που άψογα διευθύνει ο Ντένης Ζαχαρόπουλος), όχι στο αμφιθέατρο, αλλά κάπου ανάμεσα στα εκθέματα, όπου πάλι ο κόσμος κάθεται κάτω μαζί μου και συζητάμε. Δεν είναι βιβλίο για βιβλιοπωλείο, δεν είναι βιβλίο για μπαρ. Αν και μια μποτίλια ρακή, ή μπρούσκο κρασί, θα ήταν ό,τι πρέπει να κυκλοφορεί σε αυτή την ιδανική ανάγνωση… 89
Η Εύα φεύγει από Τούμπα και προσγειώνεται Σαν Φρανσίσκο. Ανταμώνει με τον ανταποκριτή μας και αδελφό της, Σωτήρη, και σαν αφηνιασμένα άλογα καλπάζουν στην Ανατολική Ακτή. Αυτό είναι το οδοιπορικό τους. Κείμενο, Φωτογραφία Σωτήρης Ποσπορέλης
p i r t d a o R 90 SOUL
91
Golden Gate
Κοιτάζω νωχελικά τις βαλίτσες να γυρίζουν πάνω στον ιμάντα. Κόσμος τριγύρω βιαστικός να «φτάσει» από όπου κι αν ήρθε, για όποιον λόγο κι αν ήρθε. «Δεν ξέρω για σας, εγώ πάντως έφτασα», σκέφτομαι και βγάζω το κινητό από την τσέπη να κλέψω λίγο από τη δόξα του τζάμπα ίντερνετ. Η Εύα ακόμη πουθενά. Αναμενόμενο… Εξάλλου, πάντα την περίμενα: επτά χρόνια μέχρι να γεννηθεί, τέσσερα μέχρι να γυρίσει από τα Γιάννενα κι ατελείωτες ώρες μέχρι να ξυπνήσει… Δε θα ήταν κι η πρώτη φορά. Είναι οκτώ μήνες από την τελευταία φορά που την είδα, όταν ήρθε να με χαιρετήσει στο Λονδίνο πριν φύγω για Αμερική, και νιώθω σαν να είμαι στο «Πάμε Πακέτο»: πέφτει ο τοίχος και τη βλέπω να έρχεται από μακριά με εκείνο το μακάριο χαμόγελο ανεμελιάς που ποτέ δεν είχα. «Αδερφούλη μουυυ!» Πόσους Pospo μπορείς να αντέξεις, USA; Την παίρνω βιαστικά από το χέρι και τρέχουμε να νοικιάσουμε αμάξι, ενώ παράλληλα κλείνω ξενοδοχείο από το iPad με το κλεμμένο ίντερνετ… (όχι, το iPad είναι δικό μου). Με συνοπτικές διαδικασίες αφήνουμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο και ξεχυνόμαστε στα βρόμικα στενά του Σαν Φρανσίσκο. Τον DJ Shadow τον έχουμε χάσει, αλλά σίγουρα προλαβαίνουμε «Pretty Lights». Πατώντας πάνω σε σκατά, τενεκεδάκια κι άστεγους φτάνουμε στον προορισμό μας. Ερημιά… ησυχία… μέχρι που ανοίγουν οι πόρτες. Massive beats, massive crowd! Ξέκωλα, αλήτες, hipsters, παρανοϊκά outfits και
Alcatraz 92 SOUL
Alcatraz
ατελείωτο «μαύρο». Oh, sometimes I get a good feeling, yeah. Etta, ζεις, εσύ μας οδηγείς! Κατηφορίζουμε τη Market και μπαίνουμε στην Oak με έναν και μόνο σκοπό: το Πάρκο, με μια απαραίτητη στάση στο «Amoeba Music», βεβαίως, για να ξελαμπικάρουμε βινυλιακά. Πριν μπεις στον κόπο να κάνεις οποιαδήποτε σύγκριση με το πάρκο του Αγίου Φανουρίου στην Τούμπα, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα από την αρχή: το Golden Gate Park ΔΕΝ περπατιέται, εκτός αν είσαι η Τσουμελέκα και κατεβαίνεις για Ολυμπιονίκης στο βάδην: 4.115.491 τετραγωνικά μέτρα ή αλλιώς 82.303 γκαρσονιέρες των 50 τετραγωνικών, σαν αυτήν που θα σου άφηνε ο μακαρίτης ο παππούς σου, αν δεν την έγραφε στη Βουλγάρα που τον «πρόσεχε» τα τελευταία χρόνια. Νοικιάζουμε ποδήλατα και ξεχυνόμαστε σαν εμετός στην επίθεση (γεια σου, ρε Arta TV!). Περνάμε από γέφυρες, δρόμους, δρομάκια, παράδρομους, ποτάμια, λίμνες, λοφάκια, ένα gay-lesbian πάρτι και κάνα δυο ξέμπαρκους μεθυσμένους, πριν αντικρίσουμε τον Έρωτα: the Ocean! Δεν υπάρχουν λόγια να Τον περιγράψουν και, αν υπάρχουν, σίγουρα δεν είναι δικά μου. Ο ωκεανός πάντα σε καλεί, και πρέπει να πας, και πήγαμε, με δυο μπίρες τυλιγμένες σε σακούλα, γιατί στην Αμερική το όπλο μπορείς να το έχεις παραμάσχαλα σαν την εφημερίδα, αλλά την μπίρα… ντροπή!
Alcatraz
Το Σαν Φρανσίσκο είναι χτισμένο σε λόφους, πολλούς λόφους. Λόφους, όμως, με κλίση, μεγάλη κλίση, κλίση χιονοδρομικού, κλίση που, αν γλιστρήσεις, δεν σε βρίσκουν, κλίση που, αν έχεις πιει ένα ποτηράκι παραπάνω, τη βγάζεις στον γείτονα που μένει πιο χαμηλά. Για τους τεμπέληδες, λοιπόν, υπάρχει το παραδοσιακό τραμ που σε πάει πάνω-κάτω στους λόφους. Οι τεμπέληδες, όμως, πολλοί και η ουρά ατελείωτη, κι εγώ με τις ουρές δεν τα πάω καλά. «Θα το περπατήσουμε!» «Είσαι τρελός…» «Δεν είπα ποτέ το αντίθετο!» Και με συνοπτικές διαδικασίες ξεκινήσαμε την κατά Pospo ανάβασιν. Περάσαμε από την Chinatown, το Russian Hill και κατεβήκαμε μέχρι το νερό. Εκεί μας περίμεναν δυο ποδήλατα και 15 χιλιόμετρα πετάλι, δυόμισι εκ των οποίων πάνω στην Golden Gate Bridge, με τον Ειρηνικό να μας γνέφει από τη μια και το skyline του San Fran από την άλλη. Αλλά εμείς πήγαμε ντουγρού-καρφί σε ένα μικρό χωριουδάκι από την άλλη μεριά: Sausalito, εκεί που γνώρισα τον έρωτα, μια 72άρα Ιρλανδή με τρέλα που γεμίζει δυο Αιγινήτεια. Μαζί με τις ψυχές μας, ανοίξαμε κι ένα μπουκάλι Pinot Grigio να πάνε κάτω τα φαρμάκια. «Αχ, αν ήμουν πιο νέα, δε θα γλίτωνες!» Το πιστεύω… Ο ήλιος όμως πήρε την κατιούσα κι εμείς είχαμε άδεια εξόδου μέχρι τις 7. Έπρεπε να γυρίσουμε στο κελί μας. Το Αλκατράζ βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Σαν Φρανσίσκο, και ίσως αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη τιμωρία για τους κρατούμενους: ήταν
Hoover Dam
Arizona
τόσο βασανιστικά κοντά σε μια αβάσταχτα υπέροχη πραγματικότητα. Η θέα από το προαύλιο σε υποχρεώνει να αποδράσεις, μόνο που ποτέ δεν θα τα καταφέρεις, τουλάχιστον όχι ζωντανός. Περπατώντας μες στο σκοτάδι, ανάμεσα από τα μικροσκοπικά κελιά, αφουγκράζομαι τη νύχτα, τη μοναξιά και βλέπω τον Αλ Καπόνε να μου κλείνει το μάτι σε μια γωνιά. «Break the rules and you go to prison, break the prison rules and you go to Alcatraz». Καλά κρασιά! Και κάπως έτσι αφήσαμε στα αριστερά μας τον ωκεανό και βάλαμε πλώρη για τα αμπέλια. Ο δρόμος μέχρι τη Napa Valley δεν έχει τίποτα το συγκλονιστικό, μέχρι να αρχίσεις να πίνεις και, μα τον Διόνυσο, θα πιεις πολύ! Με το που στρίβεις για Sonoma County, νιώθεις έντονη την ανάγκη να βγάλεις το τιρμπουσόν και να τα κάνεις όλα π***α, συγγνώμη κιόλας. Αν ψάχνεις την αμερικανική βερσιόν του St. Emillon, θα απογοητευθείς. Η Νάπα είναι σύγχρονη και σε καμιά περίπτωση δεν προσπαθεί να σου πουλήσει κάτι διαφορετικό. Αν και η πιο γνωστή οινοπαραγωγός περιοχή στην Αμερική, συνεισφέρει μόνο το 4% στη συνολική παραγωγή της Καλιφόρνια και, όπου μικρή παραγωγή, μεγάλο… πορτοφόλι. Νοικιάζουμε ποδήλατα και μετά τις απαραίτητες συστάσεις από τον winemaster Σιώτα (γιατί κανείς δεν ξέρει καλύτερα το κρασί από έναν Έλληνα), ξεχυνόμαστε στη valley. Γαλάζιοι ουρανοί κι αμπέλια
να σου γίνει το μάτι σταφύλι! Οι ιδιοκτήτες στα οινοποιεία, προσιτοί και φιλικοί, όρεξη να έχεις να τους ακούς: «Εξαιρετικό χρώμα με μία παλέτα…» «Βάλε να πιούμε, άνθρωπέ μου, από την Τούμπα είμαι, με Μαλαματίνα μεγάλωσα, ό,τι και να μου βάλεις δεν θα πω όχι…» Δε με καταλαβαίνει και συνεχίζει. Και κάπως έτσι ή μπορεί και κάπως αλλιώς και με αυτή τη γλυκιά οινική ευφορία, μερικώς intoxicated και ολικώς ακαταλλήλως προς οδήγηση (do not try this at home), βάλαμε πλώρη προς Ανατολάς. Και όπως ήταν αναμενόμενο, μας έπιασε η νύχτα στα βουνά. Και τι κάνεις όταν σε πιάνει η νύχτα και οδηγάς; Σταματάς για μια μπίρα σε ένα σαλούν και συνεχίζεις. Η Εύα πήγε στη σκηνή εξαντλημένη, ενώ εγώ άκουγα έναν ημίτρελο αποτυχημένο συγγραφέα να μου εξιστορεί όσα δεν έγραψε γεμίζοντας το πλαστικό κυπελλάκι μου με κρασί για τα μπάζα. Και μείναμε εκεί να κοιτάμε τη νύχτα. Είχαμε φτάσει αργά και τίποτα δεν μπορούσε να μαρτυρήσει τι θα αντικρίζαμε το πρωί. Long way from home, welcome to the Half Dome Ο ήλιος βγαίνει σιγά σιγά. Τον περίμενα όλο το βράδυ. Βγάζω δειλά δειλά το κεφάλι έξω από τη σκηνή και βλέπω δυο ελάφια να τσιμπάνε από ένα κλαδί. Το μάτι μου πέφτει σε μια ταμπέλα που λέει τι να κάνεις σε περίπτωση που δεις αρκούδα. Σταυροκοπιέμαι και σηκώνω το κεφάλι λίγο πιο ψηλά. Ακούω το φερμουάρ από τη διπλανή σκηνή (ο παρακάτω
Napa, κτήμα Trefethon
διάλογος θα μπορούσε κάλλιστα να παρερμηνευθεί, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι ουδεμία σχέση έχει με αυτό που νομίζετε): «Das ist huge», λέει ο γερμανός γείτονας σε άπταιστα αγγλο-γερμανικά και πόσο δίκιο έχει (όχι, ντυμένος ήμουν…). «Γάμησέ μας», λέω κι εγώ με τη σειρά μου, και κοιτάω τριγύρω. Το Half Dome στέκεται επιβλητικά από πάνω μας, θυμίζοντάς μας ποιος είναι το αφεντικό εδώ πέρα. Αν θες να το ανέβεις, πρέπει να πάρεις έγκριση από τις αρμόδιες αρχές γύρω στον ένα χρόνο πριν, οπότε κάνε τα κουμάντα σου από νωρίς. Μην έρθεις μέχρι εδώ και μείνεις με το carabiner στο χέρι. Εγώ σου το είπα. Το Yosemite, ένα από τα πολλά national parks της Καλιφόρνια, είναι κάπου ανάμεσα από Lake Tahoe και Mammoth. Μην περιμένεις να βρεις τίποτα διαφορετικό από βράχια, λίμνες και καταρράκτες. Χρειάζεσαι τίποτα άλλο; Αντοχή! Και η Εύα, έχοντας κάνει ποδήλατο τη μισή NorCal, έχει αρχίσει να παίρνει τα πάνω της. Νοικιάζουμε ποδήλατα και ακολουθούμε τα μονοπάτια. Η φύση σε όλο της το μεγαλείο! Σύμφωνα με τις οδηγίες του βραδινού αλκοολικού φίλου μου, μία ώρα περπάτημα θα με έβγαζε στη βάση ενός καταρράκτη και, έχοντας κατά νου τη λαϊκή ρήση «από μικρό κι από τρελό θα μάθεις την αλήθεια», παρατάμε τα ποδήλατα και τραβάμε ανηφορικά. Και πόσο δίκιο είχε! Περνώντας κάτω από το El Capitan, βλέπω κάποιους επίδοξους κατακτητές. Μη σου μπαίνουν ιδέες. Μιλάμε για μια κάθετη μάζα από γρανίτη
Badwater Basin
93
Zabriskie Point
Way to Canyon
που θέλει γύρω στις 4-5 μέρες αναρρίχηση. «Και πού κοιμάσαι στο ενδιάμεσο;» θα με ρωτήσεις. Κρεμιέσαι στο κενό. Μη με ρωτήσεις από ποιο σημείο του σώματος… ντροπή! Η Κοιλάδα του Θανάτου Τη νύχτα τη βγάλαμε στο Lone Pine, ένα σκορπιοχώρι μισή αράδα δρόμο, που ζει κι αναπνέει εξάτμιση - ένα πέρασμα για όποιον θέλει να πάει Λας Βέγκας, κάτι που ξέρουν καλά οι local μπάτσοι και τη στήνουν καρτέρι για θύματα που ξεμυαλίζονται με την άπλα του δρόμου. Αυτά μου λέει το ζευγάρι που έμενε δίπλα μας στο μοτέλ, καθώς βάζουν τα δερμάτινά τους. Ξεκίνησαν από το Κάνσας καβάλα στις Harley. Η Harley Davidson εδώ είναι θρησκεία κι εκκλησία της ο δρόμος, κι αυτό το βλέπεις όπου κι αν βρεθείς. Μου λένε ότι πάνε σε motorbike meeting. Τους λέω ότι πάω Λας Βέγκας. Αυτό που δεν τους λέω είναι ότι είμαι από αυτά τα κορόιδα που γράφουνε οι local μπάτσοι. Με την κλήση στο παρμπρίζ, βάζω το κλειδί στη μηχανή, κατεβάζω το παράθυρο και κοιτάω την αδερφή μου που στέλνει whattsapp στον Βασίλη. Η έρημος μας περιμένει… Λίγα μίλια έξω από το Lone Pine, μπαίνω στην κάθετο αριστερά και βλέπω ευθεία. Ξέρω ότι πάω σωστά, δε χρειάζομαι χάρτη χάρτινο ούτε χάρτη google-ινο. Τα σπίτια αραιώνουν, η βλάστηση υποχωρεί, το θερμόμετρο γκαβλώνει… Welcome to Death Valley, handy name for a desert! Μην περι-
Death Valley
94 SOUL
μένεις πυραμίδες και Φαραώ. Βασικά, μην περιμένεις τίποτα. Γιατί αυτό ακριβώς θα συναντήσεις: ένα ολόγιομο καυτό τίποτα να σου καίει τα σωθικά. Οι ταμπέλες το λένε ξεκάθαρα: Extreme Heat Danger, Furnace (καμίνι) Creek. Αν ήσουν εδώ τον Οκτώβρη του 1913, θα έβλεπες τον υδράργυρο να ανεβαίνει στους 57.6 C, την πιο υψηλή θερμοκρασία που σημειώθηκε ποτέ στον μάταιο τούτο κόσμο. Αν, πάλι, ήσουν τον Σεπτέμβρη του 2012, θα με έβλεπες να πίνω μπίρες με την αδερφή μου. Παραγγέλνουμε μια chicken tenders και πιάνουμε την πάρλα με τους γονείς στο Skype (παντού σε βρίσκει η ελληνίδα μάνα)! Βγαίνουμε από το ράντσο και περπατάμε νωχελικά προς το αμάξι. Ο αέρας βρομοκοπάει Kyuss κι εγώ ρουφάω όσο περισσότερο μπορώ! Τα πνευμόνια μου καίνε, λες να είμαι μανεκένε; Το Badwater Basin είναι το χαμηλότερο σημείο στη Βόρεια Αμερική: 82 μέτρα κάτω από τη στάθμη της θάλασσας και στη μέση της ερήμου. Καταλαβαίνεις, δροσιά… Το θερμόμετρο είναι κολλημένο στους 45, η Εύα κολλημένη στο a/c, το ραδιόφωνο κάνει λούπες στο κενό, αλλά εγώ, αν δεν δω Zabriskie Point, δεν φεύγω από δω. Γνωστό στα 70s από την ταινία του Αντονιόνι, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ιζήματα από μια λίμνη που αποδήμησε εις Κύριον 5 εκατομμύρια χρόνια πριν, λίγο πριν η γιαγιά μου η Θούλα γεννηθεί… Οι Αμερικάνοι μυρίστηκαν χρήμα και το έκαναν μεταλλείο (βόραξ: διφθοριούχο νάτριο,
Colorado
καλά, δεν το ήξερα, το έκανα Google), το οποίο εξατμίστηκε μαζί με τους μισούς εργάτες. Βγαίνουμε κάνα δυο φωτογραφίες ως τουρίστες που σέβονται τον εαυτό τους, κοιτιόμαστε με νόημα, βάζω μπρος και ο Νταν μας φωνάζει: «Gold on the ceiling, I ain’t blind, just a matter of time, before you steal it», λες και ξέρει πού πάμε. Νιώθω ότι οδηγάω ανάμεσα σε δύο σέξι γυναικεία πόδια, καθώς ο δρόμος κατηφορίζει ανάμεσα σε δύο γόνατα από λόφους. «Πρέπει να κάνω σεξ επειγόντως», σκέφτομαι, και με την άκρη του ματιού μου βλέπω το Λας Βέγκας να απλώνεται στα αριστερά. Το GPS γράφει «Venetian» και βλέπω το κοντέρ σαν κουλοχέρη. Τραβάω τον μοχλό για τους υαλοκαθαριστήρες να δω αν θα κερδίσω. «Παιδί μου, τι κάνεις;» Viva Las Vegas! Μα ποιος είσαι, ο Χάντερ Τόμσον; Ξέχνα όσα έχεις ακούσει για αυτή την πόλη και αφέσου στην παράνοια. Το Λας Βέγκας δεν έχει χώρο για σοβαροφάνειες κι αβρότητες. Είναι αυτό που είναι κι άλλα τόσα που δεν βλέπεις. Το time-space continuum διασπάται και βρίσκεσαι ταυτόχρονα σε Αίγυπτο, Παρίσι, Βενετία και Νέα Υόρκη. Αν πάρεις ένα κομμάτι του Λας Βέγκας και το βάλεις οπουδήποτε αλλού πάνω σε αυτόν τον κόσμο, θα είναι μια παραφωνία κιτς. Εδώ όμως όλα είναι στη θέση τους, όλα έχουν νόημα, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς!
Vernal Falls, Yosemite
Colorado από το ελικόπτερο
Αφήνουμε βιαστικά τα πράγματα στη σουίτα με τις τρεις τηλεοράσεις και το τηλέφωνο στην τουαλέτα (αχρείαστο να ’ναι), φοράμε τις αλητείες μας, παρφουμαριζόμαστε, αρπάζουμε δυο μπίρες για τον δρόμο και… fear and loathing in Las Vegas! (το Las Vegas Strip μαζί με New Orleans, Memphis και κάνα δυο άλλα μέρη είναι από τους λίγους δρόμους στην Αμερική που μπορείς να πιεις in public). Πουτάνες, αρτίστες, τζογαδόροι, wannabe’s, already be’s, millionaires και κακομοίρηδες, όλοι στους δρόμους ψάχνοντας -ένας Αλάχ ξέρει- τι. Shopping & gambling πάνε χέρι χέρι, οπότε ξέχνα την έννοια «κερδισμένος». Κάπου θα τα φας και το καζίνο θα περιμένει υπομονετικά μέχρι να σου τα πάρει όλα. Αφήνω την Εύα να δαμάσει τη ρουλέτα και τριγυρνάω με μια Grey Goose στο χέρι. Χαζεύω μια τύπισσα ντυμένη Κλεοπάτρα να δοκιμάζει την τύχη της στον κουλοχέρη, ενώ λίγο πιο κάτω μια παρέα Ασιάτισσες ρίχνουνε τα ζάρια. «Σε παρακαλώ, Θεούλη μου, κάνε να με πάρουνε όλες μαζί στο δωμάτιό τους!» Φωνή βοώντος εν τη ερήμω… Δεν θυμάμαι και πολλά από εκείνο το βράδυ. Μάλλον προτίμησα να ξεχάσω το «πόσα» και «πόσο γρήγορα». Κατεβαίνουμε στη ρεσεψιόν του «Mandalay» και ζητάμε οδηγίες για την παραλία. Ναι, παραλία με θέα την πυραμίδα του Χέοπα, σουρεάλ… Πέντε νταγλάρια από Φιλαδέλφεια ήρθαν για bachelor και την πέφτουν στις ξαπλώστρες δίπλα μας. Ο ένας πιάνει την πάρλα στην
Εύα, θα τον αφήσω να ζήσει, «όσο κερνάτε μπίρες, μπορείτε να της μιλάτε», σκέφτομαι, παίρνω λίγη Bud στο στόμα κι αφήνω το κύμα να με πάρει λίγο πιο μέσα, είμαι απαίσιος, το ξέρω. Περιπέτειες στο Φαράγγι Το ξυπνητήρι χτυπά. Το iPhone δείχνει 22 September και το εισιτήριο της επιστροφής 23, αλλά, επειδή είμαι μεγάλος πούστης, έχω κρατήσει το μεγαλύτερο απωθημένο μου για το τέλος. Δυο ώρες οδήγηση, με μια ενδιάμεση στάση στο μεγαλύτερο manmade φράγμα (Hoover Dam), και το τέρας είναι μπροστά μου: 446 χιλιόμετρα μήκος, έως και 1800 μέτρα βάθος, μέχρι και 29 χιλιόμετρα πλάτος και με έναν μεγαλοπρεπή Colorado να έρπει ανάμεσα στα σκέλια του, το Grand Canyon σε υποχρεώνει σε οργασμό. Μου φεύγει κάθε αμφιβολία για το αν πρέπει, για το αν είναι ακριβά, αν θα μου μείνει τίποτα για το τέλος του μήνα, μήπως είναι υπερβολή, και κλείνω δυο μπροστινές θέσεις στο ελικόπτερο που θα μας κατέβαζε στη βάση του τέρατος. «Είναι πιο καθαρά την άνοιξη», μου λέει ο Ινδιάνος καθώς πλατσουρίζω στα καφετιά νερά του Colorado. «Θα ξανάρθω», του λέω και το πιστεύω με όλο μου το είναι. Κάνουμε την απαραίτητη στάση στο Skywalk, μια διάφανη εξέδρα που αιωρείται στο κενό, και παίρνουμε την όπισθεν. Οδηγώντας μες στη νύχτα την ατέλειωτη ευθεία για Φοίνιξ, Αριζόνα, σκέ-
φτομαι κάτι πολύ σοβαρό: «Θέλω μια μπίρα!» Παρκάρω και περνάμε απέναντι. Μας σταματάνε δυο μπάτσοι με σοβαρό ύφος (όχι ότι θα μπορούσαν να είχαν κάποιο άλλο ύφος. Αμερική είσαι, μεγάλε): «Sir, you can’t do that. You can’t just cross the street like that», εννοώντας ότι έπρεπε να περάσω από τη διάβαση. Χαμογελάω με τεράστια αποτυχία και, καθώς μας οδηγεί πίσω στη διάβαση για να ξαναπεράσουμε απέναντι με τον σωστό τρόπο, τον πιάνω στην πάρλα για τα κλαμπ της περιοχής: «If you wanna keep off trouble, stay away from this club!» «Yes, sir», τώρα ήξερα πού έπρεπε να πάω! Το «Monarch» είναι μακράν το πιο cool κλαμπ του Φοίνιξ και τυχαίνει να έχει έκθεση τέχνης με όλη την underground πλέμπα παρούσα: η καλύτερή μου... «Can I have two Blue Moon’s please?». Άλλος για Τούμπα τράβηξε κι άλλος για Βαλτιμόρη Κάθομαι στο Sky Harbor και παίρνω ένα εσπρέσο. Η Αμερική είναι out of proportions, είναι τεράστια, μαζί και όλα όσα περιέχονται σε αυτή: παγωτά, κύματα, βυζιά, steaks, δρόμοι κι εμπειρίες! Μην ακούς τους κουλτουριάρηδες που την κράζουν, οι μισοί εδώ ονειρεύονται να κάνουν καριέρα, γι’ αυτό πάρε δυο μήνες άδεια, άσε το ευρωπαϊκό glamour κατά μέρος και rock’n’roll! Περιμένοντας το αεροπλάνο για Βαλτιμόρη, η Εύα μιλάει με τον Βασίλη, που ακόμη να της κάνει πρόταση γάμου: «Ήταν τέλεια». Όντως… Sleeping beauty, Grand Canyon
95
Food & Drink
Του Δημήτρη Αθανασιάδη
Μικρή Βενετία: Κουκάκι, μανάκι! Φωτογραφία: Ani Jo
Από πού βγαίνει το «Κουκάκι»; Από την αγγλική λέξη «cook», ίσον «μαγειρεύω»; Γιατί εκεί άνοιξε το μαγέρικο, μεζεδοπωλείο, τσιπουράδικο, ταβερνείο και πες το όπως θέλεις στέκι της η Βενετία. Η οποία νεαρή κυρία έβαλε στον κατάλογο ένα πιάτο με κριθαράκι και απάκι που μέρες που έρχονται πάει για Όσκαρ. Ρίχνει στο τραπέζι καβουρμά Θράκης και τσίπουρα είτε Αράχοβας είτε Καρδίτσας με άρωμα κίτρου. Ρίχνει στο σαγανάκι αβγά μάτια με λουκάνικα μερακλίδικα, πλασάρει πατατοσαλάτα με ρέγκα και σουτζουκάκια Θεσσαλονίκης, και αρχίζει
96 SOUL
το γλέντι. Στους τοίχους τελάρα, στον ουρανό ένα πολύφωτο από σπασμένα πιάτα και τσουβάλια να κρέμονται, στα ηχεία ευρεία γκάμα από Μάλαμα και Θανάση Παπακωνσταντίνου έως τους ska Αθηναίους Kill Cat. Ανοιχτό από το μεσημέρι μέχρι αργά τη νύχτα και με σλόγκαν «εν, ντε, τρουά, φτιάχνουμε μέχρι και φάβα από κουκιά», η Βενετία και η φίλη της μαγείρισσα Φλωρεντία, μαζί με έναν μάγειρα σαμουράι που φτιάχνει έως και κινέζικα πιάτα, έστησαν μια κατάσταση για γλέντι, οίνους και πόσεις που είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί στην πιά-
τσα-πεζόδρομο Κουκακίου. Εύφημος μνεία και στο συκωτάκι τους, που και καλοψημένο όπως πρέπει είναι, και στο τσακίρ κέφι πρέπει να το μαγειρεύουνε τα παιδιά της κουζίνας. Χειροκρότημα και για τις τάρτες, τις πίτες, το χοιρινό με λιαστή ντομάτα και πέστο ρόκας, το κοτόπουλο με σάλτσα πορτοκάλι και άγριο ρύζι, και πάνω από όλα στις τιμές και τον λογαριασμό: δεν υπάρχει! Γεωργάκη Ολυμπίου 15, Κουκάκι, Αθήνα, Τ: 6948 044 254
Maδrigal: Bar y Tapas Κάτι νόστιμο συμβαίνει στο Ποσειδώνιο και μας προσφέρει την ιβηρική γαστρονομία στο πιάτο μας. Η νέα αποικία της ντελικάτης γεύσης μας μυεί στην αυθεντική φιλοσοφία των tapas bar: να μοιράζεσαι το ποτό, το φαγητό, την παρέα σου και τις καλές στιγμές. Με το ακαταμάχητο ισπανικό ταπεραμέντο στην αισθητική και την κουζίνα του, το «Maδrigal» είναι ο πιο απολαυστικός τρόπος για να ανταμώσεις με τα αρώματα, την ατμόσφαιρα και τα εδέσματα της περίφημης κουλτούρας των tapas bars. Θα το καταλάβεις μόλις βρεθείς στην γκαλερί γεύσεων του «Maδrigal» που «ζωγραφίζει» τόσο περιβάλλον, με τους πίνακες που φιλοξενεί, αλλά και τον ουρανίσκο, με το ποικιλότροπα γουστόζικο μενού του. Για αρχή μπορείς να αφεθείς στην πλει-
άδα των μικρών πιάτων και μεζέδων, τα κρύα και ζεστά tapas είναι ο καλύτερος τρόπος, με 30 και πλέον επιλογές να σε περιμένουν. «Pa Amb Oli», όπως φρυγανισμένο ψωμί με καπνιστό χοιρινό, τυρί μαντσέγκο και λιαστή ντομάτα. Mejillones α λα Catalana, όπως μύδια με κέλυφος αχνιστά με βούτυρο, σκόρδο και λεμόνι. Τόσοι θεσπέσιοι πειρασμοί, τόση Ισπανία στα πιάτα του! Η παέγια, η αξεπέραστη συνταγή με τις σύγχρονες παραλλαγές της, τυλίγει αρώματα και συστατικά προσφέροντας ηδονικές στιγμές. Με κύρια χαρακτηριστικά το ρύζι, το σοφράν, τα φρέσκα μυρωδικά και τα πλούσια μπαχαρικά, όποια συνταγή κι αν δοκιμάσεις, βγαίνεις γιαμ γιαμ χορτασμένος. Paella Valenciana με χοιρινό, κοτόπουλο, τσορίθο, φασόλια και λαχα-
νικά. Για πιο χορτοφαγικές προτιμήσεις, Paella Des Vegetables, όπου μανιτάρια, πιπεριές, κολοκυθάκι, καρότα κι αρακάς ισορροπούν ιδανικά. Με τη μουσική να κρατά το πιο φιλικό τέμπο στις χαλαρές στιγμές σου, το «Maδrigal» εκτός από food στέκι είναι κι ένα μοναδικό drink σποτ. Σανγκριά, κοκτέιλ, λευκά και ροζέ κρασιά ή μπίρες θα δροσίσουν κάθε σου επίσκεψη. Κρατάς μυστικό; Πριν φύγεις μην αμελήσεις τα επιδόρπια-λιχουδιές του. Λέμε Helados y Galletas, δηλαδή παγωτό βανίλια με μπισκότα και σος σοκολάτα. Λέμε «Maδrigal», είσαι η νέα αποικία της γεύσης. Θάλητος 29, Ποσειδώνιο, Θεσσαλονίκη, T: 2310 429 419
97
Η ΖΩΟΠΑΝΗΓΥΡΗ του Γιώργου Μπάκα
ΙΧΘΥΕΣ (19 Φεβρουαρίου - 20 Μαρτίου) Το 2013 ετοιμάσου να ζήσεις έναν έρωτα όπως τον ονειρευόσουν από παιδί. Σαν παραμύθι! Κυριολεκτικά όμως! Θα κυκλοφορείτε με άλογα λόγω ακρίβειας της βενζίνης, θα φοράτε μεσαιωνικές στολές από καταστήματα στοκ με καρναβαλίστικα ρούχα και θα κάνετε βόλτες στο δάσος για να γλιτώσετε τα έξοδα της νυχτερινής διασκέδασης. Στο τέλος του παραμυθιού θα παντρευτείτε, θα ζήσετε καλά και εμείς λίγο καλύτερα, αφού μετά από λίγο καιρό θα χωρίσετε και θα τραβιέστε στα δικαστήρια, αν όχι στα κρατητήρια. ΚΡΙΟΣ (21 Μαρτίου - 19 Απριλίου) Η υγιής σχέση που διατηρείς με το αφεντικό σου (κλάιν) και η μισθολογική ικανοποίηση που αισθάνεσαι (κλάιν) πρόκειται να επιφέρουν τεράστιες φουρτούνες στην κοινωνική σου ζωή. Φράσεις όπως «Εσύ μη μιλάς καθόλου!», «Μια χαρά είσαι!», «Τι να πούμε κι εμείς!», «Έχεις γεμάτη τσέπη, άσ’ το!» και φθονερά λοξοκοιτάγματα θα σε αναγκάσουν να υποδυθείς τον δραματικό ρόλο ενός κατατρεγμένου, βασανισμένου, κακοπληρωμένου ή και μακροχρόνια απλήρωτου εργαζόμενου, προκειμένου να αποφύγεις την περιθωριοποίηση από ανθρώπους που σε προτιμούν μίζερο και βαλτωμένο στα σκατά. Κρύβε λόγια, κρύβε χαρά, δώσε πόνο! ΤΑΥΡΟΣ (20 Απριλίου - 20 Μαΐου) Πρόωρα καταλάγιασε ο ενθουσιασμός σου να συμμετάσχεις στα προγράμματα εθελοντικής δουλείας που πρότεινε ο Πέτρος Δούκας για τους έλληνες άνεργους. Η αμέσως επόμενη είδηση, πως ο πρώην Υφυπουργός Οικονομικών «ξέχασε» να δηλώσει 1 εκατομμύριο ευρώ στην εφορία, σου έκοψε τα πόδια, πάνω που ετοιμαζόσουν να τα φορέσεις αλυσίδες και να πιάσεις πόστο σε φάμπρικες, ελαιοφυτείες και χρεοκοπημένες επιχειρήσεις. Πρέπει να εμπεδώσεις πως είναι πιο μάταιο να επενδύεις σε προτάσεις σύγχρονων δουλεμπόρων από το να περιμένεις να έρθει να σε σώσει ένας «Django». ΔΙΔΥΜΟΙ (21 Μαΐου - 21 Ιουνίου) Αν εμφανίζονται ανεξήγητα εμπρός σου πιάτα με κουλουράκια, κούπες με ζεστό γάλα και κομμένα φρούτα, αν ακούς ύποπτα ροχαλητά μέσα στη νύχτα και ηλεκτρικές σκούπες το πρωί, μην φοβηθείς καθόλου! Ανήκεις επίσημα στη γενιά Μπούμερανγκ, που το ποσοστό της στην Ελλάδα αγγίζει το 50%. Η επιστροφή στο πατρικό σπίτι ένεκα οικονομικών προβλημάτων ήταν αναπόφευκτη και στο εξής πρέπει να αναπτύξεις άμυνες επιβίωσης ανθεκτικότερες από αυτές που αντιμετωπίζουν οι ορειβάτες του Έβερεστ, η τρικομματική κυβέρνηση και το δίδυμο Παπαγεωργόπουλου - Λέει Μούσια. Για αρχή, προτείνω να μάθεις στους γονείς σου Tichu. ΚΑΡΚΙΝΟΣ (22 Ιουνίου - 22 Ιουλίου) Πολύ συχνά λαμβάνω e-mail αναγνωστών που με ρωτάνε «Κύριε Γιώργο, πότε θα πιάσω την καλή;», «Θα βρω δουλειά σύντομα;», «Πόσα πόδια βατράχου ρίχνω στην κατσαρόλα, για να φτιάξω αντίδοτο για την αγαμία;». Θα πρότεινα να μην ανησυχείς καθό98 SOUL
λου, Καρκινάκι μου. Όπως θα έλεγε και ο γέροντας Παΐσιος: «Κάπου ανάμεσα στο 2.000 και 100.000 μ.Χ., θα συμβεί κάτι καλό». Το μόνο που μένει να κάνεις είναι υπομονή και να μην ξεχνάς πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε, όπως υπάρχουν και άνθρωποι που τρώνε κάθε μέρα αστακό. Ανήκεις στην πρώτη κατηγορία, φυσικά. ΛΕΩΝ (23 Ιουλίου - 22 Αυγούστου) Έπειτα από μια μεγάλη περίοδο απίστευτης γκίνιας και ανυπόφορης γκρίνιας, μια θεία καλλιτεχνική επιφοίτηση θα σου δώσει το boost για να ξυπνήσεις από τον αιώνιο λήθαργο του «θα κάνω», του «ετοιμάζω», του «έχω στα σκαριά» και να ασχοληθείς με πράγματα που θα σε κάνουν επιτέλους να νιώσεις και πάλι ζωντανός/ή. Είτε αυτά αφορούν τη δημιουργία είτε την καταστροφή είτε και τα δύο μαζί. Να σηκώσεις ανάστημα, να κατεβάσεις μύτη, να σηκώσεις κώλο και να κατεβάσεις ιδέες. Ακόμα και αν χρειαστεί να ομορφύνεις τη ζωή σου με τον πιο άσχημο τρόπο ή να την ασχημύνεις με τον πιο όμορφο. ΠΑΡΘΕΝΟΣ (23 Αυγούστου - 22 Σεπτεμβρίου) «Δεν θα χορέψω στον σκοπό σου, δεν είμαι μαϊμού», απάντησε ο Ταραντίνο σε κάποιον δημοσιογράφο που προσπαθούσε να τον στριμώξει σε μια συνέντευξη. Ο μήνας που διανύουμε θα σου παραδώσει μαθήματα τόλμης, αυθορμητισμού, γενναιότητας και αληθινού τσαμπουκά. Θα σου μάθει να απαντάς σε όλες τις προκλήσεις, τις προσβολές, τις κατηγορίες, τους υπαινιγμούς, ακόμα και αν κινδυνεύεις να βρεθείς με δύο δόντια. Μπορεί ο Χριστός να γύρισε το μάγουλο, όταν τον χαστούκισαν, αλλά ήταν γιος του Θεού. Πόσο βέβαιος είσαι ότι πόνεσε πραγματικά; ΖΥΓΟΣ (23 Σεπτεμβρίου - 23 Οκτωβρίου) Μπαίνει ένα βράδυ ο M.C. Escher μέσα στο σπίτι του και μπαίνει ένα βράδυ ο M.C. Escher μέσα στο σπίτι του και μπαίνει ένα βράδυ ο M.C. Escher μέσα στο σπίτι του. Και κάπως έτσι μοιάζει η ζωή σου, τους τελευταίους μήνες. Μια ατελείωτη λούπα… που, βέβαια, θα μπορούσε να είναι και μια ευχάριστη ατελείωτη λούπα, όπως, για παράδειγμα, να κάνεις κάθε μέρα σεξ με όποιον/όποια σου κάνει κέφι, να τρως στα πιο ακριβά εστιατόρια ή να ταξιδεύεις από χώρα σε χώρα μέχρι να σιχαθείς τον κόσμο και να πεις «τελικά, μια χαρά δεν ήμουν στην Ελλάδα». Αλλά δεν είναι. ΣΚΟΡΠΙΟΣ (24 Οκτωβρίου - 21 Νοεμβρίου) «Σε περίπτωση που παλεύεις με έναν γορίλα, δεν
τα παρατάς όταν κουραστείς εσύ. Τα παρατάς όταν κουραστεί ο γορίλας», είχε πει σε μια συνέντευξη Τύπου ένας γορίλας. Θα μου πεις: «Οι γορίλες μιλάνε;». Εδώ παλεύουν με ανθρώπους - θα μας τρελάνεις; Φυσικά και μιλάνε! Ο Μάρτης, εκτός από δάρτης, γδάρτης και νταής, θα αποβεί κρίσιμος για να συνειδητοποιήσεις πως η διαμάχη ανάμεσα σε ανθρώπους και ουγκ νεοφασίστες θα κρατήσει για πολύ καιρό ακόμη. Βάστα γερά, γιατί έρχονται «δισάραιστα δρόμαινα». ΤΟΞΟΤΗΣ (22 Νοεμβρίου - 21 Δεκεμβρίου) Οι προσωπικές σου ανησυχίες για το πού πηγαίνει η χώρα έχουν αγγίξει όλη την υφήλιο, έπειτα από την ένταξη του Γιώργου Παπανδρέου στη λίστα με τους 100 μεγαλύτερους στοχαστές όλου του κόσμου. Τα πλάνα φυγής που μελετούσες για το εξωτερικό έδωσαν τη θέση τους σε πλάνα φυγής σε γειτονικούς πλανήτες και, ει δυνατόν, σε παράλληλα σύμπαντα, όπου κυριαρχεί, αν όχι η λογική διά της ύπαρξης νοημόνων όντων, έστω μια φυσική τάξη και αρμονία με λίγο οξυγόνο. Ο μήνας θα σε βρει απομονωμένο/η από οικογένειες, φίλους και γνωστούς έως ότου αποδεχτείς τον σουρεαλισμό της ανθρώπινης φύσης. ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ (22 Δεκεμβρίου - 19 Ιανουαρίου) Υπάρχει ένα φοβερά αστείο ανέκδοτο για τους πεσιμιστές, αλλά δεν το ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως ο πεσιμισμός, που έχει εξαπλωθεί σαν επιδημία στους συμπολίτες σου, σε έχει συμπαρασύρει και δεν βλέπεις τίποτα στον ορίζοντα πέρα από μερικά σύννεφα σκότους, μαυρίλας και αιθαλομίχλης. «Δώσε τρόπο στην οργή», γράφει ένα σύνθημα στην Αγίου Δημητρίου, από αυτά τα συνθήματα που σε προτρέπουν να κάνεις κάτι, αλλά εσύ τα αναπαράγεις στο facebook, με αποτέλεσμα να χάνουν την ουσία τους, αλλά να κερδίζουν εντυπώσεις και πολλά like, που είναι και το ζητούμενο (sick). ΥΔΡΟΧΟΟΣ (20 Ιανουαρίου - 18 Φεβρουαρίου) Οι Έλληνες δεν γεννάνε και γερνάνε, λένε οι στατιστικές. Αν συνυπολογίσεις τις ορδές των νεαρών αγοριών και κοριτσιών που έφυγαν μετανάστες στο εξωτερικό, οι πιθανότητες να ζευγαρώσεις έχουν ελαττωθεί σημαντικά, αν δεν είσαι νεκρόφιλος ή κτηνοβάτης. Το 2013 θα σε κάνει να αναθεωρήσεις και να αποκτήσεις ελευθεριακές απόψεις γύρω από το σεξ, την ανταλλαγή συντρόφων και να ασπαστείς μια φιλοσοφία που θέλει να μπλέκονται τα μπούτια παρά οι καταστάσεις (ποτέ και τα δυο ταυτόχρονα).
71
SOUL ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥΜ! ΤΟ ΟΠΙΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ! 02/03 2013
Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 2310 MAGAZINE ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 2013 €3.00
Scarlett Johansson
71