ΑΡΘΡΑ
Η μαρίνα και το λιμάνι Λάρνακας ως ζήτημα δημόσιας αξίας και βιώσιμης αστικής μετάβασης Η ανάπτυξη της μαρίνας και του λιμανιού Λάρνακας δεν μπορεί να προσεγγίζεται ως ουδέτερο αναπτυξιακό έργο ή ως ζήτημα επενδυτικής αποτυχίας. Πρόκειται για μια καίρια αστική υποδομή, όπου συμπυκνώνονται συγκρούσεις μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής δικαιοσύνης και χωρικής οργάνωσης της πόλης. Στο πλαίσιο της σύγχρονης θεωρίας βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, και ειδικότερα της προσέγγισης που δίνει έμφαση στη δημόσια αξία και τη χωρική δικαιοσύνη, τα παραλιακά μέτωπα νοούνται ως στρατηγικοί δημόσιοι πόροι και όχι απλώς ως αναπτυξιακά αποθέματα γης. Η μέχρι σήμερα προσέγγιση στη Λάρνακα βασίστηκε σε ένα ενιαίο, υψηλής έντασης mega-project, όπου η πολεοδομική υπεραξία κλήθηκε να αντισταθμίσει το επενδυτικό ρίσκο. Ωστόσο, η διεθνής βιβλιογραφία για τα mega-projects και τα waterfront developments δείχνει ότι τέτοια μοντέλα είναι δομικά ευάλωτα: όχι μόνο λόγω αισιόδοξων οικονομικών παραδοχών, αλλά επειδή τείνουν να παράγουν χωρικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς, ακόμη και όταν θεωρούνται οικονομικά «επιτυχή». Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι το μοντέλο όπως φαίνεται δεν ταίριαξε στη Λάρνακα, αλλά ότι το ίδιο το μοντέλο συγκρούεται με βασικές αρχές βιώσιμης αστικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται
απλώς ως ποιοτικό χαρακτηριστικό του σχεδιασμού. Αποτελεί πεδίο πολιτικής διαπραγμάτευσης: ποιος έχει πρόσβαση, ποιος αποφασίζει και ποιος ωφελείται από τον μετασχηματισμό του παραλιακού μετώπου. Η βιώσιμη ανάπτυξη, όπως αποτυπώνεται και στον Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης 11, προϋποθέτει σταδιακό σχεδιασμό, λειτουργικό διαχωρισμό, χωρική συνέχεια με τον υφιστάμενο αστικό ιστό και αποφυγή μονοκαλλιεργειών real estate και τουρισμού. Καθοριστικής σημασίας είναι και η διακυβέρνηση. Δεν αρκεί η τυπική διαφάνεια· απαιτείται θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει μάθηση, προσαρμογή και αναθεώρηση, αναγνωρίζοντας ότι οι πόλεις εξελίσσονται σε βάθος χρόνου. Η περίπτωση της Λάρνακας προσφέρει, έτσι, μια ουσιαστική ευκαιρία μετατόπισης: από το εμβληματικό project βιτρίνας σε μια συνεκτική στρατηγική βιώσιμης αστικής μετάβασης, προσανατολισμένη στη δημόσια αξία και τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα της πόλης. * Οι απόψεις είναι προσωπικές Δρ. Αντρέας Παπαλλάς Μέλος Γενικού Συμβουλίου ΕΤΕΚ
Συμμετοχή του ΕΤΕΚ σε συνάντηση τεχνικής βοήθειας έργου του ΟΟΣΑ Κλιμάκιο του ΕΤΕΚ με επικεφαλής τον Πρόεδρο του Επιμελητηρίου κ. Κωνσταντίνο Κωνσταντή συμμετείχε σε συνάντηση που οργάνωσε το Υπουργείο Εσωτερικών στις 22 Ιανουαρίου 2026 στο πλαίσιο του έργου τεχνικής βοήθειας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) με θέμα «Design and implementation of affordable housing models and policies». Ο Πρόεδρος του ΕΤΕΚ παρουσίασε συνοπτικά τις βασικές θέσεις και εισηγήσεις του Επιμελητηρίου, υπογραμμίζοντας ότι η κατοικία αποτελεί δημόσιο αγαθό και ότι οι πολιτικές πρέπει να στηρίζονται σε διαφανή δεδομένα, τεκμηρίωση και κριτήρια ποιότητας. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στην επικαιροποίηση της έκθεσης του ΕΤΕΚ του 2023, με εστίαση στα ζητήματα που εξακολουθούν να απαιτούν βελτίωση, σημειώνοντας ότι η αντιμετώπιση της πρόκλησης δεν περιορίζεται στην αύξηση νέων μονάδων αλλά απαιτεί διαμόρφωση του κατάλληλου τύπου προσφοράς, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες του μέσου νοικοκυριού, καθώς και άμεση ενεργοποίηση του σημαντικού αποθέματος κενών και υποχρησιμοποιούμενων κτηρίων μέσω ανακαινίσεων και προσαρμοστικής επανάχρησης. Ο Πρόεδρος του ΕΤΕΚ τόνισε την ανάγκη δημιουργίας ενιαίας Αρχής Στεγαστικής Πολιτικής, για συντονισμό, συλλογή στοιχείων, σχεδιασμό και παρακολούθηση μέτρων, ώστε να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων και να επιταχυνθεί η λήψη αποφάσεων. Παράλληλα, παρου-
28
σίασε δέσμη προτάσεων για την ενεργοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος, με στοχευμένα κίνητρα ανακαίνισης και εργαλεία επαναφοράς κενών κατοικιών στην αγορά. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διαμόρφωση σαφούς και ελκυστικού πλαισίου Build-to-Rent, με θεσμικές/ φορολογικές προσαρμογές και νομική βεβαιότητα, ώστε να ενισχυθεί η προσφορά επαγγελματικά διαχειριζόμενης ενοικιαζόμενης κατοικίας και να συμβάλει στη σταθεροποίηση της αγοράς ενοικίων. Σε σχέση με τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους χαρτογράφησης και στοχευμένων ρυθμίσεων ανά περιοχή όπου επηρεάζεται η μακροχρόνια προσφορά. Τέλος, ανέδειξε προτάσεις για υποχρεωτική παραγωγή προσιτής στέγης σε μεγάλες αναπτύξεις, με σαφή ορισμό προσιτότητας και ελάχιστη διάρκεια διατήρησης, καθώς και φορολόγηση αδρανούς/αδόμητης γης για αποθάρρυνση κερδοσκοπικών συμπεριφορών. Υπογράμμισε επίσης ότι η διαχείριση της ζήτησης (ενόψει Σένγκεν, ενδιαφέροντος ξένων αγοραστών και επιπτώσεων των βραχυπρόθεσμων μισθώσεων) πρέπει να είναι συστημική και γεωγραφικά στοχευμένη, με δείκτες παρακολούθησης και έγκαιρη ενεργοποίηση μέτρων σε ζώνες πίεσης. Καταλήγοντας ο κ. Κωνσταντή υπέδειξε ότι η προσιτότητα δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της ποιότητας, προωθώντας την αρχή «affordable quality by design» με αρχιτεκτονική ποιότητα, καινοτομία, πράσινο σχεδιασμό, ψηφιοποίηση και επιτάχυνση διαδικασιών αδειοδότησης.