2ο Πρότυπο Γυμνάσιο Αθηνών
Παράδοση και Μοντερνισμός Εργασίες μαθητών/τριών του τμήματος Γ4 στο πλαίσιο του μαθήματος της ΝΕ Λογοτεχνίας Σχ. έτος 2020-21 Υπεύθυνη καθηγήτρια: Ξένη Σκαρτσή
Αθήνα 2021
Οι εργασίες που παρατίθενται σε αυτό το αρχείο περιλαμβάνουν την ερμηνευτική και συγκριτική ανάλυση ποιημάτων και ασκήσεις δημιουργικής γραφής στο μάθημα της ΝΕ Λογοτεχνίας, και είχαν στόχο να βοηθήσουν τα παιδιά να εμβαθύνουν στα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποίησης. Οι εργασίες των παιδιών σε αυτοτελές πεζογραφικό κείμενο, στη νουβέλα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη Η τιμή και το χρήμα, περιλαμβάνονται στο τευχίδιο «Προτάσεις ανάγνωσης».
Το ηλεκτρονικό τεύχος μας επιμελήθηκε η συνάδελφος Μαρία Κονταξή, την οποία ευχαριστούμε θερμά.
1
Περιεχόμενα Το σολωμικό παράδειγμα Σολωμός και Κάλβος. Η έννοια της ελευθερίας ……………………………... 3 Ο σολωμικός ευτυχισμός. Η «παράδεισο της γης» ……………………........... 6 Οι επιδράσεις του σολωμικού Πειρασμού στους μεταγενέστερους Λορέντζος Μαβίλης, «Πατρίδα» …………………………………………………… 15 Λάμπρος Πορφύρας, «Ανεμώνες στον άνεμο» ……………………………………... 19 Γιώργος Σαραντάρης, «Σ’ όλης της γης το μάκρος», Ήταν μια μέρα γελαστή» …….. 22
Μοντέρνα ποίηση Η ποίηση και οι ορισμοί της …………………………………………... 30 Η αντίληψη του κόσμου και της ποίησης στην ποίηση του Γ. Σαραντάρη και μια διακειμενική προσέγγισή της …………………………………... 33 Υπερρεαλισμός Νοηματική προσέγγιση ποιημάτων ………………………………………………. 46 Δημιουργική Γραφή ……………………………………………………………… 49
2
Το σολωμικό παράδειγμα Σολωμός και Κάλβος. Η έννοια της ελευθερίας Πώς ερμηνεύεται ο τίτλος της σύνθεσης «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»; Πώς σχετίζεται με την έννοια που δίνει ο Κάλβος στην ελευθερία στις στροφές α΄ς΄της ωδής «Εις Πάργαν»; Ο τίτλος «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» αποτελεί ένα οξύμωρο σχήμα, μία αντίθεση. Σύμφωνα με τη λογική δεν μπορεί κάποιος να θεωρείται ελεύθερος ενώ πολιορκείται από τους εχθρούς. Ο Δ. Σολωμός όμως θέλει να τονίσει ότι παρόλο που οι Μεσολογγίτες δεν είχαν εξωτερική ελευθερία, διατήρησαν την εσωτερική τους ελευθερία. Παρόλο που πολιορκούνταν από τις υπεράριθμες δυνάμεις των Τούρκων, δεν υπέκυψαν, δεν παραδόθηκαν. Είχαν αδούλωτο φρόνημα, έμειναν πιστοί στα ιδανικά τους και στο ηθικό τους χρέος. Και τελικά κέρδισαν τον αγώνα και έγιναν πρότυπα αγωνιστικότητας για την κατάκτηση της ελευθερίας. Το ίδιο ελεύθερο φρόνημα έχουν και οι Παργινοί στην ωδή του Κάλβου. Έχοντας λάβει ως δώρο από τους θεούς «το φρενών φρόνημα», δηλαδή το υψηλό φρόνημα, δεν παραδόθηκαν στους Τούρκους και πήραν την ηρωική απόφαση να εγκαταλείψουν την πόλη τους, όταν οι Άγγλοι την παρέδωσαν στους Τούρκους. Το «αγλαότερον» δώρο των θεών λοιπόν ήταν «ο νους οπού αποφεύγει την δουλοσύνην». Ευαγγελία Κοτζιά Ο τίτλος «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» δείχνει μια αντίφαση, για αυτό και το σχήμα λόγου που συναντάμε σε αυτόν ονομάζεται οξύμωρο. Συγκεκριμένα, ο ποιητής εννοεί ότι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου ήταν εσωτερικά ελεύθεροι, δηλαδή στην ψυχή και στο μυαλό τους, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πολιορκημένοι από τους Τούρκους. Σύμφωνα με τον Σολωμό, ελεύθερος είναι αυτός που νιώθει μέσα του ελεύθερος, ενώ το μόνο που μπορεί να εμποδίσει τον άνθρωπο να αισθανθεί έτσι είναι ο φόβος (εσωτερικό εμπόδιο). Ο Κάλβος στην ωδή του «Εις Πάργαν» θεωρεί ότι από όλα τα δώρα που έδωσαν οι θεοί στον άνθρωπο, το λαμπρότερο όλων είναι το ελεύθερο φρόνημα, δηλαδή «ο νους οπού αποφεύγει την δουλοσύνην». Ακόμη, η άποψη αυτή του Κάλβου τονίζεται και στην πλατιά παρομοίωση όπου η άμαξα (η ζωή) πέφτει στον γκρεμό, ενώ ο αετός (η ψυχή) πετάει ψηλά στα σύννεφα, ξεπερνώντας τις δυσκολίες της ζωής. Επομένως, τόσο ο Σολωμός όσο και ο Κάλβος εξυμνούν την ελευθερία της ψυχής και του μυαλού, θεωρώντας ότι αυτή η ελευθερία είναι το σημαντικότερο αγαθό που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Θανάσης Μπαρμπούρης 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 3
10.
Ποια κοινά στοιχεία παρατηρείτε ανάμεσα στα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα του αετού και στον συμβολισμό της στην πλατιά παρομοίωση της ωδής «Εις Πάργαν» και στις δύο στροφές των καλβικών ωδών που ακολουθούν; ιβ΄ Ο αετός αφήνει τους κρημνούς υψηλούς· κτυπάουσιν οι πτέρυγες τα νέφη, και τον όλυμπον η κλαγγή σχίζει. («Εις Ωκεανόν») (Ο αετός στη στροφή ιβ΄ συμβολίζει την επαναστατημένη Ελλάδα)
λε΄ Ως απ’ ένα βουνόν ο αετός εις άλλο πετάει, και γω τα δύσκολα κρημνά της αρετής ούτω επιβαίνω. («Εις θάνατον») Τα στοιχεία, ο συμβολισμός και η εικόνα που συνθέτουν την πλατιά παρομοίωση της ωδής «Εις Πάργαν» και τα παράλληλα κείμενα των καλβικών ωδών είναι τα ίδια. Ο αετός με το περήφανο πέταγμα και το εντυπωσιακό άνοιγμα των φτερών του ξεχύνεται από τις κορυφές των βουνών και αγκαλιάζει την θάλασσα και τα λαγκάδια, επιβάλλοντας την παρουσία του και την στάση του στην φύση. Ο ποιητής στην ωδή «Εις Πάργαν» παρομοιάζει την γενναία στάση των Ελλήνων με αυτή του αετού και παροτρύνει τους Έλληνες να κρατήσουν απαράμιλλο το ηθικό τους απέναντι στον εχθρό όπως κάνει και ο αετός ο οποίος είναι βασιλιάς των πουλιών. Η εικόνα του αετού είναι σχεδόν η ίδια, το ίδιο και ο συμβολισμός των εικόνων καθώς και στα αποσπάσματα των καλβικών ωδών και στην ωδή «Εις Πάργαν» ο αετός συμβολίζει την δύναμη και το αγέρωχο φρόνημα των ανθρώπων να μην τα παρατούν παρ' όλες τις δυσκολίες και τις δυσμενείς συνθήκες που μπορεί να βρεθούν και να παλεύουν πάντα για να κατακτήσουν την ελευθερία τους. Θεοδώρα Καλογεροπούλου Ο ποιητής και στις τρεις περιπτώσεις χρησιμοποιεί τον αετό, ένα πτηνό το οποίο πάντα θέλει να είναι ελεύθερο και να πετάει ψηλά από κορυφή βουνού σε κορυφή, πάνω από τα σύννεφα, αφήνοντας πίσω του γκρεμούς και δυνατούς ήχους. Με αυτό τον συμβολισμό ο ποιητής ταυτίζει τον αετό με το ελεύθερο φρόνημα της ψυχής του ανθρώπου, που του δίνει τη δύναμη να ξεπερνάει τις δυσκολίες της ζωής και να σπάει τα δεσμά των εσωτερικών του εμποδίων, δηλαδή των φόβων του. Θανάσης Μπαρμπούρης 4
Τόσο η πλατιά παρομοίωση της ωδής «Εις Πάργαν» όσο και τα παράλληλα κείμενα των καλβικών ωδών μας υποβάλλουν την ίδια εικόνα. Την εικόνα του αετού με το περήφανο πέταγμά του και το τεράστιο άνοιγμα των φτερών του, που ξεχύνεται από τις κορυφές των βουνών και αγκαλιάζει τη θάλασσα, τα λαγκάδια και όλη την φύση. Η επιβλητική του παρουσία και η αγέρωχη στάση του μας κάνει όλους να τον θαυμάζουμε. Ο ποιητής στην ωδή «Εις Πάργαν» παρομοιάζει την γενναία στάση των Ελλήνων με αυτή του αετού αλλά και τους παροτρύνει να κρατήσουν ακμαίο το ηθικό τους και αγέρωχη τη στάση τους απέναντι στον εχθρό όπως και ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός. Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Ανάμεσα στην εικόνα του αετού και τον συμβολισμό της στην πλατιά παρομοίωση της Ωδής «Εις Πάργαν» και στις δύο στροφές των καλβικών ωδών παρατηρούμε κάποια κοινά στοιχεία. Στην πλατιά παρομοίωση η άμαξα σε έναν απόκρημνο δρόμο συμβολίζει την ζωή. Η μοίρα παρομοιάζεται με τον άνεμο που χτυπάει από τα πλάγια το αμάξι, δηλαδή τον άνθρωπο που τον ρίχνει στον γκρεμό, τον σωματικό θάνατο. Στο τέλος η ψυχή του ανθρώπου παρομοιάζεται με έναν αετό ο οποίος αφήνει μια δυνατή κραυγή που δηλώνει την περηφάνια της. Ο άνθρωπος πετώντας ψηλά, όπως ο αετός, θα αφήσει πίσω του την άμαξα που κινδυνεύει να τσακιστεί. Το νόημα που υποδηλώνεται με τη μεγαλειότητα των εικόνων της πλατιάς παρομοίωσης είναι ότι όταν όλα είναι δύσκολα, και η ζωή μας, μέσα στις δύσκολες συνθήκες, είναι έτοιμη να τσακιστεί (όπως η άμαξα) ο άνθρωπος με το πτέρωμα των φρενών, σαν άλλος αετός που ανεβαίνει ψηλά, βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει τις δύσκολες περιστάσεις. Ο αετός συμβολίζει κάτι ελεύθερο και υπερήφανο το οποίο πετά πάνω από τον κόσμο. Όταν ο αετός, δηλαδή η ψυχή, βγαίνει από το σώμα του ανθρώπου είναι σαν να αποφυλακίζεται. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις ο αετός στο τέλος καταφέρνει να ξεπεράσει την κάθε δυσκολία. Βασιλική Πουλάκη Στην ωδή «Εις Πάργαν» όπως ο αετός που άφησε πίσω του την άμαξα που κινδυνεύει και είναι έτοιμη να πέσει στο γκρεμό, έτσι και η ψυχή του ανθρώπου, πετάει ψηλά στον ουρανό αγνοώντας το σώμα που αφήνει πίσω. Μέσα στις δυσκολίες της ζωής που αντιμετωπίζουμε καθημερινά, η ζωή μοιάζει σαν να είναι έτοιμη να τσακιστεί, όπως συνέβη και στην άμαξα. Ο άνθρωπος με την υψηλή αντίληψη που διαθέτει, μπορεί να βρει τρόπους ώστε να ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες που του εμφανίζονται καθημερινά στη ζωή του. Ο αετός και στις δύο περιπτώσεις υπερβαίνει τα όρια, δηλαδή ξεπερνάει τις δυσκολίες που τόσο καιρό προσπαθούσε να κατανικήσει. Ειρήνη Πουλάκη
5
Ο σολωμικός ευτυχισμός . Η «παράδεισο της γης» Αγαπημένα σε καλεί, δροσάτα σε χαϊδεύει, γλυκός αέρας καθαρός, μοσχοβολιές χορτάτος, κι ανάκουστους κιλαϊδισμούς και λιποθυμισμένους. (Σχεδίασμα Γ΄, Αυτόγραφα) Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί παραλλαγή του απ. 7 του Γ΄ Σχεδιάσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων. α. Ποια βασική ιδέα του σολωμικού έργου εκφράζει; β. Με ποιους στίχους του απ. 2 του Σχεδιάσματος Β΄ και του «Πειρασμού» στο Σχεδίασμα Γ΄ μπορείτε να το συσχετίσετε; α. Στο απόσπασμα συναντάμε ένα από τα πιο συχνά θέματα της σολωμικής ποίησης. Αυτό είναι το θέμα της φύσης η οποία παρουσιάζεται ως ένας επίγειος παράδεισος και ιδανικός χώρος να ζει ο άνθρωπος. Αυτή η αίσθηση εδώ επιτυγχάνεται με την κινητική εικόνα του γλυκού αέρα που χαϊδεύει και σκορπάει μοσχοβολιές και κελαηδισμούς. Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Το απόσπασμα εκφράζει την προσωπική εμπειρία του Σολωμού από τη φύση η οποία ιεροποιείται. Η φύση βρίσκεται στο απόγειο της, την αναγέννηση της, την Άνοιξη. Παρουσιάζεται η φύση στην καλύτερη στιγμή της, καθώς προκαλεί στον κόσμο λαχτάρα για τη ζωή. Ελπίδα Μπότου Η βασική ιδέα του σολωμικού έργου που εκφράζεται στο απόσπασμα 7 του Σχεδιάσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων είναι η ομορφιά και η αναγέννηση της φύσης, και η ευδαιμονία που νιώθουν οι άνθρωποι στην επαφή μ’ αυτήν και η επιθυμία για ζωή την άνοιξη όπου η φύση βρίσκεται στην καλύτερή της ώρα. Πιο συγκεκριμένα στο απόσπασμα 7 μας παρουσιάζεται η φύση και συγκεκριμένα η ανοιξιάτικη αναγέννηση, η οποία φέρνει χαρά και επιθυμία για ζωή στους ανθρώπους. Σε όλο το απόσπασμα μας παρουσιάζεται λεπτομερειακά αυτό το γεγονός καθώς η φύση βρίσκεται στην καλύτερή της στιγμή την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Σύμφωνα με τον Σολωμό η αναγέννηση αυτή αρχίζει χαρούμενα καθώς η άνοιξη σε καλεί παρέα με έναν δροσάτο και καθαρό αεράκι να την εξερευνήσεις. Όλη η ατμόσφαιρα μυρίζει από τα λουλούδια καθώς τα φυτά ανθίζουν και ξεχύνουν το λουλουδιαστό αυτό άρωμά τους στην φύση. Επίσης, την άνοιξη γεννιούνται τα ζώα και η φύση επαναφέρει την ζωή στην πλάση της γι΄αυτό και ακούμε τα πουλάκια να κελαηδούν ήσυχα και γλυκά. Όλα αυτά τα στοιχεία μαζί γεμίζουν τον άνθρωπο χαρά και ταυτόχρονα με την χαρά ο άνθρωπος αποκτά και την θέληση να ζήσει. Βέβαια, ο Σολωμός για να μας δηλώσει αυτή την αναγέννηση χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς και φράσεις όπως το επίθετο ‘γλυκός΄, το οποίο το χρησιμοποιεί σε σχεδόν όλα του τα ποιήματα. Επίσης, για 6
να μας κάνει ακόμα πιο παραστατική αυτή την ομορφιά της φύσης χρησιμοποιεί πολλές εικόνες και σχήματα λόγου. Θεοδώρα Καλογεροπούλου Η βασική ιδέα του σολωμικού έργου το οποίο εντάσσεται στο κίνημα του ρομαντισμού, που εκφράζεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα, είναι η απελευθέρωση της φαντασίας και του συναισθήματος, προκειμένου να εκτιμήσουμε την ομορφιά της φύσης. Συγκεκριμένα, ο ποιητής μάς προσκαλεί να ακούσουμε το κάλεσμα του γλυκού αέρα, που αποτελεί στοιχείο της φύσης, για να αισθανθούμε τη δροσιά του αλλά και να μυρίσουμε τις μοσχοβολιές που μεταφέρει. Επομένως, στόχος του ποιητή είναι να κυριαρχήσει η φαντασία και το συναίσθημα, ξεπερνώντας τα στενά όρια της λογικής, και με αυτό τον τρόπο να συναισθανθούμε όλα όσα μπορεί να προσφέρει στην ψυχή μας η φύση, όπως η γαλήνη. Θανάσης Μπαρμπούρης β. Διαβάζοντας το απόσπασμα 2 του Σχεδιάσματος Β΄ και τον Πειρασμό στο Σχεδίασμα Γ΄ παρατηρούμε ότι υπάρχουν πολλοί κοινοί στίχοι ανάμεσα σε αυτά τα τρία έργα που μας παρουσιάζουν την αναγέννηση της φύσης. Πιο συγκεκριμένα, στο απόσπασμα 2 και στον Πειρασμό στον πρώτο στίχο «Ο Απρίλης με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε» και « Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη» παρατηρούμε ότι υπάρχει ακριβώς η ίδια εικόνα που συσχετίζεται με τον πρώτο στίχο από το απόσπασμα « Αγαπημένα σε καλεί» για να μας δείξει το γλυκό καλωσόρισμα που κάνει η άνοιξη στους ανθρώπους. Ακόμη στον Πειρασμό στους στίχους 3,7 « και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους» και «και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους» οι στίχοι έχουν το ίδιο νόημα με τον στίχο 2 στο απόσπασμα « μοσχοβολιές χορτάτος», όπου μας παρουσιάζονται με τον ίδιο τρόπο τα αρώματα που ξεχύνονται από τα λουλούδια καθώς ανθίζουν κατά την διάρκεια αυτής της αναγέννησης. Ακόμη, και στο απόσπασμα του Πειρασμού και στο απόσπασμα 2 μας παρουσιάζεται το κελάηδισμα των πουλιών με τον ακριβώς ίδιο στίχο «Ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος». Τέλος, στο σχεδίασμα Β’ στον στίχο 10 μας παρουσιάζεται αυτή η χρονική στιγμή της εποχής που φαντάζει εξωπραγματική στα μάτια του ποιητή με τον στίχο « Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και την χάρη», το οποίο συσχετίζεται με την φράση «λιποθυμισμένους» στο απόσπασμα αυτό, καθώς οι άνθρωποι έχουν μαγευτεί από την ομορφιά της φύσης. Θεοδώρα Καλογεροπούλου Το παραπάνω απόσπασμα θα μπορούσε να συσχετιστεί με τους στίχους «Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε κι όσα άνθια βγαίνουν τόσ’ άρματα σε κλειούνε / μάγεμα η φύσις κ’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη» του αποσπάσματος 2 του Σχεδιάσματος Β’ των «Ελεύθερων πολιορκημένων». Σε αυτούς τους στίχους φαίνεται η γοητεία, η μαγεία που ασκεί η φύση στους πολιορκημένους. Αυτή τους προκαλεί να ξεχάσουν τον αγώνα τους και να αφεθούν στο κάλεσμά της. Στο απόσπασμά μας, ο αέρας φέρνει την ομορφιά της φύσης, ενώ στο Σχεδίασμα Β’ ο Απρίλης και ο Έρωτας τους καλεί να συμμετάσχουν στη χαρά της αναγέννησης της φύσης. Ακόμα το ανωτέρω απόσπασμα θα μπορούσε να συσχετιστεί και με τους στίχους του «Πειρασμού»: «Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. Νερά καθάρια και γλυκά, νερά 7
χαριτωμένα, Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, Και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους». Η ομοιότητα βρίσκεται στην παρουσία των νερών στη μια περίπτωση και του αέρα στην άλλη, τα οποία στοιχεία μεταφέρουν τις μυρωδιές από τα λουλούδια. Επίσης, διατηρείται σχεδόν ίδιος ο στίχος «Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος», που αναφέρεται στα πουλιά που ακούγονται να κελαηδούν. Αναδεικνύεται άλλη μια φορά η μεγάλη αγάπη του Σολωμού για τη φύση. Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Μεταξύ της παραλλαγής του αποσπάσματος 7 και του Πειρασμού διακρίνουμε πολλές ομοιότητες. Αρχικά το βασικό θέμα που αναλύεται και στα δύο αποσπάσματα είναι η ομορφιά της φύσης» («Η φύση βρήκε την καλή και τη γλυκιά της ώρα (…) ο γλυκός αέρας» όπως και το κάλεσμα της ίδιας στους πολιορκημένους. Στο απόσπασμα 7 το κάλεσμα μάλιστα εντοπίζεται στο πρώτο στίχο ενώ στον Πειρασμό υποκρύπτεται μέσα στον ίδιο τον τίτλο. Ο πειρασμός επομένως προκύπτει από την αναγεννημένη φύση στην οποία πρέπει να στραφούν απέναντι οι μεσολογγίτες και να την υπερνικήσουν. Επιπλέον, επαναλαμβάνονται κάποια επίθετα που χρησιμοποιούσε πολύ συχνά ο Σολωμός όπως γλυκός, καθαρός, ανήκουστος, λιποθυμισμένος (γλυκός αέρα, ανάκουστο κελάηδισμα»). Τα επίθετα αυτά χρησιμοποιούνται έτσι ώστε να υπερτονίσουν την μαγεία της φύσης και να δώσουν ιδιαίτερο χαρακτήρα στα ουσιαστικά- στοιχεία της φύσης που χαρακτηρίζουν. Θοδωρής Παπαγεωργίου Μπορούμε να συσχετίσουμε το απόσπασμα αυτό με τους στίχους “Λευκό βουνάκι… και το ξερό χορτάρι” του δεύτερου αποσπάσματος του Σχεδιάσματος Β’ διότι και αυτά εκφράζουν την ομορφιά της φύσης την άνοιξη, η οποία μοιάζει με τον παράδεισο και χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις όμοιες με αυτές του αποσπάσματος όπως το γλυκύς, όπως και τους στίχους “Και μες στη σκιά… άγριο κρίνο” του “Ο Πειρασμός” του σχεδιάσματος Γ, όχι μόνο γιατί περιγραφεί και αυτό της ομορφιά της φύσης την άνοιξη, άλλα και επειδή χρησιμοποιεί πολλές λέξεις και φράσεις με αυτές του αποσπάσματος, όπως “ανάκουστους κιλαϊδισμούς και λιποθυμισμένους” και την χρήση του επιθέτου γλυκύς. Εμμανουήλ Μπρίνια
Έρμα’ν’ τα μάτια που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα * Γλυκά χαϊδεύει δροσερός της ευωδιάς αέρας μ’ ανάκουστους κιλαϊδισμούς και λιποθυμισμένους. * Καλείς, χρυσέ της ευωδιάς, της ομορφιάς αέρα. * Μη με χαϊδεύεις, δροσερέ της ομορφιάς αέρα. * Χθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα. (Σχεδίασμα Γ΄, απ. 7, Αυτόγραφα)
8
α. Ποιο/α σχήμα/ατα λόγου παρατηρείτε στον χαρακτηρισμό του αέρα στους παραπάνω στίχους; Ο Σολωμός χρησιμοποιεί αρκετά σχήματα λόγου για να εκφράσει τις ιδέες του. Έτσι και στο απόσπασμα μέσα από αυτά τονίζει τη βασική λέξη/έννοια που κυριαρχεί δηλαδή τη λέξη αέρας. Αρχικά το πρώτο σχήμα είναι το υπερβατό δηλαδή η παρεμβολή μιας ή περισσοτέρων λέξεων μεταξύ δύο λέξεων που συνδέονται στενά π.χ. « χρυσέ ζωής αέρα, δροσερός της ευωδίας αέρας». Ακόμη έχουμε παρήχηση του « ρ» στους συνδυασμούς της λέξης αέρας με τα επίθετα που την προσδιορίζουν π.χ. «χρυσέ αέρα, δροσερός αέρας, δροσερέ της ομορφιάς αέρα». Επίσης έχουμε ομοιοτέλευτο αφού όλοι οι στίχοι τελειώνουν με την λέξη αέρα. Τέλος έχουμε προσωποποίηση όπου ο αέρας παρουσιάζεται με ανθρώπινες ιδιότητες. Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Ο χαρακτηρισμός του αέρα στους στίχους γίνεται με μεταφορές και προσωποποιήσεις, σχήματα λόγου που αφορούν στη σημασία της λέξης αέρα. Ειδικότερα, στους στίχους «Έρμα’ν’ τα μάτια που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα», «Καλείς, χρυσέ της ευωδιάς, της ομορφιάς αέρα.» και «Χθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.» παρατηρούμε το σχήμα λόγου της μεταφοράς, σύμφωνα με το οποίο μία ιδιότητα ενός προσώπου, ζώου ή πράγματος, ή αφηρημένης έννοιας αποδίδεται σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ζώο, πράγμα αφηρημένη έννοια («χρυσέ αέρα», «γλυκόν αέρα»). Στους στίχους «Γλυκά χαϊδεύει δροσερός της ευωδιάς αέρας μ’ ανάκουστους κιλαϊδισμούς και λιποθυμισμένους.» και «Μη με χαϊδεύεις, δροσερέ της ομορφιάς αέρα.» παρατηρούμε το σχήμα λόγου της προσωποποίησης, σύμφωνα με το οποίο έχουμε απόδοση ανθρώπινων ιδιοτήτων σε άψυχα αντικείμενα ή αφηρημένες έννοιες («χαϊδεύει» ο αέρας). Θανάσης Μπαρμπούρης Στους παραπάνω στίχους παρατηρούμε αρκετά σχήματα λόγου. Ένα από αυτά το οποίο είναι προφανές είναι η επανάληψη της λέξης «αέρας» που βρίσκεται στους περισσότερους στίχους του αποσπάσματος. Μία ακόμα επανάληψη βρίσκεται στους στίχους 4 και 5 στους οποίους επαναλαμβάνεται η φράση ‘της ομορφιάς αέρα’ θέλοντας ο ποιητής να τονίσει την ομορφιά του αέρα άρα αυτόματα και την ομορφιά της άνοιξης-φύσης. Στο ποίημα παρατηρούμε μία ακόμα επανάληψη στο ρήμα ‘χαϊδεύει’ στους στίχους 2 και 5. Μετά μία λέξη που επαναλαμβάνεται είναι το επίθετο χρυσός. Δύο επαναλήψεις ακόμα είναι το ρήμα ‘καλείς’ και το ουσιαστικό ‘ευωδιάς’. Μία τελευταία επανάληψη είναι στον 2ο και 6ο στίχο και είναι οι λέξεις γλυκόν και γλυκά, η πρώτη ως επίθετο και η δεύτερη ως επίρρημα. Ένα άλλο σχήμα λόγου που βλέπουμε στο ποίημα είναι η μεταφορά. Μία μεταφορά υπάρχει στον πρώτο στίχο στον οποίο ο ποιητής χαρακτηρίζει τον αέρα χρυσό. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στον στίχο 6 όπου ο αέρας χαρακτηρίζεται γλυκός. Αυτά ο ποιητής τα σημειώνει διότι θέλει να απευθυνθεί στον αέρα και στη φύση γενικότερα τονίζοντας την ομορφιά και ίσως την γαλήνη που έχουν. Ένα άλλο σχήμα λόγου που παρατηρούμε είναι η προσωποποίηση. Το πρώτο σημείο που παρατηρούμε προσωποποίηση είναι στον 1ο στίχο «Έρμα’ν’ τα μάτια που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα» στον οποίο αναφέρεται ότι ο αέρας καλεί κάποιον (ίσως κάποιο πρόσωπο ή και όχι). Αυτό όμως είναι αδύνατο να το πραγματοποιήσει 9
ο αέρας γι’ αυτό και θεωρείται προσωποποίηση. Ύστερα μία ακόμα προσωποποίηση υπάρχει στους στίχους 2 και 5 στους οποίους αναφέρεται το ρήμα ‘χαϊδεύει’. Βασιλική Πουλάκη Το σχήμα λόγου που παρατηρώ στον χαρακτηρισμό του αέρα στους παραπάνω στίχους αρχικά είναι η προσωποποίηση. Στο παραπάνω απόσπασμα προσωποποίηση υπάρχει στον 1ο στίχο που λέει «Έρμα’ν’ τα μάτια που καλείς», ο αέρας δεν έχει την δυνατότητα να καλέσει κάποιον. είναι ότι μπορεί να ήθελε να δείξει την ομορφιά που έχει η άνοιξη. Τέλος, άλλη μία προσωποποίηση που υπάρχει στο ποίημα είναι εκεί που λέει «Γλυκά χαϊδεύει» και «Μη με χαϊδεύεις», στους στίχους 2 και 5. Ο αέρας δεν μπορεί να χαϊδέψει κάποιον. Ένα ακόμη σχήμα λόγου που παρατηρώ στον χαρακτηρισμό του αέρα είναι η μεταφορά. Η πρώτη μεταφορά που εντοπίζω στο απόσπασμα βρίσκεται στον 1ο στίχο που λέει «χρυσέ ζωής αέρα», εδώ βλέπουμε ότι χαρακτηρίζει τον αέρα χρυσό. Έπειτα, στον στίχο 6 εκεί που λέει «τον γλυκόν αέρα», χαρακτηρίζει τον αέρα ως γλυκό. Ύστερα στους στίχους 1,2,4 και 5, βλέπουμε ότι υπάρχει επανάληψη της λέξης αέρα. Έπειτα, υπάρχει επανάληψη της λέξης καλείς στους στίχους 1 και 4. Επίσης υπάρχει επανάληψη στους στίχους 2 και 4 με τις λέξεις χαϊδεύει- χαϊδεύεις και δροσερός-δροσερέ. Μετά, στους στίχους 2 και 6 βλέπουμε την επανάληψη της λέξης γλυκά-γλυκόν. Ακόμη, επαναλαμβάνεται η λέξη ευωδιάς στους στίχους 2 και 4. Τέλος, επαναλαμβάνεται η φράση της ομορφιάς αέρα και στους δύο στίχους 4 και 5. Ειρήνη Πουλάκη Τα σχήματα λόγου στα αποσπάσματα είναι: 1) η προσωποποίηση του αέρα, ο οποίος καλεί και χαϊδεύει τους πολιορκημένους (Έρμα’ν’ τα μάτια που καλείς / Γλυκά χαϊδεύει) 2) οι μεταφορές (ζωής αέρα / της ομορφιάς αέρα / τον γλυκόν αέρα) 3) το υπερβατό σχήμα (χρυσέ ζωής αέρα / δροσερέ της ομορφιάς αέρα) 4) η παρήχηση του «ρ» (δροσερέ της ομορφιάς αέρα) 5) η επανάληψη επιθέτων που συνδέονται με τον αέρα (δροσερός – δροσερέ / χρυσέ) (Ευαγγελία Κοτζιά) β. Προσπαθήστε να γράψετε κι εσείς δύο ανάλογα παραδείγματα. Ένα ανάλαφρο αεράκι φυσούσε στην ακρογιαλιά. (μεταφορά «ανάλαφρο») Ο δυνατός αέρας χτυπούσε με μανία τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών. (προσωποποίηση «χτυπούσε») (Θανάσης Μπαρμπούρης) Προσωποποίηση: «Λουλούδια παίζουν και χαμογελούν και ο ήλιος τα χαϊδεύει» Υπερβατό: «Γλυκιά της νιότης προσμονή» (Μαρία-Λήδα Μπλέτσου) Έδωσαν ραντεβού τα σύννεφα πάνω απ’ την γειτονιά μου (προσωποποίηση) Σύννεφα, συννεφιά φέρατε μέχρι και στην καρδιά μου. (μεταφορά) (Ελπίδα Μπότου) Αέρας φυσάει δυνατός, σκοτώνει την ψυχή μου (προσωποποίηση) (Νικόλας Παπαλέξης) 10
Γλυκά γελά η χαρωπή των λουλουδιών η άνοιξη Με μελωδικούς και ηχηρούς μόσχους. Εγγίζεις, ασημιά της μοσχοβολιάς, της ομορφιάς άνοιξη. Μη με ξυπνάς απ’ του ευχάριστου ονείρου την αγκάλη. * Λευκή, αιθέρια πεταλούδα Τρύπωσε μες στον κρίνο Ρούφηξε με πόθο τον Έρωτα Κοίταξέ με λευκή νεράιδα Γλυκιά σκορπάς την ευωδιά ω πεταλούδα Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Ωραία που λάμπεις στο σκοτάδι, κυνηγεύτρα μας φωτιά Με τις γλώσσες σου προσπαθώντας να γλύψεις το γρασίδι έχεις τ’ αγέρι βοηθό, και το ποτάμι εχθρό σου Γλυκά καθώς καις ακούγεσαι, της ηρεμίας φωτιά Μα μη γλείψεις το χορτάρι, της απόλυτης ηρεμίας φωτιά Που χθες χάθηκε στις φλόγες σου το δάσος στο διπλανό βουνό * Ποσό καλή είσαι όπως λαμπυρίζεις από τον ήλιο, μυστικοκράτρα θάλασσα Που με χίλια ζόρια προσπαθείς να ανέβεις και να φανερώσεις τα μυστικά σου στη γη Στην απεραντοσύνη σου τους γλάρους έχεις οδηγούς και τα ψάρια φίλους Άσε με να έρθω μαζί σου σε ταξίδια μακρινά, αγαπητή μου θάλασσα Μην μ’ αφήνεις μόνη μου, αγαπητή μου θάλασσα Εύχαρις Πνευματικού Αναπτύξτε τώρα σύντομα την έννοια του ευτυχισμού στο σολωμικό έργο, με βάση το παρακάτω απόσπασμα από τον Πόρφυρα αλλά και όλα τα αποσπάσματα που μελετήσατε. Πουλί πουλάκι που σκορπάς τα θαύμα της φωνής σου, ευτυχισμός α δεν είναι το θαύμα της φωνής σου, καλό στη γη δεν άνθισε, στον ουρανό, κανένα. (Ο Πόρφυρας, απ. 5) Σύμφωνα με τα αποσπάσματα που μελετήσαμε η φύση με τη ομορφιά της συμβάλλει στη ευτυχία του ανθρώπου. Πράγματι οι φυσικές ομορφιές και η αίσθηση της ελευθερίας αναζωογονούν, αγαλλιάζουν, ξεκουράζουν τον άνθρωπο, γλυκαίνουν και εξευγενίζουν την ψυχή του. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται κοντά στη φύση διώχνει όλα τα αρνητικά συναισθήματα και αντιμετωπίζει το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Η επαφή μας με τη φύση είναι απαραίτητη στη σημερινή εποχή, αν σκεφτούμε τους γρήγορους ρυθμούς ζωής των κατοίκων των μεγαλουπόλεων, το άγχος που βιώνουν και την αποξένωση. Η φύση λοιπόν είναι πηγή όχι μόνο ζωής, αλλά ποιοτικής ζωής. Ευαγγελία Κοτζιά 11
Μια από τις έννοιες που κυριαρχεί στο σολωμικό έργο είναι η έννοια του ευτυχισμού. Με τον όρο αυτό περιγράφεται η ευδαιμονία και η πληρότητα των όντων μέσα στη φύση. Στο έργο του διακρίνουμε δύο ενότητες. Η πρώτη παρουσιάζει τη χαρά του ζωικού βασιλείου μέσα στην φύση. Η δεύτερη παρουσιάζει εικόνες ευτυχίας της ανθρώπινης ζωής στην αγκαλιά της φύσης. Για παράδειγμα στο απόσπασμα 2 του Σχεδιάσματος Β παρακολουθούμε την ζωή με όλες της τις χαρές, να αναβλύζει από παντού, νέα, λαχταριστή και να αγκαλιάζει όλα τα όντα. Στον Πόρφυρα ο νεαρός ο οποίος έχει μαγευτεί από το κελάιδισμα του πουλιού του μιλάει λέγοντας πως, αν δεν είναι ο ήχος της φωνής του η απόλυτη ευτυχία, τότε δεν θα είχε συμβεί τίποτα καλό στην γη. Ο ήρωας του ποιήματος βρίσκεται σε μια κατάσταση πλήρους ευδαιμονίας καθώς απολαμβάνει το κολύμπι του και την ομορφιά της φύσης. Όμως παράλληλα αισθάνεται πως αυτή η ευτυχία θα ήταν μεγαλύτερη άμα ήταν κοντά στην πατρική του γη. Η χαρά που αισθάνεται του γεννά την εντύπωση πως η ζωή είναι απόλυτα όμορφη. Τα παραπάνω αποσπάσματα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της έννοιας του ευτυχισμού στον Σολωμό. Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Ευτυχισμός στο σολωμικό έργο είναι η εντύπωση που έχει ο ποιητής ότι ο άνθρωπος έχει μέσα του την τάση να είναι χαρούμενος. Η τάση αυτή πηγάζει από την επαφή του ανθρώπου με τη φύση. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα του Πόρφυρα η χαρά του ανθρώπου προέρχεται από ένα μικρό πουλί που κελαηδάει και ο ποιητής πιστεύει ότι αυτό το κελάηδημα είναι ένα θαύμα της φύσης, που αν δεν υπήρχε δε θα γέμιζε χαρά και ζωντάνια ούτε η γη αλλά ούτε και ο ουρανός. Στο Σχεδίασμα Β΄ ο ποιητής με τις εικόνες που μας παρουσιάζει προσπαθεί να μας μεταφέρει συναισθήματα όπως η αγαλλίαση και η ευδαιμονία που πλημμυρίζουν την ψυχή του ανθρώπου τη σημαντικότερη εποχή του χρόνου, την άνοιξη, που αναγεννιέται η φύση. Τη συγκεκριμένη εποχή ο άνθρωπος είναι χαρούμενος, ερωτεύεται και αισθάνεται την εσωτερική ανάγκη να χαρεί συμμετέχοντας στη γιορτή της φύσης και των στοιχείων της, από το πιο μεγάλο που είναι τα πρόβατα που μοιάζουν με βουνό μέχρι το πιο μικρό που είναι η πεταλούδα. Όλα αυτά παρουσιάζονται ακόμα πιο ωραία κάτω από το φως του ήλιου. Στο Σχεδίασμα Γ΄, στον Πειρασμό, ο ποιητής ξεκινάει, επίσης, μιλώντας για την εποχή της άνοιξης, δηλαδή την εποχή της αναγέννησης της φύσης, αλλά και τον έρωτα. Για μια ακόμα φορά με τα δυο αυτά στοιχεία ο ποιητής μάς δίνει τον λόγο της τάσης του ανθρώπου να είναι χαρούμενος. Οι εικόνες που μας παρουσιάζει και σε αυτό το απόσπασμα με οπτικά και ακουστικά στοιχεία, αλλά βάζοντάς μας να χρησιμοποιήσουμε και την αίσθηση της όσφρησης συμβάλλουν σε αυτή την άποψη του ποιητή. Αντίστοιχα στοιχεία παρουσιάζονται και στον Ερωτόκριτο. Η χαρά του Ερωτόκριτου που είναι ερωτευμένος αντανακλάται στη φύση, η οποία συμμετέχει και αυτή στην ευτυχία που αισθάνεται ο ήρωας. Υπάρχει δηλαδή μια ομοιοπαθητική σχέση ανθρώπου – φύσης, καθώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Επομένως, σε όλα τα αποσπάσματα τονίζεται η επιρροή που έχει η αναγέννηση της φύσης στον άνθρωπο και στην τάση του να είναι χαρούμενος. Θανάσης Μπαρμπούρης 12
Ευτυχισμός στο σολωμικό έργο είναι η απόλυτη ευδαιμονία που νιώθει ο άνθρωπος όταν ενώνεται και έρχεται σε επαφή με την φύση. Στον Πόρφυρα, ευτυχισμός είναι τα πουλιά που κελαηδάνε και γλυκαίνουν και γεμίζουν τον χώρο με χαρά. Πιστεύει ότι το κελάηδισμα των πουλιών είναι η ευτυχία καθώς για αυτόν δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα από το να ακούει τα πουλιά να κελαηδάνε. Ακόμη πιστεύει ότι το κελάηδισμα των πουλιών είμαι θαύμα καθώς είναι το μόνο που τον γεμίζει με χαρά αφού πιστεύει ότι τίποτα άλλο καλό δεν έχει συμβεί στην φύση αφού δεν άνθισε καν και ούτε ο ουρανός έγινε πιο γαλανός. Στον Ερωτόκριτο ευτυχισμός είναι η ένωση δύο νέων που προκαλεί την άνοιξη. Είναι σαν αυτή η ένωση να φέρνει μια καινούργια και πιο χαρούμενη εποχή και σαν να αναζωογονείται η τύχη των ανθρώπων, αφού στα παλαιά χρόνια θεωρούσαν ότι η άνοιξη φέρνει την αρχή ενός νέου χρόνου και μιας καινούργιας εποχής, έτσι και ο Κορνάρος πιστεύει ότι η ένωση αυτή των δύο ανθρώπων είναι το πολυτιμότερο αγαθό όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά και για την φύση καθώς προκαλεί χαρά και ευδαιμονία σε όλη την πλάση. Η φύση σε αυτό το χαρμόσυνο γεγονός αντιδρά και χαίρεται για τους ανθρώπους που ξανά βρίσκονται μαζί, φέρνοντας την άνοιξη που πιστεύεται ότι είναι η πιο χαρούμενη εποχή του χρόνου. Θεοδώρα Καλογεροπούλου Προσπαθήστε να γράψετε δικά σας μικρά ποιήματα ή πεζά κείμενα εντάσσοντας κάποιον ή κάποιους από τους σολωμικούς στίχους, ή και άλλους από τα σολωμικά αποσπάσματα που μελετήσαμε: της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι * τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι * δροσερός της ομορφιάς αέρας * και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι * μες στ’ ουρανού τσ’ αγκάλες * κι η γη χεροκροτούσε Μες στ’ ουρανού τσ’ αγκάλες Πήγε αφού πάλεψε Και εγώ ψηλά κοιτούσα Και τον αποχαιρετούσα Ήδη μου λείπει ο πατέρας Όμως δροσερός της ομορφιάς αέρας Ήρθε να με βοηθήσει να τα βγάλω πέρα Χριστίνα Καραβακύρη Ήρθε επιτέλους ο καιρός Απρίλης ν’ αγκαλιάσει να βγούνε έξω ευωδίες και μόσχοι μεσ’ στην πλάση. 13
Αέρας να ’ρθει έτοιμος για να τις ταξιδέψει και στων πλασμάτων την καρδιά χρυσή χαρά να γνέψει στη φύση τη χρυσόλουστη ξεκούραστη να μείνει να φέρνει πάντα ευωδιές σε όλους να τις δίνει. Ελπίδα Μπότου Απ’ τα ανήλιαγα μονοπάτια των βουνών ανέβαινε. Θαμπωμένος από τις ομορφιές της φύσης έτρεχε ελεύθερος μες στ’ ουρανού τσ’ αγκάλες. Μεθυσμένος από τις γλυκές ευωδιές που ο δροσερός της ομορφιάς αέρας έφερνε και από κει ψηλά ευτυχισμένος και γελαστός χόρευε και τον συνόδευαν και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι. * Στου δειλινού την ώρα ήταν τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι που έκαμε την καρδιά μου να σκιρτά από χαρά κι αγάπη. Γλυκός αέρας καθαρός, μοσχοβολιές χορτάτος, γέμισε την ψυχή μου και το μυαλό μου το ταξίδεψε. Θανάσης Μπαρμπούρης Δροσερός της ομορφιάς αέρας Στέλνει χαρά στην κάψα της μέρας Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι Γεμάτο ανθούς της γης το πανέρι Κι η πλάση όλη χειροκροτούσε Τη φύση που τον επαινούσε * Το χάραμα επήρα δρόμο έχοντας Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι Στον Έρωτα το επήγα Και μου ασπάστηκε το χέρι Τρέμει η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα Κι όλα της γης τα πλάσματα Ορθώθηκαν εμπρός της Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Περπατούσε σιγά θαυμάζοντας την γοητεία που πήγαζε από τη φύση, ενώ της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι τον μαγνήτισε και εκεί μέσ τ’ ουρανού τσ’ αγκάλες, θυμήθηκε. Ευτυχισμός α δεν είναι τούτο, καλό στη γη δεν άνθισε στον ουρανό κανένα. Θοδωρής Παπαγεωργίου
14
Οι επιδράσεις του μεταγενέστερους
σολωμικού
Πειρασμού
στους
Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912) Πατρίδα Πάλε φυσάει της άνοιξης τ’ αγέρι Στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα, Σα νύφ’ η γη, πώχει άμετρ’ άνθη προίκα, Λάμπει, ενώ σβηέται της αυγής τ’ αστέρι. Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι, Εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα∙ Τη φύση στην καλή της ώρα ευρήκα, λαχταρίζει η ζωή σ’ όλα τα μέρη. Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα, Κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει Πόθο στα φυλλοκάρδια μου κ’ ελπίδα Να σου ξαναφιλήσω τ’ άγιο χώμα, Να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη, ΄Ομορφή μου, καλή, γλυκειά Πατρίδα! Προσπαθήστε να εντοπίσετε τις επιδράσεις από τον σολωμικό Πειρασμό στο ποίημα του μετασολωμικού Λορέντζου Μαβίλη (συγκρίνετε τη θεματική των ποιημάτων, τις εικόνες, το λεξιλόγιο, τα συναισθήματα που προκαλεί.)
Ο Δ. Σολωμός στον «Πειρασμό» παρουσιάζει την ομορφιά της φύσης, την άνοιξη με πολλές χαρούμενες εικόνες οπτικές, ακουστικές, όσφρησης και κινητικές. Βασικά στοιχεία της ανοιξιάτικης φύσης είναι η πλούσια βλάστηση (στ. 3), οι μυρωδιές των ανθισμένων φυτών και δέντρων (στ. 3), τα κελαηδίσματα των πουλιών (στ. 4), τα τρεχούμενα κρυστάλλινα νερά (στ. 5-6), η πεταλούδα που παίζει με το καθρέφτισμά της στο νερό της λίμνης (στ. 13), το φεγγάρι που καθρεφτίζεται στη γαλήνια επιφάνεια της λίμνης (στ. 20). Η εορταστική αυτή ατμόσφαιρα προκαλεί στο θεατή συναισθήματα χαράς και ευτυχίας και γενικότερα μια ψυχική ευφορία και τη διάθεση για ζωή. Ο Σολωμός παρουσιάζοντας την ομορφιά της ανοιξιάτικης φύσης προβάλλει τον Πειρασμό στον οποίο βρίσκονται οι πολιορκημένοι στο Μεσολόγγι, οι οποίοι αισθάνονται έντονα την ανάγκη να ζήσουν παρακολουθώντας την αναγέννηση της φύσης και προσωρινά ξεχνούν το χρέος τους. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο 15
ποιητής είναι η δημοτική με κάποια ιδιωματικά στοιχεία (π.χ. κλει, κιλαϊδισμός, ούλα, πνένε). Ο Λορέντζος Μαβίλης στο ποίημα του «Πατρίδα» περιγράφει, όπως ο Δ. Σολωμός, την ομορφιά της φύσης την άνοιξη, με πολλές εικόνες και πλούσια εκφραστικά μέσα. Αρχικά, ένα απαλό, δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι φυσά σε όλη την πλάση. Η γη είναι τόσο ανθισμένη που παρομοιάζεται με νύφη με πολλά προικιά. Οι πεταλούδες, οι μέλισσες και οι σφήκες, αλλά και τα πουλιά πετούν και κελαηδούν ευτυχισμένα, απολαμβάνοντας την ομορφιά της φύσης. Βρισκόμαστε σε ένα σολωμικό, παράδεισο (και μάλιστα χωρίς πειρασμό), στον οποίο η φύση είναι στην "καλή" της ώρα, την ώρα που γεννιέται η ζωή. Παρόμοια συναισθήματα προκαλεί η φύση και σε αυτό το ποίημα, δηλαδή συναισθήματα πληρότητας, χαράς και ευδαιμονίας. Ευαγγελία Κοτζιά Ο Λορέντζος Μαβίλης είναι γνωστός ως μετασολωμικός ποιητής καθώς αυτό συνεπάγεται η εμφανέστατή επίδρασή του από τον Σολωμό στο ποίημα «Πατρίδα» αλλά και όχι μόνο. Αφού διαβάσει κανείς το συγκεκριμένο ποίημα και το ποίημα «Πειρασμός» του Σολωμού θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία. Αρχικά, σαν πρώτη ομοιότητα μπορεί να σημειωθεί η θεματική τους, δηλαδή το γεγονός πως και τα δύο ποιήματα αναφέρονται στην ευωδία και την ομορφιά της φύσης, την χαρά της ζωής την άνοιξη. Έπειτα θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τις εικόνες που προκαλούν οι στίχοι τους. Συνεπώς, στη δεύτερη στροφή στο στίχο « Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι» θυμίζει τον στίχο «Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα», καθώς και οι δύο αυτοί στίχοι φέρνουν στο μυαλό του καθενός πεταλούδες να παίζουν μεταξύ τους, ο στίχος «Εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα» μοιάζει με τον στίχο «Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι», μιας και δημιουργείται η εικόνα μιας μέλισσας, ο στίχος «Τη φύση στην καλή της ώρα ευρήκα» ταυτίζεται σχεδόν με τον στίχο «Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα». Στη συνέχεια ο στίχος «Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα» μοιάζει με τον στίχο «Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη» είναι δύο οσφρητικές εικόνες που μόλις διαβάσει κανείς τους στίχους του έρχεται στο μυαλό η μυρωδιά των ανθισμένων λουλουδιών και ο στίχος «Κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει» θυμίζει τον στίχο «Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος», καθώς είναι μια ακουστική εικόνα με τα κελαϊδίσματα των πουλιών που χαίρονται όπως όλη η πλάση. Επίσης, όσο αφορά το λεξιλόγιο ο Μαβίλης χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «γλυκός» ακριβώς όπως και ο Σολωμός, όχι μόνο στον «Πειρασμό» αλλά και σε πολλά άλλα ποιήματα του. Τέλος, και τα δύο κείμενα αφού έχουν τόσα κοινά, προκαλούν και παρόμοια συναισθήματα. Πιο συγκεκριμένα, προσωπικά, διαβάζοντάς τα γεννιέται μια αίσθηση χαράς και της ευτυχίας, σαν να ανυπομονώ και εγώ να έρθει η άνοιξη για να χαρώ με όλη την υπόλοιπη πλάση! Ελπίδα Μπότου Το ποίημα «Πειρασμός» φαίνεται πως είχε επηρεάσει αρκετά τον Μαβίλη, όταν έγραφε το ποίημα «Πατρίδα». Το ποίημα, όπως ακριβώς και ο Πειρασμός αναφέρεται στην αγάπη του ποιητικού υποκειμένου για την πατρίδα του (στ. 11., στ.14) και στην ομορφιά αυτής κατά τη 16
διάρκεια της άνοιξης (στ.1-2., στ. 13). Η ομορφιά αυτή δίνεται με έντονες περιγραφές, που απεικονίζουν τη ζωντάνια και τη μαγεία που φέρνει η άνοιξη στην ελληνική γη. Το ποίημα είναι πλούσιο σε εικόνες που αποτυπώνουν αυτή τη μαγεία «Πάλε φυσάει της άνοιξης τ’ αγέρι», «Πεταλούδες… ταίρι», «Εδώ βουίζει… σφήκα», «Κάθε μοσκοβολιά… ξυπνάει». Συγκεκριμένα, με την οπτική εικόνα «Πεταλούδες… ταίρι», την ακουστική «Εδώ βουίζει… σφήκα» και την οσφρητική «Κάθε μοσκοβολιά… χρώμα» ο ποιητής δίνει με λεπτομέρεια ό, τι μπορούμε να δούμε, να ακούσουμε και να μυρίσουμε στη φύση. Η πεταλούδα που πετά ανέμελα συναντάται ακριβώς και στον Πειρασμό (στ. 13), όπως και το κελάηδημα των πουλιών (στ. 4, στ. 9). Τέλος, και τα δύο ποιήματα προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα· από τη μία χαρά, αφού και στα δύο αποτυπώνεται η αισιοδοξία για την ομορφιά της ζωής κατά την περίοδο της άνοιξης και από την άλλη το ποίημα του Μαβίλη δημιουργεί μία λύπη για τη νοσταλγία ενός ξενιτεμένου ανθρώπου, που επιθυμεί να επιστρέψει πίσω («Να σου ξαναφιλήσω… Πατρίδα!»). Το ίδιο αρνητικό συναίσθημα δηλώνεται και στον Πειρασμό, αφού εκεί η πατρίδα είναι σκλαβωμένη και οι Έλληνες παλεύουν με όλες τους τις δυνάμεις για την απελευθέρωσή της. Κωνσταντίνος Μπαρλαμάς Στο συγκεκριμένο ποίημα (σονέτο) παρατηρούμε επιδράσεις από το σολωμικό Πειρασμό. Ειδικότερα, στο ποίημα έχουμε την περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος κατά την εποχή που αυτό αναγεννιέται. Περιγράφεται η φύση, την περίοδο της άνοιξης, όταν κυριαρχεί η αγάπη, η ζωντάνια και η ομορφιά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, όπως και στο σολωμικό έργο, να γεμίζει η ψυχή του ανθρώπου ευδαιμονία. Ο Λορέντζος Μαβίλης χρησιμοποιεί τις εικόνες, όπως κάνει και ο Σολωμός, και προσπαθεί και αυτός να διεγείρει τις αισθήσεις μας με αυτές, δηλαδή την όραση, την ακοή και την όσφρηση. Με αυτό τον τρόπο γίνεται πιο παραστατικός. Το ποίημα είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα και παρατηρούμε τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένων επιθέτων, όπως το γλυκός και καλός, που είναι χαρακτηριστικά επίθετα της ποίησης του Σολωμού στον Πειρασμό. Το ποίημα, όπως και στην περίπτωση του Πειρασμού, προκαλεί χαρά και ευφορία. Θέλει να δημιουργήσει την αίσθηση της γαλήνης και της ψυχικής ηρεμίας μέσα από τις εικόνες της φύσης. Θανάσης Μαρμπούρης
Με ποια σολωμική έννοια/τόπο ταυτίζεται μεταφορικά η «Πατρίδα» του Μαβίλη; Στο κείμενο ο Μαβίλης ταυτίζει την πατρίδα με τη μητέρα φύση μέσα από μια σειρά ακουστικών και οπτικών εικόνων, προσωποποιήσεων και μεταφορών. Ο τίτλος του σονέτου είναι «Πατρίδα» ενώ έπειτα αναφέρεται στην ομορφιά και την αναγέννηση της φύσης. Επομένως, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως την φύση την νιώθει σαν πατρίδα του, σαν το σπίτι του. Ελπίδα Μπότου Ο τίτλος του ποιήματος «Πατρίδα» υποδηλώνει την έντονη αγάπη και νοσταλγία του ποιητή για την όμορφη, «καλή, γλυκειά πατρίδα» του, από την οποία, προφανώς, απουσιάζει εδώ και καιρό. Στην τέταρτη στροφή ανακαλύπτουμε ότι ο ποιητής δεν υμνεί απλώς τις ομορφιές 17
κάποιου τόπου, αλλά εκφράζει τα συναισθήματα ενός ξενιτεμένου, ενός ανθρώπου που βρίσκεται μακριά, που νοσταλγεί και επιθυμεί να ξαναγυρίσει στην πατρίδα («να σου ξαναφιλήσω τ’ άγιο χώμα»). Ο ποιητής δεν αναφέρεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στη Ζάκυνθο γεννήθηκε!!, και έζησε, αλλά γενικότερα στην Ελλάδα. Με λίγα λόγια η κοινή σολωμική έννοια/τόπος είναι η πατρίδα, η Ελλάδα. Ευαγγελία Κοτζιά Ο Μαβίλης είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της επτανησιακής σχολής, ο οποίος έχει δεχτεί την επίδραση του Σολωμού στο έργο του. Η έννοια της Πατρίδας στο ποίημά του «Πατρίδα» ταυτίζεται με την έννοια της φύσης/παράδεισος του Σολωμού. Όπως στην ποίηση του Σολωμού, έτσι και στο σονέτο του Λ. Μαβίλη περιγράφεται η άνοιξη με όλο το σφρίγος και την ορμή της, μέσα από μια σειρά εικόνες, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις. Με αυτό τον τρόπο γινόμαστε και εμείς μάρτυρες του μεγαλείου της. Αρχικά, μας αγγίζει το απαλό, δροσερό και ζωογόνο αεράκι της που μοσχοβολά από τις ευωδιές της ανθισμένης γης η οποία παρομοιάζεται με νύφη. Παρακολουθούμε τις πεταλούδες που πετούν από λουλούδι σε λουλούδι και ακούμε το βούισμα των εντόμων. Βρισκόμαστε δηλαδή σε ένα σολωμικό παραδεισένιο κόσμο στον οποίο η φύση είναι στην καλύτερή της ώρα, την ώρα που γεννιέται η ζωή. Η φύση αποπνέει αυτό το αίσθημα πληρότητας και ευδαιμονίας που συναντάμε και στο έργο του Σολωμού και η οποία ταυτίζεται με την έννοια του ευτυχισμού. Αυτή η εικόνα δημιουργεί στον ποιητή νοσταλγία και επιθυμία να γυρίσει στην πατρίδα του. Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Ο Μαβίλης στο ποίημα του Πατρίδα αναφέρεται, όπως και ο Σολωμός στα αντίστοιχα ποιήματά του, στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην ελληνική ύπαιθρο, όπως αυτή γεμίζει χρώματα, αρώματα, ζωή και αγάπη την άνοιξη, την ομορφότερη εποχή του χρόνου για τη χώρα μας. Ουσιαστικά ο Μαβίλης παρουσιάζει έναν επίγειο παράδεισο, όπως γίνεται η χώρα μας κάθε άνοιξη, έναν τόπο που γεμίζει τον άνθρωπο χαρά και ευδαιμονία. Θανάσης Μπαρμπούρης Το ποίημα του Μαβίλη είναι σονέτο. Γράψτε μόνοι σας τα χαρακτηριστικά του είδους μελετώντας τη στιχουργική του ποιήματος. Ανατρέξτε στη συνέχεια στο Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων του ΟΕΔΒ, ελέγξτε και διορθώστε την απάντησή σας.
Το σονέτο είναι ένα ποιητικό είδος οι ρίζες του οποίου βρίσκονται στην Ιταλία όπως δηλώνει και η ονομασία του σονέτο< sonetto. Στην Ελλάδα κάνει κυρίως την εμφάνιση του μέσα από τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή και τα σονέτα του Παλαμά, του Γρυπάρη και αργότερα του Μαβίλη. Ο Λ. Μαβίλης θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους που έγραψε τα πιο καλοδουλεμένα λυρικά σονέτα. Το σονέτο είναι ένα δεκατετράστιχο ποίημα γι΄ αυτό άλλωστε και ο Παλαμάς τιτλοφόρησε την συλλογή του με σονέτα «Τα δεκατετράστιχα». 18
Τα χαρακτηριστικά του σονέτου είναι τα εξής: Αποτελείται από δεκατέσσερις στίχους που κατανέμονται σε τέσσερις στροφές. Οι δύο πρώτες στροφές είναι τετράστιχες και αποτελούν την οκτάβα και οι δύο τελευταίες τρίστιχες. Στις δύο πρώτες στροφές η ομοιοκαταληξία είναι σταυρωτή (ΑΒΒΑ) και στις δύο επόμενες παρουσιάζονται διάφοροι συνδυασμοί (πχ. στο σονέτο «Πατρίδα» κάθε στίχος της τρίτης στροφής ομοιοκαταληκτεί με ένα στίχο της τέταρτης στροφής). Ο στίχος είναι ιαμβικός ενδεκασύλλαβος. Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Το ποίημα αποτελείται από τέσσερις στροφές. Οι δύο πρώτες είναι τετράστιχες και οι άλλες δυο τρίστιχες. Συνολικά, αποτελείται από 14 στίχους, ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους (στ. 2, 5, 9, 10 κ.λπ.) και δωδεκασύλλαβους (στ. 1,3, 6, 7, 8 κλπ.). Έχει σταυρωτή ομοιοκαταληξία και κάθε στίχος των δύο τελευταίων στροφών ομοιοκαταληκτεί μ’ έναν στίχο της άλλης (π.χ. «αγέρι-ταίρι», «γλύκα- σφήκα», «προίκα- ευρήκα», «αστέρι- μέρη»). (Κων/νος Μπαρλαμάς)
Λάμπρος Πορφύρας (Δημήτριος Σύψωμος, 1879-1932) Ανεμώνες στον άνεμο Ο αποσταμένος Έρωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει κρυμμένος στ’ ανοιξιάτικα τα φύλλα, τ’ ασημένια, μα δίχως άλλο τα μικρά πουλιά τον είχαν νιώσει κ’ είχαν τραγούδια έτσι γλυκά και τόσο κρουσταλλένια. Κ’ ένα πουλάκι απ’ την πολλήν αγάπη του ετρελλάθη, και στην ψηλότερη κορφή, στου κλωναριού την άκρια, ζυγιάζουνταν κελαϊδιστά κ’ έπεφτε ως όπου εστάθη εκεί που μόλις στέκονται και της δροσιάς τα δάκρυα. Το ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα ο οποίος, όπως μαρτυρεί και το ψευδώνυμό του, είχε μελετήσει και αγαπούσε πολύ το Σολωμό, έχει έντονες επιδράσεις από τον σολωμικό Πειρασμό. Προσπαθήστε να τις εντοπίσετε (συγκρίνετε τη θεματική των ποιημάτων, τις εικόνες, το λεξιλόγιο, τα συναισθήματα που προκαλεί.) Ο Δημήτριος Σύψωμος έχει πάρει το ψευδώνυμο Λάμπρος Πορφύρας, πιθανότατα από τα σολωμικά έργα Πόρφυρας και Ο Λάμπρος. Ήταν μεγάλος θαυμαστής του. Επίσης, έχουν και κάποια κοινά στοιχεία στη ζωή τους, όπως η νησιωτική τους καταγωγή, οι σπουδές τους στην Νομική - αν και ο Πορφύρας δεν τις ολοκλήρωσε - και το γεγονός ότι έζησαν ένα 19
διάστημα στην Ιταλία. Στο ποίημα του Πορφύρα «Ανεμώνες στον άνεμο» παρατηρούμε αρκετές επιρροές από τον σολωμικό «Πειρασμό». Ειδικότερα, το ποίημα του Πορφύρα αναφέρεται στον Έρωτα, τον οποίο και προσωποποιεί, όπως ο Σολωμός στον «Πειρασμό». Σκόπιμα συνδέει τον Έρωτα με την άνοιξη, αφού αυτή την περίοδο παρατηρείται πιο έντονη η ερωτική διάθεση και γίνεται η αναπαραγωγή των ζώων. Επίσης, χρησιμοποιεί τα πουλιά για να παρουσιάσει το ανοιξιάτικο τοπίο, αφού και οι δυο ποιητές αγαπούν πολύ την φύση. Ως προς τις εικόνες που παρουσιάζονται στο ποίημα, παρατηρούμε ότι ο Πορφύρας χρησιμοποιεί οπτικοακουστικές, αλλά και κινητικές εικόνες, όπως και ο Σολωμός. Αρχικά, στην πρώτη εικόνα προσωποποιείται ο Έρωτας που κρύβεται στη λεύκα («Ο αποσταμένος Έρωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει/ κρυμμένος στ’ ανοιξιάτικα τα φύλλα, τ’ ασημένια»), όπως βλέπουμε και στον «Πειρασμό» του Σολωμού, που ξεκινά με την κινητική εικόνα του Έρωτα που χορεύει («Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη»). Επιπλέον, επιλέγει την λεύκα για να σηματοδοτήσει τον ερχομό της άνοιξης, γιατί είναι ένα φυλλοβόλο δέντρο, που χάνει τα φύλλα του τον χειμώνα και την άνοιξη τα ξαναβγάζει. Ο ήλιος πέφτει πάνω στα φύλλα της, που είναι ανοικτό πράσινο χρώμα και όταν το φως πέφτει πάνω τους μοιάζουν ασημένια, γεγονός που τα κάνει πιο εντυπωσιακά. Ο λόγος που διαλέγει τα φύλλα της λεύκας είναι γιατί έχει επηρεαστεί από την αγάπη του Σολωμού για το φως και έτσι το παρουσιάζει κι εκείνος με έμμεσο τρόπο. Επίσης, χρησιμοποιεί την λεύκα για να δείξει την αγάπη του για το νερό, αφού η λεύκα είναι ένα δέντρο που φυτρώνει δίπλα σε ποταμούς και λίμνες, αλλά και για τις γυναίκες, καθώς είναι θηλυκού γένους. Πάνω στην λεύκα έχουμε ακόμα τις οπτικοακουστικές εικόνες των πουλιών που κελαηδούν γλυκά νιώθοντας τον Έρωτα, αλλά και την κινητική εικόνα του μοναχικού πουλιού, που έχει καθίσει στην άκρη ενός φύλλου της ψηλής λεύκας και τραγουδά («Κ’ ένα πουλάκι απ’ την πολλήν αγάπη του ετρελλάθη,/ και στην ψηλότερη κορφή, στου κλωναριού την άκρια,/ ζυγιάζουνταν κελαηδιστά κ’ έπεφτε ως όπου εστάθη/ (…)»). Όσον αφορά στο λεξιλόγιο, παρατηρούμε ότι η νησιωτική καταγωγή των δυο ποιητών, έχει επηρεάσει την γλώσσα τους (άκρια, κρουσταλλένια). Ο Πορφύρας επηρεασμένος από την γλωσσά του Σολωμού χρησιμοποιεί πολλά επίθετα ως επιθετικούς προσδιορισμούς, δίνοντας έτσι μια λυρικότητα στο ποίημά του και παράλληλα μουσικότητα. Επιπλέον, αντίστοιχα με τον Σολωμό χρησιμοποιεί αρκετά κινητικά ρήματα (ζυγιάζουνταν, έπεφτε, εστάθη, στέκονται). Τόσο το ποίημα «Ανεμώνες στον άνεμο», όσο και ο «Πειρασμός», μας δημιουργούν ένα συναίσθημα συγκίνησης για τον ερχομό της άνοιξης. Αυτή η συγκίνηση είναι ανάμεικτη με αισιοδοξία, αλλά και μια μικρή θλίψη για το πουλί που τραγουδά μόνο του στο χείλος του κλαριού. Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Το ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα είναι έντονα επηρεασμένο από την ποίηση του Διονύσιου Σολωμού και συγκεκριμένα από το σολωμικό Πειρασμό. Τα δύο ποιήματα έχουν ως κεντρικό άξονα την ομορφιά της φύσης, που αναγεννιέται την άνοιξη, προσωποποιώντας 20
την και δίνοντας της μια εξωπραγματική διάσταση («Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα… κρυμμένος στ΄ ανοιξιάτικα τα φύλλα, τ’ ασημένια»). Ο Έρωτας λειτουργεί ως σύμβολο της δημιουργικής δύναμης και της χαράς και εμφανίζεται στον πρώτο στίχο των δύο ποιημάτων: «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη», «Ο αποσταμένος Έρωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει». Η σαφής επιρροή του Σολωμού στον Πορφύρα γίνεται αντιληπτή μέσα από τις εικόνες του ανοιξιάτικου τοπίου «Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολημένη, Και παίρνουνε το μόσχο της, και αφήνουν τη δροσιά τους …, στη λεύκα είχε σκαλώσει κρυμμένος στα ανοιξιάτικα τα φύλλα, τα ασημένια» αλλά και το τραγούδι των πουλιών «Ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος…, και είχαν τραγούδια τόσο γλυκά και τόσο κρυσταλλένια». Επιπρόσθετα τα ποιήματα παρουσιάζουν ομοιότητες και ως προς το πλούσιο λεξιλόγιο με τα πολλά σχήματα λόγου (π.χ. « Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη» – Και ένα πουλάκι απ’ την πολλήν αγάπη του ετρελλάθη»). Τέλος αξίζει να τονιστεί ότι και τα δύο ποιήματα προκαλούν στον αναγνώστη ψυχική ηρεμία μέσα από την ομορφιά και την ευδαιμονία του ανοιξιάτικου τοπίου και ένα αίσθημα δέους για την ομορφιά της φύσης και τη χαρά της ζωής. Θοδωρής Παπαγεωργίου
Σημειώστε μια κοινή εικόνα, μια κοινή προσωποποίηση και μια κοινή μεταφορά με τον σολωμικό Πειρασμό. Τόσο στο ποίημα «Ανεμώνες στον άνεμο», όσο και στον «Πειρασμό» συναντάμε κοινά εκφραστικά μέσα. Έτσι, έχουμε μια παρόμοια οπτικοακουστική εικόνα, όπου τα πουλιά έχουν νιώσει τον έρωτα και τραγουδούν γλυκά («μα δίχως άλλο τα μικρά πουλιά τον είχαν νιώσει κ’ είχαν τραγούδια έτσι γλυκά και τόσο κρουσταλλένια» και «Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους Ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος»). Και οι δυο εικόνες μας αφήνουν μια αίσθηση δροσιάς. Επίσης, ο Πορφύρας προσωποποιεί τον Έρωτα. Ξεκινά με αυτόν στο ποίημά του («Ο αποσταμένος Έρωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει κρυμμένος στ’ ανοιξιάτικα τα φύλλα, τ’ ασημένια»), όπως και ο Σολωμός στον «Πειρασμό», που τον παρουσιάζει να κρύβεται μέσα στα φύλλα της λεύκας («Έστησ΄ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη»). Τέλος, υπάρχει μια κοινή μεταφορά στα δυο ποιήματα. Πρόκειται για την παρουσίαση της δροσιάς. Στον Πορφύρα είναι τα δάκρυα των φύλλων της λεύκας («εκεί που μόλις στέκονται και της δροσιάς τα δάκρυα»), ενώ στο Σολωμό είναι τα καθαρά νερά που χύνονται δροσερά, παίρνουν την ευωδιά των λουλουδιών κι αφήνουν τη δροσιά τους («Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, Και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους»). Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Το ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα όπως και το ποίημα του Σολωμού είναι γεμάτo από εικόνες κατά βάση του ανοιξιάτικου τοπίου. Η κοινή εικόνα που εντοπίζεται σε αυτά τα δύο ποιήματα είναι το κελαΐδισμα των πουλιών γεγονός που λειτουργεί ως ερωτικό κάλεσμα και 21
εξύμνηση της φύσης και της άνοιξης. («Κ’ είχαν τραγούδια… κρυσταλλένια»). Τώρα όσον αφορά την κοινή προσωποποίηση, και στα δύο ποιήματα προσωποποιείται ο Έρωτας, ο οποίος συμβάλλει ώστε να αναγεννηθεί η φύση. Η σημασία του Έρωτα είναι τόσο μεγάλη και γι’ αυτό αναφέρεται στον πρώτο στίχο και των δύο ποιημάτων. Πιο συγκεκριμένα, στο Σολωμό ο Έρωτας χορεύει με τον Απρίλη, το βασικό μήνα της άνοιξης, στον οποίο όλα είναι ανθισμένα και καλούν τους ανθρώπους να ερωτευτούν. (« Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη»»), ενώ στον Πορφύρα ο Έρωτας κρύβεται μέσα στα φύλλα («Ο αποσταμένος έρωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει κρυμμένος στα ανοιξιάτικα τα φύλλα»). Τέλος η κοινή μεταφορά μεταξύ των δύο ποιημάτων είναι αυτή που αναφέρεται στα τραγούδια. Συγκεκριμένα στις «Ανεμώνες στον άνεμο» τα τραγούδια των πουλιών χαρακτηρίζονται ως γλυκά και κρυσταλλένια («και είχαν τραγούδια τόσο γλυκά και κρυσταλλένια») ενώ και στον Πειρασμό του Σολωμού το κελάηδισμα του πουλιού προσδιορίζεται ως ανήκουστο και λιποθυμισμένο. Επομένως τα τραγούδια των πουλιών και στις δύο περιπτώσεις φαίνονται να είναι εντυπωσιακά. Θοδωρής Παπαγεωργίου Κατατάξτε το ποίημα στην παραδοσιακή ή τη μοντέρνα ποίηση αιτιολογώντας την απάντησή σας. Το ποίημα «Ανεμώνες στον άνεμο» του Λάμπρου Πορφύρα, ανήκει στην παραδοσιακή ποίηση. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι έχει πλεκτή ομοιοκαταληξία (1-3 / 2-4). Επίσης, χρησιμοποιεί σημεία στίξης (κόμματα, τελείες) και η σύνταξη είναι αυστηρή (προτάσσει το υποκείμενο, τοποθετεί το ρήμα στο τέλος). Ο λόγος του ποιήματος είναι προσεγμένος, επιλέγει λέξεις που δεν είναι καθημερινές. Το ποίημα του δε θυμίζει πεζό λόγο. Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που το χαρακτηρίζει είναι η λυρικότητα. Παρατηρούμε χρήση επιθέτων και πολλές εικόνες. (Ιωάννα Παναγιωτοπούλου) Το ποίημα «Ανεμώνες στον Άνεμο» ανήκει στην παραδοσιακή ποίηση καθώς είναι χωρισμένο σε 2 στροφές με ίσο αριθμό στίχων, δηλαδή 4 στίχοι σε κάθε στροφή. Επιπρόσθετα το ποίημα έχει πλεκτή ομοιοκαταληξία («σκαλώσει... νιώσει», «ασημένια… κρυσταλλένια»). Επιπλέον κάθε στίχος έχει ολοκληρωμένο νόημα όπως και αλληλουχία νοημάτων ενώ παρότι υπάρχουν πολλές μεταφορές, οι λέξεις διατηρούν το νόημά τους. (Θοδωρής Παπαγεωργίου)
Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941) Σ’ όλης της γης το μάκρος Σ’ όλης της γης το μάκρος Νεροσυρμές βλασταίνουν Πρόσωπα λουλουδιών Αγαπημένα στέκουν Κι αφήνονται στη ριπή του ανέμου 22
Ενώ οι άνθρωποι διαβαίνουν Από αγέρα σε αγέρα Και ομιλούν στον κάμπο
Είταν μια μέρα γελαστή Είταν μια μέρα γελαστή Που τη χορεύαν όλοι Ένας σοφός μάς άκουγε ξανά Να λέμε παραμύθια Είταν καιρός που άνοιγε η καρδιά Και μπαίναν τα λουλούδια Εκελαϊδούσαν όλο πιο γλυκά Τα σύννεφα στα δέντρα Κ’ είταν μια τρέλα τα πουλιά Που ακούμπαγαν στην πλάση. Ποια κοινά στοιχεία διακρίνετε ανάμεσα στον «Πειρασμό» του Σολωμού και στα δύο ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη: α) στην παρουσίαση της φύσης β) στα συναισθήματα που αυτή προκαλεί στον άνθρωπο. Σημειώστε τις λέξεις ή φράσεις που τα υποδηλώνουν σε κάθε ποίημα. α) Τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στον «Πειρασμό» και τα ποιήματα του Σαραντάρη εντοπίζονται στην παρουσίαση της φύσης η οποία αναγεννάται, τα λουλούδια ανθίζουν, τα νερά τρέχουν και φαίνεται πως η φύση ήταν στις πιο ωραίες της στιγμές και στη χαρά της για τη βλάστηση της συμμετέχουν και τα πουλιά με το γλυκό τους κελάηδισμα. Μερικές φράσεις στα δύο ποιήματα που μας εκφράζουν την παρουσίαση της φύσης ως ένα χαρμόσυνο γεγονός είναι: « νερά γλυκά, χαριτωμένα, εκελαηδούσαν όλο και πιο γλυκά, ήταν καιρός που άνοιγε η καρδιά κτλ.» Ελένη Πολυμέρου Στον «Πειρασμό» του Σολωμού και στα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη παρουσιάζεται η ομορφιά της φύσης την Άνοιξη, την εποχή του χρόνου κατά την οποία όλα αναγεννιούνται. Ο στίχος στον «Πειρασμό»: «Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και την γλυκιά της ώρα» ταιριάζει με τον στίχο του ποιήματος «Είταν μια μέρα γελαστή» του Σαραντάρη: « Είταν καιρός που άνοιγε η καρδιά». Και στα δύο παρουσιάζεται η εποχή της ‘Άνοιξης και η αίσθηση που απορρέει από αυτήν. Συγκεκριμένα, στους στίχους 1-10 του ποιήματος του Σολωμού περιγράφεται με παραστατικό τρόπο η ομορφιά της φύσης τον Απρίλη. Ηλιοφάνεια, σκιερά μέρη με 23
δροσερά νερά, ευωδιές λουλουδιών, γλυκό κελάηδημα πουλιών. Στους στίχους 11-21 στα ήρεμα νερά της λίμνης η πεταλούδα παίζει με τον ίσκιο της, κοιμάται μέσα στον κρίνο ενώ ξεπροβάλλει σαν όραμα μια γυναίκα λουσμένη με το φως του φεγγαριού. Αντίστοιχα, στα ποιήματα του Σαραντάρη η φύση υμνείται μέσα από λεπτομερή περιγραφή εικόνων με λουλούδια, νερό, σύννεφα, δέντρα, πουλιά. Στο «Σ’ όλης της γης το μάκρος»: «...Νεροσυρμές βλασταίνουν Πρόσωπα λουλουδιών Αγαπημένα στέκουν Κι αφήνονται στη ριπή του ανέμου...» Στο «Είταν μια μέρα γελαστή»: «Είταν μια μέρα γελαστή Που τη χορεύαν όλοι ............... Και μπαίναν τα λουλούδια Εκελαϊδούσαν όλο πιο γλυκά Τα σύννεφα στα δέντρα Κ’ είταν μια τρέλα τα πουλιά Που ακούμπαγαν στην πλάση» Νικόλας Παπαλέξης Στο ποίημα του Σολωμού καθώς και στα δύο ποιήματα του Σαραντάρη παρουσιάζεται η ομορφιά της φύσης. Στον «Πειρασμό», ο ερχομός της άνοιξης έχει συνεπάρει την αναγεννημένη φύση και της χαρίζει όλες τις ομορφιές της. Τα φυτά έχουν φουντώσει και στην ατμόσφαιρα κυριαρχεί η ευωδιά των λουλουδιών και το κελάηδημα των πουλιών: «Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους», «ανάκουστος κιλαϊδισμός». Επίσης, η κίνηση των τρεχούμενων νερών που στο πέρασμά τους παίρνουν μαζί τη μυρωδιά των λουλουδιών και αφήνουν τη δροσιά τους υποδηλώνει το γενικότερο ξύπνημα- κίνηση της φύσης: «Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα. Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, και παίρνουνε το μόσχο της και αφήνουν τη δροσιά τους». Στο ποίημα «Σ΄ όλης της γης το μάκρος», τα στοιχεία της φύσης που παρουσιάζονται είναι το νερό, όπως και στο «Πειρασμό», που βοηθά στη βλάστηση των λουλουδιών και ο αέρας που τα ανεμίζει «Νεροσυρμές βλασταίνουν πρόσωπα λουλουδιών», «και αφήνονται στη ριπή του ανέμου». Στο ποίημα « Είταν μια μέρα γελαστή» η παρουσία της φύσης είναι επίσης αισθητή, γίνεται λόγος για λουλούδια, για σύννεφα, δέντρα και πουλιά «και μπαίναν τα λουλούδια», «εκελαϊδούσαν… τα σύννεφα στα δέντρα» και «ήταν μια τρέλα τα πουλιά που ακούμπαγαν στην πλάση». Οδυσσέας Πελεκούδας Τα κοινά στοιχεία όσον αφορά την παρουσίαση της φύσης είναι τα εξής: πρώτον, και στους δύο ποιητές παρατηρείται η προσωποποίηση της φύσης. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο ποίημα του Σαραντάρη, «Σ’ όλης της γης το μάκρος «, στους στίχους 3-5 τα λουλούδια γίνονται πρόσωπα και κάνουν ανθρώπινες κινήσεις, ( «στέκουν «, «αφήνονται «), ενώ στο 24
ποίημα του Σολωμού προσωποποιείται η Άνοιξη και όλα τα στοιχεία που την απαρτίζουν («τρέμουν εδώ, τρέμουν εκεί», «Έστησε ο Έρωτας … Απρίλη»). Επίσης, στο δεύτερο ποίημα του Σαραντάρη, «Είταν μια μέρα γελαστή «, και στον «Πειρασμό», αναφέρονται και τα ζώα που ζουν εκεί, όπως « τα πουλιά» και «η πεταλούδα» αντίστοιχα. Εύχαρις Πνευματικού Η παρουσίαση της φύσης στο ποίημα του Σολωμού «Πειρασμός» και στα δύο ποιήματα του Σαραντάρη είναι παρόμοια. Και οι δύο ποιητές μας παρουσιάζουν την φύση και συγκεκριμένα τον ερχομό της άνοιξης, η οποία καλωσορίζει τους ανθρώπους με έναν χαρούμενο τρόπο. Συγκεκριμένα στο ποίημα του Σαραντάρη «Είταν μια μέρα γελαστή» οι δύο πρώτοι στίχοι «Είταν μια μέρα γελαστή που όλοι την χόρευαν» είναι πανομοιότυποι με τον πρώτο στίχο «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη» από το ποίημα του Σολωμού «Πειρασμός». Με αυτούς τους δύο στίχους μας δηλώνεται ο ερχομός της άνοιξης το οποίο είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός που το γιορτάζουν όλοι οι άνθρωποι. Επιπλέον, στο ποίημα «Σ ’όλης της γης το μάκρος» του Σαραντάρη στους στίχους 2,3 «Νεροσυρμές βλασταίνουν πρόσωπα λουλουδιών», στο ποίημα «Είταν μια μέρα γελαστή» στους στίχους 5,6 «Είταν καιρός που άνοιγε η καρδία και μπαίναν τα λουλούδια» και στο ποίημα του Σολωμού στον στίχο 2 «Και μες στην σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους», μας παρουσιάζεται η αναγέννηση της φύσης καθώς τα λουλούδια ανθίζουν και ξεχύνουν τα αρώματά τους σε όλη την πλάση. Ακόμη, στο ποίημα του Σαραντάρη «Είταν μια μέρα γελαστή» στους στίχους 7,9,10 «Εκελαϊδούσαν όλο και πιο γλυκά» και «Κι’ είταν μια τρέλα τα πουλιά που ακούμπαγαν στην πλάση» και στο ποίημα του Σολωμού «Πειρασμός» στους στίχους 4,9,10 «Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος», «τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια», « Έξω αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα» μας προβάλλεται άλλο ένα χαρακτηριστικό στην παρουσίαση της φύσης το οποίο είναι το κελάιδισμα των πουλιών, η γέννηση των ζώων και η επιθυμία για ζωή που προκαλεί αυτή η αναγέννηση. Και στα δύο ποιήματα μας παρουσιάζεται έντονα αυτό το γεγονός με κυρίαρχους χαρακτήρες τα πουλιά που κελαηδούν και πετούν από δω και από εκεί γεμίζοντας τον άνθρωπο με χαρά και επιθυμία για ζωή. Θεοδώρα Καλογεροπούλου β) Και στα τρία αυτά ποιήματα η φύση προκαλεί θετικά συναισθήματα στον άνθρωπο. Η φύση βρίσκεται στην «καλή και γλυκιά της ώρα» προκαλώντας χαρά σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Στα ποιήματα του Σαραντάρη οι άνθρωποι βγαίνουν έξω, περπατούν απολαμβάνοντας τη φύση και μιλούν μεταξύ τους στον κάμπο « ενώ οι άνθρωποι διαβαίνουν … και ομιλούν στον κάμπο». Επίσης, στο δεύτερο ποίημα του αποκαλεί τη μέρα «γελαστή» και τους ανθρώπους ευδιάθετους να χορεύουν « είταν μια μέρα γελαστή που τη χορεύαν όλοι». Καθώς ακόμη στο στίχο «είταν καιρός που άνοιγε η καρδιά» φαίνεται ότι οι άνθρωποι ήταν ανοιχτοί στο να αισθανθούν τη χαρά που τους προσφέρει η φύση. Οδυσσέας Πελεκούδας Η παρουσίαση της αναγέννησης της φύσης την άνοιξη, δημιουργεί στον άνθρωπο χαρά ευφορία, βελτιώνει την διάθεση του και δημιουργεί μία αίσθηση αισιοδοξίας κάνοντας τον 25
να σκεφτεί πως όπως η φύση έχει τη δύναμη να αναγεννάται μετά από έναν δύσκολο χειμώνα, έτσι και εκείνος θα καταφέρει να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες του και να βρεθεί σε καλύτερες συνθήκες. Έτσι δημιουργείται στον άνθρωπο μια διάθεση για ζωή και κίνητρο για να πετύχει τους στόχους του. Τέλος, όσον αφορά τους στίχους στους οποίους εκφράζεται αυτή η κατάσταση ευφορίας, μπορούμε να πούμε πως δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος αλλά όλο το ποίημα συνολικά μας δίνει αυτή την χαρμόσυνη διάθεση. Ελένη Πολυμέρου Η αναγέννηση της φύσης ξυπνά τις αισθήσεις και προκαλεί χαρά, ευθυμία και ψυχική ανάταση. Αυτό φαίνεται από τα χαρακτηριστικά επίθετα που χρησιμοποιεί ο Σολωμός όπως: καλή, γλυκιά, χαριτωμένα, από το υποκοριστικό «λουλουδάκι» και γενικότερα από την γλαφυρή περιγραφή στους στίχους: «Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα» «Εξ αναβρύζει κι η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα» «Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα, Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο» Σ’ αυτούς τους στίχους χρησιμοποιεί επίσης λέξεις που δηλώνουν κάτι θετικό («αναβρύζει, ευωδίσει») Επιπλέον, στον «Πειρασμό» του Σολωμού οι στίχοι: «’Εστησ’ ο ‘Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη»….. «Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος», υποδηλώνουν το έντονο συναίσθημα του έρωτα που κατακλύζει την ανθρώπινη φύση σε τόσο μεγάλο βαθμό που προκαλεί παραλήρημα: «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τ’ είδες Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια !». Ένας άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, όπως θεωρούνταν οι αλαφροΐσκιωτοι, περιγράφει το μαγικό θέαμα μιας γυναικείας μορφής που ξεπροβάλλει από τα ήρεμα νερά της λίμνης λουσμένη με το φως του φεγγαριού. Είτε πρόκειται για την ίδια την ομορφιά της ζωής είτε για την Πατρίδα/Ελευθερία, ο «πειρασμός» είναι μεγάλος για τους ελεύθερους πολιορκημένους που δεν μπορούν να χαρούν τα δώρα της ζωής. Αντίστοιχα, στα δύο ποιήματα του Σαραντάρη η ομορφιά της φύσης που πάλι περιγράφεται με παραστατικό τρόπο, με χρήση επιθέτων όπως γελαστή, γλυκά, αγαπημένα και λέξεις που δηλώνουν θετική διάθεση (χόρευαν, εκελαϊδούσαν) προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα και φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Συγκεκριμένα αυτό αποτυπώνεται στους παρακάτω στίχους: Από το «Σ’ όλης της γης το μάκρος»: «Ενώ οι άνθρωποι διαβαίνουν Από αγέρα σε αγέρα Και ομιλούν στον κάμπο» Από το «Είταν μια μέρα γελαστή»: «Είταν μια μέρα γελαστή Που τη χορεύαν όλοι» 26
«Είταν καιρός που άνοιγε η καρδιά Και μπαίναν τα λουλούδια» Ο παραπάνω στίχος «Είταν καιρός που άνοιγε η καρδιά» ταυτίζεται με τον «Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και την γλυκιά της ώρα» αφού και οι δύο αναφέρονται στην ευεξία που μας προκαλεί η Άνοιξη. Νικόλας Παπαλέξης Η αναγέννηση της φύσης μαζί με όλα τα στοιχεία της συνθέτουν το ελληνικό φυσικό τοπίο δημιουργώντας μια εικόνα γεμάτη κίνηση που συμβολίζει τη χαρά και το ζωηρό πνεύμα της ίδιας της ζωής. Η αναγέννηση αυτή ξυπνά τις αισθήσεις και προκαλεί ευδαιμονία, ψυχική ανάταση και επιθυμία για ζωή στους ανθρώπους. Αυτό φαίνεται κυρίως από τα επίθετα που χρησιμοποιεί ο Σολωμός, όπως: γλυκιά, καλή, χαριτωμένα και το υποκοριστικό "λουλουδάκια". Επίσης, παρατηρούμε την ευδαιμονία αυτή στους παρακάτω στίχους που την περιγράφει στο ποίημα «Πειρασμός» του Σολωμού: Στίχος 5: «Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα» Στίχος 10: «Εξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ΄γη, σ’ ουρανό, σε κύμα» Στίχος 13: «Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα, Που ’χ ’ ευώδισε τα ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο». Στους παραπάνω στίχους μας παρουσιάζεται η χαρά και η αναγέννηση της φύσης, αφού ο ποιητής χρησιμοποιεί λέξεις όπως το αναβρύζει και το ευωδίσει που δηλώνουν ότι κάτι θετικό συμβαίνει στην φύση την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Επιπλέον, στον «Πειρασμό» του Σολωμού οι στίχοι « Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη» και «Ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος» υποδηλώνουν το έντονο συναίσθημα του έρωτα που κατακλύζει τον άνθρωπο σε υπερβολικά μεγάλο επίπεδο. Ακόμη με τους στίχους 15-16 « Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες:/ Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια» μας παρουσιάζει έναν αλαφροΐσκιωτο δηλαδή έναν άνθρωπο προικισμένο να βλέπει τα αόρατα, να μας περιγράφει το απίστευτο θέαμα μιας γυναικείας μορφής να ξεπροβάλλει από τα νηφάλια νερά μιας λίμνης, λουσμένη με το φως του φεγγαριού. Είτε πρόκειται για την ομορφιά της, είτε για την ελευθερία της πατρίδας του, ο πειρασμός που νιώθουν οι Έλληνες Πολιορκημένοι απέναντι σε αυτό το θέαμα είναι μεγάλος καθώς δεν μπορούν να απολαύσουν τα δώρα που τους προσφέρει η μητέρα φύση. Αντίστοιχα, στα δύο ποιήματα του Σαραντάρη η φύση μας περιγράφεται περιγραφικά και παραστατικά καθώς η χρήση επιθέτων όπως γελαστή, αγαπημένα και γλυκιά και λέξεις όπως χόρευαν και κελαϊδούσαν που υποδηλώνουν την θετική διάθεση, προκαλεί στους ανθρώπους χαρούμενα συναισθήματα και τους φέρνει πιο κοντά. Έτσι, καταλαβαίνουμε ότι και σε αυτά τα δύο ποιήματα η αναγέννηση της φύσης προκαλεί την χαρά, την ευδαιμονία και την επιθυμία για ζωή των ανθρώπων, όταν έρχονται σε επαφή με αυτήν. Συγκεκριμένα, αυτό φαίνεται στους παρακάτω στίχους: Στο ποίημα « Είταν μια μέρα γελαστή» Στίχοι 1-2 και 5-6: « Είταν μια μέρα γελαστή/ που την χόρευαν όλοι» και « Είταν καιρός που άνοιγε η καρδιά/ Και μπαίναν τα λουλούδια» 27
Οι στίχο 1-2 στο παραπάνω απόσπασμα θυμίζουν το στίχο 2 από τον Πειρασμό (Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε) καθώς και οι δύο αναφέρονται στην ευεξία και την χαρά που προκαλεί η άνοιξη στην ανθρώπινη φύση. Στο ποίημα «Σ’ όλης της γης το μάκρος»: Στίχοι 6-9: « Ενώ οι άνθρωποι διαβαίνουν Από αγέρα σε αγέρα Και ομιλούν στον κάμπο.» Θεοδώρα Καλογεροπούλου Η αναφορά της φύσης στα ποιήματα αυτά προκαλεί στον άνθρωπο συναισθήματα ηρεμίας και γαλήνης. Σα να μην χρειάζεται να ανησυχούν για το αύριο, επειδή την άνοιξη όλα ξαναγεννιούνται και δεν υπάρχει ο φόβος του θανάτου ή της πείνας, όπως υπάρχει τον χειμώνα. Πιο αναλυτικά χορεύουν, μιλούν ευχάριστα στα ποιήματα του Σαραντάρη ενώ στου Σολωμού υποβάλλονται από την ίδια τη φύση « «και ομιλούν στον κάμπο», « «που τη χορεύαν όλοι», Σολωμός: «κι όμορφη… το φως τους». Εύχαρις Πνευματικού Καταγράψτε παρόμοιους στίχους, φράσεις ή χαρακτηριστικές λέξεις στον «Πειρασμό» και στα ποιήματα του Σαραντάρη. Παρόμοιοι στίχοι: Έστησε ο Έρωτας χορό (Διονύσιος Σολωμός) – χορεύαν όλοι (Σαραντάρης) Κιλαϊδισμός, Σολωμός – εκελαϊδούσαν, Σαραντάρης νερά καθάρια και γλυκά, Σολωμός– νεροσυρμές, Σαραντάρης Τα λουλούδια, Σολωμός – λουλουδιών, Σαραντάρης Οδυσσέας Πελεκούδας Παρόμοιοι στίχοι: 1.Σολωμός: «Ανάκουστος κελαηδισμός και λιποθυμισμένος» Σαραντάρης: «Εκελαϊδούσαν όλο πιο γλυκά» 2. Σολωμός: « Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα» Σαραντάρης: «Νεροσυρμές βλασταίνουν» 3. Σολωμός: « Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα» Σαραντάρης: «Είταν μια μέρα γελαστή» 4. Σολωμός « Εξ αναβρύζει κι η ζωή, σ'γη, σ ουρανό, σε κύμα» Σαραντάρης: «Ήταν καιρός που άνοιγε η καρδιά» 5. Σολωμός: «Μέσα στον άγριο κρίνο» Σαραντάρης: «Πρόσωπα λουλουδιών, αγαπημένα στέκουν» Ελένη Πολυμέρου Σολωμός 1. Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ανθό Απρίλη 2. Τρέχουν εδώ τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια 3. Ουδ΄ όσο κάνει η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι 28
Σαραντάρης 1. Που τη χορεύαν όλοι 2. Κ’ είταν μια τρέλα τα πουλιά 3. Πρόσωπα λουλουδιών, Και μπαίναν τα λουλούδια Εύχαρις Πνευματικού Στον «Πειρασμό» του Σολωμού: «’Έστησ’ o Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,» Στο «Είταν μια μέρα γελαστή» του Σαραντάρη: «Είταν μια μέρα γελαστή/ Που τη χορεύαν όλοι» Στον «Πειρασμό» του Σολωμού:«....τη γλυκιά της ώρα,....», «....νερά καθάρια και γλυκά....» Στο «Είταν μια μέρα γελαστή» του Σαραντάρη: «.... όλο πιο γλυκά» Στον «Πειρασμό» του Σολωμού: «....η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,...» Στο «Σ’ όλης της γης το μάκρος» του Σαραντάρη: «Πρόσωπα λουλουδιών» Στο «Είταν μια μέρα γελαστή» του Σαραντάρη: «...Και μπαίναν τα λουλούδια..» Στον «Πειρασμό» του Σολωμού: «...κι’ αφήνουν τη δροσιά τους Στο «Σ’ όλης της γης το μάκρος» του Σαραντάρη: «... Κι αφήνονται στην ριπή του ανέμου» Στον «Πειρασμό» του Σολωμού: «Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα»....Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε» Στο «Σ’ όλης της γης το μάκρος» του Σαραντάρη: «Σ’ όλης της γης το μάκρος» Στον «Πειρασμό» του Σολωμού: « Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα» Στο «Σ’ όλης της γης το μάκρος» του Σαραντάρη: «Νεροσυρμές» Νικόλας Παπαλέξης Σημειώστε τις διαφορές παραδοσιακής και μοντέρνας ποίησης με βάση τα ποιήματα του Σολωμού και του Σαραντάρη. Με βάση τα ποιήματα του Σολωμού και του Σαραντάρη διακρίνονται πολλές διαφορές ανάμεσα σε μοντέρνα και παραδοσιακή ποίηση. Αρχικά, η παραδοσιακή ποίηση έχει μέτρο και ομοιοκαταληξία (από το Σχεδίασμα Β του Σολωμού: «βασιλεύει-ζηλεύει, μνέει-κλαίει, χέρι-ξέρει, γελούνε-κλειούνε, πάλι-κάλλη, ασπούδα-πεταλούδα, κρίνο-εκείνο, χάρη-χορτάρι, κραίνει-πεθαίνει»)σε αντίθεση με την μοντέρνα ποίηση όπου υπάρχει απουσία ομοιοκαταληξίας και μέτρου. Το μέτρο φαίνεται από τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο που κυριαρχεί στα Σχεδιάσματα Β και Γ του Σολωμού, πολύ βασικό χαρακτηριστικό της παραδοσιακής ποίησης. Μία ακόμα βασική διαφορά είναι ότι στην μοντέρνα ποίηση χρησιμοποιείται λεξιλόγιο κοντά στον καθημερινό λόγο ενώ στην παραδοσιακή ποίηση γίνεται προσεγμένη επιλογή λέξεων, χρήση εκφραστικών μέσων και σχημάτων λόγου. Τέλος, στην παραδοσιακή ποίηση υπάρχουν πολλά σημεία στίξης (στο ποίημα «Ο Πειρασμός» του Σολωμού παρατηρούμε ότι στο τέλος κάθε στίχου υπάρχει κόμμα, τελεία, άνω τελεία ή θαυμαστικό), σε αντίθεση με την μοντέρνα όπου υπάρχει απουσία σημείων στίξης (στα ποιήματα «Σ’ όλης της γης το μάκρος» και «Είταν μια μέρα γελαστή» του Σαραντάρη δεν διακρίνονται καθόλου σημεία στίξης). Νικόλας Παπαλέξης 29
Μοντέρνα ποίηση Η ποίηση και οι ορισμοί της Κάθε ένας από τους ορισμούς της ποίησης που ακολουθεί αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της. Προσπαθήστε να τα εντοπίσετε στα ποιήματα του Γ. Σαραντάρη και να δώσετε δύο τουλάχιστον παραδείγματα για το καθένα. Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941) Τα σύγνεφα μαραίνονται στα αιώνια παραθύρια τ’ ουρανού μα δάκρυα και λουλούδια μας δίδουνε στα χέρια σαν τις καρδιές απλώσουμε κι ο ήλιος τις κυττάξει. 24/2/34 * Όταν η θάλασσα κοιμάται και η σελήνη ξύπνια χαρίζει τη γοητεία της στα νερά εγώ διάφανος αφήνω τη γη κρύβομαι αλλού και κυττάζω το χάρμα. 24 /5/34
* Η θάλασσα με θέλγει Μακάρι να την είχα σα ζωή μου Και ο ουρανός να μ’ έτρεφε μακρυά Όνειρο και χλόη Θα είταν τότε απόλυτα ο καιρός 20/10/38
* Σιγά-σιγά απόψε η θάλασσα Έγειρε πλάι στον άνεμο Κι έκλεισε τα μάτια Ανέβηκαν τα όνειρά της στον αέρα Για να γλεντήσουνε ελεύθερα Μα τα κοχύλια έμειναν σαν πάντα Η στερνή προσευχή της Τα λουλούδια του κάμπου εφανέρωσαν Την ομορφιά της 20/10/39 30
Η αυθεντική ποίηση μπορεί να αρέσει προτού γίνει κατανοητή. (T.S. Eliot) Ο Έλιοτ με την πρόταση αυτή εννοεί πως στην μοντέρνα ποίηση είναι πολύ πιθανό ο αναγνώστης να μην καταλαβαίνει πλήρως ή και καθόλου αυτά που διαβάζει αλλά να του αρέσουν. Το γεγονός αυτό οφείλεται ξεκάθαρα στο σκοτεινό νόημα, βασικό γνώρισμα της μοντέρνας ποίησης, δηλαδή το γεγονός ότι ο ποιητής δεν εκφράζει καθαρά αυτό το οποίο θέλει να πει. Το σκοτεινό νόημα δημιουργείται από τους απροσδόκητους και ετερόκλητους συνδυασμούς λέξεων και από εικόνες οι οποίες είναι απροσδιόριστες. Για παράδειγμα στον πρώτο στίχο, υπάρχει η φράση «παραθύρια του ουρανού». Όπως όλοι γνωρίζουν ο ουρανός δεν έχει παράθυρα. Παρ΄ όλα αυτά, το γεγονός πως συνδυάζει τα παράθυρα, ένα πράγμα το οποίο αντικρίζουμε συχνά στην καθημερινή μας ζωή με τον ουρανό, κάτι αρκετά απροσδιόριστο για τον ανθρώπινο νου, δημιουργεί μεγάλη εντύπωση στους αναγνώστες. Μάλιστα, τους δίνεται η δυνατότητα να φανταστούν όπως οι ίδιοι θέλουν αυτήν την εικόνα κι έτσι αρχίζει να κινείται το ενδιαφέρον τους. Για παράδειγμα, η ομάδα μας σκέφτηκε πως μπορεί να εννοεί τις πύλες του παραδείσου. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, βρίσκεται στο ποίημα που γράφτηκε στις 20/10/39. Εκεί, ο ποιητής αναφέρει ότι τα όνειρα γλεντάνε. Ενώ εμείς ξέρουμε ότι οι άνθρωποι γλεντάνε στους γάμους και στα πανηγύρια και τα όνειρα τα βλέπουμε στον ύπνο μας, ο Σαραντάρης λέει πως τα όνειρα γλεντάνε. Υπάρχει φυσικά υπερρεαλισμός αφού σε αυτήν την φράση το ανέφικτο γίνεται εφικτό. Αυτός ο ετερόκλητος συνδυασμός λέξεων είναι που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, δηλαδή ότι διαβάζει κάτι ασυνήθιστο για τον ίδιο, κάτι «έξω από τα νερά του» άσχετα αν δεν είναι πλήρως κατανοητός. Τέλος, στο ποίημα 24/5/34 παρατηρούμε μία ακόμα απροσδιόριστη εικόνα χάρη στον περίεργο συνδυασμό λέξεων που υπάρχει. «Διάφανος αφήνω την γη». Αρκετά απροσδιόριστη πρόταση αφού το διάφανος χρησιμοποιείται για αντικείμενα και όχι για ανθρώπους, πόσο μάλλον όταν οι ίδιοι αφήνουν την γη! Όμως, ισχύει ακριβώς το ίδιο όπως και στις προηγούμενες φράσεις, αφού ο αναγνώστης μαγεύεται από το σκοτεινό και μυστηριώδες παράλληλα νόημα. ΠΟΥΛΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, ΜΠΟΤΟΥ ΕΛΠΙΔΑ, ΚΟΤΖΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, ΜΥΛΩΝΑΣ ΘΑΝΑΣΗΣ, ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ, ΜΠΑΡΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Το ποιητικό σύμπαν αποκτά μεγάλες ομοιότητες με την ονειρική κατάσταση ή τουλάχιστον με την κατάσταση που προκαλούν ορισμένα όνειρα. (Paul Valèry)
Διαβάζοντας τα ποιήματα του Γ. Σαραντάρη διαπιστώσαμε πως όντως μερικές φορές τα ποιήματα του έχουν αρκετές ομοιότητες με τα όνειρα που βλέπουμε όταν κοιμόμαστε. Για παράδειγμα, είδαμε στο ποίημα 24/2/34 πολλές ομοιότητες. Αρχικά αναφέρει πως η θάλασσα κοιμάται, αυτό μας θυμίζει πως όταν ένας άνθρωπος κοιμάται, ουσιαστικά βρίσκεται σε μία κατάσταση ηρεμίας και γαλήνης. Με αυτόν τον στίχο δημιουργούμε στο μυαλό μας μία εικόνα της θάλασσας, που δεν έχει καθόλου κύμα και είναι τόσο ήρεμη σαν να κοιμάται. Με αυτόν τον τρόπο παρομοιάζεται ο άνθρωπος με την θάλασσα. Παρακάτω λέει τον στίχο: ‘’εγώ διάφανος αφήνω τη γη, κρύβομαι αλλού και κυττάζω το χάρμα’’. Εδώ ο Σαραντάρης με αυτόν τον στίχο μας 31
θυμίζει ένα όνειρο που σίγουρα όλοι μας θα έχουμε δει. Ότι πετάμε. Πως πετάμε ψηλά στον ουρανό αι καθώς ανεβαίνουμε όλο και πιο ψηλά κοιτάζουμε κάτω και βλέπουμε τη γη, όλες τις ομορφιές που δε μπορούμε να δούμε όταν είμαστε ξύπνιοι. Ακόμα στο ποίημα 20/10/38 ο Σαραντάρης έχει γράψει ‘’ Ανέβηκαν τα όνειρα της στον αέρα, για να γλεντήσουνε ελεύθερα’’. Εδώ για ακόμη μία φορά ο ποιητής μας φέρνει στο μυαλό το όνειρο που πετάμε. Μέσα από αυτό το δίστιχο ο ποιητής θέλει να περάσει ένα μήνυμα. Προσωπικά πιστεύω πως θέλει να μας πει ότι όταν ονειρευόμαστε κανείς δε μπορεί να μας ορίσει όρια και κανόνες. Είναι από τις λίγες φορές που ο άνθρωπος αφήνεται ελεύθερος, δεν εξαρτάται από κανέναν παρά μονάχα από τον ίδιο του τον εαυτό, δεν ακολουθεί κανόνες, είναι ελεύθερος να σκεφτεί ό,τι θέλει χωρίς να τον ελέγχει ή να τον κρατάει κάποιος πίσω. Τα όνειρα μας είναι ελεύθερα. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΞΑΝΘΗ ΚΕΡΟΥΛΗ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΝΑΓΙΟΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΕΛΕΚΟΥΔΑΣ, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΒΑΚΥΡΗ
Η ποιητική γλώσσα μαζεύει λέξεις που το συνολικό τους άθροισμα δίνει μια εικόνα (Andrei Bely) Μετά από συζήτηση αποφασίσαμε πως αυτή η φράση λέει πως στην ποίηση μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μαζί λέξεις οι οποίες ξεχωριστά σημαίνουν κάτι και είναι φαινομενικά ασύνδετές μεταξύ τους, αλλά όλες μαζί βγάζουν ένα διαφορετικό νόημα, μια νέα εικόνα. Για να υποστηρίξουμε αυτή μας την άποψη πήραμε από τούς στίχους που ακολουθούσαν δύο παραδείγματα: Τα σύγνεφα μαραίνονται στα αιώνια παραθύρια τ’ ουρανού μα δάκρυα και λουλούδια μας δίνουνε στα χέρια σαν τις καρδιές απλώσουμε κι ο ήλιος τις κυττάξει. Εδώ πιστεύουμε πως ο ποιητής αναφέρεται στην ξαφνική βροχή (δάκρυα) πριν εξαφανιστούν από τον ουρανό τα σύννεφα (1ος στίχος) και μείνει σε έναν καθαρό ουρανό μόνος του ο ήλιος (3ος στίχος). Εξετάζοντας αυτό το ποίημα λέξη λέξη ή ακόμα και στίχο στίχο, αν και κάποια κρυμμένα νοήματα σε φράσεις όπως «στα παραθύρια τ’ ουρανού» τα οποία ανέφερε και η πρώτη ομάδα στο μάθημα ήταν πιο κατανοητά, δεν καταφέραμε να καταλάβουμε σε τι αναφερόταν ο ποιητής, παρά μόνο όταν «κάναμε ένα βήμα πίσω» και προσπαθήσαμε να δούμε το ποίημα στο σύνολο του. Αν και ευκολότερο στην κατανόηση, ισχύει το ίδιο και για το δεύτερο παράδειγμά μας: Όταν η θάλασσα κοιμάται και η σελήνη ξύπνια χαρίζει τη γοητεία της στα νερά εγώ διάφανος αφήνω τη γη κρύβομαι αλλού και κοιτάζω το χάραμα. Η ερμηνεία μας γι’ αυτό το ποίημα είναι πως το βράδυ που η θάλασσα είναι ήρεμη, χωρίς κύματα και η αντανάκλαση της σελήνης φαίνεται πάνω στα νερά, ο άνθρωπος αυτός κρυφά ή μυστικά αφήνει πίσω τη γη και κρύβεται κάπου για να δει την ανατολή του ηλίου. Και λέγοντας 32
γη δεν εννοεί τον πλανήτη αλλά τους ανθρώπους που την κατοικούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ λέξεων που δεν ταιριάζουν και αν τις κοιτάξεις μόνες τους δεν βγάζουν λογικό νόημα είναι ο στίχος «εγώ διάφανος αφήνω τη γη». Η χρήση της λέξης διάφανος είναι περίεργη, αφού συνήθως χρησιμοποιείται για αντικείμενα, αλλά εδώ σύμφωνα με την δίκη μας ερμηνεία σημαίνει αόρατος, δηλαδή ο άνθρωπος φεύγει μυστικά ή κρυφά. Για την φράση «αφήνω τη γη» σκεφτήκαμε ακόμα μια ερμηνεία, πως αυτός ο άνθρωπός αφήνει κυριολεκτικά την γη, γιατί ίσως να έχει κουραστεί από την ασχήμια της (να μην ξεχνάμε πως ό Γ. Σαραντάρης ήταν συχνά το θύμα πειράγματος και μπούλινγκ, άρα ίσως να αναφέρεται σε αυτό) και πάει σε κάποιον άλλο, πιθανώς φανταστικό, τόπο για να δει την ανατολή του ήλιου που είναι τόσο όμορφη (ονειρεύεται δηλαδή μια καλύτερη ζωή). ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑ, ΞΟΥΡΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΠΟΡΙΚΟΥ ΕΛΕΑΝΝΑ, ΜΠΡΙΝΙΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, ΠΡΑΛΕΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
Η αντίληψη του κόσμου και της ποίησης στην ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941) και μια διακειμενική προσέγγισή της Στη δραστηριότητα αυτή τα παιδιά μελετούν την αντίληψη του κόσμου στην ποίηση ενός από τους βασικότερους εισηγητές του μοντερνισμού στην Ελλάδα, του Γιώργου Σαραντάρη και μια διακειμενική προσέγγισή της συγγενή θεματικά ποιήματα, μελετούν τον ρόλο της ποίησης στο έργο του και την μορφολογική αποτύπωσή της σε δύο χαρακτηριστικά ποιητικής του. Τέλος, προσπαθούν να γράψουν ένα δικό τους ποίημα με αφόρμηση τα ποιήματα του Σαραντάρη. Ποια κοινά στοιχεία διακρίνετε στον τρόπο που παρουσιάζεται η θάλασσα και ο συμβολισμός της στα δύο ποιήματα που ακολουθούν; Αρθούρος Ρεμπώ (Γαλλία, 1854-1891) Η αιωνιότητα. Είναι η θάλασσα που σμίγει με τον ήλιο. (μετάφραση Γ. Σαραντάρη) Γιώργος Σαραντάρης Θάλασσα, απ’ την εξέδρα του Φαλήρου Τα κύματα είναι οι ψυχές των ανθρώπων που αληθινά δεν πεθαίνουν, δηλαδή οι ψυχές όλων των ανθρώπων της γης, που πραγματικά τραγουδάν, όταν σωπαίνει ο ήλιος. Δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι, δεν πεθαίνουν τα κύματα, όποιος κοιτάζει τα κύματα ξεχνάει και τούτο ακόμα, πως κάποτε φαινομενικά θα πεθάνει. 15/6/39 33
Το ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη είναι φανερά επηρεασμένο από το ποίημα του Αρθούρου Ρεμπώ και δίνει την εντύπωση πως ο Σαραντάρης διαβάζοντας το ποίημα για να το μεταφράσει κατάλαβε από τις τρεις αυτές γραμμές το νόημα του ποιήματος και θέλησε να το αναπαραγάγει με έναν τρόπο δικό του. Και στα δυο ποιήματα η θάλασσα είναι αιώνια, κάτι το μαγικό, αλλά και δεν είναι. Μάλλον θα ήταν καλύτερο να πούμε πως η θάλασσα μοιάζει αιώνια όταν σμίγει με τον ήλιο στο ηλιοβασίλεμα, πως μέσα στην ομορφιά μιας στιγμής τέτοιας ομορφιάς η σημασία του χρόνου χάνεται και έστω και για μία στιγμή η θάλασσα είναι πραγματικά αιώνια, κι αυτή η στιγμή με τρόπο μαγικό κρατά για πάντα. Στο ποίημα του Σαραντάρη μάλιστα η ομορφιά της στιγμής μεταδίδει την αίσθηση της αιωνιότητας και της αθανασίας στον θεατή, πράγμα που αν και δεν λέγεται είναι ξεκάθαρο και στο ποίημα του Ρεμπώ εφόσον έχει κανείς διαβάσει πρώτα το ποίημα του Σαραντάρη. Η αντίληψη για την θάλασσα είναι και στα δύο ποιήματα η ίδια και μπορώ να πω πως τα δύο αυτά ποιήματα αλληλοσυμπληρώνονται σαν να είναι γραμμένα το ένα για το άλλο. Κωστής Ξούριας Και στα δύο ποιήματα διακρίνουμε ομοιότητες στον τρόπο που παρουσιάζεται η θάλασσα. Και στα δύο κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι η φύση και συγκεκριμένα η θάλασσα. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε ότι οι ποιητές προσπαθούν να ταυτίσουν και να συμβολίσουν τη θάλασσα με την αιωνιότητα. Στο πρώτο ποίημα ο ποιητής προσπαθεί να συμβολίσει τη θάλασσα με την αιωνιότητα, όπως η θάλασσα με τον ήλιο σμίγουν. Αυτό είναι ένα φαινόμενο το οποίο δεν μπορεί να σταματήσει ποτέ να υπάρχει και έτσι συμβολίζεται η αιωνιότητα αφού ο ήλιος δεν μπορεί να σταματήσει να σμίγει ποτέ με την θάλασσα, κατά την διάρκεια του ηλιοβασιλέματος. Στο δεύτερο ποίημα ο ποιητής προσπαθεί να συμβολίσει πάλι την θάλασσα με την αιωνιότητα όμως με διαφορετικό τρόπο αυτή την φορά. Σε αυτό το ποίημα, ο Σαραντάρης συμβολίζει τη θάλασσα με τη ζωή και τις ψυχές των ανθρώπων που δεν πεθαίνουν ποτέ καθώς σύμφωνα με αυτόν αν πεθάνει κάποιος η ψυχή του θα μείνει στη γη και έτσι θα αποκτήσει μία αιώνια θέση σε αυτήν όπως έχει κατακτήσει και η θάλασσα. Επίσης σε αυτό το ποίημα o ποιητής μας λέει ότι όταν ένας άνθρωπος κοιτάζει τον ουρανό και τη θάλασσα ξεχνάει για λίγο χρόνο ότι μπορεί κάποια στιγμή να έρθει το τέλος του και έτσι η σκέψη ότι θα μείνει στη Γη γίνεται αιώνια. Επομένως, και στα δύο ποιήματα μας παρουσιάζεται η θάλασσα ως μια αιώνια μορφή στην Γη, με την μόνη διαφορά ότι σε καθένα ποίημα η θάλασσα και η αιωνιότητα παίρνουν διαφορετική μορφή. Θεοδώρα Καλογεροπούλου Τα κοινά στοιχεία που διακρίνω στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η θάλασσα είναι σαν κάτι αιώνιο και κατά τη γνώμη μου συμβολίζει μια ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Αρχικά Θα μπορούσαμε να πούμε πως όταν ο ήλιος δύει και ενώνεται με την θάλασσα δίνει την αίσθηση ενός απέραντου τοπίου. Επίσης πιστεύω πως στο πρώτο ποίημα η θάλασσα που σμίγει με τον ήλιο συμβολίζουν την ζωή και την μετά θάνατον ζωή και είναι μια αιωνιότητα καθώς πιστεύεται από κάποιους πως οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν σε κάποια άλλη διάσταση αφού πεθάνουν. Στο δεύτερο ποίημά μπορούμε να πούμε πως τα κύματα είναι οι ψυχές των ανθρώπων που έχουν πεθάνει αλλά η ψυχή τους συνεχίζει να υπάρχει. Την νύχτα όπου οι άνθρωποι κοιμούνται είναι η ώρα όπου οι ψυχές των ανθρώπων 34
αυτών που έχουν πεθάνει "τραγουδούν" άρα συνεχίζουν να ζουν και να έχουν κάποια μορφή ζωής. Επίσης το ότι όπως δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν τα κύματα συμβολίζει την άποψη πως υπάρχει η μετά θάνατον ζωή. Τέλος η ομορφιά της απέραντης θάλασσας κανείς τον άνθρωπο να ξεχάσει το άγχος του θανάτου. Χριστίνα Καραβακύρη Η θάλασσα αποτελεί πηγή έμπνευσης και στους ποιητές. Στο πρώτο ποίημα παρουσιάζεται η εικόνα της θάλασσας που σμίγει με τον ήλιο και τονίζεται η απεραντοσύνη της αφού ταυτίζεται με την αιωνιότητα. Παρόμοια αντίληψη εκφράζεται και στο δεύτερο ποίημα. Ο Σαραντάρης ατενίζοντας τη φουρτουνιασμένη θάλασσα από την εξέδρα του Φαλήρου παραλληλίζει τα κύματα με τις ψυχές όλων των ανθρώπων της γης. Οι ψυχές αυτές δεν έχουν πεθάνει στην πραγματικότητα, ζουν σε μια άλλη διάσταση και συνεχίζουν να απολαμβάνουν, όπως δείχνει το τραγούδι τους, τη γοητεία που ασκεί η θάλασσα την ώρα του δειλινού. Η επανάληψη της φράσης «δεν πεθαίνουν» τονίζει την πεποίθηση του ποιητή ότι η ζωή συνεχίζεται και μετά τον βιολογικό θάνατο ο οποίος είναι φαινομενικός. Η θέα της θάλασσας ηρεμεί και χαλαρώνει τον άνθρωπο και τον κάνει να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου. Η θάλασσα λοιπόν, είτε είναι φουρτουνιασμένη είτε είναι ήρεμη, επειδή βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση συμβολίζει την αιώνια ζωή και κάνει τον άνθρωπο να απελευθερωθεί από τα δεσμά του χρόνου και να λυτρωθεί από το άγχος του θανάτου. Ευαγγελία Κοτζιά Στο ποίημα του Ρεμπώ και στο ποίημα του Σαραντάρη η θάλασσα παρουσιάζεται ως το σύμβολο της αιωνιότητας. Αποτελεί το στοιχείο που δεν έχει τέλος και παραμένει αθάνατο, όπως και οι ψυχές των ανθρώπων, σε αντίθεση με το σώμα του ανθρώπου, που είναι φθαρτό. Από την άλλη η εικόνα της θάλασσας, όπως παρουσιάζεται στα δύο ποιήματα, μας δίνει την αίσθηση της ηρεμίας και της γαλήνης. Είναι μια εικόνα που μας κάνει να ξεχνάμε ακόμα και τον θάνατο. Θανάσης Μπαρμπούρης Ο Γ. Σαραντάρης μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας από τους πιο λυρικούς ποιητές καθώς στα ποιήματά του αποθεώνει τη φύση και αποδίδει με λεπτομέρειες τα συναισθήματα. Η θάλασσα είναι ένα από τα στοιχεία της φύσης που η μαγεία της αποτυπώνεται στα ποιήματά του. Συνυφασμένη με εικόνες από τα κύματα, τον ουρανό, τον αγέρα, τον ήλιο σε όλες τις εκφάνσεις της και όταν είναι γαλήνια και όταν έχει τρικυμία αποτελεί σύμβολο που συχνά εμφανίζεται στο έργο του. Η θάλασσα, καθώς αναδεικνύει τις σταθερές του ελληνικού τοπίου, γίνεται η ψυχή της ποίησής του, γιατί επηρεάζει τις καταβολές του δημιουργώντας έναν στενό δεσμό μαζί της. Τόσο στο ποίημα του Ρεμπώ, το οποίο μετέφρασε ο Σαραντάρης, όσο και στο ποίημα του Σαραντάρη η θάλασσα κατέχει κυρίαρχη θέση. Μέσα από την προσωποποίησή της φαίνεται να αποκτά ανθρώπινες ιδιότητες και στην συγκεκριμένη περίπτωση συνυπάρχει με τον ήλιο. Και οι δύο ποιητές χρησιμοποιούν συμβολισμούς και στα συγκεκριμένα ποιήματα η θάλασσα συμβολίζει την αιωνιότητα. Η θάλασσα που σμίγει άλλοτε με τη στεριά, άλλοτε με τον ουρανό ή τον ήλιο αποδίδει την απόλυτη απεραντοσύνη και την αιωνιότητα του 35
σύμπαντος. Ο Γ. Σαραντάρης νιώθει ότι τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την πίστη στην αιωνιότητα της ζωής. «Δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι, δεν πεθαίνουν τα κύματα, όποιος κοιτάζει τα κύματα ξεχνάει και τούτο ακόμα, πως κάποτε φαινομενικά θα πεθάνει». Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Τόσο ο Ρεμπώ όσο και ο Σαραντάρης αναφέρουν στα ποιήματα τους την θάλασσα. Μάλιστα, καθώς την παρουσιάζουν αναφέρονται και οι δύο στον ήλιο. («που σμίγει με τον ήλιο»), («όταν σωπαίνει ο ήλιος»). Επιπλέον, και στα δύο ποιήματα ο συμβολισμός της θάλασσας είναι συναφής. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο ποίημα το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας συμβολίζει την αιωνιότητα, δηλαδή κάτι που δεν τελειώνει, δεν πεθαίνει ποτέ. Δεδομένου του ότι ο ήλιος θα συμβολίζει την ζωή, το ποίημα θα αναφέρεται στην μετά θάνατον ζωή. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο στο ποίημα του Σαραντάρη που λέει ότι τα κύματα είναι οι ψυχές των ανθρώπων. Ειδικότερα, ακόμη κι αν το σώμα μας πεθαίνει, η ψυχή μας δεν πεθαίνει ποτέ όπως τα κύματα δεν παύουν να υπάρχουν. Μάλιστα από την πρόταση «όταν σωπαίνει ο ήλιος» καταλαβαίνω ότι αναφέρεται στην περίοδο μετά που θα τελειώσει η ζωή για το ανθρώπινο σώμα, όταν θα ζουν μονάχα οι ψυχές μας. Τέλος, αυτό γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο από το σημείο όπου αναφέρεται ότι αν σκεφτόμαστε ότι οι ψυχές μας δεν πεθαίνουν ποτέ, μπορεί να ξεχάσουμε ότι κάποια στιγμή φαινομενικά θα πεθάνουμε. Νικόλας Παπαλέξης Και στα δύο ποιήματα η θάλασσα παρουσιάζεται ως αθάνατη, επειδή τα κύματα κάθε φορά που βγαίνουν στην αμμουδιά ξαναπηγαίνουν πίσω και ξαναβγαίνουν στην αμμουδιά σαν η ζωή τους να μην τελειώνει ποτέ. Ο συμβολισμός τους και στα δύο ποιήματα είναι αυτό ακριβώς ότι όπως οι ψυχές των ανθρώπων δεν πεθαίνουν πότε αλλά μένουν για πάντα κάπου σε αυτόν τον κόσμο (στον παράδεισο). Εύχαρις Πνευματικού Ο Σαραντάρης χρησιμοποιεί τον συμβολισμό της αιωνιότητας για να περιγράψει την θάλασσα. Στο πρώτο ποίημα το βλέπουμε αυτό όταν χρησιμοποιεί την λέξη «αιωνιότητα» για να περιγράψει την θάλασσα. Στην συνέχεια περιγράφει την θάλασσα σαν κάτι αιώνιο λόγω των κυμάτων της που πάντα κινούνται. Τέλος βλέπουμε πως τα κοινά στοιχεία στα δύο ποιήματα είναι ο υπερρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η θάλασσα. Ελεάννα Πορικού Συγκρίνετε τον τρόπο που παρουσιάζεται η σχέση του ανθρώπου με τη φύση στα δύο ποιήματα. Τι παρατηρείτε; Δημοτικό δίστιχο Στης θάλασσας τα κύματα θα πα να χτίσω σπίτι, να μπαίνω βγαίνω να μιλώ με τον Αποσπερίτη.
36
Γιώργος Σαραντάρης Έχω δει τον ουρανό Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου Με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του Με τη γλώσσα μου μίλησε Γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε Στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε Σαν να είταν ο καιρός μπροστά μας Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι
Η σχέση του ανθρώπου με την φύση παρουσιάζεται ως μια ευχάριστη σχέση αγάπης και οικειότητας με αυτήν στα δύο ποιήματα. Το δημοτικό δίστιχο ποίημα ο ποιητής περιγράφει την επιθυμία του να χτίσει το σπίτι του στα κύματα της θάλασσας και να μπορεί να βγαίνει και να μιλάει με τον Αποσπερίτη. Έτσι μας δείχνει την σχέση αγάπης που έχουν οι άνθρωποι με την φύση και για αυτό θέλουν να έχουν επαφή με αυτήν. Στο δεύτερο ποίημα ο ποιητής θα μπορούσαμε να πούμε πως περιγράφει το φεγγάρι ως έναν φίλο του καθώς όπως βλέπουμε και στο πρώτο στίχο, του άνοιξε τα μάτια το οποίο μπορεί να συμβολίζει τα διαφορά συναίσθημα που προκαλεί η φύση στον άνθρωπο. Έπειτα συνεχίζεται η περιγραφή του ουρανού ως φίλος του ανθρώπου καθώς και με τον ήλιο ο οποίος γελούσε δείχνοντάς τα ευχάριστα συναισθήματα που προκαλεί. Τέλος ο στίχος "Που γελούσε και που δάκρυζε θυμάμαι" μπορεί να συμβολίζει τις εμπειρίες που έχει ζήσει ο άνθρωπος στη φύση και τον έχει φέρει κοντά με αυτήν. Χριστίνα Καραβακύρη Και στα δύο ποιήματα παρουσιάζεται η στενή σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Στο δημοτικό δίστιχο ο λαϊκός τραγουδιστής δηλώνει την πρόθεση του να χτίσει το σπίτι του στα κύματα της θάλασσας για να μπορεί να βλέπει και να μιλά με τον Αποσπερίτη, το φωτεινό αστέρι που εμφανίζεται στον ουρανό με τη δύση του ηλίου. Με λιτό και περιεκτικό τρόπο το δημοτικό δίστιχο τονίζει την αγάπη του ανθρώπου για τη φύση, η οποία αποτελεί γι’ αυτόν πηγή ζωής, ηρεμίας αλλά και έμπνευσης. Στο δεύτερο ποίημα η ίδια αγάπη παρουσιάζεται με πιο ζωντανό και παραστατικό τρόπο. Ο Σαραντάρης με μια υπερρεαλιστική, πρωτότυπη και οπτικοακουστική εικόνα κουβεντιάζει με τον ουρανό που προσωποποιείται. Κάθονται στο τραπέζι σαν φίλοι, συζητούν και τρώνε. Στη γιορτινή αυτή ατμόσφαιρα συμμετέχει και ο ήλιος με γέλια και δάκρυα. Τα στοιχεία της φύσης παρουσιάζονται με ανθρώπινες συμπεριφορές και συναισθήματα (ο ουρανός τρώει και μιλά, ενώ ο ήλιος γελά και δακρύζει) και έμμεσα ο ποιητής μας υπενθυμίζει, χωρίς ίσως να είναι η πρόθεσή του, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συμπεριφερόμαστε απέναντι στο φυσικό περιβάλλον. Ανήκουμε σε αυτό, εξαρτιόμαστε από αυτό και η ποιότητα της ζωής μας 37
καθορίζεται από την ποιότητα που αυτό έχει. Γι’ αυτό και οφείλουμε να το σεβόμαστε, να το θεωρούμε ως αδελφό μας και να μην το καταστρέφουμε. Νομίζω λοιπόν ότι το μήνυμα που μας μεταφέρουν τα δύο ποιήματα είναι διαχρονικό. Η φύση και τα στοιχεία της, η θάλασσα, ο ουρανός, ο ήλιος ή τα αστέρια, διασφαλίζει τη ζωή στον άνθρωπο και τον κάνει ευτυχισμένο. Το μήνυμα αυτό γίνεται πιο κατανοητό βέβαια στο δεύτερο ποίημα μέσω των παραστατικών εικόνων που περιλαμβάνει. Ευαγγελία Κοτζιά Τόσο στο δημοτικό ποίημα όσο και σε αυτό του Σαραντάρη παρουσιάζεται η στενή σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Στα ποιήματα αυτά φαίνεται ότι η φύση είναι ο φίλος, ο αδερφός, που μιλάει με τον άνθρωπο, γελάει και διασκεδάζει με τις χαρές και δακρύζει με τη λύπη του. Όλα τα στοιχεία, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, τα αστέρια γίνονται ένα με τον άνθρωπο, ο οποίος εντάσσεται αρμονικά και ειρηνικά στη φύση. Στο δημοτικό δίστιχο η φύση παρουσιάζεται με προσωποποίηση ως κάποιος στον οποίο μπορείς να μιλήσεις, ενώ στο ‘Έχω δει τον ουρανό’ μπορείς επίσης να δειπνήσεις με μερικά από τα στοιχεία τις και αυτό έχουν ακόμα περισσότερα χαρακτηριστικά καθώς μπορούν να δακρύσουν και να γελάσουν. Αυτό που παρατηρώ είναι πως και στις δύο περιπτώσεις παρουσιάζεται ένα είδος μελαγχολίας καθώς παρουσιάζεται λες και αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν άλλο για να συναναστραφούν. Θανάσης Μπαρμπούρης Στα δύο ποιήματα τονίζεται η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, η οποία είναι πολύ στενή και οικεία. Για να την εκφράσουν με ζωντάνια και παραστατικότητα, τόσο ο λαϊκός ποιητής, όσο και ο Γ. Σαραντάρης, αποδίδουν σε στοιχεία της φύσης (αστέρι, ουρανός, ήλιος) ανθρώπινες ιδιότητες, χαρακτηριστικά και συναισθήματα, όπως ομιλία, γέλιο, δάκρυα κλπ. Έτσι, στο δημοτικό ποίημα ο αφηγητής έχει τέτοια άνεση, αγάπη, αλλά και ανάγκη να βρεθεί στη φύση, ώστε χτίζει το σπίτι του στη θάλασσα για να «συνομιλεί» με το αστέρι. Στο δεύτερο ποίημα, η αγάπη και η οικειότητα με την φύση παρουσιάζεται ακόμη πιο έντονη, που πια ο αφηγητής και ο ‘’ουρανός’’ κάθονται στο ίδιο τραπέζι και ‘’τρώνε’’ και συνάμα ενώνονται σε μία δυνατή αδελφική σχέση («Γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε»), ενώ ο ήλιος τους παρακολουθεί εκφράζοντας ανθρώπινα συναισθήματα (… γελούσε και δάκρυζε…). Χρησιμοποιώντας την προσωποποίηση και οι δύο ποιητές κατορθώνουν με ζωντάνια να αναδείξουν την άμεση σχέση και εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της. Παναγιώτης Πολίτης Πάντα ο άνθρωπος είχε πολύ στενή σχέση με τη φύση. Στο δημοτικό δίστιχο ο ανώνυμος ποιητής θέλει να ζει στη θάλασσα και να μιλά με τα αστέρια. Στο ποίημα του Σαραντάρη ο ποιητής μιλά για τη σχέση του με τον ήλιο και τον ουρανό. Χρησιμοποιεί μεταφορές και προσωποποιήσεις όμως και εκεί το νόημα είναι πως νιώθει ευτυχισμένος όταν βρίσκεται κάτω από τον ουρανό και έρχεται σε επαφή με τον ήλιο και τα αστέρια. Ελένη Πολυμέρου 38
Η σχέση του ανθρώπου με την φύση φαίνεται να είναι πολύ καλή όπως μπορούμε να δούμε και στα δύο αποσπάσματα. Αυτό φαίνεται στο πρώτο ποίημα από το γεγονός πως ο ποιητής θέλει χτίσει σπίτι πάνω στα κύματα και στο δεύτερο απόσπασμα βλέπουμε τον ποιητή να μιλάει και να δειπνεί με τον ουρανό. Τέλος βλέπουμε τον άνθρωπο να θέλει να είναι όσο πιο κοντά στον στην φύση γίνεται σύμφωνα με το πρώτο ποίημα και θέλει να έρθει σε επαφή μαζί της με όλες του της αισθήσεις όπως καταλαβαίνουμε από το δεύτερο ποίημα. Ελεάννα Πορικού Ποια κοινά στοιχεία παρατηρείτε στη θεματική των δύο ποιημάτων και στην επιθυμία/ευχή που εκφράζεται σ’ αυτά; Σημειώστε τους ανάλογους στίχους σε κάθε ποίημα. Ο θάνατος του Διγενή (Ακριτικό) Απόψ’ επέρνουν ποταμούς και διάβαινα γεφύρια, Κι άκουσα κι αναστεναγμούς και ρώτηξα ίντά ’ναι. Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γης τόνε τρομάσσει κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τονε σκεπάσει. Κι εκείδα που ψυχομαχεί, λόγια αντρειωμένα λέει: –Να ’χεν η γης πατήματα, κι ο ουρανός κερκέλια, να ’πάθιουν τα πατήματα, να ’πιανα τα κερκέλια ν’ ανέβαινα στον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω, να δώκω σείσμα τ’ ουρανού να βγάλει μαύρα νέφη, να κά[μω χιόνι στα βουνά και το νερό ς’ τσι κάμπους! Γιώργος Σαραντάρης Από δω χάμου να σηκώστε τα δέντρα Γιατί δεν μας αφήνουν να πετάμε Μην βλέπετε πως άνοιξαν τ’ αστέρια Θέλουμε από δω ν’ αρχίζει ο δρόμος Και σαν εγκαταλείψουμε τη γη Χαμόγελο λουλούδια την ευθεία να την κρατάνε Εσύ τα δέντρα μες στα μπράτσα σου να φέρνεις Κάτω απ’ τους ώμους μου τα σύννεφα εγώ Τα δύο ποιήματα παρουσιάζουν τις τελευταίες επιθυμίες που εκφράζει ο άνθρωπος πριν πεθάνει. Στην περίπτωση του Διγενή ο ήρωας αγωνίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή για να μην παραδώσει την ψυχή του στο Χάρο («ψυχομαχεί») και εκφράζει την επιθυμία του να κάνει ένα ακόμα υπερφυσικό κατόρθωμα, να ανέβει στον ουρανό και να του πει να βγάλει μαύρα σύννεφα, να κάνει να χιονίσουν τα βουνά και να γεμίσουν με νερό οι κάμποι. («ν’ ανέβαινα στον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω, να δώκω σείσμα τ’ ουρανού να βγάλει μαύρα νέφη, να κάμω χιόνι στα βουνά και το νερό ς’ τσι κάμπους!»). 39
Ανάλογη είναι και η ευχή που εκφράζει ο ετοιμοθάνατος στο ποίημα του Σαραντάρη. Θέλει να ανέβει στον ουρανό και γι’ αυτό ζητά να ξεριζωθούν τα δέντρα που τον εμποδίζουν να πετάξει («Από δω χάμου να σηκώστε τα δέντρα Γιατί δεν μας αφήνουν να πετάμε»). Η φύση συμμετέχει στο θάνατο του ανθρώπου και στα δύο ποιήματα. Στο πρώτο, βλέποντας το ψυχομαχητό του Διγενή, νιώθει τρόμο και έκπληξη, γιατί γνωρίζει ότι εκείνος δεν φοβήθηκε ποτέ κανέναν και τίποτα στη ζωή. Επίσης παρουσιάζεται και η αντίδραση της ταφόπλακας που θα τον σκεπάσει. Αυτή ανατριχιάζει και νιώθει δέος μπροστά στο γεγονός ότι θα σκεπάσει έναν τέτοιο ήρωα («η γης τόνε τρομάσσει /κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τονε σκεπάσει»). Στο δεύτερο ποίημα βλέπουμε ότι την ώρα του θανάτου τα αστέρια ανοίγουν στον ουρανό («Μην βλέπετε πως άνοιξαν τ’ αστέρια»). Ευαγγελία Κοτζιά Τα δύο ποιήματα αναφέρονται στον θάνατο και στη δύναμη της ψυχής του ανθρώπου που ενώ ξέρει ότι θα πεθάνει εύχεται να κάνει πράγματα πέρα από τις δυνάμεις του, με υπερφυσικό τρόπο. Η επιθυμία του ανθρώπου είναι να πετάξει η ψυχή του στον ουρανό ελεύθερη και χωρίς να την εμποδίζει ή να την κρατάει τίποτα στη γη. Οι ανάλογοι στίχοι είναι οι εξής: α) «Να ’χεν η γης πατήματα, κι ο ουρανός κερκέλια, να ’πάθιουν τα πατήματα, να ’πιανα τα κερκέλια ν’ ανέβαινα στον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω, να δώκω σείσμα τ’ ουρανού να βγάλει μαύρα νέφη, να κάμω χιόνι στα βουνά και το νερό ς’ τσι κάμπους!» β) «Γιατί δεν μας αφήνουν να πετάμε» γ) «Και σαν εγκαταλείψουμε τη γη» δ) «Εσύ τα δέντρα μες στα μπράτσα σου να φέρνεις Κάτω απ’ τους ώμους μου τα σύννεφα εγώ» Θανάσης Μπαρμπούρης Το κοινό στοιχείο στην θεματική των δυο ποιημάτων είναι ότι σε αυτά ο κεντρικός ήρωας επιθυμεί να ανεβεί στον ουρανό, και να εκφράζουν την επιθυμία του ανθρώπου να πετάξει και να φύγει στον ουρανό, ο οποίο συνδέεται με τον παράδεισο και την αθανασία. Εμμανουήλ Μπρίνια Συγκρίνοντας την θεματική του δημοτικού τραγουδιού,ο Θάνατος του Διγενή με το ποίημα του Σαραντάρη, παρατηρείται ότι κυριαρχεί και στα δύο ποιήματα το σχήμα του αδυνάτου, δηλαδή συμβαίνουν πράγματα που είναι αντίθετα στους νόμους της φύσης. Πιο αναλυτικά εντοπίζεται την στιγμή του θανάτου των ηρώων μια ευχή η οποία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί γιατί αντίκειται στους νόμους της φύσης. Αρχικώς, Στην περίπτωση του 40
Διγενή την στιγμή που πρόκειται να πεθάνει, ο ίδιος εύχεται να μπορούσε να ανέβει ψηλά στον ουρανό προκειμένου να τον ταρακουνήσει και να πέσει στην Γή βροχή και χιόνι «Κι εκείδα που ψυχομαχεί, λόγια αντρειωμένα λέει:.. μαύρα νέφη». Αντίστοιχα στο ποίημα του Σαραντάρη το υποκείμενο εύχεται όταν πεθάνει να κρατάει τα σύννεφα στους ώμους του και ο συνοδοιπόρος του στο ταξίδι να κρατάει δέντρα. «Και σαν εγκαταλείψουμε την Γη... Σύννεφα εγώ...» Επομένως, γίνεται κατανοητό ότι και στα δύο ποιήματα περιγράφεται η στιγμή του θανάτου και μια αντίδραση πέρα από τα συνηθισμένα. Την στιγμή του θανάτου δεν υπάρχει θρήνος και λύπηση αλλά ευχές για μια καινούργια αρχή. Θοδωρής Παπαγεωργίου Και στα δύο ποιήματα αναφέρονται οι τελευταίες ανδρειωμένες στιγμές στην ζωή ανθρώπων όπου θέλουμε να κάνουμε ένα τελευταίο μεγάλο κατόρθωμα για να μας θυμάται ο κόσμος. Στο ‘Ακριτικό’ ποίημα όπως και σε αυτό του Γιώργου Σαραντάρη οι επιθυμίες αυτές έχουν κάτι να κάνουν με το να ανέβει ο συγκεκριμένος αυτός άνθρωπος στον ουρανό και να χρησιμοποιήσει τα σύννεφα ο καθένας για τον δικό του σκοπό. Εύχαρις Πνευματικού Τα κοινά στοιχεία που είναι πως και τα δύο μιλάνε για τον θάνατο. Ένα κοινό στοιχείο είναι και τα δύο αποσπάσματα αναφέρονται στην φύση και πως η φύση συμπάσχει με τον θάνατο του ανθρώπου. Επίσης βλέπουμε πως και στα δύο ποιήματα για να φτάσει κάποιος στο παράδεισο υπάρχει κάποιος δρόμος ή σκάλες. Στο πρώτο απόσπασμα του Διγενή στους στίχους 3-4 που πεθαίνει η φύση συμπάσχει μαζί του γιατί ταράζεται η γη όταν είναι η ώρα να μπει η ταφόπλακα στον τάφο του. Μετά βλέπουμε τον Διγενή να μιλάει στη φύση δείχνοντας πόσο κοντά είναι με αυτή λέγοντας πως αν η γη είχε πατήματα και ο ουρανός σκάλες θα τα ανέβαινε για να κάτσει στον ουρανό (στ.6,7,8) για να τον κουνήσει και να βγουν μαύρα σύννεφα για να ρίξει χιόνι στα βουνά και νερό στους κάμπους (στ. 8, 9, 10). Στη συνέχεια στο απόσπασμα του Σαραντάρη βλέπουμε πως πρέπει να αφαιρεθούν τα δέντρα (στ. 2 γιατί εμποδίζουν τους νεκρούς να πάνε στον παράδεισο και ας έχουν ανοίξει τα αστέρια(στ. 3) ο δρόμος θέλει να ξεκινά από την γη (στ. 4) και όταν πετούν από τη γη (στ. 5) τα λουλούδια με το χαμόγελό τους χαράζουν τον δρόμο (στ. 6) και ο ένας έχει μέσα στα μπράτσα του τα δέντρα (στ. 7) και ο άλλος κάτω από τους ώμους του τα σύννεφα (στ. 8). η επιθυμία/ευχή και στα δύο ποιήματα είναι οι νεκροί να πάνε στον παράδεισο. Ελεάννα Πορικού Πώς παρουσιάζεται η λειτουργία της ποίησης στα ποιήματα; Ποιο χαρακτηριστικό σχήμα λόγου παρατηρείτε στο πρώτο ποίημα; Δεν είμαστε ποιητές Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου 41
Και στη σκόνη του καιρού Σημαίνει πως φοβούμαστε Και η ζωή μάς έγινε ξένη Ο θάνατος βραχνάς ΜΕ ΤΗΝ ΩΡΑΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ο άνεμος φουσκώνει Κι ανυψώνει τα ρεμβαστικά του μάτια Σαν φύλλα από τραγούδια κορυδαλλού Τη θάλασσα στη γοητεία της αγναντεύει Κι ώρα με ώρα δένει Τη μαγική οπώρα Το πρώτο ποίημα δεν αναφέρει τα χαρακτηριστικά του ποιητή, αλλά τι σημαίνει να μην είναι κάποιος ποιητής. Όσοι λοιπόν δεν είναι ποιητές δεν αγωνίζονται στη ζωή τους, δε μετέχουν στους κοινωνικούς αγώνες, δεν αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με θάρρος, αλλά απομονώνονται και δειλιάζουν, επιλέγουν τον εύκολο δρόμο και δεν απολαμβάνουν τις χαρές της ζωής. Ανάμεσα σε αυτές τις χαρές είναι και ο έρωτας τον οποίο απαρνιόνται. Ζουν σε ένα διαρκή φόβο, η ζωή τους είναι μονότονη και ανιαρή και το μόνο που περιμένουν είναι ο θάνατος, ίσως ως λύτρωση από την άχαρη ζωή τους. Στο δεύτερο ποίημα παρουσιάζεται η ευεργετική επίδραση της ωραίας ποίησης στην ψυχή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος με την ποίηση ηρεμεί, χαλαρώνει, κάνει ταξίδια με τη φαντασία του. Ακούει μελωδικά τραγούδια, ατενίζει τη θάλασσα, γεύεται τις χαρές τις ζωής χωρίς δισταγμό. Η ζωή του αποκτά ουσία και ποιότητα. - Ο Γιώργος Σαραντάρης για να τονίσει το σημαντικό ρόλο των ποιητών παρουσιάζει έναν αρνητικό ορισμό. Δηλαδή αναφέρει όχι ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ποιητή, αλλά τι σημαίνει να μην είναι κάποιος ποιητής. Με αυτό τον τρόπο η ιδιαίτερη προσφορά των ποιητών δίνεται με μεγαλύτερη έμφαση, καθώς ο αναγνώστης σε κάθε αρνητική διατύπωση αναζητά νοητά το αντίθετό της, για να σχηματίσει στη σκέψη του τον πλήρη ορισμό του ποιητή. Ευαγγελία Κοτζιά Τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο ποίημα η ποίηση παρουσιάζεται ως κάτι απαραίτητο για τη ζωή του ανθρώπου. Έχει ζωτική σημασία για τον άνθρωπο και την ύπαρξή του. Στο πρώτο ποίημα εκφράζεται η άποψη ότι ο άνθρωπος είναι τίποτα χωρίς την ποίηση. Χωρίς την ποίηση αφενός κυριαρχούν άνθρωποι «ανίδεοι» και αφετέρου η ζωή του ανθρώπου δεν έχει νόημα, σα να έχει πεθάνει η ψυχή του. Αντίθετα στο δεύτερο ποίημα ο ποιητής λέει ότι ποίηση μαγεύει τον άνθρωπο, κάνει ομορφότερη τη ζωή του και τον κάνει να την αντιμετωπίζει με αισιοδοξία. Γενικά μέσα από τα ποιήματα αυτά εκφράζεται η στάση ότι η ποίηση είναι πηγή ζωής. Το σχήμα λόγου που κυριαρχεί στο πρώτο ποίημα είναι η επανάληψη του ρήματος «σημαίνει». Θανάσης Μπαρμπούρης
42
«Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ» έχει πει χαρακτηριστικά ο Γ. Σαραντάρης, τονίζοντας ότι η ποίηση αποτελεί ένα πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μας. Έτσι και το ποίημα του «Δεν είμαστε ποιητές» φαίνεται να είναι αφιερωμένο στη προσφορά των ποιητών καθώς τονίζει τον σημαντικό τους ρόλο. Οι ποιητές για τον Γ. Σαραντάρη δεν ασχολούνται μόνο με το έργο τους, αλλά είναι πραγματικοί μαχητές της ζωής. Με την ευαισθησία που τους διακρίνει αντιλαμβάνονται πρώτοι τα μηνύματα της κοινωνίας και μέσα από το έργο τους επιδιώκουν την αφύπνιση των συνανθρώπων τους. Για τον Γ. Σαραντάρη η μαχητική διάθεση χαρακτηρίζει την ποίησή του και μας δείχνει το δρόμο για έναν συνεχή αγώνα ζωής. Γιατί η ποίηση σε δυναμώνει και σε κάνει να αντιμετωπίζεις τη ζωή παλικαρίσια. Δεν σε αφήνει να εγκαταλείψεις τον αγώνα για τη συνεχή βελτίωση τόσο του εαυτού σου όσο και της ζωής αλλά σε παρακινεί να παλεύεις καθημερινά για να πετύχεις τους στόχους σου. Σε κάνει να εκτιμάς την ομορφιά και να γίνεσαι μέρος αυτής και της ζωής. Επίσης να απολαμβάνεις και να εκτιμάς τον έρωτα και τη συντροφιά της γυναίκας. Η ποίηση ευαισθητοποιεί τους ανθρώπους και δυναμώνει την ψυχή μας. Συνολικά η ποίηση σε μαθαίνει να εκτιμάς, να σέβεσαι και να αγαπάς τη ζωή. Τέλος, η ποίηση διώχνει από την ψυχή όλους τους φόβους ακόμη και τον φόβο του θανάτου έναν από τους μεγαλύτερους φόβους των ανθρώπων. Συνοψίζοντας η ποίηση του Σαραντάρη ταυτίζεται με την ζωή και μάλιστα σε τέτοιο σημείο που να μην μπορεί να υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο ή να μην μπορεί να εξηγήσει το ένα χωρίς το άλλο. Ο Ελύτης είπε χαρακτηριστικά για τον Σαραντάρη: «Δεν έχω γνωρίσει μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από την δική του.. ζούσε με το τίποτα και δεν του χρειαζότανε τίποτα άλλο έξω από την Ποίηση..». Το χαρακτηριστικό σχήμα λόγου που παρατηρείται στο ποίημα είναι η επανάληψη. Η επανάληψη είναι ένα σχήμα λόγου που ο Γ. Σαραντάρης χρησιμοποιεί σε όλα του τα ποιήματα. Εδώ αυτό παρατηρείται αρχικά στην επανάληψη της λέξης «σημαίνει» στον πρώτο, δεύτερο και έκτο στίχο. Ακόμη έχουμε επανάληψη δύο διαφορετικών λέξεων του «εγκαταλείπουμε» και του «παρατάμε» που νοηματικά όμως είναι ίδιες. Ο ποιητής χρησιμοποιεί αυτό το σχήμα λόγου για να τονίσει αυτό που θέλει να περάσει στους αναγνώστες καθώς η προσοχή του δέκτη στρέφεται στο επαναλαμβανόμενο στοιχείο που αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Σαραντάρης προσπαθεί να τονίσει την σημασία της ποίησης. Λήδα-Μαρία Μπλέτσου Ο Σαραντάρης με πολύ ευρηματικό τρόπο, παρουσιάζει αρχικά το ρόλο και την προσφορά της ποίησης. Λέγοντας «δεν είμαστε ποιητές σημαίνει…», μας οδηγεί στο αντίθετό των όσων λέει. Έτσι, καταλήγουμε στον ορισμό της ποίησης. Η ποίηση λοιπόν μας ωθεί να μην το βάζουμε κάτω, να μην τα παρατάμε, να συνεχίζουμε την προσπάθεια παλικαρίσια είτε πρόκειται για δυσκολίες της ζωής, είτε για προβλήματα, είτε για εμπόδια, είτε για αντιξοότητες προκειμένου να πετύχουμε κάποιο στόχο μας. Η ποίηση μοιράζεται τη χαρά με όλους, δεν αποκλείει κανέναν, βοηθάει στην αφύπνιση των ανθρώπων, περνάει μηνύματα και καθοδηγεί. Η ποίηση αγαπά, σέβεται, διεκδικεί, φροντίζει τη ζωή, τη συντροφικότητα, τον έρωτα και την ευτυχία καθημερινά. Οι αξίες που μεταδίδει η ποίηση είναι να μη φοβόμαστε, να έχουμε θάρρος, να μη το βάζουμε κάτω και να ζούμε την κάθε στιγμή. Ζούμε δηλαδή κάθε στιγμή της ζωής μας, είτε είναι ευχάριστη, είτε δύσκολη, δεν αφήνουμε 43
τη ζωή να φεύγει, τα χρόνια να περνούν χωρίς να το συνειδητοποιούμε, χωρίς να τα ζούμε. Η ποίηση είναι εξοικειωμένη με την ιδέα του θανάτου. Ο θάνατος είναι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης και δεν τον φοβόμαστε όταν έχουμε ζήσει μια γεμάτη ζωή. Όλα αυτά είναι τα χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου. Σύμφωνα με τον ποιητή, πιθανόν ο ολοκληρωμένος άνθρωπος είναι σαν ποιητής. Στη συνέχεια, ο Σαραντάρης μας δίνει κάποια από τα χαρακτηριστικά της ποίησης. Μέσα από όμορφες οπτικοακουστικές και κινητικές εικόνες, ονειρικό κόσμο, που διεγείρει τη φαντασία μας, μέσα από τη μαγεία της ποίησης παίρνουμε τελικά την «οπώρα», τους καρπούς που μας προσφέρει η ποίηση. Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Στο πρώτο ποίημα το σχήμα λόγου που κυριαρχεί είναι η επανάληψη, μέσω της οποίας ο Σαραντάρης προσπαθεί να δώσει έμφαση στο ποιός δεν είναι ποιητής. Για τον λόγο αυτό επαναλαμβάνει την λέξη «σημαίνει» που υποδηλώνει κάποιον ορισμό, με τον οποίο ο ποιητής θέλει να τονίσει την πραγματική σημασία της ποίησης. Πραγματικά ποιητής σύμφωνα με τον Σαραντάρη, είναι αυτός που παλεύει σε κάθε δυσκολία της ζωής, συμμετέχει στους κοινωνικούς αγώνες, εκτιμά την χαρά της ζωής και δεν τα παρατάει ποτέ και σε κανένα εμπόδιο που θα βρει μπροστά του, δίχως να αντικρίζει την ζωή με φόβο. Θοδωρής Παπαγεωργίου Στα ποιήματα η λειτουργία της ποίησης παρουσιάζεται ως κάτι που κρατεί τους ανθρώπους ζωντανούς και εγκεφαλικά υγιείς. Σαν κάτι που βοηθάει να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα τον κόσμο γύρω μας. Εύχαρις Πνευματικού
Δεν είμαστε ποιητές… Δοκιμάστε να γράψετε ένα δικό σας ποίημα για τη λειτουργία της ποίησης χρησιμοποιώντας παρόμοιες αντιστοιχίες με αυτές στο ποίημα του Σαραντάρη. Λήδα Μπλέτσου Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει δεν μπορούμε να σκεφτούμε σε βάθος δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τους άλλους και τον εαυτό μας χάνουμε την ευτυχία της ζωής Σημαίνει πως μπορεί να αισθανόμαστε κοντά όμως στην πραγματικότητα είμαστε μακριά από τους γύρω μας δεν μπορούμε να νιώσουμε και να εκφράσουμε την αγάπη Διστάζουμε, κάνουμε πίσω Χάνουμε κάθε μάχη για πραγματική ζωή Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει δε νιώθουμε Σημαίνει δε βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής Ζούμε επιφανειακά 44
Μέρες χωρίς αισθήματα Και χωρίς ουσία Σημαίνει πως το μελάνι τελειώνει Και δεν υπάρχει μέλλον Θοδωρής Παπαγεωργίου ΑΣ ΓΙΝΟΥΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΙΩΠΗΛΟΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΕΝΟΥΜΕ ΑΠΡΑΓΟΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΤΙΔΡΟΥΜΕ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΜΕ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΩΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΙ ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΣ ΜΑΘΟΥΝ ΠΩΣ ΚΑΝΟΥΝ ΛΑΘΟΣ
Εύχαρις Πνευματικού Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει πως δεν παρατηρούμε τα τοπία δεν καθόμαστε να βρούμε το βαθύτερο νόημα τους ώστε να καταφέρουμε να το αποτυπώσουμε σωστά ώστε όποτε κάποιιος διαβάζει το ποίημα μας να του μεταφέορυμε στο νου την ακριβή εικόνα που βλέπουμε Ελεάννα Πορικού Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει δεν μπορούμε να τρέχουμε Παρατάμε τα παιδιά μας Ανεβαίνουμε σε τρένα Και σκόνη αφήνουμε πίσω μας Φεύγουμε δεν μας είδε κανείς Χάσαμε την ζωή και αν ήρθε ο θάνατος Ο δρόμος άνοιξε και σείστηκε Από τα όνειρα των ανθρώπων Μια βροντή ώρα την ώρα Μας στέλνει φιλία στο στόμα ο θάνατος
45
Υπερρεαλισμός Νοηματική προσέγγιση ποιημάτων Στην εργασία αυτή τα παιδιά προσπαθούν να αποδώσουν το νόημα δύο χαρακτηριστικών υπερρεαλιστικών ποιημάτων, του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγονόπουλου. Στη συνέχεια, επιχειρούν να φτιάξουν δικά τους σύντομα ποιήματα ή πεζά με στίχους ή φράσεις από τα ποιήματα του Α. Εμπειρίκου, για να κατανοήσουν καλύτερα την τεχνική και τα χαρακτηριστικά της υπερρεαλιστικής γραφής. Προσπαθήστε να αποδώσετε σύντομα το νόημα των δύο χαρακτηριστικών παραδειγμάτων υπερρεαλιστικής γραφής που ακολουθούν, του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγονόπουλου. Ανδρέας Εμπειρίκος Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος. (Ενδοχώρα, «Ο Πλόκαμος της Αλταμίρας») Ο ποιητής μάλλον εννοεί πως η ποίηση μας ξανακάνει παιδιά, όχι φυσικά μικρούς και ανώριμους, απλώς μας γυρνά σε μια ηλικία κατά την οποία η φαντασία μας ήταν ακόμα ελεύθερη. Και ενώ μέσα της γινόμαστε πάλι παιδιά όσον αφορά την φαντασία, μεγαλώνουμε ταυτόχρονα νοητικά. Και ευωδιασμένοι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε γιατί στην ποίηση δεν υπάρχουν περιορισμοί. Κωστής Ξούριας Ο Εμπειρίκος στο ποίημα του δίνει τον ορισμό της ποίησης, κυρίως της υπερρεαλιστικής. Η ποίηση είναι σαν ένα γυαλιστερό ποδήλατο, που προσφέρει στον αναβάτη του αξέχαστες εμπειρίες, αίσθηση ελευθερίας και χαρά. Το ποδήλατο αυτό λάμπει είτε γιατί κινείται κάτω από το φως του ήλιου, οπότε προκαλεί ενθουσιασμό κι ελευθερία στον οδηγό του, είτε είναι ένα ολοκαίνουριο άφθαρτο - και γι’ αυτό γυαλιστερό – ποδήλατο, που δίνει χαρά στο παιδί που του το δωρίζουν. Έτσι και η ποίηση, προσφέρει δυνατότητα έκφρασης, γοητεία, έκπληξη και ευχαρίστηση. Μέσα από την ποίηση όλοι μεγαλώνουμε. Μεγαλώνουμε ηλικιακά, καθώς από την παιδική μας ηλικία μαθαίνουμε ποιήματα. Μεγαλώνουμε όμως και πνευματικά, καθώς η ποίηση διευρύνει το νου μας, τους νοητικούς μας ορίζοντες και μεγαλώνει ο κόσμος στον οποίο ζούμε, καθώς η φαντασία δημιουργεί νέους τόπους, νέους ορίζοντες, νέες πραγματικότητες. Ο άνθρωπος, μέσα από την ποίηση, είναι ελεύθερος να δημιουργήσει φανταστικούς κόσμους, όπου δεν υπάρχουν τα όρια, οι κανόνες και οι περιορισμοί της πραγματικότητας. Οι δρόμοι της ποίησης είναι λευκοί, είναι λοιπόν αγνοί, αλλά είναι και σαν ένα άδειο, άγραφο χαρτί. Σε αυτό, ο ποιητής μπορεί να μεταφέρει 46
ελεύθερα τις σκέψεις του, αλλά και ο αναγνώστης να τις μεταφράσει και να τις εκλάβει όπως πιστεύει, όπως θέλει και όπως τον εκφράζει. Η ποίηση είναι «μαγική», είναι παραμύθι, είναι σαν ένα όνειρο. Είναι σαν ένα παραμυθένιο άνθος που μιλά κι έτσι ο ποιητής είναι ελεύθερος να εκφραστεί πέρα από τα σύνορα του αληθινού κόσμου. Από τα πέταλα του, γεννιούνται μικρούτσικες παιδίσκες. Τα παιδιά βλέπουν πράγματα που οι μεγάλοι δε βλέπουν, έχουν φαντασία. Η ποίηση είναι ο καμβάς για να αποτυπωθεί ελεύθερα η σκέψη, ακόμα κι αν ανήκει στον κόσμο της φαντασίας. Η ποίηση είναι σαν μια εκδρομή χωρίς τέλος. Αυτή, προσφέρει χαρά, ξεγνοιασιά και ταξίδι σε ένα κόσμο όπου όλα μπορούν να συμβούν. Το μεταφορικό μέσο για να πραγματοποιηθεί αυτό το ταξίδι είναι το ποδήλατο, δηλαδή η ποίηση. Αυτή είναι ατελείωτη καθώς δεν έχει όρια, κανόνες και νόμους, αφού ο κόσμος της φαντασίας δεν έχει τέλος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ποίημα αυτό είναι όχι απλώς ένας ορισμός του τι είναι ποίηση, αλλά ένας υπερρεαλιστικός ορισμός της ποίησης. Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Ο Ανδρέας Εμπειρίκος παρουσιάζει την ποίηση σαν ένα ποδήλατο που αστράφτει. Η εικόνα του ποδηλάτου δημιουργεί ένα αίσθημα ελευθερίας και χαράς, αφού το ποδήλατο είναι λαμπερό και μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι καινούριο. Αντίστοιχα, και η ποίηση ανοίγει νέους δρόμους στον άνθρωπο, τον απελευθερώνει και τον κάνει να βλέπει τα πράγματα με μια άλλη ματιά. Συνοδεύει τον άνθρωπο σε κάθε ηλικία. Με αυτήν μεγαλώνει και ωριμάζει, αλλά ταυτόχρονα του προσφέρει τη δυνατότητα να φανταστεί και να δημιουργήσει νέους κόσμους («Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε»). Η ποίηση-ποδήλατο λοιπόν, ανοίγει λευκούς δρόμους, αγνούς, αφού ο δημιουργός είναι ελεύθερος να εκφράσει τις σκέψεις και τους στοχασμούς του. Ο ποιητής μεταμορφώνει την πραγματικότητα, δε βασίζεται στη λογική αλλά στη φαντασία και το συναίσθημα. («Τ' άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες»). Η ποιητική δημιουργία δεν έχει τέλος, είναι ένα ατελείωτο ταξίδι που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει ελεύθερος και ευτυχισμένος. Ευαγγελία Κοτζιά Στο ποίημα αυτό ο Εμπειρίκος προσπαθεί να αποδώσει τον ορισμό της ποίησης έτσι όπως αυτός τον εκλαμβάνει. Αρχικά χρησιμοποίει σύμβολα όπως η ρόδα και το ποδήλατο που είναι σύμβολα εξέλιξης και προόδου, υπονοώντας έτσι ότι η ποίηση αποτελεί την έκφραση και την ανάπτυξη ενός δυνατού και αυθόρμητου συναισθήματος χαράς. Τέλος αναφέρει ότι η ποίηση μπορεί να παρομοιαστεί σαν μια εκδρομή η οποία δεν έχει τέλος, μια εκδρομή γεμάτη εικόνες στην οποία ακόμα και τα άνθη μιλούν. Θοδωρής Παπαγεωργίου
47
Νίκος Εγγονόπουλος Ικεσία Η νύχτα διαδέχεται την ημέρα. Και ως η μέρα είναι η περιοχή των δέντρων και των λουλουδιών, έτσι κι η νύχτα είναι η περιοχή των φαντασμάτων και των κρουνών. Τοποθετείς τη σκάλα στον τοίχο, και με πολλή πολλή προσοχή περνάς «από την άλλη μεριά». Αντιλαμβάνεσαι ψιθύρους, σαν θρόισμα νεκρών φύλλων, και το κελάρυσμα των νερών, τον σχεδόν ανεπαίσθητο θόρυβο που κάμνει η ρόδα του μύλου. Ένας τροχός, ένα αλέτρι, αστέρια, κι αρχίζουν τα θαύματα και τα μάγια της νύχτας […] (Η Κοιλάδα με τους ροδώνες) Το νόημα του ποιήματος “Ικεσία” του Ν. Εγγονόπουλου είναι πως μετά τη ζωή έρχεται η μετά θάνατον ζωή και παρομοιάζει την σχέση τον δύο με αυτήν της μέρας και της νύχτας, δηλαδή όπως την ημέρα κάποτε θα την διαδεχτεί η νύχτα, έτσι και την ζωή κάποτε θα την διαδεχτεί η μετά θάνατον ζωή. Αυτό φαίνεται πιο έντονα στη δεύτερη πρόταση στην οποία για να περιγράψει την μέρα ο ποιητής χρησιμοποιεί στοιχεία τα οποία συσχετίζουμε με την ζωή, όπως είναι τα δέντρα και τα λουλούδια, και για να περιγράψει τη νύχτα λέξεις που παραπέμπουν στην μετά θάνατον ζωή, όπως είναι τα φαντάσματα. Στην επόμενη πρόταση αυτό φαίνεται ακόμα πιο έντονα αφού για να περάσει κάνεις “στην άλλη πλευρά” ο ποιητής λέει πως πρέπει να χρησιμοποιήσει μια σκάλα, το οποίο μας δίνει την εντύπωση πως πηγαίνουμε από τη γη, στην οποία βρίσκεται η ζωή, στον ουρανό, στον οποίο βρίσκονται οι νεκροί. Επίσης καταλαβαίνουμε πως ο ποιητής βλέπει την ζωή μετά τον θάνατο θετικά, αφού στην τελευταία πρόταση μιλάει για τα “θαύματα και τα μάγια της νύχτας”, το οποίο παραπέμπει σε κάτι θετικό. Εμμανουήλ Μπρίνια Κατά τη γνώμη μου, το πεζόμορφο αυτό ποίημα αναφέρεται κατά βάση στην ζωή αλλά και την μετά θάνατον ζωή των ανθρώπων. Ο ποιητής έχει γράψει αυτό το ποίημα για να μας εκφράσει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του σχετικά με το θάνατο. Αυτή την έκφραση των συναισθημάτων την εκδηλώνει με την χρήση των συμβολισμών. Ένας συμβολισμός που μας δηλώνει έντονα την αντίληψή του για την μετά θάνατον ζωή είναι η φράση «από την άλλη μεριά». Δύο συχνοί συμβολισμοί που παρατηρούμε στο συγκεκριμένο ποίημα αλλά και γενικά στα ποιήματα της μοντέρνας ποίησης είναι η ημέρα και η νύχτα. Σε κάθε ποίημα η ημέρα και η νύχτα έχουν διαφορετική σημασία. Kατά την γνώμη μου, σε αυτό το ποίημα η ημέρα συμβολίζει την ζωή η οποία είναι φωτεινή, γεμάτη παραγωγικότητα και περικυκλωμένη από εκρήξεις συναισθημάτων όπως μας την παρουσιάζει και ο ίδιος, ενώ η νύχτα συμβολίζει τον θάνατο, ο οποίος είναι σκοτεινός, γεμάτος φαντάσματα και μάγια, καθώς κανείς δεν ξέρει πως μοιάζει. Επιπροσθέτως, στο ποίημα υπάρχει άλλος ένας συμβολισμός, ο οποίος είναι η σκάλα που συμβολίζει την ένωση ουρανού με γης, επομένως δηλώνει στο συγκεκριμένο ποίημα την ένωση του θανάτου με την ζωή. Τέλος, το όνομα του ποιήματος « Η κοιλάδα με τους ροδώνες» κρύβει επίσης έναν συμβολισμό μέσα της, ο οποίος είναι ο παράδεισος, μέρος που πηγαίνουν οι άνθρωποι αφού αποβιώσουν. Με λίγα 48
λόγια, το ποίημα μας μιλάει για την ζωή και τον θάνατο, καθώς και για τις αντιθέσεις μεταξύ αυτών των δύω διαφορετικών κόσμων. Θεοδώρα Καλογεροπούλου O Εγγονόπουλος μέσα στην πλούσια καλλιτεχνική του έκφραση υπήρξε και ποιητής. Ήταν εκφραστής του υπερρεαλισμού στα έργα του και της μοντέρνας ποιητικής έκφρασης. Στο ποίημά του «Ικεσία», αναφέρεται στη νύχτα και τη μέρα. Με τις δύο αυτές χρονικές στιγμές συμβολίζει τη ζωή. Με τη μέρα αναδεικνύει τις ομορφιές, με τα δέντρα και τα λουλούδια που παραπέμπει αυτόματα στη ζωή και την άνθιση του κάθε ανθρώπου μέσα από το καλό. Αναδεικνύει την ανάγκη του ανθρώπου να βιώνει την κάθε στιγμή, να μην σταματήσει να ελπίζει και να διατηρεί κατ’ επέκταση την αισιοδοξία του για το καλό και το όμορφο. Η νύχτα, με τα φαντάσματα και τους κρουνούς, με το θρόισμα των νεκρών φύλλων συμβολίζει τις εσωτερικές μας συγκρούσεις ανάμεσα στο καλό και στο κακό, τη δυστυχία που βιώνουμε, τους εσωτερικούς μας δαίμονες, όλα εκείνα που μας αποπροσανατολίζουν από το καλό και το ωραίο. Με το συμβολισμό της σκάλας που σηματοδοτεί την μετάβαση από τη μέρα στη νύχτα, άρα από το καλό στο κακό, ο ποιητής επιθυμεί να μας δείξει ότι αυτή η μετάβαση μπορεί να γίνει σχετικά εύκολα, όσο εύκολα δηλαδή, κάποιος ανεβαίνει σε μια σκάλα. Ωστόσο χρειάζεται μεγάλη προσοχή και προσοχή στη μετάβαση. Η ελπίδα, η πίστη και η αγάπη είναι συνοδοιπόροι μας στην πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό και είναι τα εφόδια εκείνα που θα μας προφυλάξουν από καθετί κακό. Οδυσσέας Πελεκούδας
Δημιουργική Γραφή Σχηματίστε σύντομα ποιήματα ή πεζά συνδυάζοντας /χρησιμοποιώντας τις σύντομες φράσεις από ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου ή χρησιμοποιήστε τις μαζί με δικές σας φράσεις/στίχους για να φτιάξετε ένα δικό σας ποίημα ή πεζό κείμενο.
Τα κρύσταλλα της νηνεμίας Παρομοιάζουν την σιγή με βράχο Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν Άκου τον ήχο σπάζει πέτρες Το κάθε φύλλο της δενδροστοιχίας της καθηλωμένο Στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής Δέξου τα παραμύθια μέσ’ στα δέντρα
Τα σύρματα των αισθημάτων Ενωρίτερα και από τον γδούπο του φωτός Η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη Ξεκίνησε το δεύτερο μαϊστράλι 49
Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι της και παρ’ ολίγον να πεθάνει Τα σείστρα του πράσινου Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει
Το φέγγος σαν σουραύλι της αιθρίας Μια δέησι στα κύτταρα του χρόνου Βράχοι δίχως κεφαλή Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράχτες Πλατειά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα Όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει Κρατάμε μέσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας Ομαδικά ποιήματα
Στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν Ακούω τον ήχο που σπάζει τις πέτρες Και τα κρύσταλλα της νηνεμίας Να παρομοιάζουν την σιγή με βράχο * Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι της και παρ’ ολίγον να πεθάνει Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει Τα σείστρα του πρασίνου και τα σύρματα των συναισθημάτων Ενωρίτερα ακόμη και από τον γδούπο του φωτός Όμως η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη, Και εκεί ξεκίνησε το δεύτερο μαϊστράλι * Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες Όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει Το φέγγος σαν σουραύλι της αιθρίας και τους βράχους δίχως κεφαλή Σαν μια δέησι στα κύτταρα του χρόνου Και στην πλατεία τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα Όταν εμείς κρατάμε μες στα χέρια μας τα πρόσωπά μας Χριστίνα Καραβακύρη Δέξου το παραμύθι μέσα στα δέντρα Το βράδυ όταν τα φύλα ψιθυρίζουν Το κάθε φύλλο της δεντροστοιχίας της καθηλωμένο Μιλάει για το δικό του πράσινο στη μαύρη νύχτα * 50
Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι της και παρ' ολίγον να πεθάνει Η απαίτησης των κρίνων δεν εξεπληρώθη Οι κορμοί και οι χρωματιστές κουκίδες την προστάτεψαν Ενωρίτερα και από τον γδούπο του φωτός * Βράχοι δίχως κεφαλή Τα χρόνια πέφτουν στους καταρράκτες Όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει Κρατάμε μέσ' τα χέρια μας τα πρόσωπά μας Πλατιά τα στερνά μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα Ευαγγελία Κοτζιά Το σπίτι κλειστό αφήνοντας Ολοένα και πιο δυνατό τον παφλασμό της νύχτας Άκου τον ήχο σπάζει πέτρες Η νύκτα έχει πολλές φωνές και ξεγελάει Εικόνες και μυρωδιές την αγκαλιάζουν Τα σύρματα των αισθήσεων την πνίγουν Κοιτάζει με κλεισμένα τα μάτια των ονείρων τα ψέματα Το σπίτι κλειστό Κρύβει ένα μεγάλο παράπονο Κι η εξήγηση θα’ ρθει κάποτε Όταν δεν θα χρειάζεται πια καμιά εξήγηση Κι εκείνη Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι της και παρ’ ολίγον να πεθάνει Πηγαίνει τώρα να εξαγνιστεί στη λησμονιά Θανάσης Μπαρμπούρης Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν τα δικά τους μυστικά, ο ύπνος δεν έρχεται στο προσκέφαλό σου. Δέξου τα παραμύθια μέσ’ στα δέντρα που σε ταξιδεύουν και είναι για σένα μια αχτίδα φωτός. Μόνο έτσι μπορείς να αντέξεις ό,τι σε βασανίζει. * Τα κρύσταλλα της νηνεμίας γαληνεύουν την ψυχή σου. Μακριά απ’ όλους στάσου, 51
άκου τον ήχο σπάζει πέτρες και στοχάσου τα σύρματα των αισθημάτων που σε δένουν με όλα όσα αγαπάς και αντέχεις. Μαρία-Λήδα Μπλέτσου Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες περνάνε και εμείς διστακτικοί κρατάμε μες στα χέρια μας τα πρόσωπα μας βράχοι στις δυσκολίες δίχως κεφαλή που αγωνιζόμαστε για μια καλύτερη ζωή όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει. * Σιωπή παντού επικρατεί στον κάμπο σκοτάδι κυριαρχεί παρομοιάζουν την σιωπή με βράχο όμως στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής το βράδυ τα φύλλα ψιθυρίζουν και ο ήχος τους πέτρες σπάζει. Ελπίδα Μπότου Κρατάμε μεσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας. Σημαδεμένοι από τις πράξεις μας θα μείνουμε και όταν βοριαδάκι δεν φυσά βράχοι χωρίς λογική γινόμαστε κι’ αυτή σημαδεμένη από το πρωί θα μείνει. Θανάσης Μυλωνάς Μια δέηση στα κύτταρα του χρόνου Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράχτες Άκου τον ήχο τους Καθώς πέφτουν με δύναμη στους βράχους Βράχοι δίχως κεφαλή Δίχως μια δέηση στα κύτταρα του χρόνου Περνούν τα χρόνια σαν πουλιά κυνηγημένα Η ορμή του ποταμού δεν διεκόπη Κρατάμε μέσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράχτες Όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει Η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη 52
Κωστής Ξούριας Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν κάθομαι και συλλογιέμαι Δυο στίχους "Παρομοιάζουν την σιγή με βράχο" γιατί είναι κρύα και μονότονη "Άκου τον ήχο σπάζει πέτρες" Δηλαδή ο ήχος νικά την κρύα και μονότονη σιγή; Κι αν όχι τα φύλλα δεν θα ψιθυρίζουν; * Σημαδεμένη απ' το πρωί θα περιμένει Στο παράθυρο κάθισε δίπλα από νωρίς Και περίμενε Τώρα κλαίει Γράμματα έχει μα πού να τα στείλει; Δέκα έστειλε μα ένα μόνο πήρε Η απαίτησης των κρίνων δεν εξεπληρώθη Διότι η παναγία δεν τον προστάτεψε κι ας προσευχόταν κάθε πρωί Ως φαίνεται δεν ακούστηκε Έσκυψε και παρ' ολίγον να πεθάνει Μακάρι να είχε πεθάνει. * Κρατάμε μέσα στα χέρια μας τα πρόσωπά μας Κλαίμε Μια δέηση στα κύτταρα του χρόνου Τα χρόνια πέφτουν στους καταρράκτες κι εμείς κοιτάμε ανήμποροι Έλεγες κάποτε ορθώς θα γεράσουμε. Ιωάννα Παναγιωτοπούλου Καλοκαίρι «Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν», «στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής» οι φωνές των ψαριών στο δίχτυ σπάζουν «τα κρύσταλλα της νηνεμίας». «Τα σύρματα των αισθημάτων» ξαγρυπνούν και στέλνουν «μια δέηση στα κύτταρα του χρόνου». Ονειροπαγίδα «Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει» η κλίνη, «μια δέηση στα κύτταρα του χρόνου». «Όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει» ο Μορφέας ψιθυρίζει: «δέξου τα παραμύθια μεσ’ τα δέντρα». 53
Θοδωρής Παπαγεωργίου Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν Στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής Άκου τον ήχο σπάει πέτρες Στου αέρα την πνοή Νικόλας Παπαλέξης Πεζόμορφα ποιήματα Κι όταν ήρθε το βράδυ, που τα φύλλα ψιθυρίζουν, το κάθε φύλλο της δεντροστοιχίας της ήταν καθηλωμένο. Δέξου τα παραμύθια μες τα δέντρα, στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής. Ολάκερος ο κόσμος μαγεύεται από τα κρύσταλλα της νηνεμίας και παρομοιάζουν την σιγή των βράχων με μια λαμπερή βιβλιοθήκη. * Τα σύρματα των αισθημάτων, τόσο σκληρά και τόσο ευαίσθητα συνάμα. Η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη και τα τριαντάφυλλα γελούσαν κάτω απ΄ την κόκκινη σκιά τους. Ξεκίνησε το δεύτερο μαϊστράλι, ενωρίτερα κι απ’ τον γδούπο του φωτός, κι η χήρα, ντυμένη στα μαύρα, έσκυψε λοιπόν το κεφάλι της και παρ’ ολίγον να πεθάνει. Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει, μέχρι να περάσει τις πύλες του Παραδείσου και να ξαναδεί τον αγαπημένο της. * Όπως τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες, έτσι κατρακυλούν και οι αναμνήσεις στο μυαλό μου. Αυτά τα νερά που πότισαν τα νιάτα μας. Κρατάμε μεσ’ τα χέρια μας τα πρόσωπά μας. Μία δέηση στα κύτταρα του χρόνου αλλά και των αγαπημένων μας. Μα κι όταν το σώμα μας σιγής, γοργά σαλεύει, πλατιά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα ακριβώς όπως και η ζωή. Οδυσσέας Πελεκούδας Η νύχτα είχε κάνει αισθητή την παρουσία της. Εκείνη ήταν σημαδεμένη από το πρωί, θα περιμένει θαρρείς, πάντα εκεί. Δεν ένιωθε καλά. Είχε πάρει την απόφασή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι της και παρ’ ολίγον να πεθάνει. Ήταν σαν να θέλησε να κάνει μια δέηση στα κύτταρα του χρόνου, να μπορέσει να απελευθερωθεί. Δεν άντεχε άλλο αυτή τη ζωή. Είχε ξεκινήσει την αναδρομή της ζωής της μιας ζωής χωρίς χαρά, χωρίς ευτυχισμένες στιγμές. Είχε κουραστεί από τις συνεχείς δυσκολίες και τις απανωτές δυστυχίες που την είχαν βρει. Ένιωθε σαν τα χρόνια της να πέφτουνε στους καταρράκτες, ένιωθε πως πέφτοντας έκαναν κρότο, «άκου», έλεγε στον εαυτό της, «άκου τον ήχο (τους) σπάζει πέτρες». Δεν υπήρχε σωτηρία για εκείνη πια. Κράταγε μέσα στα χέρια της το πρόσωπό της, προσπαθούσε να βρει κουράγιο να συνεχίσει… να συνεχίσει τί; Τη ζωή ή να φτάσει πιο γρήγορα στο τέλος της; Δεν ήξερε τί από τα δύο ήθελε ούτε ήξερε για ποιο από τα δύο χρειαζόταν περισσότερο κουράγιο. Η ζωή ή το τέλος της. 54