Issuu on Google+

ΥΓ. Ένα μύθο θα σου πω


ΦΩΤΟ: TARA DARBY / ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΕΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ


ΣΚΕΨΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΦωτΟ: ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ


E

D

I

T

O

R

I

A

L

ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ

Σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που έχει την είσοδό της ανοιγμένη στο φως, ζουν από παιδιά άνθρωποι αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο. Πίσω τους, ψηλά και σε απόσταση, υπάρχει φωτιά και στο ενδιάμεσο ένας δρόμος, κατά μήκος του οποίου βρίσκεται ένας μικρός τοίχος, όπως τα παραπετάσματα των θαυματοποιών. Πίσω από τον τοίχο περνούν άνθρωποι μεταφέροντας πάνω από το ύψος του κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και ομοιώματα ανθρώπων και ζώων. Οι σκιές τους προβάλλονται χάρη στο φως της φωτιάς στο βάθος του σπηλαίου, το μοναδικό οπτικό πεδίο των δεσμωτών. Ανήμποροι να κινηθούν και περιοριζόμενοι στη φυσική τους όραση οι έγκλειστοι νομίζουν πως οι σκιές είναι τα ίδια τα αντικείμενα και ο αντίλαλος από τις ομιλίες εκείνων που κινούνται πίσω από το τοιχίο η φωνή των σκιών. Ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσο δεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός. Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όραση αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη. Στον κόσμο του σπηλαίου επικρατεί απόλυτη ομοιομορφία. Κανένας δεσμώτης δεν ξεχωρίζει από τους άλλους, γιατί κανένας δεν έχει συναίσθηση της μοναδικότητάς του. Η αυτογνωσία και η ετερογνωσία απουσιάζουν, καθώς δεν βλέπουν τίποτε άλλο εκτός από τις σκιές του εαυτού τους και των συνανθρώπων τους. Κάποια στιγμή όμως, ένας από αυτούς κατορθώνει να ελευθερωθεί και να ανέβει στον κόσμο του φωτός. Στην αρχή αντιδρά, αμύνεται, επιμένει να θεωρεί τις σκιές αληθέστερες των ομοιωμάτων και προσπαθεί να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Δεν θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της ψευδαίσθησης για μιαν αλήθεια που δεν του εγγυάται εξαρχής κάτι καλύτερο. Η απάρνηση της ζωής του σπηλαίου και το ξεκίνημα μιας καινούριας πορείας, η οποία ώσπου να περατωθεί, τον αφήνει μετέωρο στο άγνωστο, συνεπάγεται αναμφίβολα ψυχικό κόστος που θα προσπαθήσει να αποφύγει. Η αντίσταση θα καμφθεί σταδιακά, όταν αρχίσει να συνηθίζει την καινούρια κατάσταση, να εξοικειώνεται με τις νέες συνθήκες. Όταν σταδιακά κάτω από το φως του ήλιου, θα αντιλαμβάνεται την πλάνη στην οποία ζούσε… «Ο μύθος του σπηλαίου» Πλάτωνας, Πολιτεία κεφ.7

* Το κείμενο αυτό γράφτηκε 2500 περίπου χιλιάδες χρόνια πριν. Ποιος θα μπορούσε ωστόσο να αμφισβητήσει ότι αυτός ο μύθος αποτελεί μια πραγματικότητα σημερινή…(για τον καθένα ξέχωρα και για πολλούς μαζί).


ΦΩΤΟ: TARA DARBY / ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΕΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ / ΜΟΝΤΕΛΟ: ANTHONY ROSSOMANDO (DIRTY PRETTY THINGS)


O

ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΤΡΙΛΛΙΔΗ

Κάποια πράγματα είναι ανεκτίμητα - για όλα τ’ άλλα υπάρχει η Χίλαρι. Δυο εκδοχές της ίδιας τηλεοπτικής διαφήμισης γνωστής πιστωτικής κάρτας 1η εκδοχή Στο σαλόνι μεσοαστικού σπιτιού. Νεαρό ζευγάρι, μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η σύζυγος ανοίγει τα δώρα της: Πρώτο δώρο, ένα κουτί χαρτομάντιλα (στην οθόνη περνά κρόουλ, «χαρτομάντιλα: 3 δολάρια»), δεύτερο δώρο, μια καφέ χάρτινη σακούλα - σαν κι αυτές που είχαν παλιά στα αεροσκάφη σε περίπτωση έμετου, (στην οθόνη, «καφέ χάρτινη σακούλα: 50 σεντ»). Κατ. Το ζευγάρι στην μπαλκονόπορτα με θέα τον κήπο. Ο σύζυγος παραμερίζει την κουρτίνα. Βλέπουμε, ταυτόχρονα με τη σύζυγο, δύο σπορ, μαύρα αμάξια, (στην οθόνη γράφει, «δύο καινούργια αυτοκίνητα: 0 δολάρια»). Η σύζυγος πρώτα μένει με το στόμα ανοιχτό, κατόπιν αρπάζει σβέλτα ένα από τα χαρτομάντιλα από το κουτί που της έχει μόλις δωρίσει ο σύζυγος και σκουπίζει δάκρυα χαράς. Ακολούθως ο σύζυγος της δίνει την καφέ σακούλα, εκείνη την γραπώνει, τη φέρνει στο στόμα και αρχίζει να εισπνέει και να εκπνέει με έξαψη. Η σύζυγος λιποθυμάει και πέφτει ανάσκελα με ένα βαρύ γδούπο μπροστά στα απαθή μάτια του συζύγου, ο οποίος απλώς την παρατηρεί να σωριάζεται στο σκληρό παρκέ. Φέιντ άουτ. Η φωνή του εκφωνητή και τα γράμματα στην οθόνη, «το να βλέπεις την αντίδρασή της: ανεκτίμητο». Ο σύζυγος ποζάρει στην κάμερα με τα χέρια στη μέση και ύφος γεμάτο ικανοποίηση. Φινάλε. 2η εκδοχή Ίδια ακριβώς με την πρώτη με τις εξής διαφορές: (α) Τρίτο δώρο, ένα μικρό, παιδικό τραμπολίνο, (στην οθόνη βλέπουμε, «τραμπολίνο: 35 δολάρια»). (β) Η σύζυγος, μετά τα χαρτομάντιλα και τη σακούλα, παίρνει την trademark κλίση 180° μοιρών του οσονούπω λιπόθυμου, προσκρούει πάνω στο τραμπολίνο, αναπηδάει και εκτινασσόμενη καταλήγει, περιχαρής, στην ανοιχτή αγκαλιά του συζύγου της. Αμέσως μετά τον βαράει, χαϊδευτικά μεν εκκωφαντικά δε, στο τριχωτό της κεφαλής. Ο σύζυγος την κοιτάζει για κλάσματα του δευτερολέπτου με βλέμμα μισό προκατάληψη μισό περηφάνια και συνεχίζει να την αγκαλιάζει. Φινάλε. (γ) Ο σύζυγος δεν ποζάρει στην κάμερα με τα χέρια στη μέση και ύφος γεμάτο ικανοποίηση. Η δεύτερη εκδοχή προτιμήθηκε και προβάλλεται στην τηλεόραση και στους κινηματογράφους. Την πρώτη μπορεί κανείς να τη βρει μόνο στο you tube. Κατεβάστε τον ποδόγυρό σας, κυρίες μου, βγαίνουμε απ’ την κόλαση.

με τον γιωργο σαββινιδη

ΧωνευτΗρι χρωμΑτων και ΠολιτισμΩν Ως πυρήνας καλλιτεχνικών εκφράσεων των λαών της Μεσογείου λειτουργεί η ομαδική εικαστική έκθεση «Oversea» που φιλοξενείται από τα τέλη Δεκεμβρίου στο μουσείο Casoria στη Νάπολη. Η έκθεση αποτυπώνει τις πολιτιστικές διαφορές αλλά και ομοιότητες των χωρών της Μεσογείου καταδεικνύοντας ότι μέσω της τέχνης, η αίσθηση μιας κοινής ταυτότητας δεν έχει ακόμη χαθεί. Ο τομέας ενδιαφέροντος εστιάζεται στο χώρο της Μεσογείου που λειτουργεί ως χωνευτήρι διαφορετικών φυλών, πληθυσμών και εθνών. 26 καλλιτέχνες από 17 χώρες, συμμετέχουν με πίνακες, φωτογραφίες, μουσική και παραστατικές τέχνες. Μεταξύ αυτών και η Κύπρια Άννα Φωτιάδου, ο πίνακας της οποίας με τίτλο «Frames» απεικονίζει μια φτερωτή ύπαρξη, που φαίνεται να ακουμπά ή να αιωρείται κεκλιμένη στον τοίχο ενός κτιρίου. Η ατμόσφαιρα φαντάζει υπερφυσική, σχεδόν ονειρική και ο θηλυκός χαρακτήρας μοιάζει να είναι πρωταγωνιστής μιας ιστορίας από την οποία «κρέμεται» αναμένοντας ένα γεγονός. Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο έργο είχε φιλοτεχνηθεί στο πλαίσιο ενός πρωτοποριακού Συμποσίου Ζωγραφικής που πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο στην Πεσκάρα της Ιταλίας κατά το οποίο καλλιτέχνες από χώρες της Μεσογείου δούλεψαν, μέσα σε περιβάλλον εκφραστικής ελευθερίας και πειραματισμού, ο ένας δίπλα στον άλλο, εκφράζοντας το μήνυμα για ειρήνη και αδελφοσύνη ανάμεσα στους λαούς της Μεσογείου. «Oversea», Νάπολη, Μουσείο Μοντέρας Τέχνης Casoria (+39 0817576167). Mέχρι 20 Φεβρουαρίου

Άνθρωποι βορά στα ζώα Σε συνεχή εξέλιξη και αμφισβήτηση βρίσκονται οι παραστάσεις της ερευνητικής θεατρικής ομάδας Μίτος, που συνεχίζονται Ιανουάριο και Φεβρουάριο. Ο λόγος για τη νέα δουλειά με τον τίτλο- πρόκληση «Ζώα που έφαγαν τους ανθρώπους». Αναζητώντας ένα χαμένο παραμύθι, έναν εν ενεργεία αφηγητή, θέτοντας ερωτήσεις, ψάχνοντας απαντήσεις οι συντελεστές παρασύρθηκαν στον κόσμο των ζώων κι από εκεί στον κόσμο των χαμένων παιδιών. Αντάμωσαν καλικάντζαρους, πλάσματα με ειδικές εμμονές και ανάγκες και τους διάλεξαν ως αφηγητές ιστοριών. Η προετοιμασία του υλικού για την πραγματοποίηση της παράστασης ξεκίνησε με τη συλλογή παραμυθιών και ήχων της Κύπρου, αναζητώντας πηγές και ανθρώπους, που μπορούν ακόμη να διηγηθούν ζωντανά μιαν ιστορία. Το εγχείρημα αποδείχτηκε δύσκολο, καθώς οι συντελεστές διαπίστωσαν ότι δεν έχουν απομείνει και πολλά στοιχεία ζωντανά στο λαϊκό πολιτισμό και την προφορική παράδοση. Στηρίχθηκαν, ωστόσο, στις διηγήσεις γιαγιάδων, σε έτοιμες ηχογραφήσεις, αλλά και εξειδικευμένη βιβλιογραφία. Δραματουργικά χρησιμοποιείται ένας συνδυασμός από πληροφορίες, εικόνες και ήχους και προτιμάται η λογική και οι τεχνικές της περφόρμανς και του χάπενινγκ αντί για την «ορθή οδό» της χρήσης κάποιου κειμένου, που - αν μη τι άλλο - θα εξασφάλιζε δραματουργική γραμμή και λύσεις, αλλά θα περιόριζε την εκφραστική ελευθερία των εμπνευστών και δεν θα τους επέτρεπε να ρίξουν το βάρος στο «εφήμερο κι ανολοκλήρωτο της δημιουργίας», όπως επιδίωκαν. Η σκηνοθεσία είναι του Λούκας Βαλέφσκι, η συλλογή υλικού της Έλενας Αγαθοκλέους και η τεχνική υποστήριξη του Αλεξάνταρ Γιότοβιτς. Οι τρεις τους συμμετέχουν και ερμηνευτικά στην παράσταση. «Ζώα που Έφαγαν τους Ανθρώπους», Λεμεσός, Παλιό Ξυδάδικο (Γενεθλίου Μιτέλλα 34). 8.30μ.μ. 99864970


Λoγια της πoλης Με την Ιωaννα Χριστοδοyλου

Η θηλυκότητα από την ανάποδη Στην ιστορική πορεία του οπτικού πολιτισμού το γυναικείο σώμα παρουσιάζεται συνήθως με τρόπο που «βολεύει» τον ανδρικό ερωτικό πόθο. Ακόμη περισσότερο στην εποχή μας, η συστηματική προβολή της ανατομικής παρουσίας της γυναίκας τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τις βιομηχανίες καλλυντικών, ενδυμάτων και αξεσουάρ φαίνεται να έχει βαθιές επιπτώσεις στη σύνδεση των γυναικών με ηδονοβλεπτικές επιθυμίες. Η έκθεση «Pretty Skin: Exploring the Woman Within» που υπογράφουν τρεις αγγλοτραφείς καλλιτέχνιδες, η Κατερίνα Ιακωβίδου, η Αναστασία Λογκίνοβα και η Μισέλ Θεοδότου, επιχειρεί να ασκήσει κριτική στην αξιολόγηση και αυτοαξιολόγηση των γυναικών με βάση τα ισχύοντα σεξουαλικά πρότυπα, θέτοντας σε αμφισβήτηση πολλά στερεότυπα που έχουν επικρατήσει σε σχέση με το γυναικείο φύλο. Η πρόταση που φιλοξενείται μέχρι το τέλος Ιανουαρίου στο μπαρ Bastione, δίπλα από την Πύλη Αμμοχώστου, διερευνά διάφορες πτυχές της θηλυκότητας θέτοντας συγκεκριμένα ερωτήματα: «η ομορφιά κρίνεται με βάση τις σωστές διαστάσεις;», «η αξία της γυναίκας είναι ανάλογη με την εξωτερική εμφάνιση που ικανοποιεί το ανδρικό βλέμμα;», «μόνη δύναμη της γυναίκας είναι η σεξουαλικότητά της;». Οι καλλιτέχνιδες κακίζουν τον υποβιβασμό της γυναίκας σε ένα… όμορφο κομμάτι δέρματος. Η Λογκίνοβα εξετάζει το ζήτημα δίνοντας έμφαση στη χρήση αντικειμένων που διαστρεβλώνουν την όψη, όπως σύνεργα μεταμφίεσης, η Θεοδότου προκρίνει ένα έντονο παιχνίδι συναισθημάτων, αντιπαραβάλλοντας την ανέμελη συμπεριφορά της ευτυχισμένης νεότητας με τους φόβους και τις αγωνίες των νεαρών γυναικών, ενώ η Ιακωβίδου παρουσιάζει πολυσύνθετες αλληγορίες έντονα αποπλανητικής θηλυκής σεξουαλικότητας, η οποία για αιώνες «δαμάζεται» από αρσενικούς καλλιτέχνες. «Pretty Skin», Λευκωσία, Bastione Bar. Kαθημερινά, εκτός Τρίτης, από τις 8μ.μ. Μέχρι 31 Ιανουαρίου. 96758323/ 99898237/ 99539377

Τεχνολογία… επί τάπητος Ο Νίκος Χαραλαμπίδης αυτή τη φορά τα βάζει με τις συμβατές δυνατότητες της τεχνολογίας, προκαλώντας τα ίδια τα όρια της αλλά και τη συμβατική αντίληψη του θεατή για το χειροποίητο. Μετά τη σημαίνουσα έκθεση στο Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι, ο σημαντικός Κύπριος καλλιτέχνης εκθέτει στην γκαλερί Λόλα Νικολάου στη Θεσσαλονίκη μια πολυσχιδή εγκατάσταση με ιδιόρρυθμη σημειολογία, όπου η Ιστορία διασταυρώνεται με την Ιστορία της Τέχνης και την Ιστορία του Μοντερνισμού. Από την περασμένη Πέμπτη, με το γενικό τίτλο «Innocent peasants missing their chance to modernity» (Αθώοι χωρικοί χάνουν την ευκαιρία για μοντερνισμό), παρουσιάζονται εικαστικές προτάσεις του Χαραλαμπίδη διάσπαρτες σ’ ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: πολιτισμική ταυτότητα, πολυπολιτισμικότητα, συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού, έννοιες έθνους, εθνικής συνείδησης, εμφάνιση μετα-εθνικών ταυτοτήτων, ζήτημα του κληροδοτήματος της αποικιοκρατίας, ιδεολογικές συγκρούσεις, θρησκεία και επίδραση της καταναλωτικής κουλτούρας και του Δυτικού υλισμού. Μεγάλο μέρος της εγκατάστασης (γεύση από την οποία πήραμε και στην Κύπρο στην έκθεση «Where Do We Go From Here?» από την ιδιωτική συλλογή του Νίκου Παττίχη και του «Φιλελεύθερου»), αποτελείται από μια σειρά χαλιών προσευχής. Τα έργα παράγονται με παραδοσιακές μεθόδους εργασίας, όπως ζωγραφική, χαρακτική κ.λπ. και μετά υποβάλλονται σε ψηφιακή επεξεργασία και αναπαραγωγή, ώστε το πραγματικό μέσο παραγωγής να είναι τελικά δύσκολο να ανιχνευθεί. Ν. Χαραλαμπίδης, «Innocent peasants missing their chance to modernity», γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη (+30 2310240416). Μέχρι 28 Φεβρουαρίου

Ρουτινιάρα ημέρα, αργά το απόγευμα, στο τέρμα της πόλης. Μονόδρομος εδώ, μονόδρομος εκεί, το οδικό δίχτυο στέλνει μηνύματα ζωής. Εμείς σκάμε στα γέλια. Αν το δεις σαν ευθεία, που πάει μόνο μπροστά, σου γυρίζει η σάλτα σε χιούμορ κι είναι καλό. Κρασάκι, τώρα και να ’ναι ζεστό. Όλα προτείνουν ζεστασιά εκεί μέσα. Και όλα κινούνται αργά. Οι συνήθεις ύποπτοι, ο κόσμος που μπαίνει, η μουσική. «Δεν σε στέλνει αλλού η ωραία μουσική;». Με καθηλώνει θα έλεγα. Έχω μπουχτίσει να ακούω γι’ αυτούς τους περιβόητους «γρήγορους ρυθμούς». Γενικότερα. Άρχισε να μοιάζει με το σλόγκαν του βίου μας, δεν το μπορώ άλλο. Από τις ηλεκτρικές κουζίνες που προτείνουν ταχύ και λάιτ απόψυξη, στα εμπορικά κέντρα που συστήνουν το γρήγορο και συμμαζεμένο shopping, στην κάθε λεφτού που δίνει συνέντευξη για να μας πει πως δεν έχει χρόνο να αναπνεύσει απ’ την πολλή δουλειά. Έχω λαχανιάσει ήδη. Πετυχαίνω στη συνδρομητική μια διαφήμιση - που οικολογικά και όμορφα - λέει: «switch off». Αναρωτιέμαι γιατί να μη γίνει μια καμπάνια για τους διακόπτες γενικότερα, να τους κατεβάσουμε και να κάτσουμε στα βραστά μας. Ο κόσμος έξω πηγαινοέρχεται σαν να του ανάψανε φωτιά στον κώλο, μπαινοβγαίνει στα καταστήματα, μη χάσει τη θεϊκή προσφορά από τις εκπτώσεις. Οι γκομενίτσες με τα μαλλιά αλά Amy Winehouse – η λακ και το overdose καταστρέφουν τον άνθρωπο - θέλουν όλες να γίνουν καριερίστες με επαγγελματική κάρτα και χώρο στάθμευσης στο όνομά τους. Φτάνει πια με τη γρήγορη «γνώση», φέρτε μέσα την άγνοια καλύτερα να κάνουμε πάρτι τρικούβερτο. Κοιτάμε ψηλά στο ταβάνι τα στιχάκια γραμμένα με μαρκαδόρο και κοιταζόμαστε. Δεν ξέρω αν απορούμε για το πώς βγήκε κάποιος εκεί πάνω να τα γράψει ή αν τον ζηλεύουμε που το ’κανε. Σιωπούμε, κοιταζόμαστε και καθρεφτίζουμε ύφος κουταβιού ο ένας στον άλλο. Ένα στιλό εκσφενδονίζεται προς το μέρος μου, γυρίζω να δω ποιος μαλάκας έκανε το λάθος, την ώρα που προσπαθώ να βυθιστώ σε νοσταλγική νιρβάνα. «Γράψε κι εσύ κάτι. Ό,τι θες». Δεν έχω δεχτεί ποτέ μια παρόμοια πρόταση για την οποία μάλιστα δεν θα πληρωθώ. Θέλω να του απαντήσω πως εκπορνεύομαι επαγγελματικά σ’ αυτό το σπορ αλλά αρκούμαι στο να ψάξω για πέντε άδεια εκατοστά να πω κι εγώ το δικό μου. Τα τραπεζάκια μας σμίγουν και παραγγέλνουμε ακόμα μια από τα ίδια. Νέα Υόρκη-Λευκωσία ανταλλάζουμε σημειώσεις. Συνειδητοποιώ πόσο δύσκολο είναι, σ’ αυτή την τόσο προβλέψιμη πόλη, να βρεθείς με ένα ζευγάρι αγνώστων και να ’χεις τόσα να πεις. Την τελευταία φορά που αντάλλαξα παραπάνω από δυο κουβέντες με άγνωστο ήταν πρόπερσι το καλοκαίρι, όταν με σταμάτησε ένας Γάλλος να με ρωτήσει προς τα πού να πάει για να δει λεμονιά. Τον έστειλα στην αυλή μιας εκκλησιάς, λίγο παρακάτω και μετά έκανα τον σταυρό μου. «Εσύ με τι ασχολείσαι;». «Ετοιμάζω ένα ντοκιμαντέρ. Για ολόκληρο το Φεβρουάριο δεν θα μιλάω καθόλου. Ορκίστηκα στη σιωπή. Θα βρω άλλους τρόπους επικοινωνίας». Γελάω. Θέλω να πιστεύω πως το στιλό που εκσφενδονίστηκε στη μούρη μου δεν ήταν για προθέρμανση. Κι αν ήταν, με ταρακούνησε από τη ρουτίνα των ακατανόμαστων ρυθμών. Υπάρχουν απογεύματα που δεν τα ’χεις σημειωμένα στην ατζέντα των πρέπει σου. Και κουβέντες που από την «αρμονία» των καθιερωμένων αρχίζουν να ηχούν μελωδικά περίεργες στ’ αφτιά σου.


Φωτογραφίες του έργου, το οποίο παρουσίασε ο Σωκράτης, τον περασμένο Αύγουστο στο Παρίσι, σε μια έκθεση την οποία είχε επιμεληθεί η Άντρη Μιχαήλ. Στην έκθεση είχε παρευρεθεί και η Sophie Duplaix, η οποία είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο έργο.


Ο Σωκρaτης Σωκρaτους στην Μπιενaλε Βενετiας Ο καλλιτέχνης που θα εκπροσωπήσει την Κύπρο στην 53η Μπιενάλε Εικαστικών Τεχνών της Βενετίας έχει ήδη ανακοινωθεί� Το Palazzo Malipiero θα γεμίσει τον Ιούνιο με τα έργα του Σωκράτη Σωκράτους. | ΤΗΣ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ Ήταν γύρω στις 11.00 το πρωί όταν με πήρε τηλέφωνο. Δεν υποψιάστηκα πως είχε κάτι διαφορετικό να μου πει. Μάλλον θα με ενημερώσει για το πότε θα στείλει τις φωτογραφίες της Μήδειας, σκέφτηκα. «Καλημέρα Σωκράτη μου», του είπα κι εκείνος πέθανε στα γέλια. Πάντα βρίσκει ένα ασήμαντο λόγο να γελάει ο Σωκράτης, άρα ούτε κι αυτό το εξέλαβα σαν σημάδι μιας απρόσμενης χαράς του. «Μάντεψε», μου λέει…Δεν μπορούσα να φανταστώ. «Τον Ιούνιο πού θα ’σαι;» με ρωτάει. «Τι σε έχει πιάσει πρωί-πρωί, τρελάθηκες; πού θες να ξέρω από τώρα», απαντώ. «Και όμως ξέρεις», μου λέει γεμάτος υπονοούμενα. Χρειάστηκαν μερικές ακόμα προτάσεις και λίγα λεπτά για να μου αποκαλύψει πως μόλις είχε ειδοποιηθεί ότι τον Ιούνιο, ταξιδεύει για Βενετία. Και ο λόγος: Έχει επιλεγεί - ανάμεσα σε συνολικά 61 καλλιτέχνες οι οποίοι είχαν δηλώσει προτάσεις συμμετοχής - να εκπροσωπήσει την Κύπρο στην 53η Μπιενάλε Εικαστικών Τεχνών. Χαρές, επιφωνήματα, «Έλενα μου ο Σωκράτης πάει Βενετία», τσιρίζω σαν τρελή ήδη στους διαδρόμους, «και βέβαια θα ’μαι εκεί» του λέω κι ύστερα τον βεβαιώνω πως αυτή είναι η χρονιά του. Ενθουσιάζεται κι εγώ τον φαντάζομαι ήδη να χοροπηδά από χαρά. Μετά από το κατάπληκτικό του έργο στο αεροδρόμιο Πάφου, τις βιτρίνες των καταστημάτων Hermes στο Ντουμπάι και στο Μπαχρέιν, τώρα, ήρθε και ο καιρός και για ένα ταξίδι στη Βενετία. «Θέλω να μου τα πεις όλα», του είπα μα ο Σωκράτης δεν είναι περιγραφικός, δεν του αρέσει να εκφράζεται με λέξεις, εκφράζεται με τα έργα ή τις φωτογραφίες του, εκφράζεται με χειρονομίες και βλέμματα, αλλά όχι με λόγια. «Θα τη μάθω εγώ την ιστορία», τον πείραξα, «μην μου βάζεις κι εσύ δύσκολα» με παρακάλεσε και έτσι κλείσαμε εκείνο το τηλεφώνημα. Μπιενάλε Βενετίας. Θυμάμαι πέρσι που το Υστερόγραφο ταξίδεψε σύσσωμο, πόσο υπέροχη ήταν η ατμόσφαιρα στην πόλη. Παντού καλλιτέχνες και ένα κοινό

να περιφέρεται με καταλόγους, να περιεργάζεται έργα και να μετατρέπει τη τέχνη σε καθημερινότητά του. Να, λοιπόν, που ο Σωκράτης μάς δίνει ξανά μια αφορμή να βρεθούμε πάλι εκεί. Το Υστερόγραφο να συνοδεύσει τον συνεργάτη του σ’ αυτό το υπέροχο φεστιβάλ τέχνης και να καταγράψει βήμα βήμα την εμπειρία του. Είμαι ήδη σε πειρασμό να τον πάρω πίσω στο τηλέφωνο. Δεν γίνεται, πρέπει να μας δώσει λεπτομέρειες, σκέφτομαι, αλλά μετά συγκρατούμαι. Βρίσκω τα απαραίτητα στοιχεία και καταγράφω το πώς έγινε πρώτα η επιλογή: Ο καλλιτέχνης επιλέχτηκε από τη φετινή επιμελήτρια της Κύπρου Sophie Duplaix, η οποία εξέτασε όλες τις προτάσεις που υποβλήθηκαν τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν βρισκόταν στην Κύπρο. Η τελική της εισήγηση που υποβλήθηκε μετά την αξιολόγηση των προτάσεων κατέληγε στον Σωκράτη Σωκράτους με το ακόλουθο σκεπτικό: «Η δουλειά του Σωκράτη Σωκράτους παρουσιάστηκε ήδη σε πολλές εκθέσεις στην Κύπρο, την Ελλάδα και αλλού. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί πειστικά μια ποικιλία μέσων και μέσω του έργου του ασκεί κοινωνική κριτική. Σε πιο πρόσφατα έργα του εκτίμησα ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το πολιτικό ζήτημα της Κύπρου - αντί για κυριολεκτικές αναφορές, καταφεύγει στη χρήση μεταφορών ή παραβολών, το οποίο καθιστά το μήνυμά του ακόμα πιο αποτελεσματικό. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως ο καλλιτέχνης θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις προσδοκίες μιας εθνικής εκπροσώπησης στην Μπιενάλε της Βενετίας». Κτυπώ ήδη τα νούμερά του στο τηλέφωνο. Απαντά με την ίδια χαρά. Δεν θέλω να μου δώσει άλλες λεπτομέρειες. Δεν χρειάζεται άλλωστε. Όλα θα φανούν εκεί, στην πόλη των γονδολιέρηδων, που θα περπατάμε στα στενά, θα διασχίζουμε τις γέφυρες θα πίνουμε λιμοντσέλο και θα γιορτάζουμε την τέχνη. «Έλα» μου απαντά, «τι ξέχασες;». «Ένα μπράβο», του λέω. «Δεν θυμάμαι αν σου ’πα». «Μπράβο, λοιπόν. Γι’ αυτό σε ξαναπαίρνω. Σου αξίζει�».

Ο Σωκράτης Σωκράτους γεννήθηκε στην Πάφο το 1971. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και από το 1996 παρουσίασε το έργο του σε διάφορες ατομικές εκθέσεις στην Κύπρο και την Ελλάδα. Συμμετείχε επίσης σε ομαδικές εκθέσεις στο Μουσείο Μπενάκη («Λουλούδια στη Σύγχρονη Τέχνη», 2006), το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης («Με τον Φακό Στραμμένο στις Κυκλάδες - 20 σύγχρονοι εικαστικοί καλλιτέχνες», 2006), το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας (“Where Do We Go From Here?”, 2008 / “Accidental Meetings”, 2005 / “Body Works”, 2004), το Ίδρυμα Λανίτη στη Λεμεσό (“Hyperlinks”, 2004) κ.ά. Το 2001 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε Τιράνων. Πιο πρόσφατα συμμετείχε σε εκθέσεις στο Παρίσι (“Nuit Blanche”, 2008 / “Paris/Chypre - dans le Cadre de la Saison Culturelle Europeenne”, 2008), στην Αρλ (“Les Rencontres d’ Arles Photographie”, 2008) και τη Θεσσαλονίκη («Πεδίο Δράσης Κόδρα», 2008). Ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία, τη συγγραφή κειμένων και την καλλιτεχνική επιμέλεια θεατρικών παραγωγών, έχοντας συνεργαστεί στο παρελθόν με δημιουργούς όπως τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και την Όλια Λαζαρίδου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Κύπρο και το εξωτερικό, καθώς και στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και την Κρατική Συλλογή Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Στη Βενετία, ο καλλιτέχνης θα παρουσιάσει μια σειρά από εγκαταστάσεις στον εκθεσιακό χώρο της Κύπρου (Palazzo Malipiero), καθώς και σε εξωτερικούς χώρους της πόλης. Η Μπιενάλε ανοίγει στις 4 Ιουνίου 2009 για τα ΜΜΕ και διαπιστευμένους επαγγελματίες και στις 7 Ιουνίου για το κοινό.


ΦΩΤΟ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΝΑ


ΑΡΙΑΝΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

• Στο πρόσφατό μου σόλο «ΠΕΡΙ ΒΑΡΟΥΣ» με το οποίο έλαβα μέρος στο διήμερο φεστιβάλ χορού “ΣΟΛΙ- Meet the Artist” που διοργάνωσε το Dance Gate Dancehouse Lefkosia, το έργο περιστρέφεται γύρω από το μύθο του Τιτάνα Άτλαντα. Το ON WEIGHT ( 2007) είναι βασισμένο σε αποσπάσματα από το βιβλίο της Jeannette Winterson. Η συγγραφέας, μέσα από την ιστορία που αφηγείται, ταυτίζεται με τον Άτλαντα, τον ημίθεο που υποβαστάζει στους ώμους του τον κόσμο. Το έργο μιλά για επιλογές στη ζωή μας. Και ήταν αυτό που με ώθησε να δημιουργήσω μια παράσταση βασισμένη σ’αυτό το βιβλίο, όπου μου δίνει την αφορμή για ένα τελετουργικό πέρασμα σε προσωπικά μου ερωτήματα. Η ίδια λέει «Τι μπορώ να πω για τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας; Η μοίρα, η τύχη φαίνεται να είναι το άκρο αντίθετο της αποφασιστικότητας, μιας ζωής που στο μεγαλύτερό της μέρος διαβάζεται ως Τύχη/ Μοίρα». Η συγγραφέας προσφέρει στην επανάληψη της αφήγησης του Μύθου του «Άτλαντα», ένα άλλο τέλος προσφέροντας και στον εαυτό της μιαν άλλη επιλογή ως προς τη μυθική ταύτιση και αντίληψή της για τη δική της ζωή. Στην παράσταση υποδύομαι τρεις ρόλους. α)Της συγγραφέως όπου η ίδια μιλά αυτοβιογραφικά για τον εαυτό της και για τη δική της ταύτιση με τον Τιτάνα ημίθεο Άτλαντα β) Το ρόλο του Άτλαντα, και γ) τον εαυτό μου σε σχέση με το κείμενο και τους άλλους δύο ρόλους Ως η συγγραφέας μιλώ και κινούμαι σαν η υιοθετημένη Winterson, που αναφέρεται στην απόρριψη από τους βιολογικούς της γονείς η οποία τη σημάδεψε, τη μοναξιά της ενώ μεγαλώνει με τους θετούς της γονείς, με την υδρόγειο σφαίρα ως φωτιστικό δίπλα στο κρεβάτι της και τα φανταστικά ταξίδια που κάνει, δημιουργώντας τους δικούς της κόσμους. Στο ρόλο του Άτλαντα ως γυναίκα χορεύτρια/ηθοποιός υποδύομαι έναν άντρα και παράλληλα συναισθηματικά βιώνω τη δική μου ταύτιση με τον Άτλαντα. Και ως ο εαυτός μου έχω μια μικρή σκηνή για τους δικούς μου ενδοιασμούς ως περφόρμερ, προτού ο Άτλας

στην ιστορία της συγγραφέως αφήσει το βάρος… Παρόλο που η ιστορία απέχει πολύ από το να έχει συμπληρωθεί, όπως λέει και η ίδια συγγραφέας, παρόλους τους ενδοιασμούς και φόβους της, η ίδια αφήνει το βάρος μέσα από το νέο τρυφερό τέλος που εφευρίσκει για το μύθο του Άτλαντα. Και οι δικές μου οι σκέψεις: Άραγε ο κόσμος που βιώνουμε καθημερινά τον δημιουργούμε μέσα από τη δική μας μυθική αντίληψη/ταύτιση, σκέψεις συνειδητά ή ασυνείδητα; Αυτό όμως είναι μεγάλο κεφάλαιο για συζήτηση… • Ο μύθος και η ιστορία του μύθου είναι η ιστορία της ανθρωπότητας, περιέχει τις ιστορίες και τα πιστεύω μας, την προσπάθειά μας να καταλάβουμε τον κόσμο και να ενωθούμε με τους προγόνους μας, όπως και ο ένας με τον άλλο. Έχει σχέση με τα ερωτήματα και την ανάγκη να κατανοήσουμε πού πάμε, από πού ερχόμαστε και γιατί; Διαμέσου των αιώνων διακρίνουμε την ικανότητα του ανθρώπου να σχηματοποιεί σκέψεις πέρα από την καθημερινή του εμπειρία και μέσα από τη φαντασία και τη διαισθητικότητα να βρίσκει νόημα. Ο μύθος ασχολείται με ένα χώρο πέρα από εκείνο που γνωρίζουμε. Είναι μια μεταφορά/μετάβαση μέσα από τη φαντασία, που μας υπαγορεύει πως ο ορατός υλικός κόσμος δεν είναι η μόνη πραγματικότητα. Έχει τις ρίζες του στην εμπειρία του θανάτου και το φόβο της εξαφάνισης, έχει σχέση με την τελετουργία. Ο μύθος και η μυθολογία είναι συντροφικός οδηγός στη δουλειά μου. Αποκαλυπτικός μεταβατικός, αναγάγει τις προσωπικές βιωματικές μας εμπειρίες στο συλλογικό υποσυνείδητο και βοηθά την παρουσίαση του έργου πολλών καλλιτεχνών μέσα από μια διάσταση πέρα από την προσωπική τους εμπειρία, σκιαγραφεί τη σύγχρονη αναζήτηση της ψυχής, προσφέρει επίγνωση και μεταμορφώνει τον τεμαχισμένο και τραγικό κόσμο μας. Για μένα είναι μια μορφή μύησης, η μετάβαση στο χώρο του άγνωστου στην καρδιά της σιωπής. • Ο μύθος είναι η μορφή της τέχνης. Ένα καλό βιβλίο,

διήγημα , μυθιστόρημα, μας δείχνει πώς να κοιτάξουμε μέσα στην καρδιά μας για να δούμε τον κόσμο από μιαν άλλη διαφορετική σκοπιά. Η Κάρεν Άρμστρονγκ στο βιβλίο της «Σύντομη Iστορία του Mύθου», λέει χαρακτηριστικά το εξής: « Σήμερα εάν οι θρησκευτικοί ηγέτες δεν μπορούν να μας καθοδηγήσουν, ίσως το κάνουν οι καλλιτέχνες μας και δημιουργικοί συγγραφείς, να φέρουν φρέσκια επίγνωση στο χαμένο και καταστραμμένο κόσμο μας». Η σύγχρονή μας εξέλιξη και δυτικός πολιτισμός βασίζεται στην επιστημονική και τεχνολογική μας ανάπτυξη, ενδιαφέρεται μόνο γι’ αυτό που προσδιορίζεται από τη λογική. Στη σύγχρονή μας εποχή, στον απομυθοποιημένο μας κόσμο δεν υπάρχει βοήθεια να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος το ανείπωτο. Υπάρχει ένας συγκινητικός και ηρωικός ασκητισμός στην παρούσα άρνηση του μύθου. Κάποτε ο μύθος όχι μόνο βοηθούσε τον κόσμο να βρει νόημα στη ζωή του αλλά και αποκάλυπτε περιοχές του ανθρώπινου μυαλού στις οποίες δεν θα είχε διαφορετικά πρόσβαση. Ήταν ένα είδος πρώιμης ψυχολογίας. Οι ιστορίες των θεών ή των ηρώων που κατέβαιναν στον κάτω κόσμο και περνούσαν διαμέσου λαβυρίνθων και πολεμούσαν με τα τέρατα, ήταν (ΕΙΝΑΙ) τρόποι να φέρουν στο φως τη μυστηριακή διεργασία της ψυχής όπου μέσα από τελετουργικά στοιχεία, έδειχναν στους ανθρώπους πώς να αντεπεξέλθουν τις εσωτερικές τους κρίσεις. Ακόμα επιθυμούμε να πάμε πέρα από τις παρούσες καταστάσεις και να μπούμε σε ένα γεμάτο χρόνο με πιο ουσιαστική την έννοια της ύπαρξης. Προσπαθούμε να μπούμε σ’ αυτή τη διάσταση μέσω της τέχνης, της Ροκ μουσικής, τα ναρκωτικά, τη μεγάλη οθόνη, μετατρέπουμε σε ήρωες την Νταϊάνα και τον Έλβις. Ο μύθος του ήρωα δεν αποσκοπούσε στο να μας χαρίσει είδωλα για να θαυμάζουμε αλλά ήταν σχεδιασμένος να αγγίξει τη φλέβα του ηρωισμού μέσα μας. Δεν ξέρουμε πλέον πώς να χειριστούμε τις μυθικές μας ζωές με τρόπο ώστε να στοχεύουν στη μεταφυσική διαμόρφωση και μεταμόρφωση.


ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΜΥΘΟΙ Μια τριλογία με μύθους ταυτότητας και ιστορικότητας η οποία ολοκληρώθηκε, έδωσε θέση στην καινούρια εικαστική μυθολογία των δυο καλλιτεχνών.

| ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΚΟΡΔΗ

ΜΥΘΟΣ Νο 1 O John Mills ήταν Λονδρέζος συλλέκτης και στενός φίλος του Marcel Duchamp. Τον Ιούλιο του 1912, με μια επιστολή του ο Duchamp ζήτησε απ’ τον Mills να διαλέξει ένα αντικείμενο από το Λονδίνο και να του το στείλει. Το αντικείμενο έφτασε έξι μήνες μετά. Ο Duchamp το άνοιξε, το εξέτασε, το ενέκρινε και το έστειλε πίσω στον Mills μαζί με ένα γράμμα, όπου περιέγραφε τη διαδικασία μέσα από την οποία το συγκεκριμένο αντικείμενο μετατράπηκε σε έργο τέχνης. Παρόλο που το The Milk Carrier (το αντικείμενο που έστειλε ο Mills) ούτε είχε επιλεγεί ούτε είχε εκτεθεί από τον Duchapm, βρήκε τη θέση του σε μια γωνιά στο σπίτι του συλλέκτη, ο οποίος πιστεύεται ότι ποτέ δεν συνειδητοποίησε τη σημασία του κομματιού, αλλά ενστικτωδώς το πρόσεχε σαν κόρην οφθαλμού. Η όλη ιστορία αποκαλύφθηκε το 2005, όταν ο εγγονός του Mills και κληρονόμος της συλλογής του, ανακάλυψε τυχαία την αλληλογραφία μεταξύ των δυο αντρών. Αυτή η αλληλογραφία έγινε το πρώτο «πιστοποιητικό γνησιότητας» για ένα έργο μοντέρνας τέχνης… Μύθος� Άλλοι τέτοιοι 21 μύθοι, κινούμενοι ανάμεσα σε πραγματικά και πλασματικά γεγονότα, ο κάθε ένας από τους

οποίους καταπιάνεται μ’ ένα διεθνώς καταξιωμένο καλλιτέχνη, ήταν η αρχή για μια τριλογία έργων των Χαράλαμπου και Βάσως Σεργίου. Η πορεία των δυο καλλιτεχνών δεν είχε σχέση με μύθους, τουλάχιστον μέχρι το 2005. Τότε ήταν που αποφάσισαν πως μετά από έξι χρόνια εικαστικής δημιουργίας, η θεματολογία των έργων τους, τα οποία μέχρι τότε είχαν να κάνουν με τις επιδράσεις ενηλίκων πάνω στα παιδιά και τα media, είχε ολοκληρωθεί. «Θελήσαμε ν’ αγγίξουμε εικαστικά ένα άλλο, εξίσου σύγχρονο θέμα, μια κοινωνική τάση θα λέγαμε, η οποία γίνεται ολοένα εντονότερη στις μέρες μας. Ο άνθρωπος, σε μια προσπάθειά του να τοποθετηθεί στο χώρο, να βγει από το δεδομένο του, το οποίο είναι συνηθισμένο, να πλάσει μια καινούρια εικόνα και να ξεχωρίσει, δημιουργεί ένα μύθο γύρω από την ταυτότητα και την ιστορία του». Ο συνδυασμός του μύθου με την πραγματικότητα, πού σας οδήγησε τελικά; Στο «Unauthorized Histories», την πρώτη ενότητα έργων μας. Σ’ αυτή τη δουλειά μελετήσαμε το έργο πολύ γνωστών σύγχρονων δημιουργών και προσθέσαμε μυθολογικά γεγονότα. Εισβάλαμε στη ζωή τους, αλλάξαμε την ιστορία τους και φτιάξαμε έργα βασισμένα στη δική τους

τεχνοτροπία, ύφος, εποχή και υλικά, κάνοντας έτσι ένα πλέξιμο μύθου και πραγματικότητας. Μ’ αυτόν τον τρόπο αγγίξαμε την προσωπική ιστορία του κάθε καλλιτέχνη, αφήνοντας τον παράγοντα ταυτότητα σταθερό. Αποτέλεσμα; Επεισόδια από τη ζωή είκοσι δύο διεθνώς καταξιωμένων καλλιτεχνών κατέληξαν σε έργα τέχνης τα οποία για τον ένα ή τον άλλο λόγο έμειναν στην αφάνεια. Αντί να πάρουμε στοιχεία από ένα ήδη υπάρχον, ιστορικά κατεγραμμένο (παλιό ή πρόσφατο) έργο τέχνης, για να δημιουργήσουμε ένα νέο έργο, όπως συμβαίνει συνήθως, ιδιοποιηθήκαμε την προσωπική ιστορία και τη δημιουργική παρόρμηση κάποιου συγκεκριμένου καλλιτέχνη για να δημιουργήσουμε ένα έργο που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γίνει από αυτόν. Στο βιβλίο, αναπόσπαστο κομμάτι της έκθεσης, ο θεατής μπορούσε να διαβάσει το μύθο που είχε κατασκευαστεί για κάθε έργο με πραγματικά και πλασματικά γεγονότα. ΜΥΘΟΣ Νο 2 Αφού στο πρώτο μέρος της τριλογίας μελέτησαν το μύθο μέσα από την ιστορία του καλλιτέχνη, το επόμενο βήμα των δυο καλλιτεχνών ήταν η μυθολογία μέσα από την ταυτότητά του. Την ιστορία και την ταυτότητα εξάλλου


ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΙ ΒΑΣΩ ΣΕΡΓΙΟΥ

Ο Χαράλαμπος και η Βάσω Σεργίου εξηγούν τους λόγους που τα τελευταία χρόνια κινούνται ανάμεσα σε πραγματικά και πλασματικά γεγονότα.

είναι που προσπαθεί κάποιος ν’ αγγίξει για να βγάλει ένα μύθο για τον εαυτό του προς τα έξω. Έτσι προέκυψε η έκθεση «Do not Feed the Humans», όπου παρουσίασαν τη δουλειά τους πέντε πρωτοεμφανιζόμενοι καλλιτέχνες, οι οποίοι δημιούργησαν έργα με οδηγό τον συγκεκριμένο τίτλο. Ο Χαράλαμπος και η Βάσω λειτούργησαν ως επιμελητές της έκθεσης. Δίπλα απ’ τα έργα των πέντε αυτών καλλιτεχνών υπήρχε το βιογραφικό τους σημείωμα, έτσι ώστε να συσχετιστεί ο θεατής με την ταυτότητα του καλλιτέχνη και το έργο. «Ο θεατής φεύγοντας συνειδητοποιούσε πως οι καλλιτέχνες αυτοί δεν υπήρχαν, ήταν φτιαχτοί. Τους είχαμε δημιουργήσει εμείς. ΜΥΘΟΣ Νο 3 «Θεωρήσαμε πως το σκεπτικό μας δεν θα είχε βγει προς τα έξω ολοκληρωμένα, αν δεν παρουσιάζαμε ένα έργο χωρίς ταυτότητα και χωρίς ιστορία. Το κάναμε σε έναν ανοιχτό χώρο, στο πλαίσιο του Urban Soul Festival το περασμένο φθινόπωρο. Ένα χειρουργικό τραπέζι, μια κουρτίνα χειρουργείου και ένα πτώμα καλυμμένο μ’ ένα σεντόνι. Ο περισσότερος κόσμος περνούσε από δίπλα του και δεν το έβλεπε. Ήταν φοβερό αυτό… Νιώσαμε

όμως πως κλείσαμε τον κύκλο, αν και με αυτόν τον περίεργο τρόπο». ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ «Επόμενό βήμα μας, να τοποθετηθούμε απέναντι στο έργο τέχνης καθεαυτό. Να δώσουμε δηλαδή απάντηση στο τι είναι το έργο τέχνης ενεργειακά. Τι είναι δηλαδή αυτό το πράγμα που μετατρέπει οτιδήποτε σε κάτι το οποίο εκπέμπει ενέργεια. Έπρεπε λοιπόν να ερευνήσουμε τις βασικές αρχές της ύπαρξης του ανθρώπου ως ψυχικής υπόστασης, κάτι που κάνουμε αγγίζοντας το θέμα σε τρεις πτυχές. Η πρώτη πτυχή μας βοήθησε να τοποθετηθούμε ως προς το έργο τέχνης, σαν μια τρισδιάστατη, γήινη εμπειρία, έχοντας για δεδομένο πως η ψυχή ζει επαναλήψεις. Πράγμα που σημαίνει πως ο λόγος ύπαρξης του ανθρώπου σε κάθε ζωή που έρχεται είναι να βιώσει κάποιες εμπειρίες οι οποίες θα προστεθούν στις προηγούμενες τις οποίες απόκτησε σε άλλες ζωές. Και για να μπορέσουν να προστεθούν οι εμπειρίες αυτές, θα πρέπει να βιώνει την κάθε ζωή γραμμικά, χωρίς δηλαδή ο χρόνος να κινείται μπρος και πίσω, για να αποκτά νόημα η εμπειρία τη στιγμή που τη βιώνεις. Αυτό μας οδήγησε στο συμπέρασμα πως ένα έργο τέχνης που

έφτιαξε ένας καλλιτέχνης καταλήγει να είναι μια εμπειρία. Τόσο απλά. Η οποία εμπειρία όμως γίνεται από έναν άνθρωπο με ιδιαίτερες ικανότητες προς αυτή την κατεύθυνση. Το έργο δηλαδή είναι μια τρισδιάστατη εμπειρία. Αυτό οδήγησε και στη δεύτερη πτυχή της ενότητάς μας, που έχει να κάνει με τη σημαντικότητα του έργου τέχνης, τη σπουδαιότητα του καλλιτέχνη και την πιθανή μυθολογία ή την πραγματική ιστορία πίσω από αυτόν. Μ’ αυτό το σκεπτικό εξετάζουμε και το ερώτημα για ποιο λόγο ένα αντικείμενο ή ένας άνθρωπος έχει ένα πιο μεγάλο κύκλο επίδρασης απ’ ό,τι ένα άλλο ή κάποιον άλλο. Η τρίτη ενότητα που αγγίζουμε είναι η ανάγκη που έχει ο άνθρωπος να δημιουργεί κανάλια που να οδεύουν στο θείο, διότι μέσα από το πρώτο μας σκεπτικό όλα καταλήγουν στο απόλυτο είναι, τη θεότητα. Εξετάζουμε λοιπόν σε όλους αυτούς τους μηχανισμούς που έχει επινοήσει ο άνθρωπος από την αρχή της ύπαρξής του μέχρι σήμερα, τη δημιουργία συμβόλων, κατασκευών και αντικειμένων. Πού βρίσκεται η μυθολογία μέσα σ’ αυτό; Μήπως στην ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργήσει γήινα σύμβολα, στην ουσία μυθολογικά; Τα σύμβολα είναι εξάλλου ένας μεγάλος μύθος για τον καθένα από μας.


ΜΗΔΕΙΑ


Δύο φορές βάρβαρη η Μήδεια - από καταγωγή κι από έρωτα. Τώρα απομακρύνεται όλο και βαθύτερα στο σκοτάδι που είναι ο έρωτας - πρέπει να έχει σκοτάδι ο έρωτας για να μη φαίνεται ότι ο Άλλος λείπει, πρέπει να είχε πολύ σκοτάδι ο βάρβαρος έρωτας της Μήδειας, αφού ο Ιάσονας δεν ήταν ποτέ μαζί της: δεν είναι τώρα και άρα δεν ήταν ποτέ. Αλλά εκείνη ήταν από πάντα εκεί, θα είναι εκεί ως το τέλος (…). Δεν βγήκε ποτέ από το σκοτάδι της - και η έσχατη ερωτική πράξη της προς τον Ιάσονα είναι να τον αναγκάσει με τη βία, να συναντηθεί μαζί της μέσα από τον πόνο του για τα σκοτωμένα παιδιά του. Δεν φταίει αυτή, δεν έχει άλλον τρόπο, γιατί κανένα άλλο συναίσθημά του δεν βρίσκει - δεν υπάρχει, για να το χρησιμοποιήσει: ο πόνος του για τα παιδιά, είναι το τελευταίο, το μοναδικό τέχνασμά της που θα τον υποτάξει στην πιο μαρτυρική, στην πιο αληθινή (γιατί δεν έμεινε καμιά άλλη αλήθεια από το γάμο τους) ένωσή του μαζί της. Δεν την ενδιαφέρει. Ο Ιάσονας μπαίνει στο σκοτάδι.

Γιώργος Χειμωνάς «Εισαγωγή του Μεταφραστή 2» Ευριπίδη Μήδεια

* Ο Σωκράτης Σωκράτους φωτογραφίζει την Ευαγγελία Ράντου που υποδύεται το ρόλο της Μήδειας, λίγο πριν την ώρα της παράστασης του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Μια παράσταση μέσα από την οποία ο γνωστός Έλληνας χορογράφος αφηγείται για δεύτερη φορά στην καριέρα του, το μύθο της Μήδειας και συγκλονίζει…


SAUL WILLIAMS


Η ποίησή του βγάζει ένα αρχαίο συναίσθημα, θυμίζοντας λίγο μαντείο. Οι παραστάσεις του φέρνουν στο νου την αρχαία Ελλάδα στην αυγή του πολιτισμού αλλά ταυτόχρονα έχουν κάτι πάρα πολύ σύγχρονο. | ΚΕΙΜΕΝΟ: WILLIAM ALDERWICK

Η ιδέα της απαγγελίας κάποιου ποιήματος θεωρείται πια από πολλούς, ένα ξεπερασμένο είδος έκφρασης. Ο Saul Williams όμως διαφέρει. Η φωνή του ρέει σαν ποτάμι που διασχίζει σύνορα και χώρες, χρησιμοποιώντας ως μέσο έκφρασης μια μουσική που έχει γίνει πια παγκόσμιος κώδικας επικοινωνίας – το χιπ χοπ. Το πρώτο του ποίημα το έγραψε μόλις τελείωσε τις σπουδές του στην υποκριτική και στη φιλοσοφία, όταν αποφάσισε να σκαρφαλώσει ένα βουνό. Έξι μήνες μετά, άνοιξε για τον Ginsberg τα μεγάλα γενέθλια των μπίτνικ στη Νέα Υόρκη. Συνδυάζει οτιδήποτε πέσει υπό την εμβέλεια του ραντάρ του: από τα παιδικά του χρόνια στη Νέα Υόρκη, τις φόρμες Diadora και τις αθλητικές μπότες, την κλασική λογοτεχνία, τη μυθολογία και το Τάο, μέχρι και τα λόγια πολιτικών αγωνιστών και του ιερέα πατέρα του. Ως καταλυτική μορφή για την εξέλιξη της «σλαμ» ποίησης στις ΗΠΑ, ο Williams απαγγέλει συχνά σε πανεπιστήμια, συλλόγους και συνέδρια. Η ποίησή του τάσσεται υπέρ της χειραφέτησης μέσω της προσωπικής έκφρασης και δράσης. Ο William Alderwick συζητάει μαζί του τον τελευταίο του δίσκο, το «The Inevitable Rise and Liberation of Niggy Tardust». Ποιο είναι το νόημα πίσω από τον Niggy Tardust, το χαρακτήρα στον τίτλο του καινούριου σου άλμπουμ, που θυμίζει το alter ego του David Bowie; Ο Niggy Tardust είναι υβρίδιο. Σωματικά, ψυχολογικά και πνευματικά, είναι αμάλγαμα μουσικών επιρροών και επαναστατικών σκέψεων. Όλα αυτά τα πράγματα αποκρυστάλλωσαν την έννοια του πραγματικού ροκ σταρ ή ήρωα. Ειδικά στην Αμερική, το βίωμά μας έχει ταυτιστεί με το χρώμα του δέρματός μας. Ο Niggy Tardust υπερβαίνει αυτά τα όρια, θα τον χαρακτήριζα «μετα-φυλετικό». Αναγνωρίζει όλα αυτά που τον έχουν δημιουργήσει αλλά ταυτόχρονα βλέπει πέρα απ’ αυτά, γιατί συνειδητοποιεί ότι είναι κοινωνικές κατασκευές. Έχεις αναφέρει στους στίχους σου, ότι σκοπός σου είναι «η συνειδητοποίηση όλου του πλανήτη». Πολλές όμως από τις φράσεις και αναφορές σου είναι στενά συνδεδεμένες με τα παιδικά σου χρόνια στη Νέα Υόρκη και την αφροαμερικάνική σου ανατροφή. Χρησιμοποιώ αυτή την ανατροφή ως παράδειγμα κυρίως επειδή έχει

ήδη γίνει ενός είδους παγκόσμιο πρότυπο. Στα ταξίδια μου, πρώτα μέσω των σπουδών μου και μετά μέσω της μουσικής και ποίησής μου, συνειδητοποίησα ότι ο Αφροαμερικανός, ήταν ήδη σούπερσταρ. Η φήμη του ατόμου αυτού είχε διεισδύσει σε κάθε κουλτούρα. Όλοι ήξεραν τον Martin Luther King και τον Jimi Hendrix. Ή αν δεν τους ήξεραν, γνώριζαν το ροκ εν ρολ, το χιπ χοπ ή τα μπλουζ. Το βίωμά μας έχει χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο του αγώνα για την ελευθερία σε όλο τον κόσμο. Η χιπ χοπ είναι στην ουσία ένα ρεβιζιονιστικό ιστορικό σχέδιο. Οι πρώτες ενδείξεις για το ότι ζούσαμε στην εποχή των πληροφοριών, ήρθαν πριν την άφιξη του διαδικτύου – μπορεί να το δει κανείς αυτό με το χιπ χοπ. Αυτά τα άτομα παίρνανε στοιχεία από το παρελθόν και τα σπρώχνανε στο μέλλον. Πετάγανε τα μέρη που δεν ήθελαν, επιτάχυναν ή επιβράδυναν τα μέρη που τους άρεσαν και τοποθετούσαν κι άλλες στρώσεις από πάνω τους, βλέποντας την όλη φάση ως «μεικτό μέσο». Πάρε για παράδειγμα τον Afrika Bambaata και τον Grandmaster Flash – τα διαστημικά τους ρούχα συνδύαζαν το Battlestar Galactica και το Star Trek με την αισθητική του γκέτο� Προσπαθείς μήπως με τις αναφορές σου στο χιπ χοπ, να ξεκινήσεις την επόμενη φάση αυτής της ρεβιζιονιστικής ή μεταμοντέρνας/μεταπληροφοριακής εποχής; Ναι, σαφώς� Στόχος μου είναι να κάνω τους ανθρώπους να υπερβούν την εθνικότητά τους και να συνειδητοποιήσουν ότι είναι κατά πρώτο λόγο άνθρωποι και κατά δεύτερο λόγο υβρίδια. Στην παράστασή σου στο Bardens, όπου το κοινό απαρτιζόταν κυρίως από λευκούς Άγγλους μεσοαστούς, φάνηκες λίγο αμήχανος σ’ ένα σημείο της απαγγελίας του «Black Stacey». Το κοινό φάνηκε επίσης αμήχανο λόγω των υπαινιγμών του κομματιού. Αλλά κατά κάποιον τρόπο ήταν λες και το συναίσθημα που τους προκάλεσες, ήταν κάτι θετικό. Η ανάπτυξη του χαρακτήρα μας – και το ίδιο ισχύει και για το χωρισμό, το γάμο, το να κάνεις παιδιά – πολλές φορές προϋποθέτει να θυσιάσουμε τις ανέσεις μας ώστε να εισχωρήσουμε σε μια καινούρια «σφαίρα ύπαρξης». Αν όλα ήταν εύκολα, τότε δεν θα μεγαλώναμε ποτέ. Έχω δύο παιδιά. Έχω ζήσει την ομορφιά της γέννας, όπως και την ταλαιπωρία του τοκετού. Οι ταλαιπωρίες είναι γενικά μέρος της ανάπτυξής μας

ως άνθρωποι. Χρησιμοποιώ τα βιώματά μου ως «οδηγό» επειδή συνειδητοποίησα ότι είναι καθολικά. Όλοι μας έχουμε κατά καιρούς αισθανθεί άβολα με το πώς μας έχουν χαρακτηρίσει ή με τους περιορισμούς που έχουμε βάλει οι ίδιοι στο χαρακτήρα μας, αλλά πρέπει να βρούμε το κουράγιο να ξεφύγουμε απ’ αυτούς, αλλιώς δεν θα βρούμε ποτέ τη δύναμη να είμαστε αυτοί που θέλουμε σ’ αυτή τη ζωή. Πόσες φορές συναντά κανείς ηλικιωμένους που λένε «μακάρι να μην είχα παρατήσει το πιάνο» ή που έφτασαν σε κάποια διασταύρωση στη ζωή τους και επειδή δεν πίστεψαν στον εαυτό τους, διάλεξαν τον εύκολο δρόμο, τον άνετο δρόμο, και κατέληξαν να είναι δυστυχισμένοι επειδή συνειδητοποίησαν ότι άλλοι απέρριψαν την εύκολη οδό και ανταμείφθηκαν γι’ αυτό; Η δουλειά σου φαίνεται να ανανεώνει την παράδοση της μπίτνικ ποίησης, καθώς και το υλικό των The Last Poets απ’ το κίνημα της «μαύρης δύναμης». Ναι, με τη μόνη διαφορά ότι ο στόχος μου είναι το παρόν. Το επόμενο κοινωνικό κίνημα θα στοχεύει στην υπέρβαση της εθνικότητας και των ετικετών και θα μας πάει ένα βήμα παραπέρα. Συμβαίνει ήδη, άσχετα αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Η ποίησή σου βγάζει ένα αρχαίο συναίσθημα, θυμίζοντας λίγο μαντείο. Οι παραστάσεις σου φέρνουν στο νου την αρχαία Ελλάδα στην αυγή του πολιτισμού αλλά ταυτόχρονα έχουν κάτι πάρα πολύ σύγχρονο, αφού χρησιμοποιείς θεματολογία απ’ όλες τις εποχές και τη μυθολογία και κλασική λογοτεχνία. Όλοι αναφερόμαστε σ’ αυτές τις εποχές και εμπνεόμαστε απ’ την ιδέα των κλασικών έργων, είτε προέρχονται από την Ευρώπη είτε από την Αφρική και την Ανατολή. Αυτό με εμπνέει πολύ, όπως με εμπνέει το ότι η προφορική ιστορία της ποίησης, είναι πιο μεγάλη απ’ τη γραπτή της ιστορία. Επειδή μας έχει ξελογιάσει η γραπτή ιστορία, έχουμε την τάση να ξεχνάμε αυτό το γεγονός. Ο Όμηρος δεν ήταν διάσημος την εποχή που έζησε γι’ αυτά που είχε γράψει. Ο πιο πολύς κόσμος δεν διάβαζε καν τον Όμηρο, επειδή στην πλειοψηφία του ήταν αναλφάβητος, αλλά μαζευόταν για να ακούει τις ιστορίες του. Ο κόσμος ακούει τις απαγγελίες μου και τις βρίσκει συναρπαστικές επειδή νομίζει ότι είναι καινοτόμες. Εγώ όμως τις αγαπώ επειδή είναι αρχαίες.


LOFTY HEIGHTS Αν νομίζετε ότι η υπόδυση ρόλων είναι για τους νερντς, κάνετε λάθος. Χωρίς αυτήν, πώς θα καταφέρναμε να διεισδύσουμε στο κόσμο της φαντασίας, μαθαίνοντας ένα σωρό καινούρια πράγματα; Αυτοί που ζουν στην πόλη, για παράδειγμα, ίσως ξέρουν πως να αποφύγουν την οργή κάποιου θυμωμένου λεωφορειατζή, αλλά θα μπορούσαν ποτέ να σκοτώσουν μια γιγαντιαία φάλαινα;

| ΚΕΙΜΕΝΟ: DOMINIC HALEY

Κάποιος που ξέρει τη σημασία της υπόδησης ρόλων είναι ο Greg Griffin, ένας χαμογελαστός Καλιφορνέζος που ζει σ’ ένα παγωμένο κτίριο που κάποτε στέγαζε αποθήκες, το Omega Works στο Νότιο Λονδίνο. Το πόνημά του – υπό την ονομασία «Lofty Heights» – θυμίζει την ανεξάρτητη ποπ των Σκοτσέζων Belle & Sebastian: ακουστικές κιθάρες, μουστάκια, ιστορίες για αρχαίους ναυτικούς που επισκέπτονται πόρνες όταν ξεμπαρκάρουν – αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους όμορφους και παράξενους τρόπους με τους οποίους η μουσική του απαγγέλλει το ξόρκι της. 1ο σενάριο: Σ’έχουν καλέσει να παίξεις στα γενέθλια του Henry Rollins, του Leonard Cohen και του Peewee Herman και τυχαίνει να έχουν πέσει όλα στην ίδια βραδιά. Ποιο πάρτι διαλέγεις; Το πάρτι του Leonard Cohen – χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί; Ήμουν ήδη οπαδός του πριν τον δω στο Γκλάστονμπρι, αλλά η συναυλία του εκεί με άφησε άναυδο. Ίσως δεν ήταν αυτός καθ’ αυτός που μου άφησε αυτή την εντύπωση, αλλά ολόκληρη η εμπειρία. Είχα και πονοκέφαλο από το ποτό, όπως είμαι σίγουρος ότι είχαν και πολλά άλλα άτομα εκεί. Όταν όμως ξεκίνησε να παίζει το «Hallelujah» κοίταξα γύρω μου και είδα μια θάλασσα από κόσμο όπου όλοι ήξεραν τα λόγια και τραγουδούσαν ομαδικά. Ήταν λες και όλοι ανήκαν στον ίδιο οργανισμό που τραγουδούσε και ταλαντεύονταν ως ένα σώμα. Ήταν μια από τις ομορφότερες εμπειρίες της ζωής μου. Είναι αυτό το συναίσθημα που θέλεις να βγάλεις με τη μουσική σου; Ίσως κάποια μέρα... Δεν ξέρω αν τα κομμάτια μου έχουν αρκετό βάθος για να εμπνεύσουν κάτι τέτοιο. Αλλά η ιδέα του να δώσω το έναυσμα για μια συλλογική εμπειρία και να γίνω ο μαέστρος της – όπως ο οδηγός ενός τρένου σε λούνα παρκ, που ανεβαίνει πάνω-κάτω, προκαλώντας διάφορα συναισθήματα στον κόσμο – με ελκύει πάρα πολύ. Αν μπορούσα να πετύχω κάτι που πλησιάζει έστω αυτό το εφέ, παίζοντας σε μικρά μπαρ και μέρη χαμηλών τόνων, θα ήμουνα πολύ χαρούμενος. 2ο σενάριο: Σου ζητάνε δύο συγκροτήματα να γίνεις μέλος τους: ένα παριζιάνικο τζαζ γκρουπ και μια «χαλαρή» μπάντα σερφ. Ποια από τα δύο διαλέγεις; Θα διάλεγα το παριζιάνικο, αρκεί να μην είναι απομίμηση των Favela Chic. Εάν βρισκόμουν στο 19ο αιώνα, πριν αρχίσουν τα πράγματα να διαστρέφονται, θα μου άρεσε πάρα πολύ να παίζω σ’ αυτά τα παλιά σκοτεινά δωμάτια όπου σύχναζαν καλλιτέχνες και

ποιητές. Μου αρέσουν πολύ κάποιες μορφές αυτής περιόδου, όπως ο Erik Satie. Ο Satie ήταν πολύ καινοτόμος. Επιδιώκεις κάτι αντίστοιχο με τη δική σου μουσική; Έτσι θα ’ θελα να πιστεύω. Μου αρέσουν πολλά διαφορετικά είδη μουσικής – ακούω για παράδειγμα πολύ θορυβώδες ροκ – αλλά δε νομίζω ότι όλα αυτά περνάνε απαραίτητα μέσα από το φίλτρο των Lofty Heights. Αυτό που με ελκύει στον Satie είναι ο βασανισμένος χαρακτήρας της μουσικής του. Προσπαθώ κι εγώ να εκφράσω ζοφερά θέματα με τη μουσική μου, αλλά το κάνω με πιο ποπ τρόπο. Αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο το μήνυμα του κομματιού μου «Skeleton Apples». Είναι σαν να λέει «όλοι μας κάποια στιγμή θα πεθάνουμε», αλλά το κάνει με τρόπο που δεν είναι τόσο τραγικός. Γιατί δεν βάζουμε όλοι κουκούτσια μήλου στα μάτια μας, ώστε μετά το θανατό μας να μεγαλώσουν από μέσα μας δέντρα που θα δώσουν τροφή και στέγη στον κόσμο; 3ο σενάριο: Μόλις έχεις ανακαλύψει ότι μπορείς να ταξιδέψεις στο χρόνο. Ποια περίοδο θα ήθελες να επισκεφτείς; Καλά, αυτή είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Αν με ρώταγες πέρσι θα σου έλεγα τη Ρομαντική περίοδο – την εποχή του Byron και του Shelley. Θα ’θελα να μένω σε ένα εξοχικό δίπλα στη Mary Shelley και τον Bram Stoker όταν στοιχημάτιζαν για το ποιος θα γράψει το πιο τρομακτικό βιβλίο και η Shelley κατέληξε να γράψει το «Frankenstein». Αυτό θα ήταν καταπληκτικό. Και τώρα ποια περίοδο θα διάλεγες; Τώρα τελευταία με ενδιαφέρει πολύ η βυζαντινή αυτοκρατορία και επίσης θα μου άρεσε να ζω στην αρχαία Ρώμη. Αυτή ήταν και η έμπνευση πίσω από το τραγούδι «The Gaul». Εναλλακτικά, θα ’θελα να ήμουν αρχαίος Σάξονας ή κάτι παρόμοιο. Χωρίς να θέλω να ακουστώ σαν χίπις, αυτού του είδους �� ζωή μου φαίνεται πολύ ελκυστική. Θα ήταν ωραίο να ζούσα σε μια εποχή πριν μαζικοποιηθεί τόσο η καθημερινή μας επικοινωνία. Νομίζω θα υπήρχε μεγαλύτερος πλούτος συναισθημάτων αν δεν ξέραμε τι να περιμένουμε από τον κόσμο. Τα πράγματα μπορούν να γίνουν λίγο επιφανειακά όταν μηχανοποιείται η συμπεριφορά μας. Μάλλον δεν υπάρχει πια περίπτωση να επιστρέψουμε σ’ ένα τέτοιο βίο, αλλά μου αρέσει η ιδεά διαφόρων νομαδικών αγροτών να περιπλανώνται και απλά να ζουν τη ζωή τους, πριν οι Ρωμαίοι τους επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ίσως όμως αυτός ο τρόπος ζωής να είναι απλά μύθος... Το ξέρω, αλλά ακούγεται πολύ ρομαντικός... http://www.myspace.com/theloftyheights


Ενα από τα πιο αγαπητά συγκροτήματα παγκοσμίως, που έχει σημαδέψει την εποχή του internet και του download. Ξεκίνησαν ως ένα avantguard γκρουπ στη Νέα Υόρκη και κατέληξαν να είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σχήματα του καιρού μας. Για πολλούς είναι από τα κορυφαία ονόματα αυτής της δεκαετίας. | Συνeντευξη: WILLIAM ALDERWICK Οι παιδικοί φίλοι David Portner, Noah Lennox, Josh Dibb και Brian Weitz (γνωστοί και με τα ψευδώνυμα Avey Tare, Panda Bear, Deakin και Geologist) παίζουν μουσική μαζί από τότε που πήγαιναν σχολείο. Εδώ και εννιά σχεδόν χρόνια η συνεχώς μεταλλασσόμενη ομάδα γράφει και κυκλοφορεί άλμπουμ υπό την ονομασία Animal Collective, ενώ ο καινούριος τους δίσκος θα βγει από την Domino τον Ιανουάριο. Κάθε μέλος της μπάντας έχει τα δικά του γούστα και οι επιρροές που διαμορφώνουν την ονειρική, ψυχεδελική τους φολκ, ξεκινούν απ’ τους πρώιμους Pink Floyd και καταλήγουν στους Police και τη χορευτική ποπ. Ενώ το πρώιμο, πιο πειραματικό υλικό τους προερχόταν από «ηχητικά δείγματα και λούπες», το ανερχόμενο «Merriweather Post Pavilion» βρίσκει την μπάντα χωρίς τον Deakin, πιο αφοσιωμένη στις μελωδίες και τα εικονικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία διαδραματίζονται τα τραγούδια τους. Ο William Alderwick μιλάει στον Geologist για το καινούριο τους άλμπουμ και την εμμονή του με τη θάλασσα. Τι είδους ζώο είναι το καινούριο άλμπουμ; Ίσως κάποιος που μένει σε ύφαλο με κοράλλια, όχι ακριβώς ψάρι, κάτι πιο κοντά σε άνθρωπο – ένας γοργόνος. Ποια είναι η συνεισφορά σου στον ήχο των Animal Collective; Συνεισφέρω ηχητικά δείγματα και υπαίθριες ηχογραφήσεις που βοηθούν στο να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον για τις μελωδίες ή το υπόβαθρο των τραγουδιών. Ποια είναι η ιστορία πίσω από τον καινούριο δίσκο;

Τι σημαίνει το «Merriweather Post Pavilion»; Είναι το όνομα ενός υπαίθριου αμφιθεάτρου στη Βαλτιμόρη όπου άτομα κάθονται στο γρασίδι και ακούνε μουσική. Το όνομα αναφέρθηκε σε συζήτηση και σκεφτήκαμε ότι είναι τέλειος τίτλος, επειδή οι λέξεις ακούγονται ωραίες μαζί. Φανταζόμασταν διαφορετικές καιρικές συνθήκες ενόσω δουλεύαμε πάνω στα τραγούδια και συζητούσαμε για το πόσο πολύ αισθανόμαστε ότι είναι δίσκος που θα ’πρεπε να ακούγεται στην ύπαιθρο. Ή ενώ τον ακούς, να φαντάζεσαι ότι είσαι έξω, ακούγοντάς μας να παίζουμε ζωντανά, λες και κάθεσαι στο γρασίδι του Merriweather Post Pavilion. Ο ήχος της μπάντας είναι πολύ ονειρικός, σαν να ταξιδεύει τον ακροατή. Πιστεύεις ότι αυτός είναι ο προορισμός του; Για πολλά από τα τραγούδια μας έχουμε στο μυαλό μας συγκεκριμένες εικόνες, που είναι σαν περιβάλλοντα όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μέσω των ήχων μας. Διαφέρει όμως από δίσκο σε δίσκο. Ποτέ δεν ξέρουμε αν το κοινό ακούει με τον ίδιο τρόπο αυτό που ακούμε εμείς. Προσπαθούμε να αποφύγουμε τις κυριολεκτικές ερμηνείες, οπότε δεν χρησιμοποιούμε υπαίθριες ηχογραφήσεις που υποδεικνύουν τον τόπο όπου λαμβάνει χώρο το κομμάτι. Προτιμούμε να αφήνουμε κάποιο περιθώριο για προσωπικές ερμηνείες. Αυτός ο δίσκος συνδυάζει τους υπαίθριους ήχους του τόπου στον οποίο μεγαλώσαμε, το Μέριλαντ, με υποθαλάσσιους υφάλους κοραλλιών και λιμνοθάλασσες. Από πού είναι οι υπαίθριες ηχογραφήσεις; Για να είμαι ειλικρινής, δεν τις κάνουμε όλες μόνοι μας. Πολλές φορές

χρησιμοποιούμε επιστημονικές ηχογραφήσεις στη μουσική μας, ειδικά για τους υποθαλάσσιους ήχους που δεν έχουμε τα μέσα να τους κάνουμε μόνοι μας. Έχουμε χρησιμοποιήσει και ηχογραφήσεις απ’ τους χώρους όπου κάναμε το δίσκο, οπότε ακούγονται άτομα σε κάποιο μπαρ ή παιδιά να παίζουν στο δρόμο. Κουβαλάμε τον εξοπλισμό μας όπου πάμε ώστε να είμαστε πάντα έτοιμοι να ηχογραφήσουμε. Ποιος ήταν ο αγαπημένος σου σούπερ-ήρωας όταν ήσουν μικρός; Ο Batman. Έρρεπα πάντα προς τους «κακούς», όπως τον Joker ή τον Darth Vader. Έβρισκα τους χαρακτήρες τους πιο ενδιαφέροντες απ’ τους ίδιους τους σούπερήρωες. Ποιος μυθολογικός χαρακτήρας θα ήθελες να ήσουν; Μάλλον ο Ποσειδώνας ή κάποιος άλλος που ζούσε κάτω από τη θάλασσα. Τι σχεδιάζετε να κάνετε μετά απ’ αυτό το δίσκο; Έχουμε κάποιες συναυλίες στη Βρετανία τον Ιανουάριο και ήδη δουλεύουμε πάνω σε καινούριο υλικό για ένα μουσικό πρότζεκτ. Αυτή τη φορά όμως θα είναι πιο πολύ στο στούντιο και δεν θα το παίξουμε ζωντανά. Σχεδιάζετε καθόλου να κυκλοφορήσετε καινούρια άλμπουμ μέσω της δισκογραφικής σας, της Paw Tracks; Θα κυκλοφορήσουμε τη μουσική αυτού του τύπου που λέγεται Denton May, που είναι ένας τραγουδοποιός που συναντήσαμε στο Μισισίπι όταν ηχογραφούσαμε το δίσκο μας. Θα βγει στις αρχές του επόμενου έτους. Και πώς θα περιέγραφες τη μουσική του; Φαντάσου τον Jonathan Richmond να παίζει με τους Smiths και τον Roy Orbison – ή κάτι παρόμοιο.

ANIMAL COLLECTIVE


ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ PAZUZU, 2008, ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ GALLERIA MASSIMO DE CARLO, ΜΙΛΑΝΟ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΔΑΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΘΗΝΑ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: STEPHEN WHITE

ROBERTO GUOGHI | ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΟΒΙΤΣ Για μερικές εβδομάδες, πάνω στο κτίριο του ICA στο Λονδίνο κούρνιαζε ο δαίμονας Pazuzu, μια από τις πιο επίφοβες μορφές του Ασσυριακού πάνθεου με κεφάλι σκύλου και ουρά σκορπιού. Το εξάμετρο γλυπτό, πόνημα του Ιταλού καλλιτέχνη Roberto Cuoghi, έτσι όπως ήταν περιτριγυρισμένο από τα πληκτικά μνημεία της βασίλισσας Βικτωρίας έμοιαζε σχεδόν με φάρσα. (Όταν το ICA έλεγξε να δει αν το άγαλμα πρόσβαλλε την καλαισθησία της βασιλικής οικογένειας, που μπορούσαν να το δουν από την άλλη πλευρά του Saint James’s Park, πήραν την απάντηση ότι είναι μια «χυδαία θέα». Ο Pazuzu παρόλα αυτά έμεινε στη θέση του, ενώ ο Roberto Cuoghi μετέπειτα αστειεύτηκε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί δαίμονα χωρίς στύση). Το άγαλμα συνοδευόταν από μια ηχητική εγκατάσταση στην υπόγεια γκαλερί του Ινστιτούτου με το όνομα «Suillakku». Παρμένη από τα ακκαδικά (η επικρατούσα γλώσσα των Ασσυρίων), η λέξη αναφέρεται στη θέση προσευχής όπου το χέρι υψώνεται, επιστήνοντας την προσοχή των θεών. Η εγκατάσταση του Cuoghi ταξιδεύει στον 7ο αιώνα μ.Χ., όταν

η Ασσυριακή αυτοκρατορία ήταν στα πρόθυρα κατάρρευσης και η ανάγκη του λαού να εισακουστούν οι προσευχές του ήταν μεγαλύτερες από ποτέ. Το ταξίδι στο οποίο προσκάλεσε τους θεατές ο καλλιτέχνης είναι μια εξερεύνηση ενός κόσμου όπου δεσπόζουν ο φόβος και η δεισιδαιμονία. Συγκεκριμένα, το «Suillakku» αναπαριστά μια τελετουργία μέσω της οποίας νοητές ομάδες Ασσυρίων πασχίζουν να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα και να παρακαλέσουν τους θεούς τους για βοήθεια. Με εξαίρεση τα ηχεία που είχαν στηθεί στις άκρες των δύο δωματίων, που θύμιζαν σειρές από τοτέμ, ο χώρος ήταν σχεδόν γυμνός. Οι ήχοι – θα ήταν χοντρό να τους αποκαλέσει κανείς «μουσική» – που ξεπετάγονταν από μέσα τους ήταν μια αλλόκοτη κακοφωνία από κραυγές, απόκοσμες χωρωδίες, κακαρίσματα και άλλες φωνές ζώων, απειλητικά έγχορδα, γκονγκ και ρυθμικούς παραλογισμούς. Για τη σύνθεσή τους ο Cuoghi βασίστηκε σε ημιτελή αρχαιολογικά ευρήματα και εναπομείναντα στοιχεία μουσικών παραδόσεων, γεμίζοντας τα κενά με τη φαντασία του. Για την παραγωγή

των ήχων συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με κατασκευαστές εγχόρδων και αρχαιολόγους, προσπαθώντας να πλησιάσει όσοn το δυνατόν την ποιότητα ήχων που θα είχαν τα μουσικά όργανα της εποχής. Οι 180 διαφορετικές φωνές της χωρωδίας είναι όλες του Cuoghi, ο οποίος για να διευρύνει τη γκάμα και το χρώμα της φωνής του πήρε μαθήματα φωνητικής από μια τρανσέξουαλ και χρησιμοποίησε όργανα γυμναστικής για να απαγγείλει κρεμασμένος ανάποδα. Χρησιμοποιώντας ως πρότυπο τα εβραϊκά μοιρολόγια, το «Suillakku» αποτελείται από τέσσερις φάσεις (απομόνωση, θυμός, διαπραγμάτευση και απελπισία), η καθεμία μια συναισθηματική υποβολή με τους δικούς της ήχους, λόγια και χαρακτήρα. Η εγκατάσταση, σε συνδυασμό με την γκροτέσκα μορφή του Pazuzu μερικά μέτρα πιο πάνω, δίνει σάρκα και οστά σ’ ένα βλοσυρό, κλειστοφοβικό σκηνικό, μαρτυρία της ματαιδοξίας ενός λαού με βλέψεις παγκόσμιας κυριαρχίας. Άθελα και μη, το έργο του Cuoghi, πρόσφορο για σύγχρονες αναλογίες, κεντρίζει όχι μόνο τους φόβους και τη φαντασία μας, αλλά και τη συνείδησή μας.


FRANCIS UPRITCHARD

RAINBOW II, 2008, ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ARTSPACE SYDNEY, 2008, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: SILVERSALT (JENNIFER LEAHY)


Τα έργα της Νεοζηλανδέζας Francis Upritchard έχουν την αύρα αντικών ή μουσειακών εκθεμάτων ενός ανύπαρκτου πολιτισμού. Η νηφάλια παρουσίαση των εκθεμάτων είναι παραπλανητική, αν και η καλλιτέχνις δεν κάνει κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψει την παραξενιά τους.

| ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΟΒΙΤΣ

Είναι λες κι ένα καρτούν φαντασίας κατάπιε καποιο συλλέκτη, που επέστρεψε από το απρόσμενο ταξίδι με λεία συνθετικών αρχαιολογικών ευρημάτων και πολύχρωμων ξωτικών μέσα σε γυάλες. Μερικές φορές όμως η Upritchard εξερευνεί και πιο μακάβρια θεματολογία, όπως με τις μούμιες που έφτιαξε το 2003, που συνοδευόντουσαν από χειροτεχνημένες τεφροδόχες και άλλα ν��κρώσιμα αντικείμενα, συχνά κατασκευασμένα από φτηνά, καθημερινά υλικά. Η προσέγγιση της Upritchard, συνάμα προσγειωμένη και εκκεντρική, προβάλλει χωρίς αναστολές έναν επιτηδευμένο ερασιτεχνισμό, που δίνει στην τέχνη της την ιδιόμορφη γοητεία της. Υπάρχει κάποιος μύθος ή παραμύθι που σου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στα παιδικά σου χρόνια; Μου άρεσαν πολύ οι μύθοι των Μάορι. Είχα ένα βιβλίο με ιστορίες όταν ήμουν μικρή με πολύ ωραίες ζωγραφιές. Η αγαπημένη μου ιστορία εξηγούσε πώς ανακαλύφτηκε το μυστικό της φωτιάς. Σύμφωνα με το θρύλο, ο Μάουι επισκέπτεται τη θεά της φωτιάς, η οποία βγάζει τα νύχια της, που περιέχουν πυρ, και του τα προσφέρει. Αλλά περισσότερο απ’ όλα μου άρεσε η λογοτεχνία. Διάβαζα πολύ και συνεχώς έπαιρνα βραβεία «βιβλιοφάγου» στην τάξη. Μου άρεσαν ιδιαίτερα ο J.R. Tolkien [ο συγραφέας του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»], ο Maurice Gee, η επιστημονική φαντασία και τα αγωνιώδη θρίλερ του John Le Carre και του James Clarvell. Μου είχαν απαγορέψει την τηλεόραση, οπότε το έριχνα στο διάβασμα μέχρι που δεν μπορούσα πια να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Τα αγαλματίδια, κοσμήματα και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα που αφήνει πίσω του ένας πολιτισμός πολλές φορές λειτουργούν σαν παράθυρο σ’ ένα θεατό κόσμο, όπου οι μύθοι συναντούν την πραγματικότητα. Δημιουργείς τα έργα σου έχοντας στο νου σου ένα τέτοιου είδους παράλληλο σύμπαν; Δεν νομίζω ότι χρειάζεται κανείς ένα παράλληλο σύμπαν για να αναμίξει μύθους και πραγματικότητα. Σ’ αυτό τον κόσμο συνεχώς λανθάνουμε, μισοξεχνώντας και παρερμηνεύοντας γεγονότα. Τα γλυπτά μου τα κάνω με εσκεμμένη αδεξιότητα. Τα σώματα δεν βασίζονται σε πραγματικά όντα, αλλά σε αμυδρές αναμνήσεις. Προσπαθώ να κρατήσω κάποιες ρεαλιστικές αναλογίες, αλλά μόνο με παροδικό τρόπο. Πολλές φορές τα έργα βγαίνουν λάθος, αλλά το ότι είναι σχεδόν σωστά είναι για μένα αυτό που τους προσδίδει ενδιαφέρον. Συχνά όταν φτιάχνω πράγματα που μοιάζουν με αρχαιολογικά ευρήματα, προσπαθώ να τα κάνω με τρόπο που να φαίνεται ότι το κάθε αντικείμενο το έχει φτιάξει διαφορετικό άτομο. Δεν πιστεύεις ότι κυριαρχεί μια αλλόκοτη αίσθηση αναχρονισμού στη δουλειά σου; Ναι, συμφωνώ. Πολλά από τα έργα μου μοιάζουν σαν να ήταν ήδη σπάσμένα και κάποιος να τα έχει επισκευάσει, λες και είχαν φτιαχτεί τη δεκαετία του ’50 και έχει ξεφτίσει η ξέφρενη φουτουριστική μπογιά τους. Οι πρώτες φιγούρες που έκανα ήταν

άσπρες και έμοιαζαν με μεσαιωνικά ξυλόγλυπτα, οπότε αποφάσισα να τα βάψω με έντονα φουτουριστικά χρώματα, που εντέλει όμως έχουν κάτι το απαρχαιωμένο. Κάποιες από τις παλιές καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις σου, όπως το «Save Yourself», αποτελούνται από μούμιες που συνοδεύονται από τεφροδόχες και άλλα νεκρώσιμα αντικείμενα. Τι βρίσκεις τόσο συναρπαστικό στις τελετουργικές ταφές; Με ενδιαφέρουν γιατί είναι άχρηστες, όπως και η ίδια η τέχνη. Δεν είμαι θρήσκα και δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή. Δεν λέω να πετάμε τα πτώματα σε ένα λάκκο, αλλά νομίζω ότι όλος αυτός ο μπελάς στην ουσία λειτουργεί ως παρηγοριά γι’ αυτούς που είναι ζωντανοί και δεν παίζει κανένα ρόλο για τους πεθαμένους. Θα ’θελα να ζω σ’ έναν κόσμο όπου επικρατεί σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή και όπου δεν γίνονται πόλεμοι και όλοι είναι ελεύθεροι. Αλλά αυτό ακούγεται σαν ακατόρθωτο όνειρο. Αυτό το βρίσκω καταθλιπτικό. Ο λόγος λοιπόν που μου αρέσει η τελετουργική ταφή είναι επειδή σέβεται τον άνθρωπο (αν και είναι ήδη πολύ αργά�) Μίλησέ μου λίγο για την έκθεσή σου στην γκαλερί Kate MacGarry, που θα λάβει χώρο στις αρχές του επόμενου χρόνου. Απ’ ό,τι κατάλαβα, θα είναι καρπός της συνεργασίας σου με τον καλλιτέχνη και σχεδιαστή επίπλων Martino Gamper και τον Karl Fritsch, που είναι σχεδιαστής κοσμημάτων. Τον Martino και τον Karl τους γνώρισα αφού επισκέφτηκα τα στούντιό τους, επειδή με ενδιέφερε η δουλειά τους. Το κοινό που έχουμε και οι τρεις μας είναι ότι βρίσκουμε πεταμένα αντικείμενα και τα ξαναδουλεύουμε, προσθέτοντας καινούρια υλικά για να δημιουργήσουμε κάτι πολύτιμο. Όταν συνάντησα τον Martino πειραματιζόταν με καρέκλες, ενώ ο Karl έβγαζε τα διαμάντια από δαχτυλίδια αρραβώνων και τα αντικαθιστούσε με πολύτιμα μέταλλα. Εκείνον το καιρό έφτιαχνα ακόμα τεφροδόχες από διάφορα άσχημα βάζα που έβρισκα σε παζάρια και καταστήματα μεταχειρισμένων ειδών. Η έκθεσή μας ονομάζεται «Feierabend», μια γερμανική λέξη που σημαίνει «γιορτινό βράδυ», δηλαδή ο ελεύθερος χρόνος που απομένει μετά τη δουλειά. Η γκαλερί θα φαίνεται λες και είναι κατοικημένη, με τραπέζια γεμάτα κατσαρόλες και μαχαιροπίρουνα, σκορπισμένα εργαλεία, δαχτυλίδια και καθρέφτες – λίγο σαν το δωμάτιο κάποιου χαοτικού τρελού. Και αν δεν κάνω λάθος του χρόνου αντιπροσωπεύεις τη Νέα Ζηλανδία στην Μπιενάλε της Βενετίας. Ναι, είμαι πάρα πολύ ενθουσιασμένη. Θέλω να δημιουργήσω ένα τοπίο με αναφορές στους πίνακες του Hieronymus Bosch και του Pieter Brueghel που ταυτόχρονα θα εμπνέεται από τον φουτουρισμό, την ουτοπική ρητορική της αντικουλτούρας που γεννήθηκε μετά τη δεκαετία του ’60, καθώς και τα διαστρεβλωμένα οράματα των επιβιωτών, χιλιετηριδιστών και εξοστρακισμένων. Η Βενετία είναι γεμάτη από πέτρινα και μαρμάρινα αγάλματα, οπότε μου αρέσει που μπορώ να συνεισφέρω κι εγώ τις φιγούρες μου, που δίνουν μια διαφορετική αύρα στην πόλη.


ΠΑΝΩ: «SNOWBLIND», 2008, ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΟ ΜΟΛΥΒΙ ΣΕ ΧΑΡΤΙ, ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ DICKSMITH GALLERY, ΛΟΝΔΙΝΟ

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: «UNTITLED», 2007, ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΟ ΜΟΛΥΒΙ ΣΕ ΧΑΡΤΙ, ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ DICKSMITH GALLERY, ΛΟΝΔΙΝΟ

ΔΕΞΙΑ: «THE DREAMED DREAM», 2008, ΜΟΛΥΒΙ ΣΕ ΧΑΡΤΙ, ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ DICKSMITH GALLERY, ΛΟΝΔΙΝΟ


Ο κόσμος που σκιαγραφούν οι ζωγραφιές και ταινίες του Σκωτσέζου Duncan Marquiss, στοιχειώνεται από φαντάσματα, νύμφες, λυκανθρώπους και δαιμονισμένες μορφές. | ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΟΒΙΤΣ

Συχνά μια πυκνή ομίχλη περιτριγυρίζει τους πρωταγωνιστές του, δίνοντας στην τέχνη του κάτι από την ατμόσφαιρα των Χάιλαντς – των νεφελωδών ορεινών τοπίων της Σκωτίας, που ο ίδιος συχνά επικαλείται ως πηγή έμπνευσης. Κοντά στο μέρος όπου μεγάλωσε, κείτεται μέχρι σήμερα το «Warlock Stone», ένας βράχος που ήταν εστία συνεύρεσης μαγισσών μέχρι το 1597, όταν το δικαστήριο του Αμπερντίν τις καταδίκασε στην πυρά. Η δουλειά του Marquiss είναι όμως κάθε άλλο παρά αναχρονιστική. Παίρνοντας ως αφετηρία τις παγανιστικές παραδόσεις του παρελθόντος, ιχνηλατεί μια ιστορική διαδρομή θρύλων και μύθων που καταλήγει στις σύγχρονες ταινίες τρόμου και τη μυθοποίηση των ποπ και ροκ αστέρων. Του χρόνου μάλιστα θα κυκλοφορήσει και το πρώτο του άλμπουμ με το συγκρότημά του, τους The Phantom Band. Υπάρχει κάποιο παραμύθι ή θρύλος που σου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στα παιδικά σου χρόνια; Ναι, σαφώς, ειδικά ο μύθος του λυκάνθρωπου και η ιδέα της μεταμόρφωσης. Πιστεύω είναι κλασικό σύμβολο της ζωώδους πλευράς μας και αντιπροσωπεύει την αντιπαράθεση μεταξύ νου και σώματος και μεταξύ πολιτισμού και φύσης. Όλα αυτά είναι θέματα στα οποία επιστρέφω επανειλημμένα. Θυμάμαι παλιά που είχα δει την ταινία «Ένας Αμερικανός λυκάνθρωπος στο Λονδίνο», που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Είναι κωμικοτραγική ταινία. Πολύς κόσμος βλέπει κάτι πολύ ελκυστικό σ’ αυτήν την τραγική, στοχαστική μορφή που δεν μπορεί να ελέγξει τις ορμές της. Έχεις υπόψη σου σύγχρονους χαρακτήρες ή ιστορίες που έχουν μυθολογική υφή; Κάτι το οποίο μ’ έχει βάλει σε σκέψεις, είναι το συγκρότημά μου [The Phantom Band] επειδή του χρόνου θα βγάλουμε το πρώτο μας άλμπουμ. Περνάμε από μία φάση στην οποία προσπαθούμε να βγάλουμε φωτογραφίες ή ανακοινώσεις Τύπου και έχουμε διαφωνήσει πολύ για το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το κάνουμε. Κοιτάμε επίσης το τι έκαναν άλλα συγκροτήματα για να εμπνευστούμε. Αλλά μ’ όλα αυτά συνειδητοποίησα πόσο σαχλή μπορεί να γίνει αυτού του είδους η κουλτούρα. Εννοείς την ποπ κουλτούρα; Ναι. Κάποιες φορές είναι τέλεια – ένα είδος μύθου που διασκεδάζει το κοινό. Αλλά άλλες φορές είναι σκέτη προπαγάνδα ή μάρκετινγκ. Νομίζω όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο καταγράφονται ή μεταδίδονται πολλές ιστορίες, τις μυθοποιεί. Σκεφτόμουν τον Αμερικανό καλλιτέχνη Banks Violette λόγου χάριν, ένα έργο του οποίου αναφέρεται σε μια ιστορία με κάποιους μεταλλάδες που απήγαγαν ένα κορίτσι και το σκότωσαν. Φαινόταν να τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σκανδαλοθηρία των Μέσων. Νομίζω έχει προβληθεί και ο ίδιος υπερβολικά από τα Μέσα. Όντως. Νομίζω όμως ότι κάποιος όπως ο Cameron Jamie, είναι πιο ενδιαφέρων. Μου αρέσουν οι ταινίες μικρού μήκους του, ειδικά το «Kranky Klaus», που βασίζεται στον Krampus, ένα ξωτικό της αυστριακής

λαϊκής παράδοσης. Ο Krampus είναι σαν κακός Άγιος Βασίλης που υποτίθεται ότι εμφανίζεται πριν τα Χριστούγεννα, οπότε πολλά άτομα στην Αυστρία ντύνονται σαν καλικάτζαροι και τριγυρνάνε στην πόλη ψάχνοντας για καβγά. Αλλά αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον, είναι ότι ο Jamie φανερώνει τον τελετουργικό χαρακτήρα της σύγχρονης ζωής, είτε μιλάμε για διαγωνισμούς χοτ ντογκ στο Κόνεϊ Άιλαντ της Νέας Υόρκης είτε για νέους στις ΗΠΑ που έχουν κατασκευάσει ριγκ πάλης στις πίσω αυλές τους. Υπάρχουν ακόμα πολλές παγανιστικές παραδόσεις σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως το Στάβελοτ στο Βέλγιο, όπου κάθε χρόνο ντύνονται άσπρα ποντίκια. Αυτό είναι και ένα από τα θέματα της ζωγραφιάς μου με τίτλο «Snowblind». Είναι παράξενο, επειδή δεν μοιάζουν και πολύ με ποντίκια, αλλά πιο πολύ μ�� ανατριχιαστικές, παραμορφωμένες κούκλες Πινόκιο. Ποια ήταν η έμπνευση πίσω από το «The Dreamed Dream»; Σ’ αυτή τη ζωγραφιά μου, η αντρική μορφή μοιάζει με φάντασμα και φαίνεται να στρέφεται προς την κοπέλα αλλά δεν μπορεί να δει το πρόσωπό της, λες και έχει κάτι το απόκρυφο ή απειλητικό. Είναι ασαφές ποιανού είναι το όνειρο: ονειρεύεται η κοπέλα ένα φάντασμα ή ο άντρας την κοπέλα; ‘Η πρόκειται για όνειρο μέσα σε άλλο όνειρο; Έχω ασχοληθεί αρκετά με το θέμα της υπνοπαράλυσης, κατά το οποίο άτομα αισθάνονται ένα πόνο στο στήθος και έχουν παραισθήσεις. Σύμφωνα με μύθο που εμφανίζεται σε διαφορετικές παραδόσεις, την παράλυση την προκαλεί μια μάγισσα που κάθεται στο στήθος σου πριν αποκοιμηθείς. Υποτίθεται ότι πολλά άτομα με υπνοπαράλυση βλέπουνε μια γριά στη βάση του κρεβατιού τους. Βρίσκω αυτή τη βιολογική βάση των μύθων και θρύλων πολύ ενδιαφέρουσα. Έχουν απλά συμβολική αξία για σένα όλες αυτές οι ιστορίες ή έχεις ζήσει ο ίδιος κάτι υπερφυσικό; Για να πω την αλήθεια, δεν είμαι καθόλου προληπτικός. Ο πατέρας μου είναι βιολόγος και νομίζω έχω μια αντικειμενική, εμπειρική άποψη για το πώς λειτουργεί ο κόσμος που την έχω πάρει απ’ αυτόν. Αλλά ταυτόχρονα με συναρπάζει η βιολογική βάση των μύθων και η ιδέα ότι οι προκαταλήψεις οφείλονται σε πρακτικούς λόγους. Το «The Clay Wall», η ταινία που έδειξα πέρσι στην γκαλερί Dicksmith, ήταν εμπνευσμένη από τη μαγεία και τις αλοιφές και πομάδες που κάποτε χρησιμοποιούσε ο κόσμος. Τις μάγισσες υποτίθεται ότι τις κατείχε ο Σατανάς, αλλά τα φίλτρα και οι πομάδες που έφτιαχναν, πολλές φορές ήταν ισχυρά παραισθησιογόνα. Αλλά δεν νομίζω ότι έχω ζήσει ποτέ κάτι απόκοσμο εκτός από στιγμές κατά τις οποίες είχα πολύ έντονους εφιάλτες. Απλά πιστεύω ότι η φαντασία, είναι πολύ ισχυρό πράγμα. Οι καλύτερες ταινίες άλλωστε είναι αυτές που δεν φανερώνουν πολλά, αλλά κάνουν νύξεις για το τι θα μπορούσε να συμβαίνει. Τότε είναι που ο θεατής φαντάζεται πράγματα πολύ πιο τρομακτικά απ’ ό,τι θα μπορούσε να δει στην οθόνη, από τα οποία δεν μπορεί να ξεφύγει επειδή τα έχει δημιουργήσει στο μυαλό του.

DUNCAN MARQUISS


R

E

A

L

S

T

O

R

I

E

S

ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ

To εξώφυλλο είναι φωτογραφία του Σωκράτη Σωκράτους

ΈΧΩ ΠΕΣΕΙ ΚΑΙ ΚΛΑΙΩ, ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΥ ΠΑΛΤΟ

ΥΓ. 25/1/2009

ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΚΔΟΤΗΣ-ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ ART DIRECTOR ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΤΙΧΗ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΠΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΜΑΡΙΝΑ ΣΙΑΚΟΛΑ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ CHARLIE MAKKOS ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΤΤΗΣ

• Το παλτό που μου πήρες ήταν υπέροχο. Δεν το περίμενα. Μετά την εξαφάνιση σου, τα τηλεφωνήματα του έρωτά σου στο κινητό σου τηλέφωνο (τρεις φορές σε διάρκεια μίας ώρας, όσο ήμασταν μαζί στη δουλειά - κάτι ήξερε), η επανεμφάνισή σου μου έκανε πολύ καλό. Σχεδόν με ανακούφισε. Δεν απάντησες ποτέ στο χριστουγεννιάτικό μου μήνυμα, δεν με κάλεσες πίσω να επιστρέψεις τις ευχές, δεν υπήρχα. Σιωπή. Ήμουν καλά και είχα αποφασίσει να σε δω φιλικά- όπως με βλέπεις κι εσύ. Μόλις όμως σε αντίκρισα να έρχεσαι από την πλατεία Συντάγματος, λίγο μελαγχολικός, λίγο θλιμμένος, ελαφρά χαμογελαστός και με βρεγμένα μαλλιά - δύο μέρες πριν από την Πρωτοχρονιά, προτού φύγω για Κύπρο - τα μάτια μου έλαμψαν. Γιατί ήσουν ΕΣΥ και ήσουν ΕΚΕΙ. Έστω, για τη δουλειά μας. • Όταν τελειώσαμε με τη συνέντευξη που είχα προγραμματισμένη, κατεβήκαμε στην Ερμού. Δεν είχα λεφτά στο πορτοφόλι μου, «άστο», μου είπες, «εγώ είμαι σήμερα η τράπεζα». Δεν το δέχτηκα. Επέμενες. Καλά. «Εσύ έκανες τόσα για μένα». Μπήκαμε στο μαγαζί με τις ζώνες στα αριστερά κρεμασμένες, πήρες μία στα χέρια σου, την έβαλες γύρω από το τζιν μου, δοκίμασα κάποια άλλη, «αυτή» μου είπες, «θα σου πηγαίνει πιο πολύ». Άλλαξα νούμερο, η πωλήτρια έφερε τη σωστή, πλήρωσες, φύγαμε. Ύστερα, σταματήσαμε 100 μέτρα μετά την Καπνικαρέα. Ανεβήκαμε στο πατάρι, ξεκίνησες να διαλέγεις παλτά, τα έβαζες επάνω μου, έπαιρνες άλλα στα χέρια σου, δοκίμαζα, έβαζα, έβγαζα, κατέληξες στο μαύρο, ρώτησες τιμή, το κατέβασε η πωλήτρια στο ταμείο, το πλήρωσες, φύγαμε. Δεν αισθανόμουν πολύ καλά. Δεν μπορούσα καν να σου πω «ευχαριστώ», δεν έβγαινε από τα χείλη. Στο ουζερί που καθίσαμε να φάμε σου είπα ότι «κανείς ποτέ δεν μου το έκανε αυτό». «Σ’ εσένα;». «Σ’ εμένα». Ανεβήκαμε στη μηχανή σου, έβαλες το κράνος σου στο κεφάλι μου, φτάσαμε στο σπίτι σου, πήραμε το αυτοκίνητό σου, με άφησες να δω τα sms στο κινητό σου (έσβησες όλα τα δικά μου), φτάσαμε στο νέο σου σπίτι- εκεί

30

που θα έμενες με τον έρωτά σου - μου έδειξες όλα τα δωμάτια, τις βεράντες, τη διακόσμηση, ξεκίνησες να βάφεις το υπνοδωμάτιο, χάζεψα το Λυκαβηττό από το τζάμι. Μου έβαλες βότκα, έμεινα στο σαλόνι. Θα επέστρεφες στη δουλειά λίγο μετά. Με πήγες στο σπίτι μου, ήθελα να σε φιλήσω, ανέβηκες επάνω, σε φίλησα. Ήξερα ότι οι στιγμές ήταν μοναδικές, ότι θα συνερχόσουν μετά- αυτό συμβαίνει πάντοτε. Κάναμε μία εβδομάδα να ξαναμιλήσουμε. • Ο έρωτας θέλει ταχύτητες, αλλά εγώ έκανα μετωπική. Και έπαθα αιμορραγία στο κεφάλι. • Εν τω μεταξύ, σου έστειλα κάποια μηνύματα, σε έπαιρνα στο τηλέφωνο, απάντησες κάποια στιγμή, είπες «Καλή Χρονιά», ξαναχαθήκαμε. • Βρεθήκαμε μετά τη γιορτή μου. Είπες πως ξέχασες να με πάρεις τηλέφωνο εκείνη τη μέρα για να πάμε να φάμε, ότι δεν έκανες τίποτα το ιδιαίτερο, ότι ήσουνα κι εσύ στο σπίτι, «εντάξει, καταλαβαίνω» είπα. Σημασία είχε ότι είχαμε ξανασυναντηθεί. • Τον έρωτά σου τον είδα τυχαία στη δουλειά, είπε ένα «hello» τρέχοντας, αλλά σου είπε πως ήμουνα «ξινός». Μου το ’πες σαν παρατήρηση. Δεν απάντησα. Ύστερα σε πήρε τηλέφωνο, «είπες μωρό μου» και με σκότωσες. Αν και με κοιτούσες. Κατάματα. Καρφιά, καρφιά, καρφιά. Και σταύρωση. Σου είχα πάρει δύο πουλόβερ. Μαύρα. Τα είχα στο σπίτι, θα στα ’δινα όταν θα μ’ έπαιρνες εκεί με το αυτοκίνητό σου. Τελικά, τα κράτησα για μένα. Δεν υπήρχε λόγος. Μεγαλύτερο δέσιμο, μεγαλύτερη καταστροφή. • Μέχρι σήμερα, δεν ξαναμιλήσαμε. • Το 2008, ήταν κόλαση. Επειδή μπερδεύτηκα. Παρόλα αυτά, σ’ αγαπάω. Ειδικά, τις ζαλάδες σου μετά το αλκοόλ, που δεν ξέρεις τι λες, τι κάνεις, πώς συμπεριφέρεσαι. Όταν γίνεσαι ένα μικρό παιδί που παίζει και γεμίζει τα γόνατα με λάσπες. Δεν ξέρω τι θα γίνει. Είναι όλα μάταια, όλα μαύρα, αλλά κάπου υπάρχει μια φωτιά.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ OMAΔΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΑΠΑΣ ΜΟΝΙΜΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΚΟΡΔΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΡΑΒΑΛΗ ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ΜΑΡΙΑ Θ. ΜΑΣΟΥΡΑ FILEP MOTWARY ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΠΑΡΣΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΜΑΖΗΣ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΛΛΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΕΛΛΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΟΥ ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΑΤΑΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ & ΕΚΤΥΠΩΣΗ: PROTEAS PRESS LTD

Σε αυτό το τεύχος συνεργάστηκαν δημιουργικά οι:

Eυαγγελία Ράντου Γιάννης Τσίτσοβιτς William Alderwick Μελίνα Νικολαΐδη Dominic Haley Αριάννα Οικονόμου Χαράλαμπος Σεργίου Βάσω Σεργίου Tara Darby Anthony Rossomando

Μας ενδιαφέρουν τα δικά σας Υστερόγραφα. Οι δικές σας ιδέες για θέματα και οι δικές σας απόψεις. Τα περιμένουμε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: eleni.xenou@phileleftheros.com



Ysterografo Magazine_Issue 133