Skip to main content

Τεύχος 20

Page 69

L

Εκδόσεις «ΧΡΥΣΗ ΤΟΜΗ», Πανεπιστημίου 56, Αθήνα, Τηλ. 36.00.059.

V_

ViaoHu id u 3 ■ oioo_LAocb uxiaoHu i

εΛΛηνικη επιστημονική φαντασία ■ ελληνική επι^

φαντααια ■ εΛΛηνικη επιστημ ο νικ ή φαντασία

/^εΛΛηνικη επιστημονική ψαντασιαΛ


ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΕΓΝΑΤΙΑ

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΙΚ Ο Σ Α Λ Ε Ξ Η Σ Α Σ Λ Α Ν Ο Γ Λ Ο Υ : ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ OTTO K A R O L Y I: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΜ ΙΛ ΙΑ Ν ΣΤ Α Ν Ε Φ : Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΣΙΜΠΙΝ ΕΡΙΧ Κ ΑΙΣΤΕΡ: ΣΧΟΛΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΩΝ Α Ν . Β. Κ Α Τ Ο Υ Δ ρ . Ph. D .: Διορθωτικές Σχέσεις τής Ελληνικής Οικονομίας καί Προοπτικές Άναπτύξεως N IN A Κ Ο Κ Κ Α Λ ΙΔ Ο Υ Ν Α Χ Μ ΙΑ : ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ Φ ΙΛ ΙΠ Π Α Δ Ρ Α Κ Ο Ν Τ Α Ε ΙΔ Η : ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ Ν .Δ . Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Υ : ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μ Α Ν Ο Υ Ε Λ ΣΚ Ο ΡΣΑ : Τά τύμπανα χτυπούν γιά τό Ράνκας Β Α Σ ΙΛ Η Σ Τ Ε Ρ ΙΑ Δ Η : Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α1 Ν Α Τ Α Σ Α Σ Χ Α Τ Ζ ΙΔ Α Κ Ι: ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΗΝ, ΤΟ ΒΡΑΔΥ Σ ΤΕ Φ Α Ν Ο Σ ΞΕΝ Ο Σ :ΤΡΥΦΕΡΗ ΚΟΛΑΣΗ Π Η Τ Ε Ρ Χ Α Ν Τ Κ Ε : ΑΜΕΡΙΜΝΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ Ε Κ ΔΟ Σ Ε ΙΣ

ΕΓΝΑΤΙΑ

ΣΕΙΡΑ: ΤΡΑΜ/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΥ Χ Ρ Ο Ν Α : Τά μαύρα τακούνια Β Α Σ ΙΛ Η Σ Τ Ε Ρ ΙΑ Δ Η : Ό κ. Τβό / Τό ιδιωτικό ’Αεροπλάνο (β' έκδοση) Μ Π ΙΛ Η Β ΕΜ Η : Ή Σκουριά τού Μεγαλέξαντρου Α Ν Τ Ε ΙΑ Φ ΡΑ Ν Τ Ζ Η : Ή περιπέτεια μιας περιγραφής Μ ΙΣ Ε Λ Φ ΑΪΣ: Παλαιοδημοτικά Ποιήματα Σεμνά ώς ’Απόβλητα Α ΡΓΥ ΡΗ Χ ΙΟ Ν Η : Τύπος ήλων ΔΗ Μ Η Τ Ρ Η Ν Ο Λ Λ Α : Π ολυξένη (β' έκδοση) Χ Ε Ν Ρ Υ Μ ΙΛΛ ΕΡ: Ό Καιρός τών Δολοφόνων ΤΖΩ ΡΤ Ζ Ο ΡΓΟ Υ Ε Λ : Ή φάρμα των Ζώων

ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ Η .Χ. Π Α Π Α Δ Η Μ Η Τ Ρ Α Κ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ : ’Οδοντόκρεμα άπό Χλωροφύλλη (β' έκδοση) Α Ν Τ Ρ Ε Α Σ Τ Α ΪΚ Ο Υ : Αίσχροτάτη Έρριέτα Μ ΙΧ Α Λ Η Π Α Π Α Μ ΙΧ Α Η Λ : Ήλιόγραμμα ΓΙΩΡΓΟ Υ Μ Α ΡΚ Ο Π Ο ΥΛΟ Υ:Π υροτεχνουργοί Ν Α Τ Α Σ Α Σ Χ Α Τ Ζ ΙΔ Α Κ Ι: Άκρυλλικά (β' έκδοση) Μ ΙΧ Α Η Λ Μ Η ΤΡΑ : Φανταστική Νουβέλα (β' έκδοση) Α Ν Τ Ρ Ε Α Α Γ Γ Ε Λ Α Κ Η : Ό δός Θρασυβούλου Β Α Σ ΙΛ Η Π Α Π Α ΓΕ Ω Ρ Γ ΙΟ Υ : ’Ανθολογία Σουηδών Ποιητών Ε Κ ΔΟ Σ Ε ΙΣ Ε ΓΝ Α ΤΙΑ

ΣΕΙΡΑ: 01 ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Διευθύνεται άπό τόν Σπύρο Τσακνιά Λί Τάι Πό Χάρμπερτ Χόλουμπ Μπουκόφσκι Ε Κ ΔΟ Σ Ε ΙΣ Ε ΓΝ Α ΤΙΑ

’Από την Τρίτη 6 τού ’Απρίλη οί ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΓΝΑΤΙΑ στό δικό τους πιά Βιβλιοπωλείο στην όδό Μαυρομιχάλη 9


ΤΟΠΟΣ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ

Ένα έργο τέχνης, μιά ανεκτίμητη μαρτυρία για τον τόπο μας. ΤΟΜΟΣ Β 18ος ΑΙ.

James Stuart και Choiseul - Gouffier. Οί μοναδικές εικόνες άπό τήν Ελλάδα τοϋ 15ου μέχρι κα'ι τοϋ 19ου αιώνα, είναι χαρακτικά, που συνόδευαν τις γραπτές έντυπώσεις τών ξένων περιηγητών. Θησαυροί σκορπισμένοι αιώνες τώρα σέ μουσεία, βιβλιοθήκες καί ιδιωτικές συλλογές, συγκεντρώ­ νονται για πρώτη φορά στην έκ­ δοση «ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ» καί γίνονται κτήμα κάθε φιλότε­ χνου. ■Τυπωμένη σέ ειδικό χαρτί, illu­ stration mat 150γρ. έξόλοκλήρου έγχρωμη,ή έκδοση «ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ» άποτελεϊται άπό 12 τόμους καί ένα ξεχωριστό τόμο με θέμα «ΑΘΗΝΑ». Οί 6 πρώτοι τόμοι περιέχουν γε­ νικά θέματα καί τά χαρακτικά διαδέχονται τό ένα τό άλλο κατά τή χρονολογική σειρά πού τυπώ­ θηκαν. Οί ύπόλοιποι άναφέρονται σέ ειδικά θέματα: Ενδυμασίες, βυζαντινά μνημεία, μουσουλμανικά κτίσματα, θέ­ ματα λαϊκής άρχιτεκτονικής. Τρεις τόμοι, θ’ άποτελέσουν τήν πιστή έπανέκδοση τής περίφημης «Flora Graeca» μέ άπεικονίσεις φυτών καί λουλουδιών άπ’ δλη τήν Ελλάδα, σέ έγχρωμες χαλκο­ γραφίες. ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟ Α ΜΕΡΟΣ έξη τόμοι συνολική τιμή 9.000 δρχμ. Οί έξη τόμοι τοϋ Α' ΜΕΡΟΥΣ, μέ χαρακτικά γενικής θεματογραφίας πού καλύπτουντό χρονικό διάστημα άπό τά μέσα τοϋ 15ου ώςτό τέλος τοϋ 19ου αί. θά κυκλοφορήσουν μέ τήν έξης σειρά: ΤΟΜΟΣ Α , 15 - 17ος αί. ετοιμοπαράδοτος. ΤΟΜΟΣ Β , 18ος αί. 30/3/79 ΤΟΜΟΣ Γ , 18ος αί. 30/6/79. ΤΟΜΟΣ Δ , 19ος αί. 30/8/79. ΤΟΜΟΣ Ε . 19ος αί. 30/10/79. ΤΟΜΟΣ ΣΤ'. 19ος αί. 30/11/79. Γιά όσους εγγράφουν συδρομητές γιά τό Α' ΜΕΡΟΣ θά ίσχύσει ή σημερινή κατά τόμο τιμή τών 1.500 δρχμ. χωρίς καμμιά άνατίμηση (λόγω άνατίμησης τών συντελεστών τοϋ κόστους παραγωγής), δηλαδή θά ίσχύσει ή τιμή,τών 9.000 δρχ. γιά όλόκληρο τό Α’. μέρος. 01 όροι έγγραφης συνδρομητοϋ είναι οί έξής: Μέ προκαταβολή 1.000 δρχμ. ό συνδρο­ μητής παίρνει άμέσως τόν Α' τόμο. Οί δόσεις γιά τούς δύο πρώτους μήνες μετά τήν έγγραφή.δηλαδή τού Φεβρουάριου καί τού Μαρτίου, θά είναι 250 δρχμ. τόν μήνα. Στις 30 Μαρτίου τοϋ 1979 ό συνδρομητής θά λάβει τόν Γ . τόμο όπότε οί δόσεις τών μηνών Απριλίου, Μάϊου καί Ιουνίου γίνονται 500 δρχμ. κατά μήνα. Στις 30 Ιουνίου θά λάβει τόν Β' τόμο καί οί δόσεις τοϋ Ιουλίου - Αύγούστου γίνονται 750 δρχμ. κατά μήνα, στις 30/8/79 θά λάβει τόν Δ' τόμο όπότε ή δόση τοϋ Σεπτεμβρίου - 'Οκτωβρίου θά είναι επίσης 750 δρχμ. Τέλος στις 30/10/79 καί στις 30/11/79θά λάβει τόν Ε'. καί ΣΤ’.τόμους όπότε οί δόσεις τών τριών μηνών Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1979 καί Ιανουάριου 1980 θά είναι 1.000 δρχ. τό μήνα. Γιά όποιαδήποτε συμπληρωματική πληροφορία τηλεφωνείστε μας στό 36.21.330 καί 32.24.131 8 π.μ. - 3 μ.μ.

ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ: Σοφία Ξυπολιό, Δημοκρίτου 12,

Τ.Τ. 136, ΑΘΗΝΑ.


ΕΚΔΟΣΕΙΣ

«ΣΥΛΛΟΓΗ»

ΓΙΑΝΝΑΡΗ 35 Κ. Π ΑΤΗ ΣΙΑ Α Θ Η Ν Α . ΤΗΑ. 8310403 - 8310419

ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΤΗ ΝΕΟΕΑΑΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΒΑΓΓΕΑΗΣ ΙΠΑΝΝΟΥ 1

ή «τρέλα» π ο ύ καίει «μνήμες σ π α ρ α κ τ ικ έ ς τ ώ ν φ ο β ε ρ ώ ν κ α ιρ ώ ν τής ά δ ερ φ ο σ φ α γ ή ς Μ υ θ ισ τ ό ρ η μ α . Σελίδες 327

2

«ή ά λ α ι σ η τ ώ ν χ ε λ ι δ ο ν ι ώ ν » «οΐ α γώ νες τής νεο λα ίας στή δ ιά ρ κ ε ια τής δ ικ τα το ρ ία ς τ ώ ν σ υ ν τ α γ μ α τ α ρ χ ώ ν . Μ υ θ ισ τ ό ρ η μ α ά π ο σ τ α σ ιο π ο ιη μ έ ν ο ά π ό τ ά γεγονότα χ ω ρ ίς π ρ ό θ εσ η εκμετάλλευσης τ ώ ν π ρ ώ τ ω ν η μ ε ρ ώ ν τής ά π ελευ θ έρ ω σ η ς . Σελίδες 226.

3

Μ ΟΛΙΣ Κ Υ ΚΛ Ο Φ Ο Ρ Η ΣΕ Βαγγέλη Ίαιάννου ΗΤΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΠΑΣΧΑ Μ Υ Θ ΙΣ Τ Ο Ρ Η Μ Α . ΣΕΛΙΔΕΣ 194

ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ


Γραφτείτε συνδρ ομητές Ε σ ω τερ ικού ‘Α πλή (6 τ ευ χώ ν) : 450 δρχ. 'Α π λή (12 τ ευ χώ ν) : 800 δρχ.

Σ π ο υ δ α σ τ ικ ή * (6 τευχώ ν) : 400 δρχ. » (12 τευ χώ ν) : 700 δρχ.

’Ο ργ α νισ μ ώ ν, Τ ρα π εζώ ν, Ιδ ρ υ μ ά τ ω ν : 1500 δρχ.

Ε ξω τ ε ρ ικ ο ύ

,Ασία Κύπρος Ευρώπη ’Αφρική

'Α π λ ή (6 τ ευ χ ώ ν) : Δ ο λ. ΗΠΑ » » (12 τευ χώ ν) : » Σ π ο υ δ α σ τ ικ ή * (6 τ ευ χώ ν) : » » » (12 τ ευ χώ ν) . » * Σ χ ο λώ ν Β ιβ λ ιο θ η κ ώ ν (12 τ ευ χώ ν) : » * Ιδ ρ υ μ ά τ ω ν "Οι σπουδαστές μέσης, άνώτερης καί άνώτατης έκπαίδευσης γράφονται συνδρομητές μέ τήν έπίδειξη ή τήν άποστολή φωτοτυπίας τής σπουδαστι­ κής τους ταυτότητας ή τής άστυνομικής (άν είναι μαθητές).

’Αμερική Αυστραλία

14 25 12 21

16 29 14 25

17 31 15 27

20 36 18 32

25 45 23 42

34

38

40

48

60

’ Εμβάσματα στή διεύθυνση: Ζωή Τζιραλίδου περιοδικό «Διαβάζω» 'Ομήρου 34 ’Αθήνα (135)

Συμπληρώ στε τή σειρά Τιμή ά π λ ώ ν τε υ χ ώ ν : 80 δρχ. Τιμή δ ιπ λ ώ ν τ ε υ χ ώ ν : 130 δρχ. 7α παλιά τεύχη τού «Διαβάζω » μπορείτε ή νά τά άγοράσετεάπό τά γραφεία τού περιοδικού ή, άν μένετε στήν έπαρχία, νά ζητήσετε νά σάς τά στείλουμε μέ άντικαταβολή.

Τώρα καί σε τόμους Κ υ κλο φ ο ρ ο ύ ν ο ί τόμοι: Α ' (1976-77, τεύ χη 1-9): 800 δρ χ .* Β ' (1978, τεύ χη 10-15): 600 δ ρ χ *

‘Σέ σπουδαστές έκπτωση 15%

Ζητείστε τούς τόμους τού «Διαβάζω» άπό τά γραφεία τού περιο δικού ή, άν μένετε στήν έπαρχία, ζητείστε νά σάς τούς στείλουμε μέ άντικαταβολή. Μπορείτε άκόμα νά άνταλλάξετε τά τεύχη πού έχετε μέ δεμένους τόμους, πληρώνοντας μόνο τή βιβλιοδεσία (140 δρχ. γιά τόν α ' τόμο, 120 δρχ. γιά τόν β').

4


L lft t in ΕΠΙΒΕΒΡΗΣΗ TOY ΒΙΒΛΙΟΥ

Τεύχος 20 Μάιος 1979

Γραφεία: ’Ομήρου 34, ’Αθήνα (135), τηλ. 360-3011. Διεύθυνση: Περ. Άθανασόπονλος. Σύνταξη: Γιώργος Γαλάντης, Νίκος Λαμπρόπουλος, Παύλος Πέζαρος, Βασίλης Τσάμης, Ντορίνα Τσοτσοροϋ. Διαχείριση: ’Ηρακλής Παπαλέξης. Σελιδοποίηση: Φαύλη Καρύδα. Διορθώσεις: Πέτρος Στεφανάκης. Στοιχειοθε­ σία: Φωτρόν Α.Ε., Λεωφ. Συγγροϋ 194, τηλ. 951-5078. ’Εκτύπωση: ΒαλασάκηςΆγγελής Ο.Ε., Ταύρου 21, τηλ. 346-6927. Διαχωρισμός διαφανείων: Α. Μαντέλος&Σία, Τρικάλων 24, τηλ. 7650-841. Βιβλιοδεσία: Χρονόπουλος-Παλούμπη & Σία, Σουρή 17, τηλ. 5721-685. Διανομή: Νέον Πρακτορεϊον Τύπου.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

7

ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Τιμή: Δρχ. 80

Γράφουν οΐ Α. Ξΰδης, Σ. Παπασπηλιόπουλος, Δ. Μπασαντής Γ. Δοΰλφης καί Δ. Μέξης

8

ΧΡΟΝΙΚΑ

’Εξώφυλλο καί βινιέτες: Γιώργον Γαλάντη

ΕΚΔΟΤΙΚΑ: Οί προσεχείς έκδόσεις — Ή άγορά τοΰβιβλίου ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Συμβολή στη φιλία δυο λαών — Τά 70χρονα τοΰ Ρίτσου — Τό «καπνισμένο τσουκάλι» στή Δανία — Τό τέλος μιας ποιήτριας — Συνάντηση Αντιστασιακής λογοτεχνίας ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ: Τί ζητούν νά διαβάσουν οί Έ λληνες στή Ν. 'Υόρκη — Λαχεία καί βιβλία — Τά μικρά δημιουργούν — ’Ανακοινώσεις ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ: ’Ανταπόκριση άπό τή Ν. Ύόρκη τοΰ Βάσου Παπαπέτρου γιά τά best-seller τοΰ 1978 στίς ΗΠΑ — Τό βιβλίο στόν κόσμο ΤΑ ΠΑΛΙΑ: Ό Δημήτρης Δασκαλόπουλος γράφει γιά τό «ποιητικό» περιοδικό «Ήγησώ» ΧΙΟΥΜΟΡ: Σκίτσο τοΰ Μίνου Άργυράκη

13 15 19 22 26 12

ΑΡΘΡΑ Χρίστος Ζαφείρης: «Άρμολόι»· ένα ζωντανό καί μαχητικό περιοδικό Φίλιππος Δρακονταειδής: Γνωριμία μέ τόν Μισέλ ντέ Μονταίνι Δημήτρης Παναγιωτάτος: Φανταστικό καί επιστημονική φαντασία· έννοια καί ιδεολογική λειτουργία

28 34 47

ΚΕΙΜΕΝΑ

Κεντρική διάθεση.

Μισέλ ντέ Μονταίνι: Περί Δημοκρίτου καί Ηρακλείτου ΟΔΗΓΟΙ

«Διαβάζω» Όμηρου 34 Τηλ. 360-3011

Δημήτρης Παναγιωτάτος - Μάκης Πανώριος: Βιβλιογραφία φανταστικού καί έπιστημονικής φαντασίας

56

ΕΠΙΛΟΓΗ Μ. Κοτζια & Σία Τσιμισχή 78 Τηλ. 279-720, 268-940 Πειραιάς: Βιβλιοπωλείο ’Αλέξη Μυλωνά Άφεντονλη 4 Τηλ. 4511-673 Κύπρος: Πρακτορείο βιβλίου Χρ. Άνδρέον & Σία Ρηγάνης 64 Λευκωσία

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Γράφει δ Ά ντρέας Προκοπίου ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ: Γράφει ή Μαρία Κομνηνοΰ ΠΟΙΗΣΗ: Γράφει ή Μαρία Κέντρου-Άγαδοπούλου ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: Γράφουν οί Νατάσα Χατζιδάκι, Φούλα Χατζιδάκη καί Μαρία Στασινοποΰλου ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ: Γράφει δ Γιάννης Εϋδυβοΰλου Τσουδερός ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Γράφει ό Δήμος Μέξης

61 64 65 66 72 75

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

79

ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

83

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

5


ΤΑΣΟΥΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦ2ΚΗ

Τάσου Άθανασιάδη: Ό Ντοστογιέφσκη Μαρίας ' Ιορδανίδου: Σάν τά τρελά πουλιά Δημήτρη Κολλάτου: Οί ’ Ελιές Κώστα Ούράνη: Ταξίδια, 'Ελλάδα ’ Αλέξη Πάρνη: 'Ο Διορθωτής Σπύρου Πλασκοβίτη: 'Η θύελλα καί τό φανάρι Γαλάτειας Σαράντη: Τό παλιό μας σπίτι Κώστα Χατζηαργύρη: Ο θρύλος τού Κωσταντή Πέτρου Χάρη: 'Ημέρες οργής

1885

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» I. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. Σόλωνος 60 - ’Αθήνα 135 -Τηλ. 3615077


προλεγόμενα "Ενα άπό τά χαρακτηριστικά τής άναιμικής πνευματικής μας ζωής είναι καί τό γεγονός ότι ό ημερήσιος τύπος αποτελεί τό μοναδικό σχεδόν προσιτό μέσο γιά τήν ενημέρωση τού πλατύτε­ ρου κοινού πάνω σέ έπιστημονικά καί καλλιτεχνικά θέματα. "Ετσι, ό έπαγγελματίας κριτικός βιβλίου, πού έχει τή μόνιμη στήλη του σέ κάποια έφημερίδα κι είναι ύποχρεωμένος νά τήν καλύψει μιά ή — τό πολύ— δυό φορές τήν έβδομάδα, έπωμίζεται, θέλοντας καί μή, τήν τρομακτική εύθύνη νά καθοδηγήσει τούς λιγοστούς έλληνες φιλαναγνώστες, ύποδεικνύοντας τά βιβλία πού άξίζει τόν κόπο νά διαβαστούν καί έκθέτοντας τούς λόγους πού τόν κάνουν νά πιστεύει ότι ένας τέτοιος κόπος θά άνταμειφθεϊ πλουσιοπά­ ροχα. Οί βιβλιοκριτικοί, λοιπόν, των έφημερίδων μας, παρ’ όλο πού βρίσκονται κάθε βδομάδα μπροστά σ’ έναν τρομακτικό όγκο τυπωμένου χαρτιού, κατορθώνουν νά γράφουν γιά τόσα καί τόσα βιβλία... ’Αλλά σέ πάμπολλες περιπτώσεις, ένας κάπως προσεκτι­ κός άναγνώστης, πού τυχαίνει νά γνωρίζει τά κρινόμενα βιβλία, καταλαβαίνει άμέσως ότι ό κριτικός δέν είχε καμιά ούσιαστικότερη έπαφή μέ τό άντικείμενό του, πέρα άπό ένα βιαστικό ξεφύλλισμα ή, έστω, μιά έπιπόλαιη ματιά, έδώ κι έκει. Προχειρότητες, άοριστολογίες καί άφόρητες κοινοτοπίες έπανέρχονται πανομοι­ ότυπα άπό τή μιά κριτική στήν άλλη, άκόμα κι όταν τά ύπό κρίσιν έργα άνήκφυν σέ διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Λόγια, λόγια, λόγια, πού] στήν καλύτερη περίπτωση, δίνουν ίσως κάποιες γενικές πληροφορίες, άλλά παρακάμπτουν τήν ούσία. (Οί έξαιρέσεις έπιβεβαιώ νουν κι έδώ περίτρανα τόν θλιβερό κανόνα). Ω ραία, θά πείτε, άλλά ή λύση πού θά βρεθεί; Μά ή λύση δέν είναι δυνατόν νά προέλθει παρά άπό τούς εύσυνείδητους εκεί­ νους κριτικούς πού πάσχουν γι’ αύτή τήν κατάσταση κι άρνοϋνται ν’ άπαλλοτριώσουν τήν έντιμότητά τους γιά χάρη τής οικονομικής τους εξασφάλισης. ” Ας άποφασίσουν άπό δώ καί στό έξής νά γράφουν μόνο γιά ένα ή δύο βιβλία τό μήνα, γιά τά βιβλία πού τούς συγκίνησαν περισσότερο, πού τούς κέρδισαν μέ τήν ποιότη­ τα τού λόγου ή τών ιδεών τους, ή άκόμα καί γιά κείνα πού τούς έκαναν ν’ άγανακτήσουν. ’Αλλιώτικα, είναι βέβαιο ότι κι αύτοί οί έλάχιστοι κριτικοί πού έξακολουθοϋν νά διατηρούν κάποια Ικανό­ τητα κρίσεως άργά ή γρήγορα θά τή χάσουν εντελώς. "Οταν είσαι ύποχρεωμένος, μέ τήν ίδια βιασύνη, νά φυλλομετράς δεκάδες τόμους συμπυκνωμένης άνοησίας καί μαζί τά λιγοστά έκεΐνα κείμενα πού θ’ άξιζαν καλύτερη μεταχείριση, μοιραία παύεις κάποτε νά διακρίνεις τό άξιόλογο άπό τό μηδαμινό. ’Αλλά καί οί ίδ ιο ι οί έργοδότες τών κριτικών, οί έκδοτες δηλαδή τών έφημερίδων θά πρέπει ν ’ άρχίσουν κάποτε νά έξετάζουν μέ μεγαλύτερη προσοχή τά πνευματικά έφόδιατών άνθρώπων στούς όποιους άποφασίζουν νά έμπιστευθοϋν τή στήλη τής βιβλιοκριτι­ κής. Ή κριτική τού βιβλίου είναι ένα ϋψιστης σημασίας κοινωνικό λειτούργημα, άπό τή σωστή διακονία τού όποιου έξαρτάται, σέ μεγάλο βαθμό, ή πνευματική ύγεία τού τόπου.


δ ιά λ ο γ ο ι "Ολα τά γράμματα, πού παρουσιάζουν κάποιο γενικότερο ένδιαφέρον, δημοσιεύονται χωρίς περικοπές. (Στά ύπόλοιπα φροντίζουμε νά άπαντάμε προσωπικά). Παρακαλούνται όμως οί άναγνώστες, πού μάς γράφουν, νά είναι όσο πιό σύντομοι μπορούν καί νά σημειώνουν τό πλήρες όνοματεπώνυμο καί τήν άκριβή διεύθυνσή τους. 'Υπενθυμίζουμε ότι γιά νά δημρσιευθεϊ ένα γράμμα, πρέπει νά ’χει φτάσει στά γραφεία τοΰ περιοδικού τουλάχι­ στον έξι έβδομάδες πριν άπό τήν ήμέρα κυκλοφορίας τού τεύχους.

Συμπληρωματικές πληροφορίες γιά τά «Άκριτικά» Φίλο «Διαβάζω», Στό σημείωμα τοΰ κ. Δημ, Μέβη γιά τά «Άκριτικά» τοϋ Σικελιανοϋ (τεύχος σου άρ. 17) θά ήθελα νά προσθέσω παρακάτω μερικές πληροφορίες καί παρα­ τηρήσεις: 1. 'Η φωτολιθογραφική άνατύπωση τοϋ Κάιρου έγινε άπό μικρού σχήματος φωτογραφίες. Τίς προμηθευθήκαμε άπό φίλο στήν Ελβετία πού είχε τό χειρό­ γραφο (ένα άντίτυπο) πού είχε βγει στήν Αθήνα. Γι’ αύτό καί ή φωτογραφική άναπαραγωγή των ώραίων ξυλογραφιών τού Σπ. Βασιλείου τυπώθηκαν πιό μαύρες. 2. Οί πρόσθετες στήνκαϊρινή έκδοση, χειρόγρα­ φες σελίδες 3-9, καθώς καί ό κολοφώνας, είναι γραμ­ μένες μέ τό χέρι τοϋ Γιώργου Σεφέρη, πού μεταχειρί­ στηκε γιά τήν περίσταση ένα ξυσμένο μυτερό καλάμι, κατά τόν κινέζικο τρόπο. Καί τό ίδιο τό κείμενο είναι γραμμένο άπό τό Σεφέρη, συνεπώς πρέπει νά προστε­ θεί στό έργο του. 3. Τό χειρόγραφο τών ποιημάτων δέν έγινε «μέ γραφή πού μιμείται τό χειρόγραφο τοϋ Βασιλείου» άλλά είναι πιστή άναπαραγωγή τοϋ ίδιου τού κειμέ­ νου, όπως τό έδειχναν οί φωτογραφίες τής ’Ελβετίας. 4. Καί λίγα γιά τή «μικρή ιστορία»: μερικά άντίτυπα άπό τήν πρώτη έκδοση καθώς καί τό προϊόν όσων πουλήθηκαν στήν Αίγυπτο τά παράδωσα στόν ’Άγγε­ λο Σικελιανό στις 18 Όχτώβρη 1944, μόλις είχα έπιστρέψει άπό τήν Αίγυπτο. Στά χέρια μου βρίσκεται άκόμα άπόδειξη ύπογραμμένη άπό τό Σικελιανό στίς 25.2.47 γιά τήν παραλαβή τών 397 άντιτύπων τής β’ έκδοσης. Καί ή έγκριση τοϋ Υπουργείου Οίκονομικών γιά τήν άτελή είσαγωγή τους ύπογράφεται άπό τό γενικό διευθυντή Παν. Παπατσώνη. 5. Τέλος, τό ώραΐο πορτοκαλί έξώφυλλο, πλαισιω­ μένο μέ πορφυρές γραμμές, τοΰ Άντρέα Νομικού, άλεξανδρινοϋ ζωγράφου καί σκηνογράφου, τυπώνε­ ται στό «Διαβάζω» σάν «άρνητικό» καί χάνει έτσι δλες τίς χρωματικές άναλογίες του. Πολύ φιλικά Αλέξανδρος Ξύδης Κλειτομάχου 22 Αθήνα (502)

a

Περί ΕΣΣΔ, Όχτωβριανής Επανάστασης κλπ. Φίλοι τοϋ «Διαβάζω» Κρίμα πού δέν κατοικούμε στήν Αιθιοπία ή στήν Αγκόλα, γιά νά ένθουσιαστοϋμε μέ τό άρθρο τοΰ Δήμου Μέξη «Ή ΕΣΣΔ μέσα άπό τά κείμενα τών ιστορικών της», στό τεύχος σας άριθ. 17. Στά πεδία μάλιστα τών μαχών άνάμεσα στούς «σοσιαλιστικούς» στρατούς τοϋ Βιετνάμ καί τής Κίνας, δπου άλληλοσκοτώνονται στό όνομα τοϋ ίδιου «μαρξισμοϋλενινισμού» (δπως άλλοτε οί χριστιανοί στούς θρη­ σκευτικούς τους πολέμους στό όνομα του ίδιου θεού καί τοϋ γιοϋ του), θά μπορούσε αύτό τό άρθρο νά διαβάζεται άπό τά μεγάφωνα, γιά νά έμψυχώνει τούς «ήρωικούς» μαχητές τών δύο στρατών! Νά οί φράσεις, στήν άρχή τοϋ άρθρου τοϋ Δ. Μέξη, πού θά ’καναν τούς «σοσιαλιστές» στρατιώτες τοϋ Βιετνάμ καί τής Κίνας νά πεθαίνουν μέ χαρά, δπως άλλοτε οί χριστια­ νοί στρατιώτες μέ τήν ϋπόσχεση τοϋ παράδεισου καί οί μωαμεθανοί μέ τήν ύπόσχεση τώνπιλαφιών καί τών ούρί τοϋ Άλάχ: «’Εκείνη τήν ήμέρα σ’ δλα τά πέρατα τής γής, ό κόσμος μάθαινε, δτι ή κρατική έξουσία γιά πρώτη φορά στήν Ιστορία τής άνθρωπότητας περνού­ σε στά χέρια τών έργαζομένων. Τό Κόμμα τών Μπολ­ σεβίκων, επικεφαλής τής έργατικής τάξης, έκαμε τότε πράξη τή διδασκαλία τοϋ Κ. Μάρξ καί Φρ. ” Ενγκελς... 'Ολόκληρη ή άνθρωπότητα ένιωσε καί νιώθει ώς σήμερα βαθύτατα τήν έπική παρουσία άλλά καί τό φοβερό μεγαλείο τής ’Οκτωβριανής ’Επανάστασης... 'Η ’Οκτωβριανή ’Επανάσταση έσπασε τά δεσμά κάθε είδους άνθρώπινης δουλείας. ’Έφερε στήν έξουσία τήν έργατική τάξη καί τίς λαϊκές μάζες, καταργώντας τήν άνθρώπινη έκμετάλλευση καί καταπίεση γενικά»! Είναι άμφισβητήσιμο, βέβαια, άν μπορούν τά ιστο­ ρικά καί κοινωνικά φαινόμενα νά έξεταστοϋν μ’ αύτό τόν τρόπο καί μέ έπικολυρικές έξάρσεις, πού χρησι­ μέυσαν γιά Ιδεολογική δικαίωση τών διαφόρων έξουσιών (πού ήταν πάντα «έπαναστατικές» στήν άρχή), θρησκευτικών καί πολιτικών άρχηγών, αύτοκρατόρων — αύτών πού νίκησαν, βέβαια, στίς ταξικές διαμάχες, κι δχι τών ήττημένων. Ό Ιστορικός όμως δέν είναι ό μπουφώνος τής δποιας έξουσίας, άλλά ό άναλυτής τών Ιστορικών γεγονότων καί τών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, πού άποτελοϋνε τίς συνιστώσες τους. ’Έτσι, ύμνητής κι δχι άναλυτής τής σοβιετικής έξουσίας, έμφανίζεται ό Δ. Μέξης, άνίκανος νά έξετάσει μέ τήν ίστορικο-κοινωνική μέθοδο, πού χρησιμο­ ποιεί ό μαρξισμός, τή σοβιετική οικονομική, κοινωνική καί πολιτική πραγματικότητα, τούς θεσμούς καί τή δομή τής έξουσίας. Υπάρχουν μαρξιστικές έργασίεο τών Σ. Μπεττε-


λέμ, X. Μαρκοϋζε, Ζ. Μαρτίνε, Π. Σουήζυ, πού άναλύουν τή διαμόρφωση τής σοβιετικής πραγματικότητας, καί πού δέν άναφέρονται καθόλου άπό τόν Δ. Μέξη (γιατί άραγε;). Δέν άναφέρει ούτε κάν τήν άνάλυση τού σταλινικού φαινομένου άπό τόν Έλλενστάιν. ’Αλλά καί στή μνημειώδη Ιστορία τού Ε. Η. Carr, πού άρχισε πρόσφατα νά έκδίδεται, άναφέρεται σχετικά σύντομα, χωρίς νά τήν άναλύει όσο καί δπως θά έπρεπε. ’Αντίθετα δίνει μεγάλη θέση σέ χρονικά δπως τού Τζ. Ρήντ, τού J. Sadoul, τού Μ. Pearson κλπ., χωρίς νά καταφέρνει ούτε μιά στιγμή ν’ άντικειμενοποιήσει τή διαμάχη Στάλιν-Τρότσκι, καί τήν άγρια πάλη γιά τήν έξουσία μέ τίς φοβερά αίματηρές εκκα­ θαρίσεις. Μή τολμώντας ή μή μπορώντας ν’ άναλύσει τό σταλινικό φαινόμενο, άνατρέχοντας στις λενινιστικές άρχές γιά τήν όργάνωση τού μοναδικού κόμματος καί τήν έγκαθίδρυση τής δικτατορίας του πάνω στό προ­ λεταριάτο, δέν άπαντάει στό γιατί ή ΕΣΣΔ έγινε ένα όλοκληρωτικό κράτος, πού δέν έχει καμιά σχέση μέ τή σοσιαλιστική δημοκρατία, τά έργατικά συμβούλια, τήν αύτοδιαχείριση καί τούς δημοκρατικούς θεσμούς τής Κομμούνας τού Παρισιού, πού θαύμαζαν τόσο ό Μάρξ καί ό ” Ενγκελς. Κάτω άπό αύτή τήν οπτική καί μέ τήν ιστορική πείρα έξήντα χρόνων σοβιετικού καθεστώ­ τος θά ’πρεπε νά ξαναδιαβαστεί ή διαμάχη ΛένινΚάουτσκι- τελικά είναι ό Κάουτσκι εκείνος πού δικαιώ­ θηκε ώς πρός τή μορφή τού σοβιετικού καθεστώτος, δπως δικαιώθηκε καί ή Ρόζα Λούξεμπουργκ, δταν έπέμενε στήν άνάγκη τής δημοκρατίας γιά τό σοσιαΌ όλοκληρωτικός σοσιαλισμός πού έπιβλήθηκε άπό τόν Στάλιν, πάνω στίς οργανωτικές άντιλήψεις τού Λένιν, άμαύρωσε, διάσυρε καί δυσφήμισε τή σοσιαλιστική Ιδέα. Είχε μέχρι τώρα τήν κατάλυση τής έλευθερίας τής έκφρασης, τά στρατόπεδα συγκέν­ τρωσης, τήν Ιερή του έξέταση καί τή βερμπαλιστική διαμάχη τών αιρέσεων, έχει τώρα καί τούς θρησκευτι­ κούς του πολέμους. Δέν ξέρω πώς ή άναγκαιότητα τής ιστορίας δικαιολογεί δλ’ αύτά, σύμφωνα μέ μιά χιλιαστική άντίληψη γιά τήν πραγμάτωση — μέ τά τάνκς;— τής «άταξικής κοινωνίας» μέ τήν άπέραντη

άνθρώπινη εύτυχία κι εύδαιμονία. Ό πάντσερκομμουνισμός (δπως τόν όνόμασαν οί Τσέχοι) θυμίζει τήν «εξαγωγή» τής γαλλικής έπανάστασης άπό τόν Βοναπάρτη, καί τά έκατομμύρια νεκρούς τών ναπολε­ όντειων πολέμων, πού πάχαιναν μιά νέα τάξη χωρίς καμιά σχέση μέ τά ιδανικά τής γαλλικής έπανάστασης. Κι όμως, είναι άπειροι δσοι μέ έξαρση άναφέρονται στό ναπολεόντειο «έργο»! Μιά κριτική δμως άντιμετώπιση τής Ιστορίας βοηθάει τόν άνθρωπο νά μήν είναι άθυρμά της. Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος ’Αγαπητό «Διαβάζω» Τό νά καταπιάνεται κανείς μέ σοβαρά θέματα άπαιτεϊ καί «λίγη» γνώση αύτών τών θεμάτων. Δυστυ­ χώς γιά τόν κ. Δ. Μέξη, πού καταπιάστηκε στό «Διαβά­ ζω» 17 μέ ένα βαρύγδουπο θέμα, δπως «Ή ΕΣΣΔ μέσα άπό τά κείμενα τών Ιστορικών της», στερείται τών πιό πάνω άπαιτήσεων. ’’Ετσι τό κείμενό του είναι έπιεικώς τραγελαφικό, θυμίζοντας τή φράση τού Γιάννη Τσαρούχη, δτι «στήν Ελλάδα είσαι δ,τι δηλώσεις». 1. ’Από τήν εισαγωγή ν’ άρχίσει κανείς, δπου γίνε­ ται ή έξής καταπληκτική διαπίστωση, πώς «'Εκείνη τήν ήμέρα (δηλ. 25 Όκτώβρη τού ’17) σ’ δλα τά πέρατα τής γής ό κόσμος μάθαινε δτι ή κρατική έξουσία γιά πρώτη φορά στήν ιστορία τής άνθρωπότητος Περνού­ σε στά χέρια τών έργαζομένων». Κάποιος δμως πρέ­ πει νά πληροφορήσει τόν ένθουσιώδη κ. Δ. Μέξη πώς ό Κ. Μάρξ στόν «’Εμφύλιο πόλεμο τής Γαλλίας» χαρακτηρίζει κάπως έτσι τήν Κομμούνα τού Παρισιού, τού 1871, δηλαδή μιά έργατική κυβέρνηση 48 χρόνια πριν τήν ’Οκτωβριανή ’Επανάσταση. 2. Ό κ. Δ. Μέξης, συνεχίζοντας άκάθεκτος μάς «πληροφορεί» γιά τίς άντιθέσεις στίς έκτιμήσεις καί στήν πολιτική πρακτική τών Λένιν καί Κάουτσκι γιά τή δομή τής σοβιετικής έξουσίας. Ό κ. Δ. Μέξης δέν κάνει τόν κόπο φυσικά ν’ άσχοληθεΐ καί μέ τήν άμφισβήτηση τής Ρόζας Λούξεμπουργκ, πού ξαναχρησιμοποιεϊται σήμερα καί άπό τό Νίκο Πουλαντζά, γιά τή δομή τής σοβιετικής έξουσίας. Γράφει ή Λούξεμπουργκ:

U flfta Μή χάσετε τό τεύχος 21 Κυκλοφορεί τήν 1η ’ Ιουνίου

• Ό Μ άοξ σ τήν Ε λ λ ά δ α • Μ ο ν τ έ ρ ν ο ι έ λ λη νες π ο ιη τές • Β ιβ λ ιο γ ρ α φ ία φ ιλ ο σ ο φ ία ς τής ιστορ ία ς • Ή α ξιο λ ό γ η σ η τών π α ιδ ικ ώ ν β ιβ λίω ν • Ή ε ύ ρ ε τ η ρ ία σ η τώ ν π ε ρ ιο δ ικ ώ ν

9


«Ό Λένιν καί ό Τρότσκι έγκατέστησαν στή θέση τών άντιπροσωπευτικών σωμάτων, πού βγαίνουν άπό γενικές λαϊκές έκλογές, τά σοβιέτ σάν μοναδική πραγματική άντιπροσώπευση τών έργαζομένων μα­ ζών. ’Αλλά πνίγοντας τήν πολιτική ζωή σ’ όλη τή χώρα, είναι μοιραίο νά παραλύει όλοένα καί περισσότερο ή ζωή μέσα σ' αύτά τά ϊδια τά σοβιέτ. Χωρίς γενικές έκλογές, άπεριόριστη έλευθερία του τύπου καί τών συγκεντρώσεων, έλεύθερή πάλη τών Ιδεών, ή ζωή ξεψυχάει μέσα σ’ όλους τούς δημόσιους θεσμούς, γίνεται μιά ζωή έπιφανειακή, όπου ή γραφειοκρατία μένει τό μόνο ένεργό στοιχείο. ’Από τά νόμο αύτά κανένας δέν μπορεί νά ξεφύγει. Ή δημόσια ζωή σιγά σιγά βυθίζεται στόν ύπνο, μερικές δωδεκάδες άρχηγών τού κόμματος μέ άνεξάντλητη ένεργητικότητα καί άπεριόριστο ιδεαλισμό διευθύνουν καί κυβερ­ νούν. Μεταξύ αύτών ή διεύθυνση είναι πραγματικά στά χέρια μιας μόνο δωδεκάδας έξαιρετικών έγκεφάλων καί άπό καιρό σέ καιρό συγκαλεΐται μιά άριστοκρατία τής έργατικής τάξης στις συγκεντρώσεις γιά νά χειροκροτήσει τούς λόγους τών άρχηγών καί νά ψηφίσει όμόφωνα τίς άποφάσεις πού τής προτεί­ νουν...» καί χαρακτηρίζει τή μορφή τής έξουσίας «δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή μιά δι­ κτατορία μέ τήν άστική έννοια, μέ τήν έννοια τής γιακωβίνικης κυριαρχίας» (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Ή Ρωσική ’Επανάσταση). Καί ή άμφισβήτηση ύπάρχει καί στά ίδια τά τελευ­ ταία κείμενα τού Λένιν, όταν άναγνωρίζει τίς άντιφάσεις καί τίς άνυπέρβλητες δυσκολίες μέσα άπ’ τίς όποιες είναι άναγκασμένη νά διέλθει ή Ρωσική ’Επα­ νάσταση καί νά σταθεροποιηθεί ή έξουσία — τσαρική γραφειοκρατία κρατικού μηχανισμού, πολιτιστική κα­ θυστέρηση, οικονομική ύπανάπτυξη, κλπ. "Οσο γιά τήν ταύτιση πού έπιχειρεϊ ό κ. Δ. Μέξης τών διαφόρων άμφισβητήσεων, είναι άπαράδεκτη. Δέν μπορούμε νά βάζουμε στό ίδιο τσουβάλι τήν άντεπαναστατική στάση τού Κάουτσκι, τότε, μέ τήν κριτική στό σταλινισμό τού Τρότσκι καί νά άποσιωπούμε τήν κριτική τής Λούξεμπουργκ καί τού Γκράμσι. Είναι γνωστές οί διαφωνίες καί ή κριτική τού Γκράμσι στήν έξουσία τού Στάλιν καί πού άν ό Τολιάτι δέν έκρυβε όρισμένα γράμματά του θά είχε διαγράφει άπό τήν ήγεσία τής σταλινικής διεθνούς πρίν πεθάνει. Έδώ καλείται λοιπόν ό Ιστορικός νά πάρει θέσεις έπιστημονικές, έξω άπό βερμπαλισμούς τού στύλ «ό άρχηγός τής παγκόσμιας προλεταριακής έπανά3. ’Επίσης στό άρθρο τού κ. Δ. Μέξη οί ταξικές συγκρούσεις στή μετεπαναστατική ΕΣΣΔ χάνουν τήν Ιστορική κοινωνική διάστασή τους καί.γίνονται χαρα­ κτηρισμοί προσωπικοί στόν Τρότσκι καί στόν Στάλιν. Ό κ. Δ. Μέξης διαφωνεί μέ τά «συμπεράσματα» τής «Ιστορίας» πού έγραψε ό Τρότσκι, δηλαδή γιά τό άν «ήξεραν τί ήθελαν» οί μπολσεβίκοι ήγέτες — όπως οί Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Πρεομπραζένσκι, Ράντεκ, Ρύκωφ, Μπουχάριν κλπ. — καί τό άν ήταν «ικανοί νά παλέψουν γιά νά φθάσουν στούς σκοπούς τους» καί καταλήγει νά έρμηνεύει τήν Ιστο­ ρία μέ τίς προθέσεις τών άνθρώπων. Ξεχνώντας πώς ό Κ. Μάρξ έθεσε τό «οί άνθρωποι διαμορφώνουν τήν ιστορία τους μέσα σέ συνθήκες πού προϋπάρχουν», γιά νά φτάσουμε σήμερα στή σύγχρονη μαρξιστική θέση πώς «ή ιστορία είναι μιά διαδικασία χωρίς ύποκείμενο καί χωρίς τέλος». Παρ’ όλα αύτά ό κ. Δ. Μέξης «θεωρεί» τόν έαυτό του, όπως φαίνεται, «σοσιαλιστή», ίσως άκόμα καί «μαρξιστή»! 4. Ή έννοια τής άμφισβήτησης στό κείμενο τού κ. Δ. Μέξη είναι πάντα έντός εισαγωγικών, άπ’ όπου κι άν προέρχεται. Είτε άπό άστούς, είτε άπό μαρξιστέο. είτε άναφέρεται στή δεκαετία τού ’2ϋ, είτε στή δεκαε­

10

τία τού '70. Χάνονται οί διακρίσεις καί οί Ιστορικές άναφορές τών άμφισβητήσεων. Χάνονται καί τά ιστο­ ρικά γεγονότα πού φόρτωσαν τό παγκόσμιο κίνημα μέ μιά σημαντική έμπειρία καί γνώση. Γεγονότα όπως ή Ούγγαρία τού ’56, ή Πολωνία τού '56, τού ’72, ή Γιουγκοσλαβία τού ’48, ή ρουμάνικη στάση, ή ρήξη τής Κίνας, τά γεγονότα τού Άν. Βερολίνου τού ’53, ή εισβολή τών ρωσικών τάνκς στήν Τσεχοσλοβακία τό ’68 καί ή έντεκάχρονη παραμονή τους σ’ αύτήν, δέν ύπάρχουν στήν άπελπιστικά εύθύγραμμη καίάδιατάρακτα βαλτωμένη σκιαγράφηση τής ιστορικής πορείας τής ΕΣΣΔ κατά τόν κ. Δ. Μέξη. Φυσικά, σέ τέτοια Ιστορική άναφορά, άγνοοΰνται καί παραποιούνται οί Ιστορικές άφετηρίες τής σύγχρονης μαρξιστικής κριτικής γιά τήν ΕΣΣΔ — πού τόόνομάζει εύρωκομμουνισμό, άν καί δέν είναι ένιαία ή μορφή τής κριτικής — καί πού ξεκινούν άπ’ τίς άναλύσεις τού Γκράμσι καί τής Λούξεμπουργκ, κι όχι άπ’ τή σοσιαλ­ δημοκρατική Β’ Διεθνή. Αγνοούνται καί καλύπτονται κάτω άπό τήν έτικέτα «εύρωκομμουνισμός» οί κριτικές μαρξιστών διανοου­ μένων — Άλτουσέρ, Μπετελέμ, Πουλαντζάς κλπ. — , οί κριτικές μαρξιστών «διαφωνούντων» — Μεντβέντεφ, Χάγεκ, Μπίρμαν κλπ. — καί οί συλλογικές έπεξεργασίες όπως τού Ισπ.ΚΚ, τού IKK, τής Ε.Κ. Γιουγ­ κοσλαβίας, καί τά συμπεράσματα τής Συνάντησης τής Βενετίας (βλέπε «Πολίτη» άριθ. 16) καί τά προβλήμα­ τα πού θέτουν αύτές οί κριτικές. ’Άν όλα αύτά δέν δίνουν λαβή γιά άμφισβήτηση στόν κ. Δ. Μέξη, πού χαίρεται ό άνθρωπος «τά 61 χρόνια έπανάστασης» σέ μιά άδιατάρακτη συνέχεια καί ένότητα, άποδεχόμενος τό παγκόσμιο καθοδηγητικό κέντρο — όπως οί μωαμεθανοί τή Μέκκα — «60 χρόνια τώρα» νά όδηγεί «τήν άνθρωπότητα» χωρίς κρίσεις (δίκες, έκτελέσεις μπολσεβίκων, μυστική ει­ σήγηση 20οϋ συνέδριου κλπ.) τότε ζήτω «ή Ιστορία τού κ. Δ. Μέξη» καί αύτή τών έπίσημων «άπόψεων». Ό Μπέρτολτ Μπρέχτ όμως έγραφε μετά τά γεγο­ νότα τού Άν. Βερολίνου τό 1953 γιά τή γραφειοκρατι­ κή έξουσία (κάτι πού δέν ύπάρχει κατά τόν κ. Δ. Μέξη): «“Υστερα άπ’ τήν έξέγερση τής 17 τού Ίούνη ό γραμματέας τής “ Ενωσης Λογοτεχνών έβαλε καί μοι­ ράσανε στή λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις πού λέγανε πώς ό λαός έχασε τήν έμπιστοσύνη τής κυβέρνησης καί δέν μπορεί νά τήν ξανακερδίσει παρά μονάχα μέ διπλή προσπάθεια. Δέ θά ’ταν τότε πιό άπλό ή κυβέρ­ νηση νά διαλύσει τό λαό καί νά έκλέξει έναν άλλο;» Κάπου λοιπόν συναντιώνται οί άμφισβητήσεις — χωρίς εισαγωγικά — καί οί κριτικές. Είναι ή λογική πού πάνω της «μπαλατζάρει» ό κοινωνικός μετασχηματι­ σμός. Αύτό πού ό Κ. Μάρξ άποκάλεσε σάν δυναμική τών νέων σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις. Γιατί άν, κ. Μέξη, ό σοσιαλισμός μπορεί ποτέ νά «μετρηθεί», θά «μετρη­ θεί» μέ τήν ποιότητα αύτών τών σχέσεων πού θά κυριαρχήσουν... 5. ’Επειδή ό κ. Δ. Μέξης δέν άνάφερε καθόλου σειρά σημαντικών βιβλίων πού άναφέρονται στήν Όχτωβριανή ’Επανάσταση καί στήν ΕΣΣΔ, παραθέ­ τουμε μιά συμπληρωματική βιβλιογραφία — πού ίσως καί αύτή νά έχει έλλείψεις, μά όχι ήθελημένα — γιά τήν ένημέρωση τών άναγνωστών τού «Διαβάζω»; 1) Charles Bettelheim: ΟΙ ταξικοί άγώνες στήν ΕΣΣΔ, Λ' 1917-1923, Β' 1923-1939 (Ράππας). 2) Jean Ellenstein: Τό σταλινικό φαινόμενο (θεμέλιο). 3) Giuliano Procacci: Τό Κομμουνιστικό Κόμμα στή Σοβιετική "Ενωση 1917-1945 (Όδυσσέας). 4) Ντραγκίνια ’Άρτιτς: Κοινωνικές καί οικονομικές ρίζες τού σταλινι­ σμού (Ωκεανός). 5) Λούτσιο Κολέττι: ’Ιδεολογία καί κοινωνία, κεφ. «Γιά τό σταλινισμό» (Όδυσσέας). 6)


Νίκου Πουλαντζά: Φασισμός καί δικτατορία, κεφ. «‘Η ΕΣΣΔ καί ή Διεθνής» (Όλκός). 7) Μ. Merleau-Ponty: ’Ανθρωπισμός καί τρομοκρατία. Οί δίκες τής Μόσχας (Εξάντας). 8) Β. "Αμπεντροτ: Κοινωνική Ιστορία τοϋ εύρωπαϊκοϋ έργατικοϋ κινήματος (Όδυσσέας). 9) Ge­ org Lukakcs: Μαρξισμός καί σταλινισμός (Γράμματα). 10) Ζ. Μεντβέντεφ: Ή άνοδος καί ή πτώση τοϋ Λυσσένκο. Οί συνέπειες τοϋ δογματισμού στήν επι­ στήμη (Ράππας). 11) Ch. Bette!heim: Μορφές ιδιοκτη­ σίας στό μεταβατικό στάδιο πρός τό σοσιαλισμό (Ράπ­ πας). 12) ’Αλληλογραφία Γκράμσι-Τολιάτι γιά τήν κατάσταση στό Κόμμα τών Μπολσεβίκων (Τό φώς πού καίει). 13) Χέρμπερτ Μαρκοϋζε: Σοβιετικός μαρξισμός (Καστανιώτης). 14) Κορν. Καστοριάδη: 'Η γραφειοκρα­ τική κοινωνία (Βέργος). 15) Paul Sweezy - Ch. Bettelheim: Μερικά σύγχρονα προβλήματα τοϋ σοσιαλισμού (Διογένης). 16) Λέον Τρότσκι: Προδομένη έπανάσταση (Νέοι Στόχοι). 17) Λέον Τρότσκι: Στάλιν (Δωδώνη). 18) ’Ισαάκ Ντόυτσερ: ’Ανολοκλήρωτη έπανάσταση (Δί­ φρος). 19) ’Ισαάκ Ντόυτσερ: Στάλιν (Χρησμός). 20) Γίρι Χάγεκ: Δέκα χρόνια μετά, 1988-1978 (Θεμέλιο). 21) Ρ. Μεντβέντεφ κ.ά.: ’Αντιπολιτευτικές τάσεις στήν ΕΣΣΔ (Όδυσσέας). 22) Ρόζας Λούξεμπουργκ: Ή ρωσική έπανάσταση (’Ανδρομέδα). Διαμαντής ΜπασαντήςΓιάννης Δούλφης Ό συνεργάτης μας κ. Δ. Μέξης, στόν όποιο θέσαμε ύπόψη τίς έπιστολές τών κ.κ. Σ. Παπασπηλιόπουλου καί Δ. Μπασαντή — Γ. Δούλφη, καθώς καί έκείνη τοϋ κ. Κ. Γιαννόπουλου πού δημοσιεύτηκε στό προηγούμενο τεύχος, μάς έστειλε τήν παρακάτω άπάντηση, πού άφορά τήν έπιστολή τού κ. Γιαννόπουλου:

Εύχαριστώ πολύ τόν κ. Κων. Γερ. Γιαννόπουλο γιά τά καλά του λόγια. ”Αν θέλει νά γνωριστούμε, θά χαρώ πολύ. Διάβασα μέ προσοχή τήν «καλοπροαίρετη έπίκρισή» του. Δυστυχώς ό κ. Κων. Γερ. Γιαννόπουλος μεταθέτει στήν έπιστολή του τό ζήτημα πού άπετέλεσε τό κύριο άντικείμενο τού άρθρου μου. Ή βιβλιοπαρουσίαση αυτή, είχε άπλώς έπικαιρικό χαρακτήρα μέ τ ή νεύ κα ιρ ία τής έ π ε τ ε ίο υ τής ’Ο κτω β ρ ια­ νής ’Επανάστασης. Σκέψη δική μου ήταν νά τής δώσω τό σχήμα ένός άρθρου γιά τήν ΕΣΣΔ μέ σημείο

άναφοράς τή σοβιετική έξουσία, πού τό 1917 ύπήρξε τό κοινό ιστορικό «δεδομένο» τριών συντελεστών: α) Τής ’Επανάστασης τού Όκτώβρη, β) Τού Κόμματος τών Μπολσεβίκων καί γ) Τής ίδιας τής ΕΣΣΔ. Αύτό ήταν δλο όλο τό θέμα μου. Δέν ήταν ή γενικότερη έρευνα τών είδικών δομών τής ΕΣΣΔ ώς συστήματος τού ύπαρκτοϋ σοσιαλισμού καί ή άξιολόγησή τους. ’Έχω μελετήσει άλες τίς έργασίες πού άπαριθμεί ό κ. Κων. Γερ. Γιαννόπουλος. ’Αλλά δέν τίς «παρέλειψα». Άπλώς δέν είχαν θέση στό άρθρο μου. Δέν μπορούσαν νά έχουν. Ή κριτική διείσδυση στήν προ­ βληματική τών θεσμών τής ΕΣΣΔ καίτοϋ έποικοδομήματός της, έκ τών πραγμάτων θά μέ παρέσυρε σέ έκτός θέματος προεκτάσεις, πού θά έπρεπε νά έξαντλήσω τή διαχείρισή τους μέσα σέ άντιεπιστημονικές γενικότητες καί ύπεραπλουστεύσεις. Τά μέτρα ένός άρθρου, δση έκταση κι άν έχει, είναι πολύ μικρά γιά νά χωρέσουν μιά κριτική τών κριτικών τής ΕΣΣΔ, καί μάλιστα σφαιρική, άν κρίνω άπό τίς έργασίες πού ό κ. Κων. Γερ. Γιαννόπουλος ήθελε νά έπεξεργασθώ. Ή έρευνα τής προβληματικής τής ΕΣΣΔ είναι μιά πολύ ύπεύθυνη καί σοβαρή ύπόθεση. ’Άλλωστε — τό ξανατονίζω— δέν ήταν αύτό τό θέμα μου. Αλλά ό κ. Κων. Γιαννόπουλος τό πάει «άλλοϋ». Μιλάει στήν έπιστολή του γιά «πάλη τών τάξεων στή Σοβιετική “ Ενωση». Γιά τό μαρξισμό πού είναι «μπούμεραγκ», κλπ. κλπ. “ Ολα αύτά είναι πλευρές τής σύγχρονης «άμφισ βήτησης». Γιά τούς λόγους πού άναφέρω στό άρθρο μου (βιβλιοπαρουσίαση) στό «Διαβάζω» καί προεξέθεσα μόλις έδώ, δέν προχώρη­ σα πιό πέρα άπό τήν έπισήμανση τών Ιστορικών μορφών τής «άμφισβήτησης». Δέν μπορούσα νά προ­ χωρήσω. Ή έρευνα τής ο ύ σ ίας (περιεχόμενου) τής «άμφισβήτησης» δέν ήταν άντικείμενο τού άρθρου “Οσο γιά τίς άναλογίες πού δέχεται πώς ύπάρχουν ό κ. Κων. Γερ. Γιαννόπουλος μεταξύ τής ΕΣΣΔ πού ώς σύστημα άντεξε στή γερμανική είσβολή (άποψη Έλλενστάιν) καί τής 4ης Αύγούστου τού Ίω. Μεταξά, θά μοϋ έπιτρέψει ό κ. Γιαννόπουλος νά μή συμφωνήσω μαζί του. Πρόκειται γιά δύο έντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Ανεξάρτητα έξάλλου άπό τό γεγονός δτι τό «μεταξικό» κράτος ίσα ίσα δέν «άντεξε» στίς δύσκολες ώρες. Ή σύγκριση είναι άπολύτως άτυχής. Δήμος Ν. Μέξης

11


12


ΧΡΟΝΙΚΑ Επιμέλεια: Ε λένη Γαλάνη

ΕΚΔΟΤΙΚΑ ’Αρκετά ένδιαφέροντα βιβλία έτοιμάζουν γιά τό μήνα αύτό οϊ έκδοτικοί οίκοι, παρά τό γεγονός δτι πολλοί άπ’ αυτούς έπιτάχυναν τίς προσπάθειές τους γιά νά έκδώοουν τούς περισσότερους τίτλους στίς παραμονές τού Πάσχα. Μιά ένδιαφέρουσα εγκυκλοπαίδεια πού άπευθύνεται κυρίως ατούς εκπαιδευτικούς πρόκειται νά κυκλοφορήσει σύντομα (Δίπτυχο). Είναι ένα όκτάτομο έργο μέ γενικό τίτλο «Παιδαγωγικές έπιστήμες» πού θά όλοκληρωθεϊ ως τό τέλος τής χρονιάς. Τό συλλογικό αύτό έργο τών γάλλων εκπαιδευτικών Μωρίς Ντεμπέ καί Γκαστόν Μιαλαρέ είναι θεματικό καί ό κάθε τόμος του θά έχει τούς άντίστοιχους ελληνικούς τίτλους: α) Γενική εισαγωγή· β) Ή ιστορία τής παιδαγωγικής· γ) Συγκριτική παιδαγωγική· δ) Ψυχολογία άγωγής· ε) Παιδα­ γωγική Ψυχολογία· στ) ΟΙ κοινωνικές πλευρές τής άγωγής· ζ) Μόρφωση καί επιμόρφωση τών εκπαιδευτικών λειτουργών η) Λαϊκή επιμόρφω­ ση - Διαρκής έκπαίδευση. Ά π ό τόν ϊδιο εκδοτι­

κό οίκο έξάλλου ετοιμάζονται νά κυκλοφορή­ σουν τρία βιβλία γιά τίς νηπιαγωγούς: Τής Ειρήνης Γενιατάκη - Άρβανιτίδου «Νά πώς δουλεύω στό νηπιαγωγείο μου», τής γαλλίδας νηπιαγωγού Έ λέν Μπριλέ «Τά μικρότερα άπό 4 χρονών παιδιά στό νηπιαγωγείο» καί τής Ρεζάν Σαραζανέζ «Τά μεγαλύτερα άπό 5 χρονών παι­ διά στό νηπιαγωγείο». Γιά τούς φίλους τής ιστορίας επισημαίνουμε τήν προσεχή έκδοση τού έργου τού Β. Γουώλς «Εισαγωγή στή φιλοσοφία τής ιστορίας», σέ μετάφραση Φ. Βώρου (Μορφωτικό "Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης), τό βιβλίο τού Άντώνη Φλούντζη «Άκροναυπλία καί άκροναυπλιώτες 1937-1943» (Θεμέλιο), μιά δίτομη έκδοση τού πανεπιστημίου τού Καίμπριτζ μέ τίτλο «Ή ίστο-

Η Α ΓΟ Ρ Α ΤΟ Υ Β ΙΒ Λ ΙΟ Υ Τό Μάρτιο, αγοράστηκαν περισσότερο τά έξη ς βιβλία: 1. Μαρίας Ίορδανίδου: Λωξάντρα (Εστία) 2. Σπύρου Καρατζαφέρη: Φάκελος ’ Εκκλησία (Κάκτος) 3. ’Έντουαρντ Ρόζενταλ: Στόχος ή φθορά τών συνειδήσεων (Σύγχρονη ’Εποχή) 4. Μαρίας Ίορδανίδου: Διακοπές στόν Καύκασο (Εστία) 5. Μαρίας Ίορδανίδου: Σάν τά τρελά πουλιά (Εστία) 6. Χέρμπερτ Ρήντ: Ιστορία τής μοντέρνας ζωγραφικής (Υποδομή) 7. Λ ίλής Ζωγράφου: ’Επάγγελμα: πόρνη (Παπαζήσης) 8. Βασίλη Βασιλικού: Τά «καμάκια» (Κάκτος) 9. Ευάγγελου Παπανούτσου: ΊΗ κρίση τού πολιτισμού μας (Φιλιππότης) 10. Άντρέα Φραγκιά: Ή καγκελόπορτα (Κέδρος) 11. ’Οδυσσέα Έλύτη: Μαρία Νεφέλη (’Ίκαρος) 12. Ναταλία Μπαράσκαγια: Επτά ήμέρες μιας γυναίκας (Όδυσσέας) Ό πίνακας αύτός καταρτίστηκε μέ βάση τά στοιχεία πού μάς παραχώρησαν τά έξης 20 βιβλιοπωλεία άπ’ όλη τήν Ελλάδα: Α-Ω, ’Ακαδημίας 57, ’Αθήνα Φ Ί. Βασιλείου, Ίπποκράτους 15, ’Αθήνα Φ Gazette, Σόλωνος 30, ‘Αθήνα Φ Gutenberg, Σόλωνος 103, ’Αθήνα Φ Γνώση, Π. Κωστοπούλου 7, Σέρρες Φ Δ. Δημακαράκος, Πατησίων 32, ’Αθήνα Φ Β. Δοκιμάκης, Ταγματάρχη Τζουλάκη 8, Ηράκλειο Φ Κ.Λ. Ίατρίδου, 25ης Μαρτίου 39, Θεσσαλονίκη Φ Α. Κουμπλομμάτης, 28ης 'Οκτωβρίου 8, ’Ιωάννινα ΦΣ. Λαμπρικίδης, Ίφικράτους 4, ’Αθήνα Φ Μανιφέστο, Ζωοδόχου Πηγής 17, ’Αθήνα Φ Μόλχο, Τσιμισκή 10, Θεσσαλονίκη Φ Ε. Μπαρμπουνάκης, Άριστοτέλους 4, Θεσσαλονίκη Φ X. Νικολαΐδου, Πλάτωνος 4, Θεσσαλονίκη Φ Νώε, Μπουμπουλίνας 48, Πειραιάς Φ ’Αφοί Παπαναστασίου, Τρίπολη Φ Πρωτοπορεία, Κωλέττη 21, ’Αθήνα Φ Σύγχρονη Εποχή, ’Ακαδημίας 78, ’Αθήνα Φ Σ. Φιλιππότης, ’Ακαδημίας 52, ’Αθήνα Φ Χνάρι, Κιάφας 5, ’Αθήνα.

13


ΕΚΔΟΤΙΚΑ ρία τής βυζαντινής αύτοκρατορίας» (Μέλισσα), τό βιβλίο «Οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στά χρόνια τής όθωμανικής κυριαρχί­ ας», τό όποιο περιλαμβάνει είκοσι μελέτες ιστορικών καί οικονομολόγων, τήν έπιλογή τών όποιων έχει κάνει ό Σπόρος Άσδραχάς (Μέλισ­ σα), καί τέλος τό ιστορικό ντοκουμέντο «Τά μυστικά άρχεϊα τών ΗΠΑ— 'Ελλάδα 1940-1945», τήν έπιμέλεια τών όποιων έχει κάνει ό Γιάννης Μαλακάσης. Τό βιβλίο περιλαμβάνει όλόκληρα τά άρχεϊα τών μυστικών υπηρεσιών τών ΗΠΑ γιά τήν Ελλάδα τής περιόδου 1940-45, πού μέρος τους δημοσιεύτηκε πρόσφατα στά «Νέα» (Νεφέλη). Ό τομέας τής κοινωνιολογίας θά εμπλουτι­ στεί μέ έναν καινούριο τίτλο. Μέ τή μελέτη τού Θανάση Βακαλοϋ «'Η έπιστημονικοτεχνική επανάσταση - Σοσιαλισμός καί ό άνθρωπος» (Θεμέλιο). Γιά τούς φίλους τής άρχαιότητας πρόκειται νά κυκλοφορήσουν σύντομα δύο άξιοπρόσεκτες μελέτες. Τό έργο τού Σάντεβαλντ «’Από τόν κόσμο καί τό έργο τού Ό μήρου» σέ μετά­ φραση Φ. Κακριδή, τό κλασικό έργο τού ’Ά λ μπιν Λέσκι «Ή τραγική ποίηση τών άρχαίων Ελλήνων» σέ μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη (Μορφωτικό "Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης). Στό χώρο τής πεζογραφίας έτοιμάζεται ένα άνέκδοτο έργο τού άξέχαστου χιουμορίστα πεζογράφου Νίκου Τσιφόρου, «'Η Ιστορία τών ΗΠΑ» (Ερμής), ένα μυθιστόρημα τού Μανώλη Γιαλουράκη, «Τό δωμάτιο μέ τίς φωνές» (Α ρ ­ γώ), ένα μυθιστόρημα τού τούρκου πεζογράφου Νετζαρτί Τζουμάλη «Ό πικρός καπνός» (Θεμέλιο) καί μιά έρωτική νουβέλα τού Πιέρ Λουΐ, «Ή γυναίκα καί τό νευρόσπαστο» (Πλέθρον). ’Επίσης άρκετές μελέτες καί δοκίμια πρόκει­ ται νά κυκλοφορήσουν αύτό τό μήνα. “ Οπως τό δοκίμιο τού Πώλ Βαλερύ «'Η ποιητική τέχνη», τού I. Νικολαρκέζη «Δοκίμια κριτικής», πού θά κυκλοφορήσουν σέ β' έκδοση (Πλέθρον), τού Μάριο Βίττι «Ή γενιά τού ’30», έπίσης σέ β' έκδοση (Ερμής), καί τού Ραίημον Γουΐλλιαμς «Μαρξισμός καί λογοτεχνία» (Πλέθρον). Ή βιβλιογραφία τού κινηματογράφου θά άποκτήσει δύο άκόμα τίτλους. Σύντομα θά κυκλοφορήσει σέ βιβλίο ή βραβευμένη ταινία τού Νίκου Παναγιωτόπουλου «Οί τεμπέληδες τής εύφορης κοιλάδας», τό όποιο έκτος άπό τό σενάριο τής ταινίας θά περιλαμβάνει καί τίς κριτικές τού τύπου (Νεφέλη). ’Επίσης, ένα βι­ βλίο μέ έπιμέλεια τού Γιάννη Σολδάτου καί μέ τίτλο «Οί μεγάλοι κωμικοί τού κινηματογρά­ φου», στό όποιο δημοσιεύονται κείμενα θεω­ ρητικών τού παγκόσμιου κινηματογράφου σχε­ τικά μέ τούς μεγάλους κωμικούς, π.χ. Μάκ Σένετ, Μάξ Λίντερ, Τσάρλυ Τσάπλιν, Μπάστερ

14

Κήτον, Γούντυ ’Άλλεν, Θανάση Βέγγο κλπ. (Νεφέλη). Οί φίλοι τού θεάτρου σκιών θά έχουν τήν εύκαιρία νά διαβάσουν τίς σημαντικότερες κω­ μωδίες τού Σωτήρη καί Εύγένιου Σπαθάρη καί νά άπολαύσουν τίς πιό άντιπροσωπευτικές φι­ γούρες τού είδους αύτού σ’ ένα βιβλίο, «Ό Καραγκιόζης τών Σπαθάρηδων», μέ σημειώσεις τού Σωτήρη Σπαθάρη (Νεφέλη). ’ Εξάλλου έτοιμάζεται νά κυκλοφορήσει σύντομα ή βιογραφία τού λαϊκού τραγουδιστή καί συνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη, ή όποια έχει συνταχθεϊ άπό τόν Κ. Χατζηδουλή καί περιλαμβάνει τή ζωή τού καλ­ λιτέχνη, τούς στίχους, τίς σημειώσεις, καί τίς παρτιτούρες 120 τραγουδιών του (Νεφέλη). ’Αλλά τή βιβλιογραφία γιά τούς λαϊκούς τρα­ γουδιστές θά συμπληρώσουν άκόμη δύο βι­ βλία: «Οί ρεμπέτες» καί «Οί ρεμπέτισσες», πού έχει έπιμεληθεΐ πάλι ό Κ. Χατζηδουλής (Νε­ φέλη). Στό χώρο τής έπιστημονικής φαντασίας πρόκειται νά κυκλοφορήσουν σύντομα δύο βι­ βλία. Τό βιβλίο τού ρώσου συγγραφέα Μπούλιτσεφ «"Ενα κορίτσι άπό τή γή» (’Αργώ) καί τό άριστούργημα τού Τζάκ Λόντον «The iron he­ el», ένα κλασικό μυθιστόρημα πολιτικής έπι­ στημονικής φαντασίας μέ εισαγωγή Λ. Τρότσκι (Μπουκουμάνης) καί στό όποιο ό συγγραφέας, άν καί τό ’χει γράψει τό 1907, προφητεύει τήν άνοδο τών ναζιστών στήν έξουσία τό 1932! Γιά τούς μικρούς άναγνώστες θά κυκλοφο­ ρήσει τό περίφημο «Κόκκινο μπαλόνι», ένα ποιητικό παραμύθι τού γάλλου φωτορεπόρτερ Άλμ πέρ Λαμορίς μέ 48 μαυρόασπρες καί έγ­ χρωμες φωτογραφημένες σελίδες, μέσα άπό τίς όποιες έξελίσσεται ό μύθος τού μπαλονιού πού άκολουθεϊ τό παιδί σ’ δλες του τίς έκδηλώσεις (’Αργώ). ’ Επίσης, μαθαίνουμε δτι ό δημοσι­ ογράφος Σπύρος Τσίρος έτοιμάζει αύτό τόν καιρό μιά άκόμα συλλογή παιδικών διηγημάτων μέ τίτλο «Ή αύλή μέ τά γεράνια», πού πιθανόν νά κυκλοφορήσει στίς άρχές τού φθινοπώρου. Πολύ πιό σύντομα όμως πρόκειται νά κυκλοφο­ ρήσουν άπό τίς έκδόσεις «Καστανιώτη» τά έξής παιδικά βιβλία: «"Ενα παραμύθι» τού Jaime Robles, «Ό τενεκές τού λαδιού» τής Άθηνάς Παπαδάκη, «Κάποτε στήν Ποντικούπολη» τού Μάνου Κοντολέοντος καί «Καμινάδες» καί «Τό μεγάλο ταξίδι τού Μελένιου» τής Εύγενίας Φακίνου. Τέλος, πρόκειται νά κυκλοφορήσει ένα φω­ τογραφικό λεύκωμα τού σκαπανέα τής φωτο­ γραφίας στήν Ε λλάδα Κ. Μεγαλοοικονόμου, μέ τίτλο «Σμύρνη», όπου μέσα άπό μιά σειρά άσπρόμαυρων φωτογραφιών ζωνταντεύει ή πα­ λιά μικρασιατική πόλη, τήν εποχή πού δέσποζε έκεΐ ό έλληνισμός (Ερμής).


ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Συμβ ολή στή φ ιλ ία δύο λα ώ ν Είναι πολύ πιθανό νά συμβάλει στή βελτίω­ ση των έλληνοτουρκικών σχέσεων μία συγγρα­ φέας μέ τό έργο της. Πρόκειται γιά τήν πεζογράφο Διδώ Σωτηρίου καί τό πασίγνωστο μυθι­ στόρημά της «Ματωμένα χώματα». “ Οπως έγι­ νε γνωστό, άμέσως μετά τήν πρόσφατη έπίσκεψη τών έλλήνων δημοσιογράφων στήν Τουρ­ κία, ό πρωθυπουργός Μπουλέντ Έτσεβίτ, θαυ­ μαστής πολλών έλλήνων συγγραφέων καί ιδιαί­ τερα τής Διδώς Σωτηρίου, άφησε νά εννοηθεί δτι μιά ταινία τού Ή λία Καζάν, τήν όποια πρόκειται νά χρηματοδοτήσει ή τουρκική κυ­ βέρνηση, θά μπορούσε νά έχει σενάριο βασι­ σμένο στό μυθιστόρημα τής Διδώς Σωτηρίου «Ματωμένα χώματα». Έν τώ μεταξύ άπό τήν έλληνική πλευρά δέν έχει άνακοινωθεϊ τίποτα έπίσημα. παρ’ δλο πού ό ύπουργός Πολιτισμού τής Τουρκίας έχει ήδη προτείνει στόν ύπουργό Πολιτισμού κ. Νιάνια τήν ιδέα γιά μιά έλληνοτουρκική συμπαραγω­ γή. Ή συγγραφέας έξάλλου, δπως μάς είπε, έπιθυμεί, άν τελικά γυριστεί ή ταινία τού Καζάν μέ σενάριο τά «Ματωμένα χώματα», νά συμμε-

Διδώ Σωτηρίου

τέχει καί ή Ε λλάδα στή χρηματοδότηση τού φίλμ. Ό σκοπός πού έπιδιώ κει ό Έτσεβίτ μέ τό γύρισμα τής ταινίας καί ή άπήχηση τού φίλμ στό κοινό, δέν είναι στήν άρμοδιότητα τής στήλης. Ε κείνο όμως πού πρέπει νά τονιστεί ε ίναι δτι τό έργο τής Διδώς Σωτηρίου έχει κυκλοφορήσει στήν Τουρκία μέ σημαντική έπιτυχία. Τά «Ματωμένα χώματα», μέ τουρκικό τίτλο «Πές άπό μένα ένα γειά σου στήν ’Ανατο­ λή», έχουν έκδοθεΐ τρεις φορές καί τώρα έτοιμάζονται νά κυκλοφορήσουν ή «’Εντολή» καί τό μυθιστόρημα γιά μεγάλα παιδιά «Μέσα στίς φλόγες» (παρμένο άπό τό βιβλίο της «Οί νεκροί περιμένουν»). Ή έκλεκτή συγγραφέας είναι μικρασιάτισσα στήν καταγωγή· γεννήθηκε στό Ά ιντίνι τής Μικράς ’Ασίας. Στήν ’Αθήνα ήρθε μικρή μαζί μέ τούς πρόσφυγες τής καταστροφής τού 1922. Στήν παιδική της μνήμη ώστόσο άποτυπώθηκαν οί έφιαλτικές εικόνες τού πολέμου, πού πολύ άργότερα γέννησαν τά γνωστά μυθιστο­ ρήματα «Οί νεκροί περιμένουν» (1959) καί «Μα­ τωμένα χώματα» (1962), τό δοκίμιο «Ή μικρασι­ ατική καταστροφή καί ή στρατηγική τού ιμπερι­ αλισμού τήν ’Ανατολική Μεσόγειο» (1975) καί τό μυθιστόρημα «Μέσα στίς φλόγες», τό όποιο κυκλοφόρησε πέρυσι (Κέδρος καί τό θέμα του είναι παρμένο άπό τούς «Νεκρούς», επεξεργα­ σμένο δμως γιά μεγάλα παιδιά. Τό έργο «Οί νεκροί περιμένουν» έκανε ήδη τήν 7η έκδοση φέτος (Κέδρος) καί έχει μετα­ φραστεί στή Ρουμανία καί στή Σοβιετική "Ενω­ ση. ’Αποσπάσματα τού βιβλίου έβαλε ό Μιραμπέλ στήν «’Ανθολογία» του καί ό Θράσος Καστανάκης τό δίδαξε στή Σορβόννη ατούς φοιτητές τού ’Ινστιτούτου τών ’Ανατολικών Γλωσσών. Τά «Ματωμένα χώματα», πού ήδη έκδόθηκαν γιά 9η φορά (Κέδρος), μεταφράστηκαν στή Γαλλία, Τουρκία, Σοβιετική 'Ένωση, Ούγγαρία, Βουλγαρία, Ρουμανία καί τώρα θά κυκλοφορή­ σουν καί στήν ’Αγγλία. ’Αποσπάσματα δημοσι­ εύονται στίς σχολικές άνθολογίες τού ΟΕΔΒ, τόσο τού δημοτικού δσο καί τού γυμνασίου, καθώς καί σέ πολλές άνθολογίες τού πεζού λόγου. Τή μυθιστορηματική βιογραφία «Ήλέκτρα» δημοσίευσε ό Κορνάρος στό δεύτερο τόμο «’Αρματωμένη Ελλάδα», ένώ πολλά διηγήματά της δημοσιεύτηκαν σέ έφημερίδες καί περιοδι­ κά, άρκετά μάλιστα μεταφράστηκαν στά γαλλι­ κά, άγγλικά, ισπανικά, ρωσικά καί ρουμανικά.

15


ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ή συγγραφέας έχει έργαστεϊ κατά καιρούς σέ πολλά περιοδικά καί στον ήμερήσιο τύπο σάν έπιφυλλιδογράφος, χρονογράφος καί μεταφράστρια λογοτεχνικών κειμένων. Γιά ένα

διάστημα μάλιστα ήταν άρχισυντάκτις στό περιοδικό «Γυναίκα» τού Άντώνη Νικολόπουλου. ’Αργότερα δέ ειδικεύτηκε στό σχολιασμό τών διεθνών γεγονότων.

Τά 70χρονα του Ρίτσου Αρχίζουν αύτό τό μήνα σ’ δλο σχεδόν τόν κόσμο οί πανηγυρικές εκδηλώσεις γιά τά 70 χρόνια τού ποιητή Γιάννη Ρίτσου, πού συμπλη­ ρώθηκαν τήν 1η Μαϊου. Τόν ποιητή τής «Ρωμιο­ σύνης» θά τιμήσουν πολλές χώρες, όπως ή Σοβιετική "Ενωση, ή Πολωνία, ή Γαλλία, ή Δυτική καί ’Ανατολική Γερμανία, ή Ουγγαρία, ή ’Ιταλία, ή Τσεχοσλοβακία κ.ά. ’Ήδη συνεργεία τής ιταλικής τηλεόρασης καί τριών γερμανικών ραδιοσταθμών ήρθαν στήν ’Αθήνα καί γύρισαν φιλμ καί έκπομπές, πού θά μεταδοθούν σύντο­ μα στίς χώρες αύτές καί στήν υπόλοιπη Εύρώπη. Οί έκδηλώσεις στή χώρα μας κορυφώνονται τήν Πρωτομαγιά, ήμέρα γέννησης τού ποιητή. Στή γκαλλερί «Νέες Μορφές» λειτουργεί έκθε­ ση άφιερωμένη στά 70 χρόνια τού ποιητή, στήν όποια παρουσιάζονται τά βιβλία τού Γιάννη Ρίτσου, στά έλληνικά καί σ’ όσες ξένες γλώσ­ σες έχουν έκδοθεϊ. ’Επίσης έκτίθενται χειρό­ γραφα, πέτρες ζωγραφισμένες άπό τόν ίδιο, πίνακες καλλιτεχνών πού έχουν έμπνευστεϊ άπό τό έργο τού ποιητή, ένώ σέ ξεχωριστή θέση παρουσιάζεται τό πασίγνωστο έργο του «’ Επιτάφιος» σέ πολυτελή έκδοση μεγάλου σχήματος καί μέ πέντε ξυλογραφίες τού χαρά­ κτη Τάσου. Τό Πανεπιστήμιο τής Θεσσαλονίκης, πού τό 1975 άνακήρυξε τόν ποιητή έπίτιμο διδάκτορα τής Φιλοσοφικής Σχολής, θά τόν τιμήσει καί φέτος μέ έκδηλώσεις, δπου θά μιλήσ,ουν οί πανεπιστημιακοί κ.κ. Γιώργος Σαββίδης, Δημήτρης Μαρωνίτης, Χρύσα Προκοπάκη κ.ά. Τέλος, μέσα στό φθινόπωρο θά κυκλοφορή­ σει ένα πολυσέλιδο άφιέρωμα στό Γιάννη Ρίτσο (βλ. τεύχος 19, ’Εκδοτικά), τό όποιο θά περι­ λαμβάνει συνεργασίες έλλήνων καί ξένων συγ­ γραφέων, μελετητών, δημοσιογράφων κλπ. “ Ο,τι άφορά τή ζωή καί τό έργο τού Γιάννη

-Ρίτσου είναι σ’ δλους γνωστό. ’Εκείνο πού ίσως άρκετοί νά μή γνωρίζουν είναι δτι ό ποιητής πού κατά καιρούς διώχτηκε καί φυλακίστηκε γιά τίς ιδέες του καί τήν πολιτική του δραστηρι­ ότητα, είχε εργαστεί γιά ένα χρονικό διάστημα τό 1932 σάν ήθοποιός καί χορευτής. Γενέτειρά του είναι ή Μονεμβασιά καί ή πρώτη ποιητική συλλογή του, πού κυκλοφόρησε τό 1934, είχε τόν τίτλο «Τρακτέρ». Κατά καιρούς τιμήθηκε μέ τά βραβεία: Μπιενάλλε Βελγίου (1972), Δημητρώφ (ί974), Αίτνα - Ταορμίνα (1976), Λένιν (1977). Τό έργο του βρίσκεται συγκεντρωμένο στά «"Απαντά» του (Κέδρος).


ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Τό «Κ α π νισ μ ένο τσ ο υ κά λι» στή Δ α ν ία Μιά σημαντική προσπάθεια γιά τήν προβολή τής νεοελληνικής λογοτεχνίας έγινε πρόσφατα στή Δανία. Μέ ιδιωτική πρωτοβουλία κυκλοφό­ ρησε τό γνωστό έργο του Γιάννη Ρίτσου «Κα­ πνισμένο τσουκάλι» σ’ ένα καλαίσθητο βιβλίο μικρού σχήματος, στό όποιο δημοσιεύεται τό έργο τόσο στό πρωτότυπο δσο καί σέ μετάφρα­ ση, στά γαλλικά καί δανικά. Ή πρωτοβουλία άνήκει στήν Έ λληνίδα ’Αγ­ γελική Κίτσα-Βόρνιγκ, πού ζεϊ καί σπουδάζει στό έξωτερικό. 'Η έκδότρια, άφοϋ άνέλαβε τή μετάφραση τού έργου, μέ τήν έγκριση φυσικά τού ποιητή, τύπωσε καί κυκλοφόρησε, μέ δικά της έξοδα τό έργο, τό όποιο, όπως μαθαίνουμε, έγινε θερμά δεκτό άπό τόν τύπο καί άνάρπαστο άπό τά βιβλιοπωλεία. Τό μυστικό τής κυκλοφοριακής έπιτυχίας όφείλεται στό μή κερ­ δοσκοπικό σκοπό τής έκδοσης, μιά καί ή ’Αγγε­ λική Βόρνιγκ φρόντισε νά πουλήσει τό βιβλίο σέ πολύ χαμηλή τιμή — γύρω στις 120 έλληνικές δραχμές. ’Αποτέλεσμα ήταν νά έπαναληφθεϊ ή έκδοση καί κατ’ έπέκταση νά διαδοθεί στή Δανία άκόμη ένας έλληνας λογοτέχνης. Ή έκδότρια είναι μιά νέα κοπέλα πού κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στή Γαλλία. Τελείωσε τή Φιλοσοφική Σχολή τής Θεσσαλονίκης καί τώρα έτοιμάζει τή διδακτορική της διατριβή, τήν όποια θά ύποβάλει στή Σορβόννη. Θέμα τής διατριβής: «Ό Γιάννης Ρίτσος καί τά γαλλι­ κά γράμματα».

νου τσουκαλιού»

’Αλλαγή Δ ιεύ θ υ νσ η ς Β ιβ λιο πω λείου Σάς π ε ρ ιμ ένο υ μ ε γιά νά σάς έ ξυπ ηρετήσ ω με στό νέο κατάστημά μας Ίπ π ο κ ρ ά τ ο υ ς 8Α - Τηλ. 36.27.318 ’Α θήνα - 143 (άπέναντι άπό τό παλαιό) όπου, έκτος άπό τά βιβλία έκδόσεών μας, θά βρήτε καί πλούσια συλλογή βιβλίων έλληνικών καί τεχνικών ξένων.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΑΣ ’ Εκδότης - Β ιβλιο πώ λης 17


ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Τό τέλος μιας π ο ιή τρ ια ς Στις 16 Μαρτίου πέθανε άπό πνευμονικό οίδημα, ή γνωστή λογοτέχνις Δώρα ΜοάτσουΒάρναλη, χήρα τού μεγάλου έλληνα ποιητή Κώστα Βάρναλη. Γεννημένη στις 3 Νοεμβρίου 1895 στήν Κων­ σταντινούπολη, ή Δώρα Μοάτσου σπούδασε φιλολογία στό Πανεπιστήμιο τής Σορβόννης, όπου καί γνώρισε τόν ποιητή τό 1919. ’Εργά­ στηκε σάν καθηγήτρια φιλολογικών μαθημά­ των σέ γυμνάσια τής Κρήτης καί τής ’Αθήνας ως τό 1947. Μέλος τής Εταιρίας 'Ελλήνων Λογοτεχνών, ή Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη δημο­ σίευσε πολλές ποιητικές συλλογές καί μελέ­ τες. "Εργα της: «Στίχοι» (ποιήματα, 1927), «In memoriam» (ποιήματα, 1938), «Τραγούδια γιά παιδιά» (1954), «Καημοί κι άγάπες» (ποιήματα, 1956), «Ό έλληνικός στίχος άπό τούς βυζαντι­ νούς χρόνους ώς σήμερα» (μελέτη), «Κάτω άπό τό λιοντάρι τής Βενετίας» (έμμετρο δράμα, 1959), «Κόρη τής Εϋας» (μυθιστόρημα, 1961), «Ταξείδι άναψυχής» (διηγήματα, 1962), «Ποιή­ ματα» (1963). Ή Βάρναλη έφυγε άπό τή ζωή τέσσερα χρόνια καί τρεις μήνες μετά τό θάνατο τού άγαπημένου της, πού πέθανε στίς 16 Δεκεμβρί­ ου 1974. Κι αύτή ήταν ή άτυχία της. Ξεχασμένη άπ’ δλους, συνοδεύτηκε στήν ταφή της μόνο άπό μιά εικοσάδα φίλων... "Ως κι ό δήμος τής ’Αθήνας άρνήθηκε νά ταφεί μαζί μέ τόν άντρα της!

Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη

Συνάντηση ά ντιστα σια κής λο γο τεχ νία ς Στή Βαρκελώνη τής Ισ πανίας θά συναντη­ θούν άπό τις 4 ώς τίς 9 ’Ιουνίου έλληνες καί ίσπανοί συγγραφείς πού μέ τή στάση τους καί τό έργο τους συνέβαλαν στήν άντίσταση τής πατρίδας τους κατά τή διάρκεια τής δικτατο­ ρίας. Ή συνάντηση όργανώνεται άπό τό ίδρυμα Κάρλ Ριμπά καί τό ’Ινστιτούτο Ελληνικών Σπουδών τής Φιλοσοφικής Σχολής τού Πανεπι­ στημίου τής Βαρκελώνης καί τελεί ύπό τήν αιγίδα τής Αύτόνομης Καταλανικής ’Ακαδημί­ ας, τού δήμου Βαρκελώνης καί τού Ιδρύματος Χουάν Μιρό. Ή παρουσίαση τού έργου τών έλλήνων άντιστασιακών συγγραφέων θά συμβάλει σημαντι­ κά στήν προβολή τής πρόσφατης έλληνικής άντιστασιακής φιλολογίας, ένώ παράλληλα θά γίνουν γνωστά τά Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά

18

τών ισπανικών καί έλληνικών λογοτεχνικών έρ­ γων άντιστασιακοϋ περιεχομένου. Σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα, μετά τήν παρου­ σίαση θά άκολουθεϊ συζήτηση σχετικά μέ τή στάση καί τό ρόλο τών συγγραφέων στή διάρ­ κεια τών δικτατοριών στή χώρα τους. Στά πλαί­ σια αύτής τής συνάντησης θά έκτεθούν στό "Ιδρυμα Χουάν Μιρό ντοκουμέντα άπό τήν περίοδο τής έφταετίας στή χώρα μας. ’Ανάμεσα ατούς έλληνες συγγραφείς πού έχουν προσκληθεί νά πάρουν μέρος στή συν­ άντηση είναι καί ό Γιάννης Ρίτσος, ό πρώην πρωθυπουργός καί άκαδημαϊκός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ό Βασίλης Βασιλικός, ή Μάρω Δούκα, ό Λευτέρης Κανέλλης κ.ά. Ά π ό τούς ’ Ισπανούς είναι, μεταξύ άλλων, καί ό Ραφέα Ά λμπέρτι καί ό Σαλβατόρ Έσπίσυ.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ Τί ζητουν νά διαβάσουν στή Ν. Ύ όρκη Βιβλία πού άναφέρονται στήν πρόσφατη περι­ πέτεια τής χώρας μας ζητούν νά διαβάσουν οί έλληνες άναγνώστες τής δημοτικής βιβλιοθή­ κης τής Νέας Ύόρκης. Σέ ειδικά έντυπα πού διαθέτει τό έλληνικό τμήμα τής βιβλιοθήκης οί άναγνώστες επισημαίνουν τήν άπουσία τίτλων πού κυκλοφόρησαν στήν Ελλάδα μετά τή μεταπολίτευση καί άναφέρονται στήν εποχή τής έφταετίας, στό πραξικόπημα τής Κύπρου καί τήν εισβολή· παράλληλα ζητούν νά διαθέτει τό έλληνικό τμήμα διάφορες μελέτες έλλήνων συγγραφέων, πολιτικών καί δημοσιογράφων πού εξετάζουν τή σημερινή κατάσταση τής χώρας, καθώς καί βιβλία γενικότερης παιδείας, i ........... *

• /,;„*„·

tJ<t~pv ~cJ .

i/ft

* y„

*·<**, όβτ r* *,£,.«· μ '

’An’ όσα γράφουν οί έλληνες τής Ν. Ύόρκης πρός τή διεύθυνση του έλληνικοϋ τμήματος τής Δημοτικής Βιβλιοθήκης τής πόλης

π.χ. τών Α. Πεπονή, Α. Πεπελάση, Π. Κανελλόπουλου, Α. Παπανδρέου, Μ. Παπανδρέου, Ε. Παπανούτσου, Γ. Διακογιάννη, Δ. Χονδροκούκη, Ν. Κακαουνάκη, Γ. Κορδάτου, Α. Χατζόπουλου κ.ά. Τά βιβλία πού άναφέρονται στήν ιστορία τών σχέσεων Ελλάδας καί Τουρκίας, άπό τήν επο­ χή τού Βενιζέλου μέχρι σήμερα, άπορροφούν έπίσης σέ μεγάλο ποσοστό τό ένδιαφέρον τών Έλλήνων τής Ν. Ύόρκης. ’Ακολουθούν δέ ή νεοελληνική πεζογραφία καί ποίηση (Ρίτσος, Χατζής, Γκρίτση-Μιλλιέξ, Σαββόπουλος, Έλύτης, Βρεττάκος, Λουντέμης, Σικελιανός, Βασι­ λικός, Τσίρκας, Πλασκοβίτης, Φραγκιάς, Βάρναλης, Καβάφης, Σεφέρης). Τά συμπεράσματα αύτά προκύπτουν άπό ένα ξεφύλλισμα τών ειδικών εντύπων πού συμπλη­ ρώνουν οί έπισκέπτες τής βιβλιοθήκης καί όπου άναγράφουν τις προτιμήσεις τους. Μία σειρά τέτοιων έντύπων, πού συμπληρώθηκαν άπό τό Νοέμβρη τού 1977 μέχρι τό Μάρτη τού 1978, χάρη στή βοήθεια ένός φίλου τού περιο­ δικού, έφτασαν πρόσφατα στά χέρια μας.

’Ενδεικτικές όμως γιά τήν ποικιλία τών έλληνικών τίτλων πού διαθέτει τό έλληνικό τμήμα τής βιβλιοθήκης είναι καί οί άκόλουθες παρατηρή­ σεις πού σημειώνουν οί άναγνώστες στά ίδια έντυπα: • «Ή βιβλιοθήκη μας έδώ δέν έχει ποικιλία», άναφέρει έλληνίδα μαθήτρια γυμνασίου τής Ν. Ύόρκης. «Θά ’θελα περισσότερα βιβλία τού Λουντέμη κι όπως βλέπω στόν κατάλογο δέν είμαι ή μόνη πού τά ζητώ. Στή βιβλιοθήκη ύπάρχουν μόνο δύο. Είναι άλήθεια πώς οί "Ελληνες δέν δείχνουν καί πολύ ένδιαφέρον γιά τά βιβλία, μά ύπάρχουν πολλοί πού δέν έχουν ποτέ άκούσει γιά τό έλληνικό τμήμα τής βιβλιοθήκης. ’Ίσως θά ’πρεπε νά πείτε κάτι στό έλληνικό πρόγραμμα τού ραδιοφώνου». • «Γενικά ν’ άλλαχτοϋν όλα τά βιβλία μέ νέους συγγραφείς. Πέντε χρόνια στή Νέα Ύόρκη διαβάζω όλο τά ίδια», σημειώνει άλλος άναγνώστης. • «Δέν ύπάρχουν βιβλία θετικών έπιστημών. Οί έλληνες φοιτητές πού σπουδάζουν θετικές έπιστήμες στή Νέα Ύόρκη χρειάζονται καί τά βιβλία πού διδάσκονται στό ’Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο τής ’Αθήνας», γράφει άλλος, προ­ φανώς σπουδαστής. • «Π ιό πολλά βιβλία άπό άλλες γλώσσες, γραμ­ μένα όμως στά έλληνικά: τού Δουμά, τού Ντίκενς, τού Χεμινγουαίη, τού Τόμας Μάν», ζητά ένας άπόφοιτος πανεπιστημίου πού έχει γεν­ νηθεί στή Νέα Ύόρκη. • «Βιβλία πού διδάσκουν άγγλικά στούς "Ε λ­ ληνες, μιά εύκολη έγκυκλοπαίδεια στά μοντέρ­ να έλληνικά καί τό περιοδικό “ Μαριλένα” γιά τά νιάτα» θέλει νά διαβάσει ένας νεαρός μετα­ νάστης. • «’Αστυνομικά καί έρωτικά» ζητά μιά Έ λληνί­ δα, πού — όπως δηλώνει — τής άρέσουν τά βιβλία τσέπης «διότι είναι εύκολο νά τά κρατάς μαζί σου».

Λ αχεία καί βιβλία Στό φύλλο 160 τής Έφημερίδος τής Κυβερνήσεως (τεύχος Β') δημοσιεύτηκε άπόφαση τού ύπουργοϋ Οικονομικών, πού — έχοντας ύπόψη του «τίς αιτήσεις τών ένδιαφερομένων» — καθορίζει τήν κατανομή τού καθαρού προϊόν­ τος τών κρατικών λαχείων τού οικονομικού έτους 1978 σέ 2376 νομικά πρόσωπα άπ’ όλους τούς νομούς τής χώρας. Στή συντριπτική τους πλειοψηφία αύτά τά νομι­ κά πρόσωπα είναι έκκλησίες, σχολεία, κοινότη­ τες καί άθλητικοί σύλλογοι- έλάχιστα είναι τά πολιτιστικά σωματεία καί άκόμα πιό έλάχιστες οί βιβλιοθήκες (μόνο 6). "Οσο γιά τό συνολικό

19


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ποσό πού έγκρίνεται νά δοθεί γιά άγορά βιβλί­ φύλλο λοιπόν τού Φεβρουάριου τά παιδιά ων άνέρχεται στό τρομακτικό ύψος των έγραψαν γιά τό παιδί καί τό εξωσχολικό βιβλίο, 440.000 δρχ., ένώ τό καθαρό προϊόν των λαχεί­ γιά τό γάμο στό χωριό τους σήμερα — μιά ων σέ 58.639.000 δρχ. (ποσοστό 0,75%). συλλογική λαογραφική έργασία τών μαθητών Τίς 440.000 δρχ. τίς μοιράζονται ό Σύλλογος τής ΣΤ' τάξης — καί γιά τά νυφιάτικα τραγού­ τών άπανταχοϋ Ρεγκινιωτών Λοκρίδος (20.000), δια, ένώ παράλληλα φρόντισαν νά καλύψουν τό Μικτό Γυμνάσιο Ό ρχομενοϋ Λοκρίδος θέματα έπικαιρότητας, όπως είναι ή συμβολική (25.000) , ή Φώτειος Βιβλιοθήκη Άγ. Τριάδος σημασία τού Φλεβάρη γιά τή φύση καί ή άνθιΕύρυτανίας (20.000), ή Δημοτική Βιβλιοθήκη σμένη μυγδαλιά. Καβάλας (20.000), ή Δημοσία Κεντρική Βιβλιο­ Μέ τόν τρόπο αύτό ό μαθητόκοσμος τού σχο­ θήκη Έλευθερουπόλεως Παγγαίου Καβάλας (20.000) , ή Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Κεφαλ­ ληνίας (20.000), ή Κοινοτική Βιβλιοθήκη 'Αγιας I Σ Χ Ο Λ ΙΚ Α m i A ! Λαρίσης (25.000), ή Ήλιάκειος Δημοτική Βιβλι­ οθήκη Νεαπόλεως Λασιθίου Κρήτης (50.000), ή .'V ;v :r Κοινότητα Πανόρμου Ρεθύμνης Κρήτης (10.000) , ή Σχολική ’Εφορεία Δημοτικού Σχολεί­ ου Πανόρμου Ρεθύμνης Κρήτης (10.000), ό Σύλλογος «Πολιτιστική Κίνηση» Γλυκομηλέας Καλαμπάκας (20.000), ό Μορφωτικός Σύλλογος Ριζοματιανών Τρικάλων (15.000), ή Κοινότητα Αύρας Καλαμπάκας (15.000), ό ’Επιμορφωτικός Λαογραφικός "Ομιλος Καλυβιών Τρικάλων (20.000) , ή Κοινότητα Λιδωρικίου Φωκίδοςλείου δημιουργεί, μέ τή συμπαράσταση τών (20.000) , ή Πολιτιστική Εταιρία «’Απολλώνιος»δασκάλων καί τών γονέων, τή δική του μικρή κοινωνία. Ή σχολική μόρφωση, όταν συνδυάζε­ Νέων Σανών Χαλκιδικής (20.000), τό Β' Δημοτι­ ται μέ γόνιμα έξωσχολικά ένδιαφέροντα καί κό Σχολείο ’Ηλείας (50.000) καί ό Σύλλογος δραστηριότητες, έτοιμάζει ώριμους πολίτες Γονέων καί Κηδεμόνων τού 29ου Δημ. Σχολεί­ τού αύριο. Κι αύτό τό άντιλαμβάνονται καλά ου Περιστεριού ’Αθηνών (60.000). δάσκαλοι, καθηγητές καί μαθητές καί πολλές Φυσικά ό ύπουργός Οικονομικών καλύπτεται φορές τό έφαρμόζουν στήν πράξη. ’Ακόμα πίσω άπό έκεϊνο τό «έχοντας ύπόψη τίς αιτή­ καλύτερα δμως φαίνεται νά άντιλαμβάνεται τή σεις τών ένδιαφερομένων νομικών προσώ­ σημασία τό ύπουργεϊο Παιδείας, πού μέ τίς πων». ’Αναρωτιόμαστε δμως· ικανοποιήθηκαν, έγκυκλίους στά σχολεία ένθαρρύνει τήν προσ­ έστω καί μέ αυτά τά χρηματικά ψιχία, όλες οί πάθεια... άπαγΰρεύοντας στούς διδάσκοντες αιτήσεις; ’Ή μήπως έγιναν επιλογές; Καί στήν νά συστήνουν έξωσχολικά βιβλία στούς περίπτωση αύτή, θέλουμε νά πληροφορηθούμε μαθητές. ποιος ή ποιοι έκριναν τίς αιτήσεις καί, τό Τό «Διαβάζω», άντί έπαίνων, στέλνει στήν πενι­ βασικότερο, μέ ποιά κριτήρια... χρή βιβλιοθήκη τού σχολείου όλα τά παιδικά βιβλία πού ύπάρχουν στά γραφεία του, μαζί μέ μιά σειρά τευχών τού περιοδικού.

Τά μικρά δημιουργούν

Παράλληλα μέ τή σχολική έργασία οί μαθητές τού δημοτικού σχολείου Αγίου Γεωργίου Φερών άξιοποιοϋν τίς έλεύθερες ώρες τους στή δημοσιογραφία. Μέ πολύ κόπο άλλά καί μέ τό μεράκι τού άνθρώπου πού άγαπά τή δημιουργι­ κή δουλειά, τά παιδιά τού σκολείου γράφουν καί έκδίδουν τήν τετρασέλιδη έφημερίδα τους «Σχολικά Νιάτα». Μέ πρωτόγονα μέσα, χειρό­ γραφη καίπολυγραφημένη, ή σχολική έφημερί­ δα κυκλοφορεί κάθε μήνα μέ ποικίλο περιεχό­ μενο, πού ενημερώνει τό μαθητόκοσμο γύρω άπό τό παιδικό βιβλίο, τήν παράδοση τού τό­ που καί φυσικά τήν έπικαιρότητα τής έποχής. Στά γραφεία τού «Διαβάζω» έφτασε τελευταία ένα δείγμα τής δουλειάς τών μαθητών. Στό

20

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ Τό νέο Διοικητικό Συμβούλιο τής Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συνγραφέων, πού έκλέχτηκε πρόσφατα, καταρτίσθηκε σέ σώμα ώς έξής: Δημήτρης Ίωαννόπουλος (πρόεδρος), ’Ιάκωβος Καμπανέλλης (Αντιπρό­ εδρος), Νίκος Ζακόπουλος (γενικός γραμματέας), Πα­ ναγιώτης Παπαδούκας (ταμίας), Άσημάκης Γιαλαμάς, Άλέκος Λιδωρίκης, ’Απόστολος Μαγγανάρης, Δημή­ τρης Τραϊφόρος καί Δημήτρης Ψαθός (μέλη). • ’Αθηναίος έπιθυμεϊ νά διαθέσει 1.500 τόμους βιβλίων πού έχει στήν κατοχή του, δημιουργώντας μιά δανει­ στική βιβλιοθήκη σέ κάποια έπαρχία. Οί ένδιαφερόμε-


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ νοι άς γράψουν στή διεύθυνση: Γ. Άντύπας, Τ.Θ. 36, Χολαργός. • Ή Διεθνής Συνάντηση Μεσαιωνικού & Λαϊκού θεά­ τρου, πού δπως είναι γνωστό γίνεται κάθε χρόνο στή Ζάκυνθο, στήν προσπάθειά της νά συνεχίσει τις έκδηλώσεις της καί στήν ’Αθήνα, όργανώνει κάθε Δευτέρα, στίς 8μ.μ„ σειρά διαλέξεων-συζητήσεων γύρω άπό τό λαϊκό θέατρο, στή γκαλλερί «Συλλογή» (Βασ. Σοφίας 4, τηλ. 745-136). Είσηγητές οί Πέτρος Μάρκαρης, Walter Puchner, Θόδωρος Χατζηπανταζής, ”Αννυ Κολτσιδοπούλου καί έκπρόσωποι έταιρικών θιάσων. • Τό Κρατικό Θέατρο Βορείου 'Ελλάδος, στά πλαίσια τού Διεθνούς ’Έτους Παιδιού, προκηρύσσει πανελλή­ νιο διαγωνισμό γιά τή συγγραφή παιδικού θεατρικού έργου. Προθεσμία γιά τήν παράδοση τών έργων όρίζεται ώς τίς 15 Αύγούστου 1979. Τό έργο πού θά βραβευτεί θά παιχθεϊ άπό τήν Παιδική Σκηνή τού ΚΘΒΕ. Τήν κριτική έπιτροπή άποτελοϋν όί Σπ. Εύαγ-

γελάτος, Χρ. Λαμπρινος, Κλ. Νάτση, Ξ. Καλογερουπούλου, Σ. Ζαραμπούκα, Μ. Ζοΐδου καί Ν. Μπακόλας. Περισσότερες πληροφορίες στό ΚΘΒΕ (άρμόδιος κ. Ίορδανίδης): τηλ. 274-910 καί 265-919. • Τό ύπουργεϊο ’Εθνικής Παιδείας καί Θρησκευμάτων προκηρύσσει διαγωνισμό γιά τή συγγραφή τού διδα­ κτικού βιβλίου «Εισαγωγή στήν κλασική φιλολογία» τής Γ’ τάξεως Γενικού Λυκείου (μάθημα έπιλογής α' κύκλου). Οί συγγραφείς καλούνται νά ύποβάλουν τά έργα τους σέ 6 άντίτυπα δακτυλογραφημένα στό ύπουργεϊο (Διεύθυνση ’Εφαρμογής Προγραμμάτων Μ.Ε. — Τμήμα Διδακτικών Βιβλίων — Έρμοϋ 15). Τά χρηματικά βραβεία καί οί έπαινοι γιά τούς συγγραφείς πού θά βραβευτούν είναι τά έξής: 200.000 δρχ. γιά τό α' βραβείο, 160.000 δρχ. γιά τό β', 120.000 δρχ. γιάτό γ', 100.000 δρχ. γιά τόν α' έπαινο καί 80.000 δρχ. γιά τόν β'. Περισσότερες λεπτομέρειες καί όδηγίες θά βρούν οί ένδιαφερόμενοι στήν προκήρυξη τού διαγω­ νισμού.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ 1. Νίκου Παναγιωτόπουλου ΟΙ ΤΕΜΠΕΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΕΦΟΡΗΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ 2. ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΩΜΙΚΟΙ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ Σύνταξη: Γιάννης Σολδάτος 3. ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ Ή ζωή μου, τό έργο μου Σύνταξη: Κώστα Χατζηδουλή

ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ 1 .0 ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΤΩΝ ΣΠΑΘΑΡΗΔΩΝ 2. Μπ. Μπρέχτ ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΜΟΝ ΜΑΣΑΡ

ΣΕΙΡΑ: ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Σύνταξη: Κώστα Χατζηδουλή 1. ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ No. 1 Αύτοβιογραφίες τών Περπινιάδη, Μάθεση, Γενίτσαρη, Λελάκη 2. ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ No. 2 Αύτοβιογραφίες τών Κερομύτη, Λολοσίδη, Λαζαρίδη κ.ά. 3. ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ No. 3 ΡΕΜΠΕΤΙΣΣΕΣ Αύτοβιογραφίες τών Έσκενάζυ, Μπέλου, Νίνου κ.ά. 4. ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ No. 4 Μπαγιαντέρας

Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Σόλωνος 94 τηλ. 3607744 21


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

Τά b e s t-s e lle r του 1978 στις ΗΠΑ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, Απρίλιος. "Ενα άπό τά πιό σημαν­ τικά γεγονότα τής έκδοτικής ζωής τών ΗΠΑ εϊναι ή άνακοίνωση τού πίνακα τών βιβλίων πού πουλήθηκαν περισσότερο μέσα σ’ ένα χρόνο, τά λεγάμενα μπέστ-σέλλερ. Ή διαμόρφωση αύτοϋ τού πίνακα γίνεται μέ βάση τά στοιχεία πού συλλέγει κάθε έβδομάδα, έπί ένα χρόνο, ή γνωστή έπιθεώρηση τού βιβλίου «Publishers Weekly». Σύμφωνα λοιπόν μέ τά στοιχεία αύτά, στόν πίνακα τών μπέστ-σέλλερ τού 1978, πού δημο­ σιεύτηκε πριν μερικές έβδομάδες στό «Publi­ shers Weekly», συγκαταλέγονται έργα τόσο πρωτοεμφανιζόμενων όσο καί καθιερωμένων πεζογράφων, μαζί μέ ιστορικές μελέτες καί βιογραφίες διάσημων προσωπικοτήτων. •Πριν δούμε όμως πιό άναλυτικά τόν πίνακα τών μπέστ-σέλλερ, άξίζει νά σημειώσουμε ότι φέτος, γιά πρώτη φορά άπό τότε πού ξεκίνησε ό θεσμός αύτός, τό 1895, συνωθοϋνται στήν κορυφή 30 βιβλία! ’Ενώ μέχρι πέρυσι ό πίνακας περιλάμβανε μόνο 20 βιβλία, φέτος έχουμε 15 μυθιστορήματα καί 15 μελέτες πού πούλησαν πάνω άπό 100.000 άντίτυπα τό καθένα! Στήν καταμέτρηση αύτή συμπεριλαμβάνονται οί άριθμοί πωλήσεως πού έδωσαν οί ίδιοι οί εκδότες καί πού άφοροϋν τις πωλήσεις τών βιβλίων τους στίς ΗΠΑ — στά βιβλιοπωλεία, στίς βιβλιοθήκες καί στίς διάφορες λέσχες τού βιβλίου. (Δέν περιλαμβάνονται δηλαδή οί πωλήσεις στό εξωτερικό καί σέ συνδρομητές). 'Επομένως, οί άριθμοί δέν είναι άπόλυτα άκριβεϊς, μιά καί μπορεί νά υπάρχουν άκόμη στά βιβλιοπωλεία άδιάθετες ποσότητες βιβλίων. "Υστερα κι οί έκδότες δέν έχουν κάνει άκόμη πλήρη καταμέτρηση τών έπιστροφών τής περι­ όδου τών Χριστουγέννων. Μόλις δημοσιεύτηκε ό πίνακας τών μπέστσέλλερ άρχισαν κι οί γκρίνιες. Πολλοί έκδότες άμφισβήτησαν τούς άριθμούς πού έδωσαν συν­ άδελφοί τους, ένώ άντίθετα έπέμεναν ότι οί δικοί τους άριθμοί ήταν άκριβεΐς. Μάλιστα ό επικεφαλής ένός μεγάλου έκδοτικοΰ οίκου, πού ήταν άντίθετος στό νά δώσει στή δημοσιό­ τητα τό ύψος τών πωλήσεων τών βιβλίων του, δήλωσε ότι «είναι άπαράδεκτο ή τελική θέση ένός βιβλίου στόν έτήσιο πίνακα τών μπέστσέλλερ νά έξαρτάται άπό τό τί άριθμό πωλήσε­ ων θά δώσει ό έκδοτης του καί μόνο άπ’ αύτό· πρέπει νά βρεθεί τό ταχύτερο μιά πιό άξιόπιστη

22

καί δίκαιη μέθοδος». Παρ’ όλ’ αύτά, ό έτήσιος πίνακας τών μπέστσέλλερ τού «Publishers Weekly» προκαλεί πάν­ τοτε τό γενικό ένδιαφέρον καί «τροφοδοτεί» μέ ύλικό πολλά περιοδικά, βιβλία καί εφημερί­ δες. Ή δέ σύνταξη τού περιοδικού συνεχίζει νά παρακαλεί τούς έκδότες νά έχουν περισσότε­ ρη έμπιστοσύνη ατούς άριθμούς πού οί ίδ ιοι δίνουν... "Ας δούμε όμως τώρα ποιά βιβλία πουλή­ θηκαν περισσότερο τό 1978. Καί πρώτα-πρώτα τά μυθιστορήματα. (Ό πίνακας περιλαμβάνει 15). Τό πρώτο λοιπόν μυθιστόρημα τού 1978 ήταν τό «Chesapeake» τού Τζαίημς Μίτσνερ· ένα ιστορικό άφήγημα γιά τόν κόλπο Chesape­ ake άπό τά τέλη τού 16ου αιώνα ως τίς μέρες μας. Τό βιβλίο αύτό έκδόθηκε στίς 24 ’Ιουλίου καί μέχρι τό τέλος τής χρονιάς πούλησε 851. 729 άντίτυπα, τά διπλάσια σχεδόν άπό τό προη­ γούμενο βιβλίο τού ίδιου συγγραφέα «Centen­ nial» (Εκατονταετηρίδα). Σημειώστε, δτι ό Μί­ τσνερ είχε πάρει τήν πρώτη θέση τών μπέστσέλλερ καί τό 1965 μέ τό μυθιστόρημά του «The source» (Ή πηγή). Δεύτερο στή σειρά ήρθε τό μυθιστόρημα τού Χέρμαν Γόουκ «War and Remembrance» (Πόλεμος καί ’Ανάμνηση), πού έκδόθηκε στίς 17 ’Οκτωβρίου καί πούλησε 363.401 άντίτυπα. Τό βιβλίο αύτό άποτελεί συνέχεια ένός προη­ γούμενου μυθιστορήματος τού ίδ ιου συγγρα­ φέα, τού «The winds of war» ("Ανεμοι πολέ­ μου), πού έπί δύο συνεχείς χρονιές, τό 1971 καί τό 1972, ήταν άνάμεσα στά δέκα πρώτα μπέστσέλλερ. Τό καινούριο μυθιστόρημα τού Μάριο Πούτζο (συγγραφέα τού πασίγνωστου «Νο­ νού») μέ τίτλο «Fools Die» κατέλαβε τήν τρίτη θέση- πούλησε 274.084 καί έκδόθηκε στίς 9 ’Οκτωβρίου. "Ας σημειωθεί έδώ, δτι ένας έκδότης άγόρασε τό μυθιστόρημα τού Πούτζο γιά 2.250.000 δολλάρια καί πλήρωσε άλλες 300.000 δολλάρια γιά τά δικαιώματα τού «Νονού». Στήν έπόμενη θέση βρίσκεται τό μυθιστόρη­ μα «Bloodlines», τρίτο βιβλίο τού Σίντνεϋ Σέλντον, στήν πέμπτη θέση τό πρώτο πεζογράφη­ μα τής Τζούντιθ Κράντς «Scruples» (μέ 210.000 άντίτυπα) καί στήν έκτη θέση τό μυθιστόρημα «Evergreen» τής έπίσης πρωτοεμφανιζόμενης Μπέλβα Πλαίην, μέ 182.738 άντίτυπα. Άκολου-


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ TH E NUM BER 1 BESTSELLER

SIDNEY SHELDON

θεΐ τό «Illusions: The adventures of a Reluctant Messiah» τού Ρίτσαρντ Μπάχ μέ 162.688, πού τόν προηγούμενο χρόνο είχε καταταγει τρίτο, καί τό «The second generation» τού Χάουαρντ Φάστ, δεύτερος τόμος τής γνωστής τριλογίας του γιά τήν Καλιφόρνια, μέ 145.800 άντίτυπα. Στή δέκατη θέση βρίσκεται μιά ιστορία κατα­ σκοπείας άπό τό Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τό «Eye of the Needle» τού Κέν Φόλλετ (122.000 άντίτυ­ πα), στήν ένδέκατη θέση πάλι μιά ιστορία κατα­ σκοπείας, τό «The human factor» τού Γκράχαμ Γκρήν (119.000 άντίτυπα), στή δωδέκατη θέση ένα άφήγημα 955 σελίδων άπό τήν περίοδο τής άγγλικής κατοχής τής ’Ινδίας, τό «The far pavil­ ions» (114.843 άντίτυπα), στή δέκατη τρίτη τό καινούριο μυθιστόρημα τής "Ελεν Μάκ Ίν ν ε ς «Prelude to terror» (114.433 άντίτυπα), στή δέ­ κατη τέταρτη ένα άπό τά πιό πολυσυζητημένα βιβλία τού τελευταίου χρόνου, τό «The world according to garp» τού Τζών Ίρβ ινγκ (105.000 άντίτυπα) καί στήν τελευταία θέση τό τελευ­

ταίο μέρος μιας τριλογίας τού Τζαίημς Τζόουνς άπό τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, «Whistle», πού έκδόθηκε μετά τό θάνατο τού συγγραφέα (102.413 άντίτυπα). ” Ας δούμε δμως καί τόν πίνακα τών 15 μπέστ-σέλλερ μελετών καί δοκιμίων. Πρώτο-πρώτο στόν πίνακα φιγουράρει τό βιβλίο τής γνωστής χρονογράφου ’Ίρμα Μπόμπεκ «If life is a bowl of cherries — What am I doing in the pits?» f'A v ή ζωή είναι ένα μπώλ μέ κεράσια, τί νά κάνω έγώ μέσα στό κουκούτσι;). Τό βιβλίο αύτό περιλαμβάνει χιουμοριστικά σκέτς οικογενειακών «τραυμάτων», έκδόθηκε στίς 24 ’Απριλίου καί μέχρι τό τέλος τού 1978 είχε πουλήσει περισσότερα άπό 700.000 άντί­ τυπα. ” Ας σημειωθεί, ότι ή προηγούμενη χιου­ μοριστική συλλογή τής Μπόμπεκ «The grass is always greener over the septic tank» (Τό χορτά­ ρι είναι πάντα πιό πράσινο πάνω άπό τό βόθρο) ήταν τό έκτο μπέστ-σέλλερ τού 1976 καί τό ένατο τού 1977. Στή δεύτερη καί τρίτη θέση βρίσκονται άντίστοιχα τά βιβλία «Gnomes» (Φαντάσματα) καί «The complete book of running»· τό πρώτο μέ 650.000 περίπου άντίτυπα καί τό δεύτερο μέ 543.449 άντίτυπα. Στήν τέταρτη θέση τό «Mommie dearest» τής Κριστίν Κρώφορντ· μία άποκαλυπτική καί συναρπαστική άφήγηση τής ζωής μέ τή μητέρα της, τή διάσημη ηθοποιό Τζόαν Κρώφορντ, πού μέχρι τό τέλος τής χρονιάς είχε πουλήσει κάπου 450.000 άντίτυπα. Στή συνέχεια τού πίνακα βρίσκουμε τό «Pulling your own strings» τού δρ. Γουέην Ντήαρ (317.105 άντίτυπα), τά άπομνημονεύμα­ τα τού πρώην προέδρου τών ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον (262.000 άντίτυπα), τό «Α distant mirror: The calamitous fourteenth century» τής Μπάρμπαρα Τάτσμαν (259.954 άντίτυπα), τό «Faeri­ es» (215.000 άντίτυπα) καί τό «In search of history: a personal adventure» τού Θ. Χουάιτ. Τή δέκατη θέση κατέλαβε ένα εικονογραφη­ μένο άλμπουμ, τό «The muppet show book». Τό βιβλίο αύτό περιέχει έπεισόδια τής δημοφιλέ­ στατης τηλεοπτικής σειράς, πού προβάλλεται τώρα καί στήν Ελλάδα, καί πούλησε 200.000 άντίτυπα. Μετά τό άλμπουμ τού «Μάπετ Σώου» άκολουθεϊ μιά Ιδιαίτερα ένδιαφέρουσα άποψη γιά τό σκάνδαλο τού Γουωτεργκαίητ άπό τόν X. Χάλντμαν. Ό τίτλος τού βιβλίου του είναι «The final days» καί πούλησε μέχρι τό τέλος τής χρονιάς 190.000 άντίτυπα. Οί Άμερικάνοι βιά­ ζονται νά ξεχάσουν... Στήν έπόμενη θέση, μία μελέτη-όρόσημο γιά τίς σχέσεις μητέρας καί κόρης, δπως διαγρά­ φονται μέσα άπό έκατό συνεντεύξεις. Τό ένδιαφέρον αύτό βιβλίο τιτλοφορείται «My mother,

23


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ καί Κινέζοι συζήτησαν τίς δυνατότητες πού my self: a daughter’s search for identity», τό ύπάρχουν γιά μιά συνεργασία τών δύο χωρών έπιμελήθηκε ή Νάνου Φραϊντέη καί έχει πουλή­ στόν έκδοτικό τομέα· συγκεκριμένα στίς ιατρι­ σει 188.833 άντίτυπα. κές καί έκπαιδευτικές έκδόσεις, στό marketing Στή δέκατη τρίτη θέση βρίσκεται ή βιογρα­ τών βιβλίων, στήν καλύτερη διανομή τους καί φία του στρατηγού Μάκ ’Άρθουρ άπό τόν στή διευκόλυνση τού έργου τών βιβλιοθηκών. Ούΐλλιαμ Μάντσεστερ. Τό βιβλίο, πού έχει • τίτλο «American Caesar: Douglas MacArthur (1880-1964)», αγοράστηκε πάρα πολύ κατά τή ΚΑΙΡΟ, ’Απρίλιος. ’Ιδιαίτερη έπιτυχία σημείωσε διάρκεια τών Χριστουγέννων καί, συνολικά, φέτος ή 11η Διεθνής ’Έκθεση Βιβλίου τού πούλησε 182.000 άντίτυπα. 'Η προηγούμενη Καΐρου. Πήραν μέρος πολλές χώρες άπό όλες εργασία τού Μάντσεστερ, «Death of a presi­ τίς ήπείρους μέ δεκάδες χιλιάδες βιβλία. dent» (Θάνατος ένός προέδρου), πού έχει κυ­ Μέ άφορμή τό Διεθνές ’Έτος Παιδιού, ύπήρχε κλοφορήσει καί στά έλληνικά, ύπήρξε τό πρώτο μπέστ-σέλλερ, στήν κατηγορία τών μελετών, τό 1967. Στήν προτελευταία θέση τού πίνακα, μέ 170.000 άντίτυπα, βρίσκεται τό βιβλίο τού πρώ­ ην ύπουργού Οικονομικών Ούΐλλιαμ Σίμον «Α time for truth», στό όποιο ό συγγραφέας ύποστηρίζει τήν ένοχή τού Κογκρέσου γιά όλες τις οικονομικές κρίσεις τών ΗΠΑ. Τέλος, στή δέκατη πέμπτη θέση βρίσκεται τό λαϊκό βιβλίο «Jackie oh!» τής Κίττυ Κήλεϋ (158.000 άντίτυπα), πράγμα πού, γιά μιά άκόμη Άφίσα γιά τή Διεθνή ’Έκθεση Βιβλίου του Καΐρου φορά, άποδεικνύει δτι ό πολύς κόσμος ένδιαφέρεται νά μαθαίνει πολλά γιά τίς πρώτες κυρίες τού Λευκού Ο’ίκου, έστω καί τίς πρώην. ένα ειδικό περίπτερο μέ βιβλία γιά παιδιά καί νέους. Μάλιστα σέ μία πτέρυγα αύτοϋ τού ΒΑΣΟΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ περίπτερου προβάλλονταν κάθε μέρα ταινίες γιά παιδιά, ένώ σέ μία άλλη, κατάλληλα διαρρυ­ θμισμένη, οί μικροί έπισκέπτες τής έκθεσης μπορούσαν νά άγοράσουν διάφορα παιχνίδια. Σέ άλλη πάλι αίθουσα, ύπήρχαν έκατοντάδες παιδικά σχέδια καί πίνακες, πού έφτιαξαν τά ΠΕΚΙΝΟ, ’Απρίλιος. "Υστερα άπό πρόσκληση αίγυπτιόπουλα γιά τό διαγωνισμό τού ύπουρτής ’Εθνικής Εταιρίας ’ Εκδοτικών Είσαγωγών, γείου Παιδείας μέ θέμα «Παιδιά καί Φαντασία: 19 ’Αμερικανοί, διοικητικά στελέχη ισάριθμων Ό Πινάκιο στήν Αίγυπτο». έκδοτικών οϊκων, έπισκέφθηκαν τήν Κίνα άπό Οί ΗΠΑ άντιπροσωπεύτηκαν μέ 2000 τίτλους, ή τίς 14 ώς τίς 28 ’Απριλίου. Στήν όμάδα αύτή 'Ομοσπονδιακή Γερμανία μέ 1350 βιβλία 118 άντιπροσωπεύτηκαν οί μεγαλύτεροι καί γνω­ έκδοτών, ή Γαλλία μέ 65 έκδότες, ή ’Αγγλία μέ στότεροι έκδοτες, δπως οί Bantam Books, 52 έκδότες κ.ο.κ. Συνολικά, πήραν μέρος 100 Macmillan, Random House, Bowker, Springer, αίγύπτιοι καί 300 ξένοι έκδότες άπό 28 χώρες. Me Graw-Hill Book Company κ.ά. • Σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα τής έπίσκεψης, ΠΑΡΙΣΙ, ’Απρίλιος. Σύμφωνα μέ έπίσημες στατι­ όπως διαμορφώθηκε ύστερα άπό πολύμηνες στικές, πού δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, ό κύ­ διαπραγματεύσεις άνάμεσα στήν "Ενωση ’Αμε­ κλος εργασιών τών γάλλων έκδοτών, μεταφρα­ ρικανών ’Εκδοτών καί στήν κινέζικη ’Εθνική σμένος σέ φράγκα, είχε μία άλματώδη έξέλιξη 'Εταιρία Έκδοτικών Εισαγωγών, οί προσκεκλη­ τά τελευταία χρόνια. μένοι έπισκέφτηκαν τή Σαγκάη, τό Κβάι-λίν, τό ’Έτσι, ένώ τό 1960 οί γάλλοι έκδότες δαπάνη­ Χάνγκ-τσού, τό Κβάνγκ-τσού καί, φυσικά, τό σαν γιά τή βιβλιοπαραγωγή 660 έκατομμύρια Πεκίνο. Στίς πόλεις αύτές συνάντησαν ύπεύθυφράγκα, δεκατέσσερα χρόνια άργότερα, τό νους τών έκδοτικών οϊκων τής περιοχής καί 1974, δαπάνησαν 3 δισεκατομμύρια φράγκα συζήτησαν μαζί τους τήν κατάσταση τού σύγ­ (αύξηση 455%)! χρονου κινεζικού βιβλίου. Έπισκέφθηκαν, έπίΕνδιαφ έρον όμως παρουσιάζει ή κατανομή σης, τά τοπικά πολιτιστικά ιδρύματα (πανεπι­ αύτών τών ποσών, τό 1960 καί τό 1974, άνάμε­ στήμια, βιβλιοθήκες κλπ.), καθώς καί τυπογρα­ σα στά διάφορα είδη βιβλίων. Βλέπουμε δηλα­ φικές εγκαταστάσεις. δή, ότι ένώ γιά βιβλία λογοτεχνίας, τό 1974, Είδικά στή Σαγκάη καί στό Πεκίνο, ’Αμερικανοί

Τό βιβλίο στον κόσμο

24


ΤΟ ΞΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ δαπανήθηκε τό 26% τών 3 δισεκατομμυρίω ν φράγκων, τό 1960 είχε δαπανηθεϊ τό 29% του τότε συνολικού κύκλου έργασιών. ’Αντίθετα, τό 1974, μόνο τό 8,5% δαπανήθηκε γιά βιβλία νέων, ένώ τό 1960 είχε δαπανηθεϊ τό 14%. Προχωρώντας στίς διάφορες κατηγορίες βιβλί­ ων, παρατηρούμε τίς έξης διαφοροποιήσεις: Γιά βιβλία πληροφοριακά, ένημερωτικά κλπ.: 22% τό 1960 καί 13,3% τό 1974· έπιστημονικά καί τεχνικά: 6,8% τό 1960 καί 8,5% τό 1974έγκυκλοπαίδειες: 12,5% καί 20,6%· ιατρικά συγ­ γράμματα: 2,6% καί 2,5%· νομικά καί οικονομι­ κά βιβλία: 2,3% καί 2,3%· θρησκευτικά: 5,8% καί 2%· καλλιτεχνικές έκδόσεις: 6,3% καί 6,7%. • ΠΡΑΓΑ, ’Απρίλιος. Οί έκδόσεις Odeon τής Πρά­ γας, ό πιό άρτιος τσέχικος εκδοτικός όργανισμός, μέ ξεχωριστό ένδιαφέρον γιά τήν ξένη λογοτεχνία, κυκλοφόρησαν αύτές τίς μέρες μιά ποιητική άνθολογία τού πολύ γνωστού Ιτα­ λού ποιητή Τζοβάννι Τζούτιτσι, σέ μετάφραση τού Vladimir Mikes καί έπιμέλεια τής Marie Zabranova. Τό βιβλίο τιτλοφορήθηκε «Αύτοβιολογίες». Τό ένδιαφέρον τών έκδόσεων Odeon γιά τήν ιταλική ποίηση ύπήρξε διαρκές τά τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Πρίν άπ’ αύτή τήν πρωτο­ βουλία, ή ίδια έκδοτική έταιρία δημοσίευσε μεταφρασμένα έργα τών Ούνγκαρέττι, Σάμπα, Παβέζε καί Παζολίνι.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ

ΔΗΜΗΤΡΗ X. ΓΑΛΑΝΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ ΚΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΑ) Μιά συλλογή μέ ποιήματα διαμαρτυρίας κατά τής τυραννίας

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι Ω Λ Κ Ο Σ ΤΗΑ. 3618684

25


ΤΑ ΠΑΛΙΑ

Τό π ε ρ ιο δ ικ ό « Ή γ ησ ώ » (1907-1908) ΜΙΑ ενδιαφέρουσα καί άποκαλυπτική προσέγ­ γιση τής ιστορίας τής λογοτεχνίας μας θά ήταν έκείνη πού θά προσπαθούσε νά Ιχνηλατήσει τά κινήματα καί τήν άνέλιξη τού έντεχνου λόγου μέσα άπό τά περιοδικά κάθε έποχής. Αυτή ή σημασία τού περιοδικού τύπου νομίζω ότι δέν έχει προσεχτεί όσο θά έπρεπε. Είναι τόσες οί σχηματοποιήσεις πού έχουν έπικρατήσει ώστε, πολλές φορές, συνδέεται μιά όλόκληρη περίο­ δος τής λογοτεχνίας μας άποκλειστικά μ’ ένα ή δυό περιοδικά. ’Αγνοείται δηλαδή ή πολυφωνία τού συνόλου, μέ άποτέλεσμα νά είναι παρα­ μορφωτική ή τελική είκόνα, άλλά καί νά μήν τονίζεται μέ έπάρκεια, νά μήν προβαίνει αύτοδύναμος ό ρόλος τών περιοδικών - πρωταγωνι­ στών. Είναι άναμφισβήτητο δτι κάποιες καίριες τάσεις στήν ιστορία τών νεοελληνικών γραμμά­ των καί κάποιες εύρύτερες όμάδες κοινού προσανατολισμού, έκφράστηκαν μέ άντίστοιχα περιοδικά. Περιορίζομαι, πρόχειρα καί δειγμα­ τοληπτικά, στόν αιώνα μας: ό δημοτικισμός μέ τό «Νουμά», ή άλεξανδρινή λογοτεχνία μέ τά «Γράμματα» καί τή «Νέα Ζωή», ή πρώιμη άριστερά διανόηση μέ τούς «Πρωτοπόρους» καί τούς «Νέους Πρωτοπόρους», ή γενιά τού ’30 μέ «Τά Νέα Γράμματα», ή μεταπολεμική άριστερά μέ τήν «’Επιθεώρηση Τέχνης». Τό πρόβλημα τής μελέτης τών περιοδικών συντηρείται καί όξύνεται άπό τίς όμολογημένες έλλείψεις έργασιών φιλολογικής ύποδομής. "Οσο άπομακρυνόμαστε χρονικά άπό τίς συγκεκριμένες έποχές, μειώνονται οί πιθανό­ τητες νά κατατεθούν προσωπικές μαρτυρίες άπό τούς άνθρώπους πού συνεργάστηκαν μέ τά παλιά περιοδικά. ’Από τήν άλλη μεριά, οί πλήρεις σειρές τών περιοδικών σπανίζουν μέ τό πέρασμα τού χρόνου καί οί μελετητές είναι ύποχρεωμένοι νά περιορίζονται στούς άποδεκατισμένους τόμους πού διαθέτουν, συνήθως, οί βιβλιοθήκες μας. ’Ιδιαίτερα προβλήματα παρουσιάζουν τά βραχύβια περιοδικά. ’Ενώ γνωρίζουμε πότε άκριβώς άρχισαν νά κυκλοφορούν, παραμένει άδηλος ό χρόνος τής διακοπής τής κυκλοφορί­ ας τους, τίς πιό πολλές φορές. Ή έκδοση σταματά ξαφνικά καί άπροειδοποίητα, γιά λό­ γους οικονομικούς πού συνυφαίνονται μέ τήν έλλειψη άνταπόκρισης τού κοινού. Ά π ό δώ,

26

ξεκινούν άλλα, άναπάντητα έρωτήματα: Ποιό ήταν τό κοινό αύτών τών περιοδικών; Σέ τί άριθμό άντιτύπων κυκλοφορούσαν; Μέχρι ποιό σημείο μπορούμε νά μιλήσουμε γιά έπηρεασμό στή διαμόρφωση τής λογοτεχνικής ιστορίας μας; (Μιά αύτοψία σέ 20 τίτλους περιοδικών λογοτεχνίας καί γενικής παιδείας πού κυκλο­ φορούν σήμερα στήν Ελλάδα, άπέδειξε δτι μόνο 3 περιοδικά δηλώνουν μέ παρρησία τών άριθμό άντιτύπων τους). Ξεχωριστή θέση, άνάμεσα στά βραχύβια λο­ γοτεχνικά περιοδικά, κατέχει άναμφισβήτητα ή «Ήγησώ», μέ έντελώς ιδιόμορφα στοιχεία ταυ­ τότητας, άνεπανάληπτα μέχρι σήμερα. • Ή «Ήγησώ» κυκλοφόρησε τό πρώτο της τεύχος τό Μάη τού 1907. Τά ιδρυτικά μέλη ήταν: Κ. Βάρναλης, Μήτσης Καλαμάς, Ν. Καρβούνης, Λ. Κουμαριανός, Ναπ. Λαπαθιώτης, Λέανδρος Παλαμάς, Γ.Ν. Πολίτης, Φώτος Πολί­ της, Ρ. Φιλύρας καί Ν. Χαντζάρας. Μηνιαία έκδοση μέ 16 σελίδες σέ κάθε τεύχος, τυπωνό­ ταν στό τυπογραφείο τής «Εστίας» (Κ. Μάισνερ & Ν. Καργαδούρη). Βγήκαν συνολικά 10 τεύχη, μέχρι τό Φλεβάρη τού 1908. Τό μοναδικό πεζό κείμενο πού ύπάρχει στίς 160 σελίδες τής «Ήγησώς» είναι οί άκόλουθες δηλώσεις, άνυπόγραφες άλλά κοινής άποδοχής τών ιδρυτικών μελών, πού δημοσιεύτηκαν στό πρώτο τεύχος: «Λίγοι νέοι, ένωμένοι άπό κοινά κάπως ιδανι­ κά, είδανε πώς δέν είναι άσκοπο άπό καιρό σέ καιρό ν’ άνταμώνουν τά τραγούδια τους σ’ ένα φύλλο χωριστό. Τό άντάμωμα τούτο γίνεται, χωρίς νά τούς κρατεί μακριά άπό τά σεβαστά κέντρα πού ύπηρετούνε στόν τόπο μας καί δυναμώνουν τήν ποιητική ’ Ιδέα, καί πού τούς κάνουν τιμή νά δέχουνται καί νά δημοσιεύουν τά έργα τους. Δέν έχει κανέν’ άλλο σκοπό παρά τόν πόθο πού τούς γεννήθηκε νά συντελέσουν, δπως μπορούνε, σέ κάποιο όργάνωμα — νά πει κανείς — συναυλιών ξεχωρισμένων ποιη­ τικών, πού θά στέκονταν ικανό μέ τόν καιρό νά κινήσει πιό πολύ τήν προσοχή καί νά γεννήσει πιό ζωηρή τή συμπάθεια δλων έκείνων πού καταλαβαίνουν καί άγαποϋν ξεχωριστά τήν Ποίηση. Τέτοιο μέ λίγα λόγια τό πρόγραμμα τής Ήγησώς καί τέτοια ή φιλοδοξία τών ιδρυτών


ΤΑ ΠΑΛΙΑ

ΗΓΗΣΩ

ΑΘΗΝΑ ΑΛΩΝΑΡΗΣ 1907 Εξώφυλλο ένός τεύχους τού περιοδικού «Ήγησώ»

της». Ή Ολη τού περιοδικού στάθηκε άποκλειστικά ποιητική. Ούτε σχόλια, ούτε βιβλιοκριτικές, ούτε κάν δυό λόγια γιά τούς συνεργάτες. ’Από τήν άρχή μέχρι τό τέλος ποιήματα καί μόνο ποιήματα. Χοντρικά θά μπορούσε νά πει κανείς ότι μέ τήν «Ήγησώ» έκφράζεται μιά μερίδα τής πρώτης μεταπαλαμικής γενιάς καί πρωτοεμφανίζονται όνόματα πού θά διακριθοϋν δχι μόνο στήν ποίηση, άλλά καί σέ άλλους τομείς τής πνευματικής μας ζωής (Καρβούνης, Φώτος Πο­ λίτης, Μ. Καλαμάς = Δ. Εύαγγελίδης, καθηγη­ τής τής 'Ιστορίας τής Τέχνης μετά τόν πόλεμο). Τό γεγονός δτι δλοι τους βρίσκονται κάτω άπό τή «βαριά σκιά τού Παλαμά», όπως εύστοχα χαρακτήρισε άρκετές δεκαετίες τής λογοτε­ χνίας μας ό Κ.Θ. Δημαράς, φαίνεται κι άπό τίς προγραμματικές δηλώσεις τους (τά ποιήματα τους τά λένε «τραγούδια», όρος προσφιλής στόν Παλαμά), άλλά κι άπό τήν έκλογή τού τίτλου τού περιοδικού. ’Ήδη στά 1892, ό πρωτοκάθεδρος Παλαμάς έχει άφιερώσει ένα μα­ κροσκελές ποίημα στό άνάγλυφο τής Ήγησώς, στήν ένότητα «Οί Τάφοι τού Κεραμεικοϋ» τής συλλογής «Τά μάτια τής ψυχής μου». (’’Αφοβα παραπέμπω έδώ, στά δσα έχει γράψει ό Π.

Μουλλάς γιά τή λογοτεχνία μας στήν περίοδο 1880-1914, στόν ΙΔ' τόμο τής Ισ τορίας τού Ελληνικού ’Έθνους, σελ. 413-426). ’Έ τσι τά ποιήματα πού δημοσιεύονται στήν «Ήγησώ» δέν έχουν ιδιαίτερες άποκλίσεις άπό τό παλαμικό κλίμα. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σέ άδιαμόρφωτες άκόμη λυρικές προσωπικότητες πού δέν έχουν τή δύναμη νά προωθήσουν άποφασιστικά τόν ποιητικό λόγο. Μήν ξεχνάμε άτι τά ιδρυτικά μέλη είναι πολύ νέοι άνθρωποι: Ό Λαπαθιώτης 24 χρόνων, ό Φιλύρας μόλις 19, ό Βάρναλης καί ό Χαντζάρας 23, ό Καλαμάς 21, ό Φώτος Πολίτης καί ό Λέανδρος Παλαμάς είναι άκόμη έφηβοι 17 χρόνων. Μόνο ό Καρ­ βούνης είναι 27 χρόνων. Στήν ίδ ια περίπου ήλικία βρίσκονται καί οί λοιποί συνεργάτες τού περιοδικού. Ό Γκόλφης 21 χρόνων, ό Αύγέρης 23 (στήν «Ήγησώ» δημοσιεύει τό πολύ γνωστό πιά τραγούδι τής τάβλας καί άλλα ποιήματά του, πού δέν έχουν περιληφθει στή βιαστική, μεταθανάτια έκδοση τών Απάντων του), ή Αίμ. Κουρτέλη, κατόπιν Δάφνη, 26 χρόνων, ό Γρυπάρης 27, ό Πορφύρας 28, ή Γαλ. Καζαντζάκη 26 (μέ τό ψευδώνυμο Lalo de Castro). ’Ανάμεσα ατούς λοιπούς συνεργάτες θά πρέπει νά μνη­ μονεύσουμε τόν Κωστή Παλαμά (1 ποίημα στό τεύχος 3), τό Χρηστομάνο, τό Ζ. Παπαντωνίου, τό Νιρβάνα, τόν Ά ρ. Καμπάνη, τό Βλαχογιάννη. Ή «Ήγησώ» στάθηκε ένα τολμηρό γιά τήν εποχή της βήμα, άπ’ όπου άρθρωσαν τόν ποιη­ τικό τους λόγο μερικοί νέοι τής πρώτης δεκαε­ τίας τού αιώνα καί τούς συμπαραστάθηκαν μέ τό κύρος τους οί κάπως μεγαλύτεροι. Κανένα άλλο περιοδικό δέν άποτόλμησε μέχρι σήμερα νά άγνοήσει τήν έπικαιρότητα, τά σχόλια, τίς κρίσεις καί νά φιλοδοξήσει μιά, σύντομη έστω, ζωή μέ ποιητικές άποκλειστικά συνεργασίες. Ά κό μη καί ό τίτλος του παραμένει άχρησιμοποίητος καί άνεπανάληπτος, άπ’ δσο ξέρω, ένώ φαίνεται νά άσφυκτιοΰν οί όνομασίες τών περι­ οδικών, άνάμεσα στά έπίθετα «νέος» καί «και­ νούριος», σ’ δλα τά γένη καί τούς άριθμούς. Μόνο κατά τά τελευταία χρόνια παρατηρείται μιά προτίμηση σέ δυναμικούς, μονολεκτικούς καί έντυπωσιακούς τίτλους. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

27


Χρίστος Ζαφείρης

«'Αρμολόι»: ενα ζωντανό και μαχητικό περιοδικό Α φ ο ρ μ ή γιά πλατύτερη παρουσίαση τού περιοδικ ού «'Α ρμολόι» μοΰ έδω σε ενα σημείωμα τού « Δ ια βάζω » (τ. 14), πού στά «Π ρολεγόμενά» του επ αινεί τό περιοδικ ό γιά τά αξιό λο γα θέμ α τά του καί τήν άρτια τυπογραφική εμφάνιση. Κ αταπιάνομαι μ’ αυτό, γιατί νομ ίζω πώ ς τό «'Α ρμολόι» δεν είναι απλώ ς ενα επαρχιακ ό περιοδικό, αλλά μιά δυναμική πα ρουσία , μέσ’ ά π ό τό π ρίσμα π ού βλέπει τά πράγματα, σ’ ένα χώρο π λούσ ιο σε ιστορικές καί πολιτιστικές μνήμες, αλλά εγκαταλειμμένο ά π ό τό ανθ ρ ώ π ινο δυναμ ικ ό καί τήν πολιτεία.

Στοιχεία ταυτότητας Τό «'Αρμολόι» είναι τρίμηνη έκδοση μέ θέματα άπό τήν Πυρσόγιαννη τής Κόνιτσας καί τά γύρω Μαστοροχώρια, συντάσσεται συλλογικά άπό επιτροπή νέων, εργαζόμενων καί έπιστημόνων άπό τήν Πυρσόγιαννη, πού μένουν στά Γιάννενα, τή Λάρισα, τήν ’Αθή­ να καί τή Θεσσαλονίκη, καί έκδίδεται άπό τούς ίδιους μέ τή θερμή συμπαράσταση τής Προοδευτικής Ένωσης Πυρσόγιαννης. Έ ­ δρα τοϋ περιοδικού είναι ή Λάρισα (Βασ. Κων/νου 42), τό υλικό συγκεντρώνεται στή Λάρισα καί τυπώνεται στή Θεσσαλονίκη. Μέχρι σήμερα (1976-78) βγήκαν 6 τεύχη. Στή συντακτική επιτροπή συμμετέχουν, στήν κυριολεξία, διηγώντας ή γράφοντας, οικο­ δόμοι κι άλλοι εργαζόμενοι κάτοικοι των Μαστοροχωριών, πού είναι κι ή ψυχή τού περιοδικού. Δημοσιεύει λίγες έπώνυμες συν­ εργασίες. Τά περισσότερα θέματα γύρω άπό τή ζωή καί τήν τέχνη των μαστόρων συγκεν­ τρώνονται συλλογικά καί επεξεργάζονται άπό τή συντακτική επιτροπή. Τό περιοδικό δέν καταχωρεί διαφημίσεις καί ζεΐ μόνο άπό τίς συνδρομές των άναγνωστών καί τίς προσφορές των συμπατριωτών, πού τό ενι­ σχύουν συγκινητικά. 28

Ό τίτλος τού περιοδικού «'Αρμολόι» βγή­ κε άπό τό χώρο τής τεχνικής τών μαστόρων. 'Αρμολόι είναι τό άρμολόγημα, τό δαντελω­ τό κέντημα πού κάνουν οι μάστοροι, δταν τελειώνουν τήν τοιχοποιία μιας οικοδομής, τό γέμισμα τών άρμών πού άφήνουν οί πέτρες. Τό άρμολόι δείχνει δλο τό μεράκι καί τήν τέχνη τού ήπειρώτη μάστορα.

Τό κοινω νικό πλαίσιο Τά Μαστοροχώρια, μέ κεφαλοχώρι τήν Πυρσόγιαννη, πιάνουν τό βόρειο τμήμα τής επαρχίας Κόνιτσας. Είναι χτισμένα τά περισσότερα στίς άνατολικές πλαγιές τού Γράμμου, γι’ αυτό τά λένε καί Γραμμοχώρια. Είναι 22 χωριά μέ άξιόλογη λαϊκή άρχιτεκτονική, δπως ή Πυρσόγιαννη, ή Βούρμπιανη, ή Φούρκα, ή Μάλιστα, τό Γαναδιό, ή Δροσοπηγή, τό ’Ασημοχώρι, ή 'Αγία Παρα­ σκευή, οΐ Χιονάδες κ.ά. Κύριο χαρακτηρι­ στικό τής περιοχής είναι ή όρεινή της δια­ μόρφωση, ή δραματική μείωση τού πληθυ­ σμού κι ή άπουσία πρωτογενούς παραγωγής. Ό πληθυσμός στή δεκαετία 1960-70 ελαττώ­ θηκε κατά 28% περίπου. Στήν πυραμίδα τών ήλικιών τού πληθυσμού ύπάρχει διαστολή


πρός τίς μεγάλες ήλικίες, έλαχιστοποίηση στίς προεφηβικές καί συστολή στίς ήλικίες tot) ενεργοί) πληθυσμού. Ή φοβερή έρήμωση τής περιοχής φαίνε­ ται καθαρότερα με τή σύγκριση των πληθυσμιακών άπογραφών ανάμεσα στά 1931 καί. 1971: Πυρσόγιαννη 1931: 1838 κάτοικοι, 1971: 290 κάτ. Άετομηλίτσα 1931: 1400 κάτ., 1971: κ α ν έ ν α ς ! Βούρμπιανη 1931: 2101 κάτ., 1971: 194 κάτ., Μάλιστα 1931: 1029 κάτ., 1971: 73 κάτ., Χιονάδες 1931: 560 κάτ., 1971: 14 κάτ., σήμερα: κ α ν έ ν α ς μόνιμα. «Σέ μιά δεκαετία,γράφει κάτοικος τής Πυρσόγιαννης, έγιναν στό χωριό 8 γό ­ μοι, 3 γεννήσεις καί σημειώθηκαν 48 θ ά­ νατοι». ’Ακόμη, δέκα σχολεία καταργήθηκαν τά τελευταία χρόνια άπό έλλειψη μαθητών κι άλλα κατάντησαν ερημητήρια δασκάλων μέ μετρημένους στά δάχτυλα τού ένός χεριού μαθητές. Έ τσι τό 1977 τό Δημοτικό Σχολείο τής Πυρσόγιαννης είχε 12 μαθητές, ενώ τό 1956 είχε 66 (τό 1936: 250 μαθητές), ή Βούρμπιανη είχε 4 (1956: 88), ή Καστανιά 6 (1956: 27) μαθητές κλπ. Ά ν ή κατάσταση αυτή θά συνεχιστεί μέ τόν ίδιο ρυθμό, τονί­ ζεται σέ μελέτη ανάπτυξης τής περιοχής, ό τόπος σέ πολύ σύντομο χρόνο θά ερημωθεί. Οί κάτοικοι πού έγκατάλειψαν τά Μαστο­ ροχώρια τού Γράμμου άναζητώντας καλύτε­ ρη τύχη κατέβηκαν στά μεγάλα αστικά κέν­ τρα, τήν ’Αθήνα, τή Θεσσαλονίκη, τά Γιάν­ νενα ή πήγαν σέ υπερπόντιες χώρες, στήν Αύστραλία, τίς Ενωμένες Πολιτείες, τόν Καναδά. ’Αξιόλογες παροικίες υπάρχουν άκόμη στό ’Αγρίνιο, στήν Ηγουμενίτσα,

στήν Καρδίτσα, στή Λάρισα καί σ’ άλλες πόλεις τής χώρας. ’Οργανωμένοι σέ συλλό­ γους, ανεβαίνουν κάθε χρόνο στό πανηγύρι τού Δεκαπενταύγουστου νά περπατήσουν στό λιθανάγλυφο κόσμο τών πεθαμένων χω­ ριών, νά πνίξουν μέ κλαρίνα καί τραγούδια τά μεράκια τους, ζωντανό οδοιπορικό τής παλιάς μνήμης πού πληγώνει μέ τή σημερινή έρήμωση.

Οί στόχοι του Στόχος τού περιοδικού «'Αρμολόι» είναι ή διάσωση καί ή μελέτη τής λαϊκής ζωής καί τέχνης καί ή πολιτιστική δραστηριότητα στήν Πυρσόγιαννη καί τά γύρω χωριά. Ή περιοχή αυτή έχει αξιόλογα δείγματα τής παραδοσιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής, πού έγιναν άπό τά χέρια τών μαστόρων της. Ά π ό δώ κατάγονται οί πιό πολλοί ήπειρώτες μάστοροι πού έχτισαν σπίτια καί γεφύρια σ’ δλη τή χώρα. ’Οργανωμένοι σέ συντεχνίες, τά φημισμένα μ π λ ο ύ κ ι α , έχτισαν σπίτια, έκκλησιές καί γεφύρια, πέρ’ άπό τήν Ή πει­ ρο, στήν ’Αλβανία, τή Μακεδονία, τή Θεσ­ σαλία, τή Ρούμελη, φτάνοντας ώς τήν Περ­ σία. Αυτούς τούς λαϊκούς θησαυρούς τής λαϊκής ζωής καί τέχνης θέλει νά περισώσει τό «'Αρμολόι», κάνοντάς τους δμως ζωντανή ύποδομή γιά τή σημερινή τραγική πραγματι­ κότητα τής περιοχής. Πέρ’ άπό κεϊ άγωνίζεται, μελετώντας τίς τωρινές κοινωνικές καί οικονομικές συνθήκες, κινητοποιώντας τούς ντόπιους, τίς παροικίες τους καί τόν κρατικό μηχανισμό, νά προλάβει τήν ολοκλήρωση τής έρήμωσης, άξιοποιώντας τίς πολιτιστικές 29


καί παραγωγικές δυνατότητες τοΰ τόπου. Ά π ό τίς στήλες του έκανε έκκληση στους απανταχού Πυρσογιαννίτες καί με τίς προσ­ φορές τους, οικονομικές καί φωτογραφικού υλικού, έγινε τόν Αύγουστο τοΰ 1977 έκθεση 240 φωτογραφιών μέ θέματα άπό τίς κατα­ σκευές των μαστόρων τοΰ τόπου καί τόν καθημερινό τους βίο. Οί φωτογραφίες αυτές είναι ή βάση τοΰ λαογραφικού μουσείου, τοΰ Μουσείου Λαϊκής Ζωής καί Τέχνης, πού θά λειτουργήσει σύντομα. Τό μουσείο αύτό, μέ τό πλούσιο ύλικό πού συγκεντρώθηκε, δέν θά είναι ένας νεκρός εκθεσιακός χώρος, άλλά ζωντανός οργανισμός έρευνας γιά τη σπουδή τής ζωής καί τής τέχνης τών μαστό­ ρων τής περιοχής, μέ σημασία πλατύτερη άπ’ αυτήν πού καθορίζουν τά ιστορικά καί τοπι­ κά πλαίσια. Ά π 1αύτό τό ύλικό προέρχονται τά έπεξεργασμένα θέματα πού δημοσιεύον­ ται στό «'Αρμολόι». Γιά τόν έρχόμενο Α ύ­ γουστο προγραμματίζουν στήν Πυρσόγιαννη έκθεση φωτογραφίας γιά τά εργαλεία καί τά έργα τών μαστόρων τής πέτρας καθώς καί μιά πολυδιάστατη άναπαράσταση τοΰ εθί­ μου «μανδηλώματα», πού έκαναν οί μάστοροι δταν έφταναν στή στέγη τοΰ νιόχτιστου σπιτιού. 30

Τό περιοδικ ό άπ ό τή σκοπιά τών άναγνωστώ ν του Τά έξι πρώτα τεύχη τοΰ περιοδικού, «πού διακρίνονται γιά τήν άρτιότητα τής έκδοσής του καί τήν άψογη εμφάνιση, τή ζωντάνια καί τή μαχητικότητα τής γραφής», συγκίνη­ σαν καί κινητοποίησαν τούς άπανταχοΰ Γραμμοχωρίτες, άλλά καί τόν ελληνικό τύπο καί τούς άνθρώπους πού σχετίζονται μέ τή μελέτη τοΰ παραδοσιακοΰ πολιτισμού. Ά π ό τά θερμά γράμματά τους άποσποΰμε μόνο έκεΐνα τά κομμάτια πού συμβάλλουν στή γνώση τής προσωπικότητας, τών στόχων καί τής ιδιαιτερότητας τοΰ περιοδικού. «...’Ίσως δέν είχα δει άλλη φορά αύτό τό θαυμάσιο συνταίριασμα τής άγάπης στήν παράδοση καί τής προοδευτικότητας. Μιά τέτοια στάση είναι ή μόνη δημιουργική...» (Μ. Μερακλής, καθηγητής νεοελληνικής φι­ λολογίας καί λαογραφίας στά Γιάννενα). «... Συνήθως τά τοπικά περιοδικά — πού, ώστόσο, δπως καί νά είναι, είναι πάντοτε χρήσιμα — ρέπουν είτε πρός ένα λαογραφικό ρομαντισμό, μέσα στόν όποιο δλα τά παλιά έξωραΐζονται, είτε δίνουν άπλώς πλη-


ροφορίες γιά τή σύγχρονη ζωή, ένώ ή παλιά ζωή γίνεται πεζοτράγουδο. Στό δικό σας περιοδικό ή κοινωνιολογική άποψη βρίσκε­ ται σέ σωστή σχέση με τήν παραδοσιακή λαογραφική άντιμετώπιση, καί αύτό μέσα στό πλαίσιο μιας ρεαλιστικής καί ορθολογι­ κής εκτίμησης των πραγμάτων. Ά π ’ δσο μπορώ νά ξέρω, ή προσπάθειά σας ανοίγει έναν καινούριο δρόμο γιά τήν τοπική λαο­ γραφία καί τό περιοδικό σας θά μπορούσε νά γίνει πρότυπο γιά άλλες ανάλογες προσ­ πάθειες...» (”Αλκη Κυριακίδου-Νέστορος, καθηγήτρια λαογραφίας στό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. «...Πρώτη φορά τοπικό περιοδικό άξιοποίησε συλλογικά τό δυναμικό νέων ανθρώ­ πων καί ξέφυγε άπό τή φτηνή πατριδοκαπηλεία καί μικροτοπική σκοπιμότητα...» (Ν. Λογοθέτης, αρχιτέκτονας, ’Αθήνα). «...Αυτές οί εκδόσεις πού αφορούν σέ κάποιο, περασμένης σημασίας, χωριό, κατά κανόνα είναι άνιαρά έντυπα, μέ κείμενα γεμάτα υπερθετικά επιθέτων, γλυκερή νο­ σταλγία τού “παλιού καλού καιρού”, ανεύ­ θυνη λαολογία καί λιβανωτό γιά “διαπρέψαντας” συμπατριώτες. Τό περιοδι­ κό σας μ’ έκανε ν’ άλλάξω γνώμη. Χαίρομαι καί χειροκροτώ τή θετική του προσφορά καί τή ζωντάνια του. Δέν έφταιγε, λοιπόν, τό

είδος» (ΚίτσοςΜακρής, λαογράφος, Βόλος). «Τό χάρηκα καί τό θαύμασα. Ευχημο καί καθαρό, δέν ύπηρετεΐ απλώς μιά ιδέα ή ένα πάθος: ανοίγει δρόμους καί καθιερώνει εί­ δος στή δημοσιογραφία μας.» (Τάκης Λαμπρίας, Γενικός Γραμματέας EOT).

Θ εματογραφία Τά θέματα τού περιοδικού άναφέρονται σ’ δλες τίς εκδηλώσεις τού χώρου · πολιτιστι­ κές δραστηριότητες, περιγραφή καί ανάλυση τής λαϊκής ζωής καί λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τό μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται μέ κείμενα καί όπτικό υλικό γύρω άπό τούς μαστόρους, τήν τέχνη καί τή ζωή τους. Τά θέματα αύτά, πέρ’ άπό τό πρωτότυπο άδημοσίευτο φωτογραφικό υλικό καί τά σχέδια, πλουτίζονται μέ άφηγήσεις-μαρτυρίες τών ίδιων τών μαστόρων. Κοντά σ’ αύτά, μαχητι­ κά σχόλια καί ρεπορτάζ γιά τά σημερινά προβλήματα τής Πυρσόγιαννης καί τών γύ­ ρω χωριών κάνουν τό «Άρμολόι» ένα ζων­ τανό καί πρωτότυπο περιοδικό. ’Αναφέρουμε παρακάτω τά πιό χαρακτη­ ριστικά μεγάλα θέματα πού δημοσιεύτηκαν μέ συλλογική ευθύνη στά πρώτα έξι τεύχη τού περιοδικού: 1. «Θέατρο στήν Πυρσόγιαννη. Ά φη-

31


γοΰνται αυτοί που έπαιξαν. Θεατρικές παραστάσεις 1926-49», τ. 2. Ιστορική ανα­ σκόπηση από τό 1926 ώς τό 1949 μέ άφηγήσεις των πρωταγωνιστών γιά τό θέατρο στήν περιοχή. ’Ανάμεσα στ5 άλλα άνεβάστηκε τό 1933 ή «Στέλλα Βιολάντη» τοΰ Ξενόπουλου καί στήν Κατοχή «Τό πρωτοξεκίνημα των μαστόρων», χαμένο, τοΰ Πυρσογιαννίτη Κ. Χαρσούλη. 2. «Μπλοΰκια: μετακινήσεις καί κτίσματα», τ. 2. Πρώτη καταγραφή τών συντε­ χνιών τών μαστόρων καί τών χτισμάτων τους στόν ελληνικό χώρο.

Πώς κάθε γωνιά αύτοΰ τοΰ τόπου έχει τή φυσιογνωμία της (κι ό τόπος μας δλος μαζί τή δική του), πώς πρέπει κάθε ιδιαίτερη φυσιογνω­ μία νά καθαριστεί καί νά καθοριστεί καί νά εκφραστεί γιά νά δικαιολογήσουμε τήν ύπαρξή μας, αυτά φαίνεται νά είναι άλήθειες πού δλο καί πιό πολύ γίνονται δεκτές τά τελευταία χρόνια. Μέσα άπ’ αύτό τό κλίμα βγαίνει τό «Άρμολόι». Καί είναι μιά άπ’ τίς πολλές έκφράσεις του. Μέ μιά Ιδιαίτερη συνεισφορά δμως στά άκόλουθα δυό κρίσιμα έρωτήματα: • Ποιό δρόμο πρέπει νά άκολουθήσουμε, γιά νά πετύχουμε τή διατήρηση τής φυσιογνωμίας τοΰ τόπου μας; • Τί είναι διατήρηση της φυσιογνωμίας ένός τόπου καί τί δέν είναι; Ό δ ρό μ ο ς

Νά άγαπήσουμε τόν τόπο μας, νά τόν μελετή­ σουμε, νά μελετήσουμε τήν παράδοσή του, νά μελετήσουμε τούς εαυτούς μας καί τίς δυνατότητές μας, νά κ α τ α ν ο ή σ ο υ μ ε . Αύτός είναι ό δρόμος πού προτείνει τό «Αρμολόι». Χωρίς λόγια. Μέ τήν άθόρυβη πράξη του. Τ ό νό ημ ά της

Καί τό πιό σπουδαίο: μάς βάζει νά άναρωτιόμαστε. Είναι διατήρηση τής φυσιογνωμίας ένός τόπου τό νά άποκρούσουμε τό «ξενόφερτο» έπειδή δέν είναι δικό μάς; (Κι &ν είναι καλύτε­ ρο;) Ή τό νά άναστήσουμε μορφές τοΰ παρελ­ θόντος πού δεθήκαμε μαζί τους; (Κι άν είναι πιά πεθαμένες, άφοϋ έκπλήρωσαν τό ρόλο πού κάτω άπό όρισμένες συνθήκες είχαν νά έκπληρώΤό «'Αρμολόι» δίνει μιά σημαντική άφορμή γιά νά τοποθετηθεί δλη αυτή ή προσπάθεια σέ μιά πιό στέρεη βάση καί πάνω σ’ αυτή νά άναζητηθεί τό άληθινό νόημά της. Φέρνει στήν έπιφάνεια έναν τ ρ ό π ο ζω ή ς , πού άποκαλύπτει μιά σ τά σ η ζω ή ς , καί τόν άντιπαραθέτει στό δικό μας. Φέρνει στήν έπιφάνεια τή ζωή τών μαστόρων, τή ζωή μέ άλλα λόγια δταν οί άνθρωποι ήταν

32

3. «Ή εκπαίδευση στά Μαστοροχώρια άπό τήν Τουρκοκρατία ως τά σήμερα», τ 3. Ιστορική ανάλυση μέ φωτογραφίες, στατι­ στικούς καί συγκριτικούς πίνακες γιά τά σχολεία καί τούς μαθητές τής περιοχής. 4. «Κτητορικές επιγραφές, λιθανάγλυφα», τ. 3. Μέ πολλές φωτογραφίες, σχέδια καί ιστορικά στοιχεία γιά χτίσματα τής περι­ οχής καί γιά τούς λαϊκούς λιθογλύπτες. 5. «Κουδαρίτικα: συμβολή στή γλώσσα τών μαστόρων τοΰ τόπου», τ. 3. ’Αναλύεται πώς δημιουργήθηκε ή συνθηματική γλώσσα τών μαστόρων, πλουτισμένο μέ προσωπικές

δημιουργοί. Φέρνει στήν έπιφάνεια τό μεράκι καί τή δημιουργικότητα κόντρα στήν έπαγγελματική άδιαφορία καί ψυχρότητα καί τήν παθητικότητα τής σημερινής κοινωνίας· τήν προτε­ ραιότητα τής ποιότητας άπέναντι στό ποσοτικό άποτέλεσμα («δλη τους ή τέχνη ήταν μιά λέξη: άργά...») · τό βάθος άπέναντι στήν έπιπολαιότητα καί τό άγχος τής έποχής μας· τή φαντασία καί τήν πρωτοτυπία άπέναντι. στή ρουτίνα καί τήν τυποποίηση («'Απλοποιήθηκαν τά πράγμα­ τα, χάθηκε ή καλή τέχνη. Τά κεντήματα στήν πέτρα ήθελαν φαντασία καί πολύ μεράκι») · τή στερεότητα άπέναντι στή φτήνεια καί τήν προχειρότητα· τήν ύπαρξη κάποιας σχέσης μέ τά πράγματα, μέ τό άποτέλεσμα τής δουλειάς πού ήταν προσωπικό έργο, μέ τό περιβάλλον, φύση κι άνθρώπους άπέναντι στήν άποξένωση καί τήν άπομόνωση. Τόν τωρινό μας τρόπο ζωής βάζει σέ κρίση τό «'Αρμολόι» μ’ αυτή τήν άντιπαράθεση μέ τή ζωή τών μαστόρων. Καί δέν άντέχει στή δοκιμασία. Γιατί ή έλλειψη δημιουργικότητας, ή έλλειψη ιδιαιτερότητας, ή έλλειψη φυσιογνωμίας είνάι θάνατος. Κι άντέχει ό θάνατος στή σύγκριση μέ τή ζωή; Μήπως, λοιπόν, αύτή δλη ή προσπάθεια νά διατηρήσουμε άνθρωποι καί τόποι τή φυσιογνω­ μία μας δέν σημαίνει τίποτε άλλο άπ’ τό νά άπορρίψουμε τόν τωρινό τρόπο ζωής (καί σκέ­ ψης); Καί νά άναρωτηθοΰμε πώς θά μπορέσου­ με νά έλευθερώσουμε τή δημιουργικότητά μας, τό μεράκι καί τή φαντασία μας κι δλα δσα ή ζωή τών μαστόρων-δημιουργών μάς άποκαλύπτει. Γιά νά τούς έπιτρέψουμε νά μάς ζωοποιήσουν δλους, άνθρώπους, πολιτείες καί χωριά, καθένα σύμφωνα μέ τίς ιδιαίτερες συνθήκες καί τήν παράδοσή του. Τό «'Αρμολόι» είναι δμορφο πράγμα. Τά λίγα δμορφα πράγματα στόν τόπο μας είναι σπόρος. ”Αν βρούνε μιμητές, θά φυτρώσουν, θ’ άνθίσουν, μιά μέρα ό τόπος μας θά γίνει δμορφος. ΤΟ «ΔΙΑΒΑΖΩ»


μαρτυρίες καί κείμενα πολλών μαστόρων. 6. «Λαϊκοί όργανοπαΐχτες», τ. 4. Υ ποδει­ γματική άνάλυση καί περιγραφή γιά τους λαϊκούς όργανοπαΐχτες της περιοχής, τά μουσικά όργανα, τά γλέντια στήν Πυρσόγιαννη, καθώς καί συζήτηση μέ τούς ίδιους. ’Επίσης βιογραφικά σημειώματα 17 όργανοπαιχτών, πού κατατάχτηκαν ανάλογα μέ τό μουσικό δργανο πού έπαιζαν. 7. «Ταξίδι στήν Περσία, Νοέμβρης 1935», τ. 6. ’Αναμνήσεις μαστόρων άπό τό πολύμη­ νο ταξίδι στήν Περσία, δπου δούλεψαν σέ όδικές κατασκευές, μέ πολλές φωτογραφίες άπό τήν εκεί παραμονή τους. 8. «Πυρσογιαννίτικα τζάκια», τ. 6. Κείμε­ νο μέ πολλές φωτογραφίες (τέσσερις έγχρω­

μες) καί σχέδια γιά τά λιθόγλυπτα τζάκια. 9. «Οι πελεκάνοι τοΰ τόπου μας μιλούν γιά τή δουλειά τους», τ. 6. Μιλούν οί μαστόροι καί οί λιθογλύπτες γιά τήν τεχνική τους. «Σκοπεύουμε — μάς διαβεβαιώνουν οί συντάκτες του — νά μείνουμε άνοιχτοί σέ οτιδήποτε άξιοποιεΐ δημιουργικά τήν πολι­ τιστική μας φυσιογνωμία καί ανακουφίζει τήν αγωνιώδη επιβίωση τοΰ τόπου μας. Έ τσι ίσως μπορέσουμε νά δούμε ποιοι ακρι­ βώς είμαστε καί πού πάμε. Ή προσπάθειά μας αύτή είναι προσπάθεια αυτογνωσίας, καί έλπίζουμε νά γίνει θετικότερη δσο πλη­ σιάζουμε τή γλώσσα μας...» Μ’ αύτή τή γλώσσα πορεύεται τό «Άρμολόι».

Ηπείρου (1939)

33


iijra n J/w ij& u ffifi e cntier? fur nr hrd j,\v id le cc^s.itlm fon


Φίλιππος Δ. Δρακονταειδης

Γνωριμία μέ τόν Μισέλ ντε Μονταίνι Τό 1980 συμπληρώνονται τετρακόσια χρόνια από τήν πρώτη έκδοση των Δ οκιμίω ν τοϋ Μονταίνι (1533-1592) καί μέχρι σήμερα τό βασικό αυτό έργο παραμένει αμετάφραστο στό σύνολό του στη γλώσσα μας. Θά έπρεπε νά είχε μεταφραστεί, επειδή αποτελεί ένα άπό τά σπουδαιότερα μνημεία τής γαλλικής γλώσσας, σκέψης καί λογοτεχνίας; Ή έπειδή ό συγγραφέας του ανακάλυψε τόν δρο «δοκίμιο»; Ή επειδή επηρέασε τή δυτική σκέψη κι άποτέλεσε «Βίβλο» γιά πολλούς μεγάλους τής φιλοσοφίας; Ή επειδή μέσα σ’ εκείνη τή μεταβατική περίοδο άπό τό τέλος τής ’Αναγέννησης πρός τόν κλασικισμό, περίοδο θρησκευτικών πολέμων, άνακαλύψεων, κοινωνικών ανακατατάξεων, άλλαγών στίς αυτοκρατορίες τοΰ καιρού, ό Μ ονταίνι βάζει τά πράγματα στή θέση τους καί ξεκαθαρίζει μέ τή λογική, γιά τόν έαυτό του, τόσα πολλά πού φαίνονταν άξεδιάλυτα; Ή μήπως επειδή εκείνη ή εποχή μοιάζει μέ τή δική μας καί συνεπώς αύτό τό έργο μάς βοηθάει νά σκεφτοϋμε καί νά ξεδιαλύνουμε μέ τή σειρά μας; Ό λ ’ αύτά έχουν τή σημασία τους κι οί μελετητές τοΰ Μονταίνι, άπό τή Β. ’Αμερική μέχρι τήν ’Ιαπωνία κι άπό τή Σουηδία μέχρι τή Σενεγάλη, τά έχουν άναλύσει καί τούς έχουν δώσει άντικειμενικά τή βαρύτητα πού τούς ταιριάζει. Ή άπάντησή μας δέν σκο­ πεύει τόσο ψηλά: θά λέγαμε λοιπόν δτι πριν άπό αύτά, τό έργο τοΰ Μονταίνι θά έπρεπε νά είχε μεταφραστεί στή γλώσσα μας, γιατί στή σύλληψή του, στή δομή του, στή ροή του, είναι έργο έλληνικό, είναι μιά «σούμα» τής ελληνικής σκέψης, είτε αύτούσια μεταφερμέ­ νης άπό τά έλληνικά είτε έμμεσα άπό τά λατινικά, πού ήταν ή πρώτη γλώσσα τοΰ Μονταίνι. Στόν καιρό μας, πού δέν εύνοεΐ τήν ελληνικότητα, πού επιβάλλει ρηχές επι­ στροφές στίς ρίζες μας καί πού επιλέγει τή γνώση, τά Δ ο κ ίμ ια θά ήταν κατανόηση τής ελευθερίας. Ό Μονταίνι στοχάζεται έλληνικά, μέ τήν έννοια δτι δέν οίκοδομεϊ σύστημα, άλλά, σάν νά βρίσκεται σέ άρχαία άγορά, «διαλέγεται» καί «φιλοσοφεί». Σκοπός του δέν είναι νά βρει τή λύση ή κάποια άμετακίνητη λύση. Σκοπός του είναι νά μαντρώσει τό πρόβλημα καί νά τό εξετάσει θετικά κι άρνητικά, νά τό άναπτύξει, νά τό έκλογικεύσει, νά τοΰ δώσει τίς πραγματικές του διαστάσεις. ’Α πό αύτή

τήν άντιμετώπιση βγαίνουν άπόψεις, μιά «θέαση» τής ζωής, μιά «σύλληψη» τοΰ κό­ σμου, μιά πειθαρχία τοΰ έγώ. Νά ύποθέσουμε δτι τά Δ ο κ ίμ ια έμειναν άμετάφραστα, επειδή τό κείμενο παρουσιά­ ζεται τόσο δύσκολο, δσο δύσκολο θά ήταν κάποιο άρχαΐο έλληνικό έργο, πού ποτέ άλλοτε δέν πέρασε στή νεοελληνική μας γλώσσα; Είναι άλήθεια πώς αύτό τό έμπόδιο είναι τεράστιο. Ή γαλλική γλώσσα τοΰ 16ου αιώνα είναι άκόμα ούσιαστικά άσχημάτιστη. Κι ό Μονταίνι, λατινοτραφής, χρησιμοποιεί λατινικές δομές, δίνει λατινικές έννοιες στίς λέξεις πού άπό τά λατινικά έχουν περάσει στά γαλλικά καί στό μεταξύ έχουν άποκτήσει διαφορετική σημασία, δέν διστάζει νά φτιά­ ξει δικές του λέξεις ή νά χρησιμοποιήσει τή «χυδαία» γλώσσα καί τοπικά ιδιώματα, εκεί δπου τοΰ πάνε. Άρέσκεται νά μπάζει φρά­ σεις μέσα στίς φράσεις, νά μακραίνει τίς παραγράφους καί κυρίως νά χρησιμοποιεί τίς βασικές γι’ αύτόν λέξεις, δίνοντας τους μιάν άτέλειωτη πολυσημαντότητα. Ό άμερικανός καθηγητής Ντόναλντ Φρέημ χρειά­ στηκε 15 χρόνια συνεχοΰς μόχθου γιά νά μεταφέρει στή γλώσσα του τόν Μονταίνι, έχοντας γιά βοήθεια προγενέστερες μετα­ φράσεις καί πλούσια βιβλιογραφία. 35

Πορτραϊτο τοϋ Μονταίνι, άπό τόν Τομά ντέ Λέ


Αύτό δεν σημαίνει δτι ό Μονταίνι είναι δύσληπτος. ’Αντίθετα, τό ΰφος του δημιουρ­ γεί την εντύπωση άβίαστης ροής νερού, πού άρέσκεται νά χασομεράει σέ δμορφα μέρη καί νά κρύβεται σέ υπόγεια περάσματα, προφυλάξεις άπαραίτητες γιά ένα συγγρα­ φέα εκείνης τής μισαλλόδοξης έποχής. ”Ισως ό κύριος λόγος πού ούτε ή εποχή μας καταπιάστηκε μέ τόν Μονταίνι (αυτή πού «ανακάλυψε» τόσα καί τόσους) είναι δτι τέτοια «κλασικά» κείμενα βρίσκονται σήμερα στήν ανυποληψία τού θαυμασμού. Ό Μοντερλάν, προλογίζοντας τόν Δόν Κιχώτη, έγραφε δτι «τά κλασικά κείμενα υπο­ φέρουν άπό συστηματική δυσφήμιση, δσο κι άπό συστηματικό θαυμασμό». Ή λύση φαί­ νεται πώς είναι τό μουσείο, κι ό τόπος μας βρίθει άπό μουσεία. Ε κεί ή δυσφήμιση κι ό θαυμασμός, ή άνυποληψία κι ή έκσταση, ή άγνοια καί τό σύνθημα οργιάζουν. Τίς περισσότερες φορές σέ βάρος έργων πού είναι άκόμα ζωντανά. Ζωντανό είναι τό έργο τού Μονταίνι. Κι αύτό θ ’ άξιζε νά είναι κίνητρο, πέρ’ άπό τήν ελληνικότητα τών Δ οκιμ ίω ν, γιά τή μετάφρασή τους στή γλώσ­ σα μας. Προσπάθειες έχουν γίνει κατά καιρούς. Οί περισσότερες έχουν όδηγήσει σέ άπίστευτες άσυναρτησίες. Μερικές αναφέρει ό Θαν. Νάκας (περιοδικό «Σπείρα», άρ. 6, σελ. 145). ”Ας δανειστούμε μία: ό άγαπημένος φίλος τού Μονταίνι, ό Έτιέν Λά Μποεσί, γίνεται άπό τό μεταφραστή «ή λόγια δίδα Λά Μποεσί»! Ή σοβαρότερη δουλειά έχει γίνει άπό τόν Κλέωνα Παράσχο, πού μετάφρασε όκτώ δο­ κίμια μ’ εκτενή καί πολύ κατατοπιστικό πρόλογο στή σειρά τών εκδόσεων τού Γαλλι­ κού ’Ινστιτούτου (1957, σελίδες 265). Θά μπορούσε κανείς νά τόν κατηγορήσει δτι ό φόβος του μπροστά στό κείμενο τόν κάνει νά βάζει κάθε λίγο επεξηγηματικές σημειώσεις, άλλά τό πετυχημένο συχνά άποτέλεσμα ελα­ φρύνει τήν κατηγορία.

Ή σκέψη τού Μ ονταίνι ”Αν πρέπει νά μιλήσουμε γιά τή σκέψη τού Μονταίνι, θά πούμε πώς είναι άπαραίτητο νά μιλήσουμε γιά τόν Πασκάλ καί τόν ΣαίντΜπέβ, δπως άπαραίτητο είναι νά μιλήσουμε γιά τόν Βολταΐρο καί μιά πλειάδα στοχα­ στών καί συγγραφέων πού φτάνουν ως τόν Καμύ καί τόν Μερλώ-Ποντύ, γιά ν’ άρκεστοΰμε στή γαλλική γραμματολογία. ”Αν μά­ λιστα χρειάζεται νά τόν τοποθετήσουμε στό 36

πνευματικό ρεύμα πού φέρνει άπό τήν ιταλι­ κή ’Αναγέννηση στήν έλισαβετιανή ’Αγγλία καί στόν γαλλικό κλασικισμό τού 17ου αιώ­ να, είναι βέβαιο πώς ό δγκος τών άναφορών θά περιορίσει σέ μεγάλο βαθμό τό ενδιαφέ­ ρον τού θέματος. Σκοπός αύτής έδώ τής παρουσίασης-γνωριμίας δέν είναι νά στενέψει τό θέμα στούς happy few, δπως θά ήθελε ό Σταντάλ, άλλά άντίθετα νά τό διευρύνει καί νά τό κάμει βατό γιά δσους γίνεται περισσότερους. Πιστεύουμε πώς τό έργο είναι ή συνισταμένη τών καιρών καί τής ζωής τού συγγρα­ φέα. Γι’ αύτό ό χώρος θ’ άφιερωθεϊ σέ τέτοια στοιχεία. Γιά τή σκέψη τού Μονταίνι, θ’ άρκεστοΰμε σέ δσα ό ίδιος μαρτυράει, σχη­ ματοποιώντας άναγκαστικά καί δίνοντας πρόσθετες πληροφορίες, δπου αύτό κρίνεται σκόπιμο, πιό κάτω. Ή παρουσίαση ετούτη κλείνει έξάλλου μ’ ένα «δοκίμιο», δπου ό Μονταίνι ξεκάθαρα μιλάει γιά τή συγγραφι­ κή του τακτική, άλλά καί γιά τούς στόχους τής σκέψης του. Ό Μονταίνι είχε γιά έμβλημα μιά ζυγαριά σέ ισορροπία κι άπό κάτω τό ερώτημα: «τί ξέρω;» Ό τα ν πιά τό έργο του είχε οϊκοδομηθει, είχε ταυτόχρονα δοθεί καί ή άπάντηση: «ένα ξέρω, δτι δέν ξέρω τίποτα». Αύτή ή σωκρατική κατάληξη δέν είναι προϊόν προσχεδίασμένης άνάλυσης, ούτε επιθυμία ταύ­ τισης μ’ ένα άκλόνητο πρότυπο, άλλά άπόρροια μιας εξέλιξης πού περνάει άπό τή θέληση γι’ αύτογνωσία στή στωική φιλοσο­ φία κι άπό εκεί στά διδάγματα τής «μητέρας μας τής Φύσης», έξω καί πέρα άπό δεδομέ­ νες φιλοσοφίες, σάν μιά άπό τήν άρχή τοποθέτηση-άνακάλυψη τού άνθρώπου. Γι’ αύτό, θά ήταν σφάλμα νά θεωρηθεί ό Μονταίνι φιλόσοφος (ενώ άπλά καί μόνο «στοχάζε­ ται»), δπως σφάλμα θά ήταν νά χαρακτηρι­ στεί λογοτέχνης (ένώ άρκεΐται νά «εκθέτει» καί νά «παραθέτει», παρά νά «συνθέτει»). Σωστότερο θά ήταν, άν τόν θεωρούσαμε ποιητή, δηλαδή πρωτογενή δημιουργό, ένα είδος Καβάφη άπό αύτή τήν άποψη (καί σάν καβαφικά στοιχεία σημειώνουμε τόν αύτοπεριορισμό του, τή μανία τού ενός, διαρκώς ύπό «διόρθωση», έργου κλπ.). Έτσι, στήν πορεία αύτού τού έργου, πολεμάει τά δόγμα­ τα, τά συνθήματα, τούς φανατισμούς, τίς πνευματικές συστηματοποιήσεις καί κατα­ σκευές, άγωνιώντας μπροστά στή «μεταβατικότητα» τών καιρών, προσφέροντας τίς άμφιταλαντεύσεις του, τίς άντιρρήσεις του, τίς παλινωδίες του, τίς άντιφάσεις του, δλα εκείνα τ’-άπόκρυφα τού έαυτοΰ του, παρου­


σιάζοντας όλο τό «γίγνεσθαι» τοΰ Ανθρώ­ που μέ κρίση. Κι Αν ό Νίτσε θαύμασε αύτό τό πνεύμα, πού τοποθετείται πέρ’ άπό τό καλό καί τό κακό, στην πλευρά της αρετής πάντα, ή σύγκριση ξαναγυρίζει στην καβα­ φική ξεραΐλα γλώσσας, σ’ αυτή τήν προσω­ πική γλώσσα, λες κι ό Μονταίνι ήταν εξορία στόν ίδιο του τόν τόπο, σέ μιά ’Αλεξάνδρεια κι αύτός — τέτοια «πόλη» ήταν ή βιβλιοθή­ κη του, ό τόπος δπου έγραφε.

Οί καιροί (15ος-16ος αί.) Τό 1453 είναι ίσως ή πιό Αναμφισβήτητη τομή στήν Ιστορία. Τό Βυζάντιο τών Παλαιολόγων χάνεται καί στήν ’Ανατολή Αρχίζει ό «μεσαίωνας». Είναι Ακριβώς ή στιγμή δπου ή Δύση βγαίνει άπό τό δικό της μεσαίωνα, μαθαίνει τήν τυπογραφία (1470), Ανακαλύ­ πτει τό Νέο Κόσμο (1492) καί χρησιμοποιεί τό πυροβολικό ατούς πολέμους της. Είναι ή στιγμή δπου ή φεουδαρχία καταρ­ ρέει τελεσίδικα, καθώς λήγει ό Έκατονταετής Πόλεμος (1337-1453) Ανάμεσα στή Γαλ­ λία καί στήν ’Αγγλία, καί στή θέση της προωθείται ή μοναρχία, σάν κεντρική έξουσία άναβαστηγμένη άπό τήν έκκλησία, περι­ στοιχισμένη άπό τή λίγο-πολύ ύπάκουη καί πιστή Αριστοκρατία της. Ή δυτική κοινωνική πραγματικότητα στό 15ο αιώνα έχει στήν κορφή της αυτές τίς δυνάμεις, στή μέση της πυραμίδας τούς κα­ τοίκους τών πόλεων, οικονομικούς παρά­ γοντες καί πνεύματα Ανήσυχα, ένώ ή πλατιά άμορφη μάζα τών δουλοπάροικων τοΰ πα­ ρελθόντος, σχηματοποιείται στή βάση σάν τρίτη τάξη, πού επίσημα πιά όνομάζεται «λαός». Καθώς ό αιώνας βαδίζει πρός τό τέλος του τά κοινωνικά στρώματα ισορροπούν. Ή ισορροπία τους έπιβάλλει κοινά Αρχέτυπα πού ομολογούν τίς ρίζες τους στήν Αρχαιό­ τητα, άναφέρονται στήν άρχαία «φώτιση», έξω άπό τόν ’Αριστοτέλη τοΰ σχολαστικι­ σμού καί κοντά στόν ιδεαλιστή Πλάτωνα, κι οικοδομούν κοινά Αποδεκτή αισθητική, δπου παγανισμός καί χριστιανισμός συζοΰν καί συγχέονται. Αυτή ή ισορροπία ονομά­ στηκε «’Αναγέννηση». 'Ωστόσο, ή μοναρχία δέν είναι τόσο ισχυ­ ρή δσο φαίνεται, τής χρειάζεται ό Μακιαβέλλι γιά νά ξεπερνάει τίς μηχανορραφίες τής Αριστοκρατίας της καί τίς Απαιτήσεις τοΰ λαού της. Ά λ λ ο τόσο Ανίσχυρη είναι ή έκκλησία, στήν Αναπτυγμένη πνευματική καί πολιτική επιλογή της, ώστε νά έχει Ανάγκη

τά συγχωροχάρτια καί τήν πυρά. Κι ένώ οί δύο αύτές δυνάμεις, σύμμαχοι κι Αντίπαλοι ταυτόχρονα μέ τούς πάντα έπικίνδυνους Αριστοκράτες, παλεύουν νά ισχυρο­ ποιήσουν τίς θέσεις τους, οί κάτοικοι τών πόλεων, σωσίβιο τής μοναρχίας καί τής έκκλησίας, φράγμα πού δέν Αφήνει τίς λαϊκές έπιδιώξεις νά ένοχλήσουν τήν έξουσία, Αφή­ νονται σέ μιά πρόοδο, δπου τό χρήμα κάνει τό πνεύμα τολμηρότερο. ’Ίσως ή μοναρχία νά έπιδίωξε νά διοχε­ τεύσει τήν ύπερβάλλουσα ζωτικότητα τών κατοίκων τών πόλεων στήν περιπέτεια τών Ανακαλύψεων νέων κόσμων, πράγμα πού συμπαρέσυρε καί μερίδα τοΰ άτακτου λαού. ’Ίσως ή έκκλησία νά προτίμησε τή μόρφωση τών κατοίκων τών πόλεων στά πανεπιστή­ μια, άφοΰ έκεΐ μπορούσε μέ Ασφάλεια νά Αναπαράγει καί νά καλλιεργεί τίς άρχές της. Τσως ή μοναρχία κι ή έκκλησία νά οίκειοποιήθηκαν τά πιό φιλελεύθερα κι έπικίνδυνα πνεύματα, δταν δέν τά έστειλαν στόν άλλο κόσμο. "Ομως, αύτές οί προσπάθειες δέν συντήρησαν τό κοινωνικό οικοδόμημα. Ό 16ος αιώνας, Αντίθετα, άπό τήν άρχή του κιόλας, τό έξασθένισε. Ό Λούθηρος (14831546) κι ή μεταρρύθμιση είναι Αστικές καί λαϊκές έφοδοι ένάντια στήν έξουσία. Ό Κοπέρνικος (1473-1543) είναι έπιβεβαίωση μιας Αλήθειας έξω άπό τήν έξουσία. Λούθη­ ρος καί Κοπέρνικος Απομυθοποιούν έναν κόσμο πού οί κάτοικοι τών πόλεων κι ό λαός έχουν τό θάρρος νά διεκδικοΰν μέ τή μορφή πού πιά άποκτάει. Ή έξουσία θ’ άντιδράσει μέ τήν 'ίδρυση τοΰ τάγματος τών ’Ιησουιτών (1534), μέ τήν Αντιμεταρρύθμιση καί τή σύνοδο τού Τρέντο (1545). Οί καιροί τής ’Αναγέννησης Ανή­ κουν πιά στά περασμένα. Ό ούμανισμός δέν καταφέρνει νά συνδυάσει τό ρίζωμα τής έξουσίας μέ τήν πίεση τής βάσης. Κλίνει πρός τή μιά μεριά ή τήν άλλη, φτιάχνει Ανθρώπους έξω άπό τό μέτρο, πού είναι έμπόδια τόσο γιά τή μιά πλευρά, δσο καί γιά τήν άλλη. Τό τέλος τοΰ αιώνα κι ή άρχή τού 17ου θά φέρουν τήν ήττα τού Γαλιλαίου (1564-1642), τήν Αμφιβολία τοΰ Καρτέσιου (1596-1650). Βρισκόμαστε πιά σέ χρόνους κλασικούς,1μέ τό πεδίο κατειλημμένο άπό τή μοναρχία καί τήν έκκλησία. Οί άστοί κι ό λαός ύποχρεώνονται νά περιμένουν τή σειρά τους. Θά περιμένουν δύο αιώνες καί περισ­ σότερο. Τά ίδια φαινόμενα, μέ κάποιες μικρές χρονικές διαφορές, Αφορούν τό σύνολο τής Ευρώπης κι ιδιαίτερα τά μεγάλα κράτη τής 37


’Αγγλίας, τής Γαλλίας καί τής ΊσπανοΓερμανίας. ”Ας άφήσουμε τήν ’Αγγλία στήν άκρη, δχι μόνο γιατί αμέσως μετά τόν Έκατονταετή Πόλεμο ό έμφύλιος των Δΰο Ρόδων (1455-1485) τήν αναγκάζει νά στρέψει τήν προσοχή της στό έσωτερικό, αλλά γιατί ή ιδιαίτερη σχέση πού δημιουργήθηκε μέ τήν εκκλησία καθώς κι οί πολιτειακοί της θεσμοί τήν οδήγησαν σ’ εξελίξεις ξέχωρες, πού θά βαρύνουν από τή βασιλεία τής ’Ελισάβετ (1558-1603) κι ύστερα. Περισσότερο ενδια­ φέρει ό ανταγωνισμός τής Γαλλίας καί τής ίσπανο-γερμανικής αυτοκρατορίας, πού στήν ήπειρωτική Ευρώπη επηρεάζει τό σύν­ ολο των έθνών καί τίς πολιτικές, κοινωνικές καί πολιτιστικές έξελίξεις. Αύτή τήν περίοδο μπαίνει φραγμός στόν τουρκικό έπεκτατισμό μέ τή ναυμαχία τής Ναυπάκτου (1571), άλλά τό γεγονός δέν έχει συνέχεια. Ή ανάσχεση θά έρθει άργότερα. Ό άνταγωνισμός λοιπόν των δύο πανί­ σχυρων ήγεμονιών τής έποχής, έκδηλώθηκε μέ τίς βλέψεις τής Γαλλίας πάνω στά Ιταλικά κρατίδια, βλέψεις πού οδήγησαν στούς λεγά­ μενους πολέμους τής ’Ιταλίας (1498-1559) καί στήν προσωπική διαμάχη μεταξύ τοϋ βασιλιά τής Γαλλίας Φραγκίσκου τοϋ Πρώ­ του (1494-1547) καί τοϋ αύτοκράτορα τής Ίσπανο-Γερμανίας Κάρολου Κουίντου (1500-1558). Αύτή ή πολύχρονη σειρά προ­ ωθήσεων κι ύποχωρήσεων των άντιπάλων αδυνάτισε τίς πιθανότητες επίλυσης τών εσωτερικών προβλημάτων τών κρατών τους. Έτσι, δταν ή ισπανική «άνίκητη αρμάδα» νικήθηκε από τόν αγγλικό στόλο τό 1588, στή Γαλλία είχαν φουντώσει οί θρησκευτικοί πόλεμοι (1562-1598), πού κατέληξαν νά εί­ ναι αύτό πού πράγματι ήταν, δηλαδή ταξικοί πόλεμοι, μ’ εκπροσώπους τρεις Έρρίκους: τόν ’Ερρίκο τόν Τρίτο, βασιλιά τής χώρας, τόν ’Ερρίκο ντέ Γκίζ, αριστοκράτη άρχηγό τών φανατικών καθολικών (Λίγα), καί τόν ’Ερρίκο τής Ναβάρρας, λαϊκιστή άρχηγό τών προτεσταντών, πού σάν τελικός νικητής άσπάσθηκε τόν καθολικισμό κι άνέβηκε στό γαλλικό θρόνο, γνωστός σήμερα σάν Ε ρρί­ κος ό Τέταρτος. Μέσα στούς ήχους αύτοΰ τοϋ 16ου αιώνα καί μέσα στούς άπόηχους τοϋ προηγούμενου έζησε ό Μονταίνι (1533-1592). Νεότερος του ήταν ό Ραμπλαί (1494-1553) κι ό Έ ρ α ­ σμος (1467-1536). Σύγχρονοί του οί ποιητές τής Πλειάδας μέ άρχηγό τόν Ρονσάρ (15241585) κι ό μεταφραστής τοϋ Πλούταρχου Ά μυό (1513-1593). Κι άνάμεσα στήν ειρω­ νεία, στή λογική, στήν έκφραση πού «έθνι38

κά» στερέωνε τή μητρική γαλλική γλώσσα, ό Μονταίνι καταπιάστηκε νά γράψει γιά τόν εαυτό του, τό βίο του, μέ τά γεγονότα, παρελθόντα καί τωρινά, διαρκώς παρόντα.

Ό συγγραφέας Μισέλ ντέ Μ ονταίνι Τό Μπορντώ τοϋ 16ου αιώνα, χτισμένο βαθιά στή στεριά, εκεί δπου ό ποταμός Γκαρόν άρχίζει νά πλαταίνει καί πάει νά σχηματίσει πιό κάτω, μέ τά νερά τοϋ Ντορντόνι, τό πλατύ δέλτα πού βγάζει στόν ’Ατλαντικό, είναι ή ρωμαϊκή πόλη Μπουρντιγκάλα, άσφαλές καταφύγιο άπό τίς άπειλές τοϋ ώκεανοΰ καί τών πειρατών, σταθμός γιά τό εμπόριο πρός τό βορρά καί πρός τό νότο, κέντρο εξαγωγής κρασιών, κέντρο δια­ κίνησης αλιπάστων. Σημαντική πόλη τοϋ μεσαιωνικού βασιλείου τής Άκιταίνης, πού πέρασε στό άγγλικό στέμμα, πρίν ξαναγίνει γαλλική επαρχία (Γουιέννη), έχει ισχυρούς άστούς, πού θεωρούν τόν έαυτό τους Γασκώνο1 κι άγνοοΰν τίς έννοιες «κράτος» καί «Γαλλία». Στό Μπορντώ καί στή γύρω περι­ οχή συναντιέται άπό αιώνες ή οικογένεια τών Eyquem.2 Ό Ramon Eyquem, προπάππους τοϋ συγ­ γραφέα μας, έμπορος γερός τής πόλης, έκαμε γάμο καλό καί στά γεράματά του άγόρασε τόν πύργο τού Μονταίνι, πενήντα χιλιόμετρα πιό άνατολικά, σέ μιά λεύγα άπόσταση άπό τό Καστιγιόν, κοντά στίς δχθες τού Ντορντόνι. Τά παιδιά του ξέφυγαν άπό τό εμπό­ ριο, γιά ν’ άσχοληθοΰν μέ πράγματα πιό ταιριαστά σέ άνθρώπους πού πιά μπορού­ σαν νά λέγονται «εύγενεΐς»: μπήκαν στό στρατό, στό τοπικό κοινοβούλιο, υπηρέτη­ σαν τήν εκκλησία. Κι ό άπόγονός τους Pierre Eyquem de Montaigne ήταν ό πρώτος πού γεννήθηκε στόν πύργο τοϋ Μονταίνι (τό 1495) κι έμαθε τή στρατιωτική τέχνη — δέν ύπήρχε άλλη γιά τούς γόνους τής τάξης του. Πολέμησε στήν ’Ιταλία καί γυρίζοντας τό 1529 παντρεύτηκε τήν Antoinette de Louppes de Villeneuve, άπό παλιά ίσπανοεβραϊκή οικογένεια, πού είχε έγκαταλείψει τήν πα­ τρίδα της, άποφεύγοντας διωγμούς, είχε άσπασθεΐ τόν καθολικισμό γιά τήν εξασφά­ λισή της κι είχε ευδοκιμήσει στό εμπόριο τοϋ Μπορντώ. Ό γάμος αυτός έδωσε δέκα παι­ διά (τό τελευταίο γεννήθηκε τό 1560), άπό τά όποια τά δύο πρώτα πέθαναν νωρίς καί τό τρίτο πήρε τ’ δνομα Michel. «Γεννήθηκα μεταξύ έντεκα καί δώδεκα τό μεσημέρι, τήν τελευταία μέρα τοϋ Φεβρουα-


ρίου τοΰ 1533», γράφει ό Μισέλ ντέ Μονταίνι, ό πρώτος που έγκατέλειψε τό πατρογονι­ κό Eyquem — περιττό πιά, άφοϋ σάν τρίτη γενιά ήταν μακριά από τίς αστικές του καταβολές. Τρία χρόνια πρίν, ό πατέρας του είχε αρχίσει ν’ άσχολεΐται μέ τά κοινά καί τό 1554 έγινε δήμαρχος τοΰ Μπορντά) γιά δύο συνεχείς ετήσιες περιόδους. Ή ταν άνθρωπος δραστήριος έκεϊνος ό πατέρας, μεγάλωσε τήν περιουσία του, οχύ­ ρωσε καί στόλισε τόν πύργο του. Ή ταν κι άνθρωπος μέ νέες ιδέες, επηρεασμένος απ’ δσα είχε δει στήν Ιταλία, δπου ή ’Αναγέννη­ ση είχε φουντώσει. Κι δπως ένιωθε τή μόρ­ φωσή του λειψή — δέν ήταν πράγμα πού τοΰ είχε χρειαστεί στό στρατό — ιδιαίτερα φρόν­ τισε τήν αγωγή αύτοϋ τοΰ «πρωτότοκου» γιου. "Οταν πέθανε, βασανισμένος άπό πέ­ τρες στά νεφρά, τό 1568, αυτόν τό γιό άφησε «κεφαλή τής οικογένειας» καί κληρονόμο τοΰ μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας του, συμπεριλαμβανομένου καί τοΰ πύργου στό Μονταίνι. Στό 16ο αιώνα, τά γαλλικά είναι ακόμα μιά γλώσσα άσυστηματοποίητη, πλακωμένη άπό τίς τοπικές διαλέκτους καί τά λατινικά. "Ομως τά ούμανιστικά ρεύματα θά όδηγή-

σουν τό βασιλιά Φραγκίσκο τόν Πρώτο νά ιδρύσει τό 1530 τό Βασιλικό Κολλέγιο, δπου παράλληλα μέ τά λατινικά διδάσκονται τά αρχαία έλληνικά καί τά εβραϊκά. Τό «γλωσ­ σικό» σάν ζήτημα εθνικό θά τεθεί αμέσως μέ τόν Du Bellay3, άλλά θά λυθεί αρκετά χρό­ νια άργότερα, δταν ό 17ος αιώνας θά έχει αποκτήσει δικές του δυνάμεις, μέ τόν Mal­ herbe.4 Έτσι, ή αγωγή τοΰ Μονταίνι θ ’ άρχίσει άπό τά λατινικά. Θά τά διδαχτεί σάν γλώσσα ζωντανή, πρίν άπό τά γαλλικά, στό σπίτι του, μέ τή βοήθεια ενός καλοΰ παιδαγωγοΰ.5 Κι αυτό θά τοΰ επιτρέψει νά διαβά­ σει νωρίς τ’ άριστούργήματα τής άρχαιότητας, άλλά κι δσα βιβλία τής εποχής του γράφονταν σ’ αυτή τή γλώσσα. Γρήγορα δμως ετούτη ή «επαναστατική» εκπαίδευση θά σταματήσει (ό πατέρας του, πού τήν είχε άποφασίσει, φοβόταν μήπως τό παιδί του μείνει πίσω σέ σχέση μέ τή νεότητα τοΰ καιροΰ) κι ό νεαρός Μονταίνι θά πάει στό Κολλέγιο τής Γουιέννης, στό Μπορντώ, δπου διδάσκουν περίφημοι δάσκαλοι, άπό τή Γαλ­ λία κι άπό άλλες χώρες. Βγαίνοντας άπό τό Κολλέγιο, φαίνεται πώς ό Μονταίνι έκαμε νομικές σπουδές στήν Τουλούζη καί στό Παρίσι κι άμέσως ύστερα έγινε μέλος τοΰ κοινοβουλίου τοΰ Μπορντώ. Σ’ αυτή τή θέση θά μείνει άπό τό 1554 μέχρι 39


τό 1570, θά μετέχει ένεργά στις συνεδριάσεις καί ταυτόχρονα θ’ άναλάβει ειδικές απο­ στολές.

γάμος, δχι έπειδή ό Μονταίνι σπάνια μιλάει στό έργο του γιά τή γυναίκα του, δχι γιατί άπό τά έξι παιδιά πού γεννήθηκαν (δλα θηλυκά) ένα μόνο έπέζησε, δχι γιατί πρόσ­ φατες έρευνες άφήνουν νά πλανιέται ή υπο­ ψία κάποιου «δεσμού» τής Φρανσουάζ μέ τόν κουνιάδο της De Saint-Martin, άλλά γιατί πρόκειται γιά άτομα μέ άντίθετους χαρακτήρες, έτσι πού τελικά βασίλεψε ή συμβατικότητα. Είναι κιόλας άμφίβολο άν ή Φρανσουάζ διάβασε ποτέ τά γραφτά τού άντρα της.

Τό κοινοβούλιο τοϋ Μπορντώ, ένα άπό τά όκτώ επαρχιακά κοινοβούλια πού άποτελοΰσαν τ ό κοινοβούλιο της χώρας, είχε κυ­ ρίαρχη δικαιοδοσία σέ αστικά καί ποινικά ζητήματα τού τόπου καί σέ δ,τι άφοροΰσε φόρους, δασμούς κι οφειλές. Τά μέλη του, νέοι καί παλιοί αριστοκράτες, πού αγόραζαν τή θέση τους σ’ αύτό, άνθρωποι στήν πλειοψηφία τους φανατικοί, μισαλλόδοξοι, γεμά­ τοι άγνοια, μέ συμφέροντα συχνά άλληλοσυγκρουόμενα, μοιρασμένοι σέ «νεοφερμένους» καί σέ «κατεστημένους», δέν δίσταζαν νά φτιάξουν τά πράγματα στά μέτρα τους. Ό Μονταίνι θά γράφει: «Πόσες καταδίκες δέν είδα πιό εγκληματικές άπό τό έγκλημα». Κι δπως στό μεταξύ οί θρησκευτικοί πόλεμοι είχαν φουντώσει, στίς άποφάσεις έμπαινε ή θρησκευτική έξαλλοσύνη, ή διαφθορά κι οί μηχανορραφίες. Σ’ αύτό ώστόσο τό περιβάλλον, ό Μον­ ταίνι θά γνωρίσει τόν καλύτερο φίλο του, τόν Etienne la Boetie (1530-1563). Γεννημέ­ νος στό Σαρλά, κάμποσα χιλιόμετρα πιό ανατολικά άπό τό Μονταίνι, ό Λά Μποεσί ήταν υπόδειγμα δημόσιου λειτουργού καί κριτή: ενεργητικός, άδιάφθορος, άδέκαστος, όπαδός τής στωικής φιλοσοφίας, ποιητής καί συγγραφέας, μυαλό συγκροτημένο, θά δώσει στό νεότερο του Μισέλ τίς βάσεις μιας άντίληψης τής ζωής καί τού κόσμου. "Ομως αύτή ή μοναδική φιλία θά διακοπεί τό 1563 μέ τό θάνατο τού Λά Μποεσί. Σύμφωνα μέ τή θέλησή του, τά βιβλία του καί τά έργα του κληρονομούνται στόν Μονταίνι, τού όποιου ή πρώτη «λογοτεχνική» δραστηριότητα θά είναι ή δημοσίευσή τους. Δέν θά ήταν υπερ­ βολή άν λεγόταν πώς ό θάνατος τού Λά Μποεσί, ή έλλειψη τού άξιου συνομιλητή, ήταν αιτία νά γίνει ό Μονταίνι ό συγγραφέ­ ας των Δ ο κ ιμ ίω ν .

Τό 1570, σέ ηλικία τριάντα όκτώ χρόνων, ό Μονταίνι πουλάει τή θέση του στό κοινο­ βούλιο κι άποφασίζει νά ζήσει μόνιμα πιά στόν πύργο του. 'Ομολογεί πώς στό διάστη­ μα τής θητείας του είχε καταλάβει τή μαται­ ότητα των άξιωμάτων, τή μοναξιά του. Ά π ό τήν άλλη μεριά, ή περιουσία του, αυγατισμέ­ νη μέ τήν προίκα τής γυναίκας του, τού έπέτρεψε νά ζήσει μακριά άπό τίς δουλείες καί γιά τόν έαυτό του. Σέ μιά γωνία τού πύργου του διαρρυθμίζει τή βιβλιοθήκη του μέ χίλιους τόμους βιβλία, άριθμό τεράστιο γιά τήν εποχή κι εκεί περιορίζεται γιά νά μελετήσει, νά σκεφτεΐ καί τέλος νά γράψει. Ά π ό τό 1572 άρχίζειή σύνθεση των Δ ο κ ιμ ί­ ων, δουλειά πού θά κρατήσει μέχρι τό τέλος τής ζωής του. Τό άρχικό σχέδιο πού προέβλεπε τήν παρουσίαση τού χαρακτήρα του στούς φίλους καί γνωστούς του, έμπλουτίζεται σιγά σιγά, γιατί ό Μονταίνι δέν υπήρξε ομφαλοσκόπος άναχωρητής, άλλά άνθρω­ πος πού άπό κοντά παρακολουθούσε τίς εξελίξεις τού καιρού του, συναναστρεφόταν τούς μεγάλους πού τίς δημιουργούσαν, ήταν σ’ επαφή μέ τόν ’Ερρίκο τής Ναβάρρας, πού ευχόταν νά δει βασιλιά τής Γαλλίας. Έ χο ν­ τας έπιλέξει τήν καθολική νομιμότητα καί τήν πίστη σ’ ένα μονάρχη, πού θά έφερνε τήν ειρήνη καί τήν ένότητα στή χώρα, ό Μονταί­ νι στόν πύργο του δέν έπαψε νά είναι δημό­ σιο πρόσωπο.

Ό Μονταίνι παντρεύτηκε δύο χρόνια μετά τό θάνατο τού φίλου του. Γυναίκα του έγινε ή Francoise de la Chassaigne, άπό μεγάλη καθολική οικογένεια τού Μπορντώ, πού τά μέλη της, εδώ καί δύο γενιές, είχαν άνώτατα άξιώματα στό κοινοβούλιο καί σημαντική δράση στά δημόσια πράγματα. Μπορούμε νά ύποθέσουμε πώς δέν ήταν τόσο πετυχημένος

Δέν έπαψε νά ένδιαφέρεται γιά τόν ούμανισμό γύρω του. Καί τό 1580, άφοΰ τά Δ ο κ ίμ ια κυκλοφόρησαν γιά πρώτη φορά σάν δίτομο έργο στό Παρίσι, άποφάσισε νά ταξι­ δέψει. "Ηθελε νά δει τόν κόσμο, νά φτάσει στήν ’Ιταλία. Πρόσχημα βρήκε τήν άρρώστια του, τήν ψαμμίαση, άρρώστια κληρονομημέ­ νη άπό τόν πατέρα του, πού τά πρώτα

40


συμπτώματά της είχαν έμφανιστεΐ πριν πέντε χρόνια περίπου, αρρώστια αγιάτρευτη μέτίς γνώσεις της εποχής, άλλά που μπορούσε ν’ άνακουφιστεϊ με λουτροθεραπεία. Τό δρο­ μολόγιο του Μονταίνι προέβλεπε επίσκεψη σέ δλες τίς φημισμένες λουτροπόλεις σχεδόν τοΰ καιρού του, άλλά σιγά σιγά κατέληξε νά είναι μιά άτέλειωτη τεθλασμένη, μέ περά­ σματα άπό τόπους ιστορικούς, άπό περιοχές γραφικές, άπό δρόμους περίεργους μέσ’ άπό τή Γαλλία, τή Γερμανία καί την ’Ιταλία. Στό τέλος, ό Μονταίνι φτάνει στη Ρώμη, γίνεται δεκτός άπό τόν Πάπα, θαυμάζει τούς θησαυρούς τής Βατικανής Βιβλιοθήκης, υποβάλλει τό βιβλίο του στούς κήνσορες τής 'Αγίας Έ δρας, πού έδειχναν πιό άνοιχτόμυαλοι άπό τούς λογοκριτές τής Σορβόννης, ονομάζεται πολίτης τής Αιώνιας Πόλης καί παρεμπιπτόντως ύποβάλλεται σέ λουτροθε­ ραπεία στίς κοντινές ιαματικές πηγές. Χασομεράει μ’ ευχαρίστηση, άπολαμβάνει τό ταξίδι του, γιά τό όποιο κρατάει ήμερολόγιο, πού θά χαθεί, γιά ν’ άνακαλυφθεϊ τόν 18ο αιώνα καί νά κυκλοφορήσει γιά πρώτη φορά τό 1774. Κι ίσως νά σκεφτόταν νά παρατείνει τήν παραμονή του στή Ρώμη ή νά τραβήξει γι’ άλλα μέρη, άν δέν μάθαινε πώς οί προύχοντες τοΰ Μπορντώ τόν είχαν εκλέ­ ξει δήμαρχο τής πόλης καί τόν καλοϋσαν νά επιστρέφει. Τόν ’Οκτώβριο τοΰ 1581 φεύγει άπό τή Ρώμη, περνάει άπό τό Μιλάνο καί τό Τουρίνο, μπαίνει στή Γαλλία κι άργά φτάνει στόν πύργο του, δπου βρίσκει ένα κολακευ­ τικό, άλλά πιεστικό γράμμα τοΰ βασιλιά ’Ερρίκου τοΰ Τρίτου ν’ άναλάβει τό γρηγο­ ρότερο τά καθήκοντά του. Τό Μπορντώ, στρατηγικό σημείο στούς θρησκευτικούς πολέμους, ήταν τό κέντρο μιας άμφισβητούμενης περιοχής, ένώ στό έσωτερικό τής πόλης οί φατρίες κι οί προ­ κλήσεις των άντιμαχόμενων δημιουργούσαν διαρκή άπειλή μέ άπρόβλεπτες συνέπειες. Σέ αύτό τό κλίμα καί μέ προσωπικό κίνδυνο, ό Μονταίνι μπόρεσε ν’ άσκήσει τά καθήκοντά του στή διετία 1581-1583, τόσο καλά φαίνε­ ται, ώστε οί συμπολίτες του τόν επανεξέλε­ ξαν. Στό τέλος τοΰ 1585, ένώ έφευγε τό καλοκαίρι, ή πανούκλα έπεσε στήν πόλη κι ό Μονταίνι, πού βρισκόταν στόν πύργο του, δέν εμφανίστηκε στίς τελετές γιά τήν εγκατά­ σταση τοΰ διαδόχου του. Μ’ ένα γράμμα, είχε άρνηθεϊ τήν πρόσκληση.

Νιώθει κουρασμένος, δέν έχει αύταπάτες, θέλει νά κλειστεί στόν έαυτό του, ή άρρώ-

στια του τόν έχει έξασθενίσει, ό πόλεμος φτάνει στό Καστιγιόν, οί στρατιώτες λεηλα­ τούν τά χωριά καί τίς καλλιέργειες, τ’ άντιμαχόμενα μέρη τόν υποψιάζονται («γιά τούς γιβελίνους είμαι γουέλφος καί γιά τούς γουέλφους γιβελίνος») καί τέλος έρχεται ή πα­ νούκλα νά θερίσει τήν περιοχή του καί νά τόν άναγκάσει νά ζητήσει καταφύγιο πότε στόν ένα γείτονα καί πότε στόν άλλο. Τό βιβλίο του ώστόσο προχωρεί. Τό 1582 είχε κυκλοφορήσει ή δεύτερη έκδοση, μέ σωρό προσθήκες, καί τό 1588 γίνεται άλλη έκδο­ ση, «πέμπτη» γράφει τό εξώφυλλο, σέ τρεις τόμους. Ό τρίτος (13 πολυσέλιδα δοκίμια) είναι ό καρπός τών εμπειριών του καί τών μελετών του στήν περίοδο άπό τό ταξίδι στήν ’Ιταλία μέχρι αυτή τή χρονιά. Πηγαίνει στό Παρίσι γιά νά παραδώσει στόν εκδότη του τό χειρόγραφο καί φτάνει σέ μέρα άναταραχής καί διαδηλώσεων, μέ άποτέλεσμα νά συλληφθεί, νά περάσει μιά μέρα στή Βαστίλλη καί τέλος ν’ άνταλλαγεϊ μέ κάποιον φανατικό καθολικό. Φεύγει άπό τήν πρωτεύουσα καί φτάνει γιά μερικές βδομάδες στήν Πικαρδία, στό σπίτι τής θαυμάστριάς του δεσποινίδας Marie de Gournay (1566-1645), ύστερα γυρίζει στόν πύργο ’Εκεί θά περάσει τά τελευταία χρόνια τής ζωής του, έκεί θά τόν έπισκεφθοΰν οί μεγά­ λοι κι οί φημισμένοι, εκεί θά έρθουν οί γνωστοί του ούμανιστές, άπό εκεί θά γράψει στό βασιλιά ’Ερρίκο τόν Τέταρτο γιά νά τόν συμβουλεύσει. ’Εκεί θά πεθάνει, στή διάρ­ κεια μιας λειτουργίας πού γίνεται στό δωμά­ τιό του. Τή νέα έκδοση τοΰ έργου του πού είχε προγραμματίσει, σβήνοντας καί γράφοντας στά περιθώρια τών σελίδων ένός άντίτυπου τής προηγούμενης, δέν τήν πρόλαβε. Θά τήν έπιμεληθεϊ τήν έπόμενη χρονιά ή δεσποινίδα ντέ Γκουρναί, ή «πνευματική του κόρη».

Τό έργο (τά «Δ οκίμια») Ό 16ος αιώνας στή Γαλλία είναι ή εποχή πού ευδοκιμούν οί έρανιστές, οί άνθολόγοι τών βιβλίων τής άρχαιότητας, οί συγγραφείς τής «μικρής» ιστορίας τοΰ παρελθόντος, κοντινού ή άπώτερου. Σκοπός αυτών τών έργων είναι, πέρ’ άπό τό παράδοξο καί τό πομπώδες, πέρ’ άπό τό κουτσομπολιό καί τή διάνθιση, ή παράθεση καί σύμμιξη τών πη­ γών, ώστε νά δίνεται ηθικοπλαστική χροιά, νά βγαίνει ηθικό δίδαγμα. Τήν τάση αυτή διευκόλυνε σειρά πρωτότυπων έργων ήθικής 41


42


των ούμανιστών τής προηγούμενης γενιάς καί τής γενιάς τοΰ Μονταίνι, πού ήταν μιμήσεις τοΰ Σενέκα κι άλλων ή εκθέσεις ηθικών προβλημάτων μέ προτάσεις λύσεων. Ή ποίηση, σ’ αυτό τό περιβάλλον βρίσκει τό λεξιλόγιό της καί τά κύρια θέματά της, όταν ξεφεύγει από τίς άναζητήσεις, τίς αγω­ νίες καί τίς έμπειρίες τοΰ ποιητή. Ή πεζο­ γραφία, φτωχή συγγένισσα, τόν ίδιο δρόμο ακολουθεί. Σάν ιδιαίτερο κλάδο της θά θεωρήσουμε τόν τεράστιο όγκο των ιστορικών βιβλίων κι άπομνημονευμάτων, πού σάν διατριβές, απολογίες ή λίβελλοι, προσφέρουν αφθονό­ τατο υλικό γιά τά πράγματα τών καιρών. Κι έκεϊ μέσα θά ξεχωρίσουμε τήν ιστορία πού έζησαν κι έγραψαν μεγάλα πρόσωπα τής εποχής, σάν γνώστες μιάς βαθύτερης πολιτι­ κής κατάστασης. Κλάδος ξέχωρος πάλι, πού όμως βρίσκεται έξω από τό θέμα μας, είναι οί λαϊκές ή λόγιες σάτιρες, όπου τό μόνο τους συχνά ενδιαφέρον είναι ή άθυροστομία Ποιό είδος άπό αύτά θά διαλέξει ό Μον­ ταίνι, γράφοντας; "Οπως λέει ό ίδιος, δέν θεωρούσε τόν έαυτό του ικανό γιά πολυσέλι­ δες πραγματείες, δέν πίστευε πώς είχε νά πει κάτι καινούριο μέ τρόπο καλύτερο άπ’ δ,τι οί άγαπημένοι του συγγραφείς Σενέκας καί Πλούταρχος, δέν ήθελε νά πάρει θέση, γρά­ φοντας ιστορία, δέν είχε υπομονή νά συστη­ ματοποιήσει τίς σκέψεις του. Ό χαρακτήρας του τόν έσπρωχνε ν’ άραδιάζει γνώμες, πη­ γαίνοντας άπό τή μιά σκέψη στήν άλλη, δίχως πρόγραμμα καί δίχως υποχρέωση απόδειξης μιάς καί μοναδικής αλήθειας. Διάλεξε λοιπόν νά εκφραστεί μέ συντομία, ανάλογα μέ τή διάθεσή του, γιά όποιο θέμα ήταν τοΰ ενδιαφέροντος του, χωρίς σειρά καί μέ όποια αφορμή. Είπε τήν προσπάθειά του «δοκίμια». Μέ τόν καιρό, τό σχέδιο αυτό ξεχείλισε, έγινε ούσία τής ούσίας του, κι άν δέν κατέλη­ ξε σέ σύστημα, ώστόσο απόκτησε ζηλευτή ενότητα ανάμεσα στούς μαιάνδρους του. "Οταν ό Μονταίνι άρχισε νά γράφει τά Δοκίμια, δέν είχε συγγραφική πείρα. Είχε δημοσιεύσει τά έργα τοΰ φίλου του Λά Μποεσί κι είχε μεταφράσει άπό τά λατινικά, γιά χάρη τοΰ πατέρα του, τή Φ υσ ική Θ εολο­ γ ία τοΰ Ραιμόν Σεμπόν, θεολόγου τοΰ περα­ σμένου αιώνα, βιβλίο πού είχε άκόμα μεγάλη βαρύτητα γιά τούς άνθρώπους πού άπασχολοΰσαν τά θρησκευτικά προβλήματα. Είχε μιά βιβλιακή «επάρκεια» καί τίς έμπειρίες του. Κι αύτά ήταν όλα.

Ό τ α ν τά Δ ο κ ίμ ια κυκλοφόρησαν γιά πρώτη φορά τό 1580, ήταν δύο «βιβλία» σκελετοί, άν λάβουμε υπόψη μας ότι, σέ κάθε κατοπινή έκδοση σχεδόν, ό συγγραφέ­ ας δέν έπαψε νά κάνει σοβαρές προσθήκες. ’Ακόμα κι όταν ή «πέμπτη» λεγάμενη έκδοση έγινε τό 1588 σέ τρεις τόμους, ό Μονταίνι είχε κι άλλες συμπληρώσεις στό νοΰ του. Οί ειδικοί θεωρούν ότι τελικό κείμενο πρέπει νά λαβαίνεται εκείνο τοΰ 1588, μέ τίς σημει­ ώσεις άπό τό χέρι τοΰ Μονταίνι στό άντίτυπό του έκείνης τής έκδοσης πού ύπάρχει άκόμα κι είναι γνωστό σάν «άντίτυπο τοΰ Μπορντώ». "Ετσι, τό έργο είναι σέ τρία «βιβλία» ίσου όγκου περίπου τό καθένα, μέ σύνολο 107 δοκίμια-κεφάλαια, βαλμένα ώς έξής: — Πρώτο βιβλίο: 57 κεφάλαια. — Δεύτερο βιβλίο: 37 κεφάλαια. — Τρίτο βιβλίο: 13 κεφάλαια. Υ.Γ. Τό φωτογραφικό υλικό παραχωρήθηκε άπό τήν Ε ταιρεία τών Φίλων τοΰ Μονταίνι στό Παρίσι (Societe des Amis de Montaigne — Paris)

Σημειώσεις: (ϊ)Γασκωνία όνομαξόταν ή γη τον Μπορντώ κι οί νοτιοδυτικές έπαρχίες, δπου μιλιόταν ή γασκωνική διάλε­ κτος κράμα ισπανικής καί γαλλικής. (2) Υποστηρίζεται πώς τό έπώννμο Eyquem είναι παρα­ φθορά τοΰ όνόματος Joachim (= ’Ιωακείμ). (3) Ό Ζοακίμ ντύ Μπελλαί (1522-1560) υποστήριζε δτι μέ κάθε μέσο έπρεπε νά πλουτισθεί ή γαλλική γλώσσα, ώστε νά γίνει αυτάρκης καί ν’ άπαλλαγεί άπό τά λατινικά. ’Εκπρόσωπος τών ποιητών τής Πλειάδας γι’ αύτά τό ζήτημα, έγραψε τό βιβλίο Defense et Illustration de la Langue Frangaise (1549). (4) Ό Φρανσονά ντε Μαλέρμπ (1555-1628) υποστήριξε, μέσα στό ποιητικό τον έργο, τήν καθαρότητα τής γλώσ­ σας, τήν άπόρριψη κάθε διαλεκτικού δάνειον. ’Ηταν ύπέρμαχος τής Ιδέας δτι ή έκφραση πρέπει νά είναι πει&αρχημένο άποτέλεσμα σκέψης. (5) Βλ. τό 26ο δοκίμιο τοϋ πρώτον τόμον.

43


Μι,σέλ ντε Μονταίνι

Περί Δημοκρίτου καί Ηρακλείτου Κεφάλαιο πεντηκοστό (Ά πό τό πρώτο βιβλίο των «Δοκιμίων») Ή κ ρ ίσ η ε ίν α ι ε ρ γ α λ ε ίο γ ιά δ λ α τά ϋ έ μ α τ α κ ι α ν α κ α τ ε ύ ε τ α ι π α ν τ ο ύ . Έ τ σ ι, χ ρ η σ ιμ ο π ο ιώ ν τ α ς κ ά ϋ ε λ ο γ η ς ε υ κ α ιρ ία , κ ά ν ω έ δ ώ τ ίς δ ο κ ιμ έ ς μ ο υ 1 μ ε δα ύτ η ν . " Α ν ε ίν α ι ϋ έ μ α π ο ύ κ α ϋ ό λ ο υ δ έ ν κ α τ α ­ λ α β α ίν ω , κ α ί π ά λ ι τη δ ο κ ιμ ά ζ ω , β υ ϋ ο μ ε τ ρ ώ ν τ α ς τό π έ ρ α σ μ α ά π ό ά ρ κ ε τ ά μ α κ ρ ιά ■ κ ι υσ τέρα, β ρ ίσ κ ο ν τ ά ς το υ π ε ρ ­ β ο λ ικ ά β α ϋ ύ γ ιά τό μ π ό ι μ ο υ , σ τ έ κ ο μ α ι σ τ η ν δ χ ϋ η ■ κ ι α ύ τ ή ή π ε π ο ίϋ η σ η δ τ ι δ έ ν μ π ο ρ ώ ν ά π ε ρ ά σ ω α π έ ν α ν τ ι, ε ίν α ι χ α ρ α ­ κ τ η ρ ισ τ ικ ό τής έ π ε ν έ ρ γ ε ιά ς της, ά π ό έ κ ε ΐν α μ ά λ ισ τ α γ ιά τά ό π ο ια κ α υ χ ιέ τ α ι π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο . Κ α μ ιά φ ο ρ ά , σ έ ϋ έ μ α μ η ­ δ α μ ιν ό κ ι ά ν ύ π α ρ κ τ ο , δ ο κ ιμ ά ζ ω ν ά δ ω ά ν ϋ ά β ρ ε ι τόν τρ όπ ο νά τού δώ σει σ ά ρ κ α κ α ί ό σ τ ά κ α ί τ ό ν τ ρ ό π ο ν ά τό έ μ π ε δ ώ σ ε ι κ α ί ν ά τό υ π ο σ τ η ρ ίξ ε ι. Ά λ ­ λ ες φ ορές, τ η ν π ε ρ ιδ ια β ά ζ ω σ έ ϋ έ μ α μ ε γ α λ ό σ χ η μ ο κ α ί χ ιλ ιο μ α σ η μ έ ν ο , δ π ο υ δ έ ν έχ ε ι τ ίπ ο τ α ν ’ ά ν α κ α λ ύ ψ ε ι ά π ό μ ό ν η της, ά φ ο ϋ ό δ ρ ό μ ο ς ε ίν α ι χ ιλ ιο π α τ η μ έ ­ ν ο ς κ α ί δ έ ν μ π ο ρ ε ί π α ρ ά ν ά β α δ ίσ ε ι π ά ν ω σ τ ’ ά χ ν ά ρ ια ά λ λ ο υ . ’Α λ λ ο ύ π α ίζ ε ι τό π α ιχ ν ίδ ι της, δ ια λ έ γ ο ν τ α ς τό δ ρ ό μ ο π ο ύ τής φ ά ν η κ ε καλύ τ ε ρ ο ς , κ ι ά π ό χ ίλ ια μ ο ν ο π ά τ ια λ έ ε ι π ώ ς έτοϋ το ή ε κ ε ίν ο δ ια λ έ χ ϋ η κ ε κ α λ ύ τ ε ρ α . Π α ίρ ν ω σ τ η ν τύ­ χ η τό π ρ ώ τ ο ϋ έ μ α . °Ο λ α ε ίν α ι έ ξ ίσ ο υ

44

κ α λ ά γ ιά μ έ ν α . Κ α ί π ο τ έ δ έ ν σ κ ο π ε ύ ω ν ά τ ’ α ν α π τ ύ ξ ω κ α ϋ ’ ο λ ο κ λ η ρ ία . Γ ια τ ί κ α ν ε ν ό ς π ρ ά γ μ α τ ο ς δ έ ν β λ έ π ω τό σ ύ ν ο ­ λ ο . Ο ύ τ ε τό β λ έ π ο υ ν ε κ ε ίν ο ι π ο ύ υ π ό ­ σ χ ο ν τ α ι ν ά μ ά ς κ ά μ ο υ ν ν ά τό δο ύμ ε. Ά π ό τ ά έ κ α τ ό κ ο μ μ ά τ ια κ α ί μ ο ρ φ έ ς π ο ύ έχ ε ι κ ά ϋ ε π ρ ά γ μ α , π α ίρ ν ω έ να, ϊσ ια -ΐ σ α γ ιά ν ά τό γ λ ύ φ ω , π ό τ ε γ ιά ν ά τό ψ η λ α ­ φ ή σ ω κ α ί κ α μ ιά φ ο ρ ά γ ιά ν ά τ ο ύ χ ώ σ ω τά ν ύ χ ια μ ο υ μ έ χ ρ ι τό κ ό κ α λ ο . Δ ίν ω μ ιά σ ο υ β λ ιά , δ χ ι δ σ ο π ι ό φ α ρ δ ιά γ ίν ε τ α ι, ά λ λ ά δ σ ο π ι ό β α ϋ ιά ξ έ ρ ω . Κ α ί σ υ χ ν ό τ ε ­ ρ α μ ’ ά ρ έ σ ε ι ν ά π ιά ν ω τά π ρ ά γ μ α τ α ά π ό κ ά π ο ια ά σ υ ν ή ϋ ισ τ η π λ ε υ ρ ά . Θ ά ξ ε ϋ α ρ ρ ευόμουν νά πρ α γμ α τευ ϋώ σέ β ά ϋ ος κ ά π ο ιο ϋ έ μ α , ά ν γ ν ώ ρ ιζ α λ ιγ ό τ ε ρ ο τ ό ν έ α υ τ ό μ ο υ . Σ π έ ρ ν ο ν τ α ς μ ιά λ έ ξ η έδώ , μ ιά ν ά λ λ η π ι ό π έ ρ α , δ ε ίγ μ α τ α ά π ο σ π α σ μ έ ν α ά π ό τ ό ν π ε ρ ίγ υ ρ ό τους, σ κ ό ρ π ια , δ ίχ ω ς σ χ έ δ ιο κ α ί δ ίχ ω ς ά ξ ίω σ η , δ έ ν ε ίμ α ι υ π ο χ ρ ε ω μ έ ν ο ς ν ’ ά σ χ ο λ η ϋ ώ μ α ζ ί του ς γ ιά τά κ α λ ά , ού τ ε ν ά κ ο λ λ ή σ ω έγώ ό ίδ ιο ς σ έ α υ τ ά , χ ω ρ ίς ν ’ α λ λ ά ξ ω , δ π ο τ ε μ ο ϋ ά ρ έ σ ε ι ■ κ α ί [μ π ο ρ ώ ] ν ά π α ρ α δ ο ϋ ώ σ τ ή ν ά μ φ ιβ ο λ ία κ α ί σ τ ή ν ά β ε β α ιό τ η τ α κ α ί σ τ ό κ ύ ρ ιο χ α ρ α κ τ η ρ ισ τ ικ ό μ ο υ : τ ή ν ά γ ν ο ια . Κ ά ϋ ε κ ίν η σ η μ ά ς ξ ε σ κ ε π ά ζ ε ι. Α ύ τ ή ή ίδ ια ή ψ υ χ ή 2 τ ο ύ Κ α ίσ α ρ α π ο ύ έ μ φ α ν ί-


ζ ε τ α ι ν ά κ α τ α σ τ ρ ώ ν ε ι, κ α ί ν ά κ α τ ε υ θ ύ ­ ν ε ι τή μ ά χ η τ ω ν Φ α ρ σ ά λ ω ν , ε μ φ α ν ίζ ε τ α ι έ π ίσ η ς ν ά τ α κ τ ο π ο ιε ί υ π ο θ έ σ ε ις ν ω χ έ ­ λ ε ια ς κ ι έ ρ ω τ α . Κ ρ ίν ο υ μ ε έ ν α ά λ ο γ ο , δ χ ι μ ό ν ο β λ έ π ο ν τ ά ς το μ έ ή ν ίο χ ο σ τ ό ν ιπ π ό ­ δρ ο μ ο , α λ λ ά έ π ίσ η ς β λ έ π ο ν τ ά ς το ν ά β α δ ίζ ε ι κ ι ά κ ό μ α β λ έ π ο ν τ ά ς το ν ά η σ υ ­ χ ά ζ ε ι σ τ ό π α χ ν ί. ’Α ν ά μ ε σ α σ τ ίς λ ε ιτ ο υ ρ γ ίε ς τ ής ψ υ χή ς , υ π ά ρ χ ο υ ν κ α ί κ α τ ώ τ ε ρ ε ς ■ ό π ο ιο ς δ έ ν τή β λ έ π ε ι ά π ό α υ τ ή τ ή ν π λ ε υ ρ ά έ π ίσ η ς , δ έ ν τή γ ν ω ρ ίζ ε ι σ έ ό λ η τ ης τ ή ν έ κ τ α σ η . Κ ι ίσ ω ς ν ά τ ή ν π α ρ α τ η ρ ο ύ μ ε κ α λ ύ τ ε ρ α , έ κ ε ϊ ό π ο υ β α δ ίζ ε ι μ έ β ή μ α ά π λ ό . Ο ι ά ν ε μ ο ι τ ω ν π α θ ώ ν τ ή ν ά ρ π ά ζ ο υ ν ισ χ υ ­ ρ ότ ε ρ α , ό τ α ν ύ ψ ιπ ε τ ε ϊ. ’Ε π ιπ λ έ ο ν , γ έ ρ ­ νει ολά κερη π ά ν ω ά π ό κ ά θ ε θέμ α κ α ί σ υ γ κ ε ν τ ρ ώ ν ε ι ό λ η τ ης τή δ ύ ν α μ η σ έ αυτό ■ κ α ί δέν π ραγμ ατεύ εται πο τέ π ά ­ ν ω ά π ό έ ν α κ ά θ ε φ ο ρ ά . Κ α ί τό π ρ α γ μ α ­ τ ε ύ ε τ α ι ό χ ι σ ύ μ φ ω ν α μ έ α ύ τ ό τ ό ίδ ιο θ έ μ α , ά λ λ ά σ ύ μ φ ω ν α μ έ τ ό ν έ α υ τ ό της. Τ ά π ρ ά γ μ α τ α κ α θ α υ τ ά έ χ ο υ ν ίσ ω ς τή β α ρ ύ τ η τ ά τους, τ ίς δ ια σ τ ά σ ε ις το υ ς κ α ί τ ίς ίδ ιό τ η τ έ ς τ ο υ ς ■ ό μ ω ς , ά π ό μ έ σ α , εν τ ό ς μα ς , ή ψ υ χ ή τ ο ύ ς ά π ο δ ίδ ε ι χ α ρ α ­ κ τ η ρ ισ τ ικ ά ό π ω ς α ύ τ ή ν ο μ ίζ ε ι. Ό θ ά ν α ­ τ ος ε ίν α ι τ ρ ο μ ε ρ ό ς γ ιά τ ό ν Κ ικ έ ρ ω ν α , έ π ιθ υ μ η τ ό ς γ ιά τ ό ν Κ ά τ ω ν α , ά δ ιά φ ο ρ ο ς γ ιά τό Σ ω κ ρ ά τ η . Υ γ ε ία , σ υ ν ε ίδ η σ η , ε ξ ο υ σ ία , γ ν ώ σ η , π λ ο ύ τ ο ς , ο μ ο ρ φ ιά κ α ί τ ’ ά ν τ ίθ ε τ ά τους, ό λ α ά π ο γ υ μ ν ώ ν ο ν τ α ι κ α τ ά τ ή ν ε ίσ ο δ ό τ ο υ ς κ α ί δ έ χ ο ν τ α ι ά π ό τ ή ν ψ υ χ ή νέ ο φ ό ρ ε μ α κ α ί σ τ ό χ ρ ώ μ α π ο ύ τής ά ρ έ σ ε ι — κ α φ έ τ ί, π ρ ά σ ιν ο , ά ν ο ιχ τ ό , σ κ ο ύ ρ ο , σ κ λ η ρ ό , μ α λ α κ ό , β α ­ θ ύ , ε π ι φ α ν ε ια κ ό — κ ι ό π ω ς σ τ ή ν κ ά θ ε ψ υ χ ή ά ρ έ σ ε ι ■ γ ια τ ί κ α μ ιά δ έ ν σ υ μ φ ώ ν η ­ σ ε μ έ τ ίς ά λ λ ε ς ν ά έ χ ο υ ν κ ο ιν ό ύφ ο ς , κ α ν ό ν ε ς κ α ί μ ο ρ φ έ ς : κ ά θ ε μ ι ά ε ίν α ι β α σ ίλ ισ σ α σ τ ή ν έ π ικ ρ ά τ ε ιά της. 'Ο π ό τ ε , ά ς μ ή ν π α ίρ ν ο υ μ ε σ ά ν α ιτ ιο λ ο γ ία τ ίς έ ξ ω τ ε ρ ικ έ ς ιδ ιό τ η τ ε ς τ ώ ν π ρ α γ μ ά τ ω ν : ά π ό έ μ ά ς έ ξ α ρ τ ά τ α ι ν ά τ ίς κ α τ α ν ο ή σ ο υ ­ μ ε ό π ω ς θ έ λ ο υ μ ε . Τ ό κ α λ ό μ α ς κ α ί τό κ α κ ό μ α ς δ έ ν έ ξ α ρ τ ά τ α ι π α ρ ά ά π ό έμά ς. Α ς π ρ ο σ φ έ ρ ο υ μ ε τ ίς π ρ ο σ φ ο ρ έ ς μ α ς κ α ί τά τ ά μ α τ ά μ α ς σ τ ο ύ ς έ α υ τ ο ύ ς μ α ς κ ι ό χ ι σ τ ή ν τ ύ χ η : τ ίπ ο τ α δ έ ν μ π ο ρ ε ί π ά ν ω σ τό χ α ρ α κ τ ή ρ α μα ς . ’Α ν τ ίθ ε τ α , α ύ τ ό ς

π α ρ α σ ύ ρ ε ι τήν τύχη κ α ί τήν κ α λ ο υ π ώ ν ε ι ά ν ά λ ο γ α μ έ τή μ ο ρ φ ή του. Γ ι α τ ί δ έ ν θ ά κ ρ ίν ω τ ό ν ’Α λ έ ξ α ν δ ρ ο τ ή ν ώ ρ α π ο ύ κ ά θ ε τ α ι σ τ ό τ ρ α π έ ζ ι, μ ιλ ώ ν τ α ς κ α ί π ί ­ νο ντα ς κ α τ ά τ ή ν όρ εξή του ή τ ή ν ώ ρ α π ο ύ π α ίζ ε ι πεσ σ ο ύς,·3 Π ο ιά χ ο ρ δ ή τής ψ υ χ ή ς τ ο υ α ύ τ ό τό ά φ ε λ έ ς κ α ί π α ι δ ι ά ­ σ τ ικ ο π α ιχ ν ίδ ι δ έ ν ά γ γ ίζ ε ι κ α ί δ έ ν κ ρ ο ύ ­ ε ι; ( Τ ό μ ισ ώ κ α ί τό ά π ο φ ε ύ γ ω , γ ια τ ί δ έ ν ε ίν α ι ά ρ κ ε τ ά π α ιχ ν ίδ ι κ α ί γ ια τ ί τ ό π α ίρ ­ νουμε πολύ στά σοβαρά σάν δ ια σ κ έ δ α σ η ■ ν τ ρ έ π ο μ α ι ν ά τ ο ύ ά φ ιε ρ ώ νω τήν πρ ο σο χή μου, π ο ύ θ ’ ά ρ κοϋ σ ε νά φ έ ρ ε ι σ έ π έ ρ α ς κ ά τ ι κ α λ ό ). Λ έ ν ή τ α ν λ ιγ ό τ ε ρ ο β ο υ τ η γ μ έ ν ο ς σ τ ή δ ο υ λ ε ιά , ό τ α ν π ρ ο ε τ ο ίμ α ζ ε τ ή ν π ε ρ ίφ η μ η έ κ σ τ ρ α τ ε ία το υ σ τ ίς ’Ιν δ ίε ς ■ ο ύ τ ε έ τ ο ϋ τ ο ς π ο ύ ξ ε μ ­ π ε ρ δ ε ύ ε ι κ ά π ο ιο κ ε ίμ ε ν ο [τ ώ ν Γ ρ α φ ώ ν ], ά π ό τ ό ό π ο ιο έ ξ α ρ τ ά τ α ι ή σ ω τ η ρ ία τ ο ύ ά ν θ ρ ώ π ιν ο υ γένο υς . Κ ο ιτ ά ξ τ ε π ό σ ο ή ψ υ χ ή μ α ς φ ο υ σ κ ώ ν ε ι κ α ί δ ιο γ κ ώ ν ε ι α ύ ­ τή τή γ ε λ ο ία δ ια σ κ έ δ α σ η ■ π ό σ ο ό λ α της τ ά ν ε ύ ρ α ε ίν α ι τ ε ν τ ω μ έ ν α ■ π ό σ ο π λ α τ ιά δ ίν ε ι σ τ ό ν κ α θ έ ν α τ ή ν ε υ κ α ιρ ία ν ά γ ν ω ­ ρ ίσ ε ι τ ό ν έ α υ τ ό τ ο υ κ α ί μ έ ο ρ θ ό τ ρ ό π ο ν ά τ ό ν κ ρ ίν ε ι. Σ έ κ α μ ιά ά λ λ η κ α τ ά σ τ α σ η δέν β λ έ π ω τόν έα υτό μο υ κ α ί δέν τόν ψ η λ α φ ώ έ ν δ ε λ ε χ έ σ τ ε ρ α . Π ο ιό π ά θ ο ς δ έ ν μ ά ς π ρ ο τ ρ έ π ε ι π ρ ό ς α ύ τ ό τ ό π α ιχ ν ί­ δ ι ; Ή ο ρ γ ή , ή π ρ ο σ β ο λ ή , τ ό μ ίσ ο ς , ή ά ν υ π ο μ ο ν η σ ία κ α ί μ ι ά ο ρ μ η τ ικ ή φ ιλ ο ­ δ ο ξ ία ν ά ν ικ ή σ ο υ μ ε , σ έ π ρ ά γ μ α ό π ο υ ή φ ιλ ο δ ο ξ ία ν ά ν ικ η θ ο ύ μ ε , θ ά ή τ α ν π ι ό σ υ γ χ ω ρ η τ έ α . Γ ι α τ ί ή σ π ά ν ια κ α ί π ά ν ω ά π ό τ ό κ ο ιν ό ά ν ω τ ε ρ ό τ η τ α σ έ π ρ ά γ μ α τ α έ π ιπ ό λ α ια , ε ίν α ι ά τ α ίρ ια σ τ η γ ιά κ α θ ώ ς π ρ έ π ε ι ά ν θ ρ ω π ο . Α ύ τ ό π ο ύ λ έω σ τήν π ρ ο κ ε ιμ έ ν η π ε ρ ίπ τ ω σ η , μ π ο ρ ε ί ν ά ε ιπ ω ­ θ ε ί σ έ ό λ ε ς τ ίς ά λ λ ε ς : κ ά θ ε κ ο μ μ α τ ά κ ι, κ ά θ ε ά σ χ ο λ ία τ ο ύ ά ν θ ρ ώ π ο υ τ ό ν π ρ ο δ ίν ε ι κ α ί τ ό ν ξ ε σ κ ε π ά ζ ε ι, ό μ ο ια μ έ ό π ο ια δ ή π ο τ ε ά λ λ η . Ό Δ η μ ό κ ρ ιτ ο ς κ ι ό Η ρ ά κ λ ε ιτ ο ς υ π ή ρ ξ α ν δ ύ ο φ ιλ ό σ ο φ ο ι, ά π ό τ ο ύ ς ό π ο ι­ ους, ό π ρ ώ τ ο ς , β ρ ίσ κ ο ν τ α ς μ ά τ α ιη κ α ί γ ε λ ο ία τ ή ν ά ν θ ρ ώ π ιν η μ ο ίρ α , δ έ ν έ μ φ α ν ιζ ό τ α ν σ τ ό ν κ ό σ μ ο π α ρ ά μ έ π ρ ό σ ω π ο κ ο ρ ο ϊδ ε υ τ ικ ό κ α ί γ ε λ α σ τ ό ■ ό Η ρ ά κ λ ε ι­ τος, έ π ε ιδ ή λ υ π ό τ α ν κ α ί σ υ ν έ π α σ χ ε γ ι ’ α ύ τ ή τ ή ν ίδ ια τή μ ο ίρ α μα ς , ε ίχ ε σ υ ν ε ­

45


χ ώ ς π ρ ό σ ω π ο λ υ π η μ έ ν ο κ α ί μ ά τ ια γ ε μ ά ­ τα δ ά κ ρ υ α , «ό έ ν α ς γελούσε, μ ό λ ις έ κ α ν ε έ ν α β ή μ α ά π ό τό σ π ίτ ι του ■ ό ά λλο ς, ά ν τ ίϋ ε τ α , έ κ λ α ιγ ε » 4. Π ρ ο τ ιμ ώ τ η ν π ρ ώ τ η δ ιά ϋ ε σ η , ό χ ι γ ια τ ’ ε ίν α ι π ι ό ε υ χ ά ρ ισ τ ο ν ά γ ε λ ά ς π α ρ ά ν ά κ λ α ϊς , ά λ λ ά γ ια τ ε ίν α ι π ι ό υ π ε ρ ο π τ ι­ κ ά π ε ρ ιφ ρ ο ν η τ ικ ό κ α ί μ ά ς κ α τ α δ ικ ά ζ ε ι π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο ά π ’ δ, τι ή ά λ λ η ■ κ α ί μ ο υ φ α ίν ε τ α ι π ώ ς π ο τ έ δ έ ν μ π ο ρ ο ύ μ ε ν ά π ε ρ ιφ ρ ο ν η ϋ ο ϋ μ ε δ σ ο τ ’ ά ξ ίζ ο υ μ ε . Ο ί­ κ τ ο ς κ ι έλεος ά ν α κ α τ ε ύ ο ν τ α ι μ έ κ ά π ο ια έ κ τ ίμ η σ η γ ιά δ ,τ ι ο ίκ τ ε ίρ ο υ μ ε ■ τά π ρ ά ­ γ μ α τ α π ο ύ κ ο ρ ο ϊδ ε ύ ο υ μ ε , τά ϋ ε ω ρ ο ϋ μ ε ά ν ά ξ ια . Δ έ ν ν ο μ ίζ ω κ α δ ό λ ο υ π ώ ς υ π ά ρ ­ χ ε ι μ έ σ α μ α ς τόσ η κ α κ ο τ υ χ ία δ σ η μ α τ α ιο δ ο ξ ία , ού τε τόσ η μ ο χ δ η ρ ία δ σ η β λ α ­ κ ε ία : δ έ ν ε ίμ α σ τ ε τό σ ο γ ε μ ά τ ο ι κ α κ ία δ σ ο μ η δ α μ ιν ό τ η τ α ■ δ έ ν ε ίμ α σ τ ε τόσ ο ά δ λ ιο ι δ σ ο ε ίμ α σ τ ε τ ιπ ο τ έ ν ιο ι. Έ τ σ ι, ό Δ ιο γ έ ν η ς , π ο ύ π ε ρ ιέ π α ιζ ε ω ς κ α ί τό ν έ α υ τ ό του, κ υ λ ώ ν τ α ς τό π ι δ ά ρ ι του κ ι ε ιρ ω ν ε υ ό μ ε ν ο ς τό Μ έ γ α ’Α λ έ ξ α ν δ ρ ο κ α ί μ ά ς δ ε ω ρ ο ϋ σ ε μ ύ γε ς ή ά σ κ ιά γ ε μ ά τ α άέ ρ α , ή τ α ν π ρ ά γ μ α τ ι π ι ό δ ρ ιμ ύ ς κ α ί π ι ό δ η κ τ ικ ό ς κ ρ ιτ ή ς — κ α ί κ α τ ά σ υ ν έ π ε ια π ι ό δ ίκ α ιο ς — κ α τ ά τη γ ν ώ μ η μ ο υ ά π ό τ ό ν Τ ίμ ω ν α , έ κ ε ϊν ο ν π ο ύ έ π ο ν ο μ ά σ δ η κ ε μ ισ ά ν δ ρ ω π ο ς . Γ ια τ ί, δ ,τ ι μ ισ ο ύ μ ε , τό π α ίρ ν ο υ μ ε σ τ ά σ ο β α ρ ά . Ό Τ ίμ ω ν ε υ χ ό ­ τ α ν τό κ α κ ό μ α ς, μ έ π ά δ ο ς έ π ιδ υ μ ο ϋ σ ε τ η ν κ α τ α σ τ ρ ο φ ή μα ς, ά π έ φ ευγ ε τή σ υ ν α ­ ν α σ τ ρ ο φ ή μ α ς σ ά ν π ρ ά γ μ α έ π ικ ίν δ υ ν ο , ά ν δ ρ ώ π ω ν κ α κ ώ ν , δ ιε φ δ α ρ μ έ ν ω ν ά π ό τή φ ύ σ η του ς - ό Δ ιο γ έ ν η ς μ ά ς ε ίχ ε τόσ ο λ ίγ η έ κ τ ίμ η σ η , ώ σ τ ε δ έ ν δ ά μ π ο ρ ο ύ σ α μ ε ού τ ε ν ά τό ν τ α ρ ά ξ ο υ μ ε , ού τ ε ν ά τ ό ν

β λ ά ψ ο υ μ ε μ έ τήν έπ α φ ή μ α ς ■ κ ι ά π έφ ε υγ ε τή σ υ ν τ ρ ο φ ιά μα ς, δ χ ι ά π ό φ ό β ο , ά λ λ ά έ π ε ιδ ή κ α τ α φ ρ ο ν ο ύ σ ε τό π ά ρ ε δώ σε μ α ζ ί μα ς ■ δέν μά ς δεω ρο ϋσε ικ α ­ ν ο ύ ς ού τ ε γ ιά ν ά κ ά ν ο υ μ ε τό κ α λ ό , ού τε τό κ α κ ό . Τ ό ν ίδ ιο χ α ρ α κ τ ή ρ α έ χ ε ι ή ά π ά ν τ η σ η τ ο ύ Σ τ α τ ίλ ιο υ , ά π ό τ ό ν ό π ο ιο ζήτ η σ ε ό Β ρ ο ύ τ ο ς ν ά σ υ μ μ ε τ ά σ χ ε ι σ τή σ υ ν ω μ ο σ ία κ α τ ά τ ο ύ Κ α ίσ α ρ α ■ β ρ ή κ ε τό ε γ χ ε ίρ η μ α δ ίκ α ιο , ά λ λ ά δ έ ν β ρ ή κ ε τ ού ς ά ν δ ρ ώ π ο υ ς ά ξ ιο υ ς γ ιά ν ά μ π ε ι κ α ν ε ίς σ έ ό π ο ιο δ ή π ο τ ε κ ό π ο ■ σ ύ μ φ ω ν α μ έ τή δ ι δ α σ κ α λ ία τ ο ύ Ή γ η σ ία , π ο ύ έλεγε δ τ ι ό σ ο φ ό ς δ έ ν ο φ ε ίλ ε ι ν ά κ ά ν ε ι τ ίπ ο τ α γ ιά τ ού ς ά λ λ ο υ ς π α ρ ά γ ιά τ ό ν έ α υ τ ό του, δ ε δ ο μ έ ν ο υ μ ά λ ισ τ α δ τ ι α υ τ ό ς μ ό ν ο ς ε ίν α ι ά ξ ιο ς ν ά κ ά ν ο υ ν ο ί ά λ λ ο ι κ ά τ ι γ ι’ α υ τ ό ν ■ κ α ί μ ’ έ κ ε ίν η τ ο ύ Θ ε ό δ ω ρ ο υ , δ τ ι ε ίν α ι ά δ ικ ία ν ά δ ια κ ιν δ υ ν ε ύ ε ι ό σ ο φ ό ς γ ιά τ ό κ α λ ό τής π α τ ρ ίδ α ς του κ α ί ν ά β ά ζ ε ι σ έ κ ίν δ υ ­ ν ο τή σ ο φ ία γ ιά τ ού ς τρελούς. Ή δ ικ ή μ α ς ιδ ια ίτ ε ρ η κ α τ ά σ τ α σ η ε ί­ ν α ι έ ξ ίσ ο υ γ ε λ ο ία δ σ ο κ α ί κ α τ α γ έ λ α σ τ η . Σημειώσεις: (1) Στό κείμενο υπάρχει ή λέξη essais, που στην έποχή τοϋ Μονταίνι δέν έχει τόσο τήν έννοια τοϋ «δοκιμίου», δσο την έννοια της «δοκιμής», τοϋ «πειράματος», της «έξέτασης», τοϋ «τέστ». (2) Στό κείμενο ύπάρχει ή λέξη ame (=ψυχή, anima), πού ώστόσο συχνά άρρηκτα συνδέεται μέ τήν άραιότερα χρησιμοποιούμενη άπό τόν Μονταίνι λέξη esprit ( — πνεύμα, animus). 'Έτσι, πιστεύουμε πώς ή λέξη ame μεταφέρει πλατύτερο νόημα, δπου ψυχή καί πνεύμα συνταιριάζονται κι έπιδροϋν ή πρώτη στό δεύτερο, κι (3) Ό Μονταίνι χρησιμοποιεί τή λέξη echecs, πού ση­ μαίνει «σκάκι», παιχνίδι πού άρχιζε νά γίνεται γνωστότε­ ρο στόν καιρό του. Προτιμήθηκε έδώ ή λέξη «πεσσοί» γιά ν* άποφευχθεΐ ό άναχρονισμός. Σημειώνεται δτι γάλλοι σχολιαστές δίνουν στή λέξη echecs τήν έρμηνεία «dames» ( = ντάμα, τό γνωστό παιχνίδι). (4) Ίουβενάλιος, Σάτιρα 10.

ΚΟΥΤΟΥΖΗ

Μ ΙΑ Φ ΑΣΟ ΑΙΑ Σ Τ Ο Ν ΟΥΡΑΝΟ Μ ΑΡΙΑΝ Ν Α "Ενα παραμύθι, πού θά μείνει στό χρόνο.. __________Σ ’ δλα τά βιβλιοπωλεία - τηλ. 3624081_________

46


Δημήτρης Π αναγιωτάτος

Φανταστικό καί επιστημονική φαντασία έννοια καί ιδεολογική λειτουργία Δε Μ ήταν υπερβολή αν μιλούσε κανείς, τά τρία τελευταία χρόνια, γιά έναν «έπιστημονικο-φαντασιακό όργασμό» στήν Ε λλάδα. Πληθαίνουν οί εκδοτικοί οίκοι πού εγκαινιάζουν σειρές επιστημονικής φαντασίας, έκδίδονται ειδικά περιο­ δικά, γράφονται άρθρα, προβάλλονται όλο καί περισσότερες ταινίες,- ιδρύεται κινηματογραφική «Λέσχη Φαντασίας καί ’Επιστημονικής Φαντασίας»... "Ολα αυτά, σάν ποσότητα όπωσδήποτε εντυπωσιακά, ενδιαφέρουν κύρια σάν προσφορά. Καί σάν προσφορά, εκείνο πού καλλιεργούν περισσότερο είναι ή σύγχυση. Στήν ερώτηση «διαβάζετε έπιστημονική φαντασία;», πόσες φορές δέν ακόυσα άπαντήσεις τού στύλ «Νταίνικεν κλπ.;» ή «“Α! Τά διαπλανητικά;» (!)


Φ ανταστικό καί επιστημονική φαντασία: μία βάση, δυο κατευθύνσεις Ή έκδοτική δραστηριότητα ή σχετική μέ την επιστημονική φαντασία στον ελληνικό χώρο χαρακτηρίζεται, κι αύτή, άπό τό πνεύ­ μα τοΰ νεοελληνικού αστικού αναρχισμού. (Τό ίδιο πού χαρακτήρισε τίς εκδόσεις κοινωνικο-πολιτικών δοκιμίων καί φιλοσοφι­ κών μελετών τήν περίοδο μετά τήν έπταετία). Γνώστες καί άνίδεοι εκδίδουν μανιωδώς δ,τι έπιλέξουν (οί πρώτοι) καί δ,τι τούς πέσει στά χέρια (οί δεύτεροι), άφοϋ τό είδος έγινε μόδα καί πουλιέται καλά. Παράλληλα, σειρές δπως «Μυστήρια τοΰ Σύμπαντος», «Έ ρευνα τοΰ Διαστήματος», Νταίνικεν καί U.F.O-λογία ταυτίζονται συχνά μέ τήν επι­ στημονική φαντασία — μέ τήν όποια δέν έχουν καμιά σχέση. ’Αλλά ή σύγχυση καλλιεργείται, άπό τήν άλλη μεριά, καί άπό τήν έλλειψη θεωρητικής ύποδομής. Τό βασικό ερώτημα «τί είναι ή επιστημονική φαντασία;» δέν έχει γίνει άκόμα άντικείμενο ουσιαστικής μελέτης. Οί ελά­ χιστες προσπάθειες γιά μιά παρουσίαση τής έπιστημονικής φαντασίας μέχρι σήμερα άποτελοΰν ιστορικές άναδρομές (περισσότερο ή λιγότερο πλήρεις) στίς σχολές, τά δημιουρ­ γήματα καί τούς δημιουργούς τοΰ είδους. Ό δρος «επιστημονική φαντασία» άλλοτε δέν άναλύεται καθόλου κι άλλοτε κρίνεται άρκετή ή ένταξή του στό «φανταστικό» γιά νά θεωρηθεί άναλυμένος. Ή ιδιαιτερότητα τής έπιστημονικής φαντασίας — ή differentia specifia της — παραμένει άπροσδιόριστη. ΓΓ αύτό καί βρίσκω προσφορότερη, μέσα άπ’ αύτές τίς σελίδες, μιά πρώτη προσπάθεια έννοιολογικοΰ προσδιορισμοΰ τής έπιστημο­ νικής φαντασίας (καί τοΰ «φανταστικοΰ»), καθώς καί τής ιδεολογικής λειτουργίας τους, άπό όποιαδήποτε άπαρίθμηση σχολών, τά­ σεων, συγγραφέων ή βιβλίων, μέ ή χωρίς κριτική διάθεση. Μιά τέτοια προσπάθεια θέλω νά έλπίζω πώς θά χρησιμεύσει σάν ύλικό γιά άλλες άναλύσεις τοΰ είδους (μέ διαφορετική άποψη ή διαφορετική βάση) καί, άμεσα ή έμμεσα, θά βοηθήσει σ’ ένα ξεκαθάρισμα τής σύγχυσης.

Συχνά έντάσσουν τή φιλολογία έπιστημο­ νικής φαντασίας στή φανταστική λογοτεχνία (γενικότερα, τήν έπιστημονική φαντασία στό φανταστικό). Καί μόνο ή άναφορά σέ έργα τοΰ φανταστικοΰ σέ άντιπαράθεση μέ έργα έπιστημονικής φαντασίας —■ή άντίστροφα — κάνει φανερό τό άδικαιολόγητο τής έντα­ ξης. Πραγματικά: πώς νά δικαιολογήσει κα­ νείς, κάτω άπό τόν δρο τής «φανταστικής λογοτεχνίας», τή συνύπαρξη έργων σάν τόν «Δράκουλα» τοΰ Μπράμ Στόουκερ, τό «Στρίψιμο τής Βίδας» τοΰ Χένρυ Τζέημς, τό «Μωρό τής Ρόζμαρι» τοΰ ’Ά ιρα Λέβιν (φαν­ ταστικό) μέ έργα σάν τόν «Φρανκενστάιν» τής Μαίρης Σέλλεΰ, τόν «’Αόρατο ’’Ανθρω­ πο» τοΰ Ούέλς, τό «Ταξίδι μέσα στό Χώρο καί στό Χρόνο» τοΰ Φίλιπ Κ. Ντίκ (έπιστη­ μονική φαντασία); Τό ίδιο στόν κινηματο­ γράφο: πώς νά συνυπάρξουν βρικόλακες, λυκάνθρωποι, μούμιες, φαντάσματα, ό διά­ βολος καί οί μεταμορφώσεις του (φανταστι­ κό) μέ σατανικούς έπιστήμονες, έξωγήινα δντα, μελλοντικές κοινωνίες, ταξίδια στό χρόνο (έπιστημονική φαντασία); Ή έπιστη­ μονική φαντασία δέν περιλαμβάνεται μέσα στό φανταστικό, δέν είναι μία άπό τίς εκ­ φράσεις του. Φανταστικό καί έπιστημονική φαντασία, σά δύο διαφορετικά είδη, έχουν τό καθένα τήν ίδιαιτερότητά του — καί τήν ιστορία του. (Τήν ιστορία του σάν είδος καθορισμένο, έννοεΐται. Γιατί στοιχεία τοΰ φανταστικοΰ καί τής έπιστημονικής φαντα­ σίας συναντά κανείς σ’ δλη τήν ιστορία τής τέχνης, κι άκόμα καί δείγματα πού μποροΰν νά χαρακτηριστούν σάν πρόδρομοι τοΰ ένός ή τοΰ άλλου είδους). Φανταστικό καί έπιστημονική φαντασία διαφέρουν άλλά, ταυτόχρονα, έχουν κοινή βάση (γι’ αύτό καί ή σχέση άνάμεσά τους είναι καθοριστική γιά τόν έννοιολογικό προσδιορισμό τους): στά έργα τοΰ φ αντασ τι­ κ ο ύ κ α ί τής έπισ τημονικής φ αντασ ίας συμ­ β α ίν ο υ ν φ αινό μενα π ο ύ άμφ ισβητοϋν τόν ρ ασ ιοναλισμ ό τοΰ κόσμου στόν ό π ο ιο εμφ α­ νίζονται. Στόν «Δράκουλα», ένα άπό τά

άντιπροσωπευτικότερα δείγματα τής φαντα­ στικής λογοτεχνίας πού μεταφέρθηκε άμέτρητες φορές στόν κινηματογράφο, έμφανίζονται πλάσματα τής νύχτας πού διατηρούν­ ται στή ζωή πίνοντας αίμα (βρικόλακες)· στό «Μωρό τής Ρόζμαρι», μοντέρνο φαντα­


στικό μυθιστόρημα, ό διάβολος κάνει έρωτα μέ την ήρωίδα, πού φέρνει στον κόσμο τό γιό του. Στόν «Φρανκενστάιν», μυθιστόρημαπρόδρομο τής επιστημονικής φαντασίας, κά­ νει την έμφάνισή του ένα ζωντανό τέρας, φτιαγμένο από σάρκες καί όργανα πτωμάτων· στόν «’Αόρατο "Ανθρωπο» ό ήρωας κατορθώνει καί γίνεται άόρατος, καί στό «Ταξίδι μέσα στό Χώρο καί στό Χρόνο» ό δρ. Πάρσον βρίσκεται τετρακόσια χρόνια μπροστά από την εποχή του κι ύστερα τετρα­ κόσια χρόνια πίσω! 'Ωστόσο, άν φανταστικό καί επιστημονική φαντασία χειρίζονται τό υπερφυσικό — έχουν έναν υπερφυσικό χαρακτήρα — δέν τό χειρίζονται μέ τόν ίδιο τρόπο. Μάλιστα ό τρόπος μέ τόν όποιο χρησιμοποιείται τό ύπερφυσικό (από τό φανταστικό ή τήν επι­ στημονική φαντασία) συνιστά καί τήν ιδιαι­ τερότητα κάθε είδους.

Τί είναι τό φανταστικό; Στό φανταστικό, τό ύπερφυσικό φαινόμε­ νο εμφανίζεται σ’ ένα κόσμο ρασιοναλιστικό αμφισβητώντας τή συνοχή αύτοϋ τοΰ κόσμου · ή εμφάνιση τοΰ ύπερφυσικοϋ γεν­ νάει μιά σύγκρουση (βασικό στοιχείο τοΰ φανταστικού) άνάμεσα σέ φυσικό καί ύπερ­ φυσικό, στή διάρκεια τής όποιας πότε αμφι­ σβητείται τό ένα γιά νά ενδυναμωθεί τό άλλο καί πότε συμβαίνει τό άντίστροφο, χωρίς τελικά νά αναιρείται κανένα. Αύτή είναι καί ή πιό γνήσια μορφή τοΰ φανταστικοΰ πού, μέ τίς ταινίες τοΰ Ζάκ Τουρνέρ, έδωσε κινημα­ τογραφικά αριστουργήματα («Οί Ά νθ ρ ω ποι-Γάτοι», «Περπάτησα μέ ένα Ζόμπι», «Ή Νύχτα τοΰ Δαίμονα»), Τίς περισσότερες φο­ ρές δμως ή σύγκρουση παίρνει τόν χαρακτή­ ρα μιας θανάσιμης πάλης πού έξομοιώνεται μέ τήν πάλη άνάμεσα στό Καλό (φυσικό) καί τό Κακό (ύπερφυσικό), στήν οποία τελικά θριαμβεύει τό φυσικό. Στόν «Δράκουλα» ό βρικόλακας εξοντώνεται άπό τόν αμείλικτο εχθρό του, δόκτορα Βάν Χέλσιγκ. Οί διάφο­ ρες μεταμορφώσεις τοΰ διαβόλου, λυκάν­ θρωποι, άλλα άνθρωπόμορφα τέρατα, μού­ μιες, φαντάσματα, θά έχουν τήν ίδια τύχη.

’Αλλά κάθε είδος έχει μιά ιστορία, καί είναι αδύνατος ό προσδιορισμός τής έννοιας καί τής ιδεολογικής λειτουργίας του χωρίς τά κοινωνικο-πολιτικά δεδομένα τής εποχής του. Τό φανταστικό, είτε στή λογοτεχνία είτε

Ό Κρίστοφερ Λή στήν κινηματογραφική μεταφορά τοΰ «Δράκουλα» τοΰ Μπράμ Στόουκερ (1958, σκηνοθεσία τοΰ Τέρενς Φίσερ)

στόν κινηματογράφο, εμφανίζεται πάντα σέ περιόδους πού ύπάρχει μ ιά σοβαρή ο ικ ο ν ο ­ μ ικ ή κ α ί ιδ εολο γική κρίση. Στή λογοτεχνία, τό φανταστικό κάνει τήν έμφάνισή του στό τέλος τοΰ δέκατου δγδοου αιώνα, δταν ή άριστοκρατία χάνει τήν πολιτική εξουσία σέ δφελος τής αστικής τάξης. Στή συνέχεια τό φανταστικό επανεμφανίζεται τόν εικοστό αιώνα κύρια στόν κινηματογράφο, σέ διάφο­ ρες χώρες, καί πάντα τήν περίοδο μιας κρίσης: στή Γερμανία τό 1920 μέ τόν γερμα­ νικό έξπρεσσιονισμό (ή ταραγμένη περίοδος μετά τόν πρώτο πόλεμο) · στήν ’Αμερική τό 1930 μέ τή χρυσή έποχή τοΰ φανταστικοΰ κινηματογράφου (ή κρίση τοΰ ’29)· στήν ’Αγγλία μετά τό 1950, δταν ό σκηνοθέτης Τέρενς Φίσερ ξαναζωντανεύει στήν όθόνη τόν Δράκουλα καί τόν Φρανκενστάιν (τό τέλος τής Βρετανικής Αύτοκρατορίας).

Ποιά είναι ή σχέση άνάμεσα στήν κρίση πού εκφράζει τό φανταστικό (τή σύγκρουση φυσικοΰ-ύπερφυσικοΰ) καί τήν οικονομική 49


καί ιδεολογική κρίση που υπάρχει κάθε φορά που αυτό έμφανίζεται; Πιό συγκεκρι­ μένα: ποιά ή σχέση ανάμεσα στή σύγκρουση φυσικοΰ-ύπερφυσικοΰ καί τά κοινωνικά καί πολιτικά δεδομένα στό τέλος τοΰ δέκατου όγδοου αιώνα; Ερώτημα θεμελιακό, πού όδηγεϊ στόν προσδιορισμό ένός βασικού χα­ ρακτηριστικού τοΰ φανταστικού: τό φαντα­ στικό δείχνει μιά κρίση αλλά πάντα τήν ίδια (φυσικό ενάντια σέ ύπερφυσικό) καί μέ τόν ίδιο πάντα ήθικολογικό χαρακτήρα: στό επί­ πεδο τοΰ φανταστικού ό αναγνώστης έχει νά κάνει μέ τίς «αιώνιες» δυνάμεις τού Καλού καί τοΰ Κακού, μέ μιάν «αιώνια» ανθρώπινη φύση. Είναι ώστόσο δυνατό, μέ βάση τή δεδομένη κρίση τής εποχής, νά διαπιστωθεί τί κρύβεται πίσω ά π όλα αυτά: νά αναγνω­ ριστεί, πίσω άπό τήν (άταξική) σύγκρουση φυσικοΰ-ύπερφυσικού, ό (ταξικός) άνταγωνισμός μπουρζουαζίας-άριστοκρατίας (ή αστικού ματεριαλισμού/φυσικοΰ-θεοκρατικής ίδεολογίας/ύπερφυσικοΰ) καί, παρα­ πέρα, ή κυριαρχία τοΰ πρώτου πάνω στή δεύτερη (ό άστικός ματεριαλισμός/φυσικό θριαμβεύει πάνω στή θεοκρατική ιδεολογία/ υπερφυσικό). Τό βασικό χαρακτηριστικό τού φανταστικού προσδιορίζεται έτσι περισ­ σότερο: τ ό φ α ν τ α σ τ ι κ ό έ π α ν ε γ γ ρ ά φ ε ι τ ή ν π ρ α γ μ α τ ι κ ή κ ρ ίσ η σ ’ ένα ά λ λ ο έ π ί π ε δ ο — κ α & α ρ ά μ ε τ α φ υ σ ικ ό — κ ά ν ο ν τ ά ς τ η ν ν ά ε ίν α ι α λ λ ά κ α ί ν ά μ ή ν ε ίν α ι ά ν α γ ν ω ρ ίσ ιμ η .

’Αρκετά γενικά, θά μπορούσε κανείς νά συμπεράνει πώς ή ιδεολογική λειτουργία τοΰ φανταστικού τόν δέκατο όγδοο αιώνα ήταν νά ενδυναμώσει, μ’ έναν αταξικό τρόπο, μιά ταξική υπόθεση αντανακλώντας τό δύσκολο πέρασμα άπό τήν αριστοκρατική στήν αστι­ κή ιδεολογία. •

Πώς παρουσιάζεται στό φανταστικό ό άστικός ματεριαλισμός; Στόν «Δράκουλα», ό Κόμης — εκπρόσωπος τής αριστοκρατίας — εξοντώνεται άπό τόν δόκτορα Βάν Χέλσιγκ, εκπρόσωπο τού άστικοΰ ματεριαλι­ σμού. Έ νός ματεριαλισμού πού δέν έχεν καμιά σχέση μ’ έναν αυθεντικό ματεριαλι­ σμό, άφοΰ δέν άναιρεί τόν χαρακτήρα τού υπερφυσικού άλλά άπλώς κατορθώνει νά τό δαμάσει. Στήν ερώτηση «υπάρχει υπερφυσι­ κό;», ό άστικός ματεριαλισμός των έργων τού φανταστικού άπαντάει «ναί, υπάρχει, άλλά μπορούμε νά κυριαρχήσουμε πάνω του». Καθόλου περίεργο, λοιπόν, πού ό «ματεριαλιστής» Βάν Χέλσιγκ (πρόσωποκλειδ,ί στό φανταστικό, πού εκπροσωπεί τόν άπαραίτητο «ειδικό» μέ τίς άνανκαίες γνώ­ 50

σεις γιά τήν αντιμετώπιση τοΰ υπερφυσι­ κού), γιά νά εξοντώσει τόν βρικόλακαΔράκουλα, χρησιμοποιεί τό σταυρό, τή σφή­ να, τό σκόρδο! Ά π ό τή στιγμή πού άποδέχεται τό υπερφυσικό, είναι ύποχρεωμένος νά άποδεχτεΐ καί ολο τό άνάλογο μυθοποιημένο φολκλόρ πού τό συνοδεύει. Ό φανταστικός κινηματογράφος άποτελεϊ άστείρευτη πηγή ένός τέτοιου φολκλόρ: ό διάβολος άντιμετωπίζεται μέ έξορκισμούς, ό λυκάνθρωπος μέ άσημένιες σφαίρες στήν καρδιά, ή μούμια μέ τήν άνάγνωση παπύρων... Τά τελευταία χρόνια ό ματεριαλισμός τού φανταστικού φτάνει μέχρι τό σημείο νά δεί­ χνεται άνίκανος νά άντιμετωπίσει τό υπερ­ φυσικό: στό «Μωρό τής Ρόζμαρι» κυρίαρχος είναι τελικά ό διάβολος, ενώ ό «ειδικός» (Χάτς) πεθαίνει μετά άπό κώμα σέ μιά κλινική χωρίς νά μπορέσει νά βοηθήσει ούσιαστικά τήν ήρωίδα. Βιβλία καί ταινίες σάν τόν «Έξορκιστή» — δπου δλα εμφανίζονται άνώφελα γιά τήν περίπτωση μιας «δαιμονι­ σμένης» μικρής, έκτος, φυσικά, άπό τόν πανίσχυρο έξορκισμό — δείχνουν καθαρό­ τερα τό είδος τοΰ μοντέλου πού προβάλλεται άπό τήν κυρίαρχη τάξη (άλλά καί τήν άποσύνθεσή του). •

"Ωστε τό φανταστικό δείχνει πάντα μιά κρίση, πού δέν είναι δμως ή πραγματική καί έπομένως, σέ σχέση μέ τήν πραγματική κρί­ ση, τήν άναπαριστά άλλά καί δχι, τή δείχνει άλλά ταυτόχρονα τήν κρύβει. Μάλιστα στόν εικοστό αιώνα, ή σχέση τής κρίσης πού εκφράζει τό φανταστικό μέ τήν πραγματική κρίση είναι δυσκολότερα προσδιορίσιμη, άφού, παράλληλα μέ τήν έπανεγγραφή τής πραγματικής κρίσης σέ μεταφυσικό έπίπεδο, έπιδιώκεται μιά χωρο-χρονική μετατόπιση πού πραγματοποιείται μ ’ ένα ι σ τ ο ρ ι κ ό ά λ λ ο ν ή ά λ λ ο τ ε : δέν είναι τυχαίο τό γεγονός πώς τά σύγχρονα έργα τοΰ φανταστικού είτε είναι έργα «έποχής» (έγκλωβισμένα δηλαδή στό παρελθόν) είτε έκτυλίσσονται σ’ ένα χώρο άποκομμένο άπό κάθε ουσιαστικό κοινωνι­ κό περίγυρο (τά άπειρα νησιά τού φανταστι­ κού κινηματογράφου, οί παράξενες πόλεις τού Λόβκραφτ) ή βασίζονται σέ μύθους τού παρελθόντος (παρόν δέσμιο στό παρελθόν). Σ’ δλες τίς περιπτώσεις ένας ορισμένος έξωτισμός λειτουργεί άνατρεπτικά γιά μιά συγκεκριμένη άναφορά στήν έκάστοτε πρα­ γματικότητα. Α κόμα δυσκολότερα προσδιορίσιμη είναι καί ή άντανάκλαση τοΰ σύγχρο­ νου φανταστικού: ένώ τό φανταστικό τοΰ δέκατου δγδοου αιώνα άντανακλάει τό δύσ-


Ό έξορκιστής», βασισμένη στό όμώχ

κολο πέρασμα άπό τήν αριστοκρατική στήν αστική ιδεολογία — τό πέρασμα άπό τήν κυριαρχία μιας τάξης στήν κυριαρχία μιας άλλης — τό φανταστικό τοΰ εικοστού αιώνα άντανακλάει, μέ βάση τίς έμφανίσεις του στήν κινηματογραφική βιομηχανία (19201930-1950), τό δύσκολο πέρασμα άπό τόν φιλελεύθερο καπιταλισμό στόν καπιταλισμό των μονοπωλίων — δηλαδή μιά βαθιά άντίθεση στήν καρδιά τής ίδιας τής άστικής τάξης, ένα σχίσμα άνάμεσα στήν παραδοσια­ κή άστική ηθική, άπό τή μιά μεριά, καί τόν άμοραλισμό, άπό τήν άλλη. (Αύτό πού κάνει τόσο έπώδυνη τήν ένοχη συνείδηση στό φαν­ ταστικό τοΰ εικοστού αιώνα).

Δεν είναι ωστόσο τουλάχιστο περίεργη ή έπαναχρησιμοποίηση τοΰ φανταστικού — σάν είδους πού δείχνει πάντα μιά κρίση — άπό τήν άστική τάξη τίς περιόδους άκριβώς

υϋιστόρημο

των κρίσεών της; ’Ακόμα κι άν πάρει κανείς υπόψη του τόν τρόπο λειτουργίας τοΰ φαν­ ταστικού (νά δείχνει κρύβοντας), γιατί ή κυρίαρχη τάξη νά φανερώνει, έστω μ’ αύτό τόν τρόπο, τίς οικονομικές καί ιδεολογικές κρίσεις της; Έδώ μιά ικανοποιητική άπάντηση δέν μπορεί παρά νά βασιστεί καί στό ψυχαναλυτικό επίπεδο τού προβλήματος: στόν έξορκιστικό χαρακτήρα τοΰ φανταστι­ κού. Τό κοινό, βλέποντας τούς φόβους καί τά φαντάσματα του υλοποιημένα μέσα άπό μορφές κωδικοποιημένες (δλο τό «κλίμα» των έργων τού φανταστικού) καί σέ μιά σχέση σύγχυσης μέ τήν πραγματικότητα (ναί, υπάρχει κρίση, άλλά όχι αυτή πού δείχνε­ ται), εκτονώνεται. Καί είναι καθησυχαστικό γι’ αύτό τό κοινό νά γίνεται μάρτυρας τοΰ θριάμβου τοΰ άτομικισμοΰ (τοΰ ναρκισσι­ σμού των ηρώων τού φανταστικού), ένώ ή άτομικότητα τοΰ ίδιου συνθλίβεται όλο καί περισσότερο άπό τούς μηχανισμούς τού κα­ πιταλιστικού συστήματος. 51


Τί είναι ή επιστημονική φαντασία; Στήν έπιστημονική φαντασία, τό τέρας τοΰ Φρανκενστάιν δέν εκπροσωπεί — δπως ό Δράκσυλας — σκοτεινές δυνάμεις · ό ’Α ό­ ρατος "Ανθρωπος δέν είναι ύπερφυσικό ον, ούτε είναι υπερφυσικό δν ό δόκτορας Πάρσον (πού μετακινείται μέσα στό χώρο καί στό χρόνο). "Ολα αύτά τά ανεξήγητα παρου­ σιάζονται, άπλούστατα, σάν προϊόντα μιας έφεύρεσης: στό έργο τής Σέλλεϋ ό βαρώνος Φρανκενστάιν, μεγαλοφυής επιστήμονας, κατασκευάζει έναν άνθρωπο μέ ξένες σάρ­ κες καί δργανα δίνοντάς του ζωή μέσα στό εργαστήριό του · στόν «’Αόρατο "Ανθρωπο» ένας άλλος επιστήμονας άνακαλύπτει ένα φάρμακο πού τόν κάνει άόρατο, ενώ στό «Ταξίδι μέσα στό Χώρο καί στό Χρόνο» ό δόκτορας Πάρσον μετακινείται στό χωρό­ χρονο χάρη σέ μιά μηχανή πού έχουν ανακα­ λύψει άνθρωποι τοΰ 2405 · στίς μελλοντικές κοινωνίες πού περιγράφονται στά έργα επι­ στημονικής φαντασίας, είναι αρκετό νά δε­ χτεί κανείς σά δεδομένη μιά νέα ανακάλυψη (ή νέες άνακαλύψεις) γιά νά έξηγηθοΰν δσα ανεξήγητα, σύμφωνα μέ τά σημερινά δεδομέ­ να, συμβαίνουν. Είναι φανερό πώς εκείνο πού χαρακτηρί­ ζει τήν έπιστημονική φαντασία είναι μιά εφεύρεση, πού στηρίζεται σέ μιά ύποθετική εξέλιξη τής επιστήμης· άπό τή στιγμή πού θά δεχτεί κανείς τήν εφεύρεση σά δεδομένη, θά είναι αύτόματα καί σέ θέση νά εξηγήσει δλα δσα συμβαίνουν. ’Αντίθετα άπό τό φαν­ ταστικό, ή έπιστημονική φαντασία χρησιμο­ ποιεί τό ύπερφυσικό δχι γιά νά τό κατανικήσει άναγνωρίζοντάς το, άλλά γιά νά άναιρέσει έντελώς τόν χαρακτήρα του. Γιά τήν έπιστημονική φαντασία, δέν ύπάρχει ύπερφυσικό· ή, καλύτερα, ύπάρχει άλλά μονάχα φ αινο μενικά , σά σειρά φανταστικών στοιχείων πού άναιροΰνται μέσα άπό ένα προτσές ρασιοναλιστικής διασαφήνισης. Πράγμα πού δέ σημαίνει, βέβαια, πώς ή έπιστημονική φαντασία έχει έπιστημονικό χαρακτήρα. (Γιατί μπορεί νά μήν έχει — καί τίς περισσότερες φορές δέν έχει — τίποτα τό έπιστημονικό.) Ή έπιστημονική φαντασία είναι βασικά μυθοπλασία (fiction), στηρι­ γμένη σ’ ένα ύποθετικό «άν» μέ έπιστημονι­ κό περίβλημα. ’Ακόμα κι δταν ένα έργο έπιστημονικής φαντασίας στηρίζεται σέ έπιστημονικά δεδομένα, ποτέ αύτά τά δεδομένα δέν άρκοΰν γιά νά έρμηνεύσουν έπιστημονι52

κά τό άνεξήγητο φαινόμενο. Τό βάρος δέν δίνεται στήν έπιστημονικότητα τής ερμηνεί­ ας τοΰ φαινόμενου άλλά στήν «έπιστημονι­ κή» άληθοφάνεια αύτής τής έρμηνείας.

Είδος πού έχει τίς ρίζες του στήν Εύρώπη (Συρανό ντέ Μπερζεράκ, Τζόναθαν Σου'ιφτ, Μαίρη Σέλλεϋ, ’Ιούλιος Βέρν, Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Χέρμπερτ Τζώρτζ Ούέλς) άλλά πού βρήκε τήν προσφορότερη άνάπτυξή του στήν ’Αμερική μετά τό 1920, ή έπιστη­ μονική φαντασία άντανακλάει, δπως καί τό φανταστικό, τήν κυριαρχία τοΰ άστικοΰ μα­ τεριαλισμού. Ε νό ς ματεριαλισμού πού έδώ άναιρεϊ τό ύπερφυσικό στό δνομα τής έπιστήμης άλλά δχι φυσικά καί τήν ίδια του τήν άστική καταγωγή: έπιστήμη καί τεχνική στήν έπιστημονική φαντασία προβάλλονται σέ «γνήσια κατάσταση», σά μιά άθώα άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων, χωρίς νά παίρνεται ύπόψη ή διαφοροποίηση τών κοι­ νωνικών σχέσεων έξαιτίας αύτής άκριβώς τής άνάπτυξης. Αύτό πού «ξεχνιέται» λοι­ πόν είναι άπλούστατα ή ταξική πάλη.

’Εκφραστής τής κυρίαρχης έπιστήμης καί τεχνικής, ή έπιστημονική φαντασία έχει σά βασική ιδεολογική λειτουργία τήν ένδυνάμωσή τους. (Ε κ εί δπου ή άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων έχει φτάσει σέ ύψηλότερο έπίπεδο, έκεΐ παράγεται καί ή περισ­ σότερη έπιστημονική φαντασία: στίς ιμπερι­ αλιστικές χώρες.) Ή κυρίαρχη έπιστήμη είτε δικαιώνεται ολοκληρωτικά είτε «κριτικάρεται». Ό μω ς άκόμα κι δταν κριτικάρεται, ή κυρίαρχη έπιστήμη ούσιάστικά δικαιώνεται, άφοΰ ή «κριτική» δέν άμφισβητεΐ τό ίδιο τό σύστημα άλλά ορισμένες κακές έφαρμογές του πού παραγνωρίζουν τόν άνθρώπινο παράγοντα. Ό ούμανισμός τής έπιστημονι­ κής φαντασίας, στήν καλύτερη περίπτωση, προσπαθεί (μάταια) νά έξαφανίσει τίς άντιφάσεις τοΰ καπιταλιστικού συστήματος, καί στή χειρότερη, οδηγεί στήν όπισθοδρομικότητα καί τό σκοταδισμό («θάνατος στίς μη­ χανές»). Τίς φορές πού τό σύστημα τελικά καταδικάζεται, δέν καταδικάζεται σά συγ­ κεκριμένο σύστημα άλλά στό δνομα αιώνιων προβλημάτων τοΰ άνθρώπου πού κανένα σύστημα δέν μπορεί νά ικανοποιήσει: είναι οί φορές πού ή έπιστημονική φαντασία πέ­ φτει στή μεταφυσική («2001: Ή ’Οδύσσεια τοΰ Διαστήματος»: έπίδειξη τεχνολογικής


Φ ανταστικό, έπιστημονική φ αντασία καί προοδευτικότητα 'Ωστόσο, είναι μηχανιστικό νά μή βλέπει κανείς στό φανταστικό καί τήν έπιστημονική φαντασία παρά μιά ακόμα παραλλαγή τού «οπίου των μαζών». Αύτή ή πλευρά αναλύ­ θηκε ήδη. ’Αλλά δέν μπορεί νά παραγνωρί­ σει κανείς πώς φανταστικό καί έπιστημονική φαντασία απαντούν σ’ ένα λαϊκό αίτημα πού, &ν καί ικανοποιείται λανθασμένα, όμως δέν παύει νά ύπάρχει. Κι αύτό έξηγεί τήν έπιτυχία τού φανταστικού καί τής έπιστημονικής φαντασίας σ’ ένα λαϊκό κοινό.

σκηνοθεσία τον Μπάνρον Χάσκιν)

ισχύος καί άρρωστη ψυχή). Στόν κινηματο­ γράφο ή επιστημονική φαντασία συγκεντρώ­ νει κατά κανόνα όλα τά στοιχεία τοϋ «θεά­ ματος» (με τή χολλυγουντιανή αντίληψη), όταν δέ χρησιμοποιείται επιπλέον όπως τό φανταστικό: γιά νά μιλήσει σιωπώντας, νά δείξει κρύβοντας (τά διάφορα τέρατα καί οΐ εξωγήινοι τής μακαρθικής ’Αμερικής δέν εκπροσωπούν παρά τό φάντασμα πού στοι­ χειώνει τόν κόσμο — τόν κόκκινο κίνδυνο — καί στρατός κι αστυνομία συνεργάζονται ιδανικά γιά νά τά έξοντώσουν).

Στό ψυχαναλυτικό επίπεδο, ή επιστημονι­ κή φαντασία λειτουργεί ανάλογα μέ τό φαν­ ταστικό. Φόβοι καί φαντάσματα έξορκίζονται μέ τό νά μεγαλοποιούνται στό σήμερα (σ’ αύτή τή βάση στηρίχτηκαν καί οί ταινίες «καταστροφής») ή τό μέλλον κάνοντας περισσότερο υποφερτό τό παρόν, ενώ ούτοπιστικές αναζητήσεις δίνουν διέξοδο στήν έπιθυμία/έλπίδα...

'Ό σον αφορά τό φανταστικό, θά μπορού­ σε νά μιλήσει κανείς γιά μιάν άμοίβαία σχέση άνάμεσα στήν άναζήτηση μιας ταξικής συνείδησης καί τή διαρκή άναζήτηση τών πηγών πού προϋποθέτει τό φανταστικό: άν ό ναρκισσισμός — στοιχείο τού φανταστικού πού πηγάζει άπό τόν ατομικισμό τών ηρώων του — είναι ή γοητεία απέναντι στόν ίδιο τόν έαυτό σου, είναι έπίσης ή περιέργεια απέ­ ναντι στόν έαυτό σου καί, άπό κεί, στίς καταβολές σου. Πίσω άπό τή διαμάχη τού φανταστικού δέν θά πρέπει νά άναγνωρίσει κανείς τή σκιά τών γονέων; Πίσω άπό τή σχέση ήθικής/θρησκείας τήν εικόνα τής μη­ τέρας καί πίσω άπό τή σχέση έπιστήμης/ γνώσης τήν εικόνα τού πατέρα; ’Αλλά καί σέ έπίπεδο κοινωνικοπολιτικό: πίσω άπό τή σύγκρουση τού φαν­ ταστικού δέ θά μπορούσε νά άναγνωρίσει κανείς, κάτω άπό ορισμένες προϋποθέσεις, τήν ίδια τήν ταξική πάλη; ’Αφού πίσω άπό τή σύγκρουση φυσικού - ύπερφυσικοΰ υπο­ βόσκει ή σύγκρουση άστικής τάξης - άριστοκρατίας, δέ θά μπορούσε ή τελευταία, προσ­ αρμοσμένη στίς σημερινές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, νά άποτελέσει προσδιοριστικό μιας ταξικής προέλευσης, παράγοντα ταξι­ κής συνειδητοποίησης; 'Ένα τέτοιο πείραμα έπιχειρεϊται μέ τήν ταινία «Τό ’Εργοστάσιο τού Βρικόλακα»*, προσπάθεια ιδεολογικής μεταστροφής τού παραδοσιακού φανταστι­ κού κινηματογράφου. Ή σύγκρουση τού άριστοκράτη βρικόλακα μέ τόν έπιστήμονα άστό μετατρέπεται, σύμφωνα μέτά σημερινά δεδομένα, σέ σύγκρουση άνάμεσα στόν έκμε* «L ’Usine du Vampire» (1976), γαλλική ταινία σέ σενά­ ριο καί σκηνοθεσία Ντενί Λεβύ καί Δημήτρη Παναγιω-

53


ταλλευτή αστό (ό πατρώνος/βρικόλακας εν­ ός εργοστάσιου) καί τό λαό (οί έργάτριες καί οί χωρικοί τής περιοχής) · έτσι ή σύγκρουση θεοκρατικής ιδεολογίας καί αστικού ματερι­ αλισμού μετατρέπεται σε σύγκρουση άστικοΰ ματεριαλισμού καί διαλεκτικού ύλισμοΰ. Μένει τό πρόβλημα τής ύπαρξης τού ύπερφυσικοΰ: μένει άρνητικό τό γεγονός πώς ό βρικόλακας (αριστοκράτης ή άστός) ύπάρχει καί πίνει αίμα. Ό μ ω ς κι αύτός ό υπερφυσικός χαρακτήρας δέ θά μπορούσε νά άναιρεθεΐ, χωρίς νά πάψει ή ταινία νά ανήκει στό φανταστικό; Ό Μάρξ όνομάζει τό κεφάλαιο βρικόλακα πού πίνει τό αίμα των μαζών. Α λλά τό λέει κι ό λαός: «τού ήπιε τό αίμα» (τόν εκμεταλλεύτηκε). Έ να πέρασμα άπό τόν ύπερφυσικό χαρακτήρα (ναί, ό βρικόλακας είναι πλάσμα τής νύχτας πού τρέφεται μέ αίμα) στόν συμβολικό (ό βρικόλακας είναι ό καπιταλιστής πού εκμε­ ταλλεύεται τό λαό), πέρασμα πού έπιχειρεΐται στήν ταινία, δέ θά μπορούσε νά άναιρέσει τήν άντιδραστική υφή τού φανταστικού;

Πολύ περισσότερο προσφέρεται γιά τέτοι­ ες ιδεολογικές μεταστροφές ή επιστημονική 54

φαντασία. Είδος τού εικοστού αιώνα — σέ αντίθεση μέ τό φανταστικό, πού επιστρατεύ­ τηκε άπό τό χτές γιά νά έξορκίσει τά φαντά­ σματα τού σήμερα — ή επιστημονική φαντα­ σία άντανακλάει αντιθέσεις τού αιώνα στήν πλήρη τους άνάπτυξη. Καί ύπάρχουν ήδη έργα της πού χαρακτηρίζονται άπό μιά προοδευτικότητα, τουλάχιστο στή διαγραφή κύ­ ριων άντιθέσεων: άπολογητής τής κυρίαρχης επιστήμης, ή επιστημονική φαντασία αποτε­ λεί, ταυτόχρονα, προπαγάνδα αλλά καί καταγγελία της· εκφραστής τού Ιμπεριαλι­ σμού των χωρών πού τήν καλλιέργησαν, εκφράζει τήν ίδια στιγμή καί τήν αντίθεσή της απέναντι του. Θά ήταν ενδιαφέρον νά εξεταστεί μιά «παράλληλη διαδρομή» επι­ στημονικής φαντασίας καί αστυνομικού μυ­ θιστορήματος: μέ τόν ίδιο τρόπο πού τό αστυνομικό μυθιστόρημα πέρασε, άπό τίς άνώδυνες ιστορίες μιας Ά γκ ά θα Κρίστι καί τήν ενδυνάμωση τού σχήματος «καλός άστυνομικός-κακός έγκληματίας», σέ μιά ουσια­ στική κοινωνική κριτική μέσα άπό τή «σερί νουάρ», μέ τόν ίδιο τρόπο ή επιστημονική φαντασία — άντικαθιστώντας τό άστυνομικό μυθιστόρημα στήν κυριαρχία του — πέ­ ρασε άπό τά άνώδυνα διαπλανητικά ταξίδια (τήν «όπερα τού διαστήματος») στό στάδιο τής ωριμότητάς της.


Θεμελιακό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε τό γεγονός πώς στήν έπιστημονική φαντασία ό ύπερφυ­ σικός χαρακτήρας αναιρείται μέ βάση ένα υποθετικό «άν». Κι ενα τέτοιο ύποθετικό «αν» δεν έχει τίποτα τό άρνητικό, έστω κι άν δε στηρίζεται ποτέ σέ επιστημονικά δεδομέ­ να άλλά είναι απλώς επιστημονικά αληθο­ φανές. Στήν ούσία, πρόκειται γιά μιά υπόθε­ ση, που δμως έντάσσεται σέ πλαίσια πρα­ γματικά. Εκείνο πού ενδιαφέρει κύρια τό συγγραφέα, άλλά καί τόν αναγνώστη επιστη­ μονικής φαντασίας, είναι ή χρησιμοποίηση αύτής της ύπόθεσης: δταν ό Φίλιπ Ντίκ, στό «Ταξίδι μέσα στό Χώρο καί στό Χρόνο», χρησιμοποιεί τήν ύποθετική μηχανή τοϋ χρόνου, δέν τόν ενδιαφέρει κάν άν αύτό μπορεί νά γίνει κάποτε ή δχι · έκεΐνο πού τόν ενδιαφέρει είναι, γυρίζοντας πίσω στό χρό­ νο, νά κάνει τήν κριτική μιας συγκεκριμένης εποχής δείχνοντας ταυτόχρονα τά χωροχρονικά παράδοξα ή, πηγαίνοντας μπροστά, νά συγκρίνει μιά μελλοντική κοινωνία μέ τή σημερινή — νά περιγράφει δηλαδή δυό ιστο­ ρικές στιγμές σέ ανισότητα ανάπτυξης, από τήν άποψη τών εσωτερικών άντιθέσεών τους. Τό ίδιο ό ’Ά ιρα Λέβιν: δταν χρησιμο­ ποιεί τό ύποθετικό «άν» τών όμοιωμάτων στις «Παράξενες Γυναίκες τοϋ Στέπφορντ», δέν τόν ένδιαφέρει παρά γιά νά καταγγείλει μιά δεδομένη ανδροκρατική κοινωνία μέσα από μιά προοδευτική ματιά. Τό ίδιο ό Νόρ­ μαν Σπίνραντ: δταν, στούς «Πράκτορες τοϋ Χάους», χρησιμοποιεί τήν ύποθετική συνέ­ νωση ’Αμερικής καί Ρωσίας στό μακρινό μέλλον, τό κάνει γιά νά βρει τή δυνατότητα νά άναφερθεϊ σ’ έναν πλανητικό διεθνισμό, μέ ανακατανομή τών αντιθέσεων σ’ ολόκλη­ ρο τό πλανητικό σύστημα — κι ακόμα πιό πέρα. (Πότε θά γραφτεί στήν Ε λλάδα τό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας πού, βασισμένο στό ύποθετικό «άν» τών ταξιδιών στό χρόνο, θά κρίνει καίριες στιγμές τής νεοελληνικής ιστορίας;) Τό ίδιο τό προτσές τής ρασιοναλιστικής διασαφήνισης είναι, εξάλλου, στοιχείο ιδιαί­ τερα σημαντικό. Κατά τή μαρξιστική κριτι­ κή, ή αστική ιδεολογία παρουσιάζει έναν όρισμένο αριθμό πραγμάτων μέ μορφές πού εξαπατούν (μιά άπ’ αύτές είναι καί τό φαν­ ταστικό). Θά μπορούσαμε νά φανταστούμε πώς τό προτσές τής συνειδητοποίησης ή τό προτσές τοϋ επαναστατικού αγώνα είναι, κατά κάποιον τρόπο, τό πέρασμα άπό κατα­ στάσεις φαινομενικά φανταστικές στή ρα­ σιοναλιστική διασαφήνιση αύτών τών κατα­ στάσεων.

L'tfUNE DU VAMPIRE un filmde DENIS LEVY et DIMITRIS PANAYOTATOS Άπό τήν ταινία «Τό 'Εργοστάσιο τοϋ Βρυκόλακα» τών Ντενί Λεβϋ καί Δημήτρη Παναγιωτάτου (1976).

Θά ήταν παράλειψη, άφοϋ άναφέρθηκα διεξοδικά στά δύο είδη τής φαντασίας στήν τέχνη (τό φανταστικό καί τήν έπιστημονική φαντασία), νά μήν κάνω λόγο γιά τό τρίτο: αύτό πού θά μπορούσε νά όνομαστεΐ «θαυ­ μαστό». Σ τ ό ϋ α υ μ α σ τ ό π ε ρ ι γ ρ ά φ ε τ α ι έ ν α ς κ ό σ μ ο ς σ τ ό ν ό π ο ιο τό ύ π ε ρ φ υ σ ικ ό ε ίν α ι δ ε δ ο μ έ ν ο , κ ά ν ο ν τ α ς π ε ρ ιτ τ ή κ ά ϋ ε ρ α σ ιο ν α ­ λ ι σ τ ι κ ή ε ξ ή γ η σ η . (Παραμύθια, μύθοι, θρύ­

λοι ανήκουν στό θαυμαστό). "Οπότε ύπάρχει εισβολή τοϋ φυσικοΰ σ’ αύτό τόν ύπερφυσι­ κό κόσμο, τό φυσικό ένσωματώνεται μαζί του χωρίς νά προκαλεΐται σύγκρουση. Έ τσι, στήν «’Αλίκη στή Χώρα τών Θαυμάτων» τοϋ Λιούις Κάρολ, δταν τό φυσικό (ή ήρωίδα) εισβάλλει σ’ έναν κόσμο ύπερφυσικό (τή Χώρα τών Θαυμάτων), δέν μπορεί — ανε­ ξάρτητα άν τό θέλει ή δχι — παρά νά αποδεχτεί τούς κανόνες τοϋ παιχνιδιού.

Ή μελέτη αύτή, προσαρμοσμένη.γιά τόχώρο τοϋ «Διαβά­ ζω», δέν καταγράφει παρά τά βασικότερα σημεία ένός δέματος, πού ή πλήρης άνάπτυξή τον είναι φυσικά άδύνατη μέσα σέ λίγες σελίδες. Άπό κεΐ καί ή κάποια σχηματικότητα, άλλά καί άποσπασματικότητά της.

55


Βιβλιογραφία φανταστικού καί επιστημονικής φαντασίας

Δημήτρης Παναγιωτάτος - Μάκης Πανώριος Στή βιβλιογραφία πού Ακολουθεί περιλαμβάνονται τά άξιόλογα βιβλία —Ελλήνων καί ξένων— πού έχουν κυκλοφορήσει στήν 'Ελλάδα στόν τομέα τοΰ φανταστικού καί της επιστημονικής φαντασίας. Αυτό δέ σημαίνει πώς δλα άνεξαίρετα τά παρακάτω βιβλία θεωρούνται, άπό τούς συντάκτες τής βιβλιογραφίας, ιδιαίτερα σημαντικά. 'Υπάρχουν καί κείνα πού άναφέρονται είτε επειδή είναι πολύ γνωστά, έστω κι άν δέν έχουν μεγάλη λογοτεχνική αξία, είτε επειδή είναι τά μόνα αντιπροσωπευτικά μιας τάσης, σχολής, χώρας ή, καί συγγραφέα. Ειδικότερα γιά τόν έλληνικό χώρο: είναι κοινή διαπίστωση πώς οί έλληνες συγγραφείς πού άσχολήθηκαν συστηματικά μέ τό φανταστικό ή τήν έπιστημονική φαντασία μετριούνται στά δάχτυλα τοΰ ένός χεριού. Έτσι, δλα σχεδόν τά βιβλία πού άναφέρονται εδώ είναι περιπτωσιακά στήν πορεία τών συγγραφέων τους. 'Η άναφορά σ’ αύτά είναι ενδεικτική, χωρίς Αξιολογικές προθέσεις, έκτος άπό μιά-δυό περιπτώσεις. Πρέπει έξάλλου νά τονιστεί πώς, Ακριβώς λόγω τοΰ περιπτωσιακού χαρακτήρα τους, υπάρχουν σίγουρα κι Αλλα βιβλία Ελλήνων πού Αφορούν, Αλλο περισσότερο Αλλο λιγότερο, τό φανταστικό καί τήν έπιστημονι­ κή φαντασία καί πού δέν άναφέρονται έδώ. 'Όμως ή πλήρης καί συστηματική καταγραφή τους Αποτελεί, πιά, Αλλη μελέτη. 56


Λ ο γ ο τ ε χ ν ία 1. Π ε ζ ά

’Ισαάκ Άσίμωφ: Γαλαξιακή Αυτοκρατορία (Κά­ κτος). Γιά δποιον έχει χρόνο καί κουράγιο νά φτάσει μέχρι τό τέλος... ’Ισαάκ Άσίμωφ: Έγώ, τό Ρομπότ (Έ ψιλον, Κά­ κτος). Πώς τά ρομπότ, άπό σκλάβοι των άνθρώπων, γίνονται κύριοί τους. Βασίλης Βασιλάτος: Ή Εύρώπη τοΰ Ίησοΰ Μπάλτερ (Παπαζήσης). Στοιχεία έπιστημονικής φ αντα­ σίας. ’Ιούλιος Βέρν: Ά π ό τή Γή στή Σελήνη, Γύρω άπό τη Σελήνη, 20.000 Λεύγες ύπό τήν Θάλασσα, Ή Μυστηριώδης Νήσος, Ό Πύργος των Καρπαθίων, Ροβήρος ό Κατακτητής, Ταξίδι στό Κέντρο τής Γής (σχεδόν δλα σέ έκδόσεις γιά παιδιά). Γιά μιά έπαναξιολόγηση τού πάντα γοητευτικού Βέρν. Βάν Βόγκτ: Σλάν (Εξάντας). Έ να ς άπό τούς γνωστότερους συγγραφείς έπιστημονικής φανταΚούρτ Βόννεγκατ: Σφαγείο No 5 (Κάκτος). Α ν τ ι­ μιλιταρισμός καί έπιστημονική φαντασία. Δημοσθένης Βουτυράς: Ταξίδι στόν Ά ρ η . Ά γ ν ω ­ στο μυθιστόρημα, προφανώς έπιστημονικής φαν­ τασίας. Στά «Ά παντά» του (Δίφρος) ύπάρχουν φανταστικά διηγήματα. Φρέντυ Γερμανός: Ό ’Εχθρικός Πλανήτης (Κά­ κτος). Διηγήματα. Εύγένιος Ζαμιάτιν: ’Εμείς (Πλέθρον). Μιά άντιούτοπία πού έπηρέασε σίγουρα τόν Χάξλεϋ καί τόν Ό ργουελ.

Έντγκαρ "Αλλην Πόε

Ρότξερ Ζελάζνυ: ’Επιστροφή στή Γή (Έ ψιλον). Μέτριο μυθιστόρημα. Άναφέρεται έπειδή χρησι­ μοποιεί έλληνικά σύμβολα.

Λουκιανός: Ίκαρομένιππος (Κάκτος). Τό πρώτο διαστημικό ταξίδι έμπνεύστηκε ένας Έλληνας!

Φράντς Κάφκα: Ή Μεταμόρφωση (Γαλαξίας). Έ να άριστούργημα τής φανταστικής λογοτεχνίας. Νίκος Καχτίτσης: Τό ’Ενύπνιο, Ό ’Εξώστης, Ό Ή ρωας τής Γάνδης. Έ να ς άπό τούς σημαντικότε­ ρους νεοέλληνες πεζογράφους.

Γιώργος Μπαλάνος: Οί Όνειρότοποι τής Γής (Φ. Πατσούρης). Τζ. Μπάλλαρντ: Ό Κρυστάλλινος Κόσμος (Εξάντας). Έ ν α δάσος προσφέρει ένα γλυκό θάνατο άπειλώντας δλη τή Γή.

Ντήν Κούντζ: Τό Σπέρμα τού Δαίμονα (Μπουκουμάνης). ’Ερωτισμός καί έπιστημονική φαν-

Έ ντγκαρ Ρ. Μπάρροουζ: Ή Πριγκήπισσα τού Πλανήτη Ά ρ η (Λυχνάρι). Ή περιπέτεια γιά τήν περιπέτεια, άπό τό δημιουργό τού Ταρζάν.

Ά ιρ α Λέβιν: Οί Μυστηριώδεις Γυναίκες τού Στέπφορντ (Μπουκουμάνης). Φεμινιστικό μυθι­ στόρημα έπιστημονικής φαντασίας.

Ά λφ ρεντ Μπέστερ: Ό 'Υπεράνθρωπος, τό Πε­ πρωμένο μου είναι τ’ άστρα (Κάκτος). Ένδιαφέ-

Ά ν το ν υ Μπάρτζες: Τό Κουρδιστό Πορτοκάλι (Ζάρβανος). Ή βία καί πώς καταπολεμείται.

Ά ιρ α Λέβιν: Τό Μωρό τής Ρόξμαρι (Φλίπερ). Μιά γυναίκα φέρνει στόν κόσμο τό γιό τοΰ Δια­ βόλου.

Ούίλλιαμ Πήτερ Μπλάττυ: Ό Έξορκιστής (Ζάρ­ βανος). Πρός άποφυγήν.

Νταίηβιντ Λεβύ: Οί Θεοί τοΰ Φόξτροτ (Βίπερ). Α ξιόλογο μυθιστόρημα έπιστημονικής φαντασίας άπό έναν άγνωστο συγγραφέα.

Ραίη Μπράντμπερυ: Τά Δίδυμα Φεγγάρια τοΰ Ά ρ η (Μπουκουμάνης). Τί έχει άπομείνει άπό τή Γή τό έτος 2000;

Στανισλάς Λέμ: Σολάρις (Καστανιώτης). Ή άδυναμία έπικοινωνίας. Ποιητική έπιστημονική φαν-

Ραίη Μπράντμπερυ: Ό Εικονογραφημένος Ά ν ­ θρωπος (Μπουκουμάνης). Ποιος είναι αυτός ό άνθρωπος μέ τό ζωγραφισμένο σώμα;

57


Έ ντγκαρ Πόε: Αλλόκοτες Ιστορίες (Δημητράκος), Ιστορίες Μυστηρίου καί Φαντασίας (Δωδώ­ νη), Ό Χρυσός Σκαραβαίος (Έρμείας-Γαλαξίας). Διηγήματα γιά νά διαβάζονται καί νά ξαναδιαβάΈ ντγκαρ Πόε: Ή ’Αφήγηση τού Ά ρ θ ο υ ρ Γκόρντον Πύμ (Άτλαντίς). Έ ντγκαρ Πόε: Τά Ποιήματα (Καραβίας). ’Επιμε­ λημένη έκδοση. Ζ. Ροσνύ: Ό Πόλεμος τής Φωτιάς, Ό Γιόςτής Γής (Ά γκυρα). Φανταστική προϊστορία. Ρόμπερτ Σέκλεϋ: Πλανήτης ’Ωμέγα (Μπουκουμά­ νης). Ή πλύση έγκεφάλου ά πό τό σύστημα έπιδιώκεται άπό πολύ νωρίς. Μαίρη Σέλλεϋ: Φρανκενστάιν (Γαλαξίας, Κά­ κτος). Ό μύθος τού Φρανκενστάιν άξίζει, τελικά, περισσότερο άπό τό μέτριο αύτό μυθιστόρημα. Νταίηβιντ Σέλτζερ: Ή Προφητεία. Πρός άποφυγήν, μαζί μέ τόν «Έξορκιστή». Στήβεν Σπήλμπεργκ: Στενές ’Επαφές Τρίτου Τύ­ που (Γλάρος). Πολύς θόρυβος γιά ένα μέτριο άποτέλεσμα. Νόρμαν Σπίνραντ: Οί Πράκτορες τού Χάους (Μπουκουμάνης). Δ-ι-α-β-ά-σ-τ-ε αύτό τό βιβλίο!

Ραίη Μπράντμπερυ: Φαρενάιτ 451 (Γρηγόρης). Τά βιβλία ύπό διωγμό.

Ζάκ Σπίτζ: Οί Δραπέτες τού 4000 μ.Χ., Κραυγή άπό τό Μέλλον (Ά γκυρα). Δείγματα γαλλικής επιστημονικής φαντασίας.

Φρέντερικ Μπράουν: Έ ξω οί Ά ρειανοί (’Έψι­ λον). Σάτιρα καί έπιστημονική φαντασία. Φίλιπ Κ. Ντίκ: Ταξίδι μέσα στό Χώρο καί στό Χρόνο (Μπουκουμάνης), Ό "Ανθρωπος στό Ψηλό Κάστρο (Εξάντας). Δυό βιβλία ένός άπό τούς σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς επιστη­ μονικής φαντασίας. Κόναν Ντόυλ: Ό Κόσμος πού Χάθηκε ("Αγκυρα). Κάπου στή Βραζιλία ύπάρχει ένας χαμένος κό­ σμος μέ προϊστορικά τέρατα. Άντρέας Ντούπας: 2018 Ταξίδι στό "Απειρο, Κραυγές άπό τό Υπερπέραν (Πάνθηρ). Τζώρτζ Ό ργουελ: Ή Φάρμα των Ζώων (Κάκτος). Ό στόχος δλων τών ούμανισμών: τά όλοκληρωτικά συστήματα. X. Τζ. Ούέλς: Ό ’Αόρατος Ά νθρω πος, Ή Μηχα­ νή πού Ταξιδεύει στό Χρόνο, Ό Πόλεμος τών Κόσμων, Οί Πρώτοι Ά νθρ ω ποι στή Σελήνη ( Ά γ ­ κυρα). ’Απαραίτητα σέ καθένα πού ένδιαφέρεται γιά έπιστημονική φαντασία. Μάκης Πανώριος: Τά Ρομπότ... Μιά Μέρα (Χρυ­ σή Τομή). 'Εφτά διηγήματα. Λιούις Πάτζετ: Ό Πόλεμος θά Γίνεται μέ Σκακιέρες (Μπουκουμάνης). Πώς κατασκευάζεται ό άν­ θρωπος γιά τόν πόλεμο. Τριαντάφυλλος Πίττας: Τά Τέρατα θά Έ ρθουν. Μιά άξιόλογη συλλογή διηγημάτων άπό ένα γνή­ σιο συγγραφέα του φανταστικού.

58

Νίκος Καχτίτσης


Θήοντορ Στάρτζον: Πέρα άπό τό ’Ανθρώπινο (Εξάντας). ’Α πό χά ώραιότερα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον: Δρ. Τζέκυλ καί Κ. Χάυντ (Ά γκυρα). Ό μύθος τού Καλού καί τού Κακού μέσα άπό τη μεταμόρφωση ένός γιατρού. Μπράμ Στόουκερ: Δράκουλας (Δαρεμάς). Ό κλα­ σικός μύθος τού βρικόλακα άποτελεϊ, ταυτόχρο­ να, ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Μπράμ Στόουκερ: Ή Μούμια πού Ζωντάνεψε (Πάνθηρ). Χένρυ Τζέημς: Τρεις νουβέλλες (Φέξης). Έ να ς άπό τούς μεγάλους τού φανταστικού. Διαμαντής Φλωράκης: ’Επιστροφή στό Μέλλον, Τά Πονοτρόνια καί οί Κυνηγοί τού ’Απόλυτου (Χρυσή Τομή). Ρ. Χάγκαρντ: Ή Ά γνω στος Θεά (Νέος Κόσμος). Κάτω άπ’ αύτό τόν τίτλο κρύβεται ή κλασική Έ , Χάμιλτον: Ό Πόλεμος των Ή λιων (Σκίουρος). Ό π ερ α τού διαστήματος. Ά λντους Χάξλεϋ: Γενναίος Καινούργιος Κόσμος (Βίπερ, Γρηγόρης). Ά ντι-ούτοπία. Ρόμπερτ Χενλάιν: Τό Διπλό Α στέρι (Βίπερ). Γιά δποιους άρέσκονται στόν Χενλάιν... Ναθαναήλ Χώθορν: Τό (Άτλαντίς). Διηγήματα.

Μεγάλο

Ρουμπίνι

Μαίρη Σέλλεϋ 2 . ’Α ν θ ο λ ο γ ίε ς

Α νθο λ ο γία ’Επιστημονικής Φαντασίας, τόμοι 4 (Εξάντας). Δουλειά υποδομής. Θεματική Α νθολογία ’Επιστημονικής Φαντασίας, τόμοι 4 (Εξάντας). Δουλειά υποδομής. Σοβιετική Α νθο λ ο γία ’Επιστημονικής Φαντασίας (Κάκτος). Καλά αισθήματα καί άπουσία άντιθέΦανταστικά Διηγήματα (Γαλαξίας). Κάτω άπ’ αύτόν τόν παραπλανητικό τίτλο, κρύβονται μερι­ κά πολύ καλά διηγήματα επιστημονικής φανταΜακάβριος Κόσμος (Ά γκυρ α). Α νθο λ ο γία διη­ γημάτων φρίκης. ’Ενδιαφέρουσα. 3. Σ ε ιρ έ ς

Σειρά ’Επιστημονικής Φαντασίας (Μπουκουμάνης). Γιά δσους δέν ένδιαφέρονται μονάχα γιά έπιστημονική φαντασία, άλλά γιά προοδευτική έπιστημονική φαντασία. ’Επιστημονική Φαντασία (Εξάντας). Α ξιόλογη. Σειρά ’Επιστημονικής Φαντασίας (Κάκτος). Χω­ ρίς κριτήρια. Ά νισ η .

Γκαστόν Λερού

Σειρά 'Υπερφυσικού Τρόμου (Κάκτος). Πάντως, τό πρώτο βιβλίο τής νέας αυτής σειράς (Φρανκενστάιν) είναι ότιδήποτε άλλο εκτός άπό «ύπερ­ φυσικός» τρόμος.

59


Φίλιπ Κ. Ντίκ

Ή «Χρυσή Τομή» κυκλοφορεί μιά σειρά Αποκλει­ στικά έλλήνων συγγραφέων, πού Ασχολούνται μέ φανταστικό καί έπιστημονική φαντασία (λογοτε­ χνία καί μελέτες). Θαρραλέα πρωτοβουλία. 4. Σ ε ιρ έ ς τ σ έ π η ς

’Επιστημονική Φαντασία (Έ ψιλον). Ή πρώτη σειρά έπιστημονικής φαντασίας στήν Ελλάδα. Έ χει διακοπεί. ’Επιστημονική Φαντασία (Σκίουρος). Τίποτα ιδι­ αίτερο. Έ χει διακοπεί. ’Επιστημονική Φαντασία ("Άγκυρα). Έξέδωσε με­ ρικά κλασικά μυθιστορήματα έπιστημονικής φ αν­ τασίας. Έ χει διακοπεί(;) ’Επιστημονική Φαντασία (Βίπερ). ’Ελάχιστα, Αλλά ένδιαφέροντα μυθιστορήματα. Έ χει διακο­ π εί;) ’Επιστημονική Φαντασία (Κένταυρος). Γνωριμία μέ τή γαλλική έπιστημονική φαντασία. Προσεγμέ­ νη έκδοση. ’Επιστημονική Φαντασία (Άλκυών). Τίποτα ίδιΒιβλιοθήκη ’Επιστημονικής Φαντασίας (Λυχνά­ ρι). ’Επιμελημένη, σέ σύγκριση μέ άλλες. Σειρά Φαντασίας (Βίπερ). ’Απαράδεκτη. Σειρά: Μυθιστορήματα Φρίκης (Πάνθηρ). Γνω­ στά μυθιστορήματα, άλλά συντομευμένα καί μέ άσχετους τίτλους.

5. Μ ε λ έ τ ε ς Ήλίας X. Παπαδημητρακόπουλος: ’Αναφορές στό έργο τού πεζογράφου Νίκου Καχτίτση. ’Α ξίζει νά διαβαστεί.

Κ ιν η μ α τ ο γ ρ ά φ ο ς Ά ρ θου ρ Κλάρκ: 2001, ή ’Οδύσσεια τού Διαστή­ ματος (Κάκτος). Τεχνολογική έξέλιξη καί μεταφυ-

60

Ά δω νις Κύρου: Ό Σουρεαλισμός στόν Κινηματο­ γράφο (Κάλβος). Έ ν α κεφάλαιο Αναφορά στόν φανταστικό κινηματογράφο. Δημήτρης Παναγιωτάτος: Ή Φρίκη στό Σινεμά (Κούρος). Έ να άφιέρωμα στις ταινίες φρίκης. Ραίη Ράσσελ: Ό Ά νθρ ω πος μέ Μ άτια-Άκτίνες X (Μπουκουμάνης). Ή γνωστή ταινία τού Ρότζερ Κόρμαν. ’Αφιέρωμα στόν Φανταστικό Κινηματογράφο (περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος»). ’Α ξι­ όλογο.

Κ ό μ ικ ς «Κλασσικά Εικονογραφημένα»: Ή Μυστηριώδης Νήσος, 20.000 Λεύγες ύπό τήν Θάλασσα, 'Ο Πόλεμος τών Κόσμων, Ροβήρος ό Κατακτητής, Ή Μηχανή πού Τρέχει μέσα στά Χρόνια, Ό Δρ. Τζέκυλ, Τό Πνεύμα τής Μποτίλιας, Οί Πρώτοι Ά νθρ ω ποι στό Φεγγάρι, Πάνω σ’ Έ να Κομήτη, Ό ’Αόρατος Ά νθρ ω πος, Ταξίδι στό Κέντρο τής Γής, ’Α πό τή Γή στή Σελήνη, Ή Φεγγαρόπετρα, κ.ά. (Άτλαντίς). Τά κόμικς τού «Καμπανά», παράδειγμα πρός Αποφυγήν.

Π ε ρ ιο δ ικ ά ΑΝΔΡΟΜ ΕΔΑ (’Επιστημονική Φαντασία). Έ να τεύχος (1977). ΑΝΑΛΟΓΙΟ (’Επιστημονική Φαντασία). ’Εννέα τεύχη (1977). 'Ορισμένα καλά διηγήματα, άλλά μιά τάση έκξήτησης (κριτικές Αγγλικών βιβλίων!). NOVA (’Επιστημονική Φαντασία). Τέσσερα τεύχη (1978). Μέχρι στιγμής, έχει περιοριστεί σέ μεταφράσεις διηγημάτων. ΦΑΣΜΑ (Τό Φανταστικό στήν Τέχνη). Δύο τεύχη (1971). Τό πρώτο περιοδικό γιά τό φανταστικό στήν Ελλάδα. Προφανώς, βγήκε πριν τήν ώρα


επιλογή Σ τ ίς σελίδες π ο ύ ά κ ο λου ϋο ϋν ο ί συνεργάτες τον « Δ ια β ά ζω » π α ρ ο υ σ ιά ζ ο υ ν μ ε ρ ικ ά ά π ό τά π ιό ένδιαφ έροντα β ιβ λ ία π ο ύ κ υκλο φ όρ η σ α ν τούς τελευταίους μήνες.

Θ ΡΗΣΚ ΕΙΑ

θησαυρός ανατολίτικης σοφίας ΛΑΟ ΤΣΕ: Ταό-τέ-κίνγκ. ’Απόδοση άπό την άγγλική μετάφραση των Gia-Fu Feng-Jane En­ glish ατά έλληνικά Πέτρου Κονρόπουλου. Κέ­ δρος, Άϋήνα, 1978. Σελ. 176.

ΠΡΙΝ λεχτεί ή γραφτεί δτιδήποτε γιά τό βιβλίο τοϋ Λάο Τσέ «Ταό-τέ-κίνγκ» είναι άπαραίτητο νά έρμηνευθεϊ προκαταβολικά καί νά ταξινομηθεί μέσα στό χώρο των «Γραφών» ή «'Ιερών Κειμέ­ νων». Ή προσέγγιση έπομένως τοΰ άναγνώστη σ’ ένα τέτοιο κείμενο πρέπει νά είναι διαφορετική άπ’ δ,τι συνηθίζεται. "Αλλωστε, μήν ξεχνάμε πώς τό «Ταό-τέ-κίνγκ» είναι ένα βιβλίο γνήσιας άνατολίτικης, καί μάλιστα άρχαίας, σοφίας. Δέν θά ’πρεπε λοιπόν νά διαβαστεί σάν κάποιο έγχειρίδιο δυτικής φιλοσοφίας. Θά ’πρεπε ίσως δ άναγνώστης τοϋ «Ταό-τέ-κίνγκ» νά γίνει γιά λίγο... άνατολίτης. Ή διαφορά άπό ένα φιλοσοφικό δοκίμιο ή πραγματεία είναι, γιά τόν άνατολίτη, πώς έδώ μιλά ή άλήθεια στόν άνθρωπο καί δχι δ άνθρωπος γιά τήν άλήθεια! Έ τσι ή στάση αύτοΰ πού πλησιά­ ζει τά νοήματα τοΰ «Ταό-τέ-κίνγκ» είναι «άκουσματική» καί δχι κριτική καί συζητητική. Αυτό δμως δέν περιορίζει καθόλου τόν άναγνώστη, αλλά, δπως σέ μιά συμφωνική συναυλία σιωπά γιά ν’ ακούσει, έτσι πρέπει νά πλησιάζει τήν άρμονία τοΰ Ταό. Καί στ’ άλήθεια, δσο παλιά είναι, άλλο τόσο δυναμισμένη φτάνει ώς τίς μέρες μας, τίς φτωχές κι όρφανεμένες άπό άληθινά ιδεώδη καί φωτεινά νοήματα.

Α υ τό π ο ύ μπορούμε νά όνομάζονμ ε Ταό δ έ ν ε ίν α ι τ ό α ιώ ν ιο Τ α ό...

Μ’ αύτές τίς λέξεις άρχίζει νά ξεδιπλώνεται ή διδαχή τοΰ «Ταό-τέ-κίνγκ» καί μέσα σ’ αύτές περικλείνει δλον έκεΐνο τό δυναμισμό πού χρειά­ ζεται γιά νά δδηγήσει τόν άναγνώστη του στίς βαθύτατες νοηματικά ένότητές του. Ό άναγνώ­ στης προειδοποιείται άπ’ τήν άρχή δχι νά διαβά­ σει τό Ταό, άλλά νά τό άναζητήσει. Ή πολυδιάστατη σημασία τοΰ Ταό δέν έπιτρέπει μιά μόνο έρμηνεία. Ή πιό προσιτή είναι δρόμος, ή τρόπος, ή παγκόσμια άρχή. Βήμα βήμα, τό «Ταό-τέ-κίνγκ» έπιχειρεΐ νά μάς άποκαλύψει τήν παρουσία τοΰ Ταό καί νά μάς κάνει νά αισθανθούμε τό νόημά του. Ό σοφός (δ συνετός) είναι ό έκφραστής, ό έκπρόσωπος τοΰ Ταό στόν κόσμο. Μέ τή ζωή του καί τή δράση του βεβαιώνει τήν ύπαρξη καί τήν υπεροχή τοΰ Ταό άπέναντι σέ κάθε άνθρώπινη άντίληψη ή δύναμη. ’Αλλά ό σοφός δέν είναι κάποιος διάσημος καί δημόσιος κήρυκας τοϋ Ταό. Είναι σιωπηλός καί άθόρυβος: α ύ τ ό ς π ο ύ γ ν ω ρ ίζ ε ι δ έ ν μ ιλ ά α ύ τ ό ς π ο ύ μ ιλ ά δ έ ν γ ν ω ρ ίζ ε ι

Μά μέσα στήν άφάνεια στέκει πανίσχυρος, κι αύτό γιατί ζεϊ μέσα στήν άπέραντη καί αιώνια φύση τοΰ Ταό: ν ά γ ν ω ρ ίζ ε ις τ ο ύ ς ά λ λ ο υ ς ά π ο τ ε λ ε ϊ σ ο φ ία ν ά γ ν ω ρ ίζ ε ις τ ό ν έ α υ τ ό σ ο υ , φ ώ τισ η γ ι ά ν ά κ υ ρ ια ρ χ ε ίς π ά ν ω α τ ο ύ ς ά λ λ ο υ ς π ρ έ π ε ι ν ά σ α ι ισ χ υ ρ ό ς γ ι ά ν ά κ υ ρ ια ρ χ ε ίς π ά ν ω σ τ ό ν έ α υ τ ό σ ο υ , π α ν ί ­ σχυρος ή α ύ τ ά ρ κ ε ια ε ίν α ι ε υ τ υ χ ία ή έ π ιβ ο λ ή , δ υ σ τ υ χ ία α ύ τ ό ς π ο ύ π α ρ α μ έ ν ε ι, δ ια ρ κ ε ϊ α ύ τ ό ς π ο ύ π ε ϋ α ίν ε ι χ ω ρ ίς ν ά χ ά ν ε τ α ι ζ ε ϊ α ιώ ν ια

Τό Ταό

Τό πρόβλημα τής άνθρώπινης άγνοιας καί τής άδυναμίας μέ δλες τίς όλέθριες κοινωνικές έπιπτώσεις δέν άφήνει άδιάφορη τή διδασκαλία τοΰ «Ταό-τέ-κίνγκ». Τό Ταό δέν είναι μόνο μιά ύπέρτατη καί άπρόσιτη ύπαρξη, άλλά, σάν ή μητέρα δλων τών πραγμάτων, βρίσκεται μέσα σ’ δλα:

Τί είναι δμως τό Ταό, θ ά ρωτήσει βιαστικά ό δυτικός άναγνώστης; Ή άρχή τών πραγμάτων βρίσκεται στό τέλος τους, θ ’ άπαντήσει δ άνατολίτης, πρώτα θά διαβάσεις τό «Ταό-τέ-κίνγκ» κι ύστερα θ ’ άρχίσεις νά καταλαβαίνεις τί είναι τό Ταό!

"Ο ταν ό κ υ β ερ νή τη ς ε ίν α ι σ ο φ ό ς ο ί ά ν ϋ ρ ω π ο ι μ ό λ ις π ο ύ τ ό ν γ ν ω ρ ίζ ο υ ν δ τ α ν ε ίν α ι δ ίκ α ιο ς , τ ό ν ά γ α π ο ϋ ν ό τ α ν ε ίν α ι έ π ιδ έ ξ ιο ς , τ ό ν φ ο β ο ύ ν τ α ι δ τ α ν ε ίν α ι α ύ τ α ρ χ ικ ό ς , τ ό ν β ρ ίζ ο υ ν δ τ α ν δ έ ν δ ε ίχ ν ε ις έμ π ισ τ ο σ ύ ν η , δ έ ν β ρ ίσ κ ε ις έ μ π ι-

61


λέγοντας: ...α υ τ ό ς π ο ύ α κ ο λ ο υ θ ε ί τό Τ α ό

δεν ά γ ω ν ίζ ε τ α ι τό έ ρ γ ο τ ου ε ίν α ι ή ε ιρή νη ' Ό Λ ά ο Τ σέ

Τό Ταό διάλεξε γιά συγγραφέα του τόν Λάο Τσέ. Ό μύθος καί ή ιστορία μπλέκονται γύρω άπ’ τό πρόσωπό του. Έ να φωτεινό σύννεφο καλύπτει άκόμα καί τίς πιό βασικές πληροφορίες γιά τή ζωή του. Μά πώς άλλιώς θά μπορούσε νά γίνει; Εκείνος πού γνωρίζει τό Ταό έξαφανίζει τό προσωπικό του στοιχείο. Πραγματικά μέσ’ άπ1 τό «Ταό-τέ-κίνγκ» δέν μιλά κάποιο πρόσωπο. Κι αυτό άποδεικνύει τή γνησιότητά του. Γιατί &ν, δπως λέει τό Ταό, «τά πράγματα αξίζουν γιά κείνο πού δέν είναι», τότε μπορούμε νά ’μαστέ βέβαιοι γιά τήν άξια τού άπρόσωπου προσώπου. Αυτός είναι ό σοφός, αύτός είναι ό Λάο Τσέ · άφανής στήν ιστορική του παρουσία, αφήνει άνεξίτηλα χνάρια στό πέρασμά του, «άπ’ τούς άνθρώπους μένουν μόνο τά λόγια

Από τήν εικονογράφηση τον «Ταό-τέ κίνγκ» σ το σ ννη 6 σ ο φ ό ς ό τ α ν μ ιλ ά ε ίν α ι π ρ ο σ εκ τικ ό ς, κ ι ό τ α ν ή θ έλη σ ή του π ρ α γ μ α τ ο π ο ιη θ ε ί ο ί ά ν θ ρ ω π ο ι ν ο μ ίζ ο υ ν π ώ ς ή τα ν δ ικ ό τ ο υ ς τό κα τό ρ θ ω μ α

Παρ’ δλη τήν υπεροχή του ό σοφός μένει προσκολλημένος πάντοτε στό Ταό: Ά π ’ τό Τ α ό π ρ ο ή λ θ α ν π ο λ λ ά π ρ ά γμ α τ α ό σ ο φ ό ς ό μ ω ς π ρ ο τιμ ά τό Τ α ό κ α ί γίν ε τ α ι κ υ ρ ία ρ χ ο ς ά λ λ ά π ο τ έ ιδ ιο κ τή τη ς "Αν κ α ί τό Τ α ό ε ίν α ι ά μ ερ ό λη π το δ σ ο ι τό ά κ ο λ ο υ θ ο ϋ ν ε ν ν ο ο ύ ν τ α ι...

Καί τό «Ταό-τέ-κίνγκ» κλείνει τή διδαχή του

62

Σύμφωνα μέ τήν κινεζική παράδοση καί τίς ιστορικές πηγές τού 100 π.Χ., γνωρίζουμε πώς ό Λάο Τσέ γεννήθηκε γύρω στά 600 π.Χ. στήν έπαρχία Χό-Νάν. Κάτι άσυνήθιστο πρέπει νά συνδέεται μέ τή γέννησή του, καθώς ό θρύλος τόν θέλει παιδί ένός άστεριού καί μιας παρθένου. ’Ακόμα, τόν θέλει νά γεννιέται 81 χρόνων γέρος (62 κατ’ άλλους), λευκότριχος, μιά καί τό άρχικό του δνομα Λί-έρ σημαίνει «γερασμένο άγόρι». "Ολα τούτα τά παράδοξα ή σημειολογία μπορεί νά άποκρυπτογραφήσει γιά νά μάς έρμηνεύσει τήν έξαιρετικά υψηλή πνευματικότητα τού Λάο Τσέ. Καί δέν πρέπει νά ’ναι καθόλου τυχαίο πώς ταυτόχρονα στήν ’Ινδία γεννιέται δ Βούδας καί στή μεσογειακή λεκάνη ό Πυθαγόρας, τών όποιων δχι μόνο ή γέννηση άναφέρεται τό ίδιο υπερφυ­ σική άλλά καί τό έργο τους άσκεϊ έξίσου άκτινοβόλα επίδραση μέσα στόν άνθρώπινο πολιτισμό. Ό Λάο Τσέ διετέλεσε βιβλιοθηκάριος ή θησαυ­ ροφύλακας τού βασιλικού οίκου τών Τσού, στήν έπαρχία του. Σύντομα δμως έγκατέλειψε τή θέση αύτή γιά νά άκολουθήσει τή βαθύτερη έσωτερική του παρόρμηση, νά άναζητήσει τό δρόμο γιά τήν ένωσή του μέ τό Ταό. Κι αύτή ένισχύθηκε άκόμα περισσότερο άπό τή διαφθορά της τότε γύρω του κοινωνίας. Μέσα στή μόνωση καί τήν περισυλλογή ύψώνεται ως τό φωτισμό, τή σύλληψη της ιδέας τού Ταό. Ή παράδοση τόν θέλει νά ταξιδεύει πρός τή Δύση, δηλ. τήν ’Ινδία, δπου εκεί συναντά τόν Γκοτάμα Βούδα. Προφανώς μιά τέτοια συνάντηση άλληγορεϊ τήν κοινή καταγωγή, τή συγγένεια δηλ. της διδασκαλίας τού Λάο Τσέ καί τού Βούδα. Αύτό άλλωστε άποδεικνύεται κι άπό τό εύκολο πάντρεμα τού ταοϊσμού σάν θρησκείας μέ τόν βουδισμό, γύρω στόν πρώτο π.Χ. αιώνα, δπου καί έμφανίζεται σάν όργανωμένη θρησκευτική ζωή. Πολλοί μελετητές, κάνοντας συγκρίσεις μεταξύ τού ύφους καί τών ιδεών τού Λάο Τσέ καί τών


άρχαίων κινέζικων έργων, συμπεραίνουν πώς τό «Ταό-τέ-κίνγκ» συγκροτήθηκε σάν ένιαϊο έργο δχι νωρίτερα άπό τόν 4ο π.Χ. αιώνα καί μάλιστα όχι άπό μόνο ένα χέρι. Επομένω ς τό πιθανότερο είναι πώς ό Λάο Τσέ έγραψε πολύ λίγο ή καί καθόλου, ένώ ήταν οί μαθητές του πού άνέλαβαν νά συστηματοποιήσουν καί νά καταγράψουν τή σοφία πού τούς μετέδωσε.

Κ υκλοφ όρησ ε

Ο Ι μ ε τ α φ ρ ά σ ε ις τ ο ϋ « Τ α ό -τ έ -κ ίν γκ »

Τό «Ταό-τέ-κίνγκ» είναι τό πιό πολυμεταφρασμένο άρχαΐο κινέζικο κείμενο. Οί πολλαπλές έκδόσεις του παρουσιάζουν ταυτόχρονα καί δια­ φορές μεταξύ τους, καί έπομένως οί μεταφράσεις τους έμφανίζουν άνομοιομορφία. Στά έλληνικά έχουν γίνει μέχρι σήμερα τρεις μεταφράσεις, τού Ά ντρέα Τσάκαλη (έκδόσεις Πύρινος Κόσμος), της Κας Σεφεριάδη (έκδόσεις Έρμείας) καί του Πέ­ τρου Κουρόπουλου (έκδόσεις Κέδρος). Ή τελευ­ ταία αυτή πρωτοτυπεί στήν έντυπωσιακή της έκ­ δοση καί τήν παράθεση τοϋ κινέζικου κειμένου πλαισιωμένου άπό ωραιότατες φωτογραφίες. Ή τριπλή αύτή παρουσία τοϋ «Ταό-τέ-κίνγκ» στήν έλληνική γλώσσα δέν πρέπει νά περάσει άπαρατήρητη. Προβάλλει άπό τή μιά τήν Ιδιαίτε­ ρη σημασία τοϋ κειμένου αύτοϋ, άλλά κι άπό τήν άλλη έγείρει ένα τρίλημμα γιά τόν άναγνώστη. Οί μεταφράσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Τοϋτο βέβαια δέν όφείλεται ατούς μεταφραστές, των όποιων ή δουλειά είναι ιδιαίτερα προσεγμένη. Ή αιτία δέν πρέπει νά άναζητηθεϊ ούτε στις άγγλικές μεταφράσεις άπ’ τίς όποιες προήλθαν οί ελληνικές, άλλά στήν ίδια τήν κινέζικη γλώσσα. Σάν ρίζα-γλώσσα ή κινεζική χαρακτηρίζεται άπό τόν ίδεογραμματικό της χαρακτήρα. Κάθε λέξη της είναι μονοσύλλαβη, μά τό νόημά της πολλαπλό. Πίσω άπό τό ίδιο ιδεόγραμμα κρύβον­ ται πολυδιάστατες έννοιες, ταυτόχρονα πνευματι­ κές, ήθικές καί καθημερινές. Έ τσι ή κατανόηση είναι συνάρτηση τής έμβάθυνσης τοϋ άναγνώστη άλλά καί τοϋ φωτισμοϋ πού θά φέρει ή μελέτη τοϋ ίεροΰ κειμένου. Ή βαθύτερη ούσία τοϋ Ταό παρα­ μένει κρυμμένη γιά τόν άπρόσεχτο. Έ τσι, μοιραία, μιά μετάφραση στά έλληνικά μάς κρατάει άκόμα μακρύτερα άπό τή «ζωή» τοϋ άρχικοϋ κειμένου. Ό μ ω ς κι αύτό πού μένει έξακολουθεϊ νά είναι πολύτιμο. Γιά κείνον πού ένδιαφέρεται νά μελετήσει τό «Ταό-τέ-κίνγκ» θά ήταν κ αλόνά διαβάσει παράλ­ ληλα καί τίς τρεις μεταφράσεις, καθώς οί άρετές τής μιας συμπληρώνουν τίς άρετές τής άλλης. Τό κείμενο είναι δλο κι δλο 5.000 λέξεις, χωρισμένο σέ 81 ένότητες. Εξάλλου είναι τόσο λιτό καί άπλό. Δέν θά κουράσει μιά τέτοια συγκριτική άνάγνωση. ’Αντίθετα θά στρέψει τόν άναγνώστη σέ μιά άληθινά πνευματική άσκηση, δπως άκριβώς θά έκανε κι ένας καλός άνατολίτης! ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ' ΟΙ περικοπές πού παρατίθενται άπ’ τ<5 Ταό είναι παρμένες άπό διάφορες μεταφράσεις καί άπό έλενθερη

Οί βιβλιοπώλες μπορούν νά προμηθεύονται άντίτυπα τοΰ βιβλίου άπό τά γραφεία τοϋ περιοδικού «Ταχυδρόμος» (Λέκκα 23-25, ’Αθή­ να Τ.Τ. 125)

63


ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ

γιά μιά μαρξιστική άνάλυση τής ελληνικής κοινωνίας ΝΙΚΟΥ ΜΟΥΖΕΛΗ: Νεοελληνική κοινωνία: όψεις ύπανάπτυξης. Μετ. Τζένης Μαστοράκη. Εξάντας, Άϋήνα, 1978. Σελ. 352.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ τοΰ Μουζέλη είναι μιά σημαντική προσφορά τόσο γιά τόν έπιστήμονα δσο καί γιά τόν άναγνώστη που ένδιαφέρεται γιά μιά συστη­ ματική μαρξιστική άνάλυση τής έλληνικής κοινω­ νίας. Σέ μιά παράδοση πού άρχίξει άπό τόν Κορδάτο καί συνεχίζεται άπό τό Σβορώνο, ό Μουζέλης άνήκει στή γενιά των νέων κοινωνικών έπιστημόνων, δπως οί Κ. Τσουκαλάς, Β. Φίλιας, Κ. Βεργόπουλος, Κ. Μοσκώφ, Β. Κρεμμυδάς, κλπ. πού μπορούν νά θεωρηθούν οί σκαπανείς γιά τήν οικοδόμηση μιας έλληνικής μαρξιστικής άνάλυσης στις κοινωνικές επιστήμες. ’Αντίθετα άπό τούς πρώτους μαρξιστές σάν τόν Κορδάτο καί τό Σκλη­ ρό, αύτοί οί έρευνητές τοποθετούν τήν Ελλάδα στό πλαίσιο τών χωρών τής περιφέρειας, πού ή δύσμορφη άνάπτυξή της είναι άπόρροια τής έξάρτησής της άπό τίς μητροπόλεις τοΰ καπιταλισμού. 'Ο Μουζέλης μας παρουσιάζει μιά διεξοδική άνάλυση τών σημαντικότερων προβλημάτων στή σημερινή κοινωνιολογία καί οίκονομολογία τής άνάπτυξης (κεφ. 2, σελ. 85-144). ’Αρχίζει μέ μιά άντιπαράθεση τών δύο σημαντικότερων θεωριών στήν κοινωνιολογία τής άνάπτυξης· τοΰ δομικού λειτουργισμού καί τοΰ νεομαρξισμού. Σύμφωνα μέ τήν κριτική του, ό δομικός λειτουργισμός μέ τήν ιδεολογική του έμφαση στόν έξελικτισμό καί τή μεθοδολογία πού άγνοεΐ τούς συλλογικούς φορείς δράσης, δέν προσφέρει τό κατάλληλο πλαίσιο γιά τήν άνάλυση τής άνάπτυξης. ’Αντίθετα ή νεομαρξιστική θεωρία, τονίζοντας τή σχέση μεταξύ τοΰ καπιταλισμού καί τού ιμπεριαλισμού καί τή δύσ­ μορφη άνάπτυξή ή ύπανάπτυξη τών χωρών τής περιφέρειας, προσφέρει ένα πολύ καλύτερο άνάλυτικό πλαίσιο. Παρουσιάζει δμως καί τίς πιό ούσιαστικές έπικρίσεις γιά τή νεομαρξιστική σχο­ λή. ’Απόψεις σάν τοΰ Warren, πού ύποστηρίζει δτι ή έκβιομηχάνιση τών χωρών τής περιφέρειας καταρρίπτει τή νεομαρξιστική άνάλυση. Ό Μου­ ζέλης άντιπαραθέτει σ’ αύτή τήν κριτική τό συλλο­ γισμό δτι ή έκβιομηχάνιση σ’ αυτές τίς χώρες συντελείται μέ έναν τρόπο διαφορετικό άπ’ δ,τι στις χώρες τοΰ κέντρου καί χωρίς νά έξαφανίζονται όρισμένα βασικά χαρακτηριστικά τής ύπανά-

64

πτυξης. Π.χ. στήν περίπτωση τής 'Ελλάδας, παρ’ δλη τήν άνάπτυξή τής βιομηχανίας στή δεκαετία τού ’60, διατηρούνται άκόμη τέτοια χαρακτηρι­ στικά ύπανάπτυξης: ή χαμηλή παραγωγικότητα στή γεωργία, ό διογκωμένος τριτογενής τομέας καί ή άνικανότητα τοΰ βιομηχανικού τομέα νά άπορροφήσει τό έργατικό δυναμικό πού άποδεσμεύεται άπό τή γεωργία. ’Αλλά ή σοβαρότερη κριτική στό νεομαρξισμό άσκεϊται άπό τή σχολή τοΰ Althusser, καί ό Μουζέλης άποδέχεται όρισμένες άπόψεις της. Δέ­ χεται δηλαδή δτι ή έπιμονή αύτών τών μαρξιστών στή χρησιμοποίηση έννοιών δπως «κοινωνικός σχηματισμός», «τρόπος παραγωγής» είναι σωστή, γιατί έχουν μεγαλύτερη άναλυτική σαφήνεια καί μεθοδολογική συνέπεια άπ’ αυτούς πού χρησιμο­ ποιούν οί νεομαρξιστές, δπως π.χ. ή έννοια τού «κέντρου-περιφέρεια» δπως τή χρησιμοποιεί ό Γούντερ Φράνκ. Ό Μουζέλης λοιπόν προτείνει ν’ άκολουθήσουμε τόν Althusser καί νά άναλύσουμε τήν ύπανάπτυξη άπό τό πρίσμα τής ΐδιάζουσας μορφής πού παίρνει ό συνδυασμός τών διαφόρων τρόπων παραγωγής σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό καί νά άποφύγουμε τό σκόπελο τοΰ χυδαίου μαρξισμού πού θεωρεί τήν ιστορική έξέλιξη σά μιά γραμμική διαδοχή τρόπων παραγωγής. ’Αλλά ό Μουζέλης άπορρίπτει τήν άπόλυτη προτεραιό­ τητα πού δίνει ό Althusser στις δομές καί τήν άναγωγή τών συλλογικών φορέων σέ παθητικά ύποστηρίγματά τους. Γιατί πιστεύει δτι μέ τήν άπόλυτη έμφαση στίς δομές δέ μπορούν νά άναλυθοΰν σωστά όρισμένες φάσεις τής ιστορικής έξέλιξης, δπως τά μεταβατικά στάδια. Ή άποψη τού Μουζέλη είναι δτι ή ταξική άνάλυση πρέπει νά παίρνει προτεραιότητα στήν άνάλυση τοΰ μεταβα­ τικού σταδίου. Καί σάν παράδειγμα φέρνει τόν ιδιαίτερο ρόλο πού έπαιξε ή έλληνική άστική τάξη τής διασποράς στήν έξέλιξη τού έλληνικοΰ έκπαιδευτικού συστήματος. 'Η έρμηνεία αύτοΰ τοΰ φαινόμενου δέ θά μπορούσε νά δοθεί &ν μέναμε μόνο στό επίπεδο τού συστήματος. Ά ν δηλαδή κάναμε άναγωγή τοΰ προβλήματος στίς τάσεις τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) ή στούς κανόνες ή τούς νόμους πού προκύπτουν άπό τό συνδυασμό τών τρόπων παραγωγής. Τό θεωρητικό συμπέρασμα λοιπόν τοΰ Μουζέλη είναι δτι τόσο οί λειτουργικές θεωρίες δσο κι ό μαρξισμός τοΰ Althusser δέ μπορούν νά μάς προσ­ φέρουν τό έννοιολογικό πλαίσιο γιά τήν άνάλυση τών έμποδίων τής άνάπτυξης πού συναντούν οί άναπτυσσόμενες χώρες. Γιατί καί οί δύο θεωρίες άφήνουν στό περιθώριο τούς συλλογικούς φορείς, πού ή δράση καί οί στρατηγικές τους έπιλογές έπηρεάζουν άποφασιστικά τήν πορεία τής άνάπτυξης· «μόνο ένα έννοιολογικό πλαίσιο πού έχει σάν έπίκεντρο τήν ταξική άνάλυση μπορεί νά καταπιαστεί σωστά μέ τό πρόβλημα τής άνάπτυ­ ξης» λέει ό Μουζέλης. Έ τσι λοιπόν ό συγγραφέας έπιλέγει ένα θεωρητικό πλαίσιο πού δέχεται στό συστημικό έπίπεδο τόν άλτουσεριανό μαρξισμό άλλά έπιαένει στή σχετική αύτονομίατών φορέων. Δίνουμε τόσο μεγάλη έκταση στήν παρουσίαση


τσϋ θεωρητικού μέρους, γιατί είναι αυτό πού έχει καί τις περισσότερες έρμηνευτικές δυσκολίες. Τά άλλα δοκίμια πραγματεύονται τόν τρόπο έφαρμογής αύτοΰ του θεωρητικού πλαισίου στήν έλληνική κοινωνία, μέ σύστημα καί σαφήνεια: Γιά τήν έξέλιξη τού έλληνικού καπιταλισμού άπό τήν δθωμανική περίοδο μέχρι σήμερα (κεφ. 1, σέλ. 17-81), γιά τή μή άνάπτυξη τού άγροτικού κινήματος στήν Ε λλάδα στό μεσοπόλεμο (κεφ. 5, σελ. 213-245), γιά τό ρόλο τού στρατού (κεφ. 6, σελ. 246-267), γιά τόν καπιταλισμό καί τή γεωργία, μέ ειδική άναφορά στό πρόβλημα τού καπιταλισμού στήν έλληνική γεωργία (κεφ. 4, σελ. 186-209) καί τέλος γιά τό φορμαλισμό στις πολιτικές καί πολιτιστικές του έκδηλώσεις (κεφ. 8, σελ. 303-330). Ξεχωρίζουν τά δοκίμια γιά τήν έξέλιξη τού έλληνικού καπιταλισμού καί γιά τόν καπιταλισμό καί τή δικτατορία, γιατί έπειδή είναι καί τά πιό πρόσφατα προσφέρουν καί τήν πιό όλοκληρωμένη θεωρητική έπεξεργασία ένός πλούσιου Ιστορικού καί οικονομολογικού ύλικού. Γενικά έχουμε μιά σημαντική συμβολή στήν άνάλυση της θεωρίας τής ύπανάπτυξης καί συγκε­ κριμένα γιά τήν περίπτωση τής 'Ελλάδας μιά πρώτη σφαιρική άντιμετώπιση τού κοινωνικού σχηματισμού. ΜΑΡΙΑ ΚΟΜΝΗΝΟΥ

Π Ο ΙΗ Σ Η

ποίηση άπό τήν Κύπρο ΠΙΤΣΑΣ ΓΑΛΑΖΗ: Ύπνοπαιδεία. Ποιήματα. Οί ’Εκδόσεις τών Φίλων, Άϋήνα 1978. Σελ. 128.

Η ΚΥΠΡΙΑ ποιήτρια Πίτσα Γαλάζη μάς έχει δώσει ως τώρα ένα σεβαστό άριθμό ποιητικών βιβλίων. Ά π ό τίς «Στιγμές έφηβείας» (1963) μέ­ χρι τό τελευταίο της, «Ύ πνοπαιδεία» (1978), άριθμούμε έπτά ποιητικές συλλογές. Εξά λλου γιά τό βιβλίο της «Δέντρα καί θάλασσα» (1969) πήρε τό Α' κρατικό βραβείο ποίησης τού υπουργείου Παιδείας τής Κύπρου. Επιχειρώ νά πώ λίγα λόγια γιά τήν «Ύ πνοπαιδεία» άπό άγάπη καί μόνο στό ποιητικό έργο τής κύπριας ποιήτριας κι 8χι άπό καμιά κριτική διάθεση. Ή Πίτσα Γαλάζη, φορτωμένη τή βαριά κι άνελέητη μοίρα τής πατρίδας της, μάς έχει δώσει άπό καιρό μιά λυρική κι άρρενωπή, θά ’λεγα, ποίηση, μ’ δλο τό πάθος καί τή βαθιά όδύνη πού περιέχει ένας ποιητής χτυπημένος καί λεηλατημέ­ νος μέσα στό ίδιο του τό σπίτι. Γιατί δ ποιητής, καθώς είναι ένα «Παν-δοχείο» κατά τή Ζωή Καρέλλη, δέν μπορεί παρά νά πλήττεται καίρια

μέσα στήν έκπτωση τού κόσμου καί νά νιώθει έκμηδενισμένος άπ’ τό κακό, Ιδιαίτερα μέσα σέ μιά πατρίδα μέ τόση παρακαταθήκη άπό ζεστό άκόμα αίμα καί θάνατο. Ή Πίτσα Γαλάζη, παιδί καί κείνη τής μαρτυρικής Κύπρου καί πρόσωπο τής τραγικής γενιάς της, διαγράφει τήν έπώδυνη ποιη­ τική πορεία της περνώντας μέσα άπ5τήν πυρίκαυ­ στη ζώνη μιάς ένσυνείδητης πραγματικότητας. Καλλιεργώντας μιά ποίηση δραματική στις προεκτάσεις της, δέ θρηνεί μονάχα πάνω στόν σκοτωμένο, στόν άτιμασμένο λαό τού τόπου της, άλλά μέ τόν σθεναρό κι άποφασιστικό λόγο της σηκώνει τή «σπάθα» ένάντια σ’ δ,τι σκυλεύει τά π ιό ιερά καί τά πιό άνθρώπινα. Ό τίτλος τού βιβλίου της, «Ύ πνοπαιδεία», είναι νομίζω συμβο­ λικός καί κάποιες άφετηρίες του ύπάρχουν έν σπέρματι στή συλλογή της «Ή άδελφή τού ’Α λέ­ ξανδρου», δπου: «δ ’Α λέξανδρος πιστεύει στήν ύπνοπαιδεία — γι’ αύτό κατεβαίνει τίς νύχτες — καί ψ ιθυρίζει έξω άπ’ τά κλεισμένα μας βλέφαρα — ξεκαρφώνοντας τά σώματα» κλπ. Τί είναι λοιπόν ή «Ύ πνοπαιδεία» τής Π.Γ.; Είναι νομίζω τό ίδιο τό ποίημα πού γίνεται έδώ τό δργανο γιά τήν άναμόχλευση τής μνήμης, τήν άνακίνηση τών παθών ένός μαρτυρικού λαού, είναι ή τραυματι­ σμένη φωνή πού θέλει νά ένεργήσει σάν διεγερτι­ κό φάρμακο, ώστε νά άναφανεί καί πάλι τό δραματικό στό σύνολό του π αρελθόν καί πρόσφα­ το παρόν αύτού τού τόπου. « Α ύ τ ή ή φ ω νή μ έ τ ό τ ρ α ύ μ α τη ς π ο ύ ά ρ ν ε ϊτ α ι τ ά κ α τ α π ρ α ϋ ν τ ικ ά , χ α ρ τ ο γ ρ α φ ε ί τ ή ν π ε ρ ιπ έ τ ε ια τ η ς γ ε ν ιά ς μ ο υ .»

Τό ίδιο τό ποίημα λοιπόν, πού, καθώς είναι φορτισμένο άπό μέσα μέ καυτές μνήμες, έπιδιώκει νά «περάσει» όριστικά μέσα στούς άλλους άλλά καί μέσα στήν ίδια τήν ποιήτρια καί νά γίνει μνήμη άνεξίτηλη, «παιδεία» όδυνηρή, γιά νά μή χαθεί τίποτα άπ’ δ,τι διαδραματίστηκε μέσα σ’ αύτό τόν τόπο, νά μή λησμονηθεί ούτε μιά λεπτο­ μέρεια μέσα σ’ έναν ύπνο-λησμονιά. Π όθος άκραιφνής γιά τήν ποιήτρια καί μέγα χρέος πρός τήν κομματιασμένη γενιά της. « Ή φ ω νή ... Μ έ σ α ά π ό δ ά σ η μ ν η μ ικ ά ν ά π ε ρ ν ά κ ο ρ μ ό μ έ κο ρ μ ό ά π ό τ ο ύ ς λ ύ κ ο υ ς δ αγκω μένη» « Κ ι ά π ’ τ ή ν ό ρ γ ή κ ι ά π ’ τ ή ν π ίκ ρ α , ο υ ρ λ ιά ζ ε ι σ κ υ λ ί έξ ω ά π ’ τ ίς π ό ρ τ ε ς σ α ς κ α ί δ έ ν ά κ ο υ τε »

θά πει, έντείνοντας έτσι τήν άδημονία της γιά τούτη τήν άφύπνιση-ύπόμνηση. Ρόλος διττός ή «Ύ πνοπαιδεία», σκοπός καθοριστικός, άνάκληση στή μνήμη άλλά καί άμυνα καί προσωπική άντίσταση τής ίδιας τής ποιήτριας, δταν μάς λέει στό πρώτο ποίημα-πρόλογο: « ’Ε π ε ιδ ή ή π ο ίη σ η ε ίν α ι ή σ ή ρ α γ γ α ή σ κ ο τε ιν ή γ ι ά ν ά π ε ρ ά σ ω σ τ ή ν έ λ ε υ ϋ ε ρ ία ’Ε π ε ιδ ή ή π ο ίη σ η ε ίν α ι ή έπ α ν ά σ τ α σ η σ τή δ ο υ λ ο φ ρ ο σ ύ ν η κ α ί ή ’ια χ ή σ τή μ ά χ η ’Ε π ε ιδ ή ή π ο ίη σ η

65


ε ίν α ι κιβ ω τ ό ς κ ι ο ί π ο ιη τ έ ς τ α ξ ιδ ε ύ ο υ ν τ ο ύ ς κ α τα κ λυ σ μ ο ύ ς Ισ τορώ ντα ς Γ ιά τ ο ύ το ά μ ύ νο μ α ι γ ρ ά φ ο ν τ α ς π ο ιή μ α τα .»

π οτα μ ός δ ο λό ς , γε μ ά τ ο ς ό χ ε τ ο ύ ς, π ν ιγ μ έ ν α σώ μ α τα . Κ ι ά π ά ν ω τά μ ε γ ά φ ω ν α μ έ π α ν η γ υ ρ ικ ο ύ ς ν ά π α ρ α χ ώ ν ο υ ν τά γυ μ ν ά .»

Μέσα σ’ έναν τόπο, σ’ ένα χώρο αιματηρό, όπου ή ανθρώπινη υπόσταση ποδοπατιέται, προσβάλ­ λεται θανάσιμα κι ή ίδια ή ζωή κινδυνεύει νά χάσει τό νόημά της, θά μάς πει πάλι ή Π.Γ. τοΰτα τά πικρότατα λόγια

Στίχοι συγκλονιστικοί, τρομεροί! Ρίγη άποτροπιασμοΰ παγώνουν τή ραχοκοκαλιά μας, ό ίδιος ό άπεχθής θάνατος. Ποίημα έπικολυρικό θά ’λεγα ή «Ύπνοπαιδεία» τής Πίτσας Γαλάζη, μένος Ιερό, τόξο άποφασιστικό πού έκτοξεύει τά βέλη του σ’ δ,τι συντέλεσε στό σπαραγμό τού τόπου της, πικρή διαθήκη γιά τή δική της γενιά άλλά καί γιά τήν έπερχόμενη. “Α ς κλείσω αυτό τό μικρό φόρο τιμής πρός τήν κύπρια ποιήτρια, παραθέτοντας λίγους αισιόδο­ ξους στίχους γιά τήν ίδια τήν ποίηση:

« Γ ιά τ ο ύ το α ύ τ ο π υ ρ π ο λ ο ϋ μ α ι κ ά δ ε μ έ ρ α π ε ρ ιχ υ μ έ νη ό ν ειρ α , σ έ μ ιά σ ιω π ή ό σ τ εο φ υ λ ά κ ιο » « ’Α κ ό μ α κ α π ν ίζ ο υ ν ο ί κ α μ έ νε ς λ έξ ε ις , κ ο ρ μ ιά π έ ς ό λ ο κ α υ τ ώ μ α τ α .» « Κ λω τσ ώ π ρ η σ μ έ ν ε ς λέξ ε ις , λ ό γ ια γλ α σ α ρ ισ μ έ ν α ξ ε φ λ ο υ δ ώ ό π ω ς ή μ ά ν α μ ο υ τά π ρ ά σ ιν α κ α ρ ύ δ ια » « Κ ι έχω τά χ έ ρ ια μ α ύ ρ α , μα ύρα, μαύρα, σ κ ισ μ έ ν α ά π ’ τ ό ιώ δ ιο τη ν π ίκ ρ α ά γ γ ίζ ο ν τ α ς τ η ν ψ ύ χ α ά π ο ζ η τ ώ .»

« Κ ι ό π ο ιη τή ς σ τ ίχ ο υ ς π ο τ ίζ ε ι κ α ί μ έ λ έ ξ ε ις φ τ ιά χ ν ε ι κ ο ίτε ς τό α ιώ ν ιο ν ά π ε ρ ν ά φ υ σ ώ ν τ α ς τά κ α ψ α λ ια σ μ έ ν α π ο ύ χ λ ώ ρ ιά ζ ο υ ν .»

Ή ποίηση της Π.Γ. όσο κι αν έχει άμεσες καί συγκεκριμένες άφετηρίες, βγαίνει πολλές φορές έξω άπ’ τά κλειστά όρια ένός τοπικιστικοϋ αισθή­ ματος καί καημού κι δ λόγος της παίρνει πλατύτε­ ρες διαστάσεις, καθολικεύοντας έτσι τήν άρχέτυπη φωνή πού θρηνεί γιά όλη τήν προσφυγιά τού κόσμου. « ’Α ν ά π ο δ α β α δ ίζ ο μ ε ά ν α κ α τ ε ύ ο ν τ α ς τή στά χτη γ ιά τ ό κ ά ρ β ο υ ν ο γ ι α τ ί ή π ρ ο σ φ υ γ ιά π ρ ο ϋ π ή ρ χ ε .» « Π ρ ο σ φ υ γ ιά ό ν είρ ω ν.»

Πέρα άπ’ τή δραματική ύφή όλόκληρου τού ποιήματος, θά ’λεγα ότι ό λόγος τής Π.Γ. εκτός άπό άγάπη έχει καί σπάνια δυναμικότητα καί όρμή αλλά καί αύστηρότητα πού ύποβάλλει άμέσως τόν άναγνώστη. Λόγος έξάλλου έναργής, δοσμένος μέ παρρησία, έχει όλη τή συμμετοχή μας γιατί πάει ίσια στήν καρδιά καί τή συγκλονίζει βαθύτατα. « ’Ε γ ώ ό π ο ιη τή ς ό π ετ α λ ω τή ς τω ν λ έξ ε ω ν δ ένω τ ίς κ α κ ό β ο υ λ α ξ υ σ μ έ νε ς ρ ίζ ε ς μ έ έ π ιδ έ σ μ ο υ ς φ ω ς, χ τ υ π ώ σ τά ύ π ό γ ε ια κά τω ά π ’ τ ’ ά ν α μ μ έ να τή ς σ ιω π ή ς ρ ο υ ϋ ο ύ ν ια , γ ι α τ ί έ γώ έ μ α δ α μ έ σ ’ α τ ο ύ ς α ιώ ν ε ς τά κ ο κ ό ρ ια ν ά λ α λ ο ύ ν τά ξη μ ερώ μ α τα ». « Γ ια τ ί τό π ο ίη μ α ά π ό μ ε ιν ε ή μ ό νη δ ίο δ ο ς γ ι ά ν ά π ε ρ ν ά ή ισ τ ο ρ ία δ ίχ ω ς μ ά σ κα »

Έ ρχεται όμως ώρα πού ή ποιήτρια σαρκάζει όδυνηρά καί «διαρρηγνύει τά ίμάτιά της» μπροστά σέ μιά άδιάψευστη πραγματικότητα. Σά νά ’χει άνοίξει άξαφνα ένα μεγάλο παράθυρο μέσα στή νύχτα κι άπό κεϊ «βλέπει» μέ φρίκη όλες τίς πράξεις της άπανθρωπιάς: « Ή ισ τ ο ρ ία Π ο ιά ισ τ ο ρ ία λ ο ιπ ό ν ; Μ έ κ α τε β α σ μ έ να τά

66

βλέφ α ρ α

κ α τ ε β α ίν ε ι

ό

ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Π ΕΖΟΓΡΑΦ ΙΑ

μιά δυναμική πρώτη παρουσία ΜΑΡΙΑΣ ΜΗΤΣΟΡΑ: Άννα, νά ένα άλλο. Λο­ γοτεχνία, άριδ. 1. Άκμων, Άδήνα, 1978. Σελ.

Η ΜΑΡΙΑ Μήτσορα έμφανίζεται γιά πρώτη φορά μέ τό διήγημα «Ποσοστό Συμμετοχής» στό περιο­ δικό «Κούρος», τόν Μάιο τού 1971. Ή έπόμενη δημοσίευσή της πραγματοποιείται τό 1975 στήν έκδοση Σκηνή, άφιέρωμα στό έλληνικό άντεργκράουντ — περιοδικό Σήμα. Έ χει τίτλο « Ό μαγευτικός φακός». Σημειώνω αύτές τίς δυό δη­ μοσιεύσεις γιατί στήν κυριολεξία δριοθετοΰν τά γραπτά τής Μ.Μ. Τό πρώτο πραγματοποιεί τήν έκδοχή τού πλήρους ρεαλισμού, μέ ισχυρές φορτί­ σεις καί «καθαρή» γλώσσα. Τό δεύτερο κινείται σέ μιά πραγματικότητα αίωρούμενη, πλήρη μετα­ φορών καί «ύποθετικών» καταστάσεων, άνάμεσα στις όποιες κινείται άκόμη ό ύγρός πλακούντας μιας αιματηρής γέννησης. 'Ό λα τά άλλα διηγήματα πού περιλαμβάνονται στό βιβλίο της «“Α ννα, νά ένα άλλο» κρατούν στή βάση τους τίς ρεαλιστικές, υπαρκτές καταστάσεις πού τά στηρίζουν καί άναπτύσσονται άργότερα


Μαρία Μήτσορα

όργιαστικά, σάν φυτά πού στήν έξέλιξή τους δεν Αναγνωρίζονται μέ καλυμμένα τά χαρακτηριστικά τού είδους. Τό μοναδικό διήγημα μέ μιά αστάθεια στή μορφή, πού δέν είναι δηλαδή καθαρά ρεαλι­ στικό ή καθαρά συμβολικό καί ούτε συγκεντρώνει μέ ισορροπία τά παραπάνω «στοιχεία» πού θά μάς έπέτρεπαν μιά γραμμική τουλάχιστο ένταξη, είναι τό «Ξαφνικό δωμάτιο», πού, Απ’ δσο μπορώ νά ξέρω, γράφτηκε τρίτο κατά σειρά. Τά έπόμενα δμως συγκεντρώνουν δλη τή δυνατή εκφραστικό­ τητα καί τή συμπύκνωση έκτεταμένης ισορροπίας. Τό διήγημα «Ποσοστό συμμετοχής» είναι ή περι­ γραφή μιας ήμέρας κηδείας. Είναι γραμμένο σέ πρώτο πρόσωπο καί Αρχίζει Ακριβώς έτσι: «Τό πρωί της κηδείας τού πατέρα μου ό ούρανός ήτανε μεξικάνικο μπλέ...» Τά γεγονότα Ακο­ λουθούν τήν τροχιά τους, Αλλά αύτά πού προη­ γούνται καί έπονται τού ένταφιασμού. Τό μοναδι­ κό φλάς-μπάκ, άναφέρεται στήν προηγούμενη μέ­ ρα πού έκεϊνος ήταν Ακόμη ζωντανός. Ή καθημε­ ρινότητα πού περιβάλλει σάν Αναισθητικό τό γεγονός τού θανάτου, ή προετοιμασία τού μελλον­ τικού γεύματος, τό κρέας ή τό ψάρι πού Αγορά­ στηκε Από τήν κεντρική Αγορά καί τοποθετείται στό ψυγείο, γιά μιά προσεχή κατανάλωση, δέν μάς κρατά μακριά Από τό νεκροταφείο, δέν μάς στερεί τή δυνατότητα συμμετοχής, Ανήκει καί σέ μάς κάποιο «ποσοστό συμμετοχής». Έ χει ένδιαφέρον νά προσέξει κανείς τήν Αντι­ μετώπιση Από μέρους τής νεαρής κόρης, τού Αντικειμένου-πατέρα, μιά Αναστροφή οίδιποΤό διήγημα «Τό ξαφνικό δωμάτιο» είναι μιά επιστροφή στήν παιδική ήλικία τής συγγραφέα, μιά έπιστροφή χωροταξική θά ’λεγε κανείς, Αφού

κινείται στήν περιοχή Νέας Σμύρνης, Καλλιθέας, μέ ένδιάμεσο τή Λεωφόρο Συγγρού: «Διέσχιζε τήν Συγγρού τάφρο φαρδιά καί βαθιά. Μόλις πάτησε στήν Καλλιθέα Ακούσε μιά καθησυχαστική φωνή. Ε ίδ ε ς πού δέν φοβάσαι καθόλου. ’Αφού δέν ύπάρχει λόγος νά φοβάσαι”. Ή Αφήγηση γίνεται σέ τρίτο πρόσωπο, ή Μ.Μ. «βλέπει» τήν ήρωίδα καί καταγράφει τίς κινήσεις, κάνοντας τώρα συνε­ χείς χρονικές Αναδρομές. Ο'ι Αντιστοιχίες συμβάν­ των καί οί Αντιστοιχίες χρόνων δέν είνάι παράλ­ ληλες, Αλλά Αλληλοτέμνονται διαρκώς, μιά καί δπως μάς λένε οί παράλληλες συνεχίζονται στό Απειρο χωρίς νά τέμνονται ποτέ. Έ δώ τά πρόσω­ πα κρατούν τά ρεαλιστικά τους όνόματα, σέ Αντί­ θεση μέ τό προηγούμενο διήγημα, Αλλά δέν έχουν καθόλου Αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, δέν ξέ­ ρουμε ποιές είναι οί Ακριβείς ΐδιότητές τους. « Ό μαγευτικός φακός» είναι τό μαγικό καλει­ δοσκόπιο αύτού τού βιβλίου τής Μ.Μ., είναι τό βάμμα ιωδίου. Ή Μαριάννα, ή Έ ρμίνα καί ή Σιμόνη, προηγούνται τής Ά δριανής τού «Ξαφνι-1 κοΰ δωματίου». Είναι τρία κοριτσάκια πού Ανα­ καλύπτουν τόν κόσμο γύρω τους, πού οί έποχές, οί σαλάτες στό ψυγείο, ό χειμώνας, ή μαγιονέζα, οί βάτραχοι, οί γονείς τους, τά τραταρίσματα καί τά γλυκίσματα μαζί μέ τίς ήρωίδες τών παραμυθιών έξισώνονται καί παίρνουν μέρος σ’ αύτή τήν πραγματογνωμοσύνη τής φαντασίωσης. Είναι μιά γραφή πού ή Μ. Μήτσορα δέν τήν έγκαταλείπει έντελώς στά έπόμενα κομμάτια της, Αφού μιά καί καλή τήν Ανέβασε στό ζενίθ μιάς χυμώδους μεταϋπερρεαλιστικής Αφήγησης. Τό «Σέ πήρε κάποιος Ά ντώνης» είναι Από τά δημοσιευμένα σέ περιοδικά κείμενα τής Μ.Μ·, δπως είναι καί τά προηγούμενα τρία καί τό έπόμενο, «Οί πυράκανθοι καί τό σκοτάδι». Ή Φλώρα τού «Σέ πήρε κάποιος Άντώ νης», είναι πιό κοντά στήν Ά δριανή τού «Ξαφνικού δωματί­ ου». Τήν Αντιμετωπίζει μέ τόν ίδιο τρόπο. Έδώ δμως παρεμβαίνει καί ή ’Ιωάννα. Παρακολουθού­ με τίς συνήθειες καί τίς Αντιδράσεις τους έκ παραλλήλου. Είναι καί οί δυό κλεισμένες σέ ξαφνικά δωμάτια, έχουμε τίς περιγραφές τών χώρων, μιλάνε στό τηλέφωνο Αλλά καί πιό Αμεσα γιά τά καθημερινά τους προβλήματα, τά ψώνια Από τήν ΕΒΓΑ, τό λογαριασμό τού τηλεφώνου πού πρέπει νά πληρωθεί. Έδώ εισχωρούν συνεχώς διάλογοι καί περιγραφές Από τόν «Μαγευτικό φακό», πού έγκλωβίζονται Απελπιστικά στόν ρεα­ λιστικό περίγυρο. Οί δυό γυναίκες, ή Φλώρα καί ή ’Ιωάννα, ωριμάζουν βασανιστικά, δντας Ακόμη πολύ κοντά στήν έφηβεία τους. Ό Ά ντώ νης ώστόσο δέν μπορεί νά Αλλάξει δ,τι συμβαίνει: « Ή ώ ρ α δ έ ν π ε ρ ν ά ε ι μ έ τ ίπ ο τ α . Ή Φ λ ώ ρ α δ έ ν γ ε λ ά ε ι μ έ τίπ ο τ α » .

Καί ή Φλώρα είναι αύτή πού πρέπει νά έξοφλήσει τό λογαριασμό τού «τηλεφώνου». Φεύγει ώς Φλώρα γιά τήν Αγγαρεία αύτή καί καθ’ όδόν πρός τήν ’Ιωάννα Αλλάζει ταυτότητα. Μέσα Από ένα ύπαινικτικό διανοητικό παιχνίδι, μερικά πράγμα­ τα ξεκαθαρίζουν καί βλέπουμε πώς τά διαφορετι­ κά γυναικεία όνόματα είναι δλα δψεις μιάς καί

67


μόνης νεαρής γυναίκας, πού κάνει επισκέψεις στον έαυτό της, αλλάζοντας τίς «Δώδεκα μάσκες έχει δ χρόνος» — τίτλος άλλου διηγήματος της. ’Ανάμεσα στις έμμεσες ή καί κατευθείαν άφηγήσεις, έκτινάζονται πολύχρωμες εικόνες, γεμάτες εκτυφλωτική όμορφιά, ό θάνατος τού πατέρα πού έπιστρέφει τώρα μέ σχόλια, περιγραφές τής άδειας πόλης τά κυριακάτικα μεσημέρια, ό άνέφικτος, άλλά καί τόσο απλά κατορθωτός έρωτας, ή διά­ σπαση τοΰ μοναδικού χαρακτήρα σέ φωτεινούς άστεροειδεΐς. Τό διήγημα « Ό πυράκανθος καί τό σκοτάδι» είναι πιά μιά βυθομέτρηση μ’ ένα κεντρικό πρόσωπο, τόν Τάκη. ’Αλλά πάλι ό Τάκης τής διαδρομής, είναι «τό μαύρο ταγιέρ» πού πίσω του θά κρυφτεί ή Μ.Μ. καί ρίχνοντας ματιές πάνω άπό τόν ώμο ή τίς μασχάλες του θά καταγράψει «κέρινα όμοιώματα άνθρώπων στά πιό προχωρη­ μένα στάδια τής σύφιλης μέ τά περιδέραια τής ’Αφροδίτης γύρω άπό τό λαιμό τους...» Έδώ πάλι πραγματοποιείται τό θαύμα. Μέσα άπό τίς μικρο­ αστικές σχέσεις, τή θεία Τερέζα πού έπικαλεΐται τόν "Αγιο Στυλιανό ή φράσεις δπως: «τί σαχλαμάρες είναι αυτές; Τί λέει τό παιδί Βάσω, πρόσεξε τή μάνα σου καί τίς θείες σου νά μήν μάς τόν κάνουνε θρησκόληπτο». Έδώ ύπάρχει έπίσης ή έλαστικότητα των χρόνων καί των χώρων καί ή σχεδόν φετιχιστική άναφορά σέ άντικείμενα — δπως ή περίφημη περιγραφή τής λάμπας στό «Σέ πήρε κάποιος Άντώνης» — ή στά ρούχα καί κοσμήμα­ τα: «...Ή Ελένη κρατούσε ένα κηροπήγιο μέ τρία κεριά, δύο άναμμένα κι ένα σβηστό. Ή τανε ξυπό­ λητη. Τήν κοιτούσε μέ τά πόδια κολλημένα πάνω στήν ψάθα. Τά σκούρα μαλλιά της πέφτανε στό πρόσωπο. Φορούσε ένα μαύρο παντελόνι, γύρω άπό τό στήθος της πάνω σέ μιά άσπρη έσάρπα άπό πολύ λεπτό ύφασμα φυτρώνανε βελούδινα φύλλα, ρόζ, καφέ καί πράσινα. Πρόσεξε τήν καρφίτσα πού τή συγκρατούσε ένα άληθινό ποδαράκι ζώου, γούνινο μέ δαχτυλιδάκι μέ μώβ πέτρα...» λίγο πρίν άπό μιά άποτυχημένη άπόπειρα έρωτα. Στό διήγημα «Δώδεκα μάσκες έχει ό χρόνος», ή αύλαία άνοίγει μ’ ένα διάλογο γιά τά ψυχοσάββα­ τα καί τούς νεκρούς. Πίσω άπό κάθε κείμενο γενικά τής Μήτσορα ύπάρχουν οί κρυφές άντιστοιχίες των ζωντανών-νεκρών. Τό κομμάτι αυτό είναι άπό τά άδημοσίευτα. Χρησιμοποιεί πολύ συχνά τ’ άγγλικά κατευθείαν, ένα άπό τά πρόσω­ πα έρχεται άπό τόν Καναδά. Έδώ διαγράφονται πιά καθαρά τά πρόσωπα μιας άστικής οικογένειας μέ άρκετή οικονομική έπιφάνεια. Ή ήρωίδα όνομάζεται Χρυσή άλλά είναι τό ίδιο «άποτραβηγμένη» δπως καί οί άλλες. Μόνο πού έδώ, οί κατα­ στάσεις άπό τίς όποιες προάγεται, ή στις όποιες εξωθείται, είναι πιό συγκεκριμένες καί στό βάθος τους τρεμίζουν οί αιτίες. Έπίσης έδώ ύπάρχει καί ή διαφοροποίηση τής είκαστικότητας τοΰ κειμέ­ νου. Γιά πρώτη φορά χρησιμοποιούνται πλάγια γράμματα, πού δίνουν στό κείμενο έναν άέρα «πίεσης» καί «πτώσης». Τό διήγημα τελειώνει μέ μιά αύτοκτονία, πού ύποπίπτει στήν άντίληψη τής Χρυσής, άκριβώς 12 γραμμές πρίν τό τέλος. Στό διήγημα αύτό γίνεται πιό έμφανές, πόσο

68

δλα αύτά τά πρόσωπα δέν έχουν «πρόσωπο». Ένώ οί χώροι, οί κινήσεις, τά άντικείμενα περιγράφονται μέ έξονυχιστική άκρίβεια, δέν γνωρί­ ζουμε ποτέ τί χρώμα μάτια έχει π.χ. ή Ελένη, ή ή Φλώρα. Γνωρίζουμε άντίθετα πώς τά μαλλιά τής πρώτης είναι σκούρα, καί τά μαλλιά τής γυναίκας πού αύτοκτόνησε καστανά. ’Α πό κάτω τά πρόσω­ πα μπορεί νά είναι κίτρινα ή χλομά, άλλά είναι γυμνά. Στό «Ξενοδοχείο τών δυτών», ύπάρχει γιά πρώτη φορά — χωρίς έμμεσες νύξεις — ή σχέση τής κόρης μέ τή μητέρα. Ή άφήγηση είναι πάλι σέ πρώτο πρόσωπο. Έ τσι δέν μπορούμε ν ’ άναφερθοΰμε στήν άφηγήτρια έπώνυμα —δπως π.χ. στή Χρυσή— γιατί τό δνομα δέν μάς δίδεται. Πάλι ύπάρχει ό έρωτας πού καλεί καί καλείται, άλλά σέ άντίθετες φάσεις. Έ τσι δέν ύπάρχει καί ή συγκυ­ ρία του. Έπίσης, πιό λεπτομερειακά άναδύεται ή σχέση τού πατέρα μέ τά ύπόλοιπα μέλη τής οικογένειας: τή μητέρα καί δεύτερη σύζυγο, τήν κόρη καί τό γιό άπό ένα πρώτο γάμο. Εκπληκτικής ένάργειας είναι οί περιγραφές τοΰ τέρματος τών λεωφορείων κάποιου μακρινού προαστίου, δπου ζεϊ ό γιός άπομακρυσμένος άπό τήν οικογένεια καί ύπό περιορισμόν. Έδώ κυρι­ αρχεί ή αίσθηση «κλινική». Τό τελταυταίο καί τό πιό σύντομο άφήγημα — άφήγημα καί διήγημα, οί δροι χρησιμοποιούνται σχηματικά, γιατί τά γραπτά τής Μήτσορα σίγουρα δέν περιορίζονται άπό τόσο στενόκαρδες φόρμες — «Ή πρώτη μέρα έξω» είναι, θά έλεγε κανείς, ένα πρωθύστερο. Ή πρώτη μέρα έξω, είναι ή έγγύηση γιά τό τί θά συμβεί άπό έδώ καί μετά, άκόμη κι άν: «'Υπήρχε μιά μέρα έξω πού δέν έμπαινα πουθενά. Ούτε σέ κλινική ούτε σέ φυλακή δέν έμπαινα γιατί μόλις είχα βγει έξω άπό ένα Πένθιμο Σύστημα...» Δέν ξέρω άν είναι συμβολι­ κό τό δτι τελειώνει τό βιβλίο της ή Μήτσορα έτσι, τήν ώρα άκριβώς τής «έξόδου» μας άπ’ αύτό. Είναι πάντως βέβαιο πώς ή Μαρία Μήτσορα είναι μιά ισχυρή έκπληξη καί μιά πλήρης συγγρα­ φική προσωπικότητα, έτσι δπως «στοιχειοθετείται» στό πρώτο βιβλίο της, « Ά ν να , νά ένα άλλο». ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

οργισμένη νιότη— μοναξιά τοΰ άνθρώπου ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Τό μαχαίρι. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 84.

ΣΕ πρώτο πρόσωπο —χωρίς νά είναι καθαυτό, φαίνεται, αύτοβιογραφικό— ή Μαρία Παπαδημητρίου, στό μικρό τούτο βιβλίο, νουβέλα θά μπο­ ρούσε ϊσως νά τό πει κανείς, άναπλάθει βιώματα προσωπικά καί μνήμες παλιότερων. Τ ’ άναπλάθει μέ πολλή ζωντάνια, κάποτε σχεδόν μέ σαρκασμό, άσπίδα μιας βαθύτερης πίκρας καί μαζί νεανικής ζωτικότητας, πού δέ λέει νά ύποκύψει, νά ήττηθεϊ. Σ’ αύτό βοηθά ή φαντασία της. Φαντασία δχι παλιού, ήρεμου, άργόσυρτου παραμυθά, άλλά ταιριαστή στήν παράλογη καί άπάνθρωπη πρα­ γματικότητα πού ύποδέχεται τόν άνθρωπο ά πό τά πρώτα βήματά του στήν κατακερματισμένη σύγ­ χρονη ζωή. Κατακερματισμένη, λαχανιαστή καί ή γραφή τής Μ.Π., κραυγή διαμαρτυρίας όργισμένης νιότης. ’Οργισμένης νιότης τής φριχτής μετά τόν έμφύλιο έποχής, μέ άναδρομές καί στά χρόνια τής χιτλερικής κατοχής: «Τάφος έγινα μαρμάρινος νά θάψω τούτο καί τούς Γερμανούς πού άνέβαιναν στό σαλόνι μας ν’ άνταμώσουνε τό θείο Νίκο καί τό Χρίστο τόν ξάδελφό μου πού κρύβαμε στό δικό μας πλυσταριό άπό τούς Γερμανούς καί τό θείο Νίκο». Έ λα υστέρα νά στρογγυλέψεις ρόδινα καί κλασικά εύθύγραμμα, αισιόδοξα πού λέν, παιδικές ψυχές μέ τέτοιες —καί χειρότερες— έμπειρίες... Έ τσι ή κοπέλα μέ τίς «παράξενες ίστορίες», πού οί γύρω της τήν έπαιρναν καί λίγο σάν άλαφροΐσκιωτη —μέ έξαίρεση ϊσως τή γιαγιά άπό τό ’Ικόνιο καί τόν σιωπηλό πατέρα μέ τό τρυφερό βλέμμα— βγαίνει στή ζωή νά βγάλει τό ψωμί της, δπου δοκιμάζει διάφορα έπαγγέλματα, μά «καμιά δουλειά πού έκανα ώς τώρα δέν μ’ ένδιέφερε. Έ τυχε φαίνεται νά μήν άγαπώ δ,τι πληρώνεται κι δ,τι άγαπάω νά μήν πληρώνεται» καί άπορεϊ: «πώς οί άλλοι άνθρωποι άντέχουνε, φαίνεται πώς δέν άντέχουνε κι δλο κάτι τούς πονάει, πού δμως νά πούνε τόν πόνο τους», αύτό είναι καί τό βαθύτερο νόημα, γιατί «δλοι κι δλοι ήμασταν πολλοί καί λίγοι στό παλιό μας σπίτι»: ή μοναξιά. Στόν κόσμο δπου ό κυρ-Λάκης, ό μπακάλης τής γειτονιάς, πού ήταν «δλος μιά λίγδα», έχει σοΰπερ-μάρκετ, κι ό θείος Νίκος, ό συνεργάτης τών χιτλερικών, «έχει σαλέ στήν ’Ελβετία, κι ή γυναίκα του άσχολεϊται μέ άγαθοεργίες», στήν άγορά, δπου «άνάκατα κρέατα, άνθρωποι καί ψάρια

Μαρία Παπαδημητρίου

πουλιούνται καί άγοράζονται», ή νιότη κραυγά­ ζει, μά δέν άκούεται, λέει, ή κραυγή της. ’Α ντίθε­ τα, νιώθει νά τήν παρακολουθεί ένα μάτι. Τό μάτι. Τό μάτι τής συντήρησης, τοΰ παλιού, τό μάτι τού κακού, τού χαφιέ, πού κάποτε, καθώς πάει νά τήν καλοπιάσει γιά νά τήν κάνει νά μαρτυρήσει άν κρύβεται στό σπίτι τους ένας καταδιωκόμενος, τό κοριτσάκι τού ξεφεύγει νιώθοντας πώς «αύτό πού μέ φόβισε πιό πολύ ήταν ή καλοσύνη μέσ’ σέ κείνο τό μάτι, κι δμως έλεγα μόνη μου καί τ’ άκουα μόνη δέν είναι φίλος». "Οπως είδαμε ή συγγραφέας κινείται στόν ελ­ ληνικό χώρο μιάς όρισμένης έποχής, έτσι έχουμε τίς μαυροφόρες της. Καί είναι οι μαυρομαντηλοΰσες αύτές, πρώτα πρώτα αύτό πού είναι στή ζωή: οί πάμπολλες, γριές οί περισσότερες, πού μέ τά μακελειά πρώτα καί μετά μέ τό ρεύμα πρός τίς πόλεις, ιδιαίτερα τήν ’Αθήνα, βρέθηκαν καί βρί­ σκονται συχνά άκόμη μπροστά μας. Ό μ ω ς, ό τρόπος πού τίς χρησιμοποιεί ή Μ.Π. —άσχετα άπό τό ποσοστό πρόθεσης πού μπορεί νά είχε ή ϊδια —τίς κάνει νά λειτουργούν καί συμβολικά, διπλά καί πολλαπλά μάλιστα: συντήρηση, «έτσι τά βρή­ καμε», έκφραση ύποταγής, μά καί στοιχείο Εξέ­ γερσης κάπως, μέ κείνες τίς κόκκινες όμπρέλες τους πού τίς κάνουν νά μοιάζουν τρελούτσικες, πετυχημένο εύρημα άντιστικτικό. Μοίρες, σά νά θυμίζουν τόν άρχαϊο χορό. Μέ π ιό συγκρατημένη φαντασία, στό ίδιο δμως πάντα ύφος καί μέ ειλικρίνεια άντάξια σύγχρονης γυναικείας εύαισθησίας καί άξιοπρέπειας ούσιαστικής, ή κοπέλα κατά τό τέλος τής άφήγησης κόβει έναν έρωτικό δεσμό γιατί «πιέζαμε τόν έαυτό μας νά μένουμε μαζί άπό φόβο μή μείνουμε ό καθένας μόνος». Τό βασικό μοτίβο, ή μοναξιά τού άνθρώπου. ’Α πό κοντά, φυσικά, πάλι οί μαυροφόρες, μά χωρίς κόκκινες όμπρέλες, τήν

69


παρακολουθούν νά τήν παρηγορήσουν καί κείνη κινά νά τούς ξεφύγει, μόνη, θυμωμένη, άλλα άποφασισμένη νά μή γίνει σάν αύχές. Κι έγώ τη βλέπω —&ς μου έπιτραπεϊ καί μένα λίγη φαντασία — νά προχωρεί στή ζωή καί στό δημιουργικό της έργο. ΦΟΥΛΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΗ

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

«δέ θέλω χρόνο, ζωή θέλω...» ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΚΑ: Άπαντα. Εικόνες Τάχη Σιδέρη. Κέδρος, Άϋήνα, 1978. Σελ. 632.

Η ΛΟΓΙΚΗ κατανόηση καί ή συναισθηματική συμμετοχή σ’ ένα κείμενο είναι έκτος των άλλων καί θέμα έξοικείωσης. "Οσο περισσότερο πλησιά­ ζεις τήν τέχνη τόσο εκείνη σοϋ άποκαλύπτεται. 'Υπάρχουν γραφτά πού θέλουν έπιμονή καί άντοχή ίσως γιά νά σοϋ δοθούν. Σέ άλλα σοΰ χρειάζον­ ται τά δεκανίκια τού ειδικού ή καί ή έναλλαγή στά τυπογραφικά στοιχεία άκόμη. Ή σημείωση τού συγγραφέα ή ό συσχετισμός μέ τά προσωπικά του βιώματα σοΰ δίνουν κάποτε τό κλειδί. Υ πάρχουν δμως καί έκεΐνα τά κείμενα πού σοϋ μεταγγίζονται άπλά καί άβίαστα μέσα άπό τίς λέξεις, γιά νά σοϋ ποϋν χωρίς καμιά άπ’ έξω ή άπό μέσα έπικουρία δ,τι έχουν νά σού ποΰν, μά κι δ,τι κρύβουν. Σ’ αύτή τήν κατηγορία της άμεσης έπικοινωνίας, έντάσσεται ό λόγος τού Μάριου Χάκκα. Ή πρόσφατη έκδοση τών «Απάντων» τού Χάκκα άπό τόν «Κέδρο» μάς δίνει τήν εύκαιρία νά ξαναθυμηθοϋμε δτι ή λογοτεχνία τών ήμερων μας καταξιώθηκε άπό μιά τέτοια συγκλονιστική παρουσία. Τό βιβλίο περιλαμβάνει τά πεζά: «Τυ­ φεκιοφόρος τού έχθροΰ» (1966) μαζί μέ τρία διηγήματα πού πρωτοδημοσιεύτηκαν στά «Νέα Κείμενα 2» τό χειμώνα τού 1972 καί πού έπιθυμία τού συγγραφέα ήταν νά μποϋν στό τέλος τού «Τυφεκιοφόρου τού έχθροΰ» (τά διηγήματα υπάρχουν καί στή β' έκδοση τού βιβλίου, «Κέ­ δρος» 1972), «Ό Μπιντές (1970), «Τό κοινόβιο» (1972). Τά θεατρικά: «Ένοχή», «’Αναζήτηση», «Τά κλειδιά» (πού κυκλοφόρησαν γιά πρώτη φορά τό 1971 σέ ένα τομίδιο μέ τόν τίτλο «Έ νο­ χή»). Τά ποιήματα «"Ομορφο Καλοκαίρι» (1965) καί μιά σειρά σκόρπια κείμενα, πεζά, ποιητικά, θεατρικά, μέ τόν τίτλο «Σελίδες», πού, δπως μάς πληροφορεί μιά σημείωση, «τά κείμενα πού δημο­ σιεύονται σέ τούτο τό μέρος έχουν πρωτοδημοσιευτεϊ στό περιοδικό “ΑΝΤΙ” άρ. Β/77-78/ 6.8.1977 άπό δπου καί πάρθηκαν». "Ολη δηλαδή

70

Μάριος Χάκκας

ή συγγραφική δουλειά τού Χάκκα, δικαίωση μιας βραχύχρονης ζωής 41 μόνο χρόνων (1931-1972) καί μόχθος 14 χρόνων συγγραφικής δράσης (1958, πού γράφει τά πρώτα του διηγήματα 1972, πού πεθαίνει). Ά π ό πλευράς έκδοτικής πρόκειται γιά σωστή δουλειά, άν έξαιρέσουμε κάποια λάθη σέ λέξεις πού ξέφυγαν τόν έλεγχο (μέ άσκήσει(ς) σελ. 95, μιά σύγουρη συμβίωση σελ. 102, τού πατούσε στόν καλό (σελ. 118), νά τό ξαναδιάβ(ασ)ουμε σελ. 121), μικρό βέβαια κακό γιά ένα μεγάλο βιβλίο. Τό βιβλίο άνασαίνει άρκετά. Τά σχετικά μεγάλα γράμματα καί τά άνετα περιθώρια κάνουν ξεκούραστο τό διάβασμα καί ταιριάζουν στά λιγοσέλιδα κατά κανόνα γραφτά τού Χάκκα. Οΐ εικόνες τού Τάκη Σιδέρη άσπρόμαυρες καί λαϊκότροπες δέ­ νουν άπόλυτα μέ τό κείμενο. Ή πρόταξη τών περιεχομένων, ό καλύτερος ίσως τρόπος, καί τό χρονολόγιο τού Μάριου Χάκκα στό τέλος δίνουν ένα βιβλίο άρτιο. Γνώρισα τό Μάριο Χάκκα γιά πρώτη φορά τό καλοκαίρι τού 1972, λίγες μέρες μετά τό θάνατό του. Α κ ό υ σ α τή φωνή του μέ δλη τή λυγμική κραυγή της, άντρίκεια καμουφλαρισμένη, άλλοτε σάν πικρή διαπίστωση τής καθημερινής φθοράς, τής διάβρωσης πού μάς σαπίζει, τών ιδανικών πού βγήκαν δλα πλάνες, τής μάχης πού χάθηκε, τής γενιάς πού προδόθηκε, κι άλλοτε σάν έπιθανάτια παραίσθηση, σάν ρόγχο, σάν συνειδητή άποκόλληση άπό τή ζωή. Πορεία πρός τό θάνατο. ’Α να­ παράσταση τής άλλης ζωής μέ πρόσωπα τής έδώ. Περιγραφή τού ξεψυχίσματος, τής κηδείας καί τής ταφής του άκόμη άπό τόν Ιδιο (σελ. 362-370).


Ή γραφή του καταλυτική. Φαρμακερή καί φαρμακωμένη. Μιά διάχυτη αίσθηση τραγικότη­ τας πού δίνεται μέ χιούμορ, μέ πίκρα, μέ ειρωνεία, πού βγαίνει άπό τήν κυριαρχία τής Μοίρας, "Ατης, ’Ανάγκης, της φθοράς τών πραγμάτων στή ζωή μας καί πού δείχνει πώς τό παιχνίδι της ζωής μας παίζεται έξω άπό μάς, άκόμα κι δταν είμαστε πρωταγωνιστές. «Δέ φταίγαμε έμεϊς, άν άφεθήκαμε πιά στή φθορά τών πραγμάτων» (σελ. 189), «'Οπωσδήποτε δέ φταίγαμε μεϊς, δέ φταίγαμε μεΐς (σελ. 191) ή «είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς νά τό πάρουμε είδηση» (σελ. 259). Έ χει κατά καιρούς έκφραστεϊ ή άποψη δτι ό λογοτέχνης ώς άτομο είναι δλότελα διάφορος άπό αύτόν πού δείχνουν τά γραφτά του. Πιστεύω δτι ό συγγραφέας παρουσιάζει στά έργα του πτυχές τής ζωής του. Αύτής πού έζησε ώς άμεση έμπειρία καί αυτής πού όνειρεύτηκε ή θά ’θελε νά ζήσει, άν διάλεγε μόνος του τής ζωής τά νήματα καί τίς δυνατότητες τής ψυχής καί τού κορμιού. Δέν σημαίνει βέβαια αύτό δτι τό βιωματικό ύλικό προσφέρεται αύτούσιο. Μπορεί νά δώσει μόνο τό κέντρισμα, νά άπότελέσει τό κουκούτσι τού γρα­ φτού ή νά άνακατευτεϊ μέ άλλα στοιχεία καί νά φέρει νέα γεννήματα. «Δέν άρκεϊ ή παρατηρητικό­ τητα, δση κι άν είναι, γιά νά γίνει ό συγγραφέας πειστικός. Τού χρειάζονται βιώματα, έμπειρίες καί μάλιστα κάπως παλιές γιά νά έχουν βράσει μέσα του, δπως ό μούστος στό βαρέλι» λέει κάποτε ό ίδιος δ X. στό Στρατή Τσίρκο (στήλη-Μάριος Χάκκας, περιοδ. ή Συνέχεια, τεύχος 2, Ά π ρ . 1973, σελ. 55) καί άλλού: «ό καλλιτέχνης πρέπει νά ένδιαφέρεται γιά τό έργο του. Χωρίς τό έργο του δέν ύπάρχει» (σελ. 480). ’Εξάλλου τό ποιόν τής ζωής μας έχει γίνει τόσο πολύπλοκα απλό καί προβληματισμένο, πού δέν σού αφήνει περιθώρια νά άνατρέξεις σέ άλλες πηγές έμπνευσης, δταν μέσα σου καίγεσαι άπό τήν ίδια φωτιά πού πυρπολεί άμέτρητους άλλους άνθρώπους, πού περιμένουν κάποιον νά μιλήσει καί γι’ αύτούς, κάποιον προορισμένο νά μιλήσει γιά δλους. "Οταν διαβάζεις X. νομίζεις πολλές φορές πώς κλέβει τή σκέψη σου, δτι αύτό πού έκείνος είπε θά μπορούσες νά τό είχες πεί καί σύ, νά τό είχες γράψει. "Ομως δέν τό ’κάνες. Δ έν τόλμησες. "Ισως νά μήν είχες χρόνο. Μπορεί νά μήν ήσουν «προορισμένος». Σού ’λείπε ή σφραγίδα τών θεών άπό τό μέτωπο... Αύτή τή σύμπτωση τής σκέψης τή νιώθει καί δ X. γιά κάποιους δάσκαλους: « ...Κ ο β α λ τ ιώ ϋ η κ α , μ π ο ύ χ τη σ α , τ σ ο υ ρ ο υ φ λ ί­ σ τη κ α ό λ ό κ λη ρ ο ς. Μ ό λ ις τ ώ ρ α φ τ ά ν ω τ ω ν δ α σ κ ά ­ λ ω ν τ ή ν κ ό λ α σ η . ”Ο χ ι έξ ω τε ρ ικ ά , λ έ γ ο ν τ α ς Ρ ίλ κ ε κ α ί Μ π έ κ ε τ, μ ιμ ο ύ μ ε ν ο ς φ ρ ά σ ε ις τ ους, δ χ ι. Ξ ε κ ι­ νώ ν τα ς ά π ό τή δ ικ ή μ ο υ ζω ή, λ α χ α ίν ω τ ίς σ κ έ ψ ε ις μ ου μ ές στά γρ α φ τά τους κι αύτή α ς π ο ύ μ ε ή σ ύμ π τω σ η μ έ κ ά ν ε ι ν ά χ α ίρ ο μ α ι κ α ί ν ά σ κ υ λ ιά ζ ω τ α υ τ ό χ ρ ο ν α . Χ α ίρ ο μ α ι γ ι α τ ί ό δ ρ ό μ ο ς π ο ύ τ ρ ά β η ­ ξα , π ο ύ μ ό ν ο ς μ ο υ δ ιά λ ε ξ α , α ν θέλετε, π ο ύ ή ίδ ια ή ζω ή μ ο υ κ α ϋ ό ρ ισ ε , δ έ ν ε ίν α ι ά γ ο ν ο ς , ά φ ο ΰ κ ι ά λ λ ο ι, κ α ί μ ά λ ισ τ α δ ά σ κ α λ ο ι, φ τ ά σ α ν σ τ ό ίδ ιο έ π ίτ ε υ γ μ α , κ ι ε ίν α ι μ ιά ά π ό δ ε ιξ η , δ π ω ς δ τ α ν μ ε τ ά σ κ λη ρ ό δ ια γ ώ ν ισ μ α β γ α ίν ε ις κ α ί τ ρ έ χ ε ις σ τ ίς λ ύ ­

σ ε ις κ ι ε ίν α ι δ λ α σ ω σ τά . Ά π ’ τ ή ν ά λ λ η μ ε ρ ιά σ κ υ λ ιά ζ ω γ ι α τ ί π ρ ό λ α β α ν α ύ τ ο ί κ α ί κ α τ έ γ ρ α ψ α ν τ ό ν ά ν ϋ ρ ώ π ιν ο π ό ν ο κ ι έ γώ τ ώ ρ α π ρ έ π ε ι ν ά π ά ω π ιό π έ ρ α δ ίν ο ν τ α ς ίσ ω ς κ α ί τ ’ ά λ λ ο ν ε φ ρ ό » (σ ε λ. 2 5 3 ).

Ό X. δέν είναι θεωρητικός πολυλογάς τής ζωής ούτε περισπούδαστος στοχαστής χωρίς ούσία. Ε ί­ ναι ένα μάτι άκριβείας, μιά φωτογραφική μηχανή ένσταντανέ, πού άπομονώνει τό λεωφορείο, τό τηλέφωνο, τόν μπιντέ, τό φωτογράφο καί τά κάνει διήγημα. Πού κάνει τή στιγμή τέχνη · τί άλλο είναι ή τέχνη άλλωστε άπό στιγμές άτόφιες. Καί μάς παρουσιάζει σέ μιά δισέλιδη προσφορά τήν κοι­ νωνία μας, τόν έκτρωματικό κόσμο πού μάς θρέ­ φει καί τόν συντηρούμε, τόν κόσμο πού μέσα του μεγαλώνουμε: « Τ ά γ ρ α φ τ ά μ ο υ μ ικ ρ ά σ ά ν κ ο υ τ σ ο υ λ ιέ ς ■ στή δ ε ύ τε ρ η , τ ό π ο λ ύ σ τ ή ν τρ ίτη σ ε λ ίδ α , έ ξ α ν τ λ ο ϋ ν τ α ι, κ ι έ π ε ιτ α μ ά τ α ια π ρ ο σ π α ύ ώ ν ά τ ά τεντώ σ ω , δ έ ν έ ρ χ ο ν τ α ι ο ι φ ρ ά σ ε ις κ α ί τ ά ν ο ή μ α τ α γ α τ ά κ ια π ε τ α μ έ ν α σ έ σ κ ο υ π ιδ ό τ ο π ο . 'Ο π ό τ ε τ ο ύ ς β ά ζ ω έ ν α δ π ο ιο τ έ λ ο ς κ α ί π ά ω γ ι ’ ά λ λ ο υ . *Ά λ λ ε ς ισ τ ο ρ ίε ς κ ο υ β α ρ ιά ζ ο ν τ α ι μ έ σ α μ ο υ , ά ρ π ά ζ ω τ ό ν ή μ α κι ά ρ χ ίζ ω ν ά ξ ε τ υ λ ίγ ω , ώ σ π ο υ π ά λ ι κ ό β ε τ α ι. Τ σ ω ς νά τρ α β ά ω ά π ό το μ α . Τ ’ ά φ ή νω έτσ ι δ π ω ς β γ α ί ­ ν ο υ ν , ά π ο σ π ά σ μ α τ α μ ιά ς τ εμ α χ ισ μ έ ν η ς ψ υ χ ή ς, μ έ ά π ο τ έ λ ε σ μ α ν ά μ ή ν μ π ο ρ ώ μ έ χ ρ ι σ ή μ ερ α νά γ ρ ά ­ ψ ω έ ν α μ ε γ ά λ ο κο μ μ ά τι, κ ά τι σ ά χ ρ ο ν ικ ό » (σ ελ. 3 1 7 ).

Είναι μικρές άναπνοές λαχανιασμένες, τής στι­ γμής πού ή ζωή ή σφύζει μετά άπό άδιάκοπο τρέξιμο ή ξαναγυρίζει σ’ έναν λιποθυμισμένο ή σ’ έναν έτοιμοθάνατο. Ό X. είναι αύτό π ού θ ά όνόμαζα «συγγραφέας τής καθημερινότητας», πολύ κοντά μας. Δ έν ψά­ χνει, τού προσφέρονται τά πάντα. Στιγμιότυπα πού περνούν άπαρατήρητα ή κουβέντες πού κατα­ χωνιάζονται αύτόματα στό άσυνείδητο. Θά μπορούσε νά παρουσιάσει κανείς τό X. παραθέτοντας κομμάτια άπό τά βιβλία του χωρίς νά χρειάζεται καμιά διευκρίνιση. Δέ θά ήταν δύσκολο πάλι νά παραθέσει έναν κατάλογο μέ τά πιό ώραΐα διηγήματα. Ό λ α δμως θά έτειναν στό ίδιο σημείο, νά παρακινήσουν τόν καθένα νά διαβάσει τό βιβλίο. Είναι σίγουρο πώς ό έπαρκής άναγνώστης θά κατακτηθεί. "Αν θέλαμε νά συγκρίνουμε τά έργα του, πρά­ γμα καθόλου άπαραίτητο, θά διαπιστώναμε δτι άκολουθοΰν άντίστροφη πορεία· υπερέχει «Τό κοινόβιο» καί άκολουθούν « Ό μπιντές» καί δ «Τυφεκιοφόρος τού έχθρού». Τούτο δείχνει δτι ό συγγραφέας άκολούθησε άνιούσα γραμμή. Διατη­ ρώ κάποιες έπιφυλάξεις γιά τήν ποιητική συλλογή «"Ομορφο καλοκαίρι». Μπορεί νά ύπάρχουν μερι­ κές στιγμές ποιητικές καλές, δμως δ X. δέν είναι ποιητής· έννοώ ποιητής εμπνευσμένος σάν τό διηγηματογράφο Χάκκα. Τά θεατρικά τόυ, μέσα στό κλίμα τού πρωτοποριακού ευρωπαϊκού θεά ­ τρου, γενικά ωραία. Κάποτε άποτελοΰν διασκευή τών διηγημάτων του («’Αναζήτηση» = δ φωτο­ γράφος, τού Μπιντέ). Έ χ ο υ ν μιά άμεσότητα καί μιά άπόλυτη άντιστοιχία σέ πραγματικές κατα-

71


στάσεις. Καί γιά νά θυμηθούμε πάλι τόν Τσίρκα (όπ.π.): «Πρεμιέρα τής ’Ενοχής στό “Φλόριντα”. Βγήκα τρεκλίζοντας άπό τήν ένταση κι έλεγα σ’ δλους: Μέτρια παράσταση, μά ό Χάκκας είναι συγγραφέας μέ κογιόνια. Έ χει τή χάρη νά ταυτί­ ζει τά περασμένα μέ τά σημερινά, τήν άγωνία τή χτεσινή μ’ αυτή πού ζοΰμε, αύτό σοϋ δίνει νά καταλάβεις, κι ύστερα πιά έσύ, ένώπιος ένωπίω, άναλογίσου τίς εύθύνες». Ό σ ο κι αν φαίνεται σκληρό, ό σίγουρα άναμενόμενος θάνατος έδωσε στήν πικρή ματιά του X. μιάν άλλη διάσταση. Ό λ ο ι περιμένουμε νά πεθάνουμε, κάποτε. Είναι άλλο πράγμα δμως νά προσ­ μένεις τήν κοινή μοίρα κι άλλο νά νιώθεις τό τέλος έξω άπό τήν πόρτα σου. Νά γράφει μέ τό χέρι σου ό «ξεγραμμένος». Αύτή τήν άπειλή του θανάτου τήν είχε αισθαν­ θεί ό X. πολλές φορές στή ζωή του, δπως πολλοί άπό μάς, άσχετα άπό τήν όργανική του ύπαρξη. Ή λέξη αύτοκτονία έρχεται καί ξανάρχεται στά κεί­ μενά του. Θάνατος δέν ήταν τάχα τά κινήματα μέ τό έγκαιρα προδομένο σχέδιο, οί φυλακές, ή έξορία, ή κατάταξη στό στρατό ώς μουλαροτρόφος, οί φίλοι πού «σπάσανε», οί νέοι πού χάσανε τήν έμπιστοσύνη τους σ’ αύτούς πού πίστεψαν; Τό μόνιμο κόκκινο στίγμα πού τόν ξεχωρίζει άπό τούς άλλους, τούς πολλούς, τούς νομιμόφρονες, καί πού πιθανόν νά του τό έβαλαν χωρίς νά τό καταλάβει ή γιατί άλλιώς τό ζήτησε. Καί τού ’μείνε έκεϊ, άνεξίτηλο, σάν τή βούλα άπό τό κιναβάρι στό μέτωπο τών γυναικών τής ’Ινδίας. Καί δέν μπορεί νά ύπαναχωρήσει. Καί είναι άργά γιά έπιστροφή καί δέν τή θέλει τή μετάνοια: « Τ ί γ ύ ρ ευ α έγώ , τ ί γύ ρ ε υ α ν ά μ π λεχ τώ σ έ μ ιά έξ α ρ χ ή ς κ α τα δ ικα σ μ ένη ν π ό ϋ ε σ η ; Τ ώ ρα σ τέκ ομ α ι μ π ρ ο σ τά σ ’ έ ν α ν τ ερ ά σ τιο φ ά κ ε λ ο κ α ί π ώ ς ν ά τόν άρνη&ώ, π ο ϋ έ κ ε ϊ μ έσ α β ρ ίσ κ ο ντ α ι δ λ α τά νιά τ α μ ο υ . “Κ ά ν ε κά τι" , μ ο ϋ λέν ε , “ν ά π έσ ει λ ίγ ο ό ό γκ ο ς τ ο υ ”, κι έγώ σ κ έφ τομ α ι τ ό ν ά λ λ ο τ ό ν ό γκ ο π ο ύ δ έ ν π ρ ό κ ε ιτ α ι ν ά π έσ ει, αντίθετα θά μ ε γ α λώ ­ ν ε ι μ ’ α ύτά . Σ ά ν τ ί ν ά κ ά νω δ η λα δ ή , έ να μ νή μ α τ ού ά λ ό γ ο υ π ώ ς δ έ ν έχω σχέση μ ’ α ύτά . Λ έ μ ο ϋ ε ίν α ι δ ύ σ κ ο λο ν ά κά νω έ να υπ όμ νη μ α ■ δ μω ς ν ’ ά ρ νη ϋ ώ τίς π α ρ έ ε ς μ ο υ , τ ο ύ ς φ ίλ ο υ ς π ο ύ γν ώ ρ ισ α α ύ τ ά τά είκ ο σ ι χ ρ ό ν ια , δ έ θά μ π ορέσω . ’Ε π ί είκ ο σ ι χ ρ ό ν ια έ σ ια χ να χα ρ τά κ ι χα ρ τά κ ι έτο ϋ το τό φ ά κ ελο , δ π ω ς μ εγ α λώ ν ε ι έ ν α β ιβ λ ίο μ έσ α σ τά χ έ ρ ια σ ο υ σ ε λίδ α σ ελίδ α , μ ’ έ ξ υ π νά δ ε ς κ α ί κο υ τα μ ά ρες, ά λ ή ϋ ε ιε ς κ α ί ψ εύδ η , α ύ τ ό ε ίν α ι τ ελ ικ ά τό β ιβ λ ίο σου, κα λή κα κή α ύτή ε ίν α ι ή ζωή σ ο υ, π ώ ς νά τή δ ια γ ρ ά ψ εις γ ιά ν ά ξα ν α ρ χ ίσ ε ις, κ α ί κ α λά ν ά έ χ ε ις περιθώρια γ ιά έ να κ α ιν ο ύ ρ γ ιο ξεκίνη μ α , κ ι έγώ δ έ ν τά έχω , δ έ ν μ π ο ρ ώ νά μ ικ ρύνω δ γκ ο κ α νένα , δ έ ν ξ α ν α γίν ο μ α ι είκ ο σ ι χ ρο νώ , α ύ τ ό ε ίν α ι β έ β α ιο , κ ι έ π ε ιτα δ έ ν ξέρω ά ν δ έ ν θά ξ α ν ά ρ χ ιζ α π ά λ ι τά ίδ ια , γ ι α τ ί δ έ γ λ ιτ ώ ν ε ις ε ύ κ ο λ α ά π ό τ ό ν κ ο ινω νισ μ ό ό τ α ν μ ά λισ τα ά ρ χ ίζ ε ις τή ζωή σ ο υ ά π ό τήν Κ α ισ α ρ ια νή τής Κ α το χ ή ς κι έ χ ε ις α ύτή τήν τρομερή μ α ν ία έ ν α ν τ ίο ν τ ο ϋ δ ο σ ιλ ο για μ ο ϋ » (σ ελ. 3 4 2 -3 4 3 ).

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

72

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

ή άνατομία μιας παιδικής συνείδησης που ώριμάζει ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΛ: Ό χαλασμός. Από τό χωριό στην Ακροναυπλία. Δωρικός, Α&ήνα, 1978. Σελ. 352.

ΧΩΡΙΣ άμφιβολία «Ό χαλασμός» είναι τό καλύ­ τερο έργο τού Γιάννη Μανούσακα. Ό χ ι γιατί καί τ’ άλλα του βιβλία δέν είναι δυνατά έργα, πού βεβαιώνουν τό λογοτέχνη καί τόν κοινωνικό άγωνιστή, άλλά γιατί σ’ αύτό ή λογοτεχνική άπόδοση φτάνει σέ ζηλευτά ύψη κι έκφράζει θέσεις πάνω σέ προβλήματα τόσο κοινά καί τόσο άνθρώπινα, πού, τελειώνοντας τήν άνάγνωσή του, νιώθεις μιά μεγάλη άνακούφιση πού τά βρίσκεις έπί τέλους μαζεμένα σ’ ένα λογοτεχνικό έργο καί μάλιστα περιωπής. Τό έργο είναι βέβαια μιά αύτοβιογραφία τών παιδικών καί νεανικών χρόνων τοΰ συγγραφέα ώς τή σύλληψή του άπ’ τήν άσφάλεια τοΰ Μεταξά, μά ό Μανούσακας δέν είναι τό συνηθισμένο παιδάκι τοϋ χωριού γιά νά ’ναι ή ζωή του ή ζωή ένός συνηθισμένου άνθρώπου, μά τό παιδάκι πού τό μάτι του παρατηρεί τό κάθε τί στήν ούσία του καί νέος άκόμα τά βάζει μέ τό κατεστημένο τοϋ χωριού του, γίνεται αιρετός του πρόεδρος κι άγωνίζεται νά τοϋ ορίσει μιά καλύτερη μοίρα στ’ δνομα τοΰ παγκόσμιου κομμουνισμού. Έ τσι, αύτό πού ’ναι αύτοβιογραφία ένός χωριατόπαιδου τής δεύτερης, τρίτης καί τέταρτης δεκαετίας αύτοϋ τοΰ αιώνα, γίνεται ή ιστορία μιας φτωχής κι έγκαταλελειμμένης επαρχιακής περι­ οχής τής κρητικής γής, άπ’ τά χρόνια πού ή φυλή μέ τό Λευτέρη τό Βενιζέλο πραγμάτωνε τ’ δνειρο τής Ελλάδας τών δυό ήπείρων καί τών πέντε θαλασσών ώς τά πρώτα χρόνια τής μεταξικής καί βασιλικής διχτατορίας, κι ένός λαϊκοΰ άγωνιστή, πού μπροστά στά έρείπια τής μικρασιατικής κατα­ στροφής καί τά φοβερά κοινωνικά προβλήματα τοϋ άγροτικοΰ πληθυσμού, άλλά καί τοΰ φεγγοβολήματος τής πρώτης άβασίλευτης έλληνικής δημο­ κρατίας, συνειδητοποιεί πώς ό ίδιος ό έλληνικός λαός παραιτά πιά όριστικά τόν άποικιοκρατικό μεγαλοϊδεατισμό καί στρέφεται πρός τόν έαυτό του καί τίς δικές του δυνάμεις, καί φιλοδοξεί νά γίνει ένας φωτισμένος του δδηγός. Κι αύτό άκριβώς είναι «Ό χαλασμός» · ό χαλασμός πού άνοίγει τά μάτια ένός λαοΰ στις δικές του δυνάμεις καί στή μόνη πραγματικότητα,


τά χρόνια, δχι μόνο τά βλέπει Αληθινά, άλλά καί καταλαβαίνει στό τέλος πώς ό Μανούσακας δέν τά περιγράφει αύτά γιά νά δείξει στόν Αναγνώστη του πώς ήταν «διάολος σωστός», μά γιά νά σώσει δλον έκεϊνο τόν κόσμο τών παιδιών της Κρήτης έκεϊνα τά χρόνια, τίς Αγάπες τους καί τά παιχνίδια τους, τίς πονηριές τους καί τίς Αταξίες τους, τίς έπιθυμίες τους καί τίς στερήσεις τους, τόν τρόπο πού τούς φέρονταν οί γονείς κι οί χωριανοί τους, τόν τρόπο πού τό συναίσθημά τους Αντιδροΰσε, τίς δουλειές πού ’καναν, καί τόσα Αλλα, πού δέ γίνεται νά τ’ Αναπτύξομε έδώ καί πού ’ναι ό πρώτος καί κύριος καί μεγάλος λαογραφικός θη­ σαυρός αύτοΰ τοΰ βιβλίου. Γιά δείγμα μόνο θ ’ Αναφέρω τόν τρόπο πού τά κρητικόπουλα, πεντάχρονα Ακόμα, μάθαιναν μό­ να τους τά τσαλίμια τοΰ συρτοΰ: «... Μ ά μ ο ϋ φ ε ν γ ε τό δ ρ α μ α γ ρ ή γ ο ρ α , γ ι α τ ί

Γιάννης Μανούσακας

πού πρέπει ν’ άπασχολεΐ τόν άνθρωπο, τό ευτυχι­ σμένο άπ’ τήν άνθρωπιά αύριο όλων των Αν­ θρώπων. Αύτή ή στροφή ένός λαού πρός τόν έαυτό του, τίς δυνάμεις του, αύτή ή Απόφασή του ν’ Ατενίσει τό μέλλον του μ’ αύτές, για ν ό πραγματώσει τή μεγάλη ιδέα τοΰ εύτυχισμένου Απ’ τήν ίδια τήν Ανθρωπιά του αύριο δλων τών Ανθρώπων, εϊν’ ή ιδεολογία τοΰ έργου αύτοϋ. 2. ’Αλλά δέν είναι μόνο ή ιδεολογία αύτή πού κάνει ξεχωριστό στή νεοελληνική λογοτεχνία τό « Ό χαλασμός», μά κι ή ξεχωριστή λογοτεχνική Απόδοση τοΰ θέματός του, ή Απίθανη ειρωνεία στήν περιγραφή πολλών έπί μέρους θεμάτων, ό πλούσιος λαογραφικός θησαυρός πού περιέχει, ή Αποθανάτιση Αληθινών Ανθρώπων καί γεγονό­ των, ή Ανεξάντλητη Ανθρωπιά πολλών Απλών Ανθρώπων καί τοΰ ίδιου τοΰ συγγραφέα, ό Αγώ­ νας καί ή Αγωνία γιά τόν Ανθρωπο, ή εθελοθυσία καί ή αύταπάρνηση τοΰ Αγωνιστή, ή μόνη Αρετή πού τόν καταξιώνει στή συνείδηση τών χωριανών του Αληθινό ήγέτη τους. 3. Τό έργο Αρχίζει μέ τή δήλωση τοΰ θέματος, μά έκεϊνο πού έχομε νά προσέξομε έξαρχής εϊν’ ή προσπάθεια τοΰ συγγραφέα νά δικαιολογήσει γιατί Αποφάσισε νά γράψει τήν αύτοβιογραφία του αύτή καί νά ρίξει τήν ιδέα σέ δυό φίλες του ποιήτριες, τήν Έλλη ’Αλεξίου καί τήν Έλλη Παπαδημητρίου. 4. Έ πειτα διηγείται τή ζωή του Απ’ τή γέννησή του καί περιγράφει χίλια δυό περιστατικά τών παιδικών του χρόνων, πού, δποιος ξέρει τή ζωή τών μικρών παιδιών στά χωριά της Κρήτης έκεϊνα

ξ ε χ ε ιλ ο ν σ ε τ ό ε ίν α ι μ ο υ ά π ό ε ύ τ υ χ ία , τ ιν α ζ ό μ ο υ ν α ό ρ ϋ ό ς , Β τρεχα μ έ τή Ζ ο υ ρ ίδ α κά τω ά π ό μ ιά β ε λ α ν ιδ ιά , π ια ν ό μ ο υ ν μ έ τό ζ ε ρ β ί ά π ό μ ιά κ λ ά ρ α κ ι ά ρ χ ιζ α σ φ υ ρ ώ ν τ α ς κ α ί τ ρ α γ ο υ δ ώ ν τ α ς τ ό χ ο ρ ό . Τ ί β ο σ κ ό ς μ α ϋ έ ς ϋ ά μ ο υ ν α μ ’ ε κ α τ ό π ρ ό β α τ α ... κ α ί ν ά μ ή ν ξ έ ρ ω ν ά χ ο ρ ε ύ ω ;... Έ τ σ ι π ια σ μ έ ν ο ς ά π ό τ ή ν κ λ ά ρ α , τ ιν α ζ ό μ ο υ ν δ ιπ λ α ίρ ν ο ν τ α ς τ ό κ ο ρ μ ί, χ τ υ π ώ ν τ α ς τ ίς π α τ ο ύ σ ε ς σ τ ό ν ά έ ρ α κά μ π ο α ε ς φ ο ρ έ ς κ ι έτσ ι τ έ λ ε ιω ν α τό μ ά ύ η μ α τ ο ύ χ ο ρ ο ύ » (σ ε λ. 1 4 -1 5 ). 5. ’Ιδιαίτερη σημασία δίνει ό Μανούσακας στήν

ιστορική αιτιολόγηση όρισμένων παιδικών παιχνιδιών έκείνων των χρόνων, πού τά όνοματίζει πολεμικά καί τά πιστεύει Αναγκαία, γιατί καλλι­ εργούσαν τίς Αρετές έκεϊνες πού ’πρεπε νά ’χε ό Αντρας καί τών δικών του Ακόμα χρόνων: « Π α ιγ ν ίδ ια ε ίχ α μ ε π ο λ λ ά ! τ ό τ ρ έξιμ ο , τό π ή δ η ­ μα , τή ν έ λ ιά , τ ή ν ά μ π ά ρ ιζ α , τά σ κ λ α β ά κ ια , τό κ υ ν η γ η τ ό κ ι ά λ λ α . Α ύ τ ά , ά ς π ο ύ μ ε , ή τ α ν ε τά νό μ ιμ α , μ ά ς τά μ ά θ α ιν α ν ο ί δ α σ κ ά λ ες . Ε ίχ α μ ε δ μ ω ς ά λ λ α , π ο ύ δ έ ν μ ά ς τ ά μ ά & α ινα ν, μ ά κ α ί δ έ ν μ ά ς τ ά ά π α γ ό ρ ε υ α ν . *Η τ α ν ε τά π ο λ ε μ ικ ά π α ι γ ν ί ­ δ ια , π ο ύ μ έ λ λ ε ι ν ά π ε ρ ιγ ρ ά φ ω . Ό π ε τ ρ ο π ό λ ε μ ο ς ... Ή γ ο υ ρ ο ύ ν α ... Ο ί χ α ΐν η δ ε ς ...» (σ ελ. 1 7 4 ).

6. Ά λ λ ’ ό Μ ανούσακας δέν Αποσκοπεϊ νά σώσει μόνο δλο αύτό τόν παιδικό κόσμο μέ μία τυπική περιγραφή, άλλά τόνε δένει σφιχτά μέ τό φυσικό καί τόν κοινωνικό του περίγυρο, καί πότε μέ τήν καλή γιαγιά καί πότε μέ τήν Ανόητη δασκάλα κι Αλλη φορά μέ τό λαδικό τοΰ χωριού ή ένα περίπατο στή φύση θίγει τό ένα ΰστερ’ Απ’ τ’ Αλλο δλα τά πραγματικά προβλήματα της ζωής τών κρητικών χωρικών έκείνων τών χρόνων καί της Ανθρώπινης ζωής γενικότερα καί γίνεται κρι­ τής καί δάσκαλος μαζί τοΰ σωστού, ώστε τό έργο του αύτό νά ’ναι δίπλα στήν εικόνα τής δυστυχίας καί μιά εικόνα τοΰ σωστοΰ. Κι δλ’ αύτά, δχι μέ τό λόγο τοΰ καθοδηγητή ή τοΰ κήρυκα, μά μέ μιά λεπτή ειρωνεία, δπου γίνεται, τήν έμφυτη ειρωνεία τοΰ κρητικοΰ λαού, πού σέ κάνει νά γελάς μέ τήν καρδιά, ή μέ τήν εικόνα τής δυστυχίας πλημμυρισμένη Από λαϊκή Ανθρωπιά, πού σέ συγκινεΐ βαθιά καί σέ διδάσκει καί σέ κάνει νά θυμάσαι δλ’ αύτά Απ’ αύτόν

73


Ακριβώς τόν Απαράμιλλο λαϊκό τρόπο διήγησής τους, πού βεβαιώνει καί τόν πιό άνίδεο πώς ό Μανούσακας είναι γεννημένος γιά νά γράφει- ό νέος Μακρυγιάννης, δπως τόν είπαν, πού τέλειωσε μόνο τό δημοτικό κι ύστερα γίνηκε τζαγκάρης καί πρόεδρος τοϋ χωριού του κι έπαναστάτης καί κοινωνικός όδηγός. 7. Χαρακτηριστικό δείγμα τού τρόπου διήγη­ σής του πού τόνε στηρίζει στή λαϊκή ειρωνεία, είναι τό κομμάτι πού διηγείται τόν καθόλου τίμιο τρόπο πού οικονομούσε τή ζωή του ένα ώριμο ζευγάρι, Απ’ τό όποιο λίγες μόνο γραμμές θ ’ Αναφέρω έδώ: «... Ά φ ο ϋ λ ο ιπ ό ν τ ο ϋ Β α σ ιλ ιο ϋ τ ο ϋ π ή γ α ν ε τά π ρ ά μ α τα έτσι, σκάφ τηκε ν ’ ά ν ο ίξ ε ι ξ α ν ά κ ι ά π ό ξα ρ χ ή ς π ά λ ι σπ ίτι. Ν α ί ή τα νε λ ίγ ο γε ρ α σ μ έ ν ο ς μά μ ε τ ό ν κλή ρο τ ο ϋ π ρ ό σ φ υ γ α α ύ γ ά τισ ε ή γη ς τον, ε ίχ ε ά κόμη κ α ί τή β ε λό ν α , σ ά ν τ ΰ φ ε ρ νε ή ώ ρα ά νά γκ η ς. Β ρ ή κ ε λ ο ιπ ό ν μ ιά κ α ιν ο ύ ρ ια Β α σ ιλά κ α ινα. Π ή γε ψ ηλά, σ ’ ε ν α χ ω ρ ιό κ ο λ λη μ έ νο στό β ο ρ ε ιν ό π λ ε υ ρ ό τ ο ϋ Κ α κ α β έ τής μ α δ ά ρ α ς, τά Μ ν ρ ιο κ έ φ α λ α , π ο ύ ο ί ά ν θ ρ ω π ο ί του, α ν κ α ί δ ο υ λ εν τά δ ες, άπ ειδ ή ς ε ίν α ι σ α ρ κ ο φ ά γο ι, κ λ έ β α νε δ λ ο ι το υ ς κα ί, σά λ ά χ ε ι, σ κ ο τώ να νε κ ιόλα ς. ’Ή τα νε κ ε ϊ μ ιά κ ο π έ λα π ρ ο χω ρ η μ ένη ς ή λικία ς, ψ ηλή κ α ί ντελικά τη , ά ν ε μ οδ α ρ μ ένη , μ έ σ κ ο ύ ρ ο ά π ό το ύ ς ή λιο υ ς π ετσ ί, δ σ ο δ έ ν έ π α ιρ ν ε ά λ λο , ά φ οσ ιω μ ένη στή Μ α ρ ία Π α ρ θ έν ο ς, π α ρ θ έ ν α ά νέγγιχ τη , φ υ λα μ ένη γ ιά ν ύ φ η τ ο ϋ Χ ρ ισ το ϋ . Σ π ρ ω γμ ένη δμ ω ς ά π ό τ ο ύ ς δ ικ ο ύ ς της ν ’ ά δ ε ιά σ ει τή γω ν ιά π ρ ιχ ο ϋ νά κ α τα π έσ ει, π α ντ ρ εύ τ η κ ε τ ό Β α σ ιλιά . *Ετσι ό Β α σ ι­ λ ιά ς ά ν ά λ α β ε (τά ’φ ε ρ ε ή μ ο ίρ α έτσ ι) ν ά έ χτελέσ ει κ α ί τό κ α θ ή κ ο ν τ ο ϋ Κ υ ρ ίο υ . Γ ίνη κ ε λ ο ιπ ό ν έ να ά ν τ ρ ό γ ν ν ο τα ιρ ια χ τό δ σ ο δ έ ν έ π α ιρ ν ε άλ λο ... (αελ. 3 0 2 ) Σ κ εφ τή τε τή σ υ ν έχ εια , π ο ύ α ύ τ ο ί ο ί ϋ ε ο σ ε β ο ύ μ εν ο ι γ ίνη κ α ν ά σ σ οι σ τή ν κ λ ε ψ ιά χ ο ίρ ω ν , π ο ύ τ ο ύς έ κ α ν α ν λ ο υ κ ά ν ικ α κ α ί τά π ο υ λο ύ σ α ν» (σ ελ. 3 0 1 -4 ).

8. ’Ιδιαίτερα κι έντονα πονεϊ τό Μανούσακα τό θέμα τής Αγωγής · Αλλάζοντας δασκάλες καί δα­ σκάλους κάθε τόσο, βρίσκει τήν εύκαιρία πότε μέ τίς Αρετές τής μιας καί πότε μέ τά έλαττώματα τού άλλου νά προχωρήσει βαθιά στό καίριο αύτό γιά τό μέλλον τού Ανθρώπου πρόβλημα, γιά νά κάνει μιά στιγμή τήν πικρή σκέψη: «"Α ν ξ έ ρ α ν ε ο ί ά ν θ ρ ω π ο ι, π ρ ώ τα σ ά ν ε ίν α ι γ ο ν ιο ί, ο ί δ ά σ κ α λ ο ι κ ι ό ά π ο δ έ λ ο ιπ ο ς κόσ μος, π ο ιό π ρ έ π ε ι ν ά ε ίν α ι τό φ έρ σ ιμ ό τ ο υ ς σ το ύ ς μικρο ύς, π ιό π ο λ ύ μ έ χ ρ ις τά δ έκ α το υ ς χ ρ ό ν ια , ή π ο ιό τη τ α τω ν ά ν θ ρ ώ π ω ν θ ά ή τα νε ά λ λιώ τ ικ η κι α π ό κ α ιρ ό σ έ κ α ιρ ό θ ά γιν ό τ α ν ε π ιό κα λή » (σελ. 85 ).

Ή θρησκοληπτική στενοκεφαλιά μιας άπ’ τίς δασκάλες του, τής κυρίας Εύμενίας, πού τού ’χε θέσει τό έρώτημα «ποιάν Από τίς δυό μητέρες άγαπάεις καλύτερα, έσύ Γιάννη; Τήν Παναγιά Αγαπάς ή τή μαμά σου;», είν’ ένα άπ’ τά πολλά τής μαθητικής του ζωής, πού τόν όδήγησαν σ’ αύτή τή σκέψη (σελ. 55-56). Πόσο διαφορετική είν’ ή έπίδραση στήν παιδι­ κή του ψυχή τής δημοκρατικής συνείδησης τού χωριανού του δασκάλου Άνδρεδάκη! ό Άνδρεδά-

74

κης τού ’λεγε πώς θά γίνει φονιάς, μά ή Ακέραιη δημοκρατική του συνείδηση νίκησε τό φονιά μέσα του καί τ’ άνοιξε τά μάτια στό μόνο δρόμο τής Αληθινής τιμής τού Ατόμου, στό δρόμο τής κοινω­ νικής Αρετής. Αύτός πραγματικά μόνο ήξερε Από Αγωγή! (σελ. 102 κ.Α.). 9. Στό λαογραφικό θησαυρό τού βιβλίου είναι κι οί λαϊκές προλήψεις καί δεισιδαιμονίες. Κι ό Μανούσακας είναι καί σ’ αυτές συναρπαστικός. Τά μικρά παιδιά κοροϊδεύουν τίς γυναίκες πού τίς πιστεύουν καί σκαρώνουν σπαρταριστές διαολιές γιά νά τίς εκμεταλλευτούν καί νά γελάσουν σέ βάρος τους. Βρίσκ ουν έναν τρόπο νά χτυπούν τή νύχτα τά κερκέλια των πορτών τών προληπτικών γυναικών, κι αυτές νομίζουν πώς είν’ ό Χάρος. Τυχαία γεγονότα Αποκαλύπτουν τελικά τήν Αλή­ θεια, μά φωτεινό μένει μόνο τό γέλιο τών παιδιών, χαραυγή τής έποχής πού θά ’ρθει μ’ αύτά, μέ τό καθαρό τους μυαλό καί τήν ήθική τους συνείδηση. Έ τσι ό Μανούσακας γίνεται δάσκαλος κι έδώ (σελ. 155-160). 10. ’Ανελέητος είναι κι ό σαρκασμός του γιά τούς τεμπέληδες, τούς τσιγκούνηδες καί τ’ άλλα παράσιτα τής Ανθρώπινης κοινωνίας. Ό σκύλος τού Σταθάκη πού ’κλεβε τή νύχτα τούς Αναμμένους λύχνους άπ’ τίς αυλές τών ξένων σπιτιών γίνετ’ αιτία δχι μόνο γιά νά σωφουντώσουν οί δεισιδαιμονίες στό χωριό, Αλλά καί νά συμβοΰν μιά σειρά άλλα σπαρταριστά έπεισόδια. Κι ό Μανούσακας τά παρουσιάζει έτσι, πού νά καυτηριάζετ’ έντονα ή τεμπελιά κι ή τσιγκουνιά καί νά κλείσει τό λόγο του μέ τό πιό Ατιμωτικό έπίγραμμα «τιμήθηκε γιατί στή ζωή του έπήρενε, μά δέν έδωκενε», πού οί χωριανοί του είπαν νά τό γράψουν πάνω στόν τάφο τού σκύλου, δταν πέθανε, σελ. 160 (155-160). 11. ’Αλλά τό κύριο μέλημα τού Μανούσακα, αύτό πού συναντάς σέ κάθε σελίδα αύτού τού έργου του, είν’ ή έμμονη προβολή τής ήθικής καί κοινωνικής Αρετής τών Απλών Ανθρώπων τού λαού καί τής δικής του, Αληθινά Απέραντης Αν­ θρωπιάς. ’Α π’ τά πιό χαρακτηριστικά δείγματα τής λαϊ­ κής Ανθρωπιάς, πού ’ναι, δπως λέει ό ίδιος, κι ή πιό ζωντανή του Ανάμνηση Απ’ τό Ρέθεμνος, είν’ ή έξαιρετικά επικίνδυνη προσπάθεια τών βαρκάρη­ δων τού Ρεθέμνου νά σώσουν ένα γνωστό τους καπετάνιο καί τ’ άλλο πλήρωμα ένός καϊκιού, πού δέν μπορούσε νά μπει στό λιμανάκι Απ’ τή φοβερή τρικυμία, πού επικρατούσε, κομμάτι Απ’ τά καλύ­ τερα καί σέ περιγραφή, πού κλείνει μέ μιά δική του αιτιολόγηση τής παραδοσιακής ρεθεμνιώτικης Ανθρωπιάς: «... ’Α π ’ δ σ ο ά ν ισ τ ο ρ ο ϋ μ α ι μ ο ιά ζ ε ι ν ά ή τα ν μ ε γ ά λη ς έ χ τίμ η σ η ς στό λιμ α ν ίτ η κ όσ μ ο κ α ί σ έ π ο λ λ ο ύ ς ά ν θ ρ ώ π ο υ ς τ ο ϋ Ρ εθέμ νους, ά λ λ ά δ έ ν κρ α τή θ η κ ε στή θύμ η σ η ο ύ δ έ δ νο μ α ο ΰ δ ’ έ π ίθ ε τ ο έ κ ε ίν ο υ τ ο ϋ σ η μ α ντ ικ ο ύ θ α λα σ σ ιν ο ύ . Γ ια τ ί σ έ τούτη τή ν π ο λ ιτ ε ία μ π ο ρ ε ί ν ά έ χ τ ιμ η θ εΐ ένα ς τέτ ο ια ς ά ξ ιο σ ύ νη ς κ α ί το λμ η ρ ά δ α ς ά ν θ ρ ω π ο ς ή έ ν α ς ό ρ γα ν ο π α ίχ τ η ς ή χ ο ρ ε υ τ ή ς κ α λός, π α ρ ά ένα π ρ ό σ ω π ο έπ ίσ η ιιο κ α ί μ ε γ ά λο , π ο ύ δ μ ω ς δ έ φ ελά .


Δ έ ω π ώ ς ά π ό το ύ τη τή σ τά σ η τ ω ν π ι ό π α λ ι ώ ν τό Ρ έ& εμ νο ς ά π ο ϋή κ ε-ψ ε τό σ η π ο λ λ ή ά ν ά ρ ω π ιά κ α ί τ ό σ ο φ ιλ ό τ ιμ ο , π ο ύ ν ά κ ρ α τ ιέ τ α ι ά ν α μ ε σ ή ς σ έ κ ε ίν η τη φ ρ ο ν ιμ ά δ α κ α ί σ έ τ ο ύ τη τ ή ν ξ ε φ ρ ε ν ο σ ύ ν η τ ο ν κ α ιρ ό ν μ α ς» , σ ε λ. 2 5 6 (2 5 4 -6 ).

12. Ό θάνατος ένός συνήλικού του παιδιού, πού τό ’στείλε ό πατέρας του στό Ρέθεμνος μιά βροχερή μέρα νά πουλήσει κάτι καί πέσανε άπ’ τό κρύο στό δρόμο, σελ. 125-7, κι ένός νεαρού συχωριανού του λυρατζή, πού τόν άγαπούσε μία χωριανή τους καί πέθανε άπό φθίση, άποκορυφώνουν τήν περιγραφική του δύναμη, καθώς τούς νιώθει δικούς του θανάτους- «πήγαινα, γράφει, συχνά ν’ άκούσω άντί γιά τή λύρα τό βήχα τού φίλου μου»! σελ. 65 (63-65). 13. Αύτή ή άσυνήθιστη άνθρωπιά έχει βέβαια τίς φυσικές της καταβολές. Κάποια φυσική προδι­ άθεση πρέπει νά ’χει κανείς μέσα, του. Μά ή ανθρωπιά τού Μανούσακα είναι σέ μεγάλο βαθμό άπότοκος καί της άνθρωπιάς τής μάνας του, τής γιαγιάς του, τού δασκάλου του, των τόσων καί τόσων άνθρώπων τής κρητικής γής, πού μέσα στήν τόση δυστυχία τής ζωής τους δέν τήν άρνήθηκαν ποτέ καί γι’ αύτό κι έκαναν τήν Κρήτη νά ’χει τή δική της ιστορία, τήν ξεχωριστή ιστορία της. Κι είν’ άκριβώς ή άνθρωπιά αύτοΰ τού οικογενεια­ κού καί τού κοινωνικού περίγυρου αύτού τού μικρού χωριατόπουλού, πού τού ξυπνά καί τού όρθώνει τόσο πρώιμα μπροστά του τό κοινωνικό του χρέος. ’Αφού ταυτιστεί άσυναίσθητα κι άπό καταλυ­ τική έπίδραση αύτού τού περίγυρου μέ τή βενιζελική ανάταση τής φυλής (σελ. 109-111), θ ά γίνει πιστός τής άβασίλευτης δημοκρατίας, π ’ άκολούθησε τή μικρασιατική καταστροφή (σελ. 329-331), καί τέλος δ συνειδητός κομμουνιστής, δταν πιά ή μεταξική διχτατορία θά τού συνειδητοποιήσει ακόμα καλύτερα τά πραγματικά δρια τού παλιού καί τού νέου κόσμου. Ό Ά ντρ έα ς ό Ροδινός, ό ξεχωριστός λυράρης, πού θά πεθάνει κι αύτός πολύ νέος φθισικός παίζοντας τή λύρα του (σελ. 247-9), τά τόσα καί τόσα άλλα ξεχωριστά παιδιά, πού χάθηκαν κι αύτά, άλλα άπ’ τήν πείνα, άλλα άπό άρρώστιες κι άλλα στούς πολέμους, θά γίνουν γρήγορα γι’ αύτόν τό αίμα τού σκοτωμένου, πού ζητά έκδίκηση. Ά ν τ’ άγάπησε καί τά πόνεσε πραγματικά, τό χρέος του είναι μόνο ένα, ν’ άγωνιστεϊ νά φτιάξει τόν κόσμο έτσι, πού νά μήν ξαναπεθάνουν κι άλλοι, δπως αύτοί. 14. Στό τελευταίο κεφάλαιο οί κόσμοι π ’ άντιμάχονται δίνονται άπ’ τήν άρχή μέ μιά λιτότητα, πού σ’ άπομακρύνει άπ’ τήν προηγούμενη τεχνική καί σέ κάνει νά τούς δεις μέ σοβαρότητα καί νά τούς συνειδητοποιήσεις πιό πολύ: « Σ τή ν ά ρ χ ή τη ς δ ιχ τ α τ ο ρ ία ς μ ο ύ δ ια σ ε ά ρ κ ε τ ά ό κ ό σ μ ο ς, κα & ώ ς ά μ έσ ω ς ά ρ χ ισ α ν ο ί δ ια δ ό σ ε ις γ ι ά ρ ε τ σ ιν ό λ α δ ο , π ά γ ο κ α ί β α σ α ν ισ τ ή ρ ια , π ο ύ κ ιό λ α ς δ έ ν ή τα ν κ α δ ό λ ο ν δ ια δ ό σ ε ις ! Σ τ ό μ ε τ α ξ ύ κ α ν ο ν ί­ σ τη κ ε ν ά φ ύ γ ω ά π ό τ ή ν Κ ρ ή τ η . Κ ο ν β ε ν τ ιά σ τ η κ ε τό ζή τη μ α ά π ό μ έ ν α , τ ό Μ α ν ώ λ η Ά ν α γ ν ω σ τ ά κ η , π ο ύ ή τα ν ό γρ α μ μ α τ έα ς τη ς ό ρ γά νω σ η ς , τ ό ν Η ρ α κ λ ή

Ζ ω ν ό κ α ί τ ό Μ α ν ώ λ η Γ ρ ν ν τ ά κ η ( κ α ί ο ί τ ρ ε ις α ύ τ ο ί Α γ ω ν ισ τ έ ς χ ά θ η κ α ν τ ό ν κ α ιρ ό τή ς κ α το χ ή ς ). Γ ύ ρ ισ α ϋ σ τ ε ρ ις σ τ ό χ ω ρ ιό , κ ά ν α μ ε τ ή ν τ ε λ ε ν τ α ία σ ν ν ε δ ρ ία σ ή μ α ς έ κ ε ΐ κ ι έ φ ν γ α Α ν ή μ ε ρ α τ ίς ό χτώ τ ο ν Σ επ τ έ μ β ρ η τ ο ν 1 9 3 6 κ α ί ϋ ν μ ά μ α ι δ τι, δ π ω ς κ α τ έ β α ιν α μ έ τά π ό δ ια έ ν α μ ο ν λ α ρ ό δ ρ ο μ ο , Α νέ­ β α ιν ε κ ό σ μ ο ς π ο λ ύ ς κ α β ά λ α σ έ γ α ϊδ ο ν ρ ά κ ια γ ι ά μ ιά δ α μ α τ ο ν ρ γ ή Π α ν α γ ία , π ο ύ κ ε ίν η τή μ έ ρ α έ ο ρ τ ά ζ ε ι...» (σ ε λ. 3 3 5 ).

15. Γενικά « Ό χαλασμός» είν’ ή άνατομία μιάς παιδικής συνείδησης, πού ωριμάζει μέ τά συνταραχτικά γεγονότα τής δεύτερης, τρίτης καί τέταρ­ της δεκαετίας τού αιώνα μας καί γίνεται ή συνεί­ δηση ένός χωρίς άναπαμό κοινωνικού άγωνιστή. Τ’ άλλα του έργα, «Ά κροναυπλία», «Χρονικό άπ’ τήν άντίσταση», «’Εμφύλιος», όλοκληρώνουν τήν εικόνα τού κοινωνικού αύτού άγωνιστή, πού ’χε τήν τύχη νά μή σκοτωθεί καί νά μάς χαρίσει αύτόν τό γεμάτο άνθρωπιά κόσμο των άπλών άνθρώπων. ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΒΟ ΥΛΟΥ ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ

Ε Λ Λ Η Ν ΙΚ Η ΙΣ ΤΟ ΡΙΑ

ενα πολύτιμο ιστορικό κείμενο Ή πολιορκία καί ή άλωση τής Πόλης άπό τούς Τούρκους τό 1453. Τό Ρωσικό Χρονικό τοΰ Νέστορα Ίσκεντέρη. Άπόδοση-είσαγωγή-σχόλια Μήτσου Άλεξανδρόπουλου. Κέδρος, Άδήνα, 1978. Σελ. 116.

ΕΙΝΑΙ τόσο διεξοδική καί τόσο τεκμηριωμένη ή εισαγωγή τοΰ Μήτσου Ά λεξανδρόπουλου σ’ αύτό τό άγνωστο στό έλληνικό κοινό ρωσικό χρονικό γιά τήν πολιορκία καί τήν άλωση τής Πόλης άπό τούς Τούρκους τό 1453, ώστε κυριολεκτικά τά περιθώρια γιά μιά βιβλιοπαρουσίαση σχεδόν έκμηδενίζονται. Τά λέει δλα ό Μήτσος Ά λεξα νδρόπουλος. Καί κάτι άλλο άκόμη έπίσης βασικό. "Υστερα άπό τήν άνάγνωση τής εισαγωγής, διαβά­ ζοντας τό χρονικό νιώθεις τόν «ταλαιπωρημένο μικροδιανοούμενο» συγγραφέα του, Νέστορα Ίσκεντέρη, νά χάνει τήν αύτοδύναμη παρουσία του. "Οπως θ ά δούμε παρακάτω, ό Ίσκεντέρης, έτσι δπως μάς παρουσιάζεται άπό τούς ρώσους λογίους πού «έπεξεργάστηκαν» τό χρονικό του, δέν είναι αύτός πού ήταν άληθινά — ό λιτός χρονικογράφος. Τώρα, μέ τήν ώραία άνάλυση τοΰ Μήτσου Ά λεξανδρόπουλου ό Ίσκεντέρης ά π ο μ υ θ ο π ο ι ε ί τ α ι . Περιορίζεταιστίςπραγματικές του διαστάσεις. Γίνεται άληθινός. Κι αύτό άνεβά-

75


ζει τό κύρος τού χρονικού ώς ιστορικής μαρτυ­ ρίας. Χωρίς άλλο ή έλληνική έκδοση αύτοϋ τού χρονικού, πού είναι τό «πιό παλιό ίσως» τού είδους του καί πού τού Ανήκει «τιμητική θέση μέσα στ’ ά λ λ α αφηγήματα έκείνης της έποχής» ( ’Ισ μ α ή λ Σ ρ έ ζ ν ιε φ σ κ υ . Στό ’Επιστημονικό Δελτίο τού II Τμήματος τής ’Ακαδημίας ’Επιστημών» Α' Πετρούπολη [1854] III 136), καλύπτει στόν τόπο μας ένα κενό. Είναι γνωστό πώς ή ιστορική έρευνα προϋποθέτει τόν έλεγχο καί τή διασταύρωση τών πληροφοριών πού μάς προσφέρουν οί πηγές. Γιά μάς τούς Έλληνες, ή άλωση τής Πόλης (1453) καί ή πτώση τού Βυζάντιου, δέν είναι ένα τυπικό όρόσημο. Είναι τό τέλος μιάς έποχής καί ή άρχή μιάς άλλης. Μεγάλες κι οί δυό έποχές. Σημαδεύ­ ουν μέ τή δραματική διαδοχή τους τήν ιστορική πορεία τού Γένους μας στά ν ε ό τ ε ρ α χ ρ ό ν ι α . Τό ήμερολόγιο τού Ίσκεντέρη έρχεται Ακριβώς νά προσφέρει τήν πολύτιμη συμβολή του σ’ αυτή τήν Αντικειμενική ιστορική έρευνα ένός γεγονότος πού Αποτελεί Αποφασιστική τομή στήν πολιτική καί κοινωνική ιστορία τών Ελλήνων. Ό Γιάννης Κορδάτος είναι ό μόνος ιστορικός πού κάνει λόγο γιά τό ήμερολόγιο κάποιου σλάβου «Ανώνυμου Μο­ σχοβίτη» (’Ακμή καί Παρακμή τού Βυζαντίου, ’Αθήνα 1953, σ. 260 καί σημ. 1). Φαίνεται δμως πώς δέν γνώρισε άπό κοντά τό κείμενό του. ’Οφείλει τήν ένημέρωσή του στή συνοπτική παραλλαγή τού χρονικού πού μέ τόν τίτλο «Αηοnymus Moscovita» δημοσιεύτηκε στήν έργασία τού Ph. Dethier, στά «Monumenta Hungaricae Historiae [Βουδαπέστη] (τ. KB', A 1047-1122 καί 11631177). Πάντως ό Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τίς πληροφορίες τού χρονικού « π ο λ ύ τ ιμ ε ς » . Τώρα, δ Μήτσος Ά λεξανδρόπουλος μάς δίνει ολόκληρο τό κείμενο. Καί μάς τό δίνει μέ μιά έξαιρετικά διαφωτιστική εισαγωγή καί μέ σχόλια πού τό άποκαθιστούν πλήρως. Πρόκειται γιά μιά Αποκατάσταση πού έχει δλα τά στοιχεία Αξιόλο­ γης ιστοριοδιφικής δημιουργίας κι δπου έπισημαίνονται καί Αναλύονται διαχρονικά οί Αλλοιώ­ σεις, προσθήκες καί παραλλαγές του. Ή έπισήμανση καί δ διαλεκτικός προσδιορισμός τής «μεγαλορωσικής» έπεξεργασίας τού χρονικού, είναι μιά Α π ο κ ρ υ π τ ο γ ρ ά φ η σ η τ ο ύ π ο σ ο σ τ ο ύ γ ν η σ ι ό τ η τ α ς πού περιέχει ώς ιστορική πηγή αύτό τό μνημείο τής μεσαιωνικής ρωσικής γραμ­ ματείας. "Ετσι Αξιολογείται σφαιρικά. Καί ώς λιτό ήμερολόγιο πού ήταν ή Αρχική μορφή του. Καί ώς «έμπλουτισμένο» κείμενο τής ιδεολογίας τής «μεγαλορώσικης» πολιτικής. Ή έλληνική έκδοση Αποδίδει τό πλήρες κείμενο τού χρονικού, δπως τό Ανακάλυψε στά 1886 ό Αρχιμανδρίτης Λεωνίδας, μέ τό δνομα τού συγ­ γραφέα του Νέστορα Ίσκεντέρη μέσα στόν Κώδι­ κα No 773 τής Λαύρας τού 'Αγίου Σέργιου, χρονολογημένο Από τίς Αρχές τού 16ου αιώνα. Ό Λεωνίδας δημοσίευσε τό χειρόγραφο στά «Μνη­ μεία τής ’Αρχαίας Φιλολογίας καί Τέχνης» (τ. LXI, Πετρούπολη 1886). Τό πρώτο μέρος τού χρονικού Αναφέρεται στό

76

ιστορικό τής ίδρυσης καί τού ένδοξου βίου τής Κωνσταντινούπολης. Δέν Ανήκει στόν Ίσκεντέρη. Είναι έργο τών ρώσων λογιών πού έπεξεργάστηκαν τό ήμερολόγιο. Αύτή ή εισαγωγή έχει πλήθος ιστορικές Ανακρίβειες. Ό Ίσκεντέρης δέν έχει καμιά σχέση μ’ αύτές. Τό δεύτερο μέρος είναι Αφιερωμένο στήν πολι­ ορκία, τίς μάχες καί τήν άλωση. Ή Αρχική του μορφή θά πρέπει νά ήταν ένα λιτό ήμερολόγιο μέ ξηρό Αφηγηματικό κείμενο. Αύτή ή Αρχική μορφή Ανήκει στόν Ίσκεντέρη. Οί ρώσοι λόγιοι δμως πού τό έπεξεργάστηκαν, έδωσαν στό χρονικό τίς δια­ στάσεις ένός ντοκουμέντου «ϋψιστης ιδεολογικής σκοπιμότητας». ’Εξοστράκισαν μάλιστα καί τό δνομα τού συγγραφέα καί τίς βιογραφικές ένδείξεις. Έ γινε έργο τού «’Ανώνυμου Μοσχοβίτη». Ό Μήτσος Ά λεξανδρόπουλος στήν τόσο κατατοπι­ στική εισαγωγή του έξηγεί τούς λόγους: «Οί λόγιοι [Ρώσοι] θέλησαν νά ντύσουν τό ξερό Αφη­ γηματικό κείμενο μέ τά δικά τους έντυπωσιακά άμφια. Τό Αρμάτωσαν λοιπόν μέ μιά εισαγωγή, δπου έξιστορείται τό χρονικό τής Κωνσταντινού­ πολης, Αρχίζοντας Από τήν ίδρυσή της. Σέ συνέ­ χεια τού κόλλησαν έδώ κι έκεί λαμπερούς λίθους Από τίς Γραφές — προσευχές, δμιλίες κλπ. Καί άφαιρώντας τό σύντομο καί σπαρακτικό βιογραφικό σήμα τού δόλιου Ίσκεντέρη, έπισφράγισαν τό έργο μ’ έναν έπίλογο, δπου Αναφέρονται τά γνωστά δράματα τού Δανιήλ καί οί χρησμοί τού Λέοντα τού Σοφού γιά τή μ ε λ λο ν τικ ή ά νά σ τ α σ η — ά π ό χ ρ ισ τ ια ν ικ ά χ έ ρ ια — τού τουρκεμένου «Τσαρογκράντ» [Βασιλεύουσα]. Π ά ν ω ά κ ρ ιβ ώ ς σ τό κ ε ίμ ε ν ο α ύ τ ό ά ρ χ ισ ε ν ά κ α λ λ ιε ρ γ ε ίτ α ι στή Ρ ω σ ία ό θ ρ ύ λ ο ς γ ιά τ ό Ξ α ν θ ό Γ έ ν ο ς π ο ύ θ ά λ ύ τ ρ ω ν ε τό ν χ ρ ισ τ ια ν ικ ό κ ι δ λ ο τ ό ν ά λ λ ο κ ό σ μ ο ά π ό τ ο ύ ς ά π ισ τ ο υ ς , κ α ί θ ά τ ο ύ ς σ ή κ ω ν ε γ ι ά μ ιά α ιώ ν ια , τρ ισ ε υ τ υ χ ισ μ έ νη , π α ν α ν θ ρ ώ π ιν η β α σ ιλ ε ία » . Μέ ά λ λ α λόγια, είναι διπλή ή σημασία τού

χρονικού. Μέσα Από τό Αλλαγμένο κι «έμπλουτισμένο» κείμενό του ό ιστορικός μπορεί νά Αντλή­ σει πολύτιμες πληροφορίες γιά τήν πολιορκία καί τήν άλωση τής Πόλης. Είναι ή μία πλευρά τής σημασίας τού χρονικού. Έ γινε ήδη λόγος γι’ αύτήν πιό πάνω. "Εχει δμως κι άλλη πλευρά τό χρονικό. Ή «ιδεολογική» έπεξεργασία του Από τούς ρώσους λογίους στά μέτρα ένός ντοκουμέν­ του γιά τόν κοσμοϊστορικό ρόλο τής Ρωσίας τών τσάρων καί τή διαδοχή τους στό θρόνο τού Βυζαντίου, έντάσσει τό «έμπλουτισμένο» χρονικό τού Ίσκεντέρη στή σειρά τών «προφητικών» κει­ μένων έκείνης τής έποχής πού ύπηρέτησαν τή μεγαλορωσική πολιτική. Ά π ό τήν άποψη αύτή τό χρονικό είναι μιά έξίσου ένδιαφέρουσα ιστορική πηγή. Έ τσι, κατέληξαν οί Ρώσοι στά «Όρλωφικά» (1770). Μέ τέτοιες «προφητείες». Καλλιέργη­ σαν συστηματικά τίς έλπίδες τών ραγιάδων τής Βαλκανικής πώς τάχα δ «όμόδοξος» λαός, τό «Ξανθόν Γένος» τού βορρά, ήταν «γραφτό» νά σώσει τό χριστιανισμό καί νά τούς Απελευθερώ­ σει. Στά χρόνια τού Μεγάλου Πέτρου (1689-1725) έγκαινιάζεται έπίσημα ή Αντιτουρκική πολιτική τής Ρωσίας. Κυκλοφόρησε μάλιστα καί χαρακτη­


ριστική εικόνα του μέ τήν υπογραφή: Petrus Primus Russograecorum Monarchal Στό μητροπολιτικό ν αό της Μόσχας υψώθηκε ή ρωσική σημαία μέ τό: «Έν τούτφ νίκα». Ό Μέγας Πέτρος έμφανίζεται Απροσχημάτιστα, μέ δηλώ­ σεις του σέ δημόσιες συγκεντρώσεις καί προκηρύ­ ξεις, προστάτης καί Απελευθερωτής των ραγιάδων (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, 448-449, 540-451). Προστατεύει τούς κατατρεγμένους Ρω­ μιούς. Αύτή τήν έποχή θά πρέπει νά έγινε καί τό γνωστό δημοτικό τραγούδι: ’Α κ ό μ α τ ο ύ τ ’ τή ν Ά νο ιξη ρ α γ ιά δ ε ς , ρ α γ ιά δ ε ς , Τ ο ύ το τό κ α λο κ α ίρ ι, κ α η μ ένη Ρ ο ύμ ελη , ΰ σ ο ν ά ρ & εΐ ό Μ ό σ κ ο β ο ς

άναφέρεται Ακριβώς σ’ αυτούς δλους τούς παλι­ ούς «χρησμούς» καί τίς «προφητείες» καί τίς «γραφές». ’Ακολουθεί ή αύτοπαρουσίαση τού χρονικογράφου: « Τ ά έ γ ρ α ψ α α υ τ ά έ γώ ό π ο λ υ α μ α ρ τ ω λ ό ς κ α ί κ ο λ α σ μ έ ν ο ς Ν έ σ τω ρ Ίσ κ ε ντ έ ρ η ς π ο ύ ά π ό μ ικ ρ ό ν μ ’ έ π ή ρ α ν ο ί Τ ο ύ ρ κ ο ι κ α ί μ ο ΰ έ κ α ν α ν τό ό ό υ ν έ τ ι, π ο λ λ ά χ ρ ό ν ια έ π έ ρ α σ α σ τ ις σ κ λη ρ έ ς έ κ σ τ ρ α τ ε ΐε ς τ ο ύ π ο λ έ μ ο υ κ ι έ κ ρ υ β ό μ ο υ ν α έδ ώ κ ι έ κ ε ϊμ ή ν τ ύ χ ε ι κ α ί π ε& ά νω σ τ ή ν έπ ά ρ α τ η το ύ τη π ίσ τ η » .

’Αναμφισβήτητα είναι πολύ μεγάλη ή προσφο­ ρά τού Μήτσου Ά λεξανδρόπουλου. ΔΗΜΟΣ Ν. ΜΕΞΗΣ

Σ’ δλο τό 18ο αιώνα κυκλοφορούν παντού «χρησμοί», «προφητείες» καί «όπτασίες» γιά τόν Απελευθερωτικό ρόλο κ α ί τή μεσσιανική Αποστο­ λή τού «Ξανθού Γένους». Στά 1750 είδε τό φως καί ή φυλλάδα μέ τήν «’Οπτασία τού ’Αγαθάγγε­ λου», γραμμένη Από τό Θεόκλητο Πολυειδή, 8ργανο της ρωσικής διπλωματίας (Γ. Κορδάτος, 'Ιστορ. Νεωτ. Ελλάδας, ’Αθήνα 1957, σ. 202-203 καί σημ. 2). Έδώ έχει τή θέση του καί τό «έμπλουτισμένο», Από τούς ρώσους λογίους αύτης της έποχής, μέ «δράματα» καί «χρησμούς», ήμερολόγιο τού Ίσκεντέρη. Τό χρονικό τελειώνει μέ ένα τρίτο μέρος πού

Κυκλοφόρησε Ζάν Πιαζέ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΕΜΕΛΙΟ Α καδημίας 63 - τηλ. 3608180

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Χαράλαμπου Νούτσου ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΕΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ • Θανάσης Βακαλιός Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ • Ούμπέρτο Τσερόνι ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ;

• Κάρλα Ραβαγιόλι ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ • ’Έ ντουαρντ Καρντέλλι ΟΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΠΟΔΟΜΗ 3ης Σεπτεμβρίου 22 - τηλ. 5234790

77


Κ ΥΚ ΛΟ Φ Ο ΡΟΥ Ν, Δίκαιο κα ί Π ολιτική

Θέματα ‘Α ρχιτεκτονική ς Πολεοδομίας

διεύθυνση: 'Αριστόβουλος Μάνεσης

διεύθυνση: Παντελής Λαζαρίδης

έπιμέλεια: Γιώργος Πάσχος

| Δίκαιο καί Π ολιτική

1.

Γ. Π ά σ χο ς

Θέματα ’Α ρχιτεκτονική ς Πολεοδομίας 1. Π .Γ .Λ αζα ρ ίδης

Πολιτική δημοκρατία καί κοινωνική εξουσία Δημοκρατική αρχή καί Πολιτική νομιμοποίηση

Ή έμπορευματοποίηση τής Ποιότητας

' Η κοινωνική λειτουργία τής τέχνης καί τής ’Αρχιτεκτονικής

Πρόλογος ’Αριστόβουλου Μάνεση · ’Εκπαιδευτικά προβλήματα

Τά Πανεπιστήμια στη Δυτ. Ευρώπη •

Συσχετισμός με την έλληνικη πραγματικότητα

ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

έκδ όσ είς Παρατηρητής Προξένου Κορομηλδ 36. Θεσσαλονίκη τηλ. 264-958

78


παράρτημα Στις σελίδες του «Παραρτήματος» ή Σύνταξη του περιοδικού σχολιάζει και κρίνει οσα ένδιαφέροντα βιβλία δέν παρουσιάζονται στην «Επιλογή».

Επιθετικότητα ΤΟ θέμα τοΰ Konrad Lorenz στό βιβλίο του «Επιθετικότητα» (Χατζηνικολή) είναι ή έπιθετικότητα άνάμεσα σέ ζώα τοΰ ίδιου είδους. Ό συγγραφέας παραθέτει ένα πλούσιο ύλικό άπό γεγονότα της ζωής τών ζώων άπ’ δπου επαγωγικά προχωρεί στά συμπεράσματά του. Μερικά άπ’ αυτά είναι: Ή έπιθετικότητα είναι αύθόρμητη κι δχι «άντιδραστική», μπορεί νά έκδηλώνεται δηλα­ δή κι άνεξάρτητα άπό τήν ύπαρξη έρεθίσματος. Δέν είναι βλαβερή άλλά, άντίθετα, θεμελιακή γιά τή διατήρηση τοΰ είδους. "Οσα άποτελέσματα τής ειδικής έπιθετικότητας μπορεί νά άποδειχθοϋν επιζήμια γιά τήν κοινή ζωή, άποτρέπονται μέ τή βοήθεια τής μετατόπισης τής έπίθεσης, πού είναι «τό μεγαλοφυέστερο κόλπο τής έξέλιξης γιά νά κατευθύνει τήν έπιθετικότητα σέ άβλαβή κανά­ λια». Ή άπλή έξοικείωση μ’ ένα άδέλφι-μέλος τοΰ είδους έξασκεΐ μιά άξιοσημείωτα δυνατή άνασταλτική έπίδραση πάνω στήν έπιθετική συμπεριΌ Lorenz ύπογραμμίζει πώς ύπάρχουν άναλογίες άνάμεσα στή συμπεριφορά πολλών ζώων καί τών άνθρώπων. Καί άναρωτιέται πώς οι παρατηρή­ σεις μας πάνω στήν έπιθετικότητα τών ζώων μπορούν νά φανούν χρήσιμες στόν άνθρωπο γιά νά παρακάμψει τούς κινδύνους πού τοΰ δημιουρ­ γούν οί έπιθετικές του όρμές. Ό ίδιος βλέπει πιθανούς τέτοιους τρόπους: Τήν έκτόνωση τής έπιθετικότητας σέ ύποκατάστατα άντικείμενα, τήν έξιδανίκευση, τή διοχέτευση τοΰ «στρατευμένου ένθουσιασμοΰ» σέ Ιδανικά πού άναγνωρίζονται σάν άξιες άνώτερης τάξης άπ’ δλα τά άνθρώπινα πλάσματα, τήν προώθηση προσωπικών γνωριμιών καί φιλίας άνάμεσα σέ άτομα διαφορετικών ιδεο­ λογιών ή έθνών. («Θά έπρεπε νά άγαπάμε δλους τούς άδελφούς άνθρώπους χωρίς διακρίσεις»).

Ή πείρα τοΰ έργατικοΰ κινήματος

τίς χώρες τοΰ ύπαρκτοΰ σοσιαλισμού, άφοΰ κι έκεϊ ή γραφειοκρατία, μέ τή διαίρεση άνάμεσα σέ διευθύνοντες καί έκτελεστές, άναπαράγει ούσιαστικά τόν έκμεταλλευτικό καί ταξικό χαρακτήρα τής καπιταλιστικής κοινωνίας. Στόν τόμο «Ή πείρα τοΰ έργατικοΰ κινήματος» (’Αμφορέας), πού περιέχει ένα σύνολο μελετημάτων δημοσιευμένων παλιότερα, κυρίως στό περιο­ δικό «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», ό συγγραφέ­ ας ισχυρίζεται δτι ή σύγχρονη κοινωνία στηρίζε­ ται σ’ έναν θεμελιακό άνορθολογισμό πού κατα­ λήγει στή σύγκρουση είτε μέ τή μορφή τής πάλης τών έργαζομένων είτε μέ τή μορφή τής «άπουσίας» τους άπό τήν κοινωνία. Ή πάλη αυτή έκφράζεται στις καθημερινές έκδηλώσεις καί πράξεις τών έργαζομένων δλου τοΰ κόσμου, πού, άμφισβητώντας τίς υπαρκτές μορφές έξουσίας, σκοπεύουν στήν έγκαθίδρυση καινούριων σχέσεων άνάμεσα στούς άνθρώπους καί στή δουλειά τους, δηλαδή σέ μιά καινούρια όργάνωση τής κοινωνίας, πάντα δμως μέσα άπό μιά σοσιαλιστική προοπτική. Χρέος έπομένως τής θεωρίας είναι, κατά τό συγ­ γραφέα, νά μελετήσει τήν πείρα τοΰ έργατικοΰ κινήματος πού συσσωρεύεται καθημερινά, νά συ­ στηματοποιήσει τήν άνάλυση καί κριτική τής ταξι­ κής κοινωνίας καί ν’ άναπτύξει καί νά γενικεύσει τά σοσιαλιστικά στοιχεία πού παράγει συνεχώς τό προλεταριάτο «σ’ ένα όλοκληρωμένο πρόταγμα πού είναι ό σοσιαλισμός». Ή παρουσίαση καί ή έκτίμηση τής άξίας ένός τέτοιου έργου, δπως αύτό τοΰ Κ. Καστοριάδη, είναι έξαιρετικά δύσκολη, άν δχι άδύνατη, άφοΰ μέχρι στιγμής έχουν έκδοθεΐ στά έλληνικά μόλις τέσσερις άπό τούς δέκα τόμους πού άποτελοΰν τό γενικό σχέδιο έκδοσης αύτής τής σειράς. Μολον­ τούτο, κι έπειδή θεωροΰμε σημαντικό, δχι μόνο τό γεγονός τής έκδοσης, άλλά καί τό δτι διαφαίνεται μιά προσπάθεια προγραμματισμένης όλοκλήρωσης αύτοΰ τοΰ έργου — πράγμα σπάνιο γιά τά δεδομένα τοΰ έλληνικοΰ έκδοτικοΰ κυκλώματος, πού, μέ έλάχιστες έξαιρέσεις, χαρακτηρίζεται άπό τό άπρογραμμάτιστο καί εύκαιριακό τών έκδόσεων — θεωρούμε σκόπιμο, πρός τό παρόν, νά έπισημάνουμε άπλώς τήν τελευταία έκδοση.

Η ΚΡΙΣΗ τής σύγχρονης κοινωνίας, λέει ό μεγά­ λος έλληνας στοχαστής Κορνήλιος Καστοριάδης, έντοπίζεται στήν ξένωση τοΰ άνθρώπου άπό τήν πιό θεμελιακή του δραστηριότητα, τήν παραγωγή, πράγμα πού δέν έχει άποφευχθεΐ ούτε καί σ’ αυτές 19


Σύγχρονη ποίηση καί εκπαίδευση Η μεταδικτατορική έκπαιδευτική μεταρρύθμιση, άνάμεσα στ’ άλλα, έδωσε στό μάθημα των Νέων Ελληνικών μιά νέα διάσταση. Παράλληλα δμως τό τέλμα των φιλόλογων καθηγητών, στις άσημαντότητες πού δίδασκαν χρόνια καί χρόνια, προκάλεσε καί προκαλεϊ ποικίλες δυσκολίες καί άντιδράσεις. Καί ένώ ή πολιτεία δέν έκανε μέχρι σήμερα σχεδόν τίποτα γιά νά βοηθήσει τούς καθη­ γητές τής μέσης έκπαίδευσης στό βαρύ έργο πού τούς έχει άναθέσει, τή γνωριμία δηλαδή τών μαθητών τους μέ τή σύγχρονη έλληνική λογοτε­ χνία, έρχεται ή ιδιωτική πρωτοβουλία νά καλύψει καί τήν άνάγκη αύτή. Τά ’Εκπαιδευτήρια Ζηρίδη, λοιπόν, όργάνωσαν πέρυσι ένα σεμινάριο μέ άποκλειστικό θέμα τή διδασκαλία τής μοντέρνας ποίησης στή μέση έκπαίδευση. Τό σεμινάριο έκεϊνο γνώρισε μεγάλη έπιτυχία καί βρήκε άπροσδόκητη άνταπόκριση στό ευρύτερο φιλολογικό κοινό. ’Ετσι, άποφασίστηκε καί πραγματοποιήθηκε πρόσφατα ή έκδοση τών πρακτικών τοΰ σεμιναρίου σ’ έναν καλαίσθη­ το τόμο μέ τίτλο «Ή διδασκαλία τής σύγχρονης ποίησης στή μέση έκπαίδευση» (’Εκπαιδευτήρια Ζηρίδη). Στό βιβλίο δημοσιεύονται οί έξής 7 ένδιαφέρουσες εισηγήσεις: «Ερμηνευτικά σχόλια στό ποίημα τοΰ Γ. Σεφέρη “Ό τελευταίος σταθμός” » τοΰ Ξ. Α. Κοκόλη, «Ποίηση καί έπικοινωνία» τοΰ Τίτου Πατρικίου, «Τό πρόβλημα τών βοηθημάτων» τοΰ Π.Σ. Πίστα, «Ερμηνευτικά σχόλια στό ποίημα τοΰ Ν. Βρεττάκου “Τά Δεκατέσσερα Π αιδιά” » τοΰ Λ. Κούσουλα, «Ή έπιβίωση τοΰ δημοτικοΰ τραγουδιοΰ στή σύγχρονη ποίηση» τοΰ Μ. Saunier, «Ή άναγκαία ύποδομή γιά τό όμαλό πέρασμα άπό τήν παραδοσιακή στή σύγχρονη ποίηση (οί ποιητές τοΰ μεταιχμίου)» τοΰ Ν. Παρίση καί «Παρανάγνωση, άνάγνωση, φιλολογική άνάγνωση ένός ποιήματος» τοΰ Δ . Ν. Μαρωνίτη. “Α ς σημειωθεί δτι, έκτος άπό τίς εισηγήσεις, στό βιβλίο δημοσι­ εύονται καί οί συζητήσεις πού τίς άκολουθοΰσαν καί στίς όποιες πήραν μέρος πολλοί γνωστοί πνευματικοί άνθρωποι (Τ. Σινόπουλος, Μ. Ά ν α γνωστάκης κ.δ.).

Ε μείς Ο Yevgenij Zamjatin (1884-1937), ό μεγάλος ρώσος συγγραφέας πού μέχρι σήμερα τό έργο του παραμένει άπρόσιτο καί άγνωστο στό εύρύ κοινό τής πατρίδας του, έμφανίζεται στήν Ε λλά δα μέ τό πολύκροτο μυθιστόρημά του «’Εμείς», στήν ώραία μετάφραση τής ’Αλίκης Άλεξανδράκη (Πλέθρον). Πρόκειται γιά τό άντιπροσωπευτικότερο έργο τοΰ συγγραφέα, πού έγινε αιτία νά έρθει σέ σύγκρου­ ση μέ τό έπίσημο καθεστώς τής χώρας του, νά άποσυρθοΰν καί νά άπαγορευτοΰν τά βιβλία του καί τελικά, σέ μιά έντονη προσπάθεια πνευματι­

κής έξόντωσής του, νά αύτοεξοριστεϊ καί νά πεθάνει στό Παρίσι. Στό «’Εμείς» ό Zamjatin, μέ όξύτατο κριτικό πνεύμα απέναντι στήν κοινωνία τής έποχής του, δπως τήν έβλεπε νά διαμορφώνεται, καί μέ μιά έξαψετική αίσθηση τόΰ χιούμορ, άναφέρεται σέ μιά μελλοντική κοινωνία δπου ή κυριαρχία τοΰ μονοκράτους είναι καταλυτική, τά όνόματα τών ανθρώπων έχουν άντικατασταθεί μέ άριθμούς, τά πάντα είναι όρθολογικά καθορισμένα, οί πόλεις είναι φτιαγμένες μέ γυαλί, ή προσωπική ζωή ρυθμίζεται άπό τά κομπιοΰτερ καί ή κοινωνία κινείται σέ μιά ίσοπεδωτική άρμονία. Ό πρωτα­

γωνιστής, ένας άριθμός, άρχίζει νά συνειδητοποι­ εί μιάν άλλη διάσταση τής ζωής, δταν γνωρίζεται μέ μιά γυναίκα, έναν άλλο άριθμό, καί ή γνωριμία αύτή τόν όδηγεΐ τελικά στή σύγκρουση μέ τήν όλοκληρωτική εξουσία, άπό τό συντηρητισμό στήν προσπάθεια έξεύρεσης ριζοσπαστικών λύσεων. Τό βιβλίο, γραμμένο τό 1927, είναι άπό μιά άποψη προφητικό, δταν λάβει κανείς ύπόψη του τί έπακολούθησε τόσο στόν σοσιαλιστικό δσο καί στόν καπιταλιστικό κόσμο τοΰ Β' Παγκόσμιου Πολέ­ μου καί μετέπειτα, δταν οί διάφορες προσπάθειες έφαρμογής ένός άκρατου μηχανιστικού όρθολογισμοΰ, ή καταπιεστική δομή τής δποιας έξουσίας καί ή άλλοτρίωση τοΰ άνθρώπου μέσα στή «λογι­ κή» τών συστημάτων, όδήγησαν στήν κάθε μορφής άμφισβήτηση, κυρίως άπό άνθρώπους πού είχαν πρωτοστατήσει γιά τή δημιουργία μιας δικαιότε­ ρης κοινωνίας. Έ τσι, τό «Εμείς» μπορεί νά θεω­ ρηθεί πρόδρομος τών σημερινών «διαφωνούντων» καί τών «άναρχικών», πού τό πρόβλημα τής ύπαρξής τους δέν λύνεται φυσικά μέ άφορισμούς τοΰ είδους «τροφοδοτούν τόν άντικομμουνισμό» ή, άντίστροφα, «είναι πράκτορες τοΰ διεθνούς κομμουνισμού».


θυσία αίνέσεως ΜΙΑ έλληνορθόδοξη προσέγγιση σέ θέματα τής νεότερης έλληνικής λογοτεχνίας έπιχειρεΐ ό Π. Β. Πάσχος στό βιβλίο του «Θυσία Αίνέσεως» (Άστήρ). Τά περισσότερα δοκίμια πού περιέχονται στόν πολυσέλιδο καί καλαίσθητο αύτό τόμο είναι κείμενα διαλέξεων πού ό συγγραφέας έχει δώσει κατά καιρούς καί σέ διάφορες περιστάσεις. Βέβαια, ώς ένα βαθμό, ή θρησκευτική όπτική τού βιβλίου περιορίζει τήν εύρύτητα τής στόχευσης καί κάποτε άποθαρρύνει τόν μή θρησκευόμενο άναγνώστη. ("Αν δεχόμαστε λ.χ. τήν άποψη τοΰ συγγραφέα δτι ή όρθόδοξη πίστη άποτελεΐ προϋ­ πόθεση γιά τό σωστό «κοίταγμα» των έργων τού Παπαδιαμάντη, θά ’ταν σάν νά κλείναμε τά μάτια μας μπροστά σέ άξιολογότατα έργα τοϋ σκιαθίτη πεζογράφου — δπως ή «Φόνισσα» — πού έχουν έλάχιστη σχέση μέ τήν όρθοδοξία). 'Ωστόσο, ή άγάπη μέ τήν όποια άντιμετωπίζει δ κ. Πάσχος τά θέματά του καί ή στέρεη παιδεία πού άποκαλύπτεται πίσω άπό δσα γράφει, τόν βοηθάνε συχνά νά διατυπώνει σκέψεις πολύ ένδιαφέρουσες καί μέ γενικότερη άξια, πού μπορούν νά γοητεύσουν καί νά πείσουν όποιοδήποτε άναγνώστη, άκόμη καί τόν άθεο. Καί άσφαλώς, τό πιό σίγουρο έφόδιο

πού διαθέτει ό συγγραφέας τοϋ «Θυσία αίνέσεως» είναι μιά βαθύτατη αίσθηση τής γλώσας μας, τήν όποια χειρίζεται μέ τήν άνεση καί τή φαντασία ένός άληθινά προικισμένου λογοτέχνη. Στή γενικά άγαθή έντύπωση πού άφήνει τό συνολικό έργο συμβάλλει δχι λίγο ή σωστή καί έπιμελημένη έκδοση, άπ’ δπου άπουσιάζουν σχεδόν όλότελα τά τυπογραφικά λάθη, πράγμα σπάνιο, δυστυχώς, γιά τά έλληνικά έκδοτικά δεδομένα.

Περιοδικά ΑΝΑΜΕΣΑ στά ποικίλα περιεχόμενα τών περιο­ δικών πού κυκλοφόρησαν τόν ’Ιανουάριο, έπισημάναμε: Στό «Δελτίο τής Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνη­ σης» (τεύχος 9), τίς «μικρές ιστορίες» τοϋ Γιάννη Νεγρεπόντη, τό μελέτημα τοΰ Σωτήρη Δημητρίου γιά τή λαϊκή τέχνη καί τό φάντασμά της, τό άρθρο τοΰ Κώστα Πάρλα γιά τό Κινηματογραφικό Φε­ στιβάλ Θεσσαλονίκης, τό δοκίμιο τοϋ Χρήστου Σαμουηλίδη γιά τίς προαισθητικές μορφές θεά­ τρου, τό άρθρο τοΰ Γιώργου Φωκά γιά τήν αισθη­ τική άγωγή τοΰ κοινού, τή μαρτυρία τοϋ Νίκου

81


Μαμαγκάκη γιά τό λυράρη Ά ντρέα Ροδινό καί τήν ερευνά γιά την έπίμαχη έξαγωγή άρχαιοτήτων Στά «Εθνογραφικά» (τόμος 1), τίς μελέτες «Συμ­ βολή στη μελέτη τής γυναικείας έλληνικής παρα­ δοσιακής φορεσιάς» τής ’Ιωάννας Παπαντωνίου, «Τό σουραύλι χωρίς τάπα» τοϋ Φοίβου Ά νω γειανάκη, «’Αργυρά άντικείμενα τοΰ Μουσείου Με­ τσόβου» τής Γ. Οΐκονομάκη-Παπαδοπούλου, «Χορός καί πομπή τοΰ "Αη-Γιώργη» τής Κ. Κακούρη, «’Οργάνωση καί λειτουργία ενός σύγχρο­ νου έθνογραφικοΰ μουσείου» τοϋ Στ. Παπαδόπουλου καί τή βασική μουσειολογική βιβλιογρα­ φία, πού γιά πρώτη φορά γίνεται γνωστή στή χώρα μας. Στήν «Εύβοια» (τόμος 1979), τό άρθρο τοΰ Σπύρου Κόκκινη «Ή μουσική κίνηση στή Χαλκίδα στό μεταίχμιο δύο αιώνων», τό διήγημα τοΰ Γιάννη Σκαρίμπα «Στίς πετροκολώνες στό λιμάνι», τήν ιστορική άναδρομή τοΰ Γιάννη Γκίκα γιά τό Καστέλ-Ρόσσο καί τή συνεργασία τοΰ Τάσου Καλαθέρη μέ τίτλο «Ή ληστεία στό Δήλεσι καί ό "φιλέλλην” κύριος Φράνκ Νόελ». Στήν «Καλλιτεχνική ’Επιθεώρηση» (τεύχος 2), τό «’Αφιέρωμα στά 70 χρόνια τοϋ Μαλλιαροπούλου» τοΰ Νίκου Γρηγοράκη, τό θεατρικό έργο τοΰ Στρατή Καρρά «Οί άθλητές καί άθάνατες ιστορί­ ες άγάπης στόν πόλεμο», τό δοκίμιο τοΰ Ά λέξη Διαμαντόπουλου «Ή πολιτική μαρτυρία τοΰ έρωτικοΰ μύθου στήν άρχαία τραγωδία» καί κριτικές ταινιών άπό τόν Πάνο Παπακυριακόπουλο. Στά «Οικολογικά» (τεΰχος 1), τέσσερα ένδιαφέροντα άρθρα «Ρύπανση: γιατί; πώς; άπό ποιόν;» τοΰ Σπήλιου Παπασπηλιόπουλου, «Τά έργα τής ’Αθήνας» τοΰ Κώστα Σοφούλη, «Λιμενοβιομηχανικά συγκροτήματα» τών Ντίνας ΒαΐκουΧατζημιχάλη καί Κωστή Χατζημιχάλη καί «Μελέ­ τες έπιπτώσεων στό περιβάλλον άπό προγράμμα­ τα καί έργα» τοΰ Κώστα Κασσιοΰ. Στόν «Πολίτη» (τεΰχος 23), τό άρθρο «"Απαντα τά άθάνατα...» τής Μαριάνας Δήτσα, τίς άπόψεις τών Πέτρου Εύθυμίου, Α γγέλου Έλεφάντη καί Τάκη Παππά γιά τήν άνανέωση καί τήν ένότητα τής Άριστεράς, τό άρθρο «1948: ή έξάρτηση τής Ελλάδας καί ό ρόλος τών ΗΠΑ» τοΰ Γιώργου Καρατζόγλου καί τή μελέτη «Περί έπιθετικότητας» τοΰ Ή λία Κούβελα. Στό «Δέντρο» (τεΰχος 6), τό δοκίμιο « Ό ποιητής καί ή ιστορία» τοΰ Δημήτρη Μαρωνίτη, τά 4 μικρά διηγήματα τοΰ τσέχου Λούντβικ Ά σκενάζι καί τό δοκίμιο «’Αθλιότητα καί λάμψη τοΰ μεταφράζειν» τοΰ ’Ισπανού Χοσέ Όρτέγκα ύ Γκάσσετ.

Είδαμε ΕΧΟΥΝ περάσει δυό χρόνια άπό τό θάνατο τοΰ Ά γή νορα Άστεριάδη, τοΰ ζωγράφου μέ τό έντελώς προσωπικό ύφος καί τίς πολλές εικο­ νογραφήσεις άξιόλογων έκδόσεων (ή πιό πρόσφατη στό «Ταξίδι στ’ Ά νάπ λι» τής Έλ. Βαλαβάνη). Αυτή τή φορά έχουμε μπροστά μας τό άλμπουμ «Λάρισα», πού τό άποτελοΰν 4 άκουαρέλες καί 33 σχέδια άπό τήν όμώνυμη πόλη, τά όποια έχουν φιλοτεχνηθεΐ σέ δύο διαφορετικές χρονολογίες, τό 1940 καί τό 1945. Στά έργα τής πρώτης χρονολογίας τά θέματα τοΰ Άστεριάδη περιστρέφονται γύρω άπό τήν πόλη, μέ ειδυλλιακές σκηνές, γραφικές έκκλησίες, άγροτικά τοπία καί άγορές. Στή δεύτερη είναι φανερή ή άλλαγή, καθώς ό πόλεμος έχει άφήσει έντονα τά ϊχνη του. Ή θεματική δέ αυτή άλλαγή συνοδεύεται καί άπό τήν άνάλογη ζωγραφική έκφραση. Έ τσι, ένώ στό πρώτο μέρος κυριαρχούν οί καμπύλες καί εύθεΐες γραμμές, μεταδίδοντας τή γαλήνη μιας εύτυχισμένης ζωής, στό δεύτερο μέρος παραχωρούν τή θέση τους στήν τεθλασμένη γραμμή, τήν κυρτή, γιά νά έκφράσει καλύτερα τήν κατα­ στροφή άπό τό πέρασμα τοΰ πολέμου. Καί έκεί, άνάμεσα στίς γκρεμισμένες γέφυρες καί τίς έρειπωμένες έκκλησίες, βλέπουμε καί τήν άνθρώπινη φιγούρα πού, μέ μιά μολυβιά μόνο, ό ζωγράφος τής δίνει δλο τό βάρος τής μοίρας της. Διακρίνουμε επίσης στό πρώτο μέρος καί μιά άναζήτηση στή σχηματοποίηση τών μορφών καί τής φύσης. ’Οφείλουμε έπαινο στίς έκδόσεις «Κέδρος» γιά τήν πρωτοβουλία πού είχαν νά γνωρίσουν στούς νεότερους τό έργο ένός άπό τούς σημαν­ τικούς μας ζωγράφους, πού μέ καλλιτεχνικό αύθορμητισμό καί καλλιτεχνική παρόρμηση, άνεπηρέαστος άπό -ισμούς, έτρεχε μέ μολύβια, χρώματα καί καβαλέτο πότε στά Άμπελάκια, πότε στή Λάρισα καί πότε στό Ναύπλιο γιά νά περισώσει μέ τά σχέδιά του δ,τι μπορούσε. Τέλος, τό άλμπουμ «Λάρισα» έχει τή σφραγίδα τής έπιμέλειας τοΰ Α. Τάσου καί εισαγωγή ένός μεγάλου μαχητή τής παράδοσής μας, τοΰ Κίτσου Μακρή.

ΓΟΥΤΕΜΒΕΡΓΙΟΣ

82


κριτικογραφία Στην Κριτικογραφια αύτοϋ τον τεύχους περιλαμβάνονται βιβλιοκριτικές πού δημο­ σιεύτηκαν τό Ιανουάριο στόν ημερήσιο τύπο Ά ϋή να ς καί Θεσσαλονίκης. Περιλαμβάνον­

ται, έπίσης, καί κριτικές δημοσιευμένες στόν περιοδικό καί έπαρχιακό τύπο, δσες φυσικά φρόντισαν νά μάς στείλουν οί συντάκτες τους. (Επιμέλεια: Κατερίνα Παπαλιβερίου)

Γενικά έργα Βιβλίο τής χρονιάς (Ν. Στερεό., Οικονομικός Ταχυδρόμος, άρ. 1290)

Φιλοσοφία - Ψ υχολογία Ίρίμπαχζιακοφ Σοφία Νικολάι: Ή Κλειώ μπροστά στό δικαστήριο της άστικής φιλοσοφίας (Διαβάζω, άρ. 16) Κλάρας Μπάμπης: Ή κρίση τοΰ πολιτισμού καί ή ανάπτυξη της ζωής (Κ.Ι. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Mainz Ulrich: Arbor mirabilis (“Άλκης Τροπαιάτης, Κριτικά Φύλλα, τ. στ') Ράμφος Στέλιος: Ή μουσική τού Ηρακλείτου (Κ. Παπαγιώργης, Σπείρα, άρ. 7) Ράμφος Στέλιος: Ή παλινωδία τοΰ Παπαδιαμάντη (Κ. Παπαγιώργης, Σπείρα, άρ. 7) Ράμφος Στέλιος: Τό δαχτυλίδι τοΰ Γύγη (Κ. Παπαγιώργης, Σπείρα άρ. 7) Ράμφος Στέλιος: Τόπος ύπερουράνιος (Κ. Παπαγιώργης, Σπείρα, άρ. 7) Τζάνοφ Ά ρθουρ: Πρωτογενής κραυγή (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Χάιντεγκερ Μάρτιν: Είναι καί Χρόνος (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1)

Θρησκεία - ’Εκκλησία Γκίνης Γιάννης: Ιεράρχες, διάκονοι της χούντας (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Καρατζαφέρης Σπύρος: Φάκελος ’Εκκλησία (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Μύρανεκ X.: Έ ρως καί κλήρος (Σ. Α., Καθημερινή, 25/1) Χατζηφώτης I. Μ.: Βυζάντιο καί ’Εκκλησία (Γ. Χατζηκωστής, Κριτικά Φύλλα, τ. στ'):

Κοινωνικές επιστήμες ’Αμφισβήτηση (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Ά νκετίλ Ζάκ: Τό χέρι καί ή μηχανή (Ν. Στερεό., Οικονομικός Ταχυδρόμος, άρ. 1289) Βενσάν Ζάν-Μαρί: Ή σχολή τής Φραγκφούρτης καί ή κριτική θεωρία (Διαβάζω, άρ. 16) Γιούχα Ά ντόν-Ά ντρέα: Βόμβα νετρονίου, ή διαστροφή τής άνθρώπινης σκέψης (Ν. Στερεό., Οικονομι­ κός Ταχυδρόμος, άρ. 1290) Γιούχα Ά ντόν-Ά ντρέα: Βόμβα νετρονίου, ή διαστροφή τής άνθρώπινης σκέψης (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Ζαροντόφ Κ. I.: Σοσιαλισμός, ειρήνη, έπανάσταση (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Θεοδωράκης Μίκης: Ή άλλαγή (Διαβάζω, άρ. 16) Θωμόπουλος Εύθ.: Ή ιστορία τής κοινωνικής προστασίας άπό τών άρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα (Φ.Ν. Κλεάνθης, Τά Νέα, 27/1) Καζής Ά θ α ν . - Ά νδρεάδης Βασ.: ’Οργανωτική καί διοικητική των έπιχειρήσεων καί βιομηχανική ψυχολογία (Δ. Σ., Οικονομικός Ταχυδρόμος, άρ. 1288) Καραβίδας Κ. Δ.: Α γροτικά (Σπ. Παπασπηλιόπουλος, Διαβάζω, άρ. 16)

83


Μεντβέντεφ Ρ. κ.α.: ’Αντιπολιτευτικές τάσεις στή Σοβιετική Ένωση (Κ. I. Τσαούσης, Ελευθεροτυπία, 11/ 1) Μουζέλης Νίκος: Νεοελληνική κοινωνία, όψεις ύπανάπτυξης (Π. Ρυλμόν, Οικονομικός Ταχυδρόμος, άρ. 1287) Όδηγός γιά τή δανειοδότηση τής βιοτεχνίας άπό τά ειδικά κεφάλαια (Δημ. Στεργίου, Οικονομικός Ταχυδρόμος, άρ. 1288) Παπακωνσταντίνου Μιχάλης: ΕΔΗΚ (Διαβάζω, άρ. 16) Παπασπηλιόπουλος Σπ. (έπιμ.): Μελέτες πάνω στή σύγχρονη έλληνική οικονομία (Α. Δ. Παπαγιαννίδης, Διαβάζω, άρ. 15) Swingenwood Alan: Ό Μάρξ καί ή σύγχρονη κοινωνική θεωρία (Διαβάζω, άρ. 16) Στεφανάτος Κώστας: Τό έργατικό καί ναυτεργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυ­ πία, 18/1) Τερλεξής Πανταζής: ’Εξωτερική πολιτική (Α. Φουντοΰκος, Οικονομικός Ταχυδρόμος, άρ. 1287) Φακιολας Ροσέτος: Ό έργατικός συνδικαλισμός στήν Ελλάδα (Π. Ρυλμόν, Οικονομικός Ταχυδρόμος, άρ. 1290) Νόβακ Τζώρτζ: ’Ανθρωπισμός καί σοσιαλισμός (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1)

Έκπαίδευοη Κέντρο Μαρξιστικών ’Ερευνών: Θέματα παιδείας (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Παπάζογλου Μηνάς: ’Εκπαίδευση καί πολιτική (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Ράντιτσε Λούτσιο Λομπάρντο: Ή διανοητική άνάπτυξη τού παιδιού (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/ 1) Συντακτικό τής νέας έλληνικής Β' καί Γ' Γυμνασίου (Ξένη Οίκονομοπούλου, Διαβάζω, άρ. 16)

Λαογραφία - Ε θ νο λ ο γία Βεΐκου - Σεραμέτη Κατίνα: Ξαθθιώτικα (Α. Δουμάκη-Ζαφειρίδου, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Γκίκας Γιάννης: Οί άρβανίτες καί τό άρβανίτικο τραγούδι στήν Ε λλάδα (Ν. Δ . Τριανταφυλλόπουλος, Καθημερινή, 18/1) Ζούρου Φρόσω: Λεσβιακά παραμύθια (Διαβάζω, άρ. 16) Μάτσας Νέστορας: Στέγη άπό ούρανό (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Μπρούσαλη Μαρία: 365 παραμύθια, παραδόσεις, ποιήματα, παροιμίες (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Πετρής Τάσος Μ.: Βόλος - Πήλιο (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Πετρής Τάσος Μ.: Μύκονος - Δήλος (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Πετρής Τάσος Μ.: Ρόδος (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1)

Θ ετικές επιστήμες Κωτσάκης Δημ.: Είμαστε μόνοι στό διάστημα; (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1)

Γλώσσα Κριαράς Έμμ.: Λεξικό τής μεσαιωνικής έλληνικής δημώδους γραμματείας (Διαβάζω, άρ. 16) Μυστακίδης Ά ντώ νης (Μεσεβρινός): Ή προδομένη γλώσσα (Φ. Π., Ζιζάνιο, άρ. 6) Προμπονάς Γιάννης: Λεξικό τής μυκηναϊκής έλληνικής (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Φραγκουδάκη "Αννα: Ό έκπαιδευτικός δημοτικισμός καί ό γλωσσικός συμβιβασμός τού 1911 (Ά λ . Ζήρας, Καθημερινή, 11/1)

Κλασική παιδεία Κοραής ’Αδαμάντιος: Ό νησάνδρου Στρατηγικός καί Τυρταίου τό πρώτον έλεγεϊον (Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, ’Ελεύθερος Κόσμος, 13/1)

84


Λορεντζάτος Ζήσιμος: ’Αρχαίοι Κριτικοί (Έρ. Χατζηανέστης, Καθημερινή, 25/1) Dodds E.R.: Οί Έλληνες καί τό παράλογο (Γιάννης Μεταξάς, Διαβάζω, άρ. 15) Παπαδόπουλος Θανάσης: ’Ιδεολογία καί φιλοσοφία τής δημοκρατίας στήν άρχαία Ελλάδα (Α. Παναγόπουλος, Διαβάζω, άρ. 16) Σολομός Άλέξης: Ό ζωντανός ’Αριστοφάνης (Φ. Ν. Κλεάνθης, Τά Νέα, 13/1)

Τέχνες Άντωνακάτου Ντιάνα - Μαύρος Τ.: Ελληνικά μοναστήρια· Μωριάς - ’Αρκαδία (Θ. Τσουπαρόπουλος, Αύγή, 13/1) Άρφαράς Μιχάλης: ’Εκκλησάκια τής Ρόδου (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Βασιλειάδης Σώτος: 200 χρόνια μουσικής δημιουργίας - όργανολογία (Διαβάζω, άρ. 16) Βλάχος Μανώλης: ’Ιωάννης Κούτσης, δ θαλασσογράφος (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Δούκας Στρατής: Γιαννούλης Χαλεπάς (Διαβάζω, άρ. 16) Δούκας Στρατής: Γιαννούλης Χαλεπάς (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Μπενγιαμίν Βάλτερ: Τό έργο τέχνης στήν έποχή τής τεχνικής άναπαραγωγικότητάς του (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Παπαδημητρίου Έλλη: Παληές φωτογραφίες - νησιά (Διαβάζω, άρ. 16) Ρήντ Χέρμπερτ: 'Ιστορία τής μοντέρνας ζωγραφικής (Κ. I. Τσαούσης, Ελευθεροτυπία, 4/1) Σπαθάρης Σωτήρης: ’Απομνημονεύματα καί ή τέχνη τού Καραγκιόζη (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Χατζηδάκης Μανόλης: Εικόνες τής Πάτμου (Β. Σπηλιάδη, Καθημερινή, 25/1)

Ποίηαη Βαβούρης Σταύρος: Ποιήματα (Γ. Κ. Καραβασίλης, Καθημερινή, 18/1) Βαγενάς Νάσος: Βιογραφία (Μ. Πιερής, Διαβάζω, άρ. 15) Βαφόπουλος Γ. Θ.: Τά ποιήματα (Σπ. Τσακνιάς, Διαβάζω, άρ. 15) Βότση Ό λγα: Πολύεδρα (Τ. ’Αναγνώστου, Κριτικά Φύλλα, τ. στ') Γιατράκου - Fossi ’Αλίκη: ’Εκτός σχεδίου (Β. Κάσσος, Τομές, άρ. 44-45) Δασκαλόπουλος Δημήτρης: Νέκυια (Διαβάζω, άρ. 16) Δημάκης Μηνάς: Τελευταία ποιήματα (Τ. ’Αναγνώστου, Κριτικά Φύλλα, τ. στ') Elliot Τ. S.: Τέσσερα κουαρτέτα (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Έλυάρ Πώλ: Ποιήματα (X. Λιοντάκης, Διαβάζω, άρ. 16) Έλύτης Όδυσσέας: Μαρία Νεφέλη (Κ. Σταματίου, τά Νέα, 20/1) Ζάκκας Μιλτιάδης: Μεθυσμένος ούράνιο (Δ. Σταμέλος, Ελευθεροτυπία, 4/1) Ίωαννίδης Ίάσων: Μοίρα καί διέξοδος (Σπ. Κατσίμης, Καθημερινή, 4/1) Καβάφης Κ. Π.: Ποιήματα (Κ. Θ. Δημαράς, τό Βήμα, 26/1) Καραντώνης Γιώργος: Προανακρούσματα (Γ. Μαρκόπουλος, Τομές, άρ. 44-45) Καρούσου Δέσπω: Ή λεωφόρος καί ό χρόνος (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Κιτσικόπουλος Θάνος: Χαρτοφύλακας (Διαβάζω, άρ. 16) Κοβάνη Μάίρη: Είμασταν πολλοί (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 28/1) Κοβάνη Μαίρη: Είμασταν πολλοί (Γ. Μαρκόπουλος, Τομές, άρ. 44-45) Κοβάνης Κώστας: Μέ μουσική Μίκη Θεοδωράκη (Γ. Μαρκόπουλος, Τομές, άρ. 44-45) Λαζανάς Κώστας: Ά κτιστος ήχος τό φώς (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Λαζανάς Κώστας: Ά κτιστος ήχος τό φώς (Α. Καραντώνης, Νέα Εστία, άρ. 1238) Λαζανάς Κώστας: Ά κτιστος ήχος τό φώς (Μ. Κατσίνης, ’Αρκαδικός Κόσμος, άρ. 19) Λαζανάς Κώστας: Ά κτιστος ήχος τό φώς (Γ. Δρόσος, ’Αλήθεια, άρ. 29) Λάζαρης Νίκος: Τό δάσος τών έκρήξεων (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 28/1) Μαγγανάρης ’Απόστολος: Οί θυρεοί (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Μπλανογιάννη Ρέα: ’Αποικίες έλπίδων (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή 14/1) Παγουλάτος Ά νδρέας: Κορμί κείμενο (Α. Μπελεζίνης, Σπείρα, άρ. 7) Παπαγεωργίου Χρήστος: Δίνη συνείδησης (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 14/1) Παπαλεονάρδου Μαρία: Ίχνη (Τ. Λειβαδίτης, Αύγή, 14/1) Πασβαντής Κώστας: Ή άλλη άνοιξη (Διαβάζω, άρ. 16) Παυλοπούλου ’Αγγελική: Ό θόλος (Κ. Ά νδρονίκας, Ριζοσπάστης, 19/1) Πωγωνίτης Ά ν θ ος: Πικρή σύνθεση (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 6) Σακελλαρίου Χάρης: ’Ανεπίδοτα (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1)

85


Σαραντάκος Νίκος: Τής Κατοχής καί τοΰ στρατοπέδου (Βικτωρία Θεοδώρου, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Ό χάρτης (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 27/1) Νυχτολόγιο (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 27/1) Τοπίο θανάτου (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 27/1) ~Ω! Τί ώραΐος πίναξ έπωλήθη (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1)

Σινόπουλος Τάκης: Σινόπουλος Τάκης: Σινόπουλος Τάκης: Στολίγκας Κώστας:

Π εζογραφία Ά θανασιάδης Τάσος: Ό Ντοστογιέφσκι - ’Α πό τό κάτεργο στό πάθος (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/ 1) ’Αλεξάνδρου Ά ρ ης.: Τό κιβώτιο (Ρέα Γαλανάκη, Ό Πολίτης, άρ. 23) Ά μπατζή Ρία: Ά ραμπέκ (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 23/1) : Άναστασέλλης Στρατής: ’Ανάστα δ λαός (Δ. Σηλεπάρης, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Βαλτινός Θανάσης: Ή κάθοδος τών έννιά (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Βαλτινός Θανάσης: Τρία έλληνικά μονόπρακτα (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Βασιλικός Βασίλης: 'Ιμάντες (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Βασιλικός Βασίλης: Ή ζωή μου δλη (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Γκρίτση - Μιλλιέξ Τατιάνα: Η μερολόγιο (Β. Κάσσος, Τομές, άρ. 44-45) Γκρίτση - Μιλλιέξ Τατιάνα: Σέ πρώτο πρόσωπο (Β. Κάσσος, Τομές, άρ. 44-45) Γκρενιέ Κριστάν: ’Επιχείρηση τό μεγάλο παιγνίδι (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Γρηγορίου Μιχάλης: Ή προσαρμογή (Σπ. Κατσίμης, Καθημερινή, 25/1) Δημάσος ’Αλέξανδρος: Τό μικρό παλάτι (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Εύαγγελινός Πάνος: Σοβαρά καί γελοία (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Ζωγράφου Λιλή: ’Επάγγελμα πόρνη (Μ. Π., Τά Νέα, 20/1) Θεοτόκης Κων/νος: Διηγήματα (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Ίορδανίδου Μαρία: Σάν τά τρελά πουλιά (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Ίορδανίδου Μαρία: Σάν τά τρελά πουλιά (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 23/1) Καράγιωργας Γιώργος: Οί γυμνοί (Ά νδ ρ. Καραντώνης, Κριτικά Φύλλα, τ. στ') Κατακουζηνοΰ Λητώ: ’'Ομορφο καράβι μου, θύμησή μου (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Κατσαβός Βασίλης: Γάμος στά χαρακώματα (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Κοκκαλίδου-Ναχμία Νίνα: Ά γο ν η γραμμή (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Κολλάτος Δ.: Οί έλιές (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Κονδύλης Φώντας: Τριήμερο στά κάγκελλα (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Κονδύλης Φώντας: Τό κύμα (Β. Κάσσος, Τομές, άρ. 44-45) Κόντογλου Φώτης: Θάλασσες, καΐκια καί καραβοκύρηδες (Κ. Σταματίου, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Κουτήφαρη - Φραντζέσκου Ά ργυρούλα: ’Αφανείς (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 6) Μαδαρίτη Α. - Μαδαρίτης Ν.: Στά βουνά τής Κρήτης καί στήν παρανομία (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) . Μαμαλάκη Ζερμαίν: Ή έξομολόγηση μιας γυναίκας (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Μαμαλάκη Ζερμαίν: Ή έξομολόγηση μιας γυναίκας (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 23/1) Μηλολιδάκη-Κώτσιρα Μαρίνα: Τό διαμάντι (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 23/1) Μητροπούλου Κωστούλα: Ζάαρ 19 (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 23/1) Νεοφώτιστου Μαρία: Ά βάντι, Πατούνα! (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Νεσίν Ά ζίζ: Ό μυστικός πράκτορας OX-13 (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Νεσίν Ά ζίζ: Ό μυστικός πράκτορας OX-13 (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 24/1) Παϊδούσης Μικές: Τά παιδιά τής σπηλιάς (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 17/1) Παναγιωτόπουλος I. Μ.: ’Ασφυξία (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Παπαδημητρίου Σάκης: Κωδικοπληκτρονικά (Μ. Μήτρας, Διαβάζω, άρ. 16) Παρασκευαΐδης Θανάσης: Τό μυθιστόρημα τής Μυτιλάνας (Δ. Σ. Λουκάτος, Λεσβιακός Κήρυξ, 29/1) Πέλλας Όμηρος: Διηγήματα (Φούλα Χατζιδάκη, Διαβάζω, άρ. 16) Πράτσικας Μανόλης: Ή διαμαρτυρία (Ά νδ ρ. Καραντώνης, Κριτικά Φύλλα, τ. στ') Ροΐδης Έμμ.: Ά π α ν τ α (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Ροΐδης Έμμ.: Ά π α ν τ α (Κ. Σταματίου, Τά Νέα, 13/1) Σαράντη Γαλάτεια: Τό παλιό μας σπίτι (Διαβάζω, άρ. 16) Σκαρίμπας Γιάννης: Τά πουλιά μέ τό λάστιχο (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Σκαρίμπας Γιάννης: Τά πουλιά μέ τό λάστιχο (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 24/1) Σκάρος Ζήσης: Κρίσιμη καμπή (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Τρήζ Τζέφρεϋ: Κάτω οί βαρόνοι (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 18/1)

86


Τροεπόλσκι Γαβριήλ: Ό άσπρος Μπίμ μέ τό μαϋρο αύτί (Δ. Σταμέλος, Ελευθεροτυπία, 18/1) Χάμσουν Κνούτ: Ή ευλογία τής γης (Σπ. Τσακνιάς, Καθημερινή, 18/1) Χάρης Πέτρος: Ήμερες όργής (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Χάρης Πέτρος: Ημέρες όργής (Γ. Καράγιωργας, Κριτικά Φύλλα, τ. στ') Χάρης Πέτρος: Ημέρες όργης (Φ.Ν.Κ., Τά Νέα, 27/1) Χατζηαργύρης Κώστας: Οικογένεια Ζαρντή (Σ. Τσαμπηρας, Καθημερινή, 4/1) Χατζηαργύρης Κώστας: Ό θρύλος τοΰ Κωνσταντή (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Χρυσάνθης Κ.: Ό περιπαθής όδοιπόρος (Δ. Παπακωνσταντίνου, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48)

Δοκίμια - Μ ελέτες - ’Α λληλογραφία - Χιούμορ - ’Αφιερώματα Άλεξανδρόπουλος Μήτσος: Ή ρωσική λογοτεχνία (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Βαρίκας Βάσος: Κ. Βάρναλης - Κ. Καρυωτάκης (Κ. I. Τσαούσης, Ελευθεροτυπία, 18/1) Βαρίκας Βάσος: Κ. Βάρναλης - Κ. Καρυωτάκης (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 10/1) Βογάσαρης Ά γγελος: Νίκος Καββαδίας (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Γιαλουράκης Μανώλης: Ό κριτικός Ν. Καζαντζάκης (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 3/1) Γιανναράς Χρηστός: Ή νεοελληνική ταυτότητα (Κ. L Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Δούκας Στρατής: Ό μικρός άδερφός (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 6) Ζακόπουλος Νίκος: Ό σημερινός κόσμος (Δ. Παπακωνσταντίνου, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Ζήρας Ά λέξης: Θεωρία μορφών (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Καλογρίδης Πάνος: Ό άστερισμός τού τυραννόσαυρου (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 10/1) Καλοδίκης Περικλής: Ή νεοελληνική λογοτεχνία (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Καραβίας Πάνος: 'Ο Σολωμός καί ή άναγωγή στό ούράνιο (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Καραντώνης Άνδρέας: Ξένη λογοτεχνία (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Καραντώνης Άνδρέας: Ποιητικά (Δ. Παπακωνσταντίνου, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Καρατζόγλου Γιάννης: Ή λογοτεχνία τής Θεσσαλονίκης (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 3/1) Καρατζόγλου Γιάννης: Ή λογοτεχνία τής Θεσσαλονίκης (Διαβάζω, άρ. 16) Κόρφης Τάσος: Ματιές σέ ποιητές τοΰ μεσοπολέμου (Διαβάζω, άρ. 16) Μαγιακόφσκι Βλαντιμίρ: ’Ερωτικά γράμματα στή Λίλια Μπρικ (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Μαστροδημήτρης Π. Δ.: Εισαγωγή στήν νεοελληνική φιλολογία (Γ. Φαρίνου, Καθημερινή, 11/1) Μαστροδημήτρης Π. Δ.: Εισαγωγή στήν νεοελληνική φιλολογία (Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Διαβάζω, άρ. 15) Μόσχος Ε. Μ.: ’Αποτιμήσεις (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Νάσιουτζικ Ζωή (μετάφρ.): Ό Πούσκιν στις άναμνήσεις των συγχρόνων του (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Νέα Εστία: Διονύσιος Σολωμός (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Νέα Εστία: Διονύσιος Σολωμός (Ά γ γ . Φουριώτης, Ά κρόπολις, 9/1) Νόρ Πώλ: Ό άτομικός μου πόλεμος 1940-1944 (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Παπαδάκης Ν. Α.: Σκιαγραφίες (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Σπεράντζας Θεοδόσης: Τά περισωθέντα Βργα τοΰ Ά ργύρη Φιλιππίδη, Μερική Γεωγραφία, Βιβλίον ήθικόν (Κ. Θ. Δημαράς, Τό Βήμα, 5/1) Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.: Δαιμόνιο μεσημβρινό (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ.: Δαιμόνιο μεσημβρινό (Διαβάζω, άρ. 16) Χειμώνας Χρήστος Β.: Ποιήματα των Διονυσίου, Θωμά, Λευτέρη καί Νικολάου Δ . Έπιφανειάδη (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Χειμώνας Χρήστος Β.: Γιά νά έλέγχη καί νά διοική ό δημότης μας (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Χλουβεράκης Κωστής: ’Εποχή σύγχυσης (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 18/1)

Θέατρο Καΐστνερ Έ ριχ: Σχολή δικτατόρων (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Μαγιακόφσκι Βλαντιμίρ: Θεατρικά (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/1) Σαμουηλίδης Χρήστος: Ό Μίδας καί τό χρυσάφι (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 6) Σαμουηλίδης Χρήστος: Ό κύριος Ταπέτος (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 6) Χουρμούζης Μ.: Ό Τυχοδιώκτης (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 18/1)

87


Παιδικά Ά νδρειάδου Τζούλια: Ή παρδαλοκατσίκαινα (Ζ. Βαλάση, Ριζοσπάστης, 26/1) Διαβάζω καί μαθαίνω (Διαβάζω, άρ. 16) Νικολακοπούλου-Σακκα Ναννίνα: ’Ελάτε νά φτιάξουμε τήν πόλη (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 11/ 1) Ραβάνης - Ρεντής Δημ.: Τά δώδεκα σπίρτα (Ζ. Βαλάση, Ριζοσπάστης, 12/1) Ραβάνης - Ρεντής Δημ.: Καί ή θάλασσα ήταν τόσο κοντά (Ζ. Βαλάση, Ριζοσπάστης, 12/1) Τσίρος Σπύρος Γ.: Τό άρμενάκι τής έλπίδας (Μ. Π., Τά Νέα, 20/1) Φακίνου Εύγενία: Στό Κουρδιστάν (Ζ. Βαλάση, Ριζοσπάστης, 26/1)

Ίοτορία - Β ιογραφίες - Μ αρτυρίες "Απαντα περί Κολοκοτρωναίων, τόμος A': (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 31/1) Ά σδραχάς Σπύρος: Μηχανισμοί τής άγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία (Χρ. Καρανίκας, Καθημερινή, 11/1) Ά σδραχάς Σπύρος: Μηχανισμοί τής άγροτικής οικονομίας στήν Τουρκοκρατία (Β. Κρεμμυδάς, Διαβάζω, άρ. 16) Βουρνας Τάσος: Ιστορία τής νεώτερης καί τής σύγχρονης Ε λλάδας (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Βουρνας Τάσος: Ά λή Πασάς Τεπελενλής τύραννος ή ιδιοφυής πολιτικός (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυ­ πία, 11/1) Γιωτοπούλου- Σισιλιάνου Έλλη: ’Αντώνιος Έ π αρ χος - Έ ν α ς Κερκυραΐος ούμανιστής τοϋ ΙΣΤ' αιώνα (Κ. 0 . Δημαράς, Τό Βήμα, 25/8) Γιωτοπούλου - Σισιλιάνου Έλλη: ’Αντώνιος Έ π αρ χος - Έ ν α ς Κερκυραΐος ούμανιστής τοΰ ΙΣΤ' αιώνα (Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Διαβάζω, άρ. 16) Γούντχαουζ Κ. Μ.: Ό πόλεμος τής έλληνικής άνεξαρτησίας (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Γριτσόπουλος Τάσος: Ιστορία τής Τριπολιτσάς (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Διαμαντόπουλος Θανάσης: Οί μεγάλοι πολιτισμοί (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Κιτσίκης Δημήτρης: Συγκριτική ιστορία Ε λλάδος καί Τουρκίας στόν 20όν αιώνα (Διαβάζω , άρ. 16) Κόκκου ’Αγγελική: Ή μέριμνα γιά τίς άρχαιότητες στήν Ε λλά δα καί τά πρώτα μουσεία (Παρατηρητής, Αύγή, 19/1) Μάκιστος Κώστας: Τοΰ Τσυουσιοΰ ή μάννα (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Μάιχος Φίλιππος: Φλόγες στή Μικρά ’Ασία (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 18/1) Μαρασλής Άλέκος: ’Ιατρική καί γιατροί στήν Πάτρα (Α. Μ. Φ., Καθημερινή, 11/1) Μοσκώφ Κωστής: Θεσσαλονίκη· τομή τής μεταπρατικής πόλης (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Μπίτσιος Δημήτριος: Φύλλα άπό ένα ήμερολόγιο (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Νικόλης Δημ.: Ιστορική πορεία τοΰ έλληνικοΰ έθνους (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 25/1) Παπαβαλλής Κωνσταντίνος: Ή ζωή καί ή δράση ένός κοινωνικού ’Απόστολου καί άγωνιστή (Γ. Μ., Αύγή, 27/1) Παρασκευαΐδης Παν.: Ή ρωμαϊκή Λέσβος (Γ. Βαλέτας, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Σαράφης Στέφανος: Σύντομη ιστορική άνασκόπηση (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 6) Ψυρούκης Νίκος: Ιστορία τής ’Αποικιοκρατίας (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 18/1)

Γεω γραφ ία - Ταξίδια Βασιλείου I.: Α μάρτημα στόν Ά θ ω (Διαβάζω , άρ. 16) Βασιλείου I.: Α μάρτημα στόν Ά θ ω (Φ. Ν. Κλεάνθης, Τά Νέα, 4/11) Βασιλείου I.: Α μάρτημα στόν Ά θ ω (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Καραβία Μαρία: Λαϊκή Κίνα (Κ. I. Τσαούσης, ’Ελευθεροτυπία, 9/11) Καραβία Μαρία: Λαϊκή Κίνα (Έ λ. Γαλάνη, Καθημερινή, 4/1) Κορίδης Γιάννης: Βουλγαρία, ένα ταξίδι μιά γνωριμία (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 22/11) Κουτήφαρη - Φραντζέσκου Άργυρούλα: Ή άλλη όψη τής Ρουμανίας (Π. Καϊσίδης, Ζιζάνιο, άρ. 6) Μάλαμας Λάμπρος: Νά ποιά είναι ή ’Αμερική (Δ. Σταμέλος, ’Ελευθεροτυπία, 4/1) Μπότσεφ Μπότσιο: Ελλάδα, ό γείτονάς μας (Ε. Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 22/11) Παναγιωτόπουλος I. Μ.: Κύπρος γή τής άγάπης (Έ ρνάν Σολάρ, Αιολικά Γράμματα, άρ. 47-48) Παπαϊωάννου Τζένη: ’Οχρίδα (Ε. Γ. Ρόζος, ’Απανεμιά, άρ. 7)


UNBNLB

Μάρτιος 1979

’Επιμέλεια: Γιώργος Σαρηγιάννης

ΒΙΒΛΙΟ ΓΡΑΦΙΚ Ο Δ Ε Λ Τ ΙΟ ΑΡΙΘ. 20

Σ ν ν τ ά σ σ ε τ α ι μ έ τη ν π ο λ ύ τ ιμ η σ υ ν ε ρ γ α σ ία τ ο ν β ιβ λ ιο π ω λ ε ίο υ τή ς « Ε σ τ ία ς »

• Ή ταξινόμηση τών βιβλίων γίνεται μέ βάση τό γνωστό Δεκαδικό Σύστημα Ταξινόμησης προσαρμοσμένο στήν έλληνική βιβλιογραφία.

ωργίας ’Αλεξίου. Κάκτος, ’Α θήνα. Σελ. 288. Δρχ. 250.

• Σέ κάβε κατηγορία βιβλίων προηγούνται άλφαβητικά οί έλληνες συγγραφείς καί άκολουβοϋν οί ξένοι.

ΡΑΜΠΑ ΛΟΜΠΣΑΝ. Ή δύναμη τής σοφίας. Μετ. Α. Ά ιδίνη. Κάκτος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 216. Δρχ. 200.

• Ή κατάταξη των ξένων συγγραφέων γίνεται σύμφωνα μέ τό έλληνικό άλφάβητο. • Στήν κατηγορία των περιοδικών δέν περιλαμβάνονται έντυπα πού έκδίδονται δύο ή περισσότερες φορές τό μήνα. • Τά έκδοτικά στοιχεία κάβε βιβλίου Αναγράφονται δπως τά παραδίνει δ έκδότης. • Γιά την άκόμη μεγαλύτερη πληρότητα τού Δελτίου κάβε έκδότης &ς μάς στέλνει τά πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία των καινούριων έκδόσεών του. Θά καταχωρη-

Θ ΡΗΣΚ ΕΙΑ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Γ. ’Οσμή εύωδίας πνευ­ ματικής έκ τών πατερικών λειμώνων. ’Απάνθισμα πατερικής σοφίας. Τόμος Β': Οί Τρεις Ίεράρχαι: Βασίλειος ό Μέγας - Γρηγόριος ό Θεολόγος ’Ιωάννης ό Χρυσόστομος. Πάτρα, 1978. Σελ. λ' + 1034. Δρχ. 800. ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ. Φάκελλος έκκλησία. Έ ρευνα. Κάκτος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 272. Δρχ. 250.

ΤΥΠΟΣ

COLLIANDER ΤΙΤΟ. Ό δρόμος τών ασκητών. Μετάφραση άπό τό σουηδικό Εύσέβιου Βίττη. ’Ορθόδοξη Μαρτυρία, άριθ. 2. ’Ακρίτας, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 160. Δρχ. 140.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ Α. Ε λεύθερον Βήμα: δημοσιεύματα 1922 - 1944. Βιβλιογραφική κατα­ γραφή. Ερμής, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 384. Δρχ. 300.

ΚΡΑΣΣΑ ΠΕΤΕΡ. Οί θεοί ήρθαν άπό τ’ άστρα. Μία άλλη έρμηνεία τών αινιγμάτων τής Βίβλου. Μετ. Κατερίνας Παπαδοπούλου. Νότος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 308. Δρχ. 300.

Ψ ΥΧΟΛΟΓΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ Γ. Ψυχολογία Ατο­ μικών διαφορών. Μέ στοιχεία διαγνωστικής ψυ­ χολογίας. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 240. Δρχ. 250. Lt)SCHER MAX. Χρωμοτέστ. Μετ. Κώστα Παπαγιάννη. Καστανιώτης, ’Α θήνα. Σελ. 200. Δρχ. 200 . ΜΠΡΕΝΓΚΙΕ ΖΑΝ-ΚΛΩΝΤ. ’Ελεύθερες συζητή­ σεις μέ τόν Ζάν Πιαζέ. Μετ. Ν. Σιδέρη. Καστανιώ­ της, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 204. Δρχ. 200.

DOURKO DIMITRI. Ή ελπίδα μας. Συζητήσεις τής Μόσχας. Μετ. Μαρίας Παπαζάχου. Έ λαφος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 312. Δρχ. 200.

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟ ΓΙΑ ΠΑΤΕΛΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Έ ρευνες στίς προβλη­ ματικές περιοχές τού ελληνικού άγροτικοΰ χώρου: 1. Κύθηρα - 2. Ευρυτανία - 3. Θεσπρωτία - 4. Σάμος. ’Α νάτυπο άπό τίς ’Επιστημονικές ’Εκδό­ σεις Α.Τ.Ε., άριθ. 4. ’Αθήνα, 1978. Σελ: 72. Δρχ. 180.

ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ

ΤΕΡΛΕΞΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ. Μαρξισμός καί κοινώνιολογία. Προβλήματα συγκριτικής κόινωνιολογίας. Κέδρος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 184. Δρχ. 230.

ΡΑΜΠΑ ΛΟΜΠΣΑΝ. ’Αποκρυφισμός. Μετ. Γε­

ΡΟΖΕΝΤΑΛ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ. Στόχος: ή φθορά τών συνειδήσεων. Σύγχρονη ’Εποχή, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 96. Δεχ. 70.

89


Π ΟΛΙΤΙΚ Η ΒΛΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. Πολιτική. Γενική εισα­ γωγή στήν ερευνά τοΰ πολίτικου φαινόμενου. Τόμος Β'. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 248. Δρχ. 420.

κού καί Καποδιστριακοΰ Πανεπιστημίου ’Α θη­ νών. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 212. Δρχ. 300. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ ΧΡ. Κώδικας ποινικής δικονομίας 1950. Δοκίμιο μεταγραφής του στήν εθνική γλώσ­ σα τών Ελλήνω ν - πρόλογος. ’Αθήνα, 1979. Σελ. μη' + 296. Δρχ. 650.

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΙΩΝ. Ελληνικός πολιτισμός. Γ' έκδοση. Πρόλογος Τάκη Μπαλτάκου. ’Ελεύθερη Σκέψις, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 60.

MATHIJEN P.S.R.F. Ό δηγός στό ευρωπαϊκό κοι­ νοτικό δίκαιο. Μετ. Γ.Α. Δαυίδ. Πρόλογος J.D.B Mitchell. Πρόλογος στήν έλληνική έκδοση Σπ. Καλογερόπουλου-Στράτη. Παπαζήσης, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 420. Δρχ. 400.

'Ομιλίες καί χαιρετιστήρια κομμουνιστικών, προ­ οδευτικών κομμάτων καί άπελευθερωτικών κινη­ μάτων στό 10ο συνέδριο τοΰ Κ.Κ.Ε.. Κ.Ε τοΰ Κ.Κ.Ε., ’Αθήνα, 1978. Σελ. 232. Δρχ. 80.

Ε Κ Π Α ΙΔ Ε Υ Σ Η

ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ ΡΟΖΑ. Μαζική άπεργία, κόμμα, συνδικάτα. Μετ. Γεωργίας Κυριακάκου. Κοροντζής, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 144. Δρχ. 100. SWEEZY PAUL Μ. - BETTELHEIM CHAR­ LES. Ή μετάβαση στό σοσιαλισμό. Μετ. Δημήτρη Λίβα. Μπουκουμάνης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 188. Δρχ. 150. Τί λέει ό Μάρξ γιά τήν έλευθερία καί τή δημοκρα­ τία. Κείμενα. ’Επιλογή - πρόλογος Σωκράτη Ράγγα. Σωκράτης, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 232. Δρχ. 280.

ΟΙΚΟΝΟΜ ΙΑ

ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ Α Υ ΙΔ. Κείμενα γιά τή φιλία. Συμ­ βολή στή διδασκαλία τοΰ ’Αριστοτέλη. Εισαγωγή — Μέρος πρώτο: ’Ανάλυση περιεχομένου τών «’Ηθικών» τοΰ ’Αριστοτέλη — Μέρος δεύτερο: "Ομηρος - Η σ ίοδος - Προσωκρατικοί - Θέογνις Τραγικοί - Πλάτωνας - Ξενοφώντας - Πλούταρχος - Κικέρωνας. Γρηγόρη, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 80. Δρχ. 80. ΓΑΒΑΛΑΣ ΛΑΖΑΡΟΣ. ’Α νθολόγιο γιά τό νηπι­ αγωγείο: Προσευχές - ποιήματα - γλωσσοδέτες παροιμίες - μαντέματα - λαχνίσματα - τραγούδια (τονισμένα) - βιογραφικά σημειώματα γιά τούς ποιητές. Δίπτυχο, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 332. Δρχ. 500.

ΜΑΡΞ ΚΑΡΑ. Κριτική τής πολιτικής οικονομίας. Μετ. Φ. Φωτίου. Θεμέλιο, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 296. Δρχ. 250.

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Π.Ε. Πλάτωνος «’Α πολο­ γία Σωκράτους». Ερμηνευτικό σχεδίασμα - εισα­ γωγή - γενική ανάλυση - αισθητική έρμηνεία (περίληψη - νόημα - σημασιολογικά - πραγματο­ λογικά - νοηματικά - φιλοσοφικά) - σημειώσεις καί διερευνήσεις γιά τόν φιλόλογο. Γιά χρήση καθηγητών, μαθητών Γυμνασίου καί Λυκείου. Παπαδήμας, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 304. Δρχ. 250.

ΔΙΚΑΙΟ - ΝΟ Μ Ο Θ ΕΣΙΑ

ΜΠΑΡΜΠΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΧ. Θουκυδίδη «Δη­ μηγορίες Κλέωνα καί Διοδότου». ’Επεξεργασία έρμηνευτική - λογική - αισθητική. Κωνσταντινίδης, Θεσσαλονίκη, 1979. Σελ. 228. Δρχ. 220.

ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Οί συνέπειες τής Ε.Ο.Κ. στους έργαζόμενους τής χώρας μας. Σύγ­ χρονη ’Εποχή, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 32. Δρχ. 15.

ΚΕΡΑΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. Κώδιξ έργατικής νομοθεσίας καί νομολογίας. ’Επιστημονική συνερ­ γασία ’Αναστασίου Χαλαμάνη. Συνεργασία στή νομολογία καί άλλοδαπή βιβλιογραφία Ζέφυρου Καυκαλίδη. Συμβολή στήν έπιμέλεια ύλης Νικο­ λάου Δ. Φραντζέσκου — Λίνας Κεράνη - Καλαμπαλίκη — ’Αγγελικής Μαραγκού - Ζουγανέλη. Δελφύς, ’Α θήνα, 1978. Σελ. xviii + 338. Δρχ. 700. ΠΑΠΑΘΕΜΕΛΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ. Νόμος 330: ή άντίθεση. Κοινοβουλευτικά Κείμενα, άριθ. 3. Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 100. Δρχ. 50. ΤΖΙΚΑ-ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΑΛΙΚΗ. Ή προδικαστική παραπομπή ένώπιον τοΰ Δικαστηρίου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά τό αρθρον 177 τής συνθήκης τής Ε.Ο.Κ. Διατριβή έπί διδακτορία ύποβληθεΐσα είς τήν Νομικήν Σχολήν τοΰ ’Εθνι­

90

ΣΧΟΛΙΚΑ ΖΙΩΓΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚ. Νέος υποδειγματικός όδηγός εκθέσεων καί γραμματικής. Έ ν α αριστο καί χρησιμότατο βοήθημα γιά τούς μαθητές δλων τών τάξεων τοΰ Δημοτικού Σχολείου καί τών κατωτέρων τάξεων τοΰ Γυμνασίου. Τόμοι 2. Συν­ εργασία Φωτεινής Έμμ. Ρομπάκη. Παρμενίδης, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 524. Δρχ. 700. ΚΟΥΓΚΟΥΛΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. ’Αριθμητική Α ', Β', Γ', Δ' Δημοτικού. Νέα διδασκαλία άριθμητικής. Τόμος Α': Βιβλίο Α': Μάθηση πρόσθεσης μέτ’ άθροίσματα - κανόνες πρόσθεσης - Βιβλίο Β': Μαθήματα άφαίρεσης μέ τ’ άθροίσματα - κανόνες άφαίρεσης - Βιβλίο Γ': Μάθηση πολλαπλασια­ σμού μέ τούς κανόνες - Βιβλίο Δ': Μάθηση


διαίρεσης μέ τους κανόνες διαιρετότητας καί πληθικότητας. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 104. Δρχ. 100.

μος Γ'. Σκίτσα Μαίρης Παπαμάνου. Πλέθρον, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 368. Δρχ. 350.

ΚΟΥΓΚΟΥΛΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ν. ’Αριθμητική ΣΤ' Δημοτικού. Νέα διδασκαλία λύσης προβλη­ μάτων. Σχέση διαίρεσης - πολλαπλασιασμού στά ποσά — Γνωρίσματα προβλημάτων — Ποσοστά αύξησης - ποσοστά έλάττωσης — Νέα διδασκαλία λύσης προβλημάτων τόκου. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 168. Δρχ. 120.

ΓΛ Ω ΣΣΑ

ΕΜ ΠΟΡΙΟ Οί προμηθευτές χημικών, πλαστικών καί παρεμ­ φερών προϊόντων. Κέντρο Τεχνικών Πληροφορι­ ών, ’Αθήνα. Σελ. 264. Δρχ. 500.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΑΓΑΠΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ Ο ΚΡΗΣ. Γεωπονικόν. Περιέχον έρμηνείας τινάς ώφελιμοτάτας τής τε γεωργίας καί ιατρικής, καί έξόχως πώς νά κυβερνάται πας τις διά νά φυλάττηται ύγιής · έτι δέ καί ιατρικά διάφορα. Νέα έκδοσις. Βενετία, 1850. Κουλτούρα, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 176. Δρχ. 200.

ΒΕΛΤΣΟΣ Γ. - ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Κ. - ΚΡΙΑΡΑΣ Ε. - ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ. - ΠΑΝΟΥ Σ. ΣΕΤΑΤΟΣ Μ. - ΤΣΟΠΑΝΑΚΗΣ Α. Γιά τή δημο­ τική γλώσσα. Γρηγόρη, ’Αθήνα. Σελ. 168. Δρχ. 200. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Νεοελληνική κοινή. Γρηγόρη, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 212. Δρχ. 200 . ΤΖΕΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Δ. Γλώσσα καί παι­ δεία. Μιά συστηματική προσπάθεια γιά σύλληψη καί κατανόηση τής γλώσσας. Προσπάθεια πού περνάει μέσα άπό έξαντλητικές γλωσσικές καί άλλες άναλύσεις, άρχιτεκτονημένες πάνω στις θεμελιωδέστερες λέξεις-έννοιες, πού διαμόρφωσε ό πολιτισμός. Δωδώνη, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 372. Δρχ. 420. MIRAMBEL AN DR fi. Ή νέα έλληνική γλώσσα. Περιγραφή καί άνάλυση. Μετ. Σταμ. Κ. Καρατζά. Άριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης / ’Ιν­ στιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών «"Ιδρυμα Μ ανό­ λη Τριανταφυλλίδη», Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. κ' + 404. Δρχ. 420.

ΓΟΥΛΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ Γ. Οί χωριανοί μου. Β' έκδοση. Πρόλογος Ρήγα Γκόλφη. Βασιλόπουλός, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 192. Δρχ. 250. ΚΡΙΑΡΗΣ ΑΡΙΣΤ. I. Ά θιβολές. Τόμος Β': Τού χωριού. Τής πολιτείας - Τής τουρκοκρατίας - Τής μάχης τής Κρήτης. Κνωσός, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 256. Δρχ. 200. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ - ΝΕΣΤΟΡΟΣ ΑΛΚΗ. Λαογραφικά μελετήματα. Νέα Σύνορα, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 272. Δρχ. 250.

Δ ΙΑ Σ ΤΗ Μ ΙΚ Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΑΛΛΙΒΑΝ ΓΟΥΩΛΤΕΡ. Δέν είμαστε μόνοι μας. Ή άναζήτηση νόησης σ’ άλλους κόσμους. Β' έκδοση ξανακοιταγμένη. Μετ. Νίκου Σιδέρη. Κα­ στανιώτης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 408. Δρχ. 300.

ΜΙΧΑΗΛ - ΔΕ ΔΕ ΜΑΡΙΑ. Ά ρβανίτικα τραγού­ δια: Βοιωτίας - ’Αττικής - Πέλοποννήσου - Ά ρ γο σαρωνικού - Φλώρινας - Σερρών κ.λπ. Σειρά Καστανιώτης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 136. Δρχ. 150.

ΑΣΤΡΟΝ ΟΜ ΙΑ

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤ. ’Α πό τίς τοπικές συλλο­ γές στά σύγχρονα μουσεία. Μουσειολογικά ’Εθνογραφικά, Α'. Καραβίας, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 28.

ΚΩΤΣΑΚΗΣ ΔΗΜ. Είμαστε μόνοι στό διάστημα; Κοσμολογικά Θέματα, άριθ. 5. Ζωή, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 160. Δρχ. 80.

ΠΕΤΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Ό ζωγράφος Θεόφιλος. Εξάντας, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 176. Δρχ. 220. ΠΟΛΙΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. Μελέται περί τού βίου καί τής γλώσσης τού έλληνικοΰ λαού. Παραδόσεις. Τόμοι 2. Ιστορική Έ ρευνα, ’Αθήνα. Σελ. 676. Δρχ. 600. ΣΠΑΘΑΡΗΣ Σ. ’Απομνημονεύματα καί ή τέχνη τού Καραγκιόζη. Γ' έκδοση. Όδυσσέας, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 256. Δρχ. 160. ΣΧΟΡΕΛΗΣ ΤΑΣΟΣ. Ρεμπέτικη άνθολογία. Τό­

ΒΟ ΤΑΝΙΚ Η ΠΡΙΝΕ ΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. - ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ MIX. Βοτανοθεραπευτική. ’Α π’ τό λαό στήν έπιστήμη κι άπ’ τήν έπιστήμη στό λαό. Τά θεραπευτικά βότανα τής Ε λλάδος ιθαγενή καί έγκλιματισμένα: οί φυσικές, χημικές καί θεραπευ­ τικές τους ιδιότητες - οί τρόποι τής χρησιμοποιήσεώς τους στις διάφορες άρρώστειες - τί είπαν γι’ αύτά οί άρχαϊοι - τί λένε οί νεώτεροι - τί φρονούν

91


92


γι’ αυτά καί πώς τά χρησιμοποιούν οΐ διάφοροι λαοί τής γής. Δημητράκος, ’Αθήνα. Σελ. 312. Δρχ. 300.

ΑΘ Λ Η ΤΙΣΜ Ο Σ

ΙΑΤΡΙΚΗ

KEENE RAYMON. Ό συνδυασμός στό σκάκι. Ά π ό τόν Φιλιντόρ στόν Καρπώφ. Μετ. Νίκου Σκαλκώτα. Κονιδάρης, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 212. Δρχ. 300.

GOLDSTEIN MARTIN - McBRIDE WILL. ’Επί­ τομο εικονογραφημένο σεξουαλικό λεξικό. Μετ. ’Αγγέλας Σουνιώτη. Νέα Σύνορα, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 276. Δρχ. 500.

ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ

ΚΛΑΣΙΚΗ Π ΑΙΔΕΙΑ ΑΙΣΧΥΛΟΣ. Τκέτιδες. Εισαγωγή - μετάφραση σχόλια Έρρ. Χατζηανέστη. Βιβλιοθήκη ’Αρχαίων Συγγραφέων, άριθ. 62. Ζαχαροπούλου, ’Αθήνα. Σελ. 260. Δρχ. 150.

ΚΟΝΤΙ ΛΑΟΥΡΑ. Τί είναι ή οικολογία. Κεφά­ λαιο, εργασία καί περιβάλλον. Μετ. ’Ιουλίας Τσα­ κίρη. ’Αστέρι, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 160. Δρχ. 150.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ. Πελοποννησιακός πόλεμος. Τό­ μος ΣΤ'. Εισαγωγή - μετάφραση - σχόλια Π. Ξιφαρα. Μετάφραση στή δημοτική Βάσου Βασι­ λείου. ’Επιμέλεια έκδοσης Ευάγγελου Παπανούτσου. Βιβλιοθήκη ’Αρχαίων Συγγραφέων, άριθ. 63. Ζαχαροπουλου, ’Α θήνα. Σελ. 344. Δρχ. 150.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Α. Αισθητική έρμηνεία τοϋ Όμήρου. Τόμος Β': Αισθητική άνάλυση τής ’Οδύσσειας: Γενικό εισαγωγικό μέρος (Ή ’Οδύσσεια ύπό νέο φώς) — Αισθητική άνάλυση α - ω. Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 608. Δρχ. 550.

ΛΕΩΝΙΔΟΠΟΥΛΟΥ-ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΡΕΑ. Τό «Έλληνομουσεΐο» στή Ζαγορά τοϋ Πηλίου. ’Α νά­ τυπο άπό τό περιοδικό «Τεχνικά Χρονικά», άριθ. 6-7. Σελ. 32. Δρχ. 100.

ΜΠΑΡΑΚΛΗΣ ΧΑΡΑΛ. Γνωμικά τών άρχαίων 'Ελλήνων. ’Αρχαίο κείμενο καί μετάφραση. ’Αθή­ να, 1979. Σελ. 176. Δρχ. 180.

Σ ΧΕ ΔΙΟ Πίπης Πάπιας (1947-1952). Παρουσίαση - επιμέ­ λεια Νίκου Πλάτη. Γνήσια 'Ελληνικά Κόμικς, άριθ. 1. Κολούμπρα, ’Αθήνα. Σελ. 64. Δρχ. 85. Τάκης ό Κουκουές (1946-1947). Παρουσίαση έπιμέλεια Νίκου Πλάτη. Γνήσια Ελληνικά Κό­ μικς, άριθ. 2. Κολούμπρα, ’Αθήνα. Σελ. 64. Δρχ. 85.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ. Περί εύθυμίας. ’Ανάτυπο άπό τά «’Ηθικά» τοϋ Πλουτάρχου, τ. ν Π α ', α', τής σειράς τών Γαλλικών Πανεπιστημίων τών έκδόσεων Belles Lettres, πού έκδίδονται μέ τήν φροντίδα τής Εταιρείας Guillaume Bude. Καρδαμίτσα, ’Αθήνα. Σελ. 80. Δρχ. 110. ΑΣΜΟΥΣ Β.Φ. ’Αριστοτέλης. Μετ. Ά ννίκα ς Χαραλαμπίδου. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 224. Δρχ. 250.

Π Ο ΙΗ Σ Η ΒΟΥΡΒΟΥΛΗ ΝΙΚΗ. Μικρογραφίες. Ποιήματα. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 40.

ΜΟΥΣΙΚΗ ΨΑΧΟΣ Κ.Α. Ή παρασημαντική τής βυζαντινής μουσικής. Ή τοι ιστορική καί τεχνική έπισκόπησις τής σημειογραφίας τής βυζαντινής μουσικής άπό των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι τών καθ’ ήμών. Β' έκδοση ύπερηυξημένη. Μετά έκτενοΰς βιογραφίας καί εισαγωγής συνταχθείσης ύπό του έπιμεληθέντος τήν έκδοσιν Γεωργίου Χατζηθεοδώρου. Διόνυσος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. ξδ' + 264. Δρχ. 500.

ΓΑΛΑΝΗ - ΚΑΡΑΜΠΑ ΛΙΝΑ. Σύνολα. Ποιήμα­ τα. Πελασγός, Λάρισα, 1978. Σελ. 50. ΓΕΡΑΝΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ. Διάλογος μέ τόν Διονύσιο Σολωμό. Θερμοπύλες, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 56. Δρχ. 100. Ε ξήντα φωνές. Ποιητική άνθολογία 1978. ’Επιμέ­ λεια Τάσου Κόρφη. Πρόσπερος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 96. Δρχ. 140. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. Λίμπερτυ. Νέοι

93


Έ λληνες Ποιητές, άριθ. 1. Κείμενα, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 32. Δρχ. 50. ΚΑΛΒΟΣ Α ΝΔΡΕΑΣ. "Απαντα. Πλήρης έκδοση. Τόμοι Α' + Β'. Πρόλογος - άναλύσεις Έ λλης ’Α λε­ ξίου. Κριτικές - μελετήματα - δοκίμια: Α': Μ. Αΰγέρη - Ν.Π. Άνδριώτη - Γιαν. Άποστολάκη Ή λία Βενέζη - Σ. Δέ Βιάζη - Κ.Θ. Δημαρά - Ό δ . Έλύτη - Γ.Θ. Ζώρα - Λέων. Ζώη + Β': Ά . ’Ινδιάνου - Μπάμπη Κλάρα - Γ. Κουρμοΰλη Lamber - Σπάρου Μελά - Θεόδωρου Ξύδη Κωστή Παλαμά - Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου - Λίνου Πολίτη - Γ. Σεφέρη - Μαρίνου Σιγούρου - Σ.Α . Σωφρονίου - Κων/νου Τσάτσου - Ν. Τωμαδάκη Γ. Φαρίνου - Πέτρου Χάρη. Τυπογραφική διαφρόντιση - βιογραφικά σημειώματα - περιγραφές τών εικόνων Γιώργη Πικρού. Ιστορικές ’Εκδόσεις Λογοτεχνίας, ’Αθήνα. Σελ. 3 6 0+ 352. Δρχ. 1.000. ΚΕΝΤΡΟΥ - ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ. Τά έπακόλουθα. Ποιήματα. Νέα Πορεία, Θεσσαλονί­ κη, 1978. Σελ. 48. ΚΥΡΟΥ ΚΛΕΙΤΟΣ. Ξένες φωνές. Κέδρος, ’Α θή­ να, 1979. Σελ. 272. Δρχ. 300. ΜΕΝΙΔΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ. Ρεμπέτικα - ’Αντιμεταρ­ ρύθμιση καί αλλα ποιήματα. Όδυσσέας, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 64. Δρχ. 40. ΜΕΤΣΟΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. ’Επιτύμβια. Γιά τούς ήρωϊκούς νεκρούς πού έπεσαν στό μεγάλο μπλόκο καί σ’ δλη τήν κατοχή. Μνήμη 17 Αύγούστου 1944: Μπλόκο στή Νίκαια. ’Α θήνα, 1978. Σελ. 48. ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ ΕΦΗ. Γράμμα άπό τό καλοκαί­ ρι. Ποιήματα. Καστανιώτης, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 32. Δρχ. 60. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ - ΠΑΝΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ. Τό φτερούγισμα τοϋ άρχάγγελου. ’Ελεγείο. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 40. ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Ά γρ ύ πνια 1941-1953. ΙΕ' έκδοση. Κέδρος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 184. Δρχ. 220. ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Οί γειτονιές τοϋ κόσμου. Ζ' έκδοση. Κέδρος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 144. Δρχ. 200. ΣΟΛΩΜΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ. "Απαντα. Πλήρης έκ­ δοση. Τόμοι Α' + Β + Γ'. Πρόλογος - άναλύσεις Έλλης ’Αλεξίου. Κριτικές - μελετήματα - δοκίμια: Α': Γ. Κανέλε - Σπύρου Λάμπρου - Μιλτιάδη Μαλακάση - ’Ιάκωβου Πολυλά - Μαρίνου Σιγούρου - Σπυρίδωνος Τρικούπη - ’Ιουλίου Τυπάλδου - Γιάννη Ψυχάρη + Β': Γιάννη Άποστολάκη Μάρκου Αΰγέρη - Κώστα Βάρναλη - Κώστα Γεωργούλη - Σπύρου Δ έ Βιάζη - Κώστα Καιροφύλα - Κωστη Παλαμά - ’Ιάκωβου Πολυλά - Μαρί­ νου Σιγούρου - Πέτρου Χάρη - Λίνου Πολίτη +Γ': Κώστα Καιροφύλα - Γεωργίου Καλοσγούρου Γεωργίου Πολίτη. Τυπογραφική διαφρόντιση βιογραφικά σημειώματα - περιγραφές τών εικό­ νων Γιώργη Πικρού. 'Ιστορικές ’Εκδόσεις Λογοτε­ χνίας, ’Αθήνα. Σελ. 3 5 2 + 3 2 4 + 3 2 8 . Δρχ. 1.500. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΣΟΣ. 'Υπάρχω έδώ. Ποιή­ ματα. Διογένης, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 256. Δρχ. 200.

94

Π ΕΖΟ ΓΡΑΦ ΙΑ

ΑΛΕΞΙΟΥ ΕΛΛΗ. Ά π α ν τ α . Τόμοι Θ': Προσοχή συνάνθρωποι. Διηγήματα. Β' έκδοση + I': Σπου­ δή. Διηγήματα. Β' έκδοση. Καστανιώτης, Α θ ή να , 1978. Σελ. 184 + 16 0 . Δρχ. 150 + 130. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΕΦΤΕΡΗΣ. "Οταν τά νιάτα ύποκύπτουν. Α θ ή ν α , 1979. Σελ. 200. Δρχ. 220. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Τά άπόκρυφα τοϋ Γλαύκου Θρασάκη. Μυθιστόρημα. Κάκτος, Α θ ή ­ να, 1979. Σελ. 240. Δρχ. 200. ΒΟΥΣΒΟΥΝΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ. Ή παλίρροια. Γα­ λαξίας, άριθ. 13. Έρμείας, Α θ ή ν α , 1978. Σελ. 140. Δρχ. 170. ΓΚΙΚΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Π. Κάστρα τοϋ θρύλου καί τής ιστορίας. 17 πεζογραφήματα άπ’ τίς μεγάλες ώρες τών κάστρων πλουτισμένα μέ σχέδια καί μέ παλιές γκραβοΰρες. Ά στήρ, Α θ ή να , 1979. Σελ. 260. Δρχ. 200. ΔΟΜΕΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΣ. Τό ραντεβού μου μέ τό διάολο. Κεφαλονίτικη Βιβλιοθήκη, άριθ. 1. Ο.Δ.Ε.Β., Α θ ή να , 1979. Σελ. 136. Δρχ. 120. ΙΑΤΡΙΔΗΣ ΑΝ ΔΡΕΑ Σ. Τό «Μεγάλο» Δεκέμβρη. Σιδέρης, Α θ ή ν α , 1978. Σελ. 176. Δρχ. 60. ΚΑΪΣΙΔΗΣ ΠΑΝΟΣ. Τό τέλος. Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 48. ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ ΙΑΚΩΒΟΣ. Μ αουτχάουζεν. Ζ' έκδοση. Γαλαξίας, άριθ. 14. Έρμείας, Α θ ή να , 1978. Σελ. 228. Δρχ. 250. ΚΑΡΥΔΟΓΙΑΝΝΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ. Σχέδιο νόμου. Διηγήματα. Νέα Σκέψη, Α θ ή ν α , 1978. Σελ. 80. Δρχ. 100. ΚΑΤΡΑΚΗΣ ΠΟΤΗΣ. Γυμνός στό χιόνι. Διηγή­ ματα. Αισχύλος, Πειραιάς, 1978. Σελ. 96. Δρχ. 150. ΚΙΟΥΣΗΣ ΝΙΚΟΣ. Χαίρω φήμης πρώτου μάγκα. Ευθυμογραφήματα. Νέα Σκέψη, Α θ ή ν α , 1979. Σελ. 72. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ ΜΕΝΗΣ. Τό κουρείο. Κέ­ δρος, Α θ ή ν α , 1979. Σελ. 112. Δρχ. 130. ΛΑΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Οί Ά ρ ηα νοί. Σκίτσα Ή λία Πολίτη. ’Ελεύθερος Τύπος, Α θ ή να . Σελ. 104. Δρχ. 90. ΛΟΜ ΒΑΡΔΕΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ. Τ’ άμάραντα κρίνα. Μυθιστόρημα. Α θ ή να , 1978. Σελ. 576. Δρχ. 300. ΜΕΪΜΑΡΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. Ό κυρ - Γιωργάκης έφέντης. Διήγημα. Κέδρος, Α θ ή ν α , 1979. Σελ. 96. Δρχ. 120. Μ ΠΑΛΑΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Οί όνειρότοποι τής γής. Πατσούρης, Α θ ή ν α , 1979. Σελ. 316. Δρχ. 260.


Μ ΠΑΚΑ - ΣΤΑΥΡΑΚΟΥ ΜΑΡΙΑ. ’Αποχρώσεις. Διηγήματα. Δωδέκατη "Ωρα, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 72. Δρχ. 100. ΝΙΡΒΑΝΑΣ ΠΑΥΛΟΣ. Ή ζωή τού δρόμου Γύρω άπό τόν έρωτα. Πέλλα, ’Α θήνα. Σελ. 144. Δρχ. 120. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ. Τό επιφώνημα τής φωτιάς. Διογένης, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 160. Δρχ. 150.

Μ ΕΛΕΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ I. Ή ζωή τού Κάρολου Μπωντλαίρ. 'Ιστορία μιάς άγωνίας. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 140. Δρχ. 250.

ΡΑΧΙΩΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. Ζωή καί άγώνας. ’Εποχή πρώτη: Προκατοχική. Σύγχρονη ’Εποχή, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 136. Δρχ. 125.

ΛΑΜ ΠΡΙΔΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ. II gran rifiuto. Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης καί ή παρακμή — Ή αντικειμενικότητα τού έργου τέχνης — Τό ήθικό πρόβλημα στήν ποίηση τού Γ. Σεφέρη. Κριτικά μελετήματα. Λογοτεχνία - Κείμενα - Θεωρία Κριτική, άριθ. 8. Έ ρασμος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 80. Δρχ. 80.

ΧΙΩΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ. Κακοκαιρία. Τόμος Β': ’Ανηφόρα. Μυθιστόρημα. Σύγχρονη ’Εποχή, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 184. Δρχ. 140.

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. Χάσμα σεισμού. Ό φιλοσοφικός Σολωμός. Φιλοσοφία, άριθ. 3. Έ ποπτεία, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 186. Δρχ. 250.

ΓΚΟΡΚΙ ΜΑΞΙΜ. Ή έξομολόγηση. Μετ. Σ.Ι. Ζίζηλα. Ή ριδανός, ’Αθήνα. Σελ. 228. Δρχ. 280.

ΝΙΚΟΛΑΚΑΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Θ. «ΑΙ έλεγείαι τού Duino» τού R. Μ. Rilke καί ή έν αύταϊς παρουσία τού έλληνικοΰ πνεύματος. Διατριβή έπί διδακτορία. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 268. Δρχ. 300.

ΓΚΟΡΚΙ ΜΑΞΙΜ. Τό άφεντικό (Έ να ς χειμώνας άπ’ τή ζωή μου). Μετ. Πέτρου Πικρού. Ή ριδανός, ’Α θήνα. Σελ. 128. Δρχ. 180. ΛΑΞΝΕΣ ΧΑΛΛΝΤΟΡ. Τό φώς τού κόσμου. Τόμος A'. Β' έκδοση. Μετάφραση - έπίλογος’Αρη Δικταίου. Κλασσική Λογοτεχνία, άριθ. 6. Δωδώ­ νη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 352. Δρχ. 300. ΜΠΩΒΟΥΑΡ ΣΙΜΟΝ ΝΤΕ. Ό μονόλογος μιας γυναίκας. Μετ. Εύδοκίας Παπαγκίκα. Ξένη Π εζο­ γραφία, άριθ. 11. Γλάρος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 40. Δρχ. 50. ΜΩΠΑΣΣΑΝ ΓΚΥ ΝΤΕ. Μιά ζωή. Μετ. Γιάννη ’Αγγέλου. Κλασσική Λογοτεχνία, άριθ. 14. Ζαχαρόπουλος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 272. Δρχ. 150. ΝΤΙΚΕΝΣ ΚΑΡΟΛΟΣ. Τό μυστήριο τού Έ ντουιν Ντρούντ. ’Επίμετρο Angus Wilson. Σημείωμα Angus Calder. Μετ. Ά νδρ έα Παπασταύρου. Κλασσική Λογοτεχνία, άριθ. 15. Ζαχαρόπουλος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 384. Δρχ. 160. Ο’ ΜΠΡΑΪΑΝ ΕΝΤΝΑ. Κορίτσια άπό τήν έπαρχία. Μυθιστόρημα. Μετ. Γεωργίας ’Αλεξίου. Ξένη Πεζογραφία, άριθ. 9. Γλάρος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 208. Δρχ. 150.

ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ Δ. Β. Ή έπική «Φραγκιάδα» τού Κώστα Καλαντζή. Μελέτη. Τριφυλιακή Εστία, 1979. Σελ. 16. ΠΛΑΙΣΑ-ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ Α Ν ΝΑ . Νικόλας Ούγος Φώσκολος. Ό άδικημένος έλληνοϊταλός ποιητής. 200 χρόνια άπό τήν γέννησή του: 17781978. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 312. Δρχ. 450. ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΤΙΝΟΣ. ’Αποθήκη Α'. Βιβλιοκρισίες. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1978. Σελ. 120. Δρχ. 120. VITTI MARIO. Φθορά καί λόγος. Εισαγωγή στήν ποίηση τού Γιώργου Σεφέρη. Ε στία, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 272. Δρχ. 260.

ΛΟΓΟΙ ΣΟΛΩΜΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ. ’Εγκώμιο γιά τόν Ούγο Φόσκολο. Μετ. Λίνου Πολίτη. Συνεργασία Γ.Ν. Πολίτη. ’Ακαδημία ’Αθηνών / "Ιδρυμα Κώστα καί Ελένης Ούράνη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 88. Δρχ. 300.

ΟΥΓΚΟ ΒΙΚΤΟΡ. Τό 1793. Μετάφραση - επίλο­ γος Κώστα ©εοφάνους. Κλασσική Λογοτεχνία, άριθ. 16. Ζαχαρόπουλος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 512. Δρχ. 200.

Α Ν Θ Ο Λ Ο ΓΙΕΣ

ΡΑΜΠΑ ΛΟΜΠΣΑΝ. Ή ζωή μέ τόν Λάμα. Μετ. Γ. Συρνιώτη. Κάκτος, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 224. Δρχ. 200.

ΒΑΛΕΤΑΣ ΚΩΣΤΑΣ. ’Α νθολόγιο πολωνικής λο­ γοτεχνίας: δοκίμιο - διήγημα - θέατρο - ποίηση. Τά Γράμματα στό Σοσιαλισμό, άριθ. 1. ΟΔΕΒ, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 128. Δρχ. 120.

ΣΤΕΝΤΑΛ. Ά ρμάνς. Μετάφραση-έπιμέλεια Χρι­ στόφορου Λιοντάκη. Ή ριδανός, ’Αθήνα. Σελ. 272. Δρχ. 300.

Θ ΕΑΤΡΟ

ΤΟΛΣΤΟΪ ΛΕΩΝ. 'Ωρες πολέμου. Μετάφραση άπ’ τά ρωσικά Κοραλίας Μάκρη. Κοροντζής, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 80. Δρχ. 60.

ΓΑΒΡΙΗΛΟΓΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ. Οί αρχές. Θέατρο. Θεσσαλονίκη, 1979. Σελ. 56.

95


ΚΑΜΠΑΝΕΑΛΗΣ I. Θέατρο. Τόμος Α': Έβδομη μέρα τής δημιουργίας - Ή αυλή τών θαυμάτων Ή ήλικία τής νύχτας. Κέδρος, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 324. Δρχ. 300. ΜΑΤΕΣΙΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ό βασιλικός. Δράμα σέ πέντε πράξεις. Πέλλα, ’Αθήνα. Σελ. 160. Δρχ. 120. ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ ΝΙΚΗΤΑΣ. Σκόρπιός. Μ ονόπρα­ κτο. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 36. Δρχ. 40.

SEMPE JEAN-JACQUES — GOSCINNY RE­ NE. Οί περιπέτειες τοΰ μικρού Νικόλα. Τόμος Γ': 'Ο μικρός Νικόλας καί ή τρελλοπαρέα του. Μετ. Νίκου Δαμιανίδη. Τεκμήριο, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 112. Δρχ. 120. ΧΑΣΕΚ ΓΙΑΡΟΣΛΑΒ. Ό καλός στρατιώτης Σβέικ. Μετ. Γιάννη Θωμόπουλου. ’Εκδοτική έπιμέλεια Ντίνας Κωνστανταροπούλου. Γαλάζια Βι­ βλιοθήκη, άριθ. 36. Μίνωας, ’Αθήνα. Σελ. 320. Δρχ. 170.

ΠΕΤΡΟΥ - ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ ΜΙΝΑ. Ζήτημα συν­ ήθειας. Θεατρικό έργο σέ 3 πράξεις. Δωδεκάτη "Ωρα, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 88. ΠΕΤΡΟΥ - ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ ΜΙΝΑ. Τό πάθος καί ή νύχτα. Μονόπρακτο θεατρικό σέ 4 εικόνες. Δωδεκάτη "Ωρα, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 40.

ΓΕΩ ΓΡΑΦ ΙΑ - Τ Α Ξ ΙΔ ΙΑ

ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΗ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ. Θεατρικά: Βλαντίμιρ Μαγιακόβσκη — Μυστήριο-Μποΰφφ — Ό κοριός — Τό χαμάμ. Μετ. "Αρη ’Α λεξάν­ δρου. ’Α θήνα. Σελ. 248. Δρχ. 160.

Ρουμανία. Τουριστικός καί όδικός όδηγός. Περιη­ γήσεις - ξεναγήσεις - χάρτες - διαδρομές - ξενοδο­ χεία - κάμπιγκ - πληροφορίες - άγορά - έλληνορουμανικοί διάλογοι. Διεθνείς έκδόσεις, ’Αθήνα. Σελ. 120 + 1 χάρτης. Δρχ. 180.

ΜΠΡΕΧΤ ΜΠΕΡΤΟΛΤ. Ό δάσκαλος. Διασκευή άπό τό έργο τοΰ Γιάκομπ Μίχαελ Ράϊνχολτ Λέντς μέ τή συνεργασία τών: Ρούθ Μπερλάου - Μ πέννο Μπέσσον - Έ γκ ον Μόνκ - Κάσπαρ Νέερ — Ή Εβραία. ’Α πό τό έργο «Τρόμος καί άθλιότητα τοΰ τρίτου Ράιχ». Μετ. Μάριου Πλωρίτη. Παγκόσμιο Θέατρο, άριθ. 59. Δωδώνη, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 112. Δρχ. 120.

ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ. 'Οδοιπορικόν έκ Παρισίων εις 'Ιεροσόλυμα καί έξ 'Ιεροσολύμων εις Παρισίους. Μετάφραση άπό τά γαλλικά Έμμ. Δ . Ροΐδη. Τόμοι 2. ’Α θήνα, 1860. ’Επιμέλεια Τάσου Βουρνά. Ξένοι Περιηγητές στόν 'Ελληνικό Χώρο, άριθ. 5. ’Α φοί Τολίδη, ’Αθήνα, 1979. Σελ. [ιστ’ + 272] + 266. Δρχ. 750.

ΠΑΙΔΙΚΑ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ. Ειρήνη. ’Ελεύθερη διασκευή γιά παιδιά Ελένης Γ. Βαλαβάνη. Εικονογράφηση Πέτρου Ζαμπέλη - "Αννας Μενδρινοΰ. Δωδώνη, ’Α θήνα, 1978. Σελ. 132. Δρχ. 260. ΠΑΠΑΚΟΥ ΑΥΓΗ. Ό μικρός άρχιμουσικός καί άλλα παραμύθια. Άλμω πός, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 130. Δρχ. 100. ΣΑΚΚΑ-ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΝΑΝΝΙΝΑ. ’Ελάτε ν’ άλλάξουμε τήν πόλη. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 52. Δρχ. 200. ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ ΠΙΠΙΝΑ. Διηγήματα τής Κατοχής. Κέδρος, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 120. Δρχ. 120.

Μ ΑΡΤΥΡΙΕΣ ΝΑΚΟΥ ΛΙΛΙΚΑ. Οί παραγνωρισμένοι: I. Ό ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας - II. 'Η ζωγράφος Έ ρασμία Μπέρτσα - III. Ή λαογράφος Ειρήνη Σπανδωνίδου. Ή ζωή καί τό έργο τους. Προσωπι­ κές άναμνήσεις. Δωρικός, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 128. Δρχ. 100.

ΑΠ Ο Μ Ν Η Μ Ο Ν Ε Υ Μ Α Τ Α ΣΑΝΟ ΥΛΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. Καπετάν Μ ανό­ λης Μπαντουβάς: ό άρχηγός τής ’Εθνικής ’Α ντί­ στασης Κρήτης. Τά πολεμικά του άπομνημονεύματα. Κνωσός, ’Αθήνα, 1979. Σελ. 512. Δρχ. 500.

ΤΣΟΥΚΑΛΑ ΔΑ Ν ΑΗ . Τό κορίτσι μέ τά δύο όνόματα. Εικονογράφηση Σοφίας Ζαραμπούκα. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 104. Δρχ. 150. ΑΡΘΟΥΡ ΡΟΜΠΕΡΤ. Ό Ά λφ ρ εντ Χίτσκοκ καί οί τρεις ντετέκτιβ στό Μυστήριο τής μούμιας πού ψιθύριζε. Μετ. Ά θ η νά ς Κακούρη. Εικονογράφη­ ση Χάρυ Κέην. Σειρά Μυστηρίου (τοΰ "Αλφρεντ Χίτσκοκ), άριθ. 3. Μετόπη, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 196. Δρχ. 120. ΟΛΕΣΑ ΓΙΟΥΡΙ. Οί τρεις χοντροί. ’Ελεύθερη άπόδοση Μήτσου Ά λεξανδρόπουλου. Εικονογρά­ φηση Νίνας Ν. Σταματίου. Κέδρος, ’Αθήνα, 1978. Σελ. 168. Δρχ. 150.

96

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ ΜΙΛΤΗΣ. ’Αλφαβητικός π ί­ νακας θεμάτων καί άναγραφών άπό τή νέα βιβλι­ ογραφία ιστορίας καί άρχαιολογίας τής Λέσβου. Συμπλήρωμα στό τεύχος « Ό προϊστορικός οικι­ σμός τού λόφου Προφήτη Ή λία Α γ ία ς Παρα­ σκευής Λέσβου», άνάτυπο άπό τά «Λεσβιακά» — «Δελτίο τής Ε ταιρείας Λεσβιακών Μελετώ·’», τ. Ζ \ ’Α θήνα - Μυτιλήνη, 1979. Σελ. 12.


ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ ΜΙΛΤΗΣ. Ό προϊστορικός οικισμός τοΰ λόφου Προφήτη Ή λία 'Αγίας Παρα­ σκευής Λέσβου. ’Ανάτυπο άπό τά «Λεσβιακά — Δελτίο τής 'Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών», τ. Ζ'. Μυτιλήνη, 1979. Σελ. 50.

ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Δίμηνη έπιθεώρηση τής λεσβιακής τέχνης. Τεύχη 47-48 καί 49. Δρχ. 70.

ΕΛ Λ Η ΝΙΚ Η ΙΣΤΟ ΡΙΑ

ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ. ’Επιλογές δισκογραφίες. Περιο­ δική έκδοση. Παράρτημα τοΰ Δελτίου Κριτικής Δισκογραφίας. Τεύχος 2. Δρχ. 120.

’Αρχεία τής έλληνικής παλιγγενεσίας 1821-1832. Τόμος ΙΑ': Λυτά έγγραφα Α' καί Β' βουλευτικής περιόδου. Τόμος Τ': Ύπερτάτη διοίκησις - ’Εκτε­ λεστικόν σώμα. Βιβλιοθήκη τής Βουλής τών Ε λ ­ λήνων, ’Α θήνα, 1978. Σελ. ιστ' + 262 + ν'. ΖΟΥΡΝΑΤΖΗΣ ΣΠ. Ή πολιτική τών ’Επιμηθέων καί ή περίπτωσις Μαρκεζίνη. ’Αθήνα, 1978. Σελ. 216. Δρχ. 200. ΚΑΣΤΡΙΤΗΣ Κ. Μπολσεβικισμός καί τροτσκι­ σμός στήν Ελλάδα. 'Ιστορική μελέτη. Μέρη Α '-Β'. ’Εργατική Πρωτοπορεία, ’Αθήνα. Σελ. 160. Δρχ. 200. ΚΟΥΤΣΟΥΚΑΛΗΣ ΑΛΕΚΟΣ. Ή πρώτη δεκαε­ τία τοΰ Κ.Κ.Ε.: 1918-1928. 'Ιστορικό δοκίμιο. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 240. Δρχ. 180. ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ. Κείμενα γιά τόν πόλεμο, γιά τή δικτατορία, γιά τό Νέο Κόμμα. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, ’Α θήνα, 1979. Σελ. 404. Δρχ. 200. LAMBERZ ERICH - ΛΙΤΣΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Κ. Κατάλογος χειρογράφων τής Βατοπεδινής Σκήτης 'Αγίου Δημητρίου. Κατάλογοι 'Ελληνικών Χ ειρο­ γράφων 'Αγίου Ό ρ ο υ ς άριθ. 1. Πατριαρχικόν "Ιδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1978. Σελ. 156. Δρχ. 1000.

περιοδικό έκλαϊκευμένης έπιστημονικής φαντασί­ ας. Τεύχος 46. Δρχ. 50.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ + ΧΩΡΟΣ. 'Ελληνικό άρχιτεκτονικό περιοδικό. Τεύχος 12. Δρχ. 120. ΑΠΑΝΕΜΙΑ. Δίμηνο περιοδικό γραμμάτων καί τέχνης. Τεύχος 9. Δρχ. 30. AUTO ΕΞΠΡΕΣ. Μηνιαία έπιθεώρηση γιά τό αύτοκίνητο. Τεύχος 140. Δρχ. 30. ΓΙΑΤΙ. Μηνιάτικη έπιθεώρηση πολιτικούκοινωνικού καί πολιτιστικού προβληματισμού. Τεύχος 45. Δρχ. 20. U.F.O. — ΙΠΤΑΜΕΝΟΙ ΔΙΣΚΟΙ. Στό κατώφλι τής κοσμικής έπαφής. Μηνιαίο περιοδικό ούφολογίας. Τεύχος 3. Δρχ. 50. ΓΡΑΦΗ. Διμηνιαία περιοδική έκδοση τέχνης. Τεύχος 4. Δρχ. 100. ΔΕΛΤΙΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΒΙΟΜΗΧΑΝΩΝ ΒΟ­ ΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ. Μηνιαία έκδοση. Τεύχος 2. Δωρεάν. ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ. Τεύχος 7. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ. ’Ανεξάρτητη δίμηνη έκ­ δοση δημοτικού προβληματισμού μέ ιδιαίτερο ένδιαφέρον στό δήμο 'Αγίων ’Αναργύρων ’Αττικής. Φύλλο 23. Δρχ. 1.50. ΔΙΑΒΑΖΩ. Μηνιαία έπιθεώρηση τού βιβλίου. Τεύχος 18. Δρχ. 60. ΔΩΔΕΚΑΕΔΡΟ. Περιοδική έπιστημονική άστρολογική έκδοση. Τεύχος 3. Δρχ. 70.

ΠΑΓΚ ΟΣΜ ΙΑ ΙΣΤΟ ΡΙΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΠΟΥΛΟΣ ΜΗΤΣΟΣ. Έ λληνες άντιφασίστες έθελοντές στόν ισπανικό έμφΰλιο πόλεμο 1936-39. ’Αθήνα, 1979. Σελ. 80. Δρχ. 100. PAUWELS LOUIS - BERGIER JACQUES. Ό αιώνιος άνθρωπος. 'Ελληνική άπόδοση Νταίζης Καγκελάρη - Ντίνου Κουμπάτη. Μεταφραστική επιμέλεια Ντίνου Γαρουφαλιά. Κονιδάρης, ’Α θή­ να, 1979. Σελ. 344. Δρχ. 300.

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. "Οργανο τής Πανελλή­ νιας 'Ομοσπονδίας ’Εκδοτών Βιβλιοχαρτοπωλών. Φύλλο 8. ΕΝΟΤΗΤΑ. ’Επιθεώρηση κοινωνικής κριτικής καί πολιτικής πάλης. Τεύχος 9. Δρχ. 25. ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΥΚΛΑΔΙΚΩΝ ΜΕ­ ΛΕΤΩΝ. Τόμος Γ. Δρχ. 700. ΕΠΟΠΤΕΙΑ. Μηνιαίο περιοδικό φιλοσοφίας καί γενικής παιδείας. Τεύχος 32. Δρχ. 150. ΕΡΜΙΟΝΙΚΗ ΗΧΩ. Μηνιαία άνεξάρτητη έφη με­ ρίδα γιά δλη τήν Έρμιονίδα καί τούς άπανταχού συμπατριώτες καί φίλους της. Φύλλα 36 καί 37.

Π ΕΡΙΟΔΙΚ Α

ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματι­ σμού. Τεύχος 87. Δρχ. 30. ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ Α Ν Α ­ ΝΕΩΣΗ. Κεντρική έκδοση τής Ε.ΚΟ.Ν. Ρήγας Φεραΐος. Τεύχος 5. Δρχ. 30.

ΖΥΓΟΣ. Διμηνιαΐο περιοδικό τέχνης. Τεύχος 33. Δρχ. 150.

ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

ΗΝΙΟΧΟΣ. Τεύχη 22-24 καί 25-26. Δρχ. 50.

ΤΟΥ

ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ.

Μηνιαίο

97


ΗΧΟΣ ΚΑΙ HI-FI. Μηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 72. Δρχ. 30. ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΕΣΤΙΑ. ’Επιθεώρηση γραμμάτων καί τεχνών. Τεύχος 37. Δρχ. 50. ΘΡΑΚΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ. ’Αρχαιολογία - ιστορία λαογραφία - ερευνά. ’Ετήσια έκδοση. Τευχότομος 34. Δρχ. 250. ΙΟΥΛΟΣ. ’Ανεξάρτητο φοιτητικό περιοδικό. Τεύ­ χη 1 καί 2. Δρχ. 20. ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ. Μηνιαίο περιοδικό ιστορικής ύλης. Τεύχος 129. Δρχ. 50. ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ. Περιοδική έκδοση. Γράμματα - τέχνες - ιδέες. Τεύχος 5. Δρχ. 100.

ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ. Φιλολογικόν περιοδικόν κατά τριμηνίαν έκδιδόμενον. Τόμος Κ'. Τεύχος 4. Δρχ. 80. ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ. Μηνιαία πολιτική καί κοινωνική έπιθεώρηση. Τεύχος 24. Δρχ. 25. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ. Δίμηνη περιο­ δική έκδοση. "Οργανο τής Πανελλήνιας Κίνησης Δασολόγων. Τεύχος 17-18. ΣΚΙΑΘΟΣ. Τρίμηνη Τεύχος 12. Δρχ. 150.

σκιαθίτικη

έπιθεώρηση.

ΣΤΕΡΕΟ. Μηνιαίο περιοδικό hi-fi καί μουσικής. Τεύχη 52 καί 53. Δρχ. 50. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ. Μηνιαία περιοδική έκδο­ ση γραμμάτων καί τεχνών. Φύλλο 28. Δρχ. 7.

ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ. Τόμος ΚΒ'. Δρχ. 400. ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ. Φαντασμαγορικά κόμιξ. Μηνι­ αίο περιοδικό. Τεύχος 11. Δρχ. 30. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. Μηνιάτικο πολιτικό θεωρητικό περιοδικό. Χρόνος ΣΤ'. Τεύ­ χος 3. Δρχ. 20. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Περιοδικό τής Κ.Ε. τρύ Κ.Κ.Ε. έσ. Τεύχος 26. Δρχ. 30. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Περιοδική έκδοση. Τεύχος 2. Δρχ. 200. ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ. Θεωρητικο-πολιτική έκδοση ενημέρωσης καί κριτικής. Τεύχος 1. Δρχ. 30. ΝΕΑΝΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ. Μηνιαία μαθητική έφημερίδα. Φύλλο 15. Δρχ. 5. ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ. Τρίμηνη έκδοση παιδευτικού προβληματισμού. Τεύχος 8. Δρχ. 150. ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ. Λογοτεχνικό περιοδικό. Τεύχος 287-289. Δρχ. 50. ΝΕΑ ΣΚΕΨΗ. Μηνιαίο περιοδικό γραμμάτων καί τέχνης. Τεύχη 187, 188, 189, 190, 191 καί 192-193. Δρχ. 50.

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Διμηνιαία έκδοση τής Εταιρίας Σύγχρονος Κινηματογρά­ φος. Τεύχος 19. Δρχ. 100. ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ. Μηνιαίο περιοδικό γιά συλλέκτες καί φιλότεχνους. Τεύχος 48. Δρχ. 40. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ. Πρακτικός όδηγός τού ταξι­ διώτη. Τεύχος 16. Δρχ. 35. 4 ΤΡΟΧΟΙ. Τεύχος 102. Δρχ. 35. ΤΕΤΡΑΜΗΝΑ. Τεύχος 18. Δρχ. 50. ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΛΟΓΗ. Μηνιαία τεχνική έπιθεώ­ ρηση. Τεύχη 146 καί 147. Δρχ. 30. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Πεζό - ποίηση - κριτική. Δίμηνη περιοδική έκδοση. Τεύχος 7. Δρχ. 40. ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Μηνιάτικο δημοσιογραφικό Ό ρ γα νο Χ.Α.Ν . Καλαμαριάς. Τεύχος 49. ΤΟ ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. Τεύχος 15. Δρχ. 50. ΤΟ ΡΟΔΙ. Τό περιοδικό γιά παιδιά. Τεύχος 14. Δρχ. 30. ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Διμηνιαίο περιοδικό. Τεύχος 32. Δρχ. 40.

ΝΕΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ. Τεύχος 286-287. Δρχ. 25.

ΥΔΡΙΑ. Τεύχος 21. Δρχ. 50.

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ. Τό περιοδικό γι’ αυτούς πού δημι­ ουργούν τή ζωή. Τεύχος 39. Δρχ. 30.

ΦΙΛΜ. Περιοδική έκδοση άνάλυσης καί θεώρη­ σης τού κινηματογράφου. Τεύχος 16. Δρχ. 120.

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ. Διμηνιαία έπιθεώρηση θεμάτων προστασίας περιβάλλοντος. Τεύχος 2. Δρχ. 50. ΟΜΑΚΟΕΙΟ. Τό περιοδικό τού έσωτερισμού. Διμηνιαία μεταφυσική άποκρυφιστική ένημέρωση. Τεύχος 11. Δρχ. 50. Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ. Σύγχρονο μηνιαίο μορφωτικό περιοδικό. Τεύχος 45. Δρχ. 15. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Μηνιαία έπιθεώρηση. Τεύχος 24. Δρχ. 60.

98

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΕΓΗ. Τεύχος 26. Δρχ. 80. ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΖΩΗ. Τρίμηνη έκδοση τής Φιλοδασι­ κής Ένώσεως ’Αθηνών. Τεύχος 33. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. Τεύχος 11. Δρχ. 40. HI-FI — ΠΟΠ ΚΑΙ ΡΟΚ. Μηνιαίο μουσικό περι­ οδικό. Τεύχη 12 καί 13. Δρχ. 30.


Εμείς γίναμε πολύ πιό πρίν

ΠΛΑΤΕΙΑ ΟΜΟΝΟΙΑΣ - 1910

Καί τώρα σάς προσφ έρουμε τόν οργανωμένο τραπεζικό μηχανισμό μας: Γρήγορη έξυπηρέτηση - γιατί ό χρόνος είναι χρήμα... Σοβαρή διαφώτιση γιά τά οικονομικά σας θέματα... ... Καί άκοϋστε τή συμβουλή μας: Ά νοϊξτε άμέσως σέ μάς μιά κατάθεση τοϋ είδους πού προτιμάτε. Θά βγήτε κερδισμένοι.

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Ά π ό τό 1886

99


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Botsford & Robinson, Αρχαία' Ελληνική Ιστορία (μετ. Σωτήριος Ε. Τσιτσώνης) Gustave Glotz, Ή έλληνική «πόλις» (μετ. Αγνή Σακελλαρίου) Ε. Mioni, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία (μετ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης)

(600 δρχ.) (400 δρχ.)

(350 δρχ.) Η. J. Rose, Ιστορία τής Λατινικής Λογοτεχνίας (δύο τόμοι) (μετ. Κ. X. Γρόλλιος) (Α' Τόμος 300 δρχ., Β' Τόμος 300 δρχ.) Δημητρίου Σ. Δουκάτου, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία (300 δρχ.) "Encyclopedic de la Pleiade", Ιστορία τής Φιλοσοφίας Ή Καντιανή Επανάσταση (μετ. Κυριάκος Σ. Κατσιμάνης) (200 δρχ.) "Encyclopedie de la Pleiade", Ιστορία τής Φιλοσοφίας 19ος αιώνας: Ρομαντικοί - Κοινωνιολόγοι (μετ. Τίτος Πατρίκιος - Παύλος Χριστοδουλίδης) I. Θ. Κακριδή, Οί άρχαϊοι "Ελληνες στή νεοελληνική λαϊκή παράδοση Λίνου Πολίτη, Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Κ. J. Dover, Ή κωμωδία του Αριστοφάνη (μετ. Φάνης I. Κακριδής) Ε. Π. Παπανούτσου, Α. Δελμούζος ( Ή ζωή του ' Επιλογή άπό τό έργο του)

(300 δρχ.) (120 δρχ.) (400 δρχ.) (300 δρχ.) (250 δρχ.)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Εμπορική Ναυτιλία (1.400 δρχ.) Φοίβου ' Ανωγειανάκη: Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα ' Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (1.500 δρχ.) (1.000 δρχ.) Μανόλη Χατζηδάκη: Νεολιθική Ελλάς (1.200 δρχ.) Εικόνες τής Πάτμου (1.800 δρχ.) Λεύκωμα Greco (800 δρχ.) ' Οδηγοί: Λεύκωμα Μακρυγιάννη (800 δρχ.) «Αττική» (120 δρχ.) Κύπρος 74 - Τό άλλο πρόσωπο «Χίος» (120 δρχ.) τής Αφροδίτης (400 δρχ.) « Αχαϊα- Ηλεία» (120 δρχ.) Μεσολόγγι (1.500 δρχ.) «Μουσεία τής ' Ελλάδος» Μνήμη I. Γ.Έϋνάρδου (200 δρχ.) (120 δρχ.)

Πωλοϋνται σέ δλα τά βιβλιοπωλεία. Κεντρική Διάθεση: Πλατεία Μητροπόλεως 3, 2ος όροφος (τηλ. 32.21.337). Αιόλου 86 (Δημόσιες Σχέσεις, τηλ. 32.41.996). Τά έσοδα άπό τις πωλήσεις διατίθενται γιά πολιτιστικούς σκοπούς.

100


Κ. Γ. Καρυωτάκης— Κ. Βάρναλης (Β' έκδοση) Πρόλογος: Άλέξης Ζήρας * ΒΑΣΟΣ ΒΑΡΙΚΑΣ fΗ μεταπολεμική μας λογοτεχνία [1939] (Β' έκδοση) Πρόλογος: Άλέξ. ’Αργυρίου ά

(Ζίντ, Κάφκα, Μαλρώ, Χεμινγκουαίη, Καμύ, Ζ. Π. Σάρτρ) %,

Δ. ΝΙΚΟΛΑΡΕΪΖΗΣ Δοκίμια Κριτικής (Β' έκδοση) * MAURICE NANDEAU *Ιστορία του σουρρεαλισμοΰ

ΑΓΓΛΙΚΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

.Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ ΠΛΕΘ ΡΟΝ 'Η φωνή των πραγμάτων Μετάφραση: Χριστόφορος Λιοντάκης &

τέχνη αρχιτεκτο νίκη επιστημονικά λογοτεχνία περιοδικά

Το Παραθαλάσσιο Νεκροταφείο 'Η Νεαρή Μοίρα Είσαγωγή-μετάφραση: Άν. Γιανναρας

YEVOENY ZAMYATIN *Εμεΐς Μετάφραση: ’Αλίκη Άλεξανδράκη sfe

Οι Ευρωπαίοι Μετάφραση: Νίκος Λαμπρόπουλος *

ΑΝΑ Γ Ν Ώ Σ Τ Η Ρ ΙΟ

'Η γυναίκα και το νενράσπαστο Μετάφραση: Γιώργος Καραβασίλης


ALLIED SHIPPING

ΜΙΕΜΙΧΠΟΚΜ CORP OWNERS AGENTS MANAGERS

Γ@Ί 23 AKTI MIAOULI PIRAEUS 9, GREECE Tel: 4110511 (6 lines) Telex: 21.2423 ALLS GR Cables: ALLIED SHIP PIRAEUS IV1B


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook