Issuu on Google+


ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF


ΣΚΕΨΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΑ


E

D

I

T

O

R

I

A

L

ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ

Την ίδια στιγμή που το αεροπλάνο μου απογειωνόταν από το Ντουμπάι, το δικό του πλοίοεκείνο δηλαδή στο οποίο εργαζόταν τους τελευταίους έξι μήνες - αγκυροβολούσε στο Γκουάμ. Εγώ καθόμουνα στη θέση 16Α, είχα σκεπαστεί με δύο κουβέρτες - ανέκαθεν με πείραζε ο κλιματισμός του αεροπλάνου - και προσπαθούσα να διαλέξω μια ταινία για να περάσει αυτό το άκαπνο και ως εκ τούτου, ατέλειωτο πεντάωρό μου στον αέρα. Έψαχνα μια αμερικάνικη ταινία δράσης από κείνες που δεν σου προσθέτουν κανένα προβληματισμό, αντιθέτως σε παραμυθιάζουν επαρκώς, ώστε να σου ξυπνούν την πεποίθηση πως οποιοσδήποτε προβληματισμός είναι εντελώς περιττός. Δεν θυμάμαι τελικά ποια διάλεξα, μα θυμάμαι πως αποκοιμήθηκα στα μισά της χωρίς καμία έγνοια αλλά και χωρίς να ονειρευτώ κάτι συναρπαστικό. Εκείνος είχε ήδη έτοιμο το σακίδιο του όταν έσβησαν οι μηχανές του πλοίου. Έβγαλε τη στολή του αμερικάνικου στρατιωτικού ναυτικού, την τοποθέτησε στην μικρή ντουλάπα της καμπίνας του φρεσκοπλυμένη και καλοσιδερωμένη, τίναξε ελαφρά τα πέτα της και ίσιωσε ξανά το γιακά και χαμογέλασε με ικανοποίηση σκεφτόμενος πως θα έκανε καιρό να τη φορέσει ξανά. Βγήκε από την καμπίνα και άρχισε να περπατά στους διαδρόμους αποχαιρετώντας τους συναδέλφους του, με κείνο το χαρακτηριστικό κτύπημα στην πλάτη και το τραβηγμένο από τα φωνήεντα seee yaaa later maaan. Πόσο μετά θα ήταν εκείνο το later δεν ήξερε κανείς, αλλά δεν είχε σημασία, σημασία είχε πως τέλειωνε κι αυτό το εξάμηνο συμβόλαιο και μπορούσε πια ο καθένας να την αράξει όπου γούσταρε, κάνοντας ό,τι ήταν δυνατόν για να ξεχάσει πως later θα ’βγαζε πάλι βάρδιες σε καταστρώματα. Τίποτα δεν ήξερα από όλα αυτά όταν τον γνώρισα σε ένα νησί της Ασίας. Ούτε και μπορούσα να τα υποψιαστώ. Συναντηθήκαμε στο καράβι, κάθισε δίπλα μου, ήταν ψηλός και σωματώδης, με ξυρισμένο το κεφάλι και φουσκωμένα τα μπράτσα. Φορούσε μια αμάνικη φανέλα και μια χακί - στο χρώμα το στρατιωτικό - βερμούδα. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά του Αμερικάνου, έτσι όπως τους παρουσιάζουν οι ταινίες δράσης, όπως εκείνη που έβλεπα στο αεροπλάνο, όπως εκείνες δηλαδή που βλέπεις για να μη σκέφτεσαι. Δεν μιλήσαμε, αντιθέτως εγώ έβαλα την μουσική στ’ αφτιά μου για να αποφύγω οποιαδήποτε ομιλία και κείνος έβγαλε από την τσάντα του ένα βιβλίο, του οποίου δεν είχα προλάβει να δω τον τίτλο. Πρόλαβα μόνο να δω ένα αυτοκόλλητο που απεικόνιζε τον σούπερμαν, το οποίο είχε κολλήσει στην μπροστινή τσέπη του σακιδίου του. Το βρήκα φοβερά αστείο ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν τόσο αστείο όσο αξιοπερίεργο, δεν ταίριαζε με τίποτα με το υπόλοιπο πακέτο του τύπου, ο οποίος υπολόγιζα να ’ναι γύρω στα 40 και με βεβαιότητα θα ’λεγα πως είχε γεννηθεί σε μια οικογένεια μεσοαστών της αμερικάνικης επαρχίας. Θύμωσα στον εαυτό μου που κατηγοριοποιούσε τους ανθρώπους προσκολλημένος στα στερεότυπα και σαν επιβεβαίωση της στενόμυαλής μου «κριτικής» ήρθε και ο συγγραφέας του βιβλίου που διάβαζε, το όνομα του οποίου είδα τη στιγμή όπου εκείνος έκλεισε το βιβλίο για να σκοτώσει ένα γιγάντιο κουνούπι. Το κουνούπι απεβίωσε κάτω από το όνομα του Νόαμ Τσόμσκι, λοιπόν και μαζί με αυτό πέθανε και η βεβαιότητά μου πως έχω την ικανότητα να διαισθάνομαι από πού κρατάει η σκούφια του καθενός. Παράξενος τύπος. Ένας Αμερικάνος μπρατσαράς που το μόνο που θα με έκανε να φανταστώ πως τον έφερνε στην Ασία ήταν οι χαριτωμένες Ταϋλανδέζες πόρνες στην Πατάγια, ο οποίος με αιφνιδίαζε δηλώνοντας εμμέσως πλην σαφώς πως προτιμούσε τη συντροφιά του σούπερμαν και του…Τσόμσκι. Το καράβι έφτασε στο νησί χωρίς να καταφέρω να μάθω τίποτα περισσότερο αλλά η μοίρα φαίνεται είχε ήδη ενώσει τους δρόμους μας από την ώρα που εγώ απογειωνόμουν από το Ντουμπάι και εκείνος αποχαιρετούσε το Γκουάμ. Λίγες μέρες μετά θα τα ήξερα σχεδόν όλα για κείνον… Γνωριστήκαμε στο εστιατόριο όπου σύχναζαν όλοι στο νησί. Μου πρότεινε να με κεράσει μια μπίρα, οι υπόλοιποι είχαν ήδη νυστάξει, εγώ δεν νύσταξα, δέχτηκα και σκέφτηκα πως ήταν και ευκαιρία να μάθω τι μπορεί να συνδέει το σούπερμαν με τον Τσόμσκι. Δεν είχα ακόμα υποψιαστεί πως στις περίεργες συνδέσεις θα προσθέτονταν και άλλοι σούπερ ήρωες. Την ώρα, ωστόσο που το γκαρσόνι έφερνε τις μπίρες, τον αποκάλεσε χαμογελώντας spiderman προτρέποντάς τον να μη μεθύσει γιατί θα έχανε τις μαγικές του ικανότητες. «Spiderman;» επανάλαβα με εμφανή την απορία στην έκφρασή μου. Έτσι με αποκαλούν τα αγόρια εδώ, γιατί με βλέπουν κάθε πρωί που κρέμομαι ανάποδα από ένα αυτοσχέδιο σχοινί στο μπαλκόνι μου για να κάνω γυμναστικές ασκήσεις. Παράξενος τύπος σκέφτηκα ξανά και το πιο παράξενο από όλα ήταν πως δεν μπορούσα να τον χωρέσω σε κανένα στερεότυπό μου και ειδικά εκείνο του αναθρεμμένου με το φιστικοβούτυρο Αμερικάνου και την αστερόεσσα χτυπημένη σε τατουάζ στην πλάτη. Μεγάλωσε στο Ουισκόνσι. Στην εφηβεία του έκλεβε μαζί με τον κολλητό το αυτοκίνητο του πατέρα του και ταξίδευε συνήθως μέσα στη νύχτα μέχρι το Ιλινόις. Καπνίζανε μαριχουάνα σε ολόκληρη τη διαδρομή, πίνανε μπίρες σε τενεκεδάκια και ακούγανε στο ραδιόφωνο ροκ. Ήταν και κάποιες φορές που περπατούσαν μέχρι τις όχθες του Μισισίπη αφού πρώτα γεμίζανε πλαστικές σακούλες με φρέσκα μπέικλ από το φούρνο του πατέρα του, τα οποία καταβροχθίζανε, την ώρα που κοιτούσαν τον ποταμό και σχεδίαζαν το μέλλον τους. Εκείνος δεν ήθελε να σπουδάσει, βαριόταν τα μαθήματα, ο κολλητός το ίδιο, ο στρατός τους φαινόταν μια καλή λύση, ο ξάδελφος τού κολλητού είχε ήδη καταταγεί, καλά λεφτά, μπόλικο καψόνι, αλλά δεν τους ένοιαζε, είχαν από τότε γερά μπράτσα και ανάστημα που ταίριαζε στην πατρίδα. Άσε που έβγαζε τις καλύτερες γκόμενες στο Μάντισον και είχε να διηγηθεί τις πιο κουλάτες ιστορίες. Όταν, χρόνια μετά στην ταυτότητά του έγραφε US Marine, η μάνα του

καυχιόταν στις φιλενάδες της για το γιο της και ο πατέρας τον χαιρόταν που δεν χαραμίστηκε πουλώντας ψωμιά. Εκείνος δεν καταλάβαινε ακόμα αν έπρεπε να καυχηθεί για κάτι και σίγουρα δεν είχε λόγους για να χαίρεται, μα δεν ήθελε να πολυσκοτίζεται μ’ αυτά. Προτιμούσε κάθε φορά που είχε άδεια να πίνει μπίρες με τον κολλητό και να παίρνουν το αμάξι για μια βόλτα μέχρι την Αιόβα, μιλώντας περισσότερο για τα παλιά και σχεδόν καθόλου για τα καινούρια. Δεν είχε υποψιαστεί τότε πως στα 43 του χρόνια θα ξεμπάρκαρε από ένα πλοίο στο Γκουάμ και θα έπαιρνε το σακίδιο του και το πρώτο αεροπλάνο για την Ασία με το Τσόμσκι φυλαγμένο στην μπροστινή θήκη, εκεί όπου αναρτημένος βρισκόταν ήδη και ο σούπερμαν. Όπως δεν είχε υποψιαστεί πως δεν θα ήθελε για χρόνια να πατήσει στη γειτονιά του ούτε για να χαζέψει τον Μισισιπή, ούτε για να φάει ζεστά μπέικλ από το φούρνο του. Με τη μάνα του αλληλογραφούσαν στην αρχή, μετά εκείνη έμαθε τα emails, η σχέση τους έγινε ηλεκτρονική. Εκείνη βέβαια, έστω και ηλεκτρονικά τον ρωτούσε κάθε φορά «Πότε θα ’ρθείς;» και κείνος κάθε φορά απέφευγε να απαντήσει. Δεν είχα ποτέ ακούσει για το Γκουάμ και ούτε καν ήξερα πού στο διάολο βρισκόταν στο χάρτη. Είναι το μεγαλύτερο νησί της Μικρονησίας, μου εξήγησε, ανήκει στο σύμπλεγμα των νησιών Μαριάννες και είναι ηφαιστιογενές. Είναι γεμάτο από Γιαπωνέζους τουρίστες και Αμερικανούς στρατιώτες και εκεί στηρίζει και την οικονομία του. Στον τουρισμό και στις αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις που καταλαμβάνουν το ένα τρίτο του νησιού. Ο ίδιος κατέβαινε στο νησί μόνο όταν το πλοίο δεν έκανε περιπόλους στη γύρω περιοχή. Συνήθως νοίκιαζε μια μηχανή και έκανε βόλτες, είχε μανία με τις μηχανές και είχε ανάγκη και τις βόλτες για να εκτονώνει τη βαρεμάρα του. Δεν είχε κερδίσει κανένα αξίωμα, δεν το είχε βέβαια ποτέ παλέψει, τον ένοιαζε μόνο που κέρδιζε καλά λεφτά και κατά τ’ άλλα χεσμένο το είχε - έτσι έλεγε - το αμερικάνικο στράτευμα. Στα πολύμηνα διαστήματα που δεν δούλευε, την άραζε στην Ταϋλάνδη. Εκεί δεν έκανε τίποτα ιδιαίτερο. Γυμναζόταν, έτρωγε βραστές κολοκύθες, διάβαζε βιβλία που συνήθως αποκάλυπταν τα σάπια των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών και το ψέμα της αμερικάνικης πολιτικής και αντάλλαζε με όποιον γνώριζε, τις αντιαμερικάνικές του απόψεις. Ήταν τόσο έντονος ώστε ελάχιστοι μπορούσαν να υποθέσουν πως τους μήνες που δεν σπαταλούσε για να προβάλει τις αντιρρήσεις τους, τριγυρνώντας σαν σπάιντερ μαν στην Ασία, τους ξόδευε για να υπηρετεί ό,τι με τόσο ζήλο κατηγορούσε: την αμερικάνικη πολιτική και τον αμερικάνικο στρατό. Περίεργος τύπος. Όσες μπίρες κι αν καταναλώσαμε κάποια βράδια μαζί, πάντα τον καληνύχτιζα μ’ αυτή τη διαπίστωση. Η διαδρομή του από τις όχθες του Μισισίπη στα νησιά που τα λέγανε Μαριάννες, οι σούπερ ήρωες κρυμμένοι μέσα στα βιβλία για την CIΑ, μια μάνα να εύχεται ακόμα να τον δει παντρεμένο στο Ουισκόνσι και ένας πατέρας που άντεχε ακόμα να χώνεται μέσα στο αλεύρι, γιατί ο γιος του ευτυχώς είχε καταφέρει μια καλύτερη ζωή, έτσι πίστευε. Πέρασαν μήνες, δεν ξέρω πόσοι, μέχρι εκείνο το βράδυ που για πρώτη φορά δεν ήθελε να εκφράσει τις αντιαμερικάνικες του απόψεις ούτε και φούσκωνε τα μπράτσα του σαν άνθρωπος-αράχνη. Ήθελε μάλλον να δραπετεύσει από το δίχτυ του και να μιλήσει για τους φόβους του. Ήταν εκείνο το βράδυ που μου είχε πει πως δεν ήθελε να γυρίσει ποτέ πια πίσω στην Αμερική, πως προτιμούσε να κρύβεται στην Ασία μέχρι να καταφέρει να αντιμετωπίσει τη ζωή του και να βρει την άκρη του. «Τι είναι αυτό που σε φοβίζει;» τον είχα ρωτήσει. «Από τι κρύβεσαι δηλαδή;». «Θέλω να ξεφύγω από όλα τα όνειρα που μου κληροδότησαν. Τα φοβάμαι. Δεν βρίσκω τον εαυτό μου σε κανένα από αυτά. Δεν θέλω να θυμάμαι ούτε τον Μισισίπη ούτε και να μυρίζομαι φιστικοβούτυρα. Θέλω να καταλάβω ποια είναι τα δικά μου όνειρα». «Γιατί δεν φεύγεις από τα πλοία;» τον ρώτησα. «Δεν ξέρω ακόμα να ζω αλλιώς», απάντησε. Κι ύστερα μου ομολόγησε, ορκίζοντάς με πως δεν θα το πω ποτέ σε κανένα πως εκείνο που τον σώζει είναι οι μικροί αυτοκόλλητοι σούπερμαν. Οι σούπερμαν; απόρησα. Κάθε φορά, αγόραζε εκατοντάδες από δαύτους σε αυτοκόλλητα, από μια υπαίθρια αγορά της Μπανγκόκ. Τους έκρυβε στο σακίδιο του και όταν επέστρεφε στο πλοίο στο Γκουάμ, τους έκρυβε κάτω από το κρεβάτι του. Τα βράδια, όταν δεν έβγαζε βάρδια στο κατάστρωμα, αντί να κοιμάται, γύριζε μέσα στο πλοίο και τους κολλούσε παντού, γέμιζε το πλοίο από σούπερμαν, πάνω στα τανκ, στις αποθήκες, στις σωσίβιες λέμβους, κάτω από τα τραπέζια της τραπεζαρίας, στο μηχανοστάσιο, στα σιδερένια κιγκλιδώματα, παντού. Και ευχόταν πως τη στιγμή που κάποιος θα τους ανακάλυπτε, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, θα έβρισκε τη δύναμη να θυμηθεί πως κάποτε υπήρξε παιδί, το οποίο έστω κι αν γεννήθηκε στο Ουισκόνσι ή στο Ιλινόις ή στην Αιόβα, είχε ένα μαγικό μανδύα με τον οποίο ταξίδευε πάνω από τις πολιτείες και τις χώρες φτιάχνοντας το δικό του όνειρο. Πριν προλάβει κανείς να του το καταχωρήσει σαν…αμερικάνικο, εκείνο είχε ήδη προλάβει να υπάρξει όνειρο.


postcard Ο Σωκράτης Σωκράτους φωτογραφίζει μικρές καθημερινές στιγμές

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου μένει στην Θεσσαλονίκη


με τον γιωργο σαββινιδη

Αδιέξοδα και πιθανότητες

Παίρνεις ένα βιβλίο, σκίζεις μια- μια τις σελίδες και μετά το συνδέεις μ’ ένα άλλο στο οποίο έχεις κάνει το ίδιο. Συνεχίζοντας αυτή τη διαδικασία, προκύπτει μια απέραντη βιβλιοθήκη αναγνώσιμων ή μη τόμων, μια πλειάδα ανόμοιων βιβλίων που συνιστούν παραλλαγές νέων συστημάτων και προσεγγίσεων, μέσω της παράθεσης και της επανατοποθέτησης. Από τη λογική πως η αποσυναρμολόγηση και αποδόμηση όλων των βιβλίων θα σήμαινε και πλήρη διατάραξη του αρχικού τους σκοπού και της ίδιας τους της προέλευσης, πηγάζει το καλλιτεχνικό project του Γερμανού Daniel Gustav Cramer και της Κύπριας Χάρις Επαμεινώνδα που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο βιβλιοπωλείο Μουφλόν. Πρόκειται για ένα εν εξελίξει έργο που ξεκίνησε το 2007 και έχει παρουσιαστεί μεταξύ άλλων στην πρόσφατη 5η Μπιενάλε του Βερολίνου, με τίτλο «The Infinite Library» (Η Απέραντη Βιβλιοθήκη). Σελίδες από ένα ή περισσότερα βιβλία με εικόνες, αφαιρούνται από το αρχικό τους πλαίσιο και δένονται ξανά για να δημιουργήσουν ένα νέο βιβλίο. Από την αποσυναρμολόγηση και επανασύνταξη προκύπτει ένα συνεχώς διευρυνόμενο αρχείο βιβλίων, ενώ κάθε νέο βιβλίο που δημιουργείται, υπάρχει ως μια μικρή οντότητα, ένα αυθαίρετο σύστημα που διέπεται από τη δική του λογική. Οι δύο καλλιτέχνες, που ζουν και εργάζονται στο Βερολίνο, διατηρούν εδώ και μερικά χρόνια ένα διερευνητικό ανοιχτό διάλογο εξετάζοντας έννοιες – συσχετίσεις και διαρχίες – που πηγάζουν από την προσωπική τους πρακτική. «The Infinite Library», Λευκωσία, βιβλιοπωλείο Μουφλόν (22665155). Μέχρι 19 Νοεμβρίου

Μυθολογια της καθημερινοτητας

Φ

ανταστείτε έναν κόσμο όπου τα λουλούδια τραγουδούν και όπου κλόουν - φαντάσματα συμβιώνουν με μασκοφόρες γοργόνες και μακιγιαρισμένα ζωντανά όπως γουρούνια, ελέφαντες, αγελάδες και αρκούδες. Κάπως έτσι είναι και ο απόκοσμος κόσμος της Marnie Weber, γνήσιου τέκνου της σύγχρονης εικαστικής σκηνής του Los Angeles. Η έκθεσή της με τίτλο «Saving the farm», που παρουσιάζεται από τον περασμένο μήνα στην γκαλερί Bernier/ Eliades στην Αθήνα περιλαμβάνει κολάζ και γλυπτά, ενώ ως πρώην μέλος των Los Angeles και των Party Boys, η Weber γουστάρει να ενσωματώνει στα έργα της μουσική και περφόρμανς. Κάθε έργο είναι μια θεατρική αφήγηση, μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, με αντιστοιχίες θεάματος και κεντρικό χαρακτηριστικό τα κοστούμια. Αυτή η δουλειά είναι χαρακτηριστική μιας «σκληρής» εικαστικής σκηνής, με τα χρώματα να τονίζουν τις αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις της καθημερινότητας, ενώ παράλληλα υμνείται η φύση, η θάλασσα και είναι έντονες οι επιρροές από το φεμινιστικό κίνημα. Βλέπετε, στα έργα αυτά η πλειοψηφία των μορφών που καβαλούν τα γουρούνια και τους ελέφαντες είναι γυναίκες. Marnie Weber, «Saving the farm», Bernier/ Eliades, Επταχάλκου 11, Θησείο, +30 2103413935-7. Μέχρι 14 Νοεμβρίου


J

O

Richard Wilson, «Turning the Place Over»

Ολοκληρη η πολη μια Μπιεναλε

Π

όσο μπορεί μια Μπιενάλε να αλλάξει μια πόλη; Η απάντηση στην ερώτηση αυτή μπορεί να είναι «άστο…», όπως στην περίπτωση της φιλόδοξης «Destroy Athens» του 2007 ή μπορεί να είναι «πατόκορφα», όπως στην περίπτωση της «Made Up», της 5ης Μπιενάλε του Λίβερπουλ που βρίσκεται σε εξέλιξη. Στο μεγάλο αγγλικό λιμάνι και γενέτειρα των θρυλικών Beatles μπορεί κανείς να ζήσει ισχυρές εικόνες που αλλάζουν τελείως την εμπειρία ζωής στις εκβολές του ποταμού Mersey. Με το σύμπλεγμα αποθηκών Albert Dock να έχει ήδη σημάνει την αμετάκλητη στροφή της πόλης στον πολιτισμό και να φιλοξενεί την Tate Liverpool αλλά και το Μουσείο για τα θρυλικά σκαθάρια. Η Μπιενάλε αυτή αποτελεί μια μεγάλη πλατφόρμα για όλων των ειδών τα σύγχρονα καλλιτεχνικά εγχειρήματα. Εκτός από τις εκθέσεις που φιλοξενεί η Tate, το κέντρο FACT και άλλοι εκθεσιακοί χώροι, το βάρος δίνεται σε εξεζητημένα έργα μεγάλης κλίμακας σε δημόσιους χώρους. Η τελευταία σύντροφος του πιο διάσημου σκαθαριού, η Yoko Ονο, έχει το όνομά της στη λίστα με τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες με το έργο «Liverpool Skyladders». Ξεχωρίζουν ακόμη η ολόφωτη αράχνη του Ai Weiwei, που επικρέμεται πάνω από μια πλατεία και ένα γλυπτό της Alison Jackson που αναπαριστά τον συλλογισμένο George W. Bush να προσπαθεί να λύσει τον κύβο του Rubik. Ο Richard Wilson έκτισε ολόκληρο κτίριο για να μας πει αυτό που θέλει στο «Turning the Place Over», ενώ στα δυνατά ονόματα είναι ακόμη οι David Altmejd, Manfredi Beninati, U-Ram Choe, Adam Cvijanovic, Atelier Bow Wow, Leandro Erlich, Sarah Sze, Otto Karvonen κ.π.ά. 5η Μπιενάλε Λίβερπουλ 2008, «Made Up», www.biennial.com. Μέχρι 30 Νοεμβρίου

Μόλις ακούσετε «σκρατά» ορμάτε…

Α

ν κρίνουμε και από την προηγούμενη δουλειά τους, το οργουελικό «Ζoo», πάλι θα βγάλουμε τρελά θεατρικά γούστα. Η Paravan Proactions –των γνωστών εικαστικών Χάρη Καυκαρίδη και Μελίτας Κούτα- συνεργάζεται και πάλι με την πανίσχυρη ομάδα κρουστών Tat-Tnabar για να μας προσφέρει άλλο ένα πειραματικό θεατρικό δρώμενο, τη φορά αυτή βασισμένο στο εμβληματικό έργο του Alfred Jarry «Ubu Roi», ελληνιστί «Υμπύ Τύραννος». Αυτό, που ο πολύς André Breton χαρακτήρισε ως «το μεγάλο προφητικό και εκδικητικό έργο του καιρού μας». Οι συντελεστές θα επιχειρήσουν να εξερευνήσουν στοιχεία του ντανταϊστικού κινήματος, του οποίου πρόδρομος θεωρείται ο Jarry. Η πρώτη πρεμιέρα του έργου, το 1896, σηματοδότησε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την τέχνη και σήμανε τη γένεση

του λεγόμενου «μοντέρνου θεάτρου». Προκάλεσε σκάνδαλο όταν ο Firmin Gemier, ο πρώτος που ενσάρκωσε τον Ubu, εισέβαλε στη σκηνή φωνάζοντας το σύνθημα για τη μεγάλη ανταρσία: Merdre! Η παράσταση εστιάζει στα στοιχεία του παραλόγου, της αποδόμησης του λόγου και της αναρχικής φύσης των χαρακτήρων.Τη δημιουργική διαδικασία των προβών καθοδηγεί ο Διομήδης Κουφτερός, που επωμίζεται και το ρόλο του χοντροκομμένου σφετεριστή του πολωνικού θρόνου. Στο ρόλο της Μερ Υμπί η Τζορτζίνα Τάτση και εμφανίζονται ακόμη οι Πάρης Ερωτοκρίτου, Ευριπίδης Δίκαιος, Pascal Caron και Βαλεντίνος Κόκκινος. Αγλαντζιά, Υπόγειο Νέου Πολιτιστικού Κέντρου Βλαδίμηρος Καυκαρίδης, Πρεμιέρα 6 Νοεμβρίου, 8.30μ.μ. 99430378


H Σώτη Τριανταφύλλου εξηγεί γιατί το αμερικάνικο όνειρο δεν είναι ούτε «αμερικάνικο» ούτε «όνειρο» αλλά μια συλλογική νεύρωση που έχει καταλήξει στο σημερινό πολιτισμό… Ποτέ δεν θα μάθετε πόσο στοίχισε η ελευθερία στη γενιά μου. Ελπίζω ότι θα κάνετε έλλογη χρήση αυτής της ελευθερίας.

ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF

John Quincy Adams, 6ος πρόεδρος των ΗΠΑ

Το «αμερικανικό όνειρο» είναι ένας μύθος του 18ου αιώνα που απέκτησε αυτό το ρομαντικό όνομα το 1931, όταν εκδόθηκε το βιβλίο του James Truslow Adams «Το έπος της Αμερικής». Πρόκειται για μια πολιτική απάτη ομολογουμένως επικών διαστάσεων που διαιωνίζεται εξ αιτίας της πλημμελούς παιδείας και πληροφόρησης τόσο στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και στον υπόλοιπο κόσμο: το αμερικανικό όνειρο δεν είναι ούτε «αμερικανικό» (υπό την έννοια ότι διαπνέει, σε ποικίλες παραλλαγές, τις απανταχού μάζες), ούτε «όνειρο». είναι μάλλον μια συλλογική νεύρωση που έχει καταλήξει στον σημερινό πολιτισμό, στην κοινωνία του ανταγωνισμού και της κατανάλωσης. στην λεγόμενη κούρσα των αρουραίων. Σύμφωνα με τους μετριοπαθείς ιστορικούς (δεν είμαι απ’ αυτούς), στην αρχή της ιστορίας του Νέου Κόσμου το αμερικανικό όνειρο ισοδυναμούσε με ορισμένες αρχές της ατομικής ελευθερίας. Ούτε αυτό είναι ολόκληρη η αλήθεια: οι Ηνωμένες Πολιτείες ιδρύθηκαν από φανατικούς προτεστάντες, εργασιομανείς και θρησκόληπτους, καθώς και από περιπετειώδεις κατακτητές της Δύσης: και οι μεν και οι δε, αδιαφορούσαν για τα πολιτικά δικαιώματα. Οι πουριτανοί επεδίωκαν μια θεοκρατική ουτοπία, μια αγροτική κοινωνία-στρατώνα (“Εarly to bed, early to rise makes a man healthy, wealthy and wise”). οι outlaws τυχοδιώκτες επεδίωκαν την υποταγή της φύσης και των Ινδιάνων. Έτσ��, το πρώιμο «αμερικανικό όνειρο» πραγματοποιήθηκε: η αμερικανική δημοκρατία οργανώθηκε κάτω από τη σκέπη του Θεού. οι πολυπληθείς εκκλησίες που συγκροτήθηκαν θεωρήθηκαν απόδειξη της θρησκευτικής ελευθερίας (αλλά δεν ήταν: η αθεΐα είναι στιγματισμένη ακόμη και στον 21ο αιώνα. ο αντισημιτισμός αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον πολεμοχαρή σιωνισμό. το ισλάμ εκλαμβάνεται ως «καταραμένο»)

και, όπως αναμενόταν, οι νεόκοποι έποικοι της αμερικανικής ηπείρου βάλθηκαν από την πρώτη κιόλας μέρα της άφιξής τους στις «αστραφτερές ακτές» να κυνηγούν τα υλικά αγαθά, με αποκορύφωμα την εποχή του «πυρετού του χρυσού» στα μέσα του 19ου αιώνα. Όταν οι άνθρωποι ενδιαφέρονται περισσότερο για τα «πράγματα» από ό,τι για την διατήρηση ηθικών και πολιτικών αρχών (ας πούμε, στην περίπτωση αυτή, των αρχών του Διαφωτισμού) βρισκόμαστε ήδη μπροστά σε ηθικό πρόβλημα που καταλήγει σε απώλεια της ελευθερίας. Τι σημαίνει το «αμερικανικό όνειρο» για τους περισσότερους Αμερικανούς; Η ιδιοκτησία (σπίτι . κατά προτίμηση μονοκατοικία στα προάστια . αυτοκίνητο, οικιακές συσκευές). η οικογένεια. η πατρίδα. η χριστιανική πίστη. Η υπεράσπιση των προαναφερθέντων με όπλα, νομιμοποιημένα από το ίδιο το σύνταγμα. Ωστόσο, μερικοί από τους «Ιδρυτές Πατέρες» είχαν στο μυαλό τους κάτι λίγο διαφορετικό: ο υλικός πλούτος θεωρούνταν αποτέλεσμα και καρπός της ελευθερίας του κάθε πολίτη. η ευημερία - ατομική και συλλογική- δεν μπορούσε να συμβαδίζει με τον δεσποτισμό και την αγελαία κουλτούρα. Σύμφωνα με το αμερικανικό σύνταγμα (το παλιότερο και συντομότερο στον κόσμο) ο πολίτης έχει δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και στην επιδίωξη της ευτυχίας: ακούγεται απλό και δίκαιο. ακούγεται αυτονόητο. αλλά, ο Samuel Adams δήλωνε κατά την υπογραφή της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας το 1776: «Σήμερα αποκαθιστούμε τον Ηγεμόνα στον οποίον όλοι οι άνθρωποι (το κείμενο αναφέρεται στους «άνδρες». χρησιμοποιείται η λέξη “men”, όχι “people”) οφείλουν να υπακούουν. Βασιλεύει στον Ουρανό και το βασίλειό του εκτείνεται από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου.» Στην πραγματικότητα, το αμερικανικό όνειρο εμπνέεται από το Λευιτικόν και από την κοινή λογική του Tόμας Πέιν που,


ωστόσο, δεν είναι καθόλου «κοινή». Η γλώσσα με την οποίαν εκφράζονται το αμερικανικό πολίτευμα και η αμερικανική «ιδεολογία» παραμένει θρησκευτική: οι λέξεις «ευσέβεια», «ευλάβεια», «καθαρότητα», «αγνότητα», «ευλογία» επανέρχονται ξανά και ξανά στην πορεία της ιστορίας. Ιn God We Trust. Υπάρχουν αμερικανικά ιδεώδη; Υπάρχουν. Αλλά δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικής επινόησης. Λόγου χάρη, το ιδεώδες του Τόμας Τζέφερσον οφείλεται, όπως όλος ο δυτικός πολιτισμός μετά τη βιομηχανική επανάσταση, στον Διαφωτισμό και σε ό,τι επακολούθησε. Λέει ο Τζέφερσον: «Αν ένα έθνος προσδοκά να είναι απαίδευτο και ελεύθερο σε κατάσταση πολιτισμού, προσδοκά κάτι που δεν υπήρξε ποτέ και που ποτέ δεν θα υπάρξει». Η λαϊκή εκπαίδευση - ένα αίτημα του Διαφωτισμού - έγινε το κατ’ εξοχήν πεδίο του ταξικού και φυλετικού διαχωρισμού και της ανισότητας σε μια κοινωνία που διακήρυσσε τη «δικαιοσύνη για όλους». Το «αμερικανικό όνειρο» δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς εκπαίδευση. στην πραγματικότητα, χωρίς δύο είδη εκπαίδευσης: το ένα που να διδάσκει πώς να κερδίζουμε τα προς το ζην, το δεύτερο πώς να ζούμε τη ζωή μας ως ελεύθεροι άνθρωποι. Εκτός αν με τον πολυχρησιμοποιημένο όρο “American dream” εννοούμε το εύκολο χρήμα: πράγματι, σήμερα, το αμερικανικό όνειρο ταυτίζεται με το παραμύθι της Σταχτοπούτας, με τη μυθολογία του “From rags to riches”: σύμφωνα με τις αμερικανικές πεποιθήσεις, η αμερικανική κοινωνία, παρότι διαιρείται καταφανώς σε έχοντες και μη έχοντες, παρουσιάζεται ως «ανοιχτή». θεωρητικά, ο καθένας μπορεί να διαπεράσει τα ταξικά σύνορα με σκληρή προσπάθεια.με την αξία του. με το σπαθί του. Αντιθέτως, στην Ευρώπη, η καταγωγή σημαδεύει ανεξίτηλα τον πολίτη: οι πατρίκιοι παραμένουν πατρίκιοι και οι πληβείοι πληβείοι. οι κοινωνικές τάξεις είναι αδιαπέραστες. ή μάλλον, μπορείς να κατρακυλήσεις αλλά δεν μπορείς να αναρριχηθείς. Στις ΗΠΑ, ο «αυτοδημιούργητος άνθρωπος» που κατακτά την κοινωνική επιτυχία, τη φήμη, τον πλούτο μέσω της τίμιας δουλειάς και της καλής διαχείρισης, αποτελεί ένα τοπικό ιδεώδες, μια καλοπροαίρετη θεωρία. Αλλά, ακόμα κι αν αποδεχτούμε την αυθεντικότητα του αμερικανικού ονείρου, αναδύονται ανησυχητικές παράμετροι: «Ο καθένας μπορεί να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ». πώς ακούγεται αυτό; Ακούγεται δυσοίωνο και είναι δυσοίωνο. Μπορεί να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ ένας ηλίθιος. ένας αναλφάβητος. ένας serial killer; Η γοργή εκβιομηχάνιση επηρέασε το αμερικανικό όνειρο (που υποτίθεται ότι γνώρισε μια εποχή «αθωότητας») με αποτέλεσμα να καταλήξει στο σύνθημα: “Get rich quick!” ή «Πάρε τα λεφτά και τρέχα». Πώς γίνεται γρήγορα πλούσιος ο σημερινός Αμερικανός: κερδίζοντας σε τηλεοπτικό σόου του τύπου «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος», ή στο λαχείο, ή μετά από δικαστικό αγώνα κατά τον οποίον διεκδικεί αποζημίωση. Ή, όπως πάντα, με έναν πλούσιο γάμο. Η “high life” αποδίδεται σε συνδυασμό εξυπνάδας, τύχης και σωστού timing: το να βρεθείς στον κατάλληλο

Ωστόσο, στις περιόδους σοβαρής κρίσης (από το 1929 μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και τους τελευταίους μήνες του 2008) το «κράτος» καλείται να παίξει τον ρόλο του σωτήρα: ξαφνικά, οι νόμοι της φύσης και του θεού δεν επαρκούν για τη λειτουργία των θεσμών. Εξάλλου, το δικομματικό σύστημα δεν προσφέρει αληθινή επιλογή. Τα δύο κόμματα δεν έχουν ριζικές διαφορές σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική (που έχει στόχο την αμερικανική ηγεμονία), την νομισματική πολιτική (που έχει στόχο τη σταθεροποίηση του “almighty dollar”), τα ζητήματα του προσωπικού απορρήτου και το κράτος προνοίας. Επιπροσθέτως, η εξαγωγή του «αμερικανικού ονείρου», του αμερικανικού τρόπου ζωής, των αμερικανικών πολιτιστικών προϊόντων αποτελεί την έκφραση ενός φρενήρους πατριωτισμού από τον οποίον διαπνέεται σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος στις ΗΠΑ. Ο πατριωτισμός αυτός, στην πραγματικότητα η πίστη στην αμερικανική ανωτερότητα, στην αμερικανική «παγκόσμια εξαίρεση» (“exceptionalism”) συνιστά μέρος του αμερικανικού ονείρου: όταν οι καινούργιοι μετανάστες έπαιρναν την υπηκοότητα και ορκίζονταν μπροστά στην αστερόεσσα, έκλαιγαν από υπερηφάνεια. αίφνης, ήταν σχεδόν ντροπή να είναι κάποιος Έλληνας, Γιουγκοσλάβος ή Κινέζος, εφ’ όσον δεν υφίσταται ελληνικό, γιουγκοσλαβικό ή κινεζικό όνειρο. Κι αυτό μολονότι, όπως προαναφέρθηκε, στις περισσότερες κουλτούρες οι αξίες είναι ίδιες: κοινωνική επιτυχία, χρήματα, φήμη∙ ένα σπίτι μεγαλύτερο από του γείτονα και τα λοιπά. Και παρ’ όλ’ αυτά, ο ενθουσιασμός του Στάθη Γιαλέλη στο “America, America!” όταν το καράβι πλησιάζει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης έχει κάτι βαθιά συγκινητικό: ο καινούργιος μετανάστης διαπνέεται από πίστη, αγάπη, ελπίδα. τίποτα δεν μπορεί να αποβεί χειρότερο από τη ζωή που αφήνει πίσω του. ο φαντασμαγορικός ορίζοντας της αμερικανικής μητρόπολης φαίνεται γεμάτος υποσχέσεις. Οι οποίες διαψεύδονται για τους περισσότερους ανθρώπους: ο «θείος από την Αμερική» είναι συνήθως ένας ταπεινός εστιάτορας. ένας έμπορος χαλιών. ένας γουναράς.

τόπο, τη στιγμή που πρέπει. Τίποτα δεν εγγυάται την υλοποίηση του «ονείρου»: το αμερικανικό σύστημα παρέχει απλώς την ευκαιρία αυτής της υλοποίησης. Η «λογική» του Λας Βέγκας εξαπλώνεται σε όλον τον κοινωνικό ιστό: η ζωή είναι ένα «τυχερό» (ή «άτυχο») παιχνίδι. Στο πολιτικό πεδίο το αμερικανικό όνειρο εκφράζεται με την ελαχιστοποίηση του κράτους και την αποθέωση του ατομισμού.

του λόγου εξασφαλίζεται από το σύνταγμα αλλά κυρίως από το πόσο «εμπορική» είναι η κριτική: οι Un-American ιδέες επιτρέπονται μόνον αν εκφράζονται από δημοφιλή πρόσωπα). Καθώς στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πληθυσμός χωρίζεται σε winners και losers, κερδισμένος είναι όποιος πεθαίνει με τα περισσότερα παιχνίδια ολόγυρά του. και όποιος, προτού πεθάνει, έχει προλάβει να κάνει πάρτι για το πρώτο του εκατομμύριο.

ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF

όσο για τον «μέσο Αμερικανό» είναι κάποιος σαν τον Γουίλι Λόμαν του Άρθουρ Μίλερ στον «Θάνατο του εμποράκου» ή σαν τους ταλαίπωρους μεσίτες στο «Οικόπεδα με θέα» του Ντέιβιντ Μάμετ. ένας άνθρωπος μόνος και αβοήθητος που πασχίζει να πουλήσει κάτι σε άλλους ανθρώπους χαμογελώντας διαρκώς ενώ στην πραγματικότητα θέλει να μπήξει τις φωνές. Όπως έλεγε ο stand-up comic Τζορτζ Κάρλιν «Το αμερικανικό όνειρο ονομάζεται όνειρο επειδή πρέπει να κοιμάσαι για να το πιστέψεις». και: «ο καπιταλισμός έχει στόχο μια ευαίσθητη ισορροπία. προσπαθεί να εξασφαλίσει αρκετά αγαθά για τον καθέναν ώστε να μη γίνει έξαλλος και βάλει χέρι στα αγαθά του διπλανού του». Η παρηγοριά στην αγριότητα της αμερικανικής κοινωνίας ήταν και είναι η ύπαρξη Αμερικανών σαν τον Τζορτζ Κάρλιν, τον Λένι Μπρους, τον Ρίτσαρντ Πράιορ, που σατίριζαν αλύπητα τους θεσμούς και τις ψυχωτικές πλευρές του αμερικανικού ονείρου. (Η ελευθερία


GILLIAN FLYNN

ΑΙΧΜΗΡΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ Ο Γιώργος Τριλλίδης συζητά με την Αμερικανίδα συγγραφέα Gillian Flynn για όλες τις… «πληγές» που αφήνουν τα «Αιχμηρά Αντικείμενα», ειδικά σε μια

Μόλις έμαθα ότι η Gillian Flynn, η 37χρονη συγγραφέας από το Σικάγο το πρώτο βι-

με τον διπλανό τους – που πάει να πει ότι χώνουν τη μύτη τους στις δουλειές των άλλων με

βλίο της οποίας «Αιχμηρά Αντικείμενα» έλαβε διθυραμβικές κριτικές από πολλούς

ένα νοσηρό τρόπο. Άρα, πιστεύω πως υπάρχουν «αξίες της μικρής πόλης», όμως αυτό δεν

(ανάμεσα σ’ αυτούς και ο... Στίβεν Κινγκ), εργάζεται ως τηλεοπτικός κριτικός για το

σημαίνει ότι είναι αυτομάτως καλές – όπως ακριβώς η ζωή στις μεγαλουπόλεις δεν είναι

Entertainment Weekly, είχα έτοιμη την πρώτη μου ερώτηση.

κατ’ ανάγκην καλή. Υποψιάζομαι πάντως, πως όταν η Σάρα Πέιλιν μιλούσε για τις «αξίες της

-«Το ‘Northern Exposure» (σ.σ. προβαλλόταν με τον τίτλο «Πέρα από τα όρια», από

μικρής πόλης», δεν είχε κατά νου το Γουίντ Γκαπ.

το ΡΙΚ, γύρω στο 1992-3) είναι η καλύτερη τηλεοπτική σειρά που βγήκε ποτέ στις

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια είχα δει ζωντανά τον Lou Reed. Μίλησε μόνο μια

ΗΠΑ, ακολουθούμενη από τους «The Sopranos». Τώρα, θέλω τη γνώμη σου ως επαγ-

φορά στο ακροατήριο και είπε μόνο αυτό: «όταν είσαι από ένα μικρό μέρος, θέλεις

γελματία θεατή, αλλά περισσότερο θέλω να συμφωνήσεις ανεπιφύλακτα με την πιο

να φύγεις». Αν έπρεπε να βάλω το μότο στην αρχή του βιβλίου σου, μάλλον αυτό θα

πάνω πρόταση».

διάλεγα. Ίσως μετά που θα το είχα παραφράσει, «όταν είσαι από ένα μικρό μέρος,

Όχι ακριβώς ερώτηση, σύμφωνοι, αλλά απάντηση ήρθε.

πρέπει να φύγεις».

- «Η καλύτερη Αμερικανική σειρά, ever? To «The Wire» είπε.

Για την Καμίλ (σ.σ. η ηρωίδα του βιβλίου) το Γουίντ Γκαπ δεν είναι απλώς μια μικρή πόλη

Έχοντας διαβάσει το βιβλίο της, θα έπρεπε ίσως να αναμένω πως θα της άρεσε το

– έχεις δίκιο, είναι ένα μικροσκοπικό μέρος, ένα πνιγηρό state of mind. Αν έπρεπε να μείνει

«The Wire». Να της αρέσουν όμως ακόμα οι Mötley Crüe, το βρίσκω αδιανόητο.

εκεί, κυριολεκτικά θα πέθαινε, νομίζω. Για μένα, το Γουίντ Γκαπ δεν συμβολίζει κατ’ ανάγκην τη «μικρή πόλη» αλλά μια κοντόθωρη κατάσταση. Μπορείς θαυμάσια να είσαι επαρχιώτης,

-Το Γουίντ Γκαπ (σ.σ. η μικρή επαρχιακή πόλη όπου διαδραματίζεται η υπόθεση του

ακοινώνητος και κλικαδόρος στη Νέα Υόρκη (έχοντας ζήσει εκεί για 6 χρόνια, το γνωρίζω

βιβλίου) μου έφερε στο μυαλό τις «αξίες της μικρής πόλης» (‘small-town values’) που

αυτό από πρώτο χέρι) όσο και στο Γουίντ Γκαπ, η διαφορά όμως είναι πως στη Νέα Υόρκη

πιπιλάει συνεχώς η Σάρα Πέιλιν. Η αντίθεση είναι εμφανής. Νομίζεις ότι οι «αξίες της μι-

μπορείς να ξεφύγεις και να βρεις καινούριους φίλους μέσα σε ένα βράδυ. Αυτό δεν θα μπο-

κρής πόλης» είναι πιο κοντά στην εκδοχή του Γουίντ Γκαπ ή στην εκδοχή της υποψήφι-

ρούσε να συμβεί στο Γουίντ Γκαπ. Για την Καμίλ ειδικά, ο τρόμος της «μικρής πόλης» συνίστα-

ας αντιπροέδρου των ΗΠΑ; Και τι είναι επιτέλους αυτές οι «αξίες της μικρής πόλης»;

ται στην εκεί παρουσία της μητέρας της.

Χα, ωραία ερώτηση! Νομίζω ότι οι «αξίες της μικρής πόλης», ενδέχεται – έμφαση στο ενδέ-

Το βιβλίο είναι διάσπαρτο με σαρκαστικές αναφορές σε αυτό που στην άλλη όχθη

χεται – να σημαίνουν πολύ καλά πράγματα. Κυρίως, ότι ο κόσμος χρησιμοποιεί την έκφραση

του Ατλαντικού συνηθίζουμε να αποκαλούμε, «αμερικανοποίηση». Μία που ξεχώ-

για να δείξει μια ισχυρή αίσθηση κοινότητας - οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, οι άν-

ρισα, είναι όταν η Καμίλ περιγράφει το Γουίντ Γκαπ, «σε μερικά χρόνια ίσως βρείτε

θρωποι νοιάζονται ο ένας για τον άλλο. Φυσικά, και αναλόγως των ανθρώπων, αυτό δεν είναι

εδώ κανένα Starbucks, το οποίο θα φέρει στην πόλη αυτό που λαχταρά: προσυσκευ-

πάντα καλό. Στο Γουίντ Γκαπ, οι κάτοικοι ξέρουν ο ένας τον άλλο – και χρησιμοποιούν αυτή

ασμένο, προεγκριμένο, καθολικά αποδεκτό στυλισταριό» . Αυτή και μερικές ακόμα

τη γνώση για να είναι σκληροί, για να βάζουν τον καθένα στη θέση του. Και ασχολούνται

μπηχτές μου θύμισαν το περίφημο Γουορχολικό, «το πιο όμορφο πράγμα στο Τόκιο


μικρή αμερικάνικη επαρχιακή πόλη.

και στη Στοκχόλμη είναι τα Μακ Ντόναλντς». Νομίζω πως διακρίνω την ίδια απαξιωτική ειρωνεία. Θα έλεγες πως οι άνθρωποι στις ΗΠΑ εκλαμβάνουν αυτήν την επιβαλλόμενη, υποχρεωτική ομοιομορφία ως μια ακόμα συνέπεια του αναπόφευκτου καπιταλισμού (όπως το εκλαμβάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι εκτός Αμερικής) ή μάλλον ως ένα σημάδι ότι επιτέλους συμμετέχουν στο Αμέρικαν Ντριμ; Οπωσδήποτε το δεύτερο. Επανερχόμενη στο σχόλιο σου για Πέιλιν/μικρές πόλεις, υπάρχει ένας πραγματικά σοβαρός πολιτιστικός πόλεμος αυτή τη στιγμή στην Αμερική, και στη μια πλευρά είναι ο πληθυσμός που ζει στις μικρές επαρχιακές πόλεις της Μεσοδυτικής Αμερικής, ο οποίος έχει μπουχτίσει με τη σνομπίστικη συμπεριφορά ατόμων όπως η Καμίλ. Προερχόμενη από μια μικρή Μεσοδυτική πόλη και έχοντας καταντήσει πια μια αστή σνομπ, προσωπικά έχω αρχίσει να αμφιταλαντεύομαι. Όταν λέω πράγματα όπως αυτά που επισήμανες, τα λέω από την οπτική γωνία της Καμίλ, η οποία την έκανε από μια μικρή πόλη και συνεπώς είναι ιδιαίτερη επικριτική προς τις επιθυμίες αυτής της πόλης. Προσωπικά είμαι ανάμεσα στα δύο. Με στενοχωρεί να βλέπω παντού Starbucks και Mc Donald's – είναι τόσο βαρετό- όμως, απ’ την άλλη, ζω σε μια πόλη όπου τα Starbucks είναι παντού, άρα είναι εύκολο για μένα να παραπονιέμαι. Πήγα πανεπιστήμιο σε μια μικρή κολεγιακή πόλη κοντά στο Κάνσας, η οποία, τω καιρώ εκείνω, δεν είχε αλυσίδες καταστημάτων και ήταν δύσκολο πράγμα για μας να οδηγήσουμε μέχρι το Κάνσας και να πάρουμε κάτι απ’ το Gap. Επομένως, κάποιος από μια μικρή πόλη ίσως να εκτιμά την ευκολία που προσφέρει ένα Starbucks/Gap/whatever δίπλα του και θα ήταν αισχρό εκ μέρους μου να τον αποπάρω. Διάολε, ακόμα και τώρα τρελαίνομαι για τα Red Lobster (σ.σ. αλυσίδα εστιατορίων με καμιά 700αριά καταστήματα στις ΗΠΑ και στον Καναδά). Μπαίνω και είναι όλα εύκολα και ξέρω ακριβώς τι θα παραγγείλω και τι ακριβώς θα μου φέρουν και αυτός είναι πιστεύω και ένας από τους λόγους που οι αλυσίδες καταστημάτων είναι τόσο δημοφιλείς. Είναι καθησυχαστικές και προβλέψιμες, και μερικές φορές θες αυτό ακριβώς.


στη μια πλευρά είναι ο πληθυσμός Υπάρχει ένας πραγματικά σοβαρός πολιτιστικός πόλεμος αυτή τη στιγμή στην Αμερική, και

Το «Αιχμηρά Αντικείμενα» έχει χαρακτηριστεί από την κριτική ως ένα «σκοτεινό θρίλερ» και ως «μια διασταύρωση ανάμεσα στο «Twin Peaks» και στο «Η Γραμματέας». Εντούτοις, εμένα μου φάνηκε ότι η «whodunit» διάσταση του μυστηρίου ήταν απλώς το πρόσχημα για να μιλήσεις για την Αμερικανική επαρχία, τη ζωή των εφήβων, τη θέση της γυναίκας σε μια μικρή κοινωνία και για ζόρικες οικογενειακές σχέσεις. Σιχαίνομαι τις ταμπέλες όσο ο οποιοσδήποτε, αλλά αν ήμουν ατζέντης σου και έπρεπε να πουλήσω το χειρόγραφό σου, θα το πλάσαρα ως «αντι-γυναικεία λογοτεχνία» (σ.σ. στο πρωτότυπο: ‘anti-chick-lit’) και ως «μια διασταύρωση ανάμεσα στο «Η παγοθύελλα» και στο «Kids». Τι λες; Θα με απέλυες επί τόπου; Όχι ρε! Μου αρέσει αυτό το τελευταίο, και σε ευχαριστώ που μου λες ότι είναι ένα anti-chiclit βιβλίο. Τρέφω μίσος για τη chick-lit, και δεν χρησιμοποιώ αυτή τη φράση όπως τη χρησιμοποιούν μερικοί: για να χλευάσουν κάθε βιβλίο που τυγχάνει να καταπιάνεται με γυναικεία θέματα. Αλλά οι ανάλαφρες μπούρδες για το shopping; Όχι, όχι, όχι. Οι γυναίκες είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες. Χρησιμοποίησα το ‘whodunit’ για να φθάσω στο μεδούλι της γυναικείας βίας, του γυναικείου στερεοτύπου, των γυναικείων ρόλων, αυτό ναι. Ειδικά ο γυναικείος θυμός και το γυναικείο μίσος και ο τρόπος που κάνουν το κακό οι γυναίκες. Η σκοτεινή πλευρά της γυναικείας ψυχοσύνθεσης με συνεπαίρνει. Απ’ ό,τι μαθαίνω, ετοιμάζεις το δεύτερο σου βιβλίο, το οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και στην pop metal σκηνή της δεκαετίας του ’80. Με pop metal μεγάλωσες; Είναι αυτός ο τρόπος που διάλεξες για να εξορκίσεις τους δαίμονες της εφηβείας σου; Σε ρωτάω επειδή είμαστε, πάνω κάτω, ίδια γενιά και εξακολουθώ να έχω, από καιρού εις καιρόν, τρομακτικούς εφιάλτες με πρωταγωνιστή τον Vince Neil (σ.σ. ο τραγουδιστής των Mötley Crüe). Κανένα όνειρο με πρωταγωνιστή τον Vince Neil δεν είναι εφιάλτης, φίλτατε! Τον γουστάρω αυτόν τον τύπο. Ήμουν λίγο φαν της pop metal, σίγουρα – τόσο του σκληρού metal αλλά και


ο οποίος έχει μπουχτίσει με τη σνομπίστικη συμπεριφορά ατόμων όπως η Καμίλ.

που ζει στις μικρές επαρχιακές πόλεις της Μεσοδυτικής Αμερικής,

μπάντες όπως οι Poison. Ακόμα με θυμάμαι να πίνω wine coolers (σ.σ. αλκοολικό κατασκεύα-

είναι ένα ελεεινό πράγμα. Όμως επειδή είναι τόσο ελεεινό, νομίζω πως οι γυναίκες πρέπει να

σμα που περιέχει κρασί και χυμό φρούτων, ιδιαίτερα δημοφιλές ανάμεσα στους φοιτητές λόγω

είναι ιδιαίτερα προσεκτικές όταν εκτοξεύουν τέτοιες κατηγορίες. Είναι εύκολο να πεις ότι κάτι

της χαμηλής τιμής του. Για τις ανάγκες αυτού του άρθρου ο συντάκτης το δοκίμασε και μπορεί

δεν σου συνέβη ή σου συνέβη επειδή είσαι γυναίκα, αλλά κάποιες φορές απλώς δεν είσαι

να επιβεβαιώσει ότι είναι τόσο φρικτό όσο ακούγεται) καθ’ οδόν σε μια συναυλία των Poison

καλή στη δουλειά σου και that’s it. Δεν θέλω να μου δώσει κάποιος συγχωροχάρτι επειδή

διπλοκαβάλα σε μια Suzuki Samurai με τα μαλλιά μου φτιαγμένα σε μια γιγαντιαία περμανάντ

έχω αιδοίο.

- τι γνώμη έχεις τώρα για την Αμερικανική δεκαετία του ’80, μου λες; Το δεύτερο μου βιβλίο το-

Είσαι τηλεοπτική κριτικός σε περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας. Θέλω να σου μεταφέ-

ποθετείται στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Μια οικογένεια δολοφονείται στο αγρόκτημά της,

ρω την αμηχανία μου όταν βλέπω τα Αμερικανικά ειδησεογραφικά κανάλια. Ασφαλώς

και ο πρωτότοκος γιος, ένα «διαβολικό παιδί» – ένα παιδί που ακούει Slayer και Iron Maiden

παντού στον κόσμο τα μίντια είναι χρωματισμένα και μεροληπτικά, όμως εδώ κανείς

και Venom και που ψιθυρίζεται πως συμμετέχει σε σατανιστικές τελετές- συλλαμβάνεται για

δεν πασχίζει να το κρύψει. Μπορείς να κατεβείς από τον Άρη ή την Κύπρο, να κάνεις 20

τους φόνους. Η μισή ιστορία είναι από την οπτική γωνία της μικρότερης αδελφής, η οποία

λεπτά ζάπινγκ και θα ξέρεις τι ψηφίζει ο κάθε δημοσιογράφος. Τώρα, κάποιος θα μπο-

αναδρομικά και ως ώριμη γυναίκα πια αρχίζει να αμφιβάλλει για την ενοχή του αδελφού της. Η

ρούσε να υποστηρίξει ότι είναι υπέρτατη ειλικρίνεια εκ μέρους τους που δεν σου ρί-

άλλη μισή διαδραματίζεται κατά την περίοδο που έγιναν οι φόνοι και είναι από τη σκοπιά του

χνουν στάχτη στα μάτια, από την άλλη όμως, πόση δημοσιογραφική ακεραιότητα σου

«διαβολικού παιδιού».

απομένει άμα όλος ο κόσμος ξέρει ότι είσαι απροκάλυπτος φατριαστής; Υπερβάλλω;

Το βρήκα τολμηρό εκ μέρους σου, να τα βάλεις με τις καθιερωμένες αντιλήψεις ως

Υπάρχουν τόσοι πολλοί δημοσιογράφοι-οπαδοί, και υπάρχει τέτοια πλύση εγκεφάλου, και οι

προς το θέμα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης/παρενόχλησης/διάκρισης. Σε κάποιο

ειδήσεις γίνονται όλο και περισσότερο θέμα attitude και ‘προσωπικότητας’ των παρουσια-

σημείο, η Καμίλ λέει στον τύπο με τον οποίο φλερτάρει: « Έχω μπουχτίσει με τους ανοι-

στών, που μπορεί όντως να είναι εξουθενωτικό. Κάποια από αυτά τα προγράμματα το κάνουν

χτόμυαλους, αριστερόστροφους άντρες που εφαρμόζουν τις σεξουαλικές διακρίσεις

ευθύς εξαρχής ξεκάθαρο, ότι πρεσβεύουν συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις και άρα αυτά δεν

ακριβώς υπό το μανδύα ότι προστατεύουν τις γυναίκες από τις σεξουαλικές διακρί-

με ενοχλούν όσο εκείνα που προσποιούνται ότι είναι αμερόληπτα ενώ όλοι ξέρουμε ότι δεν

σεις». Προσυπογράφω κάθε λέξη. Θεωρώ και γω πως όλη αυτή η νομοθεσία περί σε-

είναι. Μας ενδιαφέρουν πια πολύ λιγότερο τα γεγονότα και περισσότερο τα σχόλια επί των

ξουαλικών διακρίσεων βασίζεται ουσιαστικά σε μια παντελώς σεξιστική πλατφόρμα

γεγονότων.

και πως τις περισσότερες φορές οδηγεί σε παρωδία παρά σε απονομή δικαιοσύνης,

ΟΚ, το πάλεψα αλλά δεν μπορώ να το αποφύγω. Ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ θέ-

όμως (α) δεν είμαι γυναίκα, (β) δεν είμαι Αμερικανός, και (γ) δεν είμαι καθόλου ανοι-

λεις να είναι λίγο κάτω από τα 50 ή λίγο πάνω από τα 70;

χτόμυαλος. Νομίζεις υπάρχουν πολλές Αμερικανίδες οι οποίες θα συμφωνούσαν με

Α, εγώ είμαι του Ομπάμα!

τη δήλωση της Καμίλ; Νομίζω πως ναι. Σίγουρα. Ασφαλώς και υπάρχει αρκετή δυσμενής διάκριση εκεί έξω και αυτό

ΦΩΤΟ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ LA PORTE, INDIANA, JASON BITNER


this is not america


ΚΥΠΡΟΣ. ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΟΡΟΥ, ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΠΙΤΑΛ

| ΦΩΤΟ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΝΑ


Once upon a time in the Midwest Του blogger Τιμ Μάικλ

Ξαφνικά φέτος το καλοκαίρι Πού με βρήκε τώρα εμένα το «Ysterografo» (what the fuck is that? Like a post mortem or something?), in the middle America, τι να σας πω. Εγώ είμαι blogger, not under this name of course, they got my links, άμα θέλουν, ας τα βάλουν, εδώ γεννήθηκα, mom from Λεμεσό. Ανοίγω τα e-mail μου και βρίσκω, «Dear Τιμ, είμαστε το-πιο-προχώ μαγκαζίνο στην Κύπρο, στην εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία, πολύ πιο μπροστά από τον “Politis” (and what the fuck is that?) άμα θες να ξέρεις» και κάτι τέτοια, να κάνεις, σε παρακαλούμε, 1700 λέξεις αυτό κι αυτό. Τους γράφω πίσω, «100 bucks», for a spliff, γιου νόου, «forget it», αγριεύουν, «ούτε στον Stamatis δεν δίνουμε τόσα. 50 και πολλά σου», «τα πενήντα σου και ακόμα 25», άι μπλαφ, ‘60. Κι άμα τα δεις πριν το thanksgiving, να μας πηδήξεις την everybody’s darling. «Fine», λέω, γιατί, γιου νόου μαν, I love my country, «just so you may know, δεν ξέρω γράφω καλά Ελληνικά», λέω, just to be fair, «no worries», μου λένε, «ούτε εμείς ξέρουμε». So, πιάνω my buddy Jake, κουβέντα για λεφτά, είμαστε μαζί στο college, «πάμε στο rally του McCain;», ρωτάω, «θα είναι και η Palin;», ρωτάει, «man, I love that chick», «θα είναι», του λέω. Ευτυχώς τα tickets είναι δωρεάν, αρκεί να είσαι republican, πάω γράφομαι republican, τα παίρνω. Το rally είναι Τρίτη πρωί, 10 στο airport της Iowa. 9, I wake him up. «Πάρε camera», του λέω. «Oh shut the fuck up and roll a joint», μου λέει. Μπαίνουμε στο αμάξι, οδηγώ εγώ, 30 λεπτά είμαστε στο airport, στο δρόμο μάς κάνουν νόημα to park the car σε ένα χωράφι, o Jake’s so high, I drive μέσα στο χωράφι, Ι park, κάνω μια τελευταία drag, we get out, κάποιος έρχεται, μας δείχνει κάτι λεωφορεία, «get in the bus folks», λέει. Προχωρούμε στα λεωφορεία, hot as hell, κόσμος περιμένει να μπει, κάποιοι πουλάνε TShirts, bumper stickers, pins, baseball caps, magnets, you name it. «Country First», γράφουν τα πιο πολλά, «man», μου λέει ο Jake, «I’m so stoned». Δίπλα στην ουρά για το λεωφορείο, δύο huge guys, crew cut, tattooed and everything, γυρίζουν και κοιτάζουν τον Jake, «Country first, gents», τους λέει, κάνει χώρο, ανεβαίνουν πριν από μας. Τα λεωφορεία μας αφήνουν μπροστά από μια αποθήκη. Kids έρχoνται με pads, μας λένε να μπούμε σε μια list γι’ αυτό, σε μια άλλη for that. Προσέχω τα bumper stickers που έχει ο κόσμος στο πέτο, Veterans for McCain, Women for McCain, Housewives for McCain, Sportsmen for McCain, πάει ο Jake σε έναν πάγκο, «θέλω ένα που να γράφει Assholes for McCain», λέει, έρχεται πίσω, «ξεπούλησαν», κάνει, προχωράμε και μετά έχει έλεγχο, όπως στο αεροδρόμιο, άδειασε τσέπες σου, body check, γιου νόου, περνάμε, ο Jake έχει τα joints μέσα στο cigarette pack, κανείς δεν παίρνει χαμπάρι, περνάμε στο χώρο που θα μιλήσει ο McCain. America America It’s so hot, μαν, ο ήλιος μας χτυπάει κατακέφαλα, έχει στηθεί μια κερκίδα και απέναντι, στα εβδομήντα μέτρα, η εξέδρα, in between θα σταθεί ο κόσμος, στα αριστερά the press, παίζει μουσική από τα speakers και προσπαθούμε να πάμε κοντά στο stage. Υπάρχουν κάτι κάγκελα μπροστά μας, δυο chicks, volunteers/employees, who knows, check out τον κόσμο που θέλει να μπει μέσα στον περιφραγμένο χώρο, sort of a VIP area, you know, πλησιάζω τη μια, που φορά ένα bumper sticker that goes «Read my lipstick, I Vote for Palin», της λέω, «journalist, Phileleftheros», και κάνω να μπω μέσα, «you can’t go in, sir», με σταματάει, «Read my lips», της κάνω, «Phi-le-le-fthe-ros, κάνε πέρα, sugar», προβληματίζεται αλλά, «I need to see a pass, sir», μου το κόβει, «Y-ste-ro-gra-fo», συλλαβίζω, «Ε-le-ni Xe-nou», «Xeno?», ρωτάει, επιτέλους βρήκαμε σημείο επαφής, «As in xenophobia?», «You betcha!»« της λέω, τραβώ τον Jake και μπαίνουμε μέσα στο VIP area. Είμαστε τώρα 15 μέτρα από το stage, η μουσική από τα speakers stops, και ένας τύπος με μια acoustic guitar comes up on stage, plugs it in, και αρχίζει to sing, και το πρώτο track είναι το «Me and Bobby McGee», σηκώνω τα φρύδια, γυρίζω στον Jake, «δεν ήξερα ότι η Janis Joplin ήταν republican», του λέω, «Don’t worry», μου λέει ο Jake που έχει βάλει στο μάτι κάτι chicks next to him, «ούτε κείνη το ήξερε», la la la la la lordy, lordy, lordy Hey, hey, hey, Bobby McGee τελειώνει και αρχίζει, «Today’s is gonna be the day that they» re gonna throw it back to you…», «Jesus», λέει ο Jake «και οι Gallagher είναι republicans; What’s next? Neil Young?» και παρόλο που είναι high as a fucking kite he has a point, όμως το επόμενο κομμάτι είναι το «Just like Heaven» των Cure, γιου νόου the guy with the hair, «Everybody must get stoned!» μπήγει τις φωνές ο Jake και γυρίζει σε μια γιαγιά που είναι δίπλα του, «Bob Dylan», της λέει, «you rainy day woman». Φοβάμαι ότι they are gonna throw us out, ο τραγουδιστής λέει και το «Boat on the river» και κατεβαίνει. Καθώς φεύγει, «Styx and Stones may break my bones!», του φωνάζει ο Jake. Man, I’m telling you, Jake’s funny.

Και μετά, oh boy, αρχίζουν να βγαίνουν on stage, κάτι τύποι και τύπισσες που είναι υποψήφιοι για το Senate ή το Congress (didn’t really get it), ντυμένοι σαν insurance brokers, βλάχοι που έβαλαν τα καλά τους, γιου νόου και λένε I’ll do this and I’ll do that, αλλά ευτυχώς τελειώνει γρήγορα και μετά βγαίνει ένας τύπος, who’s the host, the MC, ο παρουσιαστής, αυτός που ζεσταίνει το κοινό μέχρι να βγει το main act, γιου νόου. Έρχονται και κάτι boy scouts και κάνουν έπαρση της σημαίας της Άιοβα και της αμερικανικής σημαίας και μιας άλλης. Anyways, after a while, ο παρουσιαστής καλεί στο βήμα (is that the expression?) τη Μις Άιοβα 2004, or 2005 or something και εκείνη παίρνει το μικρόφωνο και αρχίζει να τραγουδά τον εθνικό fucking ύμνο. Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω μερικούς να έχουν τα χέρια στην καρδιά, μερικοί λένε τα λόγια, άλλοι να συγκινούνται και όλοι στο τέλος να κάνουν backing vocals στη Μις Άιοβα, «o’er the land of the freeee and home of the braaaave», and it’s like man, totally hilarious, βλέπω τον Jake λίγο σκεπτικό, «τι νομίζεις;», τον ρωτάω, «Χμ», σηκώνει τους ώμους, «I’d let her blow me». Democracy is coming to the USA Τώρα, supposedly, όλα τα pre-show stuff έχουν τελειώσει και περιμένουμε την Palin και τον McCain, να έρθουν. Apparently, το jet τους θα προσγειωθεί λίγο πιο πέρα και θα περπατήσουν μέχρι το stage. But they are running late και ο MC προσπαθεί να μας κρατήσει entertained. So, μας χωρίζει σε τέσσερις ομάδες, μια σε κάθε πλευρά του stage και βάζει την πρώτη ομάδα να φωνάζει «Ι», τη δεύτερη «want», την τρίτη «John», την τελευταία «McCain», διαδοχικά, γιου νόου, ώστε να ακούγεται στο τέλος «Ι want John McCain». Εμείς είμαστε στη δεύτερη ομάδα, ο Jake, όποτε έρχεται η σειρά μας να φωνάξουμε, αντί να φωνάζει «want», φωνάζει «wank», goes without saying no one can tell. Μόλις το φωνάξουμε καμιά dozen times, ο host μας λέει να το ξανακάνουμε αλλά τώρα the slogan is «We love Sarah Palin». Μας πέφτει το «love» και ο Jake κάθε φορά φωνάζει «laugh». Μετά από 3-4 επαναλήψεις ο κόσμος βαριέται και σταματάμε. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόση ώρα έχει περάσει μέχρι να έρθει το δίδυμο, half an hour, 10 λεπτά, πάντως people see the plane landing και μετά από λίγο, they pump up the volume, μπαλόνια (red, white and blue, what else?), κομφετί, lights, camera… and action. Βγαίνουν και οι δυo on stage, people go ecstatic, γιου νόου, cheering and screaming and all, McCain και Palin χαιρετούν τον κόσμο, shake hands with those on stage and wave at the rest και μετά Palin takes the podium. McCain στέκεται πίσω, όρθιος, feeling proud of her, γιου νόου. Palin φοράει ένα λευκό suit, μαλλιά πιασμένα κότσο, γυαλιά, Jake got her picture taken, άμα τη βάλουν, δείτε και μόνοι σας. She’s talking bullshit of course, I mean, what an idiot, κάποια στιγμή ακούμε φωνές δίπλα μας, we turn our heads, «what the fuck?», λέει ο Jake. Next to us, μαζί μας στο VIP area, μια παρέα 5-6 chicks shouting all together, «τι φωνάζουν;», ρωτάω τον Jake, «no idea», κάνει, «but it ain’t friendly». Η Palin σταματάει την ομιλία της, κάποιοι αρχίζουν να φωνάζουν συνθήματα για να τους καλύψουν, δυο μπάτσοι πλησιάζουν νωχελικά και αρχίζουν να τους απομακρύνουν, very slowly, «so slowly», λέει ο Jake, «they actually help them prove their point, man», σας το είπα, ο Jake είναι wise man ειδικά όταν είναι high. Kαθώς περνούν από δίπλα μας, the crowd shouts at them, «anarchists!», «αναρχικοί!» γιου νόου, ένας τύπος που μοιάζει με τον Robocop, φωνάζει σ’ έναν κανονικό μπάτσο, «take ’em out, blue!», Jake got their picture, άμα τις βάλουν στο Ysterografo, δείτε τες. H Palin ξεκινά να talk bullshit again, μιλάει συνολικά 15 λεπτά και φεύγει. What a joke, man... Then its McCain’s turn, gets up on stage, ξεκινά να μιλά, blah-blah-blah, bullshit revisited. Jake got a picture of him, άμα τη βάλουν, δείτε τον. Αt some point, από την πλευρά που ακούστηκαν τα chicks, same thing με την πρώτη φορά, ο Μακ Κέιν σταματά, όλοι γυρίζουμε προς το μέρος τους, αλλά τώρα είναι 5-6 guys, ξανά μανά το ίδιο booing, τους πιάνουν οι μπάτσοι, τους τραβάνε στην έξοδo, «anarchists!», «αναρχικοί!» γιου νόου, o ίδιος τύπος που μοιάζει με τον Robocop, φωνάζει σ’ έναν άλλο, κανονικό μπάτσο, «take ’em out, blue!», Jake got a picture of the anarchist, άμα τον βάλουν, δείτε τον, «man», says Jake, «εμείς είδαμε και πάθαμε να μπούμε στο VIP area, αυτοί, πώς και?» Now, that’s a valid point. Anyway, Big Mc goes on with the same bullshit, κόσμος applauds, μιλάει σύνολο 15 λεπτά, famous last words: «we are the greatest nation in the world», I swear to God man, αυτό λέει για τελευταίο. Ο Jake χαχανίζει σαν παλαβός. Μετά φεύγουμε. Στο δρόμο, έξω από το αεροδρόμιο Jake takes out a joint, το ανάβει, «man», λέει, «this country’s in deep shit», «I know», του λέω, «now gimme a drag».


ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF


ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF


TO AMEPIKANIKO ONEIPO ENTO στον κάλαθο των αχρήστων *

Ο συγγραφέας Αντώνης Γεωργίου σπούδασε στη Σοβιετική Ένωση και άκουγε για χρόνια τους Ρώσους συμφοιτητές του να μυθοποιούν το αμερικάνικο όνειρο λέγοντας πως όσο σκληρή κι αν είναι η Αμερική παραμένει πάντα η χώρα των ευκαιριών… Ή των ψευδαισθήσεων! Του πατέρα μου του άρεσε να παριστάνει ότι κάποια μέρα θα γινόταν πλούσιος ανέκαθεν ψήφιζε Ρεπουμπλικάνους και μου ’λεγε ότι αν δούλευα σκληρά κάθε μέρα της ζωής μου θ’ ανταμειβόμουν αδρά. στις σπάνιες περιόδους που ο πατέρας μου δεν ήταν άνεργος δούλευε σκληρά, τόσο σκληρά που κανείς δεν τον άντεχε. «τι έχει αυτός. τρελός είναι.» ο πατέρας μου είχε κόκκινο πρόσωπο και ίδρωνε πολύ θυμωμένος άνθρωπος κι όπως φαινόταν, όσο προσπαθούσε να βγάλει χρήματα τόσο φτωχότερος γινόταν. η πίεση του ανέβηκε κι οι σφυγμοί του ήταν άρρυθμοι. κάπνιζε Camel και Pall Malls. παντού υπήρχαν σκόρπια μισογεμάτα πακέτα. κοιμόταν στις οκτώ και σηκωνόταν απ’ τις πέντε τα χαράματα κι είχε την τάση να κραυγάζει, να δέρνει τη γυναίκα του και το παιδί του. πέθανε πρόωρα. μετά την κηδεία του κάθισα στην κρεβατοκάμαρα του άδειου του σπιτιού και κάπνισα το τελευταίο του πακέτο Pall Malls… *Τσαρλς Μπουκόφσκι σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου

KAI EKTO ... Το αμερικάνικο όνειρο ήταν πάντα ταξιδιάρικο. Ανέκαθεν αιχμή του δόρατος της αμερικάνικης προπαγάνδας (κυρίως στα χρόνια του ψυχρού πολέμου) και αγαπημένο θέμα χιλιάδων ταινιών του Χόλιγουντ που πλασάραν με απλοϊκά συνήθως σενάρια το εξίσου απλό περιεχόμενο αυτού του ονείρου: «Όλα (υλικά αγαθά, επιτυχία, φήμη) είναι δυνατά για όλους στις ΗΠΑ, στην χώρα της ελευθερίας». Σπουδάζοντας στη Σοβιετική Ένωση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έζησα τη μυθοποίηση αυτής της πεποίθησης από τους Ρώσους συμφοιτητές μου που με αγωνία προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στις πρωτόγνωρες συνθήκες του ακραίου καπιταλισμού που τους ρίξανε. Και η Αμερική έλεγαν είναι μια σκληρή χώρα, είναι όμως και η χώρα των ευκαιριών. Αν μορφωθεί κανείς καλά, αν δουλέψει σκληρά θα πετύχει, το επαναλάμβαναν, το πίστευαν, αυτό ήθελαν και για τη δική τους χώρα, το American dream ακόμα μια φορά, ταξίδευε πέραν από την πατρίδα του. Έτσι και ο φίλος μου ο Ραφ που μεγάλωσε με Ντοστογιέφσκι και κλασική μουσική ανακάλυπτε - και καλά έκανε έστω και ετεροχρονισμένα το heavy metal και τον Στήβεν Κινγκ, είχε και μια φιλενάδα που σπούδαζε Νομική αλλά ήθελε να γίνει και μοντέλο, μιλούσε για «business» και ήταν τόσο σίγουρος ότι θα πετύχαινε στη ζωή. Εγώ φοβόμουν ότι ήταν αρκετά καλόψυχος για να επιβιώσει στο άγριο κόσμο που γεννιόταν, αν και χαιρόμουν την αισιοδοξία του κι ας έφτανε κάποτε στα όρια της αφέλειας. Ευτυχώς επιβίωσε, παρότι δεν έγινε πλούσιος, ούτε διάσημος. Ήταν από τους τυχερούς πάντως, γιατί παρόμοιου τύπου «όνειρα» κάποιων άλλων πιο άπληστων, που βρήκαν πρόσφορο έδαφος στις τότε συνθήκες κατάρρευσης ενός ήδη σάπιου συστήματος, στηρίχτηκαν στην εξαθλίωση και τις διαλυμένες ζωές εκατοντάδων χιλιάδων συμπατριωτών τους που δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στη νέα εποχή. Ούτε αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Το αμερικάνικο όνειρο στην ίδια τη χώρα του, από τους πρώτους αποίκους (που δεν χτίζανε απλώς μικρά σπίτια στο λιβάδι), βασίστηκε στον εφιάλτη κάποιων άλλων. Στη γενοκτονία των Ινδιάνων ιθαγενών, στους Αφρικανούς δούλους και στη συνέχεια στην κυριαρχία πάνω σε λαούς άλλων χωρών. Και οι περισσότεροι από τη μειοψηφία που «πετύχαινε» τόσα χρόνια, το πετύχαινε πατώντας πάνω στη συντριπτική πλειοψηφία των ίδιων των μη προνομιούχων Αμερικανών. Διότι ως εύστοχα βρήκα κάπου στο διαδίκτυο: «πώς είναι να είσαι σερβιτόρα στη Φλόριντα, καθαρίστρια στο Mέιν ή πωλήτρια στη Μινεσότα; Σίγουρα δεν έχεις χόμπι να ψωνίζεις υψηλή ραπτική σαν τις πρωταγωνίστριες του Sex & the city. Oύτε έχεις ατελείωτες ώρες το απόγευμα για να πίνεις καφέ όπως τα “Φιλαράκια”. Kαι σίγουρα τα παιδιά σου δεν φοιτούν σε πανάκριβα σχολεία τύπου “Mπέβερλι Xιλς”.» Και εδώ διαλυμένες ζωές, βία, συντηρητισμός, θρησκευτικός φανατισμός, μιζέρια, φόβος, εξαθλίωση που κάποτε, δυστυχώς, χρειάζεται ένας τυφώνας «Κατρίνα» για να δείξει πόσο γυμνός είναι ο βασιλιάς ή μια οικονομική κρίση όπως αυτή που πλανιέται τώρα πάνω από τον κόσμο και φυσικά κάποιες φωνές διανοουμένων, καλλιτεχνών ή ποιητών. Το αμερικάνικο όνειρο σε κάποια φάση ίσως να είχε και μια προοδευτική χροιά. Απέναντι σε μια γηραιά ήπειρο των βασιλέων και των λίγων προνομιούχων, σε μια Ευρώπη που ζούσε απομυζώντας τις αποικίες της, η διακήρυξη ότι σε μια καινούρια χώρα δεν είχε σημασία η κοινωνική προέλευση αλλά η σκληρή δουλειά, ήταν ένα βήμα μπροστά. Για κάποια περίοδο μπορεί και να έδωσε μια ώθηση σε νέες ιδέες και νέους ανθρώπους. Είναι επίσης γεγονός ότι κατάφερε να γίνει ένα παγκόσμιο όνειρο, ειδικότερα το κυνήγι του εύκολου κέρδους, η θεοποίηση της απόκτησης υλικών αγαθών και του καταναλωτισμού . φαινόμενα πλέον παγκόσμια και φυσικά και δικά μας. Γι’ αυτό η κατάρρευση αυτή την περίοδο, του οικονομικού μοντέλου που στηριζόταν απόλυτα σε αυτές τις πεποιθήσεις (και στην απληστία) δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Και για να συμπληρωθεί το όλο παράξενο σκηνικό, έχουμε και τον Μπάρακ Ομπάμα να αποδέχεται το χρίσμα των Δημοκρατικών για την προεδρία διακηρύσσοντας ότι «το αμερικάνικο όνειρο είναι πάντα ζωντανό». Ίσως να εννοεί ότι είναι η ζωντανή απόδειξη αυτού το γεγονότος αλλά θα χρειαστεί πολλά περισσότερα από αυτό για να το αναστήσει ως είχε. Είναι άραγε καιρός για κάτι καινούριοο; Ή κάτι από τα παλιά; Ένα σύστημα πιο ανθρώπινο; Μια νέα ουτοπία; Ένα νέο όνειρο; Ή μήπως πολλά νέα όνειρα;


I HAD A DREAM... ...BUT IT WAS LOST IN TRANSLATION

ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF

H Iωάννα Χριστοδούλου επιμένει πως ο ταυτισμένος με το αμερικάνικο όνειρο Κύπριος οδηγά και το σκέφτεται: «I have to make it». Έτσι, στα εγγλέζικα, τα θέλει όλα. Ο Ουγκό το ’χε γράψει καθαρά. «Όλη μας η ζωή είναι μια πορεία προς τον τάφο. Άσε που στο δρόμο μπορεί να πεθάνεις». Οι Aμερικάνοι δεν έχουν ακουστά τον Βικτώρ Ουγκό, αλλά ξέρουν τον Ουγκό Boss και τα πουκαμισάκια του. Η ματαιοδοξία, εξάλλου, δεν ταιριάζει με το μενταλιτέ τους, ούτε αναγράφεται σε κανένα παχύ και ας -επικεντρωθούμε -στον - στόχο - μας βιβλίο μάρκετινγκ. Μην τους πάρει όλους η μπάλα, γιατί στους Aμερικάνους συγκαταλέγεται o Duke Ellington, o William Burroughs, o Woody Allen κι άλλοι χίλιοι δυο. Εκτός των φτωχών και των τρελών λοιπόν, ο στάνταρτ Aμερικάνος είναι ο από - άποψη - και -καλοζωία παχύσαρκος. Αυτός που χάρισε στον Μπους διπλή θητεία, που δεν ξέρει πώς στο διάολο τη λεν τη διπλανή πολιτεία, που νομίζει πως η Ευρώπη είναι μόνο το Παρίσι και πως το CNN το εννοούσε όταν σκρόλαρε στην οθόνη πως America is under attack. Τον Aμερικάνο τον ξέρεις απ’ τις family movies του ’50, τις σπουδές σου, τα πρόσφατα sitcoms κι απ’ τα ντοκιμαντέρ του Michael Moore. Γρασίδι στην μπροστά αυλή, σκυλί στην πίσω, μπόλικο κόκκινο κρέας, μεταλλαγμένο κρέας, κρέας ό,τι να ’ναι φτάνει να τηγανίζεται. Και για όλα φταίει ο Marilyn Manson. Καριερίστας ο Aμερικάνος, συνδύασε το αθλητικό παπούτσι με το κοστούμι και με το στιλάκι αυτό, πέτυχε να ξεσηκώσει – και καλή ώρα να καθηλώσει - την παγκόσμια οικονομία. Οι Aμερικάνοι εδώ και έναν αιώνα απολαμβάνουν το προβάδισμα στο να ξεσηκώνουν και να πετυχαίνουν. Απ’ τον καιρό που τον sleeping giant φίλησε η μαυρίλα του Παγκοσμίου, μέχρι και σήμερα, όποιος κι αν είναι ο στόχος θα πετύχει. Έξω το Βιετνάμ. Επιφανειακά την Αμερική δεν την αφορά η Ρώμη, αλλά το χωριό της. Παρόλα αυτά καταφέρνει πάντα να καλεί στα σουξεδιάρικα πάρτι της τον Καίσαρα. Το αμερικάνικο όνειρο, εφεύρεση του ιστορικού και συγγραφέα James Truslow Adams εν έτει 1931, γράφτηκε, ακριβώς, για να ξεσηκώσει. Έδωσε ανάσα στους νταουνιάρηδες - απ’ το κραχ του ’29 - συμπατριώτες του Adams που αυτοκτονούσαν ο ένας πίσω απ’ τον άλλο. Στα εβδομήντα επτά χρόνια που μεσολάβησαν από τότε, το αρχικό κείμενο μεταλλάχτηκε εκατοντάδες φορές. Έγινε πιο υλιστικό, πιο ογκώδες, πιο ψηλό, π��ο τέλειο. Έγινε μεγάλο. Και το μεγάλο το μεταφράζεις εσύ όπως θες. Μεγάλοι ήταν οι δίδυμοι πύργοι, μεγάλα ήταν

και τα έσοδα της Lehman Brothers, μεγάλα και τα βυζιά της Pamela Anderson. Έλα όμως που όλα… πέφτουν. Αυτό είναι που οι Eυρωπαίοι ήξεραν από πρώτο χέρι. Μην πάμε στους αρχαίους Έλληνες γιατί θα το κάνουμε γραφικό. Αυτό το ’ξερε κι ο Ουγκό κι ας μην ήξερε την Pamela. Εγώ, ο γείτονάς μου κι εσύ τι σχέση έχουμε με όλα αυτά είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Ο δυτικός, πολιτισμένος κόσμος, που ’χει μια συσκευή τηλεόρασης στο σαλόνι και όλες τις πολυθρόνες γυρισμένες προς τα πάνω της, ζει το δικό του αμερικάνικο όνειρο. Και πρώτα ήρθε η ένωσις. Όχι του Γρίβα, η άλλη. Την τελευταία δεκαπενταετία, η ένωσις ισούται με το παγκόσμιο χιούμορ των Friends, την απόφοιτο του Disney Club Britney Spears και με την πολύ in για να πεθάνει Carrie Bradshaw. Ο ταυτισμένος Kύπριος σήμερα οδηγά και το σκέφτεται: «I have to make it». Έτσι, στα εγγλέζικα, τα θέλει όλα. Μεγάλο το σπίτι, ψηλή την γκόμενα, μακρύ κι ασήκωτο τον επαγγελματικό τον τίτλο. Τριάντα γράμματα και βάλε, να παίζει κρεμάλα με την εξουσία του. Όσο πιο πλούσια σε συντομογραφίες είναι η business card, όσο πιο γεμάτη η credit card κι όσοι παραπάνω πόντοι στην supermarket card, τόσο το καλύτερο. Το τελευταίο βέβαια δεν είναι full αμερικάνικο, θα το έλεγες και κυπριακό. Στη μετά -’74 εποχή, της american-cypriot friendship, το σκεπτικό είναι να φυλάς το παντεσπάνι σου και σε περίπτωση πολέμου να ’χεις το μισό. Καπάκι σ’ αυτά, τριάντα χρόνια μετά, η κόρη σου έχει για είδωλο την Paris Hilton αλλά της λείπει το ξενοδοχείο. Θα το πάρουμε κι αυτό. Έχετε ακούσει το ανέκδοτο: «Μην κλαίτε παιδάκια. Οι γονείς σας, σας αφήνουν εδώ γιατί πρέπει να πάνε να δουλέψουν, να σας αγοράσουν σπίτια και αυτοκίνητα. Ας πούμε το παραμυθάκι μας τώρα». Αληθινή ιστορία. Πρόσφατη. Νηπιαγωγός μιλά σε τετράχρονα. Καταγγέλθηκε στο υπουργείο το παραμύθι της. Αναμένουμε. Κι ας είναι το παραμύθι που το ξέρουμε καλά. Κι απ’ το νηπιαγωγείο στη σύνταξη της ζωής, είναι πολλά τα χρόνια. Κι ας το ξεχνάς πως στο ενδιάμεσο μπορεί να πεθάνεις. Στα πέντε σου ήθελες ένα ψαράκι, στα δεκαπέντε έναν γκόμενο με μηχανή, στα είκοσι πέντε σπίτι με πισίνα, στα τριάντα πέντε κότερο και πάει λέγοντας. I had a dream. Ήθελα ένα χρυσόψαρο. Κι ύστερα κάποιος μαλάκας το δολοφόνησε και άλλαξε το ρου της ιστορίας μου.


Born down in a dead man’s town / The first kick I took was when I hit the ground / You end up like a dog that’s been beat too much / ‘Til you spend half your life just covering up

Born in the U.S.A. / Born in the U.S.A. Born in the U.S.A. / Born in the U.S.A.

I got in a little hometown jam / And so they put a rifle in my hands / Sent me off to Vietnam / To go and kill the yellow man

Born in the U.S.A. / Born in the U.S.A. / Born in the U.S.A. / Born in the U.S.A.

Come back home to the refinery / Hiring man says “Son if it was up to me” I go down to see the V.A. man / He said “Son don’t you understand”


Born in the U.S.A. / Born in the U.S.A. / Born in the U.S.A. Born in the U.S.A.

I had a buddy at Khe Sahn Fighting off the Viet Cong / They’re still there, he’s all gone / He had a little girl in Saigon / I got a picture of him in her arms

ΦΩΤΟ: EαRWIN OLAF

Down in the shadow of the penitentiary / Out by the gas fires of the refinery / I’m ten years down the road / Nowhere to run, ain’t got nowhere to go

I’m a long gone Daddy in the U.S.A. / Born in the U.S.A. I’m a cool rocking Daddy in the U.S.A. / Born in the U.S.A.


ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF


ON THE ROAD AGAIN Ο Αλέξης Σταμάτης ταξιδεύει από την Ουάσιγκτον μέχρι το Λος Άντζελες και συνειδητοποιεί ξανά πως η Αμερική, σου υπενθυμίζει διαρκώς ότι είσαι ένα ζώο-μηχανή με ημερομηνία λήξης. Τώρα που γράφω, είμαι ακόμα στο ταξίδι. Όταν είσαι εντός, τα πράγματα συνήθως δεν τα βλέπεις καθαρά. Live now, reflect later, είναι η συμβουλή όσων έχουν κάνει ένα πολυήμερο ταξίδι στην Αμερική. Πόσο μάλλον στην περίπτωσή μου, που μέσα σε ενάμιση μήνα θα ταξιδέψω από την Ουάσιγκτον ώς το Λος Άντζελες στο πλαίσιο μιας promo tour για το βιβλίο μου «Αμερικάνικη Φούγκα» που κέρδισε το Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο του National Endowment for the Arts. Ωστόσο ο συγγραφέας είναι παράξενο πλάσμα. Ειδικά ένας συγγραφέας με συμπτώματα «αειφυγίας». Πάσχοντας από μόνιμη «αντιδικία με την πραγματικότητα» είναι σε θέση να ζει και να παρατηρεί ταυτόχρονα. Η συγκυρία του ταξιδιού είναι εξαιρετική. Θέλω όσο τίποτα να φύγω από την Αθήνα και τη μιζέρια της. Far from the madding crowd. Ουάσιγκτον Μετά από 14 ώρες πτήση νυχτερινή βόλτα στην Τζόρτζταουν της Ουάσιγκτον. Σκηνικό. Όλα μακρινά, όλα νυκτερινά κι όμως όλα πάμφωτα μες στο ημίφως. Ο κόσμος ανασαίνει ξανά, έξω από τη βαλκανική του βαρβαρότητα και ασφυξία. Στο σπίτι που με φιλοξενούν, κοιτάζω έναν πίνακα με ακίνητα σπίτια και ακίνητα πλοία. Κι όμως νιώθω ότι τα πλοία κινούνται και τα σπίτια μένουν σταθερά. Η μεταφορά στη ζωή είναι που κάνει το δρόμο να απογειώνεται, το κάθε τι να υπάρχει εν αναλογία. Κι οι ακίνητες ψυχές να ίπτανται σαν τα πλάσματα του Σαγκάλ πάνω από τις πόλεις. Επαγγελματίας συγγραφέας. Όνειρο των παιδιών που σπουδάζουν δημιουργική γραφή στο Ουάσιγκτον Κόλετζ. To be published and to live from your work. Όσο στην Ελλάδα βαριόμαστε να ακούμε τους συγγραφείς να διαβάζουν από το βιβλίο τους στις παρουσιάσεις, τόσο το θέλουν εδώ. Καβουροσαλάτα σε ένα όμορφο ρέστο, στη μικρή πόλη στα περίχωρα της Ουάσιγκτον. Στο ίδιο που μου έλεγε ο Μπομπ, ότι έτρωγε με την Τζόις Κάρολ Όουτς, όταν την πλησίασε ένας νεαρός που την κυνήγαγε από πίσω μετά το τέλος της διάλεξης μέχρι κι εκεί. -Mrs Oates, what is your favourite word? κι εκείνη με αυτό το ερωτηματικό που αιωρείται στον τρόπο που εκφέρουν το λόγο οι Αμερικάνοι, απάντησε. -Farewell? Taxation without representation.. Το παράπονο των κατοίκων της πρωτεύουσας της υπερδύναμης που δεν έχουν δικαίωμα να αντιπροσωπεύονται στη Γερουσία...


ΦΩΤΟ: ERWIN OLAF


Η χώρα ζει μια πολύμηνη προεκλογική περίοδο που πλησιάζει στο τέλος της. Ο Μακέιν έκανε την ντρίπλα επιλέγοντας ως υποψήφια αντιπρόεδρο μια απίθανη τύπισσα από την Αλάσκα, τη Σάρα Πέιλιν, μια hockey mom, όπως λένε εδώ, η οποία είναι μάλλον πιο δεξιά και από τον... Μπους. Στο τρένο από Ουάσιγκτον προς Νέα Υόρκη. Στ’ ακουστικά ο Ντίλαν. My heart’s at the highlands. Absolutely. Παράθυρο. Πόσα καρέ άραγε το δευτερόλεπτο; Η αλήθεια 24 φορές, έλεγε ο Ζαν Λικ Γκοντάρ. Όμως τελικά είμαστε εμείς που περνάμε μπροστά απ’ τα τοπία ή τα τοπία περνούν από μπροστά μας; Νέα Υόρκη Η Νέα Υόρκη σε κάνει πορειομανή (βαδιζομανή, που λέει και ο φίλος Σωτήρης Δημητρίου). Δέκα χιλιόμετρα σε δυο μέρες – μπορεί και παραπάνω. Τα πιο δύσκολα θέματα να περιγραφούν στη λογοτεχνία, είναι ο πόνος και το σεξ. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα καταλήξεις σε παρομοιώσεις. Ήταν «σαν», ήταν «όπως»… Η πιο δύσκολη πόλη να περιγραφεί, είναι η Νέα Υόρκη για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Δεν μοιάζει με καμιά άλλη (ή είναι όλες μαζί). Εβδομηντάχρονη με σορτσάκι και μακό (κι εντυπωσιακό για την ηλικία της σώμα) κάνει τζόγκινγκ στο Σέντραλ Παρκ, με ακουστικά mp3 στα αφτιά και στο χέρι περασμένο το λουράκι του μικροσκοπικού πουντλ που ακολουθεί. Δεν ξέρω αν άκουγε Μότσαρτ ή ραπ. Στο μακό επάνω έγραφε: Envy shoots at others and wounds itself. Φαγητό στο Lower East Side - ανάμεσα σ’ ένα laundry της συμφοράς και σ’ ένα παράξενο μαγαζί που δεν ξέρεις ακριβώς τι πουλάει, με ένα χτιστό μέρα νύχτα απ’ έξω -σε υπέροχο ρέστο με γαλλική κουζίνα που απευθύνεται σε εκπαιδευμένους ουρανίσκους. Η πόλη που δεν παύει να σε εκπλήσσει σε κάθε γωνία. Το καίριο ζήτημα που θέτει η Νέα Υόρκη, είναι ο χρόνος. Λειτουργεί κατακόρυφα. Νιώθεις ότι είσαι σε μια διαρκή πτήση ακόμα και όταν βρίσκεσαι εν στάσει. Ταυτόχρονα έχεις την αίσθηση ότι είσαι μέρος ενός πρότζεκτ. Η ζωή η ίδια είναι ένα πρότζεκτ στην Αμερική. Από παντού σου βρέχεται το μήνυμα πως έχεις να διαχειριστείς Χ χρόνια, να επενδύσεις σε αυτή τη μόρφωση, να βγάλεις όσα πιο πολλά χρήματα μπορείς, να χωρέσεις τις ηδονές που σου αναλογούν, να αναπαραχθείς και να τελειώσεις τη ζωή σου με όσο μεγαλύτερη αξιοπρέπεια. Θα μου πείτε πως αυτά, λίγο πολύ ισχύουν παντού. Ναι, αλλά η Αμερική σου υπενθυμίζει διαρκώς ότι είσαι ένα ζώο-μηχανή με ημερομηνία λήξης. Μια ψυχοχημική μηχανή με υλικά που εισέρχονται και εξέρχονται. Κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάς ποτέ. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και τα προϊόντα της σωματικής σου ανάγκης, επιπλέουν στην τουαλέτα ώστε να είναι ορατά. Και, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Όπως χτες σε μπαρ μου ζήτησαν… identification. Απάντησα «Μα δεν είναι προφανές ότι είμαι άνω των 21;» It’ s the law, η ξανθιά σερβιτόρα «Καλά, έτσι κι αλλιώς μια κόκα κόλα θέλω». Identification needed, we are a bar here. Έτσι λοιπόν ακόμα κι ένας ογδοντάρης με μπαστούνι πρέπει να αποδείξει ότι είναι άνω των 21 αν θέλει να πιει μια… σόδα σε ένα μπαρ… Οι μαύροι υποστηρικτές του Μακέιν είναι ίσως οι πιο φανατικοί απ’ όλους.. Στην τηλεόραση ακούγονται σαν δεκαπέντε Kαρατζαφέρηδες μαζί. Τυχαίο; Στο σπειροειδές Guggenheim, είχα μια από τις πιο «mindblowing» εμπειρίες της ζωής μου. Την έκθεση της 96χρονης Louise Bourgeois. Πρόκειται για μια τέχνη που έρχεται από πολύ πολύ παλιά και διασχίζοντας το σήμερα εξακοντίζεται στο μέλλον. Η δουλειά της Bourgeois θα μιλάει στον πυρήνα των πραγμάτων είτε περάσουν

100, 200, είτε 500 χρόνια. Εξακολουθεί να εργάζεται κανονικά μια και, όπως λέει, «Art is a guarantee of sanity». Σκηνή στο subway προς East Village. Τέσσερις άνθρωποι απέναντί μου. Από αριστερά, νεαρός δεκαεξάχρονος Εβραίος με το μαύρο κοστούμι και το μαύρο καπέλο, με την εφηβική τριχοφυΐα να δημιουργεί μαύρες κηλίδες στα μάγουλα, διαβάζει την οικονομική σελίδα των New York Times, δίπλα μαύρη μεσήλικας με τα ακουστικά του i-pod στα αφτιά, με μοβ ριχτό φουστάνι με λουλουδάκι κουνάει το κεφάλι στο ρυθμό της μουσικής, δίπλα της Μεξικάνος με λεπτό μουστακάκι σαν να ’χει βγει από ταινία του Πέκινπα, αδρά χαρακτηριστικά, αγέρωχο ύφος, μπλουτζίν κάτω, σακάκι πάνω, πληκτρολογεί στο Μπλούμπερι. Και στο δε��ί άκρο Κινέζος νεαρός με αμάνικο μπλουζάκι, τα μάτια κλειστά, απόλυτα συγκεντρωμένος, κάνει τον πιο παράξενο διαλογισμό που ’χω δει στη ζωή μου. Η συνύπαρξη των τεσσάρων κράτησε τρεις στάσεις. Η «αποξένωση», το «χάσιμο στο πλήθος» είναι μια αίσθηση που εάν την επιδιώκεις, η Νέα Υόρκη είναι ο τόπος σου. Εκεί που πραγματικά «τίποτα από σένα δεν φαίνεται» για να θυμηθώ τη φράση του Χειμωνά που ήταν το μότο του βιβλίου μου «Βίλα Κομπρέ». Όταν οι Αμερικανοί μιλάνε για πολιτικούς, τα ζητήματα της προσωπικής τους ζωής αποκτούν τεράστια σημασία. Το ότι η Πέιλιν γέννησε παιδί ενώ ήξερε ότι θα πάσχει από σύνδρομο Ντάουν, ότι ο Μακέιν έκανε 5 χρόνια αιχμάλωτος των Βιετκόνγκ, ότι η πρώτη γυναίκα του Μπάιντεν είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητικό μαζί με το παιδί τους, είναι ζητήματα που έρχονται και επανέρχονται. Στο Whitney Museum για να δω Έντβαρντ Χόπερ. Εκτός των άλλων υπάρχει ένα συγκλονιστικό έργο, το Early Sunday Morning. Εδώ με ένα μονό σκούρο παραλληλόγραμμο ο Χόπερ καταδεικνύει την απειλή του ουρανοξύστη που σκιάζει με τον όγκο του το παραδοσιακό αμερικανικό οικοδόμημα, ενώ η απουσία των ανθρώπων δίνει στη σύνθεση, μια άγρια δύναμη. Κι ενώ η οικονομία καταρρέει και το bailout plan μοιάζει σαν η μόνη διέξοδος στο χάος της Γουόλ Στριτ, μετά από μια στάση στην όμορφη Providence φτάνω στην πιο ευρωπαϊκή ίσως πόλη της Αμερικής, στη Βοστόνη, όπου ο μαύρος ταξιτζής με τα tattoo αντί να ακούει Run DMC, ακούει Αλμπινόνι. Στο Χάρβαρντ και στο Μπόστον Κόλετζ οι φοιτητές διψάνε να ακούσουν ελληνικά. Παιδιά τρίτης και τέταρτης γενιάς, απόγονοι του «αμερικανικού ονείρου», κανονικά Αμερικανάκια πια. Τhe Midwest Τέλος το Midwest. Ohio. The swing state. Αν δεν κερδίσει εδώ ο Μακέιν, τότε η παράδοση λέει ότι θα χάσει οπωσδήποτε. Με χαρά μετράω τις επιγραφές μπροστά από τα σπίτια. Obama 13, Mc Cain 3. Youngstown. Early School. Ένα ειδικό πρόγραμμα για παιδιά που δεν προσαρμόζονται εύκολα στο σχολικό περιβάλλον. Για τρεις ώρες με τρεις διαφορετικές τάξεις μιλάμε για λογοτεχνία. Και, η έκπληξη... Τα παιδιά σε αυτό το επαρχιακό σχολείο αντιμετωπίζουν τα κείμενα συγκριτικά με βάση την Οδύσσεια. Η παπαγαλία, η προεξοφλημένη κριτική είναι άγνωστες λέξεις, ακόμα και εδώ. Ενώ στέλνω το παρόν άρθρο στην Κύπρο, το ταξίδι συνεχίζεται. Η τελευταία αυτή παράγραφος γράφεται δεκαπέντε μέρες πριν τις εκλογές στην Άιοβα, εκεί που άρχισε το ταξίδι μου πριν από 4 χρόνια. Ο Ομπάμα προηγείται με διαφορά, αλλά με τους Αμερικάνους δεν ξέρει κανείς. Μόνο που σκέφτομαι ότι σε περίπτωση εκλογής Μακέιν, αν ο ηλικιωμένος γερουσιαστής πάθει κάτι, και η ευθύνη για το κουμπί των πυρηνικών περάσει στη νοικοκυρά από την Αλάσκα, ανατριχιάζω…


AMERICAN DREAM All work no play may have made Jack a dull boy But all work no God has left Jack with a lost soul But he’s moving on full steam He’s chasing the American dream And he’s gonna give his family finer things “Not this time son I’ve no time to waste Maybe tomorrow we’ll have time to play” And then he slips into his new BMW And drives farther and farther and farther away

To εξώφυλλο είναι φωτογραφία του Erwin Olaf

Cause he works all day and tries to sleep at night He says things will get better; Better in time

ΥΓ. 02/11/2008 ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ

[Chorus] So he works and he builds with his own two hands And he pours all he has in a castle made with sand But the wind and the rain are comin’ crashing in Time will tell just how long his kingdom stands His kingdom stands

ΕΚΔΟΤΗΣ-ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ ART DIRECTOR ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΤΙΧΗ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΠΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ

Well his American Dream is beginning to seem More and more like a nightmare With every passing day “Daddy, can you come to my game?” “Oh Baby, please don’t work late.” Another wasted weekend And they are slipping away

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΜΑΡΙΝΑ ΣΙΑΚΟΛΑ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ CHARLIE MAKKOS ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΤΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ OMAΔΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΟΛΥΣ ΠΕΣΛΙΚΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΑΠΑΣ

‘Cause he works all day and lies awake at night He tells them things are getting better Just take a little more time

[Chorus] So he works and he builds with his own two hands And he pours all he has in a castle made with sand But the wind and the rain are comin’ crashing in Time will tell just how long his kingdom stands His kingdom stands

ΜΟΝΙΜΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΡΑΒΑΛΗ ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΤΖΑΛΟΣ ΜΑΡΙΑ ΜΑΣΟΥΡΑ FILEP MOTWARY ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΠΑΡΣΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΜΑΖΗΣ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΛΛΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΕΛΛΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΑΡΙΑ ΖΕΡΒΟΥ ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΑΤΑΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ & ΕΚΤΥΠΩΣΗ: PROTEAS PRESS LTD

He used to say, “Whoever dies with the most toys wins” But if he loses his soul, what has he gained in the end I’ll take a shack on the rock Over a castle in the sand

Σε αυτό το τεύχος συνεργάστηκαν δημιουργικά οι:

Γκίλιαν Φλιν Αντώνης Γεωργίου Παναγιώτης Μηνά Ιωάννα Χριστοδούλου

Now he works all day and cries alone at night It’s not getting any better Looks like he’s running out of time

Οι φωτογραφίες του τεύχους είναι από την έκδοση Erwin Olaf

All they really wanted was you All they really wanted was you All they really wanted was you

30

[Chorus] ‘Cause he worked and he built with his own two hands And he poured all he had in a castle made with sand But the wind and the rain are coming crashing in Time will tell just how long his kingdom stands His kingdom stands

Μας ενδιαφέρουν τα δικά σας Υστερόγραφα. Οι δικές σας ιδέες για θέματα και οι δικές σας απόψεις. Τα περιμένουμε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: eleni.xenou@phileleftheros.com



Ysterografo Magazine_Issue 122