Issuu on Google+

ΥΓ. Συνέβη μια άνοιξη...


ΣΚΕΨΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΑ

ΦΩΤΟ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΝΑ


ΦωτΟ: ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ


E

D

I

T

O

R

I

A

L

ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ

H Γεσίμ τσουλούσε το κόκκινο καροτσάκι κι εγώ προσπαθούσα να διαλέξω ποιο κουτί κέλοκς θ’ αγαράζαμε. Εκείνη ήταν ενθουσιασμένη που έτσι ξαφνικά βρεθήκαμε σε ένα σουπερμάρκετ στη Μαδρίτη, λες και ήταν καθημερινότητά μας. «Πού να τρέχουμε το πρωί για πρόγευμα μου» είπε. «Καλύτερα να φτιάχνουμε το δικό μας πριν ανοίξουμε τους χάρτες της πόλης». Συμφώνησα και κατευθύνθηκα προς το ταμείο. Πληρώσαμε, φορτωθήκαμε τις σακούλες με το γάλα και τα υπόλοιπα και πήραμε το δρόμο προς το ξενοδοχείο. Ήταν γύρω στις 8.00 το βράδυ, μέρα Παρασκευή, έκανε υπέροχο καιρό, σαν μια πρώτη δόση άνοιξης και οι Μαδριλένοι βγάζανε τα κασκόλ από το λαιμό και τα κρατούσαν στο χέρι. Λίγα μέτρα μετά την έχασα από δίπλα μου. Τη στιγμή ακριβώς που περνούσαμε έξω από ένα θέατρο, στο οποίο περίμενε κόσμος σε ουρά για ν’ αγοράσει εισιτήρια. Την εντόπισα, δευτερόλεπτα μετά να χαζεύει τις φωτογραφίες με ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Είχε γουρλώσει τα μεγάλα πράσινα μάτια της και έμοιαζε σαν σκιτσάκι παιδικού καρτούν. Φαίνεται καταπληκτική παράσταση, μου είπε με το ίδιο γουρλωμένο βλέμμα και τότε άφησα τις σακούλες και άρχισα να παρατηρώ τις φιγούρες στις φωτογραφίες. Γύρω στα 10 νεαρά παιδιά, που χόρευαν, έπαιζαν ταμπούρλα, έκαναν κάτι περίεργα με κουβάδες με νερό και τέτοια. Έψαξα να δω στη μαρκίζα το όνομα του σόου. Momentum. Και ύστερα κόλλησα σχεδόν τη μούρη μου στο τζάμι για να διαβάσω στην αφίσα περισσότερα στοιχεία… «Στο Momentum» έγραφε «παίζουμε με το χρόνο. Τον σταματάμε προκειμένου να συλλάβουμε το παρόν. Τον αναποδογυρίζουμε προκειμένου να επισκεφθούμε το παρελθόν και τον επιταγχύνουμε για να φανταστούμε τους εαυτούς μας στο μέλλον. Εσείς, αν είχατε τη δυνατότητα να σταματήσετε το χρόνο ή να τον επιταχύνετε τι στ’ αλήθεια θα αλλάζατε;». Διάβασα την παράγραφο ξανά και ύστερα άρπαξα τη Γεσίμ από το χέρι και την έσυρα μέχρι το ταμείο. «Θα πάμε τώρα» της είπα χωρίς να της αφήσω επιλογή. Ίσως γιατί εκείνο το τώρα μέσα από το παιχνίδι του χρόνου έμοιαζε επιτακτικό να το ζήσω, χωρίς να το επιταχύνω ή να το σταματήσω. Πληρώσαμε γύρω στα 70 ευρώ και δεν μας ένοιαξε που μπήκαμε σαν γύφτοι μέσα στο θέατρο, με τα υλικά του προγεύματος και τα σκονισμένα μας τζιν. Βρήκαμε καλές θέσεις, μπροστά μπροστά. Τα φώτα έκλεισαν σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Η παράσταση άρχιζε. Στη σκηνή τεράστια ρολόγια. Και ήχος μόνο εκείνος των δεικτών. Που πηγαίνανε πίσω και μπροστά σε συνεχόμενους κύκλους. Τικ-Τακ, δυνατά, σχεδόν εκκωφαντικά. Κι ύστερα ένας-ένας από την ομάδα εμφανιζόταν στη σκηνή. Φτιάχνοντας ήχους πρώτα με το στόμα του κι ύστερα με τα δάχτυλα των χεριών του και μετά πάνω σε ένα μεταλλικό δοχείο κι όλα αυτά ενώνονταν με τον ήχο των ρολογιών και δημιουργούσαν μιαν υπέροχη μουσική. Τη μουσική του χρόνου…Και μετά με τους χτύπους του ρολογιού έσμιγαν οι χτύποι της καρδιάς τους. Μετέτρεπαν τα σώματά τους σε κλεψύδρες, έπεφταν στο πάτωμα και ύστερα πετούσαν στον αέρα και έπειτα γίνονταν σκιές και μετά φανερώνονταν στο φως και όλα ήταν φανταστικά, δεν ξέρω πώς, μα έμοιαζαν να σταματούν το δικό μας χρόνο και να τον ελέγχουν με τις κινήσεις και τις φωνές τους. Δεν ξέρω πόσο κράτησε η παράσταση, μα στο τέλος μαζεύτηκε η ομάδα στο φουαγιέ προτρέποντάς μας να

χορέψουμε μαζί τους, σαν ένα ατέλειωτο πάρτι, οι σκάλες γέμιζαν από κόσμο, οι διαδρόμοι το ίδιο, και όλοι τους χόρευαν και έμπαιναν στο γλέντι, λες και νικήσαμε το χρόνο και το γιορτάζαμε ή λες και συμφιλιωθήκαμε μ’ αυτόν και τον χορεύαμε. Δεν είχα ιδέα τι ίσχυε, απλά άφηνα το σώμα μου να παρασύρεται και να αισθάνεται τη στιγμή. «Λες να χάλασε το γάλα;» μου είπε η φίλη μου, όταν βρεθήκαμε ξανά στο δρόμο προς το ξενοδοχείο. Γελάσαμε, μα δεν ήταν αυτό. Πιο πολύ νιώθαμε πως πετούσαμε, έτσι με τις σακούλες μαζί και τα κασκόλ των Μαδριλένων. «Ήταν υπέροχη νύχτα», της είπα και κείνη δεν απάντησε. Μερικά λεπτά αργότερα σταμάτησε ξαφνικά και έτσι στη μέση ενός δρόμου, με ρώτησε: «Αλήθεια αν μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο, για ποιο λόγο θα το ’κανες; Και αν μπορούσε να τον επιταχύνεις προς τα πού θα πήγαινες;». Με βρήκε απροετοίμαστη η ερώτησή της, δεν ήξερα τι να πω, «πώς σου ήρθε» μόνο αυτό είπα και κείνη άνοιξε το πρόγραμμα και μου έδειξε την τελευταία παράγραφο στην πρώτη του σελίδα: «Αν μπορούσατε να σταματήσετε το χρόνο, να πάτε μπρός, να πάτε πίσω, τι θα κάνατε; τι θ’ αλλάζατε;». Λοιπόν; επέμενε. «Άσε ρε Γιεσίμ, δεν είναι ώρα για φιλοσοφίες», της είπα «είναι ώρα όμως για ένα ανοιξιάτικο παγωτό» και έτσι έκλεισα την κουβέντα. Δεν την ξανανοίξαμε στις μέρες που περάσαμε εκεί. Μα στην πτήση της επιστροφής τη θυμήθηκα. Δεν ξέρω αν ήταν επειδή ήμουν ανάμεσα στα σύννεφα. Δεν ξέρω αν έφταιγε η ταχύτητα του αεροπλάνου, που ένιωσα πως νικούσε τη στιγμή. Μα την θυμήθηκα. Momentum� Που πάει να πει με φόρα, με ορμή μπροστά. Και το ένιωσα, έτσι ανεξήγητα, πως αυτό το παιχνίδι με το χρόνο, με το μπρος και το πίσω και τους κύκλους των δεικτών, κάτι ήθελε να μου δείξει σαν σημάδι. Πως ίσως ο χρόνος ήθελε να κλείσει έναν κύκλο του για να μπορέσει να ανοίξει έναν καινούριο. Και έτσι το ένιωσα, σαν από ένστικο. Πως εκείνης, της παραγράφου που είχα διαβάσει στη μέση ενός δρόμου της Μαδρίτης, της έλειπε…το υστερόγραφό της. Για να μπορέσω να τη χωρέσω στη δική μας κλεψύδρα. Και να λοιπόν…

υγ.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Εμείς σταματάμε για λίγο το χρόνο. Και κοιτάμε πίσω. Στα τρία χρόνια που κυκλοφορούσαμε κάθε Κυριακή. Τίποτα δεν θα αλλάζαμε. Και τα κρατάμε όλα, όλες τις στιγμές, έτσι συμπυκνωμένες για το επόμενό μας βήμα. Και είμαστε έτοιμοι να πάρουμε φόρα για το μπροστά. Κλείνουμε έναν κύκλο και επιταχύνουμε το χρόνο για να ανοίξουμε ένα νέο. Αλλάζουμε θέση στους δείκτες του ρολογιού. Και αναποδογυρίζουμε ξανά την κλεψύδρα για να ξεκινήσει από μια άλλη αρχή. Momentum. Που πάει να πει αλλάζουμε ταχύτητα. Κλείνουμε τον εβδομαδιαίο μας κύκλο και τα εβδομαδιαία μας κυριακάτικα ραντεβού. Επιταχύνουμε. Για να συναντήσουμε ξανά το καινούριο. Momentum. Που πάει να πει με ορμή και φόρα προς τα μπροστά. Υγ. Η ομάδα του ΥΓ σας υπόσχεται νέα ραντεβού πολύ σύντομα. Στο μεσοδιάστημα, σας ευχαριστεί που ήσασταν εκεί κάθε Κυριακή, να συμμετέχετε και να μοιράζεστε κάθε Yστερόγραφό μας.


postcard Ο Σωκράτης Σωκράτους φωτογραφίζει μικρές καθημερινές στιγμές


O

με τον γιωργο σαββινιδη

Οικείες εμμονές

Ο Χριστόδουλος Παναγιώτου μας έχει συνηθίσει στην παρουσίαση προτάσεων που αξιοποιούν μια μεγάλη γκάμα τεχνικών μέσων και εμπεριέχουν ισχυρά και πολυεπίπεδα πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα, στη βάση ενδελεχών ερευνών. Μετά από δύο συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις στην γκαλερί Rodeo στην Κωνσταντινούπολη τον περασμένο χρόνο, ο βραβευμένος με ΔΕΣΤΕ καλλιτέχνης παρουσιάζει στην ίδια γκαλερί την πρώτη του ατομική έκθεση επί τουρκικού εδάφους – κυρίως φωτογραφίας σε slide. Η έκθεση με τίτλο «Never Land» εγκαινιάστηκε στις 25 Φεβρουαρίου και ουσιαστικά περιλαμβάνει τρία έργα. Το ομότιλο τρικάναλο συγχρονισμένο slide show («Never Land») συντέθηκε μετά από έρευνα στα αρχεία του «Φιλελευθέρου» προτείνοντας μια οπτική στη δεκαετία του ’90, μια κοινωνικά και πολιτικά φορτισμένη περίοδο κατά την οποία η Κύπρος βρισκόταν στη διαδικασία ένταξής της στην ΕΕ. Το έργο με τίτλο «Wonder Land» παρουσιάζεται με απλή προβολή slide και προέρχεται από έρευνα στα αρχεία του Δήμου Λεμεσού τα τελευταία τριάντα χρόνια, επισημαίνοντας την εμμονή των κατοίκων να μεταμφιέζονται σε χαρακτήρες του Disney κατά τη διάρκεια της καρναβαλίστικης παρέλασης. Τέλος, το κομμάτι «To be willing to march into hell for a heavenly cause» είναι μια ηχογράφηση της ομώνυμης παράστασης που δόθηκε σε βάρκα η οποία διάβηκε το Αιγαίο πέλαγος το Σεπτέμβριο του 2007. Εφτά τραγούδια από ψυχροπολεμικά αμερικάνικα μιούζικαλ, που χρησιμοποιούν καιρικούς συμβολισμούς ως ουτοπικές εξιδανικεύσεις, ερμηνεύονται από τον τραγουδιστή Kristian Finne Kristensen. Χριστόδουλος Παναγιώτου, «Never Land», Rodeo Gallery, Κωνσταντινούπολη. 25 Φεβρουαρίου- 4 Απριλίου

Κωμικοί εφιάλτες

Το 2007 ο Γιώργος Κούμουρος είχε εκθέσει μια σειρά έργων με ανθολογικό χαρακτήρα στο Μουσείο του Νερού της Λισαβόνας, προκαλώντας τα ευμενή σχόλια της πορτογαλικής εικαστικής κοινότητας. 13 από αυτά τα έργα, που προβάλλουν το έργο του σε ένα αισθητικό επίπεδο αιώνιας εικονικής πραγματικότητας, παρουσιάζονται από την περασμένη Τρίτη στην γκαλερί Αποκάλυψη και οι παροικούντες την Κύπρο φιλότεχνοι έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν από κοντά έργα που ξυπνούν οικείες εσωτερικές εικόνες, βγαλμένες από τον κόσμο του ύπνου. Η δουλειά του Κούμουρου χαρακτηρίζεται από την παρέλαση αρχετυπικών συμβολισμών που φορτίζουν την εικαστική ατμόσφαιρα με υποσυνείδητες διεργασίες. Και σ’ αυτή τη σειρά δεσπόζουν παράλογες συμβολικές μορφές, όπως αλλοπρόσαλλα εξανθρωπισμένα πουλιά, ενεργοί ιχθύες, απόκοσμα τέρατα με πολλά μάτια, οι πρωταγωνιστές των εφιαλτών μας. Μορφές, τοπία και καταστάσεις που δημιουργούμε στη μνήμη των ονείρων, απλουστεύονται, χρωματίζονται, γίνονται αφελείς, απομυθοποιούνται και λυρικοποιούνται με στόχο να ξεγελάσουν τις φοβίες μας. Είναι οι γελοίοι, οι χάρτινοι σωτήρες μας, αυτοί που υπόσχονται ότι θα μας λυτρώσουν και παίζουν με τον πόνο και τις ελπίδες μας. Κι εμείς απλά τους παρακολουθούμε αμήχανοι. «Ο άνθρωπος είναι πάντα εδώ. Τώρα πια ζει τη μη εξέλιξή του σε ένα διαρκές παρόν. Βιώνει την απουσία ελπίδας για το μέλλον και δε θέλει να θυμάται το παρελθόν. Τελεί σε πλήρη ακινησία. Προτιμά έτσι, γιατί πονάει λιγότερο», σημειώνει ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Γιώργος Κούμουρος, γκαλερί Αποκάλυψη (22766655). 10 - 24 Μαρτίου


ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΤΡΙΛΛΙΔΗ

Πουτάνες Φόνισσες

εμιλι Ντικινσον

Η θέαση των καταραμένων Πεπτωκότες έλεγαν στην αρχαία εκκλησία τους αποστατημένους Χριστιανούς, κατά τους διωγμούς της ρωμαϊκής περιόδου. Αυτό τον τίτλο επέλεξε να δώσει ο Αθηναίος εικαστικός Ιωάννης Μουχασίρης στη νέα του έκθεση με πίνακες εμπνευσμένους από τη μορφή, το βίο και το έργο μεγάλων Ελλήνων και ξένων ποιητών, όπως ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Αρθούρος Ρεμπό, ο Κάρολος Μποντλέρ, η Έμιλι Ντίκινσον. Αναζητώντας τον εαυτό του στον ποιητικό λόγο, ο καλλιτέχνης αναπλάθει τον κόσμο ως εικαστική μαρτυρία σε μια έκθεση που παρουσιάζεται παράλληλα στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και τον τεχνοχώρο Το Μήλο. Επιχειρεί να μπει στη θέση και θέαση των ποιητών, απαρνείται την οδυνηρή σχέση με τη πραγματικότητα και αποτυπώνει την ίδια τη δημιουργική διαδικασία ως βίωμα. Οι πρωταγωνιστές των έργων έρχονται αντιμέτωποι με το κυρίαρχο στοιχείο κάθε αιώνα: τη βία. Φιγουράρουν άστεγοι, ακρωτηριασμένοι, περιπλανώμενοι σε εχθρικό περιβάλλον, πλέουν μέσα στα συντρίμια της εκάστοτε χρεοκοπημένης κοινωνίας κι αντικρίζουν τον θεατή σαν να ήταν το τελευταίο καταφύγιο της ελπίδας. Ιωάννης Μουχασίρης, «Πεπτωκότες», Αθήνα, Τεχνόπολη 12- 22 Μαρτίου, Τεχνοχώρος «Το Μήλο» 3 Μαρτίου- 4 Απριλίου

Η οργή ως παρηγοριά Ο Αυστριακός Πέτερ Xάντκε είναι από τους πιο πολυσυζητημένους σύγχρονους συγγραφείς και έχει ασχοληθεί σχεδόν με όλα τα είδη του λόγου: ποίηση, μυθιστόρημα, θεατρική γραφή, σενάριο, δοκίμιο, ταξιδιωτικό. Ταξιδιωτικό, ωστόσο, μπορεί να θεωρηθεί κάθε έργο του, καθώς τα περισσότερα έχουν τη ρίζα τους σε κάποιο ταξίδι του. Βαθιά πολιτικοποιημένος και εκ φύσεως ασυμβίβαστος μέχρι παραξήγησης, φημίζεται για το ότι δεν χαϊδεύει ποτέ τ’ αφτιά του κοινού - κάθε άλλο, όπως προδίδει και το γνωστό του έργο «Βρίζοντας το κοινό». Ένα σημαντικό του πόνημα είναι και το σχετικά πρόσφατο «Υπόγειο μπλουζ» (Untertagblues, 2003), το οποίο έχουμε απόψε την ευκαιρία να δούμε και στην Κύπρο. Το προτείνει η χανιώτικη Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη, στο πλαίσιο διήμερου συμποσίου με θέμα «Θέατρο και Περιφέρεια», που διοργανώνει η ΕΘΑΛ. Είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει στο συγκεκριμένο έργο στα ελληνικά και στην Ελλάδα, που ανεβαίνει από τον περασμένο μήνα, έχει κερδίσει τις εντυπώσεις κοινού και κριτικών. Η παράσταση, που παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία και εικαστική αντίληψη Μιχάλη Βιρβιδάκη και Μαρίας Μπαλαντίνου βασίζεται σε ένα οργισμένο κείμενο, ενός οργισμένου συγγραφέα, με ήρωες έναν εξαγριωμένο άντρα και μια εξαγριωμένη γυναίκα. Έτοιμος να εκραγεί, ο άντρας με το σπινθηροβόλο βλέμμα, ταξιδιώτης του μετρό και αυστηρός επικριτής των πάντων, βρίσκει το «δάσκαλό» του από μια επίσης εξοργισμένη επιβάτη που τολμά να του αντιμιλήσει. Παίζουν οι ηθοποιοί Μιχάλης Βιρβιδάκης (Άγριος άντρας), Νίκη Μιχαλούδη (Άγρια γυναίκα) και Μαρία Μπαλαντίνου (φωνή που ακούγεται από τα μεγάφωνα των σταθμών). ΑΠΟΨΕ, Λεμεσός, Τεχνοχώρος ΕΘΑΛ, 8.30μ.μ. 25877827

Λοιπόν, ακούστε. Σας έχω καλά και κακά νέα. Πρώτα τα καλά. Τα καλά νέα είναι ότι διάβασα ένα βιβλίο. Τώρα τα κακά. Τα κακά νέα είναι ότι μου άρεσε. Τα λέω καλά, όχι επειδή είναι γενικά καλό να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο (αν και, ρωτήστε όποιον εκδότη θέλετε, προτιμότερο είναι να διαβάζει κανείς). Τα λέω καλά, επειδή είναι γενικά καλό να επιστρέφει κανείς σε συνήθειες που είχε εγκαταλείψει. Τα λέω κακά, όχι επειδή είναι γενικά κακό να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο που να τ’ αρέσει (αν και ρωτήστε όποιον συγγραφέα θέλετε, προτιμότερο είναι να μην του αρέσει). Τα λέω κακά, επειδή είναι γενικά κακό να βγάζεις το καπέλο σε κάποιον τον οποίο απεχθάνεσαι. Δεν μιλάμε για μυθιστόρημα. Ήταν μια συλλογή διηγημάτων. Με τον τίτλο ‘Πουτάνες Φόνισσες’. Ενός Χιλιανού, ονόματι Ρομπέρτο Μπολάνιο. Προς αποφυγήν παρεξήγησης: δεν εννοώ πως απεχθάνομαι τον συγγραφέα του βιβλίου, παρόλο που του βγάζω το καπέλο, και παρόλο που, αν κρίνω από το βιογραφικό του, πιθανότατα θα τον αντιπαθούσα έτσι και συναντιούνταν οι δρόμοι μας. Τέλος πάντων, ο, έτσι κι αλλιώς, απομακρυσμένος αυτός κίνδυνος εξέλιπε και θεωρητικά το 2003, χρονιά κατά την οποία ο Μπολάνιο πρόσθεσε άλλη μια μετακόμιση στο ενεργητικό του, αυτή τη φορά, μάλλον οριστική. Ήταν 50 ετών. Το βιβλίο ήταν δώρο. Όχι ακριβώς δώρο, όχι με την αυστηρή έννοια. Ας πούμε, ότι μου το ’δωσε κάποια. Ας πούμε, ότι αυτή η κάποια δεν το είχε αγοράσει ειδικά για μένα. Ας πούμε ότι του είχε, προηγουμένως, ρίξει μια ματιά. Ας πούμε, επίσης, ότι δεν υπήρχε, εκ μέρους μου, υποχρέωση να το επιστρέψω. Ας πούμε αυτή την κάποια, Β. Αυτή η Β δεν έμεινε πολύ καιρό στη ζωή μου. Έμεινε αρκετό καιρό για να μάθει τα βασικά μου χούγια. Και αρκετό για να αποφασίσει πως δεν τα άντεχε. Της πήρε ένα τρίμηνο, χοντρικά. Την γνώρισα την επομένη της πρωτοχρονιάς, σε μια καφετερία πολυμορφική - το βράδυ μετατρέπεται σε κλαμπ. Ήμουν στο μπαρ, ήταν στο μπαρ. Κοιταχτήκαμε μια, κοιταχτήκαμε δυο, πιάσαμε κουβέντα. Κάτι το αλκοόλ, κάτι το γιορτινό κλίμα, κατά τις δυόμισι-τρεις, ξεθάρρεψα. ‘Μπορείς να κοιμηθείς σπίτι μου, απόψε’ της είπα στ’ αφτί, ‘αρκεί να μην περιμένεις πρόγευμα, αύριο’. ‘Μπορώ να κοιμηθώ σπίτι σου,’ μου απάντησε, ‘αρκεί να μην πλησιάσεις το στόμα μου, απόψε’. Το ντηλ μου φάνηκε δίκαιο. Τα χούγια μου δεν είναι πολλά. Τα βασικά, τουλάχιστον, δεν είναι πολλά. Και είναι όλα, βασικά ξε-βασικά, αμελητέα. Φερ’ ειπείν, δεν θέλω να μου φέρνουν δώρο cd, dvd, βιβλία, ρούχα, αξεσουάρ. Κλοτσάω. Δεν γουστάρω να μου φοράει ο άλλος το γούστο του. Ακόμα χειρότερα, να μου φοράει τη γνώμη του για δικό μου. Ή τρισχειρότερα, να ψάχνεται να επικυρώσει το δικό του μέσω του δικού μου. Έχει κάτι το χυδαίο όλο αυτό, έτσι μου φαίνεται. Εν πάση περιπτώσει. Όσοι με ξέρουν, μου φέρνουν πράγματα για τα οποία δεν με κόφτει, στα οποία δεν σκαμπάζω, φαγιά ή ποτά. Άμα μου κλείσεις τα μάτια, το κόκκινο κρασί δεν το ξεχωρίζω απ’ το άσπρο, που λέει ο λόγος. Οι μέρες με τη Β περνούσαν όπως περνούν οι μέρες εκείνων που σιτίζονται με παντεσπάνι αλλά λιγουρεύονται το ξεροκόμματο. Στα υψηλά και στα απόκρημνα, συντονιζόμασταν σε πεντακάθαρες συχνότητες. Στα απλά και στα ευτελή, κατρακυλούσαμε ως το χείλος της αβύσσου. Ένα ζευγάρι κάλτσες φορεμένο ανάποδα, μια καλησπέρα που δεν ακούστηκε όπως θα ’πρεπε, ένας μαλάκας οδηγός από απέναντι, αρκούσαν για να στείλουν την τέλεια ομοθυμία ως προς τον νέο δίσκο του Φ, το καινούργιο φιλμ του Χ, την τελευταία παράσταση του Ψ, στο μουσείο των ανωφελών συμπτώσεων. Εννοείται πως οι διατυπώσεις της πρώτης νύχτας τηρήθηκαν μόνο την πρώτη νύχτα. Εν τέλει και πρωινό έφτιαξα και το στόμα της πλησίασα. Κι ακόμα: αγκαζέ περίπατοι, πιασίματα κάτω από τραπέζια, αγγίγματα πάνω απ’ τον λεβιέ ταχυτήτων, περιπτύξεις στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, το γνωστό ρεπερτόριο. Όπως συμβαίνει πάντοτε στις περιπτώσεις αυτές, όπου τα κορμιά ενώνονται πριν απ’ τα χείλη, όσο κονταίνει η σωματική απόσταση τόσο αβγαταίνει η άλλη, η μη σωματική. Αυτό το τελευταίο, πρέπει να το κατάλαβε πρώτα εκείνη. Μερικοί συνεχίζουν τις ζωές τους προσπαθώντας να φέρουν τούμπα την πιο πάνω αναλογία και μερικοί συνεχίζουν τις ζωές τους προσπαθώντας να την παγιώσουν. Και μερικούς, υποθέτω, τους βολεύει η τραμπάλα. Η Β δεν ανήκε σε αυτές τις κατηγορίες. Πριν από μερικά βράδια αποφάσισε να μηδενίσει το κοντέρ. Αν έχω ένα κυρίαρχο χούι, είναι τούτο: τα πράγματά μου τα θέλω άθικτα. Δεν αντέχω υπογραμμίσεις στα βιβλία, δεν θέλω το μονόγραμμά μου στο πουκάμισο, δεν γουστάρω μαγνήτες στο ψυγείο. Όταν έφυγε η Β, άφησε στο σπίτι μου ελάχιστα πράγματα. Τα τακτοποίησα όλα σε ένα τελευταίο συρτάρι. Τις ‘Πουτάνες Φόνισσες’ τις άφησα πάνω στο τραπέζι του καθιστικού. Να χάσκουν. Προχθές, πήρα να το ξεφυλλίσω. Έχω μια τακτική, δεν τη λέω χούι, μου φαίνεται νορμάλ, αν και ξέρω πως πολλοί δεν την ακολουθούν. Τις συλλογές διηγημάτων, τις διαβάζω απ’ την αρχή ως το τέλος, με τη σειρά. Δεν πηδάω από το πρώτο στο έκτο μετά πίσω στο τρίτο και ακολούθως στο έβδομο. Για να μπουν με τη σειρά που μπήκαν, σκέφτομαι, κάτι θα ’χε υπόψιν του ο συγγραφέας, κάτι παραπάνω θα ξέρει, κάποιος λόγος θα υπάρχει. Μολονότι, θα πρέπει να το παραδεχτώ, συνήθως δεν τον εντοπίζω αυτόν τον λόγο, εντούτοις εξακολουθώ να παίρνω τα πράγματα με τη σειρά. Διάβασα το πρώτο, πέρασα στο δεύτερο, προχώρησα στο τρίτο, στο τέταρτο, στο πέμπτο, το κατέβασα μονοκοπανιά, σ’ ένα δίωρο. Διάβασα και το επίμετρο του μεταφραστή στο τέλος, έφτασα και στον κολοφώνα. Εκεί, ανάμεσα στις βαρετές πληροφορίες, για τη στοιχειοθεσία και τη διόρθωση, κάποιος είχε γράψει με μπλε μελάνι, ‘Beware the Ides of March.’ Το έκλεισα αμέσως και δεν το ξανάπιασα στα χέρια μου. Λοιπόν, ακούστε. Σας έχω καλά και κακά νέα.


ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΕΝΤΟΥ

Το δείπνο

Δυο γυναίκες συναντώνται μπροστά σ’ ένα τραπέζι. Κάτι όμως στραβώνει και το συμβατικό τετ α τετ δείπνο τους μετατρέπεται σε κανιβαλικό όργιο. Η τελευταία ��ουλειά της Μαρίας Περεντού στο μυστηριακό εκκλησάκι του Σταυρού του Μισιρίκου μιλά για μια τελετουργία που έγινε πασέ και σχολιάζει μια κοινωνική τάση – αυτήν του καταναλωτισμού - με τη δύναμη να μας κρατά δέσμιους του συστήματος και των επιθυμιών μας. Της eλενας Πaρπα / ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Πoλυς Πεσλiκας

Είναι θέμα αρχής ή μάλλον μιας καλά ριζωμένης δεισιδαιμονίας. Η Μαρία Περεντού δεν δείχνει ποτέ δουλειά της αν δεν την έχει ολοκληρώσει. Αν το κάνει, φοβάται πως θα φορτιστεί απ’ τα σχόλια και τις παρατηρήσεις των άλλων και θα μπλοκάρει. Όταν είπαμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για την ατομική της έκθεση που θ’ άνοιγε στο παρεκκλήσι του Σταυρού του Μισιρίκου, η συνάντηση ορίστηκε σε ουδέτερη ζώνη κι όχι στο στούντιό της και το μόνο που μου επέτρεψε να δω – κι αυτό από φωτογραφία - ήταν το μοναδικό τελειωμένο της έργο. Ένα υπέροχο λεπτοδουλεμένο γλυπτό από μάρμαρο, το οποίο θα αποτελούσε κομμάτι μιας μεγαλύτερης εγκατάστασης που θα δημιουργούσε στο χώρο της μεσαιωνικής εκκλησίας-τζαμί. Στη συνάντηση προσπαθήσαμε να γεμίσουμε το κενό που άφηνε η απουσία της εικόνας με λέξεις. Μου εξήγησε το σκεπτικό της που αυτή τη φορά έχει αφετηρία κοινωνικο-οικονομικές ανησυχίες κι εξελίσσεται σ’ ένα πεντάπτυχο ζωγραφικό έργο. Σ’ αυτή τη δουλειά της, η Μαρία πραγματεύεται την ιδέα του γεύματος ως μιας τελετουργίας που στο σύγχρονο κόσμο άρχισε να χάνει τη σημασία της. Γύρω από ένα τραπέζι δεν τρώμε μόνο. Εκεί ενδεχομένως κάνουμε τις ουσιαστικότερες συζητήσεις της μέρας, μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας, ανταλλάζουμε εμπειρίες, παίρνουμε αποφάσεις. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η συνθήκη όπως την ξέρουμε σταδιακά εκφυλίζεται και το πιάτο με το φαΐ που έχουμε μπροστά μας δεν είναι τίποτε άλλο από μια βιαστική παραγγελία που κάναμε απ’ το τηλέφωνο ή το Ίντερνετ και το καταβροχθίζουμε τώρα ασυνείδητα και με βουλιμία μπροστά στην τηλεόραση, χωρίς ν’ ανταλλάζουμε κουβέντα; Αυτήν ακριβώς την έκπτωση της τελετουργίας του γεύματος, η οποία θα μπορούσε να συμβολίσει και τον συμβιβασμό της ποιότητας κι άλλων συνθηκών της σύγχρονης ζωή μας, είναι που θέλει να σχολιάσει η ζωγράφος. Και το κάνει απομονώνοντας το πιο συνηθισμένο, πάει- με -όλα πιάτο ημέρας, που δεν είναι άλλο απ’ το κοτόπουλο, το οποίο αναγάγει μάλιστα σε «Βασιλιά του Γεύματος», που είναι κι ο τίτλος της έκθεσης. «Η προσέγγισή μου είναι ειρωνική», μου εξηγεί. «Το κοτόπουλο για μένα συμβολίζει την εύκολη λύση στη συμμετοχή μας στη σύγχρονη πραγματικότητα. Στη δουλειά μου είναι αυτός ο ελκυστικός πρωταγωνιστής, ο οποίος καταλήγει σ’ ένα σωρό από παραμερισμένα μισοφαγωμένα κόκαλα». Μπροστά μας έχουμε το γλυπτό που έφτιαξε. Ένα κοτόπουλο σε φυσικό μέγεθος – στο μέγεθος δηλαδή που θα έφτανε με τη σύγχρονη ορμονική θεραπεία -, όπως ακριβώς το βρίσκεις στα ράφια των παριζιάνικων σούπερμαρκετ (η ζωγράφος ζούσε μέχρι πρόσφατα στη γαλλική πρωτεύουσα), με τα ποδαράκια του περασμένα με επιδεξιότητα πίσω απ’ το κεφάλι για να μοιάζει ελκυστικότερο. Επιπλέον, η αψεγάδιαστη λευκή του επιφάνεια καλύπτεται με όλων των ειδών τα χείλη – σαρκώδη, λεπτά, αφρικανικά. Η σάρκα του, δηλαδή, μετατρέπεται σ’ αυτό το

φετίχ· σ’ αυτό το ειδώλιο μιας περίεργης σύγχρονης λατρείας. Στο βωμό όμως ποιου θεού; Σ’ αυτόν του καταναλωτισμού, απαντά η ζωγράφος. «Το γλυπτό μετατρέπεται σε μαρμάρινο μνημείο για να συμβολίσει την καθημερινή καταναλωτική μας κοινωνία». Όσο για τους πέντε πίνακες που αποτελούν και την κεντρική δουλειά της έκθεσης στο Μισιρίκο, το σκεπτικό πάει πάνω-κάτω ως εξής: Δυο γυναίκες – η ζωγράφος είναι η μία εκ των δυο - ετοιμάζονται να φάνε. Ωστόσο, η ευγένεια κι οι καλοί τρόποι που συνήθως υπαγορεύει η συνθήκη ενός γεύματος παίρνουν σταδιακά επιθετική μορφή μέχρι που το φαγοπότι εξελίσσεται σ’ ένα κανιβαλικό όργιο και το μόνο που απομένει απ’ αυτή την «πρωτόγονη γιορτή» είναι ένας σωρός από κόκαλα, αλλά κι αυτό το αίσθημα της βαρεμάρας και του κορεσμού που συνοδεύει συνήθως την πολυφαγία. Όταν τελικά κατάφερα να δω μέρος του πεντάπτυχου, μπόρεσα ν’ αναγνωρίσω το χαρακτηριστικό ζωγραφικό ιδίωμα της Μαρίας Περεντού, όπως αυτό εξελίχτηκε στην προηγούμενη ατομική της. Θέλει οι σκηνές που περιγράφει ν’ αναδύονται μέσα απ’ το μαύρο φόντο, πράγμα που προσδίδει μια κλειστοφοβική δραματική ατμόσφαιρα στα έργα. Υπάρχουν κι άλλα κοινά που δίνουν συνέχεια σ’ αυτό που ξεκίνησε στο παρελθόν, όπως η έντονη θεατρικότητα της δουλειάς, η δυνατή παλέτα της, η επιθυμία της ίδιας να πρωταγωνιστεί στους πίνακές της - ανάγκη που προκύπτει απ’ τη διάθεσή της να «βιώσει» το γεγονός που ζωγραφίζει - όπως φυσικά και η ικανότητά της να καταγράφει και να μεταφέρει στο πανί εσωτερικές συναισθηματικές καταστάσεις, πράγμα που θα μπορούσε να την εντάξει στην παράδοση ζωγράφων όπως είναι η Paula Rego. Πέραν όμως απ’ τα κοινά αυτά χαρακτηριστικά του τώρα με τα όσα προηγήθηκαν, έχω την εντύπωση ότι υπάρχει μια «αναχώρηση» απ’ το παρελθόν. Ο συναισθηματικός αυτός ρεαλισμός της ζωγράφου, ο οποίος επέτρεπε το αναπάντεχο, σχεδόν σουρεαλιστικό συναπάντημα φιγούρας και αντικειμένων, αποποιήθηκε σ’ αυτή τη δουλειά τον λυρισμό του κι έγινε κατά συνέπεια πιο κλινικός, σχεδόν σκληρός. Ωστόσο ένα πράγμα παραμένει για ακόμη μια φορά το ίδιο. Και σ’ αυτή τη δουλειά της, ο κόσμος της φαντασίας είναι αυτός που καταλαμβάνει τις διαστάσεις του πραγματικού, λες και αυτό που ήθελε πάνω απ’ όλα η ζωγράφος να κάνει ήταν να μας δώσει να κρατήσουμε απέναντι στον εαυτό μας έναν μαγικό καθρέφτη μέσα στον οποίο θ’ αρχίζαμε να παρατηρούμε πράγματα που υπό κανονικές συνθήκες θα προτιμούσαμε ν’ αφήσουμε να μας προσπεράσουν απαρατήρητα. Σταυρός του Μισιρίκου (περιοχή εκκλησίας της Φανερωμένης), μέχρι τις 2 Απριλίου. Ωράρια λειτουργίας: Δευτέρα με Παρασκευή, 10π.μ.-1μ.μ. / 4μ.μ.-8μ.μ. Σάββατο 10π.μ.-1μ.μ.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Προσωπικές ιστορίες

Οι πίνακές του διαβάζονται σαν ιστορίες. Μυρίζουν λεμονιές και ζεστό καφέ με κουλουράκια, ηχούν σαν γέλια, ψιθύρους και πλατσουρίσματα. Ο φρέσκος αέρας τους σου χαϊδεύει το πρόσωπο... Οι ήρωες ζουν τις επιθυμίες τους, έξω από κοινωνικές συμβάσεις και την ίδια ώρα ξεχειλίζουν σαρκασμό και ειρωνεία. Όσο ακούς τον Κωνσταντίνο να μιλά για τους χαρακτήρες του, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ακούς κομμάτια από τη δική του προσωπική ιστορία. ΤΗΣ ΤΩΝΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ / ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΝΑ

Μιλήσαμε για τη νέα του δουλειά ένα βράδυ, τρώγοντας ινδικά και πίνοντας κρασί στο σπίτι φίλων… «Είναι σαν ιστορίες που θέλησα να διηγηθώ», μου λέει. Είναι πολύ καλός ακροατής και με πληροφορεί ότι είναι επίσης πολύ περίεργος. Ρουφά τις ανθρώπινες ιστορίες. Η τέχνη μπαίνει σαν πεντάλεπτη σφήνα στη συζήτηση και μετά συνεχίζουμε να μιλάμε για παιδιά, δουλειές, ταινίες… Κάποτε ήμουν κι εγώ θύμα του κλισέ ότι «ο καλλιτέχνης είναι μια βασανισμένη ψυχή» που ζει λίγο απόκοσμα και τρέφεται από το μεγάλο - εγώ του. Ο Κωνσταντίνος είναι μια θριαμβευτική διάψευση. Ένας άνθρωπος γλυκός, γήινος χωρίς τίποτα επάνω του να μοιάζει νοθευμένο κι επιτηδευμένο. Αληθινός. Όπως και τα έργα του. «Οι χαρακτήρες μου ζουν τις επιθυμίες τους. Έχουν επίγνωση ότι η ζωή τους είναι μία και μοναδική και θέλουν να κάνουν πράγματα που ίσως δεν τολμούσαν ή που ανέβαλλαν για πολύ καιρό», θα μου πει λίγες μέρες μετά όταν συναντιόμαστε στο σπίτι του. Η δουλειά του είναι πάντα ανθρωποκεντρική και ανθρωπομορφική. «Αγαπώ την ανθρώπινη φιγούρα. Βγαίνει μια μαγεία από τις σχέσεις των ανθρώπων. Αυτή τη φορά έχω βάλει στους πίνακες τη γυναίκα μου, τον εαυτό μου και κάποια πρόσωπα από το στενό μας περιβάλλον. Θέλησα να γίνω λίγο πιο αυτοβιογραφικός. Μερικά πρόσωπα παραπέμπουν ακόμη και σε διασημότητες. Πήρα στοιχεία από παντού, από εικόνες περιοδικών, από φωτογραφίες. “Τρώω” τα πάντα οπτικά και τα μεταλλάσσω στη δουλειά μου». Την ίδια ώρα οι εικόνες του ξεχειλίζουν σαρκασμό. «Θεωρώ τον αυτοσαρκασμό πολύ σημαντικό προτέρημα. Αποδυναμώνει τον εγωισμό μας και μας απελευθερώνει από πολλά βάρη. Αποτυπώνει τον παραλογισμό της ύπαρξής μας, της ζωής μας, του κόσμου μας». Το παιδικό αλογάκι που εμφανίζεται σε πολλά από τα έργα του συμβολίζει την τάση φυγής αλλά ταυτόχρονα φαντάζει αστείο για μεταφορικό μέσο. «Η φράση “τάση φυγής” ακούγεται πολύ βαρυσήμαντη. Βάζοντας για όχημα ένα αλογάκι θέλησα να το διακωμωδήσω λίγο. Και πάλι όμως η τάση φυγής στην οποία αναφέρομαι δεν έχει την έννοια της αποστασιοποίησης από τα πάντα, της αποποίησης ευθυνών, αλλά μιας ανάσας από τη ρουτίνα. Μιας φυγής από κάτι που τελειώνει για να πας παρακάτω. Σαν να κλείνεις τον κύκλο και ανοίγεις καινούρια σελίδα. Με ανυπομονησία και μια γλυκιά προσμονή». «Δεν ήμουν φυσιολογικό παιδί», μου λέει όταν του ζητώ να μου διηγηθεί τη δική του ιστορία. Γελάμε. «Δηλαδή δεν θα πήγαινα με τους άλλους να παίξω ποδόσφαιρο για να κάτσω να διαβάσω. Ζωγράφιζα από τον καιρό που

θυμάμαι. Και διάβαζα. Στο δημοτικό καθόμουν κι έγραφα περιλήψεις των παραμυθιών που μου άρεσαν και έφτιαχνα την εικονογράφησή τους. Γέμισα ολόκληρα τετράδια μ’ αυτό τον τρόπο. Μετά, στο γυμνάσιο τα πράγματα άλλαξαν… Ήμουν πολύ καλός μαθητής και έτσι δεν έπρεπε να «χαραμιστώ» στη ζωγραφική, αλλά να γίνω δικηγόρος ή γιατρός. Τελικά έγινα δάσκαλος. Τελειώνοντας τα Παιδαγωγικά, πή��α στο Λονδίνο κι εκεί ξύπνησε μέσα μου η επιθυμία. Είπα, δεν πάει άλλο, θα κάνω ζωγραφική. Ευτυχώς κάτι είχε μείνει από εκείνο το όνειρο». Έκτοτε παρέμεινε πιστός στη ζωγραφική, χωρίς να πειραματιστεί ποτέ με άλλες μορφές τέχνης. «Η αλήθεια είναι ότι για αρκετό καιρό ένιωθα ότι είμαι προϊστορικός που ασχολούμαι ακόμη με τη ζωγραφική. Λίγο σαν Νεάντερταλ … Οι σύγχρονοι μου έκαναν media art, performances, installations. Τα τελευταία χρόνια όμως υπάρχει μια στροφή στη ζωγραφική». Η νέα του δουλειά έχει το περισσότερο χρώμα από ποτέ. Ίσως να τον έχει επηρεάσει ο ερχομός της κόρης του στη ζωή. Διερωτώμαι αν για την παρουσία της μόδας στους πίνακες, έπαιξε ρόλο η σύζυγός του, Ελένη Τζιρκαλλή, που είναι σχεδιάστρια. «Δεν ξέρω, αλλά κι εγώ προσωπικά βρίσκω μεγάλο ενδιαφέρον στο ντύσιμο. Παίζω με τα ρούχα. Κάποιες φορές λειτουργούν σαν σύμβολα, άλλες τα χρησιμοποιώ για την ερμηνεία κάποιου ρόλου. Μου αρέσουν οι αντιθέσεις όπως εκεί που φοράει ο χαρακτήρας ένα t-shirt με comics και πίσω του είναι μια φλοράλ ταπετσαρία. Θέλω να παίξω λίγο με τα κλισέ, τα καθωσπρέπει, τα συμβατικά. Για πρώτη φορά δουλεύω και το φόντο. Έτσι που να θυμίζει σκηνικό. Σαν να είναι μια παράσταση αυτό που βλέπουμε. Τα κεφάλια είναι μεγαλύτερα από το σώμα, παραπέμποντας σε προσωπείο. Κι αυτό σαν έκφανση της αληθινής ζωής. Όλοι δίνουμε καθημερινά μια παράσταση μέσα από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Όχι με την κακή έννοια της υποκρισίας, αλλά από ενδιαφέρον να δείξουμε την καλύτερη εικόνα μας προς τους άλλους. Να δουν τον καλό μας εαυτό, να τους γοητεύσουμε. Κι αυτό είναι άλλο ένα στοιχείο που θέλησα να σαρκάσω έντονα στα έργα». Την επόμενη φορά συναντιόμαστε στα εγκαίνια της έκθεσής του. Γίνεται το αδιαχώρητο. Παρακολουθώ τις αντιδράσεις του κοινού που ενθουσιάζεται με τη δουλειά του. Κρατάω την τελευταία του ατάκα στη συνέντευξη: «θα ήθελα να βγαίνει από τη δουλειά μου ότι η καθημερινότητά μας είναι απρόβλεπτη. Στη ζωή μας συμβαίνουν εκπλήξεις. Κάθε μέρα». Νομίζω πως έχω μία μπροστά μου.


ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ 9 συγγραφείς και δημοσιογράφοι καταγράφουν στιγμές μιας δικής τους Άνοιξης. Προσωπικές ιστορίες που δίνουν το έναυσμα


πως όλα αλλάζουν, πως μια νέα εποχή αρχίζει…

Φύγαμε, πάρκο� Tης Τώνιας Σταυρινού

«Να πάρει�». Μόλις είχε επιστρέψει από σεμινάριο της δουλειάς. Ακούγοντας τα νέα πέταξε την τσάντα κι έκανε μια κίνηση πάνω από το κεφάλι του σαν να τραβούσε τα μαλλιά του (στην πραγματικότητα δεν τα άγγιξε γιατί στα 27 του είχε χάσει ήδη πάρα πολλά και το ακριβό σαμπουάν του δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό). Μετά έχωσε το πρόσωπο στις παλάμες για να τα τινάξει απότομα μ’ ένα μορφασμό αρχαίας τραγωδίας. «Γαμώ το�» Η επόμενή του κίνηση ήταν πιο κοντά στο ρεπερτόριο του που εκείνη είχε ξαναδεί. Στους καβγάδες τους. Αλλά αυτή τη φορά αυτή δεν έφταιγε σε τίποτα. Αντιθέτως, είχε χάσει το χρώμα της. Σαν να σταμάτησαν όλα εκεί, στο άκουσμα του νέου. Και δεν το έμαθε από ανθρώπινα χείλη αλλά από ένα τεστ με «εγγυημένη αξιοπιστία». Όλος ο πλανήτης εκείνες τις μέρες είχε συνεννοηθεί να περιγελάσει το πρόβλημά τους. Ο Μπους ξεκίνησε την εισβολή στο Ιράκ και οι διαδηλώσεις εξαπλώθηκαν σε όλο τον κόσμο, σε κάποια τηλεοπτικά παράθυρα μιλούσαν για τρίτο παγκόσμιο, ανάμεσα στους δυτικούς και τον αραβικό κόσμο. Το άλλο πρωί αποφάσισαν να το δουν ψύχραιμα. Ήταν απροετοίμαστοι, εντάξει. Σαν να τους χτύπησε την πόρτα ο υποψήφιος ευρωβουλευτής της περιοχής μαζί με το επιτελείο του κι αυτοί τον υποδέχθηκαν με τις πιτζάμες και μάλιστα εκείνες που είχαν ένα ατύχημα με τη χλωρίνη. Για να υποδεχθείς ένα παιδί θα πρέπει να φοράς τον καλό εαυτό σου. Όχι να ζεις έτσι ξεχάρβαλα, τσαλακωμένα. Πήγαν στον γιατρό. Σαν δυο χάννοι που πιάστηκαν στα δίχτυα. Τους είδε αυτός έτσι, τους λυπήθηκε και πήγε να τους παρηγορήσει με τις τρεις ξύλινες λέξεις που ήξερε να λέει. «Τα παιδιά είναι ευτυχία». Όταν άρχισαν να βλέπουν τον υπέρηχο άρχισαν να παίζουν στη γνωστή σκηνή της ταινίας με το ζευγάρι που πάει στο γιατρό και μαθαίνει ότι περιμένει παιδί κι αυτό ξαφνικά ανατρέπει την πλοκή του σεναρίου. Το έπαιξαν όλο σωστά. Τα χαμόγελα, την αγκαλιά, τις δυο τρεις αστείες ατάκες, τη συγκίνηση με γκρο πλαν στο δάκρυ που κύλησε στο σωστό timing. «Ξέρετε πόσα ζευγάρια περιμένουν να ακούσουν αυτά τα νέα που ακούτε εσείς τώρα;». Δεν τους είπε αχάριστους παρόλο που ήταν σίγουροι ότι το άκουσαν. Έφυγαν από το ιατρείο σαν μεσόκοπες γριές. «Πάμε μια εκδρομή, να πάρουμε το αυτοκίνητο και να βγούμε από την πόλη να αναπνεύσουμε». Τελικά πήγαν σπίτι. Σωριάστηκαν στον καναπέ. Χωρίς να το ξέρουν, τότε, αυτή ήταν η πρώτη φλασιά που τους έστελνε το μέλλον. Το να λες πράγματα και να μην τα κάνεις ποτέ, είναι το δεύτερο που φέρνουν τα παιδιά μετά την ευτυχία. Λες εκδρομή και προκύπτει καναπές. Λες πάω να ρίξω έναν ύπνο και προκύπτει αγρυπνία με πυρετό και διαπεραστικό κλάμα. Φεύγεις από το γραφείο με ημικρανία, θες να σκοτώσεις άνθρωπο, έχεις λίστες για το σουπερμάρκετ, τα ρούχα περιμένουν ουρά για να μπουν στο πλυντήριο, ο καβγάς με τον δικό σου ψήνεται κι είναι έτοιμος να ξεχειλίσει από την κατσαρόλα και έρχονται δυο χειλάκια γεμάτα σάλιο και σοκολάτα και σου λένε παραπονιάρικα «πάρκο» και λες ποιος τα χέζει όλα, «φύγαμε, πάρκο».


Άνοιξη εξ αίματος Tης Λένας Κιτσοπούλου

Πάντα μισούσα την άνοιξη. Μισούσα αυτό το άνθισμα στα λιβάδια, αυτήν την καλυτέρευση του καιρού, αυτήν την υπόσχεση καλοκαιριού επάνω στις ριγέ μπλούζες των μελισσών, μισούσα όλες αυτές τις κλισέ εκφράσεις «πάει ο χειμώνας», «άντε σιγά-σιγά να κατεβάσουμε τα καλοκαιρινά», μισούσα που δεν ήξερα το πρωί τι σκατά ρούχα να φορέσω και μισούσα το ενδεχόμενο κατά τη διάρκεια της ημέρας να βρομίσουν οι μασχάλες μου, όπως και την από μέρα σε μέρα αναβολή τού να πάρω επιτέλους την απόφαση να φορέσω τις παντόφλες μου το πρωί, χωρίς κάλτσες. Πιο πολύ όμως απ’ όλα μισούσα αυτό το άνθισμα των λουλουδιών, το οποίο αναγκαστικά το έβλεπα σε όλη του την εξέλιξη, μιας και ζούσα σε χωριό. Τι ήθελε να μας πει δηλαδή το λουλούδι; Ότι μαραίνομαι και ξανανθίζω, μόλις μπει η άνοιξη; Ότι μαραίνομαι και ξανανθίζω κάθε χρόνο, σε αντίθεση με εσάς τους μαλάκες που άπαξ και μαραθείτε δεν ξανανθίζετε ποτέ; Μου φαινόταν άδικο που η θεία Μαρουσώ είχε σουρώσει σαν κουνουπίδι και που κάθε άνοιξη σούρωνε όλο και περισσότερο, ενώ η τριανταφυλλιά στον κήπο της κάθες άνοιξη ξαναγινόταν είκοσι χρόνων κοπελάρα, με τα κοκκινάδια της, με τις χειλάρες της, με την περήφανη κορμοστασιά της και με τα όλα της. Και απορούσα πώς όλοι χαιρόντουσαν, πώς το τρώγανε το παραμύθι ότι κάθε άνοιξη κάτι ξαναγεννιέται, ενώ το μόνο που συνέβαινε ήταν, όλοι τους να είναι κατά ένα χρόνο μεγαλύτεροι. Και μου την έδινε αυτή η δηθενιά της άνοιξης, το ύπουλό της, ντυμένη και στολισμένη, μέσα στο φως του ήλιου της και το μπλε του ουρανού της, κανείς δεν μπορούσε να δει ότι πίσω από όλα αυτά τα φτιασίδια, κρυβόταν μία γριά μάγισσα, ηλικίας εκατομυρρίων ετών, η οποία τελικά έκανε το κέφι της και μόνο το κέφι της και ήταν και ανώμαλη από πάνω. Γιατί ο βασικός λόγος νομίζω που ερχόταν ήταν για ένα δίμηνο μπανιστίρι στις αφυπνισμένες εξ ανοίξεως ερωτικές διαθέσεις ανθρώπων και ζώων κι αυτό με εξαγρίωνε ακόμα περισσότερο και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, εγώ την άνοιξη κλεινόμουν μέσα στο σπίτι μου και το μόνο φως που επέτρεπα στον εαυτό μου, ήταν το ηλεκτρικό. Τους μεγαλύτερους λογαριασμούς στη Δ.Ε.Η., εγώ τους πλήρωνα πάντα την άνοιξη.Έκανα ένα είδος μποϊκοτάζ σε αυτήν την άθλια και κακεντρεχή εποχή του χρόνου και νομίζω ότι το είχε καταλάβει καλά και η ίδια, γιατί με τα χρόνια γινόταν όλο και πιο εκδικητική προς εμένα, ερχόταν δηλαδή σε μεγαλύτερη ένταση πάνω από το δικό μου σπίτι, απ’ ό,τι στα υπόλοιπα, τα φυτά και τα χόρτα στο δικό μου κτήμα φούντωναν περισσότερο απ’ ό,τι στα άλλα, το φως που έπεφτε πάνω στο δικό μου σπίτι ήταν εντονότερο, απ’ ό,τι στα άλλα και γενικά η άνοιξη ήταν πάντα πιο έντονη πιο εμφανής στο δικό μου σπίτι, πιο πολλά πουλιά κελαϊδούσαν στα δικά μου δέντρα, πιο πολλά φύλλα θρόιζαν τη νύχτα στο δικό μου κήπο, πιο πολλές μυρωδιές έμπαιναν μέσα από τα δικά μου παράθυρα και γενικά μία τέτοια καντεμιά με επισκεπτόταν κάθε άνοιξη, η οποία φυσικά δεν ήταν άλλη από την ίδια την άνοιξη, η καντεμιά μεταμφιεσμένη σε άνοιξη, αυτό πια ήταν φως φανάρι, εγώ δεν πίστευα σε καντεμιές και σε μούντζες της ζωής, ήμουν τυχερός άνθρωπος, αισιόδοξος και πολύ ρεαλιστής, δεν είχα τέτοιου είδους μοιρολατρείες και ηλίθιες προκαταλήψεις, ήταν φως φανάρι ότι η άνοιξη μου έκανε αντιπερισπασμό και το είχα αποδεχτεί, παίρνοντας τα μέτρα μου, ώστε να με ενοχλεί όσο το δυνατόν λιγότερο. Ήταν εκείνο το ευλογημένο καλοκαίρι του ’89, που όλα άλλαξαν, εκείνο το καλοκαίρι ήταν το πρώτο που η άνοιξη, έτσι όπως την εννοείτε εσείς οι άνθρωποι, δεν ήρθε. Ύστερα από μία περίοδο χειμωνιάτικου κρύου και ασταμάτητων βροχοπτώσεων, κατά το τέλος εκείνου του Απριλίου, ήρθε απότομα το καλοκαίρι. Ήρθε χωρίς τη μεσολάβηση της άνοιξης, χωρίς προμήνυμα ελπίδας, χωρίς τίποτα, ήρθε βουβό, ζεστό μέσα σε μία θαμπή κιτρινάδα και εγκαταστάθηκε στο χωριό μας, με τη θερμοκρασία του να ξεπερνά τους τριαντά πέντε βαθμούς, με εμένα να κυκλοφορώ ξυπόλητος χωρίς να έχει μεσολαβήσει σκέψη για το αν θα πρέπει να βγάλω τις κάλτσες μου η όχι, ξυπόλητος, χωρίς καν να θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που φόρεσα κάλτσες. Τα πουλιά δεν κελαήδησαν εκείνη τη χρονιά, τα δέντρα στον κήπο μου δεν φούντωσαν, στο χωριό μου δεν άρχισε εκείνο το καλοκαίρι καμία καινούρια ερωτική ιστορία και μάλιστα δύο νεαρά ζευγάρια, ο Παναγιωτάκης με την Κλειώ, και η Αγάθη με τον Χρίστο, οι οποίοι την προηγούμενη άνοιξη είχαν ερωτευθεί σφόδρα παρά τις αντιρρήσεις των οικογενειών τους, εκείνο το καλοκαίρι του ’89 χώρισαν και μάλιστα η οικογένεια της Κλειώς ανακοίνωσε προς μεγάλη έκπληξη όλων, τους αρραβώνες της κόρης τους με τον Φουρλή, τον φαρμακοποιό.

Εγώ φυσικά, περιχαρής, περιφερόμουν τα μεσημέρια ξυπόλητος στην αυλή μου, καταβρέχοντας με το λάστιχο τα πάντα και σφυρίζοντας σκοπούς από αγαπημένα τραγούδια. Ήμουν πανευτυχής κι ας είχα κάθε τόσο τη θεία Μαρουσώ κολλημένη στο συρματόπλεγμα που χώριζε τις αυλές μας, να βαριαναστενάζει και να επαναλαμβάνει κάθε μέρα τις ίδιες φράσεις. Ουφ, ζέστα, ωχ παιδάκι μου, ζέστα από τώρα. Τι θα απογίνουμε τον Ιούλιο; Δεν μας έκανε άνοιξη φέτος ο παλιόκαιρος. Ειδικά αυτό ο τελευταίο, με έκανε να κρυφογελάω κάτω από τα μουστάκια μου, γυρνώντας, φυσικά, την πλάτη μου στη γριά για να μη με δει. Τι να κάνουμε θεία, της έλεγα κι εγώ κάνοντας τον στενοχωρημένο, άλλοι τα ορίζουν αυτά και όχι εμείς οι άνθρωποι και ένιωθα μέσα στο σορτσάκι μου να σαλεύουν τα γεννητικά μου όργανα. Όσο βαρυγκωμούσε η θεία Μαρουσώ στο συρματόπλεγμα, τόσο εμένα πετάριζε η ψυχή μου από χαρά που είχαμε ευτυχώς γλιτώσει από αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, από αυτό το μεσοβέζικο φυσικό γλίστρημα, από το μισερό απομεινάρι μιας χειμωνιάτικης ακόμα αίσθησης στην εκνευριστικά αργή εισχώρηση σε κάτι στενές χαραμάδες καλοκαιριού. Από μία, δηλαδή, άχρηστη περίοδο προετοιμασίας, για ένα απολύτως δεδομένο καλοκαίρι που έτσι κι αλλιώς θα ερχόταν, με λίγα λόγια δηλαδή, από το τζάμπα περίμενε, τζάμπα κρύωνε, τζάμπα ήλπιζε, τζάμπα κάβλωνε. Από τη σιχαμερή άνοιξη.Τους είδαμε και τους παθιασμένους έρωτες της ανοίξεως, παντρέψου τώρα τον Φουρλή πουτανάκι, πάρε τα λεφτά του και τα σπίτια του, αφού πρώτα όμως χόρτασες πούτσα από τον Παναγιωτάκη, τίγκαρες από πούτσα, αυτό ήταν το ειλικρινές και αθώο ερωτικό ξύπνημα της άνοιξης πάνω στο αθώο κορμάκι σου, αυτό να τιγκάρεις καλά καλά από τα νιάτα του Παναγιωτάκη και να πέσεις μετά με τα μούτρα στη χοντρή κοιλάρα του Φουρλή. Για να πάρεις το όνομά του. Και τα ακίνητά του. Αυτά ήταν τα ελικρινή καμώματα της άνοιξης. Ερωτεύτηκαν τα παιδιά, ερωτεύτηκαν, τα έπιασε η άνοιξη. Μα, τόσο ηλίθιοι ήταν οι άνθρωποι, δεν την έβλεπαν την κοροϊδία; Χωρίς να το καταλάβω, είχα από ώρα στρέψει το λάστιχο του ποτίσματος πάνω στη θεία Μαρουσώ, καταβρέχοντας με μανία το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο και όση ώρα έπεφτε με ορμή το νερό πάνω της, άρχισαν πράσινα φύλλα να φυτρώνουν μέσα από τα ροζιασμένα της αφτιά και κλαδιά ανθισμένης αμυγδαλιάς να ξεμυτίζουν σαν σκουλίκια μέσα από τα τριχωτά της ρουθούνια, τα λιγοστά άσπρα της μαλλιά, πύκνωσαν απότομα και φούντωσαν και πρασίνισαν και γέμισαν από κελαηδίσματα πουλιών τα οποία άρχισαν να ξεπροβάλλουν μέσα από τον θεόρατο θάμνο της κεφαλής της και από κει να πηδούν πάνω σε κάτι τεράστια σπυριά στα μάγουλά της, τα οποία πρηζόντουσαν και σκάγανε και ανοίγανε στα δύο και από μέσα τους εξήλθαν κινούμενα κλαδιά και παρακλάδια που απλώθηκαν δεξιά κι αριστερά του προσώπου της σαν κέρατα ταράνδου, κάθισαν τα πουλιά στα κλαδιά και άρχισαν να σκάβουν και να τρώνε με τα μικρά τους ράμφη τις χοντρές ελιές στα μάγουλα της θείας Μαρουσώς, να μαδάνε τις τρίχες από τα κακοσχηματισμένα φρύδια της και σιγά-σιγά να τραβούν ολόκληρα κομμάτια δέρμα από το πιγούνι της και το κούτελό της το οποίο δέρμα τραβιόταν σαν λάστιχο, σαν τσιχλόφουσκα που την τραβάς την τραβάς και δεν κόβεται ποτέ. Καλά λοιπόν το είχα διαισθανθεί εγώ, ότι αυτή ήταν η άνοιξη, αυτή η γριά μάγισσα, αυτή η θεία Μαρουσώ, γι’ αυτό και άνθισε ολόκληρη με το που την πότισα, εμ βέβαια, αυτή ήταν, δεν είχα ξανακούσει ποτέ η θεία κάποιου γνωστού μου στα καλά καθούμενα, εκεί που έκανε ντους να έβγαλε ξαφνικά και μερικές ανεμώνες στον κώλο. Αυτή δεν ήταν ιδιότητα των θειών, αλλά των ανοιξών. Ήταν φανερό ότι η θεία Μαρουσώ ήτανε η άνοιξη αυτοπροσώπως και έτσι που είχε γίνει σαν ματωμένη μύξα με κέρατα και ούρλιαζε από τους πόνους και ουρλιάζανε και τα πουλιά γύρω της, κατάλαβα ότι καμιά φορά η γελοιότητα μπορεί να είναι και θεία σου, παρ’ όλα αυτά, το συγγενικό μου καθήκον υπερίσχυσε και έτρεξα αμέσως στη βρύση να κλείσω το νερό, αλλά ήταν ευτυχώς πολύ αργά πια για να τη σώσω, γιατί αυτά τα ανοιξιάτικα πουλιά της την καταξεσκίσανε και σωριάστηκε η άμοιρη η θεία μου κάτω στο χώμα, αιμόφυρτη και κατακρεουργημένη και πέθανε εκείνο το απριλιάτικο καλοκαίρι του ’89. Την έθαψα στο νεκροταφείο του χωριού μας και αμέσως μετά παραιτήθηκα από άνθρωπος. Τους βαρέθηκα, με κουράσανε οι ελπίδες τους. Παραιτήθηκα και έγινα χνούδι. Σε χαλί. Παρέμεινα στο χωριό γιατί το αγαπούσα το χωριό μου, αλλά ως χνούδι πια.


Οικογενειακό δένδρο Της Έλενας Πάρπα

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς πότε γεννήθηκε. Η μητέρα μου ισχυρίζεται ότι το λαμπρό γεγονός της γέννησης της γιαγιάς μου, αυτού του περίεργου, ημιάγριου πλάσματος, έγινε την άνοιξη του ’29, κατά πάσαν πιθανότητα στις 5 Μαΐου που είναι και της Αγίας Ειρήνης, τη μέρα της ονομαστικής γιορτής της μάνας της – δηλαδή της προγιαγιάς μου. Κάθε φορά που τη ρωτώ, επιμένει με την ίδια απάντηση, την οποία κάθε φορά εισπράττω με δυσπιστία, γιατί ξέρω πως τα γεγονότα κι οι ημερομηνίες της οικογενειακής μας ιστορίας έχουν την τάση να γαντζώνονται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας. Θα μπορούσα, φυσικά, να ρωτήσω την άμεσα ενδιαφερόμενη, αλλά ξέρω επίσης πως αυτή δεν ασχολείτο ποτέ με τέτοιες «ασημαντότητες», πόσο μάλλον τώρα που η ζωή κι οι αναμνήσεις της έχουν καλυφτεί με ένα λεπτό πέπλο ομίχλης. Έχει μήνες να τη δω. Ευτυχώς μου φαίνεται καλά. Λίγο κουρασμένη μόνο, ελαφρώς απούσα. Κάνει σπουδαία μέρα και λέμε να καθίσουμε έξω στον κήπο - θα της κάνει καλό. Πάντως, την θυμάμαι ν’ αγαπά πολύ αυτό το κομμάτι γης, υπερβολικά πολύ. Το φρόντιζε, το πότιζε, το σκάλιζε, το φύτευε. Όπου την έχανες, όπου την έβρισκες, εδώ να παιδεύεται με το χώμα. Είχε και το χάρισμα - να φυτεύει κλωνί και να βλαστά δέντρο, ταλέντο που δεν πέρασε στα γονίδια κανενός μας - αλλά νομίζω πως αυτό που την ευχαριστούσε περισσότερο ήταν να βλέπει τη γη να ομορφαίνει. Αυτό και το να πιάνει φυσικά κουβέντα με τις γειτόνισσες – ή να στήνει καβγά, ένα απ’ τα δυο. Διότι το συγκεκριμένο πλάσμα δεν ήταν ποτέ σαν τα υπόλοιπα. Δεν είχε το θεό του. Αγύριστο κεφάλι, με πείσμα μνημειώδες, στο βωμό του οποίου γονάτισαν πολλοί – ο παππούς μου πρώτος, δεν είχε κι επιλογή - καπάτσα απ’ τις λίγες και φυσικά αθυρόστομη με μια γλώσσα που τσάκιζε πέτρες, όποτε την έβγαζε βόλτα. Εγώ όμως την αγαπούσα. Τη λάτρευα κι ας μην ήταν σαν τις άλλες γιαγιάδες. Κοκαλιάρα, με ύψος 1 και 70 και κορακίσιο μαλλί μέχρι και τα εξήντα της, δεν ήξερε από χάδια, αγκαλιές και καμώματα. Ούτε κι από παραμύθια – εκτός από μια παραποιημένη βερσιόν της Σταχτοπούτας, που θα τη ζήλευε κι ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, όπως και κάτι θρησκευτικές ιστορίες που μας τις έλεγε περισσότερο για να μας φοβερίσει παρά για να μας αποκοιμίσει... Ήξερε όμως ν’ αγαπά - μας το έλεγαν τα μάτια της. Είχε τον τρόπο της κι ήταν ένας τρόπος ειλικρινής και γλυκός. Στον κήπο, το χώμα μυρίζει βροχή. Από βδομάδας μπαίνουμε στην άνοιξη. Πότε γεννήθηκες, γιαγιά, της κάνω τελικά σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βάλω σε τάξη τα γεγονότα του οικογενειακού μας δένδρου. Γυρίζει και με κοιτάει. Έχει αλλάξει πολύ. Της χαϊδεύω το χέρι. Δεν μοιάζει καθόλου με το δικό μου. Έχει μακριά λεπτά δάχτυλα, όμορφα πλατιά νύχια. Το μόνο που κληρονόμησα τελικά απ’ αυτήν είναι τ’ όνομά της, γι’ αυτό και το θεώρησα σπουδαίο, σχεδόν καρμικό, όταν ο γιατρός μου ανακοίνωσε πως τα δίδυμα θα τα φέρω στον κόσμο τη μέρα της δικής μου γιορτής – άσχετο αν μου τα γύρισε μετά. Ένιωσα πως έδινα συνέχεια σε μια ιδιαίτερη οικογενειακή μας παράδοση, αρπάζοντας την άκρη του νήματος σ’ αυτό το γυναικείο γαϊτανάκι που εξακολουθεί να γυρίζει δίνοντας ζωή.


Το παστέλ του (τ)οπίου Tης Εύης Λαμπροπούλου

Το υπερηχητικό μαλλί της Κάιλι, η κάθε διαφορετική τρίχα, πετάει με αυτόνομη κίνηση ολούθε, γεμίζοντας την οθόνη με χρυσαφί, φαινομενικά απαλό, τεχνητά επεξεργασμένο χνούδι. Ο απέναντί μου την παρακολουθεί μ’ ανοιχτό το στόμα. - Σ’ όλους αρέσει η Κάιλι, λέω και χαμογελά με ένα στόμα όλο δόντια. Ο Ρεζά κάθεται στο γραφείο μου με το καινούριο του μαύρο λάπτοπ και το καινούριο του μαλλί, κοντοκομμένο, βαμμένο κορακί, με ένα μικρό ξανθό κοτσιδάκι να ξεφεύγει στο πλάι - ο Ρεζά αλλάζει το μαλλί του κάθε μήνα. Και είναι όλο χαμόγελα, καθώς μου δείχνει το επόμενο βιντεοκλίπ της Κάιλι - ο Ρεζά είναι πάντα όλο χαμόγελα. - Αυτή και η άλλη, η Μαντόνα, λέει, είναι πολύ σέξι. Πάρα πολύ σέξι. Αναρωτιέμαι αν αυτός είναι ο τρόπος του να πει ότι είναι πουτάνες, εφόσον προέρχεται από μια κουλτούρα που βλέπει τις δίχως μαντίλες δυτικές σαν εκφυλισμένες πόρνες - αλλά μου εξηγεί ότι δεν το βλέπει έτσι, ότι για κείνον δεν είναι κακό να είναι κάποια σέξι. Χαζεύουμε άρα και των δύο τα βίντεο κλιπ μέχρι το φαντασμαγορικό τους τέλος κι ενδίδω στην απαγορευμένη χαλάρωση τού να χαζεύω καραεμπορική ποπ με εντυπωσιακά χορευτικά, όλο συνενοχή με τον Κάζιμ που δεν βλέπει τίποτα το κακό στο να χαζεύεις Μαντόνα. Για ανταπόδοση, του βάζω το βίντεο κλιπ του Νικ Κέιβ με την Πι Τζέι Χάρβεϊ και ενθουσιάζεται με το ντουέτο. Στο καπάκι, του βάζω το βίντεο κλιπ του Κέιβ με την Κάιλι, που τον ενθουσιάζει λιγότερο: νιώθω δικαιωμένη. Το Χένρι Λι είναι και κατά τη γνώμη του σούπερ. - Είναι πολύ ερωτικό, χρησιμοποιεί τη σωστή λέξη, αισθησιακό, το λέω σωστά; Και πολύ πολύ ωραίο τραγούδι. Θα μου εξηγήσεις σε παρακαλώ τα λόγια; Ο Ρεζά είναι πάντα ευγενικός και περίεργος για όλα τα πράγματα. Ενδιαφέρεται να μάθει ένα τραγούδι, μια καινούρια σημασία, μια καινούρια λέξη. Και τα ελληνικά του, μέσα σε δυο χρόνια μόνο στην Ελλάδα, σχεδόν τέλεια. Υποτίθεται όμως ότι έχουμε συναντηθεί για δουλειά. Για να μεταφράσουμε μαζί στα αφγανικά μια ευχαριστήρια επιστολή που χρωστάμε στην πρεσβεία για το ελληνοπερσικό λεξικό που μας δώρισαν προσφάτως, επειδή τους είπαμε ψέματα οτι έχουμε και Ιρανούς στο Κέντρο Υποστήριξης Ανήλικων Ασυνόδευτων Προσφύγων όπου δουλεύουμε - εγώ ως κοινωνικός λειτουργός και ο Ρεζά ως μεταφραστής περσικής γλώσσας. Η αλήθεια όμως είναι ότι εδώ έχει μόνο Χαζαρά, την επικρατούσα φυλή Αφγανών που μεταναστεύει προς Ελλάδα. Άμα υπήρχε Ιρανός θα τον πλάκωναν στο ξύλο, αφού όπως μου είναι πια γνωστό, οι Αφγανοί υποφέρουν τα πάνδεινα από δαύτους. Ξεκινώ λοιπόν να δακτυλογραφώ όταν ο Ρεζά, με τον οποίο καλλιεργούμε μια

κλιμακούμενη οικειότητα εδώ και μήνες, βγάζει από το πορτοφόλι του μια φωτογραφία, λίγο ξεβαμμένη, θολή και παλιά: είναι ο ίδιος μικρότερος, ένα μακρόστενο καστανό αγόρι, όχι ακόμα τόσο ψηλό, που κρατά ένα όπλο μέσα σ’ ένα λιβάδι από χρωματιστά λουλούδια. Πίσω του το φοβερά γραφικό Μικρό Σπίτι Στο Λιβάδι, κι ένα καλύβι απ’ όπου ξεπροβάλλουν αγελάδες. Στο βάθος ένα ψηλό μυτερό βουνό. Το όλο πράγμα βγαίνει ειδυλλιακό και θαυμάζω την αντίθεση, ένα αγόρι με όπλο μέσα στα λουλούδια: είναι σαφές το αντιπολεμικό μήνυμα, ο συμβολισμός: τα λουλούδια εξακολουθούν να ανθίζουν μέσα στον πόλεμο και το ωραίο αγόρι είναι χαρούμενο, ευθυτενές σαν κοτσάνι με ένα χαμογελαστό κεφάλι στην κορυφή: το λουλούδι. Το «λουλούδι», που είναι πια είκοσι τριών χρόνων, κοιτά τη φωτογραφία λυπημένο. Υποθέτω ότι πρόκειται για τα κτήματα και το πατρικό του στο Αφγανιστάν, οπότε ρωτάω, αφελώς, αν ήταν για κυνήγι. - Κυνήγι; λέει ο Ρεζά και τα μεγάλα χείλη του ανοίγουν σ’ ένα χαμόγελο. Αυτό που βλέπεις εκεί δεν είναι τουφέκι. Είναι ένα ρώσικο όπλο, δες τις σφαίρες που κρέμονται από κάτω, παίρνει πολλές, είναι απ’ αυτά που πυροβολούν στη σειρά, τους σκοτώνει όλους γύρω-γύρω. Πώς το λένε αυτό; - Τους γαζώνει, τους καθαρίζει, προτείνω. Κοιτάζω καλύτερα και πράγματι, εδώ που τα λέμε είναι τεράστιο. Αμάν, κρατάς ένα Μπαζούκας� φωνάζω. - Δεν είναι μπαζούκας, τα μπαζούκας είναι κάπως αλλιώς, σαν σωλήνες. - Καλάσνικοφ� ονομάζω το δεύτερο όπλο που μου έρχεται στο μυαλό. - Δεν θυμάμαι πια πώς το λένε, αλλά είναι για πόλεμο, όχι για πουλιά. Σίγουρα, σκέφτομαι, αυτό το κανόνι δεν είναι για κοτσύφια. Πάντως είναι ρομαντικό το σκηνικό, μέσα στα κόκκινα, λευκά και μοβ λουλουδάκια. Κάπως σαν το βιντεοκλίπ της Κάιλι, που κυλιόταν πριν στα νούφαρα και στους παστέλ βάλτους. Διατελώ ακόμα παραμυθιασμένη ώσπου ο Ρεζά εξάπτεται. - Λουλουδάκια; Καλά, δεν βλέπεις τι είναι αυτά; Δεν είναι λουλουδάκια. - Είναι παπαρούνες, λέω χαρούμενη και επιτέλους η επιφοίτηση μού έρχεται: παπαρούνες οπίου� Μαλάκα� Είναι φυτεία ναρκωτικών στο Αφγανιστάν, βουνό ολάκερο κι ο Ρεζά χεσμένος πλην χαμογελαστός, τη φυλάει. Είναι δεκαέξι χρόνων και τα μπατζάκια του τζιν του είναι μέχρι τα γόνατα χωμένα στο άγουρο, ασύλλεκτο όπιο. Η φωτογραφία απομυθοποιείται. Το όπλο είναι τεράστιο στα δεκαεξάχρονα χέρια και το χαμόγελο αυτοπεποίθησης είναι χαμόγελο τρελού πανικού στην ουσία. - Πού να στα λέω, λέει ο Ρεζά. Εμένα, όταν συμβαίνουν τα τρομερά πράγματα στη ζωή μου, είναι πάντα άνοιξη.


Όταν ανοίξει ο καιρός Του Χρήστου Αστερίου

Είναι μέρες τώρα που βρέχει συνέχεια, η βροχή λες και δεν έχει σταματημό. Περνώ τις ώρες μου στο σπίτι χωρίς διάθεση να βγω παρά μόνο για τη δουλειά τα πρωινά και για τα απολύτως απαραίτητα νωρίς το απόγευμα. Η πιθανότητα να γυρίσω μούσκεμα αν παρασυρθώ και τολμήσω κάποια βόλτα στα γύρω μονοπάτια είναι πολύ μεγάλη κι έτσι το μόνο που κάνω είναι να αμπαρώνομαι μέσα. Μόλις παίρνει να σουρουπώνει (και να ξέρεις πως σκοτεινιάζει πολύ νωρίς εδώ στα ψηλά) κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή με το τζάκι να καπνίζει πίσω μου και τη βροχή στ’ αριστερά μου απαράλλαχτο σκηνικό. Μισώ τη βροχή και το ξέρεις. Πάντα τη μισούσα. Ας κάνει όσο κρύο θέλει εδώ πάνω, δεν θα με πειράξει καθόλου. Είμαι μαθημένος στο κρύο, μόνο να πάψει να βρέχει, αυτό θα μου έφτανε τώρα. Μια παύση έστω, μια μικρή ανακωχή με τον καιρό. Αλλά ποιος μ’ ακούει εμένα; Να, ακόμα και τώρα που σου γράφω έχει πιάσει ψιλόβροχο. Η φωτογραφία σου είναι στο μαγνήτη του ψυγείου στο ίδιο όπως πάντα σημείο κι αυτό κάνει την απουσία σου άλλες φορές λιγότερο επώδυνη κι άλλες φορές πιο δύσκολη απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Τελικά αυτό που αιχμαλωτίζει η συγκεκριμένη φωτογραφία δεν είναι μόνο το πρόσωπό σου ούτε μόνο τη στιγμή που τραβήχτηκε. Μου φαίνεται πως έχει κλέψει και λίγη από την αύρα σου, την έχει αποθηκεύσει στο τετράγωνό της όπως κάποιο άρωμα σφραγίζεται σ’ ένα μπουκάλι που μπορείς να το πάρεις παντού μαζί σου και να το μυρίζεις. Έτσι κι εσύ είσαι πάντα μαζί μου στην κουζίνα, τις ώρες που περνώ διαβάζοντας στο τραπέζι ακόμα και τις στιγμές που τρώω με χαμηλή μουσική να με συνοδεύει από το στερεοφωνικό του σαλονιού. Είσαι πάντα απέναντι και με κοιτάζεις. Δεν μιλάω καθόλου εδώ μέσα όπως είμαι τώρα και όπως ζω τους τελευταίους μήνες. Ξέρω πως δεν σε εκπλήσσει αυτό που σου λέω, αλλά νιώθω πως πρέπει να στο πω. Ανοίγω κουβέντες με τον εαυτό μου και οι σκέψεις, χωρίς ν’ αρθρώνονται ποτέ, γίνονται λόγια στο κεφάλι μου που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους ήχους των πραγμάτων στο δωμάτιο: στο άνοιγμα της πόρτας του ψυγείου, στο τρίξιμο της εξώπορτας, στο σκάσιμο του νερού πάνω στο

αλουμινένιο κοίλο του νεροχύτη. Όλα στο κεφάλι μου, στο μυαλό μου, διαφωνίες, φράσεις, συνειρμοί. Ύστερα στο χαρτί αν ευτυχήσουν να επιζήσουν περισσότερο απ’ την αναλαμπή του δευτερόλεπτου και αντί να σβήσουν σαν στιγμιαία σπίθα που δεν άντεξε το αεράκι του έξω κόσμου γίνουν πυρκαγιά που φούντωσε και εξαπλώθηκε τριγύρω. Είναι μια παράξενη θητεία αυτός ο χειμώνας και θα χρειαστεί όλη μου τη δύναμη για να βγω νικητής. Το σώμα μου περνά τη δοκιμασία του, το δέρμα μου σφίγγει και ξεραίνεται στην άκρη της παλάμης και πίσω απ’ τους αγκώνες μου, τα χείλη μου σκάνε, τα κόκαλά μου τρίζουν στο περπάτημα, πονούν με την υγρασία της εξοχής. Κάθε μέρα ζω με την ελπίδα της άνοιξης που ελπίζω πως θα εισβάλει θριαμβευτικά και θα με φέρει κοντά σου. Δεν θ’ αργήσει πολύ. Φαντάζομαι μια άνοιξη στην πόλη. Θα ντυθούμε ανάλαφρα και θα χαθούμε στις λεωφόρους και στους πεζόδρομους. Θα χαζεύουμε πλανόδιους πωλητές και μουσικούς στις γωνίες, περιπλανώμενες μπάντες από το Μεξικό με πολύχρωμες κάπες και καλαμένια φλάουτα, θα ταΐζουμε περιστέρια από μια πάνινη σακούλα. Ένα καρναβάλι του δρόμου, ένας αντίστροφος χειμώνας, ένα ανάποδο φθινόπωρο θα είναι κι εμείς θα προσποιούμαστε πως δεν προηγήθηκε τίποτα, πως όλα ξεκίνησαν μόλις εκείνη τη στιγμή. Η άνοιξη θα μπει μ’ ένα τεράστιο λουλουδένιο άρμα στη ζωή και θα μας απαλλάξει από κάθε δύσκολη σκέψη. Η μυρωδιά του καμένου ξύλου θα γίνει άχνα από μαγιάτικα λουλούδια. Το χιόνι πρωινή αύρα στο παράθυρο. Η ομίχλη δροσιά στα φύλλα. Εδώ βράδιασε κιόλας. Ξεχάστηκα μπροστά στην οθόνη και με πήρε η ώρα. Σε λίγο θα δυναμώσω τη φωτιά και θα μαζευτώ στη γωνιά μου ξανά. Είναι ζεστή η αγκαλιά του σπιτιού σήμερα. Νιώθω καλά μέσα εδώ όταν μαίνεται η καταιγίδα και οι στάλες μου χτυπούν το τζάμι. Σ’ αφήνω τώρα. Δεν έχω άλλα γι’ απόψε. Θέλω να κοιμηθώ κι όταν ξυπνήσω αυτές οι στάλες να έχουν γίνει νερά της άνοιξης. Αν γυρίσεις κι έχεις ακόμα ανοικτό τον υπολογιστή γράψε μου μια λέξη. Θέλω άλλη μια ευκαιρία για επιστροφή. Όταν ανοίξει ο καιρός θα κατέβω.


Δαιμονική αυγή Του Χρίστου Χρυσόπουλου

... faileth now even the dream the dreamer, /and the lute the lutanist. -Francis Thompson [The Hound of Heaven]

Στον αέρα πλανιέται ζεστή μυρωδιά σοκολάτας. Ο ουρανός σκουραίνει γρήγορα και μαβιές πινελιές ενός πένθιμου σούρουπου καλύπτουν το γαλάζιο φόντο του απογεύματος. Ξεχύνεται η νύχτα από το βάθος του ορίζοντα στα ανατολικά, πέρα από την κοιλάδα. Οι λόφοι, τυλιγμένοι στο σκούρο κυπαρισσί τους πάπλωμα, αναδίδουν αρώματα από κουκουνάρι, ρετσίνι και φρέσκο υγρό χώμα. Μυρωδιές ξυπνημένες από την ψυχρή υγρασία του δειλινού. Μέσα στις πτυχές των βράχων και πίσω από τις πιο βαθιές χαράδρες, εκεί όπου το φως έχει ήδη νικηθεί, λικνίζονται νωχελικά ολόλευκες φούχτες παχιάς ομίχλης. Την κοιλάδα κατακλύζουν πεύκα και φουντωτοί θάμνοι, μια πυκνή θάλασσα κλαδιών και φύλλων. Αδιαπέραστη, ανίκητη. Μόνο μερικοί βράχοι ξεπροβάλλουν αιχμηροί και ολόγυμνοι, υπενθυμίζοντας την αγριότητα ενός τοπίου που ξεγελά με την επιφανειακή γαλήνη του. Και η ομορφιά σε μαγεύει. Το φως ολοένα σβήνει. Όσο περνούν τα λεπτά, πλησιάζουν ουρανός κ��ι γη, αγκαλιάζονται σφιχτά. Οι κορυφές των βουνών χάνονται στον ουρανό, διαπερνώντας τον νυχτερινό θόλο. Λιώνουν μέσα του ή συγχωνεύονται μαζί του με τρόπο παράδοξο, έτσι που - θαρρείς - η γη υψώνεται στο στερέωμα ή ίσως είναι ο ουρανός που βυθίζεται αθόρυβα πίσω από τον ορίζοντα. Είναι η ώρα της απόλυτης σιγής ανάμεσα σε μέρα και νύχτα. Εκείνες οι μετέωρες στιγμές της απόλυτης σιωπής όταν τα πλάσματα της ημέρας αποτραβιούνται στις κρυψώνες τους και εκείνα της νύχτας δεν έχουν ακόμα βγει στο σκοτάδι. Τα σύννεφα στάθηκαν ακίνητα. Ο άνεμος κρατά την ανάσα του. Απόλυτη απραξία σκεπάζει τα πάντα. Βαριά σιγή, ώστε νομίζεις ότι μπορείς να ακούσεις τη γη να στροβιλίζει την ασύλληπτη μάζα της. Μα είναι μόνο μια απατηλή εντύπωση. Ο ήλιος έχει πια αποτραβηχτεί. Μόνο χαμηλά στον ορίζοντα και στις πλαγιές των βουνών απομένει ένα λεπτό αχνοφέγγισμα που γλιστρά φιδίσια σαν υδράργυρος ανάμεσα στα σύννεφα. Στα δεξιά, κοντά στην κορυφή, μόλις που διακρίνονται τα ερείπια ενός κάστρου. Μερικές ξεδοντιασμένες επάλξεις και μισογκρεμισμένα χορταριασμένα τείχη. Το κάστρο βυθίζεται στην ανήλιαγη πλαγιά, ύστατο απομεινάρι μιας αρχαίας Ατλαντίδας. Μυστικό, τρομαχτικό και μακάβριο. Μια τελευταία ανάσα και νύχτωσε. Σκοτάδι. Αυτή είναι η ανοιξιάτικη νύχτα. Ουρανός χωρίς άστρα. Λόφοι που εξακοντίζουν τις κορυφές τους στο διάστημα. Χαράδρες απότομες για να βουτά ο ουρανός βαθιά στο χώμα. Όρια δυσδιάκριτα που χάνονται. Μια αδιαπέραστη αυλαία υφασμένη από βαρύ βελούδο. Και πίσω της, μια ζωή κρυφή. Πατήματα και βήματα, ψίθυροι, ανάσες και ουρλιαχτά. Όλα μες στο σκοτάδι. Έχει νυχτώσει. H νύχτα αλλάζει τη ροή του χρόνου. Τη συνθλίβει σε μια

στιγμή. Την απλώνει στο άπειρο. Την κρύβει στο απόλυτο σκοτάδι. Τη σταματά. Νύχτωσε από ώρα ή ίσως πριν από μια στιγμή και μόνο. Ένα μακρινό, αχνό κίτρινο φως φάνηκε έξαφνα καταμεσής στο θεοσκότεινο πρανές του Πράσινου Βουνού. Έστριψε από κάποιο φιδίσιο γύρισμα του δρόμου και άρχισε να ελίσσεται στο χάος. Ένα ελάχιστο φέγγισμα σαν μοναχικός γλόμπος. Μοιάζει από μακριά με πεταμένο τσιγάρο που σιγοκαίγεται. Είναι το βραδινό λεωφορείο. Το τελευταίο δρομολόγιο. Το γερασμένο όχημα κατρακυλά στις απότομες κατηφόρες διαπερνώντας τους σκοτεινούς λόφους, ισορροπώντας στα χείλη των φαραγγιών. H δέσμη από τους σκουριασμένους προβολείς του τρυπά την καλοκαιριάτικη νύχτα. Το βράδυ της Παρασκευής είναι μια περίεργη ώρα. Είναι μια μετέωρη προσδοκία που μοιάζει να εξαντλείται. Αυτό το βράδυ ο οδηγός κρατά το τιμόνι με επιφύλαξη. Απόλυτο σκοτάδι απλώνεται εμπρός του. Ο ουρανός κρύβει τ’ αστέρια του και μόνο τα φανάρια του λεωφορείου διαχέουν το σκουριασμένο, κίτρινο φως τους στην άσφαλτο. Ο οδηγός πατά ελαφρά το πεντάλ του φρένου. Σβήνει τους προβολείς. Τα φώτα των καθισμάτων ήταν από ώρα σβηστά. Το λαμαρινένιο τέρας κυλά στο δρόμο τυφλά. Μόνο ένα μικρό κόκκινο λαμπιόνι στο κοντέρ τρεμοπαίζει σαν κερί ή καντήλι. H μηχανή σβήνει κι αυτή με ένα βραχνό βόμβο που μοιάζει με αναστεναγμό. Το τελευταίο μικροσκοπικό λαμπιόνι σκοτεινάζει. Το λεωφορείο γίνεται μια μουντζούρα που κατρακυλά πάνω στη μελανή μονοχρωμία του βουνού. Οι σκιές των βουνών φτιάχνουν δαντελωτά περιγράμματα, τα πεύκα λικνίζονται σαν χάδια και το σκελετωμένο κάστρο μοιάζει με γαλέρα ναυαγισμένη στη βουνοκορφή. H ανοιξιάτικη νύχτα μοιάζει απόκοσμη. Μαγική σαν όνειρο. Στο ορεινό χωριό τα παράθυρα μένουν σφαλιστά, καλά κλειδωμένα. Και τα υγρά σαν καθρέφτες πεζοδρόμια. Τα φυλλώματα και οι τριανταφυλλιές στους κήπους βαραίνουν από την πάχνη. Τα σπίτια κοιμούνται ή ίσως και να έχουν κρυφτεί κάτω από τα σκεπάσματα. H υγρασία στάζει από τα κεραμίδια. Ένα ξερό φύλλο που άφησε το κλαδί του πεταρίζει στο κενό προτού ακουμπήσει στο χώμα. Καθαροί ήχοι, κρυστάλλινοι, σύντομοι. Στην παιδική χαρά η αλυσίδα της κούνιας έτριξε. Πίσω από κάποιο σφαλιστό παράθυρο ένα νιαούρισμα ακούγεται σαν βουητό ανέμου. Επίμονο, βραχνό. Μακρόσυρτο και λυπηρό. Σαν παιδικό παράπονο. Σε λίγο ξημερώνει πάνω από το βουνό. Άρχισε να τραβιέται η γη κι ο ουρανός να απλώνεται. Χαμήλωσαν οι λόφοι και οι χαράδρες στένεψαν. Όλα ξυπνούν από την αρχή. Στον αέρα πλανιέται μια ζεστή μυρωδιά σοκολάτας. Όμορφη. Διαβολικά όμορφη. Δαιμονική αυγή.


Χάρτινο το Του Αντώνη

Όταν με ερωτεύτηκε έμπαινε η άνοιξη, εγώ ήμουν σχεδόν τριάντα πέντε και εκείνη βέβαια πολύ μικρότερη αλλά είδα την αγάπη ολοφάνερη στα μάτια της, μια αγάπη άδολη, μωρού παιδιού αγάπη. Της είπα πρώτος το σ’ αγαπώ, ήμουν αρκετά μεγάλος πια για να περιμένω, για να αφήνουν να περνούν άπραχτες οι μέρες, αφανέρωτα τα αισθήματα, «έλα να σου πω» της φώναξα, «έλα να σου πω ένα μυστικό» και κάνοντας χωνί τα χέρια μου έσκυψα στο αφτί της και χαμηλόφωνα της είπα «αγαπώ σε, αγαπώ σε, αγαπώ σε, αγαπώ σε, αγαπώσεαγαπώσεαγαπώσεαγαπώσε», το πρόσωπο της φωτίστηκε, έγινε όλο ένα χαμόγελο, δεν μου είπε τίποτε, μόνο άκουγε και γέλαγε, στο τέλος έβαλε το χεράκι στο στόμα «σσς» έκανε, δεν άντεχε μάλλον τόση χαρά, «σσς» και μου έκλεινε το στόμα, εγώ όμως συνέχιζα, είχα τόσα «σ’ αγαπώ» μέσα μου κρυμμένα, άλλα που δεν είπα όταν έπρεπε και άλλα φρέσκα και ώριμα που τότε δεν είχα πού να τα πω, μια και βρήκα την ευκαιρία θα τα έλεγα� και ήξερα και πως όλα αυτά τα σσσς, δεν ήταν παρά νάζια και καμώματα, ήταν χαρούμενη και εγώ το ίδιο χαρούμενος ήμουν. Με αγκάλιαζε, με τα μικρά της χεράκια τυλιγόταν γύρω από το λαιμό μου και με κοίταζε θαρραλέα κατευθείαν στα μάτια, κατευθείαν μέσα μου, «κολλήσαμε, κολλήσαμε» φώναζε και γελώντας έκανε τάχα πως τραβούσε να ξεφύγει και δεν μπορούσε, γελώντας καμωνόμουν και εγώ το ίδιο, μέναμε εκεί ο ένας στα μάτια του άλλου ώρες, μέρες, αιώνες ολόκληρους, μέχρι που μια φωνή, κάποιος τρίτος που εμφανιζόταν μας χώριζε και «στη ζωή αυτό γίνεται» της έλεγα σοβαρά - σοβαρά και «όταν μπλεχτούν στους δυο, τρίτοι και κάποτε η κοινωνία ολόκληρη, χωρίζουν οι άνθρωποι και εκεί που ήταν «εμείς» γίνονται δυο ξένοι, κατάλαβες;» ρωτούσα, ευτυχώς δεν με καταλάβαινε- συνήθως όμως «ετοιμάσου» της φώναζα, «φύσα�» και φυσούσε και φυσούσα και εγώ και μου έφευγε από τα χέρια και σαν πούπουλο που παίρνει ο άνεμος πετούσε ανάλαφρα εκεί μπροστά μου, φοβόμουν μη μου φύγει και ησύχαζα μόνο όταν κατέβαινε απαλά δίπλα μου και «έλα πάλι» φώναζε και τυλιγόταν ξανά στο λαιμό μου, αφηνόταν ολόκληρη στο παιχνίδι μας και σε μένα. Τόση εγκατάλειψη, τόση απόλυτη εμπιστοσύνη, ήταν πράγματι απίστευτη, με τρόμαζε αλλά και τη χαιρόμουν, ήξερα, ήμουν αρκετά μεγάλος να ξέρω πως τέτοια εμπιστοσύνη θα ήταν δύσκολο πια να συναντήσω ή να δώσω. Άφηνα λοιπόν να ήμουν για εκείνη ο κόσμος όλος και έστω για το λίγο που ήμουν μαζί της γινόταν και εκείνη ο κόσμος μου όλος, πως έμεναν πίσω, έτσι απλά, προβλήματα, σκέψεις, ευθύνες, γιατί να μην μπορούσα το ίδιο απλά να έπραττα σε όλες μου τις αγάπες; Και ήξερα πως αυτή η απόλυτη, αποκλειστική αγάπη ήταν μια ψευδαίσθηση όπως ψευδαίσθηση είναι να πιστεύεις σε οτιδήποτε «απόλυτο» ή καλύτερα ήταν ταυτόχρονα και πραγματικότητα και ψευδαίσθηση, πως έτσι ένιωθε εκείνη την ώρα αλλά σίγουρα δεν αγαπούσε μόνο εμένα αλλά και άλλους και γι’ αυτό ζήλευα, δεν μιλώ για τους υπόλοιπους μεγάλους που την περιτριγύριζαν, αυτούς τους συμπονούσα αφού όπως και έμενα αδέξια προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοιά της και το χαμόγελό της, ένα παιδικό χαμόγελο το καλύτερο φάρμακο για τη θλίψη και τη μιζέρια τού κάθε μέρα. Ζήλευα τον Αλέξη, που ήταν ξανθός και συνομήλικός της και με τον οποίο έκανε συνέχεια παρέα, μπορεί να ήταν ένας σάχλας που σαλιάριζε μάλιστα και παιδιάριζε σαν χαζός αλλά εγώ τον ζήλευα, αυτός βλέπεις μπορούσε να ήταν πάντα τόσο χαρούμενος και είχε και μάτια γαλανά και ήταν και πιο μικρός μου και τι θέλετε; λογική


φεγγαράκι Γεωργίου

στη ζήλια; Θυμάμαι ένα μεσημέρι είχαν έρθει κάποιες φίλες στη μάνα μου να φάμε, ήταν και εκείνη εκεί, καθίσαμε και στα πολλά που λέγαμε πώς ήρθε η κουβέντα δεν ξέρω «ποιος από όλους μας είναι ο πιο όμορφος» την ρωτήσανε, εκείνη αφού μας κοίταξε προσεχτικά ως άλλος Πάρις επίσημα απένειμε το μήλο: «ο Αλέξης» φώναξε, «μα ποιος είναι αυτός;» γέλασαν όλοι, όλοι αλλά όχι εγώ, «ε φίλος μου, παίζουμε μαζί» εξήγησε, «μα και εμείς Κυριακή μου παίζουμε», ήθελα να της φωνάξω και εμείς παίζουμε. Ήταν η Κυριακή των φεγγαριών. Όχι επειδή τραγουδούσε το «φεγγαράκι μου λαμπρό», αλλά αυτό όλοι μας κάποτε το τραγουδούσαμε και ας μην το θυμόμαστε πια, δεν είναι και το μόνο παιδικό που ξεχάσαμε. Έμενε ακόμα εκστατική μπροστά στο φεγγάρι, ξαφνιαζόταν, μπορούσε ακόμα και ξαφνιαζόταν, περισσότερο όταν ήταν μεγάλο και πανσέληνο, «το φεγγάρι�» έλεγε και άπλωνε το χέρι της να το αρπάξει, «το φεγγάρι�» και ήταν σαν να ’ταν η λέξη αυτή το πιο ωραίο ποίημα που γράφτηκε ποτέ για ένα φεγγάρι. Φεγγάρια όμως είχαμε και στο σπίτι, ήταν ένα φωτιστικό, κινέζικου στιλ και το αμπαζούρ του από ένα διάφανο υλικό ζωγραφισμένο με αστέρια και φεγγάρια. Όταν θερμαινόταν γύριζε και τότε οι τοίχοι, το ταβάνι γέμιζαν φωτεινά άστρα και φεγγάρια, εμείς καθόμασταν δίπλα –δίπλα και βλέπαμε και γελούσαμε, «φεγγάρι�» έλεγε και γελούσε, «φεγγάρι�» έλεγα και γελούσα, «φεγγάρι�» έλεγε πάλι, «φεγγάρι�» συνέχιζα εγώ και πάλι γελούσαμε, τώρα γιατί γελούσαμε δεν ξέρω και δεν μου χρειαζόταν να ξέρω. Και ήταν τέλος ακόμα ένα φεγγάρι, εκείνο του Χατζιδάκι, με είχε πιάσει μάλλον το «έντεχνό» μου, θυμήθηκα με συγκίνηση πως παλιά άρεσε και στη Στέφανη, της το σιγοτραγούδησα εγώ στην αρχή «χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά» μετά έβαλα το Cd να το ακούσει, αυτό ήταν, έγινε το τραγούδι μας, πάλι έτσι απλά, όπως απλά πλάθουν οι αγαπημένοι σύμβολα και κώδικες μόνο για δυο. Μια μέρα ενώ έτρεχα για τη δουλειά, εκείνη επέμενε να ακούσει το «φεγγαράκι», το έβαλα και έκανα να φύγω, αλλά «όχι, όχι» μου είπε, ήθελε να το ακούσουμε μαζί, είχα αργήσει μα τι να κάνω; μόλις τέλειωσε «ξανά» μου φώναξε και με τις πρώτες νότες άρχισε να χορεύει, πήγαινε μια δεξιά, μια αριστερά, κουνούσε τα χέρια, έγερνε το κεφάλι της πίσω, σαν να χόρευε μπαλέτο, κάπου μάλλον τα είχε δει αυτά ή μήπως τα δημιουργούσε εκείνη την ώρα; «φεύγω» της είπα, «έφυγα, το μωρό είναι πάνω» είπα και στη μάνα μου, είχα όμως ξεχάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο δωμάτιο και έτρεξα πίσω· τη βρήκα να συνεχίζει το χορό της, απορροφημένη και τόσο σοβαρή, τα χεράκια της ψηλά να τα κινά εδώ και εκεί, να κάνει μικρά πηδηματάκια και χαριτωμένα να δίνει γύρους σε όλο το δωμάτιο, «αν με πίστευες λιγάκι θα ήταν όλα αληθινά» έμεινα να την κοιτάζω σαν χαζός, όταν με είδε χαμογέλασε και συνέχισε να χορεύει μόνη σαν να μου έλεγε με τη σοφία των τριών χρόνων της, α θείε� (και ας μην είπε ποτέ έτσι) α Αντώνη�, εδώ είναι η ουσία, εδώ� και όχι εκεί που τρέχεις, «δίχως τη δική σου αγάπη, είναι ο κόσμος πιο μικρός». Περνώντας αργότερα με το αυτοκίνητο από την παραλία απέμεινα να κοιτάζω τις ακακίες που ολοκίτρινες φούντωναν ήδη μπροστά στη θάλασσα, πότε πρόλαβαν; Η θάλασσα βαθύ μπλε, αγριεμένη ήταν, φυσούσε, στον ορίζοντα σύννεφα άσπρα, γκρίζα, μαύρα, άλλαζαν χρώμα και σχήματα, οι γλάροι είχαν βγει προς τα έξω και πετούσαν πάνω από την πόλη, φαίνεται πως ταραζόταν ακόμα ο καιρός, φαίνεται πως το φως ήθελε ακόμα πολλή αγάπη για να γίνει άνοιξη.


Γιασεμί Του Δημήτρη Σωτάκη

Στη Βανέσσα Σαν ένα παραλήρημα, ένα τόσο δα μικρό όνειρο, που μπορείς να το χωρέσεις μέσα σ’ ένα σπιρτόκουτο, έρχεται κάθε τόσο αυτή η σκηνή και κολυμπά μέσα στο αίμα μου και τότε ξυπνάω από ένα λήθαργο που ακόμη δεν έχω καταλάβει αν κρατά αιώνες ή αν μόλις τώρα γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία να κλείσω τα μάτια μου και να γεννήσω εκείνο το μικροσκοπικό όραμα. Είμαι εγώ, αυτός που αντιλαμβάνομαι ως εαυτός μου. Το κρύο, στην καρδιά εκείνου του φοβερού χειμώνα που κατάπιε τον τόπο, ξερίζωσε τη γη απ’ τη θέση της, το ψύχος και η αδιάλειπτη πλημμύρα του χιονιού, που σαν λυσσασμένο αγρίμι κατασπάραξε την τάξη και την αρμονία του κόσμου και των σωμάτων. Μέσα σε εκείνον τον εφιαλτικό χιονιά έζησα για χρόνια, για μια μόνο στιγμή. Τα θυμάμαι όλα. Το χιόνι είχε τυλίξει το σώμα μου σαν μια άθλια παλιά κουβέρτα, ένα αφιλόξενο δυσκίνητο πέπλο που το κουβαλούσα σε κάθε αργοκίνητο βήμα, θύμα των ουράνιων εντολών, νωθρός και άβουλος. Κολυμπούσα στο χιόνι. Τα χέρια μου κατάκοπα κουπιά, συντρίβονταν συνεχώς σαν ξερά κλαδιά και σαν και τώρα ορκιζόμουν ότι θα σταματούσα πια αυτό το μαρτύριο, θα παρέμενα σε μια γωνιά της χιονισμένης μου πατρίδας, θα έβαζα ένα τέλος σ’ αυτή την απροσδιόριστη πορεία, η κούραση με είχε σακατέψει και ας έμενα για πάντα εκεί, αυτό έλεγα καθώς σταματούσα να πάρω μια σύντομη ανάσα, να κλέψω λίγο ύπνο απ’ τον χρόνο εκείνης της μάταιης διαδρομής προς το χειμώνα. Όμως δεν σταμάτησα. Δεν ήταν εύκολο. Το δέρμα μου είχε γίνει ένα με το χώμα, δεν ήμουν εγώ παρά μια ανάμνηση του εγώ μου, ήμουν ο τυφλοπόντικας του χιονιού, ένα θλιβερό τρωκτικό, τόσο αστείο, έτσι όπως πάσχιζε να απεγκλωβιστεί από τον αιώνιο παγετώνα, από μια μοίρα δικαστή που ορίζει τη ζωή σου με ένα ανεπαίσθητο νεύμα. Στ’ αλήθεια, δεν ήμουν σίγουρος αν ζούσα μέσα σ’ εκείνο το όνειρο, αν ήμουν μέλος ενός τραγικού θιάσου ή αν πράγματι όλα συνέβαιναν σε μια πραγματική γραμμική σειρά της ζωής μου. Πώς μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος τόσο κρύο; Εγώ προχωρούσα σε μια δύστροπη κανονικότητα, την κανονικότητα ενός οράματος ή μάλλον στους ρυθμούς ενός ονείρου που εξελίσσεται, δηλαδή τίποτα δεν ήταν προβλέψιμο σ’ αυτή τη μάχη μου με τoν χειμώνα τύραννο. Δεν το αντιλαμβανόμουν ως φως το φως του χιονιού. Βρισκόμουν κοντά στα όρια της τύφλωσης, θα έλεγα. Γιατί έτσι το δεχόμουν εκείνο το φως, ήταν περισσότερο μια λαμπερή ακτίνα που με βύθιζε ακόμη χαμηλότερα στην απελπισία και στον αποπροσανατολισμό. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι δεν είχε απομείνει κανείς γύρω μου. Ναι, ήμουν ο μοναδικός κολυμβητής, ένας άνθρωπος που θα άφηνε την τελευταία του πνοή στο απρόσωπο ψύχος. Δεν θα άντεχα άλλο, υπάρχει πάντα ένα αόρατο σύνορο στον πόνο. Θέλω να το εξηγήσω. Άκουσα πρώτα τη φωνή κι ύστερα αντίκρισα ένα κομμάτι δέρματος, τόσο πολύ που τρόμαξα ότι τώρα, να, φαντάζομαι και λέξεις, ήχους, έρχονται να με πάρουν μια για πάντα απ’ αυτόν τον παγωμένο, αποκρυσταλλωμένο κόσμο. Ήρθε το τέλος, σκέφτηκα και μαζί η αιώνια επικράτηση του παγετού. Δάγκωσα τα χείλη μου και έκλεισα σαν αυτοσχέδιες

ασπίδες τις παλάμες μου, σταμάτησα το κολύμπι. Ο τρόμος εγκαταστάθηκε μέσα μου σαν ένα ισχυρό δαιμόνιο και όσο αφηνόμουν ελεύθερος στη ροή του χιονιού, τόσο τον αποδεχόμουν, χωρίς να διαμαρτύρομαι. Τότε άκουσα εκείνη τη φωνή, μία δυο φορές την ίδια λέξη, μέχρι που την άκουγα πλέον δίπλα μου. «Χουμίλ...Χουμίλ...». Δεν αντέδρασα, είχα τα μάτια μου κλειστά, τώρα τα ξωτικά του ψύχους θα είχαν στήσει χορό πάνω απ’ το σώμα μου, τα προεόρτια του αφανισμού μου. «Τι θα γίνει επιτέλους, θα ανοίξεις τα μάτια σου; Καλά, κουφός είσαι; Νόμιζα ότι ήμουν μόνο εγώ». Τα άνοιξα. Δίπλα στο σωριασμένο μου κορμί, ένα κορίτσι τυλιγμένο σε χοντρά ρούχα, όταν την κοίταξα με εκείνο το καχύποπτο αστείο ύφος, γέλασε: «Ηρέμησε...», μου είπε «...πάρε χιουμίλ, το έφερα από τη Σικελία, σου έχω και γκραντούκα να πιεις αργότερα όταν δυναμώσεις.» «Τι είναι αυτό;», είπα και απόρησα που άκουγα τη χροιά της φωνής μου, είχα τόσο καιρό να ανταλλάξω μια κουβέντα με κάποιον. «Λουλούδι ανόητε, λουλούδι, τι περίμενες;». Προσπάθησα λίγο να σηκωθώ, στήριξα την πλάτη μου στον τοίχο από το χιόνι. Πήρα από τα χέρια της το κλαδάκι. «Ήταν πολύ μεγάλος ο θάμνος, αλλά αυτό που σου δίνω θα μας βοηθήσει σε αυτό που θέλουμε», μου είπε. Συνέχιζα να μην καταλαβαίνω, αλλά μια ζέστη ήδη είχε ξεκινήσει από το μέτωπό μου και σαν ένας ζωοφόρος ιός απλωνόταν στη φτωχή μου καρδιά και μέχρι τους ανοιχτούς πόρους του δέρματός μου. Το κορίτσι με κοίταξε μέσα στα μάτια, δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω. «Δεν κάνει και πολύ κρύο σήμερα», είπε και έβγαλε το κασκόλ της. Ήμουν έτοιμος να της πω να το ξαναφορέσει και να προσέχει, εκεί που βρισκόμασταν το κρύο είχε το πρόσωπο του θανάτου, όμως – και εγώ σαν να μην πίστευα αυτό που αισθανόμουν - ήταν αλήθεια, το κρύο δεν ήταν το ίδιο, δοκίμασα να ανοιγοκλείσω τις πετρωμένες μου παλάμες κι αυτές αρχικά συσπάστηκαν, αλλά σε λίγο κινούνταν με ευκολία, σαν να επέστρεψαν στο σώμα μου μετά από ένα μακρινό ταξίδι. «Μα τι γίνεται;», τη ρώτησα έκπληκτος. «Τι να γίνει;...», μου είπε με φυσικό τρόπο «...Σου έφερα για δώρο την άνοιξη...» «Δεν υπάρχει άνοιξη...σ’ αυτόν τον τόπο ο χειμώνας διαρκεί για πάντα», είπα «...και ποια είσαι εσύ τέλος πάντων;» «Μπορείς να με λες φρούτικανς, οφισινάλις, μπουγαρίνι, φούλι, όπως σ’ αρέσει». Σηκώθηκε, πήρε φόρα και προσγειώθηκε πάνω μου. «Νομίζω ότι πρέπει να σηκωθείς πια. Δεν βαρέθηκες αυτή την κατάσταση;» «Μα πώς;...» Σηκώθηκε ξανά και μου έδωσε το χέρι της για να σηκωθώ κι εγώ. Τα κατάφερα. Έμοιαζα με ένα μαλλιαρό τεμπέλικο τέρας, τα πρώτα μου βήματα έγιναν διστακτικά, δειλά, με μια συστολή και μια καινούρια ανησυχία, αν θα καταφέρω να ζω κάτω από τον ήλιο, ανάμεσα στα χρώματα και τις μυρωδιές της φύσης. Διανύσαμε μερικά μέτρα, βήματα χρόνια, κάθε αποτύπωμα στο χιόνι και μια διαφορετική ζωή, εκείνη βάδιζε δίπλα μου, είχε κουρνιάσει στον ώμο μου και δεν χρειαζόταν να ρωτήσω τίποτα, ούτε πού πάμε ούτε πού ήμασταν πριν, μόνο αφέθηκα σε εκείνη τη δροσιά που χάιδευε τις ζωές μας, άνθρωποι παιδιά, στα χέρια της άνοιξης.


Άνοιξη στην Αθήνα Της Σώτης Τριανταφύλλου

Η άνοιξη στην Αθήνα εγκαινιάζεται με τεθωρακισμένα και παρελάσεις, με βάρβαρα πασχαλινά έθιμα, με σφαγμένα αρνιά: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Εθνική Εορτή, περήφανα νιάτα· αεροπλάνα· εμβατήρια· σημαίες· σημαιοφόροι. Κατά προτίμηση Έλληνες, όχι αλλοδαποί: ελληνικό αίμα. Ίσως να φταίει που όταν ήμουν δέκα χρονών η άνοιξη άρχισε ακριβώς έτσι· δεν ήταν παράσταση· δεν ήταν θέαμα· ήταν αλήθεια: πραξικόπημα· συνταγματάρχες· αστυνομία· συλλήψεις· στρατιωτικός νόμος· εμβατήρια, βασανιστήρια. Κάψιμο βιβλίων στον ακάλυπτο πίσω από το σπίτι μου· ξέσκισμα της εφημερίδας «Αυγή»: τα κομματάκια τα πήρε ο αέρας, τα αποκαΐδια σκορπίστηκαν σ’ ολόκληρη την πόλη. 21η Απριλίου 1967: δεν θα είχε συμβεί αν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε παραμείνει στην Ένωση Κέντρου· ούτε αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που αποχώρησε ένδοξος από την πολιτική ζωή (και τη ζωή γενικά), είχε εφαρμόσει στοιχειωδώς τις δημοκρατικές αρχές (όπως: ελευθερία του λόγου, ελευθερία της έκφρασης, ελευθερία της συγκέντρωσης...) Δεν τις είχε εφαρμόσει: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο πρεσβύτερος) υπήρξε, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής και της δράσης του, ένας Βαλκάνιος φασίστας. Οι νεκροί δεν δεδικαίονται. Αδιαφορώ για το αν, στο πέρασμα του χρόνου, εξελίχθηκε, αν έμαθε γαλλικά (με βαλκανική προφορά), αν άλλαξε και προσαρμόστηκε: όπως λέει ο ποιητής, το καλό που κάνουν οι άνθρωποι θάβεται μαζί με τα κόκαλά τους· το κακό επιζεί. Εξάλλου, ποτέ δεν εκφράστηκε δημοσίως για την αυταρχική, αντιδημοκρατική του πολιτική· για το «κακό» που έκανε στην Ελλάδα και στους Έλληνες. Ποτέ δεν ζήτησε συγχώρεση για το ότι υπάκουε στο ΝΑΤΟ και στους βασιλιάδες: ο «εθνάρχης» ευθύνεται για τον κατατρεγμό της αριστεράς και για την ακυβερνησία που προηγήθηκε του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1967. Άλλο τόσο ευθύνονται οι λεγόμενοι «αποστάτες» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που προκάλεσαν την αστάθεια της Ένωσης Κέντρου και την ανατροπή της κουτσά-στραβά δημοκρατικής κυβέρνησης που κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία στις εκλογές του 1964. Ευθύνεται και η ίδια η Ένωση Κέντρου που απέρριψε τη συνεργασία με την αριστερά. Διότι ο Γεώργιος Παπανδρέου (ο πρεσβύτερος) ήταν έξαλλος αντικομουνιστής· και διότι φοβόταν για το κεφάλι του. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 τα κεφάλια κινδύνευαν, όχι όταν φορούσαν στέμμα (όπως λέει, ανήσυχος, ο Ερρίκος ο IV), αλλά όταν δεν φορούσαν. Απρίλιος 1967: Άνοιξη στη μπανανία. Λίγους μήνες πριν από το πραξικόπημα στην Ελλάδα είχε γίνει πραξικόπημα στο Τόγκο, στη Δυτική Αφρική· στην Ινδονησία, ο δικτάτορας Σουχάρτο είχε ανατρέψει τον δικτάτορα Σουκάρνο.

Η Ελλάδα δεν «ανήκε στη Δύση», «ανήκε» στα Βαλκάνια· επίσης, ανήκε στη ζώνη των ευρωπαϊκών ολοκληρωτισμών: για εφτά χρόνια είχε τη γελοιωδέστερη κυβέρνηση στην Ευρώπη· εκείνη του Φράνκο στην Ισπανία, εκείνη του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία την ξεπερνούσαν σε θηριωδία. Αν και από την ελληνική χούντα δεν έλειπε ούτε η θηριωδία. Από πουθενά δεν έλειπε η θηριωδία: όποιος πιστεύει ότι η κατάσταση στον κόσμο χειροτερεύει, είτε δεν ξέρει, είτε δεν θυμάται. Αυτό που χειροτερεύει είναι το θέαμα του κόσμου, η αντανάκλασή του στις τηλεοπτικές οθόνες. Την άνοιξη του ’67, η πολιτική βία με βρήκε εκστατικά ευτυχισμένη, όπως συνήθως: οι μεγάλοι (οι ενήλικες) δεν είχαν ιδέα για το τι μας περίμενε· προσδοκούσαν εκλογές τον Μάιο· ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (άλλος αυτός�) ήταν επικεφαλής της προσωρινής κυβέρνησης· ο λύκος φύλαγε τα πρόβατα. Όσο για μένα, τι έκανα: ήμουν παιδί, αυτό έκανα. Και ήταν πολλή δουλειά. Είχα ανακαλύψει τους Beatles, μάθαινα τα λόγια δυο παιδιάστικων τραγουδιών - του “Old Brown Shoe” και του “Rocky Raccoon” - ενώ τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου είχαν ήδη πάψει ν’ αγοράζουν δισκάκια 45 στροφών: αγόραζαν άλμπουμ βινυλίου· τα αντικείμενα που θα μας έσωζαν τη ζωή. Το στρατιωτικό πραξικόπημα, εκτός του ότι αφαίρεσε όσα πολιτικά δικαιώματα υπήρχαν στην μπανανία, εκτός του ότι καταδίωξε τους μισούς Έλληνες, επέβαλε τα πιο κακόγουστα και στερητικά πρότυπα: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Ακόμα πληρώνουμε. Τι μουσική άκουγα εκείνη την άνοιξη: Μίκη Θεοδωράκη (αναπόφευκτα και ευτυχώς)· Έλβις Πρίσλεϋ· κάτι χαριτωμένα χορευτικά κομματάκια (“WollyBully”�), το “Help Me, Rhonda” των Beach Boys, το “I Got You Babe” των Sonny and Cher, το “Louie, Louie” των Kingsmen. Και κάμποσα γαλλικά: Sacha Distel, Franηoise Hardy, Sylvie Vartan…που δεν ακούγονται πια. Η καθημερινότητά μου ήταν ένα νοερό juke-box. Υπήρξα πάρα πολύ τυχερή. Όταν επικράτησε η κυβέρνηση Παπαδόπουλου-Παττακού έγινε προγραφή του ροκ εντ ρολ: η μουσική του διαβόλου· Η υπόκρουση ακατονόμαστων οργίων· Τα Σόδομα και τα Γόμορρα· Αυστηρώς ακατάλληλη για τα σεμνά χριστιανόπουλα, επικίνδυνη για τα χρηστά ήθη. Έτσι, δεχτήκαμε επίθεση κλαρίνου. Είδαμε και πάθαμε. Και δεν ήταν καν αυτό το χειρότερο που μας έλαχε. Άνοιξη: τα μυστικά του μεσοχείμωνου αναδύονται στην επιφάνεια· ξεμυτίζουμε σαν από τη σπηλιά του Αλαντίν· ήμασταν βαθιά νυχτωμένοι· βαδίζουμε μέσα στις φωτοχυσίες. Περιμένω μια φαντασιακή συναυλία του Τομ Γουέιτς όπως οι άλλοι το Πάσχα.


R

E

A

L

S

T

O

R

I

E

S

ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το εξώφυλλο, όπως και όλα τα έργα που εικονογραφούν το τεύχος είναι του Κωνσταντίνου Στεφάνου

Η ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΥΣΤ ΚΑΙ ΜΑΣ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ ΠΩΣ «ΟΤΑΝ ΘΑ ΜΠΑΙΝΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ, ΠΙΣΩ ΔΕΝ ΘΑ ΚΟΙΤΑΞΩ...».

ΥΓ. 15/3/2009

ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΚΔΟΤΗΣ-ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ ART DIRECTOR ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΤΙΧΗ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΡΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΚΟΡΔΗ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΠΑ

-Η απόλυτη ευτυχία, για σας, ποια είναι; -Υπαίθρια συναυλία του Van Morrison με πανσέληνο. Ή του Leonard Cohen... Κάτι που να συνδυάζει νύχτα, μουσική, ένα διθέσιο αυτοκίνητο, έναν ανοιχτό δρόμο. -Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί; -Κοιμάμαι τον ύπνο τoυ δικαίου. Κάποτε πρέπει να ξυπνήσω. Αλλιώς θα πέσω σε κώμα. -Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια; -Ι laugh to death, όπως θα λέγαμε. Καμιά φορά νομίζω, πράγματι, ότι θα πεθάνω από τα γέλια. Χθες το βράδυ, μου είπαν ένα ανέκδοτο το οποίο θυμάμαι τώρα και γελάω μόνη μου. -Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας ποιο είναι; -Είμαι άνθρωπος που επιζεί against all odds. Είμαι πολύ δυναμική, έχω περίσσεια ενέργειας. Επίσης είμαι εργατική, «φιλόπονη»...turbo… -Το βασικό ελάττωμά σας; -Όταν θυμώνω μαζεύουμε μπάζα...Θυμώνω μάλλον σπάνια (δείχνω υπομονή!), αλλά όταν θυμώνω γίνομαι τρομακτική. Έτσι, χάνω το δίκιο μου και δημιουργώ εχθρούς. Επίσης, είμαι, εν δυνάμει, θρασυτάτη...έτσι ήμουν από μικρή... -Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο; -Με καμιά. Ταυτίζομαι με λογοτεχνικούς ήρωες: με τον Oliver Twist, τον David Copperfield, τον Tom Sawyer, τον Ηuck Finn…Με παιδιά που δεν τα βοήθησε ποτέ κανείς. Ωστόσο, αν έχω κάποιο «ίνδαλμα» από την Ιστορία, αυτό είναι ο Γκάντι. -Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα; -Οι φτωχοί άνθρωποι που δεν βαρυγκωμούν. -Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα; -Το να επιζητεί και να εκτιμά αυτά που επιζητούν και εκτιμούν οι γυναίκες. Το χιούμορ...η ψυχραιμία...το να τα καταφέρνει με τα κατσαβίδια...Δεν μ’ αρέσουν οι καλοπερασάκηδες, οι τσιγκούνηδες και οι γκρινιάρηδες. - ... και σε μια γυναίκα; -Το να επιζητεί και να εκτιμά αυτά που επιζητούν και εκτιμούν οι άνδρες. Και πάλι το χιούμορ...η ψυχραιμία...το να τα καταφέρνει με τα κατσαβίδια...Δεν μ’ αρέσουν οι κακομαθημένες δεσποινίδες, όσες περιμένουν να τους ανοίξουν την πόρτα του αυτοκινήτου για να βγουν και στη συνέχεια να τους πληρώσουν τα ποτά. Όσο για την γκρίνια, η γυναικεία γκρίνια μού φαίνεται πιο δικαιολογημένη από την ανδρική. Οι άνδρες κάνουν τις γυναίκες υστερικές. -Ο αγαπημένος σας συνθέτης; -Ο Paul McCartney, ο John Lennon, o Willie Dixon, o Elmore 30

James…ο Μίκης Θεοδωράκης...(τον οποίον πιστεύω ότι πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά). -Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους; -To «Rocky Raccoon» των Beatles, το «Innocent When You Dream» του Tom Waits, το «Όταν σημάνει η ώρα» του Άκη Πάνου... -Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας; -Το ότι έχω παραμείνει ζωντανή και απ’ όσο ξέρω, υγιής. -Το αγαπημένο σας ποτό; -Παγωμένη μαργαρίτα-φράουλα... Μοχίτο με πολλά φύλλα δυόσμου τα οποία μασάω σαν πρόβατο. -Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο; -Μετανιώνω σχεδόν για όλα όσα έχω κάνει, καθώς και για όσα δεν έχω κάνει. Ό,τι κάνουμε μού φαίνεται λάθος. Ακόμα κι όταν κάνουμε το αντίθετο του λάθους, πάλι κάνουμε λάθος. -Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα; -Την υποκρισία. Επίσης, έχω δυσανεξία στη βλακεία, στην κουτοπονηριά, στο φθόνο, στη μικροψυχία, στην τσιγκουνιά. Απεχθάνομαι τις τσιμεντουπόλεις, τα σκυλάδικα, την τηλεόραση...τα κομπολόγια... τα σουβλάκια...τα μουστάκια. -Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία; -Βγαίνω και χαζολογάω με τους φίλους μου, πίνω διάφορα ποτά, καπνίζω πουράκια με έξαλλους ρυθμούς, γελάω μέχρι τελικής πτώσεως. Επίσης, ασχολούμαι με την κηπουρική: όταν αποτύχω σε όλα θα γίνω κηπουρός. -Ποιο είναι το μότο σας; -Τίποτα δεν αξίζει τόσο ώστε να το νοσταλγείς. Οι καλύτερες μέρες είναι μπροστά μας. Κανείς δεν φταίει για τη δυστυχία μας, εμείς φταίμε για τη δυστυχία μας. Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους που όταν τους ρωτάς τι κάνουν απαντούν «Αγωνίζομαι!» ή «Τρέχω!» ή «Ας τα λέμε καλά!». -Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε; -Όταν ήμουν νεότερη πίστευα ότι θα σκοτωθώ σε αυτοκινητικό δυστύχημα (υπήρχε λόγος που το πίστευα). Τώρα (που οδηγώ με σύνεση) σκέφτομαι ότι θα ήταν ωραία να πεθάνω σε προχωρημένη ηλικία χωρίς να χάσω τις πνευματικές μου δυνάμεις. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, νομίζω ότι θα αυτοκτονήσω. Με χημικό τρόπο. Θα καταπιώ διάφορες ουσίες σε μνημειακές ποσότητες και γεια σας. -Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό; -I work hard and play hard. -Τι σας λείπει περισσότερο; -Είχα σοβαρές απώλειες στη ζωή. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι.

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΜΑΡΙΝΑ ΣΙΑΚΟΛΑ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ CHARLIE MAKKOS ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΤΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ OMAΔΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΑΠΑΣ ΜΟΝΙΜΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΡΑΒΑΛΗ ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ΜΑΡΙΑ Θ. ΜΑΣΟΥΡΑ FILEP MOTWARY ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΠΑΡΣΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΜΑΖΗΣ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΛΛΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΕΛΛΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΟΥ ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΑΤΑΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ & ΕΚΤΥΠΩΣΗ: PROTEAS PRESS LTD Σ’ αυτό το τεύχος συνεργάστηκαν δημιουργικά: Κωνσταντίνος Στεφάνου Μαρία Περεντού Χρήστος Αστερίου Αντώνης Γεωργίου Λένα Κιτσοπούλου Εύη Λαμπροπούλου Σώτη Τριανταφύλλου Δημήτρης Σωτάκης Χρήστος Χρυσόπουλος Τώνια Σταυρινού Παναγιώτης Μηνά

Ηλεκτρονική διεύθυνση: eleni.xenou@phileleftheros.com



Ysterografo Magazine_Last Issue[140]