2ο Πρότυπο Γυμνάσιο Αθηνών
ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ… Ο «κατεργάρης ήρωας» στο χρόνο Ιστορίες με το τυπικό του αναγνωρισμού Εργασίες μαθητών/τριών των τμημάτων Α1 και Α4 στο πλαίσιο του μαθήματος της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας Σχ. έτος 2020-21
Υπεύθυνη καθηγήτρια: Ξένη Σκαρτσή
Αθήνα 2021
Οι εργασίες που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το τεύχος εκπονήθηκαν στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2020-21 στο πλαίσιο του μαθήματος της Οδύσσειας από τους μαθητές των τμημάτων Α1 και Α4 του 2ου Πρότυπου Γυμνασίου Αθηνών. Στόχος ήταν, πρώτα πρώτα, τα παιδιά να αφομοιώσουν με έναν πιο ευχάριστο και δημιουργικό τρόπο βασικά χαρακτηριστικά και μοτίβα της Οδύσσειας. Επιπλέον, να αντιληφθούν την παγκοσμιότητα και τη διαχρονικότητα των στοιχείων του προφορικού πολιτισμού, και την επιβίωσή τους στη νεότερη γραμματεία αλλά ακόμα και σε προϊόντα «λαϊκής κουλτούρας και να οξύνουν την κριτική τους ικανότητα, ιδίως με την πρώτη δραστηριότητα, να αναπτύξουν τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους και να ασκηθούν στην αφήγηση με τη δεύτερη. Το εγχείρημα αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο κατά τη φετινή χρονιά που οι δύσκολες συνθήκες και οι αδυναμίες της τηλεκπαίδευσης δυσχέραιναν την αλληλεπίδραση και την κινητοποίηση των μαθητών. Οι επιλογές, οι παρατηρήσεις και οι ιστορίες τους παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον. Κάποιες φορές τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά σε όλα τα επίπεδα. Στην πρώτη δραστηριότητα τα παιδιά βρίσκουν ιστορίες της αρχετυπικής μορφής του «κατεργάρη ήρωα» στη μυθολογία, τα παραμύθια, τη λογοτεχνία, την ιστορία και τον κινηματογράφο και εντοπίζουν τα κοινά σημεία της με τον οδυσσειακό μύθο. Στη δεύτερη γράφουν δικές τους ιστορίες με βάση το τυπικό του αναγνωρισμού στην Οδύσσεια. Οι εργασίες των παιδιών παρουσιάζονται πρώτα ανά δραστηριότητα και στη συνέχεια ανά τμήμα.
Το ηλεκτρονικό τεύχος μας επιμελήθηκε η συνάδελφος Μαρία Κονταξή, την οποία ευχαριστούμε θερμά.
1
Περιεχόμενα Ο «κατεργάρης ήρωας» και οι ιστορίες του … 3 Τμήμα Α1 ………………………………………. .4 Αρχαίοι ελληνικοί και βιβλικοί μύθοι …………….. 4 Παραμύθια ……………………………………….9 Λογοτεχνία ………………………………………19 Ιστορία …………………………………………..21 Τμήμα Α4 ……………………………………….23 Αρχαίοι ελληνικοί και βιβλικοί μύθοι …… ……….23 Παραμύθια ………………………………………24 Λογοτεχνία ……………………………………... 28 Κινηματογράφος ………………………………...28
Ιστορίες με το «τυπικό του αναγνωρισμού»... 30 Τμήμα Α1 ……………………………………… 30 Τμήμα Α4 …………………………………….... 47
2
Ο «κατεργάρης ήρωας» και οι ιστορίες του Ο «κατεργάρης ήρωας» (‘trickster’) όπως ονομάζεται στην παραμυθολογία, είναι ο τύπος του μικροκακωμένου ήρωα που απαντά συχνά στα έπη, στους μύθους και στα παραμύθια σε όλο τον κόσμο, και που ξεπερνάει τις δυσκολίες και νικάει υπέρτερους αντιπάλους βασιζόμενος στην εξυπνάδα του και την πονηριά του, όπως ο μυθικός Οδυσσέας. Αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με τις τρομακτικές και υπέρτερες δυνάμεις της φύσης και τα βγάζει πέρα χάρη στην εξυπνάδα του και την πονηριά του, όπως ο μυθικός Οδυσσέας. (C.G. JUNG, Τέσσερα Αρχέτυπα, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, Ιάμβλιχος 1988, σ. 181-206)
Τα παιδιά κλήθηκαν να βρουν και να αναπαραγάγουν κατά το δυνατόν με δικά τους λόγια μία γνωστή τους ιστορία με κέντρο τον «κατεργάρη ήρωα» από μύθους, παραμύθια, λογοτεχνικά βιβλία, ακόμα και κινηματογραφικές ταινίες. Σε περίπτωση που τα παιδιά επέλεξαν την ίδια ιστορία, δίνεται η εκδοχή του καθενός. Στη συνέχεια, να εντοπίσουν βασικές ομοιότητες ανάμεσα στον ήρωα που επέλεξαν και τα διάφορα μοτίβα της ιστορίας του με την οδυσσειακό μύθο, με άξονα κυρίως την Κυκλώπεια της Οδύσσειας.
3
Τμήμα Α1 Αρχαίοι ελληνικοί και βιβλικοί μύθοι Ο Θησέας και ο Μινώταυρος Ο Μίνωας, για να τιμωρήσει τους Αθηναίους επειδή σκότωσαν τον γιο του Ανδρόγεω, κήρυξε πόλεμο στον οποίο νίκησε. Ως ποινή για τους Αθηναίους όρισε κάθε χρόνο εφτά νέοι Αθηναίοι και εφτά νέες Αθηναίες να στέλνονται στην Κρήτη και να κατασπαράζονται από τον Μινώταυρο μέσα στον λαβύρινθο. Ο Θησέας αποφάσισε να σαλπάρει για την Κρήτη και να θέσει τέλος στη ντροπιαστική εισφορά σε αίμα. Πήρε τη θέση ενός από τους 7 νέους και απέπλευσε μαζί τους από το Φάληρο. Φτάνοντας στην Κρήτη γνώρισε την κόρη του Μίνωα, την Αριάδνη, και οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν. Η Αριάδνη τον έβαλε να υποσχεθεί ότι αν σωζόταν θα την έπαιρνε στην πατρίδα του και θα την νυμφευόταν. Μετά, του έδωσε ένα κουβάρι κλωστή, τον «Μίτο της Αριάδνης», ώστε όταν ο Θησέας έμπαινε στον λαβύρινθο να το ξετυλίγει, για να μπορέσει έπειτα, αφού σκοτώσει τον Μινώταυρο, να βρει την έξοδο. Πράγματι, ο ήρωας στερέωσε τη μία άκρη στην είσοδο του δαιδαλώδους οικήματος, αναζήτησε, βρήκε και σκότωσε το τέρας, και ξανατυλίγοντας τον μίτο κατάφερε να βγει από τον Λαβύρινθο. Εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι της νύχτας, ο Θησέας, η Αριάδνη και οι υπόλοιποι νέοι δραπέτευσαν στο λιμάνι και πήραν με το πλοίο τους το ταξίδι της επιστροφής. (el.wikipedia.org) Ομοιότητες Ο Οδυσσέας όπως και ο Θησέας είχαν να αντιμετωπίσουν ένα υπερφυσικό ον. Ο Οδυσσέας τον Κύκλωπα και ο Θησέας τον Μινώταυρο. Είχαν και οι δύο ένα μαγικό αντικείμενο. Ο Οδυσσέας το κρασί του Μάρωνα και ο Θησέας τον Μίτο της Αριάδνης. Χρησιμοποιούν και οι δύο ήρωες την εξυπνάδα τους για να δραπετεύσουν. Ο Οδυσσέας κρύφτηκε κάτω από τα πρόβατα του Πολύφημου και ο Θησέας ακολούθησε τον μίτο για να βγει από τον Λαβύρινθο. Και οι δύο προστάτευσαν και έσωσαν τους ανθρώπους που είχαν μαζί τους. Ο Οδυσσέας τους συντρόφους του και ο Θησέας τους Αθηναίους νέους. Και οι δύο έφυγαν παίρνοντας κάτι μαζί τους. Ο Οδυσσέας τρόφιμα και προμήθειες και ο Θησέας την Αριάδνη. Γιώργος Βασιλείου Ο Θησέας και ο Μινώταυρος Ο Θησέας ήθελε να σκοτώσει τον Μινώταυρο που ήταν ένα τέρας με κεφάλι ανθρώπου και σώμα αλόγου. Ζούσε κλεισµένος στο Λαβύρινθο, στο υπόγειο του παλατιού του 4
Μίνωα, που τον είχε φτιάξει ο αθηναίος Δαίδαλος. Ο Λαβύρινθος είχε τόσους πολλούς διαδρόµους και δωµάτια, που κανείς ποτέ δεν είχε καταφέρει να βγει από εκεί. Εκεί έστελναν κάθε χρόνο εφτά νέους και εφτά νέες από την Αθήνα για να τους φάει το τέρας. Ο Θησέας πήγε μαζί τους για να τους προστατέψει και να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Στο λιµάνι του Φαλήρου οι Αθηναίοι αποχαιρέτησαν τους νέους και τις νέες κλαίγοντας. Έβαλαν στο καράβι µαύρα πανιά κι ο βασιλιάς Αιγέας τους παρακάλεσε, αν γύριζαν ζωντανοί, να βάλουν πανιά άσπρα για να τους δει από μακριά και να ησυχάσει. Το καράβι του Θησέα αποχώρησε και ξεκίνησε το ταξίδι του. Έφτασαν στην Κρήτη και ο Θησέας συνάντησε την Αριάδνη. Ερωτεύτηκαν και εκείνη θέλησε να τον βοηθήσει. Ρώτησε τον Δαίδαλο για να της δώσει μια λύση. Ο Δαίδαλος της είπε να του δώσει ένα κουβάρι. Έτσι όσο συνεχίζει μέσα στον Λαβύρινθο να ξετυλίγεται και να μην χάσει την είσοδο. Έτσι, λοιπόν, εφαρμόζουν το σχέδιο. Ο Θησέας ακολούθησε πιστά τις οδηγίες της Αριάδνης, σκότωσε τον Μινώταυρο και βρήκε τον δρόμο για την επιστροφή. Ομοιότητες Οδυσσέα με Θησέα: Ήταν και οι δύο πολυμήχανοι αφού και οι δύο αντιμετώπισαν τέρατα με μόνο όπλο το μυαλό τους. Οι κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι και οι δύο θνητοί. Και οι δύο δέχονται βοήθεια από γυναίκες, την Αριάδνη και την Αθηνά, τη μια θνητή και την άλλη θεά. Επίσης κατέφθασαν στον τόπο της αντιπαράθεσης με το τέρας με καράβια. Ομοιότητες Κύκλωπα και Μινώταυρου: Ήταν και οι δύο ανθρωποφάγα τέρατα με τεράστια μυϊκή δύναμη και τρομαχτική όψη και δεν διέθεταν ιδιαίτερη εξυπνάδα. Ζούσαν σε μία προπολιτισμική εποχή και ζούσαν σε απομονωμένα μέρη (λαβύρινθος, σπηλιά). Συνοψίζοντας, και οι δύο ιστορίες είναι μια ωδή στην ανθρώπινη ευφυΐα. Κωνσταντίνα Αγάθου Το λιοντάρι της Νεμέας. Άθλος του Ηρακλή Κάποτε στα βουνά της Νεμέας ζούσε ένα τρομερό λιοντάρι που έτρωγε ζώα και ανθρώπους, για αυτό ο βασιλιάς της περιοχής ο Ευρυσθέας κάλεσε τον Ηρακλή και του ζήτησε να σκοτώσει το λιοντάρι και να του φέρει το δέρμα του Ο Ηρακλής πήρε το ρόπαλό του και έφυγε από το παλάτι, ενώ ο βασιλιάς χαιρόταν γιατί πίστευε ότι ο Ηρακλής δεν θα τα κατάφερνε και ότι θα έχανε τη ζωή του. Το επόμενο πρωί ο Ηρακλής βρήκε την σπηλιά του λιονταριού και έφραξε την μια είσοδό της για να μην μπορεί το λιοντάρι να βγει. Το λιοντάρι βγήκε από την κρυψώνα του και τινάχτηκε πάνω του. Άρχισαν να παλεύουν, αλλά ο Ηρακλής του έσφιγγε τόσο δυνατά τον λαιμό που κατάφερε να το πνίξει. Τότε έβγαλε το λιοντάρι έξω από την σπηλιά, πήρε το δέρμα του και ξεκίνησε για το παλάτι του Ευρυσθέα.
5
Ο άθλος του Ηρακλή παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με την Κυκλώπεια: Ένα κοινό στοιχείο ανάμεσα τον άθλο του Ηρακλή και την περιπέτεια του Οδυσσέα είναι ότι και το λιοντάρι αλλά και ο Κύκλωπας τρώνε ανθρώπους. Άλλο ένα κοινό στοιχείο είναι ότι και τα δυο όντα ζουν σε σπηλιά. Το τελευταίο κοινό στοιχείο είναι ότι και ο Οδυσσέας και ο Ηρακλής καταφέρνουν να σκοτώσουν δυο όντα με υπερφυσικές δυνάμεις. Κριστιάν Βάλκοβ Δαβίδ και Γολιάθ Παλαιότερα έγινε ένας πόλεμος μεταξύ Φιλισταίων και Ισραηλιτών. Από το στρατόπεδο των Φιλισταίων ένας πολύ δυνατός πολεμιστής που ονομαζόταν Γολιάθ προκαλούσε τους Ισραηλίτες σε μάχη με υβριστικό τρόπο. Μια μέρα ο Δαβίδ έτυχε να περνάει από το στρατόπεδο και άκουσε τον γίγαντα να προκαλεί τους Ισραηλίτες και αποδέχτηκε την πρόκληση του Γολιάθ. Ο Δαβίδ πήρε το ραβδί του, διάλεξε πέντε λεία λιθάρια και τα έβαλε στο σακούλι του, και μια σφεντόνα. Ο Γολιάθ νευρίασε που ο Δαβίδ πίστευε ότι θα τον νικούσε με αυτά τα μέσα και προχώρησε προς το μέρος του. Ο Δαβίδ άπλωσε το χέρι του στο σακούλι, πήρε έναν λίθο και του τον εκσφενδόνισε. Ο Γολιάθ πληγώθηκε θανάσιμα κι έπεσε πάνω στη γη. Ο Δαβίδ τον πλησίασε και του έκοψε με ένα ξίφος το κεφάλι και με αυτόν τον τρόπο τον νίκησε. Κοινά σημεία: Ο Γολιάθ μοιάζει με τον Πολύφημο γιατί είναι πολύ ψηλός, υπερβολικά δυνατός και ακόμα αποκαλείται γίγαντας. Ο Δαβίδ μοιάζει με τον Οδυσσέα γιατί κανένας τους δεν είχε τρομερή σωματική δύναμη αλλά χρησιμοποίησαν το μυαλό και την τόλμη τους για να νικήσουν τον αντίπαλο τους. Πριν από τη μάχη τους, ο Δαβίδ απάντησε υβριστικά στα λόγια του Γολιάθ για να τον προκαλέσει, ενώ ο Οδυσσέας μέθυσε τον Κύκλωπα για να μην μπορέσει να ανταποκριθεί άμεσα όταν θα τον τύφλωνε. Ο Οδυσσέας και ο Δαβίδ χρησιμοποίησαν απλά μέσα ως όπλα για να αντικρούσουν τους αντιπάλους τους: ο Δαβίδ νίκησε τον Γολιάθ με την σφεντόνα του και ένα λίθο, ενώ ο Οδυσσέας νίκησε τον Πολύφημο τυφλώνοντας τον με έναν πυρωμένο πάσσαλο. Λυδία Αστρίτη Ο Δαβίδ και ο Γολιάθ Μια μέρα οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν τον στρατό τους και κήρυξαν πόλεμο εναντίον των Ισραηλιτών. Παρατάχθηκαν στις θέσεις τους οι δύο αντίπαλοι, όταν από το στρατόπεδο των Φιλισταίων βγήκε ένας πελώριος και τρομακτικός πολεμιστής, που το ύψος του έφτανε τα τρία μέτρα. Ο γίγαντας ονομαζόταν Γολιάθ. 6
Κάθε μέρα επί σαράντα μέρες φώναζε στους Ισραηλίτες και καλούσε όποιον είχε θάρρος, να μονομαχήσει μαζί του. Έλεγε μάλιστα, πως όποιος από τους δυο πολεμιστές νικούσε, εκείνου ο στρατός θα ήταν νικητής και οι ηττημένοι θα γίνονταν σκλάβοι του. Αλλά στην πρόσκληση του τρομερού Γολιάθ κανένας Ισραηλίτης δεν αποκρινόταν. Μια μέρα ο Ιεσσαί έδωσε στο Δαβίδ τρόφιμα, στάρι και ψωμί, να τα πάει στο στρατόπεδο που ήταν τ' αδέρφια του. Όταν ο Δαβίδ έφτασε στο στρατόπεδο, ο στρατός έπαιρνε θέση για μάχη. Έφτασε εκεί και μιλούσε με τ' αδέρφια του, την ώρα που, από τις γραμμές των Φιλισταίων, βγήκε α ο Γολιάθ κι άρχισε να προκαλεί τους Ισραηλίτες με τα ίδια λόγια. Ο Σαούλ είχε ανακοινώσει πως όποιος Ισραηλίτης πολεμήσει με τον Γολιάθ και μπορέσει να τον σκοτώσει, θα του χαρίσει πλούτη, θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα και θ' απαλλάξει το σπίτι του από τους φόρους. Ο Δαβίδ θέλησε να αναμετρηθεί με τον γίγαντα και ζήτησε άδεια από τον Σαούλ. Εκείνος του αποκρίθηκε πως ήταν πολύ μικρός για να πολεμήσει με έναν τόσο δυνατό αντίπαλο. Ο Δαβίδ όμως στην ζωή του είχε περάσει δυσκολίες και είχε επιβιώσει οπότε είπε στον Σαούλ «Ο Κύριος, που με γλίτωσε από τα νύχια του λιονταριού και της αρκούδας, αυτός θα με γλιτώσει κι από τα χέρια αυτού του Φιλισταίου». Έτσι κατάφερε και έπεισε τον Σαούλ πως ήταν ικανός. Χωρίς πανοπλία λοιπόν, καθώς του ήταν πολύ μεγάλη, μόνο με πέντε λιθάρια και μία σφεντόνα, ξεκίνησε την αναμέτρησή του με τον Γολιάθ. Ο Γολιάθ θεώρησε τον Δαβίδ ανίκανο και ασήμαντο και του είπε: «Για κανένα σκύλο με πήρες και βγήκες μπροστά μου με τη σφεντόνα;». Ο Δαβίδ όμως δεν το έβαζε κάτω και δεν έχανε το κουράγιο του. Ας μην είχε μεγάλο όπλο σαν το κοντάρι του Γίγαντα, είχε όμως την βοήθεια του Θεού. Μόλις ο Γολιάθ προχώρησε λίγο, ο Δαβίδ άπλωσε το χέρι του στο σακούλι, άρπαξε ένα λιθάρι και το εκσφενδόνισε στο Φιλισταίο γίγαντα. Το λιθάρι χώθηκε στο μέτωπο του κι εκείνος έπεσε με το πρόσωπο στη γη. Έτσι ο Δαβίδ μ' ένα λιθάρι και τη σφεντόνα του κατατρόπωσε το γίγαντα Γολιάθ. Τον χτύπησε και τον σκότωσε, χωρίς να έχει ξίφος στα χέρια του. Έπειτα στάθηκε πάνω απ' το Γολιάθ, του τράβηξε το ξίφος από τη θήκη του και τον αποτελείωσε, κόβοντας του το κεφάλι. Η ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ έχει πολλά κοινά στοιχεία με την Κυκλώπεια: Αρχικά, και στις δύο ιστορίες βλέπουμε μια μάχη ανάμεσα σε ένα τεράστιο, δυνατό και τρομακτικό μυθικό πλάσμα και σε έναν μικρόσωμο, πιο αδύναμο άνθρωπο. Επιπλέον ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται πιο θαρραλέος από τους συντρόφους του και έχει την αντρειοσύνη να πολεμήσει. Ο ήρωας όμως, έχει στο πλευρό του και τους θεούς. Συγκεκριμένα ο Οδυσσέας είχε την βοήθεια των θεών του Ολύμπου και ο Δαβίδ είχε την βοήθεια του Θεού. Επιπρόσθετα, και στις δύο αφηγήσεις δίνεται έμφαση στο ότι σημασία έχει το μυαλό και άλλες εσωτερικές αρετές και όχι το μέγεθος ή άλλα επιφανειακά χαρακτηριστικά. Μαρία Βαμβακοπούλου Ο λύκος και η φλογέρα (μύθος του Αισώπου) Ένα μικρό κατσικάκι είχε μείνει κάποτε πίσω από τις άλλες κατσίκες και το έπιασε ένας λύκος. «Καταλαβαίνω ότι σκοπεύεις να με φας», είπε το κατσικάκι στο λύκο. «Αλλά αν 7
πρόκειται να γίνω το γεύμα σου, ας το ετοιμάσουμε προσεκτικά. Αν παίξεις φλογέρα, θα σου χορέψω πριν με φας». Ο λύκος ξεγελάστηκε και άρχισε να παίζει φλογέρα και το κατσικάκι χόρευε. Ο θόρυβος, όμως, έκανε τα τσοπανόσκυλα να τρέξουν και να κυνηγήσουν τον λύκο μακριά από το κοπάδι. «Το φταίξιμο είναι μόνο δικό μου» μονολογούσε ο λύκος καθώς απομακρυνόταν. «κοίτα πως την έπαθα από ένα τόσο δα μικρό κατσικάκι!». Το μικρό κατσικάκι αποδείχθηκε πιο έξυπνο από τον λύκο. Με το θάρρος του και το τέχνασμά του ξεγέλασε τον λύκο και έσωσε τη ζωή του.
Και το κατσικάκι και ο Οδυσσέας είχαν θάρρος και αντιμετώπισαν τον εχθρό τους. Με την πονηριά, την εξυπνάδα και τον δόλο ξεγέλασαν τον εχθρό (ο Οδυσσέας χρησιμοποίησε το κρασί και το κατσικάκι τον χορό). Λυδία Βασιλειάδου
Ο κροκόδειλος και η μαϊμού (μύθος του Αισώπου) Μία φορά και έναν καιρό στη μέση ενός πυκνού δάσους υπήρχε ένα ορμητικό ποτάμι. Στον ποταμό ζούσε ένας γέρικος κροκόδειλος που δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει, γιατί ήταν πάρα πολύ αδύναμος. Μία μέρα ήταν πολύ πεινασμένος. Έτσι σκέφτηκε ότι ήταν δύσκολο να βγει στη στεριά και να κυνηγήσει και θα προσπαθούσε να πιάσει μερικά ψάρια. Μα όταν προσπάθησε να πιάσει ένα ψάρι, αυτό γλίστρησε από τα χέρια του. Πεινασμένος και απογοητευμένος αποφάσισε να ξεκουραστεί κάτω από ένα δέντρο στο ποτάμι. Μία μαϊμού καθόταν πάνω σε ένα κλαδί και έτρωγε μούρα. Ο κροκόδειλος είδε τη μαϊμού και τη ρώτησε τι είναι αυτό που τρώει κι αν θα μπορούσε να του δώσει λίγα γιατί πεινούσε πολύ. Η μαϊμού απάντησε ότι αυτά που τρώει είναι μούρα και ότι είναι πολύ γλυκά. Έπειτα του έδωσε να φάει μερικά και ο κροκόδειλος, αφού έφαγε τα μούρα, ευχαρίστησε τη μαϊμού και της ζήτησε να γίνουν φίλοι. Η μαϊμού δέχτηκε και από τότε ο κροκόδειλος έτρωγε τα μούρα που του πρόσφερε η μαϊμού. Με τον καιρό έγιναν πάρα πολύ καλοί φίλοι και ο κροκόδειλος έπαιρνε τη μαϊμού στην πλάτη του και έκαναν βόλτα στο ποτάμι. Μετά από λίγο καιρό ο κροκόδειλος τη ρώτησε αν μπορούσε να του δώσει λίγα μούρα να φάει και η γυναίκα του. Αφού η μαϊμού του έδωσε τα μούρα, ο κροκόδειλος τα πήγε στη γυναίκα του που ήταν στην άλλη άκρη του ποταμού. Η γυναίκα όμως του κροκόδειλου επειδή πείναγε πολύ του ζήτησε να φέρει την καρδιά της μαϊμούς για να τη φάει μιας και θα ήταν πολύ γλυκιά απ’ τα πολλά μούρα, όπως του είπε για να τον πείσει. Στην αρχή ο κροκόδειλος δίστασε αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς γιατί η γυναίκα του θα πέθαινε από την πείνα. Έπειτα πήγε στη μαϊμού και της είπε ότι η γυναίκα του την κάλεσε για δείπνο στο σπίτι τους. Ενώ διέσχιζαν το ποτάμι, ο κροκόδειλος ένιωθε τύψεις και έτσι είπε στη μαϊμού την αλήθεια .Όμως, η μαϊμού ήταν πολύ έξυπνη και είπε στον κροκόδειλο ότι έπρεπε να γυρίσουν πίσω γιατί είχε αφήσει στο δέντρο την καρδιά της. Ο κροκόδειλος την πίστεψε και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Αφού γύρισαν πίσω στο δέντρο, η μαϊμού σκαρφάλωσε και είπε στον κροκόδειλο ότι ήταν πολύ ανόητος που δεν κατάλαβε ότι χωρίς την καρδιά της δεν θα μπορούσε να ζήσει. Τέλος, η μαϊμού τον αποκάλεσε προδότη, την έχασε από φίλη και του είπε ότι με αυτήν την προδοσία δεν θα του ξαναδώσει μούρα
8
Το πρώτο κοινό στοιχείο με την «Κυκλώπεια» είναι ότι ο κροκόδειλος όπως και ο Κύκλωπας ήταν άπληστοι γιατί στην μεν μια ιστορία ενώ η μαϊμού έδωσε στον κροκόδειλο μούρα για να σταματήσει την πείνα του, και στην άλλη ιστορία ο Οδυσσέας έδωσε στον Κύκλωπα κρασί για να ξεδιψάσει, και στις δυο περιπτώσεις δεν αρκέστηκαν να απολαύσουν αυτό που τους πρόσφεραν αλλά προτίμησαν να φάνε και τους ίδιους. Το δεύτερο κοινό στοιχείο είναι ότι κι ο Οδυσσέας και η μαϊμού, όταν τέθηκε η ζωή τους σε κίνδυνο, έμειναν ψύχραιμοι και σκέφτηκαν πώς να σωθούν χρησιμοποιώντας την εξυπνάδα τους. Το τρίτο κοινό στοιχείο των δυο ιστοριών είναι ότι και οι δυο ήρωες ξεγέλασαν και τον Κύκλωπα και τον κροκόδειλο λέγοντάς τους στο τέλος τα λάθη τους. Μαρία Βλαχοπαναγιώτη
Παραμύθια Ο Μυλωνάς και ο Καλικάντζαρος (λαϊκό παραμύθι από την Κυνουρία) Θράκα: σωρός από αναμμένα κάρβουνα, που συνήθως προορίζονται για ψήσιμο φαγητού Απατός: εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου, μόνος μου Δαυλί: δάδα, δαυλός Καλικάντζαροι: υπερφυσικά όντα σαν «μικροί σατανάδες» που έμπαιναν στα σπίτια και τα έκαναν άνω-κάτω. Η τροφή τους ήταν σκουλήκια και βατράχια. Το μαγικό μέσο για να τους διώξεις είναι εκτός των άλλων και το αναμμένο δαυλί.
«Σγρούτσου σγρούτσου σγρούτσου, το δέντρο της ζωής με πριόνι και δρεπάνι θα καταστρέψουμε εμείς…» τραγουδάνε οι καλικάντζαροι και σιγοπριονίζουν το δέντρο που είναι κάτω από τη Γη και την κρατάει. Θέλουν, βλέπετε, να το κόψουν για να δουν πώς η Γη θα κυλήσει και θα πέσει και αυτοί να γελάνε! Ναι, οι δικοί μας οι καλικάντζαροι μένουν κάτω στη Γη όλο το χρόνο και βγαίνουν μονάχα 12 μέρες τα Χριστούγεννα. Είναι κακά και σκανδαλιάρικα, μοιάζουν σαν νάνοι και είναι ασχημομούρικα. Εκεί, στα βάθη της γης, τρέφονται με σκουλήκια, βατράχια, φίδια, ποντίκια και άλλες τέτοιες «λιχουδιές». Οπότε καταλαβαίνετε ότι μόλις ανέβουν στη Γη, κάθε γήινη λιχουδιά όπως λουκάνικο, κρεατάκι ψητό, λουκουμάς, μελομακάρονο, κουραμπιές και όλα τα άλλα καλούδια των γιορτών γίνονται στόχος τους. Είναι πονηρά και ζημιάρικα. Βγαίνουν αργά το βράδυ, πειράζουν τους ανθρώπους και κάνουν ζημιές στα σπίτια. Θα σας πω την πιο γνωστή περιπέτεια του καλικάντζαρου Μαντρακούκο. Αυτός ήταν ένας καλικάντζαρος που ζούσε στις μάντρες (όπως άλλωστε καταλαβαίνουμε και από το όνομά του) και του άρεσε να πειράζει γυναίκες. Όταν δεν τρομάζει τις γυναίκες ασχολείται με το φαγητό, μάλιστα έχει αδυναμία στα λουκάνικα και στις σούβλες με τα καλοψημένα κρέατα. Μια φορά και έναν καιρό, λοιπόν, ήταν ένας μυλωνάς σε ένα ορεινό χωριό. Ένα βράδυ είχε μείνει αργά και είχε ανάψει μια ωραία φωτιά και έψηνε μια σούβλα κρέας. Εκεί που γύριζε τη σούβλα του, σηκώνει το βλέμμα του ξαφνικά και ποιον βλέπει στην άλλη μεριά; Τον Μαντρακούκο που είχε έρθει και γύριζε και αυτός μια σούβλα γεμάτη με βατράχους! Πω πω πω, πώς ήταν αυτός ο Μαντρακούκος!!! Νομίζω ότι ήταν ο πιο άσχημος από όλους τους 9
καλικάντζαρους! Στεκόταν εκεί κοντόχοντρος, τραγοπόδαρος και καραφλός. Είχε και μια απαίσια μύτη – τεράστια και κρεμόταν σαν μαλακό ζυμάρι. Δεν ήταν καθόλου ευχάριστο θέαμα αυτό το γυμνό, κακάσχημο και καραφλό πλάσμα. Ο μυλωνάς δεν του μίλησε διόλου γιατί ήξερε πολύ καλά πως αν μιλήσεις στους καλικάντζαρους ίσως σου κλέψουν τη φωνή. Αφού πέρασε λίγη ώρα και ο Μαντρακούκος είδε πως ο μυλωνάς τον αγνοεί παντελώς, τον ρωτά ο καλικάντζαρος πώς τον λένε. ― “Απατό” με λένε, του λέει ο μυλωνάς. Τότε ο Μαντρακούκος μονομιάς πηδάει εκεί που γύριζε η σούβλα με το μοσχομυριστό κρέας και πάει να βάλει τη δική του σούβλα με τους βατράχους πάνω στο κρέας. Ο σοφός μυλωνάς όμως είναι πανέτοιμος και γρήγορος, αρπάζει ένα αναμμένο δαυλί και – Πατ! του το κοπανάει στο κεφάλι. Οι τρίχες του αρπάζουν φωτιά από το δαυλί και ο Μαντρακούκος κατακάηκε. Βάζει τότε τις φωνές ο καλικάντζαρος! Φασαρία, τσιρίδες και κακός σαματάς! ― «Βοηθάτε, αδέρφια, μ’ έκαψαν! Ελάτε καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, και σκαλικαντζάρια. Βοηθάτε τζόγιες, βερβελούδες και καλλισπούρδοι. Τρέξτε Παγανέ και Μαλαγάνα, Πλανήταρε και Κωλοβελόνη…» ― Βρε, ποιος σ’ έκαψε; τον ρωτάνε οι άλλοι καλικάντζαροι απέξω. Δεν μπορούν όμως να μπουν μέσα γιατί στο χερούλι της οξώπορτας ο μυλωνάς είχε δέσει ένα κόκκινο λινάρι και δεν μπορούσαν να την περάσουν. ― O “Απατός” μ’ έκαψεεεεεεεεεεεε, τους απαντάει ο Μαντρακούκος από μέσα. ― Αμ… σαν κάηκες μόνος σου, τι σκούζεις έτσι; Καλά να πάθεις! Έτσι του είπαν οι άλλοι οι καλικάντζαροι και έφυγαν. Έτσι κι αλλιώς οι καλικάντζαροι δεν τα είχαν καλά μεταξύ τους, ήταν μονοφαγάδες και εγωιστές. Η καλοσύνη και η βοήθεια τους ήταν λέξεις άγνωστες. Έτσι λοιπόν την έπαθε ο αρχικαλικάντζαρος ο Μαντρακούκος από τον έξυπνο μυλωνά. Σας εύχομαι ποτέ να μην έχετε ούτε τυχαία συνάντηση με δαύτους! Καλό είναι όμως να ξέρετε πως ο καλύτερος τρόπος άμυνας από αυτά τα πονηρά πλάσματα και τις σκανταλιές τους είναι η γνώση και η σωστή της χρήση! Με λίγα λόγια προσπαθήστε να γίνετε σαν τον πρόγονό σας, τον πολυμήχανο Οδυσσέα. Ομοιότητες ανάμεσα στο Παραμύθι από την Κυνουρία και στην Κυκλώπεια: Στο παραμύθι από την Κυνουρία διαβάζουμε την ιστορία ενός μυλωνά που καταφέρνει να νικήσει έναν Καλικάντζαρο με την εξυπνάδα του, όπως ακριβώς ο Οδυσσέας εξαπάτησε και κατάφερε να νικήσει τον Κύκλωπα. Παρατηρούμε πολλά κοινά σημεία ανάμεσα στο παραμύθι και στην Κυκλώπεια από την Οδύσσεια του Ομήρου, όπως:
Και ο μυλωνάς και ο Οδυσσέας είναι θνητοί. Και οι δυο καλούνται να αναμετρηθούν με υπερφυσικά όντα – ο μυλωνάς με τον Καλικάντζαρο και ο Οδυσσέας με τον Κύκλωπα. Όταν ο Καλικάντζαρος ρωτάει τον μυλωνά πώς τον λένε, ο μυλωνάς τον εξαπατά χρησιμοποιώντας ένα ευφυές όνομα – του λέει ότι τον λένε “Απατό” (που σημαίνει εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου, μόνος μου). Έτσι ακριβώς ο Οδυσσέας εξαπατά τον Κύκλωπα, λέγοντας του ότι το όνομά του είναι “Ούτις”, δηλαδή “Κανένας”.
10
Ο μυλωνάς καίει τον Καλικάντζαρο με ένα αναμμένο δαυλί, όπως ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Κύκλωπα με έναν πυρακτωμένο πάσσαλο. Και στην Κυκλώπεια και στο παραμύθι βλέπουμε ότι οι ήρωες χρησιμοποιούν πυρακτωμένο αντικείμενο. Κανείς από τους υπόλοιπους καλικάντζαρους δεν ανταποκρίθηκε στην έκκληση του Καλικάντζαρου για βοήθεια, όπως και κανείς από τους Κύκλωπες δεν έσπευσε να βοηθήσει τον Κύκλωπα που ούρλιαζε ζητώντας βοήθεια. Ο λόγος για τον οποίο συνέβη αυτό ήταν επειδή ο Καλικάντζαρος απάντησε πως τον έκαψε ο “Απατός”, δηλαδή έκαψε τον εαυτό του, κάηκε μόνος του, ακριβώς όπως ο Κύκλωπας απάντησε πως τον τύφλωσε ο “Ούτις”, ο “Κανένας” δηλαδή. Επίσης και οι Κύκλωπες και Καλικάντζαροι είναι απολίτιστα όντα, που δεν γνωρίζουν λέξεις και πράξεις όπως καλοσύνη, αλληλοβοήθεια και φιλοξενία. Στην Κυκλώπεια, ο Οδυσσέας έχει το ευλογημένο κρασί του Μάρωνα. Έτσι και ο μυλωνάς έχει ως μαγικό μέσο το αναμμένο δαυλί με το οποίο έκαψε τον καλικάντζαρο και κόκκινο λινάρι το οποίο έδεσε στην εξώπορτα, για να εμποδίσει τους άλλους Καλικάντζαρους να μπουν. Όπως και στο παραμύθι, έτσι και στην Οδύσσεια βλέπουμε ότι υπερισχύει η δύναμη του μυαλού του ανθρώπου, η διανοητική δύναμη δηλαδή. Άρα υπερέχει σε αξία ο άνθρωπος που ξέρει πώς να χρησιμοποιεί τη λογική του, αναλόγως των περιστάσεων. Μαρία Βαμβακά
Χάνσελ και Γκρέτελ (Γερμανικό παραμύθι) Δημοσιεύτηκε αρχικά από τους αδελφούς Γκριμ το 1812 Η ιστορία λαμβάνει χώρα στη μεσαιωνική Γερμανία. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ είναι τα παιδιά ενός φτωχού ξυλοκόπου. Με το ξέσπασμα ενός λιμού, η γυναίκα του ξυλοκόπου αποφασίζει να πάει τα παιδιά στο δάσος και να τα εγκαταλείψει. Ο ξυλοκόπος αρχικά αντιτίθεται, αλλά εντέλει συναινεί διστακτικά στο σχέδιο της συζύγου του. Δε γνώριζαν όμως ότι στην κρεβατοκάμαρα των παιδιών ο Χάνσελ και η Γκρέτελ τους άκουσαν. Όταν οι γονείς πέφτουν για ύπνο, ο Χάνσελ ξεγλιστρά έξω στο σπίτι και συγκεντρώνει όσα περισσότερα λευκά βότσαλα μπορεί, έπειτα επιστρέφει στο δωμάτιό του, καθησυχάζοντας την Γκρέτελ ότι ο Θεός δε θα τους εγκαταλείψει. Την επόμενη μέρα, η οικογένεια κάνει βόλτα μέσα στο δάσος και ο Χάνσελ φτιάχνει ένα μονοπάτι από λευκά βότσαλα. Αφού οι γονείς τους τους παρατήσουν, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ακολουθούν το μονοπάτι για να γυρίσουν στο σπίτι. Όταν η μητέρα τους τους βλέπει, εξαγριώνεται και τους κλειδώνει στο σπίτι. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ δεν μπορούν να δραπετεύσουν. Το επόμενο πρωί η οικογένεια ταξιδεύει στο δάσος. Ο Χάνσελ παίρνει μια φέτα ψωμί και αφήνει ένα μονοπάτι ψίχουλα, για να επιστρέψουν σπίτι. Πάντως, αφού τους παρατήσουν οι γονείς τους άλλη μία φορά, τα παιδιά διαπιστώνουν ότι τα πουλιά έφαγαν τα ψίχουλα κι έτσι χάθηκαν μέσα στο δάσος. Μετά από μέρες περιπλάνησης, ακολουθούν ένα όμορφο λευκό πουλί σε ένα ξέφωτο, και ανακαλύπτουν ένα μεγάλο εξοχικό σπίτι χτισμένο από μελόψωμο, τούρτες, γλυκά και παράθυρα από ζάχαρη. Πεινασμένα και κουρασμένα, τα παιδιά ξεκινούν να τρώνε τη σκεπή του σπιτιού, όταν ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλλει μια αποκρουστική 11
ηλικιωμένη και δελεάζει τα παιδιά να μπουν μέσα στο σπίτι, με την υπόσχεση ότι θα τους προσφέρει μαλακά κρεβάτια, γευστικό φαγητό και καυτό μπάνιο. Μπαίνουν μέσα, χωρίς να έχουν επίγνωση ότι η οικοδέσποινά τους είναι μια αιμοδιψής μάγισσα που παρασύρει παιδιά, για να τα μαγειρέψει και να τα φάει. Το επόμενο πρωί, η μάγισσα καθαρίζει το κελί στην αυλή από το προηγούμενο θύμα της. Έπειτα ρίχνει το Χάνσελ μέσα στο κελάρι και αναγκάζει την Γκρέτελ να γίνει η σκλάβα της. Η μάγισσα ταΐζει συνεχώς το Χάνσελ για να παχύνει. Ο Χάνσελ το συνειδητοποιεί και χρησιμοποιεί την τάση της μάγισσας προς όφελός του. Κάθε φορά που η μάγισσα ελέγχει πόσο πάχυνε ο Χάνσελ, πιάνοντας το δάχτυλό του, εκείνος της βγάζει ένα κόκκαλο που βρήκε στο κελάρι. Λόγω της τύφλωσής της, η μάγισσα ξεγελιέται, σκεπτόμενη ότι ο Χάνσελ είναι πολύ αδύνατος για να φαγωθεί. Μετά από εβδομάδες με το ίδιο αποτέλεσμα, η μάγισσα γίνεται όλο και πιο ανυπόμονη και αποφασίζει να φάει τον Χάνσελ ούτως η άλλως. Την επόμενη μέρα, η μάγισσα προετοιμάζει το φούρνο για το Χάνσελ αλλά αποφασίζει ότι είναι αρκετά πεινασμένη για να φάει και τη Γκρέτελ. Πείθει την Γκρέτελ να σκύψει μπροστά στον ανοιχτό φούρνο, για να δει αν η φωτιά είναι αρκετά καυτή. Η Γκρέτελ, αισθανόμενη την πρόθεση της μάγισσας, παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει τι εννοεί. Εξοργισμένη, η μάγισσα της δείχνει τι ακριβώς θέλει να κάνει, και η Γκρέτελ τη σπρώχνει μέσα στο φούρνο. Αμπαρώνει την πόρτα, αφήνοντας "το ανίερο πλάσμα να καεί στις στάχτες", ουρλιάζοντας από τον πόνο μέχρις ότου πεθαίνει. Η Γκρέτελ ελευθερώνει το Χάνσελ από το κλουβί και οι δυο τους ανακαλύπτουν ένα βάζο γεμάτο θησαυρούς και πολύτιμους λίθους. Βάζουν τα πετράδια μέσα στα ρούχα τους και παίρνουν το δρόμο του γυρισμού. Μια πάπια μεταφέρει τα δύο παιδιά απέναντι, πάνω από μια έκταση νερού, και φτάνοντας πίσω στο σπίτι τους βρίσκουν μόνο τον πατέρα τους που τους αποκαλύπτει ότι η μητέρα τους πέθανε από άγνωστα αίτια. Ο πατέρας τους περνούσε όλες του τις μέρες θρηνώντας για την απώλεια των παιδιών του και χαίρεται όταν τα βλέπει σώα και αβλαβή. Με τον πλούτο της μάγισσας ζουν όλοι μαζί ευτυχισμένοι. Κοινά στοιχεία της ανωτέρω ιστορίας με την Οδύσσεια: Ανθρωποφαγία και δύναμη της μάγισσας και του Κύκλωπα. Οι αδύναμοι αλλά έξυπνοι Χάνσελ, Γκρέτελ και Οδυσσέας Ο πεινασμένος και κουρασμένος Οδυσσέας με τους συντρόφους του, όπως ο Χάνσελ και η Γκρέτελ Η τυχαία άφιξη του πλοίου του Οδυσσέα στην χώρα των Κυκλώπων, όπως και του Χάνσελ και Γκρέτελ στο σπίτι της μάγισσας Η ιστορία διαδραματίζεται σε μία σπηλιά στην Κυκλώπεια όπως και σε ένα σπίτι στο παραμύθι Η μάγισσα δεν είναι απόλυτα ενταγμένη στην κοινωνία, έτσι θεωρείται προπολιτισμική, όπως και ο Κύκλωπας Ο Κύκλωπας, όπως και η μάγισσα έχει δείξει τις κακές τις προθέσεις καθώς κανένας τους δεν τηρεί το τυπικό της φιλοξενίας Ο Χάνσελ όπως και ο Οδυσσέας έδειξαν ψυχραιμία και προσπαθούσαν να παραπλανήσουν τον αντίπαλό τους Ο Οδυσσέας και η Γκρέτελ έπραξαν άμεσα ώστε να πληγώσουν τον αντίπαλό τους 12
Ο Κύκλωπας και η μάγισσα φωνάζουν από τον σωματικό τους πόνο Ο Οδυσσέας και σύντροφοί του φεύγουν με βοσκήματα, δηλαδή κάτι ωφέλιμο για αυτούς, όπως και ο Χάνσελ και η Γκρέτελ με θησαυρούς. Η διαφυγή των ηρώων γίνεται και στις δύο περιπτώσεις μέσω του νερού. Λυδία Βασιλειάδου
Ο Κοντορεβιθούλης (παραμύθι με λαϊκές καταβολές) Ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες των παραμυθιών που τα βγάζει πέρα με την εξυπνάδα του είναι ο Κοντορεβιθούλης. Στο παραμύθι του Charles Perrault ο κεντρικός ήρωας είναι ένα μικρόσωμο αγόρι, το οποίο βρίσκεται μαζί με τα έξι αδέρφια του στο σπίτι ενός ανθρωποφάγου γίγαντα. Η μοίρα τούς οδήγησε εκεί για να αναζητήσουν βοήθεια, καθώς χάθηκαν και δεν ήξεραν πού να πάνε. Για «καλή» τους τύχη δεν ήρθαν σε πρώτη επαφή με τον γίγαντα αλλά με την καλόκαρδη γυναίκα του που προσπάθησε να τα βοηθήσει. Μόλις ο γίγαντας επέστρεψε, κατάλαβε πως υπήρχαν άνθρωποι στο σπίτι. «Ωραίο φαγάκι έχω σήμερα», είπε και η γυναίκα του αναστέναξε από λύπη. – «Άντρα μου», του είπε, «τι να τα κάνεις αυτά τα αδύνατα παιδιά; άφησέ τα να τα ταΐσω για να παχύνουν και να έχεις ένα λουκούλλειο γεύμα αργότερα. Θα τα βάλω στο δωμάτιο μαζί με τις κόρες μας». Ο γίγαντας και η γυναίκα του είχαν εφτά όμορφες κόρες στην ίδια ηλικία με τον Κοντορεβιθούλη και τα αδέρφια του. Για να τις ξεχωρίζει ο κακός γίγαντας και να μην τις μπερδέψει με το φαΐ του τους είχε βάλει στα κεφάλια κορόνες. Ο πονηρός αλλά και έξυπνος μικρούλης, μιας και είχε προσέξει όσα έκανε ο γίγαντας και η γυναίκα του, οργάνωσε ένα πανούργο σχέδιο. Κατέβηκε σιγά σιγά από το κρεβάτι, έβγαλε τις κορόνες από τα κορίτσια που κοιμόντουσαν και τις τοποθέτησε στα κεφάλια των αδερφών του. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο γίγαντας ήπιε τόσο πολύ κρασί που μέθυσε. Όμως πείνασε και δεν ήθελε να περιμένει άλλο. Μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο και χωρίς να το καταλάβει ο μωρός έφαγε τα κορίτσια του. Ύστερα, χορτάτος πήγε για ύπνο. Όταν ο Κοντορεβιθούλης άκουσε το ροχαλητό του γίγαντα ξύπνησε τα αδέρφια του για να το σκάσουν. Αλλά δεν μπόρεσαν να απομακρυνθούν πολύ, γιατί η γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο και κατάλαβε τι είχε συμβεί. Ξύπνησε τον γίγαντα και εκείνος γεμάτος οργή για εκδίκηση για το κακό που συνέβη φόρεσε τις μαγικές του μπότες και έτρεξε να βρει τον κοντορεβιθούλη. Εκείνος βλέποντας τον γίγαντα να πλησιάζει συμβούλεψε τα αδέρφια του να κρυφτούν όλα μαζί. Ο γίγαντας, όμως, από το πολύ περπάτημα κουράστηκε και θέλησε να ξεκουραστεί. Τότε ο θαρραλέος κοντορεβιθούλης έβγαλε προσεκτικά τις μαγικές μπότες, πήρε τα αδέρφια του και με ένα σάλτο έφτασε στο σπίτι τους. Έτσι ο φαινομενικά αδύναμος σωματικά ήρωας νίκησε το θεριό. Η εξυπνάδα, η γενναιότητα και η ψυχραιμία του ήρωα μας θύμισε την ιστορία του Οδυσσέα και του Κύκλωπα. Δεν φτάνει να είσαι σωματικά δυνατός, το πιο ισχυρό όπλο τελικά είναι το μυαλό. Τα κοινά σημεία: Ο Κοντορεβιθούλης και τα αδέρφια του ήταν κλειδωμένα σε ένα δωμάτιο, όπως ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του ήταν παγιδευμένοι σε μια σπηλιά και δεν μπορούσαν να διαφύγουν. Ο γίγαντας και ο Κύκλωπας ήταν ανθρωποφάγοι. 13
Το κρασί «ξεμυάλισε» και τους δύο κακούς, αφού και οι δυο μέθυσαν, αποδυναμώθηκαν και έδωσαν στον εχθρό τους χρόνο να δράσει. Και ο Κοντορεβιθούλης και ο Οδυσσέας χρησιμοποίησαν δόλο (ο ένας τις κορόνες ο άλλος το κρασί) για να ξεγελάσουν τους εχθρούς τους και να μπορέσουν να ξεφύγουν και να σωθούν. Και οι δύο ήρωες είναι δυνατοί στο μυαλό και όχι στη σωματική διάπλαση. Είναι και οι δύο μικροί απέναντι στους γίγαντες αντιπάλους τους. Και οι δύο είναι θαρραλέοι και θέτουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους. Ο Κοντορεβιθούλης είναι προστατευτικός και νοιάζεται για τα αδέρφια του, όπως και ο Οδυσσέας για τους συντρόφους του. Τόσο ο γίγαντας όσο και ο Κύκλωπας θέλουν να εκδικηθούν αυτόν που τους προκάλεσε πόνο. Λυδία Βασιλειάδου
Ο Κοντορεβιθούλης Σύντομη περιγραφή του παραμυθιού Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε μία οικογένεια με τους επτά γιους της. Ο μικρότερος ήταν ο Κοντορεβιθούλης. Η οικογένεια ήταν πολύ φτωχή και οι γονείς πολλές φορές δεν είχαν τρόπο να ταΐσουν τα παιδάκια τους. Έτσι αποφάσισαν να αφήσουν τα παιδιά τους στο δάσος, να βρουν τη μοίρα τους. Ο Κοντορεβιθούλης είχε ακούσει τη συζήτησή τους, οπότε το βράδυ μάζεψε βότσαλα. Την επόμενη μέρα, έριχνε τα βότσαλα κατά τη διαδρομή και έτσι κατάφερε αυτός και τα αδέρφια του να βρουν το δρόμο της επιστροφής. Μετά από μερικές μέρες όμως οι γονείς τους αποφάσισαν να ξαναφήσουν τα παιδιά τους στο δάσος. Ο Κοντορεβιθούλης, αυτή τη φορά δεν βρήκε βότσαλα και έτσι κατά τη διαδρομή έριχνε ψίχουλα από ψωμί. Όμως, τα πουλιά στο δάσος έφαγαν το ψωμί και έτσι τα παιδιά χάθηκαν στο δάσος. Ο Κοντορεβιθούλης, που ήταν ο πιο ψύχραιμος, ανέβηκε σε ένα δέντρο και είδε ότι υπήρχε ένα σπίτι και κατευθύνθηκαν προς εκεί. Στο σπίτι αυτό έμενε ένας ανθρωποφάγος με τη γυναίκα του και τις εφτά κόρες τους. Στην αρχή η γυναίκα του τον ξεγέλασε, ότι τα επτά αγόρια είναι πολύ αδύνατα για να τα φάει. Ο άντρας της που δεν ήταν και πολύ έξυπνος την πίστεψε. Αργότερα όμως, όταν μέθυσε, άλλαξε γνώμη και πήγε να τα φάει. Ο Κοντορεβιθούλης όμως που ήταν πολύ έξυπνος, παρατήρησε ότι οι κόρες του φορούσαν χρυσές κορόνες για να μην τις μπερδεύει με άλλα παιδιά. Έτσι, όταν αυτές κοιμήθηκαν, ο Κοντορεβιθούλης πήρε τις κορόνες και τις φόρεσε στα αδέρφια του. Όταν ο άντρας μπήκε στο δωμάτιο, έψαξε τα παιδιά που φορούσαν κορόνες, και έφαγε αυτά που δεν φορούσαν. Έτσι έφαγε τις κόρες του και μετά πήγε για ύπνο. Ο Κοντορεβιθούλης και τα αδέρφια του κατάφεραν να δραπετεύσουν και να γλιτώσουν. Κοινά στοιχεία «Κυκλώπειας» με το «Παραμύθι του Κοντορεβιθούλη»: Τα επτά αγόρια είναι «χαμένα» και προσπαθούν να γυρίσουν στο σπίτι τους, όπως και ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του προσπαθούν να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Τόσο τα μικρά αγόρια όσο και ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του δεν περίμεναν να πάθουν τέτοια συμφορά. 14
Ο κακός άντρας του παραμυθιού είναι ανθρωποφάγος και μωρός, όπως ο Κύκλωπας Πολύφημος. Και στις δύο ιστορίες οι ανθρωποφάγοι μεθούν. Ο Κοντορεβιθούλης χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του και τον δόλο για να κερδίσει τον αντίπαλό του, όπως και ο Οδυσσέας. Ο κακός άντρας ψάχνει τις κορόνες των παιδιών, όπως και ο Πολύφημος ψάχνει τις πλάτες των κριαριών. Και οι δύο ιστορίες έχουν αίσιο τέλος, αφού οι ήρωες καταφέρνουν να δραπετεύσουν. Θεοδώρα Βούλκα
Από το βιβλίο Ο γρίφος της Σεχραζάντ (διασκευή αραβικού παραμυθιού από τις Χίλιες και μια νύχτες) Ο μύθος που θα σας παρουσιάσω είναι από το βιβλίο «Ο γρίφος της Σεχραζάντ». Ένας βασιλιάς λοιπόν που υποψιαζόταν ότι η γυναίκα του τον απατούσε, αποφάσισε να την εκτελέσει. Αφού το έκανε, ορκίστηκε στον εαυτό του να παντρεύεται κάθε βράδυ και το πρωί να εκτελεί την καινούρια γυναίκα. Αυτή η κατάσταση συνεχιζόταν για πολύ καιρό ώσπου μια μέρα η κόρη του βεζίρη, η Σεχραζάντ, η οποία ήταν μια πάρα πολύ ωραία και έξυπνη γυναίκα, αποφάσισε να παντρευτεί τον βασιλιά. Αμέσως έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό της. Όταν ξημέρωσε και ο βασιλιάς πήγε να την παραδώσει στον δήμιο, εκείνη του είπε ότι λυπάται για τη δική του μοίρα και ότι εκείνη σκόπευε να του πει πολλούς γρίφους για να τον διασκεδάσει. Ο βασιλιάς που αγαπούσε πάρα πολύ τους γρίφους, την παρακάλεσε να του πει μερικούς εκείνη τη μέρα και θα ανέβαλε την εκτέλεση για την επόμενη μέρα. Η Σεχραζάντ τότε του πρότεινε να του λέει ένα γρίφο κάθε βράδυ. Και έτσι άρχισαν οι γρίφοι και συνεχίστηκαν για πολλές πολλές νύχτες μέχρι τα βαθιά γεράματα του βασιλιά. Η Σεχραζάντ λοιπόν όπως και ο Οδυσσέας όταν βρέθηκαν σε δύσκολη θέση και προκειμένου να σώσουν τη ζωή τους, χρησιμοποίησαν την εξυπνάδα τους απέναντι σε έναν πάρα πολύ ισχυρό αντίπαλο ο οποίος φαινόταν ανίκητος. Τέλος και οι δύο κατάφεραν να φανούν συμπαθητικοί και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του αντιπάλου τους. Βαγγέλης Ανδρουλάκης Σεβάχ ο θαλασσινός (αραβικό παραμύθι) Ο Σεβάχ είναι ο κεντρικός ήρωας ενός από τα παραμύθια της Χαλιμάς στις «Χίλιες και μια νύχτες» και πρωταγωνιστής μιας σειράς φανταστικών θαλασσινών περιπετειών η οποία θυμίζει της περιπέτειες του Οδυσσέα του Ομήρου. Το αραβικό όνομα του ήρωα είναι "Σιντιμπάτ ελ Σαουάχ" και σημαίνει "Σιντιμπάτ ο θαλασσοπόρος». Ο πρώτος μεταφραστής, όμως, που μετέφρασε το παραμύθι στα ελληνικά τον αποκάλεσε «Θαλασσινό» αντί «Θαλασσοπόρο» και Σεβάχ αντί για Σιντιμπάτ και έτσι παρέμεινε. Ο Σεβάχ στη διάρκεια της ζωής του έκανε συνολικά εφτά ταξίδια τα οποία του προσέφεραν μεγάλα πλούτη και μια περιπετειώδη ζωή. 15
Αντιμετώπισε μυθικά τέρατα, γνώρισε βασιλιάδες και ανακάλυψε νέα μέρη της Γης. «Το Τρίτο ταξίδι του Σεβάχ» Περίληψη Παρ’ όλες τις περιπέτειές του ο Σεβάχ αποφασίζει να ξαναμπαρκάρει και τρίτη φορά. Φεύγει από το λιμάνι της Βασόρας με το πλοίο και τους συντρόφους του, αλλά για κακή τους τύχη μια φοβερή θύελλα τους βγάζει εκτός πορείας. Αναγκάζονται να ρίξουν άγκυρα σε ένα νησί που κατοικείται από επικίνδυνους άγριους τριχωτούς νάνους. Τους περικυκλώνουν, τους μεταφέρουν στο νησί τους, το οποίο ανήκει σε έναν φοβερό μονόφθαλμο γίγαντα. Αυτός κι οι σύντροφοί του αιχμαλωτίζονται από τον Κύκλωπα, ο οποίος ζει σε ένα τεράστιο πέτρινο σπίτι. Ο Κύκλωπας αρχίζει να καταβροχθίζει έναν-έναν τους συντρόφους του Σεβάχ, ξεκινώντας από τους πιο εύσωμους. Ο Σεβάχ σκέφτεται πώς να γλιτώσουν από το κακό που τους βρήκε και καταστρώνει έξυπνο σχέδιο. Το βράδυ όταν κοιμάται ο Κύκλωπας, ο Σεβάχ και οι σύντροφοί του φτιάχνουν πρόχειρες σχεδίες από τα ξύλα που βρήκαν στο σπίτι και προσπαθούν να κάψουν την κλειδωμένη πόρτα για να μπορέσουν να βγουν. Ο Σεβάχ καταφέρνει να τον ξεγελάσει και να τον τυφλώσει με μια πυρωμένη σιδερόβεργα και με τους υπόλοιπους συντρόφους το σκάνε από το νησί, παρόλο που ο Κύκλωπας με έναν φίλο του τους κυνηγάει και πετάει τεράστια βράχια στη θάλασσα για να τους βυθίσει. Έτσι τελικά φτάνει στη Βαγδάτη, ξεφεύγοντας από τον Κύκλωπα και τους φίλους του που τον κυνηγούν και έχοντας αντιμετωπίσει στην πορεία και ένα γιγάντιο φίδι.
Σύγκριση του τρίτου ταξιδιού του Σεβάχ με την Κυκλώπεια Το τρίτο ταξίδι ειδικά παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με την περιπέτεια του Οδυσσέα στο Νησί των Κυκλώπων στην Οδύσσεια του Ομήρου. Και το τρίτο ταξίδι του Σεβάχ και η Κυκλώπεια είναι ανθρωποκεντρικά έργα. Όλα τα γεγονότα εκτυλίσσονται γύρο από έναν κεντρικό ήρωα – τον Σεβάχ και τον Οδυσσέα αντίστοιχα. Και στα δύο έργα τα γεγονότα διηγούνται στο πρώτο πρόσωπο, δηλαδή ο ίδιος ο ήρωας αφηγείται τις περιπέτειές του. Και οι δυο ταξιδεύουν με καράβι, περιπλανιούνται στις θάλασσες και περνάνε διάφορες περιπέτειες και περίπλοκες καταστάσεις. Βέβαια, εδώ υπάρχει διαφορά στο στόχο του καθενός από τους δυο. Ο Οδυσσέας ως μοναδικό στόχο έχει να 16
γυρίσει στην πατρίδα του. Ο Σεβάχ πρώτα έφυγε για ταξίδια με στόχο να πλουτίσει, αλλά μετά όντας πλέον πλούσιος δεν σταμάτησε τα ταξίδια του – ήθελε να γνωρίσει καινούρια μέρη, να εξερευνήσει τον κόσμο. Επίσης δεν ταξιδεύουν μόνοι τους, έχουν μαζί τους και τους συντρόφους τους. Και οι δυο είναι θνητοί που καλούνται να αντιμετωπίζουν ένα υπερφυσικό ον – τον Κύκλωπα. Ο Κύκλωπας στο "Τρίτο ταξίδι του Σεβάχ" έχει την ίδια μορφή όπως και στην Κυκλώπεια – είναι τεράστιος, έχει υπερφυσική δύναμη, έχει ένα μάτι στη μέση του μετώπου και είναι ανθρωποφάγος. Η διαφορά είναι ότι ο "Κύκλωπας του Σεβάχ" ζει σε τεράστιο πέτρινο σπίτι, το οποίο κλείνει με πολύ βαριά πόρτα, ενώ ο Κύκλωπας του Οδυσσέα ζει στη σπηλιά και κλείνει την είσοδο με τεράστια βαριά πέτρα. Επίσης στο "Σεβάχ" ο Κύκλωπας διαλέγει ποιον θα φάει – ψάχνει και αρχίζει από τον πιο παχύ, ενώ ο αντίστοιχος στην Κυκλώπεια καταβροχθίζει τους συντρόφους του Οδυσσέα τελείως ανεξέλεγκτα. Και στα δυο έργα οι ήρωες τυφλώνουν τον Κύκλωπα με ένα πυρακτωμένο αιχμηρό αντικείμενο. Στη Κυκλώπεια είναι το ξύλο, ενώ στο "Σεβάχ" είναι μια σιδερόβεργα. Και οι δυο Κύκλωπες τυφλώνονται στον ύπνο τους. Στην ιστορία του Σεβάχ δεν υπήρχε όμως το μαγικό στοιχείο όπως ήταν το ευλογημένο κρασί στην Κυκλώπεια, που έδωσε ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα και τον μέθυσε. Οι σύντροφοί τους βοηθούν και τον Οδυσσέα και τον Σεβάχ στο να υλοποιήσουν τον πλάνο για την απόδραση. Από την πλευρά τους και αυτοί ως αρχηγοί φροντίζουν όσο μπορούν και νοιάζονται για τους συντρόφους τους. Είναι και οι δυο φιλέταιροι. Διαφορετική ήταν η έξοδος από την αιχμαλωσία – ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του βγήκαν, χρησιμοποιώντας τα κριάρια και τα πρόβατα του Κύκλωπα, ενώ ο Σεβάχ και οι σύντροφοί του βγήκαν καίγοντας την πόρτα και δραπέτευσαν με τις πρόχειρες σχεδίες που είχαν φτιάξει. Όπως και στην Κυκλώπεια, έτσι και στο Τρίτο ταξίδι ο Κύκλωπας καταδιώκει τους αιχμαλώτους του και πετάει βράχια στη θάλασσα, για να τους σκοτώσει και να τους εκδικηθεί. Δεν τους κυνηγάει όμως μόνος του, έχει μαζί του και έναν φίλο του και καταφέρνει να σκοτώσει πολλούς συντρόφους του Σεβάχ. Και οι δυο ήρωες όμως καταφέρνουν να ξεφύγουν από αυτά τα τεράστια υπερφυσικά όντα. Και στο Τρίτο ταξίδι του Σεβάχ όπως και στην Οδύσσεια αποδεικνύεται ότι η σωματική δύναμη δεν σημαίνει πάντα 17
και νοητική δύναμη. Και στα δυο έργα η δύναμη του μυαλού του ανθρώπου νικά τη φυσική δύναμη και το υπερφυσικό. Μαρία Βαμβακά Ο Τζακ και η φασολιά (αγγλικό παραμύθι) Το γνωστό παραμύθι ο Τζακ και η φασολιά έχει κοινά σημεία με την Κυκλώπεια. Δηλαδή ο ήρωας καταφέρνει και κερδίζει τον εχθρό με πονηριά παρόλο που αυτός τον υποτιμάει. Το παραμύθι έχει ως εξής : Μια φορά και έναν καιρό ο Τζακ αγόρασε κάποια μαγικά φασόλια από έναν γέρο και η μητέρα του τα πέταξε στην αυλή. Το επόμενο πρωί είχε φυτρώσει εκεί μια φασολιά. ο Τζακ την ανέβηκε και πήγε σε ένα ιπτάμενο νησί όπου υπήρχε ένα πέτρινο σπίτι. Χτύπησε την πόρτα αλλά δεν του απάντησε κανείς. Έπειτα αυτός μπήκε μέσα, έφαγε και ήπιε. Αλλά μετά ήρθε ο γίγαντας ο οποίος άρχισε να κυνηγά τον Τζακ νομίζοντας πως θα τον έπιανε πανεύκολα αφού ήταν πολύ πιο δυνατός από αυτόν. Όμως ο Τζακ ήταν πιο ελαφρύς και πιο γρήγορος. Έτσι κατέβηκε πρώτος και έκοψε την φασολιά, με αποτέλεσμα ο γίγαντας να πέσει και να πεθάνει. Κοινά σημεία με την Κυκλώπεια: Ο Τζακ και η φασολιά Ο ήρωας πάει σε ένα ιπτάμενο νησί Ο Τζακ τρώει και πίνει στον σπίτι του γίγαντα Ο γίγαντας τον καταλαβαίνει και πάει να τον φάει Ο γίγαντας νομίζει πως μπορεί να τον πιάσει και να τον φάει εύκολα
Κυκλώπεια Ο Οδυσσέας πάει στο νησί των Κυκλώπων Ο Οδυσσέας πάει να πάρει τρόφιμα από την σπηλιά του κύκλωπα Πολύφημου Ο Πολύφημος τρώει κάποιους από τους συντρόφους του Οδυσσέα Ο Πολύφημος νομίζει πως δεν μπορούν να του αντισταθούν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του Ξεφεύγει με πονηριά χρησιμοποιώντας την Ξεφεύγει με πονηριά δεμένος κάτω από τα ταχύτητα του και κόβοντας την φασολιά πρόβατα Δημήτρης Βλησίδης Ο γενναίος ραφτάκος (παραμύθι των αδελφών Γκριμ) Η Κυκλώπεια είναι η ραψωδία στην οποία περιγράφεται η περιπέτεια του Οδυσσέα στο νησί των Κυκλώπων και το πώς κατορθώνει ο ήρωας να νικήσει τον Κύκλωπα χρησιμοποιώντας το μυαλό του. Βλέπουμε δηλαδή πως ο μικρόσωμος Οδυσσέας με την ευφυΐα του παλεύει τον μεγαλόσωμο και επιβλητικό Κύκλωπα, που δεν είναι όμως έξυπνος, και τον κερδίζει. Αντίστοιχη είναι η ιστορία του «Γενναίου Ραφτάκου» των Αδελφών Γκριμ. Η ιστορία αυτή έχει πρωταγωνιστή έναν μικροκαμωμένο ράφτη, έναν απλό άνθρωπο, ο οποίος με την πανουργία του καταφέρνει να νικήσει σε πολλές περιπέτειες που προκύπτουν κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού. Παρουσιάζοντας πως σκότωσε «επτά με ένα χτύπημα» καταφέρνει να πείσει τους αντιπάλους του ότι σκότωσε επτά ανθρώπους και όχι επτά μύγες που ήταν η 18
αλήθεια. Με μεγάλη αυτοπεποίθηση και ευρηματικότητα σκοτώνει γίγαντες, αιχμαλωτίζει έναν μονόκερο και ένα αγριογούρουνο και καταφέρνει να γίνει βασιλιάς. Κοινά σημεία στις δύο αυτές ιστορίες είναι η πάλη του ανθρώπου με τους γίγαντες και τελικά ότι η εξυπνάδα νικάει την μυϊκή δύναμη. Οδυσσέας Ανδρουλιδάκης
Λογοτεχνία Γ. Βιζυηνού, Ο Τρομάρας Ένα διήγημα όπου φανερώνεται πως η εξυπνάδα μπορεί να νικήσει τη δύναμη είναι ο «Τρομάρας» του Γεώργιου Βιζυηνού. Ο ήρωας (Τρομάρας) έπρεπε να πιάσει τον καλύτερο ληστή της περιοχής ώστε να παντρευτεί την κόρη του Νομάρχη που τον είχε ερωτευτεί. Επειδή είχε καλή ψυχολογία και αυτοπεποίθηση, παρότι ήταν σχετικά αδύναμος, ο ήρωας βρήκε τον ληστή και τον έκανε να νομίζει πως είναι πολύ σπουδαίος, οπότε ο ληστής τον θαύμαζε. Με διάφορες ιστορίες που έλεγε στον ληστή ο Θανάσης Τρομάρας, ή αλλιώς Θανατάς Τρομάρας και μη δείχνοντας την πραγματική του ταυτότητα, με έξυπνα κόλπα τον οδήγησε στο σπίτι του Νομάρχη, όπου του είπε να το ληστέψουν και τον έκλεισε μέσα παγιδεύοντάς τον. Έτσι ο Νομάρχης χάρηκε περισσότερο όταν έμαθε ότι ο Τρομάρας έπιασε τον ληστή με το μυαλό του και όχι με την δύναμη και δέχθηκε να παντρευτεί την κόρη του. Τα κοινά στοιχεία με την Κυκλώπεια είναι πως αρχικά και οι δύο κεντρικοί ήρωες, αν και με διαφορετικό τρόπο και για άλλο λόγο, άλλαξαν το όνομά τους μπερδεύοντας τον αντίπαλό τους. Επίσης, πως και οι δύο νίκησαν τον ισχυρότερο από άποψη δύναμης αντίπαλό τους με την εξυπνάδα, την επινοητικότητά τους και την ευστροφία να παίρνουν σωστές αποφάσεις την κατάλληλη στιγμή. Κριστιάν Βάλκοβ Ρ. Κίπλνιγκ, Το βιβλίο της ζούγκλας Ένα νεαρό αγόρι, ο Μόγλης, καλείται να ζήσει στο δάσος, καθώς οι γονείς του τον έχουν αφήσει εκεί. Μια οικογένεια λύκων τον μεγαλώνει με πολλή αγάπη, σαν να ήταν δικό τους παιδί. Ο Μόγλης καθώς μεγαλώνει αποκτά πιστούς και καλούς φίλους, όπως τον πάνθηρα Μπαγκίρα και την αρκούδα Μπαλού, αλλά κάνει και εχθρούς, όπως τον δυνατό και μεγάλο τίγρη, τον Σερχάν/Σίρι Καν, ο οποίος θέλει να τον διώξει από την ζούγκλα, αφού πιστεύει ότι ο Μόγλης ως άνθρωπος δεν έχει καμία θέση εκεί. Επίσης ο Σερχάν/ Σίρι Καν θέλει να διώξει τον Μόγλη από τη ζούγκλα, διότι τον φοβάται, επειδή το νεαρό αγόρι ξέρει διάφορα τεχνάσματα σχετικά με την φωτιά και ο τίγρης φοβάται ότι θα τα χρησιμοποιήσει εναντίον του. Ο Μόγλης κάποια στιγμή θα πρέπει να τον αντιμετωπίσει και να τον νικήσει, όπως και γίνεται. Κοινά στοιχεία του βιβλίου με την Κυκλώπεια Ο Μόγλης είναι άνθρωπος, όπως και ο Οδυσσέας. 19
Ο τίγρης Σερχάν/ Σίρι Καν και ο Πολύφημος είναι υπερφυσικά όντα, δηλαδή ο τίγρης μπορεί και μιλά και ο Πολύφημος είναι πάρα πολύ δυνατός και τεράστιος. Ο Κύκλωπας και ο τίγρης είναι σε καλύτερη και πιο πλεονεκτική θέση από τους αντιπάλους τους (τον Οδυσσέα και τον Μόγλη αντίστοιχα), αφού είναι πολύ πιο δυνατοί και μεγάλοι από αυτούς. Ο Μόγλης και ο Οδυσσέας έχουν φίλους και συντρόφους στο πλευρό τους. Ειδικότερα, ο Μόγλης έχει την οικογένεια λύκων, την αρκούδα Μπαλού και τον πάνθηρα Μπαγκίρα και ο Οδυσσέας έχει στο πλευρό του κάποιους συντρόφους του. Ο Μόγλης έχει δώσει πολλά τρόφιμα στον τίγρη, προτού τον αντιμετωπίσει, για να έχει απέναντί του έναν πιο αδύναμο και πιο κουρασμένο αντίπαλο. Το ίδιο έχει κάνει και ο Οδυσσέας, αφού έχει αφήσει τον Κύκλωπα να φάει όσο θέλει και του δίνει μαγικό κρασί. Ο Μόγλης νικά τον αντίπαλό του, τον Σερχάν/ Σίρι Καν χρησιμοποιώντας το μυαλό του, στήνοντάς του μία παγίδα, οδηγώντας τον τίγρη ανάμεσα σε ένα μεγάλο κοπάδι από βόδια και αγελάδες, γιατί ήξερε πως έπειτα από τέτοιο μεγάλο φαγοπότι, ο τίγρης δεν θα κατάφερνε να ξεφύγει. Ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Πολύφημο, χρησιμοποιώντας τον πυρωμένο δαυλό. Ο Μόγλης τελικά σκοτώνει τον Σερχάν/ Σίρι Καν και αφού παίρνει το δέρμα του νεκρού ζώου για τρόπαιο, περηφανεύεται για την νίκη του. Ο Οδυσσέας αφού έχει καταφέρει να τυφλώσει τον Κύκλωπα και να ξεφύγει από αυτόν, του αποκαλύπτει την ταυτότητά του και περηφανεύεται για την νίκη του, αφού επιθυμεί να μάθουν όλοι το κατόρθωμά του (θέλει δηλαδή να αναγνωριστεί και να αποκτήσει φήμη, όπως θέλουν όλοι οι ήρωες). Μαρίνα Αναστασοπούλου
Ιουλίου Βερν, Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες Ο Φιλέας Φογκ ήταν ένας πλούσιος αριστοκράτης, ο οποίος έβαλε στοίχημα ότι μπορεί να γυρίσει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες και το έπαθλο ήταν 4.000 λίρες στον νικητή. Για να πετύχει τον σκοπό του, είχε τη βοήθεια του υπηρέτη του Πασπαρτού για να καταφέρουν να διανύσουν ασύλληπτες αποστάσεις, σε μία ξέφρενη πορεία. Παράλληλα ένας μυστικός αστυνομικός τους παρακολουθεί, γιατί θεωρεί τον Φιλέα ύποπτο για μία κλοπή που συνέβη στην τράπεζα του Λονδίνου. Επίσης οι αντίπαλοί του του βάζουν εμπόδια κατά την διάρκεια του ταξιδιού ώστε να μην πετύχει τον σκοπό του. Ωστόσο αυτός με την εξυπνάδα του και τον Πασπαρτού κατάφεραν να ξεπεράσουν όλες τις δυσκολίες τους, και να φτάσουν στο Λονδίνο έγκαιρα. Στο τέλος, και θα έχει καταφέρει να νικήσει το στοίχημα, και θα έχει ζήσει αξέχαστες περιπέτειες με τον πασπαρτού.
Η πρώτη ομοιότητα είναι ότι ο Φινέας και ο Οδυσσέας έκαναν ένα μεγάλο ταξίδι για να πετύχουν τον στόχο τους. Η δεύτερη ομοιότητα είναι ότι οι ανταγωνιστές τους τους βάζουν συνεχώς εμπόδια για να μην πετύχουν τον σκοπό τους και μάλιστα κάποιες φορές κινδυνεύει ακόμα και η ζωή τους.
20
Η τρίτη ομοιότητα είναι ότι οι ήρωες χρησιμοποιούν την εξυπνάδα τους για να αποφύγουν τις δυσκολίες τους. Η τέταρτη ομοιότητα είναι ότι και οι δύο ήρωες έχουν βοηθούς, οι οποίοι τους βγάζουν αρκετές φορές από την δύσκολη θέση. Γιάννης Αληγιάννης
Ιστορία Το τέχνασμα του Θεμιστοκλή Ένας από τους πιο ευφυείς ανθρώπους της ελληνικής ιστορίας είναι ο αρχηγός του αθηναϊκού στόλου και πολιτικός Θεμιστοκλής, ο οποίος με το τέχνασμά του άλλαξε τον ρου της ιστορίας. Σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα, μετά τη μάχη των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη και μεταφέρθηκαν στη Σαλαμίνα μετά την προτροπή του Θεμιστοκλή, ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί την εκδοχή της εγκατάλειψης του αγώνα. Στο 1ο συμβούλιο των Ελλήνων αρχηγών ο Θεμιστοκλής πρότεινε να δράσουν και να διεξαχθεί μία ναυμαχία στα Στενά της Σαλαμίνας. Το σημείο σύμφωνα με τον Θεμιστοκλή ήταν ιδανικό, καθώς ο ελληνικός στόλος είχε λιγότερα και μικρότερα σε όγκο σκάφη από τους Πέρσες και θα μπορούσε να ελιχθεί πιο άνετα στον περιορισμένο χώρο του στενού. Επίσης οι Πέρσες λόγω της γεωγραφικής αυτής θέσης δεν θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τον ελληνικό στόλο. Για να επιτύχει τον σκοπό του έστειλε στους Πέρσες τον Σίκινο να αναγγείλει ότι οι Έλληνες που ήταν στη Σαλαμίνα σκοπεύουν να φύγουν τη νύχτα κρυφά και γι’ αυτό ο περσικός στόλος έπρεπε να βιαστεί να τους περικυκλώσει και να τους επιτεθεί. Οι Πέρσες ξεγελάστηκαν και πίστεψαν ότι ο Θεμιστοκλής ήταν με το μέρος τους και έπεσαν στην παγίδα. Οι Έλληνες τελικά με 378 τριήρεις έναντι 1207 των Περσών νίκησαν, αφού παγίδευσαν τον εχθρό. Ο στενός χώρος δεν επέτρεψε στους Πέρσες να χρησιμοποιήσουν στην 1η γραμμή περισσότερα πλοία από ό,τι τα ελληνικά. Επίσης ο Θεμιστοκλής γνώριζε τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής, την πορεία των ανέμων και προσάρμοσε τον στρατηγικό σχεδιασμό του. Η νίκη των Ελλήνων έκανε τους Πέρσες να οπισθοχωρήσουν και να επιστρέψουν στην Ασία. Σύμφωνα με τους ιστορικούς εάν οι Πέρσες νικούσαν στη Σαλαμίνα, θα είχε σταματήσει η ανάπτυξη της Ελλάδας και κατά συνέπεια ο δυτικός πολιτισμός δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα. Το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός μας δείχνει ότι η εξυπνάδα, η ευστροφία και η ευφυΐα ενός ανθρώπου μπορεί πράγματι να αλλάξει την πορεία των γεγονότων. Μπορεί ο ελληνικός στόλος να είχε λιγότερα πλοία από των Περσών, άρα μία όχι τόσο ισχυρή δύναμη, ωστόσο το μυαλό ενός ανθρώπου αποδείχθηκε πιο ισχυρό την συγκεκριμένη στιγμή. Χωρίς το τέχνασμα του Θεμιστοκλή ο ελληνικός στόλος θα είχε συντριβεί. Κάπως έτσι έγινε και στην Κυκλώπεια. Η εξυπνάδα και η ευφυΐα του Οδυσσέα έσωσε τον ίδιο και τους συντρόφους του από βέβαιο θάνατο. Ο Οδυσσέας σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το 21
μοναδικό δυνατό όπλο που διέθετε, το κρασί του Μάρωνα για να μεθύσει τον εχθρόΚύκλωπα και να τον αποδυναμώσει. Και τα κατάφερε. Τον μέθυσε και μετά τον τύφλωσε και κατάφερε να σώσει του συντρόφους του. Κοινό, λοιπόν, στοιχείο των ιστοριών είναι ότι το θάρρος, η εξυπνάδα και η ευφυΐα μπορεί να σου σώσει τη ζωή! Λυδία Βασιλειάδου Το δίδαγμα από τις ιστορίες του «κατεργάρη ήρωα»: Δεν χρειάζεται πάντα να είσαι σωματικά πιο δυνατός από τον αντίπαλο σου. Ο φαινομενικά ισχυρός ίσως να μην είναι και στην πραγματικότητα τόσο ισχυρός. Το θάρρος, το μυαλό, η ευστροφία, η πονηριά και η ευφυΐα μπορούν να σε σώσουν από τον κίνδυνο. Πρέπει να μην δειλιάζεις μπροστά στον κίνδυνο αλλά να προσπαθείς να κρατάς την ψυχραιμία σου και να χρησιμοποιείς το μυαλό σου για να ξεφύγεις. Λυδία Βασιλειάδου
22
Τμήμα Α4 Αρχαίοι ελληνικοί και βιβλικοί μύθοι Ο γάιδαρος και ο λύκος (μύθος του Αισώπου) Μια φορά κι έναν καιρό, ένας γάιδαρος έβοσκε σ’ ένα λιβάδι. Μια μέρα εκεί που έβοσκε, τον είδε ένας λύκος και τα μάτια του έβγαλαν φωτιές. Ο λύκος πλησιάζει τον γάιδαρο και του λέει: -Γειά σου φιλαράκο! Έχω μια πείνα, θέλω να φάω κάτι. -Βλέπεις τίποτα εδώ γύρω, για να φας; Του αποκρίθηκε ο γάιδαρος. -Όχι, δε βλέπω… βλέπω όμως εσένα, απάντησε απειλητικά ο λύκος. Ο γάιδαρος κατάλαβε αμέσως πως δεν γλιτώνει με τίποτα και λέει στο λύκο: -Αφού θα με φας που θα με φας, μπορείς τουλάχιστον, ν’ αρχίσεις από τα πισινά μου πόδια; -Βεβαίως, απάντησε ο λύκος, που πίστεψε τα λόγια του γάιδαρου. Πηγαίνει λοιπόν από πίσω από το γάιδαρο ανοίγει το στόμα του, για να τον φάει, και τότε ... δίνει ο γάιδαρος μια γερή κλοτσιά και σπάει τα δόντια του λύκου! -Αχ Αχ! Πω Πω! Τι έπαθα! Φώναξε ο λύκος και έφυγε ντροπιασμένος. Μετά από αυτό, ο γάιδαρος συνέχισε να βόσκει στο λιβάδι ξέγνοιαστος. Κοινά στοιχεία με την Κυκλώπεια: • Ο Κύκλωπας μοιάζει με τον λύκο που είναι ανίκητος • Ο Οδυσσέας με το γάιδαρο που είναι σε αδύνατη θέση • Το τέχνασμα του Οδυσσέα μοιάζει με το κόλπο του γαϊδάρου • Στο τέλος η δύναμη του μυαλού νικάει τη δύναμη του σώματος. Θοδωρής Ξανθόπουλος Δαβίδ και Γολιάθ (βιβλικός μύθος) Ο μύθος που διάλεξα για να δείξω ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία η σωματική δύναμη αλλά η δύναμη του μυαλού είναι ο «Δαβίδ και ο Γολιάθ». Ο Δαβίδ ζούσε σε μία μικρή πόλη, που ο Γολιάθ ήθελε να κατακτήσει. Έτσι κάθε εβδομάδα πήγαινε στην πόλη και έλεγε ότι αν κερδίσω τους 20 πιο δυνατούς σας πολεμιστές η πόλη μου ανήκει. Οι κάτοικοι είχαν τρομοκρατηθεί. Όποιον πολεμιστή και να έβαζαν πάντα ο Γολιάθ κέρδιζε, ώσπου έφτασε η 20η εβδομάδα και δεν ήξεραν ποιον πολεμιστή να βάλουν. Έτσι ο Δαβίδ είπε ότι θέλω να το κάνω εγώ. Φυσικά όλοι ήταν αρνητικοί επειδή ο Δαβίδ δεν είχε καμία ελπίδα να κερδίσει. Ήταν πάρα πολύ μικρόσωμος και αδύνατος, όμως εφόσον δεν είχαν άλλη επιλογή το δέχτηκαν. Όταν έφτασε αυτή η στιγμή, ο Γολιάθ γελούσε με τον αντίπαλό του. Ο Δαβίδ το μόνο όπλο που είχε ήταν μία σφεντόνα. Αμέσως άρπαξε μία πέτρα, την έβαλε στην σφεντόνα και την εκτόξευσε στο κεφάλι του Γολιάθ. Έτσι ο Δαβίδ κατάφερε να κερδίσει τον Γολιάθ και να σώσει την πόλη του. 23
Τα κοινά στοιχεία που βλέπουμε με την Κυκλώπεια είναι ότι ο Οδυσσέας και ο Δαβίδ ήταν πολύ πιο αδύναμοι από τους αντιπάλους τους. Όμως και οι δύο κατάφεραν να τους κερδίσουν με την εξυπνάδα τους. Άλλο ένα κοινό σημείο που βλέπουμε επίσης είναι ότι με αυτήν την πράξη κατάφεραν να σώσουν τους υπόλοιπους ανθρώπους, ο Οδυσσέας τους συντρόφους του ενώ ο Δαβίδ τους υπόλοιπους στην πόλη. Επίσης ήταν και οι δύο πολύ γενναίοι. Δέσποινα Ντζακώστα Ο Δαβίδ και ο Γολιάθ Κατά τη γνώμη μου η ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ είναι όμοια και έχει κοινά στοιχεία με την ιστορία της Κυκλώπειας. Η ιστορία αρχίζει πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, σ' ένα πεδίο μάχης στην αρχαία Παλαιστίνη, όπου ένας μικρός βοσκός κατατρόπωσε έναν τρομερό πολεμιστή χωρίς κανένα όπλο πέρα από μια πέτρα και μια σφεντόνα. Η νίκη του Δαβίδ ήταν τόσο απίθανη που έμοιαζε με θαύμα. Η πρώτη ομοιότητα με την Κυκλώπεια είναι ότι ένας πιο αδύναμος νικάει με το μυαλό του τον δυνατότερο δηλαδή ο Δαβίδ τον Γολιάθ και ο Οδυσσέας τον Πολύφημο. Άλλο ένα κοινό σημείο είναι ότι ο δυνατότερος είναι αλαζόνας και υπερεκτιμά τις δυνατότητες του και υποτιμά τον αντίπαλό του. Τέλος ο αδύναμος δεν επέλεξε να βρεθεί σε διαμάχη, αντί για αυτό κοιτούσε την δουλειά του. Γιάννης Μούστος
Παραμύθια Η Στρίγγλα (λαικό κωνσταντινουπολίτικο παραμύθι) Ένα παραμύθι που μοιάζει αρκετά με την Κυκλώπεια είναι η Στρίγγλα. Η ιστορία αρχίζει σε ένα χωριό πριν από πολλά χρόνια, με ένα αντρόγυνο το οποίο είχε τέσσερα αγόρια όμως προσευχόταν στον Θεό να αποκτήσουν και ένα κορίτσι και ας ήταν και στρίγγλα. Απέκτησαν τελικά ένα κορίτσι που όμως ήταν στρίγγλα και έτρωγε από μικρή ζώα. Κάποια στιγμή ο μικρότερος γιός ανακάλυψε πως τα ζώα που τους έλειπαν τα έτρωγε το κοριτσάκι. Το είπε στον πατέρα τους, όμως εκείνος δεν ήθελε να σκοτώσει το παιδί του. Έτσι το αγόρι έφυγε από το χωριό για να σωθεί. Πέρασαν αρκετά χρόνια και θέλησε να ξαναδεί τους δικούς του. Πήρε μαζί του μια μαγική χτένα που του είχε πει η γιαγιά του όταν βρεθεί σε κίνδυνο να την πετάξει πίσω του για να σωθεί. Επίσης τον συνόδευαν τα τρία δυνατά σκυλιά του. Όταν έφτασε, έδεσε έξω από το χωριό τα τρία του σκυλιά και μπήκε μόνος του στο χωριό. Το χωριό ήταν έρημο . Δεν υπήρχε ψυχή. Το παιδί προχώρησε προς το σπίτι του. Μπήκε μέσα και ξαφνικά τον βλέπει η στρίγγλα και τον ρωτάει γελώντας και με δόλο αν έχει μαζί του αρνί. Εκείνος απαντάει πως έχει, αλλά με περιέργεια την ρωτάει πού είναι η οικογένειά τους και όλο το χωριό. Η στρίγγλα πάλι με δόλο απαντάει πως έχουν πάει όλοι για δουλειά και δίνει στον αδερφό της ένα ταμπούρλο να χτυπάει μέχρι να γυρίσει. Μόλις γυρνάει η στρίγγλα, ρωτάει τον αδερφό της πόσα πόδια 24
έχει το αρνί και καθώς ο γιός απαντάει τέσσερα η στρίγγλα εναντιώνεται. Είχε φάει το ένα πόδι και έτσι το αρνί είχε πλέον τρία πόδια. Το ίδιο επαναλαμβάνεται με τα υπόλοιπα πόδια του αρνιού και ο γιός είχε πλέον καταλάβει πως σε λίγο θα έτρωγε και αυτόν. Πριν προλάβει να γυρίσει η στρίγγλα, το αγόρι με τη βοήθεια ενός μικρού ποντικού το σκάει και τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Πίσω του τρέχει και η στρίγγλα. Το αγόρι πετάει τη μαγική χτένα και ξαφνικά φυτρώνουν τρία πελώρια κυπαρίσσια μπροστά του. Καταφέρνει και σκαρφαλώνει στο ένα όσο τα τρία του σκυλιά πολεμούν την στρίγγλα. Η στρίγγλα καταβροχθίζει τα δύο όμως το τρίτο καταφέρνει και την σκοτώνει. Ο γιός από τα αίματα που έπεσαν πάνω του πηγαίνει προς την θάλασσα να ξεπλυθεί και από τα αίματα βγαίνουν όλοι οι άνθρωποι και τα ζώα που είχε φάει η στρίγγλα. Όλα επέστρεψαν όπως ήταν πριν γεννηθεί η στρίγγλα και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Κοινά στοιχεία με την Κυκλώπεια: Υπάρχει και στα δύο παραμύθια κάποιος υπερφυσικά δυνατός, η Στρίγγλα και ο Κύκλωπας Πολύφημος. Από την άλλη πλευρά έχουμε έναν έξυπνο και γενναίο αγόρι και στην Κυκλώπεια τον πολυμήχανο Οδυσσέα. Επίσης, ο γιός του παραμυθιού έχει στα χέρια του ένα μαγικό αντικείμενο την κτένα αλλά και ο Οδυσσέας το μαγικό κρασί του Μάρωνα, με τα οποία σε συνδυασμό με την ευστροφία τους καταφέρνουν να νικήσουν τον αντίπαλό τους. Ένα τελευταίο κοινό στοιχείο είναι ότι και την Στρίγγλα αλλά και τον Κύκλωπα τους χαρακτηρίζουμε ως ανθρωποφάγους. Βασιλική Μπινιάρη Ο Τζακ και η Φασολιά (αγγλικό παραμύθι) «Ο Τζακ και η φασολιά» είναι ένα γνωστό παραμύθι. Η ιστορία είναι η εξής: ο Τζακ και η μητέρα του είναι φτωχοί και πεινάνε. Όταν πια δεν μπορούν να κάνουν κάτι άλλο πουλάνε την αγελάδα τους. Ωστόσο σε αντάλλαγμα παίρνουν μερικά, υποτίθεται μαγικά, φασόλια. Δεν έχουν λοιπόν τίποτα άλλο να κάνουν από το να τα καλλιεργήσουν. Όμως είναι στ’ αλήθεια μαγικά και την επόμενη μέρα μια τεράστια φασολιά έχει φυτρώσει. Ο Τζακ αποφασίζει να την ανεβεί και στην κορυφή της συναντάει έναν ανθρωποφάγο γίγαντα. Με το μυαλό του καταστρώνει ένα σχέδιο για να φύγει από εκεί αλλά και για να κλέψει την μαγική του κότα που έκανε χρυσά αυγά. Όταν καταφέρνει να κατεβεί, εκείνος και η μητέρα του πλουτίζουν αλλά σύντομα συνειδητοποιεί πως βαριέται και πως θέλει να πάει και σε άλλες περιπέτειες. Όταν λοιπόν ξαναπηγαίνει, λέει ψέματα πως είναι κάποιος άλλος και τελικά καταφέρνει να κλέψει και την μαγική άρπα του γίγαντα. Για να γλιτώσει μια για πάντα από αυτόν κόβει την φασολιά και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Υπάρχουν πολλές ομοιότητες σε αυτήν την ιστορία με την «Κυκλώπεια»: Κατ’ αρχήν και ο Τζακ και ο Οδυσσέας έχουν έναν μαγικό βοηθό ή ένα μαγικό αντικείμενο. Στην περίπτωση του Τζακ η γυναίκα του γίγαντα τον βοηθάει ενώ ο Οδυσσέας έχει το κρασί του Μάρωνα. Έπειτα και οι δύο τα βάζουν με ένα γιγάντιο ανθρωποφάγο τέρας και τελικά το νικούν. 25
Ύστερα, όπως ο Οδυσσέας έτσι και ο Τζακ βάζουν τον εαυτό τους σε μία δυσάρεστη κατάσταση λόγω δικιάς τους ανοησίας, ο Οδυσσέας επειδή δεν άκουσε τους συντρόφους του και ο Τζακ επειδή αποφάσισε να ξανανεβεί την φασολιά. Όμως και οι δύο τα καταφέρνουν χάρη στο έξυπνό τους μυαλό και στο πονηρό τους σχέδιο. Τέλος και οι δύο για να μην τους καταλάβουν χρησιμοποιούν ψεύτικες ταυτότητες. Θάλεια Ξούρια
Ο Τζακ και η φασολιά Στο παραμύθι αυτό ο ήρωας είναι ένα μικρόσωμο και αδύναμο αγόρι, ο Τζακ, που ενώ ήταν φτωχός κατάφερε με την εξυπνάδα του να γίνει πλούσιος και να αλλάξει τη ζωή της οικογένειάς του . Μια μέρα, η μητέρα του Τζακ τον έστειλε στο παζάρι να πουλήσει την αγελάδα που είχαν, για να κερδίσουν έστω λίγα χρήματα για να φάνε. Εκεί ο Τζακ γνώρισε έναν μικροσκοπικό άντρα, που του έδωσε πέντε μαγικά φασόλια για να αγοράσει την αγελάδα, αλλά όταν γύρισε σπίτι η μητέρα του θύμωσε πολύ και πέταξε τα φασόλια απ’ το παράθυρο. Αμέσως φύτρωσε η μαγική φασολιά, που μεγάλωσε αμέσως και έφτασε μέχρι τον ουρανό. Το μικρό παιδί σκαρφάλωσε στη φασολιά και, αφού πέρασε τα λευκά σύννεφα, βρέθηκε σε μια χώρα, όπου υπήρχε ένα τεράστιο κάστρο που ζούσαν κάτι γίγαντες. Η γυναίκα του γίγαντα αρχικά τον φιλοξένησε και του έδωσε να φάει, αλλά όταν έφτασε ο γίγαντας αυτή είπε στον Τζακ να κρυφτεί γιατί ο άντρας της θα τον έτρωγε. Έτσι ο Τζακ κρύφτηκε στο φούρνο και τότε είδε ότι ο γίγαντας είχε μία κότα που έκανε χρυσά αυγά. Όταν ο γίγαντας αποκοιμήθηκε, το μικρό αγόρι άρπαξε τη μαγική κότα και το έσκασε από το κάστρο. Την επόμενη μέρα, ο Τζακ ανέβηκε στην φασολιά και πάλι, μπήκε μέσα στο κάστρο και κρύφτηκε αυτή τη φορά σε ένα ντουλάπι. Τότε είδε ότι ο γίγαντας είχε και μία μαγική άρπα, περίμενε λοιπόν να αποκοιμηθεί και τότε του άρπαξε την άρπα και το έσκασε. Ο γίγαντας ξύπνησε, κυνήγησε τον Τζακ και όταν και οι δύο άρχισαν να κατεβαίνουν τη φασολιά, ο Τζακ που ήταν ελαφρύτερος και ταχύτερος από τον γίγαντα έφτασε γρήγορα στο κάτω μέρος και πρόλαβε να κόψει την φασολιά και έτσι γλίτωσε από τον γίγαντα. Από τότε, έζησε ευτυχισμένος με τη μητέρα του, μαζί με την κότα με τα χρυσά αυγά και την μαγική άρπα που τραγουδούσε όμορφα τραγούδια! Κοινά στοιχεία με Κυκλώπεια: Το πρώτο κοινό στοιχείο του παραμυθιού με την Κυκλώπεια, είναι ότι ο Τζακ ήταν μικρόσωμος σε σχέση με τον γίγαντα, όπως και ο Οδυσσέας σε σχέση με τον Κύκλωπα. Ένα άλλο κοινό στοιχείο είναι η εξυπνάδα και η πονηριά των δύο ηρώων, οι οποίοι και οι δύο κατάφεραν να ξεγελάσουν τους μεγαλόσωμους αντιπάλους τους, και μάλιστα και οι δύο κρύφτηκαν για να πετύχουν το στόχο τους, συγκεκριμένα ο Τζακ κατάφερε να ξεγελάσει τον γίγαντα και έτσι κρύφτηκε αρχικά μέσα στο φούρνο, μετά σε ένα ντουλάπι και τελικά ξέφυγε από το κάστρο με πονηριά, ενώ ο Οδυσσέας και αυτός δραπέτευσε από την σπηλιά του Κύκλωπα κρυμμένος κάτω από τις κοιλιές των κριαριών. Επίσης, ένα ακόμα κοινό στοιχείο, είναι ότι υπήρχε ένα μαγικό μέσο που βοήθησε τους ήρωες να πετύχουν τον στόχο τους, συγκεκριμένα στο παραμύθι τα πέντε μαγικά φασόλια βοήθησαν τον Τζακ να 26
αλλάξει τη ζωή του, ενώ στην Κυκλώπεια το μαγικό μέσο του Οδυσσέα ήταν το κρασί του Μάρωνα, με το οποίο μέθυσε τον Κύκλωπα, προκειμένου στη συνέχεια να τον τυφλώσει. Δημήτρης Μενούνος Ο γενναίος ράφτης (παραμύθι των αδελφών Γκριμ) Στο παραμύθι «Ο γενναίος ράφτης» ήταν ένας ράφτης που μία μέρα είχε διώξει μόνος του με μια κίνηση επτά μύγες. Το θεώρησε κατόρθωμα και γι’ αυτό ήθελε να το πει σε όλους τους πολίτες. Κάποια στιγμή κουράστηκε και γι’ αυτό ξάπλωσε πάνω σε κάτι βράχους. Τελικά όμως δεν ήταν βράχος αλλά ήταν ένας γίγαντας. Ο γίγαντας είπε στον ράφτη ότι αν διαλύσει μια πέτρα θα είναι πιο δυνατός και εκείνος πήρε ένα τυρί και το έλιωσε. Μετά του είπε να πετάξει μια πέτρα και εκείνος πέταξε ένα πουλάκι. Στη συνέχεια του λέει πως θέλει να τον βοηθήσει να μετακινήσει ένα δέντρο στην σπηλιά του. Ο ράφτης δέχτηκε αλλά του είπε «εσύ γίγαντα θα είσαι στον κορμό επειδή ξέρεις τον δρόμο και εγώ στα κλαδιά». Κι έτσι και έγινε, μόνο που ο ράφτης αντί να βοηθήσει καθόταν στα κλαδιά. Μετά έφυγε και πήγε στο παλάτι του βασιλιά. Ο βασιλιάς του είπε πως αν καταφέρει και παγιδέψει τους δυο γίγαντες που ζούσαν μέσα στο δάσος θα του έδινε να παντρευτεί την κόρη του. Εκείνος ανέβηκε πάνω σε ένα δέντρο και πέταξε ένα μήλο σε έναν από τους δυο γίγαντες. Ο ένας γίγαντας νόμιζε πως τον χτύπησε ο άλλος, αλλά εκείνος αρνήθηκε και ξανακοιμήθηκαν. Στη συνέχεια ο ράφτης πετάει ένα άλλο μήλο στον άλλο γίγαντα κι έτσι εκείνοι άρχισαν να τσακώνονται ώσπου τους πετάει ένα μήλο στο απέναντι δέντρο και οι γίγαντες κατάλαβαν πως τους έκαναν πλάκα. Όταν πήγαν στο δέντρο έπεσε έναν κλουβί πάνω τους και τους παγίδεψε. Ο ράφτης επέστρεψε στο παλάτι και αφού είχε καταφέρει να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά, το παλάτι ήταν το νέο του σπίτι. Το βράδυ άρχισε να παραμιλάει στον ύπνο του και να λέει διάφορες τεχνικές ραψίματος. Αυτό το άκουσε η πριγκίπισσα και πήγε να το πει στον πατέρα της και εκείνος της είπε πως αύριο το βράδυ θα τον διώξουν. Για καλή του τύχη, το άκουσε ένας φίλος του ράφτη και πήγε να του το μεταφέρει. Έτσι το βράδυ όταν ήταν δυο φρουροί έξω από την πόρτα του δωματίου του, εκείνος έκανε πως κοιμάται και να παραμιλάει λέγοντας: "Εγώ είμαι αυτός που μόνος του και μια κίνηση έδιωξα επτά μύγες, παγίδεψα δυο γίγαντες και δεν φοβάμαι τους φρουρούς που βρίσκονται πίσω από την πόρτα του δωματίου μου". Οι φρουροί όταν το άκουσαν αυτό, φοβήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια. Τα κοινά σημεία αυτού του παραμυθιού με την Κυκλώπεια είναι ότι ο ράφτης που ήταν ένας απλός θνητός αντιμετώπισε τρεις γίγαντες οι οποίοι ήταν πιο δυνατοί από τον ίδιο, με την εξυπνάδα του, όπως έκανε και ο Οδυσσέας με τον Κύκλωπα Πολύφημο. Αργυρή Νικολοπούλου
27
Λογοτεχνία Γκάρι Νόρθφιλντ, Ιούλιος Ζέβρα: Μπελάδες με τους Έλληνες Ένα πολύ αγαπημένο μου βιβλίο είναι το Ιούλιος Ζέβρα: Μπελάδες με τους Έλληνες. Το βιβλίο αυτό με την γνωριμία του ήρωα με τον Ηρακλή, τον γιο του Δία. Ο Ηρακλής ήθελε να τον βρει για να του ζητήσει βοήθεια. Η βοήθεια αυτή ήταν να ολοκληρώσει τους άθλους του, με μια μεγάλη ανταμοιβή!!! Αυτή η ανταμοιβή ήταν η αθανασία!!! Ο Ιούλιος Ζέβρας και οι σύντροφοί του ‘‘έσπευσαν’’ να βοηθήσουν… Και έτσι ξεκίνησε μια πολύ πολύπλοκη περιπέτεια!!! Μαζί με τον Ηρακλή διέσχισαν την θάλασσα για να βρουν ένα χρυσό μήλο. Έτσι, φτάνοντας στην Κρήτη συνάντησαν έναν παλιό τους φίλο, τον Πλίνιο. Ο Πλίνιος ήταν ένα μικρό ποντικάκι, ο οποίος είχε δικό του σπα στην Κρήτη!!! Αφού τους βοήθησε να πάνε στον λαβύρινθο με τον Μινώταυρο, μετά τους πήγε και στον Κάτω Κόσμο. Όταν φτάσανε εκεί, στις Πύλες του Κάτω Κόσμου, είδανε ότι τις φύλαγε ένα εκατοντακέφαλο τέρας!!! Αφού το ξεγέλασαν με την ‘‘Δούρεια Ζέβρα’’, καταφέρανε να μπουν στον Κάτω Κόσμο. Αφού κατάλαβαν ότι κανένα χρυσό μήλο δεν ήταν εκεί, αποφάσισαν να κάνουν μια επίσκεψη τον Βασιλιά Μίδα. Το σχέδιό τους ήταν να πείσουν τον Βασιλιά Μίδα να αγγίξει ένα μήλο και να το κάνει χρυσό!!! Έτσι κι έγινε. Όμως εκεί μια απώλεια τους περίμενε… Ένας φίλος του Ιούλιου άγγιξε κατά λάθος το δάκτυλο του Μίδα (που ήταν χωρίς το γάντι του). Μετά ξανακατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο και βρήκαν τον Άδη για να τους βοηθήσει να βρουν τον πεθαμένο φίλο τους. Ο Άδης όμως τους έπιασε και πήγε να τους θανατώσει, ώσπου ο Ηρακλής εμφανίζεται (και χωρίς να το ξέρει) μαρτύρησε την κλεψιά που είχε κάνει για τους άθλους του. Τότε ο Άδης κατάλαβε τι είχε συμβεί και τιμώρησε τον Ηρακλή λέγοντάς του να καθαρίσει τους στάβλους του Αυγεία. Μετά ελευθέρωσε τον Ιούλιο Ζέβρα και τους φίλους του και τους είπε να σκεφτούν την πιο ποθητή τους επιθυμία, για να τους την πραγματοποιήσει. Έτσι κι έγινε. Ο Ιούλιος Ζέβρας όμως ευχήθηκε να γυρίσει ο φίλος του, και μόλις τον είδε πήγε να λιποθυμήσει!!! Κοινά στοιχεία με την Κυκλώπεια: Στην Κρήτη ο Ιούλιος Ζέβρας κατατρόπωσε με το μυαλό του τον μεταλλικό γίγαντα. Δηλαδή του έριξε νερό για να τον σκουριάσει. Ο Ιούλιος Ζέβρας κατατροπώνει το εκατοντακέφαλο τέρας χρησιμοποιώντας τη ‘‘Δούρεια Ζέβρα’’. Γιώργος Μπισκένης
Κινηματογράφος Μουλάν (αμερικανική ταινία κινουμένων σχεδίων της Walt Disney) Η Μουλάν είναι αμερικανική μουσική ταινία περιπέτειας κινουμένων σχεδίων που κυκλοφόρησε το 1998 σε παραγωγή Walt Disney feature animation. Βασίζεται στον κινεζικό θρύλο της Χουά Μουλάν, μιας κινέζας πολεμίστριας. 28
H ιστορία της Μουλάν: Η Μουλάν ζούσε τον 5ο αιώνα μ.Χ. στην Κίνα και ήταν κόρη ενός ηλικιωμένου αξιωματούχου. Όταν οι Ούννοι εισέβαλαν στην Κίνα εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα, το οποίο καλούσε έναν άνδρα τουλάχιστον από κάθε οικογένεια να επιστρατευτεί για να πολεμήσει εναντίον του εχθρού. Στην οικογένεια της Μουλάν ο μόνος άνδρας ήταν ο πατέρας της που όμως ήταν ηλικιωμένος και με μια αναπηρία στο πόδι του. Η Μουλάν, θέλοντας να προστατεύσει τον πατέρα της και ταυτόχρονα να υπηρετήσει την πατρίδα της, αποφάσισε να πάρει τη θέση του. Μεταμφιέστηκε λοιπόν σε άνδρα φορώντας τη στολή και έχοντας τα όπλα του πατέρα της και κατατάχτηκε στον κινέζικο στρατό. Αρχικά δυσκολεύτηκε αρκετά με την εκπαίδευση, αλλά κατάφερε να αντεπεξέλθει χάρη στη βοήθεια ενός δράκου που είχε σταλεί από τα πνεύματα των προγόνων της για να την προστατεύσει. Σε μια μάχη που έγινε, στην οποία οι δυνάμεις του εχθρού υπερτερούσαν, η Μουλάν με μία έξυπνη επινόηση κατάφερε να κατατροπώσει τον αντίπαλο. Με έναν κανονιοβολισμό προκάλεσε μια χιονοστιβάδα, η οποία έπεσε πάνω στους εχθρούς. Η γενναία πολεμίστρια όμως τραυματίστηκε στην προσπάθειά της να σώσει τη ζωή του λοχαγού της. Έτσι αποκαλύφθηκε ότι ήταν γυναίκα, την έδιωξαν από τον στρατό και επέστρεψε στο σπίτι της έχοντας να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια του πατέρα της που θεώρησε πως τον είχε ντροπιάσει. Ενώ οι Κινέζοι γιόρταζαν τη νίκη τους, κάποιοι από τους εχθρούς που είχαν επιζήσει αποφάσισαν να επιτεθούν στο παλάτι του αυτοκράτορα και κατάφεραν να τον αιχμαλωτίσουν. Η Μουλάν τότε μαζί με τρεις φίλους της από τον στρατό κατάφεραν να μπουν στο παλάτι μεταμφιεσμένοι σε παλλακίδες, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στους εχθρούς και κατάφεραν να απελευθερώσουν τον αυτοκράτορα. Η Μουλάν μάλιστα με τη βοήθεια του πιστού της δράκου κατάφερε να σκοτώσει τον αρχηγό των Ούννων χαρίζοντας μεγάλη τιμή και δόξα στον πατέρα και την οικογένειά της. Ο αυτοκράτορας για να την τιμήσει της απένειμε το χρυσό μετάλλιο ανδρείας, που αποτελούσε την ύψιστη αναγνώριση της αξίας ενός πολεμιστή. Η Μουλάν λοιπόν χάρη στην εξυπνάδα της και τη γενναιότητά της κατάφερε να προστατεύσει τον πατέρα της, να σώσει την πατρίδα της και να αποδείξει ότι μια γυναίκα μπορούσε να προφέρει στο στρατό ισάξιες υπηρεσίες με ένα άνδρα. Κοινά σημεία της Κυκλώπειας και της ιστορίας της Μουλάν: Ο Οδυσσέας και η Μουλάν χρησιμοποιούν την εξυπνάδα και την επινοητικότητά τους για να νικήσουν έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Ο Οδυσσέας έχει να αντιμετωπίσει τον Πολύφημο, έναν Κύκλωπα με τεράστια σωματική δύναμη ενώ η Μουλάν τον πολυάριθμο στρατό των Ούννων. Στην Κυκλώπεια ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Πολύφημο με ένα πυρακτωμένο μυτερό ξύλο και η Μουλάν προκαλεί με έναν κανονιοβολισμό χιονοστιβάδα, με την οποία εξουδετερώνει τον στρατό των Ούννων. Επίσης οι δύο ήρωες χρησιμοποιούν τέχνασμα και καταφέρνουν να ξεγελάσουν αυτούς που θέλουν να πείσουν για να πετύχουν τον σκοπό τους. Έτσι ο Οδυσσέας χρησιμοποιεί το παραπλανητικό όνομα «Ούτις» και η Μουλάν μεταμφιέζεται σε αγόρι για να την δεχτούν στο στρατό και αργότερα σε παλλακίδα για να μπει απαρατήρητη στο παλάτι του Κινέζου αυτοκράτορα. Τέλος οι δύο ήρωες είναι θαρραλέοι, αποφασιστικοί και έχουν αγαθά κίνητρα. Ο Οδυσσέας επιθυμεί να σώσει τους συντρόφους του και να επιστρέψει στην πατρίδα του ενώ η Μουλάν να προστατεύσει τον πατέρα της και να υπηρετήσει την πατρίδα της. Άννα Μαρία Νάτση 29
Ιστορίες με το τυπικό του αναγνωρισμού Τα παιδιά γράφουν μια δική τους ιστορία με βάση το τυπικό του αναγνωρισμού στην Οδύσσεια: α. Μακρόχρονη απουσία των δύο προσώπων μεταξύ των οποίων γίνεται η αναγνώριση, β. απομόνωσή τους, γ. κάλυψη (απόκρυψη της ταυτότητας, μεταμόρφωση) του αναγνωριζόμενου, δ. αποκάλυψη της ταυτότητας του αναγνωριζόμενου, ε. δοκιμασία: έκφραση δυσπιστίας για την ταυτότητα του αναγνωριζόμενου, αποδείξεις για την ταυτότητά του, στ. αναγνώριση και έκφραση συναισθημάτων.
Τμήμα Α1 Μάνα Ξανά Η Σοφία και ο Γιώργος ήταν πρωτοετείς φοιτητές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Αυτός από πλούσια οικογένεια γιατρών και αυτή μια φιλόδοξη φοιτήτρια από ένα μικρό χωριό. Ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά. Και όλα πήγαιναν υπέροχα μέχρι την ημέρα που η Σοφία αντίκρισε το θετικό τεστ εγκυμοσύνης. «Σοφία, αποκλείεται να κρατήσουμε αυτό το παιδί, είμαστε πολύ μικροί και έχουμε όλη την ζωή μπροστά μας, άσε που ο πατέρας μου θα με σφάξει!», είπε ο Γιώργος έντρομος. «Ούτε που να το σκέφτεσαι, θα το κρατήσουμε αυτό το παιδί, και οι γονείς μας θα το μάθουν όταν γεννηθεί!», απάντησε η Σοφία αποφασισμένη. Και έτσι οι μήνες κύλησαν και η Σοφία γέννησε ένα αγοράκι στο μαιευτήριο που είχε επιλέξει και κανονίσει τα πάντα ο Γιώργος. Όμως η Σοφία δεν έπιασε ποτέ στα χέρια της το παιδί της. Οι μαιευτήρες την ενημέρωσαν πως το παιδί της γεννήθηκε νεκρό. Κάτι που δεν γνώριζε η Σοφία ήταν ότι ο διευθυντής του μαιευτηρίου ήταν ο πατέρας του Γιώργου. Ο Γιώργος έδειχνε ψυχρός και ανακουφισμένος, ενώ η Σοφία ήταν σε κατάσταση σοκ. Τριάντα χρόνια πέρασαν από εκείνη την ημέρα. Η σχέση της Σοφίας και του Γιώργου δεν άντεξε το γεγονός του χαμένου παιδιού. Η Σοφία έγινε μια επιτυχημένη μαιευτήρας με μια ολοκαίνουργια θέση διευθύντριας στο ίδιο μαιευτήριο που είχε γεννήσει. Δέχτηκε αυτή την θέση με ένα σφίξιμο στην καρδιά αλλά μαζί και μια γλυκιά νοσταλγία. Μια μέρα λοιπόν, η γραμματέας της έφερε τα αρχεία των προηγουμένων ετών για να τα ελέγξει στα πλαίσια μηχανοργάνωσης του μαιευτηρίου. Τα αρχεία πήγαιναν τόσο πίσω όσο και δική της γέννα. Ψάχνοντας τα αρχεία, βρήκε έναν φάκελο με τα δικά της στοιχεία. Όλα τα στοιχεία ήταν σωστά εκτός από ένα. Το παιδί γεννήθηκε ζωντανό και υγιέστατο και δόθηκε για υιοθεσία. Μα το πιο παράξενο ήταν το χρώμα των ματιών του μωρού. Ίδιο με το δικό της. Το δεξί ήταν καφέ και το αριστερό πράσινο. Μια παραξενιά της φύσης που είχε κληρονομήσει από την μαμά της. Το όνομα του γιατρού που υπέγραψε, ήταν το όνομα του πατέρα του Γιώργου. 30
Σοκαρισμένη δεν άκουσε το χτύπημα της πόρτας. Η γραμματέας της την ειδοποίησε πως την καλούν για να βοηθήσει σε μια πολύ δύσκολη γέννα. Η γέννα πήγε καλά και η Σοφία βγήκε να ενημερώσει τον μπαμπά του μωρού. Τότε αντίκρισε έναν άντρα γύρω στα τριάντα με ακριβώς τα ίδια μάτια με τα δικά της. Τον ενημέρωσε τυπικά και έτρεξε πίσω στο γραφείο της. Κάλεσε αμέσως τον Γιώργο, άλλωστε δεν ήταν δύσκολο να βρεις το κινητό ενός επιτυχημένου γιατρού. Τον παρακάλεσε να της πει την αλήθεια, τον απείλησε ότι εάν δεν την αποκαλύψει θα το δημοσίευε, εκθέτοντας αυτόν και την οικογένειά του. Αυτός χωρίς να έχει επιλογή της είπε την αλήθεια, δίνοντας το όνομα της οικογένειας που τον υιοθέτησε. Το όνομα ήταν Μιχαηλίδης, ίδιο με αυτό του πατέρα του μωρού που μόλις γεννήθηκε. Έτρεξε να τον βρει πριν φύγει από μαιευτήριο. Δεν σκεφτόταν πια, απλώς ένιωθε. Τον βρήκε στον διάδρομο. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μιλώντας αργά αλλά με μια ψυχραιμία που ούτε και αυτή δεν ήξερε που την έβρισκε είπε στον Γιάννη τα πάντα, για την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και την υποτιθέμενη γέννα ενός νεκρού παιδιού. Ο Γιάννης προσπαθούσε να χωνέψει αυτά που άκουγε, ήξερε ότι ήταν υιοθετημένος αλλά αυτό ξεπερνούσε κάθε φαντασία. «Αυτά που λέτε δεν μπορεί να συμβαίνουν, κάποιο λάθος έχετε κάνει», είπε ο Γιάννης. Καταλαβαίνοντας το σοκ του η Σοφία του έδειξε όλα τα έγγραφα και του τόνισε την σπανιότητα των ματιών τους. Ήταν θέμα λεπτών να πέσει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κλαίγοντας. Η Σοφία μετά από 30 χρόνια βρήκε τον γιό της. Ξεχείλιζε από ευτυχία. Μόλις είχε φέρει στον κόσμο το εγγόνι της. Πόση χαρά μπορούσε να χωρέσει στην ψυχή της; Ο Γιάννης στα 30 του ένιωσε για πρώτη φορά ότι δεν ήταν ανεπιθύμητος από την βιολογική του μητέρα. Ένα πρωτόγνωρο κύμα γαλήνης και ανακούφισης πλημμύρισε την ψυχή του. Και οι δύο ανυπομονούσαν να γεμίσουν το κενό όλων αυτών των χρόνων. Κανείς δεν ξέρει πόση ώρα έμειναν αγκαλιασμένοι στον διάδρομο του μαιευτηρίου, του ίδιου μαιευτηρίου που τους είχε χωρίσει πριν από 30 χρόνια. Κωνσταντίνα Αγάθου Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πολύ όμορφο κι έξυπνο κορίτσι ηλικίας δεκαεπτά ετών, η Έλλη. Το νεαρό αυτό κορίτσι ζούσε με τους θετούς γονείς της, Σταύρο και Δανάη, σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Η Έλλη είχε υιοθετηθεί από τον Σταύρο και τη Δανάη σε ηλικία έξι ετών. Ήξερε ότι ήταν υιοθετημένη από την αρχή, καθώς οι θετοί γονείς της της το είχαν πει και εκείνη θυμόταν (αμυδρά βέβαια) τη βιολογική της μητέρα, την παραμονή της στο ίδρυμα για ένα χρόνο (από την ηλικία των πέντε ετών μέχρι την ηλικία των έξι ετών) καθώς και την υιοθεσία της από τους γονείς που τη μεγάλωσαν με τόση αγάπη. Η Έλλη είχε αρχίσει να ψάχνει τη βιολογική της μητέρα από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, αφού επιθυμούσε να τη βρει και να τη γνωρίσει. Είχε απογοητευτεί όμως, γιατί δεν έβρισκε κανένα στοιχείο για αυτήν και ως εκ τούτου είχε σταματήσει να την ψάχνει εδώ και λίγο καιρό. Μία μέρα κι ενώ η Έλλη ήταν μόνη της στο σπίτι της, κάποιος χτύπησε το κουδούνι. Το νεαρό κορίτσι άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά σε μία γυναίκα, η οποία την καλημέρισε και τη ρώτησε αν μπορούσε να περάσει μέσα. Η Έλλη κάπως διστακτικά της έγνεψε να μπει μέσα και όταν η γυναίκα το έκανε, η Έλλη τη ρώτησε ευγενικά ποια ήταν και τι ήθελε. Η γυναίκα έβγαλε τα γυαλιά της και της είπε γεμάτη συγκίνηση ότι ήταν η βιολογική της μητέρα, αυτή που έψαχνε τόσο καιρό. Η νεαρή κοπέλα όμως δεν την πίστεψε, εξέφρασε δηλαδή την δυσπιστία της και της ζήτησε να της δώσει αποδείξεις για αυτό που 31
της έλεγε. Η γυναίκα, η Μαρία, άρχισε να της λέει με ήρεμη και σιγανή φωνή μία κοινή τους ανάμνηση (την αγορά μιας κούκλας που είχε ενθουσιάσει την Έλλη και από τότε δεν αποχωριζόταν ποτέ την κούκλα αυτή). Επίσης, η Μαρία τραγούδησε με απαλή φωνή ένα νανούρισμα που έλεγε στην κόρη της όταν ήταν μικρή για να αποκοιμηθεί. Τότε η Έλλη έφερε στο μυαλό της το νανούρισμα αυτό, καθώς και την κούκλα που αγαπούσε τόσο πολύ. Συγκινημένη, η νεαρή κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της και άρχισε να κλαίει από χαρά και από συγκίνηση. Το ίδιο έκανε και η μητέρα της, αφού πρώτα την αγκάλιασε με θέρμη. Από τότε η Έλλη έμενε πολύ συχνά με την βιολογική της μητέρα, όμως ποτέ δεν ξέχασε και τους θετούς της γονείς που τη μεγάλωσαν με πολύ μεγάλη αγάπη και φροντίδα. Μαρίνα Αναστασοπούλου Ο πιλότος που δεν ήθελε να είναι πιλότος Πριν από πολύ καιρό ο κύριος Τηλέμαχος και η γυναίκα του ήθελαν να αποκτήσουν έναν γιό. Προσπαθούσαν για καιρό αλλά δεν μπορούσαν να τα καταφέρουν, ώσπου μια μέρα η γυναίκα του κυρίου Τηλέμαχου έμεινε έγκυος. Δυστυχώς την επόμενη ημέρα της γέννησης του γιου του ο κύριος Τηλέμαχος έλαβε ένα γράμμα από την δουλειά του. Ο κύριος Τηλέμαχος ήταν πιλότος μιας ελληνικής αεροπορικής εταιρείας. Το γράμμα έλεγε πως θα έπρεπε να λείψει για πολύ καιρό από το σπίτι του και την οικογένεια του επειδή έπρεπε να διασώσει κάποιους ναυαγούς οι οποίοι βρίσκονταν πολύ μακριά από την χώρα του σε ένα νησί στη μέση του ωκεανού. Δυστυχώς την ημέρα της αναχώρησης του ο καιρός ήταν πολύ βαρύς και θα ήταν δύσκολο το ταξίδι του. Αφού έφτασε στο νησί και διέσωσε όλους τους ναυαγούς, άρχισε να πετάει προς το σπίτι του. Όμως, για κακή τους τύχη, άρχισε να ρίχνει κεραυνούς σαν να τους εκδικούνταν για κάτι οι θεοί. Τελικά ναυάγησαν όλοι τους στο ίδιο νησί και πάλι, αφού οι άνεμοι ήταν αντίθετοι από την κατεύθυνση στην οποία πετούσαν. Καθώς τα συστήματα του αεροπλάνου είχαν χαλάσει δεν είχαν τρόπο να επικοινωνήσουν με κανέναν. Στο μεταξύ ο γιός του κύριου Τηλέμαχου, ο Λαέρτης, είχε ήδη γεννηθεί με την απορία για το πού είναι ο πατέρας του ο οποίος έλειπε για 10 χρόνια. Μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια ο Λαέρτης ζούσε με την δικαιολογία που του είχε πει η μητέρα του πως ο πατέρας του είχε πολλή δουλειά και ότι γύριζε σπίτι όταν αυτός κοιμόταν. Αλλά μέσα του αυτός ήξερε πως του έλεγε ψέματα. Ο Λαέρτης ήταν ένα φυσιολογικό παιδί που πήγαινε στο δημοτικό, έκανε ξένες γλώσσες, αθλήματα και έπαιζε με τους φίλους του. Η μητέρα του καθώς ήταν μόνη της και έπρεπε να τον φροντίζει επειδή δεν είχε πολλά λεφτά, ζούσαν μια συντηρητική και ταπεινή ζωή, σε αντίθεση με την ζωή που είχε η μητέρα του όταν ο πατέρας του ήταν εκεί. Έτσι ο Λαέρτης έπρεπε να βοηθάει την μητέρα του στη δουλειά της. Εν τω μεταξύ, ο Τηλέμαχος προσπαθεί να επιβιώσει στο νησί με τους άλλους ναυαγούς. Προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να φύγει από το νησί. Τον πρώτο χρόνο σκέφτηκε πως μια σχεδία ήταν καλή ιδέα. Την έφτιαξε και άρχισε να πλέει προς το σπίτι του με τους άλλους ναυαγούς. Όμως ο καιρός δεν ήταν και ο καλύτερος για την περίσταση και ο δυνατός άνεμος διέλυσε την σχεδία τους. Αλλά είχαν ήδη πλεύσει πολύ βαθιά μέσα στην θάλασσα και για κακή τους τύχη πολλοί επιβάτες δεν ήξεραν κολύμπι. Όσοι κατάφεραν να γυρίσουν στο νησί, άναψαν φωτιά και έψησαν κάποια ψάρια που είχαν πιάσει. 32
Την επόμενη χρονιά ένα πλοίο ξεπρόβαλε από τον ορίζοντα. Ήταν ένα υπερωκεάνιο. Ο κύριος Τηλέμαχος και οι άλλοι ναυαγοί άναψαν αμέσως φωτιά ελπίζοντας το πλοίο να δει τον καπνό και να έρθει στο νησί. Τελικά ήρθε και τους πήρε και όλοι ειδοποίησαν τους δικούς τους από τον ασύρματο του πλοίου ότι ήταν ζωντανοί. Ευτυχώς υπήρχε αρκετός χώρος για όλους μέσα στο πλοίο. Μετά από έναν χρόνο στη θάλασσα, ο καπετάνιος πληροφόρησε τους ναυαγούς και τον κύριο Τηλέμαχο πως τους περίμενε ένα πολύ δύσκολο εμπόδιο στο διάβα τους, μια τεράστια καταιγίδα, όπως αυτήν που κατάφερε να ρίξει το αεροπλάνο του κυρίου Τηλέμαχου. Την επόμενη κιόλας ώρα η καταιγίδα χτύπησε. Άρχισαν να ακούγονται αστραπές, βροντές και το τρομακτικό τοπίο μίας τεράστιας δίνης. Αυτή η δίνη τους κόστισε ένα μεγάλο μέρος του πληρώματος και των ναυαγών αφού προσπαθούσαν να τραβήξουν τα πανιά για να μην σκιστούν από τους κεραυνούς όταν ξαφνικά ένα κύμα που σκέπασε όλο το πλοίο τους ρούφηξε μέσα στην δίνη. Μετά από αρκετές μέρες η καταιγίδα σταμάτησε και μπόρεσαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Είχαν φτάσει πολύ κοντά στον προορισμό τους όταν οι μηχανές του πλοίου σταμάτησαν. Όλοι πανικοβλήθηκαν! Τους είχαν τελειώσει τα καύσιμα. Έπρεπε να κολυμπήσουν στο κοντινότερο νησί αλλά πολλοί επιβάτες δεν ήξεραν κολύμπι και πνίγηκαν. Τελικά με χίλια ζόρια και 10 ναυαγούς από τους είκοσι, τον κύριο Τηλέμαχο, 10 επιβάτες από τους 30, 3 άτομα του πληρώματος από τους 15 και τον καπετάνιο είχαν φτάσει συνολικά 25 άτομα σε ένα ερημωμένο νησί. Ήταν ο τέταρτος χρόνος. Τα επόμενα πέντε χρόνια όλοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν στο νησί. Γνωρίστηκαν και έγιναν φίλοι. Όταν ξαφνικά τον δέκατο χρόνο ένα αεροπλάνο έτυχε να πετούσε από πάνω τους με προορισμό το νησί τους. Όλοι ανέβηκαν στο αεροπλάνο και πήγαν σπίτι τους. Όταν ο κύριος Τηλέμαχος πήγε σπίτι του, η γυναίκα και το παιδί του δεν τον αναγνώρισαν με τις ζάρες στο πρόσωπό του, τα γένια και τα σχισμένα ρούχα του και αμέσως κάλεσαν την αστυνομία. Ο κύριος Τηλέμαχος τους εξήγησε πως ήταν αυτός αλλά δεν τον πίστευαν. Τελικά όταν έφτασε η αστυνομία και τον πήραν στο κρατητήριο τους εξήγησε πως έπρεπε να δει την γυναίκα και τον γιό του. Οι φύλακες τους κάλεσαν και αυτός τους είπε όλη την ιστορία για το πως έφτασε πάλι σπίτι. Όμως αυτό δεν αρκούσε για να τον πιστέψουν. Ο κύριος Τηλέμαχος τους είπε πως θα καταλάβαιναν ποιος είναι αν τον άφηναν να ξυριστεί. Αφού ξυρίστηκε και τους παρουσιάστηκε, η γυναίκα του παραδέχτηκε πως έμοιαζε με τον άντρα την αλλά ακόμα δεν τον πίστευε. Ο γιος του από την άλλη πλευρά δεν τον είχε δει και δεν μπορούσε να πει κάτι. Ο κύριος Τηλέμαχος τους είπε πως εάν του έδιναν κάποια ρούχα και τον αφήναν να πλυθεί θα καταλάβαιναν ποιος ήταν. Αφού ντύθηκε και πλύθηκε, η γυναίκα του παραδέχτηκε πως έμοιαζε ακόμα περισσότερο στον άνδρα της αλλά ακόμα δεν τον πίστευε. Ο κύριος Τηλέμαχος θυμήθηκε πως πάντα κράτα πάνω του μια φωτογραφία με την γυναίκα του και τον νεογέννητο Λαέρτη. Μετά από αυτό η γυναίκα και ο γιός του πείστηκαν και αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας μαζί του. Αλλά μην σας ξεγελάει αυτή η πρόταση, τα δάκρυα δεν ήταν λύπης αλλά χαράς. Έπειτα ο κύριος Τηλέμαχος τους είπε πως δεν ήθελε να τους αφήσει ποτέ. Τέλος πήγαν σπίτι και μετά από μια εβδομάδα ήρθε ένα γράμμα από την αεροπορική εταιρία στην οποία δούλευε ο κύριος Τηλέμαχος, που έλεγε πως ήθελαν να ξαναγίνει πιλότος για την εταιρεία τους αφού ήταν από τους καλύτερους. Πως ήταν δυνατό να δεχτεί μετά από αυτήν την περιπέτεια που έζησε για δέκα χρόνια; Οδυσσέας Ανδρουλιδάκης 33
Ο Δημήτρης έλειπε από το σπίτι του σχεδόν 15 χρόνια, επιβιώνοντας από τον Βαλκανικό αλλά και τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μόνο που έμενε για να αποκατασταθεί η ειρήνη ήταν η εκστρατεία προς την Μικρά Ασία. 600.000 άντρες αποβιβάστηκαν στα παράλια της Σμύρνης και κατέλαβαν την πόλη και τις γύρω περιοχές. Στις 4:30 π.μ. της 6 Αυγούστου του 1922, ο τουρκικός στρατός επιχείρησε μια ενέργεια ενάντιας τον ελληνικό στρατό η οποία αποκρούστηκε επιτυχώς. Τα ξημερώματα της 13ης Αυγούστου του 1922 ο τουρκικός στρατός, αποτελούμενος από συνολική δύναμη 17 Μεραρχιών, επιτέθηκε από δύο πλευρές στις ελληνικές δυνάμεις αιφνιδιάζοντας έτσι τον ελληνικό στρατό. Ο Δημήτρης υποχωρώντας τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπό του. Όταν έφτασε στο στρατόπεδο του τον βάλανε απευθείας στο ιατρείο. Στις 24 Αυγούστου το Γ΄ Ελληνικό σώμα αποχώρησε από την Μικρά Ασία αφήνοντάς την στον χαμό της. Ο Δημήτρης ήθελε να επισκεφθεί την μητέρα του, όταν όμως έφτασε η μητέρα του δεν τον αναγνώριζε μιας και ήταν γριά γυναίκα. Ο γιός της για να της αποδείξει ότι είναι το παιδί της της θυμίζει όταν ήταν παιδί και εκείνη τον φρόντιζε και παίζανε επιτραπέζια μαζί και τα βιβλία που του διάβαζε. Μια μεγάλη σιωπή επικράτησε. Η μητέρα του άρχισε να κλαίει και ο Δημήτρης την αγκάλιασε και της είπε πόσο πολύ του έλειψε. Εκείνη την ημέρα η μητέρα του κάλεσε όλο το χωριό να το γιορτάσουνε. Ο Δημήτρης εξιστόρησε όλες τις περιπέτειες του, και έτσι τελειώνει η ιστορία του Δημήτρη. Οδυσσέας Ανδρουλάκης Η ζωή, όπως πολλοί πιστεύουν, είναι για να ζεις “το τώρα” και να αψηφάς την αγωνία και το άγχος για το τι μπορεί να γίνει αύριο. Εγώ όμως, ως παιδί μακαρίτη και γεωργού, έχω μάθει να φοβάμαι για το τι μπορεί να γίνει στο μέλλον. Δεν είναι λίγες οι μέρες ξηρασίας που εγώ με τη μητέρα μου και τα ζώα μας πρέπει να διανύσουμε με κουράγιο μέρες πείνας και δίψας. Δεν είναι επίσης λίγες οι μέρες που τον χειμώνα οι βαριές αρρώστιες φουντώνουν περισσότερο το αίσθημα ότι βρισκόμαστε απόμακρα από την πόλη και τα κέντρα υγείας. Η αλήθεια είναι ότι έχω μεγαλώσει με τον κίνδυνο: να μην πεθάνουμε από την πείνα ή από κάποια θανατηφόρα ασθένεια της απόκεντρης υπαίθρου, όπως έπαθε ο πατέρας μου… Μα μία μέρα είχα ξεχάσει απολύτως “το αύριο” και είχα καθηλωθεί στο παρόν, όταν ένας άγνωστος απεριποίητος και ταλαιπωρημένος άνδρας που κουβαλούσε βιβλία χτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού μας. Για να είμαι ειλικρινής δεν ήθελα να ανοίξω την πόρτα σε έναν ξένο, χωρίς να ενημερώσω τη μητέρα μου που όργωνε το χωράφι, όμως η αγωνία με περικύκλωσε και τελικά με δελέασε να πάρω την πρωτοβουλία να τον υποδεχτώ. Έτσι έγινε, και ανοίγοντας την πόρτα ρώτησα τον ξένο ποιος ήταν και τι τον έφερνε στο σπιτικό μας. Εκείνος πριν προλάβει να μου απαντήσει, μου έδωσε ένα βιβλίο και μου είπε να το διαβάσω. Εγώ περιέργως το άνοιξα, αν και δεν συνηθίζω να διαβάζω βιβλία. Δεν θα κρύψω όμως την χαρά μου όταν το άνοιξα και τελικά είδα μία πρόταση, αντί για πολλά κεφάλαια... αλλά ακόμα η απορία μου ήταν ζωντανή: ποιος είναι άραγε αυτός ο μυστηριώδης άνδρας; Θέλει να μου πουλήσει βιβλία; Δεν πέρασε πολλή ώρα, ώσπου διάβασα την πρόταση του βιβλίου: “Είμαι ο πατέρας σου.” Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι όλο το βάρος του βιβλίου που κρατούσα ισοδυναμούσε με την πρόταση αυτή. Όμως η δυσπιστία μου παρέμενε: Γιατί αυτός ο άγνωστος μου λέει ότι είναι ο πατέρας μου, αφού εκείνος πέθανε πριν από χρόνια από μια βαριά αρρώστια στο δάσος; Μάλιστα ο κύριος Γιάννης τον είχε δει να είναι πεσμένος ο καημένος κάτω από ένα 34
δέντρο κρατώντας την τυχερή του πυξίδα. Δεν δίστασα λοιπόν, να ρωτήσω τον κύριο περαιτέρω λεπτομέρειες για τα λεγόμενά του και εκείνος μου έδειξε την πυξίδα που κρατούσε ο πατέρας μου όταν πέθανε και μου έλεγε ιστορίες από όταν ήμουν εγώ μωρό ακόμα. Εκείνη ήταν και η στιγμή που τα δάκρυά μου χύνονταν πάνω στην ζαρωμένη μπλούζα μου από την σφιχτή αγκαλιά του πολυαγαπημένου μου πατέρα. Εκείνος να με χαϊδεύει και εγώ να τον ρωτώ ακόμα: “Τι έγινε μπαμπά μου και έλλειπες τόσο καιρό;” και εκείνος να μου απαντά:” η πυξίδα μου χάλασε, όμως αναστήθηκε και τώρα μου έδειξε το μονοπάτι της ευτυχίας...”. Από τότε, όλη η οικογένειά μας ακολουθούσε το μονοπάτι αυτό· τον διάβα της ζωής, γιατί τα καλά φεύγουν και έρχονται, όπως το σήμερα και τ’ αύριο… Μην περιμένεις λοιπόν η πυξίδα να σου χτυπήσει το κουδούνι, τρέχα να την βρεις! Έλενα Αποίκου Αιχμάλωτος πολέμου Ο Κλάους και η Μαργκερίτα ήταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που ζούσε σε ένα προάστιο του Μονάχου. Ήταν παντρεμένοι πέντε χρόνια και είχαν αποκτήσει μία κόρη. Το τελευταίο διάστημα στην Γερμανία τα πράγματα δεν ήταν καλά. Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία έδειχνε πως σύντομα θα είχαν πόλεμο. Δεν άργησε λοιπόν η μέρα που ο Κλάους έπρεπε να φύγει για το μέτωπο του πολέμου. Η Μαργκερίτα ήταν πολύ στενοχωρημένη και φοβόταν για τη ζωή του αγαπημένου της άντρα. Τα χρόνια πέρασαν, ο πόλεμος τελείωσε αλλά ο Κλάους ήταν άφαντος. Η Μαργκερίτα δεν σταμάτησε να ρωτάει για την τύχη του άντρα της. Όλοι της έλεγαν ότι είναι νεκρός. Η Μαργκερίτα κάποια στιγμή το αποδέχτηκε και σταμάτησε να ψάχνει. Έτσι πέρασαν και άλλα χρόνια. Η κόρη τους μεγάλωσε και έφυγε για σπουδές στο Βερολίνο. Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι της Μαργκερίτας. Όταν εκείνη άνοιξε την πόρτα, είδε μπροστά της έναν κουτσό άντρα με παραμορφωμένο πρόσωπο. Νόμιζε ότι ήταν κάποιος ζητιάνος και πήρε το πορτοφόλι της για να του δώσει λίγα μάρκα. Ο άντρας δάκρυσε και της είπε ότι είναι ο Κλάους. Εκείνη αρχικά ξαφνιάστηκε και στη συνέχεια θύμωσε πάρα πολύ. Άρχισε να κλαίει και να διώχνει τον ξένο άντρα. Θεώρησε ότι κάποιος προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τον πόνο της. Ο ξένος όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Επανάλαβε ότι είναι ο Κλάους και ότι ήταν αιχμάλωτος σε ένα στρατόπεδο της Πολωνίας για 15 χρόνια. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί από μία έκρηξη βόμβας. Η Μαργκερίτα εξακολουθούσε να είναι θυμωμένη και να μην πιστεύει τα λόγια του ξένου. Τότε ο ξένος της είπε ότι αυτή έχει μια ουλή κάτω από τον αφαλό. Η Μαργκερίτα ακούγοντας αυτά τα λόγια συγκλονίστηκε. Αυτή ήταν μια λεπτομέρεια που γνώριζε μόνο ο Κλάους. Κλαίγοντας έπεσε στην αγκαλιά του αγαπημένου της άντρα. Το άπιαστο όνειρό έγινε πραγματικότητα. Βαγγέλης Ανδρουλάκης Ο Αλέξανδρος και ο Κωνσταντίνος ήταν δυο αγαπημένα και αχώριστα αδέρφια. Ζούσαν με την μητέρα και τον πατέρα τους σε ένα μικρό χωριό και φρόντιζαν ζώα. Κάθε μέρα τα δυο αδέρφια βοηθούσαν τον πατέρα τους με τις δουλειές που έκανε ή την μητέρα τους με το σπίτι και έκαναν και άλλα πράγματα μαζί. Ώσπου μια μέρα οι γονείς χώρισαν και έτσι 35
έπρεπε και τα δυο αδέρφια να χωριστούν. Ο Αλέξανδρος έμεινε με την μητέρα ενώ ο Κωνσταντίνος πήγε με τον πατέρα. Ο πατέρας δεν είπε στον Κωνσταντίνο πού βρίσκονταν η μητέρα και ο αδερφός του και η μητέρα δεν ήξερε πού ήταν εκείνοι και έτσι τα δυο αδέρφια δεν είχαν καμία επικοινωνία. Μετά από χρόνια, όταν πια είχαν μεγαλώσει τα δυο αδέρφια, ο πατέρας είπε στον Κωνσταντίνο που βρίσκονταν η μητέρα και ο αδερφός του. Από τη στιγμή που ήξερε πού βρίσκονταν αποφάσισε να πάει σε αυτούς. Επειδή όμως ο Κωνσταντίνος φοβήθηκε πως δεν θα τον πίστευαν σκέφτηκε να μεταμορφωθεί σε άστεγο και σιγά σιγά να τους αποκαλύπτεται έτσι ώστε να τον πιστέψουν αργότερα. Λίγες μέρες μετά, αφού ο Αλέξανδρος αλλά και η μητέρα του τον είχαν βοηθήσει, αποφάσισαν να τον φιλοξενήσουν για μικρό διάστημα. Όταν ήρθε η τελευταία μέρα της φιλοξενίας του αστέγου αυτός αποφάσισε να φανερώσει την αληθινή ταυτότητά του δηλαδή να τους πει πως ήταν ο Κωνσταντίνος. Ο αδερφός του και η μητέρα του δεν τον πίστεψαν και είπαν πως έλεγε ψέματα, όμως τους απέδειξε πως ήταν αυτός δείχνοντας τα μέρη που έπαιζαν όταν ήταν μικροί αλλά και κάποια σημάδια γρατζουνιών που είχε πάθει από τα παιχνίδια τους. Τότε τον πίστεψαν και έτσι όλοι γέμισαν με πολλά δάκρυα στο πρόσωπό τους από την χαρά και τον ενθουσιασμό τους. Κριστιάν Βάλκοβ Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο Ιεραπόστολος Σεραφείμ και ο μοναχός Ελλάδιος. Αυτοί οι δύο ήταν οι καλύτεροι φίλοι (αφού στη φιλία τους υπήρχε ο Χριστός) και έμεναν μαζί στο μοναστήρι του Αγίου Ελλαδίου για πάνω από πέντε χρόνια ώσπου στον ιεραπόστολο Σεραφείμ εμφανίστηκαν άγγελοι Κυρίου στο όνειρό του που του έδωσαν μία ιερή αποστολή, να πάει να διδάξει σε χώρες της Αφρικής. Και φυσικά αφού ήταν το θέλημα του Κυρίου πήγε ενώ η αγάπη που έτρεφε για τον Χριστό ήταν αμέτρητη και δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί. Στην Αφρική δίδαξε για τον Χριστό για πάνω από 15 χρόνια και στο διάβα του έκτισε 15 νοσοκομεία, 13 σχολεία και 54 εκκλησίες. Το έργο του όλο και δυσκόλευε καθώς ερχόντουσαν τα γερατειά. Ώσπου ο μακαριότατος αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος τον πρότεινε ως υποψήφιο για Μητροπολίτη Τρικάλων αφού εκοιμήθη ο προκάτοχος της Πανσεβασμιότατης Μητροπόλεως, η οποία ήταν κοντά στην Ιερά Μονή του Αγίου Ελλαδίου. Αυτός αρνήθηκε, αλλά ο Χριστόδουλος του έδωσε λίγο ακόμα χρόνο να το σκεφτεί, μήπως και αλλάξει γνώμη. Δεν άλλαζε γνώμη και θυμόταν ότι αυτόν τον δύσκολο αγώνα τού τον είχε αναθέσει ο ίδιος ο Κύριος. Το επόμενο βράδυ του εμφανίστηκαν μετά από 15 χρόνια άγγελοι Κυρίου στο όνειρό του και του είπαν να αποδεχθεί τη θέση του Μητροπολίτη Τρικάλων. Μετά από 5 ημέρες και από πολύ μακρύ ταξίδι έφτασε στα Τρίκαλα όπου χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Τρικάλων από τον μακαριότατο αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλος. Αφού εγκαταστάθηκε στα Τρίκαλα, μία λαχτάρα τον έκαιγε μέσα του να δει τον αγαπημένο του φίλο Ελλάδιο που είχε γίνει ηγούμενος του μοναστηριού. Το πήρε απόφαση λοιπόν και πήγε να βρει τον παλιό του φίλο. Έτσι μετά από μία ώρα ταξίδι φτάνει στο μοναστήρι αλλά δεν βρίσκει εκεί τον ηγούμενο Ελλάδιο. Τρέχει αμέσως και μαθαίνει τότε από τον πατέρα Άνθιμο ότι είναι βαριά άρρωστος αλλά δεν ήξερε πού να τον βρει. Δυστυχώς δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του γιατί είχαν κοπεί όλες οι σχέσεις τους. «Εκτός από την προσευχή», έρχεται στο μυαλό του Σεραφείμ και πάει γρήγορα και ανάβει ένα κεράκι στο εκκλησάκι του Αγίου Ελλαδίου, και σαν μη πέρασε ούτε λεπτό φωτίζεται ο 36
νους του με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ήξερε πια που να βρει τον Ελλάδιο, στο εκκλησάκι της Αναστάσεως του Σωτήρος που βρισκόταν ένα δεκάλεπτο μακριά. Φτάνει λοιπόν και μπαίνει μέσα στο εκκλησάκι και βρίσκει τον Ελλάδιο να λέει το «Δι’ ευχών» καθώς συλλειτουργούσε με άλλους δέκα περίπου μοναχούς. Ο Μητροπολίτης ζητά από τους μοναχούς να αποχωρήσουν και εκείνοι αμέσως άκουσαν και εκτέλεσαν τις εντολές του νέου Μητροπολίτη. Ο Ελλάδιος εν τω μεταξύ αρχίζει να προσεύχεται εις τον ανεστημένο Ύψιστο για να τον βοηθήσει να βρει τον φίλο του και βλέπει έναν μοναχό, όμως δεν τον αναγνωρίζει καθώς το πρόσωπο του στεφανωνόταν από ένα φως. Τότε έστρεψε το κεφάλι στον ουρανό και προσευχήθηκε πάλι να βρει τον φίλο του και ξάφνου φεύγει το φως από την κεφαλή του Σεραφείμ αλλά και πάλι δεν τον αναγνωρίζει . Από την άλλη μεριά συγκινημένος ο Σεραφείμ είχε καταλάβει ποιον αντίκριζε και του φανέρωσε την ταυτότητά του. Όμως ο Ελλάδιος δεν τον πίστεψε. Τότε ο Σεραφείμ του είπε δύο λόγια για τον Χριστό και αφού φίλησε την εικόνα του αγίου Ελλαδίου με τόση αγάπη , ταπεινότητα και πίστη ο Ελλάδιος διαβεβαιώθηκε για το ποιος ήταν μπροστά του. Έβαλαν τα κλάματα και οι δύο πατέρες. Προτού πάει να μιλήσει ο Ελλάδιος τον κόβει ο Σεραφείμ: «Θέλω να μεταλάβω Σώμα και Αίμα Χριστού από τα Ευλογημένα και Αγία χέρια». Το ίδιο ακριβώς ήθελε να πει και ο Ελλάδιος στον πατέρα Σεραφείμ. Αφού μετάλαβαν και οι δύο Σώμα και Αίμα Χριστού και τέλεσαν μια μικρή ευχαριστήρια προσευχή στον Θεό , ξεψύχησαν μπροστά στην Αγία Τράπεζα όπως ποθούσαν σε όλη τους την ζωή. Ελλάδιος Βαλιάνος 20 Χρόνια Αργότερα Ήταν μια ανοιξιάτικη ηλιόλουστη μέρα στο μικρό νησάκι. Ο ήλιος έλαμπε, τα λουλούδια άνθιζαν, η άνοιξη είχε απλώσει την αγκαλιά της παντού. Ο Ερμής σχεδόν έτρεχε γιατί είχε αργήσει σήμερα και δεν θα προλάβαινε το καράβι. Έτρεχε και μαζί του έτρεχαν και οι σκέψεις του… Την ίδια διαδρομή εδώ και είκοσι χρόνια, από τότε που έχασε κάθε επικοινωνία με τον αδελφό του. Έτρεχε και θυμότανε – το φτωχόσπιτο στο οποίο μεγαλώσανε, την μάνα του που δούλευε νυχθημερόν, για να φροντίσει και να θρέψει τα παιδιά της, και τον Άρη, τον μεγαλύτερο αδελφό του. Πιο πολύ θυμόταν τη μέρα που εκείνος έφυγε για τα καράβια. Ήθελε να γίνει ναυτικός για να βοηθήσει την οικογένεια, έλεγε. Ο Άρης ήταν τότε 17 χρονών. Πήρε την ευχή της μάνας, φίλησε τον μικρό του αδελφάκι και έφυγε με το πλοίο της γραμμής. Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά για τον Ερμή σαν να ήταν χθες. Ο Άρης δούλευε στα καράβια, έστελνε γράμματα, έστελνε και χρήματα. Μεγάλωσε και ο Ερμής, με τη βοήθεια από τον αδελφό του έχτισε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο στο κέντρο του νησιού. Σχεδόν ξαναέφτιαξε από την αρχή το ετοιμόρροπο τους σπίτι. Ώσπου μια μέρα τα γράμματα σταμάτησαν, σταμάτησαν και τα χρήματα, ήταν λες και άνοιξε η γη και κατάπιε τον Άρη! Η εβδομάδες περνούσαν, έγιναν μήνες και οι μήνες έγιναν χρόνια… 20 χρόνια πέρασαν από τότε. Ο Ερμής κίνησε γη και ουρανό για να μάθει νέα του αδελφού του, αλλά μάταια. Και από τότε κάθε εβδομάδα, όταν ερχόταν το καράβι, κατέβαινε στο λιμάνι του νησιού. Καθόταν στο μικρό καφενείο και τον περίμενε, περίμενε τον αδελφό του! Μόνο η ελπίδα δεν είχε σβήσει μέσα του! Δεν μπορεί, θα γυρίσει ο Άρης!!! Θα γυρίσει! 37
Έφτασε λαχανιασμένος στο μικρό καφενείο, στην άκρη του λιμανιού. Δεν πρόλαβε το καράβι, είχε αργήσει. Στο καφενείο δεν ήταν κανένας παρά μόνο ο Κωστής, ο καφετζής και ένας άγνωστος πελάτης. Ο άγνωστος δεν έμοιαζε ντόπιος, ήταν ψηλός, γεροδεμένος και ηλιοκαμένος. Φορούσε γυαλιά ηλίου και το ντύσιμό του φαινόταν ακριβό και εξωτικό. “Ναυτικός, σίγουρα. Μάλλον από το Νότο.” σκέφτηκε ο Ερμής. Δεν έδωσε περαιτέρω σημασία στον ξένο και κάθισε στην καθιερωμένη του θέση. –Καλησπέρα Κωστή, το καφεδάκι μου σε παρακαλώ. –Καλησπέρα, Ερμή! Έτοιμο το καφεδάκι σου. Πώς και άργησες σήμερα και έχασες το καράβι; –Έμπλεξα με τη δουλειά, Κωστή, δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα! Ήρθα τρέχοντας, αλλά το έχασα το καράβι! Είδες κάτι, Κωστή μου, κατέβηκε κάποιος που μπορούσα να ρωτήσω για τον αδελφό μου; – Αχ, βρε Ερμή μου! Δεν ήρθε κανένας, μόνο κάποιοι ντόπιοι και ο κύριος εκεί. Ο καφετζής είχε χαμηλώσει τη φωνή του και κούνησε το κεφάλι του προς τη μεριά του ξένου. Κανένας από τους δυο δεν πρόσεξε πως ο ξένος είχε αλλάξει τη θέση του, έτσι ώστε να μπορεί να ακούει καλύτερα τη κουβέντα των δυο ανδρών, αλλά ταυτόχρονα αυτοί να μη βλέπουν το πρόσωπό του. Αλλιώς θα έβλεπαν ένα δάκρυ που κύλισε στο μάγουλό του. – Γιατί τυραννιέσαι έτσι, Ερμή, γιατί; Τόσα χρόνια πέρασαν, πάντα έρχεσαι, κάθε καράβι περιμένεις και κάθε φορά μεγαλώνει η πίκρα και η στεναχώρια σου! Χάθηκε ο Άρης, πάει! – Όχι, βρε Κώστα! Δεν το πιστεύω! Θα γυρίσει ο Άρης, θα γυρίσει! Και εγώ θα είμαι εδώ να τον περιμένω! Ώσπου να πεθάνω θα έρχομαι και θα περιμένω κάθε καράβι! Είμαι σίγουρος ότι θα γυρίσει! Ο καφετζής κούνησε το κεφάλι του και απομακρύνθηκε. Ο Ερμής έμεινε μόνος με το μοσχοβολιστό φλιτζάνι καφέ στο τραπέζι. Κανένας τους πάλι δεν πρόσεξε τον ξένο – φαινόταν αναστατωμένος, είχε σχεδόν σηκωθεί από την καρέκλα του. Έκανε κάμποσα βήματα και στάθηκε μπροστά από τον Ερμή. –Μπορώ να καθίσω; - ρώτησε σιγανά. –Ορίστε! Ανταποκρίθηκε ο Ερμής, κοιτάζοντας τον. –Περιμένετε κάποιον; –Περιμένω, είπε ο Ερμής, τον αδελφό μου. Και εξιστόρησε στον ξένο ό,τι τον βασάνιζε, την απουσία του αδελφού του, τον πόνο το δικό του και της μητέρας τους, την ελπίδα ότι κάποια μέρα ο αδελφός του θα γυρίσει. –Σήμερα μόνο άργησα, εδώ και είκοσι χρόνια πρώτη φορά αργώ, τελείωσε ο Ερμής. Ο ξένος κατέβασε τα γυαλιά ηλίου που φορούσε και κοίταξε κατάματα τον Ερμή –Ακόμα δεν με γνωρίζεις, αδελφέ μου; του είπε. Ο Άρης είμαι, Ερμή! Ο Άρης, ο αδελφός σου είμαι! Γύρισα, μικρέ μου! Ο Ερμής καθόταν σοκαρισμένος, ένοιωθε να τον λούζει κρύος ιδρώτας, η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, όλο το νησί γύριζε γύρο του! Προσπαθούσε να καταλάβει τα λόγια του άντρα που στεκόταν απέναντί του και να ανακαλύψει στο πρόσωπο του κάτι, κάποιο γνώριμο σημάδι που να του θυμίζει τον αδελφό του. –Μη με κοροϊδεύεις, μη παίζεις με τον πόνο μου, είναι ντροπή! Ψιθύρισε ο Ερμής, οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα του, τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα μάτια του ξένου. Αυτά τα μάτια, ψυχρά και γαλάζια, σαν τα κύματα της θάλασσας το καταχείμωνο… προσπαθούσε να θυμηθεί. 38
–Ερμή, κοίτα. Η φωνή του ξένου ερχόταν από μακριά, κάτι είχε αυτή η φωνή, κάτι ζεστό, κάτι πολύ γνώριμο. Ο Ερμής κοίταξε στο τραπέζι – ο ξένος κρατούσε μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία και ένα σταυρό. Στη φωτογραφία ήταν τα δυο αδέλφια μικρά και ο σταυρός είχε δώσει η μητέρα τους στον Άρη, όταν έφυγε. Σήκωσε σιγά-σιγά το κεφάλι και κοίταξε τον ναυτικό. –Επίσης, κράτησες την υπόσχεση σου – συνέχισε ο ξένος. Θυμάσαι τι μου υποσχέθηκες όταν έφυγα; Μου είπες “Όταν γυρίσεις, εγώ θα είμαι εδώ, θα σε περιμένω στο λιμάνι”. Κράτησες την υπόσχεσή σου! Αμφιβάλλεις ακόμα, αδελφέ μου; Ο Ερμής δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μήπως αυτό ήταν ένα απλό όνειρο; Μήπως αποκοιμήθηκε στον πάγκο του ξενοδοχείου χωρίς να το καταλάβει και ονειρευόταν;; Βούρκωσε, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα που είχαν ήδη αρχίσει να κυλάνε στα ρόδινα μάγουλά του. Θυμήθηκε τα λόγια της μητέρας του, πάντα σοφή που ήταν: – Μην αφήσεις την ελπίδα μέσα σου να σβήσει, Ερμή μου. Μη χάνεις την πίστη σου, κάνε κουράγιο, γιε μου, του έλεγε, με ένα χαμόγελο θερμό στο ζαρωμένο της πρόσωπο, σάμπως είχαν περάσει τα χρόνια πια. Όρμησε πάνω στον ξένο ο Ερμής, απάνω στον αδερφό του. Και οι δυο τους άρχισαν να κλαίνε δάκρυα χαράς, καθώς αυτά τα 20 χρόνια αγωνίας και μοναξιάς είχαν πια τελειώσει. –Αδερφούλη μου καλέ, που ήσουν τόσα χρόνια; Νομίζαμε πως σε χάσαμε στα άγρια κύματα του πελάγου!!, κατάφερε να πει ο μικρότερος ο αδελφός, ανάμεσα από τα δάκρυα. Ο Άρης τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και απαλά χάιδεψε τα μαλλιά του αδερφού του, χαμογελώντας. –Αχ, βρε Ερμή. Μια μέρα, καθώς πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά στο λιμάνι της Λισσαβόνας, μας χτύπησε μια φοβερή ανεμοθύελλα!! Φουρτούνιασε τη θάλασσα και μας ξέβρασε στην μακρινή Αφρική. Εγώ και το πλήρωμα δουλεύαμε μερόνυχτα για να μπορέσουμε να αγοράσουμε νέο πλοίο και να σαλπάρουμε! Ο μικρότερος αδερφός σκούπισε τα δάκρυά του και γέλασε, ευχαριστημένος. Γύρισε κι ο κυρ-Κώστας, και ο Ερμής κέρασε τον Άρη ένα καφεδάκι Ελληνικό. Τα δύο αδέλφια απόλαυσαν το απόγευμα τους και έπειτα τράβηξαν για το σπίτι τους, να μεταφέρουν τα χαρμόσυνα νέα στη γριά μητέρα τους, που περίμενε με ανυπομονησία κάθε τέτοια μέρα μήπως μάθει κάτι για τον μεγάλο γιο της. Σήμερα την περίμενε μια μεγάλη και ευχάριστη έκπληξη. Μαρία Βαμβακά Η ιστορία του Πέτρου και της Αλίκης Ήταν μια φορά, σε ένα χωριό στα ψηλά βουνά της Ηπείρου, δύο παιδιά. Τα δύο αυτά παιδιά ήτανε φίλοι αχώριστοι, που όλη μέρα παίζανε, γελούσαν και εξερευνούσαν νέα μέρη. Είχαν περάσει τα χρόνια και οι δύο φίλοι είχαν πια μεγαλώσει. Είχαν τελειώσει το σχολείο και το κορίτσι, η Αλίκη, ήταν ώρα να παντρευτεί. Την προξένεψε, λοιπόν, ο πατέρας της με έναν πλούσιο και επιτυχημένο άντρα, που ζούσε σε μια χώρα μακρινή. Στην Αμερική. Πήρε το κουράγιο η Αλίκη και έφυγε από τον αγαπημένο της τόπο, αλλά δεν βρήκε το κουράγιο να αποχαιρετήσει τον καλύτερό της φίλο, τον Πέτρο. Πέρασαν 40 χρόνια. Η Αλίκη είχε κάνει οικογένεια και θεώρησε πως ήταν καιρός να γυρίσει στην πατρίδα της. Ήταν μια δύσκολη απόφαση, δεδομένου πως εκεί θα 39
βρισκόταν ο άνθρωπος που της έλειπε πάρα πολύ και που τον στεναχώρησε τόσο... Βρήκε όμως, την δύναμη να μπει στο αεροπλάνο και να φτάσει στην πατρίδα της. Ο Πέτρος είχε και αυτός οικογένεια, με δύο παιδιά. Ένιωθε όμως πάντα ένα κενό, γιατί του έλειπε η φίλη του. Μια μέρα του φθινοπώρου, καθώς έκανε την καθημερινή του βόλτα στο ποτάμι, είδε στην άλλη όχθη του ποταμού μια κυρία κομψή, καλοντυμένη, με άσπρες τρίχες στα μαλλιά της. Θεώρησε πως έπρεπε να την πλησιάσει, γιατί ήταν επικίνδυνο για μια γυναίκα να περπατάει μόνη της μέσα στο δάσος. Την πλησίασε και αυτή τον αναγνώρισε αμέσως. Τον αγκάλιασε, αλλά εκείνος διστακτικά έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Πέτρος αποκρίθηκε πως δεν γνώριζε την κυρία αυτή. Η Αλίκη, η οποία δεν περίμενε τέτοια ανταπόκριση, αποκάλυψε στον Πέτρο την ταυτότητά της. Ο ίδιος γέλασε δυνατά και απάντησε πως “Δεν υπάρχει περίπτωση να είσαι η Αλίκη! Η Αλίκη ζει στην άλλη άκρη του κόσμου και δεν μοιάζει με εσένα.” Η ίδια του είπε πως “Είναι λογικό να μην μοιάζω με το κορίτσι που ήμουν πριν 40 χρόνια. Όμως άφησέ με να σου αποδείξω ποια είμαι”. Ο Πέτρος άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε να ρωτάει διάφορες προσωπικές ερωτήσεις την Αλίκη, ώσπου στο τέλος πείστηκε και ένιωσε ανόητος που δεν αναγνώρισε την καλύτερή του φίλη. Χωρίς να χάσει στιγμή, την αγκάλιασε σφιχτά και από τα έντονα συναισθήματα χαράς, που είχε, πλάνταξε στα κλάματα. Και οι δυο τους είχαν να νιώσουν τόση ευτυχία για πολύ καιρό. Μαρία Βαμβακοπούλου Βρισκόμαστε στο 1939 οπότε τα γερμανικά στρατεύματα έχουν εισβάλει στην Πολωνία. Ο ήρωας της ιστορίας μας, Γιόχαν Μάισνερ, δέχτηκε κάλεσμα του γερμανικού στρατού να πολεμήσει στο πλάι των Γερμανών, αφού ο πατέρας του Αλεξάντερ Μάισνερ ήταν Γερμανός που ζούσε χρόνια με την Ελληνίδα γυναίκα του Ηλέκτρα Ιωάννου και το παιδί του στην Ελλάδα. Ο Γιόχαν δεν είχε άλλη επιλογή. Παρότι αισθανόταν Έλληνας, έπρεπε να πολεμήσει μαζί με τους Γερμανούς. Δύο μέρες μετά τη λήψη του καλέσματος αποχώρησε για την Πολωνία, όπου θα παρουσιαζόταν ως Γερμανός στρατιώτης. Οι γονείς του ανησυχούσαν για το αν θα ξανάβλεπαν το παιδί τους. Το 1945 μετά τη λήξη του Πολέμου, ο Γιόχαν δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του και στους γονείς του γιατί ο ελληνικός στρατός τον καταζητούσε. Η μόνη λύση που είχε ήταν να γυρίσει στην Γερμανία, όπου ζούσαν η γιαγιά του και ο παππούς του και να μείνει μαζί τους. Τα χρόνια πέρασαν και ο Γιόχαν νοσταλγούσε την πατρίδα του αλλά και την οικογένειά του και ήθελε να γυρίσει πίσω. Είχαν περάσει δέκα χρόνια από την λήξη του Πολέμου κι εκείνον ακόμη τον καταδίωκε η ελληνική αστυνομία. Έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο να επισκεφθεί τους γονείς του χωρίς να τον αναγνωρίσουν οι αρχές. Σκέφτηκε λοιπόν να μεταμφιεστεί. Έβαλε μία μαύρη περούκα για να καλύψει τα κατάξανθα μαλλιά του, φόρεσε μία μακριά γενειάδα και πήρε μια ξύλινη μαγκούρα. Αμέσως μόλις έφθασε στην Ελλάδα πήγε να βρει τον πατέρα του. Ήξερε πως θα τον έβρισκε στα χωράφια. Πράγματι ο πατέρας του ήταν εκεί. Τα χρόνια που είχαν περάσει είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο πρόσωπό του. Ήταν πολύ γερασμένος και φαινόταν πολύ θλιμμένος. Ο Γιόχαν ήθελε τόσο πολύ να τον αγκαλιάσει! Συγκρατήθηκε όμως και τον χαιρέτησε φιλικά. 40
Ο Γιόχαν πλησίασε τον πατέρα του και του αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Εκείνος όμως τον κοίταξε με δυσπιστία. Δεν μπορούσε να βρει κάτι κοινό ανάμεσα σε αυτόν το γέρο άνθρωπο που έβλεπε μπροστά του με τον γιο του που είχε να τον δει 16 χρόνια. Ζήτησε από τον Γιόχαν να του το αποδείξει με κάποιο τρόπο. Τότε ο Γιόχαν, αφού έβγαλε την περούκα και τη γενειάδα που φορούσε, άρχισε να σιγοτραγουδάει το τραγούδι που του είχε γράψει ο πατέρας του όταν ήταν μικρός και του το τραγουδούσε κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Τα μάτια του πατέρα δάκρυσαν. Η συγκίνησή του ήταν τόσο μεγάλη, που ένιωθε πως θα καταρρεύσει. Ο Γιόχαν τον κράτησε σφιχτά, τον αγκάλιασε και έκλαψαν μαζί για αρκετή ώρα. Του υποσχέθηκε ότι δεν θα ξαναφύγει ποτέ από κοντά του! Σοφία Βασιλείου
-
Πρωταγωνιστές της ιστορίας μας είναι δύο συνάδελφοι γιατροί, ο Γιάννης και ο Γιώργος που εργάζονται στο ίδιο νοσοκομείο, και μία μητέρα. Μια μέρα, μετά από μια δύσκολη εφημερία, με ανθρώπους που έχασαν τη μάχη για τη ζωή και άλλους που επέζησαν, οι ήρωές μας συζητούσαν για τις δυσκολίες του επαγγέλματός τους. Συζητούσαν για αρκετή ώρα. Ο Γιάννης, μάλιστα, έλεγε πόσο του είχε λείψει η οικογένειά του που βρίσκεται στη Μακεδονία. Τότε ο Γιώργος σκέφτηκε να τον καλέσει για φαγητό στο σπίτι του. Η μητέρα του, άλλωστε, είναι φοβερή μαγείρισσα και θα χαρεί να προσφέρει στον φίλο του σπιτικό, μαμαδίστικο φαγητό. [ΓΙΩΡΓΟΣ] Θα ήθελες να έρθεις αύριο στο σπίτι για φαγητό; Η μητέρα μου είναι καταπληκτική μαγείρισσα. [ΓΙΑΝΝΗΣ] Φυσικά! Μου λείπει η οικογενειακή θαλπωρή. Ένα ζεστό φαγητό. Τις περισσότερες μέρες γυρίζω εξαντλημένος απ’ τη δουλειά και συνήθως παραγγέλνω κάτι απέξω. Όπως καταλαβαίνεις δεν προσέχω καθόλου τη διατροφή μου!
Η συνάντηση ήταν προγραμματισμένη για την επόμενη ημέρα. Ο Γιάννης έφτασε στην ώρα του. Ο Γιώργος και η μητέρα του τον υποδέχτηκαν χαμογελαστοί. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, οι τρεις τους συζητούσαν για πολλά πράγματα που αφορούσαν τη ζωή τους, τις αντιλήψεις τους, για θέματα της επικαιρότητας, για τα όνειρά τους.. Η μητέρα του Γιώργου παραξενευόταν με αρκετά απ’ τα λόγια του Γιάννη. Ο νεαρός κάτι της θύμιζε… (Να κάνουμε μία παρένθεση στην ιστορία μας. Η μητέρα του Γιώργου είχε τρία παιδιά. Έναν γιο 32 ετών, τον Γιώργο, μία κόρη 30 ετών την Μυρτώ που βρίσκεται στην Αμερική και εργάζεται ως συγγραφέας και έναν ακόμη γιο, περίπου 28 ετών, που δυστυχώς λόγω της άθλιας οικονομικής τους κατάστασης, μιας και ο άντρας της είχε χαθεί σε ναυτικό ατύχημα, 41
αναγκάστηκε να τον αφήσει σε ένα ορφανοτροφείο. Αυτό ήταν το μυστικό της. Το μαράζι της. Κανένα από τα παιδιά της δεν ήξερε την ύπαρξη του αδερφού του. Κι όμως, εκείνη αμέτρητες νύχτες έκλαιγε και προσευχόταν, πριν κλείσει τα μάτια της να τον δει μπροστά της, να τον αγκαλιάσει, να μπορέσει να του εξηγήσει γιατί τον άφησε. Το μόνο που την παρηγορούσε ήταν ένα μενταγιόν/φυλαχτό γι’ αυτήν, αφού είχε την εικόνα του μωρού της στη δική της αγκαλιά. Το ίδιο είχε αφήσει και τότε… στο καλαθάκι του μικρού της πρίγκιπα). Η ώρα κυλούσε ευχάριστα με πολλή συζήτηση, κρασάκι και φαγητό. Ξαφνικά ο Γιάννης, όπως μιλούσε τράβηξε με το χέρι του την αλυσίδα με το μενταγιόν που είχε στο λαιμό του. Η κ. Σοφία μόλις το είδε «πάγωσε», «έχασε τη μιλιά της». Αυτό το μενταγιόν ήταν το δικό της; «Κάποιο λάθος κάνω», σκέφτηκε. «Αποκλείεται. Με τρέλανε το κρασί ή έχασα τα λογικά μου από τα γηρατειά; Μπας και κάποιος θέλει να με κοροϊδέψει; Μπας και γνωρίζει το μυστικό μου; Θα τρελαθώ! Δεν μπορεί!». Παίρνοντας, όμως, θάρρος ζήτησε από τον Γιάννη να δει το μενταγιόν του. - Τι όμορφο που είναι! Φαντάζομαι ότι θα είναι οικογενειακό σου κειμήλιο. - Ναι, ναι κ. Σοφία. Το έχω από μικρό παιδί. Η μητέρα μου μου είπε ότι εδώ είμαι στην αγκαλιά της αδερφής της, της θείας μου που την χάσαμε ξαφνικά μετά από τροχαίο. - Αλήθεια παιδί μου! Πόσο κρίμα! Λυπάμαι. Κρύος ιδρώτας έλουσε την κ. Σοφία, αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρη. Ήθελε και άλλες αποδείξεις. Έτσι άρχισε να κάνει περισσότερες ερωτήσεις στον Γιάννη, μήπως και κατάφερνε να εκμαιεύσει περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή του. Η συζήτηση απέδωσε καρπούς. Η κ. Σοφία κατάλαβε ότι απέναντί της βρισκόταν ο «χαμένος» της γιος. Οι ημέρες περνούσαν. Ο Γιάννης επισκεπτόταν το σπίτι της κ. Σοφίας και του Γιώργου όλο και πιο συχνά. Μια ημέρα ο Γιώργος είχε προγραμματίσει μία συνάντηση με τον Γιάννη για να συζητήσουν για ένα θέμα που τους απασχολούσε στο νοσοκομείο. Όμως κάτι έκτακτο τον έκανε να καθυστερήσει. Η κ. Σοφία άδραξε την ευκαιρία και μίλησε στον Γιάννη. - Γιάννη παιδί μου, από καιρό με βασανίζουν οι σκέψεις μου. Ξέρεις έχω ένα μυστικό που δεν το ξέρουν τα παιδιά μου. Θα ήθελα, όμως, να το μοιραστώ μαζί σου. Κάποτε ήμασταν μία ευτυχισμένη οικογένεια. Μοίρα κακιά μας χτύπησε, όμως, αγόρι μου και μας βρήκε μεγάλη δυστυχία. Έχασα τον άντρα μου, έμεινα μόνη με τα τρία παιδιά μου. - Τρία παιδιά κ. Σοφία; - Ναι αγόρι μου. Και αυτό είναι το μυστικό που θα σου εξομολογηθώ. - Εγώ… εγώ παιδί μου… Σκληρό πράγμα για μια μάνα… αναγκάστηκα να δώσω το παιδί μου, το τρίτο, το μικρό μου για υιοθεσία. - Λυπάμαι κυρία Σοφία. - Ξέρεις παιδί μου ποιο είναι το μικρό μου; Εσύ Γιάννη μου. Εσύ είσαι το μικρό μου. - Όχι, όχι. Αποκλείεται κ. Σοφία. - Αυτό το μενταγιόν, Γιάννη, που φοράς στο λαιμό, κοίτα, είναι το ίδιο με το δικό μου. 42
Ανοίγει η κ. Σοφία το μενταγιόν της και δείχνει την ίδια φωτογραφία που είχε και εκείνος στο δικό του. - Αποκλείεται. Μη με περιπαίζετε κ. Σοφία. Μήπως θέλετε να με τρελάνετε; - Ηρέμησε, παιδί μου. Εγώ είμαι η μητέρα σου. Και μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό. - Έχω μητέρα, κ. Σοφία. Αυτή στη φωτογραφία είναι η θεία μου. - Όχι παιδί μου. Και θα σου δώσω κι άλλες αποδείξεις. Η μητέρα σου είμαι εγώ και είμαι μπροστά σου. Αμέσως η κ. Σοφία ξέθαψε ένα παλιό κουτί που το έκρυβε από τα παιδιά της σαν επτασφράγιστο μυστικό. Ήταν γι’ αυτή το κουτί της Πανδώρας που μέσα έκρυβε όλη της τη ζωή, τις χαρές αλλά και τις συμφορές της. Γιατί συμφορά γι’ αυτήν ήταν ο αποχωρισμός της από το παιδί της. Και να που το κουτί άνοιξε για να γίνει το μέσο σύνδεσης της μάνας και του χαμένου γιού. Άνοιξε, όμως, για χαρές και όχι για συμφορές. Η κ. Σοφία έβγαλε, λοιπόν, φωτογραφίες από όταν ήταν νέα. - Κοίτα παιδί μου. Η κ. Σοφία τοποθέτησε μια φωτογραφία που την έδειχνε νέα δίπλα στο μενταγιόν. - Βλέπεις παιδί μου; Η κοπέλα της φωτογραφίας είναι ίδια με αυτή του μενταγιόν. - Το ξέρω σε γελούν τα μάτια σου, σε ξεγελά ο νους σου. Αλλά σκέψου παιδί μου καθαρά. Μπορεί μπροστά σου να βλέπεις μία ώριμη γυναίκα με άσπρα μαλλιά, με χαραγμένα στο πρόσωπό της τα σημάδια της σκληρής ζωής της. Όμως, κοίτα το κορίτσι της φωτογραφίας. Είναι το ίδιο με το κορίτσι του μενταγιόν σου. - Εγώ είμαι παιδί μου. Δεν το ήξερες και εσύ. Και εγώ για χαμένο σε είχα. Πίστευα ότι δεν θα έβλεπα τα πράσινά σου μάτια ποτέ ξανά. Μα τώρα είσαι εδώ, μπροστά μου, γιέ μου. Γλυκέ μου γιε! Ποτέ μου δε σε ξέχασα. Κάθε όνειρό μου ήταν αφιερωμένο σε σένα γιε μου. Τότε ο Γιάννης μη μπορώντας να κρατήσει τα δάκρυά του έπεσε στην αγκαλιά της. Η αγάπη και τα λόγια της μάνας έσβησαν κάθε αμφιβολία. Ο πανικός και η δυσπιστία του χάθηκαν. Δεν ρώτησε πως και τι. Δεν ήθελε άλλες λεπτομέρειες. Του έφτανε η ζεστή αγκαλιά της φυσικής του μητέρας. Ο Γιάννης συγχώρησε τη μάνα του ή μάλλον την ένιωσε, την κατάλαβε. Από τότε ήταν αχώριστοι. Δεν ζητούσαν τίποτα άλλο. Παρά μόνο την αγκαλιά ο ένας του άλλου. Σαν να ήθελαν μέσα από αυτή την αγκαλιά να γεμίσουν το κενό για τα χρόνια που έχασαν! Λυδία Βασιλειάδου Ο Νίκος, πρωτοετής φοιτητής, ενώ περίμενε έξω από την αίθουσα του Πανεπιστημίου όπου είχε μάθημα, διαπίστωσε πως ήταν στην ίδια τάξη με έναν συμμαθητή του από το δημοτικό, τον Βασίλη. Εκείνος τον αναγνώρισε επίσης, οπότε πήγε να του μιλήσει αναφέροντας το παλιό του σχολείο και διάφορες περιπέτειές τους. Για να του κάνει πλάκα ο Νίκος είπε στον Βασίλη πως δεν τον ήξερε, όμως του έπιασε την κουβέντα. Ο Βασίλης του ζήτησε συγγνώμη και είπε πως τον πέρασε για έναν παλιό συμμαθητή του από το δημοτικό. Μετά από μια μεγάλη συζήτηση ο Νίκος του αποκαλύφθηκε και είπε πως ήταν αυτός που του περιέγραφε ο Βασίλης. Ο Βασίλης αρχικά δεν τον πίστεψε και νόμιζε ότι του 43
έκανε πλάκα αλλά μόλις ο Νίκος τον ρώτησε αν θυμάται τότε που είχαν βγει κρυφά έξω στην βροχή και έπαιζαν ποδόσφαιρο με όλη την αυλή δική τους, ο Βασίλης τον αγκάλιασε. Ήταν και οι δύο πολύ συγκινημένοι και χαρούμενοι που βρίσκονταν ξανά και στην ίδια τάξη μετά από τόσα χρόνια που είχαν περάσει. Τέλος συζήτησαν για το πως είχαν περάσει τα χρόνια που ήταν χωριστά και για τους κοινούς γνωστούς τους. Έτσι λοιπόν μετά από λίγο άρχισε το μάθημα! Κωνσταντίνος Βλάχος Ένας βαριά τραυματισμένος ασθενής βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Φαινόταν αδύναμος, χρειαζόταν βοήθεια. Μια νοσοκόμα παρατήρησε ότι ήταν μόνος. Ζήτησε έναν γιατρό να τον εξετάσει αλλά ήταν όλοι τους απασχολημένοι. Η νοσοκόμα πλησίασε και του πήρε την θερμοκρασία. Μακάρι να ήξερε τι να κάνει για να τον θεραπεύσει! Όμως και εκείνη βρισκόταν εκεί από ανάγκη, όπως αυτός . Εννιά χρόνια αδιάκοπου πολέμου τους είχαν χωρίσει από τις οικογένειές τους. Ο τραυματίας δεν είχε συγγενείς. Η νοσοκόμα δεν είχε γονείς. Ο ασθενής παρατηρεί πως αυτή που τον περιποιείται είναι πολύ νέα. Τι κοινό μπορεί να έχουν αυτοί οι δύο; Ένας τυχαίος τραυματίας πολέμου και μια νεαρή νοσοκόμα; Η νοσοκόμα κατάλαβε πως ο στρατιώτης δεν ήταν καλά, ήθελε να του πει πως όλα θα πάνε καλά, αλλά δίσταζε. Η κοπέλα είχε δει πολλούς ανθρώπους να βασανίζονται όμως κανέναν να βρίσκεται τόσο κοντά της. Φοβήθηκε προτίμησε να φύγει από κοντά του, όμως με μία βιαστική κίνηση έβαλε το χέρι της στο δικό του. Αμέσως κατάλαβε μία βαθιά πληγή σαν δάγκωμα. Κοίταξε το χέρι του και είδε μια πληγή επουλωμένη από χρόνια. Ήταν ολόιδια με αυτή που είχε ο μεγάλος της αδερφός όταν ήταν μικρά παιδιά. Τον είχε δαγκώσει ένα άγριο σκυλί και του είχε κάνει μια χαρακτηριστική δαγκωνιά. Ήταν δυνατό μετά από τόσα χρόνια να κατάφερνε να αναγνωρίσει τον αδερφό της ξανά; « Εκείνο το καλοκαίρι, άρχισε να λέει η νοσοκόμα, που είχαμε φύγει από το σπίτι το μεσημέρι και πηγαίναμε στους φίλους μας να παίξουμε». Ο τραυματίας γύρισε και κοίταξε την αδερφή του με απορία. Η ταλαιπωρημένη μνήμη του προσπαθούσε να θυμηθεί τα γεγονότα. «Και όπως τρέχαμε γρήγορα», συνέχισε η αδερφή με αγωνία, «σκόνταψες πάνω σε κάτι.» Ο στρατιώτης θυμήθηκε τότε εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι που βιαστικά έπεσε πάνω σε έναν άγριο σκύλο. Δεν ήταν όμως αρκετά γρήγορος για να του ξεφύγει, και έτσι απέκτησε μια μεγάλη πληγή. Η αδερφή του που ήταν κοντά είχε τρομάξει πολύ, παρόλα αυτά έτρεξε να φέρει βοήθεια. Η νοσοκόμα συγκινημένη κρατούσε το χέρι του χαμένου της αδερφού μετά από τόσο καιρό. Εκείνος δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυα του, που η μικρή του αδερφή ήταν καλά, που ο ίδιος δεν ήταν πια μόνος. - Νόμιζα πως είχες πεθάνει. Δεν λάμβανα ούτε γράμματα ούτε νέα από εσένα. Όμως είσαι εδώ. Μα πώς; Είπε βουρκωμένη η νοσοκόμα - Αδερφή μου εγώ είμαι, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Εσύ όμως, που είναι οι γονείς μας; - Είμαι μόνη μου εδώ και έναν χρόνο, όμως τώρα θα είμαστε μαζί. - Δεν πίστευα πως θα γύριζα ποτέ. 44
-
Τώρα είσαι εδώ, πρέπει να φροντίσω να αναρρώσεις
Ο στρατιώτης την αγκάλιασε σαν να της έλεγε ευχαριστώ. Εκείνη έπρεπε να συνεχίσει την δουλειά της, αλλά πια δεν ήταν μόνη. Χριστίνα Βουγιού
Η Μαρία είναι 20 χρονών και μένει στην Κεφαλονιά με την μαμά της. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα της και η μαμά της δεν μιλούσε πολύ για αυτόν. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι είχε πεθάνει λίγο καιρό αφού γεννήθηκε η Μαρία και ότι της είχε δώσει ένα φυλαχτό με ένα κοχύλι. Μια μέρα βρίσκει το παλιό ημερολόγιο της μαμάς της σε μία αποθήκη. Καθώς το διαβάζει, βρίσκει τα στοιχεία του πατέρα της. Τον αναζητάει στο διαδίκτυο και ανακαλύπτει ότι είναι καθηγητής Αρχαιολογίας στην Ιταλία. Αποφασίζει να του στείλει ένα γράμμα, και χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά της τον προσκαλεί στην Κεφαλονιά για μια «σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψή» της. Δημιουργεί μια πλαστή ιστορία για ένα εύρημα και του λέει ότι πρέπει να έρθει για να την βοηθήσει να το αναλύσει. Ο πατέρας της λαμβάνει το γράμμα και ενθουσιασμένος ετοιμάζει τις βαλίτσες του και ξεκινάει το ταξίδι του για την Κεφαλονιά. Όταν φτάνει στην Κεφαλονιά, η Μαρία τον φιλοξενεί στο σπίτι της. Τότε του αποκαλύπτει την μεγάλη αλήθεια. Στην αρχή ο πατέρας της είναι έκπληκτος και πολύ επιφυλακτικός. Δεν την πιστεύει και ζητάει αποδείξεις. Η Μαρία του δείχνει το ημερολόγιο, αλλά αυτός παραμένει δύσπιστος. Τότε η Μαρία του δείχνει το φυλαχτό που έχει κρεμασμένο στον λαιμό της. Ο πατέρας της το αναγνωρίζει αμέσως και ξεσπάει σε κλάματα. Αγκαλιάζονται και κλαίνε από χαρά. Θεοδώρα Βούλκα Κάποτε είχε γίνει ένας πόλεμος μεταξύ δύο χωρών. Στη χώρα όπου έγινε η επίθεση υπήρχε μια πενταμελής οικογένεια, δύο γονείς, δύο κόρες και ένας γιος. Καθώς ο καιρός περνούσε, η οικογένεια δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να βρει φαγητό και να κρυφτεί από τους αντιπάλους της άλλης χώρας. Είχαν περάσει πάρα πολλοί μήνες από την μέρα που είχε αρχίσει ο πόλεμος, και κατά τα χαράματα μιας ηλιόλουστης ημέρας μια βόμβα έπεσε πάνω στο φτωχικό σπιτικό τους και τους το κατέστρεψε. Λίγο πριν εκραγεί, όλα τα μέλη της οικογένειας έτρεξαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις για να σωθούν. Μετά από την έκρηξη όλοι τους είχαν χαθεί, εκτός από τη μητέρα μαζί με τον γιο και την μικρότερη κόρη της οικογένειας. Η μεγαλύτερη κόρη, που την έλεγαν Χριστίνα, αποφάσισε να φύγει ως πρόσφυγας σε μια κοντινή χώρα. Πέρασε τη νύχτα κάτω από μια γέφυρα και την επόμενη μέρα έφυγε με μια βάρκα μαζί και με άλλους πρόσφυγες. Κατά το σούρουπο έφτασαν σε μια κοντινή χώρα. Μόλις επιβιβάστηκε δεν γνώριζε πού να πάει οπότε αποφάσισε να ακολουθήσει τους υπόλοιπους πρόσφυγες. Εγκαταστάθηκε σε ένα κέντρο προσφύγων και άρχισε να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες. Κατά την ίδια χρονική περίοδο ο πατέρας της, απογοητευμένος που δεν μπορούσε να βρει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, αποφάσισε να μείνει στην χώρα και να πολεμήσει για την ελευθερία τους, καθώς η μητέρα με την μικρότερη κόρη, που ονομάζονταν Μαρία και τον γιο της, που ονομαζόταν Νίκος, παρέμειναν σε ένα μέρος που βρήκανε. 45
Τα χρόνια πέρασαν και τα μέλη της οικογένειας είχαν πολύ καιρό να συναντηθούν μαζί. Ο πόλεμος είχε έρθει σχεδόν στο τέλος του. Μόλις άκουσε αυτά τα νέα και η Χριστίνα αποφάσισε ότι ήταν καιρός να γυρίσει πίσω στην χώρα από όπου καταγόταν. Όμως επειδή ο πόλεμος δεν είχε φτάσει ακόμα στο τέλος του, σκέφτηκε να μεταμφιεστεί σαν πολεμιστής της αντίπαλης χώρας για να μην την πάρουν είδηση. Την επόμενη μέρα νωρίς το πρωί έφυγε με μια βάρκα για την χώρα της, μεταμφιεσμένη σαν πολεμιστής. Όταν έφτασε έκρυψε την βάρκα της μέσα σε κάποιους θάμνους και άρχισε να ψάχνει μήπως βρει κάποιον που γνώριζε για να ρωτήσει εάν γνώριζε που βρισκόταν η υπόλοιπη οικογένεια της. Είχε περάσει μια εβδομάδα και ακόμα δεν είχε βρει κανέναν γνωστό και δεν την είχε καταλάβει κανένας λόγω της μεταμφίεσής της. Έπειτα από δύο εβδομάδες είδε έναν πολεμιστή να κάθεται μόνος του και δεν της πήρε πολλή ώρα να καταλάβει πως ήταν ο πατέρας της. Αμέσως έτρεξε προς εκείνον αλλά εκείνος δεν την αναγνώρισε λόγο της μεταμφίεσης της νόμιζε ότι ήταν αντίπαλος του και πήγε να της επιτεθεί, αλλά εκείνη πρόλαβε και του φώναζε να μην της επιτεθεί και πως είναι η κόρη του. Ο πατέρας της, σταμάτησε και δεν της επιτέθηκε αλλά δεν μπορούσε να την πιστέψει και της είπε: «Δεν γίνεται να είσαι η κόρη μου, η Χριστίνα, εκείνη είχε χαθεί πριν από αρκετά χρόνια». Τότε η Χριστίνα έβγαλε την μεταμφίεση του πολεμιστή και ακόμα του έδειξε ένα σημάδι που είχε, από τη γέννηση της, στο χέρι της. Με αυτόν τον τρόπο έπεισε τον πατερά της πως είναι η κόρη του και εκείνος την αγκάλιασε συγκινημένος. Ήταν και οι δύο πάρα πολύ χαρούμενοι που ξανασυναντήθηκαν. Βρήκανε καταφύγιο κοντά σε ένα γκρεμισμένο κτήριο. Εκεί πέρα συζήτησαν για το τι έκαναν όλα αυτά τα χρόνια και προς το τέλος της συζήτησης τους αποφάσισαν να βρούνε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και να δούνε εάν θα τους δεχτούν ως στρατιώτες χωρίς να καταλάβουν ποιοι είναι, ώστε να μάθουν πόσο φιλόξενοι είναι. Μετά από περίπου έναν μήνα που έψαχναν βρήκαν το σπίτι όπου έμεναν. Χτύπησαν την πόρτα και μόλις την άνοιξε η μικρότερη κόρη της οικογένειας ζήτησαν φιλοξενία. Αμέσως δέχτηκε και τους είπε να περάσουν μέσα στο καθιστικό που βρισκόταν η μητέρα και ο γιος. Εκείνη τη στιγμή έβγαλαν τις μεταμφιέσεις των στρατιωτών και άμεσος κατάλαβαν ότι ήταν ο πατέρας της οικογένειας και η κόρη της οικογένειας, Χριστίνα. Όλοι τους ήταν τρομερά χαρούμενοι και συγκινημένοι που βρίσκονταν και πάλι μαζί. Λυδία Αστρίτη
Δύο δίδυμα αδέρφια, ο Γιώργος και ο Γιάννης, γεννήθηκαν το 1986. Δυστυχώς όμως έχασαν τους γονείς τους σε πολύ μικρή ηλικία και υιοθετήθηκαν από διαφορετικές οικογένειες. Το ένα από τα δύο παιδιά, ο Γιάννης, έζησε στο εξωτερικό και απέκτησε ξένη υπηκοότητα. Όταν γύρισε στην πατρίδα του για σπουδές, δεν ήθελε να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Μία μέρα όμως στο πανεπιστήμιο, οι συμφοιτητές του έκαναν πάρτι έκπληξη στον Γιώργο για τα γενέθλιά του. Καλεσμένος ήταν και ο Γιάννης. Κανείς όμως δεν ήξερε ότι την ίδια μέρα είχε και αυτός γενέθλια. Τα δύο παιδιά θέλοντας να γνωριστούν καλύτερα, ανακάλυψαν ότι έχουν γεννηθεί την ίδια μέρα και έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα. Τότε ο Γιώργος κατάλαβε ότι μετά από τόσο καιρό βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον δίδυμο αδερφό του. Ο Γιάννης όμως δεν ήθελε να το πιστέψει. Τότε ο Γιώργος άρχισε να του διηγείται τη δική του ιστορία. Ο Γιάννης δεν πειθόταν μέχρι τη 46
στιγμή που ο Γιώργος του έδειξε ένα σημάδι στο δεξί του χέρι, το οποίο ήταν ίδιο με του δίδυμου αδερφού του. Τότε ο Γιάννης σήκωσε το μανίκι του και φάνηκε το δικό του ίδιο σημάδι. Τα παιδιά αγκαλιάστηκαν και ξέσπασαν σε λυγμούς. Μαρίλια Αντωνίου Το ταξίδι του Γιώργου Ο Γιώργος, ο οποίος ήταν ένας πλούσιος επιχειρηματίας από την Σαλαμίνα, αποφάσισε να πάει ένα ταξίδι στην Αυστραλία με αεροπλάνο, για να κλείσει μια εμπορική συμφωνία. Την επόμενη μέρα, ο αδερφός του πληροφορήθηκε από τις ειδήσεις ότι το αεροπλάνο χάθηκε από τα ραντάρ, καθώς πετούσε πάνω από τον Ινδικό ωκεανό, ενώ λίγο αργότερα βρέθηκαν και τα συντρίμμια του. Έτσι, οι συγγενείς του τον θεώρησαν νεκρό και αποφάσισαν να του πάρουν την περιουσία του. Ωστόσο, ο Γιώργος είχε σωθεί καθώς είχε χρησιμοποιήσει το σωσίβιό του και τον είχαν περισυλλέξει ντόπιοι ψαράδες. Μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία, ο Γιώργος καταφέρνει να γυρίσει στον Πειραιά με πλοίο. Ο παιδικός του φίλος, ο Πέτρος, τον συνάντησε τυχαία και τον αναγνώρισε με δυσκολία επειδή ήταν βρομιάρης και φορούσε σκισμένα ρούχα. Ο φίλος του τον βοήθησε να πάει στην Σαλαμίνα, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε ότι οι συγγενείς του τον θεωρούν νεκρό και σπαταλούν την περιουσία του. Ο Γιώργος του ζήτησε να μην φανερώσει την επιστροφή του στο νησί, ώστε να τους παρακολουθήσει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Λίγες μέρες αργότερα, ο Γιώργος πληροφορήθηκε ότι στο σπίτι του αδελφού του θα γίνει μεγάλο γλέντι για τον αρραβώνα τις ανιψιάς του και αποφάσισε να παρουσιαστεί και να δοκιμάσει την αγάπη τους προς αυτόν. Μόλις ο υπηρέτης ανήγγειλε τον ερχομό του, κανείς δεν πίστευε ότι ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Αλλά όταν συναντήθηκαν τα δύο αδέλφια, ένιωσαν απέραντη χαρά καθώς θυμήθηκαν τα όμορφα παιδικά τους χρόνια και ο Γιώργος αποφάσισε να συγχωρέσει τον αδερφό του και να ζήσουν ευτυχισμένοι. Γιάννης Αληγιάννης
47
Τμήμα Α4 Η ιστορία μας αφορά δύο κολλητούς, τον Νίκο και τον Κωστή. Ήταν αχώριστοι από τότε που πρωτογνωρίστηκαν δηλαδή από τεσσάρων χρονών. Έκαναν τα πάντα μαζί, είχαν φτιάξει ακόμη και δική τους διάλεκτο που μπορούσαν να μιλήσουν μόνο αυτοί. Όμως ο μπαμπάς του Νίκου, που ήταν στρατιωτικός, πήρε μετάθεση σε ένα χωριό στη Γερμανία! Στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ και είπαν αντίο μετά από 8 χρόνια φιλίας. Σε εκείνο το χωριό δεν έπιανε το wifi και στην αρχή μιλούσαν αραιά στο τηλέφωνο και τελικά έχασαν επαφή. Μετά από 3 χρόνια γύρισαν πίσω ακριβώς στο ίδιο σπίτι που ζούσαν πριν από την μετάθεση. Ο Νίκος έμαθε πως ο Κωστής ακόμα έμενε στην γειτονιά και δεν γνώριζε ότι είχε γυρίσει ο παλιός του φίλος. Για αυτό ο Νίκος αποφάσισε να του κάνει έκπληξη. Έμαθε από μία παλιά του συμμαθήτρια πως εκείνο το απόγευμα ο Κωστής θα πήγαινε με τα πόδια στον στίβο. Αποφάσισε να τον συναντήσει εκείνη την ημέρα επειδή, ήταν σημαντικό να είναι μόνο οι δυο τους. Ο Νίκος φόρεσε μία περούκα και ένα ζευγάρι γυαλιά, για να μην τον καταλάβει, και πήγε να τον βρει. Τον συνάντησε στον δρόμο αλλά του πήρε λίγη ώρα να καταλάβει ότι ήταν ο κολλητός του. Τον πλησίασε και τον χαιρέτησε, φορώντας πάντα την περούκα και τα γυαλιά. Ο Κωστής τρόμαξε επειδή δεν ήξερε ποιος ήταν ο ξένος που του μιλούσε. Ο Νίκος έβγαλε την κάλυψη του και αποκάλυψε την ταυτότητα του στον φίλο του. Δεν τον πίστεψε ο Κωστής. Τότε ο Νίκος θυμήθηκε ότι είχαν φτιάξει τη μυστική γλώσσα τους και είπε «σου έλειψα;» στην διάλεκτο του. Ο Κωστής δεν μπορούσε να το πιστέψει! Τον πήρε αμέσως αγκαλιά και άρχισαν να ουρλιάζουν από την χαρά τους! Μετά από εκείνη την ημέρα συνέχισαν να είναι αχώριστοι και παρέμειναν φίλοι για την υπόλοιπη ζωή τους. Εμμανουέλα Μαστοράκη Ο Αγνοούμενος Στρατιώτης Ο Γιάννης δούλευε από μικρό παιδί, καθώς η μητέρα του δεν μπορούσε να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας τους, από τότε που ο πατέρας του είχε πάει στο μικρασιατικό μέτωπο. Αν και όλοι πίστευαν πως είχε πεθάνει, το πτώμα του δεν είχε ποτέ βρεθεί. Ήταν ένας απ’ τους χιλιάδες αγνοούμενους του μικρασιατικού πολέμου. Από τότε είχαν περάσει έντεκα χρόνια και για τον Γιάννη, που ήταν πια δεκαέξι χρονών, ήταν μόνο μία παιδική ανάμνηση. Μία μέρα, καθώς ο Γιάννης ξέστρωνε το τραπέζι μετά το μεσημεριανό φαγητό, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού. Ο Γιάννης την άνοιξε και είδε μπροστά του έναν καλοντυμένο μελαχρινό κύριο, που του ζήτησε να μιλήσει με τη μητέρα του. Η μητέρα του είπε στον Γιάννη να πάει και να τελειώσει τις δουλειές του σπιτιού, προφανώς μη θέλοντας να ακούσει τη συζήτηση. Αργότερα, όταν ο Γιάννης τη ρώτησε τι ήθελε να της πει ο κύριος, αυτή του απάντησε πως δεν τον αφορούσε και πως ήταν «θέματα των μεγάλων». Μετά από αυτό, ο Γιάννης βρήκε το τηλέφωνο του κυρίου γραμμένο σε ένα κομμάτι χαρτί και την επόμενη μέρα πήγε στο περίπτερο της γειτονιάς για να του τηλεφωνήσει. Λέγοντας ότι τον είχε 48
στείλει η μητέρα του για να μάθει περισσότερες πληροφορίες, κατάφερε να πληροφορηθεί για τι πράγμα είχαν συζητήσει. Μίλαγαν για τον χαμένο πατέρα του. Ο πατέρας του ζούσε και βρισκόταν σε μία κοντινή στην Αθήνα κωμόπολη. Ο Γιάννης αποφάσισε πως, ακόμα και αν του έλεγε ψέματα, όπως μάλλον πίστευε η μητέρα του, άξιζε να τον ψάξει. Όταν έφτασε στην διεύθυνση που είχε μάθει πως ζούσε ο πατέρας του, χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένας άνθρωπος που έμοιαζε πενηντάρης. Ο Γιάννης σκέφτηκε πως αυτός δεν θα μπορούσε να είναι ο πατέρας του, καθώς ήταν ένα παλικάρι είκοσι-έξι χρονών όταν έφυγε για τον πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά ο Γιάννης τον ρώτησε αν ήταν ο Γεώργιος Παπαπαρασκευάς. Ο κύριος του απάντησε καταφατικά και τον ρώτησε ποιος είναι εκείνος. Όταν ο Γιάννης αποκάλυψε την ταυτότητά του, στο πρόσωπο του πατέρα του ζωγραφίστηκε μία έντονη έκφραση δυσπιστίας. Τότε ο Γιάννης του εξήγησε πώς τον βρήκε και για να τον πείσει άρχισε να του εξιστορεί στιγμές απ’ όσα του είχε πει η μητέρα του για εκείνον και για την ζωή τους πριν φύγει για τον πόλεμο. Πριν προλάβει να τελειώσει, ο πατέρας του τον αγκάλιασε σφιχτά και προσπάθησε να κρύψει τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του. Αγκαλιασμένοι πατέρας και γιος μπήκαν μέσα στο σπίτι και ο πατέρας του άρχισε να εξιστορεί το πώς είχε χαθεί με τη διάλυση του στρατού, πώς μετά από κακουχίες πολλών χρόνων κατάφερε να γυρίσει στην Ελλάδα και πώς προσπαθούσε να τους βρει εδώ και τρία χρόνια αλλά μέχρι στιγμής δεν τα είχε καταφέρει. Η χαρά του πατέρα ήταν τόσο μεγάλη που το πρόωρα γερασμένο του πρόσωπο έλαμψε. Τώρα πια έμοιαζε με εκείνον τον νεαρό στρατιώτη στην φωτογραφία στο δωμάτιο της μητέρας του Γιάννη. Μάξιμος Μαθιόπουλος Eίχαν περάσει 40 ολόκληρα χρόνια από την τελευταία φορά που είχε να δει το πρόσωπό του και να ακούσει την φωνή του. Ήταν μια ανοιξιάτικη Δευτέρα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Ο πατέρας του, όπως κάθε πρωί Δευτέρας ξεκίνησε να πάει στη δουλειά, αφού πρώτα τον σκέπασε και τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί την ώρα που κοιμόταν. Από τότε δεν τον ξαναείδε ποτέ. Δεν έμαθε ποτέ για ποιο λόγο έφυγε μακριά τους και γιατί τους εγκατέλειψε. Ένα γράμμα τους αποκάλυψε την αλήθεια για το πού βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια ο πατέρας του. Ήταν απομονωμένος από τον κόσμο σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν στο Λεωνίδιο της Αρκαδίας, και τώρα ήταν βαριά άρρωστος. Έτσι αποφάσισε ο Αχιλλέας να πάει να τον συναντήσει μετά από τόσα χρόνια και να τον αποχαιρετήσει για πάντα. Όταν άνοιξε η πόρτα από το κελί και τον αντίκρισε ο πατέρας του δεν τον αναγνώρισε, επειδή τώρα δεν ήταν το παιδί που ήξερε, αλλά ένας μεγάλος πενηντάχρονος, με λίγα άσπρα μαλλιά, γιατί τα πιο πολλά είχανε πέσει, με γενειάδα, με ένα πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και φορούσε κάτι μεγάλα γυαλιά. Τότε ο Αχιλλέας είπε στον πατέρα του ότι είναι ο γιος του, αλλά εκείνος δεν τον πίστευε και τον αμφισβήτησε, και ο γιος του αμέσως τον πλησίασε έσκυψε πάνω από το κρεβάτι του γέρου πατέρα του, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και του ψιθύρισε «Te querre para siempre», που σημαίνει θα σε αγαπώ για πάντα. Ήταν η ισπανική φράση που του έλεγε ο πατέρας του κάθε πρωί πριν φύγει για δουλειά, αφού πρώτα τον φιλούσε στο μέτωπο. Τότε ο πατέρας του δάκρυσε, τον έσφιξε πολύ σφιχτά στην αγκαλιά του και τον φίλησε στο μέτωπο και του απάντησε και αυτός με την ίδια φράση , όπως τότε που ήταν παιδί. «Te querre para siempre». Δημήτρης Μενούνος 49
Η Αγγελική ξεκινάει να δουλεύει στο σπίτι της οικογένειας Μπέτσα ως νοσοκόμα προκειμένου να βοηθήσει στην ανάρρωση της δεκάχρονης κόρης της οικογένειας. Ο αληθινός σκοπός της Αγγελικής είναι να αποκαλύψει στην μικρή ότι είναι η βιολογική της μητέρα. Μια μέρα καθώς έκαναν βόλτα στον κήπο, η Αγγελική της φανέρωσε όλη την αλήθεια και της διηγήθηκε την θλιβερή ιστορία που την ανάγκασε να την δώσει για υιοθεσία πριν από δέκα χρόνια. Το μικρό κορίτσι ταράχτηκε και ζήτησε αποδείξεις. Η Αγγελική της έδειξε το χαρτί της υιοθεσίας με την οικογένεια Μπέτσα. Η μικρή τα άκουσε όλα με δάκρυα στα μάτια και τα αποδέχτηκε. Τα δάκρυα αυτά ήταν χαράς και ευτυχίας. Αλέξανδρος Μαυρουλέας
Ιοκάστεια, ραψωδία π Πρόσωπα της ιστορίας: Ιοκάστη: Η γυναίκα του Ιορδάνη η οποία είναι μακριά από το σπίτι της για 17 χρόνια. βασίλισσα του Ρουσλάμ Ιορδάνης: Άντρας της, βασιλιάς του Ρουσλάμ, πολεμά τους πολεμιστές της Σρι Λάνκα καθώς η Ιοκάστη προσπαθεί να γυρίσει στην χώρα της. Γκούμπια: Παιδί των βασιλιάδων 14 χρονών που πιστεύει πως η μαμά της έχει πεθάνει Θεός Γκούμπα: Θεός που βοηθάει την Ιοκάστη Υπόθεση: Η Ιοκάστη προσπαθεί να πάει πίσω στο Ρουσλάμ καθώς ο άντρας της, ο Ιορδάνης, πολεμάει και προσέχει την 14χρονη κόρη Γκούμπια, η οποία στο τέλος θα σώσει το Ρουσλάμ. Μετά από 17 χρόνια η Ιοκάστη επιτέλους βλέπει την στεριά του Ρουσλάμ. Η Γκούμπια περιμένει στο παλάτι της καθώς ο πατέρας της πολεμάει τους Σρι λανκανούς. Η Ιοκάστη κατάφερε να φτάσει στην ακτή του Ρουσλάμ και πέρασε την νύχτα εκεί. Καθώς κοιμόταν όμως ο Ιορδάνης πολεμούσε. Η μάχη έφτασε στο παλάτι όπου έχασε, παράδωσε το παλάτι στους αντιπάλους του και αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη. Την επόμενη μέρα η Ιοκάστη ξύπνησε από μία αντρική φωνή: «Ιοκάστη, πριν πας στην πόλη πρέπει να μεταμφιεστείς ως ζητιάνα επειδή οι Σρι Λανκανοί κατέκτησαν το παλάτι. Πρέπει να πας να βρεις την κόρη σου και μαζί να πάρετε πίσω την πόλη και το παλάτι», είπε ο θεός Γκούμπα, μεταμορφώνοντάς την σε ζητιάνα. Στον δρόμο η Ιοκάστη βρήκε την οικογένειά της έξω από την πόλη, άλλα δεν την κατάλαβαν αφού εέχε μεταμφιεστεί. Η Ιοκάστη είπε στην κόρη της να την ακολουθήσει. Όταν έμειναν μόνοι τους, η Ιοκάστη αποκάλυψε την ταυτότητα της αλλά εκείνη δεν την πίστευε. Τότε η Ιοκάστη άρχισε να λέει όλες τις προσωπικές πληροφορίες που ξέρει ώστε η Γκούμπια να την πιστέψει. Στο τέλος η Γκούμπια την πίστεψε. Ύστερα η Γκούμπια και η Ιοκάστη μαζί πήγαν στο παλάτι και σκότωσαν τους Σρι Λανκανούς και με την βοήθεια του θεού Γκούμπα πήραν το παλάτι τους πίσω. Τέλος η Ιοκάστη αποκάλυψε την ταυτότητα της στον Ιορδάνη. Η Γκούμπια άρχισε να δακρύζει από συγκίνηση. Χρήστος Μηλαίος
50
Μια φορά ήταν δύο φίλοι, ο Θανάσης και ο Νίκος. Ο Θανάσης ήταν ο ψηλός της παρέας και ο Νίκος ο κοντός. Ήταν πολύ καλοί φίλοι, κάνανε σχεδόν τα πάντα μαζί. Παιχνίδια μαζί, βόλτες μαζί, περιπέτειες μαζί.... Ο Θανάσης, όμως στα 18 του, πήγε να σπουδάσει στην Αμερική. Αφού αποχαιρετίστηκαν, ο Θανάσης πήρε το αεροπλάνο για την Νέα Υόρκη. Πέρασε πολύς καιρός από τότε που έφυγε από την πατρίδα του, γύρω στα 6-7 χρόνια. Τελικά όταν τελείωσε τις σπουδές του σαν διοικητής επιχειρήσεων επέστρεψε πίσω… Με το που έφτασε τον υποδέχτηκαν με χαρά οι συγγενείς του. Καθίσανε, μιλήσανε, τους είπε πώς πέρασε στην Αμερική και μετά κοιμήθηκε στο δωμάτιό του. Το πρωί είχε προγραμματίσει να συναντήσει τους παλιούς του φίλους… Φυσικά πρώτα επισκέφτηκε τον Νίκο, τον καλύτερο φίλο του. Πήγε λοιπόν στο σπίτι του και χτύπησε το κουδούνι. Τότε έρχεται ο Νίκος και ανοίγει την πόρτα και ρωτάει: -Ποιος είναι; -Ο Θανάσης, ο φίλος του Νίκου. Ανοίγει την πόρτα και τον βλέπει. -Ναι. -Καλησπέρα, είναι ο Νίκος εδώ; -Ο ίδιος. -Αααα, χαίρω πολύ!!! Τι κάνεις, πώς είσαι;;; Είμαι ο φίλος σου ο Θανάσης. -Δεν είσαι εσύ ο Θανάσης, ο Θανάσης ήταν πιο κοντός. -Ο Θανάσης είμαι ο φίλος σου. -Όχι δεν είσαι. Αν ήσουν θα αναγνώριζα… -Μα σου λέω ο Θανάσης είμαι, μόλις ήρθα από την Νέα Υόρκη. -Αλήθεια;;; -Ναι καλέ, εγώ είμαι σου λέω! -Θανάση!!! -Νίκο!!! Πόσο καιρό είχα να σε δω; -Από ό,τι φαίνεται πολύ… -Ναι. Τι λες πάμε μια βόλτα μέχρι την πλατεία και να πάρουμε και κανέναν καφέ; Είμαι πτώμα από το ταξίδι. -Ναι, αμέ! Μετά αφού τελειώσανε την βόλτα τους πήγαν ο καθένας στο σπίτι του… Γιώργος Μπισκένης Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που φανατικοί τρομοκράτες είχαν κάνει επίθεση σε ένα χωριό της Αλγερίας. Είχαν σκοτώσει τους άντρες που αντιστάθηκαν και πήραν με τη βία από τις μητέρες τα παιδιά από πέντε μέχρι δώδεκα ετών. Κάποια από αυτά τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς και κάποια άλλα τα πούλησαν σε οικογένειες που ήθελαν να τα υιοθετήσουν. Ένα από τα παιδιά που υιοθετήθηκαν ήταν και η Γιασμίν. Η Γιασμίν ήταν γυναίκα τώρα πια εικοσιπέντε χρονών και προσπαθούσε εδώ και δυο χρόνια να βρει τη μητέρα της πηγαίνοντας σε χωριά που είχαν χτυπήσει οι τρομοκράτες. Δε θυμόταν το πραγματικό της επίθετο, αλλά έλεγε το όνομά της σε όλες τις χήρες πάνω από την ηλικία των σαράντα. Η τελευταία γυναίκα που συνάντησε ταράχτηκε όταν έμαθε το όνομα της κοπέλας και τη ρώτησε αν θυμόταν τίποτε από τη ζωή στο χωριό. Το μόνο που θυμόταν όμως η κοπέλα ήταν τα κλάματα και οι φωνές, όταν την πήραν από τους γονείς της. Η 51
γυναίκα τότε κοίταξε το λαιμό της κοπέλας για το φυλαχτό που της είχε φορέσει μικρή. Όμως οι τρομοκράτες της είχαν πάρει τα πάντα. Τη ρώτησε αν θυμόταν ένα φυλαχτό από ξύλο με σκαλισμένο έναν ελέφαντα, η Γιασμίν όμως δεν το θυμόταν. Η γυναίκα κατέβασε λυπημένη το κεφάλι και ετοιμάστηκε να πει στη Γιασμίν ότι δεν ήταν η μητέρα της. Τότε … θυμήθηκε. Ζήτησε να δει το πίσω μέρος του λαιμού και είδε τη μεγάλη ελιά που είχε η κόρη της από τη γέννηση της. Δεν θα μπορούσε να είναι σύμπτωση. «Εγώ είμαι η μητέρα σου!». Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να κλαίνε από συγκίνηση και ευτυχία. Άννα Μαρία Νάτση Η χαμένη κόρη και οι νεράιδες Κάποτε σε ένα χωριό χτύπησαν οι καμπάνες της εκκλησίας και ανακοινώθηκε ο γάμος δύο νεαρών ανθρώπων. Έναν χρόνο μετά το νιόπαντρο ζευγάρι με χαρά καλωσόρισε στον κόσμο μία πανέμορφη κόρη. Η κόρη ήταν πάρα πολύ όμορφη, σχεδόν κανένα σημάδι πάνω της. Το μόνο παράξενο και παραμυθένιο πάνω της ήταν τα μάτια της, το ένα μπλε και το άλλο πράσινο, ακριβώς σαν της μητέρας της. Ωστόσο ήταν τόσο όμορφο το κορίτσι που οι νεράιδες το πέρασαν για δικιά τους και στα έβδομα της γενέθλια την πήραν να ζήσει μαζί τους στη φύση. Η μάνα της ήταν πάρα πολύ θλιμμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Η κόρη από την άλλη περνούσε ωραία μαζί με της νεράιδες, τόσο ωραία που σχεδόν είχε ξεχάσει την μάνα της. Έτσι πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια (α) και το κορίτσι ήταν πια κοπέλα, μεγάλη και ακόμα πιο όμορφη πια, μεγαλωμένη από τις νεράιδες. Η μητέρα από την άλλη δεκατέσσερα χρόνια προσπαθούσε να την βρει και δεκατέσσερα χρόνια αποτύγχανε. Όταν μια μέρα, στα εικοστά γενέθλια της κόρης, στο χωριό έφτασε μια μάντισσα που, αφού άκουσε την ιστορία της μητέρας, την συμπόνησε και είπε να την βοηθήσει. Έτσι την συμβούλεψε να πάει στο βουνό εκεί κοντά και να περιμένει να βραδιάσει και όταν θα δει τις νεράιδες να βγαίνουν από μία σπηλιά να πάει και να μπει εκεί. Εκεί θα βρίσκεται η κόρη της. Για να μην την καταλάβουν την μετέτρεψε σε μια πανέμορφη κοπέλα με καστανά μάτια. (γ) Η μητέρα ακολούθησε της συμβουλές της μάντισσας και το βράδυ βρέθηκε στην σπηλιά. Βρήκε την κόρη της μόνη (β) να χτενίζει τα μαλλιά της. Η κόρη, όταν την είδε δεν τρόμαξε, νόμισε ότι ήταν και αυτή νεράιδα. Η μητέρα την πλησίασε και με δάκρυα στα μάτια της λέει: «Εγώ είμαι η μητέρα σου, παιδί μου. Έλα να με φιλήσεις.» (δ). Η κόρη ξαφνιάστηκε και δεν ήθελε να το πιστέψει και απομακρύνθηκε ζητώντας της αποδείξεις. Η μάνα τότε ζήτησε από την μάντισσα να την ξαναφέρει στην κανονική της μορφή. Η μάντισσα σεβάστηκε το αίτημά της και την ξαναέκανε γυναίκα. Τότε η μάνα για να πείσει την κόρη της έδειξε τα μάτια της, το ένα μπλε και το άλλο πράσινο. (ε) Η κόρη αμέσως την πίστεψε και έπεσε στην αγκαλιά της, κλαίγοντας από την χαρά της. (στ) Ωστόσο η μητέρα, που τόσα χρόνια έμενε ζωντανή για να δει την κόρη της, δεν άντεξε και ξεψύχησε. Η κόρη ήταν τόσο λυπημένη που ήταν ξανά μόνη της. Ένιωθε χαμένη. Δεν είχε κανέναν άλλο στην ζωή της. Έτσι έθαψε την μητέρα της και συνέχισε να χτενίζει τα μαλλιά της, αποφασισμένη να μείνει με τις νεράιδες. Αυτές ήταν η μόνη της οικογένεια, τώρα πια. Θάλεια Ξούρια Βρισκόμαστε στην δεκαετία του ’60. Πολλές Ελληνικές οικογένειες ζουν στη φτώχεια. Σε ένα ορεινό χωριό της Φθιώτιδας ζει ο Δημήτρης με την οικογένειά του. Μόλις έχει γεννηθεί 52
ο γιός του ο Θοδωρής. Η οικογένεια του Δημήτρη έχει οικονομικά προβλήματα και αυτός αποφασίζει να πάει στην Αμερική για να βρει μια καλύτερη τύχη όπως κάνανε πολλοί Έλληνες εκείνη την εποχή. Αφήνοντας πίσω τον γιό του, την γυναίκα του και την μητέρα του μεταναστεύει στην Αμερική. Τα χρόνια πέρασαν και ο Δημήτρης όλο αυτό το διάστημα βοηθά οικονομικά την οικογένειά του χωρίς όμως να τους επισκεφτεί. Οι υποχρεώσεις της δουλειάς του καθώς και η δυσκολία του ταξιδιού τον έκαναν κάθε χρόνο να το αναβάλει. Όμως αυτή την φορά μπορεί να τα καταφέρει. Όταν φτάνει αποφασίζει να μην προδώσει την ταυτότητά του κατευθείαν στον Θοδωρή ο οποίος έχει γίνει πλέον 12 χρονών. Με την βοήθεια της μητέρας του, λοιπόν, ο Δημήτρης, μεταμφιέζεται σε έμπορο που πουλούσε βιβλία και πήγε στο σπίτι και περίμενε τον Θοδωρή να ανοίξει. Ο Θοδωρής τον βλέπει αλλά δεν καταλαβαίνει τίποτα. Οι γυναίκες τους άφησαν μόνους τους για να συζητήσουν. Μετά από λίγο ο Δημήτρης φανερώνεται αλλά ο Θοδωρής εκφράζει δυσπιστία. Όμως ο Δημήτρης του δείχνει τα γράμματα που αντάλλασσαν όλον αυτό τον καιρό. Τελικά ο Θοδωρής γνωρίζει τον πατέρα του για πρώτη φορά τον αγκαλιάζει και κλαίει από χαρά. Επιτέλους η οικογένεια έχει ξαναενωθεί. Γιάννης Μούστος Μια οικογένεια που ζούσε σε ένα χωριό ήταν πολύ φτωχή. Γι’ αυτό ο πατέρας αποφάσισε να πάει στο εξωτερικό για να βρει μια δουλειά. Στην γυναίκα του και στο παιδί του είπε πως θα καθόταν δύο χρόνια και μετά θα γύριζε ξανά πίσω στην οικογένειά του. Τελικά βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο αλλά όταν είχαν περάσει δύο χρόνια αρρώστησε και αδυνατούσε να δουλέψει. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Το παιδί και η μητέρα περίμεναν πότε θα έρθει. Μετά από δέκα χρόνια ο πατέρας κατάφερε να επιστρέψει γιατί του έλειπε η οικογένειά του. Όταν έφτασε στο σπίτι του ήταν μόνο ο γιος του γιατί η μητέρα είχε πάει κάπου αλλού. Ο γιος του τον αναγνώρισε από ένα μικρό βραχιόλι που του είχε φτιάξει και αυτό του θύμιζε την οικογένειά του. Όταν η μητέρα επέστρεψε ο πατέρας δεν αποκάλυψε την ταυτότητα στην γυναίκα του και αυτή δεν τον αναγνώρισε γιατί μετά από δέκα χρόνια είχε γεράσει. Όταν τελικά της είπε ποιος ήταν αυτή δεν τον πίστεψε. Άρχισε να της δείχνει διάφορα μέρη που ήξερε μέχρι που τελικά κατάλαβε ότι ο σύζυγός της είχε επιστρέψει. Τότε συγκινήθηκαν και οι τρεις και έκλαιγαν από χαρά. Κατερίνα Μπακογιάννη Ήταν Σάββατο. Ο Γιώργος είχε ξυπνήσει από τις έξι το πρωί σαν να περίμενε κάτι ή κάποιον με ανυπομονησία. Είχε κατέβει τις σκάλες ,είχε βγει έξω και περίμενε στην αυλόπορτα. Την ίδια μέρα ο πατέρας του Γιώργου είχε φτάσει στο χωριό. Θεωρούνταν εξαφανισμένος ή ακόμη και νεκρός, αφού είχε να δώσει σημεία ζωής εδώ και δεκαεννιά ολόκληρα χρόνια. Ο Γιώργος δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, καθώς η μητέρα του ήταν ακόμη έγκυος όταν ο πατέρας του έφυγε. Ο πατέρας του Γιώργου ήταν ναυτικός και είχε φύγει για κάποια δουλεία. Το χωριό το μόνο που ήξερε ήταν ότι το πλοίο ναυάγησε. Έτσι όλοι τον θεωρούσαν αγνοούμενο αλλά μετά από τόσα χρόνια θεωρείτε νεκρός. Παρόλα αυτά ο 53
Γιώργος τον είχε ως είδωλό του καθώς όλοι λένε ιστορίες και πόσα πράγματα είχε καταφέρει ο πατέρας του. Μόλις ο κύριος Νίκος έφτασε στο χωριό, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πέσει κάτω. Φίλησε το χώμα και σηκώθηκε όρθιος δοξάζοντας τον Θεό. Οι χωριανοί τον πέρασαν για τρελό. Κανείς δεν τον αναγνώριζε αφού είχε πλέον γεράσει και ήταν ταλαιπωρημένος και πολύ κουρασμένος. Άσπρα γένια και μαλλιά κάλυπταν το πρόσωπό του. Τότε από κάπου βαθιά άκουσε τον ταχυδρόμο να μιλάει με μία κυρία. Έλεγε πως περιμένει πολύ ώρα για να φτάσει ένα πακέτο για τον Γιώργο. Θυμήθηκε τότε πως πριν φύγει από το χωριό είχε συμφωνήσει με την γυναίκα του να βγάλουν τον γιό τους Γιώργο τιμώντας έτσι τον παππού του και πρώην δήμαρχο του χωριού. Έτσι με μιας έτρεξε προς το μέρος του ταχυδρόμου και του ζήτησε να περιμένει εκείνος για το πακέτο και ύστερα να πάει να το παραδώσει κιόλας. Του ταχυδρόμου του φάνηκε καλή ιδέα ώστε να πάει να ξεκουραστεί και λίγο. Έτσι και έγινε. Μόλις έφτασε το πακέτο, ο κύριος Νίκος το πήρε και ξεκίνησε με γοργά βήματα και γεμάτος ανυπομονησία και συγκίνηση που επιτέλους θα έβλεπε τον γιό του. Μετά από λίγο έφτασε στο σπίτι του. Βλέπει τότε τον Γιώργο, ολόκληρο παλικάρι, και δάκρυα χαράς στάζουν από τα μάτια του. Ο Γιώργος περίμενε τόση ώρα έξω μόνος του και έτσι με χαρά ζήτησε το πακέτο του αλλά εκείνος δεν του το έδινε. Ο κύριος Νίκος λέει τότε: «Γιε μου, μου ακούγεται πολύ λογικό να μην με αναγνωρίζεις ούτε εσύ ,ούτε το χωριό. Είμαι ο πατέρας σου.» Ο Γιώργος δεν τον πίστεψε νόμιζε πως όλο αυτό ήταν ένα αστείο. «Πώς μπορείς και αυτοαποκαλείσαι πατέρας μου;», του είπε και του γύρισε την πλάτη. Ο πατέρας του τότε προσπαθεί να του δώσει αποδεικτικά στοιχεία: «Γιέ μου, εγώ είμαι που λείπω εδώ και δεκαεννιά ολόκληρα χρόνια. Εγώ είμαι που έφυγα πριν καν γεννηθείς για μια δουλεία. Εγώ είμαι που το πλοίο μου ναυάγησε και είμαι ο μόνος που επέζησα, γιατί όπως σου λένε τόσες ιστορίες για εμένα είμαι καλός στο κολύμπι. Είναι δικό μου λάθος που δεν προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί σας έστω να σας πω ότι ζω, μη ξέροντας ακόμη πότε θα τα κατάφερνα και θα γυρνούσα πίσω. Ένα φανερά οικογενειακό στοιχείο, το οποίο είχα πει στην μητέρα σου να σου πει όταν κλείσεις τα δεκαπέντε σου και που μόνο ο πατέρας σου θα ήξερε είναι η γέρικη βελανιδιά. Η βελανιδιά που υπάρχει στο βουνό και μέσα στην κουφάλα της είχα κρύψει καλά καλά ένα βιβλίο με πράγματα που ήδη έχεις διαβάσει και ένα κοχύλι από το οποίο ακούς την θάλασσα και τα κύματά της. Δεμένο στο κοχύλι ήταν ένα χαρτάκι με μπλε κορδέλα. Πάνω στο χαρτάκι σου είχα αφιερώσει ένα δίστιχο ποιηματάκι» είπε ο κύριος Νίκος και ολοκλήρωσε. Ο Γιώργος είχε μείνει να τον κοιτάει με θολωμένα μάτια από τα δάκρυα. Είχε πλέον καταλάβει πως αυτός ο ταλαιπωρημένος άντρας ήταν ο πατέρας του. Με μιας έπεσε στην αγκαλιά του. Από τα μάτια τους κυλούσαν, ασταμάτητα, δάκρυα συγκίνησης, χαράς και ευτυχίας. Τα χαρούμενα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα στο χωριό. Εκείνη η μέρα θα μείνει αξέχαστη σε όλους. Ο Γιώργος όμως ήταν τώρα μαζί με τον πατέρα του και την υπόλοιπη οικογένειά τους χαρούμενοι και ευτυχισμένοι Βασιλική Μπινιάρη Μια κοπέλα έκανε τα ψώνια της σε ένα μαγαζί ρούχων. Πήγε να πληρώσει τα ρούχα της στο ταμείο μέχρι που βλέπει την ταμία και είναι σχεδόν ίδιες. Και οι δυο κοπέλες 54
παραξενεύτηκαν και άρχισαν να μιλάνε γι’ αυτό. Έτσι αποφάσισαν να συναντηθούν κοντά σε μια καφετέρια. ‘Όταν έμειναν μόνες τους άρχισαν να συζητάνε. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα όπως και κοινή ημερομηνία γέννησης. Και οι δύο κοπέλες είχαν χωρισμένους γονείς και μία αδερφή που δεν την ήξεραν. Επειδή τους φάνηκε πολύ παράξενη σύμπτωση, η ταμίας πήρε την μητέρα της τηλέφωνο να μάθει περισσότερες πληροφορίες. Η μαμά της της είπε ότι της θύμισε την αδερφή της που την πήρε ο πατέρας της όταν χώρισαν, και άλλαξαν πόλη. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Δεν ήξεραν τι να πουν. Έκλαιγαν από χαρά και συγκίνηση και ορκίστηκαν ότι δεν θα χωριστούν ποτέ ξανά. Δανάη Νίκα Ένα ωραίο πρωινό, μία ώρα αφού είχε ανατείλει ο ήλιος, γεννήθηκαν δύο αξιολάτρευτα αδέρφια, ο Κωνσταντίνος και ο Ιάκωβος. Η οικογένειά τους ήταν πολύ διάσημη στη πόλη τους οπότε ότι και αν γινόταν σε αυτή, μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα το μάθαιναν όλοι. Όταν όμως τα δύο αδέρφια έφτασαν στα δεκαεννιά τους ήταν εποχή πολέμου, και επειδή ο πατέρας τους δεν μπορούσε να πάει, έπρεπε να πάει κάποιος άλλος από την οικογένειά τους και έτσι κάλεσαν τον Κωνσταντίνο. Στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ, αλλά ευελπιστούσαν πως σε λιγότερο από έναν χρόνο θα είχαν όλα τελειώσει. Με το που τελείωσε ο πόλεμος ο Κωνσταντίνος πήρε το καράβι για να γυρίσει πίσω στην πατρίδα τους. Όμως, όπως ταξίδευε φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και τους άλλαξε την πορεία. Του πήρε αρκετά χρόνια μέχρι να καταφέρει να γυρίσει στην πατρίδα του. Η οικογένεια του είχε ανησυχήσει. Ο Ιάκωβος σκεφτόταν πως δεν θα ξαναδεί τον αδερφό του. Μετά από πολλές δυσκολίες ο Κωνσταντίνος με τη βοήθεια των θεών κατάφερε να φτάσει στην πατρίδα του. Ο Κωνσταντίνος και ο Ιάκωβος πλέον ήταν 35 ετών και ο Ιάκωβος δεν είχε αλλάξει πάρα πολύ εμφανισιακά, αντιθέτως ο Κωνσταντίνος ήταν αρκετά διαφορετικός. Όταν πια είχε φτάσει στην πατρίδα του, ένας από τους θεούς μεταμόρφωσε τον Κωνσταντίνο σε έναν νεαρό, γύρω στα 25 ετών, για να μην τον καταλάβουν οι συμπολίτες του και αρχίσουν όλοι να του κάνουν ερωτήσεις. Παρόλα αυτά ήθελε να δει πάρα πολύ τον αδερφό του. Ο θεός του είπε πως ο αδερφός του συχνάζει στο μέρος που πήγαιναν μικροί για να διασκεδάσουν. Ο Κωνσταντίνος μεταμφιεσμένος έτρεξε σε αυτό το μέρος για να βρει τον αδερφό του. Λίγο πριν φτάσει σκέφτηκε να μην εμφανιστεί τρέχοντας και τον τρομάξει. Φτάνοντας είδε τον αδερφό του να κάθετε σε ένα κούτσουρο. Κάνοντας ότι δεν τον ήξερε πήγε και έκατσε δίπλα του. Κάθισαν και κοίταξαν την θέα που είχαν μπροστά τους. Δεν μιλούσαν η μόνη κουβέντα που είπαν ήταν ένα "γεια" στην αρχή. Μετά από λίγο ο θεός έκανε νόημα στον Κωνσταντίνο να έρθει να του μιλήσει. Ο θεός μεταμόρφωσε τον Κωνσταντίνο στην πραγματική του μορφή και μετά πήγε πάλι πίσω στον αδερφό του. Ο Ιάκωβος όταν τον αντίκρισε με την κανονική του μορφή παραξενεύτηκε και για αυτό τον ρώτησε "Είσαι το ίδιο άτομο που ήταν μαζί μου και πριν;", ο Κωνσταντίνος του απάντησε "Ναι". Αφού ξεκίνησαν να μιλάνε ο Κωνσταντίνος σκέφτηκε να του πει ποιος είναι. Και έτσι είπαν: - Ιάκωβε είμαι ο αδερφός σου, ο Κωνσταντίνος. - Αποκλείεται να είσαι εσύ ο αδερφός μου. Ο αδερφός μου δεν ήταν τόσο διαφορετικός από εμένα. - Ιάκωβε εγώ είμαι ο αδερφός σου που πήγε στον πόλεμο, επειδή δεν μπορούσε να πάει ο πατέρας μας. Επίσης το ξέρω ότι δεν ήμασταν τόσο διαφορετικοί εμφανισιακά αλλά έχουμε μεγαλώσει αρκετά από τότε. 55
Μετά από αυτή τη μικρή συζήτηση και οι δύο ήταν πολύ χαρούμενοι, άρχισαν να συγκινούνται και να αγκαλιάζονται. - Ιάκωβε εγώ είμαι ο αδερφός σου που πήγε στον πόλεμο, επειδή δεν μπορούσε να πάει ο πατέρας μας. Επίσης το ξέρω ότι δεν ήμασταν τόσο διαφορετικοί εμφανισιακά αλλά έχουμε μεγαλώσει αρκετά από τότε. Μετά από αυτή τη μικρή συζήτηση και οι δύο ήταν πολύ χαρούμενοι, άρχισαν να συγκινούνται και να αγκαλιάζονται. Αργυρή Νικολοπούλου Μια φορά υπήρχε ένας πολύ πετυχημένος ναυτικός, και ενώ μόλις είχε γεννηθεί η κόρη του και ήταν πολύ ευτυχισμένος έπρεπε να φύγει για ένα πολύ μακρινό ταξίδι στην Αυστραλία και θα επέστρεφε το λιγότερο σε 4 ολόκληρα χρόνια. Μετά από κάποιο καιρό αυτός είχε ξεκινήσει ήδη το ταξίδι του παρόλα αυτά ήταν όλοι λυπημένοι για αυτό το ταξίδι. Μετά από 2 χρόνια και ενώ το ταξίδι είχε φτάσει στην μέση του, ο αρχηγός της αποστολής τους ανακοίνωσε ότι θα έπρεπε να μείνουν άλλα τόσα χρόνια γιατί θα έπρεπε να πάνε και σε άλλες μακρινές χώρες όπως π. χ την Κίνα. Όταν πέρασαν 10 χρόνια γύρισε επιτέλους! Όμως οι αντίπαλοί του στους οποίους δεν είχε κάνει τίποτα κακό αλλά εκείνοι τον ζήλευαν πάρα πολύ γιατί εκείνος είχε την ζωή που ονειρεύονταν, είχαν βαλθεί να του καταστρέψουν την ευτυχία. Έτσι έκαψαν το σπίτι του με αποτέλεσμα η γυναίκα και η κόρη του να μένουν σε ένα πολύ μικρότερο σπίτι χωρίς να έχουν τις ανέσεις που είχαν παλιά. Έτσι με σύμμαχο τον καλύτερό του φίλο αποφάσισε να τους τιμωρήσει κρύβοντας την ταυτότητα του. Αφού τους τιμώρησαν δηλαδή, τους κατέδωσαν στην αστυνομία καταδικάζοντας τους σε 7 χρόνια φυλάκισης. Έπειτα από όλη αυτήν την περιπέτεια, παρόλο που δεν ένιωθε τόσο έτοιμος να πει στην γυναίκα του ποιος πραγματικά είναι όμως έπρεπε να το κάνει άρα αποκάλυψε στην γυναίκα του την αλήθεια. Δυστυχώς εκείνη στην αρχή δεν τον πίστεψε ο ναύτης όμως ήταν προετοιμασμένος για μία τέτοια εξέλιξη, νιώθοντας πολύ απογοητευμένος. Πλέον όμως ήταν αποφασισμένος να κερδίσει την γυναίκα και το παιδί του πίσω και να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο αποφάσισε να αποκαλύψει στην γυναίκα του ένα οικογενειακό μυστικό το οποίο μόνο οι δυο τους το ήξεραν με αποτέλεσμα να μην της αφήσει άλλα περιθώρια για να μην τον πιστέψει. Η γυναίκα του μόλις άκουσε αυτό το μυστικό να βγαίνει από το στόμα ενός ξένου άντρα σοκαρίστηκε πολύ σύντομα όμως κατάλαβε την αλήθεια και τα συναισθήματα τα της ήταν τόσο έντονα που άρχισε να κλαίει ένιωθε σοκαρισμένη, ανακουφισμένη και φυσικά χαρούμενη και ευτυχισμένη όπως επίσης και ο ναυτικός. Δέσποινα Ντζακώστα Η επιστροφή του ξενιτεμένου Στο χωριό του παππού μου μετά τον πόλεμο ζούσε μια οικογένεια. Ο πατέρας, η μητέρα και το τρίχρονο παιδί τους. Ήταν πολύ φτωχοί. Χωράφια και περιουσία αρκετή δεν είχαν για να ζήσουν. Κάθε μέρα ήταν πολύ στενοχωρημένοι. Τελικά, ο πατέρας αποφάσισε να πάει στην Αμερική, για να δουλέψει και να θρέψει την οικογένειά του. Έλειπε πάνω από δέκα χρόνια. Επικοινωνούσαν μόνο με λίγα γράμματα. Η μητέρα αγωνιζόταν να μεγαλώσει το παιδί της. Το αγόρι μεγάλωσε, έγινε ολόκληρο παλικάρι. 56
Πήγαινε κιόλας στο Γυμνάσιο. Διάβαζε και βοηθούσε τη μητέρα του στις δουλειές. Ήταν καλό παιδί και υπάκουο. Μια μέρα της άνοιξης η μητέρα έστειλε τον γιό της στη βρύση της πλατείας να γεμίσει την στάμνα νερό. Εκείνη την ώρα φάνηκε ένας ξένος, που κρατούσε στα χέρια του μια βαλίτσα. Είχε λίγο γκρίζα μαλλιά, μικρά γένια και φορούσε ρούχα διαφορετικά από αυτά που φορούσαν οι άντρες του χωριού. Πλησίασε στην βρύση και ζήτησε από τον νεαρό να του δώσει να πιεί λίγο νερό, γιατί ήταν κουρασμένος, επειδή περπατούσε πολλή ώρα μέχρι να φτάσει στο χωριό. Το παιδί με μεγάλη προθυμία πήρε το κανάτι, που κρεμόταν μόνιμα στη βρύση, και πρόσφερε νερό στον ξένο. Αυτός το ρούφηξε μεμιάς κι ευχαρίστησε το παιδί. Στη συνέχεια το ρώτησε πώς το λένε και τίνος είναι. Όταν άκουσε το όνομά του και το όνομα του πατέρα του, ο ξένος ταράχτηκε, κιτρίνισε ολόκληρος και δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του. Το παιδί το πρόσεξε και παραξενεύτηκε. Ο ξένος του αποκάλυψε πως ήταν ο πατέρας του αλλά ο νεαρός φάνηκε να μην τον πιστεύει. Τότε ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του μια φθαρμένη φωτογραφία. Είπε πως ήταν τα δυο πιο αγαπημένα πρόσωπα που είχε στη ζωή του και πως στην ξενιτειά τα κοίταζε κάθε μέρα και τα χιλιοφιλούσε. Το παιδί κοίταξε τη φωτογραφία και είδε τον εαυτό του και τη μητέρα του. Κατάλαβε πως ο άνθρωπος που είχε μπροστά του ήταν ο πατέρας του που έλειπε δέκα χρόνια. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και έκλαιγαν από χαρά. Ο πατέρας καμάρωνε τον γιό του που μεγάλωσε και ο γιός ένιωθε ασφάλεια μέσα στην αγκαλιά του πατέρα που την είχε στερηθεί. Κοιτάζονταν στα μάτια και είχαν τόσα πολλά να πουν ο ένας στον άλλον. Έτσι αγκαλιασμένοι και χαρούμενοι πήγαν γρήγορα στο σπίτι να πουν τα νέα και στη μητέρα. Θοδωρής Ξανθόπουλος
57