Page 1

ΥΓ. Τι θα κaνουμε aυριο;


ΣΚΕΨΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΑ


«DESTRUCTION», 2008 / C-PRINT ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ «MICROCOSM» ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ALEXANDER OCHS GALLERIES BERLIN | BEIJING


E

D

I

T

O

R

I

A

L

ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ

Nομίζω έχουν περάσει χρόνια από τότε. Δεν θυμάμαι κι ακριβώς. Τον τελευταίο καιρό μπερδεύω τα γεγονότα, συγχύζω τη χρονολογική τους σειρά, το παρελθόν μού μοιάζει ανάκατο, δεν ξέρω τι προηγήθηκε και τι επακολούθησε, μα για κάποιο λόγο αισθάνομαι πως αυτή η σχέση με ό,τι προυπήρξα, είναι πιο υγιής. Εκείνη η σχεδόν ψυχωτική τακτοποίηση, πρόδιδε τελικά προσκόλληση στο πριν, παρά ανάγκη να αρχειοθετήσω τα γεγονότα για να προχωρήσω παρακάτω. Αλλά δεν έχει δα και τόση σημασία. Σημασία έχει πως υπολογίζω να πέρασαν ήδη οκτώ, περίπου, χρόνια. Όση δηλαδή και η ηλικία του γιου της κολλητής μου, αυτό κρατώ σαν υπενθύμιση. Διαβάζαμε και οι δύο μας τότε- εκείνη έγκυος και εγώ φλερτάροντας με ό,τι εγκυμονούσε κίνδυνο - το βιβλίο, του Γιώργου Μιχαηλίδη, η «Μύηση». Είχαμε πωρωθεί, θυμάμαι, τηλεφωνιόμασταν αργά το βράδυ για να σχολιάσουμε τα κεφάλαια, δεν ανοίγαμε καν τηλεόραση, βυθιζόμαστε στους καναπέδες και προσπαθούσαμε να μυηθούμε στον κόσμο του Οδυσσέα και της Αριάδνης. Η φίλη μου ταυτίστηκε τόσο, που τελικά αποφάσισε να βαφτίσει το γιο της Οδυσσέα και εγώ σημείωσα την τελευταία φράση του βιβλίου σε όλα μου τα σημειωματάρια σαν ό,τι πιο σημαντικό είχα διαβάσει ποτέ: «Τίποτα δεν Δεν ήθελα να μάθω το μέλλον μου και αν ήθελα σίγουρα δεν θα ήταν από αυτόν έγινε ποτέ που να μην κρύβει μέσα του αυτό που πρόκειται να γίνει». Κουβαλούτον τύπο με τα τατουάζ και το ξυρισμένο κεφάλι που μιλά σπασμένα αγγλικά σα χρόνια, αυτή την ατάκα σαν αναφορά, δεν ήξερα σε τι, δεν ήξερα γιατί, μα και δυσκολεύεται να προφέρει το σίγμα. Αυτή ήταν η πρώτη μου αντίδραση και ήξερα πως θα ερχόταν η μέρα που θα τη φορούσα σαν ρούχο που ράφτηκε στα ήμουν μάλιστα θυμωμένη. Όχι με τον ίδιο, αλλά με την ξαφνική αυτή συνάντηση μέτρα τα δικά μου. που δεν ήξερα αν έπρεπε να την εκλάβω σαν σημάδι, αλλά μόνο και μόνο που «Λατρεύω τα ελληνικά ονόματα», μου είπε και βιάστηκε μάλιστα να μου το απομου γεννήθηκε αυτή η σκέψη σαν πιθανότητα, ήμουν ήδη τσαντισμένη. Πάνω δείξει, ομολογώντας πως βάφτισε το γατί του με ένα όνομα παρμένο από την που κατάφερα να ξεμπερδέψω με το παρελθόν, αποφασισμένη να σταματήσω τις ελληνική μυθολογία. Χαμογέλασα περισσότερο από ευγένεια, δεν με ενδιέφερε αναλύσεις και τις μετωπικές συγκρούσεις με τις εκκρεμότητές μου, πάνω που το καθόλου να ταυτιστώ μ’ αυτή την παραδοχή του, μου φάνηκε μάλιστα σαν ένας απάλλαξα από καθοριστικό παράγοντα για το παρών μου, δεν καταλάβαινα γιατί κοινότυπος τρόπος για να με προσεγγίσει. Ο τύπος προσπαθεί να με φλερτάρει τώρα έπρεπε ξαφνικά να βρεθώ αντιμέτωπη και με το μέλλον μου, έστω και μέσα με την πιο στερεότυπη ατάκα που συσχετίζεται με τη γλώσσα μου, σκέφτηκα από μια τράπουλα αγορασμένη στη Βαρκελώνη. Σημασία έχει το τώρα, αυτή ήταν και βέβαια βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα. «Αν αρχίσει να μου εξυμνεί την η νέα στάση που πάσκιζα μήνες να υιοθετήσω και να ’σου εκείνος ο μικρόσωμος αρχαία Ελλάδα και τους θεούς του Ολύμπου, θα δυσκολευτώ να συνεχίσω το Ισπανός να με αποπροσανατολίσει. Δεν με ενδιαφέρει, μουρμούρισα λες και γεύμα μου», είπα στον εαυτό μου και έσπευσα να αλλάξω κουβέντα ρωτώντας παραμιλούσα και ξαναγύρισα στο φαγητό μου, με τη μισή σχεδόν όρεξη από ό,τι τον από πού ήταν ο ίδιος. Ισπανός, από τη Βαρκελώνη, απάντησε και με πάτο είχα ξεκινήσει. τησε στο αδύνατό μου σημείο, που ήταν το απωθημένο μου να μάθω ισπανικά Την επόμενη μέρα τον είδα, εκεί, στο -ας το πούμε -γραφείο του, να κάθεται με και να μιλώ όπως τις ηρωίδες του Αλμοδοβάρ, φορώντας χρωματιστές φούστες την πλάτη όρθια και τα χέρια απλωμένα στο τραπέζι, σαν γκουρού που διαλογίκαι χρωματιστές γιρλάντες, περιφέροντας έτσι, με χαριτωμένες αμφιέσεις τις ζεται, μπροστά από ένα μοβ ύφασμα και μια τράπουλα με σκούρες φιγούρες. νευρώσεις μου. «Ισπανός;» επανέλαβα φροντίζοντας ωστόσο να μαλακώσω το Στα πόδια του ξάπλωνε ένα πανέμορφο γατί, το οποίο μόλις με ένιωσε ξύπνησε ύφος και τον τόνο της φωνής μου. Αν άρχιζα να του μιλώ για τον Αλμοδοβάρ θα και άρχισε να νιαουρίζει ερχόμενο προς το μέρος μου. «Καλή σου μέρα», μου ήταν το ίδιο ηλίθιο όπως εκείνος για την ελληνική μυθολογία, σκέφτηκα, παρότι είπε ο Ισπανός, «καλή μέρα» απάντησα και βιάστηκα να διευκρινίσω ότι ήμουν συνειδητοποίησα ότι ήμουν έτοιμη να ακολουθήσω αυθόρμητα την ίδια τακτική. περαστική, ήθελα μόνο να παραγγείλω ένα φρέσκο χυμό και όχι για να μάθω το Προτίμησα, έτσι, να μάθω τι κάνει στη ζωή του και τι γύρευε σ’ αυτό το νησί, το μέλλον μου. Χαμογέλασε με ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης που μου προκάλεσε οποίο ευθυνόταν για τη γνωριμία μας. «Πάνε χρόνια που ταξιδεύω» μου είπε, αμηχανία, γιατί αισθανόμουν πως μ’αυτό υπονοούσε τη βεβαιότητά του ότι θα «σχεδόν οκτώ» διευκρίνισε και «πώς τα βγάζεις πέρα;» τον ρώτησα, «διαβάζω το άλλαζα γνώμη και ότι και εγώ, όπως τόσοι άλλοι, θα βρισκόμουν κάποια στιγμή μέλλον» απάντησε και με αιφνιδίασε τόσο που δεν ήθελα να μάθω τίποτα περισκαθισμένη απέναντί του να κόβω την τράπουλα και τη ζωή μου στα δύο. Δεν άρσότερο. Δεν ήταν φλερτ, λοιπόν, ήμουν απλά ακόμα ένας υποψήφιος πελάτης, θρωσε τίποτα από όλα αυτά. Το μόνο που αποκάλυψε ήταν το όνομα του γατιού. θα του έδινα ένα μικρό, τάχα μου, ποσό και θα μου χάριζε τις μεγάλες του, τάχα «Έλα Αριάδνη», φώναξε, «μην ενοχλείς την κοπέλα…», Αριάδνη; Άκουσα καλά; μου, προβλέψεις. «Αν θέλεις να σου ρίξω τα ταρό, έλα να με βρεις αύριο, στο Αυτό ήταν. Δεν μπορούσα να ξεφύγω από το σημάδι. Και έτσι ξαφνικά, σαν ανατάδε σημείο. Είμαι κάθε μέρα εκεί. Εκεί είναι, ας το πούμε, το γραφείο μου». λαμπή, ήρθε πάλι στο μυαλό μου ο Οδυσσέας και η μύησή μου, οκτώ χρόνια πριν, Μου έδωσε ένα κομμάτι χαρτί με το όνομά του γραμμένο στα αγγλικά και με στην ίδια εκείνη φράση. «Πώς τίποτα δεν έγινε που να μην κρύβει μέσα του αυτό αποχαιρέτησε με την υπόσχεση τού επανιδείν. που πρόκειται να γίνει…» Και να ’μαι. Απέναντί του. Να κόβω τη ζωή μου στα δύο και να την ανακατεύω διαλέγοντας πέντε χαρτιά. Τα ρίχνω και μπροστά μου ένας πύργος γκρεμισμένος κι ύστερα μια φιγούρα με φτερά και πάρα δίπλα η Αριάδνη να περνά την ουρά της πάνω από ένα σπίτι που ξαναχτίζεται και πιο πάνω εκείνο το χαρτί που δείχνει πού βρίσκομαι σήμερα, σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου, αλλά συνδέεται και με το άλλο που μιλά για το παρελθόν μου κι ύστερα ξανά να τα ανακατεύω όλα για να διαλέγω άλλα τρία κι αυτό να κρατά μια ώρα, με τον Ισπανό να νομίζει πως μου διώχνει τα θολά μου τακτοποιώντας, λέει, τις σκέψεις και τα όνειρά μου. Έφυγα πληρώνοντάς τον όσα είπε και χαϊδεύοντας απαλά την Αριάδνη, στη μύτη. «Έμαθες το μέλλον σου;» με ρώτησε μια γνωστή την ώρα που πλήρωνα το χυμό μου. «Δεν έμαθα τίποτα που δεν είχα ήδη υποψιαστεί», ήθελα να πω, μα δεν μίλησα. Ήξερα πως από όλα όσα είπε, το μόνο που θα συγκρατούσα ήταν το σημαδιακό αυτής της συνάντησης μαζί του, η οποία δεν έγινε για να μάθω το μέλλον μου αλλά για να επιστρέψω ξανά στη βεβαιότητα…πως τίποτα δεν γίνεται που να μην κρύβει μέσα του αυτό που πρόκειται να γίνει. Με τη διαφορά πως ήταν η πρώτη φορά, όπου συνειδητοποιούσα πως η φράση αυτή είχε τη δύναμη να με ανακουφίσει.


ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ


με τον γιωργο σαββινιδη

ΚοινH διαφορετικOτητα

Δύο ταυτόχρονες βιντεοπροβολές, που απεικονίζουν τη διαδικασία παραγωγής χειροποίητου χαρτιού στην Κίνα («Chinese Workers») και την προετοιμασία φύλλου μπακλαβά σε παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο της Λευκωσίας («Baklava Pastry») συναποτελούν την πρόταση του Νικόλα Παναγή, που παρουσιάζεται από τις 20 Δεκεμβρίου στο Κάιρο. Η Επιτροπή Επιλογής της 11ης Μπιενάλε Καΐρου έκρινε ότι το έργο με τίτλο «Ο+Ω» - σύνδεση με την ελληνική έννοια «Λευκό Φως» - του Κύπριου καλλιτέχνη συνάδει με τη θεματική της διοργάνωσης (Ο Άλλος - The Other) με υπαινικτικό και διακριτικό τρόπο. Δύο φαινομενικά αντίθετες πρακτικές αντιπαραβάλλονται και χάρη στην παρέμβαση του Παναγή αποκαλύπτονται στο θεατή σχεδόν πανομοιότυπες. Ο στόχος προφανής: να τονιστεί και να συζητηθεί το ζήτημα της διαφορετικότητας των λαών και της ανάγκης να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο αναγνωρίζοντας τις κοινές τους ιδιότητες: αυτές που προέρχονται από τη γνώση και τη σοφία και δεν γνωρίζουν φυλή, χρώμα ή εθνικότητα. Η εργασία του Παναγή αποπνέει έντονο συναισθηματισμό και εκφράζεται μέσα από τις ζωηρές αντιθέσεις της γραμμής, της επιφάνειας και της υφής. Μια μάλλον αλληγορική εργασία, που τείνει να εκφράσει τον εσωτερικό αγώνα των ανθρώπων ως διαδικασία εξευγενισμού που οδηγεί στην πνευματική ανάταση κι απελευθέρωση, η οποία συνήθως συμβολίζεται με το φως. Για τον ίδιο είναι η φυσική εξέλιξη πρόσφατης εργασίας που διερευνά το φως και τη φωτεινότητα, μέσω της κίνησης του ανθρώπινου σώματος, του φορέα του πολιτισμού.

11η Μπιενάλε Καΐρου, 20 Δεκεμβρίου- 20 Φεβρουαρίου, Art’s Palace, El-Gezira Arts Center, Horizon One, Space, Εl-Hanager

Μηδέν άγαν…

Πώς μπορεί κανείς να απεικονίσει το τίποτα; Για το κυρίαρχο ρεύμα της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, αλλά και για φιλοσοφικές παραδόσεις αιώνων, το κενό δεν μπορούσε να υπάρξει: η μη ύπαρξη, απλώς δεν υπήρχε, η ύπαρξη της ανυπαρξίας είναι κάτι παράλογο. Ο Παρμενίδης ήταν από τους πρώτους που επιχείρησε να τονίσει τη σχέση ανάμεσα στο Μηδέν και το Είναι διά της απόρριψης του πρώτου: Έστι γαρ είναι, μηδέν δ’ ουκ έστι. Μέχρι την πεποίθηση των πιο σύγχρονών μας αστροφυσικών ότι το μηδέν ευθύνεται για τη δημιουργία του ίδιου του σύμπαντος υπάρχει μια τεράστια απόσταση. Στη δουλειά του που εκτίθεται στην γκαλερί Ζουμπουλάκη στην Αθήνα «Αυτό το υπέροχο τίποτα…» ο ΚώσταςΗρακλής Γεωργίου πραγματεύεται ίσως την πιο δυσνόητη και παρεξηγημένη έννοια του πολιτισμού: την έννοια του μηδενός. Η έννοια αυτή εμφανίζεται με διαφορετικά πρόσωπα στη φιλοσοφία, την επιστήμη, την τέχνη. Στις μέρες μας είναι πλέον η κινητήρια δύναμη του κόσμου, αν λάβουμε υπόψη ότι τα beats των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι η εναλλαγή άπειρων σειρών μηδενικών και άσων. Η νέα δημιουργική έκφραση του Αλεξανδρινού ζωγράφου, γραφίστα και σκηνογράφου είναι μια επέλαση «παλλόμενων» μαύρων γραμμών σε λευκό φόντο, που ορμώμενες από τη δύναμη ενός «ηλεκτρονικού μολυβιού» ανιχνεύουν και επεκτείνουν τα όρια του «Τίποτα». Οι γραμμές αποτυπώνονται με εκτύπωση inκjet σε αρχειακό χαρτί και απεικονίζουν γραφήματα από το χέρι του καλλιτέχνη με τη συνδρομή ΗΥ. Είναι μια προσωπική γλώσσα-γραφή που προτείνει μιαν άλλη εκδοχή εικαστικότητας, με κάθε εικόνα περισσότερο να «Είναι» και λιγότερο να «Σημαίνει». Κώστας - Ηρακλής Γεωργίου, «Αυτό το Yπέροχο Tίποτα», γκαλερί Ζουμπουλάκη (Πλατεία Κολωνακίου), +302103608278. Μέχρι 7 Φεβρουαρίου


O

ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΤΡΙΛΛΙΔΗ

Στιγμές 90 Υφιστάμενος. Τουλάχιστον υπάρχεις. 89 Περνούσαμε με τον Μάκη έξω από κάτι σπίτια και ξαφνικά κάτι μας μύρισε. «Θυμάσαι τον Κώστα;» με ρώτησε. «Ναι. » «Θυμάσαι τι μου είπες την τελευταία φορά που μιλήσαμε γι’ αυτόν;» «Τι;» «Ότι άνοιξε η γη και τον κατάπιε.» «Και λοιπόν;» Τότε ο Μάκης σταμάτησε να περπατά και έδειξε την αυλή ενός πλίθινου σπιτιού. Δίπλα σε μια λεμονιά, ένας βόθρος είχε ξεχειλίσει. «Είχες δίκιο,» είπε.

Γλυπτά της στιγμής Τη σχέση μεταξύ Χρόνου και Κίνησης ανατέμνει μέσω της εικαστικής έκφρασης ο Ολλανδός καλλιτέχνης Aldo Kroese, τη δουλειά του οποίου θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από την ερχόμενη Παρασκευή. Για τον Kroese, ο Χρόνος και η Κίνηση δεν είναι μόνο πηγές έμπνευσης, αλλά και μέσα δημιουργίας. Για παράδειγμα, χρησιμοποιεί το φως του ήλιου για να απεικονίσει την αργή και σχεδόν αδιόρατη μετακίνηση της γης, χρησιμοποιεί τον αέρα, τον ήχο, τη θερμότητα για να δημιουργήσει κίνηση. Αόρατες φυσικές δυνάμεις με ανυπολόγιστες δυνατότητες γίνονται εύπλαστο υλικό στα χέρια του και συνδυάζονται με παραδοσιακά υλικά, όπως το χαρτί και το ξύλο, πλαστικά κι έτοιμα αντικείμενα. Ο Πολιτιστικός Σύνδεσμος Πάνθεον προσκάλεσε τον καλλιτέχνη στο πλαίσιο του προγράμματος «ARTIST-IN-RESIDENCY», παρέχοντάς του μέχρι και στούντιο για να εργάζεται. Η άκρη του νήματος της συγκεκριμένης δουλειάς, με τίτλο «Καθορισμένα Γεγονότα» ξετυλίγεται από τη θεματική του νερού. Καθότι Ολλανδός η σχέση και πάλη με το νερό μοιάζει εμποτισμένη στην κυτταρική του μνήμη. Ο Kroese ερεθίζεται από την αντίθεση σε σχέση με το φαινόμενο της λειψυδρίας, που ταλανίζει την Κύπρο και καυτηριάζει παράλληλα το παγκόσμιο ζήτημα του νερού. Η εργασία περιλαμβάνει γλυπτά και κατασκευές εφήμερου χαρακτήρα, κινούμενα γλυπτά, φωτογραφία και βίντεο. Aldo Kroese, «Καθορισμένα Γεγονότα», Λευκωσία, γκαλερί Πάνθεον. 6– 27 Φεβρουαρίου

Mπουμπούκια του Κακού Σαρλ Μπoντλέρ, Αρτούρ Ρεμπό, Κώστας Καρυωτάκης, Μαρία Πολυδούρη και Σύλβια Πλαθ. Τα πνευματικά νήματα που δένουν αιώνια μεταξύ τους αυτούς τους κορυφαίους ποιητές επιχειρούν να πλέξουν πάνω στο σανίδι της Πειραματικής Σκηνής του ΘΟΚ πέντε ηθοποιοί και η σκηνοθέτις - θιασώτης της ιδέας Κυριακή Μάλαμα. Έτσι, το σανίδι του θεάτρου μετατρέπεται σε μια δίνη του χωροχρόνου επιτρέποντας ένα ποιητικό συναπάντημα που πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί. Βλέπετε, εκτός από την Πολυδούρη και τον Καρυωτάκη που ανέπτυξαν έναν μοιραίο ερωτικό δεσμό, οι υπόλοιποι δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να συναντηθούν. Κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η πάσχουσα και πασχίζουσα συνείδηση, ουχί ανεξάρτητη από τα βιώματα, τις εμπειρίες και τον αντικομφορμιστικό τρόπο ζωής τους. Αρνήθηκαν κάθε συμβιβασμό με την πραγματικότητα και επέλεξαν τον κακοτράχαλο δρόμο της εξέγερσης και της ταύτισης ζωής - τέχνης, αναζητώντας την ομορφιά σε κατατόπια που κανείς πριν δεν είχε αποτολμήσει: στην Ασχήμια και το Κακό, στην ίδια την ανθρώπινη φύση. Υπήρξαν όλοι αναβράζουσες ψυχές, έγραψαν ποίηση γεννημένη από την «αλχημεία του λόγου» και τις αισθήσεις, λογοτεχνία μεστή από πηγαίο λυρισμό που προβάλλει απλόχερα μηνύματα, εικόνες, αρώματα, επικλήσεις. Λογοτεχνία έντιμη κι όχι ακαδημαϊκό κατασκεύασμα, το επώδυνο απόσταγμα σπαραγμού και απόγνωσης, θεμελιωμένο πάνω στην ίδια τη ζωή και το φλερτ με το θάνατο. Και στην ξεγυμνωμένη καρδιά τους να αντιμάχονται «η φρίκη της ζωής και η έκσταση της ζωής». Ερμηνεύουν οι Μιχάλης Έλληνας (Μποντλέρ), Ανδρέας Κουτσουμπάς (Ρεμπό), Γιάννης Κόκκινος (Καρυωτάκης), Χριστίνα Χριστόφια (Πολυδούρη), Ερμίνα Κυριαζή (Πλαθ). «Καταραμένοι Ποιητές», Πειραματική Σκηνή ΘΟΚ, Θέατρο Αγοράς Αγίου Ανδρέα. Κάθε Τρίτη & Τετάρτη, 8.30μ.μ. 77772717

88 «Άκου να σου πω!» ξεκαθάρισε η ζυγαριά στο βαρύτερο σκέλος, «έχω κι εγώ ισορροπίες να κρατήσω». 87 Στην ταινία «Το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς», εμφανίζεται ο Σάλμαν Ράσντι (υποδυόμενος, ασφαλώς, τον εαυτό του), ως μέλος ακροατηρίου σε μια παρουσίαση βιβλίου. Ας ανοίξω εδώ μια παρένθεση. Στο ομώνυμο βιβλίο, στην αντίστοιχη σκηνή, στο ακροατήριο βρίσκεται ο Τζούλιαν Μπαρνς. Οι Αμερικανοί παραγωγοί της ταινίας όμως, ζήτησαν τον συγγραφέα του «Midnight’s Children» με το επιχείρημα ότι ελάχιστοι στην Αμερική γνωρίζουν τον συγγραφέα του «Παπαγάλου του Φλoμπέρ». Αφού κοινοποιήσω την υποψία μου πως η παρούσα υπόθεση όχι μόνο δεν προσφέρεται, αλλά αντίθετα μπορεί να οδηγήσει σε άκρως ανησυχητικά - για τους αγοραφοβικούς δημιουργούς - συμπεράσματα, για καμιά ενδελεχή ανάλυση του αιωνίως προβληματικού τριγώνου αξία - πωλήσεις - αναγνωρισιμότητα, την κλείνω εδώ. Ο ρόλος του σερ Ράσντι, σχεδόν βουβός, απογειώνεται όταν η πρωταγωνίστρια τον πλησιάζει και η μία και μοναδική ερώτηση που του απευθύνει είναι αν γνωρίζει πού πέφτει η τουαλέτα. Ευφυές σχόλιο, ομολογουμένως, στην άκρως επίκαιρη ερώτηση για το ποιος είναι ο ρόλος των πνευματικού ανθρώπου στην εποχή μας. Ο εξής, λοιπόν: Να λέει στον κόσμο από πού παν για τον απόπατο. 86 «Το ελληνικό τραγούδι σταμάτησε στον Βαμβακάρη και ξανάρχισε στον Σαββόπουλο.» Τζίμης Πανούσης. «Το σατιρικό τραγούδι σταμάτησε στον Νταλάρα και έκτοτε δεν ξανάρχισε.» Ανωνύμου. 85 Η ζωγραφική είναι τέχνη αταβιστική. Ο άνθρωπος των σπηλαίων είναι πιο κοντά σε ένα έργο του Πόλλοκ ή του Μιρό απ’ όσο ο άνθρωπος της Αναγέννησης. 84 60’s: Turn on, Tune in, Drop out 00’s: Sign up, Log in, Turn off 83 Ο Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον ήταν ξεκάθαρος. Ξεχάστε το ζήτημα των οικονομικών απολαβών και επιλέξτε τη δουλειά σας με βάση δύο μόνο κριτήρια (τα οποία πρέπει να συντρέχουν): κατά πόσον είναι έντιμη και κατά πόσον είναι χρήσιμη. Δουλειές χρήσιμες χωρίς να είναι έντιμες, υπάρχουν ένα σωρό. Έντιμες χωρίς να είναι χρήσιμες; Όλες οι καλλιτεχνίες. Έντιμες και συνάμα χρήσιμες; Έχω την εντύπωση πως ο Σκωτσέζος μας εξωθεί να πράξουμε ό,τι κι ο ίδιος στο, σύντομο, πέρασμά του από τα εγκόσμια. Να μη δουλέψουμε ποτέ. 82 Μοντερνισμός = Ναι μεν, αλλά. Μεταμοντερνισμός = Ναι και γι’ αυτό ακριβώς αλλά. 81 Το μωρό μοιάζει σε άλλα μωρά.


BACK to the future Η τεχνολογία εξελίσσεται συνεχώς, τα καλλιτεχνικά μέσα έκφρασης εμπλουτίζονται και οι δημουργικοί διαλόγοι γίνονται όλο και πιο φουτουριστικοί. Η απορία ωστόσο παραμένει πάντα η ίδια. Σε ποιο βαθμό το μέλλον εμπεριέχει το παρελθόν και σε ποιο βαθμό έρχεται για να το αναιρέσει;


ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ MIAO XIAOCHUN ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ «THE LAST JUDGEMENT IN CYBERSPACE» / ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ALEXANDER OCHS GALLERIES BERLIN | BEIJING

Miao Xiaochun Bάζει στο στόχαστρο τις μητροπόλεις του μέλλοντος και τα καλλιτεχνικά ορόσημα του παρελθόντος και χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της ψηφιακής τεχνολογίας, ο Κινέζος καλλιτέχνης Μiao Xiaochun σκιαγραφεί το δικό του μέλλον… | ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΟΒΙΤΣ

Το Βούξι είναι μια πόλη τεσσεράμισι εκατομμυρίων κατοίκων κοντά στην ανατολική ακτή της Κίνας, η βιομηχανία της οποίας αναπτύσσεται τόσο γρήγορα που της έχει δοθεί το παρατσούκλι «η μικρή Σαγκάη». Στην παραλίμνια αυτή πόλη γεννήθηκε ο Miao Xiaochun, ο καλλιτέχνης που εδώ και χρόνια αποτυπώνει με την κάμερά του, τη δραματική μεταμόρφωση της χώρας του σε οικονομικό γίγαντα. Ανάμεσα στους γερανούς, τους γυάλινους ουρανοξύστες, τη φούρια του αστικού βίου και τις διαφημίσεις της Coca Cola, μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα μιας πανάρχαιας παράδοσης: βουδιστικοί ναοί, μαρμάρινοι δράκοι, χάρτινα φανάρια. Σε μερικές φωτογραφίες μάλιστα εμφανίζεται ο ίδιος ο Miao μέσω του alter ego του, ενός Κομφουκιανού λογίου φτιαγμένου από φάιμπεργκλας. Το 2006, η τέχνη του κάνει μια εκπληκτική στροφή, βάζοντας στο στόχαστρό της όχι τις μητροπόλεις του μέλλοντος, αλλά τα καλλιτεχνικά ορόσημα του παρελθόντος. Χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της ψηφιακής τεχνολογίας, ο Miao μετέτρεψε τη «Δευτέρα Παρουσία» του Michelangelo (στη γνωστή σε όλους Καπέλα Σιξτίνα) σε τριδιάστατο ομοίωμα. Τα σώματα του «The Last Judgment in Cyberspace», είτε πέφτουν προς την κόλαση είτε ανέρχονται στον παράδεισο, είναι όλα πλασμένα «καθ’ ομοίωση» του καλλιτέχνη, σε αποχρώσεις του γκρι και με «πέτρινη» υφή, γιατί όπως εξηγεί ο Miao, «θαυμάζω τον Michelangelo πρώτιστα ως γλύπτη και μετά ως ζωγράφο». Η τρισδιάστατη μορφή του έργου επιτρέπει


στους θεατές να ταυτιστούν με τους πρωταγωνιστές της Αποκάλυψης: από ψηλά αισθάνεται κανείς σχεδόν να αιωρείται ανάμεσα στα σύννεφα, ενώ από μια πιο απαισιόδοξη οπτική, ο μονόχρωμος αυτός μικρόκοσμος σκιαγραφεί ένα καταδικασμένο μέλλον. Πώς ακολουθεί όμως ένας καλλιτέχνης ένα έργο τόσο φιλόδοξο όπως το «The Last Judgment in Cyberspace»; Στην περίπτωση του Miao, προχωρεί όχι στο μεταθανάτιο βίο, αλλά επιστρέφει στην ίδια την πηγή της ζωής: το νερό. Το «H2O – A Study of Art History» ανατρέχει στην ιστορία της τέχνης, μεταμορφώνοντας πίνακες όπως την «Πηγή της Νεότητας» του Lucas Cranach του Πρεσβύτερου σε φουτουριστικά τρισδιάστατα τοπία όπου το ύδωρ απεικονίζεται ως αφετηρία της ύπαρξής μας. Στο τελευταίο πόνημά του Miao, το «MICROCOSM», το γνωστό τρίπτυχο του Hieronymus Bosch, «ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων», δίνει μορφή σε εννιά αναχρονιστικούς μικρόκοσμους, με την κόλαση του «Destruction», για παράδειγμα, να φλέγεται από το πυρ σύγχρονων όπλων και τις τερατώδεις χίμαιρες του Bosch να έχουν αντικατασταθεί από ανδροειδή ρομπότ. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή σου μιλάς για το Βούξι, την πόλη όπου μεγάλωσες, και το πόσο έχει αλλάξει από τότε που ήσουνα παιδί. Συχνά απεικονίζεις τις αλλαγές των αστικών τοπίων της Κίνας στις φωτογραφίες σου, όπως για παράδειγμα στο «Stand», που δείχνει μια τεράστια οικοδομή στο Πεκίνο λίγο πριν τους Ολυμπιακούς. Πώς βλέπεις ως καλλιτέχνης τη ριζική μεταμόρφωση της χώρας σου; Ένας μεγάλο μέρος της δουλειάς μου καταπιάνεται με τη μεταμόρφωση δισδιάστατων ζωγραφιών από την ιστορία της τέχνης σε τρισδιάστατα κινούμενα έργα τέχνης, όπως για παράδειγμα το «The Last Judgment in Cyberspace», το «H2O – A Study of Art History» και το «Microcosm». Εκφράζω όμως το πώς παρατηρώ και διαισθάνομαι τον πραγματικό κόσμο (ή αν θέλεις, την πραγματικότητα) μέσω της φωτογραφίας, όπου ο υπαρκτός, κινούμενος κόσμος μεταμορφώνεται σε μια δισδιάστατη, στατική εικόνα. Η Κίνα μεταμορφώνεται συνεχώς και η φωτογραφία είναι ένα πολύ καλό μέσο καταγραφής αυτών των αλλαγών, των οποίων γίνομαι μάρτυρας. Ποιος είναι ο συμβολισμός του υπολογιστή στο έργο σου «Microcosm: Destruction»; Ο υπολογιστής είναι σύμβολο της εξελιγμένης τεχνολογίας που έχουμε αναπτύξει. Μας επιτρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά και να τον καταστρέψουμε. Οι σκελετοί που χορεύουν πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, αντιπροσωπεύουν το θεό του Θανάτου. Όταν οι άνθρωποι αποφασίσουν να εξαπολύσουν πυρηνικό πόλεμο, το μόνο που θα έχουν να κάνουν, είναι να πατήσουν το κουμπί ενός πληκτρολόγιου. Σύμφωνα με δικά σου λόγια, «επειδή κάποιες θεωρίες και δόγματα σε μερικούς τομείς έχουν αποδειχτεί

λάθος, δύσκολα εναποθέτει ο σύγχρονος άνθρωπος την πίστη του πάνω τους. Είναι πολύ δύσκολο σήμερα για κάποιον, να είναι χριστιανός ή βουδιστής και δεν υπάρχει κάποια θεωρία ή δόγμα που να μπορεί να μας καθοδηγήσει απόλυτα». Τι σημαίνει η ιδέα της πνευματικότητας για έναν καλλιτέχνη όπως εσύ; Για έναν καλλιτέχνη, πνευματικότητα σημαίνει το να εγείρει συνέχεια ερωτηματικά και ενδοιασμούς και να κάνει ό,τι μπορεί ώστε να βρει κάποιες απαντήσεις και να αναζητήσει την αλήθεια. Μόνο όταν κάποιος θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση και κάνει συνεχή διάλογο, μπορεί να «μιλήσει» την ιδιαίτερη γλώσσα της τέχνης, χρησιμοποιώντας μουσικές νότες, ήχους, φιγούρες, εικόνες, γραμμές, χρώματα, και όχι μόνο... Είσαι καλλιτέχνης που ασχολείται με διαχρονικά θέματα, συχνά χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Πόσο σημαντικά είναι τα καινούρια αυτά μέσα για την τέχνη σου; Αληθεύει ότι πολλοί καλλιτέχνες έχουν ασχοληθεί με το θέμα της ζωής και του θανάτου και εγώ ο ίδιος δημιουργώ έργα που εκφράζουν τη δικές μου αντιδράσεις σ’ αυτές τις ερωτήσεις. Η τεχνολογία και τα καινούρια μέσα μου επιτρέπουν να εξωτερικεύω τα συναισθήματά μου και να καταπιάνομαι με αυτά τα ζητήματα μέσω μιας γλώσσας που διαφέρει πολύ από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες. Οι φιγούρες του «Last Judgment» έχουν διαμορφωθεί «καθ’ ομοίωσή» σου. Κατά πόσο λειτουργεί το έργο αυτό σαν αυτοπροσωπογραφία; Και κάνει το έργο παραλληλισμό μεταξύ του Θεού-δημιουργού και του καλλιτέχνη-δημιουργού; Μιλάμε για έναν πολύ μικρό κυβερνοχώρο, έναν πολύ μικρό νοητό κόσμο που δημιουργήθηκε μετά από πολύ χρόνο και κόπο και τον οποίο θεωρώ πια δικό μου. Κάθε είδους συναισθήματα με κυριεύουν όταν σκέφτομαι το πώς πραγματοποιήθηκε: ο μικρόκοσμος αυτός απαίτησε έναν ολόκληρο χρόνο δουλειάς από μένα και τους βοηθούς μου, ενώ ο Θεός λένε ότι χρειάστηκε έξι μόνο μέρες. Και την έβδομη μπόρεσε και αναπαύθηκε� Τι επιφυλάσσει το μέλλον για την τέχνη σου; Στις μελλοντικές μου δουλειές έχω σκοπό να εξερευνήσω το τι σημαίνουν τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα για μένα ως μοντέρνο άνθρωπο.


«THE LAST JUDGEMENT IN CYBERSPACE – THE REAR VIEW», 2006 / C-PRINT / ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ WALSH GALLERY


ΕΝΑ ΠΡΩΙΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΜΑΚΡΙΔΗ Κάπου στον παλιό πυρήνα του Αγίου Δομετίου βρίσκεται το εργαστήρι του Άγγελου Μακρίδη. Με αφορμή την τρέχουσα έκθεσή του με τον Φάνο Κυριάκου στο Κυπριακό Μουσείο, ζητήσαμε να το επισκεφτούμε. Δέχτηκε μετά χαράς. Κι έτσι περάσαμε ένα πρωινό ν’ ανακαλύπτουμε τον πολύτιμο κόσμο ενός από τους σημαντικότερους εν ζωή Κύπριους καλλιτέχνες. | Της eλενας Πaρπα / ΦωΤΟ: ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ


Δεν είναι καθόλου όπως το περίμενα. Περίμενα ψηλά παράθυρα που θ’ άνοιγαν σε κήπο και θ’ άφηναν το φως της μέρας να πλημμυρίσει το χώρο. Απεναντίας, οι δυο ξύλινες πόρτες ανοίγουν σε μια μεγάλη αποθήκη, ημισκότεινη, κρύα και υγρή, όπου το φως εισχωρεί σε δόσεις από τα στενά παράθυρα. Ο Άγγελος Μακρίδης στέκεται στην είσοδο, λίγο αμήχανος, λίγο σκεφτικός, μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι, αβέβαιος ως προς το πώς να χειριστεί τους δυο «εισβολείς» στο άβατο του εργαστηρίου του. Και το λέω «άβατο» διότι μέσα στα χρόνια ελάχιστοι έχουν αποκτήσει το προνόμιο της πρόσβασης στον αυστηρά ιδιωτικό εικαστικό του κόσμο, ιδιαίτερα αν ο λόγος της επίσκεψης είναι μια συνέντευξη ή μια παρουσίαση στον Τύπο. Όπως και να ’χει, να ’μαστε εμείς Παρασκευή πρωί στην είσοδο του εργαστηρίου του, να βλέπουμε ν’ απλώνεται κυριολεκτικά στα πόδια μας ο θαυμαστός κόσμος του Άγγελου Μακρίδη. Εκατοντάδες γλυπτά, από διάφορες εποχές, από διάφορες εκθέσεις, όπως την τελευταία του ατομική πριν τέσσερα χρόνια στην Diaspro· έργα από τα πρώτα του βήματα ως φοιτητής κι έργα που φτιάχτηκαν τελευταίως, όπως εκείνο το υπέροχο πορτρέτο όπου η ανθρώπινη παρουσία υπονοείται εύγλωττα, χωρίς πολλά-πολλά και με τη χαρακτηριστική κομψότητα του αγγίγματος του Μακρίδη, μ’ ένα ζευγάρι διπλωμένα χέρια. Μερικά μπορούσαμε να τ’ αναγνωρίσουμε, όπως τον αγέρωχο Βουτηχτή, άλλα όχι, είτε επειδή δεν παρουσιάστηκαν ποτέ είτε επειδή εκτίθενται σπάνια. Κι όλα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τοποθετημένα στο έδαφος, όχι τυχαία (αν και εκ πρώτης αυτή είναι η εντύπωση που προσκομίζεις, του τυχαίου και του ατάκτως ερριμμένου), αλλά μελετημένα, λες και το καθένα από αυτά αποτελεί κομμάτι μιας ευρύτερης εγκατάστασης, που δεν είναι άλλη από το έργο ζωής του καλλιτέχνη. «Αυτός είναι ο τάφος μου», μας λέει και σκέφτο-


Ο τρόπος που μιλά για τα έργα του, είναι πολύ τρυφερός. Λες και είναι παλιοί γνώριμοι φίλοι, έμβια όντα που με την ολοκλήρωσή τους έχουν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους απ’ τον καλλιτέχνη, ο οποίος δεν έχει πια το δικαίωμα να μιλά εκ μέρους τους.

μαι πως αν δεν σταματήσει κανείς στη μακάβρια χροιά της, δεν υπάρχει πιο πετυχημένη λέξη να περιγράψει αυτό που απλώνεται μπροστά μας. «Τάφος με την παλιά καλή έννοια», συνεχίζει. «Κι εννοώ το χώρο όπου φυλάς ό,τι πιο πολύτιμο και χρήσιμο έχεις». Καθόμαστε κοντά στον πάγκο εργασίας του, όπου επικρατεί ένα καθολικό χάος από εργαλεία, υλικά κι ατέλειωτα μικρογλυπτά. Μου εξηγεί τον τρόπο που δουλεύει. Του αρέσει να περπατά το χώρο, να σκέφτεται τα πράγματα και να προσθέτει καινούρια στοιχεία. Τον ρωτώ αν ξαναδουλεύει παλιά έργα. Απαντά αρνητικά. Τ’ αφήνει να συνυπάρχουν ανέπαφα με τα καινούρια. Μήπως άλλαξε μέσα απ’ τα χρόνια ο τρόπος που κάνει τέχνη; Αναθεώρησε καθόλου τις τακτικές του; Ποτέ. Δουλεύει πάντα με τον ίδιο τρόπο, με βάση το ένστικτο. Ο τρόπος που μιλά για τα έργα του, είναι πολύ τρυφερός. Λες και είναι παλιοί γνώριμοι φίλοι, έμβια όντα που με την ολοκλήρωσή τους έχουν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους απ’ τον καλλιτέχνη, ο οποίος δεν έχει πια το δικαίωμα να μιλά εκ μέρους τους. Αυτός είναι κι ο βασικός λόγος που αποφεύγει τις συνεντεύξεις. Δεν τον ενδιαφέρει να εκπροσωπεί τη δουλειά του, να είναι η γέφυρά της με το κοινό. Σκέφτομαι την τρέχουσα έκθεσή του με τον Φάνο Κυριάκου στο Κυπριακό Μουσείο, το οποίο άνοιξε πρώτη φορά τις πόρτες του για τη σύγχρονη τέχνη. Ισχύει άραγε αυτό που επιδιώκει ο καλλιτέχνης; Το έργο του να επικοινωνεί χωρίς τη διαμεσολάβησή του; Η έκθεση στο Μουσείο επιχειρεί να διερευνήσει τη σχέση της σύγχρονης κυπριακής τέχνης με το παρελθόν της. Το έργο του Μακρίδη, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους εκφραστές της εννοιολογικής τέχνης στην Κύπρο, έχει να κάνει άμεσα με αυτή τη διερεύνηση. Ο κυπριακός πολιτισμός, η Ιστορία και ο τρόπος που αυτή ορίζει το σήμερα και τη σύγχρονη ταυτότητα, υπήρξαν ανέκαθεν οι σημαντικές αναφορές του. Ο Μακρίδης κοιτάζει στο παρελθόν για να πλάσει φιγούρες και ειδώλια που στέκουν στο τώρα σαν χρησμοί από άλλες εποχές, λαξεμένοι στην πέτρα, οι οποίοι μεταφέρουν στην κάθε χαρακιά τους μηνύματα για το ποιοι είμαστε και πού πάμε. Ωστόσο αυτό ο καλλιτέχνης δεν το κάνει φλυαρώντας, υπερ-αναλύοντας ή θεωρητικοποιώντας τη χειρονομία. Το κάνει με βάση το συναίσθημα – κι αυτός πιστεύω είναι ένας απ’ τους λόγους που αποφεύγει τις μνημειακές διαστάσεις εμμένοντας σε γλυπτά που χωράνε σε μια χούφτα. Αυτή, λοιπόν, η συναισθηματική σύνδεση με τα πράγματα αποτυπώνεται στα έργα του ανεξίτηλα κι εδώ μπορεί να εντοπίσει κανείς τη δύναμή τους. Η δουλειά του μιλά απευθείας στο θεατή χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα η διαμεσολάβηση είτε του καλλιτέχνη είτε του γραπτού ή προφορικού λόγου. Ωστόσο ο Μακρίδης συνεχίζει ν’ ανησυχεί γι’ αυτή την ευαίσθητη σύνδεση μεταξύ θεατή και γλυπτού στο χώρο του Μουσείου. Ίσως επειδή οι ισορροπίες μπορούν εύκολα να αναστατωθούν όταν στην εξίσωση προστίθενται μια προθήκη κι ένας προβολέας. Ίσως επειδή μακριά απ’ το στούντιό του δεν μπορεί πια να προστατέψει αυτή τη σχέση που είναι γι’ αυτόν πολύτιμη. Άλλωστε η κάθε φιγούρα που εκτίθεται, έχει κατασκευαστεί στη χούφτα ενός χεριού. Η σχέση για τον καλλιτέχνη δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύθραυστη, πιο οικεία. Πίσω στο εργαστήρι του, τα πράγματα έχεις την αίσθηση ότι είναι εξίσου φορτισμένα. Με το χρόνο, την προσωπική ιστορία του καλλιτέχνη, με την αύρα και το άγγιγμά του. Δεν ξέρουμε πώς να κινηθούμε στο χώρο. Αφήνουμε τα έργα να χορογραφήσουν τις κινήσεις μας κάνοντας στάση σε ό,τι μας τραβά την προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά πως μια ενδεχόμενη δεύτερη βόλτα θα μας αποκάλυπτε μια εντελώς διαφορετική εμπειρία της δουλειάς του. Μιλάμε για το παλαιότερο από τα έργα στο χώρο. Είναι ένα πορτρέτο, όχι με την κλασική έννοια. Το είχε φτιάξει φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, όταν μελετούσε την ανθρώπινη φιγούρα. Μαζί με τα ακαδημαϊκά σχέδια έκανε κι αυτό, το οποίο ξέφευγε απ’ τις αυστηρές προδιαγραφές του μαθήματος. Στον καθηγητή του δεν το έδειξε ποτέ, αν και το θεωρεί το πρώτο του βήμα προς την εννοιολογική τέχνη. Κάτω ακριβώς απ’ αυτό το έργο είναι ένα μικρό γραφείο φορτωμένο με σχέδια. Κοιτάζοντάς τα θυμήθηκα τα λόγια του Paul Klee: το σχέδιο δεν είναι τίποτε άλλο απ’ τον περίπατο μιας γραμμής στο χαρτί. Κάπως έτσι σχεδιάζει κι ο Άγγελος Μακρίδης. Παίρνοντας γραμμές για βόλτα. Ωστόσο στα σχέδιά του εντοπίζεις ένα είδος αγωνίας, μια έντονη ανησυχία διάχυτη στον τρόπο που χαράσσονται οι φιγούρες (βιαστικά και χωρίς πολλά-πολλά), η οποία στα γλυπτά του μπορεί να χάνεται είτε επειδή φιλτράρεται είτε επειδή μετουσιώνεται στην απέριττη κομψότητα που χαρακτηρίζει τα έργα του. Αυτός όμως δεν είναι κι ο σκοπός του σχεδίου; Να λειτουργεί σαν ωμή σκέψη; Μπροστά σ’ ένα ποτήρι κρασιού γεμάτο νερό, με μια ανδρική κεφαλή βυθισμένη ήρθε κι ο επίλογος σ’ αυτή τη μοναδική περιήγηση στο εργαστήρι και στο μυαλό του Άγγελου Μακρίδη. «Πώς ξέρεις ότι ένα έργο έχει τελειώσει;», μου κάνει την ερώτηση. «Το έργο δεν έχει στόμα να σου πει, σταμάτα να με φορτώνεις πράγματα. Πώς το καταλαβαίνεις λοιπόν;». Η έκφρασή του αφήνει να νοηθεί ότι ούτε ο ίδιος έχει την απάντηση. Παίρνει το ποτήρι και το τοποθετεί ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι χέρια που ξεκουράζονται στους αγκώνες. Ξαφνικά με μια απλή κίνηση όλα έχουν αλλάξει. Τα δύο έργα με τη συνένωσή τους έχουν δημιουργήσει ένα τρίτο, διαφορετικό σε νόημα και σημασία. Ποιο απ’ τα τρία είναι το καλύτερο; Ποιο απ’ τα τρία έχει τη βαρύτητα που πρέπει; Στον ημισκότεινο χώρο του εργαστηρίου του Άγγελου Μακρίδη όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Η παραμικρή κίνηση μπορεί να παράγει νόημα, μπορεί να κάνει ένα έργο σημαντικό και μεγάλο ή ασήμαντο κι ευτελές. Κι είναι σ’ αυτές τις μικρές ανεπαίσθητες χειρονομίες που μπορεί κανείς να εντοπίσει, σκέφτομαι, την ουσία της τέχνης και κατά συνέπεια το μεγαλείο του καλλιτέχνη.


Ο αγγελος Μακριδης μπροστα απο το εργο του Πανηγυρις Ειδωλιων, 1991-1996.

Εργο του Φανου Κυριακου απο τη σειρα Statues in Crisis, 2008-2009.

Απο το στησιμο της εκθεσης στις αιθουσες του Κυπριακου Μουσειου.

Στιγμιότυπα από το στήσιμο της έκθεσης «Άγγελος Μακρίδης-Φάνος Κυριάκου/Συνέργεια στο Κυπριακό Μουσείο», η οποία επιχειρεί να φέρει τη σύγχρονη τέχνη σε διάλογο με το παρελθόν της. Σε επιμέλεια Γιάννη Τουμαζή μέχρι την 1η Μαρτίου. Πληροφορίες: 22 865864 (Κυπριακό Μουσείο) και 22797400 (Δημοτικό Κέντρο Τεχνών).


eργο του Φaνου Κυριaκου σε πρωτο πλανο, επισης απο τη σειρα Statues in Crisis, 2008-2009.


«UNDER SCAN», 2008 (TRAFALGAR SQUARE, ΛΟΝΔΙΝΟ) / ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ / ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ANTIMODULAR RESEARCH

Rafael Lozano-Hemmer

PULSE PARK O Μεξικοκαναδός καλλιτέχνης που κινείται μεταξύ τέχνης, αρχιτεκτονικής και τεχνολογίας και χρησιμοποιεί την τελευταία λέξη της ρομποτικής και των συστημάτων παρακολούθησης, προσκαλεί το κοινό σε ένα… φουτουριστικό διάλογο. | ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΟΒΙΤΣ


«Είναι σαν μια ελαφρώς πιο πολύπλοκη έκδοση του εξοπλισμού που συναντά κανείς στο γυμναστήριο», λέει ο Rafael Lozano-Hemmer για το «Pulse Park», τη συμμετοχική του εγκατάσταση στο Madison Square Park, που συνάρπασε τους Νεοϋρκέζους το περασμένο φθινόπωρο. Τα άτομα που ήθελαν να λάβουν μέρος, όμως, αντί να καταχωρήσουν τα στοιχεία τους, κατέγραφαν τους παλμούς της καρδιάς τους. Μετά, οι δύο παλμογράφοι-γλυπτά του «Pulse Park» μετέδιδαν τους χτύπους σε 200 προβολείς, δημιουργώντας ένα ρυθμικό κύμα φωτός που καταύγαζε το νυχτερινό τοπίο. Αρχικά υποτίθεται ότι ο Lozano-Hemmer θα έκανε μια εγκατάσταση στο Κάτω Μανχάταν, κάτι «ανεβαστικό», όπως λέει και ο ίδιος, κάτι που θα εγκαινίαζε μια καινούρια αρχή μετά τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους. Τελικά όμως η οικειότητα και ζωηρή ατμόσφαιρα του πάρκου στο κέντρο της περιοχής γοήτευσαν τον καλλιτέχνη. Το έργο είναι χαρακτηριστικό της δουλειάς του 42χρονου Μεξικανοκαναδού, που κινείται κάπου μεταξύ τέχνης, αρχιτεκτονικής και τεχνολογίας, συχνά χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της ρομποτικής, συστήματα παρακολούθησης και αισθητήρες ήχων κι υπερύθρων. Αλλά το πιο σημαντικό συστατικό των εγκαταστάσεών του είναι η ενεργή συμμετοχή του κόσμου, χωρίς την οποία τα έργα του θα παρέμεναν βουβά. Ο διάλογος που προωθεί η τέχνη του, πολλές φορές έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα, υπονομεύοντας για παράδειγμα τη χρήση καμερών εποπτείας ή συστημάτων ανίχνευσης και ενθαρρύνοντας κατά κάποιον τρόπο την ανάκτηση των δημοσίων χώρων από το κοινό. Μαζί με το «Pulse Park» στη Νέα Υόρκη, ο Lozano-Hemmer παρουσίασε πρόσφατα, μέχρι τις 18 Ιανουαρίου, την πρώτη του σόλο έκθεση σε δημόσια γκαλερί στο Λονδίνο, το «Frequency and Volume» στο Curve Gallery του Barbican Centre. Στην εγκατάστασή αυτή, οι σκιές των επισκεπτών, που με την είσοδό τους στο χώρο πέφτουν πάνω στον καμπυλωτό τοίχο, ανιχνεύονται από ένα σύστημα που τις μετατρέπει σε ραδιοφωνική συχνότητα. Καθώς διασχίζει κανείς το μακρόστενο «τόξο» της γκαλερί, πιάνει διαφορετικούς σταθμούς

«PULSE PARK», 2008 (MADISON SQUARE PARK, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ) / ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ / ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: JAMES EWING

μέσω του ίσκιου του, που το μέγεθός του καθορίζει την έντασή τους. Οι απότομες αλλαγές μουσικής και το κομφούζιο φωνών και ήχων προκαλούν ένα αλλόκοτο συναίσθημα, λες και οι θόρυβοι αυτοί, ενώ επηρεάζονται από συγκεκριμένες κινήσεις, βρίσκονται εκτός ελέγχου και οι επισκέπτες έχουν μεταμορφωθεί σε σχιζοφρενικές κεραίες ενός γιγαντιαίου ραδιόφωνου. Πολλά από τα πονήματα του Lozano-Hemmer σχολιάζουν τον κορεσμό των Μέσων, την υπερπληροφόρηση, την αστική αποξένωση αλλά και τη διείσδυση των συστημάτων ασφαλείας στην καθημερινή ζωή των κατοίκων των μεγαλουπόλεων. Τα θέματα αυτά ανακύπτουν και από το «Under Scan», ένα από τα πιο φιλόδοξα έργα του καλλιτέχνη, που από τη γένεσή του το 2005 έχει ταξιδέψει σε πέντε πόλεις της Βρετανίας και στο προπέρσινο Μπιενάλε της Βενετίας. Το έργο έκανε αυτό το χειμώνα και στάση στο Trafalgar Square του Λονδίνου, που με το πιο εκτενές δίκτυο καμερών εποπτείας στον κόσμο αποτελεί απόλυτα ταιριαστή επιλογή για την υπαίθρια εγκατάσταση. Όπως και με το «Frequency and Volume» (που παρουσιάστηκε σχεδόν παράλληλα), οι σκιές του κοινού λειτουργούσαν πάλι ως στόχος της εγκατάστασης, αυτή τη φορά, όμως, όχι για να πιάσουν ραδιοφωνικές συχνότητες αλλά για να εμφανιστούν πάνω τους προβολές ανθρώπων που είχαν βιντεοσκοπηθεί πρωτύτερα. Αρχικά, ένα πλέγμα ακτινών φωτός καμούφλαρε τους «παρείσακτους». Στο σκοτάδι, όμως, αυτοί εμφανίζονταν στο έδαφος του Trafalgar Square και στρέφοντας προς το στόχο τους, τον κοίταζαν στα μάτια. Οι πρωταγωνιστές των προβολών έμοιαζαν λίγο με φουτουριστικά φαντάσματα, που είχαν μετατρέψει την πολυσύχναστη λονδρέζικη πλατεία σε σκηνικό που σχοινοβατούσε μεταξύ της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του Dickens και έργου επιστημονικής φαντασίας.


Charles Sandison Χρησιμοποιώντας γλώσσες προγραμματισμού, όπως τη C++, ο 39χρονος Σκωτσέζος δημιουργεί μια φουτουριστική αισθητική που βασίζεται περισσότερο στις πρωτότυπες ιδέες και λιγότερο στον τεχνολογικό φετιχισμό. | ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΟΒΙΤΣ Όταν κάποτε ρώτησαν τον Charles Sandison τι πιστεύει για την avant-garde, απάντησε ότι στο χώρο της τέχνης, θα προτιμούσε να ανήκει στην οπισθοφυλακή παρά στην εμπροσθοφυλακή. Την τέχνη του φυσικά κάθε άλλο παρά οπισθοδρομική θα τη χαρακτήριζε κανείς. Χρησιμοποιώντας γλώσσες προγραμματισμού, όπως τη C++, ο 39χρονος Σκωτσέζος δημιουργεί συστήματα που έχουν τη δική τους ιδιαίτερη λογική και μια φουτουριστική αισθητική που βασίζεται περισσότερο στις πρωτότυπες ιδέες και λιγότερο στον τεχνολογικό φετιχισμό. Στο «Belshazzar’s Feast», για παράδειγμα, εικονικές αποικίες βακτηριδίων κατατρώνε σημαδιακά κείμενα του Darwin, του Marx και του Freud (καθώς και τη Βίβλο), ενώ στο «Cryptozoology» αριθμοί, γράμματα και σύμβολα ζευγαρώνουν, πολλαπλασιάζονται και γερνάνε λες και είναι ζωντανοί οργανισμοί. «Η φύση μοιάζει λίγο με υπολογιστή», μου λέει ο Sandison. Η μεταφορά αυτή δεν εκφράζει όμως την ψυχρή εκτίμηση κάποιου τεχνοκράτη αλλά έναν αγνό θαυμασμό για την πολυπλοκότητα της φύσης – γύρω μας και μέσα μας. Ποια είναι η γνώμη σου για τα «Νέα Καλλιτεχνικά Μέσα»; Η στάση μου απέναντι στα Νέα Μέσα άλλαξε, όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό το είδος τέχνης γκετοποιήθηκε. Κάποια στιγμή αποφάσισα πως αν θέλω να έχω πραγματικό έλεγχο της παραγωγής και θεματολογίας των έργων μου, θα πρέπει να αφήσω πέρα τις πολυπλοκότητες και την τεχνολογική επιτήδευση και να τα δημιουργήσω μόνος μου όσο πιο απλά γίνεται. Τους χαρακτήρες που χρησιμοποιώ στις εγκαταστάσεις μου, τους έφτιαξε ένας Ούγγρος τη δεκαετία του 1950 και είναι από τα πιο απλά πράγματα που μπορεί να εμφανιστούν στην οθόνη ενός υπολογιστή. Όταν ήμουν εφτά χρόνων, έφτιαξα τον πρώτο μου «υπολογιστή», που βασικά ήταν ένα χάρτινο κουτί με δύο τρύπες, μια που έλεγε «ερωτήσεις» και μια άλλη που έλεγε «απαντήσεις». Ζωγράφισα επίσης και κάποια κουμπιά πάνω στο κουτί και έγραψα τις απαντήσεις και ερωτήσεις πάνω σε κομμάτια χαρτί. Από μία πλευρά έχωνα τις ερωτήσεις και από την άλλη ψηλαφούσα και έβγαζα τις απαντήσεις. Κατά κάποιον τρόπο η τέχνη μου δεν έχει ξεπεράσει ακόμα αυτό το στάδιο. Γενικά όμως δεν νομίζεις ότι η καλλιτεχνική δημιουργικότητα, πολλές φορές πυροδοτείται από τις επιστήμες και τις καινούριες τεχνολογίες (και αντιστρόφως); Ο Picasso και ο Einstein «ανακάλυψαν» τον κυβισμό και τη θεωρία της σχετικότητας σχεδόν ταυτόχρονα. Και αν ταξιδέψουμε ακόμα πια μακριά στο παρελθόν, στο Μεσαίωνα οι φαρμακοποιοί συχνά ανήκαν στις ίδιες συντεχνίες με τους ζωγράφους επειδή χρησιμοποιούσαν και οι δύο χρωστικές ουσίες. Αν το καλοσκεφτείς, η καθημερινή μας ζωή δεν έχει αλλάξει πολύ από τότε που βγήκαμε από τις σπηλιές μας: γεννιόμαστε, τρώμε, αν είμαστε τυχεροί, αναπαραγόμαστε και μετά πεθαίνουμε. Αυτό όμως που έχει αλλάξει, είναι τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε. Αυτό ισχύει και για τους καλλιτέχνες. Όταν χρόνια πριν κάποιος κάλυπτε την παλάμη του με αίμα ή χυμό από μούρα για να την αποτυπώσει στον τοίχο μιας σπηλιάς, αυτή η κίνηση μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος εργαλείου. Σηματοδοτεί την παρουσία κάποιου. Η συνέχεια αυτού είναι άτομα σαν κι εμένα που προβάλλουν λέξεις σε έναν τοίχο στο κέντρο του Παρισιού. Είναι το ίδιο είδος σημαδιού αλλά με διαφορετικά πνευματικά και υλικά εργαλεία. Είχα μια έκθεση στο Παρίσι, στις αρχές του 2008 και δυο μήνες μετά έλαβα ένα email από έναν ερευνητή στον επιταχυντή σωματιδίων του CERN [Ευρωπαϊκός Οργανισμός Έρευνας Στοιχειωδών Σωματιδίων], που


«CRYPTOZOOLOGY», 2006 / ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ARNDT & PARTNER BERLIN/ZURICH / ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: BERND BORCHARDT, ΒΕΡΟΛΙΝΟ


μου έδωσε συγχαρητήρια για τη δουλειά μου και μου έγραψε: «Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες, όμως συνέλαβες οπτικά μια από τις ιδέες για την κίνηση των σωματιδίων που προσπαθούμε να ερευνήσουμε�». Και μετά μου εξήγησε κάποια πράγματα από τα οποία δεν κατάλαβα τίποτα και με ρώτησε αν θα ήθελα να τους επισκεφτώ στο CERN και να τους μιλήσω για τον προγραμματισμό μου. Κολακεύτηκα πάρα πολύ, γιατί στο σχολείο είχα δυσκολίες μάθησης. Αυτό το γεγονός με έκανε να αναρωτηθώ, αν είναι τυχαίο που επιστήμονες, καλλιτέχνες, εφευρέτες ή συγγραφείς σε διαφορετικές χώρες μπορεί να μη γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, όμως εκφράζουν ταυτόχρονα μια καινούρια ιδέα. Είναι η εξέλιξη των ιδεών ομαδική ή ατομική υπόθεση; Μήπως οι ιδέες είναι σαν τον αέρα που εισπνέουμε και εκπνέουμε και μεταφέρεται από σώμα σε σώμα; Άλλωστε, μια ιδέα δεν είναι παρά ένας ηλεκτρικός παλμός που εκφράζεται μέσω ηχητικών δονήσεων όταν μιλάμε... Σε ένα από τα πιο πρόσφατα έργα σου, το «The Wealth of Nations», μια προβολή διατρέχει το ομώνυμο βιβλίο του Adam Smith και οι λέξεις κάθε σελίδας σχηματίζουν το πρόσωπο ενός πιθήκου. Κατά πόσο σατιρίζεις στο έργο σου τη διατριβή του Smith, που τάσσεται υπέρ της ελεύθερης αγοράς; Το έργο έχει σίγουρα μια δόση ειρωνείας. Προσπάθησα να συνδυάσω δύο είδη προγραμματισμού. Το ένα ήταν βασισμένο σε κρανιολογικές έρευνες σε πιθήκους και το άλλο σε αναλύσεις των χρηματικών ροών στα χρηματιστήρια. Κατά έναν περίεργο τρόπο τα δύο αυτά συστήματα συμπίπτουν, πράγμα που βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Το έργο κατά κάποιον τρόπο αντικατοπτρίζει πόσο παράλογη είναι η σημερινή οικονομική κατάσταση. Πολλοί οικονομολόγοι λένε ότι η οικονομία, δουλεύει βάσει ενός υγιούς συνδυασμού απληστίας και φόβου ή αν θες, πείνας και τρόμου, κάτι που μας πάει πίσω σε μια εποχή όπου οι πρόγονοί μας ήταν πιθηκάνθρωποι. Τι λέει αυτό για την κοινωνία που ζούμε; Ότι δεν έχουμε εξελιχθεί ως είδος; Ίσως αυτές οι σκέψεις να μοιάζουν με γενικεύσεις, πιστεύω όμως ότι είναι απαραίτητες για να αναλογιστούμε, λόγου χάριν, κατά πόσο διαφέρουμε όντως από τους πιθήκους και το πού οδεύουμε ως κοινωνία. Πώς πήγαν τα σχέδιά σου να προβάλεις τα έργα σου πάνω στις παγωμένες λίμνες της Φινλανδίας; Πολύ καλά, αν και η διαδικασία αποδείχτηκε πιο πολύπλοκη απ’ ό,τι νόμιζα. Έχω πάρει μάλιστα και μαθήματα χρήσης αλυσοπρίονου, επειδή για να φτιάξω τις οθόνες πάγου, πρέπει να τον κόψω για να τον βγάλω από τη λίμνη. Αυτό γίνεται μέσα στο καταχείμωνο για να μη λιώσει ο πάγος. Οι λέξεις που πέφτουν πάνω του λες και είναι κατεψυγμένες. Προσπαθώ να συγχρονίσω την προβολή με το λιώσιμο των πάγων τον Απρίλιο ή Μάιο και καθώς αρχίζει να τήκεται και να καταρρέει η οθόνη, οι λέξεις που προβάλλω, «λιώνουν» επίσης. Είμαι καλλιτέχνης που του αρέσει πολύ η αφή και κατά κάποιον τρόπο όλα αυτά τα πονήματα μού δίνουν τη δυνατότητα να υλοποιήσω κάτι που στην ουσία είναι άυλο. Αυτό το ερώτημα νομίζω θα αποδειχτεί σημαντικό στο μέλλον: εάν δημιουργήσουμε ένα έργο σε έναν υπολογιστή, λόγου χάριν το 2007, τι μέτρα πρέπει να πάρουμε, πρώτο, για να το διατηρήσουμε σε καλή κατάσταση και δεύτερο, να το κρατήσουμε ενδιαφέρον για κάποιον που θα ζει το 2057;

«CRYPTOZOOLOGY», 2006 / ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ARNDT & PARTNER BERLIN/ZURICH / ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: BERND BORCHARDT, ΒΕΡΟΛΙΝΟ


BLUE MOON

Η Μελίνα Νικολαΐδη και η Babette Pauthier, παίζουν με το φακό κλέβοντας στιγμές από το μέλλον, όπως οι ίδιες το φαντάζονται και το σκηνοθετούν. | Φωτο: Babette Pauthier / Επιμελεια: Μελινα Νικολαϊδη / Μοντελο: Ron (Independent )


1.

1-5: Φωτογραφiες απo μια eκθεση που εiχε γiνει τη δεκαετiα του ’80 στο Παρiσι στο Musée d’Art Moderne, στην οποiα ανaμεσα σε aλλα το θeμα hταν να φανταστοyν οι σχεδιαστeς και φοιτητeς πως θα ειναι η μοδα το 2000. 3. 2. 4.

eνα ιλουστρaσιον του Edmund A. Amshwiller, με τον τiτλο Milady’s Boudoir” απo το βιβλiο The History of the Future.

5.

Εικoνα απo το κατaλογο eκθεσης μoδας που eγινε το 1984 στη Μoσχα.


NO FUTURE

Πώς διαγράφτηκε το μέλλον μετά από το θρυλικό σύνθημα… «κανένα μέλλον» | ΚΕΙΜΕΝΟ: ALICE PFEIFFER

Το 1977, ο Johnny Rotten των Sex Pistols σκανδάλισε το βρετανικό κοινό, που τη χρονιά εκείνη πανηγύριζε την επέτειο των 25 χρόνων από την άνοδο της Ελισάβετ Β’ στο θρόνο. Ενώ τελετές κάθε είδους εκθείαζαν τη βασίλισσα, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έπαιζαν ένα από τα πιο διαβόητα τραγούδια που είχαν ακουστεί, του οποίου ο τίτλος είχε υιοθετήσει αυτόν του εθνικού ύμνου: «God Save the Queen». Σε μια κοινωνία που ακόμα αντιμετώπιζε τη μοναρχία με σεβασμό, το τραγούδι φάνηκε σαν επίθεση στη βασίλισσα και σόκαρε με τους στίχους του, που εξίσωναν τη βασιλεία με το φασισμό και ισχυρίζονταν ότι τα όνειρα της Αγγλίας, είναι πια δίχως μέλλον («no future in England’s dreaming»). Η φράση «no future» (κανένα μέλλον) μετατράπηκε σε σύνθημα που συμβόλιζε όχι μόνο το κίνημα του πανκ ροκ, αλλά και τη δυσανασχέτηση μιας ολόκληρης γενιάς. Πέρα από την προκλητικότητά του, το κίνημα εξέφρασε την αποτυχία όχι μόνο της Βρετανίας να δικαιώσει τις ελπίδες και φιλοδοξίες των 1950s αλλά και του ιδεαλισμού των μεσοαστών χίπιδων, που θεωρήθηκε φρούδος και αφελής. Οι θεωρίες των προοδευτικών απορρίφθηκαν το ίδιο σθεναρά με τις επικρατούσες ιδεολογίες, με το σκεπτικό ότι κανείς εκ των δύο δεν μπόρεσε να δώσει κάποια ρεαλιστική βάση στην καινούρια γενιά και πιο συγκεκριμένα στους νέους της εργατικής τάξης. Αυτό εξηγεί και την οργή με την οποία εκδηλώθηκαν οι πανκς και ειδικότερα τη νοσηρή φύση του ντυσίματός τους. Με τις παραμάνες που κάποτε συγκρατούσαν τις πάνες τους (τον καιρό που ακόμα δεν είχε εφευρεθεί το βέλκρο), τώρα τρυπούσαν τα αφτιά ή μάγουλά τους. Φορούσαν ξυραφάκια αντί για σκουλαρίκια και κολάρα σκύλων ή αλυσίδες αντί για κοσμήματα. Τα ρούχα τους ήταν λερωμένα και σκισμένα. Η πανκ μόδα βρήκε έναν τρόπο να μετατρέψει την προσωπική εμφάνιση σε πρωτότυπο είδος έκφρασης και αυτό σε μια περίοδο όπου το χίπικο στιλ είχε πια γίνει εμπορικό. Φυσικά το ίδιο έγινε και με το πανκ: από νοσηρή ενδυματολογική έκφραση μετατράπηκε σε καταναλώσιμη μόδα. Μπορεί οι αυθεντικοί πανκς να φώναζαν «κανένα μέλλον», για τους σχεδιαστές μόδας όμως, που αξιοποίησαν το στιλ τους, το μέλλον – για τα επόμενα δέκα χρόνια τουλάχιστον – αποδείχτηκε αρκετά ρόδινο. Η Vivienne Westwood και ο μάνατζερ τότε των Sex Pistols, ο Malcolm McLaren, για παράδειγμα, διηύθυναν εκείνο τον καιρό ένα μαγαζί που είχε ανοίξει στο τέλος του Kings Road στο Chelsea του Λονδίνου. Ο χώρος αυτός παρουσίαζε τις πιο πρωτοποριακές δημιουργίες της εποχής του, τις οποίες αντέγραψαν και μετρίασαν πιο καθωσπρέπει σχεδιαστές όπως η Zandra Rhodes και μετέπειτα η Rei Kawakubo του οίκου Comme des Garçons. Λανσαρίστηκαν λοιπόν χρυσά, «ασφαλή» ξυραφάκια 18 καρατίων και ρούχα με επιτηδευμένα ξεφτίσματα και πιτσιλιές. Η καταστροφή και η αποδόμηση έκτοτε δεν έχουν πάψει να εμφανίζονται ως δημιουργική άποψη, υπό τον αυστηρό φυσικά έλεγχο της αγοράς και όντας έτη φωτός μακριά από την αναρχία που διαφήμιζαν οι Johnny Rotten και Sid Vicious. Το σύνθημα «κανένα μέλλον» θα μπορούσε να έχει απήχηση μόνο σε μια κοινωνία που είχε οραματιστεί και μετέπειτα χάσει από τη θέα της έναν πιο φωτεινό ορίζοντα. Το πανκ σημάδεψε το επίσημο τέλος των ελπίδων που τρέφαμε στα 60s και 70s: τα ρούχα, ριζικά αντίθετα από τα ψυχεδελικά μοτίβα και τα λουλουδάτα φορέματα, συμβόλιζαν το θάνατο της ουτοπίας που είχαν αναζητήσει οι προηγούμενες δεκαετίες. Ας πάρουμε τα τέλη των 60s για παράδειγμα, όταν διάφορα γεγονότα φαίνονταν να αναγγέλλουν ένα καλύτερο μέλλον. Η εξερεύνηση του διαστήματος είχε μεγάλη επιρροή στους André Courrèges, Pierre Cardin και Paco Rabanne, οι οποίοι έφτιαξαν αστροναυτικές ενδυμασίες και χρησιμοποίησαν γαλήνια χρώματα όπως το άσπρο και τα παστέλ. Το μέλλον φαινόταν πραγματικά ότι θα διαδραματιστεί στο φεγγάρι, με ροζ PVC και φούστες σε άλφα γραμμή. Γύρω στο 1969, όμως, τη χρονιά δηλαδή που ο άνθρωπος περπάτησε για πρώτη

φορά στο φεγγάρι, έγιναν επίσης διαδηλώσεις και κοινωνικοί αγώνες: σχεδόν κάθε Σάββατο, οι πολιτικοποιημένοι νέοι των μεγάλων δυτικών πόλεων παρέλαυναν ειρηνικά για να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των γυναικών, των γκέι και των Αφροαμερικανών. Παρά τη ραγδαία οικονομική άνοδο – ή ίσως εξαιτίας της – η μαρξιστική ανάλυση και κριτική επηρέασαν την ιδεολογική στάση πολλών νέων που, διαμέσου πολιτικών συζητήσεων και διαδηλώσεων, πήγαιναν για ψώνια στην Carnaby Street στο Λονδίνο. Ένα καινούριο κύμα φεμινισμού αγωνίστηκε για ζωτικά ζητήματα, όπως το δικαίωμα στην αντισύλληψη, την έκτρωση και τους προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, κάτι που απαίτησε την απάρνηση των γυναικείων προτύπων που πληρούσαν οι μητέρες τους. Το μέλλον έμοιαζε να υποδεικνύει μια σεξουαλική ταυτότητα υβριδική: την ανεσταλμένη σωματική διάπλαση του κάτισχνου εφήβου, που ενσάρκωνε για παράδειγμα η Twiggy, ή, περίπου τρία χρόνια μετά, ένα πιο θηλυκό, γιούνισεξ στιλ, με μακρύ μαλλί, καμπάνες και λουλούδια να στολίζουν και τα δύο φύλα. Ένα είδος μοντέρνου ανατολισμού υπαγόρευε μια προτίμηση προς οτιδήποτε μη ευρωπαϊκό, κυρίως ινδικό – μέχρι που περιοχές όπως το Μπαγκλαντές και η Μπιάφρα υποβλήθηκαν στη μάστιγα του πολέμου και του λιμού. Τα ναρκωτικά της εποχής, όπως το «χόρτο» και το LSD, υποτίθεται ότι βοηθούσαν στο περαιτέρω διάνοιγμα νέων οριζόντων. Οι βίαιες επιδράσεις των χημικών ουσιών που έπαιρναν οι πανκς και όσοι ασπάζονταν τα κινήματα που ακολούθησαν στα χνάρια του, εξέφραζαν το ακριβώς αντίθετο. Η γενιά του πανκ διαισθάνθηκε την εμπορικοποίηση της χίπικης ιδεολογίας και μόδας καθώς και την όχι και τόσο απελευθερωμένη ζωή στα κομουνιστικά καθεστώτα. Αφού η Δύση, όντας σε θέση ιδεολογικής κυριαρχίας, δεν άλλαξε στην ουσία μετά από όλες αυτές τις μαζικές διαδηλώσεις, ήταν λογικό η καινούρια γενιά να βρίσκεται σε απόγνωση. Το μέλλον δεν συνεπαγόταν πια μιας φωτεινής, ρόδινης προοπτικής. Η ζωή πέρα από το ηλιοβασίλεμα του Χόλιγουντ έπρεπε να αναθεωρηθεί για να επιβιώσει. «No future in England’s dreaming» – σήμερα έχουμε ασφαλώς μέλλον αλλά λίγα όνειρα. Οι περίοδοι πριν και μετά το πανκ οραματίστηκαν τις δικές τους εκδοχές, με τη διαφορά ότι οι ουτοπίες των 60s αντικαταστήθηκαν από τις μπλαζέ, κυνικές δυστοπίες των 90s. Η μείωση του ενδιαφέροντός μας προς το μοντερνισμό, η εξάπλωση του AIDS, η άφιξη του πρώτου πολέμου από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου και η πτώση του τείχους του Βερολίνου σημάδεψαν το πνεύμα της εποχής του μετα-μοντέρνου, που εκδηλώθηκε σε ταινίες όπως το «Dark City» και η κινηματογραφική σειρά «Alien». Η επιστημονική φαντασία στα 90s ήταν ως συνήθως εμπνευσμένη από τα κοινωνικά, τεχνολογικά και επιστημονικά γεγονότα της εποχής. Ο ενθουσιασμός που προκάλεσαν τα πρώτα ανθρώπινα βήματα στο φεγγάρι, μπορεί να αντιπαραβληθεί με την αναμονή της νέας χιλιετηρίδας και τις επιφοβούμενες επιπτώσεις παγκοσμίως του ιού υπολογιστών Y2K και ενός ενδεχομένου κραχ. Αναμενόμενα, ο φόβος αυτός αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης κινηματογραφικών ταινιών καθώς και επιδείξεων μόδας. Το αποτέλεσμα ήταν συχνά τρομαχτικό: στην κολεξιόν άνοιξη-καλοκαίρι 1998 του Thierry Mugler η άφιξη της νέας χιλιετηρίδας προαναγγέλθηκε μέσω αυστηρών σιλουετών και σκοτεινών, μεταλλαγμένων μοντέλων αλά Cruella Deville. Στο «Matrix» (1999), όπου ο Keanu Reeves υποδυόταν το ρόλο ενός νεο-γκοθά – και το οποίο είχε τον υπότιτλο «Be Afraid of the Future» (να φοβάσαι το μέλλον) – η ανθρώπινη κοινωνία είχε μεταλλαχθεί σε ένα ατελείωτο ρέιβ πάρτι. Εξίσου στιλιζαρισμένο, το «The Fifth Element» (1997), με κοστούμια του Jean Paul Gaultier, αντιπροσωπεύει μια κοινωνία που είναι στα πρόθυρα έκρηξης, περιμένοντας έναν από μηχανής θεό να τη σώσει. Το πιο πρόσφατο σημερινό παράδειγμα είναι η κολεξιόν άνοιξη-καλοκαίρι 2009 του οίκου Balenciaga – η θεματολογία φαίνεται να είναι κάτι σαν «ελαφρύ πορνό του μέλλοντος», αν και τα λευκά και ροζ PVC σχήματα θυμίζουν τα σχέδια του Courrèges. Στην πραγματικότητα, η κολεξιόν αυτή δεν οραματίζεται το μέλλον αλλά μια χαμένη ουτοπία που χρησιμοποιείται σαν ένα είδος νοσταλγίας. Όσο για το μέλλον: με βραχύτερους κύκλους μόδας (από 20 σε 7 χρόνια σήμερα), απλά δεν υπάρχει μέλλον, παρά μόνο ως συνονθύλευμα ενός οικείου παρελθόντος με τις γνώριμες αναφορές και τα κοινά βιώματα του παρόντος – η ιδέα ενός άγνωστου, απόμακρου μέλλοντος φαίνεται να παραείναι απειλητική.


R

E

A

L

S

T

O

R

I

E

S

ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το εξώφυλλο είναι φωτογραφία της Babette Pauthier. Επιμέλεια: Μελίνα Νικολαίδη

ΥΓ. 1/2/2009

ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΚΔΟΤΗΣ-ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ ART DIRECTOR ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΤΙΧΗ

ΞΑΦΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟ -Η ψύχωση και η κατάθλιψη είναι σημαντικά στοιχεία στους ήρωές σας; Μίας συγκεκριμένης περιόδου βιβλίων μου - όπως είναι η «Λούλα» ή ο «Εργένης» - ναι, είναι. -Γιατί αυτά τα χαρακτηριστικά είναι αναγκαία σε τέτοιους ήρωες; Διότι η ακραία προσωπικότητα καταλήγει σε μία συμπεριφορά μάλλον ψυχωτική, άρα δημιουργικά ενδιαφέρουσα. Εάν η ψύχωση είναι μία επιθετικότητα που στρέφεται προς τα έξω, η κατάθλιψη είναι μία επιθετικότητα που στρέφεται προς τον εαυτό: Θεωρείς τον εαυτό σου υπαίτιο για όλα� -Πώς μπορείς να νικήσεις την κατάθλιψη; Ένας τρόπος είναι να αλλάξεις παραστάσεις. Νομίζω ότι η κατάθλιψη είναι περισσότερο αποτέλεσμα κούρασης του νευρικού συστήματος, εκτός κι αν είναι μία οριακή κλινική συμπεριφορά. Σε γενικές γραμμές έχει κουραστεί η ψυχή του ανθρώπου, ο εγκέφαλός του, σαν υπερφόρτωση και κατάρρευση ενός δικτύου. Το θέμα είναι να ξεκολλήσει ο άλλος από αυτό το οποίο σκέφτεται. -Δεν είναι εύκολο. Εννοείται πως δεν είναι εύκολο, αφού αυτός είναι πιασμένος στα νύχια της. Ακόμη κι αν του πεις να το κάνει, δεν είναι εύκολο. Καθόλου εύκολο. -Με ποιο κριτήριο καταλαβαίνετε τι έχετε πραγματικά ανάγκη; Κρίνεις τι έχεις ανάγκη ή τι σε κάνει ευτυχισμένο από το βαθμό αφοσίωσης που του έχεις επιδείξει. Ευτυχία μου φέρνουν πράγματα στα οποία τους αφοσιώθηκα: Τα γραπτά, οι άνθρωποι γύρω μου. Όχι ότι εγώ δεν έχω δυστυχίες, συγκριτικά το βλέπω. Πολλοί άνθρωποι είναι ανικανοποίητοι από το γεγονός ότι δεν αφοσιώνονται σε κάτι, ζούμε σε μια εποχή στην οποία – κατεξοχήν - οι άνθρωποι δεν αφοσιώνονται σε κάτι αλλά ζουν μόνο για τη στιγμή. -Η στιγμή αποθεώνεται στις μέρες μας, όπως γνωρίζετε. Μα ακριβώς αυτό κάνει τους ανθρώπους δυστυχείς και ανικανοποίητους. Η στιγμή είναι ρευστή και χάνεται, δεν μπορείς να κρατηθείς από αυτήν. Αφοσιώσου λοιπόν στο οτιδήποτε, σε μια γλαστρούλα, κάποτε θα ανθίσει. Το ξερό κλαρί μπορεί να βγάλει μέσα σε μία ημέρα ανθάκια. Εγώ αφοσιώνομαι σε ανθρώπους απέναντι στους οποίους αναλαμβάνω μία δέσμευση: Στους γονείς μου, στη γυναίκα μου, στους φίλους μου. -Πώς αντιμετωπίζετε τη δυστυχία σας όταν αυτή σας επισκέπτεται; Η δυστυχία και η συμφορά είναι πολύ βαριές κουβέντες, εγώ πιστεύω πολύ αυτό που λένε ότι μαθαίνουμε μέσα από τις αποτυχίες μας. Οτιδήποτε άσχημο μας έρχεται, εν μέρει το προκαλούμε εμείς και αν δεν μας έρχεται για να αλλάξουμε το άσχημο είναι μία τέλεια ευκαιρία για να το δοκιμάσουμε. Εγώ προσπαθώ να προσηλώνω τη σκέψη μου ώστε σε ό,τι στραβό μου έρχεται, να καταλαβαίνω ότι έχει τους λόγους του που μου έρχεται, ότι είναι μία υπέροχη ευκαιρία για να προσπαθήσω να γίνω καλύτερος άνθρωπος. -Αυτή είναι μία αισιόδοξη και υγιής αντιμετώπιση στη ζωή. Είναι βολική και χρήσιμη, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο να την πραγματοποιείς. Ένα μότο που βρήκα τελευταία και μου άρεσε, λέει κάπου: «Ούτε να κλαψουρίζεις, ούτε να οργίζεσαι, φρόντισε να καταλάβεις». Αν καταφέρεις να αποφύγεις αυτές τις πρώτες αντιδράσεις, είναι μία υπέροχη ευκαιρία να κάτσεις να βάλεις κάτω τα πράγματα και να δεις τι στραβό έχεις κάνει. Είναι αυταπάτη ότι τα ξέρουμε όλα και ότι για όλα έχουμε λύσεις. Όχι. Θα δοθούν καινούριες λύσεις μέσα από το ανάποδο που μας συνέβη. Βιαζόμαστε να κρίνουμε και να επικρίνουμε, ενώ θα έπρεπε να κάνουμε υπομονή και να περιμένουμε να δούμε. 30

ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΠΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΜΑΡΙΝΑ ΣΙΑΚΟΛΑ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ CHARLIE MAKKOS ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΤΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ OMAΔΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΑΠΑΣ ΜΟΝΙΜΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΚΟΡΔΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΡΑΒΑΛΗ ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ΜΑΡΙΑ Θ. ΜΑΣΟΥΡΑ FILEP MOTWARY ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΠΑΡΣΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΜΑΖΗΣ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΛΛΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΕΛΛΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΟΥ ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΑΤΑΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ & ΕΚΤΥΠΩΣΗ: PROTEAS PRESS LTD

Σε αυτό το τεύχος συνεργάστηκαν δημιουργικά οι:

Άγγελος Μακρίδης Φάνος Κυριάκου Γιάννης Τσίτσοβιτς Μελίνα Νικολαΐδη Αlice Pfeiffer Gervase Gordon Miao Xiaochun Rafael Lozano Hemmer Charles Sandison Babette Pauthier

Μας ενδιαφέρουν τα δικά σας Υστερόγραφα. Οι δικές σας ιδέες για θέματα και οι δικές σας απόψεις. Τα περιμένουμε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: eleni.xenou@phileleftheros.com


Ysterografo Magazine_Issue 134  

Weekly magazine _ FuTUrE_issue