__MAIN_TEXT__
feature-image

51 minute read

Ναυτικές Επιχειρήσεις κατά τον πόλεμο της Μικράς Ασίας Tου Άρη Μπιλάλη

Ναυτικές Επιχειρήσεις κατά

100 χρόνια σ υ μ π λ η ρ ώ ν ο ν τ α ι από τον καταστροφικό Μικρασιατικό πόλεμο. Ένας πόλεμος που επιχειρησιακά εκτυλίχτηκε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και έχει λογικά συνδεθεί με την εκεί δράση του Ελληνικού Στρατού. Ωστόσο δεν πρέπει να παραγνωρίζεται τόσο ο ρόλος του Πολεμικού Ναυτικού όσο και της Αεροπορίας στην έκβαση του πολέμου. Το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό δεν είχε να αντιμετωπίσει κάποιο συντεταγμένο εχθρικό Πολεμικό Ναυτικό. Ωστόσο έπρεπε να διασφαλίσει τους όρους που θα επέτρεπαν στον Στρατό να αντιμετωπίσεις τις εχθρικές δυνάμεις. Και ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη προσπάθεια, δεδομένου των αποστάσεων που έπρεπε να διανυθούν από τα πλοία του Στόλου, του τεράστιου εύρους των ακτών που χρειαζόταν να επιτηρηθούν αλλά και των περιορισμών που του έθετε η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική σκηνή. Το Ναυτικό μας διενήργησε βομβαρδισμούς παράκτιων εχθρικών θέσεων, υποστήριξη χερσαίων επιχειρήσεων, μεταφορές στρατευμάτων και εφοδίων και στο βαθμό που του επιτρεπόταν προσπάθησε να διενεργήσει νηοψίες για να αποκλείσει τις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πολεμοφοδίων στις δυνάμεις των Τούρκων εθνικιστών. Η παρούσα καταγραφή των πεπραγμένων του Πολεμικού Ναυτικού δεν αποσκοπεί στην εκφορά κρίσεων επί των αποφάσεων της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας. Σκοπός του γράφοντος είναι να παρουσιαστεί ένα χρονολόγιο, όσο γίνεται πιο πλήρες, των ναυτικών γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά τον Μικρασιατικό Πόλεμο. Στις 30 Οκτωβρίου/12 Νοεμβρίου 1918 το θωρηκτό 1 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ μαζί με άλλα πλοία από τον συμμαχικό στόλο απέπλευσαν από τον Μούδρο και διέπλευσαν τα Στενά της Έλλης. Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής του Μούδρου, που είχε συναφθεί στις 17/30 Οκτωβρίου επί του καταστρώματος του βρετανικού θωρηκτού AGAMEMNON, ο τουρκικός στόλος θα παραδινόταν για να διαμοιραστεί στη συνέχεια στις νικήτριες δυνάμεις. Η ελληνική μοίρα, αποτελούμενη από τον ΑΒΕΡΩΦ και τα ανιχνευτικά 2 ΑΕΤΟΣ, ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ, έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Οκτωβρίου/13 Νοεμβρίου, όπου πραγματοποίησε μαζί με τις αντίστοιχες, βρετανική, γαλλική και ιταλική, μοίρες ολιγόωρη ναυτική επίδειξη προ του ανακτόρου στο Ντολμά Μπαχτσέ. Εκείνη την ώρα ένας Οθωμανός υποστράτηγος ονόματι Μουσταφά Κεμάλ διέσχιζε τον Βόσπορο επί του

Το ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ ήταν θωρακισμένο καταδρομικό αλλά καθώς στην Ελλάδα καθιερώθηκε ο χαρακτηρισμός του ως θωρηκτό, εφεξής θα αναφέρεται ως θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ. Τα αποκαλούμενα και «θηρία» εξαιτίας των ονομάτων τους, χαρακτηρίστηκαν αντιτορπιλικά μετά τη δεκαετία του 1920.

ρυμουλκού ENTERPRISE 3 . Αντικρίζοντας τον παρατεταγμένο συμμαχικό στόλο σχολίασε λέγοντας «θα φύγουν όπως ήρθαν». Κατόπιν τα 46 πολεμικά σκάφη κατευθύνθηκαν στο αγκυροβόλιο τη Νικομήδειας όπου ήδη είχε καταπλεύσει απευθείας από τον Μούδρο το αντιτορπιλικό 4 ΒΕΛΟΣ. Το πρώτο ελληνικό πλοίο που πρόσδεσε στην Κωνσταντινούπολη ήταν το ΒΕΛΟΣ, με κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Πέτρο Βούλγαρη, στις 2/15 Νοεμβρίου. Οι εκδηλώσεις λατρείας του ελληνικού πληθυσμού προς το πλήρωμα του ΒΕΛΟΣ περιγράφονται από τον Πλωτάρχη Βούλγαρη: «Ό,τι είδον κατά την άφιξην του στόλου μας εις την Κωνσταντινούπολη υπερβαίνει πάσαν περιγραφήν. Ουδέποτε παρέστην μάρτυς τοιούτου παράφορου ενθουσιασμού. Ήτο κάτι εντελώς αφάνταστον. […] Οι Έλληνες με λέμβους είχαν περικυκλώσει το τορπιλλοβόλον, ανερριχήθησαν επί του σκάφους και το κατέκλυσαν. Εφιλούσαν με δάκρυα τα κανόνια, τας σημαίας και τα σχοινιά ακόμη.» Όταν έφτασαν τα συμμαχικά πλοία, ο τούρκικος στόλος είχε ήδη υποστείλει τις σημαίες των πλοίων και τις επόμενες εβδομάδες ξεκίνησε ο αφοπλισμός του. Τα τουρκικά πλοία παρέμειναν δεμένα, με εξαίρεση πέντε σκάφη που το Φεβρουάριο του 1919 τους επετράπη από τη Συμμαχική Διοίκηση να περιπολούν για να παρεμποδιστεί το λαθρεμπόριο όπλων. Παράλληλα με την εμφάνιση των ελληνικών πλοίων στην Κωνσταντινούπολη, πραγματοποιήθηκε υπέρπτηση ελληνικών αεροσκαφών υπό τον Πλωτάρχη Αριστείδη Μωραϊτίνη που είχαν απογειωθεί από τη Λήμνο και προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο του Αγίου Στεφάνου. Κατόπιν η Κωνσταντινούπολη τέθηκε υπό τον έλεγχο Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών, ενώ δημιουργήθηκαν Ναυτικές Βάσεις. Σε αυτά τα πλαίσια συγκροτήθηκε τον Ιούλιο του 1919 η ελληνική Ναυτική Βάση στην Κωνσταντινούπολη που αποτέλεσε την αφετηρία για τα περισσότερα ελληνικά πολεμικά πλοία που στάλθηκαν να συνδράμουν την εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία. Η δράση του Στόλου στο βόρειο τμήμα του Εύξεινου Πόντου δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κειμένου και καλύπτεται πλήρως από το εξαιρετικό βιβλίο «Η πρώτη επέμβαση» του Στυλιανού Χαρατσή. Η παρουσία του ελληνικού θωρηκτού ΑΒΕΡΩΦ μπροστά από το τουρκικό ανάκτορο στο Ντολμά Μπαχτσέ αποτέλεσε μια πρόκληση για τους Τούρκους εθνικιστές. Σύμφωνα με αναφορές στον τουρκικό

3

4 Το ρυμουλκό που είχε ναυπηγηθεί το 1911 εντοπίστηκε το 2017εγκαταλειμμένο με το όνομα KARTALII και αναπαλαιώθηκε για να εκτεθεί στο Ναυτικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης λόγω της συσχέτισής του με τον Κεμάλ. Τα πλοία των κλάσεων ΑΣΠΙΣ και ΘΥΕΛΛΑ είχαν αρχικά χαρακτηριστεί στην Ελλάδα ως αντιτορπιλικά. Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όσα παρέμεναν στις τάξεις του Π.Ν. χαρακτηρίζονταν πια τορπιλοβόλα.

τον πόλεμο της Μικράς Ασίας

Παροπλισμένα τουρκικά πολεμικά πλοία στον Κεράτιο το 1919. Δεξιά το καταδρομικό HAMIDIYE. (Imperial War Museum)

τύπο μια ομάδα αξιωματικών του τουρκικού Π.Ν. σχεδίαζε να βυθίσει το σκάφος προσκρούοντας σε αυτό με μια βενζινάκατο στην οποία θα είχαν προσκολλήσει μια τορπίλη. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, το σχέδιο τους έγινε αντιληπτό από τη Βρετανική Ναυτική Διοίκηση και τους ενημέρωσαν πως σε περίπτωση απώλειας του ΑΒΕΡΩΦ, θα παραχωρούσαν στην Ελλάδα το τουρκικό καταδρομικό μάχης YAVUZ SULTANE SELIM (το πρώην γερμανικό GOEBEN). Αυτό αποτέλεσε το λόγο που δεν προχώρησαν στην υλοποίηση του σχεδίου τους. Σύμφωνα με άλλα δημοσιεύματα, ένας Βρετανός συνταγματάρχης είχε προσφερθεί να βυθίσει τον ΑΒΕΡΩΦ αν οι Τούρκοι του κατέβαλαν πεντακόσιες χιλιάδες τουρκικές λίρες. Στις 11/24 Δεκεμβρίου 1918, το ανιχνευτικό ΛΕΩΝ κατέπλευσε στη Σμύρνη και έγινε αντικείμενο λατρείας του ελληνικού στοιχείου της πόλης. Ο τύπος της εποχής καταγράφει σχετικά: «Άνθρωποι ανέβησαν εις τα κατάρτια του πλοίου και εις την καπνοδόχο και ζητωκραύγαζαν και έκλαιγαν από ενθουσιασμό. Και ο ΛΕΩΝ επί δυο μήνας παραμείνας εις τον λιμένα της Σμύρνης, εγένετο αντικείμενον καθημερινών εκδηλώσεων των Ελλήνων, οι οποίοι τον κατέκλυζαν κυριολεκτικώς καθ’ ημέραν.» Το Μάρτιο του 1919 ο ΑΒΕΡΩΦ προέβη σε περιπολία στον Εύξεινο Πόντο και κατόπιν αναχώρησε για το Αιγαίο. Στις 3/16 Απριλίου κατέπλευσε για πρώτη φορά στην σημαιοστολισμένη Σμύρνη όπου δέχθηκε τις εκδηλώσεις χαράς. Λίγο αργότερα, στις 27 Απριλίου/10 Μαΐου, το αντιτορπιλικό ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ μετέβη σε οχυρά σημεία της

χερσονήσου της Ερυθραίας όπου ύψωσε ελληνικές σημαίες, ενώ τοποθετήθηκαν φρουρές ευζώνων που είχαν αποβιβαστεί από το σκάφος στα Βούρλα (Βρυούλα). Στο μεταξύ η Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων κάλεσε την Ελλάδα να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη για να αποκατασταθεί η έννομος τάξη. Σε άμεση εφαρμογή της απόφασης, τα ελληνικά μεταγωγικά πλοία ξεκίνησαν από τις Ελευθερές στις 30 Απριλίου/13Μαΐου, συνοδευόμενα από τα ελληνικά αντιτορπιλικά ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ και ΛΟΓΧΗ, τα τορπιλοβόλα ΑΙΓΛΗ και ΘΕΤΙΣ και τρία αγγλικά, μεταφέροντας στη Σμύρνη την 1η Ελληνική Μεραρχία. Η νηοπομπή με το ανιχνευτικό ΛΕΩΝ ως προπομπό αγκυροβόλησε στις 12.40 της 1ης Μαΐου στον κόλπο της Γέρας προκειμένου να γίνουν οι τελικές προετοιμασίες για την αποβίβαση στη Σμύρνη. Στις 02.20 τα πλοία αναχώρησαν και κατά το μεσονύκτιο πλου συνάντησαν το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ, που επίσης κατευθυνόταν προς τη Σμύρνη. Ο κυβερνήτης της ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑΣ απηύθυνε στο ΚΙΛΚΙΣ το σήμα «Χριστός Ανέστη» για να λάβει την απάντηση «Αληθώς Ανέστη». Στις 07.15 της 2/15 Μαΐου 1919 η ελληνική Μοίρα καταπλέει στον κόλπο της Σμύρνης, όπου βρίσκονται ήδη τα ΑΒΕΡΩΦ και ΛΗΜΝΟΣ καθώς και διάφορα συμμαχικά πολεμικά πλοία. Τα συναισθήματα πλημμυρίζουν τους Έλληνες της Σμύρνης και τα περιγράφει 5 ο Μανόλης Μεγαλοκονόμος: «Όταν έφυγε η πρωινή άχνα φάνηκε στο βάθος ο θρυλικός ΑΒΕΡΩΦ, ακολουθούσε το ΠΑΤΡΙΣ με το 34ο Ευζωνικό Σύνταγμα. ΕΡΧΟΝΤΑΙ ακούστηκε μια μυριόστομη φωνή […] Χιλιάδες μάτια δακρυσμένα βλέπουν τα πλοία να πλησιάζουν. Καθαρά φαίνονται οι τσολιάδες. Να και η πολεμική ελληνική σημαία, όλος ο κόσμος μαζί με τον Χρυσόστομο ψέλνουν «Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια». Τι συγκινητική στιγμή, χιλιάδες μάτια δακρυσμένα βλέπουν για πρώτη φορά ευζώνους και την ένδοξη πολεμική ελληνική σημαία.» Ναυτικά αγήματα από τον ΑΒΕΡΩΦ κατέλαβαν θέσεις στην κορυφογραμμή Πάγος που δεσπόζει της Σμύρνης, στην είσοδο του κόλπου και το παράκτιο φρούριο. Αντίστοιχα αγήματα του ΛΗΜΝΟΣ κατέλαβαν την παραλιακή οδό και δημόσια κτίρια ενώ διενέργησαν περιπολίες στην πόλη. Ακολούθως πλεύρισαν τα μεταγωγικά ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ και ΠΑΤΡΙΣ και αποβίβασαν τα τμήματα του Στρατού που κατέλαβαν την περιοχή. Τα ραδιοτηλεγραφήματα που απέστειλε εκείνες τις ώρες ο ΑΒΕΡΩΦ είναι ενδεικτικά: «Ώρα 8.30’ π.μ. Ατμόπλοιον Πατρίς αποβιβάζει ευζώνους. Λαός πανηγυρίζει. Το πρώτο οπλιταγωγόν επλεύρισε. Πλήθος άπειρον κόσμου ζητωκραυγάζει.» Ταυτόχρονα προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Παράδεισος της Σμύρνης και ένα αεροσκάφος της ελληνικής Ναυτικής Αεροπορίας. Σύντομα συγκεντρώθηκαν 25 αεροσκάφη που αποτέλεσαν τη Ναυτική Αεροπορική Μοίρα Σμύρνης και παρείχαν αναγνωρίσεις, βομβαρδισμούς

To Aντιτορπιλικό ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ στη Σμύρνη το 1919. (Ναυτική Eπιθεώρηση)

και πυροβολισμούς προσφέροντας σημαντικά στις πολεμικές επιχειρήσεις. Στο λιμάνι της Σμύρνης παρέμεναν η τουρκική κανονιοφόρος ΗΙΖΙRREIS, η ναρκοθέτιδα NUSRET 6 , η ακταιωρός Νο.14 και ένα μεταγωγικό. Στη ναρκοθέτιδα, στην ακταιωρό και στο μεταγωγικό θα δοθεί μετά από μερικές εβδομάδες η άδεια να αναχωρήσουν, αλλά το ΗΙΖΙRREIS παρέμεινε υπό κράτηση. Το πλήρωμά του συνελήφθη από τους Άγγλους και οδηγήθηκε επί του ΛΗΜΝΟΣ, καθώς εκτιμήθηκε ότι προετοιμαζόταν να βάλει εναντίον των ελληνικών πλοίων. Στις 3/16 Μαΐου ένα ναυτικό άγημα αποβιβάστηκε από τη ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ και κατέλαβε το Λιμεναρχείο της Σκάλας Βούρλων και συνέλαβε πέντε Τούρκους στρατιώτες ενώ την επομένη αποβιβάστηκε εκ νέου για να συλλάβει κακοποιά στοιχεία. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 6/19 Μαΐου, αποβιβάζεται από το ατμόπλοιο BANDIRMA στην Τραπεζούντα ο Υποστράτηγος Μουσταφά Κεμάλ με σκοπό να διαλύσει το 3ο Σώμα Στρατού. Αντ’ αυτού προσπαθεί να εξασφαλίσει γαιάνθρακες για τις κανονιοφόρους AYDINREIS και PREVEZE που παρέμεναν ακινητοποιημένες εξ αιτίας έλλειψης καυσίμου και να δημιουργήσει ένα στολίσκο ακταιωρών που θα καταπολεμούσε την πειρατεία. Το τελευταίο έτυχε της άρνησης των Συμμάχων, αλλά οι δυο κανονιοφόροι θα περάσουν στον έλεγχο του Κεμάλ, ο οποίος άμεσα προχώρησε στην οργάνωση ενός μετώπου αντίστασης ενάντια στις Συμμαχικές δυνάμεις. Έκτοτε ο κύριος ρόλος του Πολεμικού Ναυτικού μας ήταν ο θαλάσσιος αποκλεισμός των παραλίων της Μικράς Ασίας προκειμένου να περιοριστεί ο ανεφοδιασμός των δυνάμεων του Κεμάλ. Δυστυχώς οι οδοί ανεφοδιασμού δεν βρίσκονταν μόνο στα παράλια του Ευξείνου αλλά ξεκινούσαν και από τα νότια και νοτιοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας τα οποία τότε ελέγχαν οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, κατ’ όνομα σύμμαχοι της Ελλάδας. Η ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ κατέπλευσε στις 7/20 Μαΐου στο Αϊβαλί προκειμένου να ενισχύσει το τορπιλοβόλο ΔΑΦΝΗ στην τήρηση της τάξης. Στις 15/28 Μαΐου κατέπλευσε εκεί και το ανιχνευτικό ΑΕΤΟΣ συνοδεύοντας τα μεταγωγικά ΕΣΠΕΡΙΑ και ΥΠΕΡΟΧΗ τα οποία αποβίβασαν την

Πρόκειται για την ίδια ναρκοθέτιδα (ναυπηγηθείσα το 1911 στην Γερμανία) της οποίας οι νάρκες προκάλεσαν τον Φεβρουάριο του 1915 τη βύθιση τριών Συμμαχικών θωρηκτών στα Στενά. Το 1962 εκποιήθηκε και μετασκευάστηκε σε φορτηγό πλοίο, το οποίο βυθίστηκε στη Μερσίνα το 1989. Τμήματα του κύτους του χρησιμοποιήθηκαν το 2003 για την ανέγερση ενός κακής ποιότητας αντίγραφου. ίδια ημέρα στρατεύματα στα Μοσχονήσια και την επομένη στο Αϊβαλί. Τα ελληνικά τμήματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με τουρκικές δυνάμεις και στις 18/31 Μαΐου ο ΛΕΩΝ, υπό τον Πλωτάρχη Περικλή Ρουσσέν, έβαλε με τα πυροβόλα του εναντίον των εχθρικών θέσεων. Στις 24 Μαΐου/6 Ιουνίου η ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ δέχθηκε πυρά ενώ εξέταζε θέσεις σε έναν ελαιώνα στο Χαρέμ-κιοΐ καί τα ανταπέδωσε. Τις επόμενες δύο εβδομάδες το σκάφος υποστήριξε την κατάληψη του Δεκελί και στις 2/15 Ιουλίου κατέπλευσε στο Χαρέμ-κιοΐ όπου ήδη το ΛΕΩΝ και το καταδρομικό ΕΛΛΗ υποστήριζαν την αριστερή πτέρυγα του ελληνικού στρατού. Την επομένη η ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ έβαλε εναντίον τουρκικών θέσεων στο Καραγάτς και στο γειτονικό χωριό Γκιουμέτο. Στις 24 και 25 Ιουνίου το ΕΛΛΗ ανέλαβε την κάλυψη με πυρά της προέλασης αποσπάσματος του Στρατού από το Αϊβαλί προς το Μουρατλή και το Αραπλάρ, την οποία και πραγματοποίησε με επιτυχία. Στις 4/17 Ιουλίου το πρωί, η ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ έβαλε 86 βλήματα εναντίον των τουρκικών θέσεων στο Γκιουμέτο και το Γιαγιά-κιοΐ. Το ίδιο απόγευμα η ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ ενεπλάκη με τουρκικό πυροβολικό που έβαλε από το Καραγάτς. Περί τα επτά βλήματα πυροβόλων έπεσαν σε αποστάσεις 30 έως 150 μέτρων από το πλοίο, το οποίο έβαλε επί τρείς ώρες εναντίον θέσεων στο Καραγάτς σε υποστήριξη του ελληνικού πυροβολικού. Από την 27 Απριλίου μέχρι την 3 Δεκεμβρίου, οπότε και επέστρεψε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνος, η ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ διένυσε 6.203 μίλια ενώ οι μηχανές του λειτούργησαν επί 457,7 ώρες καταναλώνοντας 102,260 τόνους κάρβουνο. Πέρα από την υποστήριξη που παρείχαν με τα πυροβόλα τους, τα ελληνικά πλοία σκοπίμως έπλεαν κοντά στις εμπόλεμες ακτές προκειμένου να προσελκύσουν τα εχθρικά πυρά και με αυτό τον τρόπο να αποκαλυφθούν οι εχθρικές θέσεις. Toν Φεβρουάριο του 1920 έλαβε χώρα η Διάσκεψη του Λονδίνου κατά την οποία αποφασίστηκε ο διαμελισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στις 2/15 Μαρτίου, βρετανικά στρατιωτικά αποσπάσματα και ναυτικά αγήματα κατέλαβαν καίριες θέσεις στην Κωνσταντινούπολη, σε εφαρμογή του σκεπτικού για τη σύσταση ενός διεθνούς ελέγχου «Κράτους των Στενών» 7 . Το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ που ναυλοχούσε στον

7 Η Συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε τη δημιουργία της Ζώνης των Στενών υπό διεθνή επιτροπεία, η οποία θα περιελάβανε τα Στενά των Δαρδανελίων, του Βοσπόρου και τις ενδιάμεσες περιοχές συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης, με σκοπό τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας από τις νικήτριες δυνάμεις.

Αριστερά: Σμύρνη 2 Μαΐου 1919. Εορταστικοί κανονιοβολισμοί από τον ΑΒΕΡΩΦ. (Imperial War Museum) Δεξιά: Ένα αντιτορπιλικό και ο ΛΕΩΝ. (Imperial War Museum)

Βόσπορο, ανέλαβε περιπολία κατά μήκος των ακτών προς προστασία των ελληνικών συνοικιών. Το δε αντιτορπιλικό ΘΥΕΛΛΑ εισήλθε στον Κεράτιο και αγκυροβόλησε έναντι του Πατριαρχείου και του παρακείμενου τουρκικού ναυστάθμου. Ναυτικά αγήματα από το πλήρωμα του ΚΙΛΚΙΣ ανέλαβαν να περιπολούν τη συνοικία του Πέραν, ενώ τρείς ημέρες αργότερα κατέπλευσε και το τορπιλοβόλο ΑΡΕΘΟΥΣΑ στον Κεράτιο. Η επιχείρηση «προσωρινής» κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τις συμμαχικές δυνάμεις ολοκληρώθηκε εντός λίγων ημερών με πρόφαση την αναχαίτιση του τουρκικού εθνικισμού. Στις 26 Απριλίου/5 Μαΐου 1920 το ανιχνευτικό ΙΕΡΑΞ έπλευσε στο Βατούμι το οποίο κατείχαν από τον Δεκέμβριο του 1918 βρετανικές δυνάμεις 8 . Στα παράλια του Καυκάσου συνέρρεαν κατά χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες στην προσπάθεια τους να μεταφερθούν σε ασφαλές έδαφος. Το ΙΕΡΑΞ παρέμεινε στο Βατούμι επί δυο εβδομάδες και μετά κατέπλευσε στο Σοχούμι και συνέχισε να κινείται ανά λίγες ημέρες μεταξύ των δυο λιμένων. Τελικά επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη στις 17/30 Μαΐου μεταφέροντας και ορισμένους πρόσφυγες. Το Μάιο του 1920 ο ελληνικός Στρατός ξεκίνησε την προώθηση των δυνάμεών του πέρα από τα όρια της ζώνης που του είχε παραχωρηθεί κατά τη Συνδιάσκεψη των Παρισίων. Ένα μέρος των δυνάμεων κινήθηκαν βόρεια από το Αϊβαλί προς το Αδραμύττιο με σκοπό να προωθηθεί έως την Πάνορμο. Την παράκτια πορεία την κάλυπτε το αντιτορπιλικό ΝΙΚΗ μιας και οι στρατιωτικές δυνάμεις δεν διέθεταν πυροβολικό. Στις 12 Μαΐου το ΝΙΚΗ έβαλε 45 βολές με τα πυροβόλα των 76 και 58 χιλ. κατά τουρκικών θέσεων πέριξ του Καραγάτς. Ο εντοπισμός των εχθρικών θέσεων και ο υπολογισμός της απόστασης βολής γινόταν με δυσκολία μιας και δεν υπήρχε ασύρματη επικοινωνία με τις επίγειες δυνάμεις. Στις 28 Ιουνίου/11 Ιουλίου το ελληνικό πετρελαιοκίνητο ΦΙΛΙΑ 9 υπό τον πλοίαρχο Μάρκο Μαρκίδη κατέπλευσε στην Κερασούντα για να επιδιορθωθεί μηχανική βλάβη. Εκεί το σκάφος κυριεύθηκε από όχλο Λαζών, ενώ το επταμελές ελληνικό πλήρωμα μεταφέρθηκε στις φυλακές και μετά από πάροδο δέκα ημερών δολοφονήθηκε. Το δε σκάφος, που αποτέλεσε την πρώτη απώλεια του εμπορικού μας ναυτικού κατά την Μικρασιατική εκστρατεία, περιήλθε στους Κεμαλικούς και με το όνομα του αποδιδόμενο πλέον σε FILYA χρησίμευσε σε μεταφορές τους στην Μαύρη Θάλασσα.

Χαρακτηριστική της κατάστασης που επικρατούσε στον Καύκασο είναι η εναλλαγή στην κατοχή της περιοχής. Μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας, το Βατούμι εκκενώθηκε από τα στρατεύματά της, που το είχαν καταλάβει τον Απρίλιο του 1918, βάσει της Ρώσο-Τουρκικής ανακωχής. Ωστόσο το διεκδικούσαν η Αρμενία, η Γεωργία και η φιλοτουρκική αυτό-ανακηρυχθείσα Δημοκρατία του Νοτιο-Δυτικού Καυκάσου μέχρι που αυτή καταλύθηκε τον Απρίλη του 1919 από τις βρετανικές δυνάμεις. Οι Βρετανοί στήριζαν την Δημοκρατία του Βατούμι που λειτούργησε από τον Ιανουάριο του 1919 έως τον Ιούλιο του 1920 οπότε η Δημοκρατία της Γεωργίας ανέλαβε τον έλεγχο της περιοχής που πέρασε τελικά τον Μάρτιο του 1921 στους Σοβιετικούς. Ναυπηγήθηκε το 1917 στα D. & J. Bootτης Ολλανδίας ως STEEN WIJKERDIEP (265 κ.ο.χ., 39,8 x7,1 μ.). Αγοράστηκε το 1919 από την Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος και αποτέλεσε ένα από τα πρώτα ελληνικά πετρελαιοκίνητα σιδηρά πλοία. Μετά τη σύλληψή του εντάχθηκε στο τουρκικό Π.Ν. Παροπλίστηκε το 1933 και αναφέρεται τελευταία φορά το 1935 ως πλωτή αποθήκη. Μια αναφορά ότι εκποιήθηκε το 1977 σε ιδιώτες ως MEMERKAPTEN είναι μάλλον αναληθής. Παράλληλα, οι βρετανικές ναυτικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί στην Προποντίδα ανέλαβαν δράση προκειμένου να διασφαλίσουν ορισμένες στρατηγικές τοποθεσίες. Τον Ιούνιο του 1920 τα θωρηκτά RAMILLIES και REVENGE υποστήριξαν με τα πυροβόλα τους των 15 ιντσών την άμυνα της Νικομήδειας, που δεχόταν έντονη πίεση από τις Εθνικιστικές επιθέσεις. Τα θωρηκτά ROYAL OAK και RESOLUTION και το καταδρομικό CERES αποβίβασαν ένα απόσπασμα στρατού στη Λάμψακο με σκοπό να διατηρήσουν τον έλεγχο της πόλης, μέχρι να φθάσουν ελληνικές δυνάμεις. Στις 18 Ιουνίου 1920 τα ανιχνευτικά ΑΕΤΟΣ και ΛΕΩΝ συνόδευσαν στην Προποντίδα μοίρα μεταγωγικών πλοίων με τα οποία μεταφερόταν η Μεραρχία Ξάνθης. Εκεί σχηματίστηκαν δυο νηοπομπές. Η μια με επικεφαλής το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ και υποστηριζόμενο από το τορπιλοβόλο ΑΛΚΥΟΝΗ και αγγλικά πολεμικά 10 κάλυψαν την απόβαση στην Πάνορμο. Η δεύτερη νηοπομπή είχε ως αρχηγίδα το ΑΕΤΟΣ που μαζί με άλλο ένα αγγλικό πολεμικό κινήθηκαν προς την Αρτάκη. Οι δυο αποβάσεις προχώρησαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση μιας και οι Εθνικιστικές δυνάμεις είχαν ήδη εγκαταλείψει την περιοχή. Στις 22 Ιουνίου/5 Ιουλίου τα βρετανικά θωρηκτά REVENGE, ROYAL SOVEREIGN με τα αντιτορπιλικά WESTCOTT και VENETIA συναντήθηκαν στα ανοιχτά των Μουδανιών και την επομένη αποβίβασαν ναυτικά αγήματα σε αποβατικά σκάφη που τα μετέφεραν στη στεριά. Εκεί συνάντησαν έντονη αντίσταση από τις Εθνικιστικές δυνάμεις αλλά κατόρθωσαν να καταλάβουν την πόλη με αποτελεσματικά πυρά από τα πυροβόλα των 6 ιντσών. Παράλληλα κατέλαβαν και την Κίο, αλλά λίγο αργότερα αντικαταστάθηκαν από τμήματα του ελληνικού στρατού, που έφτασαν στην περιοχή στις 27 Ιουνίου/10 Ιουλίου. Στο λιμάνι της Σμύρνης παρέμεναν επί ένα χρόνο η κανονιοφόρος HIZIRREIS και μια μικρή κανονιοφόρος, μέχρι που στις 11/24 Ιουνίου 1920 τις κατέλαβε ένα άγημα του θωρηκτού ΛΗΜΝΟΣ. Κατά την κατάληψη του HIZIRREIS, μέλη της φρουράς και ένας Τούρκος αξιωματικός πυροβόλησαν με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ένας ναύτης του αγήματος και ο Τούρκος αξιωματικός. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε επειδή παρέμεναν στη θέση τους τα κλείστρα των πυροβόλων του HIZIRREIS ενώ έφερε βλήματα και πολεμοφόδια, σε αντίθεση με όσα όριζε η συνθήκη ανακωχής περί αφοπλισμού των τουρκικών πολεμικών. Στις αρχές Ιουλίου 1920 τα ΑΒΕΡΩΦ και ΚΙΛΚΙΣ συνοδευόμενα από τα τέσσερα «θηρία» και μαζί με βρετανικά πολεμικά πλοία έφθασαν στην Πάνορμο για να επιβλέψουν την επιβίβαση της Μεραρχίας Σμύρνης σε μεταγωγικά πλοία. Σκοπός της κίνησης αυτής ήταν η αντιμετώπιση του κινήματος που είχε εκδηλωθεί από τον διοικητή του τουρκικού Σώματος Στρατού Ανατολικής Θράκης, Τζαφέρ Ταγιάρ, με έδρα την Αδριανούπολη. Η ναυτική δύναμη απέπλευσε στις 6 Ιουλίου και χωρίστηκε σε δυο δυνάμεις με προορισμούς την Ηράκλεια και τη Ραιδεστό στα βόρεια παράλια της Προποντίδας. Η αποβατική δύναμη έφτασε στην Ηράκλεια της βραδινές ώρες και ανέμενε μέχρι το χάραμα στις 7 Ιουλίου για να ξεκινήσει την απόβαση. Είχαν προηγηθεί αναγνωρίσεις από το ανιχνευτικό ΛΕΩΝ και το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ καθώς και από τρία υδροπλάνα του βρετανικού υδροπλανοφόρου ARK ROYAL. Η κατάλη

To ΑΣΠΙΣ και ένα ανιχνευτικό αγκυροβολημένα προ του Ντολμά Μπαχτσέ. (Ναυτική Επιθεώρηση)

ψη της πόλης έγινε χωρίς καμία αντίσταση, κάτι που δεν ίσχυσε στην περίπτωση της Ραιδεστού. Η νηοπομπή των τεσσάρων μεταγωγικών που συνοδευόταν από το ΙΕΡΑΞ και δυο αγγλικά αντιτορπιλικά αποβίβασε τους στρατιώτες με βάρκες και δυο αποβατικά σκάφη 11 σε δυο σημεία της ακτής εκατέρωθεν της Ραιδεστού. Στην ανατολική πλευρά η απόβαση εξελίχτηκε ομαλά, στη δυτική πλευρά όμως οι στρατιώτες του 3ου Συντάγματος Πεζικού συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από τις τουρκικές θέσεις και έτσι χρειάστηκε η παρέμβαση του ΑΒΕΡΩΦ και των βρετανικών θωρηκτών ROYAL SOVEREIGN και RAMILLES τα οποία εξαπέλυσαν σφοδρό πυρ. Στον παράκτιο βομβαρδισμό προς υποστήριξη της αποβάσεως στη Ραιδεστό συμμετείχε και το ανιχνευτικό ΙΕΡΑΞ. Τότε μπόρεσαν να μεταφερθούν οι υπόλοιποι στρατιώτες από τα μεταγωγικά στις φορτηγίδες, που τους μετέφεραν στη ξηρά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας η γαλανόλευκη κυμάτιζε στη Ραιδεστό όπου αποβιβάστηκε και ο Βασιλιάς Αλέξανδρος που είχε παρακολουθήσει την επιχείρηση από το κατάστρωμα του ΑΒΕΡΩΦ. Στις 17 Ιουλίου το ανιχνευτικό ΠΑΝΘΗΡ ανήγγειλε την κατάληψη της Αίνου, ολοκληρώνοντας έτσι τις επιχειρήσεις στην Ανατολική Θράκη. Με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών από την Οθωμανική Κυβέρνηση, στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920, το Πολεμικό Ναυτικό της χώρας περιοριζόταν σε μια δύναμη επτά κανονιοφόρων και έξι τορπιλοβόλων, ενώ τα υπόλοιπα πολεμικά πλοία θα παραδίδονταν στους Συμμάχους 12 . Το τουρκικό Ναυτικό δεν θα μπορούσε να αποκτήσει νέες μονάδες παρά μόνο να αντικαταστήσει τα παραπάνω σκάφη με ισάριθμα παρόμοιου μεγέθους. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν τα πληρώματα ορισμένων μικρών και βοηθητικών σκαφών να αποσκιρτήσουν και να ενωθούν με τις δυνάμεις του Κεμάλ, που ήδη από τα μέσα Ιουλίου είχαν δημιουργήσει το Διευθυντήριο Ναυτικών Υποθέσεων με κύριο αντικείμενο την οργάνωση θαλάσσιων μεταφορών στη Μαύρη Θάλασσα. Η ατμοτελωνίδα 13 RUSUMAT 4, εξοπλισμένη με 2 πολυβόλα των 37 χιλιοστών, εντάχθηκε στους Κεμαλικούς στις 6

11 Πρόκειται για τα αποβατικά, τύπου X-lighter, Κ-20 και Κ-30 τα οποία είχαν ναυπηγηθεί στην Αγγλία για τις ανάγκες των επιχειρήσεων στην Καλλίπολη. Μετασκευάστηκαν κατόπιν σε υδροφόρες και αγοράστηκαν στην

Κωνσταντινούπολη από το ελληνικό Π.Ν. Δεν μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και εκποιήθηκαν το 1922 στην Κωνσταντινούπολη. Το Κ-20 αγοράστηκε από Έλληνες και υπηρέτησε την εμπορική ναυτιλία ως το 2014 οπότε και διαλύθηκε. Για το Κ-30 δεν είναι γνωστό το τι απέγινε. 12 Όλα θα παραδίδονταν στους Βρετανούς προκειμένου να διαλυθούν, πλην του θωρηκτού TURGUD REIS που θα το λάμβανε η Ιαπωνία μόνο με δυνατότητα διάλυσης του και μιας κανονιοφόρου που θα λάμβανε η

Πορτογαλία με δυνατότητα ένταξης στο Ναυτικό της. 13 Είχε ναυπηγηθεί το 1901 στην Αγγλία ως το 143 κ.ο.χ. βρετανικό ατμοκίνητο αλιευτικό NEW CENTURY και αποκτήθηκε από την Τουρκία το 1914. Σεπτεμβρίου 1920, όπως και το 105 τόνων ρυμουλκό SAMSUN. Στις 23 Σεπτεμβρίου προστέθηκε το 90 τόνων βοηθητικό MEBRUKE και το 182 τόνων ρυμουλκό GAZAL και ακολούθησε ένας μεγάλος αριθμός μικρότερων σκαφών και ιστιοφόρων. Κατόπιν μιας συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας που σύναψε ο Κεμάλ με τους Σοβιετικούς τον Αύγουστο, το AYDINREIS και το PREVEZE εστάλησαν στο Νοβοροσίσκ για να επισκευαστούν. Το πρώτο θα φτάσει στις 19 Σεπτεμβρίου και το δεύτερο στις 30, πλέοντας κατά διαστήματα με χρήση ιστίου εξαιτίας βλαβών της μηχανής του. Η δημιουργία αυτού του εμβρυακού στολίσκου των Εθνικιστών αρχικά έτυχε χλευασμού από τον ελληνικό Τύπο. Στις 18/31 Οκτωβρίου Κεμαλικοί επιβιβάστηκαν επί του ελληνικού φορτηγού ατμοπλοίου ΔΑΦΝΗ 14 που είχε προσορμίσει στην Ποντοηράκλεια εξ αιτίας της θαλασσοταραχής. Οι Τούρκοι μετονόμασαν το σκάφος EREGLI με σκοπό να το οικειοποιηθούν ωστόσο μετά από τέσσερις ημέρες παρενέβη γαλλικό αντιτορπιλικό που ανέκτησε το ΔΑΦΝΗ και το συνόδευσε ως την Κωνσταντινούπολη. Από το 15μελές πλήρωμα διασώθηκε μαζί με το πλοίο ο Α’ μηχανικός, ενώ οι υπόλοιποι είχαν μεταφερθεί στο στρατόπεδο αιχμαλώτων της Καισάρειας και έκτοτε αγνοείτο η τύχη τους. Τον Οκτώβριο του 1920, ελληνικό αντιτορπιλικό προχώρησε στον κανονιοβολισμό τουρκικών πλοίων στο Καραμουσάλ (μεταξύ Γιάλοβα και Κίου) και στη σύλληψη ενός ατμοπλοίου αναφερομένου ως ΑPANA, το οποίο οδηγήθηκε στο ορμητήριο του ελληνικού Στόλου. Την ίδια περίοδο ήταν έντονες οι πληροφορίες ότι στρατιώτες που απολύονταν από τις δυνάμεις του Ταγιάρ επέστρεφαν με βουλγαρικά πλοία στην Τουρκία με απώτερο σκοπό να ενισχύσουν τους Εθνικιστές. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1921 προστέθηκε στις δυνάμεις του Κεμάλ και το 363 τόνων ρυμουλκό ALEMDAR. Πρόκειται για το πρώην δανέζικο ναυαγοσωστικό DANMARK, ναυπήγησης 1898, με πλούσια δράση στον ελληνικό χώρο, που είχε κατασχεθεί από τους Τούρκους το 1914. Το ALEMDAR έφθασε αρχικά στην Ποντοηράκλεια που ήλεγχε ο Κεμάλ αλλά κατά την μετάβασή του σε πιο ανατολική περιοχή έγινε αντιληπτό από γαλλικό πολεμικό που το σταμάτησε. Γάλλοι ναύτες επιβιβάστηκαν στο ALEMDAR και υπό τη συνοδεία του γαλλικού πολεμικού έβαλαν ρότα για την Κωνσταντινούπολη. Καθ’ οδόν το τουρκικό πλήρωμα ανέλαβε ξανά τον έλεγχο και υπό τον φόβο να μη τραυματίσουν τους συντρόφους τους, οι Γάλλοι του πολεμικού σκάφους έκαναν χρήση ελαφρών μόνο όπλων, οπότε το ALEMDAR κατάφερε να φθάσει εκ νέου στην Ποντοηράκλεια. Εκεί απελευθερώθηκαν οι Γάλλοι με τη συμφωνία ότι θα επιτραπεί στο σκάφος να πλεύσει

14 Είχε ναυπηγηθεί το 1892 στην Βρετανία ως HUNZEIX (280 κ.ο.χ.) για ολλανδική εταιρία. Αποκτήθηκε το 1919 από τους Αφούς Παντελή ως ΔΑΦ

ΝΗ. Το 1930 πουλήθηκε ως ΕΛΕΝΗ και το 1938 μετονομάστηκε σε ΕΛΛΗ

ΝΙΚΟ ΧΩΡΙΟ. Βυθίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1943.

ανατολικά. Πράγματι το ALEMDAR μετέβη στην Τραπεζούντα όπου και ενώθηκε με τις δυνάμεις του Κεμάλ, κάτι που προκάλεσε ενθουσιασμό στις τάξεις των Εθνικιστών. Ένα χρόνο αργότερα το ALEMDAR εξοπλίστηκε με τέσσερα πυροβόλα και αποτέλεσε μια από τις πιο ισχυρές μονάδες του Κεμαλικού Στόλου. Ταυτόχρονα οι Σοβιετικοί συμφώνησαν να προμηθεύσουν τον Κεμάλ με πολεμοφόδια, σε συνέχεια του Σύμφωνου Φιλίας που υπέγραψαν μεταξύ τους τον Μάρτιο του 1921. Κάθε διαθέσιμο σκάφος χρησιμοποιείται για τη μεταφορά όπλων και πυρομαχικών από το Βατούμι στην Τραπεζούντα. Έτσι, το AYDINREIS και το PREVEZE επανήλθαν σε ενεργό υπηρεσία το Μάιο του 1921 και χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά πολεμοφοδίων από τη Σοβιετική Ένωση. Στις 26 Φεβρουαρίου/11 Μαρτίου το ελληνικό πλοίο ΠΕΤΡΟΣ 15 με 60 επιβάτες και πλήρωμα 31 ατόμων, έπλεε από το Βατούμι προς την Κωνσταντινούπολη, όταν αναγκάστηκε εξ’ αιτίας της σφοδρής κακοκαιρίας και μηχανικών προβλημάτων να καταφύγει σε όρμο πλησίον της Τραπεζούντας. Δυο ημέρες αργότερα κατασχέθηκε μαζί με το φορτίο του από τους Εθνικιστές που το μετονόμασαν σε BATUM και το ενέταξαν στον στολίσκο των εφοδιαστικών τους. Ο πλοιοκτήτης του ΠΕΤΡΟΣ, 18 επιβάτες και 12 μέλη του πληρώματος αιχμαλωτίσθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη. Για την τύχη των αιχμαλώτων δεν υπήρξαν περαιτέρω πληροφορίες. Όμως και οι δυνάμεις της Αντάντ δημιουργούσαν προβλήματα στην προσπάθεια που κατέβαλε το Πολεμικό Ναυτικό για τον περιορισμό του ανεφοδιασμού του Κεμάλ. Οι Γάλλοι ζήτησαν και πέτυχαν την αντικατάσταση του Αντιπλοιάρχου Χορς από κυβερνήτη ενός βοηθητικού ευδρόμου διότι όταν συναντώντας στον Εύξεινο δύο γαλλικά ατμόπλοια έμφορτα με πολεμικό υλικό στο κατάστρωμα τόλμησε να ρωτήσει με σήμα που κατευθύνονταν. Και αυτό παρά το ό,τι δεν προέβη σε κάποια άλλη πράξη, όταν έλαβε την απάντηση πως είχαν ως προορισμό την Ινέμπολη που κατείχαν οι Κεμαλικοί. Οι «σύμμαχοι» μας θεωρούσαν ότι από τη στιγμή που η οθωμανική κυβέρνηση είχε συνθηκολογήσει και ο πόλεμος είχε λήξει, δεν επιτρεπόταν να ελέγχονταν τα πλοία τους που κατευθύνονταν προς την Τουρκία. Έτσι ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην Ελλάδα επέδωσε διακοίνωση στον Υπουργό Εσωτερικών με την οποία ζητούσε να μην ενεργηθούν ξανά νηοψίες επί γαλλικών πλοίων. Το Μάρτιο του 1921 το τορπιλοβόλο ΔΑΦΝΗ διατάχθηκε να διεξάγει περιπολίες στον Αδραμυτηνό κόλπο, από τις έναντι της Τένεδου ακτές μέχρι το Αϊβαλί, με σκοπό την παρεμπόδιση της καθόδου Τσετών στις παράκτιες περιοχές. Κατόπιν αντικαταστάθηκε από τον ατμομυοδρόμωνα ΑΛΦΕΙΟΣ που είχε παραχωρηθεί στην Υδρογραφική Υπηρεσία για να χαρτογραφήσει τις Μικρασιατικές ακτές. Στις 30 Μαρτίου/12 Απρίλιου το ΔΑΦΝΗ συνόδευσε στον Ναύσταθμο το ιαπωνικό φορτηγό πλοίο HEIMEIMARU 16 το οποίο συνελήφθη τη νύχτα της 24-25ης Μαρτίου από το δραστήριο ΙΕΡΑΞ στα ανοιχτά της Μυτιλήνης. Στο ιαπωνικό ατμόπλοιο επέβαιναν εκατοντάδες Τούρκοι αξιωματικοί και στρατιώτες που μεταφέρονταν στην Κωνσταντινούπολη από το Βλαδιβοστόκ, όπου είχαν παραμείνει αιχμάλωτοι από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το HEIMEIMARU παρέμεινε για μήνες στον Πειραιά προκειμένου να αποφασιστεί η τύχη των επιβατών του. Στα τέλη του Ιουλίου, 350 από τους Τούρκους κρίθηκαν ως άμαχοι και επετράπη η μεταφορά τους στην Κωνσταντινούπολη, ενώ για τους υπόλοιπους προκρίθηκε η λύση μεταφοράς τους στην Ιταλία, όπου θα κρατούνταν ως το τέλος του πολέμου. Η Ιταλία είχε ήδη υπογράψει στις 13 Μαρτίου συμφωνία με τον Κεμάλ με βάση την οποία εκκένωσε την ζώνη ελέγχου που της είχε παραχωρηθεί στην Μικρά Ασία με αντάλλαγμα οικονομικές παραχωρήσεις. Στις 4/18 Απριλίου 1921 το ανιχνευτικό ΙΕΡΑΞ διεξήγαγε νηοψία ανοιχτά της ανατολικής εξόδου του Βοσπόρου επί του 509 κ.ό.χ. βουλγα

15 Αναφέρεται ως ανηολόγητο τροχήλατο ατμόπλοιο 80 κ.ο.χ. με ιδιοκτήτη των Χιώτη Εμμ. Μεσολλογίτη. Η προέλευση του σκάφους παραμένει αδιευκρίνιστη. 16 Είχε ναυπηγηθεί το 1919 στην Οζάκα (4.366 κ.ο.χ.). Βυθίστηκε στις 4.1.1944 από αμερικανικά αεροσκάφη στις Φιλιππίνες. ρικού ατμοπλοίου KYRIL και ανακάλυψε ότι μετέφερε 159 στρατιώτες και έναν συνταγματάρχη από το διαλυθέν στράτευμα του Ταγιάρ. Οι πληροφορίες που είχαν φθάσει στις ελληνικές αρχές τους ήθελαν να προορίζονταν προς ενίσχυση του Κεμάλ και έτσι τέθηκαν υπό κράτηση. Όμως κατόπιν ενεργειών της συμμαχικής Αρμοστείας της Κωνσταντινούπολης αφέθηκαν ελεύθεροι καθώς είχαν θεωρημένες άδειες επιστροφής στην Τουρκία. Στα τέλη Μαΐου, οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις που δρούσαν στη Μικρά Ασία χωρίστηκαν σε δυο στόλους. Ο Στόλος Α’ είχε ως βάση την Κωνσταντινούπολη και αποτελείτο από τα θωρηκτά ΑΒΕΡΩΦ και ΚΙΛΚΙΣ, τα ανιχνευτικά ΙΕΡΑΞ, ΠΑΝΘΗΡ, ΑΣΠΙΣ, τα αντιτορπιλικά ΝΙΚΗ, ΛΟΓΧΗ, τα τορπιλοβόλα ΔΩΡΙΣ, ΑΡΕΘΟΥΣΑ, ΑΛΚΥΩΝ και από μια μοίρα εξοπλισμένων ευδρόμων, με αρχηγό τον υποναύαρχο Ι. Ηπίτη. Ο Στόλος Β’ με έδρα τη Σμύρνη αποτελείτο από το θωρηκτό ΛΗΜΝΟΣ, το ελαφρύ καταδρομικό ΕΛΛΗ, τα ανιχνευτικά ΛΕΩΝ, ΑΕΤΟΣ, τα αντιτορπιλικά ΒΕΛΟΣ, ΘΥΕΛΛΑ, ΣΦΕΝΔΟΝΗ, τα τορπιλοβόλα ΔΑΦΝΗ, ΘΕΤΙΣ, ΑΙΓΛΗ και από μια μοίρα εξοπλισμένων ευδρόμων, με αρχηγό τον υποναύαρχο Γ. Καλαμίδα. Τα τορπιλοβόλα του Στόλου Α’ περιπολούσαν στον κόλπο της Νικομήδειας και τα τορπιλοβόλα που υπάγονταν στο Στόλο Β’ περιπολούσαν στον Κόλπο της Σμύρνης, του Αδραμυττίου και στα παράλια έναντι της Χίου και της Σάμου μέχρι το Στενό της Μυκάλης. Κατόπιν περαιτέρω ενισχύσεων η Ναυτική Αεροπορική Υπηρεσία - το εναέριο τμήμα του Ελληνικού Πολεμικού

Τα AYDINREIS, ALEMDAR και SAHIN στην Τραπεζούντα. (αρχείο A. Guleryuz)

Ναυτικού - επάνδρωσε τέσσερα αεροδρόμια στις πόλεις Σεβδίκιοϊ, Αϊδίνιο, Πέργαμο και Μαγνησία, συνεχίζοντας να υποστηρίζει σθεναρά τις επιχειρήσεις στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο βομβαρδισμός της Κιουτάχειας στις 9 Ιουνίου από επτά αεροσκάφη με σημαντικά αποτελέσματα. Οι περιπολίες στον Κόλπο της Νικομήδειας είχαν ως σκοπό την παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού των εχθρικών δυνάμεων αλλά περιορίζονταν σε νηοψίες τουρκικών ιστιοφόρων και πλοιαρίων ενώ δεν μπορούσαν να ελέγξουν τα εμπορικά πλοία των λεγόμενων συμμάχων που σε πολλές περιπτώσεις μετέφεραν εφόδια στις Εθνικιστικές δυνάμεις. Στις αρχές Ιουνίου το αντιτορπιλικό ΑΣΠΙΣ υπό τον Αντιπλοίαρχο Γ. Ράλλη ανέπτυξε δράση στα νερά του κόλπου συλλαμβάνοντας εντός τεσσάρων ημερών δυο βενζινοκίνητα σκάφη, ένα ατμοκίνητο ρυμουλκό 17 και τρία ιστιοφόρα καθώς όλα τους συμμετείχαν σε λαθρεμπόριο πολέμου προς τις εχθρικές περιοχές. Τους επόμενους μήνες τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού παρέμειναν στην περιοχή διενεργώντας δεκάδες νηοψίες, κατάσχοντας τα σκάφη και τα φορτία εφόσον εντοπιζόταν λαθρεμπόριο πολέμου. Της 10/23Ιουνίου 1921 πραγματοποιήθηκε αποβίβαση στρατιωτών και πεζοναυτών στην υπό διασυμμαχικό έλεγχο περιοχή της Νικομήδειας

17 Το σκάφος αναφέρεται ως DARDANELLES αλλά καθότι τουρκικό πιθανότατα ονομαζόταν CANAKKALE που είναι η τουρκική ονομασία των Δαρδανελίων. Πιθανώς πρόκειται για το ρυμουλκό CANAKKALE που ανήκε στον πρώην Υπουργό Πολέμου Ali Riza Pasha.

Το μισοβυθισμένο RUSUMΑT 4 στην Ορδού.

προς αντικατάστασης της ΧΙ Μεραρχίας που κινήθηκε προς την Προύσα. Λόγω κακής συνεννόησης, οι ελληνικές δυνάμεις αποχώρησαν από τη Νικομήδεια πριν καταλάβουν τις θέσεις τους οι νεοαφιχθέντες κάτι που εκμεταλλεύτηκαν αμέσως οι Κεμαλικές δυνάμεις θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή των Ελλήνων κατοίκων που παρέμεναν εκεί. Οι κάτοικοι πήραν τα όπλα για να υποστηρίξουν τους Έλληνες στρατιώτες, ενώ το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ έβαλε με τα πολυβόλα του κατά των τουρκικών θέσεων αναγκάζοντάς τους να απομακρυνθούν και δίνοντας έτσι την δυνατότητα εκκένωσης με τάξη της πόλης από τους 30.000 χριστιανούς που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για να αποφύγουν τις τουρκικές θηριωδίες. Στις εκεί χερσαίες επιχειρήσεις έλαβε μέρος και ναυτικό άγημα του οποίου τρείς ναύτες τραυματίστηκαν. Στις 10/23 Ιουλίου το ΑΣΠΙΣ καθαίρεσε μια λέμβο για να μεταβεί προς νηοψία τουρκικού ιστιοφόρου στον όρμο της Γιάλοβα. Η λέμβος δέχθηκε τα πυρά Τούρκων που βρίσκονταν στη ξηρά με αποτέλεσμα ο ανθυποπλοίαρχος Εμμανουήλ Φακίδης και ο ναύτης Θ. Μιχαλόπουλος να τραυματιστούν θανάσιμα. Στις αρχές Ιουλίου ο ελληνικός Στρατός είχε καταλάβει την γραμμή Εσκί Σεχίρ - Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, υποστηριζόμενος με συνέπεια από τα αεροσκάφη των «Προκεχωρημένων Σμηνών Μετώπου» του πλωτάρχη Περικλή Μπούμπουλη. Το καλοκαίρι του 1921 το Ελληνικό Π.Ν. θα δραστηριοποιηθεί πιο έντονα στον Εύξεινο Πόντο. Μια μοίρα από ελαφρά σκάφη υπό τον πλοίαρχο Βρυάκο με επικεφαλής το ανιχνευτικό ΙΕΡΑΞ προχώρησε τον Ιούλιο του 1921 σε βομβαρδισμό εχθρικών θέσεων στο φρούριο της Τραπεζούντας. Το τουρκικό πυροβολικό απάντησε και η συμπλοκή διήρκησε σαράντα λεπτά, ενώ δυο ναύτες που βρισκόντουσαν στο κατάστρωμα του ΙΕΡΑΞ τραυματίστηκαν ελαφρά. Κατά την ίδια επιχείρηση, στις 8/21 Ιουλίου, και ενώ ο στολίσκος έπλεε σε απόσταση 5 μιλίων από τα παράλια της Σαμψούντας, συνάντησε το 264 κ.ο.χ. τουρκικό ατμόπλοιο KΙRIM (στον ελληνικό τύπο αποδόθηκε ως «Κριμαία»). Το υπερήλικο πλοίο (είχε ναυπηγηθεί το 1851) βρέθηκε να μεταφέρει εμπορεύματα, χρήματα και αλληλογραφία από τους Σοβιετικούς για τον Κεμάλ και έτσι συνελήφθη από το βοηθητικό εύδρομο ΝΑΞΟΣ 18 και το φορτίο του κατασχέθηκε. Το KIRIM ρυμουλκήθηκε από το ΝΑΞΟΣ στον Πειραιά όπου έφτασε στις 16/29 Ιουλίου. Από τις σοβιετικές αρχές έγινε τον ίδιο μήνα διαμαρτυρία που έκανε λόγο για τη σύλληψη δυο σκαφών που έφεραν σημαία Αζερμπαϊτζάν από ελληνικά πολεμικά. Δεν έγινε γνωστό αν αναφερόντουσαν στο KΙRIM πάντως το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών τους απάντησε αρνητικά.

18 Είχε ναυπηγηθεί το 1888 ως βρετανικό επιβατηγό LADY MARTIN. Όταν αγοράστηκε το 1914 από την Εθνική Ατμοπλοΐα της Ελλάδος ονομαζόταν

PUR FLEET BELLE και μετονομάστηκε σε ΝΑΞΟΣ. Επιτάχθηκε τον Απρίλιο του 1921 για χρήση ως βοηθητικό εύδρομο και εξοπλίστηκε με 3 πυροβόλα των 88 χιλ., 1 των 75 και 4 δίκαννα των 25,4 χιλ. λαμβάνοντας το διακριτικό «Εύδρομο Β». Αποτέλεσε την αρχηγίδα της Μοίρας Ευδρόμων της Μαύρης Θάλασσας (Στόλος Α’). Η επίταξη λύθηκε στα τέλη του 1922.

Το 1928 πουλήθηκε στην Ιονική Ατμοπλοΐα και μετονομάστηκε σε ΜΙΑΟΥ

ΛΗΣ. Το 1932 μετονομάστηκε εκ νέου σε ΝΑΞΟΣ έχοντας ήδη περιέλθει στην Ακτοπλοΐα της Ελλάδος. Διαλύθηκε το 1934. Τον Μάρτιο του 1923 το λειοδικείο εξέδωσε απόφαση βάσει της οποίας το KIRIM και το φορτίο του κατοχυρώθηκαν στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου. 19 Σε συνέχεια της επιχείρησης στην Τραπεζούντα τα ελληνικά σκάφη συνέχισαν να περιπολούν στα παράλια του Πόντου βυθίζοντας ένα πλοιάριο στο οποίο επέβαιναν Λαζοί πειρατές και κατάσχοντας τέσσερις τουρκικές βενζινακάτους που διεξήγαγαν λαθρεμπόριο πολέμου. Παράλληλα, ένα από τα πολεμικά μας βομβάρδισε τις παράκτιες οχυρώσεις του τουρκικού στρατού στην Ινέμπολη. Επίσης, στις 20 Ιουλίου/3 Αυγούστου το βοηθητικό εύδρομο ΔΑΦΝΗ 20 συνέλαβε στα ανοιχτά της Ορδού (Κοτύωρα) το τουρκικό ατμόπλοιο KIRESSUN 21 (αποδόθηκε στον ελληνικό τύπο ως Κερασούς) στο οποίο βρέθηκε λαθρεμπόριο πολέμου που κατασχέθηκε, ενώ το πλοίο αφέθηκε αργότερα ελεύθερο. Το Πολεμικό Ναυτικό επέμενε για την αναγκαιότητα διενέργειας νηοψιών σε πλοία φέροντα αγγλική, γαλλική και ιταλική σημαία, ωστόσο οι διπλωματικές προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα στην περίπτωση της Γαλλίας και της Ιταλίας που δεν αναγνώρισαν στην Ελλάδα το δικαίωμα αυτό. Στις 6/19 Αυγούστου 1921, το ελληνικό ανιχνευτικό ΠΑΝΘΗΡ και το βοηθητικό εύδρομο ΔΑΦΝΗ θα εντοπίσουν την ατμοτελωνίδα RUSUMAT 4 στο λιμάνι της Ορδού. Είχε ήδη προλάβει να ξεφορτώσει δύο πυροβόλα και 354 κιβώτια με πυρομαχικά που είχε μεταφέρει από το Βατούμι. Θα την κανονιοβολήσουν με αποτέλεσμα να αναφλεγεί και θεωρώντας ότι έχει καταστραφεί τα ελληνικά πλοία απομακρύνθηκαν. Το πλήρωμα της ακταιωρού θα καταφέρει να κατασβήσει την πυρκαγιά και ακολούθως να οδηγήσει το σκάφος στην Τραπεζούντα για επισκευές. Οι εθνικιστές ενισχύονταν διαρκώς και από τις διαρρέουσες στρατιωτικές αποθήκες της Κωνσταντινούπολης των οποίων η φύλαξη είχε ανατεθεί στους Γάλλους. Στις 14/27 Αυγούστου η Ναυτική Βάση της Κωνσταντινούπολης πληροφορήθηκε ότι το υπό γαλλική σημαία ατμόπλοιου LAZAREV απέπλεε για την Τραπεζούντα μεταφέροντας 50 κιβώτια όπλα και πυρομαχικά. Αναγκάστηκε δε να ενημερώσει το βοηθητικό εύδρομο ΥΠΕΡΟΧΗ 22 που περιπολούσε στην περιοχή να μην προβεί σε νηοψία καθώς ακόμη απαγορευόταν ο έλεγχος των «Συμμαχικών» πλοίων. Δυο ημέρες αργότερα το αντιτορπιλικό ΣΦΕΝΔΟΝΗ συνέλαβε δυο τουρκικά ιστιοφόρα να πλέουν στα μικρασιατικά παράλια πλησίον της Αλικαρνασσού. Το μεν ένα σύντομα αφέθηκε ελεύθερο, αλλά για το άλλο, ονόματι ISKENDER,υπήρξαν υπόνοιες ότι διενεργούσε λαθρεμπόριο πολέμου και οδηγήθηκε στον Ναύσταθμο μαζί με το πλήρωμα του. Καθώς όμως ήταν Μουσουλμάνοι της Κω παρενέβη η ιταλική πρεσβεία ένεκα των πιέσεων της οποίας το σκάφος και το πλήρωμα απελευθερώθηκαν. Στις 22 Αυγούστου/4 Σεπτεμβρίου το βοηθητικό εύδρομο ΜΑΡΙΑ ΣΟΦΙΟΥ 23 αποπειράθηκε να διενεργήσει νηοψία σε τρία ιστιοφόρα κοντά στο Καπακλί της

19 Έξι χρόνια μετά την λήξη του πολέμου, τον Αύγουστο του 1928, έγινε γνωστό πως η Ελλάδα θα επέστρεφε στους ιδιοκτήτες τους δυο παρήλικα τουρκικά ατμόπλοια που είχε κατάσχει κατά τον τελευταίο πόλεμο. Πιθανώς το ένα από αυτά να ήταν το προαναφερθέν KIRIM.Το σκάφος έμεινε ανενεργό υπό την επίβλεψη του Π.Ν. και τελικά προσαράχτηκε στην περιοχή του Ε΄ φυλακίου του Ναυστάθμου Σαλαμίνος για να τεθεί το 1937 σε δημόσιο πλειστηριασμό. Όντας ήδη 86 (!) ετών και εγκαταλειμμένο επί δεκαπέντε έτη είναι προφανές ότι θα πουλήθηκε ως παλιοσίδερα. 20 Το 1.543 κ.ο.χ. σκάφος ναυπηγήθηκε το 1888στην Αγγλία ως το βρετανικό επιβατηγό SEAMEW. Το 1914 αποκτήθηκε από την εταιρία Ελληνική

Ατμοπλοΐα Τζών Μακ Δούαλ & Βαρβούρ και μετονομάστηκε ΔΑΦΝΗ. Επιτάχθηκε τον Μάιο του 1921 για χρήση ως βοηθητικό εύδρομο εξοπλισμένο με 1 πυροβόλο των 101 χιλ, 3 των 65 χιλ. και 4 δίκαννα των 25,4 χιλ.

Η επίταξη λύθηκε στα τέλη του 1922. Το 1924 πουλήθηκε σε Τούρκους, μετονομάστηκε ISMETPASHA και διαλύθηκε το 1929. 21 Mάλλον επρόκειτο για έναμικρό ατμόπλοιο και όχι για το 3.000 κ.ο.χ.

GIRESUN (πρώην WARWICK CASTLE)που είχε παροπλιστεί από το 1919 στον Κεράτιο. 22 Το 688 κ.ο.χ. σκάφος είχε ναυπηγηθεί το 1892 στην Αγγλία ως το βρετανικό επιβατηγό-φορτηγό ατμόπλοιο VICTORIA. Το 1899 περιήλθε σε

Γάλλους ως INSULAIRE και το 1910 στους Δεστούνη-Γιαννουλάτο ως

ΥΠΕΡΟΧΗ. Το 1929 περιήλθε στην Ακτοπλοΐα της Ελλάδος και το 1932 μετονομάστηκε σε ΖΑΚΥΝΘΟΣ. Βυθίστηκε από γερμανικά αεροσκάφη στις 26.4.41 στη Μονεμβασιά. 23 Ναυπηγήθηκε το 1918 ως το αλιευτικό CHARDONNERET του γαλλικού

Π.Ν. (318 κ.ο.χ.). Αγοράστηκε το 1920 από τον Γ. Καλλίτση ως ΕΥΑΓΓΕ

ΛΙΣΤΡΙΑ και κατόπιν περιήλθε στον Δ. Κολυμπά ως ΜΑΡΙΑ ΣΟΦΙΟΥ. Επιτάχθηκε τον Ιούνιο του 1921 και εξοπλίστηκε με 2 πυροβόλα των 47 χιλ.

Η επίταξη λύθηκε πριν το τέλος του 1922 και συνέχισε να ταξιδεύει ως ακτοπλοϊκό φορτηγό. Βυθίστηκε το Νοέμβριο του 1959 ως ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ νοτίως της Σαντορίνης.

Νικομήδειας αλλά δέχθηκε πυρά από το ένα σκάφος καθώς και από την ξηρά. Το εύδρομο ανταπόδωσε τα πυρά και βύθισε το τουρκικό ιστιοφόρο ZEBOURDERYA. Στα ελληνικά πολεμικά δεν επιτρεπόταν η διενέργεια νηοψιών σε τουρκικά σκάφη που έπλεαν εντός της «ουδέτερης ζώνης» των Στενών και αναγκάζονταν να τα αναζητούν στο τελικό σκέλος των πλόων τους προς τους όρμους της Νικομήδειας και της Κίου. Οι μεταφορές πυρομαχικών προς τον Κεμάλ ήταν αθρόες. Ενδεικτικά, στις 11/24 Σεπτέμβρη αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη το υπό γαλλική σημαία ατμόπλοιο ARARAT μεταφέροντας πυροβόλα στην Τραπεζούντα και το ιταλικό CARNIOLA μεταφέροντας οχήματα στην Ινέμπολη. Στις διαμαρτυρίες της ελληνικής Ναυτικής Βάσης, ο Βρετανός Λιμενάρχης απάντησε ότι «δυστυχώς το γνωρίζει» ενώ ο Ιταλός Λιμενάρχης απάντησε απροκάλυπτα ότι αυτές είναι οι διαταγές της κυβερνήσεώς του. Στις 17/30 Σεπτεμβρίου 1921, το RUSUMAT 4 γίνεται ξανά στόχος των ΠΑΝΘΗΡ και ΔΑΦΝΗ στα ανοιχτά του ακρωτηρίου Gurell. Το σκάφος πλήττεται και φλεγόμενο προσαράζει ενώ το πλήρωμά του ανοίγει τους κρουνούς κατάκλυσης για να αποτρέψει την εξάπλωση της πυρκαγιάς. Το ναυάγιο έγινε ξανά στόχος των δυο ελληνικών πολεμικών στις 14 Οκτωβρίου και καταστράφηκε ολοσχερώς. Αυτή ήταν και η μόνη μονάδα του Ναυτικού των Εθνικιστών που απωλέσθηκε κατά τις εχθροπραξίες. Στις έντεκα αποστολές μεταφορές που είχε ολοκληρώσει το RUSUMAT 4 μετέφερε από το Βατούμι σε λιμάνια του Πόντου 1.070 τουφέκια, 7.459 κούτες σφαίρες, 993 ξιφολόγχες, 8 πυροβόλα και 2.244 οβίδες. Ο στόλος των ευδρόμων αδυνατούσε να ελέγξει το εξαγόμενο από τις σοβιετικές ακτές λαθρεμπόριο λόγω της εγγύτητάς τους με τις Κεμαλικές βάσεις, τη στιγμή που τα πλοία μας δρούσαν σε απόσταση 500 μιλίων από την Κωνσταντινούπολη και σχεδόν 1.000 μιλίων από το Ναύσταθμο Σαλαμίνος. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα ο Κεμάλ είχε παραλάβει από τους Σοβιετικούς δυο νέες ακταιωρούς εκτοπίσματος 35 τόνων και οπλισμένες με ένα πυροβόλο των 47 χιλ. και ένα των 37 χιλιοστών. Τα δυο σκάφη ενεργοποιήθηκαν τον Οκτώβριο και ονομάστηκαν Νο.1 και Νο.2.Τον Οκτώβριο ολοκληρώθηκε και η συμφωνία μεταξύ του Κεμάλ και των Γάλλων με βάση την οποία θα αποχωρούσαν από την Κιλικία έναντι οικονομικών παραχωρήσεων. Η έντονη δράση του Τούρκου ηγέτη οδήγησε τις ελληνικές αρχές να συλλάβουν ένα σχέδιο για την αιχμαλωσία του. Το Δεκέμβριο του 1921 έφτασε στην Αθήνα η πληροφορία ότι ο Κεμάλ θα μετέβαινε από την Μερσίνα στην Αμμόχωστο και το πλάνο τέθηκε σε εφαρμογή. Το ανιχνευτικό ΙΕΡΑΞ και το βοηθητικό εύδρομο ΝΑΞΟΣ κατέπλευσαν στα κυπριακά χωρικά ύδατα τη νύχτα της 1-2/14-15 Ιανουαρίου οπότε ο υποπλοίαρχος Εμμ. Κορτέσης και ο ναύτης Κ. Βογιατζίδης μετέβησαν στην ακτή με σκοπό να επιβιβαστούν στο ιταλικό επιβατηγό πλοίο που θα μετέφερε τον Κεμάλ. Όταν το πλοίο έφθανε στα διεθνή ύδατα θα το σταματούσαν τα ελληνικά πλοία και ο Κεμάλ θα μεταφερόταν σε ένα από αυτά. Τελικά η έρευνα των δυο ανδρών κατέληξε στο ότι ο Κεμάλ δεν είχε μεταβεί στο νησί και έτσι την επομένη επέστρεψαν στα πλοία που τους περίμεναν στα ανοιχτά, κωπηλατώντας επί τρία μίλια. Η ενίσχυση του Κεμάλ από τις κατ’ ευφημισμό συμμαχικές μας δυνάμεις συνεχιζόταν αμείωτη και περιελάβανε και προμήθειες αεροσκαφών. Τον Δεκέμβριο του 1921 το καταδρομικό ΕΛΛΗ εντόπισε 24 επί του ιταλικού ατμόπλοιου MADRID οκτώ καινούργια καταδιωκτικά αεροσκάφη, τα οποία κατασχέθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Τατόι. Στις 14/27 Ιανουαρίου 1922 το ελληνικό ιστιοφόρο ΑΡΤΕΜΙΟΣ 25 , παρέπλεε την μικρασιατική ακτή έναντι της Ρόδου. Εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών το σκάφος εξόκειλε σε θέση βορειοδυτικά της Μάκρης (Fethiye). Την επομένη μια λέμβος με επιβαίνοντα έναν υποπλοίαρχο του Κεμαλικού Ναυτικού και δύο ακόμα άτομα προσπάθησε να φτάσει στο σκάφος για να το κατασχέσει, αλλά ανατράπηκε εξαιτίας του υψηλού κυματισμού με αποτέλεσμα να πνιγεί ο αξιωματικός και ένας στρατιώτης. Αυτή ήταν η μοναδική απώλεια του ναυτικού σώματος που είχε δημιουργήσει ο Κεμάλ, κατά το Μικρασιατικό Πόλεμο. Το ΑΡΤΕΜΙΟΣ τελικά αιχμαλωτίστηκε από τις Κεμαλικές δυνάμεις στις 17/30 Ιανουαρίου και εντάχθηκε στο Κεμαλικό Ναυτικό χωρίς ωστόσο να ενεργοποιηθεί ενώ αργότερα πουλήθηκε σε ιδιώτες. Στις 23 Ιανουαρίου/5 Φεβρουαρίου 1922ανακοινώθηκε η σύλληψη του υπό αιγυπτιακή σημαία ατμόπλοιου BERKSHIRE 26 από το βοηθητικό εύδρομο ΝΑΞΟΣ. Το εξοπλισμένο επιβατηγό περιπολούσε στα ανοιχτά της Μερσίνας όταν εντόπισε το αιγυπτιακό σκάφος και προχώρησε σε νηοψία. Τότε διαπιστώθηκε ότι το BERKSHIRE που είχε ως προορισμό την Αλεξανδρέττα, μετέφερε γαιάνθρακες και πετρέλαιο τα οποία προορίζονταν για τις δυνάμεις του Κεμάλ. Επομένως το πλοίο συνελήφθη και οδηγήθηκε στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας συνοδεία αντιτορπιλικού. Πάντως το BERKSHIRE σύντομα αφέθηκε ελεύθερο και επανήλθε σε εμπορικούς πλόες. Έξι ημέρες αργότερα συνελήφθη και δεύτερο σκάφος με φορτίο γαιανθράκων, αυτή τη φορά κοντά στη Σάμο. Συνοδεία του βοηθητικού ευδρόμου ΝΑΞΟΣ το φορτηγό πλοίο οδηγήθηκε στις 30 Ιανουαρίου στον ναύσταθμο Σαλαμίνος όπου κατασχέθηκε το φορτίο του. Επρόκειτο για το υπό γαλλική σημαία φορτηγό ΕSPOIR, 1.470 τόνων, το οποίο καθώς εξακριβώθηκε ότι μετέφερε λαθρεμπόριο πολέμου αποφασίστηκε να παραπεμ

Το Tουρκικό TRABZON, πρώην Ελληνικό φορτηγό ΕΝΩΣΙΣ. (αρχείο J. Kruesmann)

φθεί στο Δικαστήριο των Λειών. Το γαλλικό υπουργείο εξωτερικών

24 Ο εντοπισμός βασίστηκε σε πληροφορία που παρείχε ο ανθυποπλοίαρχος αεροπόρος Σταύρος Ψαρουδάκης ο οποίος είχε συλληφθεί από τους

Ιταλούς λόγω προσγείωσης του εξαιτίας αποπροσανατολισμού στην ιταλική ζώνη ελέγχου πλησίον της Νέας Εφέσου. Κρατήθηκε στη Ρόδο αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει παρέχοντας και την εν λόγω πληροφορία.

προχώρησε σε διαβήματα και τελικά το πλοίο αποδόθηκε στους ιδιοκτήτες του. Ένα μήνα αργότερα η κυβέρνηση υπέκυψε στην πίεση των ξένων πρέσβεων και επέστρεψε και το φορτίο του πλοίου. Στις 26 Φεβρουαρίου/11 Μαρτίου 1922, το βοηθητικό εύδρομο ΝΑΞΟΣ που περιπολούσε στα Μικρασιατικά παράλια, προχώρησε σε νηοψία του ιταλικού φορτηγού πλοίου ABBAZIA που κατευθυνόταν στο λιμάνι της Αττάλειας. Το 3.800 τόνων πλοίο διαπιστώθηκε ότι ήταν πλήρες πολεμοφοδίων, τα οποία προφανώς προορίζονταν για τις δυνάμεις του Κεμάλ, καθώς και ότι επέβαιναν σε αυτό αρκετοί Τούρκοι αξιωματικοί. Δυο ημέρες αργότερα το ABBAZIA οδηγήθηκε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνος, ενώ στον τύπο γινόταν λόγος για το «απόλυτο λαθρεμπόριο πολέμου». Για την απελευθέρωση του σκάφους παρενέβη ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα και τις επόμενες ημέρες υπήρξε ανακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης όπου γινόταν λόγος για «ασήμαντο πολεμικό υλικό». Τόσο το πλοίο όσο και το φορτίο του αποδόθηκαν στους ιδιοκτήτες τους, ενώ επιδικάστηκε και αποζημίωση που κατέβαλε η χώρας μας. Οι περιπολίες των ελληνικών πολεμικών στις Μικρασιατικές ακτές δεν ήταν άμοιρες κινδύνων. Έτσι όταν στις 13/26 Απριλίου εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός προσφύγων να έχουν συγκεντρωθεί στην Άκρα Μονοδένδρι, διατάχθηκε να πλεύσει εκεί το κρατικό ατμόπλοιο ΚΩΝ

25 Το διαστάσεων 41,75 x 9 μέτρων και χωρητικότητας 448 κόρων σκάφος είχε ναυπηγηθεί το 1892 στη Σύρο ως ΆΓΙΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ και ανήκε στον Μ.

Χαλκιά. 26 Ναυπηγήθηκε τo 1881στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ (2.000 κ.ο.χ. 76,2 x 11,7 μ.). Το 1920 περιήλθε στον Κ. Δ .Πασχάλη που είχε την έδρα του στην

Αλεξάνδρεια. Μετονομάστηκε σε LUXOR το 1925 και διαλύθηκετο 1926.

Το πλωτό νοσοκομείο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ (εφημερίδα Σφαίρα) ΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ, το οποίο είχε προέλθει από τις γερμανικές επανορθώσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πλοίο απέστειλε λέμβους για να παραλάβει τους πρόσφυγες από την ακτή και παρακείμενη νησίδα, όμως αυτές δέχτηκαν τα πυρά ατάκτων με αποτέλεσμα των τραυματισμών δυο ναυτών. Τελικά περισυνελέχθησαν 860 πρόσφυγες και μεταφέρθηκαν στις Κλαζομενές, ενώ το ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ διασκόρπισε τους ατάκτους με χρήση πυρών. Δέκα ημέρες αργότερα, ανακοινώθηκε ότι το βοηθητικό εύδρομο ΑΚΤΙΟΝ 27 βλήθηκε από Τσέτες ενώ έπλεε προς τις εκβολές του Μαιάνδρου ποταμού και ότι ένας ναύτης τραυματίστηκε από τα πυρά τους. Στις 26 Απριλίου/10 Μαΐου οι τουρκικές ακταιωροί Νο.1 και Νο.2 σταματούν στα ανοιχτά του Νοβοροσίσκ με χρήση προειδοποιητικών βολών το ελληνικό φορτηγό ΕΝΩΣΙΣ 28 που κατευθυνόταν από το ρωσικό λιμάνι στην Κωνσταντινούπολη με φορτίο που συμπεριελάμβανες πλάκες χρυσού και αργύρου καθώς και εβδομήντα επιβάτες, Έλληνες εμπόρους και πρόσφυγες εκ Ρωσίας. Οι δυο ακταιωροί καιροφυλαχτούσαν στον λιμένα Γκελεντζίκ της Ρωσίας, αναμένοντας τον απόπλου του ΕΝΩΣΙΣ. Το πλοίο οδηγήθηκε στην Τραπεζούντα όπου εντάχθηκε στην Κεμαλική δύναμη ως μεταγωγικό με το όνομα TRABZON. Δεκαέξι άτομα από το πλήρωμα και τους επιβάτες του ΕΝΩΣΙΣ που είχαν ουδέτερη υπηκοότητα αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ οι υπόλοιποι 71 παρέμειναν αιχμάλωτοι των Τούρκων. Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να γίνει ανταλλαγή των αιχμάλωτων Ελλήνων του ΕΝΩΣΙΣ με τους Τούρκους ναυτικούς που είχαν συλληφθεί στο ΚIRIM και σε άλλα μικρότερα σκάφη, με την αρωγή του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου. Η δράση των Κεμαλικών σκαφών είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον του Τύπου που ανέφερε ότι οι Κεμαλικοί σχεδίαζαν να συστήσουν δυο στολίσκους στον Εύξεινο Πόντο με σκοπό την καταδίωξη και σύλληψη ελληνικών εμπορικών πλοίων. Σε κάθε στολίσκο θα ηγείτο ένα εκ των δυο τορπιλοβόλων που φέρεται να είχαν μόλις αποκτηθεί και τα οποία θα ονομάζονταν BURSA και EDIRNE. Είναι άγνωστο αν ο συντάκτης του άρθρου αναφερόταν στις προαναφερθείσες ακταιωρούς Νο.1 και Νο.2 ή σε άλλα σκάφη τα οποία όμως δεν υφίσταντο. Σε άλλο άρθρο καταγράφονται διαδόσεις για τον απόπλου δυο σοβιετικών υποβρυχίων από την Οδησσό προς τη Σαμψούντα, ενώ άλλες πληροφορίες ήθελαν δυο αντιτορπιλικά ονομαζόμενα POBEDA και SUVAROV να καταπλέουν στο Αιγαίο προς ενίσχυση των Κεμαλικών. Καμία από αυτές τις διαδόσεις δεν ευσταθούσε, ούτε το σοβιετικό Ναυτικό διέθετε αντιτορπιλικά ή άλλα σκάφη με αυτά τα ονόματα. Στις 29 Απριλίου/11 Μαΐου το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό κατέγραψε και την μοναδική απώλεια μονάδος του κατά την Μικρασιατική εκστρατεία. Επρόκειτο για το βενζινοκίνητο πλοιάριο «Β 3» το οποίο βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και χρησιμοποιείτο για την καταδίωξη του λαθρεμπορίου. Η απώλεια όμως δεν οφειλόταν σε εχθρική ενέργεια αλλά σε ατύχημα. Το ξύλινης κατασκευής σκάφος βυθίστηκε όταν ανεφλέγη δεξαμενή βενζίνης με αποτέλεσμα να προκληθεί έκρηξη. Τρία μέλη του πληρώματος υπέστησαν εγκαύματα.

27 Είχε ναυπηγηθεί το 1915 ως γερμανικό ναρκαλιευτικό Μ-10. Αγοράστηκε το 1919 από την Πειραϊκή Ατμοπλοΐα Γ. Κοτσοβίλη και μετασκευάστηκε σε επιβατηγό. Το 1924 περιήλθε στην Α.Ε. Ελληνικών Θαλασσίων Επιχειρήσεων (Α. Παληού) και το 1929 πουλήθηκε στον Καναδά μετονομαζόμενο σε PRINCE WILLIAM. Διαλύθηκε το 1945 στο Βανκούβερ. 28 Είχε ναυπηγηθεί το 1891 στα Kockums MVστο Μάλμο της Σουηδίας ως

FRANS (632 κ.ο.χ., 52,3 x 8,1 μ.). Αγοράστηκε το 1921 από το Γ. Α. Δρακούλη και νηολογήθηκε στον Πειραιά (υπ.αρ.447) ως ΕΝΩΣΙΣ. Μετά τη σύλληψή του μετονομάστηκε σε TRABZON και κατόπιν εντάχθηκε στο

Τουρκικό Π.Ν. Παροπλίστηκε το 1924 και διαλύθηκε το 1934. Από τις 23 έως τις 27 Μαΐου 1922, το θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ υποστηριζόμενο από τα ανιχνευτικό ΠΑΝΘΗΡ και ΙΕΡΑΞ καθώς και από τα βοηθητικά εύδρομα ΑΔΡΙΑΤΙΚΟΣ και ΝΑΞΟΣ, εκτέλεσαν περιπολία στον Εύξεινο Πόντο. Σκοπός της επιχείρησης ήταν η καταστροφή της Κεμαλικής βάσης στη Σαμψούντα από την οποία έρεαν εφόδια στο βόρειο τμήμα του μετώπου. Κατά την περιπολία το ΙΕΡΑΞ βύθισε δυο τουρκικά ιστιοφόρα, ενώ στις 25 Μαΐου/7 Ιουνίου τα πλοία έφθασαν μπροστά στη Σαμψούντα και αφού ενημέρωσαν τις αρχές ξεκίνησαν το βομβαρδισμό. Έπληξαν μεταξύ άλλων το διοικητήριο της πόλης, την κατοικία του διοικητή, το τελωνείο, τις παρακείμενες αποθήκες όπλων και πυρομαχικών, τις δεξαμενές καυσίμων, τις αποβάθρες και ένα μεγάλο στρατώνα στον λόφο Τσαρτσαμπά. Ο ΑΒΕΡΩΦ και το ΝΑΞΟΣ συγκέντρωσαν τα πυρά τους κατά των πεδινών πυροβολαρχιών και κατέστρεψαν ολοσχερώς έξι από αυτές καθώς και μία συστοιχία ολμοβόλων. Οι Τούρκοι αντέδρασαν στέλνοντας κατά των ελληνικών πλοίων, τρία αεροσκάφη αλλά τα πυρά του ΙΕΡΑΞ κατέρριψαν ένα από αυτά τρέποντας τα άλλα δυο σε φυγή. Τον Ιούνιο του 1922, το Υπουργείο Ναυτικών αποφάσισε τον ναυτικό αποκλεισμό του κόλπου της Νικομήδειας σε μια προσπάθεια περιορισμού του λαθρεμπορίου πολέμου που διενεργείτο εντόνως από την Κωνσταντινούπολη ενισχύοντας τις Κεμαλικές δυνάμεις. Ήδη στις 17/29 Μαΐου είχε συλληφθεί η βενζινοφορτηγίδα ΧΙΚΜΕΤ από το τορπιλοβόλο ΔΑΦΝΗ στον κόλπο της Νικομήδειας και οδηγήθηκε στην Κίο. Στη 15 τόνων ΧΙΚΜΕΤ βρέθηκαν δυο πυροβόλα των 88 εκ., πολυβόλα, όπλα τύπου Μάουζερ και 400 οβίδες, που προέρχονταν από τις τουρκικές αποθήκες της Κωνσταντινούπολης. Κατά τις ανακρίσεις προέκυψε ότι τα πολεμοφόδια είχαν μεταφορτωθεί στο σκάφος παρουσία Γάλλων αξιωματικών. Στην Κίο οδηγήθηκε και το συλληφθέν κατά τον Μάιο τουρκικό ατμόπλοιο INEBOLU 29 , έμφορτο με ξυλεία. Εκεί αφέθηκαν ελεύθεροι οι επιβάτες πλην υπόπτων και στρατεύσιμων Τούρκων που παρέμειναν σε κράτηση. Το INEBOLU απελευθερώθηκε τον Ιούλιο κατόπιν συμμαχικών διαβημάτων που υποδείκνυαν ότι τα πλοία της κρατικής τουρκικής ατμοπλοϊκής εταιρίας αποτελούσαν κοινό ενέχυρο έναντι του τουρκικού χρέους και δεν έπρεπε να παρενοχλούνται. Τον Ιούλιο του 1922 το καταδρομικό ΕΛΛΗ παρέμεινε επί ένα περίπου μήνα στη θαλάσσια περιοχή νότια της Αττάλειας προκειμένου να διενεργεί νηοψίες. Στις 6/19 Ιουλίου συνέλαβε στα ανοιχτά της Μερσίνας το ιταλικό φορτηγό πλοίο ARTHUR SERENA (1.219 κ.ο.χ) έμφορτο με πενήντα φορτηγά οχήματα. Το πλοίο οδηγήθηκε στον Πειραιά αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερο με τον όρο, σύμφωνα με πληροφορίες του Τύπου, να επιβιβαστούν σε αυτό αξιωματικοί του Π.Ν. οι οποίοι θα επιβλέψουν την εκφόρτωση του φορτίου του στα επόμενα λιμάνια. Η ενίσχυση των Κεμαλικών συνεχιζόταν με αμείωτους ρυθμούς. Τον Ιούλιο του 1922 μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικώς από την Αγία Πετρούπολη στο Νοβοροσίσκ 29 αεροσκάφη που είχαν αποκτηθεί στη Γερμανία. Στη συνέχεια τα μετέφερε από εκεί στις Κεμαλικές βάσεις του Πόντου το υπερήλικο φορτηγό πλοίο SAHIN 30 που μπορούσε να κινηθεί με ταχύτητα μόλις 7-8 κόμβων. Μεγάλη ήταν και η προσφορά των βοηθητικών και επίτακτων σκαφών. Το ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ μετετράπη σε νοσοκομειακό με δυνατότητα να μεταφέρει σε κάθε ταξίδι του περισσότερους από χίλιους ασθενείς και τραυματίες. Καθήκοντα νοσοκομειακού πλοίου είχε αναλάβει και η άλλοτε βασιλική θαλαμηγός ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ καθώς και το επίτακτο ακτοπλοϊκό επιβατηγό ΕΛΣΗ. Άλλα επίτακτα ακτοπλοϊκά χρησίμευσαν στη μεταφορά στρατευμάτων προς την Μικρά Ασία, στη μεταφορά αδειούχων προς τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, καθώς και στη μεταφορά Τούρκων αιχμαλώτων. Η πιεστική κατάσταση στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, οδήγησε τον Αύγουστο του 1922 στην απόφαση να ενταχθούν μια σειρά από σκάφη στη Μοίρα Ευδρόμων. Πέρα από τα ΝΑΞΟΣ, ΑΚΤΙΟΝ, ΜΥΚΑΛΗ, ΑΔΡΙΑΤΙΚΟΣ και ΜΥΚΟΝΟΣ που είχαν ήδη εξοπλιστεί από το προηγούμενο έτος, εντάχθηκαν και τα εκ των γερμανικών επανορθώσεων προερχόμενα ατμόπλοια ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΣΟΦΙΑ, ΑΙΓΑΙΟΝ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ και ΕΡΜΗΣ. Επίσης τα μικρότερα ατμόπλοια ΜΑΡΙΑ ΣΟΦΙΟΥ, ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ και ΡΑΦΑΗΛ ονομάστηκαν αλιευτικά ενώ ως βοηθητικά χαρακτηρίστηκαν τα επιβατηγά ΚΥΚΝΟΣ

29 Είχε ναυπηγηθεί το 1884 στα Murdoch&Murray της Γλασκώβης ως TRO

JAN για βρετανούς ιδιοκτήτες (233 κ.ο.χ., 39,8 x8,2 μ.). Αγοράστηκε το 1891 από Τούρκους και διαλύθηκε το 1926. 30 Είχε ναυπηγηθεί το 1881 στην Αγγλία ως LADY MOSTYN (809 κ.ο.χ).

Αγοράστηκε από Έλληνες το 1907 ως ΟΛΓΑ και πουλήθηκε σε Τούρκους το 1916. Κατασχέθηκε από τους Κεμαλικούς στην Ποντοηράκλεια στις 6.11.20. Ναυάγησε στις 25.10.23 στην Ασμάρα του Πόντου.

(πρώην ΕΛΣΗ) και ΜΕΤΕΩΡΑ (πρώην ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ). Στα τέλη Αυγούστου, το Υπουργείο των Ναυτικών ανακοίνωσε ότι ελληνικό πολεμικό πλοίο βύθισε ένα τουρκικό υποβρύχιο. Υποτίθεται ότι επρόκειτο για ένα υποβρύχιο που είχαν προμηθεύσει οι Σοβιετικοί τον Κεμάλ, γεγονός το οποίο δεν ήταν όμως πραγματικότητα. Ήδη από τα τέλη του προηγούμενου έτους το ΓΕΝ λάμβανε πληροφορίες περί ύπαρξης τουρκικών υποβρυχίων και φαίνεται ότι είχε εντυπωθεί η πεποίθηση ότι υφίσταντο. Σύμφωνα με εγγραφή του Νηολογίου Πειραιώς, στις 3 Σεπτεμβρίου βενζινάκατοι των Κεμαλικών συνέλαβαν στη Μαύρη Θάλασσα το ελληνικό φορτηγό πλοίο ΟΥΡΑΝΙΑ 31 , μια σύλληψη που δεν αναφέρεται ωστόσο σε άλλες πηγές. Παρά τις προσπάθειες των ελληνικών πολεμικών πλοίων, τα σκάφη των Εθνικιστών κατάφεραν να μεταφέρουν από τα ρωσικά λιμάνια περισσότερους από 220.000 τόνους πολεμικού υλικού κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών. Οι τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις του Π.Ν. είχαν να κάνουν με την υποστήριξη της αποχώρησης των ελληνικών στρατευμάτων και του άμαχου πληθυσμού που τα ακολουθούσε. Την 1/14 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε η επιβίβαση στρατιωτών στην Πάνορμο και στην Αρτάκη που συνεχίστηκε και το βράδυ υπό το φως των προβολέων των πολεμικών πλοίων. Δυο ημέρες αργότερα τα αντιτορπιλικά ΑΕΤΟΣ και ΒΕΛΟΣ έβαλαν εναντίον τουρκικών θέσεων προς υποστήριξη δυο συνταγμάτων που συμπτύσσονταν προς τον Λαιμό της χερσονήσου Αρτάκης. Την επομένη, ο ΑΒΕΡΩΦ δέχτηκε πυρά από το τουρκικό πυροβολικό και απάντησε βομβαρδίζοντας τουρκικές θέσεις στα υψώματα της Πανόρμου και στο χωριό Κουρουκόι. Ο ΑΒΕΡΩΦ έγινε και πάλι στόχος του εχθρικού πυροβολικού στις 5/19 Σεπτεμβρίου, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν από θραύσματα οβίδας ο υποπλοίαρχος Γ. Σκληβανιώτης και ο Ανθυποπλοίαρχος Αλ. Ζήζηλας, και απάντησε με ομοβροντίες συνεπικουρούμενος από τα ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ. Στις 6/20 Σεπτεμβρίου είχαν σειρά να βληθούν εχθρικές θέσεις στο λαιμό της χερσονήσου της Αρτάκης και υψώματα γύρω από το χωριό Αϊντιτζίκ. Τον ΑΒΕΡΩΦ συνέδραμαν τα ΑΕΤΟΣ, ΒΕΛΟΣ και ΛΟΓΧΗ που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του λαιμού επιτυγχάνοντας να διασκορπίσουν τα εχθρικά τμήματα. Έχοντας ολοκληρώσει την επιβίβαση των ελληνικών δυνάμεων, τα πολεμικά προβαίνουν στην βύθιση δυο φορτηγίδων με πυρομαχικά και δυο μικρών σκαφών που είχαν εγκαταλειφθεί στην Πάνορμο. Στο Δικελί έσπευσαν το τορπιλοβόλο ΘΕΤΙΣ και εμπορικά πλοία και διεκπεραίωσαν στη Μυτιλήνη στρατιώτες καθώς και τους Έλληνες και Αρμένιους κατοίκους της περιοχής. Την ελληνική υποχώρηση κάλυψαν τα πολεμικά πλοία που έλαβαν θέσης βόρεια και νότια της χερσονήσου της Ερυθραίας προκειμένου να καλύπτουν τα στρατιωτικά τμήματα που θα κατέληγαν στο Τσεσμέ. Το θωρηκτό ΛΗΜΝΟΣ και το βοηθητικό εύδρομο ΝΑΞΟΣ κάλυπταν τη νότια οδό από τον όρμο Σιγκατζίκ όπου είχαν αγκυροβολήσει. Τη βόρεια οδό κάλυπταν από τα Βούρλα όπου αγκυροβόλησαν, το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ, το καταδρομικό ΕΛΛΗ και τα αντιτορπιλικά ΑΣΠΙΣ και ΝΙΚΗ, τα οποία είχαν αναχωρήσει από τη Σμύρνη στις 26 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου. Την μεθεπόμενη, η εμπροσθοφυλακή του Κεμάλ έφθασε στη Σμύρνη και ξεκίνησαν τα μαρτύρια του εκεί χριστιανικού στοιχείου. Τα μεσάνυχτα της 29ης Αυγούστου/10ης Σεπτεμβρίου τα πλοία του βόρειου τομέα έβαλαν εναντίον τουρκικής φάλαγγας με αποτέλεσμα να τη διασκορπίσουν, ενώ το επόμενο πρωινό έβαλαν με επιτυχία εναντίον διακοσίων περίπου ατάκτων Τσετών ιππέων. Το ΑΣΠΙΣ και το ΕΛΛΗ δέχθηκαν πυρά από θέσεις που κατέλαβε η τουρκική ορειβατική πυροβολαρχία στην κορυφογραμμή από το φρούριο της Σμύρνης έως την κορυφή «Δύο Αδέλφια». Τα πλοία πραγματοποίησαν τους κατάλληλους χειρισμούς για να αποφύγουν τυχόν πλήγματα ενώ το ΕΛΛΗ και το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ ανταπέδωσαν τα πυρά. Στο Τσεσμέ και στη γύρω περιοχή είχε καταφύγει ένας μεγάλος όγκος των υποχωρούντων ελληνικών στρατευμάτων. Στις 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου το αντιτορπιλικό ΑΣΠΙΣ δέχθηκε ανεπιτυχή πυρά από τουρκικά πυροβόλα ενώ βρισκόταν στον όρμο Γιουλ Μπαξέ και μαζί με το ΕΛΛΗ ανταπέδωσαν τα πυρά με επιτυχία. Στην προκυμαία της Σμύρνης δεκάδες χιλιάδες χριστιανών περίμεναν μάταια να έρθουν τα πλοία που θα τους μετέφεραν στη σωτηρία.

31 Είχε ναυπηγηθεί το 1895 στα R. Duncan&Co της Γλασκώβης ως θαλαμηγός DOROTHY (141 κ.ο.χ., 36,6 x 5,5 μ.) και το 1913 μετατράπηκε στην πιλοτίνα SAXON. Αγοράστηκε το 1919 από τον Αν. Ματσατσίνη και μετονομάστηκε σε ΟΥΡΑΝΙΑ (Νηολόγιο Πειραιά 383). Κατά το Lloyd’s Register το πλοίο ναυάγησε στη Μαύρη Θάλασσα τον Ιούλιο του 1921. Η εγγραφή του Νηολογίου είναι λάθος, πιθανώς προϊόν σύγχυσης εξαιτίας της σύλληψης του ετέρου φορτηγού ΟΥΡΑΝΙΑ στις 7.10.22.

Αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από την Αρτάκη.

Αντ’ αυτού ακολουθώντας το πνεύμα και τις οδηγίες της ελληνικής κυβέρνηση ο Ναύαρχος Γ. Καλαμίδας διατάζει τα ελληνικά πολεμικά που παρέμεναν στη Χίο να μην επιτρέψουν σε κανένα πλοίο που δεν φέρει άδεια, να κινηθεί από και προς την απέναντι ακτή και σε περίπτωση ανυπακοής να το βυθίσουν. Πράγματι, στις 2/15 Σεπτεμβρίου ο ατμομυοδρόμωνας ΑΛΦΕΙΟΣ έβαλε εναντίον του επίτακτου επιβατηγού ΤΗΝΟΣ όταν αυτό παρέκκλινε της πορείας του. Στη γέφυρα του ΤΗΝΟΣ ο συνταγματάρχης Ν. Πλαστήρας υπό την απειλή όπλου υποχρέωσε τον κυβερνήτη του ΤΗΝΟΣ να πλεύσει στην Χίο αντί της Μυτιλήνης προκειμένου να οργανώσει το εκκολαπτόμενο κίνημα, όπερ και έγινε. Τη νύχτα της ίδιας μέρας ολοκληρώθηκε η επιβίβαση στο Τσεσμέ του τελευταίου τμήματος του ελληνικού στρατού, υπό την κάλυψη των πυρών του θωρηκτού ΚΙΛΚΙΣ, οριοθετώντας το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας αν και το δράμα των προσφύγων και αιχμαλώτων συνεχίστηκε επί μακρόν. Ανατολικά από τα Καράμπουρνα βρισκόταν το αντιτορπιλικό ΝΙΚΗ, προκειμένου να βοηθήσει στην απομάκρυνση προσφύγων κοντά στη νησίδα Σαχίμπ, όταν στις 4/17 Σεπτεμβρίου εντοπίστηκαν ένοπλοι Τούρκοι σε απόσταση περί τα 350 μέτρα. Το ΝΙΚΗ έβαλε με το πρυμναίο πυροβόλο τέσσερις βολές και οι Τούρκοι απάντησαν με πυρά από τρία πολυβόλα. Το ένα έβαλε από την πλώρη ως τη γέφυρα, το δεύτερο από τη γέφυρα ως την πρυμναία καπνοδόχο και το τρίτο είχε επικεντρωθεί στη γέφυρα. Η ανταπόδοση από το αντιτορπιλικό δεν κατέστη δυνατή για αρκετή ώρα, καθώς οι πυροβολητές δεν μπορούσαν να καλυφθούν αφού τα πυροβόλα του ήταν απροστάτευτα. Κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυρών έχασαν τη ζωή τους ο κυβερνήτης πλωτάρχης Δημήτριος Χατζίσκος και άλλα 7 μέλη του πληρώματος, ενώ τραυματίστηκαν άλλοι 14. Σε αντίθεση με την εντολή Καλαμίδα τo θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ επέστρεψε έξω από το λιμάνι της Σμύρνης στις 10/23 Σεπτεμβρίου. Ο Κυβερνήτης του πλοίαρχος Ι. Θεοφανίδης ήρθε αυτοβούλως σε συνεννόηση με τον αμερικανικό πάστορα Asa Jennings και από κοινού οργάνωσαν την απομάκρυνση δεκάδων χιλιάδων επιζώντων αμάχων από την καταστραμμένη Σμύρνη αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο πλωτό μέσο. Στα μέσα Σεπτεμβρίου οι Άγγλοι ισχυρίστηκαν ότι ο Κεμάλ τους είχε προειδοποιήσει πως αν δεν αποχωρήσει το θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ από την Κωνσταντινούπολη θα διατάξει αεροπορική επίθεση εναντίον του. Η συμμαχική Ύπατη Αρμοστεία που διοικούσε την Κωνσταντινούπολη και τη Ζώνη των Στενών επεδίωκε την απομάκρυνση

του Ελληνικού Στόλου από τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Ο Υποναύαρχος Ηπίτης αντέδρασε και πρόβαλε ως λόγο παραμονής των ελληνικών πολεμικών, την προστασία των εμπορικών πλοίων που ταξίδευαν από και προς τον Εύξεινο Πόντο. Ωστόσο οι Βρετανοί επέμεναν και προφασίσθηκαν ότι θα αναλάβουν τα δικά τους πλοία τις περιπολίες στον Εύξεινο. Ο ΑΒΕΡΩΦ απέπλευσε στις 14/27 Σεπτεμβρίου για τελευταία φορά από την Κωνσταντινούπολη έχοντας προσχωρήσει στο κίνημα που είχε ήδη ξεσπάσει στις 11/24 Σεπτεμβρίου και μαζί με άλλα πλοία του Στόλου κατέπλευσαν στον Πειραιά. Ωστόσο σύντομα αποδείχθηκε η ορθότητα των ελληνικών θέσεων καθώς στις 24 Σεπτεμβρίου/7 Οκτωβρίου 1922, το ελληνικό φορτηγό πλοίο ΟΥΡΑΝΙΑ 32 συνελήφθη από το τουρκικό εξοπλισμένο ρυμουλκό GAZAL, ενώ έπλεε από το Γαλάζιο προς την Κωνσταντινούπολη με φορτίο ξυλείας και δημητριακών. Το σκάφος οδηγήθηκε στην Ποντοηράκλεια ως λεία πολέμου και αργότερα εντάχθηκε στο τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό με το όνομα SAMSUN, ενώ το πλήρωμά του, που απαρτιζόταν από 24 Έλληνες αιχμαλωτίσθηκε. Ακολούθησε η σύλληψη δυο ελληνικών ιστιοφόρων που έπλεαν από τη Βάρνα προς την Κωνσταντινούπολη και τα οποία οδηγήθηκαν στην Ποντοηράκλεια, όπου τα πληρώματα τους επίσης φυλακίσθηκαν. Μετά το τέλος του πολέμου, ακολούθησε ο επαναπατρισμός των απολυομένων στρατιωτών από τα νησιά και τον Έβρο. Έτσι τον Αύγουστο του 1923 το ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ μετέφερε σε ένα μόνο ταξίδι 3.200 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και στρατιώτες από την Αλεξανδρούπολη στον Πειραιά. Επίσης πολλά επίτακτα σκάφη χρησίμευσαν το επόμενο διάστημα για τη μεταφορά στρατιωτών, αιχμαλώτων και τελικά των ανταλλασσομέ

32 Ναυπηγήθηκε το 1882 στα Swan&Hunter της Αγγλίας ως KLYDE (1.531 κ.ο.χ, 80,2 x10,6 μ). Αγοράστηκε το 1901 από Έλληνες και μετονομάστηκε σε ΒΡΥΣΗΙΔΑ και το 1905 σε ΟΥΡΑΝΙΑ υπό ιδιοκτησία Ανδρ. Βαλσαμάκη &Σια. Έφερε Ρωσική σημαία ως το 1919 οπότε και εγράφη στο νηολόγιο Πειραιά υπ. αρ. 372. Μετά τη σύλληψή του μετονομάστηκε SAMSUN και κατόπιν εντάχθηκε στο Τουρκικό Π.Ν. Εκποιήθηκε σε ιδιώτες το 1927 ως GALATA και ναυάγησε την πρωτοχρονιά του 1939 κοντά στην Ποντοηράκλεια.

Πάνω: Άφιξη στην Ραιδεστό. Κάτω: Το τουρκικό GALATA, πρώην ελληνικό φορτηγό ΟΥΡΑΝΙΑ. (αρχείο J.Kruesmann)

νων χριστιανών της Μικράς Ασίας και του Πόντου προς την Ελλάδα. O μετέπειτα Αρχηγός Στόλου ναύαρχος Επαμεινώνδας Καββαδίας, ο οποίος υπηρέτησε στην Μικρασιατική εκστρατεία ως κυβερνήτης των αντιτορπιλικών ΝΙΚΗ και ΘΥΕΛΛΑ, αναφέρει σχετικά με τον πόλεμο της Μικράς Ασίας: «το Ναυτικό σε αυτόν τον αχάριστο πόλεμο θα εκτελέσει όπως πάντοτε το καθήκον του. Θα βοηθήσει αποτελεσματικώς τον Στρατό στις παραθαλάσσιες επιχειρήσεις του, θα δυσχεράνει τον από θαλάσσης ανεφοδιασμό, βομβαρδίζοντας τις βάσεις του Κεμάλ και εκτελώντας περιπολίες στη Μαύρη Θάλασσα […] Ο πόλεμος αυτός δεν θα γραφεί ποτέ. Τόσο θελήσαμε όλοι να τον λησμονήσουμε.»

Ενδεικτική βιβλιογραφία: Καββαδία Επαμεινώνδα, «Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα», Αθήνα, 1950. • Μεγαλοκονόμος Μανώλης, «Η Σμύρνη. Από το αρχείο ενός φωτορεπόρτερ» εκδοτική Ερμής, Αθήνα, 1979. • Νταλούμης Ηλίας, Τα πλοία του Ναυτικού 1826-2017, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, 2017. • Πλατσούκα Σταμάτιου, επιμέλεια Δημητρακόπουλου Αναστάσιου, "Ταξείδια και Πολεμικά Γεγονότα. Αναμνήσεις ενός παλαιού Ναυάρχου 1892-1920, Υ.Ι.Ν., Αθήνα, 2019.• Φιλίππου Κωνσταντίνος, «Διαδρομή ενός αιώνα, 1900-2000», J&J Hellas, Αθήνα, 2007. • Χαρατσής Στυλιανός, «Η πρώτη επέμβαση», Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, Αθήνα,1997. • LangenspiepenBernd&GuleryuzAhmet, ΤheOttomanSteam Navy 1828-1923, Conway, London, 1995. •Βλάσσης Κ., «Ο Μουσταφά Κεμάλ στόχος του Ελληνικού Ναυτικού», Στρατιωτική Ιστορική Έρευνα, Σεπτέμβριος 2013, Αθήνα. • Γέροντας Παναγιώτης, «Το Ατμόπλοιο ΕΝΩΣΙΣ και η Αιχμαλωσία του από Κεμαλικές Κανονιοφόρους το 1922», περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 595 (Μάρτιος-Μάιος 2016). • Ευδωρίδου Αγάπη, Ο Ελληνισμός στην Νικομήδεια και την περιφέρειά της, διπλωματική εργασία Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, 2010. • Κοντογιάννης Κωνσταντίνος, «Σελίδες από τας Πολεμικάς Επιχειρήσεις του Στόλου εις τον Κόλπον της Σμύρνης», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 35, Αθήνα, Ιαν.-Φεβ.1923. • Κώνστας Παναγιώτης, «Η κατάληψις της Σμύρνης και η Συμμετοχή της Λήμνου εις αυτήν», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 74, Αθήνα, Μάι.1928. • Μελισσηνός Ιωάννης, «Το Κιλκίς κατά τους μήνας Ιούνιον-Ιούλιον και Αύγουστον του 1920», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 78, Αθήνα, Οκτ.1928. • Παπαβασιλείου Αθ., «Η δράσις της Έλλης κατά τας πολ. επιχειρήσεις του Στόλου εις τον κόλπον της Σμύρνης», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 76, Αθήνα, Ιουλ.1928. • Παπαδημητρίου Χρ., «Η Ασπίς κατά τα έτη 1919-20, Ναυτική Επιθεώρηση», τ. 85, Αθήνα, Μάι.1929. • Παπαδημητρίου Χρ., «Το τορπιλλοβόλον Δάφνη κατά τα έτη 1921-1922», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 71, Αθήνα, Φεβ.1928. • Πεζόπουλος Κ., «Το αντιτορπιλλικόν Ναυκρατούσα κατά το έτος 1919», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 77, Αθήνα, Σεπ.1928. • Παλούμπης Ιωάννης, «Η συμβολή της Ναυτικής Αεροπορίας στη Μικρασιατική Εκστρατεία», Ναυτική Επιθεώρηση τ.582, Αθήνα, 2012. • Πολυζώης Αχιλλεύς, «Σημειώσεις εκ του Μεγάλου Πολέμου, Ναυτική Επιθεώρηση», τ. 50, Αθήνα, Απρ.-Μαι.1925. • Σίμψας Μάριος, «Ο Αβέρωφ και οι Τούρκοι», Ιστορία Εικονογραφημένη, Οκτώβριος 1977, Αθήνα. • Χατζόπουλος Α., «Η Νίκη κατά τας επιχειρήσεις του Μαΐου 1920», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 79, Αθήνα, Νοε.1928.•Atabey Figen, «Turkish Sailors in the period of national struggle», International Journal of Social Studies, No.31, Winter II, 2015 • The Naval Review, Minor war service in peace - Turkey, 1920. H. H. Mc.W. • Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Έτος 1921, Αρ. Φακέλου 2, Αρ. Υποφακέλου 8. - Έτος 1921, Αρ. Φακέλου 15, Αρ. Υποφακέλου 5.- Έτος 1922, Αρ. Φακέλου 14, Αρ. Υποφακέλου 2. - Έτος 1923, Αρ. Φακέλου 19, Αρ. Υποφακέλου 2.